You are on page 1of 12

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Φίλιππος
1. Ο ποιητής και το έργο του:
Ο Τάκης Σινόπουλος (Αγουλινίτσα Πύργου Ηλείας, 1917 – Πύργος, 1981), ποιητής της
πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, μεταφραστής και βιβλιοκριτικός. Γιος φιλόλογου γυμνασιάρχη,
άρχισε από πολύ νωρίς να ασχολείται με την ποίηση και το 1934 δημοσίευσε το ποίημα
«Προδοσία» και το διήγημα «Η εκδίκηση του ταπεινού» στην εφημερίδα «Νέα Ημέρα» του
Πύργου. Τον ίδιο χρόνο ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Ιατρική Σχολή του
Πανεπιστημίου Αθηνών. Τελειόφοιτος κατά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου,
επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε για ένα μικρό διάστημα στο Λουτράκι, ως Λοχίας του
Υγειονομικού. Τον Ιανουάριο του 1945 επιστρατεύτηκε ως ανθυπίατρος και έμεινε ως το 1949,
δηλαδή σ΄ όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου, αρχίζοντας, μάλιστα, και από τις φρικώδεις
προαναγγελίες του, ο Σινόπουλος υπηρέτησε, υποχρεωτικά, στον κυβερνητικό στρατό και
μάλιστα ως αξιωματικός – γιατρός.
Για έναν άνθρωπο, που υπηρετεί στον άλφα στρατό, σε περίοδο εμφύλιου πολέμου, χωρίς να
είναι άνθρωπος του άλφα στρατού, αυτό σημαίνει έναν εφιάλτη. Όλα εκείνα τα χρόνια στον
ποιητή, φαίνεται συσσωρεύονταν εφιάλτες: από αυτούς τρέφεται ολόκληρη η ποίησή του,
ποίηση κατά βάση εφιαλτική. Βέβαια, εάν είχε το δικαίωμα και την ελευθερία της εκλογής
στην περίοδο 1945 – 1949, δεν είναι καθόλου σίγουρο αν θα πήγαινε με την άλλη μεριά. Ίσως
πήγαινε σπίτι του, όχι για να βολευτεί, αλλά για να μη ζήσει τους εφιάλτες που έζησε, όταν,
ενώ ήταν από τη μια μεριά – και μάλιστα από τη μεριά της υπεροπλίας, που σκότωνε
περισσότερο –, ψυχικά ένιωθε να μετατίθεται στη μέση, στο μεταίχμιο1, σε ίση απόσταση από
τους δύο εμπολέμους: βλέποντας, ζώντας και το σπαραγμό των άλλων. και μην μπορώντας –
μην τολμώντας, σε μια χώρα δύσκολη και σκοτεινή, σπαρμένη με φόβο – να βοηθήσει. Κάπως
έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε πολλά ποιήματα του «Μεταίχμιου Β΄» (1957), βιβλίου το οποίο
περιέλαβε ποιήματα της περιόδου 1949 – 1955, όταν άρχισε, δηλαδή, να λειτουργεί η
εφιαλτική μνήμη του ποιητή (βλ. «Ο καιόμενος», «Έξοδος», «Φίλιππος»).
Ο Σινόπουλος εμφανίστηκε με συγκεντρωμένη εργασία του αρκετά καθυστερημένα. Μόλις
το 1951 δημοσιεύεται η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, με το χαρακτηριστικό τίτλο
«Μεταίχμιο».
Το ποιητικό έργο του Σινόπουλου μπορεί να διακριθεί σε δύο ουσιαστικά περιόδους, όχι
τόσο από την άποψη των θεμάτων τα οποία εξακολουθούν να είναι ομοειδή, αν και με
διαφορετικά προσωπεία, σε όλη τη διαδρομή της ποίησής του, όσο από την άποψη της
καθαυτό ποιητικής του τέχνης, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο διαπλάθει μορφικά το βίωμά
του. Η πρώτη περίοδος (υπαρξιακή ποίηση) του έργου του καλύπτει το διάστημα 1940 – 1965.
Η δεύτερη (κοινωνική ποίηση) από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 ως το θάνατό του.
Στην πρώτη περίοδο ανακυκλώνονται οι εμπειρίες και οι μνήμες από την Κατοχή και τον
Εμφύλιο, αλλά με έναν τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ποιητής ενδιαφέρεται για τη
δημιουργία ενός ποιητικού (μυθικού σύμπαντος), ακολουθώντας μάλιστα εδώ τη γραμμή
άλλων ποιητών που θεωρούνται δάσκαλοί του, όπως ο Σεφέρης, ο ΄Ελιοτ και ο Πάουντ.
Πρόκειται για μια ποίηση περιγραφική στο βαθμό που ευαγγελίζεται πράγματα, πρόσωπα,
ιδέες, με έντονο στοχαστικό βάρος. Και επιπλέον, επιμένοντας ιδιαίτερα στην υπόδειξη και
υπόμνηση καταστάσεων που αποτελούν βασικές συνιστώσες της ανθρώπινης παρουσίας στο
σύγχρονο κόσμο. Τέτοιες καταστάσεις είναι η φθορά, ως έννοια και αίσθηση, και η
συναισθηματική απονέκρωση. Εσωτερικευμένες οι συνθήκες αυτές, που είναι
αλληλένδετες τόσο με την προσωπική δοκιμασία του ποιητή μέσα στον κόσμο όσο και με την
αντίληψη που έχει, γενικά, για το νόημα της ιστορίας σε σχέση με το άτομο, μετατρέπονται σε
«κανόνες» που ισχύουν διαχρονικά και για τους πάντες. Μέσα στο ποιητικό σύμπαν του
Σινόπουλου εμφανίζονται άτομα που έζησαν κάποτε και τώρα ζουν μέσα από τη
μνήμη του ποιητή.2 Όμως, η παρουσία τους είναι περισσότερο συμβολική ή αλληγορική
μιας γενικής τάσης που έχει ο Σινόπουλος να στοχάζεται για γενικά θέματα. Κανείς δεν μπορεί
να ξεφύγει από το αδιέξοδο της προσωπικής του ζωής, γιατί όλος ο πολιτισμός και, ακόμη πιο
πέρα, η ίδια η λογική της ιστορίας δείχνουν αδυναμία να ξεχωρίζουν το ουσιώδες ανάμεσα σε
μια σειρά γεγονότων ασύνδετων μεταξύ τους και, συνεπώς, παράλογων.
1
Η εμμονή του στο χαρακτηριστικό τίτλο «Μεταίχμιο» φανερώνει την πορεία του ποιητή και γενικότερα της
μεταπολεμικής ποίησης και της νεότερης ιστορίας μας, μέσα από μεταιχμιακές καταστάσεις τραγικές, που άγγιξαν τα
ακραία όρια της ύπαρξης του ποιητή και του τόπου μας.
2
Η μνήμη έχει για το Σινόπουλο την ίδια σημασία που έχει για τον Όμηρο η μνημοσύνη. Η απώλεια της μνημοσύνης
εκεί είναι συμφορά. Ο Οδυσσέας δεν θρηνεί για τη μεταμόρφωση των συντρόφων του από την Κίρκη, αλλά για την
απώλεια της μνημοσύνης. Γι΄ αυτό και το «στοχάζομαι» του α΄ στίχου δίνει βιτσιά τ΄ αλόγου της μνήμης και εκείνη
τρέχει στο παρελθόν όπου είναι συσσωρευμένες εμπειρίες και βιώματα οδυνηρά. Για το Σινόπουλο, το έχει πει και ο
ίδιος, δεν υπάρχει παρόν παρά μόνο παρελθόν και μέλλον. Το παρόν γίνεται πολύ γρήγορα παρελθόν.
Ο Τάκης Σινόπουλος είναι βαθιά πολιτικοποιημένος ποιητής, που αρνήθηκε όμως ως το
τέλος της ζωής του την κομματική ένταξη. Είχε συνείδηση ότι δεν είναι απλώς κάτοικος
αυτής της χώρας αλλά πολίτης, ενεργό άτομο, που έχει ξεπεράσει με τη θέλησή του το «εγώ»,
για να πλησιάσει το «εμείς». Η ποίησή του είναι κατάθεση, μαρτυρία ενός επιζώντος για
την εποχή του.
Θρηνώ κι υπάρχω μάρτυρας
………………………………..
Εγώ μονάχος ο επιζών
ο μάρτυρας εγώ
τη νύχτα τούτη μαρτυρώ
που κατεβαίνει
(Επιζών)

