You are on page 1of 66

1

http://alampasis.blogspot.com

Ενώπιον του ……………… Αθηνών


Α Ν Α Κ Ο Π Η

Του Αθανασίου………. κατοίκου ……. Αττικής (οδός …… αρ. 22)


ΚΑΤΑ

Της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη , οδός ………………. , ανώνυμης


τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «M Ε ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε» , νομίμως
εκπροσωπούμενης , όπως λειτουργεί σήμερα νομίμως μετά τη
συγχώνευση των ανώνυμων εταιριών «………. Α.Ε» , «………… A.T.E» και
«……….. Α.Ε».
2) Της με αριθμό ……./2008 Διαταγής Πληρωμής του κ.
Ειρηνοδίκου Αθηνών .

……………………

Η καθ ής με την από …..-……-20…. αίτησή της πέτυχε την


έκδοση σε βάρος μου της ανωτέρω Διαταγής Πληρωμής της κας
Ειρηνοδίκου Αθηνών Μαρίας Σιγάλα με την οποία επιτάσσομαι να
καταβάλω σ αυτήν το ποσό των 1.567,37 ευρώ πλην του κονδυλίου
των τόκων από 20-09-08 μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή τους , πλέον
δικαστικής δαπάνης, τόκων και εξόδων.
Η εν λόγω Διαταγή Πληρωμής εκδόθηκε επί τη βάσει α) της
από …..-….-200… συμβάσεως τραπεζικής πίστωσης δυνάμει της
οποίας χορηγήθηκε η υπ αριθμ. 4021………… πιστωτική κάρτα POP…..
CARD VISA β) των αναλυτικών μηνιαίων λογαριασμών όπως αυτοί
αποτυπώνονται στα από …-….-0… μηχανογραφημένα αποσπάσματα
των ως άνω λογαριασμών που τηρήθηκαν στα πλαίσια της πιο πάνω
σύμβασης , εξηγημένα από τα νόμιμα εμπορικά βιβλία της αιτούσας
2

επικυρωμένα και βεβαιωμένα κατά το περιεχόμενό τους από την


πληρεξούσια δικηγόρο , αρμόδιο σύμφωνα με το νόμο προς τούτο
πρόσωπο.

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217,


583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι
της ανακοπής, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, είτε
ανάγονται στην έλλειψη των τυπικών προϋποθέσεων για την
έκδοση της διαταγής πληρωμής (άρθρα 623 επ. του ΚΠολΔ),
είτε αφορούν στην ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης με
την προβολή ανατρεπτικών ή διακωλυτικών ή αποσβεστικών
ισχυρισμών, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι για να μπορεί ο
μεν καθού η ανακοπή να αμυνθεί κατά της ανακοπής, το δε
δικαστήριο να υπαγάγει τα επικαλούμενα πραγματικά
περιστατικά σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, να τάξει τις
δέουσες αποδείξεις και να αποφανθεί επ` αυτής με δύναμη
δεδικασμένου, αλλιώς οι λόγοι αυτής απορρίπτονται και
αυτεπαγγέλτως ως αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής
εκτίμησης.

Την ανωτέρω Διαταγή Πληρωμής ΑΝΑΚΟΠΤΩ με την


παρούσα μου για τους παρακάτω νόμιμους , βάσιμους και
αληθινούς λόγους :

1. Ένσταση ακυρότητας των Γενικών Όρων


Συναλλαγών (ΓΟΣ) της επίδικης συμβάσεως δυνάμει των
οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη Δ/γη Πληρωμής.
Εισαγωγή :
Για τον έλεγχο του κύρους των γενικών όρων συναλλαγής (ΓΟΣ)
στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και
προμηθευτών και κυρίως της καταχρηστικότητας αυτών, ισχύουν οι
διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 "Περί προστασίας των
καταναλωτών", που ενσωμάτωσαν την οδηγία 93/13/ΕΟΚ της 5.4.1993
3

του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3587-07 με


ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατά
το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το
άρθρο 10 παρ. 24 εδ. β` του ν. 2741/1999, "Γενικοί όροι συναλλαγών
που έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των
δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του
καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός
χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού
ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση,
ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της
και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την
οποία εξαρτάται". Κατά δε την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου
καταχρηστικοί, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση αυτής, είναι οι γενικοί
όροι των συναλλαγών υπό τα στοιχεία "α" έως και "λα". Κατά την
έννοια των ανωτέρω διατάξεων, που αποτελούν εξειδίκευση του
γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ, με τα αναφερόμενα σε αυτές
κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των
όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του
καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή
υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής,
πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης ισορροπίας των δικαιωμάτων
και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Λαμβάνονται προς τούτο υπόψη
τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα των συμβαλλομένων μερών στη
συγκεκριμένη σύμβαση και ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η
διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά. Αν η
προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη
συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνση του δεν
είναι ουσιώδης, τότε δεν επέρχεται διατάραξη της προκειμένης
ισορροπίας.
Ας σημειωθεί ότι μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 6
του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 με το άρθρο 10 παρ. 24 εδ. β` του ν.
2741/1999, σε συμμόρφωση με την αρχή της μείζονος προστασίας του
καταναλωτή που καθιερώνει το άρθρο 8 της ανωτέρω οδηγίας, αρκεί
4

να επέρχεται απλή και όχι υπέρμετρη διατάραξη ισορροπίας των


δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων από τη ρύθμιση
του γενικού όρου (βλ. ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1401/1999, ΕλλΔνη 41.56, ΑΠ
1219/2001, ΕλλΔνη 42.1603, ΕφΑΘ 6291/2000, ΝοΒ 49.644). Εξάλλου,
ενόψει του ότι ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου ΓΟΣ βασικά
προσανατολίζεται προς τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, με τους
ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού
δικαίου, αλλά μόνον από εκείνες που φέρουν "καθοδηγητικό"
χαρακτήρα ή, σε περίπτωση ατύπων συναλλακτικών μορφών, από τα
ουσιώδη για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσεως της
σύμβασης δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απηχούν
πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική
λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται όταν με το
περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζουν εκείνα που έχουν διαμορφωθεί με βάση
τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική
μορφή. Επίσης ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με
τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και
υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο
τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Έτσι, κατά τη
διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ πρέπει
πρώτα να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη
συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια να ερευνάται ο βαθμός έντασης
της απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη
περίπτωση αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα.
Εντέλει κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ
εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα
συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του
άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994, ο οποίος περιέχει "per se"
καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος,
ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από
ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού
δικαίου, όπως προεκτέθηκε (ΑΠ 1219/2001, ό.π.). Τέλος, δεδομένου
ότι οι ΓΟΣ είναι δυνατόν ν` αποτελέσουν περιεχόμενο κάθε είδους
5

σύμβασης ιδιωτικού δικαίου, ρυθμισμένης ή αρύθμιστης από τον Αστικό


Κώδικα, επώνυμης ή μικτής, στο πεδίο των τραπεζικών συναλλαγών
γίνεται ευρύτατη χρήση τους για τη χορήγηση πάσης φύσεως δανείων,
ενέγγυων πιστώσεων, εγγυητικών επιστολών, για τη σύναψη
συμβάσεων ανοίγματος πιστώσεων (συνήθως με αλληλόχρεο
λογαριασμό) και κάθε είδους καταθέσεων. Σε αυτές τις τραπεζικές
συμβάσεις οι ΓΟΣ παρουσιάζονται συνήθως είτε ως
προδιατυπωμένοι έντυποι όροι προοριζόμενοι να διέπουν όλες
τις συναλλαγές συγκεκριμένης τράπεζας με τους πελάτες της,
είτε ως πάγιο περιεχόμενο εντύπων ατομικών συμβάσεων
προσχώρησης.
Περαιτέρω, στο χώρο των τραπεζικών συναλλαγών η ανάγκη
προστασίας της συμβατικής ισορροπίας και διασφάλισης της
δικαιοπρακτικής αυτοδιάθεσης των αντισυμβαλλομένων των τραπεζών
είναι ιδιαίτερα έκδηλη, λόγω της οικονομικής και οργανωτικής
υπεροχής ή αλλιώς της εξουσιαστικής θέσης των τραπεζών, οι
οποίες κατά κανόνα επιβάλλουν μονομερώς στους
ασθενέστερους αντισυμβαλλόμενους τους, στη βάση του "πάρε
το ή άφησε το", την κατάρτιση τυποποιημένων συμβάσεων με
προδιατυπωμένους από τις ίδιες (ή από τρίτους για λογαριασμό
τους) γενικούς όρους (31919/2007 ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ). Κατά συνέπεια,
βάσιμα υποστηρίζεται η άποψη ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν.
2251/1994 για τους ΓΟΣ εφαρμόζονται ευθέως ή κατ` αναλογία κατά
τον έλεγχο των τραπεζικών ΓΟΣ και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο
πελάτης συναλλάσσεται με την τράπεζα στο πλαίσιο της
επαγγελματικής ή και της εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να
χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος
της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της τράπεζας. Εξάλλου, η
τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή, σύμφωνα με το άρθρο 1
παρ. 4 περ. β` του ν. 2251/1994, που ορίζει ότι "ο προμηθευτής είναι
κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της
επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει
υπηρεσίες στον καταναλωτή". Τέλος δε οι παρεχόμενες από τις
6

τράπεζες υπηρεσίες σαφώς απευθύνονται και αφορούν στο ευρύ


καταναλωτικό κοινό, δεν προσφέρονται ούτε σχεδιάζονται για
ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν κατά κανόνα μαζικό χαρακτήρα
και έντονο το στοιχείο της τυποποίησης. Ενόψει όλων των
ανωτέρω ο ν. 2251/1994 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις τραπεζικών
συναλλαγών (βλ. ΕφΑΘ 730/2005, ΕΕμπΔ 2005.741, Γ. Καράκωστα,
Προστασία του καταναλωτή, ν. 2251/1994, σελ. 100 επόμ., Φ. Δωρή, Η
εξειδίκευση της καλής πίστης στο άρθρο 2 του ν. 2251/1994 για την
προστασία των καταναλωτών και η σημασία στο κοινό δίκαιο, ΝοΒ
2000.737 επ., Ψυχομάνη, Τραπεζικό δίκαιο, 1999, σελ. 17), και ο
έλεγχος που προαναφέρθηκε εντάσσεται στα πλαίσια της προστασίας
του καταναλωτή, ως τέτοιου νοουμένου και του πελάτη της τράπεζας.

Άκυροι όροι της υπό κρίση συμβάσεως :

Σύμφωνα με τον όρο 5.06 «αν μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα


(30) ημερών από τη λήψη του κάθε μηνιαίου λογαριασμού ή
οποιασδήποτε άλλης έγγραφης ειδοποίησης της Τράπεζας αναφορικά με
την οφειλή από τη χρήση της Κάρτας ο Κάτοχος ή ο συνοφειλέτης ή ο
εγγυητής, δεν αμφισβητήσουν εγγράφως το ποσό της οφειλής και δεν
προβάλλουν τις βάσιμες αντιρρήσεις τους, τότε θα θεωρείται ότι
αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα το περιεχόμενο τους και θα επέρχεται
αναγνώριση του χρεωστικού υπολοίπου και των επιμέρους χρεώσεων
που αναγράφονται στο μηνιαίο λογαριασμό κατά το άρθρο 874 Α. Κ».
Κατά τον όρο 7.01 β' «οι συμβατικοί τόκοι που βαρύνουν το
χρεωστικό υπόλοιπο στις περιπτώσεις τμηματικών εξοφλήσεων
(καταβολών σε δόσεις), οι οποίοι καταβάλλονται από τον κάτοχο
σύμφωνα με τον όρο 7.01, υπολογίζονται με βάση το ετήσιο
κυμαινόμενο βασικό επιτόκιο, που ανέρχεται σε 15,50%, πλέον της
εισφοράς του Ν.128/1975 0,60% και το ετήσιο επιτόκιο ανάληψης
μετρητών που ανέρχεται σε 16,00% πλέον της εισφοράς του Ν.
128/1975 0,60%. Το ποσό της κάθε χρέωσης θα εκτοκιζεται από την
ημερομηνία εγγραφής της στο μηνιαίο λογαριασμό».Σύμφωνα με το ίδιο
7

αρθ. «οι συμβατικοί τόκοι που βαρύνουν το χρεωστικό υπόλοιπο στις


περιπτώσεις τμηματικών εξοφλήσεων (καταβολών σε δόσεις) οι οποίοι
καταβάλλονται από τον κάτοχο σύμφωνα με τον όρο 7.01 και
υπολογίζονται με βάση κυμαινόμενο επιτόκιο που καθορίζεται κάθε
φορά από την τράπεζα με βάση τις συνθήκες της χρηματαγοράς και το
κόστος χρήματος της και ανέρχεται σήμερα ……»
Σύμφωνα με τον όρο 7.01 γ' «οι τόκοι υπερημερίας, οι οποίοι
επιβάλλονται χωρίς άλλη ειδική ειδοποίηση, σε κάθε περίπτωση
καθυστέρησης πληρωμής από τον κάτοχο και υπολογίζονται με επιτόκιο
ίσο προς το εκάστοτε συμβατικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2,5
εκατοστιαίες μονάδες».
Σύμφωνα με τον όρο 7.03 «οι αναλήψεις μετρητών , λόγω
δανείου επιβαρύνονται εκτός από το συμβατικό τόκο από την
αντίστοιχη ημερομηνία συναλλαγής , με διαχειριστικά και λειτουργικά
έξοδα για την επεξεργασία και εκτέλεσή τους που ανέρχεται σε
ποσοστό 3% επί του ποσού που αναλαμβάνεται με ελάχιστο ποσό 3
ευρώ».
.

I. Ανώτατο ύψος συμβατικού τόκου – καθορισμός από το


νόμο του ανωτάτου επιτοκίου των συμβάσεων τραπεζικής
πίστωσης (ΑΠ 1219/01) .
Σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ υπ` αριθ. 2286/28-1-1994 που εκδόθηκε
κατ` εξουσιοδότηση του άρθ. 1 του Ν. 1266/1982 σχετικώς με τα
καταναλωτικά δάνεια και τα χρεωστικά υπόλοιπα λογαριασμών
πιστωτικών δελτίων τα επιτόκια καθορίζονται ελεύθερα από τα
πιστωτικά ιδρύματα με την επιφύλαξη όμως των διατάξεων περί
ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που τυχόν ισχύουν. Τα
τραπεζικά επιτόκια είναι σήμερα κατά κανόνα ελευθέρως
διαπραγματεύσιμα και το ισχύον γι` αυτά καθεστώς δεν συνοδεύεται
από τη θέσπιση ανωτάτων ορίων.
Η επέμβαση του νομοθέτη περιορίζεται στη ρύθμιση των
εξωτραπεζικών μόνο επιτοκίων. Εξάλλου τα εξωτραπεζικά επιτόκια
8

παρά τον περιορισμό τους στις εξωτραπεζικές συναλλαγές δεν


παύουν να έχουν γενικότερη κοινωνικοοικονομική σημασία και
ν` αφορούν και τις τραπεζικές συμβατικές σχέσεις. Ο κοινωνικός
και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση
των τραπεζικών επιτοκίων είναι η συμπίεσή τους κάτω από τα όρια
των εξωτραπεζικών.
Έτσι η συμφωνία για επιτόκια που υπερβαίνουν τα
ανώτατα αυτά όρια δεν παύει να απαγορεύεται από το νόμο (ΑΚ
281). Ενόψει των ανωτέρω , γενικός όρος που επιτρέπει στην τράπεζα
να καθορίζει εκάστοτε συμβατικό τόκο με τον οποίο θα χρεώνεται ο
λογαριασμός του πελάτη στις περιπτώσεις τμηματικών εξοφλήσεων
(καταβολών σε δόσεις) είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος λόγω
αντιθέσεώς του στο άρθ. 2 παρ. 7 περ. ια` του Ν. 2251/1994 όταν δεν
καθορίζονται κριτήρια ειδικά εκ των προτέρων και εύλογα για τον
καταναλωτή - πελάτη.
Το εξωτραπεζικο επιτόκιο κατά τη διάρκεια της
λειτουργίας της μεταξύ μας συμβάσεως (από 24-04-2003 έως
σήμερα ) διαμορφώθηκε ως εξής :
Από 07/03/2003 έως 05/06/2003 επιτόκιο 8,50% (Ν.2842 Αρ.3
Παρ.2) , από 06/06/2003 έως 05/12/2005 επιτόκιο 8,00% (ΔΣ ΕΚΤ της
5/6/2003) , από 06/12/2005 έως 07/03/2006 επιτόκιο 8,25%(ΔΣ της ΕΚΤ
5.12.2005) , από 08/03/2006 έως 14/06/2006 επιτόκιο 8,50%(ΔΣ ΕΚΤ
της 7/3/2006) , από 15/06/2006 έως 08/08/2006 επιτόκιο 8,75%(Ν.2842
Αρ.3 Παρ.2) , από 09/08/2006 έως 10/10/2006 επιτόκιο 9,00%(Ν.2842
Αρ.3 Παρ.2) , από 11/10/2006 έως 12/12/2006 επιτόκιο 9,25%(Ν.2842
Αρ.3 Παρ.2) , από 13/12/2006 έως 13/03/2007 επιτόκιο 9,50%(Ν.2842
Αρ.3 Παρ.2) , από 14/03/2007 έως 12/06/2007 επιτόκιο 9,75%(Ν.2842
Αρ.3 Παρ.2) , από 13/06/2007 έως 08/07/2008 επιτόκιο 10,00%(Ν.2842
Αρ.3 Παρ.2) , από 09/07/2008 έως 07/10/2008 επιτόκιο 10,25%(Ν.2842
Αρ.3 Παρ.2) , από 08/10/2008 έως 08/10/2008 επιτόκιο 9,75%(Ν.2842
Αρ.3 Παρ.2) , από 09/10/2008 έως 10/11/2008 επιτόκιο 9,25%(Ν.2842
Αρ.3 Παρ.2) , από 11/11/2008 έως 09/12/2008 επιτόκιο 8,75%(Ν.2842
9

Αρ.3 Παρ.2) και από 10/12/2008 έως 01/02/2009 επιτόκιο 8,00%(Ν.2842


Αρ.3 Παρ.2).
Το επιτόκιο υπερημερίας ορίζεται 2 μονάδες πάνω του εκάστοτε
ισχύοντος επιτοκίου.

Στην ένδικη περίπτωση τα επιτόκια που ίσχυσαν δυνάμει των


άκυρων ΓΟΣ της συμβάσεως ήταν για την περίοδο από 24-04-2003
(έναρξη της λειτουργίας της σύμβασης) έως 09-04-08 (ημερομηνία
καταγγελίας της σύμβασης και μεταφοράς του υπολοίπου του
λογαριασμού ποσού 972,40 ευρω , σε λογαριασμό οριστικής
καθυστέρησης ) και ακολούθως από 09-04-08 μέχρι σήμερα (δεδομένου
ότι ο συμβατικός όρος που καθορίζει το ετήσιο επιτόκιο εξακολουθεί
και μετά την καταγγελία να παράγει αποτελέσματα) ήταν: ετήσιο
βασικό επιτόκιο 15,50%, πλέον της εισφοράς του Ν.128/1975
0,60% = 16,1% και το ετήσιο επιτόκιο ανάληψης μετρητών
16,00% πλέον της εισφοράς του Ν. 128/1975 0,60% = 16,6%. Το
επιτόκιο υπερημερίας ορίζεται συμβατικά 2,5 ποσοστιαίες
μονάδες πάνω του βασικού.

