ysi

Η

ΑΡΙΣΤΕΡΑ
ΖΤΟΝ

m

ΧΕΡΜΠΕΡΤ
Wmmk
»
m

r

"Κ.

ΜΑΡΚΟΥΖΕ

<f
.

'

*

Ί*

Χάνς Χάιντς Χόλτς
To λάθος της μεγάλης άρνησης

Ί

ί

Ρόμπερτ Στάιγκερβαλντ
Κριτική στο « Έ ρ ω τ α ς και πολιτισμός»

jp

.f

I

"ν••

Σχετικά μέ τή διαμάχη ανάμεσα στην άριστερά και τον
Χέρμπερτ Μαρκοΰζε υπάρχουν, όπως γράφει ό Χάνς
Χάιντς Χόλτς, άναφερόμενος στην κριτική τοΰ ΓκέρντΚλάους Καλτενμπροΰνερ, «μερικά χαρακτηριστικά πρότυπα: ό περίφημος διάλογος άνάμεσα στόν "Ερνστ Κασσίρερ και τόν Μάρτιν Χάιντέγγερ τό καλοκαίρι τοϋ 1929
στο Νταβός, ή εριστική διαμάχη άνάμεσα στόν Γκέοργκ
Λούκατς και τόν Κάρλ Γιάσπερς στο 'Rencontres International de Geneve' ή ή γοητευτική φιλονικία άνάμεσα στόν
Γερμανοαμερικανό πολιτειολόγο Λέο Στράους καϊ τόν
Ρωσογάλλο φιλόσοφο Ά λ ε ξ ά ν τ ρ Κοζέβ γιά τήν τυραννία
και τή σοφία. Και ή κριτική διαμάχη μέ τόν Χέρμπερτ
Μαρκοΰζε δ έ ν πρόκειται νά διεξαχθεί κάτω άπ' αύτό τό
έπίπεδο.»
Ό Χέρμπερτ Μαρκοΰζε, ή ν έ α πέτρα τοΰ σκανδάλου μέσα στους κόλπους της μαρξιστικής θεωρίας, όπου καϊ
σ' αύτή, καϊ πόσο μάλλον σ' αυτή παρά στήν ψυχολογία
τοΰ Σίγκμουντ Φρόυντ, κάθε διατύπωση νέας σκέψης, πού
έτσι ή άλλιώς ένυπάρχει διαλεκτικά μέσα της άπό τους
νόμους πού διέπουν τήν παραπέρα έξέλιξή της, χαρακτηρίστηκε σάν άναθεώρηση, άποσκίρτηση, σχίσμα, ρεβιζιονισμός, τρίτος δρόμος κλπ., έπιβεθαιώνει γιά μιά άκόμη φορά ότι δ έ ν έχουμε φτάσει στο τέλος τής ιδεολογίας καϊ τής θεωρητικής συζήτησης. Ή δυσερμήνευτη,
περίφημη 11η θέση τοΰ Μαρξ στόν Φόυερμπαχ, πού υποβάλλει σταμάτημα των φιλοσοφικών συζητήσεων γιά τήν
έρμηνεία τοΰ κόσμου γιά χάρη τής έμπρακτης άλλαγής
του, είναι άκριθώς αύτή πού προκάλεσε τϊς περισσότερες
συζητήσεις.

Δρχ. 30

Χ. Χ. ΧΟΛΤΣ - Ρ. ΣΤΑ Ι ΓΚΕΡΒΑΛΝΤ

Η

ΑΡΙΣΤΕΡΑ

ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ Χ. ΜΑΡΚΟΥΖΕ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Γιώργου Βαμβαλή

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΗ : ΒΙΒΛΙ0ΙΙ2ΛΕ10 «ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ», ΑΡΗ
ΓΑΖΩΝΗ — ΑΛ. ΧΑΡΑΜΟΓΛΗ Ο.Ε., ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΓΣ 13 (ΣΤΟΑ)
ΑΘΗΝΑΙ 143 — Τηλ. 621.481

Ή μετάφραση Ιγινε άπό τό γερμανικό πρωτότυπο

®

ΕΠΙΚΟΓΡΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1972

Στοιχειοθετήθηκε και έκτυπώθηκε στήν Αθήνα τό Νοέμβριο τοδ 1972
στό τυπογραφείο Γ. ΛΕΟΝΤΑΚΙΑΝΑΚΟΓ (Δουκ. Πλακεντίας 31,
Χαλάνδρι, τηλ. 6812457) γιλ λογαριασμό τ<3ν έκδόσεων ΕΠΙΚΟΓΡΟΣ, Φυλής 43, Αθήναι 104, τηλ. 819.780.

« Ε Ρ ϊ Ο Ο υ Κ Ο δ » Ρυβϋο&Ιίοηδ, 43, Ρ1ιγΗ§ δί.,
ΑίΗβπδ 104, θΓ€βοβ — Τοί. 819-780

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Χάνς Χάιντς Χόλτς
Τό λάθος τ*)ς μεγάλης άρνησης
Ρόμπερτ Στάιγκερβαλντ
Κριτική στο «"Ερωτας και πολιτισμός»

7
36

ΧΑΝΣ ΧΑΪΝΤΣ ΧΟΛΤΣ

Το λάθος τής μεγάλης άρνησης
«Τό νέο βιβλίο του Μαρκουζε άρκεΐ δπωσδήποτε για νά Αποτελέσει αιτία για διαμάχη σέ άνώτατο έπίπεδο. Γι' αύτδ ύπάρχουν μερικά χαρακτηριστικά πρότυπα: δ περίφημος
διάλογος άνάμεσα στον 'Έρνστ Κασσίρερ και τον Μάρτιν
Χάιντέγγερ τό καλοκαίρι του 1929 στο Νταβός, ή έριστική
διαμάχη άνάμεσα στόν Γκέοργκ Λούκατς και τόν Κάρλ
Γιάσπερς στό ΓΚοηοοηΐΓ£3 ΙηίοΓηαΙίοηαΙ άο Οοηένβ' τό
1946 ή ή γοητευτική φιλονικία άνάμεσα στόν Γερμανοαμερικανό πολιτειολόγο Λέο Στράους και τόν Ρωσογάλλο φιλόσοφο Άλεξάντρ Κοζέβ γιά τήν τυραννία και τή σοφία.
Και ή κριτική διαμάχη μέ τόν Χέρμπερτ Μαρκουζε δεν
πρόκειται νά διεξαχθεί κάτω άπ' αυτό τό επίπεδο.»1* Αύτή ή άπαίτηση, πού τήν έγείρει ένας αυστηρός κριτής του
Μαρκουζε, είναι δικαιολογημένη* άνάμεσα στούς κριτικούς
του πολιτισμού και τής κοινωνίας της εποχής μας δ Μαρκουζε είναι σίγουρα Ινας άπό τούς πιο σοβαρούς και τούς
πιο πλούσιους σέ σκέψεις* οί παρατηρήσεις του Ιχουν βαρύτητα, γιατί εδώ εχουμε νά κάνουμε μέ εναν άνδρα πού
μιλάει μέσα άπό βαθύτατο κλονισμό καΐ αύτά πού λέει δέν
τά λέει άσκοπα και μή δεσμευτικά. ΜΑν ή πνευματική εντιμότητα (μέ τήν προϋπόθεση πνευματικού επιπέδου) άποτελεί μέτρο, δ Μαρκουζε άνταποκρίνεται (και άπό τις
δυό άπόψεις) στις απαιτήσεις του.
Ό ϊδιος δυσκόλεψε βέβαια τόν έαυτό του νά προσκρούσει
σέ κριτικούς του επιθυμητού ϋψους. Ή συνθηματική Ιννοια
«μονοδιάστατος», πού τήν εισάγει περιττά γιά τήν περιγραφόμενη άπ' αύτόν δομή της βιομηχανικής κοινωνίας, είναι στήν πραγματικότητα έπιφυλλιδική και προκαλεί μέ άσχημο τρόπο έπιφυλλιδικές άντιδράσεις. Γιά διαστάσεις μιλάμε π.χ. (άφηρημένα - μαθηματικά) στόν χωροχρονικό

7

κόσμο των δεδομένοι των θεωριών τοϋ Αϊνστάιν καΐ του
Μινκόφσκι' ή (παραστατικά - γεωμετρικά) στόν κόσμο τών
άντικειμένων τοϋ Εύκλείδη μέσα στο χώρο. Ακόμη και μιά
άτροφική κοινωνία, που καταργεί κάθε διαχωρισμό έσωτερικών άντιφάσεων σέ θέσεις πού άναιροΰνται άμοιβαία καΐ
προκαλούν τήν πρόοδο, μπορεί νά γίνει νοητή σά μοντέλο
μόνο κάτω άπό τις τρεις διαστάσεις τοϋ χώρου και στό χρόνο. θά μπορούσαμε νά τήν όνομάσουμε «άπολιθωμένη», γιατί μέσα της δέν κυριαρχεί πιά γνήσιος ιστορικός χρόνος:
«μονοδιάστατος» είναι μιά μεταφορά πού δεν εύσταθεί, πού
δέν κάνει παραστατικό αυτό πού έννοεί, μιά ψευδής εικόνα πού στήν πραγματικότητα προκαλεί ενα κύμα ψευτοκοινωνιολογικής φλυαρίας και ένσωματώνεται σέ ενα ιδίωμα
πού καλύπτει παρά φωτίζει τό θέμα. Μονοδιάστατο όνομάζει δ Μαρκοϋζε τό γεγονός δτι ή άναπτυγμένη βιομηχανική
κοινωνία δυνάμει τής διεθνούς της όργάνωσης εμποδίζει τή
θεώρηση τών Ισωτερικών της άντιφάσεων καί ϊται δέν μπορεί νά άναπτυχθεΐ μιά άντίθετη κίνηση πού θά μπορούσε
νά δδηγήσει στήν αύτοδιάλυσή της. "Ολες οι μορφές έμφάνισης αύτής τής κοινωνίας είναι κατά τόν Μαρκοϋζε τοποθετημένες σέ τέτοιο επίπεδο κατανόησης και ή κατανόησή
τους σέ τέτοιο βαθμό χειραγωγημένη, ώστε τό σύστημα εξουσίας πού υπάρχει στή βάση σταθεροποιείται διαρκώς.

Διάλυση θεωρίας και πράξης
Ή διδασκαλία τοϋ Χέρμπερτ Μαρκοϋζε είναι φιλοσοφική
θεωρία στήν αύστηρή έννοια ενός ιδεολογικού διαχωρισμού
θεωρίας και πράξης, έφόσον δέ θά μπορούσε νά ορίσει πουθενά ή μάλιστα νά δημιουργήσει άπό μέσα της τό σημείο
τής πραγματοποίησης της. Ή θεωρία τοϋ Μαρκοϋζε βρίζεται άπό τό γεγονός δτι βχι μόνο δέν περιέχει τήν ένότητα
τής θειορίας καί πράξης, γιά τήν δποία μιλάει διαρκώς δ
Μαρκοϋζε σά τόν μοναδικό δυνατό τρόπο συγκεκριμένης φιλοσοφικής συζήτησης μετά τόν Μάρξ, άλλά σά συνέπεια τής

8

παράστασής της γιά τό αναπόφευκτο τών τεχνολογικών μορφών έξουσίας πρέπει ακριβώς νά τήν άποκλείει.
Ή άντίθεση άπέναντι στδ δίαΐυδ <μιο τής κοινωνίας υπάρχει σέ διάφορες μορφές. "Ετσι Ιχουμε π.χ. μιά διαμορφωμένη ρομαντική άντίθεση άπέναντι στδν καπιταλισμό
τών άρχών του 19ου αιώνα, πού καταλήγει σέ εκπληκτικά
καθαρές περιγραφές τών ελλείψεων τής άστικής κοινωνίας*
μετά εχουμε μιά πολύπτυχα διαμορφωμένη άντιπολιτευτική
ιδεολογία πριν άπδ τήν επανάσταση του 1848: αύτή ή άντίθεση άρκοϋσε δμως μόνο γιά τή δημιουργία επαναστατικής συνείδησης, άλλά βχι νά επιφέρει έπαναστατική άναδιαμόρφωση τών κοινωνικών συνθηκών. "Οταν δ Μάρξ καί
δ Ένγκελς άνάλυσαν στήν «Ιερή οικογένεια» καί στή «Γερμανική Ιδεολογία» άπδ τήν πλευρά τους κριτικά τις εμφανίσεις μιας «κριτικής κριτικής», ..Απαίτησαν δτι ή θεωρία
— δσο ριζικά κι αν άναιρεΐ — δέν επιτρέπεται νά περιορίζεται στή θεώρηση του υπάρχοντος* καθήκον της είναι
μάλλον νά επεμβαίνει ή Γδια μεταβλητικά στήν ιστορική
διαδικασία. Άλλά αύτδ σημαίνει δτι ή θεωρία πρέπει νά
περνάει άπδ τή γενική περιγραφή μιας κοινωνικής κατάστασης καί τής Αντίστοιχης σ' αύτή κατάστασης τής συνείδησης σέ ιστορικά συγκεκριμένες άναλύσεις μιας δρισμένης
κατάστασης καί στις περικλειόμενες μέσα σ' αύτή πραγματικές δυνατότητες άποφάσεων καί ενεργειών, οχι γιά νά
προσφέρει συνταγές γιά τήν πολιτική ένέργεια, άλλά γιά
να" τής" αντιτάξει ενα επίπεδο διαλογισμού, μέ τή βοήθεια
τοϋ οποίου θά μπορέσει αύτή νά κατανοήσει τήν ούσία της.
Ή πολιτική ενέργεια έπιδιώκει τήν πραγματοποίηση μιας
^ ιστορικής κατάστασης!| Μόνο ή κατανόηση τοϋ ιστορικού
Τώρα στις έξαρτήσεις καί τις τάσεις του μας έπιτρέπει νά
τοποθετούμε πραγματοποιήσιμους σκοπούς (δυνατότητες) καί
νά βρίσκουμε βατούς δρόμους πρδς αύτούς. Ή κριτική συνείδηση πρέπει νά γνωρίζει δτι ή άλλαγή τών συνθηκών
έπιφέρει ταυτόχρονα άλλαγή τοϋ άνθρώπου μέσα σ' αύτές
τις συνθήκες, δτι δηλαδή κάθε πολιτική δραστηριότητα είναι ταυτόχρονα αύτοαλλαγή καί δτι στδ άποτέλεσμα αύτής

9

τής δραστηριότητας πρέπει νά συνυπολογιστεί καί αύτή ή
αύτοαλλαγή. Ή πράξη πού δέν τό λαβαίνει αυτό υπόψη
της είναι τυφλή, ή θεωρία πού προσφέρει μόνο ενα γενικό
σχέδιο άλλαγμένα>ν συνθηκών είναι κενή' μιά κενή θεωρία
δημιουργεί τυφλή πράξη.
Ή ενότητα θεωρίας καί πράξης βασίζεται πάντα στδ Λόγο* περικλείει τδν ορθολογισμό τής πολιτικής συμπεριφοράς. Φυσικά υπάρχει καί πράξη πού άνεξάρτητη άπό τή
θεωρία προέρχεται άπό συναισθηματικούς καί άπό συμφέροντα οριζόμενους αυθορμητισμούς, καί ή όποια κατασκευάζει μετά μιά θεωρία σάν δργανο ή σά δικαιολόγηση καί ό
βασικός χαρακτήρας της είναι αυτός τής προκατάληψης* τότε υπερισχύουν τά άνορθολογικά κίνητρα, ή ενότητα θεωρίας καί πράξης υπάρχει μόνο φαινομενικά, ή θεωρία δέν
είναι πιά θεωρία τής πράξης, άλλά άπλώς παράγωγο τής
πράξης, είναι άποξενωμένη άπό τά γεγονότα καί δέν επαληθεύεται στήν πορεία καί άπδ τήν πορεία τής Ιστορίας.
Ή ιστορία δέν είναι κάτι στατικό* συμβαίνει στο χρόνο
σάν αλλαγή. Ή λογική τής Εστορίας περικλείει τήν άρνηση, άπέναντι ατό, ύπαρχος, τήν άντίφαση στή γυμνή θετικότητα. Ή ορθολογική κατασκευή τής ιστορίας, μέ άλλα λόγια: ή λογική πολιτική πρέπει άπδ τό "Ενα, πού ύπάρχει,
νά εξάγει τό "Αλλο (τό ετερον), πού θά υπάρξει.1 Έτσι δ
Λόγος βρίσκεται εο ίρδο σέ διαμάχη μέ τήν καθαρή θετικότητα, μέ τό δίαίιΐδ ηιιο, μέ τήν άδράνεια. (ΓΓ αυτό δέν
υπάρχει καμιά «λογική» συντηρητική θεωρία* ό συντηρητισμός περιέχει σύμφωνα μέ τή φύση του ά - λογικότητα) ^
Ό Λόγος δρα πάντα διαρρηκτικά, γιατί ουσιαστικά φέρει
μέσα του τό Νέο. "Ο,τι υπάρχει παράγει άπδ μέσα του τήν
άντίφασή του, τό μή - είναι τοϋ έαυτοϋ του. Τό υπάρχον έχει στήν καρδιά του, σύμφωνα μέ τή δικαστική άπόφαση
τοϋ χρόνου, τό θάνατο, πρέπει νά σαπίσει. Ό Λόγος, πού
άναλαμβάνει αύτή τή διαδικασία τής σήψης, έπεμβαίνει ενάντια στδ Είναι γιά τό Γίγνεσθαι. Τό υπάρχον, πού θέλει
νά διαιωνιστεί, είναι άνορθολογικό, γιατί ή πτώση του έγκειται ήδη άναγκαΐα μέσα του. Ή άντίφαση, πού σύμφωνα

10

μέ τούς δρους πού υπάρχουν μέσα της ώθεί στήν άρνηση
τοϋ υπάρχοντος, είναι αντίθετα ορθολογική, γιατί βρίσκεται σέ συμφωνία μέ τό νόμο τής ιστορίας.
Στήν περιγραφή τής ύπεραναπτυγμένης βιομηχανικής
κοινωνίας άπό τόν Μαρκοϋζε αύτή ή σχέση Αντιστρέφεται.
Στή σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία άποδίδεται ενας μεγάλος βαθμός εσωτερικού ορθολογισμού, ό οποίος βέβαια, 8πως ομολογεί δ Μαρκοϋζε, καταστρέφεται άπό τόν άνορθολογισμό τοϋ "Ολου,2 άλλά διαφαίνεται στή λειτουργία τών
κοινωνικών διαδικασιών καί ετσι παραλύει τήν άνάπτυξη
δρθολογικής κριτικής. Μέ άλλα λόγια: δ Μαρκοϋζε πιστεύει
δτι τό σύστημα εξουσίας τής σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας εχει πετύχει μέ ορθολογική οργάνωση νά στρέψει
τις εσωτερικές του άντιφάσεις προς τά £ξω (σάν Αντίθετη
στάση προς τό «σοσιαλιστικό στρατόπεδο») καί νά τις διοχετεύσει στήν επιθετικότητα τής εξωτερικής πολιτικής, ενώ στο εσωτερικό ή συνοχή τοϋ συστήματος τής τεχνικά Απρόσκοπτης πορείας Απαιτεί διαμόρφωση τής κοινωνίας χωρίς άντιφάσεις, τήν οποία καί Αποδέχονται τά άτομα σάν Ανάλογο πρός τό σύστημα ορθολογισμό: «Εξαιτίας τοϋ τρόπου, μέ τόν δποίο έχει οργανώσει τήν τεχνική της βάση, ή
σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία τείνει πρός τό όλοκληρωτικό.. . Κάτω άπό τις συνθήκες ενός άνερχόμενου βιοτικού
επιπέδου ή άσυμφωνία μέ τό σύστημα σάν τέτοιο φαίνεται
ανόητη.»8 Επειδή λοιπόν, κατά τόν Μαρκοϋζε, στήν ύπεραναπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία δέ γίνονται αισθητές οι
έσωτερικές αντιφάσεις τοϋ συστήματος καί δέν εμφανίζονται σά συμπτώματα κρίσης τής κοινωνίας, ή κοινωνική συνέχεια δέν μπορεί πιά νά διασπαστεί μέ ορθολογική κριτική: «Απέναντι στόν δλοκληρωτικό χαρακτήρα τών έπιτευγμάτων τής Αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας λείπει άπό τήν κριτική θεωρία μιά ορθολογική βάση γιά τήν
υπέρβαση αυτής τής κοινωνίας.»4 Έτσι ή Αντίσταση πού
στρέφεται ενάντια στήν άπανθρωπιά τοϋ συστήματος, δηλαδή ενάντια στή μηχανοποίηση τοϋ άνθρώπου καί τόν ύποβιβασμό του σέ μέσο, πέφτει σέ Ανορθολογικά έπιχειρήμα-

11

τα καί σέ Ανορθολογικούς τρόπους συμπεριφοράς. «Ή προοδεύουσα μονοδιάστατη κοινωνία μεταβάλλει τή σχέση άνάμεσα στο ορθολογικό καί τό άνορθολογικό. Στό πλαίσιο τών
φανταστικών καί παράφρονων Απόψεων του όρθολογισμοϋ
της δ χώρος τού Ανορθολογικού γίνεται χώρος του πραγματικά ορθολογικού.»5* Ακόμη κι δταν στόν Ανορθολογισμό
κρύβεται ενας υπερβατικός δρθολογισμός (δπως έν δψει τής
λογικής δομής τής Ανθρώπινης ύπαρξης δέν μπορεί νά είναι καθόλου διαφορετικά), μιά θεωρία, πού βρίσκει τήν «Αντικειμενική Αλήθεια» της μόνο στήν πράξη, δέν επιτρέπεται ούδέποτε νά είναι άνορθολογική, δηλαδή νά άπομακρύνεται άπό τις δομικές συσχετίσεις, τις μορφές πορείας καί
τις πραγματικές δυνατότητες τοϋ υπάρχοντος κόσμου, δηλαδή άπό τις ιστορικές νομοτέλειες. Ή θεωρία δέν Ιχει πιά
τότε τήν άλήθεια της στό άντικείμενο, γίνεται ιδεολογία,
«ψευδής συνείδηση», πού μετατρέπει τό άντικείμενο τής παράστασης σέ φετίχ καί δέν άποδείχνεται μέ τήν πράξη.6 Ή
ένότητα θεωρίας καί πράξης διαλύεται.
Ή θεωρία τοϋ Μαρκοϋζε δέ δέχεται τήν πράξη ουτε
σά μέρος της ούτε διαμορφώνεται μέσα στήν πράξη σά μέρος της. Ή πολιτική πράξη δέν τής ταιριάζει* γιατί τό περιεχόμενο τής θεωρίας είναι ή άπόλυτη διαφορά άνάμεσα
στήν κακή θετικότητα τοϋ δοσμένου καί στό «εντελώς "Αλλο» τοϋ βασιλείου τής ελευθερίας, άνάμεσα στό Είναι καί τό
Πρέπει, άνάμεσα στήν άρνηση τοϋ ιδανικού εδώ καί τώρα
καί σέ μιά δλοκληρ(οτική άρνηση τής άρνησης, στήν όποια
θά μετατραπεί τό Έδώ καί τό Τώρα κάποτε (καί αύτό σημαίνει τοϋ άγιου Ποτέ). Ή δομική συγγένεια μιας φιλοσοφίας, πού διαχωρίζει μέ τέτοιον τρόπο τήν πραγματικότητα άπό τή δυνατότητα καί φέρνει άντιμέτωπες τήν πραγματικότητα καί τήν ιδέα, μέ τις άρχές τής σκέψης τής διαλεκτικής θεολογίας είναι δλοφάνερη: ή θεωρία τοϋ Μαρκοϋζε καταλήγει σέ μιά έσωκοσμική έσχατολογία, τής όποιας ή ύγιής κατάσταση δέν παράγεται μέ τή διαρκή πολιτική εργασία στις λεπτομέρειες τής κοινωνικής ζωής, άλλά πρόκειται νά προέλθει άπό τή διαποτισμένη μέ τελολο-

12

γικές προσδοκίες πίστη (καί στήν άνάγκη μέ τή μαρτυρική
θυσία) τών δπαδών της. Τό «εντελώς "Αλλο» δέν μπορεί να
παραχθεί παρά μόνο νά προκληθεί. Στήν καθημερινή ζωή
αύτό σημαίνει έξέγερση, δχι έπαναστατική πράξη. Αυτή ή
σχεδόν - θεολογική, πάντως μή - Ιστορική άντίληψη περιφρονεί τή στοιχειώδη γνώση τής διαλεκτικής σκέψης, δτι τά άποτελέσματα τών ιστορικών διαδικασιών μπορούν νά επιτευχθούν μόνο μέ μεσολαβήσεις μέσα στό υπάρχον* εξαλείφει
τήν έννοια τής προόδευσης γιά χάρη μιας ιδέας τής διάβασης χωρίς νά λαβαίνει υπόψη της δτι σύνορα μπορούμε μόνο τότε νά τά διαβούμε, άφοϋ πρώτα τά φτάσουμε προοδευτικά. Χαρακτηριστική είναι έδώ ή ορολογία: ένώ ή «πρόοδος» χρησιμοποιείται εντελώς στήν έννοια τής «τεχνολογικής προόδου» μέ τήν άρνητική άπόχρωση μιας συνδεόμενης
μ5 αύτή τελειοποίησης τών μέσων εξουσίας,6 οι έκφράσεις
«υπέρβαση» καί «ύπερβαίνω» άνυψώνονται σέ Ιννοιες - κλειδιά πού ορίζουν τή δομή τής λεγόμενης «κριτικής θεωρίας».7
Ό Μαρκοϋζε ένδιαφέρεται άμεσα γιά τό πολιτικό υπερπέραν μιας ούτοπίας καί άπελπίζεται στούς σταθμούς πού θά οδηγούσαν εκεί. Ή σκέψη του άντικατοπτρίζει έκείνη τή διπλή κατάσταση τής άπογοήτευσης πού προκλήθηκε άπό τό
ενα μέρος άπό τις δίκες τής Μόσχας καί άπό τό άλλο άπό τήν
παλινόρθωση ενός ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού μετά τόν
δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο* επαναλαμβάνει σέ νέα βαθμίδα
τήν εμπειρία πού ό Μαρκοϋζε άναγνώρισε σά βασική τοϋ ύπαρξισμοϋ τοϋ Σάρτρ: «Τό ιστορικό άτοπο πού ύπάρχει στό
γεγονός δτι δ κόσμος δέν κατάρρευσε μετά τήν ήττα τοϋ φα- /
σισμοϋ, άλλά γύρισε στις προηγούμενες μορφές του, δτι δέν^
επιχείρησε τό πήδημα στήν Ιλευθερία, άλλά παλινόρθωσε μέ^
τιμές τό παλαιό καθεστώς — αύτό τό άτοπο ζει στήν ύπαρξι-\
στική άντίληψη.»8 Έτσι δέν πρέπει νά μας ξαφνιάζει δτι δ- \
ρισμένες ύπαρξιστικές αντιλήψεις έμφανίζονται στό Ιργο τοϋ )
Μαρκοϋζε.

