r •

'WRf"*"' ""
ιιί το Τ · ·.; >ς ft
,η "Κ Κυβέρνησης

%...

!».<?. Ρ

'οϊιπάμενος
— •(οτββηττιγράφω»

II
ΤΗΣ
ΚΥΒΕΡΙ
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡ

Ν Α
Υ 1986

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΒΟΤΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ί>3 του Λ' Ψηφίσματος της 6ης Μαρτίου 1986 της ΣΤ
παραγγέλλουμε
όκληρο το κείμενο του Συντάγματος στην Εφημερίδα της
Λ' Ψήφισμα της 6ης Μαρτίου 1986 της ΣΤ' Αναθεωρητική
Οηκε στο Φ.Ε.Κ. 22 Α'/12.3.1986 που έχει ως εξής :

ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΑΑΑΑΟΣ
ΕΙς τό όνομα της Άγιας
Ή

και 'Ομοουσίου

Ε' Άναϋεωρητική

και 'Αδιαιρέτου

Βουλή χων

Τριάδος

Ελλήνων

Ψ η φ ί ζ ε ι

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
Βασικοί! διατάξεις .
ΤΜΗΜΑ Α'
ρφή xoG πολιτ€ύματος
"Αρθρον 1
ευμα της Ελλάδος είναι Προε3ουλευτική Δημοκρατία.
-οΰ πολιτεύματος είναι ή λαϊκή

2. Ή Ελλάς, άκολοι
γνωρίσεως κανόνας του
διώκει την έμπέδωσιν τη
νης, ώς και τήν άνάπτυξ
μεταξύ των λαών και τι
ΤΜΗ
Σχέσίις ίκκλησι

"ΛρΟρ
1. 'Επικρατούσα Οργ
'. έξουσίαι πηγάζουν έκ τοϋ Λαοϋ ή της Ανατολικής OpOc
> αύτοΰ και τοϋ "Εθνους, άσκοϋν- κλησίας. Ή 'Ορθόδοξος
κεφαλήν γνωρίζουσα τό'
>όπον ορίζει τό Σύνταγμα.
Χριστόν, υπάρχει άναποσ
"ΛρΟοον 2
τικώς μετά της έν Κ ων
V-,! Λ Trnnrr-rnnlri. τ/ίζ άξί^ς Τθ5 και πάσης άλλης όμοδόξου

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ

Ό Γερ. Κακλαμάνης έγεννήθηκε
στην Santa Maura τών 'Ιονίων Νήσων. Έφοίτησε σε Παν/μια γιά τήν
σπουδή τών Μαθηματικών καί 'Οντολογικής Φιλοσοφίας. Τά ύπόλοιπα πού αυτοί οι κλάδοι απαιτούν,
προσπάθησε νά συμπληρώση καθ'
«εξιν άποδεικτικήν» έν τω μέτρω τών
δυνατοτήτων του δι' αύτοδιδαχής.
Και τα συμπληρώνει ακόμη. 'Από
τοϋ 1968, μέ μιάν μικρή διακοπή κατά
τήν περίοδο τών Συνταγματαρχών, ζή
στό 'Εξωτερικό. Ή σχέση του μέ τήν
'Ελλάδα είναι φυσιολογική, ήγουν υφής συγγραφικής καί λογικής.
'Από τά εργα του κυκλοφορούν επίσης: «'Επί τής Δομής τοϋ Νεοελληνικού Κράτους» (β' έκδ., 1990, «'Εκδόσεις τοϋ Εικοστού Πρώτου») καί
«Ή 'Ανατολική Μεσόγειος ώς Ευρωπαϊκή Ιστορία».

Η

ΕΛΛΑΣ
ΩΣ

ΚΡΑΤΟΣ ,
ΔΙΚΑΙΟΥ

Λ
V• ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ι rr-f

1 ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ

ι

ΠΡΟ ΟΙΜΙΟΝ
«Ήμεϊς ζητοϋμεν έν τη 'Ιστορία ιδέας περιεκτικός,
ούχί δέ όχλον ονομάτων»
ΣΠ. ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ

"Αρα ούχί καί δχλον έννοιών...
Τό κείμενο τούτου τοϋ βιβλίου δεν είναι κείμενο θεωρητικών αναζητήσεων. Είναι ένα άπλό κείμενο παρουσιάσεως κάποιας είκόνος καί Spa
Αποτέλεσμα μιας σύντομης γραφής. Κανονικά δεν θά έπρεπε νά ύπάρχη
καμμιά βιβλιογραφική παραπομπή σ' αύτό. "Αν ώς τόσο ή άρχή αυτή δεν
κατέστη δυνατόν νά τηρηθη καί έμφανίζωνται ένιαχοΰ κάποιες παραπομπές
— από βιβλία πού κατά τύχη ν πρόχειρα είχαμε στά χέρια μας καί γιά τόν
λόγον τοϋτο όχι ίσως καί τά καταλληλότερα —, είναι γιατί ή εικόνα των
πραγμάτων μόνο σέ ένα ευρύτερο πλαίσιο θά μπορούσε νά βρή την σημασία της.
Γιά λόγους γενικότερης συνεννόησης δηλαδή.
Σήμερα πού ή Εύρώπη τείνει νά γίνη κάτι περισσότερο άπό την γνωστή
μας έννοια των τριών κρατών, ήταν έπιστεύσαμε ό καιρός νά τεθή τό έρώτημα, κατά πόσον ή εικόνα της 'Ελλάδος ώς κρατικού μορφώματος, δηλαδή αύτό πού θά έδειχνε τοϋτο τό βιβλίο μέ τά στοιχεία του, μπορεί άκόμη
νά συνέχιση νά άποτελή ένα σχήμα ιστορικά αποδεκτό. Τό αν ή έγκληματική φύση της 'Ελλάδος ώς κρατικής ποιότητος είναι, δέν είναι ή καί
πόσο είναι γνωστή στούς κατοίκους τοϋ έλλαδικοϋ χώρου, είναι ένα άνευ
σημασίας έρώτημα, άφοϋ αυτοί έλάχιστα είναι σέ θέση νά πράξουν
ό,τιδήποτε γιά την όποια μεταβολή του. "Αν τό μπορούσαν, αύτό θά έπρεπε
ήδη νά έχη συμβή δυό αιώνες πριν. Συνεπώς, έφ' όσον υφίσταται τό έρώτημα, αύτό υφίσταται γιά όλους τούς άλλους πλήν 'Ελλήνων. Καί αύτοί
είναι όλος ό ένεργώς πολιτικά Ανεπτυγμένος σήμερα κόσμος. Αυτός ό
κόσμος γνωρίζει πρό πολλού, δτι όταν τά ανθρώπινα δικαιώματα καταστρατηγούνται κάπου, τότε καταστρατηγούνται γενικά. Ή ύπαρξη τών
7

StsOv&v opyavian&v avm (pavspavei fj TEIVEI vd fmoSqXaari tovM%imov.
To npoft^Tifta nKeov elvai, mag finopei vd djroS£i%0fj ij K
T&V dvdptomvcav SiKaiafidTav. Elvat apaye (rj-rrj^ta sfvtsipiicd
Siamarovfisvo, usacp fit] sid.oy&v n.%. mi npa^iKoxrujiaKo
lOTOplK&V SeSoflSVlOV KOI dsCOpTJTIICfjC.

dnoSEl^SOg; AVTTJ SljAoStj

f) KOTO-

arpaTTJyTjat) dvrfai TO voijfid njg adv KOTdaraaij fj adv e^aipear]; JJ&g
6pi£ovrai siSuccoTEpa TU «avdpd>mva 8ucaid>naTa» via fiid vjispxpEOi^evri
mi neiv&aa xdpa TOV Tpi'mv Koaftov Xoyov %dptv; 'H swoia «AmioKpaTIO» sivai adv TJJV Ewoia«'IaTpiKfj»: scpapiiot^ETai sni (pvaiokoviK&v KOTUardaEwv. "Orav £%T] mveiq vd KOVT; ps <pvatKd mKonManam, TOTS ij
im.KXr}ai] iatpiK&v Kavovav Bev elvai fiovo ^idTairj KOI imtdvSwr], dMd
mi avvEtSrjTij TaapActTavia. Kaiff 'EKKdSa, §vawx&g, sivat eva iaropiKo
Td aroi%£ia TOV napovro/; BiBMov aKonovv vd Ssi^ovv dKpiB&g TOVTO:
on vno oiovdijnoTE KaQsarox; mi ditoisaSfjnoTE avv&fJKsg, f\ vnoaraar] Tfji; 'EkMSog napa^isvei svaq nrjxavianog SiapKovc. KOIVIOVIKOV EYKhtlflCtTOC..

KaiEVW fl KV^EpVTjTlKJJ

OVfJfJSTOXIj

TtokK&V fllKp&V

KOfJfjdTMV

6d unopovas vd peiticr] TTJV EYtdrjfiaTiKOTiiTa TOV eXKt]viKov KaQsar&toq
(TdniKpd KOflMiTa, ajuEaa £^aprd>n£va ano TIJV yrijyo TOV i/fT)<po<p6pov, 6d
sfyav kayovq vd TOV npoaE^ovv Kai'vd^ijv TOV dyvofjaovv KOTO TTJ SidpKSia Tfjg TETpaETiac,, dx; siOiarai...), w \iovo nov dxovue slvai ij £^aa(pdliai]
Tfjg «KvBspvr)TiKfi<; n^£io\i/r](pia<;» via TTJV «acoTnpt'a» TOV Tonov!... 'AkM
KvBspvrjTiKEg nteio\i/ri<pieg aTijv 'EKMda fmfjp^av KOT ' s&xijv. Kaiftdltara, av aK£<p0ovns TO nETanoteniKd Ka6sar6g T&V Buov KOI voQswv, a%£86v%a)pi<; mvevav E^EY%O. IlapaTrjpovf^ ofuoc; ttrnfuadv ai&va T(6pa, on
avT£(; oyi fiovov 8sv USaaav Kdnow iaropuco djtOTElsa^ta, dAAd fJ£%pic;
ctVTij TIJV ariynfj SEV enayav vd dSijyovv TOV wno and Kptai} ae Kpiarj. Oi
«n^£io\i/rj<pi£g»... AUTO nov mvsvac, nohnKog SEV 9d f/Tav SiaTsOEifiEvog vd
'nfj amvg \inj<pO(p6povg TOV Eivai dKpiB&g 6,n nporiOetai vd dnoSEi'^rj TO
BiBMo TOVTO: on TO npoBkrma SEV BpioKETai arig «nA£ioij/iig>i£C,» KOI TO
«£KXo~fim npoypdfinctTa», aXM anjv SimiaKij vnoaraari TOV ^Ir/viKov
Kpdmvg. Kai'av f/ So^irf TOV &ATJVIKOV SIKUIOV elvai TETOIU, SOTE vd i%aapafa'fy Tig «rtfaio\i/ri(pi£g» aTijv BovAij (TdBaOvrEoa iaropim ahia 6d m
iSovftE aro KEifisvo Tov BiBMov), Eivai dKpiB&g yi ' amov TOV hoyo nov TO
mOs Kon^a £p%6n£vo anjv E^ovaia KUI vnoKEifjsvo aTijv vofioOsaia avTfi
elvai fiadijfiaTiKcag vno%p£6)fi£vo vd tcdvt) TO iSia fis TO npoijyovfjEvo. 'AnoTE^sa^ia, amo dxpiBag nov mojEVEi anonr/pag oKog 6 E^ijviKdg kaog,
%a>pig KaQokov vd Kdvrj M6og anjv npd^tj: nag oKa TO Ko^iftaTa elvai TO
1810... 'H dvan<piaBrjnin] avnj aXfjBsia dyeiketai aro yeyovog, on f) EKO-

GTOTS BovA.fi dnorcdpETai and TOV had neaqt Tfjg StotKijoyg — Smog afar]
m0op%£rai and TIJV vo^oQema —, SOTS TsXiK&g vd ^sTaftd^XsTai as GVvrexvia eni jtoviftou fidoecog. "Exacts SrjAaSij cmjv 'EAMSa nidv avvsyr\ SiKTOTopia, fj onoia ank&g Kcdvnrsi TJJV (pvarj rrfg fisatp T&V
wniK&v «£Kkoya>v». Movsg oistdoysg dig GKTjvodsnjfta OEV dpicovv fls/fata,
yidvd xapatcrripiaovv sva mOsGrag (og A rjfiOKparia. 'EacoTspiKsg tidoyeg
EXOVV oAar ra oloKlr/panKd mfam&m. AVTO nov yapcnctiqpi&i TIJV STJg, slvai 6 KaO ' rjftepav a^isaog KOI
Stofia]o7)g psaa Tfjg vofioQeaiag. Elvai avro nov us
ailo ovojua hepe «dv9p6mva 8iKam^iam» fj «SiKaia>naTa TOV noMrt)»... 'H
sXXr\viKt} vojjofaai'a slvai Sfuog TETOIU, SOTS dicpifi&g vd fynoStfr] tcaimTd
npa^iv vd dnayopsvq amo TO npayna. Uoid slvai r) iSsa nov EXOVV OAOI
oi "EMrjvEg nspi sUrjviKov Kpdmvg mi StoiKijascog, Ssv xpsidfsTai vd
. Eivai o^uag dnapaiTTfTo vd ovfinATjpwacofis, on oi Sitcaorsg auid id
TO j^epovv. 'Hsvdvvrj SrikaSrj Ssvpapvvsi ftovo wvg nokmKovgavmi K&nov aKkov orrjpi^ovrat. 'H 'EKKdSa sivai ij fiovrf x®P<x, onov TO
dvs^dpTTjTov Tfjg Aimioavvrig (and TIJV asKTEfaanKfj s%ovaia») sivai TUVTOOTjfiov HE TO dvs^eXejKTov T&V SiKaarrjpicov. 'E% ov KOI 6 xapaiaripiofiog Tfjg AiKaioavvrig <ag «Kdorpov» (swoshai (Ssfkua dnopOrfTov mi ddianspaarov...)!!! 'AIM yvapi&HE tpvaim on ia npayiaam Ssv finopovv
vd sivai ETOI. 'H SiotKr/niaj dvE^ap-njat'a Tfjg Aimioovvrig mQoKov Ssv
TO KOIVCWIKOK; dvs!;sksyKTOv avrfjg, dlhd TO dtcpifiaJg dvridsm. 'O
TWV SimaT&v dnayopsvsTai vd yivsTai and mvg vnovpyovg KOI
sg, SIOTI svanoKEiTai orfjv nvsv^anKfj s^ovoia, SrihaSr] arf]v oiavorfari mOs Xaov. Td napaSst'y^aTa mvZoka mi TOV NToaroyiscpaKV elvai
dpKETd ytd vdfjag vnsvdv^iiaovv TO npayfia. Kai^pvo rd ysyovog on arrjv
'EXMda jusTanoASftucd unfjpg'av Sfcsg TspaTOvpyfyaTa x^P^ K&v fyvo$
qxovfjg [uag SiavdrjoTjg (mQriyriT&v, aKaor\^aiK&v, slsvOspav Siavoovfisva>v K.hn.), sivai dicpiflcog f) dnoSsi^T) o~s nowg ovvOfJKsg fisaa fanoupysi
f\ Aimioavvri KOI yian avTfj sivai fts%pt OTJfispa... «mcrtpo»!
KdOs SX'ko ftsfiaia napd o s2syxog Tfjg AiKaioovvrjg «vofiiKsg yvd>o~£ig»
dnaiTEr EKEI nov «dnaiwvvrai» Tsroisg «yv(basig» sivai siSim arig KOIVCOviKsg SiKraTopisg, onov mifj 'EAMSa vndysTai. To av^iid syKvog yvvaim
nov OKOWVEI TO natSiTJjg TsAfj vno Tig avvdfjKsg tpvaiokoyiKov dvdpcanov
KUTU TTJV SidpKsia Tfjg syicv{ioo~vvtig, &GTE vd Simo-Ofj /us mvg avvijOstg
vopovg — £pd)TT]fia nov eOscs o NToaroyiEcpma) icdnoTE —, Ssv sivai sp<a«vo/uiKd)v yvd>as6)v»...
To ds^a nov npoanaOovfts vd OSGCOHE ps TO tcsifjsvo TOVTO elvai, KOTO

noaov auTJj f\ TO^JJ npay^diav, unopei vd
peaa OTJJV (rryiEpivjj SidTa^Jj TOV Koanov. KoivcoviKsg KaiiaropiKEg EpfJJjvsvasig TCOV vnapxovrcov npayftdTCOv ext%siptfaafte as &Ma ftiftAfa nag • s8&
fjag £<pdvT]K£ on fUEpim and amd snpsne vd id s&maaiiE nohriKdytepa
Kdncog. Kai mvro, fis^aia, sE, airiag T&V ami%£icov nov «EWXE» vd £%a)/j£
ard %£pia juag — ami%£ia mid naaav mOavoujTa iiovaBim...
'O avyypa<p£ag TOVTCOV T&V ypa^Sv vndyemi dg TJJV Karjjyopi'av T&V
avOpanmv EKSWCW nov §EV mTdXaffav nms mvg n' da 'nfj «"EMijv», «"E6vog», «F£vog», «P(Dnrjoovvr]» K.Xn. Tonovo nov mM tcaTdhajk Eivai, on
ttovyuog amd TO npdynaTa mnoiav vnonrri mmaraaT] ipnaiynov ivsfyav
yid oaovg £TV%aiv£ vd ra xprjoifionotouv mivd TO tntKakovvrai. 'E/uraiynpog mvg akkovg SqAaSij. 'YnayonEvog 6 ISiog aefitdv Sidoraor] TOV
aro Tslog vd «dvaKcdvy/ij», on amd TO npdjuaia SEV ffaav
OT£pT]fi£va niag ioropiicfjg cnj^aaiag, on vmjp^av efupopra voij^aTog end
napeXQov, SEV unopovcE o^uog vd TO svromarj (hg C,&a£q npay^aTiKdrrjTsg
end nXaiata TOV avyKEKpifisvov VEOE^TIVIKOV Kpdmvg. 'EKEI nov Eptene
ftapvTaTr] n/V armada mvg r]rav am dtoiiajnKd avufoka TOV Kpdmvg:
a(ppayi8eg T&V Srj^toaicov umjpfatSv, arspEowna nwxuov, 0%ijfiaTa SiaftoTijpicov, arovg £i%a>vovg aToZvvrayna, arig aroMg T&V arpaTJjyav KOI T&V
opydvcov tfjg «rd^£(og». 'Honomrf mm] KaTdaraari rfjg npaynanKOTTjTog
mv S6ijff£ npog m fii/iMa. Ti aXXo unopei vd ^rjytjoT; arov avdpcono av
TO oaa fikEnr] yvpo) TOV dvat aaxrrd, av ft^smj aaxnd fj XaQsiiEva; Td
OfyaTa o^uog Tfjg SiSaxfjg r\ vndyovrai dtg yvfomov arig paKpoxpoviEg SiaSimateg T&V dvEnaiaO^Tcav Soasmv (Oi dpxaioi TOVTT] TJJV
aiyavrj Kai avenaiaQt]Tr\ TJJV £^£<ppa^av HE TO Oa^ianKO pf^ia
«8i8daKa»>. Tsmia Eivai oXa EKEIVU TO pjjfiara TO £K<ppd£ovra SiaSiKaoisg
nov £fi 6 avOpanog %a)pig vd ng KaTaXaftaivrf. "Eva aKKo TETOIO, nokv
avyyEVEg arrjv PKDTIKJJ mv armaaiafiE TO np&m, elval TO «yjipdoKO)»). To
ekkriviKo dficog Kpdmg cog Qe^a avmSiSa%jJg dnaiTEi npovnoOsaEig aicovioTJjmg! 'EnoiiEvo avvsn&g JJTOV vd^aBovv nokMxpovia Efinpayfidmv OXEascog JJE TJJV ElljjvtKjj iSiorijTd mv. To juovo nov E^EVE vd TOV TJJV Qvfu'£jj
JJTOV dnA&g fud TavTOTrjTa Kaisva Sia/ktrrjpio. KaiiSov ij «£Kn^jj^jj»: OTUV
E^jjTJjaE mnoiav sfjnpaKnKCOTEpav a%£OTj HE TJJV E^JJVIKJ] iSio-njTd mv,
aKoXovQ&vcag Evkafliog mvg vojuovg mv E^XrjviKov Kpdmvg Kai
9&vrag marcog ng vnoddgeig Tfjg StoiKJjascog, SiEmai&ae ank&q on...
PCO&JJKE! 'H nspinTcoari Koinov a^s vd {tyfj end
10

"Oaoi moTsvovv on Td Sisffvcog SiaSpajuan^dfiEva SEV s%ow Kafifiia a%sari
HE TTJV 'EhMSa rj on SEV Od s%ovv Kamiid sninrwari a' avnj, niarsvovv
noKv laOsfiEva. 'O koyog slvat anhog: f SisOvrjg Koivcovia ar^spa npoonaOEI vd OsnEXuoari TIJV nskkovaa vnap^ij rrjg as KaTavrdasig nov vd nspiopi^ovv oao TO 8vvaTov TO KOIVCOVIKO ysvSog. IE Kdnoia ftovijumEpa d£fj£Kia nov Od avvrsMaovv as sva ^si^ova /tor6juo KaTav6r\ar]q Kai avvspyaaiag. Kai rnOag phEno^s, npdmara npownrei amr\ anjv nspio%rj Tf]g Evpa>m]g, anjv onoiav f\ dnoTEteieva napcDXTinsvo iaroPIKO axfjua KOI napddsijua KOIVCOVIKOV KaOsar&Tog npog dno<pupjv. Asv
vndp%ovv Koinov KaTaardasig nov SEV dcpopovv arrjv 'EXMda. To npo^rfna sivai, noao avTsg pnopovv vd avvEiSijwnonjdovv Km dno wvnjv njv
fy%d)pia avvEtSTjTonoi'tjarj, iacog, vd npoaxOfj svag ysviKmspoq loyoc. Oi
oifuoysg nspi «s^wOsv Kiv8vv(ov» oncog Kai navrog siSovg «Kiv8vviov», slvai
npoiovra TCOV dvdE^ijvcov. Asv vndpxovv KivSvvoi aXM fiovov iaropiKsg
Kai Spa nohnKsg avayKai6n]TSC,. 'EmSico^r] TOVTOV TOV fiipkiov slvai dKpiftcog vd npoftakr] njv E^TJVIKTJ Svanopcpia as sva jsviKtoTspo nlaiaio
TCOV KCtipcov fiag. Kai TOVTO, amog nov T&ypayE, TO vojiifa vnarrj E&VIKTJ
npoacpopd.
i, 2/Ppio? 1989 — Mdpnoi; 1990.
TEP. S. KAKAAMANHS

11

EIII TOY ©EMATOS
A'
'0 XirXfip, Ttpo^ eVioxoori TOO XaiKio|ioo TOO, £fys dvdyicTi vd 7tpo|kiivn
dTto Kavpoo dq raipov OE OEanams; MpysiE^ £0viKoo HEyaXdoo. '0 K.
IlaTtavSpEou Eorfipv^E TOV SIKO TOO Xai'Kiono OE jiia |xovo XE^TI: Tf|v «'AXXayrj»!
ME TTJV KaTdpyt|or| -rife 6p9oypa(pia<;, £nd9an£ aon'j TTJV XE^TI OTTJV 'EXXdSa vd Tf|V ypdcpcons HE Eva X, yid vd KaTaXfj^conE EV TsXsi (IE diacb...
oi EKXoyE? OTTJV 'EXXdSa, Kai f| TtoXiTiiai EiSiKMTspa, f|Tav jcdvra
KUT' £^o%fiv 6peoypa(piaq — Sv 6xt novo Kai dicoKXEioriKd
6p0oypa(pia<;. "On OUCOQ jiia Kai jiovti XE^T] ^ornpi^E im. 6KT(& xpovia §va
6X6icXtipo KaSEorcbi;, Elvai Eva yEyovoi; TOO SmpaXXa vr\v xpefa Kditoicov
dvaXooEwv. "Oxi Jiovo yid TO Jtooo i8EoXoyiKd dvE^oSri OJrfjp^E dvEKaOsv
f| TtoXiTiKfj OTTJV 'EXXdSa. Tooo dvE^oSt), ndXiora, SOTE md KOVEVOI; OTOV
KOOJIO — OUTE KOV KI aoToi oi iSioi oi "EXXr|V£i; — vd doxoXfJTai n ' auTfjv.
2Tf|V TCOXlTlKTJ OOV£l8T|OT| Tfj^ OOyXPOVTl<; dv6pO)7C6TT|Tai;, f| TCoXlTlKf) 6VTO-

rnq Tfjq 'EXXdSo^ slvai Taor6oT|HT| TOO 6pvi9wvoq dvEyKEqxxXmv TITTIVOIV,
jcoo Elvai dirXfj x<xoon£p£ia vd doxoXfJTai Kavsvaq HE Saorav. "Av Kai yiaTi
Elvai ETOI Td TtpdynaTa Kai av afrrrj f) EraqxivEia Kpopt) SXXs^ Kpioineq
— Kai Kd0£ Ti TO Kpfoino, toq yveooTov, m>\vfipsi vd
800 TO SOVOTOV Kai mo fiyvcooro — , dvai 2va 0£na Ttoo SsV
vd ^ETdomnE £8ro. Irmaoia EXEI OTI f| 'EXXdSa
6Xoox£pffl? duo Tiq OTiootinEKboEii; nfc ooYXPOvr|5 ioTopiag.
OTrfjp^E TO vorma TTJI; «EXE00£pia9> Kai rfj^ «8T)noKpaTiaQ» TCOU
SiaKripuKTiKcoQ vd Tf]<; ^aa^aXiori TO «56yna Tpoonav»: f) E^acpdviari dno
TOO lOTOplKOO 7tpOOKT|vioO. Mid «£X£o6£pfa» 6noXoyOO(l£V(fl(; ^T|X£OTf| OOO

Kai (paivonEviKd dv£^o8T|...
K. IlaTtavSpEoo SEV Eivai (paoioTa<;, ortfjp^E 5\uiK, dKpaupvrji;
. Elnt: «40vncf| dvE^ap-crioia Kai oooiaXiono9>. Kai SEV ai13

Tf|v dvdyKT] vd opimi OUTS TO §va OUTE TO SXXo, dcpou afad &q
ow0T]p.aTa uJtdpxouv novi^co^ auyKExuiiEVa KOI dopiora orrjv ow£i8n,oT|
oXrov TOW TpiTOKoaniK(5v KaTaitiEoiiEvcov. "On TEXiKax; TOUTO TO cn5v9t|na
Tfj<; d6piorn<; «£0vaicfte dv££apTT|oaa9> ETCTIPKEOE ax; dSidXEurrcx; cpopsu?
Hia<; 6KTdxpovn,<; KomiaTucife iSfioXoyiai;, SEV uTtops! vd or|naivr| napd on
oi KdToiKot TOU orijiEpivoO £XXa8iKou xcbpou EXdxiora aiaOdvovrai vd dTtoXaupdvouv TO dyaGov T\\C, «8T)noKpaTia9> TOU SUTIKOU KOOHOU, EXdxiora
aioOdvovrat IOOHETOXOI aro «£upa)JcaiK6v i8£58£9> TOU rtapovroi; Kai TOU
c;, on aura TO TtpdynaTa §M%iora mvq EyyiCouv. "On 8r|A,a8fj
6d JmOunouaav vd i^aouv x®Pi? a^td. 'O K. riaroxv8p£ou £6£(0«xapionaTiK05 f|y£TT|9> oxi ytan' EoupE TOV A.ao, dXM yiari ^aupOr)K£ dra> TOV Xao. 'E7i£i8r| 8^X081! ok£id>0TiK£ djtXS^ auro Ttou fj|£p£ vd
ditOTEXii 7taTpoJtapa86T(05 TTJV KOIVT] Kai (Ja0UTaTTi ouvEiSTicm, TOU K6anou.
"On TEX.IKOX; f^ CTUV£i'8TioTi autT] EXEI dK6nTi EupXT^d TTI^ TO <«paKi6Xiov»
TOU AOUKO Norapa, dvai \ii& itoXu EUTUXTI? Siajtioraxni. 'H 6jtoia, &Kpi$&q
JjiEiSti ^EppdoOr] Sid TOU K. Ilajtav8p£ou, \iat; JICITPETOI TOV iSiov vd TOV
KaTaTd^cojiE JIETO^U TMV HEyaXuTEpaiv EXXrjvcov TtoXuiKav. '0 K. ITajcavSpEou, ouvEnroq SE"V slvai avOpoJio? uXiKO^ dXXd Evvoia. Mid ?woia Jtou
0 ' draxiTTJcni Kdjtoi£<; yfiviKraTspEg ouyxpovsi; dvaq>op&;, yid vd SiEUKpiviaOfj ICTCO Kai oroixEicoSoK; TO vormd rr]£.
'O BEVI^XOI; ujrfjp^E 1s! nT]8£Vucr| itoXiniai TIOIOTTII; TOU v^ou EXXriviofiou,
EVaq jiEya? noXmKoq EUVOUXO^, Jtou ^KaTd<p£pE (HE TOV Iva Tpono fj TOV
fiXXov — oi «aitioXoyi£9> uitdpxouv Jtavra fi(p0ov£? arii; ioropfeg TWV uitavaitruKTCov...) vd auyKEvrpcboTi oXov TOV EXXr)vion6 arr^v 'AGriva. A^TO
f|Tav TfiXiKd TO dicoTEXfiona Tfji; 'EXXdSoq «Tft)v 860 T^itEipov Kai t&v JIEVTE
0aXaood)v» Kai yi ' a^To TOV E%OUV ayaXfia vd TOV npooicuvavE, auroi Jtou
E^Eppi^cooE, atfiv itXaTEia 'ApioroT^Xou^ T\\C, ©EO/viKTi^. '0 K. IlajtavSpEou EKXTi&riKE djto rrjv Motpa vd jtpd^T) TO aKpifJak; dvri0ETo: vd npoo8(boTi OTOV ouyxpovo EXXriviano TT]V x^vr) TOU ioTopucrj xpTioinoTHTa,
TTIV TOOO ETtsiyouoa crquspa yid oXou^ — "EXXr)V£i; Kai \vf\. 'AlXd Kai ano
Hidv aXXt|v &no\\n\E 6 K. ITajtavSpEou HE rf\v TCEpiTtraxiTJ TOU ?va
UTtarov SiSay^a: on oi rcoXinKoi Jtou «8fiv EKT£Xouv» Elvai TtoXu xpT)o-in<»TEpoi ori|i£pa djto auroui; itou «dKT£Xouv» Kai rtou KpaTouv ETOI TTIV y£\ajtoXiTiKT] KaTdoTaor) OTO ETtiTtESo Tfjg oTanK6Tt]Ta<; Kai TWV dOsTpoitfflv — aiudc, 0d iSou^ OTTIV ODVEXEIK — , arEpfivrai; THV dn6
Kai YEwalsi; XUOEI^. Ilou uitdpxouv.
Eivai jtoXu m0avov on oi avOpamoi OTO nsXXov 8sv 0d juXouv itXEOV itEpi
«jtoXiTiKO)v auoTT]ndTcov», dXXd novo itspi AtinoKparia^. Ilspi
14

iia^ o^ax; 8uo dScov: Tiepi ifj<; ArmoKpaTiai; EKEM^, OTCOU 9d jinopfj KOVEU;
vd ^Kcppd^siai £XEU0£pa, dKOfrn Kai rtapaXoyi^onEvos, KOI rcEpi rf\q ATJUOKpariac; iK£ivr\q, OTCOU SEV Oaxr) KOV TO Sucaicojia vd arapteTai, vd HE"VT|
Kai avsKcppaaroi;, KI OKJTOCTO vd ujto%p£ouTai vd EKSriXcovETai
TCOU £fj OE «£X£u9£pia»... 'H TaxuTatri dXXayn K\i\imcx; TGW
5i£9vcov OXEOECOV raid TTJV TEXEOiaia ipiETia OUVETE^OE CJTTJV ditoaacpiivicrr| dpKEifflv dno id dKpucix; ^KCpEpijiEva voiinata rfji; ^noxfji; ^05. "Eva
dito auid 7t.%. Eivai f| sworn (apuoi; Koa|K>9>. St^nEpa ^EpojiE on SEV
uraxpxEi Eva^ YEVIKW^ Kai dopiara^ TETOVOI; K6a\ux,, dA,Xd («i8EoXoyiKW9>)
5uo Kai auyKEKpinEvoi: Eva? oopiEtiKoq Ka( Eva^ dTXavrucoq. Kai JtaparnpoojiE, STI £711 TOO Jiapovroq oi jiovoi rou nitopoOv vd EKtppd^mvrai Kai vd
EVEpyoOv ^XeuOspa slvai oi XaoTtiieq TOO oopiETiKoO Tpiiou K6onou. To 6,u
(ijtopouv vd rtpopdXXouv odv «aitiinata» KOTO TcoXo JiapdXoyEi; awaiaOr]T(ov dnaiTTJaEii;, SEV (pav£pa>v£i jiovo TO jiETpo SXEuGepiai; TOW JIETOO dvaToXiKoO KOOHOU, dXJid KatapyEi ISiaitEpa 7toXXou<;
djto TOU^ npoitayavSiotiKoo? nu0ou? TOU napEXOovTog TOO SUTIKOU jiaq i\Hio(paipiou, Jtou ^7tX.Tip(&0TiKav HE ditEpavro S|o5o YEVEMV SIOVOOUHEVCOV.
Oi KatajtiEan^voi, OTOV aioflavGoOv ^XEuOspoi, jtpop\iXXouv
<puo£(o$ ainijiaTa TOU Tikou «vco|i{-7[ai5£ia4XEo9Epia» Kai SEV
jtoiouv ouvaiaflrinaTiKfii; <puo£ox; 9inaTa OE dvujtoxcopTiTEq dnaitiioEi^ £JIEIyouariq Hoptpfji;. TETOIO JtpdynaTa KaOoXoo SEV npoSiSouv sva JtapEX96v
KaTajii£OT|i; (TOuXdxiorov TipoaqxxTou). Td orEvd SOvucioriKfji; cpuoEax; 0^HOTa, OE iva ordSio Tf)g iaropiaq nou slvai UTIOXPECOHEVTI vd KivfJTai HEOCO
uTOp£9viKG>v dpyavianc&v Kai vorjudTcov, E!VOI OsjiaTa awaioOrinaTiKfii; u<pfjq Kai (ppiKTd SdynaTa TtoXuiKfji; uJtavaicTO^Eco?. Elvai odv v" djtauoi5aav oi atijiEpivoi EXXrjVEi; vd dvaKt|pux9fi TO EiKdyo £XXt|viicn ^JtiKpdT
^ouv a' OUTO 7 EKOT. £XXr|viKfj<; KaTayaryfi^! Kdnax; feroi, T
, Elvai Kai oi dTtaiT^OEii; TCOV dpusvicov aniv Zap. "Evcoor|. 'ATCOU SEV pXdjtrouv TO 1810 TO votma TWV nETappuOnicrccov EKEI,
XfiiTOUpyouv ysviKmTEpa Kai £15 Pdpoq TTJI; AUOTJ^, dcpou duo rnv
v EV X6ya> HETappuOjiioEmv E^apTaTai f| XUOTJ TMV dTOiptov itpopXrindTov nou Papuvouv TTJV SUTIKTJ rtoXiTiKt|. Elvai ormacboEax; g^iov, OTI
TO 7tapaTT|poun£va OTOV oof. Tpuov KOOHO 7tpo£ia)V|«xv JIE TipcoTopouXiEi;
TCOU IX^cpOrioav £K TMV avco. 'H i!5ia 8t|X. f| f]y£oia EKdXsoE TOV TpvtodpjiEvio Kai TOV d^EpnTtaiT^avo vd E^iatoOfj HE TOV Eupcorauov
T) OT11V TtoXlUKTI OUHJiETOXTI T<&V HETttppuOnioECOV. 'AXXd aUTOi

£H7to8i^ovrai vd iSouv ord iSsoXoyrinaTa Tr\c, SOvucfji; TCOV iaropiai; — Ka9'
8 TcpcbT|v 60<»naviK£5 «fiKp£9> — TO £HJt68io TTJI; TtoXiTiKfji; TWV x£ipatp£TT|or|q. IIou m9av6v Kai vd pf\v lodq %p£id^ETai, d<pou E%OUV oXa Td TtpopXr^15

TOUC. Xun^va... ITTJV Oswpia {JEfkiia 8X01 oi Xaoi, oXa TO Kpatri mi
KupEpvfjaEic. slvai Jtdvra auncpovsc.. DTTIV npafy] slvai itou TO npdynaTa 8ia<p£pouv (PX. n.%. V. Katamidze: «Les rencontres de Bakou»,
1987).
Td ItpdynaTa OTOV SUTIKOV Tpvrov Koono, dvri0£Ta, EXOUV TTJV nop?1! £iSuXXiaKou dv00Kt|Ttiou. lT6v KOOJIO aurov, it£8io EVOC. dSiordicrou ditouaoKpaTiKou TiapEXOovTOc,, 57tou TO Ko\ip6.naa\ia TWV Xamv KOI oi
yEVOKTOvfei; 6jrfjp^av TO nova drcoSfiKTa nsoa «6\jrnXf|^» jtoXiTiKfj^,
oi TtdvTEC vd Eunovpouv OE KaTdoraoT) nkr\po\x, icapa8Eioou. Touir) f| sipf\vr\u TOU SuTiKou TpiTou Koonou 8£v nicopfii Ttapd Koitoia
TtoXu EVOXTI KOTdoTaoT| vd Kpup^ OTO paoiXfiio TT\C, SuTucfjc. n^ AavinapKOI §va Ev8£iKTiKo n£iov£KTTina OK, npoc, TOV dvaToXiKov: 5n tv& 6
, auroi; iinopci vd OETT) ini Tdjrr|TOi; TO onoia 7tpopXf|naTd TOU,
Xfflpi'c. auro vd TO voni?T) fa, KivSuvo auTOKaTaXuoEco^ TOU, 6 Sumoc. supvOKETOI ujtoxp£(on£voi; vd Ttpoona&fj SiapKM^ vd dvaitapdyr) TO i!5ia ndvra
TtoXiTiKd TOU 8£8on£va. M^ noio UTtEpnETpo KOOTCK;, 9d TO iSoun£ mo KOTO).
"Oooi OTIQ TpExouosq JcoXiTiKEq 5ianopq>d)OEii; TOU dvaroXiKou Koonou
PXETCOUV Kajcoiav «fJTra», pXfijtouv (Jspaia TtoXu KOKO. Turn 6 n£ ioropiKd
KpiTi^pia TToXmicd nsiovEKTfiv filvat f) 'AnEpiKTJ Kai oxi f) Paxjoia. Ti]v
XpovoXoyiKtj dpxrj TWV TtpayndTov TtpEJtEl vd TTJV T07to0£Tiioci)|i£ or6 ETOI;
1963, OTCOU KOTO d)pian£vom; ouYypaq>£i5 (W. G. Grewe) ormEwovErai n£ Td
ysyovoTa Tfjg Koupou; TO TEXoc. TOU yuxpou TioXsnou (PX. Gorres-Gesel.
(Hsg): «Staatslexikon», lr\, Ton. 4, sp. 251 K.E.). 'Ami tfjv fiXXr| nspid,
TOV ISiov auTov Kaipo SEV £X£i\|/av E^EXOUOEC. TtvEunatiKE^ 6vTOTT|T£i;, oitra^
6 P. Baran, Ttou dmESEiicvuav, oiovsi na9r|n<mK(5c., on f\i TOU \|/uXpou TtoXsnou KOI oi n£0o8o( TOU fJTav KOT ' ouoiav TtoXuiKi] ioropiKou
d8i£^68ou (PX. P. Baran: «Unterdruckung und Fortschritt», 1970). 'H rtoXiTIKTJ aurt] §EV dvai Kdrtoio dvayKato yEyovo^, Ttou 7ipo£KU\|re \i£i& TOV
TtoXEnO X6y(p TOU «OOPI£TIKOU ^Tt£KTaTtOnOU», 8TKO^ OUVTJ0COC, OEpPtpETai.

"H8r| n^aa oTd npdka xpovia TOU TtoXfinou (1942), 6 J. A. Schumpeter
£ypa(p£: «Mid TETOIO (n£TaitoX£niicri) SidTa^r] TOU Koonou, 6nou oi OKOTIOI
KOI TO ouncpEpovra TMV aXXrov Xaffiv TOOO novo 0d nstpoOoav, ooo 0d
nTtopouoav vd KaTavoTi0ouv Kai vd Xr](p0ouv un' o\|ni OTIO tity 'An£piicT),
novo ns td OTtXa 0d n^opouoE vd Ka0i8pu0fj Kai novo CMIO TT)v
£Toin6TT|Ta XPI01^7101'1!01!? TH? P*o? T^v oitXwv 0d ntopouoE vd
0fj» (PX. «Kapitalismus, Sozialismus und Demokratie», 6ri EK8. 1987, osX.
482). 'Ev TtpoKEinEvw, SriXaSi], KOI f| 'An£piKf| n£TOtoX£niKd SEV EKanfi
TIIIOT' aXXo, Ttapd vd OUVEXIOTI TTJV KXaoaiKTJ EupwitaiKTi TtoXiTiiai Ttou
16

d)8rjyTia£ teXiKd oro KonndTiaouot rife EupcmTicj: vd optij] TO «£9vuc6» rncj
oun<pspov Kaid TO 8oKoOv KOI oiraov KOI Kd9s dvdXoyr) dmavrnoT] SXXcov
Xaaw vd rnv Pa(pri£r| £0vuc6 TTJCJ «Kiv8uvo». Fid TTJV voniHOTtovncni TTJI;
TCtKTiKfjcj amf\c, Tf\q £%p£ia£6T<xv (puoira Evacj dvruiaXoq...
Bepaia f| 'AnepiK^ eniwxe HETartoXeniKd K<m TO E|aip6TtKd anouSaio:
vd pydXr) TOUCJ supcoKaiouq dno TVjv ETtapxiaKfj TtoIiTHcrj TOUI; vooTpoma KOI
vd oTaOspoTtoifjcrn t6v KamTaXiono odv raxYKoanio auortina. AUTO 6\uac,
sytvs HE Eva TEpdoTio KoivwviKo KOOTOI;, KaOcoQ 0d ISoOnE, KOI HE dnspavro
aljia. Kqi novo TOU? Tto^Enom; nou E^EOicaoav (lETanoXEHiKd nsoa ord
TOU SUTIKOU Tpirou KOOHOU vd HETprjor) KOVEIQ, slvai apmo yid
id dxvrj dytiXriyri TWV TipayndTcov. KOTO rf\v inoyfy TOU
JioA.£|iou, oXa Td jtavETtioTfjum TTJ^ AUOECO^ £i%av Ei8iKd TH^jiaTa
i £icaTonnupic)v SoXXapfov) «Totalitarismusforschung». ZTJH£pa TO iSia auTd T|irinaTa XEnoupyouv ax; Tui'juaTa «Terrorismusforschung». Ti 6d Trfj opiiK, Terrorismus; Oi EWOIEI; «TponoKpaTia», «dvriOTaoT|»
(Widerstand), «KpaTiKf| TponoKpaTia» (Staatsterrorismus) KOI «8iKaieona dVTioTdo£(o<;» (Widerstandsrecht) SEV ETtiSexovrai dvtiKEiHEviKO opiojio, 816TI E^apTfiTai dno Ttoid 67micri ywvia Kptvei KavEiq. To yEyovo^ o\utx; an f\» TfJQ TpOHOKpttTlOi; OTTIpi^ETCU OTOV iSlOV 0£
Eonipi^oTav Kai f| «£p£uva» jrcpi 6k)KXiipo)Tionou, 8riXa8fi OTrjv «£7ti0£TiKornTa» (Aggression) TOU dvGpcbicou, (pavEpmva OTI TO nkaiaia. Tfjg HETaitoicoXiTiKfji; &c, npoc, TOV SUTIKOV Tpnov KOOHO napanEvouv dvaXAEV 6d da%oXTi0oOn£ 48ffi JtapanEpa (is TO 9£(Opr|TiK6 U7t6pa6po TOJV OECOpiwv aurav. 'H O%£TIKTJ pipXioypa(p(a Elvai dTtEpavrri, ysyovoq OTO 6icoiov
OUVETEXEOE Kttl f\J TCaV/HiaKfj EKpTl^T) KUT
TOU '60 — EKpTj^Tl 6<()ElX6n£VT| KOTQ KUplOV X6yO OTTJV OXETIK11

Tfjq Auosox; dito Tiq 8iaoTT]niK£5 £7tiTu%iEq Tfflv oopieTiKffiv (pX. G. Pflug:
«Bibliothek und PoUtik», EI<; Z/Schrift fur Bibliothekswesen und Bibliographic, 35 3. Gang, Heft 3, osX. 239 K.E.)- "Eva djroT£X£a(ia Tfjq £Kpri|r|^ auTfjq
fJTav f) TtXtiOcopticn dvaTrru^T) Trav 8£UT£p£uouor|q (puoEfl)^ £7tioTnnoJv, OTCOX;
f| <Pu%avd>.uoTi KOI f| KoivwvioXoyia, TCOU S8cooav anETpri ipcxpr\ napajtdvco «£p£uv£9>. BaaiKTJ S0r|OT| TOO oooiaX-SappivionoC OTI^ «£p£uv£9>
aM^ I8(oc£ djto TO 1963 KI £8(5 TO K^aoaiKo p\pXio TOU K. Lorenz «T6
£7iovona£6n£vov KOKOVW (Das sogenannte Bose). Mid TtaA-aioTEpr] Variation
TTJQ orinEpivfi^ «Terrorismusforschung» fJTav f) «£psuva rav ouyKpouo£(ov»
(Konfliktsforschung). Kai ETII TT)^ iSiag Hyo-7toXu pdcrnq: 6^1 dvdXuor) TWV
iaropiKfflv TCETtpaynEvtov, Ttou Elvai oi K<XT ' ouoiav aufei; yid TIC; Suvdjia f|
EVEpysia ouyKpouaEicj, dXA.d dvacpopd OTQ KaTd TO SUVUTOV dTipooSiopioTa
17

«\l/uxoAoyiKd» KCU «Koiv(ovaoAoyiKd» CTTOixEia, icou OUTE ouvriyopoCv OUTE
drtoKAEiouv TIC. ovyKpouasic, fiTcopoOv oncoc vd TIC SiKaioAoypoouv KaTd
7l£pl7UTWOT|. 'H TCpaKTlKTJ TTJC ETCiaTJUOU TCOAlTlKTJC Kd0' OAO Olkd TO XPOVUX
Elvai f| TdKTlKfj TWV «OUyKpOUCJ£WV JC£plWpiaH£VT|C. EJIPEAEIOC)). ST^V ' A(ppl-

KT\ 7tapa8£iynan drcd TO '60 Kt £8w ujrfjp^av JiEpiaaoTEpEc duo 25
TETOIEC auvopiaKEC ouyKpouasic. ME TTJV oTiHEpivrj SidAEKTO, 6 dAfSav6c.
Tfj^ TiouyKooAapiai;, 6 iv86^ Tfjg Ipi AdvKa, 6 KoupSoc fj 6 TtaAaiorivioi;
slvai «T£ppopiaT£c;»...
ME Aiya Wyia, TO icupio HEpog Tfjg (lETaTtoAEniicfj^ TtoAuiKfji;
cpiag KOI TTJI; dvriCTToi'xou Ttav/ntaKfjc. EPEUVTII; OTI^V Auor|, Elvai yid TOUC.
TOTCIKOOC, TCOAEJiOUi;, T(^CTUyKpOUOElC,JiETa^U KpaTMV Kttl TTJV Pitt. E ' aUTQ
TCpETCEl Vd TCpOOT£0fj KO1 1] dpXlKT] SuOKOAltt 7tpOOap(XOyfj(; TWV EUpWTiaiKWV
KOlVCOVlCflV ((pOtTT)TlK£(; E^EyEpOEli; K.ATt.) OTtt VEtt SESojIEVa TOO KaTClTaAt-

onou roi; sviaiou ovGTf\\ia.Toq, Jtpay^a TCOU drcaiTOuoE ic^upi^ TrapanEptar)
TWV £0viKwv TOpiopianwv Kai TVjv ^K TOUTou Stmtoupyfa £Kpu9nwv KOIVWVIKWV KaTOCTTdoEWV. 'EVW OflWC. TO SEUTEpa £%OUV aia9T|T(05 U7COY,WpT|CT£l,

TQ rcpwTa 6^1 novo SEV £Aiy6or£\|/av, aAAd £Tcaywb0riKav TCAEOV adv ofova
EpyaAEia TTJI; Simicfjc.
Oi auyKpouoEii; TOIJ Tpuou Koafiou Ttai^ouv ^Epaia §vav 9£H£Aiw§T] poAo
yid TTJV EV yEVEi KaTtiTaAiCTTiKri otKovonia, dcpou drcoTEAoCv oiyoupo ElSoi;
docpaAioTiKwv 5iKA£i8wv wg Jtpoc, Tig 7i^T|9wpiaTiK£g TaaEig TOU TtapavoIKOU «^A£u0£pou dvraywvianou Tfjg dyop&9> TWV UTITPOTOAEWV, £%ouv o^iwc
Km TO ajtouSaio TCO^ITIKO jtpooov vd (ai^v Srmioupyouv OicoxpEWOEig ouyKETtOAlTlKfjg TWV TEXVOAOyiKWi; dVETCTUyHEVWV TtpOC. TOU? |if| T£-

g, 5£8on£vou OTI Ka9fi dvdAoyr) djcaiTTjari TWV TEAEUTCU'WV urcopEi EUKoka vd nETaTpaTtfj OE TtpopXrma SiaKpaTiKwv icai KOIVWVIKCOV auyKpouaswv, Xoycp TWV EOvucfjc. arinaaiag jcpopArmdTwv itou Papuvouv ioTopiKd
OAE<; OX£§OV Tig XWpEC. TOU TplTOU

'H 'A^EpiKi] HETttTcoAEniKwg 6%i novo 8EV EvSia(p£p9r|K£ yid TTIV AUOTJ
jtaAaimv TETOIWV TcpopArmdTwv, dAAd OUTE K&V £up£0TiKE OE 9£or| (9d i8ou^£ yiaTi) vd ^JtoSCoTi TTJV Srinioupyia aXAwv (TC.%. KuTtpog). 'H ujtap^ TWV
TtpopXtindTwv auTwv EVETEIVE ujtEpnETpa TO KAifia TOU \|A)%pou TCOAEHOU,
dcpou oi yEwypafiKoi %wpoi TCOU E^aip£6riKav TWV «aun(pwviwv» TOU SEUTE"pou irayKooniou TCOAEHOU dTOTEXeoav KOIVO dvriK£i(j£vo 8i£K8iiaio£wg TWV
8uo ujiEpSuvdnEwv. Movo KOTU TO SEUTEDO JUDO Tfjg SEKOETIOI; TOU '70,
8T]AaSii OE TCEVTE %p6via fiEoa, OKTW x^pE? — 'AyKOAa, Ai9iO7ti'a, 'Acpya18

vurrdv, NOTIOC ' YEHEVTJ, Mo^anpiioi, Adoq, KaujcoT^T) Kai BvETvdji — Jipoa£%(bpT|cjav OTO aooiaXioruco orpaTOTOSo. Oi imwytec, OUTEC. TOU oooiaXIOTIKOU OTpaTOTtfiSou OTIC, 6id(popE<; x®PGC, TH? "Amo 'AvaToXfjc,, 'AippiKfjc, Kai KEvrpiKfjc, 'AnEpucfjc, dvdyKaoE TOV KajtiTaXiariKo KOOUO vd PUXo0fj vd jipoa8£OT| OTO auoTrma okovonucfix; TIC, ojtouSaioTEpa; TMV xcop&v
TOU TplTOU KOOJiOU Kttl Vtt ETIICTOUOTI TT|V TE/VoXoyiKTl dvdTtTU^fj TOUq.

Eivai Td X.£yon£va «Schwellenlanden>, HETO^U TWV oitoicov TsXEUTaia f| IlopToyaHa.
^U 1960 KOI 1985 TO TCOOOOTO T^C; pio^irixaviKfi^ Trapaycoyfji; TOJV EV
Ei xwpfflv ma TtXaioia Tfjg KcmiTaXiaTiKfjc, Ttapaycoyfji; dvfjXOE dTto
10,1% OE 14,7%. To 64,1% Tfj^ pioixTixavudic, Tiapaycoyfji; oXmv TMV TpuoKoanm&v xcopSv KQTO TO 1980 TtapVJxOTi ano TIEVTE fiovo x^pEg, TWV OTCOICOV
oi SEIKTEI; dvaTtru^Eco^ icpooEyyi^ouv autoui; Tmv dvETnuynEvrov /copSv
(Bpa^dfa, 'ApyEvrivri, N. Kopsa, ME^IKO, 'IvSia). Oi ^&peq amiq EXOUV
EJIIOTIC. Suvd^Ei TII; 7tpou7to0£a£i<; yid TTJV Simioupyia auroyEvoiii; £p£uvr|TIKOU 5uvaniKou, TU>V aXXcov OUCOQ f| frvammfy] £OTT)pix6T|K£ aTtoKXEiariKd
OE Offset-TfixvoXoyia. KXaaauco 7tapd8£iyna TEToiaq xwpai; dvai f| AiyuTTTOI;, f| OTroia EP^ETOI 8£ijT£pr| (XETd Tf|v Bpa^iWa OE Ttapaytoyrj oTiXcov
HETa^u rav TpuoKooniKfiv xcopwv. 'H TEToia onox; TEXvoXoyiKf) dvaTtru^r)
OTII; i&ptc, amiq, HE TO vd aq>r\vr\ TO 7toX,iTiKO TOU? 7tp6)3Xr)na
0£ia» TOU KpaTouc), EIXE odv dTtoTE^Eona TTJV £vraor| TWV KOIVO)VIK&)V Ttpov. 'H vOTOXft>pr|OT| Tfjq dypOTiKfii; Ttapaycoyfjg EV 6v(>£i Tfj<; «dvaim5£<p£p£ Tf)v £^a0Ha)or| Tdiv nEydXcov orpcondTOV TOU jrXr)0uonoO KOI
TTJV ouyKEvrprooTJ TOU^ OTQ Tipodoria TMV n£yaXou7t6A,£(ov. AiitXa dito TO
E^MTEpiKo xpsoc, yid Tf)v SiaTpotpTi, f) okoXoyiKTi KpioT] Kai f] ETiavaoTauKOJtoiT|OT| TWV dvaXXoifi)T(ov ISEoXoyiKuv TOU; Sonffiv EXapav TtpcoTEuouoa
oTjuaoia ox; rcpoc. TII; OXEOEI; TOUI; Ttpoi; TO auoTtma. To 90% TTJI;
HO)toioun£vr|(; EVEpyaai; &no TO nEydXa n>.r|0uoniaKd oT
TpiTOKooniKcov xop&v filvai TO ^uXo, Tipayjia TTOU or|(iaiv£i on 8£v uitdpxEi
sm TOU Jtapovroq TpOTtoi; acoTT|piag TC&V nsydXcov 8aorav ETII TOU 7tXavr)TT|.
'H KTTivoTpocpiKT| Ttapayoyrj TOV fir|TpoJt6X£0)v Ttpoi; dvTinETcbjtioT) TMV
au^rmEvwv E^aycoycov icpoi; T(Q x^PE5 auT£? draxiTEi Jtpoo0£Ta TTJV
oTpo^TJ jiEydXcov okoXoyiKcov EKTdoEcov npoq 8rmioupyia cp0r|vd)v Ka
yEiSv, EVM 1s! \ir\n (pT(bx£ia drco TTIV SM,T| ^ispi
TCOIEI Td uraxpxovra i8£oX,oyiKd KivTJ(j.aTa (n.%. «ioXaniicr] d8£Xq>6Tr|c» OTI<;
X^psi; Tfj<; MEOTJI; 'AvaToWjc,, ounqxova HE TTJV iSfioXoyia Tfjq 6710105 f)
7iapaTTipoOn£VT| KoivtovaKf) dOXioTT)!; 6(p£iX£Tai OTTJV «?K7tTOKrr|» dn' TO
Kopdvi Kai TOV «K^ovion6 iffe Jiiorr|9>).
19

'H Offset-TEXVoXoyia Kai TO %pso? -rife SiaTpocpfjc; dTcoteXouv TO Kupia
oKeXt] uJiEpxpEcooECQi; TCOV %o)pwv auTwv, oi bnolsq fj8r| npo roXXou ibr\Xcoaav irA/npriv dSuvajjia £i;o<pXiio£<ix; TOW. 'Qg Tpomx; «0£paji£ia<;» £K JIEpoug TC&V 8av£ioT(5v slvai f| uraxyroyii TCOV rteXatwv toug xcopcov orfjv 8is6vfj
TpdnE^a KOI TO 8i£6v£<; VOUIOHOTIKO TafieTo, TO>V OTIOICOV oi wauvrayep)
UTtopoOv vd 6EQ)pr|6oCv naXXov OTEPEOTUTCEI;: «^Xa9pd» UTtoTturicni TOU voi;, TTEplKOJtE^, t8lO)TlKOTOlT|CTTl TCQV KpaTtKWV S7U%£lpT]a£COV (KOI 711-

ug a£ &k\o$anic, ETaipEiE^), HEi'mar) TCOV KOIVCOVIKWV
icapo/cov Kai «XiTOTT|9>. "Ori oi iv dvaTtTu^Ei auTEq %wp£<; XEuoupyoOv odv
Eva El8oi; «dnopTia£p» Kd0E rtapouoia^6n£vr|i; Kpiotig aiiq KaTtiTaXia-nKEi;
i;, eivai pE^aia <pav£po. TTCO tig auvOfjica; 8|i(og QUTEI; 6 Kamadv ouarrma elvai npoyavEq cm dvrtnETWJti^Ei TEpdona TtoXmKai okovoniKfjg ipuoEox; TtpopXfj^aTa, £711' Tffiv OTtoitov —
j §EV dvai Ttpo JtoXXou fjSr] TO jiovo ouornna orov KOOJIO
— dSuvaTEi 6Xoo%£pwi; vd KaTaarfj Kupiog Kat vd £7ciXuor|.
Td Ttpo|3XiinaT<x auTd tijq PIOITI^ EKKanuaXiaTiKOTtoiTiCTTic; TWV TPITOKOv, UTtfjp^av dvayKaoriKEi; OUVETOIE^ Tfjg JtoXitiKfji; TOU »|A)ou. 'E(p ' 6aov SriXaSri i\i TTJ; AUOEO^
«dvdax£CTT| TOO KonnouvionoO», KOI oi 8uo nsyaXfii; 8w£up£&r|Kav dvayKaonEvs; vd «dva7tro^ouv» Kara Td Sia auarrinaTd
TCOV Tig \ir\; xwps? nov S7up6oK£ivro a' QUTE^, Jtpayna itou
UTtfjp^E KOI yid Ttg 8uo XdOoi;, dcpou nETEfJaXfi TO 7tp6pA,r|na
TCQV nrj dvETTTuyfiEvwv as Koivo npo^\r]\ia ^7n.piaKjr|5 TTJI;
7tapaTT|poOn£, ^TI TOOO oi TOV KamTakoTiKO ^jnlE^aoEi; TpOTto
%rap£i;, ooo KI auTEi; Jtou Sid^av TOV ooaiaXiemico (HE ^aip£OT| TT|V Kiva Kai Tnv Koupa), TEXIKWI; KOVEVQ dno Td KOivmviKd TOU$
S^v KaTdcpEpav vd Xuaouv. ATiA.a8rj 8sv KOTdcpEpav vd
TE^voXoyiKd, iv& Td obpianEva ^ninETpa TCOU ^Tuxav OE
KoivfflvaKoui; TOUEig ^Ttco^ Tfji; 6y£iai;, EV awvSuaoum JIE TO
8t|noypa<piK6 TtpopXtma TCOU sSrinioupyoOaE f) oTpEpXf) d
Xav Trjv KaTdoTaoii TOUQ CTE HEI^OV TtpopXrma -a\q dv0pco7t6TT|TOi; Jtspav
auoTrm<xT(i)v. ME%PI arJuEpa E^EI d7to8£i%9fj acKpaw;, OTI KOVEVQ &no TO
ujtdpxovra ouaT%aTa novo TOO SEV Ertapm yid ir\v £7ci?i,i)ar| TWV
q>uo£(og KoXoooiaicov TtpopXrindTcov icou ^8rmtoupyii0T|K
Kai TTOU Papuvouv TOUC; TtdvTEi; et, foou. Rd vd iSou^E Jtoio KOOTOI; nitopouv
vd EVExouy-^tvTaycoviciTiKEg KaTaoTdaEig TroXmKfji; Kupiap%iai;, Eivai OTO
TOUTO dvayKttt'a ^iid 7tap£v0£ar|:
To TE^EIOV Kai TO dvandpTT|Tov 8sv (inopd vd TO ^TITTJOTI KQVE^ aTiq Ka20

TaordoEu; -rife dvOpmmvri^ ouv0pKT|(;. ' Yitdpxa d>OTooo \ua ircpioxii, 5itou
TO Xd0o$ — ooo dvOpamwog dSuvaTO KI av Eivai — SEV E%EI OEOTI. 'H
TIEplOXT) CHJTT| Elvai f| TC)V HUOTIKWV UItT|p£aiG)V. Oi JiUOTlKE^ OTlT|p£OlE<;

Eivai TOOO itaXaiES OK; 0son6<;, ooo Kai r\ vr\q E^OUOIOI;, Tfjq &itoia<;
ditOTEXouv Tity Boor). 'H dvaYKaiOTT|g rav nuotiKfflv uirripEaiGJv OTOV x&po
TfJ5 8ioiicr|OTi<; sivai aidfj ouvsrtEia TOU yEyovoTOC, OTI f| ^eor| SEV nitopEi
vd Ka0opto0fj nXTJpox; \& vonoui;, 5tiXa8t| OTI TO vono0£TiKO ^rlxdvr|^la jiiag
Koiva)via<; SEV ETtapm yid vd KaX.uv|/r| TI^V XEiToupyia TTI;. Oi vonoi noklzc,
yopiq Eivai SUVUTOV vd xpTiainoranouvrai fj KOI vd KaXurtTouv TO i5to TO
. Fid vd itdpcons X.^. 2va TiapdSEiyna Ttou 6X01 ^Epouv, TO draxpaKaTOiKiou; io^uEi KCU yid TOV EyidrmaTia. TlStq Xourov 0d Ppfj
f) Ertiormri E^ouoia Td TEK^ripia KOTCOIOU &yKkr\ii(tto$, nod uTidp^ouv OTO
OTCITI TOU SyicXTmaTia; 'Ejrioti^ot Tporcoi undpxouv, aural 6\£mq \i6vo OE
dKpafeg TCEpircTtboEii; slvai SUVUTOV vd %pT)oino7toiri0oOv, SIOTI ETtiBdXXouv
vonino)? TTJV drtoSEi^r) TWV EuXoycov drtoSEi^Etov, Ttou
vd 8o0ouv dcpou SEV OTr)pC£ovrai OE vonoug. 'ESS Xoutov slvai
6... «KoT^aK»: TO OIKIOKOV aouXo Eivai amxpalJiaoTo, OTQV o\m; amo
Tat yid vd ouAlr)(p0fj 6 vnamoc,, TOTE ou§£ig slvai SuvaTOV vd E%T|
'H cpiXooocpia TOU «KoT^aK» Eivai pa0UTdTT|g ormaoiai; yid
TTJV 80(111 T^v HUOTlKfflV UJlT|p£OlfflV. '0 «KoT^aK» SfiV yVCOpl^El dTtOTUXlES

OTO spyo TOU, OTtco^ SEV yvcbpi^E naXtiOTEpa Kai 6 «Zopco»: K<x0£ cpopd Ttou
TtapavonEi, Eivai uitoxpEfflHEvog vd EitiToyxavr]. AUTO dKpiBwq Eivai, fj n<xXXov otpsiXEi vd dvai Kai TO 0£^i£Xid)§£(; uitap^iaico dycona Kd0E HUOTIKTII;
UTtripEoiag: OTI dnayopEUETai vd Kdvr| Xd0r| Kai vd yvtopi'iji dnoTu%i£i;.
'EitEiSrj oi (IUOTIK&; uirripEoiEi; duoTEXouv TO «\iam i&v KupEpv^oEeovw, TO
OTtoioSr^itOTE Xd0oc; TOUI; yivETai Ttdvra cpavspo, SIOTI dvravaid.a ansoa
OTTJV Elriormri ItoXlTlKTl ^10^ X^P01?- Ot HUOTlK£q UTtTlpEOlEi; dvttl ETOl U-

TtoxpEconEVEi; vd ditoTsXouv yfapo itpayjiaTOTtonioEeoq TOU dvOpcoitivox; dvscpiKTOu: vd TtpaynaTOTtoiouv TO dXdvOaoTov. 'Aito TI'^ HUOTIKEI; UTtripEofec;
ditaiTEi KavEiQ duoXuTov Pa0(io oo8apOTTiTo<; Kai (lEyioTE? SOOEU; itpaynaTiicfjt; oocpiaQ. Oi paoiXriaSfii; naXrioTEpa Etxav dbq nuoTiKoounpouXoui; Tig
mo E^EXOUOEI; Ttpoo(OTtiK6tr|T£i; TMV %<ap5>v mvq — vonona0£ii;, np
(piXooocpoui; K.XJI. Iraug Kaipou; jxai; (0d iSoujiE mo KOTO yia-ri)
TOU «!tp<XKTOpo9> ppioKETai noXu %anr)Xd OTT|V K
; KUTO 0£cop(av Eivai itoXu 8ia<pop£TiKfjc; ucpfji;. Xmpig «npdv SEV Eivai 8uvaT6v vd uitdp^r) Kfiv ioTopia. Xopfc; «npd(n.%. «ra^iKou9>) 6%i novo Eivai dSuvaro vd XaTOupyrjori KOIVWVIKO f) ^COTJ (iiai; x^P^j dXXd slvai 6Xoox£prai; d8uvatr| f| onoia ETtiKoivcov(a rav Xawv HETO^U TOU<;. "Eva? (lEyaXoc; ouyypacp^ai;, EVO? HOUOIKO?,
21

ojiouSaiog ^wypdcpog, £vag SiaKEKpmEvog r\Qonoi6c,,
prinaTiag, elvai K<XT ' dvdyKT|v «7tpdKTOp£g» SIOTI a' amove, atripi^ETai f|
£7ciKOiva>via tfflv XaSv Kai n' aircoug TEXEVtai f| icruopia. "Evag jiEydXog
KaXXiT£XVT]g SEV «8iV£i» fiovo OTOV Xao TOD dXXd KUI cruoug aXXoug Xaoug,
Ttpayna TIOU a^naivsi OTI «Ttai'pv£i» KI OTTO auToug dnoi|5aicog. '
6 Xpiatoi;, 6 M. "AyyE^oi;, 6 NTooTOyi&paia) K.'kn. slvai td
paSsiynata «7tpaKT6pcov» TIOU EXOUE dwo rf\v iatopia. Ms fiXXa Xoyia, «7ipdKTOpa9> (i£,a\.pov\i£vr\<; TTJ^ 7tepurta>a£C)g TOU dnXoO £^10601) 6pydvou, TIOU
6d na<; djtaoxoXTJcrq oe aU.it] 0Ecrr|) 8sv uTtopsi vd slvai 6 oTtoioaS^noTE,
SIOTI aurrj f| i5ioTriTa dTuaitEi kavoiTiTE^ avro TOO HEOOU opoo. 'AKO[ir\i
6 ankcx; «7rpdKTOpa9> piai; nuoiiKf)^ umipEai'ac; ditaiTEnai vd ?xi £(iy£V£ia
^, vd uTropfj vd ^fj HE XETITOHEPEIEI; KoXXiTEXviKfji; wpfj^ T:OU SEV
oq avOpcoiro^, vd E%T| ipo\i£pr\n KOI,
q, Vd \tf\V 71UJTEW1 7COTE TOU Tig EJIMpdVElEi;. MOVO ETOl filvai SuVOTOV

|» syicupEi; 7tXr|po(popi£g Kai vd djroKTTJari Tig fjXEynEVEi; ^KEWEg
itou 0d poriGrjoouv TTJV UTtripEaia TOO Kai KOT' CTEKTaor) TTJV ETIII 7toA,iTiKT| rfjg y&puc, TOU. "Evag TipdKTOpag TtpEJtEi vd unopfj vd OKEouv6£Ta, Tcpfiyna nou ormaivEi OTI 7tp£7CEi vd 8ia0£TT| nsydXa Jtood
Kai EuicXaoiag jtvEUfiaTog, SOTE vd \a\\i TO Ttpdyn£oa cmo dvE^XEyKTEg moTEig KOI 7tpoXf|\)/£ig. Kai Pfipaicog vd lyt\6 ETtacpfjg HE m -ri\q <a£xvrig KOI TWV ypanndT(ov», SIOTI a' aotfj
TTJV TOpioxil ucpicnmai f\a Tfjg Ka6' EOUTO «npaKT6p£uar|g».
AUTO Sucog oXa, Sorco Kai ^v owov|/£i Smog TO dva^^pajaE i&&, djtOTeXoOv
rrjv 6£(opi'a. STTJV npafy] Td Ttpdy^aTa Tiapouoid^ovrai IXacppffig SiacpopETIKO.
SilHEpa oi TOpioooTEpEg nuoriKEg uirnpEofeg Ifyow TT^V X£y6|i£Vt] «ypanmKT\» 6pyava>o£Q)g, 8^X0811 arripf^ovrai OE 600 TO SUVOTOV mo TroXXsg jiiKpEg ojidSEg 7iXr|po(popio8oTav, Tig 6jtofeg ^X£y%ouv SHEOU. KOTU TOV
TtspaonEvo aiwva Td TtpdynaTa 8ev Elxav auTrj TIIV \iop(fT\. Oi "AyyXoi, nsoa
OTig «auTOKpaTopiK£g» T(ov dvriXfjfag, ESojiTiaav TO 8iKTua rav HUOTIKCOV
UJtT|p£OlSv TOUg, KOTO TOV iSlOV TpOJtO 7COU daKOlkTaV T11V OTl'crrmTI TtoXlTlKT)

Toog, 8r)Xa8r| Tfjg WE'HHEOOU 8ioiKfja£cog». Fid vd TOpiopiaGounE on^v 'EXXdSa, ETrfjpav TC.X. HEpiKoug 7tp6T|v dpxovroxwpiaTEg (Dorfbourgeois), roug
EikpEitioav, naOaivovrdg Toug vd TOTd^ouv T<X ppaKo^covia Kai TO TciapouXia, vd udOouv vd cpopavs TtaTtouToia KOI vd SEVOUV THV ypafhxTa, Kai raug
EotTioav HEyaXojipEitEig dig «£0viK£g Td^£ig», Exovrag vd Kdvouv ^ovo n'
auToug. Td rcpaynaTa dx«v nid dvriaTOixia \iz TT)V dpxiTEKTOvncrj auTOKpaTOplKTJ PlTplVa TWV faplfflV EKSIVCOV KTlplCOV TtOU OUVaVrfi dKOUT) KOVEig OTig

22

7ip<or|v KtT|0£ic, Trfe BpETTavucfjc, aoTOKpaTopiac,. Kern jiEpiicoo odv TO KTIpio TOO ^£vo8o%£iou Tfjc, «M£ydXr|c, Bp£Traviac;» o' E^ac,...
METaTtoXELiiKcflc, LIE TOO? 'AiiEpiKavouc, TO TtpdyLUXTa aXXa^av piqued.
Malk>v f|aav ojcoxpEWLLEva GOTO 7roM,ouc, Xoyouc, v' dXXd^ouv. KaTd TtpffiTOV,

SlOTl OI 'AfiEplKaVOi £UpE0T|KaV OTTJV 8uO%£pfj 0EOT) Vtt «KpaTTJOOOV»

Evav KOOLIO LIE drreipia 7tpoBXT]LidTcov, BiaioTiiTwv Kai XaOmv TOO drcoiKioKpttTlKOO TiapEMJoVTOC, dLLEOCflC, LIETO TOV TtoXfiLlO, KOI KOTO SfiUTEpOV, SlOTl

£7up£7t£ vd dXXd^ouv oi Li£"6o8oi. Msoa OTTJV TtaXaidv EJiapor) Tfjq Eupcbmi^,
TO JipoBXTJLiaTa EXoovro duXd: fiv oi «£0viK^ Td|£u;» SEV Td KaTdcpEpvav,
?Lmaivav Td TixpEKiocpopa dirooTcdoLiaTa TWV dTtoiKioKparav KOI EXoav TO
7tp6BXT|Lia. 'H «8uvaTOTiic» aurri SEV LiTtopoOoE vd owsxtoOfj yid noU.o\x;
Xoyouq. 'Eva oi TtakiiEc, O^EOEII; SuTiKfjg E\)p&nr\<; Kai Pcoooi'ac, dv£q)£poVTO yEcojtoXiTiKaiq o£ «T07tiKfj(; (poa£a)9> ^TjTTiLiaTa «ouvopiaKfJ9> oT|Liaaiac,
(BaXKavaa Kai MEOTJ 'AvaToXii, avaToJuKT) EupcbTrr) Kai 'Aoia), Tfflpa 6
«oooiaXioLi69> Kai f| «8r|LioKpaTia» dvraywviiJovTO ^Jti JiXavtiTiKoO ^mTCE8ou — fifyav 8r|X. 6XiKf| (Global) yEomoXiTiKfj KOI OTpaTtiyiicrj ormaoia.
A6y(p TOW dvnaTtoiKioKpaTiKSv KivtmdTcov ^K TOO JtoXELioo, oi «^9viK£q
Td^£i9> KaLiLiid ^yy6T|aT| Kupiapxiag SEV TiapEi^av TtXfov, iv& ouv TOI^ fiXXoig (KUI Ttspav TWV 7toX£(iiKmv KivSuvcov) f| «XoyiKii rav Kavovio(p6pa)v»
SEV LiTtopouoE vd £<papiioo&fi Kai &, auiac, Tfi^ SrijiOKpaTiKfii; SOLITJI; Tfjg
dtLiEpiKavucfjc, Koivcoviai; Kai TOO poiou Tfjc, SrjLiooioTTiTag. "Apa i\ itayKooLiioo EJtiJtESoo 6pydva)OTi rav HOOTIKCOV UTCTIPEOIWV EJIPETIE v' dXld^T)
rcpoc, iiid mo Eviaia Kai an£OT| Liopcpii. KaTapyfjOriKav XOITIOV ETOI oi «EOVIKEI; (poaioyvcoLii£9> Kai dvr' aorcov ^KXtjOrioav oi Oopcopoi, oi TiEpiiruEi;, oi TtXCorpE?, oi vinlucaTijfjSEC,, oi KaOapioTpifiq 8t|Liooio)v ujrr|p£ai<5v
it. ME Xiya Xoyia 6 «Xao9>. "Eip' i^fji; SEV 9d aKouys JC^EOV 6 Oupcopoc,
TOV Ka&riyr|TTi Ilav/Liioo, dXXd 6 Ka0Tiyr|Tiic, TOV Oupcopo.
"ETOI BsBaia TO TtpdyiiaTa Eyivovrav mo ditoTE^EOLiaTiKd, JtpoosSiSav
Eviaia aoToSovaiiia OTII; aLispiKaviKEc, LIOOTIKEQ uTtTjpEaiE^, LIT) l^apTCOLiEVE^
&TOI duo Sk'kK, yriyEVEi^ uitripEoiE^, Kai fifyav Kai T6 £7ti TtXfiov npooov, OTI
§TOl E0ETOV KOI TIC, KOTO TOJIOO? LIOOTIKE^ UTqpEofec. OTtO TOV EXEy^O TOOi;,

8iOTi KaTEt^av TO 6A.IKO (TTJV «Bdor)») dTto TO OTCOIO oi iSiEc, «dvrXoooav».
EE LiEpiKEi; LidXiora KpiaiLiEc. y,&p£<;, 5nax; TT|V 'EA.A,d8a Kai rf\v N. Kopra,
Kai 1s! /prmaToSoTiioTi TC&V vromcov LIUOTIK&V ikripEouov EyivoTav fiiiEoa
drc' TOO^ dLiEpiKavouc, KOI o^i dico Tig KoBEpvrjoEic,. STTJV 'EXXdSa Ei8iKd
8EV orrfjpxE Kai Xoyog TtEpi TOU dvn6£Too, SIOTI TO 0£Lia f|Tav dtTtXffic, SiaSiKaoiaKo: dvri vd Traipvouv Td diiEpiKaviKd A.£(pTd oi KuBEpvrjasic, Kai vd
%pr)LiaTo8oToov LIE LiEpoc, drc' aoTd TTIV KYI1, TTJV xprjLiaToSoToooav ajiEoa
oi 'AiiEpiKavoi Kai fj^Epav KioXai; T( TOOC, yivoTav... ETOV Tporco aoTov
23

6pyavwa£(bc; TWV oi dfieptKaviKe^ HUOTIKECJ wtripEcriEcj iniw^av nkr\paK, mi
ax; TETOIEC; ^ETsX^oav OVTO)^ Epyo Gaunaoro. 'H KaiaKpauyii JTOU urazpx£i
yi' auTa; £7ti raxyKoaniou ETtutfiSou SEV ocpEiX^xai OTICJ iSisc; dXXd a£ KOTI
aM,o: OTI oi dfispucaviKEi; HUOTIKEC; uirnpEofe? dv&apav vd «oTtipi^ouv»
Hid £7tioT|Hr| KpaTlKT] TtoXlTlKrj TtOU OUTE KttV UTCfjp%£ WCj TETOWX. "O7ICQCJ

1!.

SouXfiid TWV (lUOTiKmv UTCT)pEoiwv Elvai vd cnrnpi-

TfjV EJCIOT1HT1 JIoXlTlKT] TfflV KupEpVtlOEfflV. 'H 'AnEplKI] 0\10X;

d SEV djt£Krr)O£ ramjet K,&i£pm\. 'H E^COTEPIIOI rr|<;
TIKI] 6jrfjp^£ 6 «dvrtKonnouviCTn69>, Ttpayfia TCOU odv swoia arTip^erai oro
«nfj £ivat» Kai 6%i OTO «£lvai». To OTI §EV dvai Eva npay^a Kdn, SEV
armaivEi xauToxpovcog Jico^ Elvai Kai avayicacraKd KOTI (on TO «n^ 6v» SEV
Eivai ic.^. noTT^pi, SEV aimafvEi mbc, elvai K<x6' EQUTO KOTI). «'AVUKOHHOUadv JIO^ITIIOI SEV ormaivEi rak; Eivai ovrcoq Kdnoia 7toA,iTiKii. Kai
a' auTo TO KEVO EdpEOriKav dvayKaanEVEi; vd SouXEyouv oi HUOTIKE^
Tfjg 'An£piKfji;. "EnpEJiE vd arnpi^ouv KaOEorwTa Kparav TUOU
E(pKido9TiKav T£%VTiTd Kai £K TOO UTiSsvoq Jipo SiaKoaifflv grow,
UvGflKEg KOI X™
OVTCOq OTJUEpa O£ KOTl —

fiptt

Ka( XCOplQ KaHflld TIpOOTtTlKTl

Tfji; TtayKoama? vatftc, JtpayndT(ov, Jipayna no\> 6d £ar\]iawe TT\V
, E^coTEpucfj^ TtoXiTiicfj?. "OXa Td \a&r\j Kai JtapEXGoOas; dvaTOU OTtoiKioKpaTiKoO 7iap£X06vToi; SHEIVOV onoK, f\aav KOI 6
«dvriKonnoi)vian6(;» UTtfjp^E TO npoayflna aicoviai; 5iaTTipiio£cb<; TWV. 'H
TrpayjaaTiKOTTiTa fjiav (puaiKO vd nf|v ounpipd^ETai n' afar) ?f\v 0£0)pia,
OTCOTE jtpo£Ki)\|/av odv KCT ' dvdyKTiv £(papn6oi(i£i; oi dnXEi; XUOEI^ rfj^ PIOI;
Kai TWV jipa^iKornindTtov, Td OTtoia 5(p£dav vd KaXu\|/ouv oi SpaorppioTTITEI; TCOV HUOTiKMV ujrripEoiwv. Kai yid vd TO TIOUHE mo djtXd: 2va KpdToq
TI.X. TTOU SEV sl^E SGviKo Kopjio yid vd ujtdp^Ti adv TETOIO, ETTPETO vd SiaTtipTiOfj SIOTI SEV uirfjp%£ Kdnoia JtoXmicri TtpooTcrircri Kai oi ouv9f|ic£? Jtou
vd npopXETtouv ir\v \i£m$oKf\.!0 novo<; Tpoiro^ vd SiarripriOfi odv
KpaTiKi] §7ti(pdv£ia f|Tav i^ EyKaGiSpucrn
Pwpiva; (r| ormaoia Tfji; W:j\c, 9d JtpoKU\|/Ti E
JtdVTOX; TWV «£9VIKWV KUP£PVT10£Q)V» TOU TtapEXOoVTOQ KOTl TETOIO 9d

d(pou auTEq 9d £(i£vav %a>pu; Ti'q «£9viK£9> iSEoXoyiE^ itou TIC; arqpi^av,
ETOI KI Eva npopXrma «£9viKfjcj TauT6-uT|Tacj» OE no^kovi;
xcbpoucj TTJC; N. 'AjiEpiKfjc;, Tfi<; 'AcppiKfjc; KOI Tfji; naKpivfjcj
'Aaiacj) Kai, HEOO OE Eva Ka9£OTcb^ SiKaiaKfjcj 8uonop(piacj — JT.X. niyna
(piX£A.£u9£pa)v IuvrayndT(ov Kai yr|y£vou<; «£9iniKou SiKaiou», sic; TDOTIOV
MOTE vd dvaipfj TO 2va TO aXXo —, E^avrXTior) oXwv TWV TDOTIWV Jtou 9d
UTiopouoav vd KpaTrjoouv tf|V ounnopia OTTJV E^ouaia KOI vd TTJV EXfiyxouv
24

. Kai 6 Kakmspoc, ipoTtog eXeyxou ^TOV pspaia f| iSia f| av\itr|<; cpuoT), npoc, TTJv ojtoiav 0X0 Kai mo TtoXu 0d IpuOi^ETO djto
irjv KaTdxpt|aT| E^ooofaq. NonijiOTriTa SEV wtfjpxe yi' aotrj, 81611 f| TtoXiTiKrj ar|naaia TOO «dvriKomiouvia|K>0» K<XT ' dvdyKT)v itepwbpi^e TTJV omnav
Xmoupyia nici^ «£0viicfte iSEoXoyia;)). Msaa otov ISEoXoyiKO xcopiono TOU
KOODOO, 6 KoivcoviKOi; poXoi; TOU TtoXiTiKou amoKaOopionoO \iiac, «S0viKfj(;
I8£0?ioy{ag» SEV nitopoOoE vd elvat Kdti to ETtiSicoKonEvo. To iSio IOXUE, mi
yid TOIJC; iSiou^ Xoyoui; Kai aiov ooaiaXiotiKO Koa|io ojtcoi; T<X yEyovota
diiESEi^av. '0 poXoi; 0^0^ rav «£9viK(ov Kup£pvfio£o)v» §EV urcopoOaE vd
U7tdp^T| EUKoXoi; Kttl EUTUXlfc (iEOa OTl^ OUvOfJKe^ TOU \|A)XPOU TtoXfiHOU,
SlOTl Ol dVTtOTOlXE? OO|3l£TlK£<; UTTtlpEOlEi; fjOOV ll7tOXp£(0^£V£g VO £Vl-

o%uouv td «£6viKa» Kai «d7t£X£u6£pamKd» Kivr|(iaTa rmv 8ia<p6pa)v xwp&v
Kai vd £^ou8£T£ptbvouv ETCH tr|v 8p<zaT| twv avnoTOi/wv dufipiKaviKfiv 8id
TOW «£0viKSv» ounnopiffiv. 'H TaKTiKti auirrj EUpioKS nKi\pe<; s8a(poi;, SIOTI
OJKOI; EiTta^iE f)' AHEPIKTJ §EV EupfJKE Kaipo vd 8ianop(p(boT| Kdnoia icoXinKii
yid id jipopXrinaTa TTJ^ dTtoiKioKpaiiai; itou tfji; ^KXrjpoSoT^&riKav. 'H
dvuTtap^ia XOITCOV £mof|nou E^COTEPIKTII; 710X1110)5
(«dvTiKonnouviono9> — 6 ortoioi; (idXioia OTTJV iSia TIIV
OK, OE armEia Ttapavoiai; — OE laTopiKT] SidXEKto §EV EoiinaivE TITIOTE
TiEpiaooTEpo dito nid iSfioXoyia «KpaTf|naTo<;»), TO 7tXfj0o<; TCOV KoivraviKfiv
npopXrmdTmv TIOU ESrmioupyoOoE f| EyKa6i8puor| TMV aum^opimv OTI^ Katd
tojtoug x^P£? Kai ^ SiapKM^ au^avon£VT| dSuvajiia EmXuoEdx; TOIX; X6ya>
TWV E^oicXiariKfflv Sanavfiv, KOT ' E^OXTIV SE f\) Tfjc; oopiETiKfji; TtoXiTlKfj^, KaT£aTT)(iaV TO EpyO TMV dUEplKOVlKWV HUOTlKfflV U7tT|pEOl(OV TITOVIO

KO( EV jioXXoii; dKaTOp9(OTO. Iloioi; Tpoitoi; TOUI; E^IEVE vd Td KaTaq)£pouv;
'0 Tpojtog, Ka0' 6 dnoXuTcoi; dvayKaio^, uirfjp^E ra0apd
'E8w 8T)nioupyn0T|K£ ^ETaTtoXEniKd Eva djio TO jiEyaXuTEp
yid TII; SUTIKEI; KoivroviE^, ayvaaTO OE oXt] TTJV 7ipor|you(X£vr| ioTopia, nou
KOVTEUEI oiinEpa vd KaTaXuar) oXr| TT|V KOIVCOVIKTI 8onf| TOU SUTIKOO KOanou Kai Eivai TO JtpwTO Jtpoi; EmXuari OTI; VEE? auvGfiKEi;: TO itpopXrina
TOO mxpavoHOU xprJuaTOi;. At|Xa8f|:
"Ai; uno0£oa)H£ OTI Kdjcoia oriynri r| «£0vncp» aunnopia \i\ac, xtbpai; TIIE^OHEVT) ami ^ocoTEpiKou? KOIVCOVIKOU; Xoyouq, EjtiSicoKouaa vd oTa0£po7roif|aT| TTJV E^ouoia TT|I; fj yid 6jtoiov8rJ7toT£ aXXov Xoyo, ETCIXEIPEI vd
Xapd^T) «8iKTJ» TT|5 «£0viKfj» JioXiTiKii (ouvii0o)(; Pspaia ETTPOKEITO JiEpi
d7tXfi<; SiaTT)pf|0£ax; TOU OCOKOU KOI TWV KEKTrmEvov — f| ucpf) TWV «£0vaKfflv
Kup£pVTJa£(ov» f|Tav ano TTJV inoyr\; drcoiKioKpaTiai; OTTOX; <S(p£iX£ vd
Elvai, 8r)Xa8r| Ttdvra KoivwviKd PEUCTH, xcopiq no\anc&T£pa o-cr|piynaTa, n.%.
Pionr)xavia<;, aTa0£pou aXXou KscpaXaiou K.XTI. — Sid xpT|aino7toirja£a><;
25

KOr' OtXJldV OX(1)V TCOV XaiKlOTlKfflV KttTO TCeplTCTOKJTI KlVTlndTCOV TCOU

psov dTto TIC. yEvuccoTEpEc. ouvOfjKEc; PX. KcmoTEpco). IIoioc. Eivai 6 Tpoiroc.
TCOU HTcopouv vd E'TcixEiprjoouv oi HUOTIKEC. UTCTIPEOIEC., yid vd vc\v dvayrcdoouv vd \ir\v TO icavr); — Ei/tE vd TTJV dicsiXiioouv HE rcoXEHO, n^oep \i\ac;
aXXr|Q yEiTovucfjc, xropac, (oi «£0viK&; d(popn£c.» uraipxouv ckpOovEC. duo TO
dTCOlKlOKpdTlKO TCap£X06v, EVffl 01 «£6viK£C.» GV\i.\10p\£C, £%OUV ODfKpEpOV

oTfjv dvuTcap^ia \iiat; Siavoriarii; nov 6d EODVTOVI^E IK, xwpsg ioToplKd: 6
«Xa6c» ETtpETtE vd ^EpT) OTi E^ouofa slvai oi «£KXoy£9> KOI ayi on
aXXou EiSoui; E^ouoia Jtou §EV xpEid^ETai Tic, EKXoys;...),
Kano\£<; avrutoXiTEimKEc, 6nd5£i; d7toora6£poTtoiT|aTi5 TCOU 9d TTJV JtapfiXuav
HE ^ooTEpiK^ Tapaxrj, SITE sV dvdyKT) KOI JJE EjicpuXio TtoXEno. Ixr\v KevrpiKTJ 'AHEPIKTJ, SXXtooTE, oi dnspiKaviKE^ \i\)cnK£q UTtripsoiEg d.yav TOU?
StKoug TOU? OTpctTouc. 8iTcXa drco io\>q inic^ow; orparoug TMV KupEpyrjCTECOV (PX. TC.X. H-U. Wehler: «Grundziige der amerikanischen Aussenpolitik
1750-1900», 1983, osX. 26). npEirsi vd otm£i(ba(one, STI oi oXri Tf] VOTIO
'AnEplKTJ Oi E7IIOT1HOI OTDaTOl Ttai^OOV TOV p6Xo TCOXlTlKfflV KOHHOTCOV Kttl

TtoXXd Ttpa^iKOTrnnaTa Elvai EKCppaoTi KOIVCOVIKWV ai-nmaTcov TCOU £'ic<ppd8id TWV Siatpopcov OTpaTiconKmv Td^Ecov. FsviKd 5\uoc, 6 poXoc. ToO
OE oXfic. Tig xwpE? Tfiv «EOviKfflv Kup6pvf|a£a)v» filvai r|0^r|H£vog,
5iOTi dTtoTEXsi TO Kupi(OT£pov JocoTEpiKO aTT|piyna Tfjq &;oixjiac. (avf\v 'EXXdSa TC.%., OTCOU TWV Tcpa^iKOTnmdTCOv O^K EOTIV dpiOnoc, KaO' 6Xt| TTJV
vEOEXXrjviicn ioropi'a, 8upf|Kan£ Tf|v EKcppaori «Euaia6r|Toq xc&poc. TWV £V6TcXcov SuvdiiEcov)), 5id Ttjg OTtoiai; i\) «i£p6rriToc;» OTO ysyovoi; dvai
Tcpotpaviii;). 'AXXd OTCOU 6 TCoXiTiKog p6Xog TOU OTparou Elvai
EKEI £lvai TIU^TIHEVOI; KQI 6 poXoi; TOU TcapaicpdTouc,.
TOIOV TOUTOV x^po fJTav ££ dvdyKT|(; UTCOXPEWHEA'EG oi HUOTIK
Vd XPTIOIHOTCOITIOOUV, OTCfiX; Kttl TIC, dva<p£p0£lO£C. 8l)VaT6TT|T£i; TOKTlKfiV

TCOU auToc. Tcpoo£<p£p£, dcpou Ka0£ fiXXt) 5uvaTOTT|Ta, 8riXa8f| 6 dXXriXo^XEyXOq TCOV X<»pSV 8ld TWV ((I0VIKC&V 8l£K8lKrjO£0>V», H£°a °TO KaOEOTCOi; TOU

\|A)xpou TcoXsnou 0d (iTtopouoE vd 68r|yiiaT| OE ysviKmT£pr|v ouppa^t).
'AXXd ETCiotina KovSuXia yid TETOIOU EiSouq ETCixEipiloEig OUTE vd ^yKpi9ouv HTtopouoav, OUTE dico «a8r|XEp> TcriyEi; vd icpoKuxj/ouv, SIOTI TcpoKsuai
TCEpi KoXoaaiafcov TtooSv. '0 poXoi; TTJ^ rspouoiac, Kai TOU TUTCOU aXXcoorE
TJ slvai YVCOOTOI;. 'ETCOHEVCOI;, yid vd KivriOouv oi HUOTIKE?
. UTCO Tig JtapaTcdvo) ouvOflKEi;, f|Tav dvdyicr) vd UTcapxt) fiq>0ovo
XP%a c^lv &yopd, TO OTCOIOV vd (anopouv vd EXsyxouv OHEOQ
8i%o)5 vd Sivouv Xoyapiaono OE KavEvav. To XP^l^ aUTo SEV fJTav SUVQTOV
Pspaia vd TcpoKuyr], Ei^ OTCO TTJV EjiTcopia vapKconKwv, naupri dyopd oTcXcov (auTix ouvT^9cog Eivai avdyKT) vd ouvuTtdpxouv UTCO TOV EXsyxo TCSV
26

iSioov oroncov, 8uHi SiE^dyovrai Ttdvra arqv iSia ntpiayfy),TOXVTOI;siSoix;
XaGpEnrcopio Kai £v yevei emxEipfjoecov TOU UTIOKOOJXOU. Kai Pepma, dcpou
TO 7tp6pA,T|na Eivai JtoJuTuco, TTJV Suvaio-niTa EUKoXou «^eitA,unaTO9> TOO
%pr\\iaioq usaw TO>V nsydtaov TparcE^cov (id Jtood elvm (puaucd Tspdcma Kai
oi ^iiKpeg SEV Suvavrai). "Ovrox;, KCITCX eitiafinoui; uTroXoyionou^ EiSiKwv, TO
raxpdvo^o xpfjua TIOU KUKA,ocpop£i OTOV KOOHO dvEp^ETai OTO 1/9 TOU xpi]UttTOi; ToO TrayKooniou suTcopiou. Movo OT^V 'A\i£p\.Kf\i TO
TIOOOV TWV KUK^ocpopouvTov vapKoSo^apicov vd dvepxETai £Tr|ai(Qc; aid
100 fife
ZKOTUO^ \iaq sSS slvai Pe^aia vd dvcwpepOoOne avc\v no\mKr\a
TWV TtpayndTcov Kai 6^1 vd doxoXT|0oO|i£ dva^uTiKfig n' aoTd. 'H 8iaKivr|ot) TOU «£H7iopsunaio9>, f) pOOnioT) Tffc «dyopag», f) KaTaKTriaT) vswv dyoprav (TI.X. f) iaitrnviKri dyopd Tcapouoid^si dvrioTdasii;, Ttap' oXov TIOU 6
pu6nog Tfj^ Tcapaycoyfji; EKSI E%EI HETapdXsi OE xpovio jipopXrina TTIV %pr\ai\, EVM oi dyopsg TWV omonapaycoymv x<op<&v — IlaKicjTdv,
MaXaioia, x^pE^ rife MsaT)i;'AvamKr\<; Kai £v nspsi Tfjq AaTiviKfjq 'AfispiKfji; (OE nspiKEi; dn' auTEq TO Ttapdvojio XPflU" d7toT£A,£i novijio auoraTIKO OTOIXEIO TOU KpaTiKoO TtpouTtoXoyiojioO) — 5sv itapouaid^ouv n£ya
O SvSiacpepov) Kai noK'kic, XEJITOHEPEIEI; o^ETiKd n' auTd,
Kai oi ckpox; XEHTEmXETtToi TpoTtoi «^£7iXunaTO9> TWV
nou unopouv vd \m; draxaxoWjaouv £8w.
i] (iovo oi (iovinoi vapKonavEii; UTtoXoyi^ovrav yupw ord 5
oi EUKaipiaKoi TETOIOI dvEp/ovrai ord Tpidvra.
1983 Kai 1985 oi urnipEoisq TOU dnEpimvucou orpaTOU EupE&nKav
HEVEI; v' djtoXuaouv 60.000 oTpanmTEi; K, amaq Tfjq ipr\ae<iK, vapKfflTiKffiv.
OavEpo slvai STI f) KaTaTroXEHTian TOU XaOpEnnopiou vapKOTmov PpiOKETOI OTU TtpoypdnnaTa oXcov TWV dnEpiKavwv Ilpo£8pa)v, cnrnv ouoia
Xoya) Tfjq TtoXmKfjc; uqjfjq Tmv icpay^dTCOv, TI'TIOTE TO dnoO SEV (iTtopouv vd e'cpapnoaouv. Elvai 8^X0811 npocpavEg, oi 8i£pyaoiE^ TOU Tn^naTOi; 8i6^£ax; vapKcoTiKmv TMV HUOTIKOJV UTrnpEovSv (DEA,
Drug Enforcement Administration), vd \ii\v oujirciTtrouv KOT ' dvdyicriv HE TO
OKOTtounEva tr\q ^TtiormTi^ KpaTiKfjq KowwviKfii; itoXiTucfjq, f^ 6noia ETOI
filvai uJto%p£Q)p.£VT| vd TtEpiopi^ETai avf\v ^ayyeXta oTaupocpopiKou TTVEU\unoq Kai OTpaTWOTiKOTcoiTJciEwq TWV ouv£i8iio£0)v. Tooo d><; upoi; TIQ KUPEPVTJOEH; allow xrapwv (tic, Qnoisc, Kai nEpiKax; uTtopsT vd
VTCK; TE^ OE «KOIVO dya>va» KaTaTioXEnnorn; TOU itavroq EiSoug
piou), ooo Kai &q npoc, Trjv ^ooTEpiiai no'kmKf\d Tfji; iSpuoECtx; «Club»
Kai «ouA,X6ya)v» KoivmviKfjq aamipiai;! 'Qc, npoq TOV KpaTiKO \ir\%avia\io
Ktti TT\V £7ldv8p(OOT| TOU TtpOOOmiKoO TWV ETClXElpTJOECOV, io/UEl TO OUOTT|Ha

27

TWV «Tests» (jtoXwdoKEC, iaTpiKEc; e^ETdoEK; Tfjg TO!;EWC, 200 EKOT. 8oAlapiwv £TT|oia)c, yid TOV Kpanico TtpoujtoXoyiano — 50 novo yid TIC, dvdyicec,
TOU oTpaTou), £V<p f| e^aywyii (papnaKEimicwv Jtpoiovrwv TWV nsydXwv
BionT|%aviwv, TOW Eivai djiapaiTT|Ta yid TTJV KatEpyaaia TWV vapKWTiKwv
(yEyovoc, yid TO OTCOIO Evrova SianapTuprj0T|ic£ JtpoocpdTwc, Kai f| KoXonBia
pX. F.A.Z., 16.10.89), Sis^dyErai dv£VO%XfJTWc. 8id Jtp
TOU NoEjiBpiou TOO 1986. £E OXETIKT) Srmooia rtapaTppr|OT],
OE OE wpianEVEi; TouXaxiarov oraoTcapaywyou^ %wp£i; vd
TEToia Jtpoiovra, UTtiip^E f| drtdvrr|oii, OTI 0d f|Tav £n£\i$a<n\V «£0viiai
Kupiap%ia» TWV Y/opoov auTWV av TO^ UJCESEIKVUE f| 'AnspiKii Tioid itpo'idvra jtpETtEi vd Eioaydyouv Kaf Ttoid QXI!...
To yid JipWTT] cpopd ^(pavi^onEvo QOTO TtpopXrifia OTT|V Eupwramcrj ioropia
— TO npoft'kmia TOO KOIVWVIKOO KOOTOUI; 8id TWV vapKWTiKwv —, jioXXoi
ouyypacpEii; jrpo07ta0oOv vd TO Xuaoov 8id Tfjg KoivwvioXoyiKfji; (pXoapiai;
(KoopaonEVEi; KOIVWVIE; Tfj? KaTavdXworic. itoo SEV E^OUV TI aXXo vd Kdvouv), f| oooia ojiw^ TOO npo^k^moq Eivai KaOapwc, TtoXuiKfj. 'H \ir\
Tpr| 7tpoo7rd0£ia TWV HOOTIKWV urnipEoiwv vd KpaTf|oouv arik&q \im TO^T]
noKmKr\, Tig dvdyKaoE vd Srinioopyriaoov TO
i;, novou kavoo vd KaX6v)/T| Tig dvdTWV 8paoTT)pioTriTwv Toog. To XPfl^a a^To oiifiEpa dTtoTEXEi dvanoOTcaaTov nEpog TWV KE^aXaiwv Tfjc, KamTaXiaTiKfii; Ttapaywyfig. "Eva niKpo
Sstyna TOO TIWI; SIOKIVEITOI r\a TWV TtoliTiKwv TtpayndTwv
\iac, (f| Kopocpii TOO nayopouvoo Jtoo ank&c, «£OKaa£» CJTTJV
ETUOTJUOO TtoXiTiKfjg) Eixa^iE HE TO «'IpdvyKair|T». Tfjg aoTfji; «dpyjJ9> KOI
TWV iSiwv n£068wv Eivai oi Tpojioi Tfjg nrj <pav£pfjc. TtoXuiKfji;, TCOU Eivai f|
Ka0' EaoTO noXiTiKTJ Tfjg EJIOTJJC, \iaq. "Eva Ttpayna itoo itpEJtEi i8iaiT£pa vd
ar)H£iw0fj OTO ar||Mo TOUTO slvai TO i£,r\c,: av f| Bdor| Tfjg noXmicfjQ — Jtoo
OTCWC, ElTtanE ElVai f| HUOTllC^ TCoXlTlKTJ, fj TroXlTlKTJ TWV (lOOTlKCQV 07Tr|p£-

aiwv KOI TWV aonBooXiwv KOI o^i r) (pavEprj JtoXiTiKTJ Jtoo oo^r|T£iTai OTO
KoivopooXia — Eivai 67toxp£wn£vr| vd KivfjTai \ii TETOIOUI; Tpojtooi; Kai
H£068ouc;, sivai ^avEpo OTI Td opia 0£(iiToo KOI d0£|i(TOo OTO ETtiTOSa Tfjg
ETnOI^HOU TtO^lTlKfjg TWV KopEpVTJOEWV TEpETCEl vd |a£TaTO7li^WVTai K00E <pO-

pd OE E^aipETiKwg nsydXa rapiOwpia Eopo^wpiag. TE^wvEia, okovo|j.iK£g
oTcripEaiEi;, TpaTtE^EC,, 'AoTovonfei; K.XTT. np£7C£i vd PpiaKWvrai OTO «vor|\iay>, TtpoKEinEvoo vd 8i£V£pyfJTai dKwXoTwq i^ TOO EI§OUC, icoXiTiioi. Kai
rcpocpavwi; Td TioXiTiKd Trpoowita rcoo TtpoioTavrai TWV UTCTIPECJIWV aoTwv,
jtpsrtEi iniar\c, vd Sia0ETOOv ^tEydXa 7t£pi0wpia EuXoyioiag... DpoKEiTai \ii
28

OOyK£KplH£Vr|C, E^WTEplKf)^ noXlTlKfj^ JiETaTIoXEHlKd Kttl f| U7t£pH8-

cBla Xoyia irepi tvoc, VEOU E'ltumiuoviKou icXd8ou TIOU dpy^Ei vd dvaTtruaOETai iiti rav r|U£pcov uag, Tifc «KoivcovioXoyia$ TOU TIOX.ITIKOU oKavSdA,ou». «'ETttorr|uoviK6<; Ktax5o9> Elvai Pe"|3aia idEovd^cov xapaKtriptouoi;,
Sum OTOUI; xcbpoug TCOV KOIVCOVIKCOV £"TtioTr|ucov Kupiap^sT TtoXu f| cpavraoia
Kai XEITIEI f| ^Epfj ^KEIVT) XoyiKii Ini TOU avriKEiusvou TIOU xapaKTT]pii^El aUOTTIpOTEpEi; ETtlCTTJUEi;. Ol KOlV(OVloX6yOl 6\UD$ EmjiEVOUV OTOV %W-

po TOU JtoXiTiKou OKavSdXou vd P^EKOUV ?vav VEO KXd8o Tfiq imcvf\[ir\c, TCOV. "ETOI, ^ Kartiyopia TOU TtoXmicou OKav8dXou, dTto ioTopiKfjg (puoEco^ KaTnyopia rtou Eivai, fimSwoKETai vd dvaXuOfj \ii tf\v TtEpimpiI dirtticfj KoivcovaoXoyiKcov opwv (K.X. Oficopia rfji; «dTtoKA,ivouoTii; ouTOU Durkheim), £vcp &q amoXoyia ytd TTJV ouv£i8r|TTi TIEVIO
TCOV ditoTEXEOndTCOv itpopdXXETai TO EioEti «VEOV TOU idd8ou». (Fid iiq
VEWTEpEi; dTt6\|/£i5 JiEpt oKavMXcov, PX.. TO auXXoytKo £pyo: R. Ebbighausen
— S. Neckel: «Anatomie des politischen Skandals», Frankfurt 1989).
£pcbtr|<ni it./., yiaTi TQ oKdvSaXa afinEpa slvat TOGO itoXXd uir\v
(,<nr\V xcopcov OXETIKO HE akteq inv^ic,, f\i elvai: 8£v Elvat
TtEptoaoTEpa, dXXd Eivai f| ioxupr] XEuoupyia Tfj? «8Tm6ataq yva>UT|$»
OTOUI; Kaipoui; ua? (apa §va IrttTEuyna tfjc; «AriuoKpaTiag» fococ^ Ttou T<X
Kdvsi cpavEpd. "Av p^paia SEV £txau£ TO itapdSayna TCOV rkwtcov OTT|V
'AvayEWTioi] Kai TOU 'Eppkou TOU Sou, itou mix; yd^iouq TCOV TOU^ EKavav
cpavEpd (auvEitcoi; UE TtA.r|pT| HETO%TI Trfe «Kotvf)q yvcbnr|c;»), TOTE 6 itapaTtdvco iaxupionoi; 6d ^VEI^E Kcmoia itoooord dXTiOotpavsia^. Td XEiToupyouvra
itooooTd tfjc] «KOIVTJ^ yvcbnt|<;» OE aid piouiixaviKcog dvEirtuyuEvri KOIVCOvta Eivai 6Ttcoa8ifaoT£ jiiKpoTEpa, napd TTJV OTtoia XEiroupyta TOU TUTIOU,
itapd OE Sktec, ino%K, Ttou r\I ^coii fJTav ditlouoTEpri KOI apa
TtEpiaooTEpo (pcoTEivii. "Av opjiEpa t| SrmooioTri^ itai^Ei UEyaXuTEpov poXo,
Eivai aKpipfik; SIOTI KditoiEg VOUOTE/IEIE^ E'mpdAlouv Td oKdv8aX,a vd Kpufkovrai. Kai oi VOUOTE^EIE^ auTEi; uitopouv didcoc; vd ouvov|/io0ouv OTTJV
£XX£i\|ni ^coTEpiKfji; TtoXiTiicfjg Tfjc; AUOECOI; cb? Ttpoi; TIC; %cop£i; TOO Tpuou
KOOUOU. 'H onoXoyfa uiag TETOUXI; EXXEivj/Ti^ KOI f\j TT|<; UE
cpopoXoyiEi; KOI E^oTtXiououi; GETEI itpo^avoog KOI 0sua vo\tt\i6rr\io<; Tfjq
E^ o5 Kai T\i 1s) 5Xr| TtoXiTiKii Sispyaoia vd
ir\v uoptpi^ ii\q uuoTiKfli; £Tti%£ipT|aT|i;, Ttpayna Ttou KOVEI rnv dvaTCOV OTtOlCOV OKav8dA.COV TtoXu TtlO £Tt£lO08iaKTJ. ETO OTUJEIO SkTOUTO TlpETtEl VO TtpOOT£0fi, OTl f| «dltOKdXu\|/T|» OKavSdXfflV &EV A,£l-

Toupya oi^uEpa OTT^V KOIVTJ yvcbur] 600 dcprjvETai vd uTtovor|0fi (r| uETaitoXEUIKTJ ioropia Eivai je\iari] &no oKdv8a>.a dA,X.d TE^IKCO^ f) TtoXimrj ^corj
iCei vd Eivai f| i'Sia...), SIOTI SEV itpoKEuai itEpi SiatpcoTioEco^ Ttou
OE Tto^.iTiKr| ouvEiSTjor), dA,Xd rapi «yvcbo£CO(;»
29

novov KUKXcov — Spa KOI dTtooTtaonauKfji; yvraarjc; TOW uicoXoiraov.
Td JtavTocj EiSoug oKdvSaXa U7rn,p!;av XEiToupyucfjcj armaoiac; yid rf\v HETaTtoXEniKTJ 5onT) TOU SUTIKOU Koajiou mi GMpEiXav vd Evu7tdp%ouv oi 6X6KXT)pov TOV SIOIKTITIKO [ir|Y,avian6 TIBV xcopwv, EITE £(paivovrav EITE oyi.
AIOTI dcpou TO Ttapdvono xpfj^a wcpEiXs vd UTtapxT) yid TT|v TEXEOT] if\q
£TtlOT]HOU TtoXlTlKfji; — OTTOia TEXog JldVTCOV aUTT) KttTO TtEplTtTCOOT) E^EST)-

XCOVETO —, (flcpsiXav vd undp/ouv Kai dvrioToixoi «v6(ii(ioi» Tpoitoi fj 8uvaTOTT)T£(; KaXuyr\c, TOU. iTiaviox; oi KuB£pvr)0£ic; £i/av Tp67toui; EXsyxou
Kai TroWiEg (popEg EupiaKovrav Ttpo dTtpooTtTou. '0 «dvriKoj4ioi>vion69>, 6
oniac, EITHXHE jroXXanXan; TipOEKUfs adv KaTdoTaoT] <xvayKT)<; Kai
adv iSfioXoyia Tfjc; awrofuac; |i£ TTJV oitoiav f| !A|a£piKT] dvEXaBE
TOV xatt>5T] ajroiKUXKO KOOJIO, Elvai [iid Ewoia aiMonoTucfji; VKpfjcj OJHOC;
Kai oi aipEOEii; TOU nEoaicova. Mid Ewoia 8T)Xa5T) Ttou
] TtoXXd Tt£pi£%6n£va, dvaXoycocj TWV npaKTiKdiv dvayKmv,
OTTJV 67toiav njcopouoav £7tioT|Cj vd ^WPEOOUV TtoXXd. Mid
djtoTEXEi Kai f| Ewoia TTJCJ «KaTajtoX£|iT)OT)c; TTJC; TponoKpaTiag», Ttou ditoTEX.EI TO i8£oXoyiKo uTtoBaOpo Tfj^ TEXfiUTaiocj Kupicog SEKaitEvraETiac,. NOT)Td TtpdyfiaTa Eivai aKpiBtocj TauTOOTjua: r\a TOU «dv6(iou
U» TtOU TlpETtEl HE dvaXoyOUi; TpOTlOUi; Vd dvTlH£TCOTtl00fj. 'QCJ TOOO yi'

auTTJ SEV 9d fJTav laatc, SOKOTIOI; §vai; iSiavtEpoi; "kojog.
dvaX.u6n£VT) f| TponoKpatia oTmaivEi TO E^fji;: TtoiviKoitoiT)OT)
OTO oucTTina Tmv SiEGvwv OXECJEOV TCQV £9viKO)v ditaiTfjoEcov TMV
Xaffiv. A£8on£vou OTI f| ditoiKioKpaTia ETtfiSia^E OUVEISTITMCJ TT)V
TtpopXimaTcov (iETa^u Tmv 8ia(p6pcov £OvoTT)TQ)v, Eva nETaitoXEniKMcj Kapnia
HEpiUva SEV SXT)<p9T)K£ yid TTJV TpOTtoTtoiT)ari aurav TMV itpoBXT)n<xTG)v, Eivai
(pavEpo OTI povo f| HT) <BnoXoyT)H£VT| OKEVI/T] TTJC; Sid iffc
TO)V EV Xoyco TtpopXTindTO)v 9d nitopouoE vd TO
. Kupia 7t£pio%TJ Tfjcj «TponoKpaTia9> auTfj^ Eivai 6
' AvaraXfj^ Kai TTJCJ MEaoyEi'ou. Kai f| ioTopia apxiCfii dnEawi;
TOV TtoXEno. KaTd TTJV ETtoxrj EKsivr) — ETIOYJJ PI^IKOU xcopionou TOU KOOE 8uo iSEoXoyiKd crtpaTOTiESa — , yid TTJV EoB. "EvcoaTj SEV UTtfjpxE
viKMv KivtindTCov. KaTd TT^V oTaXiviKT) dvriXT)V|/r| rav
v, 8iKaioXoyT)H£vr| SXXcooTE £K TWV 0uv9r|Kfflv TOU itoXfinou, IOY.UE
TO dc^icona «Jtac; \ir\' wSv, Ka9' fmrnvw. 'QaTooo, fj lop. "Evo)or|
aKOTtouoa vd TtapanEpiaT) TOUCJ "AyyXoucj dito Tpv MEOT) 'AvaToXf|, EiSs
atT)v i8pucjT| TOU KpoToucj TOU 'lopaTJX nid xpT)ai(XT| EUKaipia yi' auTO Kai
£<pp6vrio£ dnEococj vd TOU icponT|6£uoT| oitXa fiEoco TTJCJ ToExooXoBaiciac;. 'H
30

i5puoT) TOU lopaT|A.raKou Kpdroug 9d E^fjirrc TOV dpaBiKO e'Gvaano, duo TOV
OTCOIOV 6d TcpoEKUTtrav aiyoupa TcoXuiKd anipiynaTa yid rrjv ZoB. "Evcoaii
arov ^COTIKO auro xcopo, £vq> oi "AyyXoi, TaXavreuonsvoi HETO^U 'loparjA,
Kai TWV auncpEpovTcov Toug OTOV dpaBiKO Koa|K>, aiyoupa 0d direSuvanouVTO atiiv EV Xoyco 7tEpioy.iv 'H itp6BX£\|/i] ujrfjpi;E TOOO OCOOTTJ, MOTE EiSucd
OTTJV TCEplOXTI Tfig MEOTig 'AvaTOWjg f| UTCOOTTJpl^ll TWV EOVIKWV KlVimdTWV

HETd TOV OdvaTo TOU I.iakw vd drcopfj dvaKi]puyn£vr| dp^ii, dvE^apTT|Tax;
TOU yEyovoTO^ OTI 710X^01 f|y£T£? dpapiKO)v x^pwv £8icoKav d^iXiKTa TQ
KonnouvioTiKd KivnuaTa TGJV xcopwv TOUI;. 'H AiyuitTO^, f| Eupia, TO 'IpaK,
f| AiBui] Kai f| VOTIO; 'YEHEVT) inrfip^av oi KupiEi; TtEpiox^ EvSiacpEpovroq
yid TOUC, aoBiETiKouq, f| SE AiyuTcroc, ouv TOII; aXXoii; (i5i(o^ (i£Td TO 1967)
X6y(p Kai tfjc. au^avonEvrii; Emppofjg Tfj<; Kiva; OTTJV TtspioxTJ Tfji; MEOT)I;
i;. 'Edv OKstpOfj KOVEI^ OTI OE fiid okovonia \ii\]
d orrjv Tcapaycoyrj, OTCCOQ f| ooBiETiKTJ EV ouyKpioEi Ttpog rnv
§UTIKT|, f| Tiapaycoyii TtETpEXai'ou HETO^U Tffiv ETMV 1940 Kai 1987
8iaq>opa Td^Eax; HETO^U 31 Kai 624 8io£KaTomiup{cov TOWCOV
Eivai <pav£p6 OTI yid ^id rcapaTtspa auI;r)OT| tfji; BionrixaviKfj^ Ttapaycoyfj^
6 x&poc. Tfji; MEOTII; 'AvaToXfii; 0d nETEBdtaTo Kai yid TI^V EoB. "Evcoor) OE
^OTiKfig orinaoiai; x^po ooo Kai yid TI^V Auoi]. ITapaSEiyna rcpo^ TOUTO
Elvai f| i5ia f| 'A^EpiKii, TCOU and TCETpEkiiojiapaycoyoc. ^topa HET£pXT|6T|K£
OE i<hpa Eiaaycoyiic. TCETpE^aiou (ARAMCO). 'QoTooo oi ooBiEtucoi SEV
aurn, dXXd dpKEo&nKav finkSx; OTTJV ouvnipT|OT| TCOV £6vionwv TCOU
moupyouoE OTOV dpapiKO KOO^O r\a f| SUTIKTJ JCOA.ITIKT|. '
ETOI novo duuvriKd Tig x^P£? no*> EitpooKEivro o ' auToui;, Evw r\; icpoi; TI^V PLO ujifjp^E TOOO yakapf\, COOTE vd \ir\v SrmioupyiioTi y£viKtoTEpa JtpopWJuaTa OTOV x^po tfj? AUOTJI;. Oi dpapiKoi ^Gviojioi ETOI
SEV 9d dTcoTEXouoav ditA-cog Eva pdpo; yid TO ouvoX.0 tfj? SuTiKfjg 7cohTiici}<;,
, §£5on£vcov TCOV SEOHCOV TCOU £7t£"paA,£ f| ioTopia Kai f| yEcoypacpiKrj
cbpionEvcov EupcoitaiKcov xwpwv rcpoi; TOU^ y&povc, Tfjg MEOT]C; "Ava0d dTcspaivav sva JtpopXrma Kai yid Tig T5i£<; rig EOCOTEPIKEI; KaTaSuTiKfji; TcoXiTiKfji;. ' Yico rig ouv0fJK£c, auTEg, Kai UTCO dvdXoyEg
TCOU ETtiKpaTouoav OE aXkec, TCEpio/Eg TOU TcXav^Tn (KEvrpiKrj 'AiispiKri,
"ATCCO ' AvaToWj K.A.TC.), sivai cpavspo OTI f| ' AnspiKi] cog f)y£Ti8a Suvani] TO()
SUTIKOU KOOJIOU 5sv 0d nicopouoE yid HEydXo 5idoTT|(ia vd TO Pyd^i] rapa
H£oa OTO KXijia TOU \|/uxpou TcoXEnou. Kai f| KaTdpyr|or| auTou TOU KXijiaTog
fJTav TO TcpcoTO TCOU Ev5i£(p£p£ Toug aopiETiKoug. "OvTcog: f| '
8ia0£TOuoa Kdicoia ouyKEKpinEvn TcoXvciKTJ dvriXT|V(fri yid TIIV
jj Kai HE dTcoicXEioTiKii Tiiv Eyvoia E^aocpaWoEcog TOU TCETpsXaiou,
31

(bvojaaos TT\V 6A,t| noXmicii KaTdaraari -rife MECJII<; 'AvaToWfe «rpO(j,OKpaii'a» Kai dv£0£0£ rr\v avTinETflrnioTJ Tt]<; crtoui; dvnoToixom; iponow; TOW
HUOTIK&V urnipEouov. Eivai Pe|3aia KXaaaiKrj KOI auTovoiyni f\, OTI
yid vd EXsy^T) KOVEU; Eva «irapdvono» aucmina Eivai dvdyKT] vd OUHHETEXT)
6 18105 a' auro. Kai £8(5 dKpip&x; Eivai TCOU dTtOTEXa f| 'EAld8a TOV 8iaTo «56vna Tpounav» KOI f| yeviKd)T£pT| KT|5E(iovia ifig Eupcoirrii; and rrjv
'AnEpiKii Eivai yvwcrro on OTTipix6r)Kav ornv TtEpiJcrmori rf\q 'EM,dSo<; Kai
ir\c, ToupKia?. I,Tf\v JIEV 'EA.X.d5a Xoytp TWV TtEpiitoo yvaxraov (PX. yi' auid
mo K<rao) KOI OTTIV ToupKia Xoyw TOW dTiairnoEcov TOO ZidXiv yid vaimKE?
p\xo£iq K.XTC., TIQ OTIOVEI; naiaiwoav oi VQUTIKE^ doK-noEii; TOU OwpiiKToO
«Miooupi» TO cpGivojccopo TOU '46. Trnpa n EKgpSioav f| 'EXXd8a KHI f)
Toupxia HE rf\v Tiapanovii touq OTTJV «'EX6u0£pia» KCU TTJV «A^noKpaiia»,
Etvai Eva 98Jia TtEpiiTfji; csu^TJTr|crri^. Eivai 6(^(01; dvdyKT) vd i§oun£ n&c,
EicXripoSoTiiOTiKav aura; oi 5uo xwpsi; crtd TtXaicux TTJ^ tiEiaTroXEniKfiq AuoTig, TtporanEvou vd KaTaXdpconE Kai Toug poXouq Ttou KdOE (popd ujto%p£Q)TiKd dvaXaupdvouv Kara xi^ 8ianopq>6o£i5 TTJ<; H£%pi T(bpa 8uriKfj(; 710X1TlKffc.