Συνεπώς δυνάμει της μη νόμιμης υπέρβασης του


επιτοκίου , από 24-04-2003 έως σήμερα , καταβλήθηκαν
αχρεωστητως χρηματικά ποσά που προέκυψαν από τις κατά τα
εκάστοτε χρονικά διαστήματα επιβαλλόμενες υπερβάσεις ,
ως ακολούθως εμφαίνεται:
Από 07/03/2003 έως 05/06/2003 υπέρβαση βασικού επιτοκίου 7,6%
και ανάληψης μετρητών 8,1% , από 06/06/2003 έως 05/12/2005
υπέρβαση βασικού επιτοκίου 8,1% και ανάληψης μετρητών 8,6% , από
06/12/2005 έως 07/03/2006 υπέρβαση βασικού επιτοκίου 7,85% και
ανάληψης μετρητών 8,35% , από 08/03/2006 έως 14/06/2006 υπέρβαση
βασικού επιτοκίου 7,6% και ανάληψης μετρητών 8,1% , από
15/06/2006 έως 08/08/2006 υπέρβαση βασικού επιτοκίου 7,35% και
ανάληψης μετρητών 7,85% , από 09/08/2006 έως 10/10/2006
υπέρβαση βασικού επιτοκίου 7,1% και ανάληψης μετρητών 7,6% ,
10

από 11/10/2006 έως 12/12/2006 υπέρβαση βασικού επιτοκίου 6,85%


και ανάληψης μετρητών 7,35% , από 13/12/2006 έως 13/03/2007
υπέρβαση βασικού επιτοκίου 6,6% και ανάληψης μετρητών 7,1% , από
14/03/2007 έως 12/06/2007 υπέρβαση βασικού επιτοκίου 635% και
ανάληψης μετρητών 6,85% , από 13/06/2007 έως 08/07/2008 υπέρβαση
βασικού επιτοκίου 6,1% και ανάληψης μετρητών 6,6% , από
09/07/2008 έως 07/10/2008 υπέρβαση βασικού επιτοκίου 5,85% και
ανάληψης μετρητών 6,35% , από 08/10/2008 έως 08/10/2008 υπέρβαση
βασικού επιτοκίου 6,35% και ανάληψης μετρητών 6,85% , από
09/10/2008 έως 10/11/2008 υπέρβαση βασικού επιτοκίου 6,85% και
ανάληψης μετρητών 7,35% , από 11/11/2008 έως 09/12/2008 υπέρβαση
βασικού επιτοκίου 7,35% και ανάληψης μετρητών 7,85% και από
10/12/2008 έως 01/02/2009 υπέρβαση βασικού επιτοκίου 8,1 και
ανάληψης μετρητών 8,6%.
Για όλα τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα η υπέρβαση του
τόκου υπερημερίας ήταν 0,5 της μονάδας υψηλότερη του νόμιμου.

II. Κριτήρια μεταβολής του επιτοκίου ( κατ’ αναλογική


ερμηνεία της 961/2007 ΠΠΡ ΑΘ) :
Ο συγκεκριμένος όρος που προβλέπει ότι «οι συμβατικοί τόκοι
που βαρύνουν το χρεωστικό υπόλοιπο στις περιπτώσεις τμηματικών
εξοφλήσεων (καταβολών σε δόσεις) υπολογίζονται με βάση
κυμαινόμενο επιτόκιο που καθορίζεται κάθε φορά από την τράπεζα με
βάση τις συνθήκες της χρηματαγοράς και το κόστος χρήματος και
ανέρχεται σήμερα ……», ως προς τη μη αναφορά του
προσδιορισμού του με τρόπο ορισμένο (λ.χ του παρεμβατικού
επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως επιτοκίου
αναφοράς ) , το οποίο επηρεάζει το ύψους του συμβατικού
επιτοκίου, το οποίο έχει συμφωνηθεί να είναι κυμαινόμενο, δεν
είναι σύμφωνος με την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, η οποία στο κεφάλαιο Β §
2 περίπτωση ϊν προβλέπει ότι η ελάχιστη ενημέρωση που
οφείλουν να παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα στους
συναλλασσόμενους πριν από τη σύναψη κάποιας σύμβασης και
11

συγκεκριμένα ως προς τις δανειακές συμβάσεις με κυμαινόμενο


επιτόκιο αφορά «...το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς
προσδιοριζόμενο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των
χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και
πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη
μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του
αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)» (βλ. και ΠΠΑ 961/2007).
Περαιτέρω , η καθ ης χρησιμοποιεί στον εν λόγω όρο ως
κριτήρια που θα της επιτρέψουν να μεταβάλει το συμβατικό επιτόκιο ,
παντελώς αόριστες έννοιες όπως «τις συνθήκες της αγοράς»
και «το κόστος του χρήματος» . Η διατύπωση των
προαναφερόμενων κριτηρίων, ως προς το σκέλος που η μεταβολή του
επιτοκίου, οδηγήσει στη μη μείωση ή αύξηση του συμβατικού επιτοκίου
, υπάγεται στις περιπτώσεις των per se καταχρηστικών όρων της
διάταξης της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 και
συγκεκριμένα στις περιπτώσεις ε’ και ια’ (δικαίωμα μονομερούς
τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και
σπουδαίο λόγο και αοριστία τιμήματος αντίστοιχα), όπως
επίσης παραβιάζει και την αρχή της διαφάνειας, η οποία οδηγεί σε
ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και
υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων σε βάρος του καταναλωτή, αφού τα
εν λόγω κριτήρια είναι αόριστα, με αποτέλεσμα να μην
εξειδικεύεται ούτε να αποσαφηνίζεται το περιεχόμενο των όρων
«συνθήκες της αγοράς» και «το κόστος του χρήματος» ούτε
αιτιολογείται για ποιο λόγο αυτά τα κριτήρια επιτρέπουν τέτοιο
δικαίωμα στην καθ ης , με αποτέλεσμα το σκέλος αυτό του όρου
να είναι καταχρηστικό α) ως αντίθετο στο ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 και
β) στις περιπτώσεις ε’ και ια’ της παραγράφου 7 του άρθρου 2
του ν. 2251/1994, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και της
παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου, αφού επέρχεται σημαντική
ανισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος του
καταναλωτή, από το δικαίωμα που επιφυλάσσεται στην καθ ης με την
12

επίκληση αδιαφανών και αόριστων κριτηρίων να μη μειώνει το


συμβατικό επιτόκιο των πιστωτικών καρτών, τούτο δε , δίχως
καν να ορίζεται -ως προβλέπεται με το ΠΔ/ΤΕ 2501/2002- κάποιο
επιτόκιο αναφοράς, ώστε ο καταναλωτής να δύναται από την
παρακολουθήσει αυτού να παρακολουθεί και την αυξομείωση
του επιτοκίου της σύμβασης (βλ. και ΠΠΑ 961/2007). Αυτό, όμως,
έχει ως αποτέλεσμα και τη διάψευση των δικαιολογημένων προσδοκιών
του καταναλωτή, ο οποίος εύλογα πιστεύει ότι το επιτόκιο, με την
πάροδο του χρόνου, με κριτήρια ορισμένα , θα κυμαίνεται αυξητικά
ή πτωτικά βάσει των συνθηκών της αγοράς (βλ. ΑΠ 430/2005,
όπ.π.). Εξάλλου τούτο αποδεικνύεται και στην πράξη , αφού
παρά του γεγονότος ότι τα τελευταία 15 χρόνια οι «συνθήκες
της αγοράς» και «το κόστος του χρήματος» ήταν ιδιαίτερα
ευνοϊκές (βλ. χαμηλά επιτόκια ΕΚΤ και FED, σχεδόν μηδενικό
επιτόκιο στην Ιαπωνία , χαμηλά διατραπεζικά επιτόκια ,
υψηλοί ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης παγκοσμίως) , παρ‘ όλα αυτά ,
η ύπαρξη των αυτών αόριστων κριτηρίων μεταβολής του
επιτοκίου και ιδίως της έλλειψης ορισμού επιτοκίου αναφοράς
(π.χ επιτόκιο ΕΚΤ) σύμφωνα με το οποίο θα μεταβάλλεται και το
συμβατικό επιτόκιο , επέτρεψε στην καθ’ης να μου επιβάλει
επιτόκια που σε πολλές περιπτώσεις υπερέβαιναν το διπλάσιο
του ανώτατου νόμιμου (εξωτραπεζικου)…

Τα επιτόκια όμως αυτά που (κατά τον λόγο 1. I


ανακοπής) καθ υπέρβαση του νόμιμου ίσχυσαν από 24-04-
2003 έως σήμερα επέδρασαν στη σε βάρος μου διαμόρφωση του
τελικά οφειλόμενου ποσού των 1.567,37 ευρω. Όμως τα αυτά
επιτόκια επιβλήθηκαν καταχρηστικά δυνάμει των άκυρων αυτών ΓΟΣ.
Την επιβολή των ως άνω εξοντωτικών επιτοκίων σε σχέση με τα
ανώτατα νόμιμα επιτόκια των πιστωτικών ιδρυμάτων (όπως
αυτά ίσχυσαν και ως παρατίθενται ανωτέρω ) επέβαλε η καθ ης
με κριτήρια παντελώς αόριστα (βλ 1. II. λόγο ανακοπής) και
παρά ότι η συμφωνία για επιτόκια που υπερβαίνουν τα ανώτατα
13

αυτά όρια , απαγορεύεται από το νόμο (ΑΚ 281) (βλ. 1. I λογο


ανακοπής και ΑΠ 1219/01).
Τούτη όμως η με κριτήρια αόριστα και σε αντίθεση με το
ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 παράνομη και καταχρηστική επιβολή
υπέρμετρα υψηλού επιτοκίου που υπερβαίνει κατά πολύ το
νόμιμο συμβατικό (εξωτραπεζικο επιτόκιο) συνεπάγεται ότι η
προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα, καθόσον
εκδόθηκε αυτή επί τη βάσει εν μέρει άκυρης σύμβασης παροχής
πίστωσης , στην οποία αναγκάστηκα να προσχωρήσω διότι περιέχει
όρους καταχρηστικούς και συνεπώς άκυρους, που με δέσμευαν
υπέρμετρα ως ΓΟΣ, και συνεπώς το τελικώς διαμορφωμένο
χρεωστικό υπόλοιπο , διαμορφώθηκε σε αυτό το ύψος ως
απορία καταχρηστικής μονομερούς επιβολής εξοντωτικού και
παράνομου επιτοκίου .
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί (1. I και II) της ανακοπής μου είναι
βάσιμοι , καθόσον, εκτίθενται στην ανακοπή μου τα στοιχεία της
ιδιότητας μου ως ανακοπτόντων και ως τελικός αποδέκτης
του σκοπού της κατάρτισης της σύμβασης, επί τη βάσει της
οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, και με βάση τα
οποία δικαιούμαι προστασίας κατά το νόμο για την προστασία
των καταναλωτών, καθώς επίσης και επειδή αναφέρονται
αφενός οι συνέπειες της ύπαρξης των ενλόγω ΓΟΣ στην εξέλιξη
της επίδικης σύμβασης και στη διαμόρφωση του τελικά
οφειλόμενου ποσού , αφετέρου το αμφισβητούμενο ποσό των
1.567,37 ευρω το οποίο δεν είναι εκκαθαρισμένο διότι
διαμορφώθηκε με την καταχρηστική επιβολή δυσθεώρητα
υψηλών επιτοκίων κατά τρόπο που απαγορεύεται από το νόμο
(ΑΚ 281) . Περαιτέρω , δε δύναμαι (όπως εξάλλου δε δύναται και
το δικαστήριο της ουσίας) να προβώ κατά τρόπο επακριβή στους
απαιτούμενους υπολογισμούς προς διακρίβωση του τρόπου που τα
ανωτέρω καταχρηστικώς και παρανόμως επιβαλλόμενα επιτόκια
επενέργησαν στο πληττόμενο με την παρούσα συνολικό ύψος της
αμφισβητούμενης οφειλής , τούτο δε , διότι απαιτούνται, λόγω του
14

πλήθους των κονδυλίων και του πολύπλοκου των αριθμητικών και


λογιστικών πράξεων, ειδικές γνώσεις της επιστήμης, λόγος για τον
οποίο η συνήθης πρακτική των δικαστηρίων είναι να διατάσουν (κατ’
άρθρα 368 επ. ΚΠολΔ) τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προς
διακρίβωση του ακριβούς ύψους της οφειλής (σύμφωνα πάντοτε με το
διατακτικό της απόφασης) .

III. Προμήθεια επί ανάληψης μετρητών (ΑΠ 1219/01):

Έχει από το Ακυρωτικό νομολογηθεί ότι όρος που αφορά σε


προμήθεια επί ανάληψης μετρητών ανερχόμενος σε ποσοστό
επί του ποσού της ανάληψης, με ελάχιστο ποσό χρέωσης
προμήθειας είναι άκυρος. Ειδικότερα με την 2286/28-1-1994 ΠΔ/ΤΕ,
που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν. 1266/1982,
επιτρέπεται η χρηματοδότηση φυσικών προσώπων από πιστωτικά
ιδρύματα, με τη μορφή πιστωτικής κάρτας. Διά μέσου αυτής ο κάτοχός
της προβαίνει σε αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, με την εξόφληση των
υποχρεώσεών του από το λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας. Στην
περίπτωση που η εξόφληση του αναλαμβανομένου ποσού
γίνεται με δόσεις ή προθεσμία, πρόκειται για σύμβαση
ανοίγματος πίστωσης, που έχει το χαρακτήρα δανείου (ΑΠ
1116/1996, ο.α.). Σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 1 της
1969/8-8-1991 ΠΔ/ΤΕ, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του ν.
1266/1982 (ΦΕΚ 131/Α/29-8-1991), "απαγορεύεται η είσπραξη
προμήθειας στα δάνεια, των οποίων το επιτόκιο ορίζεται ελεύθερα από
τα πιστωτικά ιδρύματα". Στη ρύθμιση αυτή δεν εισάγει εξαίρεση τη
ΕΝΠΘ 524/1993, με την οποία προστέθηκε στο "Παράρτημα" της πιο
πάνω ΠΔ/ΤΕ περίπτωση "Θ".
Με αυτή απλά διευκρινίζεται ότι από τα επιτρεπόμενα, με βάση
τηνανωτέρω 1969/1991 ΠΔ/ΤΕ, έξοδα, τέλη, φόροι και προμήθειες
κοινοπρακτικών δανείων (που μόνο κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η
είσπραξη), πρέπει να περιλαμβάνονται στην ανάλυση του
μηνιαίου λογαριασμού που αποστέλλουν οι πιστωτικοί φορείς
στους κατόχους πιστωτικών καρτών και όχι ότι επιτρέπεται
15

ελεύθερα η είσπραξη προμήθειας για κάθε ανάληψη μετρητών


όπως άκυρος προβλέπει η καθ ης στις ένδικες συμβάσεις . Με
βάση τις σκέψεις αυτές κάθε παρόμοιος όρος είναι άκυρος τόσο
λόγω αντιθέσεώς του στο άρθ. 1 της ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 κατ`
εφαρμογή προδήλως του άρθ. 178 ΑΚ όσο και λόγω αντιθέσεως
στο άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994 γιατί προκαλείται στον πελάτη
σύγχυση για το τι καλύπτει ο τόκος και η προμήθεια. Με τον τρόπο αυτό
δημιουργείται αδιαφάνεια, μη συγκρισιμότητα με αντίστοιχες παροχές
άλλων τραπεζών και μη ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού.

Εξάλλου , μετά τη δημοσίευση αυτής της Αποφάσεως


(1219/01 ΑΠ) , το σύνολο των τραπεζών προέβησαν στην προς
«συμμόρφωση» τροποποίηση του αυτού όρου , με
αντικατάσταση της λέξης «προμήθεια» επί του ποσού της
ανάληψης σε «διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα» είτε επί του
ποσού της ανάληψης είτε με εφάπαξ χρέωση …
Ο όρος αυτός σύμφωνα με τον οποίο «οι αναλήψεις μετρητών
επιβαρύνονται , με διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα για την
επεξεργασία και εκτέλεσή τους που ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί του
ποσού που αναλαμβάνεται με ελάχιστο ποσό 3 ευρω», που δεν
περιλαμβάνει σταθερά ποσά ως επιβάρυνση για την ανάληψη
χρηματικών ποσών μέσω πιστωτικών καρτών, δεν
συμμορφώνεται καταρχήν με την Απόφαση 178/19.07.2004 της
Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων, η οποία
επιτάσσει την «όχι κατ` αναλογικό τρόπο, αλλά σε σταθερό, κατά
περίπτωση, ποσό» είσπραξη αμοιβής για την ανάληψη
μετρητών μέσω πιστωτικών καρτών (βλ. και την ΑΠ 1219/2001,
όπ.π., η οποία έκρινε καταχρηστικό τον όρο που σε περίπτωση
ανάληψης μετρητών μέσω πιστωτικών καρτών επέβαλε προμήθεια
ύψους 3% επί του ποσού της ανάληψης), ωστόσο, η ίδια Απόφαση
επιτάσσει τα ποσά αυτά της επιβάρυνσης των κατόχων
πιστωτικής κάρτας που αναλαμβάνουν μετρητά να
16

δικαιολογούνται «από τη φύση και το είδος της παρεχόμενης


υπηρεσίας» (§ 3 περίπτωση α της Απόφασης).
Δευτερευόντως (βλ. και 961/2007 ΠΠΡ ΑΘ) :
Στην προκείμενη περίπτωση, η είσπραξη των χρηματικών ποσών
που αναφέρει ο επίμαχος όρος δε δικαιολογούνται από τη φύση και το
είδος της υπηρεσίας αυτής, αφού η αιτιολογία επιβάρυνσης του
κατόχου πιστωτικής κάρτας
με τα προαναφερόμενα ποσά ως προς το σκέλος της που αφορά τη
μερική κάλυψη
των σχετικών λειτουργικών εξόδων της Τράπεζας είναι τελείως
αόριστη, αφού δεν συγκεκριμενοποιούνται και δεν
εξειδικεύονται ποια είναι αυτά τα λειτουργικά έξοδα και αν το
ύψος τους δικαιολογεί τη συγκεκριμένη χρέωση. Επομένως, με
βάση όλα τα προαναφερόμενα, ο όρος αυτός δε συμβιβάζεται με την
εν λόγω Απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών
Θεμάτων, αφού δεν υπάρχει επαρκής δικαιολογητικός λόγος για
τη χρέωση αυτών των ποσών, με αποτέλεσμα αυτή η χρέωση να
αποτελεί προμήθεια (στην ένδικη περίπτωση ποσοστιαία , ενώ
στην επικαλούμενη απόφαση η εκεί εναγόμενη έχει
προκαθορίσει το ύψος της , με εφάπαξ χρέωση σε κάθε
συναλλαγή) - βλ. για τα χαρακτηριστικά της προμήθειας, ΕφΑθ
5253/2003, ΧρΙΔ 2004, 134), η οποία απαγορεύεται ρητά από το
κεφάλαιο ΣΤ της ΠΔ/ΤΕ 2051/2002.
Επιπλέον, με το να πραγματοποιείται επιπλέον χρέωση στους κατόχους
πιστωτικών καρτών, οι οποίοι αναλαμβάνουν μετρητά, παρόλο που με
τη χρήση της πιστωτικής κάρτας επιβάλλεται σε αυτούς τόκος,
παραβιάζεται και η γενική ρήτρα της § 6 του άρθρου 2 του ν.
2251/1994, αφού έτσι διαταράσσεται ουσιωδώς η ισορροπία
δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών σε βάρος του καταναλωτή,
ενώ διαψεύδονται και οι δικαιολογημένες προσδοκίες του, επειδή
εύλογα εκείνος θεωρεί ότι η μόνη επιβάρυνση που εκείνος υφίσταται
από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας είναι η υποχρέωση καταβολής
17

τόκων και όχι και άλλη επιπλέον εφάπαξ χρέωση από την ανάληψη
μετρητών.
Συνακόλουθα, ο σχετικός αυτός όρος της συμβάσεως , ο
οποίος επιβάλει ποσοστιαία επιβάρυνση με τα
προαναφερόμενα χρηματικά ποσά επί της κάθε ανάληψης
μετρητών είναι άκυρος ως καταχρηστικός.