13

Ή μεγάλη άρνηση
Ή κοινωνική πράξη Ιχει τήν ανάγκη τής συσχέτισης μέ τήν
πραγματικότητα. 'Άν ή επαναστατική συνείδηση του ξεχωριστού ατόμου τοποθετηθεί εξω άπό τήν κοινωνική συνέχεια,
άν βγει εξω άπό τή συνάρτηση μέ τις ορίζουσες πού δρίζουν
τή μορφή τής ζωής μέσα στό σύστημα εξουσίας, στό όποιο ασκείται ή κριτική, καί προκαλούν τήν ταύτιση τοϋ άτόμου μέ
τήν καταπιεστική πραγματικότητα, άν δηλαδή ενεργεί σύμφωνα μέ τήν άρχή τοϋ ολοκληρωτικού καί άμεσου «'Όχι», τότε ό στασιαστής άποβάλλεται σάν ξένο σώμα, τό πολύ - πολύ
τοϋ επιτρέπεται νά περιφέρει τήν αιρετική του ύπαρξη στό
περιθώριο τής κοινωνίας9 καί ίστορικοπολιτικά δέν εχει καμιά
άπολύτως επίδραση. Ό Μαρκοϋζε είδε αύτή τή δυσκολία χωρίς δμως νά δείξει μιά διέξοδο &π αύτή. Ή άπάντησή του είναι ένα μείγμα άπό θεωρητική άπογοήτευση καί έσχατολογικό πείσμα. Άπό τό ενα μέρος λέει: «Άπό θεωρητικές καί εμπειρικές αιτίες ή διαλεκτική έννοια έκφράζει τήν ίδια της τήν
απελπισία.»10 Άπό τό άλλο δμως ή δήθεν εναρμόνιση τών έσιοκοινωνικών άντιθέσεων στήν καταπιεστική χειραγώγηση
τοϋ άνθρώπου χαρακτηρίζεται σά Φαίνεσθαι πού «δέν καταργεί ουτε τήν άντίφαση άνάμεσα στήν αυξανόμενη παραγωγικότητα καί τήν καταπιεστική έφαρμογή της ούτε τήν έπιτακτική άνάγκη γιά τή διάλυση τής άντίφασης».11 Ή άνάγκη
γιά τό ξεπέρασμα τοϋ ύπάρχοντος συστήματος εξουσίας, γιά
τήν κατάργηση τής εξουσίας άνθρώπων πάνω σέ άνθρώπους
γενικά δέν μπορεί δμως κάτω άπό τούς ορούς τής χειραγώγησης σύμφωνα μέ τήν άποψη τοϋ Μαρκοϋζε νά δημιουργήσει άντίστοιχη πράξη. Μένει στή θεωρητική έξέγερση πού άκριβώς εξαιτίας τοϋ ριζοσπαστισμού της άποκαλύπτεται σάν
καθαρά θεωρητική. «Στήν πιο άναπτυγμένη της βαθμίδα ή
εξουσία έμφανίζεται σά διοίκηση καί στούς ύπεραναπτυγμένους τομείς τής μαζικής κατανάλωσης ή διοικούμενη ζωή γίνεται ή καλή ζωή τοϋ "Ολου, γιά τήν υπεράσπιση τής όποιας
συνενώνονται οί άντιθέσεις. Αύτή είναι ή καθαρή μορφή τής
εξουσίας. Αντίθετα ή άρνηση της έμφανίζεται σάν ή καθαρή

14

μορφή τής άρνησης. "Ολο τό περιεχόμενο φαίνεται πώς Ανάγεται στή μιά άφηρημένη άπαίτηση γιά τό τέλος τής έξουσίας — ή μόνη πραγματικά επαναστατική άπαίτηση καί τό
γεγονός πού θά πιστοποιούσε τά επιτεύγματα τοϋ βιομηχανικού πολιτισμού. Έν δψει τής δραστικής άρνητικής άπάντησης πού δίνει τό υπάρχον σύστημα σ' αυτή τήν άρνηση, ή άρνηση αύτή έμφανίζεται στήν πολιτικά άδύναμη μορφή τής ®Απόλυτης άρνησης5 — μιά άρνηση, πού φαίνεται τόσο πιό παράλογη, δσο πιό πολύ τό υπάρχον σύστημα αναπτύσσει τήν
παραγωγικότητά του καί άλαφρώνει τό βάρος τής ζωής.»12 Ά πό τήν άντίφαση άνάμεσα στήν Απελπισία τής θεωρίας καί
τήν υπόγεια παραπέρα διατήρηση τών κοινωνικών άνταγωνισμών, πού θά έπρεπε νά δημιουργούν επαναστατική πράξη, προέρχεται εκείνος ό ριζοσπαστισμός τοϋ ολοκληρωτικού "Οχι, ό όποιος — δπως δλοι οί άσχετοι καί άναρχικοί
ριζοσπαστισμοί — είναι στό αποτέλεσμα ένας άσκοπος φαινομενικός ριζοσπαστισμός.
Απέναντι σέ ένα ολοκληρωτικό σύστημα μπορεί νά Αντιταχθεί ένα όλοκληραπικό Οχι, ένα "Οχι στό σύστημα στήν
όλότητά του. Άλλά έτσι ό άρνητής βγαίνει έξω άπό τό σύστημα, καταφεύγει στήν πιθανότητα τής άλλαγής καί επαφίεται στήν Ανατροπή άπέξω. Αύτό σημαίνει πώς θά πρέπει
νά καιροσκοπεί γιά τήν παραπέρα διόγκωση τής σύγκρουσης στό χώρο τής συνύπαρξης τών καπιταλιστικών καί σοσιαλιστικών κοινωνικών συστημάτων, ή όποια συνύπαρξη δμως έχει κατά τή θεωρία τοϋ Μαρκοϋζε οδηγήσει σέ παραμόρφωση τοϋ σοσιαλισμού σέ νέο σύστημα έξουσίας.13 Ή έλπίδα γιά άνατροπή τής κρατούσας τάξης μέ εισβολή — δηλαδή μέ τόν τρόπο τής πτώσης τής Ρωμαϊκής Αύτοκρατορίας — δέ χωράει εμπειρικά στή θεωρία τοϋ Μαρκοϋζε.
Εξάλλου δ Μαρκοϋζε δέν είναι κανένας πέρα γιά πέρα θεωρητικός τής βίας, πού στήν έποχή τών πυρηνικών δπλων θά
ριψοκινδύνευε ή θά υποστήριζε μιά διεθνή σύγκρουση. Ή
άπογοήτευσή του εχει μάλλον τις ρίζες της στήν άναγκαστική συνύπαρξη τών δύο μεγάλων κοινωνικών συστημάτων
εξαιτίας τής πολεμικής τεχνικής εξέλιξης πού φαίνεται νά

15

ευνοεί τή διαιώνιση καταπιεστικών μορφών οργάνωσης τής
Ανθρώπινης ζωής.
Άλλά καί σύμφωνα μέ τήν κλασική μαρξιστική θεωρία
τής κοινωνίας ή ύποχώρηση στήν προσδοκία μιας Ανατροπής άπέξω δέ θά ήταν έπιτρεπτή. Ή κάπως άπρόσεκτη διατύπωση δτι ή έπανάσταση δέν είναι έξαγώγιμο προϊόν, δέ
δημιουργήθηκε μόνο σάν έκφραση τακτικής στά πλαίσια τής
συνύπαρξης. Τό άντικειμενικό της περιεχόμενο βρίσκεται
ήδη προγραμματικά στό «Κομμουνιστικό μανιφέστο»: « Ά ν
καί δχι κατά περιεχόμενο, δ άγώνας τοϋ προλεταριάτου ένάντια στή μπουρζουαζία είναι τυπικά έθνικός. Τό προλεταριάτο κάθε χώρας πρέπει φυσικά νά καθαρίσει πρώτα μέ
τή δική του μπουρζουαζία.» Ό νεαρός Μάρξ είχε δρίσει στις
θέσεις στόν Φόυερμπαχ τήν έπαναστατική πράξη σά σύμπτωση τής άλλαγής τών συνθηκών καί τής Ανθρώπινης αύτοαλλαγής, πράγμα μέ τό όποιο λέγεται καθαρά δτι ή έπανάσταση δέν μπορεί νά επιβληθεί σέ μιά κοινωνία, Αλλά δτι
μπορεί νά γεννηθεί μόνο Απ5 αύτή. Ό άντάρτης, πού ξεκόβει άπό τήν κοινωνία πού ζεϊ, άφαιρεϊ ταυτόχρονα άπό τήν
άνταρσία του τό έδαφος πάνω στό δποϊο στηρίζεται. Πέφτει
στό γκρεμό τής άναρχίας.
Ή μεγάλη άρνηση είναι λίγη. Μιά κριτική θεωρία πρέπει
νά προσφέρει κάτι περισσότερο άπό μιά έντελώς άφηρημένη
δλοκληρωτική άρνηση στόν όρίζοντα μιας εξίσου άφηρημένης ούτοπικής δλοκληρωτικής έκδοχής' πρέπει νά είναι σέ
θέση νά δρίζει τήν κατεύθυνση τών έπόμενων βημάτων. Μόνο δ δρόμος είναι συγκεκριμένα ιστορικός, άν καί εχει σημασία καί είναι άπαραίτητο νά μή ξεχαστεί κατά τήν πορεία δ σκοπός, ή δλοκληρωτική έκδοχή' γιά χάρη αύτής
τής θύμησης δ Μαρκοϋζε θά μείνει καί έκεϊ πού είναι χωρίς
δρόμο σημαντικός καί άρωγός. Ή μεγάλη άρνηση δμως έχει στό μάτι τό σκοπό χωρίς νά γνωρίζει τό δρόμο. Είναι
έσχατολογική σέ έκείνη τήν έννοια πού υπαινίχθηκε δ Βάλτερ Μπένγιαμιν στό τέλος τών «Ίστορικοφιλοσοφικών θέσεων»: «Άλλά γι' αύτό δέν έγινε στούς Εβραίους τό μέλλον δμοιογενής καί κοινός χρόνος. Γιατί σ' αύτόν κάθε δευ-

16

τερόλεπτο ήταν ή μικρή πόρτα άπδ τήν όποια θά μποροΟσε νά μπαίνει ό Μεσσίας.»14 Ό μεσσιανισμός καί ή έσχατολογία δέν έχουν δμως ιστορική υπόσταση. Τό άναρχικό τους
άντίθετο, ή μεγάλη άρνηση, έξαλείφει τις ιστορικές συσχετίσεις. Μιά θεωρία πού καταλήγει σ' αύτή τήν πράξη (ή
μάλλον μή - πράξη), κάνει τήν ιδέα τής έπανάστασης μή ιστορική καί Ιτσι περιττή.

Ή έξέγερση τών άποκληρωμένων
και τών εξαθλιωμένων
Μή ιστορική, δηλαδή χωρίς συνείδηση τής Ιστορικής της
κατάστασης καί τών κοινωνικών της εξαρτήσεων, είναι καί
ή έξέγερση, άπό τήν όποια έλπίζει δ Μαρκούζε τή δυνατή
άλλαγή, γιά τήν δποία υποθέτει δτι μπορεί νά διασπάσει τήν
άνθεκτική συνοχή τής ορθολογικά κατασκευασμένης βιομηχανικής κοινωνίας. Τό δτι απέναντι στδ άναθεμάτισμα άπό
τό άστικό κατεστημένο οΐ Ο Α Ι Η Ι Η Ι Β Γ καί οι Β Ε Α Ι Η & Δ , οΐ Ρ Γ Ο νοδ καί οι Ηίρρίοδ άξίζουν μιά κοινωνιολογικά θεμελιωμένη, άνάλογη κατανόηση, τό δτι ή συμπάθεια βρίσκεται στό
μέρος έκείνων πού άναζητούν μιά έκφραση γιά τήν άσυνείδητη άντίσταση άπέναντι στό κατεστημένο σύστημα έξουσίας
καί ένάντια στήν κονφορμιστική υποταγή, είναι μιά συγκινησιακή συνέπεια πού προκύπτει άπό τήν άνάλυση τοϋ άπάνθρωπου τρόπου δργάνωσης τής όψιμης καπιταλιστικής
κοινωνίας. 5 Αλλά άκριβώς τό φανερά άναρχικό γνώρισμα πού
φέρουν αύτές οΐ έξεγέρσεις δέν είναι έξαιρετικά αμφίβολο,
επειδή τό ιδιωτικό "Οχι, ή άτομική άρνηση στήν επιβεβλημένη τάξη δέν τή διαλύει, άλλά βγάζει τόν άρνητή σάν άουτσάιντερ στό περιθώριο τής τάξης; Ή άθικτη δμως στό
κέντρο δύναμη δέν μπορεί μόνο νά άνέχεται στό περιθώριο
έκκεντρικές αρνήσεις καί παρεκκλίσεις, άλλά καί νά τις
χρησιμοποιεί σά στήριγμά της* μέ δυό τρόπους: πρώτον, μέ
τό νά έκτρέπει προκαταβολικά κάθε δημιουργούμενο σοβαρό κίνδυνο γιά τή θέση της σέ άτομική στάση διαμαρτυρίας,

2

17

καί, δεύτερον, δυνάμει ενός ατβνιιηοηΐυιη € ηοβαΐίνο χρησιμοποιεί τδ φόβητρο τής αναρχίας γιά νά έξηγεΐ σέ δλους
τούς άμφισβητίες τήν «καλή έννοια» τής ύπάρχουσας τάξης. Ό άπλυτος Ηιρργ δέν είναι ή λύση άπέναντι στό δπάρχον, άλλά γελοιοποιεί αύτή τή λύση. Γι 5 αύτό ή θετική Αξιολόγηση τών αναρχικών έκρήξεων άπό τόν Μαρκοϋζε είναι πολύ άδιαφοροποίητη: «Σ* αύτή τήν κατάσταση ή Αντιπολίτευση τής Αμερικανικής νεολαίας θά μποροΰσε νά άποκτήσει πολιτική επίδραση. Αύτή ή αντιπολίτευση είναι διαποτισμένη άπό βαθιά δυσπιστία άπέναντι σέ κάθε ιδεολογία
(άκόμη καί στή σοσιαλιστική) * είναι σεξουαλική, ήθική,
πνευματική καί πολιτική έξέγερση μαζί. Σ 5 αύτή τήν έννοια είναι ολοκληρωτική, στραμένη ενάντια σέ όλόκληρο
τό σύστημα* είναι ή άποστροφή μπρος στήν 'κοινωνία τής
Αφθονίας9, ή ζωτική Ανάγκη νά μήν τηρήσει τούς κανόνες
ενός έξαπατητικοΰ καί αιματηρού παιχνιδιού — νά μή συμπράξει πιά. "Αν αύτή ή νεολαία άποστρέφεται τό ύπάρχον
σύστημα τών Αναγκών καί τήν αύξανόμενη μάζα τών προϊόντων του, τό κάνει γιατί παρατηρεί καί ξέρει πόσες θυσίες,
πόση σκληρότητα καί πόση κουταμάρα εισέρχονται καθημερινά στήν παραγωγή τοϋ συστήματος. Αύτά τά άγόρια καί
τά κορίτσια δέν κρίνουν πιά τις καταπιεστικές άνάγκες σάν
εύεργετήματα καί άσφάλεια τής έξουσίας — μέσα τους έμφανίζεται ίσως μιά νέα συνείδηση, ένας νέος τύπος μέ διαφορετικό ένστικτο γιά τήν πραγματικότητα, γιά τή ζωή καί
τήν ευτυχία* έχουν τήν ευαισθησία γιά μιά έλευθερία πού
δέν έχει καί δέ θέλει νά έχει καμιά σχέση μέ τις έφαρμοζόμενες έλευθερίες στή γερασμένη κοινωνία. Μέ λίγα λόγια:
έδώ είναι ή^'συγκεκριμένη άρνηση5 τοϋ υπάρχοντος, άλλά
χωρίς Αποτελεσματική δργάνωση καί στήν πραγματικότητα άνίκανη νά άσκήσει άποφασιστική πολιτική πίεση. Μόνο
σέ συμμαχία μέ τις δυνάμεις, πού Αντιστέκονται στό σύστημα 'άπέξώ', μπορεί μιά τέτοια Αντιπολίτευση νά γίνει νέα
πρωτοπορία* ανα μείνει άπομονω^
περιπέσει σέ Ασημαντότητα καί έτσι νά χαθεί μέσα στό σύστημα.»16
Δέν υπάρχει άμφιβολία δτι δ Μαρκοϋζε πέφτει έδώ σέ

18

ενα κατηγορητικό σφάλμα: αύτό πού περιγράφει δέν είναι
κατά κανέναν τρόπο ή «συγκεκριμένη άρνηση» του ύπάρχοντος, ή όποια θά μπορούσε νά ύπάρχει μόνο στήν έκδοχή,
δηλαδή στόν καθορισμό τοϋ "Αλλου, άλλά ή γενική, μή συγκεκριμένη άρνηση, ή απλή άρνηση ή άπόρριψη, ή αναρχική
προβαθμιδα μιας διαλεκτικής άντί - θέσης, ή οποία δέν πρέπει νά είναι μόνο διάφορη άπό τή θέση, άλλά καί άλλη."
Κάθε «συγκεκριμένη άρνηση» θά ήταν σέ θέση νά Ασκεί πολιτική πίεση. Τό δτι ό Μαρκοϋζε ομολογεί τήν πολιτική μή
άποτελεσματικότητα τής ολοκληρωτικής άντιπολίτευσης, Αποκαλύπτει ταυτόχρονα τήν έσφαλμένη της βάση* άν κάπου
πρέπει νά ισχύει τό κριτήριο τής πρακτικής Απόδειξης, αύτό τό κάπου είναι έδώ.
Κάτι διαφορετικό είναι φυσικά ή εντελώς συγκεκριμένη
άρνηση τοϋ βιετναμικοϋ πολέμου. Έδώ τό "Οχι σέ έναν ειδικό τομέα, πού πλήττει δμως τό σύστημα στήν καρδιά, γίνεται συγκεκριμένο Όχι: στόν πόλεμο στό Βιετνάμ Αντιπαρατίθεται τό σύνθημα «ειρήνη στό Βιετνάμ», στις κλήσεις
γιά τήν κατάταξη στό στρατό τό κάψιμο τών κλήσεων* έδώ
στό "Οχι υπάρχει ήδη ή θετική άντίθεση, στό περιεχόμενο
τοϋ "Οχι πραγματοποιείται ή μετατροπή άπό τήν άφηρημένη - γενική στή συγκεκριμένη άρνηση. IV αύτό ή Αντίσταση άπέναντι στήν έπιθετική πολιτική τής κυβέρνησης τών
ΗΤΤΑ θά μπορούσε νά γίνει πραγματικά σημείο Αποκρυστάλλωσης γιά μιά πραγματική, κοινωνικά διαρρηκτική άντιπολίτευση — άλλά άκριβώς γι' αύτό δχι σάν δλοκληρωτική άρνηση τής κοινωνίας, άλλά σάν άπόρριψη τών φανερών, αισθητών έλλείψεών της* ή έπεξεργασία εναλλακτικών λύσεων
καί δημοκρατικών έλέγχων θά δδηγήσει μετά σιγά - σιγά
στήν άναδίπλωση τοϋ ψευδούς συστήματος έξουσίας σάν "Όλου — άλλά μέ τή μεσολάβηση τών συγκεκριμένων αιτιών
τής άρνησης καί δχι σά συνέπεια μιας άσχετης «μεγάλης
άρνησης». Ή κοινωνία μεταβάλλεται μέ πολιτικό αγώνα,
καί δ πολιτικός άγώνας ξεκινάει άπό τήν ξεχωριστή Αφορμή. Διαδηλώσεις μπρος στόν Αευκό Οικο προσφέρουν έλπίδες, ή φυγή στή μαριχουάνα δχι. Τί έννοεί δ Μαρκοϋζε δ-