2. Γραμματολογικά σχόλια:
Το ποίημα «Φίλιππος» περιλαμβάνεται στην συλλογή του Τάκη Σινόπουλου «Μεταίχμιο Β΄»
που κυκλοφόρησε στα 1957 από τις εκδόσεις Δίφρος. Τα δεκαεπτά ποιήματα της συλλογής,
που γράφτηκαν ανάμεσα στα 1949 και 1955, προεκτείνουν την εφιαλτική ατμόσφαιρα του
«Μεταίχμιου». Αρκετά ποιήματα αυτής της συλλογής γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν στα
χρόνια του εμφύλιου πολέμου, όταν ο ποιητής υπηρετούσε ως στρατιωτικός γιατρός σε
φλεγόμενες πολεμικές ζώνες πρώτης γραμμής, όπως εκείνες της Θεσσαλίας και της
Μακεδονίας. Τα ποιήματα του «Μεταίχμιου Β΄» εκφράζουν, λοιπόν, βιώματα και εμπειρίες του
εμφύλιου πολέμου και της ατμόσφαιρας που επακολούθησε μετά το τέλος του. Ποίηση δηλαδή
από μια πλευρά πολιτική, αφού οι πολιτικές περιπέτειες της χώρας ενέπνευσαν τον ποιητή.
Μια ποίηση, όμως, που δεν έχει μια καθορισμένη στράτευση και δεν καταφεύγει στην απλή
χρονογραφία. Έτσι ο «Φίλιππος» έχει ιστορική αφετηρία, αλλά μεταπλάθεται σε καθολικότερο
επίπεδο, αφού μέσα από το ποίημα μεταφέρεται η εφιαλτική ατμόσφαιρα μιας εποχής. Το
γεγονός στο Σινόπουλο λειτουργεί δραματικά κι όχι ιστορικά.
Το ποίημα είναι αφηγηματικό με έντονο το δραματικό στοιχείο, που υπηρετείται με τη
χρησιμοποίηση της τεχνικής του θεάτρου. Υποβάλλεται μια ειδική ατμόσφαιρα, που μόνο με
θεατρικά στοιχεία αναδεικνύεται. Ο θεατροφανής ποιητικός λόγος της πρώτης
μεταπολεμικής γενιάς, χωρίς να αποτελεί εμφανή και πρωταρχική επιλογή, τρέφει υποδόρια το
έργο της. Γενικά, η ποίηση του Σινόπουλου είναι αφηγηματική. Ο ίδιος χαρακτήρισε τον
εαυτό του «αφηγηματικό ποιητή».
Γράφει για τα ποιήματα της συλλογής ο Κίμων Φράιερ: Πρόσωπα και χώρος μεταβάλλονται
σε βίαια και διαφανή σύμβολα και, για πρώτη φορά, στην ποίησή του ο Σινόπουλος κοιτάζει
τον πόλεμο με σαφή πολιτική αντίληψη. Το κάψιμο, η φωτιά, η πυρκαγιά είναι από τις κύριες
εικόνες του αυτού του βιβλίου. Το τοπίο του Σινόπουλου είναι τώρα πιο απογυμνωμένο, πιο
φαγωμένο, σημαδεμένο από τον πόλεμο και την καταστροφή. Έχει γίνει τώρα ένας τόπος του
φόβου, του τρόμου, του εφιάλτη, του συρματοπλέγματος, των πολυβόλων, των πασσάλων,
των προβολέων, των καρφιών, των λάκκων, των ξερόνησων…». Ο τόνος όλων αυτών των
ποιημάτων είναι πυρετικός, ασθματικός. Στη φριχτή ερημιά του τοπίου, ανάμεσα στους
βασανισμένους ανθρώπους, περιφέρεται ο ποιητής. Δεν ξέρει ποιος είναι ανάμεσα σε
εικονολάτρες και εικονοκλάστες. Κρίση ταυτότητας.
Πριν από λίγο περπατούσε. Και δεν ήξερα.
Ποιος είμαι εγώ να ξέρω; χύμηξαν, με χτύπησαν.
(Ιάκωβος)
Οι στίχοι αυτοί δίνουν και το στίγμα των ποιητών της μεταπολεμικής περιόδου, που
αγωνίζονται με την οργή τους και την περηφάνια τους για να κρατήσουν και να κρατηθούν.
Να αποκτήσουν την ταυτότητά τους, θρυμματισμένοι ανάμεσα στις μυλόπετρες της νεότερης
οδυνηρής ιστορίας.
Αυτή είναι και η ατμόσφαιρα του ποιήματος «Φίλιππος», πρόσωπο που το συναντάμε
γενικότερα στην ποίηση του Σινόπουλου. Ο «Φίλιππος» είναι ο αγαπημένος σύντροφος της
Σινοπουλικής Οδύσσειας. Μ΄ αυτό το νεκρό φίλο δεν ξόφλησε ποτέ ο ποιητής παρά τα συνεχή
μνημόσυνά του. Τον μνημονεύει από την πρώτη κιόλας συλλογή «Μεταίχμιο» αφιερώνοντάς
του το ποίημα «Εκείνος ο Φίλιππος». Τον επισκέφτηκε τότε «μ΄ εκείνη την τρύπα στο λαιμό
που τον έκανε / να μοιάζει με λείψανο». Δεν είχε «μήτε σάρκα μήτε οστά». Πέρασε μετά στο
«Μεταίχμιο Β΄», στα «Άσματα», στο «Νεκρόδειπνο» και στο «Χρονικό».

3. Ποιητική σκηνοθεσία (ο τόπος και ο χρόνος):


Ο ποιητικός χώρος ξεκινάει πρώτα από την ευρυχωρία του Θεσσαλικού κάμπου («Ακίνητη
κοιλάδα, στ. 2), περιορίζεται μετά στην ασάλευτη πόλη της Λάρισας, συστέλλεται ακολούθως
στον κλειστό χώρο ενός έρημου καφενείου και, τέλος, ξαναβρίσκει μια τελική διαστολή στους
νυχτωμένους δρόμους της κούφιας Λάρισας3 (στ. 24). Σ΄ αυτούς τους απολύτως
προσδιορισμένους χώρους κινείται η παρουσία του ποιητή – αφηγητή. Πρώτα είναι απολύτως
στατικός στον κλειστό χώρο του έρημου καφενείου, μετά είναι κινητικός, καθώς περπατά
μονάχος και σφυρίζει στους έρημους δρόμους της νυχτωμένης κούφιας Λάρισας. Βέβαια, το
κύριο χαρακτηριστικό του χώρου της ποιητικής δράσης είναι το ακίνητο και νεκρωμένο τοπίο
του θανάτου – χαρακτηριστικό της τεχνικής του Σινόπουλου – που αισθητοποιείται με τα
επίθετα: ακίνητη (στ. 2), έρημο (στ. 12), ασάλευτη (στ. 15), κούφια (στ. 24). Επίθετα που έχουν
την ακινησία ως κοινή σημασιολογική κατηγορία, αποδίδοντας επαρκώς την έννοια του
θανάτου. Εφιαλτικός χώρος. Τοπίο σκληρό σαν τη σιωπή. Τοπίο θανάτου. Βιωματικές
καταστάσεις του ποιητή από τα χρόνια του εμφύλιου στη Λάρισα. Έρημης χώρας που έγινε
θέατρο και μάρτυρας του μακελειού των αδελφοφάδων.
Ο ποιητικός χρόνος, δηλαδή ο χρόνος της ποιητικής «δράσης», είναι επίσης με σαφήνεια
προσδιορισμένος («Μεσάνυχτα στη Λάρισα το έρημο καφενείο», στ. 12). Ο χρόνος, όμως,
αυτός ανήκει στον ποιητή – αφηγητή. Είναι ο χρόνος των στοχασμών του. Είναι το
αφηγηματικό «τώρα» του ποιητή. Είναι ο χρόνος μέσα στον οποίο στοχάζεται και σκέφτεται
το Φίλιππο. Αυτός ο χρόνος του ποιητή δεν έχει σχέση με τον ιστορικό χρόνο στον οποίον
υπόκειται το ποίημα. Τον ιστορικό χρόνο τον εκφράζει κυρίως ο Φίλιππος. 4 Ο ποιητής, μέσα
απ΄ το δικό του χρόνο, διαρκώς στοχαζόμενος, πραγματώνει μια διαφυγή, μια αναδρομή σ΄
έναν προγενέστερο χρόνο, τον καιρό που ζούσε ακόμη ο φίλος του ο Φίλιππος. Τώρα, όμως, ο
Φίλιππος είναι νεκρός, γι΄ αυτό και «δε θα ξανάρθει σε τούτη την ακίνητη κοιλάδα» (στ. 1 και
2).
Επομένως, μέσα στο ποίημα διαπλέκονται δύο κύριες χρονικές βαθμίδες: ο προσωπικός
χρόνος του ποιητή, το δικό του «τώρα», το κλειστό και συναισθηματικά βουλιαγμένο μέσα
στο έρημο καφενείο της Λάρισας, και ο χρόνος του Φίλιππου, που μας είναι γνωστό ότι
εκτελέστηκε το 1944. Ολόκληρο, λοιπόν, το ποίημα λειτουργεί ως μια μνημονική
διαφυγή του Σινόπουλου προς το πρόσωπο ενός οριστικά χαμένου φίλου του. 5 Ένα
θλιβερό «τώρα» διαπλέκεται μ΄ ένα όχι και τόσο μακρινό «τότε». Κι όλα αυτά μέσα στο
κλειστό κύκλωμα των προσωπικών αναμνήσεων – στοχασμών του ποιητή. Ο ποιητής μέσα στη
νυχτερινή του μοναξιά αναμηρυκάζει παλιές μνήμες και τις συνείρει μ΄ αυτό που ζει τώρα.
Μια άλλη χρονική διαφυγή του ποιητή, που λειτουργεί μ΄ έναν τρόπο αλματικού – ξαφνικού
συνειρμού, είναι εκείνη προς το πρόσωπο της Πανδώρας και του χτικιάρη άνδρα της. Αυτό το
ξαφνικό πέρασμα της Πανδώρας στη μνήμη του ποιητή υποδηλώνει και μια σκέψη που
λειτουργεί συγκεχυμένα, άτακτα και ρευστά.
Τα ρήματα είναι σχεδόν όλα σε τρίτο πρόσωπο, γιατί στο πρόσωπο αυτό ο χρόνος γίνεται
άχρονος. Στο πρώτο δεσπόζει το πρόσωπο και ο χρόνος είναι πεπερασμένος. Το τρίτο
πρόσωπο εξάλλου είναι και το πρόσωπο της αφήγησης, του αφηγητή παντογνώστη.

