P. 1
Χασμουρήθηκαν ταυτόχρονα

Χασμουρήθηκαν ταυτόχρονα

|Views: 4|Likes:
Εδεσσα 2008
Εδεσσα 2008

More info:

Published by: Michael Amadeus Andritsopoulos on Nov 04, 2010
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as DOC, PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

11/04/2010

pdf

text

original

Χασμουρήθηκαν ταυτόχρονα!

Ήταν απόγευμα λίγο έξω απο την πολύβουη
πόλη όταν οι δυο τους βρέθηκαν να χασμουριούνται δίπλα-δίπλα σε δύο
γειτονικές θέσεις στο τρένο.O Nίκος ενθουσιóστηκε με το γεγονός,αλλó δεν το
ó¢ησε να ¢ανέι.Aεν ήθελε να το αντιλη¢θεί αυτό η κοκκινομóλλα της
διπλανής θέσης.Mια νεαρή γυναίκα γύρω στα εικοσιοκτo, που το ελα¢ρό της
μακιγιóç και η τóξη με την οποία έκρυβε το βλέμα της από την πιθανότητα να
συναντηθεί με κóποια λóγνα ματιó, έκανε το Nίκο, ο οποίος είχε γαλουχηθεί
με τις κλασσικές αξίες του καλού παιδιου,να κοιτóξει πέρα από την
αυταπόδεικτη εξωτερική της ομορ¢ιó. Aεν έπρεπε να ¢ανερoσει τις óμεσες,
σχεδόν ενστικoδεις σκέµεις που έκανε για αυτή, γιατί εκτός του ότι αυτό
υπαγόρευαν οι καλοί τρόποι, ητóν ταυτόχρονα ο ενδεδειγμένος τρόπος
προσέγγισης προς κóτι που τον τραβούσε ερωτικó και πνευματικó
ταυτόχρονα. Hίστευε ήταν ότι η αρχή κóθε επιδίωξης κρύβει την επιτυχία της
στον κατóλληλο συνδιασμό ε¢αρμογής της θέλησης και αυτοσυγκρóτησης.
Fιατί όμως τέτοιος ενθουσιασμός από ένα χασμουρητό; lσως θα πρέπει
κανείς να γνωρίσει καλύτερα τον Nίκο για να το καταλóβει.O Nίκος ήταν από
μικρός ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας.Tι κóνω εδo; ποιο είναι το νόημα της çωής
και κóθε λογής αιoνιο çήτημα βομβóρδιçε το μυαλό του, πολύ πριν ακόμη
αποκτήσει την ικανότητα καν να το εκ¢ρóσει...τρίων- τεσσóρων ετoν...ίσως
τότε ήταν και η πρoτη ¢ορó που ένιωσε την διπλή ¢ύση του. Ήταν όπως
κóθε óνθρωπος αλλó με τη δια¢ορó ότι τα δίπολα μέσα του και όλες αυτές οι
αέρινες, καθαρó πληρο¢οριακής υ¢ής στοιχειακές οντότητες που εξουσιóçουν
τους ποιητές και τους ονειροπόλους, τον τραβούσαν από δω και από κει σαν
σε διελκυνστήδα και ένιωθε συχνó έτοιμος να παραδωθεί και να τον σχίσουν
στα δύο. Eνθουσιασμός - απογοήτευση, θóρρος - δειλία, μεγαλο¢υία -
βλακεία, λαγνεία ÷ σεμνότητα, πνευματικότητα ÷ υλισμός .... óνω ÷ κóτω ...
έτσι , εν ολίγοις, θεωρούσε πως ήταν ο εσωτερικός του κόσμος! Tου óρεσε να
çεί στην «κόµη του ξυρα¢ιού» όπως συνήθιçε να λέει, εννοoντας κóτι τελείως
δια¢ορετικό από το συμβατικό νόημα της ¢ρóσης. Tην «κόµη» αυτη την
αντιλαμβανόταν σαν το σημείο όπου η λογική και τρέλα αγκαλιóçει η μία την
óλλη και συσσωματoνονται σε μια πρóξη ιερού ... θείου γι'αυτόν, έρωτα!
Aναμ¢ίβολα ήταν ένα παθιασμένο óτομο! Kóποτε είχε αγαπήσει πολύ, τόσο
που όταν ήρθαν τα δύσκολα δεν είχε πλέον εγωισμό ικανό να τον αποτρέµει
από το να πέσει με ¢όρα στον πóτο της ανυπαρξίας, εκεί που υπóρχει μόνο
ένα πρóγμα... η αναγέννηση.
H κοπέλα στη διπλανή θέση óνοιξε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο πολύ κοινό, όμοιο
με πóρα πολλó óλλα. Eτσι ήταν και η µυχή του μέχρι την αναγέννησή του,
ένα βιβλίο γραμμένο από óλλους... Oμως εκεί, στον πóτο της μοναξιóς και της
απογοήτευσης, ανακóλυµε τους πρόποδες του Hαραδείσου. Kατóλαβε πως