19

ταν λέει δτι ή εξέγερση του κοινωνικού μή - κονφορμισμοϋ
(τών Βε&Ιη&δ, Ηίρρίβδ, ΡΓονοδ καί τών συγγενικών τους
φοιτητών στα πανεπιστήμια) θά έπρεπε νά συμμαχήσει μέ
δυνάμεις πού Αντιστέκονται στό σύστημα «άπέξω»; Αύτό δέν
ήχεϊ καθαρά —- έρμηνεύοντάς το λάθος θά μπορούσαμε νά
νομίσουμε πώς άπό τούς έξεγειρόμενους πρέπει νά συγκροτηθεί μιά «πέμπτη φάλαγγα» τοϋ παγκόσμιου κομμουνισμού.
Άλλά δέν πρόκειται γι' αύτό. «Απέξω» σημαίνει μάλλον
έκεϊνα τά μέρη τής κοινωνίας πού δέν έχουν ένσωματωθεϊ
στό δρθολογικό σύστημα τής λειτουργίας της: οΕ άποκηρυγμένοι καί ο! έξοστρακισμένοι. Γι 5 αυτούς λέει: «Κάτω άπό
τή συντηρητική λαϊκή βάση βρίσκεται τό ύπόστρωμοί τών εξοστρακισμένων καί τών άπόκληρων: οΕ άδικημένοι καί διωγμένοι άλλων φυλών καί άλλων χρωμάτων, οΕ άνεργοι καί
οι άνίκανοι γιά έργασία. Ζουν έξω άπό τή δημοκρατική διαδικασία* ή ζωή τους χρειάζεται άμεσα καί πραγματικά τήν
κατάργηση τών άφόρητων συνθηκών καί θεσμών. Έτσι ή
άντιπολίτευσή τους είναι έπαναστατική, άν καί δχι ή συνείδηση τους. Ή άντιπολίτευσή τους πλήττει τό σύστημα άπέξω
καί Ιτσι δέν εκτρέπεται άπό τό σύστημα* είναι μιά βασική
δύναμη πού παραβιάζει τούς κανόνες τοϋ παιχινιδιοϋ καί
τό άποκαλύπτει σά φτιαγμένο παιχνίδι. "Οταν συγκροτούν
ομάδες καί βγαίνουν στό δρόμο, χο>ρίς δπλα, χωρίς προστασία, γιά νά άπαιτήσουν τά στοιχειωδέστερα δικαιώματα το3
πολίτη, ξέρουν δτι άντιμετωπίζουν σκυλιά, πέτρες καί βόμβες, φυλακή καί στρατόπεδα συγκεντρώσεως, άκόμη καί τό
θάνατο. Ή δύναμή τους στέκει πίσω άπό κάθε πολιτική διαδήλωση γιά τά θύματα τοϋ νόμου καί τής τάξης. Τό γεγονός
δτι άρχίζουν νά άρνοϋνται νά παίξουν τό παιχνίδι, μπορεί
νά είναι τό γεγονός πού χαρακτηρίζει τήν άρχή τοϋ τέλους
μιάς περιόδου.»17
Ή περιγραφή προσανατολίζεται φανερά στήν κατάσταση
τών ΗΠΑ. Ή μεγάλη στρατιά τών άπόκληρων καί έξαθλιωμένων πού παράγει ή περιέχει αύτή ή κοινωνία — μιά κοινωνία πού δ Μαρκοϋζε τή θεωρεί πρότυπο τής άναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας —, άναιρεϊ τή θέση του γιά

20

τή στατικότητα τοϋ συστήματος καί τήν ταύτιση τών άνθρώπων μέ τήν τύχη τους μέσα στο σύστημα.1* Μόνο μιά άκριβής άνάλυση τής ταξικής κατάστασης στήν κοινωνία τών
ΗΠΑ καί τών μορφών πού έχει πάρει εκεί δ ταξικός αγώνας, θά μπορούσε νά δδηγήσει σέ μιά ιστορικοπολιτική θεωρία τής κοινωνικής άλλαγής έκει καί έτσι στήν πράξη. Γιά
τις συνθήκες στήν Εύρώπη, πού άπό τήν πλευρά τους είναι
πολύ διαφορετικές καί στήν Ιταλία άπαιτοΰν άλλη στρατηγική άπό δ,τι π.χ. στή Γαλλία καί πάλι μιά άλλη στή Δυτ.
Γερμανία (καί ουτω καθεξής), τά συμπεράσματα πού έξάγονται άπό τήν κατάσταση στις ΗΠΑ δέν είναι μεταβιβάσιμα. Στή Δ. Γερμανία δέν ύπάρχουν π.χ. έξαθλιωμένες μάζες πού νά ζούν έξω άπό τήν ορθολογική κοινωνική διαδικασία* ύπάρχουν δμως εμπειρίες μέ τόν έθνικοσοσιαλισμό
πού εύνοούν μιά φιλελεύθερη - δημοκρατική άμυνα άπέναντι σέ δικτατορικές έπιδιώξεις σέ ένα μεγάλο μέρος τής άστικής τάξης καί στήν πλειοψηφία τής εργατικής τάξης. ΤάΓ)
συγκεκριμένα πολιτικά μέτωπα πρέπει νά καθορίζονται παν- ξ
τοϋ άπό τήν έκάστοτε ιδιαίτερη κατάσταση. Μιά γενική θε- /
ωρία μπορεί πάντα νά χαράξει μόνο τό γενικό πλαίσιο τών(
έννοιών, μέσα στό δποιο θά κινούνται έδώ κι έκει τά πραγ- \
ματικά δημοκρατικά κινήματα καί θά άναφέρονται σ' αύτό )
στή διάρκεια τής έξέλιξης.
Ό Μαρκοϋζε δέν ξεκαθαρίζει καί κάτι άλλο: δτι ή άλλα-"
γή τής κοινωνίας προϋποθέτει συνειδητοποίηση δχι μόνο τών
ελλείψεων τοϋ ύπάρχοντος, άλλά καί τών πραγματικά δυ1 νατών έναλλακτικών λύσεων σέ κάθε φάση τής Σστορικής
διαδικασίας. Τό 1964 άρνεΐται άκόμη αύτή τή «συγκεκρι~ μένη άρνηση»: «Ή κριτική θεωρία τής κοινωνίας δέ διαθέτει έννοιες πού θά μπορούσαν νά γεφυρώσουν τό χάσμα
άνάμεσα στό παρόν καί τό μέλλον του* άφοϋ δέν προσφέρει
τίποτε καί δέν παρουσιάζει καμιά έπιτυχία, μένει άρνητική. Μ5 αύτό θέλει νά μείνει πιστή σ' αύτούς πού έχουν δώσει καί δίνουν τή ζωή τους στή μεγάλη άρνηση.»19 "Ενα
χρόνο Αργότερα ήχει πιό διαφωτιστικά. «Περισσότερο άπό
κάθε άλλη φορά ισχύει ή πρόταση δτι ή πρόοδος στήν έ-

21

λευθερία Απαιτεί πρόοδο στή συνείδηση. "Οπου τό πνεύμα
έχει γίνει ύποκείμενο - άντικείμενο τής πολιτικής καί τών
μεθόδων της, ή πνευματική αυτονομία, ή προσπάθεια τής
καθαρής σκέψης εχει γίνει ύπόθεση τής πολιτικής εκπαίδευσης (ή μάλλον: τής άντιεκπαίδευσης.»28 Ή μεγάλη ζύμωση, πού στέκει στήν άρχή θεμελιακών κοινωνικών άλλαγών, μπορεί νά άρχίσει άπδ τούς μή ενσωματωμένους στό
σύστημα. Ή διαδικασία τής άλλαγής πρέπει νά Αναπτυχθεί
σύμφωνα μέ τούς νόμους τής διαλεκτικής στήν καρδιά τής
κοινωνίας — μόνο σά ριζική δημοκρατική διαδικασία έχει
πιθανότητες γιά ιστορική έπιτυχία. Αύτή ή διαδικασία προϋποθέτει συνείδηση τών δρων τής άνελευθερίας καί τών δυνατοτήτων τής ύπερνίκησής της. Σ' αύτή τήν έννοια τά «μορφωτικά στοιχεία» τής μπουρζουαζίας χαρακτηρίζονται στό
«Κομμουνιστικό μανιφέστο» σάν τά «δπλα τού προλεταριάτου». Ισχύει πάντα δτι τό ύποκείμενο τής κοινωνικής προόδου μπορεί νά είναι μόνο ή έργατική τάξη πού έχει Αποκτήσει συνείδηση τοϋ έαυτοϋ της, δηλαδή ταξική συνείδηση.
Μόνο αύτή έχει στά χέρια της τούς μοχλούς τής οικονομικής δύναμης* σάν οργανωμένη μάζα (στά συνδικάτα, στά
εργατικά κόμματα) έχει τή δυνατότητα γιά τή διαμόρφωση κριτικής συνείδησης, γνώμης καί βούλησης. Ή καπιταλιστική κοινωνία θά είναι σταθερή δσο θά μπορεί νά κρατά τούς άνθρώπους σέ άβεβαιότητα γιά τήν κατάστασή τους
καί νά τούς φενακίζει μέ μιά φαινομενική έξαίρετη λειτουργία τής κοινωνίας γιά τό καλό δλων. Μπορεί..δμως νά έμποδίσει τό γεγονός δτι ή παραγμένη Απ' αύτή άνελευθερία,
η τεράστια άλλοτρίωση τοϋ άνθρώπου από τόν ίδιο τόν εαυτό του θά γίνει άρχικά αισθητή σέ δλο καί περισσότερους
άνθρώπους καί μετά θά τή συνειδητοποιήσουν; Είναι ή χειραγώγηση πλήρης καί Ακαταμάχητη; Ή άπάντηση σ' αύτές τις έρωτήσεις Αποφασίζει γιά τό δικαίωμα νά άσκεΐται
ή κριτική θεωρία τής κοινωνίας μόνο σάν άρνητική.21

22

Χειραγώγηση χωρίς τέλος;
Δέν υπάρχει καμιά άμφιβολία γιά τήν παγκοσμιότητα τής
χειραγώγησης τής συνείδησης. Ή διαφήμιση, ή ψυχαγωγία
καί ή πολιτική προπαγάνδα άποτελοΰν στή μέθοδο καί στό
περιεχόμενο ένα ενιαίο καί στενά πλεγμένο σύμπλεγμα καθοδήγησης τής κοινής γνώμης πού τοποθετείται σά δίχτυ
πάνω στή μή κριτική καί άμόρφωτη σκέψη. Έτσι τό ξεχωριστό άτομο κρατιέται σέ ένα προκαθοριζόμενο άπό τά συμφέροντα τής έξουσίας πλαίσιο γνωμών, μέσα στό όποιο πιστεύει πώς μπορεί νά διαμορφώνει δικές του κρίσεις καί νά
έχει άνεξάρτητη γνώμη. Ή δημοκρατία βασίζεται δμως στή
δυνατότητα άντικειμενικών θέσεων* ακριβώς αυτή ή δυνατότητα έχει διακοπεί κάτω άπό τις συνθήκες τής χειραγώγησης τής συνείδησης. Ή χειραγώγηση είναι σύμφωνα μέ
τή φύση της καί τήν έννοιά της καλυμένη άφαίρεση τής
έλευθερίας, δηλαδή άφαίρεση τής έλευθερίας κάτω άπό τό
μανδύα τής έλευθερίας. Άφαίρεση τής έλευθερίας σημαίνει
δμως έγκαθίδρυση ή διατήρηση τής έξουσίας. Έτσι ή χειραγώγηση έξυπηρετεί τήν έξουσία τών χειραγωγούντων ή,
πράγμα πού είναι τό ίδιο, τήν καταπίεση τών χειραγωγούμενων. Ή καταπίεση είναι παρεμπόδιση τής εξέλιξης τοϋ
Έγώ, τό Έγώ είναι ή άτομική δομή τών ορμών, τών άναγκών καί τής έκφρασης. Εφόσον ή καταπίεση εκτελείται κάτο) άπό τό μανδύα τής έλευθερίας, οΕ καταπιέσεις μετατίθενται στό ίδιο τό άτομο καί παίρνουν τό χαρακτήρα άπωθήσεων. Οι άπωθήσεις είναι κατά συνέπεια έκφραση μιας κοινωνικής δομής πού απαιτεί άπό τόν άνθρωπο στερήσεις γιά
τό συμφέρον τής υπάρχουσας έξουσίας. Εφόσον αύτές οΐ
στερήσεις έχουν σκοπό νά τροποποιούν κατά τέτοιον τρόπο
τήν άρχικά κοινοτικά άναρχική δομή τοϋ Έγώ, ώστε νά
εξασφαλίζεται ή έπιβίωση σέ ειρηνική κοινωνική κοινότητα, έγκειται σ"* αύτό ένα νόμιμο έπίτευγμα τοϋ πολιτισμού.
Ή «πρόσθετη καταπίεση» πού ξεπερνά αυτά τά δρια έπιβάλλει περιορισμούς πού άπαιτοϋνται μέ υποταγή τοϋ ξεχωριστού άτομου σέ μιά μορφή τής κοινωνίας πού είναι όρ-

23

γανωμένη σέ σχέση έξουσίας* προκαλεί κοινωνική δυσφορία, ή οποία κατακάθεται άρχικά έσωτερικά στόν ψυχικό
τομέα του άτόμου, ενώ μέ συσσωρευόμενη ένταση, πού καταλαμβάνει τις μάζες, στρέφεται πρός τά έξω καί προκαλεί
τόσο αύθόρμητες δσο καί, μέ άναλογισμό τών αιτιών της,
λογικές πολιτικές άντιδράσεις.22
Στή συνάφεια τής μείωσης τοϋ οικείου περιβάλλοντος καί
τής αύξησης τής άμεσης δημόσιας έπιρροής στόν άναπτυσσόμενο άνθρωπο ό Μαρκοϋζε βλέπει τήν αιτία γιά τήν άποφασιστική έξασθένηση τής άνθεκτικότητας τοϋ Έγώ άπέναντι στις άπαιτήσεις μιας πραγματικότητας πού χαρακτηρίζεται άπό τήν ύπάρχουσα τάξη τής έξουσίας. Άπό τό ένα μέρος αύξάνεται έτσι ή χειραγωγικότητα τοϋ άτόμου καί
άπό τό άλλο — στήν έννοια τής φροϋδικής άρχής τής Ισοτιμίας τών εύνοϊκών γιά τή ζωή καί τών καταστρεπτικών
όρμικών στοιχείων28 — παράγεται μιά αύξανόμενη έξωστρεφής έπιθετικότητα, ή όποία ξεθυμαίνει στόν πολιτικό
έξτρεμισμό.24 Έτσι άπό κοινωνικοψυχολογικές αιτίες ή πολιτική τάση τής έξέλιξης τής άναπτυγμένης βιομηχανικής
κοινωνίας θά έπρεπε άναγκαστικά νά όδηγεί σέ φασιστοειδείς μορφές.
Αύτός δ κίνδυνος ύπάρχει σίγουρα* καί είναι σημαντικό,
?σως μάλιστα ζωτικό νά έξετάζουμε δχι μόνο τόν πολιτικοοικονομικό, άλλά καί τόν ψυχολογικό μηχανισμό πού δρα
στήν δψιμη καπιταλιστική κοινα>νία. Παρ* δλα αύτά δ Μαρκοϋζε ύποτιμά καί έδώ τις έσωτερικές άντιφάσεις πού δημιουργεί τό σύστημα τής χειραγωγημένης αύτοκαταπίεσης.
Ή, άν καί καλυμένη, διεύθυνση τής συνείδησης άπέξω καί
ή έκτροπή τής αύτοεξέλιξης τοϋ ξεχωριστού άτόμου, ή δποταγή του σέ ένα σύστημα άξιώσεων γιά προσαρμοστική πρός
τήν άγορά συμπεριφορά (μέ προσποιητή, άλλά στήν πραγματικότητα στερημένη ικανοποίηση) προκαλεί μιά σταθερή, περισσότερο ή λιγότερο φανερή δυσφορία, πού παρουσιάζεται μέ τις ήπιότερες μορφές τής «κακής διάθεσης», τής
Ιδιοτροπίας γενικά, ώς τις βαριές ψυχικές καί ψυχοσωματικές διαταραχές* ή αύξηση τών άσθενειών πού περιλαμβά-

24

νονται στή γενική διάγνωση «νευροφυτικές διαταραχές» αποτελεί δείγμα γι' αυτό. Φυσικά μιά τέτοια δυσφορία μπορεί άπό τό ένα μέρος νά καταλήξει σέ μή ειδική έπιθετικότητα πού έκτρέπεται μετά γιά τό συμφέρον τής ύπάρχουσας έξουσίας μέ φασιστοειδή τρόπο* άπό τό άλλο μέρος δ - ^
μως προκαλεί γενικά τήν κριτική καί έτσι προσφέρει γόνιμο
έδαφος γιά κοινωνική διαφώτιση καί έκφραση τής έπιθετικότητας ένάντια στήν ύπάρχουσα έξουσία. Χώρες μέ μεγάλη παράδοση στό έργατικό κίνημα έχουν έδώ διαφορετικές ,
προοπτικές άπό άλλες χωρίς έργατικό κίνημα. "Οπου έπί-Λ,
σης προστίθενται έμπειρίες άπό τήν άντίσταση ένάντια στό
φασισμό καί τόν έθνικοσοσιαλισμό, οί προϋποθέσεις γιά τήν
υπερνίκηση τής χειραγώγησης είναι εύνοϊκές. Ένα συνδι-'
καλιστικό κίνημα, τά μέλη καί οι λειτουργοί τοϋ όποιου άναγνωρίζουν τούς κινδύνους τής χειραγωγικής εύθυγράμμισης καί διαφωτίζουν, ένεργοποιοϋν καί κινητοποιούν τους
συναδέλφους τους, μπορεί νά άποτελέσει άποφασιστικό φράγμα άπέναντι στήν δλοκληρωτική καί άμετάκλητη καταπίε- .
ση. Καί δέν είναι κατά κανέναν τρόπο έτσι, σάν γιά τις Αντιφάσεις τής καπιταλιστικής κοινωνίας νά πρόκειται μόνο
γιά τέτοιες πού έκφράζονται άπλώς στή συνείδηση (ή στό
άσυνείδητο). Ακόμη καί ή σέ μεγάλο βαθμό όρθολογικά
οργανωμένη βιομηχανική κοινωνία τοϋ δψιμου καπιταλισμού δέν μπορεί νά άποφύγει στις προσπάθειες γιά τή σταθεροποίηση τοϋ συστήματος έξουσίας κάτω άπό τούς μεταβαλλόμενους ορούς παραγωγής νά έρθει σέ άντίφαση μέ τά
ήδη κατεστημένα συμφέροντα τών έξουσιαζόμενων. Έτσι"\
ένα χτύπημα π.χ. ενάντια στό δικαίωμα γιά άπεργία, δπως I
περιέχεται στά σχέδια κατάστασης άνάγκης τής δυτικογερ- /
μανικής δμοσπονδιακής κυβέρνησης, άναγνωρίζεται σάν τέ-\
τοιο άπό τούς ένδιαφερόμενους παρ* δλη τή χειραγώγηση /
τής κοινής γνώμης* ή άπόπειρα γιά μιά τέτοια έπέκταση
τής έξουσίας προκαλεί άντίσταση καί ξυπνΑει τήν έπιθυμία
γιά άνανέωση, διασφάλιση καί διεύρυνση τών δημοκρατικών
δικαιωμάτων. Τά σχέδια κατάστασης άνάγκης στή Δ. Γερμανία φέρνουν στό προσκήνιο τήν άπαίτηση γιά συνδικαλι-

25

στικό συγκαθορισμό στόν γενικό κοινωνικό χώρο — σά συγκεκριμένη εκδοχή ή σά «συγκεκριμένη άρνηση». Εκτός άπ'
αύτό δημιουργείται έντελώς γενικά δυσπιστία άπέναντι
στούς χειραγωγούς — και παίρνει πρώτη πολιτική μορφή
στήν άπαίτηση γιά άπόκρουση τοϋ κύριου χειραγωγοϋ, γιά
περιορισμό τής μονοπώλησης τών μέσων διαμόρφωσης τής
κοινής γνώμης. Έδώ εμφανίζονται οι πρώτες φάσεις τής
συνειδητοποίησης στόν συγκεκριμένο πολιτικό άγώνα άπό τίς
περιστάσεις πού δημιουργεί, δχι σάν όλοκληρωτικό "Οχι άπό τήν άρχή, άλλά σά βαθμίδες τής άνάπτυξης μιας πολιτικής κατάστασης. Ή χειραγώγηση χάνει τήν έπίδρασή της
σταδιακά. Άφοϋ διασπαστεί μιά φορά, είναι δυνατό ή μαζική της επίδραση (καί μόνο σά μαζική είναι γενικά διαρκώς άποτελεσματική) νά διαβρωθεί παραπέρα.
"Ετσι ή ιδέα δτι ή ,χειραγώγηση έχει άδιάσπαστη συνέχεια είναι μή διαλεκτική. Στήν ούσία τής χειραγώγησης
έγκέιτάΓΊίτι πρέπει νά άφήνει ένα περιθώριο έλευθερίας
γιά νά μή βιώνεται ή καταπίεση συνειδητά. "Οσο κι άν γίνεται προσπάθεια νά κρατηθεί φαινομενικό αύτό τό περιθώριο, μένει άντίφαση άπέναντι στήν έπιδιωκόμενη δλοκληρωτική ρύθμιση. Μέσα του Αναπτύσσεται αύτό πού τελικά
διασπά τό κλειστό σύστημα τής έξουσίας. Ή έξουσία δέν
μπορεί στή διάρκεια νά παρουσιάζεται σάν έλευθερία, τό /
πρόσχημα Αποκαλύπτεται* γιατί ή διαλεκτική άρνηση έγ
κείται στό ίδιο τό πράγμα, άπ' αύτό πρέπει νά έξαχθοΰν οί
άντιφάσεις καί νά τεθούν σέ κίνηση σά δυνάμεις τής ιστορίας.