3
Η Λάρισα αναφέρεται και σ΄ άλλα ποιήματα του Σινόπουλου. «Είναι η πυρπολημένη κοιλάδα», «η απανθρακωμένη
Λάρισα» των «Ασμάτων IV, V.
4
βλ. τους στίχους 8, 9 , 10, 14 και 16, που αποδίδουν τη συμφορά.
5
Άλλωστε, το ποίημα κλείνει με μια χρονολογία ταυτόσημη με το θάνατο. Η χρονολογία αυτή είναι και ένα όριο
(Terminus post quem) για τη χρονολόγηση του ποιήματος, που χάρις στο ήθος της ποιητικής γλώσσας του Σινόπουλου
σημαίνει πέρα από το συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.
4. Τα πρόσωπα:
Τα δύο ονομαστικά αναφερόμενα πρόσωπα του ποιητικού μύθου είναι ο Φίλιππος, με το
οποίο ανοίγει το ποίημα (στ. 1) και το δεύτερο είναι η Πανδώρα, με το οποίο και κλείνει το
ποίημα. Η εμφάνιση, βέβαια, του Φίλιππου στο στ. 1 λειτουργεί ως οξύμωρο, εφόσον η μορφή
του οριοθετείται με την απουσία της. Τα δύο αυτά πρόσωπα, καθώς κρατούν τις άκρες του
ποιήματος, την αρχή και το τέλος, δεν είναι μόνο διαφορετικά κατά το φύλο, θα φανεί ότι
λειτουργούν και αντιθετικά – αντιστικτικά στην όλη τους στάση και κοσμοθεωρία: το ένα
είναι η άρση ή καλύτερα η αντίθεση προς το άλλο. Με μια όμως ουσιαστική διαφορά: ο
Φίλιππος είναι το κυρίαρχο πρόσωπο που η παρουσία του απλώνεται στους 21 πρώτους
στίχους του ποιήματος, ενώ η Πανδώρα εισβάλλει ξαφνικά στον ποιητικό μύθο μόνο στους
πέντε τελευταίους στίχους. Ανάμεσα στα δύο αυτά πρόσωπα κινείται ο ποιητής – αφηγητής
και «κυλάει» το αφηγημένο υλικό, χτίζεται δηλαδή και αρθρώνεται η ποιητική αφήγηση ως
ένας εσωτερικός κυρίως στοχασμός και ως ανάκληση εικόνων από σκόρπιες μνήμες του
ίδιου του ποιητή.
Μια και μιλάμε για τα πρόσωπα που κινούνται στον ποιητικό μύθο, επισημαίνουμε τη σκιώδη
«παρουσία» δύο ακόμη προσώπων: του θλιβερού γκαρσονιού στο έρημο καφενείο της Λάρισας6
και του χτικιάρη άντρα της Πανδώρας, που απλώς υπηρετούν τις σκηνοθετικές ανάγκες του
ποιητικού τοπίου.
Τέλος, «πρόσωπο» του ποιητικού μύθου αποτελεί και το «εμείς», το πλήθος, μια ανθρώπινη
κοινότητα, που μας δίνεται άμεσα από το στίχο «πολλά του τάξαμε από…».

5. Ο ποιητικός μύθος:
Μεσάνυχτα στη Λάρισα. Ίσως αρχές της δεκαετίας του ΄50. Σ΄ ένα έρημο καφενείο, ένα
θλιβερό συναχωμένο γκαρσόνι. Εκεί βρίσκεται ο ποιητής, βουλιάζοντας στην απέραντη
μοναξιά του. Μνήμες κλωθογυρίζουν στο μυαλό του. Έμμονη σκέψη που τον καθηλώνει: «Δε θα
ξανάρθει ο Φίλιππος». Η φράση αυτή: επιβεβαίωση θανάτου. Ο θάνατος και η μνήμη των
αφανών: αυτό είναι η ποίηση του Σινόπουλου. Κάθε ποίημά του είναι «συναξάρι νεκρών» που
συνδαυλίζουνε την αρχική φωτιά.7 Ο Φίλιππος, νεκρός πια, επίμονο αγκάθι στη σκέψη του
ποιητή. Ποιος ήταν ο Φίλιππος; Ο άνθρωπος με τα πεισματικά οράματα. «Ανέβηκε τα λαμπερά
βουνά», πήρε δηλαδή μοναχικός το δρόμο του, να σηκώσει ασυμβίβαστος αυτά που
οραματιζόταν.
Ύστερα ο ποιητής φεύγει από το έρημο καφενείο. Περπατάει στην κούφια Λάρισα.
Σιγοσφυρίζει στους έρημους δρόμους. Τι είναι αυτό το σφύριγμα; Η αντήχηση της μοναξιάς
μέσα στην κούφια, την άδεια, την κενή, τη βουλιαγμένη πόλη; Μήπως είναι μικρό ελεγείο στον
οριστικά χαμένο φίλο; Και ξαφνικά, περπατώντας στην έρημη πόλη, ο νους του ποιητή
«γλιστράει» προς τη μνήμη της Πανδώρας. Αυτή μιλούσε μόνο «περί σώματος».

6. Ερμηνευτικά σχόλια:
Α΄ ποιητική περιοχή (στ. 1 – 10)
I. Ο δραματικά επαναλαμβανόμενος στίχος
Το ποίημα ξεκινά με ένα στίχο δραματικής απολυτότητας. Αυτός ο στίχος (αρνητικός
τύπος οριστικής μέλλοντα – οριστική και αμετάκλητη απουσία) είναι ένα επαναλαμβανόμενο
φραστικό μοτίβο, («λάιτ μοτίφ») με το οποίο ο Σινόπουλος μοιάζει να «πυροβολεί» τους
αναγνώστες, μιλώντας για το τετελεσμένο. Η αρνητική αυτή λεκτική φόρμα με την αυστηρή
εμφαντική επανάληψη έχει στόχο την αδρανοποίηση της λογικής και την ελευθερία του
συνειρμού, με αποτέλεσμα να ανακληθούν από τη μνήμη του έντονες εικόνες από τη φρίκη
του πολέμου. Σ΄ αυτό το στίχο κωδικοποιείται η άρνηση της ζωής.
Παράλληλα, λειτουργεί και ως ένας αρθρωτικός αρμός που συνέχει και συγκρατεί τη
ρευστή ροή της ποιητικής ύλης (λειτουργικός ρόλος). Η αναδίπλωση αυτού του ρυθμού
βοηθάει στην κλιμάκωση των θεμάτων, τη δομική άρθρωση του ποιήματος. Εισάγει στις τρεις
ενότητες, αν και το ποίημα είναι συμπαγές εξωτερικά και εσωτερικά με την αλληλοδιείσδυση
όλων των επιπέδων του, του τόπου και του χρόνου.
6
Η φάτσα του συναχωμένου γκαρσονιού: μια σκηνική λεπτομέρεια που ίσως να υποδηλώνει εμμέσως το πόσο άδειος
είναι ο ποιητής, όταν σε ανάλογες στιγμές, όπου έρχεται ένας άφατος πόνος (ο χαμός του φίλου), ο άνθρωπος έχει
την τάση να παρατηρεί, αφηρημένα, λεπτομέρειες που άλλοτε δεν πρόσεχε.
7
«Χιλιάδες οι νεκροί Ελπήνορες, άγνωστοι και φίλοι, όρμησαν στη μνήμη του, την κατοίκησαν και ζητούν να μη
λησμονηθούν. Προσδοκούν την ανάστασή τους μέσα στη μνήμη του. Η μνήμη του πονεί, όπου και να την αγγίξεις…
Πολλές δεκάδες ονόματα μνημονεύονται μέσα στην ποίησή του, ιδιαίτερα στο Νεκρόδειπνο και στο Χρονικό, κάποια,
όπως και ο Φίλιππος, διατρέχουν ολόκληρο το ποιητικό σώμα. Όλα μαζί αποτελούν τη μυθολογία του Σινόπουλου. Η
ομηρική Νέκυια ξαναζεί και δηλώνεται με το ποίημα «Ελπήνωρ», που είναι το πρώτο ποίημα της πρώτης του
συλλογής. Η μελέτη της ποίησής του προϋποθέτει τη μελέτη της Οδύσσειας και ειδικότερα της ραψωδίας (Λ)» (Κ. Ε.
Προκόβας).
Αυτή η τυραννική επανάληψη δραματοποιεί το ποίημα και προκαλεί το εσωτερικό κενό
στον ποιητή. Τριπλή επιβεβαίωση και αισθηματοποίηση του θανάτου αυτή η
επαναλαμβανόμενη επωδός, επιβεβαιώνει κατηγορηματικά την απουσία του Φίλιππου, που
έγινε για τον ποιητή μνήμη τυραννική και πολύτιμη. Ο Φίλιππος, ο φίλος του ποιητή, είναι
οριστικά και αμετάκλητα χαμένος. Αυτός ο θάνατος τυραννάει απόψε τον ποιητή, τον
διαποτίζει ολόκληρο με μια θλίψη.
Στο ποίημα αυτό ο Σινόπουλος χρησιμοποιεί τη μέθοδο και την τεχνική της σύνθεσης
ενός μουσικού έργου. Σε πολλές μουσικές συνθέσεις ακούμε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Το μοτίβο – κλειδί «Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος» κρατά, επομένως, το μουσικό ρυθμό σ΄
ολόκληρο το ποίημα. Μουσική τυμπάνων για ένα ρέκβιεμ.
Τα τύμπανα… εκεί απάνω στην ερημιά, που είναι
η ρημαγμένη Ελλάδα, μπορείς να τ΄ ακούσεις…
Με τη μέθοδο αυτή ο ποιητής, στα πιο καίρια σημεία του ποιήματος θέλει να το φορτίσει
συγκινησιακά με κύριο στόχο:
 τη συμμετοχή στο γεγονός του θανάτου του Φίλιππου,
 το συνδυασμό αυτής της συμμετοχής στα διαδραματιζόμενα την περίοδο εκείνη
στην Ελλάδα.

II. Η τυραννία της σκέψης (στ. 1, 2)


«Στοχάζομαι» λέει ο ποιητής στον 1ο στίχο. Με το ρήμα αυτό ο αφηγητής στρέφει τη λάμπα
στην περιοχή της μνήμης του, της μάνας-μνήμης, όπως την ονομάζει ο ίδιος ο ποιητής.
Ολόκληρο, λοιπόν, το ποίημα είναι ένας εσωτερικός διαλογισμός, μια τυραννική και έμμονη
ανάκληση στη μνήμη ενός προσώπου, του Φίλιππου, μια αναψηλάφηση, μια αναδρομή σε
πράγματα που πέρασαν, στη ζωή και στο θάνατο ενός φίλου. Το εισαγωγικό ρήμα
«στοχάζομαι» αποκαλύπτει, λοιπόν, την πρόθεση του ποιητή. Στοχασμοί πάνω στο φίλο
του, στη μοίρα του, στην εποχή του, αφού, όπως αντιλαμβάνεται κάποιος, τέλειωσαν όλα.
Τότε ακριβώς είναι η ευκαιρία για στοχασμό και κυρίως για αποτίμηση.
Έτσι, στον πρώτο κιόλας στίχο έχουμε τον τόπο («εδώ»), τον αφηγητή και το παρόν
(«στοχάζομαι») και το δραματικό πυρήνα του ποιήματος «δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος»
(παρελθόν). Ο χρόνος, όπως θα φανεί καλύτερα πιο κάτω, έχει κομματιαστεί, όπως
κομματιάστηκαν και σακατεύτηκαν οι άνθρωποι. Ο χώρος στο δεύτερο στίχο γίνεται ένα
απέραντο σκηνικό, που χαρακτηρίζεται από την ακινησία, την πνιγερή ατμόσφαιρα. Είναι οι
πλατείς και χαμηλοί ορίζοντες του Θεσσαλικού κάμπου, με τις ανελέητες βροχές και την
υγρασία που τρυπάει το κόκαλο.
Συνοπτικά, με τους δύο πρώτους στίχους σκιαγραφείται η ατμόσφαιρα της εποχής,
όπως τη θέλει ο Σινόπουλος. Η ακινησία, η ανθρώπινη απουσία, η αναφορά στο Φίλιππο
στοιχειοθετούν τα ποιητικά του μοτίβα: τη μοναξιά, τη σιωπή, τους νεκρούς, τη μνήμη.

ΙΙΙ. Η πρώτη σκιαγράφηση του Φίλιππου (στ. 3 – 7)


«Ποιος ήταν ο Φίλιππος;». Φυσικά, δεν μας ενδιαφέρει τόσο ότι ήταν υπαρκτό πρόσωπο, 8
ότι σύμφωνα με προσωπική μαρτυρία του Σινόπουλου προς τον ποιητή Γιώργη Παυλόπουλο,
εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1944. Πιο πολύ μας ενδιαφέρει το «ποιητικό» του
πρόσωπο, το πώς δηλαδή τον μνημείωσε και τον απαθανάτισε η ποίηση. Ο ποιητής, καθώς τον
ανασύρει απ΄ την αφάνεια και απ΄ τις προσχώσεις που σώρευαν πάνω του σκληρά γεγονότα
που εντωμεταξύ μεσολάβησαν, τον προβάλλει ως πρόσωπο καθολικής λειτουργίας, δηλαδή ως
συμβολοποιημένη πια ύπαρξη.
Τι συμβολίζει, λοιπόν, ο Φίλιππος; Ο ποιητής τον σκιαγραφεί στην πρώτη ποιητική περιοχή
(στ. 1 – 10). Είναι ο άνθρωπος που δε θέλησε να ιδιωτεύσει στα μικρά και τα ασήμαντα της
ζωής, στα άνομα κέρδη («λάφυρα», στ. 3) και στις φτηνές ιδιωτικές απολαύσεις («σειρήνες»,
στ. 3)9. Αρνείται πεισματικά τα ταξίματα των άλλων. Στο «τάξαμε» ο αφηγητής βάζει και τον
εαυτό του, αναγνωρίζοντας έτσι κι εκείνος έμμεσα ότι δεν μπορεί να παρακολουθήσει τους
οραματισμούς του Φιλίππου, που έχει περάσει στην εξαίρεση. (Μήπως ο ποιητής βασανίζεται
από ηθικές ενοχές και τύψεις, επειδή έτυχε να ξεφύγει τη δίνη του πολέμου;). Με το όραμα της
8
Ο Φίλιππος, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου του ποιητή, ταυτίζεται με το φίλο του Φώτο Πασχαλινό, που
εκτελέστηκε το 1944 στην Πάτρα για τη δράση του στην Αντίσταση. Η περίπτωσή του αποτέλεσε για τον ποιητή μια
τραυματική εμπειρία, που τη σέρνει μέσα του. Έτσι, εξηγείται και η μετατόπιση από την περίοδο της Κατοχής στην
εφιαλτική εποχή του εμφύλιου πολέμου. Μέσα σ΄ αυτές τις δύσκολες στιγμές, ο ποιητής κουβαλάει το παρελθόν του,
τους σκοτωμένους, χαμένους φίλους του. Πέρα όμως από κάθε ιστορική ταύτιση, τα πρόσωπα και τα γεγονότα
λειτουργούν στο Σινόπουλο σ΄ ένα επίπεδο καθολικότερο. Ό, τι εδώ μας απασχολεί είναι η εφιαλτική ατμόσφαιρα της
εποχής αυτής που ανάγκασε τον ποιητή να βλέπει πως η ιστορία τσακίζει αμείλικτα με τις μυλόπετρές της και
απιθώνει μπρος στα πόδια του συντρίμμια, ιδέες, ανθρώπους, ακλόνητες πεποιθήσεις ή αναγκαιότητες.
9
Τα «λάφυρα» και οι «σειρήνες» παραπέμπουν στην Οδύσσεια και στους συντρόφους του Οδυσσέα. Ο Φίλιππος όμως
δεν ονειρεύεται νόστους, επιστροφές σε εξωραϊσμένες από νοσταλγία καταστάσεις.
μεγάλης απέραντης πατρίδας – που χωρά όλους τους ανθρώπους - στην ψυχή, αρνήθηκε την
ευτέλεια του εαυτού του, το ξέφτισμα και το θρυμμάτισμα της γνησιότητάς του. Ο Φίλιππος
δεν επέτρεπε στον εαυτό του, σε καιρούς κρίσιμους, την εφησυχασμό, την πονηρή
ουδετερότητα, το συνθηματολογικό και δημαγωγικό λόγο, που λειτουργεί συχνά
αποπροσανατολιστικά και είναι βολικό άλλοθι. Καμιά όμως ηθική δεν είναι βολική. Ο Φίλιππος,
με τους ευαίσθητους δέκτες του, συλλαμβάνει την ευτέλεια των «επιχειρημάτων» και των
σκοπιμοτήτων της εποχής του. Εκτοπισμένος στο περιθώριο, αντιδρά στην αναλγησία των
πολλών με μια επαναστατική πράξη μεμονωμένη, όπως και «Ο καιόμενος». Διατηρώντας την
ευαισθησία και την πίστη του, ψάχνει για έναν άλλο δρόμο συνάντησης με τον άλλο άνθρωπο.
Έτσι είπε ο Φίλιππος.
Και σμίξαμε καμπόσοι. Κι είπαμε να παλέψουμε ο καθένας
κατά δύναμη να καθαρίσει αυτός ο τόπος από το σκοτάδι του. Μα
το σκοτάδι βρωμερό και αμετακίνητο.
(Χρονικό)
Είναι φανερή η ποιητική διαφορά του Φίλιππου από τους άλλους, τους πολλούς, μια και τα
οράματα δεν ήταν διάθεση πλουτισμού, ευζωίας και εντέλει εφησυχασμού. Γι΄ αυτό ο Φίλιππος
λέγεται με τ΄ όνομα του, αποκτά οντότητα, είναι μια προσωπικότητα πλήρως δομημένη, σε
αντίθεση με τους άλλους που στοιβάζονται, αγελαίοι, στο μαζοποιημένο «εμείς».
Στο στίχο 5 διακόπτεται απότομα η γραμμική αφήγηση. Ο Φίλιππος, σταυρωμένος σαν τον
Οδυσσέα στο κατάρτι της ιδεολογίας του, ξεσπάει σε μια κραυγή – καταγγελία. Στους στ. 5
και 6 ο Φίλιππος «μιλά» και ψέγει τους άλλους που άλλαξαν και αλλοτρίωσαν το πρόσωπό
τους. Έρχονται αντιμέτωποι οι άνθρωποι χωρίς πρόσωπο με το Φίλιππο. Είναι άλλωστε ο
τρόπος για να ξεχωρίζει το πρότυπο από τις μετριότητες και τις ασημαντότητες. «Πού είναι
το πρόσωπό σας, το αληθινό σας πρόσωπο», τους φωνάζει. Οργισμένος και πικρός λόγος που
σφήνωσε στην καρδιά του αφηγητή και πάει πιο πέρα. Σ΄ όλους τους δίβουλους και ο τους
χορτάτους, τους κούφιους και παραγεμισμένους, όπως θα έλεγε ο Έλιοτ. 10 Έτσι, ο Φίλιππος,
«έφυγε κλαίγοντας11 [κι] ανέβηκε τα λαμπερά βουνά», κλαίγοντας, γιατί διαπιστώνει
προφανώς τη μοναχικότητά του, την πίκρα της μοναχικής «ιδεολογικής πορείας».
Συνειδητοποίησε την πλήρη αποξένωσή του από τους άλλους, ένιωσε σα να βρέθηκε μέσα στο
κενό του κόσμου. Ανέβηκε τα λαμπερά βουνά, δηλ. το δρόμο της μοναξιάς που χαράζουν τα
μεγάλα και ασυμβίβαστα όνειρα.12 «Τα λαμπερά βουνά» που αντιδιαστέλλονται από τα πνιγερά
τοπία του κάμπου της Λάρισας, όπου σέρνονται οι άνθρωποι και συνωστίζονται χωρίς σκοπό,
προβάλλουν, με την κρυστάλλινη διαφάνειά τους, τους ανοιχτούς και καθαρούς ορίζοντες.
Η αντιστασιακή αυτή πράξη του Φίλιππου, η κίνηση από κάτω προς τα πάνω είναι ο
αφηρωισμός του Φίλιππου. Ο Φίλιππος «μ΄ ένα άγριο φως στην όψη του», ανεβαίνει στα
λαμπερά βουνά αναζητώντας μια αίσθηση αυθεντικής ζωής, που τη χαίρονται τα αληθινά
πρόσωπα και όχι τα προσωπεία. Στο «Χρονικό» (1955) ο ποιητής θα ξανασυναντήσει το
Φίλιππο απαράλλακτα όμοιο.
Ο Φίλιππος ή το μυαλό του ανάστατο να καίγεται συνέχεια
Οργή παραφορά το μάτι του μια τσακμακόπετρα.
(σελ. 36)
Ο στίχος λειτουργεί με την αμεσότητα των ασύνδετων ρημάτων, το επίθετο που συνοδεύει
το ουσιαστικό, σχήμα λεκτικό με το ποίο αναβιώνει η αρχαία παράδοση. Έτσι, λοιπόν, η
μνήμη του Φίλιππου μοιάζει με τυραννικό εσωτερικό αυτοέλεγχο. Ουσιαστικά μας
μαστιγώνει και ελέγχει τη γνησιότητά μας ως ανθρώπων.
Ο Φίλιππος θυμίζει τη μοναχικότητα των σοφόκλειων ηρώων. Είναι μόνοι τους όχι από
επιλογή, αλλά επειδή η ποιότητά τους είναι τέτοια που τους απομακρύνει από τους άλλους.
Και μια σύμπτωση: στις ανάλογες περιπτώσεις ο Σοφοκλής έδινε στις τραγωδίες του το όνομα
του ήρωα, όπως εδώ ο Σινόπουλος.

IV. Ο ρόλος της ερώτησης (στ. 5, 6)


Ο αφηγηματικός λόγος διακόπτεται και γίνεται ευθύς και ερωτηματικός. Με τον ευθύ λόγο,
που είναι μια πράξη γλωσσικής επικοινωνίας, μεταβιβάζονται μηνύματα από τη μια πλευρά
στην άλλη, που σημαίνει πως και οι δυο πλευρές γίνονται διαδοχικά δέκτες και πομποί. Έτσι,
το ποίημα κερδίζει σε δραματική ένταση και παραστατικότητα. Το ερωτηματικό αυτό
10
Αυτοί που κάθονται στο στάβλο της ικανοποίησης / σημαίνοντας θάνατο (Έλιοτ).
11
Το «κλαίγοντας» του ήρωα σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει μεταμέλεια ή απόγνωση, είναι ανθρώπινη έκφραση της
υπερέντασης εξαιτίας της αυξημένης ατομικής ευθύνης, όταν δεν υπάρχει ή σπάει η συλλογική. Δεν ξέρουμε, αν
μπορεί να γίνει σύγκριση με το κλάμα του Σολωμικού ήρωα, το «καλού Σουλιώτη». Υπάρχουν εκεί και άλλα κίνητρα. Η
αποξένωση, όμως, του ήρωα και η τελική προσωπική του απόφαση, η καταλυτική, είναι κοινός
παρονομαστής.
12
Η ανάβασή του στα λαμπερά βουνά μας ανακαλεί τους στίχους του Ελύτη «ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος»,
«τώρα χτυπάει πιο γρήγορα το όνειρο» (Άσμα ηρωικό και πένθιμο…)
του Φίλιππου είναι αποκαλυπτικό. Καθώς παρεμβάλλεται και σπάει την αφήγηση,
αναμιγνύοντας το μονόλογο με το διάλογο, αυξάνει τη δραματική ένταση. Το ποίημα
κερδίζει σε θεατρικότητα. Η γραφή παίρνει φωνή, η λέξη δράση, η εικόνα κίνηση. Ο Φίλιππος
φώναξε σε «ώτα μη ακουόντων» και απέστρεψε το πρόσωπό του. «Έφυγε κλαίγοντας».

V. Οι εικονογραφικοί στίχοι (στ. 8 – 10)


Την έξαρση των στίχων του Φίλιππου, διαδέχεται η πτώση. Ο χώρος στενεύει μέσα από τις
μεταφορές «τα καράβια που φράξανε τη θάλασσα», «κακός χειμώνας». Ύστερα από τη
σκιαγράφηση – συμβολοποίηση του Φίλιππου, έρχονται οι τρεις φοβεροί καταληκτικοί στίχοι
της πρώτης νοηματικής περιοχής (στ. 8, 9 και 10), οι οποίοι εικονογραφούν με τους πιο λιτούς
αλλά ιδιαίτερα δραστικούς τρόπους τις εφιαλτικές και μαύρες μέρες της Κατοχής. Ο τόπος
έγινε κλειστός («τα καράβια εφράξανε τη θάλασσα», στ. 8), «μαύρισε η γη», «την πήρε ένας
κακός χειμώνας» (στ. 9), «μαύρισε το μυαλό, ποτάμι το αίμα» (στ. 10). Σκοτεινιάζει ο χώρος
του ποιήματος. Ο τόπος μας σε βαρυχειμωνιά. Έκλεισαν οι δρόμοι προς τη θάλασσα. Η
Ελλάδα, δεμένη στον τροχό, βασανίζεται. Δεν είναι τόπος για να ξανάρθει ο Φίλιππος. Εκείνος
έκανε τις δικές του επιλογές. Σπάνια η ποίηση, αν εξαιρέσουμε το Σολωμό, μπόρεσε, με τόσο
επιγραμματική αλλά και δραστική λιτότητα, να εικονογραφήσει το ζόφο και τη μαυρίλα
της σκλαβιάς. Σ΄ αυτή τη μαυρίλα βούλιαξε και το όραμα του Φίλιππου. Και σ΄ αυτούς, φυσικά,
τους στίχους υπόκειται ο πρώτος ιστορικός χρόνος του ποιήματος, αφού οι εφιαλτικές μνήμες
που τυραννούν τον ποιητή είναι πραγματικές – ιστορικές.

V. Οι χρωματικές αποχρώσεις
Η χρήση των μαύρων χρωματικών αποχρώσεων παρασκευάζει το θάνατο του Φίλιππου, που
μεταφορικά εκφράζεται στο 10ο στίχο. Επαναλαμβάνεται το ρήμα του 9ου («μαύρισε») και
αλλάζει τώρα το υποκείμενο. Έτσι, στο «μαύρισε η γη» αντιπαρατίθεται το «μαύρισε το
μυαλό». Ο ηρωικός θάνατος του Φίλιππου αποδίδεται με τις ενδεικτικές χρωματικές
αποχρώσεις (μαύρο – κόκκινο) και το μακρύ ποτάμι αίματος. Αυτό είναι και το τέλος του
Φίλιππου.

Β΄ ποιητική περιοχή (στ. 11 – 18)


I. Η τραγική και αφόρητη μοναξιά του καφενείου (στ. 11 – 13)
«Φυσάει απόψε δυνατά». «Φυσάει ο διαβολεμένος αέρας της ιστορίας» (Χρονικό). «Φυσάει
πολύ. Αλέτρι τ΄ ουρανού ο αέρας» (Χρονικό). Το «Φυσάει» είναι μετά το «στοχάζομαι» ο
δεύτερος ενεστωτικός χρόνος ως εδώ. Πλήθος ήταν οι παρελθοντικοί χρόνοι, λειτουργικά
εργαλεία της μνήμης (τάξαμε, ήτανε, ονειρευότανε, φώναξε, ανέβηκε, εφράξανε, μαύρισε,
πήρε). Το παρόν διεισδύει στο παρελθόν και αντίστροφα. Συνυφαίνονται. Ο χρόνος δεν είναι
γραμμικός, είναι βιωματικός.
Ο ποιητικός χώρος συστέλλεται: ο ποιητής στην τραγική μοναξιά του έρημου
καφενείου. Το μόνο ζωντανό ον, ως το στίχο 13 του ποιήματος, μέσα σ΄ αυτή την τεράστια και
λιτή σκηνογραφία είναι «το συναχωμένο γκαρσόνι». Η ερημιά του καφενείου πολλαπλασιάζει
τη δική του ερημιά και αντίστροφα. Απομονώνεται μέσα στο φόντο της σκηνογραφίας, που
εκπέμπει μια απειλή. Τονίζει την αίσθηση των μεγάλων διαστάσεων και του κενού. «Το
συναχωμένο γκαρσόνι» είναι εντυπωσιακή φιγούρα που υπογράφει με τη βουβή παρουσία του,
ως αυτόπτης μάρτυρας, τα δρώμενα της εποχής του και στον τόπο του. Κινείται στο
μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου και υπογραμμίζει το υπαρξιακό αδιέξοδο του
μεταπολεμικού ανθρώπου. Είναι η προσωποποίηση της ξερής και σπαρακτικής απελπισίας
που κανένας δεν ακούει. Μέσα στο αφηγηματικό ποίημα είναι κι αυτός ένας βουβός
αφηγητής.
ΙΙ. Η εικαστική αποτίμηση των βιωμάτων (στ. 14 - 16)
Τον ποιητή τον τυραννούν τώρα οι εφιάλτες της μνήμης. Έτσι, ανακαλούνται στη μνήμη
του παραστάσεις οπτικές και ακουστικές (φωτιές, πυροβολισμοί, δέντρα πεσμένα) που
συνθέτουν συναισθήματα εγκατάλειψης και αποκαρδίωσης και συντελούν στη συγκινησιακή
φόρτιση του ποιήματος. Με τους τρεις αυτούς στίχους «εικονογραφείται» ο δεύτερος
ιστορικός χρόνος που υπόκειται στο ποίημα: προσωπικές εμπειρίες και μνήμες του ποιητή απ΄
την παραζάλη του εμφυλίου. Μια πολιτεία χάνεται με φωτιές και πυροβολισμούς.
Πυρακτωμένα δέντρα πέφτουν πάνω στα σπίτια. Τρομακτικές εικόνες διαδέχονται η μια την
άλλη και εκπέμπουν μηνύματα απειλητικά. Η πολιτεία έγινε φανταστική. Ο Τάκης Σινόπουλος,
κατά τον Αναγνωστάκη, είναι ποιητής «ατμοσφαιρικός». Ο κινηματογραφικός φακός, το
μάτι «του συναχωμένου γκαρσονιού», παίρνει συνεχώς πλάνα από διάφορες γωνίες. Οι στίχοι
13 – 16 είναι οι μόνοι ως εδώ στίχοι που δε διακόπτονται με καμιά τελεία στιγμή, όπως
συνέβαινε μόνιμα ως τώρα. Το κακό δεν έχει τελειωμό. Τα βιώματα του ποιητή
αναπαρίστανται εικαστικά.
ΙΙΙ. Οι δύο αντιλυρικοί στίχοι (17 και 18)
Αυτή η ενεργητική συναισθηματική κατάσταση βοηθάει τον ποιητή να διαμαρτυρηθεί
προσωπικά και έντονα για το δίκαιο αγώνα του πολεμιστή. Ο αφηγητής στο στ. 17 κόβει
απότομα το νήμα της αφήγησης μ΄ ένα ερώτημα-διαμαρτυρία, το δεύτερο σ΄ ολόκληρο το
ποίημα:
Ποιο είναι το δίκιο του πολεμιστή
ο αγώνας που σε πάει σ΄ άλλον αγώνα;
Μέσα στον εμφύλιο σπαραγμό, στο χορό του τυφλού πάθους, το «δίκιο» μοιράστηκε στα
δυο, ερήμην του πολεμιστή. Ο πόλεμος αυτός έγινε ενοχή για όλους τους πολεμιστές:
Μαύρες μανάδες ολολύζοντας
Ποιον σκότωσες εσύ, ποιον
Σκότωσες εσύ, πόσους σκοτώσαμε (Χρονικό)
Μέσα στη λιτή και συγκρατημένη λυρικότητα του ποιήματος, μόνο οι στίχοι 17 και 18
ηχούν κάπως παράταιρα, αντιλυρικά και ρητορικά. Και οι δύο στίχοι συνιστούν την
προσπάθεια του ποιητή απ΄ το μερικό και τις σκόρπιες μνήμες να αρθεί στο γενικό
και καθολικό, να εκφράσει δηλαδή την ποιητική του λογική στο επίπεδο της γενίκευσης και
της καθολικότητας. Εκείνο, πάντως, που μετριάζει και μαλακώνει τη σχεδόν αντιποιητική
εκφορά των δύο στίχων, είναι η ερωτηματική – απορηματική τους διατύπωση. Οι δύο στίχοι
δηλαδή συνιστούν ερώτημα που δεν προσδοκά καμιά απάντηση. Ίσως γιατί στη λογική ή στον
παραλογισμό της ιστορίας να μη βρίσκει κανείς εύκολα τι είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο,
μέσα στις τόσες του πτώσεις, να περνά απ΄ τον έναν αγώνα στον άλλο. Θα λέγαμε, λοιπόν,
πως το ερώτημα αυτό είναι ένα διαρκές ερώτημα όσων πολέμησαν για πολύ και βλέπουν
μπροστά όχι το τέλος αλλά πρό(σ)κληση για νέους αγώνες. Δηλαδή, ο αγώνας θα δικαιωθεί με
τη διαρκή εγρήγορση για άλλον αγώνα.

Γ΄ ποιητική περιοχή (στ. 19 – 29)


Ι. Η δεύτερη σκιαγράφηση του Φίλιππου (στ. 19, 20)
Στην τρίτη ενότητα ο αφηγητής θα μας ξαναφέρει πάλι στο Φίλιππο, για να μας συνδέσει με
τους πρώτους στίχους του ποιήματος. Δεν είχε δώσει τότε κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
του προσώπου του. Είχε μόνο σημειώσει τη στάση του απέναντι στους άλλους, τις προκλήσεις
των καιρών του και τη θέρμη των οραμάτων του. Η στάση του αυτή βγαίνει από τον αγέρωχο
χαρακτήρα του, τις ακλόνητες πεποιθήσεις του, το πείσμα και από «τις σκοτεινές μέρες και
τα ερειπωμένα πρόσωπα» που βλέπει γύρω του. Ο Φίλιππος κοίταζε με ίσιες ματιές το θάνατο.
Ακούγεται πάλι η δραματική, έμμονη επωδός: «δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος» (στ. 19). και
ακολουθεί η δεύτερη σκιαγράφησή του: αμετανόητος, πεισματικός, ασυμβίβαστος,
ακούει μόνο τη δική του φωνή και ανεβαίνει στα «λαμπερά βουνά». «Το αίμα του
ακούγοντας», θα πει ο ποιητής, για να τονίσει ότι η απόφασή του αυτή προήλθε από
εσωτερική επιταγή, από το αίμα του που τρέχει στις φλέβες του μαζί με την ιστορία του
τόπου του. Έτσι, ολοκληρώνεται το πορτρέτο του Φίλιππου, που είχε δοθεί αδρά στην αρχή. Ο
Φίλιππος πορεύεται έστω και κλαίγοντας, πάντα όμως αμετανόητος, στα ψηλά, όπου τα βουνά
είχαν το λαμπρό φως τους, σαν ν΄ απέκτησαν όμως κι άλλο μ΄ αυτούς που, σαν το Φίλιππο, τα
ανέβηκαν. Αυτή η πρόταση, καθώς ακούγεται δύο φορές μέσα στο ποίημα, δημιουργεί μια
ισχυρή αντιθετική κλίμακα με τις τρεις εκφράσεις: «ακίνητη κοιλάδα» (στ. 2), «ασάλευτη
πολιτεία» (στ. 15), «κούφια Λάρισα» (στ. 24), που υποβάλλουν την αίσθηση του χαμηλού και
του άδειου, της ακινησίας και της στασιμότητας. Αντίθετα, τα λαμπερά βουνά υποβάλλουν
την έννοια του υψηλού, της ελευθερίας, του ασυμβίβαστου και των οραμάτων.

ΙΙ. Η φυγή του Φίλιππου (στ. 21)


Η φράση «ανέβηκε τα λαμπερά βουνά» επαναλαμβάνεται στους στ. 7 και 21. Ο ρόλος της
δεν είναι ίδιος με το ρόλο της προηγούμενης, «δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος». Η προηγούμενη
φράση αποτελεί το βασικό συγκινησιακό αρμό, το βασικό μοτίβο του ποιήματος. Η φράση
«ανέβηκε τα λαμπερά βουνά» είναι περισσότερο ποιητική και θέλει να δώσει τη φυγή του
Φίλιππου από μια συγκεκριμένη πραγματικότητα, που δεν ανταποκρίθηκε στα οράματά του,
στους χώρους των βουνών, στα λαμπερά βουνά. Τα βουνά εδώ δεν έχουν σχέση με τα βουνά
εκείνης της περιόδου, που ήταν πεδίο μαχών και ορμητήρια των ανταρτών. Είναι περισσότερο
σύμβολα μιας ελευθερίας, της φυγής από τη δύσκολη πραγματικότητα. Συνειρμικά μας
φέρνουν στο νου τους στίχους του Λόρκα από το «Ματωμένο γάμο», που αναφέρονται στο
άλογο:
Μόνο μια φορά σαν είδε τ΄ αντρειωμένα τα βουνά / εχλιμίντρησε κι εχάθη στα νερά τα
σκοτεινά!

ΙΙΙ. Η αφόρητη μοναξιά του αφηγητή (στ. 22 – 24)


Αυτός ο Φίλιππος δεν θα ξανάρθει και γι΄ αυτό η μοναξιά του αφηγητή γίνεται πιο φριχτή
μέσα στην «κούφια Λάρισα». Αρκεί να προσέξει κάποιος εκείνο το ξεκομμένο «κι απόμεινα»,
που φαντάζει σαν όχθη γκρεμού. Είναι η δεύτερη και τελευταία φορά που ακούγεται στο
ποίημα το πρώτο πρόσωπο «απόμεινα», μετά από το αρχικό «στοχάζομαι». Εδώ όμως δεν
στοχάζεται μόνο ο αφηγητής, συμμετέχει στα δρώμενα και πληρώνεται με την πυκνή
μοναξιά. Μένει μονάχος με τη μοναξιά του και τις λέξεις του. Όλος ο κόσμος των
φαντασμάτων που συνωστίζονταν ως τώρα στη μνήμη του αφηγητή χάνεται.
Εγκαταλελειμμένος από το σύντροφό του Φίλιππο, απ΄ όλους όσοι χάθηκαν μέσα «στο μακρύ
ποτάμι του αίματος», περιπλανιέται «σφυρίζοντας» μέσα στην κούφια Λάρισα. Με το σφύριγμα
προσπαθεί να σπάσει τους τοίχους των αδιεξόδων και της έλλειψης κάθε ανθρώπινης
επικοινωνίας. Ολόκληρη η κούφια Λάρισα γίνεται ένα τεράστιο ηχείο, απ΄ όπου περνούν τα
σήματα του σφυρίγματος. Ο αφηγητής επικοινωνεί τουλάχιστον με τον εαυτό του, υπάρχει. Η
μουσικότητα αυτού του δίστιχου είναι απαράμιλλη. Τα τύμπανα σταματούν εδώ, για ν΄
ακουστεί σόλο το σφύριγμα. «Ο ήχος των λέξεων αυτού του δίστιχου εγγράφεται, καθώς τις
διαβάζεις, σ΄ έναν άσπρο τοίχο που βρίσκεται σε λίγη απόσταση από τις λέξεις» (Τ.
Σινόπουλος, «Νυχτολόγιο»).

IV. Το ξαφνικό «γλίστρημα» της μνήμης απ΄ το Φίλιππο στην Πανδώρα (στ. 24 – 29)
«Και τότε»: οι δυο λέξεις στο τέλος του 24ου στίχου μοιάζουν σαν να κρέμονται στο κενό.
Ανοίγουν ένα χάσμα ανάμεσα σ΄ όσα ακούστηκαν και σ΄ όσα θ΄ ακουστούν. Φαινομενικά
τουλάχιστον χάσμα μη λογικό που ξαφνιάζει. Στη διάρκεια του μοναχικού περιπάτου, όπως
συμβαίνει σε τέτοιες καταστάσεις, ήρθαν στη μνήμη του αφηγητή αναμνήσεις, θραύσματα
ερωτικής ζωής. Σε κάποια διαλείμματα πολεμικών συγκρούσεων ή και άλλων στιγμών
έντασης, αναδύονται στη μνήμη τέτοιες ερωτικές εμπειρίες. Έχουμε μια αιφνιδιαστική
μετατόπιση μέσα στο χώρο, που γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της κινηματογραφικής
γλώσσας. Προαναγγέλλεται παράλληλα αλλαγή σκηνικού και πρωταγωνιστή. Ο χώρος
διευρύνεται «ως τη Μακεδονία βαθιά». Η κυρία Πανδώρα, αντίθετα, βρίσκεται σ΄ έναν
ημίκλειστο χώρο, έτσι ώστε να καταγράφονται με λεπτομέρεια οι αισθησιακές κινήσεις της,
το αργό σάλεμα του κορμιού της σε μια ώρα ερωτικής πρόκλησης.
Η Πανδώρα είναι το «παρά προσδοκίαν συμβαίνον» στο ποίημα. Αυτό που δεν το περιμένεις,
το απρόσμενο και το ξαφνικό. Το λογικά ανεξήγητο αλλά το ποιητικά εύστοχο. Το πέρασμα
της μνήμης απ΄ το Φίλιππο στην Πανδώρα γίνεται σχεδόν αλματικά. Δικαιολογείται, όμως, ως
ένας ψυχολογικός συνειρμός των αντιθέτων. Αναφύεται ξαφνικά μέσα στο ποίημα το πρόσωπο
της Πανδώρας ως μια άλλη προσωπική μνήμη του ποιητή. Η Πανδώρα είναι το αντίζυγο, ο
αντίποδας, το αρνητικό του Φίλιππου. Στη μυθολογία η Πανδώρα είναι σύζυγος του
Επιμηθέα, είναι η πηγή κάθε συμφοράς, και εδώ ίσως να υπαινίσσεται και το καταστροφικό
τέλος του εμφύλιου πολέμου. Μιλάει μόνο «περί σώματος». Αυτός ο λόγιος τύπος δηλώνει
περιπαικτικά τη σοβαρότητα του θέματος που την απασχολεί αποκλειστικά (μόνο). Τίποτα δεν
τη διδάσκει ο χώρος, ο χρόνος, τα γεγονότα (στ. 28, 29), ενώ δεν προσθέτει κανένα όραμα
στην αποψιλωμένη σκέψη πολλών σαν αυτήν. Η Πανδώρα μέσα στον κλειστό δικό της χώρο
γράφει το ημερολόγιο του κορμιού της, απαλλαγμένη από τις δεσμευτικές συμβάσεις
(χηρευάμενη), με απροστάτευτες τις αισθήσεις της, δε νιώθει την ανάγκη κάποιας ιδέας που
να την πάει πέρα απ΄ αυτές. Μια ζωή χωρίς δράση, αποτελματωμένη, βυθισμένη στην
ασημαντότητα και τη μικρότητα, που εκφράζει την αντίθετη πλευρά του ήρωα. Τα ευτελή
όνειρα, η χυδαία αναζήτηση της αισθητικής απόλαυσης, ο αντιηρωικός θάνατος του χτικιάρη
συζύγου αποκαλύπτουν το άλλο άκρο της διαμέτρου.
Τι να αντιπροσωπεύει, τελικά, η Πανδώρα; Να είναι άραγε το πρόσωπο που κυριαρχείται
μόνο από την ευτέλεια ενός γυμνού ερωτισμού; Να προβάλλεται από τον ποιητή με μιαν
απόχρωση ειρωνείας ή και αυτοειρωνείας για τις προσωπικές ή ιδιωτικές περιπέτειες; Να
είναι αυτό το «γλίστρημα» της μνήμης προς την Πανδώρα μια ψυχολογικά αναγκαία ανάπαυλα
του ποιητή, μια φευγαλέα λύτρωσή του από τις τυραννικές και εφιαλτικές του μνήμες; Ή,
μήπως, και η Πανδώρα συμβολίζει την άλλη δύναμη, τη δύναμη του έρωτα, που πέρα απ΄ τα
οράματα του Φίλιππου, συντηρεί και ανανεώνει τη ζωή;13 Τα ερωτήματα σκόπιμα μένουν
αναπάντητα, για να αποτελέσουν, το καθένα χωριστά, δυνατές ή ενδεχόμενες ερμηνευτικές
εκδοχές.

13
Ο Κ. Ε. Προκόβας, σε μια προσέγγιση του ποιήματος (περ. «Νεοελληνική Παιδεία», τεύχ. 5, σ. 94) πιστεύει πως το
επεισόδιο της Πανδώρας, με το ερωτικό και αισθησιακό στοιχείο δεν αντιδιαστέλλεται από τη μορφή του Φίλιππου
και το πολεμικό κλίμα που υπάρχει ως εδώ. Δεν είναι ο αντίποδας που στέκει ειρωνικά μπροστά στις επιλογές του
Φίλιππου. Είναι μαζί με το Φίλιππο οι αντιφατικότητες που συνιστούν τη ζωή και συνδέονται με το θάνατο, που είναι
το θεμελιακό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η συνειρμική σύνδεση των τελευταίων εικόνων του Σινόπουλου στο «Φίλιππο» αφήνει τη
θλιβερή αίσθηση μιας ποίησης πικρής, στυφής, απαισιόδοξης, γεμάτης ερωτήματα παρά
απαντήσεις.

7. Οι αντιθέσεις του ποιήματος:


Α΄ αντίθεση: «λάφυρα» και «σειρήνες»
Vs
«οράματα»
Η δυαδική αυτή αντίθεση: υλικά αγαθά / ιδανικά αναφέρεται στο αξιολογικό επίπεδο και
υπογραμμίζει το ανώτερο ήθος και την ηθική επιλογή του Φίλιππου.

Β΄ αντίθεση:
«μαύρισε η γη», «κακός χειμώνας», «μαύρισε το μυαλό», «μεσάνυχτα», «νύχτα σαρωμένη»,
«οι σκοτεινές μέρες», «ερειπωμένα πρόσωπα»
vs
«το πλατύ φεγγάρι»
Επιχειρώντας την ομαδοποίηση των πρώτων όρων, έχουμε, από τη μια, μαύρο – σκοτάδι και
από την άλλη φως. Στην παραδοσιακή αντίληψη το σκοτάδι συμβολίζει το θάνατο, ενώ το
φως συμβολίζει τη ζωή. Σύμφωνα με την αρχή της περισσότητας αποκαλύπτεται ότι ο
ποιητής δίνει προτεραιότητα στο θάνατο.

Γ΄ αντίθεση: «Πανδώρα»
vs
«Φίλιππος»
Η Πανδώρα είναι ο αντίποδας του Φίλιππου, εκπροσωπεί τον ερωτισμό, βρίσκεται σε αντίθεση
με τους οραματισμούς και το ρωμαλέο πνεύμα του Φίλιππου.

Δ΄ αντίθεση: στ. 8 – 16
vs
«λαμπερά βουνά» (στ. 7)
Στη θέση του διεξόδου που θα έφερνε η εκπλήρωση του οράματος της Αντίστασης, τώρα ήρθε
το αδιέξοδο, δηλαδή η εποχή μετά την Κατοχή.
Ε΄ αντίθεση: «Μιλώντας μόνο περί σώματος» (στ. 27)
vs
«πέθανε» (στ. 28)
Δίπλα στην «κυρία Πανδώρα» το «πέθανε». Δίπλα, δίπλα, στον ίδιο στίχο ο έρωτας κι ο
θάνατος σμίγουν κι εδώ. Ο έρωτας κι θάνατος είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1. Ο ποιητικός χώρος ξεκινά πρώτα απ’ την ευρυχωρία του θεσσαλικού κάμπου
(«ακίνητη κοιλάδα», 2), περιορίζεται μετά στην ασάλευτη πόλη της Λάρισας,
συστέλλεται ακολούθως στον κλειστό χώρο έρημου καφενείου και, τέλος, ξαναβρίσκει
μια τελική διαστολή στους νυχτωμένους δρόμους της κούφιας Λάρισας (24). Οι επίμονες
παραδειγματικής υφής σημάνσεις του χώρου, που αθροιστικά παραπέμπουν στην έννοια
της στατικότητας, της φθοράς, της ακινησίας και της απουσίας ζωής σκηνογραφούν με
απόλυτη πληρότητα το προσφιλές πλαίσιο δράσης της ποίησης του Σινόπουλου: τοπίο
σκότους και ερημιάς, απ’ όπου πέρασε ισοπεδωτικά και διαβρωτικά ο πόλεμος, η κατοχή,
ο εμφύλιος, δηλ. ο θάνατος.
Ο ποιητικός χρόνος είναι επίσης με σαφήνεια προσδιορισμένος («Μεσάνυχτα στη
Λάρισα», 12). Ο χρόνος, όμως αυτός ανήκει στον ποιητή – αφηγητή. Είναι ο χρόνος των
στοχασμών του, το αφηγηματικό του «τώρα». Ωστόσο, τον ιστορικό χρόνο στον οποίο
υπόκειται το ποίημα εκφράζει κυρίως ο Φίλιππος, φίλος του ποιητή που εκτελέστηκε απ’
τους Γερμανούς το 1942. Επομένως, μέσα στο ποίημα διαπλέκονται δύο χρονικές
βαθμίδες: ο προσωπικός χρόνος του ποιητή και ο χρόνος του Φίλιππου, προς τον οποίο
διαφεύγουμε χάρη στην δραστηριοποίηση της μνήμης του ποιητή. Μια άλλη χρονική
διαφυγή του ποιητή, που λειτουργεί μ’ έναν τρόπο αλματικού ξαφνικού συνειρμού, είναι
εκείνη προς το πρόσωπο της Πανδώρας και του χτικιάρη άντρα της. Έτσι, υποδηλώνεται
μια σκέψη που λειτουργεί συγκεχυμένα, άτακτα και ρευστά, καθώς το υποκείμενό της με
βεβαιωμένη την αίσθηση της καταστροφής αφήνεται στην ανάδυση από το υποσυνείδητο
γεγονότων, θραυσμένων εικόνων, αποδιωγμένων επιθυμιών, αναμνήσεων από σχέσεις και
θανάτους.

2. α. Το ποίημα ξεκινά μ’ ένα στίχο δραματικής απολυτότητας. Αυτός ο στίχος είναι ένα
επαναλαμβανόμενο φραστικό μοτίβο, με το οποίο ο ποιητής – αφηγητής μιλά για το
τετελεσμένο, την αμετάκλητη απουσία. Η αρνητική αυτή λεκτική φόρμα με την αυστηρή
εμφαντική επανάληψη έχει στόχο την αδρανοποίηση της λογικής και την απελευθέρωση
του συνειρμού, με αποτέλεσμα να ανακληθούν από τη μνήμη του αφηγητή έντονες
εικόνες από τη φρίκη του πολέμου. Υπ’ αυτή την έννοια ο στίχος κωδικοποιεί την άρνηση
της ζωής και η τυραννική επανάληψή του δραματοποιεί το ποίημα και προκαλεί το
εσωτερικό κενό του ποιητή. Αν, παράλληλα, η αρνητική αυτή λεκτική φόρμα νοηθεί σαν
μεταγραφεί μιας ευχετικής πρότασης που αναιρείται (θα ήθελα να ερχόταν, αλλά δεν θα
ξανάρθει), δικαιολογεί ακόμη περισσότερο τη διάχυτη αίσθηση θλίψης στο ποίημα.
Η ανάβαση του Φιλίππου στα «λαμπερά βουνά» συνιστά ένα από τα εντονότερα
χαρακτηριστικά του ποιητικού του προσώπου. Κατ’ αρχάς η πράξη του αυτή
αντιδιαστέλλεται πλήρως στην ακινησία του εφιαλτικού και σκοτεινού τοπίου όπου
τοποθετείται η ποιητική δράση. Εραστής του φωτός και ένθερμος οραματιστής του
ιδανικού, του υψιπετούς, ο Φίλιππος αρνήθηκε την ευτέλεια του εαυτού του, το ξέφτισμα
και το θρυμμάτισμα της γνησιότητάς του. Δεν επέτρεπε στον εαυτό του σε καιρούς
κρίσιμους, τον εφησυχασμό, την πονηρή ουδετερότητα, το βολικό άλλοθι. Έτσι, η
παρουσία του μέσα στο ποίημα καθίσταται εξόχως συμβολική, καθώς ενσαρκώνει το
όραμα της ελευθερίας, της φυγής από τη ζοφερή πραγματικότητα.

β. Η θλίψη του ποιητή δεν πηγάζει μόνο απ’ το χαμό του Φίλιππου. Κύρια αιτία της
αποκαλύπτεται σταδιακά πως είναι η αφόρητη μοναξιά του, που αναπαριστάνεται
δραστικότερα στους στ. 22-24. Έχοντας προετοιμάσει τον αναγνώστη από νωρίς, ο
αφηγητής επιφυλάσσει για το εαυτό του τη θέση του ιδεολογικά και υπαρξιακά
μετεωριζόμενου προσώπου: ενέταξε τον εαυτό του στο «εμείς» των στ. 3 και 5, για να
αυτοπαρουσιαστεί λίγο αργότερα (στ. 6) ως ο αποκλειστικός δέκτης της ύστατης
προσπάθειας του Φίλιππου για επικοινωνία «Πού είναι το αληθινό σας πρόσωπο; μου
φώναξε». Έτσι, ο αφηγητής που ανήκει στο, αλλά και διακρίνεται από το αλλοτριωμένο
κοινωνικό σώμα και συγκλίνει περισσότερο προς το ιδεολογικό όραμα του Φιλίππου,
μοιάζει πραγματικά να αιωρείται στο «μεταίχμιο». Ανέστιος, ουσιαστικά, απομένει μόνος
στο στίχο 22, με προφανή τη βίωση της αδυναμίας – ενδεχομένως και της απροθυμίας
του – να παραστεί δραστικά στον κοινωνικό χώρο. Αυτή η βίωση της ολοκληρωτικής
μοναξιάς και της συναισθηματικής ερημιάς που έπεται μιας φάσης απώλειας συνιστά και
την πηγή της θλίψης του.

γ. Ο Φίλιππος είναι ο άνθρωπος που δεν θέλησε να ιδιωτεύσει στα μικρά και ασήμαντα
της ζωής, στα άνομα κέρδη («λάφυρα») και στις φτηνές ιδιωτικές απολαύσεις
(«σειρήνες»). Συλλαμβάνοντας με τους ευαίσθητους δέκτες του την ευτέλεια των
«επιχειρημάτων» και των σκοπιμοτήτων της εποχής του, αντιδρά στην αναλγησία των
πολλών με μια πράξη επαναστατική μεμονωμένη. Διατηρώντας την ευαισθησία και την
πίστη του, αναζητά έναν άλλο δρόμο συνάντησης με τον άλλο άνθρωπο, προκρίνοντας το
όραμα της μεγάλης απέραντης πατρίδας. Η πίστη του αυτή είναι που τροφοδοτεί την
οργή και την πίκρα των στ. 5-6. Όταν ο Φίλιππος γίνεται φθεγγόμενο πρόσωπο, τότε
καταγγέλλει την αλλοτρίωση όλων εκείνων που επέλεξαν το δρόμο του συμβιβασμού, την
ασφάλεια της ουδετερότητας, την ικανοποίηση μέσα στα ιδιωτικά αγαθά τους.

δ. Οι εικόνες του εφιαλτικού ιστορικού χρόνου του ποιήματος στους στ. 8-10 είναι
εξπρεσσιονιστικής έμπνευσης και «τεχνικής». Φτιαγμένη από καράβια η θάλασσα και η
στεριά χρωματισμένη με μαύρο και κόκκινο, ο θάνατος και το αίμα. Θα ακολουθήσουν οι
«σκοτεινές μέρες» της πολιτείας που χάνεται μέσα σε φωτιές και πυροβολισμούς, με
πυρακτωμένα δέντρα να πέφτουν πάνω στις στέγες της.

3. «Η χηρευάμενη κυρία Πανδώρα και ο χτικιάρης σύζυγός της» εισβάλλουν στο ποίημα
απρόσμενα, εκεί ακριβώς που αναμενόταν η λήξη της αφήγησης. Η είσοδός του συνιστά
μια «ανταρσία» - μόνιμο άλλωστε ζητούμενο της σινοπουλικής ποίησης -, μπορεί,
ωστόσο, να αποδοθεί στην απειθάρχητη συνειρμική λειτουργία της μνήμης. Κατά τη
διάρκεια του μοναχικού περιπάτου του αφηγητή αναμοχλεύονται αναμνήσεις και
ανασύρονται πρόσωπα με πιθανή συνάφεια στο χώρο και στο χρόνο της προηγούμενης
χρονικής αναδρομής των στ. 8-10.
Η κυρία Πανδώρα, που η ειρωνική χροιά του τίτλου της (κυρία, χηρευάμενη)
συμπληρώνεται και ενισχύεται με τη λόγια διατύπωση (μιλώντας περί σώματος),
προσλαμβάνει γνωρίσματα καρικατούρας. Μαζί με τον αντιηρωικά θανόντα σύζυγό της
συμπυκνώνουν συμβολικά τα γνωρίσματα μιας νέας, μετεμφυλιακής πραγματικότητας σε
βάρος οποιασδήποτε ιδεολογικής αντίστασης και ταυτόχρονα αποδυναμώνουν το νόημα
κάθε προγενέστερης θυσίας. Στοιχειώνοντας το τέλος του κειμενικού χώρου τον
καθιστούν τελείως αφιλόξενο για τον Φίλιππο, που «δεν θα ξανάρθει».