Τὸ φεγγάρι ἀλλάζει

Εἶναι βραδιὲς ποὺ ξεφτίζει τὸ φεγγάρι,
ἀσημιὰ ροκανίδια γεμίζει τὸν κάμπο
ὁ μακελάρης ἄνεμος.
Μικρὸ χαμοπούλι ριγμένο στὸ χῶμα
ἡ τελευταία λάμψη,
ἡ τελευταία ἐλπίδα.
Τὸ δέντρο μαράθηκε,
ὁ φίλος σκοτώθηκε,
τὸ λάβαρο κάηκε…
κομμάτι – κομμάτι σκορπίζεις πατρίδα.
Εἶναι βραδιὲς ποὺ λιώνει τὸ φεγγάρι,
σταγόνα – σταγόνα ὑγραίνει τὴν πόλη,
ὑγραίνει τὰ μάτια μας.
Σκουριάζουν τὰ εἴδωλα,
σ’ ἕνα παλιὸ τουφέκι
σκούριασαν κι οἱ ἰδέες.
Ἡ ἀφίσα ξεθώριασε,
οἱ δρόμοι ἡσύχασαν,
τὸ πλήθος κοιμήθηκε…
ταίριαξε στὶς ψυχὲς τὸ «δὲ βαριέσαι ἀδερφέ.»
Εἶναι βραδιὲς ποὺ τὸ φεγγάρι αὐτοκτονεῖ,
αἱμάτινες στάλες χαλᾶνε τὸν ὕπνο μας,
χαλᾶνε τὰ ὄνειρά μας.
Μονάχα ρόδα καὶ παπαροῦνες
μὲ ζωὴ πλημμυρίζουν
στὸ θάνατο τοῦ φεγγαριοῦ.
Τὰ μάτια σκοτείνιασαν,
τὰ λόγια ξεθώριασαν,
τὰ στήθια πουλήθηκαν…
ἔριξαν τὴν ἀγάπη στὸ κρεβάτι τοῦ μπουρδέλου.

Εἶναι βραδιὲς ποὺ τὸ φεγγάρι ξενυχτάει,
παίζει στ’ ἀστέρια «τὰ μήλα»,
παίζει στὰ μάτια μου «ὰμπάριζα».
Ἀηδόνια τρελαίνουν τὴν αὔρα,
τὴν αὔρα ποὺ χαϊδολογὰ
τὸν θηρευτὴ τῶν ὀνείρων.
Ἕνα παιδὶ γεννιέται,
ἕνα στάχυ ξεφυτρώνει,
μιὰ σημαία κυματίζει…
χίλιες φωνὲς τραγουδούν:
Αὐτὸς ὁ κόσμος
δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ζήσει.

Ἀπρίλιος 2005
Θοδωρὴς Βοριᾶς

Ἀπὸ τὸ βιβλίο ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΤΑΒΑΝΙ, ἐκδόσεις Ἐρωδιὸς