μέχρι τότε ίδιος ήταν το αποτέλεσμα της θυμαπóτης ενός εαυτού εξολοκλήρου
δομημένο από την έξη, και τα στοιχεία που είχε επιλέξει πραγματικó για το
Eίναι του, ήταν λίγα εoς ελóχιστα! Aυτó τα στοιχεία όμως πóλι, έμοιαçαν να
είναι κοινó σ'ολους τους ανθρoπους. Oσοι τα είχαν τα διóλεξαν μέσα από την
εμπειρία τους και ήταν λειτουργικó, έκαναν την µυχή να βρίσκει έναν βρóχο
να αναπαύεται και γι'αυτο υπολοίπονταν χαρακτήρα, ήταν óχρωμα, λιτó και
ουσιoδη...όχι σαν όλα όσα ένιωθε ότι του είχαν ¢ωρτoσει ενo εκείνος
εγκληματούσε ενóντια του με το να είναι απoν καθoς τα δεχόταν óκριτα για
ένα σωρό ανόητους λόγους.
Aίπλα του καθόταν μια κοπέλα....μια γυναίκα. Kι αυτός ήταν ένας óντρας.
Aναλογίστηκε «óραγε αυτó δεν είναι και τα απαραίτητα της ύπαρξης»; Aν η
χαρó και η λύπη δεν χόρευαν αέναα σε κυκλικούς χορούς και δε ¢λέρταραν
όπως η πλυμμηρίδα με την óμπωτη, η εισπνοή με την εκπνοή, ο Ήλιος με τη
Zελήνη, δεν θα υπήρχε çωή! H στασιμότητα ήταν θóνατος! Z'όποιο σημείο και
ν'ó¢ηνε την συνειδητότητó του να ξαποστóσει την ένιωθε να χóνεται και σαν
τον αναπο¢óσιστο αυτόχειρα, μοιραία να προσπαθεί να ξε¢ύγει από αυτή τη
¢υλακή και συνóμα θανατική καταδίκη. Zωή και εναλλαγη ήταν ένα και το
αυτό! Ήθελε να ενoσει το δικό του δυναμικό μ'ενα αντίθετο...να...σαν της
κοπέλας δίπλα του κι έτσι το ρευμα της çωής να ξεκινήσει και που ξέρεις; ίσως
μπορούσαν να τρο¢οδοτήσουν έτσι μια νέα ύπαρξη...
Aεν είχε νιoσει ποτέ του πιο ευτυχισμένος από εκείνη τη ευλογημένη
στιγμή της ελεύθερης του πτoσης, της ó¢εσης του εαυτού του εν λευκό στην
ελαχιστότατη αυτή πιθανότητα να μην ήταν όλος ο ανθρoπινος πόνος μια
ματαιότητα. Mέχρι εκεινη τη μέρα κατóτασσε τον εαυτό του ως óθεο. Tότε
απο¢óσισε να διαλέξει πλέον ο ίδιος τα υλικó με τα οποία θα έ¢τιαχνε τον
εαυτό του. Kαι δεν θα ήταν παθητικός πια! Oα διóλεγε τα καλύτερα υλικó. Aεν
μπορούσε να είναι δέσμιος ενος εαυτού που τον διαλέγεις από το ρó¢ι με τα
τυποποιημένα προιόντα πιστεύοντας τις νουθεσίες κóποιου πωλητή που θα
είχε κέρδος από την δικιó του απoλεια! Tέτοιοι πωλητές υπóρχουν πολλοί
σκέ¢τηκε.... ακόμα και τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα έχουν παίξει αυτο το
ρόλο κατó καιρούς. Mακóρι να έβρισκε μια κοπέλα που θα σεβόταν αυτή του
την τερóστια και απóνθρωπη ευαισθησία του, η οποία τον είχε καταραστεί να
θέλει μόνο το αληθινό και να αποδύκνειε στον εαυτό του ότι μπόρουν να
συνυπóρξουν η αλήθεια και η αγóπη! Eβλεπε συχνó το ίδιο όνειρο.Ήταν ένα
χταπόδι μέσα σ'εναν στενό μεταλικό κουβó στον πóτο της θóλλασας και
έπρεπε να κóνει αυτόν τον κουβó σπίτι του για να είναι οι αγαπημένοι του
χαρούμενοι, έτσι αναγκαçόταν να κουτσουρεύει μόνος του τα πλοκóμια του
για να χωρέσει. Mακóρι να μην ήθελε και αυτή να τον αλλóξει όπως όλοι στη
çωή του!
Aίγες στóσεις είχαν μείνει ακόμα μέχρι το τέρμα. Kοίταξε διακριτικó το
πρόσωπο της κοπέλας στο τçóμι αλλó ήταν θολό. Hαρόλο που ήταν πολύ
όμορ¢η του ¢óνηκε ακόμη πιο ωραία στην θολή της αναπαρóσταση στο
παρóθυρο. «Eτσι» ,ειπε από μέσα του, «πρέπει να την ονειρεύται τoρα ένας
ονειροπόλος, ένας πραγματικός ονειρευτής... αυτός για τον οποίο ¢αντασία
και πραγματικότητα δεν έχει δια¢ορα, ούτε κóνει διαχωρισμόυς ανóμεσα στην
πρόθεση και το αποτέλεσμα...» αυτός ο óχρωμος και αιoνιος Nους που
κρυβόταν καλó μέσα σε κóθε ύπαρξη και όλα αυτó που έβλεπε, πίστευε πως
δεν είναι παρó αντανακλóσεις της ομορ¢ιóς αυτής της ασoματης ύπαρξης!
«H κοπέλα με τα κόκκινα μαλιó»! Oα μπορούσε να είναι τίτλος για κóποιον
πίνακα του Bαν Fκoγκ... να αποικονίçει την ¢ευγαλαία αίσθηση που έδινε
αυτή η γυναίκα στο μóτι του ιμπρεσσιονιστή. Oπως θα χρείαçονταν χιλιóδες...
αμέτρητες πινελιές ,η κóθε μια με το δικό της χαρακτήρα, για να συνθέσουν τη
σκιó μιας ύπαρξης πóνω στον καμβó, έτσι και στα μóτια του Nίκου οι
óνθρωποι ήταν το αποτέλεσμα της συνύπαρξης σ'ενα σoμα, πολλoν
στοιχειωδoν οντοτήτων με δια¢ορετική χροιó. 4ανταçόταν τον εαυτό του να
είναι ο «επόπτης» όλων αυτoν των πιστoν του στοιχειωδoν εργατoν οι
οποίοι α¢ιέρωναν τη çωή τους στο καθήκον και πóσχιçαν να συνεργαστούν.
Fι'αυτό και ο ονειρικός κόσμος συχνó έμοιαçε να είναι πιο μεστός και αληθινός
από την ...πραγματικότητα της εγρήγορσης, α¢ού ήταν έτσι ολο¢óνερο πως
για όλη την ασχήμια ευθυνόταν μόνο ο «επόπτης». Oταν αναλογίστηκε τα
όνειρα έριξε μια κλε¢τή ματιó στην κοκκινομóλλα του. Tον κοίταçε κι εκείνη και
σαν μια καθoς πρέπει κοπέλα μεγαλωμένη σ'ένα τυπικό αστικό περιβóλλον,
προσποιήθηκε τóχα πως αυτό το βλέμμα ήταν τυχαίο. Oμως δεν ήταν και ο
Nίκος το'ξερε, γιατί είχε συνηθίσει στο να ¢ιμoνει τον «επόπτη» μέσα του
όταν ήθελε να δει πιο καθαρó και έτσι εισερχόταν λιγóκι ασυναίσθητα στο
βασίλειο του «ονειρευτή» όπου τα όνειρα και οι εκπορεύσεις της καρδιóς του
ανθρoπου κατοικούν χωρίς να έχουν ιδιοκτήτη. 'Eτσι ήξερε πως και το
χασμουρητό δεν ήταν κóτι τυχαίο! Fια εκείνον ο όρος «τυχαίο» δεν ήταν παρó
μία ακόμη δικαολογία για να ικανοποιηθεί η ανθρoπινη αλαçονία... Tο βλέμμα
αυτό ήταν ένα ακόμη δoρο της çωής ,για το οποίο δεν είχε ούτε υποµία
ευθύνης κι έτσι το δεχόταν και δεν προσπαθούσε πλέον να επιβληθεί σ'αυτό
που δεν καταλóβαινε αλλó που αμυδρó μόλις και οσμιçόταν το μεγαλείο του!.
Aε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι για περίπου μία oρα ο Nίκος και η
κοκκινομóλλα του αγαπήθηκαν, γιατί για εκείνες τις στιγμές τίποτα από τις
συνιθισμένες συμβατικότητες δεν είχε σημασία. Aεν πειρóçει αν δεν έçησαν
μαçί, δεν γέρασαν παρέα, δεν γέλασαν για κóτι περίεργο , δεν τσακoθηκαν
για κóτι ανόητο ή ακομή αν δεν μίλησαν...είχαν χασμουρηθεί μαçί και αυτό
σημαίνει πως βρήκαν κατα¢ύγιο για λίγες στιγμές σ'ενα κοίνο βαρκóκι στη
θóλασσα των επιλογoν του Nου που πίστευε ο Nίκος. Oι αύρες τους μίλησαν,
γέλασαν, χαιρετήθηκαν και στην προσπóθεια να ανταλλóξουν μια χειραµία ή
ένα ¢ιλί οι σκιές των µυχoν τους χασμουρήθηκαν για να τις διευκολύνουν.
E¢τασαν στο τέρμα. H κοπέλα του χαμογέλασε και βγήκε από το βαγόνι.
Eξω την περίμενε ο ¢ίλος της! O Nίκος ήξερε πότε να μπαίνει στο ρεύμα της
çωής και πότε να ξαναγυρνóει στην αγαπημένη του ιδιότητα, αυτή του
στοχαστή... ήταν ολο¢óνερο πως η στιγμή απαιτούσε να είναι ένας απλός
óνθρωπος με τις συμβατικότητες που αυτό επιβóλει και αυτή που του ερχόταν
τoρα στο μυαλό ήταν μια σχεδόν κοινοτοπία... να περιμένει το επόμενο τρένο.

You're Reading a Free Preview

Download
scribd
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->