Ἡμίθεος

Τὸ δάκρυ τῶν ματιῶν σου ποὺ ξεχείλισε
καὶ τοῦ κορμιοῦ μου τὸν ἱδρώτα
τὰ πῆρε ὁ χιονιάς, τὰ πάγωσε.
Καθὼς τοῦ ἔρωτα ὁ οἶστρος
κρυσταλλωμένα τ’ ἀνακάλυψε,
τὰ λάξεψε περίτεχνα.
Κοίτα, σμιλεύτηκε εὶδώλιο, γεννήθηκε ἡμίθεος!
Τὸν ἄγγιξα καὶ ἵδρωσε,
τὸν φίλησες καὶ δάκρυσε.
Ἡμίθεο τοῦ πόνου τὸν βαφτίσαμε.
Τὸ δάκρυ κι ὁ ἱδρώτας μας
ἀστείρευτα τὸν ζωντανεύουν.
Ἔρχονται μέρες ποὺ τρανώνει ὁ πόνος,
ἔρχονται ὧρες ποὺ λιώνει καὶ μικραίνει.
Μάθαμε νὰ συζοῦμε πιὰ
μ’ ἕναν ἀγέραστο ἡμίθεο,
ποὺ μᾶς ἀγγίζει καὶ ἱδρώνουμε
ποὺ μᾶς φιλάει καὶ δακρύζουμε.
Θοδωρής Βοριᾶς
Δεκέμβριος 2002

Δημοσιεύτηκε στὸ τχ.85 τοῦ Περιοδικοῦ ΕΝΔΟΧΩΡΑ