Ή ψεύτικη σταθερότητα
Ή ιδέα γιά τήν άπεριόριστη χειραγωγικότητα τοϋ λεγόμενου «μονοδιάστατου» άνθρώπου συνδέεται πολύ στενά μέ τή
θέση γιά τή σταθερότητα τής όψιμης καπιταλιστικής κοινωνίας. Ό Μαρκοϋζε ισχυρίζεται δτι ή κοινωνία μπορεί
νά διατηρείται σταθερή, γιατί κατορθώνει νά χειραγωγεί

26

τούς άνθρώπους σέ ύπακοή στήν εξουσία, καί δτι μπορεί νά
συνεχίζει τή χειραγώγηση, επειδή ή προσαρμοσμένη στήν
άγορά ρύθμιση τής συμπεριφοράς έγγυάται συνέχιση τής
εύημερίας. Κάτω άπό τούς δρους γενικής εύημερίας ή άλλαγή τής κοινωνίας θά ήταν περιττή — γιατί τί άλλο μπορεί νά άπαιτήσει δ πολίτης άπό τήν κοινωνία έκτος άπό τή
διασφάλιση τής εύημερίας του; «Στό βαθμό πού ή άπελευθέρωση άπό τήν έλλειψη, ή συγκεκριμένη ουσία κάθε έλευθερίας, γίνεται πραγματική δυνατότητα, χάνουν οί έλευθερίες πού άνήκουν σέ μιά κατώτερη βαθμίδα τής παραγωγικότητας τό προηγούμενο περιεχόμενο τους. Ή άνεξαρτησία
τής σκέψης, ή αύτονομία, τό δικαίωμα γιά πολιτική άντιπολίτευσή χάνουν σήμερα τή βασική τους κριτική λειτουργία
σέ μιά κοινωνία πού είναι δλο καί περισσότερο σέ θέση νά
ικανοποιεί τις άνάγκες τών άτόμων μέ τόν τρόπο πού είναι
οργανωμένη. Μιά τέτοια κοινωνία μπορεί δικαιολογημένα
νά άπαιτεί νά γίνονται άποδεκτές οί αρχές καί οι θεσμοί
της, καί μπορεί νά περιορίσει τήν άντιπολίτευσή σέ συζήτηση καί προαγωγή έναλλακτικών πολιτικών μεθόδων μέσα
στό δίαΐυδ ςιιο. 9Απ* αύτή τήν άποψη φαίνεται πώς λίγο
ένδιαφέρει άν ή αύξανόμενη ικανοποίηση τών άναγκών έπιτυγχάνεται μέ ένα αύταρχικό ή μέ ένα μή αύταρχικό σύστημα. Κάτω άπό τούς δρους ένός άνερχόμενου βιοτικού έπιπέδου ή μή συμφωνία μέ τό σύστημα σάν τέτοιο φαίνεται
κοινωνικά άνόητη.»2"
'Άν ή ευημερία γιά δλους καί ή ορθολογική έλλειψη άντιφάσεων στό σύστημα ήταν πραγματικά τόσο άδιαφιλονίκητη δπως υποθέτει δ Μαρκοϋζε, ή λύπη του γιά τήν άπωλεσμένη άντιπολίτευσή θά έπρεπε νά χαρακτηριστεί σά ρομαντικός άνορθολογισμός. Άλλά άκριβώς δ ίδιος δ Μαρκοϋζε έχει δείξει δτι ή εύημερία τοϋ άνθρώπου (πού προϋποθέτει τή συμφωνία τής ζωής του μέ τήν ανθρωπολογική του
δομή) δέν μπορεί νά άποκατασταθεί ποτέ σέ μιά κοινωνία
πού στηρίζεται στήν έξουσία,2" καί δτι κάθε σχέση τής έξουσίας καί τής δουλείας πρέπει νά είναι άντιφατική.27 Τό
δτι μιά κοινωνία μπορεί νά κρατηθεί χωρίς άντιφάσεις, μό-

27

νό έπειδή παράγει αυξανόμενη προσφορά καταναλωτικών άγαθών, άποτελει ιδεολογική προϋπόθεση πού άνήκει στήν
ψευδή συνείδηση τοϋ ύπεραναπτυγμένου βιομηχανικά όψιμου καπιταλισμού: «"Οσο πιό πολύ οι έξουσιαστές είναι σέ
θέση νά προσφέρουν καταναλωτικά άγαθά, τόσο σταθερότερα θά δεθεί δ πληθυσμός στις διάφορες έξουσιαστικές γραφειοκρατίες».28 Αύτή ή πρόταση δίνει ύπόσταση στή σημασία τής άφθονίας τών άγαθών γιά τήν κατάσταση τής συνείδησης τοϋ άνθρώπου. Έδώ δ Μαρκοϋζε ύπόκειται στις καταναγκαστικές παραστάσεις τής καταναλωτικής κοινωνίας.
Τό δτι μόνο ή μονομερής προτίμηση τής ύλικής κατανάλωσης άπέναντι σέ άλλες άνάγκες τής άνθρώπινης εξατομίκευσης δδηγεί σέ έμφανίσεις άποδιοργάνωσης στήν καπιταλιστική βιομηχανική κοινωνία, προκύπτει βασικά σά συνέπεια άπό τή θεωρία τοϋ Μαρκοϋζε, παραμελείται δμως
άπ' αυτόν στήν άνάλυση τής κοινωνίας και στήν πολιτική
πρόγνωση.29 Ή διεύρυνση τής κατανάλωσης δέν είναι μάλιστα δ κοινωνικός σκοπός πού ύπάρχει στή βάση τοϋ πολιτικού αύτονόητου τοϋ δψιμου καπιταλισμού. Μέσα σ αύτό
τό σύστημα γίνεται μάλλον ή παραχώρηση στήν ούμανιστική εικόνα τοϋ άνθρώπου νά εισαχθεί τουλάχιστον σά δήθεν
ιδανικός σκοπός στή συνείδηση. "Ετσι δμως ή πράξη τοϋ
δψιμου καπιταλισμού πέφτει σέ φανερή άντίφαση πρός τό
σύστημα τών άξιών του, ή δποία δέν μπορεί νά καλυφθεί μέ
καμιά χειραγώγηση. Ό Μαρκοϋζε έχει δεί πολύ καλά αύτό τό πρόβλημα: «Πώς σχετίζονται τά μέσα τής κοινωνίας
μέ τούς σκοπούς στούς δποίους πιστεύει; Οι σκοποί είναι δήθεν καθορισμένοι άπό τόν (κοινωνικά) έπιδοκιμασμένο Ράνώτερο πολιτισμό'* έτσι άποτελοϋν άξίες πού όφείλουν νά ένσωματωθοϋν περισσότερο ή λιγότερο άνάλογα στούς κοινωνικούς θεσμούς και τις κοινωνικές συνθήκες.»80 Άλλά άπ'
αύτό δέν έξάγει τό συμπέρασμα δτι στήν έξουσία τοϋ δψιμου
καπιταλισμού έμφανίζονται διαφορές άνάμεσα στούς δηλωμένους σκοπούς καί τήν πραγματική μορφή, οι δποίες κλονίζουν άπό μέσα τή σταθερότητά της καί διατηρούν σέ κίνηση τήν Εστορική διαδικασία τής κοινωνικής άλλαγής.

28

Εκτός άπδ τή βασική άντίφαση άνάμεσα στήν άνθρωπιά
καί τήν έξουσία δέν ύπάρχουν δμως καί οικονομικές καί δομικές άντιφάσεις στή βάση τής κοινωνίας τοϋ δψιμου καπιταλισμού; Αντιφάσεις πού προέρχονται άπδ τίς συνθήκες
τής παραγωγής της καί τδν ταξικό χαρακτήρα;31 Καί έδώ
δ Μαρκοϋζε δέ βλέπει πολύ μακριά, άφοϋ έπιμένει στή σταθερότητα τής ύπάρχουσας τάξης: «Ή σημερινή κοινωνία
φαίνεται πώς είναι σέ θέση νά άναστέλλει τήν κοινωνική
άλλαγή — μιά ποιοτική άλλαγή πού θά επέβαλλε ούσιαστικά διαφορετικούς θεσμούς, νέα κατεύθυνση τής διαδικασίας
παραγωγής, νέους τρόπους τής άνθρώπινης ζωής. Ή άναστολή τής κοινωνικής άλλαγής είναι ίσως τδ σημαντικότερο
επίτευγμα τής άναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας* ή γενική άποδοχή τής 'έθνικής ύπόθεσης', τοϋ δικομματικού συστήματος, ή παρακμή τοϋ πλουραλισμού, ή έξαπατητική
συμφωνία κεφαλαίου καί οργανωμένης έργατιάς σέ ένα ισχυρό κράτος πιστοποιούν τήν ενοποίηση τών άντιθέσεων
πού είναι άποτέλεσμα καθώς καί προϋπόθεση αύτοϋ τοϋ επιτεύγματος.»32 Είναι δμως οί άντιθέσεις πραγματικά ένοποιημένες; Σέ δλες τίς καπιταλιστικές βιομηχανικές χώρες
υπάρχει μιά φανερή άντισυνδικαλιστική πολιτική τών έπιχειρήσεων καί τών κυβερνήσεων. Στήν αισθητή ή άναμενόμενη άντίσταση τού έργατικοϋ κινήματος ή άρχουσα τάξη
άπαντα μέ δικτατορικές τάσεις καί φιλοδοξίες, οΕ δποΐες πάλι μέ τή σειρά τους προκαλούν νέα άντίσταση στδ δημοκρατικό στρατόπεδο τής κοινωνίας.88 Έτσι γίνονται συνειδητές καί οξύνονται οΕ ταξικές έντάσεις μέσα στήν καπιταλιστική κοινωνία. Στήν έκτίμηση τοϋ Μαρκοϋζε γιά τή σταθερότητα τής βιομηχανικής κοινωνίας άντιπαραθέτουμε κάτι άλλο, μιά μαρτυρία άπδ τίς έμπειρίες τοϋ πολιτικού άγώνα: «Ή κρίση τής άστικής οικονομίας είναι πολύ βαθιά.
Στδ σύστημα τοϋ κρατικομονοπωλιακοϋ καπιταλισμού έμφανίζονται έντελώς νέα προβλήματα, τά δποϊα οΕ άρχουσες
τάξεις δέν μπορούν πιά νά τά λύσουν μέ τά παραδοσιακά
μέσα. Στις μεγαλύτερες χώρες τίθεται σήμερα κυρίως τό |
πρόβλημα τής συγκέντρωσης τής οικονομικής διεύθυνσης, τό !

29

δποίο προσπαθούν νά πραγματοποιήσουν μέ τή βοήθεια προγραμματισμού άπδ πάνω καί μέ κρατική έπέμβαση. Αύτό
τδ πρόβλημα στέκει στήν ήμερήσια διάταξη σέ δλόκληρη τή
Δ ύ σ η . . . Ό άγώνας γιά τή δημοκρατία παίρνει μέσα σ* αύτό τό πλαίσιο ένα άλλο άπ' δ,τι μέχρι τώρα, συγκεκριμένο,
περιεχόμενο, ένα περιεχόμενο πού συνδέεται στενότερα μέ
τήν πραγματικότητα τής οικονομικής καί τής κοινωνικής
ζωής. Ό καπιταλιστικός προγραμματισμός βαδίζει δηλαδή
χέρι - χέρι μέ άντιδημοκρατικές καί αύταρχικές τάσεις, στις
δποίες πρέπει νά άντιπαρατεθει μιά δημοκρατική μέθοδος
καί στήν οικονομική διεύθυνση.»34 Σ' αύτδ προστίθεται δτι
ή καπιταλιστική βιομηχανική κοινωνία δέν είναι όργανωμένη ενιαία. Είναι κατά βάση διασκορπισμένη έθνικά. Στήν
έπιβολή εθνικών συμφερόντων έμφανίζονται άντίθετες έπεκτατικές κινήσεις, δ συναγωνισμός τών οποίων μπορεί νά
δδηγήσει σέ πίεση πάνω στδ βιοτικό έπίπεδο, άντίθετα δηλαδή άπδ τήν αισιόδοξη έκτίμηση τοϋ Μαρκοϋζε, σέ μείο)ση
τής κατανάλίοσης καί σέ μή ικανοποίηση μόλις ξυπνημένων
αναγκών.35
Ή κλασική διέξοδος μιας κοινωνίας γεμάτης συγκρούσεις είναι νά διοχετεύει τίς έσωτερικές της συγκρούσεις
πρδς τά έξω καί νά συγκολλά τίς αντιθέσεις της σέ μιά χειραγωγούμενη ενότητα. Χαρακτηριστική γι 5 αύτή τήν τάση
είναι ή διαβόητη πρόταση τοϋ Γουλιέλμου Β ' κατά τήν έκρηξη τοϋ πρώτου παγκόσμιου πολέμου: «Δέ γνωρίζω πιά
κόμματα, γνωρίζω μόνο Γερμανούς!» Μέ έκκληση στήν έθνική ενότητα συνδέεται ή φαινομενική οικονομική άνθηση μέ τά πρωτεία τής οικονομίας τών έξοπλισμών. Σ' αύτή
τήν άπατηλή εικόνα έχει πέσει θύμα δ Μαρκοϋζε δταν πι- ;
στεύει «δτι ή άναπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία, ένώ διαιωνίζει τόν κίνδυνο, γίνεται πλουσιότερη, μεγαλύτερη καί καλύτερη. Ή άμυντική δομή εύνοει τή ζωή ενός μεγαλύτερου
άριθμοϋ άνθρώπων καί επεκτείνει τήν έξουσία τοϋ άνθρώπου πάνω στή φύση.»86 Καί αύτδ τό επιχείρημα προέρχεται
άπό τή στρατηγική τοϋ καπιταλισμού* τά νεότερα δραστικά
μέτρα τής κυβέρνησης τών ΗΠΑ, πού σά συνέπεια τοϋ πο-

30

λέμου στό Βιετνάμ προβλέπουν σημαντικούς περιορισμούς στόν
μή πολεμικό τομέα, προσφέρουν τό καλύτερο άντιεπιχείρημα. Ή θέση, δτι ή άμυντική δομή τής κοινωνίας προάγει τή
σταθερότητά της, δέν μπορεί νά κρατηθεί στή διάρκεια. "Αντίθετα, στή διάρκεια όδηγεί σέ οικονομικές δυσκολίες πού
κλονίζουν τήν εμπιστοσύνη στό κυρίαρχο σύστημα καί στήν
έσωτερική του σταθερότητα.
Ή διοχετευμένη πρός τά έξω κατάσταση σύγκρουσης έπανεπιδρά καταστρεπτικά στό κυρίαρχο σύστημα έξουσίας.
Ό πόλεμος στό Βιετνάμ έπαληθεύει αύτή τή λογικά κατασκευαζόμενη κατάσταση τών πραγμάτων: οί θυσίες πού άπαιτούνται γιά τήν επιθετικότητα τής έξωτερικής πολιτικής
βιώνονται στό έσοηερικό σά γενική πίεση καί σέ πολλές περιπτώσεις σάν προσωπικό κακό. Ή άντίφαση άνάμεσα σέ
μιά φανερά άνήθικη διεξαγωγή πολέμου καί στις δήθεν υπερασπιζόμενες άξιες όδηγεί στή διαμόρφωση μιας κριτικής στάσης πού στήν πορεία τής συζήτησης μπορεί νά έξελιχθεί παραπέρα σέ κριτική σέ όλόκληρο τό σύστημα. Γιά
νά διατηρήσει τήν ισχύ της άπέναντι στήν κριτική σκέψη,
ή άρχουσα τάξη καταφεύγει σέ τρομοκρατικά μέτρα, μέ τά
όποια άποκαλύπτει τό πραγματικό της πρόσωπο. Πώς ή
στραμένη πρός τά έξω έπιθετικότητα, σάν άντικομμουνισμός έναρμονισμένη πρόχειρα μέ τήν ισχύουσα ιδέα γιά τήν
κοινωνία, μπορεί πολύ γρήγορα νά μετατραπεί σέ γυμνή
καταπίεση, τό έχει δείξει ή ιστορία τοϋ μακαρθισμού στις
ΗΠΑ. Τέτοια άνοιχτή τρομοκρατία δέν έπιδρά μόνο στούς
άμεσα καταδιωκόμενους, άλλά σά σύστημα ένοχοποιήσεων,
κατασκοπεύσεων καί έκφοβισμών στρέφεται ένάντια σέ πολυάριθμους καί ούσιαστικά ένάντια σέ δλους τούς πολίτες.
Σέ στιγμές κρίσης ή καλοπροαίρετη χειραγώγηση μετατρέπεται σέ κακοήθη καταπίεση. Ό άνορθολογισμός τοϋ συστήματος βγαίνει στήν έπιφάνεια καί γίνεται άντικείμενο
τής κριτικής άπό τό πνεύμα έκείνου τοϋ ορθολογισμού, τόν
δποίο ειχε άρχικά διαμορφώσει τό σύστημα σάν ορθολογισμό τοϋ κονφορμισμοϋ. Στό έδαφος τής υπάρχουσας τάξης
φωλιάζει δ τυφλοπόντικας τής διαλεκτικής καί σκάβει τίς

31

γαλαρίες του. Ή έξουσία δέν μπορεί παρά νά γίνει κάποτε
αισθητή σάν καταπιεστική καί έτσι νά προκαλέσει τήν άντίσταση έναντίον της.
Ή άπογοήτευση του Μαρκουζε έν δψει τής σταθερής καί
διαρκώς χειραγωγημένης βιομηχανικής κοινωνίας τοϋ δψιμου καπιταλισμού είναι άβάσιμη. Άπό τούς άντικειμενικούς
δρους αύτής τής κοινο^νίας δημιουργούνται οί άντιδυνάμεις.
Ή άντίθεση άπέναντι στήν κακή πραγματικότητα δέν έχει
παλινδρομήσει στήν άπομονωμένη άτομική άρνηση, στό μεγάλο "Οχι τοϋ ξεχωριστού άτόμου. Τουλάχιστον στις μεγάλες βιομηχανικές χώρες τής Εύρώπης ύπάρχουν παραδόσεις φιλελεύθερων άγωνιστικών δργανώσεων, μέ τις όποιες
μπορεί νά συνδεθεί ή άντίσταση. Ή παραπέρα έξέλιξη τοϋ
δψιμου καπιταλισμού σέ σύστημα όλοκληρωτικής διεύθυνσης τών μαζών δέν είναι άκατάσχετη* ή κοινωνική άλλαγή
δμως δέν πρέπει νά έκτελεστεί άπό αιρετικές θέσεις ύπερβολών. Ή άπάντηση σέ κάθε δυνατό σύστημα έξουσίας είναι ή συγκεκριμένη δημοκρατία* ή πράγματοποίησή της
πρέπει νά έπιχειρηθεί άπό τό έσωτερικό τής ύπάρχουσας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΟβΓά - ΚΙαιίδ ΚαΙΙβη&ΓΐιηηβΓ, ΚονοΙιιίίοη&ΓβΓ ΕΓΟΒ, ϋβΓ
Μαιχιΐδβ, ΜΒΓΊΑΐΓ 2 3 6 , Νοέμβριος 1967, σελ. 1083.
Κριτική στόν ΜαρκοΟζε βλ. έπίσης:ΙοδβΓ δοΐιΙβίΓδίοίη, ΟββοηναΓίδρΓοβΙβιιιβ <168 ΓονοΙυίίοη&Γβη Κ&πιρΓβδ, Μ&ΓΧίδΙίδοΙιο ΒΙαΙΙΰΓ, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1967. ΚοβοΓΐ δίοΐβοπναΐά, ΗοΓ&βΓί Μαιχιΐδβ,
ϋίαΙοΙαΠς άα νοΓΖ\νβίί1ιιη§, ΜαΓχίδίιοίιβ Β1£ΙΙΟΓ, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1967. ΡΓαηζ ΜαΓβΙε, ΡβΓδρο^Ιίνοη άβΓ ΙηάιΐδΙπθββδοΙΙδ ο Ι ι α Π , ^ β ιιηά Ζίβΐ, Ψί^η, Όκτώβριος 1967. ΟϋηίβΓ ϋοη&ΙΙι,
ΖΙΙΓ ϋίδίαΐδδίοη ϋΐ3βΓ ΗβΓ&βΓΐ; ΜαΓ&ιίδο, ϋ ί ο \να1ΐΓΐιοίΙ, 29.9.
1967
1*.

ΫΟΗΙΣΟΓ ΗΟΓΙ>6ΓΙ

1. Ή κατασκευή καί ή άπαγωγή σάν δροι μιας φιλοσοφίας τής
ένότητας θεωρίας και πράξης έννοοΟν πάντα καί τήν παρεμβολή τής

32

«κριτικής - πρακτικής δραστηριότητας». Τή λογική * οντολογική σχέση τοϋ «Ενός» πρός τό «"Αλλο» (το Ιτερον) έχει επεξεργαστεί δ
Πλάτωνας στόν «Παρμενίδη».
2. «Καί δμως αύτή ή κοινοονία σά σύνολο είναι ανορθολογική. Ή
παραγωγικότητα της καταστρέφει τήν έλεύθερη άνάπτυξη τόδν ανθρώπινων αναγκών και Ικανοτήτων, ή ειρήνη της διατηρείται μέ τή
διαρκή απειλή πολέμου, ή άνάπτυξή της εξαρτάται άπό τήν καταπίεση τών πραγματικών δυνατοτήτων γιά τήν Ικανοποίηση τοΟ άγώνα γιά τήν ύπαρξη — ατομικά, έθνικά, διεθνώς». ΗβΓββΓί ΜαΓΟίΐδβ,
Ό&τ βίηάίπιβηδίοηαΐβ Μοηδοΐι, Νβαννίβά ιιηά ΒβΓΐίη1967σ. 11 κ.έ.
3. Στό ίδιο, σελ. 22 καί 23.
4. Στό Ιδιο, σελ. 16
5*. Στό ίδιο, σελ. 258.
5. «Μιά μή άντικειμενική ούσία δέν είναι ούσία». ΚΕΓΙ ΜΑΓΧ, 0 Ιςοηοππδοΐι - ρΐιίίοδορίιίδοΐιε Μ&ηιΐδίςπρίε, φύλλο X X V I I . Γιά τδ
πρόβλημα του «φετιχισμού» πρβλ. επίσης .Γο&ςΐιίιη δοΐιίοΐ^εΐ, ΡβΙίδοΙι
οάοΓ άί& Οπίΐβη ά€δ Η ο Ι ζ Κ ο ρ ί δ ' καί Ηαηδ Ηβίηζ Η ο ΐ ζ , Ιάβοΐο§ΐβ1ίΠί;ίδθ1ΐ6 ΒοΐϊίειΊίΐιηδβη ΖΙΙΓ Ρβίίδοΐι - ΡΟΓΠΙ, καί τά δυό στόν κατάλογο Ρβΐΐδοΐι - Ροπηβη του δίαόΐίδοΐιβδ Μιΐδοιιπι δοΜοδδ ΜοΓδβΓοίοΙι Ι,βνοΓΚιΐδβη
6. Π.χ.: ΜαΓουδε, ΟβΓ ©ίικϋιτιεηδίοη&ΐο Μοηδοΐι, ά.ά., σελ. 62
κ.ε.
7. Π.χ.: στό ίδιο, σελ. 13.
8. ΗοΓβεΓί Μ&Γοιίδβ, ΚιιΙίιΐΓ ιιηά ΟοδεΙΙδοΙιαΓί 2, ΡΓαηΙςίιΐΓΐ α ω
Μαίη 1965, ΕχΐδΙβηίί&ΚδΠΐϋδ, σελ. 51. 'Ο ΜαρκοΟζε ξεκινάει άπδ
τήν εσφαλμένη προϋπόθεση, «ούτε 6 θρίαμβος ούτε ή κατάρρευση τοΟ
φασισμού προκάλεσαν οποιαδήποτε βασική άλλαγή τής υπαρξιστικής
αντίληψης*. Στό Ιδιο. Πρβλ. άντίθετα τήν έρμηνεία τής Ιστορίας τής
εξέλιξης τής σκέψης του Σαρτρ στόν Η^ηδ Ηεΐηζ Η ο ΐ ζ , ΌΟΓ ίταηζοδίδοΐΐβ ΕχίδΙοηΐϊ&Ηδπιιΐδ, ΊΊιοοπ© υηά Αίαιιαίίίαΐ, δρβγ©Γ χιηά
Μϋηοΐιβη 1958, σελ. 9 - 65.
Μ (Ί|. 'Ο μηχανισμός τής ανοχής, δπως σωστά τή χαρακτηρίζει δ ζ
ΜαρκοΟζε σάν «καταπιεστική», τίθεται τότε σέ ένέργεια. Βλ.
\νο1ίί, ΜΟΟΓ, ΜαΓΟίΐδβ, Κ π ϋ ΐ ί ΆΒΓ ΓΕΊΗΒΗ ΤοΙβΓαηζ, Ρι-αηΐίΓιιΠαπι Μαίη 1966.
10. Μαιχιΐδβ, Ό ε ι βίικϋιηθηδίοη&ΐβ Μβηδοΐι, ά.ά., αελ. 264.
11. Στό Ιδιο, σελ. 266 κ.ε.
12. Στό Ιδιο, σελ. 266.
13. Πρβλ. ΗβΓ&βΓΐ Μ&ΓΟίδθ, Όίβ ΟοδοΙΙδοΙιαΓίδΙοΙίΓβ (Ιβδ §ο\νίβΐίδοΐιοη Μ&Γχίδίηυδ, Νβιιννίβά υηά Β β Γ ϋ η 1964. Ό Ιδιος, ΡβΓδροΐείίνβη άβδ δοζίαϋδίηιΐδ ίη άβΓ ίηάιΐδΐποΐΐ οηί^ΐοΚβΙίοη Οβδΰΐΐδοΐιαίΐ, ηβυβ ΚπίιΚ, 31.8.1965, σελ. 11 κ.§.
14. \ΝΑ1ΊΒΓ Ββηί&ππη, δ ς ΐ ι π ί ί ο η , §κδ. ΤΗ. \Υ. Α ά ο Γ η ο καί ΟΓΟ-

3

33

ΙΒΐ ΑάοΓηο, ΡΓ&ΠΚΓΙΙΓΙ Α πι Μαίη, τόμ. Τ, σελ. 506.
15. Η€Γΐ)6Γί ΜαΓουδε, ΙδΙ άίβ Ιάββ άβΓ Κβνοΐυΐίοη βίηβ
δίίΠΚαίΐοη? ΚιίΓδ&υοΙι 9, Ιούνιος 1967, σελ. 6.

