Ο ΣΤΑΛΙΝ ΣΑΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η μπροσούρα αυτή του Λέοντα Τρότσκι που γράφτηκε στα πρώτα χρόνια
της απέλασής του από την Σοβιετική Ένωση αναφέρεται στην
αποτυχημένη προσπάθεια που έκανε ο Στάλιν να επιλύσει τα σύνθετα
προβλήματα της αγροτικής οικονομίας της νεαρής τότε Σοβιετικής
Ένωσης στηριζόμενος όχι στη βαθιά κατανόηση της καινούργιας
κατάστασης αλλά στους τύπους του «Κεφαλαίου» του Μάρξ.
Η νεαρή Σοβιετική Ένωση περνούσε από διαδοχικές φάσεις ανάπτυξης και
έρχονταν αντιμέτωπη με μια σειρά από δυσκολίες πρώτα και κύρια
οικονομικές. Η απομόνωσή της από τον υπόλοιπο κόσμο συνέπεια των
ηττών της διεθνούς – πρώτα και κύρια της ευρωπαϊκής – επανάστασης
καθώς και εξαιτίας της πολιτισμικής καθυστέρησης των μαζών της
αχανούς χώρας είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση από το 1924 της
θεωρίας για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία και μόνο χώρα. Η
γραφειοκρατία δυνάμωνε μέρα με την ημέρα ενώ η αντιπολίτευση έχανε
συνεχώς έδαφος εξ’ αιτίας των παραγόντων που αναφέραμε πιο πάνω. Τα
σύνθετα όμως προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης ήταν δύσκολο να
λυθούν με τις μεθόδους της γραφειοκρατίας. Η αντιπολίτευση
ακολουθώντας τη γραμμή του Λένιν είχε κάνει υπό την καθοδήγηση του
Τρότσκι συγκεκριμένες προτάσεις από το 1923 για την ανάπτυξη της
νεαρής Σοβιετικής οικονομίας. Στις εισηγήσεις του στα συνέδρια του
κόμματος καθώς και στα διάφορα οικονομικά ινστιτούτα ο Τρότσκι
κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις για την ορθολογική ανάπτυξη των
διαφόρων κλάδων της οικονομίας ξεκινώντας πάντα από την οργανική και
αναπόφευκτη σύνδεση που υπήρχε μεταξύ της Σοβιετικής οικονομίας και
του καπιταλιστικού κόσμου. Οι προτάσεις του Τρότσκι για την ανάπτυξη
της Σοβιετικής Ένωσης βρήκαν την πιο ολοκληρωμένη τους μορφή στην
«πλατφόρμα της αριστερής αντιπολίτευσης» που κατατέθηκε προς
συζήτηση στο κόμμα τις παραμονές του 15ου συνεδρίου το 1927.
Η γραφειοκρατία όμως με επικεφαλής τον Στάλιν έχοντας τον έλεγχο του
κόμματος και της Διεθνούς διέγραψε την αντιπολίτευση την ίδια χρονιά
που ο σύμμαχός του Τσάγκ-κάϊ-σέκ σύντριβε τους κινέζους εργάτες. Ο
Τρότσκι εξορίζεται το 1928 στην Άλμα – Άτα ενώ το 1929 απελάθηκε από
την Σοβιετική Ένωση για αντισοβιετική δραστηριότητα. Η
«αντισοβιετική» του δραστηριότητα συνίστατο στο ότι αρνούταν να
υποταχτεί και να συνθηκολογήσει με την γραφειοκρατία. Επανειλημμένα
του προτάθηκε να συμβιβαστεί με την γραφειοκρατία, εκείνος όμως έμεινε
πιστός στις απόψεις του, έχοντας βαθύτατη ιστορική κατανόηση, της
ανάγκης υπεράσπισης του Μπολσεβικισμού ως της πιο σύγχρονης
στρατηγικής και τακτικής για το εργατικό κίνημα. Αυτό οδήγησε στην
απέλασή του στην Πρίγκηπο όπου και έγραψε το συγκεκριμένο κείμενο. Σε
αυτό τονίζει το αβάσιμο της προσπάθειας του Στάλιν να εφαρμόσει τους
τύπους του «Κεφαλαίου» του Μάρξ στην ανάλυση της σοβιετικής
οικονομίας. Το «Κεφάλαιο» αναλύει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής
που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής ενώ η
σοβιετική οικονομία είχε καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα

παραγωγής και βασίζονταν στη λειτουργία του μονοπωλίου του
εξωτερικού εμπορίου και την κρατική επιτροπή σχεδιασμού της
οικονομίας. Συνεπώς οι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού σε καμία
περίπτωση δεν μπορούσαν να ίσχυαν στη σοβιετική οικονομία. Η
προσπάθεια του Στάλιν να εφαρμόσει στα πλαίσια της σοβιετικής
οικονομίας την ανάλυση που κάνει ο Μάρξ για τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο
παραγωγής αποδεικνύει για άλλη μια φορά την θεωρητική ανεπάρκεια και
την πνευματική ρηχότητα του επικεφαλής της σοβιετικής
γραφειοκρατίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά βρήκαν την πιο ολοκληρωμένη
τους έκφραση στη μπροσούρα του Στάλιν που φέρει τον τίτλο «οικονομικά
προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» και θεωρείται ένα έργο της
πνευματικής του ωριμότητας. Στο κείμενο αυτό υπάρχει σωρεία λαθών και
παραλήψεων ιδίως σχετικά με το ρόλο του νομίσματος, της γαιοπροσόδου,
των κοινωνικών τάξεων και της οικονομικής τους λειτουργίας. Τα λάθη
αυτά έχουν τις ρίζες τους στην στρεβλή κατανόηση από τον Στάλιν της
μεθοδολογίας του «Κεφαλαίου» που τόσο εύστοχα σημειώνει ο Τρότσκι
στο κείμενό του.

***
Το κείμενο αυτό είναι το δεύτερο που μεταφράζεται στη γλώσσα μας από
το ρωσικό πρωτότυπο. Το πρώτο έφερε τον τίτλο « Ο Στάλιν και η
κινέζικη επανάσταση». Όπως και στο πρώτο, προσπαθήσαμε να
αποδώσουμε όσο το δυνατόν καλλίτερα το ύφος και το στυλ του
συγγραφέα. Παρενθετικά, κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ στη γλώσσα που
έγραφε ο Τρότσκι ακόμη και μετά από την απέλασή του από την ΕΣΣΔ.
Αυτή όπως γίνεται κατανοητό ήταν η Ρώσικη. Τονίζουμε αυτό όχι για
λόγους προβολής του υπογράφοντος τον πρόλογο μεταφραστή , αλλά
επειδή είναι μια αντικειμενική αλήθεια που πρέπει να είναι γνωστή σε
όλους. Ούτε η ανωτέρω επισήμανση μειώνει στο ελάχιστο τις μεγάλες
υπηρεσίες που προσέφεραν προηγούμενοι μεταφραστές των έργων του
Τρότσκι από διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες. Ο Τρότσκι ερευνούσε πολύ
σύνθετα πολιτικά φαινόμενα και χρειάζονταν να έχει την αναγκαία
ευχέρεια λόγου στη διατύπωση των συμπερασμάτων του. Αυτό μπορούσε
να γίνει μόνο στη μητρική του γλώσσα που δεν ήταν άλλη από την Ρωσική.
Ένα από τα ελάχιστα κείμενα που ο Τρότσκι έγραψε και εκφώνησε σε μια
ξένη γλώσσα (την Γερμανική) ήταν ο λόγος του στη Κοπεγχάγη. Εκεί
μεταξύ άλλων έγραψε : «Η Γερμανική γλώσσα στην οποία είμαι
υποχρεωμένος να καταφύγω είναι δυνατή και πλούσια. Αλλά η γερμανική
μου γλώσσα είναι αρκετά περιορισμένη. Εξάλλου πάνω στα περίπλοκα
ζητήματα δεν μπορεί κανείς να εκφρασθεί με την αναγκαία ελευθερία
παρά στη δική του γλώσσα».
Το απόσπασμα αυτό είναι νομίζουμε χαρακτηριστικό και μας δείχνει ποια
ήταν η γλώσσα στην οποία έγραψε τα έργα του ο Τρότσκι πριν και μετά
την απέλασή του από την Σοβιετική Ένωση.
Κώστας Κεφάλας
23 Σεπτέμβρη 2002

Ο ΣΤΑΛΙΝ ΣΑΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ

Ι. Το αγροτικό ισοζύγιο της δημοκρατικής και της σοσιαλιστικής
επανάστασης.

«…Η ομιλία του συντρόφου Στάλιν στη συνδιάσκεψη των μαρξιστών
αγρονόμων σηματοδότησε την ιστορία της Κομμουνιστικής ακαδημίας.
Ξεκινώντας από το λόγο του συντρόφου Στάλιν χρειάστηκε να
επανεξετάσουμε όλα μας τα σχέδια και να τα αναπροσαρμόσουμε στην
κατεύθυνση την οποία μας υπέδειξε ο σύντροφος Στάλιν. Η αγόρευση του
συντρόφου Στάλιν έδωσε τεράστια ώθηση στην εργασία μας».
(Λόγος

του

Ποκρόφσκι

στο

16ο

συνέδριο του κόμματος)

Στην προγραμματική του εισήγηση στη συνδιάσκεψη των αγρονόμων
μαρξιστών (27 Δεκεμβρίου 1929) ο Στάλιν επεκτάθηκε για πολύ στο
γεγονός ότι δήθεν «η τροτσκιστο -ζηνοβιεφική αντιπολίτευση» πιστεύει
πως « η Οκτωβριανή επανάσταση για να πούμε την αλήθεια δεν έδωσε
τίποτα στον αγρότη». Είναι πιθανό πως η επινόηση αυτή θα φάνηκε στους
ακροατές πολύ χοντροκομμένη. Προς χάρη όμως της σαφήνειας πρέπει να
παραθέσω πιο ολοκληρωμένα το απόσπασμα :
«Έχω υπόψη μου – είπε ο Στάλιν – τη θεωρία για το ότι η Οκτωβριανή
επανάσταση έδωσε δήθεν λιγότερα (;) στον αγρότη απ’ ότι η Φεβρουριανή
επανάσταση. Τη θεωρία σύμφωνα με την οποία η Οκτωβριανή επανάσταση
για να πούμε την αλήθεια δεν έδωσε τίποτα στον αγρότη».

Την επινόηση της «θεωρίας» αυτής ο Στάλιν την προσάπτει στον
Γκρόμαν έναν από τους σοβιετικούς στατιστικολόγους, γνωστού
μενσεβίκου στο παρελθόν.
Μετά από αυτό προσθέτει : « Η θεωρία όμως αυτή είναι παρμένη από την
τροτσκιστο – ζηνοβιεφική αντιπολίτευση και στέφεται ενάντια στο
κόμμα». Η θεωρία του Γκρόμαν για την Φεβρουριανή και την Οκτωβριανή
επανάσταση μας είναι τελείως άγνωστη. Ο ίδιος ο Γκρόμαν όμως δεν έχει
καμία θέση εδώ, αναφέρεται μόνο για να εξαλείψη τα ίχνη.
Με ποιο τρόπο θα μπορούσε η Φεβρουριανή επανάσταση να δώσει
περισσότερα στον αγρότη απ’ ότι η Οκτωβριανή; Τι γενικά έδωσε η
Φεβρουριανή επανάσταση στον αγρότη εκτός από την επιφανειακή και γι’
αυτό επισφαλή κατάργηση της μοναρχίας; Ενώ διατήρησε άθικτο τον

παλαιό γραφειοκρατικό μηχανισμό η Φεβρουριανή επανάσταση δεν έδωσε
την γή στους αγρότες. Αντί γι’ αυτό όμως συνέχισε τον πόλεμο και του
εξασφάλισε την περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού. Μήπως ο Στάλιν
γνωρίζει κανενός είδους άλλα δώρα που έκανε η Φεβρουριανή
επανάσταση στους αγρότες; Εμείς πάντως δεν γνωρίζουμε. Η
Φεβρουριανή επανάσταση παραχώρησε τη θέση της στην Οκτωβριανή
ακριβώς επειδή εξαπάτησε ολοκληρωτικά τον αγρότη. Ο Στάλιν συνδέει
την ανύπαρκτη θεωρία της αντιπολίτευσης για τα πλεονεκτήματα της
Φεβρουριανής επανάστασης απέναντι στην Οκτωβριανή με την θεωρία
σχετικά με την λεγόμενη «ψαλίδα». Με αυτό αποκαλύπτει μέχρι τέλους
τις πηγές και τους στόχους των καταγγελιών του. Ο Στάλιν πολεμά όπως
θα δείξω εναντίον μου και μόνο για ευκολία των πράξεών του για την
μεταμφίεση των πλέον χονδροειδών διαστρεβλώσεων κρύβεται πίσω από
τον Γκρόμαν και από την ανώνυμη γενικά «τροτσκιστο – ζηνοβιεφική
αντιπολίτευση».
Η πραγματική ουσία του ζητήματος συνίσταται στο εξής. Στο ΧΙΙ συνέδριο
του κόμματος (την άνοιξη του 1923) για πρώτη φορά έδειξα την
απειλητική διάσταση που παίρνει η διαφορά μεταξύ των τιμών των
αγροτικών και των βιομηχανικών προϊόντων. Στην εισήγησή μου για
πρώτη φορά το φαινόμενο αυτό πήρε την ονομασία «ψαλίδα«».
Προειδοποιούσα ότι η περαιτέρω καθυστέρηση της βιομηχανίας θα
μεγαλώσει την ψαλίδα αυτή και πως η ψαλίδα θα μπορούσε στο μέλλον να
κόψει τα νήματα που συνδέουν την εργατική τάξη με τους αγρότες.
Τον Φεβρουάριο του 1927 στην ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής κατά
την εξέταση της πολιτικής των τιμών για πολλοστή φορά προσπάθησα να
αποδείξω πως οι γενικές φράσεις όπως «να στρέψουμε την προσοχή μας
στο χωριό» δεν θίγουν την ουσία του ζητήματος και ότι από την άποψη
προσέγγισης του αγρότη το ζήτημα θα λυθεί με βάση τον συσχετισμό των
τιμών ανάμεσα στα αγροτικά και στα βιομηχανικά προϊόντα. Το πρόβλημα
του αγρότη συνίσταται στο ότι δεν μπορεί να δεί μακριά. Στο σήμερα
όμως βλέπει πολύ καλά, θυμάται εξίσου καλά την χθεσινή ημέρα και
μπορεί να υπολογίσει το ισοζύγιο της ανταλλαγής των εμπορευμάτων του
με την πόλη. Ένα ισοζύγιο που σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή αποτελεί γι’
αυτόν το ισοζύγιο της επανάστασης. Η απαλλοτρίωση της τσιφλικάδικης
γαιοκτησίας μαζί με τις φορολογικές ελαφρύνσεις απελευθέρωσαν τους
αγρότες από την υποχρέωση να καταβάλλουν πεντακόσια ή εξακόσια
περίπου εκατομμύρια ρούβλια. Αυτό είναι μια καθαρή και αναμφισβήτητη
κατάκτηση των αγροτών χάρη στην Οκτωβριανή και όχι την Φεβρουριανή
επανάσταση.
Παράλληλα όμως με το τεράστιο αυτό συν ο αγρότης το ίδιο καθαρά
διακρίνει και το μείον το οποίο του απέφερε η ίδια η Οκτωβριανή
επανάσταση. Το μείον αυτό συνίσταται στην τεράστια αύξηση των τιμών
των βιομηχανικών προϊόντων συγκριτικά με τις προπολεμικές τιμές.
Εννοείται πως εάν στη Ρωσία ο καπιταλισμός διατηρούνταν η ψαλίδα θα
εξακολουθούσε να υπάρχει αφού είναι ένα διεθνές φαινόμενο. Όμως
πρώτον ο αγρότης αυτό δεν το γνωρίζει και δεύτερον πουθενά στον
κόσμο η ψαλίδα δεν έχει ανοίξει τόσο όσο στη Σοβιετική Ένωση. Οι
μεγάλες απώλειες του αγρότη σχετικά με τις τιμές έχουν προσωρινό
χαρακτήρα
αντανακλώντας
την
περίοδο
της
«πρωταρχικής
συσσώρευσης» της κρατικής βιομηχανίας. Το προλεταριακό κράτος σα να
δανείζεται από τον αγρότη για να του τα επιστρέψει κατόπιν στο