Σε εφαρμογή του άκυρου αυτού όρου των ΓΟΣ (έξοδα


ανάληψης μετρητών υπολογιζόμενα ποσοστιαία επί της κάθε
ανάληψης ) χρεώθηκαν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της
σύμβασης χρηματικά ποσά που αφορούσαν σε έξοδα αναλήψεως
μετρητών το ύψος των οποίων όμως δεν δύναμαι να προσδιορίσω , για
το λόγο ότι τα ποσά αυτά δεν εμπεριέχονται στα αντίγραφα των
αποσπασμάτων των βιβλίων της τραπέζης δυνάμει των οποίων
εκδόθηκε η προσβαλλόμενη. Για τον ανωτέρω λόγο , ήδη από την 13η
Φεβρουαρίου 2009 έχω αιτηθεί με αίτησή μου στο υποκατάστημα της
καθ ης του Ασπροπύργου αντίγραφο όλων των λογαριασμών , ώστε να
προσδιορίσω επ’ ακριβώς το αυτό ποσό. Με το ίδιο αίτημα έχω
κοινοποιήσει και την από 24-02-2008 εξώδικη δήλωση μου με
πρόσκληση. Εφ’ όσων η καθ ης μου γνωστοποίηση τα αιτούμενα
στοιχεία , θα προτείνω με τρόπο ορισμένο τον αυτό λόγο ανακοπής
πράγμα που μπορεί να προταθεί μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που
κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο
απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και
κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη
συζήτηση (ΑΠ 1610/2000 ΕΕΝ 2002.325, ΑΠ 1616/2000 ΕΕΝ 2002.437,
ΑΠ 1538/2000 ΑρχΝ 53.912). Σε διαφορετική ήτοι της μη
γνωστοποίησης των κρίσιμων αυτών στοιχείων , ο αυτός λόγος
της ανακοπής μου πρέπει να γίνει δεκτός λόγω της
αποστέρησής με υπαιτιότητα της καθ ης του δικαιώματός μου
της ανταπόδειξης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι παράνομες και
καταχρηστικές αυτές χρεώσεις που επιβλήθηκαν κατ εφαρμογή
18

άκυρου ΓΟΣ κατά παράβαση της Απόφασης 178/19.07.2004


της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων , του
άρθ. 1 της ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 κατ` εφαρμογή προδήλως του άρθ.
178 ΑΚ όσο και λόγω αντιθέσεως στο άρθρο 2 παρ. 6 Ν.
2251/1994 , επέδρασαν στη διαμόρφωση του τελικά
οφειλόμενου ποσού των 1.567,37 ευρω.
Η ύπαρξη όμως αυτών των χρεώσεων συνεπάγεται ότι η
προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα, καθόσον
εκδόθηκε αυτή επί τη βάσει εν μέρει άκυρης σύμβασης παροχής
πίστωσης , στην οποία αναγκάστηκα να προσχωρήσω διότι περιέχει
όρους καταχρηστικούς και συνεπώς άκυρους, που με δέσμευαν
υπέρμετρα ως ΓΟΣ, καθόσον προέβλεπαν ότι το εκάστοτε χρεωστικό
υπόλοιπο και άρα τα τελικώς διαμορφωμένα πληττόμενα
χρεωπιστωτικα κονδύλια διαμορφώθηκαν ως απορία ΓΟΣ περί
ποσοστιαίας προμήθειας επί αναλήψεων μετρητών που κατά την
πάγια όμως στάση της νομολογίας είναι άκυροι.
Σύμφωνος με τα ανωτέρω ο λόγος αυτός της ανακοπής μου
είναι βάσιμος , καθόσον, εκτίθενται στην ανακοπή μου τα στοιχεία
της ιδιότητας μου ως ανακοπτόντων και ως τελικός
αποδέκτης του σκοπού της κατάρτισης της σύμβασης, επί τη
βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, και με
βάση τα οποία δικαιούμαι προστασίας κατά το νόμο για την
προστασία των καταναλωτών, καθώς επίσης και επειδή
αναφέρονται αφενός οι συνέπειες της ύπαρξης του ενλόγω ΓΟΣ
στην εξέλιξη της επίδικης σύμβασης και στη διαμόρφωση του
τελικά οφειλόμενου ποσού , , αφετέρου το αμφισβητούμενο
ποσό των 1.567,37 ευρω όπως αυτό διαμορφώθηκε με την
καταχρηστική επιβολή προμηθειών επί αναλήψεων μετρητών,
που όμως το συνολικό ύψος αυτών δεν δύναμαι κατά το χρόνο
σύνταξης της παρούσης να προσδιορίσω . Περαιτέρω , δεν
δύναμαι (όπως εξάλλου δε δύναται και το δικαστήριο της ουσίας) να
προβώ κατά τρόπο αναλυτικό στους ακριβείς υπολογισμούς προς
διακρίβωση του τρόπου που οι ανωτέρω χρεώσεις επενέργησαν στο
19

πληττόμενο με την παρούσα συνολικό ύψος της αμφισβητούμενης


οφειλής , τούτο δε , διότι απαιτούνται, λόγω του πλήθους των
κονδυλίων και του πολύπλοκου των αριθμητικών και λογιστικών
πράξεων, ειδικές γνώσεις της επιστήμης, λόγος για τον οποίο η
συνήθης πρακτική των δικαστηρίων είναι να διατάσουν (κατ’ άρθρα
368 επ. ΚΠολΔ) τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προς διακρίβωση
του ακριβούς ύψους της οφειλής (σύμφωνα πάντοτε με το διατακτικό
της απόφασης) .

IV. Εισφορά ν. 128/1975


Αναφορικά με τους ΓΟΣ των δυο συμβάσεων και κατά το τμήμα
αυτών που αφορά την επιβάρυνση του πιστούχου με την εισφορά του ν.
128/1975: Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης της παρ. 3 του
άρθρου 1 του ν. 128/1975, κατά την οποία "επιβάλλεται εισφορά
βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά
ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του
εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού ανερχόμενη εις
ποσοστό...", προκύπτει ότι ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και
το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την
υποχρεωτική μετακύλισή του, ούτε όμως και την απαγόρευση
μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας άλλωστε της εισφοράς του ν.
128/1975, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για
συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές
επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992 ως
από οικονομική άποψη γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την
αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική
νομοθεσία, όπως αυτή (η σημασία) προκύπτει από τη χρήση της ενλόγω
λέξης σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και
αντικειμενικά από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου προκύπτει βάση
αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της ενλόγω εισφοράς,
αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της
εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων
δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι
20

το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά


ιδρύματα.
Σε καθεστώς ελεύθερου προσδιορισμού των επιτοκίων άλλωστε,
η θέσπιση αυτού του είδους της απαγόρευσης μετακύλισης δεν είναι
εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που
οι τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των δανείων,
θα μπορούν να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975
στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της
εισφοράς αυτής στη δανειακή σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν
γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η ενλόγω διάταξη, θα
εξαρτιόταν από το αν θα αναφερόταν στη σύμβαση ο τρόπος
υπολογισμού του επιτοκίου και συνεπώς η ενλόγω εισφορά ή
όχι. Αλλά και αν η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975,
ενόψει και της διάταξης του άρθρου 293 του ΑΚ, είχε ως
συνέπεια την αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου,
πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, κατά το ποσοστό
της εισφοράς και τότε όμως η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από το ν.
128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο
επιτοκίου.
Συμπερασματικά από τα παραπάνω προκύπτει ότι από το ν.
128/1975 ούτε προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή αλλά ούτε και
απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με
το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον
καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του δημοσίου, προσώπου στα πλαίσια
της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά
επομένως αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ πιστωτικών
ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους
τελευταίους αυτούς επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής
αυτονομίας εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας
νοούμενης της θέσπισης ανώτατου ορίου επιτοκίου το οποίο θα
υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνον αν δεν υπήρχε αντίθετη
ρύθμιση. Επομένως ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν.
128/1975, για τον καθορισμό του επιτοκίου, με έμμεσο αποτέλεσμα τη
21

μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειολήπτη, είναι νόμιμος, γιατί


δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η
οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174
του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε
στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων. Η επιβολή της
εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνον από άποψη
διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς
προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Εφόσον
όμως, εν προκειμένω, κατά τα επικληθεντα από τους ανακόπτοντες
στον σχετικό ΓΟΣ γίνεται ειδική αναφορά για τη χρέωση του πιστούχου
και με την εισφορά του ν. 128/1975, οι απαιτήσεις διαφάνειας και
ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος για
την απαγόρευση της σχετικής ρήτρας (βλ. ΑΠ 430/2005).
Στην ένδικη περίπτωση τα επιτόκια που ίσχυσαν δυνάμει των
άκυρων ΓΟΣ της συμβάσεως για την περίοδο από 24-04-2003
(έναρξη της λειτουργίας της σύμβασης) έως 09-04-08 (ημερομηνία
καταγγελίας της σύμβασης και μεταφοράς του υπολοίπου του
λογαριασμού ποσού 972,40 ευρω , σε λογαριασμό οριστικής
καθυστέρησης ) και ακολούθως από 09-04-08 μέχρι σήμερα (δεδομένου
ότι ο συμβατικός όρος που καθορίζει το ετήσιο επιτόκιο εξακολουθεί
και μετά την καταγγελία να παράγει αποτελέσματα) ήταν: ετήσιο
βασικό επιτόκιο 15,50%, πλέον της εισφοράς του Ν.128/1975
0,60% = 16,1% και το ετήσιο επιτόκιο ανάληψης μετρητών
16,00% πλέον της εισφοράς του Ν. 128/1975 0,60% = 16,6%. Το
επιτόκιο υπερημερίας ορίζεται 2,5 ποσοστιαίες μονάδες πάνω
του βασικού.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η -στην ένδικη περίπτωση-
επιβολή της εισφοράς του ν. 128/1975 καθ υπέρβαση όμως των
εκάστοτε ισχυοντων ανώτατων επιτρεπτών επιτοκίων (το ύψος
των οποίων κρίκε με την ΑΠ 1219/01 ) , αντίκειται στο νόμο
και ως εκ τούτου η άθροιση στο εκάστοτε επιβαλλόμενο από
την καθ ης επιτόκιο των 0.6 μονάδων κατά τρόπο που
22

υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο επιτόκιο επιβλήθηκε από την


καθ ης καταχρηστικά.
Συνεπώς η παράνομη και καταχρηστική αυτή μετακύλιση της
εισφοράς που επιβλήθηκε κατ εφαρμογή του άκυρου αυτού ΓΟΣ ,
επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού των
1567,19 ευρω και συνεπώς η αυτή απαίτηση της καθ ης δεν είναι
εκκαθαρισμένη.
Η ύπαρξη όμως αυτής της μετακύλισης καθ υπέρβαση
του εκάστοτε ισχύοντος νόμιμου ανώτατου ύψους του
επιτοκίου , συνεπάγεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής
είναι ακυρωτέα, καθόσον εκδόθηκε αυτή επί τη βάσει εν μέρει
άκυρης σύμβασης παροχής πίστωσης , στην οποία αναγκάστηκα να
προσχωρήσω διότι περιέχει όρους καταχρηστικούς και συνεπώς
άκυρους, που με δέσμευαν υπέρμετρα ως ΓΟΣ, καθόσον
προέβλεπαν ότι το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο και άρα τα τελικώς
διαμορφωμένα πληττόμενα χρεωπιστωτικα κονδύλια διαμορφώθηκαν
ως απορία του ΓΟΣ περί μετακυλισης της εισφοράς του ν. 128/1975
καθ υπέρβαση των εκάστοτε ισχυοντων ανώτατων επιτοκίων
που κατά την πάγια όμως στάση της νομολογίας είναι άκυροι.
Συμφωνως με τα ανωτέρω ο λόγος αυτός της ανακοπής μου
είναι βάσιμος , καθόσον, εκτίθενται στην ανακοπή μου τα στοιχεία
της ιδιότητας μου ως ανακοπτόντων και ως τελικός
αποδέκτης του σκοπού της κατάρτισης της σύμβασης, επί τη
βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, και με
βάση τα οποία δικαιούμαι προστασίας κατά το νόμο για την
προστασία των καταναλωτών, καθώς επίσης και επειδή
αναφέρονται αφενός οι συνέπειες της ύπαρξης του ενλόγω ΓΟΣ
στην εξέλιξη της επίδικης σύμβασης και στη διαμόρφωση του
τελικά οφειλόμενου ποσού , , αφετέρου το αμφισβητούμενο
ποσό των 1567,19 ως μη εκκαθαρισμένο όπως αυτό
διαμορφώθηκε με την καταχρηστική μετακυλιση της εισφοράς
του ν. 128/1975 καθ υπέρβαση όμως των εκάστοτε ισχυόντων
ανώτατων επιτοκίων .
23

Περαιτέρω , δεν δύναμαι (όπως εξάλλου δε δύναται και το


δικαστήριο της ουσίας) να προβώ κατά τρόπο αναλυτικό στους
ακριβείς υπολογισμούς προς διακρίβωση του τρόπου που η ανωτέρω
καθ υπέρβαση των εκάστοτε ισχυοντων ανώτατων επιτοκίων
μετακυλιση της προμήθειας του ν. 128/1975 επενηργησε στο
πληττόμενο με την παρούσα συνολικό ύψος της αμφισβητούμενης
οφειλής , τούτο δε , διότι απαιτούνται, λόγω του πλήθους των
κονδυλίων και του πολύπλοκου των αριθμητικών και λογιστικών
πράξεων, ειδικές γνώσεις της επιστήμης, λόγος για τον οποίο η
συνήθης πρακτική των δικαστηρίων είναι να διατάσουν (κατ’ άρθρα
368 επ. ΚΠολΔ) τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προς διακρίβωση
του ακριβούς ύψους της οφειλής (σύμφωνα πάντοτε με το διατακτικό
της απόφασης) .

Από όλα τα ανωτέρω ήτοι από τους υπό στοιχεία 1. I , II , III και
IV αναφερόμενους λόγους αποδεικνύεται ότι η απαίτηση της καθ ης
είναι μη εκκαθαρισμένη, περαιτέρω είναι αόριστη, η δε Δ/γη
Πληρωμής εκδόθηκε επί τη βάσει άκυρων όρων της σύμβασης
και άρα ενόψει της υποχρέωσης της καθ ής η ανακοπή για τον
επανακαθορισμό της οφειλής μας , δέον όπως η πληττόμενη Δ/γη
να ΑΚΥΡΩΘΕΙ ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΚΥΡΟ ΜΟΝΟ
ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ, ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΔΙΑΤΑΣΕΙ

ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ, για τον ακόλουθους 2 και 3 λόγους:

2. Ένσταση του αρθ. 181 (ακυρότητα μέρους επιφέρει


την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης αν συνάγεται ότι δεν
θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος).
Κατά το αρθ. 181 ΑΚ , η ακυρότητα κάποιου όρου της σύμβασης
συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου μέρους αυτής και όχι
24

ολόκληρης, εκτός αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί


χωρίς το άκυρο μέρος (181 Α.Κ.).
Κατά τα ανωτέρω , η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές
μέρος είναι ισχυρή, εκτός αν συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχει-
ρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλ' απέβλεπαν σ'
αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο (Βαθρακοκοιλης αρθ. 181 σελ
773). Στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για αναζήτηση κατά το
χρόνο της κατάρτισης της υποθετικής βούλησης των μερών,
δηλαδή της βούλησης που θα είχαν αυτά αν γνώριζαν την
ακυρότητα του μέρους και όχι για ερμηνεία της βούλησης τους αφού
αυτή είναι δεδομένη ότι κατευθυνόταν στη σύναψη της όλης
δικαιοπραξίας (Βαθρακοκοιλης αρθ. 181 σελ 773) . Προϋποτίθεται
συνεπώς άγνοια των μερών, κατά το χρόνο σύναψης της
δικαιοπραξίας, της ακυρότητας του μέρους γιατί αν τη γνώριζαν, η
γνώση τους υποδηλώνει βούληση για τη ισχύ του άκυρου μέρους και
συνεπώς η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο μέρος είναι ισχυρή, χωρίς
την επίκληση του άνω κανόνα.

Από τα στοιχεία (1 I έως IV) καταδείχτηκε η ακυρότητα των εδώ


αναφερόμενων όρων των δυο συμβάσεων. Τούτα κρίθηκαν με την
1219/2001 ΑΠ και κατέστησαν στην καθ ης γνωστά , ήδη από
τις 22 Ιουνίου 2001 (ημερομηνία δημοσίευσης της ΑΠ 1219/2001).
Όσον αφορά εμένα , την ακυρότητα των εδώ αναφερόμενων όρων
αμφότερων των συμβάσεων , αγνοούσα μέχρι και το χρόνο της
καταγγελίας τους, όποτε και απευθύνθηκα στον πληρεξούσιο
δικηγόρο μου από τον οποίο έλαβα γνώση. Το γεγονός της
ανυπαιτιας άγνοιας των εδώ ακυροτήτων είναι για τον κοινό
μέσο άνθρωπο αυτονόητο , αφού για τον απλό πολίτη είναι
αδιανόητο να παρακολουθεί στενά τη νομολογία , καθώς επίσης
ακόμη και «αν κάτι πήρε το αυτί του» περί ακύρωσης ΓΟΣ ,
αδιανόητο είναι να κατανοήσει τους αυτούς δυσνόητους
νομικούς και οικονομικούς όρους (όπως λ.χ γιατί ο υπολογισμός
του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της
25

διαφάνειας , τι είναι η εισφορά του ν. 128/1975 και ποιες οι


προϋποθέσεις της σύννομης μετακύλισης της στον καταναλωτή , τι
είναι τραπεζικός και τι ο εξωτραπεζικος τόκος , ποια η έκταση των
εφαρμοστέων διατάξεων του νόμου κλπ) . Συνεπώς η «γνώση» του
πολίτη επ αυτών των δυσνόητων οικονομικών και νομικών
εννοιών , δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό, ότι επέρχεται κατά
το χρόνο που λόγω της ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης θα
απευθυνθεί σε δικηγόρο. Περαιτέρω, η έννομη τάξη μας δεν θα
ανεχόταν την υποχρέωση της -σε μηνιαία βάση- πρόσληψης από
το δανειολήπτη, δικηγόρου που θα παρακολουθεί το δελτίο
νομοθεσίας και νομολογίας και να γνωμοδοτεί (σε μηνιαία βάση)
για το σύννομο ή μη των ΓΟΣ , διότι το κόστος για το
δανειολήπτη, θα υπερέβαινε κατά πολύ το κόστος εξυπηρέτησης
του ίδιου του δανείου , πιθανά δε και της συνολικής πίστωσης…
Προκύπτει δηλαδή στην ένδικη περίπτωση , ότι κατά το χρόνο
που συνηφθη η σύμβαση (24-04-2003) , το άκυρο των εδώ
αναφερόμενων (1 I έως IV) όρων της , είχε κριθεί από τον ΑΠ και
άρα τις αυτές ακυρότητες η καθ ης τις γνώριζε για το λόγο ότι
το περιεχόμενο της ΑΠ 1219/01 ακόμη και αν σε εκείνη τη δίκη
η καθ ης δεν ήταν διάδικος το πληροφορήθηκε από την ΕΝΩΣΗ
ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ η οποία είχε σε εκείνη τη δίκη ασκήσει
πρόσθετη παρέμβαση και της οποίας η καθ ης ήταν και
εξακολουθεί να είναι μέλος.
Από τα διδάγματα της κοινής πείρας για τον τρόπο που οι
τράπεζες επιβάλουν τους ΓΟΣ («παρ το όπως είναι ή άφησέ
το») , συνάγεται σαφώς ότι η σύναψη της σύμβασης δεν θα
είχε επιχειρηθεί (ιδίως από την τράπεζα) χωρίς το άκυρο μέρος ,
γεγονός το οποίο και επικαλούμαι . Δεδομένης της φύσεως των
ΓΟΣ οι οποίοι είναι πάντοτε προδιατυπωμενοι , πόσο μάλλον αυτών που
προδιατυπωνουν οι τράπεζες , καθίσταται σαφές , ότι οι τράπεζες
αποσκοπούν στη σύναψη της σύμβασης ως ενιαίο σύνολο , μη
επιδεχόμενων επ αυτού καμίας διαπραγμάτευσης και συνεπώς
26

συνάγεται με βεβαιότητα ότι η καθ ης δεν θα είχε επιχειρήσει


τη σύναψη της σύμβασης χωρίς το άκυρο μέρος.
Κατά τα ανωτέρω , η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές
μέρος δεν είναι ισχυρή, διότι συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχει-
ρούσαμε τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλά –ιδίως η καθ ης

- απέβλεπε σ' αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Η


σκέψη αυτή διατυπώνεται πανηγυρικά στο σκεπτικό όλων των
αποφάσεων δικαστηρίων. Παραθέτω ενδεικτικά το σκεπτικό της
31919/2007 ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ σύμφωνα με το οποίο: «…στο χώρο των
τραπεζικών συναλλαγών η ανάγκη προστασίας της συμβατικής
ισορροπίας και διασφάλισης της δικαιοπρακτικής αυτοδιάθεσης των
αντισυμβαλλομένων των τραπεζών είναι ιδιαίτερα έκδηλη, λόγω της
οικονομικής και οργανωτικής υπεροχής ή αλλιώς της
εξουσιαστικής θέσης των τραπεζών, οι οποίες κατά κανόνα

επιβάλλουν μονομερώς στους ασθενέστερους

αντισυμβαλλόμενους τους, στη βάση του "πάρε το ή άφησε

το", την κατάρτιση τυποποιημένων συμβάσεων με


προδιατυπωμένους από τις ίδιες (ή από τρίτους για
λογαριασμό τους) γενικούς όρους».
Η διακρίβωση της κατά το χρόνο της σύναψης της
δικαιοπραξίας «υποτιθέμενης» βούλησης των μερών (και ιδίως της
καθ ης) , συνάγεται με βεβαιότητα από τα περιστατικά όπως
αυτά καταδεικνύονται από την επί σειρά ετών συμπεριφορά
των τραπεζών ήτοι τη διαχρονική πλέον πρακτική της

μονομερούς και άνευ διαπραγμάτευσης επιβολής


-άκυρων ως επί το πλείστον- ΓΟΣ χωρίς τους οποίους οι

τράπεζες αρνούνται να συμβληθούν με τους


δανειολήπτες. Περαιτέρω, η «υποτιθέμενη» βούληση της καθ ης
συνάγεται και από το σκοπό που επιδιώκει που δεν είναι άλλος από το
εμπορικό κέρδος.
27

Στην προκείμενη μάλιστα περίπτωση δεν απαιτείται καν να


αναζητηθεί η κατά το χρόνο της κατάρτισης υποθετική
βούληση των μερών, δηλαδή η βούληση που θα είχαμε αν
γνωρίζαμε την ακυρότητα του μέρους των συμβάσεων γιατί
απλά η βούληση δεν είναι υποθετική , αλλά βεβαία. Εκτός του
ότι αυτή (βούληση) προκύπτει από τη διαχρονική πρακτική των
συνθηκών που οι τράπεζες συμβάλλονται με τους καταναλωτές (πάρ
το ή άφησέ το) , καταδεικνύεται πασίδηλα και από την ένδικη
συμπεριφορά της καθ ης για τον εξής λόγο: γιατί ενώ η καθ ης
ήδη από διετίας γνώριζε την ΑΠ 1219/01 και άρα γνώριζε ότι
μου επιβάλει σύμβαση με ΓΟΣ που από το Ανώτατο Δικαστήριο
έχουν κριθεί άκυροι , παρ όλα αυτά μου επέβαλε τη σύμβαση
ως ενιαίο σύνολο που χωρίς τους άκυρους όρους δεν θα
επιχειρούσε τη σύναψή της , ως και τελικά έπραξε .

3. Ένσταση δεδικασμένου – ύπαρξη δεδικασμένου που


δεσμεύει την αντίδικό μου . Εφ όσον με την αίτηση Δ/γης
πληρωμής παραβιάζονται οι όροι και η έκταση του
δεδικασμένου , η Δ/γη Πληρωμής -που εκ παραδρομής έχει
εκδοθεί- είναι αυτοδικαίως άκυρη . (αναλογική εφαρμογή των αρθ.
321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ)

 Έννοια δεδικασμένου:
Όπως προκύπτει από τα άρθρα 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, οι
οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες δεν
υπόκεινται σε ανακοπή ή έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν
δεδικασμένο, το οποίο εκτείνεται επί του κριθέντος δικαιώματος και
της αιτίας από την οποία προήλθε. Κατά την έννοια της ανωτέρω
διατάξεως, οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου,
είναι: 1) απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και υπό ορισμένες
προϋποθέσεις και οι διαταγές πληρωμής και οι αποφάσεις των άλλων
δικαστηρίων (διοικητικών, ποινικών), 2) απόφαση υπαρκτή, 3) απόφαση
οριστική και 4) απόφαση που δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας
28

ούτε σε έφεση (Βλ. Βαθρακοκοίλη "Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας" έκδ.


1994, τόμ. Β`, σελ. 449). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 308
παρ. 1 του ΚΠολΔ οριστική απόφαση πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου
δικαστηρίου είναι εκείνη που περατώνει τη δίκη με απόρριψη της
αγωγής ως απαράδεκτης ή αβάσιμης, ή παραδοχής της ως Βάσιμης, ή
παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο λόγω καθ` ύλην ή κατά
τόπο αναρμοδιότητας, κατά το άρθρο 46 ΚΠολΔ και απεκδύει το
δικαστή της περαιτέρω εξουσίας του για το σχετικό αγωγικό αίτημα,
(βλ. Βαθρακοκοίλη "Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας" έκδ. 1994, τόμ. Β`,
σελ. 405). Για τη δημιουργία δεδικασμένου όμως δεν αρκεί μόνο η
οριστικότητα της δικαστικής απόφασης, αλλά, επιπρόσθετα, κατά την
έννοια της διατάξεως του άρθρου 321 ΚΠολΔ, πρέπει αυτή να μην
υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή να είναι
τελεσίδικη για να διασφαλίζει την υπόσταση της.

 Δεδικασμένο υπέρ του συνόλου των καταναλωτών με


διάταξη νόμου:
Περαιτέρω σύμφωνα με αρθ. 10 παρ. 16 περ. δ του Ν
3587/2007 περί Προστασίας καταναλωτών (Τροπ. Ν.2251/94. Αρθ.18
Μη κατάσχεση Α` κατοικίας για δάνειο) , «Η ένωση καταναλωτών
μπορεί να ζητήσει, επιπλέον την αναγνώριση του δικαιώματος
αποκατάστασης της ζημίας που υφίστανται οι καταναλωτές από
την παράνομη συμπεριφορά» . Κατά τον παρ. 20 του ίδιου αρθ.
«Συλλογικές αγωγές των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 16
δικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στη
συντομότερη δυνατή δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την

προσωρινή εκτέλεση της απόφασης. Οι έννομες συνέπειες που

προκύπτουν από την απόφαση αυτή ισχύουν έναντι


πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι. Το δεδικασμένο
απόφασης που δέχεται εν όλω ή εν μέρει αγωγή της περίπτωσης

δ` της παραγράφου 16 ισχύει και υπέρ των ζημιωθέντων


καταναλωτών, έστω και αν αυτοί δεν είχαν
29

συμμετάσχει στη σχετική δίκη. Εφόσον καταστεί


αμετάκλητη η δικαστική απόφαση επί συλλογικής αγωγής της
περίπτωσης δ` της παραγράφου 16, ο ζημιωθείς καταναλωτής
μπορεί, με βάση την απόφαση αυτή, να γνωστοποιήσει
εγγράφως στον προμηθευτή, κατά του οποίου εκδόθηκε η εν
λόγω απόφαση, την απαίτηση του, αναφέροντας τα στοιχεία που
την προσδιορίζουν. Μετά την άπρακτη παρέλευση τριάντα (30)
ημερών από την έγγραφη γνωστοποίηση, ο καταναλωτής,
εφόσον δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να ζητήσει την έκδοση
διαταγής πληρωμής για την απαίτηση του από το δικαστήριο,
εφόσον αυτή είναι εκκαθαρισμένη ή μπορεί ευχερώς να
εκκαθαριστεί. Η απαίτηση αποδεικνύεται και με κάθε ιδιωτικό
έγγραφο το οποίο, ως εκ του είδους ή της συνήθειας της
συναλλαγής, χορηγείται ως απόδειξη στους καταναλωτές.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι πρόθεσης του νομοθέτη


είναι η πλήρης υπαγωγή άλλως αναλογική εφαρμογή και
ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων με τις διατάξεις των
άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ.
Και ενώ για την αναγνωριστική απόφαση από την ΚΠολΔ 321 σε
συνδυασμό με την 322 προκύπτει ότι δεδικασμένο δημιουργείται και
από τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά από
άσκηση αναγνωριστικής αγωγής ,όπου μετά την έκδοση της τέτοιου
περιεχομένου απόφασης ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει έννομο συμφέ-
ρον, για ν' αποκτήσει τίτλο εκτελεστό (904), να ασκήσει κατά του
εναγομένου στην πρώτη δίκη καταψηφιστική αγωγή, οπότε το
δικαστήριο οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το
δεδικασμένο που απορρέει από την προηγούμενη τελεσίδικη
αναγνωριστική απόφαση (Βαθρακοκοιλης αρθ. 321 ΚΠολΔ σελ
457) ,στην περίπτωση των καταναλωτών λόγω ακριβώς της
κοινωνικής αναγκαιότητας περί αποτελεσματικής προστασίας
τους , ο νομοθέτης εξαντλεί την αυστηρότητα του αφού για
την προστασία του καταναλωτή που απορρέει από το
30

δεδικασμένο δεν περιορίζεται απλώς στην εφαρμογή των


αυτών διατάξεων του ΚΠολΔ (καταψηφιστικη αγωγή) αλλά με
το αρθ. 10 παρ. 20 του Ν 3587/2007 , εισάγει την (από το
δεδικασμένο) ταχύτατη ικανοποίηση του καταναλωτή με την
πρόβλεψη της μετά παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας των
30 ημερών για την ικανοποίηση του καταναλωτή, του
δικαιώματος της έκδοσης Δ/γης Πληρωμής κατά του
προμηθευτή! (προμηθευτής κατά την πάγια στάση της
νομολογίας λογίζεται και η τράπεζα).

 Επέκταση του δεδικασμένου της ΑΠ 1219/2001 που


ισχύει και έναντι όλων των μελών της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΩΝ:
Το νομικό βεβαίως ζήτημα που στην ένδικη περίπτωση
ανακύπτει , είναι η διατύπωση της διάταξης η οποία ορίζει
ρητά , ότι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου ο
καταναλωτής να στραφεί κατά του προμηθευτή , είναι η με
ισχύ δεδικασμένου απόφαση , να έχει εκδοθεί κατά αυτού («…..ο
ζημιωθείς καταναλωτής μπορεί, με βάση την απόφαση αυτή, να
γνωστοποιήσει εγγράφως στον προμηθευτή, κατά του οποίου
εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση….»). Ανακύπτει δηλαδή ο
προβληματισμός σύμφωνα με τον οποίο : δεδομένου ότι στην
ανοιγεισα δική στα πλαίσια της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ.
ΑΠ 1219/01 η αντίδικος μου δεν ήταν διάδικος (αφού διάδικος
ήταν άλλη τραπεζική εταιρία) , αν από την αυτή απόφαση
δημιουργήθηκε για την αντίδικό μου δεδικασμένο που ισχύει
και έναντι αυτής (με την έκταση και τους όρους της ΑΠ
1219/01).

Η ύπαρξη του δεδικασμένου της ΑΠ 1219/01


από το οποίο δεσμεύεται η καθ ης , προκύπτει από το
συνδυασμό των αρθ. 83 , 324 , 325 και 329 ΚΠολΔ ,
31

ακόμα και αν αυτή (η καθ ης) δεν ήταν σε εκείνη τη


δίκη διάδικος , για το λόγο ότι ασκήθηκε ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ
πρόσθετη παρέμβαση κατά τη συζήτηση της
υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου εκ μέρους του
σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΩΝ" υπέρ του σε αυτή τη δίκη διαδίκου
τραπεζικής εταιρίας "CITIBANK S.A” και στο οποίο
σωματείο ("ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ") η καθ ης
ήταν κατά το χρόνο της άσκησης της πρόσθετης
παρέμβασης (και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να
είναι) μέλος .

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 324 «δεδικασμένο υπάρχει


μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το
δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και
την ίδια ιστορική και νομική αιτία» ενώ κατά το αρθ. 325 «το
δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά 1) των διαδίκων, 2) εκείνων που
έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της».
Περαιτέρω κατά το αρθ. 329 ΚΠολΔ «η απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ
νομικού προσώπου και τρίτου και αφορά δικαιώματα ή υποχρεώσεις
του νομικού προσώπου αποτελεί δεδικασμένο και απέναντι στα
μέλη του ως προς τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του νομικού
προσώπου». Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 83 ΚΠολΔ «αν η ισχύς της
απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις
εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό
του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78».

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ύπαρξη δεδικασμένου


προϋποθέτει ταυτότητα προσώπων σύμφωνα με την οποία το
δεδικασμένο υποχρεώνει μόνο τους διάδικους μεταξύ των οποίων
32

εκδόθηκε η απόφαση , η οποία δε μεταβάλλεται με την προσθήκη και


άλλου προσώπου στη νέα δίκη.
Ταυτότητα όμως προσώπων υπάρχει και όταν υπάρχει
ταυτότητα ιδιότητας υπό την οποία έλαβαν μέρος στη δίκη (ΑΠ
516/75 ΝοΒ 23/1258).
Στην πρόσθετη παρέμβαση, από μόνη την ιδιότητα του
προσθέτως παρεμβαίνοντα δεν υπάρχει δέσμευση γι' αυτόν από
το δεδικασμένο μεταξύ των κυρίων διαδικων. Η ενέργεια της
παρέμβασης αυτής περιορίζεται στις σχέσεις του παρεμβαίνοντα και
του υπέρ ου η παρέμβαση διαδίκου και υπόκειται στη ρύθμιση του αρθρ
84.
Περαιτέρω με τη διάταξη της ΚΠολΔ 83 εισάγεται νέος για τη
δικαστική πρακτική αλλά μικρής αν όχι περιττής σημασίας, θεσμός, ο

της αυτοτελούς πρόσθετης ή ομοδικιακής πρόσθετης


παρέμβασης, η οποία διαφοροποιείται εννοιολογικά από την απλή
πρόσθετη παρέμβαση με σημαντικές θεσμικές και λειτουργικές
διαφορές, αν και από εννοιολογική άποψη συμπορεύεται
περισσότερο με την κύρια παρέμβαση, αφού και με τις δυο
δημιουργείται σχέση ουσιαστικής αντιδικίας με τον ένα και με
τους δύο αρχικούς διαδίκους αντίστοιχα (Βλ. Κουσούλη Στ., Δ
18/295 επ., Γέσιου - Φαλτσή, Η αυτοτελής πρόσθετος παρέμβασις, σε
τόμο εις μνήμην Καραβά Κ. 566-580).
Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, προϋποθέτει κατά την
υπόψη διάταξη ως αποφασιστικό κριτήριο, για το χαρακτηρισμό
της, την επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των
υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας
και της διαπλαστικής ενέργειας στις έννομες σχέσεις του τρίτου
προς τον αντίδικο του (Βλ. Κουσούλη, ό.π. 295,296, Φαλτσή, ό.π.,
Μπέη, 452, Κεραμέα, 271, Δεληκαχπόπουλο -Σινανιώτη, 238).
Εφ’ όσον όμως η απόφαση αποτελεί δεδικασμένο για τον
παρεμβάντα και κατά νομική αναγκαιότητα θίγει ειδικώς τις
σχέσεις που τον συνδέουν με τον αντίδικο, η παρέμβαση που
ασκήθηκε είναι αυτοτελής , γιατί για το χαρακτηρισμό της
33

παρέμβασης ως αυτοτελούς πρόσθετης, κριτήριο, κατά τη


διάταξη, αποτελούν μόνο οι έννομες σχέσεις του παρεμβαίνοντα
με τον αντίδικο του υπέρ ου η παρέμβαση και όχι οι σχέσεις του
με τον υπέρ ου η παρέμβαση. Έτσι, δεν είναι αυτοτελής λ.χ η
πρόσθετη παρέμβαση του δικονομικού εγγυητή, εκούσια ή αναγκαστική,
γιατί η ισχύς της απόφασης που εκδίδεται στην κύρια δίκη δεν
εκτείνεται στις έννομες σχέσεις αυτού και του αντιδίκου του, δηλ. του
αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου η παρέμβαση. Η ενέργεια της
απόφασης είναι αδιάφορο αν είναι δυσμενής ή όχι για τον τρίτο, γιατί
το δικονομικό δικαίωμα άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης
παρέμβασης παρέχεται λόγω της δεσμευτικότητας με την οποία
θα κριθούν, στην ήδη εκκρεμή δίκη, οι σχέσεις του
παρεμβαίνοντα προς τον αντίδικο του.
Ο αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνων έχει τις δικονομικές
εξουσίες του αναγκαίου ομοδίκου γιατί η αυτοτελής πρόσθετη
παρέμβαση αποτελεί περίπτωση επιγενόμενης αναγκαστικής
ομοδικίας που δημιουργείται με πρωτοβουλία εκείνου που δεν
είχε λάβει μέρος κατά την έναρξη της δίκης (βλ. βλ. Μπέη , 454,
Κεραμέα, 271).
Περαιτέρω κατά την ΚΙΊολΔ 329 το δεδικασμένο που απορρέει
από απόφαση, η οποία εκδόθηκε μεταξύ νομικού προσώπου,
οποιουδήποτε, και τρίτου, και αφορά δικαιώματα και
υποχρεώσεις αυτού (νομικού προσώπου), αποτελεί δεδικασμένο
και έναντι, δηλαδή υπέρ και σε βάρος, των μελών του (ΕΘ 936/74
Αρμ 28/511), υπό την προϋπόθεση ότι τα τελευταία δεν ήταν διάδικοι
στη δίκη, γιατί τότε η δέσμευση τους απορρέει από την ΚΠολΔ 325 αρ
1.
Ο τύπος του νομικού προσώπου είναι αδιάφορος αφού η
διατύπωση της διάταξης είναι γενική χωρίς διακρίσεις, αρκεί να έχει
μέλη φυσικά ή νομικά πρόσωπα (Βαθρακοκοιλης αρθ. 329 σελ 530).
Έτσι, η διάταξη έχει εφαρμογή στα σωματεία, συνεταιρισμούς, ενώσεις
σωματείων ή συνεταιρισμών, στις προσωπικές ή κεφαλαιουχικές
εταιρίες (ΕΑ 6844/79). Η ιδιότητα του μέλους νομικού προσώπου
34

πρέπει να υφίσταται κατά την έναρξη της δίκης και συνεπώς δεν
ισχύει η άνω ρύθμιση για τα μέλη που έχουν αποχωρήσει πριν
απ' αυτό το στάδιο (βλ Ματθία, Δνη 28/906, Κονδύλη,347, Κεραμεα ,
314) .
Η ίδια ως άνω ρύθμιση ισχύει και αν μέλη του νομικού
προσώπου είναι άλλα νομικά πρόσωπα, οπότε τo δεδικασμένο
εκτείνεται και έναντι των μελών των νομικών αυτών
προσώπων , βάσει του επιδιωκόμενου από την υπόψη διάταξη
σκοπού (Βαθρακοκοιλης αρθ. 329 σελ 530).

Στην ένδικη περίπτωση το δεδικασμένο της ΑΠ


1219/01 δεσμεύει την καθ ης για τους κάτωθι λόγους:

Α 1. «Η Ελληνική Ένωση Τραπεζών (Ε.Ε.Τ.) είναι ο φορέας


εκπροσώπησης των ελληνικών και ξένων τραπεζών που
λειτουργούν στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια αστική μη
κερδοσκοπική εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1928 και σήμερα αριθμεί 28
μέλη - 24 τακτικά και 4 συνδεδεμένα. Η Ε.Ε.Τ. λειτουργεί ως Νομικό
Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Αποτελεί
φορέα εκπροσώπησης των τραπεζών και της διατραπεζικής
συνεργασίας για την προώθηση ζητημάτων συλλογικού
ενδιαφέροντος με σύγκλιση των απόψεων των τραπεζών μελών
της. Στο πλαίσιο αυτό η Ε.ΕΤ. συνεργάζεται με την Πολιτεία, τις
Εποπτικές και Νομισματικές Αρχές, τους φορείς των παραγωγικών
τάξεων και των καταναλωτών» (βλ και ΦΕΚ Β΄ 1646/14.08.2008 ,
Λήψη απόφασης επί της υπ' αριθμ. 294/16.1.2007 Εισήγησης της
Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού).

Τα ανωτέρω προκύπτουν και από τον καταστατικό σκοπό της


Ένωσης σύμφωνα με τον οποίο: Κατά το αρθ. 1 , αριθμ. 3 παρ. β

του καταστατικού , «ο σκοπός της Ένωσης συνίσταται στη

διασφάλιση και εκπροσώπηση των ενδιαφερόντων και


35

δικαιωμάτων των μελών της» . Σύμφωνα με το αρθ. 4 «Για


την εκπλήρωση του σκοπού της, η Ένωση επιδιώκει ιδιαίτερα:

α. την ενημέρωση των μελών της σε θέματα που τα

αφορούν, β. την παρακολούθηση ζητημάτων συλλογικού


ενδιαφέροντος και τη διαμόρφωση κοινών θέσεων των
μελών της επί αυτών, γ. την εκπροσώπηση και
προώθηση των θέσεων των μελών της τόσο στην Ελλάδα
όσο και στην αλλοδαπή, είτε αυτοτελώς είτε σε συνεργασία με
φορείς και ενώσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα άλλων χωρών
στο πλαίσιο διμερούς ή πολυμερούς συνεργασίας, δ. την
παρακολούθηση των ρυθμιστικών διατάξεων που αφορούν τη
λειτουργία του ελληνικού τραπεζικού και εν γένει
χρηματοπιστωτικού συστήματος, τη συνεργασία με την
Πολιτεία και τις αρμόδιες αρχές για τη διαμόρφωση του
σχετικού κανονιστικού πλαισίου και για την ορθή προσαρμογή
του προς τις ρυθμιστικές διατάξεις που απορρέουν κατ'
εφαρμογή του ευρωπαϊκού ή/και του διεθνούς δικαίου.

Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ


ΤΡΑΠΕΖΩΝ κατ αρχήν δεν είναι εμπορική τραπεζική εταιρία . Κατά
δεύτερον , το δικαίωμα ήτοι το -κατά την ερμηνεία Jhering- έννομα
προστατευόμενο συμφέρον της του οποίου αυτή είναι δικαιούχος και
που στη δίκη της ΑΠ 1219/01 ήταν η προάσπιση του δικαιώματος των
εκπροσωπούμενων από αυτή μελών της για επιβολή επιτοκίων άνω του
εξωτραπεζικου, ταυτίζεται κατά το περιεχόμενό του απολύτως
με αυτό των μελών της (εμπορικών τραπεζικών εταιριών). Η διαφορά
μεταξύ του δικαιώματος της Ένωσης και του δικαιώματος των μελών
της , συνίσταται στο ότι ενώ το ως άνω αναφερόμενο είναι για τα
μέλη της δικαίωμα α) εξουσιαστικό (σχετικό) β) περιουσιακό και γ)
δικαίωμα προσδοκίας , για την Ένωση είναι δικαίωμα λειτουργικό
προσωποπαγές (droit – function) το οποίο αποβλέπει στην
εξυπηρέτηση όχι του περιουσιακού συμφέροντος αυτής αλλά
36

στην εξυπηρέτηση του γενικότερου περιουσιακού συμφέροντος


των μελών της έτσι ώστε αυτή , ως φορέας του δικαιώματος έχει
όχι μόνο την εξουσία αλλά και την υποχρέωση που απορρέει από
το καταστατικό της , να ασκήσει το δικαίωμα αυτό κατά το
βέλτιστο -προς τη διασφάλιση των συμφερόντων των μελών
της- τρόπο . Κατά τα ανωτέρω , τα λειτουργικά δικαιώματα (όπως
είναι και τα καταστατικά) , συνδέονται άμεσα με την άσκηση
λειτουργήματος που εν προκειμένου είναι η προώθηση των
συμφερόντων των τραπεζών μελών της, απλώς διαφέρει όχι το
περιεχόμενο αλλά το είδος του δικαιώματος. Έτσι για την
Ένωση , το έννομα προστατευόμενο συμφέρον της (δικαίωμα) ,
είναι η εκπροσώπηση και προώθηση του συμφέροντος των
μέλλων της , (λ.χ για επιτόκια που υπερβαίνουν το νόμιμο),
πλην όμως αυτό δεν ασκείται εμπορικά (ως εξουσιαστικό
περιουσιακό δικαίωμα προσδοκίας) αλλά καταστατικά (ως
λειτουργικό προσωποπαγές) .
Εξάλλου την άσκηση αυτών των λειτουργικών - μη
περιουσιακών δικαιωμάτων της που συνίστανται στην προώθηση
των θέσεων και περιουσιακών συμφερόντων των μελών της , η
ΕΕΤ το ασκεί (και μάλιστα με υπέρτερο ζήλο και ιδιαίτερη
θέρμη), όπου αυτό απαιτηθεί . Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο
παράδειγμα , που καταδεικνύει ότι η ΕΕΤ δεν είναι ένα απλώς
«διακοσμητικό» σωματείο που ασκεί τύποις τα λειτουργικά
καταστατικά δικαιώματά της , αλλά αντίθετα , πρόκειται για
ιδιαίτερα μαχητικό ΝΠ που με θέρμη επιδιώκει τη διασφάλιση
των περιουσιακών συμφερόντων των μελών του ,
καταδεικνύεται στην μετά των μελών της παράσταση αυτής με
σκοπό την προώθηση των συμφερόντων των μελών της ενώπιον
της Επιτροπής Ανταγωνισμού (Ε.Α Ολομέλειας) που εξέδωσε την
Απόφαση υπ’ αριθμ. 376/V/2008.
Σε αυτή την περίπτωση η ΕΕΤ όχι απλώς εργάσθηκε εντατικά προς την
επίτευξη του κοινού σκοπού των μελών της , αλλά ο ενεργός αυτής ρόλος
, ήταν τέτοιας έντασης , που πιθανολογήθηκε από την Ε.Α ότι ενήργησε
κατ «υπέρβαση των καταστατικών της αρμοδιοτήτων» (!!!) τούτο δε ,
37

προς ευόδωση του κοινού όλων σκοπού, που ήταν η αποδοχή του
αιτήματος τους για χορήγηση εξαίρεσης κατ' άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 703/1977
για την γνωστοποιηθείσα Σύμβαση του ΙΚΑ με τις συμβαλλόμενες τράπεζες και
την ΔΙΑΣ Α.Ε, περί της καταβολής των εργοδοτικών εισφορών μέσω των
τραπεζών (μελών της) δια της χρήσης του διατραπεζικού συστήματος ΔΙΑΣ.
Μάλιστα κατά τη διαπίστωση της Επιτροπής ανταγωνισμού που με την αριθμ.
376/V/2008 απόφαση δέχτηκε τα αιτήματα της ΕΕΤ και των μελών της , «Η ΕΕΤ
δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην υπό κρίση σύμβαση. Εκλήθη να
διαπραγματευθεί τους όρους της σύμβασης ως διαμεσολαβητής,
εξουσιοδοτημένη προς τούτο από τα συμβαλλόμενα μέρη και κατόπιν
προσκλήσεως του ΙΚΑ διότι το όλο εγχείρημα ήταν πολυδιάστατο. Έπρεπε να
επιλυθούν και να συμφωνηθούν πολλά οργανωτικά και τεχνικά ζητήματα, που
απαιτούσαν την διοργάνωση πολλών συναντήσεων, το συντονισμό διαφορετικών
κατά ειδικότητα ομάδων εργασίας με τη συμμετοχή εκπροσώπων των τραπεζών,
της ΔΙΑΣ και του ΙΚΑ, την ανταλλαγή κειμένων και σχετικής αλληλογραφίας. Από
την άποψη αυτή ο συντονιστικός ρόλος της ΕΕΤ υπήρξε καθοριστικός
για την διαμόρφωση της τελικής συμφωνίας.Ενδέχεται στα πλαίσια των
συντονιστικών αυτών δραστηριοτήτων της, η ΕΕΤ να υπερέβη τις
καταστατικές της αρμοδιότητες (π.χ. γνωστοποίηση στην Ε.Α. της σύμβασης).
Από τα στοιχεία όμως που τέθηκαν υπόψη της Ε.Α., δεν προέκυψε από μέρους της
παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού».
Με την ίδια αυτή λογική ασκήθηκε και η πρόσθετη
παρέμβαση στην αναιρετική δίκη που εξεδόθη η ΑΠ 1219/01.
Εξάλλου , μπορεί να παρέμβει στη δίκη κάποιος με βάση τις
γενικές διατάξεις του άρθρου 80 ΚΠολΔ, οπότε πρέπει ο παρεμβαίνων
να έχει ίδιο έννομο συμφέρον. Τούτο είναι επιτρεπτό να γίνει ,
ακόμη και όταν το δικαίωμα δεν έχει περιουσιακό χαρακτήρα
(ως συνέβη στην πρόσθετη παρέμβαση που η ΕΕΤ άσκησε στην
ΑΠ 1219/01). Το έννομο αυτό συμφέρον πρέπει να προσδιορίζεται
σαφώς στο δικόγραφο της παρεμβάσεως (άρθρ. 216 & 1 στοιχ. α, σε
συνδυασμό με 217 και 118 ΚΠολΔ), υφίσταται δε όταν με την
παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του
παρεμβαίνοντος (και όταν δεν έχουν περιουσιακό χαρακτήρα)
(βλ αρθ. 669 σελ 961 Βαθρακοκοιλης). Πρέπει όμως το δικαίωμα να
απειλείται, από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της
38

αποφάσεως που θα εκδοθεί ή έστω τις αντανακλαστικές από το νόμο


συνέπειές της. (ΑΠ 144/91).
Συνεπώς κατά το χρόνο προ της έκδοσης της ΑΠ 1219/01 ,
πιθανολογήθηκε από την ΕΕΤ ότι το περιεχόμενο της , θα επηρέαζε
δυσμενώς την έννομη θέση της , νομικώς και όχι απλώς
πραγματικως ή οικονομικώς , λόγος για τον οποίο άσκησε κατά την
αναιρετική δίκη πρόσθετη παρέμβαση , που κατ’ αντιγραφή της
1219/01 ΑΠ ασκήθηκε ως ακολούθως:
«Στην προκειμένη υπόθεση, η οποία αφορά την αναγνώριση ως
καταχρηστικών Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) κατά το αρθρ. 2 παρ.
6 και 7 του Ν. 2251/1994, τους οποίους η (υπέρ της πρόσθετης
παρέμβασης) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "CITIBANK N.A."
χρησιμοποιεί στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της στον τομέα των
τραπεζικών εργασιών, η "ένωση ελληνικών Τραπεζών "που αποτελεί
σωματείο που εδρεύει στην Αθήνα άσκησε με προφορική δήλωση του
πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και
επανέλαβε στις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της
πρόσθετη παρέμβαση υπέρ τις αναιρεσείουσας και
αναιρεσίβλητης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας που είναι νόμιμα
εγκατεστημένη στην Ελλάδα με την επωνυμία "CITIBANK N.A.". Προς
θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της , επικαλείται η
προσθέτως παρεμβαίνουσα ότι η υπέρ ης η πρόσθετη

παρέμβαση τράπεζα αποτελεί μέλος της και ότι η προκειμένη

υπόθεση αφορά θέματα κύρους γενικών όρων συναλλαγών που

διατυπώνονται ομοιόμορφα σε όλες τις επί μέρους


συμβάσεις και των λοιπών τραπεζών-μελών της».

Η έκβαση της δίκης , έθιξε από την άποψη του πραγματικού και
νομικού ζητήματος τα -μη περιουσιακά- έννομα συμφέροντα της ΕΕΤ τα
οποία συνδέονταν προς το αποτέλεσμα της δίκης και επηρεάστηκαν από

αυτό. Συνεπώς η ΕΕΤ , νομικώς και πραγματικως δεν μπορεί


39

πλέον να προάγει, για τον από την έκδοση της


1219/2001 ΑΠ και εντεύθεν χρόνο , τον -σύμφωνα με τον
καταστατικό- σκοπό της ήτοι να ασκήσει τα λειτουργικά
δικαιώματά της που είναι η προώθηση των περιουσιακών
δικαιωμάτων των μελών της τραπεζών όπως λ.χ το δικαίωμα
να εισπράττουν τα μέλη της τόκους πάνω από τα όρια που

όρισε η 1219/01 ΑΠ. Τούτο πλέον δεν μπορεί να


υποστηρίξει αλλά ούτε να προάγει ενώπιον της
Πολιτείας, των Εποπτικών και Νομισματικών Αρχών , των
φορέων των παραγωγικών τάξεων ούτε βεβαίως και ενώπιον
των καταναλωτών με τους οποίους –καταστατικά- συνεργάζεται.
Επομένως ήταν αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, διότι
πληρείται το αποφασιστικό κριτήριο, για το χαρακτηρισμό της,
που είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης 1219/01 ΑΠ ,
δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της
εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας στις έννομες
σχέσεις του τρίτου (ΕΕΤ) προς τον αντίδικο του (Ενώσεις
Καταναλωτών-Καταναλωτές). Εξάλλου η παρέμβαση ητο
αυτοτελής πρόσθετη διότι η απόφαση 1219/01 ΑΠ αποτέλεσε
δεδικασμένο για τον παρεμβάντα και κατά νομική αναγκαιότητα
έθιξε ειδικώς τις σχέσεις που τον συνδέουν με τον αντίδικο
(καταναλωτές) , γιατί στην ένδικη περίπτωση για το
χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς πρόσθετης,
κριτήριο, κατά τη διάταξη, αποτελούν μόνο οι έννομες σχέσεις
του παρεμβαίνοντα (ΕΕΤ που εκπροσώπησε τα μέλη της) με τον
αντίδικο του υπέρ ου η παρέμβαση (καταναλωτές).

Άρα χαρακτηρίζεται η πρόσθετη παρέμβαση αυτοτελής γιατί η


ισχύς της απόφασης, που εκδίδοθηκε στην κύρια δίκη, εκτείνεται και
στις έννομες σχέσεις του παρεμβαίνοντα προς τον αντίδικό του,
πράγμα που συνέβη στην ΑΠ 1219/01 επειδή ανάμεσα σε αυτόν
που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση (ΕΕΤ) και στον αντίδικό του
40

(Ένωση Καταναλωτών) η απόφαση έχει άμεση διαπλαστική


ενέργεια που έθιξε και τις έννομες σχέσεις του παρεμβαίνοντα.
Η ισχύς αυτή, καθώς ήδη εσημειώθη , συνίσταται είτε εις το
δεδικασμένον, είτε εις την άμεσον διαπλαστικήν ενέργειαν της
αποφάσεως (Μπεης αρθ 83). Γίνεται όμως δεκτόν (βλ.
Δεληκωστόπουλον-Σινανιώτην, 84 II σελ. 238) ότι εκείνος που παρενέβη
προς αποτροπήν της διαπλάσεως και των ιδίων του εννόμων
σχέσεων δεσμεύεται από το δεδικασμένον της αποφάσεως που
εκδίδεται τελικώς. Άρα και κατ' αυτήν την περίπτωσιν μετέχει ο
αυτοτελώς παρεμβάς όχι μόνον της διαδικασίας αλλά και της εννόμου
σχέσεως της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση η ΕΕΤ άσκησε πρόσθετη υπέρ της


εναγόμενης παρέμβαση με σκοπό την απόρριψη της αγωγής της

Ένωσης Καταναλωτών για το λόγο της προάσπισης του


«κύρους των γενικών όρων συναλλαγών που
διατυπώνονται ομοιόμορφα σε όλες τις επί μέρους
συμβάσεις και των λοιπών τραπεζών-μελών της».
Εξάλλου πέραν των άλλων κριτηρίων από τα οποία
συνάγεται αν η πρόσθετη παρέμβαση είναι απλή ή αυτοτελής ,
αυτό συνάγεται και από τον ιστορούμενο από τον
παρεμβαίνοντα λόγο.
Στην υπό κρίση παρέμβαση , ιστορείται συνδρομή της περίπτωσης,
που συνεπάγεται την ισχύ της εκδοθησόμενης στην κυρία δίκη
απόφασης στις έννομες σχέσεις της παρεμβαίνουσας, ώστε να
χαρακτηριστεί η πρόσθετη παρέμβαση ως αυτοτελής διότι , η υπέρ ης
η πρόσθετη παρέμβαση τράπεζα αποτελεί μέλος της και ότι η
προκειμένη υπόθεση αφορούσε σε θέματα κύρους γενικών όρων
συναλλαγών που διατυπώνονται ομοιόμορφα σε όλες τις επί μέρους
συμβάσεις και των λοιπών τραπεζών-μελών της» , το κύρος των οποίων
(ΓΟΣ) , σύμφωνα με το καταστατικό της , σκοπό έχει να προωθεί και
προασπίζει (τούτο μάλιστα το επιχειρεί με περίσσιο ζήλο και μάλιστα
41

ενίοτε το κάνει και καθ υπέρβαση των καταστατικών της ορίων)…


Έτσι, η πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι απλή, αφού οι
ιστορούμενες συνέπειες δεν είναι απλώς αντανακλαστικές
συνέπειες της απόφασης για την θεμελίωση του έννομου
συμφέροντος της παρεμβαίνουσας.

Α2. Αναγκαστική ομοδικία υπάρχει στις περιπτώσεις του


άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ., το οποίο όμως άρθρο
εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα , και στις
σχέσεις μεταξύ προσθέτως παρεμβαίνοντος και υπέρ ου η παρέμβαση
κύριου διαδίκου, όταν η ισχύς της στην κύρια δίκη απόφασης
εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη
παρέμβαση προς τον αντίδικό του, δηλαδή επί της καλούμενης
αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 1248/1998).
Κατά το άρθρο 76 παρ 1 ΚΠολΔ , οι πράξεις του καθενός
ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους «όταν η διαφορά
επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί
εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού
μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των
περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν
αντίθετες αποφάσεις».
Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε αναγκαστική ομοδικία διότι
α) η διαφορά επιδεχόταν ενιαία μόνο ρύθμιση , β) η ισχύς της
απόφασης που εκδόθηκε εκτάθηκε σε όλους τους ομοδίκους και γ)
εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύαν την υπόθεση, δεν μπορούσαν
να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις. Η αναγκαστική ομοδικία στην
κρινόμενη περίπτωση υπαγορεύεται από το ότι δεν έπρεπε να
παρασχεθή έννομος προστασία υπέρ ή κατά των αναγκαίων
ομοδίκων παρά μόνον ομοιομόρφως, ενδεχομένως δε και
ταυτοχρόνως (ως και έγινε με την ΑΠ 1219/2001).
42

Αυτοδικαία επέκτασις της ισχύος της αποφάσεως έναντι πάντων


των ομοδίκων

Του δεδικασμένου (βλ. Μπέης αρθ. 76 ΚΠολΔ):

Υπάρχουν περιπτώσεις, κατά τας οποίας το δεδικασμένον περί


της διαγνώσεως της υπάρξεως ή ανυπαρξίας ωρισμένης εννόμου
σχέσεως δεν περιορίζεται μόνον μεταξύ των μετασχόντων της σχετικής
διαδικασίας προσώπων, αλλ’ επεκτείνεται και έναντι προσώπων
που δεν μετέσχον, ούτε εκλήθησαν να συμμετάσχουν της
διαδικασίας, επί της οποίας εξεδόθη η τελεσίδικος απόφασις.
Τέτοιαι περιπτώσεις είναι εκείναι των διαδόχων των αρχικών διαδίκων
325 αρ. 2), των νεμομένων ή κατεχόντων το επίδικον πράγμα εξ
ονόματος αρχικού διαδίκου ή των διαδόχων του (325 αρ. 3), των
καταπιστευματοδόχων (326), των εκτελεστών διαθήκης ή αντιστοίχως
των κληρονόμων (327), των εγγυητών (328), των μελών νομικού

προσώπου (329) κλπ. Κατά τας περιπτώσεις αυτάς δεν είναι μεν

υποχρεωτική ενδεχομένως δε ούτε νοητή η άσκησις


της αγωγής υπό ή κατά πάντων των εκ του
δεδικασμένου μελλόντων να δεσμευθούν προσώπων,
αλλ’ εάν τα πρόσωπα αυτά ασκήσουν πρόσθετον
παρέμβασιν υπέρ ενός των αρχικών ομοδίκων, θα
συνδέωνται εφεξής μαζί του δι’ αναγκαστικής
ομοδικίας.

Εννοείται ότι δια την αυτοδικαίαν ύστερον καθίδρυσιν της


σχέσεως τής αναγκαστικής ομοδικίας δεν αρκεί μόνον η
παρέμβασις προσώπου μέλλοντος να δεσμεύεται εκ του
δεδικασμένου, αλλά θα πρέπει προσέτι αφ’ ενός μεν ο
παρεμβαίνων να έχη προς τούτο έννομον συμφέρον, αφ’ ετέρου
δε να υπάρχη ταυτότης του αντικειμένου της διαφοράς. Εξ
άλλου, εις περίπτωσιν συμμετοχής εις την διαδικασίαν
προσώπου μέλλοντος να δεσμεύεται εκ του δεδικασμένου της
43

εκδοθησομένης αποφάσεως, καθιδρύεται η σχέσις της


αναγκαστικής ομοδικίας μόνον καθ’ ην έκτασιν υπάρχει
ταυτότης του αντικειμένου της διαφοράς.

Στην υπό κρίση παρέμβαση το δεδικασμένον περί της διαγνώσεως


της ανυπαρξίας ωρισμένης εννόμου σχέσεως (του εγκύρου των ΓΟΣ
κατά τη διάδικο τράπεζα CITIBANK) δεν περιοριζόταν μόνον μεταξύ
των μετασχόντων της σχετικής διαδικασίας προσώπων, αλλ’
επεκτείνόταν και έναντι προσώπων που δεν μετέσχον, ούτε
εκλήθησαν να συμμετάσχουν της διαδικασίας, επί της οποίας
εξεδόθη η τελεσίδικος απόφασις. Αυτά τα πρόσωπα ήταν το
σύνολο των εμπορικών τραπεζών τα οποία είναι μέλη της ΕΕΤ η
οποία είναι Ν.Π για τα μέλη της οποίας πληρούνται οι
προϋποθέσεις εφαρμογής του αρθ. αρθ. 329 ΚΠολΔ .
Σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν μεν υποχρεωτική ενδεχομένως δε
ούτε νοητή η άσκησις της αγωγής από την Ενωση Καταναλωτών κατά
πάντων των εκ του δεδικασμένου μελλόντων να δεσμευθούν Τραπεζών ,

αλλ’ επειδή τα πρόσωπα αυτά δια της

εξουσιοδοτημένης προς τούτο από αυτά Ε.Ε.Τ κατόπιν


άσκησαν δια αυτής πρόσθετον παρέμβασιν υπέρ ενός των αρχικών
ομοδίκων (CITIBANK) , συνδέθηκε αυτή εφεξής μαζί του , δι’
αναγκαστικής ομοδικίας , και μαζί με αυτή , κατ εφαρμογή του
αρθ. 329 και τα πρόσωπα αυτά ως μέλη της (που σημειωτέων την
εξουσιοδότησαν να ασκήσει την πρόσθετη παρέμβαση). Περαιτέρω ,
ο παρεμβαίνων είχε προς τούτο έννομον συμφέρον, αφ’ ετέρου
δε , υπήρχε ταυτότης του αντικειμένου της διαφοράς που
συνομολογηται από την ΕΕΤ («η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση
τράπεζα αποτελεί μέλος της και ότι η προκειμένη υπόθεση αφορούσε σε
θέματα κύρους γενικών όρων συναλλαγών που διατυπώνονται
ομοιόμορφα σε όλες τις επί μέρους συμβάσεις και των λοιπών
τραπεζών-μελών της»).
44

Β. Στη δίκη αυτή υπήρξε ταυτότητα προσώπων η οποία


υπάρχει και όταν υπάρχει ταυτότητα ιδιότητας υπό την οποία
έλαβαν μέρος στη δίκη (ΑΠ 516/75 ΝοΒ 23/1258) υπό την έννοια
ότι το σωματείο με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΩΝ» σύμφωνα και με το Σκοπό του όπως αυτός
αποτυπώνεται στο Καταστατικό του , εκπροσωπώντας το
σύνολο των μελών του (τραπεζικών εταιριών) ταυτίζεται από
άποψη ιδιότητας προσώπου με τον σε εκείνη τη δίκη διάδικο
τραπεζική εταιρία . Ομοίως και με την καθ ης αφού τόσο ο
διάδικος σε εκείνη τη δίκη όσο και η καθης είναι -με την ίδια
ιδιότητα- τραπεζικές ανώνυμες εταιρίες και μέλη του αυτού
σωματείου , υπάρχει δηλαδή ταυτότητα ιδιότητας του
σωματείου με τις τραπεζικές εταιρίες .

Γ. Εξάλλου το έννομον συμφέρον της ΕΕΤ , και η

ταυτότης του αντικειμένου της διαφοράς που μετά την


αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση παρήχθη το δεδικασμένο ,
προκύπτουν και από τα λοιπά συναφή στοιχεία:

Γ 1. Τούτο το ομολογεί ο παρεμβάς με το λόγο που


στοιχειοθετεί το έννομο συμφέρον του της άσκησης πρόσθετης

παρέμβασης (υ υπόθεση αφορά στο κύρος γενικών όρων


συναλλαγών που διατυπώνονται ομοιόμορφα σε όλες
τις επί μέρους συμβάσεις και των λοιπών τραπεζών-
μελών της)

Γ 2. Έμπρακτη εξάλλου απόδειξη της πλήρωσης του


αποφασιστικού ως άνω κριτηρίου προκειμένου η πρόσθετη
παρέμβαση να είναι αυτοτελής (της επέκτασης δηλαδή της
ισχύος της απόφασης στις έννομες σχέσεις τραπεζών και
καταναλωτών που εθιγησαν σε βάρος των τραπεζών
εκπροσωπούμενες στη δίκη αυτή από την Ένωση Τραπεζών ) ,
45

είναι ότι μετά τη δημοσίευση της 1219/01 ΑΠ το


σύνολο των τραπεζικών εταιριών τροποποίησαν τις
δανειακές συμβάσεις που συναπταν έκτοτε με τους
καταναλωτές κατά τρόπο που να «συμμορφώνονται»
(εν μέρει) με αυτή. Ένα τέτοιο παράδειγμα (της επέκτασης της
ισχύος της ΑΠ 1219/01 στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος)
είναι η έκτοτε απάλειψη από το σύνολο των δανειακών
συμβάσεων του όρου που κρίθηκε άκυρος σύμφωνα με τον
οποίο προβλεπόταν «ποσοστιαία προμήθεια επί του ποσού της
ανάληψης μετρητών» (ως στην ένδικη περίπτωση συμβαίνει) ,
τροποποιώντας αυτόν ως εξής : «σε περίπτωση ανάληψης
μετρητών από κατάστημα της Τράπεζας ή από ATM της
Τράπεζας, ο κάτοχος επιβαρύνεται με ποσά (σ.σ εφάπαξ και όχι
ποσοστιαία) , για τη μερική κάλυψη των σχετικών λειτουργικών
εξόδων της Τράπεζας» ( μετονομάστηκε δηλαδή η «ποσοστιαία
προμήθεια» σε «εφάπαξ ποσό» που δικαιολογήθηκε ως…
λειτουργικά έξοδα για την ανάληψη μετρητών ) (όρος ο οποίος
και αυτός όπως κρίθηκε με την 961/2007 ΠΠΡ ΑΘ είναι
άκυρος…).

Γ 3. Με την ως άνω λογική δηλαδή της επέκτασης της ισχύος


του δεδικασμένου προσεγγίζει το ζήτημα και το με αρθ. 10 παρ.
16 περ. δ του Ν 3587/2007 περί Προστασίας Καταναλωτών από το
οποίο προβλέπεται ότι «Οι έννομες συνέπειες που προκύπτουν από
την απόφαση αυτή ισχύουν έναντι πάντων, και αν δεν ήταν
διάδικοι. Το δεδικασμένο απόφασης που δέχεται εν όλο ή εν
μέρει αγωγή της περίπτωσης δ` της παραγράφου 16 ισχύει και
υπέρ των ζημιωθέντων καταναλωτών, έστω και αν αυτοί δεν
είχαν συμμετάσχει στη σχετική δίκη. Εφόσον καταστεί
αμετάκλητη η δικαστική απόφαση επί συλλογικής αγωγής της
περίπτωσης δ` της παραγράφου 16, ο ζημιωθείς καταναλωτής μπορεί,
με βάση την απόφαση αυτή, να γνωστοποιήσει εγγράφως στον
προμηθευτή, κατά του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, την
46

απαίτηση του, αναφέροντας τα στοιχεία που την προσδιορίζουν. Μετά


την άπρακτη παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την έγγραφη
γνωστοποίηση, ο καταναλωτής, εφόσον δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να
ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής για την απαίτηση του από το
δικαστήριο, εφόσον αυτή είναι εκκαθαρισμένη ή μπορεί ευχερώς να

εκκαθαριστεί». Τούτο πανηγυρικά διατυπώνεται και στο


σκεπτικό της ΕΑ 5253/2003 στην οποία ενάγουσα ήταν η Ένωση
καταναλωτών ΕΚΠΟΙΖΩ και εναγομένη η τραπεζική εταιρία με την
επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ». Παραπονούμενη η
δεύτερη κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που έκανε δεκτή την
αγωγή , προέβαλε στην ενώπιον του εφετείου δίκη τον ισχυρισμό ,
ότι καταχρηστικώς «η ενάγουσα δεν στράφηκε και εναντίον
άλλων τραπεζών που χρησιμοποιούν τους ίδιους όρους γενικών

συναλλαγών» αλλά στράφηκε μόνον κατά αυτής…. Επ αυτού του

ισχυρισμού το εφετείο απεφάνθη ότι «άλλωστε, κατά το


άρθρο 10 παρ. 12 του ν. 2251/94, η απόφαση παράγει
τα αποτελέσματά της έναντι πάντων και αν δεν ήταν
διάδικοι και επομένως όσα αυτή καθορίζει ισχύουν και
για τις άλλες τράπεζες».

Γ 4. Προς την ίδια ως άνω κατεύθυνση ήτοι της επέκτασης

της ισχύος των αμετάκλητων αποφάσεων στο σύνολο


του τραπεζικού συστήματος κινείται και η από 25 Ιουνίου
2008 Ζ1 – 798 Υ.Α η οποία λαμβάνοντας υπόψη τις αποφάσεις
υπ’ αριθ 430/05 και 1219/01 του Αρείου Πάγου, 5253/03, και
6291/00 του Εφετείου Αθηνών καθώς και 1119/02 και 1208/98
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν
καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ΄ αριθ 961/07
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο μέρος που έχει

καταστεί αμετάκλητη , και το γεγονός ότι οι συνέπειες του


47

δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν


ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη
λειτουργία της αγοράς και την προστασία των
καταναλωτών , αποφασίζει την «Την απαγόρευση αναγραφής
των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως
καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί

αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που


συνάπτουν τα Πιστωτικά Ιδρύματα με τους
καταναλωτές» παραθέτοντας το σύνολο των ΓΟΣ που έχουν
κριθεί ως άκυροι , παραλείποντας όμως έναν: τον ΓΟΣ
που προβλέπει επιτόκια που υπερβαίνουν το νόμιμο
και που σύμφωνα με την ΑΠ 1219/2001 κρίθηκε ως
άκυρος με το σκεπτικό ότι «εξάλλου τα εξωτραπεζικά επιτόκια
παρά τον περιορισμό τους στις εξωτραπεζικές συναλλαγές δεν
παύουν να έχουν γενικότερη κοινωνικοοικονομική σημασία και
ν` αφορούν και τις τραπεζικές συμβατικές σχέσεις. Ο
κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην
ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων είναι η
συμπίεσή τους κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών. Έτσι η
συμφωνία για επιτόκια που υπερβαίνουν τα ανώτατα αυτά όρια
δεν παύει να απαγορεύεται από το νόμο (ΑΚ 281)»…

Γ 5 Περίτρανη τέλος απόδειξη της πλήρους ταύτισης


των συμφερόντων, θέσεων , απόψεων και δικαιωμάτων
συλλογικού ενδιαφέροντος της ΕΕΤ και των μελών της που

εθιγησαν ειδικώς από την ΑΠ 1219/01 , είναι ότι ακόμη και

σήμερα , οκτώ δηλαδή έτη μετά την έκδοση της , η ως


άνω Ένωση , λειτουργώντας προφανώς προς το συμφέρον και
προς «υποστήριξη και διασφάλιση των ενδιαφερόντων και των
δικαιωμάτων των μελών της» (ως εξάλλου τούτο προβλέπει
48

ρητά και από το καταστατικό της) , εξακολουθεί να


υπεραμύνεται της πολιτικής των τραπεζών περί της επιβολής
επιτοκίων στις πιστωτικές κάρτες που υπερβαίνουν κατά πολύ
τα εξωτραπεζικα επιτόκια , τούτο δε το επιχειρεί στην επίσημη
ιστοσελίδα της όπου στην ενότητα «ΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΚΑΡΤΕΣ - 6
συχνές Ερωτήσεις και Απαντήσεις» αναπτύσσεται η
επιχειρηματολογία της ΕΝΩΣΗΣ που κατ αυτή δικαιολογείται
ως νόμιμη η συνεχιζόμενη επιβολή επιτοκίων που
υπερβαίνουν κατά πολύ τα εξωτραπεζικα επιτόκια (κατά
παραβίαση δηλαδή των όρων του δεδικασμένου της ΑΠ
1219/2001) ως εξής:
«Ερώτηση:
Τα ονομαστικά επιτόκια των πιστωτικών καρτών διαμορφώνονται ελεύθερα ή
υπάρχουν δυνατότητες διοικητικού καθορισμού τους (π.χ. έως το ανώτατο όριο
που κάθε φορά ισχύει για τα εξωτρεπεζικά, διοικητικά καθοριζόμενα, επιτόκια);
Απάντηση:
Τα ονομαστικά επιτόκια των πιστωτικών καρτών – και γενικότερα τα τραπεζικά
επιτόκια – διαμορφώνονται, σύμφωνα με την αρχή της ανοικτής αγοράς με
ελεύθερο ανταγωνισμό και τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας,
ελεύθερα. Σε σχέση με τα εξωτραπεζικά διοικητικά καθοριζόμενα επιτόκια θα πρέπει
δε να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:

• το γεγονός ότι τα τραπεζικά και τα εξωτραπεζικά επιτόκια αποτελούν κατηγορίες


επιτοκίων εκάστη των οποίων εξαρτάται από διαφορετικούς παράγοντες και
διαμορφώνεται με βάση διαφορετικά κριτήρια, υποκείμενες, για το λόγο αυτό, σε
απολύτως διακριτές, μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις (άρθρο 2, παρ. 3 ν.δ. 588/48 σε
συνδυασμό με το άρθρο 1 ν. 1266/82, όπως ισχύει και το άρθρο 15, παρ. 5 ν.
876/1979, αντιστοίχως),

• το γεγονός ότι σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη νομισματική πολιτική του
Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί εντός
του πλαισίου της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, βάσει
των άρθρων 2, 4 και 105, παρ. 1 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής
Κοινότητας και 2 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών
Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα τραπεζικά επιτόκια
διαμορφώνονται ελεύθερα.
49

Ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του με αριθμό 1219/2001, αν και


αναγνώρισε ότι τα τραπεζικά επιτόκια είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμα
χωρίς ανώτατα ή κατώτατα όρια, διατύπωσε την κρίση ότι:

• τα εξωτραπεζικά επιτόκια έχουν γενικότερη κοινωνικοοικονομική σημασία


και αφορούν και τις τραπεζικές συμβάσεις,

• ο σκοπός της ελεύθερης διαπραγμάτευσης των τραπεζικών επιτοκίων είναι


η συμπίεσή τους κάτω από τα εξωτραπεζικά, και συνεπώς

• συμφωνία για επιτόκια μεγαλύτερα των εξωτραπεζικών «δεν παύει να


απαγορεύεται από το νόμο».

Με την απόφαση 178/3/19.7.2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών


Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΠΘ) ρητά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι:

«Δεν είναι συμβατός προς τις αναφερόμενες ανωτέρω, υπό στοιχεία (ζ) και (η),
αρχές, ο διοικητικός καθορισμός ανωτάτου ορίου στα τραπεζικά επιτόκια,
ούτε ο συσχετισμός τους προς το εκάστοτε ισχύον για τα εξωτραπεζικά επιτόκια
ανώτατο όριο. Το όριο αυτό δεν ανήκει, κατά το περιεχόμενο και το σκοπό του, στους
παράγοντες προσδιορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, τα οποία διαμορφώνονται
ελεύθερα ύστερα από στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των
εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει
υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη
λειτουργία τους.
Κατά συνέπεια οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων (ΠΔ/ΤΕ 1087/1987
κλπ.) συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες
συνομολογείται επιτόκιο που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα
εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό».
Άξιο βεβαίως μνείας είναι ότι η Ένωση ορθώς υποστηρίζει ότι
«δεν είναι συμβατός ο διοικητικός καθορισμός του ανωτάτου
ορίου στα τραπεζικά επιτόκια» πλην όμως , οι Αποφάσεις της
Δικαιοσύνης και δη αυτές του Αρείου Πάγου , δεν συνιστούν
διοικητικό καθορισμό του ανώτατου ορίου των επιτοκίων αλλά
συνιστούν ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ καθορισμό αυτών , άλλως κατά τη
δικανική πεποίθηση των τελεσίδικων αποφάσεων της
δικαιοσύνης , δημιουργείται η από το δεδικασμένο δέσμευση
και υποχρέωση προς συμμόρφωση , που ισχύει έναντι ΠΑΝΤΩΝ.
50

Οι αποφάσεις δε της δικαιοσύνης ΙΣΧΥΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙ ΠΑΝΤΩΝ και


ΥΠΕΡΙΣΧΥΟΥΝ έναντι κάθε πράξης της διοίκησης , λόγος για
τον οποίο τα όργανα της διοίκησης δεσμεύονται από αυτές.

Δ. Κατά συνέπεια το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή


την απόφαση (ΑΠ 1219/2001) , η οποία εκδόθηκε μεταξύ του
νομικού προσώπου Της Ένωσης Τραπεζών (ως αυτοτελώς
παρεμβάντα), και τρίτου, και αφορά λειτουργικά δικαιώματα
αυτού (νομικού προσώπου), αποτελεί δεδικασμένο και έναντι,
δηλαδή και σε βάρος, των μελών του που ένα εξ αυτών ήταν και
είναι η καθ ης.

 Το δεδικασμένο αποτελεί αιτία δημιουργίας ή


απόσβεσης του δικαιώματος:
Περαιτέρω κατ αναλογική εφαρμογή της ως άνω αρθ. 10
παρ. 20 του Ν 3587/2007 περί Προστασίας καταναλωτών οι μη
διάδικοι καταναλωτές (ως την ένδικη περίπτωση είμαι εγώ)
εξομοιουνται με την ταυτότητα των διαδίκων του αρθ. 324
ΚΠολΔ και άρα τις προϋποθέσεις και την έκταση του
δεδικασμένου . Από την αναλογική εφαρμογή και ερμηνεία των
διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει
ότι, από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν
το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων
προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που προηγήθηκε, έχει
όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος
που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα
δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο
νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη
(ΑΠ 395/2008).
Ομοίως συμβαίνει με τη δικαιολογητική σχέση και το
νομικό λόγο που κρίθηκε στην παρατιθεμενη 1219/01 ΑΠ
απόφαση επί ομαδικής αγωγής που άσκησε η Ένωση Καταναλωτών
51

σε σχέση με την παρούσα δίκη (στρεφόμενης κατά της


προσβαλλόμενης Δ/γης Πληρωμής) της οποίας η δικαιολογητική
σχέση και το νομικό ζήτημα είναι το ίδιο .

Εξάλλου κατά την ουσιαστική θεωρία η τελεσίδικη απόφαση


αποτελεί το πραγματικό στο οποίο ο νόμος συνάπτει τη
δημιουργία ή την απόσβεση του δικαιώματος (ΑΠ 125/69 ΝοΒ
17/810 , ΑΠ 477/59 ΝοΒ 8/184), δηλαδή το δεδικασμένο αποτελεί
αιτία δημιουργίας ή απόσβεσης του δικαιώματος το οποίο υπάρχει
πράγματι ή λαθεμένα αναγνωρίστηκε ως υπαρκτό. Κατά τη θεωρία
αυτή το δεδικασμένο ανήκει στο ουσιαστικό δίκαιο, γιατί συνιστά
αποκλειστική ή πρόσθετη αιτία δημιουργίας ή απόσβεσης των
δικαιωμάτων. Εξάλλου κατά τη θεωρία του αμάχητου τεκμηρίου, το
δεδικασμένο αποτελεί αμάχητο τεκμήριο για το ότι η νομική
κατάσταση που αντικειμενικώς υφίσταται ταυτίζεται με εκείνη
που διαγνώστηκε με την απόφαση και δεν δημιουργεί το
δικαίωμα εκ νέου (Βλ. Κονδύλη 131, 136-137)" Την θεωρία αυτή, που
κρίνεται ορθότερη, αποδεχόταν ρητώς η προίσχύσασα ΠολΔ (273 αρ
3) (Βαθρακοκοιλης αρθ. 321 σελ 460).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω από το δεδικασμένο των εδώ


παρατιθεμενων τελεσίδικων και αμετάκλητων αποφάσεων και ιδίως
της ΑΠ 1219/01 έχει ήδη κριθεί το ύψος του νόμιμου
ποσοστού του συμβατικού τόκου και του τόκου υπερημερίας
καθώς και ζητήματα που αφορούν στο σύννομο ή μη των
προμηθειών , της μετακυλησης της εισφοράς του ν. 128/1975 ,
καθώς και το μη σύννομο των εξόδων άλλως προμηθειών επί
ανάληψης μετρητών , ενώ κατά το υπερβάλλον (το οποίο
σύμφωνα με την καθ ης συνιστά νόμιμη απαίτηση της) ,
συνιστά – κατά την ουσιαστική θεωρία- απόσβεση του
δικαιώματος που η καθ ης λαθεμένα θεώρησε ως υπαρκτό , ενώ
-κατά τη θεωρία του αμάχητου τεκμηρίου- το δεδικασμένο
που δημιουργήθηκε με τις εδώ παρατιθεμενες αποφάσεις
αποτελεί αμάχητο τεκμήριο για το ότι η νομική κατάσταση που
52

αντικειμενικώς υφίσταται ταυτίζεται με εκείνη που διαγνώστηκε


με τις παρατιθεμενες αποφάσεις (μια εξ αυτών η ΑΠ 1219/01 και
άρα δεν δημιουργεί για την καθ ης το δικαίωμα εκ νέου ).

 Το δεδικασμένο ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση


έκδοσης Δ/γης Πληρωμής:
Περαιτέρω το δεδικασμένο λειτουργεί ως αρνητική
διαδικαστική προϋπόθεση γι αυτό η νέα αγωγή που ασκείται,
παρά την ύπαρξη του, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (βλ
Κονδύλη , 118, Μπέη, 1296 επ, ΑΠ 125/69 ΝοΒ 17/810). Η
απόρριψη της δεύτερης αγωγής ως απαράδεκτης, δηλαδή χωρίς
την κατ' ουσία έρευνα αυτής προσδίδει στην απορριπτική
απόφαση όχι ουσιαστικό περιεχόμενο αλλά τυπικό, δηλαδή
πρόκειται για απόφαση που απορρίπτει την αγωγή για τυπικούς
λόγους. (Βαθρακοκοιλης αρθ. 321ΚΠολΔ σελ 461).
Συνεπώς κατ αναλογική ερμηνεία και εφαρμογή
αυτών , το δεδικασμένο λειτουργεί εδώ ως αρνητική
διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση Δ/γης
Πληρωμής γι αυτό η τυχόν έκδοση της , παρά την
ύπαρξη του , είναι άκυρη. Άρα η προβολή στη δίκη της
ανακοπής της ένστασης του δεδικασμένου , εφ όσον
διαπιστωθεί από το δικαστήριο ότι η Δ/γη
ενσωματώνει κονδύλια κατά παραβίαση των όρων και
της έκτασης του δεδικασμένου , τότε ακυρώνει τη
Δ/γη Πληρωμής (στο σύνολό της) , χωρίς δηλαδή την
κατ' ουσία έρευνα των κονδυλίων αυτής αφού
προσδίδει στην ακυρωτική απόφαση όχι ουσιαστικό
περιεχόμενο αλλά τυπικό, δηλαδή πρόκειται για
απόφαση που δέχεται την ανακοπή για τυπικούς
λόγους (ύπαρξη δεδικασμένου).
53

Συνεπώς έκδοση Δ/γης Πληρωμής δεν μπορεί να χωρήσει


για απαιτήσεις που προκύπτουν από όρους σύμβασης για την
ακυρότητα των οποίων υπάρχει δεδικασμένο και άρα κατ
αναλογική εφαρμογή και ερμηνεία των αρθ. 321, 322, 324 και
331 ΚΠολΔ ο δικαστής στον οποίο απευθύνεται η αίτηση για
έκδοση Δ/γης Πληρωμής από σύμβαση οι όροι της οποίας έχουν
με τελεσίδικη ή αμετάκλητη απόφαση κριθεί ως άκυροι , πρέπει
, αφού προηγουμένως ελέγξει τα θεμελιώδη στοιχεία που
διαμορφώνουν την απαίτηση ήτοι το ποσοστό του
επιβαλλόμενου επιτοκίου καθ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας
της σύμβασης , του τόκου υπερημερίας , την αναλυτική
παράθεση των κονδυλίων ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχουν
χρεώσεις ως προμήθεια ή έξοδα επί αναλήψεως μετρητών (όπως
αυτά δεν αναγράφονται πλην όμως ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ αναγράφονται στα
προσκομιζόμενα αποσπάσματα των βιβλίων της τράπεζας) και
εφ΄οσον διαπιστώσει ότι ενσωματώνουν απαίτηση κατά
παραβίαση των όρων και της έκτασης του δεδικασμένου ,
πρέπει είτε να εφαρμόσει την παρ. 1 του αρθ. 628 ΚΠολΔ ,
άλλως την 629 ΚΠολΔ… (βλ και Σκαλίδη, ΕΕμπΔ 26/367). Επί
εφαρμογής της 629 ΚΠολΔ ο αιτών, ως προς το μέρος που απορρίφθηκε
η αίτηση , μπορεί ενόψει της παραπομπής από την υπόψη διάταξη στο
άρθρα 628 παρ 3, ή να ασκήσει αγωγή ή να επανέλθει με νέα
αίτηση (βελτιωμένη-νόμιμη), γιατί δεν δημιουργείται με αυτή δε-
δικασμένο, αφού δεν έχει το χαρακτήρα απόφασης.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω και με βάση την έκταση του


δεδικασμένου των εδώ παρατιθεμενων αναγνωριστικών αποφάσεων
όπως αυτό προβλέπεται από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 του
Κ.Πολ.Δ και αρθ. 10 παρ. 20 του Ν 3587/2007 , αντί να είμαι εγώ ο
επιτιθέμενος και ο επιδιωκων την έκδοση Δ/γης Πληρωμής κατά της
καθ ης για χρεώσεις που προκύπτουν από άκυρους ΓΟΣ , βρίσκομαι
σήμερα αμυνόμενος ως ανακόπτων Δ/γη πληρωμής που ενσωματώνει
μέρος της απαίτησης που έλκει τη γένεση του από Γ.Ο.Σ που -με ισχύ
54

δεδικασμένου έναντι της καθ ης- έχουν τελεσιδίκως κριθεί ως


άκυροι!!!!

4. Ένσταση καταχρηστικής άσκησης «δικαιώματος»


(ΑΚ 281).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω η ένσταση καταχρηστικής


άσκησης του δικαιώματος με την έκδοση Δ/γης Πληρωμής ,
δεν μπορεί εν προκειμένω να προβληθεί , λόγω της ύπαρξης
του δεδικασμένου. Αναφέρομαι βεβαίως στο «δικαίωμα» κατά
το μέρος της απαίτησης που αφορά στο υπερβάλλον του
νόμιμου . Για αυτό το (πέραν του νομίμου) δικαίωμα , η ΑΚ 281
δεν θα είχε εφαρμογή διότι η προβολή της προϋποθέτει την
ύπαρξη δικαιώματος γεγονός που στην ένδικη περίπτωση δεν
υφίσταται αφού – κατά την ουσιαστική θεωρία- έχει επέλθει η
από το δεδικασμένο απόσβεση του δικαιώματος που η καθ ης
λαθεμένα θεώρησε ως υπαρκτό ενώ κατά τη θεωρία του
αμάχητου τεκμηρίου πρόκειται για ανύπαρκτο δικαίωμα (το
δεδικασμένο δεν δημιουργεί για την καθ ης το δικαίωμα εκ
νέου).
Άρα η καθ ης εξακολουθεί να έχει νόμιμη εναντίον μου
απαίτηση , η οποία όμως θα διαμορφωθεί αν από το
ενσωματωμένο στη Δ/γη πληρωμής ποσό , αφαιρεθεί όποιο
κονδύλιο προέρχεται από άκυρο ΓΟΣ.
Όμως , η ΣΥΝΟΛΙΚΗ άσκηση του «δικαιώματος» της καθ
ης δηλαδή η άσκηση του καθ όσον αφορά τόσο το νόμιμο
όσο και το παράνομο μέρος , που επιδιώκεται με την έκδοση
Δ/γης πληρωμής ΚΑΙ ΟΧΙ α) με έκδοση Δ/γης πληρωμής χωρίς
όμως τα κονδύλια που προκύπτουν τους από ΓΟΣ που με δύναμη
δεδικασμένου έχουν κριθεί άκυροι ή β) με την άσκηση τακτικής
αγωγής , συνάγεται ότι ασκείται άκρως καταχρηστικώς (κατ
αρθ. ΑΚ 281) αφού η έκδοση Δ/γης συνιστά επαχθέστατη για
εμένα συνέπεια , διότι τα στοιχεία της ταυτότητάς μου , θα
55

εισαχθούν (για αυτή την οφειλή μου) στη βάση δεδομένων


Σ.Ο.Σ (Σύστημα Οικονομικής Συμπεριφοράς) που τηρεί το Ν.Π με
την επωνυμία «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ» με τις γνωστές συνέπειες…
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος
απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή
πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του
δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η
άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των
ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή
κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη
συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική
κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν
ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη
γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη
ανεκτή τη μεταγενέστερη
άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου
κοινωνικού ανθρώπου. Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή
της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον
υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ` ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα
πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι
ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που
η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή
των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου
δικαιώματος.
Εξάλλου , η ύπαρξη των άκυρων ΓΟΣ δεν επιφέρει γενική
ακυρότητα της σύμβασης, αλλά μόνον του μέρους στο οποίο
επιδρούν , πλην όμως ως ανωτέρω προεκτεθη (βλ υπό στοιχείο 2
λόγο ανακοπής) επειδή εδώ συνάγεται ότι η σύναψη της
σύμβασης δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος , η
ακυρότητα μέρους επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της
σύμβασης. Περαιτέρω κατά τον υπό στοιχείο 3 λόγο ανακοπής η
καθ ης δεσμεύεται από το δεδικασμένο ,λόγος για τον οποίο
ακυρώνεται η Δ/γη Πληρωμής (στο σύνολό της) , χωρίς δηλαδή
56

την κατ' ουσία έρευνα των κονδυλίων αυτής αφού προσδίδει


στην ακυρωτική απόφαση όχι ουσιαστικό περιεχόμενο αλλά
τυπικό, δηλαδή πρόκειται για απόφαση που δέχεται την
ανακοπή για τυπικούς λόγους (ύπαρξη δεδικασμένου).
Άρα δεν τίθεται καν θέμα της από εμένα υποβολής
αιτήματος πραγματογνωμοσύνης (κατ άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ )
προς διακρίβωση του ύψους της ένδικης οφειλής λόγω του πλήθους
των κονδυλίων και του πολύπλοκου των αριθμητικών και λογιστικών
πράξεων. Και αυτό γιατί ακόμα και αν υποτεθεί ότι
παραβλέπονται οι λόγοι 2 , 3 και 4 της ανακοπής μου και αυτή
γινόταν εν μέρει δεκτή και το δικαστήριο διαιτάσαι
πραγματογνωμοσύνη κατόπιν της οποίας θα μειωνόταν η
συνολική απαίτηση της καθ ης , τούτο όχι μόνον δεν θα
συνιστούσε για εμένα ωφέλεια , αλλά αντίθετα θα συνιστούσε
επαχθέστατη συνέπεια , αφού τα στοιχεία της ταυτότητάς
μου , θα έχουν εντωμεταξύ εισαχθεί (για αυτή την οφειλή μου)
στη βάση δεδομένων Σ.Ο.Σ (Σύστημα Οικονομικής
Συμπεριφοράς) που τηρεί το Ν.Π με την επωνυμία «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
ΑΕ» (λόγος για τον οποίο εξάλλου επιδιώκω την ακύρωση και
εξαφάνιση της πληττόμενης Δ/γης στο σύνολό της).
Εξ άλλου το δικαστήριο θα μπορούσε (είτε αυτεπάγγελτα είτε
κατόπιν αιτήματός μου) να διατάξει τη διενέργεια
πραγματογνωμοσύνης . Αυτό όμως θα ήταν ορθό μόνο εφ’ όσων η
καθ ης επιδίωκε την έκδοση Δ/γης πληρωμής για το νόμιμο μόνο
μέρος της απαίτησής της και όχι συνολικά.
Συμπερασματικά , η επαχθής συνέπεια της εισαγωγής του
οφειλέτη στη βάση δεδομένων της Τειρεσίας ΑΕ ως συνέπεια της
άσκησης καταχρηστικως του ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ δικαιώματος της καθ ης
από άκυρη εν μέρει σύμβαση με έκδοση Δ/γης Πληρωμής δεν
επέρχεται : α) αν η απόφαση επί της ανακοπής ακυρώσει στο
σύνολό της τη Δ/γη Πληρωμής που εκδίδεται μετά από αίτηση
που ενσωματώνει ΣΥΝΟΛΙΚΑ τόσο το νόμιμο όσο και το μη
νόμιμο της απαίτησης ή β) αν ο δανειστής επιδίωκε μεν την
57

έκδοση Δγης Πληρωμής από σύμβαση που -έχει από το Ακυρωτικό κριθεί
ότι- εμπεριέχει άκυρους ΓΟΣ αλλά στην αίτηση προς έκδοση Δ/γης δεν
περιλάμβανε ότι έχει κριθεί ως άκυρο , η γ) επιδιώξει δικαστικά την
είσπραξη της απαίτησης δια της άσκησης τακτικής αγωγής
περιλαμβάνοντας σε αυτή ότι κονδύλιο η καθ ης θεωρεί νομιζομινο
δικαίωμα….. Στην περίπτωση δηλαδή της άσκησης αγωγής , με την
εκδοθείσα απόφαση θα μειωθεί η αρχική απαίτηση καθ ο μέρος αφορά
τα ποσά που προκύπτουν από άκυρους ΓΟΣ (ως δηλαδή θα συνέβαινε
και με την απόφαση επί ανακοπής χωρίς τους 2 , 3 και 4 λόγους της
παρούσης) , δίχως όμως να επέρχεται για τον οφειλέτη η
επαχθέστατη συνέπεια της εισαγωγής των στοιχείων του στο
Σ.Ο.Σ της Τειρεσίας ΑΕ .
Τέλος συμπληρωματικά με τα ανωτέρω , η προηγούμενη
γνώση του αιτούντος την έκδοση Δ/γης Πληρωμής περί της
υπάρξεως δεδικασμένου καθώς και η γνώση των όρων αυτού
και η παρά ταύτα ταυτόχρονη απευθυνση αιτήματος προς το
δικαστή για έκδοση Δ/γης Πληρωμής δίχως όμως με την
αίτηση να περιορίζει την απαίτηση σύμφωνα με τους όρους
του δεδικασμένου αλλά αντίθετα να ενσωματώνει κονδύλια που
προκύπτουν από ΓΟΣ για το άκυρο των οποίων υπάρχει
δεδικασμένο , συνιστά την …………. κατ αρθ. 281 ΑΚ
καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

5. Η πλασματική αναγνώριση χρέους (ΑΚ 873).

Σύμφωνα με τον όρο 5.06 «αν μέσα σε χρονικό διάστημα


τριάντα (30) ημερών από τη λήψη του κάθε μηνιαίου λογαριασμού ή
οποιασδήποτε άλλης έγγραφης ειδοποίησης της Τράπεζας αναφορικά με
την οφειλή από τη χρήση της Κάρτας ο Κάτοχος ή ο συνοφειλέτης ή ο
εγγυητής, δεν αμφισβητήσουν εγγράφως το ποσό της οφειλής και δεν
προβάλλουν τις βάσιμες αντιρρήσεις τους, τότε θα θεωρείται ότι
αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα το περιεχόμενο τους και θα επέρχεται
58

αναγνώριση του χρεωστικού υπολοίπου και των επιμέρους χρεώσεων


που αναγράφονται στο μηνιαίο λογαριασμό κατά το άρθρο 874 Α. Κ».
Ο όρος αυτός συνιστά πλασματική αφηρημένη αναγνώριση
χρέους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 873 εδ. α`, 874 και
904 Α.Κ. συνάγεται ότι η σύμβαση, που ονομάζεται αφηρημένη
αναγνώριση χρέους και με την οποία γίνεται αναγνώριση χρέους, έτσι
ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους,
είναι έγκυρη αν η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως.
Ο ως άνω έγγραφος τύπος τηρείται και σε περίπτωση που γίνεται
έγγραφη συμφωνία ότι ο ένας των συμβαλλομένων θα ανακοινώσει
στον άλλον το, κατ` εκείνον, χρέος τούτου από τη βασική σχέση και, σε
περίπτωση που αυτός δεν διατυπώσει σε εκείνον σχετικές αντιρρήσεις
μέσα σε ορισμένη προθεσμία, θα λογίζεται ότι αναγνωρίζει το εν λόγω
χρέος.
Έχει εξάλλου από το Ακυρωτικό κριθεί , ότι η συμφωνία
που προβλέπει ότι με αναγνώριση του τελικού καταλοίπου ισοδυναμεί
και η πλασματική αναγνώριση, που επέρχεται με την παρέλευση
της εύλογης προθεσμίας που θέτει η τράπεζα στον πιστούχο,
χωρίς ο τελευταίος να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος
καταλοίπου, είναι έγκυρη, λαμβάνεται δε ως συμφωνία η οποία
προσδίδει στη σιωπή του πελάτη το νόημα αποδοχής της
πρότασης, που προέρχεται από την τράπεζα, προς κατάρτιση
σύμβασης αναγνώρισης του καταλοίπου (βλ. ΑΠ 470/2006, ΧρΙΔ
2006.638, ΑΠ 1458/2006, Δημοσ. Νόμος, Κ. Παμπούκη, Παρατηρήσεις
υπό την ΕφΠατρ 61/2004, ΕΕμπΔ 2005.91 επόμ.). Η συμφωνία αυτή δεν
συγκαταλέγεται στις αυτοδίκαια καταχρηστικές ρήτρες του άρθρου 2
παρ. 7 του ν. 2251/1994, καθόσον δεν αποτελεί συμφωνία περί
ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση
του ενός από τους συμβαλλόμενους, η οποία θα ήταν άκυρη
κατά το άρθρο 372 του ΑΚ, ούτε όμως διαταράσσει την
ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των
συμβαλλομένων μερών εις βάρος του πιστούχου, λαμβανομένου
59

υπόψη ότι δεν αποκλείει το δικαίωμα ανταπόδειξης, αλλά απλώς


περιορίζεται με την παρεχόμενη στον πιστούχο δυνατότητα να
αμφισβητήσει το κατάλοιπο μέσα στην ως άνω εύλογη
προθεσμία (βλ. ΑΠ 1472/2004, Δημοσ. Νόμος, Εφθεσ 117/2002, ΔΕΕ
2002.507), με ισχυρισμούς ορισμένους, που ανάγονται στα κατ`
ιδίαν κονδύλια και όχι με γενική αμφισβήτηση της ορθότητας
τήρησης των λογαριασμών ή του καταλοίπου. (ΕφΑΘ 1334/1999,
ΝοΒ 49.46, ΕφΑΘ 43/1999, ΝοΒ 47.628).

 Βεβαίως η νομολογιακή αυτή θέση περί της παρελεύσεως


άπρακτης της προθεσμίας της προβολής από το δανειολήπτη
αντιρρήσεων μετά της οποίας από τη σιωπή του συνάγεται η
αποδοχή της πρότασης, που προέρχεται από την τράπεζα, προς

κατάρτιση σύμβασης αναγνώρισης του καταλοίπου , δεν


μπορεί παρά να αφορά στο πραγματικό λογιστικό
λάθος του καταλοίπου , και όχι στη διαμόρφωση αυτού
από την επίδραση άκυρων όρων η διάγνωση της
ακυρότητας των οποίων , απαιτεί εξαντλητική
νομική και οικονομική εμβάθυνση , τούτο δε , για τους
ακόλουθους τρεις λόγους:

I. Κατ αρχήν η ερμηνεία των ΓΟΣ και ιδίως η υπαγωγή αυτών


στο νόμο , συνιστά (για κάθε νομικό) επίπονο έργο και απαιτεί υψηλού
επιπέδου επιστημονική κατάρτιση. Τούτο πανηγυρικά και μάλιστα με μια
δόση επιστημονικού ελιτισμού , αποτυπώνεται και στο διατακτικό
πολλών αποφάσεων δικαστηρίων, που καλούνται να ερμηνεύσουν τους
ΓΟΣ των τραπεζικών συμβάσεων πίστωσης. Ενδεικτικά παραθέτω μέρος
του διατακτικού της υπ’ αριθ. 31919/2007 ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ σύμφωνα με το
οποίο «… πρέπει η ένδικη ανακοπή να απορριφθεί στο σύνολο της ως
αβάσιμη κατ` ουσία και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή
πληρωμής (αρθρ. 633 παρ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ), ενώ ένα μέρος των
δικαστικών εξόδων των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστεί, καθόσον,
κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου η ερμηνεία των
60

διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, να


επιβληθεί δε εις βάρος των ανακοπτόντων, ως ηττηθέντων
διαδίκων, ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της καθής η
ανακοπή, κατά μερική παραδοχή του νομίμου περί τούτου αιτήματος
της (άρθρα 176 και 179 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο
διατακτικό». Γίνεται από αυτά αντιληπτό , ότι εφ’ όσον η
ερμηνεία των εδώ διατάξεων χαρακτηρίζεται από έμπειρους
νομικούς ως ιδιαίτερα δυσχερής , για τον απλό κοινό μέσο
πολίτη είναι απολύτως ακατανόητη ….
Εξάλλου την ακυρότητα των όρων των συμβάσεων που οι
πολίτες συνάπτουν με τις τράπεζες , αγνοούν τουλάχιστο μέχρι και
το χρόνο της καταγγελίας τους , όποτε και απευθύνονται σε
δικηγόρο από τον οποίο θα λάβουν γνώση της ακυρότητας. Το γεγονός
της ανυπαίτιας άγνοιας των εδώ ακυροτήτων είναι για τον
κοινό μέσο άνθρωπο αυτονόητο , αφού για τον απλό πολίτη
είναι αδιανόητο να παρακολουθεί στενά τη νομολογία , καθώς
επίσης αδιανόητο είναι , να κατανοήσει τους αυτούς
δυσνόητους νομικούς και οικονομικούς όρους (όπως λ.χ γιατί ο
υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην
αρχή της διαφάνειας , τι είναι η εισφορά του ν. 128/1975 και ποιες οι
προϋποθέσεις της σύννομης μετακύλισης της στον καταναλωτή , τι
είναι τραπεζικός και τι ο εξωτραπεζικος τόκος , ποια η έκταση των
εφαρμοστέων διατάξεων του νόμου κλπ). Συνεπώς η «γνώση» του
πολίτη επ αυτών των δυσνόητων οικονομικών και νομικών
εννοιών , δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό ότι επέρχεται, κατά
το χρόνο που λόγω της ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης θα
απευθυνθεί σε δικηγόρο.
Περαιτέρω , η έννομη τάξη μας δεν θα μπορούσε να
ανεχθεί ότι ταυτοχρόνως με τη σύναψη της σύμβασης ο
δανειολήπτης θα έπρεπε να σύρεται (υπό την απειλή των
έννομων συνεπειών που - σε σύντομο χρόνο - παράγει ο όρος
περί πλασματικής αναγνώρισης χρέους) στην πρόσληψη
δικηγόρου , ο οποίος θα επιφορτιζόταν με το έργο της
61

παρακολούθησης της τυχόν ακυρότητας των όρων της


σύμβασης…
Δεν μπορεί δηλαδή να γίνει δεκτό ότι η πλασματική αναγνώριση
χρέους αφορά και στην αναγνώριση του καταλοίπου όπως αυτό
διαμορφώνεται από άκυρους ή ακυρώσιμους όρος ήτοι όπως
διαμορφώνεται από την νομική και οικονομική αλληλεπίδραση
του καταλοίπου με τους όρους της σύμβασης , τούτο δε , για τον
εξής λόγο: Προκειμένου η αμφισβήτηση του καταλοίπου να γίνει
κατά τρόπο ορισμένο , θα απαιτούνταν η πρόσληψη ενός(?)
δικηγόρου και ενός(?) οικονομολόγου … Ο πρώτος θα
επιφορτιζόταν με τη σε μηνιαία βάση παρακολούθηση του
νομολογιακού δελτίου και των σχετικών δημοσιευθέντων νόμων και
ακόλουθα , αφού εμβάθυνε στη θεωρεία και νομολογία , θα
γνωμοδοτούσε για το έγκυρο ή μη των όρων καθώς και την έκταση του
(δηλαδή θα γνωμοδοτούσε ότι λ.χ ο νόμιμος τόκος είναι 10% ενώ ο
επιβαλλόμενος από τη σύμβαση τόκος 18% ήτοι διαφορά σε βάρος του
εντολέα του 8%). Ακόλουθα , θα προσλαμβάνονταν οικονομολόγος ο
οποίος με βάση τη γνωμοδότηση του δικηγόρου θα επιχειρούσε τη
διαμόρφωση του νόμιμου καταλοίπου του λογαριασμού. Κατόπιν τούτου
, αυτά θα έπρεπε να διαβιβασθούν (εντός της προθεσμίας των 30
ημερών!!!!!) στην τράπεζα , ώστε με τρόπο ορισμένο , να προέκυπτε
η αμφισβήτηση!!!
Αλλά και αν ακόμη αυτό ήταν χρονικά εφικτό ,
λαμβανομένου υπόψη των δεκάδων ανθρωποωρών που ο
οικονομολόγος και ιδίως ο κοινός μέσος και μη ειδικευμένος στο
αντικείμενο δικηγόρος απαιτούνταν να εργαστεί προς αυτή την
κατεύθυνση , το κόστος για τον δανειολήπτη θα υπερέβαινε όχι
απλώς τη μηνιαία δόση της τραπεζικής πίστωσης αλλά πιθανά
και το σύνολο της πίστωσης (ειδικά στις μικρές πιστώσεις
όπως π.χ η ένδικη)!!!!

II. Για τους λόγους αυτούς , κατά την πάγια στάση της
νομολογίας γίνεται πανηγυρικά δεκτό, ότι οι ανακόπτοντες , με την
62

ανακοπή τους δικαιούνται να αμφισβητήσουν τα ειδικότερα


κονδύλια που περιέχονται στα ένδικα αποσπάσματα. Παραθέτω
αυτούσια τη μείζονα αυτ σκέψη της 31919/2007 ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ σύμφωνα
με την οποία «….συνεπώς οι ανακόπτοντες δικαιούνται να
αμφισβητήσουν τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα
ένδικα αποσπάσματα, πράγμα που μπορούσε να γίνει και με
την κρινόμενη ανακοπή, με την προβολή σαφών και ορισμένων
πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι, αν ανταποκρίνονταν στην
πραγματικότητα, θα οδηγούσαν σε αλλοίωση του τελικού
υπολοίπου του λογαριασμού, πράγμα που δεν έπραξαν, αρκούμενοι
σε μια γενική και αόριστη αμφισβήτηση της ορθότητας του ενλόγω
λογαριασμού».
Εξάλλου μετά την έκδοση της ΑΠ 1219/2001 , που έκρινε ότι
κάθε πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία ο πιστούχος δεν θα δικαιούνται
να αμφισβητήσει το κατάλοιπο όπως αυτό προκύπτει από τα βιβλία της
τράπεζας , είναι άκυρος σε κάθε περίπτωση, δηλαδή είτε κατ` άρθρο
372 του ΑΚ είτε κατ` άρθρα 2 παρ. 6 και 7 παρ. 2 περ. κζ` του ν.
2251/1994 ,λόγος για τον οποίο έκτοτε , όλες οι συμβάσεις πίστωσης
τροποποιήθηκαν και υπάρχει πλέον (άλλως πρέπει να υπάρχει) , η
συμβατική πρόβλεψη του δικαιώματος της ανταπόδειξης. Εξάλλου
τούτο ρητά προκύπτει και από τον υπ αριθμ. 5.08 όρο της σύμβασης
σύμφωνα με τον οποίο «τόσο ο Κάτοχος όσο και ο συνοφειλέτης και ο
τυχόν εγγυητής αναγνωρίζουν ότι οι μηνιαίοι λογαριασμοί, καθώς και
τα Αποσπάσματα από τα εμπορικά Βιβλία της Τράπεζας που τηρούνται
με μηχανογραφικό σύστημα, αποτελούν πλήρη απόδειξη της οφειλής και
γενικά των υποχρεώσεων από τη χρήση της Κάρτας, κατά των
οποίων όμως θα επιτρέπεται ανταπόδειξη».

III. Αναφορικά με την επιρροή της ελαττωματικότητας της


βασικής σχέσης:
Η ακυρότητα της βασικής σχέσης δεν ασκεί επιρροή στο κύρος
της αφηρημένης ενοχής. Ενστάσεις από τη βασική σχέση, ως
προαναφέρθηκε, δεν μπορούν να προβληθούν προς το σκοπό κατάλυσης
63

της αφηρημένης ενοχής (Βλ Ευρυγένη, ό.π. αρ 39, Λιακόπουλο, ό.π. αρ


19, Ζέπο. ό.π. 584, ΑΠ 306/66 ΝοΒ 15/19, ΕΑ 3364/80 ΝοΒ 28/1226 και
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ) . Η έλλειψη ή η ελαττωματικότητα της βασικής σχέσης
δεν στερεί την αφηρημένη ενοχή από το εκπληρώσιμο και αγώγιμο της
ενοχής. Ετσι η ελαττωματικότητα της βασικής σχέσης δεν
επεκτείνεται και επί της αφηρημένης ενοχής όταν είναι παράνομη (174
ΑΚ) ή αντίθετη στα χρηστά ήθη (178 ΑΚ). Ενίοτε όμως , και όπου ο
νόμος ορίζει, η ελαττωματικότητα της βασικής σχέσης
επεκτείνεται και επί της αφηρημένης ενοχής, όπως στην
περίπτωση κατά την οποία δε γεννάται απαίτηση από αφηρημένη
υπόσχεση ή αναγνώριση οφειλής από παίγνιο ή στοίχημα ή όταν η
βασική σχέση είναι αισχροκερδής (179 ΑΚ) (Βλ ΑΠ 427/65 ΝοΒ
14/292).

Προϋποθέσεις εφαρμογής της ΑΚ 179

--Δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής:


Από τα εδώ παρατιθεμενα στοιχεία και ιδίως από το
περιεχόμενο των άκυρων δυο όρων ήτοι της ποσοστιαίας
προμήθειας άλλως εξόδων επί του ποσού της ανάληψης
μετρητών καθώς και του επιβαλλόμενου επιτοκίου που όχι
απλώς υπερβαίνει αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις προσεγγίζει
το διπλάσιο των εξωτραπεζικων επιτοκίων (ενώ κατά την ΑΠ
1219/2001 απαγορεύεται να υπερβαίνει το δικαιοπρακτικο) προκύπτει
σαφώς ότι υπάρχει δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής η
οποία υπάρχει όταν κατά την αντίληψη, λογικού ανθρώπου, έμπειρου
στις συναλλαγές, η διαφορά της αντικειμενικής αξίας των
περιουσιακών ωφελημάτων απ' αυτή που συμφωνήθηκε υπερβαίνει το
μέτρο που είναι φυσικό και επιτρεπτό (βλ. ΑΠ 1219/01 για το μη
επιτρεπτό της υπέρβασης), κατά τη συναλλακτική καλή πίστη να
κερδίζει κάποιος από οικονομική σύμβαση με αντίστοιχη ζημία που
αντισυμβαλλόμενου ΑΠ 307/93 ΝοΒ 42/982, ΑΠ 189/92 ΝοΒ 41/490, ΑΠ
882/86 ΝοΒ 35/1209, ΕΘ 454/95 Δνη 37/172, ΕΑ 6446/90 Δνη 31/1512.
64

--Απειρία και εκμετάλλευση αυτής προς σύναψη της


σύμβασης με στόχο το εμπορικό κέρδος.
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην έννοια του όρου απειρία
εντάσσεται και η έλλειψη πείρας που οφείλεται στην έλλειψη
ειδικών γνώσεων, γιατί και η εκμετάλλευσης αυτής για την
επίτευξη της άνω δυσαναλογίας σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία
πρέπει να θεωρείται ότι βρίσκεται σε αντίθεση προς τα χρηστά
ήθη (Βλ. Βαθρακοκοιλης αρθ. 179 ΑΚ σελ 758).
Είμαι ………………. , απόφοιτος του ……………. και στερούμαι των
ειδικών γνώσεων της νομικής επιστήμης , ομοίως δε και της
επιστήμης των οικονομικών. Κατά τη σύναψη της σύμβασης αν και η
καθ ης γνώριζε την ύπαρξη και το περιεχόμενο της ΑΠ 1219/01 και άρα
την ακυρότητα των ΓΟΣ που μου επέβαλε , παρ όλα αυτά κατά την
πάγια πρακτική των τραπεζών («ή υπογράφεις τη σύμβαση ως έχει ή
δεν σου δίνω δάνειο») μου επέβαλε τους άκυρους ΓΟΣ ,
εκμεταλλευόμενη προς τούτο την απειρία μου περί τα νομικά και
οικονομικά , με αποτέλεσμα να συνηφθουν οι -με φανερή δυσαναλογία
παροχής και αντιπαροχής- επίδικες συμβάσεις και να υποστώ
υπέρμετρη σε σχέση με την παροχή περιουσιακή βλάβη. Το γεγονός ότι
εγώ απευθύνθηκα στην καθ ης για τη σύναψη της σύμβασης δεν
επηρεάζει , αφού είναι ανεξάρτητο από το ποιος είχε την πρωτοβουλία
κατάρτισης της σύμβασης (βλ. Βαθρακοκοίλης αρθ. 179 ΑΚ σελ 759).
Επομένως πληρούνται στην ένδικη περίπτωση οι προϋποθέσεις
εφαρμογής της ΑΚ 179 ήτοι η συνδρομή αθροιστικά των τριών
στοιχείων α) της φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και
αντιπαροχής, β) ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του άλλου
συμβαλλομένου και γ) της εκμετάλλευσης της ανάγκης κουφότητας ή
απειρίας του άλλου ΑΠ 1356/98 Δνη 40/303, ΑΠ 52/96 Δνη 37/1327, ΑΠ
1177/94 ΕΕΝ 1995/688, ΑΠ 1435/95 ΕΕΝ 1997/260, ΑΠ 307/93 Δνη
35/1295, ΝοΒ 42/982, ΑΠ 1094/93 Δνη 35/1298, ΑΠ 733/93 Δνη 36/106,
ΑΠ 582/93 Δνη 35/1100, ΑΠ 982/92 ΝοΒ 41/874, ΑΠ 1750/91 Δνη
34/592, ΑΠ 566/89 Δνη 32/96, ΑΠ 958/88 Δνη 30/1345, ΑΠ 1140/87 ΝοΒ
65

36/1603, ΑΠ 288/87 Δνη 29/365, ΑΠ 763/86 ΝοΒ 35/741, ΑΠ 992/86 ΝοΒ


35/1226 ΑΠ 416/75 ΝοΒ 23/1173, ΑΠ 912/75 ΝοΒ 24/254, ΑΠ 36/75 ΝοΒ
23/872, ΑΠ 432/71 ΝοΒ 19/1127, ΑΠ 559/68 ΝοΒ 17/165, ΑΠ 570/67 ΝοΒ
16/170, ΑΠ 29/68 ΝοΒ 16/395, ΑΠ 280/68 ΝοΒ 16/815, ΑΠ 710/64 ΝοΒ
13/485, ΑΠ 768/64 ΝοΒ 13/619, ΑΠ 7/67, 62/67, 235/67 ΝοΒ 15/636,
742, 990, ΑΠ 685/63).

Επειδή με βάση όλα τά παραπάνω δέον όπως η


προσβαλλόμενη με την παρούσα Διαταγή Πληρωμής ακυρωθεί άλλως
εξαφανισθεί .

Επειδή η παρούσα Ανακοπή μου ασκείται νόμιμα και


εμπρόθεσμα .

Επειδή είναι βάσιμοι όλοι οι ισχυρισμοί της παρούσης


λόγος για τον οποίο η Δ/γη Πληρωμής είναι άκυρη στο σύνολό
της , αφού όλοι οι ισχυρισμοί και οι ενστάσεις προσβάλουν το
κύρος αυτής στο σύνολό της , ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ
ΑΙΤΟΥΜΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ
ΔΙΑΤΑΧΘΕΙ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


και με την ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων μου
Ζ Η Τ Ω
Να γίνει δεκτή η παρούσα υπό κρίση Ανακοπή μου καθ όλο
αυτής το αιτητικό.
Να ακυρωθεί άλλως εξαφανισθεί η με αριθμό ………/200..
Διαταγή Πληρωμής της κας Ειρηνοδίκου Αθηνών …………………. , και
Να καταδικασθεί η καθ ής στην εν γένει δικαστική μου
δαπάνη.-
Αθήνα …. Φεβρουαρίου
200…
Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος
66