Μγ-

16. Μιά άπό τίς θεμελιακές προϋποθέσεις τής διαλεκτικής σκέψης
είναι δτι πρέπει νά γίνεται διαχωρισμός άνάμεσα στό ν€Γδθ1ιίβάβηβδ (§τερον) καί τό υηίβΓδοΙιίοάοηβδ (διάφορον). Δέν μπορεί νά έχει διαφύγει άπό τόν ΜαρκοΟζε δτι στό χωρίο πού παραθέτουμε παραπάνω (βλ. σημ. 15) δέ μιλάει γιά τό ΙΙηΙϋΓδοΙιίβάβηβδ (διάφορον), άλλά γιά τό νβΓδοΙιΐβίΙβηβδ ;(§τερον), πέφτει δηλαδή σέ μιά
μή διαλεκτική έννοια τής αντίφασης. Έ ν ώ δμως μεταχειρίζεται τή
διαλεκτική κατηγορία τής «συγκεκριμένης άρνησης», καταφέρνει λάθρα νά δίνει τήν εντύπωση διαλεκτικής σκέψης, μιά μέθοδος που
είναι χαρακτηριστική γιά τόν άριστερό χεγκελιανό άναρχισμό
( δίίΓηβΓ!)
17. ΜαΓΟίΐδβ, ϋ 6 Γ βίηάίπιβηδίοη&ΐβ ΜβηδοΗ, ά.ά., σελ. 267.
18^ Στό 'ίδιο, σελ. 37: « Ό όπερασιοναλισμός στή θεωρία καί τήν
πράξη γίνεται θεωρία καί πράξη τής περιστολής. Κάτω άπό τή χειροπιαστή δυναμική της αύτή ή κοινωνία είναι £να εντελώς στατικό σύστημα τής ζωής: αναπαράγεται διαρκώς άπό τήν άρχή στήν
καταπιεστική παραγωγή της και στήν εύνοϊκή εύθυγράμμιση». Ε πίσης στό ίδιο, σελ. 30 κ.έ.: «Τό άποτέλεσμα δέν είναι προσαρμογή, άλλά μίμηση: μιά άμεση ταύτιση τοϋ άτόμου μέ τήν κοινωνία
του καί έτσι μέ τήν κοινωνία σάν " Ο λ ο . . . Ή ταύτιση δέν είναι
φαινομενική, άλλά πραγματικότητα. Ή πραγματικότητα δημιουργεί δμως μιά προχωρημένη βαθμίδα τής άλλοτρίωσης. Αύτή §χει
γίνει έντελώς άντικειμενική* τό ύποκείμενο, πού έχει άλλοτριωθεΐ,
ενσωματώνεται στήν αλλοτριωμένη του ύπαρξη.»
19. Στό Ιδιο, σελ. 268.
20. \νο1ίΤ, ΜοοΓβ, ΜαΓαίδο, Κ π Ι ί Κ άβΓ Γβίποη ΤοΙβΓαηζ, ά.ά,.
σελ. 123.
21. βΟ \νβΓΠ€Γ ΗοΓπιαηη στό σχέδιο μιας νέας θεωρίας τής έξαθλίωσης, πού ξεκινάει άπό τήν εξίσωση τής άκρότατης άλλοτρίωσης καί τής δλοκληρο>τικής έξαθλίωσης του άνθρώπου σάν άνθρώπου, έχει επεξεργαστεί μιά προοπτική τής δψιμης καπιταλιστικής
κοινωνίας, ή οποία φαίνεται πώς πολιτικά είναι πιό πραγματική
άπ' αύτή του ΜαρκοΟζε. Βλ. Ροΐββη βίηβΓ Τΐιβοπβ, Εδδα^δ ϋββΓ
« ϋ α δ Καρΐί&Ι» ν ο η ΚΣΙΓΙ Μ Ε Γ Χ , Έ τ ζ η Μ η τ ί ζ τ ά Μαίη 1967, σέ
αύτό ν/βπιβΓ Ηοίπιαηη, νεΓβΙβηάυηβ, σελ. 27 κ.ε.
22. Γιά τό γενικό πρόβλημα τής εφαρμογής ψυχαναλυτικών θεωριών σέ κοινωνικές καταστάσεις πρβλ. ΗΟΓΒΒΓΊ ΜΑΓΟΊΊΔΟ, ΕΓΟ8 ΥΗΆ
ΚΙΛΙΙΙΙΓ, ΔΊΙΙΗΒΊΐΓΊ 1957 (νέα έκδοση μέ τόν τίτλο Τπβ&ΔΙΠΙΊΑΙΊΓ
ιιηά ΟοδοΙΙδςΙι&Γΐ στή ΒίΜίοΐΙιβΙί διι&ιΊαιιηρ, ΡΓαηΙςΓαΓί απι Μαίη
1965).

34

23. Μ&Γ01156, ΚιιΙΙϋΓ υηά ΟβδβΙΙδοΙιαΓί 2, ά.ά., σελ. 99 (Οαδ
νβΓίΐΕΐίοη άθΓ Ρδγοίιο&ηαΐνδβ, στδ ίδιο, σελ. 85 /.§.).
24. 23τό ίδιο, σελ. 103 κ.ε.
25. ΜΕΓοιΐδ69 ϋβΓ βίηάίηιβηδίοηαΐβ Μβηδοΐι, ά.ά., σελ. 21 κ.έ.
26. Βλ. τό πρώτο μέρος τοϋ ΕΓΟ§ υηά ΚΥΙΊΙΐΓ, Ά.ά.
27.ΗβΓΐ)βΓΐ ΜαΓΟίΐδβ, ν β π η ι η ί ί ιιηά Κονοΐνιίίοη, ΝβιιΝνίβά υικ!
ΒβΓίίη 1962, σελ. 108 κ.έ., σελ. 193, σελ. 336. Βλ. Ιπίσης γιά τό
θέμα αύτό τΙς λεπτομερείς έρευνες τοδ Ηαηδ Ηβίηζ Η ο ΐ ζ , Η β η
ιιηά Κηβοΐιί ββί Εβίβηίζ υηά Ηβββΐ, ζαΓ ΙηίβΓρΓβίαίίοη άετ ΚΙαδδβη§βδβ11δθ1ια£ί, Νβιιννίβά ιιηά ΒβΓίίη 1967.
28. Μ&ΓΟίδβ, ϋβΓ βίηάίηιβηδίοηίΐΐβ Μβηδοΐι, ά.ά., σελ. 63.
29. Σέ μερικά συμπτώματα, δπως τή γενική δυσφορία στήν κοινωνία της εύημερίας, τήν αδςηση τοδν ψυχοσωματικά έξαρτημένων
άσθενειων, τήν εμφάνιση μιας λανθάνουσας επιθετικότητας, άναφερθήκαμε ήδη. "Αλλα σημάδια κρίσης, δπως ή μεγάλη αδξηση του
ποσοστοΰ τής νεανικής εγκληματικότητας, δ αύξανόμενος άριθμός
των διαζυγίων, ή έξάπλωση του άλκοολισμοδ (για νά διαλέξουμε
στήν τύχη μερικά δείγματα) αναφέρονται έδω συμπληρωματικά.
30. ΜαΓΟίΐδβ, Κ ι ι Ι ί ι ΐ Γ ιιηά ΟβδβΠδοΙιαΓί 2, ά.ά., σελ. 149 (ΒβπιβΓΙαιη^βη ζιι βίηβΓ Νβυ&βδΙίιηπιιιη§ άβΓ Κ υ Ι ί ι ΐ Γ , σελ. 147 κ.ε.).
31. Βλ. Ηαη$ Ηβίηζ Η ο ΐ ζ , Όϊο νβΓδβΙιΙβίβΓίβ Κ1αδδδβη§βδβ11δοΐιαίΐ, στό \ν&δ ίδί 1ίη1ίδ? έκδ. ΗοΓδί ΚΓϋ§βΓ, Μϋηβΐιβη 1963,
σελ. 69 κ.§.
32. ΜαΓουδβ, ΟβΓ βίηάίηιβηδίοη&ΐβ ΜβηδβΙι, ά.ά., σελ. 14.
33. Έ δ ω αναφερόμαστε άκόμη μιά φορά στο έξαιρετικό παράδειγμα τής 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας: Σχεδιασμός κατάστασης άνάγκης, μείωση τής κοινωνικής πολιτικής, πρωτεία τής εξαγωγικής οικονομίας μέ ταυτόχρονη Οπερβολική Υποστήριξη τής Βιιη<1βδ\νβ1ΐΓ καΐ άλλα παρόμοια μέτρα γιά τή «διαμόρφωση» τής κοινωνίας δξόνουν τις έσωτερικές πολιτικές εντάσεις καΐ ευνοούν κινήσεις γιά τήν άλλαγή τής κοινο)νίας, άν καΐ άρχικά σέ μικρό, αλλά αύξανόμενο βαθμό.
34. ΡΕΙΠΗΓΟ Το§1ίαίίί, Κβάβη ιιηά δοΙιπΓίβη, ΡΓ3ΠΚΓΙΙΓΙ ΕΠΊ
Μαίη 1967, σελ. 217 κ.έ.
35. Π.χ. ή οικονομική πολιτική τής Γαλλίας* ο! δυσκολίες στήν
ΕΟΚ' οΐ συνέπειες τής δποτίμησης τής λίρας.
36. Μ&Γ01136, ΟβΓ βίηάίαιβηδίοηαΐβ ΜβηδοΗ, ά.ά., σελ. 11.

35

ΡΟΜΠΕΡΤ ΣΤΑΪΓΚΕΡΒΑΛΝΤ

Κριτική στο « Έ ρ ω τ α ς και πολιτισμός»
Ό Μαρκοϋζε ήταν πάντα άντιντετερμινιστής. «Προσδιοριστικοί παράγοντες» για τήν κοινωνία είναι γι 5 αύτόν τό πολύ πολύ προϊόντα τής άνθρώπινης δραστηριότητας πού θεωροϋνται αποξενωμένα, άλλοτριωμένα. Ό Μαρκοϋζε ύποθέτει μιά
εσωτερική άτέλεια της χεγκελιανής και τής μαρξικής θεωρίας για τήν κοινωνία. ΚαΙ οι δυο δέ συνέλαβαν τό μέγεθος
των προβλημάτων πού όφειλαν να λυθοϋν. Κατά συνέπεια
δεν έδειξαν τούς κατάλληλους δρόμους. Γιατί δεν άκολούθησε τό προλεταριάτο τήν έπαναστατική αποστολή του; Προφανώς ή θεωρία του καιροσκοπισμού δέν άρκει γκ3& νά άπαντήσει στήν έρώτηση. Υπάρχουν στή δομή των ορμών
του άνθρώπου δυνάμεις πού έμποδίζουν τήν άπελευθέρωση
και δρουν γιά τή διαιώνιση της καταπίεσης; Δέ χρειάζεται
λοιπόν συμπλήρωση του Μάρξ μέ μια ανάλυση αύτής της
δομής τών δρμών, δηλαδή μέ τήν δψιμη μεταψυχολογική
θεωρία του Φρόυντ για νά μπορέσουμε νά δοϋμε τά προβλήματα σωστά και νά βγάλουμε τά σωστά συμπεράσματα; Σάν
τό πρόβλημα πού δέν άναλύθηκε έντελώς στό μαρξισμό δ
Μαρκοϋζε βλέπει αυτό της έξουσίας. Κατά συνέπεια άναζητα στό πνεϋμα τοϋ Φρόυντ 2ναν διαφορετικό άπέναντι στόν
Μάρξ τρόπο γιά τή λύση αύτοΰ τοϋ προβλήματος. Μ5 αύτόν
πιστεύει πώς μπορεί νά αποκαλύψει τά σφάλματα στά οικοδομήματα τής σκέψης τοϋ Χέγκελ και τοϋ Μάρξ και νά ύποδείξει δρόμους γιά τήν έπαναστατικοποίηση τοϋ καπιταλισμοϋ και τήν υπερνίκηση τών παραμορφώσεων τοϋ σοσιαλισμού. Φυσικά γνωρίζουμε δτι αύτό είναι μόνο μιά παράφραση τής παλαιάς ύποκειμενίστικής άντίληψης τοϋ Μαρκοϋζε γιά τήν ελευθερία.
Γιά νά κάνουμε κατανοητή τή θεωρία τοϋ Φρόυντ γιά τήν
εξουσία θά εξηγήσουμε σύντομα μέ τή βοήθεια Ινός σχήματος τΙς βασικές έννοιες τής μεταψυχολογίας τοϋ δψιμου Φρό-

36

υντ και τις σχέσεις τών περιγραφόμενων μέσα σ" αυτές τις
βασικές έννοιες «φαινομένων»:
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ
μέσα σ' αύτόν δρουν δυο βασικές όρμές
I

4

έρμή τής ζωής (έρωτας)

ορμή τοΰ θανάτου (θάνατος)

έπιδιώκει:
Ένωση τής ζώσας ούσίας
σέ δλο και μεγαλύτερες
καΐ διαρκέστερες ενότητες

επιδιώκει:
Επιστροφή στήν άνώδυνη
κατάσταση πριν από τό θάνα το

στή δράση τους προσκρούουν και οί δυο βασικές ορμές στό
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Αύτό είναι γιά τήν ά μ ε σ η ικανοποίηση τής δρμής τής
ζωής πολύ φτωχό και έχθρικό και επιβάλλει άποφασιστικές
τροποποιήσεις τών βασικών ορμών
τροποποιήσεις

ορμών

μέ έκτροπή και άναστολή
α π ο τ έ λ ε σ μ α
ανασταλμένη, άναβλημένη, αντικαταστημένη, αλλά μόνο
Ιτσι σχετικά σίγουρη και ωφέλιμη
ικανοποίηση

τών

δρμών

'Έτσι δημιουργείται ή δυναμική τών δρμών σάν άγώνας
άνάμεσα
δρμή τ ή ς ζωής
δ ρ μ ή τ ου
π ε ρ ι β ά λ λ ο ν

θανάτου

Στά τρία βασικά συμπλέγματα αύτής τής δυναμικής τών
δρμών άντιστοιχοΰν οί τρεις βασικές αρχές
άρχή τής ήδονής
άρχή τής Νιρβάνα
άρχή τής
πραγματικότητας
Ή άρχή τής ήδονής επιδιώκει τήν απεριόριστη άνάπτυξη
του έρωτα μέ χαλαρωτική ικανοποίηση. Στήν πραγματικό-

37

τητα αύτδ σημαίνει διαιώνιση τής ήδονής, παρεμπόδιση τών
έντάσεων, έπιδί(οξη ισορροπίας: ή άρχή τής ήδονής Ιχει έναν εξαιρετικά συντηρητικό χαρακτήρα. Έτσι έρχεται σε
γειτνίαση μέ τήν άρχή τής Νιρβάνα πού έπιδιώκει τήν ύπερνίκηση τής ζωής, γιατί αύτή σημαίνει ύπεροχή έντάσε(ον, δυσφορίας και άναγκών. Ταυτόχρονα ή άρχή τής
Νιρβάνα είναι μιά μορφή τής άρχής τής ήδονής, εφόσον επιδιώκει κατάργηση τών έντάσεων.
Ό Φρόυντ είδε τή σύγκλιση τών δύο αρχών, άλλά άπ5
αύτδ δέν έβγαλε τδ συμπέρασμα τής ένότητάς τους. Τήν ψυχική ζωή τήν ερμήνευσε σά μείγμα και τών δύο αρχών. Ή
δρμή τοϋ θανάτου, ή ή δρμή τής καταστροφής, εξαναγκάζεται νά μπει στήν υπηρεσία τής δρμής τής ζωής, άλλά
κρατά τήν ένέργειά της, ή δποία απλώς εκτρέπεται. Έτσι
δέν άπευθύνεται πιά ένάντια στον ίδιο τδν οργανισμό, άλλά
άναπτύσσεται σάν κοινωνικά ώφέλιμη επιθετικότητα: άπέναντι στδν έξωτερικδ κόσμο (στή φύση και τούς κοινωνικά
έπιτρεπτούς έχθρούς) και σά συνείδηση, ήθική, ύπερ - έγώ,
πού έξυπηρετει τήν κοινωνική κυριαρχία πάνω στις ορμές.1
Ή έπιθετικότητα λοιπδν — ας τδ προσέξουμε αύτδ —
προέρχεται σύμφωνα μ' αύτή τή φροϋδική θεωρία άπδ τή
δομή τών δρμών, άπδ τή γενική μας σχέση πρδς τδν εξωτερικό κόσμο κάτω άπδ συνθήκες μιας γενικής «άνάγκης
τής ζωής»!
Στά πλαίσια αύτοϋ τοϋ μεταψυχολογικοϋ σχήματος δ
Φρόυντ άναπτύσσει — και δ Μαρκοϋζε τδν άκολουθεΐ — τή
θεωρία του γιά τδν πολιτισμό: Ή άρχή τής ήδονής πού εξουσιάζει άρχικά τδν οργανισμό έπιθυμει μόνο άποφυγή τοϋ
πόνου καθώς και άποκόμιση ήδονής άπδ ζώνες τοϋ σώματος (αύτή είναι ή φροϋδική Ιννοια γιά τή σεξουαλικότητα,
πού δέ χαρακτηρίζεται μόνο άπδ γεννητική σεξουαλικότητα) . Στό φτωχό και έχθρικό περιβάλλον μας δέν μπορεί νά
άναπτυχθει αύτή ή ορμή τής ήδονής. Ή παραίτηση άπδ τις
δρμές είναι άναγκαία. Ή άρχική σεξουαλικότητα εκτρέπεται άπδ τδν γενικό οργανισμό στά γεννητικά μέρη τοϋ σώματος πού έξυπηρετοϋν τήν άναπαραγωγή, ώστε δ ύπόλοι-

38

πος δργανισμός νά απελευθερωθεί γιά τήν άναγκαία έργασία. Έτσι αύτή ή έργασία είναι χωρισμένη άπό τήν ήδονή,
είναι άλλοτριωμένη εργασία, είναι καταπιεστικά μεταμορφωμένη δρμική ενέργεια καί δημιουργεί σάν τέτοια τδν πολιτισμό.
"Ας προσέξουμε εδώ: ή άλλοτρκομένη εργασία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό απ5 δ,τι στδν Μάρξ. Είναι δυσάρεστη εργασία, επειδή ή ανάγκη τής ζωής μας εξαναγκάζει
νά άπωθουμε τήν άποκόμιση τής ήδονής άπδ ζώνες του σώματος στά γεννητικά όργανα. Ή ίδια ή εργασία δέν είναι
πιά πρώτη έκφραση ζωής του άνθρώπου, δέν είναι πιά βάση τών πρακτικών, θεωρητικών καί κοινωνικών του σχέσεων, άλλά καρπός τής σύγκρουσης ανάμεσα στις ακόρεστες
δρμές του καί τό φτωχό περιβάλλον. Ό μεγαλειώδης ελληνικός μύθος του Ηρακλή στό σταυροδρόμι υποχωρεί πίσω
άπδ τον βιβλικό γιά τήν προέλευση τής εργασίας: Χάσαμε
τον παράδεισο καί πρέπει νά κερδίζουμε τό ψωμί μας μέ
τδν ιδρώτα τοϋ προσώπου μας. Ό πολιτισμός μας τελικά
βαρύνεται άπό τή βάση του μέ καταπίεση, γιατί προέρχεται άπό καταπιεστική, δυσάρεστη, άλλοτριωμένη εργασία.
Ή άρχή τής ηδονής πρέπει νά μετατραπεί σέ άρχή τής
πραγματικότητας γιά νά γίνει δ οργανισμός κοινωνικά ικανός. Αύτή ή άρχή τής πραγματικότητας «δέν είναι τίποτε
άλλο άπό τήν άρχή τής παραγα>γικής παραίτησης, αναπτυγμένη σά σύστημα δλων τών τροποποιήσεων τών δρμών, τών
παραιτήσεων, τών έκτροπών, τών μετουσιώσεων, πού πρέπει νά επιβάλλει ή κοινωνία στά άτομα, γιά νά τά μεταβάλλει άπό φορείς τής αρχής τής ήδονής σέ κοινωνικά χρήσιμα δργανα έργασίας. Στήν έννοια αύτή ή άρχή τής πραγματικότητας είναι ταυτόσημη μέ τήν άρχή τής προόδου...»8
Σέ τί συνίσταται τό άποτέλεσμα μιας τέτοιας έξέλιξης κάτω άπό τήν κυριαρχία τής άρχής τής πραγματικότητας; Ό
Ιρωτας προάγει τήν κοινωνία μέ άποσεξουαλικοποίηση τοϋ
δργανισμοΰ καί κάνοντάς τον κατάλληλο γιά υπηρεσία σάν
δργανο έργασίας. Τό άποτέλεσμα είναι μιά ερμηνεία τής
ευτυχίας σά δευτερεύουσας άπέναντι στήν κοινωνική παρα-

39

γωγικότητα. 'Αποφασιστική σημασία αποκτά ή άπόδοση.
'Ανάλογα είναι διαμορφωμένο τδ κοινωνικδ σύστημα τών άξιων. Ή δρμή τοϋ θανάτου τροποποιείται' στήν έννοια κοινωνικά ώφέλιμης επιθετικότητας στρέφεται πρδς τά εξω ή
εξυπηρετεί, στραμένη πρδς τά μέσα, τή διαμόρφωση τής
συνείδησης, τής ήθικής κλπ, γιά τήν καταπίεση τών δρμών
μας.
'Αποφασιστικό είναι κατά τδν Φρόυντ καί τδν Μαρκοϋζε ότι μ' αύτή τήν καταπιεστική μεταβολή τών δρμών μας
δέ γίνεται μόνο δυνατή ή πρόοδος τοϋ πολιτισμού, άλλά καί
αύτόματη. Πρόκειται γιά δλο καί περισσότερη άπελευθέρωση ώφέλιμης εργασιακής ένέργειας, ή όποία δμως — σύμφωνα μ' αύτή τή θεωρία — είναι κ α τ α π ι ε σ τ ι κ ή
ένέργεια. Ή άρχική Libido γίνεται παραγωγικότητα. Αύτή συσσωρεύει άπδ τδ ένα μέρος δλο καί περισσότερα ύλικά καί πνευματικά μέσα τής παραγωγής. Άπδ τδ άλλο μέρος δμως άπαγορεύει στούς παραγωγούς — γιατί είναι καταπιεστική! — τήν πλήρη άπόλαυση τών παραγμένων
άπ' αύτούς άγαθών.
Έτσι «έξηγεΐται» λοιπδν ή έκμετάλλευση πάλι άπδ τή
δομή τών δρμών μας!
"Οποιος γνωρίζει τή θεωρία τής άναπαραγωγής τοϋ
Μάρξ, καταλαβαίνει δτι έδώ έχουμε νά κάνουμε μέ μιά βιολογικοποίηση τής καπιταλιστικής διαδικασίας τής παραγωγής. Άπδ τήν άναπαραγωγή τής σχέσης τοϋ κεφαλαίου γίνεται μιά τέτοια τής καταπίεσης καί τής τάξης τών άξιων
της. Καί δπως ή τελευταία λέξη τής μαρξικής θεωρίας τής
άναπαραγωγής είναι ή σοσιαλιστική επανάσταση, έτσι καί
ή τελευταία λέξη αύτής τής θεωρίας τοϋ Φρόυντ καί τοϋ
Μαρκοϋζε είναι ή βιο - ψυχική επανάσταση. Α ύ τ δ είναι
ή έμβάθυνση τής μαρξικής λογικής άπδ τδν Μαρκοϋζε!
Ή θεωρία τοϋ Μάρξ στηρίζεται φυσικά σέ άκριβή, επιστημονική άνάλυση τής πραγματικής καπιταλιστικής διαδικασίας τής παραγωγής καί άναπαραγωγής, ενώ ή θεωρία
τοϋ Φρόυντ καί τοϋ Μαρκοϋζε στηρίζεται σέ μυθολογικές
βάσεις. Ένώ δ Μάρξ υποδείχνει τδν πραγματικό κοινωνικό

40

αντίπαλο καί τδν πραγματικό δρόμο γιά τήν υπερνίκηση
τών προβλημάτων, δ Φρόυντ καί δ Μαρκοϋζε μένουν στήν
έκκληση καί στή διακήρυξη τής έλπίδας γιά μιά βιο - ψυχική ανακατασκευή τοϋ άνθρώπου.
Μέσα σ' αύτή τήν εξέλιξη δ Φρόυντ εξάγει τήν εξουσία
κατά τδν άκόλουθο τρόπο (παραθέτουμε ένα χωρίο τοϋ Μαρκοϋζε πού αντικατοπτρίζει τή φροϋδική θεωρία) : « . . . ή
ιστορία τοϋ άνθρώπου άρχίζει μέ τδ δτι μέσα σέ μιά πρωτοομάδα δ ισχυρότερος, δ πρωτοπατέρας, γίνεται άπόλυτος
εξουσιαστής καί σταθεροποιεί τήν έξουσία του, μονοπωλώντας γιά τδν έαυτό του τή γυναίκα — τή μητέρα ή τις μητέρες — καί στερώντας σέ δλα τά άλλα μέλη τής ομάδας
τήν άπόλαυση. Καί αύτδ σημαίνει δτι ούτε ή φύση ούτε ή
φτώχεια ούτε ή άδυναμία έπιφέρουν τήν πρώτη καί γιά τήν
έξέλιξη τοϋ πολιτισμού άποφασιστική καταπίεση τών δρμών, άλλά δ δεσποτισμός τής εξουσίας — τδ γεγονός δτι ένας δεσπότης μοιράζει καί εκμεταλλεύεται άδικα τή φτώχεια, τήν έλλειψη καί τήν αδυναμία, δτι σφετερίζεται τήν
άπόλαυση καί αναθέτει τήν εργασία στά άλλα μέλη τής ομάδας.» Αύτδ όδηγει σέ εξέγερση τών γιων. Σκοτώνουν τδν
δεσποτικό πρωτοπατέρα καί προσπαθούν νά επιβάλλουν άλλη τάξη τών πραγμάτων. Οι τύψεις συνειδήσεως γιά τδ έγκλημα δδηγοϋν στή δημιουργία τής δύναμης πού λέγεται
«ύπερ - εγώ», ή δποία επιβάλλει τις ίδιες παραιτήσεις άπδ
τις δρμές δπως πριν δ πρωτοπατέρας. Αύτή ή πρώτη δοκιμή τής άπελευθέρωσης τών δρμών τελειώνει μέ τδ δτι οΕ «έπαναστατικοί γιοι ή άδελφοί βλέπουν ή νομίζουν πώς βλέπουν δτι δέ γίνεται χωρίς έξουσία καί δτι δ πατέρας δέν ήταν περιττός δσο δεσποτικός κι άν ήταν. Ό πατέρας επαναφέρεται άπδ τους άδελφούς, ε κ ο ύ σ ι α τώρα καί, μπορούμε νά πούμε, γενικά: σάν ήθικότητα, δηλαδή οι άδελφοί
επιβάλλουν στους Ιαυτούς τους τις ίδιες παραιτήσεις άπό τις
δρμές καί τις ίδιες στερήσεις πού τους είχε πριν έπιβάλλει
δ πρωτοπατέρας.» 'Έτσι έπιτυγχάνεται ή έσωτερίκευση τής
πατρικής έξουσίας: Πηγή τής ήθικότητας καί τής συνείδησης. Μ' αύτδ άρχίζει δ πολιτισμός. «Άπδ τήν πρώτη άν-

41

θρώπινη - ζωική ορδή ϊγινε ή πρώτη καί πιο πρωτόγονη
άνθρώπινη κοινωνία. Ή καταπίεση τών ορμών γίνεται εθελοντικό, έσωτερικευμένο έργο τών άτόμων καί ταυτόχρονα εγκαθιδρύεται ή πατρική έξουσία σάν έξουσία πολλών
πατέρων, οι οποίοι — ό καθένας γιά τον έαυτό του — μεταβιβάζουν τήν ηθικότητα τής πατρικής έξουσίας καί μ' αύτή τόν περιορισμό τών δρμών στή δική τους φατρία, στή δική τους δμάδα καί τήν άφήνουν νά έπιδρα στή νέα γενιά.»
Πρόκειται λοιπόν γιά μιά δυναμική τής έξουσίας πού άρχίζει μέ τή δεσποτεία, δδηγεί σέ επανάσταση καί προχωρεί σέ έσωτερίκευση τής εξουσίας. Αύτή ή δυναμική επαναλαμβάνεται σέ δλόκληρη τήν ιστορία τής άνθρωπότητας.
Ό Φρόυντ κατάταξε τά προβλήματα τής εφηβείας καί τήν
ύπερνίκησή τους καθώς καί τή διαμόρφωση άντίστοιχων
κανόνων σ' αύτή τή δυναμική τής έξουσίας. Καί τις έπαναστάσεις τις κατατάσσει σ5 αύτδ τδ βιολογικό σχήμα τών δρμών: δπως δ έξεγειρόμενος στήν εφηβεία υποτάσσεται τελικά, έτσι συμβαίνει μέ τις έπαναστάσεις καί τούς έπαναστάτες. «Αύτές οι έπαναστάσεις παρουσιάζουν μιά σχεδόν
σχηματική έξέλιξη. Ή έξέγερση πετυχαίνει καί ορισμένες
δυνάμεις προσπαθούν νά ανθήσουν τήν έπανάσταση στό πιδ
άκραΤο σημείο της, σ" αύτδ άπδ τδ όποιο θά πετύχαινε ϊσως
ή μετάβαση σέ νέες, δχι μόνο ποσοτικές, άλλά ποιοτικές διάφορες συνθήκες — καί σ5 αύτδ τδ σημείο ήττάται συνήθως
ή έπανάσταση καί έσωτερικεύεται ή έξουσία σέ άνώτερο επίπεδο, έγκαθιδρύεται πάλι καί συνεχίζεται.»3
Τδ τέλος δείχνει δτι δ Μαρκοϋζε στηρίζει τήν άρνητική
του θέση άπέναντι στον πραγματικό σοσιαλισμό μέ μιά βιολογιστική «θεμελίωση» τής κοινοτικής έξέλιξης. Δυστυχώς
άγνοει τις κριτικές παρατηρήσεις, μέ τις όποιες δ Μάρξ
καί δ Ένγκελς άναίρεσαν τις μή άπόλυτα πρωτότυπες δοκιμές γιά τήν αιτιολόγηση τής έξουσίας μέ τή βοήθεια τής
βιολογίας καί τής ζωολογίας.4 Ή ο ύ σ ί α αύτής τής κριτικής συνίσταται στήν άποκάλυψη τής άβασιμότητας ενός
τέτοιου είδους δημιουργίας τής έξουσίας στήν ά ν θ ρ ώ π ι ν η κοινωνία καί στήν άπόδειξη δτι χωρίς ο!κονομικό

42

θεμέλιο ή έξουσία ανάμεσα στους ανθρώπους δέ θά μποροϋσε νά δημιουργηθεί κ α ί νά κρατηθεί.
Ό Φρόυντ καί ό Μαρκοϋζε αιτιολογούν τήν έξουσία καθαρά φυσικά, προχωρούν πολύ πίσω άπό τον Μάρξ καί τόν
Ένγκελς καί αύτό ό Μαρκοϋζε τδ χαρακτηρίζει σάν τήν άπαραίτητη εμβάθυνση τής μαρξικής μορφής τής λογικής:
Ή έξουσία πηγάζει άπό ύπέρτερη σο^ματική δύναμη. Έτσι
βασίζεται στήν τύχη: δποιος ήταν κατά τύχη δ δυνατότερος — καί έπιδίωκε τήν έξουσία, πράγμα πού θά μπορούσε καί νά μή συμβαίνει, έστω κι αν εξάγει κανείς τέτοια έπιδίωξη άπδ τή σεξουαλική δ ρ μ ή , αύτός θέτει σέ κίνηση τό μηχανισμό τής έξουσίας πού μας βαρύνει άπό τότε.
Ή «έμβάθυνση» τής μαρξιστικής θεωρίας τών τάξεων, τοϋ
ταξικού άγώνα, τοϋ κράτους, ή προέλευσή του άπό τήν ιδιωτική ιδιοκτησία τών μέσων παραγωγής καταλήγει στδν
δαρβινικό άγώνα γιά τήν ύπαρξη (κοινωνικός δαρβινισμός),
στήν έρμηνεία τοϋ αστικού συναγωνισμού — σέ άναλογία
προς σεξουαλικές σχέσεις ορισμένων ειδών ζώων — σάν ένα είδος αύτοφυοϋς άγώνα γιά τήν έξουσία πάνω στή γυναίκα σέ μιά ύποθετική πρωτοομάδα (πού εξελικτικά, δπως
άπόδειξε δ Heberer, είναι γενετικά έξίσου άδύνατη δπως δ
μυθικός Αδάμ καί ή μυθική Ευα) .8
Ό Μαρκοϋζε προσαρτα σ' αύτές τις σκέψεις τοϋ Φρόυντ
τήν άκόλουθη παρατήρηση: Ά ν εύσταθεί αύτή ή ύπόθεση γιά τήν προέλευση τής έξουσίας, πρέπει νά ρωτήσουμε
«άν δίπλα στον Ιστορικό - κοινωνικό θερμιδώρ, πού μπορεί
νά παρατηρηθεί σ' δλες τις έπαναστάσεις τοϋ παρελθόντος,
δέν ύπάρχει καί ένας ψ υ χ ι κ ό ς θερμιδώρ* μήπως οί έπαναστάσεις δέν ήττοϋνται μόνο άπό έξω, δέν άντιστρέφονται καί δέν άνακαλοϋνται, δέ δρα ίσως μέσα στά άτομα μιά
δυναμική πού αρνείται ε σ ω τ ε ρ ι κ ά μιά δυνατή άπελευθέρωση καί ειρήνευση.. . ;»β
'Αρχικά δλα έξαρτώνται άπό τή λέξη άν! Μετά έρχεται
στό προσκήνιο Ινα είδος κοινωνικοϋ καί ψυχικοϋ παραλληλισμού. θά δοϋμε δτι δ Μαρκοϋζε ξεχνά πρώτα τό «άν»
καί μετά τόν παραλληλισμό γιά χάρη τής ψυχικής λύσης.

43

"Οπως κι άν εχει τό πράγμα: αυτό είναι ένα είδος υποκατάστατου γιά τή μαρξιστική θεωρία του καιροσκοπισμού.
Είναι ή νέα εξήγηση γιά τό γιατί «δέν έγινε» ή έπανάσταση. Ό Μάρξ καί δ Χέγκελ είχαν άδικο, γιατί δέν είδαν τή
βιοψυχική παραμόρφωση του ξεχωριστού άτομου, πού δημιουργήθηκε στή σύγκρουσή του μέ τό έχθρικό περιβάλλον,
πού κατά κάποιον τρόπο τή δημιούργησε τδ ίδιο τδ άτομο
στον έαυτό του. Γι 5 αύτδ οι ύποδείξεις του Μάρξ καί του
Χέγκελ γιά τήν ελευθερία είναι άνεπαρκείς. "Ηδη οι θεωρίες τους γιά τήν προέλευση τής έξουσίας δέν εύσταθοϋν.
Κατά συνέπεια καί οι θεωρίες τους γιά τήν έλευθερία δέν
είναι δρθές. Τήν έλευθερία τήν δρίζουν πάντα κάτο) άπό
τις συνθήκες ενός κόσμου πού ύπόκειται στήν άρχή τής
πραγματικότητας, στήν καταπίεση, καί έτσι σέ διαλεκτική
αντίθεση πρδς τήν άνελευθερία. Ή πρόοδος τής έλευθερίας
είναι σ' αύτούς πάντα συνδεμένη μέ τέτοια έξουσία καί άνελευθερία. Πάνω σ* αύτδ τδ έδαφος δμως δέν μπορεί νά
υπάρχει πραγματική άπελευθέρο>ση. Γι' αύτή είναι Απαραίτητη ή ολοκληρωτική έπανάσταση, ή άλλαγή τής βιοψυχικής μας δομής.
Έδώ έχουμε μπροστά μας μέ έξαιρετική σαφήνεια τήν
τάση τής ψυχαναλυτικά αιτιολογημένης θεωρίας τοϋ πολιτισμού πού άνάγει άρχικά τδ κοινωνικό στό άτομο, τό άτομο μετά στό ψυχικό καί αυτό στή συνέχεια στό βιολογικό,
τό όποιο έξετάζεται μετά «δαρβινιστικά» κάτω άπό τήν άποψη τής σύγκρουσης άνάμεσα στή ζωή καί τό περιβάλλον.
Λογικά συνάγεται άπ9 αύτδ δτι ή έννοια τοϋ Μαρκοϋζε γιά
τήν έπανάσταση πρέπει νά άρχίσει δχι άπό τήν κοινωνία,
άλλά άπό τή δομή τών δρμών τοϋ άνθρώπου, πράγμα πού
τό έπιχειρεί πραγματικά πολλές φορές.7
Ό Μαρκοϋζε συνδέει αύτές τις σκέψεις σέ μιά άκόμη παρατήρηση: Ά ν εύσταθεί ή ύπόθεση τοϋ Φρόυντ, ή καταπίεση τών δρμών δέν πηγάζει μόνο άπδ τή φυσική άναγκαιότητα (φτώχεια τών δρο)ν τής ζωής μας σέ άντίθεση
πρδς τήν άπληστία τής άρχής τής ήδονής μας), άλλά «έχει
έπιτευχθεί τουλάχιστον (έδώ θάβεται σιγά - σιγά δ παραλ-

44

ληλισμός! — Ρ. Στ.) έξίσου καί ίσως πρωταρχικά '(επιτέλους, φτάνει στό τέλος χωρίς άπόδειξη καί μάλιστα χωρίς
δοκιμή άπόδειξης! — Ρ. Στ.) γιά τό συμφέρον τής έξουσίας καί γιά τή διατήρηση μιας δεσποτικής έξουσίας.. .».*
"Ετσι ή καταπιεστική άρχή τής πραγματικότητας πηγάζει
(άν Ισχύει τό Ά ν ! ) δχι μόνο άπό τόν κοινωνικό Λόγο, άλλά άπό τήν (άναιτιολόγητη!) έξουσία. Ή καταπίεση τών
ορμών δηλαδή δέν είναι άμετάβλητη, έχει τά δριά της, πού
τά φτάνει δταν τά κάτω άπό τόν οιωνό τής αρχής τής απόδοσης άναπτυγμένα παραγωγικά μέσα άρκοϋν ποιοτικά καί
ποσοτικά νά ικανοποιήσουν τις άνάγκες μας χωρίς τις θυσίες πού επιβάλλει ή άρχή τής άπόδοσης. "Ετσι έχουν σήμερα τά πράγματα. Καί άπ5 αύτό προκύπτει ή σημερινή έπα ναστατική μας κατάσταση.
"Εχουμε φτάσει στή ρίζα τής νέας κριτικής θεωρίας τοϋ
Μαρκοϋζε. Ή θεωρία αύτή στηρίζεται σέ έξαιρετικά άσαφεις υποθέσεις. Υπάρχει μιά σειρά άπό ιστορικά έπιβεβαιωμένες γνώσεις πού μιλούν κατά τοϋ Φρόυντ καί υπέρ τής
μαρξιστικής άντίληψης.®
Υπήρξε τουλάχιστον στούς μέχρι τώρα έξετασμένους
λαούς μιά κατάσταση άταξικής πρωτόγονης κοινωνίας. Ε κείνη τήν έποχή οί άνθρωποι ζούσαν χωρίς έξουσία. Ζούσαν δχι μέ πατριαρχικά, άλλά μητριαρχικά όργανωμένο
τρόπο ζωής.10 'Άν ή πρωτοομάδα τοϋ Φρόυντ καί τοϋ Μαρκοϋζε υπήρξε πραγματικά, τή δεσποτική έποχή θά τήν είχε άκολουθήσει μιά μή δεσποτική έποχή. Πώς — αύτό τό
πρόβλημα θά έπρεπε νά τό λύσουν άψογα οι φροϋδικοί καί
οι μαρκουζικοί: πώς διαδέχτηκε τή δεσποτική «πρωτοομάδα» ή μή δεσποτική πρώτη κοινωνία, άν καί τό πρόβλημα
τής «άνάγκης τής ζωής», πού δρίζεται άπό τις έννοιες τής
άρχής τής πραγματικότητας καί τής άρχής τής άπόδοσης
τοϋ Φρόυντ καί τοϋ Μαρκοϋζε, ύπήρχε καί γιά τήν πρώτη
κοινωνία δχι λιγότερο άπό δ,τι γιά τήν «πρωτοομάδα»; Ό
μαρξισμός μπόρεσε — χωρίς κατασκευές δπως πρωτοομάδα,
πρωτοπατέρας, σωματική ύπεροχή, τύχη κλπ. — νά άποδείξει τή διαμόρφο^ση τών τάξεων καί τής έξουσίας άπό

45

τήν αρχική άταξική κοινωνία. Ot ύποθέσεις καί οί μύθοι
τοϋ Φρόυντ και τοϋ Μαρκοϋζε δέν έχουν έδώ θέση. Ό μαρξισμός Αποκάλυψε τίς πραγματικές πηγές τής άνελευθερίας
καί έδειξε τούς ιστορικούς δρους τής ύπερνίκησής της. Ή
άναφορά τοϋ Μαρκοϋζε στον Φρόυντ δέν αιτιολογείται. Ό
Φρόυντ καί ό Μαρκοϋζε δέ συνέβαλλαν στή διαλεύκανση
τοϋ προβλήματος. 'Αντίθετα, τό συσκότισαν μέ ψυχολογισμό, βιολογισμό καί άποκοινωνικοποίηση. Ή θεωρία τους
έχει ένα καθαρό μυθολογικό θεμέλιο. Ή υποτροπή τοϋ Μαρκοϋζε σ* αύτή τή θέση δέν έξηγείται Από δήθεν έλλείψεις
τοϋ μαρξισμού, Αλλά άπό τόν ταξικά καί πολιτικά εύνόητο
άντικομμουνισμό του, άπό τήν μικροαστική του άνυπομονησία γιά τήν πραγματική πορεία τής ιστορίας καί άπό τήν
προερχόμενη Απ* αύτή άπογοήτευσή του. Γύρω άπ' αύτό
τό προσωπικό δίλημμα οικοδόμησε μιά έντελώς νέα «κριτική θειορία». Αύτό είναι τό ούσιαστικό.
Γιά νά είμαστε Ακριβοδίκαιοι: Ό κ α π ι τ α λ ι σ μ ό ς
π α ρ α μ ο ρ φ ώ ν ε ι
δ λ ε ς τίς πλευρές τής Ανθρώπινης ζωής, καί τίς (κοινωνικά διαμορφωμένες, τροποποιημένες) δομές τών ορμών. Π ώ ς γίνεται αύτό; Ποιό ρόλο
παίζουν τέτοιοι παράγοντες στή γενική διαδικασία τής κοινωνίας — σά δευτερεύοντες, πολλές φορές έξαρτημένοι παράγοντες πού δέν πρέπει νά τούς ύπερεκτιμοϋμε, άλλά πού
παρ' δλα αύτά δ ρ ο ϋ ν ; Αύτό θά έπρεπε νά έρευνηθεί καί
δχι νά παρακαμφθεί ή έπιστημονική εξήγηση τοϋ προβλήματος μέ μ ο ν ο μ έ ρ ε ι α , μ υ θ ο π ο ί η σ η ορισμένο) ν παραγόντων πού βέβαια υ π ά ρ χ ο υ ν , άλλά δέν είναι Αποφασιστικής σημασίας γιά τή γενική διαδικασία.
Ό Μαρκοϋζε λέει δτι ή θεωρία τής έλευθερίας στον Χέγκελ καί τόν Μάρξ συνδέεται μέ τήν άνελευθερία στόν πολιτισμό πού χαρακτηρίζεται άπό τήν έξουσία,11 προσαρμοσμένη στις πιέσεις μιας καταπιεστικής έννοιας τής προόδου πού
άποπάνω έχει τώρα διαφθαρεί καί ψυχαναλυτικά.18 TC αύτό πρέπει νά άναπτυχθεί μιά νέα έννοια τής προόδου. Αύτό τό έπιχειρεί ό Μαρκοϋζε κυρίως μέ τό «Έρωτας καί πολιτισμός».

46

Βασικά έχουμε νά κάνουμε μέ μιά χρησιμοποίηση τής
χαιντεγγερικής «ανάκλησης». Ή άρνηση τής άρνησης τοϋ
Χέγκελ άπορρίπτεται. Τό Γίγνεσθαι γίνεται παράλογο.
Στό ν «Μονοδιάστατο άνθρωπο» τό ξανασυναντούμε. Ε κ ε ί θά
δείξουμε δτι μέ μιά τέτοια θεωρία δέν μπορεί νά αΐτιολογηθεΐ καμιά έπανάσταση. Πρόκειται γιά ψευτοριζοσπαστισμό
πού στήν πραγματικότητα άκυρώνει, εξαλείφει δλόκληρη
τήν ιστορία τών αγώνων τού άνθρώπου γιά τήν έλευθερία.
Γνωρίζουμε ήδη δτι ό Μαρκοϋζε ψέγει στήν έννοια τοϋ
Μάρξ γιά τό σοσιαλισμό τόν άνεπαρκή ούτοπικό χαρακτήρα της. Άφοϋ ό Μαρκοϋζε «ριζοσπαστικοποιεί» τόν Μάρξ,
εξηγώντας — μέ τή βοήθεια τοϋ Φρόυντ — τό πρόβλημα
τής καταπίεσης «βαθύτερα», στρέφεται στό «'Έρωτας και
πολιτισμός» στή «θεμελίωση» μιας νέας εικόνας τής έλευθερίας και τής άπελευθέρωσης.
Κάνει διάκριση άνάμεσα σέ άναγκαία (βιολογικά άναπόφευκτη) καί πρόσθετη, μόνο γιά τό συμφέρον τής διατήρησης τής δύναμης άσκούμενη καταπίεση: «surplus - repression». Αύτό είναι πάλι — δπως πριν σχετικά μέ τή μαρξιστική θεωρία τής άναπαραγωγής — ένας ρεβιζιονιστικός
δανεισμός άπό τόν Μάρξ (Surplus - Profit) ,18 Αύτή τήν
πρόσθετη καταπίεση τήν αποκαλύπτει σέ άντιπαραβολή μέ
τίς τεχνικές - παραγωγικές δυνατότητες τών άνθρώπων σάν
περιττή. Φυσικά ή ιστορία πού έχει λάβει χώρα κάτω άπό
τόν οιωνό τοΰ καταπιεστικού πολιτισμού Ιχει άφήσει βαθιά
ίχνη στον άνθρωπο. 'Απέναντι σ' αύτή τήν κατάσταση προβαλλόταν πάντα άντίσταση καί έπανάσταση. Έκφραση αύτής τής άντίστασης είναι τά προϊόντα τής φαντασίας, τής
τέχνης, οι μύθοι καί ή θρησκεία (έδώ έννοειται έκείνη ή
πλευρά τής θρησκείας πού ό Μάρξ τήν έχει όνομάσει διαμαρτυρία (Protestation) ένάντια στήν πραγματική αθλιότητα) . Ή φαντασία διατηρεί π.χ. τίς μεταδιδόμενες άπό
γενιά σέ γενιά άναμνήσεις στις εύτυχισμένες πανάρχαιες
καταστάσεις καί Ιτσι είναι τόπος άντίστασης. « . . . ή φαντασία έπιμένει... πίσω άπό τήν αύταπάτη νά στέκει γ ν ώ σ η.» Και ή τέχνη τοποθετείται σ* αύτόν τόν τομέα τής άν-

47

τίστασης καί έτσι είναι έπαναστατική. Ή α ι σ θ η τ ι κ ή
της μορφή άπορροφά βέβαια τό έπαναστατικό περιεχόμενο:
Ή τέχνη «άπολαμβάνεται» (δ Μαρκοϋζε διατηρεί τή θέση
του άπό τό 1937, άπό τήν πραγματεία του γιά τόν «καταφατικό πολιτισμό»). Οι εξουσιαστές έπιτρέπουν ένα είδος
εσωστρεφούς, αισθητικής ελευθερίας. Τά προϊόντα τής φαντασίας, τής τέχνης, τό μυθικό καί ή θρησκευτική διαμαρτυρία ύπερνικοϋν τήν άρχή τής πραγματικότητας ι δ ε α τ ά .
Είναι δηλαδή στοιχεία τής «μεγάλης άρνησης». Αυτά μας
θυμίζουν τά απωθημένα πρότυπα τής εύτυχίας, τής ήδονής
καί τής έλευθερίας.14
Μόλις δμως ό πολιτισμός έχει φτάσει ένα τέτοιο ϋψος τής
εξέλιξης πού Επιτρέπει τήν πλήρη ικανοποίηση τών άναγκών καί κάνει περιττή τήν «πρόσθετη καταπίεση» — αύτό
συμβαίνει σήμερα — αύτή ν «μεγάλη άρνηση» μπορεί νά
γίνει γνήσια έπαναστατική δύναμη. Βγαίνει έξω άπό τό βασίλειο τοϋ αισθητικού Φαίνεσθαι, τής φαντασίας, τής μυθολογίας, τής θρησκευτικής φυγής ή τής ψυχικής άσθένειας
και γίνεται ιστορική δύναμη.
Τέτοιες δοκιμές άπελευθέρωσης γίνονταν ολοένα.15 'Αλλά κάθε φορά καταπνίγονταν σχετικά εύκολα. Ο Ε έπαναστάσεις προδίνονταν. Ξέρουμε γιατί: γιατί υπήρχε ένας «ψυχικός θερμιδώρ». Ή αιώνια επίδραση τής άρχής τής πραγματικότητας παραμόρφωνε τά άτομα καί τούς δημιουργούσε τήν ψυχική ετοιμότητα γιά θερμιδώρ. Γι' αύτό συμπεριφέρονται οι άνθρο>ποι ακριβώς έν δψει τής πραγματικής
δυνατότητας γιά απελευθέρωση μέ τόν παλιό τρόπο, δηλαδή άνασταλτικά! 'Ακόμη καί οι έπαναστάτες ταυτίζονται
μ' αύτό πού καταπολεμούν. Αύτή ή ταύτιση είναι ή ούσία
τής προδοσίας άπέναντι στήν έπανάσταση.
Βλέπουμε: Ή διαλεκτική τής άρνησης τής άρνησης τοϋ
Χέγκελ ισχύει σά θεωρητική δικαιολόγηση τής δημιουργημένης κατά τήν πορεία τής ιστορίας, ψυχικά έξαρτημένης, ανασταλτικής συμπεριφοράς τών άνθρώπων. 'Αναγκαία
είναι μιά άλλη μορφή άρνησης. Καί παραπέρα βλέπουμε δτι ό καιροσκοπισμός καί ή άντεπανάσταση δέν έχουν νά κά-

48

νουν τίποτε μέ τον ταξικό αγώνα, άλλα ξεκινούν άπό τούς
ίδιους τούς επαναστάτες μέ βάση μιά καταπιεστική προδιαμόρφωση τής ψυχικής τους δυναμικής, καί δτι στή διαλεκτική τοϋ Χέγκελ καί τοϋ Μάρξ βρήκαν τή θεωρητική τους
δικαιολόγηση. Είναι φυσικό πώς λογικά υπάρχει μιά μοναδική διέξοδος: ολοκληρωτική έπανάσταση, άρνηση χωρίς
άρνηση τής άρνησης, «αρνητική» διαλεκτική. *Ό,τι κι άν
σημαίνει αύτό: "Αρνηση τής άρνησης δέν πρέπει νά περιέχει, πρέπει νά είναι μόνο άρνηση: άρνητική διαλεκτική σάν
αύτοϋ τοϋ είδους πού έκπροσωπεί σήμερα συστηματικά ό
Άντόρνο. 'Ολοκληρωτική έπανάσταση δχι τής πραγματικής βάσης, άλλά τής ψυχικής μας δομής, αύτό είναι τό κύριο καθήκον. Μ' αύτόν τόν τρόπο «ριζοσπαστικοποίησε» ό
Μαρκοϋζε τόν Χέγκελ καί τόν Μάρξ.
Τέτοια ολοκληρωτική έπανάσταση είναι σήμερα δυνατή.
Καί είναι περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ: οι σύγχρονες
παραγωγικές δυνάμεις θά μπορούσαν νά άπελευθερώσουν
τόν άνθρωπο σέ άφάνταστο βαθμό άπό τή δυσάρεστη, άλλοτριωμένη έργασία. Άλλά αυτές οί δυνάμεις εξυπηρετούν
τόν υπάρχοντα, καταπιεστικά εγκαθιδρυμένο πολιτισμό τής
διαιώνισης τής πρόσθετης καταπίεσης. "Οσο μεγαλύτερη είναι ή δυνατότητα τής απελευθέρωσης, τόσο μεγαλύτερη είναι ή κινητοποιούμενη ένάντια σ' αύτή άντίσταση. Αύτές
είναι οί πηγές τών ολοκληρωτικών τάσεων πού υπάρχουν
καί στις άστικές δημοκρατίες.18
Σήμερα θά ήταν λοιπόν δυνατή ή άπελευθέρωση τής άρχής τής ήδονής. Γι' αύτό είναι άπαραίτητη ή «μεγάλη άρνηση», ή μή - σύμπραξη πιά στήν καταπίεση κάτω άπό τήν
άρχή τής άπόδοσης. Γιά τήν παρεμπόδιση αύτής τής δυνατής ελευθερίας χαλαρώνεται σημαντικά ή πίεση τοΰ άλλοτε
έπιβεβλημένου στον άνθρωπο σεξουαλικοϋ ταμπού έν ονόματι τής άρχής τής άπόδοσης. Ό Μαρκοϋζε γνωρίζει δτι καί
έδώ δρα ένας «παράγοντας ένσωμάτωσης»: Ή χαλάρωση
τών σεξουαλικών ταμπού έχει μιά έπίδραση καθησύχασης,
προσαρμογής καί έκτροπής καί έ τ σ ι δέν είναι έπαναστατική. Τό άστικό κύμα τοϋ σέξ τής εποχής μας έξηγεϊται
4

49

τελικά καί άπ' αύτδ τδ γεγονός. Στή θέση τοϋ σεξουαλικού
ταμπού μπαίνει αύξανόμενη χειραγώγηση τής συνείδησης.
Αύτή τήν πλευρά τής θεωρίας του δ Μαρκοϋζε τήν άνάπτυξε άργότερα κυρίως στό «Ό μονοδιάστατος άνθρωπος».
Τδ δεύτερο μέρος τοϋ «'Έρωτας καί πολιτισμδς» περιγράφει πώς θά μπορούσε νά είναι μιά μελλοντική, μή - καταπιεστική κοινωνία. Σύμφωνα μέ τή θεωρία του αύτδ σημαίνει κυρίως σχεδιασμό τής δ ο μ ή ς
τών
δρμών
μιας τέτοιας κοινο^νίας.
Πρέπει δμως νά παρατηρήσουμε δτι σύμφωνα μέ τίς μεθοδικές βασικές άρχές τής «κριτικής θεωρίας» του δέν προσφέρεται στδν Μαρκοϋζε μιά τέτοια δυνατότητα. Είδαμε δτι
μιά άποφασιστική άντίρρηση τοϋ Μαρκοϋζε άπέναντι στδν
Χέγκελ και τδν Μάρξ ήταν δτι ή άρνησή τους δέν είναι άρκετά «ριζική». Θά εξηγήσουμε ακριβέστερα δτι αύτδ σημαίνει άντικατάσταση τής άρνησης τής άρνησης, τής συγκεκριμένης άρνησης, μέ τδ καθαρό, τυπικδ - λογικό δχι (Νοη) .
Ό Μαρκοϋζε άπορρίπτει τή χεγκελιανή καί τή μαρξική
άρνηση σά σύνδεση, σάν προσδιορισμό τής έλευθερίας — παρατηρημένη σ' αύτή τήν ψυχική μας συνάφεια: σάν έκφραση τής καταπίεσης. 'Αλλά έτσι ή κοινωνία τοϋ μέλλοντος
δέν έπιδέχεται προσδιορισμό καί διατύπωση.17 "Αν αύτό άληθεύει, πώς μπορεί δ Μαρκοϋζε νά διατυπώνει θετικές άποφάνσεις γιά τήν κοινωνία τοϋ μέλλοντος, γιά τήν εντελώς άλλη, «δεύτερη» διάσταση τής ψυχικής μας δομής; Τδ
πολύ-πολύ θά μπορούσε νά πει: τά πράγματα δέ θά είναι
ετσι δπως είναι τώρα. Κάθε δοκιμή γιά τή διατύπωση άποφάνσεων π ε ρ ι ε χ ο μ έ ν ο υ πέρα άπ' αύτδ τό άντικείμενο, πρέπει κατά κάποιον τρόπο νά στηρίζεται στό Παλαιό, νά ξεκινάει άπ' αύτό γιά τήν άνάπτυξη τοΰ Νέου, δηλαδή — φιλοσοφικά έκφρασμένο — νά «έπιστρέψει» στή
θεωρία τής άρνησης τοϋ Χέγκελ. Έτσι ολόκληρη ή «κριτική θεωρία» τοϋ Μαρκοϋζε χωλαίνει άπδ τήν άρχή έξαιτίας
μιας βασικής έσωτερικής άντίφασης.
Ά ς παρατηρήσουμε δμως στό μεταξύ πώς θά είναι δ
μελλοντικός του κόσμος (δ κόσμος του τών δρμών μας!)

50

Γιά νά τόν περιγράψει, ξεκινάει άπό μυθολογικές μορφές
δπως τοϋ Νάρκισσου καί τοϋ Όρφέα,18 πράγμα πού σημαίνει τοποθέτηση ενάντια στόν Προμηθέα καί τόν Φάουστ.
Εκτός άπ' αύτό καταφεύγει στήν αισθητική καί ρωτάει
πώς δροϋν οί δρμές μας κάτω άπό δρους μιας «σεξουαλικής»
λογικής. Κατά κάποιον τρόπο σά σημεία τοϋ νέου πολιτισμού όνομάζει: τόν "Ερωτα τοϋ Πλάτωνα, τά «Γράμματα
γιά τήν αισθητική» τοϋ Σίλλερ, τήν εργασία τοϋ Κλάιστ γιά
τό Μarionettentheater, 9 ποιήματα τοΰ Μπωντλαίρ, τοΰ
Ρίλκε, 20 τοϋ Προύστ καί τοϋ Βαλερύ,21 άφορισμούς τοΰ Νί22

τσε.
Αύτή δέν είναι φυσικά ή άρνηση πού «άρνείται» δλο τό
παρελθόν καί τό παρόν. Είναι δηλαδή — χωρίς νά λέγεται — μιά μορφή τής άρνησης, πού θεωρητικά μπορεί νά
βασιστεί μόνο στόν Χέγκελ: μιά συγκεκριμένη. Άλλά αύτή δ Μαρκοϋζε τήν έχει ήδη άπορρίψει!
Παρ' δλα αύτά: τδ ανθρωπιστικό περιεχόμενο, πού άναγνο^ρίζει δ Μαρκοϋζε στά έργα τών ποιητών καί στοχαστών
καθώς καί ατούς μύθους πού άναφέρει, μπορεί νά πραγματοποιηθεί κάτω άπδ τούς δρους καί κατά συνέπεια στή βάση τής μοντέρνας παραγωγής μας: άτομική μηχανή κ α ι
Όρφέας.
θά έπαναλάβουμε μέ συντομία τούς συγκεκριμένους κοινωνικούς σκοπούς τοΰ Μαρκοϋζε, πού τούς έχει άναπτύξει
πάνω σέ τέτοια βάση, συμπληρωμένους μέ μερικές άπαιτήσεις τών νεότερων έργων του:
Οί ώρες έργασίας πρέπει — μέ πιθανό υποβιβασμό περιττού βιοτικού έπιπέδου — νά μειωθούν.23 Ή πρόσθετη καταπίεση πρέπει νά μειωθεί ώς τό σημείο πού είναι λειτουργικά
άπαραίτητη (τεχνικοί, δάσκαλοι, τροχαία άστυνομία κλπ.).
'Απαιτεί έλεγχο τοϋ πληθυσμοϋ καί ρύθμιση τών γεννήσεων 84 (πράγμα πού μπορεί νά είναι καταπιεστικό!) καθώς καί βοήθεια γιά τίς ύποανάπτυκτες χώρες. Επίσης πρέπει νά άπελευθερωθεί καί νά είρηνευτεί ή προανθρώπινη καί
έξωανθρώπινη φύση.25 θά δημιουργηθοΰν μιά σεξουαλική
ήθική, έρωτας, μή - καταπιεστικές μορφές τής μετουσίωσης

51

Γ

(αύτομετουσίωση, αισθητική έξατομίκευση του άνθρώπου)
θά πραγματοποιηθεί τδ «ούτοπικδ πλεόνασμα» τής μεγάλης φιλοσοφίας — ή ιδέα τοΰ άνώτατου καλού, ή εύδαιμονία, ή έλευθερία καί ή ισότητα, ή αιώνια ειρήνη, ή «αιώνια
επάνοδος» τοΰ Νίτσε καί άλλα. Σέ έναν τέτοιο ειρηνευμένο
κόσμο θά πραγματοποιηθεί έπίσης τό περιεχόμενο τής φαντασίας. Ή φαντασία διατηρούσε τις εικόνες τής άνθρώπινης
εκπλήρωσης, τοΰ παιχνιδιού καί τής εύτυχίας πού είχαν γίνει ταμπού. Τώρα αύτά βγαίνουν άπό τό βασίλειο τής φαντασίας στό βασίλειο τής πραγματικότητας: «Ή έλευθερία
τής φαντασίας έξαφανίζεται στό βαθμό πού ή πραγματική
έλευθερία γίνεται δυνατότητα. Τά δρια τής φαντασίας είν α ι . . . σέ αύστηρή έννοια τεχνικά δρια: προδιαγράφονται
άπό τό βαθμό τής τεχνικής εξέλιξης», γράφει δ Μαρκοϋζε
ήδη τό 1937. 27 θά υπερνικηθούν έπίσης δ χρόνος, δ θάνατος, οί μηδενιστικές δυνάμεις πού συνδέονται στενότερα μέ
τήν καταπίεση καί τή στέρηση.28 Στή θέση τής άνήσυχης
προόδου μπαίνει ή στατική, ή «αιώνια έπάνοδος». Δημιουργείται μιά νέα άρχή τής πραγματικότητας πού άντιστοιχεϊ
στις νέες βασικές έμπειρίες τών άνθρώπων. θά «μεταμορφώσει στήν δλότητά της» τήν άνθρώπινη ύπαρξη: θά έπιτευχθεί «έξάλειψη τοΰ προπατορικού άμαρτήματος» (Μπωντλαίρ), «άπελευθέρωση άπό τήν ένοχή καί τδ φόβο», «τάξη τής άφθονίας», «άπελευθέρωση τοΰ έρωτα», διάλυση τής
«τυραννίας τοΰ Γίγνεσθαι πάνω στό Είναι», «αισθησιακότατα, παιχνίδι καί τραγούδι», «τάξη χωρίς καταπίεση». Μέ
τέτοιες μεταφορές χαρακτηρίζει δ Μαρκοϋζε τδν νέο τρόπο ζωής πού έχει άπορροφήσει μέσα του δλο τό Γίγνεσθαι,
πού είναι κόσμος τοΰ Λόγου, άλλά δχι τής παλιάς λογικής
— πού ήταν ή είναι έξαρτημένη άπό τήν άρχή τής άπόδο29

σης.
ΜΑς κάνουμε άκόμη μερικές κριτικές παρατηρήσεις σ' αυτές τίς άπόψεις τής θεωρίας τοΰ Μαρκοϋζε. Είδαμε δτι ή
αφετηρία του ήταν απογοήτευση γιά τό άστικό - κλασικό
(Χέγκελ) καί τό προλεταρικό - σοσιαλιστικό κίνημα τής
έλευθερίας. "Ενας ουσιαστικός λόγος αύτής τής άπογοήτευ-

52

σης είναι ή συχνά δειγμένη άπδ τδν Μαρκοϋζε έλλειψη
πραγματικής ιστορικής σκέψης. Απογοητεύεται εν δψει τής
πολυπλοκότητας τής διαλεκτικής τής ιστορίας και τής πραγματικότητας τής κοινωνίας. Δέν έχει λογική σχέση πρδς
τήν πρόοδο καί τήν άντίδραση, προς τή νίκη καί τήν ήττα.
Τοϋ φαίνεται πώς ή πρόοδος δέν προχωρεί άρκετά γρήγορα. Κατά βάση ή διαλεκτική του, πού δημιουργήθηκε σέ
άντίθεση πρδς τήν «άποϊστορικοποίηση» καί τή «μηχανοποίηση» τής διαλεκτικής, δέν είναι άρκετά ιστορική, έννοεί τήν
πρόοδο μηχανιστικά - έξελικτικά καί καταλήγει σέ άπογοήτευση, άν ή ιστορία δέν άνταποκρίνεται σέ υπερβολικές
προσδοκίες, πού άπδ τήν πλευρά τους δέν πηγάζουν άπδ τή
«διαλεκτική» τοϋ Μαρκοϋζε, άλλά άπδ τή μικροαστική - πολιτική του τοποθέτηση. Κατά τή γνώμη του γι' αύτδ είναι
υπεύθυνη ή θεωρία, δχι ή δική του, άλλά αύτή τοϋ Μάρξ
καί τοϋ Χέγκελ. Δέν ερμηνεύουν τήν Εστορία σωστά. Γι' αύτδ πρέπει νά δοθεί νέα ερμηνεία. Χρειαζόμαστε μιά νέα
«κριτική θεωρία». Ή ενδέκατη θέση τοϋ Μάρξ στδν Φόυερμπαχ είναι έσφαλμένη!
Πρέπει έπίσης νά άναφέρουμε δτι δ ουμανισμός τοϋ Μαρκοϋζε δέ μένει μόνο πίσω άπδ τδν Μάρξ, άλλά καί πίσω άπδ τδν Χέγκελ («Φαινομενολογία») καί τδν Γκαίτε («Φάουστ») . Ή άρχή τής άπόδοσης γίνεται άρνητικό τής έλευθερίας. Αύτή ή άρχή εκφράζει άντικειμενικούς νόμους τής
ζωής μας: τής παραγωγής. ΙΙεριορίζει τήν έλευθερία μας,
έφόσον βλέπει κανείς άνάμεσα στήν έλευθερία καί τήν άντικειμενική άναγκαιότητα ένα άγεφύρωτο χάσμα. Δείξαμε
δμως δτι κάτω άπό τέτοιες συνθήκες ή έλευθερία δέν είναι
δυνατή δχι μόνο σέ ιστορική, άλλά καί σέ λογική - θεωρητική έννοια. Ό έλεύθερος άνθρωπος τοΰ Μαρκοϋζε βρίσκεται έξω άπδ τή συνάφεια τής ζωής. Αύτός δ άνθρωπος είναι ένα φάντασμα χωρίς νόημα.
Ό Μαρκοϋζε θυσιάζει τή διαλεκτική τής ελευθερίας καί
τής έργασίας έν δψει τοΰ γεγονότος τοΰ έκφυλισμοΰ τής διαλεκτικής στήν άνταγωνιστική ταξική κοινωνία. Μόνο ή έργασία πού είναι ταυτόσημη μέ τό παιχνίδι δέν είναι άλλοι

53

τριωμένη. Άλλά ή εργασία σχετίζεται πάντα καί μέ τήν
άντικειμενική φύση καί τούς άντικειμενικούς νόμους της.
Κατά συνέπεια ή έργασία δέν περιέχει μόνο τό στοιχείο τής
υποκειμενικότητας (τοϋ «παιχνιδιού»). Ό Μάρξ τόνισε αύτή τή διαλεκτική τής έλεύθερα δημιουργικής καί τής έπίμοχθης έργασίας. Άλλά στόν Μαρκοϋζε ή έλευθερία είναι
τελικά άνεργη, ή εύτυχία είναι χιορίς διαδικασία, ή πρόοδος είναι στασιμότητα. Ό ουμανισμός του έξαλείφει τό Μεγάλο τής χεγκελιανής φιλοσοφίας, γιά τδ οποίο μίλησε δ
Μάρξ: τήν άνακάλυψη τής δραστήριας, ενεργητικής, παραγωγικής πλευράς τοϋ υποκειμένου. Ό άνθρωπος τοϋ Μαρκοϋζε είναι τελικά θεωρητικός. IV αύτό — σέ μιά τέτοια
θεωρία — πρέπει νά διασπαστεί ή σύνδεση άνάμεσα στό ύποκείμενο καί τδ άντικείμενο. "Ολες οί διαδικασίες πού κάνουν δυνατή τή ζωή άφαιροϋνται άπό τό ύποκείμενο καί άνατίθενται σέ διαδικασίες αύτοματοποίησης, γίνονται διαδικασίες τοϋ άνεξαρτητοποιημένου άντικειμένου. Είναι Αδύνατο νά φανταστούμε μιά άνώτερη μορφή τής άλλοτρίωσης
άντικειμένου καί ύποκειμένου. Αύτός πού βγήκε νά «Αναιρέσει» δλοκληρωτικά τήν άλλοτρίωση, δημιούργησε τή θεωρία τής χειρότερης άλλοτρίωσης.
"Ολο αύτδ βασίζεται τελικά στήν έσφαλμένη θεωρία τοϋ
πολιτισμού τοϋ Φρόυντ, πού δ Μαρκοϋζε τήν άσπάστηκε.
Απλοποιημένα αύτή ή θεο)ρία λέει: τδ έχθρικδ άπέναντι
στή ζωή περιβάλλον μας μας έξαναγκάζει σέ παραίτηση άπδ τίς δρμές καί σέ άλλοτριωμένη έργασία. Τδ άποτέλεσμα
είναι δ πολιτισμός μας. Άλλά αύτδς βαρύνεται μέ τδ καταπιεστικό στίγμα τής παραίτησης άπό τίς δρμές. Πρόοδος τοΰ
πολιτισμού, ή συσσώρευση πολιτισμού είναι συσσώρευση καταπίεσης. Ή έλευθερία καί ή άπόδοση, πού είναι σημεία
αύτοϋ τοΰ πολιτισμοϋ καί ή έξουσία έσωτερική του λογική,
άποτελοΰν μιά άντίθεση.30 Αύτδ είναι μιά έλαττωματική κυκλική κίνηση, άπδ τήν όποια — στά πλαίσια μόνο τής φροϋδικής θεωρίας — δέν ύπάρχει διέξοδος.
Γιά νά άποφύγει αύτδ τδ δίλημμα, έγκαταλείπει δ Μαρκοϋζε —- χωρίς έσωτερική αιτία — τή φροϋδική θέση καί

54

καταφεύγει στόν Μάρξ: Ή συσσώρευση τών παραγωγικών
μας δυνάμεων κάνει τελικά δυνατή τήν άπελευθέρωση άπό
τήν Αναγκαία, άλλοτριιομένη έργασία. Ή άπελευθέρωση γίνεται δυνατή μέ τήν έσωτερική έξέλιξη τοϋ πολιτισμού. Άλλά πρέπει νά ρωτήσουμε: Πώς μπορεί νά συμβεί αύτό; Σύμφωνα μέ τή θεωρία τοϋ Φρόυντ, αυτός ό πολιτισμός κ α I
οί ένέργειές μας χαρακτηρίζονται άπό τήν καταπίεση, γιατί πηγάζουν άπό τήν παραίτηση άπό τίς ορμές, άπό τήν Αλλοτρίωση. Γι' αύτό θά πρέπει νά άρχίσουμε άπό τήν έπαναστατικοποίηση τής δομής τών ορμών μας.81 Άλλά πώς γίνεται αύτό; Ή περιγραφή μιας μή - καταπιεστικής δομής
τών ορμών δέν είναι έπανάσταση, άλλά μοιάζει μέ τή διατύπωση ούτοπιών.
Τελικά ή θεωρία τοΰ Μαρκοϋζε είναι χωρίς διέξοδο. Ή
αίτια αύτοΰ τοΰ αδιέξοδου συνίσταται στο δτι έδώ Απορρίπτεται στήν πραγματικότητα ό ρόλος τοΰ ύποκειμένου, έξαλείφεται στή λειτουργία μιας μηχανιστικά έκτυλισσόμενης
διαδικασίας τοΰ πολιτισμού. Άπό τό άτομο πού ύπάρχει μόνο στή φαντασία, άλλά πού σύμφωνα μέ τίς έσωτερικές προϋποθέσεις αύτής τής θεωρίας είναι πιά άνύπαρκτο, δέν υπάρχει καμιά γέφυρα προς τήν πραγματικότητα. Μέ τή δράση δέν είναι δυνατό νά άλλάξει τίποτε, άλλά ίσως μέ τήν
άρνηση τής δράσης; Πόσο Αβέβαιος είναι στήν πραγματικότητα ό Μαρκοϋζε γι' αύτό, τό δείχνει ή έκφρασή του γιά
τήν «καταστροφή τής άπελευθέρωσης». Ή έκφραση προκαλεί στό άκουσμά της τεράστια έντύπωση, στήν πραγματικότητα είναι δμο>ς μιά μεταφορά χωρίς περιεχόμενο. Έ στω κι άν τήν ερμηνεύσουμε στήν έννοια τής γνωστής Αστικής - Αντιδραστικής, Απαισιόδοξης γιά τόν πολιτισμό στάσης (Σοπενχάουερ, Νίτσε, Φρόυντ, Χάιντέγγερ) πού θά ήθελε νά τά «αναιρέσει όλα».
Είναι σωστό δτι στις ταξικές κοινωνίες ολόκληρος ό πολιτισμός στηρίζεται στήν καταπίεση, στις θυσίες τών μαζών. Άλλά ή θεωρία τοΰ Φρόυντ γιά τόν πολιτισμό είναι
έσφαλμένη. Οί μεγάλοι πολιτισμοί καλλιτεχνικοΰ είδους στις
κοινωνίες πού διατηροΰσαν τή δουλεία δέ δημιουργήθηκαν

55

π.χ. άπό τούς δούλους, άλλά άπδ τά μέλη τών άνώτερων τάξεων. ΟΕ φορείς τοϋ πολιτισμού ήταν έκείνη τήν έποχή «έντελώς ελεύθεροι» καί πρακτικά πολύπλευροι, άπολάμβαναν
δέ χωρίς μετουσίωση. 'Άν ήταν έτσι, δπως λέει δ Φρόυντ,
αύτές οΕ τάξεις πού δέν ύπόκεινται στήν παραίτηση άπό τίς
δρμές θά έπρεπε νά είναι πολιτιστικά μή παραγωγικές. Έ γινε δμως τό άντίθετο. Άπδ τό άλλο μέρος σπάνια υπήρχαν
στήν ιστορία συστήματα πού έπέβαλλαν στις μάζες τέτοια
παραίτηση άπδ τίς δρμές δπως δ φασισμός στή Γερμανία.
Μάταια μπορούμε νά άναζητήσουμε μορφές πολιτισμού αύτής τής κοινωνίας πού νά άντιστοιχούν στό έπίπεδο τής «καταπίεσής» της. Ή θέση τοϋ Φρόυντ, δτι δ πολιτισμός οφείλει τή δημιουργία του στήν καταπίεση τής εύχαρίστησης,
είναι έσφαλμένη, δσο κι άν έντυπωσιάζει.
Γίνεται αισθητό δτι δ Μαρκοϋζε έδώ — δπως γενικά —
λέει σχετικά λίγα γιά τδ π ώ ς θά μπορούσε νά έπιτευχθεΐ
δ σκοπός πού θέτει δ ίδιος. Ή «μεγάλη άρνηση» είναι μόνο ή λογική άρνηση. «'Οντολογικά» παρατηρημένη μένει στό
έπίπεδο τής θέσης. Πολιτικά - τακτικά παρατηρημένη είναι ένα μέσο άγώνα άνάλογο προς τήν άπεργία. Άλλά, πρώτον, δ ίδιος δ Μαρκοϋζε έχει χαρακτηρίσει τήν άπεργία σάν
άνόητη ένέργεια. Δεύτερον, ή άπεργία, ή άρνηση, ή άπραγία, είναι άφηρημένη άρνηση, δέν είναι «κάνω κάτι νέο»,
δέν είναι συγκεκριμένη άρνηση. 'Όσο σημαντική κι άν είναι σάν άγωνιστικό μέσο, δέν έξυπηρετεί άμεσα τήν προσαγωγή τοϋ Νέου.
Κριτική πρέπει νά άσκηθεί έπίσης στδν «κοινωνιολογικό
ψυχολογισμό» (Baran 32 ) τοϋ Μαρκοϋζε. Ή κοινωνία δέν είναι στόν κοινωνιολογικό ψυχολογισμό διαλεκτική - ταυτόσημη μέ τόν άνθρωπο, άλλά άποτελεί περιβάλλον του, στό δποίο πρέπει νά προσαρμοστεί μέ κατάλληλο τρόπο.
Έδώ έπιχειρεΐται άρχικά βιολογικοποίηση ψυχικών διαδικασιών μέ τήν άναγωγή τους στις δρμές (αύτή είναι ή βάση τής μεταψυχολογικής θεωρίας τοΰ Φρόυντ γιά τήν κοινωνία) . Μετά έκτελείται μιά ψυχολογικοποίηση τής κοινωνίας μέ μεσολάβηση τής βιολογικοποίησης τής κοινωνίας. Ό

56

ίδιος δ Φρόυντ έπαληθεύει αύτή τή θέση δταν λέει: Κατά
βάση ή κοινωνιολογία είναι εφαρμοσμένη ψυχολογία.'™
Ό Χάραλντ Βέσσελ παραπέμπει στή διάλεξη τοϋ Μαρκοϋζε τό 1966 στήν Ψυχιατρική Εταιρία στό Σικάγο γιά
τήν έπιθετικότητα στή σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία.34
Ό Μαρκοϋζε άναφέρεται άρχικά στά μονοπώλια τοϋ έξοπλισμοϋ και στις οικονομικές και πολιτικές έπιδιώξεις τους
σά ρίζες τής έπιθετικότητας. Περιγράφει μέ έξαιρετικά έντυπωσιακό, κατηγορηματικό τρόπο τίς μορφές έμφάvισηq
αύτής τής έπιθετικότητας. Ό Βέσσελ έπικρίνει σωστά δτι
μέσα άπ' αύτές τίς σαφείς περιγραφές ξεπετάγεται ξαφνικά ή αιτιολόγηση τής έπιθετικότητας μέ μιά δ ρ μ ή έπιθετικότητας. Αύτή ή άμφίρροπη μεταχείριση τοϋ ίδιου προβλήματος δείχνει δτι δ Μαρκοϋζε ταλαντεύεται άνάμεσα σέ
κοινωνιολογικές καί ψυχαναλυτικές θεωρήσεις. Ταυτόχρονα
μποροϋμε άπό μιά τέτοια άποψη νά άποδώσουμε κατά βούληση σέ μιά δρισμένη δομή τών δρμών — αντί σέ μιά δομή
τής κοινωνίας — τήν τελευταία εύθύνη γιά τήν έπιθετικότητα καί έτσι νά στρέψουμε έσφαλμένα τδν άγώνα ένάντια σ' αύτή.
Σέ μιά συνέντευξη μέ τδ περιοδικό «Spiegel»35 δ Μαρκοϋζε ξεκινάει άπδ μιά θέση τοϋ Φρόυντ. Ό Φρόυντ θέτει τήν
έμφυτη δρμή τής καταστροφής στήν υπηρεσία μιας δραστηριότητας πού διατηρεί τή ζωή. Γιατί, ρωτάει δ Μαρκοϋζε,
νά μήν ξεθυμάνουμε τήν δρμή μας τής καταστροφής έτσι,
ώστε νά γκρεμίσουμε τίς άθλιες πόλεις μας πού δημιουργήθηκαν στόν καπιταλισμό καί στή συνέχεια νά τις ξαναχτίσουμε ώραιότερες;
Ό Μαρκοϋζε άναγνωρίζει έδώ τή θέση τοϋ Φρόυντ γιά
τήν πλαστικότητα τών δρμών μας καί μας παραχωρεί τήν
ικανότητα νά τίς έλέγχουμε. Υπάρχει δμως ένα πρόβλημα:
"Αν — δπως λένε δ Φρόυντ καί δ Μαρκοϋζε — ή παραίτηση άπδ τίς δρμές, ή έκτροπή τής ένέργειας τών δρμών έχει
καταπιεστικές συνέπειες, ή «άλλαγή τής λειτουργίας» τής
δρμής τής καταστροφής δέν είναι τελικά ώφέλιμη.
Τά κοινωνικά βασικά προβλήματα δέν μπορούν νά συζη-

57

τηθούν καί νά λυθούν πάνω σέ τέτοιο έδαφος. IV αύτό είναι
άναγκαιες μέθοδοι τών κοινωνικών έπιστημών, άκόμη και
στήν ψυχολογία. Τό κοινωνικό δέν μπορεί νά έξηγηθει ψυχικά, άλλά τό ψυχικό μπορεί νά έξηγηθει κοινωνικά.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η . M a r c u s e , Trieblehre und Freiheit; D i e Idee des F o r t schritts im Licht der Psychoanalyse, στό: Psychoanalyse und Politik, F r a n k f u r t a . M . 1968, σελ. 43 κ.ε.
2. Στό Ιδιο, σελ. 42.
3. Στό Ιδιο, σελ. 46 κ.Ι.
4 . Κ . M a r x - F . Engels, Werke, τόμ. 20, Berlin 1963, σελ. 147 κ.έ.
5. G . H e b e r e r , D e r U r s p r u n g des Menschen. U n s e r gegenwartiger Wissensstand, Stuttgart 1968.
6. H . M a r c u s e , Trieblehre u n d Freiheit, ά.ά., σελ. 47.
7. Αύτή τήν υπόδειξη τή χρωστόδ στόν καθηγητή D r . Walter
Hollitscher, Βιέννη.
8. Η . M a r c u s e , Trieblehre und Freiheit, ά.ά., σελ. 48.
9. cO Η. Η. Holz πιστεύει δτι τόσο οί άπόψεις τοδ Φρόυντ καί του
Μαρκοδζε δσο και τοδ Μάρξ καί τοδ "Ενγκελς γι ά τήν άνθρώπινη
προϊστορία είναι ύποθετικοδ καί δχι έμπειρικοδ χαρακτήρα. «"Ολα
τά μοντέλα αύτοδ τοδ είδους Ιχουν ερμηνευτικό καί δχι Ιστορικό περιγραφικό χαρακτήρα* γι5 αύτό δέν μποροδν νά έπαληθευτοδν ή
νά άναιρεθουν μέ εξακριβωμένα γεγονότα...», άλλά σά μοντέλα
είναι χρήσιμα ή δχι. «"Ετσι έθνολογικές διακριβώσεις θίγουν τόν
Φρόυντ τόσο λίγο δσο καί τόν "Ενγκελς.» ( Η . Η . H o l z , U t o p i e und
A n a r c h i s m u s . Z u r K r i t i k der kritischen T h e o r i e H e r b e r t M a r cuses, K o l n 1968, σελ. 38).
Αύτό είναι, μέ μιά λέξη, λάθος. 'Ανάμεσα στά δυό μοντέλα ύπάρχει πραγματικά ή ούσιαστική διαφορά δτι αύτό τοδ Μάρξ καί τοδ
"Ενγκελς αιτιολογείται άρκετά έθνολογικά και κατά συνέπεια είναι
επιστημονικής φύσης. Τό μοντέλο τοδ Φρόυντ καί τοδ Μαρκοδζε δέ
στηρίζεται, αντίθετα, σέ Ιστορικές, άλλά σέ μυθικές - Ιδεολογικές
βάσεις: ή βιολογικοποίηση τοδ κοινωνικού, ή έξαγωγή τής εξουσίας
καί τοδ συναγωνισμοδ άπό τή «φύση». eO χαρακτήρας τέτοιων κοινωνικοδαρβινιστικων θέσεων είναι γνωστός. eO 'ίδιος δ Μαρκοδζε είχε άσκήσει κριτική σ* αύτή τήν άποψη τό 1934 στήν πραγματεία
του ενάντια στό φασισμό. Ή θέση τοδ H o l z σύμφωνα μέ τήν όποία

58

μπορούμε νά παραδεχτοδμε τόν Μάρξ καί τόν Φρόυντ, γιατί κανένας άπό τούς δυό δέν άναιρέθηκε ν) Επαληθεύτηκε, είναι σχετικιστική, δ προσανατολισμός στό κριτήριο τής «χρησιμότητας» πραγματιστικός. Αύτό πρέπει νά τονιστεί άπέναντι στόν Holz πού δέ θέλει νά
είναι ούτε σχετικιστής ούτε πραγματιστής.
10. Κ . Marx-F. Engels, Werke, τόμ. 21, Berlin 1963, σελ. 25173. Eildermann, Die Urgesellschaft, Berlin 1950.
11. H. Marcuse, Trieblehre und Freiheit, ά.ά., σελ. 30.
12. Στό Τδιο, σελ. 35 κ.έ.
13. Ή έκφραση «surplus repression» βρίσκεται στό: Psychoanalyse und Politik, ά.ά., σελ. 72.
14. Η. Marcuse, Triebstruktur und Gesellschaft, Frankfurt
1965, σελ. 143.
15. Στό Ιδιο, σελ. 91 κ.έ., 69 κ.ε., 72 κ.έ.
16. Στό Wtο, σελ. 93 κ.έ.
17. Πρβλ. τά πολυάριθμα άντιντετερμινιστικά Επιχειρήματα στόν
Μαρκοδζε:
Kultur und Gesellschaft I, σελ. 110 κ.έ., 125 κ.έ.
Vernunft und Revolution, σελ. 276 κ.έ., 278
352, 369 κ.έ.
Die Gesellschaftslehre des sowjetischen Marxismus, σελ. 37,
45 κ.έ., 54 κ.I.
Der eindimensionale Mensch, σελ. 14 κ.έ., 42 κ.έ., 54 κ.έ., 232
κ.έ., 261 κ.έ.
18. Η. Marcuse, Triebstruktur und Gesellschaft, σελ. 158.
19. Στό 'ίδιο, σελ. 180 κ.έ., 191 κ.έ., 196.
20. Στό Ι'διο, σελ. 161, 163, 172.
21. Στό ϊδιο, σελ. 162.
22. Στό 'ίδιο.
23. Η. Marcuse, Der eindimensionale Mensch, σελ. 22 κ.έ.,
256.
24. Στό Τδιο, σελ. 254 κ.έ.
25. Στό Ι'διο, σελ. 248 κ.έ. Η. Marcuse, Triebstruktur und Gesellschaft, σελ. 164, κ.έ., 213.
26. Η. Marcuse, Triebstruktur und Gesellschaft, σελ. 158, κ.
έ., 171 κ.έ., 195 κ.έ., 219 κ.έ. Der eindimensionale Mensch,
σελ. 91 κ.έ.
27.Η. Marcuse, Kultur und Gesellschaft I, Vorwort, σελ. 123.
28. Η. Marcuse, Triebstruktur und Gesellschaft, σελ. 163.
29. Στό ίδιο, σελ. 121 κ.έ., 130, 152 κ.έ., 155 κ.Ι., 158 κ.έ.,
160 κ.έ., 168 κ.έ., 186, 190 κ.έ., 227 κ.έ.
30. j j Marcuse, Trieblehre und Freiheit, ά.ά., σελ. 15.
31. "Οτι δτσι ερμηνεύουμε σούστα τόν Μαρκοδζε, τό δείχνει ή διάλεξή του στό 4ο ουμανιστικό συνέδριο στό Σάλτσμπουργκ (10-13

59

Σεπτεμβρίου 1968) μέ θέμα «Είρήνη σάν ούτοπία». Ή διάλεξη Iχει τ?)π(οθεί στό τεύχος Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 1968 του περιοδικοί
N e u e s F o r u m (ot παραπομπές Αναφέρονται σέ σελίδες αύτοδ τοδ
περιοδικοδ). Ή ειρήνη άπαιτεί κατά τόν Μαρκοδζε τό τέλος τής
μέχρι τώρα Ιστορίας. Αύτό «προϋποθέτει τήν δ ρ ι σ μ έ ν η
άρνηση
των
δ π α ρ χ ό ν τ ω ν
σ υ σ τ η μ ά τ ω ν
τόσο σ τ ή
Δ ύ σ η
δσο
κ α ί
σ τ ή ν
' Α ν α τ ο λ ή ,
δν καί μέ πολύ διαφορετικό τρόπο: στή Δύση σάν άρνηση τής ήθι*ής τής άπόδοσης, τής άρχής τής άνταλλαγής, τής άτομικής ιδιοκτησίας πάνω σέ παραγωγικά μέσα, στήν Ανατολή σάν άρνηση τής
γραφειοκρατικής - αύταρχικής εξουσίας, τοδ σοσιαλισμοδ μέ καπιταλιστικά κίνητρα καί σκοπούς, τοδ σοσιαλιστικοδ συναγωνισμοδ καί
τής πολιτικής τής δύναμης» (σελ. 706). Αύτή είναι άκριβώς ή γραμμή τοδ «τρίτου» δρόμου, καί απευθύνει τήν κύρια δύναμη τοδ πυρός
της — δπως άνέκαθεν δ ρεβιζιονισμός — ενάντια στή δικτατορία τοϋ
προλεταριάτου. Ό Μαρκοδζε λέει: «Αύτό δέν μπορεί νά τό κάνει
ούτε μιά επανάσταση, άν άλλάζει βέβαια τούς θεσμούς τής κοινωνικής βάσης, άλλά στή νέα βάση διατηρεί τό Ιστορικά άπαρχαιωμένο
σύστημα των άναγκών και τό επεκτείνει καί τό σταθεροποιεί δλο και
περισσότερο μέ τήν πρόοδο». Άκριβώς μέ τή διατήρηση τών παλαιών άναγκών και τήν ίκανοποίησή τους παρατείνεται τό καταπιεστικό σύστημα. (Σελ. 706).
Κατά τή διάρκεια τοδ θερινοδ σχολείου στό νησί Κόρτσουλα τό
1968 είπε εννοιολογικά τό ίδιο: Ή παραγωγή πρέπει νά κατευθυνθεί άπό νέες άξίες. Γιά τό σκοπό αύτό είναι άναγκαία « μ ι ά
έπ α ν ά σ τ α σ η
πρίν
άπό τήν
έ π α ν ά σ τ α σ η .
Πρίν άπό τήν κοινωνική πρέπει νά γίνει έπανάσταση μέσα στόν άνθρωπο, μιά ριζική αλλαγή δλων τών άπόψεων τοδ άνθρώπου. Αύτό
είναι ύπόθεση τής έκπαίδευσης, καί μ3 αύτό μπορούμε ν' άρχίσουμε
ήδη άπό σήμερα* (σελ. 749). Ό σοσιαλισμός πρέπει φυσικά νά άλλάξει τή φύση τών αναγκών μας, άλλιώς, μέ μιά δομή άναγκών πού
τήν §χει άπλώς πάρει άπό τόν καπιταλισμό, δ σοσιαλισμός δέν μπορεί
νά δλοκληρωθεί οδτε μπορεί νά γίνει λόγος γιά τήν προόδευσή του
σέ κομμουνισμό. Πάντως πρόκειται γιά μιά ιστορική διαδικασία πού
6 Μαρκοδζε δέ θέλει προφανώς νά τήν καταλάβει. Σημαντικότερη
είναι ή ύπόδειξή του — καί υπερβάλλει πάλι μέ τή σωστή άποψη
δτι ή διαμόρφωση μιάς νέας ήθικής άνάμεσα στούς σοσιαλιστές έπαναστάτες π ρ έ π ε ι νά άρχισε ι πρίν άπό τήν έπανάσταση — , δτι
πρίν άπό τήν επανάσταση πρέπει νά γίνει μιά Ολοκληρωτική έπανάσταση μέσα στόν άνθρωπο καί αύτό μπορεί νά έπιτευχθεί μέ τήν
έκπαίδευση. Αύτό είναι ή παλαιά μορφωτική μεταρρύθμιση, ή παλαιά θέση, άπό τήν δποία ξεκίνησε δ Κάρλ Κάουτσκυ ένάντια στήν
οκτωβριανή επανάσταση. Ό Λένιν τοδ άπάντησε πολύ σιοστά μέ τήν

60

ερώτηση, πώς μπορεί νά γίνει μιά τέτοια εκπαίδευση, άν αύτός πού
πρέπει νά εκπαιδεύσει και νά έκπαιδευτεΐ δέν τή συνδέει ταυτόχρονα μέ τήν έπανάσταση τών Ολικών κοινωνικών συνθηκών;! eO Μαρκοδζε άπαιτεί δηλαδή τή « ρ ι ζ ι κ ή άλλαγή τοδ συστήματος τών
άναγκών πού έχει γίνει άποφασιστικός παράγοντας τής σταθεροποίησης, τής συνοχής και τής άναπαραγωγής τής έπιθετικής κοινωνίας. .. Αύτό σημαίνει... ριζική άλλαγή τής ά ν θ ρ ώ π ι ν η ς
φ ύ σ η ς . . . τής δομής τών δρμών...» (Σελ. 706). Σ' αύτή τήν
παλαιά δομή τών δρμών έπφρίπτει τό δτι b άνθρωπος μεταχειρίζεται τά πράγματα «σάν άνταλλακτικές αξίες, σάν ϋλη τής έξουσίας»
(σελ. 706). Αύτό είναι έπαναγωγή τοΰ καπιταλισμού καί τής έξουσίας στή δομή τών δρμών. Ή έπανάσταση τής δομής τών δρμών μας
άπαιτεί τή ρήξη μέ τούς ύπάρχοντες θεσμούς «δχι μόνο μέ τήν οικονομία, άλλά καί μέ δλόκληρο τόν παραδοσιακό πολιτισμό, συμπεριλαμβανομένου τοδ άνώτερου πολιτισμού του, ή άπομετουσίωση τοδ
οποίου θά ήταν άποφασιστική άποψη αύτής τής ρήξης» (σελ. 706).
'Απαιτεί τήν «πραγματική άλλαγή δλων τών άξιών», τήν «έξέγερση
τών ενστίκτων» καί ονομάζει σάν έκφραση αύτής τής «εξέγερσης
τών δρμών» τήν « π α γ κ ό σ μ ι α
έ ξ έ γ ε ρ σ η
τής
νεολ α ί α ς , ιδιαίτερα τών «φοιτητών» (σελ. 706).
32. B a r a n , UnterdrUckung und F o r t s c h r i t t , F r a n k f u r t a . M.
1968, σελ. 75.
33. F r e u d , Werke, τόμ. X V , σελ. 194.
34. Η . M a r c u s e , Aggressivit&t in der gegenwartigen Industriegesellschaft, o ^ : N e u e R u n d s c h a u 78, τεδχος 3/1967* πρβλ. έπίσης : Η . Wessel, D i e kritische T h e o r i e bleibt negativ, στό: F o r u m , Berlin, τεύχη 2-5/1968.
35. D e r Spiegel, 21.8.1967, τεδχος 35/1967.

61

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful