P. 1
g Porfirios Vios Logoi

g Porfirios Vios Logoi

|Views: 1,753|Likes:
Published by john
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

More info:

Published by: john on Sep 26, 2010
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as DOC, PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

12/12/2012

pdf

text

original

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ
© Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής-Χρυσοπηγής
Β’ Έκδοση Απρίλiος 2003,
ISBN 960-87617-0-0
731 00 Χoνiά KρήIη
Tηλ. 2821091125 - Fax 2821097600.
Emaíí: ímx@otenet.gr
ΒΙΟΣ
Aεν ή0ελo κo0όλου νo κά0οµoi. 10ελo νo πάω εδ6, νo πάω εκεί, νo ποIίσω, νo
κό¢ω Çúλo. Ki όλ’ oυIά µε µίo µεIάνοio κά0ε ¢ορά. Eίχo πολλή χoρά κi oγoλλίoση.
Ένiω0o γεµάIος κi éIρεχo. ΈIρεχo, δεν περπoIοúσo. NIρεπόµουνo, όµως, νo µε
µλéπουν οi IéρονIες νo Iρéχω, γi’ oυIό περπoIοúσo σiγά σiγά σIην oρχή κi όIoν
oποµoκρυνόµουν, éIρεχo. 4Iερά éκoνo νo πάω γρήγορo κoi νo γυρίσω γρήγορo
σIους IéρονIéς µου. Ζωή χoρiσάµενη, Ii νo σoς πω! ΑυIή η Çωή είνoi όνIως
oγγελiκή. Eίχε κi εκείνος ο ευλογηµéνος ο IéρονIάς µου πολλή προ0υµίo. Μου éλεγε:
«Πήγoiνε εδ6, πήγoiνε εκεί .». Έ, είχoµε µéµoio κoi πολλéς δουλεiéς. Μου είχoνε
δ6σεi Iην επίµλε¢η Iου κελλiοú. Eίχoµε σπίIi νοiκοκυρεµéνο. Eίχoµε ελiéς, είχoµε
λίγo δéνIρo, είχoµε κoi κηπευIiκά.
Απ’ Iiς δουλεiéς ¢υσiκά κουρoÇόµουνo. Πήγoiνo σε πολλéς δουλεiéς. Πήγoiνo
σIο µουνό. To πόδio µου συχνά κοµόνIουσoν. Έ, που νo ήÇερoν οi IéρονIéς µου, πoiδί
µε µλéπoνε. OIoν κoIéµoiνo oπ’ Iο µουνό µεIά oπό Iρεiς 6ρες δρόµο, µου éλεγε ο
πoπo-Ιωoννίκiος:
-Αúρiο 0o Çυµ6σοµε, γi’ oυIό I6ρo εIοiµάσου νo πάεiς νo ¢éρεiς κλoδiά.
Έπoiρνo Iο σχοiνί κi επήγoiνo σIο µουνό γio κλoδiά. Eπήγoiνo σε µoIό δρόµο
oλλά κoi σ’ oπόIοµο. Oχi µόνον oυIά 0υµάµoi, oλλά πολλéς ¢ορéς οi IéρονIéς µου µε
σIéλνoνε νo ¢éρω κοúIσουρo ή Çúλo κoi Io éµoÇo πάνω µου σoν γoïδουρο¢όρIωµo.
Ki όπως ήµουν ¢ορIωµéνος κi }063} είχε πά0εi η µéση, κo0όµουν σIο πεÇοúλi νo
ÇεκουρoσI6. Αν κoµiά ¢ορά µε πείρoÇε πολú Iο µάρος, éλεγo σIον εoυIό µου: «Oo
σου δείÇω εγ6, πoλiογάïδουρο!».Tην Iεµπελiά δεν Iην εγν6ρiÇo. Έ, πρoγµoIiκά δεν
λυπόµουν Iο σ6µo µου. Eπεiδή Io γόνoIά µου πονοúσoνε, εγ6 ή0ελo εκδίκηση.
Aηλoδή, όσο δioµoρIúρονIoν κoi πονοúσoνε, εγ6 όλο κoi πiο µεγάλο ¢ορIίο éπoiρνo.
«Oo σου δείÇω εγ6, πoλiογάïδoρο!», Çoνάλεγo. Eκδiκiόµουν, εκδiκiόµουνo Iον κoκό
εoυIό µου.
Με Iην oγάπη γίνεσoi oεiκίνηIος. No iδείς IόIε ποú πάνε οi oµoρIίες!
KοiµοúνIoi όλo. ΑκοúIε; ΑυIή είνoi πρoγµoIiκά Çéνη Çωή, Çωή οσίo oγίo Çωή
πoρoδεiσéνio. }064}
Eίδo éνoν άγiο ÇωνIoνό. Noi, éνoν άγνωσIο άγiο. O κoηµéνος, περi¢ρονηµéνος.
Ποiος Çéρεi, όIoν πé0oνε, éπεiIo oπό πόσες ηµéρες 0o Iο µά0oµε κi ίσως µήνες, oν
ήIoν κoi χεiµ6νoς. Ποú νo πήγoiνε άν0ρωπος εκεί ¢ηλά σIη λί0iνη κoλúµo Iου! Aεν
Iον éµλεπε κoνείς. Πολλéς ¢ορéς oυIοúς Iους ερηµίIες Iους µρίσκoνε éπεiIo oπό
éνo-δυό µήνες µεIά Iην κοίµησή Iους.
Tο εκχείλiσµo κoi Iο περίσσευµo Iης χάρiIος ήλ0ε σ’ εµéνoνε Iον Ioπεiνό,
όIoν είδo oυIόν, Iον Iερο-Aηµά, σIο Kυρioκό νo κάνεi Iiς µεIάνοiéς Iου κoi ν’
oνoλúεIoi σε λυγµοúς σIην προσευχή Iου. Με Iiς µεIάνοiες oυIουνοú, Iόσο }79}
πολú Iον επεσκίoσε η χάρiς, 6σIε oκIiνοµόλησε κoi σ’ εµéνo. TόIε Çéσπoσε κoi σ’
εµéνo ο πλοúIος Iης χάρiIος. Aηλoδή υπήρχε κoi πρiν, µε Iην oγάπη που είχo σIον
IéρονIά µου. Αλλά IόIε oiσ0άν0ηκo κi εγ6 Iην χάρi πάρo πολú éνIονo. No σoς πω
π6ς µου συνéµηκε.
Ένo πρωί, κoIά Iiς Iρεiσήµiσi, επήγo σIο Ko0ολiκό, σIην Αγίo Tρiάδo, γio Iην
oκολου0ίo. 1Ioν νωρίς oκόµη. Aεν είχε χIυπήσεi oκόµη Iο σήµoνIρο. Koνείς δεν
ήIoν µες σIην εκκλησίo. Kά0iσo σIον πρόνoο, κάIω oπό µίo σκάλo. 1µουν o0éoIος
κoi προσευχόµουν. 2ε µio σIiγµή oνοίγεi η πόρIo Iης εκκλησίoς κoi µπoίνεi éνoς
¢ηλός κi ηλiκiωµéνος µονoχός. 1Ioν ο Iερο-Aηµάς. Μόλiς µπήκε, κοίIoÇε δεÇiά-
oρiσIερά· δεν είδε κoνéνo. TόIε, λοiπόν, κρoI6νIoς éνo µεγάλο κοµποσχοίνi, άρχiσε
Iiς µεIάνοiες Iiς σIρωIéς, πολλéς κoi γρήγορες, κi éλεγε συνεχ6ς: «Kúρiε Ιησοú
ΧρiσIé ελéησόν µε . Yπερoγίo OεοIόκε, σ6σον ηµάς». 2ε λίγο éπεσε σ’ éκσIoση. Aεν
µπορ6, δεν µρίσκω λόγio νo σoς περiγρά¢ω Iη συµπερi¢ορά Iου oπéνoνIi σIον Oεό·
κiνήσεiς oγάπης κoi λoIρείoς, κiνήσεiς 0είου éρωIος, 0είoς oγάπης κi o¢οσi6σεως.
Tον είδo νo σIéκεIoi, ν’ oνοίγεi Io χéρio Iου όρ0iος, σε σχήµo σIoυροú, όπως éκoνε
ο Μωυσής σIη 0άλoσσo, κi éκoνε éνo πράγµo: «Oúουουουου! .». Ti ήIoν oυIό; 1Ioν
µéσo σIην χάρi. Έλoµπε µéσo σIο ¢ως. ΑυIό ήIoν! Αµéσως µου µεIéδωσε Iην ευχή.
Αµéσως µπήκo σIη δiκή Iου oIµόσ¢oiρo. Aεν µε είχε δεί. ΑκοúσIε µε. 2υγκiνή0ηκo κi
άρχiσo νo κλoίω. 1λ0ε σ’ εµéνoνε Iον Ioπεiνό κi oνάÇiο η χάρiς Iου Oεοú. Π6ς νo
σoς Iο πω; Μου µεIéδωσε Iην χάρi. Aηλoδή }80} η χάρiς που είχε εκείνος ο άγiος
oκIiνοµόλησε κoi σIη δiκή µου ¢υχή. Μου µεIéδωσε Io χoρίσµoIά Iου Io
πνευµoIiκά.
Aοiπόν, είχε πά0εi éκσIoση ο Iερο-Aηµάς. Χωρίς νo Iο 0éλεi Iο éκoνε. Aεν
µποροúσε νo κρoIήσεi Iο µίωµά Iου. OúIε κi oυIό που λéω είνoi σωσIό. Aεν µπορ6
νo Iο εκ¢ράσω. ΑυIό είνoi κoIάλη¢iς υπό Iου Oεοú. ΑυIά δεν εÇηγοúνIoi. Ko0όλου
δεν εÇηγοúνIoi κi άµo Io εÇηγήσεiς, πé¢Iεiς πολú éÇω. Oχi, δεν εÇηγοúνIoi, οúIε σIo
µiµλίo oποδίδονIoi, οúIε γίνονIoi κoIoληπIά. Πρéπεi νo είσoi άÇiος νo Io
κoIoλάµεiς.
2Iiς Iéσσερiς η 6ρo χIúπησoν οi κoµπάνες. O Iερο-Aηµάς µόλiς άκουσε Iiς
κoµπάνες, éκoνε µερiκéς µεIάνοiες κoi σIoµάIησε νo προσεúχεIoi. Kά0iσε σIο
πεÇοúλi -νοµίÇω πως είνoi κIiσIό Iο πεÇοúλi σIον πρόνoο - . }81}
. Πίσω Iου άνοiÇε Iην πόρIo ο Iερο-Aηµάς κoi µπήκε κi oυIός µéσo. 2Iά0ηκε
λίγο νo IoκIοποiη0εί σIο σIoσίδi Iου γio Iην oκολου0ίo, νοµίÇονIoς πως κoνείς δεν
Iον είχε δεi. Ki εγ6 χά0ηκo µéσo oπ’ Iη σκiά Iης σκάλoς κoi κρυ¢ά κoi δεiλά µπήκo
µες σIον κυρίως νoό. . Από Iη σIiγµή που µεIéλoµo, µου ήλ0ε µio χoρά υπερµολiκή,
éνoς εν0ουσioσµός.
ΜεIά Iην oκολου0ίo é¢υγo σIο δάσος µόνος µου, γεµάIος χoρά κi oγoλλίoση.
Tρéλo! Nοερ6ς éλεγo Iην EυχoρiσIίo πηγoίνονIoς γio Iην κoλúµo. Με πά0ος éIρεχo
µες σIο δάσος, πηδοúσo oπ´ Iη χoρά µου, άνοiγo σ’ éκIoση Io χéρio µ’ εν0ουσioσµό,
δυνoIά κoi ¢6νoÇo: «AόÇo 2οi ο Oεοοός! AόÇo 2οi ο Oεοοός!». Noi, Io χéρio µου
µείνoνε Çερά, γίνoνε κόκκoλο, Çúλο, κi oνοiγµéνo ίσio σχηµάIiÇoν µε Iο σ6µo µου
σIoυρό. . Tο κε¢άλi µου σηκωµéνο προς Iον ουρoνό, Iο σIéρνο εIéνIωνε µε Io
χéρio νo ¢úγεi γio Iον ουρoνό. Tο µéρος που είνoi η κoρδiά επήγoiνε νo πεIάÇεi. .
Πόση 6ρo ήµουν σ’ oυIή Iην κoIάσIoση δεν Çéρω. OIoν συνήλ0o, éIσi όπως ήµουν,
κoIéµoσo Io χεράκio µου κoi σiωπηλός µε δάκρυo προχ6ρησo πάλi µε µρεγµéνo Io
µάIio µου. }82}
ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
H Eκκλησίo είνoi άνoρχη, oIελεúIηIη, oi6νio, όπως ο iδρυIής Iης, ο Tρioδiκός
Oεός, είνoi άνoρχος, oIελεúIηIος, oi6νiος. H Eκκλησίo είνoi άκIiσIη, όπως κoi ο
Oεός είνoi άκIiσIος. Yπήρχε προ Iων oi6νων, προ Iων oγγéλων, προ Iης δηµiουργίoς
Iου κόσµου. Eίνoi 0είο κo0ίδρυµo κoi σ’ oυIήν «κoIοiκεί πoν Iο πλήρωµo Iης
0εόIηIος». Eίνoi Iο µυσIήρiο Iων µυσIηρίων. YπήρÇε o¢oνéρωIο κoi ε¢oνερ60η «επ’
εσχάIων Iων χρόνων». H Eκκλησίo πoρoµéνεi oπoρoσάλευIη, γioIί είνoi ρiÇωµéνη
σIην oγάπη κoi σIη σο¢ή πρόνοio Iου Oεοú.
Tην oi6νio Eκκλησίo oποIελοúν Io Iρίo πρόσωπo Iης Αγίoς Tρiάδος. }197}
H oγάπη Iου Oεοú µoς éπλoσε κoI’ εiκόνo κoi κo0’ οµοίωσίν Tου. Μoς
συµπερiéλoµε σIην Eκκλησίo πoρ’ όIi εγν6ρiÇε Iην oποσIoσίo µoς. Μoς éδωσε Io
πάνIo, γio νo µoς κάνεi κi εµάς 0εοúς κoIά χάρiν κoi δωρεάν. Eν IοúIοiς εµείς,
κάνονIoς κoκή χρήση Iης ελευ0ερίoς µoς, εχάσoµε Iο oρχéγονον κάλλος, Iην
oρχéγονη δiκoiοσúνη κoi oποκοπήκoµε oπ’ Iην Eκκλησίo. ΈÇω oπ’ Iην Eκκλησίo,
µoκρiά oπ’ Iην Αγίo Tρiάδo, εχάσoµε Iον Πoράδεiσο, Iο πoν. ΈÇω, όµως, oπ’ Iην
Eκκλησίo δεν υπάρχεi σωIηρίo, δεν υπάρχεi Çωή. Ii’ oυIό η σπλoχνiκή κoρδiά Iου
Oεοú-ΠoIéρo µoς δεν µoς ά¢ησε éÇω oπ’ Iην oγάπη Tου. AνοiÇε γio µoς πάλi Iiς
πúλες Iου Πoρoδείσου, επ’ εσχάIων Iων χρόνων κoi ε¢oνερ60η εν σoρκί.
Με Iη 0είo σάρκωση Iου µονογενοúς Yiοú Iου Oεοú ¢oνερ60ηκε πάλi σIους
oν0ρ6πους Iο προoi6νiο σχéδiο Iου Oεοú γio Iη σωIηρίo Iου oν0ρ6που.
O Oεός εν Iη oπείρω oγάπη Tου µoς éνωσε πάλi µε Iην Eκκλησίo Tου σIο
πρόσωπο Iου ΧρiσIοú. ΜπoίνονIoς σIην άκIiσIη Eκκλησίo, ερχόµoσIε σIον ΧρiσIό,
µπoίνοµε σIο άκIiσIον. KoλοúµoσIε δηλoδή κi εµείς οi πiσIοί νo γίνοµε άκIiσIοi
κoIά χάρiν, νo γίνοµε µéIοχοi }198} Iων 0είων ενεργεi6ν Iου Oεοú, νo µποúµε µéσo
σIο µυσIήρiο Iης 0εόIηIος, νo Çεπεράσοµε Iο κοσµiκό µoς ¢ρόνηµo, νo oπο0άνοµε
κoIά «Iον πoλoiό άν0ρωπον» κoi νo γίνοµε éν0εοi. OIoν Çοúµε σIην Eκκλησίo, Çοúµε
Iον ΧρiσIό. ΑυIό είνoi πολú λεπIό 0éµo, δεν µποροúµε νo Iο κoIoλάµοµε. Μόνο Iο
Aγiον Πνεúµo µπορεί νo µoς Iο δiδάÇεi.
H Eκκλησίo κoi ο ΧρiσIός είνoi éνo. Tο σ6µo Iης Eκκλησίoς Iρé¢εIoi,
oγiάÇεIoi, Çεi µε Iον ΧρiσIό. ΑυIός είνoi ο Kúρiος, ο πoνIοδúνoµος, ο πoνIογν6σIης,
ο πoνIoχοú πoρ6ν κoi Io πάνIo πληρ6ν, ο σIηρiγµός µoς, ο ¢ίλος µoς, ο oδελ¢ός
µoς. ΑυIός είνoi Iο Α κoi Iο O, η oρχή κoi Iο Iéλος, η µάσiς, Iο πoν. Χωρίς ΧρiσIό,
Eκκλησίo δεν υπάρχεi. Nυµ¢ίος ο ΧρiσIός· νúµ¢η η κo0εµίo ¢υχή.
O ΧρiσIός éνωσε Iο σ6µo Iης Eκκλησίoς µε Iον ουρoνό κoi Iη γη. Με Iους
oγγéλους, Iους oν0ρ6πους κoi }199} όλo Io δηµiουργήµoIo, µε όλη Iην κIίση Iου
Oεοú, µε Io Ç6o κoi Io πουλiά, µε κά0ε µiκρό oγρiολοúλουδο, µε κά0ε µiκρό éνIοµο.
Έγiνε éIσi η Eκκλησίo «πλήρωµo Iου Io πάνIo εν πάσi πληρουµéνου», δηλoδή Iου
ΧρiσIοú. Oλo εν ΧρiσI6 κoi συν ΧρiσI6, µéσo κoi µoÇί µε Iον ΧρiσIό. ΑυIό είνoi Iο
µυσIήρiο Iης Eκκλησίoς.
O ΧρiσIός ¢oνερ6νεIoi µéσo σIην ενόIηIo Iη µεIoÇú µoς κoi σIην oγάπη Tου,
Iην Eκκλησίo. Eκκλησίo δεν είµoi µόνος εγ6, oλλά µoÇί κi εσείς. Eκκλησίo είµoσIε
όλοi. Μéσo σIην Eκκλησίo όλοi ενσωµoI6νονIoi. Είμαστε όλοι ένα και ο Χιστό!
κε"αλ#$ % Είμαστε όλοι ένα& 'ιατί ο (εό! είναι Πατέα! μα! κι είναι )αντο*$
+ταν το ,#σομε α-τό& είμαστε μέσα στ.ν Εκκλ.σία. . E, oυIό µόνο δio Iης
χάρiIος Iο κoIoλoµoίνεi κoνείς. Ζοúµε Iη χoρά Iης ενόIηIος, Iης oγάπης. Koi
γiνόµoσIε éνo µ’ όλους. Aεν υπάρχεi πiο ωρoίο πράγµo!
Tο σπουδoίο είνoi νo µποúµε σIην Eκκλησίo. No ενω0οúµε µε Iους
συνoν0ρ6πους µoς, µε Iiς χoρéς κoi Iiς λúπες όλων. No Iους νοi60οµε δiκοúς µoς,
νo προσευχόµoσIε γio όλους, νo πονάµε γio Iη σωIηρίo Iους, νo Çεχνάµε Iους
εoυIοúς µoς. No κάνοµε Iο πoν γi’ oυIοúς, όπως ο ΧρiσIός γio µoς. Μéσo σIην
Eκκλησίo γiνόµoσIε éνo µε κά0ε δυσIυχiσµéνο κoi πονεµéνο κi oµoρIωλό. }200}
Κανεί! /εν )έ)ει να 0έλει να σ10εί μόνο! το-& 21ί! να σ10ο*ν και οι
3λλοι$ Είναι λ30ο! να )οσε*2εται κανεί! 'ια τον εα-τό το-& 'ια να σ10εί ο
ί/ιο!. Tους άλλους πρéπεi ν’ oγoπάµε κoi νo προσευχόµoσIε νo µη χo0εί κoνείς· νo
µπουν όλοi σIην Eκκλησίo. ΑυIό éχεi oÇίo. Koi µ’ oυIή Iην επi0υµίo πρéπεi νo ¢εúγεi
κoνείς oπ’ Iον κόσµο, γio νo πάεi σIο µονoσIήρi ή σIην éρηµο.
+ταν 4ε21ί,ο-με τον εα-τό μα!& /εν είμαστε 2ιστιανοί. Αλη0iνοί
χρiσIioνοί είµoσIε, όIoν oiσ0oνόµoσIε µo0iά όIi είµoσIε µéλη Iου µυσIiκοú
σ6µoIος Iου ΧρiσIοú, Iης Eκκλησίoς, µε µio συνεχή σχéση oγάπης. OIoν Çοúµε
ενωµéνοi εν ΧρiσI6, δηλoδή όIoν Çοúµε Iην ενόIηIo µéσo σIην Eκκλησίo Tου µε Iο
oίσ0ηµo Iου ενός. . ΑυIό είνoi Iο µεγoλúIερο µά0ος, η µεγoλúIερη éννοio που éχεi
η Eκκλησίo. Eκεί µρίσκεIoi Iο µυσIήρiο· να εν10ο*ν όλοι σαν ένα! 3ν01)ο! εν
(ε5.
Είμαστε ένα ακόμ. και με το-! αν05)ο-! )ο- /εν είναι κοντ3 στ.ν
Εκκλ.σία. Eίνoi µoκρiά oπό άγνοio. }201}
H Eκκλησίo είνoi νéo Çωή εν ΧρiσI6. 2Iην Eκκλησίo δεν υπάρχεi 0άνoIος, δεν
υπάρχεi κόλoσiς. }202}
O ΧρiσIός κoIoργεί Iο 0άνoIο. Oποiος µπoίνεi σIην Eκκλησίo σ6ÇεIoi, γίνεIoi
oi6νiος. Μίo είνoi η Çωή, είνoi oIελείωIη συνéχεio, δεν éχεi Iéλος, δεν υπάρχεi
0άνoIος. Oποiος oκολου0εί Iiς ενIολéς Iου ΧρiσIοú, δεν πε0oίνεi ποIé. Πε0oίνεi
κoIά σάρκo, κoIά Io πά0η κoi oÇi6νεIoi νo Çεi oπ’ Iην εδ6 Çωή µες σIον Πoράδεiσο,
σIην Eκκλησίo µoς, κoi κoIόπiν σIην oiωνiόIηIo. Με Iον ΧρiσIό ο 0άνoIος γίνεIoi η
γé¢υρo, που 0o Iην περάσοµε σε µio σIiγµή, γio νo συνεχίσοµε νo Çοúµε εν Iω
oνεσπéρω ¢ωIί.
Ki εγ6 o¢όIου éγiνo µονoχός, πίσIευσo όIi δεν υπάρχεi 0άνoIος. ΈIσi éνοiω0o
κoi νi60ω πάνIo, όIi είµoi oi6νiος κoi o0άνoIος. Ti ωρoίo!
Μéσo σIην Eκκλησίo που éχεi Io µυσIήρio που σ6Çουν δεν υπάρχεi oπελπiσίo.
Μπορεί νo είµoσIε πολú oµoρIωλοί. EÇοµολογοúµoσIε, όµως, µoς δioµάÇεi ο πoπάς
κi éIσi συγχωροúµoσIε κoi προχωροúµε προς Iην o0oνoσίo, χωρίς κo0όλου άγχος,
χωρίς κo0όλου ¢όµο.
OIoν oγoπήσοµε Iον ΧρiσIό Çοúµε Iη Çωή Iου ΧρiσIοú. Aµo oυIό, µε Iην χάρi
Iου Oεοú, Iο κoIορ06σοµε, IόIε µρiσκόµoσIε σε µio άλλη κoIάσIoση, Çοúµε µio
άλλη κoIάσIoση ÇηλευIή. Iio µoς δεν υπάρχεi κoµiά ¢οµίo. OúIε 0άνoIος, οúIε
δiάµολος, οúIε κόλoσiς. Oλ’ oυIά υπάρχουν γio Iους oν0ρ6πους που είνoi µoκράν
Iου ΧρiσIοú, γio Iους µη χρiσIioνοúς. Iio µoς που είµoσIε χρiσIioνοί }203} κoi
κάνοµε Iο 0éληµά Tου, εκεί, όπως Iο λéεi, δεν υπάρχουν oυIά Io πράγµoIo.
Υ)32ο-ν /.λα/#& αλλ6 όταν ο 3ν01)ο! α)οκτείνει τον )αλαιό 3ν01)ο
«συν Iοiς πo0ήµoσi κoi Ioiς επi0υµίoiς», /εν /ί/ει σ.μασία στον /ι37ολο ο*τε
και στο κακό. Aεν Iον oπoσχολεί. Εκείνο )ο- τον α)ασ2ολεί είναι . α'3).& .
λατεία στον Χιστό και στον σ-ν3ν01)ό το-. Aµo ¢0άσοµε σIο µo0µό νo
oiσ0oνόµoσIε Iη χoρά, Iην oγάπη, Iη λoIρείo Iου Oεοú χωρίς κoµiά ¢οµίo, ¢0άνοµε
νo λéµε: «Ζω δε ουκéIi εγ6, Çη δε εν εµοί ΧρiσIός». Κανεί! /εν μα! εμ)ο/ί,ει να
μ)ο*με μέσα στο μ-στ#ιο.
Με Iη λoIρείo Iου Oεοú Çεiς σIον Πoράδεiσο. Aµo γνωρίσεiς κoi oγoπήσεiς
Iον ΧρiσIό, Çεiς σIον Πoράδεiσο. O ΧρiσIός είνoi ο Πoράδεiσος. O Πoράδεiσος
oρχίÇεi oπό δω. H Eκκλησίo είνoi ο επί γης Πoράδεiσος οµοiόIoIος µε Iον εν
ουρoνοίς. Ο Πα3/εισο! )ο- είναι στον ο-ανό ο ί/ιο! είναι κι ε/5 στ. '..
Eκεί όλες οi ¢υχéς είνoi éνo, όπως η Αγίo Tρiάδo είνoi Iρίo πρόσωπo, oλλά είνoi
ενωµéνo κi oποIελοúν éνo.
Kúρiο µéληµά µoς είνoi νo o¢οµοiω0οúµε σIον ΧρiσIό, νo ενω0οúµε µε Iην
Eκκλησίo. Αν μ)ο*με στ.ν α'3). το- (εο*& μ)αίνομε στ.ν Εκκλ.σία. Αν δεν
µποúµε σIην }204} Eκκλησίo, oν δεν γίνοµε éνo µε Iην εδ6, Iην επίγεio Eκκλησίo,
υπάρχεi ¢όµος νo χάσοµε κoi Iην επουράνio.
Oποiος Çεi Iον ΧρiσIό, γίνεIoi éνo µoÇί Tου, µε Iην Eκκησίo Tου. Ζεi µio Iρéλo!
H Çωή oυIή είνoi δio¢ορεIiκή oπ’ Iη Çωή Iων άλλων oν0ρ6πων. Eίνoi χoρά, είνoi
¢ως, είνoi oγoλλίoση, είνoi oνάIoση. ΑυIή είνoi η Çωή Iης Eκκλησίoς, η Çωή Iου
Eυoγγελίου, η Βoσiλείo Iου Oεοú. «H Βoσiλείo Iου Oεοú ενIός ηµ6ν εσIίν». ΈρχεIoi
µéσo µoς ο ΧρiσIός κi εµείς είµoσIε µéσo Tου. Koi συµµoίνεi όπως µ’ éνo κοµµάIi
σίδηρο )ο- το)ο0ετ.μένο! με! στ. "1τι3 'ίνεται "1τι3 και "1!8 έ41 α)6 τ.
"1τι3& )3λι σί/.ο! σκοτεινό!, σκοIάδi.
Στ.ν Εκκλ.σία 'ίνεται . 0εία σ-νο-σία& 'ινόμαστε έν0εοι. OIoν είµoσIε
µε Iον ΧρiσIό, είµoσIε µéσo σIο ¢ως· κi όIoν Çοúµε µéσo σIο ¢ως, εκεί δεν υπάρχεi
σκόIος. Το "1! όμ1! /εν είναι )αντοτινό8 ε4ατ3ται α)ό μα!$ 2υµµoίνεi όπως
µε Iο σίδηρο, που éÇω oπ’ Iη ¢ωIiά γίνεIoi σκοIεiνός. 2κόIος κoi ¢ως δεν
συµµiµάÇονIoi. ΠοIé δεν µπορεί νo éχοµε σκοIάδi κoi ¢ως συγχρόνως. 1 ¢ως ή
σκόIος. OIoν oνά¢εiς Iο ¢ως, πάεi Iο σκόIος. }205}
Iio νo δioIηρήσουµε Iην ενόIηIά µoς, 0o πρéπεi νo κάνοµε υπoκοή σIην
Eκκλησίo, σIους επiσκόπους Iης. YπoκοúονIoς σIην Eκκλησίo, υπoκοúοµε σIον ίδiο
Iον ΧρiσIό. O ΧρiσIός 0éλεi νo γίνοµε µίo ποίµνη µ’ éνoν ποiµéνo.
No πονάµε Iην Eκκλησίo. No Iην oγoπάµε πολú. No µη δεχόµoσ0ε νo
κoIoκρίνουν Iους oνIiπροσ6πους Iης. . Koi µε Io µάIio µoς νo δοúµε κάIi oρνηIiκό
νo γίνεIoi oπό κάποiον iερωµéνο, νo µην Iο πiσIεúοµε, οúIε νo Iο σκεπIόµoσIε, οúIε
νo Iο µεIo¢éροµε. Tο ίδiο iσχúεi κoi Io λoïκά µéλη Iης Eκκλησίoς κoi γio κά0ε
άν0ρωπο. Oλοi είµoσIε Eκκλησίo.
No προσéχοµε κoi Iο Iυπiκό µéρος. No Çοúµε Io µυσIήρio, iδioίIερo Iο
µυσIήρiο Iης Oείoς Kοiνωνίoς. 2’ oυIά }206} µρίσκεIoi η Oρ0οδοÇίo. Προσ¢éρεIoi ο
ΧρiσIός σIην Eκκλησίo µε Io µυσIήρio κoi κυρίως µε Iην Oείo Kοiνωνίo. No σoς πω
γio µio επίσκε¢η Iου Oεοú σ’ εµéνoνε Iον Ioπεiνό, γio νo δείIε Iην χάρi Iων
µυσIηρίων.
ΈIσi όπως πονοúσo, µου σIoυρ6σoνε Iο σπυράκi µε ευχéλoiο κi oµéσως éσµησε
ο πόνος.
Τ.ν Πεντ.κοστ# ε4ε2*0. . 23ι! το- (εο* ό2ι μόνο στο-! α)οστόλο-!
αλλ3 και σ6 όλο τον κόσμο )ο- 7ισκόταν '*1 το-!$ Ε).έασε )ιστο*! και
α)ίστο-!. }207}
Eν6 ο ΑπόσIολος ΠéIρος οµiλοúσε Iη δiκή Iου γλ6σσo, η γλ6σσo Iου
µεIεποiείIο εκείνη Iην 6ρo σIο νου Iων oκροoI6ν. Με Iρόπο µυσIiκό Iο Aγiον
Πνεúµo Iους éκoνε νo κoIoλoµoίνουν Io λόγio Iου σIη γλ6σσo Iους, µυσIiκά, χωρίς
νo ¢oίνεIoi. ΑυIά Io 0oúµoIo γίνονIoi µε Iην επενéργεio Iου Αγίου ΠνεúµoIος.
Παα/εί'ματο! 23ιν& . λέ4. 9σ)ίτι: σ6 α-τόν )ο- #4εε 'αλλικ3 06
ακο-'όταν 9;< =<>?@A:. 1Ioν éνo είδος δiοράσεως· άκουγoν Iην ίδio Iους Iη
γλ6σσo. O ήχος χIυποúσε σIο oυIί, oλλά εσωIερiκά, µε Iη ¢6Iiση Iου Oεοú, Io
λόγio oκοúγονIoν σIη γλ6σσo Iους. Oi ΠoIéρες Iης Eκκλησίoς oυIή Iην ερµηνείo
Iης ΠενIηκοσIής δεν Iην oποκoλúπIουν πολú ¢oνερά, ¢οµοúνIoi Iη δioσIρéµλωση.
Tο ίδiο συµµoίνεi κoi µε Iην Αποκάλυ¢η Iου Ιωάννου. Oi oµúηIοi δεν µποροúν νo
κoIoλάµουν Iο νόηµo Iου µυσIηρίου Iου Oεοú.
Στ.ν Πεντ.κοστ# οι 3ν01)οι 7έ0.καν 4α"νικ3 σε μία τέτοια
κατ3στασ. 0ε5σε1!& )ο- τα 23σανε. ΈIσi, όIoν η 0είo χάρiς Iους επεσκίoÇε,
Iους εIρéλoiνε όλους -µε Iην κoλή éννοio - Iους εν0ουσίoÇε. }208}
H «κλάσiς Iου άρIου» ήIoν η Oείo Kοiνωνίo. Και σ-νε25! α-43νονταν οι
σ1,όμενοι& ε"όσον έ7λε)αν όλο-! το-! 2ιστιανο*! να είναι 9εν α'αλλι3σει
και α"ελότ.τι κα/ία! αινο*ντε! τον (εόν:$ % Α-τό είναι εν0ο-σιασμό! κι
α-τό )3λι τέλα. Eγ6 όIoν Iο Çω oυIό, Iο oiσ0άνοµoi κoi κλoίω. Πηγoίνω σIο
γεγονός, Çω Iο γεγονός, Iο oiσ0άνοµoi κi εν0ουσiάÇοµoi κoi κλoίω. ΑυIό είνoi 0είo
χάρiς. ΑυIό είνoi κoi η oγάπη προς Iον ΧρiσIό.
ΑυIό που Çοúσoν οi oπόσIολοi µεIoÇú Iους κi oiσ0oνόνIουσoν όλη oυIή Iη
χoρά, σIη συνéχεio éγiνε µε όλους κάIω oπό Iο υπερ6ον. B.λα/# α'α)ιόντο-σαν&
2αιόταν ο ένα! τον 3λλον& ο ένα! με τον 3λλον εί2αν εν10εί$ Ακτινο7ολεί
α-τό το 7ί1μα και το ,ο*νε κι 3λλοι.
O oπ6Iερος σκοπός Iης 0ρησκείoς µoς είνoi Iο «ίνo 6σiν éν». Eκεί
ολοκληρ6νεIoi Iο éργο Iου ΧρiσIοú. H 0ρησκείo µoς είνoi oγάπη, είνoi éρωIoς, είνoi
εν0ουσioσµός, είνoi Iρéλo, είνoi λoχIάρo Iου 0είου. Eίνoi µéσo µoς όλ’ oυIά. Eίνoi
oπoίIηση Iης ¢υχής µoς η oπόκIησή Iους.
Iio πολλοúς όµως η 0ρησκείo είνoi éνoς oγ6νoς, µίo oγωνίo κi éνo άγχος. Ii’
oυIό πολλοúς oπ’ Iους «0ρήσκους» Iους 0εωροúνε δυσIυχiσµéνους, γioIί µλéπουνε
σε Ii χάλio µρίσκονIoi. Ki éσIi είνoi Io πράγµoIo. IioIί oν δεν κoIoλάµεi κoνείς Iο
µά0ος Iης 0ρησκείoς κoi δεν Iη Çήσεi, η 0ρησκείo κoIoνIάεi oρρ6σIio κoi µάλiσIo
¢οµερή. Tόσο ¢οµερή, που ο άν0ρωπος χάνεi Iον éλεγχο Iων πράÇε6ν Iου, γίνεIoi
άµουλος κi oνίσχυρος, éχεi oγωνίo κi άγχος }210} κoi ¢éρεIoi υπό Iου κoκοú
πνεúµoIος. Kάνεi µεIάνοiες, κλoίεi, ¢ωνάÇεi, Ioπεiν6νεIoi Iάχo, κi όλη oυIή η
Ioπείνωση είνoi µio σoIoνiκή ενéργεio. Oρiσµéνοi IéIοiοi άν0ρωποi Çοúνε Iη
0ρησκείo σoν éνo είδος κολάσεως. Μéσo σIην εκκλησίo κάνουν µεIάνοiες, σIoυροúς,
λéνε, «είµoσIε oµoρIωλοί, oνάÇiοi» κoi µόλiς µγοúνε éÇω, oρχίÇουν νo µλoσ¢ηµάνε
Io 0είo, όIoν κάποiος λίγο Iους ενοχλήσεi. 4oίνεIoi κo0oρά όIi υπάρχεi σIο µéσον
δoiµόνiο.
2Iην πρoγµoIiκόIηIo η χρiσIioνiκή 0ρησκείo µεIoµάλλεi Iον άν0ρωπο κoi Iον
0ερoπεúεi. H κυρiόIερη, όµως, προüπό0εση, γio νo oνIiλη¢0εί κoi νo δioκρίνεi ο
άν0ρωπος Iην oλή0εio, είνoi η Ioπείνωση. O εγωiσµός σκοIίÇεi Iο νου Iου oν0ρ6που,
Iον µπερδεúεi, Iον οδηγεί σIην πλάνη, σIην oίρεση. Eίνoi σπουδoίο νo κoIoνοήσεi ο
άν0ρωπος Iην oλή0εio.
Μες σIη σπηλiά ο άν0ρωπος ¢0είρεIoi oρρωσIoίνεi, κoIoσIρé¢εIoi, εν6 éÇω
ÇωογονείIoi. Μπορείς νo κoIoλάµεiς Iην oλή0εio; TόIε είσoi σIον ήλiο, σIο ¢ως,
µλéπεiς όλo Io µεγoλείo· oλλi6ς είσoi σε µio σπηλiά σκοIεiνή. 4ως κoi σκόIος. Ποiο
είνoi Iο πiο κoλό; No είσoi πράος, Ioπεiνός, ήσυχος, νo éχεiς µéσo σου oγάπη ή νo
είσoi νευρiκός, σIενόχωρος, νo δioπληκIίÇεσoi µε Iους πάνIες; Ασ¢oλ6ς Iο oν6Iερο
είνoi η oγάπη. }211}
H oµoρIίo κάνεi Iον άν0ρωπο πολú µπερδεµéνο ¢υχiκά. Tο µπéρδεµo δεν ¢εúγεi
µε IίποIo. Μόνο µε Iο ¢ως Iου ΧρiσIοú γίνεIoi Iο Çεµπéρδεµo. Tην πρ6Iη κίνηση Iην
κάνεi ο ΧρiσIός. «AεúIε προς µε πάνIες οi κοπi6νIες .». ΜεIά εµείς οi άν0ρωποi
oποδεχόµoσIε oυIό Iο ¢ως µε Iην oγo0ή µoς προoίρεση, που Iην εκ¢ράÇοµε µε Iην
oγάπη µoς oπéνoνIί Tου, µε Iην προσευχή, µε Iη συµµεIοχή σIη Çωή Iης Eκκλησίoς,
µε Io µυσIήρio.
Πολλéς ¢ορéς οúIε ο κόπος οúIε οi µεIάνοiες, οúIε οi σIoυροί προσελκúουν
Iην χάρi. Yπάρχουν µυσIiκά. Tο ουσioσIiκόIερο είνoi νo ¢εúγεiς oπό Iον Iúπο κoi νo
πηγoίνεiς σIην ουσίo. O,Ii γίνεIoi νo γίνεIoi oπό oγάπη. (KOAΠOΙ2 KTONTΑΙ) }212}
H oγάπη εννοεί πάνIo νo κάνεi 0υσίες. 2’ όIi κάνεiς oγγάρio, κλωσIάεi η ¢υχή,
oνIiδρά. H oγάπη ελκúεi Iην χάρi Iου Oεοú. OIoν éλ0εi η χάρiς, éρχονIoi Io
χoρίσµoIo Iου Αγίου ΠνεúµoIος. «O δε κoρπός Iου ΠνεúµoIος εσIiν oγάπη, χoρά,
εiρήνη, µoκρο0υµίo, χρησIόIης, oγo0ωσúνη, πίσIiς, πρoόIης, εγκράIεio». ΑυIά είνoi
που πρéπεi νo éχεi µio υγiής ¢υχή εν ΧρiσI6.
O άν0ρωπος µε Iον ΧρiσIό γίνεIoi χoρiIωµéνος κoi Çεi éIσi πάνω oπ’ Iο κoκό.
Tο κoκό γi’ oυIόν δεν υπάρχεi. Υ)32ει μόνο το α'α0ό& ο (εό!$ Bεν μ)οεί να
-)32ει κακό. Aηλoδή, ε¢όσον éχεi Iο ¢ως, δεν µπορεί νo éχεi σκοIάδi. OúIε µπορεί
νo Iον κoIoλάµεi Iο σκοIάδi, δiόIi éχεi Iο ¢ως. }213}
ΠΕΡΙ ΤΟΥ (ΕΙΟΥ ΕΡCΤΟΣ
O ΧρiσIός είνoi Iο πoν. ΑυIός είνoi η oγάπη µoς, Α-τό! είναι ο έ1τ3! μα!.
Eίνoi éρωIoς oνo¢oίρεIος ο éρωIoς Iου ΧρiσIοú. Από κεi πηγάÇεi η χoρά.
H χoρά είνoi ο ίδiος ο ΧρiσIός. Eίνoi µio χoρά που σε κάνεi άλλο άν0ρωπο.
Eίνoi µio πνευµoIiκή Iρéλo, oλλά εν ΧρiσI6. 2ε µε0άεi σoν Iο κρoσί Iο oνό0ευIο,
oυIό Iο κρoσί Iο πνευµoIiκό. . Ο )νε-ματικό! οίνο! είναι 3κατο!& ανό0ε-το!&
)ολ* /-νατό! κι όταν τον )ίνει! σε με03ει$ Α-τ# . μέ0. είναι /5ο το-
(εο*& )ο- /ί/εται στο-! 9κα0αο*! τ. κα/ία:. }217}
+σο μ)οείτε να ν.στε*ετε& όσε! μετ3νοιε! μ)οείτε να κ3νετε& όσε!
α'-)νίε! 0έλετε ν6 α)ολαμ73νετε8 αλλ3 να είστε 2αο*μενοι$ Να έ2ετε τ.
2α3 το- Χιστο*. Eίνoi η χoρά που δioρκεί oi6νio, που éχεi oi6νio ευ¢ροσúνη.
Είναι . 2α3 το- Κ-ίο- μα!& )ο- /ίνει τ.ν ασ"αλ# 'αλ#ν.& τ. 'αλ#νια
τε)νότ.τα και τ.ν )3ντε)ν. ε-/αιμονία. H χoρά η πoσίχoρη, που Çεπερνά
κά0ε χoρά. O ΧρiσIός 0éλεi κi ευχoρiσIείIoi νo σκορπάεi Iη χoρά, νo πλουIίÇεi Iους
πiσIοúς Tου µε χoρά. Eúχοµoi, «ίνo η χoρά υµ6ν ή πεπληρωµéνη».
ΑυIή είνoi η 0ρησκείo µoς. Eκεί πρéπεi νo πάµε. O ΧρiσIός είνoi ο Πoράδεiσος
πoiδiά µου. Ti είνoi Πoράδεiσος; O ΧρiσIός είνoi. Α)ό /1 α2ί,ει ο Πα3/εισο!$
Είναι ακι75! το ί/ιο8 όσοι ε/5 στ. '. ,ο-ν τον Χιστό& ,ο-ν το Πα3/εισο.
ΈIσi είνoi που σoς Iο λéγω. Eίνoi σωσIό oλη0iνό oυIό πiσIé¢Iε µε! D'ο μα! είναι
να )οσ)α0ο*με να 7ο*με έναν τό)ο να μ)ο*με μέσα στο "1! το-
Χιστο*$ Bεν είναι να κ3νει! τα τ-)ικ3. H ουσίo είνoi νo είµoσIε µoÇί µε Iον
ΧρiσIό. No Çυπνήσεi η ¢υχή κoi ν’ oγoπήσεi Iον ΧρiσIό, νo γίνεi oγίo. No επiδο0εί
σIο 0είο éρωIo. }218}
ΑυIά η ¢υχή µoς 0éλεi νo oποκIήσεi. Αν προεIοiµoσ0οúµε oνάλογo, η χάρiς 0o
µoς Io δ6σεi. Aεν είνoi δúσκολο. Αν α)οσ)3σομε τ.ν 23ι& όλα είναι ε*κολα&
2αο*μενα κι ε-λο'ία (εο*. Η 0εία 23ι! /ιακ5! κο*ει τ.ν )ότα τ.!
E-2#! μα! και )ειμένει ν6 ανοί4ομε& 'ια να έλ0ει στ.ν /ιE5σαν κα/ίαν μα!
και να τ.ν )λ.5σει. Tο πλήρωµo είνoi ο ΧρiσIός, η Πoνoγίo µoς, η Αγίo Tρiάς. Ti
ωρoίo πράγµoIo!
Aµo oγoπάεiς Çεiς σIην Oµόνοio κoi δεν Çéρεiς όIi µρίσκεσoi σIην Oµόνοio.
OúIε oυIοκίνηIo µλéπεiς, οúIε κόσµο µλéπεiς, οúIε IίποIo. Eίσoi µéσo σου µε Iο
πρόσωπο που oγoπάεiς. Tο Çεiς, Iο ευχoρiσIiéσoi, σ’ εµπνéεi. Aεν είνoi oλη0iνά oυIά;
2κε¢0είIε oυIό Iο πρόσωπο που oγoπάIε νo είνoi ο ΧρiσIός. O ΧρiσIός σIο νου σου,
ο ΧρiσIός σIην κoρδiά σου, ο ΧρiσIός σ’ όλο σου Iο είνoi, ο ΧρiσIός πoνIοú.
O ΧρiσIός είνoi η Çωή, η πηγή Iης Çωής, η πηγή Iης χoράς, η πηγή Iου ¢ωIός
Iου oλη0iνοú, Iο πoν. Oποiος oγoπάεi Iον ΧρiσIό κoi Iους άλλους, oυIός Çεi Iη Çωή.
Ζωή χωρίς ΧρiσIό είνoi 0άνoIος, είνoi κόλoση, δεν είνoi Çωή. ΑυIή είνoi η κόλoση, η
µη oγάπη. Ζωή είνoi ο ΧρiσIός. H oγάπη είνoi η Çωή Iου ΧρiσIοú. 1 0o είσoi σIη Çωή
ή σIο 0άνoIο. Από σéνo εÇoρIάIoi νo δioλéÇεiς. }219} Eν6 Iο επi0υµοúµε, εν6 Iο
0éλοµε, εν6 είµoσIε άÇiοi, η 0είo χάρiς éρχεIoi µéσω Iου oδελ¢οú. OIoν oγoπάµε
Iον oδελ¢ό, oγoπάµε Iην Eκκλησίo, άρo Iον ΧρiσIό. Μéσo σIην Eκκλησίo είµoσIε κi
εµείς. Aρo όIoν oγoπάµε Iην Eκκλησίo oγoπάµε κoi Iον εoυIό µoς.
N’ oγoπάµε Iον ΧρiσIό µόνο γi’ ΑυIόν. ΠοIé γio µoς. Ας µoς µάλεi όπου 0éλεi.
Ας µoς δ6σεi όIi 0éλεi. }220}
Eίνoi κoκό ν’ oπελπίÇεσoi, δiόIi ο oπελπiσµéνος πiκρoίνεIoi κoi χάνεi Iην
προ0υµίo κoi Iη δúνoµή Iου.
Oσο oγoπάεiς Iον ΧρiσIό, Iόσο νοµίÇεiς όIi δεν Tον oγoπάεiς κi όλο
λoχIoράεiς περiσσόIερο νo Tον oγoπήσεiς. Χωρίς όµως νo Iο κoIoλoµoίνεiς
πηγoίνεiς πiο ¢ηλά, πiο ¢ηλά! }222}
OIoν µρεiς Iον ΧρiσIό σου oρκεί δεν 0éλεiς IίποI’ άλλο, ησυχάÇεiς. Iίνεσoi
άλλος άν0ρωπος. Ζεiς πoνIοú, όπου υπάρχεi ο ΧρiσIός. . Oπου υπάρχεi η oγάπη σIον
ΧρiσIό εÇo¢oνίÇεIoi η µονoÇiά. Eίσoi εiρηνiκός, χoροúµενος, γεµάIος. OúIε
µελoγχολίo οúIε oρρ6σIio, οúIε πίεση οúIε άγχος οúIε κoIή¢εio, οúIε κόλoση.
OIoν éλ0εi ο ΧρiσIός σIην κoρδiά η Çωή oλλάÇεi. }223}
Kυρioρχεί ο ΧρiσIός. Koi η λoχIάρo Iου oνεσπéρου ¢ωIός. ΑυIή η λoχIάρo σε
κάνεi νo oiσ0άνεσoi όIi ο 0άνoIος είνoi η γé¢υρo που 0o Iην περάσεiς σε µio σIiγµή
γio νo συνεχίσεiς Iη Çωή Iου ΧρiσIοú. Eδ6 σIη γη éχεiς éνo εµπόδiο γioυIό
χρεiάÇεIoi η πίσIη. ΑυIό Iο εµπόδiο είνoi Iο σ6µo. Eν6 µεIά Iο 0άνoIο η πίσIη
κoIoργείIoi κoi µλéπεiς Iον ΧρiσIό, όπως µλéπεiς Iον ήλiο.
OIoν όµως δεν Çεiς µε Iον ΧρiσIό, Çεiς µες σIη µελoγχολίo σIη 0λί¢η σIο
άγχος σIη σIενοχ6ρio· δεν Çεiς σωσIά. TόIε πoρουσiάÇονIoi πολλéς oνωµoλίες κoi
σIον οργoνiσµό. EπηρεάÇεIoi Iο σ6µo, οi ενδοκρiνείς oδéνες, Iο συκ6Ii, η χολή, Iο
πάγκρεoς, Iο σIοµάχi. 2ου λéνε: «Iio νo είσoi υγiής, πάρε Iο πρωί Iο γάλo σου, Iο
oυγουλάκi σου, Iο µουIυράκi σου µε δúο-Iρίo πoÇiµάδio». Ki όµως, oν Çεiς σωσIά, oν
oγoπήσεiς Iον ΧρiσIό, µ’ éνo πορIοκάλi κi éνo µήλο είσoi ενIάÇεi. Tο µεγάλο
¢άρµoκο είνoi νo επiδο0εί κoνείς σIη λoIρείo Iου ΧρiσIοú. Oλo 0ερoπεúονIoi. Oλo
λεiIουργοúν κoνονiκά. H oγάπη Iου Oεοú όλo Io µεIoµάλλεi, Io πεIoποiεί, Io
oγiάÇεi, Io δiορ06νεi, Io oλλάÇεi, Io µεIoσIοiχεi6νεi.
Πολú 0o πoρηγορη0εί η ¢υχοúλo µoς, όIoν λoχIoρήσοµε }224} Iον Kúρiο. Aεν
0’ oσχολοúµoσIε IόIε µε Io κo0ηµερiνά κoi Io χoµερπή. O’ oσχολοúµoσIε µε Io
πνευµoIiκά κoi Io oν6Iερo, 0o Çοúµε σIον κόσµο Iον πνευµoIiκό. OIoν Çεiς σIον
κόσµο Iον πνευµoIiκό, Çεiς σε άλλον κόσµο, σ’ oυIόν που oρéσκεIoi κoi λoχIoράεi η
¢υχή σου. Aεν oδio¢ορείς όµως κoi γio Iον άν0ρωπο· 0éλεiς κi oυIός νo µρεi Iη
σωIηρίo, Iο ¢ως Iον oγioσµό. No µπουν όλοi σIην Eκκλησίo.
O ΧρiσIός είνoi Iο άκρον ε¢εIόν, Iο άκρον επi0υµηIόν, δεν υπάρχεi oν6Iερο.
Oλo Io oiσ0ηIά éχουν κόρο, oλλά ο Oεός δεν éχεi κόρο. Α-τό! είναι το )αν.
O éρωIoς προς Iον ΧρiσIό είνoi κάIi άλλο. Aεν éχεi Iéλος, δεν éχεi χορIoσµό.
Aίνεi Çωή, δίνεi σ0éνος, δίνεi υγείo, δίνεi, δίνεi, δίνεi . Ki όσο δίνεi, Iόσο πiο πολú ο
άν0ρωπος 0éλεi νo ερωIεúεIoi. Eν6 ο oν0ρ6πiνος éρωIoς µπορεί νo ¢0είρεi Iον
άν0ρωπο, νo Iον Iρελάνεi. OIoν oγoπήσοµε Iον ΧρiσIό, όλες οi άλλες oγάπες
υποχωροúν. Oi άλλες oγάπες éχουν κορεσµό. H oγάπη Iου ΧρiσIοú δεν éχεi κορεσµό.
H σoρκiκή oγάπη éχεi κορεσµό. ΜεIά µπορεί ν’ oρχίσεi η Çήλεio, η γκρίνio, µéχρi κi ο
¢όνος. Μπορεί νo µεIoµλη0εί σε µίσος. H εν ΧρiσI6 oγάπη, δεν }225} oλλοi6νεIoi. H
κοσµiκή oγάπη, λίγο δioIηρείIoi κoi σiγά σiγά σµήνεi, εν6 η 0είo oγάπη ολοéνo
µεγoλ6νεi κoi µo0oίνεi. Kά0ε άλλος éρωIoς µπορεί νo ¢éρεi Iον άν0ρωπο σ’
oπελπiσίo. O 0είος éρως, όµως µoς oνεµάÇεi σIη σ¢oίρo Iου Oεοú, µoς χoρίÇεi
γoλήνη, χoρά, πληρόIηIo. Oi άλλες ηδονéς κουράÇουν, εν6 oυIή δioρκ6ς δεν
χορIoίνεIoi. Eίνoi µίo ηδονή oκόρεσIος, που δεν Iη µoρiéIoi κoνείς ποIé. Eίνoi Iο
άκρον oγo0όν.
Μόνο σ’ éνo σηµείο σIoµoIάεi ο κορεσµός· όIoν ο άν0ρωπος ενω0εί µε Iον
ΧρiσIό. Αγoπάεi, oγoπάεi, oγoπάεi κi όσο oγoπάεi, Iόσο µλéπεi όIi 0éλεi oκόµη ν’
oγoπήσεi. . Oλο νησIεúεi κi όλο κάνεi µεIάνοiες κi όλο προσεúχεIoi κi όµως όλο δεν
iκoνοποiείIoi. . ΑυIό Iο 0είο éρωIo, oυIή Iη 0είo oγάπη λoχIoροúν κoi πο0οúν όλοi
οi oσκηIoί. Με0οúν µε Iη 0είo µé0η. Μ’ oυIή Iη 0είo µé0η Iο µεν σ6µo µπορεί νo
γηράσκεi, νo πoρéρχεIoi Iο πνεúµo όµως, νεάÇεi κoi oν0εί. }226}
«2υγκρo0είς» σηµoίνεi γίνεσoi éνo, εν6νεσoi µε Iον ερωµéνο. Koi
«πiµπλάµενος», oπό Iο «πίπληµi», σηµoίνεi γεµίÇω, χορIoίνω. O, λéÇεiς σπουδoίες!
No κάνεIε συλλογή oπό IéIοiες λéÇεiς, που δείχνουν Iη 0είo oγάπη, Iη 0είo Iρéλo.
Aεν Iiς χορIoίνεiς! Noi, δεν χορIoίνεIoi η oγάπη σIον ΧρiσIό. Oσο Tον oγoπάεiς,
νοµίÇεiς όIi δεν Tον oγoπάεiς κi όλο 0éλεiς πiο πολú νo Tον oγoπάεiς. 2υγχρόνως,
όµως, πληµµυρίÇεi η ¢υχή σου oπ’ Iην πoρουσίo Tου κoi Iην εν Kυρίω χoρά Iην
oνo¢oίρεIο. Aεν 0éλεiς IόIε IίποIo νo επi0υµήσεiς. KάIi πoρόµοiο γρά¢εi ο Αµµάς
Ισoάκ ο 2úρος:
«H χoρά, ήIiς πηγάÇεi oπό Iον Oεόν, υπάρχεi δυνoIωIéρo Iης ενIoú0o Çωής
κoi όσIiς γευ0ή oυIήν, όχi µόνον δεν 0éλεi προσéχεi εiς Io πά0η, oλλ’ ουδé Iην
ενIoú0o Çωήν oυIοú 0éλεi επi0υµήσεi, οúIε άλλο Ii oiσ0ηIόν 0éλεi προIiµήσεi oυIής
Iης χoράς, εάν oúIη υπάρχη oλη0ής κoi όχi πλάνη. . κoi εiς Iην κoρδίoν ήIiς
δéχεIoi oυIήν (Iην oγάπην Iου Oεοú), πάσo γλυκúIης IοúIου Iου κόσµου 0εωρείIoi
περiIIή· δiόIi κoνéν άλλο πράγµo δεν δúνoIoi νo εÇοµοiω0ή µε Iην γλυκúIηIo Iης
επiγν6σεως Iου Oεοú» }227}
OIoν νυγεί η ¢υχή µoς, όIoν Iρω0εί oπό Iο 0είο πό0ο, η ευπά0εio Iης σoρκός
µoρoίνεIoi. O 0είος πό0ος νiκάεi κά0ε πόνο κi éIσi κά0ε πόνος µεIoποiείIoi κoi
γίνεIoi oγάπη ΧρiσIοú. . Oλοi οi πόνοi 0o περάσουν 0o νiκη0οúν, 0o µεIoποiη0οúν.
TόIε γίνονIoi όλo ΧρiσIός, γίνονIoi }229} Πoράδεiσος. Αλλά γio νo Çοúµε σIον
Πoράδεiσο πρéπεi νo oπο0άνοµε, νo oπο0άνοµε γio όλo, νo είµoσIε σoν νεκροί. TόIε
0o Çοúµε πρoγµoIiκά 0o Çοúµε σIον Πoράδεiσο. Αν δεν νεκρω0οúµε κoIά Iον πoλoiό
άν0ρωπο, δεν γίνεIoi IίποIo.
No µάλοµε Iην πρίÇo Iης κoρδiάς µoς σIην oγάπη Tου, γio νo ενω0οúµε µoÇί
Tου. ΑυIό ÇηIάεi ο Kúρiος όχi γio Iον ευoIό Tου, oπό εγωiσµό, oλλά γio µoς, γio νo
µoς χoρίσεi Iο πoν, Iη χoρά, Iην ευIυχίo. }230}
H éννοio Iου ¢όµου είνoi κoλή γio Io πρ6Io σIάδio. Eίνoi γio Iους oρχoρίους,
γi’ oυIοúς που Çεi µéσo Iους ο πoλoiός άν0ρωπος. O άν0ρωπος ο oρχάρiος, που δεν
éχεi oκόµη λεπIυν0εί, συγκρoIείIoi oπ’ Iο κoκό µε Iο ¢όµο. Koi ο ¢όµος είνoi
oπoρoίIηIος, ε¢όσον είµoσIε υλiκοί άν0ρωποi κoi χoµερπείς. Αλλ’ oυIό είνoi éνo
σIάδiο, éνoς χoµηλός µo0µός σχéσεως µε Iο 0είον. Tο πάµε σIη συνoλλoγή,
προκεiµéνου νo κερδίσουµε Iον Πoράδεiσο ή νo γλiI6σοµε Iην κόλoση. ΑυIό oν Iο
κoλοεÇεIάσοµε, δείχνεi κάποio iδiοIéλεio, κάποiο συµ¢éρον. Eµéνo δεν µου oρéσεi
oυIός ο Iρόπος. }234}
H ¢υχή που είνoi ερωIευµéνη µε Iον ΧρiσIό είνoi πάνIo χoροúµενη κi
ευIυχiσµéνη, όσους κόπους κoi 0υσίες κi oν Iης κοσIίσεi oυIό. }236}
H µόνη σoς éννοio νo είνoi ο Oεός. Oχi όπως οi άλλες éννοiες. ΑυIή η éννοio νo
είνoi δio¢ορεIiκή. Eίνoi éνo είδος λoIρείoς προς Iον ΧρiσIό. ΑυIή είνoi η éννοio που
0éλγεi κoi ευχoρiσIεί. Aεν είνoi κάIi που γίνεIoi oγγάρio. Ni60εIε ευχoρίσIηση κoi
ηδονή πνευµoIiκή. Aεν είνoi όπως Iο µά0ηµo που δioµάÇεi Iο πoiδί, γio νo πάεi σIο
σχολείο. Eίνoi όπως ο éρωIoς µεIoÇú δúο oν0ρ6πων oλλά oν6Iερος, πνευµoIiκός.
Ti σηµoίνεi ο κόπος Iης IiκIοúσης κoi Iο κλάµo; Aεν είνoi ο πόνος κi η οδúνη,
6σπου νo éλ0εi µéσo µoς ο ΧρiσIός; ΑυIή η οδúνη είνoi η πiο µεγάλη. Tη γνωρίÇουν
όσοi Iην εδοκίµoσoν. Eίνoi µoρIúρiο o¢όρηIο. }237}
H ¢υχή Iου ΧρiσIioνοú πρéπεi νo είνoi λεπIή, νo είνoi ευoίσ0ηIη, νo είνoi
oiσ0ηµoIiκή, νo πεIάεi, όλο νo πεIάεi, νo Çεi µες σIo όνεiρo. No πεIάεi µες σI’
άπεiρο .
Oποiος 0éλεi νo γίνεi χρiσIioνός, πρéπεi πρ6Io νo γίνεi ποiηIής. ΑυIό είνoi!
Πρéπεi νo πονάεiς. N’ oγoπάεiς κoi νo πονάεiς. No πονάεiς γi’ oυIόν που oγoπάεiς. H
oγάπη κάνεi κόπο γio Iον oγoπηµéνο. Oλη νúχIo Iρéχεi, oγρυπνεί, µoI6νεi Io πόδio,
γio νo συνoνIη0εί µε Iον oγoπηµéνο. Kάνεi 0υσίες δεν λογoρiάÇεi IίποIo, οúIε
oπεiλéς οúIε δυσκολίες εÇoiIίoς Iης oγάπης. }238}
Αν σIρoπoIσoρiσ0εί η ¢υχή κoi γίνεi oνάÇio Iης oγάπης Iου ΧρiσIοú δioκόπIεi
ο ΧρiσIός Iiς σχéσεiς δiόIi ο ΧρiσIός «χονIρéς» ¢υχéς δεν 0éλεi κονIά Tου. H ¢υχή
πρéπεi νo συνéλ0εi πάλi, γio νo γίνεi άÇio Iου ΧρiσIοú, νo µεIoνοήσεi «éως
εµδοµηκονIάκiς επIά». H µεIάνοio η oλη0iνή 0o ¢éρεi Iον oγioσµό. Oχi νo λéεiς
«πάνε Io χρόνio µου χoµéνo, δεν είµoi άÇiος» oλλά µπορείς νo λéεiς «0υµάµoi κi εγ6
Iiς µéρες Iiς oργéς που δεν Çοúσo κονIά σIον Oεό».
ΙγνάIiος ΜπρioνIσioνίνω¢: «Πάσo γoρ εργoσίo σωµoIiκή Iε κoi πνευµoIiκή µη
éχουσo πόνον ή κόπον, ουδéποIε κoρπο¢ορεί Iω IoúIην µεIερχοµéνω, όIi µioσIή
εσIίν η Βoσiλείo Iων ουρoν6ν κoi µioσIoί oρπάÇουσiν oυIήν, µίoν εiπ6ν Iην Iου
σ6µoIος εν πάσiν επίπονον άσκησiν». }239}
ΧρεiάÇεIoi προσοχή κoi προσπά0εio γio νo κoIoνοεί κoνείς oυIά που µελεIάεi
κoi νo Io ενσIερνίÇεIoi. ΑυIός είνoi ο κόπος που 0o κάνεi ο άν0ρωπος. 2Iην κoIάνυÇi
σIην Çéση σIo δάκρυo 0o µπεi µεIά χωρίς νo κοπiάσεi. ΑυIά oκολου0οúν είνoi δ6ρo
Oεοú. O éρωIoς 0éλεi προσπά0εio; }240}
Eγ6 ο κoηµéνος επi0υµ6 ν’ oκοúω Io λόγio Iων ΠoIéρων, Iων oσκηI6ν, Io
λόγio Iης Πoλoiάς κoi Iης Koiνής Aio0ήκης. 2’ oυIά 0éλω νo ενIρυ¢6. ΑυIά
κoλλiεργοúν Iο 0είο éρωIo.
O ΧρiσIός κά0εIoi éÇω oπ’ Iη 0úρo Iης ¢υχής µoς κoi κροúεi γio νo Tου
oνοίÇοµε, µo δεν µπoίνεi µéσo. Aεν 0éλεi νo εκµiάσεi Iην ελευ0ερίo, που ο ίδiος µoς
éχεi δ6σεi. . O ΧρiσIός είνoi ευγενής. 2Iéκεi }241} éÇω oπ’ Iη 0úρo Iης ¢υχής µoς
κoi χIυπάεi oπoλά. Αν Iου oνοίÇοµε, 0o éλ0εi µéσo µoς κoi 0o µoς δ6σεi Io πάνIo,
Iον εoυIό Tου, µυσIiκά, o0όρυµo.
EIοiµάÇεσoi ν’ oποκIήσεiς εκείνo που 0éλεi ο ΧρiσIός, γio νo éλ0εi µéσo σου η
0είo χάρiς, oλλά δεν µπορεί νo µπεi, όIoν δεν υπάρχεi εκείνο που πρéπεi νo éχεi ο
άν0ρωπος. Ποiο είνoi oυIό; Eίνoi η Ioπείνωση. Αν δεν υπάρχεi Ioπείνωση, δεν
µποροúµε ν’ oγoπήσοµε Iον ΧρiσIό. Toπείνωση κoi oνiδiοIéλεio σIη λoIρείo Iου
Oεοú.
Koνείς νo µη σoς µλéπεi κoνείς νo µην κoIoλoµoίνεi Iiς κiνήσεiς Iης λoIρείoς
σoς προς Iο 0είον. Oλ’ oυIά κρυ¢ά, µυσIiκά, σoν Iους oσκηIéς. OυµάσIε που σoς
éχω πεi γio I’ oηδονάκi; ΈIσi γίνεIoi κoi µ’ oυIόν }242} που ερωIεúεIoi Iον ΧρiσIό.
Aµo oγoπάεi, «¢ουσκ6νεi ο λάρυγγoς, πo0oίνεi, µoλλiάÇεi η γλ6σσo».
Έ, όIoν ¢0άσεiς σε µio IéIοio Ioπείνωση κi εÇoνoγκάσεiς Iην χάρi Iου Oεοú
νo κoIοiκήσεi µéσo σου, IόIε Io κéρδiσες όλo. OIoν éχεiς Ioπείνωση, όIoν γίνεiς
oiχµάλωIος Iου Oεοú, oiχµάλωIος µε Iην κoλή éννοio, δηλoδή δοχείο Iης 0είoς
χάρiIος, IόIε µπορείς νo πεiς µε Iον ΑπόσIολο Πoúλο: «Ζω δε ουκéIi εγ6, Çη εν εµοί
ΧρiσIός». Eίνoi πάρo πολú εúκολο νo πρoγµoIοποiη0εί oυIό, νo κάνοµε, δηλoδή oυIά
που 0éλεi ο Oεός. Oχi oπλ6ς εúκολο oλλά ευκολόIoIο. Αρκεί νo κάνοµε Iο άνοiγµo.
OIoν κάνοµε Iο άνοiγµo, γio νo δεχοúµε Iο 0είον, γiνόµoσIε άÇiοi Iου Oεοú, γio νo
εγκú¢εi µéσo µoς ο ΧρiσIός. Koi oν εγκú¢εi µéσo µoς ο ΧρiσIός µoς χoρίÇεi Iην
ελευ0ερίo. Ποú νo µρεiς λéÇεiς γi’ oυIά Io µυσIήρio! Oλο Iο µυσIiκό είνoi η oγάπη, ο
éρωIoς σIον ΧρiσIό. Tο δόσiµο σIον κόσµο Iον πνευµoIiκό. OúIε µονoÇiά νi60εi
κoνείς, οúIε IίποIo. Ζεi µéσo σ’ άλλον κόσµο. Eκεί που η ¢υχή χoίρεIoi, εκεί που
ευ¢ρoίνεIoi, που ποIé δεν χορIoίνεi. }243}
Eίνoi µίo πoνήγυρiς κoi Iο κéνIρο όλης Iης χoράς είνoi Iο πρόσωπο Iου
ΧρiσIοú. Ti είνoi oκρiµ6ς, δεν µποροúµε σIο µά0ος νo Iο κoIoλάµοµε, δiόIi ο Oεός
είνoi άπεiρος, είνoi µυσIήρiο, είνoi σiωπή. O Oεός είνoi πολú µυσIiκός, oλλά υπάρχεi
πoνIοú. Oεό Çοúµε, Oεό oνoπνéοµε, oλλά δεν µποροúµε νo oiσ0oν0οúµε Iο µεγoλείο
Tου, Iην πρόνοiά Tου. 2υχνά κρúµεi Iiς ενéργεiες Iης 0είoς Tου προνοίoς (AOIOΙ
ONTON). OIoν όµως oποκIήσοµε Iην oγίo Ioπείνωση, IόIε Io µλéποµε όλo κi όλo Io
Çοúµε· Çοúµε Iον Oεό ολο¢άνερo κi oiσ0oνόµoσIε Io µυσIήρio Tου. TόIε πio
oρχίÇοµε νo Tον oγoπάµε. Ki oυIό είνoi κάIi που Iο ÇηIάεi Eκείνος. Eίνoi Iο πρ6Iο
που ÇηIάεi γio Iη δiκή µoς ευIυχίo, . }245}
Tο άκρον ε¢εIόν είνoi ο Oεός, ο ΠoIéρoς ο Yiός Iο Aγiον Πνεúµo. +λα τα
)όσ1)α είναι ένα μετα4* το-! και είναι ένα και με τ.ν Εκκλ.σία. }246}
Iio νo µη ÇείIε σIο σκοIάδi, γυρίσIε Iο δioκόπIη Iης προσευχής, 6σIε νo
éλ0εi Iο 0είο ¢ως σIην ¢υχή σoς. Στο 730ο! το- είναι σα! 0α "ανεί ο Χιστό!$
Εκεί& στο 730ο! είναι . Βασιλεία το- (εο*. }249}
H προσευχή γίνεIoi µόνο µε Iο Aγiον Πνεúµo. ΑυIό δiδάσκεi Iην ¢υχή π6ς νo
προσεúχεIoi. . Eµείς δεν χρεiάÇεIoi νo κάνοµε κoµίo προσπά0εio. N’ oπευ0υνόµoσ0ε
σIον Oεό µε ú¢ος Ioπεiνοú δοúλου, µε ¢ωνή πoρoκληIiκή κoi iκεIευIiκή. TόIε η
προσευχή µoς είνoi ευάρεσIη σIον Oεό. . OIoν κiνη0εί γio προσευχή ο νους Iου
oν0ρ6που, σIο δευIερόλεπIο Iου δευIερολéπIου éρχεIoi η 0είo χάρiς. TόIε ο
άν0ρωπος γίνεIoi χoρiIωµéνος κoi µλéπεi µε άλλo µάIio Io πάνIo. Tο πoν είνoi ν’
oγoπήσοµε Iον ΧρiσIό, Iην προσευχή Iη µελéIη.
Πρiν oπ’ Iην προσευχή η ¢υχή πρéπεi νo προεIοiµάÇεIoi µε προσευχή.
Προσευχή γio Iην προσευχή. }250}
2Iην προσευχή µπoίνοµε χωρίς νo Iο κoIoλάµοµε. ΧρεiάÇεIoi νo µρε0οúµε κoi
σε κoIάλληλο κλίµo. . AioµάÇονIoς Iiς ¢oλµωδίες, Iiς oκολου0ίες µε éρωIo, χωρίς
νo Iο κoIoλάµοµε γiνόµoσIε άγiοi. Eυ¢ρoiνόµoσIε µε Io 0είo λόγio. ΑυIή η
ευ¢ροσúνη, oυIή η χoρά είνoi η δiκή µoς προσπά0εio γio νo µποúµε εúκολo σIην
oIµόσ¢oiρo Iης προσευχής, η προ0éρµoνση όπως λéµε.
O ίδiος ο Kúρiος 0o µoς δiδάÇεi Iην προσευχή. Aεν 0o Iη µά0οµε µόνοi µoς,
οúIε άλλος κoνείς 0o µoς Iη µά0εi. Μη λéµε, «éκoνo Iόσες µεIάνοiες, εÇoσ¢άλiσo
I6ρo Iην χάρi», oλλά νo ÇηIάµε νo λάµ¢εi ενIός µoς Iο oκήρoIον }251} ¢ως Iης
0είoς γν6σεως κoi νo oνοίÇεi Io πνευµoIiκά µoς µάIio, γio νo κoIoνοήσοµε Io 0είo
Tου λόγio.
Με Iον Iρόπο oυIό χωρίς νo Iο κoIoλάµοµε oγoπάµε Iον Oεό χωρίς
σ¢iÇίµoIo, προσπά0εio κi oγ6νo. ΑυIά που είνoi δúσκολo σIους oν0ρ6πους γio Iον
Oεό είνoi πολú εúκολo. Tον Oεό 0o Tον oγoπήσοµε Ço¢νiκά όIoν η χάρiς 0o µoς
επiσκiάσεi. Αν oγoπήσοµε πολú Iον ΧρiσIό, η ευχή 0o λéγεIoi µόνη Iης. O ΧρiσIός 0o
είνoi συνεχ6ς σIο µυoλό µoς κoi σIην κoρδiά µoς.
Iio νo µéνοµε, όµως σ’ oυIή Iην κoIάσIoση κoi νo µην Iη χάνοµε, 0éλεi éρωIo
0είο, 0éλεi 0είo ¢λογερή oγάπη σIον ΧρiσIό. O éρως oπευ0úνεIoi σε éνo ον oν6Iερο.
O ερoσIής, ο Oεός, πο0εί Iον ερ6µενο κoi ο ερ6µενος 0éλεi νo ¢0άσεi Iον ερoσIή. O
ερoσIής oγoπάεi Iον ερ6µενο µε µίo 0είo κoi Iελείo oγάπη. O Oεός που oγoπάεi Iον
άν0ρωπο, είνoi oνiδiοIελής.
H oγάπη προς Iον Oεό είνoi oν6Iερη, όIoν εκ¢ράÇεIoi ως ευγνωµοσúνη. Eίνoi
oνάγκη ν’ oγoπάµε, όχi ως κo0ήκον, oλλ’ όπως είνoi η oνάγκη νo Iρ6µε. Πολλéς
¢ορéς εµείς πλησiάÇοµε σIον Oεό oπό oνάγκη ν’ oκουµπήσοµε, επεiδή δεν µoς
oνoπoúουν όλo γúρω µoς κoi νi60οµε ερηµiά. }252}
Μόνος Tου 0o éλ0εi ο ΧρiσIός κoi 0o εγκú¢εi σIην ¢υχή µoς, oρκεί νo µρεi
ορiσµéνo πρoγµoIάκio που νo Tον ευχoρiσIοúν· oγo0ή προoίρεση, Ioπείνωση κoi
oγάπη. Χωρίς oυIά δεν µποροúµε νo ποúµε Iο «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé ελéησόν µε».
Έχοµε, επί πoρoδείγµoIi éνo ρoδiό¢ωνο. OIoν éχοµε σIρoµµéνη Iην κερoίo
σIο σηµείο «1», oς ποúµε, όπου µρίσκονIoi οi πiο πολλοί ποµποί, IόIε oκοúγεIoi η
εκποµπή κoλúIερo. 2Iο σηµείο «2» δεν éχεi Iόσους ποµποúς κoi oκοúγεIoi κάπως
λiγόIερο. 2Iο σηµείο «3» δεν oκοúγεIoi κo0όλου κoλά. Tο ίδiο γίνεIoi κoi σIην
επiκοiνωνίo µε Iο 0είον. OIoν η ¢υχή είνoi σIρoµµéνη σIο «1», η επiκοiνωνίo γίνεIoi
πολú κoλά. ΑυIό ο¢είλεIoi µéµoio σε δúο µoσiκéς προüπο0éσεiς, σIην oγάπη κoi σIην
Ioπείνωση. Με Iiς προüπο0éσεiς oυIéς η ¢υχή επiκοiνωνεί µε Iον Oεό, oκοúεi Iη
¢ωνή Tου, δéχεIoi Iο λόγο Tου, πoίρνεi δúνoµη κoi χάρi 0εïκή, µεIoµορ¢6νεIoi.
2Iρé¢εIoi σIον Oεό µε oπoλό Iρόπο κoi κoIoνúσσεIoi. OIoν υπάρχεi λiγόIερη oγάπη
κoi Ioπείνωση - 0éση «2» - επiκοiνωνοúµε λiγόIερο κoλά µε Iο 0είον. OIoν πάρεi η
¢υχή Iη 0éση «3», δεν γίνεIoi κo0όλου κoλή επiκοiνωνίo, δiόIi είνoi γεµάIη oπό
πά0η, µίση, εχ0ρόIηIες κoi δεν µπορεί νo oνéλ0εi.
Iio νo éλ0εi ο ΧρiσIός µéσo µoς, όIoν Tον επiκoλοúµoσ0ε µε Iο «Kúρiε Ιησοú
ΧρiσIé», πρéπεi η κoρδiά νo είνoi κo0oρή, νo µην éχεi κoνéνo εµπόδiο, νo είνoi
ελεú0ερη oπό µίσος, oπό εγωiσµό, oπό κoκίo. }253}
Αν όµως éχοµε µéσo µoς κάποiο κoIάκρiµo, πάλi υπάρχεi κάποiο µυσIiκό. Koi
Iο µυσIiκό είνoi νo ÇηIήσοµε συγγν6µη ή νo Iο ποúµε σIον πνευµoIiκό. Αλλ’ oυIό
0éλεi Ioπείνωση, .
2ε κo0εIί που συµµoίνεi νo ρίχνεIε Iο µάρος σIον εoυIό σoς. No προσεúχεσ0ε
µε Ioπείνωση, νo µην oυIοδiκoi6νεσ0ε. ΒλéπεIε γio πoράδεiγµo oνIiÇηλίo oπό
oπéνoνIi; Προσευχή εσείς µε oγάπη, γio νo ρίÇεIε oγάπη σIην oνIiÇηλίo. ΑκοúIε
συκο¢oνIίo ενoνIίον σoς; Προσευχη0είIε. ΠροσéχεIε γioIί «κoi 0ρους γογγυσµ6ν
ουκ oποκρúπIεIoi». Ο )ααμικό! 'ο''-σμό! κατ3 το- )λ.σίον ε).ε3,ει τ.ν
E-2# σα! κoi δεν µπορείIε νo προσευχη0είIε. Το Πνε*μα το F'ιον& όταν 7ίσκει
έτσι τ.ν E-2# /εν τολμ3ει να )λ.σι3σει.
Oi προσευχéς µoς δεν εiσoκοúονIoi δiόIi δεν είµoσIε άÇiοi. Πρéπεi νo γίνεiς
άÇiος, γio νo προσευχη0είς. }254}
OIoν IoκIοποiήσεiς όλες Iiς εκκρεµόIηIες κoi εIοiµoσ0είς, IόIε πάεiς κoi
προσ¢éρεiς Iο δ6ρο σου.
AÇiοi γίνονIoi όσοi επi0υµοúν κoi λoχIoροúν νo γίνουν Iου ΧρiσIοú, όσοi
δίνονIoi σIο 0éληµo Iου Oεοú. No µην éχεiς κoνéνo 0éληµo, oυIό éχεi µεγάλη oÇίo,
είνoi Iο πoν. O σκλάµος δεν éχεi 0éληµo. Tο νo µην éχοµε κoνéνo 0éληµo µπορεί νo
γίνεi µ’ éνoν Iρόπο oπoλό· µε Iην oγάπη σIον ΧρiσIό κoi Iην Iήρηση Iων ενIολ6ν
Tου. }255}
Μόνον ο ΧρiσIός µπορεί νo µoς µγάλεi oπ’ Iον κλοiό Iης ερηµiάς. Προσευχή
κoi µεIάνοio κoi ελεηµοσúνη. A6σIε éσIω κi éνo ποIήρi νερό, oν δεν éχεIε χρήµoIo.
Koi νo ÇéρεIε όIi όσο oγiάÇεσ0ε, Iόσο εiσoκοúονIoi οi προσευχéς σoς.
No µην εκµiάÇοµε µε Iiς προσευχéς µoς Iον Oεό. No µη ÇηIάµε oπ’ Iον Oεό νo
µoς oπoλλάÇεi oπό κάIi, oσ0éνεio κ.λπ. ή νo µoς λúσεi Io προµλήµoIά µoς, oλλά νo
ÇηIάµε δúνoµη κoi ενίσχυση oπό Eκείνον, γio νo Io υποµéνοµε. Oπως Eκείνος κροúεi
µε ευγéνεio Iην πόρIo Iης ¢υχής µoς, éIσi κi εµείς νo ÇηIάµε ευγενiκά oυIό που
επi0υµοúµε κi oν ο Kúρiος δεν oπoνIάεi, νo σIoµoIάµε νo Iο ÇηIάµε. OIoν ο Oεός
δεν µoς δίδεi κάIi που επίµονo ÇηIάµε, éχεi Iο λόγο Tου. Έχεi κi ο Oεός Io «µυσIiκά»
Tου. E¢όσον πiσIεúοµε σIην oγo0ή Tου πρόνοio, ε¢όσον πiσIεúοµε όIi Eκείνος
γνωρίÇεi Io πάνIo oπ’ Iη Çωή µoς κi όIi πάνIo 0éλεi Iο oγo0όν, γioIί νo µη δείχνοµε
εµπiσIοσúνη; No προσευχόµoσIε oπλά κoi oπoλά, χωρίς πά0ος κoi εκµioσµό. Eéροµε
όIi πoρελ0όν, πoρόν κoi µéλλον, όλo είνoi γνωσIά, γυµνά κoi IεIρoχηλiσµéνo
εν6πiον Iου Oεοú. . Eµείς νo µην επiµéνοµε· η προσπά0εio κάνεi κoκό oνIί γio κoλό.
Μην κυνηγάµε ν’ oποκIήσοµε oυIό που 0éλοµε, oλλά νo I’ o¢ήνοµε }256} σIο 0éληµo
Iου Oεοú. IioIί όσο Iο κυνηγάµε Iόσο oυIό oποµoκρúνεIoi. Aρo, λοiπόν υποµονή κoi
πίσIη κoi γoλήνη. Ki oν Iο Çεχάσοµε εµείς ο Kúρiος ποIé δεν Çεχνάεi κi oν είνoi γio
Iο κoλό µoς, 0o µoς δ6σεi oυIό που πρéπεi κi όIoν πρéπεi.
Eúκολo ευκολόIoIo ο ΧρiσIός µπορεί νo µoς δ6σεi ό,Ii επi0υµοúµε. Koi
κοiIάÇIε Iο µυσIiκό. Tο µυσIiκό είνoi νo µην Iο éχεIε σIο νου σoς κo0όλου νo
ÇηIήσεIε Iο συγκεκρiµéνο πράγµo. Tο µυσIiκό είνoi νo ÇηIάIε Iην éνωσή σoς µε Iον
ΧρiσIό oνiδiοIελ6ς, χωρίς νo λéIε, «δ6σ’ µου IοúIο, εκείνο .». Eίνoi oρκεIό νo
λéµε, «Kúρiε Ιησοú ελéησόν µε». Aεν χρεiάÇεIoi ο Oεός ενηµéρωση γio Iiς δiά¢ορες
oνάγκες µoς. Eκείνος Io γνωρίÇεi όλo oσυγκρίIως κoλúIερo oπό µoς κoi µoς πoρéχεi
Iην oγάπη Tου. Tο 0éµo είνoi ν’ oνIoποκρi0οúµε σ’ oυIή Iην oγάπη µε Iην προσευχή
κoi Iην Iήρηση Iων ενIολ6ν Tου. No ÇηIάµε νo γίνεi Iο 0éληµo Iου Oεοú· oυIό είνoi
Iο πiο συµ¢éρον Iο πiο oσ¢oλéς γio µoς κoi γio όσους προσευχόµoσIε. O ΧρiσIός 0o
µoς Io δ6σεi όλo πλοúσio. OIoν υπάρχεi éσIω κoi λίγος εγωiσµός δεν γίνεIoi IίποIo.
}256}
OIoν éχοµε µε Iον ΧρiσIό σχéση oπολúIου εµπiσIοσúνης, είµoσIε
ευIυχiσµéνοi, éχοµε χoρά. Έχοµε Iη χoρά Iου Πoρoδείσου. ΑυIό είνoi Iο µυσIiκό. .
«όIi ευρίσκεIoi Iοiς µη πεiράÇουσiν ΑυIόν, εµ¢oνίÇεIoi δε Iοiς µη oπiσIοúσiν ΑυI6».
}258}
ΈIσi ν’ oγωνίÇεσ0ε σIην πνευµoIiκή Çωή, oπλά, oπoλά, χωρίς µίo. Tο oπλό κoi
oπoλό είνoi éνoς oγiόIoIος Iρόπος Iης πνευµoIiκής Çωής, oλλά δεν είνoi δυνoIό νo
Iο µά0εiς éIσi oπ’ éÇω. Πρéπεi µυσIiκά νo µπεi µéσo σου, 6σIε η ¢υχή σου νo
ενσIερνίÇεIoi Iον Iρόπο oυIόν µε Iην χάρi Iου Oεοú. . OIoν Iο 0éλεiς όIoν
εκµiάÇεiς Iο 0είον δεν éρχεIoi. Oo éλ0εi «εν ηµéρo ή ου προσδοκάς κoi εν 6ρo ή ου
γiν6σκεiς». Eδ6 υπάρχεi Iο µυσIήρiο· δεν µπορ6 νo σoς Iο εÇηγήσω. }259}
OIoν χάνεIε Iη 0είo χάρi νo µην κάνεIε IίποIo. No συνεχίÇεIε Iη Çωή σoς κoi
Iον oγ6νo σoς oπλά, oπoλά, 6σπου χωρίς oγωνίo νo éλ0εi πάλi η oγάπη κoi ο
éρωIoς κoi η λoχIάρo σIον ΧρiσIό. Koi IόIε όλo πάνε κoλά. Koi IόIε η χάρiς σoς
γεµίÇεi κoi χoiρόσoσIε. Ένo µυσIiκό είνoi η oκολου0ίες. No επiδίδεσ0ε σε oυIéς κoi η
χάρiς Iου Oεοú µυσIiκά 0o éλ0εi.
No προσεúχεσ0ε σIον Oεό µε oνοiκIά Io χéρio. ΑυIό είνoi Iο µυσIiκό Iων
oγίων. Μόλiς άνοiγoν Io χéρio Iους, Iους επεσκéπIεIο η 0είo χάρiς. Oi ΠoIéρες Iης
Eκκλησίoς χρησiµοποiοúν ως πiο oποIελεσµoIiκή Iη µονολόγiσIη ευχή: «Kúρiε Ιησοú
ΧρiσIé ελéησόν µε». Tο κλεiδί γio Iην πνευµoIiκή Çωή είνoi η ευχή. Tην ευχή δεν
µπορεί κoνείς νo Iη δiδάÇεi, οúIε Io µiµλίo, οúIε ο γéρονIoς, οúIε κoνείς. O µόνος
δiδάσκoλος είνoi η 0είo χάρiς. Αν σoς πω όIi Iο µéλi είνoi γλυκό είνoi ρευσIό είνoi
éIσi κi éIσi, δεν 0o κoIoλάµεIε, oν δεν Iο γευ0είIε. Tο ίδiο κoi σIην προσευχή, oν
σoς πω, «είνoi éIσi, νi60εiς éIσi» κ.λπ. δεν 0o κoIoλάµεIε, οúIε 0o προευχη0είIε,
«εi µη εν Αγίω ΠνεúµoIi».
Μόνο Iο Πνεúµo Iο Aγiον µόνο η χάρiς Iου Oεοú µπορεί νo εµπνεúσεi Iην
ευχή. }260}
Μόλiς oκοúσεIε προσµληIiκό λόγο, λυπάσ0ε κoi µόλiς σoς πουν κoλό λόγο,
χoίρεσ0ε κoi λάµπεIε; Μ’ oυIό δείχνεIε όIi δεν είσIε éIοiµοi, δεν éχεIε Iiς
προüπο0éσεiς. Iio νo éλ0εi η 0είo χάρiς, πρéπεi ν’ oποκIήσεIε Iiς προüπο0éσεiς, Iην
oγάπη κoi Iην Ioπείνωση, δio¢ορεIiκά δηµiουργείIoi oνIίδρoση. Iio νo µπείIε σ’
oυIή Iη «¢όρµo», 0o ÇεκiνήσεIε oπ’ Iην υπoκοή. Πρéπεi πρ6Io νo δο0είIε σIην
υπoκοή, γio νo éλ0εi η Ioπείνωση. ΒλéπονIoς Iην Ioπείνωση, ο Kúρiος σIéλνεi Iη
0είo χάρi κi éπεiIo éρχεIoi µόνη, oµίoσIo η προσευχή. Αν δεν κάνεIε υπoκοή κoi δεν
éχεIε Ioπείνωση, η ευχή δεν éρχεIoi κoi υπάρχεi ¢όµος πλάνης. No εIοiµάÇεσ0ε σiγά
σiγά oπoλά oπoλά κoi νo κάνεIε Iην ευχή µéσo σIο νου. O,Ii είνoi σIο νου, είνoi κoi
σIην κoρδiά.
Μόνο µε Iη 0είo χάρi µπορείς νo προσευχη0είς. Koµίo προσευχή δεν µπορεί νo
γίνεi χωρίς Iη 0είo χάρi. . µόνο ΑυIός που }261} κoIéχεi Iη 0είo σο¢ίo µπορεί νo
δοÇολογήσεi, κo06ς πρéπεi Iον Oεό. Koi ο Kúρiος µόνο δίδεi χάρi προς IοúIο. OIoν
éλ0εi η χάρiς όIoν éλ0εi η oγάπη, λéεiς Iο όνοµo «ΧρiσIός» κoi γεµίÇεi ο νους,
γεµίÇεi κi η κoρδiά. H oγάπη oυIή η λoχIάρo oυIή éχεi κoi µo0µοúς.
Oχi λοiπόν µίo, γio ν’ oποκIήσεiς Iην ευχή. . No Iο κάνεiς oπό oγάπη κi oν ο
Oεός 0éλεi νo σε µάλεi σIην κόλoση, ό,Ii 0éλεi oς κάνεi. }262}
OIoν προχωρήσεiς δεν είνoi η σκé¢η Iης ευχής που oκοúγεIoi σIο νου, oλλά
είνoi κάIi άλλο. Eίνoi κάIi που Iο oiσ0άνεσoi µéσo σου, oλλά χωρίς εσú νo κάνεiς
προσπά0εio. ΑυIό Iο «κάIi» είνoi η 0είo χάρiς που σου χoρίÇεi ο ΧρiσIός.
«KoIoνúIIω» µε µoχoίρi σηµoίνεi «πληγ6νω πολλéς ¢ορéς». Ki όIoν πρόκεiIoi
γio Iην ¢υχή, Iο «κoIoνúIIοµoi» σηµoίνεi όIi κoIoπληγ6νοµoi oπ’ Iην oγάπη Iου
Oεοú. }263}
Aρo κoIάνυÇη είνoi éνoς µo0úς πόνος, Πά0ος iερό.
O ερωµéνος δεν µπορεί νo Çήσεi µoκρiά oπ’ Iο oγoπ6µενο πρόσωπο οúIε
χρεiάÇεIoi νo ¢éρεi Iο πρόσωπο oπ’ Iο νου σIην κoρδiά, oλλά µόλiς δεi Iην ερωµéνη,
σκiρIάεi η κoρδiά Iου. OIoν είνoi µoκρiά κoi Iην σκéπIεIoi, πάλi σκiρIάεi η κoρδiά
Iου. Aεν χρεiάÇεIoi νo κάνεi κoµίo προσπά0εio. ΈIσi κoi µε Iον ΧρiσIό. Αλλ3 7έ7αια
εκεί είναι όλα 0εία$ (είο! έ1!& 0εία α'3).& ό2ι σακικ#$ Είναι #εμ.& αλλ3
και )ιο έντον. )ιο 7α0ι3.
H νοερά προσευχή γίνεIoi µόνο oπό εκείνον που éχεi oποσπάσεi Iην χάρi Iου
Oεοú. }264}
No προσεúχεσ0ε χωρίς νo σχηµoIίÇεIε σIο νου σoς εiκόνες. No µη ¢oνIάÇεσ0ε
Iον ΧρiσIό. Oi ΠoIéρες εIόνiÇoν Iο oνεiκόνiσIον σIην προσευχή. Με Iην εiκόνo
υπάρχεi Iο ευόλiσ0ον, δiόIi ενδéχεIoi σIην εiκόνo νo πoρεµµλη0εί άλλη εiκόνo.
EνδéχεIoi κoi ο πονηρός νo κάνεi πoρεµµολéς κoi νo χάσοµε Iην χάρi.
Με éνoν oπoλό Iρόπο εµείς νo µάλοµε σIο νου µoς Iον ΧρiσIό, λéγονIoς
oπoλά oπoλά: «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé ελéησόν µε». No µη σκéπIεσ0ε IίποIo πoρά µόνο
Io λόγio «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé ελéησόν µε». TίποI’ άλλο. TίποIo. 1ρεµo, µε Io µάIio
oνοiκIά, γio νo µην κiνδυνεúεIε oπό ¢oνIoσίες κoi πλάνες, µε προσοχή κoi o¢οσίωση
νo σIρé¢εσ0ε σIον ΧρiσIό. . Χωρίς Iην χάρi oυIοüπνωIίÇεσoi κoi µπορεί νo πéσεiς
σε ¢6Io κoi πλάνη κoi πoράκρουση. }265}
OúIε νo χρησiµοποiείIε IεχνηIοúς Iρόπους. Aεν χρεiάÇεIoi οúIε µiκρό
σκoµνάκi, οúIε σκú¢iµο Iης κε¢oλής, οúIε κλείσiµο Iων µoIi6ν. . No µη δéνεσ0ε µε
Iον Iόπο. Tο πoν είνoi ο éρωIoς σIον ΧρiσIό. Aµo η ¢υχή σoς επoνoλoµµάνεi µε
λoIρείo µε πό0ο Iiς πéνIε λéÇεiς, «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé ελéησόν µε», δεν χορIoίνεi.
Eίνoi λéÇεiς oχόρIoσIες! 2’ όλη σoς Iη Çωή νo Iiς λéIε. Kρúµουν Iόσους χυµοúς! }
266}
Eκεί όπου λéω Iην ευχή σIο νου µου κoµiά ¢ορά η χoρά µου δυνoµ6νεi κi όIoν
δυνoµ6σεi η χoρά µου λéγονIoς Iο «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé ελéησόν µε», oiσ0άνοµoi Iο
νου µου νo σκiρIάεi µoÇί µε Iην κoρδiά. Aηλoδή oiσ0άνοµoi Iο νου µου νo πé¢Iεi
σIην κoρδiά κi εκεί νi60ω όλη oυIή Iη χoρά, λéγονIoς Iην ευχή. ΑρχίÇω νοερά κoi
µεIά πηγoίνεi µόνος Iου νους µου, όIoν éλ0εi η χoρά. }267}
O νους είνoi που σκéπIεIoi. H κoρδiά δεν σκéπIεIoi. Tο νου νo éχεIε σIον Oεό
κoi η κoρδiά σκiρIάεi oπό χoρά oυ0όρµηIo. KoIoνúσσεIoi. Iio νo éλ0εi ο ΧρiσIός
σIην κoρδiά πρéπεi νo Tον oγoπήσεIε. Iio νo Tον oγoπήσεIε, πρéπεi νo σoς oγoπήσεi
πρ6Io Eκείνος. Πρéπεi πρ6Io ο Oεός νo σoς γνωρίσεi κoi µεIά εσείς. Oo εγκú¢εi κoi
ΑυIός oν εσείς πρ6Io Tου Iο ÇηIήσεIε. Iio νo σoς oγoπήσεi, πρéπεi νo είσIε άÇiοi.
Iio νo είσIε άÇiοi, πρéπεi νo κάνεIε προεIοiµoσίo.
Πρ6Io oπ’ όλo µoκρiά η iδiοIéλεio. H προσευχή πρéπεi νo είνoi oνiδiοIελής.
Oλo νo γίνονIoi µυσIiκά oνiδiοIελ6ς. Aηλoδή νo µη σκéπIεσ0ε πως, oν
συγκενIρω0είIε µε Iο νου, η χάρiς 0o éλ0εi κoi σIην κoρδiά κoi 0o éχεIε κoi
σκίρIηµo. No µην προσεúχεσ0ε µ’ oυIόν Iον υπολογiσµό oλλά µε oπλόIηIo κoi
Ioπείνωση. N’ oποµλéπεIε πάνIοIε σIη δόÇo Iου Oεοú. Ti σoς είπo γio I’ oηδόνi;
Eκείνο ¢άλλεi, χωρίς νo Iο µλéπεi κoνείς. ΈIσi νo είσIε, oνiδiοIελείς. No δίδεσ0ε σIη
λoIρείo Iου Oεοú µυσIiκά.
. «µη γν6Iω η oρiσIερά σου Ii ποiεί η δεÇiά σου». No µην πoίρνεi είδηση ο
κoκός εoυIός. No ÇείIε Iον Πoράδεiσο κoi νo µην Iο γνωρίÇεi ο κoκός εoυIός σoς
κoi Iο ¢0ονήσεi.
ΠροεIοiµoσίo είνoi oκόµη νo µά0εIε νo IηρείIε Iiς ενIολéς Iου Oεοú. No
δi6χνεIε Io πά0η, κoIάκρiση, 0υµό κ.λπ. µ’ éνoν Iρόπο µoλoκό. Aηλoδή νo µη
χIυπάIε oπευ0είoς Iο κoκό, oλλά περi¢ρον6νIoς Iο πά0ος νo σIρé¢εσ0ε µε oγάπη
προς Iον Oεό. N’ oσχολείσ0ε µε Iους úµνους, Io Iροπάρio Iων oγίων, Iων µoρIúρων
κoi Iους ¢oλµοúς Iου Aoµίδ. No µελεIάIε Iην Αγίo Iρo¢ή κoi Iους ΠoIéρες Iης
Eκκλησίoς. Μ’ oυIό Iον Iρόπο η ¢υχή σoς 0’ oπoλúνεIoi, 0’ oγiάÇεIoi, 0o 0εοúIoi, 0o
είνoi éIοiµη ν’ oκοúσεi Iου Oεοú Io µηνúµoIo.
2iγά σiγά 0o σoς επiσκéπIεIoi η χάρiς. Oo µπoίνεIε µες σIη χoρά. O’ oρχίσεIε
νo ÇείIε σIην εiρήνη, οπόIε µεIά 0o γίνεIε πiο δυνoIοί µε Iη 0είo χάρi. Aεν 0o
0υµ6νεIε δεν 0o εκνευρίÇεσ0ε, δεν 0o πoρεÇηγείIε, δεν 0o κoIoκρίνεIε, 0o Iους
δéχεσ0ε όλους µε oγάπη. . H ευχή κo0oρίÇεi Iην ¢υχή κoi κρoIάεi Iο νου. Tο
IελεiόIερο éργο γίνεIoi σI’ άδυIo Iης ¢υχής Iου oν0ρ6που, που είνoi κλεiσµéνo
ερµηIiκά, γνωσIά µόνο σIον Oεό. ΈIσi µλéποµε κάIi Iο συγκλονiσIiκό: oν0ρ6πους
που µεIoµάλλονIoi σε πoiδiά Iου Oεοú, oν κoi é¢0oσoν σIo µά0η Iης
oυIοκoIoσIρο¢ής Iους.
Ki εγ6 ο κoηµéνος σoράµoλο είµoi oυIή Iην προσπά0εio κάνω. Aεν oνoλúοµoi
σε προσευχéς éIσi ¢oνερά, oλλά µυσIiκά προσεúχοµoi. KoIoλάµoIε; ΈρχεIoi η χάρiς
Iου Oεοú κi επiσκiάÇεi κi εσάς. Aίδεi µio δροσiά, µio }269} χάρi κoi σ’ εσάς, που
µéνοµε µoÇί που Iρ6µε µoÇί που συÇηIοúµε που προσευχόµoσIε που oνoσIρε¢όµoσIε
oπλά. KoIoλάµoIε; Μόνον éνoς oπερίσκεπIος, éνoς «χονIρός», που δεν µπόρεσε η
προσευχή νo Iον συγκiνήσεi, µéνεi Çéνος ως προς Iην χάρi. No προσεúχεσ0ε νo σoς
¢oνερ6σεi ο Oεός Io άδηλo. Eίνoi πολλά που δεν Io Çéροµε. No λéIε σIον ΧρiσIό:
«O,Ii 0éλεiς Eσú, ό,Ii 0éλεi η oγάπη 2ου, Kúρiε». Eκείνος 0o σoς οδηγήσεi. 2ε ΑυIόν
ν’ oIενίÇεIε.
Iio ν’ oσχολη0είIε µε Iη νοερά προσευχή oποκλεiσIiκά, πρéπεi νo éχεIε Iην
κo0οδήγηση Iου πνευµoIiκοú. H νοερά προσευχή δεν γίνεIoi χωρίς πνευµoIiκό οδηγό.
Yπάρχεi κίνδυνος η ¢υχή νo πoρoπλoνη0εί. Oéλεi προσοχή. Eκείνος 0o σoς δiδάÇεi νo
µπείIε σIη σεiρά γio Iην ευχή, γioIί oν δεν µπείIε σIη σεiρά υπάρχεi ¢όµος νo δείIε
Iο ¢ως Iο oνIί0εIο, νo ÇείIε σIην πλάνη κoi νo σκοIiσ0είIε, οπόIε IόIε oγρiεúεi
κoνείς, oλλάÇεi Iο ú¢ος Iου κ.λπ. ΑυIός είνoi ο δiχoσµός Iης προσωπiκόIηIος.
EίδoIε πως δηµiουργείIoi η πλάνη; Αν, όµως προχωρείIε σIην ευχή µε Iiς συµµουλéς
Iου γéρονIo, 0o δείIε Iο oλη0iνό ¢ως. }270}
4οµερή πλάνη µπορεί νo δηµiουργη0εί µε Iη νοερά προσευχή. Tiς άλλες Iiς
προσευχéς Iiς κάνοµε κάπως µε Iο µυoλό µoς. Απλά Iiς λéµε κoi Iiς oκοúνε Io’ oυIiά
µoς· éχουν άλλο Iρόπο. Αλλά η νοερά προσευχή είνoi κάIi άλλο. KάIi άλλο που αν σ6
α-τό το νοεό ανα"0εί . έ"εσι! ό2ι α)6 τον καλό εα-τό σο- αλλ3 α)6 τον
3λλο& τον ε'1ιστ#& ο)1σ/#)οτε 06 α2ίσει! να 7λέ)ει! τα "5τα& ό2ι το "1!
το- Χιστο*& ο)1σ/#)οτε 06 α2ίσει! να αισ03νεσαι μια Eε-το2α3$ Αλλ3
έ41 στ. ,1# σο-& στι! σ-ναναστο"έ! σο- 0α είσαι )ιο 3'ιο! και )ιο
0-μ5/.! και )ιο ο'ίλο! και )ιο α'25/.!. Έ, νo λοiπόν Iο γν6ρiσµo Iου
πλoνεµéνου. O πλoνεµéνος δεν δéχεIoi Iην πλάνη Iου. Eίνoi ¢oνoIiσµéνος κoi κάνεi
κoκό. Oπως συµµoίνεi µε Iους ÇηλωIéς, oλλά µε Çήλο ου κoI’ επίγνωσiν. }271}
Tου µίλησε Iόσο ωρoίo ο άγiος Μoκάρiος, που σiγά σiγά άλλoÇε oυIός Iην
πίσIη Iου, éγiνε κoi µονoχός κoi σ60ηκε. Με Iον κoλό Iρόπο µεIéδωσε Iο πνεúµo Iο
κoλό. ΜεIéδωσε Iην άκIiσIο ενéργεio κoi µπήκε σIην ¢υχή Iου εiδωλολάIρη. Eν6 ο
άλλος, ο υποIoκIiκός, µεIéδωσε Iο πνεúµo Iο 0υµ6δες, Iο Ioρoχ6δες, oπ’ oυIό που
είχε µéσo Iου. }272}
Πηγoίνεiς σIον γéρονIo σου λéγεi γio Iη νοερά προσευχή. Πρéπεi νo γνωρίÇεiς
όIi, oν δεν Iη Çεi ο ίδiος, IίποIo δεν 0o κάνεi. OIoν όµως Iην éχεi Çήσεi Iη νοερά
προσευχή κoi Iη Çεi, υπάρχεi éνo µυσIήρiο. Tο µυσIήρiο είνoi όIi Io λόγio Iου Io’
oκοúεi ο δiδoσκόµενος, oλλά µλéπεi κoi Iον Iρόπο, π6ς η κoρδiά Iου oνοίγεi κoi π6ς
µiλάεi µε Iον Oεό νοερ6ς. Tον µλéπεi η ¢υχοúλo Iου. Oχi µόνον, oλλά επiκοiνωνεί
¢υχή µε ¢υχή κoi oiσ0άνεIoi η µίo ¢υχή Iην άλλη. Ni60εi πως δηµiουργείIo η
«¢όρµo» πως δηµiουργείIoi η κoIάσIoσiς oυIή δio Iης 0είoς χάρiIος.
Aεν είνoi oπλό πράγµo. ΑυIό είνoi δiδoσκoλίo. AiόIi λéµε όIi η προσευχή δεν
δiδάσκεIoi, oλλά όνIως δiδάσκεIoi, όIoν Çήσεiς κονIά σε κάποiον, ο οποίος όνIως
προσεúχεIoi. OIoν πάρεiς κoi δioµάσεiς éνo µiµλίο περί προσευχής, ίσως δεν
κoIoλάµεiς IίποIo. OIoν όµως, éχεiς Iον γéρονIo κονIά σου που προσεúχεIoi, ό,Ii
σου πεi γio Iην προσευχή Io κoIoλoµoίνεiς, Io ενσIερνίÇεσoi, µπoίνεiς µéσo σIην
προσευχή, προσεúχεσoi κi εσú χωρίς νo Iο κoIoλάµεiς, επiκοiνωνείς. Aεν είνoi Iο
µiµλίο δεν είνoi η γν6ση, είνoi Iο oίσ0ηµo, είνoi ο Iρόπος, είνoi Iο άνοiγµo, είνoi Iο
oγκάλioσµo. }273}
Μήπως κi oυIό που γίνεIoi κoi σoς µiλάω δεν είνoi κi oυIό µio προσευχή;
Eπεiδή Io λéγω oπ’ Iην κoρδiά µου κoi νi60οµε oυIό Iο σκίρIηµo κi oυIή Iη
λoχIάρo. Αν δεν είνoi éIσi, π6ς εÇηγείIoi που éχοµε Iόση λoχIάρo;
N’ oγoπήσοµε Iον ΧρiσIό. TόIε oπό µéσo µoς 0o µγoίνεi µε λoχIάρo, µε 0éρµη,
µε 0είο éρωIo Iο όνοµo Iου ΧρiσIοú 0o ¢ωνάÇοµε Iο όνοµά Tου µυσIiκά, oλάληIo. .
δεν éκoνo Iο 0éληµo Iου Oεοú oλλά ÇηI6 Iο éλεός Tου.
Ki όIoν λéIε Iην ευχή «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé ελéησόν µε» νo Iη λéIε oργά
Ioπεiνά oπoλά µε 0είο éρωIo. Με γλυκúIηIo νo λéIε Iο όνοµo Iου ΧρiσIοú. No λéIε
µio µio Iiς λéÇεiς. «Kúρiε . Ιησοú . ΧρiσIé . ελéησόν µε» oπoλά Iρυ¢ερά
oγoπηIiκά σiωπηλά µυσIiκά νοερά oλλά κoi µε éÇoρση, }274} µε λoχIάρo µε éρωIo
δίχως éνIoση µίo ή άπρεπη éµ¢oση χωρίς σ¢iÇίµoIo κoi σπρωÇίµoIo. Π6ς
εκ¢ράÇεIoi η µάνo που oγoπάεi Iο πoiδί Iης; . Με λoχIάρo. AoχIάρo! ΑυIό είνoi
όλο Iο µυσIiκό. .
OIoν όµως ερωIευ0είς Iον ΧρiσIό, προIiµάεiς Iη σiωπή κoi Iη νοερά
προσευχή. TόIε πoúουν Io λόγio. Eίνoi η εσωIερiκή σiωπή, η σiγή, που προηγείIoi,
συνοδεúεi κoi oκολου0εί Iη 0είo επίσκε¢η, Iη 0είo éνωση κoi σúγκρoση Iης ¢υχής µε
Iο 0είον. OIoν µρε0είς σ’ oυIή Iην κoIάσIoση δεν χρεiάÇονIoi λόγio. ΑυIό είνoi κάIi
που Iο Çεiς. KάIi που δεν εÇηγείIoi. Μόνο oυIός που Iη Çεi oυIή Iη κoIάσIoση Iην
κoIoλoµoίνεi. Tο oίσ0ηµo Iης oγάπης σε πληµµυρίÇεi, σε εν6νεi µε Iον ΧρiσIό.
IεµίÇεiς oπό χoρά κi oγoλλίoση, που δείχνεi όIi éχεiς µéσo σου Iη 0είo oγάπη, Iην
Iελείo oγάπη. H 0είo oγάπη είνoi oνiδiοIελής, oπλή, oλη0iνή. }275}
O IελεiόIερος Iρόπος προσευχής είνoi ο σiωπηλός. H σiγή. «2iγησάIω πάσo
σάρÇ µροIείo». Eκεί γίνεIoi η 0éωση. Μες σIη σiγή σIη σiωπή σIο µυσIήρiο. Eκεί
γίνεIoi η πiο oλη0iνή λoIρείo. Iio νo ÇήσεIε όµως oυIό πρéπεi νo ¢0άσεIε σε µéIρo.
TόIε Io λόγio υποχωροúν. . Aεν πρéπεi εµείς νo µiλάµε πολú. N’ o¢ήνοµε νo µiλάεi η
χάρiς.
Eίνoi Iόσο γεµάIη η κoρδiά, που oρκεί νo πεiς µio λéÇη, «Ιησοú µου!», κoi
Iéλος κoµίo λéÇη. H oγάπη εκ¢ράÇεIoi κoλúIερo χωρίς λόγio. OIoν µio ¢υχή όνIως
ερωIευ0εί Iον Kúρiο προIiµά Iη σiωπή κoi Iη νοερά προσευχή. H πληµµúρo Iης 0είoς
oγάπης γεµίÇεi Iην ¢υχή oπό χoρά κi oγoλλίoση. }276}
2ηµoσίo σIην προσευχή éχεi όχi η χρονiκή δiάρκεio oλλά η éνIoση. No
προσεúχεσ0ε éσIω κoi πéνIε λεπIά, oλλά δοσµéνo σIον Oεό µε oγάπη κoi λoχIάρo. }
277}
«Eµπόνως κoi ενIόνως» που λéγεi ο άγiος Μoκάρiος. . Μπορεί éIσi νo σήκωνε
Iο χéρi Iου κoi νo éµενε Çερό oπό Iην υπερéνIoση. Tο ίδiο κoi oυIός που κάνεi µίo
κoIάρo κoi σηκ6νεi Iο χéρi ενoνIίον κάποiου µπορεί νo µεIoδ6σεi Iο κoκό. }278}
H προσευχή ω¢ελεί σε όλo, κoi σIo πiο oπλά. Iio πoράδεiγµo, πάσχεiς oπό
oüπνίo· νo µη σκéπIεσoi Iον úπνο. No σηκ6νεσoi, νo µγoίνεiς éÇω κoi νo éρχεσoi πάλi
µéσo σIο δωµάIiο, νo πé¢Iεiς σIο κρεµµάIi σoν γio πρ6Iη ¢ορά, χωρίς νo σκéπIεσoi
oν 0o κοiµη0είς ή όχi. No συγκενIρ6νεσoi, νo λéεiς Iη δοÇολογίo κoi µεIά Iρεiς
¢ορéς Iο «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé .» κi éIσi 0o éρχεIoi ο úπνος.
OIoν είσoi εν προσευχή όλo γίνονIoi όπως πρéπεi. ΠoρoδείγµoIος χάρiν,
πλéνεiς πiάIo κoi δεν σπάÇεiς κoνéνo, δεν κάνεiς Çηµiéς. ΈρχεIoi µéσo σου η χάρiς
Iου Oεοú. OIoν éχεiς Iην χάρi, όλo γίνονIoi µε χoρά, χωρίς κόπο. }280}
OIoν κάνοµε συνéχεio προσευχή, 0o µoς ¢ωIίÇεi ο Oεός Ii νo κάνοµε κά0ε
¢ορά κoi σIiς πiο δúσκολες κoIoσIάσεiς. Oo Iο λéεi ο Oεός µéσo µoς. Oo µρίσκεi
Iρόπους ο Oεός. Μποροúµε µéµoio νo συνδυάÇοµε Iην προσευχή κoi µε νησIείo.
Aηλoδή, όIoν éχοµε éνo σοµoρό πρόµληµo ή δίληµµo, νo προηγείIoi πολλή προσευχή
κoi νησIείo.
OIoν πάλi éχοµε oiIήµoIo γio Iον κόσµο νo Io λéµε µυσIiκά, µε Iην προσευχή
που γίνεIoi «εν Iω κρυπI6» κoi δεν ¢oίνεIoi. H πολλή περίσπoση δεν δiευκολúνεi Iην
προσευχή. Α¢ήσIε Io Iηλé¢ωνo, Iiς επiκοiνωνίες κoi Io πολλά λόγio µε Iους
oν0ρ6πους. Αν ο Kúρiος δεν µοη0ήσεi, Ii κάνουν οi δiκéς µoς προσπά0εiες; Aρo
προσευχή, προσευχή µε oγάπη. KoλúIερo Iους µοη0άµε oπό µoκρiά µε Iην προσευχή.
Tους µοη0άµε µε Iον πiο κoλό, µε Iον πiο Iéλεiο Iρόπο. }281}
EίµoσIε όλοi éνo σ6µo µε κε¢oλή Iον ΧρiσIό. Oλοi είµoσIε Eκκλησίo. H
0ρησκείo µoς oυIό Iο µεγoλείο éχεi, εν6νεi Iον κόσµο νοερ6ς. H δúνoµη Iης
προσευχής είνoi µεγάλη, πολú µεγάλη, κυρίως όIoν γίνεIoi oπό πολλοúς oδελ¢οúς.
2Iην κοiνή προσευχή ενοúνIoi όλοi. No νi60οµε Iον πλησίον µoς σoν Iον εoυIό µoς.
ΑυIό είνoi η Çωή µoς, Iο oγoλλίoµά µoς, ο 0ησoυρός µoς. Oλo είνoi εúκολo εν
ΧρiσI6. O ΧρiσIός είνoi Iο κéνIρο· όλοi συνIρéχουν προς Iο κéνIρο κoi εν6νονIoi εν
ενί πνεúµoIi κoi µio κoρδίo. KάIi IéIοiο συνéµη κoIά Iην ΠενIηκοσIή. }282}
H oγάπη η λoIρείo προς Iον Oεό, η λoχIάρo, η éνωσiς µεIά Iου Oεοú, η éνωσiς
µεIά Iης Eκκλησίoς είνoi ο επί γης Πoράδεiσος. Αν oποσπάσοµε Iη 0είo χάρi, όλo
είνoi εúκολo, χoροúµενo κoi ευλογίo Oεοú.
OIoν éχοµε κάποiο πρόµληµo εµείς ή κάποiος άλλος, νo ÇηIάµε κi oπό άλλους
προσευχéς κoi νo πoρoκoλοúµε όλοi Iον Oεό µε πίσIη κoi oγάπη. No είσIε σίγουροi
όIi ο Oεός ευoρεσIείIoi σ’ oυIéς Iiς προσευχéς κoi επεµµoίνεi κάνονIoς 0oúµoIo.
ΑυIό δεν Iο éχοµε κoIoλάµεi κoλά. Tο πήρoµε éIσi oπλά κoi λéµε: «Kάνε µio
προσευχή γio µéνo».
Πiο πολú 0o προσεúχεσ0ε γio Iους άλλους πoρά γio Iον εoυIό σoς. (α λέτε το
9Κ*ιε Ι.σο* Χιστέ ελέ.σόν με: και 0α έ2ετε μέσα σα! )3ντοτε και το-!
3λλο-!. Oλοi είµoσIε πoiδiά Iου ίδiου ΠoIéρo, είµoσIε όλοi éνo· γi’ oυIό όταν
)οσε-2όμαστε 'ια το-! 3λλο-! λέμε& 9Κ*ιε Ι.σο* Χιστέ ελέ.σόν με:& και
ό2ι 9ελέ.σέ το-!:$ Το-! κ3νομε έτσι ένα με τον εα-τό μα!.
OIoν éχεIε µεγάλη oγάπη κoi oυIή η oγάπη σoς κiνεί σε προσευχή, IόIε Io
κúµoIo Iης oγάπης σoς πηγoίνουν κoi επηρεάÇουν oυIόν γio Iον οποίο
προσεúχεσ0ε }283} κoi δηµiουργείIε γúρω Iου µio oσπίδo προσIoσίoς κoi Iον
επηρεάÇεIε, Iον οδηγείIε προς Iο oγo0όν. ΒλéπονIoς Iην προσπά0εiά σoς ο Oεός
δίδεi πλοúσio Iην χάρi Tου κoi σ’ εσάς κoi σ’ εκείνον. Αλλά πρéπεi νo oπο0άνοµε γio
Iον εoυIό µoς. KoIoλάµoIε;
Eσείς µε Iη σο¢ίo σoς υποδεiκνúεIε εν6 oυIό δεν είνoi κoi Iόσο σωσIό. Tο
µυσIiκό είνoi άλλο, όχi oυIό που 0o ποúµε, που 0o υποδείÇοµε σIους άλλους. Tο
µυσIiκό είνoi η o¢οσίωσή µoς, η προσευχή µoς σIον Oεό, γio νo επiκρoIήσεi oυIό
που πρéπεi σIους oδελ¢οúς µoς µε Iην χάρi Iου Oεοú. ΑυIό είνoi. ΑυIό που εµείς δεν
µποροúµε νo Iο κάνοµε, 0o Iο κάνεi η χάρiς Tου.
Προσεúχοµoi γio Io 0éµoIά σoς, oλλ’ oυIό δεν oρκεί. Πρéπεi η προσευχή µου
νo µρίσκεi κi oπό σoς µio oνIoπόκρiση. }284} O Oεός που σIéλνεi Iην χάρi Tου σ’
εµάς, πρéπεi νo µρεi Iην oγκoλiά µoς oνοiκIή, 6σIε νo Iη δεχ0εί. Ki ό,Ii επiIρé¢εi
Eκείνος 0o είνoi προς ¢υχiκή µoς ω¢éλεio. Oχi όµως, ηµ6ν προσευχοµéνων, υµ6ν δε
κοiµωµéνων.
No προσεúχεσ0ε γio Iην κά0oρση κά0ε oν0ρ6που, γio νo µiµη0είIε Iον
oγγελiκό Iρόπο σIη Çωή σoς. Noi, οι 3''ελοι /εν )οσε*2ονται 'ια τον εα-τό
το-!. Eγ6 éIσi προσεúχοµoi γio Iους oν0ρ6πους, γio Iην Eκκλησίo, γio Iο 26µo Iης
Eκκλησίoς. Tην 6ρo που προσεúχεσ0ε γio Iην Eκκλησίo, oπoλλάσεσ0ε κi oπ’ Io πά0η.
Tην 6ρo που δοÇολογείIε oπoλúνεIoi η ¢υχοúλo σoς κoi oγiάÇεIoi υπό Iης 0είoς
χάρiIος. ΑυIή Iην Iéχνη 0éλω νo µά0εIε. }285}
O Oεός 0éλεi νo οµοiω0οúµε µε Iους oγγéλους. Oi άγγελοi µόνο δοÇολογοúν
Iον Oεό. ΑυIή είνoi η προσευχή Iους, µόνο η δοÇολογίo. Eίνoi λεπIό πράγµo η
δοÇολογίo· Çε¢εúγεi oπ’ Io oν0ρ6πiνo. . H δοÇολογίo είνoi oνiδiοIελής προσευχή. Oi
άγγελοi δεν προσεúχονIoi, γio νo κερδίσουν κάIi, είνoi oνiδiοIελείς. O Oεός éδωσε
κoi σ’ εµάς oυIή Iη δυνoIόIηIo, oν είνoi η προσευχή µoς µio δioρκής δοÇολογίo,
προσευχή oγγελiκή. Eδ6 µρίσκεIoi Iο µεγάλο µυσIiκό. OIoν µποúµε σ’ oυIή Iην
προσευχή 0o δοÇάÇοµε Iον Oεό συνεχ6ς o¢ήνονIoς Io όλo σ’ ΑυIόν, όπως εúχεIoi η
Eκκλησίo µoς: «. πάσoν Iην Çωήν ηµ6ν ΧρiσI6 Iω Oε6 πoρo06µε0o». ΑυIά είνoi Io
«oν6Iερo µo0ηµoIiκά» Iης 0ρησκείoς µoς! }286}
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥGΑΤΙΚΟΥ ΑΓCΝΟΣ
Είναι ένα μ-στ#ιο ο 3ν01)ο!$ Φέομε μέσα μα! κλ.ονομι3 αι5ν1ν&
όλο το καλό )ο- 7ι50.κε oπό Iους προ¢ήIες, Iους oγίους, Iους µάρIυρες, Iους
oποσIόλους και κ-ί1! α)ό τον Κ*ιο .μ5ν Ι.σο* Χιστό· αλλ3 ε)ίσ.! και το
κακό )ο- -)32ει στον κόσμο α)ό το- Α/3μ μέ2ι σ#μεα. +λα είναι μέσα
μα!& και τα ένστικτα και τα )3ντα& και ,.το*ν ικανο)οί.σ.. Αν /εν τα
ικανο)οι#σομε& κ3)οτε 0α εκ/ικ.0ο*ν& εκτό! και τα /ιο2ετε*σομε αλλο*&
στο αν5τεο& στον (εό.
Ii’ oυIό πρéπεi νo oπο0άνοµε κoIά Iον πoλoiό άν0ρωπο κoi νo ενδυ0οúµε Iον
νéο. ΑυIό οµολογοúµε µε Iο µυσIήρiο Iου µoπIίσµoIος. Με Iο µάπIiσµo µπoίνοµε
σIη χoρά Iου ΧρiσIοú. . AεúIερο µάπIiσµo είνoi η εÇοµολόγηση µε Iην οποίo
γίνεIoi η κά0oρση oπό Io πά0η, η oπονéκρωση. }289} ΈIσi éρχεIoi η 0είo χάρiς
µéσω Iων µυσIηρίων.
Tο Πνεúµo Iο Aγiον µoς Io δiδάσκεi όλo. Μoς oγiάÇεi. Μoς 0ε6νεi. OIoν éχοµε
Iο Πνεúµo Iου Oεοú, γiνόµoσIε oνίκoνοi προς κά0ε oµoρIίo, κo0iσIάµε0o oνίκoνοi
προς Iο oµoρIάνεiν. OIoν éχοµε Iο Aγiον Πνεúµo, δεν µποροúµε νo κάνοµε Iο κoκό.
Aεν µποροúµε νo 0υµ6σοµε, νo µiσήσοµε, νo κoκολογήσοµε, δεν, δεν, δεν .
No γίνοµε γεµάIοi, éµπλεοi Αγίου ΠνεúµoIος. Eδ6 éγκεiIoi η ουσίo Iης
πνευµoIiκής Çωής. ΑυIό είνoi η Iéχνη. Téχνη Iεχν6ν. Ας oνοίÇουµε Io χéρio κi oς
ρiχ0οúµε σIην oγκoλiά Iου ΧρiσIοú. OIoν éλ0εi ο ΧρiσIός, κερδίσoµε Iο πoν. O
ΧρiσIός 0o µεIoποiήσεi Io πάνIo µéσo µoς. Oo ¢éρεi Iην εiρήνη, Iη χoρά, Iην
Ioπείνωση, Iην oγάπη, Iην προσευχή, Iην oνάIoση. H χάρiς Iου ΧρiσIοú 0o µoς
oνoκoiνίσεi. Αν σIρo¢οúµε σ’ ΑυIόν µε πό0ο, µε λoχIάρo, µε o¢οσίωση, µε éρωIo, ο
ΧρiσIός 0o µoς Io δ6σεi όλo.
Χωρίς Iον ΧρiσIό είνoi oδúνoIο νo δiορ06σοµε Iον εoυIό µoς, δεν 0o
µπορéσοµε ν’ oποδεσµευ0οúµε oπ’ Io πά0η, Μόνοi µoς δεν µποροúµε νo γίνοµε κoλοί.
«Χωρίς εµοú ου δúνoσ0ε ποiείν ουδéν». Oσο κi oν προσπo0ήσοµε IίποIo δεν 0o
επiIúχοµε. Ένo πρéπεi νo κάνοµε, νo σIρo¢οúµε σ’ Eκείνον κoi νo Tον oγoπήσοµε «εÇ
όλης Iης ¢υχής». H oγάπη σIον ΧρiσIοú· µόνο oυIή είνoi η κoλúIερη 0ερoπείo Iων
πo06ν. }290}
O Oεός éχεi µάλεi µio δúνoµη µéσo σIην ¢υχή Iου oν0ρ6που. Απ’ oυIόν
εÇoρIάIoi π6ς Iη δiοχεIεúεi, γio Iο κoλό ή γio Iο κoκό. Αν Iο κoλό Iο πoροµοiάσοµε
µε oν0όκηπο γεµάIο λουλοúδio, δéνIρo κoi ¢υIά, εν6 Iο κoκό µε oγκά0io κoi Iη
δúνoµη µε νερό, IόIε µπορεί νo συµµεί Iο εÇής: όIoν Iο νερό Iο δiοχεIεúσοµε προς
Iον oν0όκηπο, IόIε όλo Io ¢υIά oνoπIúσσονIoi πρoσiνίÇουν oν0ίÇουν ÇωογονοúνIoi·
Iην ίδio σIiγµή Io’ oγκά0io επεiδή δεν ποIίÇονIoi µoρoίνονIoi χάνονIoi. Koi Iο
oνIί0εIο.
Aεν χρεiάÇεIoi, λοiπόν νo oσχολείσ0ε µε Io oγκά0io. Μην κoIoπiάνεσ0ε µε Iην
εκδίωÇη Iου κoκοú. ΈIσi µoς 0éλεi ο ΧρiσIός, νo µην oσχολοúµoσIε µε Io πά0η κoi
µε Iον oνIί0εIο. KoIευ0úνεIε Iο νερό, δηλoδή όλη Iη δúνoµη Iης ¢υχής σoς προς Io
λουλοúδio κoi 0o χoίρεσ0ε Iην οµορ¢iά Iην ευωδίo Iη δροσiά Iους.
Aεν γίνεσ0ε άγiοi κυνηγ6νIoς Iο κoκό. Α¢ήσIε Iο κoκό. No κοiIάÇεIε προς Iον
ΧρiσIό κi ΑυIός 0o σoς σ6σεi. ΑνIί νo σIéκεσ0ε éÇω oπ’ Iην πόρIo κoi νo δi6χνεIε
Iον εχ0ρό περi¢ρονήσIε Iον. ΈρχεIoi oπό δω Iο κoκό; Aο0είIε µε Iρόπο oπoλό oπό
κεi. Aηλoδή éρχεIoi νo σoς προσµάλεi Iο κoκό, εσείς δ6σIε Iην εσωIερiκή σoς
δúνoµη σIο κoλό, σIον ΧρiσIό. ΠoρoκoλéσIε: «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé ελéησόν µε». Eéρεi
Eκείνος π6ς νo σoς ελεήσεi, µε Ii Iρόπο. Ki όIoν γεµίÇεIε oπ’ Iο κoλό, δεν
σIρé¢εσ0ε πio προς Iο κoκό. Iίνεσ0ε µόνοi σoς, µε Iην χάρi Iου Oεοú, κoλοί. Που νo
µρεί Iόπο IόIε Iο κoκό; EÇo¢oνίÇεIoi!
Oλo συν ΧρiσI6 είνoi δυνoIά. Ποú είνoi ο κόπος κoi η προσπά0εio γio νo γίνεiς
κoλός; To πράγµoIo είνoi oπλά. }291} Oo κoλείIε Iον Oεό κi Eκείνος 0o µεIoµάλλεi
Io πράγµoIo προς Iο κoλό. Αν δ6σεIε σ’ Eκείνον Iην κoρδiά σoς, δεν 0o µείνουν
περi06ρio γio Io άλλo. OIoν ενδυ0είIε Iον ΧρiσIό, δεν 0o κάνεIε κoµίo προσπά0εio
γio Iην oρεIή. Eκείνος 0o σoς Iηνε δ6σεi. 2oς πiάνεi ¢οµίo κi oπογοήIευση;
2Iρo¢είIε σIον ΧρiσIό. ΑγoπήσIε Tον oπλά, Ioπεiνά, χωρίς oπoίIηση κoi 0o σoς
oπoλλάÇεi ο ίδiος. No σIρo¢είIε προς Iον ΧρiσIό κoi νo πείIε µε Ioπείνωση κoi
ελπίδo σoν Iον oπόσIολο Πoúλο: «Tiς µε ρúσεIoi εκ Iου σ6µoIος Iου 0oνάIου
IοúIου;». Oo κiνη0είIε λοiπόν προς Iον ΧρiσIό κi Eκείνος oµéσως 0o éλ0εi. Αµéσως
0o ενεργήσεi η χάρiς Tου.
ΈIσi ν’ oγωνίÇεσ0ε σIην πνευµoIiκή Çωή, oπλά, oπoλά, χωρίς µίo. H ¢υχή
oγiάÇεIoi κoi κo0oίρεIoi µε Iη µελéIη Iων λόγων Iων ΠoIéρων, µε Iην oποσIή0iση
¢oλµ6ν, oγiογρo¢iκ6ν χωρίων, µε Iην ¢oλIiκή, µε Iην ευχή.
. Eίνoi δúο δρόµοi που µoς οδηγοúν σIον }292} Oεό, ο σκληρός κoi
κουρoσIiκός µε Iiς άγρiες επi0éσεiς κoIά Iου κoκοú κoi ο εúκολος µε Iην oγάπη.
Yπάρχουν πολλοί που δiάλεÇoν Iο σκληρό δρόµο κoi «éχυσoν oίµo γio νo λάµουν
Πνεúµo», 6σπου é¢0oσoν σε µεγάλη oρεIή. Eγ6 µρίσκω όIi πiο σúνIοµος κoi
σίγουρος δρόµος είνoi oυIός µε Iην oγάπη. ΑυIόν ν’ oκολου0ήσεIε κi εσείς.
ΜπορείIε δηλoδή νo κάνεIε άλλη προσπά0εio. No µελεIάIε κoi νo προσεúχεσ0ε
κoi νo éχεIε ως σIόχο νo προχωρήσεIε σIην oγάπη Iου Oεοú κoi Iης Eκκλησίoς. Μην
πολεµάIε νo δi6ÇεIε Iο σκοIάδi oπ’ Iο δωµάIiο Iης ¢υχής σoς. ΑνοίÇIε µio
IρυπίIσo, γio νo éλ0εi Iο ¢ως, κoi Iο σκοIάδi 0o ¢úγεi. Tο ίδiο iσχúεi κoi γio Io πά0η
κoi Iiς oδυνoµίες. No µην Io πολεµάIε, oλλά νo Io µεIoµορ¢6νεIε σε δυνάµεiς
περi¢ρον6νIoς Iο κoκό. No κoIoγίνεσ0ε µε Io Iροπάρio, Iους κoνόνες, Iη λoIρείo
Iου Oεοú, Iο 0είο éρωIo. . No δioµάÇεIε µε χoρά κoi oγάπη κoi oγoλλίoση. OIoν
δο0είIε σ’ oυIή Iην προσπά0εio µε λoχIάρo, η ¢υχή σoς 0’ oγiάÇεIoi µε Iρόπο
oπoλό, µυσIiκό, χωρίς νo Iο κoIoλoµoίνεIε. }293}
. Aεν χρεiάÇεIoi οúIε Iον δiάµολο νo ¢οµάσ0ε, οúIε Iην κόλoση, οúIε IίποIo.
Aηµiουργοúν oνIίδρoση. Έχω κi εγ6 µio µiκρή πείρo σ’ oυIά. O σκοπός δεν είνoi νo
κά0εσ0ε, νo πλήIIεIε κoi νo σ¢ίγγεσ0ε γio νo µελIiω0είIε. O σκοπός είνoi νo ÇείIε,
νo µελεIάIε, νo προσεúχεσ0ε, νo προχωράIε σIην oγάπη, σIην oγάπη Iου ΧρiσIοú,
σIην oγάπη Iης Eκκλησίoς.
ΑυIό είνoi Iο άγiο κoi ωρoίο που ευ¢ρoίνεi κo oπoλλάσσεi Iην ¢υχή oπό κά0ε
κoκό, η προσπά0εio νo ενω0εί κoνείς µε Iον ΧρiσIό. N’ oγoπήσεi Iον ΧρiσIό, νo
λoχIoρήσεi Iον ΧρiσIό .
Tiς oδυνoµίες o¢ήσIε Iiς όλες, γio νo µην πoίρνεi είδηση Iο oνIί0εIο πνεúµo
κoi σoς µουIάεi κoi σoς κo0ηλ6νεi κoi σoς µάÇεi σIη σIενοχ6ρio. No µην κάνεIε
κoµiά προσπά0εio ν’ oπoλλoγείIε oπ’ oυIéς. N’ oγωνίÇεσ0ε µε }294} oπoλόIηIo κoi
oπλόIηIo, χωρίς σ¢ίÇiµο κoi άγχος. Μη λéIε: «T6ρo 0o σ¢iχI6, 0o κάνω προσευχή ν’
oποκIήσω oγάπη, νo γίνω κoλός κ.λπ.» Aεν είνoi κoλό νo σ¢ίγγεσoi κoi νo πλήIIεiς,
γio νo γίνεiς κoλός. ΈIσi 0’ oνIiδράσεIε χεiρόIερo. Oλo νo γίνονIoi µε oπoλό Iρόπο,
oµίoσIo κi ελεú0ερo. OúIε νo λéIε: «Oεé µου, oπάλλoÇé µε oπ’ oυIό», πoρoδείγµoIος
χάρiν, Iο 0υµό, Iη λúπη. Aεν είνoi κoλό νo προσευχόµoσIε ή κoi νo σκεπIόµoσIε Iο
συγκεκρiµéνο πά0ος· κάIi γίνεIoi σIην ¢υχή µoς κoi µπλεκόµoσIε oκόµη
περiσσόIερο. PίÇου µε ορµή γio νo νiκήσεiς Iο πά0ος κoi 0o δεiς IόIε π6ς 0o σ’
oγκoλiάσεi, 0o σε σ¢ίÇεi κoi δεν 0o µπορéσεiς IίποIo νo κάνεiς.
Μην πολεµάIε oπευ0είoς Iον πεiρoσµό, µην πoρoκoλείIε νo ¢úγεi, µη λéIε:
«Πoρ’ Iον Oεé µου!» TόIε Iου δίνεIε σηµoσίo κi ο πεiρoσµός σ¢ίγγεi. IioIί πoρόλο
που λéIε «πάρ’ Iον, Oεé µου», µoσiκά Iον 0υµάσIε κoi Iον υπο0άλπεIε περiσσόIερο.
H δiά0εση γio oπoλλoγή, µéµoio, 0o υπάρχεi oλλά 0o είνoi πάρo πολú µυσIiκή κoi
λεπIή, χωρίς νo ¢oίνεIoi. Oo γίνεIoi µυσIiκά. Oυµη0είIε εκείνο που λéγεi η Αγίo
Iρo¢ή: «Μη γν6Iω η oρiσIερά σου Ii ποiεί η δεÇiά σου». Oλη η δúνoµη σoς νo
σIρé¢εIoi σIην oγάπη Iου Oεοú, σIη λoIρείo Tου, σIην προσκόλληση σ’ ΑυIόν. ΈIσi
η oπoλλoγή oπ’ Iο κoκό κoi Iiς oδυνoµίες 0o γίνεIoi µυσIiκά, χωρίς νo πoίρνεIε
είδηση, χωρίς κόπο.
ΑυIή Iην προσπά0εio κάνω κi εγ6. Βρήκo όIi είνoi ο κoλúIερος Iρόπος
oγioσµοú, oνoίµoκIος. Aηλoδή, }295} νo ρίχνοµoi σIην oγάπη, µελεI6νIoς Iους
κoνόνες, Io Iροπάρio, Iους ¢oλµοúς. ΑυIή η µελéIη κi ενIρú¢ηση, χωρίς νo Iο
κoIoλάµω, πηγoίνεi Iο νου µου προς Iον ΧρiσIό κoi γλυκoίνεi Iην κoρδiά µου.
Ii’ oυIό εγ6 προIiµ6 Iον «εúκολο δρόµο», δηλoδή oυIό Iον Iρόπο που Iον
πεIυχoίνοµε µε Iη µελéIη Iων κoνόνων Iων oγίων. . Koλό είνoi νo κάνοµε oυIή Iην
«κλοπή». No κάνοµε κi εµείς ό,Ii éκoνoν εκείνοi. ΑυIοί ρίχ0ηκoν σIην oγάπη Iου
ΧρiσIοú. Έδωσoν όλη Iην κoρδiά Iους. No κλé¢οµε Iον Iρόπο Iους. }296}
H πνευµoIiκή εργoσίo που κάνεIε σIo µά0η Iης ¢υχής σoς νo γίνεIoi µυσIiκά
νo µη γίνεIoi oνIiληπIή όχi µόνο oπ’ Iους άλλους oλλά οúIε κi oπό σoς Iους ίδiους.
. ΧρεiάÇεIoi Iéχνη γio νo µην πoίρνεi είδηση ο πoλoiός. ΧρεiάÇεIoi Iéχνη κoi
κυρίως η χάρiς Iου Oεοú.
Yπάρχουν µερiκά µυσIiκά. Tο Eυoγγéλiο κoi ο ίδiος ο ΧρiσIός µoς προIρéπεi
π6ς πρéπεi νo προλoµµάνοµε ορiσµéνo πράγµoIo που 0o µoς δυσκολεúσουν σIον
oγ6νo µoς. . Iio πoράδεiγµo 0éλεIε νo γευ0είIε µio χoρά oπ’ Iον Oεό; Ποiο είνoi
εδ6 Iο µυσIiκό; ΈσIω κi oν Iην πiσIεúεIε κi oν Iη ÇηIάIε Iη χoρά κoi λéIε, «δεν
µπορεί πoρά νo µου Iήνε δ6σεi ο Oεός», Eκείνος δεν Iη δίδεi. Koi oiIίo είσIε εσείς οi
ίδiοi. Oχi όIi ο Oεός δεν 0éλεi νo Iη δ6σεi oυIή Iη χoρά, oλλά όλο Iο µυσIiκό είνoi η
δiκή µoς oπλόIης κoi oπoλόIης. OIoν λείπεi η oπλόIης κoi λéIε, «0o κάνω oυIό κi ο
Oεός 0o µου δ6σεi oυIό που ÇηI6, 0o κάνω εκείνο, 0o κάνω Iο άλλο .» δεν γίνεIoi.
Noi νo κάνω IοúIο Iο άλλο oλλά µε Iόση µυσIiκόIηIo, µε IόIη oπλόIηIo, }297} µε
Iόση oπoλόIηIo, 6σIε κi εγ6 ο ίδiος που Iο ÇηIάω νo µην Iο πoίρνω είδηση.
Απλά, oπoλά 0o κάνεIε Iο κo0εIί. Aεν 0o κάνεIε IίποIo µε σκοπiµόIηIo. No µη
λéIε, «0o Iο κάνω éIσi, γio νo éλ0εi oυIό Iο oποIéλεσµo», oλλά 0o Iο κάνεIε éIσi
oπoλά, χωρίς νo Iο ÇéρεIε. Aηλoδή προσεúχεσ0ε oπλά κoi δεν σκéπIεσ0ε Ii 0o
χoρίσεi ο Oεός µες σIην ¢υχή σoς. Aεν κάνεIε υπολογiσµοúς. EéρεIε, µéµoio, Ii
χoρίÇεi ο Oεός σIην επo¢ή µoÇί Tου, oλλά είνoi σoν νo µην ÇéρεIε. No µην Iο
συÇηIάIε οúIε µε Iον εoυIό σoς. ΈIσi όIoν λéIε Iην ευχή, «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé
ελéησόν µε» νo Iη λéIε oπoλά, oπλά κoi νo µη σκéπIεσ0ε IίποI’ άλλο πoρά µόνο Iην
ευχή. ΑυIά είνoi πολú λεπIά πράγµoIo κoi χρεiάÇεIoi νo επενεργήσεi η χάρiς Iου
Oεοú.
H κoρδiά σoς νo είνoi oπλή όχi δiπλή κoi oνεiλiκρiνής· oγo0ή κi όχi πονηρή κoi
iδiοIελής.
O oγo0ός, ο κoλοκάγo0ος, oυIός που δεν éχεi πονηροúς λογiσµοúς, ελκúεi Iην
χάρi Iου Oεοú. Kυρίως η oγo0όIηIo κoi η oπλόIηIo ελκúουν Iην χάρi Iου Oεοú· είνoi
οi προüπο0éσεiς, γio νo éλ0εi ο Oεός κoi «µονήν ευρήσεi». Αλλά πρéπεi νo γνωρίÇεi ο
oγo0ός κoi Iiς πονηρiéς Iου δioµόλου κoi Iων oν0ρ6πων, δiόIi πολú 0o
IoλoiπωρείIoi. Αλλi6ς 0o éπρεπε νo Çεi σε κοiνωνίo oγγéλων. }298}
ΑπλόIηIo κoi oγo0όIηIo. ΑυIό είνoi Iο πoν, γio ν’ oποκIήσεIε Iη 0είo χάρi.
Πόσo µυσIiκά υπάρχουν σIην Αγίo Iρo¢ή! «KoκόIεχνος ¢υχή» είνoi η κoκο¢Iioγµéνη,
η κoκοχIiσµéνη ¢υχή, oυIή που κoIoσκευάÇεi Iο κoκό. OúIε εiσéρχεIoi οúIε, πολú
περiσσόIερο κoIοiκεί η 0είo σο¢ίo σε µio IéIοio ¢υχή. Oπου υπάρχεi δio¢0ορά κoi
δολiόIηIo, δεν εiσéρχεIoi η χάρiς Iου Oεοú. }299}
No ερευνάIε πόσες ¢ορéς λéεi η Αγίo Iρo¢ή µίo λéÇη, γio πoράδεiγµo Iη λéÇη
«oπλόIηIo», κoi πόσες Iην άλλη. 4ως ΧρiσIοú 0o πληµµυρίσεi Iην ¢υχή σoς.
ΑυIό Iο ¢ως είνoi Iο άκIiσIο ¢ως Iου ΧρiσIοú. Aµo oποκIήσοµε oυIό Iο ¢ως,
0o γνωρίσωµε Iην oλή0εio. Koi η oλή0εio είνoi ο Oεός. O Oεός Io γνωρίÇεi όλo. Ii’
ΑυIόν είνoi όλo γνωσIά ¢ωIεiνά. O κόσµος είνoi éργο Oεοú. ΑυIόν Iον κόσµο ο Oεός
Iον ¢ωIίÇεi µε Iο άκIiσIον ¢ως Tου. O Oεός είνoi ¢ως ο ίδiος. Eίνoi ¢ως δiόIi
γνωρίÇεi Iον εoυIό Tου. Eµείς δεν γνωρίÇοµε Iον εoυIό µoς, γi’ oυIό είµoσIε σIο
σκόIος. OIoν o¢ήσοµε Iο ¢ως νo µoς δioποIίσεi, IόIε éχοµε κοiνωνίo µε Iον Oεό. Αν
oυIό δεν γίνεi, IόIε éχοµε άλλo ¢6Io, χίλio ¢6Io oλλά δεν éχοµε Iο ¢ως. OIoν
είµoσIε ενωµéνοi µoÇί Tου, ο ΧρiσIός µoς κάνεi ¢ωIεiνοúς. Tο ¢ως Iο µéγo Iο
προσ¢éρεi σIον κo0éνo µoς. Μoκάρi νo Iο δεχόµoσIε. TόIε oποκIοúµε κoi πίσIη πiο
µo0iά κoi συµµoίνεi oυIό που λéεi Iο κείµενο Iης 2ο¢ίoς 2ολοµ6νIος: «εµ¢oνίÇεIoi
Iοiς µη oπiσIοúσiν ΑυI6».
2’ oυIοúς που δυσπiσIοúν, oµ¢iµάλλουν κi oµ¢iσµηIοúν κoi Io σκéπIονIoi
µόνο µε Iη λογiκή κoi δεν είνoi oνοiκIοί }300} σIον Oεό, ο Oεός δεν εµ¢oνίÇεIoi. 2ε
κλεiδωµéνες ¢υχéς ο Oεός δεν εiσéρχεIoi, δεν εκµiάÇεi δεν πoρoµiάÇεi. ΑνIί0εIo, σ’
oυIοúς που éχουν πίσIη oπλη χωρίς δioκυµάνσεiς, ο Oεός εµ¢oνίÇεIoi κoi χoρίÇεi Iο
άκIiσIον ¢ως Tου. Tο δίδεi πλοúσio κoi σIην εδ6 Çωή κoi πολú περiσσόIερο σIην
άλλη.
Μη νοµίÇεIε όµως όIi όλοi εδ6 µλéπουν Iο ίδiο κo0oρά Iο ¢ως Iης oλη0είoς.
Ko0éνoς Iο µλéπεi oνάλογo µε Iην ¢υχή Iου, µε Iο πνεúµo Iου, µε Iη µόρ¢ωσή Iου,
µε Iην ¢υχiκή Iου κoIάσIoση. KoIoλάµoIε; Βλéπουν γio πoράδεiγµo πολλοί µio
εiκόνo όµως δεν éχουν όλοi όσοi Iη µλéπουν Io ίδio συνoiσ0ήµoIo. ΈIσi είνoi κoi Iο
0είον ¢ως. Tο oλη0iνό ¢ως δεν λάµπεi σ’ όλες Iiς oν0ρ6πiνες κoρδiéς Iο ίδiο.
Aηλoδή Iο ίδiο λάµπεi ο ήλiος ο ¢υσiκός oλλά σIο σπίIi που είνoi µoúρo Io IÇάµio
Iου, λίγο περνάνε oπό κεi οi oκIίνες. KoIoλάµoIε;
Ακόµη κoi σIους oγίους µoς κoi σIους προ¢ήIες συνéµoiνε oυIό Iο πράγµo. Ki
oυIοί oκόµη, oνάλογo µε Iην κo0oρόIηIά Iους, oiσ0άνονIoν Iο ¢ως Iο 0είον.
No éχεIε συνéχεio Iη µνήµη Iου Oεοú. ΈIσi ο νους σoς 0o oποκIήσεi
ευλυγiσίo. H ευλυγiσίo Iου νου éρχεIoi }301} oπ’ Iην εγρήγορση. Eγρήγορση είνoi ο
éρως γio Iον Oεό. Eίνoi νo éχεiς πάνIo σIο νου κoi σIην κoρδiά σου Iον ΧρiσIό
éσIω κi oν κάνεiς άλλες δουλεiéς. Oéλεi éρωIo προς Iον ΧρiσIό λoχIάρo.
Αν ÇείIε µéσo σIην 0είo χάρi, δεν 0o σoς προσµάλλεi Iο κoκό. Αν δεν ÇείIε Iο
0είον, 0o σoς κυκλ6νεi Iο κoκό, 0o σoς πiάσεi η νω0ρόIης κoi 0o πoiδεúεσ0ε. Aµo
µλéπεIε νω0ρόIηIo ο άν0ρωπος δεν είνoi κoλά σIην ¢υχή. . Oi νω0ροί οi οκνηροί οi
Iεµπéληδες δεν είνoi ενIάÇεi oπéνoνIi Iου Oεοú. . O Oεός δεν µoς 0éλεi νω0ροúς.
Péµπελo 0o ÇείIε; «EÇéχoσo νo κάνω oυIή Iη δουλεiά, πoρoδείγµoIος χάρiν, νo
κλείσω Iην πόρIo, όIoν µγήκo oπ’ Iο δωµάIiο». Ti 0o πεi «εÇéχoσo»; No 0υµη0είς!
No προσéÇεiς! Eν6 η πολλή προσπά0εio, η κίνηση, ο κόπος, η δράση είνoi oρεIή. O
σωµoIiκός κόπος είνoi oγ6νoς, oγ6νoς πνευµoIiκός. Oσο oπερίσκεπIοi είσIε Iόσο
0o µoσoνίÇεσ0ε. ΑνIί0εIo όσο ευλoµείς κoi προσεκIiκοί Iόσο ευIυχείς. }302}
2Iο Aγiον Oρος σIο κελλί που éχω, η πόρIo éχεi µio πoλiά µπεIοúγio. Πρéπεi
νo Iην πiéσεi κoνείς γio ν’ oνοίÇεi κoi IόIε κάνεi éνoν πολú δυνoIό 0όρυµο. Kά0ε
¢ορά που ερχόIoν κάποiος κoi Iην πoIοúσε, η µπεIοúγio éκoνε «κράoooκ!». 2ε εκoIό
µéIρo oκουγόIoν ο 0όρυµος. Aεν µποροúσoν ν’ oνοίÇουν χωρίς νo κάνουν 0όρυµο.
Eν6 ήIoν εúκολο κoi Iους Iο éδεiÇo κoi δοµίµoσoν, κoi πάλi éκoνoν 0όρυµο.
ΑυIά Io πράγµoIo ¢oίνονIoi oπλά, oλλά éχουν σχéση µε όλη µoς Iη Çωή. Oσο
πλησiάÇεIε Iον Oεό, Iόσο είσIε πiο προσεκIiκοί, χωρίς νo Iο επiδi6κεIε, σε όλo Io
πράγµoIo oλλά κoi σIo πνευµoIiκά. ΠροσéχονIoς γio Iην ¢υχή σoς, γίνεσ0ε µε Iη
0είo χάρi πiο éÇυπνοi. ΈχεIε εργoσ0εί σIη Çωή σoς χωρίς λογiσµοúς; Aεν κάνεIε
λά0η. H χάρiς Iου Oεοú σoς σκεπάÇεi.
O χρiσIioνός δεν πρéπεi νo είνoi νω0ρός δεν πρéπεi νo κοiµάIoi. Πέ)ει&
ό)ο- κι αν )3ει και με τ.ν )οσε-2# το- και με τ. "αντασία το- να )ετ3ει.
Koi πράγµoIi δúνoIoi ο χρiσIioνός που oγoπάεi Iον Oεό νo πεIάεi µε Iη ¢oνIoσίo
Iου. No πεIάεi µες σI’ άσIρo µες σI’ άπεiρo µες σIο µυσIήρiο µες σIην oiωνiόIηIo
µες σIον Oεό. No είνoi υ¢iπεIής. No προσεúχεIoi κoi νo oiσ0άνεIoi όIi γίνεIoi κoi
oυIός Oεός κoIά χάρiν. Να 'ίνεται )ο*)ο-λο και να )ετ3ει με τ. σκέE. το-$
Και . σκέE. το- /εν είναι μία σκέτ. "αντασία$ Α-τό )ο- λέμε 9)ετ3ει: /εν
είναι "αντασία& είναι )α'ματικότ.τα& ό2ι "αντασιο)λ.4ία$ Ο 2ιστιανό!
/εν ,ει στα σ*ννε"α& ό)1! λέμε σ-ν#01!$ Σ-λλαμ73νει τ.ν )α'ματικότ.τα
και τ#νε ,ει. ΑυIά που δioµάÇεi }303} σIο Eυoγγéλiο κoi σIους ΠoIéρες τα
ενστενί,εται& τα ,ει& μ)αίνει στι! λε)τομέειε!& τα εμ7α0*νει& τα κ3νει
7ι5ματα. IίνεIoi λεπIός δéκIης Iων µηνυµάIων Iου Oεοú.
Μéσo µoς éχοµε δúο κόσµους, Iον κoλό κoi Iον κoκό. Koi οi δúο oυIοί oνIλοúν
Iη δúνoµη oπό µίo πηγή. H δúνoµη oυIή είνoi σoν Iην µπoIoρίo. Αν µάÇεi Iην πρίÇo
σIην µπoIoρίo ο κoκός, µoς οδηγεί σIην κoIoσIρο¢ή. Αν, όµως, Iηνε µάλεi ο κoλός,
IόIε όλo είνoi σIη Çωή µoς ωρoίo, γoλήνio, 0είo. Αλλά η ίδio δúνoµη Iρο¢οδοIεί Iον
κoλό ή Iον oνIί0εIο εoυIό µoς. Kά0ε ¢ορά είµoσIε oiχµάλωIοi σ’ éνo oπό Io δúο, ή
σIο κoλό ή σIο κoκό.
Ki όIoν γίνεi κoνείς oiχµάλωIος Iου κoλοú, IόIε δεν µπορεί νo κoκολογήσεi,
δεν µπορεί νo µiσήσεi, δεν µπορεί νo πεi ¢éµoIo. Aεν µπορεί κoi νo 0éλεi oκόµη. }
304} Π6ς νo éλ0εi σIην ¢υχή Iου ο πονηρός νo Iου ¢éρεi oπελπiσίo, oπογοήIευση,
νω0ρόIηIo κoi Io IοioúIo; H 0είo χάρiς Iον γεµίÇεi κi εκείνo δεν éχουν Iη δúνoµη νo
µποúνε µéσo. Aεν µποροúν νo µποúνε, όIoν Iο δωµάIiό Iου είνoi γεµάIο oπό ¢ίλους
Iου πνευµoIiκοúς, που είνoi µéσo σIον oi0éρo, µéσo σIο άπεiρο -εννο6 Iους
oγγéλους, Iους oγίους, Iους µάρIυρες κoi κυρίως Iον ΧρiσIό. Tο oνIί0εIο συµµoίνεi
όIoν γίνεi κoνείς oiχµάλωIος Iου πoλoiοú oν0ρ6που. TόIε κoIéχεIoi υπό Iου κoκοú
πνεúµoIος κoi δεν µπορεί νo κάνεi Iο κoλό, γεµίÇεi κoκίες, κoIoκρίσεiς 0υµοúς κ.λπ.
OIoν σoς προσµάλλεi Iο κoκό, νo éχεIε ευλυγiσίo κoi νo σIρé¢εσ0ε σIο κoλό.
Tο κά0ε κoκό νo Iο µεIoσIρé¢εIε νo Iο µεIoσIοiχεi6νεIε νo Iο µεIoµάλλεIε σε
κoλό. H µεIoσIοiχείωσiς oυIή γίνεIε µε Iην χάρi. . Iio νo γίνεi oυIό ο άν0ρωπος
πρéπεi νo éχεi δο0εί «εÇ όλης ¢υχής κoi εÇ όλης κoρδίoς» σIον ΧρiσIό.
Oυµη0είIε Iον πρωIοµάρIυρo 2Ié¢oνο. KoIείχεIο υπό Iου Oεοú κoi εν6
εδi6κεIο κoi ελi0οµολείIο, éλεγε γio Iους δi6κIες Iου: «Kúρiε, µη σIήσης oυIοίς
Iην oµoρIίoν IoúIην .». IioIί ¢éρ0ηκε éIσi ο Aγiος 2Ié¢oνος; }305} ΑπλοúσIoIo,
γioIί δεν µποροúσε νo κάνεi oλλi6ς. 1Ioν oiχµάλωIος Iου κoλοú. NοµίÇεIε, είνoi
εúκολο νo ρίχνουν πάνω σoς σωρό Iiς πéIρες; Iio νo σου ρίÇουν κoµiά πéIρo! Koλός,
κoλός, oλλά άµo σου éλ0εi η πéIρo, «ά!» 0’ oρχίσεiς νo ¢ωνάÇεiς, «πoλiόπoiδο!»
κ.λπ. ΑυIό δείχνεi όIi πo0oίνοµε κoIάλη¢η oπό Iο κoκό πνεúµo. Koi IόIε ποú νo µπεi
ο ΧρiσIός, ποú νo σIo0εί; Eίνoi όλo µéσo µoς κoIεiληµµéνo. Μόλiς, όµως µποúµε
σIην πνευµoIiκή Çωή, µόλiς µποúµε σIον ΧρiσIό oλλάÇουν όλo. Koi κλéπIης νo ήIoν
κoνείς, πoúεi νo κλéµεi, κoi ¢ονiάς, πoúεi νo είνoi ¢ονiάς, κoi oiµοµόρος κoi κoκός
κoi µνησίκoκος . Πoúουν όλo. Πoúεi η oµoρIίo κoi Çεi ο ΧρiσIός.
Koi ο άν0ρωπος σήµερo oυIό ÇηIάεi. Koi πoίρνεi Io δηληIήρio κoi Io
νoρκωIiκά, γio νo éλ0εi σε κόσµους χoράς· oλλά ¢εúIiκης χoράς. KάIi oiσ0άνεIoi
εκείνη Iη σIiγµή κoi oúρiο είνoi Iσoκiσµéνος. Tο éνo Iον Iρίµεi Iον Iρ6εi, Iον
IσoκίÇεi, Iον ¢ήνεi. Eν6 Iο άλλο δήλoδή Iο δόσiµο σIον ΧρiσIό, Iον Çωογονεί, Iου
δίνεi Iη χoρά, Iον κάνεi νo χoίρεIoi Iη Çωή, νo νi60εi δúνoµη, µεγoλείο. }306}
Eίνoi µεγάλη Iéχνη νo Io κoIo¢éρεIε νo oγioσ0εί η ¢υχή σoς. ΠoνIοú µπορεί
ν’ oγiάσεi κoνείς. Koi σIην Oµόνοio µπορεί ν’ oγiάσεi, oν Iο 0éλεi. 2Iην εργoσίo σoς,
όποio κi oν είνoi, µπορείIε νo γίνεIε άγiοi. Με Iην πρoόIηIo, Iην υποµονή, Iην
oγάπη. No µάÇεIε κά0ε µéρo νéo σεiρά, νéo δiά0εση, µε εν0ουσioσµό κoi oγάπη,
προσευχή κoi σiωπή. Oχi νo éχεIε άγχος κoi νo σoς πονάεi Iο σIή0ος.
2υµµoίνεi γio πoράδεiγµo νo σoς oνo0éIουν εργoσίες πéρoν Iων ορίων Iων
κo0ηκόνIων σoς. Aεν είνoi σωσIό ν’ oνIiδράIε ή νo εκνευρίÇεσ0ε κoi νo
δioµoρIúρεσ0ε. ΑυIéς οi Ioρoχéς ¢éρνουν κoκό σIον άν0ρωπο. No Io 0εωρείIε όλo
σoν ευκoiρίες oγioσµοú. . µπορείIε ωσIόσο νo πείIε µε ευγéνεio µéµoio:
«2υγχωρéσIε µε, δεν }307} 0o µπορéσω νo κάνω oυIή Iην εργoσίo». Αλλά µπορείIε
κoi νo µη µiλήσεIε κoi νo σoς µγεi σε κoλό όλος oυIός ο κόπος.
Aοúλευo σ’ όλo µε επiµéλεio κoi χωρίς oνIίρρηση. Έπo0o κoνéνo κoκό;
No εργάÇεσ0ε µε εγρήγορση, oπλά, oπoλά, χωρίς oγωνίo, µε χoρά κi
oγoλλίoση, µε oγo0ή δiά0εση. TόIε éρχεIoi η 0είo χάρiς. }308}
2υµµoίνεi πολλéς ¢ορéς νo oiσ0άνεIoi κoνείς υπερµολiκή σIενοχ6ρio γio Iην
κoIάσIoση Iου κόσµου. Να -)ο"έει )ο- 7λέ)ει ότι το 0έλ.μα το- (εο* /εν
'ίνεται σ#μεα α)6 το-! αν05)ο-! # κι α)6 τον ί/ιο. No πονάεi µε Iον πόνο Iο
σωµoIiκό κoi Iον ¢υχiκό Iων άλλων. H ευoiσ0ησίo oυIή είνoi δ6ρο Iου Oεοú. 2Iiς
γυνoίκες Iη συνoνIάµε συχνόIερo. Oi ¢υχéς που éχουν oυIή Iη λεπIόIηIo είνoi
iδioίIερo δεκIiκéς σIo µηνúµoIo κoi σIη 0éληση Iου Oεοú. Α-τέ! οι ε-αίσ0.τε!
E-2έ! έ2ο-ν τ. /-νατότ.τα να )ο21#σο-ν )ολ* στ.ν εν Χιστ5 ,1#, δiόIi
oγoπάνε Iον Oεό κoi δεν 0éλουν νo Tον λυπήσουν. Bιατέ2ο-ν όμ1! έναν κίν/-νο.
Αν δεν δ6σουν σIον ΧρiσIό µε εµπiσIοσúνη Iη Çωή Iους, είνoi δυνoIόν το )ον.ό
)νε*μα να εκμεταλλε-0εί τ. λε)τότ.τ3 το-! και να τι! ο/.'#σει σε λ*). και
σε α)ελ)ισία.
Η ε-αισ0.σία /εν έ2ει /ιό01σ.. Μπορεί µόνο νo µεIoσχηµoIiσ0εί, νo
µεIoποiη0εί, νo µεIoIρoπεί, νo µεIoµορ¢ω0εί, νo µεIoσIοiχεiω0εί, νo γίνεi oγάπη,
χoρά, 0είo λoIρείo. Π6ς; Gε τ. στο"# )ο! τα 3ν1. Να στέEετε τ.ν κ30ε
0λίE. στ. 'ν5σ. το- Χιστο*& στ.ν α'3). Το-& στ. λατεία Το-. Ki ο
ΧρiσIός που συνεχ6ς περiµéνεi µε λoχIάρo νo µoς µοη0ήσεi, 0o σoς δ6σεi Iην χάρi
Tου κoi Iη δúνoµή Tου κoi 0o µεIoIρé¢εi Iη 0λί¢η σε χoρά, σε oγάπη γio Iους
oδελ¢οúς, σε λoIρείo προς Iον ίδiο. ΈIσi 0o ¢úγεi Iο σκοIάδi. }309}
Μην κοiIάÇεIε oυIό που σoς συµµoίνεi, oλλά νo κοiIάÇεIε Iο ¢ως, Iον ΧρiσIό,
όπως Iο πoiδί κοiIάÇεi Iην µηIéρo Iου, όIoν κάIi Iου συµµεί. Oλo νo Io µλéπεIε
χωρίς άγχος, χωρίς σIενοχ6ρio, χωρίς πίεση, χωρίς σ¢ίÇiµο. Aεν είνoi oνάγκη νo
προσπo0είIε κoi νo σ¢ίγγεσ0ε. Oλη σoς η προσπά0εio νo είνoi ν’ oIενίσεIε προς Iο
¢ως, νo κoIoκIήσεIε Iο ¢ως. ΈIσi, oνIί νo δίδεσ0ε σIη σIενοχ6ρio, που δεν είνoi
Iου ΠνεúµoIος Iου Oεοú, 0o δίδεσ0ε σIη δοÇολογίo Iου Oεοú.
Oλo Io δυσάρεσIo που µéνουν µéσo σIην ¢υχή σoς κoi ¢éρνουν άγχος, µποροúν
νo γίνουν o¢ορµή γio Iη λoIρείo Iου Oεοú κoi νo πoúσουν νo σoς κoIoπονοúν. No
éχεIε εµπiσIοσúνη σIον Oεό. TόIε ÇενοiάÇεIε κoi γίνεσ0ε όργoνά Tου.
Oλo νo Io’ oνIiµεIωπίÇεIε µε oγάπη, µε κoλοσúνη, µε πρoόIηIo, µε υποµονή
κoi µε Ioπείνωση. Να είστε 732οι$ +λα να 4εσ)3νε )3ν1 σα! και σαν τα
κ*ματα να '-ί,ο-ν )ίσ18 εσεί! να είστε ατ3α2οι. Αλλά 0o πείIε: «Έ, γίνεIε
oυIό;». Noi, µε Iην χάρi Iου Oεοú γίνεIoi πάνIοIε. Αν Io πoίρνοµε oν0ρ6πiνo, δεν
γίνεIoi. }310}
. '-μναστικ# είναι 'ια μα! όλε! οι αντι/3σει! το- )ει73λλοντο! και
οι /-σκολίε! '*1 μα!$ Γ-μν3,ομε τον εα-τό μα! )3ν1 στ.ν -)ομον#& στ.ν
κατεία.
-EIοúIη εδ6 η γυνoίκo σου, σ’ oγoπάεi πολú.
-Noi, oλλά µου κάνεi oυIά .
-2ου Io κάνεi oυIά γio νo σ’ oγiάσεi, oλλά εσéνo δεν κόµεi Iο µυoλό σου.
EÇοργίÇεσoi κoi, oνIί ν’ oγiάÇεiς, κολάÇεσoi.
Αν είχε όµως υποµονή κoi Ioπείνωση, δεν 0o éχoνε Iiς ευκoiρίες Iου oγioσµοú.
Eίνoi µεγάλο πράγµo, µεγάλη oρεIή η υποµονή. O ΧρiσIός είπε: «Aµo δεν éχεIε
υποµονή, 0o χάσεIε Iiς ¢υχéς σoς· γio νo Iiς κερδίσεIε, πρéπεi νo éχεIε υποµονή». H
υποµονή είνoi oγάπη, χωρίς oγάπη δεν µπορείς νo éχεiς υποµονή. Eίνoi όµως κoi 0éµo
πίσIεως. 2Iην πρoγµoIiκόIηIo, είµoσIε άπiσIοi, γioIί δεν Çéροµε π6ς Io ¢éρνεi ο
Oεός κoi µoς oπoλλάσεi oπ’ Iiς δυσκολίες κoi Iiς σIενοχ6ρiες. No πoρoκoλάIε Iην
Πoνoγίo: }311}
«2Iρé¢ον Iον κοπεIόν εiς χoράν,
εiς ευ0υµίoν δε Iο πéν0ος µεIάµoλε,
Iον 0ρήνον εiς ευ¢ροσúνην κoi oγoλλίoσiν νυν,
OεοIόκε µόνη πoνIευλόγηIε».
H δiά0εση ν’ oγoπήσοµε Iον Oεό éχεi µéσo Iης κoi κάποiον πόνο. OIoν 0éλοµε
νo Çήσοµε πνευµoIiκά, πονάµε, δiόIi πρéπεi νo κόµοµε κά0ε δεσµό που µoς εν6νεi µε
Iην úλη. OIoν όµως 0éλοµε νo iκoνοποiήσοµε Iον εoυIό µoς ή Iους άλλους, oυIό που
δίνοµε είνoi µio oγάπη, µίo ενéργεio· είνoi µίo δúνoµη Iης ¢υχής µoς, που µéρος Iο
«Çοδεúοµε» κi εκεί. (έλει )οσο2#& τι τ34. και σει3 0α 73λομε στ. ,1# μα!&
'ια )οιόν 0α 'ίνει το 9έ4ο/ο:.
Η 0λίE.& . κατ3 (εόν& έ2ει μέσα τ.! 2α3$ Πο21εί κανεί! εμ)ό!
ε4αιτία! τ.!$ Bεν α"#νει μέσα το- τ.ν κατ30λιE.& )ο- "0είει τ.ν E-2#.
OIoν υπάρχεi Ioπείνωση, δεν υπάρχεi κoIά0λi¢η. O εγωiσIής σIενοχωρiéIoi πολú µε
Iο κo0εIί. O Ioπεiνός είνoi ελεú0ερος κoi oνεÇάρIηIος oπ’ όλους κi oπ’ όλo. ΑυIό
γίνεIoi µόνο µε Iην éνωση µε Iον ΧρiσIό. Oλες οi oiσ0ήσεiς νo λεiIουργοúν σúµ¢ωνo
µε Iο νόµο Iου Kυρίου. Να είστε έτοιμοι να κεν10είτε στον ο)οιον/#)οτε$
Α-τό είναι ελε-0εία$ +)ο- α'3). εκεί ελε-0εία. Ζ6νIoς µéσo σIην oγάπη Iου
Oεοú, ÇείIε µéσo σIην ελευ0ερίo. }312}
Πολλοί άν0ρωποi κoi µάλiσIo χρiσIioνοί, δεν δéχονIoi κo0όλου Iην úπoρÇη
Iου δoίµονo. Tο δoiµόνiο όµως δεν µπορείς νo Iο oρνη0είς. ΠiσIεúω όIi υπάρχεi
δiάµολος κoi λéω µάλiσIo όIi, oν µγάλουµε oπ’ Iο Eυoγγéλiο Iην πίσIη σIην úπoρÇη
Iου δioµόλου Ii γίνεIoi; Πάεi Iο Eυoγγéλiο. . Aεν µποροúµε ν’ oγνοήσοµε Iην
úπoρÇη Iου δioµόλου, Iου οποίου Io éργo ήλ0ε νo κoIoργήσεi ο ΧρiσIός.
Eγ6 όµως σoς λéγω, oνIί ν’ oσχολείσ0ε µε Iον δiάµολο κoi Iiς πονηρίες Iου,
oνIί ν’ oσχολείσ0ε µε Io πά0η, νo σIρo¢είIε σIην oγάπη Iου ΧρiσIοú. }313}
Eδ6 0oυµάÇεi κoνείς Iο πνεúµo Iου ποiηIή. ΒάÇεi Iéχνη σIη δοµή Iου
Iροπoρίου, δηλoδή πλοκή, πλοκή λόγου. EίδoIε Ii λéεi; ΠροσéχεIε Iην κά0ε λéÇη.
«Πλάνης µηχoνήµoIo». .
O σoIoνάς ¢Iiάχνεi Iο µηχoνiσµό Iης πλάνης. Χωρίς νo Iο κoIoλάµοµε εµείς ο
πονηρός ¢Iiάχνεi πoγίδες. Με Iη λoχIάρo γio Iον ΧρiσIό η δúνoµη Iης ¢υχής ¢εúγεi
oπ’ Iiς πoγίδες κoi πάεi σIον ΧρiσIό. Aλλο πράγµo oυIό. Πiο ευγενéς. Tο νo µάχεσoi
Iον εχ0ρό σου είνoi µio προσπά0εio µε σπρωÇίµoIo κoi πίεση. 2Iην oγάπη Iου
ΧρiσIοú όµως δεν υπάρχουν σπρωÇίµoIo. Eδ6 η δúνoµη Iης ¢υχής µεIoποiείIoi
χωρίς κόπο. Aεν πρéπεi ν’ oνIiδράIε µε Io ίδio όργoνo. Αδio¢ορήσIε! ΑυIή η
oδio¢ορίo προς Iον εχ0ρό είνoi µεγάλη Iéχνη. Téχνη Iεχν6ν. IίνεIoi µόνο µε Iη 0είo
χάρi. H oνIiµεI6πiση Iου κoκοú µε Iην χάρi Iου Oεοú γίνεIoi oνoίµoκIo κoi
oκοπίoσIo. Χωρίς σπρ6Çiµο κoi χωρίς σ¢ίÇiµο.
Ti είπoµε; Aεν είπoµε όIi ο δiάµολος είνoi πολυµήχoνος; Oi µηχoνiσµοί Iου
δioµόλου είνoi πονηροί. Tρόµος! IioυIό πρéπεi κi εµείς νo ¢Iiάχνοµε ευσεµείς
µηχoνiσµοúς oµúνης,χωρίς πονηρίo, γio νo κoIoσIρé¢οµε Iη δúνoµη Iων δiκ6ν Iου
πoγίδων. }314}
OIoν νIυ0οúµε Iην πoνοπλίo Iου Oεοú, Io πάνIo 0o κoIορ06σοµε· κoi µάλiσIo
πολú εúκολo. Eίνoi εúκολo όλo, όIoν µποúµε σIη 0είo χάρi. TόIε είµoσIε πiο
ελεú0εροi, πiο δυνoIοί. Μoς προσIoIεúεi η 0είo χάρiς. Αν oγωνiσ0οúµε ερωIευ0οúµε
Iον ΧρiσIό, IόIε oποκIοúµε Iη 0είo χάρi. Oπλiσµéνοi µε Iη 0είo χάρi, δεν δioIρéχοµε
κίνδυνο κi ο δiάµολος µoς µλéπεi κoi ¢εúγεi.
Κι ε'5 ο κα.μένο! ο τα)εινό! α)ό μικό! έτσι ε'α,όμο-ν κι έ21 μια
μικ# )εία$ Bεν #0ελα να σκέ)τομαι τι! )α'ί/ε!& α/ια"οο*σα. 2Iην oρχή,
όµως, Çεκίνησo oλλi6ς. Eoπλωνόµουν κάIω κi éλεγo όIi είµoi πε0oµéνος. ΒίoÇo Iον
εoυIό µου µε Iη µίo Iου 0oνάIου. Aoίµονες éρχονIoν κoi µες σIο ¢όµο éλεγo: «Έχε
µνήµην 0oνάIου δio πoνIός, éχε µνήµην κολάσεως». To πoράIησo. To είχo Çήσεi κi
εκείνo. Koλά είνoi κi εκείνo γio Iους oρχoρίους. Αλλά «ο ¢οµοúµενος ου IεIελείωIoi
εν Iη oγάπη».
Iρά¢εi ο iερός ΑυγουσIίνος: «Aioλογiσµοί µε oπoσχολοúν κoi µπλéκοµoi σε
συÇηIήσεiς». ΒλéπεIε, εδ6 οµiλοúσε ο πoλoiός άν0ρωπος µε Iον νéο, µε Iον κoIά
ΧρiσIόν άν0ρωπο. Έκoνε συÇήIηση. Eµéνo δεν µου oρéσεi }315} νo συÇηI6 µε Iον
πoλoiό άν0ρωπο. Aηλoδή µε Iρoµάεi oπό πίσω, oπ’ Iο ράσο, oλλ’ oµéσως oνοίγω Io
χéρio προς Iον ΧρiσIό κi éIσi Iον περi¢ρον6 µε Iη 0είo χάρi, δεν Iον σκéπIοµoi.
Oπως Iο µωρό πoiδί oνοίγεi Io χéρio κoi πé¢Iεi σIην oγκoλiά Iης µάνoς Iου, éIσi
κάνω κi εγ6. Eίνoi µυσIήρiο, δεν Çéρω oν κoIoλoµoίνεIε Iη λεπIόIηIo Iου 0éµoIος.
OIoν προσπo0είIε ν’ oπο¢úγεIε Iον πoλoiό άν0ρωπο χωρίς Iην χάρi, Iον ÇείIε. Με
Iην χάρi, όµως, δεν σoς oπoσχολεί πio. Yπάρχεi σIο µά0ος. Oλo µéνουν µéσo µoς κoi
Io άσχηµo δεν χάνονIoi. Με Iην χάρi όµως µεIουσi6νονIoi, µεIoποiοúνIoi,
µεIoσIοiχεi6νονIoi. «1νo Iον πoλoiόν oπο0éµενοi άν0ρωπον, Iον νéον ενδυσ6µε0o
κoi 2οi Çήσωµεν, Iω ηµεIéρω AεσπόIη», δεν λéγεi σIην ευχή Iης ενάIης 6ρoς;
O ΧρiσIός 0éλεi νo ενω0οúµε µoÇί Tου κoi περiµéνεi éÇω oπ’ Iην πόρIo Iης
¢υχής µoς. Από µoς εÇoρIάIoi νo δεχ0οúµε Iη 0είo χάρi. Μόνο η 0είo χάρiς µπορεί νo
µoς oλλάÇεi. Eµείς IίποIo δεν µποροúµε µόνοi µoς. H χάρiς όλo 0o µoς Io δ6σεi.
Eµείς νo προσπo0οúµε νo µεi6νοµε Iον εγωiσµό κoi Iη ¢iλoυIίo µoς. No είµoσIε
Ioπεiνοί. No δο0οúµε σIον ΧρiσIό κi όλo ¢εúγουν Io oνIiδρoσIiκά, σωµoIiκά κoi
¢υχiκά. }316}
Εν5 )5τα #ταν ανίκανο! (ο oπόσIολος Πoúλος) να κ3νει το καλό& μετ3
έ'ινε ανίκανο! να κ3νει το κακό$ Bεν μ)οο*σε /εν το #0ελε.
Με Iη 0είo χάρi Io πάνIo είνoi κoIορ0ωIά. Με Iη 0είo χάρi οi µάρIυρες Iου
ΧρiσIοú δεν κoIoλάµoiνoν Iους πόνους, που προÇενοúσoν Io µoρIúρio. Με Iη 0είo
χάρi όλo γίνονIoi oν6δυνo. ΑυIόν Iον Iρόπο Iον oπoλό νo χρησiµοποiείIε. Μην
oγωνίÇεσ0ε νo δi6ÇεIε Iο σκοIάδi, Iο κoκό. Aεν πεIυχoίνεIε IίποIo χIυπ6νIoς Iο
σκοIάδi. Βρίσκεσ0ε σIο σκοIάδi κoi 0éλεIε νo oπoλλoγείIε; Eσείς Ii κάνεIε;
Ai6χνεIε µε δúνoµη Iο σκοIάδi, Iο χIυπάIε, oλλ’ oυIό δεν ¢εúγεi. OéλεIε ¢ως;
ΑνοίÇIε µio IρυπίIσo κoi 0o éλ0εi µio oκIίνo Iου ήλiου, 0o éλ0εi Iο ¢ως. ΑνIί νo
δi6χνεIε Iο σκοIάδi, oνIί νo δi6χνεIε Iον εχ0ρό, νo µην µπεi }317} µéσo σoς,
oνοίÇIε Io χéρio σIην oγκάλη Iου ΧρiσIοú. ΑυIός είνoi ο πiο Iéλεiος Iρόπος, νo µην
πολεµάIε, δηλoδή, oπευ0είoς Iο κoκό, oλλά ν’ oγoπήσεIε Iον ΧρiσIό, Iο ¢ως Tου,
κoi Iο κoκό 0o υποχωρήσεi. }318}
Tο σπουδoiόIερο όπλο κoIά Iου δioµόλου είνoi ο Tίµiος 2Ioυρός, που Iον
Iρéµεi. O σIoυρός όµως, νo γίνεIoi σωσIά.
H επiκοiνωνίo µε Iον ΧρiσIό όIoν γίνεIoi oπλά, oπoλά, χωρίς πίεση κάνεi Iον
δiάµολο νo ¢εúγεi. O σoIoνάς δεν ¢εúγεi µε πίεση, µε σ¢ίÇiµο. ΑποµoκρúνεIoi µε Iην
πρoόIηIo κoi Iην προσευχή. Yποχωρεί όIoν δεi Iην ¢υχή νo Iον περi¢ρονεί κoi νo
σIρé¢εIoi µε oγάπη προς Iον ΧρiσIό. Tην περi¢ρόνηση δεν µπορεί νo Iην υπο¢éρεi,
δiόIi είνoi υπερόπIης. OIoν όµως πiéÇεσ0ε Iο κoκό πνεúµo σoς πoίρνεi είδηση κoi
σoς πολεµάεi. Μην oσχολείσ0ε µε Iον δiάµολο, οúIε νo πoρoκoλείIε νo ¢úγεi. Oσο
πoρoκoλείIε νo ¢úγεi, Iόσο σoς oγκoλiάÇεi. Tον δiάµολο νo Iον περi¢ρονείIε. No µην
Iον πολεµάIε κoIά µεI6πον. OIoν πολεµάς µε πείσµo κoIά Iου δioµόλου, επiIί0εIoi
κi εκείνος σoν Iίγρiς, σoν oγρiόγoIo. OIoν Iου ρίχνεiς σ¢oίρo, }318} oυIός σου
ρίχνεi χεiροµοµµίδo. OIoν Iου ρίχνεiς µόµµo, σου ρίχνεi πúρoυλο. Μην κοiIάÇεIε Iο
κoκό. No κοiIάÇεIε Iην oγκoλiά Iου Oεοú κoi νo πé¢IεIε µες σIην oγκoλiά Tου κoi
νo προχωράIε. No Tου δο0είIε, νo Tον oγoπήσεIε Iον ΧρiσIό, νo ÇείIε µε εγρήγορση.
H εγρήγορση σIον άν0ρωπο που oγoπάεi Iον Oεό είνoi oπoρoίIηIη.
To πράγµoIo είνoi oπλά κi εúκολo σIην πνευµoIiκή Çωή, σIη Çωή εν ΧρiσI6·
oρκεί νo ÇéρεIε νo δioκρίνεIε. OIoν σoς ενοχλήσεi κάIi, éνoς λογiσµός, éνoς
πεiρoσµός, µίo επί0εση, περi¢ρον6νIoς όλ’ oυIά, 0o σIρé¢εIε Iην προσοχή σoς, Iο
µλéµµo σoς σIον ΧρiσIό. Eκείνος µεIά 0o oνoλάµεi νo σoς oνεµάσεi. Eκείνος 0o σoς
πiάσεi oπ’ Iο χéρi κoi 0o σoς δ6σεi πλοúσio Iη 0είo Tου χάρi. Eσείς λίγη προσπά0εio
0o κάνεIε. Πoίρνοµε éνo εκoIοµµúρiο. Tο κόµοµε κοµµoIάκio. Πoίρνοµε Iο éνo
εκoIοµµυρiοσIό. Tο éνo εκoIοµµυρiοσIό Iου εκoIοµµυρiοσIοú είνoi Iου oν0ρ6που η
προσπά0εio, λίγη δηλoδή δiά0εση. Kiνείσ0ε προς Iον Oεό κoi σIο δευIερόλεπIο Iου
δευIερολéπIου éρχεIoi η 0είo χάρiς. Tο σκéπIεσ0ε κi éρχεIoi Iο Aγiον Πνεúµo. Aεν
κάνεIε IίποIo.
OIoν δείIε Iο oνIί0εIο πνεúµo νo éρχεIoi νo σoς }319} µουIήÇεi εσείς δεν
IροµοκρoIείσ0ε, οúIε Iο κοiIάÇεIε, οúIε προσπo0είIε νo Iο µγάλεIε oπό µéσo σoς.
Ti κάνεIε; O κoλúIερος Iρόπος είνoi η περi¢ρόνηση. Aηλoδή oνοίγεIε Iην oγκoλiά
σoς, oνοίγεIε Io χéρio σoς σIον ΧρiσIό, όπως Iο πoiδάκi που µλéπεi κάποiο 0ηρίο
άγρiο κoi δεν ¢οµάIoi, γioIί είνoi δίπλo ο πoIéρoς Iου κoi πé¢Iεi σIην oγκoλiά Iου.
ΑυIό Iον Iρόπο νo χρησiµοποiείIε σε κά0ε προσµολή Iου πονηροú κoi σε κά0ε
λογiσµό δηλoδή Iην περi¢ρόνηση.
Oλo νo Io προλoµµάνεIε µε Iην προσευχή. ΑυIό είνoi µεγάλο µυσIiκό. Tην 6ρo
Iου πεiρoσµοú, εκεί που πάIε νo Iον περi¢ρονήσεIε, ο πονηρός σoς µουIάεi, σoς
κo0ηλ6νεi κoi σoς σ¢ίγγεi κoi κάνεi Iο δiκό Iου κi όχi oυIό που 0éλεIε εσείς. Πρéπεi
νo προλάµεIε νo κάνεIε Iο άνοiγµo σIον Oεό. Iio νo Iο πεIúχεIε όµως oυIό πρéπεi
νo σoς ¢ωIίσεi η 0είo χάρiς. Αν oυIό δεν γίνεi oµéσως, IόIε σoς oρπάÇεi ο πονηρός
κi εν6 προσπo0είIε νo Iον δi6ÇεIε, σoς éχεi ήδη συλλάµεi.
EÇήIησo oπό éνoν άν0ρωπο νo µου κάνεi κάIi. ΑυIός oρνiόIoν λéγονIoς όIi η
επiσIήµη Io λεεi oλλi6ς. Eπéµεiνo εγ6, IίποIo εκείνος.Πήγo ν’ oγoνoκIήσω. Tο
κoIάλoµo. Tη σIiγµή εκείνη, σIρά¢ηκo σIον ΧρiσIό κoi πρόλoµo Iο κoκό. }320}
ΑυIή περi¢ρόνηση éχεi µεγάλη Iéχνη.
H περi¢ρόνηση Iου κoκοú πνεúµoIος γίνεIoi µόνο µε Iην χάρi Iου Oεοú.
IυρίÇεIε προς Iον ΧρiσIό IρéχεIε προς Iον ΧρiσIό, oνοίγεIε Io χéρio σoς προς Iον
ΧρiσIό, προσπo0είIε νo γνωρίσεIε Iον ΧρiσIό, ν’ oγoπήσεIε Iον ΧρiσIό, νo
oiσ0oν0είIε Iον ΧρiσIό κoi σ’ oυIή σoς Iην προσπά0εio, όIoν Io ελoIήρio σoς είνoi
oγνά κoi κo0oρά κoi εiλiκρiνή, oνοίγεi η χάρiς Iην ¢υχή σoς κoi σoς λéεi: «Έγεiρε ο
κo0εúδων κoi oνάσIo εκ Iων νεκρ6ν κoi επi¢oúσεi σοi ο ΧρiσIός». Eκεί, µéσo σIο
0είο ¢ως 0o Çοúµε πάνIοIε, ε¢όσον 0’ oγoπάεi κoi 0o λoχIoράεi η ¢υχή µoς Iον Oεό.
ΈIσi, µε Iην χάρi Iου ΧρiσIοú, είνoi όλo εúκολo κi όλo oλη0iνά Io λόγio Iου ΧρiσIοú,
που είπε: «O γoρ Çυγός µου χρησIός κoi Iο ¢ορIίον µου ελo¢ρόν εσIiν».
Gεικοί 7λέ)ο-ν τον /ι37ολο να )αο-σι3,εται με /ι3"οε! μο"έ!&
να κ3νει 0ο*7ο-!& να το-! 2τ-)3ει κ$α$ Α-τ3 'ίνονται τι! )ιο )ολλέ! "οέ!
στο-! μ)ε/εμένο-!.
OIoν κoνείς δεν άρχiσε κoνονiκά Iην πνευµoIiκή Çωή ή Iον µoρoίνεi κάIi
κληρονοµiκό, µλéπεi Iον σoIoνά νo πoρουσiάÇεIoi µπροσIά }322} Iου, νo Iου κάνεi
¢oσoρίες κ.λπ. Koµiά ¢ορά µπορεί νo πά0εi κoi σχiÇο¢ρéνεio ο άν0ρωπος. Ο
σ2ι,ο"εν#! ε).ε3,εται α)6 τα 7ι5ματα τ.! )αλι3! ,1#! τ1ν )ο'όν1ν.
Koi κάIi oκόµη. No µη δίνοµε σIον δiάµολο δiκoi6µoIo. Aηλoδή εγ6 δεν
o¢ήνω οúIε µio σκé¢η µνησiκoκίoς µéσo µου οúIε µio σκé¢η εγωiσµοú, µη µρεi
πoρά0υρο ο σoIoνάς. Tο πoρά0υρο είνoi Iο δiκoίωµo. OIoν oποµoκρúνεσoi oπ’ Iον
Oεό, κiνδυνεúεiς, γioIί σε µρίσκεi «σκéIον» ο σoIoνάς κoi κυρioρχεί επάνω σου.
ΑκοúσIε κi εµéνoνε, που éχω λίγη πείρo σ’ oυIά.
Η τελεία εμ)ιστοσ*ν. στα 2έια το- (εο* Hα-τ# είναι . α'ία
τα)είν1σ.. H Iéλεio υπoκοή σIο Oεό χωρίς oνIίρρηση, χωρίς oνIίδρoση, éσIω κi oν
ορiσµéνo πράγµoIo ¢oίνονIoi δúσκολo κoi πoράλογo. Tο ά¢ηµo σIo χéρio Iου Oεοú.
ΑυIό που λéµε σIην Oείo AεiIουργίo Io λéγεi όλo: «πάσoν Iην Çωήν ηµ6ν ΧρiσI6 Iω
Oε6 πoρo06µε0o». 2’ εσéνo Kúρiε, Io }323} o¢ήνοµε όλo. ΑυIή είνoi η εµπiσIοσúνη
σIον Oεό. ΑυIή είνoi η oγίo Ioπείνωση. ΑυIή µεIoµορ¢6νεi Iον άν0ρωπο. Tον
κo0iσIά 0εάν0ρωπο.
O Ioπεiνός éχεi συνείδηση Iης εσωIερiκής Iου κoIoσIάσεως κoi, όσο κi oν
είνoi άσχηµη, δεν χάνεi Iην προσωπiκόIηIά Iου. IνωρίÇεi όIi είνoi oµoρIωλός κoi
0λίµεIoi γi’ oυIό, oλλά δεν oπελπίÇεIoi, δεν εÇου0εν6νεi Iον εoυIό Iου. O éχων Iην
oγίo Ioπείνωση δεν µiλάεi κo0όλου, δηλoδή δεν oνIiδρά. AéχεIoi νo Iον
πoρoIηροúν, νo Iον ελéγχουν οi άλλοi, χωρίς νo εÇοργίÇεIoi κoi νo δiκoiολογείIoi.
Aεν χάνεi Iην iσορροπίo Iου. Tο oνIί0εIο συµµoίνεi µε Iον εγωiσIή, Iον éχονIo
oiσ0ήµoIo κoIωIερόIηIος. 2Iην oρχή µοiάÇεi µε Iον Ioπεiνό. Aίγο, όµως, oν Iον
πεiράÇεi κoνείς, oµéσως χάνεi Iην εiρήνη Iου, εκνευρίÇεIoi, IoράÇεIoi.
O Ioπεiνός πiσIεúεi όIi όλo εÇoρI6νIoi oπ’ Iον ΧρiσIό κi όIi ο ΧρiσIός Iου
δίδεi Iην χάρi Tου κi éIσi προχωράεi. Oποiος éχεi Iην oγίo Ioπείνωση, Çεi oπό I6ρo
σIην επίγεio άκIiσIη Eκκλησίo. Έχεi πάνIo Iη χoρά Iου ΧρiσIοú, κoi σIo δυσάρεσIo.
. 4λεγόIoν oπ’ Iην oγάπη Iου ΧρiσIοú. H Ioπείνωση Iον oνéµoσε εκεί. No κoίγεσoi
γio Iον Oεό· oυIό είνoi Iο πoν.
Αν éχεIε oγάπη σIον πλησίον κoi σIον Oεό, 0o δ6σεi }324} ο Oεός Iην
Ioπείνωση, 0o δ6σεi Iον oγioσµό. Αν δεν éχεIε oγάπη σIον Oεό κoi σIον πλησίον oν
IεµπελiάÇεIε, 0o σoς µoσoνίσεi ο σoIoνάς, 0o σoς εκδiκη0εί ο πoλoiός άν0ρωπος, 0o
σoς ¢Ioίνε όλοi κi όλo, 0o γκρiνiάÇεIε λéγονIoς: «IioIί Io’ ά¢ησες oυIό εδ6, γioIί
εκεί;». Koi 0o νοµίÇεIε όIi δή0εν ¢Ioίνε οi δουλεiéς ο κόπος. Oo λéIε: «Ti 0o γίνεi µ’
oυIή Iην κoIάσIoση που é¢0oσo, π6ς ¢éροµoi éIσi;», χωρίς νo κoIoλoµoίνεIε oπό
ποú προéρχεIoi oυIή η κoIάσIoση. Eν6 oυIό είνoi η εκδίκηση Iων ενσIίκIων.
OIoν ο άν0ρωπος Çεi χωρίς Oεό, χωρίς γoλήνη, χωρίς εµπiσIοσúνη, oλλά µε
άγχος, oγωνίo, κoIά0λi¢η, oπελπiσίo, oποκIάεi oσ0éνεiες σωµoIiκéς κoi ¢υχiκéς. H
¢υχoσ0éνεio, η νευρoσ0éνεio, ο δiχoσµός είνoi δoiµονiκéς κoIoσIάσεiς. Aoiµόνiο
είνoi επίσης κoi η Ioπεiνολογίo. Tο λéνε κoi oίσ0ηµo κoIωIερόIηIος. H oλη0iνή
Ioπείνωση δεν µiλάεi, δεν λéεi Ioπεiνολογίες, δηλoδή «είµoi oµoρIωλός, oνάÇiος,
ελάχiσIος πάνIων .». 4οµάIoi ο Ioπεiνός µήπως µε Iiς Ioπεiνολογίες πéσεi σIην
κενοδοÇίo. H χάρiς Iου Oεοú δεν πλησiάÇεi εδ6. ΑνIί0εIo . 23ι! το- (εο*
7ίσκεται εκεί ό)ο- -)32ει αλ.0ιν# τα)είν1σ.& . 0εία τα)είν1σ.& . τελεία
εμ)ιστοσ*ν. στον (εό. H εÇάρIηση oπό Eκείνον.
ΑυIό éχεi µεγάλη oÇίo νo οδηγείσoi oπ’ Iον Oεό, νo µην éχεiς κoνéνo 0éληµo.
. ΑυIή είνoi η πρoγµoIiκή ελευ0ερίo. No κoίγεσoi γio Iον Oεό. ΑυIό είνoi Iο πoν. Αν
νiκη0είς oπ’ }325} Iον Oεό, υποδουλ6νεσoi σ’ ΑυIόν κoi Çεiς σIην ελευ0ερίo Iων
Iéκνων Iου Oεοú .
ΧρεiάÇεIoi µéµoio κoi λίγη προσπά0εio, oλλά η άκρo Ioπείνωση δεν oποκIiéIoi
µε Iiς προσπά0εiες κoi Iον oγ6νo µόνο. Eίνoi oποIéλεσµo χάρiIος. Tο λéω εκ πείρoς:
ό,Ii éχω Iο éχω oπ’ Iην χάρi.
No είµoσIε σε όλo Ioπεiνοί· σIη σκé¢η, σIo λόγio, σIη συµπερi¢ορά. ΠοIé νo
µην πoρουσioσIοúµε σIον Oεό κoi νo ποúµε: «Έχω oρεIéς». Ο (εό! /εν 0έλει τ.ν
αετ# μα!. ΠάνIo νo πoρουσiάÇεσoi σIον Oεό ως oµoρIωλός· χωρίς όµως
oπελπiσίo, oλλά «0oρρ6ν εiς Iο éλεος Iης ευσπλoχνίoς Tου». Αρκεί νo µροúµε Iο
µυσIiκό. }326}
Tο µυσIiκό είνoi η oγάπη σIον ΧρiσIό κoi η Ioπείνωση. O ΧρiσIός 0o δ6σεi
Iην Ioπείνωση. Εμεί! /εν μ)οο*με με τι! α/-ναμίε! μα! να Τον α'α)#σομε.
Ας µoς oγoπήσεi ΑυIός. Ας Tον πoρoκoλοúµε πολú νo µoς oγoπήσεi Eκείνος κoi νo
µoς δ6σεi Iο Çήλο νo Tον oγoπήσοµε κi εµείς.
Aµo 0éλεiς νo ¢iλοσο¢ήσεiς όλo 0o Io ρίχνεiς σIον κoκό εoυIό σου κoi 0o
Ioπεiν6νεσoi πάνIοIε. Eίνoi Ioπείνωση νo πiσIεúεiς όIi όλοi είνoi κoλοί. Ki oν
oκοúεiς γio κάποiον κάIi oρνηIiκό νo µην Iο πiσIεúεiς. Oλους νo Iους oγoπάεiς κoi
νo µη σκéπIεσoi γio κoνéνoν κoκό κoi γio όλους νo προσεúχεσoi. Aεν 0éλεiς άλλη
¢iλοσο¢ίo. H κoρδiά Iου κενόδοÇου δεν µπορεί νo Ioπεiνω0εί. OIoν Iον ελéγχουν ή
νου0εIοúν, oνIiλéγεi éνIονo, εν6, όIoν Iον επoiνοúν κoi Iον κολoκεúουν, ¢éρεIoi
άπρεπo. O,Ii κoi νo Iου πεiς, εννοεί νo υπερη¢oνεúεIoi περiσσόIερο. ΑσχολείIoi κoi
περiσIρé¢εIoi γúρω oπ’ Iον εoυIό Iου. ΑνIί0εIo, ο oµoρIωλός που µεIoνοεί κi
εÇοµολογείIoi µγoίνεi oπ’ Iον εoυIό Iου. OIoν εÇοµολογη0εί δεν γυρνάεi πίσω.
O κενόδοÇος Iην ¢υχή Iου Iην oποÇεν6νεi oπ’ Iην oi6νio Çωή. Tελiκά ο
εγωiσµός είνoi σκéIη κουIoµάρo! H κενοδοÇίo µoς κάνεi κοú¢iους. OIoν κάνοµε κάIi
γio νo επiδεiχ0οúµε, κoIoνIοúµε άδεiοi ¢υχiκά. }327}
Oéλω νo γίνω πiο κoλός, 0éλω νo λoIρεúω Iον Oεό µε oγάπη, µε λoχIάρo, κoi
κάνω όνεiρo κoi κάνω προσπά0εio, oλλά δεν γίνεIoi IίποIo. Oµως oυIό µου δίνεi
χoρά κoi µio iκoνοποίηση όIi επiIéλους προσπo06 ν’ oγoπήσω Iον ΧρiσIό. Aεν Iο
éχω κoIορ06σεi oλλά Iο επi0υµ6.
Aéγεi ο σο¢ός 2ολοµ6ν όIi ο ΧρiσIός «ευρίσκεIoi Iοiς µη πεiράÇουσiν ΑυIόν».
Oi «πεiράÇονIες» Iον Oεόν είνoi όσοi oµ¢iµάλλουν, δiσIάÇουν ή κoi χεiρόIερo oκόµη,
oν0ίσIoνIoi σIην πoνIοδυνoµίo Tου κoi πoνσο¢ίo Tου. Aεν πρéπεi η ¢υχή µoς ν’
oνIiσIéκεIoi κoi νo λéεi, «γioIί Iο }328} éκoνε éIσi oυIό ο Oεός, γioIί Iο άλλο
oλλi6ς, δεν µποροúσε νo κάνεi δio¢ορεIiκά;». . ΑυIά Io «γioIί» πολú µoσoνίÇουν
Iον άν0ρωπο, δηµiουργοúν oυIά που λéεi ο κόσµος «κόµπλεÇ»· πoρoδείγµoIος χάρiν,
«γioIί νo είµoi πολú ¢ηλός;» ή κoi Iο oνIί0εIο «πολú κονIός;». ΑυIό δεν ¢εúγεi oπό
µéσo. Koi προσεúχεIoi κoνείς κoi κάνεi oγρυπνίες, oλλά γίνεIoi Iο oνIί0εIο. Koi
υπο¢éρεi κi oγoνoκIεί χωρίς oποIéλεσµo. Eν6 µε Iο ΧρiσIό, µε Iην χάρi ¢εúγουν
όλo. Yπάρχεi oυIό Iο «κάIi» σIο µά0ος, δηλoδή Iο «γioIί», oλλ’ η χάρiς Iου Oεοú
επiσκiάÇεi Iον άν0ρωπο κi εν6 η ρίÇo είνoi Iο κόµπλεÇ, εκεί πάνω ¢υIρ6νεi
IρioνIo¢υλλiά µε ωρoίo IρioνIά¢υλλo κi όσο ποIίÇεIoi µε Iην πίσIη µε Iην oγάπη µε
Iην υποµονή µε Iην Ioπείνωση Iόσο πoúεi νo éχεi δúνoµη Iο κoκό πoúεi νo υπάρχεi
δηλoδή δεν εÇo¢oνίÇεIoi oλλά µoρoίνεIoi. Oσο δεν ποIίÇεIoi η IρioνIo¢υλλiά Iόσο
µoρoίνεIoi, ÇηρoίνεIoi, χάνεIoi κi oµéσως ÇεπεIάγεIoi Iο oγκά0i.
Aεν είνoi, όµως µόνο η oνIίδρoση κoi Io «γioIί», που δείχνουν όIi εκπεiράÇοµε
Iον Oεόν. EκπεiράÇοµε Iον Oεό, όIoν ÇηIοúµε κάIi oπό Eκείνον, oλλά η Çωή µoς είνoi
µoκράν Iου Oεοú. Tον εκπεiράÇοµε όIoν ÇηIοúµε κάIi oλλά η Çωή µoς δεν είνoi
σúµ¢ωνη µε Iο 0éληµά Tου -πράγµoIo, δηλoδή ενάνIio σIον Oεό· άγχος oγωνίo oπ’
Iο éνo µéρος κi oπ’ Iο άλλο πoρoκoλοúµε. }329}
Aεν γίνεσ0ε άγiοi κυνηγ6νIoς Iο κoκό. AσIε Iο κoκό. No κοiIάÇεIε προς Iον
ΧρiσIό κi oυIό 0o σoς σ6σεi. Eκείνο που κάνεi άγiο Iον άν0ρωπο είνoi η oγάπη, η
λoIρείo προς Iον ΧρiσIό η οποίo δεν µπορεί νo εκ¢ρoσ0εί δεν µπορεί δεν µπορεί .
Koi προσπo0εί ο άν0ρωπος νo κάνεi oσκήσεiς, νo κάνεi IéIοio πράγµoIo κoi νo
κoIoπονεί Iον εoυIό Iου γio Iην oγάπη Iου Oεοú.
Koνείς oσκηIής δεν oγίoσε χωρίς oσκήσεiς. Koνείς δεν µπόρεσε ν’ oνéλ0εi
σIην πνευµoIiκόIηIo χωρίς ν’ oσκη0εί. Πρéπεi νo γίνονIoi oσκήσεiς. Aσκηση είνoi οi
µεIάνοiες, οi oγρυπνίες κ.λπ. oλλά όχi µε µίo. Oλo νo γίνονIoi µε χoρά. Aεν είνoi οi
µεIάνοiες που 0o κάνοµε δεν είνoi οi προσευχéς είνoi Iο δόσiµο ο éρωIoς γio Iον
ΧρiσIό γio Io πνευµoIiκά. Yπάρχουν πολλοί που Io κάνουνε oυIά όχi γio Iον Oεό
oλλά γio άσκηση, γio ω¢éλεio σωµoIiκή. Oµως οi πνευµoIiκοί άν0ρωποi Iο κάνουνε
γio ¢υχiκή ω¢éλεio, γio Iον Oεό. Αλλά κoi Iο σ6µo ω¢ελείIoi πολú δεν oρρωσIoίνεi.
Πολλά κoλά éρχονIoi.
Μéσo σIην άσκηση Iiς µεIάνοiες Iiς oγρυπνίες κoi Iiς άλλες κoκουχίες είνoi
κoi η νησIείo. «Πoχείo γoσIήρ λεπIόν ου IίκIεi νόον». }330}
Aéνε όIi Iο προµoIάκi Iρ6εi Io χορIoράκio Iης γης κi είνoi Iόσο ήσυχο. .
Eν6 ο σκúλος ή η γάIo κi όλ’ oυIά Io σoρκο¢άγo, είνoi όλo Iους άγρio Ç6o. Tο
κρéoς κάνεi κoκό σIον άν0ρωπο. Kάνουν κoλό Io χόρIo, Io ¢ροúIo κ.λπ.
Aεν είνoi Iο ¢oγηIό δεν είνoi οi κoλéς συν0ήκες δioµi6σεως που εÇoσ¢oλίÇουν
Iην κoλή υγείo. Eίνoi η oγίo Çωή, η Çωή Iου ΧρiσIοú.
Iio νo Io κάνεIε όµως oυIά πρéπεi νo éχεIε πίσIη. Αλλi6ς σoς πiάνεi λiγοúρo.
H νησIείo είνoi κoi ÇήIηµo πίσIεως. Aεν πo0oίνεIε µ’ oυIήν κoκό, όIoν Iο χωνεúσεIε
κoλά Iο ¢oγηIό σoς. Oi oσκηIéς µεIoποiοúν Iον oéρo σε λεúκωµo κoi δεν Iους
πεiράÇεi η νησIείo. OIoν éχεIε Iον éρωIo Iον 0είον, µπορείIε νo νησIεúεIε µε
ευχoρίσIηση κi όλo είνoi εúκολo· oλλi6ς σoς ¢oίνονIoi όλo µουνό. Oποiοi éδωσoν
Iην κoρδiά Iους σIον ΧρiσIό κoi µε 0ερµή oγάπη }331} éλεγoν Iην ευχή,
κυρiάρχησoν κoi νίκησoν Iη λoiµoργίo κoi Iην éλλεi¢η εγκράIεioς.
Tο oλάIi χρεiάÇεIoi σIον οργoνiσµό Iου oν0ρ6που. Yπάρχεi µίo ¢ήµη όIi Iο
oλάIi κάνεi κoκό. Aεν είνoi σωσIό oυIό. Eίνoi σIοiχείο που χρεiάÇεIoi. Koi είνoi
ορiσµéνοi µάλiσIo που πολú Iο éχουν oνάγκη. Aλλοi δεν Iο éχουν oνάγκη, εν6
κάποiους Iους πεiράÇεi. Eίνoi ÇήIηµo iχνοσIοiχείων Iου οργoνiσµοú. ΧρεiάÇεIoi
µiκροµiολογiκή εÇéIoση. }332}
ΠΕΡΙ ΤΟΥ GΟΝΑΧΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥGΑΤΟΣ
Μεγάλο πράγµo η µονoχiκή Çωή! Πολú µεγάλο. Μεγάλη, υ¢ηλή Çωή, 0είo Çωή,
ποiηIiκή Çωή. . ΑυIή Iη Çωή Iη λéνε oγγελiκή κoi είνoi oγγελiκή. Eίνoi όνIως
IéIοio.
Iio νo Iη Çεi όµως σωσIά ο µονoχός πρéπεi νo éχεi µονoχiκή συνείδηση. Ki
oυIό 0o Iο πεIúχεi µε Iη σIρο¢ή Iου εÇ ολοκλήρου σIον Oεό κoi σIο σκοπό που éχεi
µάλεi. Ζεi µε Iη σiωπή, Iη νοερά προσευχή, Iην άσκηση, Iην υπoκοή. Πρéπεi νo
oπο0άνεi γio όλo, γio νo Çεi εν ΧρiσI6. }335}
O µονoχiσµός δεν πρéπεi νo είνoi ¢υγή oρνηIiκή oλλά ¢υγή 0είου éρωIος,
0είoς λoIρείoς.
Oλο Iο µυσIήρiο είνoi η προσευχή Iο δόσiµο η oγάπη σIον ΧρiσIό. H µονoχiκή
Çωή είνoi Çωή χoρiσάµενη. Πρéπεi νo γλυκo0εί ο µονoχός σIην προσευχή, νo ελκυσ0εί
υπό Iης 0είoς χάρiIος. Aεν µπορεί νo σIo0εί σIο µονoχiσµό, oν δεν γλυκo0εί σIην
προσευχή.
Αλλ’ oυIό που Iον κρoIά σIο µονoσIήρi µoÇί µε Iην προσευχή είνoi κoi η
εργoσίo κoi Iο εργόχεiρο. Aεν είνoi άλλο η δουλεiά κoi άλλο η προσευχή. H εργoσίo
δεν εµποδίÇεi Iην προσευχή, oνIί0εIo Iην ενiσχúεi κoi Iην κάνεi πiο κoλή. Eίνoi 0éµo
oγάπης. H εργoσίo µάλiσIo είνoi σoν νo προσεúχεIoi κoνείς, σoν νo κάνεi µεIάνοiες.
H εργoσίo είνoi ευλογίo. Ii’ oυIό µλéποµε όIi Iους µo0ηIéς Tου oλλά κoi Iους
προ¢ήIες Tου ο ΧρiσIός Iους κoλοúσε Iην 6ρo που εργάÇονIoν επί πoρoδείγµoIi Iην
6ρo που κάποiος ¢άρευε ή éµοσκε Io πρόµoIά Iου. }336}
O oσκηIής που πάεi σIην éρηµο όλo Io 0υσiάÇεi κoi Iην oνάπoυσή Iου oρκεί νo
επiIúχεi Iον Iρόπο éIσi νo oiσ0oν0εί Iην χάρi Iου Oεοú, νo µρε0εί σIη 0oλπωρή Iου
ΧρiσIοú σIην oγκάλη Iου ΧρiσIοú· νo ενω0εί νo oiσ0oν0εί Iη συνIρο¢iά µε Iον Oεό,
Iην éνωση Iου µε Iον Oεό· νo γίνεi éνo µε Iους άλλους όπως η Αγίo Tρiάδo όπως Io
Iρίo πρόσωπo Iης Αγίoς Tρiάδος που είνoi éνo. ΈIσi ¢εúγεi oπ’ Iον κόσµο oυIόν όχi
oπελπiσµéνος. Kά0εIoi εκεί µoσoνίÇεIoi, oλλά δεν ¢εúγεi oπελπiσµéνος. 4εúγεi πολú
πoρηγορηµéνος κoi µε µεγάλη συνIρο¢iά. Koi συνIρο¢iά Iου είνoi όλη η ¢úση, κoi Io
πουλiά κoi Io Ç6o, oλλά κoi όλοi οi άγiοi, οi µάρIυρες κoi οi άγγελοi. Koi κυρίως η
συνIρο¢iά Iου είνoi η Πoνoγίo µoς µε Iον Yiό Iης. }337}
ΜπροσIά σIo µάIio Iου Oεοú είνoi Iο ίδiο ο éγγoµος κoi ο άγoµος, oρκεί νo
Çουν Iiς ενIολéς Iου Oεοú, oρκεί νo Çουν Iη Çωή Iου Oεοú. H πoρ0ενίo η oκIηµοσúνη
η πIωχείo που είνoi oρεIéς Iου µονoχοú µρίσκονIoi µéσo σIην κoρδiά Iου oν0ρ6που.
Μπορεί νo είνoi κάποiος πoρ0éνος κoIά Iο σ6µo κoi σIην ¢υχή νo είνoi σoν πόρνη
δiε¢0oρµéνη oπ’ Iiς κoκίες κoi Io πά0η. Μπορεί νo éχεiς πολυκoIοiκίες κoi µéσo σου
νo είσoi ελεú0ερος oπ’ Iην úλη κi éIσi νo Çεiς ως oκIήµων. Μπορεί όµως νo είσoi
¢Iωχός κoi µéσo σου νo είσoi µη oκIήµων. Aεν είνoi η ποσόIηIo Iων oγo06ν που
κάνεi Iον άν0ρωπο oκIήµονo ή όχi, oλλά η προσκόλληση Iης κoρδiάς.
Oρiσµéνοi 0éλουν νo γίνουν µονoχοί oπό oνIίδρoση. }339}
2’ éνo µονoσIήρi µπορεί νo υπάρχεi σεiρά oλλά η µονoχiκή Çωή νo είνoi
oνúπoρκIη. Tο µονoσIήρi πάνω oπ’ όλo 0o πρéπεi νo µάλεi Iην υπoκοή κoi Iο
επiIρoχήλi. Eγ6 κά0ε ¢ορά που εÇοµολογiόµουνo, µου ερχόIoν µεγάλη χoρά κi éδiνo
πολú Iον εoυIό µου σε προσευχή. Oχi µόνο IόIε oλλά κoi I6ρo, όIoν εÇοµολογη06,
oiσ0άνοµoi χoρά, Çoλo¢ρ6νω oµéσως. Tο éχω πάρεi éIσi µε πίσIη oυIό Iο µυσIήρiο.
Από κεi νo δίδονIoi όλες οi κoIευ0úνσεiς. Oλo εν υπoκοή, εν oγioσµ6.
Μεγάλο κi éÇυπνο πράγµo η υπoκοή. Eίνoi Iο µυσIήρiο Iης πνευµoIiκής Çωής.
Aεν µποροúµε νo Iο κoIoλάµοµε. Eγ6 όµως µε Iην χάρi Iου Kυρίου Iην éχω Çήσεi.
Eéρω πόσο χoρiIωµéνο πράγµo είνoi κoi πόσο Iéλεiο κi oνéµελο. No υπoκοúεiς σIον
Oεό, νo δίδεσoi σIη λoIρείo Iου Oεοú κoi νo υπoκοúεiς κoi σIον IéρονIo! H υπoκοή
είνoi σπουδoίo. Eίνoi µίo µεγάλη oρεIή είνoi oυIή η ίδio η Ioπείνωση. Yπoκοή µε
χoρά µ’ ευχoρίσIηση. Α! είναι }341} και στα73 α-τ3 )ο- ,.τ3ει ο Γέοντα!$
Κι α-τ# . -)ακο# έ2ει με'3λ. α4ία$ Α-τ# . -)ακο# σ-'κινεί τον (εό. «Eγ6
Iους εµé ¢iλοúνIoς oγoπ6, οi δε εµé ÇηIοúνIες ευρήσουσi χάρiν».
Με Iην υπoκοή oλλάÇεiς σ’ όλo. Iίνεσoi γρήγορος, éÇυπνος, πiο γερός, γίνεσoi
σ’ όλo νéος. G6 α'3).σε ο Χιστό! και μο- έ/1σε τ.ν 23ι να κ3ν1 -)ακο#$
Κι ε'5 ο τα)εινό! λί'ο τ.ν αισ03ν0.κα και& ό&τι έ21& α)6 τ.ν -)ακο# το έ21.
Tην υπoκοή σIους IéρονIéς µου Iην oiσ0oνόµουνo σoν πoράδεiσο. Και το ,.το*σα
κιόλα!& ότι 0α έ)ε)ε να μο- είναι )ιο α-στ.οί$ Bεν #μο-να
ε-2αιστ.μένο!. T6ρo, όµως, που µεγάλωσo, µλéπω όIi όνIως ήIoν πολú oυσIηροί.
TόIε δεν Iο κoIoλάµoiνo.
H υπoκοή κoi µάλiσIo σε πνευµoIiκό γéρονIo είνoi µεγάλο κε¢άλoiο. +ταν
,είτε μα,ί μ6 έναν 3'ιο& α'ιο)οιείσ0ε κι εσεί!. ΠoίρνεIε κάIi oπ’ Iiς άγiες
συνή0εiéς Iου, oπ’ Io λόγio Iου, Iη σiωπή Iου. Η )οσε-2# το- σα! ε).ε3,ει.
Ακόµη κi oν δεν µiλάIε γίνεIoi κάIi, µεIoδίδεIoi χωρίς νo Iο κoIoλάµεIε κoi σ’ εσάς
κάIi Iο άγiο, Iο 0είο.
O IéρονIoς πoίÇεi πολú σπουδoίο ρόλο σIη Çωή µoς. O IéρονIoς είνoi
ποδηγéIης. Aεν είνoi oπλ6ς éνoς άν0ρωπος µορ¢ωµéνος που éγiνε γéρονIoς, επεiδή
είνoi 0εολόγος }342} κoi κoIηρIiσµéνος γρoµµoIiκά. No δioκρίνοµε Ii είνoi
IéρονIoς. Μπορεί ο IéρονIoς νo είνoi oγράµµoIος, µπορεί νo µην éχεi πολλéς
γν6σεiς, νo µην éχεi ευ¢ράδεio λόγου, νo µην éχεi µελεIήσεi συγγράµµoIo, oλλά νo
είναι αν5τεο! α)6 τον μο"1μένο& όταν έ2ει ,#σει 1! -)οτακτικό! και έ2ει
α)οκτ#σει τ.ν 23ι το- (εο*. Α-τό! ο Γέοντα! μ)οεί να 1"ελ#σει το-!
-)οτακτικο*! το- )3α )ολ* αν το- κ3νο-ν -)ακο#.
+ταν έ2ει! τον Γέοντα και τον ,ει!& τον α'α)3ει! τον Γέοντα$ Κι
όταν ο Γέοντα! σ6 α'α)3ει κι εκείνο! κι είστε ομόE-2οι& τότε 'ίνεσ0ε ένα$
% Εκεί είναι ο Χιστό!$ Σ6 α-τ# τ.ν κατ3στασ. /εν -)32ο-ν α)οστ3σει!$
+)ο- κι αν 7ισκόμαστε είμαστε εν1μένοι εν Χιστ5 και )οσε-2όμαστε κι
έτσι . 23ι! το- (εο* μα! ε)ισκέ)τεται και μα! τον5νει /ιακ5!. ΈIσi Çοúµε
Iην ενόIηIo σIην Eκκλησίo. Έχοµε Iο oίσ0ηµo Iου «ενός» δηλoδή όIi είµoσIε éνo. }
343}
Είναι λοι)όν με'3λ. αετ# με'3λο )οσόν . -)ακο# σε 'έοντα$ Είναι
το )αν$ Πέ)ει να έ2ει! )ε3σει α)ό -)ακο# 'ια να είσαι )λ#.!& 5στε ν6
αντιμετ1)ίσει! τι! /-σκολίε! τ1ν αν05)1ν. Αν δεν éχεiς Ioπείνωση, δεν éχεiς
υπoκοή, δεν éχεiς Iην χάρi Iου Oεοú. Αν /εν )ε3σει! α)ό τα)είν1σ. και 3α
α)ό τ.ν -)ακο#& τ.ν )α0αίνει! )ολ* 3σ2.μα. H éλλεi¢η υπoκοής ο¢είλεIoi σIον
εγωiσµό κoi Iη ¢iλoυIίo. Μεγάλο πράγµo η Ioπείνωση! O εγωiσµός η υπερη¢άνεio,
εγéννησoν Iην πoρoκοή κi ε¢úγoµε oπ’ Iον Πoράδεiσο. Ποτέ ένα! ε'1ιστ#! /εν
μ)οεί να κ3νει -)ακο#$ (έλει )3ντα να ε4ετ3,ει α-τό )ο- το- λένε& αν είναι
καλό # ό2ι αν είναι έτσι # αλλι5!& κι αν3λο'α το κ3νει$ I το κ3νει μεν& αλλ3
με αντι#σει! και αντιλο'ίε! νομί,οντα! ότι μ6 α-τ# τ. στ3σ. /εί2νει τ.ν
ελε-0εία το-. Oµως σIην υπoκοή µρίσκεi ο άν0ρωπος Iην ελευ0ερίo Iην oλη0iνή
εν6 δουλείo είνoi oυIή που Iον oνoγκάÇεi νo µην υπoκοúεi. OIoν υπoκοúεi,
ενIάσσεIoi πio σIην ελευ0ερίo Iων IéκIων Iου Oεοú. }344}
Καμία 3λλ. ./ον# /εν είναι )ιο )3ν1 α)ό εκείν. )ο- /ί/ει . έν1σ. με
τον (εό$ Είναι . ./ον# . )3ντα νο-ν -)εέ2ο-σα$ Είναι . ./ον# τ1ν
/οσμέν1ν στον (εό. IίνονIoi όλo oυIά µε Iη 0είo µοή0εio. Fμα ενε'εί . 23ι!&
τα )3'ματα είναι -)έ τ.ν "*σιν.
No ενIρυ¢άIε σIiς Iρo¢éς. N’ oγoπήσεIε Iη µελéIη. Eγ6 όσο oκοúω Iο
HoλIήρi κoi Iους κoνόνες Iόσο δεν Io χορIoίνω. Eίνoi Iόσο πρoγµoIiκά κi ελκυσIiκά
που δεν éχουν χορIoσµό. No δioµάÇεIε κo0oρά µίo µίo Iiς λéÇεiς. No Iiς λéIε κoi νo
Iiς oκοúIε κiόλoς oυIό πολú µοη0άεi. Ki όπου µλéπεIε κoi υπάρχεi πολλή ουσίo, νo Iο
ÇoνoδioµάÇεIε, γio νo Iο κoIoλάµεIε κoλúIερo. }345} EπoνéρχεIoi IόIε η ¢υχή σIη
oρχiκή Iης λoµπρόIηIo, σIην oρχéγονη κoIάσIoση, σIο oρχoίον κάλλος.
Oπως µλéπεIε, 21ί! )όλεμο και 21ί! α'5νε! αιματ.ο*! α'ια,όμαστε$
Ε-"αίνεται . E-2ο*λα μα!& ./*νεται . ακο# μα! ακο*οντα! τα το)3ια και
κ3τι 'ίνεται μέσα μα!. ΑυIή η ευχoρίσIηση ¢éρνεi 0είο εν0ουσioσµό κoi η ¢υχή µoς
γίνεIoi άÇio νo δεχ0εί Iην χάρi Iου Oεοú κoi Iην oγiάÇεi ο ίδiος ο Oεός. Εμεί! 21ί!
τ. 0εία 23ι όσε! )οσ)30ειε! και να κ3νομε& /εν μ)οο*με ν6 α'ιασ0ο*με$
Εν5 με τ. μελέτ. τ1ν 0εί1ν λό'1ν& μ)οο*με α)λ3& 21ί! )ολ* κό)ο να
'ίνομε 3'ιοι.
Πoλoiά σIο Aγiον Oρος δεν ά¢ηνoν νo δioµάÇεiς Iην 4iλοκoλίo κoi Io’ άλλo
oσκηIiκά· µόνο Αγίo Iρo¢ή κoi µίους oγίων. Μη µε πoρεÇηγείIε που σoς Iο λéω.
Α-τ3 τα }346} )3'ματα )έ)ει να έ2ετε και )νε-ματικό )ο- να τα έ2ει
,#σει 'ια να τα /ια73,ετε& αλλι5τικα εν/έ2εται να μ)ε/ε-0είτε$ Κι α-τό
'ιατί )έ)ει να σ-νο/ε*ονται α)ό -)ακο#$ Χ1ί! -)ακο#& )α0αίνει! κακό.
Τα 7ι7λία α-τ3 '3"ο-ν )ολ* -E.λ3 )3'ματα& 0είε! ελλ3μEει! )ο- μ)οεί
να τα εκμεταλλε-0εί το κακό )νε*μα 21ί! -)ακο# στον Γέοντα. Αλλά
υπoκοή κo0oρή όχi εγωiσIiκή ο*τε μόνο 'ια να ε-2αιστ#σει! τον Γέοντα, oλλά
oπλή, χωρίς iδiοIéλεio (ΜH ΠΑTEPΙKH ΑNΑINO2H ΠΑTEPΙKON KEΙΜENON).
AioµάσIε Iο Eυoγγéλiο, Iην Πoλoiά Aio0ήκη. Eίνoi πλοúIος o¢οú εκεί
σIηρίχ0ηκoν όλοi Iους. Eίνoi η πηγή είνoi η µάσiς. ΠοIé δεν χορIoίνεIoi. Ασ¢oλ6ς
0o νi6σεIε κi εσείς Io λόγio Iου Hoλµωδοú: «Io λόγiά 2ου υπéρ µéλi Iω σIόµoIί
µου». Aεν λéγεi «σoν µéλi» oλλά «υπéρ µéλi Iω σIόµoIί µου», γio νo δείÇεi Iην
εÇoiρεIiκά µεγάλη γλυκúIηIo που éχουν Io λόγio Iου Oεοú. }347}
O,Ii κάνεiς oγγάρio κoi κλωIσάεi η ¢υχή σου µéσo σου, µλάπIεσoi. Tο éχω πεi
πολλéς ¢ορéς oυIό. Έχω δεi κoi µονoχοúς κi oν0ρ6πους κά0ε ηλiκίoς νo ¢εúγουν
ενIελ6ς oπ’ Iην Eκκλησίo κi oπ’ Iον Oεό, µην oνIéχονIoς Iην εσωIερiκή πίεση oλλά
κoi Iην πίεση oπό άλλo πρόσωπo. Απ’ Iην πίεση, όχi µόνον oνIiδρά κoνείς ενoνIίον
Iης Eκκλησίoς, oλλά δεν Iη 0éλεi κoν. Aεν Iο επηρεάÇεi 0εIiκά. Aεν κoρποúIoi. .
όλo γίνονIoi oλλά όIoν δίνονIoi Iυπiκά, µλάπIουν δεν ω¢ελοúν.
Με άλλο Iρόπο νo πάεiς σIην εκκλησίo, όχi µε σ¢iÇίµoIo κoi µε σπρωÇίµoIo
κ.λπ. oλλά µε ευχoρίσIηση. Iio νo γίνεi oυIό πρéπεi νo προσéχεiς κoi ν’ oπολoµµάνεiς
κoi νo χoίρεσoi Iiς oκολου0ίες Io Iροπάρio Io oνoγν6σµoIo Iiς ευχéς. No προσéχεiς
Iην κά0ε λéÇη νo πoρoκολου0είς Io νοήµoIo. }349}
Oi oκολου0ίες είνoi µεγάλη υπό0εση. Oi oκολου0ίες είνoi Iο πoν. Tο éχω Çήσεi
oυIό. Αρκεί πάνIo νo γίνονIoi µε éρωIo, µε ενδio¢éρον, µε oκρoi¢νή λoIρευIiκή
δiά0εση προς Iον ΧρiσIό. Oχi oγγάρio κoi µηχoνiκά. Oéλεi éρωIo, 0είο εν0ουσioσµό.
Αν δεν oiσ0oνόµoσIε éIσi, δεν éχουνε oÇίo. Oχi µόνο δεν éχουνε oÇίo, oλλά κάνουνε
κoi κoκό. Oo µου πείIε, «IόIε νo µην Iiς κάνοµε;». Oχi, µéµoio. Oµως, όσο µπορεί
κoνείς νo ¢εúγεi oπό Iον Iúπο κoi νo κοiIάÇεi Iην ουσίo. Aηλoδή νo Iο 0éλεi νo Iο
ορéγεIoi, νo ευχoρiσIείIoi µε Iην προσευχή, µε Iη συνοµiλίo µεIά Iου Oεοú. Eίνoi
κoIoσIρο¢ή γio Iον µονoχό ο κορεσµός. }350}
. oν είνoi δυνoIόν κά0ε µéρo ν’ oκοúω Io ίδio, σήµερo κoi oúρiο κoi µε0oúρiο.
Oλο Io ίδio· oλλ’ oυIό éχεi oÇίo. Aεν χορIoίνω νo Io λéω όλη Iην ηµéρo. Koi πiσIεúω
όIi πολú µoς ω¢ελοúν όλ’ oυIά. Έχουν Iόσους χυµοúς, που δροσίÇουν Iην ¢υχή κoi
Iην Iρé¢ουν. Ki εσείς éIσi νo δίνεσ0ε µε Iην κoρδiά σoς σIον ΧρiσIό.
Oi λεiIουργiκéς προσευχéς, οi οποίες ¢oίνονIoi Iυπiκéς, όIoν λéγονIoi µε
νόηµo κoi προσοχή, γίνονIoi δiκéς σoς. Tην oκολου0ίo Iης Oείoς ΜεIoλú¢εως όIoν
Iη δioµάσεi κoi ο πiο oµoρIωλός oγiάÇεIoi πολú. }351}
Dτσι 'ίνεται . καλλιέ'εια 21ί! να το καταλα7αίνομε$ Αναίμακτα$
B.λα/# α2.στε*ει ο 3ν01)ο! τον )αλαιό εα-τό το-$ Τον α2.στε*ει 21ί!
)όλεμο$ Bεν το ε4ο'ί,ει& αλλ3 τον α2.στε*ει και ανα)τ*σσει τον καινό
3ν01)ο μέσα το-.
No δioλéγεIε Iην κοúρoση Iη σωµoIiκή. No Iο επiδi6κεIε γio νo γυµνάÇεIε
σ6µo κoi ¢υχή. H Çωή µoς εÇoρIάIoi oπ’ Iο 0éληµά µoς. O,Ii 0éλοµε κi όπως Iο
0éλοµε µποροúµε νo Iο Çήσοµε. ΑυIός που κάνεi κόπο γio Iον ΧρiσIό µεγoλúIερο -κi
oυIό γίνεIoi µéµoio oπό 0είο éρωIo- προσελκúεi περiσσόIερη χάρi. Ki όIoν λéµε
κόπο, εννοοúµε, εκIός Iων άλλων κoi Iην προσευχή Iης νúκIoς. Πολú ω¢ελεί νo
σηκ6νεσ0ε Iη νúκIo γio προσευχή. KoλúIερη είνoi η προσευχή Iης νúκIoς. }352} O,
Ii γίνεIoi σIο Aγiον Oρος Iη νúκIo! Eυωδίo, λiµάνi, άγγελοi, προσευχéς . Oi άγγελοi
πoίρνουν Iiς προσευχéς Iων oγίων κoi Iiς πηγoίνουν σIον Oεό. ΜυσIήρiο!
Eίνoi µίo συνή0εio, µόλiς Çυπνήσεiς, νo πεIoχ0είς oµéσως όρ0iος. Μπορεί
µéµoio, νo γυρίσεiς oπ’ Iην άλλη µερiά κoi νo σε πάρεi ο úπνος µéχρi Iο µεσηµéρi.
Πολú κoκό! Ii’ oυIό µόλiς Çυπνήσεiς, oµéσως νo σηκω0είς. No δioλéγεiς Iiς 6ρες Iης
νúκIoς. Μπoίνεiς ευκολόIερo σIην προσευχή. Ακόµη κoi Iυχoίo νo Çυπνήσεiς Iη
νúκIo, µην Çoνoκοiµη0είς oµéσως· είνoi µίo ευκoiρίo που σου δίνεi ο Oεός νo
προσευχη0είς, όσο µπορείς, µες σIην ησυχίo.
EκIός oπ’ Iην ησυχίo συµµoίνεi Iην νúκIo κoi κάIi άλλο. Έχω εÇoκρiµ6σεi éνo
περίεργο πράγµo. Μéς σIο εiκοσiIεIράωρο υπάρχεi δio¢ορά σIiς 6ρες κoi σIην
επίδρoση που éχουν σIον oν0ρ6πiνο οργoνiσµό. ΒλéπεIε, γio πoράδεiγµo, εν6 éνo
Iρoúµo πoρoµéνεi σIην ίδio κoIάσIoση, ο πυρεIός κυµoίνεIoi. Tο πρωί πé¢Iεi, Iο
µεσηµéρi oνεµoίνεi, Iο oπόγευµo κoi Iο µράδυ oνεµoίνεi πiο πολú, Io }353}
µεσάνυκIo oλλάÇεi. ΑυIό εÇoρIάIoi oπό Iην κίνηση Iης γης. Oπως επηρεάÇεIoi Iο
σ6µo oπό Iiς 6ρες, éIσi επηρεάÇεIoi κoi η ¢υχή.
ΑυIός που oγρυπνεί Iη νúκIo σIην προσευχή, Iην άλλη µéρo µπορεί νo
εργoσ0εί πiο κoλά, δiόIi Iον χoρiI6νεi ο Oεός κi oνoνε6νεIoi ¢υχiκά. ΑνIί0εIo
ό)οιο! /εν έ2ει /ι30εσ. να κ3νει 0-σίε! 'ια τ.ν α'3). το- Χιστο*& ο ί/ιο!
α)οκλείει τον εα-τό το- α)6 τ.ν 23ι.
Πρiν γκρiνiάÇεiς γio Iο σωµoIiκό κόπο, άρχiσε Iην ευχή, γioIί όIoν
γκρiνiάÇεiς, ¢εúγεi η χάρiς κoi µéνεiς µε Iη δúνoµή σου. Αν πεiς Iρεiς ¢ορéς Iο
«Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé ελéησόν µε», προχωράεiς µε χoρά. 2ε µλéπεi ο Oεός κi oπλ6νεi
Iο χéρi κoi σε πiάνεi. Από κεi κoi πéρo 0’ oρχίσεi η oλη0iνή κοiνωνίo µ’ Eκείνον.
OIoν ο σωµoIiκός κόπος -µεIάνοiες, oγρυπνίες, 0υσίες- γίνεIoi µε oγάπη, µε
éρωIo, δεν µλάπIεi Iο σ6µo. }354}
Να 'ιατί ο σ1ματικό! κό)ο!& να 'ιατί οι μετ3νοιε!$ +2ι 'ια να
κε/ίσει! κ3τι& αλλ3 'ιατί /εν σ6 α"#νει . α'3).& ο έ1τα! )ο! τον Χιστό
να κ3νει! αλλι5!.
Oo πεi ίσως κάποiος: «Tην oγάπη Iην éχω σIην κoρδiά µου». Noi, oλλά οi
µεIάνοiες κi όλες οi oσκήσεiς χρεiάÇονIoi, δiόIi είνoi µεν Iúποi, oλλά µéσω oυI6ν
Iων Iúπων κoIορ06νοµε νo µπoίνοµε σIην ουσίo. Αν δεν µποúµε εκεί, όλ’ oυIά είνoi
µηδéν. ΈIσi είνoi. . Eµείς κoρποúµε0o, εµείς éχοµε oυIή Iην oνάγκη. .
KoIορ06νουνε ¢οµερéς σωµoIiκéς oσκήσεiς κoi προσπo0οúν µ’ oυIéς νo επiµλη0οúν
κoi νo επiδράσουν σIην ¢υχή. Eµείς δεν λéµε éIσi, oλλ’ όIoν οi µεIάνοiες γίνονIoi
γio Iον ΧρiσIό, oπευ0είoς επiδρά σIην ¢υχή η χάρiς κoi ¢éρνεi Iη µεIάνοio κoi
¢éρνεi Iη γoλήνη κoi Iην εiρήνη κoi Iη χoρά. Αλλ’ oυIά }355} éρχονIoi µε Iη 0είo
χάρi κoi µεIά ω¢ελείIoi κoi Iο σ6µo.
ΈIσi κi εµείς µε Iiς µεIάνοiες δείχνοµε όIi είµoσIε Ioπεiνοί δοúλοi Iου Oεοú.
Aείχνοµε Iη µiκρόIηIά µoς κoi Iο σεµoσµό µoς µ’ éνoν oiσ0ηIό Iρόπο. Με Iiς
µεIάνοiες κάIi γίνεIoi· Ioπεiν6νεIoi ο χρiσIioνός κi oυIό µοη0άεi, 6σIε νo éλ0εi η
χάρiς Iου Oεοú µéσo Iου. OIoν éλ0εi η χάρiς, IόIε η κoρδiά Iου γίνεIoi ¢ωIiά. H
¢ωIiά Iης oγάπης κάνεi 0υσίες. Oυσίo κoi προσ¢ορά είνoi οi µεIάνοiες· 0υσίo
oγάπης, λoIρείo. Koi σIη λoIρείo συµµεIéχεi όλος ο άν0ρωπος, ¢υχή κoi σ6µo.
No µη λυπάσ0ε Iο σ6µo. No Iο πoiδεúεIε. Aεν µπορείIε νo κoIoλάµεIε Ii είνoi
η ¢ωIiά Iης oγάπης. Πρéπεi νo κάνεIε 0υσίo, άσκηση. Aσκηση πνευµoIiκή κoi
σωµoIiκή. Χωρίς άσκηση δεν γίνεIoi IίποIo. No κάνεIε υπoκοή σIο πνευµoIiκό
πρόγρoµµo, επί πoρoδείγµoIi, κoνόνo, oκολου0ίες κ.λπ. κoi νo µην Iο oµελείIε. No
µην oνoµάλλεIε γio oúρiο. OúIε oρρ6σIio νo Iο χoλάεi, µόνο oρρ6σIio προς
0άνoIο. Eγ6 µiκρός éκoνo Iρεiς χiλiάδες µεIάνοiες Iην ηµéρo κoi δεν κουρoÇόµουνo,
ήµουνo πολú σκληρoγωγηµéνος. Πoίδευo Iον εoυIό µου, περi¢ρονοúσo Iον κόπο. }
356}
No σoς δείÇω π6ς Iiς éκoνo Iiς µεIάνοiες. Tiς éκoνo σIρωIéς κoi γρήγορo,
χωρίς ν’ oκουµπ6 Io γόνoIo σIο éδo¢ος. Πρ6Io éκoνo Iο σIoυρό χIυπ6νIoς Io
δάχIυλo µε δúνoµη σIο µéIωπο, éπεiIo σIο γόνoIο κoi µεIά ¢ηλά σIους 6µους
συµµεIρiκά. ΜεIά oκουµοúσo Io χéρio σIο éδo¢ος κoi σηκωνόµουνo γρήγορo. TόIε
πoIοúσo λίγο Io γόνoIo. EίδoIε πως συµµεIéχουν σ6µo κoi ¢υχή σIη λoIρείo Iου
Oεοú; O νους, η κoρδiά σIον ΧρiσIό· κoi Iο σ6µo σIον ΧρiσIό. No κάνεIε Iiς
µεIάνοiες µε ευλάµεio κi oγάπη κoi νo µην Iiς µεIράIε. KoλúIερo νo κάνεIε δéκo κoi
κoλéς πoρά πολλéς κoi χωρίς Çήλο, χωρίς λoIρείo κoi 0είο éρωIo. KάνεIε όσες
µπορείIε, oνάλογo µε Iη δiά0εση, oλλά όχi ¢ευIοµεIάνοiες κoi ¢ευIοπροσευχéς. Oχi
Iυπiκά πράγµoIo σIον Oεό. O Oεός ÇηIάεi ό,Ii κάνοµε γio Eκείνον, νo γίνεIoi «εÇ
όλης Iης ¢υχής κoi εÇ όλης Iης κoρδίoς».
Oi µεIάνοiες είνoi κoi γυµνoσIiκή. Koi -oν κi oυIό δεν πρéπεi κo0όλου νo Iο
σκεπIόµoσIε- δεν υπάρχεi κoλúIερη γυµνoσIiκή oπ’ oυIή γio Iο σIοµάχi, Io éνIερo,
Iο σIή0ος, Iην κoρδiά, Iη σπονδυλiκή σIήλη. Eίνoi πάρo πολú }357} ω¢éλiµη, γioIί
νo µην Iην κάνοµε; OIoν oυIή η άσκηση γίνεIoi σIη λoIρείo Iου Oεοú κoi
κoIορ06νεi η ¢υχή oυIή Iη λoIρείo, γεµίÇεi χoρά, γoληνεúεi κoi εiρηνεúεi. ΑυIό
είνoi Iο πoν. OπόIε µéµoio κoi Iο άλλο, Iο σ6µo, Iο ω¢ελεί. ΈπεIoi κoi oκολου0εί
κoi ω¢ελείIoi κi oυIό. KoIoλάµoIε; 2Iην ¢υχή éρχεIoi εiρήνη κoi γoληνη κoi σIο
σ6µo η κoλή λεiIουργίo όλων Iων συσIηµάIων Iου οργoνiσµοú µoς, όπως είνoi Iο
κυκλο¢ορiκό, Iο πεπIiκό, Iο oνoπνευσIiκό, Iο ενδοκρiνολογiκό, Io οποίo άµεση éχουν
σχéση µε Iην ¢υχή µoς.
Oi oγioσµéνες ¢υχéς είνoi Iο µεγoλείο Iου µονoσIηρiοú. H ¢υχή éχεi ¢οµερéς
δυνάµεiς, που Iiς oνIoνoκλά σIο περiµάλλον. ΈIσi κi οi oγioσµéνοi Iόποi µoς
επηρεάÇουν κoi µoς oνεµάÇουν. OIoν µρίσκοµoi σε IéIοiους Iόπους, πρiν προλάµω νo
προσευχη06, oµéσως ο oγioσµéνος Iόπος µ’ oνεµάÇεi σIo ουράνio, όπως, γio
πoράδεiγµo, η ΠάIµος, Iο Aγiον Oρος κ.o.
O µονoχός ¢oίνεIoi oπόκοσµος κoi oκοiν6νηIος γio πολλοúς. 4oίνεIoi όIi
κοiIάÇεi µόνο Iην ¢υχή Iου, όIi δεν προσ¢éρεi IίποIo σIην Eκκλησίo, σIον κόσµο.
ΑυIό δεν είνoi éIσi. Tόσo χρόνio oν δioIηρή0ηκε η Eκκλησίo ο¢είλεIoi σIο
µονoχiσµό. ΑυIός που µπoίνεi σIο µονoσIήρi }358} κoi Io δίνεi όλo σIον ΧρiσIό
µπoίνεi σIην Eκκλησίo. 1σως νo πεi κάποiος: «ΑυIοί που Çουν µόνοi Iους σε µio
σπηλiά µοη0οúν Iην Eκκλησίo;». Noi. Oi σπηλoi6Iες µοη0οúν Iην Eκκλησίo µυσIiκά.
Ένoς που Çεi σIη σπηλiά µπορεί νo µη ¢Iiάχνεi δéνIρo κoi κήπους, συγγράµµoIo κi
άλλo που µοη0οúν σIη Çωή ή σIην πρόοδο, oλλά εκεί µéσo δηµiουργεί κi εÇελίσσεIoi
κoi 0εοúIoi. Oi oσκηIéς µéνουν σIη σπηλiά γio νo µην Iους oποσπά κoνείς oπ’ Iην
πνευµoIiκή Çωή. Με Iη 0ερµή κoi κo0oρή Çωή Iους κoi κυρίως µε Iην προσευχή Iους
µοη0οúν Iην Eκκλησίo.
Ας υπο0éσοµε όIi éχοµε επIά iεροκήρυκες 0εολόγους, οi οποίοi είνoi άγiοi σIη
Çωή Iους. H ρηIορείo Iους ά¢0oσIη. O κo0éνoς éχεi Iην ενορίo Iου, που oποIελείIoi
oπό δéκo χiλiάδες ενορίIες. Kά0ε µéρo oκοúνε Iο λόγο Iους εµδοµήνIo χiλiάδες
άν0ρωποi. 2υγκλονίÇονIoi χiλiάδες που Iους oκοúνε, µεIoνοοúν, επiσIρé¢ουν σIον
ΧρiσIό, σ6ÇονIoi ολόκληρες οiκογéνεiες. Ένoς, όµως, µονoχός, που δεν Iον µλéπεi
κoνείς κo0iσµéνος σε κάποio σπηλiά, µε Iην Ioπεiνή Iου προσευχή επiδρά πολú
περiσσόIερο. Ένoς éνoνIi επIά éχεi µεγoλúIερo oποIελéσµoIo. ΑυIό µλéπω. Eίµoi
σίγουρος. No ποio είνoi η σηµoσίo Iης προσευχής Iου µονoχοú. Eίνoi σIο κελλί Iου
µόνος, oλλά Io κúµoIo Iης προσευχής Iου ¢0άνουν σ’ όλους Iους oν0ρ6πους, éσIω
κi oν είνoi µoκρiά. Με Iην προσευχή ο µονoχός συµµεIéχεi σ’ όλo Io προµλήµoIo Iων
oν0ρ6πων κoi κάνεi 0oúµoIo. }359}
Αν δεν νεκρω0οúµε, δεν γίνεIoi IίποIo. N’ oγoπήσοµε Iον ΧρiσIό κoi 0o µoς
oγoπήσεi κi Eκείνος. Oλοi οi πόνοi 0o περάσουν, 0o νiκη0οúν, 0o µεIoποiη0οúν.
Αν Iρόπον Iiνά, éχεiς µéσo σου πéνIε µo0µοúς oγάπης κoi Çοδεúεiς Iους δúο
σIους γονείς, Iους άλλους δúο σI’ oδéλ¢io, Ii µéνεi γio Iον Oεό; Eν6 εν Iω Oε6
υπάρχουν όλες οi oγάπες Iου κόσµου. Αν α'α)#σει! τον (εό& τα }361} )3ντα
α'α)3ει!& /ιότι μέσα στον (εό -)32ο-ν όλα κι ο (εό! έτσι 0έλει να Τον
α'α)3ει! (AOIOΙ ONTON). ΑυIός ο ίδiος λéγεi: «Αγoπήσεiς Kúρiον Iον Oεόν σου εÇ
όλης Iης κoρδίoς σου κoi εÇ όλης Iης ¢υχής σου κoi εÇ όλης Iης δioνοίoς σου κoi εÇ
όλης Iης iσχúος σου». }362}
ΠΕΡΙ ΤΟΥ GΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ GΕΤΑΝΟΙΑΣ
Aεν υπάρχεi oν6Iερο πράγµo oπ’ oυIό που λéγεIoi µεIάνοio κoi εÇοµολόγηση.
ΑυIό Iο µυσIήρiο είνoi η προσ¢ορά Iης oγάπης Iου Oεοú σIον άν0ρωπο. Μ’ oυIό Iον
Iéλεiο Iρόπο oπoλλάσεIoi ο άν0ρωπος oπ’ Iο κoκό. Πηγoίνοµε, εÇοµολογοúµoσIε,
oiσ0oνόµoσIε Iη συνδioλλoγή µεIά Iου Oεοú, éρχεIoi η χoρά µéσo µoς, ¢εúγεi η
ενοχή. Στ.ν Ο0ο/ο4ία /εν -)32ει α/ιέ4ο/ο. Bεν -)32ει α/ιέ4ο/ο 'ιατί
-)32ει ο ε4ομολό'ο!& )ο- έ2ει τ.ν 23ι να σ-'21εί. Μεγάλο πράγµo ο
πνευµoIiκός! . Kά0ε µéρo σκéπIοµoi όIi oµoρIάνω, oλλά επi0υµ6 ό,Ii µου συµµoίνεi
νo Iο κάνω προσευχή κoi νo µην Iο κλείνω µéσo µου. }365}
Η αματία κ3νει τον 3ν01)ο )ολ* μ)ε/εμένο E-2ικ3$ Το μ)έ/εμα
/εν "ε*'ει με τί)οτα$ Gόνο με το "1! το- Χιστο* 'ίνεται το 4εμ)έ/εμα.
Tην πρ6Iη κίνηση Iην κάνεi ο ΧρiσIός. «AεúIε προς µε πάνIες οi κοπi6νIες .».
ΜεIά εµείς οi άν0ρωποi oποδεχόµoσIε oυIό Iο ¢ως µε Iην oγo0ή µoς προoίρεση, που
Iην εκ¢ράÇοµε µε Iην oγάπη µoς oπéνoνIί Tου, µε Iην προσευχή, µε Io µυσIήρio.
Iio νo µεIoνοήσεi η ¢υχή πρéπεi νo Çυπνήσεi. Eκεί σIο Çúπνηµo oυIό, γίνεIoi
Iο 0oúµo Iης µεIoνοίoς. Ki εδ6 µρίσκεIoi η προoίρεση Iου oν0ρ6που. Tο Çúπνηµo,
όµως, δεν éγκεiIoi µόνο σIον άν0ρωπο. O άν0ρωπος µόνος δεν µπορεί. Eπεµµoίνεi ο
Oεός. TόIε éρχεIoi η 0είo χάρiς. Χ1ί! τ.ν 23ι /εν μ)οεί να μετανο#σει ο
3ν01)ο!. H oγάπη Iου Oεοú 0o κάνεi Iο πoν. Μπορεί νo µεIoχεiρiσ0εί κάIi - µio
oσ0éνεio ή κάIi άλλο, εÇoρIάIoi - γio νo ¢éρεi Iον άν0ρωπο σε µεIάνοio. Aρo .
μετ3νοια /ια τ.! 0εία! 23ιτο! κατο0ο*ται. Α)λ3 και α)αλ3 εμεί! 0α κ3νομε
μία κίν.σ. )ο! τον (εό κι α)ό κει και )έα έ2εται . 23ι!.
Μπορεί νo µου πείIε: «TόIε µε Iην χάρi γίνονIoi όλo». ΑυIό είνoi éνo λεπIό
σηµείο. IίνεIoi κi εδ6 εκείνο oκρiµ6ς που λéω. Aεν µποροúµε ν’ oγoπήσοµε Iον Oεό,
oν ο Oεός δεν µoς oγoπήσεi. . Tο ίδiο συµµoίνεi κoi µε Iη µεIάνοio. Bεν μ)οο*με
να μετανο#σο-με& αν ο Κ*ιο! /εν μα! /5σει }366} μετ3νοια. Koi oυIό iσχúεi
γio Io πάνIo. Aηλoδή iσχúεi Iο Iρo¢iκό: «Χωρίς εµοú ου δúνoσ0ε ποiείν ουδéν». Αν
/εν -)32ο-ν )οJ)ο0έσει! 'ια να ε'κ*Eει μέσα μα! ο Χιστό!& μετ3νοια
/εν έ2εται$ Οι )οJ)ο0έσει! είναι . τα)είν1σ.& . α'3).& . )οσε-2#& οι
μετ3νοιε!& ο κό)ο! 'ια τον Χιστό. Αν δεν είνoi Iο συνoίσ0ηµo oγνό, oν δεν
υπάρχεi oπλόIηIo, oν η ¢υχή éχεi iδiοIéλεio, δεν éρχεIoi η 0είo χάρiς. 2υµµoίνεi
IόIε νo πηγoίνοµε νo εÇοµολογοúµoσIε, oλλά νo µην oiσ0oνόµoσIε oνoκοú¢iση.
H µεIάνοio είνoi πολú λεπIό πράγµo. H µεIάνοio η oλη0iνή 0o ¢éρεi Iον
oγioσµό. H µεIάνοio µoς oγiάÇεi.
Bεν ε-0*νεται μον32α ο 3ν01)ο! 'ια τα )αα)τ5ματ3 το-$ Τα λ30.&
οι αματίε! και τα )30. /εν είναι μόνο )οσ1)ικ3 7ι5ματα το-
ε4ομολο'ο-μένο-. O κά0ε άν0ρωπος éχεi πάρεi µéσo Iου κoi Io µi6µoIo Iων
γονéων Iου κoi εiδiκά Iης µηIéρoς, δηλoδή Iο π6ς Çοúσε η µηIéρo Iου, όIoν Iον
κυο¢οροúσε, oν σIενοχωρiόIoν, Ii éκoνε, oν κουρoÇόIoν Iο νευρiκό Iης σúσIηµo, oν
είχε χoρά, oν είχε 0λί¢η, oν είχε µελoγχολίo. Έ, όλο Iο νευρiκό σúσIηµo Iο δiκό Iης
επηρéoσε Iο νευρiκό σúσIηµo Iου εµµρúου Iης. OπόIε όταν 'ενν.0εί το )αι/ί και
με'αλ5σει& )αίνει μέσα το- }367} και τα 7ι5ματα τ.! μ.τέα! το-& /.λα/#
3λλο- αν05)ο-.
Υ)32ει& όμ1!& ένα μ-στικό$ Υ)32ει κ3)οιο! τό)ο! ν6 α)αλλα'εί ο
3ν01)ο! α)6 α-τό το κακό$ Ο τό)ο! α-τό! είναι . 'ενικ# ε4ομολό'.σ.& .
ο)οία 'ίνεται με τ.ν 23ι το- (εο*.
Πολλéς ¢ορéς éχω µεIoχεiρiσ0ή oυIή Iη γενiκή εÇοµολόγηση κoi είδo 0oúµoIo
πάνω σ’ oυIό. Τ.ν 5α )ο- τα λέει! στον ε4ομολό'ο& έ2εται . 0εία 23ι! και
σε α)αλλ3σσει α)6 όλα τα 3σ2.μα 7ι5ματα και τι! )λ.'έ! και τα E-2ικ3
τα*ματα και τι! ενο2έ!· δiόIi Iην 6ρo που Io λες ο εÇοµολόγος εúχεIoi 0ερµά
σIον Kúρiο γio Iην oπoλλoγή σου. }368}
Oλ’ oυIά που µου éλεγε Io πoρoκολου0οúσo όχi oπλ6ς µε προσοχή, oλλά
«éµλεπo» µéσo σIον ¢υχiκό Iης κόσµο Iην επίδρoση Iης προσευχής. Τ.ν
)αακολο-0ο*σα μέσα στ.ν E-2# τ.! κι 9έ7λε)α: ότι )#'αινε 23ι! μέσα
τ.!& ό)1! τ.ν εκοίτα,α ε'5$ Bιότι στον )νε-ματικό -)32ει 23ι! και στον
)α)3 -)32ει 23ι!. Tο κoIoλoµoίνεIε; Aηλoδή εν6 εÇοµολογείIoi ο άν0ρωπος, ο
iερéoς προσεúχεIoi γi’ oυIόν. 2υγχρόνως, éρχεIoi η χάρiς κoi Iον ελευ0ερ6νεi oπ’ Io
¢υχiκά IρoúµoIo, που γio χρόνio Iον µoσoνίÇουν, χωρίς νo γνωρίÇεi Iην oiIίo Iους.
O, oυIά Io πiσIεúω πολú! }369}
Oλοi οi πνευµoIiκοί οi εÇοµολόγοi éχουν oυIή Iην χάρi κi όIoν εúχονIoi Iην
εκπéµπουν ως oγωγοί.
Ας µη γυρίÇοµε πίσω σIiς oµoρIίες που éχοµε εÇοµολογη0εί. H oνάµνηση Iων
oµoρIi6ν κάνεi κoκό. ΖηIήσoIε συγγν6µη; Tελείωσε. O Oεός όλo Io συγχωρεί µε Iην
εÇοµολόγηση. Aεν πρéπεi νo γυρίÇοµε πίσω κoi νo κλεiνόµoσIε σε oπελπiσίo. No
είµoσIε δοúλοi Ioπεiνοί µπροσIά σIον Oεό. No oiσ0oνόµoσIε χoρά κoi ευγνωµοσúνη
γio Iην ά¢εση Iων oµoρIi6ν µoς.
Aεν είνoi υγiéς νo λυπάIoi κoνείς υπερµολiκά γio Iiς oµoρIίες Iου κoi νo
επoνoσIoIεί ενoνIίον Iου κoκοú εoυIοú Iου ¢0άνονIoς µéχρi Iην oπελπiσίo. H
oπελπiσίo κoi }370} η oπογοήIευση είνoi Iο χεiρόIερο πράγµo. Eίνoi πoγίδo Iου
σoIoνά, γio νo κάνεi Iον άν0ρωπο νo χάσεi Iην προ0υµίo Iου σIo πνευµoIiκά κoi νo
Iον ¢éρεi σε oπελπiσίo, σε oδράνεio κoi oκηδίo. O άν0ρωπος IόIε δεν µπορεί νo
κάνεi IίποIo· oχρησIεúεIoi. «Έπρεπε IόIε, δεν éκoνo IόIε, I6ρo IίποIo . Πάνε Io
χρόνio µου χoµéνo, δεν είµoi άÇiος». Το- /.μιο-'είται ένα αίσ0.μα
κατ1τεότ.τα!& ένα! 3κα)ο! α-τοε4ε-τελισμό!& όλα 'ι6 α-τόνε είναι
.μ3/ια$ Kέετε τι 7α* )3'μα είναι α-τόL Είναι Eε-τοτα)είν1σ..
Ki εγ6 σκéπIοµoi όIi oµoρIάνω. Aεν µoδίÇω κoλά. O,Ii όµως µε σIενοχωρεί,
Iο κάνω προσευχή, δεν Iο κλείνω µéσo µου, πάω σIον πνευµoIiκό, Iο εÇοµολογοúµoi,
Iελείωσε! No µη γυρίÇοµε πίσω κoi νo λéµε Ii δεν κάνoµε. 2ηµoσίo éχεi Ii 0o κάνοµε
I6ρo, oπ’ oυIή Iη σIiγµή κi éπεiIo. }371}
Αν oγoπήσοµε Iον ΧρiσIό, όλo είνoi εúκολo. Eγ6 δεν Iο κoIά¢ερo oκόµη.
T6ρo προσπo06 νo Tον oγoπήσω. 2Iον ΧρiσIό υπάρχουν όλo. Oλo Io ωρoίo, Io υγiή.
H υγiής ¢υχή Çεi Io χoρίσµoIo Iου Αγίου ΠνεúµoIος, που είνoi «oγάπη, χoρά, εiρήνη,
µoκρο0υµίo, χρησIόIης, oγo0ωσúνη, πίσIiς, πρoόIης, εγκράIεio». }372}
ΈχεIε oυIά; ΈχεIε Iην ευIυχίo, Iον ΧρiσIό, Iον Πoράδεiσο. Ki ο σωµoIiκός
oκόµη οργoνiσµός λεiIουργεί 0oυµάσio, χωρίς oνωµoλίες. H χάρiς Iου Oεοú oλλάÇεi
Iον άν0ρωπο, Iον µεIoµορ¢6νεi ¢υχiκά κoi σωµoIiκά. Πάνε IόIε όλες οi oµoρIίες.
OúIε κολίIiς, οúIε 0υρεοεiδής, οúIε σIοµάχi, οúIε IίποIo. Oλo λεiIουργοúν
κoνονiκά. Eίνoi ωρoίο νo περπoIάς, νo εργάÇεσoi, νo κiνείσoi κoi νo éχεiς υγείo.
Αλλά πρ6Io νo éχεiς ¢υχiκή υγείo. H µάσiς είνoi η ¢υχiκή υγείo· oκολου0εί η
σωµoIiκή. +λε! σ2ε/όν οι α5στιε! )οέ2ονται α)ό τ.ν έλλειE.
εμ)ιστοσ*ν.! στον (εό και α-τό /.μιο-'εί το 3'2ο!. Tο άγχος Iο δηµiουργεί
η κoIάργηση Iου 0ρησκευIiκοú oiσ0ήµoIος. Αν δεν éχεIε éρωIo γio Iον ΧρiσIό, oν
δεν oσχολείσ0ε µε άγio πράγµoIo, σίγουρo 0o γεµίσεIε µε µελoγχολίo, µε Iο κoκό. Ti
γίνεIoi, όµως, σIον κόσµο; ΑκοúσIε µε νo σoς πω éνo πoράδεiγµo.
Μio κοπελίIσo πήγε σ’ éνo γioIρό κoi Iης éδωσε ορµόνες. Tης λéω:
Πoiδί µου µην Iiς πάρεiς! . Koλό είνoi νo πάεiς IουλάχiσIον σ’ éνoν
ενδοκρiνολόγο. Tο πρόµληµά σου είνoi περiσσόIερο ÇήIηµo ενδοκρiνολόγου. Eίνoi oπ’
Iiς σIενοχ6ρiες.
ΠράγµoIi, éχω περάσεi σIενοχ6ρiες.
Έ, oυIό είνoi! Eiρήνευσε, γoλήνευσε, εÇοµολογήσου, µεIάλoµε κoi 0o
IoκIοποiη0οúν όλo.
Πήγε λοiπόν σ’ éνoν ενδοκρiνολόγο κoi Iου είπε ό,Ii Iης συνéµoiνε. }373}
Πo, πo, πά! Tης λéεi ο γioIρός. No µην Io πάρεiς κo0όλου oυIά Io ¢άρµoκo!
ΠéIoÇé Io! Oo σου κάνουνε µεγάλο κoκό.
ΒλéπεIε, λοiπόν, Ii γίνεIoi; Eν6 με τ.ν Ε4ομολό'.σ. και τ.ν (εία
Κοιν1νία έ2ο-ν 0εα)ε-0εί )ολλοί 3ν01)οι.
OIoν είνoi κoνείς άδεiος oπό Iον ΧρiσIό, IόIε éρχονIoi χίλio δυό άλλo κoi Iον
γεµίÇουν: Çήλεiες, µίση, oνίo, µελoγχολίo, oνIίδρoση, κοσµiκό ¢ρόνηµo, κοσµiκéς
χoρéς. Προσπo0ήσIε νo γεµίσεIε Iην ¢υχή σoς µε Iον ΧρiσIό, γio νo µην Iην éχεIε
άδεio. H ¢υχή µoς µοiάÇεi µε µio δεÇoµενή γεµάIη νερό. Αν το νεό το ί4ει! )ο!
τα λο-λο*/ια, δηλoδή Iiς oρεIéς, Iο δρόµο Iου κoλοú, 0o Çεiς Iην oλη0iνή χoρά κoi
0’ oIρο¢ήσουν οi κoκίες, Io’ oγκά0io. Αν& όμ1!& ί4ει! το νεό )ο! τα α'κ30ια,
oυIά 0’ oνoπIυχ0οúν κoi 0o σε πνίÇουν κoi 0o µoρo0οúν όλo Io λουλοúδio.
O άν0ρωπος 0o }374} κάνεi µio µiκρή προσπά0εio, oλλά ο ΧρiσIός 0o Iη
σIε¢oν6σεi.
2υµµoίνεi πολλéς ¢ορéς σήµερo ο άν0ρωπος νo oiσ0άνεIoi 0λί¢η, oπελπiσίo,
νω0ρόIηIo, Iεµπελiά, oκηδίo κi όλo Io σoIoνiκά. No είνoi 0λiµµéνος, νo κλoίεi, νo
µελoγχολεί, νo µη δίνεi σηµoσίo σIην οiκογéνεiά Iου, νo Çοδεúεi éνo σωρό χρήµoIo
σIους ¢υχoνoλυIéς, γio νo πάρεi ¢άρµoκo. ΑυIά οi άν0ρωποi Io λéνε «oνoσ¢άλεio».
H 0ρησκείo µoς πiσIεúεi όIi oυIά είνoi πεiρoσµiκά πράγµoIo.
O πόνος είνoi µίo ¢υχiκή δúνoµη που ο Oεός Iην éµoλε µéσo µoς, µε προορiσµό
νo κάνεi Iο κoλό, Iην oγάπη, Iη χoρά, Iην προσευχή. ΑνI’ oυIοú ο δiάµολος
κoIo¢éρνεi κoi πoίρνεi Iην ¢υχiκή oυIή δúνoµη oπό Iην µπoIoρίo Iης ¢υχής µoς κoi
Iη µεIoχεiρίÇεIoi γio Iο κoκό, Iην κάνεi κoIά0λi¢η κoi ¢éρνεi Iην ¢υχή σIη
νω0ρόIηIo κoi σIην oκηδίo. ΒoσoνίÇεi Iον άν0ρωπο, Iον κάνεi oiχµάλωIό Iου, Iον
oρρωσIoίνεi ¢υχiκά.
Yπάρχεi éνo µυσIiκό· νo µεIoµάλεIε Iη σoIoνiκή ενéργεio σε κoλή. Eίνoi
δúσκολο κoi χρεiάÇεIoi κoi κάποio }375} προεIοiµoσίo. ΠροεIοiµoσίo είνoi η
Ioπείνωση. Με Iην Ioπείνωση oποσπάIε Iην χάρi Iου Oεοú. Aίνεσ0ε σIην oγάπη Iου
Oεοú, σIη λoIρείo Tου, σIην προσευχή. Αλλά κi όλo oν Io κάνεIε, IίποIε δεν éχεIε
κoIo¢éρεi, oν δεν éχεIε oποκIήσεi Ioπείνωση. Oλo Io κoκά oiσ0ήµoIo, η
oνoσ¢άλεio, η oπελπiσίo, η oπογοήIευση, που πάνε νo κυρiεúσουν Iην ¢υχή, ¢εúγουν
µε Iην Ioπείνωση. ΑυIός που δεν éχεi Ioπείνωση, ο εγωiσIής, δεν 0éλεi νo Iου
κό¢εiς Iο 0éληµo, νo Iον 0ίÇεiς, νo Iου κάνεiς υποδείÇεiς. 2IενοχωρiéIoi νευρiάÇεi,
επoνoσIoIεί, oνIiδρά, Iον κυρiεúεi η κoIά0λi¢η.
H κoIάσIoσiς oυIή 0ερoπεúεIoi µε Iην χάρi. Πρéπεi η ¢υχή νo σIρo¢εί σIην
oγάπη Iου Oεοú. H 0ερoπείo 0o γίνεi µε Iο ν’ oγoπήσεi Iον Oεό µε λoχIάρo. Πολλοί
άγiοί µoς µεIéIρε¢oν Iην κoIά0λi¢η σε χoρά µε Iην oγάπη προς Iον ΧρiσIό.
Πoίρνoνε δηλoδή oυIή Iην ¢υχiκή δúνoµη, που ή0ελε νo Iη συνIρί¢εi ο δiάµολος, κoi
Iη δίνoνε σIον Oεό κoi Iη µεIoµάλλoνε σε χoρά κoi oγoλλίoση. Η )οσε-2#& .
λατεία το- (εο* μετα73λλει σι'3 σι'3 τ.ν κατ30λιE. και τ. '-ί,ει σε
2α3& /ιότι ε)ι/3 . 23ι! το- (εο*. Eδ6 χρεiάÇεIoi νo éχεiς Iη δúνoµη, 6σIε ν’
oποσπάσεiς Iην χάρi Iου Oεοú, που 0o σε µοη0άεi νo ενω0είς µoÇί Tου. Χει3,εται
τέ2ν.. +ταν /ο0εί! στον (εό και 'ίνει! ένα μα,ί Το-& 0α 4ε23σει! το κακό
)νε*μα& )ο- σε τα7ο*σε α)ό )ίσ1& κι εκείνο έτσι )ει"ον.μένο 0α "*'ει.
2Iη συνéχεio, όσο 0’ o¢οσi6νεσoi σIο Πνεúµo Iου Oεοú, Iόσο δεν 0o κοiIάÇεiς πίσω
σου, γio νo δεiς oυIόν που σε Iρoµάεi. OIoν σ’ ελκúσεi η χάρiς, εν6νεσoi µε Iον }
376} Oεό. Ki όIoν ενω0είς µε Iον Oεό κoi δο0είς σ’ Eκείνον, πάνε όλo I’ άλλo, Io
Çεχνάεiς κoi σ6Çεσoi. Η με'3λ. τέ2ν. λοι)όν& το με'3λο μ-στικό& 'ια ν6
α)αλλα'εί! α)6 τ.ν κατ30λιE. και όλα τ6 αν.τικ3& είναι να /ο0εί! στ.ν
α'3). το- (εο*.
Dνα )3'μα )ο- μ)οεί να 7ο.0#σει τον κατα0λι)τικό είναι και .
ε'ασία& το εν/ια"έον 'ια τ. ,1#. O κήπος, Io ¢υIά, Io λουλοúδio, Io δéνδρo, η
εÇοχή, ο περίπoIος σIην úπoi0ρο, η πορείo, όλ’ oυIά µγάÇουν Iον άν0ρωπο oπ’ Iην
oδράνεio κoi Iου δηµiουργοúν άλλo ενδio¢éρονIo. Eπiδροúν σoν ¢άρµoκo. H oσχολίo
µε Iην Iéχνη, Iη µουσiκή κλπ. κάνεi πολú κoλό. 2’ εκείνο, όµως, που δίδω Iη
µεγoλúIερη σηµoσίo είνoi Iο ενδio¢éρον γio Iην Eκκλησίo, γio Iη µελéIη Iης Αγίoς
Iρo¢ής, γio Iiς oκολου0ίες. ΜελεI6νIoς Io λόγio Iου Oεοú, 0ερoπεúεIoi κoνείς
χωρίς νo Iο κoIoλάµεi.
No σoς δiηγη06 γio µio κοπéλo, που ήλ0ε σ’ εµéνoνε Iον Ioπεiνό. Έπoσχε oπό
¢οµερή κoIά0λi¢η. Aεν κoIά¢ερε κάIi µε Io ¢άρµoκo. ΠoράIησε Io πάνIo, Iη
δουλεiά Iης, Iο σπίIi Iης, Iiς oπoσχολήσεiς Iης. Ki εγ6 Iης είπo oυIά που Çéρω. Tης
είπo γio Iην oγάπη Iου ΧρiσIοú, που oiχµoλωIίÇεi Iην ¢υχή, δiόIi η χάρiς Iου Oεοú
γεµίÇεi Iην ¢υχή κoi Iην oλλάÇεi. Tης εÇήγησo όIi είνoi δoiµονiκή oυIή η δúνoµη που
κoIoλoµµάνεi Iην ¢υχή κoi µεIoµάλλεi Iην ¢υχiκή δúνoµη σε κoIά0λi¢η, Iη ρίχνεi
κάIω, Iη µoσoνίÇεi κoi Iην oχρησIεúεi. Tην συµµοúλευσo ν’ oσχολείIoi µε δiά¢ορες
oπoσχολήσεiς, όπως γio πoράδεiγµo, µε Iη µουσiκή, που Iης άρεσε πρ6Io κλπ.
Tόνiσo όµως, περiσσόIερο }378} Iη σIρο¢ή κoi Iην oγάπη Iης προς Iον ΧρiσIό. Tης
είπo oκόµη όIi µéσo σIην Eκκλησίo µoς υπάρχεi 0ερoπείo µε Iην oγάπη προς Iον Oεό
κoi Iην προσευχή, oλλά που 0o γίνεIoi µε λoχIάρo. }378}
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΣΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ
EίµoσIε ευIυχiσµéνοi, όIoν oγoπήσοµε όλους Iους oν0ρ6πους µυσIiκά. Oo
νi60οµε IόIε όIi όλοi µoς oγoποúν. Koνείς δεν µπορεί νo ¢0άσεi σIον Oεό, oν δεν
περάσεi oπ’ Iους oν0ρ6πους. . Ν6 α'α)3με& να 0-σια,όμαστε 'ια όλο-!
ανι/ιοτελ5!& 21ί! να ,.τ3με αντα)ό/οσ.$ Τότε ισοο)εί ο 3ν01)ο!. }
381}
ΑυIό είνoi Iο µεγoλúIερο µυσIήρiο Iης Eκκλησίoς µoς. No γίνοµε όλοi éνo εν
Oε6. }382}
H oγάπη σIον oδελ¢ό µoς προεIοiµάÇεi ν’ oγoπήσοµε περiσσόIερο Iον ΧρiσIό.
Ας σκορπίÇοµε σε όλους Iην oγάπη µoς oνiδiοIελ6ς, oδio¢ορ6νIoς γio Iη
σIάση Iους. OIoν éλ0εi µéσo µoς η χάρiς Iου Oεοú, δεν 0o ενδio¢ερόµoσIε oν µoς
oγoπάνε ή όχi, oν µoς µiλάνε µε κoλοσúνη. Oo νi60ουµε Iην oνάγκη εµείς νo Iους
oγoπάµε όλους. Eίνoi εγωiσµός νo 0éλοµε οi άλλοi νo µoς µiλάνε µε κoλοσúνη. }384}
+ταν α'α)3με 21ί! να ε)ι/ι5κομε να μα! α'α)3νε& 0α μα,ε*ονται
όλοι κοντ3 μα! σαν τι! μέλισσε!. ΑυIό iσχúεi γio όλους µoς.
Αν ο oδελ¢ός σου σ’ ενοχλεί, σε κουράÇεi, νo σκéπIεσoi: «T6ρo µε πονάεi Iο
µάIi µου, Iο χéρi µου, Iο πόδi µου· πρéπεi νo Iο περi0άλ¢ω µ’ όλη µου Iην oγάπη».
No µη σκεπIόµoσIε, όµως, οúIε όIi 0o oµεi¢0οúµε γio Io δή0εν κoλά οúIε όIi 0o
Iiµωρη0οúµε γio Io κoκά που δioπράÇoµε. Έρχεσoi εiς επίγνωσiν oλη0είoς, όIoν
oγoπάεiς µε Iην oγάπη Iου ΧρiσIοú. TόIε δεν ÇηIάεiς νo σ’ oγoπάνε· oυIό είνoi
κoκό. Eσú oγoπάεiς, εσú δίνεiς Iην oγάπη σου· oυIό είνoi Iο σωσIό. Από µoς
εÇoρIάIoi νo σω0οúµε. O Oεός Iο 0éλεi. Oπως λéεi η Αγίo Iρo¢ή: «πάνIoς 0éλεi
σω0ήνoi κoi εiς επίγνωσiν oλη0είoς ελ0είν».
OIoν κάποiος µoς oδiκήσεi µ’ οποiονδήποIε Iρόπο, µε συκο¢oνIίες, µε
προσµολéς, νo σκεπIόµoσIε όIi είνoi oδελ¢ός µoς που Iον κoIéλoµε ο oνIί0εIος.
Έπεσε 0úµo Iου oνIi0éIου. Ii’ oυIό πρéπεi νo Iον συµπονéσοµε κoi νo πoρoκoλéσοµε
Iον Oεό νo ελεήσεi κi εµάς κi oυIόν· κi ο Oεός 0o µοη0ήσεi κoi Iους δúο. Αν, όµως
οργiσ0οúµε ενoνIίον Iου IόIε ο oνIί0εIος oπό κείνον 0o πηδήσεi σ’ εµάς κoi 0o µoς
πoίÇεi κoi Iους δúο. Oποiος κoIoκρίνεi Iους άλλους, δεν oγoπάεi Iον ΧρiσIό. O
εγωiσµός ¢Ioίεi. Από κεi Çεκiνάεi η κoIάκρiση.
Ας υπο0éσοµε όIi éνoς άν0ρωπος µρίσκεIoi µόνος Iου σIην éρηµο. Aεν υπάρχεi
κoνείς. Eo¢νiκά oκοúεi κάποiον oπό µoκρiά νo κλoίεi κoi νo ¢ωνάÇεi. ΠλησiάÇεi κi
oνIiκρίÇεi éνo ¢οµερό 0éoµo: µίo Iίγρiς éχεi oρπάÇεi éνoν άν0ρωπο κoi Iον
κoIoÇεσχίÇεi µε µoνίo. Eκείνος oπελπiσµéνος ÇηIάεi µοή0εio. . Ti νo κάνεi, γio νo
Iον µοη0ήσεi; . Μήπως 0o πάρεi κoµiά πéIρo νo Iήνε ρίÇεi σIον άν0ρωπο κoi νo Iον
oποIελεi6σεi; «Oχi, µéµoio!», 0o ποúµε. Ki όµως oυIό είνoi δυνoIόν νo γίνεi όIoν δεν
κoIoλoµoίνοµε όIi ο άλλος που µoς ¢éρεIoi άσχηµo κoIéχεIoi oπό Iον δiάµολο, Iην
Iίγρη. Μoς δio¢εúγεi όIi, όIoν κi εµείς Iον oνIiµεIωπίÇοµε χωρίς oγάπη, είνoi σoν
νo Iου ρίχνοµε πéIρες πάνω σIiς πληγéς Iου, οπόIε Iου κάνοµε πολú κoκό κoi η
«Iίγρiς» µεIoπηδάεi σ’ εµάς κoi κάνοµε κi εµείς ό,Ii εκείνος κoi χεiρόIερo. TόIε,
λοiπόν ποio είνoi η oγάπη που éχοµε γio Iον πλησίον µoς κoi πολú περiσσόIερο γio
Iον Oεό;
No oiσ0oνόµoσIε Iην κoκίo Iου άλλου σoν oρρ6σIio που Iον µoσoνίÇεi κoi
υπο¢éρεi κoi δεν µπορεί νo oπoλλoγεί. Ii’ oυIό νo µλéποµε Iους oδελ¢οúς µoς µε
συµπά0εio κoi νo Iους ¢ερόµoσIε µε ευγéνεio λéγονIoς µéσo µoς µε oπλόIηIo }386}
Iο «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé», γio νo δυνoµ6σεi µε Iη 0είo χάρi η ¢υχή µoς κoi νo µην
κoIoκρίνοµε κoνéνo. Oλους γio oγίους νo Iους µλéποµε. Oλοi µoς µéσo ¢éροµε Iον
ίδiο πoλoiό άν0ρωπο. O πλησίον όποiος κi oν είνoi, είνoi «σάρÇ εκ Iης σoρκός µoς»,
είνoi oδελ¢ός µoς κoi «µηδενί, µηδéν ο¢είλοµεν, εi µη Iο oγoπάν oλλήλους»,
σúµ¢ωνo µε Iον oπόσIολο Πoúλο. Aεν µποροúµε ποIé νo κoIηγορήσοµε Iους άλλους,
γioIί «ουδείς Iην εoυIοú σάρκo εµίσησεν».
+ταν κ3)οιο! έ2ει ένα )30ο! να )οσ)α0ο*με να το- ί2νομε ακτίνε!
α'3).! κι ε-σ)λα2νία! 'ια να 0εα)ε*εται και να ελε-0ε5νεται. Gόνο με
τ.ν 23ι το- (εο* 'ίνονται α-τ3. No σκéπIεσ0ε όIi oυIός υπο¢éρεi περiσσόIερο
oπό εσάς. . No σIεκόµoσIε µε προσοχή σεµoσµό κoi προσευχή. Eµείς νo
προσπo0οúµε νo µην Iο κάνοµε Iο κoκό. OIoν υποµéνοµε Iην oνIiλογίo Iου oδελ¢οú
λογίÇεIoi µoρIúρiο. No Iο κάνοµε µε χoρά.
O χρiσIioνός είνoi ευγενής. No προIiµάµε ν’ oδiκοúµoσIε. Aµo éλ0εi µéσo µoς
Iο κoλό, η oγάπη, Çεχνάµε Iο κoκό που µoς κάνoνε. Eδ6 κρúµεIoi Iο µυσIiκό. OIoν
Iο κoκό éρχεIoi oπό µoκρiά, δεν µπορείIε νo Iο oπο¢úγεIε. Η με'3λ. τέ2ν. είναι&
όμ1! να το )ει"ον#σετε$ Gε τ.ν 23ι το- (εο* εν5 0α το 7λέ)ετε& /εν 0α
σα! ε).ε3,ει& /ιότι 0α είστε )λ#ει! 23ιτο!.
2Iο Πνεúµo Iου Oεοú όλo είνoi oλλi6Iiκo. Eκεί κoνείς }387} Io δiκoiολογεί
σIους άλλους όλo. Oλo! Ti είπoµε; «O ΧρiσIός µρéχεi επί δiκoίους κoi oδίκους». Eγ6
εσéνo µγάÇω ¢IoίχIη, éσIω κi oν µου λéεiς όIi ¢Ioίεi ο Iάδε ή η Iάδε. Tελiκά σε κάIi
¢Ioίεiς κoi Iο µρίσκεiς, όIoν σου Iο πω. ΑυIή Iη δiάκρiση ν’ oποκIήσεIε σIη Çωή
σoς. No εµµo0úνεIε σIο κo0εIί κoi νo µην Io µλéπεIε επi¢oνεioκά. Αν δεν πάµε σIον
ΧρiσIό, oν δεν υποµéνοµε όIoν πάσχοµε oδίκως, 0o µoσoνiÇόµoσIε συνéχεio. Tο
µυσIiκό είνoi ν’ oνIiµεIωπίÇεi κoνείς Iiς κoIoσIάσεiς µε πνευµoIiκό Iρόπο. }388}
No éχοµε oγάπη, πρoόIηIo, εiρήνη. ΈIσi µοη0άµε Iον συνάν0ρωπό µoς, όIoν
κυρiεúεIoi oπό Iο κoκό. ΜυσIiκά oκIiνοµολεί Iο πoράδεiγµo, όχi µόνον όIoν ο άλλος
είνoi πoρ6ν oλλά κi όIoν δεν είνoi. N’ oγωνiÇόµoσIε νo σIéλνοµε Iην oγo0ή µoς
δiά0εση. Ακόµη κoi λόγio όIoν λéµε γio Iη Çωή Iου άλλου που δεν Iην εγκρίνοµε,
oυIός Iο κoIoλoµoίνεi κoi Iον oπω0οúµε. Eν6 oν είµoσIε ελεήµονες κoi Iον
συγχωροúµε, Iον επηρεάÇοµε -όπως Iον επηρεάÇεi κoi Iο κoκό- κi oς µη µoς µλéπεi.
No µην oγoνoκIοúµε µε εκείνους που είνoi µλάσ¢ηµοi, oνIί0εiοi, δi6κIες κλπ.
H oγoνάκIηση κάνεi κoκό. }389}
No προσευχη0οúµε γi’ oυIόν. O χρiσIioνός éχεi oγάπη κoi ευγéνεio κoi ¢éρεIoi
oνάλογo.
Oπως éνoς oσκηIής χωρίς νo Iον µλéπεi κoνείς ω¢ελεί Iον κόσµο, δiόIi Iο
κúµo Iης προσευχής Iου επηρεάÇεi Iον άλλο, µεIo¢éρεi Iο Πνεúµo Iο Aγiον σIον
κόσµο, éIσi κi εσείς νo σκορπάIε Iην oγάπη σoς, χωρίς νo περiµéνεIε oνIoπόδοση·
µε Iην oγάπη, Iην υποµονή, Iο µεiδίoµo .
H oγάπη πρéπεi νo είνoi oκρoi¢νής. Koi µόνον η oγάπη Iου Oεοú είνoi η
oκρoi¢νής oγάπη. 2Iο πρόσωπο που µoς κουράÇεi κoi µoς δυσκολεúεi η oγάπη πρéπεi
νo προσ¢éρεIoi µε oπoλό Iρόπο, χωρίς ο άλλος νo κoIoλoµoίνεi όIi κάνοµε
προσπά0εio γio νo Iον oγoπήσοµε. Koi νo µην πολυεκδηλωνόµoσIε εÇωIερiκά, γioIί
IόIε Iον κάνοµε ν’ oνIiδρά. H σiωπή σ6Çεi oπ’ όλo Io κoκά. EγκράIεio Iης γλ6σσης
- µéγo πράγµo! KoIά éνo µυσIiκό Iρόπο η σiωπή oκIiνοµολεί σIον πλησίον. }390}
OIoν µλéποµε Iους συνoν0ρ6πους µoς νo µην oγoποúν Iον Oεό,
σIενοχωρiόµoσIε. Με Iη σIενοχ6ρio δεν κάνοµε oπολúIως IίποIo. OúIε κoi µε Iiς
υποδείÇεiς. OúIε oυIό είνoi σωσIό. Yπάρχεi éνo µυσIiκό· oν Iο κoIoλάµοµε, 0o
µοη0ήσοµε. Tο µυσIiκό είνoi η προσευχή µoς, η o¢οσίωσή µoς σIον Oεό, 6σIε νo
ενεργήσεi η χάρiς Tου. Eµείς µε Iην oγάπη µoς, µε Iη λoχIάρo µoς σIην oγάπη Iου
Oεοú, 0o προσελκúσοµε Iην χάρi, 6σIε νo περiλοúσεi Iους άλλους, που είνoi πλησίον
µoς, νo Iους Çυπνήσεi, νo Iους δiεγείρεi προς Iο 0είο éρωIo. 1, µάλλον ο Oεός 0o
σIείλεi Iην oγάπη Tου νo Iους Çυπνήσεi όλους. O,Ii εµείς δεν µποροúµε, 0o Iο κάνεi
η χάρiς Tου. Με Iiς προσευχéς µoς 0o κάνοµε όλους oÇίους Iης oγάπης Iου Oεοú.
No γνωρίÇεIε κoi Iο άλλο. Oi ¢υχéς οi πεπονηµéνες, οi Ioλoiπωρηµéνες, που
IoλoiπωροúνIoi oπό Io πά0η Iους, oυIéς κερδίÇουν πολú Iην oγάπη κoi Iην χάρi Iου
Oεοú. KάIi IéIοiοi γίνονIoi άγiοi κoi πολλéς ¢ορéς εµείς }391} Iους κoIηγοροúµε.
Oυµη0είIε Iον oπόσIολο Πoúλο Ii λéγεi: «Oυ δε επλεόνoσεν η oµoρIίo,
υπερεπερίσσευσεν η χάρiς». OIoν Iο 0υµάσIε oυIό, 0o oiσ0άνεσ0ε όIi oυIοί είνoi πiο
άÇiοi κi oπό σoς κi oπό µéνo. Tους µλéποµε oδúνoIους, oλλά όIoν oνοίÇουνε σIον
Oεό, γίνονIoi πλéον όλο oγάπη κi όλο 0είο éρωIo. Eν6 είχoνε συνη0ίσεi oλλi6ς, Iη
δúνoµη Iης ¢υχής Iους Iη δίδουν µεIά όλη σIον ΧρiσIό κoi γίνονIoi ¢ωIiά oπό
oγάπη ΧρiσIοú. ΈIσi λεiIουργεί Iο 0oúµo Iου Oεοú µéσo σε IéIοiες ¢υχéς, που λéµε
«πεIoµéνες».
No µην oπο0oρρυνόµoσIε, οúIε νo µioÇόµoσIε, οúIε νo κρίνοµε oπό πράγµoIo
επi¢oνεioκά κi εÇωIερiκά. Αν, γio πoράδεiγµo, µλéπεIε µio γυνoίκo γυµνή ή άσεµνo
νIυµéνη, νo µη µéνεIε σIο εÇωIερiκό, oλλά νo µπoίνεIε σIο µά0ος σIην ¢υχή Iης.
1σως είνoi πολú κoλή ¢υχή κi éχεi υπoρÇioκéς oνoÇηIήσεiς, που Iiς εκδηλ6νεi µε Iην
éÇoλλη εµ¢άνiση. Έχεi µéσo Iης δυνoµiσµό, éχεi Iη δúνoµη Iης προµολής, 0éλεi νo
ελκúσεi Io µλéµµoIo Iων άλλων. Από άγνοio, όµως, éχεi δioσIρé¢εi Io πράγµoIo.
2κε¢0είIε oúIη νo γνωρίσεi Iον ΧρiσIό. Oo πiσIé¢εi, κi όλη oυIή Iην ορµή 0o Iη
σIρé¢εi σIον ΧρiσIό. Oo κάνεi Iο πoν, γio νo ελκúσεi Iην χάρi Iου Oεοú. Oo γίνεi
oγίo.
Eίνoi éνo είδος προµολής Iου εoυIοú µoς νo επiµéνουµε νo γίνουν οi άλλοi
κoλοί. 2Iην πρoγµoIiκόIηIo, 0éλοµε εµείς νo γίνοµε κoλοί κi επεiδή δεν µποροúµε,
Iο oπoiIοúµε oπ’ Iους άλλους κi επiµéνοµε σ’ oυIό. Ki εν6 όλo δiορ06νονIoi µε Iην
προσευχή, εµείς πολλéς ¢ορéς σIενοχωροúµε0o κi oγoνoκIοúµε κoi κoIoκρίνοµε.
Πολλéς ¢ορéς µε Iην oγωνίo µoς κoi Iους ¢όµους µoς κoi Iην άσχηµη ¢υχiκή
µoς κoIάσIoση, χωρίς νo Iο 0éλουµε κoi χωρίς νo Iο κoIoλoµoίνοµε, κάνοµε κoκό
σIον άλλο éσIω κi oν Iον oγoπάµε πάρo πολú, όπως πoρoδείγµoIος χάρiν, η µάνo Iο
πoiδί Iης. H µάνo µεIoδίδεi σIο πoiδί όλο Iο άγχος Iης γio Iη Çωή Iου, γio Iην υγείo
Iου, γio Iην πρόοδό Iου, éσIω κi oν δεν Iου µiλάεi, éσIω κi oν δεν εκδηλ6νεi oυIό
που éχεi µéσo Iης. ΑυIή η oγάπη, η ¢υσiκή oγάπη δηλoδή µπορεί νo µλά¢εi. Aεν
συµµoίνεi όµως Iο ίδiο µε Iην oγάπη Iου ΧρiσIοú, που συνδυάÇεIoi µε Iην προσευχή
κoi µε Iην oγiόIηIo Iου µίου. H oγάπη oυIή κάνεi άγiο Iον άν0ρωπο, Iον εiρηνεúεi,
δiόIi oγάπη είνoi ο Oεός.
H oγάπη νo είνoi µόνον εν ΧρiσI6. Iio νo ω¢ελήσεiς Iους άλλους, πρéπεi νo
Çεiς µéσo σIην oγάπη Iου Oεοú, oλλi6ς δεν µπορείς νo ω¢ελήσεiς Iον συνάν0ρωπο
σου. Aεν πρéπεi νo µiάÇεiς Iον άλλο. Oo éλ0εi η 6ρo Iου, 0o éλ0εi η σIiγµή, oρκεί νo
προσεúχεσoi γi’ oυIόν. Με Iη σiωπή, Iην oνοχή κoi κυρίως µε Iην προσευχή
ω¢ελοúµε Iον άλλον µυσIiκά. H χάρiς Iου Oεοú κo0oρίÇεi Iον ορίÇονIo Iου νου Iου
κoi Iον µεµoi6νεi γio Iην oγάπη Tου. Eδ6 είνoi Iο λεπIό σηµείο. Aµo δεχ0εί όIi ο
Oεός είνoi oγάπη, IόIε éνo άπλεIο ¢ως 0o éλ0εi πάνω Iου, που δεν Iο éχεi δεi ποIé.
Oo µρεί éIσi Iη σωIηρίo. }393}
No είµoσIε ÇηλωIoί. ΖηλωIής είνoi εκείνος που oγoπάεi ολό¢υχo Iον ΧρiσIό
κo σIο όνοµά Tου δioκονεί Iον άν0ρωπο. Αγάπη σIον Oεό κoi σIους oν0ρ6πους· oυIό
είνoi Çευγάρi, δεν χωρίÇεi. Πά0ος, πό0ος, δάκρυo, µε κoIάνυÇη, όχi σκόπiµo. Oλo oπό
κoρδiά!
O ¢oνoIiσµός δεν éχεi σχéση µε Iον ΧρiσIό. No είσoi χρiσIioνός oλη0iνός.
TόIε κoνéνo δεν 0o πoρεÇηγείς, oλλά «η oγάπη σου πάνIo 0o σIéγεi». Koi σIον
oλλό0ρησκο, χρiσIioνός. Aηλoδή νo Iον Iiµάεiς άσχεIo µε Iη 0ρησκείo Iου µε éνoν
ευγενiκό Iρόπο. Μπορείς νo περiποiη0είς éνoν ο0ωµoνό, όIoν éχεi oνάγκη, νo Iου
µiλήσεiς, ν’ oνoσIρo¢είς µoÇί Iου. No υπάρχεi σεµoσµός Iης ελευ0ερίoς Iου άλλου.
Oπως ο ΧρiσIός «ίσIoIoi επί Iην 0úρoν κoi κροúεi», χωρίς νo Iην πoρoµiάÇεi, oλλά
περiµéνεi Iην ¢υχή µόνη Iης κi ελεú0ερo νo Tον δεχ0εί, éIσi κi εµείς νo σIεκόµoσIε
µπροσIά σIην κά0ε ¢υχή.
2Iην iερoποσIολiκή προσπά0εio νo υπάρχεi λεπIός Iρόπος, 6σIε οi ¢υχéς νo
δéχονIoi ό,Ii προσ¢éροµε, λόγio, µiµλίo, χωρίς ν’ oνIiδροúν. Koi κάIi oκόµη. Aίγo
λόγio. To λόγio ηχοúν σI’ oυIiά κoi εκνευρίÇουν πολλéς ¢ορéς. H προσευχή κoi η Çωή
éχουν oπήχηση. H Çωή συγκiνεί, oνoγεννά κoi oλλοi6νεi, εν6 Io λόγio µéνουν
άκoρπo. H κoλúIερη iερoποσIολή γίνεIoi µε Iο κoλό µoς πoράδεiγµo, }394} Iην
oγάπη µoς, Iην πρoόIηIά µoς. }395}
2Iiς συÇηIήσεiς λίγo λόγio γio Iη 0ρησκείo κoi 0o νiκήσεIε. Α¢ήσIε εκείνον
που éχεi άλλη γν6µη νo Çεσπάσεi, νo πεi, νo πεi, . No oiσ0oν0εί όIi éχεi νo κάνεi µ’
éνoν ήρεµο άν0ρωπο. No επiδράσεIε µε Iην κoλοσúνη σoς κoi Iην προσευχή σoς κi
éπεiIo Iου µiλάIε λίγο. Aεν κάνεIε IίποIo, oν Io πείIε éνIονo, oν Iου πείIε,
πoρoδείγµoIος χάρiν, «είπες ¢éµoIo!». . Ti νo κάνεIε; N’ oδio¢ορείIε εÇωIερiκά,
oλλά νo προσεúχεσ0ε µéσo σoς. No είσIε éIοiµοi, κoIoρIiσµéνοi, µε πoρρησίo, oλλά
κoi µε oγiόIηIo, πρoόIηIo, προσευχή. Iio νo κάνεIε oυIό όµως πρéπεi νo γίνεIε
άγiοi. }396}
H oγάπη προς Iον ΧρiσIό δεν éχεi όρio Iο ίδiο κoi η oγάπη προς Iον πλησίον.
No εκIείνεIε πoνIοú, σIo πéρoIo Iης γης. ΠoνIοú σε όλους Iους oν0ρ6πους. Ε'5
#0ελα να )31 να ,#σ1 μα,ί με το-! 2ί)./ε! στα G3ταλα 21ί! 7έ7αια&
αματίε!& 'ια να το-! /εί41 τ.ν α'3). το- Χιστο* )όσο είναι με'3λ. και
)1! μ)οεί να το-! αλλ34ει να το-! μεταμο"5σει. H oγάπη είνoi πάνω oπ’ όλo.
1Ioν éνoς oσκηIής κi είχε δúο υποIoκIiκοúς. (YΠΑKOH) Προσπo0οúσε πολú νo
Iους ω¢ελήσεi κoi νo Iους κάνεi κoλοúς. Eίχε όµως Iην oνησυχίo oν όνIως
προχωροúν σIην πνευµoIiκή Çωή, oν προοδεúουν κi oν είνoi éIοiµοi γio Iη Βoσiλείo
Iου Oεοú. . Kάποio ηµéρo 0o γiνόIoν oγρυπνίo σIην εκκλησίo µioς άλλης σκήIης
που oπείχε πολλéς 6ρες oπ’ Iη δiκή Iους. . ΈσIεiλε Iους υποIoκIiκοúς Iου 6σIε νo
¢0άσουν νωρίς γio νo IoκIοποiήσουν Iην εκκλησίo, κi ο IéρονIoς 0o πήγoiνε Io’
oπόγευµo. Oi υποIoκIiκοί είχoν προχωρήσεi oρκεIά, όIoν Ço¢νiκά άκουσoν µογγηIά.
1Ioν éνoς άν0ρωπος µoρiά IρoυµoIiσµéνος κoi ÇηIοúσε µοή0εio:
- ΠάρIε µε σoς πoρoκoλ6 Iους éλεγε γioIί εδ6 είνoi ερηµiά, κoνείς δεν
περνάεi, ποiος 0o µπορéσεi νo µε µοη0ήσεi; Eσείς είσIε δúο. 2ηκ6σIε µε κoi
οδηγήσIε µε σIο πρ6Iο χωρiό. }397}
- Aεν µποροúµε! Tου είπoν. ΒioÇόµoσIε νo πάµε γio Iην oγρυπνίo éχοµε πάρεi
ενIολή νo εIοiµάσοµε.
- ΠάρIε µε, σoς πoρoκoλ6! Αν µε o¢ήσεIε 0o πε0άνω, 0o µε ¢άνε Io 0ηρίo.
- Aεν µποροúµε! Ti νo κάνοµε, πρéπεi νo πάµε σIο κo0ήκον µoς.
Ki é¢υγoν. To’ oπόγευµo Çεκίνησε ο IéρονIoς γio Iην oγρυπνίo. Πéρoσε oπ’ Iον
ίδiο δρόµο. Έ¢0oσε κoi σIο µéρος που ήIoν ο IρoυµoIiσµéνος. Tον µλéπεi, Iον
πλησiάÇεi κoi Iου λéεi:
- Ti éπo0ες, άν0ρωπε Iου Oεοú; Ti éχεiς; Από πόIε είσoi εδ6; Aεν σε είδε
κoνείς;
- Πéρoσoν Iο πρωί δúο µονoχοί κoi Iους πoρoκάλεσo νo µε µοη0ήσουν, oλλά
µioÇόνIουσoν νo πάνε σIην oγρυπνίo.
- Oo σε πάρω εγ6. Μην oνησυχείς! Tου λéεi.
- Aεν µπορείς εσú, είσoi γéρονIoς, δεν µπορείς νo µε σηκ6σεiς, oδúνoIον!
- Oχi, 0o σε πάρω! Aεν µπορ6 νo σ’ o¢ήσω!
- Μo δεν µπορείς νo µε σηκ6σεiς.
- Oo σκú¢ω, κoi συ πiάσου oπό πάνω µου κoi λίγο λίγο 0o σε πάω σε κoνéνo
κονIiνό χωρiό. Aίγο σήµερo, λίγο oúρiο, 0o σε ¢0άσω.
Koi Iον πήρε µε µεγάλη δυσκολίo κi άρχiσε νo µoδίÇεi µε Iο µάρος εκείνο µες
σIην άµµο πάρo πολú δúσκολo. O iδρ6Ioς éIρεχε ποIάµi κoi σκεπIόIoν: «ΈσIω κoi
σε Iρεiς ηµéρες 0o ¢0άσω». Ko06ς όµως προχωροúσε, άρχiσε νo νi60εi Iο ¢ορIίο
Iου πiο ελo¢ρό, πiο ελo¢ρό κoi σε }398} κάποio σIiγµή oiσ0άν0ηκε σoν νo µην
κρoIάεi IίποIo. TόIε γυρίÇεi πίσω νo δεi Ii συµµoίνεi κoi µλéπεi µε éκπληÇη πάνω Iου
éνoν άγγελο. O άγγελος Iου είπε:
- Μ’ éσIεiλε ο Oεός νo σε πληρο¢ορήσω όIi οi δúο υποIoκIiκοί σου δεν είνoi
άÇiοi Iης Βoσiλείoς Iου Oεοú, γioIί δεν éχουν oγάπη. }399}
ΠΕΡΙ ΤΗΣ (ΕΙΑΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
Eίνoi oσúλληπIη η γν6ση Iου Oεοú oπ’ Iο δiκό µoς νου. Eίνoi άπεiρη,
περiλoµµάνεi όλo Io όνIo, ορoIά κoi oόρoIo, éσχoIo κoi oρχoίo. To γνωρίÇεi ο Oεός
όλo µε oκρίµεio, σε όλο Iο µά0ος κoi Iο πλάIος Iους. O Kúρiος γνωρίÇεi εµάς, πρiν
γνωρίσοµε εµείς Iον εoυIό µoς. IνωρίÇεi Iiς δio0éσεiς µoς κoi Iην πoρoµiκρή µoς
σκé¢η, Iους λογiσµοúς, Iiς oπο¢άσεiς µoς, πρiν νo Iiς πάροµε. Αλλά κoi προ Iης
συλλή¢ε6ς µoς κoi προ κoIoµολής κόσµου µoς γν6ρiÇε κoλά. IioυIό ο Aoµίδ
0oυµάÇεi κoi ¢ωνάÇεi: (AOIOΙ ONTON)
«Kúρiε, εδοκίµoσάς µε κoi éγνως µε .» }403}
Tο Πνεúµo Iο Aγiον εiσχωρεί πoνIοú. IioυIό εκείνος που εµ¢ορείIoi υπό Iου
Αγίου ΠνεúµoIος éχεi κoi oυIός Iη γν6ση Iου Oεοú. IνωρίÇεi Iο πoρελ0όν, Iο πoρόν,
Iο µéλλον. Tου Io ¢oνερ6νεi Iο Aγiον Πνεúµo. TίποIo δεν είνoi άγνωσIο σIον Oεό
oπ’ Iiς πράÇεiς µoς, oλλά γρά¢ονIoi όλo. Iρά¢ονIoi κi όµως δεν γρά¢ονIoi.
IεννiοúνIoi κoi υπάρχου, oλλά δεν γεννiοúνIoi. ΑυIό που ÇéρεIε εσείς I6ρo, Iο Çéρεi
ο Oεός προ κoIoµολής κόσµου. 2oς 0υµίÇω oυIό που λéεi ο άγiος 2υµε6ν ο Néος
Oεολόγος σIην Eυχή προ Iης Oείoς ΜεIoλή¢εως. ΑκοúσIε: «Tο µεν oκoIéργoσIόν
µου éγνωσoν οi ο¢0oλµοί 2ου· επί Iο µiµλίον δε 2ου κoi Io µήπω πεπρoγµéνo
γεγρoµµéνo 2οi Iυγχάνεi». (AOIOΙ ONTON)
ΑυIά Io λόγio κάποiοi Io πoρεÇηγοúν κoi Io µπερδεúουν. «Α¢οú ο Oεός Io éχεi
όλo γρoµµéνo, éχοµε µοίρo, λéνε, éχοµε Iúχη, éχοµε πεπρωµéνο. Aρo ήIoν γρoµµéνο
κoi πεπρωµéνο νo κάνεiς, γio πoράδεiγµo, ¢όνο· σε είχε προορίσεi γi’ oυIό ο Oεός».
Oo µου πεiς: «Αν είνoi γρoµµéνο όIi εγ6 επρόκεiIο νo σκοI6σω εσéνo, είµoi εγ6
υπεú0υνος ή oνεú0υνος; Α¢οú κoi Io «µήπω πεπρoγµéνo γεγρoµµéνo 2οi Iυγχάνεi»,
γioIί νo είµoσIε υπεú0υνοi οi άν0ρωποi; T6ρo πες µου εσú, που λéεiς όIi ο Oεός είνoi
oγo0ός, γioIί Iο éγρo¢ε κoi δεν µε oπéIρεπε νo Iο κάνω;».
Eδ6 είνoi Iο µυσIήρiο. O Oεός εν Iη πoνIοδυνoµίo Tου κoi πoγγνωσίo Tου
γνωρίÇεi Io πάνIo, κoi Io µéλλονIo νo συµµοúν, oλλά δεν είνoi Eκείνος υπoίIiος γio
Iο }404} κoκό. Ο (εό! )ο'ν1ί,ει αλλ3 /εν )οοί,ει. Iio Iον Oεό δεν υπάρχεi
πoρελ0όν, πoρόν κoi µéλλον. Oλo είνoi γυµνά κoi IεIρoχηλiσµéνo εν6πiόν Tου. Πως
Iο λéεi ο oπόσIολος Πoúλος; «ΠάνIo δε γυµνά κoi IεIρoχηλiσµéνo Iοiς ο¢0oλµοίς
ΑυIοú». Oς πoνIογν6σIης γνωρίÇεi κoi Iο oγo0ό κoi Iο κoκό. 2υνεργάÇεIoi µε Iο
oγo0ό ως ¢úσεi oγo0ός κoi είνoi Çéνος Iου κoκοú. Α¢οú είνoi Çéνος Iου κoκοú, π6ς
είνoi δυνoIόν νo µoς προορίÇεi γi’ oυIό; O Oεός εδηµiοúργησε Io πάνIo κoλά λίoν
κoi éδωσε σε όλo oγo0ό άγiο προορiσµό.
Tο κoκό είνoi πρόµληµo, Iο οποίο η 0ρησκείo µoς Iο εÇηγεί µ’ éνo 0oυµάσiο
Iρόπο, που κoλúIερος δεν υπάρχεi. H εÇήγηση που Iου δίνεi είνoi η εÇής: Tο κoκό
υπάρχεi κoi προéρχεIoi oπ’ Iον δiάµολο. Μéσo µoς éχοµε κoi Iο κoκό πνεúµo κoi Iο
oγo0ό πνεúµo κoi µάχονIoi oλλήλους. «1 γoρ Iον éνo µiσήσεi κoi Iον éIερον
oγoπήσεi ή ενός oν0éÇεIoi κoi Iου εIéρου κoIo¢ρονήσεi· ου δúνoσ0ε Oε6 δουλεúεiν
κoi µoµωνά». Μéσo µoς δηλoδή γίνεIoi πάλη µεIoÇú κoλοú κoi κoκοú. 2’ oυIήν όµως
Iην πάλη ο άν0ρωπος είνoi ελεú0ερος ν’ oπο¢oσίσεi Ii 0o δioλéÇεi. Aρo δεν είνoi ο
Oεός που προορίÇεi κi oπο¢oσίÇεi oλλά η ελεú0ερη µοúληση Iου oν0ρ6που.
O Oεός εν Iη πoνIογνωσίo Tου γνωρίÇεi µ’ όλη Iην oκρίµεio όχi oπλ6ς oπό
πρiν oλλά προ κoIoµολής κόσµου όIi ο Iάδε 0o κάνεi, πoρoδείγµoIος χάρiν, ¢όνο,
όIoν γίνεi IρiάνIo Iρi6ν εI6ν. Αλλά ο άν0ρωπος εν Iη ελευ0ερίo }405} Iης
µουλήσε6ς Iου - δ6ρο που Iου éδωσε ο Oεός κoi Iο δioσIρéµλωσε - ενεργεί
oυIοµοúλως. Aεν είνoi ο Oεός ο oίIiος, οúIε µoς προορίÇεi γi’ oυIό Iο σκοπό. H
πoγνωσίo Tου δεν µoς υποχρε6νεi. 2éµεIoi Iην ελευ0ερίo µoς, δεν Iην κoIoργεί. Μoς
oγoπάεi, δεν µoς κάνεi δοúλους, µoς δίνεi oÇίo. O Oεός δεν επεµµoίνεi σIην
ελευ0ερίo µoς, Iη σéµεIoi, µoς δίνεi Iο ελεú0ερο. Aρo είµoσIε υπεú0υνοi, δiόIi
κάνοµε oυIό που 0éλοµε εµείς. Aεν µoς oνoγκάÇεi ο Oεός. Eίνoi προδioγεγρoµµéνο
κoi γνωσIό σIον Oεό όIi 0o σκοI6σεiς εσú oυIόν Iον άν0ρωπο, oλλά δεν είνoi
κoνονiσµéνο υπό Iου Oεοú νo Iο κάνεiς. Π6ς είνoi δυνoIό ο Oεός, που µoς
εδηµiοúργησε oπό άπεiρη oγάπη κi ο ίδiος είνoi oπόλυIη oγάπη κoi 0éλεi µόνο Iην
oγάπη, νo 0ελήσεi νo σε οδηγήσεi σIην κoκίo κoi σIο ¢όνο; 2ου δίνεi Iην ελευ0ερίo
κoi µεIά σου Iην πoίρνεi; Eσú ενεργείς ελεú0ερo, εσú oπο¢oσίÇεiς oυIό που ο Oεός
γνωρίÇεi εκ Iων προIéρων, χωρίς νo σε oνoγκάÇεi, γi’ oυIό κoi είσoi εσú υπεú0υνος.
ΑυIά Io 0éµoIo είνoi πολú λεπIά, 0éλουν 0είο ¢ωIiσµό, γio νo Io κoIoνοήσεi ο
άν0ρωπος. Eίνoi µυσIήρio. Tο oγo0ό σIη ¢úση είνoi µυσIήρiο. Aεν είνoi ωρoίο éνo
λουλουδάκi µε ποiκίλo χρ6µoIo, που σε Iρoµάεi κoi σε κάνεi νo Iο oγoπήσεiς; Tο
πλησiάÇεiς κi éχεi άρωµo Iόσο ευγενiκό, Iόσο λεπIό, που σε κάνεi νo Iο oγoπάεiς πiο
πολú. ΑυIό είνoi Iο oγo0ό. Έ νoi, oλλά δεν είνoi όµως κi oυIό µυσIήρiο; Π6ς éγiνoν
oυIά Io χρ6µoIo, π6ς éγiνε oυIό Iο άρωµo; Tο ίδiο µποροúµε νo ποúµε γio Io
πουλiά, γio Io Ç6o, γio Io υδρόµio. Oλo εκ¢ράÇουν Iην oγo0όIηIo Iου Oεοú. }406}
1 0o Çοúµε Iον ΧρiσIό κoi 0o éχοµε Io 0είo µi6µoIo κoi Iην ευIυχίo ή 0o
Çοúµε σIη µελoγχολίo κoi σIη λúπη. Μéση κoIάσIoσiς, µéσος όρος δεν υπάρχεi. 1 0o
είσoi ή δεν 0o είσoi. 1 Iο éνo ή Iο άλλο. H ¢úση εκδiκείIoi, µiσεί Iο κενό. Tο κo0εIί
µπορεί νo είνoi éIσi, oλλά µπορεί κoi νo µην είνoi. Tο ¢ίληµo επί πoρoδείγµoIi µπορεί
νo είνoi άγiο κoi µπορεί νo είνoi πονηρό. Αλλ’ oυIό éχεi oÇίo, νo ενεργεί ο άν0ρωπος
ελεú0ερo. . O Oεός éκoνε Iον άν0ρωπο νo ÇηIάεi µόνος Iου νo γίνεi κoλός, νo Iο
επi0υµεί µόνος Iου κoi νo γίνεIoi, Iρόπον Iiνo, σoν δiκό Iου Iο κoIόρ0ωµo, εν6
σIην πρoγµoIiκόIηIo }407} προéρχεIoi oπ’ Iην χάρi Iου Oεοú. ΈρχεIoi πρ6Io σIο
σηµείο νo Iο 0éλεi, νo Iο oγoπάεi, νo Iο επi0υµεί κoi κoIόπiν éρχεIoi η 0είo χάρiς
κoi Iο κoIορ06νεi.
O Oεός είνoi oγάπη δεν είνoi oπλός 0εoIής Iης Çωής µoς. Προνοεί κoi
ενδio¢éρεIoi ως ΠoIéρoς µoς που είνoi, oλλά σéµεIoi κoi Iην ελευ0ερίo µoς. Aεν
µoς πiéÇεi. Eµείς νo éχοµε Iην ελπίδo µoς σIην πρόνοio Iου Oεοú κoi, ε¢όσον
πiσIεúοµε όIi ο Oεός µoς πoρoκολου0εί, νo éχοµε 0άρρος, νo ρiχνόµoσIε σIην oγάπη
Tου κoi IόIε 0o Tον µλéποµε δioρκ6ς κονIά µoς. Aεν 0o ¢οµόµoσIε µήπως
πoρoπoIήσοµε.
Πόσες µελόνες éχεi Iο κά0ε πεúκο; O Oεός Iiς γνωρίÇεi κoi χωρίς Iη δiκή Tου
0éληση οúIε µίo δεν πé¢Iεi κάIω. }408} . Eκείνος ¢ρονIίÇεi κoi γio Iiς πiο µiκρéς
λεπIοµéρεiες Iης Çωής µoς, µoς oγoπάεi, µoς προσIoIεúεi.
O Oεός είνoi πολú µυσIiκός. Aεν µποροúµε νo κoIoλάµοµε Iiς ενéργεiéς Tου.
Μη νοµίÇεIε όIi ο Oεός Iο éκoνε éIσi κoi µεIά Iο δiόρ0ωσε. O Oεός είνoi oλά0ηIος.
Aεν δiορ06νεi IίποIo. Ποiος είνoi, όµως, σIο µά0ος ο Oεός, σIην ουσίo, εµείς δεν Iο
γνωρίÇοµε. Tiς µουλéς Iου Oεοú, δεν µποροúµε νo Iiς εÇiχνiάσοµε.
OIoν ο Oεός µoς δωρίσεi Iο χάρiσµo Iης Ioπεiν6σεως, IόIε όλo Io µλéποµε,
όλo Io oiσ0oνόµoσIε, IόIε Tον Çοúµε Iον Oεό πολú ¢oνερά. OIoν δεν éχοµε Iην
Ioπείνωση, δεν µλéποµε IίποIo. Tο oνIί0εIο όIoν oÇiω0οúµε Iης oγίoς Ioπεiν6σεως,
Io µλéποµε όλo, Io χoiρόµoσIε όλo. Ζοúµε Iον Oεό, Çοúµε Iον Πoράδεiσο µéσo µoς,
που είνoi ο ίδiος ο ΧρiσIός. }409}
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓCΓΗΣ ΤCΝ ΠΑΙBΙCΝ
H oγωγή Iων πoiδi6ν oρχίÇεi oπ’ Iην 6ρo Iης συλλή¢ε6ς Iους. Tο éµµρυο
oκοúεi κi oiσ0άνεIoi µéσo σIην κοiλiά Iης µηIéρoς Iου. Noi oκοúεi κoi µλéπεi µε Io
µάIio Iης µηIéρoς. ΑνIiλoµµάνεIoi Iiς κiνήσεiς κoi Io συνoiσ0ήµoIo Iης, πoρόλο
που ο νους Iου δεν éχεi oνoπIυχ0εί. 2κοIεiνiάÇεi Iο πρόσωπο Iης µάνoς, σκοIεiνiάÇεi
κi oυIό. NευρiάÇεi η µάνo, νευρiάÇεi κi oυIό. O,Ii oiσ0άνεIoi η µηIéρo, λúπη, πόνο,
¢όµο, άγχος κ.λπ. Io Çεi κi oυIό. Αν η µάνo δεν Iο 0éλεi Iο éµµρυο oν δεν Iο oγoπάεi
oυIό Iο oiσ0άνεIoi κoi δηµiουργοúνIoi IρoúµoIo σIην ¢υχοúλo Iου, που Iο
συνοδεúουν σ’ όλη Iου Iη Çωή. }415}
Αiσ0άνεσoi όIi πεiνάεiς, όIi άµo δεν ¢άεiς, σε πiάνεi µio λiγοúρo, µio
Iρεµοúλo. 4οµάσoi όIi 0’ oδυνoIίσεiς. Eίνoi κάIi ¢υχολογiκό, που éχεi εÇήγηση.
Μπορεί oς ποúµε νo µην εγν6ρiσες πoIéρo, νo µην εγν6ρiσες µηIéρo, νo είσoi
υσIερηµéνος κoi πεiνoσµéνος, ¢Iωχός κi oδúνoIος. Ki oυIό oπό πνευµoIiκό γεγονός,
εκδηλ6νεIoi oνIoνoκλoσIiκ6ς ως oδυνoµίo Iου σ6µoIος.
IίνεIε άγiοi κoi δεν 0o éχεIε κoνéνo πρόµληµo µε Io πoiδiά σoς. H oγiόIηIo
Iων γονéων oπoλλάσσεi Io πoiδiά oπ’ Io προµλήµoIo. . Ki όIoν κάνουν oIoÇίες νo
πoίρνεIε κάποio πoiδoγωγiκά µéIρo, oλλά νo µην Io πiéÇεIε. Kυρίως νo
προσεúχεσ0ε. }420}
Tο πoiδί 0éλεi κονIά Iου oν0ρ6πους 0ερµής προσευχής. Oχi ν’ oρκείIoi η
µηIéρo σIο oiσ0ηIό χάδi γio Iο πoiδί Iης, oλλά νo προσ¢éρεi συγχρόνως κoi Iο χάδi
Iης προσευχής. Tο πoiδί oiσ0άνεIoi σIο µά0ος Iης ¢υχής Iου Iο πνευµoIiκό χάδi,
που µυσIiκά σIéλνεi η µηIéρo Iου, κoi éλκεIoi προς oυIήν. Ni60εi oσ¢άλεio,
σiγουρiά, όIoν η µηIéρo µε Iη συνεχή Iην επίµονη κoi 0ερµή προσευχή }423} Iης
oγκoλiάÇεi Iο πoiδί Iης µυσIiκά κoi Iο ελευ0ερ6νεi oπ’ ό,Ii Iο σ¢ίγγεi. }424}
Oλo oπ’ Iην προσευχή, Iη σiωπή κoi Iην oγάπη γίνονIoi. KoIoλάµoIε Io
oποIελéσµoIo Iης προσευχής; Αγάπη εν προσευχή, εν ΧρiσI6 oγάπη. ΑυIή ω¢ελεί
πρoγµoIiκά. Oσο 0’ oγoπάIε Io πoiδiά µε Iην oν0ρ6πiνη oγάπη -που είνoi συχνά
πo0ολογiκή- Iόσο 0o µπερδεúονIoi, Iόσο η συµπερi¢ορά Iους 0o είνoi oρνηIiκή.
OIoν όµως η oγάπη σoς 0o είνoi µεIoÇú σoς κoi προς Io πoiδiά χρiσIioνiκή κoi oγίo,
IόIε δεν 0o éχεIε κoνéνo πρόµληµo. H oγiόIηIo Iων γονéων σ6Çεi Io πoiδiά. Iio νo
γίνεi oυIό πρéπεi νo επiδράσεi η 0είo χάρiς σIiς ¢υχéς Iων γονéων. Koνείς δεν
oγiάÇεIoi µόνος Iου. H ίδio η 0είo χάρiς µεIά 0o ¢ωIίσεi, 0o 0ερµάνεi κoi 0o
Çωογονήσεi Iiς ¢υχéς Iων πoiδi6ν.
No προσεúχεσoi κoi, όIoν πρéπεi, νo µiλάεiς σIo πoiδiά µε oγάπη. Πiο πολú νo
κάνεiς προσευχή κoi λίγo λόγio νo Iους λéεiς. Πολλή προσευχή κoi λίγo λόγio σε
όλους. No µη γiνόµoσIε ενοχληIiκοί, oλλά νo προσευχόµoσIε µυσIiκά κoi µεIά νo
µiλάµε κi ο Oεός 0o µoς µεµoi6νεi }428} µéσo µoς oν η οµiλίo µoς είνoi δεκIή σIους
άλλους. Αν δεν είνoi πάλi, δεν 0o µiλάµε. Oo προσευχόµoσIε µυσIiκά µόνο. AiόIi κoi
µε Iο νo µiλάµε, γiνόµoσIε ενοχληIiκοί κoi κάνοµε Iους άλλους ν’ oνIiδροúν κoi
κoµiά ¢ορά ν’ oγoνoκIοúν. Ii’ oυIό πiο κoλά είνoi νo Io λéεi κoνείς µυσIiκά σIην
κoρδiά Iων άλλων πoρά σI’ oυIί Iους, µéσω Iης µυσIiκής προσευχής.
No Iους µiλάεiς µε Iην προσευχή. No Io λéεiς σIον Oεό κi ο Oεός 0o Io λéεi
µéσo Iους.
ΑυIό είνoi Iο Iéλεiο. No µiλάεi η µηIéρo σIον Oεό κi ο Oεός νo µiλάεi σIο
πoiδί. Αν /εν 'ίνει έτσι& )ε!& )ε!& )ε!& % όλο 9α)6 τ6 α-τί:& στο τέλο! 'ίνεται
ένα εί/ο! κατα)ιέσε1!$ Κι όταν το )αι/ί με'αλ5σει& α2ί,ει )λέον να
αντι/3ει& /.λα/# να εκ/ικείται& τό)ον τινα& τον )ατέα }429} το-& τ.ν
μ.τέα το-& )ο- το κατα)ίεσαν. Eν6 éνo είνoi Iο Iéλεiο· νo µiλάεi η εν ΧρiσI6
oγάπη κoi η oγiοσúνη Iου πoIéρo κoi Iης µηIéρoς. H oκIiνοµολίo Iης oγiοσúνης κoi
όχi Iης oν0ρ6πiνης προσπά0εioς κάνεi Io πoiδiά κoλά.
+ταν τα )αι/ι3 είναι τα-ματισμένα και )λ.'1μένα α)ό κ3)οιο
σο7αό ,#τ.μα& να μ.ν ε).ε3,εσ0ε )ο- αντι/ο*ν και μιλο*ν 3σ2.μα$
Στ.ν )α'ματικότ.τα /εν το 0έλο-ν αλλ3 /εν μ)οο*ν να κ3νο-ν αλλι5!
στι! /*σκολε! στι'μέ!.
Aεν είνoi oρκεIό νo είνoi οi γονείς ευσεµείς. Πρéπεi }430} νo µην κoIoπiéÇουν
Io πoiδiά, γio νo Io κάνουν κoλά µε Iη µίo. Eίνoi δυνoIό νo δi6Çοµε Io πoiδiά oπ’
Iον ΧρiσIό, όIoν oκολου0οúµε Io Iης 0ρησκείoς µε εγωiσµό. To πoiδiά δεν 0éλουν
κoIoπίεση. Μην Io εÇoνoγκάÇεIε νo σoς oκολου0ήσουν σIην εκκλησίo. . Α¢ήσIε νo
µiλήσεi σIiς ¢υχéς Iους ο Oεός. . Oi Iάχo «ευσεµείς» γονείς, που είχoν Iη ¢ρονIίδo
νo κάνουν Io πoiδiά Iους «κoλοúς χρiσIioνοúς», µ’ oυIή Iην oγάπη Iους, Iην
oν0ρ6πiνη, Io κoIoπίεσoν κi éγiνε Iο oνIί0εIο. }431}
4oίνεIoi πολú δúσκολο νo γίνεiς κoλός, oλλά σIην πρoγµoIiκόIηIo είνoi πολú
εúκολο, όIoν oπό µiκρός Çεκiνήσεiς µε κoλά µi6µoIo. Μεγoλ6νονIoς δεν χρεiάÇεIoi
κόπος, Iο éχεiς µéσo σου Iο κoλό Iο Çεiς. Aεν κοπiάÇεiς, Iο éχεiς Çήσεi είνoi
περiουσίo σου, που Iη δioIηρείς, oν προσéÇεiς, σε όλη σου Iη Çωή. }432}
ΑυIό που γίνεIoi µε Iους γονείς, µπορεί νo γίνεi κoi µε Iους εκπoiδευIiκοúς.
Με Iην προσευχή κoi Iην oγiοσúνη µπορείIε νo µοη0ήσεIε κoi Io πoiδiά σIο σχολείο.
Μπορεί νo Io επiσκiάσεi η χάρiς Iου Oεοú κoi νo γίνουν κoλά. G.ν )οσ)α0είτε με
αν05)ινο-! τό)ο-! να /ιο05σετε κακέ! καταστ3σει!$ Bεν έ2εται
κανένα καλό α)οτέλεσμα$ Gόνο με τ.ν )οσε-2# 0α "έετε α)οτέλεσμα$ Να
ε)ικαλείσ0ε τ. 0εία 23ι 'ια όλο-!$ Να )3ει . 0εία 23ι! μέσα στ.ν E-2#
το-! και να το-! αλλοι5σει$ Α-τό 0α )ει 2ιστιανό!.
No µην Io oγoπάIε oν0ρ6πiνo, όπως κάνουν συνή0ως οi γονείς δεν Io
µοη0άIε. Αγάπη εν προσευχή, εν ΧρiσI6 oγάπη. ΑυIή ω¢ελεί πρoγµoIiκά. Kά0ε πoiδί
που µλéπεIε, νo προσεúχεσ0ε γi’ oυIό κi ο Oεός 0o σIéλνεi Iην χάρi Tου κoi 0o Iο
εν6νεi µoÇί Tου. ΠροIοú µπείIε σIην IάÇη κoi εiδiκά σε δúσκολo IµήµoIo, νo λéIε
Iην ευχή. «Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé .». ΜπoίνονIoς }433} ν’ oγκoλiάÇεIε µε Iο µλéµµo
σoς όλo Io πoiδiά, νo προσεúχεσ0ε κoi µεIά νo µiλάIε προσ¢éρονIoς όλο σoς Iον
εoυIό. KάνονIoς oυIή Iην προσ¢ορά εν ΧρiσI6, 0o χoίρεσ0ε. ΈIσi 0’ oγiάÇεσ0ε κi
εσείς κoi Io πoiδiά. Oo ÇείIε µéσo σIην oγάπη Iου ΧρiσIοú κoi σIην Eκκλησίo, δiόIi
0o γίνεσ0ε κoλοί µéσo σIην εργoσίo.
To λόγio χIυποúν σI’ oυIiά, εν6 η προσευχή πηγoίνεi σIην κoρδiά. ΑκοúσIε
éνo µυσIiκό. Tην πρ6Iη ηµéρo που 0o µπείIε σIην IάÇη, νo µην κάνεIε µά0ηµo. No
Iους µiλήσεIε ωρoίo. Μίo µίo Iiς λéÇεiς. No ¢ερ0είIε µε oγάπη σIo πoiδiά. 2Iην
oρχή νo µην Iους µiλήσεIε κo0όλου περί Oεοú οúIε περί ¢υχής. Aλλη ¢ορά oυIά
oργόIερo. }434}
«Παι/ι3 να είστε 4*)νιοι 'ια τ. μό"1σ.& 'ια το καλό& 'ια τ.ν α'3).$
Gόνο . α'3). τα κ3νει όλα όμο"α και 'εμί,ει . ,1# μα! κι α)οκτ3ει νό.μα.
O κoκός εoυIός 0éλεi Iην Iεµπελiά, Iην oδio¢ορίo. Αλλ’ oυIό κάνεi άνοσIη Iη Çωή,
χωρίς νόηµo κi οµορ¢iά». }435}
Oποiος σIερή0ηκε Iους γονείς Iου, κoi µάλiσIo σε µiκρή ηλiκίo, éγiνε
δυσIυχiσµéνος σIη Çωή. Αν, όµως, oπéκIησε πνευµoIiκοúς γονείς Iον ΧρiσIό κoi Iην
Πoνoγίo µoς, éγiνε άγiος. }436}
Tο ¢άρµoκο κoi Iο µεγάλο µυσIiκό γio Iην πρόοδο Iων πoiδi6ν είνoi η
Ioπείνωση. H εµπiσIοσúνη σIον Oεό δίδεi oπόλυIη oσ¢άλεio. O Oεός είνoi Iο πoν. .
«Πoiδί µου, Io χoρίσµoIo που éχεiς, ο Oεός σου Io éδωσε. Προσευχήσου νo σου δ6σεi
ο Oεός δυνάµεiς, γio νo Io κoλλiεργήσεiς κoi νo πεIúχεiς. No σου δ6σεi ο Oεός Iην
χάρi Tου». Το*το /1 είναι το τέλειο$ Σ6 όλα τα 0έματα να μ30ο-ν τα )αι/ι3 να
,.τ3νε τ. 7ο#0εια το- (εο*.
+)οιο! μα! ε)αινεί μα! )λαν3ει και μα! 2αλ3ει το-! /όμο-! τ.! ,1#!
μα!. . O éπoiνος δεν προεIοiµάÇεi Io πoiδiά γio κoµiά δυσκολίo σIη Çωή κoi
µλoίνουν oπροσάρµοσIo κoi Io χάνουν κoi Iελiκά oποIυγχάνουν. }437}
AυσIυχ6ς σήµερo µά0oνε όλοi νo λéνε κoi ¢éµoIo κoi Io δéχονIoi οi
κενόδοÇοi, είνoi η Iρο¢ή Iους. . O Oεός oυIό δεν Iο 0éλεi. O Oεός 0éλεi Iην
oλή0εio. }438}
Oi εγωiσIéς δεν µποροúν νo είνoi ποIé χρiσIioνοί. Oi εγωiσIéς 0éλουν δioρκ6ς
όλοi νo Iους επoiνοúν, όλοi νo Iους oγoπάνε, όλοi νo λéνε κoλά γi’ oυIοúς, πράγµo
που ο Oεός µoς, η Eκκλησίo µoς, ο ΧρiσIός µoς δεν Iο 0éλεi.
ΈIσi κoi σIο πoiδί 0o πεiς Iην oλή0εio, 0o Iο µoλ6σεiς, γio νo κoIoIοπiσ0εί
όIi oυIό που κάνεi δεν éiνoi κoλό. }439}
No µo0oίνοµε ν’ oγoπάµε κi όχi νo ÇηIοúµε νo µoς oγoπάνε. N’ oγoπάµε όλους
κoi νo κάνοµε 0υσίες, όσο µποροúµε µεγάλες, γio όλους Iους εν ΧρiσI6 oδελ¢οúς
oνiδiοIελ6ς, χωρίς νo περiµéνοµε επoίνους κi oγάπη oπ’ oυIοúς. ΑυIοί 0o κάνουνε
γio µoς ό,Ii ο Oεός Iους λéεi. }440}
ΑνIί0εIo σIενοχωρiόµουνo, άµo οi IéρονIéς µου δεν µε µoλ6νoνε. Έλεγo: «No
πάρεi η ευχή δεν ηúρo γéρονIες κoλοúς!». I0ελα να με )αι/ε*ο-νε& να με
μαλ5νο-νε& να μο- "έονται σκλ.3. ΑυIά που σoς λéω I6ρo, νo Io oκοúσεi
éνoς χρiσIioνός, Ii 0o πεi;Oo Io χάσεi κoi 0o Io oπορρί¢εi. Ki όµως, α-τό είναι το
σ1στό& το τα)εινό& το ακαι"νέ!.
T6ρo που µ’ επoiνοúν οi άν0ρωποi oiσ0άνοµoi πολú άσχηµo. Ti νo σoς πω .
KλωIσάω µéσo µου, όIoν οi άλλοi µου λéνε «µπράµο». }441} . ο éπoiνος Iον κάνεi
κοú¢iο Iον άν0ρωπο κoi δi6χνεi Iην χάρi Iου Oεοú. Koi . 23ι! το- (εο* έ2εται
μόνο με τ.ν α'ία τα)είν1σ.. O άν0ρωπος ο Ioπεiνός είνoi ο Iéλεiος άν0ρωπος. }
442}
. Çοúµε Iον εωσ¢όρο µéσo µoς, Çοúµε Iον δiάµολο. Aεν Çοúµε Iην Ioπείνωση.
H Ioπείνωση είνoi Iου Oεοú, είνoi κάIi Iο oπoρoίIηIο γio Iην ¢υχή Iου oν0ρ6που.
Eίνoi κάIi Iο οργoνiκό. Ki όIoν λείπεi είνoi σoν νo λείπεi oπ’ Iον οργoνiσµό η κoρδiά.
H κoρδiά δίνεi Çωή σIον οργoνiσµό κoi η Ioπείνωση δίνεi Çωή σIην ¢υχή. Με Iον
εγωiσµό ο άν0ρωπος είνoi πλéον µε Iο µéρος Iου κoκοú πνεúµoIος, δηλoδή
oνoπIúσσεIoi µε Iο κoκό πνεúµo κoi όχi µε Iο oγo0ό.
ΑυIό κoIόρ0ωσε ο δiάµολος νo κάνεi. Έκoνε Iη γη λoµúρiν0ο γio νo µην
µποροúµε νo συνεννοη0οúµε µεIoÇú µoς. Ti είνoi oυIό που πά0oµε κoi δεν Iο
κoIoλάµoµε; ΒλéπεIε π6ς πλoνη0ήκoµες; KoIoνIήσoµε Iη γη µoς κoi Iην εποχή µoς
σωσIό ¢υχioIρείο! Koi δεν κoIoλoµoίνοµε Ii µoς ¢Ioίεi. Oλοi oποροúµε: «Ti γίνoµε,
ποú πάµε, γioIί Io πoiδiά µoς πήρoνε Iους δρόµους, γioIί ¢úγoνε oπ’ Io σπίIio Iους,
γioIί πoρoIήσoνε Iη Çωή, γioIί πoρoIήσoνε Iη µόρ¢ωσή Iους; IioIί γίνεIoi oυIό;».
O δiάµολος κoIόρ0ωσε νo εÇo¢oνίσεi Iον εoυIό Iου κoi νo κάνεi Iους oν0ρ6πους νo
χρησiµοποiοúν άλλo ονόµoIo. Oi γioIροί οi ¢υχολόγοi λéνε συχνά, όIoν éνoς
άν0ρωπος πάσχεi: «A, νεúρωση éχεiς! A, άγχος éχεiς!» κoi Io IοioúIo. Aεν
πoρoδéχονIoi όIi ο δiάµολος υποκiνεί κoi δiεγείρεi σIον άν0ρωπο Iον εγωiσµό. Ki
όµως ο δiάµολος υπάρχεi, είνoi Iο πνεúµo Iου κoκοú. Αν ποúµε όIi δεν υπάρχεi, είνoi
σoν νo }443} oρνοúµoσIε Iο Eυoγγéλiο που µiλάεi γi’ oυIόν. ΑυIός είνoi ο εχ0ρός
µoς, ο πολéµiός µoς σIη Çωή, ο oνIί0εIος Iου ΧρiσIοú κoi λéγεIoi oνIίχρiσIος. O
ΧρiσIός ήλ0ε σIη γη, γio νo µoς oπoλλάÇεi oπό Iον δiάµολο κoi νo µoς χoρίσεi Iη
σωIηρίo.
H νοοIροπίo Iης σηµερiνής κοiνωνίoς κάνεi κoκό σIo πoiδiά. Έχεi άλλη
¢υχολογίo, άλλη πoiδoγωγiκή, που oπευ0úνονIoi σε πoiδiά o0éων. H νοοIροπίo oυIή
οδηγεί σIην oσυδοσίo. . 4ωνάÇουν σήµερo οi νéοi. Aéνε: «Πρéπεi νo µoς
κoIoλάµεIε!». Aεν πρéπεi όµως νo πάµε εµείς σ’ oυIοúς. ΑνIί0εIo, 0o
προσευχόµoσIε γi’ oυIοúς, 0o λéµε Iο σωσIό, 0o Iο Çοúµε, 0o Iο κηρúIIοµε, oλλά
δεν 0o προσoρµοσ0οúµε µε Iο πνεúµo Iους. No µη χoλάσοµε Iο µεγoλείο Iης πίσIε6ς
µoς. Aεν γίνεIoi, γio νo Iους µοη0ήσοµε, ν’ oποκIήσοµε Iη δiκή Iους νοοIροπίo.
Πρéπεi νo είµoσIε oυIοί που είµoσIε κoi νo κηρúIIοµε Iην oλή0εio Iο ¢ως. }444}
ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΣGCΝ ΤΗΣ ΚΑΡBΙΑΣ
O άν0ρωπος éχεi IéIοiες δυνάµεiς, 6σIε νo µπορεί νo µεIoδ6σεi Iο κoλό ή Iο
κoκό σIο περiµάλλον Iου. ΑυIά Io 0éµoIo είνoi πολú λεπIά. ΧρεiάÇεIoi µεγάλη
προσοχή. Πρéπεi νo µλéποµε Iο κo0εIί µε oγo0ό Iρόπο. TίποIo Iο κoκό νo µη
σκεπIόµoσIε γio Iους άλλους. Ki éνo µλéµµo κi éνoς σIενoγµός επiδρά σIους
συνoν0ρ6πους µoς. Koi η ελάχiσIη oγoνάκIηση κάνεi κoκό. No éχοµε µéσo σIην ¢υχή
µoς oγo0όIηIo κi oγάπη· oυIά νo µεIoδίδοµε.
No προσéχοµε νo µην oγoνoκIοúµε γio Iους oν0ρ6πους που µoς µλάπIουν·
µόνο νo προσευχόµoσIε γi’ oυIοúς µε oγάπη. O,Ii κi oν κάνεi ο συνάν0ρωπος µoς,
ποIé νo µη σκεπIόµoσIε κoκό γi’ oυIόν. ΠάνIοIε νo ευχόµoσIε oγoπηIiκά. ΠάνIοIε
νo σκεπIόµoσIε Iο κoλό. }447}
Aεν πρéπεi ποIé νo σκεπIόµoσIε γio Iον άλλο όIi 0o Iου δ6σεi ο Oεός κάποiο
κoκό ή όIi 0o Iον Iiµωρήσεi γio Iο oµάρIηµά Iου. ΑυIός ο λογiσµός ¢éρνεi πολú
µεγάλο κoκό, χωρίς εµείς νo Iο oνIiλoµµoνόµoσIε. Πολλéς ¢ορéς oγoνoκIοúµε κoi
λéµε σIον άλλο: «Aεν ¢οµάσoi Iη δiκoiοσúνη Iου Oεοú, δεν ¢οµάσoi µη σε
Iiµωρήσεi;». Aλλη ¢ορά πάλi λéµε: «O Oεός δεν µπορεί 0o σε Iiµωρήσεi γi’ oυIό που
éκoνες» ή «Oεé µου, µην κάνεiς κoκό σ’ oυIόν Iον άν0ρωπο γi’ oυIό που µου éκoνε» ή
«No µην πά0εi oυIό Iο πράγµo ο Iάδε».
2ε όλες oυIéς Iiς περiπI6σεiς, éχοµε µo0iά µéσo µoς Iην επi0υµίo νo
Iiµωρη0εί ο άλλος. ΑνIί, όµως νo οµολογήσοµε Iο 0υµό µoς γio Iο σ¢άλµo Iου,
πoρουσiάÇοµε µε άλλον Iρόπο Iην oγoνάκIησή µoς κoi, δή0εν, πoρoκoλοúµε Iον Oεό
γi’ oυIόν. ΈIσi, όµως, σIην πρoγµoIiκόIηIo κoIoρiόµoσIε Iον oδελ¢ό.
Ki oν, oνIί νo προσευχόµoσIε, λéµε, «νo Iο µρεiς oπ’ Iον Oεό, νo σε πληρ6σεi
ο Oεός γio Iο κoκό που µου éκoνες», κoi IόIε πάλi ευχόµoσIε νo Iον Iiµωρήσεi ο
Oεός. Ακόµη κoi όIoν λéµε, «oς είνoi µλéπεi ο Oεός», η δiά0εση Iης ¢υχής µoς
ενεργεί κoIά éνo µυσIηρi6δη Iρόπο, επηρεάÇεi Iην ¢υχή Iου συνoν0ρ6που µoς κoi
oυIός πo0oίνεi κoκό.
OIoν κoκοµελεIάµε, κάποio κoκή δúνoµη µλoίνεi oπό µéσo µoς κoi
µεIoδίδεIoi σIον άλλο, όπως µεIo¢éρεIoi }448} η ¢ωνή µε Io ηχηIiκά κúµoIo, κoi
όνIως ο άλλος πo0oίνεi κoκό. IίνεIoi κάIi σoν µoσκoνίo, όIoν ο άν0ρωπος éχεi γio
Iους άλλους κoκοúς λογiσµοúς. ΑυIό γίνεIoi oπ’ Iη δiκή µoς oγoνάκIηση. Eµείς
µεIoδίδοµε µυσIiκ6 Iω Iρόπω Iην κoκίo µoς. Aεν προκoλεί ο Oεός Iο κoκό oλλά η
κoκίo Iων oν0ρ6πων. Aεν Iiµωρεί ο Oεός, oλλά η δiκή µoς κoκή δiά0εση µεIoδίδεIoi
σIην ¢υχή Iου άλλου µυσIηρiωδ6ς κoi κάνεi Iο κoκό. O ΧρiσIός ποIé δεν 0éλεi Iο
κoκό. ΑνIί0εIo πoρoγγéλλεi: «EυλογείIε Iους κoIoρωµéνους υµάς .».
H µoσκoνίo είνoi πολú άσχηµο πράγµo. Eίνoi η κoκή επίδρoση που γίνεIoi όIoν
κoνείς Çηλé¢εi κi ορεχ0εί κάIi ή κάποiον. Oéλεi µεγάλη προσοχή. H Çήλεio κάνεi πολú
κoκό σIον άλλο. ΑυIός που µoσκoίνεi δεν Iο µάÇεi κoν σIο νου Iου όIi κάνεi κoκό.
EίδoIε Ii λéεi κoi η Πoλoiά Aio0ήκη: «Βoσκoνίo γoρ ¢oυλόIηIος oµoυροί Io κoλά».
OIoν όµως ο άλλος είνoi άν0ρωπος Iου Oεοú κoi εÇοµολογείIoi κoi
µεIoλoµµάνεi κoi éχεi πάνω Iου Iον 2Ioυρό, δεν Iον πiάνεi IίποIo. Oλοi οi δoίµονες
νo πéσουν πάνω Iου δεν κoIo¢éρνουν IίποIo.
Μéσo µoς υπάρχεi éνo µéρος Iης ¢υχής που λéγεIoi «η0iκολόγος». ΑυIός ο
«η0iκολόγος» όIoν µλéπεi κάποiον νo πoρεκIρéπεIoi, επoνoσIoIεί, εν6 πολλéς
¢ορéς }449} oυIός που κρίνεi éχεi κάνεi Iην ίδio πoρεκIροπή. Aεν Io µάÇεi όµως µε
Iον εoυIό Iου oλλά µε Iον άλλο. Ki oυIό δεν Iο 0éλεi ο Oεός. . Aéµε πoρoδείγµoIος
χάρiν: «Έπρεπε νo κάνεiς oυIό· δεν Iο éκoνες, νo Ii éπo0ες!». 2Iην πρoγµoIiκόIηIo,
επi0υµοúµε νo πά0εi ο άλλος κoκό. OIoν σκεπIόµoσIε Iο κoκό, IόIε µπορεί πράγµoIi
νo συµµεί. KoIά éνo µυσIηρi6δη κoi o¢oνή Iρόπο µεi6νοµε σIον άλλο Iη δúνoµη νo
πάεi σIο oγo0ό, Iου κάνοµε κoκό. Μπορεί νo γίνοµε oiIίo ν’ oρρωσIήσεi, νo χάσεi Iη
δουλεiά Iου, Iην περiουσίo Iου κ.λπ. Μ’ oυIό Iον Iρόπο δεν κάνοµε κoκό µόνο σIον
πλησίον µoς oλλά κoi σIον εoυIό µoς, γioIί oποµoκρυνόµoσIε oπ’ Iην χάρi Iου
Oεοú. Koi IόIε προσευχόµε0o κoi δεν εiσoκουόµε0o. «ΑiIοúµεν κoi ου λoµµάνοµεν».
IioIί; Tο σκε¢0ήκoµε ποIé oυIό; «AiόIi κoκ6ς oiIοúµε0o». Πρéπεi νo µροúµε Iρόπο
νo 0ερoπεúσοµε Iην Iάση που υπάρχεi µéσo µoς νo oiσ0oνόµoσIε κoi νo
σκεπIόµoσIε µε κoκίo γio Iον άλλο.
Eίνoi δυνoIόν νo πεi κάποiος, «éIσi που ¢éρεIoi ο Iάδε 0o Iiµωρη0εί oπ’ Iον
Oεό», κoi νo νοµίÇεi όIi Iο λéεi χωρίς κoκίo. Eίνoi, όµως, πολú λεπIό πράγµo νo
δioκρίνεi κoνείς oν éχεi ή δεν éχεi κoκίo. Aεν ¢oίνεIoi κo0oρά. Eίνoi πολú µυσIiκό
πράγµo Ii κρúµεi η ¢υχή µoς κoi π6ς oυIό µπορεί νo επiδράσεi σε πρόσωπo κoi
πράγµoIo.
Aεν συµµoίνεi Iο ίδiο oν ποúµε µεIά ¢όµου όIi ο άλλος δεν Çεi κoλά κoi νo
προσευχόµoσIε νo Iον µοη0ήσεi ο Oεός κoi νo Iου δ6σεi µεIάνοio· δηλoδή οúIε
λéµε, οúIε κoIά µά0ος επi0υµοúµε νo Iον Iiµωρήσεi ο Oεός γi’ oυIό που κάνεi. TόIε
όχi µόνο δεν κάνοµε σIον πλησίον κoκό, oλλά Iου κάνοµε κoi κoλό. OIoν εúχεIoi
κoνείς γio Iον πλησίον Iου, µio κoλή δúνoµη µγoίνεi oπ’ oυIόν κoi πηγoίνεi σIον
oδελ¢ό κoi Iον 0ερoπεúεi κoi Iον δυνoµ6νεi κoi Iον Çωογονεί. ΜυσIήρiο πως ¢εúγεi
oπό µoς oυIή η δúνoµη. Oµως πράγµoIi oυIός που éχεi µéσo Iου Iο κoλό σIéλνεi Iην
κoλή oυIή δúνoµη σIους άλλους µυσIiκά κoi oπoλά. 2Iéλνεi σIον πλησίον Iου ¢ως,
που δηµiουργεί éνoν κúκλο προσIoσίoς γúρω Iου κoi Iον προ¢υλάσσεi oπ’ Iο κoκό.
OIoν éχοµε γio Iον άλλο oγo0ή δiά0εση κoi προσευχόµoσIε, 0ερoπεúοµε Iον oδελ¢ό
κoi Iον µοη0άµε νo πάεi προς Iον Oεό.
Yπάρχεi µίo Çωή oόρoIη, η Çωή Iης ¢υχής. ΑυIή είνoi πολú iσχυρή κoi µπορεί
νo επiδράσεi σIον άλλον, éσIω κi oν µoς χωρίÇουν χiλiόµεIρo. ΑυIό γίνεIoi κoi µε
Iην κoIάρo, η οποίo είνoi δúνoµη που ενεργεί Iο κoκό. Αν, όµως, πάλi µε oγάπη
προσευχη0οúµε γio κάποiον, όση oπόσIoση κi oν µoς χωρίÇεi, µεIoδίδεIoi Iο κoλό.
Aρo κoi Iο κoλό κoi Iο κoκό δεν Io επηρεάÇουν οi oποσIάσεiς. Μποροúµε νo Io
σIείλοµε σε oποσIάσεiς oπéρoνIες. . O 0ροúς Iης ¢υχής µoς ¢0άνεi µυσIηρiωδ6ς
κi επηρεάÇεi }451} Iον άλλον, éσIω κi oν δεν εκ¢ράσοµε οúIε µio λéÇη. Koi χωρίς νo
µiλήσοµε, µπορεί νo µεIoδ6σοµε Iο κoλό ή Iο κoκό, όση κi oν είνoi η oπόσIoση που
µoς χωρίÇεi oπ’ Iον πλησίον. ΑυIό που δεν εκ¢ράÇεIoi éχεi συνή0ως περiσσόIερη
δúνoµη oπ’ Io λόγio. }452}
H κoκή δúνoµη δεν éχεi ¢ρoγµοúς, δεν εµποδίÇεIoi οúIε oπό κλεiδoρiéς οúIε
oπό oποσIάσεiς. H κoκή δúνoµη µπορεί κoi Iο oυIοκίνηIο oν Iο γκρεµίσεi χωρίς νo
υπάρχεi κoµiά µλάµη. }454}
KoIoλάµoIε, λοiπόν π6ς οi κoκéς µoς σκé¢εiς, η κoκή µoς δiά0εση επηρεάÇουν
Iους άλλους; Ii’ oυIό πρéπεi νo µροúµε κoi Iον Iρόπο νo κo0oρίσοµε Iο µά0ος Iου
εoυIοú µoς oπό κά0ε κoκίo. OIoν η ¢υχή µoς είνoi oγioσµéνη, oκIiνοµολεί Iο κoλό.
2Iéλνοµε IόIε σiωπηλά Iην oγάπη µoς χωρίς νo λéµε λόγio.
Βéµoio oυIό σIην oρχή είνoi λίγο δúσκολο. }455}
Πρ6Io ήIoν oνίκoνος νo κάνεi Iο κoλό, (ο oπόσIολος Πoúλος) µεIά που ήλ0ε ο
ΧρiσIός µéσo Iου éγiνε oνίκoνος νo κάνεi Iο κoκό. Koi ¢6νoÇε µάλiσIo: «Ζω δε
ουκéIi εγ6, Çη δε εν εµοί ΧρiσIός». Tο éλεγε, Iο κήρυIIε µε κoúχηση, όIi «éχω Iον
ΧρiσIό µéσo µου», εν6 πρωIúIερo éλεγε: «10ελo νo κάνω Iο κoλό, oλλά δεν
µποροúσo».
ΈIσi 0’ oποσπάσοµε Iην χάρi Iου Oεοú, 0o κoIoσIοúµε éν0εοi. Aµo δο0οúµε
κoIά κεi, άµo δο0οúµε σIην oγάπη Iου ΧρiσIοú, IόIε όλo 0o µεIoµλη0οúν, όλo 0o
µεIoσIοiχεiω0οúν, όλo 0o µεIoποiη0οúν, όλo 0o µεIουσiω0οúν. O 0υµός η οργή, η
Çήλεio, ο ¢0όνος, η oγoνάκIηση, η κoIάκρiση, η oχoρiσIίo, η µελoγχολίo, η
κoIά0λi¢η, όλo 0o γίνουν oγάπη, χoρά, λoχIάρo, 0είος éρως. Πoράδεiσος! }456}
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕCΣ
Oλo γúρω µoς είνoi σIoλoγµoIiéς Iης oγάπης Iου Oεοú. Koi Io éµ¢υχo κoi Io
ά¢υχo κoi Io ¢υIά κoi Io Ç6o κoi Io πουλiά κoi Io µουνά κoi η 0άλoσσo κoi Iο
ηλiοµoσίλεµo κoi ο éνoσIρος ουρoνός. Eίνoi οi µiκρéς oγάπες, µéσo oπ’ Iiς οποίες
¢0άνοµε σIη µεγάλη Αγάπη, σIον ΧρiσIό.
Iio νo γίνεi κoνείς χρiσIioνός, πρéπεi νo éχεi ποiηIiκή ¢υχή, πρéπεi νo γίνεi
ποiηIής. «ΧονIρéς» ¢υχéς κονIά Tου ο ΧρiσIός δεν 0éλεi. O χρiσIioνός, éσIω κoi
µόνο όIoν oγoπάεi, είνoi ποiηIής, είνoi µες σIην ποίηση. Tην oγάπη ποiηIiκéς
κoρδiéς Iην ενσIερνίÇονIoi, Iη µάÇουν µéσo σIην κoρδiά Iους, Iην oγκoλiάÇουν, Iη
νi60ουν µo0iά. }461}
No εκµεIoλλεúεσ0ε Iiς ωρoίες σIiγµéς. Oi ωρoίες σIiγµéς προδio0éIουν Iην
¢υχή σε προσευχή, Iην κo0iσIοúν λεπIή, ευγενiκή, ποiηIiκή. EυπνήσIε Iο πρωί, νo
δείIε Iο µoσiλiά ήλiο νo µγoίνεi ολοπόρ¢υρος oπ’ Iο πéλoγος. OIoν σoς εν0ουσiάÇεi
éνo ωρoίο Iοπίο, éνo εκκλησάκi, κάIi ωρoίο, νo µη µéνεIε εκεί, νo πηγoίνεIε πéρoν
oυIοú, νo προχωρείIε σε δοÇολογίo γio όλo Io ωρoίo, γio νo ÇείIε Iον µόνον Oρoίον.
Oλo είνoi άγio, κoi η 0άλoσσo κoi Iο µπάνiο κoi Iο ¢oγηIό. Oλo νo Io χoίρεσ0ε. Oλo
µoς πλουIίÇουν, όλo µoς οδηγοúν σIη µεγάλη Αγάπη, όλo µoς οδηγοúν σIον ΧρiσIό.
No πoρoIηρείIε όσo é¢IioÇε ο άν0ρωπος, Io σπίIio, Io κIίρio, µεγάλo ή µiκρά,
Iiς πόλεiς, Io χωρiά, Iους oν0ρ6πους, Iον πολiIiσµό Iους. No ρωIάIε νo
ολοκληρ6νεIε Iiς γν6σεiς σoς γio Iο κo0εIί, νo µη σIéκεσIε oδiά¢οροi. ΑυIό σoς
µοη0άεi σε µo0úIερη µελéIη Iων 0oυµoσίων Iου Oεοú. IίνονIoi όλo ευκoiρίες νo
συνδεόµoσIε µε όλo κoi µε όλους. IίνονIoi oiIίες ευχoρiσIίoς κoi δεήσεως σIον
Kúρiο Iου πoνIός. No ÇείIε µéσo σε όλo, σIη ¢úση, σIo πάνIo. H ¢úση είνoi Iο
µυσIiκό Eυoγγéλiο. OIoν όµως δεν éχεi κoνείς εσωIερiκή χάρi, δεν Iον ω¢ελεί η
¢úση. H ¢úση µoς Çυπνάεi, oλλά δεν µπορεί νo µoς πάεi σIον Πoράδεiσολ
O πνευµoIéµ¢ορος oυIός που éχεi Iο Πνεúµo Iου Oεοú, προσéχεi όπου περνάεi,
είνoi όλo µάIio, όλo όσ¢ρηση. Oλες Iου οi oiσ0ήσεiς Çοúνε, oλλά Çοúνε µε Iο Πνεúµo
Iου Oεοú. Eίνoi oλλi6Iiκος. Oλo Io µλéπεi κi όλo Io oκοúεi· µλéπεi Io πουλiά Iην
πéIρo Iην πεIoλοúδo . }462} Περνάεi oπό κάπου oiσ0άνεIoi Iο κo0εIί, éνo άρωµo
γio πoράδεiγµo. Ζεi µéσo σε όλo· σIiς πεIoλοúδες, σIiς µéλiσσες κ.λπ. H χάρiς Iον
κάνεi νo είνoi προσεκIiκός. Oéλεi νo είνoi µoÇί µε όλo. }463}
Ποσε-2# είναι να )λ.σι3,ει! το κ30ε )λ3σμα το- (εο* με α'3). και
να ,ει! με όλα και με τα 3'ια ακόμ.& εν αμονία. ΑυIό επi0υµ6 κoi προσπo06
νo Iο ε¢oρµόÇω. }465}
ΈπεiIo oπό κoiρό µoς ε¢éρoνε άλλον πoπoγάλο, oυIόν που éχοµε I6ρo. .
Eίνoi εγωiσIής, όµως, κoi 0éλεi νo Iον προσéχεiς, νo Iου µiλάεiς µε γλυκúIηIo, νo
µην Iον περi¢ρονείς. Ζηλεúεi iδioiIéρως, γi’ oυIό δεν 0éλεi νo µiλάεiς σ’ άλλον, οúIε
ν’ oγoπάεiς άλλον. Αλλi6ς 0υµ6νεi πολú.
ΠΕΡΙ ΑΣ(ΕΝΕΙΑΣ
Ki όσο πάω 0o γίνοµoi χεiρόIερo. Oo µεγoλ6σεi κi άλλο, 0o δυσκολεúοµoi νo
µiλήσω. Πονάω πολú, υπο¢éρω, oλλά είνoi πολú ωρoίo η oρρ6σIio µου. Tην
oiσ0άνοµoi ως oγάπη Iου ΧρiσIοú. KoIoνúγοµoi κi ευχoρiσI6 Iον Oεό. Eίνoi γio Iiς
oµoρIίες µου. Eίµoi oµoρIωλός κoi προσπo0εί ο Oεός νo µε εÇoγνίσεi.
OIoν ήµουν δεκoéÇi χρον6, πoρoκoλοúσo Iον Oεό νo µου δ6σεi µio µoρiά
oρρ6σIio, éνoν κoρκίνο, γio νo πονάω γio Iην oγάπη Tου κoi νo Tον δοÇάÇω µéσo oπ’
Iον πόνο. Iio µεγάλο δiάσIηµo éκoνo oυIή Iην προσευχή. Αλλά ο IéρονIoς µου µου
είπε όIi oυIό είνoi εγωiσµός κi όIi éIσi εκµiάÇω Iον Oεό. O Oεός Çéρεi Ii 0o κάνεi.
ΈIσi δεν συνéχiσo. AείIε, όµως, που ο Oεός δεν λησµόνησε Iο oίIηµά µου κoi µου
éδωσε oυIή Iην ευεργεσίo µεIά oπό Iόσo χρόνio!
T6ρo δεν πoρoκoλ6 Iον Oεό νo µου πάρεi oυIό που Tου ÇήIησo. Χoίροµoi που
Iο éχω, γio νo γίνω κi εγ6 συµµéIοχος σIo πά0η Tου oπ’ Iην πολλή µου oγάπη. Έχω
Iην πoiδείo Iου Oεοú. «Oν γoρ oγoπά Kúρiος, πoiδεúεi». H oρρ6σIio µου είνoi µio
iδioίIερη εúνοio Iου Oεοú, που µε κoλεί νo µπω σIο µυσIήρiο Iης oγάπης Tου κoi µε
Iη δiκή Tου Iην χάρi νo προσπo0ήσω ν’ oνIoποκρi06. Αλλά εγ6 δεν είµoi άÇiος. }
474}
Ii’ oυIό δεν προσεúχοµoi νo µε κάνεi ο Oεός κoλά. Προσεúχοµoi νo µε κάνεi
κoλό. Eίµoi µéµoiος όIi ο Oεός Iο Çéρεi όIi πονάω. Προσεúχοµoi όµως γio Iην ¢υχή
µου νo µου συγχωρéσεi Io πoρoπI6µoIά µου. 4άρµoκo δεν πoίρνω, οúIε πήγo γio
εγχείρηση, οúIε γio εÇεIάσεiς, οúIε 0o δεχ06 εγχείρηση. O’ o¢ήσω Iον Oεό νo
κoνονίσεi. Tο µόνο που κάνω είνoi νo προσπo06 νo γίνω κoλός. ΑυIό νo εúχεσ0ε γio
µéνo. H χάρiς Iου Oεοú µε κρoIάεi. Προσπo06 νo δίνοµoi σIον ΧρiσIό, νo πλησiάÇω
Iον ΧρiσIό, νo εν6νοµoi µε Iον ΧρiσIό. ΑυIό επi0υµ6, δεν Iο éχω όµως κoIορ06σεi
- δεν Iο λéω oυIό oπό Ioπείνωση. Αλλά δεν χάνω Iο 0άρρος µου. Eπiµéνω.
Προσεúχοµoi νo µου συγχωρéσεi ο Oεός Iiς oµoρIίες µου. Έχω oκοúσεi oπό πολλοúς
νo λéνε: «Aεν µπορ6 νo προσευχη06». Eγ6 δεν Iο éχω πά0εi oυIό. Μόνο Iην ηµéρo
Iης πoρoκοής µου σIο Aγiον Oρος Iο είχo πά0εi oυIό.
Aεν µε oπoσχολεί πόσο 0o Çήσω κi oν 0o Çήσω. ΑυIό Iο éχω o¢ήσεi σIην oγάπη
Iου Oεοú. . O 0άνoIος είνoi µίo }475} γé¢υρo που 0o µoς πάεi σIον ΧρiσIό. Μόλiς
κλείσοµε Io µάIio µoς, 0o Io oνοίÇοµε σIην oiωνiόIηIo. Oo πoρουσioσ0οúµε
µπροσIά σIον ΧρiσIό. 2Iην άλλη Çωή 0o Çοúµε «εκIυπ6Iερον» Iην χάρi Iου Oεοú. }
476}
Kά0ε Iόσο που oiσ0oνόµουνo όIi 0o µγεi η ¢υχή µου, éµλεπo σIον ουρoνό éνo
άσIρο που éκoνε λoµπυρiσµοúς, éρiχνε γúρω γúρω γλυκúIoIες oκIίνες. 1Ioν λoµπρό
κoi πολú γλυκό. 1Ioν πολú ωρoίο! Tο }476} ¢ως Iου είχε πολú γλυκúIηIo. Eίχε
χρ6µo µoρiνé, oνοiκIό σiéλ, σoν δioµάνIi σoν πολúIiµος λί0ος. Oσες ¢ορéς Iο
éµλεπo, µε γéµiÇε πoρηγορiά κoi χoρά, γioIί µéσo σ’ oυIό Iο άσIρο éνiω0o όIi ήIoν
όλη η Eκκλησίo, ο Tρioδiκός Oεός, η Πoνoγίo, οi άγγελοi, οi άγiοi. Eίχo Iο
συνoίσ0ηµo όIi εκεί ήIoν όλοi οi δiκοί µου, οi ¢υχéς όλων Iων oγoπηI6ν µου, Iων
IερονIάδων µου. ΠίσIευo όIi, όIoν 0o é¢ευγo oπ’ oυIή Iη Çωή, εκεί σIο άσIρο oυIό
0o πήγoiνo κi εγ6 oπ’ Iην oγάπη Iου Oεοú, όχi oπ’ Iiς oρεIéς µου. 10ελo νo πiσIεúω
όIi ο Oεός, που µ’ oγoπάεi, µου Iο εµ¢oνίÇεi, γio νo µου πεi: «2ε περiµéνω!».
Aεν ή0ελo νo σκéπIοµoi Iην κόλoση, Io Iελ6νio. Aεν 0υµόµουν Iiς oµoρIίες
µου, εν6 είχo πολλéς. Tiς ά¢ησo. Oυµόµουν µόνο Iην oγάπη Iου Oεοú κoi
χoiρόµουν. }477}
ΑυIή Iην προσευχή (οίδo 26Iερ όIi άλλος ως εγ6 ουκ éπIoiσé 2οi, ουδé
éπρoÇε Ioς πράÇεiς, oς εγ6 κoIεiργoσάµην .) επoνoλάµµoνo συνεχ6ς µε λoχIάρo,
γio νo ¢úγω µ’ oυIοúς Iους λογiσµοúς. Oσο Iην επoνoλάµµoνo, Iόσο oπό κεi πάνω
εµ¢oνiÇόIoν σIο άπεiρο Iο άσIρο, η πoρηγορiά µου. EρχόIoν όλες oυIéς Iiς ηµéρες
που πονοúσo. Ki όIoν ερχόIoν, πεIοúσε η ¢υχή µου κi éλεγo µéσo µου: «1λ0ε Iο
άσIρο µου!». Αiσ0oνόµουν νo µε Iρoµάεi νo πάω σ’ oυIό ¢εúγονIoς oπ’ Iη γη.
Ένiω0o µεγάλη χoρά, όIoν Iο éµλεπo. Aεν ή0ελo νo σκéπIοµoi Iiς oµoρIίες µου, σoς
είπo, γioIί oυIéς 0o µ’ éµγoÇoν oπ’ oυIό Iο µυσIήρiο. Μόνο µio ¢ορά, µόνο µio ¢ορά
Iο oiσ0άν0ηκo άδεiο, δεν λoµπúρiÇε, δεν ήIoν γεµάIο. KoIάλoµo. 1Ioν oπ’ Iον
oνIί0εIο. Tο περi¢ρόνησo, σIρά¢ηκo oλλοú, µίλησo σIην oδελ¢ή µου γio δουλεiéς.
ΜεIά oπό λίγο Iο είδo πάλi νo λoµπυρίÇεi πολú. H χoρά πάλi ήλ0ε πiο Çωηρά µéσo
µου.
Oλο oυIό Iον κoiρό είχo ¢ρiκIοúς πόνους σ’ όλο µου Iο σ6µo. Oi άλλοi
éµλεπoν νo πε0oίνω. Eγ6 είχo πoρoδο0εί σIην oγάπη Iου Oεοú. Aεν προσευχόµουνo
νo µε oπoλλάÇεi oπ’ Iους πόνους. O πό0ος µου ήIoν νo µ’ ελεήσεi. Eίχo oκουµπήσεi σ’
ΑυIόν, περίµενo νo ενεργήσεi η χάρiς Tου. Aεν ¢οµόµουνo Iο 0άνoIο. 2Iον ΧρiσIό 0o
πήγoiνo.
Πολλή ω¢éλεio éχοµε oπ’ Iiς oσ0éνεiες, oρκεί νo Iiς υποµéνοµε χωρίς
γογγυσµό κoi νo δοÇάÇοµε Iον Oεό, ÇηI6νIoς Iο éλεός Tου. OIoν oρρωσIήσοµε, Iο
0éµo δεν είνoi νo µην πάροµε ¢άρµoκo ή νo πάµε νo προσευχη0οúµε σIον Aγiο
NεκIάρiο. Πρéπεi νo Çéροµε κoi Iο άλλο µυσIiκό· ν’ oγωνiσ0οúµε ν’ oποκIήσοµε Iην
χάρi Iου Oεοú. }479} ΑυIό είνoi Iο µυσIiκό. To άλλo 0o µoς Io δiδάÇεi η χάρiς,
δηλoδή Iο π6ς 0’ o¢ε0οúµε σIον ΧρiσIό. Εμεί! /.λα/# )ει"ονο*με τ.ν
ασ0ένεια /εν τ. σκε)τόμαστε& σκε)τόμαστε τον Χιστό α)αλ3&
ανε)αίσ0.τα& ανι/ιοτελ5! κι ο (εό! κ3νει το 0α*μα Το- )ο! το σ-μ"έον
τ.! E-2#! μα!. Oπως λéµε σIην Oείo AεiIουργίo, «πάσoν Iην Çωήν ηµ6ν ΧρiσI6 Iω
Oε6 πoρo06µε0o».
Αλλά πρéπεi νo 0éλοµε νo περi¢ρονήσοµε Iην oσ0éνεio. Αν δεν 0éλοµε είνoi
δúσκολο δεν µποροúµε νo ποúµε, «Iην περi¢ρον6». Ki éIσi εν6 νοµίÇοµε όIi Iην
περi¢ρονοúµε κi όIi δεν Iης δίνοµε σηµoσίo εµείς Iης δίνοµε, Iην éχοµε σIο µυoλό
µoς συνéχεio κoi δεν µποροúµε νo éχοµε µéσo µoς µio ήρεµη κoIάσIoση. Koi oυIό 0o
σoς Iο oποδείÇω. Aéµε: «ΠiσIεúω όIi 0o µε 0ερoπεúσεi ο Oεός. Aεν πoίρνω ¢άρµoκo.
ΈIσi 0o Iο κάνω· 0o µείνω όλη νúκIo άγρυπνος κoi 0o Tον πoρoκoλéσω γi’ oυIό Iο
0éµo. Oo µ’ oκοúσεi ο Oεός». ΠροσευχόµoσIε όλη Iη νúκIo, πoρoκoλοúµε, δεόµoσIε,
ÇηIάµε, ¢ωνάÇοµε, εκµiάÇοµε Iον Oεό κi όλους Iους oγίους νo µoς κάνουν κoλά.
EκµiάÇοµε µéρo κoi νúκIo. Tρéχοµε oπό δω κi oπό κεi. Έ, δεν δείχνοµε µε όλ’ oυIά όIi
δεν Iην éχοµε περi¢ρονήσεi Iην oρρ6σIio; Oσο επiµéνοµε κoi εκµiάÇοµε Iους oγίους
κoi Iον Oεό νo γίνοµε κoλά, Iόσο Çοúµε Iην oρρ6σIio µoς. Oσο ενδio¢ερόµoσIε νo
Iη δi6Çοµε, Iόσο Iη Çοúµε. Ii’ oυIό δεν γίνεIoi IίποIo. Ki εµείς éχοµε Iην ενIúπωση
όIi 0o γίνεi οπωσδήποIε éνo 0oúµo· κi όµως σIην πρoγµoIiκόIηIo }480} δεν Iο
πiσIεúοµε κi éIσi δεν γiνόµoσIε κoλά.
Προσευχéς κάνοµε, δεν πoίρνοµε ¢άρµoκo· όµως δεν ηρεµοúµε κoi Iο 0oúµo
δεν γίνεIoi. Μo 0o πεiς: «Aεν πήρo Iο ¢άρµoκο, π6ς δεν πiσIεúω;». Ki όµως, σIο
µά0ος υπάρχεi µéσo µoς oµ¢iµολίo κoi ¢όµος κoi σκεπIόµoσIε: «Aρoγε 0o γίνεi
oυIό;». Eδ6 iσχúεi Iο Iρo¢iκό: «Eάν éχηIε πίσIiν κoi µη δioκρi0ήIε ου µόνον Iο Iης
συκής ποiήσεIε, oλλά κoν Iω όρεi IοúIω είπηIε άρ0ηIi κoi µλή0ηIi εiς Iην
0άλoσσoν, γενήσεIoi». OIoν η πίσIη είνoi πρoγµoIiκή, είIε πoίρνεiς ¢άρµoκο είIε
δεν πoίρνεiς, 0o ενεργήσεi. Koi µε Iους γioIροúς κoi Io ¢άρµoκo ο Oεός ενεργεί.
+λο το μ-στικό είναι . )ίστ.8 α/ι3κιτ.& α)αλ#& α)λ# και α"ελ#!. Εν
α)λότ.τι και α"ελότ.τι κα/ία!:. Aεν είνoi 0éµo επiµολής (μάλλον θέλει να πει
υποβολής). Tην «επiµολή» µπορεί νo Iην éχεi éνoς ¢oκίρης -oυIή η λéÇη δεν
oκοúγεIoi κoλά. No éχοµε πίσIη όIi ο Oεός µoς υπερoγoπά κi όIi 0éλεi νo γίνοµε
δiκοί Tου. Ii’ oυIό επiIρéπεi Iiς oσ0éνεiες µéχρi νo πoρoδο0οúµε µ’ εµπiσIοσúνη σ’
ΑυIόν.
No oγoπήσοµε Iον ΧρiσIό κoi όλo 0’ oλλάÇουν σIη Çωή µoς. No µην Tον
oγoπάµε, γio νo πάροµε oνIoπόδοµo }481}, πoρoδείγµoIος χάρiν Iην υγείo. Αλλά νo
Tον oγoπάµε µε λoχIάρo, oπό ευγνωµοσúνη, χωρίς νo σκεπIόµoσIε IίποIo, µόνο Iη
0είo oγάπη. OúIε νo προσευχόµoσIε µε σκοπiµόIηIo κoi νo λéµε σIον Oεό: «Kάνε Iον
Iάδε κoλά σIην υγείo Iου, γio νo éλ0εi κονIά 2ου». ΑυIό δεν είνoi σωσIό, νo
υποδεiκνúοµε Iρόπους σIον Oεό. Π6ς νo ποúµε σIον Oεό: «Kάνε µε κoλά»; 2’ ΑυIόν
που Io πάνIo γνωρίÇεi Ii νo γνωσIοποiήσοµε; Eµείς 0o προσευχη0οúµε, oλλά ο Oεός
µπορεί νo µη 0éλεi νo µoς oκοúσεi.
Ένoς άν0ρωπος µε ρ6Iησε πρiν oπό κoiρό:
-ΠόIε 0o γίνω κoλά;
-A! Iου λéω. Aµo λéεiς, «πόIε 0o γίνω κoλά;» ποIé δεν 0o γίνεiς κoλά. Aεν
είνoi σωσIό νo πoρoκoλείς Iον Oεό γio IéIοio πράγµoIo. Πoρoκoλείς µε oγωνίo Iον
Oεό νo σου πάρεi Iην oσ0éνεio, oλλ’ oυIή IόIε σε oγκoλiάÇεi κoi σε σ¢ίγγεi πiο πολú.
Aεν πρéπεi νo πoρoκoλοúµε γi’ oυIό. OúIε προσευχή νo κάνεiς γi’ oυIό.
4οµή0ηκε κoi είπε:
-No µην κάνω προσευχή!;
-Αλίµονο! Tου λéω. No κάνεiς κoi πολλή προσευχή µάλiσIo, oλλά γio νo
συγχωρéσεi ο Oεός Iiς oµoρIίες σου κoi νo σου δ6σεi Iη δúνoµη νo Tον oγoπήσεiς
κoi νo Tου δο0είς. AiόIi όσο πoρoκoλείς νo ¢úγεi η oσ0éνεio, Iόσο oυIή κολλάεi
πάνω σου, σε oγκoλiάÇεi, σε σ¢ίγγεi κoi δεν χωρίÇεIoi oπό κονIά σου. Αν µéµoio σoν
άν0ρωπος oiσ0oν0είς εσωIερiκή δυσκολίo κoi oδυνoµίo, IόIε oς πoρoκoλéσεiς
Ioπεiνά Iον Kúρiο νo σου o¢oiρéσεi Iην oσ0éνεio.
OIoν πoρoδο0οúµε σIον ΧρiσIό, εiρηνεúεi ο πνευµoIiκός µoς οργoνiσµός, µε
oποIéλεσµo Iη ¢υσiολογiκή λεiIουργίo όλων Iων οργάνων κoi Iων oδéνων. Oλo
επηρεάÇονIoi. IiνόµoσIε κoλά, πoúοµε νo υπο¢éροµε. Koi κoρκίνο νo éχοµε, oν Io
o¢ήσοµε σIον Oεό κoi γoληνεúσεi η ¢υχή µoς, µπορεί η 0είo χάρiς µε Iη γoλήνη oυIή
νo ενεργήσεi νo ¢úγεi κoi ο κoρκίνος κoi όλo.
Ki oν 0éλεIε νo µά0εIε, κoi Iο éλκος Iου σIοµάχου oπό Iη νεúρωση
δηµiουργείIoi. Tο συµπo0ηIiκό σúσIηµo, εν6 πiéÇεIoi, σ¢ίγγεIoi κoi πo0oίνεi κoi
éIσi δηµiουργείIoi Iο éλκος. Μio, δυο, Iρεiς, σ¢ίÇiµο, σ¢ίÇiµο, σ¢ίÇiµο, σIενοχ6ρio,
σIενοχ6ρio, σIενοχ6ρio, άγχος, άγχος, άγχος, π6π! Έλκος. Έλκος ή κoρκίνος,
εÇoρIάIoi. OIoν σIην ¢υχή µoς υπάρχουν µπερδéµoIo, επiδροúν σIο σ6µo κoi η
υγείo δεν πηγoίνεi κoλά.
Tο Iéλεiο είνoi νo µην προσευχόµoσIε γio Iην υγείo µoς. Να μ.ν ε-2όμαστε
να 'ίνομε καλ3& αλλ3 να 'ίνομε καλοί. . +2ι καλοί& /.λα/# εν3ετοι, «νo
γίνοµε oυIό, oυIό, oυIό .», oλλά ν’ oποκIήσοµε 0είο Çήλο· ν’ o¢ηνόµoσIε µε
εµπiσIοσúνη σIην oγάπη Tου· να )οσε-2όμαστε μ3λλον 'ια τ.ν E-2# μα!. Και
τ.ν E-2# μα! 0α τ.ν εννοο*με ενσ1ματ1μέν. μέσα στ.ν Εκκλ.σία& )ο-
κε"αλ# τ.! είναι ο Χιστό!& μα,ί με όλο-! το-! σ-ναν05)ο-! μα! κoi µε
όλους Iους εν ΧρiσI6 oδελ¢οúς. }483}
ΑγoπήσIε Iον ΧρiσIό. IίνεIε άγiοi. PiχIείIε µόνο σIην ¢iλίo µε Iον ΧρiσIό,
µόνο σIην oγάπη Tου, µόνο σIο 0είο éρωIo. }484}
Αν 0éλεIε νo éχεIε υγείo κoi νo ÇήσεIε πολλά χρόνio, oκοúσIε Ii λéεi ο σο¢ός
2ολοµ6ν: «Αρχή σο¢ίoς ¢όµος Kυρίου κoi µουλή oγίων σúνεσiς· Iο δε γν6νoi νόµον
δioνοίoς εσIίν oγo0ής· IοúIω γoρ Iω Iρόπω πολúν Çήσεiς χρόνον κoi προσIε0ήσεIoί
σοi éIη Çωής». }485}
ΠΕΡΙ ΤΟΥ BΙΟΡΑΤΙΚΟΥ ΧΑΡΙΣGΑΤΟΣ
O άν0ρωπος που είνoi άÇiος Iου Oεοú γίνεIoi éµπλεος Iου Αγίου ΠνεúµoIος.
Έχεi Iη 0είo χάρi. O Oεός εν Iω µυσIηρίω Iου ΧρiσIοú Iου δίδεi Iη χoρά, Iην εiρήνη,
Iην πρoόIηIo, Iην oγάπη. . O Oεός δεν γνωρίÇεi πoρελ0όν, πoρόν κoi µéλλον. «Oυκ
éσIi κIίσiς o¢oνής εν6πiον oυIοú, πάνIo δε γυµνά κoi IεIρoχηλiσµéνo Iοiς
ο¢0oλµοίς oυIοú .». ΈIσi κoi σIον άν0ρωπο που éχεi υγiή ¢υχή oποκoλúπIονIoi Io
µυσIήρio Iου Oεοú κoi γνωρίÇονIoi οi µουλéς Tου, σIο µo0µό που ο Oεός Iο
επiIρéπεi.
ΧρεiάÇονIoi όµως προüπο0éσεiς, προκεiµéνου νo éλ0εi κoi νo µείνεi η 0είo
χάρiς µéσo σIον άν0ρωπο. Μόνον oυIός }489} που éχεi Ioπείνωση λoµµάνεi Io δ6ρo
oυIά oπ’ Iον Oεό, Io oποδίδεi σIον Oεό κoi Io χρησiµοποiεί προς δόÇoν Tου. O
κoλός, ο Ioπεiνός, ο oγoπ6ν Iον Oεό, oυIός που éχεi oρεIή µε Iην χάρi Iου Oεοú δεν
πλoνάIoi. Αiσ0άνεIoi µéσo Iου όIi είνoi πρoγµoIiκά oνάÇiος κi όIi όλo oυIά Iου
δίνονIoi, γio νo γίνεi κoλός, κoi γi’ oυIό oγωνίÇεIoi.
ΑνIί0εIo, η χάρiς Iου Oεοú δεν πηγoίνεi σIους εγωiσIéς, σIους oν0ρ6πους
που δεν éχουν συνείδηση Ii Iους γίνεIoi. O άν0ρωπος που éχεi εωσ¢ορiκό εγωiσµό
νοµίÇεi όIi είνoi éµπλεος 0είoς χάρiIος, oλλά µρίσκεIoi σε πλάνη· είνoi άν0ρωπος
Iου δioµόλου. H πλάνη είνoi µio ¢υχολογiκή κoIάσIoση, µίo εσ¢oλµéνη κρίση· σIην
ουσίo η πλάνη éρχεIoi oπ’ Iον εγωiσµό. 2Iον άν0ρωπο που µρίσκεIoi σε πλάνη
δηµiουργοúνIoi ¢ευδoiσ0ήσεiς, πεiρoσµiκéς ¢oνIoσίες κoi µoσoνίÇεIoi. H πλάνη
είνoi πολú δúσκολο νo δiορ0ω0εί. Aiορ06νεIoi µόνο µε Iη 0είo χάρi. Μπορεί νo
προσευχη0εί κάποiος άλλος κoi ο Oεός νo ελεήσεi Iον άν0ρωπο που πλoνάIoi. Αν
προσπo0ήσεi κi oυIός, oν πάεi σε «κo0ρéπIη», που είνoi ο κoλός πνευµoIiκός, κi
εÇοµολογη0εί εiλiκρiνά, η χάρiς Iου Oεοú 0o Iον 0ερoπεúσεi. }490}
Ένoς άν0ρωπος που εµ¢ορείIoi υπό Iου κoκοú πνεúµoIος, oν κoµiά ¢ορά
κάποiος Iον πλησiάσεi κoi Iου πεi, «είσoi oπoIε6νoς», Iου δ6σεi κoνéνo ράπiσµo κoi
Iου πεi µio κoκή κουµéνIo, 0o µλoσ¢ηµάεi κoi Io 0είo oκόµη. ΒρίσκεIoi σε µio
δoiµονiκή κoIάσIoση, η οποίo σiγά σiγά 0o Iον πάεi σIο Iρελοκοµείο. Aηλoδή όλες
oυIéς οi κoIoσIάσεiς, οi πνευµoIiσµοί κoi Io όµοio είνoi oρρωσIηµéνες. }493}
Ko06ς Çυπνάω Iη νúκIo εδ6 σIο µονoσIήρi, «µλéπω» Iο Aγiον Oρος νo éχεi
πληµµυρίσεi oπ’ Iην χάρi εÇoiIίoς Iων εω0iν6ν προσευχ6ν Iων πoIéρων. Μόλiς
χIυπάεi Iο IάλoνIo, Iρéχουνε ν’ oκοúσουνε «EÇεγερ0éνIες Iου úπνου» κi oρχίÇουνε
µε λoχIάρo, µε oγάπη, µε χoρά Iiς προσευχéς. Ti νo σoς πω! Ανοίγεi ο Πoράδεiσος.
ΈIσi Io }498} oiσ0άνοµoi µε Iην χάρi Iου Oεοú κoi Io λéω. Α¢ήσIε νo Io λéω. Oéλω
νo Io λéω. Απ’ Iην oγάπη µου γio σoς Iο κάνω!
Ένo άλλο µυσIiκό I6ρo 0o σoς πω. Tiς νúκIες επiκοiνων6 Iηλε¢ωνiκ6ς µ’
éνoν oγiορείIη oσκηIή. ΑυIός µελεIάεi πολú Iους ΠoIéρες κoi µου εÇηγεί πολλά
πράγµoIo. 2υÇηIοúµε πνευµoIiκά ÇηIήµoIo. Tρéλo, Ii νo σoς πω! . ΑυIό éγiνε κoi
σήµερo πρωί πρωί, δηλoδή νúκIo σIiς Iρεiς. Oi κoµπάνες χIυποúσoν εκείνη Iην 6ρo
που συνοµiλοúσoµε. Eπί µiσή 6ρo κουµενIiάÇoµε πάρo πολú ωρoίo πράγµoIo.
Eiλiκρiνά µεγάλη χoρά oiσ0άν0ηκo, µεγoλúIερη oπ’ ό,Ii µπορ6 νo σoς εκ¢ράσω.
AόÇo 2οi ο Oεός! Eν6 λéγoµε oυIά Io πνευµoIiκά, µου λéεi:
-ΧIυπάεi η κoµπάνo γio Iην εκκλησίo κoi Iρéχω νo προλάµω.
Tου λéω:
-IéρονIo, µη µ’ o¢ήνεiς!
-ΜεIά χoράς, µου λéεi. Έλo νo πάµε σIην εκκλησίo, νo είµoσIε µoÇί, νo
µλéποµε Io µεγoλείo Iου Oεοú, Iην Oείo AεiIουργίo, Iην χάρi Iου ΧρiσIοú. Έλo, δεν
υπάρχεi oπόσIoση εν ΧρiσI6 Ιησοú Iω Kυρίω ηµ6ν. Koµίo oπόσIoση!
Koi «πήγo» µoÇί Iου σIην εκκλησίo. Oλες Iiς 6ρες µoÇί Iου προσευχόµουνo.
Έµλεπo όλες Iiς iερéς κoi άγiες εiκόνες, Iiς λoµπάδες, Io κεράκio, Io κoνIηλάκio νo
IσiIσiρίÇουν. Έµλεπo Iους iερείς νo λεiIουργοúν µεIoρσiωµéνοi. 1Ioν γεµάIη η
εκκλησίo oπό oσκηIéς κi όλοi είχoν µεγάλη χoρά µéσo Iους κoi ¢άλλoνε: «AεúIε
ίδωµεν πiσIοί }499} που εγεννή0η ο ΧρiσIός .» . 2Iο «ΜεIά ¢όµου Oεοú» πήγε νo
µεIoλάµεi. Aίπλo Iου κi εγ6, µε Iην χάρi Iου Kυρίου µoς, συγκiνηµéνος. 2υγχωράIε
µε, που Io λéγω. Έµλεπo όλους Iους oδελ¢οúς νo δéονIoi. Αiσ0άν0ηκo µεγάλη
oγoλλίoση. O,Ii éµλεπoν εκείνοi, éµλεπo κi εγ6. Μo ήIoν πνευµoIiκή πoνδoiσίo oυIή
η AεiIουργίo µε Iους oγίους oσκηIéς, Iiς χoροúµενες ¢υχοúλες που Io
oiσ0oνόνIουσoν όλo, που εÇοúσoνε Iην εορIή Iων ΧρiσIουγéννων! Tην εÇοúσoνε!
Π6ς 0o ή0ελo νo ήσoσIoν κi εσείς, ν’ oκοúγoIε Io λόγio που λéγoνε!
H χoρά µου γίνεIoi πολú µεγάλη, όIoν ο άλλος µου µεµoi6νεi όIi oυIό που
«µλéπω» είνoi πράγµoIi éIσi, γioIί κoIoλoµoίνω πως oυIή η γν6ση δεν προéρχεIoi
πoρά µόνον εκ Oεοú. }500}
ΑυIή Iη ¢ορά δiεράγησoν Io úδoIo, δiόIi ο Eλiσσoίος κoIάλoµε Iο λά0ος Iου
κoi ÇήIησε Iην ευλογίo Iου Προ¢ήIου Hλίo.
TίποIo δεν γίνεIoi χωρίς Iην ευλογίo Iου IéρονIo. TίποIo δεν κoIορ06νεIoi
χωρίς Iην χάρi. ΑυIά 0o Io εννοήσεIε πρoγµoIiκά όIoν éλ0εi η χάρiς. OIoν éλ0εi Iο
Πνεúµo Iο Aγiον, 0o σoς δiδάÇεi κoi 0o σoς υποµνήσεi Io πάνIo. }505}
. Iη σIiγµή εκείνη η 0είo χάρiς ¢éρνεi µéσo µου éνoν εν0ουσioσµό. Με Iον
εν0ουσioσµό εκδηλ6νεIoi η 0είo χάρiς, που ¢éρνεi éνo είδος ¢iλiκόIηIος,
οiκεiόIηIος, oδελ¢iκόIηIος, εν6σεως. ΜεIά oπ’ oυIή Iην éνωση éρχεIoi µεγάλη
χoρά, Iόση χoρά που πάεi νo σπάσεi η κoρδiά µου. 4οµάµoi όµως νo εκδηλω06.
Βλéπω, oλλά δεν µiλάω, éσIω κi oν µου Iο µεµoi6νεi η χάρiς όIi oυIά είνoi oλη0iνά.
OIoν όµως µε πληρο¢ορήσεi η χάρiς νo µiλήσω, IόIε µiλάω. Aéω µερiκά πράγµoIo
που ο Oεός ¢ωIίÇεi νo πω oπ’ Iην oγάπη µου γio όλους. Iio νo oiσ0oν0εί ο κόσµος Iο
oγκάλioσµo που κάνεi ο ΧρiσIός σε όλους µoς. }506}
T6ρo που Io µλéπω όλo, oiσ0άνοµoi πάρo πολú Ioπεiνός. Aηλoδή π6ς νo σoς
Iο εÇηγήσω . O Oεός µε προσIoIεúεi. 2Iéλνεi Iην χάρi Tου σ’ εµéνoνε. Koi λéω:
«Eγ6, Iόσο Ioπεiνός κoi Iόσο oνάÇiος! Ti 0éλεi ο Oεός oπό εµéνo;». Ki όµως ο Oεός
κoi Iους oµoρIωλοúς, όπως εµéνo, Iους oγoπάεi κoi 0éλεi νo γίνουνε κoλοί. Kάνεi κoi
IéIοio η χάρiς Iου Oεοú.
ΑυIό Iο χάρiσµo είνoi δ6ρο Iου Oεοú, είνoi Iης 0είoς χάρiIος, oλλ’ εÇoρIάIoi
κi oπ’ Iον άν0ρωπο νo Iο δioIηρήσεi. To χoρίσµoIo Io πνευµoIiκά Io χάνεi ο
άν0ρωπος, όIoν δεν προσéÇεi. ΧρεiάÇεIoi προσοχή σ’ oυIά Io πνευµoIiκά πράγµoIo.
No µη λéIε σ’ άλλους Iiς µυσIiκéς πνευµoIiκéς εµπεiρίες που éχεIε. Aεν κάνεi.
Χάνοµε éIσi Iη 0είo χάρi. EίδoIε η Πoνoγίo; Tηροúσε σiγήν. 2Iον Ιωσή¢ δεν είπε Iο
µυσIiκό Iου Eυoγγελiσµοú. . O Oεός κρúµεIoi πολú· Iόσο που νοµίÇοµε όIi δεν
υπάρχεi. ΠoρουσiάÇεIoi σ’ oυIοúς που éχουν oÇiω0εί Iου δ6ρου Iης Ioπεiν6σεως.
Eγ6 όλo Io oποδίδω σIον Oεό γio Iη δόÇo Tου. ΠiσIεúω γio Iον εoυIό µου όIi
είµoi πoλiοσωλήνo σκουρioσµéνη, που όµως δiοχεIεúεIoi Iο úδωρ Iο Çων Iο
πενIoκά0oρο, }507} γioIί πηγάÇεi oπ’ Iο Πνεúµo Iο Aγiον. OIoν δi¢άεiς πολú, δεν
σκéπIεσoi oν η σωλήνo που Iο νερό περνάεi είνoi πλoσIiκή µεIoλλiκή σκουρioσµéνη.
2’ ενδio¢éρεi Iο νερό. Eν6 εγ6 είµoi µε Iην ¢υχή σIo χείλη, ο κόσµος éρχεIoi σ’
εµéνo Iον Ioπεiνό. Aεν éχεi IίποIo νo πάρεi oπό µéνo. Eγ6 δεν éχω IίποIo, ο ΧρiσIός
µόνο éχεi Iο πoν.
OIoν ο άν0ρωπος πληρω0εί υπό Iης χάρiIος Iου Oεοú, γίνεIoi oλλi6Iiκος
πηδάεi η ¢υχή Iου! Ακοúεi Iη ¢ωνή Iου κoi χoίρεIoi η ¢υχή Iου. H χάρiς µε ω0εί νo
Iο πo0oίνω κi εγ6 oυIό. ΑλλάÇεi η ¢ωνή µου, Iο πρόσωπό µου oλλάÇουν όλo. Έχω
µά0εi νo κoυχ6µoi όχi γio Io κoIορ06µoIo Io δiκά µου oλλά γio Iην χάρi Iου Oεοú,
η οποίo επίµονo κoi ολο¢άνερo 0éλεi νo µε IρoµήÇεi κονIά Iης µε όλo όσo µου
πoρουσiάÇεi σIη Çωή µου, oπό IόIε που µiκρός επήγo σIο Aγiον Oρος. Eγ6, όµως,
éχω πάνIo Iο ίδiο συνoίσ0ηµo, όIi δεν κoIόρ0ωσo νo Çήσω µε λoχIάρo Iον ΧρiσIό.
Πόσο είµoi πίσω! Πόσο είµoi µoκρiά! Iio όλo, όσo µου éδωσε ο Oεός µéσo µου, η ¢υχή
µου πολú µε κoIoκρίνεi. Έχω µéσo µου ¢όµο. 2κéπIοµoi κi εκείνο που λéγεi η Αγίo
Iρo¢ή: «Kúρiε, Kúρiε, ου Iω σω ονόµoIi προε¢ηIεúσoµεν κoi Iω σω ονόµoIi δoiµόνio
εÇεµάλοµεν .ουδéποIε éγνων υµάς· oποχωρείIε oπ’ εµοú οi εργoÇόµενοi Iην
oνοµίoν». Tο σκéπIοµoi oυIό, oλλά δεν oπελπίÇοµoi. Α¢ήνοµoi σIην }508} oγάπη Iου
Oεοú κoi σIο éλεός Tου κoi λéω Io χρυσά εκείνo λόγio oπ’ Iην ευχή Iης Oείoς
ΜεIoλή¢εως: «Oίδo 26Iερ, όIi άλλος ως εγ6 ουκ éπIoiσé 2οi, .»
To χρυσά oυIά λόγio, που éγρo¢oν οi ΠoIéρες, όIoν Io λéµε µε πίσIη κi
ευλάµεio, είνoi σoν νo Io Çοúµε κi εµείς. }509}
ΑυIό που κάνω κoi σoς λéω Ii µου éδωσε ο Oεός είνoi κoi oποσIολiκό. .
«ΜεIάδοση» σηµoίνεi: Πήρες κάIi; No Iο µεIoδ6σεiς oπό oγάπη. Aεν πiσIεúεiς όIi
éχεiς κάIi δiκό σου. Eίνoi Iου Oεοú κoi Iο µεIoδίδεiς. ΑυIό είνoi oλη0iνή Ioπείνωση.
Eν6 éνoς ¢oνoIiκός éνoς πoλoiοηµερολογίIης λéεi: «Πω, πω! Μiλάεi γio Iον εoυIό
Iου, oυIό είνoi εγωiσµός!». }510}
Ki εγ6 ο κoηµéνος oπ’ Iην oγάπη µου σoς λéω µερiκά oπ’ όσo µου oποκoλúπIεi
ο Oεός. Έχω όµως πολú µo0iά Iη συνoίσ0ηση σIην κoρδiά µου όIi άλλος Io λéεi.
ΑυIό Iο πiσIεúω πολú, γioIί µλéπω κάIi κi oµéσως µεIά oiσ0άνοµoi Iiς oδυνoµίες
µου πάρo πολú, δiόIi δεν είνoi οúIε oπό oγiοσúνη, οúIε oπό IίποI’ άλλο, oλλά oπ’ Iην
oγάπη Iου Oεοú προς εµéνo, που µε 0éλεi νo γίνω κoλός. ΑυIά όµως που µου
oποκoλúπIεi ο Oεός σε λίγους Io λéω, γioIί πρéπεi ο άν0ρωπος νo είνoi πνευµoIiκός,
γio νo Io κoIoλάµεi. Μπορεί éνoς επiσIήµονoς νo δεi, ν’ oκοúσεi κάIi κoi νo Iο
δiηγη0εί κoi νo Iο γρά¢εi κoi Iελiκά νo πεi: «No Io ίδio λéεi κi ο ΠλάIωνoς». Aεν
συµµoίνεi όµως εδ6 oυIό, γioIί µπορεί νo χρησiµοποiοúµε Iiς ίδiες λéÇεiς oλλά µε
δio¢ορεIiκό νόηµo. }511}
Πολλéς ¢ορéς µε Iην χάρi Iου Oεοú éχω µπεi σε µίo άλλη κoIάσIoση. AλλoÇε η
¢ωνή µου, Iο πρόσωπό µου µπήκε σε oIµόσ¢oiρo 0είου ¢ωIός.
Aρχiσo µ’ εν0ουσioσµό νo ¢άλλω oπ’ éÇω κoνόνες, Iροπάρio κi άλλους }512}
úµνους κoi πiο πολú Io Iρioδiκά µεγoλυνάρio. Αiσ0άν0ηκo χoρά oνεκλάληIη, η ¢ωνή
µου éγiνε πρωIόγνωρη, σoν oπό εκoIό oν0ρ6πους, γλυκiά, δυνoIή, oρµονiκή,
ουράνio, «ως ¢ωνή υδάIων πολλ6ν κoi ως ¢ωνή µρονI6ν iσχυρ6ν». `¢ωσo Io χéρio,
éλoµ¢ε Iο πρόσωπό µου, η éκ¢ρoσή µου éγiνε oλλi6Iiκη. Eίχo éλ0εi σε κoIάσIoσε
πνευµoIiκή. Ki éγiνε µε µiάς 0όλος ο ουρoνός κoi µoνάλio εγίνoνε Io πεúκo µε Io
κλoδiά Iους .
Eκείνες σIéκονIoν Iρίo µéIρo πίσω. Προσπά0ησoν νo γρά¢ουν σIο
µoγνηIό¢ωνο εκείνη Iη ¢ωνή, oλλά δεν Iiς ά¢ησo. Tiς «είδo» κoi Iiς εµπόδiσo. Έχω
µά0εi oπό µiκρός σIο Aγiον Oρος νo είµoi µυσIiκός . ΈπεiIo όµως oπό µéρες
γυρίÇονIoς σIην Α0ήνo, oνoÇηIοúσo εκείνo Io ¢άλµoIo. Eπi0υµοúσo νo Çoνoκοúσω
εκείνη Iη ¢ωνή. 2Iενοχωρé0ηκo που δεν Io γρά¢oµε.
. Aεν ήIoν oν0ρ6πiνη εκείνη η ¢ωνή, δεν ήIoν δiκή µου, ήIoν Iης χάρiIος
Iου Oεοú. Oo ή0ελo νo Io oκοúω κoi νo ÇoνoγυρίÇω σ’ εκείνη Iην ηµéρo. Eίδoµε εκεί
µες σIo πεúκo, Io µεγoλείo Iου Oεοú. Aεν Io είδoµε; Ti ωρoίo! Που µάλoµε κoi
«¢ωIiά» εκεί κoi «κά¢oµε» Iο δάσος! 2υνη0iσµéνος όµως νo είµoi µυσIiκός δεν
ή0ελo νo µε µoγνηIο¢ωνήσεIε. ΑυIό ήIoν oίσ0ηµo Ioπεiν6σεως. }513}
Πήγoµε κάποIε γio προσκúνηµo µoÇί µε Iον κúρiο Ii6ργο κoi Iην κυρίo KoίIη
σIον άγiο Ιωάννη Iον Oεολόγο σIην ΠάIµο. 1Ioν πρωί. Ένiω0o νo µε πνίγεi η χάρiς
Iου oγίου Ιωάννου. Eίχε κόσµο Iο σπήλoiο Iης Αποκoλú¢εως. 4οµή0ηκo µήπως
προδ6σω Io oiσ0ήµoIά µου. Αν ά¢ηνo Iον εoυIό µου νo εκδηλω0εί, 0o µε περνοúσoν
γio Iρελό. ΑυIοσυγκρoIή0ηκo. Βγήκo éÇω oπ’ Iην εκκλησίo. Aεν είνoi κoλό νo
µλéπουν οi άλλοi Io µi6µoIo Iης µυσIiκής επo¢ής µε Iον Oεό. Ii’ oυIό Iους είπo κi
ε¢úγoµε. Tο oπόγευµo Iης ίδioς ηµéρoς ήIoν ησυχίo. 1µoσIoν οi Iρεiς µoς. Aεν
υπήρχε άλλος σIην εκκλησίo. Πρiν µποúµε µéσo Iους προεIοίµoσo. Tους λéω:
-O,Ii κi oν δείIε, δεν 0o κουνη0είIε, οúIε 0o µiλήσεIε.
Μπήκoµε µéσo µε ευλάµεio, χωρίς 0όρυµο, µε σiωπή, oπλά, Ioπεiνά. 2Io0ήκoµε
µπροσIά σIη Oείo Αποκάλυ¢η. IονoIίσoµε κoi οi Iρεiς, εγ6 σIη µéση. Πéσoµε
πρηνείς. Aéγoµε Iο «Kúρiε Ιησοú .» περίπου éνo IéIoρIο. Eγ6 oiσ0oνόµουν άδεiος.
Koµiά συγκίνηση, IίποIo. Eρηµiά. KoIάλoµε ο oνIί0εIος, ο δiάµολος, κoi 0éλησε νo
µ’ εµποδίσεi. «ΑυIά δεν γίνονIoi µε πρόγρoµµo», σκé¢0ηκo. Tην éλεγo, Iην ή0ελo Iην
ευχή -ή µάλλον οúIε Iην éλεγo, οúIε Iην ή0ελo, δiόIi όIoν Iη λéεiς, όIoν Iη }520}
0éλεiς, κoµiά ¢ορά Iο πoίρνεi είδηση ο oνIί0εIος. Eίνoi éνo πάρo πολú λεπIό σηµείο.
Aεν µπορείς µόνος νo περi¢ρονήσεiς Iον oνIί0εIο. Koi νo Iον περi¢ρονήσεiς, πρéπεi
πάλi µε Iην 0είo χάρi, éνo oνεÇήγηIο πράγµo.
A6σIε πολλή προσοχή. Aεν σ¢ίχ0ηκo, δεν επίεσo Iην κoIάσIoση. Aεν πρéπεi σ’
oυIά Io πνευµoIiκά νo πηγoίνοµε µε Iη µίo. Βγήκo éÇω. Περiεργάσ0ηκo Io
λουλοúδio, σoν νo ή0ελo ν’ oδio¢ορήσω γio Iο όIi δεν γiνόIoν Iο άνοiγµo Iης ¢υχής
µου. KοίIoÇo λίγο Iη 0άλoσσo. Μπήκo µéσo πάλi σIο εκκλησάκi, éµoλo σIο 0υµioIό
λίγo κάρµουνo, Io oνά¢o, éµoλo λίγο λiµάνi, 0úµioσo κoi IόIε άνοiÇε η κoρδiά µου.
TόIε ήλ0ε η 0είo χάρiς. 2Iο πρόσωπό µου ήλ0ε µίo λάµ¢η, éγiνo éν0εος, ú¢ωσo Io
µάIio µου. 2ε µio σIiγµή éπεσo κάIω. Oπως µου είπoν οi συνοδοί µου, éµεiνo κάIω
είκοσi λεπIά .
ΑυIό Iο 0oúµo, που µου éγiνε σIην ΠάIµο, είνoi éνo µεγάλο µυσIήρiο. Έχεi
µεγάλη éννοio. Eίδo Iο γεγονός Iης Αποκoλú¢εως. Eίδo Iον άγiο Ιωάννη Iον
Oεολόγο, Iον µo0ηIή Iου, Iον Πρόχορο, éÇησo Iο γεγονός Iης Oείoς Αποκoλú¢εως,
όπως oκρiµ6ς είχε συµµεί. Aκουσo Iη ¢ωνή Iου ΧρiσIοú oπ’ Iη σχiσµή Iου µράχου .
ΑυIά νo µην Io πείIε που0ενά. Kúρiε Ιησοú ΧρiσIé . No µ’ ελεήσεi ο Oεός.
IioIί σoς Io είπo; ΠéσIε µου . 2oς Io είπo γio νo µά0εIε νo εγκoIoλείπεIε Iον
εoυIό σoς oπoλά, χωρίς πίεση σIo χéρio Iου Oεοú. TόIε Eκείνος 0o éρχεIoi σIiς
¢υχéς σoς κoi 0o Iiς χoρiI6νεi. Αν ο πονηρός σoς 0éIεi εµπόδio, νo Iον
περi¢ρονείIε. KoIoλάµoIε; }521} ΈIσi éκoνo κi εγ6. Απoσχολή0ηκo µε κάIi άλλο,
όIoν συνεiδηIοποίησo όIi κάIi πoρεµµoίνεi. ΑυIό éχεi πολú µά0ος.
To λéω oυIά, oλλά δεν µου ´ρχεIoi κoi κoλό που Io λéω. Αiσ0άνοµoi όIi δεν
πρéπεi νo Io λéω . ΑυIά είνoi µυσIήρio, δεν µπορ6 νo Io εÇηγήσω. Tο µόνο που λéω
είνoi νo γίνονIoi όλo oπλά, Ioπεiνά, oπoλά. OIoν Iο 0éλεiς κoi περiµéνεiς νo ενω0είς
µε Iον Oεό, όIoν εκµiάÇεiς Iον Oεό, δεν éρχεIoi. Αλλά éρχεIoi «εν ηµéρo ή ου
προσδοκάς κoi εν 6ρo ή ου γiν6σκεiς». Eίνoi éνoς oγiόIoIος Iρόπος, oλλά δεν
µπορείς νo Iον µά0εiς oπ’ éÇω. Πρéπεi νo µπεi µéσo σIην ¢υχή σου µυσIiκά, 6σIε νo
Iον ενσIερνiσ0είς µε Iην χάρi Iου Oεοú. }522}

You're Reading a Free Preview

Download
scribd
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->