'H 'EXMSa Kai f| ToupKia yid rrjv TtaXaid EupoTtaiKii TtoXmiq djroiEXouaav ankSx; yEcoypacpiKEi; EKKXCJEK;, oi 67ioi£g &no KOIVOU CTuyKporouoav
Eviaiav yEfflnoXmicrjv 6vTOTT]Ta odv djtot^XEOna TOU KpijiaiKoC
'0 no'kE\io<; auToq, 6 OTIOIOI; HE TOU<; 8uo JiayKoaniom; TioXEjioix;
p^E 6 O7Cou8aioT£po<; OTT|V VEMTEPTI
ioTopia Tfj? Eup(ojn](;, 8ion KaTtipyriaE TO ouarnna Tfjg «'l£pag
£um«x%iac;» (ouoiaoriKd Eivai f) dp^fj TOU TEXouc; Tfj^ novap/iai; TUV 'AyPoupycov) Kai £(p£p£ Tiq noXniKEg dvaSiaTd^Eii; OT^V ouvGEor) TWV supamaIKWV Kparav Ttou SiErripfi&rioav &c, TOV SEUTEPO icayKoonio TtoXfino. ' YTtfjpHE icpotiyounEvom;, SIOTI ujrfjp^E TCOTov £Xpr|oino7coniOTiKav yid JtpcbTT|
cpopd uTixavoKivriTa aiSEpEvia TtXoia Kai VEOU TUTCOU 6nka (Paixhans-Haubitze), TO onota £7t£Tp£\j/av OTOUI; Pwooouq vd pouXid^ouv EV dKapEi TOV
JtaXaiou TUTCOU OTO^O TMV ToupKcov OTTJV Eivamri Kai vd TcpoKa^Eoouv ETCI
TTJV dvdm^T) Tav SuTiKmv 8uvdn£(ov. TKOOTIOE KOVTO OTO Eva EKaTonnupio Ou^aTa (TO BaTEpXd) TC.%. £ty£ TtEpiTiou 50.000. I^^iziatrnq: 'Ava(p£po(i£ nspiKEi; XEitTOHEpEiEi; yi ' aurov, 6%i jiovo 8ioTi 6d \iaq xp£iaa9ouv yid
TTJV KaTavoTioT) Ka7roicov TpE^ovKov ^t|Tr)ndT(ov, dXM Kai yum auTOQ 6
Eivai ayvcooTo^ EV 'EX.Xd8i, dq>ou SEV nvrmovEUETai KOV atd o^o'Qq «iaTopia» yi' autd HETO^U 1821 Kai 1921 Eivai — yid TTJV
32

I" AUKEIOU — ETTI F1AZOK TIB 1984 oi rcpo TOU '21 «KOIVOTIKE<;» OXEasig!...).
Oi draoTEpE^ aiiieg TOU Kpma'iKou rcoXsnou dvdyovrai 01(5 n£Tappu6(iiOTIKEC; 7tpoa7id0£i£<; TOU Ma^nouT TOU B', liq onolzc, 7ipayn<XT07ro{T]0£ 6
yuioi; TOU ' ApSouX ME^IT 6 A' 8«x TOU «XaTi Espicpw TOU FKiouXxavE. Aid
TOU 8iaTdyn<XTO<; aurau EKTIPUOOETO 0pt|OK£UTiK^ iaoTT|c; yid oXoui; TOUC;
UTtr|K6ou<; Tfj<; AuTOKpaTopiaq. To Ka9£aT(ix; CXUTO 8i£utc6Xuv£ Tf|v
| 5i£ia5ucT) rav 8uTiKcov SuvdnEcov &$ jtpooTaTfSwv
TIOU f| Pmooia EI8E adv UTCOVOHEUOT) TMV 8iK(5v TT|^ aun<p£p6vr(ov,
dcp' 06, pdo£i TiaXaioTEpmv auv6T|Kwv, f|Tav TipooTOTii; TMV 6p0o86^cov.
"Ocav TW 1852 f| 8uTiicf| 'EKK^oia ^TrfipE ax; Ttpovonio m KXaSid Tfl;
TtopTag dno TOV Tdcpo Tfj^ Bt)9X££n, TOV ETtojaEvo xpovo f| Ptooofa EKfjpu^E
TOV 7i6X£|io Kaid TOU SouXTdvou (TQ TOW «KX,£i8iwv» KO( TQ O^ETIKO HE TTJV
jtEpiouoia Tfiv 'Op6o86^cov EKEI &Ko\a\V E%OUV pu9nia9fi). navrcx; ra
1854,8r|X. SiapKouvroi; TOU itoA-Enou auToO, 6 ydXXoi; nnxaviKO*; 0. AEOCE\(/
ouv£(po)VT|OE 8id au|i|k)A,aiou HE TOV dvripaoiXEa Tfj^ Aiyujrtou TTJV KaTaOKEUT) Tfji; Sicbpuyaq TOU EOUE^, Jtou 0d fipx^e Wyo HETO TOV TtoXeno. "Evcu;
'kayoc, yid TOV TtoXsno OUTOV dno EupOTiaiKfj^ JiXEUpai; fJTav Kai f|
i KOIVCOVIKTJ KaTdoTaoT) Tfjq EupmjrriQ, f) oTOia Efye ^K8r)X(o6fj Hyo
7tp(v HE TTJV ^jtavdoTaari TOU 1848-9. 'ATO TOV TroXsno OUTOV, TIOU Elvai 6
Ttpamx; «n6XE^og Qiaeaxp GTT\V 'loTOpia, itpo£Ku\|/av yid 5Xou^ C^lM? ^ai
OHpEXElEq, TtEpaV TfflV yEVlKOJV 8iaHOp(pd)O£0)V TUOU £(p£p£ OTI1V

Tfj^ EupcoTtrn;. Fid TT|V Pcooaia, 7ipo£Ku\|/£ f) dvayKt)
H£Tappu0nia£cov yid Tfjv 'OGconaviKf] AuTOKpaTopia Hid TE^VIKTI JtapdTaOT| ^(ofj^' yid TTJV FaXXia ^iriTEU^ri TWV noXmK&v ^XEyEcov TOU NaTtoXsovra
(TOU F') Kai yid TTIV ' AyyXia Hid ayavr\q dyopd, STCOU, ^E nidv ^mpdpuvari
5% CTI TWV Tcpoiovrcov TT|q, Od uTtopouoE fivETa f) o(ppiy(B8T|g |ilo^Tlxav{a
TT|? vd <xvTiaTa9nior| rauq u\|/riXouq TEXcovsiaKou^ 8ao|iouq TCOU ^TtspaXav
oi aXXs? £upco7iaiK£<; %fflp£? Jtpoi; Tcpooraoia TMV SIKCOV Touq Ttpoiovrcov. To
KupiatTEpo onax; dnoTEXEona TOU TioXsHOU auTou f|Tav f^ ^aoqxiXicrri yscoTtoXiTiKaX TCQV voTioavaToXiKwv ouvopcov tfjQ Eup(07rr|5, dtpiivovra^ ndvro>^
aXuTO TO TtpopXrma T<OV voTioSuTiKcov auvopcov TTJ^ Pwoaiaq. 'H 'EXXdSa
KOI f| ToupKia Tcbpa aTtotEXouaav Eviaia yECOTtoXuiKii 7i£pioxf| Tf|g Eupa>m]<;, f| ojtoia ETtpETtE vd 8iaTT|pT|0fi KOTd naoav nEXXovnicfj dvaSidTa^T) TWV
BaXKavitov. 'ErtsTyov KaTEOTT] TO 7tp6pXrma (i£ TT|V HET<X djio Xiya xpovia
8r|(iioupyia Tfjq BouXyapiaq. "Ovrax; HE TOU^ paXKaviKoui; JioXsixou^ f| 'EXXd8a aui;ii0T|K£ Jtp6q Boppav, oi EyyurjoEi^ 6\iax; Tfji; Popsiai; undp^eibg TT]^
adv Kpdroix; 0d dvTiyovro ord dTtOTsXEOHOTa TOU Kpina'iKou icoXfiHOu Sid
Ttapouoiai; o' af>Tf\; nouaouXnaviicfjq HEIOVOTTITOI; Tfji;
33

®pdKT|<;! 'EvS SriXaSi] oi dyraXXaya; jdr)0uo^cov ord idaicna Tfjg np&r\v
'OQa\ia\nK?iq AuTOKparopiai; djtOT£k>uv (iidv ouvsxfj fiexpi TOV fmspcov
Hac; KaTdoTaor) (TOpiTtrcoori BouA-yapiag), fiXXore onaXd Kai aM-oTE dva>i «niKpaaumKfj<; KataaTpo<pfjc;», f| oicoia ^e TO
Havucrj fiEiovoTTiTa ifji; 0paKT|(; ditotsJiEi fi6vi|j.o 0£|j.a dnT|%avia^ CJTOUI;
Wyou^ rav dviSficov t)M\v(i)v TIO^ITIKWV, ot OTIOIOI ppioKouv a ' amr\a
TraxupEuatoi) £K9£iaanoC T»V «5TinoKpaTiKfiv dp£ifflv» ifjg 'EXXaSog, dXXd
dyvooOv JiXrjpw^, 5n dxpipSg f] UTtap^ autfi^ if); neiovoTriTog EKEI ditoTE^EI nty 7ipouJt60£oti Tf\q 8tKfjq TOV v|/r|q>o6ipiKfj(; 8paoTTipi6TTiTog, Ka0 '
o EyyuT|0T| TTJI; 'EXXd8oq odv Kparou^! 'H uTiap^r) xfji; HEIOVOTTITO^ auifji;
orinaivEi latopiKd TO E^fj^: Sv TOTE fjOfiXav dn<pvapr|Tn6fj TO djioTE^EOnaTa
Tfjc; yEionoA-iTiKfj; ormaoia^ TOU KpinaiKoi)TCO^EHOU,EITE HE dTcaiTTJcjEK; TMV
7iapaK£i|i£vcov oXapiKfiv Kparav EITE HE u7roKivr)(jr| TTJI; Pcooaia^, TOTE 6
dmnTcov vd E^TI vd dvainETcomoTi dm) KOIVOU 'EA,Xd8a KOI ToupKia, tcai 6%i
TO dn(pi|J6A,ou KaTaoKEufj^ Kparac; 'EXXdSa. MsoaCTTOauvoXo TCJV OKEf| ToupKia vd rtapaxcopriar] TO vr|otd TOU Aiyaiou OTTIV 'EXXd8a, TtpoKEiHEVOU vd JtapanEivn OTTIV dvaToXiKii Gpaicr).
iv auvrojiia ETOI, OTI i5) 'EXXd8a KQI f| ToupKia ditETEXsoav OEWysmypacpiKE^ EKTUOEK; yid TTJV EupcoTtatKii jtoXmicn, do ' auT% SKaraiKoOoav avGpcoTroi fj TtpopaTa. Trjv
6d ETtipouaav dvayKaoTiKd KOI (XETO TOV p ' rtayKoofiio
Movo Jiou T(bpa, \£ TT|V KaTO%upcoor| TCOV voTioSuTiKwv ouvopcov Tfjg lop.
'EvcbaEoc; Kai apa TT^V TtXtipr) EyKaTdA,£i\|/TJ TOU^ CTTII; «£X.£u0£pi£9> TOU
SUTIKOU KOOHOU (6 lTdXiv (iJiopEi vd fJTav dXA,£pyiK6g HE TTJV «AT}noicpaTia», urtfjp^E Q\JL<K, 5vaq drco Touq n£ya>,UT£pou? aTpaTriyiKoui; voe? Ttou
EyvcbpujE 6 auy^povog KOOHOI;), 6 xapaKTfjpac; amoq £(pdvr|K£ mo KaGapd,
<JX£86v nT]xotviKd 0d EA.£y£ KOVEI^. "ETOI n.%. \\£ Td ysyovoTa rife MEOTI^
'AvaToXfji; TO 1967 E^pEia^oTav Eva «oTa0£po» Ka0£aTa)q OTfjv 'EXMSa yid
•tic, dvdyKE? TWV dnEpiKaviKtov PCKJEMV. S18ou XOITIOV jxid 8iKTaTop(a cmjv
'EXXdSa dKpipwi; 8uo nfjvs; rtpv'v. Kai 5Tav TO 1974 6 uTtoupyoi; E^CDTEPIKMV
XEvpu Ki'oiyKEp EjuTuxaivri Ti'q oun^toviEg KaTaTiauoEcoi; TCOV ^0po7ipa^itov
HETa^u AiyuTtrou Kai 'loparjX. (18 'lav. 1974) Kai Supia^ Kai 'lopaiiX, (31
Maiou 1974), dKpipw; 8uo (ifjvE^ HETU EJiavaKdnTtTEi HEOCO TMV «dvriaTaoiaKWV» (!) Kai f| «At]HOKpaTia» oTrjv 'EXXdSa. "OTI Pspaia TO cTpancoTiKd
OTOV yivouv 0sp.aTa «auvomXifflv» 0£(opoOvTai JioXmica); TEEivai mac, nakr\6c, Kavova^. 'AnoSEi^r] n.%. TO KurcpiaKO, TO
34

orcoiov K<XT' dvdyKTiv ESrmioupyrjOiiKE JIETO m nEoavaToXucd, Suki duo
Tt|v inoyf\O PixdpSou TOO AfiovroKapSou fJTav oacpwg yvcooTrj f| ormaoia
Tfjg Kikpou yid Stag tic, EitixEipTJoEig Tfjg EupcfrTttig OTTJV JtEpioyji Tfjg
'AvaToXfjg. 'Em 15 xpovia TO KurcpiaKo drtOTEXa 0E^ia a
v, 8ian£aoX.apf)0£a>v Kai Eraxcpcov, jtapajiEVEi oncog ax;
TIKO TtpopXruia-fiXuTo (cog JtoX.mK6 Elvai f)§T) X.UHEVO, 8ioTi SEV 6(pio~caTai
d)Q TETOIO npoftkr\\ia dcpou UTtayopEUETai duo auyKEKpmEVEC, dvdyKEi;, KQ^EI;
f\, To>v ortoicov f| X.OOT) uTtdyETai CTE y£viK(OT£pa nkaiaia TIOU ini TOU
Ttapovroi; SEV EXOUV dKonri SuxnopqxB&fi.). To 1980 Td TcpopXtJuaTa cpsuyouv
duo TTJV MECTT] 'AvaToA,r| KOI nETaTOTri^ovrai OTOV itspaiKo Kokno. "Apa
oKpaTia» aTfjv 'E^d8a, iv& dvri9£Ta EVO «toxup6» Ka0£, OTTIV ToupKia. 'ISou JtpdynaTi f| AiKTaropia OTTJV ToupKia!... "Av f|
«Ati(iOKpaT{a» (i£Td TaOTa SEV £Jtav£K<xmire KUI naki ditOTOnmq OTIIV ToupKia, omoc. OTTIV 'EXXdSa, dvcu dKpipmc; yiaT{ \& TTJV «ia>.aniKii ETiavdoTaOTI» TOU 'Ipdv ot ouvOfjKEi; Eivat aio0TiTd)<; SiacpopETiKEi; iiaKponpoQiaiuoq
ano EKEIVEI; Tfjg n£ooyEiaKfi,g TtEpioyjjc,. AriXaSfj CTTIV iSia TT^V ToupKia.
noC (i£ Tii; TPEXOUOEC, noXttiKE^ StanopcptoaEig auTd £%ouv
wdTrc&TaTOV 7iap£X06v», nitopounE vd T<X E^ETdownE X
i;. 'AllO TtlV T£%VlKf| EU^EpElO TMV 7rpayH<XTG)V PXETtOflE, OTl TOGO f|

ooo Kai f| ToupKia drcoTEXouv GECopriTiKfii; cpuoeax; o/rjuaTa, TIOU
SEV jcpoypannaTf^ETai f) XPTJOT) TOW; ETU naKpo^poviou pdoEcoi; dXXd and
Tig dvayKEc, ir& aTiynfig. Fid TO dvriGETo dTtaiTEuai Pspaia f| uraxpijn KOTIOIOU TtpoypdnnaTog, TO oicoiov, OKVK, EITIOUE, nETaJtoXEniKmg SEV Jtap£ox£OTI 6 xpovog vd uTtdp^. Kai oi Suo auTEg xropEc., TOpav dito Tig «ouvray(iaTiK£g» pupiVEg Kai Tig «£KXoy£g», Kparrj0riKav OTd TiXaioia Tfjg Auoscog
oncog aKpipdig uTnip^av: HE ouvsxf) KOIVQMKTJ SiKTOTopia, oitou Evag ouvraynaTapyjig ETidvco ?vag KOTO) SEV EI^E ormaoia. EiSiKdoTEpa oniv TOpiTtrcoari Tfjg 'EXMSog, cpaivETai auTO Ka0apd Kai JIETO TTJV SiKtaTOpia. Td
dbi;u|4iEva JipopXfJuaTa TWV dpapiKrov £0vion(5v, nou dvayKaoTlKd 0d £|i(pavi^ovrav HETO TO ysyovoTa Tfjg Msarig 'AvaToXfjg ^Eoa orig SiaSiKaaisg
TOW naKpo^povicov «ouvomXi(5v» — Kai Td oitoia, dKpiprag dcpou UTrfjpxav
TUTtiKd oi «ouvondi£g» SEV r|Tav SUVCTOV jrapd vd rcoiviKOJtoiT|0ouv cbg
«Tpo|K5KpaTia» — , aTtaiToiJoav Kai dvaXoyoug Tporcoug dvrin£Ta)TtioT|g. 'ISou XOITCOV f| «KoivopouX£UTiKi^» 'EXMg cbg Eva ElSog EJCITEXEI'OU Tfjg HEaoyEiaKfjg TponoKpanag. Fid vd E^EyxOfj f| TponoKpaiia rfjg |J£crr|g 'AvaToWjg, xpEid^ovrai dvdXoyEg «Ttpoopda£ig», STjXaSTJ (M «cpdoapapiKii»
Kai «dvTiiiopaT|XivTi» 'EXXdSa y£|adTTi TtpdKTOpEg TCOU vd OUHHETE^OUV OE
£7iix£ipr|o£ig. *H dp^ri TCOV npayndTcov dvdyETai p^aia
35

arf\v «dvrioTaoT]» KGTO tfjv TtEptoSo Tfjc; Xouvracj: "EXXr|V£Cj «dy(ovioT£i;»
EKTOtiSEUovrai OE oTpaTOTrcSa Tfjc; MEOT|CJ 'AvaToXfjc,, naBaivovrac, TipoocoTta, 6pyava>o£icj KOI KaTaordaac;, KOTO TOV iSiov Tpojto TOU Korea TTJV £TOYJJ
TOU «dvriKOHHOuvaoHoO» KOI TOU yuxpou TO^HOU oi mo «£v9£pnoi nap^iar£cj» fjaav oi d^ia>naTouxoi TTJCJ KYII.
Td JtpdynaTa auTd SEV Td dvacpsponE £800 d>cj KpfoEicj — dM,ou 9d
m6 KCtTCO —, SlOTl £%OUV \11OV CUTlOKpaTlKfji; (pUOEWCj

TiTa OTTJV nETajtoXEnucrj no)imKr\. 'H (
OE aKptBfii; cdv inoyf\. METC^U tponou Kaf TpojiOKpaTiacj umxp/Ei
f) E^fjcj Siacpopd: TPOHOCJ Elvai TO d8i£^o8ov ai
(iid E^ouoia OTOV Xao, ^EOO) TOU SIOIKTITIKOU KQI i8EoXoyiKou
toq. To (paivojiEvo Eivai EyyEVECj OTI^V (puar) TTJCJ ££ouofa£ Kai Ttavdpxaiov
(yi' auTO KOI X£^E OTI %p£id^£Tai 6 «8ia(pcoTiajj.o9> Ttpoc; E^Eyxo OUTOU TOU
(poBou...). TponoKpaTia, dvri0£Ta, dvai f| 8id TWV SiaTEOfiiHEvrnv HECTCOV
dvTiSpacn] TOU laou. Td HECTQ aura lapaKnipi^oviaiCTUvrj9coi;«Biaia», 6^1
8ioTi TOU^ XEITCEI f| vomnoTT|Ta (TO «HETPOV» iv TrpoKEinEvm K^ovf^ETai),
dXXd yiaT{ Eivai UTtoxpEto^va vd S^Ep/tonai Tfjcj n£pio%fj(5 TOU «^mKpaToOVTOCJ 8iKa(ou», d(pou auTO xpT]oino7toi£iTai dno TTJV E^oucria 7tp6^ aooiori
TOU SIKOU TT|<; Tpojaou (6 poXoi; TTJI; iSEoloyfac; cuviaraTai aKpiBwc;CTTOvd
Kokmtr] auTTJ TTJV TO^ 7tpayndTcov). Ti dKpiBEarspa Elvai «vonmo» Kai TI
\ir\J OXECTEICJ Tpojiou Kai TponoKpaTiai; SEV 9<x \iac, djtaoxoXi^CTT| iM>,
SIOTI Elvai TO HEyioTOv 9£na Kd0£ TtoXiTucfjg 0£copta(; (EVO 0E|ia Ka06Xou
«VOHVKO», 6Xk& 0sna <piXooo<piag KOI aXXou EiSoucj dvaXucEcov —
KCOV, KOIVCOVIKCOV, KOT' E^OX^V iCTTOplKCOV K.X.71.). AuTO TtOU 9£Xo(l£

dvai, OTI T] n£Ta7toA,£niKrj inoyr\E JioXniKd odv \iia
Oi i8£oX,oyi£i; TTJCJ HETanoXEniKfjcj Eitoxfjg, OUTECJ TOU \|A)%poO TuoXEjiou, fjoav
Kai yid TO Suo oTpaTOJt£8a i8£oA,oyi£i; Tponou. Kai yid HEV TOV SUTIKO
KOOHO iaxu£ ° «dvriKonnouvion69>, yid SEV TOV dvaraXiKov TO «yuxiaTp£ia» (r| Sia<popd Eivai dv£7taio9T)TTi...). 'H avriSpaor) cbcj «Tpo|j.oKpaTia»
SEV apytjOE vd ^K8T|Xa)9fi: crrnv \iev «Auor|» HE evorikei; 6ndS£Cj Spdorig KOI
(poiTTjTiKecj E^syEpoEi?, OTTJv SE «'AvaToXi]» Sid X.aiKwv KivrmdTwv. Kai
OTOV HEV dvaToXiKo KOOHO £xPTl°¥O7tol11&Tiaav Ta tdvKq, OTOV SUTIKO 8HCOCJ, Ttou oi OXEOEII; fjoav 7toA,ujdoKcbT£p£cj, ETIPEJIE vd xpT]oiH07toni0oOv
aXXscj H£9o8oi. Msoa a' OUTEI; TtpoEKuyE Kai 6 poXo^ TTJC; 'EAldSoc, yid TIIV
TpiTOKOoniicfj TpoHOKpana Tfjc; HEOoyEiaKfji; TtEpioxfjq.
Kpivovracj dito TO TtoXmKO ditoTEXEOHa TCOU orig H£p£Cj nacj TtapaTtipouHE, TiJtoTE TO f)6iKcocj §mXrj\|/iHo SEV 9d HtopouoE vd KatTiyoprjcni KavEfcj
OTICJ H£068ouc; auTEc;. To dvri0ETO ndXiara. KOTO TO TsX^uTaia Tpidvra %p6wa OUVETE^O^T) TOOO ioropiKo £pyo, 600TOTEorfjv 7ipoT)youH£Vt| ioropia.
36

Elvai JipcoTTi cpopd Jiou oXr| f| dv0pcoji6TT|Ta KaTaXapaivsi, OTI unopEi vd
ETcixEipriori vd £f|on /.topic; TtoXeuo. "Apa Kd0E U£9o8oc; Jtou OUVETEIVE OE
TOUTO TO ditoT£A£oua KaTa^iourai dvayKaorucd ^K TCOV uoTEpcov. To itpopXtjua oucoc; UE Tf|v Ellr|viKr| TpouoKpaua Elvai aXXo: OTI TEAIKCOC; £!;£cpuy£
TOO dp%lKOU TT|C; OK07COU Kttl U£T£PXTJ0T| OTJUEpa OTO UOVO VOUIUO Kttl KOl-

VCOVIKCO^ dvayKaio UEOOV 5ioiKT)TiKfji; jipoXf|\j/£coq! Kai OE TOUTO
OE 6 TauTOXpoviauoi; 8uo TipayudTcov: f| y£vucti>T£pr|
TtOU TtpOElTtaUE KOI f| XoUVTtt. MfiTtt^U TMV <HJKOl)U£VO)V OTf|V

«dy(oviaTc6v», ujrfjp^av jioXloi nov KaTOTtiv smaoav Td nooTa.
Kai 8ioiKTiTiKd. AUTOI djr£KOjrr|Kav die' rf\v 6pydvcoari,
TI^EOV [ir\ vorma, r| opydvcocr) oncoq EUEIVE, 8£8ou£voi> OTI fJTav
no^iTiKfji; ijcpfj; Kai TOpiEXdnpavE TroXu JtspiaooTEpoui;.'AKpifSfix; TOUTOI oi
«7t£plOo6T£pOl» ElVai 710U dltETEXEOaV TOV puOniOTlKOV CpOpEtt TfJ5 UETO TT|V

Xouvra TtoXitiicfii;. ripooExovrai; Kavsii; ia Tipoocona TIOU Kd0E cpopd dnoTEXoOv OTOY.OIX;, EUKoXa 0d SiamoTcboii, OTI TipoKEvrai Ttspi JtpoacoTtcov dyvcboTcov OTO jcXaTu KOIVO, \ii uyriXEi; KOIVCOVIKEC
cpt|H£p{8cov, Bioufixavoi K.XTI.), KOI TCOV 67toicov
Elvai yvcooTfj uovo OTI<; opyavcooEii;, 8r|Xa8r| OE jiEpicopiauEvo KUKA.O ^Tca'ioVTCOV. "Apa f| TponoKpaTia OTT|V 'EXXdSa SEV E%EI KoivcoviKf) pdor| —
6TOTE 0d £7ip£jt£ vd ouvo5£U£Tai duo 3X1&; KOIVCOVIKEC; ^cpdvEiEc; TIOU 0d
cocpEiXav vd ^VTOTcf^covrai OTOV %copo TTJI; iSEoXoyiai; (TI./. oi
UEVOI cb<; TpouoKpdTEc; OTOV dpaBiKO KOOUO EXOOV m'aco TOUC;
0pr|OK£UTiK<x KivfmaTa) — dXXd novo KOIVCOVIKTJV oK07t^oTT|Ta, 5r)A,a8TJ
pu0(iioTiKf|v X£iToupyiKOTT|Ta KA£ioTcov KuicXcoudTcov. 'AKpipcoc; a" a^TO
ouvwraiTai Kai f^ %pr)oinoTr|Td vt\^. Eric; TtoXuiKEc; KOI KOIVCOVIKEC; ouv0fjKEC; Tfjc; 'EXXdSoc; XeiToupyEi odv §va EWOJIO 600 Kai d;tapaiTT|TO uerpo
KoivcoviKiic; JipoX.f|V|A£coc;, 8ioti EVEpyEi UE yvcbori JtpayudTcov Jtou SEV slvai
yvcoord. '0 «napc;ion69> TCOV Ttpoicripu^Ecov Eivai TO KOT' Mcpaoiv jdaiaio
aXlou si8ouc; ^yKXrmdTCOv, Sraoc; KoivcoviKfjc; Axojto8uoiac;, dc;, dppipiouou K.'kn. 'H 'EA,Xd8a, ^K X.6ycov ioTopiKcov, djcETE^EOE
TtpcoTOTtopiaKov x&po ^cpapnoyfjc; TCOV im. rr\q JioXmicfjc; dya0cov drcoTEXeaiidTcov TTJC; TpouoKpatiac; (jt.%. TOpiTtrcoori I16XK KOI 8iacpopcov r|y£Tcov TOU lncpuXiou). "EKTOTE, ouyKEKaXufiusvcoc; fj nrj, f) TpouoKpaTIO dTtOTEXfil OUOTOTIKOV OTOl%8lOV TOU ^XXr|VlKOU KpOTOUC;. Kai 8^V JtpETOl

vd ^xviETai, OTI TO KpdToc; auTO SyKa0i8pu0r|K£ odv ?va Kparoc; Tpojiou,
KOTO Tf|v Ewoia nou dvaXuaauE itpor|youu£vcoc;. SUVETICOC; ouSric; Xoyog Sicb^ECOC; Tfjc; TponoKpaTiac; urcdp%£i. 'E7t£i8f| auTii TEXEITOI OE ^TtiJtESa ^ouoiac;, IO^UEI 6 vouoc; Kd0£ KXEIOTOU dvaXoyou KUKAxb(iaToc;: OKOTCovovrai
oi OKOTC&oavTEc; Kai 0d OKOTCoOouv oi OKOTCOVOVTEC;. "OXoi 5r|Xa8f| slvai UE
37

orr]v «Ai'crta» Kai f| Ttpoacopivrj daq>dA£id
TOUC, £lvai dTtAcoc, ouvdpTT|or| TTJC, itpoaEKTiKfjc. Kai U7c£u0uvou TCOV oufiTtEpupopac.. "Apa dvai U7to%pc)H£voi vd EVEpyouv IIE dndAuTOv aioOrpa EU0uvr|c. Kai ini EyKArinaTiKcov TCEPITTOQOECOV yid TIC, dnofec, SEV dvai... TtpocopiOHEVO TO EAArjvuco Skaio. EuvETttoc. SEV wpicjTaTai svoyji. OUTE aAAcoorE,
Aoycp n\c, dp%fj6£v TtoAmoig uipfjg TOU HETarcoAEniKoO spdroug, slvai SuvaTov vd ouXXr|(p0ouv. Oi doTuvoniKoi ou§Eva Xoyo E^OUV vd tenpaivouv,
«£KT£A(5vTac, ^vToA£9>, 5i6n Ka0(aTavrat npoccamKa ujtoAoyoi, d<pou ETOI
UJtOOTT|p{^OUV Hldv TO^T) SlKOlOU 7UOU S^Et TOV T07IO OTO %dAlQ JtOU TOV £^£1.

EV 'EAAdSi Elvai 6 E'mSuoiaov vd Kavt) TO «K<x0ijKov» TOU
TiXaioia Tfjc, EAA-qyiKfji; StodcTjaT]^. '0 doTuvo^itKoi; TCOU
, 8iaKiv8uv£U£i doKOTttoi; ra( KOAUTCTEI TTJV £va%f\U
TOU, 6 6710105, ETtEiSrj (kpifJaic, 7tpo6p%£Tai dTto TO iSia «Kuidfi>naTa» \i£ aura
TfJ5 «Tpo)iOKpaTia9>, EY.EI Kd0£ Aoyov vd itf\v 0EAT) vd auAAr|(p0oOv oi «rpo|ioKpdT£9>. Kai Sv KOTd TO 0£<x0i}vai 5(bor| rnv «4vroATi», dito TO aAAo
HEpoi; E^EI Kd0£ Aoyo vd 5rmioupyr)cjr| tiq 7tpou7to0£a£ii;, <BOTE oi «rpo|ioKpdT£9> vd 8ia<puyouv. AUTO TtpETtEi vd TO yvcopi^ouv oi dicAoi doruvojiiKOi.
"Ojcco? oi dpn68i£C. djiEpiKaviKEi; U7tr|p£ai£g fjaav UJIOXPECOHEVEC, icaArioTEpa
vd nf\v «yv(opi^ouv» TOUC, vofiou^ TWV TEAWVEIMV, MOTE vd Ei;aa<paAi££Tai TO
Ttapdvono xpfjua yid TOUC. Aoyouc TUOU TtpoEircanE, rum dvat KOI OTT|V 'EAAdSa U7coxp£(on£voc 6 urcoupyoc 8iKaiooTJvr|c fj 8r|nooiac TO^ECOC vd nfjv
UTEOpfj Vd TtldoT) TtOTE TOUC «TpO|iOKp<XT£9>. AlOTl Sv TOUq §7tiaV£, 0d ^Ktt-

TapyouoE ntdv a^)yK£Kpl^£VT| JIOAITIKT] — auTfjv TUOU TOU ^aocpaXi^Ei TTIV
0£or| KOI TIIV i5i6iT|Ta. Kai aKpi^S? dTcaSrj oi «Tpo^ioKpdT£g» yvwpi^ouv
auTO TO £1801; Tfjc, TtoAiTucfjc, yvcopi^ouv OTI oi «£KAoy£9> UTIO TIC EXXriviKE^
ouvOfiKEi; Kaumdv voninoTT|Ta 8sv OUVIOTOUV Kai i^pouv TCOIEI; slvai oi
TtapdnETpoi TCOU £KH£TaAA£U£Tai 6 «uTtoupy6^» yid vd 7tpopdAT| TT)V iSiOTrjTd
TOU (be, VOUOTUTTOV OAXo0l TWV K00apd TtpOOCOTClKfiv TOUCTUH(p£pOVTO)V,£-

Kai ditoAap&v, yi' OUTO dKpipwi; oi «TponoKpdT£9> Eivai 6
, icapdycov KoivroviKfig dvTiArjyEcoi; arii; TPEXOUCTCC, ouvOfjKE^
TOU
Tcbpa OK, npoq «nap^iono» TWV «TponoKpaTrov» — oi 6710101, OTIHEICOTEOV,
SEV £up£0t|Kav TCOTE oTfjv dvayKT) vd Siappr^ouv nidv TpdTtE^a (Ttpayna TCOU
armatvEi, OTI, KIVOUHEVOI oi i'Sioi end «8ioiKr)TiKd £7ti7t£8a», SEV
Tti^ouv OIKOVOHIKO TtpopArjua yid TTJV opydvcoaii TOUI;) —
^ouv, fj (iaAAov 0d TipETtEi Tooa xpovia v& T° £%ouv SiaTtioTcooEi, OTI oi
HEHOvmnEVEi; EVEpyEisc, Svavriov TtpoafflTtmv, oao ETnpEpArmEVE; Kai av slvai f|0iK(5i;, SEV dpKouv vd Auoouv TO KOIVCOVIKO Ttp6pAr|na TTJ; '
38

Aioti TO TipopXrind TT^ SEV etvcti KOIVOWIKO dXXd ioTopuco. Oi rcepi KOIvowKfjc; Sucaioouvric;, Kpaiom; Sucaiou K.XJI. dTuoyeig E/OUV vorma, oiav id
KpdTT} Eivai ioTopiKok; (Mai^a. To £XXr|viK6 o\m; Kpmoq slvai dvdirnpo
EK KaTaoKEufjc;. "Apa 5%i id rcpooama dXXd oi 0£O|K>i Eivai rcou E%OOV
orinaoia. 'H dXXayfj o\i<oc, auT&v 5ev TtpoKiktEi dTto KoivcovioA,oyiKa; «GE(opr\aeic,» <xAld &no TtpoidoEi; i\ iaiopiKcav jrpoojtiiKmv.
oi HE KoivamoXoYiKEi; KarriyopiE^ OKEJITOHEVOI — 6%i novo oi
^,Xd Kai K<x0£ fiXXo^ OK£7iT6|^£vog "Ek'krivac, — 0d E^OUV
fjSri d;t6 xpovia SiaTcioicboEi, on td «yKdA.o7t» Kai oi «n£ipiicj£i9> OE oXsi;
TII; SiccpavaEic; tfji; KoivcovncfjQ (,QT}$, iSiaiiEpa SE OE ^KEIVT|V Tfjg JtoXuiKfj^,
TtpooSiSouv CTOV xmpo «'EH.aq» vc\v TipaKTiKfj armaafa 6pvi0fflvo^... Oi
wKotvtovaoXoyiKEQ TtpoTdoEigw Sivouv dnXfi^ ipoep^ GIOVC, «Kiv8uvoX6yoi>9>
yid T^V Siarnptiori \iiac, KaTdaraariq TIOU f| XOOT] TTH; §EV ppioKEtai oirnv...
KoivcovioXoyia. ' AXXd HE oXa ToOia, iM> dva(pu£Tai Kai TO HEI^OV Epffltrma:
OTav 6 dpnEvioi; uTtopfj vd SEI^VTI dv£vdxXr|Toq, Tpv TtoXuiKii dvo)pin6TT|Td
TOU, f| KaTdaraoT) ^ TTJV 'EXXd5a §EV dvai adv vd TtpooSiSi) yEvuccoTspa
Kai novoorjuavra vo^aTa OTII; EWOIEI; TTJI; «6rmoKpaTia9> Kai rf\c, «EXEU0sp{a9> — auTWv itou E^UHVOUV oXa TO SUTIKO ZuvrdynaTa; 'H «At£0vfj(;
'AnvnoTiaw \|>d%v£i vd Ppfj KaKOTcoiipEiq OTC ocbuaTa TWV dv0pama)v —
oTicoq TtEpiTtou OTO £oxx —, 00^710)1; vd niiv undpxouv aXXoi Tponoi KOKO7toiT|OTte dv0p«7HOV Kai KOlVtOVlJbV...

"Av oi KaTaordoEii; TTJ? 'EXXdScx; no? poiiOoCv i8iaiT£pa yid T^V
TOW d5i£^68cov TTJI; SUTIKTI^ TtoXiTiKfji;, Eivai yiari avrr\i Ttdvra TO
7110 KOVTIVO 7tp6^ TT^V EtJpCOTtT) TplTOKOOHlKO KpOTO^. "Otl Ta d8l£^o8a aUTO

HE Ttiv VEO iafy] TtoXitiKfflv JtpaynaTcov 6X0 Kai mo TtoXu 0d (paivovrai, Eivai
£V TEXfil KOTl TO TtoXu KoX6. 'H dnEplKaVlKT^ KoXlTlKT] HETOJIoXEHlKd EUpE0T|K£ HE TT)V XP£OKJT|, 6TI 6 KaTUTOXlOHO? OOV OUOTTlUa WIOTEXPEOUTO VO

X£iTOi)pyiior|». "AXXr| Xuori yid T{<; SUTIKE^ KoivcoviEi; SEV U7ifjp%£. Kai r\, jrapd TO TiavroEiSE^ KOOTO^ nov auvEin^yETO atkii r\, TO
KaTdq)Ep£. AUTO uitfjp^E noXu KaXo Kai yid TOV oooiaXioTiKO KOOJIO, SIOTI
ouaiaoTira iao5uvanouo£ \ii Eva VEO iorapiKo Pfjua, HE ma 0£H£Xwo8Ti
dXXayfj OTO iSEoXoyiKo orEpEcona TMV dvOpcbraav TIOU mic, nspsi; na; TiapaTTipoO|i£. 'H ypanniKfj dvriXT|\)/Ti Tf)<; iorapiaq HE TOV ^iXoaocpiKo TTJI;
o odv U7i6pa0po, nitopounE vd TroOfiE OTI OTTIV OKEXJ/T] Tfjq ouydvOptoiroTTiTai; OTO^WPTIOE opiaTucd. AEV Eivai 6 oooiaXionoi; f|
^7tavaoTaTiKro<; 8id8oxT| KaTdoraoi] TOU KaTruaXionoC, OUTE 6 KanuaXiOHQI; f| ^K7tpoo(B7CTiaT| TOU KUKOU OTOV KOC^O.
ndvco dno nioov aiwva f| dv0pco7t6TT|Ta E^OE HE TT|V TtXavt] ouyKpiat)
39

oooialiouou Kai KarmaA-iouou. 'AXXd Td EiSr| SEV auyKpivovrai 8uki SEV
£lvai ouosiSfj. '0 ooaiakouoi; 7tpoaTtd9r|O£ vd cpKidi;T| dv0pamou<; (TOV
«oooiaXioTiKo av6pcoTto»), Svco 6 KaraiaXiouoi; cpKidvsi ditXcoi; aoroKtvpTa.
To vd cpKidvri auToicivT|Ta 8£v or|uaiv£i OTI SEV OUVTEA.EI OE uia «ooaiaXioriKOTtoir|or|» Tf|c; Ttapaycoyfjc; oitcoi; rf\v djiavrci 6 oooiaXiauog (I&ETIE mo
KOTO)), dAM uovo OTI odv KOIVCOVIKO ouoTtjua slvai m.6 JtpooyEicouEvo KOI
rtpaKTiKo. AuoTuxcoi;, fiv SEV £ixau£ TO rcapaSayna TCOV 0pr|OK£i»v, 6d jiTtopouoauE vd TtouuE OTI f| Ewoia Tfj; \xalj\c, 6d urtopouoE vd S^a(pavio9fi dno
TTJV ioTopia KOI vd dvriKaTaoTaOfi djto TO «etTonov» TCOV auvrayndTcov Kai
TOU 5ia<pamonou. '0 KarciTaXiouoi; 5iatunrtavi^£i KaTd Kopov auTd td
Tcpdy^aTa odv iSsoXoyia, yiaTi ^EPEI TCCOI; KOTO Jtpa^iv TCPETCEI vd ficpap^tooT)
aM/nv TaKTiKii. To A,d0oi; TOU oooiaXiouou SEV Elvai OTI EStmioupynoE TT|V
ISsoXoyia TOU «oooiaA.ioTiKoC dv9pcbTtou». To XdBoc; TOU Eivai OTI TT|V TtiOTE\|/£. "Ori 5T|Xa8T| £7ipooraz0r|O£ vd uHdor) EK VEOU Eva ITOTOTIKO iS
OE uidv £7107,11, Tf)v £Tto%r| ri\q TExvoXoyt'ag, OTIOU oi av6pcojtoi
rtapd Cjtoxpcou£voi fjoav vd SiaKivSuvsuoouv TTJV £coi^ TOU^ yid vd
oouv. 'IrtTioTiKO SEV Elvai TO rtapdSayna TOU A. Hennecke orpv
FEpnavia Kai rfi^ «oraxavcocpiKfi5 Kivr|OTi9> OTT^V Eop. "Evcoori TtaXr|6T£pa;
AUTE? ofico^ Eivai iS£oX.oyi£<; uaM,ov dGXiiTiKcov ouXXoycov Ttou npoETOiud£ovrai yid TtpcotaOXtjiiaTa, rcapd iSEoXoyfei; u£ T{Q OTIOIEI; urcopoCv vd SouXE\)/OUV Koivcovfe^. £TO OTIHEIO OUTO 6 KartiTaXiou,6i; uitfjp^E noXu m.6 itpoayEicouEvo Kai ouucpcovo JIE TO dvOpcomva ouotrjua napaycoyfji;. Oi SvGpcojtoi OTOV oooiaXioTiKO KOOUO E%OUV a^ESov ^ExdaEi TI 0d rtfj «cbpdpio» Kai
«Epyaoia». 'H ypacpEioKpaua dvai 6 SEUTEPEUCOV Xoyoi;, yiaTi ypacpEioKpaTia UTtdpxEi Kai OTT^V AUOTJ. HpcoTEucov XcSyo^ Eivai r\a f^ oooiaXioTiKti
iSEoXoyia, oitco^ 4cpapn6o9r|K£ cb^ Tcbpa, rtou urto TO ouvGrijia TT\C, KOIVCOVIKfj^ iooTrjTOi; STCpooTtdfrrjoE vd K,al£iyr] TI^V EK cpuascoi; Siacpopd TCOV dv0pci)Ttcov Kai vd E^IOCOOTI TOV TcpoiKiajiEVO u£ TOV drcpoiiaoTO, fj uaXXov
dKpipEOTEpa: orriv ouvaio6t|OT| Siacpopa^ TOU rcpcoTou — icou TOU /pEidt^ETai adv KfvT|Tpo 5r|uioupyiK6TTiTaq — vd dvriTtapa6EOT| sva KoXXsKTipioTiKO iSscoSEi; odv £K<ppaoT| TOU (q'EviKou oi)ucp£povT(x;». 'AXXd OKOTCOI; Tfi<;
KoivcoviKfji; spyaoiai; —oitcoi; Kai f| jtpayudTcooii TT)q— SEV Eivai vd ^ioco0fj 6 pXaKaq u^ TOV KOUTO Kai 6 SpyanKOi; us TOV TEuitEXr], dXXd, uno
rtpayuoTiKEq auvOfJKEi; KoivcovaKfjc; iaotriTa^ TOU oooiaXionou, vd KaOopio6fi ^TtaKpipco^ r\d TOUCJ. Kai f| KOIVCOVHCTJ dvayvcbpior) OUTOU TOU
TtpdynaTog WyETai «dnoipri». 'H EWOIO TOU «itpoiiaou£vou» Ttou X£"u£ ESco
SEV EXEI vd Kdvr| u£ TT^V Ewoia TOU VITOEIKOU <(U7i£pav9pcbTtou», itou SEV TOU
Xpeidc^ETai if| ioropia, dXXd UE TTIV KOIVCOVIKC&CJ Ttpoo8icopiou£vr| KaTdoraori
TOU 7tpOVOUlOU%OU dTOUOU — EITE SlOVOOUUEVOU, EITE ETClXElprjUaTia, EITE

40

EpydTT) — TtOU HETpO Tt]<; dKplP^ 8^81 TTJV KOlVfiWKrj TOU TtpOOCpOpd. '0

KaitiTaXionoc,, (be, auotrma TU%o8uoKTiKfjc, ufpfjc, Smog uirfjp^e OTI^V ap%r\, eupe0r)Ke mo Kovrd aro 8£8o^£vo Tfjc, (puaucfjc, Siacpopai; rav dv0p
TKOV Kai' apa mo Kovrd OTIC, Ka0r)H£piv£c, auv0fjKec, Xevroupyiag TOJV KOIVCOVUBV Ttapaycoyfjc,. Kai oro OTJUEIO TOUTO, itpiv TtpojJoune OE Ei8iKCQT£p£c,
di;ioXoyr|oeic,, n&c, sv8ux(p£~p8i vd SisuKpiviioconE Tfjv ewoia T&V TtpayndTCOV:
"Ag Trdptojis JT.X. TT)v Ewoia «7aaTO». '0 ypannanKoc, 6pionoi; TOU mdTOU Elvai: «dvrtK£in£vov Ttpoi; xpfjoiv yid TO KaGrmepivo <payriT6». 'H dvriOTI^V JtpayiiaTiKOTTiTa ujtap^rj TOU dvriKEinEvou auroO elvav ouEva ^uXivo KauKi aicoviag xpiiorig fj nid oTpaTWOTiKi] Kapapdva. Td
o\mq yid TOV KamTakono SEV unopoOv vd elvai ETOI, SIOTI K,
6pionou OKOICOI; TOU K<x6e Ttapaycoyou fj KaTaaKEuaorfj eivai vd TOpiopiar)
vf\v %pr\ar\U dvuranevou end %epia TOU dyopacmj, TtpoKEijiEvou vd
H£yiarorton]crr| TO KepSoi; JTOU 0d TOU £7iiTp8\)/r| vd em.p'ubcrri odv £7tix£ipT|or). "Apa 6 KaTaaicEuaoTTJc, 0d KUTTd^r) KOT' ap^iF vd ysXdori TOV dyopaorrj oao mo KO\V ^Tiopsl. Td opta Ttou urtopEi vd TO Kdvr| Ka0op(^ovrai
drto TTJV OXEOTI TOU HE TOV 8iTtX,av6 KaTaoKEuaoti], Ttpayna Ttou vormaTiKWi;
OTinaivei aTto lie, 8V y£V£i ouv0fJK£i; ouyKEKpinEvou oTaSiou rtapaymyfji;
(OTT^V TCEpiTtTcoar) re./. fiovoTHoMou 8sv uitdpxEi Tpoitoq eXsy%ou Tfj? TtoioTTlTOg KOI Tffc 6KHSTaXXeUOSCOg TOU «Tt£XdTT|»). 'A(pOU XOUIOV 0£ KU0E TtE-

pijtT(oor| 6 KaTaoKEuaoTTJg 8sv rcouXdei TO dvnmnevo tfj^ FpannaTiKfji;
OTOV TteXatri, yid vd nt|v TOV %dor| avaicaMmTEi aXXouq TpoTtoug £m8pdeTtdvct) TOU KQI Kd0£Tai TC.%. KOU ^coypacpi^ei TO maTO. Me TTJV Ttpd^Tj
a6tr| f| ewoia «maTO» £^a(pa\ao0r|K£ TtXeov drc' TO KEcpdXi TOU dyopaoTfj. Kai drto TTJV Koivovia. Tcbpa TO maTO 8ev Eivai TI^EOV avrimnEvo
yid (pai, dXXd «epyo Te%vr|q» Ttou OEpva fia^i TOUfiXXec,KoivcoviKeg SiaouvSeoei? KOI ounjtaponapTouvra. 'H Oeot) TOI) mdTou 8ev eivai ma OTTJV
Kou^iva (oitou iti0avov yid TTJV ypannaTucrj ipr\a\\d UTtdp%T| eva SXXo
maTo dito vduXov), dA,Xd OTO epjidpi JIE T^djii drt' e^co, yid vd q>aiveTai. To
maTO eyivE ma «KupiaKdTiKo» (KOI STOI yivovrai «KupiaKdTiKa» Kai jtoXXd
fiXXa TtpdyjiaTa TCOU £%ouv vd KUVOUV ne KOIVCOVIKO Prestige, KOUOTOUHI,
Ttajtouroia K.XTC.). TOUTT) f) swoia TOU «KupiaKdmxou» slvai nokv 8iaq>opeTirai dno TTJV dvrioToi%ri TETOIO TOU nEoai'cova Tt.%., oitou 6 avOpamoc, gpa^e
TO KaX.6 TOU TtouKdfiioo, yid vd nan\ Kupiaicrj OTTJV 'EtacXrioia. Twpa
TO «KupiaK<mKO» 8p? Ka0e fiEpa, SIOTI 6 KaTaaKeuaoTTJc, TOU mdTou 8ev
nauei vd £m8ia>Kr|, TO Ttiaro Ttou TtouXr|O£ OTOV TteXatr) KU( TCOU ^£p£i n&c,
Elvai aro pdqn vd TOU TO n£TapdA,r| oe... OKOuniSia SriXaSTJ vd TOV dvayraOT| vd Ttdpr) SXXo. 'AvaTiruooei Xoinov TT|V T£%voXoyfa KOI oXouq TOUI;
41

TtOU 6d TOU £TllTp£\|/OUV V<X TtpOO(p£pT| Jlld KaXuTEpT) TtOl6TT|Ta Ttld-

TOU, HE mo u\|niXd «Standards» Kai \is KaXuTEpEc; £(i)ypa(pi£<;. Ttopa 0X01 —
HnxavoXoyoi Ttou (pKidvouv Hnxava;, ^coypd(poi, HovrsXiaTEi;, ndvaT^Ep Ttou
EpEuvouv TTJV dyopd (Sr|Xa8rj Ttou E^EPEUVOUV TO fepjidpia TMV OTCITUQV),
8uxKoaHT|T£<; itou fKidvouv -de, BupivEg TC&V naya^uov mi STTOU 9d TtpooxpEp0fj TO E'HTtopEuna (IE TTJV TtpcoToyEvfj <piXoaoq)iK(0£ oT)[iaoia TOU oKoumSiou,
Kai roo^TiTpiE^ HE TO yXuKa xanoy£^a — Spyd^ovrai yid TOV 1810 OKOTIO: vd
KaTatpEpouv vd BydXouv TO Ttiaro am) TO pd(pi TOU dyopaoTfj, yid vd \vf\v
Xp£OKOTtf|CTri 6 KaTacjKEuaoTTic; TOU Ttidrou. 'H Ewoia TOU cpaynTou usaa OE
oX' auTd Eivai 6A,iKmq dvuTrapKTT). 'H ypamumicfj EWOIO TOU 6pionou
ioXUEi jtXfiov novo yid TO maTO TOU atcuXou... fEva KOKO: "OTtax; BXETtojiE,
f) Ewoia «OKOUTti'8i» Elvai BaoiKO OTOIXEIO TTJ; KamTaliaTiKfi^ rtapaycoyfi;,
Spa Kaf f| EK TauTti<; n6Xuvori TOU TtEpiBdXXovroq. AUTO ar|naiv£i OTI 6
j? Ttapaywyfji;, Sid ifjs i8ia<; Tf)g dvaTiTU^Eox; -ri]<; Bionr|%aviKr)i;
ucfji; T\]<; ouvE/aai;. 'H TETOIU SuvaTOTqTa &q T0>pa
E^aipETlKd 7t£pUOplOH£VT|, SlOTl 6 ^£<pp£VOq dviayfflVlOHOi; TWV E^OTt

— 6 onotoi; EOEpvE dvayKaoriKd moco TOU Kai 6A,r| Tqv UTtoXoiTtr)
Xavi'a — dTtXouoTOTa SEV (iTcopoOoE vd ETtiTpEyr) rf\v maplyr\u TETOIOU djiapaiTTJTOU

AEV Eivai f| OECTTJ ^8w TIOU HJtopoun£ vd <xa%oXi]0oi>H£ HE itapairepa XETITOini TMV dvcoTEpa), ortox; it.%. Ttro^ yivETai (iEoa oTiiv 5ia8iKaa(a aurfj
«a£pBiTOia» Kai aXXa; «dvriK£9> vd ditoKToCv Siaxpoviicii armaoia (Td dvaTOHiKd KaOianaTa OTTJV ETtoxrj nai; X.%. £up£9r|Kav HE TTJV dvdTOU auTOKiv^TOU KOI TT)v SouXfiid TOU ypacpsiou, Kai 6%i HS Ti^ noOE OTuX «POKOKO» fj «Aou8oBiKou»...), Ttmi; Sid Tfji; M68a£, nou
Eivai TO BaoiKO o^na 5ia0EO£ox; TOU «£HTtop£unaT09>, f| SiaSmzoia OKOUmSoTtoifjoEcoi; EVTEIVETOI 8id TCQV «dva)T£po)v Td^£(ov», oi 6itoi£i; dyopd^ouv
dKpiBd pou%a Kai JIE TO «dTT)H£Xr|TO» wpoq 8sv Td TtpooExouv Tt
KoivcoviKfj^ ia%uo<; (OTOV BaGjio Ttou SEV TO EITHXHE fjSri 0d TO
mo KOTO, OTI Si^X. 6 KartiTaXioHo; yid vd uTtdp^r) HE TTIV or)H£pivii TOU
Hopcpii dTtaiTEt KoXoaoiaia noad BXamai;...), Kai n&q f| SiaSiKaoia Ttapaycoyfji; 68r|y£i OTOV EV ysvsi TtapaXoyiono EJII oXcov TWV aXXtov ETtiitESrav,
Ttpayna Ttou E^avayKd^Ei Tr|v Auorr) TIIV ^6vr\] Ttou E^EI vd £Tti8£i^T|
Evavri oXcov rav aXXcov vd Eivai HOVO f) XoyiKf| TWV OTtXrav —
ax; Tcbpa — K.Xit. Ma; EvSiEcpspE crnXok; vd otiHewoatOHE Hia
yoviHt) auv0r|KT| Ttou £%ouv Td vorpaTa [isca am auoTtiHa Tfjg KaTtvtaXioTiKfJQ rtapaywyfji;. EE Hid okovonia KpaTiKou TtpoypaHHa^ioHoO, f) Ewoia
42

«7n<XTO» ppioKETai KUT ' dvdyKT|v TIIO Kovrd arov ypannamo T^ 6piano
oTEprmEvn an' oXa m raxparaivco. Kai av u7to0£"(HOH£ maq Gvf\v apyf\%a f| 7ioioTT|Ta cjuntpcova \i£ TV; dvdyKEg TOU ypannatiKou opionoO, HE TOV
Kaipo xdvETai KI amr\m XEI'TCOUV id Kivriipa — oXa erava 8^X0811 rtou
auvioToOv TT|V cpavraoTiiq Sidaiacrn TCJV Tipayndxcov Kai nso<p ifj^ oTtoiai;
dvEX,KUETai f| Simioupyuq SpaoTT]pi6Tr|Ta TOU dvOpdmou Kaid xrjv Epyacria. Aurrjv if|v £%EI 6 Kannakia\i6^.
Bepaia OE Hid JtpaynaTOJtoiTicjT) TOU TtapaSEiaou ETCI ifjq Ffji;, EITE «oomaXioTiKO? av9po)7io9> ^.EyEiai amoq EITE 67t(oo8ii7ioT£ akhowq, Kai OTTOU
f) dXXoTpicooTi ToO dvGpmjtou dTto rnv spyaofa 0d E^EIJCE svrEXok;, auTO TIOU
6 Kaniiakianoc, EyKaOtSpuEi &q KaTavayKaofid HE TTJV «4Xeu0£pTi dyopd» (TO
vd E^avdij 6fivOpcoTtoqTd Jt£pi0a>pia rav SuvaTornTcov TOU Kd0£ cpopd) 0d
TTpOEKUTTCE O.(f' EaUTOU dTIO T[\V sl£U0£pTl TCpOaipEOT] T&V dv0p(OJCCOV. ' AA,Xd

KOTU TO TpE%ov oTa8io TOU TtoXiTiaHoO TOuXdxvcrtov, TQ TtpdynuTa d7t£%ouv
dno TOUTT|V TTJV i5£(b§Ti KaTdoTaoT] voT)ndT(flv. Kdnoiot 0d
vd Ka0api'^ouv TOUI; Sponoug Kai TO drtoxcopTiTVipia navta. Nd
f)7C00EOCOHE TOUTOO? ^PHEVOO^ OTQ TtXttTOVlKd ^KEtVO iTCtTOStt 07COU 8£V 0d

SouXfiuouv ^E Kdnoia ouv£i8TioiaKTi dA,XoTpi(oari, slvai fia^ov Suxarpoqni
\iiac, (puaiKfji; Td^ri^ 7tpayndTcov. IIoW TtspioooTEpo, ooo dTtaiToCnE vd
au|4i£T£%ouv iSEoXoyiKd OE Kditoio rapt dvGpamou iSfiSSE^. Tic,
86o£ii; i§£o?ioyiac; 6 KamTaXion6i; uq Ka-rripyTioE Ttpo itoXXoO' 6%i
TtooooTd <OTpofJXr|naTianoO», yid vd nitopoov oi av0po)7toi vd
VEOI, aKOHT) Kaf jtETd vf\\, vd SouXfiuouv (KOI vd 8ouI...). KdTcoia dvdXoya iSEoXoyiKfji; (puoEco^ rtpopXrjfiaTa 6 KamTaXiOHOi;
Td E^UOE £m TOO TtopovTog HE TOU^ ^Evou^ EpyaTEi;, 8T]Xa8rj Kai TtdXi TtpaKTiKd (TO ISEoXoyiKo |nixdvT|na TOpi IOOTTITOI; KOI «dv0pcomvcov SiKaicondT(ov» HTtopsT vd SouXsuTi dTOpioTtaoTO, yum oi ^EVOI spydTE^, Ttpoiovra
aXXov iSfioXoyiKfflv KOOHOV, ppidKovrai dTt' amo dnoKOHHEvoi), 6 oooiaXia|i6<; o\i<i>q dva^EVETai vd TO Xuat). STO Ecoq Tcbpa ardSio tfjg dvOpcomvti^
ioropiai;, f| dvdyKTi noid^Ei vd TtapEHSivE f| yevEaioupyo^ avcia rfj? STIHioupyiKOTnTa^ TOU dvOpcoTtou. AUTO aXXmoTE Eivai TO vorma Tfj^ TE%VOXoyncfji; l7tavdoTacrr)(; Kai TOU «Sia(pomanou», 6 6710101; odv Kivrma GTT\V
KOIVWVIKTI TOU aTmaoia UTrfjp^E Hia drco Tt'^ u\|/r|X6T£p£g Kopu<p£g TCOU fjyyio£ 6 SUTIKOI; avOpaitoi;, adv cpdooo^iKri apxtj o\m; («£^ouoia TOU dv0pa>Jiou £7ii tfjg OuoT]9>) ujrfjp^E nia dTto Tig iisyakmspzi; urtapoucpEg JIGU
£7i£v6T|0£ 6 dv0p(bmvog vou? (<&£ OE TCOIOV Pa0no 6 Sv0po)7tog iinopti. vd
fiXEy^T) liq rcpouJto0£O£i(; Tfj? ipuaiKfj^ Kai pioXoyiKfji; UTtdp^Ecbi; TOU, oiaaq
— 0£copr|TiKd — HJtopEi Kai 6(p£t'X£i vd EXEy^T] -tic, KOIVCOVIKE^, Eivai Eici TOU
raxpovToc; naXXov TtpopXrma idm\<; raxpd ETtiaTrmovncfji; aTia.vtr\ar\q).
43

Mitopsi Pspaux vd Ep0T| £Tco%f| TCOU f| dv0pamivr| Epyaaia 9d $;onouo0fj HE
TO TcdTT|na KOUHTCUQV, aunTC£piXanpavo(i£vr|? Kai ifj^ yevETiKfji; TEXVO^Oyiag, TO rcpopXrina S^iax; slvai Katd rcoaov unopsi f| ®U"OTI vd ETciTpEfr) Eva
TETOIO Jipayna. 'H dv0pa>Tcivr| 9avraoia SEV ditEKXEioE |M TETOUX raTdcrtaOT) TOO dv0pamivou JtoXiTiofioO, OTCGX; n<% rcEi0£i f| £8(5
' A;coKdXu\|/T| TOU 'loxiwT), novo itou f| oi
HOid^Ei ]iallav vd auncptovfi HE TV; EVOpanaTtKE^ &n6ysic, TOO 'Icodwri Tiapd
HE T(<; aioioSo^feg TMV (piXooo^iKCJv dp^wv TOU «Aia(po)Tionou»... Kai auTO
OTI r\| TOU dv6p(i)7tou 0d TtapanEvr) raxvra ouiitpufjg \i£
KOTdaTaoT) dvdyicrig — aoTfji; 8r|Xa8ii nov 6d ditoTpEyT] TTIV nA,ripr|
] TOO dvOpCOJCOU dltO Tl^V JCpOUIt60£CJTl TOU OUOT| HEOffl T«V... KOU-

To TtpopXt^a tfjg TE/voXoyia^ orjuspa SEV Elvai OTI 6 SvQpamoq 8id tfjq
Jtou SEV unopsi vd sWy^ti, dA,Xd OTI f| £v
KaTdoTaar) Tfjq dvOpojtOTriTaQ EupiaKETai OE itpo)Toyova
£^£A.{^E(0^ 0%£TlKd (i£ Tpv £JtlOTT|HOVlKf| £7ClSoOT| TOU dv6p(OJtOU. 'H

rav «Koiv(oviKmv £7cicrcr|nwv» sujcoSi^Ei io/upd orJuEpa TTJV dvaywyi] OTO dp^Eyovo vorma TWV Ttpay^idTwv, rcou §EV slvai Jtapd 6 KOIVO)VIKO^ TpOTtoc; KaTavorioEox; 5id TWV 0pT|OK£imv: 6 Tffc dpOoSo^ia^ TCOU pXs7C81 TTJV TEXEICOOT) TOU «7tpOO(a7tOU»CTTO«rikf\pG>lKl» (f| PtOOOia S^El «OOOia-

dTto TT)V £Jto%ii TOU 7iatpidp%ou <D(OTiou), 6 TOU IIporcou P^ETCEI TTJV OXEOT) HE TOV ©EO n£oxp Tfji; ^pyaaia? (KOI
HE Tf|v 9eo>p{a TOU IIpoKaOopianoO ^inopet avETa vd 5£%£Tai
TOU EpydTT) 7caXr|6T£pa fj TOU ormspivou urcavaTtTUKTOu) KOI
Kai A,uTp(ooT)q, 5nox; ouvavriiTai OTT)V
) AaTWlKTJ 'AnEplKTJ, KOI TCOU djCOTEXfit EVa dOTEtpEUTO KOlTttOHa

yid TTJV TE%VT|. Oi ar|(j£ptvoi XaTtvoajiEpiKdvoi E%OUV TOUI; 6v|/r|X6T£poui;
SelKte? dvaX(papf|TQ)v, £%ouv 6\m; Kai jiio dito Tig SuvaTarrcpa; Xoyorejcvfeg
TOU KOOHOU (6 «io7i<xvian6c; Tfjq 8iaoEopoi;» HE TOV OpdvKO Spof|0r|a£ d(pdvraoTa yi' OUTO). '0 HE^IKUVOI; 7ioii]Tf]i; Octavio Paz EOUVCOXI/IOE %apaKTTipiariKd TO dp/iKo TOUTO voTijia Twv TcpaynaTCOv: «'0 pop£ioa^i£piKav6i;
TOV Koofio adv KOTI TCOU uTtopd vd TeX£ta)0fj..., i^lc, TOV dvrinETO)adv KQTI TCOU nicopEi vd 6Sr|yr|Ofj OTT)V XuTpa)ar|». Elvai EKTO^ TWV
TcXaim'cov TOUTOU TOU pipWou f) rcapanEpa ou^rJTT|ar| ETCI TMV dnEpavrcov
a^Trov 0£ndT£ov (PX. o^ETiKffli; Kai TO pipXio ^05 «'H dvaToXiKii MEooyEiog
dx; £upo)7taiKT| iaTopi'a», 'AOfjvai 1984), KO^O 6\uaq 9d fJTav oi XfiyonEVEq
«KoivcoviKE(; E7tiorfjn£9> vd jiTcopouaav vd IXdpaivav cm^ SiawnaEu; TCOV
a$ (paivETai Tccbg i>Tcfjp%av
44

5uo PV^IKOK; 8id<pop£<; KaTavoTJaac; TOU Map^ionoO: EKEIVT] TCOU spXenE TT\\a TOU TtpoX£TaptaTou» adv TO slSo^ £mvo TTJC; ia6tT|Ta<; TIOU
aTCEXdnpavav oi Pu^avriva; XOOTTITEC; into TOUC; TpouXXoui; TOU auTOKpdTOpa
"louoTivuxvou Kai mdv aXXr|, TIOU rf\v «5iKTaTopia TOU TipoX£TapidTou» ifjv
EpXETiE adv OTOIXEIO ndxn<; Kai TioXEnou KOI TIOU fj0sX£ vd TTJV dvrutapaTd^r) ot£ nidv aXXr) SiKTdTopia. To SEUTEPO auTo £l8o<; 9d njcopouaanE vd
TO ovondoconE «£upo)7caiK6». ETO Tcpwra EiSoi; KaTavoT)OTi<;, f| Ewoia Tfj?
KaTaTtiEOTii; Kai dv£^£u0£p(a^ SEV EuSoKijiEi 600 EUKoXa 0£Xouv vd \iac,
Kdvouv vd moT£yci)|i£ — KUI oco avsu optwv ETtESico^av OTO TtpoocpaTO
— oi ^MIKEC, i8£oXoyi£i; TMV Kaiptov jia?. To TCVEUHO rfji; dvaTO^si icavEva KOIVQJVIKO jiETpo TtEpiopianoO tij? E^EUTOU aTOfiou, SIOTI SEV uirfjp^E TCOTE TO TcpopXrina «<x7t£A.£u0£pa>a£a)$»
dno KOTI. '0 XpioTiavionoi; ax; p(n\iaiKf\, SriXaSi] ax; «Bu£dVTIO» OTtax; TO 6vo|id^ouv oi iarapiKof, UTrfjp^E dTtoTEXEona KUI Ttpoiov
£X£U0£pO5 TtpOaipECTEOX; Kttl OUnPoXfji;. AfiV f)TttV TtpOKTlKd TITtOTE

8uvaT6v, SIOTI 6 «XpioTiavaa|i6i;», nsoa atfjv
'AvaToXf|<; KQI TO>V IS
U, f)TttV duUVTlKO OptO dltOKlElOHOU KQl O%1 ^TCEKTdoEOJg. IV aUTO

| EWOIU -rite rtvEunaTucfji; £|ouoiai; £ka$e nsoa a' auro TCOU ETIEvd XEYETOI «Kaiaapo7ta7aono9> TTJV TtparuEuouaa armaoia TCOU EXa|3E. '0 ay&vac, nETa^u TrvEuiiaTiKfji; KQI Koonucifc E^ouoiai; SEV Ekafa
JIOTE lie, noptpEi; OTTJV 'AvaToX^ — KCU OUTE f]Tav SuvaTov vd A,<X|}T| — Ttou
OTTJV AUOT|. ITTJV ElKOVU TOU aUTOKpaTOpQ 'loUOTlViaVOU OTT|V Ptt-

TO TtoSia TOU 'Ayi'ou Ma^ijiiavou (KQI 6X1)1; Tfji; SE^IQI; asipai; TWV
ppioKovrai TOuXd%ioTov Ep8onT|VTa JCOVTOIX; uTtpoord dito TO
TtoSia TOU auTOKpdTOpa Kai TTII; dKoXou0ia^ TOU. Kma §vav nuaTf]pio TpoTCO GHOI;, TO owjia TOU ' Ayiou dm) TOV dyKSva Kai HETO ppioKETai OTO iSio
£m'7C£8o \ii EKEIVO TOU 'louoTiaviavou. "OXo TO TipopXrma TTJ^ TioXiTiKfj^
cpiXooocpiag Tfj<; 'AvaToXfji; — 8T|Xa§Ti TO TtpopXrma Tfji; «IloXiT£ia9) Ttou
TUpO£KU\|/£ dlCO T11V ETtOXn TfflV dpXaifflV OOCplOTWV KOI 8lTJpK£O£ &C, TTJV

KaTaXucrr) TOU JtpwTou painaiKou Kparou^ — ppioKETai OTO n£yaXo(pu£i;
TOUTO Euprina TOU £XXr|vopa>naiou KaXXiT£%vr|. OUTE i] KOC\UKT\E f|
TrvEunaTiKT) ^ouoia (iTtopouv vd... KOTamEoouv, SIOTI supioKovrai OTO 1810
£TtlTt£5o! AfiV UTtdpXOUV «TCOXlTtK£<; dTCO<pda£l9>, OUOiaOTlKd TilUOTE TO «V£0»

— OUTE Kai KavEva^ KaTaKTTjTiKog iroXEHoi; OTT|V ioropia TOU Bu^avriou.
FIpoKEuai yid TOV Pa0|ao KowawKfji; EXsuOEpia^ itou 6Sr|y£i dvayKaoTiKd
arf\v 7toXtTiKT| TcapdXuoT) Kai KOWO)VIKTI dKivr|oia. AEV UTtdpxouv wdicofdasi9>, dmXouaraTa yiaTi SEV jiicopouv vd TtpaynaToitoir|0ouv. Ka06Xou Xotirov Ttapd^Evo SEV Eivai Ka0a>g icaparripouv ouy%povoi loropiKoi (pX. it.%.
45

K-P. Matschke: «Die Schlacht bei Ankara und das Schicksal von Byzanz»,
Weimar 1981), OTI TO Bu^dvrio SEV uTtopEciE vd «em^n» u£TaJ;u dpxouevou
T&V vcaXiKcov ArjuoKpaTicov KOI Tfjq (p£ou8ap%iai; rfj^ 'Avac;. 'AKOUT| KI av ETCTI T£0fj TO TtpoBXtiua, f| SuvaTOTnTa «£7nk>yfi9> SEV
, SIOTI SEV uitfjpxav oi KOIVOMKE^ Jipou'7to0£a£i<; yi' OUTO. Ktinoux;
vd «d7toq>acTicn]», KOI amoq 6 K&nowq SEV U7tf)p%£. '0 AuTOKpdTopac, Kai 6 IIaTpidpxT)c; fjaav aTtXoi SiaxEipiora; uiag KOTaoTdaECog 5£5oH£vr|5, row SEV %p£idc9TiK£ vd 6pic6fj TOTE EK VEOU. 'H KOTdaTaor) autri
fJTav £K£ivr| Tt]5 «an£or|? Ar|uoKpaT(o9> KOI rf\q BwonaTiKfj? IOOTTITO^ TOU
OTOHOU OTHOI; STiuioupyriOTiKE iaropiKd (diro Toug d>.£^av8pivoug XPOVOU?
KOI HEXPI TO TE^OI; Tfjg Tta^aiag pcouaiKfjg EJtoxfji;) Kai ^E TTJV dmriav 6
XptoTiavtauoc; ETIPEJIE vd ouuBaSian. ErinEpa JtoO TfiXoc; itdvtwv i\Kpana [tau; Eivai TETOIO, (BOTE KOI oi Ttto sMaaovEg JtvEuuaTiKEg doTmavroTTITE^, TtoW 5e TtEpiaooTEpo oi KpaTiKoi d^iconaToOxoi, «£Jti(puXdaoovTai»
vd ypd(pouv Ttpog \ir\> Ttov, Elvai tpuaiKo vd undp^ouv 5uoKoXtE;
icjEeoi; HEPIKWV itpayndTcov TOU raxpEXGovroc;, Td OTtota MCJTOOO dro>TtapoOoEi; EUTOipfei; Tfjg «'AvaToXfJ9> (dve^apTnTco^ «Ka0£aTCDT09>)
Kttl TtOU XpSldo9t]K£ f\J UTtavdltTU^T) TWV OpUEVlCOV KOI TWV O^Ep-

v, yid vd uitdp^ouv ax; Z,&GE<; £U(pdva£<; (&c, noio BaGno 8r|A,a§Ti
i ujtfjp^av OTO TtpoocpaTO TtapfiXGov xovc, TtoXmKd EXsuGEpoi, SOTE
vd urcopoOv vd dvaoTaTOivouv TOCTO ETtiKivSuva TOV KOOHO oXov).
STTJV aXXnloypacpia i&\v IlaTpiapxSv, 7tapaTT|p£t 6 S. Runciman
(B?i. «Kindlers Kulturgeschichte Europas», Band 8,1983, osX.. 143), iSjtdpxouv
ypdnnaTa Ttpoi; TEA-dox; doTJuavrow; ucpioTanEVOui; TWV Kai yid TE^EICOC; SEUTEpEuovra 0£uaTa TUTIIKOC. Ma auTrj dKpiBfiq Eivai f| Iwoia T^^ pwonaTiicfiQ
iaoTT|TO<; ro>u aTtoTE^Ei iSiov rfj^ fjaaovoi; 'AvaToWjg EK KaTaaKEufji;. "OXa
TO UTtoXoiTta (TO p.r| i%vog paToianou Ka6' o^,r|v TTIV SidpKEia TOU Bu^avuvou, oi icseq 7ti9av6TT)T£c; ^cofji; yid oA,ou<; (dTtoyovoi uuarov ydp.cov (iTtopouoav dTto TTJV Ttpcbtriv fjSri y£V£d vd SioiKTJaow TTJV auTOKpaTopi'a oXr|) Kai
EV ysvEi TO 8i£0viaTiK6v iSfiSSEg TOU £M.r|vicj|K>u, PX. E. d. aek. 221 K.E.)
Eivai djtA,£<; auvsTteisg tfj? piconaTiKfji; auTfji; iSEoXoyiag. "OTI auTd oXa
E^a^av KOTO TOV 20ov ai. if\v ovonaoia «oooiaXicjn6g» — Kai nou Bgpaia
0d auvExiaouv vd ucpiOTavrai, 67ioia8r|7tOT£ EKSoxrj rtEpi oooiaXionou Kai
av 8£x0oOu£ yid TO (ie71ov —, Eivai dKpip«g EVCK; EUTtXouTicnoi; iffe EVvoiag TOU aoaiaA-ioTiKou iSEcbSoug yid TT^V KaJtiTa^toTiKT] auv£i8r|crr| TOU
HEM.OVTOC;. '0 KaTtuaXianoi; EiSE OTTIV 'AvoroXii, pwaoiKrj Kai uVj, «pappapOTTiT£9> — Kaf Ei8£ TtoXo KaKd Kai 6A.£0pta, £7t6|a£vo SE fJTav vd 8r|HioupyrjaT] TcoX-Enoug Kai TtayKoaniEi; KaTaoTpocpsi; dcpou EP^ETIE KaKd. To
dv0pa)7riaTiK6 iSEtoSE? TOU aoaiaXianou, SJHOQ TOUTO TO pXEicouE vd drto46

TEWj novinii auv£i8iiaiaKT| KaTdKTt|OT| Tfj<; dvaToXiKffe EupcoTCT|c;, Elvai TO
ouaicoScoi; nokmi^io TCOU Koni^ouv TO yEyovoTa T&V Kaipcov ^ icpocj TT\V
Auat|. 'H AuoT| Qitei vd £opT<xi,r| yid Tf|v 5fj0EV «£7nTi)xia» TOO
TTIC; EV OXECTEI Tcpog TOV UTtdp^avra aoaiaX.iano, f| Sia
EupcoTrr) SEV raxpajcXavfiTai djco TETOWX (KOI TCO^U TCEpiaaoTEpo ano tic, 8uTIKEI; dvdyKEQ EacoT£piKfj<; KaTavdtaooT)c;): SEV djt£ OTI £jri6una TOV
(OTCOTE Kdrcoiov VEOV «TpiTO KOOHO» EHPETCE vd ppfj vd
novo OTI ETTI^TITEI vd Ppfj vsa SESofiEva yid TO 8iKO TT|I;
ISscoSEc;. To i5£(55£i; OUTO Elvai EKEIVO Jtou EKOVE TOUI; n£yd'kovc, paooou^ ouyypacpEii; TCO^U iipo TOU aoaiaXionoO vd TtEpiypdcpouv TOV
TtolEHO aTig aE^iSEi; TCOV HE yKpi^a xpconaTa, ^pm\ima 9W\|/tiQ KOI
Kai 6^1 fi£ TOUI; EopTaaTiKow; xpconaTioHoui; TOU «£0viKoO fjpcoop> Kcri
«dp£Tfj<; TTJ; vficrigw KOTO TOU «£x0poO»... AuTEi; dvai 7rv£i>naTiic£<;
aA-Xcov i§£oA,oyiKcov KOO^COV KOI o^i TOU «oooiaXionou». 'AnkStc, a'
£7t£v8i50Ti(Tav ai vox iSEoXoyiKd TCEpi£%6n£va KoivcoviKfji; ucpfii;. Kai
0d ODVEXIOOUV vd Elvai TETOKX KOI HE TOV... 7toXuKonnaTian6. 'Eni TOU
Ttapovroi; pE^aia f) Auar|, EXOUOQ uio0£TT|cj£i TTJV 0£otv TOU «£jt6jtTou» (5id(popa «TC£pio5iKd yid rnv Eupcb7rr|», OTKOI; 6 «Merkur», n./., dvapcoTicovrai,
«av TcpETOi T) Aooi] vd Poii0iiaii TOV rKop|^taTaa>(p»!...), 0pianpoXoyEi £opTd^ouoa tr\v «U7i£po%ti» TOU 7toXuKon(J.aTioHou — TCpayp.a dno Tco^-X^g drcoKaTavoT|To yid Tfjv 8iKT) TTJI; EOCOTEPIKT) icaTavdXcooT]. "Oiunc, TO rcpona SEV ppioKETai aTTJv TUO>.UIKII ovyKXior) TCOV ownmaTCOV — OUTCOI;
fj aM,ax; Ttpo TtoXXoO S£8on£vr|, Xoyco rfj<; Eviaicn; dvairnj^Ecog tfjc; TE^VOXoyiac; —, akha OTTJV rtokTicmKcoi; i8£oA.oyiK^. Fid TOUTO aKpipco; Kai
cbpianEVEc; KIVTIOEI^, OTCCOI; K.I. f\i Ki'vr|aii» TCOV 0pT)OK£icov
(cbq 7to^.iTioTiKcov Kupi'coi; opyavioHCOV Kai 6%i npocpavcoi; cog dmyco^ 0pr|OKEUTIKCOV oT^HEpa...), oi jio>,iTiaTiK£i; avTaXXaysi; HETO^U 8iavooun£vcov
Kai KaXXiTE/vcov K.'kn., E^OUV vd Ttai^ouv s^ taou ^EyaXov poXo JIE TO
KOHHOTO Kai TOIX; TCO^ITIKOUI; dp%iiyoug.
Kai av P^paia Td VEQ \ir\vonma tr\<; dvaToXiKfjg EupcbTnn; E%OUV KdicoiEi;
m0av6TT|T£c; fjp£na vd KaTavor)0oOv drco TTJV SUTIKT) (yi' auTrjv 6 aooiata0^161; TcapajiEVEi ndvra Ko^a' yid Tf|v dvaToXiKii P^EJIOHE v' dicoTE^fj dv£<; 7tp6^ SlEpEUVTIOT)...), aUTO OCpfiiX-ETttl C7TO O,Tl f| 68r|y65

TOU oT|H£pivoO SUTIKOU KOCJUOU filvai f| 'AHEPIKTJ. 'H OTioia, Ttapd
Td oera EiTtanE —Kai 0d auv£xiacon£ mo KOTCO—, adv JioA.U£0viKO Kai rtoXucputaTiKO KpdToq TCOU Eivai E/EI TcpouTco0£O£K; auvTovioHou Kai Kaiavor\OECOI; ETci TCOV icpayndTCOv auTfiv. To jiETaTco^EHiKO iaTopiKO £pyo xfjc; 'A(lEplKfjq ElVttl TEpdaTlO Ktti ElVttl <x8iav6T]TT] KO0E ISfitt EUpCOTCaiKfji; 6XOKA.T1-

pcoar|<; iQpiq TT]V Tcapouoia f) £Tcippor| TCOV 8uo jjEydXcov 8uvdn£cov a' auTf|.
47

EiSucd t) Jtapouoia Tfjg 'AnEpiKfjc; OTTJV SUTIKT] Eupamr),
pi£6n£VT| EOMTEpiKCQi; OTOV doTEpiono TOW «|i£ydX(ov 5uvdn£cov» (!) Eivai 6
jtpoujto0£TiKO(; opog Ka0£ Ewoiaq EupamaiKfjg oXoKXtipcoorig. 'H Eupawrri
jtpooEcpEps Td uitaTa OTTIV ioTopia if\q dvOpcfljiOTTiTac;. Kai ET^EI &KO\a\d
jtpoocpept) OTOV fkx0no Jtou 0d djtOT£X£cr| ^ffipo ouyKEpaonou TWV 8uo ujtspSuvdnEcov. Movo Jtou auro SEV E^avrXEtTai o~vf\\a TTJI; Ewoiac;
EOK, OUTE OTTIV KXaooiKT) \ia<; Ewota Tfjg «iooppojtoiTiTiKf)9> oxoivopaoiai;. 'H EuptoitaiKTi 6X.oicA.T]pcooT| Jt£pvd£i dvayKaoTtKd djto Td
KOI TT^V MEOOYEIO, 8T]Xa8ri dito x^pou^ itou f| EupaitT) ETtayE Jtpo
vd GEcopfj SiKoug TT|<; KOI Jtou orinspa EJI ' ou8£vi JI^EOV nitopouv vd OECOpt|0ouv dniymg EupcoitaiKoi. OUTE fiXXtooTE ujtfjpi;av JIOTE TETOIOI oi E^ uitapxf)? «8i£0vsi9> TOUTOI xwpoi. 'AKpipSg X6ya> auTfji; TT)Q «8i£0viK6TT)T6i;»
Tcov JtpooscpEpav Tooa jtoXXd OTT|V ioropia KOTO TO JtapsX06v.
'H JtioTT) OTO Jtpoocoito, f) dTOniKTJ x£ipa<p£TT|OT| Kai r| SVEU «v6fiou»
OTO aio0rma mai; sviaiai; ouXXoyiicfii; EuOuvrig Elvai oi «aooiaXi^Jt£v8uO£ig TTJ^ JtoXlTlOTlOii; JIpOlOTOptO^ Tfj^ dvOToXlKfj^ E^pffiJtaIKfj^ T]Jt£lpOU. Td EJtl Tt)g JtoXlTlKfjg dltOTE^EOHaTa TfflV JtoXlTlOTlKWV TOU-

TCOV «dpxwv» Elvai ama itou ^Epo^E Kai itpo TOU oooiaXio^O Kai HET'
auTOv: r| napakvai] Tfjg Koivowia^ Kai 6 &q dvrioTdOniona $;a)0£v <paivo(isvog «6X.OK^p(OTian69>. AEV Eivai Tu^aio OTI orii; 8unK£q KaTavorjoEiq,
f) Ptooaia djto TTJV inoyr\ Todpcov H£%pn; Jtpo oWyou, EITE HE ?va Konjia
EUE HE jtoXXd, £%EI \iovi\Hix, KaOsoTffli; «6X.oKXr|pa)TionoO». '0 «6XoKXT]p(oTio(xo9> ujtap^Ei' OHVK, 6^1 odv Ka0£OTW(; dv£X£u0£piai;, dXXd odv TT)V itpooitd0£ia £K£i'vr| djtocpuyfji; rfj^ JtXrjpouq KoivamKfjq itapdA,uor|i;, OE nid TEXVoXoyiKffii; dvajiTUooonEVT] EJIO^TI, npoc, vf\v ojtoiav 68riyET f) jtoXitioriKOII; KtT)0£ioa KoivwviKri xeipcKpeTT)OTi TOU dTojiou. (To pXEJtonE oXosva: oi
Koivwvfe; EcpKia^av Koivcovisg jtoXirav). AUTO TO
vd XUOTI 6 AEVIV, Jtou £auv£xio0riK£ Kai n£Td dit ' auTOv. To c
dvrippoitov auTfji; Tfjg KaTaoTdoEcog slvai dKpip&i; 6 Todpog fj TO
. ZTOU<; 8ioiKr|TiKou<; TOUTOU^ x^P0^ uJtdp%£i ETOI ouyK£vrpo)Tion6<;
KOI dSiaqxxvEia, KOTO Jtooov SUCQI; aura ormaivouv ovrcog KOIVCOVIKTIV dv£X£u0£pia — Kai otyjv Poooia iSiaiTEpa — Elvai Eva 0^na uito E^ETaor]. AEV
EXO^IE EJtdpKEia ouy^povcov EJtiorrinoviKSv dvaXuoEtov OTTJV Auor] ytd TO
KOTO Jtooov KOI OE Jtoiov Pa0(i6 oi (i£Tappu0nioTiK£g ditaitrioEiQ rav dvaToXiKwv xcopmv ormaivouv djtoppi\)rri TOU oooiaXionou &q iSEoXoyiaq dvOptojtiOTiKou Jt£pi£%on£vou. OuoiaoTiKa oi dv0pa)JtioTiK£<; d^teq ifj? «6p0o86|ou 'AvaToXfJ9>, nou EIJIOUE jipoTiyounEvcoi;, ditoTEXouv itapcoxrinEVEi; EVVOIEI; rf\<; ioTopiai; Kai ndXiora, uito d)pionEvr)v OJUIKT],
48

0Ed>pr|<jr| TOO ormEpivou dvOpamou. 'H ^XeuGspta TOU aw\iov
ifji; AuoEWi;, TCOU TOGO «dicoKXiv£i» dico rf\v fiXEuOspia TOU Tcpoaamou Tfj<;
' AvaToXfjc;, OTtcoq OeXons vd XEJIE HE TI<; «6p068o^e9> Katavofjoeig fiag, slvai
f| £X£u0£piafeKEtvT)TCOU pyfjKE dico md auyK£Kpm£vr| dv0pG)TtioTiKii 8ia5iKaoia: £K£ivr|v TOO Ka.imakia\iov Kai TTJI; dvaTtru^Eeoq rfji; T£%voXoyia<;.
'Ami TTJV 8ia5iKaoiav SriXaSi] EKEIVTI TIOU yid 7ip<BTTi (popd EtauGspaxjE
TOOEI; TuvsunaiiKEi; Suvdnag TOU dvGpamou HEOW tfjg EmaninTi^, IBOTE vd
TOV KaTacrcTJoT) Ttpdynan KEvrpo KCU OKOTO TOU KOOHOU. KavEva^ ak\oc,
TtoXiTionoc; SEV £5a)0£ TETOIQ dvOpcomoiiKd &noi£kia\iaia GTf\v iaiopia.
"Apa §EV E^OUE nEtpa vd KpivconE, av ot TEpdaitEg TOOTEI; ^mTEu^a^ TOU
dv9po)7tou (amic, ?>r\k. tfj? £7iioT%T|£, itou Elvai f| Kai' £^o%f|v dv6pa)mOTIKTJ SpacmipioTTiTa TOU dvOpcbjrou) 6d HJtopouaav vd EmiEuxOoOv KUTCO
dno KOTIOIO aXXo £!8oc; «£X£u6£p{a^». Oi ^syyoKojiKic, KOIVCOVIE^ tfj^ Auani;
Eupf^Kav dKpipSi; EKEIVO TO eI5o? EXEuGEpicn;, rtou auviEXoOoE o-cf|v dvdTtru^TI TOU dvOpromoTiKoO lm.iv!rf\imoc, Tfjq 4jn.aTfjp.T)i;. AEV TO IKO^II IDJkoc,
TioXiTionog auTO KQI UTIO (Dikec, ouv&fjKE;, yid vd EXW^E ^ETpo Kpim\c,. AUTO
TCOU TtapaTTipounE dvriOETa Elvai, OTI 01 dv6pa)7aoTiK£5 d^fei; ri\q "AvatoXfjq, OOO TCXOUOIE^ KO0' EttUTE^ ElvdU Kttl ICTTOplKd UTtfip^aV, 8fiV ElVdl OKpl-

Pfiq itedveq TCOU nTcopouv vd ouvrovaofiouv HE nid TEXvoXoyucrj Koivtovi'a.
Kai dKpipS^ TOUTO Elvai TO avriavOpcomvo, SIOTI ot dvctToXiKa; KOIVCOVIE^
E^OUV TTJV TExvoXoyia. 'H T£%voXoyia EXEI Siicfj TTJI; f^Oiicp. A^v Elvai f|
f|0lKfi TOU Pu^aVTlVOU HETaTCpUTT), TOU «oiK£l00£Xffl9> HETEXOVTO? O£ \i\.&

y£vtK(OT£pT) ISEoXoyia, dXXd f\| ^Oncrj TOU £pydTT| (TOU
dTto TOV fiXXov) n£aa OE \ua KuXvonEvn X<Dpi8a EpyooTaoiou pionrix
jcapayoyyfji;. 'ESra f| ~f\QiKf\d SEV Elvai «Tcpoaip£OT|», dXXd
auyKEKpinEvou? KaGopionoui;. 'A(popa anEoa orov SwtXavov Kai 6%i orov
«cruvdv6pa)Tco»...
Elvai P^paia Eva SXXo 0£na, &c, TCOIOV Pa0no KOI TCOIOV Evraari 6 KamTaXionoi; odv okovoniKO ouoTrma %pr|oinoTcoi£i UTCEP fj KOTO TOU dv0pa>TCOU TO ElSo^ TOUTO Tfj<; ouvE^apTcbuEVTiQ f)6iKfi^. Kai Elvai TOUTO TO TcpopXrma, SIOTI TO dvOpwrnoTiKov fiTciTEuyjia TTJI; T£%voXoy(ai; TO 48rmioupyr|aav 6 ayio? MrcovapEvroupai;, 6 KapTEOioi;, 6 AdinicviTq KOI 6 NEUTCOV,
rcpoTou UTcdp^r) KaiciTaXionoi;. To 9£na XOITCOV Elvai vd ISounE, TCMI; oi
TCOXlTlOTlKEi; TOUTED VOOTpOTClE^ flTCOpOUV OTJUEpa dTCO KOIVOU VO TE0OUV

OTTJV UTnipEoia TOU dvOpomou KOI Tf|v TCEpaiTEpco Tcpoaycoyii Tfjg ioropiag,
KOI o^i OTOUC; EopTaonoug Kai T(? «Kpioeu;». IlpoKEiTai Pspaia rapi TOU
Epyou Tfjg Siavoriorn;.
AuoroxS^, HE TII; TpE^ouoEg SianopcprooEii; TOU KOOHOU na<;, Tcpo£KU\|/£
Eva 6<p0aXno(pav£5 ysyovog: OTI SEV uTcfjp^av oi jiEyaXoi (piXooocpoi Kai TO
49

TtvEunamd pEujiaTa Ttou vd rig itpoayopEuoouv. 'Yitfjp^E BsBaia
Eva TtX.f|0oi; SEUTEPEUOUOTJC; 8iav6T|ar]$ vd Tig uitoSExOfj (KQI TOUTO ormaivEi
OTI oi K,Eki£,£i<; £7t£BX.Ti0T|oav £K TOW jipaynaTcov HE KCTI dvdXoyo
f| °Avay£wt]OT|), oyj. ojiax; KUTIOIOI n£ydX.oi 8iavoT)T£<; Ttou 0d
vd auv8£0ouv novooT|navTa \i<oL,i TOUI;, 8710? n.%. 6 BoX.Taipoc; HE TOV 8iatpcoTiano. Ilp(OTaya)vioT£5 OE TOUTED tic, s!;£X,ii;£i<; uirfjp^av oi oicoTtr|X,oi
av0pa>Ttoi TG>V EpyaoTTipicov. OuoiKd Td TtpdyjaaTa sxouv TI<; £^T)yT|0£i<; TCOV,
dcpou oi nETaitoXEfiiKEi; iSEoXoyfei;, UTtfipcav 6>.OKXTipa)TiK£g (BX,. itio KOTCO),
dvai oncog dvayKT) vd TtoOfiE, OTI 0dTav dSuvaro vd (pavraa0fj icavefi; yid
TtoW jiid KaTdoTaari, OTIOU U.E rrjv SiaoTTmiiai TT)X,£opaoT| 0d £l%£ OTO OTIITI
TOU Ka0T)H£piv£^ TtWoEig EyK£{pdX.ou vj/uxpoTtoXsniKfji; ucpfji; Kai aTto TTJV
<DJir\d 0d Ep^EitE nw; Kaum'a dito rk, nEydXa; SUVQUEH; SEV nitopEi vd
XpT)OlH07tOlT|OT| TOUg TtUpauXoUQ TT)Q. Tl ElSoU^ dv0p(OTtOTT|Ta 0d fJTttV aUTTJ;

AuT6 Xoirtov Ttou nag 7,P£ui££Tai givat oi KaTavoi^aEii; TOU TtapsMJovroi;
Kai 6%i EopTaonoi KOI «ctotoppi\|/£i9>. Ei8iKd ndXioTa Td ivoTlTOUTa tf\q
«Totalitarismusforschung» TtpEitEi vd SCBOOUV dTtdvrr|OT| OE TOUTO TO Eptotri|ia: yiaTi f| 8iKTaTopia ETII ETdA.iv EStooE Td KoX.oooiaia aTtoT£X£anaTa Ttou
EScooE (vd ^KBionTixavioT) EVOV T£p<kmo oyKO T£%voXoyiicfii; ui
KOI ndXioTa v ' avisfy] OE 8idorr|fia n6X.ii; 8uo SEKOETIMV TOV
EVaVTlOV TOU TtoX-EHO TtOU EyVCOplOE &C, TCOpa f) ioTOpitt), £V(5 TO iSlO OUOTT|-

|ia (av 8£x0ouH£ Td «d^icbnaTa», ou^qxova p.s TO oitoia f| 8iKTaTop(a EymTai
otf|v i'Sia TT)V cpuoT] TOU «nap£ionou4.£vivio|ioC» w? ouornnaTOi;) 8sv HTIOPEOE vd X.UOTJ aHa TtpoBXrmaTa TMV dvaToXiKfiv Koivwvifiv HETO TOV iTdMai; xpEid^ovrai KOOTOIE*; EUKPIVEOTEPEI; ETI' aOTWV ditoxi/Eii;, SIOTI f| EIpTJvri SEV nitopEi vd oTT|pi^£Tai novo OTII; aun(pcovi£<; TMV dcpoTtXiojicov,
aKka Kai OTII; i8£oX.oyiK£g SiaaacpiioEig. '0 KaniTaXioHoi; SEV dvai oiyoupa
f) (ioviHT| KttTaoTaori aTtdv0po)Ttriq XtOTtoSuoiai; Ttou TrepiypdipEi r\OTIKTJ (piX.oX.oyfa dito TOV AEVIV KI £86). AEV dvai OHCDI; Kai 6 ooaiaX,ionoi;
if) KaTdoraoti oTpaTOTtEScov nou TOOO BoX.iK<x £KaX.X.i£pyT]0£ f| SUTIKTJ tpiX,oX.oyia. 'H ooaiaX.ioTiKOTtoiT|OTi Tfjq KamTaXioTiKfj? Ttapaytoyfji; — (iid 8iaSiKaoia Ttou ap^ioE dito TTJV £Tto%T) TOU "EvyK£X.<; f)8T| (BX.. S. L. Wygodski:
«Der gegenwartige Kapitalismus», Koto 1972, o£X, 281 K.E.) — dvai HETO TOV
it6X£(xo y£yovo<; SESOJXEVO KOI 6(p0aX.no<pav£i;. "Apa f| Baoncrj 0EOT) TOU
ou TtEpi uXncfji; E^a0X.icba£0)i; T&V na^oiv E^EI Ttd\(/£i Ttpo 7toX.X,ou vd
uT], Evop oi EyKaiviao0£io£i; n£Tappu0^o£i^ OTOV oooiaX.iaTiKo KOOJIO
QTIO TTJV SX.X.TI HEpid dvai f| kavn (Kai opioTucrj) aTt68£i^T|, OTI f) ypamiiKT)
dvTiX.Ti\(fTi Tfji; ToTopiai; — i8iaiT£pa KOTQ rf|v X-svivioTiKfj trig Ttp6BX£\|/r|
— £%EI oXiKd ^£7t£pao0f). '0 ooouxX,iono<; Kai 6
50

PplOKOVTai TOOO KOVtti 6 EVOJC, \li TOV O.'k'koV Kttl ElVOl TOCO

ox; itpoi; TT]V KOWT\| Toug svavri TCOV TtpopXrmdTcov tfj^ uSpoysiou,
WOTS aTtOTsXsi didfjv oiT|or| fiv \ir\a f| man), on 07tdp%£i f) nokraXEia dvanovfji;, TIOTE TO eva ouaTrma 9d ETtiKpaTrjoT], yid vd ijjari f|
dv6pa)7t6TT]Ta \IE Xiyarrcpo ayxog. '0 coaiakia^oq djt£8eix6T| yid i^epiKsg
(Kiva, Koupa) ocoTfipioi; (6 Kdcrcpo E'XUOE TtoXM JtpopA-rJuaTa OTIIV
, TIOU aX-^Ei; X^PEI; Tfji; AaTiviKfjq 'A^EpiKfj^ KapTEpouv dKOfia [i£ Td
«ax£8ia por)9£ia5» Kat uc, «5iaaK£\|/£i9> vd A.UOOUV). Elvai OUVEJK&Q v' dTropfj KOVEII;, yiom' f|'AI^EPIKT) ^jiopEi vd E^TI avripp^oEii; yid OTtoioSTJTioTE
tKapdyoua r\i i&pa, d^ou nsoa OTO io%0ov
Kavsvav KivSuvo SEV ouwaTa KOTI TETOIO yid tr\v
. "laa-ioa: 6d £^,£y£ KavEfi; OTI EXEI Kd0£ aunq)£pov cbpianEVEi; TotiXd%iaTov xffipsi;, |i£oa ord nXaiata TTJI; SuTiKfji; Emppofj<;, vd Tig poTiGtioT] vd jtEipanaTicGouv HE 07ioio5ii7iOT£ cfuoTtma fj TPOTIO
vo^ouv K(ndM.T|Xo vd TOU; HEIWOTI Td EKPT|KTIK<X KoivcoviKd jipoplrJuaTa
TtOU dVTl(I£T(OJll^OUV.

Td Jtapandvco Ka96^.ou pEpaia §EV arinaivouv, OTI Td HEiovEKTTJuaTa KO(
Ttov 5uo ouoTTindTtov — auTd TIOIJ TO Ka0' Eva yid TO akho dvE^uE — SEV
foxuoav OVTCOI; orrjv 7ipaynaTiKOTr)Ta. Kai noW icEpiaooTEpo yid TOV K<Xm.iak\.G\i6, nou odv c5UOTr||aa arripi£6n£vo OT{; «OTaTioTiK£p> Kai Td <acpoypd^inaTa» r| 8uaKivriaia dvai 8£8on£vr|.' AXka Kai OTOV dvaTokico KOOHO
6 (xovoKomiaTiKoq aooiaX.io(a.6i; SEV £!%£ KaGoXou EUTU/EI^ ETriTTTwaEig OE
x™Pol)G T°0 JtvEunaTog, OTTOU, uTtoTiGETai, 6 nap^iodv Epya^Eio dvdXuor|i; JipOE^Ei — Kai TipEitEi vd JipOEXTi. '0 aooiaKia\n6<; OTHV Peoooia, E^ovrai; moco TOU rnv 0r]T£ia cmi; TtoXuioniKEi; KaTaaTdoEii; nou TrpOEiraxus, UTriip^E mo £UK(VT)TOI; ISEoXoyiKd OTOU^ x™Pou?
Tfji; T£^VT|I;, XoyoTExviag, ioTOpiag K.'kii. STTJV avaiokiKr\, dvri0ETa, HE TT|V dSuomTniTTi «Ta£iKf) KaTav6r)OTi» TMV 7tpayndTO)v ifj^ Eupcmai\uKip\a$ — Kai 6%i jiovo K, aiTiag rfjq 8iaip£or|<; TOU yEpnaviKou
oToug Sioui; x&povc, Sv noK'koic, Soyna. "ETOI n.%. OE
Sidcpopa pipWa ioroptag TMV dvaToXiKoyEpnavwv T<X Ttdvra SIEKIVOUVTO ^v
EiSEi nuoTT|p{ou HEaa OE Evav (lETacpuoiKKw; undpxovra ^avixaiono «7rpooSEUTIKWV 8uvdn£cov» KOI «<xvTi5paar|9>. "Eva Ei8o<; 7io8oo(paipou ifj? IOTOpiaq SriXaSri, OTCOU f| ^.EJiTonEpEia E^avs TIIV ar\\iaaia tr\c,
7tT|yf| yvmoTii;.
STOV SEUTEpo TOUO Tfjg jtavEmoTTiniaKfii; oEipag «r£viKf)i; 'l
(«Allgemeine Geschichte der neuesten Zeit, 1917 — Gegenwart», BspoXivo
1988. IIpETtEi dKonri vd KOUHE on yid TT|V oooiakoTiicn cpdoXoyfa r\pia EI^E Suo novo «TOpi65ou^»: TIIV Jtpo TOU 1917 Kai Trjv (IETO), TIOU KOKWI;
51

<p£p£i aikov TOV TvrAo yurri Sfiv TtpoKEVtai dKpiBcoc. TtEpi 'loTOpiac. oAAa
HfiAAov TtEpi XaiKou /povucou TTJC. AEyonEvric, «£7ctKaipou iaropiac,»
(Zeitgeschichte), SiaBd^Ei KUVEI? drrjv ask. 133, on on^v 'EAAd8a Tcp 1938,
TtdXi oi «aKOT£iv£g SuvdfiEic. TfJ5 dvri8paar|9>, EyKaOiSpuoav nid «novapj£o(paoioTiKTJ 5iKTaTOpia» \\i dpYJiyo TOV BaaiAr|a KAPOAO TOV B ' mi u7iapY,r|y6 TOV METO^Q. To TtpoBXT^a £8co Ssv elvai, OTI a' Eva ETCIOTIHO
TtavEmorriniaKo auyypanna, UTO TTJV ISiaiTEpri syKpicrn ndXiora TOU uTtoupyoO 7tai8£ia^, dvoKaAUTtTEi KCIVEIC. TETOIOU EiSoix; dvaKpiBsiEi;. To TtpoBArina Eivai OTI 6 (poiTT)TT)i; 5£v naipva i§£a ano TIC, i5£OAoyiK£c. BupivEi;
TtoXAcov SUTIKCOV Kpcucov KOI apa 8fiv TOU TtpoKwrci f) dvayKT) vd nd0r| yid
TOV pOAO TCOV OUVOpCOV JtOAA&V SuTlKCOV KpOTCOV yid TTJV OlKOVOm'tt TTJ?

TcoXiTiKfjg Kai Tfj^ ioTopiac. yEviKCOTEpa. Kai oi XEITTOHEPEIE^ airca; nai^ouv
U^IOTO poXo yid rf\v Ka0 ' ujc60£oiv Jtpo%copr|n£vr| yvcoor] evoq aomaXioTfj
. Fid cbplCHEVEC. %COp£g 6^1^ Tfjq £V EUpEia EWOitJ EUpCOJtaiKfji; TtE-

, iSiavrcpa 8s iKEivf]c, TCOV BaXKavicov, oi AEJITOHEPEIEC;, Kai apa f|
yvcbor], SEV Eivai uovo <x7iapaiTT|T£c. yid TT|V KatavorioTi TTJI; VECO, dAAd Kai f| djtoKAEiariKfi TtpouTtoOEorj TT)^ Ka0' OAOU.
'ISiaiTEpa rfj^ EupconaiKfjg (TI.^. poAoc. TCOV BaAKavicov Kai TEVXOI; TOU BEPOAI'VOU). KdpoXo BaoiAT)a f| 'EAAd8a 8ev nicopouoE vd EY_TI. Tov SXXriva
BaaiATja 0d nitopouoE vd TOV AEVE Ficopyo, HaoAo, KcboTa, FiavTEAfj fj Kai
"louonviavo dKona, KdpoAo Kai OpsiSEpiKo O\IGK, TIOTE. Movo OE nid orcoHTOpioSoTfjq ioTopiag ujrfjp^E BaoiXriai; ^ ^EVO ovona, 6 "00cov. 'Ano
KI ETtEiTa 6Xoi oi BaaiAr|fi8£i; cocpEiXav vd E%OUV ovonaia EXAr|vo7tp£, afyupcova HE tic; dvuTtoxcbpriTEi; immyic, TTJC. «£0vncfJ9> iSEOAoyiai;.
Kai TO vd nd0r| KavEiq, OTI fj 'EAAdSa Elvai sva KpaTOij-ipavraofia TOU
ojcoiou r| «£0viKT|» iSfioAoyia f|Tav TOCO BapBapt), COOTE dKpiBcoi; vd nTtopfj
vd TO KpaTdt) adv Kpcrroc. dvujtapKTO, TO yiari oXcov aurcov TCOV TtpayndTCOv,
itou dnoaKOJtouoav Kai Jtoiov poAo ETOI^OV jifioa arf\v yEViKCOTEpT) iaTopia,
Eivai f) mo J:poxcopTin£VT| yvcooT) nou njtopfiT vd drtoKTfjoT] KOVEI'^ yid TT]V
SuiAconaTiKrj ioropia rf\c, EupcoTtrji;, ooaiaAiaTfji; fj nfj. Fid 5X ' aikd 8(ico<;
6 (poiTTiTrji; ifjcj dvaToAiKfjc. Fspnaviai; OUTE Kfiv iSEd^ETO. To «KdpoAoi; B '»
(paVEpCOVEl TT|V aUTdpKEia TTiq ((OOOiaAlOTlKfji; 0£COpT)OTli;» TCOV KOHHOTIKCOV

EJCIAEKTCOV Jtou Eypa^av TO BiBAio. AT)Aa8rj §va aunTtrcona TOU |K>voKO(4iaKai SEV rcporaTai BsBaia yid novaSiKfj AETITOHEPEIO. Oi aoBiETiKoi £mOTTIHOVEI; HE Tic. iSiaiTEpEc. £7i£v8uo£ii; TTJI; iSiaiTspag TCOV icrropiac. em. TOU
«aooiaXiajiou» — Kai apa TT]V EiSiKcoTEpr) EKEI'VTI aio0t|ar| TIOU SEV K,aVTAElTttl OTtACOg aTT|V dVElpfiVEUTTl «7ldATl TCOV TCX^ECOV)) — , 6%l ^OVO
TTjoaV TTJV TtVEUHaTlKfj OUVE^Eia TOU lOTOplKOC TCOV 7tap£X06vTOg,

52

TtpooEScooav o' auTity JtoXXd via 7t£pi£%6u£va (as TO §pyaX£io Tfji;
OTIKTJI; £p£uvT|g. Kai 8£"v EWOOUHE TI^ OYj|uaTOJtouio£i<; IKEIVS; TOU «IOTOPIKOU uXionou» TIOU dvaKaXujtTEi «8ia(pGmonou<;» OT^V EJIO^TI TOU 'Onrjpou, dXXd TT|V 9£(opia TOU uu9ioropiinaTO<; X.^. oicax; aurn £ouv£xio9r]K£
|i£T<x TO 1917, fj TTIV KaTavorjOTi Tfji; dyioypaqHKfjq T£%vnq OTO ououBSEi;
pipXio TOU Ka9r|yr|Tfj A. Ai%dTC(0(p «'0 av6po)7toq O"CT)V TtaXaid pcooaiicri
A.oyoT£xv(a». 'Avr{0£Ta, OTO oTtouSaiOTaTO KOTO TO fiXXa niKpo XE^IKO TWV
H. Sachs - E. Badstiibner - H. Neumann «'H xpioiiaviiai Ekovoypacpia
KOTO XE^iKoypacpiiaiv 8idTa^T|», 3r) &c8. AayCa 1988, oXr) i\a
dvai TrapnEVT] dTio rr|v dvrioToi%r| Spsuva TWV SUTIKWV xcopav. Kai TOUTO
n&c, SEV wrap^a dvTiaToi%T| oooiaXioTaKi] EpEuva TOU aSouq,
^ OTI 6 ioTOpiKog TOUTOI; y&poc, yid Tig EV crtEvfj Ewoia Eup(07taiK£<;
TOU ooaiaXiauou («07tiov TOU Xaou») dvai jrepiTTog! Kai \ie
m |i£v OaunaTa TOU dyiou 'Avtcoviou, KavEvai; pEfktia aopapoi; avSpcoTtoi;
SEV doxoXfiiTai arjuepa (av uTtdp^ouv TETOIO EiSr) «7tioTc5v», auTd TipETOi
oi'youpa vd dvaij|Tr|9ouv OTT|V oTinspivn 'EXXdSa TOU AiydXEO))' TO vd
KaTaXapaivri 6^105 KOVEVOI; amd Jtou P^ETOI OTII; EKicXrioiE^ KOI TIOU KpaTOUV 6X6idT|po TO vorifia Tfji; iotopia^, dvaToXncfjq Kai SuTiicfji;, slvai fiKPOK, djiapa(TT|TO TipoKEinevou vd PEXTICOOTI tic, jirixavEi; TMV auTOKivf|T(av
Ka( T<X KonmouTEp. Aiaypaq)!] Tfjg Epsuvag bti TMV TtpayndTcov aurav or)yi&ymi — Kai OTOV qraoxaivri 6 av9pco7iog, cpTCOxaivei Kai 6 aoaiana^i. '0 novoKonnananoc; SEV ujnjp^E novo uXiKrj qrabxEia. To
Xd9o<; TOU, OTI 9£Xr|a£ vd dXXd^ti oDvonTiKd TO vorma TOU icoXiTIOTIKOU raxpEABovroc; T^ dv9pco7t6TTiTag, nap' 6X0 JTOU EjiEvav TO navra
yupro vd TO 9u(ii^ouv OTOU<; dv9pdmoui;. Xpsid^ETai \i\\nax; vd ot|U£id)or|
iSiauEpa KavEii; TOV ^£ya poXo TOU Bamavou yid tic, (npo<; oTiyn^v TOUM^IOTOV) EUTUXEI^ TpojiEi; TOW KaipSv not;; TOUTO^ 6 IldTtai; — TOU oitoiou
01 7t£p{ MEOOyElOU dVTlXrj\|/£l^ Elvai dltO Ti£ qXOTElVOTEpE^ 7TOU 8ia9£T£l

f| AuoT| ETti f^yETiKou EmitESou —. Elvai f) SEUTEPT) KoXoooiaia
Jtou E^ya^E TOV icapovra aicava TOUTOI; 6 6pyavicj(i6i; JIETO TOV
IllO TOV 12OV. TOU IlioU TTJV (XETaTIoXEHlKTl noXlTlKTl HJtOpOUHE VO THV

9£(opiia(on£ mq TOV 9£H£ko W9o yid TTJV dvdoa TIOU TrfjpE f| dv9po)7COTT]Ta
OTOV Kaipo nac,... (Fid T^V fiETETtEua jtoXtmrj TOU BaTiKavou, PA,. NiKoSrjHou, nT)Tpo;toXiTou AsvivyKpavr, Kai NopyKopovr: «Johannes XXIII (Papst
einer Kirche im Aufbruch)», BEpoXivo 1984).
'AvacpEpajiE T<X irapajrava) 6%i novo yid vd nounE OTI Kai n£aa OTOV oooiaXIOTIKO KOOJIO U7rdp%ouv 8id<pop£<; KaTavor^oEii; TOU oooiaXionou, AXXd OTI
HE TTJV 7toXu8uvania TIOU £n<pavio9r|K£ iorapiKd ^Eoa OTO 1810 TO oooiak53

CTTIKOCTTpaToraSo(TC.X. Kiva) Kai Tf|v Tauioxpovri uEiaTtoXEuiKTJ
TOO KaTcrraXiouou adv ouoniuaT05, TtoXXd 0£0)pt|TiKd aynuaTa TOO TtapEX00VT05 KaT£OTT|oav 6pioTiKG)5 EKTOI; ipr\a£®c,. To ouyxpovo OTdSio Tf)5
iCTTopiag, Ka0d>5 apxioE vd 8iauop<pcov£Tai, Eivai Eva OTTO la yoviuoruEpa
TIOU yvcopi^ouE Kai ETiiBdXXa pi^iKd VEOU5 Tpo7iou5 aKeyr\q. Kai TTJV KaidaTaCTT) auTf) uag TT|V 7rpoo£(p£pav oi TtupauXoi Kai TO NATO. "Ooo Tiapd^EVO KI av aKouyEiai aiko, TO NATO UTtfjp^s f| mo EUEPYETUCTI KaTdoTaari
TOUTTH; TTJ? %Aimaq yid TTJV dv0po)7t6Tr]Ta. FiaTi alXafy §va uovijto JivEOua
TTJ^ AUCTEOX; dm) rqv £no%r\v CTTaupocpopimv: TO TWEUHO rfji; TU
Kfji; EJiiTEU^rn;. To TtvEuna OUTO SEV Dccppa^ETai uovo OTO ijtTtOTiKd uuOi
pfjuaTa ToO UEcaiwva, dXM, uico TTJV EWOUX Tfjq ioTopiKfii; dva8uo£(0i; TOU
«aTOnou», cp0dv£i n£xpt THV EHO^TI wv «Laisser Faire» Kai trfe «Emx£ipTi(j.aTiKfj^ £XEU0£pia9> TOJV Kaipwv ua<; (OCTO auifi KUT ' ovoua imdpxEiCTEuid
ETtoyjj 7to?iu£0viKmv). AEV Eivai 6 oimoq TOTIOI; £§c5, yid vd CTU^T|TTia(on£
TtapaTiEpa yi' amo TO jcvEOna, TO onoiov 5iKai(bv£Tai T£X.iK<x (iovo EK TWV
uoTEpcov, <x<poO ooa icapE^aBE f| EupcbTTT] dmS Toug aXkovq TtoA-iTionoug
(S0p0o8o^ia Kai 'IoA.au — Eivai ma raipo<; vd Td.i8oi5n£ odv uid TIIO Eviaia
6XoTT|Ta m TipdynaTa aikd) Td 7tpof|yay£CTEVEEI; ICTTOPIKE; 7rpaynaTO7toiT|CTEK; yid TTJV dv0pco7TOTT|Ta. Eivai 7tpo)TT| (popd TIOU £8r|uioi)pyii0T|K£ £vaq
TTO^lTlCTUOi; KOIVO Krfjua TTJg dv0pC07t6TT|Taq. ETOV ItO^lTlCTUO OUTOV U7ldp%£l

6 jtoXui; ioTopiKOi; no^Ooi; TOU Eupamaioo, undpxEi ouax; 6 TdoOroc;, oi
jipdJTEi; uXEi; Kai oi uovoKaXXi£py£i£q TOU CTTjuepivou unavajtTUKTOU. "O^i
TO Ttcog UTidp^ouv, dXXd TO OTI undp%ouv E^EI ar\\iaaia.. "Apa 0X01 SIKUIOUvrai vd ouuu£T<iCT7,ouvCT' auTOv. Md TO OTI U7tdp%ouv, dvE^apTtiTOx; 71(05,
SEV CTT)uaiv£i KaiCTUUHETOXTJ;— "Oy.1 fatpiftaq, yian TO JtpoBXTma gyration
OTO it crr|u.aiv£i «7iXouToq». "Eva^ uEydXoi; ydXXo^ 91X600905 Elite on uTtdpxouv uovo 8uo Tipdyuaia TCOU napdyouv: 6 avOpoito^ KOI f| Ffj. Kai
orjuEpa SEV icapdyouv 6X01 oi fivOpamot, dXXd wpiouEVEi; uovo KoivcoviEg.
Ifyoupa TO TTETpsXaio SEV 0d fjiav TtXouToq, OJCWQ SEV fjiav Kai OTO roxpEX06v, av SEV uirfjpxav TO auTOKivriia. STOV a7ioT£X£CTu:6 TOU JtXouTou JipoT|yEiTai 6jio)CT5T|7tOTE TO uuaXo, uovo OTI f) Ffj SEV £860T|K£ CTE mpionEvouq
uovo dv0pamouc;. "Av TO JtEipEXaio SEV cbioiEXfj jiXoura yid TOV OTjUEpivo
(pEXXd^o, 0d diuoT£X£OT| Jii0avov yid TOV dTtoyovo TOU UOTEP ' dno EKOTO
Xpovia. 'AXXd TOTE 10005 vd nf|v TO EXTj-'MnopEi psBaia H£xpi TOTE TO
TTETpsXaio vd Ttdyt] v' dmoTEXfj itTiyq EVEpyEia^ — Kai auio slvai oiyoupo
—, OTKOC; £7ta\|/£ v' aTtoTEXfj Kai 6 Mpac, yid. lit^K&iiq ouyKoivwvfec;. To
0£Ha Ofacoc SEV ii'0eiat ETCTI. Kaiiot SEV yvcopi^ouE dKpiBro^ ii; ^iXoodcpiKE^
dpx£? M TMV oTtoicovCTTr)pix0T|K£TM 1941 f| «AdanticrCharta», nitopouuE
vd Ttoi5n£, OTI 07105 e860T|Kav oi 7ip6)T£5 5XE5 TOU rcXaviiTT| Kifjua TfJ5 dv54

0pcoji6Tr|Ta<;, ETOI dKpiBwg £866r)K£ a ' afar) Kai f| £7iiaTT|noviKfj OK£\|/T|.
"OX,oi 5r|)i,a8ii 6<p£iXouv Kai 8iKaio5vrai vd aumiETdaxouv o' avrf\. "Av oi
TtpaiTEi; CXsi;, TO vEpo Kai 6 d£pa<; sivai KOIVO KTfjua Tfj<; dv0pa)7toTT|Tac;, TO
1810 Eivai KO{ f| OuoiKf]. Kara TOV 1810 8r|X. Tpoito TIOU f| NOTP Nran, SEV
o Kifjua Twv FdMxov, f\O TdT^ MaxdX TWV 'IvS&v,
'H X.oyiKT| TWV arinEpivcov ndvaT^Ep Kma TOUTO noid^Ei (i£ rf\v
TCQV q>£ou8apxwv TOU ^lEoafwvof;: O7i(og o{ tpEouSdpxE? 8fiv [iTtopoOoav vd
KcrraWtBouv OTI av yivoTav 6 X,ao<; mo TI^OUOIOI; 0d yivovrav KOU oi 18101
Tt^ouowoTepot, dcpoO 6 KporuKoi; nkomoq 6 ' dv£(3aw£, ETOI Kai oi at|H£pivo(
(idvaT^Ep SEV noid^Ei vd KaTaXaBaivouv, OTI, av dvajcTUxOouv oi
ujtavditTUKTOi, Kaf oi 18101 oi ar|H£pivoi JiXouoioi 0d yivouv T
d(pou 0d dvEBfj 6Xo<; 6 TdouTO? TOU jr^aviiTT|. To n&q 8EV nitopoOnE vd T6
^EptofiE' TO (j.6vo TIOU ^inopof^z vd ^EpcojiE slvoi, OTI auTO 0d aunfiii. Kai ^6vo TO X£<PT<X itou ^oSEuovrat yid vd auvTT)pr)0oOv arikiix; OTTJV ^cof) oi ar|HEpivoi urtavdjcTUKTOi laoi vd Xoyapidot) KOVEII;, 0d Bpfj §va aoTpovonuc6
H£y£0oi; Ttou (J.EVEI dva^io7io{r|TO |i£oa OTO nXaioia TOU 8i£6vou<; KEtpaXaiou.
IrjUEpa TCOU f) dvdTcru^ri rife T£%voXoyiai; 7tpoo8i8£i 6X0 Kai irEpicjcroTEpo EJidpKEia EVEpyEia^ OTOU<; BionrixaviKa dvETtruynEvoug, EVW KOT ' dvd0d TtpoKuv)/Ti okovonia K£(paA,ai(ov dTto TOV 7t£piopio(i6 Tmv E^OTC^Iv, f| dvaTcru^T] TWV uraxvaTtTUKTcov, EUE «KonnouviaT£9> 0£Xouv vd XEyavrai EITE «KajiiTaXiaT£9>, npoBdXXEi odv \izllpv ^mTay^ia. "OTOV TO d£ponXdva OTTIV EupdmT) 0d KivoOvrai HE 7ropr|viiai fj f|>.iaKr| EVEpyaa, TO vd
KivoOvrai Td TpaKTEp HE TtETpE^aio OTO KouBaT 0d npoKu\(fri
Kai TI<; EuoiravEi; auTEq TIPOOJITIKE^, OTKOI; Eiicane, naq TII; TtpooEtpEps TO
...NATO! To 67IOIOV i8pu0r|K£ ^IEV ex; TtolEniKOi; opyaviofio^ (KOI apa dOTOV Tpirov KOOJIO), OTTJV ouoia o|ifi><; X£iToupyr|0£ \i£.ianok£odv 6 mo (pdEipTjviKOi; ouXXoyog TIOU ^TiopouoE vd UTidp^T). 'H rtuPT|VIKTJ dvdTTTU^TI TMV OOBlETlKMV, T) 8T|HlOUpyia T&V 8lT)7I£lp(OTlKCOV JIDpaU-

Xcov Kai TCQV TiupTjviKrav UTioBpuxicov, KaT£OTT|oav rcaoa 7ioX,£niKf|
TOU NATO av£u vofjuaTOi;. "Av 6 TiyETTj^ ma; TWV U7i8p8uvdn£0)v dTt
Evav TiupTjviKo TioXEfio, auTO 9d TO EKQVE Bspaia «EV dvo^aTi TOO XaoO» TOU.
Ilroi; 6no)i; (mopouoE vd TO Kdvr|, d<pou KOTI TETOIO 0d EorJuaivE
TOU 18100 TOU Xaou; KavEvog etSouc; vonino7ioiT|aT| SEV
yid TT|V STinioupyia EVOQ 7tupr|viKOu TO^EHOU. Oi 8uo
ap^ioav ouoiaoTiKa vd ouvEpyd^mvrai yid TII; Siacpopa; TOU<; UTIO TIQ dp^Ei;
f|8r| Tfj<; SsKaETiai; TOU '60/0 XpouTOtbcp Tpia xpovia dTtEiXoOoE HE 7iupT|VIKTJ KaTaOTpO(pTJ HE TO yEyOVOTO TOU BEpoXlVOU, dXXd T1710TS 8£V EKOVE,

55

icai 01 dnepiKavoi dit£a6pT)oav TO ysyovrita ifjg Kou~pa<;, 6%i yum dicaXt]aav (is" TIIV TtupriviKii TOW; Suvajiri, dXXd dKpipax; yiati SEV vf\v %pT\ai\ioTtoir|aav Ka06Xou anty TtEpiox^ Tf\q KapaiptKfjq. To NATO TtapEjiEivE ETCTI
eVag cpiXEipriviKOCj 6pyavianocj, TIOU OUVETEXEOE id ^Eyioia yid tr\v itoXiiiKr\I Kai rf\v Pionrixaviiai dvaTTTU^r] tfj^ Sutucfj^ Eupcbirric;. Oi
Eupcoitaioi, Ttaipvovracj ^IEOO) iffiv TtoXusOviKSv rqv 6^X11 TE/voXoyia rf\
'AnEpiKfjg (oi iSioi 8£v f\rav KOI §EV Eivai dicona OE Qzcr\d ETcevSuoouv
id KE(pdXaia no\> djtauEi ^id TETOIOI TExvoXoyia) KOI nrj OVTEI; KQT' dvaXoyfav aonnEtoxot oid E^oSa TOO NATO Xoytp Tfjg ^ sviaiai; EupwrcaiKfji;
TcoXuiKfii;, (b8r)yTJ9TiKav OVTCOI; OE ord8ia e&i\\i£pia$ fiyvcaata aro nap£X,96v
(dico anoyr] KOIVCOVIKCOV do(paXia£0)v 7t.%. i^ 'A^EpiKi^ 0d HJtopoOoE vd
UTta^Gfj oit; TpuoKoaniKEi; y&pEq... — pX. X.^. Kai H. Wasser: «Die Vereinigten Staaten von Amerika», Ullstein 1984, asX. 478 K.E.). To
TtOU 7tpOO£(p£p£ f| HETajtoXEHlKtj Sldta^Tl TOU KOOJiOU OT11V

upcoTnii; ^tav r\i TOU iaioptKoO %da\iaw<; «Boppa-NoTOi)»,
TCOV Piofuixavucd ar\\iEpa dvEKiuynEvoov %a)p&v, Kai tfjv ataOEpoTT)Ta TOO KamTaXtajj.oO 65 CTUoTiinaTOi; 8id TOU VEOU TroXiiiKoO JtpooavaTtou ETTpon^EUCTav oio EpyuTtKO Kivrma oi OEcopfeg TOU 'Aviovio
'AXXd fj8T| f| «Eup(i)7rri TOU POUTUPOU» jiapouaid^ETai iaTopiKd OK, TtoXiTIKO oxfjua dTsXa;. '0 atjvoXo^ EupoTiatKoi; x»po; (PX.CTXETIKOKai TO
pipXio nag «'AvdXuar| Tfli; VEOEX. doriKfji; i8£oXoyiag», A ' EK8. 1975, OEX.
93 K.E.) Eivat ioTopiKd Kai yEcoTcoXmKd TtpocopianEVOi; vd dTtoTEXEori %&po
do£0)Q TMV 8uo Koonwv Ttou £oC>H£, 8r)Xa5Ti £vav %&po dvayKacmKfjs
tbg TCOV. To TtpopXrina TTJI; EupcoTtrig adv maia; iaTOpiKfji; ovroi Pfipaia cmo TOU vd Eivai novo itpopXrina OXEOEO^ ^ETa^u
«8uTiKfjp> KOI «dvaToXiKf)9> EupWTtrig KaTd tic, EWOIEI; TOU TpExovroq XE^iXoyfou. Eivai EJti'oTig Ttp6pXT]na oKavSivauiK&v xcopwv Kai iSicog BaXKavicov. Movo aTto Tig au(4i£Tp£<; 8ia(iop(|)(oo£ig Kai ouXXEiToupyi'a oXwv TMV
EupwTtaiKcov x(bpa)v — iSumaTa §£ EKEI'VOU ii\q Mfiooyaou — elvai SUVUTOV
TO Ttp6pXt)na Tfjc; EuptBTtrii; vd Ppfj TTJV Xuor) TOU. "0%i f) Ttapayatyn, dXXd
f| ioTopiKii XEUoupyia Eivai TIOU SIVEI vor^na aTd TtpdynaTa. To yEpjiaviKo
^Trma, TIOU SEV Eivai P^paia TO novo TETOIO ^r)Trma OTOV Koajio dXXd TO
TtpcoTo OE ioTopiKrj TtpOTEpaiOTTjTa ( fiXXa TEToia Eivai auTO TCOV 'AXpavcov
OTO BaXKdvia n.%., Tfji; Kopsai; fj Tfjg TauXdv8r|g — y&poi OTOUI; OTIOIOUQ
f) «ArmoKpaTia» Gpia^pEUEi 5id OUVEXOUCJ EficpuXiou itoXEnou...), 0d Ppfj d(p '
^auTou TTJV Xuor| TOU a£ (iid TEToia EupcoTtr|. Mid ioTopiKfii; XnToupyouoa
EupcoTtr) 6%i novo 0d nTtopfj vd SExOfj \tsaa vr\q ^iid SuvaTtj Kaf Sviaia
Fspnava'a, dXXd 0d EXT) Kd0£ Xoyo vd rnv SrinioupyiiaTi. IE nid Eupcbmi TCOV
56

Tpuov Kpcraov ('AyyXiac,, raXXiac,, FEpnaviac,) oraoc. UTtfjp^E c&c, Tcopa, CTE"
\u.Kpf\| 8r|Xa5fi, f| TEpnavia Xoyto TOO OVKOU TTIC, lacoc, vd Srmiovpyfj
«Kiv8uvo». ' AXXd TipETCEi dnECTCoc. vd TO cnmEubCTconE: f| TETOia dvuXr|\|ni TCOV
TcpayjidTcov UTidyETai OTf]v dpy_aioXoyia rr\q rcoXiTiKfjc. ioTopiac, KCII CTUYKEOTIC, TtEpi «n£ydXcov 8uvd|i£cov» dvriXf|\|/£ic. TOU L. von Ranke. "08sv ujtdp%ouv «n£ydX£i; Suvdn£ic,» OTT)V EupWTn] — KQI OUTE
TtpoKEiTai vd 8n(iioupyT|0oOv KOTO Td Klaaaiica JtpOTUTca —, &<&, dvri0£Ta,
OTOUI; JcaXaiOTEpoui; aimvEg oitou ^XEiToupyoucjav ^lEydXoi %wpoi TTJI; ECpojca'iKfjg TiEpioxfji; (EfipcoTtaiicrj Pcoooia, Aikrcpoouyypiicrj Movap%ia, MEOOyeioi; ^ETd Tfjc, oOconavaKfj^ auTOKpaTopiag K.Xn.), f) Tsp^avia 6%i
KivSuvo SEV <x7tOT£A,ouo£ yid KavEva, dXXd fJTav ano mvq mo
TtoXiTioTiKd %a>pouc, Tfjg Ef>p&Kt]<;. KaTa TOV N. Postman ndXioTa (BX. «Die
Verweigerung der H6rigkeit», asX. 53), TO nioo (600 BEBaia (utopoOnE vd
i)io0£TT|CHOH£ dpi0nT)TiK£5 dvaXoyiE^ yi ' airrd TQ irpdynaTa) TCOV TtoXmaTiKWV KaTOKTTioEcov Ttji; E\>p6>Kr\c, 6q>£iX£Tai oToug FEpnavooi;. Td
a^aTa TOU 8£UT£pou JtayKoa^iou JtoXEnou, aXXcooTE, ETpoTcojtoiricjav
TO 8£8on£va EKEIVU Jtou 0d HETEBaXav TI^V dvaToXiKT] EupcoTtr] OE EVO
Tpuou Kocjfiou yid TOUI; rEp^iavou^. SE ^id dpyaviKcoq XEuoupyouaa Eupcb7tr| 8X01 arjuEpa E/OUV vd itai^ouv poXovx; nEyaXou?, emote, dKpiBccw; KCU OE
Eva BioXoyiKO opyavtono SEV uJtoKaOiaTcnai X.%. 6 poXoi; TOU ncmou and
TOV poXo TOU oTondxou. ©EXofiE vd JIOUHE: 6 u7t£pTovia|i6c. TCOV TrpoBXt]ndTcov TTJC. dvaToXiKfjg Eupcbjnic; KpuBsi Tt)v cuiouaia KOI TTJV ouv£i8r|Tii
dvaBoXii TipoBXrmcmanou yid %&povq if\c, EupcoTiaiKfji; TCEptoYjjc, Ttou E^OUV
vd ETiiTEXfiaouv nsyaXuTEpo ioTOpiKo spyo yid md Tipayncmicrj
X£ipacp£Tr|OT| OTOUI; Kaipoui; note,.
AEV unopoCnE oTa jiXafoia TOU BipXiou TOUTOU vd £7t£KTa0oun£ iiEpiaaoTEpo E7i ' auTcov. 'H XaToupyia pmq EupcbjtTn; cb^ EVKXIOUCTUVEKTIKOOSECTHOU
TCOV 8uo afJuEpa CTuaTT)|idTcov 0d xpEiaoOfj TCEPICTCTOTEPO TTJV iaTOpia rrapd
•cr|V noXiTiKii 0£copia (TUOIO ioTOpiKO TrpoBXtina \inopd vd Xuor| aurq;). Kaf
Uovo ETCTI 0d £jnTp£\|/r| CTToug 8uo |i£y<xXouc. Tqv dvaXriyr) TTJI; Koivfj^ TOUC,
EU0UVT1? (auTo 8EV Elvai uovo 0Efia «8iaBouX£UCT£cov»...) yid TO aXXa nsydXa
Kpofikf\iima. TfJ5 dv0p(07c6Tr|Tai;. AUTO oncoc, TCOU oXoEva 7tapaTT|poun£ Elvai
6%i f| CTTpocprj Ttpoi; TI^V iCTTopia TCOU njtopEi vd Scoot) T£<; XUOEK;, dXXd Ttpo<;
TT^V TtoXlTlKt) OECOpltt TCOU 8£V UTCOKpUTCTEl TCttpd 1T\V TC£plCOplOH£VT| 67ITIKTJ

TOU «^0viKou KpdToup). 'H rioXcovia fj f) RouyKooXaBia ETCI TtapaSEiynaTi
0scopoOv OTI rfvai TO KoivcoviKoCTUCTTT|naTCOU £u0uv8Tai yid TTJV KaTaaTaorj
TOU<;, av ojacoi; dvaTpE^t] K<XVE{C, OTfjv ioropia 0d liq Bpfj K, ICTOU npoBXriY,COP£C, Kttl UTCO (JUCTTfj(iaTa SiaCpOpETlKd. 'Ev

TCpOKElJiEVCp 8T)Xa8f)

57

yEworai TO epcbrrina, yiaii 6 aoaiaXianoc; ditESwoE auyKpirad nsyaXuTEpa
d7iOT£X,£anaTa OTT|V BoiAyapia &n' O,TI orrjv riouyKoaXafKa Kai yiarf 6
'EXld8a Kai TTJV Toupria obSfjyricjECTTIIV6XoK^.T)) Kai KoivcflviKT| dveXEu08pia. To 7ip6p>,r|na SEV Eivai v'
draxvTT|6fi 8id tfj? 7ioX,mKfjq 0£copiac;, 8id TTJ<; «5TmoKpaTtap> Kai TOU «6XoKXT)pcoTianoO», dXM 5id if\c, ioiopiai;. Oi raxpomiSei; i&v «s9viKav ETIIXoywv» Kaf tr|v toiopia dyvooiiv, KOI tic, XETtrsg EOCOTEPIKEI; EupamatKEQ
iooppojiis; (jtpo'iovra KI auxd ioiopiai;) HEOU OTO EuaiaGriTO TOUTO ustapariKo aTd5io ifji; EupcoTtaiKfj^ iatopiac; Eivai dvayKaonsvEi; vd napaft'kenouv. MTtopEi id^a 6 OCyypoi; vd Kipu^ «Koivopoi)X,£unan6» Kai vd Kdvr)
aiTT]OTi TipoaxtopriaEa)^ TOU OTT)V EOK; AUTO XUVEI Ttpop^rinaTa f\yst; Kai yiaTi 6 Ouyypoi; Kai o^i 6 Poujidvoi;, 6 onoux; Eivai supcoTiaio^
Ttpiv oi armEpivoi EupcoTtaioi KaToiKT)aouv TOV supcoTcaiKov x^po; Kai
vd KavT| Kan TrapaTiX^cjio Kai 6 AucnpiaKog (OTOV Pa0n6 TIOU 5ei, OTI or|^8pivri 8uTiicf| EupmTtr) 9d ouvexior] vd slvai f| TtaXetd dyeWSa x^pi? Tf|v 'Anspiiai), dyvomvrai; TOV Noppriyo, TOV OivXav86, TOV Iour)86 Kai TOV 'E^psTO HE TOW; 67ioiou? dTioTsXei eva SXko ouauaSEI; ouoTtifia Xsirrfi*; iooppomag (isoa arnv ujtap^ouaa dKont] SiaipEar] Tffc
Eupa)7iT|^; Kai HJIOPEI vd KOVEI KOTI dvdXoyo KI 6 FiouyKooXdpoi; KaTapySvrag TOV «KOHHOUVIOHO» TOU; Kai TOTE yiari 6 FiouyKoaXdpo? KI 5%i Kai
6 'A^pavog; Kai 6 ToupKog;
Eivai (pavspo OTI HE nq TtapmTtiSEi; tf\c, «S0vncfjg> \|/copiaor|(; TO jcpdynaTa
oSriyouvrai nalXov OTO ^doi;. Kai 8id Tfjq JtoXuiKfji; «cpdooo9> Kai «6XoKXT)pcoTionou», o%i novo Xuor) 8sv
dnoKToOv, dM.d TtEpiTrXEKOvrai dKOjia TtEpioooTEpo. To aucrrrma T^I; SUTIKfi(; ArinoKpanag TtoM aTis/Ei duo TOU vd Eivai f| 7ipaynaT07ioiT)OT| TOU
IlapaSEioou £7ti tfjc; Ffj^ fj f| jiayiKfj pdpSoi; oXcov TMV TrpopXrindTcov. "Av
oi HETappuGniaEii; E(pdvT)Kav sm TOU raxpovux; dvayKais^ novo CTO OUOTTI(xa TOU urtapKTOu oooiaXianou, OUTO KaGoXou SEV crmaiva OTI Td aucrufjHaTa TWV SUTIKWV StinoKpaTidiv SEV E^OUV dvayKT] (OTHO^ 6d 8£i^o)H£ mo
KOTO) dvaXoyrov Kai paGawv usTappuGnioEcov. ITOV SUTIKO KOOHO uTtdpxouv HEya^-UTspa Ttpop^naTa &n' O,TI OTOV dvarakKO, doxETax; fiv dKojiri
SEV (paivwvrai. '0 dvaraliKOi; KOCTHOI; ^TiopEi vd KXEior) Td ouvopd TOU, vd
TpoTiOTioirjori OTTOX; vojj.i^£i TO ouoTtind TOU Kai vd UTcdp^T) auTdpicn^ (auTO
aM.axjT£ EyivE d)Q Tcbpa). '0 SUTIKOC; KOOHOI; ^id TETOia SuvaTOTtiTa 8ev TTJV
E^EI. Kai auTO armaivEi OTI E%SI TEpdaTia TtpopXrinaTa, TO 67toia ankoK, ini
TOU jiap6vTO<; E^EI a^Xou<; TpoTtoug vd TO Xuvri, 8r|X,a8ii vd TO KpaTfj aXuTa...
Tpoitoi; yi' auTO ujnjp^E f) 8iaypa(pr| Tfjg ioTOpiKfjq yvcbaECOi; and ir\v \iicr\] ouva8rior| Kai f) uTtoKaTdoTacT] TTJI; 8id Tfjg apxtji; TTJI; tavroupyia
58

TOW «dv0po)7tiv(ov 8iKaia)Luna)v». 'AAM oi^LiEpa TCOU 6 KOOLIO^ E/EI KaTaorf)
Jtp6 JIOAIOU TtoXuKEVrplKOC., YVfflpi^OLlE OTl 8EV UTCdpXEl EfociSa Vd ETClKpaTf|aT| EVa Ktti EViaiO LlETpO <«XV0p(I)TCl'V(OV 8lKaiCOLldTa)V». 'YTldp/OUV TOOa

£i8r| «av0pamiva)v 8iKai(OLtdT(ov» Kai TOGO £i§r| «Sr|LioKpaTia9> orov KOOLIO,
oooi Elvai Kai oi Xaoi — 8r|X.a§fj oi TcoXrnoTiKEc. EVOTTITEC, TCOU ouyKpoTouv
TTIV TtayKooLiia ioTopia. ITO OTILLEIO TOUTO f) «7toXiTiKTJ 0£copia» 8sv EXEI vd
Liag TtpOOCpEpTl TIJTOTE. 'H EipTJVT) 8EV ttTtaiTEl E^ayyE^lEi; TTEpi EipTJVT)<;,

naTiKEi; KaTaoTdoEig Eiprjvr|c,. "Oao m akma jipoB>.TJLiaTa OT<X
TOO SUTIKOU KOOLIOU jtapctLiEvouv TETOIO, |i£aa OE (iid
6iapKou<; Cq)£OT|i; SEV 0d (XTtoBoCv novo dpdoTaKTO Bdpoi; yid TTJV
dA,M Kai 6 Kupioc, Ttapdyovrai; EVOX^TIOTII; TCOV auvoLidiwv rav LiEydXrov.
AIOTI §T]LiioupyoOv 8uo KctTaoTaaEic. dvri0£TiKoC voTJLiaToi;: d<p ' EVOC, LIEV
f) ouyK^ioTi TWV U7r£p8uvdLL£(ov ditaiTEi LtEiooT) TOO 7toX.iTiKoC pdpouc. TWV
aX^cov (TC.%. dSECLiEUTtov), d(p ' ETEpou OLKOI; TOUTOI Xoyw TTJI; ujtdp^EWi; TWV
dX.UTO)V TtpoBXT|LldTO)V TOUq SXo Kttl JTIO TOM 0d £7Il5ld)KOUV

7toA.iTiKfjc. TCOV Jtapouaiai; tiEaa ariq SiaSiKaafec. rav
BsBaia, TtoX^Eg i&pec, TOU ar)Li£pivoO Tpirou KOOLIOU Kai i8ia Tfj? 'AcppiKTJI;, 0 ' dpyrjoouv TtoXu OKOLITI vd Bpouv TO SpoLio Toug. 0d xp£iao0fj vd
7i£ipaLiaTio0ouv aKOLiT) LIE «aoaiaA.ioLiouc,» KOI «Ka7tiTaXioLiou9>, LIE 8iKTaTopfei; Kaf 6T)LioKpaTi£g KOI TtoXXd OTancoTiKd 7ipa^iK07if|LiaTa, WOTUOU vd
0£Ll£X.l(boOUV TTJV UTtap^fj TOUi; Kai Vd BpOUV TOV (pOpEO TOU^ adv KpdTT|.

IloXXd die ' auTd SEV fjaav napd TtporiyouLiEVEi; ^KTETatLEVEc, (PUTEIEI; r\TpO<p£ia ((pdpLlEC,) TffiV djIOlKlOKpaTfiV, JtOU TO OUVOpd TOUg Ll£T£BA.T10TlKaV

EV ouvEXEia OE «KpaTiKa ouvopa» TWV oocov ETU/E vd 7t£piA,aLiBdvouv. Td
SjtEiyovra OLUOC, EK TMV dXuTtov 7tpoBX,T|LidTeov OT<X rcXaiaia Tfj? AuoEtog dvai
Saa E^OUV vd Kdvouv LIE LIKX 6XoKXtipo)Li£VT| ICTTOPIKTI XEiraupyia TOU EUpa)7caiKou xcbpou. Kai Td TtpoBWJLiaTa auTd cb? yvtooTOv BpioKovrai TtEpii;
Tfi; MEooyEiou, LIE Jtpo£%ouoa TtpoTEpaiOTTiTa TO TtpoB^Lia Tffiv Ba^Kavicov. 'ATCO TO oitoiov, dKpiBwi; X6ya> rfj^ mKTfi.^ 7toX,iTiKfj(; auvOEOEdx; TOU
Kai UTCO Tiiv U7t60£ari OTI OUTQ LiTtopouv v ' ditoTEXEoouv y&po auvEpyaoiai;
Tfflv un£p5uvdLi£0)v oraoc. dKpiBt&i; KOI f| UTtoXoiTtri Eupa>7rr|,
a%£56v TO 7tpoBX.f|LiaTa TOU LiEooysiaKou
Td Batacdvia ^ooB£Ho0r]Kav dTto TO TtpooKrjvio Tfi,c, ioropfai; Kai drco TTJV
Koivii ouv£i5r|OTi TCOV dv0pd)7tcov, dKpipmQ £7i£i5rj f) EupcoTtti a ' aikd £Kdt|KE dv£Jtavop0(bTCO(;. To TI, TO nG>q Kai TO yum Eivai 0£LiaTa rr\q ioTopia;,
TOO 8£v Ltac; £v5iacp£pouv auni TII oTiynfj. lT]Liaciia E^EI OTI T<X Ba^Kdvia
Ttapatisvouv orJLiEpa Evai; EKKPELIIIC. xropog Tfji; Eupffljtai'Kfjg TtEpioCTi; LIE
jdr|0a>pa £Kpt|KTiKfflv Ttpop^riLidTcov. Td VOTIO oijvopa TBV Ba^Kaviov Ka59

vsva cwto TO KpdTT] TIOO ppiaKOVTai £KaT£pco0£v TOW; SEV ^ujtripSTEi. Nd
dXXd!;ouv Sitax; e^TmioupyrjOTiKav, SEV E^EI vorina. AIOTI SEV uitdpxEi sva
KplTllplO, dKplpcOq ETOlSlI UTldpXOW TIOXM (ttUTO aAlcOOTE ElVOl Kttt TO

voT)|ia tf)5 «paX.Kavo7tofT|O7|<;»). To vd xdoouv onax; OUTO Tity armaaia TOUQ
KOTO cpuaioXoyiKov TpoTto, ifflopaX16n£vov dro Eva TpOTto iaropiKfii; CTUv£pyaoia<; T«V paXKawKffiv Xamv, slvai QIJTO Ttou djiauouv oi
KaTaoTdoEi; TMV Kaipmv HCK;.
IIoC Ta^a ocpEiA-ETai f| KaKo6ainov(a trfe riouyKoaXapia? Xoyou
"O/i Jtpoqxnvcoi; CTT^V EXXeiij/T] KOivopou)i£UTionoC. 'O^EiXEtat OTO ysyovoi;,
5n oi l£p(3oi dn£K6jrr)oav ano TTJV Msooyao, 7tap£(i£ivav £Va<; dyponKoq
Kaoc, nov SEV EXEI (puoiKEi; Sts^oSou^ vd dvanTo|T| ^Tiqpio Kai TO £|o8a tfji;
yiouyKooXapucfji; KoivoTipa^ia^ Td TtXripavouv oi ZXopEvoi. Td TcpdyjxaTa
SEV Eivai imoOEOT) KOIVCOVIKOU oDOTTJuaToq, 8ion s8Tinioupyii0T|oav yid vd
XEuoupyoOv ETOI. To nEXrma Tfjq TtaXaiai; Eupcbjrrn; i\Tav vd araoOriaT) T^V
P(oooia duo Tity MEooyEio. Oi Zsppoi Kai oi BoCXyapoi fjoav 6p068o^oi
Kai urniyovro OTIIV acpaipa TOO pcoootKou Kai 671 TOU SuTiKOEuptonaiKoO
jtoXmonoO. AUTOI XOITOV £7tp£Jt£ vd aTOKOJcouv dno TT|V MEOOYEIO Kai
ToOto dKpipaq STCETEU/GTIKE HE TT^V KaTacKEUii -rife 'EXXaSo-TOUpKiKfjg 8idTa^t^; OTOV xaptTl- 'H ©EoaaXovaKTi, dito aKou8ai6T£pr| no\r\V
virov Jiou fJTav, Eyivs EXXrjviKTi «oi)H7tpa)T£uouaa», EJIEIVE %(opii;
, KaTdXX,r)XTi novo yid yiopTEi;, £K0£OEiq (npoi; HVIIHTIV KUTIOIOU
;) Kai Jtap£Xdo£i<;. Kai KOT<X TOV Tpono auTov EKOTTTIKE Kai f|
Hova8iicf| SiE^oSoi; Tfj<; avaToXucfjc; Eup(07rr|(; (TWV OKavSivapiKav xwpwv
ounTtEpiXanpavonEvcov) npog TOO^ %6poix; TT\<; avaTokicfjc; MsooyEiou, TTJI;
MEOTI? 'AvaToXfj^ Kai TOU UTioXoijtou \ir\O KOOHOU (PX. ir.%. Fl.
Lichttrager: «Immer wieder Serbien», Berlin MCMXXXIII). Oi HEV riouyKooXdpoi EHEIVUV ETOI vd dvsni^ouv ti? EGviKE^ TCOV crrmafei; Kai vd Xuvouv
TO npopXrma Tfjq KpaTiKfji; TCOV EVOTTITOI; 8id TTJ<; «^ocoT£piKfj^ TtoXiTioi^),
oi BouXyapoi vd i8puoouv Tii; Pio^r|xavi£c; TCOV OTTIV 6%i EUVOIKCOTEPTI yi'
amove, Jt£pioxt| r^ Mai5pT)i; 0aXdaar|<;, EVCO f) 'EXXd8a, yid Touq P6p£iouq
7iXT)6uo(iou^ TT)Q nou SEV (iTiopouoE vd 8ia0p£\|/Ti, EUP^KE TT|V «npaKTiKcbT£pT)» Xuat) vd Touq aKopTtiori odv spydTEq SE^IU KI dptoTEpd. '0 7iXr|0uojioi; TTJC; voTiaQ dvaToXiKfji; EupcoTni^, fjyouv TCOV BaXravicov (ounTtEpiXanpavonEvtn; Tfji; Otiyyapiai;, Evoq nEpoix; rf\<; orjUEpivfii; 'EXXdSa^ Kai EVO<;
novo nspoui; TTJI; EupcoitaiKfii; ToupKia?) Eyyi^a Td 100 EKaTonnupia, svavri
|i6vo TCOV jiEpiJtou 70 TCOV Tpicov Popfiicov xtopcov Tfjg aTiLiEpivfj^ dvaToXiKfig
EupcoTtrii; (IloXcoviac;, TcExooXopaKiag Kai dvaT. Fspnavia*;). ITOV
owEJtcoq TIOU nid iaTopiKTJ auToSuvania tr\c, EupcoTnic; 0d ujtEppfi TO
TOU (XETaitoXEHiKoO 8i%aonoO Kai 9d £7ciTp£\|/t| Kai Tity XUCTT) TtoXXcov rtpo60

ov TOU LiEooyEiaKou xa>pou, 6d draxvrnori dvayraia Kai TTJV auvrovri
dv<X7tToi;r| 6X6idr|pr|c; TTJC; dvaToXiicfjc, Eup«>7rr|c., Bopaa^ Kai vonac.. Fid vd
EmTEUx&fj OLIOX; OUTO Kai yid vd UTOpfkxOfj TO /.doLia TCOV LiEydXwv Suvdiiewv
ETii Tffiv BaXKavimv (puaioXoyiKd, slvai dvdyiai vd (pKia/Gfj auTo TCOU IOTOpiKd KaT£OTpd(pr|KE: Liid Evaaia MaKESovia, TCOU SEV 0d dicoTEXfj «£OviKT|
8i£KSiKT|or|» ravEvog BaXKavaKoO Xaou (T| rtpoocpuyrj OTO napekQov Kai TOV
Bu^avrivo E0VIKO TpayE^acpo fJTav f| Eiaax6£ioa TOV ropaatiEvo aiffiva «LIO8a» oTd Ba^Kdvia, TCPOKEILIEVOU vd TrpoKuyouv TO «KpdTT)-g6vr|»...) Kai CTTJV
OTtoiav 6d auLiLi£T£xouv 6Xa TO paXKaviKd Kparri &, icou, TTJI; ToupKia^
OT)Li7C£pdaLiBavoLi£vr|i;. "Eva £1801; 'EXBETia^ Tffiv Ba^Kavicov 8r|A,a8ii, Jtou
0d LiJtopoOoE vd E^T) KOI yXwoaa SioiKTitiKfjq owEwoiiaEto^ m dyyXiKd!
®d LiTtopouoE ^EBaia vd avapa)TT|0fj KUVEI^, yiaTi TtpEiiEi vd imdp^ouv dpay£
VEEI; 8iaLiop<pa)a£ig; AEV 0d LiitopoCcE vd uitdp^ri f) «auv£pyaoia TMV Xamv»
Xffipiq auTEi;. 'E8w JtpoKEiTai yid Eva pfflLiavriKo cpdooocpiKo ipwrmia. 'H
«Eup(OTcr| TCQV X.amv», f| «d8£X(p6TT|Ta TWV Xamv», 6 «ooaiaXioLi69> K.XJI.
Elvai <i<pr|pr|Li£va voriLiaTa, dvri9ETa rrpoi; vr\v TtpayLiaTiKOTriTa Kd9£ IOTOPIKTJI; diiTOipiag. '0 y.pumavioLio'c, 67rfjp^£ yid xdie-ciEg ?va Ka0oXiKO tSfio, OLKOI; oi 8ia<pops; TWV XaSv SEV fjp0r|aav n' auro. To 1810 Kai 6
ioi;. TcrcEpa duo §;i SEKOETIEI; iaTopiKfjq itpaKTiKfj^, BXETIOLIE cm
oi £0viaLioi Ttap^LiEivav OTO T8io STCITCESO rtou i^oav KOI icpiv. Kai aurfj Eivai
f) (puoiKfj TO^TI TcpayLidTcov. "Eva «i8£m8£9> TCOU 0d LIETEPO^E TOU^ Xaouq oe
Eviaio KoicdSi 0d fJTav dvnav0pamivo Ka{ dvriioTopiKO. '0 IXofiivot; TC.Y.
£%EI vd JCOI^TI LiEyaXuTEpo pok> GTT\V ioropiKTJ XEiTOupyia LIIO^ KEvrpiKfji;
Eupa)7tT|5, tiEoa OE Liid sviaia KaT£u0ovor) TTJ^ EupcoTcaiKfji; ioropia^, and
O,TI vd doxoXfJTai LIE TOOI; KOKKaXoLusvoix; LisyaXoi'SEaTiaLioui; TOU Izpftov
f\E TOU^ 7tpCOT|V KaTOlKOKAECpTEi; TOU KOOOoBo. T6 vd ^X£U0£pC00fj dl['

auTd Ka06Xou SEV or|LiaiV£i nax, 0d 7td\)/T| vd dvai FiouyKooXaBo^ TO dVT10ETO — 0d LlTtOpEOT] VO TtpOOfpEpT) OOV TETOIOC, 0,Tl TCODO 5EV LUTOpEl. T6

1810 dKpipdi? KOI 6 EEpBoi;. '0 KprjTiKoq fj 6 'Errtaviioioc, otfiv 'EXXd8a
EXOUV TtoXu dXXoiamKa TtpdyiiaTa vd TtpoocpEpouv OE LIKX (puoiicri TO^TI
TtpaytidT(ov dno O,TI vd do%oXoCvrai LIE TO diioipata dA.A,r|Xo7tapdjrova TWV
«KpaTffiV» O^ETlKd LIE TTJV TOUpKlKIl Ll£lOVOTT|Ta TTJi; 0paKT|C, KOI TTJV £XXr|-

viicn TTJC, K(ov/7toXt|^ (KOITOI OK, EiTtatiE T<x JipdyiiaTa Eivai dvoLioioyEvfj: f|
TOUpKlKTJ Ll£lOVOTr|Ta dvTl7CpOO(07t£U£ KOTCOIOV lOTOplKO p6Xo ttx; TCOpO' T|

£XXt|viicn Ttfe K(ov/7toXr|5 SEV Sv8i£(p£pe KavEvav...). To 1810 Kai 6 METOOC,: dvri vd LiiXdr) TT^V yXdkraa TOU Kai vd elvai UTCOXPECDLIEVOC, vd do%oLIE TOV KuTipio TCOU Eivai TOOO LiaKpud, 0d LucopEOT] vd ouv£pyao0fj
LIE oooug TOV KaTaXapaivouv Kai vd doxoXfJTai LIE TOV Kurcpio arco
5r|LiaiK6 svSiacpEpov (odv Liid «8idoTaor| TOU £XXr|vioLiou»,
61

7iXr|po<pop£iTai Kai Ttftpa yid TOUC. "EXXrjVEc, TTJC, 'Auspucfj? fj Tf
vr|c.). <I>uoiKrj iafyr\v KOI ouvrr|pr|TiKrj TCQV Xacov elvai EKEIVTI rrou
TOUC, £7llTp£Tt£l TT)V §UVaTOTT)Ta TTJC. TIpaKTlKfjC, XpTjOlUOTriTOC, KOI 6%l fj

£7iipdM,ouca TTJV dxpfjoTEUoii TOUC. OTTO d0£uiT£c. iSEoXrui/isc. fj ioropiKEc.
XpEiEC, nou SEV io^uouv JtXsov.
Mid TEToia KaTdoTaori OTU Ba^Kdvia, TTOU Elvai f] KOTaoTpacpEioa cpuoioXoyiKTJ, sivai f) 7rpou7i60£OT] Tfjc, apoEox; TOU VI/UXPOU TtoXEjiou a ' auTd,
f) ODV0TJKT) yid TTJV OTanaTT)u£VT| taTOpiKTJ X.£iToupy£a TOU %cbpou, npoi;
6(psXoi; 6^1 uovo TWV UEydXcov — yid TOU? OTKHOUC. OUTO 0d dnoTEXEaouv
TOV yoviucoTEpo iccoc; %&po ioTopiKfji; auvEpyaaiac, — Kai Tfj? Ewoi'a? TTJ?
EupconaiKfji; 6XoKXf|pQ)ar|i;, aXka Kai Tfjc, £upuT£pr|c. (XEooyEiaKfji; jtEpioxfj?
yEviKMTspa, rjyouv EKEIVTIC. TTJI; MEOT)? 'AvaToXfji;. 'H Spar) TOU TtvEuuaTo?
Toi5 yuxpou TIO^EUOU — nou £K5r]Xa)V£Tai iaTOpiKd KOTO TI? apyiq TOU 19ou
ai. Kupitoi;... — Kai f) 1801 TTJ? Eupo)7iaiKfj? oXoicXrjpaorii; jispvoOv dvayKaCTTiKd duo TOV x«po TWV Ba^Kavi'cov Kai Tfjg 'AvaToXiKfjc. MEooyEiou. "OTI
pEpaia aid ioTopiKfj XEiTOUpyia TWV Ba^Kavirov KOTO tic, dvdyKE? TMV Kaipffiv 0d dTtaiTfjar) TTJV auTovo|iia cbpiouEvov rtEpioyj&v (Ttpayna TTOU 0d
dvTiaTa0nioTfj dno TO ysviKMTEpo oyekoc, nou 0d npoicuyri) Kai OTI TO
Em0£TiKo o^fjua Tfj? 'EXXd8oi; OTOV xdpir) 9d ^psiaoOfj v ' dXXd^r), Eivai
TipotpavEi;. EiSiKd (idXioTa yid TO 8iavot|TiKfj(; KaTaoKEufjg KpaTo? «'EM.d8a» 0d d7taiTT|0oOv ouoia>8£ig «KpaTiKfjc, cpuoso)?)) 0uaieg unsp TOU ek'kr\viouou (71.7. X.iyooT£\|/ri uEpiKWV DcXoyucfiv £§pSv, KpaTiKmv auTOKivrJTCOV
Ktti «£9viKO)V £OpT(OV»!!...), 7IpOK£l|l£VOU Vd djIOKTT)OT| TTJV lOTOplKTJ TOU

X£iTpoupyiKOTr|Ta 6 K&poc, Tfjg voTio-dvaToXncfji; EupWTrrn;.
Ti vd KoivcouE ouco?; Nd ^OUHE ax; XaOpETripdTEi; TTJ? ioropia? EI<; TO 8ir|VEKEC, naXXov SEV Eivai SUVOTOV. Tov «Zopnna» TOV ^opaxxv Ka{ Oi RouyKOoXdpoi UE Tl? E0VIKE? TO)V (pOpEOlE? OTOV SpOUO, UE TTJV yiOpTTJ TWV

Mouosiwv tfj? OpavKtpoupTTji;, d(pou 8iKoc, TOU? yppoc, Eivai... Md a' aura
9d £itav£X0(ou£ mo Kara.
'H jioXiTiKf) SiaipEor) TOU KOOUOU Ttpoujrfjp^E ^Tti Tffiv Ba>.Kavi(ov £K£ivr|?
TTJ? Eupcbmi?. Kai U7tdp%£i OKOUTI Kai OE aXXa u£pt|, oraoc OTTJV Kopsa Kai
TTJV Kiva. To vd dvapa)TT|0aiu£ ofjuspa, Troia ano T{<; HEyaXsi; SuvdnEi?
«£K£p8lO£» TOV VU%p6 TIO^EUO (TIpOKElTOl yid TO V£0 «£7tlOTriHOVlK6» £p(b-

Tnua, md Kai TtpEJtEl vd 8iKaiok>yr|0ouv noXXoi nio0oi TOU rtapEXOovTo?...),
Eivai £pd)Tr|ua SVEU vorjuaTO?. Tian Kauuia SEV TOV K£p8io£- ankix,
yioav Kai oi 8uo vmo TO pdpo? TOU TiapaXoyiouou TOO. Oi UEV o
uno TTJV dvayKT) TWV duEocov UETappuOuioscov TCOU dTto SEKUETIE? £%ouv
dvayKt), oi SE duEpiKavoi dito TO x<xoc. TWV TipopXrmdTWV OTOV Tpiro KOOUO
62

Kai Td Kiv%aT<x TOW Xafiv itou fJTav dSuvato vd SXeyi^ouv. TEXucaig oi
dnEpucavoi dTto TO Bdpog Taiv HETaTcoXfiniKSv UTto%pea>a£CQV TCOU dv£XaBav
£^r)nui)9r|Kav odv xdbpa — Tcpayna TCOU SEV E%EI Kavsig yid vd TO 8iaTuaT(i>ar], itapd vd piqti fiid p.and OTO S^ooia okovoniKd Toug.
'Em T&V f|n£pfflv nag dreSsi/j^i, on Kavsva dico Td Suo ouoTTJuaTa Sev
nnopEi vd UTtdp^T] ioTopiKd auToSuvano Kai vd KapTEpfj TCOTE 0d
TO aXX.o. Kai auTO ormaivsi, OTI Kai TO 5uo ouoTtinaTa Elvai i
vd auvuicdp^ouv OE sva yovino HEGOV opo. '0 KaiaTaXionoi; E^EI avdyKT)
vd TtdpT] dno TOV ooaiaXiono rnv ewoia TTJI; Kowwvucfiq dnepinvrioiai; TCOU
TOV avGpcoTco Kai 6 oooiaXianoi; vd Tidpri dTto TOV
io lie, ne966oui; itou Kdvouv Tig na^sg vd 6ouXsuouv. '0 KaTtuaEUTUxw? fl 5uoTUxSi;, slvai TO novo <&<; Ttbpa yvaoTO auoTTina OTrjv
ioTOpia uito TO oitoiov dTtoSiSsi 6 Tpoitog TE/voXoyiKfig itapaycoyfji;. "Ooo
Kai fiv TtpoxwpTioT) 6 av6pa)Ttog, oi ILO&C, dvaXoyiKd 6d icapanEvouv itdvra
na^Eg. Kai oi na^EQ yid vd 8ouX.£\|K>uv aTtauouv EITE iSEo^oyia; ^oBou (oTtog
OTOV nEoaicova) SITE iSEoXoyiEi; dvdyicru;. '0 KaTtuaXianog E%EI TOUTEI; Tig
8£UT£p£g. Kai yi' UUTO odv ouornna elvai Ttio itapaycoyiKog. AUTO psBaia
KaOoXou 8ev ormaivsi on SEV SIEHETUI dito Tig TEpdonsg yvtooTEg dvncpdo£ig odv ouoTT^na Kai on SEV %pf\(,£i djiEomv (X£Tappi)0(iio£cov, itoXu ^EyaXuTEpcov ait ' O,TI 6 Tps^tov oooiaXionog. Kai f) nEyaXuTEpt) dvriepaofi TOU
Eivai dKpiBmg 6 Tpoitog TIOU uitapxa
"Av oi Ttpocpr|T£i£g Ttspi TO() HEXlovrog TOU KaitiTaXionou TEXiKfig SIEXJ/EUo0r|Kav KOTO niv ETtavaoTanKT) Toug otinaoia, auro OUVEBTIKE yiari OTTIOE nid swoia TCOU EitayE iSfioXoyiKd vd uicdpxT|: arnv «EpyaTiKii
». IiinEpa SEV uTcdpxouv rcpoXETdpioi Kai KE^aXaioKpdTsg- uTcdp^ouv
TcoXu£0viK£g Kai «Xaog» UTCO TTJV nopcprj 68T|ySv auTOKivnTtov. 'H
m] &Mfa HETaicoXEjiiKd TT|V ovonaoia «AtmoKpana» Kai EKd9io£ EV EiSEi rapioTEpag EV nEow T&V 8uo (^EyaXuTEpwv KQKWV: TOU XiTXEpionou dito Td Ssqid Kai TOU ETaXivio(iou dito T' dpioTEpd. 'Eici TOU
Tcapovrog i\» afari uitdpxEi Kdvovrag KaTd%pT|aTi Suo TtpayndTwv: TWV dTto9£ndT(ov Tflg ioTopiag TOU SUTIKOU dv0po)Ttionou Kai TOW
TtpayndtcDv EKEIVCOV TCOU SEV ETtiSE^ovrai Evav tpopoXoyiKO «ouvT£X£OTf|»
yid vd (iicouv OTO «TtpoypdnnaTa itapayoyfig», oitog dEpag, TtouXid,
SiavoounEvoi K.Xit. (iTa (puoiKd Ttpoiovra EKOTaTdqane Kai Toug
Taioug auToug, Sion moia Ttpoiovra Elvai. 'H o^mi] 0£(opia TOU K. Mavyai\i Eit' auTou TOU SESojiEvou ouoiaonKd atripi^ETai...).
Fid nag itpoowitiKd SEV ri0STai 0sna KaTapyrjoewg TOU KaitvraXionou d>g
itapaycoyfig, Sion 8EV uicdpxei aXXo yvcooTO OTTIV ioTOpia itou
63

vd kavo7coiT]O£ OE TETOIOV paOjio ^coiKes &VO.JKEC, TOU dv6pcojtou. To Ttposlvai fiv 6 av6p(OJtog jiTtopei vd £rjor| jiovo «£7t° fipTow. 'H kaT<5v £(OTtKaJv dvayKciv slvai Pfipaia kavo7toir|OT| dvayKfiv, f|
iSfioXoyia ojiax; ne TTJV orcoiav jrspiTuWooovrai 5sv Siacpspei TWV pwnaiiKffiv «apT(ov Kai 0£andTcov». 'H dnT|%avia TOU usTcwrotaniKou KajcvraXio>iou HE Tig {§££<; Eivai ioco^ f| HEyaXoTEpii TOO. Km X^yovrai; «i8££9> SEV
EWOOUHE Jtpocpavw^ a^TEq JIDU auvr£X.oOv orfjv PEXTIWOTI
(TCEpi TCDV onoicov 6d dcxoXtiOounE KaTonEpa)), dXXd &KEIVEC; TIOU
£6tav 6 avOpcoTtoi; 6rav SEV OKECPTETOI id auTOKivnta KOI vf\v Disco. 'Arto
Ti]v nia HEpid 6 Kamiakia\i6q xPei^8TCtl T^ ^8e?
X0Ti OTI TOV PEX.TIWVOUV adv auortma, QTCO TTJV aU,r\ oi i!5i£i;
(B0oun£V£i; Tipoi; Td Kdwo 8r|nioupyoCv KoivoviKd aivc\nata KQI djtaiTf|CEII;. To ISsmSE^ yid TOV KamToXiano 6d f|Tav vd EyswK&vrav naGrmaTiKOI Kai (puoiKof SVEO xfuxfji; KOI od>naToq, (xovo HE KoiacaXa Kat (xuaX6. "EXa 6^0*; Jtoi5 f^ cpuari dXXoia? 9£Xr|a£ t6v avOpcono! Tid vd Pyd\r\ naOrmaTiKo<; T(^ v££q iSEEi;, TtpEJtsi v s dvaTpa^fj raxiSuSOEV OE sva
firov Kai \|A)%iKfi<; Ttpoocpopa^. 'E5w O^IOK,
Kai TO... tamo OTinEio... To npo^^a TWV ISscov Elvai TO HEitou E^EI vd dvrinETComcrri 6 KarciTaXtanoi; OTO nfiXXov. 'Em TOU
TO jiav£Jtiarf|(xia, T(I; pipXio0fJK£$ Kai TO nouasia KaTaq>^pVEI 6 KamTaXiano? vd KpaTdti TO KOIVWVIKO OTayov6|i£Tpo OXETIKO HE t(<;
i5££q. Td nouoaa Kai oi pipXioOfjKEc;, iSiaiTEpa SE oi XEyonevEi; 5av£iOTIKEI;, 5nou Jtaipva KOVEII; TO pipXio dno TOV 6raxM.T]Xo d(poo TtpSTa TO
OTI£ KapTEXe^ Kai xwpi? vd TO mdar| npiv aro /Epi TOU, OKOTIOUV 6%i
5td8ooT| dXXd OTOV nspiopiono Kai TOV SXEy^o Tfj^ yvmoriQ (PX. dyi' auTd OTO itpooEXEi; Pipxio ^105). 'AXXd ^OUHE OE nid
TtoO TO axoMo 6d KaTapyr|9fj d>q QsG\i6<; yv(oar|q. To TtoXu vd fiEivt| TO ArmoTiKO adv xfipoi; nia? Tiplorry KoivcoviKoniToq TOU dvfipcbTTOU. 'And £KEI Kai TOpa 6 orcoiog ak'koq nop^coTiKog poXoq TOU 0706d avriKaTaoraGfj duo tity auTonopcpwoT) X6y(p ifjq dvdTrru^rii; TCOV
neowv O7tou5fji;. Td pipXia 6d uTtdpxouv OE fiiKpocpiXn Kai
HE gva auoTTjua auTonaTionoO dmac, aid Tt|X£(pa)va 6d \mopf\ vd
8iapd^T| TO TUXOV pipXio arf|v i8ieoTiKf| TOU 606vr). '0 HEXXovriKO^ poXog
TOU KaOriyriTfi Ilav/niou Od Eivai TtpSTa EKEWO<; TOO oicT|vo0£TT| vr\kEopacn\q. Kai EWOEITUI, OTI jiEaa OE (jid TETOUX KOTdoTaori TtpayndTtov, Kai 6
poXoc; Tfjg «Koivfjg yv(bnr|9> Od Xdpt| aXXa JtEpiExonsva dno TO
'H (iEXXovriKT) SiaipEOT) TOU KOC^OU SEV 6d Elvai HETO
Kai «£KH£TaXX£uon^vo)v», dXXd HETO^U ETIOIOVTCOV Kai dvaXepapTJTCov. 'H
6d yivr) rtpoocoitiKri Eu9uvr| TOU Ka9£v6c;. "H8t| f) TO^TI TWV
64

άναλφαβήτων πτυχιούχων Πανεπιστημίου σήμερα διεθνώς πυκνώνει...
Αυτά δεν είναι θέματα τοϋ απωτέρου άλλά τοΰ πολύ κοντινού μέλλοντος.
Δέν είναι τυχαίο δτι ή μεγαλύτερη βιομηχανική συγκέντρωση σήμερα,
μετά τήν βιομηχανία δπλων, παρατηρείται στόν τομέα των μέσων μαζικής
έπικοινωνίας. Πρόκειται γιά τούς χώρους της κατ' εξοχήν έξουσίας... Τό
«βιβλίο» ώς βιομηχανικό προϊόν (τά μέσα μαζικής επικοινωνίας αποτελούν
τόν έν ευρεία έννοια «χώρο τοϋ βιβλίου», από τόν όποιον καί ιστορικά
προέρχονται) απετέλεσε ανέκαθεν τόν μεγαλύτερο βιομηχανικό κλάδο,
προϋποθέτοντα βιομηχανίες χάρτου, τυπογραφικών καί άλλων μηχανών μέ
όλους τούς επί μέρους κλάδους πού αύτές συνεπάγονται, δίκτυα πρακτορείων καί βιβλιοπωλείων, μαζικά μέσα μεταφοράς καί ψυχαγωγίας (κινηματογράφους, θέατρα, ορχήστρες) κ.λπ. Καί τοϋτα όλα, θεωρητικώς, διότι,
υποτίθεται, υπάρχουν μερικοί πού έχουν τήν «λόξα» νά γράφουν... Λέμε
«θεωρητικώς», γιατί ή έννοια «συγγραφέας» πού συνεπάγεται όλα τά παραπάνω, έρχεται τελευταία στήν όλη διαδικασία σήμερα καί γιά νά ύπάρξη
στοιχειωδώς έχει ανάγκη συνδικαλιστικών συλλόγων!... Ή παλαιά έννοια
τοΰ εκδότη (πού άπό θεσμός διαδόσεως τοϋ βιβλίου, όπως υπήρξε ιστορικά,
μετεβλήθη σέ μέτρο έλεγχου του) αντικαθίσταται σήμερα άπό έκείνην τών
πολυεθνικών τών μέσων μαζικής επικοινωνίας. Ή έννοια τοϋ μικροΰ εκδότη καί Ιδίως τοΰ βιβλιοπώλη θά διατηρηθούν τόσο μόνο, όσο καί τό
βιβλίο ύπό μορφή τυπωμένου χαρτιού. Δηλαδή όχι ιστορικώς πολύ... Πιθανόν βέβαια μιά τέτοια κατάσταση άναπτύξεως της γνώσης καί τών τρόπων έπικοινωνίας ανθρώπων καί κοινωνιών — ή οποία ωστόσο βρίσκεται
κατ' άναγκαϊον τρόπο στήν εξέλιξη της ήλεκτρονικής τεχνολογίας —, νά
άπαιτήση όχι μεγαλύτερη ανάπτυξη τών σημερινών πολυεθνικών, άλλά
μεγαλύτερη άνάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων ολοκλήρου τοϋ πλανήτη. Πραγμα πού μέ τή σειρά του προϋποθέτει μιά ριζικώς διάφορη πολιτική
κατάσταση τοϋ κόσμου. Σημασία πάντως έχει, ότι οί γνωστές διαδικασίες
γνώσης είναι προωρισμένες ν ' αλλάξουν μορφή. Νά μπορή κανείς νά διαβάζη ό,τι θέλει καί νά πληροφορήται άμεσα τό κάθε τί, χωρίς νά καρτερή
κάποιοι νά τοΰ τό «προσφέρουν». Πώς θά τά βγάλη πέρα ό καπιταλισμός
σέ μιά τέτοια τάξη πραγμάτων;... Κοντά σ ' αύτά πρέπει βέβαια νά προσθέσωμε καί τό γεγονός, ότι σέ μιά τέτοια κατάσταση καί ό τρόπος δημιουργίας τών ιδεών θ' άλλάξη. Οί ίδέες δέν θά είναι τά κινοΰντα αίτια κλειστών
κοινωνιών — πραγμα πού προϋποθέτει αγνόηση όλων τών υπολοίπων, δηλαδή τόν ιμπεριαλισμό καί τόν πόλεμο πρός τά έξω —, άλλά οί τρόποι
συντονισμού τών κοινωνιών μέσα σέ γενικώτερα ιστορικά πλαίσια δηλ.
παγκοσμίως. Τό «σύμπτωμα τοΰ Κολόμβου», καθώς τό περιγράφει ό Ντοστογιέφσκυ γιά τίς δυτικές κοινωνίες (βρίσκει ένας μιάν ιδέα, όλοι οί άλλοι
65

τρέχουν άπό πίσω- βρίσκει μετ' άπό λίγο ένας άλλος τήν αντίθετη, επίσης
όλοι οί άλλοι τρέχουν παρομοίως...), όσο δημιουργικό καί άν υπήρξε ώς
τώρα, στό μέλλον θά λάβη άλλες μορφές γονιμότητας. Τό «σύμπτωμα»
τούτο προέκυψε άπ' τήν άντίθεση τών «εθνικών κρατών» στά πλαίσια τής
Δύσης, πραγμα πού τελικώς δέν εκφράζει παρά μία καί ενιαία ιστορική
διαδικασία. Σήμερα, όπως θά δοϋμε πιό κάτω, μέσα στήν «όλικότητα» πού
έπιδιώκει ό καπιταλισμός σάν σύστημα, καί ό «στοχασμός» σάν λειτουργία
άρχίζει νά λαβαίνη μορφές μετριώτερες καί πιό κοντινές στό νόημα μιας
παγκόσμιας ιστορίας. 'Αναγκαστικά καί ή γνώση θά λάβη διάφορα περιεχόμενα άπό τά μέχρι τώρα — Ιδίως τά μεταπολεμικά.
Μεταπολεμικώς ή γνώση καί ή άγνωσία έπροχώρησαν κατά τόν πιό αρμονικό καί άξιοθαύμαστον τρόπο. Ή μέν γνώση ήγγισε έπίπεδα άγνωστα
στό παρελθόν τής άνθρωπότητας, ένφ ή άγνωσία μετέπεσε σέ βάθη πού θά
έζήλευαν οί παπάδες όλων τών αιώνων. Ά π ό μιάν άποψη είναι βέβαια
φυσικό. Ή έξειδικευμένη γνώση πού άπαιτεΐ ή σύγχρονη παραγωγή καί
επιστήμη, όπως καί οί έπιπτώσεις πού μπορεί αυτή νά έχη στίς σφαίρες τής
υπόλοιπης ζωής, δέν μπορούν ν ' άποτελέσουν θέματα μαζικής συνείδησης.
Ή «παραγωγή» άρα μπορεί νά δουλέψη άπερίσπαστη, άφοΰ μερικώς καί
συγκεχυμένος μπορεί νά γίνη άντιληπτό τό νόημα τών προβλημάτων πού
δημιουργεί. Ή τέτοια τροπή τών πραγμάτων έστηρίχθηκε μεταπολεμικά
στήν ιδεολογία τής «άνάπτυξης» (Wachstum). 'Ανάπτυξη πάει νά πή, κατ'
άρχήν, δημιουργία όσο τό δυνατόν μεγαλύτερης μικροαστικής τάξης, ώστε
νά παραμερισθή τό πρόβλημα άνακατανομής τοΰ εισοδήματος (ένα πρόβλημα μεταπολεμικά οξύ). Πρακτικά τά νοήματα σημαίνουν: «δουλέψτε νά
"άναπτυχθοΰμε" καί, άφοΰ γίνομε έτσι όλοι πλουσιώτεροι, θά γίνετε κι
εσείς πλουσιώτεροι».
Τά πράγματα επί τών ήμερών μας δέν έπιβεβαιώνουν αυτή τήν θεωρία,
ή όποία ωστόσο υπήρξε επαρκής, μετά άπό τίς καταστροφές τοΰ τελευταίου
πολέμου, γιά τήν δημιουργία μιας «κοινωνίας τής κατανάλωσης». Κατανάλωση σημαίνει τήν προγραμματισμένη κοινωνικοποίηση τής παραγωγής,
«προγραμματισμένη δέ κοινωνικοποίηση» τής παραγωγής σημαίνει ότι οί
εργαζόμενοι έγιναν «πλουσιώτεροι», χωρίς όμως ή διαφορά μεταξύ πλούτου
καί φτώχειας κοινωνικά ν ' άλλάξη. Στήν ούσία ή φτώχεια ώς οικονομικό
καί κοινωνικό φαινόμενο μεγάλωσε. Αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα επί τών
ήμερών μας στήν 'Αμερική μέ τήν νέα κοινωνική κατηγορία τών Working
Poor (φτωχών εργαζομένων). Κατά τό τέλος τής δεκαετίας τοΰ '60 υπήρχαν
οί Yuppies (Young Urban Professionals). Αυτοί ήσαν νέοι άνθρωποι καλοπληρωμένοι μάνατζερ, ειδικοί τών κομπιούτερ καί τοΰ προγραμματισμού,
66

οι όποιοι ζοϋσαν πολυτελώς στις πόλεις, έπαιρόμενοι γιά τό χρήμα τους
καί επιβαλλόμενοι μέ τήν μόδα τής τελευταίας στιγμής (στά κομμωτήρια
υπάρχει ακόμα τό Yuppies — κόψιμο τών μαλλιών). Στίς αρχές τής παρούσης δεκαετίας ύπήρξαν οί Dinks (Double Income, No Kinds). Επρόκειτο
γιά εργαζόμενα ζευγάρια οικογενειών, τά όποια έκέρδιζαν μέν αρκετά γιά
νά ζήσουν οί δύο καλά, όχι όμως καί γιά νά δημιουργήσουν οικογένεια.
Σήμερα πρόκειται γιά τήν «νέα» άνακάλυψη τών κοινωνιολόγων τών «φτωχών εργαζομένων», πού άποτελεϊ καί τήν πλειονότητα τών βιομηχανικών
εργατών. Δέν πρόκειται γιά κάποια περιθωριακή τάξη ή γιά κατοίκους
γκέττο, άλλά γιά άνθρώπους πού εργάζονται 40 μέχρι 80 ωρες εβδομαδιαίως. 'Ωστόσο όμως δέν κερδίζουν τά όσα χρειάζονται νά ζήσουν. Τό
φαινόμενο συνδέεται μέ τήν τεράστια μεταπολεμική άνάπτυξη τών πολυθενικών, ή οποία ουσιαστικά κατήργησε τήν (μεσαία) μικροαστική τάξη
πού ήταν αρχικά τό έπίτευγμα τής ιδεολογίας τής «άνάπτυξης». Ή μητρική
εταιρεία δέν μπορεί νά πληρώση μεγάλους μισθούς, διότι μέσα στόν καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας άντιμετωπίζει τόν συναγωνισμό μέ τά
μεροκάματα άλλων εργατών, όπως τής Κορέας π.χ., 'Ιαπωνίας, 'Ισπανίας
κ.λπ. Έτσι ό μέσος όρος οικογενειακού εισοδήματος είναι σήμερα στήν
'Αμερική ό ίδιος μ ' έκεΐνον τοΰ 1973, μέ τήν διαφορά, ότι ένώ τότε άρκοΰσε νά δουλεύη ένας, σήμερα πρέπει νά δουλεύουν καί οί δύο γονείς. Καί
παρά τό γεγονός ότι ό πληθωρισμός κυμαίνεται μόνο γύρω στό 2-4% τόν
χρόνο, μέ τό σταμάτημα τών «Lewittown» (μαζική παραγωγή σπιτιών άμέσως μετά τόν πόλεμο, βλ. σχετικώς Ε. Fawcett - Τ. Thomas: «Die Amerikaner heute», 1983, σελ. 185 κ.έ.) τό νοίκι τών σπιτιών γιά τίς νέες οικογένειες καλύπτει τό 50% τοΰ εισοδήματος των. Τό πρόβλημα τών «φτωχών
εργαζομένων» (πού είναι διάφορο άπό τήν εργατική έξαθλίωση πού έλεγε
ό Μάρξ) είναι ένα πρόβλημα πού θά άντιμετωπίσουν λίγο-πολύ όλες οί
ανεπτυγμένες χώρες, πέραν δηλαδή τοΰ άλλου είδους «πτώχειας» πού ύπάρχει ήδη γιά τούς έργαζομένους μέ τό ιδεολογικό καθεστώς τής «άνάπτυξης»
καί τών ύψηλών ρυθμών. Ό σημερινός εργαζόμενος τών βιομηχανικών
κέντρων καταναλίσκει τουλάχιστον 10-12 ώρες τήν ήμέρα γιά τήν καθημερινή δουλειά του. Σύν οκτώ ώρες πού θά κοιμηθή, τοϋ μένουν καί 2-3
ώρες τήν ήμέρα νά άσχοληθή μέ τά έαυτοΰ καί τής οικογενείας του. Τά
μεροκάματα είναι βεβαίως ύψηλά, όπως (στήν Ευρώπη) καί οί κοινωνικές
άσφαλίσεις. Τό πρώτο ύποβάλλεται άπ' τήν σκοπιμότητα νά άγοράζωνται
τά όλο καί πιό πολλά παραγόμενα προϊόντα (αύτη ακριβώς είναι ή έννοια
τής «προγραμματισμένης κοινωνικοποίησης»: ό εργαζόμενος νά ύποχρεοΰται νά καταναλώση δ,τι άπό άλλους προγραμματίζεται ό ίδιος νά παράγη...), ένώ τό δεύτερο αποτελεί μέρος τοΰ κεφαλαίου παραγωγής, άφοΰ ό
67

εργαζόμενος πρέπει νά είναι υγιής γιά νά μπορή νά δουλέψη. Ή κοινωνικοποίηση τής υγείας, μάλιστα, μέ τό νά μεταφερθή στό Κράτος (δηλαδή
στήν τσέπη τοϋ ίδιου τοϋ εργαζόμενου άπό τούς φόρους), επιτρέπει τήν
μεγιστοποίηση τοΰ κέρδους τής παραγωγής, χωρίς ιδιαίτερες έπιβαρύνσεις
γιά τά κοινωνικά προβλήματα πού δημιουργεί είς βάρος τής ύγείας τοΰ
εργαζομένου. Φυσικά ό εργαζόμενος έ'χει κι ένα μήνα τόν χρόνο γιά διακοπές στίς «φτωχές χώρες τοϋ Νότου», πραγμα πού ύποβάλλεται άπ' τήν
άντίληψη, όχι πιθανόν πώς παρήγαγε άρκετά κατά τούς ύπόλοιπους ένδεκα
μήνες, άλλά άπό τήν άναγκαιότητα νά δουλεύη ή βιομηχανία «ελευθέρου
χρόνου» (πούλμαν, άεροπορικές έταιρεΐες, σιδηρόδρομοι, ξενοδοχειακές
έπιχειρήσεις, βιομηχανίες ειδών τουρισμού κ.λπ.). Οί «φτωχειές χώρες τοΰ
Νότου» — γιά τίς όποιες οί τουριστικές μάζες τίποτε άπό τήν ιστορία τους
δέν ξέρουν καί συνεπώς έλάχιστα καταλαβαίνουν άπ' ό,τι βλέπουν γύρω
τους — είναι ένα άπό τά ισχυρότερα σλόγκαν γιά τήν έν γένει ιδεολογία
τής «άνάπτυξης» («έστε εύτυχεΐς πού μπορείτε νά απολαμβάνετε...»). Κατά
κανόνα ό τουρίστας, έμποδισμένος γιά δύσκολους προβληματισμούς, μέ
τόν Sex-Tourismus, τίς ντελικατέσσες καί τόν ήλιο τοϋ Νότου μένει ευχαριστημένος καί τις διακοπές τίς άνακαλύπτει σάν μιά ουσιώδη διάσταση
τής ζωής του, χωρίς αυτό νά σημαίνη ότι μέ τόν χρόνο δέν θά ύπάρξουν
καί μέ τόν τουρισμό δύσκολοι ιδεολογικοί προβληματισμοί. Σέ κάποιο πιό
προχωρημένο στάδιο τών σημερινών πραγμάτων, ό τουρισμός θά άποβή
ουσιώδες στοιχείο μορφώσεως καί πιθανόν νά χρειασθή νά άδειάσουν τά
Μουσεία άπό τό σημερινό τους βάρος. 'Υπό τίς μέχρι τώρα συνθήκες τής
άνθρωπότητας, πολλά πράγματα γιά νά σωθοΰν δέν είχαν βέβαια ειμή τόν
χώρο τοϋ Μουσείου. "Οταν όμως ή μορφωτική κατάσταση τής άνθρωπότητας άναγκαστικά θά προχωρήση καί στήν συνείδηση τής πλειονότητας
τών άνθρώπων ένα παληό τζαμί, ένα βουδδιστικό τέμπλο καί μιά καθεδράλ
θά είναι τής αύτής πολυτιμότητος πολιτιστικές άξίες, τότε καί ό ρόλος τοΰ
Μουσείου — καθώς καί όσα συνδέονται μ' αυτό («γκαλερίστ», ιστορικοί
τής τέχνης κ.λπ.) — θά λάβη τήν σημασία τής χρήσιμης άποθήκης. Πολλά
πράγματα θά χρειασθή νά άποκατασταθοΰν έστω καί δι' ομοιωμάτων στούς
τόπους πού έδημιουργήθηκαν, διότι άπλούστατα ένα μνημείο στήν φυσική
του λειτουργικότητα έχει περισσότερα νά πή στόν νοήμονα έπισκέπτη άπ'
όσα κάθε φορά αφήνει τό σταγονόμετρο τοΰ «είδικοΰ» καί τοΰ ιστορικού
τής τέχνης. Καί όλα τοΰτα, τά όποια βέβαια προϋποθέτουν υπέρογκα έξοδα,
ριζικές ιστορικές καί κυρίως ιδεολογικές μεταβολές στήν κατάσταση τοΰ
κόσμου, θά προκύψουν ώς φυσικές μορφωτικές άνάγκες τοΰ μέλλοντος. Τά
θέματα κουλτούρας έχουν ήδη άρχίσει νά παίζουν μεγαλύτερο ρόλο άπ'
τήν «άνάπτυξη» στήν συνείδηση τών προηγμένων κοινωνιών καί τό «κρά68

τος προνοίας» τοΰ περασμένου αιώνα υποχωρεί δλο καί περισσότερο στήν
κοινή συνείδηση πρό τοϋ «κράτους παιδείας». Τό μόνο «διεθνές δίκαιον»
πού θά ίσχύη στό μέλλον θά είναι τό «διεθνές τουριστικόν δίκαιον» ώς
μορφωτική προϋπόθεση τής άνθρωπότητας. Καί μόνο μέσα στή συνείδηση
τοΰ «δικαίου» αύτοΰ, στό άπώτατον μέλλον καθώς λέμε, θά κατανοηθή
πλήρως ή κατάσταση νηπιότητας πού πέρασε ή ανθρωπότητα μέ τό ψυχρό
πόλεμο. Γιατί βέβαια πρέπει νά ποΰμε καί τοΰτο: άν τά μουσεία πολλών
χωρών μέ αρχαίους θησαυρούς έπιβάλλεται σήμερα νά άδειάζουν — πράγμα φυσικά άπολύτως άναγκαΐο, μιά καί ή μόνη ασφάλεια τών θησαυρών
αύτών είναι ή πολιτιστική σχέση πού έχουν οί άνθρωποι μαζί τους (καί στίς
χώρες αυτές κάτι τέτοιο δέν υπάρχει) —, πρέπει έπίσης (αυτός δηλ. θά είναι
ένας άπό τούς βασικούς κανόνες τοΰ «διεθνούς τουριστικού δικαίου» τοΰ
μέλλοντος) καί ό κάτοικος τοΰ Σουδάν πού θά γεννηθή ϋστερ' άπό εκατό
χρόνια νά μπορή νά ίδή τά παλαιά κτίρια τής Έρφούρτης, τής Γκότα ή
τοϋ Άϊζεναχ. Έχει ήδη δικαίωμα γι' αύτό κι άς μή γεννήθηκε άκόμα. Σ '
αύτόν, μέσα στήν συνείδηση τοΰ «διεθνοΰς» τουριστικοΰ του δικαίου, θά
είναι τελείως άκατανόητο, ότι ό «μονοκομματισμός» καί ό «πολυκομματισμός» τοΰ αιώνος μας άγωνίσθηκαν τόσο πολύ γιά τήν «Δημοκρατία», ώστε
δέν τούς έμεινε δεκάρα μέ τούς έξοπλισμούς καί άφησαν άπό κοινοΰ (ή
ευθύνη, πολύ όρθώς, θά τοΰ φανή ενιαία) τά άναγεννησιακά κτίρια νά
καταντήσουν έρείπια... Αύτό πού θά έχη γι' αύτόν σημασία είναι ότι θά
τοϋ λείπη, ό,τι ένδεχομένως δέν μπόρεσε νά σωθή.
Ή βιομηχανία «έλεύθερου χρόνου» δέν θά άποτελή άπλόν «συντελεστή»
τής παραγωγής άλλά μιά ηύξημένη δυνατότητα μορφώσεως, πού δέν θά
περιορίζεται σέ 3 ή 4 εβδομάδες τόν χρόνο. Οί μελλοντικές γενηές τουριστών στήν Ελλάδα π.χ. δέν θά καρτερούν νά βροΰν τό άρχαΐον κλέος πού
διαβάζουν στά βιβλία τους, θά άπαιτήσουν όμως νά καταλάβουν σάν νόημα
αύτό πού θά τούς προσφέρεται σάν 'Ελλάδα. Τό ίδιο γιά τήν Τουρκία ή
τό Καμερούν. "Οχι νά «πληροφορηθή» άπό τούς μεταφραστές τών τουριστικών γραφείων όπως γίνεται σήμερα, άλλά νά καταλάβη ό ίδιος άπό όσα
βλέπει γύρω του. Βλέποντας π.χ. τίς άναστηλωτικές προσπάθειες τών Τούρκων γιά τά άρχαΐα μνημεία τής Μικρας 'Ασίας, νά καταλάβη μεταξύ τών
άλλων καί τό πνεΰμα άνοχής πού διεΐπε τίς σχέσεις των κατά τήν προηγούμενη πολυεθνική τους ιστορία, παρατηρώντας δε τήν έλεεινή κατάσταση τών μνημείων τοΰ έλληνικοϋ χώρου νά καταλάβη ότι οί σημερινοί
«Έλληνες» καμμία άπολύτως σχέση δέν έχουν μέ ό,τιδήποτε άπό τό άρχαΐο
παρελθόν. Συνεπώς ότι ό ελληνικός χώρος καμμία νομιμότητα δέν διαθέτει
στίς σύγχρονες διεθνείς σχέσεις. Παρεμπιπτόντως θά μποροΰσε νά προσθέση κανείς έδώ, ότι ό «άγώνας γιά τήν Δημοκρατία» καί ή «καλλιτεχνία»
69

προσέφεραν άθελήτως πολλά γιά τήν άποσαφήνιση τούτων τών χρησίμων
νοημάτων σήμερα. Μέ τό νά γίνη ή 'Ακρόπολη θέμα τών Ζορμπαδοτράγουδων («'Ακρόπολη ωραία») καί αντικείμενο τοϋ ίεροΰ μένους τών «άγωνιστών» τής Δημοκρατίας, καθώς περιγράφει ή Ο. Φαλάτσι σέ κάποιο
βιβλίο της (νά άνατιναχθή ό Παρθενώνας γιά νά άποκατατασταθή ή «Δημοκρατία»!...), εύρήκε τήν φυσική της κατάσταση ώς μαρμαράδικου. Κι
αύτό είναι καλό. Πιστεύομε όντως κι έμεΐς ότι οί άποστεωμένες κολώνες
πρέπει νά φύγουν τελείως άπό έκεϊ πάνω καί νά φκιαχθή ένας Παρθενώνας
άπό νάϋλον γιά τίς μελλοντικές μορφωτικές άνάγκες τής άνθρωπότητας...
Οί όποιες, καθώς λέμε, δέν ύπάρχουν άκόμα, άλλά θά προκύψουν. Ό έλεγχος τών πολυθενικών διά τών συνδικάτων θά φέρνη όλο καί μεγαλύτερο
περιορισμό τοϋ χρόνου έργασίας, τόν όποιον θά έπαυξάνη θεωρητικά ή
τεχνολογική έξέλιξη καί ή άνακατανομή έργασίας ύπό ένα διάφορο κλίμα
διεθνών σχέσεων, όπου ή έργασία τής βιομηχανικής παραγωγής θά κατανέμεται όλο καί περισσότερο καί σέ άλλους λαούς. 'Από όσο μποροΰμε νά
κρίνωμε σήμερα, όχι μόνο ή βιομηχανία κουλτούρας, άλλά καί ή κοινωνική άναδιαμόρφωση τής παιδείας γενικώτερα θά άποτελέσουν τίς θεμελιώδεις προϋποθέσεις τής παραγωγής. "Οπως άρκούντως έξηγήσαμε πριν, ή
παραγωγή τών άγαθών προϋποθέτει τήν διάθεσή τους. Αύτή ή διάθεση
όμως πραγματοποιείται σέ έπίπεδα ψυχολογικά, πνευματικά καί μαζικής
κουλτούρας (διαδικασία «σκουπιδοποιήσεως»). Ή λειτουργία τής τέχνης
(ζωγραφική, γλυπτική, μουσική κ.λπ.) δέν έξυπηρετεΐ άπλώς Ιδεολογικές
άνάγκες σήμερα, άλλά είναι τόσο άναπόσπαστο στοιχείο τής παραγωγής,
όσο καί οί μηχανές πού παράγουν τά προϊόντα. Σ ' αυτούς άκριβώς τούς
χώρους θά διεξαχθή ό «πόλεμος τών άστρων» τοϋ μέλλοντος! Καί σ ' αυτήν
τήν βιομηχανία θά διατεθούν τά μεγαλύτερα κεφάλαια — ένα πράγμα πού
άρχισε ήδη στά μέσα έπηρεασμού τής ιδεολογίας. Καθόλου τυχαίο δέν
είναι, ότι τό κέντρο βάρους τών τεχνών αύτών μετατοπίζεται σήμερα όλο
καί πιό πολύ στό πιό άνεπτυγμένο κράτος τοϋ κόσμου, δηλαδή στήν 'Αμερική. Στούς χώρους μουσικής γιά νέους καί στούς χώρους μόδας, μέ τήν
υπάρχουσα μεγάλη άμερικανική παράδοση στόν κινηματογράφο σάν μέσο
μαζικής κουλτούρας, κανένα κράτος τοϋ κόσμου σήμερα δέν μπορεί νά
άντισταθή (βλ. π.χ. καί Κ. von Beyme: «Vorbild Amerika?», 1986, σελ. 186).
Οί χώροι μόδας καί χοροϋ, πού είναι άδελφοί κοινωνικώς χώροι, είναι τά
κατ' εξοχήν «έμπόλεμα πεδία» διότι άποτελοϋν έκφράσεις κοινωνικών άνταγωνισμών. Ή μόδα έχει νά κάνη μέ τό ντύσιμο τών άνθρώπων, τό
όποιον προέκυψε ιστορικά σάν μιά διαδικασία έξουσίας. Οί άνθρωποι δέν
ντύθηκαν άπό αίσθημα ντροπής, λόγω τοϋ «φύλλου τής συκής», διότι καί
70

πολλοί φυσικοί λαοί τής 'Αφρικής παραμένουν γυμνοί, άλλά αισθάνονται
τήν ανάγκη τοΰ «ντυσίματος» κάνοντας στό κορμί τους τατουάζ. Τό τατουάζ αύτό είναι στοιχείο διακρίσεως, τόσο φυλετικής — νά ξεχωρίζουν
άπό άλλα φΰλα —, όσο καί ίεραρχικώς μεταξύ τους. 'Ακριβώς τήν ίδια
άνάγκη μέ τά ροΰχα αισθάνθηκαν καί οί βασιληάδες μέ τά ροΰχα καί τίς
πολυτελείς χλαμύδες τών πρώτων κοινωνιών. Νά μιμηθή κανείς στό ντύσιμο τόν βασιληά ούτε εύκολο ήταν, διότι δέν είχε τά μέσα, ούτε καί
έπιτρεπτό γιατί ήταν στοιχείο «ανυπακοής». Στόν ίεραρχικώς δομημένον
μάλιστα δυτικόν μεσαίωνα ύπήρχαν καί σαφείς διατάξεις γιά τά ροΰχα πού
έπρεπε νά φοράη κάθε τάξη (κι αύτό κράτησε σχεδόν ώς τά μέσα τοΰ
περασμένου αιώνα). Άλλά βέβαια ή κοινωνική διεκδίκηση ώθοΰσε πάντα
τούς άποκάτω νά «άνταγωνίζωνται» έκεΐ ποΰ μποροΰσαν τούς άποπάνω. Καί
όσο πιό πολύ οί άποπάνω προσπαθοΰσαν ν ' άλλάξουν, τόσο διαδίδονταν
καί ή «μόδα», ώσπου νά καταντήση στούς καιρούς μας ένα μόνιμο στοιχείο
έπανάστασης τοΰ «νέου» κατά τοΰ «παληοΰ», όπως επίσης καί ένα στοιχείο
«τοποθέτησης» τοΰ άτομου ώς πρός τήν «ομάδα». Μέσα σ ' αύτή τήν διαδικασία δουλεύει ακριβώς καί ή κατανάλωση τών προϊόντων. Οίκοθεν νοείται βέβαια, ότι όσο πιό συντηρητική ή ομάδα, τόσο περισσότερο άπουσιάζει καί η μόδα (π.χ. στρατός, παπάδες κ.λπ.) Ή μεταπολεμική διάδοση τοΰ
μπλοΰ-τζίν κατήργησε ώς μέτρο τήν παράδοση τοΰ κλασσικού κοστουμιοΰ
καί έλευθέρωσε νέες δυνάμεις στήν βιομηχανική παραγωγή ενδύσεως
(σπουδαιότατος όρος ύπήρξε έπίσης καί ή τεχνολογική άνάπτυξη τών συνθετικών ύφασμάτων), άντικαθιστώντας τό «μέτρημα» τοΰ παληοΰ ράφτη μέ
τήν δημιουργική φαντασία τοΰ μαθηματικού, τοΰ ζωγράφου καί τοΰ «μοντελίστ». Σήμερα τό κοστούμι ούτε σάν ένδυμα θεάτρου δέν άπαιτεΐται,
μένοντας άπλώς στερεότυπη άμφίεση τών πολιτικών, τών δυτικών παπάδων
καί τών ήλικιωμένων ύπαλλήλων Τραπεζών... Καί φυσικά, γιά νά δείξη ή
μόδα τήν έλξη της, άπαιτεϊ κατάλληλες αρχιτεκτονικές κατασκευές, φωτισμούς καί αισθητικές, όπως π.χ. τήν αυστηρή γεωμετρία φωτισμού καί
όγκων τής σύγχρονης «μεταμοντέρνας» διακόσμησης τών μεγάλων καταστημάτων, μέ γενικό φόντο τήν αυστηρή σκληρότητα τοΰ άσπρου χρώματος. Τά μεγάλα αύτά καταστήματα σήμερα στίς διάφορες πρωτεύουσες τοΰ
κόσμου, είναι χώροι δημοσίων σχέσεων καί σχολεία συμπεριφοράς, καί
έπειτα «μαγαζιά». Αύτά όλα τά πράγματα προϋποθέτουν καί μεταδίδουν
ταραχώδη οργασμό σέ πάμπολλους άλλους τομείς τής παραγωγής. Καί
πολύ άπέχουν βέβαια άπό τήν άτμόσφαιρα τοΰ γνωστού μας «έμπορικοΰ»,
όπου μέ τόν σκόπιμο σκοτεινοκίτρινο φωτισμό έμενες μέ τό καρδιοχτύπι,
άν τό σακάκι πού προβάρησες μέσα στόν καθρέφτη, θά φαίνεται τό ίδιο
έξω καί στό φώς... Σέ κοινωνίες πού ή μόδα συνδυάζεται χωρίς τίς άνάλογες
71

προϋποθέσεις, είναι σχεδόν κανόνας αισθητικός οί άνθρωποι νά φαίνωνται
σάν ένήλικες όρθοβάται ένδεδυμένοι... (Όρθώς συνεπώς τά χωρικά στρώματα τής πρωτευούσης σ ' έμάς προτιμούν έξ ένστικτου γιά σιγουριά τό
λαδωμένο κοστούμι καί τήν γραβάτα...). Τά μοντέρνα φαρδιά ροΰχα, γιά τά
όποια θά μιλήσωμε εύθύς άμέσως, υποκρύπτουν καί βαθύτατες λεπτές κοινωνικές σχέσεις, διότι τονίζουν τό πρόσωπο, τήν προσωπικότητα καί όχι
τίς σωματικές «καμπύλες». Τό ίδιο έκαναν καί οί χλαμύδες τών άρχαίων,
πού διατηροΰνται σήμερα στίς άμφιέσεις τών παπάδων (τά ράσα δηλ. καθολικά κι ορθόδοξα είναι επιβίωση τής αρχαίας ένδυμασίας). Ό μή τονισμός τών σωματικών καμπύλων προϋποθέτει κατ' αρχήν κοινωνική ισότητα τών δύο φύλων καί έπειτα, ότι ό καθένας προσπαθεί νά έπικοινωνήση
μέ τόν άλλο μέσω τής προσωπικότητάς του πρώτα καί μετά μέ όλα τάλλα.
Αύτά βέβαια άπέχουν άρκούντως άπό τήν δικήν μας έννοια τοΰ «τυλίγματος», γιά τήν οποίαν οί γυναίκες καθόλου δέν φταίνε, άφοΰ είναι θύματα
τής «έθνικής ιδεολογίας». Μέσα στό έθν: .ό κομφούζιο καί στήν έλλειψη
κοινής πολιτιστικής άγωγής, γιά νά παντρευτή μιά γυναίκα πρέπει βέβαια
κάποιον νά «τυλίξη». Ποιές φρικτές βιολογικές έπιπτώσεις έχει μιά τέτοια
κατάσταση, μόλις είναι άνάγκη νά πούμε. Ένώ ένας 'Ολλανδός π.χ. πού
θά παντρευτή μιά Κινέζα ξέρουν ότι δέν έχουν τίς ίδιες παραδόσεις, ότι
είναι υποχρεωμένοι σέ κάποιες άμοιβαΐες ύποχωρήσεις καί θά κυττάξουν
νά στηρίξουν τόν γάμο τους στό άνθρώπινο στοιχείο τής σχέσεώς των,
στήν Ελλάδα όλοι ξέρουν πώς είναι «"Ελληνες». Έ λ α όμως πού τά πράγματα δέν συμβαδίζουν μέ τήν θεωρία. Τά χωριά τής πρωτευούσης, όπως καί
τά χωριά κατά περιοχές, έχουν τεράστιες πολιτιστικές διαφορές. Τόν πρώτο χρόνο ό γάμος, σπρώχνοντας ή μή, «καλά» πάει. Δέν άργεΐ όμως ν '
άρχίση ή άσυνεννοησία. Γιά τήν οποίαν φυσικά οί παντρεμένοι μας «Έλληνες» δέν ξέρουν τί φταίει κι άρχίζουν νά τά βάζουν μέ τούς πεθερούς καί
τίς πεθερές, τίς κουνιάδες καί τούς κουνιάδους... Επόμενο λοιπόν είναι άπό
τά πρώτα χρόνια τοΰ γάμου νά έξαφανισθή αύτό πού ώρισε ή φύση σάν
άπαραίτητο στοιχείο γιά τήν γέννηση τών άνθρώπων, δηλ. τήν ψυχική
έλξη καί τό «θείον μένος» στόν έρωτα. Καί άφοΰ βέβαια χάνεται τό στοιχείο πού μεταδίδει τίς ψυχικές καί πνευματικές ιδιότητες στόν άνθρωπο καί
αύτοί βγαίνουν σάν προϊόντα... συζυγικής συνήθειας, έπόμενο στήν Ελλάδα είναι νά γεννιώνται μόνο... ψηφοφόροι. Νά λοιπόν ότι τά «έλαττώματα
τής φυλής», πού μονίμως επικαλούμαστε ώς χαρακτηριστικόν τής «έθνικής» μας συνεχείας, βγαίνουν κατ' εύθεϊαν άπό τήν περικεφαλαία τοϋ Περικλέους... Καί νά γιατί ή μόδα, άφοΰ δέν έχει τά κοινωνικά προαπαιτούμενα, είτε φαρδιά, είτε στενή θά μένη «έν συνόλω» μονίμως άκομψη...
Βασικό προσδιοριστικό στοιχείο τών «γραμμών» τής μόδας είναι καί ό
72

χορός. Χαρακτηριστική είναι ή περίπτωση με τό στύλ τοϋ Κριστιάν Ντιόρ
στά αμέσως μετά τόν πόλεμο χρόνια. Σέ μιά κοινωνία ταλαιπωρημένη άπ'
τίς καταστροφές τοϋ πολέμου, ό Ντιόρ έπεχείρησε νά μεταδώση τήν άνεμελιά τής «Μπέλλ-Έπόκ», μέ φαρδιές φοΰστες άντικαπιταλιστικής νοοτροπίας (άφοΰ ήθελαν πολύ ύφασμα καί ραπτικά). Δέν πρόφθασαν όμως νά
γίνουν μόδα, γιατί ήρθε τό «Ρόκ». Τό «Ρόκ», ήθελε έλεύθερα χέρια καί
πόδια, όπως έλευθερία κινήσεων γιά όλο τό σώμα. Τό «μίνι» ήταν τό ενδεδειγμένο ένδυμα γι' αύτό τόν σκοπό, πού ήταν καί καπιταλιστικώς συμφερώτερο (λίγο ύφασμα). Ά π ό εδώ καί πέρα ή μόδα πρέπει νά λαβαίνη ύπ'
όψη καί τίς άνάγκες τοΰ χοροΰ. Τό «Τουΐστ» άργότερα, όπου ό καθένας
έχόρευε χωριστά τόν ϊδιο ρυθμό καί μέ τήν ϊδια έλευθερία κινήσεων, επέβαλε στήν μόδα τό «γιούνι-σέξ». Οί σκοπιμότητες αύτές τής έλευθερίας τοΰ
σώματος φαίνονται καθαρά καί στήν σύγχρονη μόδα, μέ τούς φαρδιούς
ώμους καί τά ευρύχωρα παντελόνια. Ή δ η σιγά-σιγά άρχίζει νά «έπιβάλλεται» καί τό έξωτερικό ένδυμα τής μελλοντικής μόδας, πού προβλέπεται ώς
τό 2000 νά είναι ένα μίγμα άπό όλες τίς μεταπολεμικές μόδες (βάτες, πλεχτές κάλτσες τύπου «λέκινκ» καί χοντρόσολα παπούτσια μέ κοντά τακούνια (γιά τόν χορό), όπως γιά ένα διάστημα έμφανίσθηκαν γύρω στό '70).
"Ολο αύτό τό κατασκεύασμα θά σκεπάζεται μ' ένα πολύ εύρύχωρο παλτό,
μέ φαρδιούς ώμους καί άπό άγγλικό κασμίρι, καί μέ έμπριμέ μεταξωτό
κασκόλ. Αύτό ήδη άρχισε ν ' άποτελή τήν χειμωνιάτικη μόδα, μέ προοπτικές μελλοντικών έπενδύσεων!...
Αύτά τά όλίγα περί «μόδας» (τό θέμα κοινωνιολογικώς είναι τεράστιο),
προκειμένου νά καταλάβωμε σέ ποιούς «έπιστημονικούς χώρους» θά διεξάγωνται οί μελλοντικοί πόλεμοι. Πολέμους πού θά τούς καταλαβαίνη ή
άνθρωπότητα, ή μάλλον θά τούς ύφίσταται, χωρίς νά τούς φοβάται. Ή
«σίκ» ρωσσική μόδα μέ τήν έπιμονή στά «τρουά-κάρ» καί τά χωνικά ψηλά
καπέλα, θά παραμένη πάντα ένα στοιχείο «έλεγκάνς» γιά τίς «ύψηλές»
δυτικές κοινωνίες. Ή δ η τό γράμμα «μιάχ-κισνάκ» έχει γίνει μπόκολα, πέραν τών T-Shirts μέ τό κυριλλικό αλφάβητο, ένώ ό υπέργηρος καί χονδρούλης στρατηγός... Ποπώφ, μέ όλα τά παράσημα τής δόξης του, δυσφορεί
σφόδρα όταν ή ώραία δεσποινίς τοΰ προσφέρη τό τσιγάρο «Μάλμπορο»
στίς ρεκλάμες τών ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Δέν ήταν δυνατόν οί άφοπλισμοί νά μήν έχουν τεράστιο εμπορικό ένδιαφέρον... Καί σέ όλ' αύτά
πρέπει βέβαια νά προσθέσωμε καί τήν έπιβλητική αισθητική τοΰ 'Ισλάμ.
"Ηδη τά δυτικά παντελόνια τών γυναικών, άπό λεπτό ύφασμα, φαρδιά έπάνω καί μέ στενό σουφρωτό ρεβέρ κάτω (συνήθως προτίμηση τών κυριών
τών «άνωτέρων» τάξεων) είναι ισλαμικής προελεύσεως...
Ό λ α τοΰτα — καί είμαστε άκόμα στήν άρχή — είναι φανερό πώς έπι73

βάλλουν μιά πολύ σύνθετη αισθητική γιά τίς μελλοντικές κοινωνίες καί,
δεδομένων όλων τών άλλων φορέων τής ιδεολογίας, μέσφ τών οποίων προβάλλονται, έπίσης μιά ώξυμμένη νοητική άγωγή.
Εύέλικτες κοινωνίες σέ συνεχή διαμόρφωση όπως ή αμερικανική μπορούν
νά πειραματίζονται μέ μεγάλες έπιταχύνσεις στούς χώρους τής μαζικής
κουλτούρας, άπαραίτητη δέ προϋπόθεση αύτών τών πειραμάτων, είναι καί
ό έλεγχος τών πολύ χρησίμων χώρων «ύποκουλτούρας» («πάνκι», χίππυς
κ.λπ,). Οί ευρωπαϊκές κοινωνίες, κοινωνίες μακροτέρων παραδόσεων, είναι
φυσικό νά στερούνται αύτής τής εύχερείας τών τόσο υψηλών έπιταχύνσεων. Οί όποιες σύν τοις άλλοις απαιτούν καί τά ογκώδη έκεϊνα κεφάλαια
πού απαιτεί κάθε βιομηχανία. Πολλοί χώροι τής σύγχρονης τέχνης είναι
περισσότερο θέμα κεφαλαίων παρά έμπνεύσεως. Καί στόν βαθμό πού έπενδύονται λεφτά, τά αποτελέσματα οφείλουν νά προκύψουν. Ή βιομηχανικώς παραγόμενη τέχνη είναι ή επί ιδεολογικού καί ψυχολογικού επιπέδου
συσκευασία τοϋ εμπορεύματος. Ή μεγάλη κοινωνική δυναμικότητα τής
τέχνης αύτής έγκειται άκριβώς στό γεγονός, ότι μπορεί νά έπιβάλλεται
μέσω τών κινημάτων πού έμφανίζονται ώς άντίθεσή της. Ή «Τζάζ» καί τό
«Ρόκ» π.χ. είναι έπαναστατικά κοινωνικώς κινήματα μέσα στήν σύγχρονη
μουσική παράδοση, μεταδημιουργημένα ώς μόδα όμως έμφανίζονται σάν
ή πιό κατεστημένη μορφή της. Πρόκειται γιά τούς αρχικώς έμφανιζόμενους ώς χώρους «ύποκουλτούρας» πού αναφέραμε.
Οί εύκολες όμως αύτές διαχειρήσεις στόν τομέα τής μαζικής κουλτούρας
διά τής τέχνης, προϋποθέτουν ένα άντίβαρο σέ άλλους χώρους καί συγκεκριμένα στόν τομέα τών ίδεών. Σέ μιά παραγωγή πού στηρίζεται στόν
προγραμματισμό, οί Ιδέες δέν είναι άπλώς πράγματα όχληρά, άλλά καί
επικίνδυνα. Οί χρήσιμες άπό τίς Ιδέες είναι μόνο όσες έχουν νά κάνουν μέ
τήν παραγωγή καί αύτές είναι προφανώς οί ιδέες τής έπιστήμης. Αύτές
άκριβώς προσπαθεί ό σύγχρονος καπιταλισμός νά ξεχωρίση άπό όλες τίς
άλλες καί νά τίς κάνη αυτοσκοπό. Ή επιστήμη, ώς γνωστόν, σήμερα είναι
ή άλλη όψη τής παραγωγής καί όλα σχεδόν τά έπιστημονικά ιδρύματα
χρηματοδοτούνται καί έλέγχονται άμεσα άπό τίς πολυθνικές. Καί έννοούμε
βέβαια τίς θετικές επιστήμες. Οί έπιστήμονες αύτοί αποτελούν σήμερα
διεθνώς μιά ένιαία τάξη οιονεί ιερατείου, στούς οποίους οί πολιτικοί καί
οί διευθυντές τών πολυθενικών ύπακούουν τυφλά. Τό πρόβλημα είναι, ότι,
δεμένη όπως βρίσκεται σήμερα ή φυσικομαθηματική έρευνα μέ τήν παραγωγή, ό λόγος τών έπιστημόνων αύτών δέν φθάνει ποτέ πρός τά κάτω.
Φυσικοί σάν τόν 'Αϊνστάιν ή τόν Βάϊτσζεκερ, πού νά θέλουν νά συζητούν
δημόσια γιά τήν εύθύνη της έπιστήμης των, κατά τήν σημερινή τάξη πραγ74

μάτων δλο καί πιό πολύ θά ύπάγωνται στίς ιδιόρρυθμες εξαιρέσεις. Καί
αύτό έχει τήν έξήγησή του. "Οπως ή παραγωγή έχει γίνει άπρόσωπη, έτσι
άπρόσωπη τείνει νά γίνη καί ή επιστήμη. Στά σημερινά αύτοκίνητα π.χ.
άπό δεκαετία σέ δεκαετία έπέρχονται έπαναστατικές άλλαγές —καί πολύ
περισσότερο σέ άλλα είδη ήλεκτρονικής τεχνολογίας. Κανένας όμως δέν
ξέρει τούς έφευρέτες αύτών τών άλλαγών. Ξέρει μήπως κανείς ποιός συγκεκριμένα βρήκε τούς καταλύτες γιά τά σημερινά αύτοκίνητα ή ποιός βρίσκει
τήν «νέα γραμμή» άπ' τά μοντέλα τών αύτοκινήτων; Ή τεχνολογική παραγωγή, ώς εκφράζουσα τό πνεύμα μιας έποχής, τείνει νά γίνη άπρόσωπη
καί συντεχνιακή όπως άκριβώς καί τό άνώνυμο χτίσιμο τών καθεδράλ στόν
μεσαίωνα. Τό ίδιο άκριβώς καί ή επιστήμη. Τά άποδιδόμενα σήμερα «Νόμπελ» στούς θετικούς έπιστήμονες, τών οποίων οί άνακαλύψεις είναι ύψιστης σημασίας πράγματα γιά τήν γνωστική κατάσταση τοϋ άνθρώπου,
ούδέναν έντυπωσιάζουν ή παρακινούν νά άσχοληθή είδικώτερα μέ τό νόημα τους. Ό λ α διακινούνται οιονεί σ ' ένα πνεύμα συντεχνίας καί αύτή ή
τάξη πραγμάτων φαίνεται καθαρά στόν χαρακτήρα τών μεγάλων έργων
άρχιτεκτονικής. Ό παλαιός μπουρζουά αισθανόταν τήν άνάγκη έπικοινωνίας καί έξώδευε λεφτά νά στολίση τό σπίτι του ή τήν Τράπεζά του άπ'
έξω. "Ήταν ένας τρόπος έπιβολής άλλά καί μιά άνάγκη έπικοινωνίας, πού
έδινε ένα πρότυπο ζωής καί μιά παιδαγωγική αισθητική υπόδειξη στόν
εργάτη, άνεξαρτήτως τών άλλων αισθημάτων πού τόν πότιζε... Τό σημερινό
κτίριο μιας Τραπέζης ή μιας πολυεθνικής, μονοκόμματο καί άδιαπέραστο
μέ τό τζάμι καί τόν όγκο του, άδιαφορεΐ γιά τόν άπ' έξω. Είναι ένας κόσμο
καθ' εαυτός στό μέσα του καί ή έπιβολή μιας άδιάσειστης ισοπεδωτικής
έξουσίας γιά τούς άπ' έξω. Μιά άπαγορευτική ύπόδειξη πραγμάτων πού δέν
μπορούν νά μετακινηθούν. Καθόλου τυχαίο δέν είναι ότι τό στύλ αύτό
επεκράτησε ιδιαίτερα στήν μεταπολεμική άρχιτεκτονική τοΰ άνατολικοΰ
Βερολίνου. Έτσι άκριβώς διακινούνται τά πράγματα καί στόν τομέα τής
έπιστημονικής έρεύνης. "Αν στήν έποχή τοΰ Μάρξ ήταν ό έργάτης ή έμψυχη προέκταση τής μηχανής, σήμερα τείνει νά γίνη ό θετικός έπιστήμονας. Καί ή σκέψη τοΰ έπιστήμονα είναι άκριβώς ιδιοκτησία τοΰ παραγωγού
όπως καί ή μηχανή, ήτοι τής πολυθενικής ή τοΰ κράτους. Ό χ ι τής κοινωνίας. Δεδομένου ότι σήμερα υπάρχει στενή άλληλεξάρτηση στόν έπιστημονικό τρόπο έργασίας — διότι ύπάρχουν έπίκοινα προβλήματα τής
παραγωγής πού έχουν νά λύσουν οί έπιστήμες —, είναι εύκολη ή παρακολούθηση τοΰ έπιστήμονα καί ή κρατική έπιβολή έπ' αύτοΰ. Έτσι λοιπόν
ή «έπιστήμη» αύτονομεϊται κοινωνικά, κλείνεται σέ ένα κτίσμα άπό άτσάλι
καί γυαλί καί λειτουργεί όπως ό οργανισμός μιας εταιρείας πετρελαίου ή
μιας τραπέζης. Καί βέβαια στόν ιδεολογικό τομέα αύτονομεϊται έναντι
75

όλων τών άλλων περιοχών τοΰ πνεύματος, όποτε, άφοΰ αύτή είναι ή καθ'
εαυτό παραγωγή, μπορεί νά προβληθή ώς πνευματικός αυτοσκοπός, τόν
όποιον όλες οί περιοχές τοϋ πνεύματος οφείλουν νά ύπηρετήσουν. Καθόλου συνεπώς παράξενο ότι ή έπιστήμη προβάλλεται καθαρά ώς ή καθ'
έαυτό πνευματική λειτουργία, τήν οποίαν ό καλλιτέχνης, ό φιλόσοφος, καί
ό συγγραφέας οφείλουν υπομονετικά νά προσδεχθοΰν ("Ετσι π.χ. στό
Feuilleton τής F.A.Z. τής 3ης Νοεμβρίου 1989).
Ό συγγραφέας τούτων τών γραμμών ύπάγεται σέ όσους πιστεύουν ότι
όντως ή έπιστήμη τής μέτρησης άποτελεΐ τήν κορυφή στήν πυραμίδα τής
άνθρώπινης πνευματικής δημιουργίας. "Οτι δηλαδή όλην τήν ιστορία τής
ανθρωπότητας μπορούμε νά τήν θεωρήσωμε σάν ένα προοίμιο, προκειμένου νά κατακτήση ό άνθρωπος τήν επίγνωση τής μαθηματικής έπιστήμης.
Καί επειδή αύτή έχει άμεση υπαρξιακή σχέση μέ τήν ίδια τήν άνθρώπινη
υπόσταση, μπορούμε νά θεωρήσωμε ότι όλες οί άλλες έπιστήμες συμπεριλαμβάνονται συλλήβδην μέσα σ ' αύτή. Δηλαδή καλύτερα: έχουν τόσην
εγκυρότητα, όσο μπορούν στίς συνθέσεις των νά λαβαίνουν ύπ' όψη τό
κοσμοείδωλο τών μαθηματικών. Κι αύτό δέν ισχύει μόνο γιά τίς κοινωνικές
λ.χ. έπιστήμες (π.χ. «κριτική θεωρία», πού λίγο έπηρεάσθηκε άπό θεωρητικά μοντέλα τών θετικών επιστημών), άλλά γιά τίς κατ' εξοχήν μεταφυσικές όπως ή αισθητική. Ποια ιστορικά περιστατικά συνετέλεσαν γιά νά
άνακαλύψη ό άνθρώπινος νούς τό «είναι» ώς μέτρηση — περιστατικά πού
έχουν άμεση σχέση μέ τήν ιστορία τοΰ νεώτερου ελληνισμού —, δέν είναι
θέμα πού μπορούμε νά έξετάσωμε έδώ. Σημασία έχει ότι ολόκληρη ή άνθρωπότητα έχει τήν εύθύνη καί τήν ύποχρέωση γιά τήν συντήρηση καί
άνάπτυξη τών θετικών έπιστημών, πού άποτελοΰν τήν ύψηλότερη πνευματική κατάκτηση τοΰ άνθρωπου. Ό τεχνολογικά άνεπτυγμένος μέ τήν σκέψη του καί ό εισέτι μή άνεπτυγμένος μέ τίς πρώτες ύλες του. Καί προσωπική γνώμη τοΰ γράφοντος τοΰτες τίς γραμμές είναι, ότι καμμία «άβαρία»
γιά τήν άνάπτυξη τής έπιστήμης δέν πρέπει νά θεωρήται μεγάλη. "Ο,τι
είναι δυνατόν νά άναπτύσσεται σέ όλους τούς χώρους τών έπιστημών (διαστημική έρευνα, πυρηνική ενέργεια, γενετική τεχνολογία κ,λπ.), πρέπει νά
άναπτύσσεται χωρίς κανένα ένδοιασμό καί χωρίς λογαριασμούς ύλικών
έξόδων καί μόχθου. Καμμιά φορά βέβαια δυσκολεύεται νά καταλάβη κανείς
τήν «οικολογική νοοτροπία» μερικών, οί όποιοι τρώνε μέ μεγάλη άνεση τά
σνίτσελ καί τίς μπριζόλες, άπαιτοΰν όμως νά μήν γίνωνται Ιατρικά πειράματα σέ γάτες καί κουνέλια πού καλλιεργήθηκαν γι' αύτόν τόν σκοπό.
'Εκτός βέβαια καί άν ό «άνθρωπισμός» αύτών τών άνθρώπων τής μοντέρνας
ευαισθησίας προϋποθέτει δύο άπάνθρωπες εκδοχές: ότι πρέπει νά σταμα76

τήση ή φαρμακευτική έρευνα ή δτι οί πολυθενικές χημείας πρέπει νά πειραματίζονται μέ τούς πληθυσμούς τών ύπαναπτύκτων χωρών (ένδεχομένως
αύτό νά γίνεται σέ μερικές χώρες...), γιά νά μήν υποφέρουν οί ποντικοί τών
έργαστηρίων...
Βέβαια σέ τέτοιους άνεύθυνους συναισθηματισμούς δέν χρειάζεται νά
δώση κανείς είδική βαρύτητα. Είναι όμως άλλο άνάπτυξη τής έπιστήμης
καί άλλο ό κοινωνικός έλεγχος αύτής τής άνάπτυξης. Ό τέτοιος έλεγχος
σημαίνει, πρώτον, ότι ή άνάπτυξη πρέπει νά γίνεται μέ ρυθμούς πού νά
μπορή νά τούς άφομοιώση τό κοινωνικό σώμα καί, δεύτερον, ότι οί έχοντες
στά χέρια τους τήν επιστημονική δύναμη (πολυεθνικές, κυβερνήσεις κ.λπ.)
πρέπει νά έξασφαλίζουν τήν κοινωνική συγκατάθεση γιά τόν βαθμό χρησιμοποίησή της. Μέ άλλα λόγια: είμαστε ύπέρ παντός βαθμού τελειοποιήσεως καί άναπτύξεως τοΰ αύτοκινήτου ή τοΰ άεροπλάνου· τό αύτοκίνητο
όμως τό θέλομε τελικώς νά μάς ύπηρετή καί όχι νά τό άγοράζωμε σώνει
καί καλά, επειδή έτσι προβλέπεται στούς στατιστικούς πίνακες τής κατασκευάστριας έταιρείας. Τό πώς μπορεί νά άφομοιωθή κοινωνικά ή άνάπτυξη τής έπιστήμης είναι ένα θέμα πνευματικής καταστάσεως (άπορρέον άπό
κοινωνικές, οικονομικές κ.λπ. συνθήκες), γιά τήν οποίαν ό καλλιτέχνης ή
ό συγγραφέας έκτελοΰν μιάν παράλληλη καί αύτοδύναμη λειτουργία καί
καθόλου δέν ύποχρεοΰνται νά «ύπηρετοΰν» τήν έπιστήμη, όπως θέλουν νά
μάς κάνουν νά πιστέψωμε τά συγκαιρινά θεωρήματα. Οί έπιστήμονες είναι
«κατασκευαστές κουλτούρας» όπως άκριβώς οί καλλιτέχνες καί οί συγγραφείς. Άλλά σέ πολύ μικρότερο βαθμό, άκριβώς έπειδή ή έπιστήμη σήμερα,
όση ιδιοφυΐα καί άν άπαιτή ή έρευνα, είναι τελικώς ένα προτσές καθορισμένης διαδρομής. Τό πρόβλημα άν δέν λυθή τώρα, θά λυθή αύριο. Καί
άν λυθή στήν Αμερική, μεθαύριο θά άκολουθήση στήν Ροσσία ή άντιστρόφως. Χαρακτηριστική είναι ή περίπτωση μέ τήν τελευταία κρίση τής
Μέσης Ανατολής, όπου ή έπιστημονική προσπάθεια άνέπτυξε νέες μεθόδους παραγωγής ενεργείας, μέ άποτέλεσμα τήν μείωση τής έξάρτησης τής
βιομηχανικής παραγωγής άπό τίς χώρες τοΰ OPEC καί τήν μείωση τοΰ
εισοδήματος τών τελευταίων άπό 280 δίς δολλάρια πού ήταν τό 1980 σέ 97
τό 1987 (καί 100 τό 1988).
Ά π ό τήν δομή οργανώσεως λοιπόν πού έχει σήμερα ή έπιστήμη στό
κύκλωμα παραγωγής, μπορούμε νά πούμε ότι ή κοινωνική εύθύνη τοΰ θετικοΰ έπιστήμονα είναι πολύ μικρότερη άπό έκείνην τοΰ καλλιτέχνη ή τοΰ
διανοουμένου. Ά ρ α τό άξίωμα ότι ή έπιστήμη είναι ή άνώτερη μορφή
εύθύνης τής πνευματικής δημιουργίας είναι μιά μισή άλήθεια, πού σκοπό
έχει νά κρύψη μιά πολύ μεγαλύτερη κοινωνική καί πολιτική λαθροχειρία:
τήν δίωξη πού υπέστησαν μεταπολεμικώς οί ίδέες καί πού ύφίστανται ό77

λοένα. 'Εννοείται βέβαια δτι ό διανοούμενος μπορεί νά μήν ξέρη καλά τίς
«εσωτερικές άναγκαιότητες» μεταξύ έπιστήμης, παραγωγής καί πολιτικής,
άλλά αύτός είναι άκριβώς ό ορισμός τοΰ διανοουμένου: τοΰ άνθρώπου πού
μιλεί γιά πράγματα πού «δέν ξέρει καλά» καί πού δέν ύποχρεοΰται νά τά
ξέρη καλά (νά μήν τά άγνοή όμως έπιβάλλεται, άν δέν είναι μόνο «λόγιος
τών έμπνεύσεων»), δηλαδή πού είναι υποχρεωμένος νά άγνοή τήν έντέλεια
τών «έσωτερικών άναγκαιοτήτων», γιά νά έχη άξία καί κοινωνικήν γονιμότητα ή σκέψη του. Οί άναγκαιότητες πού άποτελοΰν άφετηρία τοΰ διανοουμένου οφείλουν νά είναι διαφορετικές άπό τήν γνώση τών «έσωτερικών άναγκαιοτήτων» τών πραγμάτων γιά τά όποια όμιλεΐ (γιά τήν ιδιόρρυθμη τούτη λειτουργία τοΰ διανοουμένου, βλ. π.χ. J. Α. Schumpeter, μν.έ. σελ.
235 κ.έ.).
Ή 'Αμερική, καθώς είπαμε, ένδιαφέρθηκε πρωτίστως μεταπολεμικά γιά
τήν ισχυροποίηση τοΰ καπιταλισμού ώς συστήματος, πράγμα πού ύπήρξε
υψίστης ιστορικής σημασίας προσφορά, άφοΰ μέ τό πρόσχημα τοΰ «έξωτερικοΰ κινδύνου» άπεσόβησε πολλούς έσωτερικούς κινδύνους στό σύστημα τών δυτικών κοινωνιών. Τούς οποίους σήμερα μπορούμε νά θεωρήσωμε
οριστικά ξεπερασμένους.
Αύτά όμως έγιναν μέ μία πρωτοφανή δίωξη τών ιδεών, ή όποία, έν συνδυασμοί μέ τίς περί λαθρεμπορίου καί ύποκόσμου έμπειρίες τών άμερικανικών μυστικών ύπηρεσιών, έλαβαν έπίπεδα εξευτελιστικά τής ιδιότητος
τοΰ άνθρώπου καί τοΰ διανοουμένου ιδιαίτερα. Παρά τίς έμπειρίες τών
δικτατοριών καί τοΰ πολέμου, πολλοί άνθρωποι στήν Εύρώπη δέν ευρέθηκαν σύμφωνοι μέ τήν κατανάλωση τής «Δημοκρατίας» ύπό μορφήν συσκευασμένου προϊόντος. Ή παράδοση τής Δημοκρατίας στήν Εύρώπη έχει
κατ' ανάγκην ερευνητική μορφή, σάν κάτι πού πρέπει κάθε μέρα νά πραγματωθή γιά νά ύπάρξη καί όχι σάν ένα εύρημα έφησυχασμοΰ. Καί τοΰτο
απλούστατα, διότι ή κάθε δυνατή μορφή Δημοκρατίας στόν εύρωπαϊκό
χώρο είναι στενά δεμένη μέ τήν ίδέα τοΰ σοσιαλισμοΰ. Μιά ιδέα πού ούτε
έπαψε ούτε πρόκειται νά πάψη νά ίσχύη γιά τίς ευρωπαϊκές κοινωνίες,
(αύτό είναι τό βαθύτερο νόημα τών θεωριών τοΰ Γκράμσι) γιά τόν άπλούστατο λόγο, ότι είναι ή ίδέα πού αντιθέτει τόν άνθρωπο σάν κέντρο βάρους
έναντι τών «προγραμμάτων παραγωγής».
Δέν είναι μέσα στά πλαίσια τούτου τοΰ βιβλίου νά άσχοληθοΰμε έκτενώς
μέ τό θέμα τής μεταπολεμικής κατάστασης τών ίδεών στήν Εύρώπη. Οί
πρώτες μεταπολεμικές γενηές τών διανοουμένων, πάντως, άπήτησαν μιάν
εκτενέστερη συζήτηση γιά τά θέματα κουλτούρας, ξεκινώντας άπό τό γνωστό άξίωμα τοΰ Μπρέχτ: «τότε σώζονται οί παιδείες τών λαών, όταν μ'
78

αύτές σώζονται πρώτα οΐ άνθρωποι». Μέ άλλα λόγια δηλαδή, όχι οί άνθρωποι γιά τήν κουλτούρα — κανένα είδος «έλληνοχριστιανισμοΰ»! —, άλλά
ή κουλτούρα γιά τούς άνθρώπους. Σημειωτέον ότι καί στήν 'ίδια τήν 'Αμερική τά θέματα ετέθησαν μέ μεγαλύτερη οξύτητα άπό εύρύτατα στρώματα νεολαίας καί διανοουμένων (βλ. π.χ. P. Jacobs - S. Landau: «The News
Radicals», γερμ. μετ. 1969). Κορύφωμα αύτών τών διαδικασιών ύπήρξαν οί
φοιτητικές έξεγέρσεις στό τέλος τής δεκαετίας τού '60, πού κύρια άφορμή
έλαβαν άπό τήν επίμονη έπιδίωξη ύπαγωγής τής έρευνας τών παν/μίων στίς
άνάγκες τής παραγωγής, δηλ. τήν «χειραγώγιση» τής έπιστήμης πού λέγαμε προηγουμένως (βλ. καί W. Hochkeppel(Hsg): «Die Rolle der neuen linken
in der Kulturindustrie», 1972, σελ. 15 κ.έ.). Αύτά όλα βέβαια σέ μιά εποχή,
τήν εποχή τοΰ ψυχρού πολέμου καί τοΰ «άντικομμουνισμοΰ», πού δέν ήθελε
αντιπάλους σέ κανένα έπίπεδο. Οί διανοούμενοι συνεπώς θά έμεταβάλλονταν σέ είδος μονίμων υποδίκων τών μυστικών υπηρεσιών, ένα είδος μίγματος καθεστωτικών «έχθρων» καί κατηγορουμένων τοΰ κοινού ποινικού
δικαίου. Ποιό περίπου ήταν τό πνεΰμα πού έπανεβίωσε στίς πρώτες δεκαετίες γενικά τής μεταπολεμικής Ευρώπης, καταλαβαίνει κανένας άπό τοΰτο
τό χαρακτηριστικό άπόσπασμα έκείνου τοϋ καιρού:
«Αυτός ό έφιάλτης είναι τόσο παληός δσο καί ή Δύση: Ό , τ ι οφείλει νά
γράψη ό ποιητής καί δ,τι δχι, έ π ' αύτοϋ άποφασίζει τό συμφέρον τοϋ κράτους. Ή εύπείθεια καί ή ευπρέπεια πρέπει νά διατηρηθούν. Οί θεοί είναι
πάντα καλοί. Γιά τούς κρατικούς άξιωματούχους καί τούς προϊσταμένους,
οφείλει νά μήν είπωθή δημόσια τίποτε τό δυσμενές. Οΐ ήρωες πρέπει νά
έξυμνοΰνται σέ κάθε περίπτωση. Τά εγκλήματα τών αρχόντων δέν είναι
κανένα αντικείμενο γιά ποίηση, άλλά ένα θέμα γιά συμβούλια επίτροπων
πίσω άπό κλειστές πόρτες. Ή νεολαία δέν πρέπει νά διαφθαρή! Καμμιά
παράσταση άχαλινώτων παθών, μέ εξαίρεση μόνο εκείνων, γιά τά όποια
συμφωνεί ή κρατική εξουσία. Ή ειρωνεία δέν επιτρέπεται. Έκθηλυσμός δέν
πρέπει νά συμβαίνη. Οί ποιητές είναι γεννημένοι ψεύτες καί γ ι ' αύτό πρέπει
νά ύπαχθοϋν στήν σπείρα τής προπαγάνδας. Οΐ υπηρεσίες λογοκρισίας δέν
υποδεικνύουν μόνο τά θέματα· είναι άκόμα αρμόδιες γιά τήν μορφή τοϋ
γραψίματος καί τίς επιθυμητές άποχρώσεις τοΰ κειμένου. Αύτό πού απαιτείται πάση θυσία είναι ή αρμονία: «συνεπώς καλλιλογία, εύφωνία, ύψηλή
ευπρέπεια καί καλομετρημένα» — μ ' ένα λόγο, πάντα τό θετικό. Οί επιβλαβείς εξορίζονται ή άποκόβονται, τά έργα τους απαγορεύονται, λογοκρίνονται καί κατακρεουργοϋνται».
(Η. Μ. Enzensberger: «Einzelheiten II» (Poesie und Politik, 1962), σελ. 113).

Δέν είναι τυχαίο, ότι μέσα σέ τοΰτο τό μεταπολεμικό κλίμα — πού είναι
ένα κλίμα γενικό, έκεΐνο τοΰ Μακαρθισμοΰ (ό Τσάρλυ Τσάπλιν έπέρασε
79

δικαστήριο γιατί έδειχνε στά φίλμ του βιομηχανικούς έργάτες ταρίφας καί
στάνες μέ πρόβατα) — εύρήκε τήν αίτία έμπνεύσεών του καί ό Ούμπέρτο
Έ κ ο μέ τό «Όνομα τοϋ Ρόδου». Ή μεταπολεμική λογοκρισία δέν είχε
βέβαια άνάγκη νά στήση φωτιές καί έξορίες. Μέ τήν άποτελεσματικότητα
τών μυστικών ύπηρεσιών — γιά τίς όποιες λαθρέμποροι κοκαΐνης καί διανοούμενοι άποτελούσαν τήν αύτήν τάξη χρησίμου περιθωρίου — εύρήκε
νέο είδος «παιδαγωγικής»: τούς μετέβαλε άνελεήτως σέ παράσιτα, ώστε νά
μήν μπορούν νά γράψουν. "Ετσι επί παραδείγματι πρωτογενή έργα τής
μεταπολεμικής βιβλιογραφίας έγράφηκαν στά τραίνα, στό γόνατο δηλαδή
όπως θά λέγαμε έλληνικά, καί οί συγγραφείς τους αισθάνονται υποχρεωμένοι σ ' αύτά νά ζητήσουν συγγνώμη άπό τόν άναγνώστη γιά τίς άνακρίβειες τής άπό μνήμης άναφερομένη βιβλιογραφίας (βλ. R. Schwendler:
«Theorie der Subkultur», 1973, σελ. 353), ένώ σέ άλλους χώρους τής πνευματικής παραγωγής, όπως π.χ. στόν κινηματογράφο, πολλοί έδιάλεξαν σάν
μόνη δυνατή λύση νά ζοϋν άπό τό εισόδημα τής γυναίκας τους!!! (βλ. Κ.
Eder: «Filmwirtschaft und Filmkritiker», «Kiirbiskern», 4/72, σελ. 650). Οί
ώργανωμένες καί ελάχιστα πρωτότυπες αύτές μέθοδοι «χειραγωγήσεως»
τής μεταπολεμικής διανόησης είχαν σάν φυσικό άποτέλεσμα τήν κατ'
ούσίαν περιθωριοποίησή της, ώστε μάλιστα εξέχοντες εκπρόσωποι τής
άκαδημαϊκής διανοήσεως, όπως π.χ. ό Η. Schelsky, νά ιδούν σ ' αύτή μιά
καθαρώς παρασιτική κάστα (βλ. «Die Arbeit tun die anderen», 2η έκδ. 1975).
Πολύ βέβαια γιά νά σταματήση κανένας νά γράφη, δέν χρειάζεται. Ά ν
χάση κανείς μία ή δύο άπό τίς πρώτες δημιουργικές δεκαετίες τής ζωής του
(τό γράψιμο δέν υπάγεται καθόλου στά εύκολα «έπαγγέλματα»...), είναι
προφανές πώς ό,τι κι άν γράψη μετά θά είναι νεράκι άβλαβές καί ύγιεινό.
Καί μέσα στίς έκμηδενιστικές συνθήκες ζωής του κάποια «ουρίτσα» πιθανόν θά προκύψη πού θά τόν έξισώση ένδεχομένως, άν όχι μέ τόν λαθρέμπορα ναρκωτικών, πράγμα πού θά ήταν τό «ιδεώδες» (!), πάντως μέ κάποια
μορφή τυχοδιωκτισμού. Άκριβώς ή στιγμή αύτή είναι καί ή στιγμή μεγαλοφροσύνης γιά τό σύστημα: άνοίγούν διά μιας οί πύλες τής άναγνώρισης
όπως οί κρουνοί τών ούρανών, οί έμφανίσεις στά Talkshow διαδέχονται ή
μία τήν άλλη, μιά καί ή τηλεόραση διανοητικώς είναι φαινόμενο τελείως
άβλαβές (βλ. π.χ. Ν. Postman, μν. έ., σελ. 9), καί ή δόξα καλπάζει μέ τήν
ίδια γρηγοράδα όπως γιά τά μισοναρκωμένα λιοντάρια τοΰ τσίρκου ή τίς
ξεδοντιασμένες άρκοΰδες τών πανηγυριών. Ά π ό έδώ καί πέρα ό διανοούμενος, ώς θέαμα μέσα στό κατάλληλο διαφημιστικό ντεκόρ, έχει τήν αύτήν
έμπορική άξία μέ τόν ποδοσφαιριστή πού γύρω-γύρω άπό τά πόδια του
διαφημίζονται τά λάστιχα «Ντούνλοπ». «Μυαλωμένος», όπως έγινε, ούδέν
πρόβλημα πλέον δημιουργεί... Στήν Αμερική μάλιστα πρός τήν δόξα ά80

νεβαι'νει κανείς μέ ασανσέρ: άπό κάποια στιγμή καί πέρα, ή ιδιότητα τοϋ
«περιθωριακού» διανοουμένου είναι κάρτα προσκλήσεως σέ δεξιώσεις τής
πιό ύψηλής κοινωνίας, όπως τοΰτο συνέβη κατ' έπανάληψη στά κρίσιμα
χρόνια τής δεκαετίας τοϋ '60 στή Ν. 'Υόρκη. Είδικά μάλιστα γιά τούς
«μαύρους πάνθηρες» οικοδεσπότης ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ ό διεθνούς
φήμης μαέστρος Λέοναρντ Μπερνστάϊν (βλ. Ε. Scheuch: «Kulturintelligenz
als Machtfaktor», 1974, σελ. 41). Είναι έξ άλλου άπαραίτητο, καθώς είπαμε,
μεγάλοι χώροι τής διανόησης νά ώθοϋνται πρός τό «περιθώριο», διότι αύτό
είναι ή χρυσή άγελάδα γιά τήν μόδα, δηλ. τόν κυριώτερο μάνατζερ τοΰ
έμπορεύματος. Τώρα, άν μέσα σ ' αύτά όλα παρουσιασθή έξαφνα κανένας
άνοικονόμητος ογκόλιθος τύπου Παζολίνι, ό κόσμος στήν παντοδύναμη
εποχή μας δέν χάλασε... Ό Παζολίνι ήταν στ' άλήθεια έπικίνδυνος, γιατί
άνασκάλευε στούς πιό άρχέγονους μύθους τών κοινωνιών — κι αύτά τά
πράγματα όταν μποϋν στόν δρόμο κινούνται μέ τήν ταχύτητα τραίνου σέ
κατήφορο πού τοϋ χαλάσαν τά φρένα. Σίγουρα ή πιό ευτυχής κατάσταση
γιά τόν άνθρωπο είναι άνέκαθεν ό ύπνος...
Ή ιδεολογική Σαχάρα τής μεταπολεμικής μας Δημοκρατίας δέν άποτελεΐ
πλέον κοινωνιολογικής άλλά στατιστικής φύσεως αντικείμενο μετρήσεων.
Κοινωνιολογικώς θεωρείται ώς γεγονός δεδομένη. Τό μέτρο είναι ό χώρος
τής λεγόμενης «ψυχαγωγικής λογοτεχνίας» (Unterhaltungsliteratur). 'Ιδού
μερικά μεγέθη: Κόνσαλικ — 130 βιβλία σέ 67 έκατομ. άντίτυπα σ ' όλον
τόν κόσμο. Β. Κάρτλαντ — 435 βιβλία σέ 430 έκατομ. άντίτυπα. Ε. Βλύτον
— 700 βιβλία («Χάννι καί Νάννι» κ.λπ.) σέ πάνω άπό 500 έκατομ. άντίτυπα
βάσει τών στατιστικών τής UNESCO (ιδιωτικοί οργανισμοί είναι βέβαια
άδύνατο νά «πιάσουν» τέτοια νούμερα...). Ό Χ. Ρόμπινς σέ πάνω άπό 100
έκατομ. άντίτυπα («Οί μάνατζερ» κ.ά.), ή έφευρέτις τής «Άντζελίκ» "Αννα
Γκολόν μέ πάνω άπό 65 έκατομ. άντίτυπα, ό Λ. Λαμούρ, πού στά προηγούμενα έπαγγέματά του ήταν πρωταθλητής τοΰ μπόξερ καί ξυλοκόπος, μέ τά
«Γουέστερν» βιβλία του πάνω άπό 175 έκατομ. άντίτυπα. Ό έπί τοϋ θέματος
συνάδελφος του Γ. Φ. Οϋνγκερ μέ 130 έκατομμύρια, άκολουθοΰν ό φόν
Ντένικεν, Β. Χάϊνριχ καί άλλοι πολλοί ών ούκ έστι τελειωμός. Πώς γράφονται αύτά τά βιβλία, έξήγησε σχετικά ό Κόνσαλικ σέ μιά μπροσούρα
πού εκδόθηκε άπό τόν έκδοτικό οίκο Μπέρτελσμαν μέ τόν τίτλο « Ό συγγραφέας καί τό έργο του»: «Τό γράψιμο είναι άπλούστατο: κάθεται κανείς
στήν γραφομηχανή, τυλίγει σ ' αύτή μιά κόλλα χαρτί, άνασαίνει βαθιά καί
άρχίζει νά γράφη». 'Αλλά καί μέ τήν εύκολία αύτή 700 βιβλία; Ό Πλάτωνας, πού είχε τούς δούλους νά τόν θρέφουν, μόλις καί κατάφερε κι έγραψε 10 μέτρια στόν όγκο τους βιβλία... Θέμα κριτικής γιά τά βιβλία αύτά
81

δέν τίθεται βέβαια, διότι έπί τοΰ προκειμένου ίσχύει ή λογική τών αριθμών:
«μποροΰν νά λαθεύουν μισό δίς άναγνώστες;». Πρό τοΰ όλοκληρωτισμοΰ
αύτών τών άστρονομικών αριθμών «γνώσης» είναι κανείς ύποχρεωμένος νά
κύψη τήν κεφαλήν, ωστόσο τό έρώτημα παραμένει: μπορεί τάχα κανείς νά
φαντασθή φύσεις ύπόλευκες καί εύπαθεΐς τύπου Καντίου νά συνερευνούν
δίπλα-δίπλα στά ράφια μιάς βιβλιοθήκης μέ τόν «συνάδελφο» τους τόν
Μπόξερ, προκειμένου νά γράψουν τά βιβλία τους; Μπορεί δηλαδή ή Εύρώπη νά ζήση χωρίς ιδέες ή μέ ίδέες πού βελτιώνουν μόνο αύτοκίνητα; Καί
δέν συζητούμε βέβαια γιά τήν ναρκωμένη Εύρώπη τής «άνάπτυξης», άλλά
γιά τήν ώς χθές ξεχασμένη Εύρώπη τής άνησυχίας καί τών αιρέσεων. Καί
γι' αύτήν πού θά προκύψη, όταν ή Εύρώπη άνακαλύψη όλόκληρον τόν
εαυτό της. 'Υπάρχουν φυσικά στήν Εύρώπη μουσικές σχολές καί ζωγραφικές παραδόσεις, άλλά ή μέν ζωγραφική άπετέλεσε διϊστορικές έμπραγματώσεις άλλων πολιτισμών, όπως τοΰ Βυζαντίνου καί τοΰ 'Ισλάμ γιά χιλιάδες χρόνια, ένώ ή μουσική άποτελεΐ μονοσήμαντες όργανικότητες άλλων πολιτιστικών χώρων, όπως π.χ. τής 'Αφρικής τοΰ τάμ-τάμ ή τής βαθιάς
πνευματικότητας τής Ά π ω Ανατολής. Αύτό πού έμάθαμε νά βλέπωμε ώς
τώρα στήν Εύρώπη ήταν ή δημιουργία τών Ιδεών. "Ετσι μάς ύπέδειξε άλλωστε καί ό Π. Βαλερύ...
Πρέπει βέβαια νά ποΰμε, ότι μεταξύ τών «μπέστ σέλλερς» ύπάρχουν
μερικά θεμελιωμένα στήν ερευνά τους, πού προσφέρουν πολύ περισσότερη
ούσία άπό τά άντίστοιχα τών «ειδικών» τών σεμιναρίων. Γενικά τά βιβλία
τσέπης έκατακρίθηκαν κατ' άρχήν, στίς σειρές όμως αύτές είδαν τό φώς
άνατυπώσεις καί έργα πολύτιμα, πού ή κατοχή τους σέ παληότερους καιρούς ήταν προνόμιο ώρισμένων. Οί εξαιρέσεις όμως δέν άλλοιώνουν σέ
τίποτε τό νόημα τοΰ κανόνος καί τών μεγάλων άριθμών, τό όποιον είναι:
κατά τί άραγε μποροΰν νά διαφέρουν οί «πλειοψηφίες» σέ άλλους χώρους
άπό τίς μεταπολεμικές πλειοψηφίες στούς χώρους τής «άνάγνωσης»; Πού
είναι ή Δημοκρατία;...
'Υπήρξαν λοιπόν πολλοί οί τρόποι γιά νά παραλύση μεταπολεμικά ό
ρόλος τοΰ συγγραφέα καί τής διανόησης. Ά π ό τίς πέντε στήλες τής έξωτερικής πολιτικής μιάς χώρας (Διπλωματία, Οικονομία, Στρατός, 'Ιδεολογία καί Παράνομη Δραστηριότητα (Untergrundtatigkeit) — βλ. H.-U.
Wehler, μν.έ., σελ. 24), μέσα στήν έτοιμη ιδεολογία τοΰ «άντικομμουνισμοΰ», είναι φανερό ότι ή διπλωματία καί ή ιδεολογία (περιοχές επικαλυπτόμενες), υπήρξαν πλεονάζουσες καί μποροΰσαν κάλλιστα νά άντικατασταθοΰν άπ' τήν παρανομία. Πολλές φορές άλλωστε άμερικανοί διπλωμάτες ήσαν μέχρι τήν τελευταία στιγμή άκατατόπιστοι γιά τά διαλαμβανόμενα στίς χώρες πού ύπηρετοϋσαν. "Ετσι ώς διανόηση έμειναν τά «σεμινά82

ρια», oi «δεξαμενές έγκεφάλων» καί δ,τι μπορούσε νά χρηματοδοτηθή επίσημα καί νά έλεγχθή. Διανόηση συνεπώς πού δέν ήταν διανόηση άλλά μιά
«διεπιστημονική» πολυλογία, ή όποία σκοπό άπλώς είχε νά δικαιολογήση
θεωρητικά έκ τών ύστέρων ό,τι κατά τύχη έμάθαινε άπ' τίς εφημερίδες πώς
έλαβε χώρα... Σήμερα τά πράγματα τής διανόησης έλαβαν σαφείς διαγραφές, όπως εύκολα μπορεί νά καταλάβη κανείς άπό ένα χρήσιμο πρόσφατο
βιβλίο τοΰ γάλλου συγγραφέα Γκύ Σορμάν: «Les Vrais Penseurs». Δέν ύπάρχουν πλέον μεγάλοι συγγραφείς τύπου Σάρτρ καί Χάϊντεγγερ, διότι δέν
χρειάζονται. Άντί γι' αύτούς ένας ενιαίος διάλογος έπί παγκοσμίου έπιπέδου μεταξύ συγγραφέων μικροΰ βεληνεκούς, άγνώστων στούς πολλούς,
οί όποιοι μποροΰν μέ κατάλληλα άρθρα σέ έφημερίδες καί μέ μικρές μπροσούρες νά δημιουργούν χρήσιμα πολιτικά προβλήματα τής βραχυπροθεσμίας. "Οχι συγγραφείς πού δημιουργοΰν ιστορία, όχι Κάντιοι καί Καρτέσιοι μέ άκτϊνα δράσης τόν αίώνα, άλλά έπιτυχημένοι καί επιτήδειοι έκλαϊκευτές, πού μέ τήν πρωτοτυπία τους μποροΰν νά δημιουργοΰν εύκολα καταστάσεις, άν πρόκειται μ' αύτές νά τροποποιηθή π.χ. τό 0,5% τών έκλογικών ποσοστών μιάς χώρας. Ό συγγραφέας ώς χάμπουργκερ!...
Σέ όλα αύτά όμως — πού τά άναφέρομε άπλώς ώς διαπιστώσεις καί όχι ώς
κρίσεις —, θά ήταν λάθος άν έβλεπε κανείς μόνο άρνητικές καταστάσεις.
Γιατί κρύβουν ένα βαθύτατο θετικό νόημα τών πραγμάτων: άκόμη καί στό
έπίπεδο τών «άληθινών στοχαστών» τής σήμερον — πού θά ηΰχετο κανείς
νά είναι έκεΐνο τών Σάρτρ τών διαφόρων χωρών —, είναι πρώτη φορά ποΰ
ή δυτική διανόηση έπιδιώκει συνειδητά τόν ίσοεπίπεδο διάλογο μέ τήν
διανόηση άλλων πολιτιστικών κόσμων γιά μιά έπίκοινη ιστορική λειτουργία. Καί τοΰτο — πρέπει νά τονισθή άλλη μιά φορά — οφείλεται στό
μεγάλο ιστορικό έργο τής 'Αμερικής νά ένιαιοποιήση μεταπολεμικά τόν
καπιταλισμό στά μεγάλα βιομηχανικά κέντρα (άρα νά τόν βγάλη άπό τήν
«εθνική» φαγούρα τής προϊστορίας του) καί νά τόν θεμελίωση ώς παγκόσμιο σύστημα παραγωγής. Τό έργο βέβαια έκόστισε άκριβά σέ άλλους
τομείς (αύτούς πού συζητοΰμε), άποτελεΐ όμως τήν πιό εύοίωνη ιστορική
προοπτική τών καιρών μας, διότι σημαίνει ότι ό καπιταλισμός θά ύπάρξη
άνοικτός σέ τροποποιήσεις καί βελτιώσεις. Καί ένας «καπιταλισμός μέ
άνθρώπινο πρόσωπο», ένας σοσιαλιστικοποιημένος καπιταλισμός πού θά
ένσωματώση τίς πρώτες ύλες διά μιάς νέας κατανομής έργασίας έπί παγκοσμίου επιπέδου (πράγμα πού σημαίνει πώς κανένα κράτος δέν θά είναι
άρμοδιώτερο νά έπιβάλλη στό άλλο, ποιό κοινωνικό σύστημα θά διαλέξη
γιά ν ' άνταποκριθή στίς ύποχρεώσεις του μέσα σέ μιά παγκόσμια κατανομή έργασίας), θά είναι ίσως τό μοναδικό σύστημα πού θά έπικρατήση
83

παγκοσμίως. Ό ορισμός τοΰ μέλλοντος θά είναι: «σοσιαλισμός ίσον ή
κοινωνική τελειοποίηση τοΰ καπιταλισμού». Στό σημείο αύτό ή σύγκλιση
τών «συστημάτων» θά ύπαρξη άναγκαστική. Δέν είναι οί δίκη ν σιδηρού
κανόνος «κρίσεις» τής καπιταλιστικής παραγωγής πού ώδήγησαν σέ πολλά
άδιέξοδα στό παρελθόν είναι ή έπαρχιακή νοοτροπία πού δέν μπόρεσε νά
διακρίνη ότι ό τεχνολογικός τρόπος παραγωγής είναι στήν σημασία του
πανανθρώπινος καί όχι ίδιον ώρισμένων μόνον κοινωνιών. Καί γι' αύτό οί
«άληθινοί στοχαστές» τής σήμερον είναι μιά σπουδαίας σημασίας ιστορική κατάσταση: διότι δείχνουν ότι οί έποχές τής κλειστής κοινωνικής οπτικής, όπου ό κάθε διανοούμενος έσκέπτετο μόνο μέ τά δεδομένα τής
κοινωνίας του έπειδή κατ' ούσίαν άγνοοΰσε όλες τίς άλλες, έχουν περάσει
ανεπιστρεπτί. Ή άνάπτυξη τών άνεπτυγμένων έχει έγγίσει πρό πολλού τά
όριά της (βλ. π.χ. D. Meadows κ.ά.: «Die Grenzen des Wachstums», Hamburg 1973), ή δέ έννοια «άνάπτυξη» στό μέλλον θά περιλαμβάνη άναγκαστικά καί όσους μέχρι τώρα άπέκλειε. Αύτοί έχουν νά προσφέρουν τό νέο
γιά μιά παραπέρα άνάπτυξη. Άλλά μέσα στήν κατάσταση αύτή οφείλει
κανένας νά εύελπιστη, ότι τό μέτρο χρήσης τής διανόησης δέν θά είναι ή
άμεση χρησιμότητα έν ονόματι «άνωτέρων σκοπών», δηλαδή ή κατ' ούσίαν διώξή της όπως έσυνέβηκε ώς τώρα καί στά δύο στρατόπεδα τοΰ
κόσμου μας. Καί οί άνάγκες μεταρρυθμίσεων σέ ώρισμένους τομείς είναι
πολύ μεγαλύτερες καί πολύ πιό άμεσες στόν δυτικό κόσμο άπ' ό,τι στόν
άνατολικό. Έπρεπε νά συμβοΰν οί γρήγορες άλλαγές στόν άνατολικό κόσμο, γιά νά καταλάβωμε σέ ποιά έπίπεδα ιδεολογικής νηπιότητας έζησε ή
άνθρωπότητα έπί μισόν αιώνα μετά τόν πόλεμο. Τί έγινε μέ τά νέα συνθήματα τών χωρών τοΰ άνατολικοΰ κόσμου, καί τί θά γίνη άν αύριο τό πρωί
όλόκληρη ή Αφρική λ.χ. γίνη «σοσιαλιστική»; Είναι μιά ώραία κατάσταση νά πληροφορήται κανείς τήν «έθνική επανάσταση» κάποιου λαοΰ άπό
τήν τηλεόραση καί μετά νά γυρίζη άπό τό άλλο πλευρό νά κοιμάται ήσυχος... Είναι άλλωστε καί ό μόνος τρόπος χειραφέτησης τών «έθνικών»
συνειδήσεων τών εισέτι ιστορικά άνωρίμων καί ή μόνη δυνατότητα νά
καταλάβουν, ότι είτε μέσω τοΰ «σοσιαλισμού», είτε μέσω τοΰ «καπιταλισμού», είτε κάποιος άλλος «δρόμος» (ποιός;) στό κοινό ιστορικό ρεΰμα
καταλήγει πού διανύει ή άνθρωπότητα. Και τοΰτο είναι, ότι αύτό πού προέχει σήμερα είναι νά βρουν τόν τρόπο όλοι οί λαοί νά δουλέψουν, προσφέροντας σέ μιά μικρή άνθρωπότητα, όπως βρισκόμαστε στόν πλανήτη, καί
όχι τό τί «σύστημα» θά έχουν. Σιγά-σιγά θά τό χωνέψουν.
Αύτά βέβαια όλα ύπό τήν προϋπόθεση, ότι ή συνεργασία τών μεγάλων —
άναγκαστική όπως προείπαμε άπό τήν τακτική τοΰ ψυχροΰ πολέμου — δέν
84

θά μεταβληθη σέ άδιαφορία γιά τά προβλήματα τών άλλων λαών καί της
άνθρωπότητας καί δέν θά όδηγήση σέ νέα συνειδησιακά περιεχόμενα τών
μή ανεπτυγμένων καί σέ μεγαλύτερα άπό τά μέχρι τώρα ιστορικά άδιεξοδα.
Ή ύλική δύναμη καί οί όποιες «άποφάσεις», όπως πολύ καλά ξέρομε άπό
τήν περίπτωση τής άποικιοκρατίας, δέν έπαρκοϋν γιά νά άντισταθμίσουν
τήν άντίδραση τών κοινωνικών συνειδητοποιήσεων, όταν αύτές ύπάρξουν.
Ή έποχή πού διανύομε θά σημειωθή σάν άπό τίς δημιουργέστερες τής
ιστορίας, γιατί στό βαθύ νόημά της δέν είναι παρά ή προσπάθεια άρσης
τοΰ σχίσματος τών δύο τμημάτων τοΰ έλληνοχριστιανικοΰ κόσμου άνωθεν
τής Μεσογείου, πού έσημειώθηκε έδώ καί 1200 χρόνια έπί πατριάρχου
Φωτίου (βλ. σχετικώς καί τό βιβλίο μας « Ή άνατολική Μεσόγειος ώς
ευρωπαϊκή ιστορία», τόμ. Α ' , 1984). Αύτό σημαίνει, σέ ιστορική διάλεκτο,
«τέλος τοΰ ψυχροϋ πολέμου». Σημαίνει δηλαδή τό άνοιγμα μιας νέας ιστορικής έποχής, μιάς έποχής άσυλλήπτων δυνατοτήτων καί ριζικής μεταβολής τών ιστορικών παραστάσεων τοΰ άνθρώπου. Κατ' ούσίαν τό τέλος τής
ιστορίας όπως τήν ξέρομε.
Ά λ λ ά βέβαια στίς μεγάλες τοΰτες στιγμές της ιστορίας τής άνθρωπότητας
είναι άνάγκη καί ή «Δύση» νά έγκαταλείψη τήν θέση «έπιτηρητοΰ» γιά τά
συμβαίνοντα καί νά άρθρώση τόν θετικό της λόγο πρός τήν άνθρωπότητα.
Τελικώς τά προβλήματα τοΰ άνατολικοΰ κόσμου δέν είναι περισσότερα
άπό αύτά πού ξέρομε. Θέλομε τώρα νά μάθωμε, άν υπάρχουν καί προβλήματα στόν δυτικό κόσμο. Καί ποιά. Μεγάλη άνάγκη άπό «περεστρόϊκα»
έχομε σίγουρα. 'Ιδού λοιπόν πού οί άνατολικές χώρες άπετίναξαν τόν «ολοκληρωτισμό» καί διεκδικοΰν νά έπιλέξουν τό δικό τους είδος Δημοκρατίας, πού βέβαια δέν θά είναι μιά «δημοκρατία ύποδείξεων» άφοΰ δέν διαθέτομε τόν «χρυσοΰν κανόνα», άπό ποιό σημείο «πλουραλισμοΰ» καί πέρα
ή δημοκρατία μεσουρανεί. Μπορεί κάλλιστα καί ή Δημοκρατία νά έχη
ποιότητες, όπως όλα τά είδη. Μιά μορφή δημοκρατίας άλλωστε πού θάπρεπε νά έπικρατήση γιά όλον τόν κόσμο δέν είναι δημοκρατία άλλά ολοκληρωτισμός. Οί άνατολικές χώρες διεκδικοΰν νά ορίσουν τό δικό τους είδος
δημοκρατίας — καί είναι τοΰτο μιά απαίτηση νόμιμη. Είναι λοιπόν ώρα
νά ίδοΰμε κατά πόσον μπορεί καί ή «Δύση» νά φανή συνεπής πρός τίς
ιδεολογικές της διακηρύξεις τόσων δεκαετιών. 'Εκδημοκρατισμός, όποιος
κι άν είναι αύτός, σημαίνει πρώτα άπ' όλα διέξοδο πρός τήν άγορά πρώτων
ύλών, στήν οποίαν έπικρατεί ή πληρωμή μέ «σκληρό νόμισμα». Ή πρέπει
λοιπόν ή Δύση νά τούς δώση τά λεφτά (τίς «ντεβίζες»), ή νά βρή τό θάρρος
τοΰ λόγου νά τούς πή ότι τό πρόβλημά τους δέν μπορεί νά λυθή στά
«έθνικά» πλαίσια άλλά στά πλαίσια ένός συνόλου εύρωπαϊκοϋ προβλήμα85

τος. Δίπλα άπό τόν Πολωνό υπάρχει καί ό Γιουγκοσλάβος καί δίπλα άπό
τόν Λιθουανό (ό όποιος άκόμα δέν ξέρει άν είναι Ρώσσος ή Πολωνός —
ωστόσο διεκδικεί τήν «έθνική» του άνεξαρτησία προκειμένου νά καταπιέζη
τούς Πολωνούς...) ύπάρχει ό 'Αλβανός. Νοείται άραγε μιά κατάσταση ενιαίας Εύρώπης, τής όποιας ένα τμήμα άνω τών 170 έκατομ. θά συνέχιση
έπ' άπειρον νά άποτελή λευκή κόλλα στήν συνείδηση τών άλλων λαών;
Δυστυχώς, είτε τό θέλομε είτε όχι, ή έννοια τής εύρωπαϊκής ολοκλήρωσης
περνάει άναγκαστικά άπό τούς χώρους τής Μεσογείου. Τελικώς ό μεταπολεμικός χωρισμός τής Εύρώπης — πού δέν ίσχύει μόνο στήν περιοχή τής
βόρειας Εύρώπης άλλά καί έκείνη τών Βαλκανίων — θά άποβή ένα μεγάλο
εύτύχημα γιά τό μέλλον τής Εύρώπης. Γιατί θά τήν όδηγήση στήν συνείδηση τής όλότητος της. Ή Εύρώπη τών δύο τελευταίων αιώνων δέν ύπήρξε
καμμιά ενιαία έννοια στήν ιστορία καί στήν έξωευρωπαϊκή συνείδηση,
άλλά μόνο ή Εύρώπη τών τριών βιομηχανικά άνεπτυγμένων χωρών 'Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας. Πρόκειται δηλαδή περί μιάς ιστορικής καθόδου τής έννοιας τής Εύρώπης, πού έπεκυρώθηκε καί κατά πράξιν μετά τόν
πόλεμο. Τίποτε τό συγκλονιστικό νέο δέν ύπάρχει σ ' αύτή τήν περίοδο τής
εύρωπαϊκής ιστορίας, έν συγκρίσει πρός τό παρελθόν. "Ολη ή ιστορία τής
Εύρώπης κατά τόν τελευταϊον ένάμισυ αιώνα περιλαμβάνεται άκριβώς
στήν μικρή μπροσούρα τοΰ Λένιν « Ό ιμπεριαλισμός, τό τελευταίο στάδιο
τοΰ καπιταλισμού». Αύτή είναι όλη κι όλη ή εύρωπαϊκή ιστορία σ ' αύτό
τό διάστημα. Μέ άποκορύφωμα βέβαια τούς δύο παγκοσμίους πολέμους,
πού ξεκίνησαν άπ' τά Βαλκάνια. Ή τεχνολογία έφυγε πολύ ενωρίς άπό τήν
εύρωπαϊκή ήπειρο πρός τούς δύο σημερινούς μεγάλους. Κανένα πνευματικό γεγονός καθολικής σημασίας δέν ύπάρχει κατά τήν περίοδο αύτή, έν
συγκρίσει π.χ. μέ τήν Μεταρρύθμιση ή τήν 'Αναγέννηση — τότε δηλαδή
πού ή Εύρώπη δέν ήταν τρία κράτη άλλά κάτι περισσότερο. Αύτό τό «λίγο»
πού λείπει (άπ' τήν ιστορία καί τήν κοινή συνείδηση) καί πού μαζί μέ τίς
όχι άκόμα πλήρως άνεπτυγμένες χώρες 'Ισπανία καί Πορτογαλία άντιπροσωπεύει περίπου 330 έκατομ. ευρωπαίων, δηλαδή κάτι περισσότερο άπ' τό
διπλάσιο τής 'Αγγλίας, Γαλλίας καί δυτ. Γερμανίας μαζί, είναι άκριβώς
αύτό πού χρειάζεται γιά νά όλοκληρωθή νοηματικά καί ιστορικά ή λέξη
«Εύρώπη». Χωρίς αύτό ή έννοια «Εύρώπη» θά είναι άπλώς... ΕΟΚ — δηλαδή κάτι τό όχι καί τόσο ιδιαίτερης σημασίας, άφοΰ μία καί μόνη χώρα
όπως ή 'Ιαπωνία μπορεί άνετα νά τό συναγωνισθή. Αύριο θά ύπάρξη ή
Κίνα κ.ο.κ...
Τό είδος τής «πλουραλιστικής» μας Δημοκρατίας θά ήταν όντως ένα ύποκατάστατο τοΰ Παραδείσου έπί τής Γής, άν δέν συνέβαινε νά έχωμε ένα
86

πολύ παράξενο φαινόμενο: τήν συχνότητα τών καρδιακών προσβολών μεταξύ τών πολιτικών τών δυτικών χωρών. "Οχι βέβαια όλων... Έχομε έδώ
μιά πρακτική έπιβεβαίωση τής λαϊκής έμπειρίας τής άνθρωπότητος, πού
τοποθετεί τό πνεύμα τού άνθρώπου στόν έγκέφαλο καί τήν ψυχή του στήν
καρδιά. Ή Δημοκρατία μας είναι καρδιολογικής ύφής! Ή ψυχή τών άνθρώπων στήν εποχή μας τής προηγμένης κοινωνικής χειραφετήσεως ήγγισε τά όρια τής άντοχής της...
Νά πούμε πώς τοΰτο ήταν τό άκριβώτατο τίμημα, προκειμένου οί άνθρωποι νά ζήσουν μέ άλλοιώτικες έγνοιες στήν χιλιετία πού έρχεται, ότι δέν
θά γράφωνται πιά βιβλία σάν τό «The Real War» τοΰ πρώην προέδρου τών
Ηνωμένων Πολιτειών Ρίτσαρντ Νίξον καί ούτε θά υπάρχουν άνθρωποι πού
νά σκέπτονται έτσι, είναι ένα πράγμα πού δικαιούται νά έλπίζη κανείς.
Μόνο διαβάζοντας κανείς τό βιβλίο αύτό (πού έκδόθηκε τό 1980 καί ήταν
ήδη ξεπερασμένο άπ' τήν πραγματικότητα κατά τόν χρόνο γραφής του),
μπορεί νά καταλάβη τό άπελπι πολιτικό έργο πού είχαν νά έκτελέσουν
μεταπολεμικά οί άμερικανικές μυστικές υπηρεσίες καί πού άναφέραμε
προηγουμένως. Καί ό κ. Νίξον έχαρακτηρίσθηκε σάν ένας άπ 1 τούς «στρατηγικότερους» προέδρους τών ΗΠΑ! «Στρατηγική» χωρίς καμμιά πολιτική
φιλοσοφία — άρα έπιτρέπουσα άπεριορίστως τήν ύποτίμηση τής νοημοσύνης τοΰ άναγνώστη μέ τό πλήθος τών ήθελημένων άνακριβειών — καί
πού όταν έτέθηκε διά τών όπλων στήν πράξη έσήμανε τήν μεγαλύτερη
άποτυχία τής άμερικανικής έξωτερικής πολιτικής...
Είναι πρώτη φορά στόν καιρό μας πού βλέπομε τήν άμερικανική πολιτική χωρίς νά τήν άκοΰμε. Μέχρι τώρα τήν άκούγαμε χωρίς νά τήν βλέπομε. Ά ν τύχαινε καί καμμιά φορά νά φανή στά τρέχοντα θέματα, θά ήταν
ύπό τήν μορφή τής κατακραυγής ή τής άποτυχίας. Μιά πολιτική πού έτήρησε αύτό πού κατ1 αρχήν διεκήρυξε, νά διατηρήση μιά οικονομική τάξη
πραγμάτων μεταξύ τριών-τεσσάρων άνεπτυγμένων κρατών (καί αύτό όπως
είπαμε ήταν ιστορικά θετικό, πολύ όμως άπέχει άπό τοΰ νά σημαίνη κατοχύρωση τής «δημοκρατίας στόν έλεύθερο κόσμο»· ούτε ή 'Ελλάδα, ούτε
ή Τουρκία, ούτε ό Λίβανος, ούτε τό Έ λ Σαλβατόρ, ούτε ή Κολομβία καί
ή Χιλή έχουν δημοκρατία καί έλευθερία), μεταβάλλοντας σέ λανθάνον
χάος όλον τόν ύπόλοιπον πλανήτη. Μιά πολιτική πού έξήντλησε τά όριά
της καί πού άναγκαστικά πρέπει νά στραφή πρός τήν ιστορία — στόν
βαθμό πού δέν διατίθεται νά μεταβάλη τόν κόσμο σέ ολοκαύτωμα — καί
μετά πρός τά «προγράμματα» τών μάνατζερ. Τά προβλήματα τής ιστορίας
έχουν τοΰτο τό χαρακτηριστικό: ότι είναι άπλούστερα διότι έχουν προτεραιότητες, δηλαδή ύποβάλλουν συγκεκριμένη αιτιοκρατική τάξη (τά «προγράμματα» άντίθετα δέν έχουν κάτι τέτοιο, διότι είναι όλα «έπείγοντα»).
87

Καί ή άρχή της τάξεως αύτης είναι οί ύπάρχουσες έκκρεμότητες μέσα στήν
ίδια πρώτα τήν ευρωπαϊκή περιοχή — δηλαδή έκείνη τής Μεσογείου καί
κατ' έπέκταση τής Μέσης 'Ανατολής. Τό πρόβλημα είναι ιστορικώς ταυτόσημο. Πολιτική γιά τήν τελευταία αύτή περιοχή δέν μπορούμε βέβαια
έπ' ούδενί νά θεωρήσωμε τήν άέναη ύποθήκευση τής ύπαρξης ένός μικρού
κράτους σάν τό 'Ισραήλ...

88

Β '

Ακριβώς τόσα καί όχι λιγώτερα μας έχρειάζονταν γιά νά άναλύσωμε τό
ιστορικόν μέγεθος τοΰ κ. Παπανδρέου. Λοιπόν:
Στήν 'Ελλάδα Καραμανλή είχαμε, νέον Καραμανλή άνεύρομεν Τσουδερό
είχαμε, Τσουδερό άκοϋμε, Πάγκαλο είχαμε, Πάγκαλο έχομε, Τσαλδάρη
είχαμε, Τσαλδάρη εχομε. Παπανδρέους είχαμε, εχομε καί θά εχωμε άπό
πρώτη γραμμή, Ράλληδες είχαμε, Ράλληδες εχομε, Βενιζέλους είχαμε, Βενιζέλους εχομε. Κανελλόπουλους είχαμε, εχομε καί θά εχωμε (τό όνομα
είναι πολύ διαδεδομένο...), Μερκούρηδες είχαμε, Μερκούρηδες αποκτήσαμε. Μας έλειψαν ίσως μερικά ονόματα μή συνήθη, όπως τό Πλαστήρας, όχι
όμως καί «εθνικής » σημασίας ονόματα όπως τό «Αβέρωφ» — άφ' ότου
ό νεομακαρίτης κ. Ευάγγελος Άποστολάρας έτσι βρήκε νά αίωνίση τό
όνομά του —, διότι όλοι οι κάτοικοι τοϋ Μετσόβου ονομάζονται έκτοτε
«Αβέρωφ». Καί γεννάται τό έρώτημα: ύπάρχει άραγε χώρα στόν κόσμο πού
νά παρουσιάζη τέτοιο είδος πολιτικής... νομενκλατούρας; Καί ύπάρχει κράτος στόν κόσμο, όπου, όταν ό άρχηγός τής οικογενείας γιά κάποιον λόγο
θεωρή σκόπιμο νά μήν βάλη ύποψηφιότητα σ ' ένα μέρος, αφήνει τήν έδρα
στόν γυιό του, τήν νύφη του ή τήν πεθερά του (πού βγαίνουν βέβαια!), κατά
τόν ίδιο τρόπο πού τό αφεντικό τοϋ μαγαζιού άφήνει τόν παραγυιό-άνηψιό
του στόν πάγκο όταν πάη διακοπές; Τί είδος «Δημοκρατίας», «πλουραλισμού» καί «ελευθέρων εκλογών» είναι αύτό πού έ'χομε στήν Ελλάδα, όταν
οί βουλευτές διαπραγματεύωνται έκ τών προτέρων τήν προσχώρηση τους
σ' ένα κόμμα ύπό τόν όρο «νά βγοΰν»; Πώς γίνεται νά ξέρουν άπό πρίν ότι
είναι δυνατόν νά «βγοΰν» ή νά «μήν βγοΰν»;
Δίπλα λοιπόν άπό τά υπάρχοντα είδη Δημοκρατίας, όπως τής «μπανάνας» π.χ., πρέπει εντός της ευρωπαϊκής περιοχής νά προσθέσαμε καί τήν
«Δημοκρατία τοΰ Ζορμπά». Πρόκειται γιά τό είδος Δημοκρατίας, όπου ή
89

«Δημοκρατία» είναι έκ των προτέρων δεδομένη — κάτι δηλαδή σάν τόν
λαγό τοϋ καπέλλου, δπου ψηφίζεις 'Αριστερά καί βγαίνει Δεξιά, ψηφίζεις
Δεξιά καί βγαίνει Κέντρο, ψηφίζεις Κέντρο καί βγαίνει Χούντα!... Καί
πίσω ά π ' δλα αύτά τά ϊδια πάντα ονόματα! Πώς τάχα μπορεί νά έξηγηθή
αύτό τό είδος «πλουραλισμοϋ», πού θά έπρεπε ϊσως νά μιμηθούν καί δσες
ανατολικές χώρες ψάχνουν νά βρουν έ'να δικό τους είδος Δημοκρατίας;
Βεβαίως οι «αιτιολογίες» ύπάρχουν: οΐ «Έλληνες» είναι υπανάπτυκτοι, καθυστερημένοι κ,λπ., κ.λπ. Μά τό πρόβλημα είναι: ύπάρχουν τάχα Έλληνες
ή μόνο «Ελλάδα»; "Αν ύπάρχη μόνο «Ελλάδα», ήγουν κατοικίσιμος γεωγραφικός χώρος, τότε στην περίπτωση της Ελλάδος έχομε τό κλασσικώτερο παράδειγμα περί τοϋ νοήματος των «εκλογών» ως μέσου πολιτικής
κυριαρχίας: μή ύπάρχοντος λαοΰ, ή έκλογική πλειοψηφία ήταν ταυτόσημη
τής «εθνικής ένότητος». Έ ν ώ δηλαδή στήν κοινοβουλευτική ιστορία ή
δημιουργία εθνικής ένότητος είναι αύτή πού συνεπήχθη τό κοινοβούλιο
(βλ. π.χ. Κ. Kluxen: «Geschichte und Problematik des Parlamentarismus»,
1983, σελ. 183), στήν Ελλάδα αντίθετα ήταν ή πλειοψηφία στίς εκλογές
πού συνεπήγετο τήν «ένότητα τοϋ έθνους»! "Ανευ μικρας ιστορικής αναδρομής καθίσταται ακατανόητο δλο τό ανά τούς αιώνας έκλογικό πανηγύρι
στήν 'Ελλάδα:
Ή Ε λ λ ά δ α ως κράτος ύπήρξε έξ αρχής ό Λίβανος τών Βαλκανίων. Έ ν α
κράτος δηλαδή ιστορικής σκοτοδίνης, χωρίς κανέναν φορέα εθνικής υπάρξεως (τά ιστορικά αίτια τά έξετάσαμε άλλοΰ: βλ. τό βιβλίο μας «Έπί τής
Δομής τοϋ νεοελ. Κράτους», β ' έκδ. 1990). Μιά άπλή ματιά στά κατά καιρούς ελληνικά Συντάγματα είναι ικανή, γιά νά δείξη τήν έλλειψη θεμελίων
έξ αρχής αύτοΰ τοϋ Κράτους. Τό πρώτο Σύνταγμα τής Επιδαύρου, τό
πρώτο πραγμα πού ορίζει (§ α ' ) σάν φορέα τοϋ Κράτους είναι ή θρησκεία.
'Αναγκαστικά δηλαδή μιά καί αύτοί πού έπανεστάτησαν κατά τών Τούρκων έπρεπε νά έχουν κάτι πού νά τούς ξεχωρίζη. 'Αλλά τότε θρησκείες
υπήρχαν πολλές καί αμέσως ή ϊδια παράγραφος, γιά νά άποφύγη τόν έμφύλιο πόλεμο πού ήταν ήδη μιά πραγματικότης, ορίζει στήν δεύτερη φράση, δτι «ή Διοίκησις ανέχεται καί πασαν αλλην θρησκείαν». Τό νέο κράτος
έπρεπε νά τό λένε βέβαια «Ελλάδα», δεν ύπήρχε δμως κανένα χαρακτηριστικό τών «Ελλήνων», άφοϋ ή σύνθεση τοϋ πληθυσμού ήταν 'Αρβανίτες,
Τούρκοι, "Ελληνες, Βλάχοι, Σλάβοι, Πομάκοι, Γύφτοι κ.λπ. 'Αμέσως λοιπόν τό ιδιο Σύνταγμα στήν § β ' δίνει καί τόν ορισμό τοϋ «Έλληνος»: «δσοι
αυτόχθονες πιστεύουσιν είς Χριστόν». Ποιός δμως είδε ποτέ τήν πίστη καί
ποιός τήν μέτρησε; Ή τ α ν αύτό κριτήριο εθνικής ύπάρξεως, υστέρα άπό
τεσσάρων αιώνων συμβίωση μέ μιά συγγενή θρησκεία, τήν οποίαν είχε
άποδεχθή τό μεγαλύτερο μέρος τοϋ πληθυσμού τής δυτικής Ελλάδος; Καί
90

σέ ποιόν Χριστό, τόν ορθόδοξο ή τόν καθολικό; "Αρα λοιπόν δεν ύπηρχε
θέμελο στηρίξεως αύτού του κράτους καί αποφυγής τοΰ έμφυλίου πολέμου
(ό όποιος έκράτησε τότε δέκα ολόκληρα χρόνια καί έσταμάτησε μέ πρωτοβουλίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων). Μεγάλη σημασία εχει τό «αυτόχθονες» της παραπάνω παραγράφου, πού φανερώνει επίγνωση της «λιβανοειδοϋς» μορφής της 'Ελλάδος σέ δσους συνέταξαν τό Σύνταγμα. Ό ν τ ω ς στό
«Σύνταγμα τοϋ "Αστρους», πού είναι ταυτόχρονο μέ τό άλλο, ορίζεται στήν
§ ι β ' : « Έ Διοίκησις πολιτογραφεί αλλοεθνείς ύπό τόν δρον νά άποκτήσωσιν εντός πενταετούς διαστήματος άκίνητα κτήματα εν τη Έπικρατεία».
Δηλαδή, στήν συνείδηση αυτών πού απέκτησαν τήν «Επικράτεια», αύτή
ήταν ενας χώρος γιά ξεπούλημα καί άρχισαν νά καλούν γιά «επενδύσεις»,
δπως θά λέγαμε στήν σημερινή διάλεκτο, δηλαδή γιά λεφτά. Τό «αλλοεθνείς» δέν σημαίνει βέβαια τούς εκτός της Επικρατείας «αλύτρωτους» πειναλέους, αλλά πάντα τούς «εις Χριστόν πιστεύοντας» πού μπορούσαν νά
έχουν λεφτά, ανεξαρτήτως εθνικότητος. Κατά τόν τρόπον αύτόν καί ενας
συγγενής τοϋ Σουλτάνου πού ήταν πρόθυμος νά δηλώση «εις Χριστόν
πιστεύων», μπορούσε νά ερθη στήν «Επικράτεια» καί νά έπενδύση.
Φυσικά οί πρώτοι μεταξύ τών αλλοεθνών πού θά έβλεπαν τήν επιχείρηση
μέ ενδιαφέρον, πλήν βεβαίως τών άνά τήν όθωμανικήν αύτοκρατορίαν καί
έκτός αυτής ελληνοφώνων «εις Χριστόν πιστευόντων», θά ήσαν καί οί
"Αγγλοι, καί αύτοί «εις Χριστόν πιστεύοντες», οί όποιοι, άφοΰ ήσαν οί
πλουσιώτεροι καί έμπορικώτεροι, κατά άπολύτως νόμιμον καί φυσικόν
τρόπο θά άπέβαιναν καί οί σπουδαιότεροι κεφαλαιούχοι της «βιομηχανίας». Συνταγματικώς δέν υπήρχε κώλυμα γιά κανέναν. 'Αλλά βέβαια, αυτός πού επενδύει τά λεφτά του, είναι φυσικό νά εχη καί τήν μέριμνα νά μήν
τά χάση. Είναι δηλαδή φυσικό νά άπαιτή νά υπάρχουν κάποιοι νόμοι πού
νά τοϋ κατοχυρώνουν τά κεφάλαια, ή, επειδή τότε ό ελληνικός Λίβανος
ήταν αμπέλι ξέφραγο (αύτό άλλωστε τό άνεγνώριζαν καί τά ίδια τά Συντάγματα τότε διά τοϋ δρου «Χέρσος Ελλάς»), νά συμμετέχη στήν διοίκηση,
γιά νά μπορή νά έλέγχη τόν κόπο καί τήν περιουσία του. "Αν βεβαίως
προϋπάρχουν οί νόμοι, ό καθένας πού θά έπενδύση σκέφτεται τά ύπέρ καί
τά κατά καί αναλόγως ενεργεί. "Οταν δμως ένα πράγμα βγαίνη στό σφυρί,
καί μάλιστα επισήμως διά «Συντάγματος» ώς χέρσος τόπος, άλλος τρόπος
δέν ύπάρχει έκτός άπό τόν έλεγχο της διοίκησης. Αύτό έδημιούργησε τότε
ένα πρόβλημα. Οί μέν έλληνόφωνες επενδυτές τοΰ εξωτερικού (οί «ετερόχθονες») ανέλαβαν καί τά διοικητικά πόστα (άλλωστε αύτοί ήσαν καί οί
μορφωμένοι τοϋ καιροϋ), οί «αυτόχθονες» δμως ήθελαν μέν τά λεφτά τών
άλλων, αλλά νά τά διοικούν αύτοί. Ούδέν βέβαια τό λογικώς άντιφατικόν
σέ μιά επιχείρηση Λιβάνου σάν αύτή της τότε 'Ελλάδος, μόνο πού τά
91

πράγματα δέν θά μπορούσαν νά συμβαδίσουν μέ τις προθέσεις. Έδημιουργήθηκε λοιπόν έκτοτε ένας διοικητικός καί κοινωνικώς εμφύλιος πόλεμος
πού διαρκεί ακόμη ώς τά σήμερα, περί τοΰ ποιός θά πρωτοφάη τί, άκολουθώντας τό σχήμα μιας μαθηματικής καμπύλης μέ «μάξιμα» καί «μίνιμα».
"Ενα άπό τά σπουδαιότερτα «μάξιμα» αύτοΰ τοΰ διαρκούς πολέμου ήταν ή
σχετική συζήτηση στήν «Βουλή» κατά τίς αρχές Γενάρη τοΰ 1844, δπου,
άφοΰ άπερρίφθη ή αίτηση τοΰ νομοΰ Λακωνίας γιά φορολογική ασυδοσία
(διότι κατά τό «αΐτιολογικόν» αύτή είχε κατοχυρωθη δ ι ' εΐδικοϋ διατάγματος μεταξύ Λακώνων καί Σουλτάνου...), έσυζητήθη έν συνεχεία τό θέμα
τοϋ... κορβανά. 'Υπέρ της έκδιώξεως δλων τών μορφωμένων καί ικανών
άπό τίς δημόσιες θέσεις ύπηρξαν, μέ εισήγηση τοΰ Ρήγα Παλαμήδη καί
τοΰ Μακρυγιάννη, οί Πλαπούτας, Δεληγιάννης, Γρίβας, Κορφιωτάκης κ.α.
Κατά τοΰ μέτρου αύτοΰ διετέθη ή πλειοψηφία της τότε Βουλής καί οί
«άριστεΐς» αύτής, Πετσάλης, Περαιβός, Σϊμος, Ζωγράφος, Βελέντζας, Ά ξελός, Ρέντης, άκολουθούμενοι άπό τό «βαρύ πυροβολικόν της Συνελεύσεως», τούς άντιπροέδρους Κωλεττη καί Μαυροκορδάτο καί τόν ίδιον τόν
πρωθυπουργό Μεταξά.
Ό Παλαμήδης μεταξύ άλλων υπεστήριξε «πεισμόνως» στόν λόγο του τό
εξής (δπως θά ΐδή ό άναγνώστης πρόκειται γιά αύτό τοΰτο τό «ψητό», νά
βάλουν δηλ. στό χέρι τίς ξένες έπενδύσεις):
«Έμεϊς δέν στερούμε τούς έτερόχθονας παρά τήν ένέργειαν της έξουσίας...
"Ας έπιχειρήσωσι ιδιωτικά εργα, άς καλλιεργήσωσι γαίας, δς μετέλθωσι
έμπόριον καί βιομηχανίας, εϊς τά Ύπουργήματα δμως δέν τούς δεχόμεθα...
"Ας τραβηχθοϋν δι' όλίγα χρόνια νά κανονίσωμεν ήμεϊς μόνοι τήν ύπηρεσίαν μας. Πρόκειται ΝΑ ΡΙΨΩΜΕΝ ΒΑΛΣΑΜΟΝ εις τάς πληγάς μας καί
όχι τρεμεντΐνα».
Καί ό Μακρυγιάννης μέ τήν σειρά του, όπλοφορών καί συγγραφεύς —
δηλαδή έχων τήν άφαιρετικήν δύναμη τοΰ λόγου καί έξησκημένος μέ τήν
άκρίβειαν τών στόχων —, συνοψίζει τό δλον κατηγορηματικότατα:
«"Αν είναι νά μείνωμε ΗΜΕΙΣ νηστικοί, δς πάη στό διάβολο ή έλευθερία.
Έφαγαν αύτοί, δς φάμε καί ΕΜΕΙΣ τώρα».
(Βλ. Κων. Μ. Γράψα, Διευθυντοΰ της έλλ. Βουλής: «'Ελληνική πολιτική
εγκυκλοπαίδεια», τεΰχ. Α ' ( Ή πρώτη έθνική Συνέλευσις 1843-1844), 'Αθήναι 1947, σελ. 21).
Νά λοιπόν δτι στήν Ε λ λ ά δ α δέν χρειαζόμαστε «έξεταστικές επιτροπές» γιά
92

τίποτε. Τά πάντα είναι άρχήθεν δεδομένα... Οί «πληγές» τοϋ Παλαμήδη δέν
είχαν κλείσει είκοσι τρία χρόνια μετά τήν επανάσταση, καί δπως φαίνεται
στήν Ελλάδα δέν κλείνουν ποτέ άνάλογες «πληγές»... Καί γιά τόν «ηρωα»
Μακρυγιάννη, «άς πάη στό διάβολο ή έλευθερία» — δηλ. καί ή 'Ακρόπολη
καί τά άρχαΐα καί τά πάντα, αν πρόκειται νά μήν φάγωμεν ήμεϊς... Νά τό
τόσο μίσος γιά τούς «φραγκολεβαντίνους», μέ τίς ρεντικόττες, πού μας
«έμόλυναν τόν πολιτισμό» της πανδαισίας... 'Αλλά καί άν ύποθέσωμε πώς
έτρωγαν, τί μπορούσαν νά φάνε σέ δέκα χρόνια άπό τήν άφιξη τοΰ Ό θ ω ν α
καί σ ' ένα κράτος ρημαγμένο άπό τόν εμφύλιο, χωρίς φράγκο στά ταμεία,
χωρίς δάνεια καί... «άμερικανικές βάσεις» (τό άγγλικό είχε μισοναυαγήσει
καθ' όδόν...), χωρίς μόρφωση καί παραγωγή, χωρίς τίποτε; Ό Όθωνας
ήθελε κράτος καί τό κράτος χρειάζεται έναν ώρισμένο βαθμό γραφειοκρατίας. "Ωφειλαν οί Βαυαροί νά δημιουργήσουν «κίνητρα», προκειμένου νά
έρθη κόσμος γιά νά φκιάξουν διοικητικά αύτό τό κράτος, νά «φάνε» δμως
μόνο έν μέτρω θά τά κατάφερναν οί «έτερόχθονες», διότι οί Βαυαροί έδειξαν πώς έννοοΰσαν δντως νά φκιάσουν κράτος. Καί άν συνεπώς άκόμη
«έτρωγαν», τά δικά τους έτρωγαν, ή έν πάση περιπτώσει κάτι πού δέν τό
στερούσαν άπό άλλους. Ά λ λ ά ό Μακρυγιάννης έμυριζόνταν τόν άέρα:
έβλεπε τίς «ένέσεις» τών Βαυαρών, διέκρινε τό «έπενδυτικό ένδιαφέρον»,
έστω καί μικρό τών φιλελλήνων, άκουγε γιά τίς προθέσεις τών «έθνικών
εύεργετών». Αύτά δλα τοΰ ήταν βάσανο άνυπόφορο! Δέν «έτρωγαν», «θά
έτρωγαν» ίσως — κι αύτή ή ιδέα τοΰ Μακρυγιάννη τοΰ κοψοχόλιαζε τά
σωθικά σάν τόν φόβο μικροΰ παιδιοϋ... «Δι' ολίγα χρόνια» μόνο, λέει ό
Παλαμήδης. Αύτό καί μόνον δείχνει καλά τήν ίδέα περί Κράτους τών τότε
«αυτοχθόνων»...
Έ ν τώ μεταξύ, στήν ίδια Συνέλευση κατά τήν συνεδρία της 20/1/44
άπεδείχθη, δτι δλοι αύτοί οί... βαλσαμοζήτες ήσαν φοροφυγάδες όλκής,
δέν είχαν πληρώσει ποτέ φόρο στό Δημόσιο καί κατά πρόταση τοΰ πληρεξουσίου Έρμουπόλεως Περίδη άπαιτήθηκε νά μήν καταλαμβάνουν δημόσιες θέσεις. Έ ξ αύτοΰ τοΰ λόγου μάλιστα τότε έξεδόθησαν καί οί «νόμοι
τοΰ Σόλωνος» στήν Σΰρο — μήπως καί «διδαχθούν» οί τότε λυμεώνες τοΰ
δημ. προϋπολογισμοΰ δηλαδή ά π ' τούς «αρχαίους προγόνους»!!! (Τό βιβλίο αύτό εξεδόθη τώ 1844 στήν 'Ερμούπολη άπό τόν Ν. Παπαδούκα, ό
όποιος τέσσερα χρόνια αργότερα θά προβή καί σχολιασμό τοΰ Συντάγματος τοΰ 1844. Τό βιβλίο αύτό έπανεξεδόθη προσφάτως. Πρέπει νά σημειωθή, δτι ή Σΰρος, ή όποία έτήρησε ούδέτερη στάση στήν 'Επανάσταση τοΰ
'21, άνεμιγνύετο έν συνεχεία στίς καταστάσεις τοϋ τότε κράτους μέ τήν
συνείδηση αύτονόμου περιοχής, πράγμα πού έξηγεϊ καί τήν εξόχως κριτική της στάση — τής περιπτώσεως τοΰ Ροΐδη συμπεριλαμβανομένης). Φυ93

σικά ή πρόταση κατεψηφίσθη... "Αλλοθι τών «αυτοχθόνων» ήταν, ότι πολλοί πολεμιστές τοϋ '21 περιέπεσαν έν συνεχεία σέ φτώχεια. Ό βαθύτερος
λόγος δμως δέν είναι δτι τούς έγκατέλειψε τό Κράτος, παρ' δλον πού ήταν
φυσικό σέ μιά κατεστραμμένη χώρα άπό μακροχρόνιους έμφυλίους πολέμους νά υπάρχουν πολλοί φτωχοί. Ή σαδιστική εγκατάλειψη τοϋ έπικρατήσαντος κράτους σέ μερικούς αγωνιστές οφείλεται κατά κύριον λόγο στήν
έκβαρβάρωση τών τότε ήθών λόγφ τής θρησκευτικής εγκαταλείψεως τών
κατοίκων τοϋ έλλαδικοϋ χώρου ανά τούς προηγούμενους αιώνες. Άπεδείξαμε τά αϊτια τών εμφυλίων πολέμων (βλ. προμνημονευθέν βιβλίο μας). Οί
έπικρατήσαντες Χριστιανοί, καθότι καί μειονότης, έφέρθηκαν μέ άπέραντον σκληρότητα ώς κράτος πρός τούς πρώην μωαμεθανούς συναγωνιστές
των στόν αγώνα, πού ήταν καί ή πλειονότης. Χαρακτηριστική είναι ή
περίπτωση τής γυναικός τοϋ Ό . 'Ανδρούτσου (Ελένης, γνωστής ώς « Ό δυσσέαινας», τό γένος Καρέλη), ή οποία άνετράφη στήν αυλή τοϋ Ά λ ή
Πασα καί παντρεύτηκε τόν 'Οδυσσέα έκεϊ. "Ολη της τήν ζωή έκανε δίκες
γιά τούς άρπαγέντες θησαυρούς τοΰ άνδρα της (βλέπομε: κι εδώ πάλι «θησαυροί»...), τούς οποίους φυσικά ουδέποτε πήρε, δταν δέ έχασε καί τόν γυιό
της σέ ήλικία δώδεκα ετών στό Μόναχο, δπου τόν είχαν πάρει γιά δωρεάν
σπουδές, άφέθηκε στήν έγκατάλειψη καί πέθανε φτωχή καί λησμονημένη.
Ό 'Οδυσσέας δμως ήταν μωαμεθανός "Ελληνας. Ή μάνα του ήταν μπέησσα, όπως άναφέρεται καί στόν άνδριάντα του στήν πλατεία τής Πρεβέζης...
Ή «προδοσία» του ύπήρχε μόνο στήν φαντασία τών έχθρων του καί ή
φρίκη τοΰ θανάτου του στόν θρησκευτικό βαρβαρισμό τους... Τό ίδιο συνέβηκε καί γιά πολλούς άλλους αγωνιστές, δταν επεκράτησε τό χριστιανικό κράτος. Ό χ ι ό "Οθωνας καί ή βασιλεία ή ή Διοίκηση μέ τούς «ετερόχθονες»· ό «χριστιανισμός» έτιμώρησε πολλούς άγωνιστές τοΰ '21...
Αύτές δμως οί λεπτομέρειες στά χέρια τοΰ Μακρυγιάννη ήσαν μαντηλάκια
στά χέρια θαυματοποιοΰ... Μαζί μέ τόν Παλαμήδη, καίτοι μειοψηφία στήν
Συνέλευση, τά κατάφεραν. "Οντως: άπεκλείσθησαν άπό τίς δημόσιες θέσεις
δλοι οί ικανοί καί μορφωμένοι, είδικά οί πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών δ ι '
ιδιαιτέρας συνεδρίας τής 19/1/44, καί οί οπωσδήποτε έχοντες σχέση μέ
Γράμματα καί Τέχνες. 'Από εδώ καί πέρα ό δρομοδείκτης τής Ελλάδος θά
ήταν σαφής: οί πολλοί θά έπιχειροΰσαν τά «ιδιωτικά έργα» καί κάποιοι στά
«Ύπουργήματα» θά «έκανόνιζαν» τά... βάλσαμα... Γιατί θά έπρεπε οί ξένοι
νά ένδιαφερθοΰν περί τοΰ αντιθέτου, δταν οί ιθαγενείς μέ δλα τά παράσημά
τους ήθελαν τήν Ε λ λ ά δ α σώνει καί καλά Λίβανο; Κι ώστόσο ό Ό θ ω ν πολύ
ένδιαφέρθηκε...
Ό Μακρυγιάννης, πού θά μας άπασχολήση καί σέ άλλες θέσεις, ήταν,
94

σημειωτέον, ένας άπό τούς πλουσιώτερους ανθρώπους τοΰ καιρού του καί
καθόλου νήστης, διότι κατείχε ένα άπό τά σπουδαιότερα λαθρεμπόρια σχετικά μέ τόν ελληνικό χώρο, μέ ιδιαίτερα υψηλές «ταρίφες» τήν έποχή
έκείνη τοΰ «φιλελληνισμού». Καί τά κατάφερε ώς μειοψηφία, διότι κατείχε
τό παρακράτος. 'Ακριβώς λίγους μήνες πρίν (7/βριο τοϋ '43) ζήτησε τό
«Σύνταγμα» άπό τόν Όθωνα (καί βλέπομε ποιά ήταν ή έννοια αύτοϋ τοΰ
«Συντάγματος»: τό πρώτο πράγμα πού έπακολουθεΐ μετά είναι τό... βάλσαμο!), γιά νά τό πετύχη δέ άνοιξε τίς φυλακές καί ελευθέρωσε όλους τούς
άπατεώνες καί εγκληματίες τοΰ κοινοΰ ποινικού δικαίου — μέ τό πρόσχημα
δτι ήσαν «αντιστασιακοί» κατά τής «βαυαροκρατίας» —, τών όποιων έχρίσθη «στρατηγός». Τά άμέσως μετά τό «Σύνταγμα» τοΰ «στρατηγού» χρόνια
είναι όντως τά πιό άπαλυντικά τής άποζητούσης τό βάλσαμο πληγής: ληστοκρατία άπό άκρου εις άκρην, χάος, άπαγωγές ξένων, άμείλικτη δίωξη
τοΰ πνεύματος (ό Καΐρης πεθαίνει στό μπουντρούμι), βασιλεία τοΰ Παπουλακισμοΰ καί άνοιχτές πλέον συνωμοσίες τοΰ «στρατηγού» μέ τόν Πολωνό
στρατηγό Μίλβιτς. Ό Μακρυγιάννης τά ήθελε δλα... Ή άβυσσαλέα αύτή
κατάσταση στίς προθέσεις τοΰ Μακρυγιάννη τόν ωθεί σέ τακτικές τής
«ψυχολογίας τών μαζών», δπως αύτή ήταν τότε διαθέσιμη μέσω τών μοναστηριών καί τών καλογήρων: μέ τήν έπακολουθήσασα έξαψη τοΰ λαϊκισμού διά τοΰ παπουλακισμοΰ καί τοΰ Φλαμιάτου, τίς επιδιώξεις του ό
Μακρυγιάννης τίς μεταβάλλει σέ «Όράματα», δηλαδή τίς ύποστασιοποιεΐ
κοινωνικά μέσα στά έσχατολογικά περιεχόμενα τής λαϊκής ψυχολογίας
τών μεγάλων μαζών. Ούτε «οπτασίες» ούτε «παραληρήματα» ύπάρχουν σ '
αύτά, άλλά πολύ έκλογικευμένες καταστάσεις διά τής ύποβολής τής ψυχολογίας τής «λαϊκής βάσης». «Όράματα» πού τά «βλέπει» γιά νά τά πή, νά
τά διαλαλήση, καί δχι νά τά κρατήση θεολογικώς «μυστικά». Μέσα σ '
αύτά βλέπει τόν έαυτό του βασιληα (!) καί μιλάει συνεχώς γιά «καπετάλι
παστρικόν» καί «μονέδα», πού τά βλέπει στό εργολαβικό χτίσιμο εκκλησιών (ό Όθωνας τότε έκλεινε διαρκώς μοναστήρια)... Κάθε φορά ποΰ θά
«ίδή» τόν Όθωνα, «πνίεται είς τά κλάματα», διότι δέν μπορεί νά τόν φαντασθή νά λέη τίποτε άλλο στούς άλλους έλληνες συνεργάτες του στά
ανάκτορα (τούς οποίους ό Μακρυγιάννης φθονεί θανασίμως καί τούς άποκαλεϊ «ξιπόλητους», «νηστικούς» καί «γυμνούς») άπό τό «Φάγε, χόρτασε
δώρα τοΰ ένοΰς άφεντός». Ό Μακρυγιάννης είναι ή σπουδαιότερη κοινωνιολογική περίπτωση τοΰ νεοελληνικοΰ κράτους: μας δείχνει δτι ή μόνη
νοητή έννοια τοΰ «έθνους» είναι έκείνη τής παντί τρόπω έξαργυρωσίμου
έργολαβίας...
"Ενα πράγμα πού θά μάς χρειασθή πολύ στήν κατανόηση τών επομένων,
95

άλλά καί στήν τροπή πού πήρε έκτοτε ή πολιτική ζωή τοΰ τόπου, είναι τό
εξής: "Οτι ό "Οθων ύπεχρεώθη νά παραχωρήση Σύνταγμα σέ ένα κράτος
πού ούτε κάν ύπήρχε στά μάτια του σάν τέτοιο. Παρέλαβε ένα κράτος
διαλύσεως, έκβαρβαρωμένο άπό τούς έμφυλίους, καί τοΰ όποιου οί κάτοικοι έστεροϋντο καί τής παραμικρής ύποψίας «έθνικής ένότητος». Δέν είναι
τυχαίο ότι καί οί δύο άνθρωποι τότε πού θέλησαν νά ύπάρξη ελληνικό
κράτος, ό Καποδίστριας καί ό Ό θ ω ν , άκόμη μέχρι σήμερα μέσα στίς
λαϊκιστικές αντιμετωπίσεις της ιστορίας μας κρίνονται ώς «άπολυταρχικοί». "Οτι τά πράγματα δέν ήσαν ώριμα γιά Σύνταγμα τότε, τό άποδεικνύει
ή έξέλιξη τών πραγμάτων πού επέβαλε έκτοτε αύτό τό «Σύνταγμα». Ό
"Οθων ύπεχρεοΰτο νά παραχωρήση Σύνταγμα σέ μιά κατάσταση πλήρους
άπουσίας «εθνικής συνειδήσεως» καί μέ έπίγνωση τοϋ τί αύτό έσήμαινε γιά
τίς προθέσεις τοΰ Παλαμήδη καί τοΰ Μακρυγιάννη. Καί άποφασίζει νά
ίδρύση τήν «έθνική συνείδηση» διά διατάγματος! "Οντως, τό άρθρο 60 τοϋ
Συντάγματος του ορίζει ρητώς καί σαφώς:
«Οί βουλευταί άντιπροσωπεΰουσι τό έθνος καί ΟΥΧΙ ΜΟΝΟΝ τήν έπαρχίαν ύπό τής οποίας έκλέγονται».
Διότι οί βουλευτές δέν είχαν συνείδηση ότι άντιπροσωπεύουν κάποιο κρατικό όλον, άλλά, μέσα στίς παραδόσεις τοΰ κλεφταρματωλισμοΰ, μόνο τήν
έπαρχία πού τούς έξέλεγε. Ή Βουλή δηλαδή ήταν ένα μόνιμο πεδίο εμφυλίου πολέμου, ή δέ «κοινοβουλευτική άντίληψη» τών βουλευτών ήταν άπλώς έκείνη τοΰ βιλαετίου καί τοΰ λημεριοΰ. Καί άν βέβαια οί βουλευτές
δέν είχαν καμμιά έθνική συνείδηση, καθένας μπορεί νά φαντασθη τί γινόταν μέ τόν κόσμο πού τούς «ψήφιζε». Τό άρθρο αύτό ούδέποτε έκτοτε
έξαλείφθη άπό τά έλληνικά Συντάγματα, μέχρι καί τοΰ σημερινοΰ (άρθρ.
51, § 2), διότι ούδέποτε υπήρξαν ενδείξεις, ότι ήρθησαν οί λόγοι πού τό
υπαγόρευσαν. Ή έννοια «Κράτος», μέσα στήν άντίληψη τών διαχειριζομένων τίς ύποθέσεις του, είχε πάντοτε τήν έννοια τοΰ «βαλσάμου» τοϋ Παλαμήδη. Έννοοϋμε δηλαδή έως καί σήμερον...
Τώρα βέβαια θά μποροΰσε σήμερα νά άναρωτηθη κανείς — μιά καί ή
διάταξη παραμένει —, εάν οί βουλευτές άντιπροσωπεύουν τό «έθνος», τότε
τί άντιπροσωπεύουν οί ποιητές, οΐ διανοούμενοι, οί συγγραφείς καί οί
καλλιτέχνες. Τέτοιο ερώτημα όμως στήν Ε λ λ ά δ α ούτε έτέθηκε, ουτε πρόκειται νά τεθή. Ά φ ο ϋ τό «έθνος» είναι τελοσπάντων κάτι πού έχει νά κάμη
μέ τό κράτος, σύμφωνα μέ τό διάταγμα, ένώ σύμφωνα μέ τίς συνταγές
«ανακούφισης» τοϋ Παλαμήδη καί τοΰ Μακρυγιάννη ή διανόηση έπρεπε
νά πάψη νά έχη οποιαδήποτε σχέση μέ τό κράτος, άπλούστατα τό ερώτημα
96

δέν μπορούσε νά τεθή. Έ τ σ ι λοιπόν προέκυψε ή εξής πολιτική άλχημεία
έν Ελλάδι: τό ζητούμενον, δηλ. τό «έθνος», έθεωρήθη δεδομένον, όπως στά
Μαθηματικά. Ά φ ο ϋ υπήρχε ό βασιληάς, υπήρχε καί τό διάταγμα, τό διάταγμα μετωνόμαζε τούς κλεφταρματωλούς σέ βουλευτές, οί βουλευτές τά
πρωτοπαλλήκαρα σέ κομματάρχες, οί κομματάρχες τόν φτωχόκοσμο σέ
«λαό» καί τό μόνο πού ύπελείπετο μέσα σέ ό λ ' αύτά ήταν ή «πλειοψηφία».
Εύθύς καί έξησφαλίζετο ή πλειοψηφία, άμέσως ύπήρχε ή κυβέρνηση, οπότε υπήρχαν όντως οί βουλευτές, οί ύπουργοί, ό βασιληας καί συνεπώς
τό «έθνος»! Ά ρ α λοιπόν πάν ό,τι μπορούσε νά έξασφαλίση τήν «πλειοψηφία», ήταν εθνικώς άναγκαΐο. Έ ξ ού καί άκρως αυτονόητη ή ιστορία τής
καλπονοθείας καί τών πραξικοπημάτων έν Ελλάδι - τό πάση θυσία πρόβλημα ήταν ή εξασφάλιση τής πλειοψηφίας, άνευ τής οποίας έκινδύνευε τό
«έθνος» — δηλαδή τό κράτος, άξιώματα λεφτά μισθοί, έργολαβίες, μέ μιά
λέξη τό... «βάλσαμο»... Νά λοιπόν γιατί μέχρι σήμερα γίνεται τόσος κοπετός γιά τήν «πλειοψηφία». Πρόκειται περί τοΰ «έθνους», δηλ. περί τοΰ
«ανωτάτου άγαθοΰ»... Καί νά γιατί άρχίσαμε στίς μέρες μας μέ τήν λέξη
«κάθαρση» καί καταλήξαμε μονίμως στήν πρακτική άριθμητική τοΰ «σύν
ένα», «πλήν δύο» κ.λπ. Ό κ. Φλωράκης, όπως θά ϊδή ό αναγνώστης, πιστώς
τηρών τήν συνταγή περί «βαλσάμου» τοΰ Μακρυγιάννη, εύρήκε έναν νά
«καθαρίση» — καί νά έκκαθαρίση: τόν συγγραφέα τούτων τών γραμμών!
Θά ίδοΰμε πώς.
"Αν λοιπόν τό πρόβλημα μπορούσε νά λυθή διά τών «πλειοψηφιών», ανεξαρτήτως πώς, ούδείς άπό τούς επενδυτές καί κυρίως οί Ά γ γ λ ο ι μπορούσαν
νά έχουν άντίρρηση ώς πρός τό οίκόπεδον «Ελλάς». ( Ά π ό τοΰ 1864
«πλειοψηφία» καί «δημοκρατία» ταυτίζεται πλέον μονίμως). Πλήν τών Ά γ γλων ήσαν βέβαια καί άλλοι εύρωπαϊοι έπενδυτές, όπως Γάλλοι π.χ., άλλά
πολλοί δέν εύρισκαν τήν επένδυση ιδιαιτέρως ένδιαφέρουσα. Ε ν ό ς «εμπορεύματος», τοΰ οποίου οί μετοχές ήσαν ιδιαίτερα άνεβασμένες τότε, τό
άποκλειστικό μονοπώλιο κρατοΰσε ζηλότυπα ό Μακρυγιάννης...
Διά τής «εις άτοπον έπαγωγής» λοιπόν καί μέ τήν ύπόθεση ότι τό «έθνος»
είναι τό μονίμως ζητούμενον, ή Ελλάδα έγινε ένα άπό τά πρώτα «κοινοβουλευτικά» κράτη τοΰ κόσμου. Τό πάν ήταν ή «πλειοψηφία»! Ή Ε λ λ ά δ α
μετά τήν Γαλλία άποτελεϊ τήν άρχαιότερη ευρωπαϊκή περιοχή (λέμε «περιοχή» διότι ή Ε λ λ ά δ α τότε δέν ήταν κανένα άποτελεσμένο κράτος) μέ
γενικό δικαίωμα ψήφου. Γιά τούς άνδρες καθιερώθηκε αύτό τώ 1877 (Γαλλία 1848, Αγγλία 1918, Δανία 1915, Σουηδία 1921 — βλ. D. No'hlen: «Wahlrecht und Parteiensystem», 1986, σελ. 31). Καί ένφ τό δικαίωμα ψήφου τών
γυναικών στίς άλλες χώρες — μέ έξαίρεση καί πάλι τήν Γαλλία — άκο97

λουθεϊ κανονικά μερικά χρόνια μετά τό γενικό δικαίωμα ψήφου τών άνδρών, στήν Ε λ λ ά δ α εισάγεται μόλις τώ 1952. Είναι ακριβώς τότε ποϋ ή
γλάστρα μέ τό «βάλσαμο» χρειάζεται ίσχυρές δόσεις ποτίσματος καί
«πλειοψηφιών», καί άν ήταν δυνατόν έπρεπε νά ψηφίζουν, όχι μόνο οί
γυναίκες (πού μέχρι σήμερα πολλές ύπογράφουν μέ σταυρό άκόμη), άλλά
τά νήπια καί οί πεθαμένοι καί ίσως καί τά κατοικίδια ζώα. Είναι δηλ. ή
εποχή μετά τόν έμφύλιο, όπου οί ταγματασφαλϊτες έμπαιναν στό σπίτι καί
ζητούσαν τό έκλογικό βιβλιάριο - καί άν άβλεπαν ότι δέν είχες ψηφίσει, σέ
έκτελοϋσαν έπί τόπου. Τό βασικό ήταν νά πήγαινε κανείς νά ψηφίση, διότι
τό τί θά έβγαινε άπό τίς έκλογές ήταν έκ τών προτέρων γνωστό: τό άεί
ζητούμενον «έθνος»!... Δέν ξέρουν άραγε σήμερα οί βουλευτές, όταν διαπραγματεύωνται έκ τών προτέρων τήν εκλογή τους, προκειμένου νά προσχωρήσουν σ ' ένα κόμμα;...
"Αν όντως στήν Ε λ λ ά δ α διεξήγοντο έκλογές όχι μέσφ χωροφυλάκων
καί «δικαστικών άντιπροσώπων», άλλά μέσφ ούδετέρων άντιπροσωπειών ή
τοΰ ΟΗΕ λ.χ., τότε θά διεπιστώναμε ότι παρά τά συνταγματικά ντεκρέτα
τοϋ βασιλέως Όθωνος καί οσαδήποτε «Συντάγματα», ή Ε λ λ ά δ α ούδέποτε
θά μπορούσε νά άποκτήση κυβερνητική πλειοψηφία. Ή σημερινή λοιπόν
κατάσταση είναι ένα γεγονός, κοινωνικής καί πολιτικής πραγματικότητος
γιά τόν ελληνικό χώρο, μιάν άλήθεια ύπέρ τοϋ λαοϋ δηλαδή, ή όποία, έάν
ή Ελλάδα διατηρούσε διϊστορικά καί άλλην έννοια πλήν εκείνης τοΰ
οικοπέδου (θά τό έξετάσωμε είδικώτερα αύτό πιό κάτω μέ τήν έννοια «αύθαίρετα»), θά είχε προκύψει πολύ πρίν - πρός όφελος όχι μόνον τοΰ ελληνισμού, άλλά καί όλων τών άλλων.
"Οτι λοιπόν προέκυψε τώρα, είναι τό πρώτο σκαλί στό μέγα ιστορικό
μέγεθος τοΰ κ. Παπανδρέου. "Εστω καί άν προέκυψε όχι οϊκεία βουλήσει.
Διότι, άφοΰ ό κ. Παπανδρέου έδειξε ότι δέν κατεβαίνει εύκολα άπό τήν
έξουσία, πρέπει νά συμπεράνωμε ότι πολλά άπό τά διαληφθέντα κατά τήν
τελευταίαν οκταετία — καί έσυνέβησαν άκριβώς τόσα πολλά, ώστε νά είναι
άπολύτως αναγκαία ή έξεύρεση νέων λύσεων γιά τό οΐκόπεδον «Ελλάς»
—, έσυνέβησαν ώς μή συνειδητές επιδιώξεις τοΰ ίδίου. Ό επτανήσιος
εθνικός ποιητής τών ίταλών Ούγος Φώσκολος διευκρινίζει γιά τόν ήρωα
κάποιου έργου του: «ό κ. τάδε είναι ζωντανός, έμεϊς όμως τό φανταζόμαστε
έδώ πεθαμένον γιατί μας ενδιαφέρει ή ψυχή του». "Οχι λοιπόν μέ τά πράγματα, άλλά καί μέ τήν ψυχή τών άνθρώπων ώς πρός τά πράγματα είναι κάτι
πού θά μας άπασχολήση έδώ. Γιατί, άμα παραβιάζεται ή ψυχή τοΰ ανθρώπου γιά πράγματα έπί τών όποιων δέν έχει ό ϊδιος πεισθή λογικά, όταν
βιάζεται δηλ. ψυχοθυμικά, δέν είναι ποτέ καλό γιά τήν ύγεία τοϋ άνθρώπου.
Καί αύτό ισχύει τόσο γιά τόν κ. Παπανδρέου, όσο καί γιά τήν κ. Μερκούρη
98

πού εϊναι ή γνησιωτέρα Έλληνίς... Ό χ ι γιατί τό έγραψε, άλλά γιατί είναι...
"Οτι λοιπόν πολλά πράγματα συνέβησαν «άθελήτως», ότι τά έδημιούργησαν οί συνεργάτες καί τό κόμμα — τό όποιον όντως τήν φορά αύτή ήταν
ό «λαός» — είναι ακριβώς ή κολοσσιαίας σημασίας προσφορά τοΰ κ.
Παπανδρέου στήν νεοελληνική ιστορία καί τήν ιστορία γενικώτερα. Διότι
άκριβώς έδείχθη, ότι ό «λαός» αύτός δέν έχει ξεφύγει ούτε χιλιοστόν άπό
τίς ιατροφαρμακευτικές άντιλήψεις τοΰ Παλαμήδη καί τοΰ Μακρυγιάννη.
Καί έπειδή σήμερα τά κράτη δέν μπορούν νά ζήσουν πλέον διά «βαλσάμων», γ ι ' αύτό άκριβώς δέν είναι καί κανένας γιά τίποτε ένοχος. Τά «άτοΰ»
τών πατριδοκάπηλων έχουν πλέον καταρρεύσει. Τό κόμμα τοΰ κ. Παπανδρέου ύπήρξε τό κόμμα τών «αύτοχθόνων» τοΰ 20ου αιώνος — καί εύγνωμονοΰμεν τόν κ. Παπανδρέου πού τό έδημιούργησεν...
Στήν Ελλάδα λοιπόν διά τών κυβερνητικών «πλειοψηφιών», έχομε μιά
συνεχή κοινωνική παραμόρφωση — καί άρα καταστρατήγηση πάσης έννοιας «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» — έπί ένάμισυ σχεδόν αιώνα. Ά λ λ ά ή
παράγραφος 2 τοΰ άρθρου 51, τής όποιας ή ήλικία είναι όπως είπαμε άκριβώς 146 ετών, δέν θά μπορούσε νά ίσχύση έπί τόσον διάστημα ώς συνεχής
καλπονοθεία, έάν δέν περιεβάλλετο καί άλλες καταλληλότατες πρός τούτο
«διατάξεις» στό «Σύνταγμα». Καίτοι έδώ δέν μπορούμε νά άσχοληθοΰμε
αναλυτικώς μέ τό σύνολον τοϋ «Συντάγματος» γιατί δέν γράφομε κανένα
βιβλίο συνταγματικής ιστορίας, μέ τίς λίγες «διατάξεις» πού θά μας χρειασθούν θά άποδειχθή πλήρως ότι τό έλληνικόν Σύνταγμα είναι μόνο συνταγή «ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως» κατά τήν έννοια τοΰ Παλαμήδη καί
τυπικώτατο δείγμα κρατικής καταργήσεως πάσης έννοιας «άνθρωπίνων δικαιωμάτων». Αύτό τό όποιον μάς άπασχολεΐ έδώ δέν είναι ότι βάσει αύτοΰ
τοΰ «Συντάγματος» έπιζητεϊ μέ τόση έπιμονή ό κ. Μητσοτάκης τήν «πλειοψηφία»· είναι ότι ό κ. Παπανδρέου θέλησε νά μάς είσαγάγη τόν «σοσιαλισμό». Τό σκανδαλώδες συνεπώς δέν είναι τό «Σύνταγμα», άλλά οί διεκδικήσεις βάσει τοΰ «Συντάγματος». Καί όχι φυσικά μόνον αύτές τών πολιτικών, άλλά κυριώτατα αύτές τών άλλων «αξιωμάτων». 'Ιδίως οί άνώτεροι
δικαστικοί οφείλουν νά μάς εξηγήσουν περί ποιάς άπονομής δικαιοσύνης,
μεριμνοΰν, βάσει ποιάς έννοιας νομιμότητος κυνηγάνε τούς «τρομοκράτες»,
πώς δικαιολογούνται τελοσπάντων άλλα πράγματα πού τούς άφοροΰν...
"Αν χρειάζεται νά έμβαθύνωμε σήμερα στήν ούσία τών συνταγματικών
μας καταστάσεων, είναι γιατί μάς τό επιβάλλουν ήδη οί διαμορφώσεις της
τρεχούσης ιστορίας. Καί αύτό δέν μπορούν νά μάς τό προσφέρουν τά «πολιτικά προγράμματα», άλλά ή ιστορική κατανόηση, οί άπαρχές καί οί
αιτίες τών πραγμάτων πού ζοΰμε. Αύτές άποτελοΰν καί τό μέτρο κρίσεως
99

γιά κάθε «πολιτικό πρόγραμμα». Πως λειτουργούν σήμερα τά Συντάγματα,
ποϋ βρισκόμαστε εμείς, άν μπορούμε νά συνεχι'σωμε μέ «έπιδιορθώσεις» ή
άν πρέπει νά άποδεχθοϋμε τήν εκδοχή ριζικωτέρων λύσεων πρός όφελος
τοϋ όσου έλληνισμοΰ άπόμεινε, είναι πράγματα πού μόνο άπό τήν ιστορική
κατανόηση τών «καταβολών» μας μπορούν νά προκύψουν. Γ ι ' αύτό άκριβώς έδώ άποφεύγομε κάθε είδος «θεωρητικής ερμηνείας» καί δικολαβισμοϋ,
διότι μάς ένδιαφέρει ή «πράξη». Καί ή διαπίστωση βέβαια, ότι αύτή ή
«πράξη» μόνο μέ κάποιο έπιβαλλόμενο είδος νέων λύσεων μπορεί νά άντιμετωπισθή.
Τό άρθρο-κλειδί γιά τήν κατανόηση ολοκλήρου τοΰ Συντάγματος είναι
άκριβώς τό πρώτο άρθρο περί «'Οργανώσεως τής Διοικήσεως», δηλ. τό 101.
Διά τοΰ άρθρου αύτοΰ καταργούνται συλλήβδην όλα τά πρώτα άρθρα τοΰ
Συντάγματος τά άφορώντα στά «άνθρώπινα δικαιώματα» τοΰ έλληνα «πολίτη». "Οτι τό σύστημα είναι «άποκεντρωτικόν» σημαίνει πώς όχι μόνον ή
«νομοθετική εξουσία» (δηλαδή ή Κυβέρνηση σάν συμπολίτευση-αντιπολίτευση) γίνεται γιά τά πάντα άνεύθυνη, άλλά καί αύτό τό ίδιο τό κυβερνών
κάθε φορά κόμμα. Διότι διά τής § 3 ή ευθύνη περί τών «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» μεταφέρεται στούς Νομάρχες! Καί ή μέριμνα τών όποιων βέβαια,
σάν κομματικά όργανα πού είναι, δέν είναι τά «άνθρώπινα δικαιώματα» τών
«πολιτών», άλλά μόνο ή έξασφάλιση τής «πλειοψηφίας» έν όψει άφανείας
τοΰ... «έθνους». Οί «άποφασιστικές» κατά Σύνταγμα άρμοδιότητες τών Νομαρχών καθορίζονται διά νόμων καί διαταγμάτων άκριβώς έπί εκείνων τών
«άνθρωπίνων δικαιωμάτων», πού κατά τά πρώτα 25 άρθρα τοΰ Συντάγματος
άποτελοΰν άποκλειστική αρμοδιότητα καί εύθύνη τών 'Υπουργών! Οί ειδικές αύτές «άρμοδιότητες» τών Νομαρχών είναι άκριβώς γιά θέματα παιδείας (π. διατ. 472/83), γιά θέματα ύγείας (470/83) καί θέματα πολιτιστικής
ταυτότητος κάθε περιοχής (443/83). Γιά τά θέματα λοιπόν έκεΐνα πού συνιστούν κατά νόημα τήν έννοια τοΰ «πολίτη» καί γιά τά όποια οφείλει
κανείς νά άπευθύνεται κατ' εύθεΐαν στόν ύπουργό καί τήν κυβέρνηση, στήν
'Ελλάδα ύποχρεοΰται συνταγματικώς νά άπευθύνεται στόν πρόεδρο τής
Κοινότητος. Στόν ύπουργό δέν μπορεί, διότι κατά Σύνταγμα αρμόδιος είναι
πρώτα ό νομάρχης. Πρίν όμως ά π ' αύτόν ύπάρχει ό δήμαρχος, καί πρίν
άπό τόν δήμαρχο ό πρόεδρος τής Κοινότητος. Παραπέρα όμως άπό τόν
πρόεδρο τά πράγματα ούδόλως μπορούν νά πανε, διότι μεταξύ προέδρου καί
«πολίτη» μεσολαβεί ό χωροφύλακας καί ό παπάς! Δηλαδή δέν πρόκειται
περί «άποκεντρώσεως», άλλά περί τής πλέον μεσαιωνικής «συγκεντρώσεως». Προκειμένου λοιπόν νά έξασφαλίζεται ή κατά Σύνταγμα «άποφασιστική άρμοδιότης» τών «περιφερειακών οργάνων» μέ έπικεφαλής τόν κομ100

ματικό κάθε φορά Νομάρχη, καθένας μπορεί νά φαντασθή τό μέγεθος γραφειοκρατίας καί νομικοειδοϋς τραγελάφου πού άπαιτεΐται. Καί δεδομένου
ότι ό νομικοειδής τραγέλαφος δίνει άπειρες δυνατότητες στούς νομάρχες
γιά τήν έξασφάλιση καί τής προσεχούς «πλειοψηφίας» (κατά τό μέτρο
βέβαια πού είναι σύμφωνοι καί οί «δικαστικοί άντιπρόσωποι»), ήγουν γιά
τήν έξασφάλιση τοΰ «έθνους», οί ύπουργοί καί τά μέλη τών οικογενειών
τους, μένουν πάντα γενεαλογικώς άπερίσπαστα γιά τίς επόμενες έκλογές...
Τά μέτρα αύτά υπήρξαν πάντα κατά πράξιν αναγκαία, προκειμένου νά επιτυγχάνεται ή «έθνική ένότης». Μόνη της ή § 2 τοΰ άρθρ. 51 δέν θά
μποροΰσε προφανώς νά σταθή, έάν δέν περιεβάλλετο καί άπό κάποιες άλλες πρακτικότερες πρός τόν σκοπό αύτό διατάξεις. Ούτω πώς διά τών
κυβερνητικών «πλειοψηφιών» έχομε μιά συνεχή κοινωνική παραμόρφωση
(έννοοΰμε δηλαδή όχι ότι δέν ύπάρχει, άλλά ότι άκριβώς δέν φαίνεται) καί
μιά άντίστοιχη καταστρατήγηση κάθε εννοίας «άνθρωπίνων δικαιωμάτων»
έπί ένάμισυ σχεδόν αιώνα.
Τί σημαίνει π.χ. ότι οί νομάρχες είναι άρμόδιοι γιά τήν πολεοδομική
φυσιογνωμία τών τόπων πού ύπηρετοΰν; Σημαίνει άπλούστατα έναν άνευ
όρίων βιασμό τών πολιτιστικών φυσιογνωμιών τοΰ ελλαδικού χώρου. Δέν
πρέπει βέβαια νά ξεχνάμε ότι οί άπαιτήσεις «έθνικής ένότητας» τοΰ ελληνικού χώρου (κατά νοητικήν προέκταση τό «βάλσαμο» τοΰ Παλαμήδη)
επέβαλαν στό παρελθόν καταστροφή τζαμιών, μιναρέδων καί παντός ό,τι
μποροΰσε νά θυμήση χρόνια «σκλαβιάς». Τό ίδιο καί γιά τίς περιοχές
εκείνες πού είχαν πολιτιστικές παραδόσεις καί φυσιογνωμίες άλλων ιστορικών καταβολών. Γιά νά ισοπεδωθούν ό λ ' αύτά, καλύτερος τρόπος άπό
τό «άποκεντρωτικό σύστημα» μέ «γενικήν άποφασιστικήν άρμοδιότητα»
τών Νομαρχών δέν ύπήρχε. Μέ άπλά λόγια: άν γίνη ένας σεισμός λ.χ. στήν
Κεφαλλωνιά, ό Νομάρχης άπ' τό Καρπενήσι πού είναι έκεϊ θά τηλεφωνήση στόν φίλο του άπό τό διπλανό χωριό πού τέλειωσε τήν «Αρχιτεκτόνων»
καί θ ' άρχίσουν νά χτίζουν. Οί μόνοι αρμόδιοι κατά τό Σύνταγμα! Δέν
συζητοΰμε βέβαια γιά νόμους, αύτούς π.χ. πού θά καθώριζαν τήν κατά τό
άρθρ. 102, § 5 «έποπτείαν» τοΰ Κράτους έπί τών οργανισμών, διότι άπλούστατα όρίζεται στό άρθρο αύτό νά μήν ύπάρχουν τέτοιοι νόμοι. Λέει αύτολεξεί: «Τό Κράτος άσκεΐ έπί τών οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως
έποπτείαν, μή έμποδίζουσαν τήν πρωτοβουλίαν καί έλευθέραν δράσιν αυτών». Τί θά πή αύτό, ποιό είναι τό μέτρο; Οί νόμοι είναι μέτρα, μόνο πού
οί έκφράσεις έδώ δέν τά έπιτρέπουν. Οί νομάρχες μποροΰν λοιπόν νά χτίζουν άπερίσπαστοι, άν δέ ύπάρξη καί καμμιά όλιγοκέφαλη κατάσταση τοΰ
τύπου «Έλλάς-Έλλήνων-Χριστιανών»,"τότε στήν μέν Λευκάδα χτίζονται
εργατικά «πανγκαλόους» σέ στύλ μυκονιάτικης άρχιτεκτονικής — χωρίς
101

νά μπορή νά 'πή κανείς τίποτε —, στήν δέ Κεφαλλωνιά, δίπλα άπό τό
μπαρόκ καμπαναριό τοϋ Ά γ . Γερασίμου, ξεπετάγονται φρικτά τερατουργήματα άτέχνων βυζαντινών μιμήσεων, γιά τά όποια ό κ. Τρίτσης μέ τόν
κ. 'Αρσένη ακόμη δέν βρήκαν καιρό νά βάλουν μιά μπουλντόζα νά τά
πετάξη άπό 'κει. ·Τό πάν είναι ή «έθνική φυσιογνωμία», έστω κι άν δέν
ύπάρχη τίποτε πού νά τήν όρίζη. Σημασία έχει νά έξομοιωθή ή Κέρκυρα
μέ τά Κράββαρα καί ή Ρόδος μέ τήν Καλαμπάκα. "Οσο πιό πολλά κτήρια
ερειπώνουν σέ τόπους πού δέν θυμίζουν «άγνό έλληνισμό» τοϋ ήσσονος
τόνου τής «νεομαρτυρικής άγωγής» καί τής κοινωνικής καταπίεσης, τόσο
πιό άπαραίτητες καί κατωχυρωμένες οί «άποφασιστικές άρμοδιότητες» τών
περιφερειακών οργάνων, μέ τούς νομάρχες επικεφαλής, καί τόσο πιό πολύτιμο τό έργο τους! Είπαμε ότι έδώ έρμηνεύομε τό Σύνταγμα πρακτικά...
Πιθανόν αύτά όλα νά μήν έχουν νά κάνουν μέ τήν έννοια τών «άνθρωπίνων
δικαιωμάτων» άνά τήν ελληνική έπικράτεια, είναι όμως «συνταγματικές
ρυθμίσεις» άπόλυτα σύμφωνες μέ τό ιδεολογικό κλίμα τοΰ «ήσσονος τόνου» πού προείπαμε. Διότι καί έδώ ή νεοελληνική ιδεολογία εύρήκε τόν
τρόπο της, τήν πραγματικότητα μιας ιστορικής χρεοκοπίας νά τήν μεταβάλη στήν έννοια τής «πνευματικής ύπεροχής» μιας έθνικής κλειστότητος.
Τά άνύπαρκτα ύποτυπώδη βυζαντινά κτίσματα έπί τοΰ παραμελημένου «θέματος» τής νοτιοβαλκανικής 'Ελλάδος ή έλλαδική ορθοδοξία τά έκαμε
φιλοσοφία γιά νηπίους, πού καί τόν ρόλο της κατωχύρωναν, καί οικονομικώς άνέξοδη ήταν. Οί μικρές βυζαντινές εκκλησίες, πού φανερώνουν
φτώχεια καί ιστορική παρακμή — μιά κατάσταση πού ζή άπό τό παρελθόν
καί δέν έχει τίποτε τό νέο νά προσφέρη —, είναι, λέει, δείγμα τής γαλήνιας
σχέσης τής ψυχής τοϋ ορθοδόξου μέ τήν γύρω του φύση! "Οχι άποτέλεσμα
ιστορικής καί οικονομικής χρεοκοπίας, άλλά... φιλοσοφία! Μά οί έκκλησίες πού έφκιαχνε τό Βυζάντιο, όσο ήταν Βυζάντιο, ήσαν όγκοι αύτοκρατορικής νοοτροπίας καί καθόλου φιλοσοφίας τοΰ «ήσσονος τόνου». Καί
ήταν υποχρεωμένο νά δουλέψη έτσι, γιατί ή άρχιτεκτονική τοΰ 'Ισλάμ πού
είχε νά άντιμετωπίση έφκιαχνε πραγματικά φρούρια. Ό Σινάν πού έφκιαξε
τό μπλέ τζαμί γιά νά «ςεπεράση» τήν Ά γ ι ά Σοφιά, είναι φανερό ποιάν
έννοια άρχιτεκτονικοΰ όγκου είχε στό κεφάλι του γιά τούς βυζαντινούς.
Καί στήν Καθεδράλ τοΰ Μονρεάλε (πού ήταν προηγούμενο τζαμί) ή σ '
έκείνη τής Κεφαλοϋς καθόλου δέν προδίδεται ή φιλοσοφία τοϋ «ήσσονος
τόνου». Μιλοΰμε γιά τούς χώρους όπου τό Βυζάντιο έδινε τόν κατ' έξοχήν
άγώνα υπάρξεως, καί αύτοί δυστυχώς δέν είναι ούτε στήν Κ ων/ πολη ούτε
στόν Μυστρά, άλλά στήν νότια 'Ιταλία. Καθόλου τυχαίο δέν είναι πώς ό,τι
σώθηκε ιστορικά ά π ' αύτό πού λέμε «Βυζάντιο» βρίσκεται είτε στήν Ίτα102

λία είτε στό σλαβικό ημισφαίριο. Ό Μυστράς βρίσκεται στήν ιστορική
καμπύλη μιας χρεοκοπίας καί γ ι ' αύτό έστάθηκε τόσο πρόσφορος γιά τήν
άρχιτεκτονική τοϋ «ήσσονος τόνου». Στόν Μυστρα δέν υπήρχαν τά μάρμαρα, τό χρυσάφι, τά μέσα καί τά λεφτά, γιά νά φκιασθοΰν μεγαλοπρέπειες.
Τούβλα καί πηλός ύπήρχαν καί άπλό χρώμα γιά ζωγραφιές. Καί μ ' αύτά
έπρεπε νά φκιασθή ό,τι έφκιάσθηκε. 'Ιδού όμως ότι ή χρεοκοπία ύπήρξε
τό χρήσιμο τέχνασμα τής ελλαδικής ορθοδοξίας γιά νά γεμίση όλον τό
κόσμο φθηνά, μικρά (όχι πάντα βέβαια) καί κακόγουστα στίς άγονες μιμήσεις τους κτίσματα καί νά εδραίωση τήν έξουσία της σάν κρατική έκκλησία. 'Ανοίγοντας κανείς έναν σύγχρονο τουριστικό κατάλογο καί βλέποντας στίς σελίδες πληροφοριών γιά τούς τουρίστες, βλέπει γιά τήν περιοχή
'Αθηνών λ.χ. νοσοκομεία 10, τράπεζες 50, υπουργεία 20 κ.λπ. Γυρίζοντας
τίς σελίδες γιά τίς έκκλησίες, ό κατάλογος είναι άνευ τέλους — καί ό
μεγαλύτερος: 1.500 έκκλησίες μόνο στήν περιοχή 'Αθηνών! Ά ν ύπολογίση κανείς μόνο μέ 100 τετραγωνικά τήν κάθε μία, εύκολα βρίσκει πόσες
χιλιάδες στρέμματα Γής παρέμειναν άναξιοποίητα... Αύθαίρετες καί φθηνιάρικες άπομιμήσεις τοΰ «ήσσονος τόνου»... Έ καταστροφή συνεπώς τοΰ
ό,τίνος δέν μοιάζει «βυζαντινό» συμφέρει πολλαπλώς — άρχιτεκτονικά
σχέδια δέν χρειάζονται καθότι έτοιμα άπ' τόν ΙΟον αι., τοΰβλα καί πηλός
βρίσκονται παντοΰ, «πιστοί» γιά νά χτίσουν μέ φθηνά μεροκάματα έπίσης,
καί τά οφέλη έξουσίας άπ' τήν προκύπτουσα φυσιογνωμία προφανή. Οί
νομάρχες λοιπόν δέν έχουν παρά νά έφαρμόσουν πιστώς τό νόημα τοΰ
άρθρου 101...
Καί όσο γιά τήν παρ. 2 τοΰ έν λόγω άρθρου, όπου ή διοικητική διαίρεση
διαμορφώνεται βάσει τών «συγκοινωνιακών συνθηκών», ή ερμηνεία είναι
σχεδόν αυτονόητη. Τό πρόβλημα δέν είναι νά άναρωτηθή κανείς, πώς
γίνεται καί σ ' ένα «εύρωπαϊκό» κράτος δύο αιώνων κανονίζεται ή μοίρα
τών διαφόρων περιοχών άνάλογα μέ τά «δημόσια έργα» (τί αύτό σημαίνει,
ξέρομε καλά...) καί όχι άντιστρόφως. Τό πρόβλημα είναι, τά Κύθηρα π.χ.
νά ύπαχθοΰν στόν νομό Αττικής (!) ή Λευκάδα στόν νομό Πρεβέζης κ.λπ.,
ή ώρισμένα νησιωτικά συμπλέγματα τοΰ Αιγαίου, ένοχλητικά άπό τό ιστορικό παρελθόν τους, νά ύπαχθοΰν στήν εγκατάλειψη τών «αγόνων γραμμών», οί κάτοικοι τους νά σκορπισθοΰν στίς τέσσαρες άκρες τοΰ κόσμου
σάν έργάτες, αύτά δέ νά λάβουν τήν σημασία «οικοπέδων». Ό λ α άνάλογα
τών «συγκοινωνιακών συνθηκών»... Ό άκριβοδίκαιος άρχαϊος Λυκούργος
θά μπορούσε ίσως ν ' άναρωτηθή, κατά ποιάν λογική τά νησιά νά φέρνουν
τά λεφτά στήν 'Ελλάδα (ή «έπιχειρηματική» έκφραση «τά χελιδόνια τοΰ
Βορρά» είναι χαρακτηριστική — «φυσικά» φαινόμενα φέρνουν τά λεφτά
στήν 'Ελλάδα!), τά λεφτά νά τά μαζεύη ή «'Εθνική Τράπεζα» στήν Α θ ή ν α
103

καί οί νησιώτες νά αναζητήσουν σέ άλλας γαίας τήν τύχη τους· άλλά αύτά
βέβαια είναι «συνταγματικές λεπτομέρειες» έπουσιώδεις... Θά έπανέλθωμε
ωστόσο πιό κάτω. Έ π ί τοΰ παρόντος αρκούν οί λίγες τούτες παρατηρήσεις
γιά ένα καί μόνο άρθρο τοΰ έλληνικοΰ Συντάγματος. Τοϋ άρθρου εκείνου
πού ανακατώνει τόσο ύπέροχα τίς κοινοβουλευτικές άρχές τής «Μάγκνα
Χάρτα» μέ εκείνες τοΰ τουρκοκρατούμενου κοινοβίου, ώστε τελικώς νά
βγαίνη άπό τόν κοπετό σάν άναμαδημένος βασιληάς ό εκάστοτε πρόεδρος
τής Δημοκρατίας ώς μόνος «ρυθμιστής τοΰ πολιτεύματος». Μέ τήν τελευταία κρίση τόν ρόλο αύτόν τοΰ Προέδρου ώς ύποκαταστάτου τοΰ βασιληά
τόν είδαμε καλά. Άκριβώς καί έν διαλύσει κράτη όπως ό Λίβανος π.χ. άπό
έναν πρόεδρο άναζητοΰν τήν σωτηρία τους... "Οτι έν τέλει οί κυβερνήσεις
τοΰ ΠΑΣΟΚ, παρά τίς τροποποιήσεις τοΰ Συντάγματος, κατάφεραν τόν
«συμβολικό» ρόλο τοΰ Προέδρου νά τόν ένισχύσουν κατά πράξη αντί νά
τόν μειώσουν, όπως επεδίωκαν, είναι τό δεύτερο μέγα σκαλί τοΰ ιστορικού
μεγέθους τοϋ κ. Παπανδρέου. Ή μαρτυρολογική ψυχοσύσταση τοΰ νεοέλληνα θά βρίσκη πάντα τήν διέξοδο της σ ' έναν «σωτήρα», ένω ή κοινωνική
καί πολιτική ύπανάπτυξη πού έπιβάλλει τό Σύνταγμα ώς «καταστατικός
χάρτης» μπορεί άνετα νά συνεχίζεται έπ' άπειρον. Μέ «σοσιαλισμό» ή όχι,
δέν έχει σημασία...
Ά π ό τά τελευταία μεγάλα γεγονότα τής άνατολικής Ευρώπης προέκυψε
ένα μεγάλο μάθημα Δημοκρατίας γιά τήν άνθρωπότητα. "Οτι δηλαδή, όταν
οί ήγεσίες αποτυγχάνουν στό έργο τους, δέν «βγαίνουν στήν σύνταξη» γιά
νά άπολαμβάνουν έν καλοπεράσει τό ύπόλοιπον τοΰ βίου τους, άλλά ότι
οφείλουν νά δώσουν λογαριασμό καί νά υποστούν τίς συνέπειες της κακής
διοικήσεώς τους. Ό χ ι μέ διαμαρτυρίες τοΰ δρόμου, άλλά πρακτικώτερα
κάπως: τί τουαλέττες έχουν στό σπίτι τους, πόσο άκριβά είναι τά ψυγεία
καί ή τηλεόρασή τους κ.λπ. Ό λαός μπαίνει στό σπίτι, άκριβώς γιά νά ίδή
ό ίδιος τά ουσιώδη αύτά πράγματα... Καί όταν διαπιστωθή αύτό πού δέν
θάπρεπε νά άναμένεται, τότε δέν έμφιλοχωρεϊ κανενός είδους «ερμηνεία
διατάξεων» καί κανενός είδους αναμονή, άλλά οί υπόλογοι κρατούνται ύπό
περιορισμό έως ότου άπολογηθοΰν. Αύτή είναι καί θεωρητικώς ή σωστή
τάξη πραγμάτων, διότι, όταν αύτά οδηγηθούν στήν άμεση σχέση έξουσίας
καί λαοΰ, τά συντάγματα καί οί νόμοι παραμερίζονται. Οί «νόμοι» είναι οί
εγγυητικές πράξεις παραχωρήσεως τής έξουσίας άπό τόν λαό. Ό τ α ν λοιπόν ό λαός άναλαμβάνη ό ίδιος νά έλέγξη, άνεξαρτήτως γιά ποιόν λόγο,
οί νόμοι είναι υποχρεωμένοι νά πανε περίπατο. Δέν έχει νόημα δηλαδή νά
τούς έπικαλεσθή κανείς. Στήν πολιτική θεωρία αύτό είναι τό γνωστό πρόβλημα, κατά πόσον μιά έπανάσταση δημιουργεί δίκαιο (τούτο θά μάς άπα104

σχολήση πιό κάτω ιδιαίτερα). Καί στόν μέν κοινοβουλευτισμό θεωρητικά,
ή έννοια τής τέτοιας έπαναστάσεως αίρεται μέ τόν κάθε τέσσερα χρόνια
έλεγχο διά τών έκλογών, έκεΐ δέ ποϋ δέν ύπάρχει αύτό τό μέτρο, άλλά ή
συνείδηση τής Δημοκρατίας λειτουργεί κατ' άλλον πολιτικό τρόπο, έρχεται στιγμή σέ περίπτωση κακοδιοίκησης πού γίνεται έλεγχος στίς... τουαλέττες. Καί τά δημόσια έγγραφα μιάς περιόδου δέν επιχειρεί καμμιά κυβέρνηση νά καταστρέψη, διότι αύτά δέν άνήκουν στίς κυβερνήσεις άλλά στόν
λαό καί τήν ιστορία, (κι αύτό έπίσης θά μάς άπασχολήση πιό κάτω ιδιαίτερα). Στήν άνατολική Γερμανία π.χ. είδαμε τήν φύλαξη τών δημοσίων
εγγράφων νά τήν άναλαμβάνη ό ίδιος ό λαός, όχι οί «ύπηρεσίες» όποιες
κι άν αύτές είναι, πράγμα πού άντιστοιχεΐ στήν σωστή τάξη πραγμάτων καί
στήν συνείδηση πολιτικοποιημένων πολιτών. Αύτά τά λίγα προκειμένου νά
ρωτήσωμε: έγιναν άραγε ποτέ στήν Ε λ λ ά δ α άνάλογα πράγματα; 'Υπάρχουν πολιτικοί πού διοίκησαν γιά μισόν αιώνα κοντά καί τό μόνο τους
κατόρθωμα ήταν ή βασιλεία τής υπανάπτυξης καί τής παντός είδους κακομοιριάς. Τούς ζήτησε ποτέ κανένας λογαριασμό; Μπήκε ποτέ κανένας
σπίτι τους νά έλέγξη τίς τουαλέττες καί τό κρεβάτι πού κοιμώνται; Καί τόν
άνώτερο δικαστικό, ό όποιος έχει πλήρη συνείδηση ότι λειτουργεί μέσα
σέ μιά ούσιαστική άνυπαρξία νόμων (σκοπός τούτου τοΰ βιβλίου είναι νά
δείξη τεκμηριωμένως άκριβώς αύτό τό πράγμα), τόν ρώτησε ποτέ κανένας
πώς δικαιολογεί τό άξίωμά του καί τόν παχύ μισθό πού παίρνει;
'Αναφέραμε τά παραπάνω, όχι προφανώς γιά λόγους «κηρύγματος», άλλά
άκριβώς γιά νά δείξωμε, ότι ή άνυπαρξία άναλόγων όρων έν 'Ελλάδι, δηλαδή ή άνυπαρξία λαοΰ κατά τήν ιστορική έννοια τοϋ όρου (ύποκειμένου
πολιτικής βουλήσεως), καθιστά τήν 'Ελλάδα έναν χώρο «άνοικτών» δυνατοτήτων σήμερα καί συνεπώς κανένα είδος πατριδοκαπηλείας δέν μπορεί
νά άναπληρώση τήν διαπίστωση αύτή. Αύτές οί «προϋποθέσεις» δέν μπορούν νά είναι προνόμια τής έλληνικής πολιτικής καί μόνιμες συνθήκες
«ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως» κατά τήν έννοια τοΰ Παλαμήδη. Συνιστούν έπίσης τούς νομίμους λόγους καί άλλων άποφάσεων μέσα στίς
τρέχουσες διαμορφώσεις τοϋ διεθνούς δικαίου. Οί έλληνες πολιτικοί δέν
βρέθηκαν ποτέ στήν άνάγκη νά δείξουν κάποιο πρότυπο ήθους καί συμπεριφοράς, διότι άνέκαθεν ήξεραν ότι δέν ύπήρχε κάποιος στόν όποιον θάπρεπε νά τό δείξουν. 'Ερώτησαν προσφάτως τόν πρώην ύπουργό εξωτερικών τοΰ Ντούμπτσεκ, πού ώς ιδιώτης έχει καθηγητική έδρα στήν Αυστρία,
άν τώρα πού τά πράγματα επήραν τόν δρόμο τών δικών τους οραμάτων
διατίθεται νά μπή στήν πολιτική καί νά βοηθήση. Καί ή άπάντηση: « Ό χ ι ,
γιατί είμαι κοντά στά έβδομήντα (69) καί πιστεύω ότι οί άνθρωποι στήν
105

ήλικία αύτή πρέπει νά αποχωρούν άπό τήν πολιτική». 'Οποία... φάπα γιά
τήν άνεγκέφαλη κόχη μας!... 'Υπάρχει έλληνας πολιτικός πού θά μποροΰσε
νά δώση άνάλογη άπάντηση; Ούτε υπήρξε, ούτε ύπάρχει, ούτε πρόκειται
νά ύπάρξη, διότι άπλούστατα στήν 'Ελλάδα ή πολιτική είναι έννοια κληρονομικής διαδοχής. "Οχι μόνο στόν καιρό μας, άλλά ιδίως παληότερα,
όπου ή μεταβίβαση εκλογικών εδρών άπό πατέρα σέ γυιό συνέβαινε διά...
διαθήκης! Είναι τόσο συνηθισμένοι άλλωστε οί νεοέλληνες στήν κατάσταση τής πολιτικής έπαιτείας («άπεργία» άπό βδομάδα σέ βδομάδα καί άπό
μήνα σέ μήνα — «άπεργία» αύτό θά πή στήν 'Ελλάδα: άλλη έκφραση τής
λέξης «επαιτεία»...), ώστε άνάλογα προβλήματα δέν ύπάρχει λόγος νά τεθοΰν. Τό βλέπομε έξ άλλου πολύ καθαρά: οί πολιτικοί πού μπορούν νά
ικανοποιούν (μέ μικροδόσεις, μικροαπαλλαγές, τιμαριθμικές μικροαναπροσαρμογές κ.λπ.) τό άκατανίκητο αίσθημα ροπής τών νεοελλήνων πρός τήν
επαιτεία, έρχονται πρώτοι σέ σταυρούς... 'Ανεξαρτήτως βέβαια τοΰ πόσο
καί τί μπορεί μιά τέτοια πολιτική τελικά νά κοστίση...
Τό «βάλσαμο» τοΰ Παλαμήδη ενέχει πρωτίστως τήν έννοια τής επαιτείας.
Ή επαιτεία είναι ή καθ' εαυτό διεκδίκηση, διότι καί ό άπλός έπαίτης αύτό
άκριβώς μέ τούς τρόπους του έπιχειρεΐ: νά σέ καταπιέση ψυχολογικά. Συνεπώς ή έπαιτεία είναι μιά παράνομη πράξη, διότι σοΰ παραβιάζει τήν
προσωπικότητα σάν πολίτη καί σέ εξαναγκάζει νά δώσης. Είναι βέβαια ένα
άλλο θέμα, ότι μέσα στίς νοήσεις μας τής «ορθοδόξου άγωγής» ή έπαιτεία
άπό άντισυνταγματική πράξη έγινε «άρετή τοΰ έλέους». Τό θέμα της έπαιτείας στήν κοινωνιολογική του σημασία είναι βαθύτατο καί δέν θά μάς
άπασχολήση είδικώτερα έδώ. Ή διαφορά μεταξύ «απεργίας» καί «επαιτείας» είναι ή έξής: ενώ ή άπεργία είναι μιά εκλογίκευση άπαιτήσεων μέσα
σέ μιά κοινωνικώς καθωρισμένη τάξη πραγμάτων (π.χ. ό άπεργός οφείλει
νά λάβη ύπ' όψη τά συμφέροντα τοΰ εργοδότη, διότι άλλως πώς υπονομεύει τά δικά του), ή έπαιτεία δέν έχει λογικό έλεγχο άλλά σκοπεί μόνο
στήν άμεση κάλυψη τής στιγμής (π.χ. τόν επαίτη δέν τόν ενδιαφέρει, άν
ό συναισθηματικά φερόμενος συνάνθρωπος του έχη μόνο μιά δραχμή, τήν
οποίαν δίνει καί γίνεται έτσι φτωχότερος άπ' τόν επαίτη). Συνεπώς ή έπαιτεία είναι μιά είδική καί πολύπλοκη μορφή κλοπής, τήν τεχνική τής οποίας
έχει περιγράψει άρκούντως παρ' ήμϊν ό Καρκαβίτσας. Τό αύτό νόημα
έπαιτείας έχουν καί οί έλληνικές άπεργίες, άφοΰ δέν άποσκοποΰν στήν
επίλυση λογικώς έπεξεργασθέντων αιτημάτων, άλλά άπλώς στήν κάλυψη
αναγκών τής στιγμής (π.χ. «τιμαριθμητική αναπροσαρμογή») εις βάρος
όλων τών άλλων. Τώρα βέβαια ύπάρχει τό ερώτημα: μά καί τί νά κάμη ό
«άπεργός»; Άκριβώς τίποτ' άλλο δέν μπορεί νά κάμη, όπως τίποτ' άλλο
106

δέν κάνει καί ό επαίτης ά π ' τό νά έπαιτή. ("Αν ό επαίτης μποροΰσε νά
φιλοσοφήση έπί τής φτώχειας του, τότε θά γίνονταν επαναστάτης. 'Εξ ου
καί ή μεγάλη άποικιοκρατική μέριμνα τοϋ παρελθόντος γιά τόν χώρο τής
ιδεολογίας τών ύπό κυριαρχία λαών...). "Ετσι καί ό σημερινός άπεργός
στήν 'Ελλάδα δέν μπορεί νά βρή τί τοϋ «φταίει», διότι άν τό εύρισκε θά
έβλεπε ότι φταίχτης είναι ό ίδιος καί θά έψαχνε γιά άλλες λύσεις. Καί δέν
μπορεί νά τό βρή, ούτε καί ύπάρχει περίπτωση νά τό βρή όσο κι άν τοΰ
τό υποδείξουν, διότι άπλούστατα δέν ύπάρχει ή έθνική συνοχή σάν φορέας
τής «φιλοσοφίας» του. Στήν αύτήν κατάσταση έπαίτη βρίσκεται καί ό κλέβων μέσφ «συνταγματικών κατοχυρώσεων» καί «νομοτύπως». Τό νόημα τής
έπαιτείας δέν αλλάζει· άλλάζει άπλώς ή μορφή μέσα στό «κρατικό όλον».
Ό κλέβων μέσφ τοΰ πόστου (καί έμπροθέτως αύτός είς βάρος τών άλλων,
όπως καί ό άπλός άπεργός) προϋποθέτει άκριβώς τήν μή ύπαρξη «έθνικής
ένότητος» — τό ξέρει δηλαδή αύτό — καί άντί νά άπλώση τό χέρι, βάζει
άπλώς τό «Σύνταγμα» ή τό πόστο νά τοΰ τά φέρη. Ή έπαιτεία, τελικώς, άπό
κοινωνικής φύσεως φαινόμενο, μέσα στήν σύγχρονη δομή τών διακρατικών σχέσεων έχει μεταβληθή σέ ιστορική κατηγορία μέ κύριο χαρακτηριστικό τήν «έθνική πυκνότητα» τών λαών (γι' αύτό, είπαμε, καί ή τόση
προσοχή στόν τομέα τής ιδεολογίας καί τών λαϊκιστικών κινημάτων...). Ό
κλέβων «νομοτύπως» ένα μπορεί νά ίσχυρισθή, ότι «έξυπηρετεϊ» μιά γενικώτερη τάξη πραγμάτων. Ά π ό τήν άλλη όμως μεριά δυσκολεύει τά ίδια
πράγματα, άκριβώς γιατί μέ τήν ύπαρξή του τά κρατεί στάσιμα. Είναι δηλ.
σάν τήν σαβούρα τών καϊκιών: κρατάνε τήν «ισορροπία» άλλά εμποδίζουν
τήν ταχύτητα... Ή βαθύτατη συνείδησή του πάντως είναι αύτή τοΰ ιστορικού έπαίτη. "Οσο καί άν «μετέχη» λ.χ. σέ μιά «διεθνή ένωση βιομηχάνων» τό αίσθημα τής επαιτείας δέν μπορεί νά τόν έγκαταλείψη, άφοϋ δέν
είναι σέ θέση νά παράγη. Ειδικά γιά τούς πολιτικούς, τό αίσθημα τούτο τό
εξέφρασε παληότερα ό Π. Κανελλόπουλος λίγο πρίν πεθάνη: «Οί έλληνες
πολιτικοί ύφίστανται στήν διεθνή πολιτική σκηνή αύτό πού κάνουν οί ίδιοι
στόν λαό τους». Γιατί άραγε θάπρεπε νά είναι διαφορετικά;...
Γιά νά ίδοΰμε πώς τά πράγματα διαιωνίζονται έν 'Ελλάδι άπό τήν έποχή
τοΰ Παλαμήδη καί πιό πρίν, είναι άνάγκη νά ρίξωμε ακόμη μιά ματιά σέ
μερικά άρθρα τοΰ σημερινού «Συντάγματος». Τό άρθρο 77 π.χ. λέει: «Η
ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ έρμηνεία τών νόμων ΑΝΗΚΕΙ στήν νομοθετική ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ». Τό άρθρο αύτό είναι ή επίσημη διακήρυξη, ότι στήν 'Ελλάδα δέν
ύπάρχουν νόμοι. Δηλαδή ότι αύτή έπί τών ήμερων μας έχει μεταβληθή
άποκλειστικά σέ «βαλσαμοποιεΐον»...
Πρόβλημα «αύθεντικής ερμηνείας» τών νόμων προέκυψε, όπως ήταν φυ107

σικό, τήν εποχή τοΰ Μακρυγιάννη καί εξ αιτίας τοΰ Μακρυγιάννη. Χωρίς
τίς ιστορικές κατανοήσεις αύτών τών πραγμάτων δέν είναι μόνο άδύνατο
νά κατανοηθή τό σημερινό Σύνταγμα καί όλες οί καταστάσεις πού αύτό
ενέχει, άλλά είναι έξ ίσου άδύνατο νά καταλάβη κανείς τήν ύπόσταση τής
Ε λ λ ά δ ο ς σάν κράτους στίς σύγχρονες διεθνείς σχέσεις καί πολλά άλλα
πράγματα (π.χ. πόσο είναι σέ θέση νά κατοχύρωση δικαιώματα μειονοτήτων, τίς «εθνικές διεκδικήσεις» — «οίκοπεδικές» μάλλον πρέπει νά τίς
λέμε...—, τά «πολιτικά προγράμματα», τίς «Αλλαγές» κ.λπ.).
Διάταξη περί «ερμηνείας» τών νόμων περιέχει μόνο τό Σύνταγμα τοϋ
1844 καί κανένα άπό τά προηγούμενα. Τό Σύνταγμα τής Τροιζήνος καθορίζει διά τοΰ Κεφ. Ε ' (άρθρ. 36-42) τίς τρεις εξουσίες καί διά δύο άρθρων
άκόμα, τών 73 καί 75 τοΰ επομένου Κεφαλαίου «περί Βουλής», τίς πάρα
πολύ καθαρές σχέσεις τών τριών εξουσιών μεταξύ τους. Δέν είχε βέβαια
τεθή ακόμη τότε ανοιχτά ή ένοπλος απαίτηση περί... «βαλσάμου». Τά πράγματα αρχίζουν νά γίνωνται συνταγματικώς δύσκολα μέ τό «βάλσαμο»...
Ό σκοπός πού ζητούσε ό Μακρυγιάννης τό «Σύνταγμα» ήταν βέβαια
γνωστός στόν "Οθωνα, άλλά νά παραχωρήση «Σύνταγμα» όπως τό ήθελαν
οί «Δημοκράτες» πάλι δέν ήταν δυνατόν. 'Αξίζει λοιπόν νά ίδοΰμε πώς ό
φουκαράς ό βασιληάς τότε προσπάθησε νά περισωθή καί νά περισώση κάτι
άπό τά άνοιχτά στόματα καί τίς γιομάτες πιστόλες τών Μακρυγιάννη καί
Παλαμήδη, καί όλου τοΰ συρφετού τών καθαρμάτων, τών όποιων «ήγεϊτο»
ό «στρατηγός». "Οτι τελικά δέν τά κατάφερε καί τόν έδιωξαν μετά άπό λίγα
χρόνια είναι ιδιαίτερης σημασίας γιά τήν κατανόηση τοΰ άμυντικού χαρακτήρα πού είχε τό τότε Σύνταγμα ώς πρός τόν κρατικό προϋπολογισμό (καί
άφοϋ τό «αίτημα» δέν ικανοποιήθηκε όπως προσδοκούσαν, επόμενο ήταν
νά συνεχίσουν ώσπου νά φύγη τό εμπόδιο...). Αύτά όλα θά μάς χρειασθούν
ειδικώς πολύ, προκειμένου νά ίδοΰμε καί πώς «διϊστορικώς» αύτά όλα (οδήγησαν στήν πλήρη επικράτηση τοΰ Μακρυγιαννισμοΰ, ό όποιος έπί τών
ήμερων μας φέρει διάφορες πολιτικές ονομασίες...
Στό «περί συντάξεως τής Πολιτείας» Κεφάλαιο τοΰ Συντάγματος τοΰ 1844,
ορίζεται διά τοΰ άρθρου 15, ότι ή νομοθετική εξουσία αποτελείται άπό τόν
Βασιληά, τήν Βουλή καί τήν Γερουσία. Τό δικαίωμα προτάσεως νόμων
άνήκε κατά τό άρθρ. 16 καί στούς τρεις. Στό άμέσως επόμενο άρθρο 17,
ορίζεται:
«Ούδεμία πρότασις, άφορωσα αϋξησιν τών εξόδων τοϋ προϋπολογισμού διά
μισθοδοσίαν ή σύνταξιν, ή έν γένει δι' δφελος προσώπου, πηγάζει έκ τής
Βουλής ή τής Γερουσίας».
108

'Αξίζει νά προσέξωμε τήν φράση «αΰξησιν τών εξόδων τοΰ προϋπολογισμοΰ»: τά οικονομικά τοΰ κράτους ήσαν περιορισμένα καί συνεπώς δέν
ύπήρχε νόμιμος τέτοια άντικειμενική δυνατότητα. Ή φράση αύτή έτροποποιήθηκε «έλαφρώς» στήν συνέχεια τής συνταγματικής μας ιστορίας, όπως
θά ίδοΰμε.
Τά έπόμενα τέσσαρα άρθρα τοΰ Κεφαλαίου αύτοΰ δέν είναι τίποτε άλλο,
είμή μόνον άμυντικά δικαιώματα τοΰ βασιληά, δηλαδή προσπάθειες γιά
τήν κατοχύρωση αύτοΰ τοΰ άρθρου. Τό άμέσως έπόμενο άρθρο 18 λέει:
«Έάν πρότασις νόμου άπορριφθή ύπό μιας τών τριών νομοθετικών δυνάμεων (άρα καί τοΰ ιδίου τοϋ βασιληά — σημ. γράφοντος), δέν παρουσιάζεται έκ νέου είς τήν αύτήν βουλευτικήν σύνοδον». Μέχρις έδώ, τά πράγματα λένε τό έξής ώς πρός τίς προθέσεις τοΰ "Οθωνα: ό Μακρυγιάννης καί
ό Παλαμήδης θέλουν νά καταβροχθίσουν τό πάν. Καί πρός τοΰτο βέβαια,
μέ τά «πρωτοπαλλήκαρα» καί τίς κουμποΰρες, θά γίνεται στήν Βουλή καί
τήν Γερουσία τοΰ... «βαλσάμου» τό κάγκελο. Έ ά ν συνεπώς άποκλείσω έκ
τών προτέρων τίς δύο αύτές πηγές πού δέν θά μπορώ νά έλέγξω, θά μπορώ
ό ίδιος νά βάζω κάποιο φρένο στά σαγόνια τοΰ Μακρυγιάννη καί τοΰ
«στρατοΰ» του. 'Αλλά ό "Οθωνας, βαυαρός ων καί ξέροντας άπό γραφειοκρατία (άλλωστε έρχόμενος καί θέλοντας νά φκιάση κράτος έπήρε μαζί του
τούς πιό διάσημους νομομαθείς τής χώρας του καί όχι άρωματοποιούς...),
γνωρίζει ότι μπορεί νά προκύψουν «παραθυράκια» άπό άλλους νόμους καί
άπό τήν έν γένει διαδικασία τής νομοθεσίας. 'Αμέσως λοιπόν έπακολουθεΐ
τό άρθρο 19: « Ή έπίσημος ερμηνεία τών νόμων άνήκει είς τήν νομοθετικήν
έξουσίαν». Έχοντας άκόμη τήν εκτελεστική έξουσία (άρθρ. 20) καί τίς
κατά τό άρθρ. 21 δικαστικές άποφάσεις «έν ονόματι» του, άφού διώριζε ό
ίδιος τούς δικαστικούς (άρθρ. 86), μποροΰσε βάσιμα νά έλπίζη ότι δέν θά
άπαιτοϋσε ό Μακρυγιάννης νά τοΰ πηγαίνη ό ίδιος ό Όθωνας τά λεφτά στό
σπίτι, εύθύς ώς έφθαναν άπό τό Μονάχο! Ά λ λ ο υ είδους λεφτά βέβαια ό
Λίβανός μας τότε δέν μποροΰσε νά έχη...
Είναι έκπληκτικό καί πιθανόν μοναδικό στά παγκόσμια χρονικά δημιουργίας κράτους: καί τά έπτά άρθρα πού συγκροτούν τό «Περί συντάξεως
τής Πολιτείας» Κεφάλαιο τοΰ πρώτου Συντάγματος, σκοπούν άπλώς νά
προασπίσουν τόν δημόσιο προϋπολογισμό άπ' τίς ρεμοΰλες καί τίποτ'
άλλο. Πιστεύομε ότι μέ τέτοιες άναγκαστικές προϋποθέσεις συγκρότηση
κράτους καί σύνταξη τέτοιου «Καταστατικού Χάρτου» χώρας δέν έχει ξαναγίνει ποτέ στόν κόσμο. Τέτοια άρθρα δέν υπάρχουν στά προηγούμενα
Συντάγματα τοΰ έλληνικοΰ κράτους. Ό Λίβανός μας βέβαια τότε δέν είχε
καθόλου λεφτά (είδαμε ότι βγήκε έπισήμως στό σφυρί...) καί ύπήρχε ή
άμυδρή έλπίδα, ότι μέ τόν Καποδίστρια κάτι θά μποροΰσε νά γίνη (ό Καί 09

ποδίστριας ήταν αποφασισμένος γ ι ' αύτό, όπως δείχνει ή πολιτεία του καί
ή δολοφονία). Ή λίγη μαγιά πού πήγε νά φκιασθή μέ διάφορες «ενέσεις»
καί μιά ύποτυπώδη διοίκηση πού έτεινε νά ύπάρξη κατά τήν πρώτη δεκαετία τοΰ "Οθωνα — μόλις πήγε νά φκιασθή ή μαγιά δηλαδή — άμέσως
άναψαν τά κουμπουρομάχαιρα τοΰ Μακρυγιάννη, τοΰ Παλαμήδη καί τοΰ
Καλλέργη. "Εκτοτε λοιπόν έπαναλαμβάνονται μονίμως σέ όλα τά έλληνικά
Συντάγματα μέχρι καί τοΰ σημερινοΰ οί δύο αύτές διατάξεις (τά άρθρ. 17
καί 19) τοΰ 1844. Καί ό μέν "Οθωνας βρέθηκε άναγκασμένος νά τίς φκιάξη
μόνο γιά τούς λωποδύτες τοΰ τότε. Έκτοτε όμως τά κατοπινά Συντάγματα,
πλέον προσαρμοσμένα, άναγνωρίζουν σιωπηρώς καί a priori όλους τούς
εκάστοτε εγκλεισμένους στά σύνορα τής Επικρατείας ώς άπατεώνες καί
λωποδύτες, καί έπί τών δύο αύτών θεμελίων βάσεων άνυψοΰται όλον τό
συνταγματικό οικοδόμημα τών «συντακτικών χαρτών» μας, όπως καί τό
άντίστοιχο νομοθετικό τέτοιο διά τών «αύθεντικών έρμηνειών», τών «ερμηνειών» έπί τών «έρμηνειών» κ.ο.κ.
Πρόκειται νά άποδείξωμεν τώρα, πώς συνέβη έπί τών ήμερών μας καί ό
«Μακρυγιαννισμός» καί ό «Σοσιαλισμός» ήρθαν ισόπαλοι στόν άγώνα δρόμου κατά τοΰ δημοσίου προϋπολογισμού.
"Οπως ήδη θά άντελήφθη ό άναγνώστης, τά πράγματα διά τών «έρμηνειών» έπί τών «έρμηνειών» δέν ήταν δυνατόν παρά νά οδηγήσουν άναγκαίως στήν έπικράτηση τοΰ Μακρυγιαννισμοΰ (πού κατά καιρούς έπαιρνε
διάφορα ονόματα: «συντηρητισμός», «λαϊκό κόμμα», «φιλελευθερισμός»,
«ριζοσπαστισμός», «έθνική παράταξη» — αύτή κι άν ήταν!...—, «σοσιαλισμός» κ.λπ.). Ή τ α ν άλλωστε καί τό μόνο ιστορικώς έφικτό, άφοΰ ό Μακρυγιαννισμός μέ τήν έκδίωξη τοΰ Όθωνα άπεδείχθη ή «επικρατούσα δύναμη» τοΰ έλληνικοΰ χώρου. "Οτι λοιπόν καί ό Γεώργιος έκράτησε στό
Σύνταγμά του τίς διατάξεις τοΰ Όθωνα, ήταν άναγκαΐο. Πώς τώρα σιγάσιγά μετεβλήθησαν τά πράγματα (μέ τήν «Λειτουργία»), θά τό ίδοΰμε έφεξής. Τά πάντα δηλαδή θά ήσαν καλά καί άγια, άν δέν είχαμε έναν παράγοντα έναντίον μας: τόν Χρόνο! Στό σημείο όμως τούτο πρέπει νά μάς
συγχωρήση ό άναγνώστης πού θά κάνωμε μιά παρέκβαση τών έν άρχή.
Είπαμε ότι στό βιβλίο τούτο δέν μάς ενδιαφέρουν οί θεωρητικές συζητήσεις καί δέν άσχολούμαστε μέ κανενός είδους «συνταγματική θεωρία».
Προσπαθοΰμε νά έρμηνεύσωμε κατά πράξιν τά πράγματα, δηλαδή τόν πυρήνα τοΰ έλληνικοΰ μας Συντάγματος στήν ιστορική του διαμόρφωση (άνευ τής οποίας τίποτε δέν «ερμηνεύεται» καί τίποτε δέν είναι δυνατόν νά
κατανοηθή). Πρέπει όμως στό σημείο τούτο, καί πρός κατανόηση τών
εννοιών, νά θέσωμε ένα θεωρητικό έρώτημα:
110

"Αν δλα τά σύγχρονα Συντάγματα στηρίζωνται στά «δικαιώματα τοΰ άνθρώπου», αύτό σημαίνει δτι τά κόμματα δέν είναι εργαλεία στήν άσκηση τής
κρατικής έξουσίας, άλλά μηχανισμοί εκφράσεως τοϋ κοινωνικού γίγνεσθαι.
Καί ώς τέτοια «συνεργούν είς τήν διαμόρφωση τής πολιτικής βουλήσεως
τοϋ λαοϋ». "Ετσι π.χ. ορίζεται στό άρθρο 21 τοϋ γερμανικοϋ Συντάγματος
(βλ. π.χ. καί W. Sorgel: «Konsensus und Interesse», Klett-Verlag, 1969. Γιά
ιήν παραπέρα συνταγματική προβληματική βλ. π.χ. Η. von Mangoldt: «Das
Bonner Grundgesetz», Berlin 1950, Leibholz-Rinck: «Grundgesetz», Koln
1966, Maunz-Diiring: «Grundgesetz», Miinchen 1966 καί G. Dahm:
«Deutsches Recht», Kohlhammer 1963. Γιά έπί μέρους θέματα, σέ διάφορα
λεξικά, π.χ. στό «Handbuch des Deutschen Staatsrechts». 'Αναφέρομε τά
παλαιότερα αύτά έργα μέχρι τής περιόδου τών φοιτητικών. Νεώτερα βλ. τό
σχολιασμένο διδακτικό εγχειρίδιο, G. Binder: «Grundwissen-Grundgesetz»,
Ε. Klett-Verlag 1988).
Αύτά δλα σημαίνουν δτι στά σύγχρονα Συντάγματα δέν αντιπαρατίθεται
ένας κάποιος «λαός» σάν παθητικό αντικείμενο έναντι τής κρατικής έξουσίας που τήν αποτελούν τά κόμματα, άλλά δτι τά ίδια τά κόμματα συμμετέχουν σάν εκφράσεις κοινωνικών ομάδων στήν άσκηση τής έξουσίας. "Ας
ΰποθέσωμε λοιπόν δτι έν 'Ελλάδι έκατό χιλιάδες οπαδοί τοϋ Μακρυγιάννη
(ή ίσως καί λιγάκι περισσότεροι...) θέλουν νά φκιάσουν κόμμα μέ έμβλημα
ένα... «κλαράκι βάλσαμο». Επισήμως δηλαδή. Κατά ποίαν λογική, καί κατά
ποίαν συμφωνία μέ τά 21 πρώτα άρθρα περί «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» τοϋ
Β' μέρους, τό νϋν άρθρο 73 § 3 — δηλαδή τό άρθρ. 17 τοϋ 1844 — τούς τό
άπαγορεύει; 'Αναφέρομε μόνο μία περίπτωση... (Παράκλησις: Θά επιθυμούσαμε τήν άπάντηση συνταγματικώς νά μας τήν δώση ό κ. Κύρκος, ό όποιος
προσφάτως είπε στήν Βουλή, δτι πρέπει νά σπεύσωμε νά πάρωμε «υλικό
ευκαιρίας», τώρα ποϋ φεύγουν οί βάσεις, πρός ύπεράσπιση τών «έθνικών
συνόρων». Καί καλά, τά «σύνορα» νά τά «ύπερασπίσωμε» — δσο «υπερασπίζονται» αύτά μέ δπλα. 'Εντός τών «συνόρων» δμως, τώρα ποϋ οί τοίχοι
πέφτουν, τί θά γίνεται; Αιωνίως «τοΰ Μακρυγιάννη»;...).
Ά π ό τήν παραπάνω θεωρητική ερώτηση θά προκύψουν οί παρακάτω έννοιες πού θά μάς απασχολήσουν, άλλά καί ή διαπίστωση, ότι γιά τό βαλσαμοκήπιόν μας ό μεγαλύτερος εχθρός είναι ό χρόνος. Ή διάταξη τοΰ
"Οθωνα ρίζωσε γιά καλά — κυρίως γιά τούς άλλους λόγους πού θά ίδοΰμε
— στά συνταγματικά μας πεπρωμένα. Ά λ λ ά ό κόσμος δέν ήταν δυνατόν
νά μείνη στό 1844, ή κοινωνική εξέλιξη έπροχώρησε, έπρεπε νά μπούμε
στήν ΕΟΚ. Νά ξύσωμε τό συνταγματικό μας πουρί, αδύνατον, διότι ήταν
άκριβώς τό πουρί πού έκρατοΰσε τούς τοίχους πλέον. 'Επήραμε λοιπόν τά
21 πρώτα άρθρα τοΰ Β ' μέρους τοΰ Συντάγματος μας — ή «εγχείρηση»
έγινε άκριβώς μεταξύ θρησκείας καί Μακρυγιαννισμοΰ στόν «καταστατικό
μας Χάρτη» — κατ' άντιγραφήν όπως τά είχαν οί «εταίροι» μας καί τά
III

προσθέσαμε σέ «δ,τι είχαμε». Ή έγχείρηση έπέτυχε απολύτως, ό ασθενής
δμως ώδηγήθηκε στόν... κ. Ζολώτα. Ό παλαιός θεραπευτής κ. Ζολώτας,
ό όποιος έντόπισε αμέσως καί τό αίτιον τής χειροτέρευσης («έχάθηκαν οί
παλαιές άρετές», είπε σέ κάποιον λόγο του, δηλαδή φταίνε άκριβώς τά 21
πρώτα άρθρα...), άνέλαβε πλέον άναγκαστικά, άφοΰ ή συνομοσπονδία αφρικανών μάγων είχε έκδόσει ολίγον πρίν διακοίνωση, δτι άδυνατεί πλήρως
νά θεραπεύση άσθενή πού δέν είχαν ξαναδεί ποτέ μπροστά τους. Τοιούτου
είδους μεταμοσχεύσεις άπό εύρωπαϊκά Συντάγματα, είπαν, ήσαν στίς επικράτειες τους άγνωστες... ( Ά λ λ ά καί έτέραν διάγνωσιν έποιήσατο ό κ.
Ζολώτας κατά τήν διάρκειαν τής θεραπευτικής άγωγής: «Έδημιουργήσαμε
νέα κίνητρα γιά έπενδύσεις», είπε σέ συνέντευξη πρός τούς δημοσιογράφους. Καί προσέθεσε: «Βέβαια καί πρίν ύπήρχαν κίνητρα, άλλά ξέρετε
γιατί δέν έρχονταν; — Γιατί τά άντικίνητρα ήσαν μεγαλύτερα άπ 1 τά κίνητρα...»! (Δηλαδή, έάν καλώς διεφωτίσθημεν: Ξέρετε τώρα γιατί δέν είναι
νύχτα; — Διότι είναι μέρα!...). Μά αύτό τάχα δέν ήταν καί τό κατ' ούσίαν
πρόβλημα τοΰ Μακρυγιάννη; Μεγαλύτερα κίνητρα άπό αύτά πού έδωσαν
τά Συντάγματα τής Επιδαύρου, μέ τό νά βγάλουν όλη τήν «Επικράτεια»
άνευ όρων στό σφυρί, δέν είναι δυνατόν νά άποκτήσωμε. Ά λ λ ά ούτε τότε
ήρθαν οί έπενδύσεις. Έ ά ν έρχονταν καί «έπεφτε χρήμα», ίσως δέν έξεγείρετο ό Μακρυγιάννης. Δέν ήρθαν όμως καί (σύν τόν "Οθωνα πού ήθελε νά
βάλη τάξη στίς ύπόλοιπες «επιχειρήσεις»...) ό «ήρωάς» μας έξηγέρθη...
Φαίνεται δτι οί έπενδυτές κάπου αλλού άναζητοΰν τά κίνητρα άπό έκεΐ πού
τά προσφέρομε έμεΐς, ή μάλλον πού τά προσφέραμε μέχρι τώρα...).
Ό χρόνος λοιπόν μάς νίκησε καί έπρεπε νά μπούμε στήν ΕΟΚ. Πήραμε
έτσι θέλοντας καί μή τά πρώτα 21 άρθρα καί τά κολλήσαμε προεκτατικώς
πώς, έν εϊδει τεταμένης χειρός επαιτείας διά τά ΜΟΠ... Καί πάλι δηλαδή
ή «μακρυγιαννική ούσία» τοΰ Συντάγματος ώς όλου θά έμενε. Έ δ ώ πρέπει
νά κάνωμε τήν έξης διευκρίνηση:
«Άνθρώπινα δικαιώματα» γενικώς περιέχουν όλα τά έλληνικά Συντάγματα (διότι έγιναν μετά τά εύρωπαϊκά, πού αύτά εισήχθησαν κατόπιν επαναστάσεων). Είναι άλλο πράγμα δμως τά «άνθρώπινα δικαιώματα» ώς αμυντικά δικαιώματα τοΰ άτομου έναντι τοΰ κράτους καί άλλο πράγμα τά
«άνθρώπινα δικαιώματα» ώς δεσμευτικές ύποχρεώσεις τοΰ κράτους έναντι
τοΰ άτομου. Παραδείγματος χάριν: όταν τό Σύνταγμα τής Τροιζήνος κατοχυρώνει τήν έκφραση έλευθερίας γνώμης (άρθρ. 20, 25, 26) — καί μάλιστα
πολύ πιό «φιλελεύθερα» άπό τό σημερινό πού άπαγορεύει τήν ά π ' εύθείας
πρόταση πρός τήν Βουλή καί άπαγορεύει ούσιαστικά τήν έκπαίδευση μέ
τήν άπαγόρευση ιδιωτικών άνωτάτων σχολών (περί τοΰ τελευταίου όμως
112

στό προσεχές βιβλίο μας) — θεμελιοΐ ένα αμυντικό δικαίωμα τοϋ ατόμου,
δηλαδή τό κράτος δέν μπορεί νά τόν έμποδίση. Ό τ α ν όμως τό σημερινό
Σύνταγμα στό άρθρο 5 όμιλή περί «έλευθέρας άναπτύξεως τής προσωπικότητος», αύτό σημαίνει καί δεσμευτική ύποχρέωση τοΰ κράτους νά παρέξη
στό άτομο τά μέσα γ ι ' αύτό. Ή διαφορά είναι άρκούντως κολοσσιαία,
διότι συνεπάγεται τήν κοινωνική διαδικασία πού οδηγεί άπό τό ένα στό
άλλο. 'Ενώ στήν πρώτη περίπτωση τό δικαίωμα πηγάζει άπό τό κράτος,
στήν δεύτερη περίπτωση πηγάζει άπό τό άτομο — καί συγκεκριμένα άπό
τήν άξιοπρέπεια τοΰ άνθρώπου ώς αύταξία, τήν όποία άναγνωρίζει τό κράτος ώς δέσμευση του.
Δέν μπορούμε στά πλαίσια τούτου τοΰ βιβλίου νά μποΰμε σέ παραπέρα
συζήτηση έπί τών θεμάτων αύτών, πού δέν είναι καθόλου «νομικής φύσεως», άλλά ιστορικής καί ιδιαίτερα φιλοσοφικής (τά «δικαιώματα» δέν τά
φκιάνουν οί «συνταγματολόγοι» καί οί «νομικοί», άλλά οί κοινωνικές διαδικασίες, δηλ. οί ποιητές, οί μουσικοί, οί λογοτέχνες, οί φιλόσοφοι κ.λπ.
Μιά παραπέρα συζήτηση συνεπώς θά ήταν έκτός θέματος καί θά μάς (οδηγούσε σέ τελείως διαφορετικούς χώρους, θά ήταν άλλωστε καί περιττή,
άφοΰ έλήφθη «ειδική πρόνοια» άπό τό 1844 γιά τέτοιου είδους κόσμο στήν
Ελλάδα...). Σκοπός μας έδώ είναι νά δείξωμε πώς ύπήρξαν οί «συγκολλήσεις» καί τίς... έπιπτώσεις. "Ενα άλλο παράδειγμα τέτοιας «συγκολλήσεως»
είναι τό άρθρ. 15, § 2, όπου διά τής «πολιτιστικής άναπτύξεως» διεκδικείται
μέν ό έλεγχος τών «προϊόντων τοϋ λόγου καί τής τέχνης», άλλά ούδεμία
ύποχρέωση πρός προαγωγή των (άρα πρός τήν «έλευθέραν άνάπτυξιν τής
προσωπικότητος» τοΰ άτομου τοΰ άρθρ. 5, πού είναι κατ' άντιγραφήν τό
πρώτο τοΰ γερμανικού Συντάγματος). Ούτε καί χρειάζεται ή διεξοδική άναφορά στίς «συγκολλήσεις», προκειμένου νά δειχθούν οί μεταπτώσεις τοΰ
άσθενοΰς μας... Τό άρθρο 5 π.χ. άρκεϊ.
Τό άρθρο αύτό, όπως είπαμε, έχει ώς βάση μιά σύνθετη έννοια (έπί τής
οποίας έπίσης δέν μπορούμε νά διαλάβωμε έδώ είδικώτερα), πού λέγεται
«άξιοπρέπεια τοΰ άνθρώπου». Τό Σύνταγμα τοΰ "Οθωνα, πού άποτελεΐ τήν
βάση τής πολιτικής μας κατάστασης, δέν είχε σκοπό νά άμφισβητήση
αύτήν τήν έννοια, προέρχεται όμως ώς «καταστατικός χάρτης» άπό άνάγκες
άντιμετωπίσεως αναξιοπρεπών προθέσεων. Είναι δηλαδή ένα «Σύνταγμα»
κατάλληλο γιά έκβιαστές καί λωποδύτες. Πώς τώρα ή βάση τοΰ Συντάγματος μας πού έμεινε άναλλοίωτη θά μποροΰσε νά συνδυασθή με τά περί
«άξιοπρεπείας τοΰ άνθρώπου», πού έπρεπε νά έκφράζουν οί «συγκολλήσεις», προκειμένου νά πάρωμε τά ΜΟΠ; 'Εδώ προέκυψε τό μέγα μεταπολεμικό μας πρόβλημα, πού ώδήγησε στήν κατάσταση πού ζοΰμε σήμερα,
113

δηλαδή στήν διάλυση τής 'Ελλάδος ώς κράτους καί ή όποία πλέον δέν
μπορεί νά άποτραπή. Κανείς δέν φταίει συγκεκριμένα· ήταν μιά κατάσταση
αναπόφευκτη, πού άπλώς καθυστερούσε νά έκδηλωθή. Τό σαραβαλιασμένο
συνταγματικό μας κάρο — άνευ ούσιώδους έπισκευής άπό τό 1844 —, τό
όποιον μετέφερε έπί έκατόν πενήντα τόσα χρόνια όλους τούς ένθεν τών
συνόρων έγκλειομένους ώς άπατεώνες καί δυνάμει λυμεώνες τοΰ δημόσιου
προϋπολογισμοΰ, επόμενο ήταν μέ τό δυσβάστακτο βάρος περί «άξιοπρεπείας τοΰ άνθρώπου» τοΰ άρθρ. 5 καί τών άλλων «συγκολλήσεων» (πού
ήταν όπως είπαμε γερμανικές συνταγματικές «άναλήψεις», μιά καί ή Γερμανία θά ήταν καί ό κύριος χρηματοδότης τών ΜΟΠ — ό κ. Ζολώτας
άλλωστε στήν τελευταία επίσημη διάσκεψη τοΰ Στρασβούργου εύρίσκετο
μονίμως παρά τό πλευρόν τοΰ γερμανού Καγκελαρίου καί μόνον αύτοΰ...)
νά διαλυθή είς τά έξ ών συνετίθετο. 'Ιδού πώς έγινε τό πράγμα:
Τό άρθρο 19 περί «επισήμου έρμηνείας τών νόμων» τοΰ Συντάγματος τοΰ
1844 προϋπέθετε τήν ύπαρξη μιας ισχυρής κεντρικής έξουσίας, όπως ήταν
αύτή τής μοναρχίας τοΰ "Οθωνα. Καί είδαμε ποιά ήταν ή σημασία του: νά
κλείνη τά «παραθυράκια» πρός ρεμούλα. Δέν είναι μάλιστα καθόλου τυχαίο, ότι καί μερικές άλλες «γενικής φύσεως» οικονομικές διατάξεις, πού
κατά νόημα ύποτίθεται ότι είναι γενικές, εύρίσκονται ειδικά στό «περί
Βουλής καί Γερουσίας» κεφάλαιο. Π.χ. αρθ. 52: «Ούδείς φόρος έπιβάλλεται
ούδ' ΕΙΣΠΡΑΤΤΕΤΑΙ, έάν προηγουμένως δέν ψηφισθή παρά τε τής Βουλής καί τής Γερουσίας, καί κυρωθή ύπό τοΰ Βασιλέως». 'Ερμηνεία: τό
φορομπηχτικόν τουρκικής νοοτροπίας σύστημα τών πρώην οπλαρχηγών
καί νΰν «βουλευτών», έπρεπε νά σταματήση. "Αρθρ. 54: «Ούδεμία σύνταξις
ή αμοιβή δίδεται έκ τοΰ δημοσίου ταμείου, άνευ νόμου». 'Ερμηνεία: Οί
βουλευτές δέν πρέπει νά βλέπουν τήν βουλευτική τους ιδιότητα ώς... κουτάλα. Γ ι ' αύτό άκριβώς οί διατάξεις αύτές ύπάρχουν ειδικώς στό «περί
Βουλής καί Γερουσίας» κεφάλαιο. Στό επόμενο μάλιστα «περί Βουλής»
κεφάλαιο, ορίζεται διά τών άρθρων 67-68 καί ή συγκεκριμένη «ταρίφα» τών
βουλευτών.
Έπεξήγησις: "Ολα στό πρώτο ελληνικό Σύνταγμα αναφέρονται «πέριξ τών
βουλευτών», ώς πρός τά ύπόλοιπα δέ, δηλ. ώς πρός τίς «γενικές αρχές» του,
είναι αρκετά προοδευτικό γιά τήν έποχή του, άφοϋ βάση έχει τήν γαλλική
«Χάρτα» τοϋ 1830. 'Ωστόσο, είναι έλαφρώς θλιβερό νά βλέπη κανείς σέ
διάφορα βιβλία τό έντελώς άνυποψίαστον άπό ιστορικής καί πολιτικής άπόψεως τών διαφόρων «έρμηνειών» καί ώς μόνην πηγή «έρμηνείας» τίς προσωπικές ιδεολογικές απόψεις τοϋ «έρμηνεύοντος». Καθόλου τυχαία, δπως θά
ίδοΰμε.
114

"Ετσι, π.χ. στόν τόμο «'Ελλάς» τής «νέας παγκοσμίου 'Εγκυκλοπαίδειας»
τής «Μορφωτικής 'Εταιρείας» (1959), αναφέρεται: «Τό Σύνταγμα τοϋ 1864
έχει έκδηλον τήν δημοκρατικήν πνοήν τών γεγονότων τής έκθρονίσεως τοϋ
Όθωνος. Εις αύτό αντιπροσωπεύεται ή πολιτική άνοδος τοΰ νεοελληνικού
άστισμοΰ καί ό περιορισμός τής δυνάμεως τής ολιγαρχίας τών «τζακιών».
Είναι ή έποχή ΠΟΥ ΥΨΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΚΑΜΙΝΑΔΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ. Καί τό φιλελεύθερον πνεϋμα τοΰ πολιτεύματος έκδηλώνεται μέ τήν συνταγματικήν καθιέρωσιν τής αμέσου καί καθολικής ψηφοφορίας τών πολιτών». Αύτά στήν σελ. 954' στήν σελ. 957 ακολουθεί: «Άπό τοΰ 1834 καί έπειτα, ό ρυθμός είς τάς έκδηλώσεις τής δημοσίας
καί πνευματικής ζωής τής Ελλάδος, ύπήρξεν έξαιρετικά βραδύς. Ή χώρα
μας κατετάγη μεταξύ τών λεγομένων «καθυστερημένων» χωρών! Ή ψυχολογία καί ή ιδεολογία τής Συγκυριαρχίας (Λογιωτατισμός, Βυζαντινισμός,
έχθρότης πρός τάς φυσικός καί θετικάς έπιστήμας, προγονοπληξία καί είς
τό πεδίον τοΰ Δικαίου ή αποκλειστική λατρεία τοϋ Corpus Juris Civilis κ.λπ.)
έθεσαν παντοϋ τήν άναχρονιστικήν σφραγίδα των».
'Εξήγηση μεταξύ τών δύο «αποφάνσεων»: Καμμία.
Δέν μποροΰμε νά έπιβαρύνωμε οικονομικώς τό βιβλίο, ούτε καί νά καταχρασθοϋμε τοΰ χρόνου τοΰ αναγνώστη, προβαίνοντας σέ κρίσεις ή σταχυολογοϋντες άπό άλλα βιβλία «συνταγματικών έρμηνειών». Έλπίζομε ότι θά
καταστοΰν σαφή άρκετά πράγματα άπό τά άκολουθοϋντα.
Καί ό μέν "Οθων, έφυγε, οί διατάξεις δμως περί «έπισήμων έρμηνειών»
έμειναν. Ό Μακρυγιαννισμός, πού απεδείχθη ή προεξάρχουσα πολιτική
δύναμη τοΰ χώρου, θά έμενε καί ή έπικρατοΰσα έκφρασή του. (Βεβαίως μία
άπό τίς βασικές αίτιες έκθρονίσεως τοΰ "Οθωνα ήταν καί ή στάση του στόν
κριμαϊκό πόλεμο. Οί σχέσεις Βαυαρίας καί Ρωσσίας τότε ήσαν διαφορετικής φύσεως, διότι ή Βαυαρία ήταν βασίλειο. Μέσα σ ' αύτές τίς σχέσεις
εμφιλοχωρούσε καί ή Πολωνία — έξ ου καί οί συνωμοσίες τοΰ «ήρωά» μας
μέ πολωνούς φυγάδες...). Οί "Αγγλοι, οί όποιοι τήν ένθρόνηση τοΰ Γεωργίου τήν πλήρωσαν πανάκριβα, μέ τήν παραχώρηση τών Έπτανήσων (μιά
«λύπη» πού ούτε τούς πέρασε έκτοτε, ούτε πρόκειται νά τούς περάση...), δέν
είχαν βέβαια σκοπό ν ' άντιμετωπίσουν τά ίδια τά οθωνικά καί μέ τόν
Γεώργιο. Καίτοι τό Σύνταγμα τοΰ ' 64 περιέχει όλες τίς διατάξεις τοΰ "Οθωνα, ό Γεώργιος άφησε τούς «ύπηκόους» του στίς δημοκρατικές συνήθειές
τους μέ τά λημέρια καί εισήγαγε μάλιστα καί τήν «δεδηλωμένη». 'Από έδώ
καί πέρα τώρα θά άρχιζε τό χάος τών «έρμηνειών», τών «έρμηνειών» έπί
τών «έρμηνειών» κ.ο.κ., δηλαδή ό Μακρυγιαννισμός ώς μόνιμη τρωκτική
έπιδίωξη κατά τοϋ δημοσίου προϋπολογισμού. Ό «λαός» μέσα σέ ό λ ' αύτά
βέβαια δέν έπαιξε ποτέ κανέναν ρόλο. Οί διανοούμενοι, οί άξιοι καί ικανοί,
έμεναν μονίμως ύπό δίωξη, σύμφωνα μέ τά «έπιτάγματα» τών Μακρυγιάννη
115

καί Παλαμήδη. Διαβάζοντας κανείς τόν Ροΐδη άποκομίζει πιστή τήν είκόνα
τής καταστάσεως. Χρεοκοπίες, πολεμικές ήττες τω '97 (ό στρατός πειναλέος καί γυμνός, ό ρόλος τών «στρατηγών» όμως πρώτος καί καλύτερος
μέσα σ ' ό λ ' αύτά), διαρκής κοινωνική κρίση οδηγούν τήν κατάσταση στό
άπροχώρητο μέ τό 1909. Τό αναθεωρητικό Σύνταγμα τοϋ 1911, παρά τόν
«προοδευτικό» χαρακτήρα πού πολλοί θέλουν νά τοΰ άποδίδουν (τί «πρόοδος», όταν οί κοινωνικές καταστάσεις πού έπιβάλλουν τίς βασικές διατάξεις παραμένουν; Ή προσθήκη άρθρων δέν είναι αναθεώρηση, δηλαδή
μεταβολή ούσίας, άλλά μόνο πρόσθετος «ερμηνεία»...), δέν άποτελεϊ άνάσχεση στήν πρόοδο τοΰ Μακρυγιαννισμοΰ. Ή μόνη «πρόοδος» μέ τό Σύνταγμα αύτό ήταν ή κατάργηση τοΰ κυάμου (μαΰρο-κόκκινο) καί ή εισαγωγή τοΰ ψηφοδελτίου, μέσα σέ μιά συνεχιζόμενη κατάσταση άγραμματωσύνης, άφοΰ μόλις τό ϊδιο Σύνταγμα εισήγαγε υποχρεωτική τήν πρωτοβάθμια έκπαίδευση.
Βασικά, όσο πιό πολύ έπικρατοΰσε ή άποδυνάμωση τής κεντρικής έξουσίας — αύτή πού προϋπέθεσε υπάρχουσα ό Όθωνας στά άρθρα του — είναι
φανερό πώς τόσο πιό πολύ θά κυριαρχοΰσε τό πνεϋμα πού αύτά τά άρθρα
ήθελαν νά άντιμετωπίσουν, δηλαδή ό Μακρυγιαννισμός. "Οντως σέ περιόδους «δημοκρατικές», όπως άρέσκονται νά τίς ονομάζουν οί έπί Ιδεολογικού έπιπέδου μακρυγιαννιζόμενοι (καί κατ' άνάγκην «λαϊκιζόμενοι») συνταγματικοί ερμηνευτές, οί έπιχειρήσεις κατά τοΰ προϋπολογισμοϋ κατάγουν τεράστιες «ερμηνευτικές» νίκες. "Ετσι π.χ. στό Σύνταγμα τοΰ '27,
ύπάρχει ή «ερμηνευτική δήλωσις έπί τοΰ άρθρ. 28 (τό βλέπομε: οί
"έρμηνεύσεις" τώρα δέν είναι άπαραίτητες μόνο γιά τούς νόμους, άλλά καί
γιά τά ϊδια τά Συντάγματα!): «Διά τοΰ όρου "Κυβέρνησις" νοείται ένταΰθα
καί εϊς έκαστος τών 'Υπουργών κεχωρισμένως»! Ό Μακρυγιάννης λοιπόν
έν πλήρει δόξη σέ «δημοκρατικούς» συνταγματικούς καιρούς...
Νομίζομε, ότι τό βασικό νόημα αύτοΰ πού θέλομε νά ποΰμε, προέκυψεν
ήδη. Δέν μποροΰμε νά έπεκταθοΰμε περισσότερο έδώ (τά τής «συνταγματικής» μας ιστορίας μποροΰν νά πληρώσουν καί βιβλιοθήκην όλόκληρον),
διότι τά παραπάνω μάς άρκοΰν νά άποδείξωμε τό θεώρημά μας, δηλ. τήν
ισοπαλία «Μακρυγιαννισμοΰ» καί «Σοσιαλισμοΰ» έπί τών ήμερών μας. Ή
φράση «νομοθετική έξουσία», γιά τήν «αύθεντική έρμηνεία» τών νόμων,
διατηρείται μέχρι καί τών Συνταγμάτων τής Χούντας. Μετά τήν Χούντα,
ή «έξουσία» στό Σύνταγμα βαφτίζεται «λειτουργία». Τώρα «έρμηνεύει» ή
«νομοθετική λειτουργία». Πώς αύτό; — «Γιά λόγους Δημοκρατίας», γιά νά
μειωθή ή αυταρχική έννοια τής λέξης μετά άπό τήν «τυραννία», θά μποροΰσε νά μάς πή ένας «συνταγματικός όπαδός» τοΰ Μακρυγιάννη ίσως. Δέν
116

μπορούμε δυστυχώς νά τοϋ άπαντήσωμε διότι τά έξοδα τούτου τοϋ βιβλίου
επιβαρύνουν τόν εκδότη... Θά τοΰ ποϋμε όμως τήν πραγματική αίτία (χωρίς
φυσικά νά έλπίζωμε ότι θά μεταπεισθή):
Μετά τήν Χούντα ήσαν στόν ορίζοντα τά ΜΟΠ. Καί στήν Δεξιά έλειψαν
οί «αύθεντικές ερμηνείες» έπί όκταετίαν, πράγμα έξόχως σοβαρό. Τά ΜΟΠ
έπρεπε νά εισρέουν άκωλύτως. Μόνο πού έπέβαλαν τήν έστω καί συγκολλητικώς ανάληψη τής άγνωστου έννοιας «αξιοπρέπεια τοϋ άνθρώπου», πού
είχαν όλα τά ευρωπαϊκά Συντάγματα καί έπί τής οποίας έβασίζετο καί ή
νομολογία τής ΕΟΚ, στήν οποίαν μπορούσαν νά προσφύγουν καί άπλοΐ
πολίτες. Τό πρόβλημα κατέστη μέγα καί τραγικόν. Έ ν ώ πρίν δηλαδή ό κ.
Τσαλδαροσοφούλης διά πάσαν «αύθενπκήν έρμηνείαν» έπί συνταγματικού
θέματος μπορούσε αύτοστιγμεϊ νά τηλεφωνήση στόν νωματάρχη τοΰ πλησιέστερου άστυνομικοϋ τμήματος, τώρα τό πράγμα δέν ήταν δυνατόν, διότι
μποροΰσε μέ μιάν άναφορά π.χ. νά πάθουν έμπλοκή οί λογιστικοί κομπιούτερ στίς Βρυξέλλες. Ή έννοια τής «έρμηνείας» έχανε πλέον τό χωροχρονικόν άσυνεχές ή «κατά περίπτωσιν» τής εποχής τοΰ Μακρυγιάννη καί
έμεταβάλλετο σέ συνεχή έπαγρύπνιση. Ή «νομοθετική έξουσία» έγινόταν
έτσι χαμελαίοντας, ό όποιος αίωρεΐτο έπί τοΰ χάους δύο άντιτιθεμένων
κορυφών: άπό τήν μιά μεριά ένα συνταγματικό καί νομολογικό κατασκεύασμα πού έβασίζετο έπί τής γενικευμένης λωποδυσίας ώς κοινωνικής άρχής,
καί άπό τήν άλλη οί «συγκολλήσεις» μέ έννοιες άγνωστες, ού μήν άλλά καί
άναγκαϊες. Μέ τό ένα μάτι άπ' έδώ, μέ τό άλλο ά π ' έκεΐ. Καί τοΰτο συνεχώς
— άρα έπρόκειτο περί διαρκούς «λειτουργίας»! Έχρειάζονταν λοιπόν οί
πάσης φύσεως «ειδήμονες», οί όποιοι διαρκώς θά μεριμνοΰσαν μήν γίνη
πουθενά κανένα λάθος. Έ ά ν είχαμε βέβαια νά κάνωμε όπως παληά μέ έναν
βασιληά, τότε οί έντός Βουλής, όπλοφοροΰντες ή όχι, θά τά έφερναν «βόλτα». Τώρα είχαμε νά κάνωμε μέ έννοιες άγνωστες καί δαιδαλώδεις γιά τίς
όποιες οί έντός Βουλής ούτε άρκοϋσαν ούτε έπαρκοΰσαν. Δέν έμενε λοιπόν
άλλη λύση άπό τίς «έπιτροπές». «Εισηγητικές» έπιτροπές, «γνωμοδοτικές»
έπιτροπές, «νομοπαρασκευαστικές» έπιτροπές, «συντονιστικές έπιτροπές»,
«ειδήμονες» άπό 'δώ, «σύμβουλοι» άπό 'κει. Τό μηχάνημα τής «λειτουργίας» έμπήκε άργά άλλά σταθερά μπροστά...
"Εως ότου έπεράτωσεν ό κ. Παπανδρέου τίς περί «Χέρσου Ελλάδος»
έντρυφήσεις του έπί τών πρώτων Συνταγμάτων τής Επιδαύρου. «Χέρσος»
πάει νά πή, ότι άφοΰ άνεβοΰμε στήν έξουσία, δέν ύπάρχει λόγος νά ξανακατεβούμε... Ά ρ α λοιπόν δέν χρειαζόμαστε κανέναν ίσχυρόν πρόεδρο, όποιος αύτός μπορεί νά είναι, ιδιαίτερα μάλιστα άξιον (;) άλλά άπλώς έναν
καλόν κομματικό μηχανισμό. Έκτός λοιπόν άπ' τούς «συμβούλους», θά
έπρεπε τώρα νά καταβροχθίζουν έν μέρει καί οί κομματικοί οπαδοί, ή
117

«Αντίσταση». 'Ιδού λοιπόν ή «Λειτουργία» ώς πράγμα θηριώδες, μοχθηρόν καί μονόφθαλμον — εκατοντάδες εκατομμυρίων, δεκάδες δισεκατομμυρίων, τρισεκατομμύρια... Ό «Σοσιαλισμός» ήρθε μέ τόν «Μακρυγιαννισμό» ισοπαλία. Καί έπί τέλους μέσα σ ' αύτόν τόν άρμαγεδδώνα άνεκαλύφθη καί ένας άπατεών: Ό Κοσκωτάς!...
"Ετσι λοιπόν τό κάρο διαλύθηκε, μόνο καί μόνο έπειδή έλαφρώς προσέκρουσε σέ μιάν άγνωστη ιδέα!
Ό «σοσιαλισμός» πού μάς έφερε ή «άντίσταση», δέν ήταν άγνωστο
πράγμα στήν 'Ελλάδα· ήταν άκριβώς ή πλήρης διϊστορική πραγμάτωση
τής «Δημοκρατίας» τοΰ Μακρυγιάννη. Νά μπούμε τώρα σέ άλλου είδους
«συνταγματικές λεπτομέρειες» σχετικά μέ αύτόν τόν «σοσιαλισμό», όπως
έπί παραδείγματι μέ τίς αναθεωρητικές «προτάσεις» τοΰ ΠΑΣΟΚ σχετικά
μέ τό Σύνταγμα τοΰ '75 — όπως καί μέ άνάλυση τών πολλών προθέσεων
πού αύτές κρύβουν —, θά ήταν άνευ σημασίας. Διότι θά έσήμαινε ότι
προσπαθούμε νά έντοπίσωμε κάποιο κακό, ή κάτι νά άποτρέψωμε γιά τό
μέλλον. Ά λ λ ά άπό ύπάρξεως τής 'Ελλάδος σάν κράτους τίποτε δέν ύπήρξε
χειρότερο άπό αύτό πού ήταν πρίν. Καί αύτό θά πρέπει νά τό καταλάβουν
όχι μόνο οί νομίζοντες πώς κάτι μπορεί νά χειροτερεύση — ένδεχομένως
οί ύπάρχοντες γενίτσαροι —, άλλά καί οί κινδυνολόγοι. Τίποτε δέν μπορεί
νά χειροτερεύση, διότι ή 'Ελλάδα σάν κράτος εύρέθηκε έξ άρχής στήν
χειρότερη κατάσταση πού μποροΰσε νά βρεθή κράτος τότε. Δηλαδή ή
έξέλιξή μας μέ τήν Εύρώπη ύπήρξε πολύ καλύτερη άπό όσο έπέτρεπαν οί
άντικειμενικές δυνατότητές μας. Τί βρήκαν οί εύρωπαΐοι μπροστά τους
έδώ; — 'Εκβαρβάρωση, άγραμματωσύνη, μοχθηρία, άπατεωνία καί έγκληματικότητα. Αύτά περίπου ήσαν τά χαρακτηριστικά μας σάν κράτος. Φυσικά υπήρξαν άνθρωποι άξιοι καί προσπαθήσαντες, αύτό όμως πού τελικώς
έφαίνετο ήταν αύτό πού δέν μποροΰσε νά κρυφτή: ή έλλειψη κοινωνικής
σπονδυλικής στήλης.
Καί άκριβώς μέσα σ ' αύτή τήν έλλειψη ό Μακρυγιαννισμός, δηλαδή ή
χρήση τής πολιτικής για προσωπικά όφέλη, ύπήρξε ή προεξάρχουσα διάσταση πού έδείχναμε στους άλλους. Τί ήταν αύτό δηλαδή πού μάς έστέρησαν οί εύρωπαΐοι, πού είμαστε είς θέσιν νά διεκδικήσωμε καί δέν τό
πήραμε; "Οχι τί πιστεύομε έμεϊς άπό τόν έαυτό μας, άλλά τί έβλεπαν οί
άλλοι σ ' έμάς, είναι αύτό πού μετράει. Κι αύτό βγαίνει άπό τήν ιστορία
πού δέν ξέρομε. Δέν είναι ένα καί δύο τά βιβλία τών ξένων περιηγητών πού
άναφέρουν τήν άπορία: πώς είναι δυνατόν αύτός ό κόσμος νά έχη τέτοιες
ιδέες γιά τόν έαυτό του, όταν αύτοί πού τόν διοικούν δέν ξέρουν καν γράμματα; Καί ένας τέτοιος ήταν καί ό Μακρυγιάννης. Τό γεγονός ότι μαθαίνει
118

γράμματα στόν μέσον τής ζωής του, έπειδή τοϋ χρειάσθηκαν κατά τήν
διεκδίκηση τής έξουσίας, είναι άκριβώς τό χαρακτηριστικό τοΰ άπυθμένου
βάθους τών φιλοδοξιών καί τών προθέσεων. Καί είναι άσφαλτο δείγμα
βαρβαρισμοΰ, άν όχι ό ϊδιος ό ορισμός του. Τό ίδιο δέν κάνει μήπως
σήμερα ένας πού σπούδασε γιατρός καί γίνεται ύπουργός οικονομικών;
Ούτε στήν 'Ελλάδα, ούτε έκτός 'Ελλάδος ό ελληνισμός ήταν είς θέσιν νά
άντιμετωπίση κάτι άπό τίς ιστορικές τροπές τών νεωτέρων καιρών. Διότι
δέν τίς ήξερε. "Οπως άκριβώς δέν μπόρεσαν καί οί Τοΰρκοι καί τόσοι άλλοι
λαοί. Ή τ α ν άντίθετα ή έπαφή τους μέ τήν νεώτερη ιστορία, ή αύτής μ '
έκείνους, πού έδειξε τήν πραγματική κατάστασή τους.
"Αρα δέν κρίνομε έδώ τόν «σοσιαλισμό», γιά νά τόν κατακρίνωμε. Διότι
έν τέλει ό «σοσιαλισμός» έκαμε ένα μέγα καλό: συντελώντας στό νά φανούν
άκόμα μιά φορά καλά οί κοινωνικές προϋποθέσεις τοΰ έλληνικοΰ χώρου
— καί είπαμε πώς δέν άναζητοΰμε «φταιξίματα» — συνετέλεσε στό νά
ύπάρξουν έξ άντικειμένου νέες προβληματικές, θ ά ήταν αθέμιτο νά πούμε
πώς δέν ύπήρξαν άνθρωποι πού δέν προσπάθησαν στήν 'Ελλάδα, έστω κι
άν έκαναν μέσα στό μέτρο τών δυνατοτήτων τους κακό άντί καλό. 'Υπήρξαν κάποια κτήρια, κάποιες βιτρίνες (ασχέτως τοΰ πώς φκιάσθηκαν), κάποιες προσπάθειες μεταφράσεως βιβλίων καί κάποιες επιδιώξεις μόρφωσης. Αύτά όμως άρχισαν πολύ άργά. Καί ήταν άδύνατο νά δώσουν κάποιο
άποτέλεσμα, γιατί έστηρίζονταν σέ ψεύτικες ιδεολογίες. Τώρα πλέον είναι
άργά νά μοιρολογούμε. Ή 'Ελλάδα, έπειδή εξυπηρέτησε κάποιους ιστορικούς σκοπούς, είχε καλύτερην τύχη άπό αύτήν πού έπέτρεπαν οί δυνατότητές της. Σήμερα δέν εξυπηρετεί τίποτε πιά σάν κράτος καί πρέπει νά
άναζητήσωμε τίς νέες καταστάσεις πού μποροΰν νά ύπηρετήσουν άκόμα
τόν έλληνισμό. "Οσο έπιμένομε νά μεταφέρωμε ένα κράτος σάν (κατ' άνάγκην) απροσάρμοστο έρμαιο στήν σύγχρονη ιστορία, τόσο πιό πολύ θά
ύποφέρη ό κόσμος του. Πρέπει νά άντικρύσωμε μέ θάρρος καί μέ άπαίτηση
τό μέλλον. Ά λ λ ά γιά νά τό πετύχωμε αύτό, πρέπει νά ίδοΰμε γιατί ή 'Ελλάδα δέν μπορεί νά ύπάρχη καθ' εαυτή πρώτα σάν κράτος καί έπειτα έν
σχέσει πρός τούς άλλους λαούς καί τήν ιστορία. Καί ό «σοσιαλισμός» μάς
βοηθεί άπείρως πρός τοΰτο, διότι άκριβώς ώνομάσθηκε έτσι, διότι έστηρίχθηκε όντως στόν «λαό» καί τόν άφησε νά έκδηλωθή σάν ύπάρχουσα
πραγματικότητα. Οί αιτιολογίες ένδιαφέρουν ίσως τούς θρησκευτικούς καί
«έθνικούς» κατηχητές. 'Εδώ μάς ένδιαφέρει μόνο τό άποτέλεσμα καί οί
παράμετροι έκεΐνες πού ένέχουν μελλοντική ιστορική άξιοποίηση. Είναι
λάθος νά πιστεύεται ότι ό «σοσιαλισμός» δέν προσέφερε στόν τόπο καλό.
Οί καταστάσεις πού κρύβουν κάνουν κακό καί όχι αύτές πού φανερώνουν.
Γ ι ' αύτό κι έμεΐς έδώ δέν διαπνεόμαστε άπό καμμιάν διάθεση κριτικής,
119

άλλά μόνο άναλυτικής κατανοήσεως τών πραγμάτων. Καί είναι άκριβώς,
γιατί μπορούμε νά άποδείξωμε μέ ντοκουμέντα ώρισμένα πράγματα.
Ή «Αλλαγή» δέν μποροΰσε νά είναι τίποτε άλλο άπό μιά άκόμη «αυθεντική έρμηνεία» σέ όλο τό υπάρχον καί τίποτε πιό πολύ. Καί ούτε μποροΰσε ό σοσιαλισμός νά τροποποιήση 200 χρόνια ύπαρξης ένός κράτους έν
στιγμή μία. Πώς νά τροποποιηθή π.χ. ή διάταξη περί «αύθεντικής έρμηνείας»; "Επρεπε προηγουμένως ή Δικαιοσύνη νά είχε κάποτε θέσει στό
παρελθόν τό πρόβλημα πού τής δημιουργεί αύτή ή διάταξη. Καί τό πρόβλημα αύτό είναι, ότι άπλούστατα αύτή δέν είναι καθόλου άνεξάρτητη άπό
τήν έκάστοτε νομοθετική καί έκτελεστική έξουσία, άλλά δουλεύει πάντοτε
πολύ αγαστά μαζί τους. Δηλαδή είναι ή Δικαιοσύνη πού στηρίζει όλα τά
ύπόλοιπα. Πώς μπορεί μιά Δικαιοσύνη νά είναι άνεξάρτητη, όταν ή «αύθεντική έρμηνεία τών νόμων» άνήκει σέ κάποιον άλλον; Αύθεντικώτερον
τοΰ αύθεντικοΰ δέν μπορεί νά ύπάρξη, πράγμα πού σημαίνει, ότι όχι μόνο
ή Δικαιοσύνη άνεξάρτητη δέν μπορεί νά είναι, άλλά ούτε κάν Συνταγματικό Δικαστήριο είναι δυνατόν νά ύπάρχη στήν 'Ελλάδα, όπως στά άλλα
κράτη. Καί τά πράγματα, νομίζομε, τό έπιβεβαιώνουν.
Φκιάξαμε ωστόσο ένα δικαστήριο μεταχουντικά πού τό είπαμε «ειδικό».
Γιατί, όμως, άφοΰ σύμφωνα μέ τό άρθρο 73, «συνταγματικό» δέν θά μποροΰσε ποτέ νά είναι; Πρέπει έδώ νά προσθέσωμε, ότι ή «Λειτουργία», πού
είπαμε προηγουμένως, κατέστη καί άπό έναν πρόσθετον λόγο άναγκαία: ότι
ή μεταχουντική «Δημοκρατία», «σοσιαλιστική» καί μή, έδούλεψε μέ ένα
σπουδαίο εργαλείο: τό νομοθετικό μηχάνημα τής Χούντας. Ειπώθηκε μεταχουντικά ότι «ή 'Επανάσταση δέν δημιουργεί Δίκαιο» καί βάλαμε τούς
Συνταγματάρχες φυλακή (οί όποιοι καί γιά άλλους λόγους έπρεπε νά
μπουν, βλ. παρακάτω), έκρατήσαμε όμως τό πολύ ωραίο νομοθετικό μηχάνημα πού έφκιαξαν, τό όποιον, άφοΰ είχε δημιουργηθή, κατά τήν νομοθετική δεξιότητα τοΰ «άποφασίζομεν καί διατάσσομεν», έρχόταν «κουτί» μέ
τήν κατάσταση τών «αύθεντικών έρμηνειών». Ά λ λ ά έπειδή όπως είπαμε
υπήρχαν τά... ΜΟΠ, έφκιάξαμε καί μιά «ύπέρτατη Λειτουργία» τής «Λειτουργίας». Έκτός άπό τόν φυσικό δισταγμό μας ώς πρός τήν άγνωστην
έννοια «άξιοπρέπεια τού άνθρώπου» καί τήν δειλή συγκατάβασή μας διά
τοΰ άρθρ. 5, (τό άρθρ. 5 τελικά λέει: «θά προσπαθήσωμεν»!...), τά ΜΟΠ
επέβαλαν καί άλλες τυπικότητες, όπως π.χ. τό άρθρ. 28 (τό όποιον θά
δείξωμε πιό κάτω ότι είναι άκυρον). Πώς νά συνδυασθή τό άρθρ. 28 μέ τόν
πολιτικό μας Μακρυγιαννισμό, πού επέβαλε ή ούσία τοΰ Συντάγματος μας,
καί ό όποιος έπί ίδεολογικοΰ έπιπέδου άντανακλοΰσε πατροπαραδότως ώς
έθνική κλειστότητα — άντιδυτικός λαϊκισμός; Είς περίπτωση λοιπόν κά120

ποιας περιπλοκής, έπρεπε νά ύπάρχη κάποιος κόκκορας μέ «κϋρος», νά
έπωμισθή τό «πολιτικόν κόστος», ήγουν νά μήν κλονισθούν τά συνταγματικά μας θέμελα τοϋ Μακρυγιαννισμοΰ. Καί ό κόκκορας αύτός (ονομάσθηκε
«ειδικό δικαστήριο». Τώρα βέβαια θά άναρωτηθή κανείς, ποιάν άξία θά
μπορούσαν νά έχουν οί όποιες άποφάσεις ενός όποιου δικαστηρίου ώς πρός
τούς ύποχρεωτικούς κανόνες τοϋ διεθνοΰς δικαίου, σέ μιά χώρα διανοητικής κατασκευής όπως ή Ελλάδα. Θεωρούμε ματαίαν τήν έρώτηση. Οί
φοβίες μέ τό άρθρ. 28 ήταν σχετικά μέ τό Αίγαϊο καί τό NATO... Κυρίως
λοιπόν τό «είδικό» δικαστήριο έμενε γιά εσωτερική κατανάλωση — λόγφ
άπροβλέπτων περιπλοκών μέ τό χουντικό μηχάνημα — καί ίδίως, έπειδή
όπως έν τοις έμπροσθεν εξηγήσαμε τό πάν ήταν ή «πλειοψηφία» καί πολλοί
νέοι «σοσιαλιστές» καί «αγωνιστές» πολιτικοί είσήρχοντο στήν άρένα ώς
είς «τόπον χέρσον», γιά τήν ανοιχτή περίπτωση καμμιάς άφόρητης καλπονοθείας διαρκείας, (άρ. 58). Άλλωστε σέ ανάλογη περίπτωση έπί Βούλγαρη τόν περασμένο αίώνα εισήχθη ό θεσμός. Ή Δεξιά, τής όποιας έπινοήσεις άποτελοΰν όλα αύτά στό νέο Σύνταγμα, έβλεπε στόν «σοσιαλισμό»
έναν σοβαρό βουλευτικόν άντίπαλο καί είχε καί πλήρην γνώση τοΰ μηχανισμού τών «πλειοψηφιών». Ή θηριώδης «Λειτουργία» μεταχουντικά όμως
μετέστη σέ τέτοιο είδος μελάσσας, πού τελικώς γιά τίποτε δέν χρειάσθηκε
τό «Δικαστήριο». Ούτε άλλωστε ήταν δυνατόν νά άρη τό δικαστήριο αύτό
κάποιαν περίπτωση «δυσερμηνείας» άλλων δικαστηρίων, όπως ορίζει τό
άρ. 100, διότι τά μέλη τοΰ δικαστηρίου αύτοΰ είναι τά ϊδια πού θά έξέδιδαν
τίς ύπό «έρμηνείαν» άποφάσεις στά άλλα δικαστήρια.
'Ελλείψει λοιπόν άνωτάτου συνταγματικοΰ οργάνου έμείναμε καί πάλι
στά... οθωνικά, άλλά τήν φορά αύτή χωρίς "Οθωνα. Ά ν τ ί γιά "Οθωνα, ή
«Λειτουργία», μέ άποκλειστικήν συνταγή τήν τοΰ... «βαλσάμου». Καί άφοΰ
τό κράτος σάν τέτοιο δέν ύπόκειται σέ νόμους — τούλάχιστον σ ' αύτούς
πού άναφέρονται στήν ορολογία ώς «subjektiv-offentliche Rechte» —, έπεται
πώς διά τών «αύθεντικών έρμηνειών» τίποτε άπό τά νοούμενα τοΰ άρθρ. 5
δέν ισχύει έν Ελλάδι. Ά φ ο ΰ οί νόμοι είναι ύπόθεση «αύθεντικών έρμηνειών» κάθε φορά, είναι άπολύτως δυνατόν ό «νομοθέτης», μεθιστάμενος
γιά κάποιον άπρόβλεπτον λόγο στήν κατάσταση τοΰ φανερά ποινικώς υπολόγου (διότι άλλως πώς δέν ύπάρχει ένοχή άφοΰ ό Μακρυγιαννισμός ώς
«Λειτουργία» δέν παίρνει λεφτά άδούλευτα...), νά δίνη τίς «αύθεντικές έρμηνεϊες» πού νά τόν άθωώνουν. Πώς μπορεί νά μετονομασθή μιά τέτοια
«αύθεντική έρμηνεία»; — Μά, ύποθέτομε, «κυβέρνηση έθνικής συνεργασίας» καί «σωτηρίας», λόγου χάριν... Οί «ερμηνείες» δέν είναι άνάγκη νά
είναι πάντοτε γραπτές· μποροΰν νά άπορρέουν άμεσα άπό τήν πράξη...

121

Είναι άνάγκη νά άναφέρωμε άκόμα μερικές χαρακτηριστικές τρέχουσες
λεπτομέρειες, προκειμένου νά καταλάβωμε ότι δέν υπάρχουν πλέον πλαίσια
νομιμότητος τής Ελλάδας σάν κράτους στίς σύγχρονες διεθνείς σχέσεις.
Οί «κίνδυνοι» γιά τό «έθνος» δέν ύπάρχουν έκτός Βουλής· όλοι οί «κίνδυνοι» είναι έντός αύτής, καί αύτοί δέν είναι τίποτε περισσότερο άπό τίς
άνίατες ιστορικές καταβολές τής Ελλάδος σάν κράτους.
Εύκολα μπορεί κανείς νά προσέξη, ότι γύρω στίς δέκα πέντε είναι περίπου οί «έρμηνεΐες» πού έπί δύο αιώνες τώρα παραλλάζουν άπό Σύνταγμα
σέ Σύνταγμα, ένώ όλη ή «κληρονομημένη ούσία» τών προηγουμένων παραμένει καλώς έχουσα. Ά π ό τό Σύνταγμα τοΰ "Οθωνα πού είχε 107 άρθρα
μέχρι τούς τραγέλαφους τοΰ Παπαδόπουλου πού τά άνέβασε σέ 140, ό
άριθμός τών άρθρων τών έλληνικών Συνταγμάτων κυμαίνεται γύρω στά 120
κατά μέσον όρο. Οί μεταβαλλόμενες κάθε φορά «έρμηνεϊες» είναι συνάρτηση τοΰ άν ύπάρχη άνώτατος έπόπτης τών «αύθεντικών έρμηνειών» ή όχι.
Ειδικά ένδιαφέρουσα μέ τοΰτο τό Σύνταγμα είναι ή περίπτωση τοΰ άρθρ.
93, § 4 μέ τήν «τυπική» καί «ουσιαστική» αντισυνταγματικότητα τών νόμων. Τό πρόβλημα προέκυψε, διότι ή «άποκατασταθεΐσα Δημοκρατία» έκάθησε σέ ένα πάρα πολύ μαλακό μαξιλάρι: τό νομοθετικό μηχάνημα τής
Χούντας. Καταργήθηκαν μερικοί μή βολικοί νόμοι γιά τήν... «Λειτουργία» καί όλο τό ύπόλοιπο νομοθετικό μηχάνημα τής Χούντας ώνομάσθηκε «νίκη τής Δημοκρατίας». Προσυπεγράφησαν λοιπόν οί νόμοι ώς κοινωνικώς ισχύοντες, άλλά μιά τέτοια λαθροχειρία, έν συνδυασμω μάλιστα μέ τίς εύρωπαϊκές «συγκολλήσεις», δέν παύει νά είναι μιά έκλογικώς διακινδυνευμένη πράξη. Ή λαθροχειρία ώνομάσθη «τυπική άντισυνταγματικότητα». Αύτό πάει νά πη, ότι είναι μέν δυνατόν ένας νόμος νά
έφκιάσθηκε σέ μιά μή συνταγματική εποχή, άν όμως τόν έφκιαξε κάποιος
σοφός Σόλων λ.χ. ή άλλως πώς «έξυπηρετή», μπορεί νά παραμένη έπ'
άπειρον έν ισχύει, έως ότου προκύψη κατά περίπτωση (!) θέμα τής άντισυνταγματικότητός του στήν πράξη, δηλ. καί πάλι θέμα «έρμηνείας». Μόνο
πού τήν φορά αύτή τήν «έρμηνεία» δέν τήν δίνει ή «Λειτουργία», άλλά ό
συγκεκριμένος δικαστής πού θά προσκρούση στόν νόμο. Τό άρθρ. 93, § 4
μεταβιβάζει άκριβώς τήν ευθύνη τής «έρμηνείας» στόν δικαστή καί μπορεί
αύτός νά μήν έφαρμόση έναν προσυπογεγραμμένον άπό τήν «Δημοκρατία»
τέτοιον νόμο («τυπική άντισυνταγματικότης»), άν τόν κρίνη καί ούσία άντισυνταγματικόν. Ουτε όμως καί μετά άπ' αύτό ύποχρεοΰται ή «Λειτουργία» νά άποκτήση τήν εύαισθησία ή ύποχρέωση νά άσχοληθή μέ τήν
«αύθεντική έρμηνεία» τοΰ νόμου, γιά τήν οποίαν καταβροχθίζει τό χρήμα.
Ό νόμος μπορεί κάλλιστα νά παραμένη έν ισχύει καί ένας άλλος δικαστής
νά τόν βρή συνταγματικόν! Διά παν αλλο πρόβλημα, έφ' όσον κανείς είναι
122

εκατομμυριούχος, μπορεί νά άπευθυνθή στό «ειδικό δικαστήριο»...
Νά λοιπόν ή «άνεξαρτησία τής Δικαιοσύνης» καί πώς οί δικαστές στηρίζουν όλα τά ύπόλοιπα, άφοΰ δέχονται τέτοιους ρόλους τέτοιων νόμων καί
τέτοιων «ερμηνειών»: τήν άρμοδιότητα τής «αύθεντικής έρμηνείας» τήν
έχουν άλλοι, αύτοί δέ οφείλουν νά «έρμηνεύσουν» στήν αίθουσα. Καί άν
τήν ίδια στιγμή ποΰ ό δικαστής κρίνει τόν νόμο άντισυνταγματικό γίνη μιά
Χούντα πού άναγνωρίζει τόν νόμο ώς κανονικώς ισχύοντα, ό δικαστής
είναι ύπόλογος έναντι τής... «νέας νομοθετικής Λειτουργίας». Θά μποροΰσε
όμως χωρίς τέτοιους τραγέλαφους νά υπάρξουν οί λεζάντες τών «ήρώων
δικαστικών» πού σώζουν τό «κΰρος τής Δικαιοσύνης»;... Δέν άποδίδουν
Δικαιοσύνη οί δικαστές, γιατί δέν τό μπορούν μόνο «δικαστικές άποφάσεις» έκδίδουν, δηλ. μιά συνεργία στήν ενοχή τών πραγμάτων...
Ό Μπρεχτ είπε κάποτε, «άλλοίμονο στίς χώρες πού έχουν άνάγκη άπό
ήρωες». Καί άποτελούμε τό παράδειγμα έπιβεβαίωσης. Θά ήταν λάθος άν
πίστευε κανείς, ότι ό συνταγματικός καί δικολαβικός τραγέλαφος μπορεί
ποτέ νά καταστήση τήν Ε λ λ ά δ α βιώσιμο κράτος στόν σύγχρονο κόσμο.
"Οσες «συγκολλήσεις» κι άν κάνωμε άπό ξένα δίκαια. Τίποτε δέν πρόκειται
νά «κολλήση», όπως τίποτε δέν κόλλησε καί στό παρελθόν. Διότι ό λόγος
είναι άπλούστατος: κανένα κράτος δέν έφκιάσθηκε ύπό τύπον «'Ανωνύμου
Εταιρείας», όπως έφκιάσθηκε ή Ε λ λ ά δ α έξ άρχής. Τίποτε δέν μπορεί νά
ίσχύση άπό τίς «συγκολλήσεις», διότι ή κοινωνική μας κατάσταση παρέμεινε μονίμως στό 1844. Καί σήμερα ποΰ ό κόσμος θ ' άρχίση νά μετράη
τίς «έρμηνεϊες τής Λειτουργίας» μέ τίς τρύπες τοΰ ζωναριού του — αύτό
οφείλει νά γίνη —, τά παραπάνω νοήματα θά προκύψουν πιό σαφή...
"Οχι μόνο δέν πρόκειται νά «ένσωματωθοΰμε» ποτέ στήν Εύρώπη, άλλά
ήδη μέ ό λ ' αύτά άποτελούμε ένα έπικίνδυνο κοτέτσι καί γιά τίς διπλανές
μας χώρες. Γιατί θά ήταν λάθος άν πίστευε κανείς, ότι αύτά όλα άποτελοΰν
«εσωτερικές καταστάσεις» τής Ελλάδος. Δυστυχώς ύπό τήν τρέχουσα δομή τοΰ σύγχρονου κόσμου καί τών διακρατικών σχέσεων, είναι άκριβώς οί
ίδιες οί έσωτερικές μας καταστάσεις πού δημιουργούν τά έξωτερικά προβλήματα. Καί ιδού πώς διασυνδέονται τά πράγματα:
'Αναφέραμε προηγουμένως τό αρθ. 28 τού Συντάγματος, πού καθιστά τίς
διεθνείς συνθήκες έσωτερικό δίκαιο τού έλληνικοΰ κράτους. Οί συνθήκες
αύτές στηρίζονται σέ διεθνώς παραδεδεγμένες έννοιες «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» (τά αναπαλλοτρίωτα δηλαδή εκείνα δικαιώματα τοΰ άτομου, τά
άπορρέοντα άπό τήν άγνωστή μας έννοια τής «άτομικής άξιοπρεπείας») καί
πού ισχύουν γιά όλους τούς άνθρώπους, άνεξαρτήτως άλλων διαχωριστικών (χρώματος, φυλής, θρησκείας κ.λπ.). 'Αναπαλλοτρίωτα θέλει νά 'πή,
123

δτι τά δικαιώματα αύτά ούδέποτε παύουν νά παραμένουν έν ισχύει (ώς
δικαιώματα γιά τό άτομο καί ώς ύποχρέωση γιά τούς άλλους), όποιες καί
άν είναι οί άλλες συνθήκες. Καί άκριβώς σάν τέτοια άποτελούν υποκείμενα
τών διεθνών συμβάσεων, τούλάχιστον γιά δσες χώρες συμμετέχουν σ ' αύτές. "Ενας έγκληματίας πού προβαίνει στήν ειδεχθέστερη πράξη, διατηρεί
τά τέτοια δικαιώματά του καί μετά ά π ' αύτή. Καί αύτό άκριβώς άπετέλεσε
τήν αίτία καταργήσεως τής θανατικής ποινής. "Οπως δηλαδή ή κοινωνία
δέχεται (καί σιωπηρώς κατά πράξιν τό δέχονται όλες...), ότι μέ τήν εξάπλωση τού αύτοκινήτου σάν μέσου τής καθημερινής ζωής υπάρχει ένας ύψηλός
άριθμός θανάτων, άλλά δέν καταργεί τά αύτοκίνητα διότι τά όφέλη πού
προκύπτουν γιά τήν έν γένει προαγωγή τής ζωής είναι μεγαλύτερα άπ' τίς
άπώλειες, έτσι καί στήν περίπτωση τοϋ δολοφόνου δέχεται, ότι ή διατήρηση τών άνθρωπίνων δικαιωμάτων καί μετά τό έγκλημα προσφέρει περισσότερα στήν κοινωνία σάν βάση ζωής, παρά άν τού τά στερούσε μέ τήν
θανάτωση γιά σωφρονιστικούς λόγους. Σ ' αύτές τίς κατανοήσεις βέβαια οί
κοινωνίες φθάνουν μόνες τους, μέσα άπό τήν ίδια τους τήν ιστορία καί
κοινωνική τους άνάπτυξη, καί δέν άποτελοΰν αύτές άπλες ύποθέσεις δανείων. Αύτά τά πράγματα, γιά τίς κοινωνίες τούλάχιστον πού τά βρήκαν,
δέν βγήκαν άπό δικολαβίστικες νομοθετήσεις «έρμηνειών» καί φιλελεήμονες προθέσεις, άλλά άποτελοΰν κοινωνικές κατακτήσεις, δηλαδή έργο τών
διανοουμένων, τών φιλοσόφων καί μιάς ιστορικής εξελίξεως έν γένει, τίς
όποιες άπλώς ό νομοθέτης καλείται νά διατυπώση ώς νόμους. Γ ι ' αύτό καί
μερικοί στήν Εύρώπη, όταν τούς τελειώσουν τά λεφτά γιά διακοπές, φροντίζουν νά πάνε ένα-δυό μήνες «φυλακή» σέ κάποιο σανατόριο νά συλλέξουν ώραϊες άναμνήσεις (έν άντιθέσει δηλ. πρός έμάς έδώ, όπου όταν οί
φυλακισμένοι κάνουν καμμιά άπεργία, έπειδή κάποιο «γραναζάκι» τής
«Λειτουργίας» έφαγε τά λεφτά καί τούς ταΐζουν σκουληκιασμένο φαγητό,
βγαίνουν οί φύλακες μέ λωστούς καί στυλιάρια νά τούς «συνετίσουν»...).
Τά γράφομε λίγο «χονδρά» καί μαθηματικώ τω τρόπω, διότι θέλομε νά
δείξωμε ότι οί παντός είδους «κίνδυνοι» («έθνικοί» καί μή) βρίσκονται μόνο
έντός Βουλής καί πουθενά άλλου έκτός.
Τό άρθρο 28 πού άναφέραμε, άκριβώς αύτές τίς έννοιες έχει ώς βάση.
Δυστυχώς όμως στίς ελληνικές συνθήκες τό άρθρο αύτό είναι άκυρο. Τούλάχιστον ή βασική § 1 αύτοΰ τοϋ άρθρου δέν μπορεί νά ίσχύση έν Ελλάδι,
διότι λείπει άπό τό έλληνικό Σύνταγμα τό λεγόμενο «Petitionsrecht». «Petitionsrecht» πάει νά 'πή, νά έχη κανείς τό δικαίωμα σάν άτομο νά άποταθή
ό ίδιος γιά κάτι στήν κυβέρνηση πού τόν κυβερνάει. Αύτό όμως άπαγορεύεται ρητώς έν Ελλάδι μέ δύο άρθρα τοΰ έλληνικοΰ Συντάγματος, τό 69 καί
τό 73, § 1. Έ ά ν βέβαια ύπήρχε κάποιο τέτοιο δικαίωμα, τότε θά έπρεπε νά
124

δημιουργηθη στήν Βουλή μιά υπηρεσία λήψεως αναφορών, τής οποίας τά
μηνιαία έξοδα θά ήσαν δεκαπλάσια τών έτησίων έξόδων τής ΔΕΗ — όποτε
δέν θά έμενε τίποτε γιά τήν «Λειτουργία»... Ά λ λ ά καί πάλι ό παράγοντας
χρόνος δουλεύει έναντίον μας στό κοτέτσι, άφοΰ ή σύγχρονη έξέλιξη τών
διακρατικών σχέσεων καθιστά τό έργο τών «έρμηνειών» μας άνευ σημασίας.
Τό άρθρ. 69, τό όποιον εισήχθη έπί "Οθωνος (άρθρ. 50) στά Συντάγματά
μας ώς μέτρο άποφυγής τών κουμπουριών στήν Βουλή τοΰ τότε, παρέμεινε
έκτοτε (μέ τάς δεούσας φυσικά έκσυγχρονιστικάς «έρμηνείας») καί ορίζει:
«Ουδείς έμφανίζεται αύτόκλητος ένώπιον τής Βουλής, διά νά άναφέρη τί
προφορικώς ή έγγράφως». Τό «ή έγγράφως» σημαίνει ότι τό βασικό νόημα
τοΰ άρθρου είναι απολύτως άπαγορευτικό. Μετά τίς έκλογές δηλαδή παύει
πάσα έπικοινωνία μεταξύ Βουλής καί «λαοΰ», πλήν τών «λόγων» στήν
πρώτη! Οί κάνοντες άπεργία πείνης στά προπύλαια, οί όποιοι συνήθως
είναι άρκούντως νομικά κατατοπισμένοι, δέν δημοσίευσαν ποτέ άπάντηση
τής έλληνικής Βουλής στά δημόσια έγγραφα πού έκθέτουν πρός κοινήν
θέα. Καί αύτοί άκριβώς, πού είναι οί βασικοί φορείς τοΰ «Petitionsrecht»
όπως θά ίδοΰμε (βλ. G. Binder, μν.έ., σελ. 33), δείχνουν τήν κατά πράξη
άνυπαρξία του. Τό άρθρο βέβαια «ερμηνεύει», ότι άν θέλη κανένας κάτι,
πρέπει νά τό έπιδιώξη μέσω κάποιου βουλευτή (πράγμα πού σημαίνει ότι
πρέπει νά είναι «ψηφοφόρος» πρώτα (άρθρ. 51, § 5) — καί κατά τήν πρώτη
«εισηγητική έκθεση» τοΰ '75 (έδ. V, 1) μόνο αύτοί μπορούν νά έκφράσουν
«θέληση»!...), ή θά παραδώση τήν άναφορά του στόν Πρόεδρο (πώς, όμως,
άφοΰ ό Πρόεδρος ούτε τούς είς τά προπύλαια βλέπει;). Τότε ή Βουλή
διατηρεί προαιρετικώς τό δικαίωμα (καί όχι τήν ύποχρέωση κατά τό άρθρο) νά διαβιβάση τήν άναφορά στούς υπουργούς, οί όποιοι καί πάλι «ύποχρεοΰνται» («ήθικώς» όμως πάντα — βλ. καί έρμηνευτική δήλωση τοϋ
άρθρ. 9 τοΰ «έκκαθαριστικοΰ Συντάγματος» τοΰ '52) νά δίδουν... «έρμηνείας» («οσάκις ζητηθούν» προσθέτει καί πάλι «έρμηνευτικώς» τό άρθρο μά όταν κανένας φθάση σέ τέτοιες άναφορές, δέν είναι σάν νά ζητή καί
οπωσδήποτε διευκρινίσεις;). Οί «ερμηνεύσεις» λοιπόν έπί τών «έρμηνεύσεων» δείχνουν ότι προσπαθοΰμε νά κατοχυρώσουμε όσο καλύτερα μποροΰμε τό κοτέτσι μέ τό όσο μυαλό διαθέτομε, μόνο όμως πού καί πάλι ό
παράγοντας χρόνος μάς τά χαλάει:
Σήμερα πολλοί ξένοι ζοΰν σχεδόν όλη τους τήν ζωή έξω άπό τίς πατρίδες
τους. Καί τά άνθρώπινα δικαιώματά τους δέν τά άποκτοΰν στήν ξένη χώρα
λόγω τών «ειδικών συμβάσεων περί άλλοδαπών», άλλά τά διατηροϋν σάν
πρόσωπα, άνεξαρτήτως τών οιωνδήποτε συμβάσεων. Αύτοί συνήθως δέν
ψηφίζουν στίς χώρες ποϋ βρίσκονται, είναι όμως άπολύτως δυνατόν νά
125

στραπατσαρισθοΰν σέ πολλές περιπτώσεις τά δικαιώματά τους αύτά. Πού
θά βρουν τόν βουλευτή νά αποταθούν στήν Κυβέρνηση, άφοΰ δέν έχουν
τά πολιτικά τους δικαιώματα στήν χώρα ποΰ ζοΰν; Ούτε ό βουλευτής ύποχρεοΰται νά τούς άκούση, άφοΰ κατά τό Σύνταγμα «εκφράζει τήν βούληση»
τών ψηφοφόρων του (άς μήν ξεχνάμε δά καί τό «ΟΥΧΙ ΜΟΝΟΝ ΤΗΝ
ΕΠΑΡΧΙΑ» τοΰ "Οθωνα...). Έ δ ώ ζοΰν τόσοι ξένοι, άφρικανοί, φιλιππινέζοι
καί άλλοι. Αύτοί δέν είναι άνθρωποι στήν Ελλάδα, δέν έχουν άνθρώπινα
δικαιώματα έπειδή δέν ψηφίζουν; Καί ό βαρυποινίτης τών φυλακών, ό
στερημένος τών πολιτικών του δικαιωμάτων, καί άρα ό μή έχων νομίμως
τό δικαίωμα νά άπευθυνθή στόν βουλευτή ή τόν Πρόεδρο, παύει νά έχη
άνθρώπινα δικαιώματα; Τί θά κάνη αύτός, όταν τόν πλακώσουν μέ τά στυλιάρια; Μά άκριβώς έξ αίτιας τέτοιων άκραίων καί «περιθωριακών» περιπτώσεων — διευκρινίζουν οί θεωρίες — μπαίνει τό «Petitionsrecht» στά
Συντάγματα. Διότι σέ τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται ή δέσμευση άναγνώρισης τών άνθρωπίνων δικαιωμάτων. Καί ή «Διεθνής 'Αμνηστία» στίς φυλακές ψάχνει, όχι στά καφενεία...
Συναφές πρός τό άρθρ. 69 είναι καί τό άρθρ. 73, § 1, πού ορίζει ότι «τό
δικαίωμα προτάσεως νόμων ανήκει στήν Βουλή καί τήν Κυβέρνηση» (πάλι
τό «ανήκει» όπως καί στήν «Λειτουργία», παρ' όλο πού σ ' αύτή τίποτε δέν
μπορεί νά άνήκη, τούλάχιστον γραμματολογικώς, διότι είναι αφηρημένο ούσιαστικό καί άρα ούχί φορεύς ιδιοκτησίας...). «'Ανήκει» βέβαια κατά τούς νόμους τής «έσωτερικής λογικής» τοΰ κοτετσιοΰ, διότι σέ μία
Δημοκρατία, ό καθένας μπορεί νά προτείνη νόμους μέ τούς όποιους θέλει νά διοικήται (βλ. καί G. Dahm, μν.έ.). Καί τέτοιους μπορεί νά είσηγηθή — καί έχει δικαίωμα πρός τοΰτο — καί ό μανάβης της γειτονιάς. Ό πως κι άν τούς καταλαβαίνη. Αύτό πού άνήκει στήν Βουλή είναι ή ύποχρέωση (καί όχι ή «προαίρεση») τής επεξεργασίας τοΰ νόμου πού θά προτείνη ό μανάβης τής γειτονιάς. 'Αλλά γιά νά μποροΰσε νά τό κάνη αύτό
ό μανάβης, θά έπρεπε νά ύπάρχη καί τό «Petitionsrecht». Καί τά δύο λοιπόν
αύτά άρθρα, συζυγή κατά νόημα, έσωτερικήν άλληλουχία καί πρακτική,
άποδεικνύουν ότι στήν Ε λ λ ά δ α δέν ύπάρχει άναγνώριση «άνθρωπίνων δικαιωμάτων».
'Αλλά έδώ άκριβώς είναι ποΰ δημιουργοΰνται καί τά έξωτερικά προβλήματα: άφοΰ συνταγματικώς άποδεικνύεται ότι ή Ελλάδα δέν μπορεί
νά κατοχυρώση λόγω τής έσωτερικής νομοθεσίας της τά άνθρώπινα δικαιώματα τών μειονοτήτων, δικαίως τά άλλα κράτη έχουν λόγους (καί
νόμιμον δικαίωμα, άφοΰ οί διεθνείς συμβάσεις άνεγνωρίσθησαν ώς εσωτερικό δίκαιο, προκειμένου νά πάρωμε τά ΜΟΠ...) νά άνησυχοΰν καί νά
126

μεριμνούν γ ι ' αύτές. Καί άφοΰ τά «άνθρώπινα δικαιώματα» μάς είναι έννοια άγνωστη (καθ' δ άπορρέουσα άπό άλλην έπίσης άγνωστη...), άποδεικνύεται πώς έρμηνεύεται τό νόημα τών «έθνικών μας διεκδικήσεων» στήν νόηση τών γειτονικών μας κρατών: δχι έπειδή ύπάρχουν άνθρωποι έκεϊ πού μάς ένδιαφέρουν δήθεν, άλλά έπειδή ύπάρχουν... οικόπεδα! Οίκοπεδικής δηλαδή φύσεως είναι οί σχέσεις μας μέ τίς μειονότητες
έν γένει, όπως τούτο έπακριβώς τεκμαίρεται άπό τόν «συντακτικόν» τής
πολιτείας μας χάρτη... 'Ιδού λοιπόν ή έπιθετικότης μας είς βάρος τών
γειτόνων. "Η λοιπόν μόνο «ψηφορόροι» καί κανένα «Petitionsrecht» (άρα
καί έν άδίκω τελοΰντες έναντι άλλων κρατών ένεκα τών μειονοτήτων), ή
«Petitionsrecht» χωρίς «έρμηνευτικές» λαθροχειρίες καί κατ' άνάγκην γενική άναδιαμόρφωση τής έθνικής μας ύποστάσεως (πού θά προκύψη αύτομάτως).
Τόν όρο «Petitionsrecht» τόν έχρησιμοποιήσαμε άμετάφραστον. "Οχι τυχαία. Ό π ω ς θά πρόσεξε ό άναγνώστης, έδώ άσχολούμαστε μέ «ειδικές
ερμηνείες». Γιά τά περί «αύθεντικής έρμηνείας τών νόμων», δέν άνατρέξαμε
βέβαια στό ρωμαϊκό δίκαιο («Ejus est Interpretare Legem Cujus est Condere»), άλλά άκριβώς έπειδή έδώ δέν μάς ένδιαφέρει ή συνταγματική θεωρία,
στίς πολύ πρακτικώτερες καί άμεσα κατανοητές καταστάσεις τοΰ καιρού
ποΰ έθεσμοθετήθη. Τό πρόβλημα πού μάς ένδιαφέρει είναι νά δείξωμε, κατά
ποιόν τρόπο τό έλληνικό Σύνταγμα — τό όποιον προέκυψε ύπό τό κράτος
ίδιαζουσών συνθηκών (μιά κοινωνική στάση καί πρός άντιμετώπιση τών
ειδικών προθέσεων τών «επαναστατών») — μετεβλήθη έν συνεχεία σέ έναν
μηχανισμό άποκοπής τής κοινοβουλευτικής λειτουργίας άπό τήν κοινωνία
καί, μεταφερόμενο στήν ούσία του άτόφιο άπό Συντάγματος είς Σύνταγμα,
άπετέλεσε τόν θεμέλιο λίθο μιάς μέσω τοΰ Κοινοβουλίου συνεχούς πολιτικής δικτατορίας. Στήν Ε λ λ ά δ α δικτατορία δέν είναι τά πραξικοπήματα — πού όπως θά δείξωμε άπορρέουν άπό τήν ίδια τήν φύση τοΰ Συντάγματος —, άλλά άκριβώς οί... «έκλογές».
Γιά τίς άποδείξεις πού θέλομε οί «νομικές» άναλύσεις δέν μποροΰν άπό
τήν φύση τους νά προσφέρουν τίποτε. Είναι άντίθετα ή ιστορική προσέγγιση πού οδηγεί στήν καθαρότητα τών εννοιών. Ή νομική έπιστήμη, δπως
σωστά παρετηρήθη (βλ. π.χ. Πρακτικά συζητήσεων γιά τό Σύνταγμα τοΰ
'68, σελ. 415), είναι μεταξύ τών έπισυημών ή πλέον «έθνική» (καί θά παραμείνη γιά πολύ άκόμα). "Αρα κάθε άνάλογη έρμηνεία άναγκαστικά ενέχει τήν «έπαγγελματική παραμόρφωση» — ένα σύνδρομο καί πολλών άλλων συναφών χώρων. Ουτε καί θά μποροΰσε ή νομική έπιστήμη νά έξηγήση τέτοια πράγματα (καί άπόδειξη είναι ό «δικηγορισμός» πού έπικρατεϊ
127

στήν δικαστική μας κατάσταση), διότι ή 'Ιστορία, έπί τής οποίας άναγκαστικά έδράζεται, εϊναι στόν τόπο μας σάν έρευνα άνύπαρκτη. "Αν τό μόνιμο
ιστορικό δίδαγμα ήταν ότι έπρεπε νά άποτελούμε «έθνος» (βλ. παρακάτω),
μέ τήν ίδια προϋπόθεση έπρεπε κατ' άνάγκην νά «νομοθετούν» καί οί
νομικοί. Αύτός ήταν ό ένας λόγος πού μάς έπέβαλε τήν άποφυγή τοΰ νομικιστικοΰ όρου «δικαίωμα τοΰ άναφέρεσθαι». Ό άλλος ήταν, ότι θέλαμε
νά άναλύσωμε τό «Petitionsrecht» στά ύπό τίς ελληνικές συνθήκες συστατικά του στοιχεία καί δέν θά θέλαμε νά χρησιμοποιήσωμε όρους «συνειρμών». Ό όρος άλλωστε «δικαίωμα άναφορας» είναι καί άδόκιμος, διότι
ένθυμίζει στρατιωτική νοοτροπία — ό «κατώτερος» άναφέρει καί ό «ανώτερος» άποφασίζει χωρίς κατ' άνάγκην εξηγήσεις (καί τέτοια είναι ή σημασία τοΰ «άναφέρεσθαι» σ ' εμάς) —, ένω «Petition» θά ' πή άναφορά μέ
άπαίτηση καί άντίστοιχη ύποχρέωση άπαντήσεως. Έ τ σ ι προέκυψε ιστορικά ό όρος («Petition of Rights») καί έτσι ύπάρχει καί στήν μαθηματική
λογική («Petitio Principii») ώς άναγκαστική εΰρευση της «αρχής άναφορας»
ενός συλλογισμού (έλεγχος τής «ήγουμένης»). Σέ κάθε περίπτωση δηλαδή
«Petitio» σημαίνει άποτέλεσμα...
Δέν είναι όμως άκριβώς έτσι τά πράγματα μέ τό δικό μας «δικαίωμα τοΰ
άναφέρεσθαι». Τό «Petitionsrecht» στήν Ελλάδα δέν είναι κανένα δικαίωμα
άναφοράς, άλλά «δικαίωμα εύχής». Μπορεί δηλαδή κανείς νά ύποβάλη
μιάν «εύχή» γιά κάτι πού θάθελε — καί πάλι μέσω ένός βουλευτοΰ —, άλλά
άκριβώς ή εύχή σάν τέτοια καθόλου δέν ύποχρεοϊ σέ άπάντηση. «Εύχές»
λοιπόν καί «επιθυμίες» μποροΰν μόνο οί "Ελληνες νά άπευθύνουν πρός τήν
Βουλή τους καί έτσι άκριβώς έρμηνεύεται τό «δικαίωμα τοΰ άναφέρεσθαι»
στά διάφορα βιβλία συνταγματικού δικαίου (βλ. π.χ. Α. Γ. Ράϊκου: «Παραδόσεις συνταγματικού δικαίου», τόμ. Α ' , 1980 (8η έκδ.), σελ. 234-5: « Ά ναφορά είναι ή έκφρασις εύχής διά τήν λήψιν ένός ώρισμένου νομοθετικού
ή διοικητικού μέτρου, ή διά τήν άποχήν άπό μιας ώρισμένης ένεργείας»),
Δέν είναι συνεπώς άπαιτήσεις έπί δικαιωμάτων, πού σάν τέτοιες πρέπει νά
άπαντηθοΰν, άλλά εύχολογικές διατυπώσεις, πού μποροΰν εϊτε νά άγνοηθοΰν, εϊτε νά προβληθούν, κατά τό μέτρο πού αύτό έξυπηρετεΐ τόν μεσολαβητή-βουλευτή. Ειδικώς μάλιστα ή μεσολάβηση τοΰ βουλευτή σημαίνει,
ότι ή άναφορά δέν έχει κάνη μέ ατομικά καί «υποκειμενικής φύσεως» δικαιώματα, γιά τά όποια καί ιστορικώς ένομοθετήθη (βλ. π.χ. R. Schnur
(Hsg): «Zur Geschichte der Erklarung der Menschenrechte», Darmstadt
1964), άλλά μέ συλλογικές προθέσεις ευχολογίου, καθόσον οί βουλευτές
γιά «συλλογικά» κυρίως αιτήματα ένδιαφέρονται, πού θά τούς φέρουν ψήφους, καί όχι γιά μεμονωμένα τέτοια πού έχουν άπλώς νά κάνουν μέ κάποιες άρχές «δικαιωμάτων» καί... φιλοσοφίας τοΰ δικαίου. 'Υπάρχει μήπως
128

κανένας βουλευτής πού έκανε ποτέ επερώτηση γιά τούς απεργούς τών προπυλαίων;
Ό άπαγορευτικός χαρακτήρας τοϋ δικοΰ μας «δικαιώματος άναφοράς» μόνο ιστορικώς είναι δυνατόν νά κατανοηθή. Τό δικαίωμα αύτό έμπήκε στόν
«Νόμο τής Επιδαύρου», ώς όντως «Petitionsrecht». Τό κεφ. Β ' , § β ' , έδ.ια',
άναφέρει: «Καθένας δύναται νά άναφέρηται πρός τό Βουλευτικόν έγγράφως
προβάλλων τήν γνώμη του περί παντός πράγματος». Στό Σύνταγμα τής
Τροιζήνος, όμως, δηλαδή σέ έλάχιστο χρονικό διάστημα, γίνεται διά τοΰ
άρθρου 15 μιά ούσιώδης μεταβολή: «προβάλλων τήν γνώμην του περί παντός ΔΗΜΟΣΙΟΥ πράγματος». Τά άτομικά συνεπώς παράπονα καί οί διεκδικήσεις ήσαν τόσο πολλά — πράγμα φυσικό σέ μιά θολή καί άνολοκλήρωτη έπαναστατική κατάσταση —, ώστε άναγκαστικά ύπήρξεν ό πρώτος
περιορισμός. Ά λ λ ά έδώ δέν πρέπει νά μάς διαφύγη ένας άλλος ούσιώδης
παράγων, πού είχε άμεσα νά κάνη μέ τό θεμελιωδέστερο τών «άνθρωπίνων
δικαιωμάτων» καί πού έδινε τροφή στίς διαρκείς ύποβολές: ή θρησκευτική
διαίρεση τών τότε 'Ελλήνων. Ή κατάσταση αύτή άνάγκασε τήν Αντιβασιλεία χρόνια μετά, τώ 1835, παρά τήν έν τώ μεταξύ έπικράτηση τοΰ χριστιανικού κράτους διά τών έμφυλίων πολέμων, νά άναγνωρίση τά έθιμα —
όπως αύτά κατά περιοχές είχαν διαμορφωθή — σέ «πηγήν δικαίου» καί όχι
άκριβώς τόν «γραπτόν νόμο» τής 'Εξαβίβλου, παρ' ό,τι αύτός είχε είσαχθη
σάν έπίσημη νομολογία τοΰ κράτους. Τό Β. Δ. τής 23/2/1835 ορίζει: «Τά
έθιμα, όσα πολυχρόνιος καί άδιάκοπος συνήθεια ή άποφάσεις δικαστικαί
(δηλ. καί έκεϊνες τοΰ Καδή —σημ. γράφοντος) καθιέρωσαν, υπερισχύουν
όπου έπεκράτησαν» (βλ. Δ. Θ. Τσάτσου: «Εισηγήσεις συνταγματικού δικαίου», Θεσ/νίκη 1980, σελ. 90). Έ ά ν συνεπώς τά έθιμα ήσαν ενιαία, δεδομένου ότι τέτοια έξέφραζε ή Έξάβιβλος, δέν θά ύπήρχε λόγος τής διά
διατάγματος διακρίσεως. Κάποια συνεπώς ούσιώδης άνωμαλία ύπήρχε στά
«έθιμα», πού έκανε τήν έφαρμογή τής 'Εξαβίβλου δύσκολη. Μόνο κατά τίς
μετά τόν β ' παγκόσμιο πόλεμο μέ τήν βοήθεια άγγλικών νομικών άποστολών (βλ. R. Clogg: «Σύντομη 'Ιστορία τής νεώτερης Ελλάδας» Αθήνα
1989, σελ. 233) καί διά τοΰ αύταρχικοΰ κράτους τοΰ έμφυλίου συνθήκες
έπιχειρεΐται διά τοϋ Ν. Δ. 7/10 Μαΐου 1946 ή δειλή εισαγωγή στόν άστικόν
κώδικα τοϋ όρου, ότι «τό έθιμον δέν καταργεί νόμον» (αύτόθι, σελ. 91).
Χωρίς τίς λεπτομέρειες αύτές καί χωρίς τήν κατανόηση, ότι τό πρώτον
έλληνικό Σύνταγμα ήταν «συμφωνητικό» πρός ληστάρχους, άπό τούς ίδιους έκμαιευμένο (ή νομική ορολογία είναι «Σύνταγμα-Συνάλλαγμα»), κάθε δομική μελέτη τής έλληνικής συνταγματικής ιστορίας είναι άκατανόητη. Διά τοΰ άρθρου 101 ό "Οθων καταργεί κάθε διοικητικό δικαστήριο (βλ.
129

Κ. Ζηλεμένου: «Τό Σύνταγμα, πηγή τοΰ διοικητικοΰ δικαίου έν Ελλάδι»,
'Αθήναι 1970, σελ. 65 κ.έ.), αναθέτων τίς διαφορές τοΰ «άμφισβητούμενου
διοικητικοΰ» στά άπλα δικαστήρια (ήγουν στά «κατ' έθιμον»), άφοΰ προηγουμένως διά τών άρθρων 87 καί 88 χωρίζει τούς δικαστές σέ ισοβίους καί
μή, όλων ύ π ' αύτοΰ διοριζομένων, τών ισοβίων συνυπολογιζομένων μετά
τών Γερουσιαστών, οί όποιοι βάσει τοΰ άρθρ. 70 ήσαν πρόσωπα τής δικής
του έμπιστοσύνης. Καί έπειδή ή άρχή αύτή άπεδείχθη μέ τήν άνάπτυξη τής
γραφειοκρατίας καί τής ελληνικής κακοδιοίκησης άκρως πρόσφορη γιά
τήν άνυπαρξία δικαιοσύνης καί τόν πληθωρισμό τών «συντακτικών πράξεων» καί «διαταγμάτων», διετηρήθη διϊστορικώς άναλλοίωτη, μέχρι καί
τής σημερινής «άρμοδιότητος» τών ειρηνοδικείων γιά τήν συνταγματικότητα τών χουντικών νόμων. Τί αύτά φορολογικώς σημαίνουν καί πώς ή
κοινοβουλευτική ρεμούλα, συζυγώς μετά τής διοικητικής λωποδυσίας, άναγνωρίζονται καί συνταγματικώς ύπό τήν όνομασίαν «κριτή ριον άρμοδιότητος», θά ίδοΰμε έν τοις έφεξής. Ό τ ι αύτά όλα σημαίνουν άνυπαρξία κ α τ '
ούσίαν τοΰ «Petitionsrecht» ώς «άνθρωπίνου δικαιώματος» έκ γενετής τοΰ
νεοελληνικοΰ κράτους, είναι φανερό: όταν κανείς είναι ύποχρεωμένος νά
άναπτύξη τήν γραφειοκρατία ώς μέσον άντιμετωπίσεως συγκεκριμένων
σκοπών τής λησταρχίας (θά ίδοΰμε ποιών άκριβώς), σημαίνει ότι ξεχωρίζει
τό κράτος άπό κάθε άπαίτηση κοινωνικών δικαιωμάτων. Αύτό πού γιά τόν
"Οθωνα άπετέλεσε κατάσταση άνάγκης, έγινε ή μόνη διοικητική άρχή τοΰ
νεοελληνικοΰ κράτους.
Σημείωσις έκτός κειμένου: Μιά καί ή συζήτηση γίνεται περί «άνθρωπίνων
δικαιωμάτων», θά θέλαμε νά ρωτήσωμε: πότε τελικώς θά ύπαρξη επαρκές
λάδι γιά τίς τυπογραφικές μηχανές στήν 'Ελλάδα, ώστε νά μήν «τρώνε» τά
κείμενα; Στό ώραΐο βιβλίο τοϋ κ. Τσάτσου πού άναφερόμεθα, θίγεται ένα
κολοσσιαίο θέμα (πού κι έμας θά άπασχολήση πιό κάτω), άπό τό όποιον,
έπειδή άκριβώς εξαρτάται σήμερα δλη ή υπόσταση τοϋ κόσμου, εξαρτάται
ή δομή τών συγχρόνων κοινωνιών καί άρα καί τό δίκαιο: τό πρόβλημα τοϋ
ρόλου τής επιστημονικής εξειδικευμένης γνώσεως. 'Εκεί όμως τό κείμενο
είναι τυπογραφικά σακατεμένο (σελ. 182-3). Καί ό εκδότης τό κυκλοφόρησε
τό βιβλίο καί μάλιστα διδακτικό! Έν πάση περιπτώσει, αύτά δέν είναι θέματα «αστικών άποζημιώσεων» (δν ή γίδα έφαγε τό κλίμα!), άλλά έχουν
άμεση σχέση μέ τά «άνθρώπινα δικαιώματα», τοϋ αναγνώστη ιδίως. Ά π ό
δσα ξενόγλωσσα βιβλία έτυχε τελοσπάντων νά πιάσωμε στό χέρι μας, εύρήκαμε περιπτώσεις άλλαγής τοΰ κειμένου έκ μέρους τοΰ εκδότη, άλλά άπό
κάτω ύπήρχε ή παραπομπή, δτι αύτό έγινε μέ πρωτοβουλία τοϋ έκδοτη.
'Ανάλογα πράγματα μ' αύτά πού κάνουν οί... μηχανές στήν 'Ελλάδα έπειδή
τούς λείπει τό γράσσο, ομολογουμένως δέν βρήκαμε. Γι' αύτοΰ τοϋ είδους
δμως τά «άνθρώπινα δικαιώματα» — καί τό νά ύπάρχη γράσσο γιά τίς μη130

χανές είναι τό πρώτο πού έθεσμοθέτησαν όλες οί ευρωπαϊκές επαναστάσεις
—, κανένας βουλευτής δέν βρέθηκε ποτέ νά ύποβάλη μιάν... εύχή στό Κοινοβούλιο. Παρ' ό,τι τά θέματα είναι κυριολεκτικώς ιατρικής φύσεως. "Οπως
δέχεται τούλάχιστον ό πολιτισμός μας, ή ύπαρξη τοϋ άνθρώπου είναι διττή,
άπό σώμα καί ψυχή (κατά Πλάτωνα τριπλή: σώμα, ψυχή καί πνεϋμα). Καί
γιά μέν τίς αρρώστιες τοϋ σώματος — πού κατ' έξαίρεση παρουσιάζονται
— αρμόδιοι είναι οί γιατροί, γιά τίς άρρώστιες τής ψυχής όμως οί άντίστοιχοι γιατροί είναι αύτοί πού γράφουν. Ό πολιτισμός μας μάλιστα δέχεται ότι
ό άνθρωποις παρουσιάζεται έκ γενετής ψυχικά «άρρωστος» καί άπό πολύ
νωρίς τόν στέλνει στό «θεραπευτήριο» πού λέγεται σχολείο (ό άνθρωπος
γεννιέται μέ ένστικτα όπως καί τά ζώα, μόνο πού σ ' αύτόν τά ένστικτα
μποροΰν νά λάβουν πελώριες καταστροφικές διαστάσεις έπειδή διαθέτει τήν
λογική. Σ ' αύτό άκριβώς τό σημείο παρουσιάζεται ή άνάγκη τής «αγωγής»...
Είναι αλλο βέβαια πρόβλημα, ότι τά σχολεία τελικώς προηγούνται κατά τι
τών έπιτεύξεων τής γενετικής τεχνολογίας στήν κατασκευή «ανθρώπων»...).
Καί όπως τά εργαλεία τοϋ φαρμακοποιοϋ είναι οί ζυγαριές άκριβείας καί οί
υποδιαιρέσεις τοΰ χιλιοστογράμμου, έτσι είναι τά κόμματα, οί τελείες καί
οί λέξεις γιά τόν συγγραφέα.
Ποιάν οικονομική σημασία καί ποιό άντίστοιχο μέγεθος μποροΰν νά αντιπροσωπεύουν οί λέξεις — καί μάλιστα οί απλές προθέσεις τής Γραμματικής καί όχι λέξεις πολύπλοκες —, μποροΰμε νά καταλάβωμε άπό τά εκατομμύρια πού πληρώνει ό φορολογούμενος πολίτης γιά τίς «συνταγματικές
έπιτροπές», προκειμένου νά διατυπωθή στό Σύνταγμα ή σχετική διάταξη τοϋ
άν πρέπει ή Δικαιοσύνη νά «άπονέμεται ΥΠΟ ή ΔΙΑ τών Δικαστηρίων».
"Οταν οί μηχανές «τρελλαίνωνται» στά τυπογραφεία μέ τά βιβλία, τό πρόβλημα είναι θέμα «αστικής αποζημιώσεως» τύπου γίδας... Έ ν προκειμένω
παραμένει άγνωστον πώς αντιμετωπίζεται «νομοθετικώς» ή περίπτωση τοϋ
φαρμακοποιοϋ πού άφήνει τήν ζυγαριά άλάδωτη καί σκοτώνει με τά παρασκευάσματά του μερικές χιλιάδες ανθρώπους... Αύτά όλα είναι άκρως χαρακτηριστικά τής συνταγματικής μας υποστάσεως καί τής «νομοθετικής» μας
ύπάρξεως καθόλου. Θά μποροΰσε βέβαια νά άντιλεγή, ότι ή έννοια «συγγραφέας» είναι έλαφρώς άγνωστη στήν 'Ελλάδα, έξ ού καί ή δικαιολογημένη
σχετική νομοθετική «άσάφεια». Όπως σωστά παρατηρήθηκε μέ τήν περίπτωση τών 'Επτανησίων λογίων, ένώ ή έννοια «συγγραφέας» είναι δεμένη
μέ συλλογικά φαινόμενα, μέ έκφράσεις κοινωνικών διαδικασιών καί άρα με
συγκεκριμένους κινδύνους (πιέσεις, διώξεις, εξορίες, φυλακίσεις κ.λπ.) στήν
'Ελλάδα είναι μόνο γνωστή ή έννοια τοϋ «Διδασκάλου τοΰ Γένους» (βλ. Ε.
Μουτσοπούλου: «Δομή καί άναδόμησις τοΰ χώρου κατά Π. Βράϊλαν —
Άρμένην» (άνάτυπον), 'Αθήναι 1969). Ή διαφορά μεταξύ «Διδασκάλου τοΰ
Γένους» καί «συγγραφέα» είναι ίδια όπως μεταξύ προφήτη ή θαυματουργοΰ
'Αγίου καί γιατρού. Ένώ ό θαυματουργός "Αγιος θεραπεύει διά τής προσευχής (καί άν ό άρρωστος δέν γίνη καλά, φταίει ή «ελλιπής πίστη» τοϋ ίδίου),
ό άρρωστος έχει δικαίωμα νά απαίτηση νά γίνη καλά άπό τήν θεραπευτική
131

αγωγή τοϋ γιατρού. Καί πολύ περισσότερο βέβαια, αν ό γιατρός τοϋ χορηγήση κάποιο παρασκεύασμα άλάδωτης ζυγαριάς καί τόν ξεκάνη... Πώς λοιπόν νά άποκτήσουν σαφήνεια οί συνταγματικές μας διατάξεις περί «έλευθερίας εκφράσεως» λ.χ. καί νά μήν χρήζουν «διαρκούς έρμηνείας», όταν τά
όντα στά όποια αναφέρονται είναι άγνωστα; Συνεχίζομε:
Ή έπί 125 χρόνια λοιπόν «νομοθετική προσπάθεια» τοϋ έλληνικοΰ κράτους
— σύν τίς άκαταπόνητες επιδιώξεις τής «έθνικής ιδεολογίας»... — ήταν γιά
νά ύπάρξη άπλώς μιά ενιαία φυσιογνωμία! Πρέπει νά προσθέσωμε, ότι τά
έθιμα τών δύο θρησκειών δέν ήσαν αισθητώς διαφορετικά, κατά τόν ϊδιο
δηλαδή τρόπο πού καί σήμερα αναγνωρίζονται ώς ελληνικά τά έθιμα τών
μωαμεθανών πομάκων. Στήν Ή π ε ι ρ ο λ.χ. (πού έβγαλε τόσες σπουδαίες
έλληνικές φυσιογνωμίες στά Γράμματα, όπως π.χ. καί τόν μεγάλο έλληνα
εκδότη τής Βενετίας Ν. Γλυκύ, τοΰ οποίου ό παππούς ώνομάζετο Μεχμέτ
έφέντης) στούς μικτούς γάμους ή διαφορά συνίστατο στό ταψί: νά τρώη ό
χριστιανός ά π ' τήν μεριά τοΰ χοιρινοΰ καί ό μωαμεθανός σύζυγος ά π ' τήν
μεριά τοΰ έρκρίου. Ή σ α ν όμως οί μεγάλες θρησκευτικές άντιμαχίες τότε
πού έκαναν καί τίς εθιμικές διαφορές μεγάλες, ιδιαίτερα δέ οί διά μέσου τής
θρησκείας πολιτικές επιδιώξεις.
Πόσο τεράστια σημασία έπαιζαν αύτά τά πράγματα γιά τίς συνταγματικές διατυπώσεις, μπορούμε νά καταλάβωμε άπό ένα άλλο χαρακτηριστικό
παράδειγμα: τήν «ένωση» τών Έπτανήσων τώ 1864. Τά Ε π τ ά ν η σ α , ώς
συστατικό στοιχείο τής μεσογειακής καί κ α τ ' έπέκταση τής εύρωπαϊκής
ιστορίας, είχαν άναπτύξει μιάν δική τους διάσταση τοΰ μεσογειακοΰ χριστιανισμού, ή δέ σχέση τους μέ τό Πατριαρχείο ύπεβάλλετο άπό τήν ιστορική τους λειτουργία καί όχι άπό λόγους θρησκευτικούς (βλ. γ ι ' αύτά σέ
άλλα βιβλία μας). Χαρακτηριστικό τής πολύπλοκης ιστορικής δράσεως
τών Έπτανήσων είναι καί τό γεγονός, ότι οί σπουδαιότεροι Ά γ ι ο ι τής
νεώτερης 'Ορθοδοξίας βρίσκονται σ ' αύτά. Οί Ά γ ι ο ι αύτοί ύπήρξαν κολοσσιαίες πολιτικές φυσιογνωμίες πρακτόρων — μέ τήν ύψηλήν έννοια
τοΰ όρου πού έδώσαμε έδώ — καί όχι «ταπεινές φυσιογνωμίες» θαυματουργών πρός άγροίκους (περί τής ιστορικής των άποκαταστάσεως είναι, εύνοήτως, πολύ λίγα πράγματα γνωστά). Τό θέμα άνέκυψε καί πάλι οξύτατο μέ
τήν «ένωση». Τό θρησκευτικό καθεστώς τών Έπτανήσων ήταν ολικώς
άγνωστο στήν τότε Ε λ λ ά δ α καί παρέμεινε τέτοιο σχεδόν ώς τό 1960, όπου
ό Κ. Μαχαιράς στό βιβλίο του «Ναοί καί Μοναί τής Λευκάδος» δημοσιεύει
γιά πρώτη φορά τό Διάταγμα τοΰ Μεγάλου Προνοητή Θαλάσσης Αύγ.
Σαγρέδου, μέ τό όποιο φαίνονται οί ούσιώδεις διοικητικές σχέσεις Βενετίας
καί νησιών. Ό χ ι μόνο τά κτίσματα τών έκκλησιών (μονόκλιτα κτίσματα
φραγκισκανοΰ ρυθμοΰ στό έσωτερικό καί μπαρόκ ά π ' έξω) καί ή θρησκευ132

τική τέχνη τών νησιών δέν είχαν τίποτε κοινό μέ τό στύλ της νεώτερης...
βυζαντινολογίας πού θά έγκαθιδρύετο μέ διαβατήριο τούς «νόμους τών
αειμνήστων Αύτοκρατόρων», άλλά ούτε κάν τό τυπικό τής Λειτουργίας
(Ritus). Μέγα λοιπόν προέκυψε τό θέμα στήν Βουλή καί τεράστιες οί κοινωνικές άναστατώσεις (στήν Κεφαλλωνιά ιδιαίτερα) μέ τήν «Ένωση». Αύτό έδωσε αφορμή γιά μιά σπουδαία «συνταγματική» λεπτομέρεια, πού τελικώς έθεσε καί τίς βάσεις γιά τίς «πρώτες καμινάδες» (!) στήν Ελλάδα πού
είπαμε προηγουμένως: μετά τήν έξωση τού "Οθωνα καί τήν τελική έπικράτηση τοΰ Μακρυγιαννισμοΰ ώς μονίμου πιά κοινωνικής κατηγορίας — μέ
σημαιοφόρον τοΰ «έμβλήματος» τότε τόν άρχηγόν τών «πεδινών» Δημ.
Βούλγαρη (βλ. πιό κάτω) — ματαία, όπως ήταν φυσικό, ύπήρξε καί κάθε
προσπάθεια έκπονήσεως νέου Συντάγματος. Καίτοι ό Γεώργιος έξελέγη
άπό τίς 18 Μαρτίου 1863, αύτό έκράτησε έως καί τοΰ 'Ιουλίου 1864, όποτε,
μέ τήν βοήθεια τοΰ Έ π . Δεληγιώργη, ό όποιος μέ τό «Κομιτάτο» του
έπηρέαζε τίς λαϊκές μάζες καί ήταν βουλευτής Μεσολογγίου — όπου ό
αρχιστράτηγος τοϋ έλληνικοΰ στρατού σέρ Ρίτσαρντ Τσώρτς είχε πάντα
μεγάλη λαϊκή βάση (ό ίδιος έξελέγετο στίς Συνελεύσεις βουλευτής Αιτωλικού) —, «συμμετέσχον» στήν έκπόνηση τοΰ νέου Συντάγματος καί οί
επτανήσιοι νομομαθείς. Τό όποιον έτσι έτελείωσε καί έψηφίσθη σέ δυόμισυ μήνες μέσα (17 'Οκτ. 1864). Τό πόση ν συνταγματική ούσία έβαλαν οί
«φραγκολεβαντΐνοι» σ ' αύτό, άποδεικνύεται άπό τό γεγονός ότι είναι τό
μακροβιώτερον τοΰ έλληνικοΰ κράτους. Τό κύριο βάρος οί Επτανήσιοι τό
έρριξαν, όπως ώφειλαν (τά ύπόλοιπα άλλωστε δέν ήταν καί δυνατόν νά τά
καταλάβουν, όπως άποδεικνύει ή κατόπιν τύχη τους μέ τήν «ένωση»), στήν
βάση τοΰ Συντάγματος, δηλαδή στίς «γενικές διατάξεις» περί τών σχέσεων
άτομου καί κράτους. Σημειωτέον ότι οί άντίστοιχες συνειδητοποιήσεις στά
Επτάνησα ήσαν σέ τέτοιον βαθμό άνεπτυγμένες, ώστε, όπως παρατηρεί ό
'Ανδρέας 'Ιδρωμένος (βλ. «Τό Σύνταγμα τής Ελλάδος μετά Ερμηνείας»,
'Αθήναι 1908, σελ. 51) μέ έλάχιστες χώρες τής τότε Εύρώπης θά μποροΰσε
νά συγκριθή: «Τοσαύτη ήτο ή πρός τήν ατομική ν έλευθερίαν εύλάβεια τοΰ
'Ιονίου νομοθέτου. Έ ν ολίγοις δέ τών Εύρωπαϊκών κρατών καί σήμερον
έτι άπαντώνται παρόμοιαι διατάξεις. Διότι μόνον έν Βελγίφ, έτι δ ' έν Γερμανία καί τοι χώρα μή κοινοβουλευτική, παρατηρείται ό αύτός πρός τήν
άτομικήν έλευθερίαν σεβασμός».
Μιά διάταξη λοιπόν έπρεπε πάση θυσία νά άλλάξη: ή περί θρησκείας.
"Οντως- τό «άπαραλλάκτως» πού έλεγε γιά τούς 'Αποστολικούς καί Συνοδικούς κανόνες τό άρθρο 2 τοΰ Συντάγματος τοΰ 1844 δέν μποροΰσε έ π '
ούδενί νά μείνη, άφοΰ όλα ήσαν άλλαγμένα καί τίποτε δέν «έμοιαζε» μέ τά
Επτάνησα, καί στό Σύνταγμα τοϋ 1864 έγινε «άπαρασαλεύτως» (έ.ά. σελ.
133

26). Πού διατηρείται έκτοτε μέχρι καί τοϋ σημερινού (αρθρ. 3, § 1), έστω
κι αν δέν ύπάρχουν πλέον 'Επτάνησα...
Μικρή βέβαια ή «λεξούλα», τεράστια δμως ή σημασία της. Τελικώς ούτε
καί τό «άπαρασαλεύτως» έσωσε τά 'Επτάνησα. Ή θρησκεία «έσάλεψε» εκεί
καί μάλιστα... έκ θεμελίων. Τό «άποκεντρωτικό» σύστημα τών νομαρχών
τοΰ άρθρ. 101 καί πρωτοπαλλήκαρα τούς έξ 'Αθηνών άρχιερεΐς, τά άνεπανάληπτα έργα μιάς εύρωπαϊκής διαστάσεως τοΰ' μεσογειακού χριστιανισμού άρχισαν νά μαζεύωνται στήν «πρωτεύουσα», γιά νά χαθοΰν έν συνεχεία στίς ιδιωτικές συλλογές καί τούς πλειστηριασμούς τών «Γκαλερύ».
Καί έπειδή τά τέμπλα, τά όποια δέν είχαν άπλώς «λατινογενείς» έπιδράσεις
άλλά έξ ίσου γοτθικές καί υπήρχαν σάν αύτοτελείς διαστάσεις τοΰ μεσογειακού πολιτισμού, δέν ήταν δυνατόν νά ξερριζωθοϋν, παρεδώθηκαν στό
πΰρ τό εξώτερον. Οί σεισμοί ύπήρξαν μιά έπί πλέον πρόφαση. Δέν μιλούμε
έδώ γιά «περιουσιακές» καταστροφές (τελικώς τούς πύργους τής Μάνης
τούς έσωσαν οί Γερμανοί καί τά «άρχοντικά» τοΰ Πηλίου ό νεοπλουτισμός
τών «άνελθόντων» τών 'Αθηνών), άλλά γιά καταστροφές πολιτιστικών θησαυρών πού δέν είναι δυνατόν νά ξαναγίνουν. Καί τό βιολί συνεχίζεται - όλο
τό πάν ή ομοιομορφία (γιά τήν «πλειοψηφία»...). Βέβαια ύπάρχει τρόπος ή
έλλαδική μας κάψα νά άλλάξη νοοτροπία μέ τά πολιτιστικά άπομεινάρια
— καί θά τόν πούμε πιό κάτω, έστω καί σάν προσφορά άνταποδόσεως
(πρώτα στόν έαυτό της) —, άλλά βλέπομε ήδη τόν... Μακρυγιαννισμό άναπεπταμένον. Π α ρ ' όλον τοΰτο όφείλομεν νά τόν ποΰμε. Οί μικρολεξοΰλες λοιπόν στό Σύνταγμα καί τά «διατάγματα» έχουν τεράστιο κοινωνικό
περιεχόμενο καί χωρίς τήν ιστορική αίσθηση έπ' αύτών τών πραγμάτων
είναι άδύνατο νά κατανοηθή ό,τιδήποτε άπό τήν συνταγματική μας ιστορία.
'Ιδίως, πώς συμβαίνει μέσα σέ έλάχιστο χρονικό διάστημα τό «Petitionsrecht» άπό πραγματικό «δικαίωμα άναφοράς» νά μεταβάλλεται στά ελληνικά Συντάγματα σέ διοικητική άπαγορευτική άρχή. Καί ή τακτική αύτή,
πού είναι καί ή άποκλειστική αιτία τής πολιτικής μας κακοδαιμονίας μέχρι
σήμερα, έστήριξε μέν τήν άπεγνωσμένη ύπαρξη ένός έλληνικοΰ κράτους
διά τοΰ πλήρους διαχωρισμού Βουλής καί Κοινωνίας, έμείωσε όμως ώς τό
πλήρες μηδέν κάθε ιστορική οντότητα τοΰ 'Ελληνισμού. Οί συνταγματικές
διαμορφώσεις τοΰ «δικαιώματος τοΰ άναφέρεσθαι» είναι ό μέσω τής Διοίκησης θωρακισμός τής Βουλής ώς Χούντας. Καί είναι σύμπτωμα όλων τών
τριτοκοσμικών χωρών. Συνεπώς καί νά θέλουν οί «πατέρες τοΰ έθνους» μας
νά ισχυρισθούν κάτι άλλο, τούς τό άποκλείει ή ίδια ή τρέχουσα ιστορία...
Ό "Οθωνας βέβαια ήξερε πολύ καλά τά «έθιμα» γιά τά διατάγματά του καί
134

ήξερε έπίσης πολύ καλά καί τίς προθέσεις τής «Δημοκρατίας» μέ τό «Σύνταγμα» (θά τά ίδοΰμε πιό κάτω μέ νούμερα). 'Αμέσως λοιπόν ξεχωρίζει
κατά άπαγορευτικήν σημασία στό Σύνταγμα τό «δικαίωμα τοΰ άναφέρεσθαι» στά δύο συστατικά του: τό πολιτικό δικαίωμα διά τοΰ άρθρου 50 στό
«Περί Βουλής καί Γερουσίας» κεφάλαιο καί τό άτομικό διά τοΰ άρθρου 7
στό περί «Δημοσίου Δικαίου τών Ελλήνων». Ό νομικίστικος όρος «δημόσιο δίκαιο» είναι αύτό πού λέμε σέ άπλούστερη γλώσσα «άτομικές έλευθερίες» ή «άνθρώπινα δικαιώματα». 'Από έδώ καί πέρα αύτά δέν θά είχαν
νά κάνουν μέ τήν «έξουσία», άλλά μόνο μέ τήν Διοίκηση. 'Από τήν άποψη
τοΰ Όθωνα, καί μέσα στίς συνθήκες πού είδαμε (καί πού θά ίδοΰμε), ή
τέτοια τροπή τών πραγμάτων ήταν άναγκαία. Μέ τό ενδιάμεσο τής Διοίκησης καί όχι τής άμέσου έπαφής μέ τήν «έξουσία», θά άποφεύγονταν οί
έπαναστάσεις κάθε τρεις καί λίγο (καί θά ίδοΰμε πόσες άκριβώς έγιναν).
"Εκτοτε όμως αύτή ή «μπάρα» έμεινε μονίμως, μεταβάλλοντας καί ύπό
άβασίλευτον καθεστώς τήν Βουλή σέ... ψηφοκρατία, ήγουν σάν μιά μόνιμη
κοινοβουλευτική δικτατορία. Τό μικτό λοιπόν «δικαίωμα τοΰ άναφέρεσθαι»
(πολιτικό καί άτομικό), πού τό Σύνταγμα τής 'Επιδαύρου είχε άδιαφοροποίητο — κατ' άνάληψη άπό ξένες διατάξεις, όπου αύτό έφέρετο έξ ίσου
άδιαφοροποίητο μέ μακρά προϊστορία (Cahiers de Doleance) —, ό "Οθωνας
έν όψει τών χατζαριών τοΰ Παλαμήδη άναγκάσθηκε νά χωρίση στά συστατικά του (καί πιθανόν σ ' αύτό νά προηγούμεθα πολλών κρατών δέν μπορέσαμε δυστυχώς νά βρούμε σχετική ιστορική έργασία). Διά τοΰ άρθρου
50 σκοπεΐται ή προληπτική άντιμετώπιση ληστανταρσίας στήν Βουλή:
«Ούδείς αύτόκλητος έμφανίζεται ένώπιον τής Βουλής ή τής Γερουσίας».
"Αρα καί ούδέν «πρωτοπαλλήκαρο» μέ τούς οπλοφόρους συντρόφους του...
Καί διά τοΰ άρθρου 7 κατοχυροΰται πάλι άπαγορευτικά τό άτομικό δικαίωμα άναφοράς: «"Εκαστος (θά ίδοΰμε άμέσως πιό κάτω τί άκριβώς αύτή ή
λέξη κρύβει), ή καί πολλοί όμοΰ έχουσι τό δικαίωμα νά άναφέρωνται έγγράφως είς τάς άρχάς, τηροΰντες τούς νόμους τοΰ κράτους». Ή άπαγόρευση σ ' αύτό είναι διπλή: «τηροΰντες τούς νόμους τοΰ κράτους» — πού
έπρεπε πρώτα νά τούς ξέρουν (καί δέν ήσαν όλοι γραμματισμένοι τότε) —
καί έπειτα καί πάλι όχι «αυτοκλήτως», δηλαδή έγγράφως καί παροπλισμένοι.
Πρίν όμως άναφερθοΰμε άναλυτικώτερα στήν λειτουργία αύτής τής «συνταγματικής ρύθμισης», χρειάζεται νά ίδοΰμε πώς «ύποστασιοποιήθηκε»
στήν πράξη έκ μέρους τοΰ κράτους αύτό τό πρός τήν Διοίκηση άτομικό
«δικαίωμα άναφοράς»: μετεβλήθη σέ πηγή εσόδου γιά τόν κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή σέ «χαρτόσημο»! «Τοΰ φιλελευθέρου τούτου θεσμού, παρατηρεί ό 'Ιδρωμένος (έ.ά., σελ. 64), πολλάκις παρ' ήμΐν έγένετο χρήσις,
135

ίδία έν έτει 1874 κατά τής αντισυνταγματικής πορείας τής κυβερνήσεως Δ.
Βούλγαρη». Καί συμπληρώνει: «Κατά τόν νόμον περί Χαρτοσήμου, πασα
άναφορά πρός άρχήν τινά τοΰ Κράτους πλήν τών δικαστικών ύπόκειται είς
τέλος λεπτών πεντήκοντα κατά φύλλον. Ά λ λ ά κατά τάς οδηγίας τοΰ 'Υπουργείου τών Οικονομικών διηυκρινήθη ότι είς τό τέλος χαρτοσήμου
ύπάγονται άναφοραί όρώσαι ιδιωτικά, ούχί δημόσια συμφέροντα». Μετά
τήν λεπτομέρεια πού παρετηρήσαμε στήν σχετική διάταξη μεταξύ τών
συνταγμάτων Επιδαύρου καί Τροιζήνος, καταλαβαίνομε, καί άπό τήν ίδια
τήν φιλοσοφική διατομή μεταξύ άτομικοΰ καί δημοσίου συμφέροντος (ορισμοί άκόμη δέν ύπάρχουν), ποιό μέγεθος διοικητικής αύθαιρεσίας είς
βάρος τοΰ άναφερομένου υίοθετοΰσε ή άσάφεια τών «οδηγιών» τοΰ ύπουργείου οικονομικών. Ό «προϋπολογισμός» τότε, όπως καί πάντα στήν 'Ελλάδα, ήταν τό προέχον καί άκριβώς ώς πρός τήν ψήφισή του άπό τήν
κυβέρνηση Βούλγαρη έγένονταν οί διαμαρτυρίες. Τά πράγματα ήσαν καί
πρό ένός αιώνος (1874) πολύ έπίκαιρα, ή μάλλον άκριβώς τά ίδια. Ό Βούλγαρης, ώς μόνην πλειοψηφία στήν Βουλή γιά τήν ψήφιση τοΰ προΰπολογισμοΰ, έθεωροΰσε τόν γαμπρό του, τρεις δεσποτάδες πού έδημιούργησαν
τά «Σιμωνιακά» καί μερικούς βουλευτές πού ό κόσμος ώνόμασε «στηλΐτες».
"Οταν γιά τήν «πλειοψηφία» ώρκισε βουλευτές τών όποιων ούτε κάν είχε
έπικυρωθή ή έκλογή, ό κόσμος καί οί φοιτητές πετάχθηκαν στούς δρόμους.
Τότε άκριβώς τραυματίσθηκε καί ό επτανήσιος πολιτευτής Ρόκκος Χοϊδάς,
εισαγγελέας Εφετών άκόμη, στόν άγώνα του κατά τής φαυλοκρατίας (άργότερα αύτοκτόνησε, κατά λάθος ή έκ προθέσεως, στήν φυλακή...). Τά
σκάνδαλα στόν Τύπο ευρίσκονταν στήν ημερησία διάταξη. Ό γαμπρός τοΰ
Βούλγαρη ύπουργός Νικολόπουλος, πρώην δικαστικός, καί ό υπουργός
Βαλασόπουλος είχαν πάρει χρήματα, προκειμένου νά προχειρίσουν μέσω
τής 'Ιεράς Συνόδου πρόσωπα τελείως άκατάλληλα γιά τίς επισκοπές Πατρών, Κεφαλληνίας καί Μεσσηνίας. Ύ σ τ ε ρ ' άπό ό λ ' αύτά ό βασιληάς
έδιωξε τήν Κυβέρνηση Βούλγαρη. Αργότερα έπί κυβερνήσεως Κουμουνδούρου (15 Ό κ τ . 1875) άμέσως έμπήκε ή διαδικασία τής «κάθαρσης» γιά
τά σκάνδαλα τοΰ Βούλγαρη. Οί ύπουργοί πού πήραν τά λεφτά έμπήκαν
φυλακή, οί δεσποτάδες έπλήρωσαν διπλάσια πρόστιμα τών όσων είχαν
πληρώσει ώς δωροδοκία καί λίγο άργότερα είσήγετο σέ δίκη ολόκληρη ή
κυβέρνηση τοΰ Βούλγαρη. Σιγά-σιγά βέβαια τά πράγματα άτόνησαν, όπως
ήταν φυσικό, μιά καί ή προεξάρχουσα κοινωνική δύναμη ήταν καθώς εξηγήσαμε ό μακρυγιαννισμός πού παραμένει ώς σήμερα (τότε έγραψε καί ό
Τρικούπης τό «Τίς πταίει;»). Ε κ ε ί ν ο όμως πού έχει σημασία άπό «συνταγματικής» άπόψεως ώς πρός τίς «έρμηνεΐες», ήταν ότι ύπέρ τοΰ Βούλγαρη
διετέθη ό καθηγητής Ν. I. Σαρίπολος, κρίνοντας ότι όρθώς ή κυβέρνηση

136

Βούλγαρη «έρμήνευε» τό αρθρ. 56 τοΰ Συντάγματος. 'Εναντίον τοΰ καθηγητή διετέθη τότε όλη ή νομική σχολή διά γνωμοδοτήσεως τής 11/4/75,
ή όποία ώθησε τούς φοιτητές σέ έξέγερση είς βάρος τοΰ Σαρίπολου, καί
ό καθηγητής παραιτήθηκε. Δέν λέμε βέβαια ότι ό σοφός συνταγματολόγος
προσπαθούσε νά καλύψη τούς ύπουργούς τοΰ Βούλγαρη. Λέμε τί κάνουν
οί «έρμηνεΐες». "Αν βάζαμε καί σήμερα τόν Σαρίπολο νά μάς έξηγήση τούς
λόγους του, θά μποροΰσε νά μάς γράψη άλλους δέκα τόμους «συνταγματικής θεωρίας», διά τών όποιων νά άπεδεικνύετο ή γνώμη του θεωρητικώς
άψογος. Δέν είναι ή θεωρία τοΰ Σαρίπολου πού δέν συμβάδιζε μέ τήν
πράξη· ήταν ή πράξη πού δέν συμβάδιζε μέ τήν θεωρία τοΰ Σαρίπολου.
Τοΰτο τό γενικώτερα δικαιακώς άσύμβατον μεταξύ «θεωρίας» καί «πράξεως» θά γίνη τό κρατικό μας χαρακτηριστικό...
"Αν λοιπόν οί «έρμηνεΐες» περί τής «συνταγματικότητος» τής άντισυνταγματικότητος τοΰ έλληνικοΰ Συντάγματος όδηγοΰν έναν Σαρίπολο σέ τέτοιες καταστάσεις — καί συζητούμε γιά τόν ίδρυτή τής συνταγματικής
έπιστήμης στήν Ε λ λ ά δ α —, καθένας μπορεί νά φαντασθή τί γίνεται μέ τήν
«άρμοδιότητα» περί συνταγματικότητος πού αναγνωρίζει τό Σύνταγμα
στούς ειρηνοδίκες τών πρωτοδικείων καί τούς κλητήρες τών ειρηνοδικείων. Καί τί γίνεται ή τί γινόταν μέ τίς «έρμηνεΐες» τών γραφέων τών
διαφόρων υπηρεσιών, προκειμένου νά «κρίνουν» κατά τίς υποδείξεις τοΰ
υπουργείου καί νά χαρτοσημάνουν τήν αίτηση...
Μποροΰμε λοιπόν νά πούμε ότι ούδέποτε ίσχυσε — καί ούτε τώρα ίσχύει
— τό «δικαίωμα άναφοράς» στήν Ελλάδα. Δυστυχώς τά βιβλία συνταγματικοΰ δικαίου δέν μάς λένε πώς καί γιατί τό έδ. ι α ' τοΰ Συντάγματος τής
'Επιδαύρου χωρίζεται στά άρθρα 7 καί 50 τοΰ Συντάγματος τοΰ "Οθωνος
(πρβλ. τά σημερινά 10 καί 69). Χωρίς όμως τίς ιστορικές λεπτομέρειες γιά
τίς «άνεπαίσθητες μεταβολές» τών συνταγματικών πραγμάτων, είναι άδύνατο νά κατανοηθή ό,τιδήποτε άπό τήν συνταγματική ιστορία τής Ελλάδος
καί ιδιαίτερα γιά τήν θεμελιώδη λειτουργία αύτών τών δύο διατάξεων στήν
πολιτική ζωή. Μ ' αύτές άκριβώς κόβεται μέσω τής Διοίκησης ή σχέση
μεταξύ Βουλής καί Κοινωνίας, δίπλα άπό τό κράτος λειτουργεί μονίμως τό
παρακράτος, δίπλα άπό τήν οικονομία μονίμως ή παραοικονομία, δίπλα
άπό τήν παιδεία ή παραπαιδεία κ.ο.κ. "Ολα διπλά καί διχασμένα έξ ύποστάσεως. Οί διατάξεις αύτές λειτουργοΰν ώς νόμοι διχασμού μεταξύ κρατικής βιτρίνας καί πραγματικότητος, ώς σύμπτωμα μιάς μόνιμης κοινωνικής παθολογίας. Γ ι ' αύτό καί καθόλου τυχαίο δέν είναι πού τό «άναφέρεσθαι» στήν ίδια τήν νομική ορολογία έκφράζεται μέ συνειρμικές έκφράσεις
137

παθολογικής ιατρικής καί δουλικοΰ ελέους («αίτηση θεραπείας», «χαριστική προσφυγή», βλ. Πρ. Δαγτόγλου: «Γενικό διοικητικό δίκαιο», τεΰχ. α ' ,
1977, σελ. 222). Κάπως άλλοιως δέν θάταν δυνατό.
Καί ώς πρός τό πολιτικό του μέρος, εξηγήσαμε πρίν ότι τό «δικαίωμα
τοϋ άναφέρεσθαι» δέν είναι δυνατόν τεχνικά νά ίσχύη στόν τόπο μας. Οί
άλλοδαποί, οί καταδικασμένοι καί γενικά όσοι δέν έχουν πολιτικά δικαιώματα στόν τόπο μας ούτε βουλευτή μποροΰν (ή δικαιούνται) νά βροΰν, ούτε
νά προσπεράσουν τά συντάγματα χωροφυλάκων, πού κλείνουν μονίμως
όλες τίς εισόδους τής Βουλής, γιά νά φθάσουν ώς τό «Προεδρεΐον». Ή
έλληνική Βουλή είναι ή μόνη πού έχομε δει ώς τά σήμερα, ή όποία γιά τήν
λειτουργία της άπαιτεϊ γύρω-γύρω άπό τό κτήριο ταξιαρχίες ολόκληρες
μηχανοκινήτων τής Χωροφυλακής καί τής 'Αστυνομίας. Καί άν σκεφθούμε
τίς αίτιες τοϋ "Οθωνα γιά τό άρθρ. 50 καί έπί πλέον τό γεγονός, ότι οί
φοβίες τοΰ "Οθωνα ούδέποτε έπαψαν υφιστάμενες έως καί προχουντικά ποΰ
ή Βουλή κατελήφθη, έννοοΰμε άπόλυτα τόν διχασμό καί δλα τά προηγούμενα. "Εχομε δηλαδή μιά μόνιμη πολιτική καί κοινωνική κατάσταση ιστορικής διαρκείας. Ή «πρόνοια» λοιπόν τοΰ Όθωνα γιά τούς πιστολέρος τοΰ
καιροΰ του, έγινε σύν τω χρόνω προνόμιο γιά τήν Βουλή, πού δέν τήν
έπιβαρύνει στό παραμικρό. 'Απόδειξη τά μηχανοκίνητα. Μήπως όμως ισχύει τό «άναφέρεσθαι» ώς άτομικό δικαίωμα ώς πρός τήν Διοίκηση; 'Εδώ
πάλι μάς τά χαλάει ή λέξη «έκαστος». (Βλ. νΰν άρθρ. 10). Τί ήμιτελής κατά
νόημα καί σαφήνεια είναι αύτή ή λέξη; «Έκαστος», τί έκαστος; Έκαστος
πολίτης; Έκαστος "Ελληνας; Έκαστος χριστιανός, ημεδαπός ή ξένος; "Εκαστος έκ τών έγκλειομένων κάθε φορά στό κράτος ή καί τών Ε λ λ ή ν ω ν
πού ήσαν έκτός καί είχαν άλλες ύπηκοότητες; (Αύτοί μποροΰσαν νά προβάλουν καί «λυτρωτικές» άναφορές πρός τήν Κυβέρνηση, δηλ. νά δημιουργήσουν προβλήματα στις διεθνείς σχέσεις, έφ' δσον συμπεριελαμβάνοντο
στό «έκαστος»), «Καθένας» καί «καθείς» λένε τά πρώτα συντάγματα, «έκαστος» τό τοΰ "Οθωνα. 'Αλλά τίποτε άλλο δέν μποροΰσε νά μπή τότε σάν
συμπλήρωμα. Είναι άκρως χαρακτηριστικό ένα φαινόμενο στίς εξηγήσεις
τών έλληνικών Συνταγμάτων: δταν πρόκειται γιά νομικιστικής φύσεως διατάξεις, οί έξηγητές συγκρίνουν εύκολα μέ τις διατάξεις άλλων χωρών, όπως
Γαλλίας ή 'Αγγλίας. "Οταν δμως άντιμετωπίζουν άφηρημένες ιδιότητες
πού έχουν νά κάνουν μέ τίς έννοιες «λαός» καί «έθνος», τότε οί παραλληλισμοί καί οί συγκρίσεις έπιδιώκονται μέ τό Βελγικό ή Ελβετικό Σύνταγμα. Καθόλου βέβαια τυχαία. Διότι ή Ελλάδα — καί αύτή ή συζήτηση
διαρκεί ώς σήμερα στίς συνταγματικές επεξεργασίες — ούτε "Εθνος ήταν,
ούτε Λαό είχε. Λαό μέν δέν είχε, γιατί οί μέν γηγενείς ήταν ένα μΐγμα
άλβανοελληνοσλαβισμοΰ καί Τούρκων, ένώ διαρκώς συνέρρεαν νέοι, "Ε-

Ι 38

θνος δέ δχι, καθ' δ πρώην Αυτοκρατορία. Μπορούμε νά ποΰμε «Έθνος»,
τήν 'Αγγλική Κοινοπολιτεία; 'Υπάρχει ένας ένιαΐος πολιτιστικός φορέας,
άλλά «έθνος» δέν ύπάρχει. "Επειτα, ειδικά ή Ελλάδα, προήρχετο άπό ένα
χώρο τής πρώην οθωμανικής Αύτοκρατορίας, στήν οποίαν ίσχυε τό καθεστώς τών διομολογήσεων, καί πολλοί ξένοι ήσαν άξιωματούχοι τοΰ οθωμανικού στρατού. 'Ανάλογες καταστάσεις έπικρατοΰσαν καί στήν τότε
'Ελλάδα. Αύτές όμως ήταν άδύνατο νά διατυπωθούν μέ άκρίβεια σέ συνταγματικούς κανόνες, καθ' ό διαρκώς μεταβλητές. Τό «έκαστος» λοιπόν δέν
μποροΰσε νά έχη κανένα γραμματικό ύποκείμενο, διότι δέν είχε καί κανένα
στήν πράξη. Έπρεπε νά μείνη έτσι μετέωρο καί νά συνέχιση νά ύπάρχη
σάν τέτοιο ώς τά σήμερα. Ή ίδιότης τοΰ «Έλληνος» έπρεπε νά καθορισθή
μέ νόμους (!), όπως καθορίσθηκε καί αύτή τής «έθνικής συνείδησης» διά
διατάγματος. Πράγματι· αύτή είναι ή «τροποποίηση» τοΰ άρθρ. 3 κατά τό
1864: τά διά νόμου «χαρακτηριστικά τοΰ πολίτου», πού έλεγε τό Σύνταγμα
τοΰ 1844, γίνονται τώρα «προσόντα». «Χαρακτηριστικό» είναι κάτι τό παραμόνιμο, ένώ «προσόν» θέμα γραφειοκρατικής τυπικότητος...
Πρέπει νά διευκρινήσωμε, ότι, θεωρητικά, όλες οί διατάξεις πού έχουν
νά κάνουν μέ άφηρημένα νοήματα (ίσότης, έλευθερία κ.λπ.) δέν είναι μεταξύ τους ξεκομμένες, άλλά συνδέονται άναγκαστικά άπό τήν ϊδια τήν
φύση τών νοημάτων. 'Ακριβώς σ ' αύτά τά νοήματα έμφανίζεται ή διάκριση
μεταξύ «άτομικοΰ» καί «πολιτικού» δικαιώματος, διότι κατά τούς φιλοσοφικούς ορισμούς (Χόμπς, Διαφωτιστές, Κάντ κ.λπ.) δριον τοΰ «άτομικοΰ»
δικαιώματος είναι τό «πολιτικόν» δικαίωμα (ή έλευθερία ένός φθάνει έως
έκεΐ πού δέν παρακωλύει τό άντίστοιχο δικαίωμα γιά τούς άλλους). Τό
«δικαίωμα τοΰ άναφέρεσθαι» λ.χ. συνδέεται μέ τό δικαίωμα έλεύθερης έκφρασης γνώμης, μέ έκεϊνο τής έλευθερίας τοΰ Τύπου (πού είναι άλλο πράγμα), αύτά πάλι μέ έκεϊνο τοΰ «συνέρχεσθαι» (αύτό προέρχεται άπό τίς μεσαιωνικές συντεχνίες (Zunft), οί όποιες, σάν τεχνικά σωματεία, είχαν άναγκαίως καί πνευματικήν ύπόσταση (νόου χάου)· τό δικαίωμα αύτό, ώς καθαρά πολιτικό καί εύκολα μετατρεπόμενο σέ έπαναστατική άρχή, είχε περιπέτειες στήν νεώτερη εύρωπαϊκή ιστορία. Καί φυσικά ούτε λόγος γ ι '
αύτό στό σύνταγμα τήν έποχή τής κουμπουροκρατίας τοΰ Όθωνα...), μέ τό
δικαίωμα «ίσότητος» έναντι τών νόμων κ.λπ. "Οταν μία άπό αύτές τίς διατάξεις πάσχη, πάσχουν καί όλες οί άλλες πού έχουν νά κάνουν μέ τά ϊδια
νοήματα.
Οί αφηρημένες έννοιες περί «δικαιωμάτων» παρουσιάσθηκαν όντως προβληματικές σ ' έμάς, σχετικά μέ τούς καθορισμούς «Έλληνος» καί «πολίτου», στό άρθρο 3 περί νομικής καί πολιτειακής ϊσότητος, τοΰ όποιου
συνέπεια είναι τό τοΰ «άναφέρεσθαι» (δπως καί αύτό έκείνου). «Διάφορος
139

είναι ή έννοια τών έν τώ αρθρω όρων Έλληνος καί πολίτου», αναφέρει ό
'Ιδρωμένος στό προαναφερθέν βιβλίο του (σελ. 34). Τό «Έλλην» είναι
προσωπικό δικαίωμα καθ' ό «έθνικόν» (στό βαθμό πού τό καταλαβαίνει
κανένας είναι), ένώ τό «πολίτης» είναι συλλογικό τέτοιο, δηλ. «πολιτειακό», έπειδή έχει νά κάνη καί μέ τούς άλλους. Ά ρ α λοιπόν στό «περί
ίσότητος» άρθρο καί μέσα στίς κοινωνικές συνθήκες τοϋ τότε
(«αύτόχθονες-έτερόχθονες»), ή διαφορά θά έφαίνετο. Καί ή μέν ίδιότης τού
«'Έλληνος» θά μποροΰσε νά καθορισθή μέ νόμους, καθότι άτομική, ή δέ
τοϋ «πολίτη», δηλαδή τό καθ' έαυτό εσωτερικό κοινωνικό πρόβλημα, θά
έμενε διά παντός άλυτο μετατρεπόμενο άπλώς σέ κυβερνητικές πλειοψηφίες. Μιά καί ή έννοια «Έλλην» ύπήρξε άνέκαθεν έννοια «διασποράς», τό
αύτό πρόβλημα ύπάρχει καί σήμερα: ύπάρχουν περισσότεροι «Έλληνες»
στό εξωτερικό πού δέν είναι «πολίτες» (γιατί έτσι άν ψήφιζαν θά κατηργεΐτο αύτομάτως πάσα έννοια «εθνικής κυριαρχίας» γιά τήν Ελλάδα...). Ή
σύγχρονη έννοια τοΰ «Έλληνος» γ ι ' αύτούς είναι καθαρώς συναλλαγματική, τής ιδιότητος των μάλιστα καί συνταγματικώς κατοχυρωμένης ώς
πρός τήν «μητέρα πατρίδα» (μέσω τών παπάδων, βλ. άρθρ. 108). Ή έννοια
τής «μητρός» τήν έποχή τοΰ "Οθωνα ήταν άκόμα πιό μπερδεμένη άπ' ό,τι
σήμερα, διότι ύπήρχε ή ερεθιστική αίσθηση γιά τούς αύτόχθονες τών «εθνικών εύεργετών», πού θά ίδοΰμε άναλυτικώτερα πιό κάτω.
Αύτά πρός στιγμήν ώς πρός τίς δυσκολίες τής πρώτης μόνο λέξεως τοΰ νΰν
άρθρου 10. Ή πονηρή λεξούλα «έκαστος» λύνει — ύποτίθεται — καί τό
πρόβλημα «άναφοράς» τών αλλοδαπών στόν τόπο μας, μεταβάλλοντάς το
όμως σέ «άτομικόν» ώς πρός τήν Διοίκηση. Έ ν α ς 'Ολλανδός π.χ. δέν έχει
ποϋ νά «άναφερθή», βάσει τοϋ άρθρ. 5, § 2, άν ίδή νά καταστρατηγούνται
σέ μιά περίπτωση τά «άνθρώπινα δικαιώματα» μιάς φιλιππινέζας ύπηρέτριας. Τοΰ μένει μόνο ό ΟΗΕ, διότι όλη ή έλληνική Διοίκηση είναι άναρμοδία (βλ. κατωτέρω) γιά κάτι τέτοιο. Ά λ λ ά μέ νομικίστικες μεθόδους καί
«έρμηνεΐες» δέν γίνεται βέβαια κανένας «εύρωπαίος» καί ούτε καμμιά ούσιώδη διασύνδεση άποκτά μέ τήν διεθνή κοινωνία κρατών. Ή διαφορά
μεταξύ «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» καί «δικαιώματος τοΰ άναφέρεσθαι» είναι όση άκριβώς καί ή άπόσταση 'Ηλίου καί Γής. Γιατί τό μέν «άναφέρεσθαι» είναι θέμα... Δικονομίας, τά δέ άλλα θέματα τής ιστορίας καί τών
φιλοσόφων. Τό βλέπομε: οσάκις ή διά τοΰ Συντάγματος έκφραζομένη Απηρχαιωμένη κοινωνική μας κατάσταση τυχαίνει νά έρθη σέ έπαφή μέ
νοήματα, άμέσως δημιουργείται τερατογένεση καί άμέσως παρίσταται πρόβλημα «έπιτροπών» καί «έρμηνειών». Τό άπηρχαιωμένον τοΰ πράγματος, έν
άντιθέσει πρός ξένα σύγχρονα Συντάγματα, συνίσταται άκριβώς στήν διά140

σπαση τοϋ «Petitionsrecht» σέ δύο συνταγματικά άρθρα γιά τούς λόγους πού
εξηγήσαμε. Τήν μόνη φορά ποΰ ίσχυσε τό «Petitionsrecht» χωρίς διατυπώσεις στήν Ελλάδα, ήταν τό 1863 ποϋ τό ελληνικό στέμμα είχε βγει στόν
πλειστηριασμό: ένας αμερικανός τουρίστας, ονόματι Φούγκ, κάνει ά π ' εύθείας άναφορά στήν έλλ. Βουλή νά έκλεγή βασιλεύς τής 'Ελλάδος!
Πώς τώρα τό «πρός τήν Διοίκηση» τέτοιο τροποποιείται άπό τήν έποχή
τοϋ "Οθωνα διά τοΰ Συντάγματος τοΰ 1911, γιά νά φθάσωμε στήν (άπό τήν
Χούντα είλημμένη) σημερινή διατύπωση τής «ήτιολογημένης άπαντήσεως» τοΰ άρθρου 10, είναι θέματα πού δέν μποροΰν νά μάς άπασχολήσουν
έδώ παραπέρα. Αύτό πού μάς ένδιαφέρει νά ίδοΰμε είναι, ότι κατά πράξη
ουτε τέτοιο δικαίωμα υφίσταται. 'Ιδίως δέ, πώς διά τής μεταχουντικής προσθήκης τής § 3 ή Βουλή ανακηρύσσεται καί συνταγματικώς μιά διοικητικώς ώχυρωμένη Χούντα. Ή διάταξη περί «διώξεως τοΰ υποβάλλοντος τήν
άναφοράν διά τυχόν έν αύτή ύπαρχούσας παραβάσεις» έμπήκε στό Σύνταγμα τοΰ 1911, έξηγεΐ ό καθηγητής Κων/νος Γεωργόπουλος (βλ. «Έλληνικόν
συνταγματικόν δίκαιον», τεΰχ. Γ ' , 1970, σελ. 166), «πρός προστασίαν τοΰ
άναφερομένου», δεδομένου ότι ύπό τό πρόσχημα, ότι τό περιεχόμενο τής
άναφοράς συνιστοΰσε παράβαση νόμων (π.χ. υβριστικό), μποροΰσε ή άρχή
νά μήν άπαντήση. Αύτό συνέβαινε παληότερα καί άλλοΰ. Πολύ περισσότερο βέβαια, θεωρητικά, υφίσταται ή ύποχρέωση της άρχής πρός άπάντηση μέ τήν προσθήκη τοΰ 'Ανδρουτσόπουλου περί «ήτιολογημένης άπαντήσεως». Είναι όμως άκριβώς έτσι τά πράγματα, τούλάχιστον κατά θεωρίαν;
"Αν δέν ύπήρχαν οί λόγοι τής διοικητικής αύθαιρεσίας πού έπέβαλαν τήν
διάταξη τοΰ 1911 καί ή δαιδαλώδης έλληνική διοικητική νομοθεσία, θά
μποροΰσε ϊσως κανείς μή γηγενής νά τό ύποθέση. Κατά πράξη τά πράγματα
ούδόλως είναι έτσι: ή ύποχρέωση τής άρχής ύφίσταται, έφ' όσον αύτή
κρίνει έαυτήν άρμοδία γιά άπάντηση. ' Ε φ ' όσον κάτι τέτοιο δέν τό κρίνει
— καί είναι προφανώς άδύνατο νά τό κρίνη μέσα στόν έλληνικό γραφειοκρατικό πολύποδα χωρίς δικηγόρο (ήγουν... «τρέχα γύρευε») —, ή άναφορά
«ούδεμίαν δημιουργεί δι' αύτήν ύποχρέωσιν ή συνέπειαν, ούδέ καν τήν
ύποχρέωσιν όπως διαβιβάση τήν τοιαύτην άναφοράν είς τήν κατά νόμον
άρμοδίαν έπ' αύτής άρχήν» (Κ. Γεωργοπούλου, έ.ά., σελ. 165-6). 'Ασφαλώς· μιά υπηρεσία δέν μπορεί νά έπιβαρύνη τόν προϋπολογισμό της μέ τό
νά διαβιβάζη άσχετες πρός αύτήν άναφορές. Θά ίδοΰμε όμως περιπτώσεις
στό βιβλίο τοΰτο, ποΰ οί αρχές είναι άπολύτως άρμόδιες πρός άπάντηση,
καθ' ό μοναδικές, ώστόσο όμως κρίνουν εαυτές αναρμόδιες διά τής σιωπής... Καί διά τής προστεθείσης μεταχουντικά § 3, όπου οί άρχές ύποχρεοΰνται ν ' άπαντοΰν μόνον «έφ' όσον τοΰτο προβλέπεται ύπό τοΰ νόμου», ή
μόνη «αρμοδιότητα» τών δημοσίων υπηρεσιών συλλήβδην γίνεται ή σιω141

πή. Ή παράγραφος αύτή έξυπονοεΐ βέβαια ένα «αμυντικό» δικαίωμα τού
Κράτους. Ά ν π.χ. κάποιος ζητήση νά μάθη πόσους πυραύλους εκτοξεύει
ή Ε λ λ ά δ α ετησίως στό διάστημα γιά έπιστημονικούς σκοπούς, μπορεί ή
ύπηρεσία νά μήν άπαντήση διότι προδίδει «κρατικό μυστικό». Είναι έπίσης
δυνατόν τό υπουργείο συγκοινωνιών π.χ. ν ' άρνηθή ν ' άπαντήση ποιός
είναι ό κάτοχος ένός αυτοκινήτου πού χτύπησε κάποιον στόν δρόμο καί
τόν έγκατέλειψε, έφ' όσον ύπάρχει τό νούμερο, διότι δέν έχει προηγηθή
ή άστυνομική έρευνα (άν λ.χ. τό αύτοκίνητο ήταν κλεμμένο) καί μπορεί
σκέτη ή πληροφορία νά βλάψη τόν κάτοχο (π.χ. δυσφήμιση). "Οχι όμως
έπειδή δέν ύπάρχει ειδικός νόμος γιά τήν συγκεκριμένη περίπτωση μέ τό
όνομα τοΰ παθόντος! Ή § 3 δέν ένεργεΐ άνασχετικά μόνο ώς πρός τόν
άναφερόμενο, ό όποιος, μήν ξέροντος άν ύπάρχη κάν νόμος γιά τήν περίπτωση καί πώς αύτός ύπάρχει, δέν μπορεί νά προσμετρήση καί τό μέγεθος
τής ένδεχομένης «δίωξης», άλλά καί ώς πρός τόν ύπάλληλο ή τόν Δ/ντή,
ό όποιος δέν θά ξέρη άν ύπάρχη νόμος πού νά τόν ύποχρεώνη γιά τήν
συγκεκριμένη ιδιάζουσα περίπτωση. Καί φυσικά τό καλύτερο καί άπλούστερο είναι νά μήν άπαντα καμμιά ύπηρεσία. Ή άκρη διά τών έν συνεχεία
«έρμηνειών» μπορεί νά βρεθή ίσως, μά είναι άκριβώς τότε ποΰ καί τό
Σύνταγμα μεταβάλλεται σέ «ερμηνευτική» πατσαβούρα ώς πρός τό «Δημόσιο Δίκαιο». Τό Σύνταγμα, ώς «καταστατικός χάρτης» καί γενικώτατος
νόμος, οφείλει κατ' άνάγκην νά είναι στίς «ερμηνείες» του άπλό — δηλαδή
ό δυνατόν απλούστερος καί κατανοητότερος άπό όλους νόμος. Ά λ λ ά , όπως είδαμε, τό δικό μας Σύνταγμα ούτε κάν στίς λέξεις του δέν μπορεί νά
είναι τέτοιο. Στίς «εισηγητικές έκθέσεις» γιά τό Σύνταγμα τοΰ 1975 δέν
ύπήρξε καιρός ώς πρός τίς διατάξεις αύτές. Έγιναν οί συγκολλήσεις καί
οί μικροεπισκευές δίκην άγορανομικοΰ κώδικα καί όλη ή προσοχή έδόθηκε — άν προσέξη κανείς — στά περί Βουλής, περί Προέδρου τής Βουλής,
περί Προέδρου, περί αρμοδιοτήτων τοΰ Προέδρου, περί έκλογής τοΰ Προέδρου, περί κανονισμού τής Βουλής κ.λπ. Καί εύνοήτως: μέριμνα έχρειάζετο
γιά τό ξαναστήσιμο τών πραγμάτων πού «έκλόνισε» ή Χούντα. Τά περί
«Δημοσίου Δικαίου» δέν έπαθαν καμμιά ζημιά, γιατί ούτε καί πρίν τήν
Χούντα ύπήρχαν «άνθρώπινα δικαιώματα». Αύτά θά ήσαν θέμα απλών συγκολλήσεων καί «έρμηνειών».
Νά ποΰμε ότι οί διοικητικές συνθήκες πού επέβαλαν τήν «άναθεώρηση»
τοΰ 1911 ώς πρός τό «άναφέρεσθαι» ήρθησαν στό μεταξύ, μάς τό άπαγορεύει ή ύπανάπτυξη τοΰ έλληνικοΰ χώρου. Τελικώς τά περί «άναφοράς»
είναι πολύ άπλα: μιά άναφορά γιά ό,τιδήποτε δέν πρέπει νά πληροί, ειμή
τίς ίδιες συνθήκες πού πρέπει νά πληροί καί μιά διαμαρτυρία στίς έφημερίδες: ξερή περιγραφή έπί τοΰ άντικειμένου, χωρίς ύποκειμενικές κρίσεις,
142

αξιολογήσεις καί ύβρεις. Καί στήν περίπτωση αύτή ή δποια ύπηρεσία, έφ'
δσον συντρέχει λόγος, μπορεί νά άπαντήση δτι δέν μπορεί νά άπαντήση.
Δηλαδή σέ κάθε περίπτωση οφείλει νά άπαντήση. Τά πράγματα όμως δέν
είναι έτσι σ ' έμάς. Ούτε κατά θεωρητικήν διατύπωση στό Σύνταγμα, ούτε
κατά πράξη. Ή μόνη έρμηνεία τών τοΰ Συντάγματος γιά τό άτομικόν «δικαίωμα τοΰ άναφέρεσθαι» είναι άκριβώς ό κανονισμός τής Χωροφυλακής
τής έποχής τοΰ Βούλγαρη: «καθείς διατηρών τό δικαίωμα νά παραπονεθή
άκολούθως, είναι ύπόχρεως νά ύπακούη άπολύτως είς τάς προσκλήσεις ή
διατάξεις τής Χωροφυλακής». «Τά αύτά δέχεται καί ή νομολογία», προσθέτει ό 'Ιδρωμένος, άναλύοντας τήν έν 'Ελλάδι συνταγματική κατοχύρωση
τής «προσωπικής έλευθερίας» (μν.έ., σελ. 55). Τά πράγματα δυστυχώς έχουν
μείνει πλήρως άναλλοίωτα καί ούτε ήταν δυνατόν ν ' άλλάξουν. Στίς συζητήσεις τοΰ '68 γιά τό σημερινό άρθρο 5, §§ 1 καί 3, άπό τούς δύο πού
έλαβαν τόν λόγο, ό τότε ύπουργός Δικαιοσύνης Ί . Τριανταφυλλόπουλος,
άναφερόμενος στίς έλληνικές συνθήκες είπε: «Δέν έχουν καί πολλήν πρακτικήν άξίαν. Καταντοΰν νά είναι άπλώς εύχαί». Ή συζήτηση δέν έγένετο
βέβαια μέ τό όραμα τών «ψήφων», γιατί δέν τίς είχαν άνάγκη. Συζητοΰσαν
γιά τήν πραγματική συνταγματική ούσία τών πραγμάτων. Καί δυστυχώς
αύτή είναι. Ή «ελεύθερη άνάπτυξη τής προσωπικότητος» σάν «ιδιωτική
πρωτοβουλία» τοΰ καθενός καί χωρίς καμμιά δέσμευση παροχής συγκεκριμένων μέσων άπό τό Κράτος, είναι, όπως έξηγήσαμε, συνταγματικώς, ή
προβληματικώτερη τών προβληματικών έπιχειρήσεων. Καί έπειδή αύτά
είναι άνέκαθεν γνωστά καί μή όμολογούμενα, γ ι ' αύτό «έπεράσθηκαν» έν
τάχει στίς μεταχουντικές «εισηγήσεις». Ά λ λ ά φυσικά δχι άτιμωρητί: τό
κάρο διαλύθηκε οριστικώς. Μπορούμε νά πούμε δτι τά μεταχουντικά Συντάγματα ήσαν άπλώς Συντάγματα ύπό προθεσμίαν. Σήμερα καμμία «τροποποίηση» δέν μπορεί νά νομιμοποιήση τήν 'Ελλάδα σάν κρατική ύπόσταση στίς σύγχρονες διεθνείς σχέσεις. Είναι συνεπώς περιττό νά καταξοδεύωμε τόν κρατικό προϋπολογισμό, γιά νά άντιμετωπίζωμε τίς διαρκείς αιτιάσεις τοΰ εύρωπαϊκοΰ δικαστηρίου ώς μόνιμοι κατηγορούμενοι τών εύρωπαϊκών αιθουσών...
Στό κείμενο τοΰτο, όπως είπαμε, ένδιαφερόμαστε γιά τίς «ειδικές ερμηνείες», δηλαδή τίς πραγματικές καί όχι «συνταγματικές». Καί τό γεγονός
ότι ύπάρχουν καί άλλες πολλές, είναι άκριβώς ή απόδειξη τής δικολαβίστικης ύφής (πού δέν πρέπει νά έχουν τά συντάγματα). Ά ν ε υ άναφοράς είς
τήν «Αρχήν» — ήγουν έκείνην τής λωποδυσίας, βάσει τής όποιας ύπήρξε
τό «πρωτογενές» ελληνικό Σύνταγμα τοΰ 1844 — είναι άδύνατο νά κατανοηθή ό,τιδήποτε άπό τήν πολιτική καί κοινωνική σημασία τής έλληνικής
143

συνταγματικής πραγματικότητος. "Οτι δηλαδή τά «Συντάγματα» δέν είναι
παρά οί «καταστατικοί χάρτες» κλίκων, οί όποιες προσπαθούσαν, μέσα στίς
διαρκώς κοινωνικώς καί φυλετικώς μεταβαλλόμενες έλληνικές συνθήκες,
νά κρατηθούν πάση θυσία στούς θώκους καί τήν ρεμούλα. Έ ξ ου καί ό
μέγας άριθμός τών «πολιτικών έκτροπών» στήν σύγχρονη ιστορία τής Ε λ λάδος. Τό Σύνταγμα ήταν πάντα μιά προτροπή πρός πραξικόπημα, διότι διά
τοΰ «κοινοβουλευτισμού» καί τών «έρμηνειών» δέν αποσκοπούσε, είμή στό
νά κατοχυρώση κοινωνικές δικτατορίες ερήμην πάσης λαϊκής συμμετοχής.
Καί αύτό άκριβώς, δηλαδή τό νά παραμένη πάντοτε ώς νόημα μιά επιδίωξη άμεταθέτων κοινωνικών τελών, συνιστά άκριβώς καί τήν έναντι τής
ιστορικής έξελίξεως παλαιότητά του. Έ χ ε ι παρατηρηθή, ότι τά ελληνικά
Συντάγματα άπό τής Επιδαύρου καί έντεΰθεν δέν άποτελοΰν «ιστορικώς
γραμμική ν συνταγματική ν συνέχεια» (βλ. Δ. Λ. Κυριαζή-Γουβέλη: «Περί
τό συνταγματικόν δίκαιον», Αθήναι 1964, σελ. 122). Πρόκειται περί οικονομικής έκφράσεως τοΰ έκλεκτοΰ έρευνητοΰ: έάν διά τοΰ όρου «γραμμική συνέχεια» νοήται τό σύνολο τοΰ άπό Συντάγματος είς Σύνταγμα «έρμηνειών», τότε όχι μόνο ώρισμένα, άλλά όλα τά έλληνικά Συντάγματα
μεταξύ τους παρουσιάζουν «ίστορικήν άσυνέχεια». Κατά τόν ίδιο τρόπο
πού «άσυνεχής» παρουσιάζεται καί ή νεοελληνική ιστορία, σάν ιστορία
ένός «Etat Tampon». Αύτό όμως πού παρουσιάζουν όλα τά έλληνικά Συντάγματα άπό τό τοΰ Όθωνος καί έντεΰθεν, είναι ή συμπαγέστατη «κοινωνική συνέχεια», ό άναλλοίωτος πυρήνας πού μεταφέρεται άπό Συντάγματος
είς Σύνταγμα, καί τήν οποίαν άποδεικνύει ή διαρκώς επαναλαμβανόμενη
πολιτική ιστορία τής νεωτέρας Ελλάδος. Ό «πυρήνας» αυτός διατηρείται
ολικώς άναλλοίωτος έως καί τοΰ σημερινού, όπως έν κατακλείδι θά ίδοΰμε.
Πολλά άπό τά όσα άναφέραμε δέν είναι νέα στήν συνταγματική μας ιστορία, παρά τίς μεγάλες μεταχουντικές δόσεις «Δημοκρατίας» μέ τήν οποίαν
περιεβλήθησαν. Είναι όμως «νέα», ώς πρός μερικές τρέχουσες έρμηνεϊες
πού έπιχειροΰμε έδώ. Οί έννοιες περί «τυπικότητος» καί «ούσιαστικότητος»
τών νόμων είναι παλαιότατες στήν συνταγματική ιστορία, άρα καί στήν
δική μας. Βασικά ή προϊστορία τους ανάγεται πολύ παληότερα άπό έκεΐ
ποΰ τήν τοποθετοΰν οί κοινωνιολογικής ύφής θεωρήσεις τοΰ νεωτέρου
κράτους (χειραφέτηση τής δημιουργημένης άστικής τάξεως ώς πρός τήν
κεντρική έξουσία - βλ. Δ. Θ. Τσάτσου, μν.έ. σελ. 70). «Τυπικός» είναι ό
νόμος τοΰ προτεστάντη έκλέκτορα, πού δέν παραδέχεται τόν «ούσιαστικό»
νόμο τοΰ κανονικοΰ δικαίου (βλ. τό βιβλίο μας « Ή άνατολική Μεσόγειος
ώς εύρωπαϊκή ιστορία», τόμ Α ' , 1984, σελ. 221 κ.έ.). Καί άφοΰ έτσι ή
«τυπικότης» τών νόμων συναναφαίνεται μέ τήν δημιουργία τοΰ νεωτέρου
144

κράτους, είναι φυσικό νά παραμένη αύτή πάντοτε κατά νόημα «ό ιδιαίτερος
τύπος έκδηλώσεως τής βουλήσεως τής Πολιτείας» (βλ. Ν. Ν. Σαρίπολου:
«Σύστημα συντ. δικαίου», τόμ. Β ' έκδ. Γ ' (1918), σελ. 29). Κατά πόσον
τώρα «οί τυπικοί νόμοι είσί κατά κανόνα καί ούσιαστικοί νόμοι συγχρόνως», είναι ένα άλλο ζήτημα. Ά ν όντως ύπάρχη ή κατά Jellinek κοινωνιολογική έννοια τού λαού στήν οποίαν παραπέμπει ό Σαρίπολος (αύτ. σελ.
41), τότε τά πράγματα είναι έτσι, διότι ή «τυπικότης» τοΰ νόμου άποτελεΐ
πολιτικήν έκφραση ένός κοινωνικοΰ γίγνεσθαι. "Αν όμως ό «λαός» δέν
ύπάρχη;... Ύποθέτομε ότι τότε ή «τυπικότης» τών νόμων μεταβάλλεται όχι
σέ κάποιο είδος «ούσιστικότητος», άλλά σέ «κανονιστικούς νόμους» καί
«διατάγματα», δηλαδή στήν γνωστή μας κοινοβουλευτική λοβιτούρα. Καί
αύτή είναι άκριβώς ή ισχύουσα κατάσταση μέ τήν «άποκατασταθεϊσα»
μεταχουντικά «Δημοκρατία»: ένώ τό χουντικό Σύνταγμα τοΰ '68 έκανε
λόγο στό άρθρ. 118 περί μή έφαρμογής «πράξεων» καί «διαταγμάτων», τό
Σύνταγμα τοΰ '75 στό άρθρ. 93 — μιά καί έκράτησε τούς «βολικούς»
χουντικούς νόμους — κάνει λόγο περί μή έφαρμογής νόμου. Ή διαφορά
είναι ή έξης: ένώ τό Σύνταγμα τοΰ '68 προέβλεπε τήν λειτουργία συνταγματικού δικαστηρίου, πράγμα πού σημαίνει ότι ή άντισυνταγματικότης δέν
συνεπήγετο κατ' άνάγκην τήν άκύρωση (βλ. Κ. Γεωργοπούλου, μν.έ., τεΰχ.
β ' , σελ. 83), μέ τό «ειδικό» μόνο δικαστήριο τοΰ Συντάγματος τοΰ '75 ή
συνταγματικότης τών νόμων έπανέρχεται στό νόημα τοΰ άρθρ. 101 τοΰ
Συντάγματος τοΰ Όθωνα! Έ ν προκειμένω δηλαδή μέ τούς «νόμους» ήταν
επόμενο, ή τυπική καί ούσιαστική άντισυνταγματικότητα — πού ίσχύει
τόσο γιά τούς τυπικούς όσο καί γιά τούς ούσιαστικούς νόμους — νά μπερδεύωνται ώς έννοιες τόσο στήν κάθε περίπτωση, ώστε γιά τό πλήθος τών
χουντικών νόμων νά μήν ύπάρχη άλλη λύση, είμή ή «άρμοδιότης» τοΰ
ειρηνοδίκου Κριεκουκκίου μετά τοΰ κλητήρος! Ά λ λ ά , όπως θά ίδοΰμε, ή
έκ τών προτέρων άνακηρυγμένη πρόθεση τοΰ Συντάγματος τοΰ '75, ύπήρξε
μόνο ή πλήρης έφαρμογή τών άρχών τοΰ Παλαμήδη καί τοΰ Μακρυγιάννη.
Θά τό ίδοΰμε πιό κάτω· έπί τοΰ παρόντος μάς ένδιαφέρει νά κρατήσωμε τήν
διαπίστωση τοΰ κ. Δαγτόγλου, ότι τό Σύνταγμα όχι μόνο γνωρίζει τήν
έννοια τοΰ άντισυνταγματικοΰ νόμου, άλλά καί τήν δικαστική άκύρωσή
του. Καί συμπληρώνει ό κ. Δαγτόγλου: «Αντισυνταγματικός νόμος μπορεί
άναμφισβήτητα νά προξενήσει ζημιά». Έ δ ώ όμως είναι ποΰ προσωπικώς
διαφωνοΰμε: ζημιά — τί ζημιά; Ζημιά ύφίστανται τά πράγματα πού συνήθως έχουν μιάν άξία. Ά φ ο ΰ «ή Ε λ λ ά δ α ποτέ δέν πεθαίνει», ήταν δυνατόν
νά περάση άπό τόν νοϋ βουλευτή, άπό Μακρυγιάννη καί έντεΰθεν, έστω καί
σάν υπόνοια ή ιδέα τής οποιασδήποτε ζημιάς; Γιά ποιό πράγμα;...

145

Έ δ ώ καθώς είπαμε δέν μας ένδιαφέρει ή ασχολία μέ συνταγματικές θεωρίες, άλλά ή διαπίστωση τής έγγενοΰς άσαφείας τών νοημάτων τοϋ έλληνικοΰ Συντάγματος καί ή κοινωνιολογική έξήγησή τους. Χωρίς τό δεδομένο ότι τό έλληνικό Σύνταγμα έφκιάσθηκε έξ άρχής ώς «καταστατικός
χάρτης» κλίκας έρήμην τής κοινωνίας — πρώτα ώς μέσον άντιμετώπισης
λησταρχικών προθέσεων καί έν συνεχεία ώς μέσον χειροδικίας έπί τοΰ
κρατικοΰ προϋπολογισμού — είναι αδύνατη ή κατανόηση τής πολιτικής
ιστορίας τής Ελλάδος. Καί έξω άπό αύτήν τήν κατανόηση, δέν ύπάρχει
κανένα άλλο είδος πολιτικής ιστορίας. Τώρα ποΰ ή Ελλάδα πνέει ιστορικώς τά λοίσθια — καί πολύ έκράτησε αύτή ή άνομη ιστορία κοντά δυό
αιώνες! — μποροϋμε νά τά λέμε σάν ιστορία πιά.
Δέν είναι ένα καί δύο τά άσαφή νοήματα. Είναι γενικώς ολόκληρη ή
συνταγματική δομή καί ολόκληρο τό νομοθετικό οικοδόμημα. Καί είναι νά
άπορή κανείς μέ τήν έλλειψη πραγματολογικής βάσεως τών «έρμηνειών»,
άκόμα κι όταν τό έπιδιώκουν. Έ ν α άλλο μαργαριτάρι συνταγματικής άσαφείας , άμεσα άπορρέον άπό τήν έννοια τής λοβιτούρας είναι τό λεγόμενο
«τεκμήριο άρμοδιότητος», σύμφωνα μέ τό όποιον «έρμηνεύθηκε» τό άρθρο
44 τοΰ Συντάγματος τοΰ 1864. Αύτό έλεγεν άπλώς ότι ό βασιληάς δέν έχει
άλλες άρμοδιότητες άπό αύτές πού τοΰ άπονέμει τό Σύνταγμα. Σκεπτόμενος
κανείς ότι τό Σύνταγμα τοΰ 1844 ήταν άκριβώς ένα «Σύνταγμα-Συνάλλαγμα», τό όποιον προέκυψε μετά άπό μιά άνταρσία άκριβώς γιά τόν σκοπό
αύτό, μένει ή άπορία, ποιό είναι τό νέο πού κομίζει σ ' αύτό άκριβώς τό
σημείο τό Σύνταγμα τοΰ 1864. Ά φ ο ΰ καί τό ένα Σύνταγμα καί τό άλλο στόν
περιορισμό τής βασιλικής έξουσίας άφοροΰν, πώς σ ' αύτό τοΰ '64 (πού ό
εισηγητής του Ν. I. Σαρίπολος τό θεωρούσε τής Ιδίας ύφής («συμβόλαιο»)
μέ τό προηγούμενο, διαφωνώντας ώς πρός τοΰτο μέ τόν γυιό του), άπό τήν
άπλή άναγνώριση αύτοΰ τοΰ πράγματος προκύπτει τεκμήριο; Καί γιατί
«είδικώτερο τεκμήριο», άφοΰ διά τοΰ νέου άρθρου 21 («οί έξουσίες πηγάζουν άπό τό έθνος») τό σύστημα κατοχυρώνεται πιά ώς βασιλευομένη κοινοβουλευτική «δημοκρατία»; Χωρίς όμως άναγωγή είς τήν «Αρχήν», δηλαδή έκείνην τής μονίμου «επιδιώξεως» ώς πρός τόν προϋπολογισμό, πάσα
προσπάθεια λογικής κατανοήσεως καί ούχί άπλών «έρμηνειών» άποβαίνει
ματαία. Τό «τεκμήριο» αύτό δέν «τεκμαίρεται» έκ τοΰ άρθρου 44, άλλά έκ
τοΰ έκ τοΰ άρθρου 14 τοΰ ιδίου Συντάγματος. Καί είναι διατυπωμένο κατά
τόν πλέον ταχυδακτυλουργικόν τρόπο πού μπορεί νά φαντασθή άνθρώπινος
νοΰς. Ά ς τό παρακολουθήσωμε μέσφ τής εξελίξεως τών ιστορικών δεδομένων. Είναι δέ γενικώτερα σκόπιμη ή κάπως ίστορικώτερη τών πραγμάτων τοΰ Τύπου έξέταση, γιατί αύτά — άπό τήν ίδια τους τήν πολιτική φύση
— είναι άρκούντως αποδεικτικά τών πραγμάτων πού άναλύομε:
146

Τό αρθρ. 10 τοϋ 1844 δέν προέβλεπε κανένα απολύτως μέτρο περί Τύπου.
Κατά πόσον τώρα ή άπαίτηση Συντάγματος ήταν καί μιά έπιδίωξη τών τότε
μεγάλων δυνάμεων γιά νά έλέγχουν τήν πολιτική τοΰ "Οθωνα, δέν θά μάς
άπασχολήση έδώ. Ή «Έλπίς» πάντως τοϋ Λεβίδη, πού στό πρώτο της
φύλλο είχε έμβλημα τήν παροχή Συντάγματος, ένάμισυ μήνα μετά (τήν 24/
12/1836) έπιδιώκει νά μήν έπικρατήση μιά τέτοια άποψη, παρ' όλο πού ό
πρέσβυς σέρ Έντμουντ Λάϊονς πολύ τό ήθελε. Συνταγματικές διατάξεις γιά
τόν Τύπο τότε δέν έχρειάζονταν, διότι δέν είχε νόημα έκ τών πραγμάτων
κάτι τέτοιο. Ό Τύπος άντιμετωπίζετο άπό τήν εποχή τοΰ Καποδίστρια μέ
νόμους («Ψήφισμα» τής 26/4/31 καί οί τρεις νόμοι τοΰ Όθωνα: 18/9/33,
23/9/33 καί τής 5/12/37 τοΰ Πολυζωΐδη, πού θά τόν καταργήση ό Βενιζέλος). Δέν ύπήρχε βέβαια άκόμη τότε ή «κοινοβουλευτική θητεία» ώς
έπιχείρηση κατά τοΰ προϋπολογισμού, άρα κανένας κομματικός Τύπος πού
νά άπαιτή κάποιαν συνταγματική «ρύθμιση», όπως συμβαίνει άπό Γεωργίου
καί έντεΰθεν ποΰ ή διαδικασία τοΰ «έθνους» έχει προχωρήσει. Οί γενικές
συνθήκες ήσαν τέτοιες, πού τά τοΰ Τύπου μόνο μέ τήν αύστηρότητα τών
νόμων μπορούσαν νά άντιμετωπισθοΰν. Λέμε, συνήθως, μέ όλον μας τόν
άνεξέλεγκτον συναισθηματισμό καί προβάλλοντες ανεξέταστα τίς σημερινές μας στρεβλές συνειδήσεις πρός τά πίσω, περί «αύταρχισμού» καί «τυποκτόνων» νόμων, άλλά τά πράγματα δέν άντιστοιχοΰν στά σημερινά μας
μέτρα. Διότι, άφοΰ δέν ύπήρχε καμμία ένιαία περί έθνους καί κράτους
συνείδηση, ό Τύπος ήταν τότε έκφραση τών συμφερόντων τών μεγάλων
δυνάμεων, πράγμα πού μέ τόν συνειδησιακό τοπικισμό συνδυασμένο καθιστούσε άδύνατον τόν άποτελεσμό κεντρικής διοίκησης. Πολλές εφημερίδες έξεδίδονταν τότε καί σέ ξένες γλώσσες ταυτόχρονα, πού πάει νά πή ότι
ζητοΰσαν νά βροΰν απήχηση στό έξωτερικό κυρίως.
Αύτά τά καταλαβαίνομε καλύτερα μέ τήν χαρακτηριστική περίπτωση
τής Ύδρας, πού ήταν τό κέντρο τοΰ διά τοΰ Τύπου άντικαποδιστριακοΰ
άγώνα μέ έπιτελάρχη τόν Πολυζωΐδη. Ό όποιος τότε ζητεί άπόλυτη έλευθεροτυπία άπό τόν Καποδίστρια, άλλά έξ χρόνια άργότερα ό ίδιος σάν
ύπουργός θά κάμη τόν παραπάνω νόμο «περί έξυβρίσεων έν γένει καί περί
Τύπου», πού είναι καί ό πιό άνελεύθερος άπό όλους. Ό Πολυζωΐδης δέν
άρκέσθηκε μ' αύτόν στίς έφημερίδες μόνο, άλλά σέ κάθε είδους τυπωμένο
χαρτί, περιοδικά, βιβλία κ.λπ., μή εξαιρώντας ούτε κάν τήν διακίνηση
έντύπων στά ψιλικατζίδικα («ρωποπωλεΐα»!). Είναι ό ίδιος άνθρωπος μέ τήν
δίκη τοΰ Κολοκοτρώνη, καί άρα δυοΐν θάτερον: είτε ήταν καί ό ίδιος
«αύταρχικός», όπως ό Όθωνας καθώς λέμε ή ό Καποδίστριας πού τόσο
πολέμησε, ή κάποιες άλλες συνθήκες έπέβαλλαν νά μήν μπορή νά γίνη

147

διαφορετικά. Τό δεύτερο φυσικά συμβαίνει, τό όποιον είδε όταν έγινε ό
ίδιος ύπουργός τοΰ "Οθωνα. Καί ό νόμος του έμεινε, διότι παρέμεναν πάντα
καί οί συνθήκες πού τόν έπέβαλαν, δηλαδή ή αδυναμία υπάρξεως τής Ε λ λάδος ώς ενιαίου κράτους. Ό Τύπος ακολούθησε τήν γενική καχεξία τών
πραγμάτων, τήν άπορρέουσα άπό τήν ίδια τήν άντικειμενική κατάσταση
καί τόν νόμο τρΰ Πολυζωΐδη (σήμερα βέβαια, ύπό μιά διαφορετική τών
έλλαδικών πραγμάτων διαμόρφωση, θά μποροΰσε καί ό έλληνικός Τύπος,
μέ μιάν σύγχρονη συγκέντρωση καί ένιαΐον φορέα, νά άποκτήση μιάν
δυναμική πολιτική προβολή στόν γενικώτερον χώρο τής Μεσογείου καί
τών Βαλκανίων. Ή συγκέντρωση, φυσικά, ούδόλως έμποδίζει τήν φυσιογνωμικήν πολλαπλότητα, όπως ήδη γνωρίζομε άπό τά μεγάλα έκδοτικά
τράστ). Ή "Υδρα, τό σπουδαΐον αύτό πειρατικό καί ναυτικό κέντρο τής
Μεσογείου (ό Λάζαρος μάλιστα είχε καί τό δεξί μάτι σκεπασμένο κανονικά...), έκράτησε όλον τόν άγώνα κατά θάλασσα, άλλά δέν αισθανόταν « Ε λ λάδα», διότι δέν ώφειλε κάτι τέτοιο. Ούτε καί ή Σΰρος, πού άποτελοϋσαν
κοινοπραξία. Έζητοΰσαν Σύνταγμα άπό τόν Καποδίστρια γιά τούς ίδιους
λόγους πού ήθελε καί ό Μακρυγιάννης, μόνο ότι αύτοί είχαν λόγους, άφοΰ
έπλήρωσαν ό,τι είχαν καί δέν είχαν (πάνω άπό δέκα έκατομ. δραχμές τοΰ
καιρού) γιά τόν άγώνα. Νά τά πάρουν όμως πώς άπό τόν Καποδίστρια, πού
πλήρωνε ό ίδιος γιά τόν προϋπολογισμό; Μόνο άργότερα ό Δημ. Βούλγαρης κατάφερε καί άποζημιώθηκε γιά δυό καράβια στήν κανονική τους τιμή,
ή όποία ήγγισε σχεδόν τό μισό τοΰ προϋπολογισμοΰ. Καί ότι ό Μιαούλης
έκαψε τόν στόλο, είναι κι αύτό έπίσης γνωστό. Στίς συνθήκες όμως αύτές
άδυναμίας «εθνικής» συνειδήσεως — άκρως φυσιολογικής — καί άποκεντρωτικών τάσεων, ούτε νόημα είχαν συνταγματικές ρυθμίσεις (πού προϋποθέτουν κάποιον μείζονα βαθμό «κοινωνικής συμφωνίας»), ούτε νόμοι
λιγώτερο αύταρχικοί μπορούσαν νά ύπάρξουν.
Μέ τήν λειτουργία τοΰ «κοινοβουλευτισμού» όμως στά ένδιάμεσα χρόνια
καί τήν «πρόοδο τοΰ έθνους» τά πράγματα άλλαξαν. Ή πολιτική τών μεγάλων δυνάμεων διεξήγετο τώρα κυρίως διά τοΰ κομματικού τύπου, ό ανταγωνισμός τών ιδίων δυνάμεων διά τών οικονομικών «έπενδύσεων» τοΰ έλληνισμοΰ τής διασποράς έπρεπε κατ' άνάγκην νά έχη πίσω του έντυπα καί
κοντά σ ' αύτά ύπήρχαν καί οί πολύ σοβαρές εφημερίδες τοΰ ελληνισμού
τής διασποράς, ό όποιος άπό τής Β ' Εθνοσυνελεύσεως καί έντεΰθεν συμμετείχε άμεσα στίς πολιτικές διαδικασίες τοΰ «κέντρου» (διά τοΰ μέτρου
αύτοΰ ήρχοντο καί οί «έπενδύσεις» τότε — άκριβέστερον οί «έθνικές ευεργεσίες» —, άφοΰ όπως ήθελαν ό Μακρυγιάννης μέ τόν Παλαμήδη ήταν
βέβαια άδύνατο). Οί Σαρίπολος, Ρενιέρης καί I. Δεληγιάννης είχαν έκλεγεί
στό Κάιρο, οί Ραγκαβής καί Ράλλης στήν Άνδριανούπολη κ.λπ. Έ ν τώ
148

μεταξύ, μέ τήν ένσωμάτωση τών Έπτανήσων έδημιουργεΐτο ένα κακό δεδομένο γιά τήν λειτουργία καί τοΰ ύπολοίπου Τύπου στήν Ε λ λ ά δ α : ή
μετοχή τοΰ Τύπου στήν άμεση διαμόρφωση τής πολιτικής ζωής καί ή
ελευθεροτυπία έκεΐ ήσαν τόσο ανεπτυγμένα, ώστε οί "Αγγλοι νά τό φέρνουν
οί ί'διοι ώς μοναδικό παράδειγμα στήν Εύρώπη κατά τίς έναντίον των αιτιάσεις γιά άπολυταρχική πολιτική. Καί έπί πλέον μέ τά Ε π τ ά ν η σ α ύπήρχε
καί τό γενικώτερο αξεπέραστο πρόβλημα τής Διοικήσεώς των (ή Ε λ λ ά δ α ,
ώς γνωστόν, δέν άπέκτησε ποτέ άστικόν κώδικα μέχρι τήν έποχή τοΰ Μεταξά, εξαιρουμένης τής έκ τών πραγμάτων έπικρατήσεως τοΰ γαλλικού
έμπορικοΰ δικαίου σέ ώρισμένες έμπορικές περιοχές (βλ. γιά τούς λόγους
στό βιβλίο μας « Έ π ί τής Δομής» κ.λπ.) Μέ τήν «ένωση» τό πρόβλημα
κατέστη έκρηκτικό. 'Ύστερα άπό έπανειλημμένες συγκροτήσεις ειδικών
έπιτροπών, ή μόνη δυνατή λύση πού βρέθηκε ήταν ή άτόφια άνάλήψη τοΰ
ίταλικοΰ άστικοΰ κώδικα. 'Υπεβλήθη ή πρόταση τω 1870 στήν Βουλή,
άλλά ώς είκός, έμπήκε έκτοτε στό ράφι. Μέ τά Ε π τ ά ν η σ α έπεκράτησαν
«άποτελεσματικώτερες λύσεις»...). Τελικώς μέ τήν «έπαύξηση » τοΰ Κράτους άπό τοϋ 1864 καί έντεΰθεν καί μέ τίς διαμορφώσεις τής διεθνοΰς
πολιτικής έ π ' αύτοΰ, ό έλληνισμός διέθετε περί τίς 130 έφημερίδες (μερικές
μάλιστα, όπως αύτές τής Τεργέστης, εύρίσκονταν στό πιό ύψηλό έπίπεδο
έπί εύρωπαϊκοΰ έπιπέδου), έξ ών 60 περίπου έξεδίδονταν στήν 'Αθήνα τών
60.000 κατοίκων τότε (καμμιά εικοσαριά στά Ε π τ ά ν η σ α , 10 στήν Πάτρα,
άλλες τόσες στήν Ε ρ μ ο ύ π ο λ η κ.λπ.). Ή διαρκής άπόκρυψη τής 'Ιστορίας
(βασικός λόγος γιά τήν «έφημεριδομανία» τών Ελλήνων...), ή σκοτεινότητα τής διεθνοΰς πολιτικής έπί τής Ε λ λ ά δ ο ς ώς άδιαμορφώτου κράτους
«Συνθηκών» καί ή μόνιμη «στόχευση» τοΰ προϋπολογισμοΰ διά τοΰ «κοινοβουλίου», θά μετέβαλαν άναγκαίως τήν τακτική τών κουμπουριών σέ
έκείνην τών πεννών (στά γερμανικά ύπάρχει ή σχετική έκφραση τοΰ Revolverjournalismus). Ά ρ α λοιπόν καθίστατο άπολύτως άναγκαίον τό συνταγματικόν μέτρον τής προληπτικής λογοκρισίας. Έ τ σ ι τό άρθρ. 14 τοΰ
'64 παίρνει ολόκληρο τό άρθρ. 10 τοΰ '44, άλλά συμπληρώνει (προσοχή
στήν διατύπωση!):
«'Επιτρέπεται δέ κατ' έξαίρεσιν ή κατάσχεσις μετά τήν δημοσίευσιν ένεκα
προσβολής κατά τής χριστιανικής θρησκείας, ή κατά τοϋ προσώπου τοΰ
βασιλέως· άλλ' έν τοιαύτη περιπτώσει έντός εΐκοσιν τεσσάρων ωρών άπό
τής κατασχέσεως ΟΦΕΙΛΟΥΣΙ ΚΑΙ Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΥΣ νά ύποβάλη τήν
ύπόθεσιν είς τό δικαστικόν συμβούλιον... 'Ανακοπή κατά τοϋ βουλεύματος
έπιτρέπεται είς μόνον ΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΝΤΑ ΤΟ ΚΑΤΑΣΧΕΘΕΝ, ουχί
δέ καί είς τόν Εισαγγελέα».

149

Παθητική μετοχή μέ αντικείμενο στήν αιτιατική — φαινόμενο πρωτάκις
έμφανιζόμενο... Ά λ λ ά ποιό είναι τό γραμματικό ύποκείμενο τοϋ «όφείλουσιν»; Ποιοί είναι αύτοί πού «όφείλουσι»; Καί τί «όφείλουσι»; Διαβάζοντας
κανείς τόν Ν. Ν. Σαρίπολο (τόμ. Γ ' , 4η έκδ. 1923, σελ. 129) μένει μέ τήν
έντύπωση, ότι αύτοί πού «όφείλουσι» είναι κάποιες υπέρτερες καί άδηλες
«άρχές» (δικαστικόν συμβούλιον), άποτελούμενες άπό τούς προέδρους όλων τών παρθεναγωγείων τοΰ τότε, τών όποιων άποκλειστική μέριμνα ήταν
ή φύλαξη τής «τιμής» τών παρθένων καί τής διαφθοράς τών «χρηστών
ήθών» τής νεότητος. Μά είναι δυνατόν νά είναι έτσι τά πράγματα, όταν
πρόεδρος τής τριμελοΰς «προσωρινής Κυβερνήσεως» μετά τήν έξωση τοΰ
"Οθωνα, πού έξέδωσε τό «ψήφισμα τοΰ Έθνους» ήταν ό Δημ. Βούλγαρης,
τοΰ οποίου τήν δραστηριότητα ώς κοινοβουλευτικοΰ πρωθυπουργού τώ
1875 είδαμε πρίν; Δυστυχώς ούδεμία συνταγματική «θεωρία» καί κανένα
σύγγραμμμα δέν μπορεί νά μάς διαφώτιση έπί τοΰ έλλείποντος γραμματικού ύποκειμένου τοΰ «όφείλουσι», άλλά μόνο ή άναδρομή στήν ιστορία.
Παρακολουθούμε λοιπόν τήν τροπή τοΰ «όφείλουσι καί ό είσαγγελεύς» άπό
Συντάγματος είς Σύνταγμα:
Σύνταγμα τοΰ 1911: «όφείλουσι καί ό είσαγγελεύς». Σύνταγμα τοΰ 1925
(έτι «δημοκρατικώτερον» άνευ άττικών καταλήξεων): «οφείλουν καί ό Είσαγγελεύς», Σύνταγμα τοΰ 1927: «οφείλει καί ό Είσαγγελεύς», Σύνταγμα τοΰ
1952: «οφείλει ό Είσαγγελεύς».
'Ιδού λοιπόν: τό ρήμα «οφείλει» άποκτά στό έλληνικό Σύνταγμα γραμματικό ύποκείμενο ύστερ' άπό 88 ολόκληρα χρόνια. Έ ν τώ μεταξύ όμως
δέν διορθώνεται τό άδηλον ύποκείμενο πρός τό ρήμα, άλλά τό ρήμα πρός
τό ύποκείμενο. Καίάποκτά πλήρην καθαρότητα ή φράση στό Σύνταγμα
τοϋ 1952. Γιατί τότε; — Διότι τό Σύνταγμα τοΰ 1952 δέν είναι Σύνταγμα,
άλλά «κανόνας» γιά στρατοδικεία. Πρόκειται γιά τό Σύνταγμα έπί τοΰ «προσχεδίου» τοΰ όποιου συζητήθηκε άν έπρεπε νά μπή (στό άρθρ. 3-4 κατά τό
«προσχέδιο») ή ίσότης τών Ε λ λ ή ν ω ν όχι μόνο «ενώπιον τοΰ νόμου», άλλά
«ένώπιον τοΰ νόμου καί τοΰ Κράτους» (βλ. Χ. Σγουρίτσα: «Κριτική τοϋ
"σχεδίου συντάγματος τής Ελλάδος"», Αθήναι, ά.χ. (1946), σελ. 15). Πρόκειται μέ άλλα λόγια γιά τήν έποχή ποϋ οί βουλευτές θά συναλλάσσονταν
μέ τόν κλητήρα τών άνακτορικών σταύλων, ώς πρός τούς διορισμούς καί
τίς παραιτήσεις, χωρίς ν ' άντικρύσουν ουτε κάν τήν σκάλα. Καί άφοΰ έτσι
χάνεται τό πραγματικό ύποκείμενο τοΰ «όφείλουσι», μετατρέπεται τό ρήμα
στόν ενικό! «Οί βουλευτές» λοιπόν ήσαν τό «κατά τό νοούμενον» γραμματικό ύποκείμενο στήν διάταξη τοΰ 1864, όπερ μεθερμηνευόμενον δηλοί: έάν
ό βασιληάς δέν συγκατετίθετο κάποια στιγμή στίς άπαιτήσεις τής Βουλής,
τότε οί βουλευτές θά μποροΰσαν νά βρίζουν τό πρόσωπο του (αύτό άπη150

γορεύετο κατά τό άρθρο), άλλά μέ τέτοιου είδους σκυθικά έλληνικά, ώστε
νά μήν θεμελιοΰται κατηγορία είς βάρος τους. Ό π ό τ ε έτσι προέκυπτε θέμα.
Τί θέμα; — «Έρμηνείας» προφανώς άπό τήν «νομοθετική» (καί εξαιρουμένου τοϋ βασιληά έμενε μόνο ή Βουλή), ήγουν τό «κριτήριο άρμοδιότητος»!!! Σέ μιά τέτοια λοιπόν περίπτωση οί βουλευτές «όφείλουσι» κ.λπ. Τί
«όφείλουσι»; — Νά άθωώσουν έαυτούς μέσω τοϋ δικαστικοΰ μηχανήματος
(οί εισαγγελείς δέν άπηύλαυον τότε ίσοβιότητος κατά τό άρθρ. 90 — βλ.
Ίδρωμένον, σελ. 299 είδικώτερα - ό Ό θ ω ν είχε λόγους νά παραπέμψη τό
ζήτημα στίς καλένδες, όπως έξηγήσαμε) καί νά επαναλάβουν τά ίδια, έως
ότου ό βασιληάς ένδώση! Έ ν ολίγοις δηλαδή, ό «κοινοβουλευτισμός»
στήν Ε λ λ ά δ α εισάγεται διά τοΰ άρθρου 14 τοϋ 1864 ώς άρχή τής μονίμου
κοινωνικής άναταραχής διά τοΰ πεζοδρομίου, προκειμένου νά ίκανοποιοΰνται τά βουλευτικά «αιτήματα» χωρίς έλεγχο. Τήν ίδια έκείνη έποχή τοΰ
«κριτηρίου» θά ψάξη νά βρή ό Τρικούπης «τίς πταίει»...
Τέτοια είναι ή ειλικρίνεια γλωσσικών διατυπώσεων καί νοημάτων στό
έλληνικό Σύνταγμα ώς σήμερα. Είναι άραγε δυνατόν μέ τέτοιες «νοητικές
μέριμνες» καί χατζηαβατισμούς στά μυαλά τών «νομοθετών» νά ύπάρξη
κατοχύρωση «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» καί συνόψιση έξελίξεων καί έννοιών, πού νά χαρακτηρίζουν τήν Ελλάδα σάν δημοκρατική χώρα; Μποροΰν στίς νοοτροπίες αύτές, τίς ιστορικώς διαπιστούμενες καί ολοένα έν
ισχύει, νά κολλήσουν «διατάξεις» κατ 1 άντιγραφή άπό ξένα Συντάγματα;
"Αν οί «άναλήψεις» είναι δύσκολες γιά πολλούς λαούς σήμερα, προκειμένου νά φκιάξουν ένα τρακτέρ, προκειμένου νά φκιάξουν ένα δίκαιο — πού
προϋποθέτει πάντα καί μιάν άντίστοιχη κοινωνική τάξη — παραμένει κάτι
τό ολικώς άδύνατο. Καί προκειμένου γιά τήν Ελλάδα δέν είναι μόνο τό
Σύνταγμα, άλλά όλη ή Νομοθεσία στήν ίδια κατάσταση έγγενοϋς άσαφείας, πράγμα πού είναι άπό πολλές άπόψεις φυσικό. Καίτοι δέν είναι μέσα
στούς σκοπούς τοΰ παρόντος, γιά νά μήν φανή ότι ύπερβάλλομε λέγοντας
ότι έχομε άδιόρθωτες δυσκολίες μέ τήν έννοια τής «άξιοπρέπειας τοΰ άνθρώπου» — πού άπλώς άντανακλώνται στό Σύνταγμα —, πρέπει νά άναφέρωμε τήν νομική έννοια τών συστατικών αύτής στοιχείων, πού είναι ή
«τιμή» καί ή «ύπόληψη» ώς στοιχεία τοΰ «δικαιώματος τής προσωπικότητος», όπως λένε τά βιβλία.
Τρικυμιώδες κομφούζιο στίς έλληνικές νομικές διατυπώσεις καί χάος
στά δικαστήρια, όπου οί κατά πλειονότητα έκδικαζόμενες ύποθέσεις είναι
γιά κλοπές, άπάτες, ύπεξαιρέσεις, ακάλυπτες έπιταγές, παντός είδους λωποδυσίες κ.λπ. Διότι οί έννοιες προσκρούουν σέ θεμελιώδεις ιστορικές καί
κοινωνικές αδυναμίες, πού ύπερβαίνουν κάθε καλήν θέληση καί τοΰ πιό
151

άριστου νομικού. «Τιμή», λέει, είναι τό αγαθόν όνομα, τό όποιον θεμελιοΰται έπί τής «ηθικής αξίας» τοΰ προσώπου, ένώ «ύπόληψη» τό άντίστοιχον
πού θεμελιοΰται έπί τής «κοινωνικής αξίας» αύτοΰ. "Οτι καί οί δύο έννοιες
είναι κοινωνικοΰ περιεχομένου, είναι βέβαια προφανές. Πώς όμως διαχωρίζονται σέ μιά κοινωνία πού έχει φορέα τήν θρησκεία, καί συνταγματικώς
μάλιστα κατοχυρωμένη; Αύτό είναι άκριβώς τό στοιχείο πού ξεπερνάει τήν
οποίαν σοφία καί βούληση τοΰ νομοθέτη. Μπορεί νά ύπάρξη ή ήθική σάν
ξεχωριστή φιλοσοφική έπιστήμη σέ μιά τέτοια κοινωνία, ώστε νά θεμελιώση νομικώς τίς έννοιες έκεΐνες τοΰ άστικοΰ δικαίου, πού προέρχονται άπό
μία ιστορική διαδικασία χωρισμού Εκκλησίας καί Κράτους; Τό έρώτημα
— όπως καί ή άπάντησή του — δέν είναι καθόλου «νομικό θέμα». Είναι
θέμα ιστορίας, φιλοσοφίας καί κοινωνικών διεργασιών, έπί τών οποίων δέν
μποροΰμε νά διαλάβωμε έδώ είδικώτερα. Ά λ λ ά δέν μπορεί νά έχη έξ άντικειμένου ό δικαστής μέτρο μεταξύ «ήθικής» καί «κοινωνικής» άξίας νά
δικάση, όταν στά σχολεία διδάσκονται υποχρεωτικά τά θρησκευτικά καί
δίπλα ή «Ήθική» σάν «ξεχοριστό μάθημα» καί όχι σάν προαίρεση μεταξύ
αύτής καί τών θρησκευτικών. Τό διανοητικό κομφούζιο δηλαδή είναι θεμελιωδέστατο έκ γενετής. Στίς εύρωπαϊκές κοινωνίες όμως ποΰ γεννήθηκε
τό άστικό δίκαιο, ή «ήθική» δέν είναι «μάθημα» άλλά άντικατάσταση τής
θρησκείας στό σχολείο. Δηλαδή ή «ήθική άξία» τοΰ άνθρώπου κανονίζεται
άπό τό κράτος καί δέν μπορεί νά διαφορισθή άπό τήν «κοινωνική άξία» σέ
όσες κοινωνίες ή πολιτισμούς δέν ξέρουν καί δέν έζησαν ιστορικά τήν
διάκριση μεταξύ κοινωνίας καί κράτους. Ά ρ α ή παντός είδους «άνάληψη»
καί «άντιγραφή» οδηγεί άναγκαστικά στό κομφούζιο, στό χειρότερο κομφούζιο. Τό αύτό βεβαίως ισχύει καί γιά τήν «συμπεριλαμβάνουσα έννοια»
τής «άξιοπρεπείας τοΰ άνθρώπου». Καί άν ύπάρχουν «κοινωνικής» φύσεως
δυσκολίες γιά τήν κατανόηση τής έννοιας αύτής, άσφαλώς οί άντίστοιχες
«νομοθετήσεις» δέν μποροΰν νά τήν ύπερβαίνουν ώς φιλοσοφία τοΰ δικαίου... Νά τί δίνει ώς εξήγηση ό Ν. Χωραφάς (καί συζητούμε τήν στιγμή
αύτή γιά τόν κορυφαϊον τών ποινικολόγων τής Ελλάδος) γιά τήν «διευκρίνηση» τής έννοιας τής προσβολής τής «ύπολήψεως» ώς «κοινωνικής άξιας»: «ό ισχυρισμός ότι ό Α έμπορος ύφασμάτων δέν δύναται νά διακρίνη
τά βαμβακερά άπό τά μάλλινα ύφάσματα» («Γενικαί άρχαί τοΰ ποινικοΰ
Δικαίου», Αθήναι 1958, σελ. 276). Σωστό άραγε ή λάθος; — Απλούστατα
δέν είναι «νομικό» θέμα, διότι δέν είναι νοητικώς καταλήψιμο. Είναι άπλώς
άναχρονιστικόν καί έκτός πραγματικότητος. Θά μποροΰσε νά άντιληφθή
τό κενόν περιεχομένου τών ορισμών ό μακαρίτης καί ολίγον δυσφυής,
πλήν όλως εύγενής τή φυσιογνωμία κ. Χωραφάς, έάν είχε χορέψει τσάρλεστον μέ παπούτσια «Adidas» καί είχε κάνει καί μιά μεταπτυχιακή σπουδή

152

στούς οίκους μόδας τοϋ Πιέρ Γκαρντέν. Κάτι τέτοιο όμως ό κ. Χωραφάς,
παρά τίς άλλες τολμηρές πλήν όμως πλήρως άβλαβεΐς συνήθειές του — γιά
τίς όποιες μάλιστα άδίκως καί ό Ψαθάς είχε γράψει ένα άρθρο μέ τίτλο
«Μαχμούτ ό μακρυχέρης» —, δέν θά τό μποροΰσε, διότι προηγεΐτο πολύ
τής έποχής του. Οί έννοιες στό μυαλό τοΰ μέ έλληνικά κριτήρια μεγάλου
αύτοΰ ποινικολόγου — τόν όποιον καί έμεΐς είχαμε τήν εύτυχία νά παρακολουθήσωμε μερικές φορές — εύρίσκονται δυστυχώς στήν έποχή τής
άγγλικής πλεκτοβιομηχανίας τοΰ 18ου αιώνος. Κατά τήν μεταπολεμική
έποχή τών πολυεθνικών καί τών έκρηκτικών έπαναστάσεων στήν μόδα (οί
όποιες όλο καί πιό πολύ «πιέζουν» στήν παραγωγή τών ρούχων), πράγματι
ούδείς «έμπορος υφασμάτων» είναι σέ θέση νά ξεχωρίση τά βαμβακερά άπό
τά μάλλινα. Ό π ω ς καί ούδείς μπακάλης είναι σέ θέση νά διακρίνη τό «Ρόλ»
άπό τό «Κλίν», άν τά ίδή έξω ά π ' τό κουτί τους. Διότι άπλούστατα σήμερα
δέν ύφίσταται ούτε «έμπορος ύφασμάτων», ούτε «μπακάλης» ή άλλου είδους
«έμπορος» κατά τήν κλασσική έννοια τοΰ όρου. Υφίστανται μόνο μεταπωλητές τών πολυεθνικών, τών οποίων ή «γνώση» (άρα ή «τιμή» καί ή «ύπόληψη») ούδόλως έξαρτάται άπό κάποιο «έμπόρευμα» πού έπιλέγουν οί ίδιοι,
άλλά μόνο άπό τήν διαφήμιση καί τό μάρκετινγκ. Τί άκριβώς πουλάνε; —
Κυριολεκτικώς «γουρούνι στό σακκί», τής ύπολήψεώς των συνισταμένης
— μιά καί μιλούμε γιά τήν Ε λ λ ά δ α τών... καπέλλων — στό νά μήν άλλάζουν στά τρόφιμα τίς ήμερομηνίες λήξεως πού έχει τό έργοστάσιο. Είναι
τό μόνο πού έχει νά δικάση ώς «ύπόληψη» ό δικαστής έν Ελλάδι...
Τά πράγματα όμως αύτά δέν είναι εύκολο νά «διατυπωθούν» νομικώς,
διότι δέν είναι κοινωνικώς κατανοήσιμα. Ό χ ι μόνο λόγω τής μή τεχνολογικής άναπτύξεως καί συνεπώς έλλείψεως άντιστοίχων παραστάσεων, άλλά
κυρίως λόγω τοΰ διχασμοΰ μεταξύ πολιτικής καί κοινωνίας πού έπιβάλλει
τό ίδιο τό Σύνταγμα ώς «καταστατικός χάρτης», όπως έξηγήσαμε, καί συνεπώς στήν καθιέρωση τής παραοικονομίας ώς επισήμου τρόπου επιβίωσης. Καί όταν κανένας έχη δύο καί τρεις «δουλειές» άπό τίς όποιες ζή, τότε
είναι άναγκαστικώς «ιδιοκτήτης» καί δέν ξέρει... πώς ζή... Τό πρόβλημά
μας είναι μόνο οί έννοιες!
«Ce que Ton con?oit bien, s' annonce clairement», είχε 'πεί ό Μπουαλώ. Ή
δική μας σύγχυση μέ τίς έννοιες, πού άπλώς άντανακλάται στίς «νομικές»
κατασκευές μας, δέν προέρχεται κατ' εύθείαν άπ' τόν εγκέφαλο, άλλά άπό
τήν πραγματικότητα μέσω τοΰ έγκεφάλου. Ό λ α μάς τά χαλάει ό παράγων
«χρόνος». Ή ίδια άκριβώς «νομική» σύγχυση επικρατεί καί μέ τίς «ύπεξαιρέσεις» στό δικαστήριο.
Ό δικαστής άκούει τόν κατήγορο, εξετάζει τούς μάρτυρες καί τούς δι153

κηγόρους, καί προχωρεί στόν κατηγορούμενο. "Ηδη δμως μέ τήν διαδικασία αύτή ή δίκη έμπήκε στόν δρόμο τής κακοδικίας. Διότι ό δικαστής
έξέχασε νά κάνη στόν ένάγοντα ένα έρώτημα, τό όποιον καί ό ίδιος αγνοεί:
Ποΰ βρήκε ό ενάγων τά λεφτά, γιά νά τοΰ τά κλέψη ό έναγόμενος; Φυσικά
άπ' τήν «δουλειά» του καί τίς «ίκανότητές» του. Ό λαϊκισμός είναι φρικτή
διανοητική κατάσταση στόν τομέα τούτον καί πολλοί πολιτικοί βρίσκουν
σκόπιμο νά τονίζουν στούς ψηφοφόρους των τήν «ταπεινή» τους καταγωγή.
"Οχι γιατί μπορεί σάν κατάσταση νά μήν ύπάρχη — φυσικά στίς πλείστες
περιπτώσεις ύπάρχει καί δή έπιλεγμένη —, άλλά γιατί άλλες είναι οί έπί
ίδεολογικοΰ έπιπέδου συνειρμικές καταστάσεις πού άνακαλεί. "Οταν ό
Σουηδός καί άλλοι άνεπτυγμένοι λαοί έπαψαν νά γεννούν, μεταξύ τών άλλων λόγων καί άπό τήν πλήρη συναίσθηση τών άπαιτήσεων πού έχει ένας
άνθρωπος ν ' άναπτυχθή στόν σύγχρονο κόσμο, ή γενετική προϋπόθεση
τοΰ "Ελληνα παραμένει άκόμα τό... «σαΐνι». Καί φυσικό είναι ό δικαστής
νά μήν ρωτάη. Τά λεφτά τοΰ ενάγοντος είναι «δικά» του, γιατί προέρχονται
άπ' τήν «δουλειά» του. Μόνο όμως πού όποιος δουλεύει, κάτι παράγει. Καί
τί παράγει ό ένάγων, όταν ή χώρα δέν παράγη τίποτε; 'Εδώ είναι ποΰ ή
έννοια τής «ύπολήψεως» μεταξύ κλαπέντος καί κλέψαντος μπερδεύεται γιά
τά καλά... Δέν έχομε λοιπόν νά κάνωμε μέ κάποιο ίεροσπουδαστήριο λεπτεπιλέπτων έννοιών, άλλά μέ μιά πάρα πολύ απλή κατάσταση... όρνιθώνος. "Οπως δηλαδή ό πτηνοτρόφος ρίχνει καλαμπόκι καί οί κόττες τρέχουν
όλες μαζί νά πρωταρπάξουν (οί κοκκόροι αρπάζουν βέβαια περισσότερο,
άλλά δέν παύουν πρός τούτο νά παραμένουν όρνιθες...), τό αύτό έπικρατεί
καί μέ τήν κοινωνική ζωή μας. Μόνο πού τώρα τά κακαρίσματα ονομάζονται «δίκες», «δίκαιο», «δικαιοσύνη» καί ένίοτε, ολίγον πρό τών έκλογών,
«πολιτικά προγράμματα». 'Εξ ου τό «άσαφές» καί «δαιδαλώδες» (κατ' άνάγκην άφοΰ λείπουν κοινωνικώς τά νοήματα καί δέν ξέρει ποιός κλέβει
ποιόν καί καταφεύγουν στά δικαστήρια) τής Νομολογίας μας.
«Τιμή» καί «Ύπόληψη» ονομάζονται σήμερα άπό κοινοΰ «Recht auf
Arbeit» («Droit au Travail»). Πώς όμως αύτό νά άποτελέση «διάταξη» σέ
μιά χώρα τής ύποαπασχόλησης, τοΰ «ψιλικατζίδικου» καί πού τίποτε δέν
παράγει; Καί μέσα σέ έναν συνταγματικώς καθιερωμένον διχασμό Βουλής
καί Κοινωνίας έπί πλέον, πώς είναι δυνατόν νά ισχύσουν τά άρθρα 2 καί
5, § 1, τά σχέσιν έχοντα μέ τήν «άξία τού άνθρώπου;» Ά ξ ί α έχει ό άνθρωπος, όταν διαβιώνη άξιοπρεπώς. 'Ισχύει δμως αύτό στήν Ελλάδα; Οί συνεχείς άπεργίες (οί έπαιτεΐες πού λέγαμε προηγουμένως) δέν έπιτρέπουν
θετικήν άπόφανση περί τούτου. "Οχι βέβαια ότι δέν ύπάρχει πληθώρα
ζητιάνων στούς δρόμους, άλλά ή σκοπίμως καλλιεργούμενη καί έπιτρεπόμενη παραοικονομία λύνει ώς ένα βαθμό τό πρόβλημα τής πείνας, μή δη154

μιουργώντας απαιτήσεις έπί τοΰ κρατικοΰ προϋπολογισμού, ό όποιος έτσι
παραμένει άθικτος γιά τίς διοικητικές ύψηλομισθίες (διοικητές, άνώτεροι
δικαστικοί κ.λπ.) καί γιά τίς άλλες ευνόητες χρήσεις πού ξέρομε... 'Ωστόσο, ό κόσμος διαρκώς απεργεί, δημιουργώντας έτσι ένα δικό του δίκαιο έπί
τοΰ προϋπολογισμού, όχι τόσο γιατί δέν μπορεί νά ζήση, άλλά γιατί δέν
μπορεί νά άνταποκριθή στά έξοδα τής ιδεολογίας! Ό σ ο παράξενο κι άν
φαίνεται, ή «έθνική» ιδεολογία κοστίζει πανάκριβα στόν κοσμάκη. Προκειμένου νά εξασφαλίζονται οί ψήφοι διά τοΰ ποδοσφαίρου καί τής άγραμματωσύνης, τά έξοδα τοΰ κοσμάκη αύξάνουν έτσι, ώστε δέν μπορεί νά τά
καταφέρη ούτε καί μέ τήν παραοικονομία. Θέλει χιλιάδες κάθε βράδυ γιά
τά σκυλάδικα, χιλιάδες γιά τό ΠΡΟ-ΠΟ καί τά εισιτήρια τοΰ γηπέδου,
χιλιάδες γιά τά βίντεο νά παρακολουθή τά μάτς καί τούς προεκλογικούς
λόγους, χιλιάδες γιά τά ιδιωτικά σχολεία καί τά φροντιστήρια, άν άπαιτήση νά μάθη τά παιδιά του κάποια στοιχειώδη Γράμματα. Τά όποια παιδιά
θέλουν έπίσης χιλιάδες γιά τά ναρκωτικά καί τίς Disco. 'Επίσημη ιδεολογία ή «λιτότης» καί έπιτακτική άνάγκη ή κοινοβουλευτικότης. Ό κύκλος
δέν τετραγωνίζεται ειμή μόνο γιά τής άπεργίας-έπαιτείας καί τής διαρκοΰς
κλοπής. Καί αύτό συνταγματικώς ονομάζεται στήν Ε λ λ ά δ α «άξιοπρέπεια
τοΰ άνθρώπου»... Οί «άναλήψεις» άπό άλλα Συντάγματα είναι θεωρητικώς
πράγματα εύκολα' ή πράξη είναι πού τά διαψεύδει.
Τελικώς οί έννοιες τών συγχρόνων δυτικών Συνταγμάτων δέν μποροΰν
νά χωρέσουν στήν ένεργεία λογική καί νοηματική δυνατότητα τών κοινωνικών μας καταστάσεων. Ά π ό τήν άποψη συνεπώς αύτή είναι μάταιον, άν
μή κωμικό, όπως πιό κάτω άναλυτικώτερα θά ίδοΰμε, νά προβάλλεται σάν
ισχυρισμός τής έπί τών Βαλκανίων έξωτερικής μας πολιτικής, ότι μπορούμε νά άποτελέσωμε γιά τούς άλλους «γέφυρα πρός τήν Εύρώπη». 'Εννοούμε
δηλαδή τήν χρεοκοπημένη «πολιτική φιλοσοφία» τής Δεξιάς. Ή κοινωνική μας κατάσταση εύρίσκεται ιστορικώς στό «έμπορομεσιτικό» στάδιο,
δηλαδή σ ' αύτό πού εύρίσκετο ή Εύρώπη τόν 17ον καί 18ον αιώνα μέ τόν
μερκαντιλισμό. Βάση τής κοινωνικής μας ύποστάσεως, άρα καί κοινωνικής
μας φιλοσοφίας, είναι τό «έμπόριο» καί τό «χρήμα», όπως άκριβώς στήν
Εύρώπη πρό δύο αιώνων. Ό χ ι ή «έργασία» πού άποτελεϊ τήν βάση τής
καπιταλιστικής κοινωνίας, τήν βάση τών μαρξιστικών άναλύσεων καί έν
γένει τήν βάση τής σύγχρονης τεχνολογικής παραγωγής. Είναι άλλο πράγμα ή έργασία σάν «δουλειά» έπιβίωσης καί άλλο ή έργασία σάν φορέας καί
δομή τών κοινωνικών σχέσεων. Ή έργασία σήμερα σάν νόημα είναι τό πιό
πολύπλοκο πράγμα πού ύπάρχει, τό βαθύτερο τών φιλοσοφικών προβλημάτων καί ή βάση τών πολιτικών έξελίξεων τοΰ συγχρόνου κόσμου. Καί
ή έργασία σάν τέτοια οντότητα δέν βγαίνει άπό τούς προγραμματισμούς
155

τών υπουργείων — πράγμα πού δλες οί υπανάπτυκτες χώρες προσπαθούν
—, άλλά άποτελεΐ ιστορική διεργασία πού πρέπει κανείς μόνος του νά
διατρέξη καί όχι κατά μιμητισμούς. Έ δ ώ βρίσκεται καί τό νόημα τής
σύγχρονης ιστορίας, δηλαδή πώς θά ένσωματωθοϋν όμαλά στήν παραγωγή
όλες οί χώρες τοϋ κόσμου. Δέν είναι τόσο αύτονόητο, ότι μπορούμε μέ μιάν
άπλή «διάταξη» νά καλύψωμε τό έν προκειμένω συνταγματικό μας κενό. Τό
όποιον ύπάρχει όχι άπό κάποιους διαλογισμούς τών έκάστοτε ύπουργών
οικονομικών καί έργασίας — πού γνωρίζομε βέβαια ποιοι είναι —, άλλά
άπό λόγους άντικειμενικής άδυναμίας. Γιατί γιά νά θεσμοθέτησης τό «δικαίωμα έργασίας» (καί όχι τό «δικαίωμα έπί τής έργασίας» — αύτό ύπάρχει:
είναι όλοι οί συνδικαλιστικοί σύλλογοι πού προβάλλουν «αιτήματα» καί
κάνουν τίς άπεργίες), πρέπει πρώτα νά κατέχης τήν έργασία σάν νόημα καί
νά τήν διαθέτης σάν κοινωνική πραγματικότητα. Ούτε τό ένα έχομε, ουτε
τό άλλο. Νοητικά ή «έργασία» άποτελεϊται άπό δύο μερικώτερες έννοιες:
τό «άποτέλεσμα έργασίας» (Arbeitsgegenstand) καί τό «προϊόν έργασίας»
(Produkt). Τό Arbeitsgegenstand είναι αύτό πού άντιστοιχεΐ στήν άντίληψη
τών παλαιών «φυσιοκρατών» καί είναι κυρίως αύτό πού βγάζει ό άνθρωπος
άπό τήν Γή, γιά νά ζήση ώς έπιβίωση (άγροτικά προϊόντα, ξύλο, κάρβουνο,
καί «πρώτες ύλες» γενικά). Αύτά είναι άναπαλλοτρίωτα καί έπ' αύτών κυρίως ώς έννοιών έδομήθηκαν τά «συστήματα» τών μεγάλων ευρωπαίων
φιλοσόφων, περί «ελευθερίας», «ιδιοκτησίας» κ.λπ. (βλέπε συναφώς στά
έλληνικά τό προμνημονευθέν βιβλίο τοΰ Δ. Λ. Κυριαζή-Γουβέλη, σελ. 3139, έπί τών σχετικών απόψεων τοΰ Fichte). Σχετικά μέ τίς σημερινές βιομηχανικές «πρώτες ύλες» τά πράγματα καί πάλι θεωρητικώς μπερδεύονται,
όπως θά ίδοΰμε. Ή έργασία ώς «άποτέλεσμα» έλαβε μεγάλες φιλοσοφικές
διαστάσεις στό παρελθόν, διότι μέ τήν άνάπτυξη τοΰ καπιταλισμού καί τόν
μεγάλο ρόλο τοΰ κράτους άφ' ένός μέν ή γεωργική παραγωγή έπρεπε νά
είναι ύψηλή, γιά νά μπορή νά διατρέφεται καί τό έργατικό προλεταριάτο
τών πόλεων, άπό τήν άλλη όμως οί τιμές καθωρίζονταν άκριβώς άπό τίς
κοινωνικές καταστάσεις τοΰ τελευταίου (άπεργίες, έπαναστάσεις κ.λπ.) καί
όχι άπό τίς ίδιες τίς άνάγκες τής γεωργικής παραγωγής. Αύτό έφαίνετο
τυπικά σάν μιά πράξη «προσβολής» τής ιδιοκτησίας καί βεβαίως ύπονομεύσεως τών συμφερόντων τών φεουδαρχικών τάξεων καί τών παπάδων,
στούς όποιους άνηκε ή Γή. Είναι φανερό ότι μέσα στίς διαδικασίες αύτές
οί έννοιες Κράτος, 'Ιδιοκτησία, Κυριαρχία κ.λπ. εύρίσκονταν σέ συνεχή
μετασχηματισμό καί είναι άκριβώς τήν έποχή αύτή ποΰ έκπονοΰνται τά
μεγάλα θεωρητικά συστήματα τών φιλοσόφων, μέ κορυφή τό μνημειώδες
έργο τοΰ Κάντ. Ή περαιτέρω άνάπτυξη τής Τεχνολογίας στήν 'Αγγλία θά
έπιφέρη καί νοητικό μετασχηματισμό τών έννοιών, θεωρώντας βάση τών

156

κοινωνικών σχέσεων δχι πλέον τό «άποτέλεσμα» της έργασίας καί τήν
πρόσοδο, άλλά τήν έργασία καθ' έαυτήν καί τόν μισθό (Lohnarbeit). Είναι
ή έποχή τοϋ Α. Smith καί τοΰ D. Ricardo, άπό τούς οποίους ξεκινάνε οί
θεωρίες τοΰ Μάρξ. Οί παπάδες, οί γεωκτήμονες καί οί γραφειοκρατικοί
ύπάλληλοι θεωροΰνται πιά τάξεις άχρηστες, διότι δέν παράγουν τίποτε. Τό
κράτος καί ή έξουσία άπό τήν άλλη μεριά στήν Γαλλία ύφίστανται τεράστιες έπεξεργασίες σάν νοήματα καί σάν πραγματικότητες καί ή έννοια τής
'Ιστορίας ώς προϊόν κοινωνικών διεργασιών θά άποτελεσθή στό φιλοσοφικό σύστημα τοΰ Hegel, άπό όπου οί Μάρξ καί Ένγκελς θά αποκόψουν
τόν έπαναστατικό πυρήνα.
"Ισως στό σημείο τοΰτο νά βρίσκεται φιλοσοφικώς καί τό άσθενές σημείο τών μαρξιστικών θεωριών. Ή έργασία τήν έποχή αύτή έχει μεταποιηθή σάν νόημα οριστικά στήν έννοια τοΰ «προϊόντος» (Produkt) μέ κοινόν
φορέα άνταλλαγής κατά Μάρξ τόν χρόνο έργασίας. Ή μεταβολή όμως
αύτοΰ τοΰ παράγοντος είναι πού θά άλλοιώση ιστορικά καί τό κοινωνικό
νόημα τοΰ θεωρητικοΰ μαρξισμοΰ. Διότι τό «Produkt» δέν είναι άκριβώς
τό προϊόν πού παράγει ό άνθρωπος σάν «έργατική δύναμη», σάν «εργάτης»,
άλλά τό προϊόν πού μέσω τής τεχνολογίας παράγει τό πνεϋμα τοϋ άνθρώπου σάν άπρόσωπη δύναμη. Καί αύτό τό πράγμα τό βλέπομε μόνο στίς
μέρες μας. Τί είδους «ιδιοκτησία» νά κατηγορήση κανείς σέ ένα τέτοιο
προϊόν; Ποιός είναι τελικώς ό «ιδιοκτήτης» ένός «προϊόντος» ώς πνευματικής ενεργείας; Τί άποκτά ή «έργατική τάξη» διά τών «μέσων παραγωγής»,
όταν μιά έφεύρεση αύριο τό πρωί μπορεί νά τά άχρηστεύση ή νά τούς
μεταβάλη ριζικώς τήν σημασία; Τό «Ρόλ» καί τό «Κλίν» σήμερα δέν είναι
«προϊόντα έργασίας» κατά τήν κλασσική έννοια τοΰ όρου («έργατικής δύναμης»), άλλά άπλά καί μόνο προϊόντα χημικών τύπων. Πιστεύομε ότι στό
σημείο αύτό βρίσκεται τό άσθενέστερο σημείο τοΰ μαρξισμοΰ σάν κοινωνικής θεωρίας. 'Ενώ δηλαδή τό κοινωνικό περιεχόμενο τοϋ μαρξισμοΰ
δουλεύει άκόμα φιλοσοφικά μέ έννοιες τής κλασσικής έποχής («ιδιοκτησία», «έργατική παραγωγή», «έλευθερία» κ.λπ.), τό ίδιο τό «προϊόν» έχει
μπή στίς κοινωνικές διαδικασίες μιας μουσικής συμφωνίας. Ά λ λ ά μιά
μουσική συμφωνία ή ένα ποίημα δέν μπορεί νά είναι έκ φύσεως κανενός
συγκεκριμένη καί «άτομική» ιδιοκτησία. Καί άν ύποθέσωμε ότι κατάσχει
κανένας τά βιολιά μιάς ορχήστρας, καθόλου δέν σημαίνει ότι τοιουτοτρόπως άποκτά «ιδιοκτησία» έπί τής συμφωνίας. Τά βιολιά είναι τά «μέσα
παραγωγής» τοΰ «προϊόντος». Πιστεύομε ότι τήν μικρή αύτή λεπτομέρεια
προσπαθεί νά διορθώση σήμερα ό Μαρξισμός. Ή άνάπτυξη τής τεχνολογίας δέν ήταν τήν έποχή τοΰ Μάρξ (καί άκόμη ώς τόν δεύτερον παγκόσμιο
πόλεμο) τόσο άνεπτυγμένη, ώστε νά ύπαχθοΰν νοητικά τά «μέσα παραγω157

γης», δηλαδή οί μηχανές πού ήταν ιδιοκτησία τών καπιταλιστών, στήν ίδια
τάξη μέ τό «προϊόν» πού αύτές παρήγαν καί πού έθεωρεΐτο «άποτέλεσμα»
— τούλάχιστον στήν φιλοσοφική του σημασία — τής «εργατικής δύναμης»
(Arbeitsgegenstand). Σήμερα γνωρίζομε ότι αύτά τά πράγματα δέν ισχύουν.
Τά «μέσα παραγωγής» καί τό «προϊόν» είναι τής ίδιας τάξεως πνευματικά
άντικείμενα καί άνήκουν άδιαφοροποιήτως σέ όλους έξ ίσου.
Συζητούμε βέβαια γιά τήν νοητική σημασία τών πραγμάτων καί δέν
θέλομε καθόλου νά πούμε, ότι δέν ύπάρχουν άκόμη άνθρωποι πού κάνουν
διακοπές μέ κότερα καί άλλοι μέ ποδήλατο. Θέλομε όμως νά σημειώσωμε
τήν νοηματική σημασία τών πραγμάτων καί αύτό πού γράψαμε πρίν: ότι
ή μελλοντική διαφορά τών άνθρώπων θά είναι μεταξύ μορφωμένων καί
άναλφαβήτων — κατά τίς φυσικές δυνατότητες εκάστου — καί όχι μεταξύ
εκμεταλλευτών καί έκμεταλλευομένων άπό έπιγενομένες κοινωνικές αιτίες.
(Μέσα σ ' αύτήν τήν τάξη πραγμάτων βλέπομε καί τόν ρόλο τοΰ Αιγαίου,
τής άνεπανάληπτης αύτής φυσικής δημιουργίας, ώς έκεϊνον τοΰ Παν/μίου
χωρίς καθηγητές, όπως θά έξηγήσωμε παρακάτω).
Ή «έργασία» συνεπώς σήμερα είναι πνευματικής φύσεως γεγονός καί
σάν τέτοιο ύποχρεοΰται τό κράτος νά προαγάγη καί νά κατοχυρώση. «Δικαίωμα έργασίας» σημαίνει «δικαίωμα μορφώσεως», διότι τό μυαλό είναι
αύτό καθ' έαυτό τό μόνο όργανο πού παράγει. 'Ασχέτως άν σήμερα άκόμη
ή άνάπτυξη δέν βρίσκεται στό στάδιο τής γενικής προαγωγής τοΰ μυαλού
(αύτό προϋποθέτει καί μιάν ριζικώτερη δομή τών σχέσεων έπί ολοκλήρου
τοΰ πλανήτη· έδώ προκύπτει καί τό θέμα πού είπαμε πρίν: οί «πρώτες ύλες»
σάν προϊόντα τής σύγχρονης τεχνολογικής παραγωγής σέ ποιόν άνήκουν),
άλλά μόνο ειδικά έκείνου τοΰ τομέα πού αύξάνει τήν σημερινή παραγωγή,
δηλαδή τής έπιστήμης, τήν οποίαν προσπαθεί νά διαχώριση άπό τούς
άλλους χώρους τής πνευματικής παραγωγής. Είναι μιά προσπάθεια φασισμοΰ, πού πιστεύομε πώς σύντομα οί διαρρυθμίσεις τοΰ κόσμου θά επιβάλουν τό ξεπέρασμά της. 'Αλλά, γιά νά φθάση μιά κοινωνία νά βλέπη τήν
έργασία στήν πραγματική της φύση καί όχι στό κούνημα σωματικών μελών, γιά νά καθορίση συνεπώς τήν ουσιώδη φύση τών άπαιτήσεων καί τών
«άπεργιών» (νά μήν ζητάη ελεύθερο χρόνο γιά νά πάη στό γήπεδο, άλλά
γιά νά κάτση νά διαβάση — ό,τι ζητήση ό άνθρωπος νά μάθη, τό μαθαίνει
καί μόνος του· άρκεΐ νά τό θελήση, οπότε βρίσκει καί τόν τρόπο, πού ύπό
τίς τρέχουσες κοινωνικές συνθήκες άπαιτεΐ βέβαια θυσίες πολλές καί μεγάλες...), πρέπει νά περάση άντίστοιχα στάδια πού θά τήν οδηγήσουν σ '
αύτό. Δέν είναι ύπόθεση άντιγραφής καί «άνάληψης» στήν νομοθεσία, γιατί
μπορεί νά μήν συμβαδίζουν σ ' αύτό όλα τάλλα. Αύτοΰ έγκειται καί τό
πολιτικό πρόβλημα τοΰ συγχρόνου κόσμου. Καμμιά φορά μάλιστα οί «ά158

ναλήψεις» όδηγοΰν σέ μόνιμες γελοιοποιήσεις, όπως άκριβώς συμβαίνει μ '
έμάς έπί διακόσια χρόνια τώρα. Οί άπαιτήσεις πρός τό κράτος γιά τήν
κατοχύρωση τής παραγωγής ώς πνευματικού προϊόντος, είναι προφανώς
πολύ διαφορετικές άπό έκεϊνες τής παροχής «επιδομάτων». Ή έννοια δηλαδή τής «άξιοπρεπείας τοϋ άνθρώπου» δέν μπορεί νά ύπάρξη ενιαία γιά
όλες τίς κοινωνίες, άρα ούτε καί ή έννοια τών «άνθρωπίνων δικαιωμάτων».
Ά λ λ ά , έπειδή δέν μπορεί νά ύπάρξη σήμερα κανενός άλλου είδους έξέλιξη
στόν κόσμο πού νά έμπραγματώνη τόν άνθρωπο ώς πνευματική ύπόσταση,
πλήν έκείνης τής τεχνολογικής παραγωγής — αύτή είναι πού όδηγεϊ τόν
άνθρωπο στήν αύτοσυνείδηση τής πνευματικής του ύπάρξεως καί όχι μόνο
τής ψυχικής (όπως έκαναν οί θρησκείες φ.ε.) —, γ ι ' αύτό τίθεται τό πρόβλημα τοΰ «έκσυγχρονισμοΰ» επείγον γιά τίς πιό πολλές κοινωνίες τοΰ
πλανήτη μας καί συνεπώς ή ένιαία έμβάθυνση έπί τής έννοιας τοΰ «άνθρωπίνου δικαιώματος». Ά λ λ ά «έκσυγχρονισμός» δέν θά πή «άνάπτυξη», όπως
τό άκοΰμε στά έκλογικά μπαλκόνια, ή όπως μέσα στις «έθνικές» άκόμα
προλήψεις των τό καταλαβαίνουν πολύ λαοί. Εκσυγχρονισμός σημαίνει
κυρίως άνεύρεση ιστορικής χρησιμότητος, άπό τήν οποίαν σάν άφετηρία
«σπουδής» μπορεί κανείς συλλογικά νά άνελιχθή στήν πνευματική δομή
τοΰ συγχρόνου κόσμου. Ό τ α ν άκοΰμε τόν κ. Μητσοτάκη νά έντοπίζη τήν
έξωτερική μας πολιτική σέ «σύμφωνα μή έπιθέσεως» καί «σεβασμού τών
συνόρων» μέ τίς γειτονικές μας χώρες, μπορούμε νά πούμε ότι ή «τιμή» καί
ή «ύπόληψή» μας σάν συστατικά στοιχεία τής «άξιοπρέπειάς» μας θά διατελούν πάντα έν κινδύνω. "Οταν οί άλλοι μάς ύπογράψουν τά «σύμφωνα»
πού θέλομε, τί θά γίνη μέ τό «Arbeit» — στό όποιο όπως είπαμε περιλαμβάνονται ή «τιμή» καί ή «άξιοπρέπεια» σήμερα — καί μέ τίς άντίστοιχες
συνταγματικές «διατάξεις», σέ μιά χώρα τής υποαπασχόλησης, τοΰ «ψιλικατζίδικου» καί τής ουδεμιάς παραγωγής; Ποΰ συνίσταται ή παραγωγικότης τής Ελλάδος σήμερα, σέ τί άκριβώς καί ποΰ βρίσκονται οί σχετικές
συζητήσεις; Δυνατόν βέβαια τά κακαρίσματα νά μεταποιηθούν σέ μέτρον
άριστοτελικής σαφήνειας στό Σύνταγμα δέν είναι, δέν είναι όμως έξ ϊσου
δυνατόν νά μείνωμε πάντα στό «όφείλουσι καί ό είσαγγελεύς»...
Θά ήταν βέβαια μάταιο — άλλωστε τά όσα έσημειώσαμε μάς άρκοΰν γιά
τά επόμενα — νά έπιχειρούσαμε μέ τούς περί... ύφασμάτων ορισμούς τής
«ύπολήψεως» νά άσχοληθοΰμε μέ καταστάσεις τοΰ ποινικοΰ Κώδικα. Γιά
ένα μόνο άρθρο θά κάνωμε κουβέντα: τήν μεταχουντική τροποποίηση τοΰ
157, τό όποιον βρίσκεται σέ στενή συνάφεια μέ τό άρθρο 101 τοΰ Συντάγματος.
'Εξηγήσαμε στά πρίν τήν σημασία αύτοΰ τοΰ άρθρου. Καί θά συ^φωνή159

σωμε μέ τόν κ. Τσάτσο, ότι μέ τό άρθρο 101 «κατοχυρώνεται γιά πρώτη
φορά ή γενική καί άποφασιστική άρμοδιότητα τών περιφερειακών ΚΡΑΤΙΚΩΝ οργάνων» (βλ. μν.έ. σελ. 59), άλλά άκριβώς αύτά τά όργανα σάν
τέτοια δίνουν «συγκεντρωτική» σημασία στήν πρακτική λειτουργία τοϋ
άρθρου, τήν όποία έξηγήσαμε. Ώ ς πρός τήν «πρώτη φορά» μπορεί κανείς
νά διατηρήση ώρισμένες έπιφυλάξεις. "Οχι μόνο διότι ή σημασία τοΰ άρθρου έσυζητήθηκε κανονικά κατά τίς συζητήσεις τής Βουλής τής Χούντας
ώς πρός τό πρακτικό της νόημα, άλλά (χωρίς νά άνατρέξωμε στήν μελέτη
τών διαμορφώσεων αύτοΰ τοΰ άρθρου σέ άλλα Συντάγματα, τούς νόμους
πού έκάστοτε τό άκολουθοΰσαν καί νά έπιβαρύνωμε άσκόπως τίς σελίδες
μας βιβλιογραφικώς) έπειδή τό άποδεικνύει ή «φυσιογνωμία» τοΰ έλληνικοΰ τοπίου τής έπαρχίας. Αύτά διϊστορικά έγιναν μέ τήν «άποκέντρωση»
καί τήν «αύτοδιοικήση», δηλαδή μέ τόν πλήρη διοικητικό φασισμό τοΰ
«κέντρου». Καί έδώ όπως είπαμε ένδιαφερόμαστε γιά εξηγήσεις πραγματικές καί όχι «συνταγματικές». "Οταν μπορή νά άποδείξη ή πραγματικότητα
άπό μόνη της, οί βιβλιογραφίες είναι περιττές. Άλλωστε ό άνευ συγκεκριμένου μέτρου έλεγχος, δηλ. «ώς νόμος ορίζει» τών κεντρικών ύπηρεσιών,
άποδεικνύει τήν συγκεντρωτική ύφή τών πραγμάτων. Τό θέμα πού μάς
ένδιαφέρει είναι, γιατί αύτό έγινε — δηλαδή ποιοί ήσαν οί λόγοι πού
έπέβαλαν (οργανωμένη «συγκέντρωση» — μετά τήν Χούντα. Αύτό έχει νά
κάνη άμεσα καί μέ τήν σχεδόν ταύτόχρονη τροποποίηση τοΰ άρθρ. 157 τοΰ
κεφ. Δ ' τοΰ ποινικοΰ κώδικα, τό όποιον προέβλεπε ποινές σχεδόν ισοβίου
καθείρξεως γιά περιπτώσεις «βίας ή δ ι ' απειλών βίας... είς τήν Βουλήν ή
είς μέλος τί αύτής». "Ηγουν γιά τήν ιερότητα τοΰ «λειτουργήματος»... Διά
τοΰ νόμου 410/76 (βλ. φύλ. Έ φ . τής Κυβερ. άριθ. 208/10-8-76), άρθρ. 3, τό
παλαιόν άρθρο τροποποιείται ώς έξής: «είς τήν Βουλήν ή τήν Κυβέρνησιν
ή είς μέλος αύτών».
"Ενας τώρα έξησκημένος μέ τήν μαθηματική θεωρία Συνόλων, θά έδέχετο καί πάλι έναν λογικό κόλαφο τοΰ τύπου «όφείλουσι καί ό είσαγγελεύς»: άφοΰ τό ύποσύνολο τών μελών τής Κυβερνήσεως περιλαμβάνεται
στό ύπερσύνολο τών μελών τής Βουλής, δέν άρκοΰσε ή πρώτη διατύπωση;
Πρός τί ή πρόσθετος «ειδική μνεία» μέ τό «ή τήν Κυβέρνησιν»; Αΐ μ ' δέν
άρκοΰσε όμως, γιατί τώρα ή κυρία ιδιότητα τών ύπουργών ήταν αύτή τοΰ
πρώην τρομοκράτη. Πρώην τρομοκράτες θά κατελάμβαναν τά πόστα (οί
έκάστοτε κυβερνήσεις ξέρουν πάντα «τί τούς γίνεται» — έν προκειμένω
αύτές τίς Ν. Δ. — καί μεριμνοΰν δεόντως γιά τήν κοινοβουλευτική «διαδοχή»), μέ κύρια «άρμοδιότητα» τήν τών «έρμηνειών» — άρα έναντίον τών
οργανώσεων πού τούς άνέδειξαν καί οί οργανώσεις άπ' έξω. Αΐ, δέν έχρειαζόταν μιά κάπως «είδικώτερη» μέριμνα «χειρουργικής τομής» καί θωρακί160

σεως; Έγινε λοιπόν ή προληπτική «επέμβαση» κατά τόν τύπο «όφείλουσι
καί ό είσαγγελεύς» — δπως βλέπομε ή Λογική καί ή Γραμματική στήν
ελληνική Νομοθεσία παραμένουν έσαεί άδιαπτώτως αναλλοίωτες —, μόνο
πού τώρα «βασιληας» θά εβγαινε αυτοδικαίως ή οργάνωση! 'Ιδού λοιπόν
ή εύλογος αύξηση της τρομοκρατίας, από τήν Βουλή καί μόνον προερχομένη... "Αν μάλιστα σκεφθούμε δτι ό «βασιλεύς» έχρίσθη εσχάτως διά των
μπαζούκας «Αύτοκράτωρ Πάσης 'Αθήνας καί Περιχώρων», ασφαλώς τήν
μέλλουσαν τροποποίηση τοΰ 410 πρέπει νά τήν άναμένωμεν από... αέρος...
Ή εσωτερική σύνδεση από «πολιτειακής απόψεως» μεταξύ άρθρου 157
τοΰ ποιν. κωδικός καί αρθρ. 101 τοΰ Συντάγματος (δηλ. ή συγκεντρωτική
αύτοϋ σημασία ώς πρός τήν «κεντρική κυβέρνηση» καί τίς εκλογές), αποδεικνύεται καί έκ τούτου: ότι μέ τήν πλήρη «θωράκιση» διά της § 1 τοΰ 157
«καί της Κυβερνήσεως», αμέσως επέρχεται τροποποίηση καί της § 2 γιά
τά συμβούλια τοπικής αυτοδιοικήσεως (βλέπομε: Βουλή καί συμβούλια
πανε μαζί ώς πρός τίς «θωρακίσεις» όταν τό ένα θωρακίζεται, τό άλλο
άποθωρακίζεται...): ενώ πρίν ή διάταξη στόν Π.Κ. γιά τήν περίπτωση απειλής κατά μέλους των συμβουλίων αυτών προέβλεπε ανώτατο όριο ποινής
(τά τρία χρόνια, άρα καί καθόλου), τώρα ορίζεται κατώτατο (ό ενας χρόνος). Δηλαδή, όποιος τολμάει στό χωριό, άς κουνηθή! "Οντως· μέ τόν
λαϊκισμό τοΰ «σοσιαλισμού» — δηλαδή έπιπροστιθεμένης καί της ιδεολογικής τρομοκρατίας —, ή έπαρχία απέβη ό κύριος εκλογικός παράγων γιά
τήν «Δημοκρατία» καί τήν «Νίκη»...
Νομίζομε ότι τελειώσαμε μέ τίς «θεωρητικές αναζητήσεις». Περισσότερες
γιά τά συμπεράσματά μας, δέν μας χρειάζονται. Μένει ακόμη νά ασχοληθούμε γιά λίγο μέ τίς σχέσεις εξουσίας έκ τοΰ «λαοϋ» καί τοΰ «έ'θνους»,
αλλά επειδή αύτό θά τό έξετάσωμε πρακτικώς, ή μάλλον οπτικώς — ήγουν
χειροπιαστά —, μπορούμε νά άρχίσωμε μέ τήν συνόψιση τών συμπερασμάτων μας. Ή Ελλάδα, δέν είναι επιδεκτική καμμιάς βελτιώσεως καί προσαρμογής (ύπό τήν παρούσα κρατική της υπόσταση) στό μέλλον της ευρωπαϊκής ιστορίας καί τών μεσογειακών λαών. Διότι της λείπει ό σκελετός.
Καίτοι ώς κράτος προηγείται δλων τών βαλκανικών κρατών — της 'Αλβανίας μάλιστα εναν σχεδόν αιώνα —, συγκρινόμενη μέ οποιοδήποτε από
αύτά βρίσκεται πολύ πίσω στίς κοινωνικές της επιτεύξεις. "Οσο μικρές καί
άν αυτές ύποτεθοΰν γιά τά άλλα κράτη. Οικονομικές δυσκολίες, μειονοτικά
προβλήματα καί παντός είδους δυσμορφίες, έχουν όλα τά κράτη τών Βαλκανίων. Έκατάφεραν όμως ενα: νά μήν τό μεταβάλουν σέ κοτέτσι. Καί
τοΰτο ακριβώς δείχνει τήν ικανότητα ενός μίνιμουμ προσαρμογής, πού
μπορεί απλώς νά συνίσταται στήν συζήτηση τουλάχιστον τών προβλημά161

των καί στήν ερευνά διεξόδων. Ή Ε λ λ ά δ α επιμένει πάντα στους ίδιους
αστερισμούς, ζώντας σέ μιά πρωτοφανή πολιτική παράνοια. Σοφία είναι
καί τό νά ξέρης, ότι δέν έχεις τίποτε νά πής. Αύτό δέν άποτελεΐ περίπτωση
γιά πολλούς έλληνες πολιτικούς. Σέ πρόσφατη ομιλία τών πολιτικών άρχηγών γιά τήν εξωτερική πολιτική, ό κ. Φλωράκης — πάρα πολύ σωστά
καί ιστορικώς σκόπιμα — έθεσε ανοιχτά τό πρόβλημα τών ύπαρχουσών
μειονοτήτων στήν Ελλάδα, ακριβέστερα μερικών άπ' αύτές στήν βόρεια
'Ελλάδα, πράγμα πού αποτελεί τό βασικό σημείο αναφοράς παντός πολιτικού τών Βαλκανίων, όταν ή συζήτηση πρόκειται γιά τήν εξωτερική πολιτική. Γιατί ακριβώς οΐ μειονότητες είναι οι φορείς συνδέσμου τών κρατών, όπως καί οί φορείς τοΰ χωρισμού των στήν πολιτική. Ό κ. Μητσοτάκης αρνήθηκε επισήμως νά άπαντήση καί ζήτησε μόνο νά μεταβληθή ή
'Ελλάδα σέ ένα «κράτος ιδιωτικών συμφωνητικών» μέ τά γύρω κράτη
(«σύμφωνα» μη έπιθέσεως καί «σεβασμού τών συνόρων»!), μέ τήν διαβεβαίωση ότι ή 'Ελλάδα μπορεί νά άποτελέση γιά τά ύπόλοιπα βαλκανικά
κράτη τόν «φορέα» πρός τήν ΕΟΚ καί τήν Εύρώπη. Καί ώς πρός μέν τήν
ΕΟΚ, θά έπρεπε νά γνωρίζη ό κ. Μητσοτάκης, ότι όλα τά κράτη ξέρουν
νά... πουλάνε καλαμπόκια· άσχέτως άν δέν τό κάνουν. Στό σημείο αύτό δέν
χρειάζονται κανενός είδους διδασκαλία καί βοήθεια. Διότι βέβαια τό καλαμπόκι τό πούλησε ή 'Ελλάδα σάν κοινωνική κατάσταση καί όχι σάν
κάποιο κόμμα. "Αν άνατρέξωμε στό παρελθόν, θά βρούμε πάρα πολλές καί
χειρότερες περιπτώσεις καλαμποκιού... Ώ ς πρός τήν Εύρώπη όμως; Καρτερεί ό ατόφιος Γερμανός τοΰ Επταπυργίου καί τοΰ Βανάτου ή ό άλλος
Ρουμάνος μέ τούς πατροπαράδοτους «δεσμούς αίματος» μέ τήν Γαλλία, νά
πάρη δάσκαλο στίς σχέσεις του μέ τήν Εύρώπη τήν Ελλάδα; Καρτερεί ή
Βουλγαρία, τής όποιας ή ύπαρξη στήν Εύρώπη, ανατολική καί δυτική,
είναι σχεδόν ή μεγαλύτερη όλων τών βαλκανικών κρατών; Καρτερεί ό
'Αλβανός μέ τίς άπό αιώνων άμεσες σχέσεις του μέ τήν 'Ιταλία ή ό Γιουγκοσλάβος , πού κατά τά 2/3 ήσαν πρώην ύπήκοοι τής Αύστροουγγρικής
Μοναρχίας; Τί είδους «φορέα» θά μπορούσε νά άποτελέση ή 'Ελλάδα, πού
άν ύποτεθή ότι κλείνουν γιά έναν μόνο μήνα τά σύνορά τους τά άλλα
βαλκανικά κράτη ώς πρός εμάς, θά πρέπει ή 'Αμερική νά έπαναλάβη αύτό
πού έκαμε παληά στό δυτικό Βερολίνο; "Η μήπως πολιτιστικόν φορέα;
Έγράψαμε παληά, πρίν «μπούμε» στήν ΕΟΚ (βλ. τό βιβλίο μας «'Ανάλυση
τής νεοελ. άστικής Ιδεολογίας», 1975, σελ. 93 κ.έ.), ότι ΕΟΚ γιά τό είδος
τής ελληνικής Δεξιάς μας δέν μπορούσε νά σημαίνη τίποτε άλλο άπό
«φτερούγα» καί «άποκούμπι». Λόγον ύπάρξεως δηλαδή, γιά τήν συνέχιση
τών ίδιων μεθόδων καί νοοτροπιών — τών άπό καταβολής αιωνίων... Καί
θελήσαμε φυσικά νά πούμε, ότι αύτό δέν θά καθίστατο πρακτικώς εφικτό.

162

Νά λαθέψωμε δέν ήταν δυνατόν βέβαια, άλλά δέν ήταν δυνατόν καί νά
φαντασθούμε ότι αύτό θά συνέχιζε νά άποτελή τό «σύνθημα», τό ίδιο σύνθημα, τήν ίδια επιδίωξη, μετά τίς κοσμογονικές άλλαγές τών καιρών μας.
Γιά τόν κ. Μητσοτάκη δέν άλλαξε τίποτε... "Οτι όχι μόνο ή Δεξιά μας άλλά
καί όλη μας ή πολιτική υπόσταση διά τών άλλων κομμάτων έχει άνάγκη
άπό «περεστρόϊκα», όλοι οΐ πολιτικοί άρχηγοί μας τό γνωρίζουν καλώς.
"Ενα όμως δέν ομολογούν: ότι είναι άνάγκη κάποτε δημοσίως νά τό συζητήσουν. Μέχρι τότε είναι λογικό ή «Νέα Δημοκρατία» μας νά ζητάη «ιδιωτικά συμφωνητικά» καί «πλειοψηφίες»... Ά λ λ ά νομίζομε ότι είναι καιρός
ή σέ πολύν κόσμο συνειδητή μεταχουντική διάλυση τής 'Ελλάδος νά άποτελέση σιγανό θέμα δημοσίων συζητήσεων καί προπαρασκευής. "Ετσι
θά άποφευχθούν οί παντός εί'δους φθορές καί γενικώτερες πολιτικές περιπλοκές στόν χώρο τών Βαλκανίων. Αύτό μάλιστα θά μπορούσε νά γίνη καί
μέ άνοικτή συμμετοχή πολιτικών ή διανοουμένων καί τών γειτονικών μας
χωρών. Μήπως μέ συζητήσεις δέν λύνονται σήμερα καί τά προβλήματα
στήν άνατολική Εύρώπη; Δέν μπορούμε πλέον νά εθελοτυφλούμε μέ τόν
έαυτό μας. Τά πάντα σήμερα, εντός τής ευρωπαϊκής περιοχής τούλάχιστον,
παίζονται στόν χώρο τών «άνθρωπίνων δικαιωμάτων». Καί τό νά έθελοτυφλή κανείς γ ι ' αύτά οπουδήποτε τής Εύρώπης, σημαίνει ότι τά ύπονομεύει
στήν ϊδια του τήν χώρα. Πολύ περισσότερο, όταν δέν ύπάρχη πιά λόγος
γιά στρουθοκαμηλισμούς καί άναζητώνται οί βάσεις κάποιων σταθερωτέρων ιστορικών προοπτικών. Ή 'Ελλάδα έχει πάψει πρό πολλού νά άποτελή κάποιο «μήλον τής έριδος». Σήμερα απλώς είναι ένα έκκρεμές γιά
όλους πρόβλημα, τό όποιον δέν παύει νά έπιβεβαιούται άπό τήν προϊστορία
του. Καί οί βιτρίνες δέν άλλάζουν σέ τίποτε τήν ούσία. Έ ν πάση περιπτώσει, ή συνταγματική κατοχύρωση τών «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» καί τοΰ
«Petitionsrecht» κατέστησαν έκ τών ών ούκ άνευ άνάγκη μετά τόν δεύτερο
παγκόσμιο πόλεμο καί όλες οί δυτικές χώρες άναγκάσθηκαν νά τά βάλουν
στά Συντάγματά τους (βλ. σχετικώς καί Κ. Θ. Εύσταθιάδου: «Διεθνές Δίκαιον», 'Αθήναι 1977, σελ. 395 κ.έ.). Αύτό όμως δέν σημαίνει ότι δέν είναι
γνωστό τό πού έμπήκαν σάν πραγματικότητες καί ποΰ σάν βιτρίνες. Συνεπώς οί βιτρίνες μας δέν άποτελοΰν λόγον έπαναπαύσεως καί πολύ περισσότερο νομιμότητος πολιτικής μέ τούς «ψήφους». Ά μ α δέν κατέχης κοινωνικώς τήν γνώση τί θά 'πή «θετική επιστήμη» (καί συνεπώς τί «εργασία»
πού λέγαμε προηγουμένως), πώς μπορείς νά «νομοθετήσης» τόν μέσφ τοΰ
Κράτους συνδυασμό τοΰ «άνθρωπίνου δικαιώματος» τοΰ άτομικοΰ έπιστήμονα νά κάνη έρευνα μέ εκείνο τοΰ άπλοΰ άνθρώπου νά ζήση; Πολύ περισσότερο βέβαια, άν δέν έχης πίσω σου Λουθήρους, Γαλλικές 'Επαναστάσεις καί Δικαστήρια τής Νυρεμβέργης, δηλαδή τά συστατικά στοιχεία τοΰ

163

πολιτικού νοήματος τών «άνθρωπίνων δικαιωμάτων». Σ ' αύτό άκριβώς τό
σημείο βρίσκεται καί ένα άπό τά γενικώτερα ιστορικά προβλήματα τής
εποχής μας. Ώ ς σήμερα ύπήρξε ή δικαιολογημένη εν πολλοίς μέριμνα νά
διαφυλαχθή τό «νόου χάου». Δέν ξέρομε όμως άν έμφανισθή μιά διαφορετική άνάγκη, ώς ποιόν βαθμό θά άπέδιδαν οί προσπάθειες άλλων χωρών
νά τό πάρουν.
Αυτά τά πράγματα δέν άντανακλοϋν μόνο στίς δυστοκίες τών «ερμηνειών» μας, άλλά καί στόν έξωτερικό χαρακτήρα τών συνταγματικών μας
καταστάσεων. Παρά τίς όποιες «άναλήψεις», τό πρώτο πράγμα πού ξεχωρίζει στό ελληνικό Σύνταγμα, ιδιαίτερα στό σημερινό (θά ιδούμε ποιές
ύπήρξαν οί «σταθερές ιδεολογικές βάσεις» τής Ν.Δ. τότε), έν άντιθέσει
πρός τά τών άλλων χωρών, είναι άκριβώς ό επιθετικός του χαρακτήρας.
Σχεδόν μορφή άστυνομικής διάταξης πρός τούς ιθαγενείς. "Οτι βέβαια
τίποτε δέν τηρείται άπό τά «υπογεγραμμένα» έν Ελλάδι, αύτό είναι άλλο
θέμα οικονομίας τής έσωτερικής πολιτικής πού δέν μας ένδιαφέρει. Γιά τίς
επιφάνειες συζητούμε. Χτυπητός είναι έν προκειμένω ό «άμυντικός» ώς
πρός τό Κράτος χαρακτήρας όλων τών εύρωπαϊκών Συνταγμάτων καί άκρως φειδωλή καί μετρημένη ή σαφής των γλώσσα. Στήν Ιταλία π.χ.,
βάσει τοΰ αρθρ. 71 τοΰ ίταλικοΰ Συντάγματος, ό μισός άριθμός τών οπαδών
τοΰ Μακρυγιάννη πού ύπεθέσαμε στήν άρχή, θά μπορούσε νά διεκδικήση
νά φκιάση κόμμα μέ έμβλημα τό γνωστό «κλαράκι»... Τό δικαίωμα προτάσεως νόμων τό διατηρούν βέβαια οί άπλοΐ πολίτες, διότι διαφορετικά θά
ύπήρχε άπλώς μιά κοινοβουλευτική Χούντα όπως σ ' εμάς, συνταγματικώς
άνεγνωρισμένη! Καί επειδή αύτό τό πράγμα στήν Ελλάδα επισήμως άπαγορεύεται, ενώ ό Μακρυγιάννης διατηρεί πάντα τήν άπολύτως άπόλυτη
πλειοψηφία (είδικώτερα: οί προληπτικές διατάξεις τοΰ Ό θ ω ν α γιά τούς
βουλευτές μετεβλήθησαν διά τών «έρμηνειών» καί σύν καιρώ — αρθρ. 73,
§§ 1 καί 4 — σέ άποκλειστικό τους προνόμιο!), έχομε τούς διαφόρους
ύποτροπιασμούς στά... καλαμπόκια.
"Οτι τά πλαίσια νομιμότητος τής Ελλάδος ώς κράτους έχουν πλέον στίς
σύγχρονες διεθνείς σχέσεις πρό πολλού διαρρ^γή, είναι πολλαπλώς άποδείξιμο. Ούδεμία «συνταγματική ερμηνεία» χρειαζόμαστε γιά τήν κατάσταση τών «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» στήν 'Ελλάδα, διότι αυτή δέν άποδεικνύεται άπό συγκεκριμένες μόνο περιπτώσεις καί μέ ώρισμένους έπίσης
τρόπους. 'Αποδεικνύεται άπό κάθε περίπτωση καί μέ τρόπους κάθε άλλο
παρά «νομικούς». Θά μπορούσε επί παραδείγματι νά άναρωτηθή κανείς, «μά
δέν είναι έπί τέλους καλό νά μπορή ό κάθε δικαστής νά άποφανθή γιά τήν
άντισυνταγματικότητα ένός νόμου; Δέν είναι πιό «έλεύθερη» ή Δικαιοσύνη,
164

παρά άν υπήρχε ένα διορισμένο συνταγματικό δικαστήριο;». Γιά νά μήν
ίσχύη αύτή ή λογική σέ ομοσπονδιακές χώρες όπως ή 'Ελβετία καί ή
'Αμερική (βλ. π.χ. Γ. Μαραγκοπούλου. «Οί συνταγματικοί θεσμοί εις τάς
ήνωμένας πολιτείας τής 'Αμερικής», 'Αθήναι 1947, σελ. 38 κ.έ.), πάει νά
πή πώς δέν θάναι καλή Λογική. Καί όντως δέν είναι. Γιατί άπό τόν ειρηνοδίκη Κριεκουκκίου, πού λέγαμε προηγουμένως, λείπει ή πολιτική εύθύνη
πού έχει ό συνταγματικός δικαστής. Καί αύτό άκριβώς είναι τό στοιχεΐον
πού κατοχυρώνει τήν συνταγματικότητα τών νόμων έναντι τής έκτελεστικής έξουσίας. Ή εύθύνη τοΰ συνταγματικού δικαστή, όπως κι άν αύτός
έκλέγεται, είναι μία: νά ύποχρεώση τό κράτος στήν τήρηση τών συνταγματικών θεσμών καί μέτρων. Καί οί μέν άποφάσεις του είναι μέν «νομικώς»
άμετάκλητες, δέν είναι όμως καί κοινωνικώς τέτοιες. Πίσω άπό τήν άπόφαση τοΰ συνταγματικοΰ δικαστή καιροφυλακτεί ό Σάρτρ στήν Γαλλία, ό
Χορκχάϊμερ στήν Γερμανία καί ό Μπέρτραν Ράσσελ στήν 'Αγγλία. Πίσω
δέ άπό αύτούς ύπάρχουν οί φοιτητές... Σέ περίπτωση συνεπώς κακοδικίας
τοΰ συνταγματικού δικαστή, τόν λόγο θά άναλάβουν αύτοί κι άς μήν ξέρουν
«νομικά»! Συμβαίνει δέ τό παράξενο αύτό, διότι τό Σύνταγμα άποτελεϊ (διϊστορικά) «κωδικοποίηση» τών δικών τους άπόψεων, τής δικής των «εργασίας» μέ τήν κυριολεκτική έννοια τοΰ όρου. Καί τοΰτο τό παράξενο άπορρέει άπό ένα άλλο πιό πολύ παράξενο διά τήν «καθ' ήμάς» νοοτροπία: νά
«εκπροσωπούν τό έθνος» αύτοί καί όχι οί βουλευτές, τών όποιων δουλειά
είναι άπλώς νά τό ύπηρετοΰν καί τίποτ' άλλο (βλ. ιταλικό Σύνταγμα π.χ.,
αρθρ. 98). Βέβαια καί οί συνταγματικοί δικαστές έχουν πίσω τους τούς
χωροφύλακες, άλλά ή δουλειά τοΰ συνταγματικού δικαστή συνίσταται άκριβώς στό νά μή φθάσουν τά πράγματα σ ' αύτό τό σημείο. Κριτήρια τών
συνταγματικών δικαστών δέν είναι οί «κώδικες» καί οί «πανδέκτες», καί γ ι '
αύτό είναι τό κϋρος τους μεγάλο. "Οχι ή «Διοίκηση», άλλά ή πολιτική
εύθύνη — είναι ό,τι κατοχυρώνει τήν λειτουργία ενός Συντάγματος.
Καί γιά νά τό πούμε κάπως θεωρητικώτερα, ήγουν μέ λιγώτερες λέξεις:
μεταξύ τοΰ συνταγματικού δικαστή καί τής άπόφασής του έμφιλοχωρεϊ μιά
έννοια ολικώς άγνωστη στό νοΰ τοΰ όποιου «έλληνορθόδοξου» ειρηνοδίκη
— τό «δικαίωμα αντιστάσεως» (Widerstandsrecht). Καί τό όποιον επιβάλλει
σάν άναγκαστική προϋπόθεση τήν ουσιαστική λειτουργία τοΰ «Petitionsrecht».
Γιά τήν άκρως ιστορικά πολύπλοκη αύτή έννοια τής «άντιστάσεως» —
πού άριθμεϊ ζωή πολλών αιώνων στόν βίο τών δυτικών κοινωνιών —, δέν
μπορούμε δυστυχώς νά πούμε τίποτε εδώ παραπέρα. 'Αρκούμαστε νά ποΰμε μόνο, ότι είναι έξ υφής άγνωστη στόν έλληνα δικαστικό, ώς μή λαβοΰσα ποτέ χώραν στό ιδεολογικό στερέωμα τοΰ «καισαροπαπισμοΰ» ή τής
165

«συναλληλίας». "Η γιά νά τό έκφράσωμε «κοινωνιολογικώτερα» κάπως: γιά
νά έχης «δικαίωμα αντιστάσεως» καί όχι τό «ξέρεις, ρέ, ποιός εϊμ' εγώ»,
πρέπει νά έχης άπό πίσω σου τόν Σάρτρ ώς κοινωνική λειτουργία καί
όχι... μπουζούκια. Μά καί τότε τί είναι αύτό πού «κατοχυρώνει» τό δικό
μας (πάντα άκροτελεύτιο καί ήρωϊκό) άρθρο 120, § 4; — Είναι άκόμα μιά
καταστρατήγηση κάθε «ανθρωπίνου δικαιώματος», πού λέγεται «κριτήριον
άρμοδιότητος» γιά τήν κακήν ώρα... "Οτι, δηλαδή ήταν καί τό 114 παληότερα: νά βγαίνη κανένας νά σκοτώνεται στούς δρόμους, χωρίς νά ξέρη
γιατί...
Περιττόν βέβαια νά προσθέσωμε, ότι ό ειρηνοδίκης Κριεκουκκίου έξ ενστίκτου, ήγουν τελείως τεθολωμένος άπό τίς πλήρως άκατάληπτες γ ι ' αυτόν «ερμηνείες» πού άκουσε στό Παν/μιο, ξέρει πολύ καλά πώς είναι ολικώς άναρμόδιος νά άποφανθή επί συνταγματικών θεμάτων. Καί άφοΰ τούς
νόμους τούς «προσυπέγραψε ή Πολιτεία», είναι γ ι ' αύτόν όλοι συνταγματικώς έν τάξει!
'Εξαιρέσεις υπάρχουν φυσικά: είναι οί «δικαστές-ήρωες» μέ τούς «άτσάλινους χαρακτήρες», πού θά ορθώσουν τό «άνάστημά» τους νά υπερασπίσουν τό «κάστρο τής Δικαιοσύνης» καί άλλα πράγματα πολλά... Ά λ λ ά άς
μήν συνεχίσωμε τούς συλλογισμούς μας επί τοΰ προκειμένου. "Οτι ύπάρχουν τέτοιοι «δικαστές-ήρωες» άπεδείχθη έκ τών πραγμάτων πώς είναι πολύ
καλό καί γιά τόν ελληνισμό θά άποβή πολύ καλύτερο στό μέλλον. 'Επί
τέλους έμάθαμε καί τί χρειάζεται τό ελληνικό Σύνταγμα γιά νά λειτουργήση «δημοκρατικά»: έναν Πρόεδρο καί έναν 'Επίσκοπο, οί όποιοι νά άλληλολειτουργοϋνται, νά άλληλοορκίζωνται, νά άλληλοονομάζωνται καί νά
άλληλολιβανίζωνται. Καί φυσικά νά συνεορτάζουν μετά γιά τήν «νίκη τής
Δημοκρατίας»...
Ή σαφήνεια καί ή πραγματική έρμηνεία τών συνταγματικών διατάξεων
είναι, καθώς είπαμε, πρόβλημα χρόνου. Τήν φορά αύτή έμάθαμε τήν σημασία τοΰ πρώτου κεφαλαίου τοΰ δευτέρου τμήματος τοΰ Συντάγματος μας.
Ό νΰν Πρόεδρος μας θά μείνη σάν ό μακροβιώτερος στήν ιστορία τής
ελληνικής πολιτικής ζωής καί ϊσως ό πιό έμφορτος πραγματικών νοημάτων. Διότι έκατάφερε κάτι τό μοναδικό: τήν «προεδρευομένην Δημοκρατία»
νά τήν μεταβάλη σέ «βασιλευομένην» άνευ στέμματος. Μόνο μέ τίς εύχές
τοΰ άρχιεπισκόπου...
Τελικώς μπορούμε νά ποΰμε, ότι στήν Ε λ λ ά δ α ούτε τώρα ούτε ποτέ
ίσχυσαν «άνθρώπινα δικαιώματα», «Συντάγματα» καί «Δικαιοσύνη». Οί
«κώδικες» ήσαν τό άλφαβητάρι τοΰ Καδή καί ή «νομολογία» μας τό καύσιμο τής «Λειτουργίας». Έ κ κατασκευής τών πραγμάτων. "Ολη ή ύπόλοι166

πη ούσία μας συνίστατο στό νά καλύπτεται τό «έθνος» μέ τά προσευχητάρια.
Τό «έθνος»! Ή λέξη πού βρίσκεται στήν βάση κάθε μορφής λωποδυσίας
στήν πολιτική καί κοινωνική ζωή τοΰ νεωτέρου έλληνικοΰ κράτους, έως
καί τοΰ καλαμποκιού συμπεριλαμβανομένου. Ή λέξη πού σέ μιά χώρα
μειονοτήτων σάν τήν 'Ελλάδα ισοδυναμεί μέ καταφανή άχρήστευση κάθε
εννοίας «άνθρωπίνων δικαιωμάτων», άλλά πού δέν μπορεί νά πάψη νά μπαίνη στό Σύνταγμα, γιατί δέν ύπάρχει τίποτε άλλο έν ονόματι τοΰ όποιου θά
μπορούσαν νά διεξαχθοΰν οί εκλογές. Τό πρώτο άρθρο τοΰ έλληνικοΰ
Συντάγματος άποτελεΐται άπό μιάν αύθαιρεσία καί ένα ψέμμα. Αύθαιρεσία
είναι ή § 1, πού άπορρέει άπό τό ψέμμα έν συνδυασμώ τών δύο άλλων
παραγράφων. Ή § 2 ορίζει: «θεμέλιον τοΰ πολιτεύματος είναι ή λαϊκή
κυριαρχία». Ψέμμα! Διότι άμέσως ή § 3 ορίζει: «άπασαι αί έξουσίαι πηγάζουν έκ τοΰ λαοΰ καί ύπάρχουν ύπέρ αύτοΰ καί τοΰ έθνους». Έ ά ν «αί
έξουσίαι» ύπάρχουν καί «ύπέρ τοΰ έθνους», τότε ό έβραϊος-έ'λληνας, ό τοϋρκος-έλληνας, ό πομάκος-έλληνας, ό σλάβος-έλληνας κ.λπ. πού έψήφισαν
στίς εκλογές δέν έχουν καμμιά κυριαρχία ούτε κανένα δικαίωμα μετά άπ'
αυτές, διότι δέν συμπεριλαμβάνονται στό «έλληνικό έθνος». Τό ιδιο δέν
μπορεί νά συμπεριληφθή σ ' αύτό τό «έθνος» καί ό τουρκοκύπριος μέ τήν
«ένωση», διότι ζή μέν στήν Κύπρο μέ τούς ελληνοκύπριους, άλλά συμπεριλαμβάνεται στό δικό του έθνος, τό τουρκικό, άφοΰ άκόμα δέν ύπάρχει
κανένα κυπριακόν έθνος.
"Αν πάλι έμπαινε στό Σύνταγμα μόνο τό «ύπέρ τοΰ λαοΰ», τότε θά άποκτοΰσαν πραγματικά δικαιώματα οί μειονότητες, πού θάρχιζαν νά ξεπετάγονται ή μία μετά τήν άλλη, καί ξαφνικά θά άπεδεικνύετο πώς δέν ύπάρχει
«έθνος», δηλαδή δέν θά είχαν καμμιά νομιμότητα οί έκλογές καί τό κοινοβούλιο σέ ένα κράτος, πού στήν μέν πράξη θά άπετελεΐτο άπό μειονότητες,
ένώ «στά χαρτιά» δέν θά ήταν ομοσπονδιακό. Ά π ό έδώ άρχίζει ή πολιτική
λωποδυσία — ώς πρώτη συνταγματική άρχή δηλαδή — καί είναι άκριβώς
ή ίδια μέ τήν τοΰ 1821. "Ολο τό πάν νά φκιασθή μιά έξουσία, διότι ή πρώτη
διαπίστωση μετά τό διώξιμο τών Τούρκων ήταν «τί καλά πού ήταν οί
Τούρκοι»! Καμμία βάση ύπάρξεως Κράτους· άρα ή πολιτική άλχημεία ώς
μόνιμη πολιτική άρχή. Καί άφοΰ καμμιά προοπτική δέν ύπήρχε καί κανένας κρατικός φορέας ώς βάση, πίσω άπό αύτή τό... «βάλσαμο» ώς άναγκαστική πρακτική έκδοχή.
"Οταν λέμε ότι τό «έθνος» είναι ή μόνιμος «εισαγωγή», τό προοίμιον, διά
πάσαν μορφή κρατικής λωποδυσίας καί ότι τό «καλαμπόκι» δέν ύπήρξε
απλώς ένέργεια κόμματος ή προσώπων, άλλά έκ τών προτέρων νομοθετη167

μένη κρατική έπιταγή, άπό τίς ίδιες δηλαδή τίς «συνταγματικές ρυθμίσεις»
μας αμέσως μετά τήν Χούντα, ύπάρχουν τά πράγματα πού μας τό αποδεικνύουν, καίτοι ώς «τεκμήρια» δέν είναι καθόλου απαραίτητα. 'Ιδού πώς ό
Κ. Ε. Παπακωνσταντίνου απέδιδε τίς πραγματικές ερμηνείες τών σχετικών
συνταγματικών «ρυθμίσεων»:
« Ή άνάγκη δπως ύποβληθή ό Λαός, εις λελογισμένας θυσίας εις τό παρόν,
διά τήν διασφάλισιν εότυχεστέρου μέλλοντος, δέν επιδέχεται σοβαράν άμφισβήτησιν. Ό σ ο ν δέ μεγαλύτερα είναι ή προθυμία προσφοράς θυσιών,
τόσον αποδεικνύεται έναργέστερον ότι ό Λαός έχει τήν δύναμιν νά έπιβιώστ)
τής παρεμβαλλόμενης δοκιμασίας καί, πέραν τούτου, νά διαδραματίση, μικράν ή μεγάλη ν, αποστολή ν εις τόν κόσμον. Ή διάθεσις τής θυσίας άπετέλεσεν άνά τούς αιώνας, τήν άφετηρίαν τής προβολής καί τής διακρίσεως
εις τήν διεθνή κοινωνίαν.
Διά τόν λόγον τοϋτον, άκριβώς, ό συντακτικός νομοθέτης — παρά τάς
αντιρρήσεις, μιας πτέρυγος τοΰ Κοινοβουλίου — εδέχθη δτι "απασαι αί
έξουσίαι πηγάζουν έκ τοΰ Λαοΰ καί ύπάρχουν ύπέρ αύτοϋ καί τοΰ Έ θνους..."». (βλ. Κ. Ε. Παπακωνσταντίνου: «Αί στεθεραί ιδεολογικοί βάσεις
τοΰ νέου Συντάγματος», Άνάτυπον έκ τής «'Επιθεωρήσεως Δημοσίου Δικαίου καί Διοικητικού Δικαίου», τόμ Ι Η ' (1975), τεΰχ. 4, σελ. 339).

Θά ιδούμε πιό κάτω ότι καί ό Βούλγαρης τά αύτά «ύψιπρεπή νοήματα»
έχρησιμοποιούσε στά «Διαγγέλματά» του (οί «λεγόμενες θυσίες» ύπήρξαν
τό αμετάθετο αίτημα πάσης έλληνικής κυβερνήσεως άπό Επιδαύρου καί
έντεύθεν), άλλά, όταν παίρνης τά ταμεία γεμάτα άπό τήν Χούντα (καλά ή
κακά) καί διακηρύσσης ώς «σταθερή ιδεολογική βάση» τήν «προσφορά
θυσιών», πώς ονομάζεται αύτό στήν κοινή γλώσσα; Έ τ σ ι λοιπόν, άφοΰ τήν
«λιτότητα» καί τά «καλαμπόκια» έπρόφθασαν καί τά έπραγματοποίησαν
άλλοι, τηρώντας πιστώς τίς «σταθερές ιδεολογικές βάσεις» τών συνταγματικών έπιταγών, δέν έμενε γιά τούς νέους προεκλογικούς άγώνες ειμή μόνο
ή «μεγάλη άποστολή είς τόν κόσμον». "Οντως, ό κ. Μητσοτάκης στήν
Θεσ/νίκη είπε πώς θά άναστήση τόν 'Αρχιμήδη καί θά μας κάμη... πυρηνική δύναμη... Περί τών αύτών «άποστολών» ώμίλει καί ό Μακρυγιάννης,
μόνο πού άγνοοΰσε τά... ήλεκτρόνια. Τίποτα καινούργιο δέν ύπάρχει στήν
συνταγματική ιστορία τής Ελλάδος. Τά ίδια πράγματα, οί ίδιες επιδιώξεις,
οί άμεταλλάκτως επαναλαμβανόμενες «ιδεολογικές βάσεις» καί τά έπακολουθοΰντα βραχυκλώματα συνιστούν τήν ούσία τής πολιτικής ιστορίας τής
νεωτέρας Ελλάδος. Πού πρέπει ήδη νά άλλάξη. Ή «αύταρχικότης» καί ή
δολοφονία τοΰ Καποδίστρια, οί «δικτατορικές αύθαιρεσίες» γιά τίς όποιες
κατηγορούνται όλοι οί έλληνες βασιλείς, ή συνεχής πολιτική κακοδαιμονία, τά πραξικοπήματα, ή πληθώρα τών «νέων Συνταγμάτων» μετά άπό κάθε
168

πραξικόπημα, καί τό διαρκές εξωτερικό χρέος καθ' όλη τήν διάρκεια τής
νεοελληνικής ιστορίας, είναι άκριβώς ή άπόδειξη άδυναμίας ύπάρξεως τής
'Ελλάδος σάν κράτους. Ή 'Ελλάδα ένομιμοποιήθηκε καί κρατήθηκε σάν
κράτος, μόνο καί μόνο επειδή κατέστη άναγκαία γιά τίς τροπές τής εύρωπαϊκής πολιτικής μετά τόν Μέγα Ναπολέοντα, ερήμην πάσης έννοιας «έλληνικοΰ λαοΰ» πολιτικώς, πού στήν πραγματικότητα δέν υπήρχε. Ά π ό έκεΐ
καί πέρα, ή «Δημοκρατία» καί οί έκλογές — καί αύτό τό βλέπομε μέχρι
σήμερα — ουδεμία νομιμότητα συνέστησαν γιά κανένα πολίτευμα. Καί
ούτε συνιστοΰν. Ούτε «βασιλευομένης», ούτε «προεδρευομένης», ουτε
«προεδρικής Δημοκρατίας». "Ισως θά πρέπει νά δοκιμάσωμε καί τήν «προεδρική» — οπότε οί άπεργοί θά πηγαίνουν κατ' ευθείαν στά Ανάκτορα —
γιά νά τό καταλάβωμε.
Δέν πρόκειται νά παρακολουθήσωμε έδώ τίς σχετικές συζητήσεις μεταξύ
«λαοΰ» καί «έθνους» γιά τό ίσχΰον Σύνταγμα, διότι δέν μας χρειάζονται. Ά ν
άρχίζαμε θεωρητικές περί έθνους συζητήσεις, διατρέχοντες καί θεμελιώδη
έργα τής σχετικής βιβλιογραφίας, ή συζήτηση θά μας έπήγαινε άσκόπως
μακρυά. Ή δική μας περί «έθνους» έννοια είναι άπλούστερη. Καί στόν μέν
«θεωρητικό» τομέα λίγο-πολύ τήν είδαμε (καί θά τήν όλοκληρώσωμε πιό
κάτω) —: γιά νά καταπιέζωμε τίς μειονότητες καί νά βγάζωμε τήν άπαραίτητη «εθνική πλειοψηφία» —, στόν δέ πρακτικόν μπορούμε κυριολεκτικώς
νά τή ψαύσωμε, διατρέχοντες τήν νεοελληνική ιστορία εντός 30 δευτερολέπτων. Οί νομίζοντες ότι χρειάζεται περισσότερο άπατώνται οίκτρώς καί
άδίκως ματαιοπονούν στό σκότος τών βιβλίων. Τά πράγματα κρέμωνται
στόν... Ή λ ι ο :
Εύρισκόμεθα εις τήν όδόν Παν/μίου καί προχωροΰμεν πρός τά Προπύλαια. Μπροστά-μπροστά τό άγαλμα τοΰ Γλάδστωνος. Τά δάκτυλα τοΰ δεξιού χεριού κομμένα, άλλά ξανά κολλημένα καί ολόλευκα σάν δάκτυλα
παρθένου πριγκιπίσσης τών άνακτόρων τών Βλαχερνών. Προχωροΰμεν.
Δεξιά κάποια τεφροδόχος μέ «ονόματα πεσόντων» (γιατί;) καί άριστερά
κάποιο «άγαλμα τής νίκης» (ποιας;), άμφότερα άνευ σημασίας. Προχωροΰμεν έτι' στό μέσον τό συντριβάνι. Τό συντριβάνι σάν σύμβολο εκφράζει τό
άνακύκλισμα τής ζωής. Τό νερό, πάντα ίδιο, υψώνεται καί πέφτει, διαρκώς
άνανεώνοντας τόν εαυτό του. Είναι τό άγαπημένο σύμβολο τών λαών τής
μακρινής Ανατολής στούς κλειστούς χώρους, όπως ήταν καί τό φίδι πού
δαγκάει τήν ούρά του σύμβολο τών άρχαίων μυστικών. Τό δικό μας συντριβάνι δέν έχει νερό αύτή τήν έποχή, είναι όμως κανονικός σκουπιδοτενεκές
γεμάτος σύριγγες ά π ' τά ναρκωτικά. Προχωρούμε λίγο άκόμα. Μπροστά
μας δυό μικρά άγαλμάτια καθημένων μορφών (οικονομία στά έξοδα!), τά
169

όποια άκριβώς περιεργαζόμεθα λόγω τής προφανούς προθέσεως οικονομίας. Έ π ί τών αγαλματίων αυτών εύρίσκομεν πλήρως έπιβεβαιουμένην τήν
λαϊκήν ρήση «τό φτηνό κρέας τό ζουμί του πίνει», πλήν καί άλλα πράγματα
εξόχου «έθνικής» σημασίας. Δεξιά ό Κοραής, κυρτωμένος άπ' τό διάβασμα, μέ άναπεπταμένες τίς δέλτους του έπί τοΰ άριστεροΰ πέτου. Οί δέλτοι
κάποτε στραπατσαρίσθηκαν — άσφαλώς σέ κάποια διαδήλωση γιά τήν
«Δημοκρατία» —, άλλά πάντως ξανακολλήθηκαν όπως κι όπως. Αύτό όμως
πού λείπει άπό τόν Κοραή είναι άκριβώς τό σπουδαιότερο γι 1 αύτόν σωματικό μέλος: τά δάχτυλα τοΰ δεξιού χεριού πού γράφει. Είναι έτσι κομμένα, σάν νά πρόκειται γιά τορναδόρο πού τοΰ τά «πήρε» ό τόρνος καί
έμεινε έτσι κοκκαλωμένος πηγαίνοντας στό υπουργείο εργασίας νά βγάλη
σύνταξη. Κατά τά άλλα ή μύτη τοΰ Κοραή άκόμη κρατιέται.
Κυττάζομε τώρα άριστερά. Πρόκειται γιά τόν Καποδίστρια, τό όνομα
τοΰ όποιου φέρει καί τό Παν/μιο (άφοΰ μέ δική του πρωτοβουλία χτίσθηκε
μέσω τοΰ κληροδοτήματος Δομπόλη). Τό «φερώνυμο» αύτό ί'δρυμα άπέκτησε
τελευταίο τό άγαλμα τοΰ ιδρυτή του, τω 1932 δηλαδή, καί μόνο καί μόνο
έπειδή δέν μπορούσε νά γίνη άλλοιώς. Τό άγαλμάτιον είναι προϊόν εράνου
καί τοΰτο φαίνεται στήν τελείως φθηνιάρικη κατασκευή καί έπεξεργασία.
Ή πέτρα ούτε σάν ποιότητα μοιάζει μέ αύτή τών άλλων άγαλμάτων, ούτε
σάν έπεξεργασία. Τοΰ Κοραή είναι όντως γλυπτό· είναι σμιλευμένη ή καρέκλα, τά ροΰχα καί πολλές λεπτομέρειες. Ά π ό πίσω τό άγαλμα τοΰ Καποδίστρια είναι μιά άνεπεξέργαστη σχεδόν πέτρα, χωρίς λεπτομέρειες, άπλώς «μιά ιδέα», καί μπροστά κάθεται ό Καποδίστριας μέσα σ ' ένα άπλό
παλτό συνταξιούχου συμβολαιογράφου ελαιουργείου τοΰ 18ου αιώνος. Στάση ή πιό άφύσικη, πού ήθελε τά λιγώτερα λεφτά! Ή «φτώχεια» τοΰ έλληνικοΰ κράτους είναι καταφανής γιά τό άγαλμα τοΰ ιδρυτή του («τοΰ Δήμου
Πειραιώς άρνηθέντος οιανδήποτε είσφοράν», λέει ό Πρόεδρος τής ζητείας
καθηγητής Γ. Ματθαιόπουλος), διότι άπλούστατα ούτε τέτοιο κράτος όνειρεύθηκε ό Καποδίστριας, ούτε σέ τέτοιο κράτος έχει θέση τό άγαλμά του.
Καί αύτό φαίνεται στό πρόσωπο: λείπει ολόκληρη ή μύτη, καί κατά τέτοιον
τρόπο, σάν νά πρόκειται γιά άπαρατημένο πτώμα νεκρού πού τό άνεκάλυψαν οί ποντικοί. Ή μύτη τών άγαλμάτων είναι τό χαρακτηριστικό στοιχείο
καί ό κύριος στόχος τοΰ βανδαλισμού άπό τήν ελληνική άρχαιότητα. Ή
μύτη τοΰ Καποδίστρια καί τά δάχτυλα τοΰ Κοραή — καί οί δύο αύτοί
άνθρωποι δέν έπαψαν ώς τά σήμερα νά προσφέρουν στό «έθνος»: ή κατάντια τών άγαλμάτων τους δείχνει άκριβώς τήν σχέση τοΰ σημερινού «έθνους» μέ τό παρελθόν του. Τοΰ «έθνους» ύπέρ τοΰ όποιου ύπάρχουν οί
έξουσίες στήν Βουλή! Ποιό έθνος;...
Προχωροΰμεν πρός τήν εϊσοδον τού Παν/μίου, μέ τήν όση ν «εθνική
170

εμπειρία» άποκτήσαμε ώς τώρα (ήδη διατρέξαμε τήν νεοελληνική ιστορία
κατά 15 δευτερόλεπτα, τώρα μας μένουν τά άλλα 15). Έ δ ώ άντικρίζομε
υπάτες έθνικές μεγαλοπρέπειες. Τά τεράστια άγάλματα τοΰ Πατριάρχη δεξιά καί τοΰ Ρήγα αριστερά, σέ ύψηλότατα βάθρα, μεγαλύτερα καί άπό αύτό
τοΰ Γλάδστωνος (αύτό είναι άσέβεια, όπως θά δείξωμε), μέ απέραντη δουλειά στό σκάλισμα καί στίς λεπτομέρειες. 'Ιδίως στό άγαλμα τοΰ Πατριάρχη. Σπουδάζομε λοιπόν τά νοήματα τοΰ φαναριωτικοΰ κράτους. Ό Πατριάρχης όταν πέθανε ήταν 72 χρονών, ενώ ό εικονιζόμενος μόλις πού
φθάνει τά 40 (καί μέ τά γένεια) . Στητός καί κατά τέτοιον τρόπο πού νά
θυμίζη τόν άρχαϊον Περικλή. Τό στήθος του προτεταμένο μποΰστο καλοθρεμμένης βοσκοπούλας, στητό καί πεταχτό νά φαίνεται. Καί άπό κάτω ένα
σώμα («ήρωϊκές» καί ιδεολογικές γάρ οί άνάγκες στόν νού τού καλλιτέχνη),
πού θά τό ζήλευαν όλες οί τουρίστριες πού ψάχνουν γιά «καμάκια» στό
Σύνταγμα. Ά λ λ ά έδώ άρχίζουν καί οί δυσκολίες:
'Εμείς ομολογούμε ότι τέτοιον δεσπότη δέν έχομε 'δει ποτέ στήν ζωή
μας. Αύτό πού ξέρομε νά προεξέχη στούς δεσποτάδες είναι ή κοιλιά καί
όχι τό στήθος (καί μάλιστα στά 72!). Καί έπί τής όποιας κοιλιάς επαναπαύονται τά σύμβολα τοΰ Βυζαντίνου, ό δικέφαλος καί ό Χριστός, μέ μακρυές καδένες. Ό δικός μας όμως δέν έχει τέτοια. Γιατί, άν είχε, μέ τέτοιο
στήθος, θά έπρεπε νά κρέμωνται τόν άέρα! Πώς νά τά μπαλώση λοιπόν ό
καλλιτέχνης, πού ήξερε πώς έφκιαχνε ιδεολογίες καί όχι πραγματικότητες;
Τά μπάλωσε όμως: τοΰ κρέμασε ένα σταυρό, όσο τοΰ έπέτρεπε τό μποΰστο,
ό όποιος έτσι κρέμεται όπως στό στήθος νιόπαντρης γυναίκας. "Ολα έκεΐ
μπερδεμένα καί στοιβαγμένα, προκειμένου νά βγή ό συμβολισμός τοΰ «ήρωϊσμοΰ» τής ιδεολογίας. Καί μιά ουσιώδης λεπτομέρεια: άπαραίτητο στοιχείο τοΰ «συμβόλου» τό σχοινί. Τό όποιον είναι δύσκολο νά καταλάβη
κανείς ποΰθε βγαίνει άπό τό άγαλμα, άλλά κρέμεται ξαφνικά στήν δεξιά
άκρη. "Ενα κομματάκι άπ' τό σχοινί έσπασε σέ μιά μεριά. Καί έκεΐ άκριβώς φαίνεται ή ψιλολεπτομέρεια, πού δείχνει τό πάντα ενεργό τής ιδεολογίας. Τό κομματάκι είναι κολλημένο μέ τέτοιαν τελειότητα, ώστε μόνο ό
χρόνος στό μάρμαρο δείχνει τήν διαφορά. Οί «δέλτοι» τοΰ Κοραή, άντίθετα, είναι κολλημένες μέ UHU καί λάσπη... Μπροστά στό άγαλμα τοΰ
Πατριάρχη, ώς εικός, κάτι μισοσβυσμένες καί άκατάληπτες έπιγραφές, γιά
τίς όποιες, καθώς λέγεται, μήν ξέροντας νά τίς συντάξουν οί τοΰ «ιδρύματος» τότε, κατέφυγαν στούς φιλολόγους τών γερμανικών Παν/μίων... Πάμε
τώρα στόν Ρήγα (μένουν άκόμη 7,5''). Τό κεφάλι τοΰ Ρήγα είναι σωστά
δοσμένο: σλαβορουμάνικη φυσιογνωμία τής μείζονος Βλαχομπογδανίας
τοΰ Δουνάβεως, ούδεμίαν σχέση έχουσα μέ τίς ώραΐες έκεϊνες κεφαλές
μερικών βοσκών, πού άνεκάλυψαν οί Αμερικάνοι μεταπολεμικά στήν
171

Πίνδο καί τίς έβαζαν δίπλα άπ' τό κεφάλι τοΰ Έρμη, σέ κάποιες «νεοελληνικές ιστορίες» πού έξέδιδαν, προκειμένου νά άποδείξουν τήν άδιάσπαστη συνέχειά μας άπό τήν αρχαιότητα ώς τά σήμερα!... Ά π ό έκεΐ καί πέρα
όμως τά τοΰ Ρήγα είναι χάος σκοτεινό, διότι επιδιώκεται τό νόημα μιας
επαναστατικής φυσιογνωμίας τών Βαλκανίων (τά Βαλκάνια είχε ό Ρήγας
στό νοΰ του καί κανένα είδος... «προπυλαίων») νά μετατραπή σέ «εθνικό
ήρωα» γιά τίς άνάγκες τού πρώτου άρθρου τοΰ Συντάγματος. Έ ν α ένδυμα
λοιπόν άναδιπλωμένο στή μέση, πού άν τό ίδής βράδυ (άλλά καί μέρα,
όπως θά ίδοΰμε) δέν σοΰ έπιτρέπει άκριβώς νά πής άν πρόκειται περί τής
άρχαίας... Ασπασίας ή περί μεγάλου δραγουμάνου τής Πύλης. Τό κράτος
όμως τότε έστηνόταν μέ τά άγάλματα ώς φαναριωτικό κράτος καί κάπως
έτσι σκοτεινά έπρεπε νά είναι ό Ρήγας στό φώς τοΰ 'Ηλίου. Ποιός άλλος
νά μπή; Προκειμένου νά βγούμε άπό τήν ύποκειμενική μας άδυναμία ώς
πρός τήν μορφή, άποφασίσαμε νά ρωτήσωμε μιά διερχομένη κυρία: «μήπως
ξέρετε, κυρία μου, τί παριστάνει αύτό τό άγαλμα;» — «Ποιά, καλέ, αύτή;
— Ή Μπουμπουλίνα!...» (Μετά τήν άκρως ικανοποιητική αύτή άπάντηση
έκάναμε καί άλλες «δημοσκοπήσεις», δέν τίς λέμε όμως γιατί άναμένομε νά
μάς τίς ποΰν οί δημοσιογράφοι στίς έφημερίδες, προκειμένου νά ξέρομε καί
μέ ποσοστά τήν κατοχύρωση τών «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» ά π ' τό Σύνταγμα...). Έ τ σ ι έντύνονταν οί άνθρωποι τον 19ον αι.;
Στήν βάση τοΰ άγάλματος τοΰ Ρήγα ή άλυσίδα, κατ' άντιστοιχίαν πρός
τό σχοινί τοΰ Πατριάρχη (ή ψυχολογία τοΰ «μάρτυρος» έν διαρκεία, άρα
υπομένετε άν δέν έχετε νά φάτε...), καί άπό κάτω ή μεγίστη φράση: «αύτός μέν ώλετο, σπέρμα δ ' έβλαστεν μέγα». Μέγα, μέγα τό σπέρμα λοιπόν... Τί τώρα ύπάρχει πίσω άπό ό λ ' αύτά; — Τό κτήριο τοΰ Πανεπιστημίου, θά έλεγε ένας μυωπικός. Μέγα τό λάθος όσο καί τό σπέρμα! Κατά
τούς νόμους τής Λογικής, τά αποτελέσματα έπονται τών αίτιων, έδώ όμως
τά πράγματα όφείλομε νά τά ίδοΰμε ολίγον φουτουριστικά. Τό άποτέλεσμα
τών... άγαλμάτων βρίσκεται μπροστά ά π ' τά άγάλματα: τά ύπαρξιακά θύματα τής «ιδεολογίας», στρεβλές ύπάρξεις καί ζητιάνοι έπί τοΰ πεζοδρομίου, πού προσπαθούν μέ λαχεία, κάστανα καί κουλούρια νά επιβιώσουν
ώς τίς επόμενες έκλογές βάσει τοΰ αρθρ. 51 § 5... Μέ ένα λόγο, έπί τοΰ
πεζοδρομίου ύπάρχουν τά «άνθρώπινα δικαιώματα» καί ή «άξιοπρέπεια τοΰ
άνθρώπου» πού κατοχυρώνει τό ελληνικό Σύνταγμα, μέσω τής καπηλείας
τών άγαλμάτων. Γιατί άλλο λόγο ύπάρξεως βέβαια, Ιδιαίτερα στήν σημερινή έποχή, τό έλληνικό Σύνταγμα δέν έχει. "Οσο κι άν διεκδική ό κ.
Μητσοτάκης τόν ρόλο τοΰ... Εύρωδιδασκάλου γιά τούς άλλους βαλκανικούς λαούς (καί σάν τέτοιος βέβαια οφείλει νά γνωρίζη, ότι ή γραβάτα
παραμένει πάντα έλεύθερη, άκόμα κι όταν βγαίνη κανείς στήν Τηλεόραση
172

νά πείση γιά τήν άνάγκη τών «άπολύτων πλειοψηφιών» μέ τό σακάκι στόν
ώμο...).
Αύτή είναι ή «ιστορία τοΰ νεοελληνικού έθνους» καί τό πολιτικο-κοινωνικό περιεχόμενο του σέ 30 δευτερόλεπτα. Δέν μάς χρειάζονται οί εντρυφήσεις στά βιβλία. Καί ώμιλήσαμε περί καπηλείας, διότι βέβαια περί τέτοιας πρόκειται. Καί ώς πρός τόν Ρήγα, καί ώς πρός τόν Γρηγόριο. Ώ ς
πρός μέν τόν Ρήγα, διότι τοΰ άλλάξαμε όλη τήν ιστορική ύπόσταση καί
τόν έκάναμε «έθνικό ήρωα». Ό Ρήγας, φύση παρορμητική τοΰ στιγμιαίου
αισθήματος, έσκέφτετο γενικά τό πρόβλημα τής Βαλκανικής μέσα σέ μιά
λύση συνυπάρξεως μέ τούς Τούρκους. Καί είχε τούς άπώτατους ψυχικούς
του λόγους, διότι έφερνε εντός του τό έγκλημα πού έκανε, σκοτώνοντας τόν
Τούρκο στό χωριό του. Καί ότι ψυχικά ήσαν τά κίνητρα τοΰ Ρήγα, άποδεικνύει όχι μόνο ή άσάφεια τών σχεδίων του, άλλά καί ή άντιφατικότητα
τής πολιτικής του, πού ύπήρξε καί ή αίτία τοΰ θανάτου του (στήν Αυστρία
ών κλείνει συμφωνίες μέ τόν Ναπολέοντα!...). Ό Ρήγας όμως είχε δύο
άκαταμάχητα προσόντα γιά άγαλμα μπροστά στό ΓΤαν/μιο: ότι ήταν καί
διανοούμενος, καί «μάρτυς». Καί ήταν κυρίως καί φαναριωτικώς άνατεθραμμένος (γιά τήν φαναριώτικη φυσιογνωμία τοΰ κράτους τοΰ καιρού). Ό
Καραϊσκάκης π.χ. γιά ό λ ' αύτά δέν έκανε. Ε π ί σ η ς καί ό Πατριάρχης, ό
όποιος πέθανε σάν ένας συνεπής καί άφοσιωμένος πράκτορας τών Ρώσσων.
Ό «άλιεύς», λέει, βρήκε μετά άπό δέκα μέρες τό πτώμα του στόν Βόσπορο
καί τό μετέφερε στήν 'Οδησσό. Καί γιατί όχι στήν Κων/πολη ή κάπου έκεΐ
κοντά; Ά ν ήταν διακινδυνευμένο γιά τήν Κων/πολη, δέν ήταν γιά τόν
φτωχόν «άλιέα» άκόμα πιό έπικίνδυνο τό μακρινό ταξίδι γιά τήν 'Οδησσό μέ ένα τέτοιο «εύρημα»; Ενδιαφέρθηκαν λοιπόν οί Ρώσσοι νά μαζέψουν άμέσως τόν άνθρωπο τους καί, όταν άργότερα έφκιαξαν τήν Βουλγαρία — κόβοντας έτσι τίς μέσω 'Ελλάδος έπεκτατικές βλέψεις τών τότε δυτικών δυνάμεων πρός τήν Μαύρη Θάλασσα —, έχάρησαν τό «εύρημα»
στό... «βαλσαμοποιεΐον» τών Αθηνών, νά τύχη τής καταλλήλου αξιοποιήσεως (Τά άμφια στήν Μητρόπολη έφυγαν ήδη μπροστά-μπροστά άπό
τήν πόρτα ποΰ ήσαν καί μεταφέρθηκαν κάπως... στερεώτερα στήν δεξιά
κολώνα).
Ή μόνη λοιπόν πηγή τοΰ «Έθνους» στό Σύνταγμα, βάσει τοΰ όποιου
γίνονται οί εκλογές καί καταπιέζονται οί μειονότητες στήν 'Ελλάδα, βγαίνει άπό αύτά τά άγάλματα καί άπό πουθενά άλλοΰ. Ά λ λ ά ή μύτη τοΰ
Καποδίστρια μάς άπαγορεύει νά πιστέψωμε τίς διαβεβαιώσεις ή καί τούς
εύγενεϊς πόθους τοΰ Ματθαιόπουλου κατά τά άποκαλυπτήρια (διαβεβαιώσεις: «Αί χιλιάδες τών καθ' έκάστην έκεΐθεν παρερχομένων φοιτητών θά
173

άναμιμνήσκωνται...» καί ευσεβείς πόθοι: «...καί θά μανθάνουν ότι "διά τήν
Πατρίδα ύπάρχομεν καί ύπέρ αύτής ζήν όφείλομεν"»).
Ύποθέτομεν λοιπόν ότι είναι ώρα νά άδειάσουν τά Προπύλαια άπό τούς
σκοτεινούς τούτους συμβολισμούς καί τίς ιστορικές λαθροχειρίες. Τό μόνο
άγαλμα πού ύπάρχει δικαίως έκεΐ είναι τοΰ Γλάδστωνος. Οί "Αγγλοι, μήν
έχοντας δικό τους «έλληνα» διανοούμενο νά στήσουν όπως π.χ. οί Γάλλοι
τόν Κοραή, έστησαν τήν πραγματικότητα. Γιατί χωρίς τόν Γλάδστωνα —
ό όποιος σημειωτέον ήταν ό πιό φιλολογικά καταρτισμένος πρωθυπουργός
τής 'Αγγλίας, τύπος μεσογειακός καί πού ούδέποτε θά παραχωρούσε τά
Επτάνησα άν μπορούσε νά κάνη άλλοιώς — ούτε προπύλαια θά ύπήρχαν,
ούτε όδός Παν/μίου, ούτε πεζοδρόμιο «άνθρωπίνων δικαιωμάτων». Τουλάχιστον όπως ύπάρχουν... Σ ' αύτό λοιπόν τό άγαλμα οφείλει νά μεριμνήση
ή πρυτανεία νά ύπάρχουν κάθε πρωί φρέσκα λουλούδια — μόνη ή μέριμνα
γιά τά δάχτυλα δέν έπαρκεΐ —, τά δέ ύπόλοιπα νά τά βγάλωμε άπό 'κει.
Τοΰ μέν Καποδίστρια, θά τό πετάξωμε, καθότι άνευ αξίας. Τοΰ Κοραή,
έστω καί όπως είναι, θά τό μεταφέρωμε στό... «Μουσείο τής 'Ακροπόλεως».
Καί τά δυό μεγάλα θά τά μεταφέρωμε στήν Μητρόπολη 'Αθηνών, έως ότου
διευκρινισθή τό ιστορικό νόημά τους. Στό Σύνταγμα έν τω μεταξύ θά γράψωμε άπλώς: «Άπασαι αί έξουσίαι πηγάζουν έκ τοΰ ποδοσφαίρου καί ύπάρχουν ύπέρ τών έκλογών».
Μόνο έτσι θά καταστούμε σεβαστοί στόν σύγχρονο κόσμο. 'Αναγνωρίζοντες τήν άλήθεια καί άποδεχόμενοι τίς συνέπειες. Ό ελλαδικός χώρος
σήμερα καί ό έλληνισμός έχουν πολλά άλλα πράγματα νά προσφέρουν,
παρά νά άσχολοΰνται μέ τίς άπεγνωσμένες μικροεπισκευές τών «άγαλμάτων»... Δυστυχώς, ενώ τά πράγματα είναι πάρα πολύ άπλά, οί «συνταγματικές θεωρίες» μάς τά μπερδεύουν άνεπιτρέπτως. Τό παράξενο είναι ότι
επιδιώκουν νά δώσουν «νομικήν άξια» σέ έννοιες πού άπό τήν φύση τους
καμμιά τέτοια δέν έπιδέχονται. Γιατί οί έννοιες «λαός» καί «έθνος» δέν
είναι, καί ούτε πρέπει νά είναι άπό τίς επιδεκτικές ορισμού. "Αν μπορούσαν
νά όρισθοΰν όλες οί έννοιες, άν δέν ύπήρχαν δηλαδή οί «άρχικές» έννοιες
τών έπιστημών πού νά άποκτοΰν κάθε φορά νέο περιεχόμενο άνάλογα μέ
τίς έξελίξεις τής ζωής καί τής ιστορίας, δέν θά ύπήρχε έπιστήμη καί έρευνα
καθόλου. Καί αύτό ισχύει γιά όλες τίς έπιστήμες. Ή έννοια «λαός» είναι
έξ ορισμού άόριστη («λαός» συγκεκριμένου είδους ζώων, φυτών κ.λπ.) καί
παίρνει τά έκάστοτε περιεχόμενά της άπό τήν συγκεκριμένη χρήση. Έ τ σ ι
π.χ. στήν μαρξιστική φιλολογία «λαός» άλλοτε μέν είναι τό σύνολο τών
βιομηχανικών έργατών, άλλοτε καί τό σύνολο τών άγροτών, άλλοτε κοντά
σ ' αύτά καί τό σύνολο τών ύπαλλήλων καί άλλοτε τό σύνολο τών κατοίκων
μιας χώρας. Γιά τούς Γάλλους επαναστάτες οί εύγενεΐς δέν ήταν λαός, ούτε
174

ή «μπουρζουαζία» γιά τόν Λένιν. Γιά μιά Βουλή «λαός» είναι κυρίως οί
ψηφοφόροι. Ά λ λ ά «λαός» δέν είναι μόνο αύτοί. Γίνεται έτσι λόγος στό
Συνταγματικό Δίκαιο γιά διπλή έννοια λαού, ή «εύρεΐα» καί ή «στενή». Καί
«στενή» είναι τό σύνολον τών πολιτών μιας χώρας (βλ. καί Κ. Γεωργοπούλου: «Στοιχεία συνταγματικού δικαίου», Α θ ή ν α 1968, σελ. 9), τί είναι όμως
«εύρεΐα» δέν είναι εύκολο νά όρισθή. Διότι αύτή είναι θέμα συνδυασμένης
θεωρήσεως καί άλλων έπιστημών, όπως ιστορίας, κοινωνιολογίας, λογοτεχνίας, θρησκειολογίας κ.ά. Στήν εύρεΐα συνεπώς έννοια τοΰ «λαοΰ» ύπεισέρχεται καί ή έξ ίσου εκείνη άόριστη καί κατά τούς ίδιους τρόπους κατά
περίπτωση όριζομένη τής τοΰ «έθνους». Ά λ λ ά έδώ ύπεισέρχεται ένας νέος
παράγοντας, πού καθιστά τήν άδυναμία όρισμοΰ προφανή: ότι ή έννοια τοΰ
«έθνους» είναι ή έννοια τής πολιτισμικής πραγμάτωσης στήν ιστορία —
ή έννοια τοΰ «άντικειμενικοΰ πνεύματος» τοΰ Hegel —, ή άξιολόγηση καί
κατανόηση (μέ τήν φιλοσοφική έννοια τοϋ όρου, Ver-stehen) τής οποίας
γίνεται πάντοτε άπό τό παρόν. Δηλαδή καμμία έννοια παρελθόντος καί
«έθνους» δέν ύπάρχει, άν δέν ύπάρχη «παρόν» στούς λαούς. Γ ι ' αύτό άκριβώς καί μόνο άξιολογικώς (δηλαδή κάτι πού κυρίως «δέν είναι» καί όχι κάτι
πού «είναι») μπορεί νά «όρισθή» τό έθνος. Καί έτσι άκριβώς άπαντα καί ή
αρχική έννοια στήν Παλαιά Διαθήκη, όπου πρωτοσυναντάται ό όρος. Καί
μάλιστα στόν πληθυντικό. «Έθνη» είναι αύτά πού δέν είναι τό «έθνος» (τών
Εβραίων). Ό όρος δηλαδή είναι στοιχεΐον άποκλεισμοΰ καί άρνήσεως
μέσα άπό μιά άξιολογική οργάνωση τοΰ παρόντος. "Ετσι είναι καί στόν
Ισοκράτη.
Στά δικά μας Συντάγματα ή έννοια τοΰ «έθνους» δέν έμπήκε βέβαια ώς
άπόρροια κάποιων άναλόγων φιλοσοφικών προεργασιών — οί όποιες καί
έξ άντικειμένου δέν ύπήρχαν —, άλλά, άφοΰ δέν ύπήρχε ένας φορέας σέ
ένα κράτος τών παντός εί'δους μειονοτήτων, άκριβώς επειδή έπρεπε νά
έπινοηθή κάποιος, ευρείας έλαστικής δυνατότητος, προκειμένου αύτό νά
ύπάρξη. "Η λοιπόν «έθνος» καί καταπίεση μειονοτήτων — όπότε έχομε τό
κράτος —, ή «λαός» καί μειονότητες, όπότε έχομε διοικητική άνυπαρξία
«έλληνικοΰ κράτους». Ή άσάφεια τών «συνταγματικών θεωριών» — οί
όποιες άναζητοΰν πάντα τήν «νομική σημασία» τών έννοιών καί όχι τό τί
πράγματι αύτές θεσμοθετούν — παραμένει προφανώς μέχρι σήμερα, όπως
καί τό άντίστοιχο χρήσιμο κομφούζιο τών «συνταγματικών διατάξεων». Ή
βαθύτερη σημασία τών πραγμάτων μοιάζει π.χ. νά μήν άπασχολή τόν κ.
Ράϊκο στό πλήρες μέν άλλά «νομικοτεχνικής ύφής» βιβλίο του πού μνημονεύσαμε. Καί άπορεΐ διότι ό τότε Πρόεδρος Κ. Τσάτσος επέμεινε γιά τό
«έθνος» στό άρθρ. 1. Ά λ λ ά οί παλαιότεροι, όπως διαπιστώνομε, ήσαν καί
ολίγον πονηρότεροι περί τά σχετικά. Καί όσο μάλιστα πιό πίσω πάμε, τόσο
175

μεγαλύτερες πονηριές βρίσκομε — πράγμα φυσικό. Καθόλου άσκοπες, όπως τίς χαρακτηρίζει ό κ. Ράϊκος (σελ. 86), δέν ύπήρξαν οί συζητήσεις περί
«λαού» καί «έθνους» (καί μετά τήν Χούντα), διότι φανερώνουν μιάν ούσιώδη πραγματικότητα: τήν δομική αδυναμία υπάρξεως ελληνικού κράτους.
Έ ά ν οί έξουσίες δέν ύπήρχον «ύπέρ τοΰ έθνους» — τό όποιον άποτελεΐ ή
'Εκκλησία —, δέν θά ήταν δυνατόν νά γίνουν οί ορκωμοσίες στήν Βουλή.
Χωρίς τό «έθνος» θά έπρεπε ό εκάστοτε Πρόεδρος καί Πρωθυπουργός νά
ώρκίζοντο καί ενώπιον τοΰ Ραββίνου καί τοΰ Ίμάμη. Καί θά ήταν δυνατόν
στίς «εθνικές γιορτές» νά παιανίζωνται τρεις τούλάχιστον «εθνικοί ύμνοι»;... "Οχι λοιπόν οί «νομικές ερμηνείες» άλλά οί ιστορικές καί κοινωνιολογικές κατανοήσεις άποτελοΰν τά μέτρα καί στά σταθμά τών συνταγματικών μας καταστάσεων. Τό νά έπιδιώκεται νά δοθή «νομικό ύπόβαθρο»
στήν ολικώς άόριστη άπό έλληνικής άπόψεως έννοια τοΰ «έθνους» διά τοΰ
«άποδήμου έλληνισμοΰ» (σελ. 88), είναι τούλάχιστον φιλοσοφικόν έλάττωμα. Διότι τήν «συνταγματική ύπαρξη» τοΰ έλληνισμοΰ αύτοΰ δέν τήν δίνουν
οί «διατάξεις» τών 'Αθηνών, άλλά οί παπάδες... Καί κάτι άκόμη: ούδόλως
άντιφατική είναι ή διατύπωση τοΰ αρθρ. 3, § 1 τοΰ γαλλικοΰ Συντάγματος
(σελ. 87), έφ' όσον λάβει κανείς ύπ' όψη ότι ή Γαλλία είναι ή χώρα, όπου
τό «έθνος» έλαβε τήν σημασία τής συνεχούς πολιτικής βουλήσεως («Nation
est le plebiscite de tous les jours», είχε 'πει ό Ε. Renan). Συνεπώς, ότι «ή
έθνική κυριαρχία άνήκει στόν λαό», πάει νά 'πή: έάν άποφασίζουν οί
Γάλλοι νά μετατρέψουν τήν "Οπερά τους (πού άποτελεΐ συστατικό πολιτισμικό στοιχείο τής έννοιας τοΰ «έθνους» των) σέ καφωδεϊον, ούδείς μπορεί έκ τών προτέρων νά τούς ένοχλήση. 'Ασχέτως βέβαια ώς ποιό βαθμό
μπορούν ν ' άποφασίσουν κάτι τέτοιο, πράγμα πού δέν άποτελεΐ θέμα «συνταγματικής θεωρίας» ούτε τού παρόντος. Πάντως συγκρίσεις μέ τά τοΰ
δικού μας «έθνους» δέν υπάρχουν. Καί όσο γιά τό γεγονός ότι ό κ. Παπανδρέου στίς σχετικές συζητήσεις συμπεριέλαβε εις τήν εύρεΐαν έννοια τοΰ
λαοΰ «"καί τάς μεθαυριανάς γενεάς" καί έτσι κατεσκεύασεν μίαν έννοιαν
Λαού, ή όποία είναι άγνωστος εις τό Δημόσιον Δίκαιον» (σελ. 89), άσφαλώς ό κ. Παπανδρέου δέν είπε πώς θέλει νά έκλεγή γιά μιά τετραετία μόνο,
ούτε ίσως ότι σέ κάτι σάν τήν Ε λ λ ά δ α χώρες ό «λαός» δέν μπορεί νά λάβη
τήν σημασία τοΰ... άκκορντεόν, άλλά δέν βλέπομε πού ύπάρχει θεωρητικά
τό λάθος, δηλαδή ποιά είναι ή άντίστοιχη έννοια «είς τό Δημόσιον Δίκαιον». Ό Κ. Γεωργόπουλος πάντως, παραπέμπων στόν 'Αριστοτέλη, βέβαιοι άκριβώς αύτό πού είπε ό κ. Παπανδρέου (μν.έ., σελ. 10).

'Αλλά έν πάση περιπτώσει πολυλογούμε άνευ άντικειμένου, διότι ή έννοια
τοΰ «έθνους» σ ' έμάς είναι άπλουστάτη. «Έθνος» είναι τό χερούλι τής
176

κουτάλας. Καί εμφανίζεται κάθε φορά πού θά γίνη επίθεση κατά τοΰ δημοσίου προϋπολογισμού, έως καί τοΰ αραβοσίτου συμπεριλαμβανομένου.
'Εννοούμε έξ αρχής τοΰ νεοελ. κράτους. Εύθύς μετά τήν έξωση τοΰ Όθωνα
επακολουθεί τό «Ψήφισμα τοΰ "Εθνους», διά τοΰ οποίου έξαγγέλεται «ώς
κοινή άπόφασις τοΰ ελληνικού Έθνους», νά γίνη προσωρινή Κυβέρνηση
μέ Πρόεδρο τόν Δημ. Βούλγαρη, ό όποιος θά συνεκάλει τήν «Συνέλευσιν
τών πληρεξουσίων τοΰ Έθνους». Τό βλέπομε: «"Εθνος», «Έθνος», « Έ θνος»...
Θέλομε τώρα νά ίδοΰμε τί έκαμαν αύτές οί Κυβερνήσεις μέ τό «Έθνος»,
ώσπου νάρθη ό Γεώργιος; — Στό τέλος τοΰ 1862 τό δημόσιο ταμείο είχε
900.000 δραχμές (ισοδυναμία σέ χρυσό γαλλικού φράγκου). Μέ τήν «Επανάσταση» άμέσως οί 500.000 έκαναν φτερά, σύν 200.000 δρχ. περίπου άπό
τήν ρεμούλα δημητριακών στίς δημόσιες άποθήκες. Καί άπό αύτό πού
έμεινε, έφηρμόσθη ή εξής «κοινωνική» πολιτική: χήρα τοΰ Παπανικολή,
120 δρχ. μηνιαία σύνταξη· χήρα τοΰ 'Ανδρούτσου, 200 δρχ. τόν μήνα.
«Βοηθήματα» εις άτομα «βοηθήσαντα κατά τήν έπανάστασιν» τοΰ « Έ θνους», 34.000 δραχμές. «Ειδικές αποζημιώσεις» γιά δυό πρωτοπαλλήκαρα
5.000 καί 3.000 δραχμές αντιστοίχως. «Βοηθήματα» σέ πρώην γερουσιαστές, 15.000 δρχ., «έπαναστάται Δημοσιογράφοι» 14.250. Γιά τήν διάλυση
τών οπλοφόρων τοΰ Γρίβα, 30.000 δρχ. "Εξοδα ταξιδιού Ρούφου καί Δεληγιώργη στό Μεσολόγγι πρός «έξευμενισμόν τοΰ Γρίβα» 52.500 δραχμές.
Γιά άποζημίωση ξένων υπηκόων, παθόντων κατά τήν νύκτα τής 'Επαναστάσεως (πού Κύριος οίδε τί καί πόσοι έπαθαν μέ τό μακρυγιαννικόν μένος)
9.835 δρχ. (όσο δηλαδή καί τά δυό πρωτοπαλλήκαρα περίπου!). Καί πάει
λέγοντας ώς τά σήμερα... Σέ ένα χρόνο καί κάτι δηλαδή, ό «πόθος τής
Δημοκρατίας» άδειασε καί τό λίγο πού υπήρχε καί τόν ισολογισμό τοΰ
«"Εθνους» έκλήθηκαν μετά άπό λίγο νά τόν πληρώσουν τά Επτάνησα...
Κατά πόσον τώρα ήσαν όλοι έμπλεοι ένθουσιασμοΰ μέ τήν «Ένωση»,
καταλαβαίνομε άπό τούτο, τό κομμάτι ενός γράμματος — καί όχι μόνο άπό
αύτό βέβαια — πού έστειλε ό ιππότης 'Ανδρέας Παπαδόπουλος-Βρετός,
Λευκάδιος ό ϊδιος, στίς 4/11/1858 άπό τήν Βενετία στόν Γλάδστων:
«Είμαι 'Εξοχώτατε, εις εκείνων τών 'Ιονίων, οί'τινες μετέβησαν έν 'Ελλάδι
μή δυνηθέντες πλέον νά ύποφέρωσι τόν συνταγματικόν δεσποτισμόν τών
λόρδων μεγάλων άρμοςών τής Αυτής Βρετανικής Μεγαλειότητος. Είμαι λοιπόν υπήκοος τοΰ βασιλείου τής 'Ελλάδος, άλλά σπεύδω νά τό ειπώ, είμαι
έναντίος είς τό φρόνημα τής 'Ενώσεως τών 'Ιονίων νήσων μέ τήν 'Ελλάδα,
επειδή εξαιρουμένης τής Λευκάδος, αί άλλαι νήσοι δέν θέλουν κερδίσει
τίποτε... Έσκόπευον μάλιστα νά συγχαρώ διά τοΰ τύπου τούς συμπολίτας
μου περί τών ελευθεριών, άς σήμερον αύτοί χαίρουσι καί αί όποϊαι έάν
177

ύπηρχον εις τόν καιρόν μου, βεβαίως δέν ήθελον παραιτήσει τό πάτριον
έδαφος, ίνα τρέξω κατόπιν μιας χιμαιρικής ελευθερίας έν Ελλάδι».

(Τήν εξαίρεση γιά τήν Λευκάδα τήν κάνει λόγφ τής μεγάλης παραγωγής
αλλαντικών πού ύπήρχε έκεΐ — πρόκειται γιά τό φημισμένο ιταλικό σαλάμι τύπου «κατσιατόρε» —, γιά τήν οποίαν προμηθευόταν τό κρέας, άπό
τήν ήπειρωτική 'Ελλάδα. Τήν πολιτική σημασία τοΰ «δεσποτισμού» τήν
άνελύσαμε άλλοΰ. Βλ. τό βιβλίο μας «Έπί τής Δομής» κ.λπ., σελ. 158).
Πρέπει όμως πρός τά παραπάνω νά έξηγήσωμε καί μιάν ούσιώδη άπό
ιστορικής απόψεως λεπτομέρεια. Ό Θεόδ. Γρίβας (μέ τό «Γρίβα μ ' σέ
θέλει ό βασιληάς, τί νά μέ θέλ' ό κερατάς») άνήκε στήν μεγάλη αίτωλακαρνανική φάρα τών Γριβαίων, πού είναι κλάδος τής άλβανοβενετικής
οικογενείας τών Μπουαίων (περί τής οικογενείας τών Μπούα, βλ. καί Κ.
Σάθα: «"Ελληνες στρατιώται έν τή Δύσει», στήν σειρά «Βιβλιοθήκη ιστορικών μελετών», άρ. 210, τών έκδόσεων Διονυσίου Ν. Καραβία, 'Αθήναι
MCMLXXXVI). Καί οί μέν χριστιανοί έξ αύτής μετώκησαν στήν 'Ιταλία,
οί δέ μωαμεθανοί καί ήμιχριστιανοί έμειναν στήν "Ηπειρο καί Στερεά,
δηλαδή τήν τότε «'Αλβανία». (Τέτοιας συνθέσεως στρατού ήγεΐτο ό Γρίβας, βλ. καί Ν. Δραγούμη: «Ίστορικαί άναμνήσεις» έκδ. 1973, τόμ. Α ' , σελ.
187 έν συνδυασμώ πρός τόμ. Β ' , σελ. 221). Καί όπως έξηγήσαμε άλλοΰ (βλ.
τό βιβλίο μας «Έπί τής Δομής τοΰ νεοελληνικού Κράτους», β ' έκδ. 'Αθήναι 1990, μετά συμπληρώματος), ύπήρχαν εγγενείς καί άξεπέραστες δυσκολίες — διατηρηθεΐσες μέχρι τών ήμερών μας στόν νομό Θεσπρωτίας —
σχετικά μέ τίς επιδιώξεις τών 'Αθηνών διά τών «νόμων τών άειμνήστων
αυτοκρατόρων». 'Αντιπολίτευση σ ' αύτά τά πράγματα παρέμενε πάντα ή
δυτική 'Ελλάδα, τήν οποίαν έναν σπουδαίο ρόλο έπαιζε ό Γρίβας.
Οί κοινωνιολογικές αύτές καταστάσεις σάν άπό αιώνων ιστορικά δεδομένα άποτελοΰσαν, όπως ήταν φυσικό, καί τούς φορείς τής ευρωπαϊκής επί
τής 'Ελλάδος πολιτικής. Οί "Αγγλοι στήν άρχή έχρησιμοποίησαν τά κοινωνικά αύτά δεδομένα τής δυτικής Ελλάδος στήν άντίθεσή τους πρός τήν
ρωσσική πολιτική, άργότερα όμως, άφοΰ ήδη εγκαθιδρύθηκε τό χριστιανικό κράτος στήν 'Αθήνα άλλά μέ καθολικόν βασιληά (πράγμα πού άποτελοΰσε έγγύηση ότι δέν θά έπικρατήσουν πλήρως «ορθόδοξες» τακτικές
καί πού προκάλεσε πολλές φορές τήν άντίδραση τοΰ τσάρου — κατά ώρισμένες έκτιμήσεις μάλιστα ό Καλλέργης παρασύρθηκε στήν στάση του
τό 1843 άπό τον ρώσο πρεσβευτή Γαβριήλ Κατακάζη (ρωσσική οικογένεια
άπό τήν Μάνη), ό όποιος έτσι έπεσε στήν δυσμένεια τοΰ Νικολάου τοΰ Α ' ) ,
ή έξ άντικειμένου άδυναμία ενσωμάτωσης τής δυτικής στερεάς Ελλάδος
178

τούς δημιουργούσε εμπόδια γιά τήν ανάρρηση τοΰ Γεωργίου ώς δικοϋ των
νέου βασιληά. «Εκπρόσωπος» τών άγγλικών τότε έπιδιώξεων, διαδεχθείς
τόν Μαυροκορδάτο (τυφλόν όντα τότε) στήν άρχηγία τοΰ «αγγλικού κόμματος» ήταν ό Βούλγαρης, ό όποιος διεξήγαγε καί άντικανονικά άπό κοινοβουλευτικής απόψεως τό δημοψήφισμα ύπέρ τοΰ 'Αλφρέδου, όχι όμως
άντίθετα πρός τήν θέληση μεγάλων στρωμάτων τοΰ πληθυσμοΰ, έστω καί
αν όχι μέ τήν «πλειοψηφία» πού έφερε ό Βούλγαρης. Ό Βούλγαρης, πού
χαρακτηρίζεται ώς «πολιτικός μηδαμινής άξίας» καί ό «έμπαθέστερος πρός
τούς άντιπάλους του» είχε βέβαια τίς δικές του αντιλήψεις γιά ό λ ' αύτά (έκ
πεποιθήσεως έλάχιστα πεπεισμένος γιά τήν χρησιμότητα τών κοινοβουλευτικών άρχών), πού έκδηλώθηκαν άργότερα έπισήμως — όταν ήρθε ό
Γεώργιος... Οί "Αγγλοι «έμποδιζόμενοι» άπό τίς διεθνείς συνθήκες (πρωτόκολλο τοΰ Λονδίνου τοΰ 1830) δέν έδέχθηκαν τήν άνάρρηση τοΰ 'Αλφρέδου (άποκλείοντας έτσι καί τήν άντίστοιχη τοΰ έγγονοΰ τοΰ τσάρου κόμητος Leuchtenberg, έκ μητρός Γάλλου, τό γένος Εύγενίου Μπωαρναί, γυιοΰ
τής Ίωσηφίνας Βοναπάρτη — συνεπώς άκρως άμφίβολο άν θά ερχόταν νά
τόν σκοτώσουν στήν 'Αθήνα...), άλλά εύρέθηκαν σχεδόν ύποχρεωμένοι μέ
τό άποτέλεσμα νά βροΰν πλέον βασιληά τής δικής των άρεσκείας. Μέσα
στήν κατάσταση έκείνη τών λεπτών διαπραγματεύσεων στίς εύρωπαϊκές
αύλές, έπρεπε νά περιορισθούν οί «άστάθμητοι» παράγοντες καί κυρίως νά
ύποχρεωθή ό Γρίβας, ό όποιος είχε ξεκινήσει τήν έναντίον τοΰ Ό θ ω ν α
επανάσταση στήν Βόνιτσα, νά διαλύση τόν στρατό του, είτε μέ λεφτά εϊτε
άλλως πώς. Σημειωτέον ότι ό άδελφός τοΰ Γρίβα, 'Αλέξης Γρίβας ή Γαρδικιώτης, ύπηρετοΰσε ώς στρατηγός πιστά τόν Όθωνα (καί άνέλαβε μάλιστα τω 1857 νά έξομαλύνη βιαίως τίς σχέσεις τοΰ άδελφοΰ του μέ τόν
βασιληά), ό δέ γυιός τοΰ Θεοδώρου Γρίβα ήταν μεταξύ τής επιτροπής πού
πήγε στήν Κοπεγχάγη νά προσδεχθή τόν Γεώργιο. Ό εριστικός λοιπόν
χαρακτήρας τοΰ Γρίβα, ό όποιος εύρισκε έδαφος στήν δυτική Στερεά, όπως
καί ή οικογενειακή διάσπαση, πρέπει νά άναχθοΰν σέ βαθύτερα αίτια τών
σχέσεων τής δυτικής 'Ελλάδος μέ τό «ένιαίον» κράτος, δηλαδή νά θεωρηθούν μάλλον σάν άδυναμία ένσωματώσεώς της σ ' αύτό, παρά σάν αύτή
καθ' εαυτή, αντίθεση τον Γρίβα μέ τόν θεσμό τής βασιλείας. 'Ανάλογες
καταστάσεις διασπάσεως οικογενειών ύπάρχουν άρκετές, όπως π.χ. τών
Μαυρομιχαλαίων. Ό Πέτρος Μαυρομιχάλης ώρίσθηκε ήγεμών τής Μάνης
άπό τόν εξάδελφο του, βαλή τών νήσων τοΰ Αιγαίου, Σουκιούρ Μπέη, γυιό
τοΰ 'Ιωάννη, άδελφοΰ τοΰ πατέρα του, ό όποιος είχε καρατομηθή μέ τά
όρλωφικά (ότι ό πατέρας πολεμάει κατά τοΰ Σουλτάνου καί ό γυιός γίνεται
βαλή ς καί μπέης, αύτό βέβαια οφείλεται άπλώς στό γεγονός, ότι... ή σοφία
τών «μυστικών ύπηρεσιών» τών παρελθόντων αιώνων δέν είχε άνακαλύψει

179

άκόμα τά «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων» καί «διαγωγής». Τό
ϊδιο έκαναν καί οί ευρωπαίοι, άφομοιώνοντας άναλόγως όσους «γόνους»
συνέλαβαν κατά τήν μάχη τής Βιέννης...). Ή έκ θρησκευτικών πάντως
λόγων διάσπαση τοΰ κοινωνικού σώματος τοΰ τότε έλληνισμοΰ πρέπει νά
λαμβάνεται πάντα ύπ' όψιν, διότι άκριβώς σ ' αύτή οφείλονται πολλά φαινόμενα «άγριότητος» καί «άδιεξόδων», άνεξήγητα άλλοιώς. Πόσο τεράστιο
ρόλο έπαιξαν αύτά τά πράγματα καί τί είδους μέσα ήσαν, φανερώνει καί
ή «διήγηση» περί τών «άγίων Αναστασίου καί Δανιήλ», τήν οποίαν ό Σ.
Ζαμπέλιος φέρει εις τά «Άσματα Δημοτικά» (σελ. 170-200) έκ χειρογράφου
τής Μονής Μυρτιωτίσσης τής Κέρκυρας (μέ τόν ύπέροχον κόλπο σήμερα
φυσικής, ήγουν φιλοσοφικής καλλιεργείας τοΰ σώματος, τήν οποίαν στό
βάρβαρο λεξιλόγιο μας καλούμε «γυμνισμό»): μωαμεθανός Έ λ λ η ν , άγας σέ
μιά περιοχή τής Αλβανίας, προσπαθεί νά πάρη, νά κόψη ά π ' τούς χριστιανούς τοΰ τόπου του έναν ώραϊον καί προικισμένον νέο. Ό νέος δέν δέχεται
καί ό άγάς τόν θανατώνει (Άγιος Αναστάσιος). Οί χριστιανοί όμως καταφέρνουν νά προσηλυτίσουν τόν γυιό τοΰ άγά, νά τοΰ τόν κλέψουν, νά τόν
στείλουν στήν Βενετία καί τήν Κων/πολη (Άγιος Δανιήλ), όπότε ό άγάς
καί ή μάνα τοΰ παιδιοΰ τρελλαίνονται... Αύτό πού δέν φαίνεται στήν «διήγηση» είναι ή γλώσσα, στήν οποίαν γίνεται κάποια στιγμή ένας διάλογος
τών «άγίων» πρίν άγιάσουν, κι αύτή βέβαια είναι ή ελληνική...
Τά πράγματα αύτά πρέπει πάντα νά συνυπολογίζωνται σιίς άκρως μπερδεμένες καταστάσεις τής ελλαδικής ιστορίας καί Ιδιαίτερα τής πολιτικής,
όπως είναι ή ιδιαίτερα κρίσιμη καί εξόχως πολύπλοκη τής έποχής πού μάς
άπασχολεϊ. Έ άντίθεση πάντως τοΰ Γρίβα τήν έποχή αύτή μοιάζει νά είναι
περισσότερο γιά τίς καταστάσεις πού έπεκράτησαν μέ τήν έξωση τοΰ Ό θωνα, παρά σχετικά μέ κάποιους άνυποχώρητους «ιδεολογικούς» λόγους.
Γ ι ' αύτό καί δέχεται μέ πάρα πολύ λίγα λεφτά νά διαλύση τόν στρατό του,
πράγμα εξόχως δύσκολο προκειμένου περί άνθρώπων πού ζοΰσαν άπό... τ '
«άρματα». Οί 30.000 δρχ. πού πήρε γ ι ' αύτό άντιπροσώπευαν μηδαμινό
ποσό, άν σκεφθοΰμε ότι οί έτήσιες αποδοχές πού καθώρισε ό Βούλγαρης
γιά τόν εαυτό του ώς προέδρου τής 'Επιτροπής, ύπογράφοντας μόνος του
τά διατάγματα, ήσαν 25.000 δρχ. ( Ό Κανάρης, μόλις άκουσε τό ϋψος τών
«άποδοχών» πού καθώριζε ό Βούλγαρης, ύποχώρησε ά π ' τήν δική του
άμοιβή σάν έντιμος άνθρωπος πού ήταν, άλλά άρνήθηκε νά συνυπογράψη
τά «διατάγματα», ό δέ Μπενιζέλος Ροΰφος (καταγόμενος άπό τήν ιταλική
οικογένεια τών διασήμων άρχιτεκτόνων πού διεκόσμησαν καί τό Κρεμλίνο
(βλ. τό βιβλίο μας «'Επί τής Δομής» κ.λπ., σελ. 132), κλάδος τής όποιας
είχε έγκατασταθή τόν 15ον αί. στήν Αθήνα καί άπό τοΰ 1688 στήν Πάτρα),
δέν είχε επιστρέψει άκόμη άπό τήν Πάτρα, όπου είχε πάει γιά τήν Έπα180

νάσταση. Έ κ χαρακτήρος ήταν άνθρωπος ειλικρινής καί άνευ απαιτήσεων.
"Ετσι ό Βούλγαρης πρόφθασε καί τά βασικά διατάγματα τά υπέγραψε μόνος
του! "Αν πάντως κρίνωμε άπό τό «λογικό» υψος πού καθώρισε ό Βούλγαρης
ώς «έπίσημη» (μόνο) άμοιβή, πρέπει νά συμπεράνωμε ότι οί 30.000 γιά τόν
σκοπό πού τά πήρε ό Γρίβας δέν ήσαν πολλές. Τίς 52.500 δρχ. όμως δέν
κατάφερε νά τίς πάρη ό Γρίβας νά «έξευμενισθή» (στό θέμα τών «άπαιτήσεων» τόν είχε κυριολεκτικά ξεμυαλίση ό Μακρυγιάννης...), διότι στό μεταξύ πέθανε (ή χήρα του άργότερα έβγαλε σύνταξη). Τί έγιναν οί 52.500
δέν ξέρομε. Καί επικρατούν δύο έκδοχές: ότι πέθανε άπό κρυολόγημα κατά
τήν διαδρομή Βονίτσης-Μεσολογγίου έπειδή έβρεχε, πράγμα μάλλον άπίθανο. Ή άλλη είναι ότι κάποιοι πρόφθασαν καί τόν πέθαναν. Πάντως
φαίνεται ότι ό Δεληγιώργης μέ τόν Ρούφο έφρόντισαν μέ τίς 52.500 νά
έπέλθη ό γενικός «έξευμενισμός» πού άπαιτούσαν οί στιγμές. Ό Δεληγιώργης μέ τίς εξαιρετικά λεπτές του διαχειρήσεις στά πολύ κρίσιμα ζητήματα
έκείνης τής διετίας ύπήρξε ό κύριος συντελεστής άποκαταστάσεως τής
βασιλείας στήν Ε λ λ ά δ α (ούτως ή άλλως άλλη λύση δέν ήταν δυνατή μέσα
στήν γενικώτερη τροπή τής ιστορίας καί τά κοινωνικά δεδομένα τοΰ τόπου). Είχε συμπεθερέψει καί στό χωριό τοΰ Βούλγαρη... Ό Βούλγαρης
ήταν μπροστά, γιατί, άσχολούμενος διαρκώς μέ τίς «άμοιβές», τό πετσί του
άντεχε. Τίς κρίσιμες όμως διαχειρήσεις τίς είχε ό Δεληγιώργης μέ τό «Κομιτάτο» του. "Αν προσέξη κανένας τίς έπεμβάσεις του στήν Συνέλευση, θά
ίδή ότι σπανίως έπεμβαίνει γιά θέματα πού άπασχολοΰν τήν «πλειοψηφία»
τών «άρχηγών» (φόροι, έσοδα, συντάξεις κ.λπ.), έπεμβαίνει όμως άποφασιστικά σέ θέματα πού έχουν άμεση σημασία μέ τήν έξωτερική πολιτική έν
σχέσει πρός τό άναμενόμενο γεγονός τοΰ Γεωργίου, όπως π.χ. νά μήν
έπιβαρυνθή ό ελληνικός προϋπολογισμός (ήγουν τά άγγλικά ταμεία) μέ τά
έξοδα άποζημιώσεως γιά τήν περιουσία τοΰ "Οθωνα, πώς θά σωθή τό ύπουργεϊο Εξωτερικών άπό μιά τεχνητή κρίση πού είχαν δημιουργήσει οί
Γάλλοι, καί, λίγους μήνες πρίν έρθη ό Γεώργιος, σκηνοθετώντας άπό κοινού μέ τόν Βούλγαρη (μέσω καί τοΰ Δεωτσάκου, πού διηύθυνε ένα άπό τά
δύο τάγματα πού είχε κρατήσει ό Γρίβας γιά τόν εαυτό του μετά τήν διάλυση τοϋ στρατοΰ καί πέρασε έν συνεχεία στήν ύπηρεσία τοΰ Βούλγαρη)
μιά πολύνεκρη έπανάσταση, πού σκοπό είχε νά άδειάση όλο τό λεκανοπέδιο 'Αττικής άπό κάθε στρατιωτικό συνασπισμό καί νά διοχετευθούν οί
οπλοφόροι πρός τήν Στερεά καί τήν Πελ/νησο (18-21 Ιουνίου). Ή τ α ν μιά
άπαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου νά σταθή πρακτικά ό Γεώργιος.
Ό Δεληγιώργης ύπήγετο στίς σιωπηλές μεγάλες δυνάμεις καί τίς εύαίσθητες φύσεις τών λεπτών διαχειρήσεων. Ό Βούλγαρης είχε τότε άλλα
πράγματα έπείγοντα μ ' έκείνην τήν Συνέλευση: παρασυρμένος στό στοι181

χεΐο του δπως τό σκουπιδακι στόν χείμαρρο, ήσχολεΐτο μέχρι τήν τελευταία, πώς θά βγάλη 80 δρχ. τόν μήνα σύνταξη σ ' έναν φίλο του δημοσιογράφο, επειδή δυό χρόνια πρίν τόν έκρυψε γιά λίγο μέ τήν επανάσταση!
Ή καταψήφιση αύτής τής σύνταξης ύπήρξε καί ή τελευταία πράξη έκείνου
τοΰ Κοινοβουλίου. 'Ιδού γιατί άρκεϊ σέ όλα τά έλληνικά Συντάγματα οί
περί άπαγορεύσεως συντάξεων διατάξεις νά ύπάρχουν στό «Περί Βουλής
καί Βουλευτών» κεφάλαιο: διότι τυχόν άλλο δικαίωμα γιά τούς εκτός συνυπολογίζεται είς εκείνο τής «ήμετερότητος»...
"Αν ψάξη κανένας σέ πολλά βιβλία ιστορίας νά βρή βαθύτερες διεργασίες
καί κάποιους άκριβέστερους καθορισμούς καί πολιτικές διαχειρήσεις κατά
τό διάστημα έκείνης τής περιόδου τής Β ' 'Εθνοσυνελεύσεως, έν συνδυασμώ μέ άλλες λεπτομέρειες τής γενικώτερης διπλωματικής ιστορίας, θά
ματαιοπονήση άπλώς. Κάποιες γενικές άδόμητες καί δικονομικής μορφής
γνώσεις άναφαίνονται μερικές φορές, χαρακτηριστική είναι ή άντίληψη
περί τών σχέσεων βασιληά καί 'Εκκλησίας, άλλά τό όλον έχει τήν μορφή
ενός κουβαριού δίχως άρχή καί τέλος. Καί αύτό άκριβώς άντικατοπτρίζει
τόν πλήρη κοινωνικό κερματισμό καί άπουσία έθνικής συνείδησης, μέ
κυρία διάσταση αύτή τής άτομικής διεκδίκησης. Ούτε στήν πρώτη ούτε
στήν δεύτερη 'Εθνοσυνέλευση συζητήθηκαν θέματα άφηρημένα, ίδέες σάν
αύτές πού βρίσκει κανείς σέ έθνοσυνελεύσεις άλλων — στήν γαλλική π.χ.
ή τήν γερμανική τοΰ '48 — καί πού θά μπορούσαν νά άποτελέσουν σταθερές μελλοντικές επιδιώξεις κάποιου "Εθνους. 'Ιδιαίτερα στήν δεύτερη,
όπου συμμετέσχον καί πολλοί μορφωμένοι, τέτοια θέματα δέν άπαντιώνται.
Δέν είναι άποκλειστικός λόγος ή τότε οικονομική έξαθλίωση· είναι ή κοινωνική έλλειψη διεργασιών καί προβλημάτων. Τελικώς ή άντίληψη περί
τής εύπορίας τών δυτικών κοινωνιών είναι μιά έσφαλμένη άντίληψη. Ή
εύπορία αύτή άρχίζει όντως νά πραγματοποιήται σάν κοινωνική κατάκτηση μόλις στίς πρώτες δεκαετίες τοΰ αιώνα μας. Τότε άρχίζει ό λαός νά
άποκτα μέ τήν πρόοδο τής τεχνολογίας σχετικές άνέσεις (όπως ζεστό νερό
π.χ. πού είναι άπό τίς σοβαρές άνάγκες στά βόρεια κλίματα. Οί μάζες μέ
τίς μεγάλες κοινωνικές άνακατατάξεις πού έφερνε ή πρόοδος τοΰ καπιταλισμοΰ ύπέφεραν. Στήν Paulskirche τής Φρανκφούρτης, όταν οί βουλευτές
έθεταν τό θέμα τής «Pressefreiheit» (έλευθεροτυπίας), ό λαός άπό κάτω φώναζε πώς ήθελε «Fressfreiheit» (φαγητό). Οί βιωτικές συνθήκες τοΰ άπλοΰ
λαοΰ στήν Ε λ λ ά δ α ήσαν καλύτερες. Δέν βρίσκεται λοιπόν τό πρόβλημα
στήν κοινωνική φτώχεια τών μεγάλων μαζών, άλλά άλλοΰ: στήν έλλειψη
ηγεσίας σάν έκφρασης κάποιων ιστορικών καί κοινωνικών διαδικασιών.
Γ ι ' αύτό καί οί γνώσεις — κι αύτό παρατηρείται μέχρι καί τών ήμερών μας,
182

πού τό πρόβλημα είναι μιας γενικώτερης ιστορικής κατηγορίας πρόβλημα
— ήσαν γνώσεις τής άτομικής μαθήτευσης, γνώσεις αγωγής καί περιβάλλοντος, όχι έκφραση κοινωνικής διαδικασίας καί συνεπώς κοινωνική δύναμη. Ή σ α ν δηλαδή γνώσεις πού δέν άνεγεννώντο μόνες τους στό έπίπεδο
κάποιας διανόησης, άλλά άπαιτούσαν άπλώς τόν έκσυγχρονισμό τοΰ διαβάσματος, τήν «ένημέρωση». Πλούτος στίς «άνώτερες» τάξεις, όταν έγινε
ή πρωτεύουσά μας, υπήρχε πολύς. Δέν ήταν όμως προκύψας πλούτος, άλλά
συμμαζεμένος πλούτος. Δέν ήταν ό άπό κοινωνικές διαδικασίες πλούτος
μιάς τάξεως (γι' αύτό καί οί «λαϊκές φτώχειες» μεταξύ Ελλάδος καί Ευρώπης δέν συγκρίνονται), άλλά άσυνεχής πλούτος άτόμων καί οικογενειών.
Γ ι ' αύτό καί οί «έπενδύσεις» (πού πολύ πάλι τίς άκοϋμε) ούδέποτε άπέδωσ α ν γιατί δέν είχαν πού νά έπενδυθούν, σέ κάποιο είδος κοινωνικής συνείδησης. Οί Σΐνες καί οί 'Αβέρωφ ήσαν εύρωπαϊκού μεγέθους μεγαθήρια,
όπως καί πολλοί άλλοι (οί Σϊνες π.χ. ήσαν οί ιδρυτές τής κεντρικής Τραπέζης τής Αύστροουγγρικής Μοναρχίας). Αύτά όμως μόνα φαίνεται ότι δέν
έφθαναν. Κάπως άνάλογα είναι τό πράγμα καί μέ τίς ιδέες. Ό σκοταδισμός,
άπό τήν έποχή τοΰ Πυθαγόρα καί έντεΰθεν, είναι γενική άρχή τών κοινωνιών καί τοΰ κόσμου μας (καί σήμερα μάλιστα στήν έποχή τής εξειδικευμένης γνώσης είναι γιά τίς μεγάλες μάζες κατάσταση), ή μόρφωση όμως
είναι άλλο πράγμα πού πρόερχεται άπ' τήν κοινωνική διαμόρφωση καί όχι
άπ' τά βιβλία. Είναι δηλ. μιά διαδικασία πολιτισμού πού περιλαμβάνει καί
τόν «άδιάβαστον». Δέν είναι συνεπώς ή άγραμματωσύνη τών άμορφώτων
άλλά ή μόρφωση τών γραμματισμένων, πού έχει σάν κοινωνική ποιότητα
τήν σημασία. Γ ι ' αύτό έχομε καί τόσες «θεωρητικές δυσκολίες» μέ τίς
συνταγματικές καί νομικές μας κατασκευές, πού τελικώς δέν άπεικονίζουν
μονίμως ειμή μόνον τήν άρχική κατάσταση: τήν έλλειψη κοινωνικού κορμού τής 'Ελλάδος σάν κράτους.
Ύποθέτομε λοιπόν ότι πρέπει ν ' άρχίσωμε κάποτε νά μιλούμε μέ πραγματικώτερους όρους γιά τήν «εθνική» μας ιστορία καί μέ λιγώτερην «επιείκεια», πού είναι πάντα σ ' αύτά τά θέματα τό προοίμιο στό συνειδητό ψεύδος. Είναι μέγα ψέμμα ότι τό πρώτο Σύνταγμα τό θέλησε κάποιος «λαός»
έκ λόγων «δημοκρατίας». Ό Όθωνας, τοΰ όποιου άποκλειστικό μέλημα
ήταν πώς θά τά έφερνε βόλτα μέ τά εξωτερικά δάνεια πού είχε τότε ή
'Ελλάδα, τούς τόκους των καί τά δημόσια έλλείματα, ήταν άγαπητός άπ'
τόν λαό. Καί έκανε θυσίες, άσχέτως μέ τήν όποια διοίκησή του (τυχαίο
άραγε είναι ότι αύτός κι ό Καποδίστριας κατηγορήθηκαν γιά «αύταρχισμό»; Μόνο μέ τήν δεύτερη 'Εθνοσυνέλευση, πού άπεκαλύφθη «τί καλό
πράγμα πού είναι οί εκλογές» σέ ένα σύνολο κοινωνικής διάσπασης, καί 83

ταργεΐται ή Γερουσία καί ή Ε λ λ ά ς μπαίνει οριστικά στόν δρόμο τοΰ «κοινοβουλευτισμού» καί τής ύπαναπτύξεως...). Τό «Σύνταγμα» τό ήθελαν επειγόντως άλληλοφατριαζόμενες κλίκες, μέ άποκλειστικό σκοπό τήν ρεμούλα
— πράγμα πού έπιβεβαίωσε ή έκτοτε πραγματικότης. Ό π ω ς έβεβαίωνε ό
Ν. I. Σαρίπολος στούς λόγους του, ό κόσμος τότε δέν πεινούσε στήν Ε λ λάδα. Έ ν συγκρίσει μέ τά προβλήματα τοϋ συγκεντρωμένου προλεταριάτου στίς εύρωπαϊκές βιομηχανικές μεγαλουπόλεις, ό κόσμος έδώ έπερνοΰσε
φτωχά, άλλά δέν πεινούσε. "Ολοι κάτι έκαλλιεργοΰσαν, είχαν τά πρόβατά
τους, τά ψάρια τους, τό μικροεμπόριό τους, τά κατάφερναν. Τό «Σύνταγμα»
τό ήθελε μόνο μιά μειονότητα κλικών, γιατί δέν ήθελαν κουμαντάντε σ '
αύτά πού έπεδίωκαν. Καί δέν έπαψαν άπό τήν άρχή νά θέλουν «συμφωνητικά», χωρίς κάν νά περιμένουν νά ίδοΰν τί θά έκανε ό Όθωνας. Ά π ό τό
1833 μέχρι τό 1843, έγιναν επτά στάσεις, μιά ληστανταρσία καί ή μεγάλη
τοΰ Μακρυγιάννη. Δηλαδή σέ δέκα χρόνια, έννιά επαναστάσεις, πάει νά
'πή μία τόν χρόνο. Καί ή μεγάλη τοΰ 1843 — πού άνάγκασε τόν "Οθωνα
νά παραχωρήση σ ' έκεΐνο τό χάος «Σύνταγμα» (τό ίδιο χάος πού δολοφόνησε τόν Καποδίστρια) — δέν έγινε λόγω κάποιας «αύταρχικής διοίκησης»
καί τών άλλων πραγμάτων πού δέν βαριούνται νά γράφουν οί ιστορικοί,
άλλά μέ έναν καί μόνο σκοπό: πώς θά βουτηχθή ή Εθνική Τράπεζα, πού
είχε φκιάξει ό "Οθωνας ένα χρόνο πρίν μέ ξένα λεφτά! Γιά νά γλυτώση τήν
Τράπεζα ό Όθωνας παραχωρεί τό «Σύνταγμα», άλλά είναι άκριβώς μέ τήν
ύπαρξη τοΰ «πειρασμοΰ» τής Τραπέζης πού μετά τό «Σύνταγμα» οί έπαναστάσεις αύξάνουν σέ ένταση (άπόπειρες δολοφονίας κ.λπ.).
Ό "Οθωνας κατάλαβε άπό τήν πρώτη στιγμή, ότι δέν μπορεί νά ύπάρξη
οικονομική άνάπτυξη στήν χώρα χωρίς Τράπεζα καί κατέβαλε κάθε δυνατή
προσπάθεια, στηριζόμενος στό ένδιαφέρον τοΰ Γ. Σταύρου, τοΰ Έΰνάρδου
καί τοΰ πρώτου προέδρου τοΰ Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρτέμωνος Regny,
νά τήν ίδρυση. Τά χρήματα δέν επαρκούσαν (στήν άρχή προεβλήφθη κεφάλαιο 2.600.000 δρχ., μετά όμως ώρίσθηκε τό 1.500.000 δρχ.) και ό Ό θ ω νας άρχισε νά ζητή δεξιά κι άριστερά, κυρίως στόν πατέρα του καί τούς
συγγενείς του στήν Βαυαρία. Έγραφε στόν πατέρα του:
« Ή αγάπη τήν οποίαν τρέφει πρός έμέ ό 'Ελληνικός Λαός καί ή ήσυχία τής
Χώρας κινδυνεύουν, άν δέν κατορθώσωμεν νά ίδρύσωμεν τήν Τράπεζαν.
Δώδεκα ώς δεκαπέντε χιλιάδες άνθρωποι, άπό διαφόρους επαρχίας ζητούν
δάνεια... Χιλιάδες Ε λ λ ή ν ω ν θά σας ευλογούν άν τούς βοηθήσετε καί αύτήν
τήν φοράν».

Άλλοΰ:
184

«Είργάσθην χωρίς διακοπήν δώδεκα ώρας διά τήν τελικήν διατύπωσιν τοΰ
Καταστατικού τής Τραπέζης... "Εως τάς 10 καί 1/2 τό βράδυ δέν έφαγα
τίποτε όλην τήν ημέρα ούτε πρόγευμα, ουτε γεϋμα. 'Εργαζόμενος συνεχώς,
έλαβον μόνον ολίγον ψωμί, νερό καί λεμονάδα».

Καί λίγο πρίν βγάλη τό διάταγμα τής ιδρύσεως της (30/3/1841):
«Πρό ολίγου απεφάσισα νά ιδρύσω τήν Έθνικήν Τράπεζαν τής Ελλάδος,
όμοίαν περίπου μέ τήν Έθνικήν τής Βαυαρίας... Δέν ύπάρχει πλέον, αγαπητέ
μου πατέρα, άνάγκη νά σας ξαναγράψω διά τήν σπουδαιότητα αύτοϋ τοΰ
'Ιδρύματος. Σας συνιστώ θερμώς καί σεις νά συμμετάσχετε εις αύτό καί νά
παρακινήσετε δσον τό δυνατόν περισσότερους άπό τούς συγγενείς μου καί
γενικώς άπό τούς Βαυαρούς νά κάμουν τό ίδιον. Τό παράδειγμα σας θά είναι
τόσο μάλλον χρήσιμον, καθ' δσον ή 'Ελλάς έχει, πρωτίστως, ανάγκην
ξένων κεφαλαίων, καί είμαι υποχρεωμένος κυρίως εις τήν Βαυαρίαν νά αποθέσω τάς έλπίδας μου. Μία ένθάρρυνσις προφορική ή έμπρακτος άπό
μέρους τοΰ πολυαγαπημένου Βασιλέως είναι απαραίτητος».

Πράγματι, ό Λουδοβίκος πείθεται καί άγοράζει 200 μετοχές, άλλά ή Τράπεζα άργησε άκόμη ένα χρόνο νά λειτουργήση, διότι άπό τίς 5.000 μετοχές
πού προέβλεπε τό καταστατικό, μόνο 1.000 μπόρεσε νά άγοράση τό ελληνικό κράτος, άφοΰ πρώτα δανείσθηκε πρός τούτο 250.000 δρχ. άπό τόν
Έΰνάρδο, ό όποιος άγόρασε καί γιά τόν εαυτό του 300 μετοχές.
Αύτά βέβαια τά παρακολουθούσαν οί «ήρωές» μας άπ' έξω, άλλά δέν τούς
άρεσαν καθόλου. Ή ιδέα τής εισροής χρημάτων άπό τό εξωτερικό τούς
ένθουσιάζε, ή ίδέα ιδρύσεως Τραπέζης όμως τούς άρρωστοΰσε. Γιατί είχαν
στά χέρια τους όλο τό τοκογλυφικό έμπόριο καί καταλήστευαν τόν κόσμο γιά τά καλά. Ή οικονομική ζωή τής χώρας είχε παραλύσει καί ή
τοκογλυφική καταλήστευση ήταν κάτι πρωτοφανές. Μέσφ τοΰ λησταρχισμοΰ καί τής κουμπούρας, όποιος ήθελε νά κάνη κάτι έπρεπε ή νά καταλήξη στούς τοκογλύφους ή νά τούς δεχθή «μετόχους». Στό άκουσμα τής
ιδρύσεως Τραπέζης, έπόμενο ήταν λοιπόν νά τούς πιάνη νευρική κρίση.
'Ιδού τί γράφει ή έφημερίδα τής έποχής «Ζέφυρος» στό φύλλο της τής 12/
11/1841, μέ καταφανές τό ύφος τής αγανάκτησης καί τής δηλητηριώδους
ειρωνείας:
«Καθώς ό άκανθόχοιρος ταράτ. "ται είς κάθε κτύπον, τοιουτοτρόπως καί οί
έντιμοι καί ευσυνείδητοι τοκογλύφοι μαίνονται οσάκις άκούουν δτι συσταίνεται χρηματική τράπεζα' τήν φοράν δμως ταύτην ό Θεός νά φυλάξη τούς
τοκογλύφους άπό τήν άποπληξίαν καί πρό πάντων άπό τήν αύτοχειρίαν.
185

Λέγουν δτι εϊδον ένα νέγρον νά βαστα σχοινί σαπουνισμένον ή οσονούπω
σύστασις τής Τραπέζης αποτελεί τήν φήμην ταύτην πιθανήν».

Τούς «έντιμους» καί «εύσυνειδήτους τοκογλύφους», τά «πρωτοπαλλήκαρα»
καί τούς άρχηγούς, ή Τράπεζα λοιπόν τούς έξαγρίωνε, διότι τούς έπαιρνε
τό χρυσοχοεϊον άπ' τά χέρια. Στά όνειρα καί τά «όράματά» τους άρχισε
νά έναλλάσσεται ό νέγρος μέ τήν Παναγία, ή «δημοκρατική τους συνείδηση» νά βρίσκεται βαθύτατα πληγωμένη, καί ένα χρόνο άπό τής ιδρύσεως
τής Τραπέζης επαναστατούν (αύτοί τόν τόκο τόν είχαν 40-50%, ένώ ή
Τράπεζα τόν κατέβασε σέ 8-12%). Τό «κίνημα» έγινε άκριβώς μ ' ένα νόμο
τής 12/7/43 περί άνοικτών πιστώσεων! Ό Όθωνας, προκειμένου νά γλυτώση τήν Τράπεζα πού μέ τόσον κόπο έκανε, παραχωρεί τό «Σύνταγμα»,
όπότε οί «άντιπρόσωποι τοΰ Έθνους» άπό έδώ καί πέρα θά κυττάξουν νά
μεταβάλουν τήν «Βουλή» σέ άντικλείδι γιά τίς κάσσες τής Τραπέζης. Τίς
χωρίς χασομέρεια «προγραμματικές δηλώσεις» τίς είδαμε άπό στόματος
Παλαμήδη καί Μακρυγιάννη. Ό Ν. I. Σαρίπολος, πατέρας τοΰ γνωστοΰ
μας συνταγματολόγου καί έξοχος νομομαθής τοΰ καιρού του, έτελείωνε
τούς λόγους του στήν «Βουλή» στερεοτύπως: «Θέλετε νά μήν πληρώνετε
φόρους καί νά παίρνετε μισθόν».
Σημειωτέον ότι μικρή γεύση περί «Τραπεζών» ύπήρχε άπό τό πρόσφατο
παρελθόν, δεδομένου ότι κάποιες μικρές προσπάθειες πού πρόφθασε νά
κάνη ό Καποδίστριας γιά τήν ίδρυση Τραπέζης «έξανεμίσθηκαν» άμέσως
μετά τόν θάνατο του στό πϊ καί φϊ, ώστε ό "Οθωνας ν ' άναγκασθή νά τήν
κλείση. Έ Εθνική Τράπεζα λοιπόν άπό 'δώ καί πέρα θά άποτελοΰσε τό
μόνιμο περιεχόμενο τών ύποσυνειδήτων, πράγμα πού ήξεραν οί μεγάλες
δυνάμεις τοΰ καιρού, άφοΰ ύπήρχαν καί ξένα κεφάλαια μέσα, καί φρόντιζαν
νά βάζουν άνθρώπους σάν τόν βενετικής καταγωγής Μάρκο Ρενιέρη
(Renier), πού δέν ήσαν αύθεντίες ίσως στά οικονομικά (καθηγητής τοΰ
γαλλικού δικαίου ήταν), ήξεραν όμως πού βρίσκεται ό κίνδυνος.
Αύτό άπεδείχθη κάλλιστα τω 1862 μέ τήν εκθρόνιση τοΰ "Οθωνα. Εύθύς
ώς οί τρεις μεγάλες δυνάμεις έδιάβασαν τό «Διάγγελμα τοΰ "Εθνους» τοΰ
Βούλγαρη (όχι τήν προκήρυξη τοΰ Δεληγιώργη πού είναι μιά μέρα πρίν),
άμέσως κατάλαβαν περί ποίου έπρόκειτο. Κατά έναν μυστήριο τρόπο, ή
μεγάλη φατριαστική έπανάσταση τοΰ 'Ιουνίου τοΰ 1863 — πού υπήρξε μία
άπό τίς πιό πολυαίμακτες τής νεοελληνικής ιστορίας (δηλ. μεγίστης σφοδρότητος...) — έγινε πέριξ τοΰ κτηρίου τής Εθνικής Τραπέζης. Σάν νά μήν
ύπήρχαν άλλες πλατείες καί άλλα μέρη στήν 'Αθήνα. Έκεΐ ρήμαξαν όλα
τά γύρω μαγαζιά καί στό τέλος έμπαιναν στά Ξενοδοχεία καί λήστευαν τούς
πελάτες. Καί ή Τράπεζα πού ήταν καί ό κύριος στόχος έσώθηκε, διότι ό
186

ιδρυτής της Γ. Σταύρος έκαμε διάβημα πρός τούς πρεσβευτές τών τριών
μεγάλων δυνάμεων, οί όποιες έβγαλαν ναυτικά άγήματα καί τήν περικύκλωσαν. "Οχι προσκαίρως, άλλά «έπί πολλούς μήνας έφρούρησαν τό κατάστημα τής Έθν. Τραπέζης», γράφει ό I. Βαλαωρίτης (βλ. «'Ιστορία τής Έθν.
Τραπέζης τής Ελλάδος», τόμ. Α ' , 'Αθήνα 1902, σελ. 39). Τό γεγονός
λοιπόν ότι κατάφερε ό Όθωνας νά σώση τήν Τράπεζα έπί είκοσι χρόνια
είναι μάλλον θαύμα. "Ενα χρόνο μετά τήν ίδρυση «Σύνταγμα» καί άμέσως
μετά τήν εκθρόνιση ή... πολιορκία!
Είναι χαρακτηριστικό γιά τήν συμπαγέστατη «έθνική κλειστότητα» καί
τό νόημα τής «άπολύτου έθνικής κυριαρχίας», πού ενείχε έκεΐνο τό «Διάγγελμα» τοΰ Βούλγαρη, παρ' όλο πού τά λεφτά ήσαν ξένα δάνεια. Καί τό
όποιον άρχιζε μέ τίς πιό σκοτεινές, άφηρημένες καί άπύθμενες λέξεις τοΰ...
«έθνικοΰ λεξιλογίου» ώς έξής:
«Συμπολΐται!
Σύστημα πολιτικής, ταπεινώνον τήν ΕΘΝΙΚΗΝ ΑΞΙΑΝ, έπάγον δέ τήν
ΚΑΤΑΠΤΩΣΙΝ ΤΩΝ ΗΘΩΝ, σύστημα κυβερνήσεως ΑΘΕΤΗΣΑΝ τό πρός
τούς ΝΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ καί τάς ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΣΕΒΑΣ, εί'πετο νά διεγείρη καθ' έαυτοϋ ΤΑΣ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ
ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ».

Νάτο πάλι τό «Έθνος»!
Βλέπομε λοιπόν ότι οί «ιστορικοί δεσμοί» Ελλάδος καί 'Αμερικής είναι
βαθύτατοι. Δέν είχαν μόνο οί 'Αμερικανοί τό «Φάρ Ούέστ», όπου «έσηκώνονταν» ολόκληρες Τράπεζες· είχαμε κι έμεϊς τό δικό μας καί πολύ καλύτερο. Ή μόνη διαφορά ήταν ότι γιά τό δικό μας δέν υπήρχε 'Αστυνομία,
διότι ή έπιχείρηση ήταν «έθνική». Καί έτσι μείναμε μόνο λιγάκι πίσω στήν
τεχνολογία... Δυστυχώς τήν λέξη «Φάρ Ούέστ» δέν μπορέσαμε νά τήν
βρούμε σέ κανένα βιβλίο ελληνικής «συνταγματικής θεωρίας». Λέμε «θεωρία», γιατί συνταγματικής ιστορίας βιβλία στήν Ελλάδα δέν έχομε. «Ιστορία», σημαίνει αίσθηση τής πραγματικότητος. Κρίνοντες άπό τήν έξέχουσα περίπτωση τοΰ 'Αλεξάνδρου Σβώλου, πού θά μάς άπασχολήση πιό
κάτω, τέτοιαν αίσθηση στούς έλληνες συνταγματολόγους δέν δικαιούμαστε
νά ύποθέτωμε. Ή περίπτωση τοΰ Ν. I. Σαρίπολου δέν ύπήρξε μοναδική.
Καί τό βλέπομε: μέχρι τών ήμερών μας ή «έθνική κλειστότητα» είναι τό
μόνιμο διαπραγματευτικό χαρτί γιά τήν χρήση τοΰ άντικλειδίου. «Έθνική
άξία» (;), «κατάπτωση τών ήθών» (!), «σέβας πρός τάς πεποιθήσεις τοΰ
έθνους» (!) — τά πιό κενά περιεχομένου νοήματα. Ό Μακρυγιάννης σάν
«άντιπρόσωπος τοΰ Έθνους» στήν «Βουλή» τοΰ '44, θά προτείνη πρός
άποφυγή τής «καταπτώσεως τών ήθών», «νά ψηφισθή, ώστε πάντες νά πε187

ριορισθώμεν είς τά ροΰχα τής Πατρίδος μας καί δχι ξένων Επικρατειών»!
Τόν ϊδιον αυτόν καιρό ό φιλολογικός άπατεών Κων. Σιμωνίδης — ένα
έπάγγελμα πού θά διαπρέψη στόν τόπο μας — έξέδιδε τά άγνωστα άκόμη
βυζαντινά κείμενα παρεμβάλλοντας ολόκληρα κεφάλαια δικά του καί έκδίδοντας «βιογραφίες» βυζαντινών πού δέν είχαν ζήσει ποτέ. Ά φ ο ΰ τό
κράτος έπρεπε νά είναι «βυζαντινό», ήσαν καί αύτά αναγκαία. Ή «έθνικοφροσύνη» καί τό «έθνος» ώς λωποδυτικές έπιχειρήσεις, χάνονται βαθύτατα
στίς ρίζες τοΰ νεωτέρου κράτους μας. Καί κατά τούς πιό άξεδιάλυτους
τρόπους.
Τό «κράτα Ρόμμελ καί χαθήκαμε» τής Κατοχής δέν μάς έπιτρέπει νά
ύποθέσωμε, ότι οί καταστάσεις αύτές ήρθησαν ποτέ στό ελληνικό κράτος.
Ή 'Ελλάδα μεταπολεμικώς, περιθωριοποιηθεϊσα οριστικά μέσ' τήν εξέλιξη τοΰ συγχρόνου κόσμου καί μή δυναμένη τίποτε νά παράγη, επόμενο
ήταν νά μεταβληθή σέ κατ' άνάγκην «βαλσαμοποιεΐον» κατά τήν κυριολεκτική έννοια τοΰ όρου. Τό «βάλσαμο» πιά δέν ήταν βάλσαμο κατά τήν
έννοια τοΰ Παλαμήδη — «βοηθητικό» άφ' έαυτής ύγιαινούσης «πληγής»
—, άλλά έπιτακτική άνάγκη έπιβίωσης. Ή ψεύτικη έξ άρχής περί «ελληνισμού» ιδεολογία στά πλαίσια τοΰ κράτους, δηλαδή ή προσπάθεια νά βγή
άπό αύτό κάποιο ομοιογενές είδος «'Ελλήνων» καί ό πλήρως καταστροφικός ρόλος τής 'Εκκλησίας πρός τοΰτο, ό διαρκώς συρρέων ελληνισμός στά
όρια τοΰ κράτους άπό άλλες ιστορικές διαδικασίες καί ή έλλειψη μιας
κρατικής έπιστασίας ώς πρός τίς κοινωνικές κατανομές καί τήν άφομοίωση, μετέβαλαν τήν όλη κατάσταση σέ συνθήκη ζούγκλας, όπου τό άποκλειστικό πρόβλημα ήταν άπλώς ή έπιβίωση καί τίποτ' άλλο. Ό καθένας
γενίτσαρος γιά τόν διπλανό ώς μόνη συνθήκη ύπάρξεως. 'Εξ άντικειμένου
δηλαδή, ή 'Ελλάδα δέν μπορούσε νά παρακολουθήση κανένα είδος εξέλιξης, ούτε καί νά άναλάβη οποιαδήποτε θετική ιστορική λειτουργία. Ό
ρόλος της συνίστατο σέ αύτό πού θά μπορούσε μόνο νά τής άναγνωρισθή
νά παίξη. "Οπερ καί έγένετο. Οί πολιτικοί θά ήσαν άπλώς «ύπάλληλοι» σ '
αύτό τό έργο. Θέλοντας καί μή. Ά κ ό μ η δηλαδή καί τήν στιγμή πού έπροτίθεντο νά κάμουν κάτι γιά τό δικό τους πρώτα πολιτικό συμφέρον, οί δομές
τοΰ κράτους καί κυρίως ή άνυπαρξία έθνικής ταυτότητας — καί αύτό σημαίνει άνυπαρξία διανόησης — θά τούς έβγαζαν τόν τελικό λογαριασμό
λαθεμένον. Ή «Αλλαγή» τοΰ κ. Παπανδρέου είναι μόνο τό τελευταίο παράδειγμα. Ή νεοελληνική ιστορία είναι ή διαρκής επανάληψη τής ιδίας
κατάστασης. Ούτε καί είναι δυνατόν νά γίνη διαφορετικά, όσο ή 'Ελλάδα
διατηρεί τήν παρούσα κρατική της κατάσταση.
Ακούμε βέβαια σήμερα στίς προεκλογικές έρεσχηλίες περί «μέτρων»,
188

«προγραμμάτων», «υποδομών» κ.λπ. Μάλιστα εσχάτως ό κ. Μητσοτάκης
έστήριξε τίς προεκλογικές του έκστρατεϊες στό «δαιμόνιο τής φυλής». Θά
ήταν φυσικά λάθος, αν ύπεστηρίζαμε, ότι στήν νεοελληνική ιστορία, δηλαδή αύτή ν τοΰ έλλαδικοΰ κράτους, δέν ύπήρξαν προσπάθειες καί πρόσωπα πού άντιπροσώπευαν ούσιαστικές δυνάμεις. Θά ήταν παράξενο άν έλέγαμε, ότι μία ύπερδισχελιετής ύπαρξη ένός πολιτισμοΰ δέν είχε νά δείξη
κάποιες αναλαμπές μέσα στήν έρειπίωσή της ώς «έθνικοΰ κράτους». Καί
θά ήσαν ίσως άρκετές γιά τήν δημιουργία ένός συγχρόνου κράτους, άν
ύπήρχε ή έθνική πρός τοΰτο συνείδηση. Ειδικά γιά τήν Ελλάδα δέν θά
ήταν ίσως ή ίκανή συνθήκη αύτή μόνο. Θά ήταν όμως ή αναγκαία. Καί δέν
θά ήταν οπωσδήποτε ίκανή, διότι έπρεπε νά κερδιθοΰν ιστορικές εξελίξεις
καί ή συνείδηση άλλων πολιτιστικών διεργασιών (δηλαδή τό ϊδιο πρόβλημα πού ύπάρχει καί σήμερα καί πού άποτελεΐ μιάν γενικώτερη ιστορική
κατηγορία). "Επειτα ή 'Ελλάδα ύπήγετο σέ ένα γενικώτερο χώρο (τών
Βαλκανίων καί τής Μέσης Ανατολής) καί άπό μόνη της, μέσα στούς
γενικώτερους πολιτικούς, καί ιστορικούς συσχετισμούς, δέν ήταν δυνατόν
νά πετύχη καμμιάν άτομική λύση. Σίγουρα ύπήρξαν καί προσπάθειες καί
γνώσεις. Δέν ήσαν όμως ούτε οί μέν επαρκείς, ούτε οί δέ κατάλληλες. Στό
ιδεολογικό οικοδόμημα τής 'Ελλάδος δέν μπόρεσαν νά χωρέσουν οί κοινωνικές καταστάσεις τών 'Επτανήσων. Πόσο μάλλον άλλες καταστάσεις
τών εύρωπαϊκών διαδικασιών πρός τεχνολογική άνάπτυξη.
Συνεπώς τά περί «δαιμονίου τής φυλής» είναι μάλλον επινοήσεις βαλκανικής ύφής, διότι τό «δαιμόνιο» τών λαών είναι διαφορετικό άπό τήν άτομική εύφυΐα τών άνθρώπων, πού τέτοιαν έχουν όλοι οί λαοί. 'Υπολογίζεται
σήμερα ότι ένα έκατομμύριο περίπου έπιστημόνων έρευνητών άπό τόν τρίτο κόσμο δουλεύουν στούς πιό προχωρημένους τομείς έρεύνης τών βιομηχανικά άνεπτυγμένων κρατών. Τό φαινόμενο είχε θίξει σ ' εμάς παληότερα
σέ κάποια κείμενά του ό καθηγητής τής Φυσικής Θ. Κουγιουμτζέλης. "Αραβες, 'Ινδονήσιοι, 'Ινδοί, Κινέζοι (σήμερα οί Παλαιστίνιοι κατέχουν τίς
πιό υψηλές θέσεις ώς μάνατζερ στά ζητήματα πετρελαίου), 'Αφρικανοί
κ.λπ. μετέχουν στούς πιό προχωρημένους τομείς έρεύνης. «Δαιμόνια» έχουν όλες οί φυλές καί ιδιαίτερα οί 'Εβραίοι, πού έβγαλαν κορυφές στήν
ιστορία τοΰ εύρωπαϊκοΰ πολιτισμού. Καί τίς έβγαλαν, διότι ή διασπορά
τούς ενσωμάτωσε στίς εύρωπαϊκές κοινωνίες. Τό ίδιο καί οί 'Αρμένιοι,
όπως καί γενικά οί λαοί τών διασπορών. "Οταν κανείς πηγαίνη ώς ξένος
νά ζήση μονίμως σέ μιά χώρα, άν όχι στήν πρώτη, στήν δεύτερη πάντως
γενεά καί στίς επόμενες θά κυττάξη κατ' άνάγκην νά μελετήση τόν πολιτισμό, γιά νά μπορέση νά ένσωματωθή. Αύτό τό καταλαβαίνομε καί άπό
τίς έδώ καταστάσεις. Ή «γενηά τοΰ '30» π.χ., πού ήταν κατά πλειονότητα
189

«ετερόχθονες», τό πρώτο πράγμα πού μελέτησαν ήταν ή «γηγενής κουλτούρα» (Σολωμός κ.λπ.). Ή νεώτερη «φιλολογία» μας, όπως καί «κριτική»,
περισσότερο ένα είδος «πατριδογνωσίας» είναι (πραγμα πού άντανακλα καί
στό «τραγούδι»...). Οί "Ελληνες μάλιστα αναλογικά μέ άλλους λαούς έβγαλαν πολύ λιγώτερους μέ κριτήρια παγκοσμιότητος, πράγμα πού έξηγεϊται
απλά: ή μέριμνα τοΰ αρθρ. 108 τοΰ Συντάγματος γιά τήν «μητέρα πατρίδα»
δέν τούς άφήνει νά ένσωματωθοΰν, λόγω τοΰ συναλλάγματος, καί έτσι οί
ίδιοι μέ τούς παπάδες καί τίς «κοινότητές» τους μένουν πάντα σέ μιά περιθωριακή κατάσταση στίς ξένες κοινωνίες, ασχολούμενοι μέ τίς «μπίσνες»
καί (μεταπολεμικώς λόγω Ζορμπά) μέ τίς ταβέρνες... Στήν ιατρική π.χ. ένα
μέγεθος σάν τοΰ κ. Γιακούμπ στό έξωτερικό δέν έχομε... Άλλά καί οί
ύπάρχοντες "Ελληνες έρευνητές τοΰ έξωτερικοΰ, καί νά θέλουν νά έρθουν
στήν 'Ελλάδα, δέν μπορούν. Ούτε ύποδομή γιά νά δουλέψουν ύπάρχει, ούτε
κοινωνικώς άφομοιώσιμο τό άποτέλεσμα τής δουλειάς των είναι. Καί όταν
θά πάρωμε τά «δάνεια», όχι γιά νά φάμε, άλλά γιά νά άναπτυχθοΰμε μέσω
τοΰ «δαιμονίου» μας καί νά καταστούμε «αύτάρκεις» στά βασικά είδη διατροφής μας, οί άλλοι θά φκιάχνουν παπούτσια μέ τό 1/5 τής τιμής τών
δικών μας. Τίς «βιομηχανίες» μας έτσι θά τίς βάλωμε πάλι στίς «προβληματικές» καί θά ζητήσωμε νέο «δαιμόνιο» καί νέα «δάνεια». Καί πάει λέγοντας... Έ δ ώ ή Ε λ λ ά δ α δέν μπόρεσε νά άφομοιώση έναν Ζαμπέλιο πολιτικά καί τόν έκανε «έλληνοχριστιανισμό» (κανένα είδος «εθνικής ιδεολογίας» δέν έννοοΰσε ό Ζαμπέλιος μ ' αύτό' ήταν άντίθετος πρός κάθε
έννοια κρατικής Ελλάδος καί γ ι ' αύτό δέν δέχθηκε νά γίνη καί «βουλευτής», όταν τοΰ τό πρότειναν) καί... άγάλματα. Πώς θά μπορέση σήμερα νά
άφομοιώση τόν άτομικό έπιστήμονα; Τό «θά σάς δώσωμε καί κομπιοΰτερ»
τοΰ κ. Μητσοτάκη δέν είναι παρά τό «θά σάς φκιάσωμε καί ποτάμια» τής
έποχής τοΰ Βούλγαρη...
Ύποθέτομεν λοιπόν ότι τό μόνο πού μπορεί έπί τοΰ παρόντος ή Ελλάδα
ώς κρατική ύπόσταση (καί στούς «λόγους» καί στήν πολιτική της σύνταξη
καί στά «προγράμματα» καί σέ όλα) είναι νά έπαναλαμβάνη έαυτήν, έπαυξάνοντας άπλώς τό μέγεθος τής κωμικότητος τών πραγμάτων. Γιατί θά ήταν
λάθος, άν ύπέθετε κανείς ότι ύπήρξε κάτι τό ούσιώδες νέο στήν πολιτική
ιστορία τής Ελλάδος, πλήν μιας διαρκώς αυξούσης κωμικότητος. Τά άγάλματα τοΰ Ρήγα δέν σταματούν στήν έποχή πού στήθηκαν. Μόνο πού
άν τά παληά ενείχαν κάποιες «ύψιπετεΐς» επιδιώξεις «έξουσιών», τά σημερινά μιμήματά τους δέν έχουν παρά τήν ταπεινή φιλοδοξία κατοχύρωσης
τοΰ μηνιαίου μισθολογίου — κάποιων «ιδρυμάτων» καί κάποιου προσθέτου
επιδόματος. Καί τήν άνάλογη «αισθητική άξία» βέβαια... Ό πιστεύων ότι
190

τό «έθνος» σταματά στό άγαλμα τοΰ Πατριάρχη, άπατάται οίκτρώς. Ό
διερχόμενος τήν όδό 'Ακαδημίας κατατρύχεται «έθνικώς» κυκλοδιώκτως:
Μπροστά-μπροστά στό παρκάκι τοΰ πρώην νοσοκομείου, ό Παλαμάς
συνεπαρμένος μέ ύφος 82 αρχαίων φιλοσόφων. Γιατί άραγε ό Παλαμάς,
άφοΰ έχομε τόσους άλλους μεγάλους ποιητές; Μά βέβαια έπειδή καθόταν
δίπλα έπί τής 'Ασκληπιού! Δηλαδή όπου έχουν κατοικήσει ποιητές ύπάρχουν παντοΰ τά άγάλματά τους; Έ ν άντιθέσει πρός τά ονόματα τών δρόμων,
μέ τήν «διανόηση» μοιάζει νά μήν έχωμε άνάλογο πληθωρισμό («15.Θ00
δρόμοι» μέ τό όνομα... Καραϊσκάκη στήν περιοχή πρωτευούσης, πού νά
βρουν λογαριασμό καί άκρη τά ταχυδρομεία;...). Πρέπει νά χτυπηθή πολύ
κανείς άπό τό καυσαέριο καί νά καθίση στό παγκάκι νά πάρη μιάν άνάσα,
γιά νά «έννοήση» τά τοΰ... Παλαμά. Άμέσως μόλις σηκώση τό κεφάλι, τοΰ
έρχεται κατακέφαλα τό «δίδαγμα»:
«Αύτόν τόν λόγο θά σας πώ
δέν έχω άλλον κανένα
μεθΰστε μέ τ ' αθάνατο
κρασί τοΰ εικοσιένα»

Τά ρητά βέβαια, όπως τό «μέγα σπέρμα» τοΰ Ρήγα έπί παραδείγματι, μπαίνουν στά άγάλματα μπροστά. Γιά νά τά μελετά μαζί μέ τό εικονιζόμενο
πρόσωπο ό θεατής καί μέ τήν έπενέργεια τής αισθητικής λειτουργίας νά
«έμβαθύνη» καί νά «διδάσκεται». Ά ν καί βέβαια τά άγάλματα, έν άντιθέσει
πρός τίς πλάκες τών νεκροταφείων, πρέπει μόνο διά τής συμβολικής καί
τής αισθητικής των δράσεως νά λειτουργούν. Βλέποντας π.χ. κανείς τό
άγαλμα τοΰ Βίκτωρα Εμμανουήλ στήν 'Ιταλία, καταλαβαίνει τόσα περί
"Εθνους, όσα καί άν έδιάβαζε μιά βιβλιοθήκη. Ά λ λ ά αύτά βέβαια προϋποθέτουν, ότι τά άγάλματα «λειτουργοΰν», δηλαδή ότι όντως άποτελοΰν στοιχεία κάποιας συνείδησης έθνους... Ά ν είναι όλα... Μπουμπουλΐνες, αι, τότε
βέβαια έπείγει νά καταπιή κανείς όπως-όπως τό «δίδαγμα» σάν χάπι καί...
δέν πειράζει, άς μήν 'δή καί καθόλου τόν εικονιζόμενο. Έ ν ώ λοιπόν μέ
τά άγάλματα κατευθύνονται οί άνθρωποι πρός τά... ρητά, έδώ κατευθύνονται τά «ρητά» πρός τούς περαστικούς, άκριβώς τήν ώρα πού θά τούς
«πιάσουν τά νεφρά» τους άπ' τήν πεζοπορία καί θά θελήσουν ν ' ανασάνουν, ή όταν θάχουν ραντεβού στό παγκάκι (όπότε ή «ιδεολογία» θά τούς
ένοχλή μέ τά γνωστά άποτελέσματα...).
Καί άν τώρα μεθύση κανείς έλαφρώς μέ τό «άθάνατο κρασί» καί θελήση
νά πάη παραπέρα, είναι τότε πού γίνεται πραγματικά τύφλα, διότι θά ύποχρεωθή νά καταβρόχθιση οκάδες γλυκισμάτων. Ό «εθνικός μπουφές» είναι
βαρύ πράγμα... Στό μέσον τοΰ πάρκου ό Περικλής μέ πέλματα γερά όσο
191

και ή «ιδεολογία» καί γάμπες μυκονιάτη ναυτεργάτου έπί τουρκοκρατίας.
Ώ ς γνωστόν, οί γάμπες (ίδίως στίς γυναίκες), τά δάχτυλα καί τά αυτιά
έχουν άμεση σχέση μέ τό «μέσα είναι» τοΰ άνθρωπου... Άφήνομε λοιπόν
τόν Περικλή μέ τήν πίκρα πού μάς πότισε καί προχωρούμε δεξιόθεν. Ά μέσως μπροστά μας τό έκκλησάκι — πού κάπου έκεΐ κοντά βέβαια θά
έπρεπε νά είναι (υπόλειμμα τοΰ νοσοκομείου, μιά καί ή «έθνική πολιτική»
τά έφερνε πάντα δύσκολα βόλτα μέ τίς άσπιρΐνες...) — καί λίγο πιό κάτω,
στό μέσον, τό κυριολεκτικά άχώνευτο «ντεσέρ» τής έθνικής μας πανδαισίας: ένα δοχείο άπό τό όποιον βγαίνει μιά Α θ η ν ά πού μέσα ά π ' τό κεφάλι
της βγαίνει ό Παρθενώνας!
Ούδεμία βέβαια άμφιβολία ύπάρχει, ότι τό άγαλμα έγινε μέ ό,τι περίσσεψε λογιστικώς άπό τίς... γάμπες τοΰ Περικλή. Ά λ λ ά ήταν οπωσδήποτε
άναπόφευκτο νά όρισθή ώς αισθητικός σύμβουλος ό προϊστάμενος τής
κουζίνας τής Λέσχης Αξιωματικών; Δέν θά μπορούσε τελοσπάντων μιά
άλλη «Patisserie» νά προσφέρη κάτι γιά τήν τελείωση αύτής τής έθνικής δημιουργίας; Τό άγαλμα δέν λαθεύει βέβαια στήν «συμβολική» ύπόστασή του — αύτή τής τούρτας γιά «έθνικές γιορτές» — άλλά, ομολογούμε, «έθνικώς» εξεταζόμενο παρουσιάζει αισθητές ζαχαροπλαστικές έλλείψεις: μέσα άπό τόν Παρθενώνα, έπρεπε νά βγαίνη ό Πατριάρχης,
μέσα άπό τόν Πατριάρχη ό Παπαφλέσσας κρατώντας τό πανώ «αύτοδυναμία»!
"Αν θελήσωμε νά σπουδάσωμε τήν «έθνική μας μνημείωση» καί λίγο
παραπέρα, όπως στό Σύνταγμα π.χ. μέ τίς... αίολοδωρικές άπομνημειώσεις,
τότε θά καταλάβωμε ότι μόνη σωτηρία μάς άπομένει ή... τεχνολογία. Νά
προσαρμόσωμε ροδίτσες δηλαδή στά τσαρούχια τών εύζώνων άπό κάτω —
σήμερα μέ τά κυλιόμενα πατίνια τών παιδιών τό πρόβλημα έχει λυθή τεχνολογικώς —, ώστε μέ τό μεγαλοπρεπές «έν-δυό» τών εύσταλών νέων νά
βελτιώσωμε κάπως τά θερινά έσοδα τοΰ προϋπολογισμού μας...
Τά πράγματα τής νεοελληνικής κρατικής ιδεολογίας δέν έπιδέχονται σοβαρή ν άντιμετώπιση, καί όποιος έπιδιώκει νά τά παρουσιάση ώς καταστάσεις σοβαρότητος οφείλει νά αισθάνεται μέσα του άμαρτωλός. Τό πρόβλημα πλέον είναι, άν μπορούν νά διατηρηθούν τέτοια πού είναι καί άν, ώς
συνταγματικώς κατωχυρωμένη ιδεολογία, μποροΰν νά δικαιολογούν τά υπέρογκα έξοδα τών κοινοβουλευτικών σκηνοθεσιών μέσα στήν πολιτική
καί ιστορική διάταξη τοΰ συγχρόνου κόσμου.
Δέν ύπάρχουν συγκεκριμένοι ύπεύθυνοι, ούτε άναζητεΐ κανείς τέτοιους.
Ή αναζήτηση υπευθύνων προϋποθέτει υπονοούμενη τήν ύπαρξη κάποιων
διεξόδων. Ά λ λ ά οί καταστάσεις τής Ελλάδος, όπως αύτή έστί καί ύφίστα192

ται, καμμία διέξοδο δέν παρέχουν. Πολλές φορές οί λόγοι τών πολιτικών
— άλλά καί πολλών άνθρώπων — άφήνουν νά έννοηθή, ότι τό πρόβλημα
έγκειται σέ κάποια «άναμόρφωση» θεσμών. Καί έπ' αύτοΰ στηρίζουν τίς
πολιτικές των διακηρύξεις. "Ομως τό πρόβλημα δέν είναι κάποιοι θεσμοί,
ή γενικά οί θεσμοί (ποιοι;), άλλά ή άναμόρφωση τοΰ όλου. Μέσα σέ μιά
γενική κατάσταση δυσμορφίας, είναι καί τό κάθε τί στήν ύπόστασή του
δύσμορφο. Καί ή οποιαδήποτε «άναμόρφωση» δέ αλλάζει τήν γενικήν εικόνα. Σίγουρα ύπάρχουν κάποια ανώτατα όργανα καί θεσμοί, πού θά είχαν
ίσως τήν βούληση νά λειτουργήσουν. Τό μόνο πού καταφέρνουν είναι, τό
βάρος άπό τήν μιά μεριά τοΰ «καραβιοΰ» νά τό μεταφέρουν στήν άλλη, καί
έκεΐ ποΰ έμπαζε άπό τήν μιά μεριά τώρα νά μπάζη άπό τήν άλλη. Τό
διαρκές ιστορικό αδιέξοδο τής 'Ελλάδος δεικνύει, ότι ή λειτουργία τών
όποιων τέτοιων θεσμών συνίσταται άπλώς σ ' αύτό τό είδος τής έναλλακτικότητας. Θά ήταν περιττό ν ' άσχοληθοΰμε ειδικά μέ μερικούς άπό αύτούς.
"Αν ωστόσο θέλαμε νά περιορισθούμε ώς πρός τό νόημα σέ μιά ορίζουσα
άπόφανση, θά μπορούσαμε νά πάρωμε ώς συμπεριληπτικόν παράδειγμα τίς
σχετικές συζητήσεις τοΰ άρθρου 107 τοΰ Συντάγματος τής Χούντας (καί
νΰν 95 τοΰ σημερινοΰ):
'Υπουργός τών 'Εξωτερικών:
«Δέν θά πρέπει νά παραβλεφθή δτι ή διαδικασία τοΰ Συμβουλίου Επικρατείας άποτελεΐ μίαν τροχοπέδην διά τήν διοίκησιν. "Εχω έκ πείρας μίαν
πικράν άνάμνησιν τοΰ Συμβουλίου τής Επικρατείας. Είχον τήν εϋκαιρίαν,
ώς πρέσβυς τής 'Ελλάδος εις τό έξωτερικόν, νά συλλάβω έναν ύφιστάμενόν
μου, ό όποιος διέπραξεν μίαν πλαστογραφίαν. Έ π ί τής πλαστογραφίας δέν
ύπήρχεν ούδεμία αμφιβολία, τοσούτον μάλλον καθ' δσον, ό ίδιος ό ύπάλληλος ώμολόγησε τήν πράξιν αυτήν. Ή πλαστογραφία ένεφέρετο είς αρκετά σημαντικόν ποσόν. Έπείσθην δμως νά μήν δώσω συνέχειαν, μέ τήν
προϋπόθεσιν δτι θά ΰποβάλη τήν παραίτησίν του διά νά μήν ύποστή τήν
μείωσιν έκ τής απολύσεως. Ύπέβαλεν τήν παραίτησίν του, άλλά μετ' ολίγας
ημέρας προσέφυγεν είς τό Συμβούλων τής 'Επικρατείας, μέ αποτέλεσμα
τοΰτο νά ακύρωση τήν άπόφασιν τοΰ υπουργού τών 'Εξωτερικών τής εποχής
εκείνης, διά τής όποιας έγένετο δεκτή ή παραίτησις τοΰ υπαλλήλου αύτοΰ.
Καί οΰτω έπανήλθεν είς τό Ύπουργεΐον τών 'Εξωτερικών. Έ χ ο μ ε ν τοιαύτας
περιπτώσεις συνηθεστάτας, διότι τό Συμβούλων τής 'Επικρατείας, κατά κανόνα αποδίδει μεγάλην σημασίαν είς τό τυπικόν μέρος καί παραβλέπει τό
ούσιαστικόν».

'Υπουργός Παιδείας:
193

«Συμβαίνει παρόμοιον καί είς τό Ύπουργεΐον Παιδείας, όπου έχει επανέλθει
εις τήν ύπηρεσίαν ένας πλαστογράφος καί άπατεών».

"Εχομε δηλαδή τήν περίπτωση του Ν. I. Σαρίπολου μέ τόν Βούλγαρη ώς
μία μονίμως έπαναλαμβανόμενη κατάσταση στήν ιστορία τής έλληνικής
Διοίκησης. Ανάλογες περιπτώσεις ισχύουν γιά τόν Ά ρ ε ι ο Πάγο καί άνάλογες καί γιά τό Ελεγκτικό Συνέδριο. Είναι περιττές οί άναφορές. Γιά τό
τελευταίο αύτό δίκαια θά μπορούσε νά άναρωτηθή κανείς, τί είδους έλεγχους άσκεΐ, δηλαδή ποιά είναι ή λειτουργικότητά του σάν θεσμού, μέσα
σέ μιά μονίμως χρεοκοπημένη Οικονομία καί σέ ένα άδιάπτωτο κάθεστώς
λοβιτούρας τοΰ νεοελληνικού κράτους. «Νομικές» άπαντήσεις είναι δυνατές πολλές, ή ούσιαστική όμως είναι μία: ότι τό Ελεγκτικό Συνέδριο, άπό
μέτρον προνοίας πού είχε ίδρυθή έπί Όθωνος γιά τίς γνωστές καταστάσεις,
μετεβλήθη σέ κρατικόν θεσμό κατοχυρώνοντα (κατ' άνάγκην) τίς «σταθερές ιδεολογικές βάσεις» τών έλληνικών Συνταγμάτων. "Ετσι, ένφ τό αρθρ.
54 είς τό «Περί Βουλής καί Γερουσίας» κεφάλαιο τοΰ Συντάγματος τοΰ
"Οθωνα σκοπεί προφανώς στήν άνάσχεση τής βουλευτικής λοβιτούρας (γΓ
αύτό κιόλας περιλαμβάνεται στό κεφάλαιο αύτό ώς έξηγήσαμε), διϊστορικώς μεταβάλλεται σέ άπαγόρευση δικαιώματος παντός Έ λ λ η ν ο ς έπί τοΰ
Δημοσίου Προϋπολογισμού (πρβλ. σημερινό αρθρ. 73, τό όποιον παραμένει στό περί «Νομοθετικής Λειτουργίας τής Βουλής» κεφάλαιο γιά διαδικασιακούς λόγους — έπειδή τά Νομοσχέδια τά ύποβάλλουν υπουργοί), τοΰ
δικαιώματος άρνησικυρίας τοΰ "Οθωνα μεταφερομένου διά τοΰ αρθρ. 98,
έδ.γ' στό 'Ελεγκτικό Συνέδριο. Συνεπώς καί νά θέλη τό 'Ελεγκτικό Συνέδριο σάν θεσμός νά άνταποκριθή σέ κάποιους σκοπούς τοΰ ορισμού του
(καί αύτοί μέ μιά λέξη είναι νά σταματήση ή λοβιτούρα), δέν τό μπορεί,
διότι μεταβάλλεται διά τοΰ «Συντάγματος» σέ έναν άντισυνταγματικό θεσμό: νά καταργή τό δικαίωμα κυριότητος τοΰ «πολίτη» έπί τοΰ «προϊόντος»
τής εργασίας του. Τό δικαίωμα συντάξεως τοΰ κάθε ανθρώπου σήμερα σέ
ορθώς ύπάρχον καί νοούμενο κράτος δέν είναι θέμα «γνωμοδοτήσεως» κανενός οργάνου, έπειδή υπάγεται στίς περί «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» άρχές. Είναι δηλαδή θέμα πραγματολογικό καί όχι «γνωμοδοτικό». Ό κάθε
άνθρωπος ύποχρεοΰται νά παράγη ώς σέ μιάν ώρισμένη ήλικία. Ά ν αύτό
δέν τό κάνη, τότε έξαιρεϊ έαυτόν άπό τήν περί «άξίας τοΰ άνθρώπου» άρχή,
διότι μόνο μέσφ τής πρός τούς άλλους προσφοράς — τής «εργασίας» πού
λέγαμε προηγουμένως — άποκτά τήν ιδιότητα τής «άξιοπρεπείας». Καί έφ'
όσον αύτό τό κάνει καί συντηρεί έτσι άλλους πού δέν είναι σέ θέση άκόμη
νά ζήσουν άφ' εαυτών (τούς νεογέννητους καί τούς άναπαράγοντας τήν
«έργατική δύναμη» διά τής σπουδής), οφείλουν καί αύτοί νά τόν συντηρή-

194

σουν δταν δέν θά μπορή νά δουλεύη. Τό πράγμα δέν έχει νά κάνη μέ
«σοσιαλιστική ιδιοκτησία» έπί τοΰ «προϊόντος», άλλά είναι βιολογικής
καταβολής, τής κοινωνίας νοουμένης ώς φυσικής όντότητος άναπαραγούσης έαυτήν.
Καίτοι έδώ δέν μποροΰμε νά έπεκταθοΰμε περισσότερο έπί τοΰ θέματος,
μιά τελευταία παρέκβαση είναι άναγκαία. Διότι οί κοινωνίες πού δέν παράγουν εύρίσκονται σέ βαθύτατη ιδεολογική κρίση, άκριβώς έπειδή μέ τήν
κατανάλωση οί ιδεολογίες των έχουν λάβει τήν μορφή κοινωνικής άνηθικότητος. Τό πρόβλημα είναι γενικώτερο καί συνίσταται στό έρώτημα, κατά
ποιόν τρόπο μπορούν αύτές οί χώρες νά προσδεθούν σέ ένα παγκόσμιο
σύστημα κατανομής εργασίας. "Ως ποιόν βαθμό μπορούν οί ιδεολογίες των
ν 1 άλλάξουν, ή, άλλοιώς, ώς ποιόν βαθμό μπορεί νά έπενδυθή ή βιομηχανική άνάπτυξη σέ τέτοιες ιδεολογίες (π.χ. πώς θά μπορούσε νά ύπάρξη ένα
βιομηχανικώς άνεπτυγμένο 'Ισλάμ σάν ιδεολογία).
Ή λεγόμενη σήμερα «σύνταξη» δέν είναι παρά μία κοινωνική ύποστασιοποίηση τοΰ «σεβασμοΰ τών τέκνων πρός τούς γονείς», πού άποτελεΐ μιά
θεμελιώδη «άρχή» τοΰ πολιτισμοΰ μας. Κοινωνικώς ή σχέση τών νέων πρός
τούς παλαιοτέρους δέν είναι γιά όλους τούς λαούς ίδια. Ό «σεβασμός»
αύτός άποτελοΰσε στό παρελθόν «φυσικό δικαίωμα» τών γονέων, γιατί χωρίς αυτόν δέν θά μποροΰσαν νά έπιβιώσουν στά γεράματα. Ό τέτοιος «σεβασμός» π.χ. στήν έποχή τοΰ 'Αβραάμ έμετράτο άπό τό πόσες πατάτες θά
πήγαινε τό παιδί στόν πατέρα. Τό πατριαρχικό σύστημα προέκυπτε σάν
κατάσταση άνάγκης πού έξησφάλιζε αύτόν τόν «σεβασμό». Ή τεκνογονία
άποτελοΰσε έτσι τήν άναγκαία συνθήκη γιά έπιβίωση, πού τό πατριαρχικό
σύστημα τήν καθιστοΰσε καί ίκανή. Ή στειρότητα ήταν κυριολεκτική
«κατάρα Θεοΰ» — καί έτσι άκριβώς τήν παριστάνουν οί Γραφές —, πού
συνεπήγετο πάρα πολλές προσευχές. Οί «προσευχές» καμμιά φορά «έπιαναν», διότι τά ψυχικά έν γένει καί ιδίως στίς γυναίκες είναι δρώντες συντελεστές στό σέξ καί, άν ή «πίστη» ήταν μεγάλη, παραμερίζονταν οί αναστολές ή άλλοι παράγοντες καί τό «θαύμα» έγινόταν. Ή «ομορφιά» βέβαια
μέσα σ ' αύτές τίς καταστάσεις έπαιζε ενισχυμένο ρόλο, ώς ένδεικτικόν
στοιχείο καρπερότητος καί «ψυχικού κινήτρου», καί άρα «εύτυχίας». 'Υπό
τίς συνθήκε αύτές ό γάμος δέν ήταν καί τόσο εύκολη ύπόθεση, ή μάλλον,
κυριολεκτώντας, ήταν ολόκληρη ή «ούσία» τής ζωής. Ή τραγωδία π.χ.
ένός πού θά παντρευόταν μιά όμορφη γυναίκα καί θά τοΰ έβγαινε στείρα,
ήταν προφανής. Καί τά παιδιά σάν προϊόντα «εύτυχίας» πολλές φορές έσυνδέονταν μέ θρησκευτικές παραστάσεις, «άφιερώνονταν» στόν Θεό σάν
«βουλήσεις» θείες, άπό όπου προέκυπταν ώραΐα λογοτεχνικά έργα (Θυσία
τοΰ 'Αβραάμ) κ.λπ. Ή τεκνογονία ώς δυνατότητα έπιβίωσης ίσχύει σήμερα
195

κατ' εξοχήν στόν τρίτο κόσμο. Μέ τήν εξέλιξη βέβαια τών κοινωνιών αύτά
τά πράγματα άλλαξαν καί άλλαξαν καί τά νοήματα. Μέ τήν ανακάλυψη τής
έργασίας ώς φορέως τής κοινωνικής ύπαρξης (καί τούτο γιά πρώτη φορά
συμβαίνει στήν «Πολιτεία» τοΰ Πλάτωνα), στίς σημερινές κοινωνίες τής
παραγωγής ό σεβασμός είναι έλεύθερη προαίρεση τοΰ άτομου, διότι είναι
σεβασμός πρός τήν κοινωνική έννοια τοΰ προσώπου. Ή έννοια αύτή δέν
ύπάρχει άφηρημένα καί μεταφυσικά, άλλά άποκλειστικώς καί μόνο κοινωνικά ώς άλληλοσεβασμός πρός τό πρόσωπο άνεξαρτήτως ήλικίας. "Ετσι
άκριβώς ήταν καί στήν άρχαιότητα, διότι ό «γέρος» σ ' αύτή εθεωρείτο
σοφός ώς πρός τήν πείρα (αύτό άπαιτοΰσε σεβασμό, όχι τό... μπαστούνι),
έπειδή ώς πολίτης συμμετείχε πάντα στά κοινά ( Έ πολιτική σοφία έθεωρεΐτο μία άπό τίς τρεις βάσεις τοΰ άρχαίου πολιτεύματος καί απαιτείτο ώς
ίδιότης τών γερόντων). Σεβασμός πρός τό πρόσωπο δέν σημαίνει ότι πρέπει
νά σέβεται ό μικρός τόν μεγάλο, άλλά καί ό μεγάλος τόν μικρό, διότι καί
οί δύο έχουν προσωπικότητα κοινωνικώς συναρτωμένη διά τής έννοιας τής
έργασίας. Τό ίδιο άκριβώς καί ό σεβασμός πρός έναν άγνωστο στό λεωφορείο, διότι, μέσα στόν σύγχρονο καταμερισμό έργασίας ύποτίθεται πώς
κάτι κάνει κι αύτός γιά τήν δική μας ζωή (πού δέν τό ξέρομε συγκεκριμένα,
άλλά έχομε γ ι ' αύτό έγγυητή τό κράτος). Τό ίδιο σεβόμαστε τόν Πλάτωνα
ή τόν Μπετόβεν, διότι άναγνωρίζομε (όσο μποροΰμε νά τό καταλάβωμε),
ότι κάτι έκαναν γιά τήν ζωή μεγάλων συνόλων άνθρώπων καί γιά τήν δική
μας. Ό σεβασμός δέν είναι ύποχρέωση — δέν γεννιέται κανένας χρεωμένος
νά σέβεται — άλλά προσφορά μέ μέτρο τήν άνταπόδοση. Καί σάν τέτοιος
επιδρά ήθικά καί πνευματικά τόσο σ ' αύτόν πού τόν άπονέμει, όσο καί σ '
αύτόν πού τόν δέχεται. Καί ό νόμος άναγνωρίζει τήν ύποχρέωση τών γονέων πρός τά τέκνα, όχι έπειδή είναι «δικά» τους, άλλά έπειδή έχουν δικαιώματα ώς πρόσωπα άπό τήν στιγμή ποΰ θά γεννηθοΰν. Δικαιώματα πού
άπαιτοΰν καθ' έαυτά σεβασμό, άδιακρίτως ήλικίας. Ό σεβασμός δηλαδή
είναι μία διαρκώς κατακτωμένη κατάσταση, όπως είναι όλες οί πολιτιστικές κατακτήσεις, τής «Δημοκρατίας» συμπεριλαμβανομένης.
Ό σεβασμός ώς θεσμοθετημένη ύποχρέωση τών «μικρών» πρός τούς
«μεγάλους» είναι βέβαια ένας κοινωνικός καί ιδεολογικός φασισμός, άκρως
άπαραίτητος καί άποδοτικός σέ κοινωνίες πού δέν παράγουν, δηλαδή πού
ζοΰν άνευ «έργασίας». Είναι δέ άπαραίτητος, διότι λύνει κοινωνικής φύσεως προβλήματα. Ά φ ο ΰ τό παιδί έγεννήθηκε χρεωμένο νά «σέβεται»,
έπεται πώς δέν ύπάρχει πρόβλημα κοινωνικών άσφαλίσεων, ώστε αύτές νά
καταστούν πολιτικώς ένοχλητικές, διότι ό,τι λείπει άπ' τό ταμείο τό άναπληρώνει ό «σεβασμός» (οί πατάτες τοΰ Αβραάμ...). Ή έννοια συνεπώς τής
κοινωνικής διεκδίκησης ώς έκλογικευμένου αιτήματος χάνεται καί μένει
196

άπλώς τό νόημα τής άπεργίας-έπαιτείας πού άναφέραμε. Ούτε καί προκύπτει ή άνάγκη κάποιου τέτοιου έκλογικευμένου αιτήματος, διότι δέν ύπάρχει τό άντικείμενο (άφοΰ λείπουν οί άντίστοιχες κοινωνικές διαδικασίες)
έπί τοΰ όποιου θά άναφερθή. Συνεπώς ή κοινωνική διεκδίκηση διά τοΰ
«σεβασμού» μένει στό ϊδιο επίπεδο πού μένει καί ή κοινωνική περίθαλψη
μέ τά... 'ξωκκλήσια (τά τάματα ώς υποκατάστατα τών φαρμάκων...).
Ή ιδεολογία προφανώς αναπαράγει μέ όλα τά μέσα τήν άνάγκη τοΰ
«σεβασμού» —στό σχολείο μέ τό «ξεχωριστό μάθημα» τής «ήθικής» («τίμα
τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου»), στό τραγούδι («ποτέ τήν μάνα μήν
πικραίνεις») κ.λπ. Μέ τήν διδασκαλία τής «ήθικής» μπορεί βέβαια νά έπέρχωνται ώρισμένες κομφουζιώδεις καταστάσεις στόν χώρο τοΰ Δικαίου, όπως δείξαμε, άλλά αύτό δέν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι ό σεβασμός
άποκτά μεταφυσικήν βαρύτητα καί γίνεται «σέβας» (τό είδαμε στό «Διάγγελμα τοΰ Έθνους»). Τό όποιον βέβαια «σέβας» διεκδικεί έξ ολοκλήρου ή
Εκκλησία, άφοΰ είναι άναγκαστικά ό φορεύς τοΰ «Έθνους». Έ τ σ ι λ.χ. ή
σκεβρωμένη γρηά στό λεωφορείο θά σηκωθή μόλις ' δή τόν ταυραντισμένο
35χρονο ίερέα, τοΰ όποιου τό Elan Vital είναι τόσο, ώστε χρειάζεται νά
κάνη κάθε πρωΐ τρεις ώρες τροχάδην σέ βράχους καί κορφοΰλες προκειμένου νά καταστή κοινωνικά άνεκτός κατά τό ύπόλοιπον τής ήμέρας. Καί
είναι ύποχρεωμένος νά κάτση, διότι τό «σέβας» είναι πλέον κοινωνική
άρχή. Ή έξαθλίωση σπρώχνει τίς γρηές πρός τά ράσα, τά ράσα πρός τό
«σέβας», τό «σέβας» πρός τό ΙΚΑ σύν τόν γυιό — καί πάλι άπ' τήν άρχή.
Τό ϊδιο άκριβώς κι ένας γέροντας, πού μπορεί νάχη περάσει τή ζωή του
στό ΠΡΟ-ΠΟ καί τήν πρέφα, άπαιτεϊ νά σηκωθή ένας τριαντάχρονος, πού
μπορεί νά δουλεύη ά π ' τό πρωΐ, χωρίς βέβαια στόν τελευταϊον νά γεννηθή
ή άπορία, λόγφ «ήθικής» τοΰ σχολείου, τί μπορεί νά έκανε ό γέρος γ ι '
αύτόν πρίν ακόμα γεννηθή. "Οπως θά ίδοΰμε, στήν Ελλάδα ειδικά, είναι
καί άπό άλλους λόγους άδύνατες τέτοιες λογικές. Οί ούτως ή άλλως μάταιες
βέβαια.
'Αναγκασθήκαμε στήν κάπως άναλυτική τούτη παρέκβαση, γιά νά δείξωμε πώς τά φυσικά πράγματα, πού δέν είναι καθόλου «νομικά», οί «συνταγματικές διατάξεις» τά άνατρέπουν άρδην. Έ ν ώ τό δικαίωμα «συντάξεως»
είναι ώς φυσικό δικαίωμα θέμα πραγματολογικό, κατά τά καθ' ήμάς γίνεται
θέμα νομολογικών γνωμοδοτήσεων. Ά π ό ούσιαστικής βέβαια άπόψεως
ορθώς (έξ ού καί ή άναγκαιότης όλων τών παραπάνω): άφοΰ ή Ε λ λ ά δ α δέν
παράγει τίποτε καί ζή διαρκώς μέ «δάνεια» καί ξένα λεφτά, δέν μπορεί νά
κατοχύρωση, καί μάλιστα συνταγματικώς, «δικαιώματα τών πολιτών» έπί
ξένων χρημάτων.

197

Ά π ό όλα λοιπόν τά παραπάνω απορρέει καί ή σημασία τής λειτουργίας
τών «ανωτάτων θεσμών», ιδιαίτερα δέ τοΰ Ελεγκτικού Συνεδρίου. Καί όπως
βλέπομε, αποτελούν τέτοιο διαλεκτικό κύκλωμα άνευ διεξόδων, ώστε ή
«λύση» διά τοΰ συνθήματος τής «άναμορφώσεως τών θεσμών», άπό όπου
κι άν προέρχεται, νά έγγίζη σχεδόν τά όρια τοΰ... ποινικού κώδικος. Δέν
πρόκειται περί «άναμορφώσεως» τών οιωνδήποτε θεσμών, άλλά περί άναδιαμορφώσεως τής Ελλάδος σάν κράτους. Τότε μόνο μπορούν νά ύπάρξουν άνθρώπινα δικαιώματα καί ή όποια κατοχύρωσή· τους, όταν ό ελληνικός χώρος βρή έναν τρόπο ιστορικής χρησιμότητος. Ά λ λ ά αύτός δέν
βρίσκεται ούτε στά «πολιτικά προγράμματα», ούτε στίς προεκλογικές εξαγγελίες.

Β',

II

Μέχρις έδώ έζητήσαμε νά έξηγήσωμε τίς άντιφάσεις τών έλληνικών Συνταγμάτων, άνατρέχοντες στίς συνθήκες δημιουργίας καί στήν ίστορικήν
ύπόσταση τοΰ νεοελληνικού κράτους, καί όχι διά θεωρητικών έννοιών.
Έ ά ν έπί παραδείγματι έθέλαμε θεωρήσει βάση τών άναλύσεών μας γιά τό
«Δημόσιο Δίκαιο» (τά «άνθρώπινα δικαιώματα») αύτό πού χρησιμοποιείται
στίς νομικές άναλύσεις ώς νομιμοποίηση τών σχέσεων έξουσίας καί άτομου, δηλαδή τό λεγόμενο «δημόσιο συμφέρον», θά καταλήγαμε σχετικά μέ
τά έλληνικά πράγματα σέ πολλαπλοΰν άδιέξοδο. Πρώτον μέν γιατί ή έννοια αύτή δέν είναι έννοια νομική καί ούτε μπορεί νά όρισθή μέ άνάλογους
τρόπους. Τό «δημόσιο συμφέρον» είναι έννοια φιλοσοφίας τοΰ πολιτισμού
καί συνεπώς έκ φύσεως ρευστή, διότι έξαρτάται μέ ποιόν τρόπο τήν προσεγγίζει κανείς. Στίς έπαναστατικές θεωρίες — πού έχουν άμεσα στόχο τήν
ύπάρχουσα εξουσία — ή έννοια αύτή άμφισβητεΐται τελείως. Ή σκοτεινότης τοΰ «δημοσίου συμφέροντος» είναι στενά δεμένη στίς νεώτερες πολιτικές θεωρίες τοΰ άστικοΰ κράτους μέ άλλα έπίσης άόριστα νοήματα τών
φιλοσόφων, όπως π.χ. ή «Volonte Generate» τοΰ Ρουσσώ, πού σάν τέτοια
συμπεριελήφθησαν στά Συντάγματα. Οί συνταγματικές ερμηνείες σέ άλλες
198

χώρες προέρχονται μεθοδολογικώς κατά μέγα μέρος άπό τό γεγονός αύτό
— καί ώς πρός τούτο συνιστούν στοιχείο γονιμότητος —, οί κατά μίμηση
τους όμως άντίστοιχες στήν Ε λ λ ά δ α συγκαλύπτουν άπλώς τό βασικόν
έρμηνευτικό γεγονός: ότι άπό τόν τρόπο τής κατασκευής τής Ελλάδος ώς
κράτους, καμμία έννοια «δημοσίου συμφέροντος» δέν ήταν δυνατόν νά
προκύψη ώς συλλογική συνείδηση. Πιό κάτω θά τό ίδοΰμε καλύτερα. Ε πίσης δέν είναι δυνατόν νά κάνωμε καί περί «ιδιωτικού δικαίου» λόγο στήν
'Ελλάδα, διότι τό ιδιωτικό συμφέρον προϋποθέτει τήν ισότητα έναντι τοΰ
νόμου, πράγμα πού στήν 'Ελλάδα δέν ισχύει, άφοΰ αύτή είναι στήν πραγματικότητα ένα κράτος μειονοτήτων καί δέχεται ώς «πηγή τών έξουσιών»
ένα καί μόνο «"Εθνος», δηλαδή τό άόριστο «έλληνικόν». Ή νεώτερη τροπή
«διά τοΰ Λαοΰ» είναι έπίσης μιά θεωρητική κατασκευή, διότι προϋποθέτει
σιωπηρώς ότι ή «λειτουργία» τοΰ «Έθνους» στό παρελθόν υπήρξε τόση καί
τέτοια, ώστε νά προκύψη ή χρειαζούμενη σήμερα έννοια τοΰ «ομοιογενούς
λαοΰ». Τά πράγματα βλέπομε νά τό διαψεύδουν. 'Αντί λοιπόν άλλου μέτρου
στίς άναλύσεις μας έπιλέξαμε τήν ίδια τήν πραγματικότητα. Αύτό, όχι μόνο
διότι θά μάς έξοικονομοΰσε χρόνο ώς πρός τίς «θεωρίες», άλλά έπειδή θά
μάς έξυπηρετοΰσε καί ώς πρός τίς άναφορές μας στήν τρέχουσα πολιτική,
πού ήταν έξ άρχής τό κυρίως θέμα μας.
Όφείλομε όμως νά όμολογήσωμε έξ άρχής, ότι τόν κ. Παπανδρέου τόν
έκτιμοΰμε ώς πολιτικό. Τόν έκτιμοΰμε άπό μόνο τό γεγονός, ότι είναι ό
μόνος έλληνας πολιτικός πού άσχολεΐται μέ τήν πολιτική, ή πού έπεδίωξε
τούλάχιστον ν ' άσχοληθή μέ τό δύσκολο τούτο θέμα. Καί γιά τούτο τόν
θεωρούμε σάν προσωπικότητα ξεχωριστόν. Καί έφερε τήν μεγίστη τών
πολιτικών 'Αλλαγών στήν 'Ελλάδα, συνισταμένη σέ τούτο: ότι άντί νά
κρύψη καταστάσεις, άφησε τίς ύπάρχουσες νά έκδηλωθοΰν. Σήμερα πιά
γνωρίζομε ότι στήν Ελλάδα κανενός είδους 'Αλλαγή δέν είναι δυνατή κι
ότι αύτή κείται πέραν τοΰ «σοσιαλισμού», τοΰ «φιλελευθερισμοΰ», οιασδήποτε «μεταρρύθμισης» καί «πολιτικού προγράμματος» έν γένει. Δηλαδή έν
ολίγοις, ό κ. Παπανδρέου έδωσε στόν ελληνισμό τήν ιστορική πνοή πού
τοΰ έλειπε διακόσια χρόνια τώρα καί πού οί άνάγκες τών μπαλκονιών τών
ελληνικών πολιτικών μηδαμηνοτήτων τοΰ στεροΰσαν.
"Επειτα ό κ. Παπανδρέου είναι άνθρωπος πού διαβάζει. Ό συγγραφέας
τούτων τών γραμμών έχει τό κρυφό καμάρι τής ύποψίας, ότι ό κ. Παπανδρέου τόν τίμησε μελετώντας τό βιβλίο του «'Ανάλυση τής νεοελληνικής
άστικής Ιδεολογίας» τό '75, άπό τό όποιον ένεπνεύσθη άρκετά γιά τήν
άνάγκη ένός συνθήματος 'Αλλαγής. Μόνο βέβαια ότι έμεΐς τήν 'Αλλαγή
τήν εννοούσαμε ολίγον διαφορετικά: ότι έπρεπε άπό τότε νά ύπάρξη ή
199

διαδικασία αφομοίωσης τών αριστερών δυνάμεων, πρός κάτι τό πλέον ιστορικά πρόσφορο (βλ. κατωτέρω), καί ότι τά πράγματα της 'Αλλαγής θά ήσαν
τέτοια, ώστε ή Ε λ λ ά δ α μέ τήν σημερινή της κατάσταση νά μπορούσε νά
άρθρώση κοινωνικά λόγο. Δηλαδή νά προσδεχθή γονίμως καί ένεργώς τίς
στό μεταξύ επελθούσες άλλαγές. 'Αλλά δέν πειράζει' αύτό φυσικά μπορεί
νά γίνη καί μέσω τής άνοιας τών γηπέδων μέ μιά κάπως μεγαλύτερη δυσκολία (τόν έλλαδισμό καί τήν ταβέρνα δέν πρέπει νά τά υποτιμούμε σάν
παράγοντες άντιστάσεων). Σημασία έχει ότι έφθάσαμε είς τήν άνάγκη τών
'Αλλαγών, καί τήν έθνικήν αύτή εύεργεσία μάς τήν προσέφερε ό κ. Παπανδρέου. Μικρή ν άμφιβολία διατηρούμε μόνο ώς πρός τήν θυμική ν διάθεση τοΰ κ. Παπανδρέου μέ ό λ ' αύτά, διότι ό κ. Παπανδρέου έδειξε καί
τό άσθενές του σημείο (μέσω τοΰ όποιου άλλωστε καί έξ άντικειμένου
έπραγματοποιήθησαν αύτές οί 'Αλλαγές), ότι δηλαδή δέν έννοοΰσε ποσώς
νά κατεβή άπό τήν έξουσία. Πρός τοΰτο είχε άνάγκη νά στηριχθή στόν έν
ευρεία έννοια «λαό», ό όποιος όμως έτσι έδειξε τίς πραγματικές διαθέσεις
του ώς πρός τήν ιστορική κατάστασή του (αύτό πού έπιμόνως έκρυβαν οί
«αύτοδυναμίες» τής Δεξιάς κατά τό παρελθόν), καθιστώντας άναπότρεπτη
πλέον καί τήν πραγματοποίηση τών 'Αλλαγών. Τό νά μήν αίσθανώμαστε
καθόλου εύρωπαϊοι καί νά θέλωμε σώνει καί καλά νά συμπεριφερώμεθα
σάν «εύρωπαϊοι», είναι βέβαια τό άκρον άωτον άνυπαρξίας πάσης έννοιας
«άνθρωπίνων δικαιωμάτων». Τήν «ένταξή» μας στήν Εύρώπη κατά τό δεκαπενταετές διάστημα μετά τήν Χούντα τήν άντιληφθήκαμε κατά ένα καί
μόνον τρόπο: ώς έλλειψη λαϊκής κυριαρχίας («έθνικής άνεξαρτησίας» άπλούστερον) καί άντιδυτισμόν. Τά πράγματα έχουν βεβαίως τίς εξηγήσεις
των, στίς όποιες θά άναφερθοΰμε πιό κάτω καί γιά τίς όποιες ό έν ευρεία
έννοια «λαός» δέν είναι ό κύριος αίτιος, άλλά σημασία έχει ότι έφάνησαν.
'Ακόμη μιά φορά. Καί έπειδή συνεχίζουν νά υφίστανται πάντα άναλλοιώτως καί τά αύτά, είναι βεβαίως σκόπιμο νά έπιδιώξωμε νά μήν τά έντάξωμε
στά μελλοντικά προβλήματα τής βαλκανικής περιοχής. Ό τ ι δηλαδή αύτό
θά είναι κέρδος. Φυσικά δέν ύπαγόμαστε καθόλου είς τούς νομίζοντας ότι
'Ιστορία είναι ή πραγματοποίηση τής «βούλησης τών λαών», πιστεύομε
όμως ότι καί χωρίς αύτή δέν είναι δυνατόν νά άποτελεσθή ιστορικό έργο
διαρκείας. Οί καταστάσεις τών άνατολικών χωρών τό δείχνουν καθαρά καί
θά ήταν σφάλμα νά υποθέταμε, ότι άνάλογες δέν έχομε στόν δυτικό μας
κόσμο. Ή «'Ελλάδα» ώς παλαιόν «μήλον τής έριδος» καί ώς τρέχουσα
νοοτροπία είναι τό πιό άδιάψευστο παράδειγμα.

Τί άκριβώς είναι λαϊκισμός δέν μπορούμε νά πούμε, όπως δέν μπορούμε νά
ποΰμε τί άκριβώς είναι θρησκεία. Μπορούμε όμως νά ποΰμε ότι ό λαϊκι200

σμός συνίσταται στό σύνολο απλών καί διαχεομένων στόν λαό ιδεών, τών
οποίων ή συνισταμένη δίνει αύτό πού θά μπορούσαμε νά άποκαλέσωμε
«ϊδιογνωμία» ένός λαοΰ. Παραδείγματος χάριν, όλες οί τριτοκοσμικές καί
ύπανάπτυκτες χώρες έχουν έντονα λαϊκιστικά κινήματα, συνιστάμενα άπλώς στήν «γενική ϊδέα» κινδύνου πού διατρέχει ή ιδεολογία τους (καί πού
οί ίδιοι ζοΰν σάν κατάσταση «έξάρτησης») άπό τήν έπαφή μέ τόν τεχνολογικό πολιτισμό. Συγκεκριμένως νά έντοπίσουν πού βρίσκεται αύτός ό
κίνδυνος δέν μπορούν, διότι δέν έχουν τούς άντίστοιχους κοινωνικούς φορείς, δηλαδή τίς κοινωνικές διαδικασίες πού θά τούς οδηγούσαν σέ συγκεκριμένες συνειδητοποιήσεις. Έ τ σ ι οί ίδέες παραμένουν ώς «διαχεόμενες
άντιλήψεις», στόν λαό, προσφερόμενες εκάστοτε σάν «τρόποι επαφής» τών
κομμάτων μαζί του (γιά τίς νεώτερες άντιλήψεις περί λαϊκισμού, βλ. Η.
Dubiel (Hsg): «Populismus und Aufklarung», Suhrkamp 1986). Ώ ς σύνολο
«διαχεομένων ίδεών», όπως άκριβώς καί οί θρησκείες, ό λαϊκισμός μπορεί
νά άποτελέση παράγοντα «ολοκλήρωσης» πολιτικά (βλ. καί «Le Monde
Diplomatique», No 420 / Mars 1989, σελ. 3: «Integrisme et Laicite»), χωρίς
όμως συγκεκριμένη κατεύθυνση άλλου είδους (κοινωνική ή ιστορική).
Μπορεί νά είναι ύπέρ τοΰ καπιταλισμοΰ, μπορεί (ό ίδιος λαϊκισμός) καί
κατά. 'Ανάλογα μέ τόν «τρόπο έπαφής» τοΰ λαϊκιστικού ήγέτη. Ύπάρχουν
πλήρως φασιστικά λαϊκιστικά κινήματα στήν λατινική 'Αμερική πού είναι
«σοσιαλιστικά». Αύτό όμως πού έχει ιδιαίτερη κοινωνιολογική σημασία
γιά τόν χώρο τής Εύρώπης είναι ότι ό λαϊκισμός παίζει ώς παράγων σπουδαΐον ρόλο στίς πολιτικές άναλύσεις τοΰ Α. Γκράμσι καί αύτή ή θεώρηση
εύρήκε μιάν σπουδαίαν έπένδυση στήν καλλιτεχνική συνθετική δύναμη
τοΰ Παζολίνι, μέ τόν μεγάλον ρόλο πού διέκρινε στό «περιθώριο» γιά τήν
πολιτική διαμόρφωση τών συγχρόνων μεγαλουπόλεων. Στό «περιθώριο»
αύτό ώργανώθηκε κατ' άνάγκην καί ή καταιγιζόμενη άπό τήν τακτική τοΰ
ψυχρού πολέμου διανόηση, όπως περιγράψαμε στήν άρχή (βλ. Α ' μέρος),
μετατραπείσα στήν ούσιώδη πολιτική δύναμη τών καιρών διά τών «οικολογικών κινημάτων» καί τών άλλων μικρών ομάδων, πού άπετέλεσαν καί
τούς κύριους φορείς τών άλλαγών στόν άνατολικό κόσμο.
Δέν θά άσχοληθοΰμε περισσότερο μέ τόν λαϊκισμό, γιατί μέ τόν δικό μας
τά πράγματα είναι άπλούστερα. Αύτός ύπήρχε άνέκαθεν δεδομένος στό
ιδεολογικό στερέωμα τής «έλληνορθοδοξίας» καί κατά τούς νεώτερους αιώνες είχε μόνιμη σημαία τήν ιδεολογική κληροδοσία τοΰ Λουκά Νοταρά.
Πράγμα άλλωστε καί φυσικό: όταν κανένας ξερριζώνεται άπό τήν «πατρώα
Γή» του — άλλος άπ' τήν Σιγκαπούρη, άλλος άπ' τό Σουδάν, άλλος άπ'
τήν Αιθιοπία, άλλος άπ' τήν Σμύρνη, τήν Κων/πολη, τήν 'Οδησσό κ.λπ.
201

— καί έρχεται στήν 'Αθήνα νά παριστάνη τόν ψηφοφόρο μ ' ένα έλληνικό
διαβατήριο πού αλλάζει σήματα κάθε δέκα χρόνια (άλλοτε ή κορώνα, άλλοτε ό φοίνικας, άλλοτε τό κλαρί έληάς κ.λπ.), καί ξέρη ή νομίζη τελοσπάντων τί τοΰ φταίει, τί είδους «εύρωπαΐος» καί «δυτικόφρων» νά αισθάνεται; Καί τό κυριώτερο: όσο κοντά κι άν βρίσκεται στίς δυτικές άξίες —
ένας εύαγγελιστής τής Μικράς 'Ασίας έπί παραδείγματι —, πώς θά τίς
καταξιώση μέσα του, όταν γιά νά έπιβιώση στήν «νέα» του «πατρίδα» πρέπει νά γίνη συνειδητά κλέφτης καί μέ τήν όλη του ύπαρξη καί συμπεριφορά
νά ζή πάντα είς βάρος κάποιου ή κάποιας μερίδας άλλων; Τά πράγματα δέν
τά κρίνομε ήθικώς εδώ- προσπαθοΰμε νά βροΰμε μόνο τήν κοινωνική έξήγησή τους, παραβλέποντας τά ίστορικώτερα αίτια καί τίς άναλύσεις. Σάν
υπάρχουσες καταστάσεις μόνο. Τά πράγματα έλειτουργοΰσαν δομικώς έτσι
έξ άρχής, πρίν άκόμη δημιουργηθή έλληνικό κράτος καί πρίν άρχίσουν οί
μεγάλες συρροές μέ τίς άνταλλαγές τών πληθυσμών. Κάποιοι έζοΰσαν είς
βάρος κάποιων άλλων, άπό αίτια άλλα, διότι ό πρό τής έπαναστάσεως
«αύτόχθων» έλληνισμός δέν ήταν παρά οί γηγενείς καί οί ζορμπάδες (έτσι
έλέγοντο οί μωαμεθανοί Έλληνες, οί όποιοι κατέβηκαν μέ τά όρλωφικά
άπό τήν 'Αλβανία έναντίον τών χριστιανών ομογενών τους στήν κυρίως
Ε λ λ ά δ α καί Πελ/νησο). Αύτό όμως τό στοιχείο, τό τοΰ άδιεξόδου δηλαδή,
μέ τίς διάφορες έσωτερικές δράσεις καί άλληλοεπιρροές πού δέν μποροΰμε
νά έξετάσωμε τώρα έδώ, ήταν καί τό μονίμως παραγωγόν τής λαϊκιστικής
διαστάσεως τοΰ άντιδυτισμοΰ. Τόν όποιον ό κ. Παπανδρέου υιοθέτησε ώς
πολιτικόν σύνθημα τής «εθνικής ανεξαρτησίας». Αύτό άκριβώς οί Έ λ λ η νες κατάλαβαν σάν «'Αλλαγή» καί ήταν ή μόνη πού ποθοΰσαν.
Θά ήταν άνακριβές έάν λέγαμε, ότι ό κ. Παπανδρέου δέν προέβη σέ
λαϊκές παροχές όπως κάθε λαϊκιστής ηγέτης. Καί δέν θά ήταν δυνατόν,
διότι ό κ. Παπανδρέου παρεδώθηκε τόσο στόν «λαό», ώστε νά τόν άφήση
πλήρως νά έκδηλωθή σέ όλα τά έπίπεδα — καί νά ξέρωμε τούλάχιστον
σήμερα τί μάς γίνεται. Σ ' αύτό τό σημείο ό κ. Παπανδρέου προσέφερε μιάν
άνυπολόγιστη προσφορά, διότι γνωρίζομε ότι όχι μόνο «εύρωπαϊοι» δέν
αισθάνονται οί "Ελληνες, άλλά ούτε καί κανένα πολιτικό σύνθημα ή «πρόγραμμα» μπορεί νά άλλάξη σέ κάτι τήν κατάσταση καί τίς διαθέσεις των.
Καί αύτά όλα οφείλουν νά μάς οδηγήσουν κατ' άνάγκην σέ ούσιωδώς νέες
ποιοτικώς σκέψεις. 'Αλλά καί άπό τεχνικούς λόγους θά ήταν άνακριβής ό
ισχυρισμός, ότι ό κ. Παπανδρέου δέν προέβη σέ λαϊκές παροχές καί δέν
εισήγαγε σέ πολλούς τομείς δημοκρατικές διαδικασίες: άφοΰ έπρεπε νά
σπάση κατεστημένες νοοτροπίες καί συμφέροντα, προκειμένου νά στερεωθή σάν κόμμα, ό μόνος τρόπος ήταν νά άφήση, σέ ώρισμένους τούλάχιστον
τομείς, νά λειτουργήσουν δημοκρατικές διαδικασίες καί νά «δράση ό
202

λαός». Ά λ λ ο ς τρόπος γ ι ' αύτό δέν ύπήρχε. Είναι άλλο θέμα πού θά ιδούμε
παρακάτω, τί είδους ήσαν αυτές οί παροχές ποιοτικώς. Σημασία έχει ότι
τό κόμμα τοΰ κ. Παπανδρέου, ύποχρεωμένο νά ένεργήση σάν φορέας πολιτικής χειραφέτησης μεγάλων κοινωνικών ομάδων, έδειξε ότι τά μέχρι
τώρα συνταγματικά καί νομικά πλαίσια ύπάρξεως τοΰ έλληνικοΰ κράτους
(κράτος-παρακράτος, οίκονομία-παραοικονομία, ύπη ρεσίες-παραΰπη ρεσίες καί ή έν γένει διχαστική υπόσταση πού τόσο έξυπηρέτησε τήν παλαιάν πολιτική ζωή) δέν έπαρκοΰν πλέον γιά τήν συνέχισή του.
Στόν έσωτερικόν λοιπόν τομέα ό κ. Παπανδρέου ύπήρξε μέγας πολιτικός,
κατά τήν γνώμη μας ό μεγαλύτερος τής νεοελληνικής ιστορίας. Δέν ύποσχέθηκε λόγια καί οράματα. Είπε άπλώς: «κάμετε ό,τι θέλετε, άρκεΐ νά μέ
ψηφίζετε». Ή λαϊκή κυριαρχία ύπήρξε πλήρης καί θά ήταν λάθος ή κακοβουλία, άν τό άμφισβητοΰσε κανείς. Καί άπόδειξη τής πλήρους λαϊκής
κυριαρχίας είναι ώρισμένα πράγματα, γιά τά όποια κατηγοροΰν οί μή έννοοΰντες τίς κυβερνήσεις τοΰ κ. Παπανδρέου. "Ενα άπό αύτά είναι καί τά
τηλέφωνα. Μά αύτό άκριβώς καλείται δημοκρατία καί διαφάνεια, ό,τι γίνεται νά φαίνεται. Τά τηλέφωνα είναι τωρινή κατάσταση; Χωρίς τίς παρακολουθήσεις τηλεφωνημάτων, χωρίς άνοιγμα τής άλληλογραφίας, χωρίς
περίπτερα καί θυρωρούς, τό έλληνικό κράτος θά είχε καταρρεύσει πρό
πολλοΰ. Τυχαίο άραγε είναι ότι οί άνώτεροι άξιωματοΰχοι τών μυστικών
υπηρεσιών προέρχονται άπ' τά ταχυδρομεία; Αύτά κρατάνε τήν «δημοκρατία» καί τά «άνθρώπινα δικαιώματα» στήν 'Ελλάδα. Καί μάλιστα μεταπολεμικώς άποκλειστικώς καί μόνον αύτά. Τά τηλέφωνα καί τά ταχυδρομεία
δέν είναι μέσα επικοινωνίας, ούτε καί μπορούν νά συμπεριληφθούν στίς
διεθνείς συμβάσεις τών άναλόγων οργανισμών. Είναι τά έπίσημα μέσα
στηρίξεως τοΰ κράτους. Πότε αύτά θά σταματήσουν νά έχουν αύτόν τόν
ρόλο; — Μά όταν άκριβώς καί ή 'Ελλάδα σταματήση νά ύπάρχη σάν
κράτος άνευ προϋποθέσεων. "Οταν δηλαδή έρθουν έδώ οί «έταΐροι» μας νά
φκιάξουν ιδιωτικά ταχυδρομεία καί τηλέφωνα. Τό νόημα τών οργανισμών
αύτών δέν καθορίζεται διά νόμων καί έκ «κρατικών» σκοπιμοτήτων — νά
γράφωμε κασέτες καί νά μπαίνωμε στίς κρεβατοκάμαρες άνοίγοντας τά
γράμματα, προκειμένου νά μήν διαταραχθή ή διαδικασία τών «έκλογών» —,
άλλά άπό τόν σκοπό τους πού είναι ή έπικοινωνία. Ό π ω ς άκριβώς πού
ύπό τόν όρο «τηλεόραση» σήμερα στήν 'Ελλάδα έννοοΰμε άποκλειστικά
καί μόνο τήν ιδιωτική τηλεόραση, τήν οποίαν άπό εύνοήτους λόγους (αυτούς δηλ. πού θέλομε τόν κρατικόν ΟΤΕ) άπέκλειαν μέχρις πρό ολίγου
καιρού σχεδόν οί πάντες. Ά λ λ ά διά τών «συντακτικών πράξεων» συνεχίζομε βέβαια νά πληρώνωμε τέλη υποχρεωτικά γιά τήν δημόσια. Τέλη
203

— καί οπωσδήποτε ύποτυπώδη αναλογικά μέ τά δικά μας — ύπάρχουν
βέβαια καί στό εξωτερικό. Ή μικρή διαφορά είναι μόνο οί έπενδύσεις πού
κάνει τό κράτος γιά τήν πληθύν καί τό ποιοτικό άνέβασμα τών προγραμμάτων, προκειμένου νά άντιμετωπίση τόν άνταγωνισμό τής ιδιωτικής. Έ δ ώ
καί νομοθετημένο χαράτσι, καί συνέχεια ποδόσφαιρο καί προεκλογικές
διαφημίσεις. Δέν είναι όμως αύτό παραβίαση τοΰ οικογενειακού άσύλου —
νά άνοίγης γ ι ' αύτό πού πληρώνεις καί νά εισβάλλουν μόνο κομματικές
έπιλογές; (κρατικές δέν μπορούμε νά τίς ποΰμε, βέβαια, διότι δέν ξέρομε
ποιές τάξεις καί πώς συμμετέχουν στήν διαμόρφωση τών προγραμμάτων).
Λέγεται αύτό κατοχύρωση άνθρωπίνων δικαιωμάτων; Επομένως δυό λύσεις ύπάρχουν: ή νά ΐδιωτικοποιηθή καί ή κρατική τηλεόραση, ή, άφοΰ
πρέπει νά καταβάλλωνται τά λεφτά — ένώ τά κρατικά προγράμματα δέν
ύπάρχουν —, νά δηλώση ό καθένας στήν ΔΕΗ ποιά τηλεόραση θέλει νά
πληρώνη καί βάσει αύτοΰ νά είσπράττωνται τά συνήθη ύποχρεωτικά τέλη.
Μόνο έτσι θά ύπάρξη πληροφόρηση καί θά άρθή ή άντισυνταγματικότης
τοΰ άρθρου 51 τοΰ Συντάγματος. Διαφορετικά πώς ύποχρεοΰται νά ψηφίζη
κανείς άπληροφόρητος, μόνο μέσω τοΰ ποδοσφαίρου; Αύτό είναι τό νόημα
τοΰ άρθρ. 51; Κατά τόν ϊδιο τρόπο θά κατοχυρωθή καί τό δικαίωμα τής
έπικοινωνίας, άν γίνουν ιδιωτικά άπό ξένες έταιρεΐες ή άλλους ιδιώτες τά
ΕΛ.ΤΑ καί ό ΟΤΕ.
Μέχρι τότε θά ύπάρχουν μόνο κασέτες, ύποκλοπές καί κλοπές...
Καί ή μεγάλη προσφορά τοΰ κ. Παπανδρέου έγκειται άκριβώς στό ότι
άφησε τό υπάρχον κράτος νά έκδηλωθή όπως άκριβώς ύπήρχε. Ό κ. Τόμπρας δέν έκαμε τίποτε καινούργιο. Προσέθεσε άπλώς τόν παράγοντα τής
έντιμότητος σέ μιάν ύπάρχουσα καί πασίγνωστη κατάσταση. "Ολα αύτά
είναι Δημοκρατία. 'Αλισβερίσι είναι άντίθετα νά έρμηνεύης τό «Σύνταγμα»
άποκλειστικώς ώς κουτάλα καί αύτό νά τό λές «σέβας πρός τό "Εθνος». Καί
έπειδή αύτά όλα στόν καιρό μας τών διαφανειών δέν θά μπορούσαν πλέον
νά κρυβοΰν — δηλαδή ή Ελλάδα θά έπαυε ούτως ή άλλως νά είναι κράτος
διεθνών Συνεδρίων —, θεωροΰμε μεγάλον πολιτικό τόν κ. Παπανδρέου
διότι τά έπιτάχυνε.
Είναι βέβαια ένα άλλο πράγμα, άν ό Παπανδρέου ύπήρξε καί τόσο μεγάλος πολιτικός μέ τήν έξωτερική πολιτική. Είναι όμως δυνατόν νά ύπάρχη μεγάλη έξωτερική πολιτική γιά ένα κράτος τοΰ οποίου ό έν «στενή
έννοια» λαός έχει έξ άντικειμένου ώς μοναδικόν τρόπο έπιβίωσης τό κλέψιμο; "Οτι άπό άπόψεως γεωπολιτικής άπό Μεγάλου Ναπολέοντος καί
έντεΰθεν ό γεωγραφικός χώρος «Ελλάς» έπαιζε τόν μεγαλύτερο ρόλο στήν
παγκόσμια ιστορία μέχρι καί τών ήμερών μας, είναι γνωστό. Δέν θά άναλύσωμε τώρα αύτόν τόν ρόλο. Καί ότι επίσης ή Ελλάδα μεταπολεμικώς
204

άποτελοΰσε τό ένα άπό τά δύο στηρίγματα τής 'Αμερικής στήν Εύρώπη
(τοΰ άλλου όντος ή δυτική Γερμανία), είναι κι αύτό έπίσης γνωστό. 'Από
άπόψεως γεωστρατηγικής, ή διαφορά μεταξύ Ελλάδος καί Τουρκίας έγκειται στό γεγονός, ότι ένώ ή Τουρκία είχε τόν ρόλο τής άμυντικής σημασίας
παράγοντος ώς πρός τήν Μαύρη Θάλασσα καί τήν νότια περιοχή τής
Ρωσσίας, ή Ε λ λ ά δ α διά τοΰ Αιγαίου είχε καί τήν έπιπρόσθετον σημασία
τού στηρίγματος μιας ένεργοΰς πολιτικής ώς πρός τήν Μέση 'Ανατολή.
Αύτό είχαν τήν άτυχία νά μήν τό καταλάβουν καί οί Συνταγματάρχες (τούς
έπέτρεπε όμως ή «ελληνοχριστιανική» ιδεολογική τους συγκρότηση; Ή
περίπτωση τοΰ 'Αγγελή φανερώνει καλά τό συνειδησιακό αδιέξοδο...), οί
όποιοι άπαγόρευσαν στά άμερικανικά άεροπλάνα νά πετάνε άπ' τήν Ε λ λάδα μέ τόν πόλεμο τής Μέσης 'Ανατολής (τό είχαν κάνει καί όλα τά άλλα
κράτη τότε), μέ άποτέλεσμα τό μόνο στήριγμα τών 'Αμερικανών νά μείνουν
οί 'Αζόρες. Τό έπαχθές «ισόβια» (καί όχι βέβαια γιατί κατέλυσαν καμμιά
«Δημοκρατία» στήν 'Ελλάδα!) μάς φανερώνει καλά τήν σημασία τών πραγμάτων...
Τό «έθνική άνεξαρτησία» καί τό «έξω τό NATO» τοΰ κ. Παπανδρέου δέν
ήταν κάτι τό ούσιωδώς διάφορο ά π ' τήν πολιτική τών Συνταγματαρχών.
"Οτι βέβαια τό μεσανατολικό πρέπει νά βρή μιά ιστορική λύση, δηλαδή
μιά λύση διαρκείας καί γονιμότητος, είναι φανερό άπό τήν έποχή τοΰ...
σουλτάνου Σαλαντίν. Τά πράγματα όμως όπως ύπήρξαν ώς τώρα είχαν
άπλώς τό νόημα, ότι «έξω οί βάσεις» έσήμαινε τράβηγμα στό σχοινί τοΰ
βρόχου όλης τής δυτικής βιομηχανικής παραγωγής καί τής Εύρώπης ιδιαίτερα. Δηλαδή μέ τήν προΰφισταμένη τάξη πραγμάτων, τά συνθήματα τοΰ
κ. Παπανδρέου γιά τήν παγκοσμίως βασικώτερη άπό τίς βάσεις τοΰ NATO,
ούτε κάν τούς Ρώσσους δέν έξυπηρετοΰσαν, οί όποιοι μέ τήν μεσανατολική
πολιτική τους έσεβάσθηκαν πλήρως τό δικαίωμα επιβίωσης τών εύρωπαϊκών κοινωνιών.
Πέραν όμως ά π ' αύτά, γιατί άραγε οί άμερικανικές βάσεις στήν Κούβα
δέν έμπόδισαν τόν Φιντέλ Κάστρο γιά τήν έθνική του άνεξαρτησία; «'Εθνική άνεξαρτησία» ώς πρός ποιόν καί τί; Τί δηλαδή θά έκάναμε μ ' αύτή
πού έμποδιζόμαστε τώρα νά κάνωμε; Καί πώς συνδέεται ή «έθνική άνεξαρτησία» μέ τίς βάσεις; Τά νοήματα είναι διαφορετικά. Γιατί οί βάσεις δέν
έμποδίζουν τήν έθνική άνεξαρτησία τών 'Ολλανδών ή τών Νορβηγών καί
γιατί αύτές δέν έμπόδισαν τήν βιομηχανική μεταπολεμική άνάπτυξη τής
'Ιταλίας; Γιατί δέν έμποδίζουν τήν άνάπτυξη τής 'Ισπανίας καί τής Πορτογαλλίας; Αύτοί πού μάς στερούν τήν «έθνική άνεξαρτησία», πώς γίνεται
νά τό καταφέρνουν; Σέ ποιά δεδομένα στηρίζονται; Καί τά δεδομένα αύτά
έχουν οπωσδήποτε σχέση μέ τίς βάσεις; "Αν λείψουν δηλαδή αύτές, μέ τά
205

ϊδια δεδομένα θά έπιτύχωμε κάτι γιά τό όποιο τώρα μάς έμποδίζουν; Γιατί
ή έθνική τους άνεξαρτησία δέν προσέδωσε στους Γιουγκοσλάβους αύτό
πού ή «έθνική ύποδούλωση» μέ τίς βάσεις στερεί άπό τούς "Ελληνες;
Τώρα πού οί βάσεις σιγά-σιγά φεύγουν είναι πιστεύομε καιρός νά συζητηθούν καί τέτοια έρωτήματα. Καί έπειδή ή διάταξη τής Ελλάδος θ ' άλλάξη, άκριβώς γιατί δέν χρειάζονται πλέον οί βάσεις, γιά νά καταλάβωμε
καί τά πόσα έξόχως πολύτιμα προσέφεραν οί βάσεις γιά τό «έθνος» καί τήν
ψηφοθηρικήν δραστηριότητα. Όφείλομε νά όμολογήσωμε ότι ή «συμμαχική πολιτική» τής Δεξιάς, καίτοι ή άλλη ποδοσφαιρική όψη τής «έθνικής
άνεξαρτησίας» άφοΰ περιείχε τήν διά τοΰ «έθνους» έννοια τοΰ... άζημιώτου,
ύπήρξε, έστω καί Παλαμηδικώς, πολύ πιό ιστορικά προσγειωμένη. Ό κ.
Παπανδρέου καί στό σημείο τούτο υπέκυψε στόν «λαό». «Έθνική άνεξαρτησία» δέν είναι παρά ό λαϊκισμός τής ψυχολογίας τοΰ «νεομάρτυρα».
Είναι ή ψυχολογία (ή τόσο βολική γιά τήν Αριστερά!) πού έκαλλιέργησε
ή ορθοδοξία ώς αγωγή τών κάθε φορά συμμαζευομένων στά όρια τοΰ έλληνικοΰ κράτους, έπειδή, όπως έξηγήσαμε, δέν είχε τίποτε άλλο νά τούς
προσφέρη. Ό «μάρτυρας», έν άντιθέσει πρός τόν «ήρωα», υποφέρει πάντα
άπό αιτίες άφαντες καί μή λογικές (προφανώς, άφοΰ τό πρόβλημά του είναι
ψυχολογικό). Τό «μαρτύριο» του άποτελεΐ έξιλέωση, άπολαμβανόμενο έπί
προσωπικοΰ έπιπέδου, πού άποκλείει τήν λογική άναγωγή. "Ενα περιστατικό πού έπιζητεΐ τήν διάρκειά του στό μπουζούκι ή τό γήπεδο, προκειμένου νά συνεχισθή σάν είδος «άναβαθμοΰ» πού «τελειώνει» τόν «μάρτυρα»,
διότι μέσα άπό τίς διαδικασίες αύτές βρίσκεται τελικά ένας κόκκορας πού
φταίει! (Καθόλου τυχαίο δέν είναι πού τά λαϊκά τραγούδια σάν «ψυχοσύνθεση» είναι όλα τά ΐ'δια· οί ρίζες χάνονται βαθιά στήν νεώτερη θρησκευτική
άγωγή...). Αύτή τήν ψυχολογία εύρήκε ό κ. Παπανδρέου νά κάμη σύνθημα.
Καί «πέρασε βαθιά στόν λαό», γιατί άκριβώς τό κόμμα του ήταν ό «λαός»
σάν φορέας αύτής τής ψυχολογίας. Ό κ. Παπανδρέου ήταν ό «τροπαιοφόρος άγιος» τής μεταπολεμικής ζωής μας... Τώρα βέβαια ποιούς κινδύνους
μπορούσε νά κρύβη μιά πολιτική πού έστηρίζετο σέ διάχυτα καί άσαφή
λαϊκά αισθήματα, μία φασιστική δηλαδή κατ' ούσίαν πολιτική, μόλις πού
είναι άνάγκη νά ποΰμε. Ό άντιδυτισμός καί τό «έξω οί βάσεις» ύπήρχαν
σάν ιδεολογία καί πρό τοΰ κ. Παπανδρέου. ('Ιδεολογία καί γιά τήν ί'δια τήν
Δεξιά, ύπό τήν άπόχρωση τοΰ «θεματοφύλακα» καί τής «ρίζας»), Ό κ.
Παπανδρέου άπλώς έφρόντισε νά τήν μεταβάλη σέ εκλογικά ποσοστά.
'Αλλά, είδικά τήν έποχή τοΰ ΠΑΣΟΚ, καί γιά έναν άλλον λόγο τό σύνθημα
«έξω οί βάσεις» συντελοΰσε στήν διατήρηση τοΰ ψυχροπολεμικού κλίματος καί καθόλου τής Ειρήνης. Διότι τά χρόνια αύτά οί συζητήσεις γιά τούς
206

αφοπλισμούς προχωρούσαν — δπως άποδεικνύουν τά γεγονότα τών καιρών
μας — καί ένας πρωθυπουργός μιας χώρας οφείλει νά είναι πληροφορημένος έπί τής γενικής καταστάσεως τοΰ κόσμου. Άλλοιώς τί πολιτική νά
κάνη; Ή έξωτερική πολιτική δέν προκύπτει άπ' τό «κεφάλι», ούτε άπό τίς
άναγκαιότητες τής έσωτερικής. Έ φ ' όσον λοιπόν οί διαπραγματεύσεις τών
άφοπλισμών προχωρούσαν ουσιωδώς, καθόλου δέν θά έξυπηρετούντο άν ό
κάθε τριτοκοσμικός ή «άδέσμευτος» τίς έβλεπε σάν εύκαιρία προβολής τών
δικών του «εθνικών» αιτημάτων καί χάραξη τής «δικής» του πολιτικής.
Διότι ένας άπό τούς βασικούς λόγου πού οί διαπραγματεύσεις κατέστησαν
άναπότρεπτες ήταν άκριβώς ή άνάπτυξη άλλων κέντρων πολιτικής ίσχύος
έπί τοΰ πλανήτη ("Απω 'Ανατολή, 'Ινδία, Κίνα κ.λπ.), πράγμα πού σημαίνει
ότι οί δύο σημερινοί μεγάλοι μόνο άπό κοινού θά μπορούσαν νά άντιμετωπίσουν καί νά κουμαντάρουν. Ή άνάπτυξη συνεπώς κατά τήν διάρκεια
τών διαπραγματεύσεων «ισχυρών» έξωτερικών πολιτικών άπό κάτι σάν τήν
Ε λ λ ά δ α χώρες (όπου οί έσωτερικές έκλογές ούτε καν στοιχείο τυπικής
νομιμότητος δέν συνιστούν γιά έξωτερική πολιτική, μιά καί κανένας δέν
είναι ύποχρεωμένος γιά τήν συνεισφορά στά... «βάλσαμα») άντέβαινε σέ
έναν ούσιώδη λόγο τών ίδιων τών διαπραγματεύσεων. Ή μήπως έλυσε ή
έλληνική έξωτερική πολιτική κανένα έλληνικό πρόβλημα άπό τό '21 κι
έδώ;...
Τό πόσο ή πολιτική τοΰ κ. Παπανδρέου ύπηρετοΰσε τό πνεύμα τοΰ
ψυχροΰ πολέμου καί καθόλου τών άφοπλισμών άποδεικνύει τό γεγονός, ότι
έτυχε καί τής άμερίστου ύποστηρίξεως τής παλαιάς σκληροπυρηνικής πολιτικής τής 'Ανατολικής Γερμανίας. Ή τά μάλα προσκειμένη στήν DDR
(καί χρηματοδοτούμενη) κομμουνιστική εφημερίδα τής Δυτικής Γερμανίας
«Volkszeitung», στό φύλλο No 13 τής 24/3/89, είχε ολόσωμη φωτογραφία
τοΰ κ. Παπανδρέου μέ τήν ψήφο εμπιστοσύνης μετά τά σκάνδαλα, όπου τόν
παρίστανε σάν τόν «ήρωα-μάρτυρα», τόν «"Αγιο Γεώργιο» τών Βαλκανίων
γιά τήν «Ειρήνη», ύπονομευόμενον άπό τίς «σκοτεινές δυνάμεις». Κατά
πόσον ή κατά νόημα ψυχροπολεμική αύτή πολιτική εύρέθηκε μέσα στό
κλίμα τής έποχής της, τό άπέδειξαν τά κατοπινά γεγονότα. Τά συνθήματα
πού θέλησε νά πραγματοποιήση ό κ. Παπανδρέου τό 1989, καί ό τρόπος,
ήσαν καταστάσεις καί συνθήματα τοΰ 1960. "Οχι τοΰ λήγοντος εικοστού
αιώνος.
"Ας άφήσωμε βέβαια τό γεγονός, ότι οί πύραυλοι τοΰ «μικρού» καί «μέσου» καί «μεγάλου» βεληνεκοΰς δέν ήσαν τίποτε άλλο, όπως είπαμε καί
άλλοΰ, παρά όροι πολιτικής συνεννόησης καί λεξιλογίου, όπως άκριβώς
ήσαν τά «ένζυμα» καί τά «άζυμα» στήν πολιτική ορολογία τοΰ μεσαίωνος.
Καί τά δύο σύμφωνα, δέν θά ήταν δυνατόν νά καταργηθοΰν άπό μιά στιγμή
207

στήν άλλη (ώστε νά μπορούν νά δεχθούν τέτοια καίρια χτυπήματα δπως
«έξω οί βάσεις» στήν Ελλάδα), ιδιαίτερα δέ τό NATO πού έσερνε πίσω
του όλη τήν βιομηχανία τής δυτικής παραγωγής (μέ τά γνωστά φυσικά
προβλήματα καταστροφής τοΰ περιβάλλοντος κ.λπ.). Ά λ λ ά πιθανόν ούτε
καί συμφέρει άκόμη ή κατάργηση τής πολιτικής σημασίας αύτών τών
οργανισμών, άφοΰ παρατηρούμε ότι οί άζερμπαϊτζανοί καί οί λιθουανοί
πιστεύουν πώς είναι μόνοι τους στόν κόσμο (αύτών έμεϊς προηγούμεθα
στήν νοοτροπία όπως λέμε!) μή μπορώντας νά καταλάβουν ποιά προβλήματα ή νοοτροπία τους μπορεί νά έξαπολύση σέ άλλες περιοχές τοΰ πλανήτη. Ώ σ π ο υ λοιπόν νά καταλάβουν οί «έθνικές συνειδήσεις» ότι τά προβλήματά τους δέν μπορούν νά λυθούν παρά άπό καταστάσεις πού θά προκύψουν άπό τήν διαδικασία ολοκλήρωσης τών συνεννοήσεων τών δύο μεγάλων, καί ότι δέν είναι μόνο θέμα δημοψηφισμάτων καί έκλογών, ή πολιτική σημασία τών οργανισμών αύτών θά παραμένη άπαραίτητη. Ά ρ α καί
άπό τήν άποψη αύτή ύπήρξαμε οί άζερμπαϊτζανοί τής Μεσογείου... Ά λ λωστε τά πολεμικά αύτά συγκροτήματα ύπήρξαν έπιστημονικοί οργανισμοί, πού στηρίζονταν στήν τεχνολογία καί όχι στούς «ναύτες» καί τούς
«στρατιώτες». Οί «ναύτες» καί οί «στρατιώτες» ήσαν όροι τής καθημερινής
πολιτικής ρητορείας, ένώ ό πραγματικός κίνδυνος τών νετρονίων βρίσκεται σέ τόπους ήμιάγνωστους καί άκατοίκητους — άπό άνθρώπους, πουλιά
καί ψάρια...
Ά λ λ ά πάλι καί μέ τήν έξωτερική του αύτή πολιτική ό κ. Παπανδρέου
ύπήρξε μέγιστος πολιτικός, διότι έδειξε δύο πράγματα πού συμπίπτουν
κατά νόημα είς ένα καί τό αύτό. Παρά τά σκάνδαλα έβγήκε ένισχυμένος
άπό τίς έκλογές, πράγμα πού δείχνει ότι τόν έλληνικό λαό τίποτε άλλο δέν
τόν ένδιαφέρει παρά μόνο τό νόημα τής «εθνικής ανεξαρτησίας». Καί αύτό
σημαίνει ότι ή Ε λ λ ά δ α ώς τό ύφιστάμενο κράτος δέν χωράει πιά στά
πλαίσια τής σύγχρονης ιστορίας. Καί τό άλλο πράγμα — όπερ ταύτόν —
είναι, ότι ό κ. Παπανδρέου έθεσε μέ τήν πολιτική του διεθνώς τό πρόβλημα
τής 'Ελλάδος ώς άνεγκέφαλου κοτετσίου. Πρόβλημα πού οπωσδήποτε
χρειάζεται κι αύτό λύση.
Ό κ. Ρόμπερτ Κάπλαν — άμερικανός δημοσιογράφος στήν Αθήνα,
όπως ό ίδιος ύπογράφει — έξ αίτιας τής πολιτικής τοΰ κ. Παπανδρέου
έγραψε ένα πολύ ένδιαφέρον άρθρο στό διεθνές περιοδικό «Reader's Digest» τοΰ Φεβρουαρίου τοΰ 1988, μέ τίτλο «Ποΰ τό πάει ό "Ελληνας πρωθυπουργός;» (βλ. γερμ. έκδοση, σελ. 63-70). Βεβαίως, αύτό πού δέν άνεκαλύψαμε στό άρθρο είναι ή προσωπική γνώμη τοΰ κ. Κάπλαν, περί τοΰ «ποΰ
θά ήταν δυνατόν νά τό πάη» ό οποιοσδήποτε έλληνας πρωθυπουργός. Κατά
208

τά άλλα ό κ. Κάπλαν εκφράζει εξόχως ένδιαφέρουσες ιστορικά άπόψεις καί
άξιολογώτατες σκέψεις. Διαμαρτύρεται έπί παραδείγματι, ότι ό κ. Παπανδρέου «διέλυσε τήν 'Εκκλησία πού άποτελεΐ τήν σπονδυλική στήλη τοΰ
έλληνικοΰ κράτους» καί τόν καλεί σέ άμεσον συνετισμό. Καθησυχάζοντας
έν τω μεταξύ καί όλους τούς υπολοίπους, ότι ούδείς λόγος άνησυχίας ύπάρχει, δεδομένου όλα τά προβλήματα τής Ελλάδος μποροΰν νά βροΰν έν
άνάγκη τήν λύση τους καί έκτός Ελλάδος: «Amerika und Europa sollen die
Geldeinfuhr stoppen»! 'Αλλά μιά τέτοια λύση, παρατηρεί μέ έλαφράν θλίψη
ό κ. Κάπλαν, θά άντέκειτο πρός τά άνθρωπιστικά ιδεώδη καί μόνον ώς
«τελικό μέτρο» θά μποροΰσε νά χρησιμοποιηθή.
Προσωπικώς δέν ξέρομε, άν ό κ. Κάπλαν γνωρίζη άλλο κράτος τής
ΕΟΚ, στό όποιο νά λειτουργοΰν Συντάγματα καί Κοινοβούλια καί ή 'Εκκλησία νά άποτελή τήν «σπονδυλική στήλη τοΰ κράτους»· τό γεγονός
πάντως ότι θά ήταν δυνατόν νά είχαμε περίπτωση Μπιάφρας έντός τής
εύρωπαϊκής περιοχής, καί δή γιά «ίσότιμον» μέλος τής ΕΟΚ, θά ήταν
οπωσδήποτε ένα περιστατικό καί μή άνθρωπιστικώς σοβαρό. Ά θ ε λ α ό κ.
Κάπλαν μάς άνέξεσεν πληγές πρό τής εύφορίας τών προεκλογικών μας
παραδείσων. Μήπως μιά δυνάμει Μπιάφρα δέν ύπήρξε ή 'Ελλάδα άπό τό
'22 κι έδώ; Πότε λύθηκε τό περίφημον «σιτικόν»; Ποτέ! Ά π λ ώ ς περάσθηκε
μεταπολεμικά σέ ξένους προϋπολογισμούς καί άπεσιωπήθηκε, έπειδή άλλαξαν τά μεγέθη. Ό τ α ν ολόκληρος ό προϋπολογισμός τής 'Ολλανδίας λ.χ.
άποτελή μικρόν κλάσμα τών ετησίων εσόδων τής «General Motors», τί
νόημα έχει νά συζητή κανείς γιά άραβοσίτους καί σιτάρια όρνιθώνων; Ούτε
φυσικά καί βρέθηκε ποτέ πολιτικός νά τό συζητήση, άφοΰ δέν παρεμβάλλετο στά... «εκλογικά προγράμματα», διότι άμέσως μετά τά «σχέδια Μάρσαλ» καί τίς «βοήθειες» άκολούθησαν τά ΜΟΠ. Ακόμα καί στήν κατοχή,
πού οί δρόμοι ήσαν γεμάτοι πτώματα, τό «κράτα Ρόμμελ καί χαθήκαμε»
πάλι έμπόδισε τίς βυζαντινές λαότητες τοΰ νεοελληνικού κράτους νά άναρωτηθοΰν γιατί πεθαίνουν. Ή τ α ν καί έξ άγωγής άδύνατο. Τό Βυζάντιο,
άφοΰ συγκέντρωσε ώς ρωμαϊκή αύτοκρατορία τά 2/ 3 τοΰ παγκόσμιου πλούτου τοΰ καιρού του, διατηρήθηκε άκριβώς τόσο, όσο χρειάσθηκε γιά νά
φάη τά συγκεντρωμένα. Ά ρ α λοιπόν πάντα κάποιος έπρεπε νά δίνη, καί
γιά τήν Κατοχή φταίνε οί δυνάμεις κατοχής. Σίγουρα οί δυνάμεις κατοχής
πήραν ό,τι βρήκαν στίς άποθήκες — εμπόλεμοι ήσαν καί τό ίδιο έκαναν
σέ όλες τίς χώρες —, άλλά δέν έπεσε παντού πείνα όπως έπεσε στήν 'Ελλάδα. Στίς ελληνικές όμως σιταποθήκες δέν βρήκαν καί πολλά, καταφεύγοντας άμεσα στήν παραγωγή. Δυστυχώς, άπό τό 1926 ποΰ ό κ. Ζολώτας
άνεκάλυπτε στήν Λειψία τήν 'Ελλάδα «στόν δρόμο τής έκβιομηχανίσεως»
μέχρι καί τοΰ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ή βιομηχανικώς επίδοξη
209

χώρα μας εϊχεν άνάγκη νά είσάγη ετησίως 400.000 τόννους σιτάρι, γιά νά
γεμίζη άπλώς τίς κοιλιές. Καί τό σιτάρι αύτό τό έξησφάλιζε ή 'Αγγλία. Μέ
τόν άποκλεισμό της όμως τό 40/41 ή εισαγωγή σταμάτησε τελείως, μέ
άποτέλεσμα οί κοιλιές νά προσεγγίσουν άποτόμως τήν διάμετρον ύπερκορεσμοϋ, ην ένοράτο ό κ. Ζολώτας είς τάς περί «άναπτύξεως» διατριβάς του.
(Τί άλλο ήταν δυνατόν νά ίδή κανείς στήν 'Ελλάδα μετά τό '22, έκτός άπό
έργατική δύναμη καί «ιδιωτικά έργα» κατά τήν έννοια τοΰ Παλαμήδη;...)
Ό κ. Κάπλαν λοιπόν μάς ύπενθύμισε ότι ή άπειλή τοΰ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου γιά τήν 'Ελλάδα έπικρέμαται εισέτι. Καί τώρα ποΰ τά ΜΟΠ
θά χρειασθοΰν ίσως γιά άλλους σκοπούς, όσο «δεσμευμένα» καί άν είναι
— καί ορθώς βέβαια διότι ύπάρχουν καί ιστορικές προτεραιότητες —, θά
άρχίση πιθανόν πάλι προβληματική περίοδος γιά τών ομφαλό τών Εύρωελλήνων. Μή ύπάρχοντος λοιπόν τοΰ ειδικού στίς ομφαλοσκοπήσεις 'Αγίου
Γρηγορίου τοΰ Παλαμά, έκλήθη ό κ. Ζολώτας νά έπιληφθή τών προβλημάτων διά τών γνώσεών του... Ώ ς πρώτην δέ διαπίστωση, όπως είδαμε,
έκαμε, ότι έχάθηκε ή παλαιά καλή ίδιότης τοΰ «πτωχοΰ ά λ λ ' εντίμου "Ελληνος»... 'Αλλά ό νοημοκτήτωρ κ. Κάπλαν δέν μάς άφήνει ούτε μέ τό...
ζωνάρι καί τίς «σταθερές ιδεολογικές βάσεις» τοΰ Συντάγματος μας νά τά
φέρωμε βόλτα: Ό κ. Ζολώτας είναι καθηγητής τής Οικονομίας, όπως είναι
καί ό κ. Παπανδρέου. Καί οί γνώσεις τοΰ κ. Παπανδρέου είναι τούλάχιστον
κατά 15 χρόνια πιό μοντέρνες άπό αύτές τοΰ κ. Ζολώτα. Πώς λοιπόν οί
γνώσεις τοΰ κ. Ζολώτα είναι καλύτερες καί πιό άποτελεσματικές άπό αύτές
τοΰ κ. Παπανδρέου; Ή έπιστήμη δέν είναι έπιφοίτηση· μέ τήν Φυσική τοΰ
18ου αί. δέν μπορεί νά φκιάξη κανείς Τηλεόραση. "Αν τίς προσθέταμε,
ίσως, πιθανόν νά μπορούσε νά βγή τό άποτέλεσμα, θά μπορούσε νά σκεφθή
κανείς. 'Αλλά καί έδώ ό κ. Κάπλαν μάς στερεί κάθε αισιοδοξίας. Θύματα
πάντα τοΰ έκμοντερνισμοΰ, έκάμαμε τό μοιραίον λάθος νά άντικαταστήσωμέ τήν άκριβεστάτην λέξη τοΰ «κολλυβισμοΰ», πού είχαμε ιστορικώς στό
λεξιλόγιόν μας οίκείαν, μέ τόν σκοτεινόν όρο «Οικονομία»: τί άθροισμα νά
βγάλουν οί «συν-διασκέψεις τών οικονομολόγων», όταν τό όλον πρόβλημα
έξαρτάται άπό τό άν θά ρίξη ό πτηνοτρόφος τό καλαμπόκι στό κοτέτσι; Καί
όσο γιά τήν «σπονδυλική στήλη» άδίκως άνησύχησε ό κ. Κάπλαν όσο
ύπάρχουν τά λάβαρα — καί τέτοια έχομε πληθώρα (αύτά άλλωστε δέν
βγάλαμε καί στά μπαλκόνια;) —, ουδείς κίνδυνος γιά τούς... σπονδύλους
ύπάρχει...
Ό κ. Παπανδρέου λοιπόν δέν ύπήρξε τόσο μεγάλος πολιτικός στήν έξωτερική πολιτική — ούτε καί ήταν άπαραίτητο —, ύπήρξε όμως παμμέγιστος στήν έσωτερική. Είναι πρώτη φορά ποΰ ή έξουσία μεταβιβάσθηκε
210

δντως στόν λαό. Καί μιά καί είδαμε τί σημαίνει «ή έξουσία στόν λαό»,
ξέρομε τώρα άκριβώς τί πρέπει νά γίνη. Αύτή είναι ή άνυπολογίστου σημασίας προσφορά τοΰ κ. Παπανδρέου στήν παγκόσμια ιστορία. Καί τό
έννοοΰμεν κυριολεκτικώς.
Βεβαίως θά μάς άρεσε γιά λόγους φιλοσοφικούς νά μήν είχε παντρευτή,
άλλά έν τέλει ό ύποκειμενικός ήρωϊσμός τών άνθρώπων είναι ένα δευτερεύον πράγμα προσωπικής βιοθεωρίας. 'Αλήθεια είναι πώς μέ τόν πρόσφατο γάμο του είναι πάντα σίκ καί περιποιημένος, ένώ πρίν συχνά τά παντελόνια του ήταν μέ «γόνατα», χωρίς «τσάκιση» καί άνέδιδαν ένίοτε κάποιαν
άπόχρωση έμπορευομένου. Ή «πάστρα καί ή άρχοντιά» ήσαν τά έθνικά
προτερήματα τής θηλυκότητας στόν τόπο μας καί ειλικρινά δέν μποροΰμε
παρά νά συγχαροΰμε τήν νεαρά του σύζυγο γιά τήν γυναικεία σοφία της...
"Οσο τώρα γιά τά «έθνικά οράματα» καί «προγράμματα» τής Νέας Δημοκρατίας, είναι μάλλον άσκοπη χασομέρεια νά άσχοληθή κανείς. Τώρα μέ
τήν κατάργηση τοΰ Λιβάνου, δέν θά ήταν άλλο τίποτα δυνατόν παρά πώς
θά μεταφερθοΰν οί άντίστοιχοι ρόλοι ολίγον άριστερώτερον έπί τοΰ χάρτου. Τά «κίνητρα» γιά τίς ξένες έπενδύσεις, τά «μπλέ προγράμματα» τής
αισιοδοξίας πού τίποτε άλυτο δέν άφήνουν, ιδιαίτερα δέ ό ρόλος τού «εύρωδιδασκάλου» πού φιλοδοξοΰμε μέ καμάρι γιά τούς ύπολοίπους βαλκανίους, δέν είναι παρά ή μύχια καί άπελπις προσδοκία εκπληρώσεως τών
«σταθερών ιδεολογικών βάσεων» τών συνταγματικών μας διακηρύξεων.
Δέν άποδεικνύει μέ τά λόγια καί τίς εξαγγελίες της ή «Νέα Δημοκρατία»,
ότι διαθέτει κάποιο σύνολο ίδεών γιά τήν πολιτική ύφή τοΰ παρόντος
κόσμου καί τήν θέση τής 'Ελλάδος σ ' αύτόν. Μόνιμος ισχυρισμός της
είναι ή «χρεοκοπία τοΰ σοσιαλισμοΰ», σάν νά πρόκειται γιά ένα γεγονός
πού είναι αύτονόητη άπόρροια τών έκλογικών της προγραμμάτων. Ό σοσιαλισμός άπέθανεν, άρα ζήτω ό νεοφιλελευθερισμός. Καί τό τί μέν είναι
νεοφιλελευθερισμός, αύτό ή ΝΔ δέν είναι είς θέση νά τό ξέρη, άφοΰ όντως
πρόκειται γιά μιά πολιτική πειραματική (ορισμένων εύρωπαϊκών κομμάτων.
'Αλλά ούτε καί περί τών άντιλήψεών της έπί τοΰ «σοσιαλισμού» μποροΰμε
νά αίσιοδοξήσωμε, άφοΰ δέν μοιάζει νά διακρίνη τί προσέφερε ό παλαιός
«ύπαρκτός σοσιαλισμός» γιά τήν πρόοδο τοΰ σοσιαλισμού μέσα στίς ίδιες
τίς «φιλελεύθερες» κοινωνίες. Καί ομιλεί περί «χρεοκοπίας συστημάτων»
έκεΐ ποΰ θά ώφειλε νά ίδή πολιτικές άναγκαιότητες τής ενιαίας ιστορικής
δομής τοΰ συγχρόνου βιομηχανικοΰ κόσμου. Αύτά έχουν σχέση μέ πολλά
άλλα πράγματα πού έμμέσως μπορούν νά συναχθοΰν, κυρίως δέ μέ τό ότι
ή ΝΔ δέν φαίνεται νά καταλαβαίνη πώς ή έποχή τών μεγάλων κομμάτων
καί τών «αύτοδυναμιών», ειδικά στήν 'Ελλάδα, δέν έξυπηρετεΐ πιά κανενός
211

είδους «εθνικό συμφέρον». Σήμερα δέν χρειάζονται πιά μεγάλα κόμματα,
άλλά μεγάλοι πολιτικοί σχηματισμοί πολλών μικρών κομμάτων. Έ Δεξιά
έχει έναν ύγιή γιά τήν παράταξή της πυρήνα, τό κόμμα τοΰ κ. Στεφανόπουλου. Καί γιά νά ίδοΰμε πώς στήν πραγματικότητα εκφράζεται «ιδεολογικά»
ή Δεξιά σήμερα, θά ήταν ίσως άπαραίτητο νά βγοΰνε καί οί συνταγματάρχες άπό τήν φυλακή νά ιδρύσουν τό δικό τους κόμμα. Τότε άκριβώς θά
ξέραμε τί έκλογικά ποσοστά έκφράζει καί ή ΝΔ. Καί τούτο θά ήταν κέρδος
γιά τήν Δεξιά, δεδομένου ότι θά διεσκέδαζε τήν εντύπωση τοΰ φιλελευθέρου εύρωπαϊκοΰ χώρου (καί τής άντίστοιχης φιλολογίας), ότι πρόκειται
άπλώς περί πολιτικοΰ χώρου έκφραζομένου διά τών όπως-όπως... «πλειοψηφιών». Ό κ. Μητσοτάκης στούς λόγους του ομιλεί περί 'Ελλάδος ωσάν
νά πρόκειται περί νεογεννήτου κράτους πού άναζητεϊ τό «μέλλον» του καί
όχι περί ένός παρωχημένου γεωγραφικού σχήματος πού πρέπει νά μεταβληθή. Ύπέρ τοΰ έλληνισμοΰ...
Στήν έξωτερική πολιτική έπί τών Βαλκανίων ή Δεξιά όχι μόνο καμμιά
ύπηρεσία δέν μπορεί νά προσφέρη (άκόμη δηλαδή καί άν τά έχη γραμμένα
στό χέρι όπως παίρνουν οί πιλότοι τίς οδηγίες πτήσεως), άλλά μόνο περιπλοκές νά δημιουργή μέ τό «Έθνος». Πρόσφατο παράδειγμα έχομε τούς
έλληνόφωνους 'Αλβανούς. Ό «έλληνοχριστιανισμός» δέν τούς άφήνει νά
ένσωματωθοΰν στό κράτος πού ζοΰν. 'Από μήνα σέ μήνα φθάνουν τά «λάβαρα τής Λευτεριάς»! Καί αύτό βέβαια έχει σάν συνέπεια νά μήν μπορή τό
καθεστώς τής γειτονικής χώρας νά προβή στίς μεταρρυθμίσεις πού θέλει.
Έ ν τω μεταξύ είναι άπολύτως άνακριβής ό ισχυρισμός, ότι οί ελληνόφωνοι
τής 'Αλβανίας καταπιέζονται. Ή γερμανική ραδιοφωνία έκαμε δημοσκοπήσεις στήν 'Αλβανία (ή όποία σημειωτέον έχει τόν ύψηλότερο άριθμό
νέων σέ όλη τήν Εύρώπη — έπ' αύτοΰ τί έχει άραγε νά πή ή Δεξιά μας;...)
γιά τήν Παιδεία, τήν Διοίκηση, τόν τρόπο ζωής κ.λπ. Διευθυντές νοσοκομείων καί άνώτεροι κρατικοί ύπάλληλοι έδιναν τίς συνεντεύξεις έλληνικά
καί άπό αύτά μετέφραζε γερμανικά ό διερμηνέας. Καί λέμε στήν γερμανική
ραδιοφωνία, δηλαδή διεθνώς καί έλευθέρως. Ποΰ είναι λοιπόν ή καταπίεση; Έ δ ώ οί πομάκοι, οί γιουγκοσλάβοι, βούλγαροι, τούρκοι κ.λπ. μπορούν
νά μιλούν τήν μητρική τους γλώσσα στόν στρατό, στό σχολείο ή στόν
δρόμο; Ή έλληνική Δεξιά είναι ή άκαταλληλότερη πολιτική όμάδα, γιά
νά άνακατευθή σέ θέματα πολιτικής τών Βαλκανίων σήμερα, ενώ ή 'Αλβανία, μέσα στίς μέλλουσες εύρωπαϊκές καί μεσογειακές άνακατατάξεις, θά
χρειασθή περισσότερο στούς 'Ηπειρώτες καί Άκαρνάνες άπ' ό,τι ή Πελ/
νήσος. Δέν φιλελευθεροποιούνται καθεστώτα βαλκανικά διά τής έπιθετικής
πολιτικής...
Έ ν πάση περιπτώσει, αύτό πού δέν μοιάζει νά έχη έννοήση ή Δεξιά μας
212

είναι τό γεγονός, ότι άπό τό σύγχρονο πολιτικό λεξιλόγιο έχει πρό πολλού
καταργηθή ή λέξη «λαός». Καί όχι βέβαια μόνο ή Δεξιά. Λαός σήμερα στό
πολιτικό λεξιλόγιο δέν είναι αύτό πού καθοδηγείται, άλλά αύτό πού έκφράζεται. Καί «κόμμα» στόν κόσμο ήδη σήμερα δέν είναι αύτό πού «καθοδηγεί», όπως στήν έποχή τοΰ Λένιν, άλλά τό πράγμα πού έκφράζει κοινωνικές
διαδικασίες. Ά λ λ ά ή Δεξιά δέν έχει νά έκφράση τέτοια πράγματα καί γ ι '
αύτό ό άρχηγός της — μετά άπό ένα άρθρο τοΰ Spiegel «περί δεινοσαύρων»
στήν έλληνική πολιτική σκηνή (κατά τήν γνώμη μας μάταιο μιά καί τό
πρόβλημα τής Ελλάδος δέν έγκειται στήν άλλαγή σκηνικού) — βλέπομε
νά «καθοδηγή νεώτερες γενηές» στήν πολιτική άπό τηλεοράσεως. Ά κ ρ ι βώς δηλαδή καλά καί στοργικά σάν ένας «έλληνοχριστιανικός» πατέρας...
Δέν πρέπει οί έλληνοχριστιανοί θεατές νά έχουν έμπιστοσύνη;
Καί έν προεκλογική άνάγκη, κάθε σύνθημα είναι βέβαια καί μιά σανίδα
σωτηρίας, όπως π.χ. τά ιδιωτικά Παν/μια, τά όποια άπαγόρευσε συνταγματικώς ή Δεξιά διά τοΰ άρθρ. 16, § 8. Βεβαίως ή διάταξη είναι πλήρως
άντισυνταγματική, άλλά αύτό πού άποκρύπτει ή Δεξιά μας μέ τό «νέο»
σύνθημα είναι άκριβώς αύτό πού τρέμει: ότι δηλαδή μέ τήν ίδρυση τέτοιων
παν/μίων θά χάση οριστικώς κάθε έλπίδα έξουσίας (καί γ ι ' αύτό κιόλας
τά άπαγόρευσε τότε). Διότι τά Παν/μια αύτά δέν θά είναι βέβαια «θετικών
έπιστημών» (άφοΰ τά αύτοκίνητα παράγονται ήδη στήν Γαλλία καί τήν
Γερμανία, γιά ποιόν λόγο δέν θά πρέπει νά έχουν κάπου οί Γερμανοί καί
οί Γάλλοι νά κάμουν μπάνιο τό καλοκαίρι;), άλλά «θεωρητικών», ήγουν γιά
τίς... «έρμηνεϊες». Τότε όμως τί θά γίνη μέ τήν «αυτοδυναμία», τήν «εύρωδιδαχή» καί τήν φωτογραφία τοΰ κ. Κουτσόγιωργα; Γιατί, τό τί μέν είναι
ό κ. Κουτσόγιωργας, προσωπικώς δέν μάς ένδιαφέρεν μάς άρκεϊ σάν άπλή
περίπτωση άνωνύμου έλληνισμοΰ. Ό τ ι όμως ύπάρχει ένα δικαίωμα πού
λέγεται «δικαίωμα προσωπικότητος» καί τό όποιον ορίζει νά μήν μπορής
νά προβής σέ αύθαίρετη χρησιμοποίηση τής φωτογραφίας τοΰ άλλου καί
νά τήν κάνης προεκλογικό πλακάτ, όποιος καί άν αύτός είναι — καί μάλιστα άποτεινόμενος σέ ένα λαϊκιστικό καί άνουν κοινό (άν προϋπετίθετο
ή ίκανότητά του νά κρίνη, θά άπετείνετο κανείς σ ' αύτό μέ τέτοιες μεθόδους;) —, αύτό είναι θεμελιώδης γνώση παντός έπιδόξου... «εύρωδιδασκάλου». Πολύ φοβούμεθα ότι οί «νέες ιδέες» γιά τήν ΝΔ συνίσταται στίς ίδιες
πάντα παλαιές νοοτροπίες άν μή μεθόδους...
Έ ά ν ερωτούσε κανείς τόν άρχηγό τής ΝΔ — άλλά καί οποιονδήποτε
άλλον άπό αύτό τό κόμμα — πώς άντιλαμβάνεται τόν ρόλο τής Ελλάδος
(ήγουν πιό συγκεκριμένα: τής παρούσης Ελλάδος) σέ μιάν Εύρώπη τοΰ
μέλλοντος, ζητώντας άπάντηση σέ συγκεκριμένα έρωτήματα καί μή άρκούμενος στήν περιγραφή «οραμάτων», άσφαλώς δέν θά λάβαινε άπάντηση
213

(καί αύτό είναι έπιδεκτικόν πειραματικού έλεγχου). Ά ν τ ί λοιπόν νά κατατρίβεται κανείς μέ άφηρημένα νοήματα, θά έλέγαμε ότι τό ούσιώδες γιά τήν
Νέα Δημοκρατία θά ήταν ή ακριβής γνώση περί τοΰ καθορισμού τής προεκλογικής περιόδου. Σύμφωνα μέ τά σύγχρονα στατιστικά στοιχεία, ή εξάπλωση τών επιδημιών στόν πληθυσμό (π.χ. μέ φωτογραφίες-πλακάτ) άκολουθεί σέ διάστημα δύο εβδομάδων τήν έξίσωση:
F(x)= 0,005 (15χ2-χ3), μέ χ μεταξύ 1 καί 15
Ή συνάρτηση αύτή παρουσιάζει ένα όλικό μάξιμουμ διά χ = 10. Ά ρ α μιά
εβδομάδα προεκλογική περίοδος άρκεΐ καί συνεπώς τό πρόβλημα τής έπιβαρύνσεως τοΰ δημοσίου προϋπολογισμού είναι καθορίσιμο. Τό έρώτημα
πλέον είναι άν ή παραπάνω συνάρτηση πρέπει νά γίνη περιοδική, ή μήπως
άρκοΰν οί έσωτερικές μεταξύ τών κομμάτων έκλογές, οί κοινώς άποκαλούμενες συνεργασίες. Τά «προγράμματα» πρέπει μάλλον νά θεωρηθούν περιττά... Καί φυσικά οί άνθυγιεινές «εθνικές» μονομανίες! Καί όσο γιά τήν
Αριστερά, δηλαδή συγκεκριμένως γιά τό ΚΚΕ, ύποθέτομεν ότι θά άναγκασθή έκ τών πραγμάτων νά άποκτήση τήν διορατικότητα — πράγμα πού διά
πρώτην φοράν θά συμβή —, νά μήν άναγκασθή νά χρίση συναρχηγόν του
μελλοντικώς καί τόν Άρχιεπίσκοπον Αθηνών. "Ας άφήσωμε αύτή τήν
δεξιότητα είς τόν κ. Παπανδρέου διά τήν τρέχουσαν προεκλογικήν περίοδον. Διότι τό ΚΚΕ ύπήρξεν άνέκαθεν ή κυρία πηγή παραγωγής τοΰ πολιτικού λαϊκισμού έν Ελλάδι. Σήμερα πιά έκ τών πραγμάτων οί μεγάλοι
«ιδεολογικοί φορείς» ώς κόμματα έχουν περιπέσει είς άνενέργειαν. Διότι ή
ενιαία δομή τοΰ τεχνολογικού μας κόσμου έμίκρυνε τίς μεγάλες κοινωνικές
διαφορές τοΰ παρελθόντος κατά τέτοιον τρόπο, ώστε τά «όλικά» συνθήματα
«νίκη τοΰ λαοΰ», «νίκη τής Δημοκρατίας», «πάλη τών λαϊκών τάξεων» κ.λπ.
νά στερούνται όχι περιεχομένου — αφελείς καί «νεομάρτυρες» θά ύπάρχουν έπί πολύ άκόμη έν Ε λ λ ά δ ι —, άλλά οιουδήποτε κοινωνιολογικού
περιεχομένου. Καί τοΰτο σημαίνει ότι είναι μέν δυνατόν νά έξασφαλίζωνται τοιουτοτρόπως κάποια «σταθερά» έκλογικά ποσοστά, νά ώθοΰν όμως
καί τίς καταστάσεις πρός τήν ίστορικήν άχρηστίαν. 'Ιστορική χρησιμότης
διά τό ΚΚΕ σημαίνει ένα καί μόνον: άποδοχή τών όρίων τοΰ μικρού έκείνου πολιτικού σχηματισμοΰ, τά όποια θά προκύψουν — καί είναι πιά πρός
τοΰτο καιρός — άπό τήν άναγνώριση τής ιστορικής άλήθειας ένώπιον τοΰ
λαοΰ, άλλά καί τών άλλων λαών. Ή άλήθεια είναι πάντα κέρδος, τό δέ
ούσιαστικόν κέρδος είναι τό πραγματικό.
Ή Αριστερά στήν 'Ελλάδα ούδεμία ιδεολογική βάση άπέκτησε ποτέ,
διότι δέν έπρόφθασε ιστορικά νά τήν άποκτήση. Τό κομμουνιστικόν κόμμα
είναι τό κυριολεκτικό δημιούργημα τής πολιτικής έν 'Ελλάδι λωποδυσιας
ώς γενικευμένης κοινοβουλευτικής καί διοικητικής άρχής. Κανένα είδος
214

εργατικών διεκδικήσεων καί κοινωνικών άγώνων δέν τό έδημιούργησεν,
άλλά ένα καί μόνο γεγονός, τό όποιον καθώρισε καί τήν ήμερομηνία γεννήσεως τοΰ κομμουνιστικού κόμματος στήν 'Ελλάδα: ή δυστυχία τών μικρασιατών προσφύγων.
Ώ ς γνωστόν, τό προσφυγικόν πρόβλημα παρέμεινε τελικώς έν 'Ελλάδι
άλυτον. Δηλαδή έπακριβέστερον διευθετήθηκε μόνον έν μέρει, όσο τό έργον τής άποκαταστάσεως τών προσφύγων διεξήγετο μέσω τής Κοινωνίας
τών Εθνών (δηλαδή τών Αμερικανών) διά τής Ε.Α.Π. ('Επιτροπής 'Αποκαταστάσεως Προσφύγων). Καί τοΰτο κατά τά έξι μόνον χρόνια πού διήρκεσε ή λειτουργία αύτοΰ τοΰ οργανισμού (1924-1930). "Οσοι δηλαδή έπρόφθασαν, τόν Κύριον άπήλαυσαν. Οί υπόλοιποι μέχρι τά σήμερα κάθονται
άκόμη σέ παραπήγματα. Τό έλληνικόν κράτος όχι μόνον δέν είχε καμμιά
δυνατότητα άμέσως μετά τόν πρώτον παγκόσμιον πόλεμο νά άντιμετωπίση
άνάλογα προβλήματα, άλλά οί έλληνικές κυβερνήσεις εύρήκαν πρωτογενές πεδίον έφαρμογής τών άρετών τής ελληνικής πολιτικής, τρώγοντας όχι
μόνον τά λεφτά τών άμερικανών καί τών διεθνών οργανισμών πού έστέλλοντο γιά τούς πρόσφυγες, άλλά καί τίς ίδιες τίς περιουσίες τών προσφύγων
πού έπροβλέπετο νά άποδοθοΰν σ ' αύτούς βάσει τών διεθνών συνθηκών
περί άνταλλαγής τών πληθυσμών. Τό τί ρόλο έπαιζαν αύτά τά πράγματα
γιά τήν έλληνική πολιτική άποδεικνύει ένα καί μόνο γεγονός: ό Βενιζέλος
πρός επίρρωση τών μεγάλων πολιτικών του οραμάτων έχάρισε τό 1930
στήν Τουρκία όχι μόνο τό σύνολο τών περιουσιών τών μικρασιατών 'Ελλήνων, άλλά καί εκείνο τών Κωνσταντινουπολιτών, άνταλλαγέντων καί μή!
Αύτό ώνομάσθηκε «σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας».
'Εξέρχεται βέβαια τών όρίων τοΰ παρόντος ή ιστορία τής έλλαδικής
πολιτικής λοβιτούρας ώς πρός τό προσφυγικόν, έπί τής όποιας άλλωστε
ύπάρχει καί ίκανή βιβλιογραφία. "Οτι τό προσφυγικόν έκτονώθηκε μέσω
τής ΕΑΠ ώς οξύ κοινωνικό πρόβλημα πού μποροΰσε νά μεταβληθή, είναι
βέβαια γεγονός (γι' αύτό καί μίλησαν τότε περί «ελληνικού θαύματος»), ότι
όμως έλύθηκε, προφανώς όχι. 'Εκτός άπό τά δάνεια τών διεθνών οργανισμών (άνω τών 15 έκατ. χρυσών λιρών 'Αγγλίας), ύπήρξε καί βοήθεια σέ
ύλικό. "Ενας βασικός λόγος γ ι ' αύτό ήταν ότι οί διάφορες εύαγγελικές
άποστολές είχαν άναπτύξει έντονη δραστηριότητα στήν Μικράν 'Ασία
προπολεμικά καί πολύς κόσμος άπό τούς πρόσφυγες ήταν θρησκευτικά
προσκείμενος τους. Αύτά ύποτίθεται ότι θά έμοιράζονταν μέσω τών «νομαρχιακών έπιτροπών» στούς ξερριζωμένους, βάσει τοΰ άρθρ. όμως 101 — τοΰ
πάντα χρήσιμου αύτοΰ άρθρου — έκαναν λάθος στόν δρόμο καί έμαζεύοντο
στούς κοινοβουλευτικούς «προσφυγοπατέρες» τής πρωτευούσης καί τούς
κομματάρχες τους, δεδομένου ότι ένα 30% πού άποτελοΰσαν οί νεοφερμέ215

νοι ήταν ένα σοβαρό έκλογικό ποσοστό. Έ ν α ς άπό τούς λόγους τής δικτατορίας τοΰ Πάγκαλου κατά τής κυβερνήσεως Δημητρακοπούλου ήταν καί
ή έπικρατούσα ρεμούλα σχετικά μέ τά βοηθήματα των προσφύγων. Έ ν τω
μεταξύ μ ' αύτούς έπεδιώχθησαν καί «έθνικής φύσεως» τέλη: καί πρό τής
συνθήκης τοΰ Νεϊγύ είχαν άρχίσει νά έγκαθίστανται, δηλαδή νά σπρώχνωνται στήν βόρεια Ελλάδα προκειμένου νά άποκτηθή ή «φυλετική» ομοιογένεια, κυρίως διά τών άγροτικών οικογενειών. Οί άλλοι πού έμειναν άπ'
τήν ΕΑΠ έστοιβάχθησαν ολίγον χειρότερα ά π ' τά στρατόπεδα συγκεντρώσεως σέ ξυλοτενεκεδένιες καλύβες καί τρώγλαις στά προάστια τών μεγαλουπόλεων, όπου ύπάρχουν μέχρι καί σήμερα. Νά έγκατασπαροΰν άνά τήν
χώρα καί νά έπέλθη κανονική άφομοίωση ήταν βέβαια λιγάκι δύσκολο,
διότι έπρεπε νά μοιρασθούν άναλόγως καί τά λεφτά. Έ ν τω μεταξύ τό
πρόβλημα τών «συνταγματικών έρμηνειών» ήγγιζε τόν κολοφώνα του διά
τοΰ αρθρ. 119 τοΰ 1927.
Αι, τώρα ποΰ θά πήγαινε όλος αύτός ό κόσμος έκλογικά μέ τά τόσα
προβλήματά του, κατά τίς ύψηλές άρχές περί... «Δημοκρατίας» τής «μητέρας πατρίδας;» 'Ιδού λοιπόν οί προϋποθέσεις δημιουργίας τοΰ κομμουνιστικού κόμματος. Λέγεται αύτό «ιστορία ταξικών άγώνων»; Τό ποιόν ρόλο
έπαιξε ό μικρασιατικός ελληνισμός, τόσο στήν ήγεσία τοΰ κομμουνιστικού
κόμματος, όσο καί στήν «λαϊκή» του βάση, είναι άρκετά γνωστό. Ά λ λ ά
άκριβώς· έπειδή έτσι είναι τά πράγματα καί όχι άλλως, έπειδή δηλαδή
άλλες είναι οί γενεσιουργές αίτιες τοΰ έλληνικοΰ κομ. κόμματος καί κανένα
είδος «κοινωνικών συνειδητοποιήσεων», «διαδικασιών» καί «ταξικής πάλης», γ ι ' αύτό άκριβώς παρατηρείται τό μοναδικό στήν διεθνή ιστορία τοΰ
σοσιαλιστικού κινήματος φαινόμενο, τό ΚΚΕ νά μήν έχη βγάλει ούτε
ίχνος σοσιαλιστικής διανόησης. Μόνο «άγωνιστές»! Πρόκειται συνεπώς
περί ένός καθαρά «έλληνοχριστιανικοΰ» κόμματος, πού μέ βάση τόν λαϊκισμό χαρίζει ελπίδες μέσω άφηρημένων συνθημάτων («ταξική πάλη», «παλλαϊκή νίκη» κ.λπ.). Τέτοιες άκριβώς ήθελαν καί οί πρόσφυγες...
Τώρα βέβαια είναι κάπως άργά σέ μιά μετασοσιαλιστική έποχή νά άποκτήση αύτό πού οί συνθήκες δημιουργίας του δέν τοΰ κατέστησαν άπαραίτητο, δηλαδή διανόηση πού θά μποροΰσε νά τό συντονίση μέ τά τρέχοντα
νοήματα τών καιρών. Ά ρ α είναι ένα κόμμα μάλλον γιά όλους περιττό σάν
«μεγάλο» κόμμα καί ιδιαίτερα πρός τίς τρέχουσες καταστάσεις τής Εύρώπης. "Ολα τά σοσιαλιστικής καταγωγής κόμματα στήν Εύρώπη σήμερα
στηρίζουν τήν πολιτική τους δράση στήν συνείδηση τής κοινωνικής διεκδίκησης μέσα άπό τήν έννοια τής βιομηχανικής καί τεχνολογικής άνάπτυξης. Τέτοια συνείδηση σ ' έμάς δέν μπορεί νά ύπάρχη, διότι δέν έχομε τά
δεδομένα. Ά ρ α λοιπόν καί τό ΚΚΕ δέν μπορεί παρά νά παραμένη μέ τόν
216

χαρακτήρα ένός τριτοκοσμικού τέτοιου κόμματος μέ σύνθημα τόν αιωνίως
άνεκπλήρωτον «αγώνα». Αύτό όμως είναι τό δημιουργούν έν Ελλάδι τής
ψυχολογίας τοΰ «νεομάρτυρος» καί τοΰ «έλληνοχριστιανισμοΰ», δηλαδή
τοΰ λαϊκισμοΰ ώς γενικού φορέως τής πολιτικής μας ζωής. Ά λ λ ά τώρα οί
συνθήκες γιά τήν 'Ελλάδα έχουν μεταβληθή.
Μένει βέβαια μιά απορία: τότε τί ήταν τό ΕΑΜ καί ό έμφύλιος, άφοΰ δέν
ύπήρχαν ώς έκφραση κοινωνικών συνειδητοποιήσεων; Δυστυχώς, άφοΰ τό
ΚΚΕ δέν είχε τίς δέουσες προϋποθέσεις τοΰ τίτλου του, επόμενο ήταν νά
μήν μπορέση νά διευκρίνιση ποτέ καί στούς οπαδούς του — στόν έλληνικό
λαό γενικώτερα — τήν άλήθεια. Καί χαιρόμεθα πού μποροΰμε πλέον νά τήν
θίξωμε έμεϊς, ειδικά στό βιβλίο τοΰτο, μιά καί οί συνθήκες είναι ώριμες γι 1
αύτό:
Δυστυχώς τό ΕΑΜ δέν ύπήρξε κανένα δημιούργημα τοΰ ΚΚΕ, τής «άντίστασης» καί τοΰ «λαοΰ». Ύπήρξε άπλώς μιά άναγκαία πολιτική έπιλογή
τών δυνάμεων κατοχής, δηλαδή τών ί'διων τών Ναζί, μέσα στούς διεθνείς
τότε πολιτικούς συσχετισμούς καί τήν τροπή τοΰ πολέμου. Είναι δηλαδή
οί ί'διοι οί Ναζί πού επιδίωξαν τήν δημιουργία τοΰ ΕΑΜ, πού τό έχρηματοδότησαν καί τοΰ προμήθευσαν τά όπλα. Άκριβώς τό ϊδιο έκαναν καί οί
'Ιάπωνες, ένισχύοντας τά κομμουνιστικά κινήματα τών ύπό τήν κατοχή
τους χωρών στήν "Απω Ανατολή καί ιδιαίτερα έκεΐνα τής 'Ινδοκίνας, όπου
ύπήρχον τεράστια στρατηγικής σημασίας συμφέροντα τών δυτικών δυνάμεων (όχι μόνο μεταξύ Αγγλίας, Αμερικής καί Ρωσσίας, άλλά καί
άλλων εύρωπαϊκών χωρών, βλ. π.χ. W. Pahl: «Wetterzonen der Weltpolitik»,
8η έκδ., Leipzig 1941, σελ. 222 κ.έ.). Μιά συνέπεια τών καταστάσεων εκείνων ύπήρξε καί ό κατοπινός πόλεμος τοΰ Βιετνάμ. (Τήν ίσοζυγή γεωστρατηγική σημασία τοΰ έλληνικοΰ εμφυλίου καί τοΰ πολέμου στό Βιετνάμ
δέχεται καί ή έπίσημη σοβιετική ιστοριογραφία, βλ. τό βιβλίο μας «Ανάλυση τής νεοελ. άστικής ιδεολογίας» , Αθήναι 1975, σελ. 129, ύποσ. 1).
'Εντός τών πολέμων, ώς γνωστόν, συμβαίνουν οί μεγαλύτερες διαμορφώσεις τής κατοπινής πολιτικής. Στίς 12 'Ιουλίου 1941 κλείεται ή Άγγλοσοβιετική Συνθήκη συνεργασίας έναντίον τής Γερμανίας, ένώ άπό τοΰ Μαρτίου τοΰ ϊδιου χρόνου είναι έν ισχύει ό νόμος τοΰ Προέδρου Ροΰσβελτ περί
«ένοικιοδανεισμοΰ» («Lead Lease Act»), ό όποιος θά ίσχύση γιά τήν ΕΣΣΔ
άπό Αύγ. 1941. Άκριβώς ένα δίμηνο μετά τήν Άγγλοσοβιετική Συνθήκη
συγκροτούνται μέ διαφορά ελαχίστων ήμερών ό ΕΔΕΣ καί τό ΕΑΜ στήν
'Ελλάδα (9.9.1941 καί 27.9.1941 άντιστοίχως). Οί οργανώσεις αύτές, καί
ιδιαίτερα τό ΕΑΜ, περιλαμβάνουν μέσα τους πλήθος μικροτέρων οργανώσεων (βλ. π.χ. Χρ. Χρηστίδη: «Χρόνια Κατοχής», Αθήναι 1971, σελ. 503
217

κ.έ.), πραγμα πού έχει ιδιαίτερη σημασία γιά τήν ύπαρξη καταδοτών μέ
δεδομένην τήν άείποτε ύπάρχουσα διάσπαση τοΰ έλληνικοΰ κοινωνικού
σώματος. Οί Γερμανοί άπ' δ λ ' αύτά «δέν βλέπουν» τίποτε. Ούτε είναι
γνωστή καμμιά ώργανωμένη έπιχείρηση τών δυνάμεων κατοχής κατά τών
άνταρτών. Ά ν τ ί γ ι ' αύτό εξοπλίζουν τούς ταγματασφαλϊτες καί τούς «εύζώνους» τών κατοχικών κυβερνήσεων, πράγμα πού σημαίνει — δεδομένου
ότι ήξεραν τό ποιόν αύτών τών «ύψηλοφρόνων ιδεολόγων» καί τό γεγονός
ότι είχαν όλον τόν κόσμο εναντίον τους — ότι εμμέσως παρέχουν στίς
άντιστασιακές οργανώσεις καί όπλα. Αύτό φαίνεται καθαρά στήν βόρεια
'Ελλάδα, όπου χρησιμοποιώντας τίς βαλκάνιες νοοτροπίες καί ψυχοσυνθέσεις έξοπλίζουν άφειδώς μειονοτικές «έθνικές» οργανώσεις, όπως τήν
ΠΑΟ καί τά σώματα τοΰ Μιχαλαγά, γιά νά «πολεμήσουν» κατά τών συμμάχων των Βουλγάρων! Οί "Αγγλοι, έχοντας άλλη αίσθηση στίς σχέσεις
τους πρός τούς σοβιετικούς γιά τήν βόρεια 'Ελλάδα, καί παρά τήν προσωρινή Συνθήκη, στίς έθνικιστικές αύτές ομάδες «προβάλλοντας διάφορα
προσχήματα, δέν τούς έστελναν καμμιά βοήθεια. Τελικά ό ΕΑΑΣ έπικράτησε κι έκεΐ πέρα» (παρατηρεί ό Χρ. Χρηστίδης [σελ. 506], χωρίς περαιτέρω σχόλια).
'Εν τω μεταξύ τά πράγματα μέ τό άνατολικό μέτωπο δέν εξελίσσονται
τόσο ρόδινα γιά τούς Γερμανούς, καί τό μόνο πράγμα πού σκέπτεται ένας
έμπόλεμος είναι, σέ περίπτωση ήττας, πώς ή κατάσταση τών νικητών του
θά είναι τέτοια, ώστε νά άποφύγη ό ίδιος τούς χειρότερους όρους. Ή
κλασσική άντίθεση 'Αγγλίας-Ρωσσίας γιά τό «μήλον τής έριδος» είναι,
παρά τίς πρόσκαιρες «συνθήκες», γεωπολιτικώς δεδομένη.
Τό 'ίδιο γνωστές είναι καί οί έγγενεΐς άντιθέσεις μεταξύ 'Αγγλίας, Ρωσσίας καί 'Αμερικής στούς 'Ιάπωνες, σχετικά μέ τίς καταστάσεις τοΰ ινδικού
ώκεανοΰ. Οί άμερικανοί διά τοΰ πολέμου άποκτοΰν στό πλέγμα τών δυτικών σχέσεων τήν πλήρη κυριαρχία έπί τοΰ ίνδικοΰ (βλ. W. Pahl, ό.π., σελ.
331). Καί όντως- οί δυνάμεις τοΰ άξονα τότε δέν λάθεψαν γιά τίς μετά τόν
πόλεμο διαμορφωθησόμενες πολιτικές συσχετίσεις. Ούτε καί ήταν δυνατόν
νά λαθέψουν, διότι τά θέματα τής έξωτερικής πολιτικής, δηλ. τών διεθνών
σχέσεων, έχουν καθωρισμένες άναγκαιότητες πού πηγάζουν ά π ' τήν προϊστορία τους. Ειδικά στό «μήλον τής έριδος», δπως καί στήν Κίνα, τά
πράγματα διεμορφώθησαν έτσι, ώστε νά παίξουν τόν πρώτο ρόλο στούς
άμέσως μετά τόν πόλεμο χρόνια πολιτικούς άνασχηματισμούς. Ό σ α χρόνια τό έρώτημα τής ανατολικής Εύρώπης έμενε άδιευκρίνιστο, τόσα κράτησε καί ό έμφύλιος στήν 'Ελλάδα...
Βεβαίως αύτά τά πράγματα δέν ήταν άπαραίτητο — ούτε ήταν καί σέ θέση
218

άλλωστε — νά τά ξέρουν οί δικοί μας «ήρωες» έδώ. Αύτοί πολεμούσαν γιά
τό «δίκηο τοΰ λαοΰ», τήν «έργατιά» καί τό «παλλαϊκό κίνημα». Αιματοκύλισαν τόν κόσμο γιά καλά μέ τήν δική τους «επανάσταση τής μπουτάρας»
(τίποτ 1 άλλο δέν ήταν γιά τούς «άγωνιστές» ό λ ' αύτά, όπως παρέμειναν καί
έκτοτε έτσι..), μέσα στήν οποίαν ούτε κάν ήξεραν τί τούς γίνεται, ούτε καν
τίποτε μπορούσαν γενικώτερα νά καταλάβουν. Ά ν ήσαν κοινωνικώς δυνατές τέτοιου είδους κατανοήσεις, ή 'Ελλάδα θά είχε πάψει βέβαια πρό προλλοΰ νά είναι καί κοτέτσι. Μόνο πού οί κατανοήσεις αύτές δέν προκύπτουν
άπό «πληροφορίες» ή άπό άρθρα εφημερίδων... "Οτι οί «ήρωες» μας καί οί
«ήγεσίες» γενικώτερα ούτε ήξεραν τί τούς γίνεται, ούτε τίποτε ήλεγχαν,
άποδεικνύεται άπό τό γεγονός τής πληθώρας τών «άλυτων μυστηρίων» πού
βρίσκει κανείς σέ διάφορα βιβλία μέ τόν έπίδοξον τίτλο «ιστορία τοΰ
έμφυλίου» (τί είδους «ιστορία» είναι δυνατή;...) καί τής άπελπιστικά γλοιώδους έκείνης εικόνος τών «χαφιέδων», τών «σπιούνων», τών «προδοτών»,
τών «άλληλορουφιάνων», τών «προβοκατόρων» καί άλληλοανιδέων πού
αναδίδει αύτή ή έποχή. "Ισως ποτέ άλλοτε στήν 'Ιστορία δέν έμφανίσθηκε
ό «Έλλην» κυριολεκτικώς ώς «άντικείμενο άνευ άξιας»... Ή πολιτική ευτέλεια καί ή άγνοια, πού βρίσκουν τήν φυσική διέξοδο τους στήν εμπάθεια,
είναι οί σημαίες τοΰ έλληνικοΰ έμφυλίου. Καί αύτά όλα έλαβαν τήν μεγαλειώδη ονομασία «Αντίσταση»!... Κατά τόν ίδιο δηλαδή τρόπο ποΰ οί
καταστάσεις τών άλβανικών βουνών έγιναν «έπη» καί «έθνικές γιορτές»,
κατάλληλες γιά «έθνικές κλειστότητες», τίς «έκλογές» καί τίς μισθοδοσίες... "Οπως βλέπομε έχομε δύο «έθνικές γιορτές», όσοι είναι καί οί «εχθροί» μας: οί 'Ιταλοί άπό τήν μιά μεριά καί οί Τοΰρκοι άπό τήν άλλη...
Πρός Βορράν δέν χρειαζόμαστε «έθνική γιορτή» γιατί είχαμε μέχρι τώρα
τό NATO, ούτε καί πρός Νότον διότι ύπάρχει Θάλασσα... Καί μιά καί δέν
έχομε πιά «ήρωες» άπό τήν Αλβανία, βγάζομε στήν «γιορτή» τούς άναπήρους τών τροχαίων άτυχημάτων. Τό πάν ή έξέδρα! Έ δ ώ παρακαλιέμαστε
νυχθημερόν νά κατεβούν λίγο τά μιλλιγκράμ τοΰ μονοξειδίου καί έχομε σέ
κάθε «έθνική γιορτή» τά Μιράζ νά μάς ραντίζουν άπό πάνω μέ τόννους άπό
Μάρτη σέ 'Οκτώβρη...
Αλήθεια, έπετέθηκαν ποτέ οί 'Ιταλοί έναντίον τής 'Ελλάδος; Καί μάς
βούλιαξαν πράγματι τήν «Έλλη»; Τήν τελευταία αύτή δέν ήταν έπί παραδείγματι δυνατόν νά τήν βούλιαξε ή... «Θεομήτωρ» — όπως άκριβώς δηλαδή καί έπί Αύτοκράτορος 'Ηρακλείου —, «νίκας κατά βαρβάρων δωρούμενη»;... Ποιός θά άπαλύνη αύτούς τού... «πόνους» μας τών «έθνικών γιορτών»; Ά λ λ ά έπί τέλους μ ' αύτές γεννάται καί ένα σοβαρό ευρωπαϊκό πρόβλημα: είναι δυνατόν τίς λυγεράτες κοπέλλες νά τίς διαλέγωμε γιά τά τάγ219

ματα τών ενόπλων δυνάμεων καί τίς παρελάσεις καί στήν «'Ολυμπιακή» νά
έχωμε μεσήλικες άεροσυνοδούς πού δέν τίς χωράει ό διάδρομος άπ' τά...
«ψωμάκια»; Είναι αύτό νοοτροπία «μέλους» πρός «εταίρους» πού ταξιδεύουν; Πίσω άπ' τούς κομπιούτερ σήμερα — καί έχομε κατά νούν κυρίως
τό «έκλογικό πρόγραμμα» τού κ. Μητσοτάκη — κάθονται πάντα στεγνές,
όμορφες καί άεράτες κοπέλλες. Ποΰ θά τίς βρούμε αύτές γιά τούς δικούς
μας κομπιούτερ, άν όλες τίς ωραίες τίς διαλέγωμε γιά τά σώματα Στρατού,
'Αεροπορίας, Ναυτικού, Πυροσβεστικής καί Χωροφυλακής; Τόσο πολλές
«ώραΐες» μέ τήν διατροφή μας τελοσπάντων δέν έχομε... 'Ιδού όπου μιά
φορά άκόμη ό συνδυασμός... ήλεκτρονικής καί «έθνους» μάς τά κάνει λογική σαλάτα... Καί έπί τέλους έπέστη πιά καιρός νά έγκαταλείψωμε τήν
«νοοτροπία τών βουνών»: οί ώραΐες κοπέλλες στούς στρατώνες, σημαίνει
Φασισμός!... Δέν μπορεί νά τάχη όλα τό «έθνος»!...
Πρός τήν κατεύθυνση αύτή δυστυχώς δέν μπορεί νά μάς βοηθήση καί ή
ήγεσία τής 'Αριστεράς, όπως δέν μπόρεσε σέ τόσα άλλα. Μιά όμως καί ή
'Ελλάδα εύρίσκεται πρό νέων ιστορικών πεπρωμένων, άνάγκη ήταν νά
ίδοΰμε τά πράγματα χωρίς μύθους. Καί τοΰτο σημαίνει βοήθεια πρός τήν
νέα καμπή...
'Αλλά ένα βασικό πρέπει άκόμη νά μνημονεύσωμε: τήν περίπτωση τοΰ
πράγματι κορυφαίου συνταγματολόγου μας 'Αλεξάνδρου Σβώλου. Μέ τόν
εμφύλιο διετέλεσε μέλος τής Κυβερνήσεως τών Βουνών. Καλά ή κακά,
σκόπιμα ή μή, δέν μάς ένδιαφέρει. Αύτό πού θά θέλαμε νά σημειώσωμε,
άναθυμούμενοι τήν περίπτωση τοΰ Ν. I. Σαρίπολου, είναι ή αιώνια διαφορά στόν τόπο μας μεταξύ «συνταγματικής θεωρίας» καί ιστορικής πραγματικότητος...

Β',

III

Συμπεριληπτικώς μποροΰμε νά παρατηρήσωμε ότι όσο αύξάνει ιστορικά ή
κρίση τοΰ νεωτέρου έλληνικοΰ κράτους, τόσο αύξάνει ό άριθμός τών Συ220

νταγμάτων. Κατά τόν προηγούμενον αιώνα προσαρτήθηκε μόνο ή Θεσσαλία καί έχομε δύο μόνο Συντάγματα. Κατά τόν παρόντα έχομε πολλές
«προσαρτήσεις», άλλά καί μεγάλες κρίσεις, καί έτσι εχομε επτά. Μετά άπό
κάθε μεγάλη κρίση καί ένα Σύνταγμα! Τό κοινωνικό καί ιστορικό αδιέξοδο
έπιχειρεΐται νά ξεπερασθη μέ χαρτιά. Δεν είναι άραγε αύτό ενδεικτικό περί
τοΰ βασικώς αδυνάτου ύπάρξεως της Ελλάδος ώς κράτους; Πληθωρισμός
Συνταγμάτων καί Νόμων γιά τά «ανθρώπινα δικαιώματα», δεν μπορεί βέβαια νά σημαίνη παρά δ,τι καί ό πληθωρισμός τοΰ χρήματος γιά τήν άξία
του.
Σήμερα, τουλάχιστον πολιτικά, ή ανθρωπότητα τείνει νά πραγματοποιήση
σέ ενα άνώτερο έπίπεδο, ό,τι ύπήρξε καί στό παρελθόν αρκετές φορές
πραγματοποιημένο, δηλαδή μιάν υπερεθνική ύπαρξη μέ βάση τόν άνθρωπο
ώς πραγματούμενη ατομικότητα χωρίς άλλα χαρακτηριστικά. Οί θρησκευτικές ύπάρξεις της ανθρωπότητας στό παρελθόν (Βυζάντιο, μεσαιωνικός
Χριστιανισμός στήν Δύση, 'Ισλάμ κ.λπ.) τέτοιου είδους «νοήματα» ήσαν.
Ή ευεργετική κατάσταση των πυραύλων μας έπέβαλε νά ξαναγυρίσωμε
στά ίδια πράγματα, πού είναι καί τά φυσικά — άπό δλα τά βιολογικά εϊδη,
μόνο ό άνθρωπος πολεμάει τό είδος του —, μέ μιάν ανώτερη κατανόηση.
Ά λ λ ά ή κατάργηση των πυραύλων ώς μέσον συνεννόησης δέν είναι κάποιο σπουδαίο επίτευγμα. Τελικώς σημαίνει ότι παραδεχόμαστε τήν άνάγκη νά ύπάρχουν στήν Φύση δένδρα — πραγμα πού δηλοΐ ότι ή άνθρωπότητα άπό κάποια μεγάλα άκρωτήρια παρανοϊκότητος πέρασε. Ή δουλειά πού υπολείπεται είναι τεράστια σέ όγκο. Καί θά παραμένη τέτοια δσο
ένας 'Ιρλανδός δέν ξέρει τίποτε γιά τόν Γιαπωνέζο ή ό Γιαπωνέζος γιά τόν
'Ιρλανδό. Ή γνώση στήν 'Ιστορία παραμένει πάντα τό πιό δυσκατάκτητο.
'Επί τοΰ παρόντος επείγει ή κατανόηση της περί «προσώπου» άντίληψης
των δύο χριστιανικών μας κόσμων, ανατολικού καί δυτικού. "Οπως είπαμε,
οί βλέποντες κάποιες «ύπεροχές» καί «ήττες» στίς διαμορφούμενες καταστάσεις των καιρών μας, δέν βλέπουν καλά. Πολλές άπό τίς πλέον προχωρημένες ανακαλύψεις στόν τομέα της μικροηλεκτρονικής καί της διαστημικής τεχνολογίας έγιναν πρώτα άπό Ρώσσους. Μέ τήν δίκη τοΰ Ρόζενμπεργκ άπεδείχθη δτι οί σοβιετικοί έπιστήμονες είχαν φθάσει στήν ανακάλυψη της άτομικής βόμβας πρίν άπό τόν πόλεμο καί, δταν μεταπολεμικά
έκλήθηκε κάποιος σοβιετικός επιστήμονας νά κάνη μιά διάλεξη στήν 'Αγγλία, έμειναν δλοι μέ τό στόμα άνοιχτό βλέποντας νά άναλύη στόν πίνακα
εξισώσεις γιά τίς όποιες οί "Αγγλοι είχαν φκιάξη καμμιά έξηνταριά πρόσθετες «μυστικές υπηρεσίες», γιά νά τίς «διαφυλάξουν» ώς «κρατικά μυστικά». Χρειάζεται νά έπαναλάβωμε δηλαδή, ότι ή σύγχρονη τεχνολογία σάν
221

στάδιο πολιτισμού συνιστά μονόδρομο, όπου δέν μπορεί νά ύπάρξη ανταγωνισμός, άλλά μόνο συναγωνισμός καί αμιλλα, όπως άκριβώς μέ τό χτίσιμο των καθεδράλ τοΰ μεσαίωνα. Τά κτήρια είναι διαφορετικά1 τά νοήματα είναι τά ίδια. Ά λ λ ά ό συναγωνισμός ώς έννοια είναι πολύ πιό δύσκολη
άπό τόν ανταγωνισμό, τοΰ όποιου τό άρχικό νόημα τελικώς δέν είναι ειμή
έκεΐνο της φυσικής βίας. Αύτά άκριβώς συγκροτοΰν καί τήν ιστορική συνθετότητα των καιρών μας. Α κ ό μ η καί τά Βαλκάνια τοΰ περασμένου αιώνα
είχαν μετοχή τήν θεωρία της σχετικότητας διά της πρώτης γυναίκας τοΰ
"Αϊνστάιν πού ήταν γιουγκοσλάβα, ομοίως άτομικός φυσικός καί συνεργάτις του. (Τά «υπανάπτυκτα» Βαλκάνια μέ «σουφραζέττες» τοΰ τότε νά σπουδάζουν πυρηνική φυσική στήν Ελβετία...).
Μπορεί τώρα μέσα σέ ό λ ' αύτά νά χωρέση άκόμη ή Ελλάδα σάν κράτος;
"Οπου καί νά κυττάξωμε, στήν κοινωνική της σύνθεση, στό δίκαιο, στήν
διοίκηση, στήν οικονομία, τό βλέπομε καλά: λείπει κάθε προϋπόθεση ύπάρξεως κράτους. Καί έξωτερικώς άπό τό 1821 κι εδώ δέν παρατηρούμε
παρά μιά διαδικασία μαζώματος, ή όποία συνεχίζεται άκόμη μέ τους σημερινούς ποντίους. "Αν τώρα θελήσωμε νά πληροφορηθούμε κάτι άκόμη
περί Ελλάδος καί άνοίξωμε έ'να Λεξικό, όπως π.χ. στήν γνωστή σειρά
«Hermes-Lexikon» τό μικρό τετράτομο έργο γιά τά κράτη τοΰ κόσμου,
βλέπομε ότι οί "Ελληνες άπό Μεγάλου Αλεξάνδρου καί έντεΰθεν ύπήρξαν
ένας λαός διαρκώς υπόδουλος, τήν μεγαλύτερη δέ ύποδούλωσή τους τήν
υπέστησαν άπό τούς «βυζαντινούς»! Μποροΰμε όμως νά συνεχίσωμε μέ
τέτοια νοήματα;
Ή γεωγραφική διάταξη τών τελευταίων αιώνων — καί ασφαλώς όσοι δέν
μπόρεσαν νά τήν διακρίνουν λίγα πράγματα καί άπό ιστορία θά κατάλαβαν
— ήταν: πρωτεύουσα της Αγγλίας τό Λονδίνο καί πρωτεύουσα τοΰ Λονδίνου ή Ελλάς. Τά πράγματα ύπήρξαν άναγκαστικής ύφής καί αρα «πέραν
τοΰ καλοΰ καί τοΰ κακοΰ». Ό τ ι όμως ύπήρξαν καί εξόχως παρανοϊκά
μποροΰμε νά τό καταλάβωμε άπό τό γεγονός ότι ώθησαν τόν Κεμάλ Ά τατούρκ νά ζητήση νά «έξευρωπαίση» τήν Τουρκία άπό τήν Άγκυρα. Νά
άφήση δηλαδή τήν Κων/πολη, πού ήταν μέσ' τήν καρδιά τής Ευρώπης ώς
ιστορικής κατηγορίας, καί νά ζητήση τόν «εξευρωπαϊσμό» άπό έκεϊ ποΰ
δέν ήταν δυνατόν νά γίνη. Καί ευτυχώς βέβαια πού ό «έξευρωπαϊσμός»
σταμάτησε μόνο στήν κατάργηση τοΰ άραβικοΰ αλφαβήτου καί δέν προχώρησε καταστροφικώτερα... Εύτυχώς γιά τήν Εύρώπη λέμε... Καί ότι φυσικά ή ευρωπαϊκή ιστορία τοΰ μέλλοντος θά σταματήση νά γράφεται μέ
βάση τίς ληξιαρχικές πράξεις τών δημάρχων της Βρέμης καί τής Λίλλης,
222

αύτό είναι πλέον ή βέβαιον. Μιά κάποια εύρυχωρία μας χρειάζεται ήδη. Ό
Βολταϊρος σίγουρα δέν ήξερε τί θά πή «ιστοριογραφία»... "Οτι τό μέλλον
τής ευρωπαϊκής ιστορίας εύρίσκεται πέριξ τής Μεσογείου, όπως άκριβώς
καί τό παρελθόν, είναι τόσο προφανές ώστε νά μήν χρειάζεται ίδιαιτέραν
συζήτηση.
Ά λ λ ά , αν πάψη ή Ε λ λ ά δ α νά ύφίσταται σάν κράτος, σάν τί θά ύφίσταται;
Θά ύφίσταται άκριβώς σάν αύτό πού ύπήρξε άνέκαθεν, σάν αύτό πού έκ
φύσεως είναι καί πού έδωσε τά τόσα πολύτιμα πράγματα στό παρελθόν: ώς
γεωγραφική καί μόνον έννοια μέ πολλές εστίες έλληνισμοϋ. Οί δρόμοι τής
Ευρώπης πρός τήν Ανατολική Μεσόγειο είναι δύο: άπ' τήν μεριά τής
Αδριατικής καί ή γραμμή Βελιγραδίου Θεσ/νίκης. "Οταν λέμε «δρόμοι»
δέν έννοοΰμε βέβαια «άσφαλτο», άλλά τήν άρχαία «όδό». Στά λεξικά αύτή
ή λέξη έχει μιάν ύπέρμετρη πληθώρα συνθετικών καί παραγώγων, πού όλα
έχουν νά κάνουν μέ βασικές έννοιες τής ζωής. Ό δ ό ς ή παζάρι δέν είναι
τό μέρος πού άνταλλάζει κανείς εμπορεύματα, όπως στήν Τράπεζα ή τό
Χρηματιστήριο π.χ. άνταλλάζει λεφτά, άλλά οί «αρτηρίες» πέριξ τών οποίων συγκεντροΰται ή ζωή πού άπορροφα τά προϊόντα. Στό παζάρι δέν
πάει κανένας γιά ν ' άγοράση μόνο. Πάει καί γιά ν ' άνταλλάξη ζωή — κάτι
νά ίδή, κάτι νά προσδεχθή, κάτι ό ίδιος νά δώση μέ τήν παρουσία του. Γιά
νά γίνη «κόσμος» δηλαδή. Τό αύτό άκριβώς έννοοΰμε, όταν λέμε «δρόμος»
μεταξύ Μονάχου Μεσολογγίου λ.χ. Πρόκειται γιά τήν «άρτηρία» πού δέν
διαπέρνα απλώς τελωνεία καί σύνορα άλλά κατά μήκος τής οποίας υπάρχουν τά ιστορικά καί πολιτισμικά κέντρα «παραγωγής ζωής» πού άπορροφα τά προϊόντα. Κάπως έτσι λειτούργησαν οί «έμπορικές όδοί» παληότερα στόν χάρτη. Συνεκτικό ιστό μεταξύ τους οί παραπάνω «δρόμοι» είχαν
αύτό πού έπαψε νά ύπάρχη: μιά έν ευρεία έννοια Μακεδονία. Καί έξ αίτιας
αυτής τής έμπορικότητος καί λειτουργίας έδημιουργήθηκε σ ' αύτήν περιοχή τό συνονθύλευμα έκεΐνο τών λαών καί τών φυλών, τό όποιον οί ευρωπαϊκές δυνάμεις τοΰ παρελθόντος, μή βοηθούμενες άπό τίς ιστορικές συνθήκες νά άξιοποιήσουν διαφορετικά, πίστεψαν πώς έπρεπε νά «λύσουν» διά
τών συνόρων, δημιουργώντας ένα επιζήμιο, ώς έδείχθη, καί γιά τόν έαυτό
τους χάος πού κρατιέται έκτοτε διά τής διαρκούς καταστολής. Ή Θεσ/νίκη
άπό φυσικός «συλλέκτης» έμπορικής ζωής τών βορείων Βαλκανίων άπέκτησε ενδοχώρα τά Κύθηρα καί τά Γιάννενα, ένας παραπλήσιος «συλλέκτης» στήν ανατολική μεριά τής Αδριατικής, τό Καστελλόριζο...
"Ο,τι ύπάρχει άπό έκεΐ καί κάτω — άς ποΰμε άπό τήν Λαμία περίπου καί
κάτω, γεωγραφικώς καί ιστορικώς εξεταζόμενο —, είναι απλώς όδική προέκταση τών παραπάνω «δρόμων» πού είπαμε. Ή πολυτιμότης τής Πελ/νή223

σου συνίσταται άκριβώς σ ' αύτήν την ιστορική λειτουργία. Ά π ό τήν Λαμία καί κάτω, μόνο ή άρχαία Α θ ή ν α μπόρεσε «κάτι» νά δημιουργήση.
Ά λ λ ά ή Α θ ή ν α ήταν ή Βενετία τής άρχαιότητος, πού ενδοχώρα της ήταν
τό Αιγαίο. Αύτό έπαψε οριστικά γεωπολιτικώς άπό τούς χρόνους τοΰ Α λεξάνδρου καί εντεύθεν. Ά π ό έκεϊ καί έπειτα ή Πελ/νησος, λόγω τής
φυσικής μονώσεώς της εντός τής Μεσογείου ήταν άπλώς ένας χώρος «βάσεων» τρόπον τινά, ένας ένδιάμεσος χώρος ύπό διαδοχικές κατοχές, μέ όχι
συνεχή μεσαιωνική ιστορία, πράγματα πού μας φανερώνουν τήν σημερινή
του πολυτιμότητα ώς χώρου. Ά π ό τήν Πελ/νησο δέν έχομε καμμίαν ιδιαίτερη πολιτισμική δημιουργία — φυσική συνέπεια τής διαρκώς εναλλασσόμενης ιστορίας της —, έχομε όμως ώς έκ τούτου μιάν καταπλήσσουσα
προσαρμογή πρός τά έκάστοτε ιστορικά δεδομένα. Έ Βενετία κατά τούς
νεώτερους αιώνες, δέν άρκέσθηκε μόνο στήν διατήρηση τών Βάσεών της
έκεΐ, άλλά κατέβαλε καί ιδιαίτερες προσπάθειες νά διατηρήση άσβεστον
τό χριστιανικό φρόνημα. Οί μεγάλες πόλεις τής Πελ/νήσου οφείλουν νά
γίνουν τά κοσμοπολιτικά κέντρα πού ήσαν, όπως καί ή ίδια ένας χώρος
γονίμων έπενδύσεων γιά όλη τήν μεσογειακή περιοχή.
Γιά τό Αιγαίο επί τοΰ παρόντος δέν μπορεί τίποτε νά είπωθή, διότι αύτό
άποτελεΐ πλεούμενο σέ πρωτοφανή δεκακυμία έν κρανίοις. Ούδείς μπορεί
νά άντιληφθή πώς προέκυψε ή «έλληνοτουρκική διένεξη» γιά τό Αιγαίο·
ούδείς μπορεί νά άντιληφθή τί δουλειά έχουν ή Ελλάδα καί ή Τουρκία μέ
τό Αίγαϊο καί πώς άνακατώνονται σ ' αύτό. Ούδείς μπορεί νά καταλάβη
γιατί τό Αιγαίο άδειασε καί ούδείς μπορεί νά άντιληφθή γιατί ό EOT δέν
σταματά πλέον νά συζητή περί «έργων υποδομής».
Έ ν τω μεταξύ άπό τήν άλλη μεριά μέ τό «δίκαιον τής θαλάσσης», τό
«διεθνές δίκαιον», τούς «έναερίους χώρους», τούς «αιγιαλούς», τά «χωρικά
ύδατα», τίς «υφαλοκρηπίδες», τούς «ειδικούς» καί τά «σεμινάρια», κοντεύομε νά πάθωμε κυριολεκτικήν σύνθλιψη έγκεφάλου. Αύτά όλα προέρχονται
άπό ένα καί μόνο γεγονός: ότι οί ομιλούντες περί θαλάσσης δέν είναι είς
θέση νά γνωρίζουν ότι τό νερό έχει ποιότητες καί δέν είναι όλη ή θάλασσα
τό ίδιο. "Οτι δηλαδή τά διάφορα πελάγη άποτελοΰν διαφόρου είδους βιοαίσθητικές ενότητες κι ας φαίνωνται όλα τό ίδιο. Δέν μπορούν νά ξεχωρίσουν ποΰ τό νερό σχηματίζει βουνό καί ποΰ πεδιάδα, ποΰ δάσος καί ποΰ
ξέφωτο, καί γ ι ' αύτό καταφεύγουν στά άνευ περιεχομένου νοήματα καί στά
βιβλία. Ά λ λ ά ούτε κι έκεΐ βλέπουν τά πράγματα, διότι τούς εμποδίζουν
άλλες τρέχουσες έννοιες, όπως «'Ελλάς», «Τουρκία» κ.λπ. "Αν όμως άνοιξη
κανείς οποιονδήποτε χάρτη μεσαιωνικής ιστορίας σέ οποιανδήποτε γλώσσα τοΰ κόσμου, θά ίδή νά σχηματίζωνται άνά τούς αιώνες οί πιό παράξενοι
224

σχηματισμοί επί τοΰ χώρου τοΰ Αιγαίου. Αύτό όμως δέν μποροΰν νά τό
«διαβάσουν», τό θεωρούν «παρελθόν τής ιστορίας» καί εισάγουν έννοιες
καί «παραγράφους» τοΰ διεθνούς δικαίου πού ούδεμίαν εφαρμογή μποροΰν
νά έχουν. Διότι αύτοί οί συνεχείς επί τοΰ Αιγαίου σχηματισμοί κατά τήν
ιστορία τής Μεσογείου δείχνουν άκριβώς ότι τό Αίγαϊο δέν έχει νά κάμη
μέ τίποτε τό «παράκτιο». Τά όριά του είναι καθαρό θέμα διαβήτη (τής
Εύβοιας συμπεριλαμβανομένης). Τό Αιγαίο ύπήρξε ένας αύτοδύναμος οργανισμός τής Μεσογείου, μία αύτοτελής διάσταση τής εύρύτερης εύρωρωμαϊκής περιοχής καί ώς έκ τούτου διεθνής. Ή άνατολική Μεσόγειος είναι
τόσο έλληνική, τουρκική ή εύρωπαϊκή, όσο είναι καί άραβική. Καί αύτή
τήν λειτουργία της τής τήν δίνει τό κυριώτερο μέρος της πρός άνατολάς,
πού είναι τό Αίγαϊο. Μέ τήν διαφορά ότι γιά νά λειτουργήση τό Αίγαϊο
έτσι, δηλαδή γιά νά δείξη τήν διεθνή του σημασία ώς διασυνδετική περιοχή κόσμων, χρειάζεται καί κάτι άλλο: τό 'Ιόνιον Πέλαγος ώς ζώσαν ολότητα. Τώρα γιατί τά πράγματα είναι έτσι, είναι ερώτημα άνευ σημασίας.
Είναι σάν νά ρωτάμε, γιατί ό άνθρωπος έχει δύο πόδια κι όχι τρία. Καί όπως
όταν έχωμε τόν άνθρωπο χωρίς πόδια στό καροτσάκι, έχομε πάλι τόν «άνθρωπο» άλλά τόν άνθρωπο τής ιατρικής καί όχι τών δασών, έτσι έχομε καί
τό Αίγαϊο θέμα «νομικών έννοιών» διότι έχομε καταστρέψει τίς οργανικές
δομές τής Μεσογείου. 'Εάν καλώς ή κακώς, άναγκαίως ή μή, καί τί αύτά
έξυπηρέτησαν δέν μας ένδιαφέρει τώρα. Σημασία έχει ότι τήν 'Αδριατική,
πού είναι ό φυσικός πνεύμων τής κεντρικής Εύρώπης πρός τήν Μεσόγειο
άφοΰ εισχωρεί τόσο βαθιά σάν θάλασα στήν καρδιά τής εύρωπαϊκής ήπείρου, μπορεί νά τήν ίδή κανείς κατά δύο τρόπους: είτε σάν «νερό», όπου τό
καράβι μεταφέρει τίς κονσέρβες άπ' τήν Τεργέστη στήν 'Αλεξάνδρεια, καί
φορτώνει άπ' έκεΐ χουρμάδες, είτε σάν συνεχή διαδικασία, σάν «δρόμο»
πού λέγαμε πρίν, όπου οί κονσέρβες καί οί χουρμάδες μεταφέρονται μέσω
ενδιαμέσων λειτουργιών (διά τής πολλαπλής δράσεως τοΰ 'Ιονίου μέσφ
Κρήτης, άπό έκεΐ μέσω Κύπρου κ.λπ.) μέ μικρότερο κόστος καί πολύ μεγαλύτερο πολιτικό καί πολιτιστικό κέρδος λόγφ τής φυσικής δράσεως τοΰ
μεσογειακοΰ όργανισμοΰ. "Οταν λέμε 'Ιόνιο, δέν έννοοΰμε μόνο τήν μεσογειακή βάση τής άδριατικής θαλάσσης, άλλά κυρίως κάτι πού — μέσω μιας
αυτονόμου 'Ηπείρου καί δυτικής Στερεάς — έχει σχέση καί μέ τήν «Μακεδονία», δηλαδή τήν φυσική προϋπόθεση λειτουργίας τοΰ άλλου «δρόμου» πρός τό Αίγαΐον. Τά πράγματα στήν φυσικήν των τάξη.
Δέν θά μποΰμε σέ παραπέρα λεπτομέρειες γιά τήν λειτουργία τοΰ μεσογειακού όργανισμοΰ. Κατά έναν μυστήριον τρόπο, ό χώρος τοΰτος στήν
ευρωπαϊκή βιβλιογραφία κατέχει τήν μικρότερη θέση. Έ ν τω μεταξύ, όλο
τό έμπόριο τής κεντρικής Εύρώπης πρός Νότον διεξάγεται μέσω τής Γιου225

γκοσλαβίας, αν δέ άπό κάποιες ταραχές (άπολύτως έν πολλοίς δικαιολογημένες μέ βαλκανικά κριτήρια) σταματήσουν τά φορτηγά γιά μακρύτερο
διάστημα, γιά νά λυθή τό πρόβλημα πρέπει νά γίνη... τρίτος παγκόσμιος
πόλεμος. Ά λ λ ά ύποθέτομε πώς ή άπαίτηση τών λαών τής υπολοίπου ανατολικής Εύρώπης νά ζήσουν κάπως καλύτερα θά δημιουργήσουν κάποιες
συνθήκες γιά όλους εύνοϊκές. Καί θέλομε νά πούμε ποιες είναι οί εύκαιρίες
πού δέν πρέπει νά χάση ό ελληνισμός. Ά λ λ ά γιά τοϋτο βέβαια χρειάζονται
οί πραγματικοί όροι συννενόησης καί όχι οί παγιωμένες έννοιες τών προεκλογικών συνθημάτων. Τό 'Ιόνιο καί τό Αίγαϊο, ή Ήπειρος καί ή δυτική
Στερεά, αντλούν τήν όντότητά τους γιά τόν έλληνισμό όχι άπό τά «εθνικά»
συνθήματα, άλλά άπό τήν φυσική τους λειτουργία, πού τήν αποδεικνύει τό
ιστορικό παρελθόν καί οί ανάγκες τοΰ μέλλοντος. Τό Αιγαίον ύπήρξε πάντα μιά ιστορικώς αυτοδύναμη διασυνδετική περιοχή, τής όποιας ή λειτουργία διεκόπη μόνον προσωρινώς γιά λίγο διάστημα άπό τήν οθωμανική
κατάκτηση (άλλά καί τότε μέ μέγιστον βαθμό αυτοδυναμίας). Καί άκριβώς
άπό τούτη ν τήν αυτοτελή λειτουργία τοΰ Αιγαίου ώφελεΐτο ή Μικρά Α σ ί α
(καί γενικώτερα ή Μέση Ανατολή) καί ή ήπειρωτική 'Ελλάς. Αύτό άκριβώς σημαίνει ότι τό Αίγαϊο δέν είναι ούτε τουρκικό, ούτε έλληνικό, άλλά
μιά αύτοδύναμη μορφή μεσογειακού έλληνισμοΰ — καί τέτοια φυσικά πρέπει νά παραμείνη, διότι άλλως πώς τά πάντα χάνουν τήν σημασία τους γιά
τούς πάντες —, όπως άκριβώς ήταν γιά χιλιετίες άπό τήν άλλη μεριά τό
'Ιόνιο. «Μορφή μεσογειακοΰ έλληνισμοΰ» δέν σημαίνει τίποτα τό «έλληνικό», άλλά μόνο μορφή καί τρόπο ιστορικής λειτουργίας. Είναι δηλαδή
ελληνισμός «συγκλίσεων» καί τίποτε τό αμιγές ή «έθνικόν». Αύτά έχουν
νόημα έκεΐ ποΰ μποροΰν νά στήνωνται χαρακώματα, ένώ ή λειτουργία τοΰ
νερού είναι πράγμα διαφορετικό. Δέν θέλει «άπολυτότητες» άλλά τήν εύχέρεια έκείνη τής ιστορικής διάρκειας, άπό τήν ίδια τήν δομή τοΰ μεσογειακοΰ χώρου, πού καμμιά φορά άθελά του χαμογελάει κανείς όταν τήν
συναντά σέ βιβλία σάν «Corruption du Levant». Καί αύτά όλα σημαίνουν
ότι αύτοί πού σκέφθηκαν πώς ή Κύπρος είναι μιά καλή πρώτη «ψαλιδιά»
γιά τόν χωρισμό τοΰ Αιγαίου — στερώντας έτσι άπό όλους τήν διεθνικότητά του —, είναι άκατάλληλοι γιά νά διοικούν τόν κόσμο καί πρέπει νά
ύποβιβασθοΰν στό νηπιαγωγείο. Στήν 'Ελλάδα καί τήν Τουρκία, δηλαδή
στίς φυσικές διεξόδους τοΰ εύρωπαϊκοΰ εμπορίου πρός τήν Μέση Ανατολή, θά έκαναν άπροσμέτρητο κακό, βλάπτοντας έτσι κι όλους τούς άλλους.
"Ηδη τό Κυπριακό ή 'Ελλάδα καί ή Τουρκία τό έχουν πληρώσει άρκετά...
Ά λ λ ά έκτός αύτών, λέμε, τά νησιά έχουν ρόλους πανεπιστημιακής μορφώσεως νά παίξουν μέσα στίς άνάγκες τοΰ μέλλοντος. Δέν μποροΰν νά
226

μείνουν στίς τουριστικές σκοπιμότητες καί στό Greek Love της έποχής τοΰ
Καγκελαρίου Έρχαρτ, δηλαδή στόν νεοανακαλυπτόμενον Ζορμπά τοΰ Νότου. Π α ρ ' ότι βέβαια ό πολιτισμός μας δέχεται — καί τοΰτο είναι σέ
μεγάλο βαθμό σωστό — ότι ή συγκράτηση στό σέξ είναι προϋπόθεση καί
συνέπεια άνώτερης πνευματικής ζωής (βλ. π.χ. Η. Schelsky: «Soziologie der
Sexualitat», Rowohlt, D. Enz. Nr. 2), δεδομένου ότι ό έρωτας γίνεται διά τοΰ
εγκεφάλου κυρίως, έπεται ότι οί μορφωτικές καταστάσεις τοΰ μέλλοντος θά
έπιβάλουν καί νέες ανάγκες περί τοΰ τουριστικοΰ σέξ, μή άρκούμενες
πλέον είς εκείνες τοΰ Ζορμπά. "Ηδη ή παλαιά σεμνοτυφία, πού επέβαλε τό
«ξέσπασμα» άμα τη καθόδω έκ τοΰ άεροπλάνου, έχει ήδη ύποχωρήσει πρός
μιάν παραμόνιμον φιλοσοφικήν θεώρηση τοΰ άνθρωπίνου σώματος ώς φυσικής δημιουργίας. "Οτι πλέον τά τουριστικά μας πράγματα δέν μποροΰν
νά άνταποκριθοΰν στήν έκτοτε έξέλιξη, άποδεικνύει καί ή πλήρης αποτυχία τοΰ έλληνικοΰ τουρισμού. 'Ενώ ή φιλοσοφική θεώρηση πού λέμε έπενδύει σήμερα τεράστια κεφάλαια επί τοΰ άνθρωπίνου σώματος, οί δικές μας
τουριστικές άντιλήψεις έχουν μείνει στήν έποχή μέ τίς «φουρνιές» πούλμαν
συνταξιούχων (τοΰ εύκολου τουριστικοΰ χρήματος) καί συζητάμε πάντα
γιά «ύποδομή». Τί ύποδομή όμως; Τά νησιά τήν έχουν τήν ύποδομή καί
αύτή είναι οί βράχοι καί οί ωραίες ακρογιαλιές. Δέν είναι τά Ξενοδοχεία
(γιά νά «πέφτη» τό χρήμα μαζεμένο!). Οί βράχοι καί τό φως πρέπει νά
ένταχθοΰν στίς σύγχρονες αισθητικές αντιλήψεις καί όχι γιά νά καταστραφοΰν μέ τίς «ύποδομές» καί τίς «μελέτες».
Γιά νά δείξωμε ότι τά πράγματα χωλαίνουν είς τούς «διευθυντικούς» μας
έγκεφάλους καί πουθενά άλλοΰ, θά φέρωμε ένα θλιβερό παράδειγμα: τήν
Μύκονο. Βγαίνοντας κανείς άπ' τό πλοίο καί βαδίζοντας στόν δρόμο, θά
ίδή άριστερά πολυτελή καταστήματα μέ γούνες καί δεξιά έξ ίσου πολυτελείς «Χρυσοτέκ». Βεβαίως οί τουρίστες πάντα κάτι άγοράζουν ώς ψυχικόν
συμπλήρωμα τών διακοπών. Ά λ λ ά ποιές κυρίες θ ' άγοράσουν γοΰνες τό
καλοκαίρι στήν Μύκονο μέ 50° ύπό σκιάν; Ή κυρία Ροκφέλλερ άσφαλώς
όχι. Αύτή θά πάη στήν Μόσχα ν ' άγοράση γοΰνες άπό λύκους Σιβηρίας,
στό Παρίσι ή τό Λονδίνο, άν δέν τήν φθάνουν οί οίκοι μόδας στήν Α μ ε ρική. Τίς γοΰνες θά τίς άγοράση ό έκατομμυριοΰχος σύζυγος, όχι όμως γιά
τήν κυρία — ή όποία παραθερίζει στήν Καραϊβική κατά κάποιους ανάλογους τρόπους —, άλλά γιά τά 2-3 δεσποινίδια πού νοίκιασε γιά τίς θερινές
διακοπές του στήν θαλαμηγό. Ά π ό έδώ όμως φαίνεται καί ή ποιότητα τοΰ
τουρισμού πού έχομε έμεϊς κατά νοΰν. Διότι τίς γοΰνες τίς προτιμοΰν μέν
οί κυρίες τοΰ Κολωνακίου τόν Μάη, όχι όμως καί οί εύπορες μεσαίες
άστικές τάξεις στήν Ευρώπη — αύτές δηλαδή πού έρχονται καθ' υπόθεση
στήν Μύκονο. Οί γοϋνες ώς μόδα φοριώνται άπό δυό είδών τάξεις: ή πολύ
227

ψηλά — όποτε πρέπει νά είναι πανάκριβες —, ή άπό εργάτες καί τσιγγάνους... Καί άπό την έλλαδική άριστοκρατία τήν άνοιξη! Ά ρ α λοιπόν δέν
έχομε έμεΐς τήν... δέουσα έγκεφαλική ύποδομή καί μας λείπει ή «ύποδομή».
Δέν είναι όμως αύτή πού φέρνει τά λεφτά. Ποιοι κρατάνε τόν τουρισμό στά
νησιά; Ό χ ι οί ντόπιοι βέβαια, άλλά οί ξένοι πού κάνουν επιχειρήσεις σ '
αύτά. Σκέτες οί φλοκάτες δέν μποροΰν νά κρατήσουν τουρισμό, ούτε καί
ή... μπριζόλα στά κάρβουνα (πού ψήνεται χωρίς κόπο καί φέρνει τό μεγάλο
κέρδος). Ό τουρίστας δέν έρχεται νά φάη τό δευτέρας διαλογής κρέας πού
έξάγει στήν 'Ελλάδα, γιατί στόν τόπο του έχει τήν πρώτη ποιότητα. "Ερχεται νά φάη φασολάκια, μπάμιες, κολοκυθάκια, σαλάτες κ.λπ. Αύτά όμως
θέλουν πολλή δουλειά, ένώ δέν άφήνουν τό εύκολο κέρδος τής μπριζόλας...
Αύτά όμως — όπως καί άλλα πολλά παρόμοια — είναι άθεράπευτες
«έθνικές» πληγές. Πίσω άπ' όλα αύτά κρύβεται τό «έθνος», καί δέν μποροΰν
ν ' άλλάξουν καί κάτι νά σωθή έκτός άν καταστραφή τό «έθνος». Ό καθένας μπορεί νά πάη τό καλοκαίρι ν ' άνοιξη σούπερ μάρκετ σ ' όποιο νησί
θέλει ή νά νοικιάση τήν επιχείρηση ενός ρεστωράν. Στήν μία περίπτωση
νά πουλάη ξυραφάκια 2.000 δρχ. τό ένα καί στήν άλλη οί τουρίστες νά τήν
γλυτώνουν, άν κατά τύχη τό πρωΐ πέρασε ή άγορανομία. Ά λ λ ά μέ άγορανομίες καί χωροφύλακες δέν γίνεται τουρισμός. Κανείς δέν μπορεί νά πή
τίποτε, άφοΰ είμαστε όλοι «Έλληνες» καί προέχει ή «ιδιωτική πρωτοβούλια». Τό ίδιο καί ό «Έλλην», ό όποιος αγοράζει οικόπεδα στά νησιά προκειμένου νά έπενδύση.
Θά λέγαμε λοιπόν, ότι πάν περιουσιακό στοιχείο πού βρίσκεται στά
νησιά άπό μή νησιώτες, χτισμένο είτε άχτιστο, πρέπει πάραυτα νά άπαλλοτριωθή άνεξαιρέτως συνθηκών. Τό αύτό καί διά πασαν «ιδιοκτησία» σέ
άπόσταση 50 χιλιομέτρων άπό τών ακτών επί τής ήπειρωτικής χώρας. Έ ά ν
αύτό είναι «νομικώς» δύσκολο, τότε οί εύγενεΐς νέοι θά ρημάζουν τίς «βίλλες» κατά τακτά διαστήματα, έως ότου έγκαταλειφθοΰν. Καί τοΰτο γιά τόν
εξής λόγο: ναί μέν είμαστε όλοι «Έλληνες», άλλά πουθενά άλλοΰ στόν
κόσμο δέν υπάρχει ή έννοια «αυθαίρετα». Τί θά πή «αύθαίρετα»; Θά πή ότι
δέν υπάρχουν τίτλοι κυριότητος. Καί φυσικά δέν μποροΰν νά ύπάρχουν
τίτλοι μέ τό διαρκές «πήγαιν'-έλα» τών φυλών. Τί τίτλο νά έχη αυτός πού
πήρε τά οικόπεδα στήν Θεσπρωτία ώς «έθνικόφρων» (ήγουν καλός ψηφοφόρος) άπό αύτόν πού διώχθηκε ώς μή «έθνικόφρων»; Έ ν τω μεταξύ όμως
έν 'Ελλάδι καταντήσαμε όλοι «έτερόχθονες» καί δεδομένου ότι τό πρόβλημα Γής δέν λύθηκε ποτέ, διότι δέν ήταν δυνατόν μέ τό «πήγαιν'-έλα» νά
λυθή (έννοοΰμε άπό έποχής Επιδαύρου· ώς γνωστόν ή Γή στήν οθωμανική
αύτοκρατορία άνήκε μόνο στόν Σουλτάνο συμβολαιογραφικώς), μποροΰμε
νά ποΰμε ότι τά πάντα είναι αύθαίρετα. Συνεπώς μποροΰν ν ' άπαλλοτριω228

θοΰν δποια κι αν είναι, καί ειδικά στά νησιά έπιβάλλεται τό συντομώτερον.
Διότι αύτός πού «επένδυσε» σάν επιχείρηση, χωρίς νά είναι άπό έκεΐ καί
χωρίς νά τόν άπασχολή αν μπορή νά καταλάβη την πολιτιστική παράδοση
(στά νησιά αύτό παίζει τεράστιον ρόλο), απέδειξε τό αντεθνικό του φρόνημα. Βέβαια κι αύτός δίκηο έχει. Ά ν καταδιωκόμενος άπό τόν Νάσερ
μπόρεσε καί πήρε λίγες λίρες μαζί του, θά κύτταζε τό πολιτιστικό φόντο
στήν 'Ελλάδα; Δέν είπαμε ότι ή 'Ελλάδα μπόρεσε ποτέ ν ' άναπτύξη πολιτική προστασίας τών πληθυσμών της σέ άλλα κράτη. Κι αύτό τό βλέπομε
άκόμη σήμερα μέ τούς έλληνόφωνες τής Αλβανίας. Πρέπει όμως κι αύτός
ό «έπενδυτής» νά καταλάβη (έφ' όσον βέβαια ύπάγεται στήν κατηγορία τοΰ
«μείζονος έλληνισμοΰ» πού λέμε- άν δέν ύπάγεται, τότε είναι καί ποινικώς
ύπόλογος ώς άδίστακτος άετονύχης όλκής...), ότι αύτά πού λέμε είναι βοηθητικά γιά νά ξαναγυρίση στόν τόπο του. "Οσο άκόμη είναι καιρός... Ά ν
οί καταστάσεις διαμορφωθοΰν κατά τήν φυσική τους λειτουργία, θά τό
καλέσουν τά ίδια τά πράγματα μέ όσες δυνατότητες άπομένουν. Σήμερα πιά
δέν θά μπορή νά χρησιμοποιήται άπό ιμπεριαλιστικές τακτικές είς βάρος
τών γηγενών, γιά νά τόν ξαναδιώξουν. Ό έλληνισμός καί ό εβραϊσμός (πού
είναι διαφορετικά πράγματα άπ' τήν ελλαδική «Μ. Ιδέα» καί τόν σιωνισμό) ύπήρξαν οί σπουδαιότεροι καταλύτες γιά τήν λειτουργία τοΰ μεσογειακού όργανισμοΰ ώς μεσογειακής διάστασης...
Γιά νά λάβη τόν διεθνικό του χαρακτήρα ώς έλληνισμός τό Αίγαϊο, είναι
άνάγκη νά καθαρίση πρώτα ώς έννοια άπό κάθε είδους «εθνική» λαθροχειρία (είτε ελληνική, είτε τουρκική). Καί έπειδή ώς λέμε ή σημασία του είναι
φύσεως ιστορικής καί μορφωτικής (μέσα στήν έννοια τοΰ «διεθνοΰς τουριστικοΰ δικαίου» πού άνελύσαμε), δέν μπορεί νά μετατραπή — έτσι σιγά
καί πονηρά ώς γίνονται τά πράγματα — σέ θέρετρο μέ βίλλες πλουσίων
ευρωπαίων. Θά άπαγορευθή κάθε μορφή ιδιοκτησίας, γιά νά έξασφαλισθή
ή διεθνής μετοχή στό μορφωτικό αγαθό. Τό Αίγαϊο είναι χώρος παραγωγής
θρησκειών, καί μιά νέα θρησκεία οφείλει νά ξεπεταχθή άπό 'κει.
Πώς τώρα θά όργανωθή ή μορφωτική δράση τοΰ μεσογειακοΰ αύτοΰ
όργανισμοΰ ώς σύγχρονο καταναλωτικό αγαθό, δέν μποροΰμε νά διαλάβωμε έδώ, διότι είναι θέμα πολλαπλών παραγόντων καί καταστάσεως τών
διεθνών σχέσεων. "Οτι πάντως μιά υπηρεσία ύπό τήν ονομασία «Αποδυτήρια», ύποχρεωτική γιά πάντα μή γηγενή άπό Απριλίου έως 'Οκτωβρίου
σέ κάθε νησί, θά παραστή ίσως άναγκαία, είναι προφανές. Είναι γνωστό
ότι τό πρώτο πράγμα πού έπεδίωξαν οί μεταπολιτεύσεις στήν 'Ισπανία,
άμέσως μετά τήν πτώση τοΰ Φράνκο, ήταν νά κερδίσουν τήν χαμένη απόσταση σχετικά μέ τήν Γαλλία καί Γιουγκοσλαβία ώς πρός τήν φυσικήν
229

καλλιέργεια τοΰ σώματος. Τίς μεγάλες προσπάθειες πού κατεβλήθησαν
μπορεί κανείς νά τίς πληροφορηθη άμερολήπτως άπό σχετικές στατιστικές
τών ειδικών τουριστικών οδηγών. Οί Γιουγκοσλάβοι επίσης δέν ένίσχυσαν
μόνο αύτή τήν κατεύθυνση τοΰ τουρισμοΰ, άλλά καί έχάριζαν βίλλες πού
έφκιαχνε τό κράτος σέ διάφορες στάρ, προκειμένου νά τό πετύχουν. Ή
Αδριατική είναι σαφώς μειονεκτοΰσα, ώς πρός τό Αίγαϊο. Τό Αιγαίο, έκ
φύσεως προορισμένο νά άποτελέση χώρον ανωτέρας πανεπιστημιακής άντιλήψεως ώς πρός αύτά, δέν έχει ανάγκη άναλόγων «σ-τρατηγικών». Ή
άναγωγή στήν φυσικήν απλότητα τών πραγμάτων αρκεί. "Οτι βέβαια τό
Αίγαϊο ώς «μορφωτική κατάκτηση» (καί όχι ώς «τουρισμός»), ένσωματουμένη ώς ψυχική διάσταση καί όχι ώς κατανάλωση στίς άνάγκες τής συγχρόνου παραγωγής, θά άπαιτήση βιομηχανικά κεφάλαια, είναι αύτονόητο.
Μόνο μέ τέτοια μποροΰν νά άπογειοΰνται ελικόπτερα καί νά πλέουν δεξαμενόπλοια, προκειμένου νά ποτίσουν δένδρα καί κήπους σέ πολλά ξερονήσια, όπου οί φοιτητές τών σχολών καλών τεχνών καί οί ζωγράφοι θά
μελετοΰν τήν σπουδή τοΰ άνθρωπίνου σώματος, άνεξαρτήτως φυλής καί
χώρας, οί δέ άλλοι καλλιτέχνες θά ζητοΰν νά έμπνευσθοΰν γιά τίς νέες
κατακτήσεις τοΰ χώρου των. Αύτά δέν λέγονται «τουρισμός», άλλά ανώτερες έλευσινιακές μυήσεις στόν χώρο τοΰ πνεύματος γιά τίς σύγχρονες
βιομηχανικές κοινωνίες.
'Αλλά αύτά δέν μπορούν νά γίνουν μέσα σέ μιά «εθνική» κατάσταση
κοτετσιοΰ καί τήν άντίστοιχη «ήθική» της. Μόνο στήν Ε λ λ ά δ α ήταν δυνατόν νά μεταβληθή τό Αιγαίο ώς έννοια σέ ένα σύνολο «άγονων γραμμών». Στήν Γιουγκοσλαβία, ή 'Εκκλησία, έχουσα τούς ίδιους «ιερούς κανόνες» μέ τήν δική μας, δέν έθεώρησε μέ τίποτε άπό τά σχετικά έαυτήν
θιγείσα, ούτε καί έβλάβη. Ούτε ό «γιουγκοσλαβισμός» διεφθάρη, όπως δέν
έφθάρη ό «ίσπανισμός» καί ό «γαλλισμός». 'Αλλά βέβαια στίς χώρες αύτές
ή 'Εκκλησία δέν έχει τήν μέσω τοΰ κράτους σημασία τοΰ επιχειρησιακού
όργανισμοΰ, ούτε καί στίς διαφορές της μέ τό κράτος καταφεύγει στό Πατριαρχείο, δίνοντάς του τήν σημασία τοΰ «έθνικοΰ θεσμοΰ»... Γιά τίς μορφωτικές άνάγκες τής άνθρωπότητας όμως ή ελλαδική 'Εκκλησία δέν θάχη
λόγο νά πή, διότι άκριβώς αύτά σημαίνουν καί τήν κατάργησή της ώς
«έθνικοΰ» οργανισμού... Άλλωστε τό Αίγαϊο ουτε καί θρησκευτικώς είναι
έλλαδικόν.
Δέν συζητούμε εδώ περί «άδειών» καί «νόμων», άλλά περί τής βιομηχανικής οργανώσεως τών πραγμάτων ώς τέτοιων. Περί αύτονόμου βιομηχανίας καί όχι περί έλλαδικοΰ συναλλάγματος, άφοΰ λέμε ότι τό κοτέτσι θά
λήξη καί ό ελληνικός χώρος θά βρή τρόπο παραγωγικής απασχόλησης.
Ά π ό έκεΐ καί πέρα τά «οικολογικά» κόμματα στήν Εύρώπη — όπως καί
230

οί αύτοκινητοβιομηχανίες μέ τά «Camping Busse» γιά τίς άκτές της ήπειρωτικής 'Ελλάδος καί οί βιομηχανίες ιδιωτικών σκαφών (βλ. πιό κάτω) —
θά βρουν τρόπο νά άξιοποιηθή ή Φύση καί νά διατηρηθή γιά τίς μέλλουσες
γενεές στήν Μεσόγειο. Είναι ή προϋπόθεση καί τών μακροχρονίων συμφερόντων τους άλλωστε. "Οτι μόνο έτσι, δηλαδή μέσα άπό τίς φυσικές
άναδιατάξεις τοΰ χώρου καί έφ' όσον μεταβληθούν τά πράγματα σέ νοήματα καί άνάγκες, είναι δυνατόν νά σωθή ή Φύση στήν 'Ελλάδα, είναι
αύτονόητο. Ή έννοια «αύθαίρετα» καί ή συνεπομένη φυσική καταστροφή
είναι άμεση συνέπεια τοΰ «έθνους». Σέ μιά χώρα όπου ή Γή άποτελοΰσε
ιδιοκτησία τοΰ Σουλτάνου καί έν συνεχεία άμέσως ύποθηκεύτηκε έξ άδιαιρέτου διά τών ξένων δανείων, ή έννοια «αύθαίρετα» είναι κοινή γιά όλα τά
πληθυσμιακά στρώματα (παρά τίς διατάξεις τών πρώτων συνταγμάτων περί
«άποκτήσεως περιουσίας». Ποιός θά πουλούσε;). Καί έκ τών «ανω» κυρίως
προέρχεται σάν κατάσταση, παρά τίς «άναδασώσεις». Κάθε δέκα χρόνια
περίπου πρέπει κανείς νά ύπολογίζη μέ τριακόσιες βουλευτικές βίλλες άνά
τά παράλια. Καί μέ «βουλευτικά» σέ δασικούς πνεύμονες. Ό κ. Παπανδρέου, ό όποιος έμφανίζεται μέ τήν συνοδεία ιερέων στούς προεκλογικούς
του λόγους, άδίκως κατηγορήθη άπό τόν κ. Κάπλαν. Δέν τό ήθελε ό ίδιος,
τό κόμμα τό είχε άνάγκη. Έχρειάζονταν νέες περιοχές γιά νά γίνουν «ύποδομές» καί νά «άξιοποιηθοΰν» γιά τήν «άνάπτυξη» τής χώρας. Οί παληές
ήσαν κατειλημμένες... Τό όλον νόημα βρίσκεται στό «Γκόλφ», πού παίζει
ό κ. Καραμανλής μέ τόν κ. Ράλλη στήν Κέρκυρα... Καί κοντά σ ' αύτά
πρέπει νά βάλωμε τούς πανεπιστημιακούς, τούς νέους επιχειρηματίες κ.λπ.
Μποροΰμε νά βροΰμε ποιοι άγοράζουν στό Πήλιο καί στήν Μάνη ή τίς
άλλες περιοχές. Οί ξένοι είναι τό λιγώτερο. Στήν Χαλκιδική μπορεί κανείς
βλέποντας τίς βίλλες τών παν/μιακών νά καταλάβη ποΰ έσπούδασαν! Δέν
είναι ό κοσμάκης στήν Δραπετσώνα πού χτίζει τίς παράγκες (άφοΰ τόν
γέλασαν μέ τίς «άποκαταστάσεις»)- είναι ή βιομηχανία τοΰ «έθνους» πού
βάζει τίς φωτιές. Καί αύτά τά πράγματα δέν μποροΰν νά διορθωθοΰν όσο
υπάρχει «έθνος». "Οσες «άναδασώσεις» κι άν γίνουν. Τό άπαγορεύει τό
«Σύνταγμα»... Ά φ ο ΰ οί επί τουρκοκρατίας χρήσεις έγιναν έν συνεχεία κυριότητες, είναι φανερό ότι ή μόνη «ιδιοκτησία» πού άπέμενε ήταν τό «έθνος». Κι αύτό καταστρέφει ολοένα τήν Φύση καί τά νησιά, γιά νά τά
μεταβάλη σέ οικόπεδα... Είναι μιά διαδικασία τών πραγμάτων άναπότρεπτη. Καί θά διαρκέση όσο ύπάρχουν τό «έθνος» καί οί «ερμηνείες». Τό
νομικόν χάος μέ τά «αύθαίρετα», όπου άν χτισθή τό βράδυ τό πρωΐ δέν
μπορεί νά γκρεμισθή, όπου οί «αιγιαλοί» μπαινοβγαίνουν στήν θάλασσα
καί όχι ή θάλασσα σ 1 αύτούς (έξαρταται ό καθορισμός τους άπό τό πόσα
«αύθαίρετα» θά χτισθοΰν, όπότε τά πράγματα δέν είναι πλέον νομικές έν-

231

νοιες άλλά ζητήματα «πολιτικού κόστους»...), όπου δέν υπάρχουν μπουλτόζες γιατί... κάποια διάταξη τοΰ υπουργείου υγείας τό απαγορεύει, καί όλο
τό σχετικό κομφούζιο, είναι ένα δικαιακό κομφούζιο πού σκοπίμως καλλιεργείται, γιά νά μποροΰν οί εκάστοτε «άνώτερες τάξεις» νά βουτάνε περιοχές. Καί αν δέν ύπάρχουν καί μερικά άλλα παράνομα στήν περιοχή ή
τά «αύθαίρετα» σάν κατάσταση, ή νομοθετημένη παρανομία φαίνεται (οπότε πάλι ύπάρχει «κόστος» καί μπορεί νά τούς τά κάψουν!). Οί εκάστοτε
«άνώτερες τάξεις», σύντομα μεταβαλλόμενες (άλλοτε άπό κόμματα, άλλοτε
άπό «πολιτικά προγράμματα» καί άλλοτε άπό «διεθνείς συγκυρίες»), έχουν
άνάγκη καί άπό σύντομη έξεύρεση βιλλών. Καί αύτό μόνο μέ τό χάος
μπορεί νά έπιτευχθή. «Επιχειρηματίας» ή «νέος βιομήχανος» χωρίς βίλλα;
«Μεγαλοεπιχειρηματίας»: — δηλαδή κάτι γρήγορα νά μαζευτή γιά ίσως καί
μέχρι τά εγγόνια... Σ ' αύτό άκριβώς βρίσκεται ή νομιμότης τής παρανόμου
εννοίας «αύθαίρετα». Μπορεί όμως μέ τά «προγράμματα αναπτύξεως» καί
τίς «έθνικές» αισιοδοξίες αύτό νά σταματήση ποτέ;
Ά λ λ ά , δεδομένου ότι τά όσα λέμε δέν είναι καθόλου συναλλαγματικές
έννοιες τύπου «γκαρσονιών» καί ζορμπάδων, ή ιστορική δράση τοΰ μεσογειακού έλληνισμοΰ πρέπει νά προκύψη. Ό μ ω ς αύτό άπαιτεΐ καί κάτι άλλο:
νά επιστραφούν οί μή διεθνούς σημασίας πολιτιστικοί θησαυροί στούς
τόπους πού ήσαν. Ή πρωτεύουσα, πάντα «έθνικά» καί «στοργικά» σκεπτόμενη, άδειασε τίς διάφορες περιοχές, άπ' ό,τι ύπήρχε, γιά νά τό «σώση».
"Οτι έμεινε λοιπόν άπό τήν «σωτηρία», πρέπει τώρα νά τό δώση πίσω.
Δηλαδή, όπως θά λέγαμε σέ γλώσσα πιό οικεία στόν ποινικόν κώδικα, νά
τό έπιστρέψη... Ό γενιτσαρισμός ώς μισθοδοσία είναι πιά φαινόμενο τοΰ
παρελθόντος. Τώρα μας χρειάζονται άλλα.
Τό πρόβλημα τών πολιτιστικών θησαυρών τής μεσογειακής άρχαιότητος είναι βέβαια ένα διεθνές πρόβλημα. Τό κατά πόσον οί χώρες πού τούς
έχουν είναι είς θέση νά τούς συντηρήσουν, είναι επίσης ένα άλλο καί
μεγαλύτερο. Ή γενική μόλυνση τοΰ περιβάλλοντος, ή ρύπανση τής ατμοσφαίρας μέ χημικές ούσίες, ή γενική κλιματολογική αλλαγή καί πολλοί
άλλοι παράγοντες έχουν θανατηφόρες έπιπτώσεις επί τών θησαυρών αύτών.
Τά σύγχρονα μουσεία συνιστοΰν ιδιαίτερες οικονομικές μονάδες γιά τήν
συντήρησή τους. Απαιτούν μιάν υψηλότατη τεχνολογία, προηγμένες τεχνολογικές μεθόδους προστασίας, λεπτότατα όργανα παρακολουθήσεως
καί ελέγχου τών περιβαλλοντολογικών συνθηκών. Οί χώρες πού τούς έχουν δέν τά διαθέτουν βέβαια αύτά. Ά λ λ ά δέν διαθέτουν καί τό κυριώτερο
προστατευτικό μέσον τών άρχαίων πολυτιμοτήτων: τήν πολιτιστική σχέση
μαζί τους. "Οχι ότι δέν τούς «καταλαβαίνουν»· δέν έμφανίζονται απλώς
232

αναγκαίοι στήν καθημερινή τους ζωή. Ά ν τ ί γιά ιστορικούς τής τέχνης,
έχουν συνήθως οικονομολόγους.
Δυστυχώς, τό «έθνος» μέχρι τώρα δέν έπέτρεψε οί έπί ελληνικού εδάφους
άρχαϊοι θησαυροί νά καταστούν άντικείμενο τοΰ διεθνούς δικαίου. Οί τοΰρκοι μέ τίς έλληνικές άρχαιότητες εύρήκαν τήν δέουσα λύση: άνέθεσαν τήν
συντήρησή τους ά π ' εύθείας σέ ξένες άρχαιολογικές έταιρεΐες καί διεθνείς
οργανισμούς, οί όποιοι, όσα μέν πρέπει νά σωθοΰν σέ ξένα μουσεία, τά
μεταφέρουν έκεΐ1 όσα μποροΰν νά παραμείνουν, τά άναστηλώνουν. "Ετσι
π.χ. ό σημερινός έπισκέπτης μπορεί νά άπολαμβάνη τίς ύπέροχες άναστηλώσεις τής 'Εφέσου καί τής Περγάμου. Στήν Ε λ λ ά δ α δυστυχώς τό «έθνος»
δουλεύει μ ' αύτά τά πράγματα διαφορετικά, καί δουλεύει πολύ πρίν άπό τό
'21 έτσι. Μεγάλη καταστροφή οί διάσπαρτες στήν περιοχή 'Αθηνών άρχαιότητες ύπέστησαν τω 1777, όπου ό τότε βοεβόδας Χατζή 'Αλής Χασεκής, προκειμένου νά άντιμετωπίση τούς μωαμεθανούς Έλληνες τής 'Αλβανίας μέ τά όρλωφικά, έχτισε ένα τεράστιο τείχος γύρω άπό τήν πόλη,
χρησιμοποιώντας μεγάλες ποσότητες άρχαίου ύλικοΰ καί άγαλμάτων γιά
νά πετύχη τό σέ τρεις σχεδόν μήνες μέσα έπεϊγον χτίσιμο του. "Ο,τι έμεινε
συνέχισε νά χρησιμοποιήται γιά τήν επισκευή καταστροφών καί ό,τι έσώζετο φαίνεται ότι εύρισκε τήν δέουσα άξιοποίησή του — καί πολύ σωστά
— δ ι ' έκποιήσεως στούς τότε φιλέλληνες. Χάρις στήν μανία αύτών τών
άνθρώπων έσώθηκαν πολλά πράγματα τότε, καί σ ' αύτή τήν δραστηριότητα φαίνεται ότι διέπρεψε, πρίν άπό τήν Επανάσταση άκόμη, καί ό Μακρυγιάννης. Δέν θά λέγαμε ότι είναι ένας άπό τούς θεμελιωτές τής άρχαιολογικής επιστήμης στήν Ελλάδα, άλλά πάντως οί γνώσεις του περί τά
άρχαϊα θά πρέπει νά ήσαν εξόχως ειδικές. Κατά τό 1821, όταν ξέσπασε ή
Επανάσταση δηλαδή, ό Μακρυγιάννης ήταν 27 ετών καί είχε, παρά τό
νεαρόν τής ήλικίας του, μιά μυθώδη σχεδόν περιουσία. Δυστυχώς δέν διαθέτομε αύτή τή στιγμή τήν δυνατότητα (τό άρχεϊο μας) νά άναφερθώμε σέ
νούμερα, άλλά, κατά προχείρους ύπολογισμούς τοΰ παρελθόντος, ό Μακρυγιάννης κατά τήν ώρα τής 'Επανάστασης διέθετε περίπου τό τρίτο ώς
προσωπική περιουσία σέ γρόσια άπό ό,τι έπλήρωσε τό Ά γ ι ο "Ορος νά
άγοράση τά προνόμιά του άπό τόν Σελήμ τόν Β ' (ό όποιος προηγουμένως
τοΰ είχε κατάσχει όλη τήν κτηματική περιουσία). Επρόκειτο γιά ένα τεράστιο ποσόν τής έποχής, τό όποιον πολλοί ιστορικοί βεβαιώνουν σάν
τέτοιο. "Οπως καί άν ήταν, επρόκειτο γιά σύμβαση μεταξύ κρατών. Ό π ο ι ε ς
καί άν ύπήρξαν οί νομισματικές μεταβολές έκτοτε στήν οθωμανική αύτοκρατορία, ή άναλογία ώς πρός τήν περιουσία νεαρού ιδιώτη δέν έπαυε νά
είναι σημαντική (αύτό θά ήταν εύκολα διαπιστώσιμο διά συναλλακτικής
μελέτης). Καί ό Μακρυγιάννης τήν εμπορική δραστηριότητά του τήν ά233

σκησε στό πασαλίκι τοΰ Ά λ ή πασα (γιά τά ελάχιστα χρόνια πού λέμε),
στό όποιον τό φορολογικό σύστημα επίβλεψης ήταν εξόχου άκριβείας.
Ά π ό τίς δραστηριότητες τοΰ Μακρυγιάννη οί φορολογικές υπηρεσίες τοΰ
Ά λ ή δέν πήραν είδηση ποτέ. Τί είδους έμπόριο ήταν αύτό πού έκανε ό
Μακρυγιάννης, πού τόν έκανε νεαρό πλούσιο καί πού κανείς δέν τό πρόσεξε; Ύποθέτομε ότι τά πράγματα είναι φανερά καί οί ιστορικοί θά μπορέσουν εύκολα νά μας τά έπιβεβαιώσουν. Ά π ό τούς τότε άγωνιστές μόνο
ό Μακρυγιάννης βρέθηκε μέ τόσα λεφτά, γιά νά άγοράση έκτάσεις στήν
Α θ ή ν α (όπως προέβλεπαν τά Συντάγματα) πού έχουν άκόμα τό όνομά του.
"Αρα λοιπόν οί θαυμασμοί του γιά τίς φλέβες τών άγαλμάτων καί τήν
άκρίβεια τών σωματικών τους μελών, προέκυπταν άπό ακριβή γνώση καί
βαθύτατη σχέση μαζί τους. Καί όταν χολώνεται τόσο πολύ μέ τούς συντρόφους του, πού έβλεπε νά τά καταστρέφουν καί τούς λέει «διά ταΰτα έπολεμήσαμεν», έννοοΰσε κάτι γιά τόν ίδιον άπολύτως προφανές: τόσο κεφάλαιο, θά αφήναμε στους Τούρκους;... Γιατί άλλο θ ' άξιζε κανείς νά πολεμήση, όταν άκόμη καί 23 χρόνια μετά τήν 'Επανάσταση διαθέτει άνεξαργύρωτους τίτλους «άντίστασης»; Γιά τήν «Έλευθερίαν» είδαμε πάντως ότι
δέν ήταν...
Είναι γνωστό ότι τό Χρηματιστήριο έργων Τέχνης σήμερα δουλεύει μέ
έξόχως ύψηλά οικονομικά μεγέθη. Ό λόγος είναι άπλός: ή μεταφορά τών
έργων τέχνης άπό τόπου σέ τόπο γιά τίς έκθέσεις, άπαιτεί μυθώδη υψη
άσφαλειών, ειδικές μεθόδους μεταφοράς, ειδικά μέτρα προστασίας κ.λπ. Τά
αεροπλάνα πρέπει νά έχουν μηχανές πού νά προξενούν ώρισμένο ϋψος
παλμών στό έργο τέχνης, τά αύτοκίνητα πρέπει νά έχουν ειδικές άναρτήσεις καί είδική έσωτερική διαρρύθμιση, ώστε τό έργο νά μήν πάλλεται
κατά τήν μεταφορά, όσο λίγο καί άν αύτό είναι. Ή άτμόσφαιρα στά μέσα
μεταφοράς πρέπει νά παραμένη σταθερή καί άνεπηρέαστη άπό τίς έξωτερικές συνθήκες ταξιδιοΰ. Αύτά καί άλλα πολλά, πού επιβάλλουν τεράστια
έξοδα, άπαιτεί ή διακίνηση τών έργων τέχνης. Καί αύτά βέβαια όλα, μιά
καί ένας πίνακας δέν τρώγεται λ.χ., διότι ή λεγομένη αισθητική άξία τών
έργων τέχνης μεταφράζεται σέ οικονομικά μεγέθη, επειδή τό ΰπ' αύτών
μυθολογούμενο μέσα στό άξιολογικό σύστημα τοΰ πολιτισμού συνιστά
παραγωγική δύναμη μεταβαλλόμενο σέ πνεύμα. Αύτό δηλαδή θά 'πή «μορφωτική άξία».
Δυστυχώς όμως μέ τό δικό μας «έθνος» (καί κράτος) τά πράγματα δέν
έχουν φθάσει σ ' αύτό τό σημείο. Οί άρχαιότητες αποτελούν άκόμη «θησαυρούς» κατά τήν έννοια τοΰ Μακρυγιάννη, έστω καί άν όχι κατά τόν ίδιο
τρόπο (άς πούμε σάν εισιτήρια). Δέν είναι νοήματα, πού σάν τέτοια μπο234

ρουν νά επενδυθούν σέ άλλα νοήματα καί ν ' άνεβάσουν τήν άξία τους
άνεβάζοντας τήν ζωή, δηλαδή εκτελώντας τόν προορισμό τους. Καί οί
«θησαυροί» φυλάγονται πάντα μέ φύλακες, ώς γνωστόν, δηλαδή μέ χωροφύλακες πού κατά περίπτωση ονομάζονται καί «ύπηρεσία διώξεως άρχαιοκαπηλείας». Τά άγάλματα όμως άντιπροσωπεύουν ϊσως θησαυρούς, άλλά
θησαυροί δέν είναι. Καταλήγουν άναγκαστικά στά χέρια όσων έχουν άλλη
άντίληψη γ ι ' αύτά — άς τό πούμε απλούστερα: βίωση —, όπως καί στήν
έποχή τοΰ Μακρυγιάννη. Καί πολύ σωστά. Ποιό λοιπόν είναι τό άποτέλεσμα; Ό Ρέμπραντ νά ταξιδεύη φανερά καί μέ ειδικές άποστολές, ενώ τά
έλληνικά άγάλματα νά γεμίζουν τά τριαξονικά, δίπλα άπ' τούς τενεκέδες
μέ τίς παστές σαρδέλλες, καί νά φεύγουν χέρια, μασέλες καί κεφαλές...
Ά λ λ ά τά άρχαΐα άγάλματα είναι όσα ανακαλύπτουν κάθε φορά οί άρχαιοκάπηλοι; Στίς περισσότερες περιοχές τής Ελλάδος, σέ ένα μέτρο βάθος
ύπάρχουν άγάλματα. Ποιά λοιπόν λύση μπορεί νά ύπάρχη γιά τόν ύπέδαφον αύτόν πλούτο, πού τό «έθνος» μας ελάχιστα είναι σέ θέση νά διαφυλάξη; Ύποθέτομε λοιπόν ότι είναι καιρός τούτος ό βαρβαρισμός, πού διάφορες άδικες έννοιες τοΰ διεθνούς δικαίου όπως «έθνική κυριαρχία» κ.λπ.
έξωραΐζουν τήν πραγματικότητά του, νά πάψη. Οί έλληνικές άρχαιότητες
πρέπει νά κηρυχθούν διεθνές άγαθό, παρούσες καί μέλλουσες, καί νά πάψουν νά έχουν οποιαδήποτε σχέση μ ' αύτές οί οποιεσδήποτε έλληνικές
υπηρεσίες. Εϊτε «ύπουργεϊα πολιτισμού» λέγονται αύτά, είτε όπως άλλοιώς.
Μέ τήν πρόοδο τής τεχνολογίας θά έντοπίζωνται άγάλματα καί άλλοι πολιτιστικοί θησαυροί σέ βάθος δέκα μέτρων καί περισσότερο. Θά είναι λύση
γ ι ' αύτούς ή «οργάνωση τών ύπηρεσιών» καί τά... τριαξονικά; Ή κωμωδία
τοΰ «έθνους» μας έκράτησε έγκληματικώς περισσότερο άπό όσο έπρεπε.
Σήμερα λοιπόν πού αύτό πιά τίποτε δέν άντιπροσωπεύει, είναι ώρα καί οί
άρχαιότητες νά προστατευθούν άποτελεσματικά. Δηλαδή φανερά καί ύπεύθυνα, άφοΰ εμείς δέν μποροΰμε νά κάνωμε τίποτε γ ι ' αύτές.
Είπαμε: ή άνέκαθεν δυσκολία μας ήταν νά μετατρέψωμε τήν πραγματικότητα σέ νοήματα. Γιά νά μάθωμε κάτι γιά τόν άρχαΐον μας πρόγονο τόν
"Ομηρο, πρέπει ν ' άνοίξωμε κάποιο γερμανικό, γαλλικό ή άγγλικό βιβλίο.
Καί τούτο σημαίνει πώς ό "Ομηρος κάπου άκόμα ύπάρχει σάν έγνοια καί
κάπου άκόμα δρα. "Εννοιες καί λειτουργίες θά μας έλεγεν ό "Ομηρος είναι
τά άγάλματα, πού ή άξία τους άνεβαίνει όταν σ ' αύτά προστίθενται άκόμα
έννοιες. Ποιός όμως νά βρή τίς σύγχρονες έννοιες, πού συνιστούν τήν
προστασία τών άγαλμάτων μεταβάλλοντάς τα σέ μοναδικότητες; Αύτό είναι τό αιώνιο πρόβλημά μας!
Ζούμε σέ μιά άπό τίς μεγαλύτερες στιγμές τής παγκόσμιας ιστορίας.
235

Τείχη έπεσαν, ελπίδες γεννήθηκαν, ψυχές έπαλαν. Ποιός τάχα έσκέφθηκε
νά χαρίση πρός τήν άνθρωπότητα ένα διάσημο έλληνικό άγαλμα, νά στηθή
άκριβώς μπροστά στήν πύλη τοΰ Βραδεμβούργου έκεΐ ποΰ ήταν τό τείχος,
μέσα σ ' ένα εξαίρετο μαυσωλείο αιώνων, σύμβολο τής Ειρήνης καί στήριγμα τοΰ άνθρώπου; Θά ύπήρχε μεγαλύτερη καλλιτεχνική άξία πού θά
μποροΰσε νά τό ξεπεράση στόν αίώνα τόν άπαντα;
Ά λ λ ά όχι. Τά άγάλματα είναι νά βρίσκωνται στήν 'Ολυμπία καί τούς
Δελφούς, νά τά φυλάνε οί άγροφύλακες μαζί μέ τά γίδια, γιά νά κόβωνται
εισιτήρια... Καί τό σκοτισμένο «έθνος» μας σάν ιστορία νά άναζητή τήν
μαζοχιστική του γελοιοποίηση στούς... ολυμπιακούς άγώνες. Μικρές δόξες... Γιατί γελοιοποίηση; Γιατί άπλούστατα οί άρχαΐοι "Ελληνες τούς
νικητές τούς στεφάνωναν στό κεφάλι κι όχι στά πόδια — κι άς έτρεχαν μέ
τά πόδια. Καί τούτο ήθελε νά πή πώς μόνο ένα τρόπο έχει ό άνθρωπος νά
γίνη οπουδήποτε νικητής. Αύτόν άκριβώς πού μας λείπει. Μά γιά τούτο
άκριβώς πρέπει καί τά άγάλματα νά ανακηρυχθούν σέ άγαθό διεθνών έγγυήσεων. Είναι πιά καιρός νά βροΰμε κάποιον λογαριασμό μέ τό «έθνος».
Μπορεί νά μήν έχη τήν πρωτοτυπία τών ίδεών — πού άπαιτεί βέβαια
βαθύτατην αίσθηση τών νοημάτων τής τέχνης — δέν έχει όμως ούτε καί
τήν έννοια τής οφειλής. Γιατί μιά ένέργεια σάν τήν παραπάνω δέν θά ήταν
παρά ή οφειλή μιας μικρής άντιπροσφοράς. "Εναντι δηλαδή τών όσων
άνεπαναλήπτων μνημείων τοΰ εύρωπαϊκοΰ πολιτισμού κατέστρεψε τό «έθνος» συνειδητά στά Επτάνησα καί πού τόσο θά λείψουν άπό τό μέλλον
τοΰ αύτονόμου αύτοΰ Κράτους...

236

ΤΟ ΘΕΜΑ

Τά δσα ακολουθούν είναι οί άποδείξεις τών όσων προηγήθησαν. Καί
επειδή ώς αποδείξεις θά ύπήρχαν πολύ άπλα, μας διευκόλυναν νά άποφύγωμε τίς θεωρητικές συζητήσεις καί νά μείνωμε στό κυρίως νόημα τών
πραγμάτων. Ή ούσία τών πραγμάτων είναι άπλούστερη άπό τίς συζητήσεις
έπ' αύτών.
Τό πρόβλημα τής βιωσιμότητος τής Ελλάδος ώς κράτους δέν είναι νέο.
Είναι συμφυές μέ τήν ίδια τήν ϋπαρξή του έξ άρχής. Κατά τόν μεσοπόλεμο
έσυζητήθηκε άνοιχτά άπό μιά μερίδα διανοητών — μεταξύ τών όποιων
προεξάρχων ό καθηγητής Κ. Σφυρής —, άφοΰ λίγες δεκαετίες πρωτύτερα,
μέ τούς βαλκανικούς πολέμους, ή γεωπολιτική σημασία τοΰ βαλκανικού
χώρου ώθήθηκε ώς μείζον θέμα στό προσκήνιο τών πανευρωπαϊκών συζητήσεων (βλ. συνοπτικώς Ο. Bauer: «Der Balkankrieg und die Deutsche Weltpolitik», Berlin 1912). Ή γεωπολιτική σημασία τών Βαλκανίων μέ τή βιομηχανική άνάπτυξη τής κεντρικής Εύρώπης παρέμεινε μέχρι τοΰ δευτέρου
παγκοσμίου πολέμου ένα διαρκές έρώτημα (βλ. F. Thierfelder: «Der Balkan
im europa'ischen Raum», Berlin 1941, σελ. 142 κ.έ.), διότι ή σημασία τοΰ
ιδίου χώρου ώς πρός τήν μεσογειακή διάσταση τής συνόλου εύρωπαϊκής
πολιτικής διά τοΰ «άνατολικοΰ ζητήματος» μετέθετε κάθε άλλη σημασία
του σέ δεύτερη μοίρα. Διά τής δημιουργίας τής 'Ελλάδος ώς κράτους κάθε
άλλη σημασία τοΰ βαλκανικοΰ χώρου έχάνετο τελείως, πλήν έκείνης τών
γεωστρατηγικών ισορροπιών, ή δέ βασική άρτηρία τής κεντρο-άνατολικής
Εύρώπης πρός Νότον, δηλαδή ό έμπορικός δρόμος Βελιγραδίου-ΣόφιαςΘεσ/νίκης, είς τό όποιον συμμετείχε καί τό Δέλτα τοΰ Δούναβη, άχρηστεύετο (βλ. Fl. Lichttrager, μν.έ., σελ. 175 κ.έ.).
"Οτι αύτή ή τάξη πραγμάτων άνταπεκρίθη σέ ώρισμένες άναγκαιότητες
τής εύρωπαικής ιστορίας, είναι ή έπαρκής άπόδειξη τής τεχνικής φύσεως
τών καταστάσεων ώς πρός τήν 'Ελλάδα. Κομμένη ή 'Ελλάδα άπό τόν
237

μείζονα βαλκανικό χώρο ποΰ ύπήγετο, όχι μόνον δέν θά είχε τίποτε νά
«μεταδώση» πρός Νότον (τοΰ ύπάρχοντος σ ' αύτόν «έλληνισμοΰ» χρησιμοποιούμενου γιά άλλου είδους πολιτικές χρήσεις), άλλά θά κατέστρεφε
καί κάθε είδους ιστορικόν δεσμό τής άνατολικής Μεσογείου — άρα καί τής
Μέσης 'Ανατολής — μέ τήν ύπόλοιπην Εύρώπη. 'Ιδιαίτερα μάλιστα τής
'Ιταλίας, ή όποία, ώς άλλη προέκταση τής ήπειρωτικής Εύρώπης πρός
Νότον, έχανε τούς ιστορικούς δεσμούς της μέ τήν άνατολική μεριά τής
'Αδριατικής καί τήν άνατολική Μεσόγειο γενικώτερα. Αύτή ή τάξη πραγμάτων άντιστοιχοΰσε πρός δύο άρχές: τήν άρχή τοΰ «έθνικοΰ κράτους» —
άρχή καθολική τών τελευταίων αιώνων— καί τών σχέσεων τής δυτικής
εύρωπαϊκής πολιτικής ώς πρός τήν Ρωσσία, πού ήταν άποτέλεσμα τών
άναγκαιοτήτων τής βιομηχανικής άναπτύξεως τής δυτικής Εύρώπης. Μέσα
στίς άναγκαιότητες αύτές, ό χώρος τής πρώην οθωμανικής αύτοκρατορίας,
θά ύπεβιβάζετο κατ' άνάγκην σέ έναν χώρο ιμπεριαλιστικής χρήσεως, είς
τόν όποιον ή άνακάλυψη τών μηχανών έσωτερικής καύσεως θά προσέδιδε
τήν πρώτιστη σημασία.
Μέ αύτά όλα έχομε βεβαίως σήμερα τό άγαθόν τής τεχνολογικής άναπτύξεως, ένώ ή άρχή τοΰ «έθνικοΰ» κράτους (βλ. τό βιβλίο μας « Ή άνατολική Μεσόγειος ώς εύρωπαϊκή ιστορία», τόμ. Α ' , σελ. 162) ένίσχυσε τήν
ιδέα τοΰ έλληνισμοΰ μέσα στήν παρηκμακυΐα κατάσταση τής έκκλησιαστικής ορθοδοξίας ώς όθωμανικοΰ θεσμοΰ, γεγονός πού άποδεικνύεται άπό
τήν συγκέντρωση τών καταθέσε