εκατονταπλάσιο. Όλα αυτά όμως ανήκουν στη σφαίρα των θεωρητικών
συλλογισμών και της ιστορικής πρόγνωσης. Η σκέψη του αγρότη όμως
είναι εμπειρική και στηρίζεται στα γεγονότα της καθημερινότητας.
« Η Οκτωβριανή επανάσταση (σκέφτεται ο αγρότης) με απελευθέρωσε
από την πληρωμή μισού δισεκατομμυρίου για την γαιοπρόσοδο.
Ευχαριστώ τους μπολσεβίκους. Η κρατική όμως βιομηχανία παίρνει
εξαιτίας των τιμών πολύ περισσότερα απ’ ότι μου έπαιρναν οι
καπιταλιστές. Εδώ κάτι δεν πάει καλά με τους κομμουνιστές».
Με άλλα λόγια ο αγρότης κάνει έναν απολογισμό του ισοζυγίου της
Οκτωβριανής επανάστασης συνδυάζοντας τα δύο βασικά της στοιχεία :
το αγροτικό – δημοκρατικό («μπολσεβίκικο») και το βιομηχανικό –
σοσιαλιστικό («κομμουνιστικό»). Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ένα
καθαρό και αναμφισβήτητο συν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση έχουμε ένα
φανερό και μάλιστα πολύ σημαντικό μείον. Το παθητικό της Οκτωβριανής
επανάστασης που αποτελεί και τη βάση όλων των παρανοήσεων μεταξύ
των αγροτών και της σοβιετικής εξουσίας, βρίσκεται με τη σειρά του
στην πιο στενή σχέση με την απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης από την
παγκόσμια οικονομία.
Τρία χρόνιας μετά τις παλαιές συζητήσεις ο Στάλιν για κακή του τύχη
επέστρεψε στο ζήτημα αυτό. Αφού είναι υποχρεωμένος να επαναλαμβάνει
παλαιές γνωστές ιδέες και ταυτόχρονα να φροντίζει για την
«ανεξαρτησία» της δικής του σκέψης, είναι υποχρεωμένος σε κάθε του
βήμα να κοιτά ανήσυχος την χθεσινή ημέρα της «τροτσκιστικής
αντιπολίτευσης» και να … εξαλείφει τα ίχνη. Ο Στάλιν στον καιρό του δεν
κατάλαβε καθόλου την «ψαλίδα» ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο. Στη
διάρκεια πέντε ετών (1923-1928) έβλεπε τον κίνδυνο στη μεγάλη
ανάπτυξη της βιομηχανίας και όχι στην καθυστέρησή της. Για να τα
καλύψει όλα αυτά έστω και μερικώς, ο Στάλιν ψελλίζει στην εισήγησή του
κάτι το άσχετο για την «αστική προκατάληψη(!!!) σχετικά με τη λεγόμενη
ψαλίδα». Γιατί το γεγονός αυτό είναι προκατάληψη; Σε τι συνίσταται η
αστικότητά του; Ο Στάλιν όμως δεν είναι υποχρεωμένος να απαντήσει
στις ερωτήσεις αυτές αφού κανείς δεν τολμά να του τις θέσει.
Εάν η Φεβρουριανή επανάσταση παραχωρούσε την γη στους αγρότες, η
Οκτωβριανή επανάσταση δεν θα μπορούσε να κρατηθεί ούτε δύο χρόνια
διατηρώντας τη ψαλίδα αυτή των τιμών. Πιο συγκεκριμένα η
Οκτωβριανή επανάσταση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εάν η
Φεβρουριανή επανάσταση αποδεικνύονταν ικανή να επιλύσει το κύριο
αγροτικό-δημοκρατικό πρόβλημα δια μέσου της κατάργησης της
ατομικής ιδιοκτησίας στη γή. Πιο πάνω υπενθυμίσαμε έμμεσα ότι στα
πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή επανάσταση ο αγρότης
αντιπαρέθετε πεισματικά τους κομμουνιστές στους μπολσεβίκους. Τους
τελευταίους τους επαινούσε ακριβώς επειδή πραγματοποίησαν την
αγροτική επανάσταση με τέτοια αποφασιστικότητα την οποία κανείς και
ποτέ δεν έκανε. Ο ίδιος όμως ο αγρότης ήταν δυσαρεστημένος με τους
κομμουνιστές οι οποίοι παίρνοντας στα χέρια τους τις φάμπρικες και τα
εργοστάσια εφοδιάζουν την αγορά με ακριβά προϊόντα. Με άλλα λόγια
ενώ ο αγρότης επαίνεσε πολύ αποφασιστικά την αγροτική επανάσταση
των μπολσεβίκων, αντιμετωπίζει τα πρώτα βήματα της σοσιαλιστικής
επανάστασης με ανησυχία, με αμφιβολίες και ορισμένες φορές με ανοιχτή

εχθρότητα. Πολύ σύντομα όμως ο αγρότης κατάλαβε πως οι μπολσεβίκοι
και οι κομμουνιστές είναι το ίδιο κόμμα.
Τον Φεβρουάριο του 1927 έθεσα με τον εξής τρόπο το ζήτημα στην
ολομέλεια της κεντρικής επιτροπής του κόμματος. Η κατάργηση των
μεγάλων γαιοκτημόνων μας εγκαινίασε μια μεγάλη πίστωση τόσο
οικονομική όσο και πολιτική στους αγρότες. Η πίστωση όμως αυτή δεν
είναι ούτε αιώνια ούτε απεριόριστη. Το ζήτημα θα λυθεί με βάση τον
συσχετισμό των τιμών. Μόνο η επιτάχυνση της εκβιομηχάνισης από την
μία πλευρά και η κολεκτιβοποίηση των αγροτικών νοικοκυριών από την
άλλη μπορεί να οδηγήσει σε ένα πιο ωφέλιμο για το χωριό συσχετισμό
τιμών. Σε αντίθετη περίπτωση τα οφέλη της αγροτικής επανάστασης θα
συγκεντρωθούν
εξολοκλήρου στα χέρια των πλούσιων χωρικών
(κουλάκων) ενώ η ψαλίδα θα πλήττει ολοένα και περισσότερο τους
φτωχούς αγρότες και η διαφοροποίηση των μεσαίων αγροτών θα
συντελείται με γοργούς ρυθμούς. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μόνο η
κατάρρευση της δικτατορίας του προλεταριάτου. «Σε αυτή τη χρονιά έλεγα – θα διοχετευτούν στην εσωτερική αγορά βιομηχανικά προϊόντα
συνολικής αξίας 8 δισεκατομμυρίων ρουβλίων. Η ύπαιθρος θα πληρώσει
για κάτι λιγότερο από το μισό που της αναλογεί περίπου 4
δισεκατομμύρια ρούβλια. Ας πάρουμε ως 2 τον λιανικό βιομηχανικό
δείκτη σε σύγκριση με τις προπολεμικές τιμές σύμφωνα με τα λεγόμενα
του Μικογιάν… Αυτό σημαίνει πως η ύπαιθρος θα πληρώσει ακριβότερα
για τα βιομηχανικά είδη περίπου 2 δισεκατομμύρια ρούβλια… Το ισοζύγιο
του αγρότη είναι αυτό : η αγροτική-δημοκρατική επανάσταση μου
απέφερε εκτός από όλα τα υπόλοιπα 500 εκατομμύρια ρούβλια το χρόνο
(κατάργηση του εκμισθώματος και μείωση της φορολογίας). Η
σοσιαλιστική επανάσταση κάλυψε το κέρδος αυτό με ζημία 2
δισεκατομμυρίων. Είναι φανερό πως εδώ έχουμε έλλειμμα της τάξεως του
1,5 δισεκατομμυρίου»
Κανείς δε μου έφερε αντίρρηση στη συνεδρίαση αυτή. Ο Γιάκοβλεφ όμως
λαϊκός επίτροπος σήμερα της γεωργίας που τότε ήταν απλός υπάλληλος
για την εκτέλεση ιδιαίτερων παραγγελιών για την στατιστική, ανέλαβε
ένα καθήκον : να ανατρέψει με κάθε τρόπο τους υπολογισμούς μου. Έκανε
ότι μπορούσε. Με όλες τις νόμιμες και παράνομες τροποποιήσεις και
περιορισμούς, ο Γιάκοβλεφ υποχρεώθηκε την επόμενη ημέρα να
αναγνωρίσει πως το ισοζύγιο της Οκτωβριανής επανάστασης είναι στο
σύνολό του για το χωριό αρνητικό. Ας παραθέσουμε ξανά ένα αυθεντικό
απόσπασμα.
«…Το κέρδος από τη μείωση των άμεσων πληρωμών σε σύγκριση με την
προπολεμική εποχή ισούται με περίπου 630 εκατομμύρια ρούβλια… Οι
αγρότες έχασαν το περασμένο έτος περίπου 1 δισεκατομμύριο σαν
αποτέλεσμα του ότι αγοράζουν βιομηχανικά προϊόντα όχι με βάση το
δείκτη του αγροτικού εισοδήματος αλλά βάση του δείκτη των
βιομηχανικών προϊόντων. Το αρνητικό υπόλοιπο ισούται με περίπου 400
εκατομμύρια ρούβλια».
Είναι φανερό πως ο υπολογισμός του Γιάκοβλεφ επιβεβαίωσε σε γενικές
γραμμές τις αντιλήψεις μου : ο αγρότης απέκτησε ένα μεγάλο κέρδος από
την δημοκρατική επανάσταση των μπολσεβίκων, υφίσταται όμως προς το
παρόν μια ζημία από την σοσιαλιστική επανάσταση που αυτοί έκαναν και
μάλιστα η ζημιά αυτή υπερβαίνει σημαντικά το κέρδος. Εκτίμησα ότι το

παθητικό υπόλοιπο ανέρχεται στο 1,5 δισεκατομμύρια ρούβλια, ενώ
σύμφωνα με τον Γιάκοβλεφ λιγότερο από μισό δισεκατομμύριο. Η διαφορά
των δύο τιμών αν και είναι πολύ σημαντική αυτή καθ’ αυτή δεν
μεταβάλλει το βασικό μου συμπέρασμα. Η οξύτητα των δυσκολιών της
κρατικής συγκέντρωσης σιταριού υπήρξε η επιβεβαίωση των ανήσυχων
υπολογισμών μας. Στην πραγματικότητα θα ήταν ανόητο να σκεφτούμε
πως η συγκέντρωση σιτηρών από τα ανώτερα στρώματα του χωριού
προκλήθηκε από καθαρά πολιτικές αιτίες, από την εχθρότητα δηλαδή του
πλούσιου αγρότη (κουλάκου) προς το σοβιετικό κράτος. Ο κουλάκος δεν
είναι ικανός για τέτοιου είδους «ιδεαλισμούς». Εάν δεν διέθετε προς
πώληση το ψωμί, το έκανε επειδή η ανταλλαγή ήταν γι’ αυτόν ασύμφορη
λόγω της ψαλίδας των τιμών. Γι’ αυτό και ο κουλάκος κατόρθωσε να
πάρει με το μέρος του το μεσαίο αγρότη. Ο υπολογισμός αυτός έχει μία
χοντρική ή για να το πούμε διαφορετικά πολύ γενική άποψη. Τα συστατικά
τμήματα του ισοζυγίου μπορούν και πρέπει να διαιρεθούν σύμφωνα με τα
τρία βασικά στρώματα των αγροτών : τους πλούσιους αγρότες
(κουλάκους), τους μεσαίους αγρότες και τους φτωχούς. Στην ίδια όμως
περίοδο, αρχές 1927, η επίσημη στατιστική ακολουθώντας τις ιδέες του
Γιάκοβλεφ υποτιμούσε ή μείωνε κακόβουλα τη διαφοροποίηση της
υπαίθρου, ενώ η πολιτική των Στάλιν – Ρίκωφ – Μπουχάριν είχε στραφεί
στην κάλυψη του «γερού» αγρότη και στην πάλη με τον παρασιτισμό των
φτωχών. Μ’ αυτόν τον τρόπο το αρνητικό υπόλοιπο του ισοζυγίου στο
εσωτερικό του χωριού πίεζε με ιδιαίτερα βαρύ τρόπο τα χαμηλά ακριβώς
στρώματα των αγροτών. Και από πού προήλθε, θα ρωτήσει ο
αναγνώστης, η αντιπαράθεση που κάνει ο Στάλιν ανάμεσα στην
Φεβρουριανή και Οκτωβριανή επανάσταση; Πολύ σωστή ερώτηση. Την
αντιπαράθεση που έκανα μεταξύ της αγροτικής-δημοκρατικής και της
βιομηχανικής-σοσιαλιστικής επανάστασης, ο Στάλιν τελείως ανίκανος,
για την θεωρητική δηλαδή για την αφηρημένη σκέψη την κατανόησε
συγκεχυμένα : αποφάσισε πολύ απλά ότι η φεβρουριανή επανάσταση ήταν
η δημοκρατική επανάσταση. Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να
σταματήσουμε επειδή η παραδοσιακή μη κατανόηση του Στάλιν και των
ομοϊδεατών του για τις αμοιβαίες σχέσεις της δημοκρατικής και της
σοσιαλιστικής επανάστασης, που αποτελεί την βάση όλης της πάλης τους
ενάντια στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης, πρόλαβε να επιφέρει
μεγάλες καταστροφές ιδιαίτερα στην κίνα και στις Ινδίες και παραμένει
πηγή θανάσιμων λαθών έως σήμερα.
Το ζήτημα είναι ότι ο Στάλιν ουσιαστικά αντιμετώπισε την Φεβρουριανή
επανάσταση του 1917 ως αριστερός δημοκράτης και όχι ως
προλεταριακός επαναστάτης διεθνιστής. Αυτό το έδειξε καθαρά σε όλους
με την συμπεριφορά του μέχρι την άφιξη του Λένιν. Η Φεβρουριανή
επανάσταση ήταν και παραμένει όπως βλέπουμε για τον Στάλιν par
exellence (κατ’ εξοχήν) δημοκρατική επανάσταση. Υποστήριζε την πρώτη
προσωρινή κυβέρνηση που είχε επικεφαλής τον εθνοφιλελεύθερο τσιφλικά
πρίγκιπα Λβώφ, είχε ως υπουργό πολέμου τον εθνοσυντηριτικό
βιομήχανο Γκουτσκώφ, ενώ είχε ως υπουργό εξωτερικών τον
εθνοφιλελεύθερο Μιλιούκωφ. Υποστηρίζοντας στη συνδιάσκεψη του
κόμματος στις 29 Μαρτίου 1917 την αναγκαιότητα υποστήριξης της
αστικοτσιφλικάδικης προσωρινής κυβέρνησης ο Στάλιν δήλωσε :
«Η εξουσία έχει μοιραστεί μεταξύ δύο οργάνων από τα οποία κανένα δεν
την έχει ολόκληρη. Οι ρόλοι μοιράστηκαν. Το σοβιέτ ανάλαβε πρακτικά
την πρωτοβουλία των επαναστατικών μετασχηματισμών. Το Σοβιέτ είναι

ο επαναστατικός ηγέτης του εξεγερμένου λαού το όργανο που
συγκρότησε την προσωρινή κυβέρνηση. Η προσωρινή κυβέρνηση ανέλαβε
ουσιαστικά το ρόλο του εγγυητή των κατακτήσεων του επαναστατικού
λαού… στο βαθμό που η προσωρινή κυβέρνηση εξασφαλίζει τα βήματα
της επανάστασης πρέπει να την υποστηρίξουμε…»**
Η
«φεβρουριανή»
αστικοτσιφλικάδικη
και
ολοκληρωτικά
αντεπαναστατική κυβέρνηση ήταν για τον Στάλιν όχι ταξικός εχθρός
αλλά συνεργάτης με τον οποίο έπρεπε να θεσπίσουμε έναν καταμερισμό
εργασίας. Οι εργάτες και οι αγρότες θα «κατακτούν» και η αστική τάξη
θα «εγγυάται». Όλα αυτά μαζί θα αποτελούν τη «δημοκρατική
επανάσταση». Ο τύπος αυτός για υποστήριξη της αστικής τάξης «στο
βαθμό που» υπήρξε ο βασικός τύπος των μενσεβίκων ενώ ταυτόχρονα
είχε υιοθετηθεί από τον Στάλιν. Όλα τα προηγούμενα διακηρύσονταν από
τον Στάλιν ένα μήνα μετά την φεβρουριανή επανάσταση, όταν ο
χαρακτήρας της προσωρινής κυβέρνησης θα έπρεπε να είναι καθαρός
ακόμη και σε ένα τυφλό στη βάση όχι της μαρξιστικής πρόβλεψης αλλά
της πολιτικής εμπειρίας. Όπως έδειξε όλη η περαιτέρω πορεία των
γεγονότων, το 1917 ο Λένιν δεν έπεισε ουσιαστικά τον Στάλιν αλλά τον
απομάκρυνε με τον αγκώνα του. Στο μηχανιστικό διαχωρισμό της
δημοκρατικής και της σοσιαλιστικής επανάστασης οικοδομήθηκε όλη η
μετέπειτα πάλη του Στάλιν ενάντια στη θεωρία της διαρκούς
επανάστασης. Ο Στάλιν έως σήμερα δεν κατάλαβε ότι η Οκτωβριανή
επανάσταση υπήρξε πριν απ’ όλα δημοκρατική επανάσταση και πως μόνο
γι’ αυτό μπόρεσε να εφαρμόσει την δικτατορία του προλεταριάτου. Το
ισοζύγιο των δημοκρατικών και σοσιαλιστικών κατακτήσεων της
Οκτωβριανής επανάστασης που έκανα, ο Στάλιν απλώς το προσάρμοσε
στην παλαιά του αντίληψη. Μετά από αυτό θέτει το ερώτημα : « Είναι
άραγε αλήθεια πως οι αγρότες δεν πήραν τίποτε από την Οκτωβριανή
επανάσταση; » Και λέγοντας ότι
** Ο λόγος του Στάλιν παρατίθεται σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά τα
οποία εως σήμερα κρύβονται προσεκτικά από το κόμμα. Οι υπογραμμίσεις
είναι δικές μας.

«Χάρη στην Οκτωβριανή επανάσταση οι αγρότες απελευθερώθηκαν από
τον τσιφλικάδικο ζυγό» (αυτό βλέπετε δεν το είχαμε ξανακούσει !), Ο
Στάλιν συμπεραίνει τα εξής : « Πως είναι δυνατόν μετά απ’ αυτά να
υποστηρίξουμε πως η Οκτωβριανή επανάσταση δεν έδωσε τίποτα στους
αγρότες; » Πως είναι δυνατόν θα ρωτήσουμε, μετά από αυτό να
υποστηρίξουμε πως αυτός ο «θεωρητικός» έχει έστω και έναν κόκκο
θεωρητικής συνείδησης;…

*

*

*

Η ανωτέρω δυσμενής για το χωριό παράθεση του ισοζυγίου της
Οκτωβριανής επανάστασης εννοείται ότι είναι προσωρινή και
μεταβατική. Η κύρια σημασία της Οκτωβριανής επανάστασης για τους
αγρότες συνίσταται στο ότι αυτή έβαλε τις προϋποθέσεις της
σοσιαλιστικής ανασυγκρότησης της αγροτικής οικονομίας. Αυτό όμως
είναι υπόθεση του μέλλοντος. Το 1927 η κολεκτιβοποίηση βρίσκονταν υπό
διωγμό ενώ για «ολοκληρωτική κολεκτιβοποίηση» δεν γινόταν ούτε
λόγος. Ο Στάλιν συμπεριλαμβάνει και αυτήν κατόπιν εορτής στους
υπολογισμούς του.
«Τώρα μετά την εντατική ανάπτυξη του κινήματος των κολχόζ –
προλαμβάνει ο θεωρητικός μας το μέλλον και το μετατοπίζει στο
παρελθόν – οι αγρότες έχουν τη δυνατότητα… να παράγουν με την ίδια
κατανάλωση εργασίας πολύ περισσότερα απ’ ότι παλαιότερα».
Και μετά από αυτό επαναλαμβάνει :
«Πως είναι δυνατόν μετά απ’ όλα αυτά (!) να ισχυριζόμαστε ότι η
Οκτωβριανή επανάσταση δεν ωφέλησε τον αγρότη; Δεν είναι άραγε
καθαρό πως εκείνοι που λένε τέτοια παραμύθια ψεύδονται ολοφάνερα
απέναντι στο κόμμα και την σοβιετική εξουσία;…»
Η υπενθύμιση για τα παραμύθια ταιριάζει όπως βλέπουμε απολύτως στο
συγκεκριμένο σημείο. Ναι. Ορισμένοι άνθρωποι ψεύδονται ολοφάνερα»
σχετικά με τις χρονολογίες και τη λογική. Ο Στάλιν εμβαθύνει όπως
βλέπουμε το «παραμύθι» του σκιαγραφώντας μία κατάσταση στην οποία
η αντιπολίτευση δήθεν όχι μόνο εκθειάζει την Φεβρουριανή επανάσταση
σε βάρος της Οκτωβριανής αλλά και αρνείται την ικανότητα της
τελευταίας να βελτιώσει στο μέλλον την κατάσταση των αγροτών.
Μήπως μας περνάνε – ας μας επιτραπεί η έκφραση – για ηλίθιους;
Ζητούμε συγνώμη από τον αξιότιμο καθηγητή Ποκρόφσκι !..
Η αντιπολίτευση προβάλλοντας ανελλιπώς από το 1923 το πρόβλημα της
οικονομικής ψαλίδας της πόλης και του χωριού επεδίωκε πολύ
συγκεκριμένο και αναμφισβήτητο τώρα πλέον για τον καθένα στόχο : να
υποχρεώσει την γραφειοκρατία να κατανοήσει πως η πάλη με τον κίνδυνο
του ανοίγματος της ψαλίδας μπορεί να διεξαχθεί όχι με κενού
περιεχομένου συνθήματα όπως «να στρέψουμε την προσοχή μας στο
χωριό» κ. α , αλλά δια μέσου : α) του πιο γοργού ρυθμού της βιομηχανικής
ανάπτυξης και β) της ενεργητικής κολεκτιβοποίησης της αγροτικής
οικονομίας.
Με άλλα λόγια προβάλαμε τα ζητήματα της ψαλίδας και του αγροτικού
ισοζυγίου της Οκτωβριανής επανάστασης όχι για τον «εξευτελισμό» της τι αξίζει μόνο η «ορολογία»! αλλά για να υποχρεώσουμε με το
αντιπολιτευτικό μαστίγιο την αυτάρεσκη και συντηρητική γραφειοκρατία
να χρησιμοποιήσει τις απεριόριστες οικονομικές δυνατότητες που άνοιξε
στην χώρα η Οκτωβριανή επανάσταση.Στην επίσημη γραφειοκρατική
πολιτική των ετών 1923-1928 η οποία υποστήριζε τον πλούσιο αγρότη
(κουλάκο) και εκφράζετο στην καθημερινή νομοθετική και διοικητική
εργασία, στις νέες θεωρίες και πριν απ’ όλα στην καταδίωξη της
αντιπολίτευσης, η τελευταία αντιπαρέθετε από το 1923 τις προτάσεις
της για την επιτάχυνση της εκβιομηχάνησης και από το 1926 μετά τις

πρώτες επιτυχίες της βιομηχανίας πρότεινε την μηχανοποίηση και την
κολεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας. Ακόμη μια φορά
υπενθυμίζουμε πως η πλατφόρμα της αντιπολίτευσης από την οποία ο
Στάλιν αν και τη κρατά αχρησιμοποίητη αντλεί κατά τμήματα την σοφεία
του διακηρύσσει ¨¨
«Στο αναπτυσσόμενο σύστημα των φάρμερ του χωριού πρέπει να
αντιπαρατεθεί η ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των κολεκτίβων. Κάθε έτος
είναι απαραίτητο να χορηγούνται σημαντικού ύψους επιδοτήσεις για
βοήθεια στους φτωχούς αγρότες που είναι οργανωμένοι σε κολεκτίβες...»
«Πρέπει να διατεθούν πολύ μεγαλύτερα μέσα για την οικοδόμηση των
κολχόζ και των σοβχόζ. Είναι απαραίτητο να διατεθούν οι μεγαλύτερες
διευκολύνσεις στα εκ νέου οργανωμένα κολχόζ και στις άλλες μορφές
κολεκτιβοποίησης. Μέλη των κολχόζ δεν μπορούν να είναι πρόσωπα που
έχουν στερηθεί τα εκλογικά τους δικαιώματα. Η εργασία των
συνεταιρισμών πρέπει να εμφορείται από το καθήκον μετάβασης της
μικρής παραγωγής στη μεγάλη κολεκτιβιστική».
«Το κράτος είναι απαραίτητο να αναλάβει εξολοκλήρου την οργάνωση
γεωργικών εργασιών και συνάμα, πρωτίστως πρέπει να συγκροτηθούν
κολεκτιβιστικά νοικοκυριά καθώς και νοικοκυριά των φτωχών αγροτών
με την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία των συμφερόντων τους».
Εάν η γραφειοκρατία δεν αμφιταλαντεύετο υπό την πίεση των
μικροαστικών στοιχείων αλλά εφάρμοζε από το 1923 το πρόγραμμα της
αντιπολίτευσης όχι μόνο το προλεταριακό αλλά και το αγροτικό ισοζύγιο
της Οκτωβριανής επανάστασης θα είχε σήμερα ένα ασύγκριτα πιο
ευνοϊκό χαρακτήρα.

*

*

*

Το πρόβλημα της «σμίτσκας»* είναι πρόβλημα αμοιβαίων σχέσεων
ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό.Διαιρείται σε δύο τμήματα ή για να
εκφρασθούμε ακριβέστερα μπορεί να ειδωθεί από δύο οπτικές γωνίες¨
α)από τη σκοπιά των αμοιβαίων σχέσεων της βιομηχανίας και της
αγροτικής οικονομίας
β)από τη σκοπιά των αμοιβαίων σχέσεων της εργατικής τάξης και των
αγροτών.
Στα πλαίσια της αγοράς οι αμοιβαίες αυτές σχέσεις που έχουν τη μορφή
της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων βρίσκουν την εκφρασή τους στην
κίνηση των τιμών. Ο συσχετισμός μεταξύ των τιμών από τη μία πλευρά
στο ψωμί, στο λινάρι, στα τεύτλα και σε άλλα και από την άλλη πλευρά
στο τσίτι, στη κιροζίνη, στο αλέτρι και σε άλλα αποτελεί έναν
αποφασιστικό δείκτη για να κατανοήσουμε τις αμοιβαίες σχέσεις της
πόλης και της υπαίθρου, της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας,
των εργατών και των αγροτών. Γι’αυτό και το πρόβλημα της ψαλίδας
μεταξύ των βιομηχανικών και των αγροτικών προϊόντων παραμένει και
για την τωρινή περίοδο το κυριότερο οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα

όλου του σοβιετικού συστήματος.Πως όμως η ψαλίδα μεταβλήθηκε
μεταξύ των δύο συνεδρίων, τα τελευταία δυόμιση χρόνια ; Έκλεισε ή
αντιστρόφως άνοιξε περισσότερο ; Μάταια θα ψάχναμε να βρούμε
απάντηση για το κεντρικό αυτό ζήτημα στη δεκάωρη εισήγηση του
Στάλιν στο συνέδριο του κόμματος. Παραθέτοντας στίβες υπηρεσιακών
αριθμών, μετατρέποντας σε γραφειοκρατικό οδηγό μιά εισήγηση που θα
έπρεπε να είναι οδηγός για δράση, ο Στάλιν δεν αποπειράθηκε να
γενικεύσει μαρξιστικά τα σκόρπια και τελείως πρόχειρα στοιχεία που του
υπέδειξαν τα κομισσαριάτα, οι γραμματείες και τα υπόλοιπα ιδρύματα.
Κλείνει άραγε η ψαλίδα μεταξύ των τιμών των βιομηχανικών και των
αγροτικών προϊόντων ; Με άλλα λόγια μειώνεται προς το παρόν το
παθητικό για τον αγρότη ισοζύγιο της σοσιαλιστικής επανάστασης ; Στις
συνθήκε ςτης αγοράς , από τις οποίες δεν έχουμε ξεφύγει και για ένα
μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα δεν θα ξεφύγουμε , το άνοιγμα ή το
κλείσιμο της ψαλίδας έχει αποφασιστική σημασία για την εκτίμηση των
επιτευγμάτων και για τον έλεγχο της ορθότητας ή μη των οικονομικών
σχεδίων και μεθόδων. Το γεγονός ότι στην εισήγηση του Στάλιν δεν
υπάρχει ούτε λέξη γι’ αυτό είναι άκρως ανησυχητικό.Εάν η ψαλίδα
έκλεινε, στην υπηρεσία του Μικογιάν θα βρίσκονταν ειδικοί οι οποίοι
χωρίς δυσκολία θα έδιναν αριθμητική και γραφική έκφραση στη
διαδικασία αυτή. Το μόνο που θα έκανε ο Στάλιν θα ήταν να επιδείξει το
διάγραμμα, να δείξει δηλαδή στο συνέδριο μιά τέτοια απεικόνιση της
ψαλίδας η οποία θα μαρτυρούσε το κλείσιμο των λαμών της. ΄Ολο το
οικονομικό μέρος της εισήγησης θα εύρισκε τον αξονά του. Δυστυχώς
όμως αυτό δεν συνέβη. Ο Στάλιν απέφυγε το πρόβλημα της ψαλίδας.. Η
ψαλίδα που υπάρχει στο εσωτερικό της χώρας δεν αποτελεί φυσικά το
ανώτατο όριο του προβλήματος. Υπάρχει και μία άλλη ακόμη πιο υψηλού
επιπέδου ψαλίδα. Είναι αυτή μεταξύ των τιμών της εσωτερικής αγοράς
και της παγκόσμιας. Αυτή μετρά την παραγωγικότητα της εργασίας στην
σοβιετική οικονομία συγκριτικά με την παραγωγικότητα της εργασίας
της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς. Παραλάβαμε από το παρελθόν
και σ’ αυτόν τον τομέα όπως και στους υπόλοιπους την κληρονομιά της
τρομερής καθυστέρησης. Το πρακτικό καθήκον για τα επόμενα χρόνια
συνίσταται όχι στα γρήγορα και χωρίς επιμέλεια «να φτάσουμε και να
ξεπεράσουμε» - ως το σημείο αυτό είμαστε δυστυχώς ακόμη πολύ μακριά!
- αλλά στο να κλείσουμε σχεδιομετρικά την ψαλίδα μεταξύ των τιμών της
εσωτερικής και της παγκόσμιας αγοράς, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί
μόνο σε συνθήκες συστηματικής προσέγγισης της παραγωγικότητας της
εργασίας στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ με την παραγωγικότητα της εργασίας
των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών. Αυτό με την σειρά του απαιτεί
όχι τα στατιστικά, ανώτατα, αλλά τα οικονομικά ρεαλιστικότερα σχέδια.
΄Οσο πιο συχνά για λόγους εντυπωσιασμού οι γραφειοκράτες
επαναλαμβάνουν το σύνθημα «να φτάσουμε και να ξεπεράσουμε», τόσο
πιο επίμονα υποτιμούν το πρόβλημα των ακριβών συγκριτικών
συντελεστών της σοσιαλιστικής και της καπιταλιστικής βιομηχανίας ή με
άλλα λόγια το πρόβλημα των τιμών της εσωτερικής και της παγκόσμιας
αγοράς. Γι’ αυτό το ζήτημα δεν υπήρχε ούτε λέξη στην εισήγηση του
Στάλιν. Το πρόβλημα της εσωτερικής ψαλίδας θα μπορούσε να εξαλιφθεί
μόνο στίς συνθήκες πραγματικής εξάληψης της αγοράς. Ενώ το πρόβλημα
της εξωτερικής ψαλίδας θα μπορούσε να εκλείψει μόνο με την εξάλιψη
του καπιταλισμού. Ο Στάλιν όπως γνωρίζουμε ετοιμάστηκε κατά τη
διάρκεια της εισήγησής του που αφορούσε το αγροτικό ζήτημα να
«διαλοστείλει»
τη
Ν.Ε.Π.
Ενάμιση
χρόνο
όμως
μετά
το
ξανασκέφτηκε.΄Οπως συχνά συμβαίνει μαζί του, την προθεσή του να

εξαλείψει τη Ν.Ε.Π. που όμως δεν πραγματοποιήθηκε, την προσάπτει στην
εισήγηση του συνεδρίου στους «τροτσκιστές». Τα λευκά και τα κίτρινα
νήματα της επιχείρησης αυτής είναι τόσο φανερά, ώστε ως απολογισμός
του τμήματος αυτού της εισήγησης δεν υπήρξε ούτε ένα χειροκρότημα.
Με τον Στάλιν συνέβη στις σχέσεις του με τη Ν.Ε.Π και την αγορά ότι
συνήθως συμβαίνει με τους εμπειρικούς. Την απότομη στροφή που έγινε
στο κεφάλι του υπό την επίδραση εξωτερικών κινήτρων, τη θεώρησε
ριζοσπαστική αλλαγή της όλης κατάστασης.Αφού η γραφειοκρατία αυτή
για την παθητική προσαρμογή στην αγορά και στον κουλάκο αποφάσισε
να δώσει μαζί του την τελευταία μάχη, η στατιστική και η οικονομία
μπορούν δήθεν να τους θεωρούν ανύπαρκτους. Ο εμπειρισμός αποτελεί
τις περισσότερες φορές προϋπόθεση του υποκειμενισμού ενώ εάν ο
εμπειρισμός αυτός είναι γραφειοκρατικός καθίσταται αναπόφευκτα
προϋπόθεση περιοδικών «παρεκλίσεων». Στην περίπτωση αυτή η τέχνη
της «γενικής» καθοδήγησης συνίσταται στην αλλαγή των παρεκκλήσεων
σε μικρές παρεκκλήσεις και στην εξισωτική κατανομή τους μεταξύ
ειλώτων που ονομάζονται εκτελεστές. Σαν επίμετρο άν τη γενική
παρέκκληση την προσάψουμε στον «τροτσκισμό» το πρόβλημα έχει λυθεί.
Η ουσία της Ν.Ε.Π. παρά τις μεγάλες αλλαγές που υπέστη η «ουσία» τω ν
σταλινικών σκέψεων γι’ αυτή, συνίσταται όπως και πρώτα στον
προσδιορισμό των αμοιβαίων οικονομικών σχέσεων μεταξύ της πόλης και
του χωριού στις συνθήκες της αγοράς. Αφού η Ν.Ε.Π. εξακολουθεί να
υπάρχει η ψαλίδα μεταξύ των τιμών των βιομηχανικών και των
αγροτικών προϊόντων παραμένει το κυριότερο κριτήριο όλης της
οικονομικής πολιτικής. Ακούσαμε ωστόσο πως ο Στάλιν χαρακτήριζε
«αστική προκατάληψη» τη θεωρία της ψαλίδας έξη μόλις μήνες πριν το
συνέδριο. Αυτό αποτελεί και την πιο απλή διέξοδο από την όλη
κατάσταση. Αν πείτε σ’ένα χωριάτη κομπογιαννίτη πως η καμπύλη του
πυρετού αποτελεί ένα από τους βασικότερους δείκτες για την υγεία ή μη
του οργανισμού ο κομπογιαννίτης μάλλον δεν θα σας πιστέψει. Άν έχει
αφομοιώσει ορισμένους επιστημονικούς όρους και έμαθε προς
ολοκλήρωση
της
διανοητικής
του
φτώχιας
να
θεωρεί
τον
κομπογιανιτισμό του «προλεταριακή ιατρική», πιθανόν θα σας απαντήσει
πως το θερμόμετρο είναι αστική προκατάληψη.Αν ο κομπογιαννίτης
αυτός έχει στα χέρια του την εξουσία, τότε για να αποφύγει τον πειρασμό
θα σπάσει το θερμόμετρο με μιά πέτρα ή ακόμη χειρότερα μπορεί να το
σπάσει στο κεφάλι κάποιου.
Το 1925 η διαφοροποίηση των σοβιετικών αγροτών θεωρούνταν
προκατάληψη ων πανικόβλητων. Ο Γιάκοβλεφ στάλθηκε στην κεντρική
στατιστική υπηρεσία και πήγε με σκοπό να καταστρέψει όλα τα
μαρξιστικά θερμόμετρα. Η δυστυχία όμως συνίσταται στο ότι οι
μεταβολές του πυρετού δεν σταματούν ελλείψει θερμομέτρου. ΄Αντ’
αυτού οι εκδηλώσεις των κρυφών οργανικών διεργασιών πιάνουν στον
ύπνο τους θεραπευτές και τους θεραπευμένους. Έτσι συνέβη με την
απεργία ψωμιού του κουλάκου που κατέστη απροσδόκητα το κεντρικό
πρόσωπο στο χωριό και υποχρέωσε τον Στάλιν να κάνει στροφή 180
μοιρών στις 15 Φλεβάρη 1928(βλέπε εφημερίδα «Πράβδα» της ημέρας
αυτής).
Το θερμόμετρο των τιμών έχει όχι μικρότερη σημασία απ’ ότι το
θερμόμετρο της διαφοροποίησης των αγροτών. Μετά το ΧΙΙ συνέδριο του

κόμματος όπου για πρώτη φορά η ψαλίδα έλαβε την ονομασία και τον
ορισμό αυτό, η σημασία της άρχισε να γίνεται όλο και μεγαλύτερη για την
κατανόηση των κοινωνικών διεργασιών. Στη διάρκεια των επόμενων
τριών ετών η ψαλίδα επιδεικνύονταν ανελλιπώς στις ολομέλειες της
κεντρικής επιτροπής, στις συνδιασκέψεις και τα συνέδρια σαν η βασική
καμπύλη του οικονομικού πυρετού της χώρας. Κατόπιν άρχισε βαθμιαία
να αποσύρεται και προς το τέλος του 1929 ο Στάλιν τη θεώρησε «αστική
προκατάληψη». Αφού το θερμόμετρο έσπασε έγκαιρα, ο Στάλιν δεν είχε
κανένα λόγο να παραθέσει στο ΧVI συνέδριο του κόμματος την καμπύλη
του οικονομικού πυρετού.
Η μαρξιστική θεωρία είναι όπλο σκέψης για την έρευνα αυτού που υπάρχει
και εξελίσσεται, αυτού που επίκειται καθώς και για τον προσδιορισμό του
τι να κάνουμε. Η σταλινική θεωρία υπηρετεί τη γραφειοκρατία,
χρησιμεύει για την κατόπιν εορτής δικαιολόγηση των ζίγκ – ζάγκ, για την
κάλυψη των χτεσινών λαθών και κατά συνέπεια για την προετοιμασία των
αυριανών. Η αποσιώπηση για την ψαλίδα αποτελεί το κεντρικό σημείο
στην εισήγηση του Στάλιν. Αυτό μπορεί να φανεί παράδοξο επειδή η
αποσιώπηση είναι κενό χωρίο, παρ’ όλα αυτά όμως το γεγονός παραμένει:
στο κέντρο της σταλινικής εισήγησης βρίσκεται συνειδητά και
προμελετημένα μία τρύπα.
Κυβερνώντες προσέξτε ώστε από αυτή τη τρύπα να μην προκληθεί ζημιά
στη δικτατορία του προλεταριάτου.

ΙΙ. Η γαιοπρόσοδος ή πως ο Στάλιν εμβαθύνει στον Ένγκελς και
στον Μαρξ.

Στην αρχή της πάλης του με τον «γενικό γραμματέα», ο Μπουχάριν
δήλωσε πως το κύριο χαρακτηριστικό της αλαζονείας του Στάλιν είναι η
προσπάθειά του να υποχρεώσει τους υπολοίπους να τον αναγνωρίσουν ως
«θεωρητικό». Ο Μπουχάριν που γνωρίζει αρκετά καλά τον Στάλιν από τη
μία και το αλφάβητο του κομμουνισμού από την άλλη, μπορεί να
καταλάβει την όλη κωμικοτραγωδία της απαίτησης αυτής. Ως
θεωρητικός μίλησε ο Στάλιν στη συνδιάσκεψη των μαρξιστών αγρονόμων.
Μεταξύ πολλών άλλων δεινοπάθησε και η γαιοπρόσοδος.
Ως πριν από λίγο ( και συγκεκριμένα ως το 1925), ο Στάλιν έθετε το
ζήτημα της παγίωσης, των αγροτικών ιδιόκτητων κλήρων για δεκαετίες,
κάτι που οδηγούσε στη νομική και πρακτική εξάλειψη της εθνικοποίησης
της γής. Ο λαϊκός επίτροπος της γεωργίας στη Γεωργία
κατέθεσε την εποχή αυτή όχι εν αγνοία του Στάλιν εννοείται, νομοσχέδιο
για την άμεση κατάργηση της εθνικοποίησης. Προς αυτή τη κατεύθυνση
ενεργούσε και το ρωσικό επιτροπάτο της γεωργίας. Η αντιπολίτευση
σήμανε συναγερμό. Στην πλατφόρμα της έγραφε:

« Το κόμμα πρέπει να αποκρούσει αποφασιστικά όλες εκείνες τις τάσεις
που οδηγούν στην κατάργηση ή στην υπονόμευση της εθνικοποίησης της
γής, ενός απ’ τα στηρίγματα της δικτατορίας του προλεταριάτου».
΄Όπως το 1922 ο Στάλιν παραιτήθηκε από την απόπειρα κατάργησης του
μονοπωλίου εξωτερικού εμπορίου, έτσι και το 1926 παραιτήθηκε από την
απόπειρα κατάργησης της εθνικοποίησης της γής δηλώνοντας πως «δεν
κατάλαβαν». Μετά την ανακήρυξη της αριστερής στροφής ο Στάλιν έγινε
όχι μόνο υπερασπιστής της εθνικοποίησης της γής αλλά και πολύ σύντομα
κατηγόρησε την αντιπολίτευση πως δεν καταλαβαίνει την όλη σημασία
του θεσμού αυτού. Ο χτεσινός μηδενισμός σχετικά με την εθνικοποίηση
αντικαταστάθηκε αμέσως από τον φετιχισμό της. Στη μαρξιστική θεωρία
της γαιοπροσόδου ανατέθηκε ένα καινούργιο διοικητικό καθήκον : να
δικαιολογήσει την σταλινική ολοκληρωτική κολεκτιβοποίηση. Εδώ είναι
απαραίτητο μία σύντομη αναφορά στη θεωρία. Ο Μαρξ διαιρεί τη
γαιοπρόσοδο ( την ανάλυση της οποίας δεν ολοκλήρωσε) σε δύο μέρη :
στην απόλυτη και τη στην διαφορική. Στο βαθμό που η ίδια ανθρώπινη
εργασία χρησιμοποιείται σε διαφορετικά τμήματα γής δίνει διαφορετικά
αποτελέσματα και το πλεόνασμα του πιο καρποφόρου τμήματος
οικειοποιείται φυσικά ο ιδιοκτήτης. Αυτό είναι η διαφορική γαιοπρόσοδο.
Κανείς όμως από τους ιδιοκτήτες δεν θα εκχωρήσει δωρεάν στον
ενοικιαστή και το χειρότερο ακόμη τμήμα της γής στο βαθμό που για το
τελευταίο υπάρχει ζήτηση. Με άλλα λόγια από την ατομική ιδιοκτησία
στη γή απορρέει νομοτελειακά ένα ορισμένο μίνιμουμ γαιοπροσόδου
ανεξάρτητα απ’ την ποιότητα του εδάφους. Αυτό είναι η λεγόμενη
απόλυτη γαιοπρόσοδος.Το πραγματικό ενοίκιο για τη γή ανάγεται λοιπόν
στο σύνολο της απόλυτης και της διαφορικής γαιοπροσόδου. Σύμφωνα με
τη θεωρία αυτή η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στη γή θα
οδηγήσει στη κατάργηση της απόλυτης γαιοπροσόδου. Θα παραμένει
μόνο η πρόσοσδος αυτή η οποία προσδιορίζεται από την ποιότητα του
εδάφους ή για να εκφραστούμε ακριβέστερα από την χρησιμοποίηση της
ανθρώπινης εργασίας σε διαφορετικής ποιότητας τμήματα γής. Δεν
χρειάζεται να διευκρινίσουμε πως η διαφορική γαιοπρόσοδος δεν είναι μία
αμετάβλητη ιδιότητα των τμημάτων του αλλά μεταβάλλεται μαζί με τις
μεθόδους εκμετάλλευσης της γής. Οι σύντομες αυτές υπενθυμίσεις μας
είναι απαραίτητες για να αποκαλύψουμε σε όλο της το εύρος την
σταλινική περιήγηση στη σφαίρα της θωρίας της εθνικοποίησης της γής.
Ο Στάλιν ξεκινά από το ότι διορθώνει και εμβαθύνει τον Ένγκελς. Δεν
είναι η πρώτη φορά που το κάνει. Ο Στάλιν μας εξήγησε το 1926 πως
τόσο στον Ένγκελς όσο και στο Μαρξ ήταν άγνωστος ο στοιχειώδης
νόμος της ανισόμερης καπιταλιστικής ανάπτυξης και ακριβώς γι’ αυτό
και οι δύο αρνούνταν την θεωρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε
μία και μόνη χώρα την οποία εν αντιθέσει με αυτούς υπεράσπιζε ο Γ.
Φόλμαρ θεωρητικός πρόδρομος του Στάλιν.
Τα ζήτημα της εθνικοποίησης της γής ή μάλλον την ανεπαρκή κατανόηση
του προβλήματος αυτού από τον γέρο – Ένγκελς, ο Στάλιν το προσεγγίζει
φαινομενικά λίγο προσεκτικότερα.
Κατ’ ουσία όμως και στο ζήτημα αυτό τον διακρίνει η ίδια αυθάδεια. Από
την εργασία του Ένγκελς για το αγροτικό ζήτημα παραθέτει τη γνωστή
φράση για το ότι εμείς δεν θα πιέσουμε τον μικρό αγρότη, αλλά αντίθετα
θα τον βοηθήσουμε με κάθε τρόπο «…ώστε να διευκολύνουμε το πέρασμά

του στον συνεταιρισμό» στη συλλογική δηλαδή καλλιέργεια της γής , «
θα προσπαθήσουμε να του παραχωρήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο
χρόνο ώστε να σκεφτεί γι’ αυτό καλλιεργώντας το δικό του κομμάτι γής».
Τα υπέροχα αυτά λόγια που είναι γνωστά σε κάθε εγγράμματο μαρξιστή
μας δίνουν ένα απλό και καθαρό τύπο για τις σχέσεις της δικτατορίας
του προλεταριάτου απέναντι στους αγρότες.
Ενώπιον
της
ανάγκης
να
δικαιολογήσει
την
ολοκληρωτική
κολεκτιβοποίηση με περιττή βιασύνη, ο Στάλιν υπογραμμίζει έντονα την
από « την πρώτη ματιά υπερβολική επιφυλακτικότητα του Ένγκελς »
σχετικά με την μετάβαση των μικρών αγροτών στο δρόμο της αγροτικής
σοσιαλιστικής οικονομίας.. Από τι εμπνέονταν ο Ένγκελς στην
«υπερβολική» του επιφυλακτικότητα ; Ο Στάλιν απαντά στο ερώτημα
αυτό ως εξής :
«Είναι φανερό πως ο Ένγκελς ξεκινούσε από το γεγονός της ύπαρξης της
ατομικής ιδιοκτησίας στη γή, από το γεγονός πως ο αγρότης έχει το
«δικό»του κομμάτι γής το οποίο θα του είναι δύσκολο να αποχωριστεί…
Αυτή είναι η κατάσταση των αγροτών στις καπιταλιστικές χώρες όπυ
υπάρχει η ατομική ιδιοκτησία στη γή. Είναι φανερό πως εδώ (;) χρειάζεται
μεγάλη επιφυλακτικότητα. Μπορούμε άραγε να πούμε ότι σε μας στην
ΕΣΣΔ υπάρχει παρόμοια κατάσταση; Όχι αυτό δεν μπορούμε να το πούμε.
Δεν μπορούμε να το πούμε αφού δεν έχουμε ατομική ιδιοκτησία στη γή η
οποία αλυσοδένει τον αγρότη στο ατομικό του νοικοκυριό».
Αυτός είναι ο συλλογισμός του Στάλιν. Μπορούμε άραγε να πούμε ότι
στον συλλογισμό αυτό υπάρχει έστω και ένας κόκκος σκέψης ; Όχι αυτό
δεν μπορούμε να το πούμε. Φαίνεται ότι στον Ένγκελς χρειάζονταν η
«επιφυλακτικότητα» επειδή στις αστικές χώρες υπάρχει η ατομική
ιδιοκτησία στη γή. Στο Στάλιν δεν χρειάζονταν κανενός είδους
επιφυλακτικότητα επειδή σε ’μας έχει καθιερωθεί η εθνικοποίηση της γής.
Μήπως όμως στην αστική Ρωσία δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία στη γή
παράλληλα με την πιο αρχαϊκή κοινοτική ιδιοκτησία ; Την εθνικοποίηση
της γής δεν τη βρήκαμε έτοιμη αλλά την εισάγαμε μετά την κατάκτηση
της πολιτικής εξουσίας. Στον Ένγκελς όμως γίνεται λόγος για την
πολιτική εκείνη την οποία το προλεταριακό κόμμα θα ακολουθήσει μετά
την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Το νόημα που έχει όμως η
επιεικής εξήγηση του Στάλιν για την αναποφασιστικότητα του Ένγκελς
είναι το εξής : ο γέρος έπρεπε να ενεργήσει στις αστικές χώρες όπου
υπάρχει η ατομική ιδιοκτησία στη γή, ενώ εμείς σκεφτήκαμε να
καταργήσουμε την ατομική ιδιοκτησία. Ο ’Ενγκελς όμως συνιστά
επιφυλακτικότητα μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το
προλεταριάτο κατά συνέπεια μετά την κατάργηση της ατομικής
ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής..
Αντιπαραθέτοντας την αγροτική πολιτική των Σοβιέτ στις συμβουλές του
Ένγκελς, ο Στάλιν μπερδεύει το ζήτημα με τον πιο ανόητο τρόπο. Ο
Ένγκελς συνιστούσε να δοθεί χρόνος στον μικρό αγρότη να σκεφτεί
καλλιεργώντας το δικό του κομμάτι γής πριν αυτός αποφασίσει να μπει
στην κολεκτίβα. Στη μεταβατική αυτή περίοδο του αγροτικού
«στοχασμού» το εργατικό κράτος πρέπει σύμφωνα με τον Ένγκελς να
προφυλάξει τον μικροκτηματία από τον τοκογλύφο, τον προαγοραστή κ.α,
να περιορίσει δηλαδή τις εκμεταλλευτικές τάσεις των κουλάκων. Αυτόν

ακριβώς τον διττό χαρακτήρα έιχε σε όλες τις ταλαντεύσεις της η
σοβιετική πολιτική απέναντι στην κύρια στην εκμεταλλευόμενη δηλαδή
μάζα των αγροτών. Ουσιαστικά παρά τις στατιστικές φλυαρίες το
κολεκτιβιστικό κίνημα κάνει σήμερα δεκατρία χρόνια μετά την
κατάκτηση της εξουσίας τα πρώτα του μόνο βήματα. Η δικτατορία του
προλεταριάτου ήδη παραχώρησε μ’ αυτό τον τρόπο στη συντριπτική μάζα
των αγροτών δώδεκα χρόνια για να σκεφτούν. Αμφιβάλουμε για το εάν ο
Ένγκελς είχε υπόψη του ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και είναι
αμφίβολο το εάν τα προηγμένα κράτη της Δύσης θα είχαν ανάγκη ένα
τέτοιο διάστημα γιατί εκεί θα ήταν ασύγκριτα πιο εύκολο στο
προλεταριάτο με την ανεπτυγμένη βιομηχανία να δείξει στην πράξη όλα
τα πλεονεκτήματα της συλλογικής καλλιέργειας της γής. Εάν εμείς
χρειαστήκαμε δώδεκα ολόκληρα χρόνια μετά την κατάκτηση της
εξουσίας από το προλεταριάτο ώστε να αρχίσει ένα πλατύ ακόμη όμως
πρωτόγονο και ασταθές κίνημα προς την πλευρά της κολεκτιβοποίησης,
αυτό εξηγείται από την φτώχια και την καθυστέρησή μας παρά το ότι σ’
εμάς έχει επιτευχθεί η εθνικοποίηση της γής για την οποία ο Ένγκελς
δήθεν δεν είχε προνοήσει ή την οποία υποτίθεται ότι το δυτικό
προλεταριάτο δεν θα μπορέσει να επιτύχει μετά την κατάκτηση της
εξουσίας. Από την αντιπαράθεση της Ρωσίας με την Δύση και συγχρόνως
του Στάλιν με τον Ένγκελς είναι φανερή η εξιδανίκευση της εθνικής
καθυστέρησης. Ο Στάλιν όμως δεν σταματά σ’ αυτό, την οικονομική
ανοησία γρήγορα την συμπληρώνει με την θεωρητική.
«Γιατί – ρωτά τους άτυχους ακροατές του – μπορούμε να δείξουμε τόσο
εύκολα(!!) σε συνθήκες εθνικοποίησης της γής την υπεροχή (των κολχόζ )
απέναντι στο μικρό αγροτικό νοικοκυριό ; Ιδού που βρίσκεται η μεγάλη
επαναστατική σημασία της σοβιετικής αγροτικής νομοθεσίας η οποία
κατήργησε την απόλυτη γαιοπρόσοδο… και καθιέρωσε την εθνικοποίηση
της γής». Και ο Στάλιν ρωτά επιπλήττοντας και ταυτόχρονα με
αυτοϊκανοποίηση: «Γιατί το καινούργιο( ;!) αυτό επιχείρημα δεν
χρησιμοποιείται από τους θεωρητικούς αγρονόμους μας σε ικανοποιητικό
βαθμό στην πάλη τους ενάντια σε κάθε είδους αστικές θεωρίες ;» Εδώ ο
Στάλιν αναφέρεται στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου» και στη θεωρία της
γαιοπροσόδου του Μαρξ, συνιστώντας στους μαρξιστές αγρονόμους να
μην αλληλοκοιτάζονται και πολύ περισσότερο και να μην κρύβονται κάτω
απ’ το τραπέζι.
Απομάκρυνε την δυστυχία μου ! Σε πόσο μεγάλα ύψη αναρριχήθηκε ο
θεωρητικός προτού… πέσει φαρδύς – πλατύς με το «νέο του επιχείρημα»
στο νερόλακκο. Σύμφωνα με τον Στάλιν δεν τον δένει με τη γή τίποτε
άλλο από την «απόλυτη γαιοπρόσοδο». Και αφού εμείς έχουμε «συντρίψει»
το αίσχος αυτό εξαφανίστηκε η «εξουσία της γής» πάνω στον αγρότη που
έπαιρνε τη μορφή κάτεργου και την οποία με τόση παραστατικότητα
έδειξαν στη Ρωσία ο συγγραφέας Γκλέμπ Ουσπένσκι και στην Γαλλία οι
Μπαλζάκ – Ζολά.
Πριν απ’ όλα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι σ’ εμάς η απόλυτη
γαιοπρόσοδος δεν έχει καταργηθεί αλλά έχει κρατικοποιηθεί κάτι που δεν
είναι το ένα και το αυτό. Το Νιουμάρκ εκτιμούσε πως ο λαϊκός πλούτος
της Ρωσίας ανήρχετο το 1914 σε 140 δισεκατομμύρια χρυσά ρούβλια
συμπεριλαμβάνοντας πριν απ’ όλα την τιμή όλης της γής, την
καπιταλιστικοποιημένη δηλαδή πρόσοδο όλης της χώρας. Εάν σήμερα
θελήσουμε να προσδιορίσουμε το ειδικό βάρος του λαϊκού πλούτου της

Σοβιετικής Ένωσης στον πλούτο όλης της ανθρωπότητας πρέπει να
συμπεριλάβουμε εννοείται και την καπιταλιστικοποιημένη πρόσοδο την
διαφορική όσο και την απόλυτη. Όλα τα οικονομικά κριτήρια
συμπεριλαμβανομένης και της απόλυτης γαιοπροσόδου ανάγονται στην
ανθρώπινη εργασία. Στις συνθήκες της οικονομίας της αγοράς η
πρόσοδος προσδιορίζει την ποσότητα εκείνη των προϊόντων η οποία
ανήκει στον ιδιοκτήτη της γής από το σύνολο των προϊόντων που έχουν
παραχθεί από την χρησιμοποίηση της εργασίας στο συγκεκριμένο τμήμα
του εδάφους. Στην ΕΣΣΔ όπου ο κάτοχος της γής είναι το κράτος
αποτελεί ταυτόχρονα και τον θεσμό εκείνο στον οποίο ανήκει η
γαιοπρόσοδος. Για την πραγματική κατάργηση της απόλυτης
γαιοπροσόδου θα μπορέσει να γίνει λόγος μόνο σε συνθήκες
κοινωνικοποίησης όλης της γής του πλανήτη μας, μόνο με την νίκη
δηλαδή της διεθνούς επανάστασης. Πρέπει να σημειώσουμε χωρίς να
θέλουμε να θίξουμε τον Στάλιν ότι στα πλαίσια των εθνικών συνόρων δεν
μπορούμε όχι μόνο σοσιαλισμό να οικοδομήσουμε αλλά ούτε και την
απόλυτη γαιοπρόσοδο να καταργήσουμε. Το ενδιαφέρον αυτό θεωρητικό
ζήτημα έχει πρακτική σημασία. Η γαιοπρόσοδος εκφράζεται στην
παγκόσμια αγορά στις τιμές των αγροτικών προϊόντων. Δεδομένου ότι η
σοβιετική κυβέρνηση είναι εξαγωγέας των τελευταίων, και λαμβάνοντας
υπόψη ότι με την εντατικοποίηση της αγροτικής οικονομίας οι γεωργικές
εξαγωγές πρέπει γρήγορα να αυξηθούν, είναι φανερό πως το σοβιετικό
κράτος εξοπλισμένο με το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου προβάλλει
στην παγκόσμια αγορά ως ιδιοκτήτης της γής εκείνης τα προϊόντα της
οποίας απαλλοτριώνει και κατά συνέπεια στην τιμή των προϊόντων αυτών
το σοβιετικό κράτος ρευστοποιεί τη συγκεντρωμένη στα χέρια του
γαιοπρόσοδο. Εάν η τεχνική της αγροτικής μας οικονομίας και του
εξωτερικού μας εμπορίου δεν ήταν κατώτερη από την καπιταλιστική τότε
η απόλυτη γαιοπρόσοδος θα προέβαλε στη χώρα μας σε πιο καθαρή και
συγκεντρωμένη μορφή. Το στοιχείο αυτό πρέπει να αποκτήσει στο εξής
πολύ σπουδαία σημασία σε συνθήκες σχεδιομετρικής καθοδήγησης της
αγροτικής οικονομίας και του εμπορίου. Εάν τώρα ο Στάλιν καυχιέται ότι
εμείς δήθεν «εξαφανίσαμε» την απόλυτη γαιοπρόσοδο αντί να τη
ρευστοποιήσουμε στην παγκόσμια αγορά, το προσωρινό δικαίωμα για ένα
τέτοιου είδους κομπασμό του το δίνει το χαμηλό επίπεδο των εξαγωγών
των αγροτικών προϊόντων στην παρούσα στιγμή και ο ανορθολογικός
χαρακτήρας του εξωτερικού εμπορίου στο οποίο χάνεται χωρίς ίχνος όχι
μόνο η απόλυτη γαιοπρόσοδος αλλά και πολλά άλλα. Η πλευρά αυτή της
υπόθεσης αν και δεν έχει άμεση σχέση με την κολεκτιβοποίηση της
αγροτικής οικονομίας χρησιμεύει ως ένα ακόμη χαρακτηριστικό που μας
δείχνει πως η εξιδανίκευση της οικονομικής καθυστέρησης και
απομόνωσης είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματα του εθνικο-σοσιαλιστή
μας φιλοσόφου.
Ας επιστρέψουμε στο ζήτημα της κολεκτιβοποίησης. Σύμφωνα με τον
Στάλιν, τον αγρότη στη Δύση που καλλιεργεί το δικό του μικρό τεμάχιο
γής τον συνδέει με το μικρό αυτό τμήμα του εδάφους το βαρύδιο της
απόλυτης γαιοπροσόδου. Με το «νέο» αυτό «επιχείρημα» θα γελάνε και οι
κότες. Η απόλυτος γαιοπρόσοδος είναι μια καθαρά καπιταλιστική
κατηγορία. Η αγροτική οικονομία που στηρίζεται στην καλλιέργεια των
μικρών τεμαχίων γής μπορεί μόνο σε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες της
οικονομικής συγκυρίας όπως ήταν για παράδειγμα στην αρχή του Α΄
παγκόσμιου πολέμου, να νοιώσει θα μπορούσαμε να πούμε την απόλυτη
γαιοπρόσοδο. Η οικονομική δικτατορία του χρηματιστηριακού κεφαλαίου

πάνω στην κατακερματισμένη ύπαιθρο βρίσκει στην αγορά την έκφρασή
της στην άνιση ανταλλαγή. Οι αγρότες παγκοσμίως δεν μπορούν να
ξεφύγουν από το καθεστώς της ψαλίδας. Πολύ συχνά βάσει των τιμών του
ψωμιού και των προϊόντων της αγροτικής οικονομίας γενικά, η
συντριπτική πλειοψηφία των μικροαγροτών δεν κερδίζει ούτε τον μισθό
της χωρίς να μιλήσουμε για την πρόσοδο. Εάν όμως η απόλυτη
γαιοπρόσοδος την οποία ο Στάλιν «συνέτριψε» νικηφόρα δεν λέει
απολύτως τίποτε στην καρδιά και τον νου του μικροαγρότη, η διαφορική
γαιοπρόσοδος ίσα – ίσα την οποία τόσο μεγαλόψυχα λυπήθηκε ο Στ’αλιν
έχει μεγάλη σημασία για τον αγρότη στη Δύση. Ο μικροιδιοκτήτης
αγρότης κρατιέται τόσο περισσότερο στο χωράφι του όσο περισσότερες
δυνάμεις και μέσα έχασε αυτός ή ο πατέρας του για την αύξηση της
γονιμότητάς του. Αυτό εξάλλου αφορά όχι μόνο τη Δύση αλλά και την
Ανατολή όπως για παράδειγμα την Κίνα με τις περιοχές στις οποίες
υπάρχει εντατική καλλιέργεια των οροσειρών. Συνεπώς ορισμένα στοιχεία
μικροαστικού συντηρητισμού υπάρχουν εδώ όχι με την αφηρημένη μορφή
της απόλυτης γαιοπροσόδου αλλά βάσει των υλικών συνθηκών της πιο
εντατικής καλλιέργειας των αγροτεμαχίων που ανήκουν στους
μεμονωμένους ιδιοκτήτες. Εάν οι Ρώσοι αγρότες παραιτούνται σχετικά
εύκολα από ένα συγκεκριμένο κομμάτι γής αυτό συμβαίνει όχι επειδή το
«νέο επιχείρημα» του Στάλιν τους απελευθέρωσε από την απόλυτη
γαιοπρόσοδο αλλά για τον πολύ απλό λόγο επειδή στη Ρωσία ακόμα και
πριν την οκτωβριανή επανάσταση γίνονταν περιοδικές αναδιανομές της
γής. Οι «λαϊκιστές» μας εξιδανίκευαν τις αναδιανομές αυτές καθ’ αυτές.
Αυτές όμως ήταν δυνατές μόνο χάρη στην εκτατική ανάπτυξη της
οικονομίας, χάρη στο τριετές σύστημα και στην άθλια καλλιέργεια της
γής, πάλι δηλαδή εξαιτίας της εξιδανικευμένης από τον Στάλιν
καθυστέρησης. Θα είναι άραγε δυσκολότερο απ’ ότι σε μας για το
νικηφόρο προλεταριάτο στη Δύση να υπερνικήσει τον αγροτικό
συντηρητισμό που απορρέει από την πιο ανεπτυγμένη κουλτούρα των
μικροπαραγωγών ; Σε καμία περίπτωση. Και αυτό γιατί χάρη στην
ασύγκριτα υψηλότερη κατάσταση της βιομηχανίας και του γενικού
πολιτισμικού επιπέδου το προλεταριακό κράτος θα μπορέσει πολύ πιο
εύκολα να αποζημιώσει τους αγρότες για την μετάβασή τους στην
συλλογική καλλιέργεια και για την απώλεια της «διαφορικής
γαιοπροσόδου» που θα υποστούν από το χάσιμο του ιδιόκτητου χωραφιού
τους. Δεν μπορεί να υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία για το ότι μετά
είκοσι έτη από την κατάκτηση της εξουσίας η κολεκτιβοποίηση της
αγροτικής οικονομίας στη Γερμανία, στην Αγγλία ή στην Αμερική θα
βρίσκεται σ’ ένα ασύγκριτα υψηλότερο επίπεδο και θα είναι πιο σταθερή
απ’ ότι στη Σοβιετική Ένωση. Δεν είναι άραγε αστείο το ότι ο Στάλιν
ανακάλυψε το «καινούργιο» του «επιχείρημα» υπέρ της ολοκληρωτικής
κολεκτιβοποίησης δώδεκα χρόνια αφότου είχε γίνει η εθνικοποίηση; Γιατί
παρά την ύπαρξη της εθνικοποίησης τα έτη 1923-1928 με τόση επιμονή
στηρίζονταν στον πλούσιο ατομικό παραγωγό κα όχι στα κολχόζ; Είναι
φανερό ότι : Η εθνικοποίηση της γής είναι απαραίτητος τελείως
ανεπαρκής όμως όρος για την σοσιαλιστική εκμετάλλευση της γής. Από
στενά οικονομική άποψη από την άποψη δηλαδή εκείνη από την οποία ο
Στάλιν προσεγγίζει το όλο ζήτημα η εθνικοποίηση της γής αποτελεί έναν
παράγοντα τριτεύουσας σημασίας επειδή η αξία της αγροτικής κινητής
περιουσίας που είναι απαραίτητη για την ορθολογική ανάπτυξη της
μεγάλης παραγωγής ξεπερνά κατά πολύ την αξία της απόλυτης
γαιοπροσόδου. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε πως η εθνικοποίηση της γής
είναι απαραίτητη και κύρια πολιτική και νομική προϋπόθεση για την

σοσιαλιστική ανασυγκρότηση της αγροτικής οικονομίας. Η άμεση όμως
οικονομική σημασία της εθνικοποίησης προσδιορίζεται σε κάθε στιγμή
από τη δράση των υλικο-οικονομικών δεδομένων. Αυτό φαίνεται αρκετά
καθαρά στο ζήτημα για το αγροτικό ισοζύγιο της Οκτωβριανής
επανάστασης. Το κράτος ως ιδιοκτήτης συγκέντρωσε στα χέρια του το
δικαίωμα να καρπώνεται τη γαιοπρόσοδο. Την εισπράττει άραγε από την
τωρινή κατάσταση της αγοράς όπως αυτή εκφράζεται στις τιμές του
ψωμιού, της ξυλείας και άλλων προϊόντων; Αλίμονο προς το παρόν όχι.
Δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό εξαιτίας της
πολυμορφίας που υφίσταται στις συναλλαγές μεταξύ του κράτους και των
αγροτών.

___________________________________________________________________________
*Προτιμήσαμε να αφήσουμε τη λέξη αυτή αμετάφραστη όχι για λόγους
εντυπωσιασμού αλλά επειδή δεν υπάρχει η αντίστοιχη λέξη στη γλώσσα
μας. Στα Ρώσικά η λέξη «σμίτσκα» είναι συνώνυμη με τη λέξη «ένωση»
όπως τονίζει ο περίφημος συγγραφέας Σ.Ι. ΄Οζεγκωφ στο «Λεξικό της
Ρωσικής γλώσσας». Εδώ ο Τρότσκι εννοεί την σε όλους τους τομείς
προσέγγιση της υπαίθρου με την πόλη.

Μπορούμε να πούμε και αυτό δεν θα είναι καθόλου παράδοξο πως η
ψαλίδα των τιμών που υπάρχει μεταξύ των αγροτικών και των
βιομηχανικών προϊόντων συμπεριλαμβάνει και τη γαιοπρόσοδο σε κρυφή
μορφή. Σε συνθήκες συγκέντρωσης της γης της βιομηχανίας και των
μεταφορών στα χέρια του κράτους, το ζήτημα της γαιοπροσόδου έχει για
τον αγρότη λογιστική θα μπορούσαμε να πούμε και όχι οικονομική
σημασία. Ο αγρότης όμως ασχολείται λίγο με τη λογιστική ενώ καθορίζει
τις σχέσεις του με την πόλη και το κράτος βάσει του ισοζυγίου των
χονδρικών τιμών.
Το σωστότερο απ’ όλα θα ήταν να προσεγγίσουμε το ίδιο ζήτημα από την
άλλη άκρη. Χάρη στην εθνικοποίηση της γης, των εργοστασίων, την
κατάργηση του εξωτερικού χρέους και την σχεδιασμένη οικονομία, το
εργατικό κράτος απέκτησε τη δυνατότητα να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς
βιομηχανικής ανάπτυξης σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σε αυτόν τον
δρόμο τίθενται χωρίς αμφιβολία τα θεμέλια μίας εκ των βασικότερων
προϋποθέσεων της κολεκτιβοποίησης. Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν είναι
νομική αλλά υλικοτεχνική: εκφράζεται σε συγκεκριμένο αριθμό από
αλέτρια., θεριστικών και αλωνιστικών μηχανών, τρακτέρ, σταθμών
επιλογής, αγρονόμων κ.λ.π. Από αυτά ακριβώς τα πραγματικά μεγέθη
πρέπει να ξεκινά τα σχέδιο της κολεκτιβοποίησης. Μόνο τότε θα είναι
εφικτό. Δεν πρέπει όμως στους πραγματικούς καρπούς της εθνικοποίησης
κάθε φορά να προσθέτουμε την ιδιότητα κάποιου αποθέματος από το
οποίο μπορούμε να καλύπτουμε τα έξοδα των «ολοκληρωτικών»
γραφειοκρατικών τυχοδιωκτισμών. Είναι το ίδιο σαν κάποιος

καταθέτοντας τα χρήματά του σε μία τράπεζα να ήθελε να ταυτόχρονα
να χρησιμοποιεί και το κεφάλαιο και τους τόκους.
Αυτό είναι γενικό συμπέρασμα. Σε προσωπικό επίπεδο το συμπέρασμα
μπορεί να είναι απλούστερο: Φτωχούλη, φτωχούλη. Ας καθόσουν στο
σπιτάκι σου αντί να αρχίζεις μακρινές θεωρητικές αναζητήσεις.

ΙΙΙ. Ο τύπος του Μαρξ και η ανδρεία της αμάθειας.

Μεταξύ του πρώτου και του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου» υπάρχει ο
δεύτερος. Ο θεωρητικός μας θεωρεί χρέος του να διαπράξει μια
γραφειοκρατική βιαιοπραγία ακόμη στον δεύτερο τόμο. Ο Στάλιν πρέπει
να καλύψεις εσπευσμένα από την κριτική την τωρινή πολιτική της
ταχύτατης κολεκτιβοποίησης. Και αφού δεν υπάρχουν τα κατάλληλα
επιχειρήματα στις υλικές συνθήκες της οικονομίας, τα αναζητά στα
βιβλία με κύρος και μάλιστα μοιραία κάθε φορά πέφτει όχι στην
κατάλληλη σελίδα.
Τα πλεονεκτήματα της μεγάλης παραγωγής πάνω στην μικρή
συμπεριλαμβανομένης και της γεωργίας, έχουν αποδειχτεί από την όλη
πορεία του καπιταλισμού. Τα εν δυνάμει πλεονεκτήματα της μεγάλης
κολεκτιβιστικής οικονομίας πάνω στα κατακερματισμένα μικρά
νοικοκυριά έχουν αποδειχτεί από τους ουτοπικούς σοσιαλιστές πριν από
τον Μαρξ ακόμη, και τα επιχειρήματά τους παραμένουν αδιάσειστα. Στην
σφαίρα αυτή οι ουτοπικοί υπήρξαν μεγάλοι ρεαλιστές. Ο ουτοπισμός του
ξεκινά από το ζήτημα της επιλογής των ιστορικών δρόμων για την
επίτευξη της κολεκτιβοποίησης. Την κατεύθυνση εδώ την έδειξε η
μαρξιστική θεωρία της ταξικής πάλης σε σχέση με την κριτική της
καπιταλιστικής οικονομίας.
«Το Κεφάλαιο δίνει την ανάλυση και την σύνθεση των διαδικασιών της
καπιταλιστικής οικονομίας. Ο δεύτερος τόμος υποβάλλει σε ανάλυση την
εσωτερική μηχανική ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας. Οι
αλγεβρικές φόρμουλες του τόμου αυτού μας δείχνουν πώς από το ένα και
αυτό δημιουργικό πρωτόπλασμα την αφηρημένη ανθρώπινη εργασία
αποκρυσταλλώνονται τα μέσα παραγωγής με την μορφή του σταθερού
κεφαλαίου, ο μισθός με την μορφή του μεταβλητού κεφαλαίου και η
υπεραξία η οποία μετατρέπεται κατόπιν σε πηγή σχηματισμού
συμπληρωματικού σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου. Έτσι με τη σειρά
της παράγεται μεγάλη ποσότητα υπεραξίας. Αυτό είναι το σπιράλ της
διευρυμένης αναπαραγωγής στην πιο γενική και αφηρημένη του μορφή.
Με σκοπό να δείξει πως τα διάφορα υλικά στοιχεία της οικονομικής
διαδικασίας δηλαδή τα προϊόντα σχετίζονται μεταξύ τους στο εσωτερικό
του ακανόνιστου αυτού συνόλου, ή για να το θέσουμε ακριβέστερα με
ποιον τρόπο το σταθερό και το μεταβλητό κεφαλαία επιτυγχάνουν της
απαραίτητη ισορροπία στους διάφορους κλάδους της βιομηχανίας σε

συνθήκες γενικής αύξησης της παραγωγής, ο Μαρξ διαιρεί τη διαδικασία
της διευρυμένης αναπαραγωγής σε δύο αλληλοεξαρτώμενα μέρη: από τη
μια μεριά σε επιχειρήσεις που παράγουν μέσα παραγωγής και από την
άλλη σε επιχειρήσεις που παράγουν είδη κατανάλωσης. Οι επιχειρήσεις
της πρώτης κατηγορίας πρέπει να εφοδιάσουν με μηχανές, πρώτες ύλες
και βοηθητικό υλικό τόσο τις ίδιες όσο και τις επιχειρήσεις της δεύτερης
κατηγορίας. Οι τελευταίες πρέπει με τη σειρά τους να καλύψουν τόσο τις
δικές τους ανάγκες όσο και τις ανάγκες των επιχειρήσεων της πρώτης
κατηγορίας σε καταναλωτικά αγαθά.. Ο Μαρξ αποκαλύπτει τη γενική
μηχανική επίτευξης αυτής της αναλογίας η οποία σχηματίζει τη βάση της
δυναμικής ισορροπίας στον καπιταλισμό*. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το
ζήτημα για την αγροτική οικονομία και τις σχέσεις της με την βιομηχανία
τίθεται με τελείως διαφορετικό τρόπο. Όπως φαίνεται ο Στάλιν απλά
μπέρδεψε την παραγωγή των ειδών κατανάλωσης με την αγροτική
οικονομία. Στον Μαρξ όμως οι επιχειρήσεις της καπιταλιστικής αγροτικής
οικονομίας (και μόνο αυτής) οι οποίες παράγουν πρώτες ύλες ανήκουν
αυτομάτως στην πρώτη κατηγορία ενώ οι επιχειρήσεις που παράγουν
προϊόντα κατανάλωσης παραμένουν στην δεύτερη κατηγορία εναλλάξ και
στις δύο περιπτώσεις με τις φάμπρικες και τα εργοστάσια. Στο βαθμό που
η γεωργική παραγωγή έχει ιδιομορφίες απέναντι στην βιομηχανία ως
σύνολο, η εξέταση των ιδιομορφιών αυτών αρχίζει στον τρίτο τόμο.
Η διευρυμένη αναπαραγωγή στην πραγματικότητα συντελείται όχι μόνο
στηριζόμενη στην υπεραξία που παράγεται από τους εργάτες της
βιομηχανίας και της καπιταλιστικής γεωργίας αλλά και δια μέσου της
συρροής καινούργιων μέσων από έξω : από το προκαπιταλιστικό χωριό,
τις καθυστερημένες χώρες, τις αποικίες κ.α. Το πάρσιμο της υπεραξίας
από το χωριό ή από τις αποικίες είναι με τη σειρά του νοητό είτε με τη
μορφή της άνισης ανταλλαγής, είτε με την υποχρεωτική κατάσχεση
(κυρίως δια μέσου των φόρων) είτε τέλος δια μέσου του πιστωτικού
συστήματος (ταμιευτήρια, δάνεια κ.λ.π.).Ιστορικά όλες αυτές οι μορφές
της εκμετάλλευσης συνδέονται μεταξύ τους σε διαφορετικές αναλογίες
και παίζουν όχι μικρότερο ρόλο απ’ ότι το πάρσιμο της υπεραξίας στην
«καθαρή» του μορφή. Η εμβάθυνση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης
συμβαδίζει πάντα με τη διεύρυνσή της. Οι τύποι όμως του Μαρξ που μας
ενδιαφέρουν διαιρούν αυστηρά τη ζωντανή διαδικασία της οικονομικής
ανάπτυξης καθαρίζοντας την καπιταλιστική αναπαραγωγή από όλα τα
προκαπιταλιστικά στοιχεία και τις μεταβατικές μορφές οι οποίες την
συνοδεύουν και την τροφοδοτούν και εις βάρος των οποίων διευρύνεται.
Οι τύποι του Μαρξ οικοδομούν έναν καθαρό χημικά καπιταλισμό ο οποίος
ποτέ δεν υπήρξε και ούτε υπάρχει πουθενά ακόμη και σήμερα. Ακριβώς γι’
αυτό αποκαλύπτουν τις βασικές τάσεις του κάθε του κάθε καπιταλισμού
και μόνο του καπιταλισμού.

* Οι τύποι του δεύτερου τόμου παρακάμπτουν τις εμπορο-βιομηχανικές
κρίσεις που εμπεριέχονται στην μηχανική της καπιταλιστικής ισορροπίας
επειδή ο στόχος των συγκεκριμένων τύπων είναι να δείξουν πως με
κρίσεις ή χωρίς κρίσεις και παρά τις κρίσεις η ισορροπία επιτυγχάνεται.

Για τον καθένα που γνωρίζει τι είναι «Το Κεφάλαιο» είναι ολοφάνερο πως
ούτε στον πρώτο ούτε στον δεύτερο ούτε και στον τρίτο τόμο δεν
μπορούμε να βρούμε απάντηση στο ερώτημα πώς, πότε και με τι ρυθμό η
δικτατορία του προλεταριάτου μπορεί να προβεί στην κολεκτιβοποίηση
της αγροτικής οικονομίας. Όλες αυτές οι ερωτήσεις καθώς και πολλές
άλλες δεν μπορούν από την ίδια τους τη φύση να βρουν τη λύση τους ούτε
σε ένα βιβλίο*. Ουσιαστικά ο Στάλιν δεν διαφέρει από τον έμπορο εκείνο ο
οποίος στον πολύ απλό τύπο του Μαρξ Χ-Ε-Χ (χρήμα – εμπόρευμα – χρήμα)
θα αναζητούσε υποδείξεις πότε και τι να αγοράσει και να πουλήσει για να
έχει το μεγαλύτερο κέρδος. Ο Στάλιν απλά μπερδεύει τη θεωρητική
γενίκευση με την πρακτική συνταγή για να μην πούμε ότι η ίδια η
θεωρητική γενίκευση στον Μαρξ αφορά ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα.
Γιατί όμως ο Στάλιν χρειάστηκε να αναφερθεί στους τύπους της
διευρυνόμενης αναπαραγωγής του οποίους είναι φανερό πως δεν
κατανόησε; Οι εξηγήσεις του ίδιου του Στάλιν γι’ αυτό είναι τόσο
αποκαλυπτικές
ώστε ήμαστε υποχρεωμένοι να τις παραθέσουμε
αυτολεξεί: «Η μαρξιστική θεωρία της αναπαραγωγής διδάσκει πως η
σύγχρονη (;) κοινωνία δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς να συσσωρεύει από
έτος σε έτος. Η συσσώρευση είναι αδύνατη χωρίς διευρυμένη
αναπαραγωγή από έτος σε έτος. Αυτό είναι κατανοητό». Πιο κατανοητό
δεν γίνεται. Αυτό όμως δεν το διδάσκει η μαρξιστική θεωρία επειδή
αποτελεί το κοινό κτήμα και την πεμπτουσία της αστικής πολιτικής
οικονομίας. Η «συσσώρευση» ως συνθήκη ανάπτυξης της «σύγχρονης
κοινωνίας» αποτελεί τη μεγάλη εκείνη ιδέα την οποία η χυδαία πολιτική
οικονομία εκκαθάρισε από τα στοιχεία της εργασιακής θεωρίας της αξίας
που ήδη βρισκόταν στα θεμέλια της κλασικής πολιτικής οικονομίας. Η
θεωρία εκείνη την οποία ο Στάλιν προτείνει με στομφώδες ύφος να την
«εξάγουμε από «θησαυροφυλάκιο του μαρξισμού», αποτελεί κοινό τόπο
που ενώνει όχι μόνο τον Άνταμ Σμιθ με τον Μπαστιά αλλά και τον
τελευταίο με τον αμερικανό πρόεδρο Χούβερ. Η «σύγχρονη κοινωνία» όχι
καπιταλιστική αλλά «σύγχρονη» έχει παρθεί για να επεκτείνουμε τους
τύπους του Μαρξ και στη «σύγχρονη» σοσιαλιστική κοινωνία. «Αυτό είναι
κατανοητό». Και ο Στάλιν στο σημείο αυτό συνεχίζει:
«Η μεγάλη μας συγκεντρωτική σοσιαλιστική βιομηχανία αναπτύσσεται
σύμφωνα με την μαρξιστική θεωρία της διευρυμένης αναπαραγωγής (!)
επειδή (!!) αυξάνει ετησίως τον όγκο παραγωγής της, συσσωρεύει και
κινείται εμπρός με ιλιγγιώδεις ρυθμούς».
Η βιομηχανία αναπτύσσεται σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία –
αθάνατος τύπος! – ακριβώς όπως η βρώμη αυξάνει διαλεκτικά σύμφωνα
με τον Χέγκελ. Για τον

*Στα πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή επανάσταση χρειάστηκε
περισσότερο από μια φορά να αντιδράσουμε ενάντια στις αφελείς
απόπειρες να βρούμε στον Μαρξ απαντήσεις σε ζητήματα που δεν
μπορούσε να θέσει. Ο Λένιν με υποστήριζε πάντα στο συγκεκριμένο
ζήτημα.
Ορίστε
δύο
παραδείγματα
που
βρέθηκαν
τυχαία
αποστενογραφημένα. «Δεν αμφιβάλλουμε – έλεγε ο Λένιν – πως θα
χρειαστεί σύμφωνα με την άποψη του σύντροφου Τρότσκι να
πειραματιστούμε, να αποκτήσουμε εμπειρία. Καταπιαστήκαμε με μια

υπόθεση με την οποία κανείς στον κόσμο δεν έχει ακόμη τόσο πλατιά
ασχοληθεί» (18 Μαρτίου 1919). Και ύστερα από λίγους μήνες τόνιζε: «Ο
σύντροφος Τρότσκι είχε απόλυτο δίκιο λέγοντας πως αυτό δεν έχει
γραφτεί ούτε στα βιβλία που μας καθοδηγούν, δεν απορρέει από καμία
σοσιαλιστική θεωρία, δεν έχει προσδιοριστεί από κανενός την εμπειρία
αλλά πρέπει να ξεκαθαριστεί από τη δική μας πείρα» (8 Δεκεμβρίου
1919).

γραφειοκράτη η θεωρία αποτελεί έναν τύπο διοίκησης. Η άμεση όμως
ουσία του ζητήματος δεν συνίσταται σ’ αυτό. «Η μαρξιστική θεωρία της
αναπαραγωγής» αφορά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ο Στάλιν
αναφέρεται όμως στην σοβιετική βιομηχανία την οποία και θεωρεί χωρίς
επιφυλάξεις σοσιαλιστική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τον Στάλιν
η «σοσιαλιστική βιομηχανία» αναπτύσσεται με βάση τη θεωρία της
καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Βλέπουμε πόσο απρόσεκτα ο Στάλιν έβαλε
το χέρι του στο «θησαυροφυλάκιο του μαρξισμού». Εάν δύο οικονομικές
διαδικασίες – η αναρχική και η σχεδιομετρική – καλύπτονται από την μία
και αυτή θεωρία της αναπαραγωγής που έχει δομηθεί με βάση τις
νομοτέλειες της αναρχικής παραγωγής αυτό έχει ως αποτέλεσμα να
εκμηδενιστεί το σχεδιομετρικό δηλαδή το σοσιαλιστικό στοιχείο. Τα
χειρότερα ωστόσο έπονται.
Το καλλίτερο όμως διαμάντι που πήρε ο Στάλιν από το θησαυροφυλάκιο
του μαρξισμού είναι η υπογραμμισμένη από εμάς λέξη «επειδή»: η
σοσιαλιστική βιομηχανία αναπτύσσεται με βάση τη θεωρία της
καπιταλιστικής βιομηχανίας «επειδή αυξάνει ετησίως τον όγκο
παραγωγής της συσσωρεύει και κινείται εμπρός με ιλιγγιώδεις ρυθμούς».
Φτωχή θεωρία! Άτυχο θησαυροφυλάκιο! Ταλαίπωρε Μαρξ! Μήπως η
μαρξιστική θεωρία εμφανίστηκε ειδικά για την θεμελίωση της
αναγκαιότητας ετησίων και μάλιστα ιλιγγιωδών ρυθμών ανάπτυξης; Και
τι πρέπει να γίνει με τις περιόδους εκείνες όταν η καπιταλιστική
βιομηχανία αναπτύσσεται με ρυθμούς χελώνας; Στις περιπτώσεις αυτές η
θεωρία του Μαρξ προφανώς αναιρείται. Η καπιταλιστική όμως παραγωγή
διευρύνεται κυκλικά μέσα από ανόδους και πτώσεις. Αυτό σημαίνει πως
όχι μόνο κινείται εμπρός με ιλιγγιώδεις ή άλλους ρυθμούς αλλά και ότι
βαδίζει σημειωτών ή και υποχωρεί. Βλέπουμε λοιπόν ότι το σχήμα του
Μαρξ δεν είναι κατάλληλο για την καπιταλιστική ανάπτυξη για την
εξήγηση της οποίας εμφανίστηκε, αρμόζει όμως πλήρως στη φύση της
σοσιαλιστικής βιομηχανίας η οποία αναπτύσσεται «ιλιγγιωδώς». Μήπως
δεν είναι θαύματα όλα αυτά; Χωρίς ο Στάλιν να περιορίζεται στις
συμβουλές του Ένγκελς σχετικά με την εθνικοποίηση της γης ασχολείται
παράλληλα με τη ριζική διαμόρφωση του Μαρξ, και σε κάθε περίπτωση
βαδίζει με… ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ύστερα από όλα αυτά οι τύποι του
«Κεφαλαίου» τρίζουν σαν καρύδια κάτω από πέταλα αλόγων.
Γιατί όμως τα χρειάστηκε όλα αυτά ο Στάλιν; Θα ρωτήσει ο αμήχανος
αναγνώστης. Αλίμονο. Δεν μπορούνε να πηδάμε σκαλοπάτια πολύ
περισσότερο που και έτσι μόλις που προλαβαίνουμε να παρακολουθήσουμε
τον θεωρητικό μας. Λίγη υπομονή και όλα θα αποκαλυφθούν.
Αμέσως μετά το χωρίο που παραθέσαμε άνωθεν ο Στάλιν συνεχίζει: «Η
λαϊκή μας οικονομία όμως δεν εξαντλείται στην βαριά βιομηχανία.

Αντιθέτως στη λαϊκή μας οικονομία κυριαρχεί ακόμη η μικρή αγροτική
παραγωγή. Μπορούμε άραγε ότι η μικρή μας αγροτική παραγωγή
αναπτύσσεται σύμφωνα με την αρχή (!) της διευρυμένης αναπαραγωγής;
Όχι αυτό δεν μπορούμε να το ισχυριστούμε. Η μικρή μας αγροτική
παραγωγή δεν έχει πάντα τη δυνατότητα να πραγματοποιεί και την απλή
ακόμη αναπαραγωγή. Μπορούμε άραγε να κινήσουμε περαιτέρω με
επιταχυνόμενο ρυθμό την σοσιαλιστικοποιημένη μας βιομηχανία έχοντας
μια τέτοιου είδους βάση για την αγροτική μας οικονομία; Όχι, δεν
μπορούμε». Παρακάτω ακολουθεί το συμπέρασμα: είναι απαραίτητη ο
ολοκληρωτική κολεκτιβοποίηση.
Το χωρίο αυτό είναι ακόμη καλύτερο από το προηγούμενο. Το ζήτημα
είναι ότι από την ναρκωμένη κοινοτοπία στην ανάπτυξη του
συγκεκριμένου θέματος εκτινάσσονται κροτίδες μιας αγραμματοσύνης
που ήδη έχει αρχίσει να γίνεται τολμηρή. Αναπτύσσεται άραγε η
αγροτική, η απλή δηλαδή εμπορευματική οικονομία σύμφωνα με τους
νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας; Όχι απαντά με φρίκη ο
θεωρητικός μας. Είναι φανερό πως το χωριό δεν ζει σύμφωνα με τη
θεωρία του Μαρξ. Αυτό πρέπει να το διορθώσουμε. Ο Στάλιν στην
εισήγησή του αποπειράται να ανασκευάσει τις μικροαστικές θεωρίες για
τη σταθερότητα της αγροτικής οικονομίας. Στο μεταξύ όμως
μπερδεμένος στα δίχτυα των μαρξιστικών τύπων δίνει στις θεωρίες
αυτές την πιο γενική έκφραση. Στην πραγματικότητα η θεωρία της
διευρυμένης αναπαραγωγής συμπεριλαμβάνει σύμφωνα με τον Μαρξ την
καπιταλιστική οικονομία στο σύνολό της: όχι μόνο τη βιομηχανία αλλά
και την αγροτική οικονομία στην καθαρή της όμως μορφή χωρίς δηλαδή
στοιχεία προκαπιταλιστικών σχηματισμών. Ο Στάλιν όμως για κάποιο
λόγο βάζοντας στην άκρη τη χειροτεχνία και τη βιομηχανία θέτει το
ερώτημα: Μπορούμε άραγε να ισχυριστούμε ότι η μικρή μας αγροτική
παραγωγή αναπτύσσεται σύμφωνα με την αρχή (!) της διευρυμένης
αναπαραγωγής; Όχι – απαντά – αυτό δεν μπορούμε να το ισχυριστούμε».
Με άλλα λόγια ο Στάλιν επαναλαμβάνει στην πιο γενική τους μορφή τους
ισχυρισμούς των αστών οικονομολόγων για το ότι η αγροτική οικονομία
δεν αναπτύσσεται δήθεν «σύμφωνα με τις αρχές τις μαρξιστικής
οικονομίας της καπιταλιστικής παραγωγής. Μετά από αυτό δεν είναι
καλύτερα κανείς να σιωπήσει;…οι αγρονόμοι – μαρξιστές πράγματι
σιώπησαν ακούγοντας τον επαίσχυντο αυτό χλευασμό πάνω στη θεωρία.
του Μαρξ. Η πιο απλή απάντηση όμως θα έπρεπε να είναι η εξής: κατέβα
γρήγορα από την έδρα και μην τολμάς να μιλάς για ζητήματα που
καθόλου δεν καταλαβαίνεις!
Εμείς όμως δεν θα ακολουθήσουμε το παράδειγμα των μαρξιστών –
αγρονόμων και δεν θα σωπάσουμε. Η αγραμματοσύνη οπλισμένη με
εξουσία είναι τόσο επικίνδυνη όσο και η τρέλα οπλισμένη με ξυράφι. Οι
τύποι του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου» αποτελούν όχι καθοδηγητικές
«αρχές» της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αλλά αντικειμενικές γενικεύσεις
των καπιταλιστικών διαδικασιών. Οι τύποι αυτοί λειτουργώντας
αφαιρετικά απέναντι στις ιδιομορφίες της γεωργίας όχι μόνο δεν
αντιβαίνουν στην ανάπτυξή της αλλά την συμπεριλαμβάνουν
ολοκληρωτικά ως καπιταλιστική γεωργία. Το μόνο που θα μπορούσαμε να
πούμε για την αγροτική οικονομία στα πλαίσια των τύπων του δεύτερου
τόμου του «Κεφαλαίου» είναι πως οι τελευταίοι προϋποθέτουν την ύπαρξη
αρκετής ποσότητας γεωργικών πρώτων υλών και αγροτικών προϊόντων
κατανάλωσης για την εξασφάλιση της διευρυμένης αναπαραγωγής. Ποια

όμως πρέπει να είναι η αμοιβαία σχέση μεταξύ της αγροτικής οικονομίας
και της βιομηχανίας; Πρέπει να είναι αυτή που υπάρχει στην Αγγλία ή
αυτή που υπάρχει στην Αμερική; Και οι δύο περιπτώσεις των χωρών
χωρούν εξ’ ίσου στα πλαίσια των μαρξιστικών τύπων. Η Αγγλία εισάγει
προϊόντα κατανάλωσης και πρώτες ύλες ενώ η Αμερική εξάγει. Εδώ δεν
υπάρχει καμία αντίθεση με τους τύπους της διευρυμένης αναπαραγωγής
οι οποίοι δεν περιορίζονται καθόλου στα εθνικά πλαίσια, δεν συμπίπτουν
ούτε με τον εθνικό καπιταλισμό ούτε πολύ περισσότερο με τον σοσιαλισμό
σε μία και μόνη χώρα.
Εάν οι άνθρωποι οδηγούντο σε συνθετική τροφή και σε συνθετικά είδη
πρώτων υλών η αγροτική οικονομία θα εξαφανιζόταν και θα
υποκαθίστατο από νέους κλάδους της χημικής βιομηχανίας. Τι θα έμενε
τότε από τους τύπους της διευρυμένης αναπαραγωγής; Θα διατηρούσαν
όλη τη δύναμής τους στο βαθμό που θα διατηρούντο οι καπιταλιστικές
μορφές παραγωγής και διανομής. Η αγροτική οικονομία της αστικής
Ρωσίας υπό την τεράστια κυριαρχία των αγροτών όχι μόνο κάλυπτε τις
ανάγκες της αναπτυσσόμενης βιομηχανίας αλλά και παρείχε τη
δυνατότητα μεγάλων εξαγωγών. Οι διαδικασίες αυτές συνοδεύοντο από
την εδραίωση των πλουσίων αγροτών (κουλάκων) και από το αδυνάτισμα
των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων των αγροτών, από την
αυξανόμενη προλεταριοποίησή τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και παρά τις
ιδιομορφίες της η αγροτική οικονομία σε καπιταλιστικές βάσεις
αναπτύχθηκε στα πλαίσια των ίδιων τύπων με βάση τους οποίους ο Μαρξ
αναλύει στο σύνολό της την καπιταλιστική οικονομία και μόνον αυτή.
Ο Στάλιν θέλει να φθάσει στο συμπέρασμα ότι δεν γίνεται να:
«θεμελιώσουμε… την σοσιαλιστική οικοδόμηση σε δύο διαφορετικές
βάσεις: στην βάση της πιο μεγάλης και ενοποιημένης σοσιαλιστικής
βιομηχανίας
κα
στη
βάση
της
πιο
καθυστερημένης
και
κατακερματισμένης αγροτικής οικονομίας των μικροπαραγωγών». Στην
πραγματικότητα αποδεικνύει κάτι το εντελώς αντίθετο. Εάν οι τύποι της
διευρυμένης αναπαραγωγής έχουν την ίδια ισχύ τόσο στην καπιταλιστική
όσο και στην σοσιαλιστική οικονομία – «σύγχρονη κοινωνία» γενικά –
είναι τελείως ανεξήγητο γιατί δεν μπορεί να επιτευχθεί η περαιτέρω
ανάπτυξη της οικονομίας βασιζόμενη στις ίδιες αντιθέσεις μεταξύ της
πόλης και του χωριού βάσει των οποίων ο καπιταλισμός πέτυχε ένα
ασύγκριτα καλύτερο επίπεδο ανάπτυξης. Στην Αμερική τα γιγαντιαία
τραστ της βιομηχανίας ακόμη και σήμερα αναπτύσσονται πλάι – πλάι με
το καθεστώς των φάρμερ στην αγροτική οικονομία. Η οικονομία των
φάρμερ ήταν που έβαλε τη βάση για την αμερικανική βιομηχανία. Σχετικά
μ’ αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι ακριβώς προς τον αμερικανικό τύπο
προσανατολίζοντο μέχρι χθες οι γραφειοκράτες μας με επικεφαλής τον
Στάλιν: ισχυρός φάρμερ κάτω, συγκεντρωτική βιομηχανία πάνω.
Η ιδανική ισοτιμία της ανταλλαγής αποτελεί την βασική προϋπόθεση των
αφηρημένων τύπων του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου». Η σχεδιασμένη
οικονομία όμως της μεταβατικής περιόδου αν και στηρίζεται στο νόμο
της αξίας τον παραβιάζει σε κάθε βήμα της και οικοδομεί τις αναγκαίες
σχέσεις μεταξύ των διαφόρων κλάδων της οικονομία και πριν απ’ όλα της
βιομηχανίας και της γεωργίας στην ανισότιμη ανταλλαγή. Αποφασιστικός
μοχλός για την υποχρεωτική συσσώρευση και τη σχεδιομετρική διανομή
είναι ο κρατικός προϋπολογισμός. Με βάση την περαιτέρω ανάπτυξη ο
ρόλος του πρέπει να μεγαλώσει. Η πιστωτική χρηματοδότηση ρυθμίζει τις

αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ της υποχρεωτικής συσσώρευσης και του
προϋπολογισμού και των διαδικασιών της αγοράς στον βαθμό που αυτές
διατηρούν την ισχύ τους. Όχι μόνο η πιστωτική χρηματοδότηση από τον
προϋπολογισμό αλλά και η σχεδιομετρική ή ημισχεδιομετρική που
εξασφαλίζει την διευρυμένη αναπαραγωγή στην ΕΣΣΔ, σε καμία
περίπτωση δεν μπορούν να κατανοηθούν βάσει των τύπων του δευτέρου
τόμου του «Κεφαλαίου» όλη η δύναμη των οποίων συνίσταται στο ότι δεν
θέλουν τίποτε να γνωρίζουν ούτε για προϋπολογισμό ούτε για πλάνα ούτε
για τελωνιακούς δασμούς και για κάθε είδους μορφές κρατικής –
σχεδιασμένης επίδρασης στην οικονομία βγάζοντας τις απαραίτητες
νομοτέλειες από το παιχνίδι των τυφλών δυνάμεων της αγοράς οι οποίες
πειθαρχούνται
από
τον
νόμο
της
αξίας.
Φθάνει
μόνο
να
«απελευθερώσουμε» της εσωτερική αγορά της Σοβιετικής Ένωσης και να
καταργήσουμε το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου ώστε η ανταλλαγή
μεταξύ της πόλης και του χωριού να καταστεί ασύγκριτα πιο ισότιμη, η
συσσώρευση στο χωριό – εννοείται όπως αυτή εκφράζεται στην
κουλάκικη φαρμερο-καπιταλιστική της μορφή – θα ακολουθήσει τη δικής
της πορεία και σύντομα θα αποκαλυφθεί πως οι τύποι του Μαρξ
συμπεριλαμβάνουν και τη γεωργία. Ακολουθώντας τον δρόμο αυτό η
Ρωσία θα μετατραπεί σε σύντομο χρονικό διάστημα σε αποικία στην οποία
θα στηρίζεται η βιομηχανική ανάπτυξη άλλων χωρών.
Για τη θεμελίωση της καθολικής αυτής κολεκτιβοποίησης η σχολή του
Στάλιν (υπάρχει και τέτοια) χρησιμοποίησε την γυμνή των ρυθμών
ανάπτυξης της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας. Εκείνος που με
τον πιο απότομο τρόπο εκτελεί το εγχείρημα αυτό είναι ως συνήθως ο
Μολότοφ. Τον Φεβρουάριο του 1919 ο Μολότοφ έλεγε σε συνδιάσκεψη του
κυβερνείου της Μόσχας: «Τα τελευταία έτη είναι φανερό πως η αγροτική
οικονομία καθυστέρησε στους ρυθμούς ανάπτυξής της σχετικά με την
βιομηχανία… τα τελευταία τρία χρόνια η βιομηχανική παραγωγή αύξησε
της αξία της κατά 50% ενώ η γεωργική παραγωγή μόνο κατά 7%». Η
αντικαταβολή
των
δύο
αυτών
ρυθμών
σημαίνει
οικονομική
αγραμματοσύνη.
Αυτό
που
ονομάζεται
αγροτική
οικονομία
συμπεριλαμβάνει ουσιαστικά όλους τους κλάδους της βιομηχανίας. Η
ανάπτυξη της βιομηχανίας σε όλες τις χώρες και πάντοτε συντελείτο
βάσει της ελάττωσης του ειδικού βάρους της γεωργίας. Είναι αρκετό να
υπενθυμίσουμε πως η παραγωγή της μεταλλουργίας στις Ηνωμένες
Πολιτείες ισούται σχεδόν με την παραγωγή των φάρμερ της στιγμή που
σε ’μας είναι 18 φορές μικρότερη από την γεωργία. Αυτό δείχνει ότι παρά
τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης των τελευταίων ετών η βιομηχανία μας
δεν έχει ακόμα εξέλθει από την περίοδο της παιδικής της ηλικίας. Για να
ξεπεράσει την αντίθεση μεταξύ της πόλης και του χωριού που είναι
αποτέλεσμα της αστικής ανάπτυξης η σοβιετική βιομηχανία πρέπει
προηγουμένως να ξεπεράσει την γεωργία σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’
ότι στην καπιταλιστική Ρωσία. Η τωρινή διάσταση μεταξύ της κρατικής
βιομηχανίας και της γεωργίας εμφανίστηκε όχι από το ότι η βιομηχανία
έχει κατά πολύ ξεπεράσει την γεωργία – η πρωτοποριακή θέση της
βιομηχανίας αποτελεί γεγονός παγκόσμιας ιστορικής σημασίας και
απαραίτητο όρο προόδου – αλλά από το ότι η βιομηχανία μας είναι πολύ
αδύναμη, έχει δηλαδή πολύ λίγο αναπτυχθεί ώστε να έχει την δυνατότητα
να υψώσει την γεωργίας έως στο αναγκαίο επίπεδο. Ο στόχος είναι
φυσικά το ξεπέρασμα της αντίθεσης μεταξύ της πόλης και του χωριού. Οι
δρόμοι και οι μέθοδοι όμως του ξεπεράσματος αυτού δεν έχουν τίποτε το
κοινό με την εξίσωση των ρυθμών ανάπτυξης της γεωργίας και της

βιομηχανίας. Αντιθέτως, η μηχανοποίηση της γεωργίας και η
εκβιομηχάνιση μιας σειράς κλάδων της θα συνοδευτούν από την μείωση
του ειδικού βάρους της γεωργίας σαν τέτοιας. Ο ρυθμός της
μηχανοποίησης που μπορούμε να επιτύχουμε προσδιορίζεται από την
παραγωγική ισχύ της βιομηχανίας. Αποφασιστικό κριτήριο για την
κολεκτιβοποίηση είναι όχι το ότι η μεταλλουργία έχει τα τελευταία
χρόνια κατά πολύ αναπτυχθεί, αλλά το ότι κατά κάτοικο του πληθυσμού
αντιστοιχεί
μηδαμινή
ποσότητα
μετάλλου.
Η
ανάπτυξη
της
κολεκτιβοποίησης είναι ισοδύναμη με την ανάπτυξη με την ανάπτυξη της
ίδιας της γεωργίας μονό στο βαθμό που η πρώτη στηρίζεται στην τεχνική
επανάσταση στην παραγωγή. Ο ρυθμός όμως της επανάστασης αυτής
προσδιορίζεται από το τωρινό ειδικό βάρος της βιομηχανίας. Στους
υλικούς πόρους της τελευταίας και όχι στα αφηρημένα στατιστικά μεγέθη
πρέπει να αντιστοιχεί ο ρυθμός της κολεκτιβοποίησης.
Προς όφελος της θεωρητικής σαφήνειας στα άνωθεν πρέπει να
προσθέσουμε πως η εξάλειψη των αντιθέσεων μεταξύ της όλης και του
χωριού, το ανέβασμα δηλαδή της αγροτικής παραγωγής σε ένα
επιστημονικό – βιομηχανικό επίπεδο, θα σημάνει όχι τον θρίαμβο των
τύπων του Μαρξ στην γεωργία όπως φαντάζεται ο Στάλιν, αλλά
αντιθέτως την παύση της θριαμβευτικής τους λειτουργίας στην
βιομηχανία. Και αυτό γιατί η σοσιαλιστική διευρυμένη αναπαραγωγή δεν
θα πραγματοποιείται βάσει των τύπων του «Κεφαλαίου» το κίνητρο των
οποίων είναι το κυνήγι του κέρδους. Όλα αυτά όμως είναι υπερβολικά
δύσκολα για τους Στάλιν – Μολότοφ.
Επαναλαμβάνουμε κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό πως η κολεκτιβοποίηση
είναι πρακτικό καθήκον για το ξεπέρασμα του καπιταλισμού και όχι
θεωρητικό καθήκον για την επέκτασή του. Γι’ αυτό οι τύποι του Μαρξ από
καμία σκοπιά δεν ταιριάζουν εδώ. Οι πρακτικές δυνατότητες της
κολεκτιβοποίησης προσδιορίζονται από την ύπαρξη παραγωγικών και
τεχνικών πόρων για την μεγάλης έκτασης καλλιέργεια της γης και από το
βαθμό ετοιμότητας του αγρότη να περάσει από την ατομική στην
κολεκτιβιστική οικονομία. Σε τελευταία ανάλυση η ετοιμότητα αυτή
προσδιορίζεται επίσης από τους ίδιους υλικούς παράγοντες: μόνο η
αποτελεσματική
κολεκτιβιστική
οικονομία
που
στηρίζεται
την
ανεπτυγμένη τεχνική μπορεί να προσελκύσει τον αγρότη στον σοσιαλισμό.
Ο Στάλιν όμως προτείνει στον αγρότη αντί για τρακτέρ του τύπους του
δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου». Ο αγρότης ωστόσο είναι έντιμος και
δεν αγαπά να συζητά για κάτι που δεν καταλαβαίνει.

Ο Στάλιν ως θεωρητικός. Λ. Τρότσκι

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful