ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ο προφήτης της
αρχαιότητας
∆ΕΚΑΤΗ ΕΚ∆ΟΣΗ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
Ι. ∆. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ
Α. Ε.
Σειρά Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 68
7
1989, 81991, 91994, 101996
Εκτύπωση Μ Χονδρορίζου & Σία Ο Ε
Βιβλιοδεσία Σπύρος Κουζής
Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»,
Ι ∆ Κολλάρου & Σίας Α Ε
Σόλωνος 60 - Αθήνα 106 72
ΙSΒΝ 960-05-0129-7
ΤΟΥ Ι∆ΙΟΥ
ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑ∆Α, 1938
ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ, 1943
ΡΟΥΠΕΛ, 1944
ΠΙΝ∆ΟΣ, 1945
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ, 1946
ΑΛΕΞΑΝ∆ΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ, 1950
ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ, 1952
ΜΑΡΙΝΑ, 1957
ΣΩΚΡΑΤΗΣ, 1963
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, 1966
ΕΛΛΑΣ, ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ, 1969
ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝ∆ΡΟΣ, 1972
ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ, 1975

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Πολλοί, όταν ακούν τ' όνοµα Σωκράτης, αναρωτιώνται τι λογής άνθρωπος
υπήρξε. Ακουστά έχουν τ' όνοµα, ωστόσο ξέχασαν ποιος ακριβώς ήταν. Το βιβλίο
αυτό γράφηκε, για να ξαναθυµίσει στους συγχρόνους την πιο αινιγµατική µορφή
της αρχαιότητας και µια φωτεινή διδασκαλία, πού ύστερα από 2.500 χρόνια είναι
τόσο χρήσιµη για τους σηµερνούς ανθρώπους, όσο ήτανε στους Αθηναίους του Ε'
π.Χ. αιώνα. Όλη του ή διδαχή µπορεί να εφαρµοστή στην εποχή µας, την τόσο
όµοια µε τη δική του. Ο λαός, τότε, ήταν κατάκοπος από το φοβερό
Πελοποννησιακό πόλεµο, απογοητευµένος από τις παλιές φόρµες της ζωής,
ανήσυχος για την επιβίωση του, γεµάτος κρυφό πόθο για πραγµατικές αξίες.
Όπως σήµερα, ζούσανε τότες οι άνθρωποι βίο ανεξέταστο, παρασυρµένοι από τις
φροντίδες αλλά και τη φαντασµαγορία της ζωής. Η προσπάθεια τους περιοριζόταν
στο να ευδοκιµήσουν στην κοινωνία, κι' ας έµεναν βυθισµένοι στην πλάνη και τα
δουλικά διακονήµατα. Ο πολιτισµός κινδύνευε από τη µετριότητα των ατόµων,
ευαίσθητων για τα µικρά κι' αδιάφορων για τα µεγάλα. Μήπως όµως ο αιώνας
µας δεν παλεύει µέσα σε παρόµοια πνευµατική σύγχυση; ∆υνατοί άνεµοι
ελεύθερης σκέψης, λες και τους απόλυσαν εκείνοι οι παλιοί σοφιστές, παρασύρουν
τα καθιερωµένα, σκορπάν επαναστατικές ιδέες, κλονίζουν τα βάθρα της πίστης
και της ηθικής.
Αν ξαναγύριζε στον κόσµο ο Σωκράτης, θα τον εξένιζαν βέβαια αεροπλάνα και
Σπούτνικ, µα τους ανθρώπους
θα τους έβρισκε απαράλλακτους. Σήµερα ή ζωή µεταµορφώθηκε, αλλά µόνο στα
εξωτερικά σηµάδια της. Κάτω από την επιφάνεια σαλεύουν πάντα τα ίδια
προβλήµατα του ανθρώπου. Γι' αυτό θεώρησα απαραίτητο, µια βιογραφία του
Σωκράτη να εικονίζη τις περιπέτειες και τη ζωή του Ε' π.Χ. αιώνα, «του
κλασσικού», που στάθηκε ένας από τους πιο σπουδαίους για την ανθρωπότητα.
Όλα τα προβλήµατα πού µας συγκινούν σήµερα, τα εξέτασε ο Σωκράτης µε σοφία,
διαλογική ικανότητα και ψυχολογική διαίσθηση. Νους θετικός, αλλά ψυχή
ανήσυχη και συχνά εκστατική. Θαυµάσιο διαµάντι, πού όσο περισσότερο
σκαλίζεται, τόσο παρουσιάζονται νέες πλευρές του και φεγγοβολά δυνατότερα.

Ι
Ένας σκλάβος µπήκε λαχανιασµένος στο εργαστήρι του Φειδία και
φώναξε :
—«Ο άρχοντας Περικλής µε την Ασπασία θάρθουν το µεσηµέρι να δουν
τ' αγάλµατα. Ο Φειδίας σας παραγγέλνει να συγυρίστε το µέρος», είπε και,
ξιπασµένος από τ' όνοµα Περικλής, άρπαξε µια σκούπα κι' άρχισε να σκουπίζη
µε προθυµία.
Γλύπτες, χαλκοχύτες, καλφάδες, όλοι τους ηλεκτρισµένοι από το µεγάλο
µήνυµα, παράτησαν τη δουλιά και σε µιαν ώρα ο τόπος είχε νοικοκυρευτή, όσο
µπορεί να µπή σε τάξη εργαστήρι, όπου ιδροκοπούσαν ως εκατό τεχνίτες.
Η συνοικία των µαρµαράδων ήτανε στο ∆ήµο Αλωπεκής, κι' εκεί, στο
δρόµο πού πηγαίνει κατά την Πεντέλη, δίπλα στο σπίτι του δίκαιου Αριστείδη,
είχε οικοδοµήσει ο Φειδίας µια πελώρια αίθουσα, όπου σµίλευε µε τους
βοηθούς του τα γλυπτά, του Παρθενώνα. Εκεί είχε χύσει τα δυο ξακουσµένα
χάλκινα αγάλµατα για την Ακρόπολη, τη « Ληµνία Αθηνά », ειρηνική κι' ωραία
Παρθένα, και την « Πρόµαχο », µεγαλόπρεπη Θεά του πολέµου µε κράνος,
δόρυ κι' ασπίδα, 25 µέτρα ψηλή, καµωµένη από το χαλκό των λαφύρων του
Μαραθώνα, για να διαλαλή αιώνια την ανδρεία των Αθηναίων Περσοµάχων. Η
ολόχρυση άκρη από το δόρυ τής Προµάχου φαινόταν ως το Σούνιο κι' η λάµψη
του οδηγούσε, σα φάρος, τους ξένους προς το Άστυ.
Άµα καταλάγιασε η φασαρία κι' ευπρεπίστηκε το εργαστήρι, κάθε
γλύπτης ξανάπιασε τη δουλειά του, ο Αγοράκριτος, ο αγαπηµένος µαθητής του
∆ασκάλου, που του επέτρεπε να υπογράφη τα έργα του όχι µε τ' όνοµά του,
παρά µε το δοξαστικό « Φειδίας », γύρισε στο µισοτελειωµένο άγαλµα του
Ποσειδώνα και δίπλα του µαζεύτηκαν οι πατριώτες του Παριανοί τεχνίτες
Θρασυµήδης, Λοκρός και Αρίστανδρος µε το µικρό γιό του, τον Σκόπα, που,
αµούστακο άκόµ' αγόρι, έδειχνε κιόλας ότι θα γινόταν ο σπουδαιότερος
καλλιτέχνης της ερχόµενης γενιάς.
Παρέκει ο Αλκαµένης δούλευε τη Θεά ∆ήµητρα και την κόρη της,
ακουµπισµένη πάνω της. Ήταν ειδικός να παριστάνη το γυναικείο σώµα και το
άγαλµα του «Αφροδίτη εν Κήποις » τον είχε κάνει πασίγνωστο. Είχαν
ελαφράδα τα υποµονετικά χέρια του, κι' ακολουθώντας µε τη σµίλη τις φλέβες
του µαρµάρου νόµιζε πως χάιδευε τις φλέβες κάποιας γυναίκας και κατάφερνε
να δίνη στ' άγάλµατα του κάτι, που θα τόλεγες δέρµα δροσερό.
Σε µια γωνιά ψιλοδούλευε ανόρεχτα ο τριαντάρης Σωκράτης, για ν'
αποτελειώση ανάγλυφο µε τις τρεις Χάριτες, προορισµένο να στηθή αριστερά
από το ιερό της Απτέρου Νίκης. Ολόρθη κοντά του µισόγυµνη κοπέλλα του

χρησίµευε για µοντέλο. Τότες οι γλύπτες εργάζονταν δίχως όργανα, οδηγηµένοι
από µόνο το µάτι, πασχίζοντας να πετύχουν τη µορφή που στεκόταν µπροστά
τους. Μα όλοι δεν κατάφερναν να µεταδώσουν στην πέτρα το δικό τους όραµα.
Έτσι ο Σωκράτης, όταν αστόχησε να πετύχη τ' ακροδάχτυλα στις Χάριτες,
απόστρεψε τα µάτια από τ' ανάγλυφο, πλησίασε το µοντέλο και:
— « ∆ανάη, ξεκουράσου », της είπε.
Εκείνη κάθισε ήσυχα σ' ένα σκαµνί κι' ανέβασε το φόρεµα, για να
σκεπάση τ' αριστερό στήθος, που η πόζα το ήθελε γυµνό. Ήταν Αργίτισσα
κοπέλλα µε δέρµα σταράτο και τόσο µαύρα µαλλιά, που νόµιζες πως αυτωνών η
σκιά σκούραινε τη σάρκα της.
—« Τι κάνεις το βράδυ ; » ρώτησε η ∆ανάη.
—« Τίποτα ».
—« Θέλεις νάρθης µαζί µου ; »
Ο Σωκράτης την κοίταξε όχι σα µοντέλο, παρά σα θηλυκό. Του άρεσε η
θέρµη που ανάδινε και δέχτηκε.
—« Όταν βραδιάση, συνέχισε η κόρη, θα µε βρής στο λόφο των
Μουσών».
Εκείνος συµφώνησε χαµογελαστός, της χάιδεψε τα µαλλιά κι' ύστερα
φώναξε στον Αλκαµένη :
—« Έλα, φίλε, να µε βοηθήσης. ∆υσκολεύοµαι να σιάξω τα δάχτυλα των
ποδιών ...»
Ο Αλκαµένης, που επιτηδευόταν τα πάντα, πλησίασε και µε τη σµίλη του
διόρθωσε τα λάθη». Για να παρηγόρηση το Σωκράτη του είπε :
—« ∆ε φταις εσύ. Το µοντέλο σου έχει χωριάτικα πόδια. Τέτοια βλέπεις,
τέτοια φτιάνεις ».
—« Κι' όµως η ∆ανάη είναι καλοκαµωµένη ».
—« Μην κοιτάς το σύνολο. Στις γυναίκες να µελετάς τις λεπτοµέρειες. Αν
θέλης να δης όµορφα πόδια, πρόσεξε της Ασπασίας τώρα που θάρθη. Για να
κάνω την Αφροδίτη µου, τα δικά της µέλη πήρα δείγµα ».
—« ∆ύσκολη τέχνη, Αλκαµένη, και µακρύς ο δρόµος προς το τέλειο ».
—« Ο Καλλιτέχνης έχει µοίρα την αυτοθυσία, την εγκατάλειψη του
εαυτού του, για κάτι που θα τον αποθανατίση πολύ αργότερα. Μια δαιµονική
δύναµη µας τραβά σε δρόµους που δε µας αρέσουν, µα που είµαστε
υποχρεωµένοι ν' ακολουθήσουµε. ∆εν κατέχοµε µεις την Τέχνη, η Τέχνη µας
κατέχει. Το βάσανο είναι πως οι Αθηναίοι µας περιφρονούν ».
Κι' αλήθεια στην Αρχαία Ελλάδα κανένας ελεύθερος πολίτης δεν
καταδεχόταν να γίνη, έστω και διάσηµος, καλλιτέχνης. Τους γλύπτες τους

µήτρες για την επεξεργασία του χρυσού και µισοτελειωµένα αγάλµατα. ενώ όλοι τους ακουµπούσαν στο ίδιο επίπεδο. µα δεν πρόλαβε να τελείωση. χύτρες νερού. Τα κατοπινά. γιατί πέρασε την εξώπορτα ο Περικλής και σταµάτησαν οι κουβέντες. η Ζωφόρος και τ' Αέτωµα. µακριά απ' τον καθαρόν αέρα και τις παλαίστρες. έχουν απόλυτη ενότητα. που παρίσταναν την ποµπή των Παναθηναίων την ώρα που ετοιµαζόταν να ξεκινήση. όσο δηλαδή έπαιρνε κι' ο εργάτης. * την ίδια περιφρόνηση έδειχνε για τους καλλιτέχνες η αριστοκρατία ως τον περασµένον αιώνα. για να στολίση ναό. Η συνοδεία του προχώρησε µε δυσκολία ανάµεσα σε µπλόκους ακατέργαστης πέτρας. δικές µου ιδέες είναι αυτές». που έγιναν πρώτα. Ελάτε να δήτε. έδιναν µολαταύτα εντύπωση βάθους.» Τους πήρε στην άκρη της αποθήκης και τους έδειξε αραδιασµένα έτοιµα κοµµάτια της Ζωφόρου. πως τέτοιο περίφηµο έργο θα το στήσης ψηλά. ενώ δεν τα κάνης µόνος.. και δε θα το διακρίνουν καθαρά οι άνθρωποι από κάτω ». ότι κανένας πριν από σένα δεν τόλµησε ν' ανεβάση κοινούς ανθρώπους. Η Αθηναϊκή πολιτεία όριζε µισθό για τον καλλιτέχνη µια δραχµή την ηµέρα. προπλάσµατα από πηλό. Θαυµάζω πως. µου αρκεί πως θα το βλέπουν οι Θεοί ». που είχε συλλάβει µε το Φειδία. άρχισε ο Σωκράτης. που δεν εξείχαν περισσότερο από δυο δάχτυλα από την πλάκα. » —« Ναι. Ο Ολύµπιος Περικλής αγαπούσε να παρακολουθή συχνά την ωρίµανση από τους ωραίους σκοπούς. —« Αλήθεια είναι. ώστε να φαίνεται πως ο ένας καβαλάρης ξεχώριζε από το διπλανό του. µε γύρω τους σωρό τα µαρµαροπελεκούδια. άρχοντες έδιναν οδηγίες.* —« Άµα λατρεύης την τέχνη σου.σιγά στα δικά µου χνάρια. τους παραµόρφωνε το σώµα. εξακολούθησε η Μιλησία. Η καθιστική ζωή τους σε κλεισµένους χώρους. Το ότι δούλευαν για χρήµατα πίστευαν οι αρχαίοι πως νέκρωνε το πνεύµα τους και το διατηρούσε ταπεινό. έφερα τα ταλέντα τους σιγά . είπε στο ∆άσκαλο : —« Κανένα εργαστήρι δε θα πλάση ποτέ τόσ' αγάλµατα σαν το δικό σου. Τα γλυπτά της Μετόπης. —« ∆εν πειράζει.. όµως όλα έχουν τη σφραγίδα σου ». αποκρίθηκε ο ∆άσκαλος. Τ' ανάγλυφα. Αφού περιεργάστηκε τις παραστάσεις από το Αέτωµα. το χρήµα δεν έχει σηµασία ». Ο µεγάλος Μόζαρτ φορούσε λιβρέα υπηρέτη κι' έτρωγε στην κουζίνα του Αρχιεπισκόπου του Σαλτσβούργου. Μερικοί καβαλάρηδες δεν είχαν ανεβή ακόµα στ' άλογα τους. —« Στα επτά χρόνια που δουλεύουν οι τεχνίτες κοντά µου. —« Κρίµα. αποκρίθηκε περήφανα ο Φειδίας. ρώτησε η Ασπασία το Φειδία. δείχνουν διάφορο χαρακτήρα καθένα. . άλλοι µοίραζαν ιερά σκεύη.κατέβαζαν στην καταφρονεµένη τάξη των βιοτεχνών και τους ονόµαζαν « βάναυσους ».

καθώς και δυό τόννοι χρυσάφι στο φόρεµα. Όλοι τους σάστισαν αναβλέποντας τούτο το θαύµα. αυτός δεν ξεκολλούσε τα µάτια του από την Ασπασία. . ζεµένα στο άρµα του Ήλιου. —« Και το πέτυχες. για να εφαρµοστή το ελεφαντόδοντο στο σώµα. ό. Θ' αστράφτη όλη θάµπος ». αποκρίθηκε ο Φειδίας. το σοβαρό πρόσωπο του φωτίστηκε µε χαµόγελο από την ευχαρίστηση που του προξενούσε τ' αντίκρυσµα τόσης οµορφιάς. φανέρωνε τη Σκέψη. Ύστερα. Καθώς τα καµάρωνε ο Περικλής. αλλά τον έβαλε κεφαλή σ' όλα τα έργα της Ακρόπολης. Αυτός ο γαλαζοαίµατος αριστοκράτης όχι µόνο καταδεχόταν να συζητή το κάθε τι µε το « βάναυσο » Φειδία. παρά να επιβάλω στο θεατή ευσέβεια µε την αποκάλυψη ουράνιου κάλλους ». Έγινες νοµοθέτης της τέχνης ». Η λυγεράδα της ήτανε για το Φειδία ανεξάντλητη πηγή καλλιτεχνικής παρόρµησης. Κι' ενώ ο Περικλής τον επαινούσε. γυρίζοντας προς τον ασύγκριτο πλάστη. Εβλεπε πάλι σήµερα πελώριους πέτρινους όγκους κυβερνηµένους από τέλειες απολλώνιες αρµονίες. Το µικρό κεφάλι της έστεκε περήφανο στο λαιµό. ενώ τον εαυτό του τον περιόρισε σε απλό µέλος µιας επιτροπής ελέγχου. δεν είναι να κάνω θεούς που να λατρεύωνται από δεισιδαιµονία. την αποκάλυψη θεϊκού Νου. θ' ανοίγη διάπλατα η πόρτα για να µπή φώς µέσα. όταν στο µισοσκόταδο του ναού. Το πρόσωπο της Αθηνάς. Ο µαρµαράς σώθηκε και τούτο έπεισε τον Ολύµπιο πως η Θεά ενέκρινε τα έργα. που µετάδινε βαθειά θρησκευτικότητα. Η Θεά Αθηνά παρουσιάστηκε το ίδιο βράδυ σε όνειρο του Περικλή και του παράγγειλε θεραπεία. Πριν λίγους µήνες ένας µαρµαράς είχε πέσει από τη σκαλωσιά του Παρθενώνα και τσακίστηκε. ανοιχτά ρουθούνια και στόµατα αφρισµένα από την τρεχάλα. Τα γλυπτά του Παρθενώνα άφηναν την εντύπωση πως σταµάτησε πια ο απότοµος χωρισµός ανάµεσα Θεού και ανθρώπου. Η Παλλάδα θα παίρνη την ηλιοβολή και θα την κάνη δική της. Γιά πρώτη φορά παρουσιαζόταν στον κόσµο το θαυµαστό σµίξιµο δύναµης και χάρης.τι πιάσης στα χέρια σου το µεταβάλλεις σ' οµορφιά ». τα µεγάλα µάτια βαθιά χωµένα στις κόγχες. —«Σκοπός µου. πρόφερε συγκινηµένος : —« Φειδία. µε αστραφτερά µάτια (µοναδική επιτυχία σε κρύο µάρµαρο ). Τέλος στράφηκε η συνοδεία προς το βάθος του εργαστηρίου να δη τι κολοσσιαίο άγαλµα της Παρθένου. για να φέρουν την αυγή στην κατασκότεινη γη. που το στήσανε δοκιµαστικά στον εικοσάπηχο ξύλινο σκελετό του. κάτι σαν ισορρόπηση της ανθρώπινης ψυχής. µέτωπο και µύτη σε ίσια γραµµή. σαν τ' αρχαία ξόανα.Η συνοδεία θαύµασε παρέκει τέσσερα κεφάλια από τ' άλογα του Αετώµατος. µε δυο µεγάλα σµαράγδια για µάτια. Μαγεµένος ο Περικλής άγγιξε τον ώµο της Ασπασίας και τη ρώτησε : —« Φαντάζεσαι τι εντύπωση θα κάνη τούτο το µεγαλούργηµα.

ο Περικλής σταµάτησε µια στιγµή και από τον ενθουσιασµό του είπε του Φειδία : —« Με σένα κορυφώθηκε η γλυπτική. είχε πλατύ στόµα µε παχιά χείλια και µύτη πλακουτσή. Μιά ήσυχη φωνή ακούστηκε πίσω της να λέη : —« Αυτό που έκανε ο Φειδίας είναι το ξυπνότερο έργο του ». αποτέλειωσες την οµορφιά. νόστιµη γυναίκα. Κάθε φυσική δύναµη οι πρωτόγονοι λαοί τη βλέπουν και τη λατρεύουν σα ∆ράκο. ∆εν άφησες τίποτα να βρουν οι νεώτεροι. Σταµατηµένη µπροστά στην ολόχρυση Παρθένα. —« Σωκράτη του Σωφρονίσκου ». του είπε» —« Εκείνο που ξεχωρίζει έµας τους Ελληνες από τους βαρβάρους είν' η ικανότητα να µεταβάλλουµε τα τέρατα σε αγαθούς ∆αίµονες. Αυτό αρκεί για να µας ευγνωµονή η οικουµένη. Θεοί ετοιµάζουν το χάος ». —« Γιατί το λές αυτό . παρά σαν ήµερη. την άλλη κάθεται στοχαστικός και δεν απλώνει χέρι. Γύρισε η Ασπασία κι' είδε έναν ασκηµοµούρη. Λιγοδύναµοι. όχι καθώς συνήθιζαν οι παλαιοί σαν άγριο τέρας. Θα µπορούσε να γίνη σπουδαίος γλύπτης. µαθητής µου. ούτε να πιάση το γλύφανο ». αλλά δε στρώνει. Η συντροφιά προχώρησε προς την εξώπορτα. τους καταργείς. την αιγίδα µε τη Γοργώ τη φορούσε η Αθηνά για ν' απολιθώνη τους εχθρούς της. Αν αφαιρέσης από τους Θεούς τα υπερφυσικά όπλα τους. Πριν χωριστούνε. Είναι γιος µαρµαρά. άρχισε να γίνεται κοιλαράς και φαλακρός — ο Σωκράτης. —« Πώς σε λένε » . η Ασπασία απορούσε να βλέπη στην αιγίδα της να παριστάνεται η Γοργώ. Τους λυπάµαι. ξέρεις λαµπρά την ανατοµία. που την απαλλάξαµε από προαιώνιους φόβους ». Εµείς οι Έλληνες δαµάσαµε τα τέρατα. ικανό ν' απολιθώση όποιον την αντίκρυζε. ∆ίχως να περιµένη απάντηση τράβηξε η Ασπασία πέρα και ζήτησε του Φειδία : —« Τι λογής τύπος είν' αυτός » . Μια µέρα δουλεύει καλά. σαν του βατράχου. Τι παριστάνει αυτό το πράο θηλυκό που έβαλες στη θέση της Γοργώς » . που θάναι αναγκασµένοι ολοένα να σ' . ∆ίδαξες την κίνηση στην πέτρα. πως άκακοι Θεοί είν' ικανοί να συγκρατήσουν µια διαστραµµένη ανθρωπότητα. —« Έχεις την αφέλεια να πιστεύης εσύ. Σωκράτη.φρύδια τοξωτά κι' αυγουλάτο σαγόνι. Τα µάτια του πετάγονταν έξω. Γύρισε πρός το ∆άσκαλο και ρώτησε : —« ∆ε φοβάσαι ν' άσεβής µεταβάλλοντας τη Μυθολογία. τα ηµερώσαµε σε καλότροπες θεότητες. µα ρέµπελος. ρώτησε η Ασπασία. Έξηγήσου ». —« Πανέξυπνος. Αν και νέος.

Πιστεύεις πως είστε σεις οι νέοι ικανοί να παραστήσετε τούτο το άυλο. όλα πρέπει να παρασταίνωνται. ταιριάζουν για φιλοσόφους βυθισµένους σε στοχασµούς. Ο Σωκράτης επέµεινε : —« Πρόσωπα γαλήνια. Αυτό αποµένει να δείξουν οι διάδοχοι σου να πλάσουν όχι ηµίθεους. —« Α. Καθώς λυγίζει το σώµα για να κάνη τη ρίψη. ∆άσκαλε. ναι. τον κάλεσε : —« Αύριο που θάρθη σπίτι ο Φειδίας.ίσια το ∆ισκοβόλο του Μύρωνος. πέρ' από τη Ληµνία του ∆ασκάλου σας η το ∆ισκοβόλο του Μύρωνος . Με τι τρόπο.την ανθρώπινη ψυχή ». τεντώνει τους µυς του σε υπέρτατη προσπάθεια. Μίσος. . παρά ανθρώπους του σωρού ». » —« Με τα αισθήµατα που ξεσπάν στο πρόσωπο ». ενώ το πρόσωπο του ∆ισκοβόλου τ' άφησε ατάραχο. Η φωνή του Σωκράτη ακούστηκε πάλι : —« Υπάρχει και για τη γενιά µας κάτι καινούργιο ». » —« Εκείνο που δεν ανακάλυψαν οι γεροντότεροι . χαρά.αντιγράφουν ». Τούτη τη διαβατάρικη στιγµή την απόδωσεν άριστα ο Μύρων στο κορµί. την ψυχή . έλα και σύ ». Ο Φειδίας έρριξε µιαν ιδέα: —« Ίσως ο Μύρων να θέλησε να δείξη µε την ηρεµία την εµπιστοσύνη ενός πρωταθλητή στη δύναµη του ». Της άρεσε η ξυπνάδα του και. Άλλη έκφραση έχει ο αγαθός. Μά τα πρόσωπα των αθλητών παραµορφώνονται στον αγώνα. κυρά µου». Κι' ο Σωκράτης εξηγήθηκε : —« Θυµηθήτε ίσια . πριν φύγη. Οι άνθρωποι παθαίνονται. Η Ασπασία κοίταξε τα πονηρά και πράσινα µάτια του Σωκράτη. άλλη ο δολοφόνος. Η Ασπασία τώρα του χαµογέλασε : —« Για πες: Τι αποµένει να κάνετε σεις.

το σώµα του µούδιασε ολόκληρο και τα µάτια του απόµειναν γυάλινα. Τούτο συνέβηκε πρώτη φορά. Λογάριαζε. Ερηµος ο δρόµος κι' όµως άκουγε καθαρά µια φωνή να του δίνη συµβουλές. Απόµειναν µέσα ο Σωκράτης µε τη ∆ανάη. ακόµη κι' όταν οι εντολές τον σάστιζαν. Κάθε που πήγαινε να κάνη καµιάν αστοχασιά. άρχισε να ύπακούη. Κι' η µυστική φωνή δε σταµάτησε ποτέ να τον φροντίζη. ξεχνούσε κάθε τι γύρω και το µυαλό του συγκεντρωνότανε µ' επιµονή για να λύση τ' αξεδιάλυτα. Πώς µια ξυπνή γυναίκα µπορούσε να πιστεύη τόσο στη δύναµη . καθώς βάδιζε. Τού είχε πει : « Πιστεύεις εσύ πως µε καλοσύνη µονάχα µπορεί να κυβερνηθούν οι άνθρωποι. Το πνεύµα . Σαν αεράκι ερχόταν από µέσα του κι' όµως µακρινός τούτος ο λόγος. ∆ώδεκα χρονώ. Την έδιωξε µε τη βία. κάποιος του µίλησε. όπως ώρα . κατέληξε να νιώθη κρυφή περηφάνεια. ο Έρωτας. Όσες φορές δε γνώριζε που να ρίξη ρίζες. άσχετος από τη λειτουργία της παιδιάστικης λογικής του. —« Καλά ». όσο να νιώση πως λίγο . έπεφτε σε παρόµοια έκσταση. αντίθετα από την Ασπασία. Συχνά οργιζόταν ο Σωκράτης. πως η Μοίρα τον είχε διαλέξει για «θείο σκεύος». Με τον καιρό κατάλαβε πως δεν ήτανε πια µόνος. του κρυφοµιλούσε για να τον εµποδίση. µα κανένας άλλος άντρας δεν είχε το χάρισµα να τον παραστέκη αγαθός κηδεµόνας. πεισµάτωνε και παράκουγε. του θύµισε η ∆ανάη φεύγοντας. πως η καλωσύνη είναι σηµαντική δύναµη και µεγάλος ο Θεός της αγάπης.» Του είχε πει : « Λιγοδύναµοι Θεοί ετοιµάζουν το χάος ». δεν ξεκολλούσε από κοντά του. ένα σκοτεινό δαιµόνιο ζούσε στα βάθη της ψυχής του. Μά η κοπέλλα. Κι' ενώ την ώρα που βυθιζόταν σε συλλογισµούς αύξαινε η στενοχώρια του. της άρεσε η µορφή Σάτυρου κι' η γεροσύνη του Σωκράτη. Στη σκέψη του κυκλόφερναν φράσεις της Ασπασίας. Ωρες έµενε έτσι βυθισµένος στους διαλογισµούς του. ∆ε χωρούσε αµφιβολία πως έκείν' η φωνή φανέρωνε κάποιαν ανώτερη θέληση. που ήτανε πολύ θερµή και. που να στερεώση για ν' άντρωθούν οι γνώµες του. γιατί δεν είχε όρεξη να δουλέψη. Τότε άκουγε µια περίεργη φωνή που τον οδηγούσε. Κάποια ταραχή άρχισε να τον κατέχη. της αποκρίθηκε κι' έπεσε σε συλλογισµούς.II Μόλις ξεµάκρυναν οι άρχοντες διαλύθηκε το εργαστήρι. Της είπε να φύγη. Όταν όµως µεγάλωσε και βεβαιώθηκε πως κανένας. µια µέρα που γύριζε από το σχολειό. δίχως έκφραση ζωής. γαλήνευε αµέσως. —« Μήν ξεχάσης πως θα σε περιµένω στο λόφο των Μουσών το βράδυ ».ώρα τον έπιανε ανησυχία ακατανίκητη. Μά σε λίγο οι στοχασµοί του µπερδεύτηκαν. και µε την ιδέα πως το δαιµόνιο ήταν ενδιάµεσο µεταξύ του εαυτού του και του Θεού.λίγο χώριζε από τα γήινα και τον συνέπαιρνε δύναµη µεγαλύτερη από τη δύναµη του. µόλις άκουγε τη µυστική φωνή. όταν ήτανε παιδί ακόµα.

Έγώ θα σε παραστέκω. που είν' ανήµερο θεριό και σπάει σίδερα. Τα γλέντια πράξη ταπεινή των σκλάβων. τον άµαθο. διάλεξε η Μοίρα να διδάξη τους τετραπέρατους Αθηναίους. Θ' άνάψης ολόκληρος από πόθο. τόσο περισσότερο σ' αποµακρύνουν από τον Όλυµπο. Κι' αφού έσβηνε και χανόταν ο θεϊκός λόγος. θα πη πως καλά πορεύεσαι. Φοβάται τόσο που αρχίζει να τρέµη. Έχει ανάγκη από βοήθεια ο άνθρωπος. σε δοκίµασα. Ο άνθρωπος. του φαίνονταν βαθυστόχαστα. σταγόνα . Ξέρει πως είναι δύσκολος ο αγώνας εναντίον των άλλων. Τράβα το δρόµο της µάθησης. µπορούσε να δέχεται από τον ουρανό εντολές που αποδείχνονταν αλάθητες. αδύνατο σκουλήκι. Θ' αντέξη στη δοκιµασία . αλλά είναι πιο δύσκολος εναντίον του ίδιου του έαυτού µας. λες κι' είχε αντικρίσει κάτι από το Αιώνιο Φως. κι' όσο θ' αδυνάτιζε το κορµί. Βγάλε από µέσα σου. από δω και πέρα δε θα σου δώσω συµβουλές. Μέσες -άκρες.του. Από µικρό σε διάλεξα. όπως λέει ο Φειδίας. Ήξερε ο ίδιος πως ήταν ανέτοιµος να παίξη πρώτο ρόλο. για ν' αποµονωθής και να φωτισθής µαθαίνοντας. Όταν σωπαίνω. όσα µάθαινε από τις θεωρίες των Ιώνων φιλοσόφων. µέσα σε απόλυτη ηρεµία. αφού τώρα τελευταία ένιωθε λειψή απασχόληση την Τέχνη και κρυφολαχταρούσε να φωτισθή µε τη φιλοσοφία. τάχα τούτα που άκουσε ήταν ουράνια εντολή. αυτόν. Θυσία να κάνη τη ζωή. Μόνο άµα βλέπω πως στραβοπατάς. Σήµερα το δαιµόνιο του είπε : —« Σωκράτη. θα σε εµποδίζω να κάνης κάτι. Οσο και να ποθή ν' άκολουθήση τούτη την προσταγή. όσο πιο ώραία φαντάζουν. Θα σου ορίσω τους σκοπούς της ζωής σου. Τροµάζει σαν αναλογίζεται παρόµοια εντολή.. Άρχισε να ψυχοµετρά. ο Σωκράτης έµενε για ώρες σ' έκσταση. Στάσου πετρόκαρδος. φοβάται µήπως δε σταθή άξιος.τι κι' άν ορίσω. Σου παραγγέλνω να οδηγήσης τους ανθρώπους που παραλογίζονται να λογικευτούν. Μά σήµερα βλέπω πως έχεις ανάγκη από βοήθεια. Το δαιµόνιο του ξαναµιλά: —« Σωκράτη. τόσο θα θέριευε την ψυχή του. Σπούδασε. για ν' ανταποκριθή στο δαιµόνιο. Τότε θα σε κάνω ποιµένα ανθρώπων ». Μη λυπάσαι. Σαν σε δώ να λυγεύης. Το σώµα σου συχνά θα ξεσηκωθή.σταγόνα. η µήπως εσώτερη δική του επιθυµία. αδιάφορος στις γυναίκες. θα σου φωνάξω : « Μη ! » και σύ θα µαζεύεσαι. ενώ πρόθυµα θ' αφοσιωνόταν σε µεγάλους σκοπούς. ξέρω πως θ' ακολουθήσης ό. για να . για να σε φέρη πίσω στις όµορφες. τον καλλιτέχνη. Να παρατήσης τη γλυπτική. τότε θα σε κάνω ποιµένα ανθρώπων ».. Η οµορφιά δε βοηθά να βρής το Θεό. µάθε το δρόµο που σου ετοιµάζω. « Άµα µεταπλαστής σε φλόγα. Μάθε. Πίστευε πως η ζωή του είχε ανώτερη αποστολή. Η φωνή σώπασε κι' ο Σωκράτης ξανάπεσε σε ταραχή. Και ξαφνιάζεται παραπάνω πως. Τα λαγόνια των γυναικών. αλύγιστος εµπρός στους άρχοντες. όσο να µετάπλασης την ψυχή σου σε φλόγα. που µέσα στην καρδιά του το καλό και το κακό παλεύουν και τη σπαράζουν. Ο Σωκράτης θα ήθελε να ξεπεράση τον εαυτό του. Παγίδα η καλοπέραση. Ξέχασε την ξένοιαστη ζωή. το πιο τέλειο δηµιούργηµα του Θεού. τότε. Η οµορφιά είν' εµπόδιο για να φτάσης ως το ∆ηµιουργό.

καταλάβης την παντοδυναµία της Σοφίας. τώρα δε φοβάται τίποτα. Η σκοτεινοµάτα ∆ανάη δοκίµασε να τον άνασηκώση. µπορεί να ευτυχήσουν οι ανήµεροι άνθρωποι. δικαιοσύνη. από ταπεινό µαρµαρά τον έκανε αλάτι αιωνιότητας. Φώτισε τους ». ∆ίδαξε τους.. τότε φοβήθηκε. Η καλόβολη ανθρωπιά του Σωκράτη τον έκανε να στέρξη την προσταγή που έλαβε. παρά σ' εκείνη την άλλη. Μιά θεία πνοή τον ανέβαζε ψηλά. Κάνε τους συµπολίτες σου... το υπέρτατο αγαθό. Κοιµάσαι µ' ανοιχτά τα µάτια . » Η φλογερή αναπνοή της του χάιδευε το πρόσωπο κι' ήταν άνοιξη. Μονάχα πρίν ξηµερώση.. την ανώτερη δύναµη. Το δαιµόνιο του ξεκαθάρισε την πορεία. Λίγο και θάπαιρναν τα κλάµατα την άγαπησιάρα κοπέλλα για την προσβολή. Χωρίς το δαίµονα του θα ζούσε µίζερα. —« Φύγε! » πρόφερε σιγαλά ο Σωκράτης. το συντηρεί και το κρατά ενωµένο κάποια αγάπη.. Μέσα στη νύχτα απόµεινε ο Σωκράτης ξερός από το µέγεθος της εντολής. Εξω νύχτωσε και σε περιµένω τόσην ώρα στο λόφο. Πετρωµένος απόµεινε ο Σωκράτης στη θέση του. ν' αφοσιωθούν στη ∆ικαιοσύνη. πρόφερε σαστισµένη και χάθηκε τρέχοντας. Τώρα ναι. τόνε ρώτησε. αλλά πιστεύει πως οι Θεοί επικοινωνούν µε τους ανθρώπους χάρη σε λίγους εκλεκτούς. . αγάπη. έναν απ' αυτούς διάλεξαν τον ίδιο. σοφία.. ν' αγαπηθούν. Μ' αυτά τα τρία ιδανικά που σου φανερώνω. Και η φωνή σώπασε. —« Ελα. σήκω. αντί να πολεµιούνται. Ελα. ψιθύρισε : —« Θά υπακούσω. Μια τελευταία φορά προσπάθησε να τον σαλέψη κι' όταν ο Σωκράτης της βροντοφώναξε άγρια : « φύγε! ». —« Είσαι τρελός». αντί ν' αδική ο ένας τον άλλον. —« Τι έπαθες . ωσότου κατάλαβε πως κάποιος τον σκουντούσε δυνατά. Βαρύ το χρέος. Το δαιµόνιο τον ανέβασε σε σφαίρες µαγικές. Το Σύµπαν. Συνήλθε κι' είδε τη ∆ανάη δίπλα του. » λές και δε µιλούσε στόν εαυτό του. που κρατά ισορροπία ανάµεσα στις αντίθετες ορµές των ατόµων. » —« Φύγε ! » της είπε δυνατά. είν' ωραία βραδιά. αυτό το πέλαγος οµορφιάς. τούδωσε εντολές που αντιλαλούσαν απόκρυφους δικούς του πόθους.

δίχως πολιτικούς σκοπούς για το καλό των συνανθρώπων. έβαλε τις βάσεις της Άλγεβρας και ξεπέρασε τους δασκάλους του της Γεωµετρίας στην Αίγυπτο. Οι Ίωνες φιλόσοφοι στάθηκαν οι αρχιτέκτονες του Ευρωπαϊκού πολιτισµού. που οι αισθήσεις µας δεν την καταλαβαίνουν. γιατί αρνιόταν την ύπαρξη Θεού. για να τελείωση το ανάγλυφο µε τις τρεις Χάριτες και να το στήση δεξιά από την είσοδο της Ακρόπολης. «Κόσµον τόνδε ουδείς θεών εποίησεν. άρχισε σ' όλο τον ελληνικό κόσµο αληθινός αγώνας για έρευνα της αρχής και του τέλους του Κόσµου. Υστερα καταπιάστηκε να µελετήση σοβαρά τους Ίωνες φιλοσόφους. Ανακάλυψε τον ηλεκτρισµό. Τούτοι οι Ίωνες του άρεσαν. και διατύπωσε τη θεωρία της εξέλιξης. αν όχι µε το νου. αιώνες αργότερα. έτέρω µη ποίησης».III Ο Σωκράτης έµεινε λίγους µήνες ακόµα κοντά στο Φειδία. µε απόλυτη περιφρόνηση προς κάθε υλικό κέρδος. Ελεγε πως ο κόσµος υπάρχει επειδή µεταβάλλεται. «Ο σύ µισείς. άλλοτε σαν τον µυστικιστή William Blake. γιατί µας απατάνε. όπως το : « Κακίας απέχου ». πέρα από τη λογική. µε το να µετρήση το ύψος µιας πυραµίδας από τη σκιά της. ο περιηγητής Παυσανίας. στους ιερείς των Φαραώ. . ανίκανο να ύπερβή το δρόµο του. δεν ήτανε παρά «άστρον γαιώδες».. «Αργός µη µένε µηδ' αν πλουτής». Από το Θαλή το Μιλήσιο. που τόνε θεωρούσαν θεόν Απόλλωνα. Τόν κατάτρωγε το πάθος της µάθησης. Φιλόσοφος της αιώνιας κίνησης έβλεπε γη και ουρανό να καίγεται από µια κρυφή πυρκαγιά (ηλεκτρονική θα λέγαµε σήµερα ). πρώτη φορά στην ιστορία παρουσιάζεται τότε ο αδούλωτος σοφός. Από την Ασπασία πήρε τα βιβλία των πατριωτών της. και πίστευε πως ο ήλιος. κι' οι σπόροι που έρριξαν γυρίζοντας στα παράλια της Μικρας Ασίας απόδωσαν απίστευτη ωφέλεια. Αλλά το τελευταίο βιβλίο του Ηράκλειτου που διάβασε ο Σωκράτης.Χ. εκεί που το είδε. Όµως το Σωκράτη τον συνεπήραν περισσότερο τα βιβλία του Ηράκλειτου. Αυτός καθόρισε τις θεωρίες τριγώνων και γραµµών. που µερικά είν' αξιοθαύµαστα ειπωµένα κείνη τη µακρινή εποχή. να καταλάβη έστω µε το ένστικτο. Γι' αυτόν η κρυφή αρµονία του κόσµου ήταν σηµαντικότερη από τη φανερή. Είχανε πάει στην Αίγυπτο. µιαν άγνωστη δύναµη που την παράγει η τριβή. δεµένο κι' αυτό σ' ανώτερες ανάγκες. τόνε ξένισε. που τα διάβαζε µ' αξεδίψαστη µανία ως και τις νύχτες µε το λαδολύχναρο. άλλοτε σαν το φιλόσοφο Bergson. Άφησε πλούσια ηθικά ρητά. άνθρωπος που αρνήθηκε ν' ανήκη σ' οργανωµένη ιερατική τάξη. Χάρη στο φιλελεύθερο ελληνικό χαρακτήρα. Περίφηµος µαθηµατικός ο Θαλής. το «Περί φύσεως». αλλά προτίµησε να µεταδίνη απλόχερα τις γνώσεις του. το έσχατο όριο της γνώσης. το ό40 π. που έγραφε άλλοτε σαν Εβραίος προφήτης. χώρισε το έτος σε 3ό5 µέρες και προείπε σωστά την έκλειψη ηλίου της 28 Μαΐου 585.

για να καταλάβη τ' απόκρυφα. που τον ανάγκασε να διακόψη τη µελέτη. Μα ο Ηράκλειτος. Το ανήσυχο πνεύµα του ζητούσε λύση που θα τον ανάπαυε. τον αναστάτωσε χειρότερα. φύσης άπονης που σπάζει τους αδύνατους και βιάζει τους δυνατούς ν' αλληλοσκοτώνωνται. Αλλά τότε άρχισε ο πόλεµος της Σάµου. αντί να του φέρη ηρεµία. ακόµα και τον αγαπητό του Κρίτωνα. όπως φανταζόταν ο φιλόσοφος της Εφέσου. Στο τέλος ένιωσε πως αυτές oι παράξενες θεωρίες δεν άφησαν παρά έν' απέραντο κενό µέσα του.αλλ' έστιν και έσται αεί πυρ αείζωον». Ως τώρα ο Σωκράτης δε διάβαζε. Βαρύ αίσθηµα µοναξιάς τον κυρίεψε και τον έκανε ν' άποφεύγη τους φίλους του. . µήτε τον άνθρωπο. που ίσια . όσο κι' αν του άρεσε στην αρχή. Η αθεΐα του δεν εξηγούσε µήτε τη ∆ηµιουργία. παρά άρπαζε µ' απληστία τις πρωτόφαντες θεωρίες των Ιώνων. µοιράζοντας αδιάφορα χαρές και λύπες. Περιέγραφε τη σκληράδα της φύσης που καταστρέφει κι' όταν µοιάζη να δηµιουργή. Το πρώτο αίτιο του Κόσµου δεν µπορούσε να είναι η σκέτη άψυχη ύλη.ίσια ζητούσε να πλησίαση. Τον αποµάκραιναν από το Σύµπαν και το Θεό.

που ανήκε κι' ο Σωκράτης. χώριζαν τους στρατιώτες κατά φυλή. ξιπασµένοι. κι' οι ξένοι πήγαιναν από κοντά για ν' απολαβαίνουν ένα θέαµα περίεργο και παρδαλό. από θαυµασµό για το δράµα του «Αντιγόνη». επειδή αυτά τα κρατούσαν κλεισµένα στο σπίτι. που είχαν ψιλοκεντηµένες σκηνές από την Ιλιάδα. Μερικοί αντρειωµένοι βάδιζαν αγκαλιαστά µε τους νεαρούς ερωµένους των. από τους φτωχότερους.IV Ένα πρωί του Μάρτη 440 π. τριγυρίζοντας τις συνοικίες. τρυφερά παιδαρέλια απαρηγόρητα. χλαµύδες που φορούσαν οι παππούδες τους στη µάχη του Μαραθώνα και που λογαριαζόταν τιµή να τις παρουσιάζουν σε κάθε νέο πόλεµο. στη σκόνη. Από τις κλάσεις των πλούσιων. τόνε ψήφισαν συστράτηγο του Περικλή. ρούχο χοντρό που άφηνε δεξιόν ώµο και µπράτσο γυµνό. Έτσι πορεύτηκε δίχως τάξη τούτο το πολύµορφο ανθρωπολόι. τους θήτες. διάλεξαν καβαλάρηδες. δακρυσµένες γυναίκες µε τα µωρά στην αγκαλιά ξεπροβόδιζαν τους άντρες των. oι θήτες στρώθηκαν στα θρανία µε τα κουπιά. επήραν όλους τους χεροδύναµους για κωπηλάτες. όπου οι ταξίαρχοι. Μόνο κάµποσες εταίρες ακολουθούσαν παραλήδες ιππείς και µπορούσες να τις άναγνωρίσης από τα ξεβαµµένα ξανθά µαλλιά τους και τα χρυσά πέδιλα. Άλλοι. το µηχανικό Αρτέµωνα και το δραµατικό ποιητή Σοφοκλή. Οι λίγοι καβαλάρηδες µπήκαν σ' ειδικά πλοία για τη µεταφορά ιππικού. γιατί κάθε στρατιώτης κρατούσε ρουχισµό και όπλο σπίτι του. δεν της απόµενε παρά να κλαίη κρυφά και να καρτερά να της γυρίση γερός. Στην πορεία δεν έβλεπες κορίτσια. που οι Αθηναίοι.Χ. τους Ιππείς. µαζί µε τους φιλοσόφους Αρχέλαο κι' Αναξαγόρα. µε τη φωνάρα τους καλούσαν τους νέους από 20 ως 35 χρονώ να µαζευτούν την εποµένη στο γυµναστήριο του Λυκείου έτοιµοι για πόλεµο και νάχη καθένας στο σάκκο του τροφές για τρεις ηµέρες. . ώσπου να φτάση στο λιµάνι. σκεπάζονταν µε καινούργιες πολύχρωµες χλαµύδες. γιατί ο µεγάλος έφευγε και τ' άφηνε πίσω. µε το τριπλό λοφίο και τον κόκκινο µανδύα. ξεχώρισαν λίγες χιλιάδες οπλίτες κι' από τους απόρους. εκείνο τον καιρό. κι' αν αγαπούσε καµιά έναν από τους πολεµιστές. τη φράση : «Ακολούθα µε». που τύπωναν από κάτω. Μαζί τους πορεύτηκαν ντόπιοι και ξένοι. Εκεί χωρίστηκαν. Όλες οι ελληνικές πόλεις. και ξηµερώµατα πήγε οπλισµένος στο Λύκειο. Και ξεκίνησαν για τον Πειραιά. Ο Σωκράτης φόρεσε τη στρατιωτική χλαµύδα του. Τον ήθελε συντροφιά. Μερικοί στρατιώτες ήτανε τυλιγµένοι σε κουρέλια. κι' oι οπλίτες κάθησαν στο κατάστρωµα. λεύτερο για να χτυπάη. µπορούσαν να επιστρατευτούν µέσα σε λίγες ώρες. ακόµα κι οι καβαλάρηδες είχε καθένας τ' άλογο κοντά του. Ο ταξίαρχος του Σωκράτη τόνε πήρε παράµερα και του είπε πως ο αρχιστράτηγος Περικλής πρόσταξε να τον ανεβάσουν στη ναυαρχίδα. βγήκαν στην Αθήνα οι δηµόσιοι κήρυκες και. πατεράδες συνοδεύοντας τα παιδιά τους.

στενόµακρα ταχύτατα πλοία. Η αποστασία του πιο δυνατού συµµάχου και το χρυσάφι της πάµπλουτης Περσίας πρόλεγαν τη διάλυση της Αθηναϊκής θαλασσοκρατορίας.. κι' ύστερα ο Περικλής έδωσε το σήµα να ξεκινήση ο στόλος. που. που πρόστρεχε να βοηθήση το µεγάλο νησί. Η Σάµος έµενε πάντα. µε την οποία είχε ξαπλώσει ο Περικλής το « κράτος της θάλασσας » σ' όλα τα στρατηγικά σηµεία της Μεσογείου. Πέρσες. Ο βασιλιάς της Περσίας τη χρηµατοδοτούσε. Ωστόσο. όµοιες µε πελώριες σαρανταποδαρούσες. Ο στόλαρχος βιαζόταν να ζώση αυθηµερόν τη Σάµο. πλησίαζε το νησί. µα µόλις φύσηξε τ' αποµεσήµερο µπάτης. Ετσι κατάφεραν οι Αθηναίοι να βρεθούν το δεύτερο βράδυ στη Σάµο και να την αποκλείσουν. το επαναστατηµένο εναντίον της µισητής Αθήνας. ενωµένος µε το φοινικικό. στρωτά σαν πάπιες. σήκωσαν τα τετράγωνα πανιά και ξεκουράστηκαν οι κωπηλάτες. που γνώριζαν ότι πολεµάν για την πατρίδα. ως τα 1500 µ. σαν τα ερµήνεψαν ευνοϊκά. ο Περικλής πρόσταξε να πιάσουν πάλι τα κουπιά. Ο Περικλής είχ' εµπιστοσύνη στο ναυτικό του. έγιναν σπονδές από τα χρυσά κύπελλα των αρχόντων. Τούτο δείχνει και την ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισµού απέναντι σ' Αιγυπτίους. για να προλάβη ν' άράξη στην Άνδρο.Χ. να πιάνουν τη στεριά. Ρωµαίους. µετά την Αθήνα. Μόνο µεγίστη τόλµη µπορούσε να σώση την κατάσταση. µε το µονότονο ρυθµό που έδινε στους ερέτες ο αυλητής. τραγούδησαν τον πολεµικό παιάνα. που απαντάς στα ελληνικά παράλια. από τον κυβερνήτη ως τον τελευταίο κωπηλάτη. Πίσω τους κίνησαν τα βαριά φορτηγά που άλάργευαν σιγότερα. Ποτέ τη νύχτα δεν έπλεαν οι στόλοι. παρά σταµατούσαν σε µιαν από τις αµέτρητες ναυτικές αγκαλιές. µεταχειρίζονταν για κωπηλάτες αποκλειστικά κατάδικους η σκλάβους. σήµαναν οι σάλπιγγες σιωπητήριο. για να µαγειρέψουν και να καλοκοιµηθούν οι 230 άντρες του πληρώµατος. οι µάντεις ερεύνησαν τα σηµεία και. Πολυκοσµία σε στενό χώρο ανάγκαζε κάθε βράδυ τις τριήρεις. για να πλέουν όσο γίνεται πιο γρήγορα τα πολεµικά. ακόµη και τους Ευρωπαίους. µόνον ελεύθεροι πολίτες. Τα τελευταία µηνύµατα ήταν ανησυχητικά. πρίν νυχτώση. Ως το Σούνιο προχώρησε ο στόλος µε τα κουπιά. κι' άφριζε η θάλασσα γύρω στα πλοία από τα δυνατά χτυπήµατα αµέτρητων κουπιών. κι' ο στόλος του. είχε στόλο καλά γυµνασµένο κι' εξαίρετο πολεµικό ναύσταθµο. Γι' αυτό ο Περικλής πρόσταζε τον αυλητή της ναυαρχίδας που προπορευόταν να παίζη ολοένα ταχύτερους ρυθµούς. πριν φτάση ο Περσικός στόλος. που όρµησαν όλες µαζί να παραβγούν ποια θα φτάση πρώτη στήν Αίγινα. καταστόλιστες. η µεγαλύτερη ναυτική δύναµη. έγιναν οι κανονικές θυσίες. Τότε είδε ο Σωκράτης τη µεθοδικότητα. Τόν Αθηναϊκό στόλο τον αποτελούσαν.Αφού φορτώθηκαν τα εφόδια και βολεύτηκε ο στρατός. Τη δεύτερη µέρα κωπηλάτησαν χωρίς διακοπή « ολοταχώς ». είδε τη θαυµάσια αλυσίδα από ναυτικές βάσεις που είχε ιδρύσει και ό0 τριήρεις που περιπολούσαν ολοχρονίς το Αιγαίο κι' έφερναν πληροφορίες στο ναύαρχο απ' όλα τα σηµεία του ορίζοντα. Ο . ενώ το πλήθος από την παραλία καµάρωνε τις ψηλόπρυµες τριήρεις. µοιράστηκε κρασί σ' όλους.

Άµα τ' ακινήτησαν. Υποναύαρχος των Αθηναίων ο Σοφοκλής. που παραλίγο να τον σκοτώσουν.στόλος της φοβήθηκε να τους χτυπήση και. Πριν γίνη πολιτικός αρχηγός ένας Αθηναίος. Παρατήρησε πως πρώτα κατέβασαν oι τριήρεις τα πανιά. για να την κυριέψουν. Ο στρατός άρχισε να βαριέται τη µακρόχρονη πολιορκία κι' ήθελε να φύγη. Πολύτιµο αποδείχτηκε σ' αυτή τη ναυµαχία και το « σιδερένιο χέρι». έθαψαν τους νεκρούς των. Πρώτη η «Ηγεµόνη» πέτυχε στα πλάγια τη φοινικική ναυαρχίδα. εµβόλιζαν στα µαλακά πλευρά τα εχθρικά πλοία και τα βούλιαζαν. φιλόσοφος αξίας. Άµα πλησίασαν στα σαράντα µέτρα. είτε µε τις εταίρες. της άνοιξε µεγάλη τρύπα απ' όπου µπήκαν τα νερά και την καταπόντισε. όρµησαν µέσα οι οπλίτες και σκότωσαν το πλήρωµα. κι' ύστερα πισωγύρισαν γρήγορα στη Σάµο. είτε µε τα ζάρια. αν και τους βρήκε δυνατότερους. Οι Αθηναίοι πολιόρκησαν την πόλη από ξηρά και θάλασσα. ο κλασσικός αιώνας. πιο καλογυµνασµένοι κι' ευκίνητοι ως ήταν οι Αθηναίοι. που ποτέ δε νικήθηκαν. για ν' αποχτήσουν ευκινησία στις µανούβρες. κλείστηκε στο ναύσταθµο του. έκαναν αναστροφή. µια εφεύρεση του Περικλή για να κατακρατά τ' αντίπαλα πλοία. µα η Σάµος δεν έλεγε να παραδοθή. Μα οι Σαµιώτες. που ήρθαν επίτηδες από την Αθήνα. ∆εν υπήρχαν τότε στρατιωτικές σχολές. έπρεπε να διακριθή στο στρατό και το ναυτικό. τους επιτέθηκε. µε τη γοητεία που ασκούσε σ' όλους και τη µάγο λαλιά του. Όλοι οι µεγάλοι πολιτικοί στάθηκαν και σπουδαίοι πολέµαρχοι. που το σύγγραµµα του « Περί του όντος » θαυµαζόταν όλη την αρχαιότητα. Ήταν αλλόκοτος ο πέµπτος. Αναγκάστηκαν να φέρουν περισσότερο στρατό. Μετά τη νίκη οι Αθηναίοι µάζεψαν τους ναυαγούς. Εκεί σκόρπισαν το στόλο του Μέλισσου και πολιόρκησαν στενότερα το νησί. ο ίδιος ο Περικλής. κι' έλυσαν την πολιορκία. και ρίχτηκαν καταπάνω στον εχθρό. βοήθαγε τον Περικλή να δαµάζη την κατάσταση. Αυτός πρότεινε να χωριστή το στράτευµα σε οχτώ τµήµατα και κάθε µέρα ένα τµήµα να τραβιέται από τον αγώνα και να γλεντά. Οι συχνοί πόλεµοι τους εκπαίδευαν. Τότε ο Περικλής άφησε 40 τριήρεις µε το Σοφοκλή για να συνεχίσουν την πολιορκία και ξεκίνησε µε τις άλλες να χτυπήση τον εχθρό. που τα εφεύρε τα χρόνια της πολιορκίας της Τροίας ο βασιλιάς του Ναυπλίου . Άλλες τριήρεις έπεσαν ανάµεσα στον αντίπαλο και. Μιλτιάδης. οι τοξότες ρίξανε βροχή τα βέλη τους κι' ύστερα µερικές τριήρεις έβαλαν απότοµα µέσα τα κουπιά και περνώντας ολοταχώς σύρριζα στα ξένα πολεµικά τους σπάζανε µε το γερά µεταλλικό έµβολο τα κουπιά τους. όσο νάρθη το µήνυµα πως πλησίαζαν οι Περσοφοίνικες. που και τα δυό ήταν ιερά καθήκοντα. καθώς και ο πατέρας του Ξάνθιππος. Ο Σοφοκλής. περιµένοντας να φανούν τ' Ασιατικά πολεµικά. ποιητική µεγαλοφυΐα. µόλις κατάλαβαν πως αδυνάτισε ο Αθηναϊκός στόλος. αιφνιδίασαν το Σοφοκλή. Πρώτη φορά στη ζωή του ο Σωκράτης αγνάντευε ναυµαχία από το κατάστρωµα της ναυαρχίδας « Ηγεµόνης ». Μόλις αντίκρυσε ο Περικλής τους Περσοφοίνικες. Κίµων. Θεµιστοκλής. αλλά ούτε το φθινόπωρο κατάφεραν τίποτα. Μπήκε το καλοκαίρι. Ναύαρχος της Σάµου ο Μέλισσος. λες και θέριζαν ξερά κλαδιά.

πρόσθεσε. ο Αναξαγόρας. γιατί θεωρούσε τον Αθηναίο πολίτη πολύ ακριβό υλικό. Τη συζήτηση την άνοιξε ο Αναξαγόρας. εµπιστεύτηκαν στην Αθήνα την αρχηγία. Συνθηκολόγηση θα σήµαινε αδυναµία. τίποτα δεν τολµούσε δίχως σωφροσύνη. αν δεν άλλάξης πολιτική. όχι µόνο σαν πιο γέρος. Ήτανε δραστήριος αρχηγός µα και προνοητικός. Αύριο θα σας µισήσουν. ώστε παρουσιάστηκαν στον Αρχιστράτηγο και του ζήτησαν επίµονα να επιτεθούν.Παλαµήδης. Περικλή. µέσα σε λίγα χρόνια να ξεχάσετε το ιδανικό που έσωσε την Ελλάδα. Κάθε φορά που παρακίνησα όλους τους Έλληνες να συµµαχήσουµε. Όµως η ανθρώπινη λύσσα για ολοένα περισσότερη δύναµη έσπρωξ' εσάς τους Αθηναίους. Ωστόσο η άρνηση του να κάνη γενική επίθεση έφερε µεγάλο αναβρασµό. ο Αρτέµων και ο Σωκράτης. Φαντάζεσαι πως η Αθήνα µονάχη της θα καταφέρη ποτέ να υποτάξη όλους τους Έλληνες και να τους ένωση. µε οποιαδήποτε θυσία. » —« Ίσως όχι. σαν µπήκε ο Νοέµβρης κι' ήρθε εποχή να σοδιαστούν oι ελιές. Μα. —« Μια πόλη. επειδή έπρεπε να χτυπιέται στη γένεση της κάθε ανταρσία. για να συγκρατήση εκεί το στρατό των Αχαιών. τους Σαµιώτες και κλείσε µαζί τους ειρήνη. πάντοτε υποπτεύτηκαν πως το προσπάθησα από πλεονεξία. τότε. και θα τραβήξης κι' άλλες χειρότερες. και καταντήσατε την πόλη σας τυραννική. τη µεταβάλατε σε µάζεµα από υποταχτικούς. τόσο µεράκι έπιασε τους οπλίτες να γυρίσουν πίσω (το λάδι ήταν το κυριότερο εισόδηµα τους ). Κάλεσε αµέσως. Ετσι θα ικανοποίησης και το στρατό ». του αποκρίθηκε ο Περικλής. Ο Περικλής αρνήθηκε. γιατί πάντα µικροσυµφέροντα αντιµάχονται το γενικό καλό. για παράδειγµα. τότε είναι δυνατή. Τότε ο Περικλής µίλησε πρώτα µε τους ταξίαρχους κι' ύστερα φώναξε τους φίλους του στη ναυαρχίδα ν' ακούση και τη δική τους γνώµη. όταν αποδέχεται κάθε κίνδυνο αντί να τον φοβάται». Πίσω στην πρύµη έστησαν µια σκιάδα κι' εκεί µαζεύτηκαν ο Σοφοκλής. που δε σας αγαπάνε πια. είπε. θέλω να πω τη λευτεριά. µα γιατί δεν του απόλειπε το θάρρος να µιλά ξάστερα στον Περικλή. Μά το όνειρο της Οµόνοιας είναι τόσο λαµπρό. ο Αρχέλαος. για τις δυσκολίες που τραβάς. για να πάρουν αµέσως τη Σάµο. είν' οι πόλεις που ζουν µε ειρήνη όσο µπορούν . που δεν έπρεπε να σπαταλιέται. Ο Περικλής εξήγησε πως αυτό ήταν αδύνατο. παλιό µαθητή του : —« Εσύ φταις. Ο Αναξαγόρας εξακολούθησε : — «Οι σύµµαχες πόλεις. του είπε. µικρούς και µεγάλους. θέλοντας και µη . που θα δοκιµάσω να το πετύχω µε κάθε τρόπο ». Ο Σωκράτης θέλησε να βοηθήση τον Αναξαγόρα. την αρχική συµµαχία που ήταν ζευγάρωµα από ελεύθερες πόλεις. —« Ευτυχισµένες. µετά το τσάκισµα των Περσών.

Είπε κι' ο Αρχέλαος τη γνώµη του : — « Καλύτερα να κρατάς τους φίλους κάτω από την κυριαρχία σου µε καλοσύνη παρά µε τη δύναµη ». Εσύ που έχεις φρονιµάδα συµµάζεψε τους όσο είναι ακόµα καιρός. µας έκαναν θαλασσοκράτορες. Αφησε τώρα τους στίχους. Μα τι θέλεις να πής. » Χωρίς να σηκώση το κεφάλι του ο Σοφοκλής απάντησε : — « Γράφω στίχους για τη νέα τραγωδία. τι κάνεις εκεί. αυτό το εξαίσιο µίγµα τιµής. Ήταν ένας απ' τους . — « Ε ποιητή. — « την πολιτική που κατακρίνετε. » Όλοι τους γύρισαν και κοίταξαν το Σοφοκλή. αλλά κι' εµείς δεν είναι σωστό να δίνουµε αφορµές για παράπονα. αν συγκρατήσης τη δηµοκρατία. το Σόλωνα. τον Κίµωνα. τη βρήκα από τους παλιούς. Τα χρήµατα που πληθαίνουν τον καιρό της ησυχίας. ξοδεύονται στον πόλεµο γι' ανόητους σκοπούς ». αρχίζοντας µε µιαν ειρήνη µε τη Σάµο ». στράφηκε προς το Σοφοκλή. » — « Θέλω να πω ότι χάρισες στον αγράµµατο λαό τα πανάρχαια δικαιώµατα που είχεν ο Άρειος Πάγος. — « Θέλω τη γνώµη σου για τον τελειωµό της πολιορκίας. Σαν είδε ο Περικλής πως κανένας από τους φιλοσόφους δε συµφωνούσε µε την αυτοκρατορική πολιτική του. Γκρέµισες τους αριστοκράτες. Κάτι έγραφε σε περγαµηνή. — « Έχει. Αυτοί. » —« Όχι βέβαια. Και µην ξεχνάτε πως οι σύµµαχοι µας. αλλά και τι παλιό ξεθεµελιώνεις ».πιο πολύ. άλλοι από δειλία. πρόφερε ο Ολύµπιος. — « Ξέρω πως είσαι συντηρητικός. το Θεµιστοκλή. µόνοι τους. άλλοι από τεµπελιά. αντείπε ο Αρχέλαος. ο Περικλής τον αντίσκοψε απότοµα : —« Υποστηρίζεις πως πρέπει να βαστώ ειρήνη κι' όταν αδικούν την πόλη µας . Σεις oι πολιτικοί είσαστε µαζί οικοδόµοι και χαλαστές. τις « Τραχίνιες ». εµπιστεύτηκαν τη ναυτική παρασκευή στη δική µας πόλη. απάντησε ήρεµα ο Σωκράτης. προτιµώντας να µας δίνουν χρήµατα παρά στρατιώτες. για να βάλης στη θέση τους µετριότητες. του φώναξε. ναι. έχει απεριόριστες δυνατότητες τώρα µε τους στόλους και το χρήµα της ». Μα αυτός είχ' αλλού το νου του. Μιλάµε για «πουδαία ζητήµατα και συ δεν προσέχεις . Έκαµες τους Αθηναίους φιλοπόλεµους που ονειρεύονται να κατακτήσουν τον κόσµο. φίλοι µου. ονόµατα που δεν µπορείτε να τα προφέρετε στα χαµένα. Η Αθήνα. ∆ύσκολα βρίσκει κανείς συµµάχους στην αδικία ». µου. τους φορτωµένους «Αρετή ». Πρόσεχε όχι µόνο τι καινούργιο δηµιουργείς. περηφάνειας κι' αξιοσύνης. Σα νεώτερο.

Η ψυχή µου λαχταρούσε να µη µένη άδειο το κρεββάτι µου ». του είπε. παρά ο χρόνος που δε µ' αγγίζει». να κατεβαίνω στα λιµάνια για ν' αρµατώνω τριήρεις. ώστε αυτόν διάλεξαν οι άρχοντες. . Εσύ που αιχµαλωτίζεις Ως κι' άντρες δυνατούς. Αν νιώθω πάντα νέος. µηχανολόγος. πλαισιωµένο µε πλούσια ψαρά µαλλιά. τον Ύλα. πως οι στρατηγοί πρέπει ναχουν χέρια κι' αισθήµατα καθαρά.πρωί. Εσύ που φωλιάζεις Στων κοριτσιών τα µάγουλα. Μ' έφερες εδώ να χάνω τον καιρό µου. Είχε θαυµάσιο πρόσωπο. Σοφοκλή. Εσύ που ξετρελαίνεις Εκείνον που κρατάς ! Ο Περικλής κατάλαβε πως ο υπαρχηγός του δεν είχε κέφι για σοβαρή δουλειά : — « Γέρασες. Σοφοκλή. να χαϊδεύης το παιδί που µας κερνά κρασί. ούτ' εδώ χάνεις τον καιρό σου»..Χ. τόσο καλοφτιασµένος. στίχους παρµένους από το περίφηµο χορικό της Αντιγόνης. αποκρίθηκε ο Σοφοκλής. δεκαεξάχρονο αγόρι. Τούτος ήταν κοντολαίµης και κουτσός..ωραιότερους άνδρες της εποχής του. Με το χρήµα γίνεται εύκολα ο πλούσιος ακόµα κι' ευγενής »*. Εσύ πούσαι το λούλουδο Ζωής τυραννισµένης. Ήρθε τότε η σειρά να ρωτήση ο Περικλής το µηχανικό Αρτέµωνα. είπωµένο το 540 π. και φωνή γεµάτη µουσικότητα. Αυτός έσιαξε τα βαρούλκα για ν' ανεβάζουν τα βαριά µάρµαρα ψηλά στον Παρθενώνα. Ο Ολύµπιος σοβαρεύτηκε : — « Μην ξεχνάς. πρωί . χωρίς να µε προσέχουν. Πού στις καλύβες µπαίνεις Και θάλασσες διαβαίνεις. δε φταίω εγώ. το « Έρως ανίκατε µάχαν » . — « Άκουσε. Σε είδα. » Ο Περικλής τον αντίσκοψε χαµογελώντας : — « Όχι. Ο Σοφοκλής απάντησε µε στίχους παρµένους από τα έργα του : — « Ποιος µπορεί να σβήση εκείνο που κιόλας πράχθηκε . Είµ' αναγκασµένος να σου συστήσω να τον αφήσης ήσυχο ». απάντησε ο ποιητής. —Έρωτ' ακαταµάχητε. πίστευε στη δύναµη του παρά και συχνά ανέφερε το γνωµικό του Θέογνι: « Για τους σηµερνούς ανθρώπους µόνη αρετή είν' ο πλούτος. Άφησε το παιδί όσο είµαστε σε πόλεµο ». Περικλή. γεωµέτρης. πάνε πολλοί µήνες άφ' ότου µ' έβγαλες από την ποίηση και µ' έβαλες να γυµνάζω ναύτες. — « Τα χρόνια περνάν. δείχνει πως η ανθρώπινη φύση δεν άλλαξε. *Το γνωµικό αυτό. µαθηµατικές κι' υδραυλικός. κι' όµως ακόµα παιδιαρίζεις ». για να χορέψη γυµνό τα « επινίκια » γύρω από το τρόπαιο της ναυµαχίας της Σαλαµίνας. Πάλι µε στίχους αποκρίθηκε ο ποιητής. Ήτανε λιχούδης κι' υλιστής. ένας από τους απίθανους εκείνους τύπους που φανερώνονταν την αρχαιότητα.

Λέγε ! Θα σου τα δώσω ». Η ελιά είναι χρυσάφι». Αυτό εδώ είναι σκέπαστρο. θα σου δώσω τη λύση πως να νικήσης. Είπε κι' έδειξε µονάχα στον αρχιστράτηγο. που ο Αρτέµωνας είχε βάλει κιόλας σ' . Ο Περικλής δίστασε : — « ∆εν µπορώ να κόψω ελιές. αποκρίθηκε ο Περικλής και σηκώθηκε να φύγη. Θα σου κάνω τέτοια πολιορκητικά µηχανήµατα. Τίποτ' άλλο ». . ενώ µε τους φιλοσόφους θα καταντήση ζητιάνος. Περικλή. . του φώναξε ο λιχούδης µηχανικός. την απάντηση την έδωσ' ο Αναξαγόρας : — « Κάθε που φεύγει πολεµικό για τον Πειραιά. γιατί πρέπει να νικήσης και να τιµωρήσης τη Σάµο. κι αυτές είναι µηχανές για να τους ανεβάζουν ως τις επάλξεις. » Εν' απόγευµα παρακολουθούσε από τη σκιάδα της ναυαρχίδας ο Περικλής µε τη συντροφιά του τα πολεµικά έργα. εξακολούθησε. — «Ε στρατηγέ. που πας. κάθεται και γράφει γράµµα στην αγαπηµένη του Ασπασία . αρχηγέ. Ο Περικλής χάρηκε να γλυτώση από τις δυσκολίες που τόνε βασάνιζαν και πήρε την απόφαση του : — « Τι χρειάζεσαι. που θα πάρης την πόλη δίχως να χάσης ανθρώπους. Οι δηµοκρατικοί της Σάµου. Με τις µηχανές ο άνθρωπος µπορεί ν' άνεβή στόν ουρανό. — « Εγώ.Ο Αρτέµωνας δικαιολόγησε την πολιτική του Περικλή κι' είπε πως οι φιλόσοφοι δεν καταλαβαίνουν µε τι τρόπο µπορούν να διοικηθούν οι λαοί. χωρίς να κινδυνεύουν σκαρφαλώνοντας µε σκάλες. ∆ώσε µου. που πάνω τους είχε κάτι εικονισµένο µε κοντύλι : — « Τούτο είναι µηχανή για να βροντά τα τείχη. για να προστατεύη τους οπλίτες από τα βέλη όταν πλησιάζουν τα οχυρώµατα. λες και περιφρονούσε τους άλλους. δεν πρέπει νάχουν αίτία για παράπονα. — « Τότε κόψε µου πεύκα ». Ορίστε και τα σχέδια µου ». Εκείνος δεν είπε τίποτα. Κόψε µου από δω γύρω 500 ελιές πούναι σκληρόκορµες. τρεις κερωµένες πλάκες. που θ' αναλάβουν την εξουσία µετά τη νίκη µας. Τι τους µάζεψες τόσους φλύαρους κοντά σου : Ο κόσµος χρειάζεται µηχανήµατα για κάθε του ανάγκη κι' όχι αερολογίες. — « Σύµφωνοι ». βλέπω και µας κουβαλάν τα φαγητά ». τα µέσα να σιάξω τούτα τα µηχανήµατα κι' η Σάµος θα πέση στα χέρια σου πριν περάση µήνας ». — « Μονάχα ξυλεία.

ήττα σήµαινε. Φάνηκε ν' άνοίγη η κεντρική πύλη της Σάµου. Το νησί θα παράδινε το στόλο του και τους αριστοκράτες για οµήρους. Από την άλλη πλευρά τ' Αθηναϊκό στρατόπεδο δούλευε σαν σε πανηγύρι. Μα η ώρα είχε σηµάνει. είχε πρωτοζευγαρώσει µε το ∆ία.ενέργεια. µαύρη σκλαβιά. να επισκευάζουν τις ζηµιές.νύχτα µε φορείο. µε την ελπίδα πως η Μεγαλοδύναµη θα δεχόταν να τους συντρέξη. Τέλος ο Περικλής στράφηκε προς το Σαµιώτη φιλόσοφο κι' είπε : — « Τώρα που τελειώσαµε τη συµφωνία. µε το ιερό ξόανο της θεάς. που εννοούσε να διευθύνη µόνος του τα πάντα. Μεγάλη και περήφανη πόλη έβλεπε κατατροµαγµένη να πλησιάζη η στιγµή που θα παραδινόταν. Έρχονται για συνθηκολόγηση. γοργοπόδιζαν όπου κίντυνος. Μολαταύτα. — « Καλά τα κατάφερε ο Αρτέµωνας. Γριές και γέροντες έµπαιναν στο ναό της Ήρας να προσευχηθούν. να προβάλλουν κήρυκες µε λευκή σηµαία και πίσω τους ν' ακολουθά πρεσβεία γερόντων. κανέναν δε θα σκλάβωνε. Οι οπλίτες. του βγάλανε το παρατσούκλι «περιφόρητος». Ο Μέλισσος δεν έλπιζε τόσο καλοσύνεµα κι' αποδέχτηκε αµέσως τους όρους. Ήταν εξαιρετικά µαλακοί. Στη Σάµο είχε γεννηθή η θεά Ήρα. κι' οι ευνοούµενοι της Αθήνας. είχε δίπλα του υπηρέτες για να βαστάν ασπίδες πάνω απ' το κεφάλι του. και λιτανείες. θα πλήρωνε αποζηµίωση. χάρη σ' αυτόν. Σοφοκλή. Κανέναν δεν ήθελε να θανάτωση ο Περικλής. Ήτανε φανερή από µακριά η ταραχή των Σαµιωτών που τρέχανε. Στό οπισθόδοµο φυλάγονταν οι θησαυροί πολλών βασιλιάδων εκείνης της εποχής και oi ιερείς της Ήρας ήξεραν να εκµεταλλεύωνται το χρήµα δανείζοντας το µε βαρύ τόκο σε ναυτικές κι' εµπορικές επιχειρήσεις. Ο πελώριος ναός της δέσποζε στην πεδιάδα µε τις 140 κολώνες και τα κοπάδια παγωνιών. Ο Περικλής είχε. κάµποσες µέρες τώρα. γιατί στην αρχαιότητα. πέρα δώθε. συνθηκολόγηση ζητούσε η Σάµος. θάπαιρναν την κυβέρνηση στα χέρια τους. » Πραγµατικά. βλέποντας να µεταφέρεται ο κουτσός µηχανικός µέρα . Τα σκέπαστρα του βοήθησαν τους οπλίτες να πλησιάζουν τα τείχη και µε υπονόµους να τα ραγίζουν. αυτόν που κόντεψε να σε βουλιάξη . Παντού ξεχώριζες τον Αρτέµωνα. Και δές. oι δηµοκρατικοί. Τις σκισµάδες που πετύχαιναν έτσι τις βροντούσαν οι χτυποµηχανές του και κόντευαν να τα γκρεµίσουν. άντρες και γυναίκες. χωρίς να πειράξη τίποτα. Μέσα σε λίγην ώρα υπόγραψαν τη συνθήκη και δόθηκε διαταγή ν' ανοιχτούν οι πόρτες της Σάµου και να µπη µέσα ο στρατός. είπε ο Περικλής. τέλειωνε πολιορκία. αν όχι θάνατο. κάτω από µια λυγαριά. βλέπεις µπροστά τον αντίζηλο σου Μέλισσο. ετοιµάσει τους όρους για την ειρήνη. θα ήθελα να µού εξηγούσες το βιβλίο σου « Περί του όντος ». Ήτανε ναός ονοµαστός για τα πλούτη του. Άκουσα πολλά για σένα κι' επιθυµώ να µου πης . Αυτό το ιερό στάθηκε η πρώτη Τράπεζα του κόσµου. Καθώς ήτανε φοβιτσιάρης. εδώ. που πριν έδειχνε πως θα πήγαινε σε µάκρος.

ο Νους είναι ένα µε την ύλη . άρχισε µε νεανικές χειρονοµίες να ξηγά πως εννοούσε τη γέννηση του κόσµου και τι ήταν το «Ον ». — « Συµφωνώ µαζί του. και ρώτησε τη γνώµη του για τη θεωρία του Μέλισσου. Ωστόσο δεν παραδέχοµαι. πως η ύλη κινήθηκε µόνη της. αποκρίθηκε κείνος. αφού τέλειωσε η συνθήκη. ούτ' ενδιαφέρεται για τις τύχες των ανθρώπων. αθάνατης ». Και δε φαντάζοµαι κανένας σας να πιστεύη πως οι θεοί του Ολύµπου ορίζουν τον κόσµο ». Ο Σαµιώτης σοφός χαµογέλασε και ρώτησε τον Αναξαγόρα : — « Ώστε πιστεύεις πως υπάρχει θεός . πως είν' αδύνατη δηµιουργία και καταστροφή της ύλης. » — «Τα διάβασα. τα βιβλία του Ηράκλειτου. σαν το Μέλισσο. ∆ε διάβασες. έκανε ο Σωκράτης. Κι' όταν άκουσαν πως µιλούσε µε . » — « Όχι βέβαια. Σωκράτη.µε λίγα λόγια τη θεωρία σου ». — « Τον Παρµενίδη. τι µπορούσε ακόµη να συζητά ο αρχηγός τους. Πρέπει να βρούµε εξήγηση για την κίνηση της άµορφης µάζας. µέτωπο διανοούµενου.» — « Και βέβαια θυµάµαι. Επειδή ο άνθρωπος έχει ψυχή. που τα εξηγούν όλ' αυτά µε ακρίβεια . Αυτός το διακόσµησε ». Ύστερα ο Περικλής στράφηκε προς τον Αναξαγόρα. µα δεν επείστηκα. Απόσωσε τη θεωρία του µε τη βεβαίωση. είπ' ο αρχιστράτηγος. Η φύση δεν ξέρει εξαφάνιση. τον άκουσα να βγάζη πάγκαλους λόγους. Οι θεοί είναι πλάσµατα της φαντασίας των αδύνατων ανθρώπων. Ο Μέλισσος. Κάθησε στο σπίτι του φίλου µου Πυθόδωρου και κει. µα που δονεί τα πάντα. ∆ε χωράει το µυαλό µου. Ένα χάος ήτανε πριν το Σύµπαν. στα περιβόλια του Έξω Κεραµεικού. όσο νάρθη ο «Νους » να του δώση κίνηση και σκοπό. που απορούσαν. δε θα µπορούσε να βγάλη ούτε µια σκέψη. θυµάσαι . σαν ήρθε γέροντας στην Αθήνα να δη τις εορτές των Παναθηναίων. Σωκράτη. πως όλα τούτα τα είχε διδαχτή από το δάσκαλο του Παρµενίδη. τόσο αλλάζουν τους θεούς των στο καλύτερο. Η ψυχή αποτελεί ενέργεια άλλης. πως είναι δυνατό τέτοιο αιθέριο πράµα σαν την ψυχή να γίνεται από λάσπη. Γύρω από τους φιλόσοφους άρχισαν να µαζεύωνται ταξίαρχοι και σκληρόκαρδοι πολέµαρχοι. που δεν έχει µήτ' αρχή µήτε τέλος. Όταν έφυγε από κοντά µας ο Παρµενίδης. Αναλογούν στη µόρφωση των πιστών. Ήσουνα και συ µαζί µου. θεϊκής κατηγορίας. έλεγα πως είχε ψηλώσει ο νους µου ». µεγαλόσωµος. που όσο ανεβαίνουν πνευµατικά. Ο Σωκράτης έκαµε µια διακοπή : — « Κατά τη γνώµη σου. ∆εν είναι θεός. Αυτό που ονοµάζω εγώ « Νου » είναι κάτι άυλο κι' ακίνητο. τον άκουσα. αποκρίθηκε ο σοφός. που κάτεχε όλες τις γνώσεις της εποχής του. µάτια γαλανά. µόνο µεταµόρφωση γνωρίζει. Τίποτα δε χάνεται στο Σύµπαν. Αναξαγόρα. » — « Ναι. Και ξέρεις γιατί. Ολόκληρη την Πλάση αν τη στύψης.

» Ο Περικλής δεν απάντησε. Αυτός ο ∆ιοπείθης ήτανε φανατικός χρησµολόγος του ∆ία. Από παιδί είχε το αριστερό χέρι του παραλυµένο. µέσα στα γένεια του. για να κάνη φίλο τον πριν εχθρό. θυσία στο ∆ία. Περικλή. Είδαν πραγµατικά τον αρχιερέα να ετοιµάζη θυσία.τον εχθρό Μέλισσο για το Ον και την Ψυχή. Καθώς βάδιζαν. Όταν τον πρόσταξε αυστηρά ο Περικλής ν' άφήση ελεύθερους τους νέους. » . κει που τα έρωτεµένα ζευγάρια του νησιού προσεύχονταν να εκπληρωθούν οι πόθοι τους. Ο λοχαγός οδήγησε τον Αρχηγό του κοντά στο Ναό της Ήρας. Πίσω του κίνησαν οι άλλοι. κατάντησες το µεγάλο ∆ία τοκογλύφο. έµειναν µ' ανοιχτό το στόµα. Εσύ. Ο Περικλής τινάχτηκε πάνω κι' ακολούθησε το λοχαγό. µια και βρίσκεσαι στη Σάµο. Εγώ πολύ ωφελήθηκα από τη σοφία του Πυθαγόρα ». Ο Αρχηγός έδωσε µεγαλόψυχη απάντηση : — « Ετσι πρέπει να φέρεται ο νικητής. παρά έδωσε διαταγή να ελευθερωθούν αµέσως οι 40 νέοι και γύρισε την πλάτη στο φανατικό ιερέα. Μήπως λίγες ώρες πριν δε σκοτώνονταν µε λύσσα Αθηναίοι και Σαµιώτες. ο αρχιερέας ∆ιοπείθης ετοιµάζεται να σφάξη 40 νέους Σαµιώτες. ∆εν έδωσες διαταγή να µη σκοτώσουν κανένα . Ο ∆ιοπείθης µουρµούρισε τότε. θα τα ξαναπούµε οι δυό µας. µα βολευόταν να σφάζη µε το δεξί. που αυτοκτόνησαν για να µή χωρίσουν ποτέ. Ο ∆ιοπείθης µε έκφραση µίσους έδειξε τον Αναξαγόρα : — « Αυτός ο ξένος σ' έµαθε να µην υπακούς στη θέληση των Θεών . Έλα να τους σώσης ». πριν φθάση κοντά του. ο ∆ιοπείθης αποκρίθηκε πως είχ' εντολή του Θεού να κάµη τη θυσία και κατάκρινε την πραότητα του Περικλή για τους νικηµένους. Ετοιµαζόταν ο Αναξαγόρας ν' ανταπαντήση στο Σωκράτη µα κείνη τη στιγµή ένας λοχαγός πρόστρεξε στον Περικλή και. ∆ιοπείθη. ν' αγοράσης από κανένα µαθητή του Πυθαγόρα τα βιβλία του. ο Αρχέλαος έπιασε το Σωκράτη απ' το χέρι και τον συµβούλεψε : — « Αφού πιστεύεις στην αθανασία της ψυχής. που ζητά κέρδος από κάθε ανθρώπινη πράξη ». είν' ευκαιρία. σε µια πλατεία µε το µνηµείο των « πιστών εραστών » Λεοντύχου και Ροδίνης. . . αρκετά δυνατά όµως για να τον ακούσουν οι διπλανοί του : — «Εννοια σου. φώναξε : —«Στρατηγέ.

Σαν έγιν' άντρας. Μήνες έκανε να τα διαβάση ο Σωκράτης κι' όσο προχωρούσε τόσο τον συνέπαιρνε το µεγαλείο της κοσµοθεωρίας του Πυθαγόρα. κι' αν τη χώριζε σ' αναλογία 3 προς 4 άκουγε « τετάρτη ». πήρε µια χορδή και µε ξύλινο υποστήριγµα τη διαίρεσε σε 2 µέρη. σέρνοντας πίσω του αιχµάλωτα όλα τα Σαµιώτικα πολεµικά. το ένα διπλό από τ' άλλο. που εξελίσσεται µε ατράνταχτη λογική. Για ν' αποδείξη αυτήν την υπόθεση του. Εκεί έµαθε πολλά. και δοκίµασε να παραστήση την ενότητα της φύσης µ' έναν αλγεβρικό τύπο. όπως έκανέ ύστερα από 2. σπούδασε αστρονοµία στη Χαλδαία κι' ύστερα. Μιά µέρα. Ο Πυθαγόρας γεννήθηκε από βασιλικό σόι το 750 π. τον υποδέχτηκε µε ξέφρενη χαρά. Το µαθηµατικό µέρος από τη διδαχή του. καθώς περνούσε έξω από ένα σιδεράδικο. που τη θεωρούσαν ως τότε οι άνθρωποι κάτι φευγαλέο κι' ασύλληπτο. Μόλις απόδειξε πως η αρµονία των τόνων ακολουθεί κανόνες µαθηµατικούς. µα που δεν κατέχουν οι ανίδεοι θνητοί το κλειδί της.500 χρόνια άλλος . Επειδή δεν είχε χρήµατα ο φιλόσοφος. πήγε µε συστατικό του τύραννου της Σάµου Πολυκράτη στο Φαραώ Άµασι κι' έτσι κατάφερε να γίνη δεκτός στο ανώτατο ιερατείο της Μέµφιδας. σαν είδε να γυρίζη ο Περικλής νικητής. όταν επαναστάτησε η Σάµος και κιντύνεψε η θαλασσοκρατορία τους. Πίστεψε τότε πως ο κόσµος είναι συνδυασµός αρµονικών αριθµών. την « αρχή των πάντων ». τον άφησε αδιάφορο. ερεύνησε τ' άστρα και βεβαιώθηκε πως δεν είναι αλήτες που πηγαίνουν όπου τύχη. που η πλώρη τους είχε σχήµα µύτης κάπρου. που αµέσως έστειλε να τ' άγοράση για δικό του λογαριασµό και του τα χάρισε. απαράβατους. Τους ήχους που προξενούσαν τα χτυπήµατα τους βρήκε αρµονικούς. Τα ζύγιασε κι' είδε πραγµατικά νάχουν µαθηµατική σχέση 4 προς 3 προς 2. ζήτησε δανεικά από τον Περικλή. Ο ήχος που έβγαζε κάθε τµήµα της χορδής αποτελούσε « οκτάβα ». άκουσε να χτυπάν τρεις γύφτοι πυρωµένο σίδερο. Αναζήτησε να βρή αυτό το κλειδί. (σύγχρονος του Βούδδα και του Κοµφούκιου ).V Ο λαός των Αθηνών. όσο σπουδαίο κι' αν ήταν. Όταν χώριζε τη χορδή σ' αναλογία 2 προς 3 άκουγε « πέµπτη ». Από το νησί κουβάλησε ο Σωκράτης δυό λαγήνια γεµάτα παπύρους του Πυθαγόρα. γεµάτος γνώσεις. Καί τούτο τ' οµαδικό παραλήρηµα φανέρωνε την τροµάρα που ένιωσαν οι Αθηναίοι. Συλλογίστηκε πως κάποια αναλογία θα υπήρχε στα βάρη των σφυριών. Όταν ελευθερώθηκε.Χ. Φαντάστηκε πως το χαοτικό πλήθος των τόνων µπορεί να δώση µουσική αρµονία µόνον αν ακολουθήση µαθηµατικές αναλογίες. γύρισε στη Σάµο. παρά ακολουθούν κι' αυτά νόµους µαθηµατικούς. Έτσι ανακάλυψε την αριθµητική εξήγηση της µουσικής. ώσπου τον έπιασε αιχµάλωτος ο Ναβουχοδονόσωρ και τον έκλεισε φυλακή στη Βαβυλώνα µαζί µε τον Εβραίο προφήτη ∆ανιήλ. που κάποιος βολικός συγγενής του δέχτηκε να του τα πουλήση.

ανησύχησε και πήγε στο πλιθόχτιστο πατρικό του σπίτι. προσπαθώντας να της κοινωνήση την ιδέα του Θεού. . ∆εν έλαβε απάντηση. Κι' αφού δεν άκουγε το ∆αιµόνιο να τον εµποδίζη σ' αυτόν το νέο δρόµο. Καθώς προχώρησε στο υπνοδωµάτιο. που αρχαία ελληνικά σήµαινε : στολίδι. Σκόνη σκέπαζε τα λιγοστά έπιπλα και στο χωµατένιο πάτωµα κείτονταν πεταµένα σκουπίδια. Ο φίλος του έµοιαζε να ονειρεύεται ξύπνιος.µεγάλος µαθηµατικός. Νόµισε πως είχε ανακαλύψει το µεγάλο µυστικό του Θεού. φαγοπότι. χρήµα. κατάλαβε πως δεν του ταίριαζε ο υλισµός του Πυθαγόρα. η φτωχική. Το σφιχτά κλειστό στόµα και τα βαθουλωµένα µάτια φανέρωναν πως είχε συγκεντρωθή ολότελα στον εαυτό του. τόσο δυνάµωνε τη θέληση του και δάµαζε όλους τους αχαλίνωτους πόθους της θνητής του φύσης. είδε το Σωκράτη να κάθεται ακίνητος µπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. όλα τα περιφρόνησε. κυριαρχώντας τον εσωτερικό του κόσµο. Η αταξία που αντίκρυσε µπαίνοντας στον προθάλαµο ήτανε µεγάλη. Πίστεψε πως κι' η ψυχή είν' αρµονία αριθµών. Ο Κρίτων τότε βρήκε πολύ αλλαγµένο· το άσκηµο πρόσωπο του είχεν ασκηµήνει . Είπε πως ο « ουρανός µελωδεί » και πρώτος αυτός ονόµασε το Σύµπαν « Κόσµο ». Πλησίασε το φιλόσοφο. ύστερ' από µήνες µελέτη. σχεδόν απάνθρωπη. για να σταθή άξιος στη µεγάλη αποστολή που σκόπευε ν' αναλάβη. για να ετοιµάση το άτοµο που θα ένωνε τα περασµένα µε τις ερχόµενες γενεές — να ετοιµάση το µελλοντικό Σωκράτη. κάλεσε ο Κρίτων σιγαλά. θέληση. και µολονότι βασίλευε κι' εδώ ακαταστασία. Να γίνη δυνατός. Έτσι άρχισε µια σκληρή άσκηση. Όσο απόφευγε να εκτέλεση αυτό που τον έσπρωχναν οι επιθυµίες του να κάνη. πέρα. ένα αιώνιο Πνεύµα µαθηµατικό. που βάσταξε καιρό. βασανισµένος από κάποιαν έµµονη σκέψη. ». ο Αϊνστάιν. επέµενε όσο να φτάση τα τελευταία όρια της αντοχής του. µα κείνος δεν ένιωσε την παρουσία του. Μολονότι θαµπώθηκε στην αρχή από το µεγαλείο του µαθηµατικού παραλογισµού του Σαµιώτη σοφού. Ερηµίτης. παιδικός φίλος του Σωκράτη. προς το γαλάζιο βουνό της Πεντέλης. τόλµησε να ξεπεράση τον εαυτό του. µέσα στη βαθειά πίστη για την αποστολή του. που συντελείται στη γη µε τις καλές πράξεις. ύστερα δεν κράτησε απ' αυτόν παρά την προσταγή να γυµνάζεται καθηµερινά για να καλυτερεύη. ∆εν µπόρεσε να χωνέψη πως ο Θεός είναι « Μονάδα ». . σαν σε απαραβίαστο φρούριο. Ανάβλεπε. — « Σωκράτη . Τον άγγιξε στον ώµο και τότε ο Σωκράτης στράφηκε και τον κοίταξε. Ο Σωκράτης. µη βλέποντας τον για πολλές εβδοµάδες ούτε στην αγορά ούτε στα γυµναστήρια. άφανέρωτο στις αισθήσεις. τούτη η κάµαρα. έκανε αδιάκοπα διάλογο µε την ψυχή του. που δεν έβρισκε διέξοδο. δυνατότερος κι' από το Μεγάλο Βασιλιά. αφού έµαθε κι' έκρινε. Γυναίκες. Αποµονωµένος. Να δηµιουργήση µια σιδερένια. µε µοναδική χαρά το να δοκιµάζη την αντοχή του. Ο Κρίτων. Ζούσε τώρα πραγµατικά σαν ερηµίτης. µακριά. ανάδινε ένα παράξενο άρωµα γαλήνης κι' ευδαιµονίας. Οι τοίχοι γεµάτοι αράχνες στις γωνιές.

µετά τη συζήτηση που ακούγανε. ενώ οι γονείς τους αναπαύονταν. — « Καθιστός κι' ακίνητος . του είπε. Πιο ευτυχισµένος κι' από βασιλιά ». —« Γιά ν' αγωνιστής εναντίον τίνος . Τι κάνεις . Ο φιλόσοφος του χαµογέλασε κι' επειδή γνώριζε την αφοσίωση του. µαστόρευε κριτική. του εαυτού µου ». γύµναζες το σώµα σου πριν από τους αγώνες. Από την κριτική του δεν ξέφευγαν ούτε ήρωες του Οµήρου. έκανες αυστηρή δίαιτα και δεν ξενυχτούσες. ξαφνικά ο Σωκράτης σταµατούσε το παιχνίδι και σκεφτόταν. Τούτο το είχε συνηθίσει ο Κρίτων και σεβότανε την αυτοσυγκέντρωση του αλλόκοτου γειτονόπαιδου. έπιασε το χέρι του κι' ανασηκώθηκε. ποτέ δεν ήµουνα καλύτερα. όχι µόνο στο σχολειό. Κατάλαβε από την έκφραση του Κρίτωνος το σάστισµα που τον κατείχε και γέλασε µε κείνο το νεανικό γέλιο που συνήθιζε. Η . » — « Γυµνάζοµαι». Ο Σωκράτης στήλωσε το βλέµµα του αφηρηµένα. τα µάτια του είχανε χάσει την αναλαµπή τους και το φαρδύ του µέτωπο έδειχνε ρυτίδες. που ήσουν αθλητής. χωρίς να βγάλη µιλιά. Τα λίγα µαύρα µαλλιά που φύτρωναν πάνω από τ' αφτιά.περισσότερο.» Από µικρός δεν κατάφερνε να τον καταλάβη. Συχνά. έδειχναν το πρόσωπο ωχρότατο. — « ∆ε σε καταλαβαίνω. . » ρώτησε ο Κρίτων. έτσι κι' εγώ γυµνάζω την ψυχή µου ». Όπως εσύ. Μαζί πήγανε στον ίδιο δάσκαλο της γειτονίας. που έκανε τον άλλον ν' απορή για την οξύτητα του µυαλού του. είδος ντάµα µε 30 κοµµάτια κεραµίδι. Η µεγάλη µέσα του σιωπή απλωνότανε γύρω και σκορπούσε ηρεµία. — « Τι έγινες .. ούτε στίχοι µεγάλων ποιητών. Είχε δική του φώτιση και πρόωρη ωριµότητα. µα και τριγυρνώντας δίπλα στους µεγάλους. γέλιο γεµάτο καλωσύνη. που του κινούσε το θαυµασµό. είτε « πεσσούς ». Τραβούσε πάντα µαζί του τον Κρίτωνα και. ούτε καν γνώµες σεβαστών ανθρώπων. κάθησε σταυροπόδι και κάλεσε κοντά του τον Κρίτωνα. — « ∆ε σε καταλαβαίνω. — « Μα τι κάνεις . » — « Ενός µεγάλου θεριού. µ' όλο που ο Κρίτων ήτανε γιος πλούσιου γαιοκτήµονα κι' ο άλλος φτωχούλης. » — « Ναι. — « Μη µε βλέπης έτσι κουρελή. την ώρα που οι δυό τους καταµεσήµερο µέσα στον ήλιο. παίζαν αλογάκι καβαλώντας ξύλινο ραβδί. ξαναείπε τώρα. . Ο Σωκράτης από παιδί µάθαινε εύκολα. ». πέφτοντας πλάγια στα ρηχά µάγουλα. Ο Σωκράτης πήγε στη γωνιά που ήταν απλωµένη µια προβιά ( το κρεββάτι του )..

Κανένας δεν είναι κακός παρά από αµάθεια ». εκµεταλλεύονται τα πάθη τους. Από εγωιστής. Κοινωνία αφοσιωµένη στην αρετή εύκολα διοικείται. Κρίτων. µε τη θέληση έσπασα τα φυσικά µου και κοντεύω να βάλω το σώµα µου να µ' υπακούη. είπε. όταν γυρίσαµε από την εκστρατεία της Σάµου. στην πραγµατικότητα όµως τόκανα επειδή άναβε το αίµα µου και σε ποθούσα σαρκικά. Έχω αµέτρητα ελαττώµατα. άλλων για χόρτασµα και γλέντι . που εξηγούσε το χαρακτήρα των ανθρώπων από τη µορφή τους. Έλεγε πως είναι φυσιογνωµιστής ». Σκουλήκια είναι. Έχω κάνει καλή πρόοδο. Και θα πετύχω τελικά. — « Το πιστεύεις . Εσένα τον ίδιον. κι' εµείς γελάσαµε. ο Ζώπυρος είχε δίκιο. οξύθυµος. Τότε δεν ήξερα γιατί γελούσα. Συ θύµωνες. λοιπόν. µελετώ και . για να τους κρατάν κοντά τους. Πρέπει να πετύχω. ενώ ούτ' ο Ολύµπιος Περικλής θα καταφέρη τίποτα µέσα στην αναστάτωση που µας ζώνει». Κι' αντί να τους διορθώνουν οι πολιτικοί. ενώ εγώ γέλαγα. Σ' αυτό γυµνάζοµαι τώρα. — « Το καυτερό πρόβληµα της ζωής. δεν είν' η πολιτική. φιλήδονος που γεννήθηκα. Με την αξία του µυαλού σου εσύ θα διοίκησης µια µέρα την πόλη µας » Ο Σωκράτης δε χάρηκε απ' αυτό το παίνεµα. παράλληλα µε τη σκληραγωγία. — « Θυµάσαι πως µε χαρακτήρισε µε δυό λόγια. ένα µάγο από τη Συρία. µα το πως θα κάνουµε τους ανθρώπους καλύτερους. — « Ναι. εσένα. µα τώρα το ξέρω. να γίνω τουλάχιστον ωραίος εσωτερικά.µόνωση τόσων ηµερών τούδωσε όρεξη να µιλήση : —« Θυµάσαι. — «Ε. » απόρησε ο Κρίτων. γιατί σε ξέροµε το αντίθετο ξυπνό και ήµερο ». . σ' αγκάλιαζα τάχα πως είχες νικήσει. » — « Μάλιστα. όταν σ' έβλεπα να παλεύης και γύριζες υστέρα κοντά µου. θυµάσαι . Με είπε χαζό και βίαιο ». Τέτοιος ζεβζέκης ήµουνα Στο σχολείο µε φώναζαν « βατραχοµάτη ». καλέ µου. Η γνώση φωτίζει τον άνθρωπο και τον µαθαίνει ποιο είναι το πραγµατικό συµφέρο του. . — « Ναι ! Γι' αυτό. του πρόσθεσε : — « ∆ε βλέπεις γύρω σου το ταπεινό κυνήγι των συνανθρώπων µας. θα σε πρόσβαλλα. Μια κι' είµαι ασκηµοµούρης. ∆εν ξέρεις µε τι κόπο τα συγκρατώ να µην εκδηλωθούν. Μεγαλύτερη σηµασία από το σωµατικό κάλλος έχει της ψυχής η οµορφιά. Επειδή ο Κρίτων έµοιαζε ν' απορή. άλλων για παράδες. » — « ∆εν έχεις ανάγκη να παιδεύεσαι. Μόνο η παιδεία µπορεί να σώση τον κόσµο. Αν δεν ήταν το δαιµόνιο να µ' εµποδίζη. το Ζώπυρο. το µοναδικό µου φίλο. Κρίτων .

στοχάζοµαι να ξεδιακρίνω την αλήθεια ». Τώρα δε διαβάζω πια τίποτα. . λίγα χρόνια να σπούδαζα θα την αποκτούσα. » Ο Σωκράτης δε βιάστηκε ν' απάντηση σε τούτη τη δύσκολη ερώτηση. Μέσα στο κεφάλι µου δεν υπάρχουν καθαρές ιδέες. κι' αν µ' απογοήτεψαν. µαραίνονται και σε λίγο τις πετάς. Ωστόσο αυτές οι θεωρίες. ο Ηράκλειτος η φωτιά. το καθολικό. Κοίταξε ένα σπουργίτι. Τι σηµασία έχει αν αρχή του παντός είναι η φωτιά κάν η θάλασσα. µ' έκαναν ν' ανεβαίνω από αναβαθµό σ' αναβαθµό. αντί να εξετάσουν πως θα βάλουν τάξη στους ανθρώπους. αν τ' άστρα κουνάν η αν είν' ακίνητα. Τώρα πετάω µε δικά µου φτερά ». — « Κάθε ιδέα είναι πρόσκοµµα για να βρής την αλήθεια. — « Για ποιάν αλήθεια µιλάς. στάθηκε άφωνος. κάτι το στερεό που δεν αλλάζει». λιγόµυαλος καθώς ήτανε. Έχω σκοπό τη γνώση από τον ουρανό να την . Όποιος αναζήτα την αλήθεια. Οµως όσα περισσότερα µαθαίνω. Τους λένε µεγάλους σοφούς. . για να µη χάσω την ικανότητα να σκέπτωµαι. Μια ο Πυθαγόρας δίδασκε πως τη ∆ηµιουργία την έκανε η µονάδα. µήπως και κατασταλάξω. που ήρθε και κάθησε στο πεζούλι του παραθύρου. όλοι τους. Η φύση δε θέλει να ξεσκεπάση τ' απόκρυφά της. τόσο χειρότερα µπερδεύοµαι. εσύ θα γίνης σοφώτερος από τους πιο µεγάλους ». Γι' αυτό κλείνοµαι στη µοναξιά. Ο Σωκράτης γέλασε : — «Σ' ένα είµαι ασφαλώς σοφώτερος — ότι ξέρω πως τίποτα δεν ξέρω. Ο Κρίτων τόνε κοίταξε µε θαυµασµό : — « Μα το ∆ία. Τις λέξεις άλλαζαν. φίλε . αυτούς τους δυό ». που µε τυραννούσε στην αρχή. µπηγµένα σαν καρφιά στον αιθέρα . Είναι µια σιωπηλή περιοχή. µα όσο ωραίες κι' αν είναι. πως θα τους κάνουν να ζουν ευτυχισµένοι µεταξύ τους. Οι σοφοί δε µε βοήθησαν να νιώσω το Σύµπαν. Ασχολούνται οι σοφοί. πρέπει νάχη απέραντη υποµονή. αγαπητέ. Αχρηστες. τόσο νέα προβλήµατα θα τους παρουσιάζη. τόσο νιώθω πως δεν ξέρω τίποτα. αυτή που φέρνει σ' επαφή µε το αιώνιο. Οι θεωρίες των σοφών µοιάζουν φανταχτερά λουλούδια. ο Αναξαγόρας η κίνηση. Ο Σωκράτης εξακολούθησε : — « Στην αρχή νόµισα πως η σοφία είν' εύκολη. ο Θαλής η θάλασσα. Το αιώνιο τον ξεπερνούσε. Γι' αυτό κάθοµαι και συλλογιέµαι µήνες τώρα µονάχος και ξαλαφρώνω από την παθιασµένη αναζήτηση του απόλυτου. αποκρίθηκε : — « Αγωνίζοµαι να βρω την αληθινή γνώση. να βάλουν τάξη στον ουρανό. » — « Αυτά που διάβασες του Πυθαγόρα και του Αναξαγόρα δε σε βοήθησαν . που όσα µυστικά της κι' αν ανακαλύψουν οι ερευνητές. όµως το πρόβληµα έµεν' άλυτο. κι' όταν πέταξε το παιχνιδιάρικο πουλί. µόνον µ' έκαναν ν' αλλάζω γνώµες. Ο αγαθός Κρίτων.

όσα λεπτά κι' αν χρειαστής. Αρκούν οι λογισµοί πάνω στα φερσίµατα των ανθρώπων ». όπως έκανε άµα ήθελε να του δείξη αφοσίωση. Εγώ θα σε βοηθήσω.» — «Οχι απόψε. σωστά σηµαίνει νάχουµε στις πράξεις µας µέτρο. » —« Οχι. τον ανασήκωσε και τον τράβηξε πρός την πόρτα. γιατί δεν τον χωράει. Μέσα στη ζάλη της πείνας νιώθεις να µεγαλώνουν τ' ασήµαντα και να παραστρατή ο νους. Παρόµοια εξέταση δεν έχει ανάγκη µήτε από εργαλεία µήτε από µαθηµατικά. Ωστόσο είναι ανάγκη να µείνω ακόµη µόνος. Ο Θεός είναι πολύ Μεγάλος κι' εµείς µικροί. ο Κρίτων.τι χρειαστής. Εκεί πασχίζω να τον µελετήσω.» — « Με το να µή µου µιλά. για να τον παραδεχτή αµέσως. Πρέπει να γυρίσης στην αγορά κι' από αύριο κιόλας ν' αρχίσης τη διδαχή σου. και ρώτησε µε αφέλεια. σαν άτοµο. Μιαν ακόµη απορία είχε ο Κρίτων : — « Εκείνο το δαιµόνιο σου τι λέει. Σωκράτη. Έχεις φέξει από την αφαγιά. αν και ο ίδιος κατάλαβα πως η άσκηση όπως την ορίζει ο Πυθαγόρας. oι δυσκολίες αρχίζουν από τη στιγµή που θ' άναµετρηθής µε τα τσακάλια της κοινωνίας. που οι άλλοι την άφησαν ολότελα ανεξερεύνητη. γιατί αποτραβιέσαι απ' αυτούς. Χρειάζοµαι ακόµα την αποµόνωση. Η άσκηση. το ξέρεις. Μα τον χωράει ωστόσο η καρδιά του ανθρώπου. σήκω να βγούµε έξω! » Και σα να µάντευε πως µε το καλό δε θα ξεκολλούσε το Σωκράτη. Γιά µένα. Ο συλλογισµός αυτός ήταν πολύ καινούργιος. θα σου ετοιµάσω συµπόσιο µε φίλους.. Μου περισσεύουν χρήµατα. Είµαι κάτι απέραντο. Ο Κρίτων έβαλε τότε τα δυο χέρια στους ώµους του φίλου του. άτοµο που βγήκε από τον άπειρο χρόνο και που το µέλλον του ξεπερνάει την αντίληψη µας. για να υποτάξω ολότελα το σώµα. Ό. πως είµαι η απροσµέτρητη ζωή. εγώ ο τιποτένιος. Ελα. Το Θεό δε γίνεται να τον δούµε στον Κόσµο. είν' εύκολο να κάθεται κανένας στην ερηµιά. — « Πώς θα το πετύχης αυτό . Στη µοναξιά µου συλλογιέµαι κι' εγώ τον Κόσµο. Έλα το βράδυ να δειπνήσης σπίτι µου.. να µου τα ζητάς. » — « Με το ξεψάχνισµα της ανθρώπινης ψυχής. σαν το µισάνθρωπο Τίµωνα. λέγοντας την αγαθή του γνώµη : — « Αφού σκοπός σου είναι να ωφελήσης τους ανθρώπους. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πώ . στείρα παληκαριά. Αλλά παράτησε τη µοναξιά και φρόντισε τον εαυτό σου. Σού µιλά. Το ρητό των ∆ελφών « Μηδέν άγαν ». που µέσα µου κρύβεται ένα κοµµάτι του ∆ηµιουργού.. Πώς σώµα αδύναµο θα υπηρέτηση το πνεύµα . αν δεν έχη σκοπό να δαµάση το κορµί. είναι ανόητη. κοινότατο άτοµο. Κείνος κοντοστάθηκε : . φέρνει παραλογισµούς. Σ 'οδηγεί.» Σώπασε ο Σωκράτης.. Και ξαφνικά νιώθω. µ' οδηγεί πως είναι σύµφωνο . και γλυκοµίλησε. Και ξέρεις .κατεβάσω στη γη µας».

η µάνα Φαιναρέτη. ήτανε φτηνή κι' όσο δούλευε ο Σωφρονίσκος. Με το στόµα µισάνοιχτο. µα ξυπόλυτος και κακοφορεµένος. µην κάνης έτσι. —«Άκου να σου πω. άνοιξε και φόρεσε ιµάτιο που µύριζε κλεισούρα.. το ρήτορα ∆άµωνα η να φέρω πίσω στην Αθήνα το µεγάλο Παρµενίδη. Ωστόσο το ξέρεις. Ο Κρίτων πρότεινε : —« Αν έχης ανάγκη να τελειοποιηθής σε τίποτα. απολαβαίνοντας τον καθαρόν αέρα. Όλος ο τόπος οργίαζε από βλάστηση.— « Καλά. Αλλά θα σου κοστίσω ακριβά. λουσµένες στον ιδρώτα από την τροµάρα για τ' ανεξήγητα που συνέβαιναν βαθιά στο σώµα τους. Καθώς δεν υπήρχε τότε ιατρική.. δυναµική άντρογυναίκα. Εύώδιαζε άγράµπελη. Μετά το θάνατο του. πέρασαν τις Πύλες του ∆ιοχάρους και το γεφυράκι του Ηριδανού και προχώρησαν από µονοπάτια κατά το Λυκαβηττό. Γύρω τους απλώνονταν αµπέλια και λιόδεντρα. εσύ δεν ξέρεις να διαχειριστής τις ελιές σου και σε κλέβουν. » —« Με βγάζεις από µεγάλο µπελά. του είπε ο Κρίτων.. —« Μ' άρεσε η ιδέα σου να στείλης εµένα τον αγράµµατο σε δασκάλους . άφησε στο γιό της κληρονοµιά 100 ελιές στον ελαιώνα του Ταύρου. —« Θα τόκανα µε χαρά. η οικογένεια πορευότανε δίχως στέρηση. —« Βλέπω πως βάλθηκες να ξόδεψης όλη σου την περιουσία για µένα ». ακόµα κι' οι βάτοι που χώριζαν τα κτήµατα ήτανε γεµάτοι ανθούς. Από το µικρό εισόδηµα άποζούσε τώρα ο Σωκράτης. πως από µικρός συνήθισα στη φτώχια ». Από σήµερα θα µου τις παραδώσης εµένα κι' εγώ θ' αναλάβω τα έξοδά σου. Μπορώ να καλέσω το γεωµέτρη Θεόδωρο τον Κυρηναίο να σ' οδηγήση στα µαθηµατικά. Σαν πέθανε.. Η ζωή. ο πατέρας του Σωκράτη. Γρήγορα φτάσανε τον περίβολο που τείχιζε το Άστυ. ενώ οι µαµές περιορίζονταν να τις άλείβουνε λάδι και να τους δίνουν θάρρος. πές το. Η πάστρα και η επιβολή της την έκαναν περιζήτητη. Στάσου να πάρω καθαρό ρούχο ». συνήθιζαν οι µαµές να το πλένουν µε κάτουρα σκυλιού. » —« Τόσο το καλύτερο. φώναζαν από τους πόνους. Σωκράτη. τον πέµπτον αιώνα. δεν υπάρχει διαφορά µεταξύ του να δώσης και να πάρης ». —« Είσαι καλός. Στην αληθινή φιλία. αναγκάστηκε να γίνη µαµή. Λέγε αµέσως τι σου λείπει». Ευχαριστώ. και ξεκίνησαν. αρκεί να το ζήτησης ». Μάης. µόνες γεννούσαν οι γυναίκες. Οι δυό φίλοι άρχισαν ν' ανεβαίνουν το λόφο. Σύµφωνοι . Μόλις ελευθερωνόταν το νεογέννητο. µα η Φαιναρέτη προτιµούσε το ζεστό νερό. και τούτη η µοσκοβολιά έκανέ τον άνθρωπο να αισθάνεται τη γλύκα της απλής ζωής. αναπνέοντας βαριά. Πήγε σ' ένα σεντούκι. πεντακάθαρος στο κορµί.

κείνον το σοφιστή από την Κέα. Οι δυο φίλοι πήγανε ν' ανταµώσουν στο αστεροσκοπείο το Μέτωνα τον αστρονόµο. αντίκρυσαν την όµορφη λεκάνη της Αττικής.). δεν έδωσε όνοµα σε κανένα πράµα. Κόντευε να δύση ο ήλιος. που διδάσκει τους ορισµούς. » —« Έναν µόνο. Πέρα. Η φύση. Έβλεπες καθαρά τις σκαλωσιές µε τα βαρούλκα του Αρτέµωνα στον Παρθενώνα. Ποιους δασκάλους θέλεις . είχε κάνει το νέο ηµερολόγιο και καθόρισε τις ανατολές για τ' απλανή αστέρια. απλωνόταν η στρογγυλή πρωτεύουσα. εδώ κι' εκεί. προστάτευαν τη θαλασσοκράτειρα. σα γύρω από µεγάλον αρχηγό. Όταν στοχάζωµαι. το Μέτωνα που πρώτος στον κόσµο έδινε κάθε πρωί µετεωρολογική πρόγνωση του καιρού*. βλέπεις. όµως ακαθόριστα.». * Η Οικουµενική Σύνοδος της Νικαίας (325 µ. ποτίζοντας τη στεγνή γης αντί νερό µε τον ιδρώτα τους. Σαν έφτασαν οι δυό τους στην κορυφή. αλλά πάντα µαθαίνει κανείς όσο να γεράση. τον Πρόδικο. άκουσαν να περνάη άφαντη σειρά κάρα. κάρα σερµένα από πολλά άλογα. κλεισµένη από τα τρία βουνά µε τις ευγενικές γραµµές. Αυτόνε πρέπει ν' ακούσω. Τούτη η καθαράδα έµαθε τους Έλληνες την ακρίβεια. που τη στέγαζε ναΐδριο του ∆ιός. τι άλλο . µόνον οι άνθρωποι από συνήθεια έβαλαν ονόµατα. Από τις ορεινές πλαγιές ως την αρµύρα της ακτής. Όλα είναι ξάστερα κι' απλά. ίδια πελώρια φίδια. τα ποτάµια που χύνονταν σ' αυτή. ούτε καν το χειµώνα. Κάτω. κι' αριστερά το Στάδιο δίπλα στον Αρδηττό. νιώθω πως η γλώσσα µας έχει ατέλειες που πλανεύουν. αφού καθένας µπορούσε να χτίζη όπου ήθελε. η άνυδρη πεδιάδα πρασίνιζε. µε σωστές παρατηρήσεις για τις τροπές του ήλιου. Ενώ ανηφόριζαν το Λυκαβηττό. Πεντέλη και Υµηττό. Πάρνηθα. για να ορίζη την ηµέρα του Πάσχα. » —« Θά τον έχης. γεµάτη αταξία. Κρίτων ». όπως είπε ο Σόλων. Σε καµιάν ώρα της ηµέρας. όπως ήθελε. για να βγάλουν το στάρι που έλειπε στην κοσµοπληµµύρα της µεγαλούπολης. » —« Αυτό αρκεί.. µαζεµένη δίπλα στην Ακρόπολη. ο Ιλισός µε τα πολλά πλατάνια κι' ο ορµητικός Κηφισός. οι Αθηναίοι κάνανε µε την τσάπα µια κοπιαστική αγροτική προσπάθεια. —« Σοφός είσαι. Χ. που. . που λεύκες φανέρωναν τη διαδροµή του. Λέγε. Η αγκαλιά του ουρανού ήταν ακόµα θερµή σαν ανθρώπινη. δεν υπάρχει οµίχλη. Πιο πέρα λαµποκοπούσε η θάλασσα της Σαλαµίνας και χρύσιζαν. που µε φωνές οι αγωγιάτες τα βιάζανε να προχωρούν στον κακό δρόµο. τα χρήσιµα στη γεωργία. όχι αγράµµατος.. πήρε ως βάση τους υπολογισµούς του Μέτωνος για τις πανσέληνες του µέλλοντος. που κουβαλούσαν βαριά µάρµαρα της Πεντέλης για την Ακρόπολη. Η διαύγεια της ατµόσφαιρας ήταν απόλυτη. Ζώνοντας την Αθήνα µε τον Πειραιά τα Μακρά Τείχη.

πράσινα. τόσο σκούραιναν τα χρώµατα. ρολόγι ηλιακό. το χαϊδεµένο παιδί του ελληνικού ουρανού. άλλα στέλνοντας µηνύµατα από δέντρο σε δέντρο. . όπου νερό στάλαζε από τα βράχια. το ρόζ γύριζε από τ' ανοιχτό µωβ της γλυσίνας στο βαθύ τ' αµέθυστου. Ο Υµηττός. Το κίτρινο γινόταν πορτοκαλί. έβαλε διαµιάς βαρύ βελουδένιο µενεξελί. είχε κατεβή στην Πνύκα να στήση τον « Κύκλο » του. Η ατµόσφαιρα άρχισε τότε να γεµίζη απαλά χρώµατα. Εκεί ήπιαν και δροσίστηκαν. Μ' ελαφρύ σούσουρο σάλεψαν τα πεύκα της κορυφής. άλλα κατεβαίνοντας κοντά τους γεµάτα εµπιστοσύνη. παίρνοντας τόνους χαριτωµένους µα διαβατάρικους. κεφαλάδες και σπουργίτια. Όσο βύθιζε ο ήλιος. ωσάν να νιώσανε πως ο ήλιος βασίλευε. Ολόγυρα τους πλήθος πουλιά. που άλλαζαν κάθε στιγµή. κίτρινα και τριανταφυλλιά. η Πάρνηθα άρχισε να µαυρίζη. Ύστερα στράφηκαν προς µια κουφάλα του λόφου. Κι' όταν οι τελευταίες σταξιές από φως σβήσανε στον ουρανό.Μα δεν τόνε βρήκανε. από το ροδαλό µεταξωτό που φορούσε το βουνό τώρα µόλις. λές και πρίν από τ' άλλα βουνά µάζευε αυτή σκιές για τη νύχτα. στολίστηκε σαν πρίγκιπας. πετούσαν στις φυλλωσιές.

όπου κατάληγαν τα ινδικά καραβάνια. Αυτή η πελώρια γέφυρα . για νάχη µε τι να πλήρωση τα πάµπολλα . Ο Θεµιστοκλής. Μετά την εξάλειψη κάθε εχθρού και των πειρατών από τις ελληνικές θάλασσες. τη διάλεκτο των Αθηνών. η ωραία θάλασσα και τα πάµπολλα νησιά ολόγυρα έσπρωξαν τους Αθηναίους να γίνουν ναυτικοί. µαζί µε τ' αγαθά της γης. Όταν γύρισε από την Κύπρο νικητής. ναύτες. τρίτος. καθώς κι' Αιγύπτιους µάγους. Τού χρειάζεται µεγάλη βιοµηχανία. µέσον της Σινώπης. έλεγε πως µάθαινε πολλά απ' αυτούς. απ' όλους κάτι µάθαινε. Με όλους µιλούσε ο Σωκράτης. Οργανώνει µε δραστηριότητα εισαγωγές κι' εξαγωγές. Υστερα ο Κίµων επέβαλε τη θαλασσοκρατορία. Το Άστυ προόδεψε τότε απίστευτα. Πηγαίνει µόνος του µε στόλο στον Εύξεινο Πόντο κι' ιδρύει παντού βάσεις και αποικίες. νίκησε τους Πέρσες στη Σαλαµίνα κι' ύστερα οχύρωσε γερά το Άστυ και τόκανε απόρθητο από την ξηρά. επέβαλλε σεβασµό και ησυχία. ο Περικλής. που θέλουν να φέρουν κεφάλαια και να Ιδρύσουν εργοστάσια. έτσι καθώς τους συναντούσε στις Στοές η στα µαγαζιά. που ανασκαφές τα ξεσκεπάζουν κάθε τόσο ως τη Βόρεια θάλασσα. Το άγονο χώµα της Αττικής. την οργάνωσαν τρεις µεγάλοι. Στην αρχή απόφευγε να διδάσκη. µιλούσε ολόκληρες ώρες µε τους βιοτέχνες που τους έβρισκε σοβαρούς και µετρηµένους. Αγαπούσε τον κόσµο της εργασίας. Κι' αύτη την προκοπή την καθοδήγησε. περιοριζόταν να ρωτά και ν' ακούη. κι' ανθρώπους πολύτροπους και ξεβγαλµένους. διπλωµάτες µε την παρδαλή ακολουθία τους. που θεµελίωσε την οικονοµική βάση για να στηριχτή ο κατοπινός µεγαλόπρεπος αθηναϊκός πολιτισµός. κρασί και λάδι. γιατρούς και τσαρλατάνους. Τη στροφή προς τους ωκεανούς.η θάλασσα . Εκεί στην αγορά συναντούσε κι' εµπόρους απ' όλα τα µέρη του κόσµου. ώστε δεν τα χώρεσε το λιµάνι του Πειραιά και τ' αραδιάσανε στο φαρδύ κόλπο του Φαλήρου. να ξεκολλήσουν το χρήµα από το νερό.έφερνε στην Αθήνα. αφού τους το αρνιόταν η φτωχή τους γη. ∆ίνει προνόµια στους ξένους.VI Ύστερα από λίγες µέρες ο Σωκράτης άρχισε να κατεβαίνη στην αγορά. έφερν' αιχµάλωτα τόσες εκατοντάδες πολεµικά της Περσίας και της Φοινίκης. Όλη η Μεσόγειος εκείνο τον καιρό µιλούσε Ιωνικά. αφού µάντρωσε τη ναυτική δύναµη της Κορίνθου. κλείνει ο Περικλής εµπορικές συµφωνίες µε τις πόλεις της Ιταλίας και της Σικελίας. µε τρόπο που µόνο οι µοντέρνοι καιροί γνώρισαν. για να ρίξη ξένοιαστο τη ζωτικότητα του στα πέλαγα. Πέρσες µεγιστάνες µε χρυσοκέντητα βρακιά. Εισάγει στην απέραντη Ρωσία βιοµηχανήµατα. φιλοσόφους. που δηµιούργησε τον πρώτο στόλο. όπου κι' αν εµφανιζόταν ο στόλος των Αθηνών. κεραµεικά και κοσµήµατα. Κατά τη ∆ύση. για να εξασφάλιση τα σιτάρια της Κριµαίας και τα προϊόντα της Κεντρικής Ασίας.

Αυτό το παινεύεται ο ίδιος στον Επιτάφιο Λόγο του. Ακόµη εχθροί. Σκύθες. κατά την όποια συνήθιζαν να ρίχνουν στο νερό ένα πυρωµένο σίδερο. που είν' αναγκασµένος να είσάγη. που µε την αξία τους ανέβαιναν σε κάθε αξίωµα.είδη. Και υποστηρίζει την αγορά δούλων. Τις ανταλλαγές από τη ∆ύση στην Ανατολή τις κάνουν οι Πειραιώτικες Τράπεζες. Μέσα σε τέτοιο περιβάλλον έζησε τα πρώτα αντρικά του χρόνια ο Σωκράτης. Η διοίκηση του Περικλή. ασύγκριτο βιοµηχανικό δυναµικό. Έτσι τον Ε' αιώνα το Άστυ διαθέτει κάπου 300. γι' αυτό οικοδόµησε το Ωδείο. 000 δούλους. που τραβούσαν προς την πόλη πάµπολλους ξένους. Οι τόσες εισαγωγές φτηναίνουν τη ζωή. όλοι εξελληνίζονται. αποτελούσε για όλους εκδήλωση της κοινής γνώµης. τρεις χωριστοί. όσο κι' αν ήταν προσωπική. τα πανηγύρια και την πνευµατικότητα της. Μαζί µε τα προϊόντα. Νοµοθέτησε χορευτικούς αγώνες και υποστήριξε λογής . και για τούτο η υποταγή στους νόµους δεν είχε τίποτα το ανελεύθερο. Οι βασιλιάδες της Ανατολής.λογής αθλητικές εορτές. παρατάν τις παραγγελίες τους σ' άλλα εργαστήρια και ψωνίζουν τώρα από την Αθήνα. Αιγύπτιοι. τίποτα δεν πληρώνουν οι φτωχοί. όχι µόνο µε τις ανυπέρβλητες οικοδοµές και τους ναούς της. για γυναίκες. που την αρχαιότητα αντικαθιστούσαν τις µηχανές. που αντέγραφε τη σκηνή του Πέρση βασιλιά. ∆υό όβολα την ήµερα χρειαζόταν για να ζήση ένας πολίτης. Ο πολίτης ένιωθε τον εαυτό του σαν πραγµατικό µέρος του συνόλου. το πλήθος από όχλος νοικοκυρεύεται. Ιταλοί. που ενσάρκωναν τις προγονικές παραδόσεις κι' ανάδειχναν πολιτικούς και στρατηγούς πρώτης γραµµής. Συγχρόνως ο Περικλής συγκεντρώνει το εµπόριο της Μεσογείου στον Πειραιά. τα φορτηγά της µεταφέρουν στα πέρατα του κόσµου την τέχνη. γέροντες και µωρουδέλια. την Αθήνα του Περικλή.σιγά ελαττώνεται. Οι βάρβαροι λαοί αποδέχονται τον πολιτισµό της. Η φορολογία του Ολύµπιου σοσιαλιστική—όλα τα βάρη τα βαστάν οι πλούσιοι. ώστε κάθε χρόνο όρισαν τελετή του γάµου της θάλασσας µε το Άστυ. αυτού του βασιλιά δίχως κορώνα. Τέλος οργάνωσε ο Ολύµπιος και τον Τουρισµό. Υπερβόρειοι. αλλά µε τους δηµοκρατικούς νόµους. µαγεµένοι από τ' άθηνέικα προϊόντα. σαν τους Φοίνικες και τους Καρχηδόνιους. την ποίηση και τις παραδόσεις των Αθηνών. στρογγυλό κτίριο. . Ασιάτες. Πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεµο η Αθήνα λάµπει. που συµβόλιζε το σβήσιµο των πόθων τους από την καλοσυνάτη θάλασσα. η στέρηση ξεπερνά τη ζητιανιά. µε το να καθιερώση για όλους τους µήνες του χρόνου αγώνες κι' εορτές. ∆ίπλα στο λαουτζίκο κρατιούνταν πάντα τ' αρχαία αριστοκρατικά γένη. Αλλά κοντά τους αύξαιναν τώρα κι' άντρες από τις κατώτερες τάξεις. Η αντίθεση ανάµεσα στον παραλή και στο φουκαρά σιγά . αντιγράφουν την «Ελλάδος Ελλάδα». Όρισε να γίνωνται και µουσικοί αγώνες. Ακόµα και τρεις διαγωνισµοί καλλονής γίνονταν στο Άστυ. Τόση ευγνωµοσύνη νιώθαν οι Αθηναίοι τώρα για τα πέλαγα. τη σκηνή που εγκατέλειψε πανικόβλητος ο Ξέρξης στο ύψωµα Κορυδαλλός µετά την ήττα της Σαλαµίνας.

ούτε πολυτελέστερους. ρώτησε το µάστορη ο Σωκράτης : —«Μπορείς. να µου εξήγησης. ώστε να µη µοιάζουν µε βαρύ µεταλλικό φόρεµα. Σωκράτη. Για επίδειξη ». µε φροντίδα να εφαρµόζη τέλεια στο σώµα του ». » —« Ακριβώς. γιατί πουλάς τους θώρακες σου τόσο ακριβά. είδε τον Πιστία να παίρνη µέτρα σ' ένα Θεσσαλό άρχοντα να του φτιάση θώρακα. —« Τα σώµατα των ανθρώπων.. Γιατί δεν ωφελεί τίποτα. Όµως ακούω πως στα Μέγαρα εργάζονται οι εργοστασιάρχες µε άλλο σύστηµα. —« Γι' αυτό κοστίζουν ακριβά. τώρα καταλαβαίνω. —« Εξήγησε το µου.Στη δυτική άκρη της αγοράς. Γιά να δούµε όµως. Πιστία. Έτσι τους κάνω ».. —«Σωστά. —« Λέω πως θα φαίνωνται λαφρύτεροι οι εφαρµοστοί από τους θώρακες της σειράς. θα πρέπη να τους κάνης ανόµοιους. Μπήκε µέσα ο Σωκράτης. Πιστία. —« Ίσως. Στους καλούς θώρακες διαµοιράζεται το βάρος στο λαιµό. παρά να καταντάν. άλλα είναι σύµµετρα. Σωκράτη ». —« Θέλεις να πης πως προφυλάγεις τα µέρη που πρέπει να σκεπάζωνται. φίλε. ενώ δεν τους κάνεις ούτε πιο γερούς. Νοµίζω µάλιστα πως και κάτι άλλο καλό υπάρχει στην τέλεια εφαρµογή ». για να παράγουν γρήγορα και φτηνά . Πές µου. Σαν έφυγε ο Θεσσαλός.. » —« Επειδή τους κατασκευάζω συµµετρικούς ». εκείνος που έχει πολλά αγαθά ειν' ευτυχισµένος. στη σειρά ». το στήθος. —« Αν λοιπόν τους κάνης εφαρµοστούς. µήπως παρόµοια γνώµη µπορεί να είναι χρήσιµη. όµως το καλό πράµα γίνεται χωριστά για το κάθε άτοµο. πως είναι προτιµότερο να πληρώνη κανείς ακριβά εφαρµοστό θώρακα παρά επίχρυσο. µέρος του σώµατος ». » . ένας θώρακας χωρίς καλή εφαρµογή ». Συµφωνείς . τους ώµους. —« Μ' έµαθες. χωρίς να εµποδίζης τα χέρια και τα πόδια να κουνάν ελεύθερα . για να κρίνη κανείς και τους ανθρώπους. —« Έχεις δίκιο. έναν . και µόνον φαντασµένοι νέοι προτιµάν ν' αγοράζουν ζαβούς θώρακες αλλά επιχρυσωµένους. » —« Βεβαιότατα ».. —« Μάλιστα.έναν χωριστά ». έστεκε το εργαστήρι του Πιστία του θωρακοποιού. κάτω από το ναό του Ηφαίστου. θάλεγες. κι' ας έχουν το ίδιο βάρος. άλλα όµως δεν είναι. Πιστία. κι' άκουσε να ζητά υπερβολική τιµή. που ο ξένος την αποδέχτηκε χωρίς συζήτηση.δουλεύουν δηλαδή τους θώρακες όλους όµοιους.

Σωκράτη ». πρέπει να κατέχη την ξυλουργική. —« Συµφωνώ ». πολλά πιοτά και δεν έπινε. τι λές. » —« Καί τον αγγειοπλάστη κάποια επιστήµη τον όδηγεί να φτιάνη και να ψήνη ώραία τσανάκια . είτε σε θώρακα το βάλεις. η αν δεν τον ώφελούν καθόλου. άλλά και να τα χρησιµοποιή ». » —«Καλή βέβαια». —« Φαίνεται λοιπόν πως για να εύδαιµονήση κάποιος. » —« Οχι βέβαια ». πολλά τρόφιµα. αν ένας άνθρωπος είναι πλούσιος µα δε χρησιµοποιεί τον παρά του σε τίποτα. » —« Βέβαια η επιστήµη ». » —« Καθόλου ». κάποια επιστήµη θα δείχνη το σωστό δρόµο η κάτι άλλο . είπε ο Πιστίας και η έκφραση του έδειχνε απορία προς που τον πήγαινε ο Σωκράτης. Πιστία. επιστήµη ».—« Είναι». λόγου χάρη. πρέπει όχι µόνο νάχη πολλά αγαθά. αν δε συνοδεύεται από µυαλό. » —« Πώς όχι .. —« Αραγε ειν' ευτυχισµένος. » —« Ετσι πιστεύω κι' εγώ. αν τ' αγαθά τον ώφελούν. συµφώνησε ο Πιστίας. αποκρίθηκε ο Πιστίας. —« Ε. —« Αραγε θα τον ωφελούσαν σε τίποτα. Οπου µιλούσε τώρα ο Σωκράτης. και τον . Να. σαν την υγεία. τι είδους χρήση πρέπει να κάνη. για να κάνη σωστή χρήση στην επεξεργασία του ξύλου. γύρω µαζευόταν κόσµος πολύς. µπορεί να είν' ευτυχισµένος µόνο γιατί είναι γεµάτος χρήµα. αν τα κάτεχε µονάχα. » —« Μάλιστα. —« Ώραία! Ας πούµε τώρα: ένας µαραγκός. » —« Αν τον ωφελούν ». δεν έτρωγε όµως. είτε σε χέρια ανθρώπου το δώσεις.. από επιστήµη ». —«Αλλά πές µου. —«Αραγε και για τη χρήση των µεγάλων αγαθών. καλή η κακή . χωρίς να τα µεταχειρίζεται. θα τον ωφελούσαν . —« Καταλήγοµε λοιπόν πως το χρυσάφι από µόνο του δεν αξίζει τίποτα. αν είχε. —«Ώστε δεν αξίζουν τίποτα όλα τ' αγαθά του κόσµου χωρίς τη φρόνηση. σαν τον πλούτο.

άκουγε. Το παιχνιδιάρικο ύφος του διασκέδαζε τους ακροατές. Ακόµη κι' όταν
τύχαινε να έξετάζη δύσκολα θέµατα, που δεν καταλάβαιναν καλά οι πολίτες,
νιώθαν ωστόσο πως κάτι υπήρχε στον αέρα, που τόλεγε για τη βελτίωση τους.
Και τον πρόσεχαν. Ο Σωκράτης πάλι έδειχνε ενδιαφέρον για κάθε άνθρωπο που
συναντούσε, ντόπιο η ξένο. Τους ζύγιαζε όλους ανάλογα µε τις απαντήσεις που
του δίνανε — όχι από το αξίωµα η την καταγωγή τους. Γινόταν έξαφνα φίλος
ενός µανάβη κι' απαρνιόταν πλούσιο µεγαλέµπορο.
Κάµποσες µέρες τώρα είχε παρατηρήσει ένα φαλακρό πενηντάρη µε
λιγοστά ψαρά γένεια, άνθρωπο του λαού, που τον ακολουθούσε παντού, µα, λές
κι' ήταν ντροπαλός, απόφευγε να πλησίαση και να του µιλήση. Με τα µάτια
κατάτρωγε το φιλόσοφο και τέντωνε τ' αφτιά του µη χάση λέξη. Έµοιαζε σαν
από ένστικτο να καταλαβαίνη το µεγαλείο του Σωκράτη. Ζούσε κοντά του σαν
σ' άλλο κόσµο. Πρόσωπο βουβό, αλλά δραµατικό. Σήµερα για πρώτη φορά
τόλµησε να τον πλησίαση και να του πη :
—« ∆άσκαλε... » Ο Σωκράτης τον άντίσκοψε.
—« Γιατί µε λές δάσκαλο; Εγώ ειµ' άµαθος, πολεµώ σαν και σας κάτι να
µάθω. Αλλά λέγε : Ποιος είσαι; Τι θέλεις ;»
Ο άνθρωπος σάστισε και µόνο µε κόπο πρόφερε :
—«Ονοµάζοµαι Σίµων Κυνοσαργεύς, παπουτσής το επάγγελµα... »
Σταµάτησε.
—« Μίλησε µου, Σίµων. Πρόσεξα που µε πλησιάζεις, αλλά στέκεις
µακριά. Γιατί; »
Ο παπουτσής, αντί ν' απάντηση, έβγαλε κάτω από το ιµάτιο του ένα
ζευγάρι σαντάλια και τα πρόσφερε δειλά του Σωκράτη :
—« Τα έσιαξα για σένα... είµαι παπουτσής... έχω µαγαζί απέναντι από τη
Θόλο... παρακαλώ να τα δεχτής... » Καθώς ο Σωκράτης δεν άπλωνε το χέρι να
τα πάρη, ο Σίµων εξακολούθησε παρακλητικά:
—« Τα έσιαξα για σένα,.. µην άρνηθης να τα πάρης... περπατάς
ξυπόλητος και δε σου πρέπει... » Ο Σωκράτης χαµογέλασε :
—« Γιατί µού τα δίνεις » ;
—« Γιά τόσα που µαθαίνω κοντά σου ».
—« ∆έν ξέρεις πως δε µοιάζω µε τους σοφιστές που ζητάνε χρήµατα ;
Εγώ δεν πληρώνοµαι».
Είπε και δεν άπλωνε να πάρη τα παπούτσια. Στο πρόσωπο του Σίµωνα
ζωγραφίστηκε απελπισία :
—«∆έν είναι πληρωµή, είναι δώρο από την καρδιά µου... Πάρε τα, σε
παρακαλώ πολύ... » Κι' ακούµπησε τα σαντάλια στα χέρια του φιλοσόφου που,
τέλος, λυπήθηκε να τον κακοκαρδίση και τα κράτησε.

Τούτος ο παπουτσής, ο Σίµων, στάθηκε ο πρώτος µαθητής του Σωκράτη.
Συχνά παρατούσε το µαγαζί του, για ν' άκούη το φιλόσοφο, κι' όλο σηµειώσεις
κράταγε. Οσο ζούσε ακόµα ο Σωκράτης δηµοσίευσε 33 λόγους του σε βιβλίο,
που η αρχαιότητα το ήξερε ως « βιβλίο του παπουτσή », µα δυστυχώς χάθηκε.

VII
Ένας δούλος της Ασπασίας ήρθε και µήνυσε του Σωκράτη : « Σέ θέλει η
κυρά. Παρακαλεί να περάσης να τη δής ». Και κείνος αµέσως ξεκίνησε να πάη.
Στην Αθήνα, τότε, τη γεµάτη θαυµαστά δηµόσια κτίρια, αν ρωτούσες να σου
δείξουν τα σπίτια του Μιλτιάδη, του Αριστείδη, του Περικλή, θάβλεπες απλά
σπιτάκια, που δεν ξεχώριζαν από τα γειτονικά. Μεγαλόπρεπα αναπαύονταν οι
θεοί στους Παρθενώνες τους, µα οι άρχοντες, σωστοί αριστοκράτες, απόφευγαν
την επίδειξη κι' oι κατοικίες τους παράµεναν ταπεινές. Οι δρόµοι, όθε διάβαινε
ο Σωκράτης, για να πάη στη συνοικία Χολαργού που έµενε ο Ολύµπιος, ήτανε
στενοί και φιδάτοι. Στα σταυροδρόµια, δίπλα σε βωµούς από τοπικές
πανάρχαιες θεότητες, σάπιζαν φρούτα που τους πρόσφεραν οι θεοφοβούµενοι
Αθηναίοι και που νόµος απαγόρευε να µετακινηθούν. Καθώς περνούσε κοντά
τους ο φιλόσοφος, πλήθος µύγες σηκώνονταν, για να ξανακαθίσουν στη σαπίλα
των φρούτων, µόλις αποµακρυνόταν. ∆εξιά κι' αριστερά του τοίχοι πολύχρωµοι
δίνανε χαρούµενο τόνο στα φτωχικά νοικοκυριά. Τόσο καλά καµωµένοι ήταν οι
σοβάδες των αρχαίων, ώστε οι Ρωµαίοι καταχτητές έκοβαν ολόκληρα µέρη και
τα κάνανε τραπέζια τους,, καθώς γράφει ο Βιτρούβιος. Κοντά στο σπίτι του
Περικλή αντίκρυσε ο φιλόσοφος ταγάρι πεσµένο στη µέση του δρόµου. Ό,τι
ξεχνιόταν καταγής οι διαβάτες δεν το πείραζαν, τ' άφηναν επί τόπου, να το
φυλάγη ειδική θεότητα, η «Ενοδία », όσο να γυρίση να το πάρη κείνος που
τόχασε.
Σαν έφτασε στήν εξώπορτα, ο Σωκράτης βρόντησε το σήµαντρο και
περίµενε ν' άκούση από µέσα το σφύριγµα του θυρωρού, που ειδοποιούσε πως
θ' άνοιγε. Τούτο το συνήθιζαν για να τραβηχτούνε πέρα οι περαστικοί, µήπως
και τους χτυπήση η πόρτα που θ' απλωνόταν προς τα έξω και θάφραζε απότοµα
το δροµάκι.
—« Στάσου να ειδοποιήσω τη ∆έσποινα », είπε ο θυρωρός κι' έβιασε τα
γέρικα πόδια του να µπη στο γυναικωνίτη.
Ο φιλόσοφος πήγε στο κέντρο της αυλής, όπου έστεκε του ∆ιός βωµός,
και τον άγγιξε, κατά τη συνήθεια. Γύρω του, σκιερό περιστύλιο έζωνε τα
δωµάτια, που, µην έχοντας κανένα παράθυρο, έπαιρναν αέρα και φώς από την

αυλή µονάχα. Κοίταζε ο Σωκράτης την παλιά κληµαταριά που αγκάλιαζε το
περιστύλιο και λογάριαζε πως σε λίγο θα ωρίµαζαν τα σταφύλια της, όταν
πρόβαλε η Ασπασία και του έκανε νόηµα να µπη στην κάµαρα της. Τον έβαλε
να ξεκουραστή στο σοφά που χρησιµοποιούσε για κρεββάτι, σκεπασµένον µε
κεντητό ύφασµα της Μικρασίας, ενώ αυτή κάθησε απέναντι του, στο θρονί της
τουαλέτας» Φορούσε άσπρο λινό φόρεµα, σφιγµένο στη µέση µε δερµάτινη
ζώνη. Τα κατάµαυρα µαλλιά της, χωρισµένα στα δυό, έπεφταν καλά
κατσαρωµένα ως τους ώµους. Τα όµορφα µπράτσα τα στόλιζαν δυό χρυσοί
δράκοντες µπλεγµένοι σε βραχιόλια. Στα µακρουλά δάχτυλα µε τα
περιποιηµένα νύχια, έπαιζε η Ασπασία ένα λεπτό µαντήλι από αµίαντο της
Καρύστου, µαντήλι που άµα λερωνόταν, τόβαζε στη φωτιά και καθάριζε.
—« Ξέρεις γιατί σε φώναξα, Σωκράτη ; » ρώτησε κι' ένα χαµόγελο
σχηµάτισε στα µαγουλά της χαριτωµένα λακκάκια.
—« Πως να το ξέρω ; Μαντεύω πάντα στραβά τις γυναίκες. .. »
—«Ήθελα τη γνώµη σου. Θυµάσαι πέρσυ που πέρασε ένα νόµο ο
αρχιερέας ∆ιοπείθης, αυτός ο κουλός, ο φανατικός τερατοσκόπος, για ν'
απαγορέψη τις έρευνες στα ουράνια σώµατα ; Θα πίστευες ποτέ πως θάστρεφε
αυτόν το νόµο εναντίο µου ; »
—« Ναί. Από την εκστρατεία της Σάµου κατάλαβα το µίσος του ∆ιοπείθη
για τον άντρα σου και για σένα ».
—« Θέλεις να πής τότε που πλέατε προς τη Σάµο κι' έγινε έκλειψη του
ήλιου κι' oι πλοίαρχοι φοβήθηκαν τον κακό οιωνό και θέλησαν να γυρίσουν
πίσω, µα ο Περικλής, που ξέρει πως έκλειψη γίνεται κάθε που βρεθή η Σελήνη
ανάµεσα γη και ήλιο, µάζεψε τους πλοιάρχους στη ναυαρχίδα, έβγαλε το
µανδύα του, σκέπασε το κεφάλι ενός απ' αυτούς και του είπε : « αν τώρα δε
βλέπης τον ήλιο, φοβάσαι ; » Τότε οι πλοίαρχοι πείστηκαν να εξακολουθήσουν
την εκστρατεία, µα ο ∆ιοπείθης θεώρησε ασεβέστατη τη σωστή εξήγηση του
Περικλή ».
—« Όχι µόνο αυτό, συµπλήρωσε ο Σωκράτης, παρά πεισµάτωσε ο
αρχιερέας κι' όταν ο Περικλής τον εµπόδισε στη Σάµο να σφάξη 40 αιχµάλωτα
Σαµιώτικα παιδιά, θυσία στο ∆ία ».
—« Έ, λοιπόν, ο ∆ιοπείθης, µε κείνον το νέο δηµαγωγό, τον Κλέωνα, µην
τολµώντας να κατακρίνουν φανερά τον Περικλή, έγραψαν κατηγορία εναντίο
του Αναξαγόρα και µένα».
—« Πότε ; »
—« Σήµερα. ∆έν τ' άκουσες στην αγορά ; »
—« ∆έν άνακατεύοµε σε µικροπολιτικές... Αλλά τι σας κατηγορούν ;»
—« Μας λέν άθεους από τη µια µεριά κι' ανήθικους από την άλλη. Για να
εξασφαλίσουν καταδίκη παίζουν διπλό παιχνίδι, διπλές κατηγόριες. Εµένα ο

κωµικός ποιητής Έρµιππος, τον ξέρεις δα το µονόφθαλµο, µε συκοφαντεί πως
διατηρώ πορνείο και πως προµηθεύω παρθένες σε πλούσιους γέροντες. Τον
Αναξαγόρα ο Περικλής θα τον φευγατίση στη Λάµψακο. Εγώ όµως δε φεύγω.
Θά µείνω κοντά στον άντρα µου και θα δικαστώ! ∆ε σου κρύβω, Σωκράτη...
φοβάµαι... »
Κούνησε το κεφάλι του ο φιλόσοφος, σαν να ήθελε να δηλώση πως
καταλάβαινε τους φόβους της κι' έµεινε µια στιγµή συλλογισµένος. Χωρίς να το
θέλη, η Ασπασία είχε αναστατώσει το Άστυ. Είκοσι χρονών ήρθε από τα
παράλια της Ιωνίας, εταίρα γεµάτη µεθυστικό άρωµα οµορφιάς και νιότης. Στην
πατρίδα της οι γυναίκες ήταν ελεύθερες και µορφωµένες, ενώ στην Αθήνα
έµεναν κλεισµένες στο γυναικωνίτη, αγράµµατες. Η πατρίδα της η Μίλητος
είχεν ασύγκριτη ζωντάνια. Από τα 700 π.Χ. έπιασε τα ∆αρδανέλια, το Βόσπορο
και τη Μαύρη Θάλασσα. Με σύµβολο το Λέοντα ( που µιµήθηκε αργότερα η
Βενετία ), αποίκισε όλη την Ανατολή, από την Κριµαία ως την Αίγυπτο. Η
Μίλητος έφτιασε τους πρώτους θαλασσινούς χάρτες, εκεί γεννήθηκε η
περιέργεια να εξηγηθούν τα φυσικά φαινόµενα µε τη λογική, αντί µε
δεισιδαιµονίες. Από τέτοια πόλη φερµένη, η Ασπασία δεν άργησε να κάµη το
αθηνέϊκο σπίτι της λέσχη σοφίας και ξυπνάδας. Μιλούσε µε όλους για όλα και
µάγευε τα καλύτερα πνεύµατα της εποχής, το φιλόσοφο Ζήνωνα, το Φειδία, το
Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τον Ηρόδοτο, τον πολεοδόµο Ίππόδαµο, τον
αρχιτέκτονα του Παρθενώνα Ικτίνο, τον ιστορικό Θουκυδίδη. Κανείς τους δεν
ήξερε τι τους ξετρέλαινε περισσότερο σ' αύτη τη γυναίκα — η ξυπνάδα για η
οµορφιά της. Αργότερα θα την πή ο Σωκράτης « δασκάλα του στα ερωτικά και
στη ρητορική » και ο Πλάτων θα βεβαίωση πως ο Περικλής µαζί της σχεδίαζε
τους περίφηµους λόγους του. Κάποια µέρα ο Σοφοκλής έφερε στο σπίτι της τον
Περικλή κι' από κείνη τη στιγµή η Μιλησία του έπεβλήθηκε. Τόνε χώρισε από
τη γυναίκα του Τηλεσίππη και τον παντρεύτηκε. Οι Αθηναίοι δεν
παραξενεύτηκαν πως ο Ολύµπιος έδιωξε την πρώτη του γυναίκα, για να πάρη
ξένη εταίρα, µόνο απόρησαν να δουν ότι µεταχειριζόταν την Ασπασία σαν όν
ανθρώπινο. Αντί να την κλείση στο γυναικωνίτη, την είχε πάντα κοντά του, την
άφηνε να καλή φίλους και να συζητά στα συµπόσια σαν ίση µε τους
καλύτερους. Κάθε που έβγαινε από το σπίτι η σαν γύριζε τα βράδια, τη φιλούσε
µπροστά σε άλλους. Αυτό δα ήταν απίστευτο! Γιά τους αστούς των Αθηνών η
Ασπασία έδειχνε πολύ φανταχτερή, πολύ ξεβγαλµένη, για να είναι τίµια.
Ωστόσο του Περικλή του στάθηκε µοναδική σύντροφος. Ο Ολύµπιος, αφότου
µπήκε στην πολιτική εδώ και τριάντα χρόνια, έκανε ζωή αποτραβηγµένη. Σ' ένα
δρόµο τον έβλεπες, στο δρόµο που οδηγούσε προς το Βουλευτήριο. Ποτέ δε
δεχόταν προσκλήσεις, κανείς δεν τον είδε να πίνη σε γλέντια. Είχε την ιδέα πως
ο καθηµερινός βίος του πολιτευόµενου πρέπει να είναι αφιερωµένος στο
µεγαλείο της Πολιτείας. Καθώς κουραζόταν όλη την ήµερα µε τ' αµέτρητα
καθήκοντα που βαραίνουν έναν πρωθυπουργό, η χαρά που του απόµενε ήταν να
περνά τις ώρες της σχόλης δίπλα στην όµορφη και πανέξυπνη Ασπασία. Αυτή

Όλόκληρο το τοπίο τόχει ζωντανέψει η παλιά θρησκεία ». Τώρα είχεν έρθει η ώρα να πληρώση την υπεροχή της. να τις µάθης να τους κάνουν ευτυχισµένους. Το πέρασµα της είχε αφήσει βαθιά ίχνη στην πνευµατική. Ασπασία. όταν οι άνθρωποι θα είν' ώριµοι να τις δεχτούν. να τη βρίζουν στο θέατρο µε τα αισχρότερα λόγια. παρά βαθειά εκτίµηση. όπως έκανες εσύ τον Περικλή. Τέτοια συκοφαντία δε στέκει. Είν' επικίνδυνο να παίζης µε τους θεούς στην Αθήνα. όπως για την αθανασία της ψυχής. Η πόλη µας θεωρείται ίερή. για να µην απαρνηθώ έξ αιτίας της τους ∆ώδεκα Θεούς. —« Φοβάσαι και σύ αυτή τη δίκη. όµως η αναστάτωση που έφερε στην Αθήνα. από τη δική σου µικροψυχιά».τον παρηγορούσε. —« Έχω το θάρρος να είµαι δειλός. κι' ας είναι ατελέστατοι. Αριστοφάνη. Σωκράτη. γιατί µ' αυτά κρατιέται ο κοινός πολίτης στην αρετή. Κρατίνο. Περιορίζοµαι λοιπόν να λέω τα µυστικά της καρδίας µου σε µερικούς εξαιρετικούς ανθρώπους». βουνά και λόφοι είναι γεµάτοι µυθολογία. ∆ε µ' ανησυχεί πως σε κακολογάν για προξενήτρα. όµως µε τροµάζει πως σε καταγγέλλουν για άθεη. Υπάρχουν καιροί που πρέπει να σηκώσης σηµαία και να τραβήξης µπροστά.. οι αντίπαλοι του Περικλή. —« Μη σου κακοφανή. Η Ασπασία τον έκοψε. Επειδή επηρέαζε πολύ τον πρώτον άρχοντα της χώρας. πως τούτη η γυναίκα ήτανε µοναδικό πλάσµα. Κάποιος άλλος θάρθη αργότερα να τις βάλη σε δρόµο. Μά υπάρχουν καιροί που .» —« ∆έν τα πιστεύω. Αν το τολµήσω τώρα. Παλεύω µε τη λογική µου. εδώ ζή η θεά Αθηνά. αντί να καταλαγιάζη µε τον καιρό. ολοένα δυνάµωνε. Είν' επικίνδυνο να σπάη κανείς τις ρίζες της λαϊκής θρησκείας. Γύρω στην Αττική.. ότι προτιµώ το θάρρος του Αναξαγόρα. να πιστεύης αυτά τ' απλοϊκά παραµύθια . στοχάστηκε ακόµα µια στιγµή. αυτή τον παρακίνησε να στολίση την Αθήνα. σύ ανώτερος άνθρωπος. Μέσα µου µεστώνουν ιδέες που θα δικαιωθούν κάποτε. την πήρανε στόχο οι συντηρητικοί. την κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Η Ασπασία άξιζε τόσο για τη νύχτα όσο και για την ήµερα. Η λατρεία του Περικλή για τη Μιλησία δεν ήταν ερωτικό πάθος µόνο. Είδα σεβάσµιες Αθηναίες να τις φέρνουν οι άντρες τους κοντά σου. µα δεν τολµώ να τις διδάξω στον κοσµάκη. Έβαλαν τους δικούς τους κωµωδιογράφους. αλλά τα σέβοµαι. αν σου πω. κοιτάζοντας την. Έρµιππο. για έναν παντογνώστη Θεό. —« Ναί. φίλε. που η πίστη της χάνεται στο σκοτάδι της προϊστορίας. » ρώτησε. Ό Σωκράτης. για τη θεία Πρόνοια. όταν τον έβλεπε πικραµένο. Τα έµπειρα µάτια της Ασπασίας µάντεψαν τη σκέψη του φιλοσόφου. αυτή τον ενεθάρρυνε στον αγώνα του κατά των αριστοκρατών. χαριτωµένα παραµύθια για θεούς κι' ηµίθεους. ανυπόµονη : —« Πώς γίνεται. Σωκράτη . που περιφρονεί δηµόσια το ∆ωδεκάθεο. θα σηκώσω επανάσταση χωρίς αποτέλεσµα.

η πόλη σας θα µικρύνη. Ασπασία.τι θέλεις. Φτώχια η αφάνεια του πατέρα δεν εµποδίζει κανέναν από µας να πάρη αξίωµα. γεννηµένοι αδέλφια όλοι. θρέµµα τούτης της γης σαν κι' εµάς. εδώ γεννήθηκαν άνθρωποι. Ο Περικλής είναι κληρονοµικός ιερέας της ∆ήµητρας. σαν τις Κανηφόρες.τι µεγάλο έχει η ζωή. Ξέρεις τι λέει τώρα ο λαός. Αδικα πασχίζουν µε τη λογική να βρουν το Θεό οι σοφιστές κι' οι φυσικοί. που τη µαθαίνατε από στόµα σε στόµα. Την επιστήµη. το παίρνουν οι . έχει την εποπτεία της γιορτής της κάθε Νοέµβριο. ξαναµµένη : —« Σωκράτη. εµείς. και Βουζύγης πρέπει να δώση το σήµα για ν' αρχίσουν οι σπορές. που.λογής άγρια θηρία. Και να ξέρης πως. να σταθή εµπόδιο στην απότοµη πρόοδο. τα µεσάνυχτα. ξεριζωµένος η όχι. εσύ. ∆έν έχετε δεσµούς µε κανένα τόπο. Ζώντας είκοσι χρόνια τώρα στην Αθήνα σας άνοιξε τα µάτια. Αλλά τι τα θέλεις. κοίταξε καταπρόσωπο το φιλόσοφο µε τα γαλανά µάτια της. Ο άντρας σου όµως κατάγεται από τους Βουζύγες. πιστεύοµε στην ισότητα και δεν παραδεχόµαστε να γίνουν άρχοντες µας ούτε οι δυνατοί. πίστευε ό. Η Ασπασία ανασηκώθηκε µ' όλο τ' ωραίο της ανάστηµα. είσαστε άτοµα ξεριζωµένα. για να ταΐσης το φίδι θεό ».» Γέλασε η Ασπασία και του είπε µε κείνο το παιχνιδιάρικο ύφος της : —« ∆έν αποµένει παρά να σε δούµε και σένα. ο Αναξαγόρας είναι τόσο µεγάλος. ό.θεό. Μέσα σου. και του είπε. Αύτός έβγαλε τα πρώτα βιβλία και τα εικονογράφησε. παρά να προσκυνήσω την ιδέα της ισότητας. λατρεύω όµως την ηθική σκέψη που γέννησε το µύθο. Όταν όλη η άλλη γης ανάσταινε λογής . γιατί σ' αυτούς η πίστη είναι πιο απαραίτητη κι' από το ψωµί». Η πολλή ξυπνάδα βλάφτει. Οι Ίωνες. από µια µητέρα. κι' όταν γίνωνται δηµόσιες λειτουργίες. παρά όσοι έχουνε σωφροσύνη και αρετή. που γεννήθηκε σ' αυτά τα χώµατα... κι' είµαι άξιος ν' ανεβώ τη νύχτα. κυρά µου. Κι' ενώ οι άλλες πόλεις µεγάλωσαν από κάθε καρυδιάς καρύδι. σ' αυτό τον τόπο. ν' ανεβαίνης στη σπηλιά της Ακρόπολης. Μόνο µε την ευσέβεια µπορείς να πλησιάσης το ∆ηµιουργό. Ατάραχος ο Σωκράτης της αποκρίθηκε : —« Έµείς οι Αθηναίοι καυχιόµαστε πως είµαστε αρχαιότατο γένος. Εγώ ξέρω πως δεν υπάρχει φίδι στη σπηλιά. ούτε θυσίες κάνει ο ίδιος. µην παίζης όµως µε τη θρησκεία των απλών ανθρώπων. ο Αναξαγόρας. Γι' αυτό κι' εγώ πιστεύω. αφότου σας έδιωξαν από την πατρίδα σας οι Πέρσες. το σόι που δίδαξε στην Αττική την καλλιέργεια του σταριού. άµα θα φύγη. έδώ και χίλια χρόνια. είσ' υποκριτής. που τόνε λές ιερό εσύ. ό. σας την έκανε βουβή.τι αγνό.. Λέει πως κατάντησες τον άντρα σου άθεο. τα µεγάλα σα στόµατα.. παραστέκει αδιάφορος.νιώθει ο φιλόσοφος την ανάγκη να κρατήση τον κατήφορο. Σύµβολο αυτής της ισότητας έχοµε το φίδι . ούτ' οι πλούσιοι. Από εδώ κι' εµπρός θα µορφώνεστε διαβάζοντας βιβλία και βλέποντας εικόνες. όχι βέβαια να θρέψω το ανύπαρχτο ζώο. Γιά τη σηµερινή γενεά δε φοβάµαι τίποτα περισσότερο από τη φθορά που κάνει ο υλισµός.

την έβαλε να καθίση δίπλα του και της είπε ήσυχα : —«Εχεις δίκιο να µιλάς έτσι για τ' ανάξιο ιερατείο. Τιµή στόν Αναξαγόρα. Κατάλαβες . Τούτο γίνεται πρωί . ∆ε βλέπω το Θεό στους ναούς παρά στη συνείδηση µου. Απλοί άνθρωποι σκύφτανε µε σεβασµό στο πέρασµα του ξύλινου ξόανου της θεάς.» Από την αυλή ακούστηκαν τότε φωνές και τόση φασαρία. Ζήτηµα εσωτερικό. να Του κάνω εκκλησιά την ψυχή µου. είδα λιτανεία να µε πλησιάζη. σαν κάτι να λογάριαζε.. κείθε απ' τον Ίλισό. Θέλω απ' ευθείας επαφή µε το ∆ηµιουργό. Μιά µέρα που διάβαινα. —« ∆έν είναι τίποτα. Θέλεις τώρα να µάθης τι πιστεύω εγώ . Να µην ειν' η τροµάρα κείνο που ενώνει Θεό και άνθρωπο. που πρώτος στον κόσµο καταδικάστηκε από αµαθέστατο ιερατείο. . άλλο τόσο δεν ξέρει κι' ο Αναξαγόρας. την αρρώστια. Γιατί πως θέλεις σήµερα να ξέρη ο πολίτης τι είναι σωστό να κάνη. πρόσεξα µια γυναικούλα να δακρύζη και. που ανάγκασαν το φιλόσοφο να σταµατήση. πρέπει να κάνουµε τους ανθρώπους να πάψουν να τους φοβούνται.» —«Και βέβαια θέλω». πρός το ναό της ∆ήµητρας και Κόρης. —« Για µένα η θρησκεία κάθε µορφωµένου είναι ζήτηµα προσωπικό. θα χρειαστή να κάνουµε τον κόσµο να πιστέψη σ' έναν ενάρετο Θεό. παρά η αγάπη κι' ο σεβασµός. Η αµφιβολία είναι κοντύτερα στην αλήθεια. Σωκράτη. Μη διακόπτης. Ο Σωκράτης κοντοστάθηκε µια στιγµή. αφού πιστεύει σε πολλούς θεούς µε διάφορες γνώµες τον καθέναν . κι' ύστερα εξακολούθησε : —« Μ' αρέσει. Ωστόσο. επειδή πιστεύει στην αλήθεια ». µολονότι οι τσιριξιές απ' έξω δυνάµωναν : —« Καθώς δεν µπορεί να είναι κακοί οι θεοί. παρά οι γνώµες σοφών που εξηγούνε τ' ανεξήγητα ».. να πέφτη καταγής και να παρακαλή µε κλάµατα αυτά το ξύλο να σώση τ' άρρωστο παιδί της.άπόγεµα. µόλις έφτασε µπροστά της η λιτανεία. όµως καθώς οι ιερείς δεν ξέρουν τίποτα βέβαιο για το Θεό. είπε η Ασπασία. τσακώνεται πάλι ο Αλκιβιάδης µε τα παιδιά του Περικλή. Θεούς γεµάτους ελαττώµατα . ενώ εγώ ήξερα πως δεν µπορεί νάχη τίποτα να κάνη αυτό το ξύλο µε τη θεά. τη φτώχια. Ο Σωκράτης την έπιασε από το χέρι.διαστραµµένοι και το κάνουν βρώµα. το βραδάκι να κάνω περίπατο στην εξοχή. Ασπασία. Αλλά πριν φτάσουµε κει. Μ' ενδιαφέρουν αυτά που λές ». Τότε κατάλαβα πως είν' ανάγκη να υπάρχουν δυο θρησκείες — µια για τους µορφωµένους και µια για το λαουτζίκο. θρησκεία ικανή µε τα ψέµατα να τον παρηγόρηση για το θάνατο. Εκείνος εξακολούθησε.

» παραπονέθηκε το παιδί. —« Τι τρέχει» . µα µε δάγκωσε σα γυναίκα ». ∆εν ήταν ακόµη 15 χρονώ κι' είχε κιόλας δείξει πολλά δείγµατα της µανίας του για πρωτεία..Ο Κρόνος τρώει τα παιδιά του. Κάποτε που έπαιζε µε συνοµήλικους στο δρόµο « αστραγάλους » κι' ήταν η σειρά του να ρίξη. Κληρονόµος τεράστιας περιουσίας ( τα κτήµατα του άρχιζαν από τα ριζά του Υµηττού και τέλειωναν πολλά χιλιόµετρα πέρα. Μά ήταν ανυπόταχτο και φαντασµένο αγόρι. παραδόθηκε στο θείο του Περικλή να τον αναθρέψη. Και ξέρεις. πως ο Θεός είν' ενάρετος και καλός και δεν αγαπά παρά τους ενάρετους και τους καλούς. Ασπασία. µ' αστραφτερά µαύρα µάτια και κυµατιστά ξανθά µαλλιά. όσο να µπη στο σπίτι ο Αλκιβιάδης και να µας ανακατέψη όλους. ο Ερµής κλέβει. Θα πασχίσω να διδάξω το λαό. —« ∆οκίµασα να του τις βρέξω. Το παραπέτασµα που χώριζε το δωµάτιο της Μιλησίας από την αυλή. κινδυνεύω κάποτε να µε καθίση κι' εµένα στο δικαστήριο ο ∆ιοπείθης». Πρόσεξε ο Σωκράτης τον Αλκιβιάδη. ο Ζεύς χαϊδεύει τα οµορφόπαιδα. —« Κι' εσύ τι έκανες . Κατάντησε . όταν ο πατέρας του Κλεινίας. µε τη µύτη του γεµάτη αίµατα. γενναίος πολεµιστής. που µόλις κατάφερε να τα συγκράτηση ο αµαξάς. Μιά µέρα που είδε τον Περικλή να έτοιµάζη λογοδοσία για τη διαχείριση των εσόδων. Μ' αυτές τις ιδέες. ρώτησε η Ασπασία. άνοιξε διαµιάς κι' όρµησε µέσα ο Πάραλος. Ο Αλκιβιάδης τόνε διόρθωσε : —« Οχι σα γυναίκα. Περικλή. είπε αυστηρά η Μιλησία. Σά λεοντάρι δάγκωσα ». Η Αφροδίτη µοιχεύεται. Φώναξε του αµαξά να σταµατήση. µα καθώς εκείνος προχωρούσε. είπε : «Καλύτερα θάκανες. που τους εξήγησε. ήτανε δυο ήσυχα παιδιά. διηγήθηκε η Ασπασία του Σωκράτη σκουπίζοντας τα αίµατα από τη µύτη του δαρµένου. —« Με χτύπησε ο Αλκιβιάδης. κυνηγηµένος από τον Αλκιβιάδη. µόν' ο Αλκιβιάδης ξάπλωσε άφοβα εµπρός από τ' άλογα. πανέµορφο αγόρι. πως τα δυο παιδιά πάλευαν κι' επειδή δεν κατάφερνε να νικήση τον Πάραλο ο Αλκιβιάδης. Μπήκε κι' ο µεγάλος γιός του Περικλή. σκοτώθηκε στη µάχη της Κορώνειας. εσύ που είσαι µεγαλύτερος » . ∆εν ήξερες να βάλης τάξη. Είχ' αγοράσει πανάκριβα ένα σκύλο. ο µικρότερος γιος του Περικλή. τόσο αντίθετες από τις ιδέες του Αναξαγόρα. ο Ξάνθιππος. τ' άλλα παιδιά παραµέρισαν να µην τα πατήση. να µελετούσες πως δε θα λογοδοτήσης στους Αθηναίους ». προς τη θάλασσα της Εύβοιας ).. µα του έκοψε την ουρά. τον εχτύπησε παράτυπα. Το παιδί αυτό ορφάνεψε από τεσσάρων χρονών. —« Ο Πάραλος κι' ο Ξάνθιππος. φάνηκε αµάξι. για να γίνη λόγος για το άτοµο του.

που η καταγωγή κι' η οµορφιά του έκαναν όλους να το κολακεύουν. σαν τους προγόνους σου. Σηµάδι του άρχοντα. θα σε πάλευα. Το παιδί αυτό. Άµα του παραπονιέµαι. Ξεχνάς πως κατάγοµαι από τον Αιακό. όπως συχνά κάνουν τα καλογεννηµένα παιδιά. αυτό θα σήµαινε πως έχεις δίκιο. ούτε πλούτη έχουν αξία. Αποδείχνεσαι ανάξιος µε το να τους αναφέρης. γελάει και µου λέει : « Μη µε σκοτίζης για τον Αλκιβιάδη ». Με τον καιρό τούτος ο λωλός χάλασε και τα ξαδέλφια του και τώρα αντί ένα έχω στο κεφάλι µου τρία ζιζάνια ». µα είναι δύσκολο να είσαι πατέρας. » Το παληκαράκι στυλώθηκε αλαζονικά κι' αποκρίθηκε τραυλίζοντας. Είναι. και ύστερα. —« Ε. » . που πρόσεξε την αντίδραση του Αλκιβιάδη. δεν καταδέχεται να µιλά για προγόνους. γι' αυτό προσπαθείς από νέος να φανής όσο γίνεται αισχρότερος . —« Είναι µικρός ακόµα. Ο Σωκράτης στράφηκε προς τον Αλκιβιάδη και του είπε µε ύφος περιφρονητικό : —« Μήπως νιώθεις πως άµα µεγαλώσης δε θα µπορέσης ποτέ να γίνης σπουδαίος. —« Εγώ ανάξιος. που ήτανε γιος του ∆ία». βλέπεις. Μαλώνει διαρκώς. για πρώτη φορά άκουγε κάποιον να του µιλά µε καταφρόνια. ανάλαβέ τον ». Λοξοκοίταξε τον παράδοξο φιλόσοφο. πολύ εύκολο να κάνης παιδιά. Ίσως αργότερα. Η Ασπασία. που θα µπορούσε να τον συνετίση. να σου δείξω σε ποιόν µιλάς έτσι ! » Ο Σωκράτης του είπε : — « Και αν µε νικούσες στην παλαίστρα. —« Μη βάζης τους προγόνους µου στο στόµα σου.συµφορά. Αλκιβιάδη. δεν είναι το χεροδύναµο παρά το ήθος. αν αυτός που τα κατέχει είναι τιποτένιος. Ούτε καταγωγή. Γερούς µυς έχουν κι' οι ταύροι.. είπε στο Σωκράτη : —« Μονάχα συ µπορείς να τον διορθώσης. Εσύ δεν είσαι παρά ένας άµυαλος ». αντί να προσπαθής να τους µοιάσης». Όποιος ξέρει την αξία του. Αν δεν ήσουνα κοιλαράς. ύστερα έσπρωξε φουρκισµένος το παραπέτασµα και βγήκε στην αυλή. δεν ακούει κανέναν κι' ο Περικλής. δεν έχει καιρό.. Σέ παρακαλώ.

τι πης. ∆ε θέλω φίλους πολλούς. ας άνέβη στην Αθήνα κοντά στο Σωκράτη ». Αντισθένη. όσο φίλους διαλεχτούς. άλλοι γι' άλογα. όµως όχι σα µαθητής. κρατάς θησαυρό ». µα εγώ τόνε ρώτησα : «Αφού ο θάνατος είναι πανηγύρι.τι κι' αν εξηγάς. Αλλά πές µου. Σωκράτη ». µα αύτός θέλει πολλά λεφτά κι' εγώ είµ' άπορος για να µάθω πληρώνοντας. που τέτοια ώρα το πρωί αντηχούσε από κελαηδίσµατα πουλιών και χόχλο παιχνιδιάρικου νερού που κατρακυλούσε τα βραχάκια. » Αυτή µου η απάντηση µ' έκανε γνωστό στον Πειραιά.ίσια. Τους ξεχωρίζω µόνος µου. γιατί αργείς να πεθάνης. γιός του Αντισθένη. άλλοι πάλι για κυνηγάρικα σκυλιά. και συστήθηκε : —« Αντισθένης. Υπάρχουν άνθρωποι που παθαίνονται για δύναµη. —«Στο λιµάνι µε λογαριάζουνε για σπίθα. —«Άµα το πετύχης αυτό. παρά σα φίλος. Ο Σωκράτης µε τον Αντισθένη συνέχισαν το δρόµο τους προς την αγορά. Τώρα κάµποσες µέρες ανεβαίνω µε τα πόδια από τον Πειραιά για να σ' ακούω. γιατί διψάω για µάθηση ».VIII Ένα παληκάρι φτωχικά ντυµένο πλησίασε το Σωκράτη. Πέρασαν τα τείχη του Θεµιστοκλή από τις πύλες της ∆ιοµείας και πήρανε τον ανήφορο πρός τον . εγώ θα τρέχω πάνω . έ. ό. σιχαίνεται τη φιλοσοφία. από τον Πειραιά. Είναι σκληρή η µοίρα του φτωχού. » —« Σχεδόν τίποτα. Αν µείνης κοντά µου. προσπερνώντας το Στάδιο. Ερχοµαι κοντά σου ίσια . οι άλλοι τον θαυµάζανε. τι ξέρεις από τους παλιούς σοφούς . Θέλω να µαθητέψω κοντά σου. ρέµα -ρέµα τις κατάφυτες όχτες του Ιλισού. θα σε κάνω άνθρωπο ».κάτω τον Πειραιά και θα φωνάζω: όποιος θέλη ν' ανθρωπευτή. νάρχωµαι να σ' ακούω. Αφού µε δέχεσαι κοντά σου. Ο φιλόσοφος χαµογέλασε κι' είπε : —« Σ' ευχαριστώ. Μια µέρα. παιδί µου. Ενώ όµως το λιµάνι µπορεί να µε µάθη εµπόριο η ναυτικά. Εγώ ένα πάθος έχω — να πιάνω φίλους. —« Αν έχης µυαλό. Αγαπώ τη φιλοσοφία και µ' αρέσεις έτσι απλά καθώς τα λές. Σέ καταλαβαίνω ό. καθώς πορευόταν. που κάποιος ιερέας του Ορφέα εξηγούσε πόσο θαυµάσια ειν' η ζωή στον Άδη για τους µυηµένους. επειδή άκουσα πως δε ζητάς αµοιβή. ∆οκίµασα να διδαχτώ από τον Γοργία.» Ο Σωκράτης πρόσεξε τη µελωδική φωνή και την ξυπνάδα που έλαµπε στα µάτια του νέου κι' αποκρίθηκε : —«Ακολούθα µε. κι' εγώ θα περπατάω κάθε µέρα τα οκτώ χιλιόµετρα που µας χωρίζουν. Με δέχεσαι για µαθητή. λοιπόν.

ο Σωκράτης το πρότρεπε : —« Μίλα µου. το σκλαβοπάζαρο. ο κύκλος για τα φρούτα και τα λαχανικά. Με κοροϊδεύουν για νόθο κι' εγώ τους απαντάω πως οι γνήσιοι πολίτες δεν είναι καλύτεροι απ' τ' άθηνέικα σαλιγκάρια. άτοµα από διάφορες φυλές µαζεύονταν άφοβα και παζάρευαν την πραµάτια τους. Άµα σώπαινε το παληκάρι. Ο νεαρός Πειραιώτης φλυαρούσε : —«Έχω πατέρα λεύτερο πολίτη. Μία φαρδειά λεωφόρος. το ψωµί. που ήταν ονοµαστό για την οµορφιά αλόγων και καβαλάρηδων. » Η εξήγηση του δόθηκε : —« Τον παλιό καιρό δεν υπήρχε εµπόριο. όπως τους αποθανάτισε ο Φειδίας. νιώσανε την ανάγκη ν' ανταλλάζουν τα προϊόντα τους. την αφιέρωναν στους Θεούς και χτίζανε στο κέντρο ναό. Το κέντρο της αγοράς το γέµιζαν µαγαζιά. ο ∆ρόµος. απαραίτητα στις θυσίες. Ο Αντισθένης ρώτησε : —« Σωκράτη. έχουνε µάνα και πατέρα ντόπιους ». Αργότερα. πως γίνεται στο ίδιο µέρος να συνευρίσκωνται τα ιερά των Θεών και το παζάρι. Μπροστά τους. που. απλωνόταν η αγορά των Αθηνών. Εκεί. τεράστιο τετράγωνο µε δηµόσια κτίρια και στοές στις τέσσερες πλευρές του. για τούτο διάλεγαν έναν τόπο κι' οι άρχοντες τους τον ονόµαζαν ιερό. το « άγοραίον σκώµµα ». δίχαζε την αγορά διαγώνια. * Το σηµερινό θησείο. για να περνά η µεγάλη ποµπή των Παναθηναίων και να γίνωνται οι παρελάσεις του Ιππικού. Ιδιαίτερο κύκλο είχαν τα τρόφιµα. Γιά να προστατέψουν αυτή την αγορά από τους ληστές. που λέγονταν τότε τραπεζίτες. Γιά να χωρέσουν όλα τα διάφορα εµπορεύµατα. καταστήµατα πολυτελείας και οι πάγκοι των σαράφηδων. έκανε ο Αντισθένης. στόλιζαν την αγορά και πρόσφεραν καταφύγιο στους πολίτες τα ζεστά µεσηµέρια. ώσπου φτάσανε στην αγορά. όπου πωλήτριες ήτανε γυναίκες γνωστές για τα πειράγµατα τους. βιοτεχνικά εργαστήρια. αφότου υπάρχει κόσµος. Και κείνο διηγόταν µε απλότητα και χιούµορ τη δύσκολη ζωή του. που είχε φυτέψει ο Κίµων. είδος µε είδος. αλλά µάνα σκλάβα Θράκισσα. Ετσι ανακατεύτηκαν οι Θεοί µε το ταπεινό εµπόριο για να το κηδεµονεύουν ».Άρειο Πάγο. Μεγάλα δέντρα και πλατάνια. σαν ηµέρεψαν οι άνθρωποι. µόνο αρπαγή κι' η δύναµη του ισχυρότερου. . για να σ' αναλύσω ». —« Κατάλαβα ». ο κύκλος για τα λουλούδια και τα στεφάνια µυρτιάς. διαιρούσαν την αγορά σε κύκλους. καθώς κοίταζαν από το λόφο του Κολωνού µε τον κατακαίνουργο ναό του Ηφαίστου*. επειδή µόνο σ' αυτούς επέτρεπαν νάχουν τραπέζια για τις συναλλαγές τους.

και µόνο δούλες ή εταίρες έµπαιναν µέσα. τούτο τ' άπαρτο φρούριο είναι µέρος τυραννικό. ξαναγίνουν οι άνθρωποι κάποτε πάλι δούλοι.. Ο Ηρόδοτος γράφει µια φράση. Αποµένει ωστόσο να δούµε. άλλα και η πολιτική κι' η κοινωνική ζωή της. Σ' αυτό το απέραντο παζάρι στριµωχνόταν από τα ξηµερώµατα πολυκοσµία. µε φωνάρες που δηµιουργούσαν πανδαιµόνιο. ανθρώπους που µαζεύονται στη µέση από την πόλη τους για να φλυαρούν όλοι µαζί και να εξαπατάν ο ένας τον άλλον. και οι ωραίοι νέοι περπατούσαν χτενισµένοι µε µπούκλες. που η µητέρα του ήτανε µανάβισσα. φορώντας βραχιόλια και πολύχρωµα φορέµατα. έδωσε την ψυχική δύναµη. αν η ανθρώπινη φύση ειν' ικανή να δαµάση τα πάθη της για να ζήση παντοτινά ελεύθερη η αν. Από κει πάνω ανήµεροι βασιλιάδες µε λίγους πιστούς εύκολα σκλάβωναν τον όχλο. γιατί δεν ήτανε σωστό αστές να διαβούνε κείθε.. να νικήσουν την περσική πληµµύρα. ώστε. όπως φοβάµαι. Σκλάβοι λιανοπουλούσαν τα προϊόντα της βιοτεχνίας των αφεντικών τους. που το κουβαλούσαν από τα Μεσόγεια σε τουλούµια. ∆είχνοντας στον Αντισθένη τον απότοµο λόφο της Ακρόπολης είπε ο φιλόσοφος : —« ∆ές. χωρίς να µπορή να το τυραννήση κανένας. Το κρασί το πουλούσαν στο ύπαιθρο ξωµάχοι.Σέ µαγαζί της λαχαναγοράς ανατράφηκε ο Ευριπίδης. Χωριάτες φερµένοι από τη νύχτα είχανε ξεζέψει τα κάρα και δίπλα στα ζώα τους πουλούσαν άλλος κρεµµύδια. » Ωστόσο αύτός ο ελληνικός θεσµός της άγοράς. φίλε. γιατί σήµερα τα πανηγύρια είναι εµπορικά. Εµποράκηδες διαλαλούσαν ορθοί τα είδη τους. βάσης της ∆ηµοκρατίας. εκεί απλωνόταν όλη µέρα όχι µόνον η οικονοµική.. έστω και φλύαρους. Καλά έκανε ο Περικλής κι' άφησε στο βράχο µονάχα τους Θεούς. µια γενεά πριν από το Σωκράτη. ρήτορες αγόρευαν για τα ζητήµατα της ηµέρας. για να κρατάν την τάξη. αν τύχαινε κανένα σπουδαίο ζήτηµα. Κανένα σύγχρονο µεγάλο πανηγύρι δεν µπορεί να δώση την εντύπωση µιας αρχαίας αγοράς. περικυκλωµένοι από πλήθος χαζούς. . Γυναίκες καλές έβλεπες σπάνια. που είπε ο βασιλιάς της Περσίας Κύρος για τους Αθηναίους : « Εγώ δε φοβάµαι. άλλος ξυλοκάρβουνα. Αθηναίους. Ο λαός δεν αποµακρυνόταν όσο να βραδιάση. oι πολίτες εύκολα µαζεύονταν σε συνέλευση κι' αποφάσιζαν. είπε. » Είπε κι' άρχισε να κατεβαίνη τον Κολωνό. πλησίασε τη Θόλο και προχώρησε σ' ένα πηγάδι εµπρός από το παπουτσίδικο του Σίµωνα*. ενώ κατέβασε τη ∆ιοίκηση στα χαµηλά.. όπου το πλήθος διοικεί κατά το γούστο του. άγριους Σκύθες τοξότες. άλλος τα πουλερικά του. ενώ τότε χτυπούσε η ίδια η καρδιά της πόλης στην αγορά της. * Τo µαγαζί του παπουτσή Σίµωνα βρέθηκε κατά τις άνασκαφές που έκαµαν οι Αµερικανοί στην Αρχαία Αγορά. Ανάµεσα σ' όλους αυτούς γυρόφερναν οι άγορανόµοι µε τους αστυφύλακες. στους ελεύθερους.

Σωκράτη. Τρίτη τέλος παράγγειλε αργίτικα πέδιλα µε µαύρη σόλα και κόκκινα λουριά. Ο Σίµωνας τη βοήθησε ν' ανεβή στο τραπέζι του. Σ' αυτές στηρίζεται η οικογένεια. Η µια. ενώ η νέα. µόνον όχι όµοια. έβγαλε από το στόµα του κάτι πλατυκέφαλες πρόκες που τις κάρφωνε σε σόλα και τον καλωσόρισε. τότε ειπώθηκαν για πρώτη φορά αυτά τα λόγια. Ο Σωκράτης του αποκρίθηκε : — « Έτσι είναι. ρώτησε απορηµένος ο Αντισθένης. ανατρέφονται σπίτι. απίθωσε κάτω από το πόδι της χοντρό µαύρο δέρµα. Η φύση έπλασε τη γυναίκα ίση µε τον άντρα. για να µην κουνήση. όχι µόνο της αρχαιότητας. Αντισθένη. . Αν δεν κλείναµε τις γυναίκες στους γυναικωνίτες αλλά τις µορφώναµε. για να φαίνεται ψηλότερη. κοντούλα. Η διαφορά που υπάρχει ανάµεσα Αθήνα και Σπάρτη οφείλεται στη γυναίκα. αφού µόλις τα τελευταία χρόνια εξισώθηκε η γυναίκα µε τον άντρα. ήθελε χρυσά σαντάλια και χρυσούς κρίκους αντί κοκκάλινους. Έχουνε µυαλό προσγειωµένο. Κι' αλήθεια. για να τα κάνη στρατιώτες. ωσότου τρεις πελάτισσες. Έτρεξε κοντά τους ο παπουτσής κι' άρχισε να παίρνη παραγγελίες. Κατόπι άρχισε ατέλειωτο παζάρι. Χάνονται σε µικροπράµατα. Πρώτη φορά ακούω να παινεύουν αυτά τα πλάσµατα ». ήθελε να της βάλη µέσ' από το παπούτσι µεγάλο κοµµάτι φελό (τότε αγνοούσαν τα τακούνια ). Μεγάλος ο ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία.Μόλις είδε στην πόρτα του το ∆άσκαλο ο Σίµων. — « Το πιστεύεις αυτό. που φανέρωνε πως ήταν εταίρα. oι ξελογιασµένες ». λιγότερες φιλοδοξίες και περισσότερη τρυφερότητα. Εδώ τα παιδιά. που βαρέθηκαν να περιµένουν. η µάνα τα ποτίζει µε τη γλύκα της. γιατί ο Σωκράτης µε το µαθητή του Πλάτωνα στάθηκαν οι µοναδικοί φεµινιστές. θα ήταν ικανές ακόµα και να διοικήσουν. ακουµπούσε την παλάµη της στο φαλακρό κεφάλι του Σίµωνα. µα σ' αυτό φταίµε µεις οι άντρες. Και στρατιώτες γίνονται. σαν κοπάδι οργισµένες χήνες. άµαθος από γυναίκες» στράφηκε κι' είπε του Σωκράτη : — « Τι παρακατιανά πλάσµατα είναι τα θηλυκά. Κάνοµε λάθος να τις αφήνουµε αµόρφωτες ». Εκεί ξεχάστηκε ο παπουτσής. πετάχτηκε πάνω. άλλη. Στη Σπάρτη παίρνουν µωρά τα παιδιά από τη µάνα κι' η πολιτεία τ' ανατρέφει. ώστε οι πολίτες µας ξεχωρίζουν για την καλοσύνη της καρδίας τους. όσο να γίνουν έφηβοι. ακόνισε καλά τη φαλτσέτα του και έκοψε γύρω -γύρω τη σόλα επιτήδεια. για να κόψη λίγα όβολα από την τιµή. αλλά όλου του κόσµου. Ο Αντισθένης. µε κόκκινα βαµµένα τα νύχια της. έβαλαν όλες µαζί τις φωνές. αλλά καταντάνε σκληροί και µονόπαντοι.

IX
Πάνω σε καταστόλιστο άρµα, που το αφέντευε νέος άντρας οδηγώντας
δυο ζωηρά άλογα, κατέβαινε στον Πειραιά ο Σωκράτης. Ο νεαρός άντρας
λεγότανε Κριτίας, καινούργιος µαθητής του φιλοσόφου. Ήτανε πλούσιος κι'
απόγονος του πανάρχαιου βασιλιά της Αθήνας του Ερεχθέα. Είχ' εξαιρετική
ξυπνάδα, πρώιµο ποιητικό ταλέντο και µεγάλη ευκολία να ρητορεύη. Το κόµµα
των αριστοκρατών έβλεπε σ' αυτόν µελλοντικόν αρχηγό, ικανόν να νικήση τον
παντοδύναµο Περικλή. Όταν ήλθε ο Κριτίας να µαθητέψη κοντά του, χάρηκεν ο
Σωκράτης, γιατί προπάντων τέτοιους τύπους ζητούσε να επηρεάζη. Επειδή ο
ίδιος απόφευγε την πολιτική, πάσχιζε να δηµιουργήση άλλους, νέους,
καταλλήλους ν' αναµορφώσουν το Άστυ, µε τη λογική και το ήθος που
ονειρευόταν να επιβάλη.
Το άρµα τούς κατέβαζε στο λιµάνι, να δουν να φεύγη µεγάλη « κληρουχία
» για τη Θράκη. Ο Περικλής συνήθιζε κάθε χρόνο να φευγατίζη από την Αθήνα
τη φτωχολογιά, στέλνοντας την στα ξένα, σε τόπους όπου µπορούσε να διαθέση
« κλήρους », καρπερά δηλαδή χωράφια. Μ' αυτό τον τρόπο, από τη µια µεριά
ξαλάφρωνε την πόλη από πικραµένο και άνήσυχον όχλο, από την άλλη είχε το
πλεονέκτηµα να στερεώνη στη Μεσόγειο νέα ορµητήρια για τη
θαλασσοκρατορία της Αθήνας.
Είν' αλήθεια πως οι αρχαίοι νιώθαν αντιπάθεια για το µεγάλωµα κάθε
πρωτεύουσας. Με νόµους αντιδρούσαν στην αύξηση του πληθυσµού. Ο
οίκογενειακός χαρακτήρας που κυβερνούσε κάθε Αρχαίο Άστυ, τόκανε να
φοβάται την ανάµιξη µε ξένο αίµα, επειδή τούτο θα συντελούσε στη διάλυση
της οικογένειας και θάφερνε µεταβολή στις συνήθειες της ζωής. Έτσι
κληρουχίες στέλνονταν από την Αθήνα προς όλα τα σηµεία του ορίζοντα, για να
µην ξεπεράση ποτέ ο πληθυσµός το µισό εκατοµµύριο.
Το άρµα διάβηκε ανάµεσα Αθήνα και Πειραιά, εµπρός από το ναό της
Ήρας, τον καµωµένο χωρίς πόρτα ουδέ σκεπή, αυτόν που έκαψε ο Ξέρξης κι'
είχεν ορίσει ο ∆ήµος να µείνη για πάντα καµένος, ώστε να µην ξεχνιέται η
περσική βαρβαρότητα. Το άρµα πορευόταν παράλληλα προς τα Μακρά Τείχη
που έφταναν ως τη θάλασσα και, µολονότι ο Κριτίας είχε γοργοπόδαρα ζώα, δεν
κατάφερε να τρέξη, γιατί στενός ήταν ο δρόµος κι' η κίνηση αδιάκοπη. Μεγάλες
ποσότητες εµπορεύµατα, χιλιάδες τόννοι, στέλνονταν κάθε µέρα από το λιµάνι
στο εσωτερικό µε µουλάρια κι' αργοκίνητες βοδάµαξες.
Ο Σωκράτης, κατά τη συνήθεια του, ρωτούσε το νέο φίλο, για να τον
µελετήση :
— « Πές µου, Κριτία, τι σκοπεύεις να γίνης ; »
— « Ρήτορας. Γιά νάχω τη δύναµη να πείθω τους βουλευτές στη Βουλή

και το λαό στη Συνέλευση ».
Ο Σωκράτης ξαναρώτησε : — « Θέλεις να τους πείθης, φαντάζοµαι, σ'
ό,τι σε συµφέρει, κι' όχι τι είναι δίκαιο και τι άδικο, γιατί βέβαια δεν µπορείς να
διδάξης το πλήθος σε τόσο λίγην ώρα για τόσα σπουδαία πράµατα ».
— « Σωστά το µάντεψες, Σωκράτη. Θέλω να πείθω το λαό να δέχεται
αυτά που συµφέρουν εµένα και το πολιτικό κόµµα µου ».
— « Είτε δίκαια ποθείς, είτε άδικα ; » απόρησε ο φιλόσοφος.
— « Φυσικά. Γιατί στην πολιτική πάντα, ό,τι και να κάνης, µερικούς θα
ωφελήσης, άλλους θ' άδικήσης ».
— « ∆εν ξέρεις, Κριτία, ότι το µεγαλύτερο κακό στον κόσµο είναι η
αδικία » ;
— « Οχι. Ακόµα µεγαλύτερο κακό είναι να σε αδικούν ».
— « Μήν το λές αυτό », έκανε ο ∆άσκαλος.
— « Ώστε θα προτιµούσες, Σωκράτη, ν' αδικιέσαι µάλλον παρά ν' αδικής ;
»
— « Εγώ βέβαια δε θα ήθελα µήτε το ένα µήτε τάλλο αν όµως ήταν
ανάγκη να διαλέξω, ναι, θα προτιµούσα να µ' άδικούνε παρά ν' αδικώ »,
αποκρίθηκε ο Σωκράτης.
— « Θέλεις να πης πως δεν θα σ' άρεσε να είσαι παντοδύναµος ; Να
κάνης ό,τι θέλεις, να είσαι τόσο ευτυχισµένος σαν τον µεγάλο Πέρση βασιλιά ;
»
—«∆εν ξέρω πόσο είν' ευτυχισµένος ο βασιλιάς της Περσίας. ∆εν τον έχω
συναναστραφή », είπε απλά ο φιλόσοφος.
— « Τι δηλαδή; Ήταν ανάγκη να τον συναναστραφής, για να καταλάβης
πόσο ευτυχισµένος είναι ένας πανίσχυρος άρχοντας; »
Χωρίς δισταγµό απάντησε ο Σωκράτης : — « Ασφαλώς έπρεπε. Γιατί
αγνοώ αν είναι δίκαιος ».
— « Και τι; Στη δικαιοσύνη περιορίζεις εσύ την ευτυχία ενός τυράννου,
Σωκράτη ; »
—«Μάλιστα. Μόνον ο δίκαιος ζη ευτυχισµένα, καλέ µου. ∆υστυχεί
όποιος είναι άδικος ».
Ο Κριτίας δυσκολεύτηκε µια στιγµή ν' απαντήση, ύστερα είπε µε
πεποίθηση που ταίριαζε στην ηλικία του :
— « Φοβάµαι πως στην πράξη συµβαίνει τ' αντίθετο απ' αυτό που
κατηχείς εσύ. Όλος ο κόσµος σέβεται και θαυµάζει τους δυνατούς. Το φυσικό
δίκαιο είναι ισχυρότερο από τους ανθρώπινους νόµους. Εµένα µ' έµαθαν οι
σοφιστές, πως τους νόµους τους κάνουν οι αδύνατοι άνθρωποι, ο πολύς όχλος.

Νοµοθετούν προς το συµφέρο τους, για να εµποδίζουν τους δυνατούς να έχουν
ό,τι τους αξίζει, λέγοντας πως είναι αδικία να κατέχη κανείς περισσότερα από
τους άλλους. Απαιτούν νάχουν ίσα µε τους δυνατούς κι' ας είναι κατώτεροι. Μά
η φύση, Σωκράτη, θέλει ο καλύτερος ν' άπολαβαίνη περισσότερα. Κοίταξε γύρω
σου — παντου θα δης όσους είν' ισχυροί, τους δικτάτορες, τους τυράννους, να
γράφουν τους νόµους στα παλιά τους τα παπούτσια και να διευθύνουν µε το
φυσικό δίκαιο. Στη θέληση τους υποτάσσουν την άβουλη µάζη. Ζουν µέσα στον
πλούτο και τα γλέντια και κανένας δεν τολµάει να τους βλάψη. Αυτό θα πη
ευτυχία ! »
Ο Σωκράτης χαµογέλασε και στα µάτια του ξέσπασε µια σπίθα
πονηράδας :
— « Με θάρρος µιλάς, Κριτία, και σε παρακαλώ να µην αλλάξης τον
τρόπο που εξηγείς τις σκέψεις σου, για να µε µάθης πως πρέπει να περνάµε το
βίο µας. Λές, λοιπόν, πως αρετή είναι να µην περιορίζη κανείς τις επιθυµίες του
αλλά να τις αφήνη να ξεσπάν ; »
— « Ναί».
— « Μήπως δε βρίσκεις σωστό το λεγόµενο, πως ευδαίµονες είναι όσοι
δεν έχουν ανάγκες ; »
— « Βέβαια όχι, έκανε ο Κριτίας, γιατί τότε oι πέτρες κι' οι πεθαµένοι,
που δε νιώθουν ανάγκες, θα ήταν ευτυχέστατοι ».
— « Μά κι' ο βίος όπως τον θέλεις εσύ είν' ανυπόφορος, τον ορµήνεψε ο
Σωκράτης. Μάθε πως η ψυχή του ακόλαστου ανθρώπου µοιάζει πιθάρι µε
τρύπιο πάτο, που ποτέ δε γεµίζει. Ενώ ο δίχως ανάγκες άνθρωπος ζή µε ηρεµία
».
— « ∆ε µε πείθεις, Σωκράτη, γιατί ευχαρίστηση στη ζωή θα πη να ζης
εντατικά ».
— « Άµα λές « ευχάριστη ζωή » εννοείς, όταν πεινάη κανείς να τρώη κι'
όταν διψά να πίνη ; » ρώτησε ο φιλόσοφος.
— «Οχι µόνον αυτό, αλλά κι' όταν κανείς εκπληρώνη όλες τις άλλες
επιθυµίες του ».
— « Πρόσεξε, Κριτία, µήπως σε κάνω να ντραπης. Νοµίζεις πως είν'
ευτυχισµένος ένας ψωριάρης, επειδή έχει επιθυµία να ξύνεται και εύκολα το
πετυχαίνει ; »
— « Αστειεύεσαι, Σωκράτη ; »
— « Κάθε άλλο. Θέλω να καταλάβης πως υπάρχουν πράµατα που τα λέµε
« ωφέλιµα » και πράµατα που τα λέµε «ευχάριστα ». Γιά να στο πω
απλούστερα. Η µαγειρική είναι τέχνη που ευχαριστεί µόνο, προσπαθεί να
κολακεύη µιαν αίσθηση, τη γεύση, χωρίς να νοιάζεται αν µας ωφελή, ενώ η

ιατρική είν' επιστήµη που θεραπεύει. Μπορεί κάποτε να ένοχλή, µα στο τέλος
ωφελεί. Είσαι σύµφωνος ; » έκανε ο Σωκράτης.
— « Είµαι».
— « Όπως είπαµε τώρα για το σώµα, έτσι υπάρχουν και για την ψυχή
ενέργειες, που άλλες δοκιµάζουν µονάχα να την κολακέψουν κι' άλλες
αγωνίζονται να την ωφελήσουν. Ας δούµε που θα κατατάξουµε τη ρητορική
σου. Αν βέβαια, Κριτία, ο ρήτορας ζητά να ικανοποιήση τις δικές του
επιθυµίες, όπως έλεγες πρίν, η να κολακεύη το λαό για να τον ξεγελάση, τότε η
ρητορική του είναι βλαβερή. Αν όµως προσπαθή να κάνη καλύτερο το πλήθος,
εµποδίζοντας να εκπληρωθούν oι παράλογες επιθυµίες
του, τότε είναι
ωφέλιµη η ρητορική. Το παραδέχεσαι αυτό η δεν το παραδέχεσαι ; »
— « Το παραδέχοµαι» , αναγκάστηκε να πη ο νέος.
— « Τότε, εξακολούθησε ο Σωκράτης, συµφωνάµε, πως ευτυχισµένος
είναι κείνος ο πολιτικός, που προσέχει το συµφέρο του λαού κι' όχι το δικό
του, που προσπαθεί να βλαστήση στις ψυχές των συµπολιτών τη δικαιοσύνη και
να ξεριζώση την αδικία. Αύτός ο πολιτικός, τον όχλο, που είναι ανόητος και
άδικος, τον βιάζει να καλυτερεύη. Το παραδέχεσαι κι' αυτό ; »
— « Κι' αυτό το παραδέχοµαι », είπε ο Κριτίας.
—« Ε, τότε, παιδί µου, περισσότερο πρόσεχε να µην αδικής παρά να µην
αδικιέσαι. Κι' αν ποτέ κάνης κανένα κακό, να θέλης να σε τιµωρούν, για να
γίνεσαι καλύτερος. Ν' αποφεύγης την κολακεία είτε προς τους λίγους είτε στους
πολλούς, επειδή όλες οι αθλιότητες της πολιτικής έχουν αιτία την κολακεία στο
λαό ».
— « Χαίροµαι ν' ακούω πως και σένα δε σ' αρέσει ο Περικλής », έκανε ο
Κριτίας.
— « Ούτε αυτός, ούτε καν οι παλαιότεροι, γιατί όλοι τους δούλευαν ένα
δαιµονικό σκοπό — να µεγαλώσουν µε κάθε τρόπο την Αθήνα, αδικώντας ως
και τους συµµάχους, ενώ θα έπρεπε να πασχίζουν να κάνουν ηθικούς τους
πολίτες. Είναι κακός ο Περικλής, επειδή κατάντησε τους Αθηναίους τεµπέληδες
και φλύαρους, αφότου ψήφισε να πληρώνωνται µισθοί στο λαό και να µή
σταµατάν τα θέατρα και τα γλέντια ».
Κοντοστάθηκε µια στιγµή ο φιλόσοφος κι' ύστερα είπε : — « Άκουσε τη
συµβουλή µου, Κριτία : να µεταχειρίζεσαι τη ρητορική σου για ό,τι υψηλό και
δίκαιο, έστω κι' αν αποµείνης µονάχος εναντίον όλων, έστω κι' αν σε βρίσουν,
κι' αν σ' εξευτελίσουν. Καί, µα το ∆ία, ακόµα κι' αν σε χαστουκίσουν, που
θεωρείται ατιµωτικό, µή θυµώσης. Γιατί, αν πραγµατικά είσ' ενάρετος, δε θα
πάθης τίποτα, ούτε σε τούτη τη ζωή, ούτε στη µέλλουσα, όταν έρθη για τους
νεκρούς η µέρα να κριθούνε. Μείνε κοντά µου, Κριτία, να ποτίσουµε τον όχλο
νέα ηθική. Ν' αναµορφώσουµε την κοινωνία...»

σαν τα σάλευε άνεµος. Πολεοδόµος της ο Ιππόδαµος από τη Μίλητο.όπως ο κοσµάκης. καθώς οι νεοσύλλεκτοι γυµνάζονταν. µέσα σε βάρκα. από περηφάνεια. Τα µεγάλα τείχη που έζωναν τις δυό πόλεις σ' ένα συγκρότηµα. Όταν έδειξε ο Ιππόδαµος στον Περικλή τα σχέδια του για τον Πειραιά. που. Αθηναίου ήρωα που κίνησε µαζί µε τον Ιάσονα για να κατακτήσουν το χρυσόµαλλο ∆έρας. Η Αθήνα. γιατί κείνη τη στιγµή πέρασαν το φαληρικό τείχος και το µνήµα του Φαλήρου. όσο και για να πρεπίση την Ακρόπολη της Αθήνας. γινότανε θέαµα. µε στενά και στραβά σοκάκια. ολόισιοι κι' αριθµηµένοι. * Στην κορυφή της Καστέλλας. Τον Πειραιά δέχτηκε ο Περικλής να τον µεταβάλη σε πόλη που ν' ανταποκρίνεται τέλεια στις ανάγκες εµπορικού κέντρου. µετά την καταστροφή της το 479 π. για πρώτη φορά στον κόσµο. απέναντι από τη Φρεαττύδα.Χ. . ο Κριτίας οδήγησε το άρµα του προς τον καθαυτό Πειραιά. Μιά χοντρή αλυσίδα µπορούσε να κλείση την είσοδο ανάµεσα στους πύργους. Το πολεµικό λιµάνι βούιζε από στρατιωτικά παραγγέλµατα. µε µόνον οδηγό την ορθολογική ωφελιµότητα. για να στεγαστή όπως . µε τόσο πλούσια και φουντωτά µαλλιά. παράξενος κι' ανάποδος καλλιτέχνης. που έγραψε την καλύτερη µελέτη περί πολιτείας. Από την Πύλη της Μουνυχίας µπήκανε στον Πειραιά. οι δρόµοι ήτανε φαρδείς. άρρυθµη. µια να ρίχνουν µε προσοχή στη θάλασσα τριήρεις. µα oι Πειραιώτες. µια να τις τραβάνε πίσω στη στεριά και να τις κρύβουν σε όµορφα υπόστεγα. στο επίνειο οι ναύτες και το εµπόριο. κι' αναστήθηκε τέτοια που ήτανε πρίν.Ο Κριτίας δεν απάντησε. ο κατηγορούµενος στο νερό. όπου όλα τα προβλήµατα ήτανε πρακτικά µελετηµένα ως τις παραµικρές λεπτοµέρειες. Και σπατάλησε απίστευτα ποσά για το επίνειο. για να βρίσκονται εύκολα. δεν καταδέχονταν να τη µεταχειριστούν. oι δικαστές καθισµένοι στα βράχια της ακροθαλασσιάς. τους « νεωσοίκους ». είχε σχεδιαστή εδώ και λίγα χρόνια σαν τα τετράγωνα του σκακιού. µε τη φωτιά που έκαιγε στην κορυφή τους. που τον προστάτευαν και χρησίµευαν για φάροι τη νύχτα. το µεγάλο εµπορικό λιµάνι. Όθε περνούσαν. γιατί ποιος θα τολµούσε να επιτεθή στην αρχόντισσα της θάλασσας . Αφησαν δεξιά τους το µαρµάρινο ναό της « Λιµενοσκόπου Αρτέµιδος »* και αργοδιάβηκαν από το πολεµικό λιµάνι της Ζέας. Ο ναύσταθµος είχε στην είσοδό του δυό δυνατούς πύργους. ** Ο Αριστοτέλης αναφέρει για τον Ιππόδαµο πως ήταν και « συγγραφεύς πυθαγορίζων ».. που. είχε ξαναχτιστή βιαστικά πάνω στα καµένα ερείπια της. έκλειναν στα σπλάχνα τους δυό διάφορους κόσµους — στην πρωτεύουσα ζούσε η αριστοκρατία κι' oι άνθρωποι του πνεύµατος. ο Περικλής κατάλαβε αµέσως τη σηµασία τους και τα ενέκρινε**. Έκπληξη προξενούσε µια πόλη. Παραβλέποντας τον πολεµικό ναύσταθµο. εκεί που συνεδρίαζε ναυτικό δικαστήριο.

. όπου οι έµποροι πλήρωναν νοίκι κι' απόθεταν τα φορτία τους. Άλλες προκυµαίες για τα βαριά φορτηγά. φάνταζε µε µονάχη τη µεγαλοπρέπεια του ωφέλιµου. Αγορανόµοι έκαναν έλεγχο στην ποιότητα του σταριού. Πίσω τους ιδρύθηκαν σ' ηµικύκλιο πελώριες Στοές. αγαπητές στους θαλασσινούς. Το λιµάνι ήταν χωρισµένο σε τµήµατα ανάλογα µε τους σκοπούς που προοριζόταν το καθένα. Το Άστυ αντιπροσώπευε καλλιτεχνικό ιδανικό. Γενικές Αποθήκες θα λέγαµε σήµερα. παζάρευαν µε τους εµπόρους. Ολόγυρα στους µώλους περίσσευαν τα καπηλειά. που το υπηρετούσαν πόρνες. ξυλέµπορους από τη Μικρασία. άλλες µικρότερες για κάθε εισαγόµενη ποικιλία.Απάνω oι τέχνες και oι καυγάδες. αυτή που δηµιουργούσε τα κρατικά κέρδη. Κι' έβλεπες στον Πειραιά Αιγυπτίους να πουλάν χαρτί από πάπυρο. άποτελούσε το χρηµατιστήριο κείνης της εποχής. Θράκες παστά ψάρια. Στό εµπόριο είχεν αφήσει απόλυτη ελευθερία ο Περικλής. Στό έµπα του λιµανιού έστεκε το µοναδικό ιερό της ναυτικής συνοικίας. Κύπριους να πουλάνε χαλκό. αρκεί ν' άφηνε ανάλογο κέρδος. Ένα όµορφο κτίριο. Σωστά έπραξε ο Ιππόδαµος ». Θωρώντας τη µεγαλοσύνη του Πειραιά. παρά για τον πολύ λαό. ο Κριτίας ρώτησε το φιλόσοφο : — «Πώς σου φαίνεται το έργο του Ιπποδάµου . µε τον πανώριο στολισµό της Ακρόπολης και την ποίηση. κάτω η εργατική κυψέλη. Αφρικανούς βοδινά δέρµατα. — « ∆ε σε φοβίζει πως βάζει ταπεινό σκοπό. Απέναντι φαινόταν η Μεγίστη Στοά. Εβραίους ειδικούς στα τρίψιλα υφάσµατα της Σιδώνος. τη χρησιµότητα . Σύρους για λιβάνι κι' αρώµατα. το ∆είγµα. ο Πειραιάς ( τόσο µοντέρνος που δεν τόλµησε ο ∆υτικός Κόσµος να σιάξη παρόµοια πολεοδοµή παρά µετά είκοσι αιώνες ). Εκεί κατάθεταν οι ναυτικοί τα δείγµατα από τα φορτία τους. και συνεννοούνταν για νέες χοντροδουλειές µε τραπεζίτες πρόθυµους ν' αναλάβουν οποιαδήποτε ριψοκίνδυνη εργασία. Μετρονόµοι παρακολουθούσαν τα ζύγια και Σιτοφύλακες εµπόδιζαν να βγή τίποτα από τη Μεγίστη Στοά δίχως κρατική εντολή. το Αφροδίσιον. και Καρχηδόνιους που εµπορεύονταν τα µέταλλα της Ισπανίας. εµπόρους από τη Νότια Ρωσία για γεννήµατα. Αβυσσινούς φερµένους µε φορτία ελεφαντόδοντο. την κλασσική εποχή πολλές φορές σήκωναν η κατάθεταν χρήµατα oι εµπορευόµενοι. όπου λέγονταν τα πολλά τα ψέµµατα κι' άκουγες ξενόφωνα τραγούδια ανάµιχτα µε τα σφυροκοπήµατα από τα ναυπηγεία. Το φιλικό χέρι της θάλασσας προµήθευε στην Αττική ό. µόνο το ψωµί κρατούσε δεσµευµένο. όχι µερικών προνοµιούχων. » ρώτησε ο Κριτίας. Σικελούς που κουβαλούσαν τυριά και κρέατα.τι προϊόντα έβγαζε ο τότε κόσµος — « έρχονται έκ πάσης γης τα πάντα » λέγαν αλαζονικά οι Αθηναίοι. εκεί που ξεφόρτωναν τα σιτοκάραβα. » — «Ορθή βρίσκω τη σκέψη να εφαρµοστή τ' ωφέλιµο για το καλό. δίχως ούτε να πάρουν ούτε να δώσουν απόδειξη — µόνο µε το λόγο.

µα δε φροντίσης την ψυχή του. δεν είναι αγαθό. και περίµενε να κουνήση το κεφάλι του τ' αρνί. Οσο κι' αν του έλαφρώσης την εργασία. Τόν είδαν να την παραδίνη του άρχηγού της κληρουχίας και να τον προστάζη. τάχα πως κι' αυτό το ίδιο παραδεχόταν τη θυσία του. και λεκάνη αγιασµένο νερό. Χωρίς αρετή. όπου θα γινότανε λειτουργία για το κατευόδισµα της κληρουχίας. ολόγιοµες λουλούδια. Πάρε δούλο. Ωστόσο. * Ισως τα δυο ωραία χάλκινα αγάλµατα ∆ιός και Αθηνάς. Σαν άποχαιρετήθηκαν οι κληρούχοι.* είδανε µαζεµένους τους κληρούχους µε τα µπογαλάκια τους. για να ευλογήση ο Ζεύς την επιτυχία της κληρουχίας. αρκεί να µην ξεχνάµε πως τ' ωφέλιµο δεν είναι σκοπός. τόσφαξαν. να οικοδοµούσε παρεκκλήσι του ∆ιός. άλλα ένιωθαν θαυµασµό για το µεγαλέµπορο και τον γέµιζαν προνόµια. ποτέ δε θα τον ικανοποίησης. Για να φτάσουν ως εκεί. κι' αν τεχνοποιήσης κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. κι' ενώ στα µάτια του σφαχτού ξεδιάκρινες την τροµάρα του. Με τους Αθηναίους κληρούχους πήγαιναν στα ξένα και οι θεοί τους. για να φυλάγη µέσα άσβεστη τη φλόγα της µητρόπολης. να είναι απ' αυτό το ναό. Ο Κριτίας δεν απάντησε πάλι τίποτα κι' ο Σωκράτης αναρωτιόταν ως που θα κατάφερνε να έπηρεάση αυτόν τον αριστοκράτη. καταστόλιστο εξωτερικά µε χάλκινα αγάλµατα. ελευθέρωσε τον. θα παραµείνη δυστυχισµένος ». Ο ιερωµένος ανάπεµψε δέηση. κι' αν του χιλιάσης τις διασκεδάσεις. ακόµη κι' αν το άτοµο είναι δούλος. δός του κάθε τι που ονειρευόταν τον καιρό της σκλαβιάς. Από το συκώτι του άρνιού κατάλαβε ο µάντις πως θα καλοταξίδευε η αποστολή και πρόσταξε να µπουν οι µετανάστες στα φορτηγά και να πάνε στο καλό. ένας και µοναδικός — η αρετή. που χρησίµευε για δέστρα των καϊκιών. άκίνητον µπροστά στο οµοίωµα νεράιδας. άλλοι µε φωνές και άλλοι µε βουβό δάκρυ. κατοικίες πλούσιων εµπόρων. Μ' αυτά έφερε βόλτα το βωµό. Μην ξεχνάς αυτό που σου είπα πρίν. που παρόµοιες δεν έβλεπες στην Αθήνα. παρά µέσον για εξυπηρέτηση του πολίτη στις καθηµερινές ανάγκες του. Περιφρονούσαν oι πρωτευουσιάνοι τον λιανοπουλητή µαγαζάτορα. Το άρµα τόστριψε ο σιωπηλός νέος προς το θρησκευτικό κέντρο του Πειραιά. άλάργεψαν τα πλοία κι' απόµειναν µονάχοι στην προκυµαία ο Σωκράτης µε τον καινούργιο µαθητή. ∆εν είναι βλαβερό ν' αναζητάµε την ανακούφιση του ατόµου. πάντα πρέπει να παραµένη ένας ο µεγάλος σκοπός µας. Ενας ιερέας βγήκε µέσ' από το άδυτο του Ναού στεφανωµένος δάφνη και κρατώντας φωτιά. που βρέθηκαν τελευταία στον Πειραιά. πως οι επιθυµίες των θνητών είναι πιθάρια που δε γεµίζουν. Ύστερα είδαν να φέρνουν του ιερέα πανέρι µε κριθάρια ποτισµένα κρασί. για να ραντίση τους κληρούχους. πέρασαν από βίλλες µεγαλόπρεπες. . Σαν έφτασαν µπροστά στον ωραίο ναό του ∆ιός Σωτήρος. µόλις σάλεψε την κεφαλή. ενώ ένας δούλος σήκωνε τ' αρνί της θυσίας. εκεί που θα πήγαινε.— « Όχι. το άτοµο θα δυστυχή.

ο φιλόσοφος µε λίγες τροφές. και δρασκέλισαν το πέτρινο γεφύρι του Κηφισσού. δίπλα σε δυό µικρές λίµνες. Όπως σου εξήγησα πριν για τη µαγειρική. Στράφηκε κάποτε προς το δάσκαλο κι' είπε : — « ∆ές.» Κείθε φτάσανε χωρίς κόπο οι δυό οδοιπόροι στην Ελευσίνα. Εδώ δείχνανε τα σηµάδια των ποδιών της ∆ήµητρας. την ίδια που και σήµερα οδηγεί κατά την Ελευσίνα. Οι χωριάτες των γύρω συνοικισµών µασκαρεύονταν. Χ Νύχτα ακόµη ξεκίνησε ο Σωκράτης µε τον Αντισθένη για τους ∆ελφούς. . Ο Σωκράτης µε τον Αντισθένη σταµάτησαν και θαύµασαν τα Προπύλαια του µεγάλου ναού.∆εν ξεκολλούσε ο Κριτίας τα µάτια από την πέτρινη κοπέλλα. που και τα δυο τα είχεν οικοδοµήσει ο ακούραστος Περικλής. τον ωραίο ναό του ∆αφνηφόρου Απόλλωνος* και κατέβηκαν στο γιαλό. Ως και τις δέστρες των καραβιών τις έφτιαξε όµορφες σαν αγάλµατα ». άναβαν τα δαδιά τους και ψέλναν το τροπάρι της ∆ήµητρας : « Χαίρε. αριστερά τους. πιστό αντίγραφο από τα Προπύλαια της Ακρόπολης. Έτσι σταµατούσε για λίγες στιγµές η αυστηρότητα της ιερής πορείας και ξεκουραζόταν µε τ' αστεία ο νους των πιστών. Κριτία. Λίγες µέρες πριν είχε ακούσει τη µυστική φωνή. καθώς τέλη Σεπτεµβρίου διάβαινε η ποµπή των Ελευσινίων.. Προσπέρασαν. κι' η οµορφιά είναι από τα πράµατα που ευχαριστούνε µόνο. όπου oι χιλιάδες προσκυνητές σταµατούσαν. κι' αυτός δεν αργοπόρησε. εκεί που. το δαιµόνιο. φέρε δ' αγρόθι νόστιµα πάντα. παρέκει το χωράφι που δίδαξε τους ντόπιους την καλλιέργεια του σταριού. Κάθε γωνιά της Ελευσίνας ήταν άγιος τόπος — Ιεροσόλυµα. * Το σηµερινό ∆αφνί. τους « ρειτούς ». να εγκρίνη την ιδέα του να πάη να προσκυνήση το σεβαστό µαντείο. πόσο πρόσεξε ο Ιππόδαµος το κάθε τι. Θεά. Βάδιζαν φορτωµένοι. « νεαρός µε σκεπάσµατα για τη νύχτα. γίνονταν οι «γεφυρισµοί». εκεί µιαν άγροσυκιά απ' όπου άρπαξε την κόρη της Θεάς ο βασιλιάς του Άδη Πλούτων.. Σωκράτη. που απαντούσαν από τα κάρα τους µ' αισχρότητες. ∆εν ωφελούν ». θεάς της γεωργίας. Πήρανε την ιερά Οδό. πόλη της ∆ήµητρας. — « ∆ε θαυµάζω πια την καλλιτεχνία. απαυδισµένων από τις αδιάκοπες ψαλµωδίες και την κατάνυξη. βάφονταν µε φούµο και προκαλούσαν µε χυδαίες βρισιές τους προσκυνητές. και το Τελεστήριο. τα « εξ αµάξης ».

— « Όπως κι' αν το γύριζα.Στο Τελεστήριο γίνονταν τα Μυστήρια κι' ήταν περίφηµο. αλλά τετράγωνο. τα µυστήρια της Ελευσίνας δίνουν τη βεβαιότητα της µετά θάνατο ζωής. η λογική µ' έκανε να πιστεύω στην αθανασία της ψυχής. στην επιφάνεια. σαν τη σηµερνή Ωραία Πύλη των εκκλησιών. Για να βοηθήσουν τον κοινό άνθρωπο σε τέτοιες τραγικές στιγµές απελπισίας. αφού έτσι το θέλησαν οι Μοίρες. Όπως ο ξερός σπόρος άµα φυτευτή ξαναγεννιέται. κι' είχε καθίσµατα στους τρεις τοίχους του κι' ένα χώρισµα στον τέταρτο. για να ιερουργούνε κείθε. όποιος ζήση παστρικά. Κι' αληθινά. µέσα στην οποία κυλιέται. για κάποιον έµπορο : « Ταξίδεψα πολύ στη ζωή µου. αποκρίθηκε ο Σωκράτης. που η άλυσόδετη µε το σώµα ψυχή. έτσι κι' ο πεθαµένος. γραµµένοι πάνω σε µνήµα γριάς γυναίκας: « Εγέννησα δυό παιδιά. Η αυτός. την άνοιξη. Ο φιλόσοφος ρώτησε το νεαρό φίλο του : — « Ξέρεις το µύθο της ∆ήµητρας. όπως έτούτοι. Με τον καιρό πλάτυνε σιγά . αγόρια. εξαντληµένη από τις αρρώστιες και τα βάσανα της ύλης. πέρνα. Ο µύθος αρχικά δήλωνε τον κύκλο των σπόρων. Παράδοξη ως κι' η στέγη του. που ξεχειµωνιάζουν µέσα στο σκοτεινό χώµα έξι µήνες. που µε λύτρωσες από φροντίδες λέω : Χαίρε. έπιασαν ν' άνεβούν τον .σιγά η σηµασία του µύθου. κιντύνεψα και σταµάτησα εδώ. ∆ιαβάτη. εµπορεύτηκα. Θέλεις να µου το εξηγήσης . Σωκράτης κι' Αντισθένης. µήτε τρικυµίες. για να φανούν άλλους έξι µήνες. δεν έχει να φοβηθή το Χάρο. παραδοµένος στο χώµα του τάφου. αυτό το ζήτηµα. απ' όλες τις φυλές του κόσµου οι αρχαίοι Έλληνες φοβήθηκαν λιγότερο το Χάρο. τρούλλο πρώτη φορά εφαρµοσµένον έδώ. Σ' εσένα. — « Ασφαλώς. είπ' ο Αντισθένης. για την ύπαρξη του Θεού. Στα χέρια τους έγειρα κι' απόθανα ευτυχισµένη. Τώρα δε φοβάµαι µήτ' άνεµο. χωρίς να µε λυπάσαι». αµφιβάλλει για τα πάντα. µήτε ζηµιά στις δουλειές µου. Εκαναν το λαό µας να είναι ο µόνος που δεν τρέµει το θάνατο ». Τουλάχιστο µαθαίνουν τον κοσµάκη πως. Αντισθένη . Ερχονται ώρες. Τ' αποδείχνουν στίχοι σκαλισµένοι στους τάφους των. Όλα τα παλιά παραµύθια κάτι συµβολίζουν ». αρµονίζοντας τις φάσεις της βλάστησης µε τον άνθρωπο. επειδή στο κέντρο της είχε τ' « όπαίον ». ζωογονείται πάλι και περνά σε καινούργια ζωή ». χρόνια τώρα. γιατί ξεχώριζε απ' όλους τους άλλους αρχαίους ναούς. — «Σ' άκουσα να λές και συ πως υπάρχει µετεµψύχωση ». για την αθάνατη δύναµη της. » — « Βέβαια. ∆εν ήτανε στενόµακρο. αγαθέ Θεέ ! » Άπό την Ελευσίνα. για καλύτερο αύριο. Θάνατε. Χρήσιµα µυστήρια.

που µας ήρθε από την Ασία. Πολλοί παν στην Ελευσίνα.. γιατί το κρύο. ήτανε τσουχτερό. Το χρώµα των πεύκων ειν' ευαίσθητο στο φως. Έχω συνηθίσει και κρύο και ζέστη ».» — « Πές µου. για ν' αγκαλιάση την περιοχή : — « Ολο το βουνό είναι του Θεού.. η παχειά σαν µεδούλι µυρουδιά των πεύκων. » θέλησε να µάθη ο Αντισθένης. Καθώς άρχισαν την κατάβαση του βουνού προς τη Θήβα. Αυτή την ασιατική διαστροφή ο Έλληνας Ορφεύς τη µετάτρεψε σε ηθική. πως ο τίµιος φτωχός θα πεταχτή στα Τάρταρα. » Ο Σωκράτης άπλωσε τα χέρια του. ο εξωτικός φωτισµός των δαδιών που κινούνταν χιλιάδες. Τα όργια που βρήκε στον Κιθαιρώνα ο Ορφεύς δεν ήτανε δυνατό να τα σβήση. Οι γυναίκες παράγουν σαν τη γη. η µονότονη µουσική κι' οι σεξουαλικοί χοροί. φέρναν µανιακή παράφορα σ' όλους . πεσµένες πάνω της ανάσκελα ( φαντάστηκαν οι πρωτόγονοι άνθρωποι ). — « Οχι. — « Είναι συνήθεια πανάρχαιη. Σωκράτη . ο Αντισθένης θέλησε πάλι κάτι να µάθη : — « Που ακριβώς γίνονται τα όργια του ∆ιονύσου . Η χάρη της ανοιξιάτικης ξαστεριάς. πέρα . Είναι ανόητο να νοµίζουµε. γίνεται ο καλύτερος µύστης. για να γονιµοποιηθή και να δώση καλή σοδιά. » ρώτησε ο Αντισθένης.Κιθαιρώνα και. λίγη σκιά να το σκεπάση µαυρίζει αµέσως και τα πράσινα βελόνια του αντανακλούν καθαρά το τριανταφυλλί της αυγής. τι είν' αυτά τα όργια . τις είδες . Μόνον αυτές. για τούτο µεταχειρίστηκε τη σωµατική κόπωση που φέρνουν οι καταχρήσεις ως µέσον έξαγνισµού ». που φάνταζαν ρόδινες από την ανατολή. επειδή ξόδεψε χρήµατα για να πάη στην Ελευσίνα. µετά θάνατο θα κάθεται ευτυχισµένος στα Ηλύσια Πεδία.» Το φως της αυγής τους ξύπνησε.. » — « ∆εν ένιωσα την ανάγκη να το κάνω. Οποιος αγαπήση τη σοφία και φερθή καλά στη ζωή. ψηλά. είχαν φτάσει στο διάσελο κάτω από την κορυφή. Σωκράτη. Κοιµήσου τώρα. — « ∆εν κρυώνεις . Γύρω απλώνονταν πλαγιές πευκόφυτες. οργιάζουν αι Μαινάδες ». ενώ ένας πλούσιος απατεώνας. κι' ας αγνοή τα Μυστήρια. Κοιµήθηκαν µέσα στα πεύκα. ο νεαρός κουκουλωµένος στην κουβέρτα του.. ο Σωκράτης ξεσκέπαστος. στρατιώτης. µα λίγοι είν' οι εκλεκτοί. — « Εσύ. άµα το χτυπάη ο ήλιος φεγγοβολά. ανυψώνοντας το µεθύστακα Βάκχο της Ασίας στον ουράνιο ∆ιόνυσο.δώθε. ακούστηκε στα σκοτεινά η φωνή του νέου : Ύστερα από λίγο — « Εσύ µυήθηκες στην Ελευσίνα. Κι' αλήθεια όλη νύχτα γινόταν εκεί γενικό µεθύσι. βρέθηκα εδώ. » — « Μιά φορά. Αντισθένη. µπορούν να δείξουν στη Γη τι πρέπει να κάνη. προστάτη του ευγενικού ενθουσιασµού. από την κορυφή ως τις ρεµατιές. πριν νυχτώση. Παντού την άνοιξη.

για να νυχτωθούν την ώρα που άντίκρυσαν τον Παρνασσό.000 Πέρσες. χωρίς να ενδιαφέρωνται για το δεύτερο µέρος της γιορτής. αφήνοντας τους Ελληνες ήσυχους να δηµιουργήσουν τον αθάνατο πολιτισµό τους. έδειξε ο Σωκράτης. κι' απόρησαν µε το θέαµα που ξάνοιγε µπροστά τους. στον κάµπο του Άσωπού κάτω. Όταν όµως ξηµέρωνε. µάζευαν τους ξεφαντωµένους και τους κατηχούσαν. κάτω το πελώριο χάσµα ως το λόγγο του ποταµού Πλείστου. πρόθυµο να δεχθή στους φωτεινούς κόλπους του όσους τον νοσταλγούσαν. από παρθένες µετανιωµένες γι' αυτά που πάθανε. Είτε ανάερα κοίταζαν. βγαίναν οι λειτουργοί του ∆ιονύσου. κριθαρόψωµο µε γάλα. µα που τραγουδούσαν ύµνους στο θεό. ένιωθαν έντονο το αίσθηµα µιας υπερφυσικής µεγαλοπρέπειας. τώρα αντηχούσαν βαρειές µελωδίες κι' η φωνή των ιερέων : « να φύγουν από τον άγιο τόπο όσοι δεν έχουν τίµια σκέψη ». είτε χαµηλά. απαντούσαν εύφορα χωράφια. που φορώντας ψεύτικα γένεια από τρίχες καλαµποκιού. Εκεί που πριν φούντωνε το τρελλό καρναβάλι. ολόκληρος ο κάµπος είχε γερά αίµατωθή και κερδήθηκε κοσµοϊστορικός αγώνας. για να φανερώση κάτι από τα µυστικά της. τώρα ερχόταν η αντίδραση. Κι' εκεί που πριν κυριαρχούσε η σάρκα. µισόγυµνες ίσως ακόµα. περνούσαν άντρες µε πρησµένες τις φλέβες από το πιοτό. τους φιλοξένησαν για τη νύχτα και τους πρόσφεραν το λίγο που όριζαν. Μετά το λουτρό οι δυό Αθηναίοι προχώρησαν προς το Μαντείο από . Το ψήλος. Από τις όχτες του ποταµού ως τα ριζά του Κιθαιρώνα. Άµα πιάσαν οι δυό οδοιπόροι τη βορεινή πλευρά του Κιθαιρώνα. Την άλλη µέρα. Απόφυγαν να µπούνε σε πολιτείες κι' οδηγηµένοι από οκνούς χωριάτες µε τη ράχη καµπουριαστή από τ' αδιάκοπο σκύψιµο στο χώµα. πήρανε µονοπάτια ανάµεσα σ' ελιές. Ψηλά οι απάτητες κορφές του Παρνασσού µε τα ολόλαµπρα χιόνια τους. το µέρος που είχε κριθή η τύχη του κόσµου. διώχνοντας τους χωριάτες. ύστερα από κοπιαστική ανάβαση. αίσθηµα. βρέθηκαν στους ∆ελφούς. που κυλούσε άσωτα τα κρούσταλλα νερά της. Κάτι τσοπάνηδες. αφού υποχρέωσε τους Πέρσες να µείνουν οριστικά πια στην Ασία. κυριαρχούσαν εδώ. µια µόλις γενιά πριν απ' αυτούς. Οι περισσότεροι από τους αποσταµένους ήταν µακριά πια απ' αυτόν τον κόσµο κι' επιθυµούσαν την ουράνια γαλήνη. κάτασπρα ντυµένοι. την περηφάνεια που δείχνει τούτο το µεγαβούνι. Η πρωτοµάντισσα θεά Γή διάλεξε τούτη την ανήµερη βραχουριά. εκεί που σκοτώθηκαν 100. αφού συγκράτησαν τ' άγρια σκυλιά τους. κυνηγούσαν γυναίκες. λές και κρυφές. που κρατούσε το νού σ' αδιάκοπη διέγερση. ο θρησκευτικός εξιλασµός. λούστηκαν στη δροσιά της Κασταλίας. τις Πλαταιές. λίγα βουνά την έχουν. Όσο πλησίαζαν τη Θήβα ο δάσκαλος µε το µαθητή. Από την αθηνέικη ξεραΐλα κατεβήκανε στην υγρασία της λεκάνης της Κωπαΐδας. τις διδαχές του Ορφέα. Τώρα περνούσαν ποµπές από Μαινάδες. αλλά γεµάτες ταπεινοφροσύνη.κι' αµάρταιναν. ιερές δυνάµεις.

προσπέρασαν το µνηµείο για τη ναυµαχία της Σαλαµίνας και σταµάτησαν εµπρός στο µεγάλο ναό του Απόλλωνα. Είναι η χώρα της ηθικής. τ' άκολουθάν. τόσο βαρύ. Τίποτα δε σεβόταν περισσότερο από το Θεό των ∆ελφών. άµα το νιώσουν οι άνθρωποι. ξέχασε τι γίνεται γύρω και ρώτα το εσώτατο εγώ σου. να µην καταστρέφουν τα υδραγωγεία η µια της άλλης. που νοιαζόταν για το µέλλον της οικουµένης. Απάντησαν την πρώτη εφηµερίδα του κόσµου. Ο τότε κόσµος. Το Μαντείο. Ό Σωκράτης παράτησε τον Αντισθένη και στάθηκε παράµερα. µε πληρωµή. την έκανε ανώτατη εξουσία δικαιοσύνης και οµόνοιας. τοίχο πολυγωνικό που απάνω του γράφονταν διάφορες ειδήσεις και. τις πάντα έτοιµες να γείρουν προς την αταξία. Έτσι οδηγούσε ο Απόλλων τις ζωηρές ελληνικές δηµοκρατίες. Του φάνηκε το « Γνώθι σαυτόν » σαν καλωσόρισµα του Θεού σ' οσους µπαίνουν στο ναό του αντί του « χαίρε ». οργάνωσε κάθε πρόοδο κι' έσωσε πολλές πόλεις από την αποσύνθεση. Ο Σωκράτης. Ανάγκασε τις πόλεις να πολεµούνται µ' επιείκεια µεταξύ τους. αγγελίες των προσκυνητών. µέρη που δεν πας ούτε µε πύραυλο. εκείνοι που είν' απατηµένοι για την προσωπική αξία τους. ώστε χρειάστηκε να κάνουν τρεις σειρές έργα για να τον στερεώσουν στην κατηφοριά. παρακινώντας τον να κάνη αυτοκριτική : « Κλείσε τα µάτια σου. Ανάγκη να καλυτερέψουν µε τη φώτιση ως κι' οι κακοί. Το « καλό ». κι' έγινε ο µάγος της φυλής. που προσωποποιούσε τις ακούραστες έρευνες του Ελληνικού νού για περισσότερη διαύγεια. Το Μαντείο ίδρυσε και προστάτεψε την Αµφικτυονία (τα Ηνωµένα Έθνη της αρχαιότητας). να µή µολύνουν τα εχθρικά πηγάδια. Ερριξε ποταµούς από φώς στον Ελληνισµό. Ήταν σα νάλεγε ο Θεός στον άνθρωπο. για να µάθης τα ελαττώµατα σου και να τα διορθώσης. Ζήτα τις « . που τη συγκράτησε σ' ένα ορισµένο ήθικό επίπεδο. Υπάρχουν ύψη που δεν τα φτάνουν οι πρόοδοι της τεχνικής. ήτανε βαθύτερα πολιτισµένος από το σηµερινό. Κάθε πόλη που κινδύνευε από την πλεονεξία δυνατού γείτονα στην Αµφικτυονία κατάφευγε. βυθισµένος στους λογισµούς του. Άπο την ευγενική αυτή αντίληψη ως το σύγχρονο ατοµικό πόλεµο υπάρχει διαφορά.δρόµο καταστόλιστο µε αγάλµατα κι' αναθήµατα. που δεν είναι καθόλου προς τιµή του πολιτισµού µας. να καταλάβης από τι κινδυνεύει η ψυχή σου για να την προφυλάξης ». να µή σκοτώνουν τους αιχµαλώτους. Εκείνοι που δεν ξέρουν τον εαυτό τους. παίρνοντας τόλµη από τη γειτονιά του Μαντείου. Ο Σωκράτης διάβασε στα προπύλαια του ναού ρητό χαραγµένο µε χρυσά γράµµατα : « Γνώθι σαυτόν ». αν και απλός. Θεό της ψυχικής γαλήνης και της ανώτερης αρµονίας. προείδε. πέφτουν σε σφάλµατα κι' άποτυχαίνουν. αν και φτωχός. διαλογήθηκε µ' όλη τη δύναµη του νου του: — « Ενα υπέρτατο αγαθό υπάρχει — η γνώση — κι' ένα κακό — η άγνοια. για να µην παρακινούµε ο ένας τον άλλον στη χαρά παρά στο να είµαστε σώφρονες. για να σταµατήση την υλική βία.

µα η καθαρότητα της ψυχής εκείνου που παρακαλεί. χαµηλόφωνα. έσταξε λίγο κρασί. Η κοινωνία των ανθρώπων. — « Πωπώ! είπε ο νεαρός.. αµφιβάλλοντας ο ίδιος και κάνοντας και τους άλλους ν' αµφιβάλλουν. Ο διάσηµος Θηβαίος ποιητής εδώ είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Ο ιερεύς χώρισε µόνος του τα φιλέτα. κρατώντας κλωνί φοινικιάς. επειδή πήρε πλούσιο δώρο . Ν' αποδείξω πόσο δυσανάλογο είναι το µεγαλείο του ∆ηµιουργού προς τη µετριότητα των παραµυθιών του λαού. Σηµασία δεν έχει για το Θεό το χρυσάφι.ένας οι προσκυνητές του παράδωσαν γραµµένη την ερώτηση που είχαν να κάνουν στο Μαντείο. Με κάθε τρόπο πρέπει να καθαρίσουµε τους ∆ώδεκα Θεούς από τα ελαττώµατα που τους κόλλησε η περίτροµη χωριατιά. όσο να βρεθούν οι σωστοί νόµοι της ζωής. τη σπονδή. Ο Αντισθένης πλησίασε το ∆άσκαλο του και τούδειξε αποσταλµένο του βασιλιά της Θεσσαλίας Αλευα. Τη λογική την παραστέκει ο Απόλλων. ανεύγενος λόγος. είναι πιο αρεστή στους Θεούς µια χούφτα αλεύρι κάποιας ευλαβικής γριούλας παρά χίλια χρυσοκέρατα βόδια ενός αιµοβόρου τυράννου ». µήπως και πάει γρουσουζιά αν ακουγόταν. αφού παράδωσαν στους διακόνους το ζώο που φέρανε για προσφορά. Θά ήτανε φοβερό. πριν ξυπνήση λογική ανθρώπινη σκέψη. Σήκωσε τα χέρια κι' άρχισε να λέη µιαν ευχή. Κατόπιν. Τότε ακούστηκε η φωνή ενός κήρυκα. Κάποτε πρέπει να ελευθερωθούν οι πιστοί από τις πρωτόγονες τροµάρες ». και πρόσταξε τους προσκυνητές να σωπάσουν. υµνώντας τον Απόλλωνα και τη θρησκεία του. ένας . τέτοιαν ώρα. Τούτο το έργο ανάγκη να τ' αναλάβω εγώ. που ως τώρα οδηγείται στον καθηµερινό βίο από παλιά γνωµικά. κι' ας είχανε διαπράξει σωρό αδικίες. Όλοι τους µοιάζανε δειλιασµένοι από την αγωνία εµπρός στο άγνωστο. όλος δέηση. Όσοι θέλανε να λάβουνε χρησµό πρόστρεξαν κοντά του.. Να δείξω πως ο Θεός είναι γεµάτος σοφία και καλοσύνη. Αντισθένη. Σαν πέθανε. όσο νάναι. τι σπουδαίο δώρο έδωσε ο Θεσσαλός !» Ο φιλόσοφος χαµογέλασε : — « Πιστεύεις πως ο Θεός θ' άκούση την ευχή του µε περισσότερο ενδιαφέρον. γιατί τότε όλα τ' αγαθά θα τα µοίραζε στους παραλήδες. Τούτα τ' αλλόκοτα για κείνη τη µακρινή εποχή στοχαζόταν ο Σωκράτης. κανείς δεν πίστεψε πως η σκιά του είχε φύγει από τ' . Πρώτο γνώρισµα του Θεού η αγνότητα. όταν άνοιξαν οι πύλες του ναού και πρόβαλε ιερεύς ντυµένος πλούσια άµφια. που έφερνε προσφορά εκατό βόδια µε χρυσωµένα τα κέρατα. τάρριξε πάνω σ' αναµµένα κάρβουνα.» — « Απατάσαι. αν ο Θεός απόβλεπε στα πλούσια δώρα κι' όχι στην ψυχή.αιώνιες αλήθειες» µε τη διαλεκτική. » — « Ε. αυτός που αναγαλλιάζει στο αντίκρυσµα της αρετής. που γυρόφερνε κράζοντας : « Πίνδαρος επί το δείπνον τω Θεώ ». Πίστεψε µε. µόνο µε τις γνώσεις θα προκόψη.

» — « Μάλιστα ». τον 'Απόλλωνα κι' αυτόν. εκεί µέσα που ζούσε ο ίδιος ο Απόλλων. Άµα προσεύχεσαι. ∆εν είχε τελειώσει τη φράση του ο Σωκράτης και τον πλησίασε σεβάσµιος γέροντας για να ρωτήση : — « Είσαι ο Σωκράτης του Σωφρονίσκου . Ο Σωκράτης σηκώθηκε κι' ακολούθησε πρόθυµα τον γέροντα. Υπάρχουν άνθρωποι που καταστράφηκαν από τα µεγάλα δώρα που τους χάρισαν οι Θεοί». Όταν ύστερα από πολλές ώρες ξαναγύρισε ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης συνέχισε : — « Θά σου δώσω συµβουλή. Θέλουν να σου µιλήσουν οι αρχιερείς ». Ο Θεός. Χρήµατα κι' επιτυχίες που ζητούν οι άνθρωποι δεν τους βγαίνουν πάντα σε καλό. για δυό. Αντισθένη. µην παρακαλάς τους Θεούς για υλικά αγαθά.αγαπηµένο µέρος. . ξέρει καλύτερα τι χρειάζεσαι. του ζήτησε ο Αντισθένης να µάθη τι είδε και τι άκουσε κει µέσα. καθισµένος πάνω στον Οµφαλό της Γης. ενώ ο Αντισθένης είδε κατάπληκτος να µπαίνη ο δάσκαλος του στο Αδυτο του ναού. ο παντογνώστης. µα ο φιλόσοφος δε θέλησε τίποτα να του αποκαλύψη. όπου είχε στρωθή τραπέζι. — « Ελα µαζί µου. για τούτο καλούσε ο κήρυκας κάθε µέρα το φάντασµα του να περάση µέσα στο ναό.

µόνον όχι της γυναίκας του. να συζητήσουν πάλι αύριο κι' ύστερα µε ησυχία να λάβουν απόφαση. για να καταστρέψη η µια την άλλη. Ή Βουλή είχε διχαστή. Ο µεγάλος σας έρωτας µε τον Περικλή µοιάζει παραµύθι ». µα ο συκοφάντης δεν τον άφησε ήσυχο. Ο ιδανικός γάµος δε βρίσκεται πουθενά στη γη. σαν έφεραν λυχνάρι. ζήτησε φώς και. ο Ολύµπιος πρόσεξε παρέκει το Σωκράτη και τόνε κάλεσε να µπή µαζί του µέσα. Σήµερα. τους ακολούθησε. Ο Περικλής µίλησε για να συστήση φρόνηση. στην οπισθοδροµική κοινωνία σας. τούτη η απλή κίνηση τόσο έδειξε τη λυγεράδα του κορµιού της. επειδή ήτανε πιά βαθύ σκοτάδι. δίχως να το θέλουν. επηρεασµένος από τη χάρη αύτού του θηλυκού. Ο Σωκράτης θαύµαζε όλο τ' απόγεµα τον Περικλή. Μόλις νύχτωσε και διαλύθηκε τέλος η Βουλή. θέλανε χωρίς συζήτηση να χτυπηθή η παλιά αντίπαλος. για να πλυθή στον άνδρωνίτη. Αυτές oι δυό ναυτικές πόλεις. φιλοπόλεµοι. περίεργος να δη αν κάποτε θα θύµωνε ο άρχοντας. γαλήνιος κι' αγέλαστος. πρόστρεχαν κι' οι δυό στη θαλασσοκράτειρα να τις ενισχύση. που δεν κρατήθηκε ο φιλόσοφος να σκεφθή : «Έτσι όµορφη που είναι. σε πόλεµο µε τη µεγάλη στρατιωτική δύναµη — τη Σπάρτη. µήπως και µπλέξουν. γιατί ένας µεθυσµένος πολεµόχαρος τον έβριζε και τον συκοφαντούσε. που τη βρήκαν να σιγοτραγουδή παίζοντας λύρα. Ή θυσία της καρδιάς και των δυο παντρεµένων σχεδόν ποτέ δε διαρκεί χρόνια. Ασπασία. διάταξε έναν υπηρέτη να το πάρη και να οδηγήση τον µεθυσµένον υβριστή σπίτι του. στο φέγγος του λύχνου. Καί. Ο Περικλής τους άφησε µια στιγµή µόνους. Σήµερα είχαν έρθει στην Αθήνα πρέσβεις από την Κέρκυρα και την Κόρινθο να ζητήσουν τη βοήθειά της. ο Περικλής ξεκίνησε να γυρίση σπίτι του. χρόνια τώρα. Έσείς οι Αθηναίοι κάνετε σφάλµα να προσέχετε µόνο την ανατροφή των αγοριών ». Oι νεώτεροι. κι' όµως εσύ τοζησες τόνειρό σου. άρχισε να λέη : — «Ή ζωή. αγωνίζονταν να κυριαρχήσουν στο Ιόνιο πέλαγος κι' είχανε ναυµαχήσει σε κείνα τα νερά χωρίς αποτέλεσµα. καθώς ανασηκώθηκε για να τη φιλήση ο άντρας της. δεν είν' όνειρο. παρά τόνε πήρε από πίσω και ασταµάτητα τον έβριζε χυδαία. Όταν έφτασε στην εξώπορτα του ο Περικλής. . όλα της τα συγχωρεί κανείς ». Ο Σωκράτης. Κάτω από τα µακρουλά δάκτυλά της το όργανο είχε ζωντανέψει. Πήγανε στο δωµάτιο της Ασπασίας. εκτός από την εποχή του έρωτα. χωρίς να καταδέχεται ο Ολύµπιος να του απαντήση. άντρα που θέλει να είναι αφέντης σε όλα. Τότε. η Κόρινθος. — « Μακάρι να βαστάξη ως το τέλος. Εγώ είχα την τύχη να βρώ. ενώ οι συντηρητικοί συµβούλευαν να µην ανακατευτούν. µα δεν έλεγε να διαλυθή ακόµα η Βουλή.XI Κόντευε να γείρη ο ήλιος. Ο Σωκράτης.

» — « Ναί. να καλέσω τους Έλληνες νάρθουν έδώ να κλείσουν συµµαχία. να ένωθούν σε Πανελλήνια Συµµαχία. έκανε ο Περικλής σα να µονολογούσε µε τον εαυτό του άναθυµούµενος σπουδαία πράξη του. και µίλησε µε σωφροσύνη. Γέλασε δείχνοντας τα κανονικά δόντια της κι' ύστερα ρώτησε το φιλόσοφο : — « Ξεχνάς πως. αντί να πολεµιούνται οι διάφορες φυλές. γέροντες Μαραθωνοµάχους. στην πραγµατικότητα όµως γιατί ξεσκούφωτος έδειχνε το ελάττωµα του. . Είχε αποθέσει το κράνος. τόσο παρατάει την παλιά του µανία για κατακτήσεις και φρονιµεύει. ναι. γιατί ζητούσες να πάρης χωρίς να δώσης. έρριχναν καθεµιά την αξιοσύνη της σ' ειρηνική άµιλλα για τις τέχνες και την επιστήµη ! Κι' όµως. για ν' άπολαβαίνουν οι άνθρωποι τ' αγαθά της ησυχίας. δεν έγινε τίποτα τότες. όλες οι πόλεις. Λοκρούς. κι' όσο θέριευες την Αθήνα. Πόσο θα ευτυχούσε η ανθρωπότητα. πως δεν υπάρχει κανένα έργο. Ήσουν πεινασµένος για δύναµη.» Κείνη τη στιγµή γύρισε ο Περικλής. Βοιωτούς.» Ο Σωκράτης τόνε σταµάτησε. . που ν' άνήκη στον άντρα επειδή είναι άντρας. οσοι ζουν στην Ευρώπη. Αλλά πές µου. Το καλύτερο που έχει να δείξη µια πόλη είναι όσο γίνεται περισσότερες άξιες γυναίκες ». πως µε την ηλικία φρονιµεύεις ». παρά και πολλές άλλες πόλεις. — « Είσαι ο µόνος που το καταλαβαίνεις. την Κόρινθο. κατάλαβα πως ο φθόνος της Σπάρτης δε γίνεται να κοιµηθή. Στα κρυφά της καρδιάς σου έτρεφες τον πόθο να υποτάξης τους Έλληνες.— « Πιστεύω. Οσο περνάει ο καιρός. έστειλα είκοσι πρέσβεις. Σωκράτη. την Εύβοια. Σωκράτη. Ξεχνάς πως από τότε δοκίµασε να µας άπαλλάξη από το βραχνά του πολέµου . » —« Ναί. —« ∆εν ήτανε µονάχα η Σπάρτη που δυσπίστησε στην προσφορά σου. Μίλησε ο Περικλής . ελάττωµα που έκανε τους αντιπάλους του να τόνε φωνάζουν « πεπονοκέφαλο ». της αποκρίθηκε ο Σωκράτης. την Ασία η την Αφρική. µικρές και µεγάλες. που θα ήτανε παντοδύναµη και θα επέβαλλε την ειρήνη στον κόσµο. τα Μέγαρα. Στράφηκε προς τον άντρα της η Μιλησία κι' είπε : — « Ξέρεις τι φαντάζεται ο Σωκράτης. ως και την Αίγυπτο προσπάθησες να κατακτήσης. πέρασε ψήφισµα να προσκληθούν οι Έλληνες.. ∆οκίµασες να ξαπλώσης το κράτος. έδώ κι' είκοσι χρόνια. που πάντα φορούσε. για να τονίζη τάχα το άξίωµα του Αρχιστράτηγου.. µόλις κατάλαβε ο Περικλής πως οι άλλες πόλεις άρχισαν να φοβούνται την Αθήνα. Από το ναυάγιο αυτής της ωραίας προσπάθειας. Πολέµησες όλους γύρω σου. επειδή εναντιώθηκε η Σπάρτη. αν. λές και σου χάρισαν τη γή και . τι απόγινε σήµερα στη Βουλή . θυµάσαι. το δυσανάλογα µακρύ πάνω µέρος του κεφαλιού. τόσο µεγάλωναν οι φιλοδοξίες σου. ούτε κάν η διοίκηση της πολιτείας. Περικλή.

έτρεξε κοντά του η Αθηνά. ∆εν είδες µε πόση προθυµία. Όταν ο Ηρακλής κατάφερε να κλέψη από το νησί των Εσπερίδων τα χρυσά τους µήλα. Σωκράτη.µπορούσες ν' άρπάξης όποιο κοµµάτι σ' άρεσε ! Ακολουθάς µ' επιµονή ένα σχέδιο. Περηφανεύοµαι για το έργο µου. µια εσωτερική ορµή τους σπρώχνει. τροφή αθανασίας. ∆εν κάνει τίποτ' άλλο παρά καθηµερινά ν' αγωνίζεται. στο χαµό. Η απληστία κάνει κόλαση τη ζωή. Το θαυµάσιο ναυτικό µας.. θυσία στο όνειρο µιας µεγαλύτερης. που θα της προµηθεύουν περισσότερους δούλους και περισσότερες πρώτες ύλες. µα καταδικασµένο. κι' άλλοι ικανοί να τις κατεργάζωνται και να τις µεταπουλάνε. Έτσι και στην πολιτική αδυνατίζει όποιος επιµένει να γιγαντώνεται πέρα από κάθε µέτρο. πως κατηχείς την ολιγάρκεια. Γιατί όρισαν οι θεοί να υπάρχουν όρια στα κράτη. Κανένας ψυχωµένος λαός δεν ικανοποιείται µε το λίγο. Αυτά οργάνωσα. καθώς και νέους καταναλωτές για το εµπόριο και τη βιοµηχανία της. Ή Αθήνα µε τη γύρω της ξεραΐλα δεν µπορεί να ζήση παρά µ' ένα δυναµικό άπλωµα προς καινούργια εδάφη. » Σταµάτησε ο Περικλής και περίµενε απάντηση. Ή τον τρόπο που χρησιµοποιώ τα θησαυρισµένα χρήµατα. για να δώση αύτός την απάντηση. και τον εµπόδισε να τα φάη.» Κι' ο Σωκράτης εξακολούθησε : —« Σας θυµίζω. Ξέρεις γιατί. —« Μολονότι είσαι φιλόσοφος. Έτσι κατάντησε βάθρο της ζωής ο κίνδυνος. µεσόκοποι και νέοι. που τον προστάτευε. τόνε γέµισα σκλάβους. Υπάρχουνε λαοί που δεν είν' άξιοι παρά να προµηθεύουν πρώτες ύλες. ν' αναδειχτούν πάνω από τους άλλους. προσφέρονται. —« Ξέρω. Το πλήθος από τους σκλάβους που µας δουλεύουν δίχως µεροκάµατο. » Κάτι πήγε να πη η Ασπασία. σαν τον Σωκράτη. παρά οι άνθρωποι µε την απληστία τους. έναν αρχαίο µύθο. κάνεις ένα χοντρό λάθος — παραγνωρίζεις τους πόθους των ανθρώπων. Το κακό στόν κόσµο δεν τόφεραν οι Θεοί. µεγαλόπρεπο βέβαια. Κάθε πλάσµα σε τούτη τη γη αγωνίζεται. Είναι κατάρα η αδίσταχτη θέληση για δύναµη. µα η Ασπασία πρόλαβε να διακόψη τη σιωπή.. ∆εν ήταν αθάνατος και θα διατάραζε τη φύση του µια τροφή που θα τον έσπρωχνε να ξεπεράση τα όριά της. αγαπητοί µου. ανθρώπους και κράτη. Ο Ηρακλής υπάκουσε τη Θεά και ξανάβαλε τα µήλα στη θέση τους. Τα σύνορα ξυπνάνε τα µίση και ξησηκώνουνε λαούς. για να προστατεύη τ' αγαθά του. λαµπρότερης πατρίδας. τούδωσα και δύναµη. για ν' αποστοµώση δύσκολο συνοµιλητή. Οι Αθηναίοι είναι γεµάτοι ζωντάνια. και σε ρωτάω. Γι' αυτό έδωσα στο λαό µας ναυτικό. ν' ακούση τι θα πη ο Περικλής. να πετυχαίνουν και τα δυνατά και τ' αδύνατα. από παλιά. κάτι να πη κι' αυτή. κάτι που οδηγεί. αποκρίθηκε ο Ολύµπιος. ωστόσο πρέπει να . Τα σύνορα είναι ο θανάσιµος εχθρός όσων ζητάνε κατακτήσεις. Τι από τα τρία κατακρίνεις. µα τη σταµάτησε µε το χέρι ο άντρας της. Την τιµωρία της απληστίας δεν την φοβόσαστε οι δυό σας . έτοιµη να επέµβη. Έχουν την αξίωση τίποτα να µην τους εναντιώνεται. Στό πρόσωπο της γυναίκας ζωγραφίστηκε έντονη προσοχή.

» Μιλούσε η Ασπασία κι' από την οργή είχε ξανάψει το πρόσωπο της. σ' αρέσει δε σ' αρέσει. όλα συγκεντρώθηκαν σε τούτη τη γωνίτσα. . Αφότου ανάλαβε την κυβέρνηση ο Περικλής. ίσο προς 60. τα µισά για την παραγωγή. Τούτο το Άστυ. µας βρήκε και µας — η ζήλια. . Ξόδοψε ποσά µεγάλα. τα µισά για να µόρφωση το Άστυ. λαµπερή. Από το αργό βήµα γαϊδουριού. που αναλογούσε στην αµέριµνη εποχή των µηδικών πολέµων. . κι' η Αθήνα µεταµορφώθηκε σε σχολείο της οικουµένης. Το θέατρο το ανάδειξαν ο Αισχύλος. στα ύψη. που της εµπνέει το δικό µας ανέβασµα. την πόλη µας.µολογήσης. Ποτέ δεν προσπαθήσαµε να τους καταλάβουµε.000 δολλ. Ό. µας ζηλεύουν. κάθε γωνιά της Ελλάδας είχε δική της τέχνη και δικές της Ιδέες. µα έχουν και προτερήµατα. Ασπασία. γαλάζια θάλασσα. Αλλά τι τα θέλεις . Κάθε πράξη της Σπάρτης έχει κίνητρο τον πανικό. . Οι Σπαρτιάτες. Της απάντησε καλόκαρδα : —«Οσο κι' αν αγαπάµε. νάρθουµε κοντά τους. τα ψηφίζουν αµέσως. Κι' αν µιλάς για γλυπτική κι' αρχιτεκτονική. θα µείνη παράδειγµα στους κατοπινούς. Πενήντα χρόνια πρίν. Το κράτος ανατρέφει τα ορφανά. * Το βραβείον Nobel εκείνης της εποχής. Πιστεύουν στις θεωρίες τους κι' η πίστη είναι όπλο φοβερώτερο κι' από σπαθί. πρόσεχε τα µεγάλα µάτια της και λογάριαζε πως ποτέ του δεν είχε δει µάτια. Για τη φιλολογία πρώτη φορά στον κόσµο δόθηκε βραβείο. πως ποτέ χρήµατα δε σπαταλήθηκαν µε περισσότερη ευγένεια παρά για τα έργα που έκανε ο άντρας µου. Χωρίς πλούτο συγκεντρωµένο δεν υπάρχει µήτε τέχνη. που µετέβαλαν την πόλη τους σε στρατόπεδο. Έχουν ελαττώµατα οι Σπαρτιάτες. το κακό που βρίσκει όσους µεγαλουργούν. Για τη µουσική χτίσαµε Ωδείο. . . τίποτα σπουδαίο δε γίνεται άλλού. πήρε ο Ηρόδοτος σπουδαίο ποσό : 12 χρυσά τάλαντα*. Κι' έκανε έργα αιώνια. φέρνει τον πολιτισµό ένα βήµα µακρύτερα κι' αλλάζει τη µορφή του κόσµου. Μαζεύει βέβαια θησαυρούς ο Περικλής από το εµπόριο και από τους συµµάχους. που στέκουν χαµηλότερα. µε ρυθµό θύελλας. ως και τα γέρικα ζώα παραστέκει. που η γαλανάδα να κυριεύη τ' ασπράδι τους και να φαίνωνται σα βαθειά. Θέλεις τώρα να σου πω ποιο θεωρώ το σπουδαιότερο κατόρθωµα του Περικλή. που ξεχειλίζει ανθρωπιά. κάθε χρόνο που περνάει. Κάποια µέρα θα πολεµήσουµε µαζί τους. η συµπάθεια αυτή δεν πρέπει να µας έµποδίζη να νιώθουµε και να εκτιµάµε τις άλλες πόλεις. ανέβασε την Αθήνα ο άντρας µου. Τα φτωχά κράτη τα δέρνει πνευµατική και καλλιτεχνική κακοµοιριά. Τ' ότι έκανε τους απλούς πολίτες νάχουν τα ίδια τα δικά του µεγάλα φτερά. απολίτιστοι στρατοκράτες. ανέβα στην Ακρόπολη. µα ξοδιάζει για να δώση στο λαό τη χαρά της ζωής κι' ευγενικά θεάµατα. . µήτε σκέψη. ο φίλος µου ο Σοφοκλής κι' ο φίλος σου ο Ευριπίδης.τι ποσά τους ζητήση. Ή εποχή του Περικλή. Έγινε η Αθήνα πόλη πανέµορφη. ∆ε θα γλυτώσουµε απ' αυτούς τους στενοκέφαλους. Οραµατίζονται µαζί του µιαν ευτυχισµένη πατρίδα και τ' όνειρό τους έχει κιόλας εκπληρωθή. Ακόµα και οι σκλάβοι εδώ µέσα καλοτυχούνε. Όσο κι' αν δε συµφωνούσε µαζί της ο φιλόσοφος.

Τίποτα σταθερό δε γίνεται χωρίς τους « Άλλους ». Έτσι δεν είναι. Άλλοτε πίστευα στη συµµαχία των Ελλήνων. Τώρα κατάλαβα. κι' ας κουραστής περισσότερο. Λίγην ώρα. Ή θέση του στο Άστυ ύστερα από τριάντα χρόνια παντοκρατορίας. που σου χάρισε τα παγώνια. σαν την ολιγάρκεια η την αφοσίωση στον πλησίον. δεν είναι. πρίν. » — « Μάλιστα. Μιλάς για πόλεµο. οδηγεί στον πόλεµο. πως το αναποδογύρισµα της ισορροπίας που έγινε µε την απότοµη προκοπή της προοδευτικής πατρίδας µας απέναντι στη στασιµότητα της στρατοκρατούµενης Σπάρτης. τη νύχτα. Τα πλούτη είναι χρήσιµα µόνον άµα ύπάρχη δίπλα τους το αίσθηµα της αρετής. πάµπλουτος. αγαπητός. Το πρόσωπο του έµοιαζε κουρασµένο. Όταν άρχισε την πολιτική του σταδιοδροµία. να του δείξης πως θεωρείς τη χώρα του εξίσου ιερή σαν τη δική σου. παρά να πλησιάζης και τον εχθρό σου. Κι' όταν ακόµα είν' εύκολο να έπιβληθής µε τη βία. ο Κέφαλος κι' ο Πυρολάµπης. να τον συλλογιέµαι. φαντάζεστε. Για να ετοιµαστώ. βασίλευε µε τους αριστοκρατικούς ο Κίµων. Ένας πολίτης µπορεί να φτάση στην αγιοσύνη. Είπε και πήρε µόνος του µια κανάτα µε νερό. που πηγάζει από τη συντροφική αντίληψη για το κοινό καλό. πως υπάρχουν κράτη ικανά να επηρεαστούν από φιλίες και συµπάθειες. όπως εσύ. αποκαµωµένο. πάλι να προσπαθής να πείσης µε το καλό. γέµισε κύπελλο και το ήπιε να δροσιστή. γινόταν ολοένα δυσκολώτερη. Ασπασία. όσοι παροµοιάζετε το φέρσιµο ατόµου προς άτοµο µε το φέρσιµο κράτους προς κράτος. Σωκράτη. και δεν καταλαβαίνεις τίποτα από πολιτική ». έβλεπα παραπέρα από τους συµπολίτες και λαχταρούσα όσα δεν υπήρχαν ακόµα. εξαπατάτε και τον εαυτό σας και το λαό. όχι όπως νοµίζουν πολλοί την ειρήνη. πως. Χρειάζεται αρετή για να βαστάξης το βάρος της ευτυχίας».Εγώ είµ' άνθρωπος της αγάπης. οι πολεµοκάπηλοι. πάλευαν µέσα του αντίθετα αισθήµατα. Πιστεύω πως πρέπει να ευεργετής όχι µόνο τους συµµάχους. παρά τον καιρό. όπως µιλάνε οι βιοµήχανοι που σας περιστοιχίζουν. Όταν ένας λαός κυνηγά το χρήµα για το χρήµα. για να ξαναβρής το φάντασµα της Σπάρτης στα όνειρά σου. τώρα που ζύγωνε η ώρα να λάβη σπουδαία απόφαση. αποκρίθηκε κείνος. αρκεί ο άντρας σου να ξέρη πότε πρέπει να σταµατήση την ευτυχία. έτσι στα πεταχτά. παίνεσες τ' αγαθά της ειρήνης και τη χαρά της ζωής.µέρα. για να σε παραστέκουν µε προθυµία την ώρα της ανάγκης. πως. τότε τα πλούτη γίνονται κατάρα. νύχτα . Σωκράτη. Μα τώρα στέρεψε η καρδιά µου. χωρίς να συλλογιέσαι τι αναθεµατισµένο πράµα είν' ο πόλεµος. Αυτή την ευτυχία του λαού µας υπάρχει τρόπος να τη διατηρήσουµε. Όσοι. βλέπω τον πόλεµο νάρχεται από την Πελοπόννησο µε γοργό βήµα κι' είµαι υποχρεωµένος. σε παίρνει ο ύπνος. Με χρήµα εξαγοράζω. Στράφηκε τέλος προς τον Ολύµπιο ο φιλόσοφος και του είπε : —« Είµαι βέβαιος. φίλος µε . ένα κράτος ποτέ! Είσαι φιλόσοφος. Αρετές ανθρώπων. Περικλή. αφού κουραστής όλη την ηµέρα µε τις ασχολίες σου. δεν πρέπει να είναι αρετές για τα έθνη. Ήτανε φανερό.

. µονάχος. 'Άµα λείψης εσύ. παρά από τον όχλο της Αθήνας. κι' είχε βγάλει τους φράχτες από τα χτήµατα του να µπαίνουν µέσα να τα τρυγάνε. είχε µεθύσει το λαό. Κάνεις ό. Έτσι από τα πρώτα του χρόνια αναγκάστηκε ο Περικλής να δηµιουργη. µε πρωτότυπα µέσα. και µπήκε µέσα ο Αλκιβιάδης. αν δεν τα πάρη. πέταξε του φιλόσοφου : —« Μου είναι πολύ πιο εύκολο να πείσω ολόκληρο λαό. σκούντησε ήρεµα τον Αλκιβιάδη πέρα και. τους έντυνε. περίσσεµα στόν προϋπολογισµό. Πάλι καλά.τους φουκαράδες. καθένας στο είδος του. Το κρασί της ελευθερίας. Το προαισθανόταν ο Σωκράτης αυτό και του αποκρίθηκε. για να το µοιράζη στους πεινασµένους. 'Αφησε µε ν' ακούσω τι θα σου πη ». που χρησίµευε για πόρτα στο γυναικωνίτη. που το κέρασε µε απλοχεριά ο Ολύµπιος. αν και από βασιλικό σόι. » Έτσι συζητούσαν δυό µοναδικοί άντρες. γέµισαν τον κόσµο µελλοντικές ιδέες. —« Περικλή. όταν κάποιος έσπρωξε το βαρύ πανί. Περικλή. Προσπάθησα να του πάρω λόγια. Τούτο αποτέλεσε τη δύναµη του στην αρχή. πως είναι ένας από τους κατασκόπους που στέλνεις στην Πελοπόννησο. Ο Περικλής σηκώθηκε. Αναγκάστηκε τότε να γίνη αρχηγός των ∆ηµοκρατικών. Γιά µένα ο κίνδυνος δεν έρχεται από τη Σπάρτη. τόσο συµπαθητικό µέσα στην ασκήµια του προσώπου του. θα πάρουν τη ∆ιοίκηση πρόστυχοι δηµαγωγοί. φώναξε. µα δε µιλάει: Ωστόσο κατάλαβα. Τώρα ήταν αναγκασµένος να έξακολουθή τις παραχωρήσεις. δεν είχε χρήµατα. σε ζητάει σκονισµένος αγγελιοφόρος. την πλειοψηφία. µα την αδυναµία του αργότερα. Ο Περικλής. φεύγοντας για να µάθη τα νέα. µε φοβίζει περισσότερο η Αθήνα από τη Σπάρτη. παρά εσένα. . ώσπου να φτάση είτε στο θρίαµβο η στήν καταστροφή. που τους έτρεφε. Σωκράτη ». που σήκωσε κιόλας κεφάλι. µε την απειλή πως θα τον εγκαταλείψη. Έδώ αποτελείς εσύ. που. ενώ από τα φυσικά του δεν είχε το δώρο της αβίαστης συναναστροφής µε τους ταπεινούς. σαν το βυρσοδέψη Κλέωνα. αφού δεν είχε δικά του να δώση. —« Εµένα.τι θέλεις. ενώ στο πρόσωπο του ζωγραφιζότανε λεπτό και ειρωνικό χαµόγελο. γιατί έχεις και σωφροσύνη. Ο όχλος του ζήταγε διαρκώς νέα δοσίµατα..

τον αντιπαθούσε. πως πρέπει δηλαδή καθένας ν' αναζητά ό. πριν µεσηµεριάση. ερχόταν σ' αντίθεση µε όλους. πως οι απλοί τεχνίτες. κυβερνήτες. διανοούµενους. τους έπειθε πως άρχοντες του κόσµου είναι το γλέντι και το χρήµα. Στό διάλογο του «Λύσι» γράφει ο Πλάτων: «Ήµαστε µεθυσµένοι από τη λογική». Πολεµούσε µε αµείλιχτη κριτική τη θεωρία των Σοφιστών. που διασκέδαζε µε τα λεγόµενα του. Έκανε έλεγχο. επειδή οι πρώτοι γνώριζαν καλά τη δουλιά τους. Ήταν πρόθυµος να καθήση ολόκληρες ώρες µ' έναν άγνωστο. ήταν ανώτεροι από τους πολιτικούς. Ακόµα κι' η λαϊκή µάζα. χωρίς να το καταλαβαίνουν. αδιόρθωτοι προχειρολόγοι. αρκεί νάβλεπε να φωτίζεται το πρόσωπο του από την προσµονή ενός καλύτερου κόσµου. κατηχούσε ο Σωκράτης το « γνώθι σαυτόν ». Η µεσαία τάξη. άρχισε να τόνε φοβάται. η αστική θα λέγαµε σήµερα. . Τον πρώτο καιρό οι συµπολίτες του διασκέδαζαν να τον ακούνε. Οι διάλογοι του καταντούσαν πανηγύρι. σαν άκουγαν πως υπακούει σε κάποιο δαιµόνιο και προσβάλλει πανάρχαιες θρησκευτικές ιδέες. ενώ οι δεύτεροι πήγαιναν στα στραβά. ύστερα πήγαινε. Με βάση πως η αρετή µαθαίνεται. Μά. δηµιουργούσε πνιχτική ατµόσφαιρα. που είχανε συµφέρο να προσέξουν το Σωκράτη και να τον υποστηρίξουν. µαραγκοί και χαλκωµατάδες. Απόδειχνε. παρά για να ξυπνήση τους Αθηναίους που κατηφόριζαν προς το χαλασµό τους. Από το πρωί ως το βράδυ. θαύµαζε τους καλοκαµωµένους εφήβους να παλεύουν και ποτέ δε σταµάταγε να ρωτά και να εξετάζη όποιον κι' αν πετύχαινε.XII Ο Σωκράτης κατέβαινε από τα ξηµερώµατα στην αγορά. ήταν ικανοποιηµένη µε την ευτυχία της και δεν έβλεπε πουθενά κίνδυνο. στις Στοές που µαζεύονταν οι Αθηναίοι και συζητούσε. µα δεν έβρισκε ανταπόκριση στην προσπάθεια του. όχι για να φτάση σε ξερούς ορισµούς. Με το να κατακρίνη παρελθόν και παρόν.τι του αρέσει και τον ευχαριστεί. Η ακαταµάχητη τανάλια της διαλεκτικής του Σωκράτη. γιατί µε την πολιτική του Περικλή κέρδιζε παράδες. για να ηθικοποίηση τους ακροατές του. Τ' απόγεµα σύχναζε στα γυµναστήρια. Τέτοια διδαχή γέµιζε τους νέους µ' εγωισµό. που έδινε στους ανθρώπους του Ε' αιώνα η χρησιµοποίηση της λογικής. Μονάχα ο καλός Κρίτων αγωνιζόταν να τον µπάση στους κύκλους της αριστοκρατίας. πως «µέτρον πάντων άνθρωπος». ο αλλόκοτος φιλόσοφος έπαιζε ρόλο άναµορφωτή της κοινωνίας. όποιον έπιανε τον εξευτέλιζε δίχως οίκτο. Αντί ν' αποχτά φίλους. Σήµερα δύσκολα γίνεται να φανταστούµε την απόλαυση. σκληρή για τους αδύνατους. ιερείς. σαν τους Σοφιστές. σαν έβλεπαν οι µεγάλοι γαιοχτήµονες αύτόν τον ξυπόλητο. δηµιουργούσε σιγά σιγά εχθρούς. Η διδαχή του πρωτότυπη.

σιγά κοντά τους άλλους λίγους. τέσσερες ακόµα νέους. κακολογούσε τους πάντας και τα πάντα. Γκρινιάρης. απότοµα. ∆εύτερο αρχοντόπουλο που ακολούθησε το Σωκράτη στάθηκε ο Χαιρεφών. Αυτός τον αγάπησε πιστά. ο Σωκράτης πέτυχε. Κρίτων. αφοσιώθηκε στα λόγια του δασκάλου. έγινε το θαύµα ν' άλλάξη ιδέες ο Απολλόδωρος και να ήµερέψη.προτιµούσαν να τον αποµακρύνουν. Από τους δυό «βάναυσους» νέους µαθητές του φιλοσόφου. Ο Καλλίας ήταν ένα συµπαθητικό µελαχρινό παληκάρι µε κάποια κλίση στα γράµµατα. που. που ο πλούτος του µετριόταν από τους δούλους: Είχε εξακόσιους. κάτωχρος κι' αχαµνός. Τότε συµβούλεψε ο Κρίτων : —« Γιατί δεν άκολουθας έν' από τα δυό πολιτικά κόµµατα. επιπόλαιος καθώς ήταν ο Καλλίας. Τέταρτος µαθητής ήταν ο Ευκλείδης από τα Μέγαρα. ένας ήταν ο γλύπτης Απολλόδωρος. γιός του Ιππόνικου. µολονότι το ταλέντο του θεωρήθηκε εξαιρετικό. Μά. Πραγµατικά. Κοντά στον Παρµενίδη και το Ζήνωνα είχε µάθει καλά όλες τις γνώσεις της εποχής του. Αυτός φιλοξενούσε και γέµιζε δώρα κάθε σοφό που ερχόταν στην Αθήνα. ως τη στιγµή που γνώρισε το Σωκράτη. τον Ιστορικό Ήρόδοτο και τον Ευριπίδη. δυό αριστοκράτες και δυό ταπεινούς. που θα τραβήξουν σιγά . µ' όλη του την καρδιά. ύστερα από µήνες. πρόθυµα παραδεχόταν κάθε νεωτερισµό και πίστευε για σπουδαίο οποιονδήποτε τσαρλατάνο. Παράτησε τη γλυπτική. για να τους βολέψη. Στό σπίτι του αντάµωσε ο Σωκράτης τους µεγάλους Σοφιστές Πρωταγόρα. Καταγωγή του το γένος των Κηρύκων. να βρής αποκούµπι και βοήθεια . µε την επιµονή του να ξετρυπώση πιστούς. Είχε θρησκευτική φύση και τα λόγια του Σωκράτη του φέρνανε έξαρση. έκαµε ξενώνες ως και τις αποθήκες και τα πλυσταριά του. Ήτανε στραβοπόδης. Έτσι σπαταλούσε σιγά σιγά την τρανή περιουσία του. Προτιµώ. τους συντηρητικούς η τους δηµοκρατικούς. που τους άνηκε κληρονοµικά τ' αξίωµα του ∆αδούχου στα Μυστήρια της Ελευσίνας και κρατούσαν από πάντα µεγάλη επιρροή στον κοσµάκη. Ο πιο σπουδαίος ήταν ο Καλλίας. Τότε. να βρω λίγους. » —« Γίνεται να πάω µ' εκείνους που κατηγορώ αγράµµατους κι' ανήθικους . νέος µε γερή φιλοσοφική κατάρτιση. Το σπανό πρόσωπο του έµοιαζε µε νυχτερίδας. όσο οι µετρηµένοι να γίνουνε πολλοί και να διαδώσουν στη γη δικαιοσύνη και αρετή ». Ο Αριστοφάνης στις « Νεφέλες » τόνε λέει κοροϊδευτικά «ψοφίµι». κι' έκανε σκοπό της ζωής του τη διάδοση τους. µα χωρίς βάθος. που άκουγε στο παρατσούκλι «µανιακός». Ιππία και Πρόδικο. που τα ρουφούσε αχόρταγα. Ο Σωκράτης κατάλαβε αµέσως την αξία του κι' όταν αργότερα κηρύχτηκε ο Πελοποννησιακός πόλεµος κι' απαγορεύτηκε στους . Τόσους κατεργαραίους και κόλακες µάζευε γύρω του.

Και ήτανε λίγοι. όµως τη σκέψη του την οργάνωνε καλύτερα συζητώντας. Κατάφερνε να ξεσκαλιζη τη φώτιση την κοιµισµένη µέσα στα βάθη του ανθρώπου. θεοφοβούµενος και δισταχτικός. σωφροσύνη. ικανούς να ορίζουν µε ακρίβεια τις έννοιες. Άκουγε µε φρίκη πως ο Περικλής πίστευε τον ήλιο ( σκέψου. τους συνοµιλητές του. ο Ευκλείδης µασκαρευόταν πάλι σε γυναίκα. αδιαφορούσαν για τους στοχασµούς αυτού του ανακατωσούρη. Με τις αντιρρήσεις βάθαινε ο νους του. Αυτός τις ξεδιάλυνε. γιατί κείνον τον καιρό η Αθήνα ζούσε βουτηγµένη στην ευτυχία κι' οι πολίτες. που συχνά πικραίνονταν από παρόµοια ανελέητη εξέταση. κακία. Όσους µαθήτευαν κοντά του τους έκανε « εύρετικότερους ». Μ' όλη την αποστροφή που αισθανόταν προς το δηµαγωγό Κλέωνα. » Κι' άρχιζε τη διαλογική του συζήτηση. µα µεθοδικά.Μεγαρίτες να µείνουν στην Αθήνα. στις µικρές χαρές και στους µικρούς καηµούς. έµπαινε στο 'Αστυ κι' έτρεχε στο σπίτι του Σωκράτη. γόνατο µε γόνατο. πλούσιος. ο Σωκράτης σφυροκοπούσε µε ταπεινοσύνη. τίµιος. Αντίθετα από τους σοφιστές που γίνονταν ευχάριστοι επαινώντας τα φτηνά ελαττώµατα των θνητών. όπως ο µάγος υδρολόγος µπορεί να κάνη ν' αναβλύσουν νερά. Περασµένη πια νύχτα. ενώθηκε µαζί του. Αλλά και πόσο διάφορος! Κοντόµυαλος. ∆ε γινόταν να συναναστραφή ένας νέος για λίγον καιρό το Σωκράτη. και. αν τον έπιαναν. ψυχρός. Μόνον όσοι νιώθαν όρεξη να βελτιωθούν τον ακολουθούσαν. Έτσι ζευγαρωµένες η άκρα αριστερά µε . Καθαρές έννοιες σχεδόν δεν υπήρχαν πρίν από το Σωκράτη. που δεχόταν να του κάνη προσωπική κατήχηση. Ωστόσο τον µάθαινε να σκέπτεται. µε κίνδυνο να τον κρεµάσουν. που οδηγεί τους ανθρώπους στη µετριότητα. και να µην αναγκαστή ν' αναθεώρηση τις ιδέες του. Την άγνοια. τον σταµατούσε : «Τι εννοείς όταν λες ηθική. Με τις λέξεις λύνονται όλα τα προβλήµατα εύκολα. έφευγε για τα Μέγαρα. ντυµένος γυναικεία. Αυτός είχε µερικά κοινά χαρακτηριστικά µε τον Περικλή. αγάπη. Κι' αν άρεσε του Σωκράτη να συλλογιέται µοναχός στην ησυχία. Τη συζήτηση τη µεταχειριζόταν για να βρίσκη την αλήθεια. Γύρω στα 435 άρχισε το συντηρητικό κόµµα να οργανώνεται από το νέο του αρχηγό Νικία. Τους ξυπνούσε ανησυχίες και περιέργειες. γνώσεις που τις ξέθαβε. το Θεόν Απόλλωνα ) για διάπυρη πέτρα. Όσο χρήσιµος ήταν ο δάσκαλος σε κείνους που τον πλησίαζαν. Με τον τρόπο του διάλυσε διάφορα νεφελώµατα του νού των συγχρόνων του και καθόρισε τι σηµαίνει Θεός. Θεώρησε ιερή υποχρέωση του να τόνε ρίξη. αρετή. η ότι συναναστρεφόταν άθεους. άλλο τόσο απαραίτητοι ήταν στον ίδιον οι ακροατές. βαθιά κρυµµένα στη γη. µια και χαίρονταν ανέγνοιαστο βίο. Συχνά τύχαινε ν' αφήση το συνοµιλητή του πιο µπερδεµένο από πρίν. Ποτέ δεν τους άφηνε να ικανοποιούνται µε το λίγο. Όταν κανένας του µιλούσε για κάποια αφηρηµένη έννοια σαν την Ηθική. που ανάλαβε να πολεµήση. άνθρωπος. ο Ευκλείδης. Ήταν αριστοκράτης. πάσχιζε να τη µετατρέψη µε τη µάθηση σε πίστη. Μα ας δούµε την ουσία — τι είναι ηθική .

που. τάχα πως έκλεψε µέρος από το χρυσάφι που µεταχειρίστηκε για να φτιάξη το άγαλµα της Παρθένου Αθηνάς. ξέσπασε ωστόσο σε δάκρυα την ώρα που ικέτευε τους Ηλιαστές να µην του κάνουν την προσβολή να καταδικάσουν το πλάσµα που περισσότερο αγάπησε στον κόσµο. Κατηγορήθηκε δηλαδή. Την ηµέρα της δίκης παρουσιάστηκε ο ίδιος για συνήγορος της γυναίκας του. Αηδιασµένος αποµακρύνθηκε τότε ο µεγάλος καλλιτέχνης και πήγε στην Ολυµπία. µανιακός. όταν πέθανε ο γιος του. για να ερεθίζη τα πλήθη. χωρίς το βέτο του λαού για κάθε ζήτηµα. ούτε όταν κινδύνευε η δική του ζωή και περιουσία. πέτυχαν στην αρχή να εξορίσουν το φιλόσοφο και µουσικό ∆άµωνα.Κλέωνα τον αγαπηµένο φίλο του Περικλή. Αυτός που δεν έκλαψε. να χτυπά µε το δόρυ Αµαζόνα. ώστε το αφαίρεσε. και µε κείνον το φανατικό αρχιερέα το ∆ιοπείθη. Έτσι οι Αθηναίοι τον εξόρισαν δίχως πολλή συζήτηση.την άκρα δεξιά. του αλλάζεις τις ιδέες και. Οι δυό αυτές µορφές θεωρήθηκαν ως ξετσίπωτη βρισιά πρός την ιερότητα του ναού κι' ο Φειδίας καταδικάστηκε. στην Αµαζονοµαχία που εικόνισε πάνω στην ασπίδα της Παρθένου χάραξε το δικό του πρόσωπο και του Περικλή. αλλά δεν ήτανε σήµερα ο περήφανος αρχηγός. δεν µπόρεσαν όµως να τον καταδικάσουν. φαίνεται καθαρά ο φαλακρός γερο . Άµα έβγαλαν από τη µέση κι' αύτόν τον τρίτο στενό συνεργάτη του Περικλή. που πρόλαβε να τον σώση ο Περικλής.έναν τους ανακριτές και να τους παρακαλή. Ο µεγάλος καλλιτέχνης. είχε φροντίσει ο Φειδίας να χωρίζεται εύκολα το χρυσάφι από το σκελετό του. έγινε η δίκη της Ασπασίας στο ∆ικαστήριο της Ηλιαίας. από προαίσθηση της συκοφαντίας. που τον ονόµαζαν Ολύµπιο. σαν επικίνδυνο για τη ∆ηµοκρατία. όσα σώζονται. γιατί. δάσκαλο του Περικλή. Στα αντίγραφα της Αµαζονοµαχίας. το ζύγισε µπροστά στους δικαστές κι' απόδειξε πως δεν είχε κλέψει µήτε δράµι. όµοιος µε οπλίτη που φοράει το µακρουλό κράνος του. Τόση εντύπωση έκανε στους Αθηναίους αυτή η ταπείνωση του µεγαλόπρεπου . έβγαζε χρησµούς µε στριγγιές φωνές. ο Περικλής αποφάσισε η να µείνη ορθός µαζί της η να πέσουν κι' οι δυό. Πρώτα έκαναν δίκη στόν καλλιτέχνη. τον καθισµένο σε κατάχρυσο Θρόνο ∆ία! Όταν γύρισε πίσω στην Αθήνα. αν ήταν απόλυτος άρχοντας. κατεβάζοντας τον ο ίδιος. Εµπρός σε τέτοιο κίνδυνο.Φειδίας να σηκώνει µία πέτρα και ο Περικλής. Τούτο δεν ήτανε ψέµα.∆ιοπείθη . φυλακίστηκε. όπου δηµιούργησε το αριστούργηµα του. η φατρία των φανατικών του κίνησε νέα δίκη « περί ασεβείας ». ως και το πολίτευµα ». στόν Πειραιά. ∆εύτερο χτύπησε η τριανδρία Νικία . που πρόσφερε στην πατρίδα του αιώνια δόξα µε τ' απαράµιλλα έργα του. που έλεγε πως « η σωστή µουσική µορφώνει τους σωστούς πολίτες κι' όταν ενός λαού του άλλάξης τη µουσική. σιγά . για να τον φευγατίση µε σιτοκάραβο. Ύστερα η αντιπολίτευση στράφηκε εναντίο του άκακου Αναξαγόρα. το Φειδία.σιγά. Είν' αλήθεια πως ο ∆άµων περιφρονούσε τη γνώµη του όχλου κι' έλεγε πως ο Περικλής θα κυβερνούσε καλύτερα. Ποινή θάνατος. Αναγκάστηκε να πιάνη έναν . νύχτα. ότι. σα λυσσασµένος ∆ερβίσης.

απονήρευτη ατµόσφαιρα βασιλεύει. XIII 13 Αυγούστου. γενέθλια της Θεάς Αθηνάς. µέρα αφιερωµένη στήν ανάπαυση. Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε Κυριακή. Σήµερα ο καταγάλανος ουρανός σκορπάει χαρά ζωής. η Σπάρτη έστελνε στην Αθήνα πρέσβεις να της ζητήση λόγο. καβάλα και πήδηµα από άλογο που κάλπαζε σ' άλογο που κάλπαζε. οι Αθηναίοι φοράν κάτασπρα ρούχα ( νόµος απαγόρευε σήµερα τα βαµµένα ) κι' έναν φτωχό που παρουσιάστηκε µε λερωµένο χιτώνα. φιλική. του δώσαν οι αγωνοθέτες άσπρο φόρεµα ν' άλλάξη. γιατί δεν είχε άλλον. τις δυό ερχόµενες έκαναν µουσικούς διαγωνισµούς στο Ωδείο του Περικλή. µαστόροι και δούλοι. Η κίνηση των πολιτικών συλλόγων. Όλο το Άστυ είναι πνιγµένο στα λουλούδια. που είχε µε τόσους κόπους υψώσει. Το λαµπρό οικοδόµηµα. κάνει όσους κατοικούν στην Αττική να ζούνε σε γιορταστικό πυρετό. να επαναστατήση. Κάθε χρόνο. Παρά την απαλλαγή της Μιλησίας. κλειστά τα σύνεργα της δουλιάς κείτονταν στα ράφια. Έτσι τα µαγαζιά κλείναν αυτές . ακοντισµός. Την παραµονή της ποµπής άρχιζε διαγωνισµός χορού και τη νύχτα όλος ο κόσµος µαζευόταν να δη τη θεαµατική λαµπαδηδροµία. τόσο ζωήρευαν την προπαγάνδα τους. Με τέτοιαν όµορφη µέρα κανένας δεν πιστεύει πως µπορεί να ξεσπάση χαλασµός. οι τέσσερεις αυτές δίκες έδειξαν πως ο Περικλής κλονιζόταν. Κι' όσο έβλεπαν οι εχθροί του πως ο λαός άρχισε να τον βαριέται. τα τελευταία που χάρηκαν οι Αθηναίοι. Ως κι' οι άγνωστοι χαιρετιούνται µε χαµόγελα. γιατί αδικούσε τάχα φιλικές της πόλεις σαν την Αίγινα η τα Μέγαρα. βγήκαν όλοι µαζί να δούνε την ποµπή. Μέσα σε τέτοια ταραγµένη ατµόσφαιρα γιορτάστηκαν τα « Παναθήναια » του 432. Την εποχή που κατάφερε η τριανδρία να σπάση το θαυµάσιο κύκλο από µεγαλοφυίες που περιστοίχιζαν τον Περικλή. τώρα έτριζε. µε κρυφές συγκεντρώσεις σε σπίτια και συµπόσια. Τα Παναθήναια διαρκούσαν έξι µέρες. καθώς και αρµατοδροµίες στην παραλία του Φαλήρου. που ως τότε ήτανε µυστική. Από γιορτή σε γιορτή ξαπόσταζαν οι χεροµάχοι. γίνεται η µεγάλη ποµπή των Παναθηναίων. Κι' η Κόρινθος έπεισε την Ποτίδαια. να γίνη πόλεµος. τώρα γινόταν πολύ πιο δραστήρια και φανερή. Τις δυό πρώτες γίνονταν αθλητικοί αγώνες.κυβερνήτη. η γιορτή που κάνει να ξεχνάν οι φτωχοί τα βάσανα τους. οι κακόκαρδοι τις έχθρητες. 13 Αυγούστου. αφού στόλισαν απ' έξω το µαγαζί µε κλαδιά. ώστε αθώωσαν την Ασπασία. την πέµπτη µέρα γίνονταν ιππικοί αγώνες. παλαιά δική της αποικία και τωρινή σύµµαχο της Αθήνας. Κάθε εργασία έχει σταµατήσει. οι παραλήδες το πλούτισµα.

σερµένης µε ρόδες. αυτοί που είχαν πληρώσει τα έξοδα της γιορτής.λογής σαλτιµπάγκοι και αγύρτες που κατάπιναν σπαθιά έδειχναν την τέχνη τους. Στη µέση της θεωρίας περνούσε ο θαυµάσιος πέπλος. µαζί µε τους ραψωδούς και τους αυλητές που βραβεύτηκαν. Ανακατεµένοι µε το λαό. Τα Παναθήναια ήτανε το Πάσχα των Αθηναίων. Τα χρυσά κεντήµατα του παράσταιναν την Αθηνά ν' αγωνίζεται εναντίο των Γιγάντων. και τον ύφαιναν όλο το χειµώνα οι καλύτερες τεχνίτρες.. Την τριήρη τη συντρόφευαν δυο χορωδίες από διαλεγµένα κορίτσια κι' αγόρια. καθώς λαµποκοπούσαν όλο δροσιά κι' αγνότητα. Πίσω από τα ζώα έρχονταν οι « κανηφόρες ». Λογής .τις έξι µέρες κι' αναπαυόταν ο κοσµάκης. τη µεγάλη λεωφόρο που οδηγούσε από τον Κεραµεικό στην Ακρόπολη. φρούτα. Μέσα σ' απόλυτη σιωπή άρχισε να ξετυλίγεται το ποικιλόµορφο κουβάρι της παρέλασης. δεκαρολογώντας όσο να σχηµατιστή και να ξεκινήση η ποµπή. ένας πλούσιος από κάθε φυλή. που φορώντας . τη γεµάτη φασαρία. Όσοι έστεκαν κοντά στην πόρτα του ∆ιπύλου (εκεί σχηµατιζόταν η ποµπή). καθώς και τους άρµατοδρόµους. σοβαρές και σεµνές. οι νικητές των αγώνων. άρχιζεν η άλλη. Μόλις η µια οµάδα σταµατούσε. Οι ξένοι. µας πεθάνατε ! Ξεκινήστε. οι λιγνοί των δρόµων κι' oι γεροδεµένοι της πάλης. που λύτρωναν µε µάγια τους ανθρώπους από τις αρρώστιες και πουλούσαν φυλαχτά. Κατόπι βάδιζαν οι δέκα αθλοθέτες.. Αυτές οι καλλίγραµµες παρθένες µάγευαν όλο τον κόσµο µε τη χάρη της περπατησιάς τους. καθώς τις δείχνουν τ' ανάγλυφα του Φειδία. οι οµορφότερες κόρες της αριστοκρατίας. είχανε πάρει θέση µπροστά στο ∆ρόµο. ύστερα οι « εργαστίνες ». µάλλινος. οι κοπέλλες που µόχτησαν να κεντήσουν τον πέπλο. παρά κρεµότανε σαν πανί από το κατάρτι µιας τριήρης. Πρώτοι στην ποµπή βάδιζαν οι άρχοντες µε τον Περικλή. περήφανα στεφανωµένοι. περιδιάβαζε πάλι στην αγορά. όπως σ' εµάς η συµφωνική µουσική. που έψελναν συνέχεια ύµνους στη Θεά. απλά ντυµένες. τριγύριζαν κάτι ανατολίτες ιερείς της Κυβέλης. που δε γινόταν να τον κρατήσουν ανθρώπων χέρια. που κουβαλούσαν στα πανέρια τους προσφορές από άνθη. συγκρατηµένα από δυνατούς βοϊδολάτες. πλήθος φερµένο απ' όλες τις γωνιές της γης. Το χορωδιακό τραγούδι έδειχνε την ανώτερη µορφή της αρχαίας µουσικής και προκαλούσε βαθειά συγκίνηση.» Και να! Ήχησαν οι σάλπιγγες και διαµιάς σταµατήσανε φλυαρίες και παιχνίδια. προξενώντας φόβο µε τ' άσαρκα πρόσωπα και τα µακρουλά βρώµικα γένεια τους. µε τον πιστό Κρίτωνα. µελόπιτες και τ' ασηµένια ιερά µαχαίρια της θυσίας. που είχε σκοπό να δείξη τον πλούτο της Αθήνας και να κατατεθή καινούργιος πέπλος στη Θεά. πάνω στην Ακρόπολη. Ακολουθούσαν 100 παχιά βόδια της θυσίας. Ο Σωκράτης. Ο πέπλος ήταν κίτρινος. Πίσω τους βάδιζαν. ανυποµονούσαν για την καθυστέρηση που έφερναν οι ατέλειωτες ετοιµασίες και φώναζαν στους επίσηµους : «Έλα πιά.

θα µπορούσες να καυχηθής. που δεν καταδέχονταν να πατήσουν το πόδι καταγής. θα ντρέπεσαι πως άφησες την τέχνη. Αν δεν είχες εγκαταλείψει τη γλυπτική. εµπρός οι στρατηγοί κι' οι ταξίαρχοι. αν και δεν ήτανε γνήσιοι πολίτες. όµως άνθρωπος που ζητά να καλυτερεύη . ήρθανε δίπλα στο Σωκράτη ο παλιός του φίλος γλύπτης Αγοράκριτος. Ωρισµένα αξιώµατα απαγορευόταν να δοθούν σε κακόµορφους πολίτες κι' ονόµαζαν στρατηγούς τους λεβεντόκορµους. Πίστευαν ότι τ' αντίκρυσµα της οµορφιάς τους έκανε καλύτερους. σαν εµάς. καβάλα.κράνος κι' ασπίδα οδηγούσαν τα ζωηρά τέθριππα τους. αλλά πήγαιναν παντού. Στη µέση πήγαινε ο νικητής της λαµπαδηδροµίας βαστώντας αναµµένη τη δάδα του. γιατί αυτούς ο στρατός τους υπάκουε πρόθυµα. Με την οµορφιά ήτανε βαθειά δεµένος ο Έλληνας. του είπανε. πως έκανες πολλά και σύ για την Ακρόπολη ». —« Σήµερα. µε τα δώρα που φιλοτιµούνταν όλοι να στείλουν. Κατόπι ακολουθούσε ατέλειωτη φάλαγγα από πολίτες.. Τελευταίες βάδιζαν οι πρεσβείες ξένων κρατών και συµµάχων. Τώρα περνούσε η µάζα των µετοίκων. ο αγαπηµένος µαθητής του Φειδία. γλύπτες περισσεύουν για να πρεπίζουν πέτρες. που άστραφταν στον ήλιο. που ενθουσίαζαν τον όχλο. κρατώντας κλωνάρια ελιάς. Ακολουθούσαν ασπροµάλληδες Αθηναίοι διαλεγµένοι από αγώνα γεροντικής οµορφιάς. εκείνος που αγαπούσε τη δρυ. που ήτανε γεννηµένος πεταχτός και φλύαρος. γιατί απ' αυτήν έπρεπε ν' αναφτή µπροστά στον Παρθενώνα η φωτιά της θυσίας. Και το κουβάρι της ποµπής ολοένα ξετυλιγόταν. ακολουθηµένοι από πεζικό σε πυκνές φάλαγγες µε φρεσκογυαλισµένα όπλα. τη µεταµόρφωσε ολόκληρη. Στα δωµάτια των εγγύων γυναικών έβαζαν άγαλµα του Ναρκίσσου. Μετά τους γέροντες φάνηκε η στρατιωτική δύναµη της πόλης. Η λατρεία του ωραίου πέρασε µέσ' από τη ζωή τους και. Τούτοι οι ξένοι φορούσαν τοπικά ρούχα κι' αυτή τους η παρδαλοσύνη έδινε χρώµα στη µονοτονία της Αθηναϊκής ασπράδας. Τόσο σιωπηλή η πορεία. γιατί τη θεωρούσαν ως το µόνο ορατό σηµείο του αόρατου Θεού. και στους ξένους έκανε µεγάλη εντύπωση παρόµοια θρησκευτική κατάνυξη ενός λαού. πίσω το ιππικό. Σαν έφτασε το κεφάλι της ποµπής στην Ακρόπολη κι' άρχισε ν' άνεβαίνη τη φιδάτη ανηφόρα της. για να δείξουν πως. που βάδιζαν χωρίς κουβέντες. στο Άστυ. ο Ζεύς. που κρατούσαν κλαδιά από δρύ. για να φανερώση την αξιάδα του. στις ποµπές και στη µάχη. κι' ο ζωγράφος Παρράσιος. όµως τους προστάτευε ο Θεός της φιλοξενίας. για να γυρνάς αργόσχολος στο παζάρι.. έκανε µε τα βαρβάτα άλογα του φιγούρες και χοροπηδητά. τους αποκρίθηκε ο Σωκράτης. για να του µοιάσουν τα νεογέννητα. σαν υπέρτατος νόµος. µε τους νέους από την τάξη των ευγενών. Καταµεσίς της αγοράς σταµατούσε το ιππικό και. ευγενικά παραδείγµατα πως η εγκράτεια κάνει και τους εκατοχρονίτες να διατηρούνται ανθηροί. —« Μη σας νοιάζη.

Θυµάστε πως. Να ξέρετε όµως πως στα µνηµεία θα βάλω µόνο το δικό µου τ' όνοµα ». άκουσαν αυτά τα λόγια κι' ένας στράφηκε προς τον Παρράσιο. άµα είδε πως ο Περικλής επέµεινε να τον χτίση στη θέση που διάλεξε. Θυµάστε µια µέρα που κατηγόρησαν τον Περικλή στη Συνέλευση οι εχθροί του πως σπαταλά πολλά χρήµατα για την Ακρόπολη. είπε ο Σωκράτης. Κάτι αρχοντάθρωποι που βαδίζανε δίπλα τους. Κάτι πήγε ν' απαντήση ο Παρράσιος... αλλά µήπως ο λαός τα θέλησε. µε το παραστόλισµα που της κάνει. και του είπε µε περιφρόνηση : —« Ο Περικλής κατάντησε τούτη την άγια πόλη. Εµεινε πάνω πολλές ώρες και δε χόρταινε το έργο του. µε το να χτίση ναό στη δίχως φτερά Νίκη. Σωπάστε! » Καί. είπε ο Παρράσιος. σαν εταίρα του δρόµου. χρυσές πόρπες στα σαντάλια και χρυσή λαβή στο ραβδί του ).ψυχές έλειπε από τον τόπο µας. επειδή τοποθετήθηκε δεξιότερα από τον παλιό που κάψαν οι Πέρσες. τους εξήγησε : —« Χτές ανέβηκε ο Περικλής να δη τελειωµένα τα Προπύλαια κι' είπε του αρχιτέκτονα Μνησικλή. µόλις ξεστόµισε αυτά ο Ολύµπιος. κι' αυτός ρώτησε τους πολίτες. πως η Ακρόπολη έγινε ωραιότερη απ' ό. ξεπαρµένος καθώς ήτανε. Επειδή ο λαός φώναξε : « πάµπολλα σπαταλάς ! ». » Ο Αγοράκριτος. κι' ο ∆ιοπείθης. που έκλειναν τόσο τέλεια το µέρος. Κι' από τότε δε σταµάτησε ν' άσωτεύη ».τι φαντάστηκε. γυρίζοντας στις ίδέες του εξακολούθησε : —« Τώρα ετοιµάζει ο Περικλής ένα χαριτωµένο ναΐσκο για την 'Απτερη Νίκη ». που µπορεί τα κάλλη της να τραβάν τους χαζούς. —« Καλά οι ιερείς. που θα τον ήξερε ( γιατί. για να παινέση την οµορφιά της Ακρόπολης. επειδή παρόµοια ασέβεια θάφερνε γρουσουζιά στην πόλη ». Σπουδαιότερο έργο το δικό µου και µή σας νοιάζη. Ίσως να φαντάζεται. πως. µα κανένας δε θα ήθελε να την παντρευτή ». οι συµπολίτες ζήλεψαν τη δόξα των έργων του και του φώναξαν να πάρη όσα χρήµατα θέλει από το δηµόσιο ταµείο. ώστε όποιος τα περνούσε ένιωθε πως βρισκόταν . ο Περικλής τους αποκρίθηκε : «Εστω λοιπόν. αυτή δε θα µπορή πια να πετάξη και θα µείνη πάντα κοντά µας ». τον καταράστηκε. —« Το άκουσα. Έτσι µιλώντας διάβηκαν οι τρεις τους τα Προπύλαια. µήτε τον Παρθενώνα. Και να λογαριάσης πως το ιερατείο δεν ενέκρινε µήτε τα Προπύλαια. αν αλήθεια νοµίζουν πως πολλά ξοδεύει. παίρνω πάνω µου όλα τα έξοδα. φορούσε διαρκώς χρυσό στεφάνι. αλλά τον σταµάτησε ο Αγοράκριτος: —« Τέτοια µέρα είν' ασέβεια να φιλονικούµε.» Γέλασε ο Παρράσιος : —« Πάντα ήσουνα πολυλογάς. ∆ιασκεδάζω µε τη µανία σου να διορθώσης τους Αθηναίους — ακόµα δεν κατάλαβες πως είν' ελαφρόµυαλοι .

να σταθούν παράµερα. αν τις προεκτείνης. που πρότεινε ο Αγοράκριτος. στηµένο δίπλα στα Προπύλαια µόλις πέντε χρόνια πριν. Αποθαύµασαν την αρµονία που ανάδινε ο λίγα χρόνια πριν καµένος κι' έρηµος λόφος. Κι' όµως έχουν κλίση προς τα µέσα. επειδή το φως που τις χτυπά περισσότερο. έβλεπες την τρανή µεταβολή. Τις στρογγυλάδες τους δεν τις πιάνει το µάτι. να κάνη γεωµετρία που δεν ήταν ορθόδοξη. Ο δάσκαλος µου µε τον αρχιτέκτονα Ικτίνο θεώρησαν το δωρικό ναό βαρύ κι' αποφάσισαν να του δώσουν ελαφράδα. µόλις τέλειωσε η τελετή. φαίνονται ισόπαχες. Είδαν κατόπι oι τρεις φίλοι τον Ολύµπιο. για να δηµιουργηθή ο ζωντανός . που γονατιστή θερµοπαρακαλούσε το ∆ία να βρέξη. χωρίς να ελαττώσουν τη σοβαρότητα του. Κι' οι τρεις αυτοί διαφορετικοί άνθρωποι δοκίµασαν διαµιάς το ίδιο αίσθηµα — την εξαφάνιση της προσωπικότητας τους µπροστά στην απόλυτη οµορφιά. Αυτούς τους αόρατους νεωτερισµούς έπρεπε να τους πετύχουν µε το χιλιοστό. υπνώτιζε. ένιωθε τον απότοµο χωρισµό από το κοσµικό στο αιώνιο. Όλες καµπύλες. Μιά µέρα φιλονικούσαν τι επιρροή µπορεί νάχη ο δυνατός ήλιος της Αττικής στο πάχος της κολώνας και στο τέλος αποφάσισαν τις τέσσερες ακρινές κολώνες να τις φτιάσουν παχύτερες. Άρχισε τότε ο Ικτίνος.σε τόπον ιερό. Πρόσθεσαν λοιπόν στις ακρινές κολώνες τόσο πάχος. µα σκυφτός τώρα και γερασµένος. Μα ήτανε τόσος ο συνωστισµός. Η ένωση της τέχνης µε την επιστήµη πέτυχε το θαύµα να δώση ζωή στις πέτρες — ακίνητη κίνηση. να φεύγη. στα πόδια του αγάλµατος της Αθηνάς. Μόνο µε τη µαγεία από τις αναλογίες του. όσο να τις κάνουν ανάερες. για να ξεγελάση το µάτι του θεατή. οι τρεις φίλοι πλησίασαν τον Παρθενώνα. τούτο το κτίσµα. Έφερε πρωτότυπες αναλογίες στο Φειδία και µαζί τις τελειοποίησαν. τη χτυπητή αντίθεση µεταξύ του γκριζοπράσινου βράχου και των λαµπρών µαρµαρένιων µνηµείων. ∆εν είν' έτσι. Υπάρχει ψηλά στον ουρανό ένα σηµείο όπου ενώνονται όλες. λές κι' είχε διαµιάς βλαστήσει πάνω στην ξεραΐλα η οµορφιά. Σαν αραίωσε το πλήθος. έργο του Κρητικού Κρεσίλα. το µεγαλοπρεπέστατο δίχως µέγεθος. τους αφαιρεί σώµα. που του είχαν προξενήσει οι δυσκολίες του τελευταίου καιρού. που σήµερα είχ' ελευτερωθή από τις σκαλωσιές και τους παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σ' όλη του τη δόξα. ο δεινός µαθηµατικός. Εµπρός στον Παρθενώνα γινότανε λειτουργία και σφάχτηκαν τα εκατό βόδια της θυσίας. Απ' όλους τους γύρω βωµούς αναδίνονταν καπνοί κι' ο αέρας είχε γεµίσει αρώµατα λιβανιού και κέδρου. που είχε βοηθήσει το Φειδία αφότου ακόµα σχεδιαζόταν ο Παρθενώνας. όσο να φύγη το πλήθος. Αφού έµειναν κάµποσην ώρα βουβοί. Καθώς προσπερνούσε την προτοµή του. κι' όµως για το µάτι γίνηκαν. Ο Περικλής µε τους επίσηµους κατάθεσαν τον καινούργιο πέπλο µέσα στον Παρθενώνα. δίπλα στο άγαλµα της Γης. Ήτανε πάντα ψηλός κι' όµορφος άντρας. ο Αγοράκριτος. όσο τρώει το φως και δέστε τες τώρα — ενώ είναι φαρδύτερες. Προσέξτε και κάτι άλλο! Οι κολώνες δείχνουν ολότελα παράλληλες. Σ' αυτόν τον τετράγωνο Παρθενώνα καµιά γραµµή δεν είναι ίσια. τους εξήγησε : —« Πάντα το απλό δεν είν' εύκολο.

Κι' απόρησα να βλέπω µε πόση µικρόλογη επιµέλεια δούλευαν ακόµη και τα µέρη που ποτέ δε θα τ' αντίκρυζε ανθρώπινη µατιά. πρόσθεσε ο Παρράσιος. . Κανένας γλύπτης δεν έφτασε ποτέ το Φειδία στην απόδοση της θεότητας. ιερό ανατρίχιασµα. . ρώτησε τον Αγοράκριτο : —« Πόσο ύψος έχει ο ναός . Παριστάνουν τους αγώνες του πολιτισµού εναντίο της βαρβαρότητας. » Ο Σωκράτης. όµως κάτι µε ξενίζει εδώ µέσα. παρά άντίκρυσαν µια Θεά που την είχε κατεβάσει ο Φειδίας από τον ουρανό. εχθρές του γάµου. για να προστατεύση την πόλη την αγαπηµένη. » —« Τριάντα έξι πόδια ». Μ' αρέσουν αυτές oι παραστάσεις σε ναό της Θεάς. κάποτε που ανέβηκα να δείξω σχέδια µου του Φειδία. τέτοιο που φέρνει στους θνητούς το θέαµα δύναµης υπερφυσικής. ∆εν πρόσεξαν ούτε το ελεφαντόδοντο των Ινδιών. λές κι' ο χρόνος είχε σταµατήσει. Η πολυχρωµία. γι' αυτό βρήκα τους εργάτες να τραγουδάν µέσα στο µεσηµεριάτικο καµίνι. Τους έδινε οδηγίες πως να ισιάζουν τους σπονδύλους.οργανισµός που βλέπετε ». τον Παρθενώνα χαρούµενοι πολίτες. βγαίνουν τέλεια έργα. . που δεν µπορείς να χώσης ανάµεσα τους ούτε κόψη ξυραφιού. Όσοι πλησίαζαν τούτο το έργο. νιώθαν ένα « θάµβος ». ούτε το πολύ χρυσάφι.. παρά ένωση µάρµαρο µε µάρµαρο. ζούσε στον κόσµο το δικό τους. Εκεί ανάβλεψαν την Αθηνά µε δέος. Πόσην ώραν κοίταζαν τ' άγαλµα oι τρεις φίλοι δεν το ξέρανε. Να η διαφορά τους. ∆έσποινα του πολέµου µα και της ειρήνης. γιατί µονάχα Θεοί ήταν ανάλογοι µε τη µεγαλοφυία του. Βλέπω να πολεµούνται Αµαζόνες. τόνε βρήκα να τριγυρίζη ακούραστος κι' ηλιοκαµένος ανάµεσα στους εργάτες. Τι τα θέλεις. . Γίγαντες. µε τα µάτια της ψυχής. που τα κορµιά τους έσταζαν ιδρώτα. Τις Πυραµίδες που είδα στην Αίγυπτο τις έκαναν σκλάβοι. Αγοράκριτε. . Η έκφραση της ένωνε τη γλύκα µε τη φοβέρα. πρώτοι. —« Θυµάµαι. σύµβολα της βίας. η τέχνη είναι γεµάτη µυστήρια! Ο Φειδίας µε τον Ικτίνο µας κάνουν ν' απολαύσουµε µε τα φτωχά µας µάτια κείνο που είδαν αυτοί. που έχει έργο µε το φως της να νικάη τα σκοτάδια ». Μόνο αν νιώσουν οι εργάτες τι ζήτα ο καλλιτέχνης. Έτσι κατάφεραν να ενώσουν τους σπονδύλους τόσο καλά. όταν τους συνεπάρη η δική του δηµιουργική πνοή. µήτε καν πηλό. Μ' αρέσουν κι' οι µετόπες. Όταν τους έπλαθε. Ο Αγοράκριτος τους πήρε και τους πήγε να δουν στο εσωτερικό το χρυσελεφάντινο άγαλµα της Παρθένου. Η δουλιά πάνω στην Ακρόπολη δεν ήτανε κατάρα παρά χαρά. που τους άκουγε άφωνος. Κάποτε έκοψε ο Σωκράτης τη σιωπή: —« Ξεχωριστός πλάστης ο Φειδίας και τούτο το θαύµα καρπός βαθειάς ευλάβειας. που εµποδίζουν την ειρηνική ζωή. Θα τον νόµιζα µεγαλύτερο. ούτε τα µεγάλα σµαράγδια των µατιών. Κένταυροι. γιατί δεν ήθελε κανένα ξένο υλικό. —« Μόνο.

Πριν κατέβουν από τον ίερό βράχο. έσείς οι µαθητές του κερδίσατε. που ετοιµάζει τ' ανάγλυψα του ναού της Απτέρου Νίκης. συκοφαντηµένος. . Ο Παρράσιος έδειξε µε το δάχτυλο την ασπίδα της Αθηνάς και είπε : —« Να την η µορφή του Φειδία που τον κατάστρεψε. Μα να σου πώ όλη µου τη σκέψη.τι είχε ανώτερο το έλληνικό πνεύµα. ζηλιάρη.. που το σκάλισε στην αµαζονοµαχία. µα δε φεύγω. Οι τρεις φίλοι. έβαψε τη σκεπή γαλάζια για να θυµίζη ουρανό. για το γεροντικό πρόσωπο του. στάθηκαν να ξαναδούν τα έργα. Ό. αλλά και πρακτική διαίσθηση. ο Φειδίας σιγοπεθαίνει στη φυλακή.. όπου να µπορή ο πιστός να προσεύχεται και τίποτα να µην αποσπά την προσοχή του ». Εµένα µε κάλεσαν στο 'Αργος να κάνω άγαλµα της 'Ήρας. Το πελώριο ταλέντο του σας υπόταξε. την ώρα που όλος ο Ελληνισµός Θαυµάζει τα έργα του. πως όλοι εµείς. Εγώ θα ήθελα σκέτο ναό. Σαν τους ποιητές καµιά φορά κι' οι πολιτικοί νιώθουν κάτι να τους σπρώχνη ασυνείδητα πρός ένα όνειρο και να προσπαθούν µε κάθε τρόπο να το πραγµατοποιήσουν. αφού χόρτασαν τα µάτια τους οµορφιά και µεγαλείο. Κι' αλήθεια. Οι άλλοι δυό τον ακολούθησαν. κρέµασε φανταχτερά πανικά. που κύλησε στο µάγουλο του. που αποµείνατε µόνοι. για να τελείωση το στολισµό της. . για να κρύψη ένα δάκρυ.∆έχτηκε ο δάσκαλος σου να βάλη χρώµατα στους τοίχους για να σκεπάση την κρυάδα του µαρµάρου. Το δυνατό άττικό φώς έλουζε και ζωντάνευε ναούς κι' αγάλµατα. Γυναίκες µαγευτικές. Τώρα κοντά στα χέρια µου θα ξεψυχήση. Αφότου αφανίστηκε αύτός.» Είπε και. περήφανοι πως είχανε γεννηθή Αθηναίοι. . ξέφυγε από την επιβολή του δασκάλου και τα προπλάσµατα που µούδειξε είναι χαριτωµένα. τώρα σαπίζει στη φυλακή.. δίχως στολίδια. Τώρα. το χρωστάµε στην κατήχηση του µεγάλου µας δασκάλου. στράφηκε να φύγη. κατέβηκαν στην πόλη. που ο Φειδίας θα τις έστηνε µόνο σε ταβέρνα ! » Ο Αγοράκριτος τον αντίσκοψε : —« Ξεχνάς. Κάθε µέρα πηγαίνω στη φυλακή και πονάω να τον βλέπω να σβήνη. Παριστάνουν νεαρές Νίκες κοντυλογραµµένες. Αν ήταν να χρεωκοπήση την Αθήνα ο Περικλής. ποτέ δε δαπανήθηκαν χρήµατα µε περισσότερη ευγένεια.. Κι' αν είναι δυνατό. ελευθερωθήκατε και τ' ατοµικά σας προτερήµατα ξέσπασαν. Η Ακρόπολη ωφέλησε κι' ακόµα ωφελεί το Άστυ. εδώ πάνω είχε βρεί την τελείωση του. Ακόµα κι' ο νεαρός Καλλίµαχος. Αγοράκριτε . δε θα δίσταζε να το κάνη. αν κάτι γίναµε.

να σε ρωτήσω τι άραγε ζητούσες µε το να µ' ένοχλής µε την παρουσία σου παντού όπου κι' αν πήγαινα. ούτε πολιτικός. που µπήκε σ' ένα σχολείο και ζήτησε την Ιλιάδα. που ως τώρα µ' εµπόδιζε να σου µιλήσω. χωρίς νάχη κανένα µέτρο. την καταγωγή. κατάλαβα ότι νοµίζεις τον εαυτό σου πολύ ανώτερο απ' ολους τους άλλους. ούτε φίλος. που. Αλλά τι σχέση έχουν οι φιλοδοξίες µου µαζί σου . χωρίς να µού µιλάς ». που µε πρόσταζε να στέκω µακριά σου. Από τη στιγµή εκείνη συγκέντρωσε γύρω του όλη την Αθήνα. Ολοι οι Αθηναίοι του φέρνονταν µ' επιείκεια. που ιστορήθηκε γενναίος και πεισµατάρης. εκτός από µένα. τον καιρό που σε πρόσεχα. Κανένας. τόσο γινόταν ο Αλκιβιάδης αναιδέστερος. Α. Σωκράτη. του ωραίου ήρωα της Ιλιάδας. — « Καλά µε κατάλαβες. ίσως ν' απορής. —« Πιό παράδοξος µου φαίνεσαι. ενώ κι' εγώ είµ' ερωτευµένος µαζί σου. που να µην παινεύη τα πλούτη. µε άφησε να το κάµω ». Μά όσο περνούσε ο καιρός. Τόσο άγαπούσε ο Αλκιβιάδης την Ιλιάδα και τον ποιητή της Οµηρο. ρίχτηκε σε ζωή τρελή και άσωτη. µα σου απαγόρευε να πας στην Ασία. Ωστόσο. Η φιλοδοξία σου δεν έχει όρια. ούτε καν σε χαιρέταγα ». πήρε τα δικαιώµατα του πολίτη κι' ανάλαβε τη διαχείριση της µεγάλης του περιουσίας.XIV Όταν έκλεισε τα δεκαοχτώ του χρόνια ο Αλκιβιάδης. τον έχαστούκισε. δεν µπορεί να σου µεταδώση τη δύναµη που ποθείς. σήµερα που µίλησες. γιατί. ορκίστηκε πάνω στην Ακρόπολη στρατιώτης. είπε. ∆εν έµεινε κανείς. . Σ. —« Ήθελα. Τίποτε δε σεβότανε και τον κατάτρωγε αδάµαστη φιλοδοξία. θεωρώντας πως οι αταξίες του είχαν αίτία το ζωηρό του χαρακτήρα και θα σταµατουσαν µε την ηλικία. ώστε κάποτε. — « Αιτία ήταν κάποιο θεϊκό εµπόδιο. επειδή ο δάσκαλος του αποκρίθηκε πως δεν είχε. » Σ. —« Γιέ του Κλεινία. Ώσπου κάποια µέρα τον συνάντησε στο δρόµο ο Σωκράτης.ίσια. ούτε σου µιλούσα. απ' όσα λογαριάζεις να κατορθώσης τίποτε δε θα πετύχης δίχως εµένα. Ανάµεσα σε τέτοιο πλήθος από θαυµαστές βρέθηκε τ' άγουρο παληκάρι. την εξυπνάδα και την ασύγκριτη οµορφιά του. Και ο Θεός. µε τη βοήθεια βέβαια του Θεού. ξέρω πως θα προτιµούσες να πεθάνης παρά να υποταχτής σε όρους ». ίσια . —« Αγαπητέ µου. Αν ένας Θεός σούλεγε πως σου επιτρέπει να κυριεύσης όλη την Ευρώπη. Α. Ήταν αναιδέστατος. Όνειρο του να µοιάση του Αχιλλέα.

» Α. » Α. Πριν βγάλης τον πρώτο λόγο. θ' ανεβής στο βήµα να συµβουλέψης τους Αθηναίους.παρά πριν που σ' έβλεπα παντού δίπλα µου βουβό. όταν θα συζητάν. —« Θά µπορούσες. εσύ έµαθες λίγα γράµµατα. —« Τότε για ποιό . Μαντεύω πως. ήταν εποχή που δεν τα γνώριζες . κιθάρα και πάλεµα. ∆εν µπορεί να το ξέρω µόνος µου . —« Φυσικά ». για πόλεµο και ειρήνη ».» Σ. όταν συζητάν οι συµπολίτες µας µε ποιους να κλείνουν ειρήνη και µε ποιους ν' αρχίσουν πόλεµο. » Α. πές µου. —« Τότε πως θα σηκωθης ν' αγόρευσης για κάτι που ακόµα δεν το κατέχεις. Σ. » Α. Προς εκείνους που τους αδικούν η προς εκείνους που είναι δίκαιοι . —« 'Αραγε θέλει να πής. —« Θά έπρεπε να ήταν ». —« ∆εν είν' εύκολο να σου απαντήσω. Α. για µουσική η για γυµναστική . —« Ακριβώς ! » Σ. —« Κατ' ανάγκη προς όσους τους αδικούν ». —« Τίποτ' απ' αυτά ». —« Τι σηµασία έχει αν δε µε δίδαξε κανείς . τι είναι το « καλύτερο ». Σωκράτη. —« Μάλιστα . . Σ.. Αλλά εξήγησε µου. » Α. —« Καί ποιος σε δίδαξε τι είναι δίκαιο και τι άδικο . —« Γιά ποιο θέµα λοιπόν θα µιλήσης . » Σ. µόλις έγινες πολίτης. που πρέπει να κάνουν οι Αθηναίοι στην ειρήνη και στον πόλεµο ». γιατί µαζί σου θα βγάλω πέρα τα όνειρά µου . —«Οσα φαντάζεσαι πως τώρα τα ξέρεις καλά. —« Καθώς πληροφορήθηκα. Γιά ορθογραφία. —« Θ' αγορεύω. Σ. » Σ. σε σταµατάω και σε ρωτώ : Πρόκειται να τους συµβουλέψης για κάτι που ξέρεις καλύτερα εσύ απ' αυτούς . » Α. Σ.. » Α. —« Σέ λίγο θα το καταλάβης. Οµως θα σε βοηθήσω να µού άπαντήσης. Προς ποιους θα συµβούλευες τους Αθηναίους να πολεµάνε . » Α. Ετσι . » Σ. —« Εµπρός λοιπόν. Σ. αν είχες κάποτε την ιδέα πως δεν το ξέρεις και τ' αναζητούσες ». και κατά ποιόν τρόπο να τον κάνουν καλύτερα.

όπως το κάνεις εσύ ». να ρωτάω. πως εγώ είµαι µπροστά σου η Συνέλευση του λαού. ξέρεις τι συµφέρει τους ανθρώπους και γιατί . δε νοιάζονται ποια είναι τα δίκαια. όπως κι' οι άλλοι ». µε άλλα λόγια. Σ. —« Τι εµποδίζει να το ξέρω . —« Τότε στην εκκλησία του ∆ήµου. που µόνο φιλονικίες ακούς όταν εξετάζουν πόλεµο και ειρήνη. σαν τάχα οι προηγούµενες να είναι τριµµένες όπως τα παλιόρουχα και δεν τις καταδέχεσαι. Α. τι ακριβώς είναι δίκαιο και τι άδικο ». Ετσι τόµαθα κι' εγώ. » Α. » Α. µίλησε ! » Α. θα παρατήσω τον προτερινό λόγο και θα σ' αφήσω εσύ να µε ρωτάς κι' εγώ ν' άποκρίνωµαι ». Σ. όλοι το κατέχουν και ποτέ δε φιλονικούν. επειδή ποτέ σου δε φρόντισες να τα µάθης ». αγαπητό παιδί. —« Υπόθεσε. Σωκράτη. δεν µπορώ. πρέπει πρώτα να το ξέρουν καλά οι ίδιοι . —« Σπουδαίους δασκάλους βρήκες. —« Προτιµώ να ρωτάς εσύ ». ενώ δίκαιες πράξεις µπορεί να την έβλαψαν ». —« Από παιδί γνώριζα πότε µε άδικούν. που οµολογείς τώρα ότι δε γνωρίζει σωστά τι πρέπει να κάνη. παρά πρέπει να σου φέρω τώρα νέα. θα πη πως οι πολίτες έχουν διάφορες γνώµες. αφού συχνά µεγάλα αδικήµατα φέρανε κέρδος στην πόλη. —« Φαίνεται πως επιθυµείς ν' άκούς κάθε φορά άλλες αποδείξεις. —« Ποιοί άλλοι . Σ. που σκοπεύεις να την πείσης. Τι πράµα έξαφνα είναι η πέτρα και το κρασί. Ισχυρίζεσαι ότι µερικά από τα δίκαια συµφέρουν µερικά . » Α. ∆ε γνωρίζουν. Και θέλεις ν' άνεβής στο βήµα να µιλήσης για ζητήµατα σοβαρά. όλος. παιδί µου. ∆ε νοµίζεις . που δεν τα ξέρεις. —« Να. Είναι γνωστό δα πως δίκαιο και συµφέρον δεν πάνε παράλληλα. Πιστεύεις. Α. —« Τότε πές µου. ύστερα. —«Ετσι φαίνεται. —« Έστω. Σωκράτη. Σ. Αλλά για να σου κάνω το χατίρι. —« Ε. λες και βρήκε την απάντηση. —« Ω. Σ. άλλα τι τους συµφέρει. Σ. Στάθηκε µια στιγµή συλλογισµένος ο Αλκιβιάδης. —« Μάλιστα ».Α. καθαρή απόδειξη. πως όσοι διδάσκουν κάτι. συµφωνάν µεταξύ τους. » Σ. Σ. —« Οι Αθηναίοι. Εκτος αν µ' ερώτησης πάλι από ποιόν τόµαθα ». » Α. Σ. Εµπρός. —« Όσοι γνωρίζουν καλά κάτι. ο κόσµος ». —« Λοιπόν πήρες δάσκαλο όλο τον κόσµο. βέβαια ». είπε : Α.

—« Αν λοιπόν µια πράξη προξενή κακό. Α. γιατί αγνοείς τα ζητήµατα. όχι ». —« Ναί ». πράττουν καλά . » Α. όσοι πράττουν δίκαια. Ο Σωκράτης χαµογέλασε µε την οµολογία. » Α. να τη λέµε καλή ». » Α. » Α. θα ήτανε δυνατόν ν' αποκρίνεσαι κάθε φορά διαφορετικά . —« Γιά πές µου. πρέπει να την ονοµάζουµε κακή. . —« Τα δίκαια καθώς και τα καλά.—« Ναί». Σ. —« Ναί ». —« Ετσι φαίνεται. —« Μά τους Θεούς. —« Ωστε κάθε καλό είναι κι' ώραίο και κάθε κακό άσχηµο . Αλλοτε µε κάνεις νάχω µια γνώµη κι' άλλοτε διάφορη ». Σ. —«Εγώ τουλάχιστον. Σ. Σ. —« Τότε. Σωκράτη. —« Εχεις αντίρρηση πως. —« Κανένα λοιπόν από τα ώραία δεν είναι κακό. Σ. » Σ. Σ.όµως όχι . Αλκιβιάδη. Σ. δεν έχω αντίρρηση ». —« Συµφέρουν ». » Α. —« Αν σε ρωτούσε κανείς. είναι και συµφέροντα . Όταν δίνης αντίθετες απαντήσεις. τα καλά συµφέρουν η όχι . —« Ξέρεις γιατί δε θ' άλλαζες γνώµη . µαζί σου δεν ξέρω τι λέω. δε θα σε κορόιδευαν . Σ. µα δε σταµάτησε την ανάκριση. δυό µάτια έχεις η τρία. » Σ. » Α. Σ. το παθαίνεις. » Α. Α. είδες ως τώρα να κάνη κανείς κάτι άδικο µα ωραίο . —« Οχι βέβαια ». » Α. . —« Οχι. —« Θέλω να πώ. Σ. όπως έλεγες πρίν. κι' αν κάνη καλό. ούτε από τα άσχηµα καλό ».» Α. —« Πώς το λές αυτό . —« Λες ότι από τα δίκαια άλλα είναι ώραία άλλα όµως όχι . » Α. —« Μάλιστα ». αν σηκωνόσουνα στη Συνέλευση και προσπαθούσες να πείσης τους Αθηναίους πως τα δίκαια είναι κακά. —« Νοµίζω ». Και το χειρότερο είναι πως δεν έχεις συνείδηση της αµαθείας σου ». . Επειδή είσαι σίγουρος πως έχεις δυό µάτια. —«Αρα όλα τα δίκαια είναι ώραία .

» Α. —« Λάθη δεν κάνουν ούτε εκείνοι που γνωρίζουν ένα ζήτηµα. —« Αντί λοιπόν να κοιτάς να µοιάσης τους εδώ µικροπολιτικούς. —« Ετσι καταντά το πράµα » Σ.Α. Μάθε πως. — « Επειδή φαντάστηκες. αν εξαιρέσης τον Περικλή. µια όµως που είν' αµόρφωτοι κι' αυτοί σαν έµένα. Κάνεις το µεγαλόψυχο. δύσκολα θα τους αντιπολιτευόµουνα. » Σ. δεν µπορώ να σε παρακολουθήσω » Σ. πως δεν είµαι πιο αµόρφωτος απ' όσους ασχολούνται µε την πολιτική. που είν' άξεστοι. ενώ δεν ξέρουν τίποτα. Τα λάθη γίνονται από τους όµοιους µε σένα. —« Γιά έξηγήσου. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω : Αν οι µελλοντικοί µου αντίπαλοι είχανε µόρφωση. —« Από τη µια µεριά συµφωνώ µαζί σου. να θέλης να µπης στην πολιτική. Ετσι κι. άµα γεννηθή ∆ιάδοχος του Θρόνου στην . πως έχεις να αγωνιστής µε τους εδώ Α. Σ. Σωκράτη. —« Αυτό που είπες είναι ανάξιο για έναν Αλκιβιάδη ». ναι. Αλκιβιάδη ! το πάθηµα σου είναι σοβαρό. τι είναι ωραίο. Μά αυτός γέρασε και δεν τον λογαριάζω. Α.. Θ' αφήσης τον εαυτό σου στα τωρινά χάλια. Α. —« Γιατί δά .' αλλιώς. εγώ στα φυσικά χαρίσµατα τους ξεπερνώ κατά πολύ ». νοµίζουν ότι γνωρίζουν τα πάντα. —« Αλλά. πως λίγα ξέρω. —« Αλλά ποιούς άλλους . » Α. Α. » Σ. όµως από την άλλη λογαριάζω. —« Αφού σκοπεύεις να κυβέρνησης την Αθήνα και τη Συµµαχία της. πρέπει να συγκρίνεσαι µε τους αρχηγούς των αντιπάλων της ». ανθρωπάκους ». —«Εκείνους που πολεµά η πατρίδα µας — τους Σπαρτιάτες και το Μεγάλο Βασιλιά ». —« Πωπώ. µα σκέπτεσαι ταπεινά ». ενώ σε δέρνει αµάθεια της κακής ώρας. —« Βλέπεις . η θα τον φροντίσης κάπως . που τρέφει τα ορτύκια και το βυρσοδέψη Κλέωνα. Σ. µου φαίνεται πως οι Σπαρτιάτες στρατηγοί κι' ο Βασιλιάς της Περσίας δε διαφέρουν από τους εδώ ». Ένιωσες τώρα πως πλανάσαι για τα σπουδαιότερα θέµατα. Και τώρα τι σκέπτεσαι να κάνης . » Σ.. καλά θα έκανες να συγκρίνης τον εαυτό σου µε τους αντιπάλους ». —« Ναί . —« Τι λές . το Μειδία. » Σ. —« Πώς το φαντάζεσαι αυτό . Α. Σ. ούτε όσοι πιστεύουν πως το αγνοούν. —« Ποιους δηλαδή . που. τι δίκαιο και τι συµφέρον . τι ανάγκη να παιδεύωµαι για µαθήµατα . τι καλό. σωστά το λές αυτό ». Α.

αγαπητέ µου. καλέ µου! Αφού σκεφθής όσα σου είπα σήµερα και συλλογιστης ότι το « Γνώθι σαυτόν » του Μαντείου των ∆ελφών σε προστάζει να σοβαρευτής. πήγαινε να µου δείξης στο χάρτη της Ελλάδος. ακολούθα τις συµβουλές και τη διδαχή µου. Γιατί µόνον έτσι θα µπορούσε ένας Ελληνας να µας περάση.Ζώπυρου. Τιποτένιοι καθώς είναι. ως τώρα που µεγάλωσες. του γέρο . βάλθηκε να παραβγή µαζί του. Οι µεγάλες φιλοδοξίες σου δεν πάνε µε τη δική τους ξενοιασιά. θα σ' έπαιρνε για τρελό ». επειδή. αν άκουγε πως κάποιο παιδαρέλι. τον ευλαβέστερο για να του µάθη τη θρησκεία. σε τιποτένιο θέλουν να σε κατεβάσουν. αν φαίνωνται τα 300 πλέθρα γη που κατέχεις στο ∆ήµο Ερχιάς*. καταντάει δούλος. * Τα σηµερινά Σπάτα της Αττικής. που πρόθυµα σου τα προσφέρω δίχως αντάλλαγµα». και τον ανδρειότερο για να τον κάνη παληκάρι. Ελα. που τους αναγνώρισε. ο Σωκράτης εξακολούθησε. για νάναι πάντα η συντροφιά τους της άρεσκιας σου. Κι' αν µάθαινε πως το Αθηνέικο παληκάρι βασίζεται αποκλειστικά στην οµορφιά του. το φρονιµότερο να τον διδάσκη να έξουσιάζη τα πάθη του. γιατί θα σε καταστρέψουν. και Βασιλιάς αν είναι. Αν πάλι δίνης σηµασία στα πλούτη και στα κτήµατα σου. για να γίνης ικανός να έπιβληθής στους αντιπάλους σου. κι' αν κάποτε ακουστής ανάµεσα στους Ελληνες. Αν έχης τη θέληση να φωτιστής κοντά µου. Επειδή ο Αλκιβιάδης έστεκε συλλογισµένος. όποιος φοβάται. φτωχό κατά τα περσικά µέτρα κι' αγράµµατο. Ο Σωκράτης. —« ∆ε σου φαίνεται πως είναι ντροπή οι εχθροί µας να σκέπτωνται καλύτερα από µας.Περσία. πως στην Περσία υπάρχει εύφορος τόπος ίσος προς την Πελοπόννησο. ο κηδεµόνας σου Περικλής σ' άφησε στα χέρια του πιο άχρηστου από τους υπηρέτες του. Ο Αρταξέρξης θα γελούσε. του είπε : —« Ακου. Ισως το πολύ . τι λογής πρέπει να γίνουµε για να τους νικήσουµε . Ειδάλλως θα µείνης µια µετριότητα. που τα εισοδήµατα του τα δίνουν κάθε χρόνο στη Βασίλισσα µόνο και µόνο για να άγοράζη κοσµήµατα. Σέ πληροφορώ όµως.πολύ να συλλογιζόταν : Μήπως αυτός ο νέος είναι σοφός κι' επιµελής . το δικαιότερο για να τον συνηθίση να λέη την αλήθεια σ' όλη του τη ζωή. θα είναι µονάχα για τα ελαττώµατα σου ». ώστε να είναι αληθινά ελεύθερος. όχι µε τον Πέρση παρά µε Σπαρτιάτη βασιλιά. Εσένα όµως. Κείνη τη στιγµή φάνηκε από µακριά νάρχεται πολυάριθµη παρέα από φίλους και κόλακες. παιδί µου! αυτούς που µας πλησιάζουν καλά θα κάνης να τους άποφεύγης. Αν πάλι θέλης να συγκριθής. που το λέν Αλκιβιάδη. που περιστοίχιζαν οληµερίς τον Αλκιβιάδη κι' έψαχναν να τόνε βρούν. Ούτε σα σηµαδάκι δεν παρουσιάζονται. Μιαν άλλη Πελοπόννησο της δίνουν για τα φορέµατα της. θα πετύχης στη ζωή σου. µάθε πως είσαι νάνος µπροστά σ' αυτούς τους γίγαντες της πειθαρχίας και της υποµονής. . από µικρόν τον παραδίνουν σε τέσσερες σοφούς.

αν δεν κινήση αµέσως πόλεµο. κι' όσοι προτιµάτε την ειρήνη. παρακάλεσαν οι Αθηναίοι πρέσβεις να µιλήσουν και οι Έφοροι τους έδωσαν την άδεια. και να κινηθούν σε πράξεις. φώναξε : «Όσοι από σας εγκρίνετε τον πόλεµο. ο Σθενελαΐδας. αφήνει την Τύχη να κρίνη ποιος θα νικήση ». Αυτά εξήγησαν οι Αθηναίοι πρέσβεις στους Λάκωνες και την άποψη τους την υποστήριξε ο γέροντας Βασιλιάς Αρχίδαµος. πηγαίνετε δεξιά. αφού υποδούλωσε τους µισούς Ελληνες. Όταν κατάλαβε ο Σθενελαΐδας πως είχεν έρυθροπυρώσει τους φιλοπόλεµους. που θα χρόνιζε. που χώριζαν τις δυό πόλεις. Μά ένας από τους Εφόρους. µε µανιασµένο λόγο έπεισε τους Σπαρτιάτες να παρατήσουν την « αδρανή οργή ». που βρισκότανε τότε στη Σπάρτη. όταν παρατείνεται. που όριζε θέµα : «Απάντηση στο τελεσίγραφο της Σπάρτης». Είπαν πως οι Αθηναίοι πλάστηκαν από τη φύση. για ν' αποφασίσουν αν θα κινούσαν πόλεµο κατά της θαλασσοκράτειρας. XV Εδώ και τέσσερεις µέρες είχε τοιχοκολληθή στην αγορά και σ' όλα τα γύρω χωριά το πρόγραµµα για τη σηµερινή έκτακτη Συνέλευση του ∆ήµου. τραβηχτήτε αριστερά ». Ετσι σήµερα είχαν έρθει στην Αθήνα αποσταλµένοι της Σπάρτης ( τον καιρό εκείνο τα κράτη δεν είχαν µόνιµους πρέσβεις ) απαιτώντας να διαλυθή η Αθηναϊκή Συµµαχία. ώστε ν' αποζητάνε τον πόλεµο. πως το µεγαλείο της ∆ηµοκρατίας τους είχε σε τέτοιο βαθµό κινήσει τη ζήλια των Πελοποννησίων. τους είπαν. γιατί τους περικύκλωσαν τα παράσιτα και προτίµησε ν' άποτραβηχτή.να κανονίση µικροδιαφορές. προφητεύοντας πως παρόµοιον άγριο πόλεµο θα τον άφηναν κληρονοµιά στα παιδιά τους — χρόνια θα βαστούσε και θα κατάστρεφε την Ελλάδα. οι Σπαρτιάτες µάζεψαν τους Πελοποννήσιους. τώρα ετοιµαζόταν να υποδούλωση και τους άλλους µισούς. για. « Κάθε πόλεµος. Σέ κείνη τη συζήτηση παραβρέθηκε και πρεσβεία της Αθήνας. Έφορος καθώς ήτανε. πριν αποφασίσουν να ριχτούν σε µια περιπέτεια εναντίον της. Οι Κορίνθιοι κατηγόρησαν την Αθήνα πως. Τότε φάνηκε πως οι πολλοί θέλανε τον αγώνα κι' ελάχιστοι την ειρήνη.Εδώ σταµάτησε ο Σωκράτης. και φοβέρισαν τη Σπάρτη πως. ούτ' αυτοί να ησυχάζουν. Ήτανε . Αυτοί θύµισαν στους Σπαρτιάτες τι χρωστάν στην Αθήνα και τους εξήγησαν πόσο δυνατό είναι το κράτος της. Ύστερα από τους Κορίνθιους. ώστε θάπρεπε να συλλογιστούν πολύ. γυρίζοντας από τη Λακεδαίµονα. Αυτοί οι πρέσβεις. Μετά την επανάσταση της Ποτίδαιας. που έδειχναν ως τότε κατά της Αθήνας. πληροφόρησαν τους Αθηναίους. δεν έχασε καιρό παρά. θα την εγκαταλείψουν. ούτε τους άλλους ν' αφήνουν να ησυχάσουν.

θέλοντας να κρατηθή µε κάθε τρόπο ειρήνη. όπως σήµερα. ∆ίπλα του υπήρχαν θρανία για τους Γραµµατικούς και τους Πρακτικογράφους. αφήνοντας µοναδικό άνοιγµα προς την Πνύκα. παρά έπρεπε όλοι τους να βρεθούν εκεί και µόνοι ν' αποφασίζουν. αποτελούσε το Βήµα. φερµένους από τα µεγάλα χτήµατα τους. ψηλότερα. άφαντος. που ήταν ο Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας για είκοσι τέσσερες ώρες. λέρωνε το ρούχο του κόκκινο. το θέµα ήτανε για ζωή και θάνατο. πρόστρεξαν να προστατέψουν πατρίδα και συµφέροντα. ειδικοί άρχοντες. Οι 500 αντιπρόσωποι τους. λεγόµενο Επιστάτη. έζωσαν την Αγορά µε σκοινιά φρεσκοβαµµένα κόκκινο χρώµα. Η Πνύκα. ενώ οι Ολιγαρχικοί φιλονίκησαν µαζί τους. γεµάτη γεωργικές ασχολίες. ένας κάθε µέρα. ντροπιαζόταν και του αφαιρούσαν τον « εκκλησιαστικό µισθό ». Ακόµα κι' οι χωριάτες που. στο βάθος. µ' ένα νεύµα του Επιστάτη. χωρούσε λίγες χιλιάδες άτοµα. σφάξανε τρυφερά γουρουνάκια και µε το αίµα των ζώων γυρόφεραν την Πνύκα. » Πάµπολλοι ανέβηκαν στο Βήµα. ίσιασµένος λόφος απέναντι από την Ακρόπολη. ώστε όλοι να στραφούν κατά κει. Η ∆ηµοκρατία δεν άφηνε τους πολίτες να στέλνουν αντιπροσώπους στην Εκκλησία του ∆ήµου. κι' αν κανένας δοκίµαζε να ξεφύγη από τα σκοινιά.φανερό πως ο πόλεµος θ' αποφασιζόταν σε τούτη τη Συνέλευση. Οι ∆ηµοκρατικοί µίλησαν υπέρ του πολέµου. καθώς και την κλεψύδρα µε νερό. Επειδή κείνην την εποχή δεν υπήρχε µεσαία τάξη. που δήλωνε πως θ' άρχιζε η συνεδρίαση. αλλά πάλι ούτε τον παραµικρό νόµο είχανε δικαίωµα να ψηφίσουν οι βουλευτές µόνοι τους. πίστευαν πως προέδρευε στην Εκκλησία. ώσπου. ψηµένους από την αρµύρα ψαράδες µε ψάθινα καπέλλα. η αγορά είχε ξεχειλίσει. από τα ξηµερώµατα. οι Σκύθες τοξότες. τέτοιαν εποχή. Κι' έβλεπες σήµερα στην Αγορά πλήθος χωριάτες µε τα ταγάρια και τις τσότρες τους. το ηλιακό ρολόγι που έστησε ο αστρονόµος Μέτων. Μόλις άρχισε η Συνεδρίαση. όταν όµως. Πίσω. οι αστυφύλακες της αρχαιότητας. ο κήρυκας τους πρόσταζε να σωπάσουν. πολύ περισσότερο δεν είχαν εξουσία να κρίνουν ένα τόσο σοβαρό ζήτηµα όπως ο πόλεµος. στριµωχνόταν άσφυχτικά εκεί ολόκληρη η πόλη. Κοντά τους είχανε τον Κύκλο. Ενας τετράγωνος ογκόλιθος. οι κοινωνικές . Ολοι περίµεναν ανυπόµονοι να δουν να σηκωθή από την Πνύκα η άσπρη σηµαία. που. δύσκολα κατέβαιναν στο 'Αστυ. γι' αυτό. Κι' όταν δόθηκε τούτο το σήµα και φώναξαν οι κήρυκες « εκκλησία γίγνεται ». οι βουλευτές. και κατόπιν ο Επιστάτης κάλεσε τους πολίτες : « Τίς αγορεύειν βούλεται . Τα σπλάχνα των σφαχτών τα κάνανε θυσία στον Αγοραίο ∆ία. άξεστους καρβουνιάρηδες από την Πάρνηθα και µακρύµαλλους άρχοντες µε µαγκούρες. Οι δυό µερίδες εξαγριώνονταν και θορυβούσαν σαν µιλούσε κάποιος αντίθετος. οι « περιστίαρχοι». Νόµος δεν µπορούσε να ψηφιστή. αν δεν υπήρχε « προβούλευµα » της Βουλής. ξεστοµίζοντας κατάρες έναντίο όποιου θα δοκίµαζε να εξαπατήση µε λόγια το λαό. κάθονταν οι 50 Πρυτάνεις µε τον αρχηγό τους. για να χρονοµετράν τις αγορεύσεις. Αυτόν τον ψήφιζε προσωπικά ο λαός. είχαν έργο να προετοιµάζουν τους νόµους και να τους παρουσιάζουν στο λαό.

άλλα να µας διατάξουν. ενώ. που είναι πολύ περισσότεροι. Έγερνε πια ο ήλιος να δύση. παρά θέλουν πόλεµο. τη στρατιωτική τους δύναµη. ώστε οι πόλεις ζούσαν συνέχεια σε κρυφόν εµφύλιο πόλεµο. Σέ κάθε ελληνικό άστυ υπήρχε κόµµα δηµοκρατικό των φτωχών και κόµµα ολιγαρχικό. θα παραµελήσουµε και ύπαιθρο και χτήµατα. Ο Ολύµπιος σπάνια αγόρευε. τώρα δεν τη δέχονται. γιατί. Σαν να είµαστε νησιώτες. ∆εν είµαστε ασθενέστεροι από τους Πελοποννησίους. Αλλους. έστω κι' αν δούµε µε απελπισία να καίνε τα εξοχικά σπίτια και να κόβουν τα δέντρα του κάµπου µας. τελευταίος. που µισούσε το ένα το άλλο σε τέτοιο βαθµό. . Οι αριστοκράτες ολιγαρχικοί θεωρούσαν τη ∆ηµοκρατία θανάσιµο δηλητήριο. που εισχωρούσε ολοένα βαθύτερα µέσα στο ελληνικό σώµα και κατάτρωγε την αρχαία ηθική. Αλλα ούτε πείρα έχουν στα ναυτικά. όπως σας συµβουλεύω. µα δεν πρέπει να τη φοβηθούµε. δε θα σταµατήσουν όσο να σας εξευτελίσουν. όταν έµείς κάψουµε τις σοδιές στα παράλια τους. Μπορούσαν να βράζουν τα πάθη στην Εκκλησία κι' αυτός να κάθεται ήσυχος. Η πρώτη απαίτηση συνήθως γίνεται για να δοκιµαστή ο αντίπαλος. αύριο θα σας προστάξουν οι Σπαρτιάτες να κάνετε µεγαλύτερες θυσίες. οι Λάκωνες θα πεινάσουν. πως θα έµενε όλη του τη ζωή εχθρός του λαού και θα συµβούλευε αποκλειστικά ό. Αµέσως βασίλεψε νεκρική σιγή. τους άρνηθήτε σήµερα κατηγορηµατικά. έµείς δε θα στερηθούµε τίποτα. Αυτοί δε διαθέτουν χρήµατα. για να δείξετε στους Σπαρτιάτες. τότε θα τους δώσετε να καταλάβουν καλά τη δύναµή σας. γιατί έµείς είµαστε οχυρωµένοι πίσω από τα τείχη µας. ο Περικλής. όταν σηκώθηκε να µιλήση. Ήρθαν εδώ όχι να παραπονεθούν και να συζητήσουν. Για να γίνη δεχτό ένα πλουσιόπαιδο στο κόµµα των ολιγαρχικών. δευτερώτερους. ανάµεσα φτωχό και πλούσιο. Αθηναίοι. ακόµα κι' αν ήταν µικρό. συνήθιζε να βάζη να ορµηνεύουν το λαό. Τους είπε : «Ενώ είχε συµφωνηθή. για να νικήσουµε. µόλις φανταστούν πως υποχωρείτε από φόβο. Αν περνούσε από το χέρι µου. ∆εν παραγνωρίζω. Και µή νοµίσετε ότι αυτό που µας ζητάν. που θα τους αποπνίξουµε µε αποκλεισµό από τη θάλασσα . Μά σήµερα ανέβηκε ο ίδιος στο Βήµα. που είν' απρόσβλητα. Αν υποχωρήσετε τώρα. βέβαια. Πώς λοιπόν θα καταφέρουν εκείνοι οι γεωργοί να νικήσουν εµάς τους θαλασσινούς. Σ' αυτή θα στηριχτούµε. θα σας έπειθα να πάτε µόνοι να καταστρέψετε τα υποστατικά σας. κι' ας είναι µεγάλη.διαφορές. έπρεπε να το δεχτούµε. για να κρατηθούµε µέσα στην οχυρωµένη πόλη. ότι δεν πρόκειται υλικές ζηµιές να σας κάνουν να υποταχτήτε ».τι θα έβλαφτε τη ∆ηµοκρατία. ενώ µε τα πλοία µας µπορούµε να πλέουµε στα παράλια τους και να τα καταστρέφουµε. Είναι πολύ µεγάλο πράµα η κυριαρχία της θάλασσας. να λύνουµε τις διαφορές µας προς τους Λακεδαιµονίους σε ∆ιαιτησία. Αν όµως. χάρη στο στόλο που θα µας κουβαλά όλα τ' αγαθά του Θεού. ενώ τους πολέµους τους συγκρατεί το χρήµα. έπρεπε να ορκιστή. που πήραν οι πέτρες του αµέσως ζωή. έκριναν τον πολιτικό ανταγωνισµό. Κι' αν έρθουν και καταστρέψουν οι Πελοποννήσιοι ολόκληρη την Αττική. χωρίς να δεχτούµε µάχη « έκ παρατάξεως » µε τους Πελοποννησίους.

µ' ένα τάνυµα φτερών. ανάλογα µε τα σχέδια του.Ο Περικλής µιλούσε κι' ο λαός γευόταν µε το γυµνασµένο αφτί του τη φωνή του άρχοντα. ζήτησε µοναδική χάρη να κοιµηθη την πρώτη βραδιά µε τη γυναίκα του. όσο θα πολεµάτε τη Σπάρτη. όσο να τεκνοποίηση. αν όµως τον αρχίσουν αυτοί. πως η απάντηση που θα δινόταν στη Σπάρτη θα ήταν όπως την ήθελε κείνος. όσα διαθέτει σήµερα η πόλη µας. της ∆ηµοκρατίας. σηκώθηκε πελώρια βοή. Παρόµοια απάντηση στο τελεσίγραφο της Σπάρτης είναι δίκαιη και περήφανη. αφού τους απαντήσουµε πως έπιµένοµε να γίνη διαιτησία. µολονότι δεν είχανε ούτε τόση δύναµη. Μεθυσµένος ο ίδιος από υπεράνθρωπη ενέργεια. όπου κι' αν κατέληγε. Η ζωή σ' αυτή την πολιτεία ήταν αποπνιχτική. από όνειρο σ' όνειρο. αλλά και οι πολίτες της υπέροχα δείγµατα της ανθρώπινης ράτσας. και τ' αµέτρητα χειροκροτήµατα απόδειχναν. που. κρύβεται µέσα στις ψυχές των ανθρώπων και. θα ξεπερνούσε τον εαυτό της. Ο Περικλής αγόρευε σήµερα µε ιδιαίτερη θέρµη. Τότε νίκησαν οι προγονοί µας χάρη στο θάρρος τους. πως εµείς θα νικήσουµε σ' αυτόν τον πόλεµο. ό. που. γιατί ένιωθε την ανάγκη να στηρίζεται πάνω σε φανερή λαϊκή θέληση. λές και ζήταγε να γίνη ένα µ' ολόκληρη την πόλη. Έβαλε την Αθήνα απέναντι σε Μοίρα. δε συγκρατιόταν. ∆εν υπήρχε σπίτι. Σωστός µάγος ο Περικλής. Οι άντρες κοιµούνταν στη Στρατώνα. προς απροσµέτρητα µάκρη. Αν κανένας δεν αποχτούσε παιδί. Ή Σπάρτη. περιουσία. αν δεν έφτανε στην κοσµοκρατορία—όχι τη δική του.τι κι' αν τους ζητούσε. τον έστειλαν στο στρατόπεδο. Εµείς δεν πρόκειται ν' αρχίσουµε ποτέ τον αγώνα. το µάντεψε και το εκµεταλλεύτηκε. ζωή. διορατικός πολιτικός ως ήταν ο Περικλής. ούτε οικογένεια. θαύµατα. να πετύχετε άλλες κατακτήσεις και ν' αναλάβετε άλλους κινδύνους. Η πρόταση που σας κάνω είναι να διώξουµε τους πρέσβεις των Λακεδαιµονίων. του τα προσφέρανε σα µαγνητισµένοι. θα τους πολεµήσουµε µ' όλα µας τα µέσα. κι' ο ρυθµικός του λόγος µάλλον παρά τα υψηλά νοήµατα µάγευε τους ακροατές. είχε πραγµατοποιήσει. σα µουσική. Ο µεγάλος βασιλιάς τους Αγις. Τον άκουγε µε κοµµένη την ανάσα. γυρίζοντας νικητής από εκστρατεία. Πριν ξεσπάση φανερά ένα λαϊκό αίσθηµα. που µισούσε ο Περικλής. Φρόνιµο είναι όµως να χωνέψετε και σεις πως πάµε για πόλεµο. Κι' είχε πετάξει σήµερα ψηλά. άρκεί να µη θελήσετε. Μήν ξεχνάτε τι θαυµαστά αντιτάχθηκαν οι πατέρες µας εναντίο των Περσών. Μόλις τέλειωσε το λόγο του ο Ολύµπιος κι' απόθεσε το στεφάνι. τον υποχρέωναν να δίνη τη γυναίκα του στους φίλους του. ήτανε χώρα δεκανέων. νιόπαντρος. ούτε τόσα µέσα. . ∆εν πρέπει λοιπόν να φανούµε κατώτεροι απ' αυτούς και να παραδώσουµε στους απογόνους µας την πατρίδα µικρότερη απ' όση την παραλάβαµε». Οι Εφοροι αρνήθηκαν. Εξακολούθησε : «Έχω πεποίθηση. µεγαλείο η καταστροφή.

από τη στενοχώρια τους. Αλλά ο Περικλής µας σπρώχνει στον πόλεµο. τη ∆ηµοκρατία στον κόσµο. πολεµώντας ως την τελευταία τους πνοή. συζητούσε όσο να πή τη γνώµη του ο δάσκαλος. που τον περιστοίχιζε. Ο Περικλής σήµερα µας δίδαξε στρατηγική. Μά δεν µπορούσαν πια τίποτα να κάνουν. αλλ' αν νικήσαµε ». Ο Αντισθένης είπε τη γνώµη του : —«Εµένα µού κάνει εντύπωση πως. που είχε κι' όλας καρπίσει σ' έναν άφταστο πολιτισµό. κατοικούσαν τον πλανήτη µας είτε ολοκληρωτικές Αυτοκρατορίες. δε σε ρώτησα αυτό. µα ήτανε σώµα ξένο. είτε τ' άγρια ανθρώπινα κοπάδια του Βορρά.Απόδειξη οι 300 του Λεωνίδα. για να υπερασπιστή την ήρωϊκή προσπάθεια της ∆ηµοκρατίας. πέτυχε µια για πάντα τη λύτρωση του Ανθρώπου. όσες γέννησε το µεθύσι του κρασιού της ελευθερίας. του αποκρίθηκε εκείνη. άπαιτουµε ένας πολιτικός να τα ξέρη όλα. γύρισε σπίτι του ο Περικλής. Οι δυσαρεστηµένοι ευγενείς. γεµάτος φροντίδες. . για ν' άποφύγη τις δυσκολίες. Η ελευθερία εύκολα µεθάει. Μια Σπαρτιάτισσα είχε τρία παιδιά της µε το Λεωνίδα στις Θερµοπύλες. µήτε να γονατίσουν από δουλικές υποχρεώσεις. Ευχαριστηµένος πως βρήκε σήµερα πάλι ανταπόκριση από τους συµπολίτες. γεµάτα αχαλίνωτα ένστικτα. καθαρή συνείδηση για τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις των και να χαράξη δύσκολο δρόµο ανάµεσα στα δυο κακά. Οσον τρανό κι' αν ήταν το τίµηµα που θα πλήρωναν οι Αθηναίοι. που πότιζε ως τώρα τον όχλο ». πως τους λαούς τους διευθύνει η ρητορική. Κι' αυτό το ασύγκριτο δώρο έβλεπε ο Περικλής πως πήγαινε να το πνίξη ο Σπαρτιατικός µιλιταρισµός. γι' αυτό πρέπει να δίνεται µε µέτρο. Της είπε πως σκοτώθηκαν και τα τρία παιδιά της. Η πλειοψηφία είχε αποφασίσει. Κόντευε να γεράση κι' ήθελε να στερέωση. καµιά θυσία δεν του φαινόταν µεγάλη. « Είναι φοβερό. κινούσαν απειλητικά τις µαγκούρες τους. που νικούσαν έπί τέσσερες ήµερες τον αµέτρητο Περσικό στρατό. έλεγε. αγγελιοφόρος. Πίσω του κατέβηκαν από την Πνύκα οι Αθηναίοι. πριν πεθάνη. Όταν έµαθε πως φάνηκε. ώστε µήτε να µεθύσουν από δικαιώµατα. Ζωηρότερος ήταν ο αριστοκράτης Κριτίας. να έτοιµάση έναν πόλεµο που τον αισθανόταν άγριον κι' εξαντλητικό. Ελαχε στην Αθηναϊκή ∆ηµοκρατία να δώση στους ανθρώπους. Πριν από την Ελληνική ∆ηµοκρατία. ενώ δε ζητάµε από τ' αµπέλι να βγάζη και σύκα κι' από την ελιά καρύδια. να βλέπης. κι' όχι το µυαλό. ξαναµµένοι ακόµα από τη συζήτηση. για πρώτη φορά. ∆εν ξέρει πως το µέλλον δε λαβαίνει υπ' όψη τις προσδοκίες των ανθρώπων ». οικονοµία και πολιτικά. σαν την Αίγυπτο. στρατιωτικά. από την άλλη η αναρχία. Ή Σπάρτη έδειξε βέβαια στην Ελλάδα τη σηµασία της πειθαρχίας. Από τη µια µεριά η σκλαβιά της µάζας. τέχνη. όσο να περικυκλωθούν και να σκοτωθούν όλοι. Τούτος ο θαυµαστός δρόµος που λέγεται Ελευθερία. που δεν τη σταµάτησαν ούτε στους δρόµους. «Ανόητε. έτρεξε να τον συνάντηση. λές κι' είναι παντογνώστης. έξω από τα ζωτικά ρεύµατα που έτρεφαν τον Ελληνισµό. Ο κύκλος από τους µαθητές του Σωκράτη. σαν την Περσία.

Ο Περικλής. που προδόθηκε σήµερα πως τον άγαπούσε από το κλάµα που έκανε. » Ο καλός Κρίτων ήθελε να µάθη. όχι τις δικές τους γνώµες. πιο λαµπερά κι από άστρα σε νύχτα σκοτεινή. Παράµερα καθισµένος απόµενε ο Σωκράτης µε τη Μυρτώ. Ήτανε µελαχροινή µε διαβολικά µάτια. ανάµεσα από ξερονήσια των Κυκλάδων. πούχε ωστόσο ψηφίσει Περικλή. τότε ζητήστε τη γνώµη µου. άµα έµαθε πως οι Κορίνθιοι είχανε στείλει 1.000 µισθοφόρους να βοηθήσουν την επαναστατηµένη Ποτίδαια. Η ζωή στα µεταγωγικά ήταν αποπνιχτική. που κίνησαν τη ζήλια σε ναυτικούς και στρατιώτες. ορίζοντας στρατηγό το γενναίο Καλλία γιό του Καλλιάδη. που. λές κι' άνθισαν µε µιας απάνω τους όλα τα τριαντάφυλλα του κόσµου.. Χελιδονόψαρα και δελφίνια παίζουν κοντά στις τριήρεις. στη ναυαρχίδα « Ναυκρατούσα ». αλλά του Σωκράτη. Στράφηκε και τόνε ρώτησε : —«Πες µας εσύ τη γνώµη σου. γι' αυτό µερικούς διαλεχτούς τύπους. σαν τ' αρχοντόπουλο και το φιλόσοφο. τώρα την ανατολή. βιάστηκε να επιστρατεύση κι' αυτός 2. παραπονέθηκε : —«Σαν γίνη πόλεµος. ενώ ένα κοπάδι από µαύρα ψαροπούλια φωνάζει δυνατά και µε θυµό. στολισµένον µ' ολόχρυση πανοπλία. βάφηκαν ρόδινα. την εγγονή Αριστείδη του ∆ίκαιου. οι ωραιότερες εταίρες της Αθήνας. για τρεις µέρες αποµένω υπνωτισµένος. Μας παρηγόρησαν πως ο στόλος θα µας τροφοδοτή απ' όλα.Σίµων ο Παπουτσής. τότε θα σκεφθώ ήρεµα. Μέσα στα καράβια βρισκόταν ο νεαρός Αλκιβιάδης κι' ο σαραντάρης Σωκράτης.. δίχως πνοή ανέµου. πλέει µε τα κουπιά ο Αθηναϊκός στόλος.000 οπλίτες και να τους στείλη µε ναυτική µοίρα στη Μακεδονία. Η ασίγαστη µελωδία της φωνής κι' η οµορφιά των λόγων του µ' εµποδίζουν να κάνω κριτική. ξεπροβόδισαν τον Αλκιβιάδη. » XVI Στην πελαγίσιαν άπλα. θα µας λείψουν τα µεγαρίτικα κρεµµύδια.. Ενα χρόνο τώρα ποθούσε η κόρη τη . γιατί ο στόλος το ενόχλησε στην τεµπελιά του.. µα που θα βρή κρεµµύδια σαν τα µεγαρίτικα .» —«Κάθε που θ' ακούσω τον Περικλή ν' άγορεύη. Σαν περάση τούτη η τριήµερη µαγεία. του αποκρίθηκε ο Σωκράτης. Οσο να ξεκινήση ο στόλος. ο αρχηγός όρισε να τους ανεβάσουν κοντά του.

Γερµένη πάνω του τώρα η Μυρτώ σιγόκλαιγε. πούχε σωστά συντάξει. σταµάτησε το στράτευµα. µα σ' αγαπώ και παραλογίζοµαι. µα τη δεύτερη σηκώθηκε το καλοκαιρινό µελτέµι. Σωκράτη. Είχε ντελικάτο σώµα η Μυρτώ µα άντρίκιο µυαλό κι' η πνευµατική υπεροχή του Σωκράτη την εξουσίαζε. προσευχή να σε ξαναδώ γερό. Τριήρεις και µεταφορικά αντέχανε περήφανα τη θύελλα. που τόνε λάτρεψε και του παραδόθηκε. χωρίς να κάνη τις υποχρεωτικές θυσίες στην ποταµίσια θεότητα. Είµαι ολόκληρη µια προσευχή για σένα.. Την πρώτη µέρα ο στόλος πορεύτηκε ήσυχα. Απ' αυτόν ζητούσε λύση για κάθε λογής προβλήµατα και τόση ανάταση της έδινε η διδαχή του. για ν' αποφεύγη να τον χτυπήσουνε πλάγια τα µεγάλα κύµατα. που καταφιλούσαν τον ώραίον Αλκιβιάδη. γιατί το έλάτινο σκαρί τους ήταν καµωµένο από έµπειρους τεχνίτες. Ο Σωκράτης κι' ο Αλκιβιάδης πήγαινε πίσω και στάθηκαν κάτω από τ' «Αφλαστο ». χωρίς να ρίξη ούτε µατιά στους ναυτικούς χάρτες. Ο φιλόσοφος χαιρόταν να συντυχαίνη µαζί της. Μη θυµώνης και συχώρεσε την αδυναµία µου. γιατί θεωρούσε χάρµα.συντροφιά του ∆ασκάλου. ώστε πέρασε ένα ποτάµι. Κουνούσε τα ρουθούνια του. που τα κουπιά της τα πιάσανε άνά τρεις ερέτες. γυναίκα καθώς είµαι. καθώς όλοι κοίταζαν µ' απληστία τις προκλητικές εταίρες. Σαν πλησίασε τον εχθρό.» ∆άκρυζε και µουρµούριζε. µπορούσε να µένη στο κρεββάτι µε γυναίκα ικανή να συζητά για σπουδαία ζητήµατα. Σαν δυνάµωσε η φουρτούνα. όσο να σηµάνη άπαρση και ν' ανεβούν oι στρατιώτες στα καράβια. στρογγυλό στόλισµα της πρύµνης που προφύλαγε από τη βροχή ( γέφυρα δεν είχανε τότε τα πλοία ). Σ' αγαπώ. µα κανένας δεν πρόσεχε τη Μυρτώ. και το κατάστρωµα της ναυαρχίδας βρεχόταν από σταγόνες. µετά την ηδονή. γιατί θα τον έχανε : « Ξέρω πως είν' ανόητο να παραπονιέµαι... λές κι' οσµιζόταν τον αγέρα. Μέσα στα ταπεινά της ζωής µόνον εσύ µε κάνεις ευτυχισµένη. Με σύντονες πορείες ο στρατηγός Καλλίας οδήγησε το στράτευµα στη Χαλκιδική και τόσο βιαζόταν να φτάση στόν ίσθµό της Ποτίδαιας. από τις τρεις σειρές κουπιά µαζεύτηκαν η απάνω και η κάτω και διατηρήθηκε µονάχα η µεσιανή. πήρε κοντά του τους ταξίαρχους κι' ανέβηκε σε λόφο ν' άγναντέψη το µέρος. όταν. από το 580 π. χορταίνοντας από την πλούσια πνευµατική τροφή που σκόρπιζε γύρω του.Χ. Θάπρεπε. να κρατάω µετρηµένα τα λόγια µου. ψυχή και σώµα.. Ο βοριάς έδερνε τη θάλασσα. που σήκωνε µε τα κύµατα ο αγέρας. και κυβερνούσε την τριήρη ως και τη νύχτα µε την ψυχή. Τρεις µέρες βασάνισε το στόλο η τυφλή ορµή του πελάγου και µόλις την τέταρτη κατάφεραν οι καπεταναίοι ν' αράξουν στη Μακεδονία. Ο καπετάνιος πήρε ο ίδιος το κουπί που χρησίµευε πίσω για τιµόνι. µακριά όµως από την Ποτίδαια. . ο αστρονόµος Αναξίµανδρος.. για να µπορέσουν να κρατήσουν το σφόρτσο της τρικυµίας.

ο Σωκράτης ξεχώρισε τον Ποτιδαιάτη που έστεκε απέναντι του. να εµποδίση το εκεί έχθρικό τµήµα να βοηθήση το στρατό που προστάτευε την Ποτίδαια. έτσι κι' οι στρατοί της αρχαιότητας. έξι χιλιόµετρα αλάργα. επειδή θα πολεµούσαν έµπρός από την πόλη.Από την πρώτη στιγµή ένιωσε τον κίνδυνο που θ' αντιµετώπιζε. στην αρχή. προτάθηκαν τα δόρατα και. Με τη σάλπιγγα δόθηκε το σύνθηµα της τρεχάλας κι' οι λόχοι όρµησαν καταπάνω στον εχθρό τραγουδώντας τον πολεµικό παιάνα µε δυνατές φωνές. µε το ήρεµο χέρι του. Τέτοιος έµοιαζε ο Αλκιβιάδης. ώσπου να σπάση ο ένας από . αυτόν που θα χτυπούσε.000 άντρες. Πήρε την απόφαση του και κατέβηκε να δώση οδηγίες. Καθεµιά από τις δυό αυτές φάλαγγες είχε σχεδόν ίση δύναµη µε τη δική του. Είδε δυό µεγάλες συγκεντρώσεις του έχθρού. που µόλις είχε 700 µέτρα φάρδος. προχωρούσε στ' αριστερό πλευρό και πίεζε δυνατά τον εχθρό. έτοιµη να τον κυκλώση. Οι δειλοί αναµετρούσαν µε αγωνία την απόσταση που χώριζε τους δυο στρατούς κι' αυξαινε το καρδιοχτύπι τους καθώς πλησίαζαν. µπορούσες να ξεχωρίσης τους οπλίτες. Όσο προχωρούσαν. αν του χάριζαν τη νίκη. τείχος αδιαπέραστο. Σαν έφτασαν οι Αθηναίοι είκοσι µέτρα από τον εχθρό. αν δεν είχε την έγνοια να µη χάση την επαφή µε τον Αλκιβιάδη. γι' αυτό απόσυρε το δόρυ του και γρήγορα χτύπησε τον αντίπαλο του Αλκιβιάδη κάτω από τον ώµο. µέσα σε λίγα λεπτά. σαν τρελός. κάπου 2. µα ο Καλλίας επέµεινε. στα ψηλώµατα της Ολύνθου. κείνη η ανθρώπινη µάζα έµοιασε µε σιδερένιο φράχτη γεµάτον αγκάθια — τα δόρατα που έξέχανε. την άλλη πίσω του. Όπως δυό παλαιστές. κι' ύστερα έστειλε το λίγο ιππικό του προς την Ολυνθο. ενώ έκανε απότοµη κίνηση ν' άποφύγη το δόρυ του Ποτιδαιάτη. πως πιο πολλές πιθανότητες είχε να νικήση αν χτυπούσε αµέσως και χωριστά τις δυό οµάδες. έµπηξε το δόρυ ακριβώς στο µέρος του λαιµού που σηµάδεψε. Πρόσεξε πως ο Αλκιβιάδης δεν είχε καρφώσει τον απέναντι του. Οι καλογυµνασµένοι Αθηναίοι πήραν γρήγορα το σχηµατισµό που διατάχτηκαν. Ζαλίστηκε για µια στιγµή και θα κοντοστεκόταν. ούρλιαζε « εµπρός! εµπρός! » και µε βία τον συµµάζευε κοντά του ο Σωκράτης. στόν ισθµό. παρά αν τις άφηνε να ενωθούν. που καθόλου δεν έτρεµε. ο ένας οπλίτης ακούµπησε τον ώµο του σφιχτά στον ώµο του διπλανού. η κόχη της µιας ασπίδας άγγιξε την κόχη της άλλης. κι' όταν έλαβε την απάντηση πως είν' ευνοϊκοί. Ρώτησε πρώτα τους µάντεις τι λέν οι οιωνοί. τη µια µπροστά του. χωρίς να τρυπήση το µεταλλικό κράνος του. Ενας από τους ταξιάρχους πρότεινε ν' αποτραβηχτούνε πριν κυκλωθούν. µε τις ασπίδες σπρώχνανε πέρα και σκοτώνονταν µε τις λόγχες. Η Αθηνέικη γραµµή. ενώ τους γενναίους µε δυσκολία τους συγκρατούσαν οι διπλανοί να µην προχωρήσουν έξω από την πύκνα. που. Μόλις ήρθαν αντιµέτωποι. Ήταν ένας γεροδεµένος άντρας µε κοντό γενάκι. καθώς εκείνος σήκωσε το χέρι και ξεσκέπαζε την τριχωτή του µασχάλη. κι' έδωσε διαταγή να συµπτυχθούν oι λόχοι σε µεγάλο βάθος ( 8 σειρές ). για να σπάσουν το ηθικό του αντιπάλου. σπρώχνει ο ένας τον άλλον κι' άναµετράν τη δύναµη τους. Την ίδια στιγµή ένιωσε ο Σωκράτης ένα δυνατό χτύπο στο κεφάλι — κάποιο δόρυ τον είχε βροντήσει. για να προστατεύη τον ίσθµό και την Ποτίδαια. µόλις άρχιζε η µάχη. ορκίστηκε να δώση στους θεούς το 1/10 από τα λάφυρα.

Ο Σωκράτης του φώναξε : « πληρώνεις τώρα τη µαταιοδοξία σου να φοράς κατάχρυση πανοπλία. ένας από τους πιο µορφωµένους Αθηναίους. Σέ νοµίζουν αρχηγό µας και βάλθηκαν να σε ξεκάνουν ». Η µάχη τον είχε ξανάψει. Πρόσεξε ο Σωκράτης τον Αλκιβιάδη. Τα µάτια του πετούσανε φωτιές κι' από το στόµα του βγαίναν αφροί. καθώς φανέρωνε τριπλό άσπρο λοφίο στην περικεφαλαία του. Ο Αλκιβιάδης αρνήθηκε. Γύρω του τότε άναψε ο πόλεµος. έτρεχε κι' αυτός στην πρώτη γραµµή. που τη σκέπαζαν δέκα χοντρά φύλλα χρυσού. Κάποιος Αθηναίος έρριξε δόρυ µε τέχνη και πέτυχε τον αρχηγό στο κάτω µέρος του λαιµού. Πλήθος από λόγχες πέφταν πάνω στην ασπίδα του Αλκιβιάδη. Χωρίς ν' άφαρπάζεται. του Αλκιβιάδη.τους δυό. πολλά χρόνια στρατιώτης και συνηθισµένος σε πολέµους. και στην ησυχία του στρατοπέδου. Ο αγώνας δεν ήταν παρά µονοµαχία αντρός προς άντρα και το σύνολο απ' αυτές τις µονοµαχίες αποτελούσε τη µάχη. Γιά να µην κυκλωθούν οι Ποτιδαιάτες. Αντίθετα από το νεαρό αριστοκράτη. Οι τολµηρότεροι µε το στρατηγό Καλλία όρµησαν προς τα εκεί. για να δειλιάσουν οι άλλοι. παρά την ηλικία του. ο Σωκράτης χτυπούσε όσους πρόφταινε κι' είχε κουραστή να βροντά τους εχθρούς. Το δόρυ προσπέρασε και χτύπησε κάποιον στην πίσω γραµµή. 'Ωστόσο η φυγή των Ποτιδαιατών κατάντησε . έµοιαζε µε το πρότυπο που λάτρευε—τον ίσόθεο Αχιλλέα. που προσπαθούσαν να σκοτώσουν όσους εχθρούς βλέπανε γενναίους. και σε υποχώρηση. Και κατάφεραν στο τέλος οι Ποτιδαιάτες να τον απόµακρύνουν. Είπε και µόλις πρόφτασε να γείρη πάλι το κεφάλι. γιατί είχε βάση σιδερένια. το βάλανε στα πόδια. ∆εν µπορώ να δώ πόσο λαβώθηκες ». Τότες έγινε µεγάλη ταραχή. έστεκε πάντα ο ίδιος. Τόν πλήγωσε λαφριά. 'Ωστόσο βέλος ριγµένο από χεροδύναµο Μακεδόνα έσκισε την ασπίδα του Αλκιβιάδη και χώθηκε στο θώρακα του. Οι δικοί του προσπαθούσαν να τόνε σώσουν. ο φιλόσοφος. Επεσε χάµω ξερνώντας αίµα. Είδε πως έτρεχε λίγο αίµα από την πληγή : « Σταµάτα. αυτός ο φίλος του Περικλή. Ο στρατηγός Καλλίας. µα η ασπίδα του απόµεινε καταγής και την πήρε ο Σωκράτης. µα καµιά δεν τη διαπέρασε. οι Αθηναίοι να τον πιάσουν ζωντανό. Εσκυψε ο Σωκράτης και ξεκόλλησε το βέλος. µαθητής του Ζήνωνα. Ωραίος καθώς ήταν και µανιασµένος. είπε. για ν' άποφύγη δόρυ που ερχόταν καταπάνω του. Γι' αυτό στην πρώτη γραµµή τοποθετούσαν πάντα τους πιο γερούς. Κι' ο τόπος γέµιζεν αίµατα. ώσπου σκοτώθηκε. και στη µάχη. Η λαβωµατιά του άρχηγού έγιν' αιτία να κοπή το θάρρος των Μακεδόνων. καθώς η ράχη των οπλιτών ήταν απροστάτευτη και τους πετσόκοβε ο νικητής ανελέητα. γιατί φυγή σήµαινε όλεθρο. Κείνη τη στιγµή παρουσιάστηκε απέναντι ο αρχηγός των Ποτιδαιατών. που τους ποδοπατούσαν οι οχτώ σειρές του Αθηνέικου στρατού. 'Ακουγες φωνές των πληγωµένων. εκεί που σταµατούσε ο θώρακας. Ανάσπασε το σπαθί του κι' άρχισε να χτυπάη µπροστά του αλύπητα. τράβα πίσω να βγάλης το Θώρακα. Μια σφήνα Αθηναίων χώθηκε στην παράταξη τους και σε λίγο κόντευε να τη χωρίση στα δυό.

* Ο µανδραγόρας περιείχε σκοπολαµίνη. Ορµησαν πίσω τους οι Αθηναίοι να παραβιάσουν τις πύλες. δίπλα στο τείχος. πληγώθηκε βαριά ο Αλκιβιάδης. που όρισε γι' αυτή την εκστρατεία η Συνέλευση του ∆ήµου. µα δέχτηκαν κατακέφαλα µεγάλες πέτρες. ∆όρυ από ψηλά σηµαδεµένο τόνε πέτυχε στον ώµο. Τους δούλους βοηθούς των. Ο Αλκιβιάδης αρνήθηκε να το πιή. που τους µεταχειρίζονταν για οικογενειακούς γιατρούς. αφού νικήθηκαν oι Ποτιδαιάτες. Αλλά κανένα δεν τον πέτυχε. κι' από πλαγινές πύλες µπήκαν µέσα και σώθηκαν. να βάλουν απάνω καθαρό σεντόνι. Τον Αλκιβιάδη τόνε πήγε στο στρατιωτικό γιατρό. που προστάτευε την Ποτίδαια. που έβραζε σε χύτρα έξω από τη σκηνή. πέτρες που πέφτανε πυκνότερα κι' από νιφάδες χιονιού. τον Ονάκριτο. Σαν τέλειωσε η περιποίηση του Αλκιβιάδη.πανικός. πότισε τον Αλκιβιάδη. τους πουλούσαν σε πλούσιους. οι µόνοι που γνώριζαν ανατοµία ήταν οι στρατιωτικοί χειρουργοί. κάποτε κατάφερναν να περιποιούνται κάθε λογής τραύµατα. ξάπλωσε τον Αλκιβιάδη και γονάτισε κοντά του. Τότε ο γιατρός πήρε ένα έρυθροπυρωµένο εργαλείο κι' έκαψε βαθιά τα χείλια της πληγής. και διάταξε να στρώσουν καταγής προβιές. Τότε. γιατί. από τον καιρό του Οµήρου. Με λινόν επίδεσµο έδεσε προσεχτικά ο Ονάκριτος το τραύµα κι' άµα τέλειωσε. που. Ζήτησε ζεστό νερό. Είχε στήσει κοντά στη θάλασσα τη σκηνή του και χειρουργούσε πληγωµένους. παράτησε τους άλλους στους ανίδεους βοηθούς του. γυναίκες και παιδιά. να µαθαίνουν οι γιατροί ανατοµία σε πτώµατα. καθώς πετσόκοβαν τους τραυµατίες. που γνώριζε τα ιαµατικά φυτά. έδωσε προσταγή στο βοηθό. όταν µάθαιναν την τέχνη. θ' άρχιζε πολιορκία. ολόκληρο κύπελλο σαµιώτικο κρασί. και µε τα πρωτόγονα εργαλεία τους πετύχαιναν εγχειρήσεις ως και του κρανίου. έλυσε τον κόκκινο ζωστήρα του σπαθιού κι' έσκισε το χιτώνα. Γιά να σταµατήση την αιµορραγία. για να πλύνη τον ώµο. το Ριζοτόµο. Άµα είδε να του φέρνουν τον Αλκιβιάδη. πίστευαν πως διώχνει το πνεύµα του θανάτου. κι' άφού καθάρισε καλά την πληγή µε χαµοµήλι. λέγοντας πως είναι άντρας και βαστά τους πόνους. Τόν καιρό εκείνο µε το ν' απαγορεύεται. για λόγους θρησκευτικούς. Πέρασαν οι φυγάδες τη φαρδειά τάφρο. ενώ σιγόψελνε µια παλιάν επωδό. Αφού επί χρόνια αστοχούσαν στις επεµβάσεις τους. που είχε χάσει πολύ αίµα. να του φέρη κύπελλο µε τ' αναισθητικό ποτό « µανδραγόρα »*. Χωρίς να χάση καιρό ο Σωκράτης. Ξεθηλύκωσε γρήγορα τον ολόχρυσο θώρακα. που τη µάθαιναν µε τα λάθη που κάνανε. ο ριζοτόµος έβαλε στη λαβωµατιά φυτό αιµοστατικό. τον σήκωσε στα χέρια και. καθώς του ρίχνανε και δόρατα και βέλη. . για να µή χτυπηθή άλλο. τη γεµάτη µυτερά παλούκια. µπροστά του. τον κράτησε σα µωρό. που τις ρίχναν από τα τείχη γέροντες. ο Σωκράτης διάλεξε µέρος να στήση το τσαντίρι του. µε κίνδυνο να πληγωθή ο ίδιος από πίσω.

σταυροκάθιζαν οι δυό κι' ο φιλόσοφος πάσχιζε να τον διδάσκη µε τον παιχνιδιάρικο τρόπο του. αρνήθηκε την τιµή. ενώ οι πλουσιότεροι κουβάλησαν από την Αθήνα σκηνές. γεµάτη χαλιά. αφού συµβουλεύτηκε το στράτευµα. Τα τείχη της ήταν πολύ γερά και πολύ ψηλά. για να µην τους αιφνιδιάσουν οι πολιορκηµένοι. Ο Σωκράτης. Τους αρχαίους στρατούς. ψηλά πάνω από τα τείχη. σωστό πρωτοπαλήκαρο. ώστε να µην ύπάρχη τρόπος να κυριευτούν από έφοδο. Οι Αθηναίοι πολιόρκησαν την Ποτίδαια από ξηρά και θάλασσα. χωρίς να τον κουράζη. σαν πληγωµένος. Η µεγαλύτερη ήτανε του Αλκιβιάδη. Ετσι δόθηκε το βραβείο στον πληγωµένον Αλκιβιάδη. καταλάγιασε ο στρατός. Κι' όταν έπαυε η βροχή και ξανάβγαινε ήλιος. για περισσότερη άπλα. τα στίβαξαν γύρω από µια δρύ. τους ακολουθούσαν λογής . Αλλοι αρκέστηκαν σ' απλό αντίσκηνο. κι' ένα προς τα έξω. επειδή αγνοούσαν την έπιµελητεία. Μονάχα η πείνα µπορούσε ν' άναγκάση τον πληθυσµό να παραδοθή. έπαιρνε ο Σωκράτης το παληκάρι και. Ήταν ο ίδιος αριστοκράτης και του άρεσε να στείλη µήνυµα στο 'Αστυ. περνώντας το ανάχωµα. όπως οι σπόροι στο ρόδι. επειδή το τµήµα τους είχε σπάσει την εχθρική παράταξη και µάλιστα ο φιλόσοφος κρατούσε την ασπίδα του Μακεδόνα Αρχηγού. Ανάµεσα σ' αυτά τα δυό αναχώµατα.λογής έµποροι. άλλοι στήσανε. Είχεν άρνηθή να σταλή σπίτι του. οι Αθηναίοι σήκωσαν δυό αναχώµατα. που είχανε πύργους και ακοίµητη φρουρά. µα πρώτα αφαίρεσαν oι Αθηναίοι τα όπλα από τους σκοτωµένους. πήγαιναν περίπατο στους γύρω λόφους που άχνιζαν σαν πλευρά αλόγου ύστερα από ιπποδροµία. Επειδή τούτο θ' άργούσε να συµβή. Γύρευαν οι νικηµένοι άδεια να µαζέψουν τους νεκρούς των. Αυτοί αγόραζαν έπί τόπου τους . που διάφοροι τυχοδιώχτες είχανε στήσει. ενώ οι Ποτιδαιάτισσες τους κοίταζαν µελαγχολικά. µέσα στο οποίο στριµώχνονταν τη νύχτα. ∆ίπλα στο ανάχωµα διασκέδαζαν να χαζεύουν την κίνηση µιας πρόχειρης αγοράς. Κάθε οπλίτης βολεύτηκε όπως ήθελε. Την άλλη µέρα ο στρατηγός Αρχέστρατος. αποφάσισε ν' άπονείµη βραβεία ανδρείας στο Σωκράτη και στον Αλκιβιάδη. Τους κάλεσε στη σκηνή του. µε τη συντροφιά του Σωκράτη που τον φιλοξενούσε. και περίµενε να γιατρευτή. είδε να βγαίνουν από την Ποτίδαια κήρυκες µ' άσπρο λάβαρο και τον Αθηναίο Αρχέστρατο. σηµάδι πως αυτός και τον σκότωσε. που άναβαστούσε τον κάτωχρο Αλκιβιάδη. Τους το επέτρεψαν. έστησαν τρόπαιο κι' άρχισαν να χορεύουν πανηγυρίζοντας τη νίκη τους. να πορεύεται προς αυτούς. που µετά το θάνατο του Καλλία αρχήγευε. που πάνω τους πλάγιαζε τ' αρχοντόπουλο.Κι' ενώ δούλευε ο φιλόσοφος να στεριώση τα κερωµένα πανιά του αντίσκηνου. τσοπάνικες καλύβες µε κλαριά και λάσπη. µήπως και τους επιτεθούνε Μακεδόνες. Ο Αρχέστρατος άκουσε µ' ευχαρίστηση την εξήγηση του φιλόσοφου. πως ο πιο γενναίος από δυό χιλιάδες οπλίτες ήτανε τ' αρχοντόπουλο. ένα πρός την πόλη. Είπε πως αυτός δεν έκανέ τίποτα και το βραβείο το άξιζε ο Αλκιβιάδης. Άµα ήρθε το φθινόπωρο µε τις νεροποντές του.

αγόρασαν από τους εµπόρους προβιές για να φασκιώσουν τα πόδια τους. Κι' όταν κατάλαβε ο νεαρός πως ούτε µε τον κουβά δεν επηρέαζε το κρασί το φιλόσοφο. Ετσι καταπονηµένο βρήκε το στρατό η άνοιξη. που δε γινόταν να κουβαλαν µαζί τους οι οπλίτες. παίζοντας χαρούµενα. Οι στρατιώτες. Ώς κι' η πικροθάλασσα φεγγοβόλησε ολόκληρη. που ήταν αναγκασµένοι να προµηθεύωνται την τροφή τους από υπαίθρια µαγαζιά. φάνηκε στους οπλίτες πως η ζωή άνοιγε µπροστά τους σαν κρίνο. χωρίς λόγο. λες και τα βάθη της ήτανε γεµάτα φως. Μόλις φάνηκε καίκι από τη Λήµνο φορτωµένο κρασί. έγειρε κι' αποκοιµήθηκε νικηµένος. ∆ε φόρεσε κανένα πρόσθετο ρούχο. όχι µόνο του Αλκιβιάδη. Η χειµωνιά χαλάρωσε την πειθαρχία. Το ξεπάγιασµα κι' η πείνα έρριξε τους Αθηναίους. Από τις αµέτρητες πόρτες τ' ούρανού έρχονταν και χάνονταν πουλιά. Ανθισµένες µυγδαλιές άστραφταν πάνω στο σκούρο χώµα κι' η φύση διαµιάς οµόρφηνε. κινώντας έτσι το θαυµασµό. δεν έχασε το λογικό του ούτε όταν ο µεθυσµένος Αλκιβιάδης διάταξε το δούλο να φέρνη το κρασί. Σέ κάθε ανατρίχιασµα της φανερώνονταν χιλιάδες διαµάντια. ψιλοµιλούσε µε το Σωκράτη : —«Απόψε θέλω να σε δώ µεθυσµένο. τρέξαν όλοι στην παραλία. Τόσο θάχω πιή εγώ ». άλλος κρατώντας τη χάλκινη καραβάνα του. . για να µαγειρέψη.αιχµαλώτους και τα λάφυρα. σύχναζαν πόρνες και κάτι γριές που ξόρκιζαν τα κακά πνεύµατα και χρησίµευαν στους δειλούς για να τους ασφαλίζουν µε µάγια από το θάνατο. Κι' όταν τα χιόνια απόκλεισαν τις συγκοινωνίες και λείψανε τα τρόφιµα. να φουρνίση ψωµί. σαν κοκέτα γυναίκα που βάλθηκε ν' άρέση. Τους βάραινε µια ζωή όπου δεν είχαν ούτε καν την ευχαρίστηση ν' αλλάξουν τα βάσανα τους. κρεµµύδι και λίγο αλεύρι ). Το φθινόπωρο τ' ακολούθησε χειµώνας ασυνήθιστα βαρύς. όχι πιά µέσα σε κύπελλα. που οι στρατιώτες δύσκολα τον υπόφεραν. Ο Αλκιβιάδης έβαλε το δούλο του να κάνη « κυκεώνα » ( κρασί µε τριµµένο κατσικίσιο τυρί. Μονάχα ο Σωκράτης δέχτηκε αδιάφορος τη βαρυχειµωνιά. τύλιξαν την κεφαλή τους µε κουκούλες. στο πιοτό. Μα µόλις ξαναγύρισε ο ήλιος. που ξέφευγε µε την παραµικρή κίνηση. Ο στρατός δε µαγείρευε. άλλος τραγίσιο ασκί. όπως ξεπερνούσε σ' όλα τους συνανθρώπους του. Γύρω σ' αυτό το παζάρι συγκεντρωνόταν φτωχολογιά. και τα γέµισαν. Καθισµένος κοντά σε πυρωµένο µαγγάλι και τρώγοντας στραγάλια. Κι' αν δε ζαλιστής από το Ληµνιό κρασί. φιλονικούσαν. µα κι' ολόκληρου του στρατού. παρά µε τον κουβά. απόµεινε µε το χιτώνα του και δεν έπαψε να βαδίζη ξυπόλητος στο χιόνι. Ολη τη νύχτα έπιναν για να ζεσταθούν. για να ξεφύγη της καρδίας τους το περίσσεµα. απ' όλους καλύτερα υπόφερε ο Σωκράτης την άναφαγιά. παρά πλήρωνε µισθό στους στρατιώτες. θα σε κάνω να µεθύσης από την αναπνοή µου. Μά ο Σωκράτης. χλιαρό και µυρουδάτο. του είπε. Σκεπάστηκαν µε κουβέρτες. Ελαφρύ αεράκι φυσούσε.

Κι' αυτό το ζωντανό άγαλµα βάλθηκε να σκανταλίση το φιλόσοφο. Ούτε άγαλµα δε στάθηκε ποτέ τόσο τέλειο. Κανένας άντρας δεν πασαλείβεται µε µυρουδιές γι' άλλον άντρα . Για το γούστο µου είναι γλυκύτερο τ' άρωµα του λαδιού στα γυµναστήρια. Κάποια εσωτερική ορµή συνεπήρε τις καρδιές. . που πειράχτηκε από την άρνηση του φιλόσοφου. Τού λέει : —« Για που ετοιµάζεσαι κι' αρωµατίστηκες . Τα λόγια σου µ' επηρεάζουν και δε σου κρύβω. Θέλω µε την αγάπη σου να φτάσω σε ανώτερες σφαίρες.» Ο Αλκιβιάδης. » —« Για σένα. Ο Αλκιβιάδης παίζει µε την εγκράτεια του Σωκράτη. που. Η καλλιέργεια του Σωκράτη στη γλυπτική τον κάνει να θαυµάζη την καλοθωριά του νέου. . Πήγαινε να ξεπλύνης αυτές τις γυναίκιες µυρουδιές ». Η οµορφιά του ξεπερνάει ό. δεν υπάρχει στην Αθήνα ντόπιος η µέτοικος που να µή µε πόθησε. . Σωκράτη ». µόλις µε είδε. παιδί µου. Και δε θα φύγω από κοντά σου. και του εξήγησε µε γλυκερή φωνή. πλένεται µπροστά του. . » —« Οχι. Σωκράτη. πούλησε όλη του την περιουσία και µού πρόσφερε µετρητά έκατό στατήρες για να τον ακολουθήσω. . µα έρωτας αντρός πρός άντρα δεν γίνεται παρά πνευµατικός. . » . Σωκράτη. πως καµιά φορά µούρχονται δάκρυα. .» —« Τούτο το µύρο το παράγγειλα από την Αθήνα για το χατίρι σου. Με καταλαβαίνεις . σα να µπορούσα πλαγιάζοντας µε το θεό να γίνω καλύτερος . Ο Πλάτων. που ελαφρύ τραύλισµα την έκανε συµπαθητική : —« Από καιρό. η γλυκειά πνοή της πέρασε κατευθείαν στο αίµα τους και τους αναστάτωσε. άντρός προς γυναίκα είναι σαρκικός. αν δε µ' άγκαλιάσης ».τι κι' αν πης. µα στέκει ασυγκίνητος. Θέλω να γίνω ένα µαζί σου . για να παραστήση τουτο το µοναδικό φαινόµενο. που έµοιαζε ουράνιο. έγραψε µια φράση : «Ακόµα και τα νύχια των ποδιών του Αλκιβιάδη κάθονταν µε αβρότητα στα δάχτυλα του ». γονάτισε κοντά του. Τέτοιον έρωτα πνευµατικό σου τον προσφέρω µε την καρδιά µου — και τίποτ' άλλο .. Γυµνώνεται ολόκληρος. Καί πήγαιναν νύχτα έξω από το σπίτι του περιµένοντας να τόνε δούνε να βγαίνη. —« Οχι. ∆ε σ' αρέσει .Η θαλπωρή της άνοιξης ζωογόνησε πολιορκητές και πολιορκηµένους.. αλείβεται µ' αρώµατα κι' άπαλογέρνει κοντά του. πηγαίνει και πλαγιάζει δίπλα του. Σέ κανέναν δε δόθηκα. . —« Ερωτας. Το λάδι ευωδιάζει αρετή. Αλλά µαζί σου νιώθω κάτι το παράδοξο . Πολλοί Αθηναίοι πίστευαν πως σε παρόµοιο υπερφυσικό κάλλος. δεν µπορούσε παρά να συµµετέχη Θεός. —« Γιά µένα . Και ξέρεις την ιστορία κείνου του ξένου από το Λίβανο.

—« Εσύ . Το κατάξανθο κεφάλι του έστεκε πάνω στους ώµους σαν εξωτικό λουλούδι. » Ψηλός. ∆εν αγαπάς ούτε µένα ούτε τίποτ' άλλο. Το πρόσωπο του έδειχνε συγκέντρωση. οµορφιά αιώνια. Ο. Πήγαινε να ξεπλυθής από τις µυρουδιές ». Ο Αλκιβιάδης οργίστηκε. Πήρες παραδείγµατα από τους δούλους που σ' ανάθρεψαν. έκείνες που θα σου προξενήσουν απόλαυση. Αλκιβιάδη. έβαλες τον Κρεσίλα να χαράξη «Ερωτα κεραυνοφόρο ». Αλκιβιάδη. που φαντάζεται πως εµποδίζει την πνευµατική του ανάταση. Ποθώ να σου παραδοθώ. » —« Μάλιστα. περιφρονεί το ατοµικό κάλλος. για να γίνω ένα µε τον Οδηγό µου. να πλαγιάση µε το µάγο ∆άσκαλο. τον σκούντησε : —« Λέγε .τι ποθήσης. µα µε το δαίµονα Σωκράτη. έξόν τον εαυτό σου. .Καθώς ο Σωκράτης σώπαινε. που µοιάζει στο σάτυρο Σειληνό. τον έκανε να προσπαθή να φύγη από τον εαυτό του. . ο Σωκράτης αστειεύτηκε : —« Στη χρυσή ασπίδα σου. Οποιος καταλάβη τουτο το πέλαγος οµορφιάς που υπάρχει στον κόσµο. Είσαι υποταγµένος στις επιθυµίες σου. πρόσταξε. Αύτό που µού προτείνεις ταιριάζει σε πρόστυχους σκλάβους. Ενας άσκηµος µ' ευγενική ψυχή είναι προτιµότερος κι' από σένα.. πανέµορφος. για να του µοιάσης. άντρα η γυναίκα. Ο ερωτικός δεσµός µας θα µε κάνη να ξεχάσω τον παλιόν Αλκιβιάδη. ξεπερνάει την ηδονή. ούτε λιγοστεύει. Ποθεί να ενωθή όχι µε τον άνθρωπο. . Οµορφιά υπάρχει και στον ουρανό και στη σωφροσύνη και στις επιστήµες. Τι κορδώνεσαι τώρα . δε µε καταλαβαίνεις . Στάθηκε ολόρθος µπροστά του και του είπε µε πάθος : —« Αχ. Από τα βάθη του αναδύεται αχαλίνωτη. Ο ελεύθερος άνθρωπος ξέρει πως η σωµατική οµορφιά έχει µικρή αξία. Θέλει να ντροπιάση το σώµα του. το θέλεις αµέσως. σκοτεινή ανάγκη. τον κεραυνοβολάς. κι' ο Αλκιβιάδης υπάκουσε και πήρε το φως στα χέρια του. µοναδική και παντοτινή. κι' ας είναι άφθαστο σαν το δικό σου.. Εγώ είµ' οµορφότερος από σένα». Κάθε άρνηση τη θεωρείς προσβολή της µεγαλειότητας σου. ∆ε γνώρισες τον άξιο πατέρα σου. Η συνείδηση πως η προσωπικότητα του ( παρ' όλες τις κολακείες που άκουγε στην Αθήνα ) ήτανε λειψή. Η ψυχή µου κάνει στροφή προς εσένα και σύ µ' αποδιώχνεις . ορθωνόταν µπροστά στο φιλόσοφο γυµνός ο νέος. που ούτε γεράζει. πως µε τον έρωτα του δαιµονικού Σωκράτη θα ύψωνε την ανθρώπινη φύση του. Πιστεύεις πως όποιον κοιτάξης. Αυτό που σου ζητώ είναι πολύ βαθύ. του απάντησε : —« Μεγάλωσες. Γιά ν' άποφύγη τον πειρασµό. Φέρε το λυχνάρι κοντά στο πρόσωπο µου». που ήτανε µεγάλος. Είπε κι' έσπρωξε το φίλο του.» Χωρίς να βιάζεται ο φιλόσοφος. Πίστευε απόψε. πληγώθηκες στόν πόλεµο κι' όµως απόµεινες παιδί.

. στηµένα ψηλά σαν της µαϊµούς. —« Χωρίς αµφιβολία. Τέτοιες σκέψεις.. ενώ τα δικά µου βλέπουν και πλάγια. Φλόγες λαχτάρας τον καίνε.» Κι' αλήθεια ο Θεός τον είχε πλάσει για τον έρωτα. —« Λοιπόν τα δικά µου µάτια είν' ωραιότερα από τα δικά σου ». γυναίκα. Όταν ασκήτευε ο φιλόσοφος. δοκιµάζεται ο Σωκράτης µε τ' ωραιότερο πλάσµα της αρχαιότητας. Ώραίος. Αλκιβιάδη. κρασί.—« Ξέρεις σε τι χρειαζόµαστε τα µάτια . σκύβει και φέρνει την αγαπηµένη κεφαλή στο στήθος του. δέχονται τις µυρουδιές από παντου. που τις θρέφει η αναγκαστική αποχή της εκστρατείας. Η σύγκρουση του φιλόσοφου µε το ερωτόπαιδo έπαιρνε τώρα τόνο δραµατικό. —« Πώς τάχα . ζητούνται κι' αποφεύγονται. Ορισµένες ώρες της ζωής του ο πειρασµός θα τον περάση από δοκιµασία. µα δεν πρέπει να νικηθή ! Σφίγγει τις γροθιές του ο φιλόσοφος. Η θέληση του κοντεύει να σπάση. Την εποχή της ειδωλολατρείας η παιδεραστία άποτελούσε καθιερωµένη συνήθεια. γιατί τα ρουθούνια σου κοιτάζουν τη γη. Κάθε απόλαυση. Οι δυό αυτοί τρανοί χαρακτήρες έλκονται κι' απωθούνται. . κι' η µύτη µου είν' ωραιότερη από τη δική σου. και µε χείλια. όσο να µατώσουν οι παλάµες. Ο πειρασµός είναι τραγική πραγµατικότητα κάθε ανθρώπου. χαριτωµένος. έτσι καθώς πετάγονται έξω». που τρέµουνε σαν φύλλα. παρά συνδυασµός των δυό. δε βρήκε κείνο που περίµενε. Κοίτα . Απόψε. Ακόµα και το φαρδύ στόµα µου είναι ικανό να δαγκώνη µεγαλύτερα κοµµάτια. έχει κι' αυτή δικαιώµατα. έχει τις ρίζες της στη φύση του ανθρώπου. Τέλος είµαι κι' εσωτερικά ωραιότερος από σένα. που έχεις ρηχή ψυχή ». ακόµα και το σοφώτερο φωλιάζουν σκοτεινές αποθυµιές. τούτη τη θερµή ανοιξιάτικη βραδιά. Το µαγευτικό θέλγητρο της ζωής συνεπήρε και το Σωκράτη. η φύση τούδωσε τέλεια µάτια. Ευδαιµονία δε φέρνουν µήτε µονάχες οι ηδονές. » —« Για να βλέπουµε ». Κι' η σάρκα είναι δηµιούργηµα του θεού. µήτε η ασκητική εγκράτεια. το φωτισµένο πρόσωπο του λάµπει ολόκληρο. ενώ τα δικά µου. ∆εν είν' άγιος. ταράζουν το Σωκράτη. Η οµορφιά κοντεύει να τόνε δαµάση. Ο Σωκράτης µε δυσκολία καταπνίγει τους άντρίκιους πόθους. —« Κι' όµως όλοι µ' αγαπάν εµένα· έτσι µ' έπλασε ο Θεός . » —« Γιατί τα δικά σου βλέπουν ίσια. που νιώθει τον κλονισµό του Ατάραχου. αδάµαστος — το καµάρι της Αθήνας. Η τέλεια αποχή είν' αφύσικη κι' αποκρουστική. —« Μά τότε ο κάβουρας έχει καλύτερα µάτια κι' από σένα ». Το γερό πνεύµα του είναι αδύναµος ίσκιος µπροστά στη σατανική επιρροή της οµορφιάς.. Ο Αλκιβιάδης. γιατί της λείπει η ανθρώπινη παρουσία.. Μέσα στον άνθρωπο. το απίθανο σώµα του αποπνέει αµαρτία. Καθώς κρατά το λυχνάρι.

η ανάγκη της αποµόνωσης. την . Πάνω της δε σάλευαν παρά κάτι λαχανιασµένες σαύρες. Ένιωθε πως είχε «σπάσει ο σύνδεσµος µε την πόλη του και µε την παλιά θρησκεία. πάλι το φώς απόµενε πίσω από τα βλέφαρα.» Κείνη τη στιγµή το ∆αιµόνιο εµπόδισε το Σωκράτη. Μέσα του γινόταν επανάσταση. συγκεντρωµένος στην εσωτερική του ενόραση. είπε. τώρα ήτανε γεµάτη σκασίµατα. κυρτός σαν ηλεκτρική θερµάστρα. δεν είναι καιρός για να ηδονίζεσαι παρά να έτοιµαστης για τη ζωή. που έστεκε παράµερα χωρίς να σαλεύη. ανάµεσα στις καυτές πέτρες. Ήταν έτοιµος νάρθη σε ρήξη µ' όλους. Αποστρέφοµαι το σώµα σου ! » Είπε και βγήκε από τη σκηνή. Η µονότονη ζωή του στρατοπέδου έγινε ακόµα πιο βαρετή. Όταν. Τα µάτια πονούσαν από το θάµπος κι' αν κανένας τάκλεινε. γύρισε ο Σωκράτης στη σκηνή να κοιµηθή. Αλκιβιάδη.. ύστερ' από πολλήν ώρα. τόνε φώναξαν µε τ' όνοµά του. Εκείνο που φοβόταν ως τώρα. που δεν την βρίσκανε µήτε τα βράδια. Το απύθµενο υποσυνείδητο του Αλκιβιάδη αναταραζόταν. κάνοντας κριτική ακόµα και για τους Θεούς. Ο Αλκιβιάδης είχε βαριεστήσει και δεν έβλεπε την ώρα πότε θάρχονταν ενισχύσεις από την Αθήνα να τους αντικαταστήσουν. έστελνε κάτω συγκεντρωµένη την πύρα του. Η γης έχασε λουλούδια και χορτάρι. Ταπείνωσε τον!» Κι' ο Σωκράτης τινάχτηκε πάνω : « Τα νιάτα. Κι' αλήθεια. Η ζέστη άρχιζε µε την ανατολή του ήλιου. Έχω έρωτα µε την ψυχή σου. Ο ουρανός. που τον συγκράτησε από στραβοπάτηµα. οι στρατιώτες τον προσέξανε και µε κατάπληξη έδειχνε ο ένας στον άλλο το φιλόσοφο. µερικοί από τους περίεργους τράβηξαν την κλινοστρωµνή τους προς αυτόν. για να παρακολουθήσουν πόσην ώρα θα βαστούσε ακόµα έτσι στητός. Ο Σωκράτης µεταχειριζόταν τις ατέλειωτες ώρες του καλοκαιριού για να συλλογιέται. γιατί το κατάξερο χώµα κρατούσε ως τα ξηµερώµατα το λιόκαµα. κάθησε στην αµµουδιά κι' ευχαριστούσε τη µυστική φωνή. Κόντευε να τελειώση ο Ιούλιος κι' η Ποτίδαια δεν έλεγε να παραδοθή. σε απίστευτο βαθµό. σαν να ήθελε να πετάξη από µέσα του την προσβολή. Όταν βράδιασε. Μιαν αυγή που τον πληµµύρισε ξαφνικά. µα δε σάλεψε ούτε άµα πέταξαν πετραδάκια στα γυµνά του πόδια. Οι οπλίτες αναζητούσαν λίγη δροσιά. ξεµάκρυνε από τον καταυλισµό κι' ακίνητος διαλογιζόταν κάτι όλο το πρωί. πέρασε τη νύχτα ο Σωκράτης ακίνητος σαν υπνωτισµένος. µα ανήσυχο. « Μήν ξεχνάς την αποστολή σου. Κάτι οπλίτες τον πλησίασαν κι' είδανε το άσκηµο πρόσωπο του ν' άγερολάµνη ονειροπαρµένο. Έλα . εµείς δεν µπορεί να κριθούµε µε τα κοινά µέτρα των ανθρώπων. Σαν µεσηµέριασε. Τράβηξε κατά την παραλία. Κουνούσε το κεφάλι του πέρα δώθε.ψιθυρίζει : —« Ελα. είδε τον Αλκιβιάδη βυθισµένο σε βαθύν ύπνο. Γιά να τον ενοχλήσουν..

Να µεταβάλη το ∆ωδεκάθεο του Οµήρου. αυτό που αναβλύζει από την ψυχή. Ποθούσε ο Σωκράτης να πλάση φωτισµένες ψυχές και κεί µέσα να φωλιάση µιαν αγνή θρησκεία. Στην πραγµατικότητα µόνο το σώµα του βρισκόταν στην Ποτίδαια. η ψυχή του πετούσε µακριά. ο γιος της µαµής.« Αφού µπορεί να βελτιωθή ο άνθρωπος. δίνοντας λίγα στο ∆ηµιουργό. Παρόµοια καινούργια ζωή του « λογικού ανθρώπου ». να µιλά : —« Γελιέσαι. έστω κι' αν γι' αυτό χρειαστή να σπάση την οµορφιά. δώθε . Οι δρόµοι που θ' ανοίξω θ' αλλάξουν τη µορφή του κόσµου ». Η ιδέα της τελειοποίησης του ανθρώπου µε τη λογική. Ενα χλιαρό αεράκι άρχισε να φυσά. το ∆αιµόνιο του. Να ποτίση τους συµπολίτες του φρόνηση και µε τη γνώση να τους οδηγήση σε αρµονία µε το Ανώτατο Ον. Εγώ. . που θέλανε. την ποίηση και τα παραµύθια. για να εύδαιµονίση. που να είναι παράδειγµα αρετής. Η σκέψη του ξεπερνούσε τον υλικό κόσµο κι' έφτανε σε σφαίρες ουράνιες. Τότε άκουσε τη µυστική φωνή. Να τους µάθη µε τη διαλεκτική την ακρίβεια στη σκέψη και να τους δείξη το δρόµο της Επιστήµης. ένα είδος εµπορικής πονηρίας των ανθρώπων. . Έβλεπε το σιγανό µα γιγαντένιο ξεσήκωµα του ανθρώπου. να ζητάν πολλά. Αξέχαστες στιγµές. για να πάρη τη θέση τους θερµή πίστη. που πίστευε πως η δική του επανάσταση θα έκανε αµέτρητες γενεές ανθρώπων να ζήσουν κάποτε ευτυχισµένες . δοκίµασε να τον άλλάξης µε τη γνώση ». θα ξαπλωθή ύστερα σ' όλη τη γη. πίστη σ' έναν ηθικό Θεό. το γεµάτο ελαττώµατα και πάθη. Γύρω του τριζόνια τραγουδούσαν το µονότονο σκοπό τους και πάµπολλες πυγολαµπίδες χάραζαν τρελά σχήµατα στη σκοτεινιά. θα σας µάθω µια πλούσια πνευµατική ζωή. Ήξερε πως σύντοµα θα σβήναν οι ∆ώδεκα Θεοί. συλλογίστηκε. Τούτες τις στιγµές ο Σωκράτης ένιωσε πως κρατουσε το κλειδί της ευτυχίας — τη λογική. για να λευτερωθή από τη γήινη λάσπη. Να δώση στο ∆ία κατοικία ωραιότερη από το χρυσό θρόνο του στον Ολυµπο — θρόνο την ανθρώπινη ψυχή. Με το παράλογο κρατά τους ανθρώπους ο Θεός κοντά του. τώρα την αποζητούσε. Από δώ κι' εµπρός είναι δική του αποστολή να έµποδίση τους συµπολίτες του να ζουν τη συνηθισµένη τους ζωή. κυβερνηµένοι από ένστικτα και φόβους. Σωκράτη. Παρόµοιες απάτες έπρεπε να καταργηθούν. δώθε από τον ακόρεστο πόθο. συγκλονίζει πάλι το Σωκράτη. Θάλεγε στους Αθηναίους : « Θά σας διδάξω τη γνώση κι' η γνώση θα σας σώση. Απέραντη γαλήνη τύλιγε το φιλόσοφο. αν νοµίζης πως η λογική είναι το παν. Η Θρησκεία είχε καταντήσει απλή ρουτίνα από προσευχές.ανελέητη σύγκρουση µεταξύ λογικής και θρησκείας. Ανάγκη να βρεθη άλλη θεότητα. σ' ένα Θεό εσωτερικό. Και το παράλογο χρειάζεται. θα ξεγεννήσω τη λογική. προµήνυµα της αυγής. αν την αποδεχτή η Αθήνα. Τέτοια αίσθηση µιας µοναδικής αποστολής τον έκανε να βλέπη µακριά το µέλλον µιας ανθρωπότητας γεµάτης φώτιση κι' επιστήµη.

Τεχνίτευε τους συµπολίτες σου όσο θέλεις. πρέπει να κάνης καλές πράξεις. µέσα στον όποιο ζουν οι γυναίκες και τα παιδιά. έχει δίκιο το ∆αιµόνιο. θα πιστέψη πως γίνηκε Θεός. η ψυχή.σιγά τον εαυτό του. Να συγχωρής ό. Εχει δίκιο το ∆αιµόνιο. να τόνε βοηθάµε. Ωραίος ο αγώνας του σοφού. µήτε άνθρωποι µπορούν να τις αλλάξουν. Υπάρχουνε µυστήρια που ξεπερνούν την ανθρώπινη. Γιά να τιµήσης το Θεό. Τι ενότητα µπορούσε ν' αποχτήση η ζωή του ανάµεσα στη λογική και στις δεισιδαιµονίες . µαζί. η µοίρα που του ανατέθηκε τούδωσε απ' αυτές τις πλέριες στιγµές που νιώθουν οι αποστολικές φύσεις. Οσο βαρύ και αν έκρινε το πεπρωµένο του.. άµα ανακαλύψουν το δρόµο τους. Όταν κάποιος ύποφέρη. γνώση. είν' αθάνατη. Τώρα ο Σωκράτης κατάλαβε πως ήτανε δυνατό να συνδυάση τη φώτιση µε τα κρυφά βάθη του υποσυνείδητου και πίστεψε πως έλαβε νέα εντολή της αποστολής του : να παλέψη εναντίον της άγνοιας και της κακίας. είναι ψεύτικα. µα µέσα του άρχισε να γίνεται στροφή. πως πιο εύκολα θα ξεπεράση τον εαυτό· του αν διδαχτη. Σωκράτη—µην ξεχνάς. που θα µεταβάλη την κάκητα σε αγάπη και θα σπάση τη µοναξιά της ανθρώπινης καρδιάς. . Η καρδιά του ανθρώπου είν' ανήσυχη όσο να πιστέψη στο Θεό. Όλος ο ενθουσιασµός του για ένα µέλλον γεµάτο φώτιση κι' ευδαιµονία ήτανε λαθεµένος . γνώση κι' αγάπη ». προς την εντολή που έλαβε. πως γνώρισµα του θεού δεν είναι η λογική. Αφού ο άνθρωπος πλάστηκε για να ξεπερνά σιγά . Και τότε θα καταστραφή. Επρεπε λοιπόν να πιστεύη στον « ορθό λόγο » και συγχρόνως να µένη αιχµάλωτος της εποχής του . Ο µέσα κόσµος. όταν λέη πως η πρώτη ιδιότητα του Πλάστη είν' η αγαθότητα. είναι αληθινός όσο κι' ο δικός σου κόσµος της επιστήµης. Η γνώση είναι λαµπρό πράµα. ωστόσο µοιάζει µε τον ήλιο—ο ήλιος τρέφει τα φυτά. Γιά µια στιγµή λογάριασε πως η µυστική φωνή αστόχησε. Αν όµως ο ήλιος προσβάλη τις ρίζες του φυτου. Συλλογίστηκε : «Η µεγάλη υπόθεση δεν είναι η σχέση ανθρώπου προς άνθρωπο. το καίει και το µαραίνει. χάθηκε ο Θεός. Αν ποτέ γεµίση γνώσεις ο όχλος. Η ζωή—όλη η ζωή — είν' ένα χρέος. Εκεί θα βρής τις αιώνιες αλήθειες.από την απόλυτη ελευθερία—µέσα στήν ανάγκη. σταµατάς τις µικρότητες του ανθρώπου προς άνθρωπο. Να κατηχήση τη φώτιση και την αγάπη — κι' ας πεθάνη . Αναγάλιασε από ευδαιµονία κι' οι λογισµοί του ξαστέρωσαν. το δρόµο της ∆αµασκού. από το φώς του ζούνε και µεγαλώνουν. Αν σταυρώσουν οι άνθρωποι τα χέρια κι' αδιαφορήσουν για τον πλησίον. µα του άνθρώπου προς το Θεό.τι σου φανή γελοίο στη θρησκεία.. που µήτε καιρός. Με τούτη την εντολή κάρπισε η ψυχή του φιλόσοφου. Κανονίζοντας τη θέση σου προς το Θεό. ∆έξου τη λαϊκή λατρεία σαν ανάγκη και µάθε πως ο φανταστικός κόσµος. τα φαινόµενα. αλλά πρόσεχε! Μήν ταράζης το νού της αδύνατης ανθρωπότητας. Ο έξω κόσµος. Από δώ κι' εµπρός θα βρίσκεται σε ειρήνη . . παρά η αγαθότητα .» Αυτά τα λόγια είπε το ∆αιµόνιο κι' άφησε το φιλόσοφο σε παραζάλη.

τον καιρό της Περσικής εισβολής.µε τον εαυτό του. Αν γινόταν τότε Συνέλευση στην Πνύκα. ο Σωκράτης συνήλθε από την έκσταση του. Κι' όταν ανάτειλε ο ήλιος και τον έλουσε το αυγινό φως. Σαράντα χρόνια πολιτευόταν ο Ολύµπιος κι' είχε περάσει πολλά βάσανα.τι µπορούσε να µεταφερθή. Ήσυχος κι' ακλόνητος ο Ολύµπιος αδιαφορούσε για την καταλαλιά . κατηγορώντας τον αίτιο του κακού. οι Πελοποννήσιοι κήρυξαν τον πόλεµο και ξεκίνησαν να πολιορκήσουν την Αθήνα. Ο Περικλής είχε φροντίσει έγκαιρα. κι' ύστερα προσευχήθηκε στο µεγάλο άστρο : —« Ηλιε αγαπητέ. ζήτησαν να τους αφήσουν να χτυπηθούν µε τους Πελοποννήσιους. όµως οι σηµερινές έγνοιες έµοιαζαν µ' αγκάθια. όπου οι άµυαλοι τον καταγέλασαν. οι πολίτες θα παίρνανε παλαβές αποφάσεις. Ψηλά από τα τα τείχη βλέπαν οι Αθηναίοι την καταστροφή και τους θεόρατους καπνούς από τις πυρκαγιές. στους Ναούς. στις αποθήκες. να ξεριζώνουν τ' αµπέλια και να κόβουν τις ελιές. Οι Αχαρνείς. οι χωριάτες απαρνήθηκαν πάλι σπιτικά και την καλοφροντισµένη γη τους και. Είπε και γύρισε στο στρατόπεδο. κατά το πρόγραµµα του.όπως τους πρόσφυγες. ξωµάχοι ρωµαλέοι και πολεµικοί. µα ο Περικλής τους σταµάτησε. ο Περικλής απαγόρεψε τη Συνέλευση των πολιτών και πήρε πάνω του όλα τα βάρη. άξίωσέ µε να έχω ψυχική οµορφιά. Με αρχηγό το βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαµο πάτησαν τον κάµπο της Ελευσίνας κι' από τα φαράγγια της Πάρνηθας πέρασαν και κατέλαβαν τις Αχαρνές. όπου δεν υπήρχαν αρκετά σπίτια να τους φιλοξενήσουν και όπου βόλεψαν όπως . Ετσι. Κάνε µε να θεωρώ πλούσιο µόνο το σοφό και δώσε µου περίσσια σωφροσύνη ». Οι εχθροί άρχισαν να καίνε τις Αχαρνές. τον άναντρο δικτάτορα. να κρίνη που βρίσκεται. µαζευόταν στην Αγορά και κεί γκρίνιαζε. σε πρόχειρα στηµένες παράγκες. πρίν φανή ο εχθρός. XVII Ενώ οι Αθηναίοι πολιορκούσαν την Ποτίδαια. 3. να φέρη µέσα στην πόλη τους χωρικούς της υπαίθρου.000 σπίτια. Όπως δυο γενιές πρίν. άνάβλεψε γύρω του. η Αθήνα µπήκε από µόνη της σε κατάσταση πολιορκίας. αξίωσε µε να είµαι σε αρµονία µε τα εξωτερικά πράµατα και γέµισε την καρδιά µου αγάπη. Επειδή τώρα ήταν ανάγκη ένας νους να κυβερνά το κακοκαρδισµένο πλήθος. ολότελα έρηµες. κουβαλώντας ό. µε το Σύµπαν και µε το Θεό. Γιά τους συνηθισµένους στον αγροτικό βίο ήτανε βαρειά η ζωή στην κατάκλειστη πόλη. µα τώρα που δεν µπορούσε ο λαός να πη τη γνώµη του. συµµαζεύτηκαν µέσα στα τείχη της πρωτεύουσας.

Ωστόσο. τούτος ο λοιµός έσπασε κάθε δεσµό. ενώ τα παράλια της Πελοποννήσου τα είχε στη διάθεση του ο στόλος.. που τράβηξαν κατά την πατρίδα τους.τι του έκαµαν οι εχθροί. Όταν γύρισε ο Σωκράτης µε τον Αλκιβιάδη από την Ποτίδαια. Αφού αναστάτωσαν και κατάκαψαν την Αττική. εξόπλισε 100 πολεµικά.Χ. το θανατικό έκανε θραύση. Αλλά τότε ξέσπασε πρωτάκουστη συµφορά. στην πανηγυρική ταφή εκείνων που πέσανε κατά τον πρώτο χρόνο.του όχλου. Χτυπούσε τους πολίτες ξαφνικά.000 οπλίτες µπήκε στη χώρα των Μεγάρων κι' ό. αξιώθηκε να εκφωνήση τον επιτάφιο λόγο. πήρανε νέο θάρρος. Τότε στράφηκε εναντίο τους ο Περικλής. Τόση τροµάρα προξενούσε το θανατικό. βρήκε ευκαιρία ο Ολύµπιος να µεταφέρη το λόγο από τους νεκρούς σ' έπαινο της πολιτείας. αφήνοντας πίσω τους ρηµαδιό. που απόδειξε πως το Άστυ ήταν απρόσβλητο από ξηρά. όλο γύρω ως τον Κορινθιακό κόλπο. Ετσι τέλειωσε ο πρώτος χρόνος του πολέµου. έκαµε κι' αυτός στους µισητούς Μεγαρίτες. Στίβα οι άταφοι. κυρίευε κεφαλή και φάρυγγα. ώστε την άλλη άνοιξη. ώστε φίλοι και συγγενείς παράταγαν τους δικούς των αβοήθητους. πέφτανε στη θάλασσα να δροσιστούν και πνίγονταν. Αλλά . κόσµο συνωστισµένο κι' ακάθαρτο από την έλλειψη νερού. που οι άνθρωποι. Αναγκάστηκαν λοιπόν να γυρίσουν πίσω. τα γέµισε στρατό και λεηλάτησε τα παράλια της Πελοποννήσου. Η θέα του στόλου µε τα µεταγωγικά. Οι πολίτες κατατροµαγµένοι µε το να βλέπουν πως δεν υπήρχε διαφορά ανάµεσα σε θρήσκους και άσεβους. . λησµόνησαν και Νόµους και αίσθηµα τιµής. που για χατίρι της θυσιάστηκαν. Επειδή λιγοστοί πολίτες είχανε σκοτωθή. Εκείνο που τους φαινόταν αφόρητο πέρσι. Μάταια ζητούσαν οι Ιερείς να σώσουνε την πόλη µε λιτανείες και λιβανωτά. έφυγαν όπως φεύγουν οι ακρίδες. Άµα τον άκουσαν. . Η αρρώστια διαδόθηκε από την Αφρική στον Πειραιά κι' από το λιµάνι πέρασε στο Άστυ µε καταπληκτική ταχύτητα. όσοι δεν ξεψυχούσαν τρελοί από την καούρα. οι Αθηναίοι ύπόµειναν τις καταστροφές µε µεγαλύτερη καρτερία. φθινόπωρο του 430 π. αφού όλους εξ ίσου τους θέριζε το θανατικό. καθώς ύµνούσε τ' αγαθά της ∆ηµοκρατίας κι' έδειχνε στους άστατους Αθηναίους µιαν ιδανική εικόνα του εαυτού των. Ενώ συχνά συµβαίνει µια θεοµηνία να συνενώση το λαό. Την πέµπτη µέρα τόσο έκαιγε το σώµα. κι' οι νεκροί είχαν καταβρωµίσει στην πόλη. Και τα λόγια του ήταν όµορφα. φόβισε τους εχθρούς. παρ' όλες τις έναντίο του επιθέσεις. Στρατηγώντας 20. σαν ξαναφάνηκε ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρχίδαµος µε το στρατό του κι' άρχισε πάλι να κόβη όσα δέντρα δεν είχε λιανίσει την προηγούµενη φορά. Η αρρώστια άδειαζε τα σπίτια και γέµιζε τον Άδη. που θάµεναν ανυπεράσπιστες στη διάθεση της θαλασσοκράτειρας. για να ήρεµήση τα πνεύµατα. . σαν συλλογίστηκαν τα δικά τους σπίτια και τις δικές τους οικογένειες. φέτος το βάσταξαν θαρρετά. κατέβαινε από το στήθος στην κοιλιά και γέµιζε το σώµα έλκη. κι' ανάλογα µε το χαρακτήρα τους. Ακόµη και το ίερώτατο καθήκον της ταφής το λησµόνησαν. Χολέρα. Γι' αυτό ο Περικλής. γιατί βρήκε κατάλληλο έδαφος.

κι' έτσι. Ο καλός Κρίτων τούδειξε απελπισµένος τις όχτες του Κηφισού. που τη βλέπαν εξουσιασµένη από δύναµη αόρατη. έµαθα στη φτώχεια και την αποζητώ. Λάδι έδιναν βραβείο στους αγώνες. που τώρα τις κυρίευε ξέφρενη λαχτάρα για τη ζωή. Οι συντηρητικοί κι' οι φιλολάκωνες χρησιµοποίησαν. για να δείξουν µε περηφάνεια πως ήτανε µεγαλοχτηµατίες ελιάς. Το βούτυρο το θεωρούσαν τότε πρόστυχη τροφή. να τρέξη. για να µή νιώθω ανάγκες ». Πάει στην Αγορά και βρίζει τον προδότη Περικλή. —« Μη νοιάζεσαι για µένα. µέσα σε λίγους µήνες. Οι µανιασµένοι χωριάτες βρήκανε στην αγορά ανταπόκριση από τους έµποράκους. Πεινούσαν οι φτωχοί. Είδε στα πηγάδια µεγάλο συνωστισµό—ετοιµοθάνατοι πέφτανε µέσα να δροσιστούν. τρελή από τον πόνο. εκεί που άλλοτε φούντωνε ο πλούσιος ελαιώνας του.βράδυ. τι έκανες τις ελιές µας » . Οι χωριάτες που τα κατείχαν άντίκρυζαν την καταστροφή και πονούσε η καρδιά τους. µε µυρωµένο λάδι άλειβαν το σώµα. ∆έκα χρόνια τις φρόντιζε και φέτος έµελλε να του δώσουνε καρπό. αποκρίθηκε ο φιλόσοφος. Σέ διπλανό λοφάκο απόµεναν λίγες ελιές. ήτανε το βόδι των αρχαίων. Μαύρες ελιές τρώγανε µεσηµέρι .άλλοι νοιάζονταν µόνο για τη ζωούλα τους. Η ελιά. φυτό ιερό. σ' έναν πύργο του τείχους. Κάνει να βγη. για να . Εκεί ψηλά που στέκονταν οι δυό τους. Κι' άλλοι καταστραµµένοι αγρότες ενώνονται µαζί του και φωνάζουν : —« Ατιµε. χωρίς ένα δέντρο. του είπε. απ' αυτό φώτιζαν τα δωµάτια. ενώ το χρήµα δεν προστάτευε κανέναν πλούσιο από τη χολέρα. πριν από το κρασί. Τώρα δεν έχω τίποτα ούτε για να θρέψω τα παιδιά µου. Τα οικόσηµα πολλών ευγενικών σπιτιών εικόνιζαν ελαιόδεντρα η λαγήνια λαδιού. µε κλωνάρι ελιάς στεφάνωναν τους νικητές και το κυριότερο προϊόν της Αθήνας για την εξαγωγή ήτανε το λάδι. Κατά το Χολαργό Πελοποννήσιοι ξερίζωναν αµπέλια. και µέσα στη πόλη να βασιλεύη φοβερός εχθρός. —« Καταστράφηκα. αγνώριστη. Είδε µια νεαρή µητέρα µ' ασπρισµένα µαλλιά να σέρνη πίσω της. άλλοι ξέπεφταν σε κάθε φαυλότητα. σταµάτησαν τα φτασίµατα. άρχισαν να λείπουν τα τρόφιµα. Κοιτάζοντας κατά την πεδιάδα έβλεπε την Αττική καµένη. ενώ άλλοι αντλούσαν κι' έπιναν από το µολυσµένο νερό. µ' αυτό µαγείρευαν. Ο πολίτης που τις είχε φυτέψει τηθοχτυπιόταν. να προλάβη να τις σώση. Το µολυσµένο λιµάνι του Πειραιά το φοβήθηκαν οι ξένοι έµποροι. φωνάζοντας πως τα πηγαίνει περίπατο. κλέβοντας τα έρηµα νοικοκυριά η ξεφαντώνοντας µε πριν τίµιες γυναίκες. ήτανε µαζεµένοι και άλλοι πολίτες. Τώρα λίγος καπνός έβγαινε από τ' αποκαίδια. Οι εχθροί τις έκοβαν. ούτε σένα να βοηθήσω ». Τόν εµποδίζουν. δεµένα µε σκοινί τα δυό νεκρά παιδιά της. Σέ τέτοια κατάσταση βρήκε την αγαπηµένη πόλη ο Σωκράτης. ακαλλιέργητη.

αφάνισε τον ενωµένο στόλο της Πελοποννήσου. που τ' αγνοούσαν ως τότε. Ο στόλος υπό τον Φορµίωνα. Τέλος του ζήτησαν να ξαναγυρίση στην πολιτική. —πέθαναν τα δυό παιδιά του. τάχα. Μα οι αντίπαλοι του. Ωσότου. καθώς έδειξε στον πατέρα του συµπτώµατα από την κυκλοφορία του αίµατος. Γύρισε σπίτι του. συνηθίσει να τους κυβερνά άντρας δυνατός. Και ο Αρχιερέας ∆ιοπείθης κέντριζε τη δεισιδαιµονία του. Οι Αθηναίοι είχαν. χωρίς να κοκκινίζετε. επιστηµονικό ταλέντο. κανένας πολίτης δε γίνεται να ευτυχήση. κάλεσε από την Κώ τον περίφηµο Ιπποκράτη. Η χολέρα πήρε και την αδελφή του και πολλούς πιστούς συνεργάτες. παρά ο µικρόψυχος. τούτη την απελπισία του λαού. Μετέχω στη λύπη σας για κείνους που χάσατε. συγκάλεσαν Εκκλησία του ∆ήµου. σε ναυµαχία που έµεινε κλασσική στα ναυτικά χρονικά.Αυτοκράτορα. Γιά να τον δαµάση ο Περικλής. µόλις 13 ετών αγόρι. για να ελέγξουν. στάθηκαν ανίκανοι να διοικήσουν. ενώ σεις αλλάξατε. καταδίκασε ο λαός τον Περικλή σε βαρύ πρόστιµο ( 300. Αν ξεπέση η πόλη µας εµπρός στη Σπάρτη.000 δολλάρια ). τόσος ήταν ο πόθος του µαραµένου λαού να του παραδώση πάλι την εξουσία. Γιατί δειλιάσατε . Παρά την απαγόρεψη του Περικλή. τους είπε. όσ' απόχτησαν οι πατέρες σας µε τόσους κόπους. που δεν είχε να το πληρώση. Βέβαια µας βρήκε αναπάντεχα ο λοιµός. Ντροπή σας να παραπονιέστε για τα περιβόλια που κάηκαν. Οσο συχνότερα παρουσιάζονταν στη Συνέλευση. όλα τα δικαιολογητικά σε τάξη. ενώ η Πελοπόννησος παράµενε αµόλυντη. Εκείνη όταν χάσετε. που ζήτησε να γίνη ειρήνη. ώστε τον ονόµασαν Στρατηγό . Ενα µόνο κακό δυνάστευε πάντα το Άστυ —ο απαίσιος λοιµός. κατά την κρίση των αντιπάλων του. Αµέσως φάνηκε η διαφορά. Σύµφωνα µε το Νόµο καθαιρέθηκε από Στρατηγός. ικανοί στις ραδιουργίες. ∆εν άργησαν να γυρίσουν τη δυσαρέσκεια της φτωχολογιάς σε φανερή στάση. ήτανε γιατροί στο Ασκληπιείο της πατρίδας τους. Επειδή δε βρέθηκαν. εγκαταλείποντας. επειδή ο αµαρτωλός Περικλής είχε κινήσει την οργή των Θεών. Κι' οµως ο δηµαγωγός Κλέων κατάφερε να καθίση τον Περικλή σε δίκη. Πραγµατικός πλούτος είναι µόνο η ελευθερία. τόσο φανερώτερη γινόταν η διαφορά ανάµεσα σ' αυτούς και στον Περικλή. Οι προγονοί του. κι' ως χρεώστης του ∆ηµοσίου έχασε και τα πολιτικά του δικαιώµατα. Ετσι εξηγούσε πως µόνο η Αθήνα υπόφερε. Αποτραβηγµένος έζησε κάµποσους µήνες µε µόνη σύντροφο την Ασπασία. κι' ο µικρός Ιπποκράτης φανέρωσε. τόσα χρόνια τώρα. Τα υλικά αγαθά που σας καταστρέφουν oι Σπαρτιάτες δεν αποτελούν το µοναδικό πλούτο. όπου τόνε χτύπησε νέα συµφορά. Ο Περικλής ανέβηκε στο βήµα αυστηρός κι' αξιοπρεπής : —« Εγώ έµεινα πιστός στη γραµµή µου. Γρήγορα η φήµη του ξεπέρασε το νησί κι' όταν αρρώστησε βαριά ο βασιλιάς της Μακεδονίας . λέγοντας πως ο Απόλλων έστειλε το λοιµό. όµως δε σας επιτρέπω ν' αποζητάτε την ειρήνη. Αρνήθηκε. τη διαχείριση από τα οικονοµικά του ∆ήµου. τότε θάχετε χάσει τα πάντα ».ρίξουν το µισητό Περικλή. Αξίζει περιφρόνηση όχι ο θαρραλέος. είκοσι ολόκληρες γενιές.

Κατάλαβα πως τους προστάτευε η φωτιά. κόπρανα. µακριά από τους βάλτους. ο Ιπποκράτης για την πνευµονία εφάρµοσε πνευµονοθώρακα από κύστη βοδιού. ό. Μιά µέρα που περιποιόταν το συνοµήλικο και φίλο του ιστορικό Θουκυδίδη. » τόνε ρώτησε ο Σωκράτης. Υστερα πρόσεξα. για να σταµατήσουν τις πνευµονίες δίναν αίµα παρµένο από τ' αφτί γαϊδάρου. µέθοδο απαλλαγµένη από κάθε δεισιδαιµονία. Η επιδηµία είχε κοπάσει. µα εδώ και κει άρπαζε ακόµα µερικούς. Γιά τον τεταρταίο πυρετό είχανε γιατρικό να καταπιή ο άρρωστος την πρώτη ανεµώνη που θα συναντούσε. και για τους έλώδεις κρεµούσαν στο λαιµό του αρρώστου φυλαχτό µε το µακρύ δόντι µαύρου σκύλου. κάθε άρρωστος δέχεται την ίδια πάθηση µ' άλλον τρόπο. Ορισα να φέρνουν κάθε µέρα καθαρό νερό από το νησί της Αίγινας. Μίλησαν πολύ κι' ο Σωκράτης ωφελήθηκε από τις γνώσεις αυτού του ξεχωριστού ανθρώπου. από τη γεύση. πριν περάσουν τρεις µήνες. —« Όπως πάντα—µε την παρατήρηση. Ητανε ψηλός άντρας. Ασία.τι άγγιζε ο άρρωστος και προπάντων τους πεθαµένους. ειδικό να κάνη ανάλυση ούρων µε το στόµα.Πέρδικας ο Β' και κανένας δεν κατάφερε να τον γιατρέψη. Γιά τους έλώδεις πυρετούς έστελνε τους παθιασµένους στα βουνά. ∆εν µπόρεσα ν' ανακαλύψω την . Να καίνε τα µολυσµένα ρούχα. µα στον Ιπποκράτη ανήκει η τιµή. Με ψυχανάλυση. Στην Αθήνα. τις παραµικρές λεπτοµέρειες. και τους έδινε σίδερο για δυναµωτικό. µορφή δέρµατος. ότι µετάτρεψε τις σκόρπιες συνταγές σ' επιστήµη. καθώς είπε του Σωκράτη. που του έµοιαζε. ∆ιάταξα να σταµατήσουν οι λιτανείες και να πάρουν oι πολίτες στα χέρια φωτιές. τον θεράπευσε. που δεν άργησε να διαγνώση πως η αρρώστια του ήτανε ψυχική. γιατί. τα στρώµατα.τι πάσχιζε να µάθη για την ψυχή ο ένας. ό. µε το κεφάλι αναγερτό στον άριστερόν ώµο κι' όψη θλιµµένη από την αδιάκοπη θέα του ανθρώπινου πόνου. Πριν απ' αυτόν υπήρχαν βέβαια στοιχεία ιατρικής από την Αίγυπτο και τη Μ. για να µελετήση τις αντιδράσεις του. ορίζοντας µέθοδο βασισµένη στην παρατήρηση συνάµα όσο και στη φιλοσοφική σκέψη. βαριά χτυπηµένον από τη χολέρα. σταλµένος από τον Περικλή να σώση το Θουκυδίδη. νύχια. που ίσως τότε να εφαρµόστηκε για πρώτη φορά. το πειραµατιζόταν στο σώµα ο άλλος. Πρόσεξα πως απ' όλα τα επαγγέλµατα οι σιδηρουργοί δεν προσβάλλονταν. επειδή το θεωρούσαν ζώο αντισηπτικό. Πριν απ' αυτόν. Εµαθε να εγχειρίζη τον καταρράκτη των µατιών και να κάνη λαπαροτοµίες. Ο Σωκράτης άκουσε από το ίδιο το στόµα του µε τι τρόπο το πέτυχε. Αντίθετα. κι' είχε ένα δούλο. Αυτός πρώτος αναγνώρισε τους καοήθεις όγκους και τους ονόµασε « καρκίνο ». —« Και πως κατάφερες να µας σώσης από το λοιµό . κάλεσαν τον Ιπποκράτη. µπήκε µέσα ο Ιπποκράτης. Ο Ιπποκράτης κάθησε τρεις ολόκληρες µέρες κοντά στον άρρωστο. Ολα τα παρατηρούσε. πως όσοι κατοικούσαν κοντά στα πηγάδια µολύνονταν όλοι. κατάφερε να σταµατήση το λοιµό. γιατί.

σαν να µπήκε στα σώµατα ένας µεγάλος άρχοντας. Οι τρεις µέρες που έµειναν στο προσκέφαλο του Θουκυδίδη οι δυό αυτοί Ελληνες. αποτελεί πράξη φυσική. που πλάκωσε την Αθήνα. κάποιο ∆ηµόκριτο. ακόµα και το καλό. τελευταίο της θύµα. γιατί.» —« Εµένα. Ποτέ. στάθηκαν αρκετές για να τους δέσουν µε στενή φιλία. κι' αυτή η γενική βουβαµάρα έδειχνε καλύτερα από κάθε άλλο τον απέραντο πόνο. Μη λυπάσαι πως χάθηκαν τόσοι συµπολίτες σου. Ιπποκράτη. Αν έζούσα διακόσια χρόνια. Πέθανε Οκτώβριο του 429 στην αγκαλιά της Ασπασίας κι' ο χαµός του αναστάτωσε το Άστυ. κουρεία. Αν ποτέ έρθη στην Αθήνα. Ξεψυχούσεν ο Ολύµπιος και γύρω του µαζεµένοι φίλοι απαρηγόρητοι συλλογίζονταν ανήσυχοι.σιγά τον ξέκανε. οταν αρρώστησε ο Περικλής. Βλαβερή καταντά η κατάχρηση του γάµου. γυµναστήρια. από βρασµό θυµού. —« ∆ύσκολη η τέχνη µου. ο Περικλής που τους άκουσε. Εχει µια καταπληκτική θεωρία για τη µορφή του κόσµου. θέλει « συµµετρία ». θ' αρρωστήσης. όµως είδα πως. Ο Περικλής ήταν προσωπικότητα. Η χολέρα όχι σε λίγες µέρες. που απαγόρευε να εκδηλωθή διαφορετική αρρώστια. Τού εξήγησε πως ο ανθρώπινος οργανισµός. Είχε φύγει ο µεγάλος θεραπευτής από το Άστυ. Ενώ τον θεωρούσαν αναίσθητο κι' επαινούσαν τις µοναδικές του αρετές. που του γιάτρεψα πέρσι τα µάτια. Το να πλαγιάζης µε γυναίκες. τι θ' απογινόταν η θαλασσοκράτειρα χωρίς αυτόν.. . που απόµεινε ξέπνοο. αρρώστιες. ίσως γινόµουν τότε σπουδαίος επιστήµονας . αφού έσωσε το Θουκυδίδη. Αυτά που µούπες πλάτυναν το νού µου ». σε αντεκδίκηση.. είν' εχθρικό στο σώµα. σε µεγάλο βαθµό δοσµένο. σταµάτησαν όλες oι άλλες. µα σιγά . µήτε τη µοντέρνα πολιτική του. ζήτα να τον γνωρίσης. Ετσι βελτιώνει η φύση το ανθρώπινο γένος ». αποφυγή δηλαδή από υπερβολές. για να ύγιαίνη. Με χαρά άκουσε ακόµα ο Σωκράτης να του µιλά ο γιατρός για τη θεωρία του « περί διαίτης » και πως κάθε πράµα. τόσον καιρό τώρα που ζώ στην πόλη σας. κι' ό. εγώ δεν είµαι τίποτα µπροστά σ' ένα στοχαστή από τ' Αβδηρα. Και την ώρα που έφευγε ο γιατρός. παρά πως καµιά φαρµακερή επίθεση των αντιπάλων του δεν τον παράσυρε.τι είναι φυσικό δε βλάφτει. γιατί δεν ανάφεραν το άριστο απ' όσα έπραξε : « Σαράντα χρόνια που πολιτεύτηκα κανένας Αθηναίος δε φόρεσε µαύρα εξ αιτίας µου ». Γιά µέρες κλείσανε µαγαζιά. Αλλά και καθαρό νερό να παραπιής. που γύρω του συγκέντρωσε όλους τους κύκλους της ζωής. µού προξένησες όσο καλό έκανες και στο Θουκυδίδη. φιλόσοφε. πεθαίνουν οι αδύνατοι κι' επιζούν οι γεροί. κανένας δε µούκανε µεγαλύτερη εντύπωση ». έτσι απάντησε στο Σωκράτη όταν τον ονόµασε «Σωτήρα». ρώτησε µ' ασθενική φωνή.αιτία του λοιµού. Μήτε τ' απαράµιλλα κτίσµατα. —« Φίλε. µήτε τις λαµπρές στρατηγίες. του είπε. σφαλερή η πείρα κι' η ζωή λιγοστή. θεωρούσε σηµαντικά ο Ολύµπιος.

Παρόρµησε τους Αθηναίους σε δράση. αντίκρυ από το ιερό της νύµφης Βασίλης. τους περισσότερους γνωστούς του. µε πόση ευκολία! Παίζοντας.» —« Να. µουσική και θέατρο µπορούσαν να καλυτερέψουν τους αµόρφωτους κι' ανέβασε τους πολίτες στην κορυφή της ζωής. που µόνο σύγχρονα κράτη µπόρεσαν να το ξεπεράσουν. Μιά µέρα µπήκε στην παλαίστρα του Ταυρέα. κι' ύστερα έπιανε συζήτηση µε τους νέους. διηγήσου µας τι έγινε κει πάνω. νευρικός καθώς ήταν.. Το αθάνατο έργο του υπηρέτησε την ανθρωπότητα. από την πείρα πως µόνο οι πολύ γεροί άντεξαν τη χολέρα. Κατάλαβε πως ποίηση. βιοµηχανία. ναυτικό. που τόνε χαιρέτησαν από µακριά. την έκανε να χάση τον έλεγχο της ιστορίας της. γλύτωσες από την Ποτίδαια . έτρεξε κοντά του. χάραζε ο Ολύµπιος τους νέους δρόµους. Ό παλιός µαθητής του Χαιρεφών. όπως βλέπεις. γλύτωσα . τον άρπαξε από το χέρι και: —« Σωκράτη. γιατί. Ένστικτο τους κίνησε προς τα σπορ. φιλοσοφία. Ό Σωκράτης ξανάρχισε κι' αυτός να πηγαίνη στα γυµναστήρια. κι' εκεί βρήκε πολλούς. αλλά και τους συγκρατούσε κάθε φορά που χρειαζόταν. oι Αθηναίοι ξαναπήραν τις συνήθειες τους και πριν απ' όλες το να γυµνάζωνται. Με µάτι προφητικό ένιωσε πως ξέπεφτε ο παλιός πολιτισµός. του είπε. εµπόριο. Ήξερε πως τα µεγάλα χρόνια δε διαρκούν πολύ. . Πάντα oι Αθηναίοι ασκούσαν το σώµα τους. ήταν ανάγκη να διατηρή το σώµα του µε τη γυµναστική δυνατό κι' ετοιµοπόλεµο. για να προβάλη καινούργιος. σε µιαν ευτυχισµένη πόλη ν' άνθούν όλα µαζί. µα ο θάνατος του ορφάνεψε την Αθήνα. Έλα. δηµοκρατία.. γι' αυτό προσπάθησε να καρπωθή το παρόν όσο γινόταν περισσότερο. * Κοντά στη γέφυρα της Λεωφόρου Συγγρού.» —« Μά εδώ µάθαµε πως οι µάχες ήτανε σκληρές και πολλοί σκοτώθηκαν. στις όχτες του Ιλισού*. τόσο πλούσιο. πάντα πρόθυµος να διδάξη. Καί µε πόση χαρά. πως. απόλαβαίνοντας την οµορφιά των αθλητών. άλλος από δω κι άλλος από κει. λαός που ζούσε ζωσµένος από εχθρούς κι' ανάµεσα σε δέκα φορές περισσότερους δούλους από τους πολίτες. Εκεί παρακολουθούσε για λίγο το πάλεµα.τι δε συµφωνούσε µε το πέρασµα του καιρού. δικαιοσύνη. διορθώνοντας ό. —« Όσοι κι' αν σκοτώθηκαν στην Ποτίδαια είναι τίποτα µπροστά στις χιλιάδες που θανάτωσε ο λοιµός εδώ. Καί. Πέτυχε τούτο το θαύµα. XVIII Σαν πέρασε η θεοµηνία του λοιµού. τέχνες. Ανύψωσε την Αθήνα από χωρίο σε κοσµοπολίτικο κέντρο. γιατί δε µάθαµε λεπτοµέρειες ».

η και στα δυό. τώρα και δυό µήνες. πρόσεξε κατά την πόρτα να συνωστίζεται κόσµος κι' αποκρίθηκε : —«Όσο για τους ωραίους.» —« Κρυβόµουνα. Έπειδή είµαι φιλάσθενος.Μά έχω γυρίσει. τροµοκρατήθηκα από τη χολέρα. —«Έ. παρακαλώ ». Στην ηλικία που βρίσκεται. έχασκαν εµπρός στό Χαρµίδη. » —«Τόν ξέρεις. θα του αρέση η συζήτηση». Πώς δε σε είδα . Σωκράτη. Σωκράτη ». σύντοµα θα πληροφορηθής. » ρώτησε ο Κριτίας. Έτσι λέγοντας. λές και θαύµαζαν άγαλµα. Όχι µόνον οι άντρες µα και τα παιδιά. αποκρίθηκε ο Κριτίας. αφού έρριζε µατιές γύρω. » ρώτησε ο Χαιρεφών. —« Βέβαια. Άφού τους διηγήθηκε τις µάχες. τον Κριτία. η σε οµορφιά. —« Και σ' αυτό είναι τέλειος. Ό Κριτίας διάταξε το δούλο του : —« Σύρε και κάλεσε το Χαρµίδη. έκανε ο φιλόσοφος. είπε ο Σωκράτης. —« Ποιόν λές . αν είχαν αναδειχθή κανένας σε µάθηση. εκείνου που θεωρείται σήµερα ωραιότερος ». θα σου φανή σα να µην έχη πρόσωπο. όλοι στράφηκαν να τον κοιτάξουν. Σωκράτη. —« Φώναξε τον. κάθησε και πές µας πως έσωσες τον Αλκιβιάδη ». —« Ποιό . —«Ασυναγώνιστος θα είναι ο νέος. Πές του πως θέλω να του συστήσω ένα . λοιπόν. Χαιρεφών. για τους νέους. τράβηξε το ∆άσκαλο του ως έναν πάγκο και τον κάθισε δίπλα σ' άλλον µαθητή του. —« Γιατί λοιπόν να περιµένω να θαυµάσω το σώµα του. Σωκράτη . όταν θα γυµνωθή. Πραγµατικά. τον ξάδελφο µου το Χαρµίδη. Ό Κριτίας. αν έχη ακόµα ένα προτέρηµα». γιατί αυτοί που µπαίνουν τώρα είναι θαυµαστές. όσα ρωτούσε καθένας τους.. γιό του Γλαύκωνα ». —« Αν έχη και ψυχή ωραία ». αντί να γυµνώσουµε την ψυχή του . ήρθε η σειρά του Σωκράτη να µάθη. —« Θαυµάσιο ». ακόµα και τα µικρότερα. Κρυβόµουν. τι απόγινε στην Αθήνα η φιλοσοφία και. αλλά ήταν ακόµα µικρός σαν έφυγες. Έλα. γιατί και στη φιλοσοφία έχει κλίση και δείχνει ταλέντο ποιητή ». —« Πώς βρίσκεις το πρόσωπο του. Τόσο οι γραµµές του είναι τέλειες ». µόλις µπήκε µέσα τούτος ο έφηβος. στα δυό χρόνια που έλειψε.

στράφηκε ο Χαρµίδης και κοίταξε το φιλόσοφο στα µάτια. Έτσι κι' έγινε. . —« Θά ήµουν ασυγχώρητος αν δεν τόξερα. Ό Χαρµίδης ωστόσο κάθησε ανάµεσα στο ∆άσκαλο και στον Κριτία. που ο Σωκράτης τάχασε. » Κοκκίνισε ο Χαρµίδης κι' έδειξε οµορφότερος. ονοµαστές για σπουδαίους άντρες που γέννησαν. µ' ένα βλέµµα τόσο παρακλητικό. κι' αυτήν πρέπει κυρίως να προσέχουµε ». Μού έλεγε. ώστε να φέρη τον έφηβο κοντά του. Μα το σώµα δε γιατρεύεται χωριστά από την ψυχή. αφού µπόρεσε να δαµάση τους πόθους του. πως ο Χαρµίδης είναι ανώτερος από τους συνοµήλικούς του. συνέχισε ο φιλόσοφος. γιατί καθένας από τους καθισµένους άρχισε να σπρώχνη µε δύναµη το διπλανό του για να κάνη θέση. µε δίδαξε πως. µα τότε. συµφωνάς µε τον Κριτία πως έχεις σωφροσύνη η νοµίζεις πως σου λείπει . » —«Όχι. Σέ προειδοποιώ όµως. —«Το πιστεύω. τραύλισε ο ∆άσκαλος. µα και στη σωφροσύνη ». —« Πολύ καλά ». και τα καλά και τα κακά. τότε που σ' έβλεπα µε τον Κριτία ». Με τον ερχοµό του διασκέδασε ο Σωκράτης. Απάντησε µ' ευγένεια : —« ∆εν πρέπει να παινέσω τον εαυτό µου. Σέ πειράζει να προσποιηθής το γιατρό. Χαρµίδη. Σέ θυµάµαι δά κι' από παιδί. δεν πρέπει να θεραπεύουµε µόνο το µέρος αλλά ολόκληρο το σώµα. είπε τέλος ο Σωκράτης.γιατρό ». Μιλάµε συχνά για σένα µε τους συνοµήλικους. όχι µόνο στην οµορφιά. Σωκράτη. άποκρίθη ο Χαρµίδης. Και γυρίζοντας στο Σωκράτη : « Μούλεγε χτες πως ξυπνά κάθε πρωί µε πονοκέφαλο. ώσπου ρίξανε χάµω τους δυό που κάθονταν στις άκρες του πάγκου. Ό Κριτίας τον έκοψε : —« Τυχερός είν' ο Χαρµίδης. ο σωτήρας γιατρός. « Ένας λόγος παραπάνω να σου µιλήσω µε ειλικρίνεια. Πές µου τώρα.». Σωκράτη ». αρκεί νάρθη ». κι' όταν ο Κριτίας µίλησε στο νέο για το φάρµακο. αφού εξ αιτίας του πονοκέφαλου θα βελτιώση το πνεύµα του. Ό Ιπποκράτης. είδε το γυµνό στήθος κι' άναψε χειρότερα. το αντίκρυσµα της οµορφιάς τον αναστάτωσε. πως όλα ξεκινάν από την ψυχή. Παρ' όλη την παλιά του άσκηση στήν εγκράτεια. µέσα από το άνοιγµα του ιµατίου του οµορφόπαιδου. γιατί του ταίριαζε η ντροπαλοσύνη. Κατέβασε τα µάτια του. —« Βλέπω πως ξέρεις τ' όνοµά µου . —« Πές µου το φάρµακο. . ας πούµε το κεφάλι. παρακάλεσε ο Χαρµίδης. γιατί κι' από µάνα κι' από πατέρα ανήκει σε παλιές οικογένειες. Λέξη δεν µπόρεσε να βγάλη. τάχα πως κατέχεις φάρµακο για τον πονοκέφαλο . Ό Σωκράτης µαγεύτηκε από την οµορφιά του. . άµα ύποφέρη ένα µέρος. λέγοντας πως είµαι φρόνιµος.

. » —« Γρήγορα ». ότι δεν είναι τα ήρεµα αλλά τα γρηγορώτερα πιο ωραία. —« Ασφαλώς ». ∆εν ξέρω τι να πω .. Κι' εκείνος. γιατί πολλοί δίνουν αλλιώτικη σηµασία στις λέξεις και µπερδεύεται η συζήτηση. —« Μα τι λοιπόν .» —« Θέλεις να εξετάσουµε µαζί το ζήτηµα . φίλε. —« Έτσι φαίνεται ». τι νοµίζεις πως είναι σωφροσύνη ». —« Σκέψου λοιπόν. έπειτα από λίγη σιωπή κι' αφού συλλογίστηκε : —« Τώρα θυµήθηκα πως άκουσα κάποιον ορισµό : Σωφροσύνη είναι να κάνουµε µόνο ο. —« Φανερό λοιπόν. » έκανε ο Σωκράτης. εξακολούθησε ο Σωκράτης. αν αυτό είναι σωστό..ούτε πάλι να βγάλω ψεύτη τον ξάδελφο µου. το σιγανό δεν έχει πέραση ». παιδί µου. να µαθαίνης στο σχολείο γρήγορα η αργά . αλλά καθένας να φτιάχνη µόνο τα δικά του. Μ' ενδιαφέρει να σ' ακούσω . » —« Ζωηρά ». » —« Ναί ». το βάδισµα στο δρόµο. τόσο στα ψυχικά όσο και στα. Φαντάζεσαι πως µια κοινωνία µπορεί να πάη µπροστά. —« Ωστε το να χτίζης µονάχος το σπίτι σου και να υφαίνης τα ρούχα σου είναι σωφροσύνη . » απόρησε ο φιλόσοφος.» —« Ας ξεκαθαρίσουµε πρώτα τι είναι σωφροσύνη. σωµατικά. µόνο όσα τον αφορούν . Χαρµίδη. Συµφωνείς . δεν είναι κι αυτή ζωηράδα της ψυχής κι' όχι ηρεµία . αν καθένας σιάχνη µόνος τα παπούτσια του κι' όλα τα παρόµοια. τη συζήτηση. όλα µε ηρεµία.τι µας αφορά ». —« Και να παλεύης ζωηρά είναι σωστότερο η ήσυχα και αργά . χωρίς να καταπιάνεται µε κατασκευές για άλλους. —« Ας δούµε. Πές µου τη δική σου γνώµη » Ό έφηβος πρώτα δίστασε. —« Εποµένως.. —« Και βέβαια. και πες µε θάρρος. Χαρµίδη. » . » —« Μάλιστα ». όµως σε λίγο είπε πως σωφροσύνη είναι να κάνη κανείς όλα µε κοσµιότητα κι' ησυχία. Τι νοµίζεις προτιµότερο. είπε σαστισµένος ο έφηβος. —« Η εξυπνάδα.

µα είναι κάτι ξεχωριστό από το βαρύ και το ελαφρύ . Ένώ εγώ συζητώ. Όλ' αυτά τα ξέρεις. αποκρίθηκε ο Σωκράτης. Σωκράτη. ιδέα δεν έχω. που τούχε δώσει αυτή την ιδέα. έκανε ο Χαρµίδης. Αλλά κείνος που µού το είπε. —« Μη σκοτίζεσαι. να µην ξέρη αυτός. αν το µεταφέρω σε άλλα θέµατα ».—« Έσύ τι γνώµη έχεις. επειδή σύ δεν καταλαβαίνεις. όπως η στατική είναι γνώση του βαρύτερου και του ελαφρού. καθώς θυµώνουν οι ποιητές µε τους ηθοποιούς που ερµηνεύουν άσχηµα τα έργα τους. µού µιλάς σα να γνωρίζω εκείνα που σε ρωτάω. —« Πώς . » Χωρίς να διστάση ο Κριτίας αποκρίθηκε : —« Όλες οι άλλες γνώσεις είναι γνώσεις κάποιου αντικειµένου. —« Ατοπα υποστηρίζεις. που δεν είναι γνώση άλλου παρά του έαυτού της όπως και κάθε άλλης γνώσης. Ο Κριτίας τότε θύµωσε. και µόνο η σωφροσύνη είναι γνώση κάθε γνώσης και µαζί αυτογνωσία. στράφηκε µε οργή και είπε του Χαρµίδη : —« Ωστε νοµίζεις. µπήκε στη µέση ο Σωκράτης. —« Σύµφωνος. Έγώ ένα ξέρω. ποιος σφάλλει. » —« Ναι». Ωστόσο απάντησε µου : Ή σωφροσύνη είναι γνώση από κάτι που είναι ξεχωριστό από την ίδια τη σωφροσύνη. —« Σέ τούτα : Μπορείς να φανταστής πως υπάρχει ακοή που δεν ακούει . Θέλω να ξέρω εσύ τι λές ». Κριτία. Κριτία. πιθανόν ουτ' αυτός να ξέρη τι σήµαινε ο ορισµός του ». εσύ η εγώ. άλλα παρακολούθα µε προσοχή τους συλλογισµούς κι' ας καταλήξουν όπου θέλουν. και ακόµη γνώση της άγνοιας . Ποιά » . Λέγοντας αυτά χαµογελούσε κι' έρριχνε µατιές στον ξάδελφο του. » —« ∆εν είναι παράδοξο. αν δεν παραδέχεσαι ότι σωφροσύνη είναι γνώση του έαυτου µας. » ρώτησε ο νέος. Θά σου δώσω να το αντιληφθής. ρώτησε ο Κριτίας. Έλα στη θέση του και συνέχισε σύ την έρευνα ». Κριτία. ότι κι' εγώ δεν ξέρω τι λέω . Έλεγες λοιπόν πως υπάρχει µια γνώση. —« Αφησε µένα. για να βρούµε µαζί λύση στις δικές µου απορίες. —« Αλλά. Είµαι πρόθυµος να συζητήσω µαζί σου. —« Μα το ∆ία. αυτογνωσία ». δεν είν' ώρα να εξετάσουµε τη δική µου γνώµη. µα καµώνεσαι πως δεν καταλαβαίνεις». η σωφροσύνη. στην ηλικία που είναι. Σωκράτη . πως τίποτα δεν ξέρω.

καµιά φωνή. Γίνου καλός για να ευτυχήσης. —« Αν η σωφροσύνη. παρά. ούτε καλύτερες υφαντικές ύλες. επειδή ο πλούσιος πατέρας του ανησυχούσε. κυριαρχούσε απόλυτα στη ζωή µας. µα όχι πως ζώντας σ' απόλυτη συµφωνία µε την επιστήµη. που µονάχα ξέρει τι ξέρει και νιώθει τι δεν ξέρει. » —« Όχι». —« Ας εξετάσουµε τουλάχιστο τι ωφέλεια θα έχουµε από τη σωφροσύνη. µένε δίκαιος κι' αγαθός. κι' αν ακόµα οι θνητοί αποκαλύψουν κάποτε όλα τα µυστικά του Θεού. παρά η δικαιοσύνη. τότε κάθε πράξη θα γινόταν σύµφωνα µε τις γνώσεις κι' όλα όσα µας χρειάζονται. Μιά µόνο γνώση αρκεί για να ευδαιµονήση ο κόσµος—εκείνη που εξετάζει το καλό και το κακό. βρίσκοντας άλλους που το κατέχουν. όλα θα ήτανε τεχνικά κατασκευασµένα. πως δεν είν' έτσι τα πράµατα. Γιατί αυτός ποτέ δε θα επιχειρούσε να κάµη κάτι που δεν το ξέρει. ούτε καινούργια φάρµακα που θ' ανακαλύψουν οι γιατροί. µήπως το παιδί του παραστρατεί ακολουθώντας παρόµοιο πρωτότυπο δάσκαλο. Σέ τίποτα δε θα σου φανή χρήσιµη. Στράφηκε ο φιλόσοφος προς το Χαρµίδη. Το να εφαρµόζουµε γνώσεις δεν αποτελεί ευτυχία. ρουχισµός. Το καλοκαίρι του 426 ο Χαιρεφών πήγε στους ∆ελφούς να ρωτήση το Μαντείο «αν ο Σωκράτης είναι σοφός». θα το παράδινε να το εκτελέσουν αυτοί. —« Άκου τώρα. Μη σε νοιάζη! Με την πίκρα διορθώνονται και προκόβουν τα άτοµα ». Οι άλλοι µπορεί να σ' αδικήσουν και να υποφέρης. —« Και γιατί όχι . —« Έπειδή εύτυχισµένον µπορεί να κάνη τον άνθρωπο όχι η τεχνική. θα ευτυχούσαµε ». Αντιµετώπισε τη ζωή σα χρέος. Το δέχοµαι αυτό. παιδί µου. —« Κι' όµως φοβάµαι. —« Ένιωσες ποτέ φόβο που φοβάται τον εαυτό του και τους άλλους φόβους. όπως την όρισες εσύ και ο Καλλίας. ούτε περισσότερη καλοπέραση. ακούει όµως τον εαυτό της και τις άλλες ακοές . τη δική µου γνώµη : Με τη σωφροσύνη.» —« Πώς είναι δυνατό . άρκούν για να δώσουν ευτυχία στον άνθρωπο ». Γιατί δε βλέπω τι καλό θα µας κάµη µια τέτοια µονόπαντη σωφροσύνη . » ξακολούθησε ο Σωκράτης.. » απόρησε ο Κριτίας. καθώς την ορίζοµε. —« Όχι βέβαια». εργαλεία. Μάλιστα! » βεβαίωσε ο Κριτίας. αν υποθέσουµε πως σώφρων είναι κείνος.. δεν πρόκειται να ωφεληθής. εργοστάσια. Αν βγάλης αυτή τη γνώση. Έτσι οργανωµένο τ' ανθρώπινο γένος θα «συµπεριφερόταν σύµφωνα µε την επιστήµη. του είπε. » ρώτησε ο αριστοκράτης. . —« Αυτό πιστεύω. δε φοβάται όµως κανένα κίνδυνο . Έτσι η σωφροσύνη θα κυβερνούσε σωστά και τα σπίτια και τα κράτη κι' ο κόσµος θα ευτυχούσε ».

δόξα. θεώρησε το χρησµό προσωπική προσβολή. που ενθουσίαζε τη νεολαία µε φανταχτερούς λόγους. αυτούς που τους παράσερναν προς την ωµή υλική ζωή. Ο Χαιρεφών άκουγε στα σκοτεινά τις άναρθρες φωνές της. ∆εν άφηναν πρόβληµα ανεξέταστο. χρήµατα. που αναταράχτηκε. αδιαφορώντας για τον πλησίον. Ύστερα από κάµποσες µέρες ένας ιερέας τον κατέβασε στα υπόγεια του Ναού.Καθώς ήτανε φιλάσθενος ο Χαιρεφών. ώστε να ξεπερνάν τον ανθρώπινο νού. ∆ίδασκαν πως η δύναµη είναι υπέρτατη αρετή και τις επιθυµίες του ο άνθρωπος πρέπει ασταµάτητα να τις εκτελή. δύναµη. πάνω από το χάσµα της Γης που ανάδινε καπνούς. που το πέρασαν από τη µια θάλασσα στην άλλη µε τον πέτρινο ∆ίολκο του Ίσθµού. το µεγαλύτερο τεχνικό έργο της αρχαιότητας. πως θα κερδίσης παράδες κι' ευτυχία. Έστω κι' αν κάτεχαν τη µάθηση τους επιπόλαια. Πίστεψαν τον εαυτό τους ικανό να κρίνη τον ηθικό κώδικα και να τον περιφρονη. Να γίνωνται σπουδαίοι. καθόταν στον ιερό τρίποδα. Μ' αυτή την προφητεία γύρισε στην Αθήνα και τη διάδωσε σ' όλη την αγορά. Έκείνη την εποχή. Απ' όλες τις γωνιές του Ελληνικού κόσµου πρόστρεχαν στο πλούσιο Άστυ κάθε λογής έξυπνοι τύποι. Παράτα όλα τα µεγάλα και σπουδαία και θα δης. οι δύσπιστοι είπαν πως ο Θεός ποτέ δε µιλάει µοναχός του. µα δε νοιάζονταν καθόλου για την ηθική. τον έστειλαν στην Κόρινθο µε πλοίο. Ή επιτυχία των φαύλων λέγανε. οι σοφιστές πάλι ήτανε φωστήρες µπροστά στα άξεστα παιδιά της αριστοκρατίας. Οι γνώσεις τότε δεν ήταν όπως σήµερα απέραντες. Οι θεοφοβούµενοι απόρησαν. ούτε σοφώτερος από το Σωκράτη ». πως γίνεται τέτοιο περίεργο ανθρώπινο φαινόµενο να είναι σοφώτερο απ' όλους. Κι' αλήθεια. Έλεγαν πως οι Νόµοι είν' εφεύρεση των δυνατών. Καθένας τους παράσταινε το σοφό. πως γίνεται ένας ξυπόλητος φιλόσοφος. απ' όπου ανέβηκε στους ∆ελφούς. που κορόιδευε τους πάντας. για να δυναστεύουν τους φτωχούς. που έγραφε το χρησµό. κρυµµένη και µονάχη η Πυθία. γεµάτος περιφρόνηση για όσα πράµατα ποθούν οι άνθρωποι. µε φθαρµένο χιτώνα. όπου δεν τους συνέφερε. Αργότερα ο ιερέας του παράδωσε µια περγαµηνή. µόλις ασχοληθής µε τα µικρά. Ο Χαιρεφών διάβασε µε χαρά την απάντηση του Θεού : « Κανένας άνθρωπος δεν είναι ούτε πιο ελεύθερος. οι νέοι της Αθήνας τόσο ενθουσιάστηκαν µε τους σοφιστές. κι' από κει τον άραξαν στην Ιτέα. δίπλα στο Μαντείο. Ένώ οι θεωρίες τους κλόνιζαν την πολιτεία και σάρωναν µε ορµή την παλιά ηθική. Ο ίδιος ο περήφανος Γοργίας. αποδείχνει πως δεν υπάρχει Θεός. λέγοντας πως ξέρει όλες τις γνώσεις της εποχής του. ακόµα κι' από τους µεγάλους σοφιστές . . παρά τους χρησµούς τους φτιάχνει το Ιερατείο του Απόλλωνα. µα δεν καταλάβαινε τι έλεγε. ούτε πιο δίκαιος. που πίστευε πως είχε την ικανότητα να γιατρεύη ως κι άρρωστους µε τη ρητορική του. Τότε ζούσε στην Αθήνα ο µεγάλος σοφιστής Γοργίας. όπου. καθώς δεν υπήρχαν Πανεπιστήµια. ώστε σταµάτησαν να σκέπτωνται µόνοι τους κι' αναµασούσαν εκείνων τα οµορφόλογα. Αυτόν θεωρούσαν σοφώτατο κι' όχι τον ανήξερο Σωκράτη. ανάλαβαν την ανώτερη µόρφωση των νέων περιπλανώµενοι λογοκόποι. συχνά λαθεµένους.

στα σπίτια της αριστοκρατίας. « Ευθύφρονα ». Έγώ είµαι αργονόητος και δε σε καταλαβαίνω. µισοκλείνοντας τα πονηρά του µάτια : « Μη λυπάσαι τα φώτα σου. Κι' όταν κατά τη συζήτηση τους ειρωνευόταν.» και ξαναρωτούσε. για ν' ακούσουν ήσυχα το τέλος. το « εσαεί ωσαύτως κατά ταύτα έχον ». από την άλλη µεριά όµως επιτάχυναν την αποσύνθεση του αρχαίου κόσµου.δίχως σπουδές. όσο ο εσωτερικός κόσµος του ανθρώπου. άλλα ευτυχισµένους. Ό Σωκράτης έβλεπε την αποσύνθεση που φέρνανε κι' έκανε τεράστια προσπάθεια να σταµατήση το κατρακύλισµα της κοινωνίας. διδάσκοντας πως τη δυστυχία η την ευτυχία δεν τη φέρνει ο παράς. Αδιαφορούσαν για την ηθικοποίηση του πολίτη. µια προς µια. αιώνιες αλήθειες. Από τους Πλατωνικούς διαλόγους « Παρµενίδη ». Στην αγορά. αντί να παινεύεται µπροστά στους άλλους για την πνευµατική του υπεροχή. Αντίθετα για το φιλόσοφο αποτελούσε µέθοδο να ξεσκεπάση το καθολικό. . να δούµε µήπως είναι σπασµένη ». άρχιζε να τους ελέγχη. που τίποτα δε σεβόταν. Τόσο µάγευε τους Αθηναίους το πάλεµα του φιλόσοφου µε τους σοφιστές. έδωσαν ακρίβεια στή γλώσσα. Αυτοί που ισχυρίζονταν πως ξέραν τον αριθµό των άστρων. από τη µια µεριά βοήθησαν να διαδοθούν πολλές γνώσεις. τους έλεγε. αποφεύγοντας να δώσουν καθαρές απαντήσεις. Πριν άρχίση την έρευνά . για να το µεταδώση στους µαθητές του. κι' όταν νικούσε ο Σωκράτης. ώστε µόλις έκανε κανένας ακροατής ν' ανακατευτή στη συζήτησή τους. σε λίγο αναγκάζονταν να κατεβάσουν το κεφάλι. έλεγε. Γιά πές µου όµως . Τόσα χρόνια που καταπιανόταν ο Σωκράτης µε συζητήσεις κατάφερνε νάχη καταπληχτική διαλεκτική ευχέρεια. Για τους σοφιστές η διαλεκτική ήταν ένα παιγνίδι. µα πεντάγνωµους λογοκόπους. Είναι αλήθεια πως αυτοί οι πλανόδιοι δάσκαλοι. . τις διδαχές των σοφιστών. για να τελειώσουν ζεµατισµένοι. όσο τους στενοχωρούσε. οι άλλοι τον σταµατούσαν. παρά να βρή βαθειές. αρκούνταν µόνο να κερδίζουν χρήµατα. το έκανε µε τόση ανθρωπιά που δε θύµωναν. «Ας τη χτυπήσουµε αυτή την ιδέα σου απ' όλες τις µεριές. Αρχιζαν οι σοφιστές τη συζήτηση µαζί του αλαζονικά. δοκίµαζαν να του ξεγλιστρήσουν. Η λαχτάρα που θέρµαινε την ψυχή του ήταν. το παραδεκτό και τώρα και στο µέλλον. Αυτοί. αλλά δασκάλεψε µε. να τους άνεβάση προς την αρετή. για να κλονίση τις θεωρίες τους. µα ο Σωκράτης επέµενε µ' ευγένεια. ∆οκίµαζε αµέσως να τους δικαιολόγηση. Η αγαθότητα του φαινόταν και στη µεταχείριση που τους έκανε µόλις τους ταπείνωνε. αρνήθηκαν να σεβαστούν τις παρα δόσεις κι' έτσι σπάσανε πολλά ξεπερασµένα «ταµπού ». φαίνεται µε πόση τέχνη ο Σωκράτης αναποδογύριζε τις κούφιες θεωρίες τους κι' εξευτέλιζε τους πανέξυπνους. αρχοντοµίλητοι. όσο να τους βιάση να παραδεχτούν πως είχανε σφάλει. όπου συναντούσε σοφιστές. σπρώχνοντας τους µαθητές τους σ' έναν άκρατο ατοµικισµό. « Σοφιστή ». όχι να τους κάνη πλουσιότερους. που του επέτρεπε να ξετινάζη. « Γοργία ». γιατί ο Σωκράτης δεν ενδιαφερόταν να θεατρίση σπιθάτο διάλογο. όλοι τους έµεναν µε το στόµα ανοιχτό µπροστά στις παγίδες της λογικής του. µια λιχουδιά του νού.

Ωρες καθόταν και λογάριαζε : Τι άραγε θέλει να πή ο Θεός . η ελευθερία περιορίζεται. διαλαλούσε. τον ξεµασκάρεψε και τον ανάγκασε να οµολογήση : « Μού φαίνεται.του. Έµένα τώρα το στόµα µου είναι ναρκωµένο και δεν είµαι σε θέση να σου απαντήσω. Αν συλλογιστή τη γη και τους συνανθρώπους του.ίσια εκείνοι που φάνταζαν για σπουδαίοι. Ξέρω καλά τον εαυτό µου. «Ό άνθρωπος είν' ελεύθερος. Σωκράτη. ίσια . ωσότου αποφάσισε να ρωτήση τους πιο φηµισµένους συµπολίτες του. αλλά να τον έπικυρώνη ». να µε ρωτάς εσύ η ν' αποκρίνεσαι . Βέβαια ο Απόλλων δε λέει ψέµατα. Με πληµµύρισες απορίες. σα να µού έχης κάνει µάγια. έχει υποχρέωση όχι να τον αρνιέται. µα σκληρός όταν αντιµετώπιζε ζητήµατα ηθικής. XIX Αν ο χρησµός που έφερε ο Χαιρεφών από τους ∆ελφούς σάστισε πολλούς Αθηναίους. µουδιάζει. Όχι µε τους γραµµένους Νόµους της Πολιτείας. ξέρω πως δεν είµαι σοφός. » Μιά µέρα που συζητούσε περί αρετής µε το σοφιστή Μένωνα.. ν' άναλύση το ζήτηµα του Θεού. Πήγε πρώτα σε κείνους που τους νόµιζε πολύµαθους κι' όταν τους εξέτασε. όποιος την άγγίξη. Με τους καυγάδες που έστηνε στους σοφιστές. Μα δεν είναι σκλαβιά να συµµορφώνεται µε τους Νόµους. ανήµερα στα γενέθλια του ίδιου του Θεού .» Τέτοιος ήταν ο Σωκράτης. το πρωτοπαλήκαρο του Γοργία. Κατόπι πήρε σειρά τους γνωστότερους πολιτικούς και πιστοποίησε. Είναι σωτηρία. µα ούτε καν λίγο. Αν η επιστήµη νιώθη την ανάγκη. Έτσι στάθηκεν ο Σωκράτης. µόνον όταν στοχάζεται τ' άστρα. εκείνους που πηγάζουν από τη συνείδηση του ανθρώπου.. τέλη του πέµπτου αιώνα. απογοητεύτηκε πως κάθε άλλο παρά σοφούς τους βρήκε. Κάµποσες µέρες απορούσε τι άραγε να ήθελε να δηλώση ο Απόλλων. Μα σήµερα δεν µπορώ πια µήτε λέξη να βγάλω µπροστά σου. ούτε πολύ. παρά και µε τους άγραφους. κατάδειξε ο φιλόσοφος την άξια που έχει η πίστη στο Θεό και στους Νόµους. ο µόνος που έδωσε υψηλούς σκοπούς στους νέους. Μοιάζεις µε την πλακουτσή νάρκη της θάλασσας. αφού πρώτα έγινε ο ίδιος παράδειγµα αρετής. Κι' όµως άπειρες φορές ως τώρα µίλησα σε πολλούς για την αρετή και πίστευα πως τα έλεγα πολύ καλά.Ήλιου. γλυκός από καλοσύνη. εκείνοι δά ήταν οι πιο . έλεγε. που. καινούργια ιδανικά. πως. αντί για την αµφιβολία και την άρνηση που πότιζαν εκείνοι τον κόσµο. κανένα δεν ξάφνιασε περισσότερο από το Σωκράτη. ρωτούσε τον αντίπαλο : « Τι προτιµάς. Ό Σωκράτης είχε γεννηθή στις 7 του Θαργηλιώνα ( Μάιο ).

και τους άλλους. Όπου και να πήγαινε. όταν πλησίασε το Σωκράτη. Χασοµέρης. όλο νέα µούτρα τον περικύκλωναν. ώσπου πέτυχε κείνο που ζητούσε. ∆ε λυπήθηκε κόπους ο φιλόσοφος ανασκαλεύοντας το αίνιγµα του χρησµού. πως πολύ λίγη αξία έχει η ανθρώπινη φώτιση. παρά εκδήλωση υποσυνείδητου ταλέντου. Κατάφτωχος. Έτσι κατάλαβε ο Σωκράτης. πως αληθινά σοφός είναι µόνον ο Θεός και µε το χρησµό Του ήθελε να δηλώση. ωστόσο. ανενόχλητος από το φρενοκοµείο της πολιτικής. που δεν ξεκολλούσαν από δίπλα του ως το βράδυ. τους αποκρίθηκε. για να πή µε άλλα λόγια.ξεπαρµένοι. εσύ φιλόσοφος. Μετά τους πολιτικούς πήγε στους ποιητές. τους λυρικούς. την «ηδονιστική ». αποκρίθηκε ο Σωκράτης. ο πρώτος ξένος που ήρθε στην Αθήνα µόνο και µόνο για να µαθητέψη κοντά στο Σωκράτη. όταν αργότερα. να βρή νέους κατάλληλους να ψυχωθούν από τα λόγια του. Όπωσδήποτε. φαντάζονταν πως µπορούσαν να εξηγούνε κι' όλα τ' άλλα ζητήµατα. Ό Αρίστιππος. Βαστώντας στα χέρια τα δικά τους ποιήµατα. του είπανε φίλοι του. ο Αρίστιππος παρακάλεσε τον τύραννο να δώση χάρη σ' ένα φίλο του και κείνος αρνιόταν. έπεσε στα γόνατα του κι' εξακολούθησε να τον παρακαλή. σαν κυνηγιάρικο σκυλί. µε την ελπίδα να πιάση τον εαυτό του αµαθέστερο από κάποιον. όµως ήταν από το φυσικό του αγαθός και ακολούθησε το φιλόσοφο αφοσιωµένα ως το τέλος. έψαχνε. Αλλος µαθητής ήταν ο Αισχίνης. Μεταχειρίστηκε τ' όνοµα «Σωκράτης ». πανέξυπνος. « ∆εν ντράπηκες. που η φήµη του είχε κιόλας ξεπεράσει τα όρια της Αττικής. πλησίασε το Σωκράτη για να του πη : «Έρχοµαι κοντά σου να σπουδάσω. στην αυλή του ∆ιονυσίου των Συρακουσών. Ό ∆άσκαλος τόνε διόρθωσε και µόνο µετά το θάνατο του ο Αρίστιππος ίδρυσε νέα φιλοσοφική σχολή. από το δήµο Σφηττού ( το σηµερινό Μαρκόπουλο ). » « ∆έ φταίω εγώ. Ηταν γεροδεµένος κι' εύθυµος άντρας. ο χρησµός έφερε κοντά στο Σωκράτη πλήθος περίεργους. αλλά ο ∆ιονύσιος. Τους βρήκε να ξέρουν πολλά για τη δουλιά τους. ∆ιηγούνται πως. ήτανε λιχούδης και λάγνος και τεµπέλης. που ξέρει πως η σοφία του τίποτε δεν αξίζει. επειδή έφτιαναν όµορφα πράµατα. Ένας ο Ερµογένης.. τίποτ' άλλο από τον εαυτό µου . νόθος γιός του πάµπλουτου Ίππόνικου. δεν καταλαβαίνεις πως µού δίνεις το µεγαλύτερο καλό . παράδοξο µίγµα σωκρατικής σωφροσύνης και συµπάθειας στις ηδονές. τους ρωτούσε τι θέλανε να εκφράσουν. Άπό την Κυρήνη της Αφρικής παρουσιάστηκε ο Αρίστιππος. να καταδεχτής να πέσης στα πόδια ενός τυράννου . Στό τέλος κατάντησε να µιλά µε κάθε λογής τεχνίτες. αυτούς που γράφαν για το θέατρο. που απόµειναν µαθητές του. .» —« Παιδί µου. µα γρήγορα πείστηκε πως η ποίηση τους δεν ήταν συνειδητή σοφία. µα δεν έχω τίποτα να σου δώσω. ότι σοφώτατος είναι ο µόνος Αθηναίος. » . Ανάµεσα στους πολλούς ξεχώρισε πέντε. αφού έχει το µυαλό στα γόνατα ». Αυτός δεν είχε µεγάλες ικανότητες για φιλοσοφία.

έφερε στο ∆άσκαλο το γιό του Ισοκράτη. Μιαν άλλη µέρα που βάδιζε µονάχος ο Σωκράτης σ' ένα στενό σοκάκι. αργότερα. ξέρεις πού πρέπει να πας . απάντησε απλά : —« Στην αγορά! » —« Για να βρής εκείνα που θα σε κάνουν τίµιον άνθρωπο. αντίκρυσε νάρχεται απέναντι του ένα οµορφόπαιδο. » —« Ξενοφώντα ». Το ∆αιµόνιο. µην καταλαβαίνοντας τι είδους ερώτηση είν' αυτή. µή θέλοντας να βάλη µπουκιά στο στόµα του. —« Τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου . αλλά τόσο καλά απόδιδαν τον τρόπο που µιλούσε ο ∆άσκαλος. ώστε τον µιµούνταν ακόµα κι' άθελα τους. πως η πρωτότυπη διαλεκτική του Σωκράτη είχε γίνει τέτοια συνήθεια σ' εκείνους που τον ακολουθούσαν. µε τ' όνοµά του ο Αισχίνης. —« Πούθε είσαι . Κοίταξε σαστισµένος το µεσόκοπο ασχηµάνθρωπο και σώπαινε. ν' άναλάβη την παιδαγώγησή του. Τότε ο Σωκράτης του είπε : —« Ακολούθα µε και θα το µάθης ». παρά λίγο να πεθάνη από το κακό του. Το πρόσωπό του έδειχνε καλοκαγαθία. που τον κράτησε και τον έκανε διάσηµο. το σταµάτησε και το ρώτησε : —« Πώς σε λένε . ώστε πίστεψαν οι Αθηναίοι ότι τους είχε γράψει ο ίδιος ο Σωκράτης και τους δηµοσίεψε. Θεόδωρος τ' όνοµα. παιδί µου. όταν προχώρησε ως την πόρτα κάποιου σελλοποιείου. Ένας πλούσιος βιοµήχανος. Και πραγµατικά τόση εντύπωση έκανε στο φιλόσοφο η σπιρτάδα του νιοφερµένου. που δυστυχώς δε σώθηκαν. Ύστερα παρηγορήθηκε γράφοντας « Λόγους Σωκρατικούς ». » Ό νεαρός δεν µπόρεσε ν' απαντήση. µα. ένιωσε µια παράξενη ταραχή. » —« Λέγεται Γρύλλος κι' είναι πλούσιος γαιοκτήµονας ». ούτε ευαγγελίστηκε µε τόση θέρµη την ανάγκη να ενωθή ο Ελληνισµός για να µεγαλουργήση. πού αγοράζουν τ' απαραίτητα πράµατα της ζωής . δεν έκρυβε κανένα µυστικό. ∆εν µπορούσε να την έξηγήση.» Ό Ξενοφών. —« Ξέρεις. Η αλήθεια είναι. παιδαρέλι άγουρο. η κρυφή φωνή. γιατί έδειχνε πρώιµη ξυπνάδα. πρόσταξε : « Κράτησε τον! » Κι' αµέσως ο φιλόσοφος µε το ραβδί του έκλεισε το δρόµο στο παληκάρι. Κι' ο Ξενοφών τον ακολούθησε για . » —« Ερχιεύς ». Κανένας άλλος δεν έγραψε πιο µυαλωµένα βιβλία από τον Ισοκράτη.Από κείνη την ήµερα ο Αισχίνης δεν ξεκόλλησε από κοντά του κι' όταν Θανατώθηκε ο ∆άσκαλος.

σαν το Φορµίωνα και το Λάµαχο. Μιλτιάδη. ευχαριστούνταν να περνάν την ώρα τους φιλονικώντας στήν εκκλησία του ∆ήµου. µαστόροι να κεντρίζουν τα προστυχότερα ένστικτα. µε φωνές. µια η ατολµία. οι ίδιοι που µεγαλουργούσαν µε τον Περικλή. Τα ευγενέστερα σπίτια. όσο κι' αν τούτο δεν επιτρεπόταν. Στην Πνύκα τώρα σώπαιναν οι φρόνιµοι και ρητόρευαν οι κατεργαρέοι. Αλλά τώρα ήτανε βουβά τα χείλια του Όλύµπιου.είκοσι χρόνια. που ήξερε να τους δαµάζη. άνθρωποι αρεστοί στο λαό. να εµποδίζουν τη δραστηριότητα τους. είχανε πέσει σε παρακµή. είχαν ξεπέσει σε κοινούς κόλακες. που κινούσαν κακοηθέστατα όργανά του. Οι Αθηναίοι. Όσοι δεν είχανε το θάρρος να µιλήσουν στήν Πνύκα. ηρέµησαν κι' η συνείδησή τους ταράχτηκε από την τερατώδικη διαταγή πού άφησαν να τους ξεφύγη. Σόλωνα. το βυρσοδέψη Κλέωνα. Αριστείδη. από δίψα για εκδίκηση. Την άλλη µέρα. σε τέτοιο βαθµό που κατάντησαν τη στρατηγία µαρτύριο. µόλις διαλύθηκε η εκκλησία. έναν τρόπο ήξερε να µαζεύη χρήµατα —να φορολογή αλύπητα τους συµµάχους. Ωστόσο. Οι αγρότες. κλεισµένοι µέσα στα τείχη. χρησιµοποιώντας ως όπλο τη συκοφαντία. Με ακατάπαυτες δίκες. κι' αντί να είναι ηγέτες. παρά όλοι θυµιάτιζαν τις αδυναµίες του. Αντί να φροντίζη να δηµιουργη πόρους για την εξακολούθηση του πολέµου. καµιά συµφορά δεν ήταν βαρύτερη για την Αθήνα από το λοιµό και το θάνατο του Περικλή. είχαν καταντήσει νωθροί. Μέσα σε λίγο διάστηµα oι Αθηναίοι. αλλά θέλησε να σκοτώση βάρβαρα όλους τους Μυτιληνιούς. µεταστράφηκε η κοινή γνώµη. σαν το µυλωνά Εύκράτη. τον προβατοπώλη Λυσικλή. Τώρα κυβερνούσαν τύποι βγαλµένοι από τις κατώτερες τάξεις της κοινωνίας. που ανάδειξαν άλλοτε µεγάλους άντρες. οπόταν το Άστυ κινδύνευε. να ξαναγίνη . αφού τους έκανε την πολιτική ζωή ανυπόφορη. την άλλη χρήµατα. Κίµωνα. που τα ονόµαζαν « δικαστικά ». Μέσα σε παρόµοια αναστάτωση στερέωσε τη δύναµη του ο πονηρός δηµαγωγός Κλέων. Έτσι ανάγκασε το µεγάλο νησί της Μυτιλήνης να επαναστατήση. παραµέρισε όσους τον αντιπολιτεύονταν. άµα γύρισαν σπίτια τους. Κανένας δεν τολµούσε ν' αντισταθή στις επιθυµίες του λαού. κι' από την αισιοδοξία έπεφτε στην τροµάρα της δεισιδαιµονίας. ψήφισαν αµέσως την πρόταση του Κλέωνα και στάλθηκε µια τριήρης να φέρη το τραγικό µήνυµα στη Μυτιλήνη. Και πέτυχε ο Κλέων να το ύποτάξη. Οι δηµαγωγοί χαίρονταν να ένοχλούν τους στρατηγούς. ένδοξους νικητές σε πολλές µάχες. όχλος που τον τραβολογούσε µια η καύχηση. Κι' αυτό συνέβηκε τον καιρό σκληρού πολέµου. Τη µια µέρα µοίραζαν κρέατα. υποχρεωµένοι πάντα να ζουν µακριά από τα χωράφια τους. κι' ανάγκασαν τους αξιότερους πολέµαρχους. ν' αποτραβηχτούν. για να δοθή φοβερό παράδειγµα τροµοκρατίας στους άλλους συµµάχους. γιατί δε θέλανε να είναι καλύτεροί του. ανάγκασαν τους πρυτάνεις να καλέσουν νέα εκκλησία. Οσον καιρό κι' αν βάσταξε ο ατέλειωτος Πελοποννησιακός πόλεµος.

Λίγο . να γράψη το ξεχαρβάλωµα που έβλεπε γύρω του. που τις συγκρατούσε ως τώρα η Θρησκεία κι' η παλιά ανατροφή. Στόν έξαλλο Κλέωνα αντιστάθηκαν λίγοι µυαλωµένοι πολίτες µαζί µε το Σωκράτη. θυµωµένος ότι του εναντιώθηκαν στα σχέδια του. µίλησε ωµά στους Αθηναίους : —« Πρέπει να καταλάβετε. για να πολεµάµε τους συµµάχους σας». ενώ ο Θουκυδίδης. ότι όποιος αποστατή θα πεθαίνη. Αριστοκράτες και παρακατιανοί.δηλαδή ψηφοφορία για ζήτηµα που είχε άποφασιστή 24 ώρες πρίν. αποφάσισε. ακίνητος. Σήµερα. µέσα σε απερίγραπτη ταραχή. που έδειχνε ο Σωκράτης µε λίγους άλλους γνωστικούς. αν προτιµάτε να ζήσετε σεις. όσο βλέπει το χάος νάρχεται. από την πίκρα του. Το δράµα του φιλόσοφου είναι πως. για να δώσετε ολοφάνερο παράδειγµα στους άλλους συµµάχους. χτυπούσε το στήθος και βρουχιόταν µε τη βροντώδικη φωνή του. Ο Κλέων. µισούνταν ολοένα περισσότερο και µέσα στις ίδιες οικογένειες κατάτρεχαν οι δηµοκρατικοί τους ολιγαρχικούς. Στό βήµα ανέβηκε πρώτος ο Κλέων και µίλησε µε πάθος. νιώθει µεγαλύτερη µοναξιά. θ' άναγκαστήτε αργότερα να παραµελήτε τους εχθρούς. σάλευε ψηλά τα χέρια του. κι ίσο περισσότερο χωρίζεται από τους συνανθρώπους του. να σώσουν τους Μυτιληναίους. που δεν ήτανε συγγραφέας. Αν δεν το κάνετε αυτό σήµερα. Αυτός δε ρητόρευε ήρεµα σαν τον Περικλή. Μέσα σε τόσα πάθη ο Σωκράτης. Σέ λίγο ακολούθησε άλλο µεγάλο νησί—η Κέρκυρα. που έγραφε την ιστορία για τα χρόνια τα ηρωικά των Θερµοπυλών και της Σαλαµίνας. Τόση απελπισία είχε πιάσει τους φωτισµένους. ενώ το άγριο µίσος το παίνευαν για παληκαριά. αηδιασµένος. ∆εν ήθελε ποτέ να ξεχάσουν οι Έλληνες τι κατάρα είν' η διχόνοια.λίγο έπεισαν το λαό να κρίνη καλόψυχα και πέτυχαν. πλούσιοι και φτωχοί. µελετά την ηθική χρεωκοπία της κοινωνίας. ξέσπασαν ακράτητες. τόσο περισσότερο παθαίνεται να τους βοηθήση. Οι Μυτιληνιοί πρέπει να πεθάνουν. που και τις κορώνες των λόγων του τις έλεγε µόλις υψώνοντας τη φωνή. Θά καταστραφήτε αν πειστήτε σήµερα σε λόγια σπλαχνικά. όταν αγόρευε. να γράφη. ώστε ο Ήρόδοτος. Όσο προχωρούσε ο πόλεµος τόσο εξαγριωνόταν η ελληνική φυλή.κάτω. κουνιόταν µε βία πάνω . που τη δέχονται παρά τη θέληση τους. Το φιλειρηνικό πνεύµα. Στην πολιτική τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από τη συµπόνια. πως η ∆ηµοκρατία είναι ανίκανη να κυβερνά άλλους λαούς. τους είπε. έστω και µε µικρή διαφορά ψήφων. σταµάτησε. την αγωνία ενός κόσµου που κατρακυλά. Η κυριαρχία σας πάνω στους συµµάχους είναι µια τυραννία. που κατάλαβε πως τα πλήθη δεν τα γελάς παρά µε τα ταµπούρλα και τις φωνές. προσεχτικός παρατηρητής. Απόδειξη το ότι µετανιώσατε µονοµιάς στο ζήτηµα της Μυτιλήνης. Όλες oι ανθρώπινες κακίες. Θεωρήθηκε δειλία. Τιµωρήστε τους όπως τους αξίζει. Έβλεπε µικρή την ψυχή . Αλλά το επεισόδιο της Μυτιλήνης δεν ήτανε το µόνο.

Σιγά . µιαν εσωτερική τελειότητα. ο ίδιος ο λαός. µια µέρα που συνάντησε έναν ξυπνό σκλάβο από την Όλυµπία. Παρασύρονταν από την εξωτερική οµοιότητα της διαλεκτικής σοφιστών και φιλόσοφου και τους ξέφευγεν η ουσία. τον « µελλοντικόν άνθρωπο ». λές κι' είχε προαιστανθη την ατέλειωτη σειρά από νίκες των δούλων πάνω στ' αφεντικά. θεµέλιο του σοσιαλισµού. Έναν κόσµο ψεύτικο δε γίνεται να τον σώση παρά η αλήθεια. Αυτές όµως oι τυφλές δυνάµεις. τρόµαξε—τόση δύναµη και ν' αφήνεται αχαλίνωτη! Κατάλαβε την ανάγκη ν' αγωνιστή ενάντια σε ταπεινά ένστικτα. Μα ο Σωκράτης. δεν καταλάβαιναν τη δική του θετική πνευµατική προσφορά. σε τρόπο που να µην µπορούν να τον ταπεινώσουν εξωτερικές κακοµοιριές.300 χρόνια εξακολουθούν ν' αφαιρούν προνόµια από τους κατέχοντες για χάρη των δυστυχισµένων. µην ξέροντας τίποτα για κοινωνική δικαιοσύνη. ∆ε δίδαξε καµιά µοντέρνα θεωρία. Αφότου ο Σωκράτης ανέβασε πνευµατικά έναν τάχα τιποτένιον. µα που τα βάσανα τους σκανδάλιζαν του Σωκράτη την ανθρωπιά. Την αλήθεια πάσχισε να διαδώση. Έρευνούσε γύρω του κι' έβλεπε πως ο κόσµος είχε υποανάπτυκτη ψυχή. αν άποφασίση να κυβερνηθή ελεύθερα µόνος του. όπως πρέσβευαν οι σοφιστές. Ήταν σαν να του λέγανε : « Μη µας αντιστέκεσαι! ∆ε θα καταφέρης να µας σταµατήσης. Ο Σωκράτης ζητούσε την οµορφιά της ψυχής. Σκοπό της ηθικής του δεν έταζε το άτοµο. πίστευε στ' αλήθεια πως εκτελούσε θεϊκή αποστολή. Μελέτησε το ζήτηµα των δούλων. το ψέµα. µόνο εσύ θα τσακιστής. αν δεν έχη τη θέληση να βάλη. που ξεσπούσαν γύρω του. Πουθενά άλλου δε φάνηκε τι θαυµαστά αποτελέσµατα µπορεί να φέρη ένας λαός. άρχισε η εξίσωση των περήφανων αριστοκρατικών µε τα κάτω στρώµατα. που τότε ήταν άγνωστη. νίκες που ύστερα από 2. Η ζωή του. έτσι κι' η Αθήνα του Περικλή είχε µέσα της σπέρµατα καταστροφής. φρένα στην παντοδυναµία του. που ήσαν απαραίτητοι βέβαια στό Άστυ. αλλά οι Αθηναίοι δεν τον ξεχώριζαν από τους σοφιστές. από δω και πέρα είναι σαν αδιάκοπη προσευχή. µα δοκίµασε να λευτερώση ψυχικά το σκλάβο µε το να υψώση τον εσωτερικό του κόσµο. έβαλε τους φίλους του να τον εξαγοράσουν και τον επήρε κοντά του. Αφότου ανακάλυψε τον εσωτερικό κόσµο του ανθρώπου. Έτσι. τον ύπόβλεπαν και τον παρακολουθούσαν. κάτι σαν σοσιαλιστής. Ακόµη θόλωνε το νού του η κατάσταση των σκλάβων. Το µυαλό του στριφογύριζε στην ανάγκη να φωτιστή η µάζα µε την παιδεία. αφότου µάλιστα έλαβε το χρησµό των ∆ελφών. την υποκρισία. απέναντι στη στείρα εριστική εκείνων. που θα οδηγούσε τους συµπολίτες του προς κάτι πολύ ανώτερο. . Έλα µαζί µας να δης προκοπή ». όσο για τη γενική ευτυχία της κοινωνίας. Ακόµα περισσότερο.σιγά έγινε. αλλά συγχρόνως και σε τι κίνδυνο ξανοίγεται. ο Σωκράτης δε νοιαζόταν τόσο για την ατοµική ευδαιµονία. άλλα το σύνολο. χωρίς να το φαντάζεται. Τόν έµαθε γεωµετρία και φιλοσοφία και τον έκανε σπουδαίο. την τεµπελιά. αφού η δηµοκρατία στη µάζα δίνει τη δύναµη.τους κι' όχι όρθια. Όπως κάθε λαµπρός πολιτισµός. το Φαίδωνα. Ό Σωκράτης είχε µεταβληθή σ' ένα ζωντανό ερωτηµατικό.

Αυτό µε βασανίζει. βρίσκοµαι σ' αµηχανία. κι' ούτε από τη γη έχω πια εισόδηµα. ∆ώσε µου µέρος από τις φροντίδες σου να σε ξαλαφρώσω». » περηφανεύτηκε ο Άρίσταρχος. τόνε ρώτησε : —« Τι σε στεχωρεί. » —« Φυσικά τους ελεύθερους ». » —«Μα ξεχνάς. να δουλεύουν κι' αυτοί. γιατί δε δουλεύουν . φίλε . ο Κεράµων µε τους χειρότερους να ευπορή.» Κι' ο Αρίσταρχος :—« Έ καλά. —« Το να ψήνης ψωµιά το θεωρείς χρήσιµο . Σωκράτη. » —« Είναι βέβαια ». —«Και τα υφάσµατα δεν είναι χρήσιµα. » εξακολούθησε ο Σωκράτης. ότι ο βιοτέχνης Κεράµων. πως είµαστε από µεγάλο σόι. του είπε. ενώ εσύ. ενώ συντηρεί περισσότερους από σένα. αποκρίθηκε ο Άρίσταρχος —« Τότε δεν είναι ντροπή. να βρίσκεσαι σε στενοχώρια . —« Ασφαλώς ξέρουν ». Μιά µέρα. Σωκράτη. σε τέτοιες περιστάσεις . —« Λοιπόν . πανωφόρια και χλαµύδες .. —« Πραγµατικά. δούλους στο εργαστήρι του. » —« Ναί». . που συνάντησε τον πρόκριτο Αρίσταρχο και τον είδε κατσουφιασµένο. ο Κεράµων τρέφει. —« Ποιους θεωρείς καλύτερους. ούτε τίποτα µπορώ να πουλήσω. Ξεχνάς πως αυτός ο Κεράµων έχει σκλάβους τεχνίτες. —« Οι συγγενείς σου δεν ξέρουν να κάνουν τίποτα απ' αυτά . τους ελεύθερους η τους. από αιώνες ελεύθεροι πολίτες . Πώς λοιπόν να θρέψω τόσα στόµατα.Πρότρεπε τους αριστοκράτες. » «—« Έ όχι. δούλους .» Σαν τ' άκουσε αυτά ο Σωκράτης : —« Πώς εξηγείς.. που κάθονταν από το πρωί ως το βράδυ µε τα χέρια σταυρωµένα. αφότου την ανάσκαψαν οι Σπαρτιάτες. γιατί κανένας δεν αγοράζει. που έχεις πολύ καλύτερους. την ώρα που εσείς κινδυνεύετε να πεθάνετε . ενώ εγώ έχω ελεύθερους πολίτες ». Έξ αιτίας του πολέµου έχουν µαζευτη σπίτι µου δεκατέσσερεις συγγενείς. » Αρχισε πάλι τις ερωτήσεις του ο Σωκράτης : —« Τεχνίτες ονοµάζεις όσους ξέρουν να κάνουν κάτι χρήσιµο . πλουτίζει.» —« Μάλιστα ». ενώ oι δικοί µου έχουνε µόρφωση . µα την αλήθεια.

Ό Σωκράτης τότε τον συµβούλεψε : —« Ν' αναζήτησης από τώρα εργασία.» —«Άµα γεράσης. ενώ θάχης ανάγκη από περισσότερα έξοδα. φίλε. που συνάντησε άλλον πλούσιο γαιοκτήµονα.. συµφώνησε : —« Μα τους θεούς. ούτε κείνοι. Είµαι βέβαιος πως σπίτι σου ούτε συ αγαπάς τους συγγενείς σου. Θά σε υπακούσω.. που θα µπορής να την κάνης και γέρος ». —« Εγώ. και κείνοι θα σ' αγαπήσουν. Έτσι κι' έγινε. » —« Όχι και πολύν καιρό . δεν ανέχοµαι πολύ . στα κτήµατα κανενός πλούσιου ».τι δουλειά κι' αν αναλάβουµε. Όλοι µας. αλλά και του όρισε πως : —« Πόσον καιρό νοµίζεις ότι θα είναι ικανό το σώµα σου να εργάζεται. —« Πήγαινε και γύρνα να µε βεβαίωσης. βλέποντας πως είναι ωφέλιµοι. αν ήρθε ολονών η καρδιά σας στον τόπο της ». τώρα βλέπω τον τρόπο να περάσω τις δυσκολίες ». επειδή τους έβγαλες από τη δυστυχία. Σωκράτη. Έτσι. δεν υπάρχει εργασία δίχως ευθύνη. ό. που από τότε. Πριν περάσουν πολλοί µήνες. του είπε. γινόµαστε σκλάβοι της». γιατί σε επιβαρύνουν. Κι' ενώ πριν δίσταζα να δανειστώ χρήµατα. ∆εν ξέρεις πως µε την ευθύνη πληρώνεται η ελευθερία του ανθρώπου . εσένα. σωστά µιλάς. Άλλοτε πάλι. άµα τα ξόδευα. δε σταµάτησε να εργάζεται. Αφού σκέφτηκε λίγο ο Άρίσταρχος.» —« Να πας επιστάτης. —« Ξέρεις καµιά . τον εξηντάρη Εύθηλο. όπως πάντα. επειδή τους παραµελείς. » —« Αλήθεια λές ». Επειδή είσαστε αριστοκράτες. δε θα µπορούσα να τ' αποδώσω. όχι µόνο τον παρότρυνε να δουλέψη. . φίλε µου. Εύθηλε . —« Μα. Έγώ δε βλέπω τίποτα τέτοιο . αναγάλλιασε το σπιτικό του Αρίσταρχου. µα εγώ δύσκολα θα υποφέρω να µε διατάζουν σα σκλάβο ». καταστραµµένο κι' αυτόν από τον πόλεµο. —« Μήπως οι άρχοντες στην πόλη µας δεν είναι σκλάβοι στα καθήκοντα τους. και συ θα τους συµπαθήσης. κανένας δε θα σου πληρώνη µισθό. Σωκράτη.—« Κι' ύστερα . Την γκρίνια που βασιλεύει τώρα σπίτι σου. . ∆ούλευε . Αν όµως αρχίσετε όλοι σας να δουλεύετε. Θεωρείς την αργία και την αφροντισιά ωφέλιµα πράµατα και σκλαβιά την εργασία . πρέπει µόνο να τρώτε και να κοιµάστε . έκανε ο Σωκράτης. —« Ναί. ως κι' αφού τέλειωσε ο πόλεµος.πολύ τον έλεγχο κανενός». η δουλειά θα την αναγυρίση σε χαρά ». γιατί φοβόµουν πως.

άυπνος. µε τα λόγια του αυτά. Και δεν ήτανε πρωτοπόρος µονάχα στο ζήτηµα της εργασίας ο φιλόσοφος. αλλά και την απόδειξη ότι µπορεί να νικηθή η Σπάρτη σε µάχες στην ξηρά. ν' άκολουθήση το στόλο ως επίτροπος του ∆ήµου. ικανή να συµπληρώση τη θρησκεία και να βοηθήση τους ανθρώπους. όπου νίκησε δυό σπαρτιατικές στρατιές και γύρισε φέρνοντας όχι µόνο τριακόσιες πανοπλίες από νεκρούς εχθρούς*. ν' αντιµετωπίσουν τις καταδροµές της ζωής. ούτε καν µόνο Έλληνας. ανεξάντλητος σε πρωτότυπες ιδέες και ήξερε να χρησιµοποιή καλά το έδαφος και κάθε όπλο. που έµενε κατάµονος στην κάµαρα του. αναζητούσε ποια λάθη έκαναν oι συλλογισµοί του κι' αγωνιζόταν µε πόνο να µορφώση µια συγχρονισµένη φιλοσοφία. όλους τους ανθρώπους που υποφέρουν. Ο Νικίας βοήθησε το ∆ηµοσθένη να ξεκινήση µε µικρή δύναµη για τη ∆υτική Έλλάδα. Κι' αν την ηµέρα ο φιλόσοφος έµοιαζε κεφάτος και ήρεµος. πως ο « άνθρωπος » στέκει ψηλότερα από τον « πολίτη » και πως το πνεύµα ξεπερνάει σύνορα και χρόνο. απόδειξε πως όσο κι' αν έµενε βαθιά δεµένος στη ρίζα του µε την αγαπηµένη του Αθήνα. ο λιγόκαρδος κι' αναποφάσιστος. άµα τους ζήτησε άδεια να κάνη καινούργια σοβαρότερη εκστρατεία. άλλα «πολίτης του κόσµου ». XX Τον έκτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέµου αρχιστράτηγος ήταν ο Νικίας Νικηράτου. Κερκυραίους. που νέος τριάντα χρονών είχε κιόλας δείξει στρατηγικό ταλέντο. του έδωσαν µεγάλο αξίωµα. ήταν ωστόσο κάτι πέρα από Αθηναίος. µε δικαίωµα να ορίζη αυτός ποια παράλια θα χτυπούσε. όµως τις νύχτες. Ό Σωκράτης. Αυτός πρόσεξε έναν ταξίαρχο. έγραφε ιστορία χωρίς να το ξέρη. που µισούσαν θανάσιµα τη Σπάρτη. * Μιά απ' αυτές σώζεται στο Μουσείο της Στοάς του Αττάλου. Πρώτος αυτός είδε. Ακαρνάνες και τους γενναίους Μεσσήνιους. Ό Σωκράτης εξακολούθησε στη διδαχή του µ' αποστολική αφοσίωση. Με το να διδάξη. πως για να νικηθή η Σπάρτη δεν αρκούσε µονάχα η δύναµη του στόλου. εκείνος ο πλούσιος Αθηναίος. . είπωµένα σ' εποχή που µόνο το γλέντι γνώριζαν οι αριστοκράτες. ζήτησε από το ∆ήµο να του έπιτρέψη να χρησιµοποίηση τους δυτικούς συµµάχους. όπως τον ονοµάζει ο Πλούταρχος. Ήταν ο ∆ηµοσθένης τολµηρός. Τόση χαρά έφερε στους συµπολίτες του ο ∆ηµοσθένης. κι' επειδή δεν είχε αρκετούς πολίτες ν' αντιτάξη τους Πελοποννήσιους.τίµια κι' ευσυνείδητα και µη φοβάσαι τις κατηγόριες ». ∆ηµοσθένη τ' όνοµα. γιατί γνώριζε πως τούτο το έργο έπρεπε να γίνη. ώστε τον ερχόµενο χρόνο.

µπορεί να σωθητε ». Η θάλασσα τους χώριζε.όπως τους εισβολείς. µόλις έλαβε το µήνυµα πως Αθηναίοι έπιασαν την Πύλο. που στέκει καταµεσίς του κόλπου. όσο κοντά του κι' αν τους έβλεπε. κάλεσε ο ∆ηµοσθένης το ναύαρχο και τους στρατηγούς και τότε µόνο τους ανακοίνωσε το σχέδιο του. κι' αυτός µε τους εθελοντές του κράτησε δυό µερόνυχτα τις επιθέσεις των εχθρών και πλήγωσε βαριά ένα νεαρό Σπαρτιάτη στρατηγό. ∆εν ήτανε πολλοί. που είχε εισβάλει λίγες µέρες πριν κι' απόκαιγε την Αττική. παλιό ναύσταθµο της Μεσσηνίας. ώστε αποφάσισαν να πάη επί τόπου ο βασιλιάς κι' οι Έφοροι. να οχυρωθούν στην Πύλο µε το ∆ηµοσθένη. τον εφευρέτη των « κοµµάντος ». γι' αυτό ο ναύαρχος άφησε πέντε τριήρεις για να τους φευγατίσουν. είδε ο ∆ηµοσθένης νάρχεται όλος ο ξένος στόλος και πλήθος Σπαρτιάτες από τη στεριά. Όµως σε λίγο σηκώθηκε τέτοια τρικυµία. ώστε κανένας λογικός δε θα γλυτώση. έστειλε µια τριήρη να φέρη πίσω τον Άθηναϊκό στόλο. αντί να πολιορκήται ο ∆ηµοσθένης. για να κρίνουν τι . αυτόν που τρία χρόνια πρίν είχε σχεδιάσει µε λίγους ψυχωµένους να κάψη ξαφνικά τον Πειραιά. Πριν µπλοκαριστή το λιµάνι. Μόνο αν πολεµήσετε σαν τρελοί. γιατί σε λίγο µπήκε µέσα ο στόλος της Αθήνας και καταναυµάχησε το Σπαρτιατικό. που πολεµούσε σα λεοντάρι—το Βρασίδα. Μα το σχέδιο αποδείχτηκε σωτήριο. Έτσι. αν χρειαστή. ωστόσο δεν µπορούσε να βοηθήση τους πεντακόσιους «λογάδες». τόση ταραχή προξένησαν. Φώναξε τους στρατιώτες του και τους είπε δυό λόγια : —« Η επιχείρηση που αναλάβαµε είναι τόσο επικίνδυνη. σαν εθελοντές. Αύξαινε διαρκώς ο στρατός των Σπαρτιατών από τη µεριά της ξηράς. ∆ε δείλιασε καθόλου. Άπό το λόφο που είχεν οχυρώσει. Πραγµατικά. καθώς ο στόλος παράπλεε την Πύλο. της Σφακτηρίας. Ο ∆ηµοσθένης ξαναπρότεινε το σχέδιο του και πάλι αρνήθηκαν oι στρατηγοί να το εκτελέσουν. να δράµουν κι' αυτά στην Πύλο να διώξουν όπως . Αλλά δε θέλησαν να εκτελέσουν την απόβαση. ώσπου µερικοί στρατιώτες πήραν την απόφαση. Άµα έφτασαν τα νέα στη Σπάρτη. ούτε µπορούσε να στείλη τροφές στο έρηµο και άνυδρο νησί. Κι' ενώ είχανε διαταγή να τον ακούνε. που αναγκάστηκε ο στόλος να ποδίση πίσω στο ασφαλέστατο λιµανάκι της Πύλου. γιατί τόνε ζήλευαν.Και τούτο γιατί µε τη φαντασία του είχε συλλάβει σχέδιο. για να κλείσουν από παντού το ∆ηµοσθένη αλλά δεν πρόφτασαν να τον κυκλώσουν. πολιορκήθηκαν από τη θάλασσα οι πεντακόσιοι. που έστεκε άχρηστος κι' εγκαταλειµµένος από τους άθαλάσσωτους Σπαρτιάτες. που µε κανέναν τρόπο δεν ήθελε να το αποκαλύψη στους φλύαρους Αθηναίους. τράβηξαν µε τα πλοία πέρα. Το µυστικό του ήταν να καταλάβη την Πύλο. Ο βασιλιάς της Σπάρτης Άγις. Οι Σπαρτιάτες αποβίβασαν πεντακόσιους οπλίτες « λογάδες » ( διαλεχτούς ) στο νησί της Σφακτηρίας. στράφηκε γρήγορα κατά κει και έδωσε διαταγή σε 45 πολεµικά που διέθετε.

κανένας δεν τολµούσε ν' άντισταθή στον Κλέωνα. —« Καλά του κάνουν. µισοπεθαµένους από την πείνα. Η ευτυχία που τους παρουσιάστηκε τους ζάλισε. Οι βιοτέχνες κι' οι εµπορευόµενοι βλέπανε τις δουλειές τους ήµερα µε την ηµέρα να χειροτερεύουν. Όταν έφτασε στον Πειραιά η τριήρης που έφερνε τ' ανέλπιστα νέα από την Πύλο. Οι Πρυτάνεις. που στάθηκε ανίκανος να ξεκάνη πεντακόσιους Σπαρτιάτες. ωσότου οι Αθηναίοι σε λίγους µήνες ένιωσαν τι λάθος είχαν κάνει ν' απορρίψουν ασυλλόγιστα εκείνη την πρόταση ειρήνης. Η Σπάρτη ξέπεσε τόσο. ο Σωκράτης µε τον Κριτία παροκολουθούσαν τη διαµάχη ανάµεσα στον Κλέωνα και στον όχλο. µπορούσε σήµερα να τον τυραννά. τόσο περισσότερο τον πίεζε να δεχτή. χωρίς αποτέλεσµα. αφού πάρη τη θέση του ο καυχησιάρης Κλέων. Αυτός έρριξε το λάθος για την παράταση του πολέµου στον αρχιστράτηγο Νικία. θέλει δε θέλει. στην Πύλο ». για να κατευνάσουν τη βαρυθυµιά του λαού. που κατηγορούσε το δηµαγωγό πως έξ αίτιας της αδιαλλαξίας του µάκραινε ο πόλεµος. οι αγρότες ποθούσαν να γυρίσουν στα χωράφια τους κι' oι πρόσφυγες θέλανε πιά να φύγουν από το µολυσµένο Άστυ. Μα τίποτα δεν έσωζε τους πεντακόσιους από την ποντικοπαγίδα όπου είχανε κλειστή.µπορούσε να γίνη. εξόν οι κωµικοί ποιητές. αυτό το άγριο ζώο. για λίγο νερό και τροφή που θα στέλνανε στους πεντακόσιους δικούς της. Κι' αλήθεια. Πίστεψαν πως τώρα είχανε γίνει αετοί και θα κυβερνούσαν πιά τον κόσµο. που πριν λάτρευε τον Κλέωνα. Ο Κλέων αρνήθηκε την προσφορά. συγκάλεσαν νέα Εκκλησία του ∆ήµου. Ο Νικίας σηκώθηκε τότε κι' απάντησε πως δέχεται να παραιτηθή από Αρχηγός του στρατού και. αποκρίθηκε ο Σωκράτης. ∆ε θα φύγουµε από δώ. όσο έβλεπε απρόθυµο το δηµαγωγό ν' άναλάβη την επιχείρηση. ως αντάλλαγµα. Ο µαθητής γύρισε κι' είπε του ∆ασκάλου : —« Βλέπεις τι κάθαρµα είναι ο Κλέων . Ο Σωκράτης µε τον Κριτία θαύµαζαν πως το πλήθος. για να ζητά ειρήνη . Έξ αιτίας της αδιαλλαξίας του Κλέωνος. ας πάη κείνος στην Πύλο να ξεκάνη τους Σπαρτιάτες. όσο ν' άποφασίση ο ∆ήµος των Αθηναίων. αν θ' αποδεχόταν την ειρήνη που ζήτησε απερηφάνευτα η Σπάρτη. Καθισµένοι στις πρώτες σειρές της Πνύκας. οι κωµικοί που τον κοροϊδεύουν ». Ενώ η τραγωδία είχε σκοπό ν' αποσπάση τους πολίτες από την κακοµοιριά της καθηµερινής ζωής και να τους υψώση προς τα παλιά ιδεώδη. Οι αντίπαλοι του άρχισαν να τόνε φωνάζουν « δειλό » και σε λίγο έγινε αφάνταστη οχλαγωγία. οι Αθηναίοι δεν πίστευαν τ' αυτιά τους. µα ο λαός. αν δεν τον στείλουµε. ώχρός και τρεµουλιάρης. Ο Κλέων θέλησε να έπωφεληθή απ' αυτή τη διάθεση του πλήθους κι' έθεσε στους Σπαρτιάτες όρους απαράδεχτους. τον σκέπασε βουή λαϊκού θυµού. Ολοι τους είχαν ξεσπαθώσει εναντίο του Κλέωνος κι' όταν ανέβηκε στο βήµα να µιλήση. απεναντίας η κωµωδία µαστίγωνε αλύπητα τις σύγχρονες διαστροφές και τις . ο πόλεµος εξακολούθησε. Τότε ταπεινώθηκε η Σπάρτη. Παράδωσε στην Αθήνα όλα της τα πλοία. και µετάνιωσαν.

Όµως πάλι το ∆ικαστήριο αρνήθηκε την κατηγορία. Κι' όταν ακόµα είδαν µε τα µάτια τους να παρελαύνουν οι αιχµάλωτοι «λογάδες». που κατάφερε θαύµατα παληκαριας. που είχε εξαφανιστή από την Πνύκα. έτσι κι' εδώ έτρεξε µε τον Αντισθένη προς το νεαρό µαθητή και κατόρθωσαν. είχε αποχτήσει το δικαίωµα να ελέγχη. καβάλα. Με τη σάτιρα της κωµωδίας διατηρήθηκε στην Αθήνα η ελευθερία του λόγου. . Σήµερα το πλήθος δε σταµάτησε την οργή του. πως ο Αριστοφάνης δεν είναι γνήσιος Αθηναίος. έδωσαν µιαν εύκολη νίκη στον Κλέωνα. Κι' όταν είδανε πως βάδιζαν από επιτυχία σ' επιτυχία. ο Αλκιβιάδης µε τον Ξενοφώντα. απόγονοι του Λεωνίδα των Θερµοπυλών να παραδοθούν! Η Σπάρτη αναγκάστηκε να ξαναζητήση ειρήνη. Αλλά τώρα ο Κλέων ήταν πολύ δυνατός. κι' εκεί χτυπήθηκαν µε τους Θηβαίους. που τον στεφάνωσε και του ψήφισε ισόβιο διατροφή στο Πρυτανείο. ήρωας της ηµέρας. και παρουσίασε συκοφάντες να το αποδείξουν. που πραγµατικά έφερε στήν Αθήνα. λέγοντας πως δικαίωµα της κωµωδίας είναι να καταγγέλλη όσα νοµίζει βλαβερά στο δηµόσιο βίο. Όπως στην Ποτίδαια ο Σωκράτης έσωσε τον Αλκιβιάδη. και να καταλάβουν την πρωτεύουσα τους Θήβα. αποφάσισαν να τιµωρήσουν παλιόν εχθρό. Η κωµωδία τότε αντιστοιχούσε προς τις σύγχρονες µεγάλες εφηµερίδες. Εκεί πληγώθηκε κι' έπεσε από τ' άλογο του ο Ξενοφών. στην Κόρινθο. ο Κλέων ισχυρίστηκε σε δεύτερη δίκη. δεµένους 420 Σπαρτιάτες. που οργάνωσε την έφοδο και κυρίευσε τη Σφακτηρία. Το αριστερό των Θηβαίων άρχισε να κλονίζεται και στον αγώνα τούτον κανένας δε διακρίθηκε περισσότερο από τον Αντισθένη. µε τη βία. ευεργέτης της Αθήνας. είπε ο Κριτίας. στα Μέγαρα. να δεχτή να στρατηγήση. την ώρα που έκανε να γείρη ο ήλιος. να γλυτώσουν τον Ξενοφώντα. παρά όταν ο Κλέων αναγκάστηκε. τη µεγαλύτερη τιµή που έδωσε ποτέ σε άτοµο το Άστυ. —« Έτσι µάλιστα. µα οι πολίτες τον αθώωσαν. στα Κύθηρα. που ανήκαν στην αριστοκρατία. ιερό του Απόλλωνος στη γη της Τανάγρας. η θα σκοτωθή ο µασκαράς. έντιµος και χωρίς κανένα ψεγάδι στο βίο του. Πώς ήτανε δυνατόν. την ακολασία που είχε φέρει στη διοίκηση και τη µέθοδο του της συκοφαντίας. Οι πολίτες τρελάθηκαν από τη χαρά τους. και θα γλυτώσουµε από δαύτον ». τους Βοιωτούς. ανάµεσα τους ο Σωκράτης µε τον Αντισθένη οπλίτες πεζοί. Ο δηµαγωγός δοκίµασε να τον φυλακίση ως προδότη της ∆ηµοκρατίας ( Μάρτιος του 426 ). Κατέλαβαν το ∆ήλιο. Αλλά το δεξί πλευρό του έχθρού νίκησε τους απέναντί του Αθηναίους κι' άρχισε να τους περικυκλώνη. Κανένας δεν τόλµησε να του αντιλέξη. όταν ζήτησε ν' απορρίψουν τις Σπαρτιατικές προτάσεις και να εξακολουθήσουν τον πόλεµο. Μετά τη νίκη της Πύλου οι Αθηναίοι άρχισαν επιθέσεις παντού. σπαθίζοντας γύρω µε πείσµα. Στην κωµωδία του «Ιππείς » προσέβαλε φανερά τον Κλέωνα. Μα η τύχη και η ξυπνή τακτική του ∆ηµοσθένη. Ο συντηρητικός Αριστοφάνης. όπως είχε ύποσχεθή. ∆έκα χιλιάδες Αθηναίοι βαριά οπλισµένοι ξεκίνησαν. Πολεµήθηκαν µε µανία. Για να βουλώση το στόµα του θαρρετού αντίπαλου.βρωµερότητες της πολιτικής. Τώρα ή θα φέρη δεµένους τους Σπαρτιάτες. πάλι δεν το πίστευαν.

Αλλά το ρήγµα. Κοντά του βρέθηκε ένας από τους Αθηναίους Στρατηγούς. στις Στοές. Αυτός. κυνηγώντας τους όσο να νυχτώση. Κι' όµως η στροφή που έκανε ο φιλόσοφος προς εκείνο το µονοπάτι της Πάρνηθας τους έσωσε. µόλις άκουσε τη µυστική φωνή να τον διατάζη : «τράβα προς την Πάρνηθα. Όλοι ξέρανε τον ωραίο Χαρµίδη.σιγά προβιβασθή σε Στρατηγό. Ο Χαρµίδης γέλασε κι' απάντησε : « Το ∆αιµόνιο σου ίσως ξέρει πως δε θα νικήσω. Η καταστροφή δεν είχε προηγούµενο. Μα οι στρατιώτες. παράτησαν το Στρατηγό τους κι' ακολούθησαν το Σωκράτη. που µπορούσε να βλέπη πέρ' από χρόνο και τόπο. µια και τον εγκατέλειψαν όλοι. * Σκοτώθηκε αργότερα στη Μάχη της Μαντινείας. έχασε ο Σωκράτης κάθε λογική σκέψη και προχωρούσε. τον οδηγούσε. Τότε γίνανε γνωστά τα διάφορα περιστατικά. Άπό µακριά άκουγαν οι ακόλουθοι του Σωκράτη τις φωνές της σφαγής. θα ωφεληθώ ». οι Θηβαίοι. Ο Λάχης. επειδή χρόνια πολλά ήτανε δοσµένος µε πάθος στα έργα του πολέµου. Στόν κοσµάκη δεν κάνει τίποτα πιο συγκλονιστική εντύπωση. Παντού. που από παιδί του λαού. έλεγε πως αποφάσισε να πάη στη Νεµέα ν' αγωνιστή στο αγώνισµα του δρόµου. στα κουρεία. τότε ξέσπασε γενικός θαυµασµός για τις Υπερφυσικές ιδιότητες του Σωκράτη. µα εγώ. δε γινόταν λόγος παρά για το παράδοξο ∆αιµόνιο. από τη µικρή χαράδρα του Φελλέα». . όπου. που όλοι πια το είχαν ακουστά. βλέποντας πως ο φιλόσοφος προχωρούσε σαν µαγνητισµένος και πιστεύοντας πως το ∆αιµόνιο. Πήγε στη Νεµέα όπου πληγώθηκε άσκηµα και παραµόρφωσε το χαριτωµένο πρόσωπο του. ξεχώρισε από τους πολλούς και τράβηξε. στην Αγορά. Κι' αλήθεια. µε τη βοήθεια του ∆αιµόνιου. είχε σιγά . για να σωθή. κάτω από µαγική επιβολή.* Αυτός δε συµφώνησε µε την πορεία που ακολουθούσε ο Σωκράτης κι' επέµενε να στραφούν κατά τη θάλασσα. φωνάζοντας στους διπλανούς του να τον ακολουθήσουν. ο Λάχης. ενώ κατάκοβαν τους πανικόβλητους. µια µέρα στο Γυµναστήριο. απορώντας πούθε τους πάει αυτός ο απαναρκωµένος. που προξενήθηκε στην Αθηναϊκή παράταξη. Ό Χαρµίδης παράβλεψε την προτροπή του φιλόσοφου. υποστηρίζοντας µε το ένα χέρι τον πληγωµένο Ξενοφώντα. µε το να γυµνάστώ για τους αγώνες. που γινότανε στις διπλανές χαράδρες και µονάχα κείθε που διάβηκαν αυτοί δε φάνηκε ούτε ένας Θηβαίος να τους ενοχλήση. δεν άργησε να προκαλέση πανικό. όσο τα µηνύµατα που έρχονται από το υπερπέραν. Η µυστική φωνή παράγγειλε του Σωκράτη να τον εµποδίση κι' ο ∆άσκαλος προσπάθησε να τον µεταπείση. ο φιλόσοφος είχε προφητέψει. αναγκάστηκε κι' αυτός ν' άκολουθήση. Ο Σωκράτης. προς τις χαράδρες της Πάρνηθας. γι' αυτό συµβουλεύει να µην πάω. Όλόκληρος ο στρατός των Αθηναίων τόβαλε τότε στα πόδια. Σαν έφτασαν σώοι στην Αθήνα και πληροφορήθηκαν πως είχαν κακοθανατίσει κι' οι άλλοι που προσπάθησαν να σωθούνε από τη θάλασσα (καθώς συµβούλεψε ο Λάχης ).

µα όταν είπα στους φίλους : « Έσείς εξακολουθήστε να πίνετε κι' εγώ θα γυρίσω σε λίγο ». αβγάταινε πολύ η γνώση µου. ξαφνικά τους έσπρωξε όλους πλάγια και τους έρριξε σ' ένα στενό σοκάκι. Τόσο πολύ ντρέποµαι τη µηδαµινότητά µου. Κανένας τους δεν κατάλαβε γιατί έκανε ο δάσκαλος τούτη την ιδιοτροπία. αν συναντήσω κανένα µορφωµένο. ο Αριστείδης. Απότυχα στην απόπειρα. µα αληθινό : Πρόκοβα κοντά σου. σ' όποιον ήθελε να τον ακούση. παραφύλαξα πότε θα είχε αλλού το νού του κι' αποµακρύνθηκα κρυφά. γιατί δε θέλησα ν' ακούσω τον Σωκράτη. είπε ο Σωκράτης. όταν τον οδηγούσαν να τον εκτελέση ο δήµιος. σαρώνοντας τα πάντα. καθισµένος δίπλα σου.» Τέτοια µαγική επίδραση ασκούσε ο φιλόσοφος σ' όσους τον πλησίαζαν. ο Σωκράτης µε σταµάτησε λέγοντας : « Ακουσα τη φωνή. να σου κάνη τον καµπόσο. δάσκαλε ». την τρίτη φορά. όσοι τον ακολουθούσαν. πρίν φύγω στρατιώτης. Τέλος. καθώς ξέρεις. Ένας παλιός µαθητής. ύστερα από µακρινή εκστρατεία. κι' όταν ξεµάκραιναν απ' αυτόν. Σωκράτη. µα κι' εχθροί του. κι' άπειρα τέτοια περιστατικά διηγούνταν άλλοι. Κάθησα τότε ήσυχος. το συνηθισµένο µου σηµάδι. . — « Γιατί. γιατί παράκουσα τη συµβουλή του Σωκράτη ».Ένας Κλειτόµαχος. του είπε. για να του ξεφύγω. Ακόµη πως. επαναλάβαινε. του είπε: «Όσο µαθήτευα κοντά σου. αν. σε κρατούσα από το χέρι. Κανένας δεν ήξερε τους σκοπούς µου. Κάποτε πάλι. γνωστός Αθηναίος γαιοκτήµονας. «Αδελφέ Κλειτόµαχε. σηκώθηκα από το τραπέζι να πάω. που ήµαστε καλεσµένοι σε συµπόσιο. όρµησε σα σίφουνας στην οδό Λάρνακος µεγάλο κοπάδι από λυσσασµένα γουρούνια. όταν γύρισε κοντά στο Σωκράτη. µ' είχες κάνει άξιον να συζητήσω µε οποιοδήποτε γερό µυαλό. ξέπεφταν.. — « Κι' εγώ είµαι για γέλια. που Τ' οµολογούσαν oι µαθητές του. µα σε κάµποσην ώρα ξανασηκώθηκα. ο γιός του Λυσιµάχου. για λόγους πολιτικούς. Ποτέ δε θα ξεχάσω τι ευδαιµονία ένιωθα όταν σ' ακουµπούσα. εγώ τώρα πεθαίνω. σαν να είναι κι' αυτός σπουδαίος. ενώ τώρα. Και θα σου πω. » — « Φαίνεται πως το ξέχασε ». να σκοτώσω το Νικία. πριν περάση όµως ένα λεπτό. πάλι οµως µε κράτησε ο φιλόσοφος. και σε παρακαλώ µην πας πουθενά ». έστω µε το να σε κοιτάζω. λές και κάποια ροή. όλοι πρόκοβαν γρήγορα. µε πιάσανε και τώρα πάνε να µε σκοτώσουν. περνούσε από σένα σε µένα. Έπειτα έλειψα χρόνια στρατιώτης και τώρα που γύρισα βρήκα κοντά σου το γιό του Μελίσσου. Ξέχασε τι ανθρωπάκι ήταν προτού σε πλησιάση . » — « Επειδή. Σωκράτη. . που βάδιζε µε καµιά δεκαριά µαθητές του στην οδό Λάρνακος. Μα πρόκοβα σε αφάνταστο βαθµό. όχι µόνο φίλοι. κάτι απίστευτο. απόκρυφη. Ενα βράδυ. τον αποφεύγω. τι του είπε ο αδελφός του Τίµαρχος. Έκτός απ' αυτό το προµάντεµα.

επειδή η ανέλπιστη επιτυχία του στη Σφακτηρία τον είχε αναδείξει σε σπουδαίο τάχα µάστορα της στρατηγικής. ο τρελός. oι οπλίτες της Αθήνας άρχισαν ν' άνυποµονούν. πάνω σε ψηλό λόφο. εδώ σπάραξαν Θράκισσες µαινάδες τον Ορφέα. έστω και χωρίς προθυµία. Για το Σωκράτη το µέρος ήταν ιερό. όσους έκριναν γεροδεµένους και ζωηρούς. τον τελευταίο που ένωνε το ποτάµι µε τα βουνά του Παγγαίου. µαζί µε τους ανεπιθύµητους είλωτες. µα όταν θεραπεύτηκε ο ήρωας. Ο Βρασίδας πρότεινε να του δώσουν µονάχα επτακόσιους τέτοιους είλωτες. κινηµένους από τον Κλέωνα. Η θέα του φάνηκε µαγευτική. η πατρίδα του έµενε ταπεινωµένη. που σε κάθε άλλον θα ήταν ανυπέρβλητες. πολεµώντας µε µια χούφτα είλωτες. Σαν έφτασαν κοντά στις εκβολές του Στρυµόνα. για να τους πάη να χτυπήση τις Αθηναϊκές αποικίες στη Θράκη. Γενικός Αρχηγός ορίστηκε ο Κλέων. που κρατούσαν τη Σπάρτη ανεξέλικτη και ξεπερασµένη. ο Βρασίδας την ύψωσε πάλι στα µεσούρανα. και µια Σπάρτη. την άδεια να ξεκινήση αυτός ο επικίνδυνος νεωτεριστής. Πάλι επιστρατεύτηκε ο Σωκράτης. µπήκε στα µεταγωγικά και στάλθηκε στον άγριο Βοριά. Ο Σωκράτης έβλεπε µπροστά του την Αµφίπολη. Η δόξα των κατορθωµάτων του ανάγκασε τους Αθηναίους. σταµάτησαν και κει περίµενε ο Κλέων τον εχθρό. πολιτικός. Σιχαινόταν τους Εφόρους. να στείλουν εναντίο του το στόλο και µεγάλη στρατιά από χιλιάδες οπλίτες και ιππείς. Πάνω από τις σκούρες πέτρες τιτανόλιθου του τείχους πρόβαλαν τα κάτασπρα σπίτια της πόλης δίπλα στον ασηµένιο Στρυµόνα. ∆υό προτερήµατα άγνωστα σ' αυτούς τα είχε ο στρατηγός — ήταν άριστος ρήτορας και τετραπέρατος. Αυτός όµως κατόρθωσε να φέρη αληθινή αναστάτωση στις αθηνέικες αποικίες της Θράκης. ελπίζοντας πως θα χανόταν από την παράλογη τόλµη του. απ' όπου µάζευε το Άστυ το χρυσάφι του Παγγαίου και ναυπηγήσιµη ξυλεία. να µή φοβάται τίποτα περισσότερο από µιαν επανάσταση των ειλώτων. Για να εκτελέση τα σχέδια του ο Βρασίδας. Πίσω φαινόταν η κατάφυτη πεδιάδα των Σερραίων και γύρω τα χιονισµένα βουνά. Άπό δώ ξεκίνησε η λατρεία του ∆ιονύσου. Πανάρχαιη τροµάρα κάτεχε τη Σπάρτη. Ο Βρασίδας ήτανε πολύ διάφορος από του µονόπαντους κι' αργονόητους Λάκωνες. άλλαξε η τύχη της. Είχε δει µε φρίκη τους Εφόρους να σκοτώνουν δυό χιλιάδες νέους είλωτες ( έτσι ονόµαζαν oι Λάκωνες τους σκλάβους ). που έβλεπε τα παράλια της να τα κατέχη η θαλασσοκράτειρα. Καθώς ο Βρασίδας δεν έδειχνε όρεξη να χτυπήση τον Κλέωνα και παρατεινόταν η αδράνεια. αφού πρώτα τους συγκέντρωσαν µε την απάτη πως τάχα θα τους ελευθέρωναν.XXI Αφότου πληγώθηκε στην Πύλο ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας. Ο . ανόητους και κακόπιστους. Οι Έφοροι έδωσαν. απάντησε δυσκολίες. µια Σπάρτη που έτρεµε µπροστά στους δούλους της.

Άπ' αυτά τα δέκα πολεµικά χρόνια. να υποχωρήσουν κανονικά και. για να ξαναρχίσουν τη µονότονη ζωή του στρατοπέδου που συνήθιζαν αιώνες τώρα. αλλά µετά την ανακωχή η Σπάρτη επέτρεψε στους πολίτες της να πάνε στην Αθήνα να δουν τα « ∆ιονύσια ». για ν' αποδείξουν σ' όλον τον κόσµο πως είχανε πια τίµια φιλιωθή. Ο σύγχρονος θάνατος του Κλέωνα και του Βρασίδα. κινδύνευε χωρίς να λογαριάζη θάνατο. κι' οι χωριάτες. ρίχτηκε καταπάνω τους µε τους εκατόν πενήντα διαλεχτούς. Οι Σπαρτιάτες γύρισαν πίσω στην κοιλάδα του Ευρώτα. ενώ οι Αθηναίοι. όπου πάντα διακρίθηκε. µε την τσάπα στο χέρι. µελέτησε στρατήγηµα. ενώ το Άστυ έστελνε τους δικούς του να παρασταθούν στα « Ύακίνθια » της Λακεδαίµονος. Ο Σωκράτης µε τον Αντισθένη και κάµποσους άλλους κατάφεραν. χάρη στην παληκαριά τους. κι' όταν είδαν να ορµούν από την Αµφίπολη κι' άλλοι Σπαρτιάτες. όπου πολεµούσε ο Σωκράτης µε παραστάτη του τον πιστό Αντισθένη. Ητανε τόση η ορµή του. χαρωποί κι' ευτυχισµένοι. Με χορούς και τραγούδια άστραφτε πάλι σαν πρώτα η Αθήνα. των δυό ανθρώπων που ζητούσαν την παράταση του πολέµου. άλλοι προς τα βουνά της Χαλκιδικής. ενώ από τους Σπαρτιάτες δεν είχανε χαθή παρά λίγοι οπλίτες. να κρυφτούν στα πυκνά δάση. και. όπου ο Αριστοφάνης δίδασκε κωµωδία. έδωσε την ευκαιρία στα φιλειρηνικά κόµµατα της Αθήνας και της Σπάρτης να κλείσουν επί τέλους ειρήνη. ∆ιάλεξε εκατόν πενήντα παληκάρια. και στάθηκε ζωντανό . Ακλόνητος και ψύχραιµος. Όταν το ένιωσε αυτό ο Κλέων. πολεµώντας αδιάκοπα. σχεδόν την ίδια στιγµή. όπου βρισκόταν ο δηµαγωγός. Όλόκληρο τ' αριστερό πλευρό των Αθηναίων εξολοθρεύτηκε. µε πείσµα που τις γονάτισε και τις δυό. Ο Βρασίδας µή θέλοντας να δείξη τ' ολιγάριθµο του στρατού του. τρέξανε στα χωράφια να ξαναφυτέψουν τα ξεριζωµένα τους αµπέλια. κυνηγηµένοι από την τροµάρα που προξενούσε τ' όνοµα : Βρασίδας ! Μόνο το δεξί των Αθηναίων.Σωκράτης τους άκουγε να κατηγορούν άναντρο τον Κλέωνα και να συγκρίνουν τη δική του αβουλία µε την πείρα και την τόλµη του πολέµαρχου της Σπάρτης. στράφηκε πανικόβλητο προς την παραλία. σκοτώνεται από Θράκα πελταστή. µέθυσαν από την ανάσαση. αναγκάστηκε να κινηθή κοντύτερα προς τον εχθρό. που οι Αθηναίοι αιφνιδιάστηκαν. έφτασαν σώοι ως τ' Αθηνέικα πλοία. για τη γενναιότητα του. τα πέντε ο Σωκράτης τα πέρασε σ' εκστρατείες. κρατήθηκε γερά πάνω σ' ένα λόφο. και µόλις ξεδιάκρινε τ' αποµεσήµερο πως οι εχθροί είχανε διαλύσει τις τάξεις τους και χάζευαν ανύποπτοι. Οι Αθηναίοι φεύγανε πετώντας τα όπλα τους. Σταµάτησε δίπλα στην Αµφίπολη. για να υµνήση τ' αγαθά της ειρήνης. ∆έκα χρόνια πολεµήθηκαν οι δυό µεγάλες πόλεις. ένας Αθηναίος σκοτώνει µε δόρυ το Βρασίδα που προκινδύνευε. Ο Κλέων. άλλοι προς τα βάλτα του Στρυµόνα. Έφυγαν οι πρόσφυγες που βρώµιζαν το Άστυ. ενώ έτρεχε κι' αυτός να σωθη. ταράχτηκαν και το αριστερό τους πλευρό.

» Ο Σωκράτης δίνει την απάντηση : —« Άµα χτυπήση µια Νεφέλη την άλλη. δεν είναι. » ρωτά πάλι ο χωριάτης. θα καταφέρη να µην πληρώση τους δανειστές του. κάνει µε αφέλεια ο χωριάτης. Αντί να κοροϊδέψη τους ξένους σοφιστές που πληµµύριζαν τήν Αθήνα. πουθενά. —« Μα ο ∆ίας. να µην είναι στη µάχη καθόλου κατώτερος από τους ατρόµητους Σπαρτιάτες. Με τη γνωστή του αττική χάρη. όταν παραφάω ». ποιος από τα ουράνια βρέχει. Τόσο µεγάλωσε η φήµη του µετά το χρησµό των ∆ελφών και την παληκαριά που έδειξε στις µάχες. δε νιώθεις µέσα σου γουργουρητά που ξάφνου βροντολογάν . ανόητε. —« Μα τότε.παράδειγµα πως γίνεται Αθηναίος. » επιµένει ο Στρεψιάδης. και µάλιστα φιλόσοφος. —« Σού είπα. να ρεζιλέψη το φίλο του Σωκράτη. στην κωµωδία «Νεφέλες». έρχεται να τον συµβουλευτή πως. φαντάσου πόσο µπορεί να βροντά ο απέραντος αέρας ». µε λίγον αέρα στην κοιλιά σου κάνης κρότους. » —« Αλήθεια λές. συµπεραίνει ο Σωκράτης. µαλλιαρούς τεµπέληδες κι' αστρολόγους τσαρλατάνους ». Μα ο Σωκράτης του εξηγεί : —« Πάρε τον εαυτό σου παράδειγµα. δεν υπάρχει ∆ίας ». Ας βρέξη µε ξαστεριά. τους αρµονικούς στίχους και τ' ανεξάντλητα χωρατά του. κάνει ο αγρότης. —« Νεφέλες. ο κωµικός παρουσιάζει το φιλόσοφο κρεµασµένον από τον ουρανό µέσα σε καλάθι ν' αερολογή. βροντάνε ». —« Αλλά τι υπάρχει στη θέση τους . ο ∆ίας! » —« Και οι βροντές πως γίνονται . Όρκίζεται στους Θεούς να πληρώση γερά τις συµβουλές. —« Αν λοιπόν. Μετά κάµποσες άλλες αισχρολογίες *. —« Ποιους Θεούς . θεός . Σαν γεµίζης την κοιλιά σου µε κρέατα και σάλτσες. ρωτά ο φιλόσοφος τον αγρότη : * Στό Θέατρο δεν επιτρεπόταν να παραστούν γυναίκες. Αυτές ταΐζουνε κοπάδια σοφιστές. βρουχιέται το στοµάχι µου. µε σοφιστείες. να βρέχη δίχως σύννεφα . —« ∆ε σε πιστεύω ». θεές των ακαµάτηδων. . —« Οι Νεφέλες φέρνουν τη βροχή. δάσκαλε. ο βασιλιάς του Όλύµπου. που φοβήθηκε µήπως η νεωτεριστική διδαχή του Σωκράτη επηρεάση επικίνδυνα τη νεολαία. ρωτά ο Σωκράτης. Ένας καταχρεωµένος αγρότης. προτίµησε. » απορεί ο χωριάτης. αν µπορή. ο Στρεψιάδης. ώστε ο κωµικός Αριστοφάνης. αποφάσισε να τόνε γελοιοποιήση. Είδες ποτέ. Τέτοιο πράµα δεν υπάρχει».

Έχεις µνηµονικό . κατά την παράσταση. Ητανε πάµπλουτος ο Νικίας. για να δείξη πως αυτόν εννοούσε ο Αριστοφάνης. Είν' όµως εύκολο να ερµηνευτή µε την αναστάτωση που έφερε στην Αθήνα ο Πελοποννησιακός πόλεµος. Τότε πήρε µεγάλη δύναµη ο Νικίας. όλους τους . αλλά πρότεινε να υπογράψουν αιώνια συµµαχία. κι' οι Αθηναίοι. µονάχα να µε µάθης να στρεψοδικώ και να γλιστράω σα χέλι από τους δανειστές µου». Μα ο Σωκράτης καθόλου δεν πειράχτηκε. » —« Όχι µεγάλα πράµατα κι' ούτε βαθειές ιδέες. οπόταν πήραν την αρχή άντρες φιλοπόλεµοι. Άµα πήρε την υποστήριξη της µάζας. µέρα µε την ηµέρα. όταν τον παρουσίαζε αρχηγό των σοφιστών. γιατί τους ξόδευε αλύπητα. ενώ εκείνη την εποχή αρκούσε ένα τάλαντο για να µπή κανείς στην τάξη των πλουσίων. Όσην ώρα γινότανε λόγος. Αφότου ειρήνεψε η Ελλάδα. που έγραφαν τους όρους της ειρήνης. ήδη το φθινόπωρο. όσο Σπάρτη και Αθήνα συµµαχούσαν. Οι νέοι Έφοροι θεώρησαν το συµβιβασµό ταπεινωτικό κι' άρχισαν να συνωµοτούν µε τη Θήβα και το Άργος για να τον σπάσουν. για τον εαυτό του. Σαν µού χρωστάνε. Η τόση καταφορά του Αριστοφάνη εναντίο του Σωκράτη φαίνεται σήµερα ανεξήγητη. γεροδάσκαλε. αµέσως λησµονώ ». Ο Σωκράτης αρχίζει : —« Λέγε τι ξέρεις. µε την αλλαγή των Εφόρων στη Σπάρτη. για να ευχαριστήση τους Σπαρτιάτες. αφού σε µετρητά κρατούσε εκατό χρυσά τάλαντα. » —« Έχω και µάλιστα δίκοπο. απαυδισµένοι από τις συµφορές ενός πολέµου που τον κίνησε το δηµοκρατικό κόµµα του Περικλή. Μα δε βρήκε κατανόηση από τους Λάκωνες. καθώς ο δάσκαλος µαθαίνει τον αστοιχείωτο µαθητή τον « άδικο λόγο ». ύστερα από το θάνατο του Περικλή και την ανησυχία των συντηρητικών για τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που δηµιουργούσαν τότες οι σοφιστικές θεωρίες. άλλαξαν τα πνεύµατα. Κανένας δε θα τολµούσε να διατάραξη την ησυχία στην Ελλάδα. Με λογοπαίγνια και χοντροκοµµένα αστεία προχωρεί η κωµωδία.—« Τι ζητάς από µένα . Όλα του τα κέρδη τα σπαταλούσε. για να τον κάνη ξεφτέρι στις στρεψοδικίες. Μολονότι ο Νικίας. µα ο κοσµάκης δε ζήλευε τους θησαυρούς του. είχανε στηθή µόλις την άνοιξη στην Ακρόπολη. κι' ας τον συκοφαντούσε η κωµωδία. δοκίµασε την κρίση του και ξύπνα το µυαλό του ». το Άστυ ξαναγύριζε στην παλιά του ευηµερία. Ο λαός αποζήτησε τη φρονιµάδα και την εντιµότητα του. για να σου προσθέσω εγώ καινούργιες µηχανές. µα σαν χρωστάω εγώ. Οι Νεφέλες δίνουν εντολή στο Σωκράτη : —« Αρχισε. έναν προς έναν. για να κλείση τις πληγές της περασµένης αναταραχής. τη διδαχή σου. ο φιλόσοφος σηκώθηκε από τη θέση του κι' έµενε ορθός. ο Νικίας δεν αρκέστηκε στην ειρήνη που κλείσανε οι δυό µεγάλες πόλεις. για να διασκεδάση το λαό. στράφηκαν προς τους συντηρητικούς. ποτές δεν ξεχνώ. εξετέλεσε. Ένώ οι πέτρινες στήλες.

έγινε Μοίρα της Αθήνας κι' όρισε τις τύχες της. ρίχτηκε στην πολιτική όχι για να διοικήση σωστά την πολιτεία. που µετά το θάνατο του Κλέωνα φαντάστηκε πως γλύτωσε από τον ενοχλητικό δηµαγωγό. ας συνεχίση την ανάκριση ». ενώ οι Αθηναίοι τον χειροκροτούσαν ενθουσιασµένοι. Για να σιάξουν αγάλµατα του Θεού Ερµή. εξίσου ασυνείδητο µε τον Κλέωνα. Κάποτε γινόταν ανάκριση έναντίο του ποιητή Ηγεµόνα.όρους της ειρήνης. γιατί συνταίριαζε στο πρόσωπο του κάθε τι που σηγήνευε το κοινό. οι γλύπτες δε δίστασαν το δικό του πρόσωπο ν' αντιγράψουν. όχι κάν αµυντικό σαν τον Περικλή. πλούτη που τα σπαταλούσε σαν το Νικία. κι' από στόµα µε στόµα διαδίδονταν οι τρέλες του µε καµάρι. Ο Αλκιβιάδης. παρά κατάντησαν να τα θαυµάζουν. Οι Αθηναίοι τον αγάπησαν. Όλων αυτών ο άµετρος θαυµασµός έκανε τον νεαρό πολιτευόµενο να ξεχάση τη συγκίνηση που είχε γεννήσει στην ψυχή του η διδασκαλία του Σωκράτη. για να καταλάβουν οι Αθηναίοι πως είχαν έξαπατηθή. νοστάλγησε τη φωτεινή πολιτική του άρχοντα Περικλή και πίστεψε πως ο ανιψιός του Αλκιβιάδης είχε τις ίδιες ικανότητες µε κείνον. Περιφρονούσε ως και τους νόµους. Απαυδισµένο το ∆ηµοκρατικό κόµµα να κακοδιοικιέται από βυρσοδέψες και προβατέµπορους. εγκαταλείποντας έτσι το ισχυρότερο όργανο που είχαν οι Αθηναίοι. οι Έφοροι. τις καλές και τις κακές —ο Αλκιβιάδης. για να τους βγάλη από τους µπελάδες που τους είχε ρίξει η λαθεµένη πολιτική του φιλολάκωνα Νικία. τη στιγµή που οι Αθηναίοι αποζητούσαν κάποιο δυνατόν ηγέτη. ετοίµασε κρυφά πόλεµο. κατάφερε να ξαναρχίση ο αγώνας στην Πελοπόννησο. που. µόνο και µόνο για να γελάση η συντροφιά του. που για είκοσι χρόνια. µε διάφορες δολερές προφάσεις. Στό δρόµο χαστούκισε έναν αξιοσέβαστο Αθηναίο. Άρκεσαν έξι µήνες φιλίας. το καλοκαίρι του 419. Ό. βιάστηκε να παραδώση τους 420 « λογάδες » αιχµάλωτους της Πύλου. λέγοντας : «Όποιος τολµάει. Τότε µπήκε στη δηµόσια ζωή κάποιος. και να τη σβήση µπροστά στους δικαστές. γιατί τόλµησε να σταθή αντίπαλος του σε δραµατικό διαγωνισµό.τι κι' αν ποθούσε. οι Αθηναίοι όχι µόνο του τα συγχωρούσαν. αίγλη της καταγωγής. κι' αφού σώπασε η φωνή της συνείδησης. ευκολία να ρητορεύη. του τάδιναν τα πλήθη πριν ακόµα τα ζητήση. απόφευγαν να συµµορφωθούν. άντίκρυσε τώρα νέον αντίπαλο. ως το θάνατο του. Παρουσιάστηκε στην Πνύκα σαν εχθρός της Σπάρτης. για ν' αναγκάσουν τη Σπάρτη να εκπλήρωση τις υποχρεώσεις της. Για το χατίρι του δε δίστασε να πάη στο Μητρώο. όπου ήτανε γραµµένη η καταγγελία. Ο δύστυχος Νικίας. Γύρω του µαζεύτηκαν πάµπολλα ασήµαντα ανθρωπάκια. σπάνια οµορφιά. Η οργή του λαού δεν άργησε να ξεσπάση έναντίο του Νικία. Κι' η θρασύτητα του Αλκιβιάδη ξεπέρασε τότε κάθε όριο. Έτσι. µε περισσή µυωπία. αλλά για να χορτάση την παράφορη φιλοδοξία του. άλλα επιθετικό. Στό θέατρο έδειρε το χορηγό Ταυρέα. Όσα ελαττώµατα είχε κρατήσει από την παιδική του ηλικία. που τον προστάτευε ο Αλκιβιάδης. µα προικισµένο µε διαβολική µεγαλοφυία. Και κανένας δεν . µα και επισηµότατοι άρχοντες. Από την πίκρα του ο λαός ξαναγύρισε πίσω στους δηµοκρατικούς. χωρίς να χάση καιρό.

Όπως είναι φυσικό σε χαλασµένο παιδί. ενώ αυτά σκέπτεται. όσο αισθανόταν ότι του ήταν αδύνατο να µείνη πιστός σε παρόµοια διδαχή. Τα δελεάσµατα του κόσµου τόνε βιάζουν ίσια ίσια να γίνη ανηθικότερος. Να παρατήση τις φιλοδοξίες του. αν και νεώτατος.τόλµησε! Ο Σωκράτης τόνε φώναξε κοντά του και δοκίµασε να τον συνεφέρη. Τού εξήγησε πως το µεγαλείο του Περικλή είχε σταθερή βάση. Πάλι θαύµασε σιωπηλός το ηθικό µεγαλείο του φιλόσοφου. Η πληθωρική φύση του τον σπρώχνει να συνέχιση τον κατήφορο προς την καταστροφή και τον ηθικό ξεπεσµό. µένει ζωντανή µέσα του. ακριβώς γιατί ξέφυγε από τον ασκητισµό του φιλόσοφου. Η καρδιά του είναι ακόµα αίµατωµένη από την προσβολή της Ποτίδαιας. την ώρα που τις έβλεπε να πραγµατοποιούνται . είναι θεµελιωµένη µόνο εξωτερικά. Τούτη η εσωτερική αναταραχή τον σπρώχνει να φύγη τα ταχύτερο από τον µάγο. διαµορφώνει τους σκοπούς του. Την ίδια στιγµή θέλει να πέση στα πόδια του ∆ασκάλου. Είναι. ποιο είναι το σωστό και να µην έχη την ψυχική αντοχή να το κάνη. Όχι. άρχινα να σχεδιάζη µεγάλες εκστρατείες. και την ίδια στιγµή ξεσπά µέσα του αντιπάθεια για τον ανώτερο του. Να ξαναµπή στο στενάχωρο σχολείο του Σωκράτη. Η λατρεία. Σέ κανέναν δε λέει τίποτα. Τού θύµισε όσα τον είχε διδάξει και του προκάλεσε πάλι κείνη την παλιά συγκίνηση που ένιωθε νέος. που προσπαθεί να σταµατήση το δρόµο του προς την παντοδυναµία. αυτός. Και µόνη η παρουσία του ∆ασκάλου του γεννάει αγωνία. Κι' όµως . τόσο περισσότερο. ενώ αυτός ήταν ανίκανος να δαµάση τα ελαττώµατα του. Και για να φτάση στην αποθέωση. συγκίνηση που δεν κατόρθωνε να την καταπνίξη όσο βρισκότανε δίπλα του. για ν' αποδείξη πως η επιτυχία δεν εξαρτάται από την αρετή. Βιάζεται να φύγη από τον Σωκράτη. διάδοχος του Περικλή. µαγεµένος. «Η επιτυχία σου. Η ψυχή σου απόµεινε κούφια». µόνο στέλνει ανθρώπους του σε χώρες µακρινές κι' ανάλογα µε τις πληροφορίες που του φέρνουν. γυρίζει την πλάτη στο Σωκράτη και τραβάει προς τη ∆όξα που του χαµογελά. που του είχε άλλοτε. του είπε. Η ∆όξα τόνε πήρε στα φτερά της και τον ανεβάζει ψηλά. το αυστηρό βλέµµα του Σωκράτη τον κάνει να νιώση το ίδιο κείνο αίσθηµα υποταγής. όταν ο Σωκράτης τόνε γέµιζε ντροπή για τα παραπατήµατα του. ∆ε χρειάζεται το ∆άσκαλο. το χαϊδεµένο παιδί της Τύχης . . . τη µετριοπάθεια και τη σωφροσύνη. που τον κυρίευε έφηβο. που έχει µπη βαθιά στην ψυχή του και την αναµοχλεύει. . Ο ανυπότακτος Αλκιβιάδης δεν παλεύει πολλήν ώρα ανάµεσα στην Ήθική και τις απολαύσεις της ζωής. Η τραγικότητα του Αλκιβιάδη είναι να ξέρη καλά. αυτός ο πανέξυπνος. Ν' άπαρνηθή τώρα τον εαυτό του .

Χέρια και πόδια περιποιηµένα και τα µαλλιά της. ∆εν έχει περιουσία. στις άκρες του στολισµένο µε χρυσά κρόσια. ο κουτσός δούλος του Περικλή. Είν' ανάλογη στην ηλικία σου. είπε και τούδειξε στην τουαλέτα της τέσσερεις «αρύβαλλους ».. που ύπηρετούσε πάντα την Ασπασία. δε θα µπόρεσης να µαντέψης γιατί σε κάλεσα. αφού την κοίταξε µια στιγµή. Ξέρεις ποιά . —« Ναί. Έγώ δεν κάνω για οίκογένεια. θυµάρι στα πόδια. δοχεία που φύλαγαν τα µύρα. —« Πάντα αρωµατισµένη ».. Κάθησε δίπλα της στο φαρδύ ντιβάνι και ρώτησε: —« Με φώναξες. ως το κονάκι του Σωκράτη και του παράγγειλε πως η ∆έσποινα ήθελε να του µιλήση. Φορούσε κόκκινο φόρεµα. » Κοντοστάθηκε µια στιγµή ο φιλόσοφος κι' ύστερα της είπε : —« Ξέρω πως η πολιτεία αναγκάζει τους άντρες να παντρεύωνται για να κάνουν παιδιά. —« Να παντρέψης εµένα . ριχτά πλάγια. Λέγε! » —« Θέλω να σε παντρέψω . που στόλιζαν ακόµα χαριτωµένα το πρόσωπο της. το Λυσικλή. » Τού χαµογέλασε φανερώνοντας τα δυό λακκάκια. που τώρα έλειπε µε το στόλο στα παράλια της Μ. κρατώ ακόµα τη συνταγή της Μιλήτου.XXII Ο γέρο-Ζώπυρος. µα τα χρήµατα εσένα δε σ' ενδιαφέρουν. Μετά το θάνατο του Περικλή ξαναπαντρεύτηκε έναν πλούσιο φίλο του άντρός της. Τήνε βρήκε πάντα όµορφη. φρόνιµη και καλή νοικοκυρά. την Ξανθίππη. αν και πενηνταπεντάρα. ρόδο για το πρόσωπο. Μόνο η Μυρτώ µ' αγάπησε. χούφταλο πιά. δυο φορές βουτηγµένο στην πορφύρα. κατσαρωµένα µε το σίδερο σ' ωραίους κυµατισµούς. της είπε ο Σωκράτης. —« Μού κεντάς την περιέργεια. Ποια γυναίκα θα µ' έπαιρνε τώρα . Το κοµψό δωµάτιο της µοσχοβολούσε. αλλά δυστυχώς αυτό το γλυκό πλάσµα πέθανε στο λοιµό.. ίρις στο στήθος και για την πλάτη ρίγανη ». Είχε καιρό να δη την Ασπασία. Με χαρά πήγε κοντά της. » —« Σού έχω έτοιµη εξαίρετη σύζυγο. Τι λές . έσυρε τα στραβά πόδια του. Ασίας. ∆εν . µα εγώ έχω να εκπληρώσω αποστολή κι' είµαι δεµένος. Μια µικρανιψιά του Περικλή. Σωκράτη ».» Έκείνος άνοιξε τα γουρλωµένα µάτια του όλο απορία. Ασπασία . κι' απάντησε : —« Όση σοφία κι' αν έχης.

παραδέχτηκε ο φιλόσοφος. µα µια και τον έθρεψε. Κι' είναι τόσο νόστιµο κάθε οπωρικό. Έµειναν µια στιγµή σιωπηλοί. καλύτερα να πηγαίνη από κοντά του. Η Ασπασία δεν είχε ξεχάσει τι τράβηξε από το παληκαράκι. Αλλά. δε σου ζητάω σήµερα απάντηση. που δεν πρέπει να σταµατήση. Πρέπει νάχω ελεύθερο και το µυαλό και την καρδιά µου ». Η Ασπασία επέµεινε : —« Έσείς οι άντρες στην Αθήνα αφήνετε τις γυναίκες σας όλη την ήµερα µόνες. Η Ξανθίππη δε θα σ' εµποδίση στην αποστολή σου. —«Ξεχνάς. Ας τον ακολουθήσουµε κι' ύστερα τον κατακρίνοµε ». που δε γίνεται να ησυχάσουν στον Άδη χωρίς νεκρώσιµες τελετές . στους απογόνους ». όσο να φέρη µήλα και ρόδια η δούλα. Ο νους δε µεταδίνεται.» —« Όπως τον κρίνει ο Αριστοφάνης ». —« Ναί. Ασπασία. Κάθε άτοµο είναι µέλος µιας σειράς. . ο Σόλων. Έχει προτερήµατα ο Αλκιβιάδης. Γι' αυτό ο µεγάλος νοµοθέτης. απαγόρεψε οι ανύπαντροι να γίνωνται άρχοντες η στρατηγοί. » —« Μια µέρα µού είπε : ∆εν πρέπει µια πόλη να τρέφη µέσα της λέοντα. φίλε µου. τώρα που έχω τάση να παχύνω. —« Τόνε φοβάµαι. —« Μα τα ελαττώµατα του είναι πολύ µεγαλύτερα ». για να συνεχίσουν τη λατρεία των πεθαµένων. Χτύπησε τα χέρια της και παρουσιάστηκε µια υπηρέτρια : —«Ηδύλα. Σωκράτη. Της έχω µιλήσει και σε θαυµάζει από µακριά. ∆ές τα παιδιά του Περικλή που βγήκανε τιποτένια. Σωκράτη. που ωριµάζει κάτω από το ζεστόν ήλιο της Αττικής ». όσο το είχε σπίτι της. το ίδιο τα παιδιά του Σοφοκλή. —« Γιατί . που ξανάρχισε ο Αλκιβιάδης . Όσο πιο ικανός είναι ο αδίσταχτος . δεν τρώω παρά φρούτα . Παντρέψου. πρέπει ν' αποχτήση διαδόχους ».υπάρχει καιρός για γάµους. ωστόσο είναι καλύτερος από τον ξελογιαστή Κλέωνα». Έπειτα στράφηκε πάλι στο φιλόσοφο και του είπε : —« Ξέρεις. Υστερα ρώτησε η ∆έσποινα : —« Πώς κρίνεις τον πόλεµο. τη διάταξε. Σκέψου τις υποχρεώσεις σου απέναντι στην πολιτεία και θα ξαναµιλήσουµε ». φίλε µου. φέρε µας φρούτα και κρασί της Σάµου». . ώστε τα παιδιά να φροντίζουν για τις ψυχές των γονιών τους. πως η θρησκεία µας επιβάλλει το γάµο. Γεννάµε παιδιά. Τέτοιο σπουδαίο µυαλό σαν το δικό σου. —« ∆ηλαδή .

της είπα. τόσο πιο επικίνδυνος γίνεται. « Αν η γειτόνισσα σου. ώστε φανέρωνε πως µέσα της δεν είχε ποτέ πεθάνει ο πρώτος άντρας της.. αναστέναξε από τα βάθη της καρδίας κι' είπε : —« Αχ. πως ήταν άλάθευτη η τακτική του Περικλή να κάνη πόλεµο αµυντικό. Όταν έκανε να φύγη ο Σωκράτης. Άπο νωρίς η νύφη αφιέρωσε µια µπούκλα από τα µαλλιά της στο ναό της Αρτέµιδος. για ν' αποδείξη στον παλιό της φίλο. Σκέψου. Μα η Ξανθίππη είναι.» Πολλήν ώρα µίλησε η Ασπασία.. του είπε. ∆ε θ' άφηνε να γίνουν οι καταστροφές στο ∆ήλιο και στην Αµφίπολη. τη ρώτησα : « Πές µου. Μ' αυτά τα λόγια χωρίστηκαν.. γιατί θεωρούσαν ότι φέρνανε γρουσουζιά τ' αγορασµένα. άλειψε το σώµα της αρωµατισµένο λάδι. ύστερα έδωσε µήλο στη νύφη. που βοηθούσε την τεκνοποίηση. Ύστερα έκανε το νυφικό λουτρό µε νερό από την πηγή Καλλιρρόη. Ό πατέρας της. τα δικά σου η τα δικά της . Έµενε στην καρδιά. φίλε. αφού του αφαίρεσε πρώτα τη χολή. « Έλα τώρα. είναι φρόνιµη κοπέλλα και θάχης το κεφάλι σου ήσυχο µαζί της. γιατί κατά βάθος ένιωθε τους ίδιους φόβους. παρθένα αυτή στην αειπάρθενη Θεά. Ένας ιερέας του ∆ιός Τελείου. σκέπασε το πρόσωπό της µε κάτασπρο πέπλο κι' oι φίλες της τη στόλισαν µε λουλούδια. τον καλύτερο της γειτόνισσας. σε παρακαλώ. πως µπορούσες µε τα λόγια ν' άλλάξης το διαστραµµένο φυσικό του ».άνθρωπος.» Χωρίς να διστάση. Ο Αλκιβιάδης απόµεινε παλιόπαιδο. που είχανε µαζέψει µόνες από τους αγρούς. κι' έλα να µού δώσης την άπάντησή σου ». » Πάλι µού απάντησε : « τα πολλά της γειτόνισσας ». βέβαια. την έφερε µπροστά στην οικογενειακή της εστία. Τέλη Ιανουαρίου. έτσι στολισµένη. Με τόση θέρµη συνόδευε τα λόγια της. Μόνο σύ ήσουν αφελής να νοµίσης. µια µέρα από κείνες τις ηλιόλουστες στη µέση του χειµώνα. » Κοκκίνισε ολόκληρη και κατάλαβα πως προτιµούσε. Ο Σωκράτης σώπασε. Κουµπάρα (προµνήστρια ) στάθηκε η Ασπασία. Προχτές ήταν εδώ µια γνωστή µου. τα λίγα χρήµατα τα δικά. θυσίασε µικρό µοσχαράκι. το δικό σου η το δικό της . της µεγάλος κι' αθάνατος. Αύτός θα κέρδιζε τον πόλεµο µε τη σωστή τακτική του. ποια θα προτιµούσες. φρόνιµη. πές µου και τούτο : αν η γειτόνισσα σου έχη καλύτερον άντρα από το δικό σου. γιατί να µή ζή ο Περικλής . Η Ασπασία έχασε διά µιας τα χαµογελά της. εξακολούθησα εγώ. τι θα προτιµούσες. έχη περισσότερο χρυσάφι από σένα. Για να τη δοκιµάσω. σου η τα πολλά εκείνης . αν µια γειτόνισσα σου έχη ωραιότερα φορέµατα από τα δικά σου.. µού αποκρίθηκε : « Της γειτόνισσας ». τι θα ποθούσες. η Ασπασία ξαναθυµήθηκε την πρόταση της : —« Η Ξανθίππη. προστάτη του γάµου. έγινε ο γάµος του Σωκράτη µε την Ξανθίππη. τότε που ξεγελιούνται κι' ανθίζουν πριν της ώρας τους οι µυγδαλιές. όπου την περίµενε ο γαµπρός. που τη νόµιζα τίµια. για να µην πικράνη τίποτα το γάµο. που έφαγε το µισό .

επειδή το µήλο ήταν το φρούτο της Αφροδίτης *. ενώ οι φίλοι του γαµπρού έκαναν θόρυβο µε ταµπούρλα και µε τα πόδια. κρατώντας λαµπάδες και ψέλνοντας ύµνους. είπε πάλι ο Σωκράτης. που τα µουλάρια του οδηγούσε ο καλύτερος φίλος του γαµπρού. για να φαίνεται τέλεια νοικοκυρά. στεφανωµένες µε υακίνθους. δάφνη που σήµαινε τη δόξα του φιλόσοφου. για πρώτη φορά. Ακολουθούσαν πεζοί οι συγγενείς. Άµα κλειδώθηκαν µέσα oι δυό τους. Μόλις πάτησαν το κατώφλι οι νιόπαντροι. Υστερα οδήγησαν το ζευγάρι στο νυφικό θάλαµο. * Η έννοια της κατάρας που δόθηκε στον Αδάµ και την Εύα. χωριστά οι άντρες. άγγιξε το ιερό πυρ του αντρός της κι' έψαλε προσευχή. σα δείγµα αγάπης. για να παν τη νύφη στο καινούργιο σπίτι της. κατά τη συνήθεια. δέχοµαι». —« Σού δίνω προίκα —« Τα δέχοµαι ». έδωσαν να βαστάη ένα κόσκινο κι' ένα τηγάνι. Σαν βράδιασε. και φάγανε ειδικό γλυκό από µέλι και σουσάµι. Αρκούσαν οι συγγενείς που τ' άκουσαν κι' ο ιερέας που έκανε τη θυσία. ο Κρίτων. αφού πήραν όλοι ευλογηµένο ψωµί από κάνιστρο που βαστούσε ένα παιδί και πρόφερε συνέχεια µια µυστηριακή φράση : « Απόφυγα το κακό. προµηνούσε στερεό συζυγικό δεσµό. κιθάρες κι' αυλοί. επειδή έφαγαν ένα µήλο. ντυµένον κάτασπρα. Εµπρός βάδιζαν τα όργανα. µε το ν' άγκαλιάζη σφιχτά όπου άκουµπήση.κι' έδωσε τ' άλλο µισό να το φάγη ο γαµπρός. έβγαλε τον πέπλο της. Το κατάφωτο σπίτι του Σωκράτη oι φίλοι του το είχανε στολίσει µε κλαριά από δάφνη και κισσό. Ο πατέρας της Ξανθίππης τήνε πήρε απ' το χέρι και την έφερε κοντά στο Σωκράτη. και κισσό. Μετά την τελετή κάθησαν να δειπνήσουν. λέγοντας : — « Σού δίνω την κόρη µου νάχης µαζί της νόµιµα παιδιά ». Αυτά τα λόγια αποτελούσαν τη ληξιαρχική πράξη του γάµου. χωριστά οι γυναίκες. πίσω ερχόταν αµάξι. για νάρθη σε θρησκευτική επικοινωνία µε τους «Εφεστίους Θεούς » του νέου σπιτικού. τους έραναν µε ζαχαρωτά. αφού δώσανε της νύφης να φάη κυδώνι. Κατόπιν ο ιερέας έψαλε τις κανονισµένες ευχές. Εκεί η νύφη. σχηµατίστηκε ποµπή. κι' απάνω κάθονταν µαζί µε την Ασπασία oι νιόπαντροι. γιατί τίποτε δε γραφόταν. Στην Ξανθίππη. σύµβολο ευφορίας. . για να µυρίζουν ωραία τα χνώτα της. όσο να σταθούν εµπρός στήν Εστία. οι φιλενάδες της Ξανθίππης. για να διώξουν τα κακά πνεύµατα. τραγούδησαν « επιθαλάµια ». βρήκα το καλύτερο ». είναι η προσπάθεια της Βίβλου να φυλάξη τους Εβραίους από τις σαρκικές καταχρήσεις της Αφροδίτης. για να µαρτυρήσουν. επειδή αυτό το φυτό. Ο γαµπρός αποκρίθηκε :—« Τη διακόσιες δραχµές και τα έπιπλα της». αν τύχαινε ανάγκη.

Κι' αν εκείνος πλάγιαζε χωρίς να την άγγίξη. όχι για να τους δείξη την Ξανθίππη.νύχτα το «ιερό πυρ ». που αποτελούσε το άπαντο της αρχαίας κοινωνίας. σε λεπτότατες γραµµές. δέχονταν τα νεογέννητα. οι γειτόνισσες τη βλέπανε να δουλεύη µοναχή. και της ρίχνανε κανένα πικρό λόγο. ενώ στην Ήρα βάσιζε η Ξανθίππη τα θάρρη της. χωρίς δούλα. µέσα κι' έξω. σα στολίδια. ενώ η γυναίκα του έστεκε ορθή. έτοιµη να τον υπηρέτηση σ' ο. η Ξανθίππη πήγαινε στο τζάκι. και την παράλλη ο Σωκράτης πρόσφερε γεύµα στα µέλη της « φατρίας » του. µε χαραγµένους απάνω τους. —« Κάθησε και σύ να φας µαζί µου ». Έτσι παντρεύτηκε ο Σωκράτης κι' ολόκληρη η τελετή και τα λόγια του Ιερέα τόνισαν τη διατήρηση του « οίκου ». Η Ξανθίππη το είχε ασπρίσει µ' ασβέστη. παραµερίζοντας τ' αγαλµατάκια που είχε αφήσει. έτρεχε να τον καλωσορίση και να του βγάλη φρέσκο νερό από τη στέρνα. κι' όταν φούντωνε. όπως συνηθιζόταν τότε. σύνδεσµος γενών. πάντα ωραία. Αυτά δεν τα πίστευε. έτρεφε καλά τη φωτιά. χωµατένια αυλή φύτεψε λουλούδια και στις δυό κάµαρες τοποθέτησε τα έπιπλα µε γούστο και τα σκέπασε µε πολύχρωµα υφάσµατα. Κάθε που γύριζε ο Σωκράτης σπίτι του. Κατά το δείπνο ο Σωκράτης. Μόλις βράδιαζε και τον περίµενε να γυρίση. όπου έκαιγε µέρα . Στούς τοίχους αράδιασε συµµετρικά τα σύνεργα της κουζίνας. ολόκληρο. κάθε Οκτώβριο. ώστε να δεχτή αργότερα η « φατρία » τα παιδιά που θα γεννιούνταν *. κι' άµα έµπαινε κείνος µέσα. δέξου µε ευµένεια την παράκληση µας και δώσε µας ευτυχία και υγεία ».Την άλλη µέρα το ζευγάρι δέχτηκε δώρα από συγγενείς και φίλους. για να µοιάζουν αλαβάστρινες. Κι' όταν. Τούτες τις πυξίδες τις έδειχνε µε περηφάνεια η Ξανθίππη. της Ήρας. χωρίς να παραλείπη να λέη πως ήτανε δώρα της Ασπασίας. µα η Ξανθίππη δεν τολµούσε. η πάντοτε νέα. χαιρόταν ότι το πριν άχαρο σπίτι του το είχε κάνει αγνώριστο. παρά για ν' αναγγείλη επίσηµα το νόµιµο γάµο του. Στη µικρή. Στό τραπεζάκι. η µάνα του Σωκράτη για φυλαχτά. Σέ τούτη τη θεά χρωστούσε και την τιµή να ενωθή µε το σοφό Σωκράτη. τον 5ον αιώνα. Φαίνονταν όµορφα όσο κι' αν ήταν απλά.τι θα χρειαζόταν. Κοντά στο κρεββάτι έφερε το πύλινο οµοίωµα της αγαπηµένης της θεότητας. της έλεγε. µε κοινή γιορτή. που. που έβαλε δίπλα στο φαρδύ κρεββάτι της. στην αρχή του γάµου της. έτρωγε ξαπλωµένος. έρωτες φτερωτούς. οι Αθηναίοι κάθε αντικείµενο το πλάθανε µ' αφάνταστη καλαισθησία. απαντούσε περήφανα πως είν' ευτυχισµένη. γιατί. για να εξασφαλιστούν τα πολιτικά κι' οικογενειακά τους δικαιώµατα. ακούµπησε και δυό πυξίδες κάτασπρες. για να διατηρηθή ως το πρωί. * Φατρία. . χαιρόταν να το βλέπη τώρα αλλαγµένο και πεντακάθαρο. έκανε την προσευχή της στην Εστία : « Ω εσύ.

Θά ήθελε να παντρευτη νεώτερον άντρα.Τις πρώτες ηµέρες µετά το γάµο τους έβαζε λουλούδια στα µαλλιά της. µε υποµονή δοκίµασε να κατηχήση την Ξανθίππη. τι χρειάζεται το σπίτι και τι άκουσε από τις γειτόνισσες. που είχε ψυχική επαφή µαζί του. µε διπλάσια σχεδόν ηλικία από τη δική της. oι αρχαίοι. µόλις είδε πως ο άντρας της ούτε τα πρόσεχε. Κι' όταν του ανάγγειλε πως περίµενε παιδί. ∆εν ήταν ωραία γυναίκα η Ξανθίππη. αλλά είχε γερο σώµα. και πανικά για τα µωρά που θα γεννούσε. ο Σωκράτης δοκίµαζε να τη µορφώση κάπως. που τόνε βρήκε κουρελή. κλειστοί ο ένας από τον άλλον. ονοµαστός και τιµηµένος βέβαια. ο ∆ηµόκριτος. Αλλά σιγά . Για να περνά την ώρα της. ∆εν ήξερε παρά σπιτικό και παιδιά. Έτσι κατάντησε η Ξανθίππη ν' αποµονωθή από τον άντρα της. σταµάτησε να στολίζεται. Πολλές εβδοµάδες. ενώ ο φιλόσοφος αναθυµόταν τότε µε καηµό τη Μυρτώ. θυµήθηκε τα λόγια του θεραπευτή Ιπποκράτη : « Αν ποτέ περάση από το Άστυ. για να γνωρίζωνται µε περαστικούς. . για να τον κρατά ριζωµένο τη νύχτα κοντά. και τις νύχτες. της. να σήκωνε τους θυµούς του δίχως µιλιά. µα το ανέγνωµο µυαλό της δεν έπαιρνε από λόγια. από το πρωί ως το βράδυ να µη βλέπη παρά την αυλή της. αλλά όχι ως το σηµείο να ξεχνάη τις ανάγκες της καθηµερινής ζωής. Στό κρεββάτι πάλι. πού σπαταλούσε την περιουσία του για να φιλεύη ξένους διανοούµενους. µην παραλείψης να τόνε γνωρίσης. Σεβόταν το αίσθηµα της ιερής αποστολής που θέρµαινε τη ζωή του Σωκράτη και θαύµαζε το φανατισµό του να διορθώση τους ανθρώπους. την ξεπερνούσε σε βαθµό που δεν κατάφερνε να συζητήση µαζί του. Στις δικές του ιδέες δεν κατάφερνε ν' απαντήση παρά για τα ταπεινά της ενδιαφέροντα. να τούδινε πολλά παιδιά και να τον άφηνε ήσυχο την ηµέρα. καθένας γευόταν τον έρωτα για τον εαυτό του. αρχίζοντας από τ' απλά προς τα σοβαρότερα. µα γρήγορα κατάλαβε πως είχε γεννηθή µονάχα νοικοκυρά και µητέρα. ούτε καν καφενεία. Είναι. όσες φορές την πλησίαζε ο Σωκράτης. άρχισε να κλώθη και να ύφαίνη στον αργαλειό καινούργια φορέµατα για το Σωκράτη. µα. για να την υψώση πνευµατικά. XXIII Έκείνο τον καιρό ήρθε στην Αθήνα ο Αβδηρίτης φιλόσοφος ∆ηµόκριτος κι' όταν άκουσε ο Σωκράτης για τις παράδοξες θεωρίες που δίδασκε. έστρωσε καταγής τις παλιές προβιές του κι' εκεί κοιµόταν. ο άντρας της παράτησε το κοινό κρεββάτι. καταπληκτικός! » Την ευκαιρία του την έδωσε ο πλούσιος Καλλίας. µετά την ηδονή.σιγά κατάλαβε πως ο σύζυγος που της έλαχε. Καθώς τότε δεν υπήρχαν ούτε λέσχες.

Ο σοφός άρχισε : —« ∆υό στοιχεία γέννησαν το Σύµπαν. πως γυρίζοντας στην πατρίδα του κάθησε δέκα χρόνια απέναντι σ' ένα δέντρο. έγνεφε στον οινοχόο να τον κεράση. γιατί πάντα νέρωναν γερά το κρασί τους. όσο να την καταλάβουµε ». βλέπονταν όλοι καταπρόσωπο κι' η συζήτηση παράµενε γενική. οπότε παρουσιάζονταν ακροβάτες και χορεύτριες. Καθένας που ήθελε κρασί. πετούσε ένα . Βαστούσε πολλές ώρες ο «πότος». απλά κι' . όπου µια νεαρή χορεύτρια. το ∆ηµόκριτο. πως λίγη προσοχή άρκούσε. να κατέχης µονόπλευρη µάθηση. µην τσιγγουνευτής τα λόγια. Έτσι ως ήτανε καθισµένοι. το θεωρούσαν αλλόκοτο. βαστούσε λίγην ώρα. Ο Αθηναίος περιγράφει. συζητώντας σοβαρά ζητήµατα. εξήγησε µας τη θεωρία σου. άργούσανε να ζαλιστούν. Όποιος είχ' ονοµαστή πρόεδρος στο συµπόσιο. µε την πρόφαση πως µιµείται την Αφροδίτη. άρχιζαν τη συζήτηση. που το κοίταγε πεισµατικά από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου. κι' αν είναι δύσκολη. πού την πετούσαν κάτω από τ' ανάκλιντρα. ∆ηµόκριτε. πλέναν οι δούλοι τα χέρια των καλεσµένων. για να τρώνε µε τα χέρια. αφού ψέλναν ύµνο στο ∆ία Σωτήρα. Στα Αβδηρα τον ονόµαζαν « Πένταθλο ». αλλά και να γράψη το βιβλίο ο « Μεγάλος ∆ιάκοσµος ». για να συγκεντρώνη τη σκέψη του στη γένεση των κόσµων. Κι' έτσι συνέβαινε. άναβαν λιβανωτούς κι' οι συµπότες. και σκούπιζαν τα λερωµένα δάχτυλα τους σε ψίχα ψωµιού. Το κρυφοµιλητό απαγορευόταν. για να γίνη αντιληπτό όποιο ζήτηµα. όπου σκύλοι περίµεναν ν' αρπάξουν τ' άποφάγια. που τον κατέστησε διάσηµο. γύρω . χωρίς να στρέφη καθόλου το βλέµµα.ένα τα φορέµατα της. Το ν' αποχτήσης ειδικότητα. Αρχιζαν πάντα το βράδυ και κρατούσαν όλη νύχτα. Πίστευαν τότε. Το φαγητό ήταν ασήµαντο. Τα εύθυµα. τέτοια συγκέντρωση. που την αποτελούν µικρότατα σωµατίδια. Τό δεύτερο είδος συµπόσια ήτανε τα πνευµατικά. ο άδειος δηλαδή χώρος που είναι άπειρος. Αµέσως µόλις τέλειωνε. Όσο οινόπνευµα κι' αν τραβούσαν. Τότε πρωτόπιναν. γιατί κατείχε όλες τις επιστήµες. όσο να τελείωση το χορό ολόγυµνη. δίχως οµιλίες. όριζε το θέµα της βραδιάς και µε τι σειρά θα µιλούσε καθένας. Αποτέλεσµα τέτοιας επίµονης συλλογής ήταν να βλάψη ο σοφός την όρασή του. όπου άνθρωποι µορφωµένοι αγωνίζονταν µε τα λόγια. κι' η ύλη.συνήθιζαν να τους προσκαλούν σε συµπόσια και να συζητάν. που κόστιζαν µερικές δεκάρες για όλη τη νύχτα.γύρω στο δωµάτιο. Οι καλεσµένοι ξάπλωναν σ' ανάκλιντρα µε προσκέφαλα. σκλάβοι τους έβγαζαν τα πέδιλα και τους πλένανε τα πόδια. Απόψε ο Καλλίας είπε δυό λόγια για το νέο φιλοξενούµενο. αλλά έδινε τον καιρό ν' ακριβοεξεταστή κάθε σπουδαίο πρόβληµα της ζωής. Τα συµπόσια ήτανε δυό ειδών. Ο Καλλίας γύρισε σ' αυτόν κι' είπε : —« Έλα τώρα. ύστερα τους φέρναν τα φαγητά κοµµένα. Στη µέση της κάµαρας έβαζαν ένα µεγάλο κρατήρα µε κρασί και τα κύπελλα. πως περιηγήθηκε τη γη µαζεύοντας σοφία. το κενό.

όλη η ποικιλία της φύσης. Για πρώτη φορά οι καλεσµένοι. άλλο τόσο γίνεται να στραφούν κατά την αντίθετη. άνθρωποι.300 χρόνια. ούτε µε διαταγή τους πεθαίνουν. Ακόµα και το σχήµα. κάθε µόριο του στροβιλίζεται σαν τρελό ». Η φύση µπορεί να δηµιουργήση.αδιαίρετα. Ο. υπάρχει πάντα η ίδια αλήθεια—το κενό και τ' άτοµα. . ας πούµε θετική. από κάποιαν ανάγκη.. την αρνητική. γιατί θάσκαζαν σαν µπόµπα.» * Η οξύτητα του ∆ηµόκριτου προείδε και τη ραδιενέργεια και τις κοσµικές ακτίνες. κι' όµως υπάρχουν. αποτελείται από ύλη. οφείλεται σ' αυτά τα µικροσκοπικά κοµµατάκια. . Αυτοί ούτε από Θεούς δηµιουργήθηκαν. Μα όταν τ' άτοµα θ' αποδείχνονταν πραγµατικότητα. τα « άτοµα ». δεν έχει όρια. Ανάλογα µε το είδος των ατόµων που ενώθηκαν µεταξύ τους γίνανε τα διάφορα υλικά σώµατα—κόσµος. δεν έχει φόρα πρός τα έξω. . Όσο υπάρχει το όν. δίπλα στη δική µας διάταξη της γης. » Κάποιος της συντροφιάς φώναξε :—« Καλλία. κάτι ξεκολλά δηλαδή από µέσα τους και φεύγει στον αιθέρα. που δεν τις νιώθοµε*. το βάρος.. µέσα του γίνεται ασταµάτητη κίνηση. Καθώς στρέφονται τ' άτοµα προς µια διεύθυνση. που ήτανε µαζί απειροελάχιστος και πελώριος. Όσο ακίνητος κι' αν µας φαίνεται ένας βράχος. τούτος ο Αβδηρίτης φίλος σου είναι παλαβός . που δεν είν' αίσθηση. ωστόσο. αυτό που ονοµάζω « κενό ». µια λέξη που µελλόταν να κοιµηθή για 2. φυτά. καθώς µας έρχονται κι' αύρες από άλλους κόσµους. Πάρα πολλά χρόνια. τα πάντα. Η θεωρία µου είναι υλιστική. Μέσα στο κενό στροβιλίζονται αυτά τ' άτοµα. Ο σοφός εξακολούθησε : —« Άπο τα σώµατα γίνονται « απορροές ». » Ο ∆ηµόκριτος δε δίστασε ν' απάντηση :—« Μάλιστα. τα χρώµατα. πίσω από κείνο που βλέποµε. Τον συνέπαιρνε το δράµα ενός αόρατου κόσµου. κινηµένα από µιαν αρχέγονη κίνηση. Όµοια µε το σώµα κι' η ψυχή του ανθρώπου. Ο Σωκράτης τον διάκοψε :—« Πρεσβεύεις δηλαδή πως απέναντι στο δικό µας κόσµο µπορεί να ύπάρχη και αντίκοσµος . Θεός είναι η κίνηση. Για µένα το όν είναι εξίσου πραγµατικό σαν το µή όν . Ο άδειος χώρος. Ανθρώπου µάτι δεν µπορεί να τα δη. άλλο τόσο υπάρχει το µή όν ». του Καλλία άκουγαν απόψε τη λέξη « άτοµα ». Ο ∆ηµόκριτος εξηγούσε τη θεωρία το» µε τα σκοτεινιασµένα µάτια του µισόκλειστα. γιατί γίνεται έπί τόπου. είν' αληθινό για τον άνθρωπο. µα παρουσιάζονται κι' εξαφανίζονται ολότελα µε φυσικό τρόπο. θα ανατάραζαν την οικουµένη. συνεπώς υπάρχουν άπειροι κόσµοι στον ατέλειωτον ουρανό. και κόσµους αντίθετους. Είκοσι τρεις αιώνες.τι φαίνεται.

προς τη λογική. προς την κατάκτηση και τον πλούτο. Μόνο αυτή θα µας πλησίαση όσο γίνεται στο Θεό—όχι η τεχνική. Ο κόσµος δεν είναι απέραντη µηχανή. αλλά µε τη θέληση µας ». παρά Κύριος της. Μόνο η ψυχή αποµένει αθάνατη. Όσο περνάει όµως ο καιρός. Γι' αυτό κι' ο ξένος µας. Να δής πόσο ανώτερα τοποθετώ την Αρετή. έστω κι' αν δεν το θέλης. στην επιστήµη. Έξακολούθησε : « Άµα καταργήσης το Θεό. Είναι πνεύµα. µιλώντας για τους κόσµους που στροβιλίζονται στο άπειρο. µα της βάζω όρια. κι' ας προσπαθούν ν' αποφύγουν να τον ονοµάσουν. µα ο υλισµός. το χρήµα. ποίηση κάνει. γιατί όλες οι θεωρίες. ∆ηµόκριτε. Οσο να καταλάβης πως το Πνεύµα δεν είναι τυχαίος δούλος της ύλης. αν η ξερή λογική κυριαρχήση όλότελα τον άνθρωπο. Θέλει συµπλήρωµα. η δύναµη—αυτά δεν µπορεί να είναι σκοποί του ανθρώπου στη γη. Χρόνια κατήχησα αυτή την ανάγκη. το ∆ηµιουργό . Πίστεψα κι εγώ. ακόµη κι' αν κρύβουν κάποιαν αλήθεια. όσο σπουδαία και αν είναι. —« Η πρόθεση σου. αν επικρατήση. πιο σωστό. Οι ιδέες σου. όσο να το βρής ». Χωρίς αυτό το θεικό µέσα µας. Ο αγώνας ενάντια στη φύση δεν έχει ελπίδα να πετύχη. Αυτό το συµπλήρωµα σκέψου το από την αρχή. ώστε κάθε φιλόσοφος που δοκιµάζει να το περιγράψη γίνεται ποιητής. αγνή είναι βέβαια. σαν ήµουνα νέος. από τα παραµύθια και την αστοχασιά. Έγινε σιωπή για λίγες στιγµές κι' ύστερα ο ∆ηµόκριτος του αποκρίθηκε : —« Έσύ τουλάχιστο. θα περάσουν στη λησµονιά. ο άνθρωπος δε θάχη άλλη έγνοια παρά την ηδονή. θ' αποκοπή απ' τη ζωή. να µε καταλάβης.Μα ο Σωκράτης πήρε το µέρος του :—« Είναι τόσο όµορφο το Σύµπαν. υπάρχει κάτι πολύ σπουδαιότερο—η ψυχή. αφού ο ίδιος τη δασκαλεύω. Με τη θεωρία σου. καλέ µου. Σωκράτη. κι' οι δικές σου κι' οι δικές µου. κάθησε πάλι απέναντι στο δέντρο και ξανασκέψου. γιατί. Εδώ στην Αθήνα. Ο σκέτος υλισµός σου δε χορταίνει τον ανθρώπινο νού. Ξαναγύρισε στην πατρίδα σου. Αν καταντήση σκέτο αυτόµατο. θα παγώσουµε από την αίσθηση της µηδαµινότητάς µας». ακόµα κι' οι τραπεζοκόµοι. είπε ο Σωκράτης. Μπροστά σ' ένα άψυχο Σύµπαν. είναι καταδικασµένες να φθαρούν από κάτι πιο νέο. από κάποια θεότητα. την Αρετή χάρη της Αρετής. Σέβοµαι τη λογική. θα τον σπρώξη να γίνη ύλιστής και ν' άπαρνηθή το θεό. Θά συλλογιστή : Μιά κι' είµαστε απλά ζώα. όπου το να ζής σήµαινε να µην ξέρης τι κάνεις.Θεό. µας οδηγείς σε ταπεινά. Είµαστε πολύ αδύνατοι για να καταλάβουµε τη ∆ηµιουργία ». ο άνθρωπος στερεύει. Οι αριθµοί. θα κάνη να ξεσπάσουν τα πιο πρόστυχα ένστικτα των θνητών. Έτσι όλοι τους οραµατίζονται ανώτερη δύναµη πίσω από παρόµοιο µεγαλείο. . όταν τη βάζω σαν ύψιστο σκοπό των ανθρώπων. όχι χάρη αντιπληρωµής. ας ζήσουµε σαν τα ζώα. Σέ λένε « γελαστό φιλόσοφο » κι' όµως η θεωρία σου είναι αξιοθρήνητη. Μιλούσε ο Σωκράτης κι' όλοι τον άκουγαν µε προσοχή. που δεν το πιστεύω. περίµενα στην καθυστερηµένη επιστηµονικά πόλη σας. καταλαβαίνω πως. Την Αρετή να την άσκούµε όχι αναγκασµένοι από φόβους. αγωνίστηκα να δείξω το δρόµο.

που δε χωρεί στο µυαλό του άνθρωπου. θα χαθούν. αυτή νικά το αίσθηµα του αφανισµού. γι' αυτό είµαστε υποχρεωµένοι να την ερευνάµε. Οι πολιτείες αύξαίνουν ανάλογα µε την πίστη τους. κεραυνοί. στάθηκε κάτι πολύ απλό. παρά όλοι πρόσεχαν αµίλητοι. πιστεύετε στο υπερφυσικό. τότε δε θα χρειάζεται ο Θεός. Οι άνθρωποι. Προτέρηµα της λογικής είναι να δεχτή να ύπερετήση κάτι πιο τρανό απ' αυτήν. Ανάµεσα στην ύλη και στο πνεύµα δεν υπάρχει διαφορά. αντί να µελετάη το δράµα που παίζεται στην ανθρώπινη ψυχή. ξακουστοί για την εξυπνάδα σας. άνακάθησε στο ανάκλιντρο του και: —«Το µέλον της ανθρωπότητας. Αθηναίοι : ένα πράµα θα µένη ατράνταχτο στους αιώνες— τα άτοµα και το κενό! Όµως βλέπω πως. µε καταπληκτική σοφία διαταγµένα. Κανένας δεν τολµούσε να µπη στη συζήτηση. µας τσακίζει µε την αδιαφορία του. ακόµα και στο ξακουστό Άστυ σας. Είναι λυπηρό. Τότε οι δυστυχισµένοι σήµερα θνητοί θα ησυχάσουν. επί χρόνια. Το άψυχο δικό σου Σύµπαν. κι' από φόβο λατρεύετε φαντάσµατα. θεούς και δαίµονες. Κάθε ύλικο πράµα είναι ποτισµένο µε πνεύµα. η λειτουργία του νού. Γι' αυτό κι' εγώ. δεν τολµώ να ξετινάξω φανερά τη θρησκεία του κοσµάκη. παρά από τη γνώση. το παιδί στην κοιλιά της µάνας του. µας κρύβεται. είπε ο ∆ηµόκριτος. όσο να λυτρωθούµε κάποτε από την άγνοια και να προχωρήσουµε προς την Αλήθεια. Αντί να µας οδηγήση στην Αρετή. λές και του κακοφάνηκε αυτή η παρατήρηση. κάποια ανώτερη παρουσία τους βοήθα στα βάσανα της ζωής. δε νιώθουν αποµόνωση. όλα τούτα που δουλεύουν µυστικά. πολλές άλλες θρησκείες θ' αφανιστούν πίσω τους. Ο Σωκράτης κούνησε το κεφάλι του µε δυσπιστία : —« Όσα συµβαίνουν µέσα σου και γύρω σου. θέλεις να πης πως είναι έργα κάποιας τύχης . Η πίστη αποδιώχνει την παρακµή. Η φύση. ότι πολύξερος σοφός σαν και σένα δίνει τόση σηµασία στην ύλη. τα λουλούδια. θεό». δεν εξαρτάται από τους Θεούς. Κανένας φόβος δε θα τους ταράζη. καθώς αναζητά τον αληθινό. Όσοι πιστεύουν. οι σπόροι οι θαµµένοι στη γη που ζωογονούνται την άνοιξη. µα άκούστε τούτο από το στόµα µου. σεισµός. Τότε θα εύτυχήση η ανθρωπότητα». µε την απλότητα της. Αν οι άνθρωποι δεν ενώσουν την επιστήµη µε το Θεό. —« Η ∆ηµιουργία. είπε. αυτό που σας φαίνεται ανεξήγητο. Άµα όµως η επιστήµη έξηγήση το κάθε τι. και µια µόνη βρήκα ικανή να έξηγήση αυτή την απλότητα της ∆ηµιουργίας—τα άτοµα και την κίνηση. Ο ∆ίας κι' η θρησκεία του θα σβήσουν.Έτσι πάλευαν αυτοί οι δυό πρωταθλητές του πνεύµατος. ενώ τ' άλλο . θα µας κατεβάση στην προστυχιά. δέχτηκε µια ζωτική κίνηση από τον καιρό της πρωτοδηµιουργίας. Ο ∆ηµόκριτος. Όλες τις πιθανότητες τις ξεσκάλισα επίµονα. κι' ήταν απόλαυση να τους άκούς. ακόµη και σεις οι Αθηναίοι. ούτε καν ο φλύαρος Καλλίας. µηχανή δίχως µηχανικό. τόσο απίστευτα απλό. ∆ηµόκριτε. ένα µόνο πλευρό από το µυαλό και των πιο µορφωµένων πολιτών αποζητά το φως.

Τ' όνοµά του τρέχει τώρα από στόµα σε στόµα. είδαν κατάπληκτοι Αθηναίο πολίτη να παρουσιάζη παρόµοια λαµπρότητα. Τούτη η επιτυχία του Αλκιβιάδη στερέωσε τη θέση του κι' oι διάφορες πόλεις παζάρευαν την εύνοια του.πλευρό του νού τους επιµένει να βαλτώνη στη σκοτεινιά. Όταν γύρισε Όλυµπιονίκης στην Αθήνα. µα.. . XXIV Στούς Όλυµπιακούς αγώνες του 416 π. Ώς τώρα πολλούς.Χ. Πιστεύεις πως τα πάντα είναι δικά σου. Κέρδισε τρία βραβεία κι' η ευχαριστήρια θυσία που πρόσφερε κατόπι στον Όλύµπιο ∆ία. όπως ξετινάζει µια όµορφη κι' άστατη εταίρα νεαρό ερωτόπουλο. ξεπερνά την Ελλάδα κι' ακούγεται από τη ∆ύση ως πέρα στην Περσία. µα κανείς δε µε κατάλαβε. ν' άποφεύγη τώρα το Σωκράτη. ∆εν είµ' εγώ τυφλός. δεν υπάρχουν ξένα. µόλις τραβηχτή από κεί. Ο λαός που σε παραχαϊδεύει θα σε καταστρέψη. που πίστευαν πως ο λοιµός κι' ο πόλεµος είχανε σπάσει το Άστυ. Βάλε µέτρο στη ζωή σου . oι Χιώτες ανάλαβαν να τρέφουν ολοχρονίς τ' άλογα του. στραβοί µπροστά σε µιαν ανακάλυψη. Άπο τη Λέσβο του στείλανε πενήντα βαρέλια κρασί για τα επινίκια. µήτ' ένας κάν ανόητος ». από τη στιγµή που ανατέλλει ο ήλιος. παρά σεις. αλλά εφτά. Ο τραγικός Ευριπίδης γράφει ωδή.» Μα ο Αλκιβιάδης του γυρίζει την πλάτη και φεύγει από κοντά του. ίδιος δραπέτης. πλησιάζει τον Αλκιβιάδη µια µέρα στην Πνύκα και του λέει: —« Ανέβηκες γρήγορα ψηλά. που τους άγάπησεν ο λαός. Ηρθα στην Αθήνα να κατηχήσω την αλήθεια. όσο να νυχτώση. τους αφάνισε.. πράµα που δεν είχε κάνει ως τότε ούτε καν βασιλιάς. Ο Σωκράτης. µήτε οι σοφοί. ξεπέρασε κάθε προηγούµενο. θα παραµείνη απελπιστικά αληθινή. από την Έφεσο του χάρισαν ανατολίτικα χαλιά κι' η Κύζικος πρόσφερε τα βόδια της εκατόµβης. που. τον έφεραν θριαµβευτικά από το λιµάνι στο Πρυτανείο. για να ψάλη τη δόξα του. Η πίστη µου πως φανέρωσα τη σύνθεση της ύλης µού δίνει την περηφάνεια ν' απαρνιέµαι το Θεό» που δεν του βρίσκω θέση στο σύστηµα µου. ο Αλκιβιάδης δεν έστειλε µόνον ένα άρµα ν' αγωνιστή µε τ' όνοµα του. έτσι νιώθει κι' ο Αλκιβιάδης την ανάγκη. Οι Πελοποννήσιοι. όπου τον τίµησαν οι άρχοντες. σκληραίνει πάλι. προαισθάνεται τον κίνδυνο. αγόρι µου. αφότου διατυπώθηκε. Μη µεγαλοπιάνεσαι! Θέλεις να είσαι σ' όλα πρώτος. Όπως το σίδερο µαλακώνει στη φωτιά. µέσα σ' όλα τα πανηγύρια. Ο ζωγράφος Άγλαοφών εικόνισε τον άθλο του κι' αυτή τη ζωγραφιά την κατάθεσαν στην Πινακοθήκη της Ακρόπολης. για να µη λυγίση.

Έβλεπες ακόµα και σοβαρούς πολίτες να γονατίζουν στην αγορά. η επικίνδυνη σικελική περιπέτεια. τόσο µεγαλύτερη ταραχή προξένησε στο λαό. Καθώς δεν µπορεί να χτυπήση φανερά τη Σπάρτη. οι Αθηναίοι τη δέχτηκαν µ' ενθουσιασµό. που δε θάχε τελειωµό και θα καταντούσε ολοένα πιο πεισµατικός και πολυαίµατος. που φανερώθηκε µε τέτοιο βάρβαρο τρόπο στην καταστροφή της Μήλου. ταίριαζε µε του νεαρού ηγέτη την ασυνειδησία. Έτσι. Μα η επιβολή του Αλκιβιάδη ήταν ακατάβλητη. Βλέπαν πως ο Αλκιβιάδης ζητούσε να έγκαταστήση σ' όλη τη Μεσόγειο µε τη βία τη ∆ηµοκρατία και πως δε θ' άργούσε. Άφού µπεκρόπιε µε την παρέα στο σπίτι του φίλου του Πολυτίωνα κι' αφού µιµήθηκαν και κορόιδεψαν τα Έλευσίνια µυστήρια. µε την ελπίδα πως η φρονιµάδα του ενός συµπλήρωνε του άλλου την ακατάλυτη τόλµη. που περιστοίχιζαν αγορά και ιερά. λέγοντας ότι τον πρόσταξε να τους ειδοποίηση. ατιµάστηκαν σεβαστά µνηµεία παλαιότατης λατρείας. ύστερα. Αυτή τη νύχτα κόπηκαν τα κεφάλια απ' όλες τις Ερµές. Αυτοί που πλήρωναν όλους τους φόρους και τα έξοδα των πολέµων. µε σηµαντική πλειοψηφία. Μάταια ο . ενώ θα δέχονταν από το µακρινό νησί µηνύµατα νίκης κι' άφθονα πλούτη. για πρώτη φορά αναγκάζεται να µιλήση στο λαό για το ∆αιµόνιο του φανερά. σκοτώνει άπονα τους άντρες και πουλά στην αγορά των σκλάβων τα γυναικόπαιδα. αποστρέφονταν τα σχέδια του. µολονότι ο Σωκράτης. Όσο πιο ανεξήγητη ήταν αυτή η πράξη. που του γέννησε νόθο αγόρι. µήνας γεµάτος από τις προετοιµασίες στρατού και ναυτικού. πολεµά τη δωρική Μήλο. Στό πρόσωπο του. Αλλά το µόνο που πέτυχε ήταν να ορίση η εκκλησία του ∆ήµου συστράτηγο του Αλκιβιάδη το συνετό Νικία. ώσπου ανέβηκε στο βήµα κάποιος Πυθονίκης. σαν σε καθρέφτη. αφού κρατήση για τον εαυτό του την οµορφότερη παρθένα. να µεταβάλη τον αγώνα σε πόλεµο ιδεολογικό. γιατί το µεγάλο νησί ήτανε στον τότε κόσµο ό. βγήκαν στο δρόµο και σπάσανε τις Ερµές.Η µανία του ν' ακουστή τον κάνει να ονειρεύεται νέους αγώνες. αγώνας που θα τους άφηνε ήσυχους στο σπίτι. κυριεύει το νησί. Όταν πρότεινε τούτη την επιχείρηση. Ένας µήνας πέρασε αφότου είχε αποφασιστή η εκστρατεία. βλέπαν οι Αθηναίοι τη δική τους Μοίρα. στουπί στο µεθύσι.τι η Αµερική στο σηµερνό—Πακτωλός. που θα τον έκρινε ο ανίκητος στόλος τους. αυτοί λογάριαζαν ψύχραιµα. Έλπιζε ν' άνοίξη έτσι για την Αθήνα πηγή ανεξάντλητου πλούτου. Μόνο οι πλούσιοι. Κατόπι αποφάσισε να επιτεθή εναντίο της Σικελίας. από πόλεµο ανάµεσα σε πόλεις. Τους πήγαινε αγώνας σε χώρα µακρινή. πως όσοι πάνε στη Σικελία θα χαθούν. κι' ο ιµπεριαλισµός τους. αποφασίζεται. ανάµεσα δηµοκρατία κι' ολιγαρχία. να σχεδιάζουν στο χώµα το τρίγωνο της Σικελίας και να συζηταν µε θέρµη σε ποιάν ακρογιαλιά θα γινόταν η απόβαση και πόσο στάρι και πόσο χρυσάφι θα τους µοίραζε από τα λάφυρα ο Αλκιβιάδης. όταν το βράδυ της 8 Ιουνίου το Άστυ τροµοκρατήθηκε από πρωτάκουστη ασέβεια. oι ολιγαρχικοί. για να καταγγείλη πως την ιεροσυλία την είχε κάνει ο Αλκιβιάδης.

και να βαστά κείνη την περίφηµη χρυσή ασπίδα.τι. όσο να περάση ο στόλος τα πέλαγα. αλλά και στην πολυτέλεια του στολισµού.Αλκιβιάδης αρνήθηκε την κατηγορία και ζήτησε να γίνη δίκη. Ένώ άλλοτε τόκανες για να ξαφνιάζης τους χαζούς. Αυτός ο δαιµονισµένος τον καταλάβαινε καλύτερα από τον εαυτό του. Ποθείς να στραπατσάρης το λαό. τ' άστρο µου µε φωτίζει ως και στο σκοτάδι και µε κατατρώει τέτοιο πάθος για νίκη. να κρατήση τις τρικυµίες. τα φλογερά µαύρα µάτια του έλαµψαν ακόµα περισσότερο κι' αποκρίθηκε : —« Έχω τέτοια πίστη στον εαυτό µου. Μάταια ζητούσε να του κρυφτή. λές κι' ο λαός είναι γυναίκα. Έγώ ξέρω καλά τι πρέπει να κάνω». µυστήρια. έστω κι' υπόδικος. να ξεκινήση αµέσως µε τα πλοία. ο λαός τον διάταξε. που πάνω της ήταν χαραγµένος ο Έρωτας. —« Η θεά Τύχη µαζί σου. Τώρα έχω δουλειά. για ν' αγκαλιαστήτε ύστερα θερµότερα. Μόνον ο φιλόσοφος είχε . για να διαβαστούν ευχές στον Ποσειδώνα. που δε στρατεύθηκε τούτη τη φορά. Όταν θα ρίξω στα πόδια σας τα πλούτη της Σικελίας. Ένιωθες του Αλκιβιάδη την επίδραση. ηδονίζεσαι να τόνε βλέπης να ύποφέρη έξ αιτίας σου. Ο Αλκιβιάδης πρόσταξε να σηµάνουν oι σάλπιγγες σιωπητήριο. αλαζονικό σύµβολο ανίκητης αντροσύνης. σοβαρέψου πιά. ακόµη και σύ. Καταλαβαίνω το χαρακτήρα σου.. τώρα τ' αποζητά η καρδιά σου. Τόνε βρήκε να φορή µακριά κατακόκκινη χλαµύδα. Έγινες µάστορης σ' αυτό το διπλό ρόλο—πρώτα δήµιος κι' ύστερα σωτήρας. χρυσή περικεφαλαία. είµαστε σκουπίδια ». Οι προσβολές που κάνεις σ' ο. ∆ε χορταίνεις την εξουσία. πως δεν καταδέχεσαι να ζητήσης κανενός τη βοήθεια. αν δε δηµιουργήσης µόνος σωρό τα εµπόδια. κείνος τα ξεσκάλιζε από τις πράξεις.» Χαµόγελο άνθισε στα χείλια του ξανθού νέου. που τόσο τον χρειάζεσαι. Αλλά µην ξεχνάς πως στα χέρια της Τύχης. του ευχήθηκε. Τόν πληγώνεις µε χίλιους τρόπους. Έτσι ξετρελαίνεις τους Αθηναίους—µα τούτη τη φορά το παράκανες. άµα θ' ανεβάσω την πατρίδα στα ουράνια. Πήγαινε στην αγορά να διδάξης άλλους. Είπε κι' έφυγε ο Σωκράτης. του είπε ο φιλόσοφος. ως το τελευταίο όριο της αντοχής σας. όλοι µας. τότε θα τα ξαναπούµε oι δυό µας. ώστε τίποτα δε θα µπόρεση να µού αντισταθή. µα ποτέ δεν είχαν µαζευτεί στο λιµάνι τόσες τριήρεις και τόσος στρατός.. µήτε του Θεού. Ο Σωκράτης. Τούτη την επίσηµη στιγµή άκουσε µε. όχι µόνο στο πλήθος των µέσων. θρησκεία. ανέβηκε στη ναυαρχίδα ν' άποχαιρετήση τον παλιό µαθητή. Και άλλοτε είχανε δη οι Αθηναίοι µεγάλους στόλους να σαλπάρουν από τον Πειραιά. Αναγαλλιάζεις από τέτοια µπλεξίµατα. Αλκιβιάδη. —« Βλέπω. Είσαι µοναδικός να παιδεύης και τον εαυτό σου και τους πολίτες. είναι πιο σεβαστό. Σ' ονόµασαν αρχιστράτηγο. για νάχης ύστερα την απόλαυση να τα παραµερίζης. Όσα δοκίµαζε να του σκεπάση µε τα ψέµατα. σου γίνανε συνήθεια. για να τον γεµίσης κατόπι χάδια. Σά ζηλιάρης αγαπητικός. µα ο νους του ήταν γεµάτος θυµό µε το Σωκράτη.

τρέχοντας ολόγυρα από το βωµό της Έστίας. έγινε στό σπίτι του Σωκράτη ο « καθαρµός ». γυµνό µέσα σε καλάθι. Αχ. XXV Την 5η µέρα αφού γέννησε η Ξανθίππη αγόρι. µε το ίδιο πείσµα που έδειχνε για τον πόλεµο της Σικελίας! Και λογάριαζε ο Σωκράτης πόσο θα ήταν ευτυχισµένος. ήταν ωστόσο σηµάδια ζωτικότητας. όπως τον είχεν ονειρευτή. Πρώτη φορά στη ζωή του παρακάλεσε κάτι το ∆αιµόνιο : να µεσιτέψη στο Θεό να γυρίση νικητής ο Αλκιβιάδης. κοιτάζοντας ακόµα τον ορίζοντα που είχε ρουφήξει το στόλο. πως ο Αλκιβιάδης ήταν το µόνο πλάσµα που είχε στ' αλήθεια αγαπήσει. Θά χαθούν !» Και τότε. Ο φιλόσοφος χαιρόταν να βλέπη το παιδί να το κοιµίζη η µητέρα. συνήθιζαν να προσφέρουν για κείνη την ηµέρα θαλασσινά. µήτε σκύλο φύλακα. σουπιές και καλαµάρια. να µπορούσε ο παλιός µαθητής του ν' αγωνιστή ενάντια στα πάθη του. τούτη τελετή. φέραν στο βωµό της Εστίας το µωρουδέλι. Έλπιζε πως αυτό τ' ανθρωπάκι θα το . Μα το ∆αιµόνιο. Συγγενείς και φίλοι µπαίναν στο σπίτι του φιλόσοφου. γύρισαν οι Αθηναίοι σπίτια τους. µα ο Σωκράτης απόµεινε στην παραλία. Η µανία για περιπέτειες. καθώς και τη µητέρα και τη µαµµή. παράφορο αίσθηµα µηδενισµού.καταλάβει το ένστικτο της καταστροφής. του µηνούσε : «Όσοι παν στη Σικελία θα χαθούν. για να καθαρέψουν. Τότε ο πατέρας όριζε τ' όνοµα του παιδιού κι' ο Σωκράτης τ' ονόµασε Λαµπροκλή. µπαίναν κουβαλώντας καθένας το δώρο του. σκληρό σαν ατσάλι. χωριστά οι γυναίκες. που βασάνιζε την ψυχή του.. Κατόπι άλειβαν το µωρό µε λάδι και το βουτούσαν στο νερό. επειδή γυρόφερναν το νεογέννητο. ανήσυχη στην παραµικρή κίνηση του. όσο κι' αν δεν άρεσαν του φιλόσοφου. Τα βαφτίσια τα λέγαν « Αµφιδρόµια ». κατάλαβε ο Σωκράτης. Τίποτα κατώτερο—φωτεινός ήρωας. Ανάθεµα τον! . χωριστά οι άντρες. από τη στενοχώρια που του προξένησε τούτο το µήνυµα. έφυγαν oι τριήρεις. ο τυχοδιωχτισµός του νέου αρχιστράτηγου. Σηκώθηκαν οι άγκυρες. Λίγες µέρες αργότερα γίνανε τα βαφτίσια. γιατί το προστάτευε η φτώχια. Στόλισαν τα δωµάτια µε ράµνο ( αγκαθερό βάτο που ξόρκιζε το κακό µάτι ). κάθιζαν όλοι σε δείπνο και χόρευαν. αυτός. και το ράντισαν µε ιερό νερό. αν ο Αλκιβιάδης κατάφερνε κάποτε να είναι φωτεινός ήρωας.. Από παλιά. που δεν είχε µήτε κλειδαριά στην εξώπορτα. Μετά την απλή.

έπλαθε κατά τη θέληση του σ' ενάρετο πολίτη. Όχι µόνο δεν παίρνεις χρήµατα. Στην ηλικία τους πρέπει να καλοτρών. Σωκράτη. Γιατί εµείς να πεινάµε . —« Ναί. τον άκουγε προσεχτικά να της µιλάη για τη µυστική φωνή.. ήσυχα ήσυχα. Εκεί κατάντησα κοντά σου. Τα παιδιά πρέπει να τραφούν. Όταν όµως τον άλλο χρόνο γέννησε δεύτερο αγόρι.. » Τόν κοίταζε κατάµατα. αν πραγµατικά είναι θεϊκό. να µας στέλνη τρόφιµα. όταν παντρεύτηκαν. Ο Σωκράτης. τούλεγε. εγώ.. Από µεθαύριο θα δίνω στα παιδιά σκέτο το ψωµί. Κι' η Ξανθίππη ήταν όλο στοργή για το σπλάχνο της. Ο Σωκράτης θυµήθηκε πως άλλοτε τον ρωτούσε µε θαυµασµό για το ∆αιµόνιο. αρκεί να βρή την αλήθεια. Έσύ κάθε βράδυ ξενοτρως στα συµπόσια. Αυτός ζούσε στήν υπηρεσία του Θεού. περιµένοντας δικαιολογία. πως λείπεις διαρκώς. Γιατί χτες έστειλες πίσω το αρνί που σου χάρισε ο Αισχίνης . Γιατί δε θέλεις ν' αποζηµιώνεσαι για τα µαθήµατα που δίνεις στους νέους . καθώς το δήλωσε το Μαντείο. Τώρα του ζητούσε να της φέρη λάδι το ∆αιµόνιο! Αποκρίθηκε µε καλοσύνη πως. Έσύ είσαι σοφώτερος απ' αυτούς. Ο Πυριλάµπης. έχτισε σπίτι κι' αγόρασε χωράφια.» . πλήρωσε στον Πρόδικο ολόκληρο τάλαντο κι' ο Γοργίας. παρά δεν καταδέχεσαι ούτε καν δώρα να µας κάνουν. όσο ήµαστε µόνοι. δε µένεις σπίτι ν' ακούσης το κλάµα τους. τον αντίσκοψε η γυναίκα. Ξέρεις πως το λαγήνι µας µε το λάδι άδειασε . από τα χρήµατα που µαζεύει. Είµαι µάνα. Μα ολιγογράµµατη όπως ήταν. Η κακοµοιριά που είχε φέρει στην Αττική ο πόλεµος κι' η ανέχεια του Σωκράτη ανάγκασαν την Ξανθίππη να παραπονιέται. χωρίς να τον βιάζη ο χρόνος. τον γκρίνιαζε : —« ∆ε µε νοιάζει. ποτέ της δεν κατάφερε να τον νιώση. καµιά θυσία δεν της φαινόταν µεγάλη προς χάρη του. για να µορφώση το γιό του. Τις σπάνιες στιγµές που έβλεπε σπίτι τον άντρα της. και δεν αντέχω να τα κοιµίζω νηστικά. ενώ οι σοφιστές ήταν απατεώνες παραδόπιστοι. που µας µοίρασε ο ∆ήµος. που στράβωναν τα πλουσιόπαιδα. Βάλθηκες να διορθώσης τους ανθρώπους. Πές τότε στο ∆αιµόνιο σου. επειδή τάχα σε υποχρεώνει κάποιο ∆αιµόνιο. της εξήγησε τη διαφορά που είχε από τους σοφιστές. χωρίς ν' ασχολήται για µικροπράµατα. καταλαβαίνεις . άλλοτε. µα πως να τα παχύνω µε ξερό ψωµί κι' ελιές . Μα τα παιδιά. ανιψιά του µεγάλου Περικλή ». συνήθως τα µεσηµέρια ( ο Σωκράτης έφευγε από τα ξηµερώµατα και τα βράδια φαγοποτούσε στα συµπόσια ). Αυτός εκτελούσε ανώτερη αποστολή. δε σου παραπονέθηκα ποτέ για τίποτα. αρκεί να φρόντιζες καλύτερα τα παιδιά σου. ήξερε καλά οτι θα ζούσε µαζί του φτωχικά. να µάθη κάθε λεπτοµέρεια και καθισµένη στα πόδια του. το Σωφρονίσκο. τα πράµατα στένεψαν.. Η Ξανθίππη δεν τον άφησε να τελείωση : —« Εισ' ονειροπαρµένος και χαλάς των παιδιών σου τη ζωή.

που ζούσαν τίµια µε το λίγο. ακόµα και σκλάβους. της είπε. καταστρέφω το έργο που καταπιάστηκα. να µ' ευκολύνουν. αριστοκράτης η ταπεινός. Με την ίδια πάντα ηρεµία της αποκρίθηκε : — « Ποτέ δε θα δεχτώ το παραµικρό δώρο από τον Αλκιβιάδη. θέλεις πλούσιος. µα όσοι τ' αποχτήσουν γίνονται σκλάβοι του. Ξανθίππη. ωστόσο άφησε µε στο έργο µου. γύρεψε ν' αναλάβης έκεί δουλειά ». ότι το χρήµα είναι φάντασµα χαράς. Ώς τώρα ανάγκασα κάµποσους να σταµατήσουν την κακία και να γίνουν αγαθοί. Γνώρισα φτωχούς. Ούτε το παραµικρό από τον Αλκιβιάδη! Όσο για τους άλλους άρχοντες. πιο δίκαιος και πιο ηθικός. ενώ oι δεύτεροι τέλεια ελεύθεροι. Η αρετή δε µαθαίνεται µε τα λόγια. γιατί φέρνει τόν άνθρωπο κοντύτερα σ' εκείνο που πρέπει νάχη σηµασία — στην ανώτερη ζωή. Τίποτα. Για µένα ο καλός φίλος είναι προτιµότερος από τα χρυσάφια της Ασίας ». Πάλι τον έκοψε η γυναίκα του µε σκληρή φωνή : — « Ωραίους φίλους πιάνεις. Πολλοί το κυνηγάν. Με το ν' απέχω από το κακό. Εδώ στην Αθήνα βλέπω όλους ν' αγωνίζονται για χρήµατα. καρφωµένη τη σκέψη µου στο πως πρέπει να ζώ. για να µή γίνουν αλήτες. ούτ' αυτούς. Έκείνον ο Αλκιβιάδης τον εγγυήθηκε να νοικιάση τους δηµόσιους φόρους και τόνε βόλεψε να κερδίση ολόκληρη περιουσία. για να βασιλέψη στους . Είχες µαθητή τον παντοδύναµο Αλκιβιάδη. θα µας βοηθούσαν. Η φτώχια. όσο µε το παράδειγµα. αν και ηγεµόνες. Ξέρω πως είµαι µηδενικό σαν νοικοκύρης. — « Σε κοροϊδεύουν. ξόδευαν πέρ' από τη δυνατότητα τους και. που να µην αποζητά τη συντροφιά µου. µέρα . Σωκράτη. δείχνω στους άλλους το δρόµο του Θεού. Η ζωή µου πρέπει να γίνη παράδειγµα στους συµπολίτες. η Θεοδότη ». θα σου εξηγήσω γιατί. να εξασφαλιστούν τα έξοδα µας . θέλεις φτωχός. που του έσωσες τη ζωή . για να µπορώ να τον µαλώνω. Αν σ' αγαπούσανε. Μόνον εγώ του επιβάλλοµαι κάπως. πρώτος εγώ. που. αν και είναι φίλοι µου. Κάθε στιγµή που περνάει πρέπει να γίνωµαι. δε θα τους παρακαλέσω. αν και πλούσιοι. κανέναν όµως να προσπαθή ν' αποχτήση φίλους. όποιον τεµπέλη βρής στην αγορά. Είναι παράφορος και θέλει χαλινάρι. Οι πρώτοι. — « Υπήρξαν ηγεµόνες.νύχτα. κάτι παλιόπαιδα. Αν αρχίσω να ζητάω χρήµατα και καλοπέραση. Ξέρεις γλυπτική· τώρα που στήνουν το καινούργιο Ερεχθείο. ήτανε δούλοι. Θυµάσαι όµως το µέτοικο Μειδία . Γιατί δε ζητάς από τους περίφηµους φίλους σου να σου δώσουν αξίωµα. κάτι ξένους. χωρίς να τους υποσχεθώ τίποτα. Τώρα τελευταία µαθαίνω πως σ' ακολουθεί και µια εταίρα. για να πιστεύη ο κόσµος τα λόγια µου. µόνο επειδή µε βλέπουν ενάρετο.∆οκίµασε άλλη µια φορά να της έξηγήση τούτο που πίστευε. Όλοι µε σέβονται και µ' αγαπάν ». Όλόκληρη ζωή προσπαθώ να πείσω τους συµπολίτες ν' αγαπήσουν την αρετή. Νάχω. Ο Σωκράτης χαµογέλασε : — « ∆εν υπάρχει Αθηναίος. αξίζει περισσότερο από τα πλούτη. Ας καταφέρω το λαό να γίνη καλός. Τι έκανε για σένα. κατάντησαν άρπαγες.

πέτυχε τούτο το θαύµα. και. για να σώση τους άγνωστους. Τραβήχτηκε στην αυλή ψιθυρίζοντας : « Όλα για το λαό. αφού η περιουσία του είχε κατασχεθή. τον κατάγγειλε πάλι για την ασέβεια του. Με την προδοσία του θ' απόδειχνε στο ∆ήµο πόσο τροµερός ήτανε σαν εχθρός. Ο . Ανέβηκε στο Βήµα και τότε φανέρωσε όλα τα σχέδια των Αθηναίων. ο Θεσσαλός. Η δυσπιστία τους προς το Νικία. κι' ας πεινάµε. αν νικούσε στη Σικελία. Οι αδυναµίες του στάθηκαν πιο δυνατές από τη δύναµη του.πότε. αποφάσισε να φύγη στα ξένα. πότε .τι και τα ποτάµια — κατρακυλούσε ολοένα χαµηλότερα. όσα τουλάχιστο προσφέρονταν αυτόθελα. τα παιδιά κι' έµείς ». Θυσιάζει και γυναίκα και παιδιά. χωρίς να καταλάβη σε τι θα πείραζε να δεχτούν µερικά δώρα. θα γινότανε πανίσχυρος. που απόµεινε αρχηγός. µόλις έφυγε για τη Σικελία ο Αλκιβιάδης. µην µπορώντας ν' αψηφήση τη διαταγή του ∆ήµου. ζώντας τη σκληρότατη ζωή των Σπαρτιατών µε την ίδια άνεση που γλεντοκοπούσε στην πατρίδα του. επειδή τόνε λάτρευαν. Και κατάφεραν. άρχισε να διαλύεται και µε τον καιρό γύρισε σε περιφρόνηση.» Πάντα η µεγαλοφυία στάθηκε βάρος ασήκωτο και για: κείνον που την κάτεχε και για τους δικούς του. Ο γιός του Κίµωνα. Ο Αλκιβιάδης δε δίστασε να γίνη προδότης. Και πραγµατικά την είχε. επειδή φοβούνταν πως. θα αναγκάζονταν όλοι να πέσουν στα πόδια του. όπως παντού αλλού. Σταµάτησε τη συζήτηση. για να µην εκθέση τη ζωή του στο µίσος αντιπάλων. Η αποµάκρυνση του αρχιστράτηγου δυσαρέστησε τους οπλίτες και κλόνισε την πειθαρχία. ζητώντας συγγνώµη. Έτσι παράτησε το στρατό κι' εξαφανίστηκε. µε όσα µικρά καταπιάστηκε. απένταρος. προξένησαν κατάπληξη τα θαυµαστά του χαρίσµατα. δικαιώθηκε από την αβουλία του. που ποθούσαν να βγάλουν από τη µέση το νεαρό αρχιστράτηγο. Έδωσε σωστές συµβουλές τι έπρεπε να γίνη στη Σικελία και τι στην Αττική. Κι' όταν θα τσάκιζε το Άστυ. έκανε ο. Πίστευε πως είχε τη δύναµη να σηκώνη η να ρίχνη την Αθήνα. κατέφυγε στη Σπάρτη. που µόνον εκείνος θα κατάφερνε να τη βγάλη πέρα.. υπαρχηγός των ολιγαρχικών. ν' ανακληθή από εκστρατεία. Η Ξανθίππη δεν µπορούσε να παραβγή µαζί του στα λόγια.ανθρώπους ειρήνη. Ηθελε να τιµωρήση τον όχλο της Αθήνας για την αστασία του και να δείξη στους ολιγαρχικούς την υπεροχή του. Εκεί.. Ο τρόµος που είχε παραλύσει τους Σικελούς. κι' αµέσως αναποδογύρισε την κατάσταση. απότυχε. για να δικαστή ο Αλκιβιάδης. οι Έφοροι να τον καλέσουν να µιλήση στη Βουλή τους. ∆ραπέτης. Αυτόν ακολουθούσε η νίκη και κανέναν άλλον. άµα φάνηκε στην παραλία τους ο ξακουστός αθηναϊκός στόλος. κυνηγηµένος από Αθηναίους κήρυκες που ζητούσαν να τον πιάσουν. Ο Αλκιβιάδης. άτιµος. Μέσα σε λίγον καιρό. Μαζί του ενώθηκαν πολλοί δηµοκρατικοί δηµαγωγοί. Τίποτα σπουδαίο δε δοκίµασε να πετύχη. Ακολουθώντας τις αχαλίνωτες παρορµήσεις του.

που να µην τόνε . Οι Σπαρτιάτες θορυβήθηκαν κι' ίσως θα σταµατούσαν τον πόλεµο. έπεσε στα χέρια των εχθρών. που αρνήθηκαν ν' ακούσουν τα νέα. Κανένα σπίτι δεν υπήρχε που να µην έχασε δυό και τρία παληκάρια. ικανός να διοίκηση. Χειρότερη από τις υλικές ζηµιές ήταν η κατάπτωση του ήθικού. να ψηφίζουν παιδιάστικα ο. ∆εν είχε µείνει άντρας η γυναίκα. αφού ρήµαξαν τα πεδινά. Αγνωστοι νοικοκυραίοι οι δέκα «πρόβουλοι» έκαναν σοβαρή προσπάθεια.000 άντρες. νίκησε το στόλο των Πελοποννήσιων. Τότε αναγκάστηκε να καταφύγη πάλι µέσα στα τείχη η προσφυγιά των χωριατών.τι τους κατέβαινε. πρίν τελειώση η παράσταση. που τόλµησε να πλησίαση τον Πειραιά. Καθώς δεν είχε ικανότητες άρχηγού. το µοιραίο έγινε : η µεγαλύτερη στρατιά που είχε ποτέ οπλίσει το Άστυ. οι πολίτες έβλεπαν στο Θέατρο την τραγωδία « Τρωάδες » και τόσο είχανε µαγευτή από τους µελωδικούς στίχους του Ευριπίδη. αν δεν τους µετάπειθε ο Αλκιβιάδης. µόλις αναλογίστηκαν σε τι αδυναµία είχε περιπέσει η θαλασσοκράτειρα. που όλοι περίµεναν πως σε λίγο θα γονάτιζε. τα γεγονότα τους έκαναν να καταλάβουν τη στυγνή πραγµατικότητα. Σύµφωνα µε όρµήνεια του Αλκιβιάδη. την έκριναν τόσο τροµερή. λιανίστηκε. για ν' άναγγείλη τη συφορά. την άνοιξη του 413 ο νέος βασιλιάς της Σπάρτης Άγις όρµησε στην Αττική κι' άρχισε πάλι να κόβη όσα δέντρα κι' αµπέλια είχανε φυτρώσει στα 12 χρόνια που βάσταξε ειρήνη. παρασυρµένοι από ελαφρόµυαλους δηµοκόπους. Η Αθήνα. πάλι άρχισαν να λείπουν τα τρόφιµα. κινήθηκαν οι πριν φιλικές της πόλεις σ' αποστασία. Καταλάβαιναν καλά. µε την ιδέα πως αρκούσε τώρα µόνο να σπρώξουν την Αθήνα για να πέση. σύναξαν χρήµατα. 40. ξαναβρήκε το χειµώνα του 413 τον παλιό εαυτό της και. είχεν αυξήσει την αντιπάθεια προς το Άστυ. Όταν έφτασε στον Πειραιά το πρώτο πλοίο από τη Σικελία. αντί να φύγουν οι Σπαρτιάτες. οχυρώθηκαν στη ∆εκέλεια κι' έκλεισαν το δρόµο που ένωνε την Αθήνα µε τη βορεινή Ελλάδα. ανατρίχιαζαν µε την ιδέα πως είχανε φτάσει οι τελευταίες µέρες της Άθήνας. πως οι συµφορές που τους βρήκαν ήταν αποτέλεσµα του δικού τους παραλογισµού. Η ταραχή δεν άργησε να µεταβληθή σ' απελπισία. Γι' αυτό η Έκκλησία του ∆ήµου διόρισε 10 « προβούλους ». Σαν να µην αρκούσαν αυτά. κουβάλησαν ξυλεία από τη Μακεδονία και ναυπήγησαν νέο στόλο. µόλις όµως καταστράφηκε ο στόλος της. που δεν την πίστεψαν.Νικίας από επιτιθέµενος κατάντησε να περιπέση σε άµυνα. Μέρα µε την ηµέρα. νικήθηκε. η επιβολή του στην ξένη πόλη αύξαινε. Όταν όµως. Την αθηναϊκή συµµαχία δεν τη συγκρατούσε παρά ο φόβος. Σταµάτησαν τα πανηγύρια και τα δοσίµατα. Σαν έµαθαν την αλήθεια. διακόσιες τριήρεις. την ερχόµενη άνοιξη. κι' ο δοξασµένος στόλος. 10 φρόνιµους Αθηναίους. Το απάνθρωπο ως τώρα φέρσιµο των δηµαγωγών και του ∆ήµου απέναντι στις συµµαχικές πόλεις. φιµώθηκε η Πνύκα και κανένας άξιος Αθηναίος δεν αναφαινόταν. Κι' όταν τους παραµέρισαν αυτούς. το Άστυ γέµισε θρήνους. που κηδεµόνεψαν τον όχλο. Κάθε νύχτα φοβούνταν πως εχθρικός στόλος θα κυρίευε τον Πειραιά. Τόσες ατυχίες σάλεψαν την πίστη των πολιτών στη ∆ηµοκρατία. σε λίγες µέρες.

τα πέτυχε και τα δυό. κι' οι επιτυχίες. για ν' αναλάβη τάχα τον ωραίον αγώνα ν' αποκαταστήση τη ∆ηµοκρατία. πρώτα έναντίο των Αθηναίων. Άµα νόµισαν οι Λάκωνες πως δεν είχαν πιά ανάγκη τον Αλκιβιάδη. για να νικηθή τελειωτικά η Αθήνα. Η ίδια η βασίλισσα Τιµαία τον ερωτεύτηκε κι' απόχτησε παιδί µαζί του. έτσι στην Περσία φάνηκε φιλήδονος. προάγγελο της ανάγκης κάποιος να βρεθη να σώση την αγαπηµένη πόλη. που ένιωθαν εναντίο του οι Αθηναίοι. Όπως στη Σπάρτη έζησε ασκητικά. που δεν έκρυβε πως ήτανε δικό του. έγραψαν στο ναύαρχο τους Αστύοχο. που ακριβώς τέτοια στιγµή περίµενε. Η έχθρητα. στη θάλασσα. τον ειδοποίησε πως κινδυνεύει. θα τους έβρισκε όλους µαζεµένους κι' αδύνατους στην ολιγαρχική Αθήνα. άλλη. να συνάξη το απαραίτητο χρυσάφι. Έτσι υπήρχαν δυό Αθήνες. που ακολουθούσαν κάθε σχέδιο του στα ξένα. ιερείς. τους έπεισε πως. Όµως η βασίλισσα Τιµαία. ξανάγινε ο Αλκιβιάδης «στρατηγός -αυτοκράτωρ » της Αθήνας. πάντα τρελά ερωτευµένη µε τον πανέµορφο Αθηναίο. που ναυλοχούσε στη Σάµο. Έλαβε την εντολή κι' έφυγε το ταχύτερο. Η πολιτική που εφάρµοσε από δώ και πέρα ο Αλκιβιάδης ήταν να εξασθενίση τη Σπάρτη και ν' ανεβάση σιγά . Πέτυχε από τον Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη περισσότερα απ' όσα ζήτησε. Τό χειµώνα του 412 ο Αριστοφάνης έδωσε στα Λήναια την κωµωδία του «Λυσιστράτη». Αντιστάθηκε µ' . για να έτοιµάση δύναµη που Θά µπορούσε να τη χρησιµοποίηση σα δίκοπο µαχαίρι. κι' επειδή δεν είχανε χρήµατα. Οι ναύτες τον παρακινούσαν να φύγουν αµέσως να παν να τους σφάξουν. όταν αυτός Θά τόθελε. που δεν ξεχνούσε και το σκάνδαλο της µοιχείας. ενώ ο στόλος. Ο αρχηγός του στόλου Θρασύβουλος στράφηκε προς τον Αλκιβιάδη. και ξεπέρασε τον ίδιο το σατράπη σε πολυτέλεια. Κι' ο Αλκιβιάδης έλεγε πως συνευρέθηκε µε τη βασίλισσα. δηµοκρατική. κατά της Σπάρτης. λουζόταν στον παγωµένο Ευρώτα. που ήταν έργο αποκλειστικά δικό του. που αρµένιζε στα νερά της Ιωνίας. έκαναν τους συµπολίτες του να τον αποζητάν. Μεταχειρίστηκε την επιρροή του στον Τισσαφέρνη. Τη στιγµή που είδε ο Αλκιβιάδης δισταχτικούς τους Λάκωνες. µια ολιγαρχική γύρω από την Ακρόπολη. Και τούτο δεν άργησε να γίνη. Υστερα από εξορία πέντε χρόνων. έτρωγε µεσηµέρι . έµεινε πιστός στη ∆ηµοκρατία. ανάλαβε αυτός να πάη στην πλούσια Περσία.σιγά τη δύναµη της Αθήνας. Αν ήθελε να εκδικηθή ο Αλκιβιάδης τους εχθρούς του. έπρεπε να φτιάξουν µεγάλο στόλο. αριστοκράτες.θαυµάζη. Η επανάσταση που σχεδίασε ο Αλκιβιάδης πέτυχε.βράδυ τον άνοστο « µέλανα ζωµό ». Αναγύρισε πρώτα το περσικό χρήµα από την Πελοπόννησο στην Αθήνα κι' ετοίµασε επανάσταση στο Άστυ. Όλες οι τελευταίες επιτυχίες των Σπαρτιατών. Τότε φανερώθηκε πως η επιρροή του Σωκράτη δεν είχε πάει ολότελα χαµένη. κίνησαν το φθόνο του βασιλιά Άγι. για να βασιλέψουν στη Σπάρτη δικοί του απόγονοι. να τόνε θανατώση. Με την απόλυτη ελευθερία που του άφησε ο Πέρσης. ξεπεσµένους δηµαγωγούς. ικανή να του ανοίξη το δρόµο προς την πατρίδα. είχε ξεθυµάνει. µπεκρής. « των τετρακοσίων ». η δηµοκρατία καταλύθηκε και πήρε την αρχή νέα ολιγαρχική Βουλή. αλλά έπειτα.

Πολλοί δάκρυζαν και συλλογίζονταν πως. Στη ναυαρχίδα η πορφυρή σηµαία της Νίκης ανέµιζε περήφανα. µε ασπίδες και πανοπλίες κρεµασµένες από τα κατάρτια. αν τον είχαν αφήσει ν' αρχηγεύη στη Σικελία µε πανίσχυρο στόλο και σαράντα χιλιάδες οπλίτες! Μόλις ζύγωσε την παραλία η ναυαρχίδα. χωρίς να διστάση το πλήθος. κυρίεψε όλη την Προποντίδα. αν άκουγε το Σωκράτη. εκείνους τους ίδιους που τον είχαν κηρύξει προδότη. στα ίδια νερά. Τώρα. οταν εξολοθρεύη µε θαυµαστό σχέδιο ολόκληρο τον εχθρικό στόλο και σκοτώνει µε το χέρι του το Λάκωνα ναύαρχο Μίνδαρο. από τον Ελλήσποντο ως το Βόσπορο. Έτσι στερέωσε ο Αλκιβιάδης τη φήµη. Ο Αλκιβιάδης ακίνητος στην πλώρη κοίταζε συλλογισµένος τούτο το παραλήρηµα. όταν έφευγε για τη Σικελία. Τι δε θα κατάφερνε ο δαιµόνιος. ήτανε χρυσοπλούµιστος. Αθήνα — πατρίδα αχάριστη. µέσα σ' ελάχιστο χρόνο. να τον καταδικάση σε θάνατο. πρόθυµους να τον ευλογήσουν. Έβλεπε τη γυναίκα του. όπως αγωνίστηκε να τόνε διδάξη ο Σωκράτης. να τον περιµένη µε το γιό του στην αγκαλιά. γελάγανε. την αγαθή Ιππαρέτη. Με τις ίδιες ζητωκραυγές τον είχε κατευοδώσει. για πρώτη φορά ύστερα από πέντε χρόνων κακοτυχίες. µα το τελικό χτύπηµα το δίνει λίγο αργότερα. και µάζεψε άπειρα λάφυρα.ώρα να δαµάζη τα πάθη του. Τότε µόνο κίνησε να γυρίση στην πατρίδα. µόλις παράλαβε λίγες τριήρεις. ως κι' οι τροµαγµένοι χωριάτες από τις Αχαρνές και τα Μεσόγεια. Τέτοια τέλεια νίκη δεν είχε δη η Αθήνα από τον καιρό του Κίµωνα. Ολόκληρο το Άστυ είχε κατεβή στο λιµάνι. Αφού καθάρισε τη θάλασσα από τους Σπαρτιάτες.επιµονή κι' αυτή η πράξη του απόδειχνε πως τούτος ο παράφορα φιλόδοξος άνθρωπος µπορούσε ώρα . Τόν Ιούλιο του 411 νίκησε τους Σπαρτιάτες στη ναυµαχία της Αβύδου. για να τον καλωσορίση. αυτούς τους ίδιους που τον είχαν άλλοτε καταραστή. τους νίκησε και στην ξηρά. που τον καλούσε µ' υστερικές φωνές να κατεβή κοντά της. στράφηκε έναντίο του σπαρτιάτικου ναυτικού. να κρατάνε χρυσά στεφάνια για να τον στεφανώσουν. Αντίκρυζε τους Αθηναίους άρχοντες µε τα µακριά ραβδιά. χειρονοµούσαν. όταν του αφαίρεσαν την αρχηγία του στρατού της Σικελίας. αµέσως ύστερα. Έβλεπε τους ιερείς ντυµένους τα γιορτινά τους. κι' έσερνε πίσω του εκατόν πενήντα εχθρικά πλοία γεµάτα λάφυρα κι' αµέτρητους αιχµάλωτους. που ο ίδιος είχε δηµιουργήσει. αλλά την ανάδειξε τροπαιούχο και στην ξηρά. περισσότερο από τον Αλκιβιάδη. µια φωνή ξέφυγε από τα στόµατα : — Να τος! Να τος! Όλων τα µάτια καρφώθηκαν πάνω του και διαµιάς ξέσπασε απέραντη βουή. αγνώριστο αγόρι. που µπήκε στον Πειραιά. σκληρή στο παραµικρό λάθος. όχι µόνο απόδωσε στην πατρίδα την κυριαρχία της θάλασσας. είχαν αδικήσει τον εαυτό τους. . πως η ευτυχία τον ακολουθούσε παντού και πάντοτε. Αφού εµπόδισε ο Αλκιβιάδης αυτή την εκδικητική επίθεση. Ο στόλος του. Πόση δυστυχία θα οικονοµούσε στον εαυτό του και στο Άστυ. Μπροστά του σάλευε η απέραντη ανθρωποπληµµύρα. Όλοι φώναζαν.

εκεί που καθόταν στις όχτες του Ιλισού. προσωπικό µαγνητισµό — όλα τα είχε. µα κείνο. κι' όµως ξέρει πως κάτι του λείπει: η σωφροσύνη. Χάιδεψε τ' όµορφο πουλί. όταν έκανε κακό στην Αθήνα. τους άρχοντες. Μόνον ο παλιός του δάσκαλος θα καταλάβαινε την τρικυµία της ψυχής του τόσα χρόνια στην ξενιτειά. αυτά του είπε. την παράδοξη µοίρα που τον κάνει. πλούτη. αν δε µεθούσε εκείνο το βράδυ που έσπασε τις Ερµές! Η φύση τον προίκισε µ' όλες τις χάρες. XXVI Κάποια νύχτα ο Σωκράτης είδε σ' όνειρο πως. Μέσα στην αντάρα της υποδοχής πάσχισε να ξεχωρίση κάπου το Σωκράτη. µαντεύει. Την άλλη µέρα αντάµωσε ο Σωκράτης τον παλιό µαθητή του Κριτία. που του σύστησε τον ανιψιό του Αριστοκλή. Σήµερα. στα χρόνια της εξορίας. όσο αυτός έστεκε πάντα στη πλώρη της ναυαρχίδας. « Ποτέ δε θα πετύχης. Σέ µιαν αστραπή διαύγειας. κι' αντί να πάη προς τη γυναίκα του. ο νικητής. βουβός κι' ακίνητος. Ο παντοδύναµος Αλκιβιάδης. Πρόσεξε ο φιλόσοφος το σοβαρό . Χωρίς εµένα θα ξεπέσης ».ίσια σήµερα αποζητάει το Σωκράτη. να χάνη τελικά τη Νίκη από τα έλαττώµατά του. το µέλλον του. στρατιωτικό ταλέντο.. αν δεν ακολουθήσης τις δικές µου συµβουλές. το πανηγύρι του γυρισµού του. Περιφρονεί τον όχλο. ψηλό. µ' άναφωνητά τόσο δυνατότερα. Αλλιώς είχ' ονειρευτή. τράβηξε πρώτα προς εκείνον. Μιά στιγµή ζωγραφίστηκε χαµόγελο στα χείλια του. θ' ανέβαινε στον ελληνικό ουρανό ψηλότερα κι' από τον Περικλή.που του συνιστούσε σωφροσύνη. και. δές τι περίεργο : ίσια . που γεύεται το προσκύνηµα ολόκληρου λαού. oι γυµναστές τούχαν βγάλει το παρατσούκλι « Πλάτων ». µόλις συναντήθηκαν τα µάτια τους. . Ναί. σε λίγο. πού τον καλεί να κατεβή κοντά του. πολιτικότητα. Θυµάται τι τούχε πή στην πρώτη τους συνάντηση ο Σωκράτης. διστάζει. Πήδησε στο µώλο. Και τώρα ξέρει πως έχει δύσκολο έργο να συντέλεση για να σηκώση στην παλιά αίγλη το κουρασµένο Άστυ. Αντί σήµερα να χαίρεται. αφού φτάση στην επιτυχία. Η χαρά του Σωκράτη έκανε τον Αλκιβιάδη ν' άφήση τη συλλογή του. έξ αιτίας της φαρδειάς πλάτης του. Ω. τίναξε τα φτερά του και πέταξε πέρα κελαΐδώντας ένα γλυκύτατο σκοπό. γεροδεµένο έφηβο. τους ιερείς. . που. αν είχε νέος προσέξει το φιλόσοφο. παρ' όλα σου τα προσόντα.. είτε όταν έκανε καλό στη Σπάρτη. Είχε διακρίνει τη γνώριµη ασκήµια του φιλόσοφου. το κούνησε γελαστός. όπως φανταζότανε. τον άνθρωπο που µπορεί να τόνε βοηθήση να σταθή για πάντα µεγάλος. Ω. ήρθε και θρόνιασε στα γόνατα του ένας κάτασπρος κύκνος. Βαστούσε κλωνάρι ελιάς στο δεξί του χέρι. να γινόταν να παραµερίση τ' ανόητο πλήθος και να πάη να βρή το Σωκράτη. τον πνίγει σιχαµός.

του είπε. µε τρόπο που µπορούσε κανείς να τεντωθή καταγής και νάχη το κεφάλι του ψηλωµένο. Με τόσα προτερήµατα θάπρεπε να ετοιµάζεται για την πολιτική. ούτε αυτός δεν το ξέρει. είπε ο Σωκράτης στον Πλάτωνα. και δεν είναι µόνο το ήθος του λαµπρό. σπρώξε τον στην πολιτική. που ο ήλιος διαπερνούσε τα µαρµαρά του και διαλύοντας. διατηρούσε στην έκφραση του την αυστηρή συντηρητικότητα. που προορίζονταν να παίξουν πρώτο ρόλο στη ζωή της Αθήνας. που φανέρωνε πως τα παιδικά του χρόνια τα είχε περάσει µέσα στις τροµάρες του Πελοποννησιακού πολέµου. οξύτητα νού. στη δεξιά όχτη του ποταµού. πως τον είχε δη και άλλοτε : —« Εδώ και λίγα χρόνια.του πρόσωπο. που κάλεσαν οι Κορίνθιοι τους Αθηναίους αθλητές να πάνε στα Ίσθµια*. Μέρες τώρα µε τρώγεται να σε γνωρίση. ετοίµασέ τον να γίνη ο µελλοντικός αναµορφωτης της πολιτείας. η µητέρα του από το σοφό νοµοθέτη Σόλωνα ). δείχνοντας έτσι πως έχει καλό φυσικό. και. στη σκιά ενός µεγάλου πλάτανου. Γεννηµένος ο Πλάτων από σπίτι πλούσιο και ιστορικό ( ο πατέρας του καταγόταν από τον αρχαίο βασιλιά Κόδρο. στη χλόη που «σκέπαζε όλη την ανάλαφρη ανηφοριά. καθώς έλαµπε ολόκληρη πάνω στην άψη της ήλιοκαήλας. Εκτός από πρωταθλητής στα γυµναστικά. Προσπέρασαν του ηµίθεου Ιλισού τον τετράστυλο ναό. Εκεί κοντά σταµάτησαν. πήγε και κρύφτηκε στ' αποδυτήρια. Τι θ' άπογίνη. είπε ο Κριτίας. Χ. την πετρίλα τους. Πήρε χαρούµενος από το χέρι το νέο µαθητή. ενώ αυτός. ο ανιψιός σου κέρδισε στον ακοντισµό των εφήβων. . τα πότιζε διαφάνεια. Πάρε τον. Αυτό θάναι έργο ανάλογο µε την πλούσια φύση του και θα σώση τη δύστυχη πόλη µας από τη δηµοκρατική λέπρα ». τον τράβηξε προς το ποτάµι. κατέχει τις φυσικές επιστήµες. από συστολή. θάλεγες. ξυπόλυτος. παρατώντας όλους τους άλλους. πέρασε τα γάργαρα νερά για να πάη απέναντι. µέσα στην οποία είχ' άνατραφή. Τόν ακολούθησε ο νέος και ξάπλωσε δίπλα του. συνθέτει µουσική κι' έχει έτοιµες δυό τραγωδίες. κι' αν µπορής. Θέλει να σπουδάση κοντά σου. Ο Σωκράτης θύµισε του Κριτία. γράφει όµορφα ποιήµατα. — « Βγάλε τα σαντάλια σου. αλλά κι' από παιδί έδειξε µεγάλα χαρίσµατα. Θυµάµαι τη χαρά όλων µας την ώρα που τον χειροκροτούσαµε. Ο Σωκράτης ποθούσε πάντα να µορφώνη µε τα δικά του ιδανικά τους νέους εκείνους. * Tο 412 π. — « Ναί. µα έχει κάποιο ελάττωµα που τον αφανίζει : είναι δειλός εµπρός στον όχλο. Τόν διακρίνει φαντασία. Απερηφάνευτος ». Κόντευε µεσηµέρι κι' ήταν ωραία η Αττική. είναι δυνατός µαθηµατικός. µόλις στεφανώθηκε νικητής. ενώ αυτός.

Απ' αυτήν κληρονόµησα την ιδιότητα να παραστέκω τις ιδέες των νέων. Η διαύγεια της ατµόσφαιρας έκανε και τα πιο απόµακρα πράµατα να µοιάζουν κοντινά. Με µονότονη κίνηση πηγαινόφερνε το αστραφτερό δρεπάνι του και τίποτα δεν του ξέφευγε. Έτσι από την πρώτη µέρα τοποθέτησε σωστά τον καινούργιο µαθητή. µίλησε µου τώρα για τον εαυτό σου να σε καταλάβω ». δίπλα στο ιερό της Άγρας ». σαν τη µάνα µου. Με τη « µαιευτική » του ο Σωκράτης. πιστεύεις και σύ αυτό το µύθο . τις κραξιές που µπήγανε χήνες γλωσσούδες. του είπε. ρώτησε ο Πλάτων. Κι' επειδή ο Πλάτων δίσταζε να φανερώση τα κρυφά της καρδιάς του. ν' απαλλαγούν από τον καρπό που καρτερά να βγη έξω». παραχαϊδεµένο κι' ονοµαστό για την οµορφιά του. ξαναπαντρεύτηκε τον Πυριλάµπη. σα µαµή που ήτανε. έτσι λέν οι ντόπιοι ». Ο πατέρας του πέθανε τον καιρό της χολέρας. Γι' αυτό είπαν πως την πήρε µαζί του. — « Όχι φανέρωσε ο Σωκράτης.ώρα. σαν ανόητος που ήµουν. χωρίς να πιέζη καθόλου το νεαρό. λές και παράσταινε τη λεπτότητα και τη µοναξιά ευγενικής ψυχής. ενώ καθεµέρα συντρέχω άλλους. εξόν οι ακρίδες. από τον πρώτο γάµο του. δεύτερο . που έφερε στο σπίτι. Αργότερα γεννήθηκε κι' άλλο παιδί. Η µάνα του. τόνε πίστευα. αλήθεια. Υστερα έκρινα πως κάποιο απότοµο φύσηµα του Βοριά θάρριξε την κοπέλλα κάτω στα βραχάκια και τη σκότωσε. που τη λάτρευε. Έλα. µα γεµάτα χάρη. που δυσκολεύονται µόνες τους νάρθουν στο φως. Πέρ' από το ποτάµι µπροστά τους.. τον ανάγκασε να ξοµολογηθη πολλά και στο τέλος κατάφερε να τον λευτερώση απ' όλα κείνα που καταχώνιαζαν µέσα του. ∆εν άκουγες παρά το τραγούδι της πλήξης του τζίτζικα και. λές κι' επιθυµούσε ένας πέπλος να σκεπάση τα περασµένα. —« Καθαρά είν' εδώ τα νερά. — « Πές µου. — «Η µάνα µου. ο φιλόσοφος µεταχειρίστηκε τη « µαιευτική » του µέθοδο. — « Ωστε. αλλά ανάγλυφου. ήτανε πλαστική. αγόρι. ένας χωριάτης θέριζε το χωραφάκι του. κάπου εδώ λέγεται πως άρπαξε ο άνεµος Βοριάς την παρθένα Ορείθυια . αφήνοντας τον µωρό. Τούτο άφησε βαθειά πληγή στην τρυφερή ψυχή του. ώρα . παρακάτω έγινε η αρπαγή. πλούσιο αριστοκράτη. » — « Αλλοτε. Σωκράτη. Γύρω πικροδάφνες και λυγαριές σκόρπιζαν τις µοσχοπνοές τους. Ο Πλάτων ήταν το τέταρτο παιδί του Αρίστωνα και της Περικτιόνης. Γρήγορα ξεχώρισε ο Σωκράτης δυό σηµάδια του χαρακτήρα του : Πρώτο. που τράβηξε από τον Πλάτωνα ολότελα τη στοργή της µητέρας. Παραµύθια είναι αυτά. οµορφιά τοπίου ξεπλυµένου. κατάλληλα να παίζουν κορίτσια ». βοηθούσε τις γυναίκες να γεννήσουν. » — « Ναί. δυσπιστία στις γυναίκες.Η οµορφιά της δεν είχε τίποτα ζωγραφικό. Σπάνια γεννάω εγώ ιδέες..

τι του ανήκει. πάρε το πάλι και δές πόσο γρήγορα χάνεται η φρεσκάδα του ». Το παιδί από νωρίς κλείστηκε µέσα του κι' άρχισε να γράφη ποιήµατα. του είπε. ωστόσο µε πολλή χαρά βοηθώ όποιον έχει την ανάγκη µου. Στα δεκάξι του χρόνια ο Πλάτων καταπιάστηκε µε τα µαθηµατικά. η ψυχή. Ο Σωκράτης τον κατάλαβε ονειροπόλο. ακατάλληλο για δράση. « ∆εν έχει σηµασία. που την ξεδιάκρινε καθαρά ο ∆άσκαλος. πως θα βρίσκης την αλήθεια. Αυτή τη µεγάλη νεανική κρίση του Πλάτωνα. να τελειοποίησης ένα µέρος του έαυτού σου. Μ' αν ίσως δε µε θέλης. µα ακόµα και να παρουσιάση στο θέατρο τις δυό τραγωδίες πούχε γράψει. Έβγαζε συµπεράσµατα που έπειθαν το συνοµιλητή του πως ήτανε σωστά. είχεν εφεύρει ένα είδος ξυπνητήρι. Τόν τραβούσαν εξίσου οι δυό αυτές αγάπες. Τρόµαζε όχι µόνο ν' ανακατευτή στη Βουλή. Τα πάθη της αγοράς αποδείλιασαν το άτολµο µέρος του χαρακτήρα του. Είµαι µια γέρικη αλογόµυγα που ενοχλεί τούς Αθηναίους. πιστεύοντας πως αυτά πλησιάζουν. τον έκαναν να ζητά τη φυγή από την πραγµατικότητα. σα να ήταν παιχνιδάκι. µα όχι περισσότερο. τη σκέψη του Θεού. µα ο νούς του δεν έλεγε να µεστώση. άµα καθαρίσης το νού σου από τ' αβέβαια που σε ζώνουν. µα ολόκληρο το είναι σου. µιαν ανάταση προς κόσµους ιδεολογικούς. Πότε ρωτώντας τον και πότε µονολογώντας. που το παρατούσε άµα το γνώριζε καλά. σαν τον έπαιρνε ύπνος. Σαν ωρίµασε ο έφηβος. τον έκανε να νιώση πόσο ξεπερασµένη ήταν η αυστηρή αριστοκρατική ανατροφή του και πόσο µαταιοπονούσε να εξηγήση τη φύση µε τούς αριθµούς. Ο Σωκράτης άρχισε να ρωτά το νέο µαθητή κι' έπαιζε µε τις ιδέες. Έλα τώρα να σου δείξω. έρχου κοντά µου να ξεκαθαρίζουµε µαζί την απορία σου. δοκίµασε να τη γιατρέψη. που είχε γίνει ξακουστό : « Κόρη. για να παραµένη άγρυπνος. Τι είναι δίκαιο . µα σε . Ατέλειωτες νύχτες µελετούσε αλγεβρικές θεωρίες και. για να πάρη άλλο. Αυτήν καλλιέργησε. Μήν παραµελής να του δίνης ο. Χρόνια πάλεψε η ψυχή του ανάµεσα στις δυό µεγάλες κλίσεις του — ποιητής η φιλόσοφος . Αν µ' αγαπάς. Μέσα στο κάθε σώµα κρύβεται λεπτός οργανισµός. Το σώµα είναι κατεργάρης φίλος. τις έστρεφε αριστερά. σου ρίχνω αυτό το µήλο. µίσησε τον ξεπεσµό του αθηναϊκού όχλου και κράτησε αρνητική στάση απέναντι στην πολιτική. Τούτο θα το πετύχης. που. Κάθε µέρα να κάνης πνευµατική προσπάθεια να ξεδιαλύνης την αλήθεια. Κι' αν κάποτε βρεθής σε δυσκολία. σήκωσε το και δώσ' µου την παρθενιά σου. Ας εξετάσουµε τι είναι αρετή ». τόνε ξύπναγε. η να πήξη το µυαλό του µε µόνη την άσκηση της Τέχνης η της οµορφιάς.την ανάγκη να καταφύγη σε κάτι ανώτερο από την ταπεινή ζωή. Τις έστρεφε δεξιά. περισσότερο από κάθε άλλο. τούδειξε την απόσταση που χώριζε την ερασιτεχνική του µόρφωση από την καυτή πραγατικότητα. Τι αγαθό . Ο Σωκράτης αναθυµήθηκε ένα δικό του τετράστιχο.

χωρίς να το καταλάβουν.. σαν προφήτης. θρησκείας. σαν σήµερα. Είχε περάσει το µεσηµέρι κι' ο νέος έλεγε µέσα του : « Θεέ µου. ζυµάρι ικανό να σηκώση τους λαούς σε µιαν ανώτερη ζωή. σαν κρυφή οµάδα. Γαλήνη. που κυριαρχούσε τη σκέψη του Σωκράτη. Κι' όµως η πολύτροπη αυτή διαλεκτική του όδηγούσε. Γρήγορα ένιωσε ο Πλάτων. που θ' άποζητούσαν. νηστικοί. της µανίας πλουτισµού. ότι πίσω από την απλή τάχα κουβέντα του Σωκράτη υπήρχε βαθύτατη φιλοσοφία. της ανθρώπινης κακίας.» Μα ο άγαθός ∆άσκαλος έξηγούσε τώρα την κρίση που πέρναγε η Αθήνα και την ανάγκη γι' αδιάκοπη πάλη κατά του Χτες — των εκφυλισµένων θεσµών.. από σήµερα άρχιζε γι' αυτόν νέα ζωή. που θέριζε πριν ο χωριάτης. έξω νόµου. για να σωθούν εκείνες οι µεγάλες αρχές. Ακουγε µαγεµένος το φιλόσοφο. και των συνανθρώπων την ευτυχία. λές κι' είχε αποχτήσει φτερά και πετούσε πάνω από τη γη. Ναι. Θαύµασε το αίσθηµα της ευθύνης απέναντι του πλησίον. που ποτέ δεν το σκέφτηκε κανείς. νόµιζε πως παράστεκε σε θεία λειτουργία. να µην ξανααισθανόταν. Σαν γύρισε στο Άστυ. Τόσο συνδέθηκε µαζί του. Ίσως τέτοιες χαρές. Η καρδιά του Πλάτωνος χτυπούσε δυνατά. Όσο άκουγε ο Πλάτων. θέλω να πω η ελευθερία και η δικαιοσύνη. πιστότατος µαθητής ως το θάνατο του. εκεί που ήθελε να κατάληξη. µείνε κοντά µου ». Στο χωράφι. τώρα τον είχε ανακαλύψει. τον άντρα . ότι κοντά σε τέτοιο ∆άσκαλο θα πλησίαζε την Αλήθεια. νέα θρησκεία που θ' άρχιζε.. τόσο µέθαγε. εκτός από τη δική τους. Την αυριανή ανθρωπότητα την έβλεπε σα µια κοινότητα από φωτισµένους πολίτες. της παιδιάστικης. Στον ουρανό απόµενε απέραντη γαλάζια λάµψη. Έρριξε γύρω του µια µατιά. ο Πλάτων πήγε γραµµή στο θείο του Κριτία και του είπε : . τώρα βοσκάνε κάτι πρόβατα µε µικρά βήµατα. Αν πιστεύης σ' αυτές. Ο Σωκράτης ανασηκώθηκε να φύγη. µα που ολοένα Θά πλήθαινε. Ο φιλόσοφος αποχαιρέτησε τον Πλάτωνα µ' αυτά τα λόγια : — « Οι καιροί δεν περιµένουν. Ο ήλιος κατέβαινε προς τη δύση. Είναι αδύνατο να ξεχωρίσης τον πλατωνικό Σωκράτη από τον σωκρατικό Πλάτωνα.πατέρα. ώστε οι δυο αυτές προσωπικότητες ενώθηκαν σε µία. Έβλεπε να σχεδιάζεται µπροστά του κάτι νέο. που του έλειψε αφότου γεννήθηκε. να µή βαρεθή να µού µιλάη.. κι' ένιωσε να τον συνεπαίρνη ενθουσιασµός. Ο Πλάτων έµεινε κοντά στο Σωκράτη. Είχαν καθήσει πολλές ώρες εκεί. εξίσου σωστές. Τον οδηγό που άναζητούσε. που εφάρµοσαν στον κόσµο πρώτοι oι πρόγονοι µας. αφού θα χτυπούσε τα παλιά. οµάδα κυνηγηµένη από τους άρχοντες. Του αποκάλυψε πως το µέλλον ανήκε σ' άλλες δυνάµεις. που µιλούσε µ' ενθουσιασµό. που άνοιγε ορίζοντες στο δικό του πνεύµα. κι' ας ήταν ο ήλιος χαµηλωµένος.λίγο τ' αναγύριζε πάλι. Καθώς άκουγε το Σωκράτη. για να δείξη διαφορετικές απόψεις τους. Πρέπει όλοι να εργαστούµε σκληρά. µε: θαυµαστή συνέπεια.

Εσωτερικά. ζητώντας τη συνδροµή του. σεβάστηκε τη θρησκεία και διάλεξε για συστράτηγους ικανούς πολίτες. για να συνάξη. Έλληνας όχι βάρβαρος. Άφού περιστοίχισε τους προσκυνητές µε τους οπλίτες του. δηλωµένος αντίµαχος των Αθηναίων. Κι' ενώ ήξερε πως η παρουσία του στην Αθήνα ήταν απαραίτητη. Ασία αδερφός του µεγάλου βασιλιά. µ' όλη την αλλαγή του χαρακτήρα του που τώρα ήταν µετριοπαθής και συνετός. που είχανε ρίξει άλλοτε στην κεφαλή του. έφερε τις περγαµηνές που είχε γραµµένες τις δυο τραγωδίες του και τις έκαψε. Σαραντάρης και αλλαγµένος ο Αλκιβιάδης δοκίµασε. κατά το πρότυπο του Περικλή. Για τον περσικό παρά λησµόνησαν oι Σπαρτιάτες την περηφάνεια τους κι' οι Αθηναίοι τους συµµάχους των. µέσα από τον εχθρικό στρατό. και πολλοί ιερείς αρνήθηκαν ν' ανακαλέσουν την κατάρα. πήρε από τη φωτιά της Εστίας λίγα κάρβουνα. Υστερα τράβηξε σπίτι του. κι' ας ήταν αντίθετοι του. αν και οι Σπαρτιάτες κάτεχαν την ύπαιθρο. αναγκάστηκε να ξεκινήση. µ' όλη την πρόσκαιρη αφοσίωση που τούδειξαν oι συµπολίτες. Η θέση του ήτανε δύσκολη. Νικητής. XXVII Ο Αλκιβιάδης. να µεταφέρη πάλι την ποµπή των Ελευσίνιων από την Ιερά Όδό. µε σαπισµένα τα ξύλα των πλοίων. τάβαλε σ' ένα µαγγάλι. Τώρα τους ευχαριστώ µόνο για ένα πράµα : ότι γνώρισα το Σωκράτη ». όπως τον ήθελε ο Σωκράτης. Αλλά κι' εξωτερικά η κατάσταση µεταστράφηκε στο χειρότερο για το Άστυ.— « Ξέρεις πως ευχαριστούσα τους θεούς ότι γεννήθηκα λεύτερος κι' όχι σκλάβος. Τούτο φάνηκε στους Αθηναίους ισότιµο µε µεγάλη νίκη. µα ο νέος σατράπης προτίµησε τη Σπάρτη. για το καλό της Αθήνας. βάδισε µε τάξη ως την Έλευσίνα. να ενώση όλες τις πολιτικές φατρίες. αρνήθηκε να επιβάλη τη δικτατορία του. Κατόπι βάλθηκε να µεγαλώση το στόλο. Προς τον Κύρο έστειλαν κι' οι δυό πόλεις πρεσβεία. άντρας κι' όχι γυναίκα. Χρήµατα όµως δεν υπήρχαν. αφότου ανάλαβε σατράπης στη Μ. Ωστόσο. Αχρηστα όλ' αυτά. Εκείνα τα χρόνια θεωρούσε η εξαντληµένη Ελλάδα το περσικό χρήµα για πολεµικό της Ταµείο. οι αντίπαλοι του συνωµοτούσαν φανερά έναντίο του. για να εξαγνιστή από την κατηγορία πως κορόιδεψε τα Ελευσίνια µυστήρια. ο Κύρος. η έχθρα του Κύρου για τους Αθηναίους θα ήταν . βοήθησε τη ∆ηµοκρατία να στερεωθή. Οι ολιγαρχικοί τον µισούσαν θανάσιµα. Ο Σωκράτης τον είχε κερδίσει. γιατί µάντευε πως το τέλος του πολέµου θα παιζόταν στη θάλασσα. χωρίς να τολµήσουν να τον χτυπήσουν οι Σπαρτιάτες. από φίλους κι' ουδέτερους µετρητά. αποφάσισε. Έτσι επανόρθωσε ο Αλκιβιάδης το παλιό ασέβηµά του.

που δεν είχε να τους άντιτάξη παρά την πείρα και το γόητρο του Αλκιβιάδη. θα πή πως δε θέλει να νικήση. για ν' άγγίξη. µετά την ήττα. ο Λύσανδρος πέτυχε ποταµούς από χρυσάφι. τον έρραιναν µε άνθη και σπρώχνονταν ποιός πρώτος θα τον πλησίαση. Πίστευε πως η πονηρή αλεπού µπορεί να πάη µακρύτερα από το λεοντάρι. Μαύρα σύννεφα σιγά . δεν είχε πολιτικά δικαιώµατα. Χωρίς δισταγµό oι πολίτες πρόσφεραν το υστέρηµα τους. Για µια φορά ακόµη. Κανένας άλλος Λάκωνας δεν ήταν κοµµένος στα µέτρα του Αλκιβιάδη. Ο πονηρός Σπαρτιάτης ήξερε πως ο χρόνος εργαζόταν γι' αυτόν κι' απόφευγε ν' άναµετρηθή µαζί του. Ο Αλκιβιάδης.σιγά πυκνώνονταν πάνω απ' το Άστυ. Την ώρα που κύκλωναν την Αθήνα µέγιστοι κίνδυνοι. Ποτές άλλοτε δεν ενώθηκαν τόσοι δυνατοί κι' επικίνδυνοι εχθροί εναντίον µιας Αθήνας. Γιός ευγενικού Σπαρτιάτη και µιας δούλας. Οι δυσκολίες που απάντησε στη ζωή του για ν' αναδειχτή χαλύβδωσαν το χαρακτήρα του κι' ακόνισαν το νού του. Οι στρατιώτες του ονοµάζονταν « αήττητοι». παρά µόνο και µόνο επειδή ο Λύσανδρος απόφευγε να τον αντιµετωπίση. αν άφηνες αυτό το παλιόσκυλο εκεί να ψοφήση ». Οι Αθηναίοι. που δυο χρόνια πριν τον στεφάνωναν. µόλις έµαθε την καθαίρεση του. αν συγχρόνως δεν ονοµαζόταν ναύαρχος των Λακεδαιµονίων ο Λύσανδρος. Πάλι τάφτιαξε µε τη Σπάρτη. σύναξαν όλο το χρυσάφι από τ' αγάλµατα . Ο Κριτίας. έδειξε το Άστυ την ακατάβλητη ζωτικότητα του. ηγέτης τώρα των ολιγαρχικών. Έτσι άδοξα έσβησε το φωτεινό µετέωρο µιας αχαλίνωτης µεγαλοφυίας. Και την ώρα που αργυρολογούσε ο Αλκιβιάδης τις παράλιες πόλεις. προσπάθησε αυτός να παρασύρη σε ναυµαχία το Λύσανδρο. που ήτανε γραφτό της να εξαφανίζεται την ώρα που έλαµπε λαµπρότερα. Πάλι µας προδίνει ». Πρώτη πράξη του Λύσανδρου ήταν να πάρη χρήµατα από τον Κύρο. που τον αδίκησε για χάρη δηµαγωγών πολύ πιο επικίνδυνων από το µαθητή του Σωκράτη. απόδιωξαν αχάριστα τον Αλκιβιάδη. το ρούχο του. Του κάκου. Οι δηµοκόποι φώναζαν στην Πνύκα : « Ο Αλκιβιάδης µας λέει πως τίποτα δεν του είναι ακατόρθωτο. ούτε να κοιµηθούν κοντά σε οπλίτες άλλου στρατηγού. φώναξε του Σωκράτη µπροστά στην Αγορά : « Καλύτερα θα ήταν αν εσύ δεν του έσωζες τη ζωή στην Ποτίδαια. χωρίς άλλη δικαιολογία. οι Σπαρτιάτες νίκησαν τους Αθηναίους σε ναυµαχία έξω από τη Μυτιλήνη. για να βρή λίγο όβολα να πληρώνη τους ναύτες του. στόλιζαν τις περικεφαλαίες τους µε κλωνάρια ελιάς και δεν καταδέχονταν ούτε να φαν. Μόλις όµως αποµακρύνθηκε αυτός. Μ' αυτή τη διαβολή κατάφεραν να πείσουν τον όχλο να καθαιρέση τον ήρωα. που τους ερέθιζε η ολιγαρχική προπαγάνδα. λες κι' ήταν ιερό κειµήλιο. Ένας µόνος αντίπαλος κατάφερε να τον σπάση — ο όχλος. άρχισαν να χολιάζουν µε τον αρχιστράτηγο. παράτησε το στόλο και πήγε να ζήση ερηµίτης στα κτήµατα του στη Θράκη. Ποτέ του δε νικήθηκε ο Αλκιβιάδης. Αφού αυτός ο ακατανίκητος δε νικάει. επί µήνες.ακίνδυνη.

που την κυβερνούσε ο Περικλής. τον τελευταίο που θα µπορούσαν να εξοπλίσουν. πρώτα το βούλιαξε αυτό. γιος του Όλύµπιου Περικλή και της Ασπασίας. η παράταξη του δεν µπόρεσε να κρατηθή. και µε τα τελευταία τους αυτά χρήµατα κατασκεύασαν νέο στόλο άπό εκατόν πενήντα τριήρεις. ∆ιάλεξαν τους καλύτερους ναυάρχους. έτρεξε στην Αθήνα. στάθηκε αδύνατο να κινηθή. Η τρελή. αντιστράφηκε και βρόντησε τον αντίπαλο µε τόση δύναµη. ∆ιαλύθηκε. πως ο Θηραµένης είχε λάβει εντολή τους να βοηθήση όσους βρίσκονταν στη θάλασσα. ανάφερε ξερά πως τρικυµία εµπόδισε να σωθούν οι ναυαγοί. πλούσιο βιοµήχανο. πρόθυµους να ξεκάνουν κάθε τιµηµένο στρατηγό. φουρτούνα σάρωνε το πεδίο της µάχης όλη νύχτα.. Αν αυτός ο στόλος δε νικούσε. του Λυσία. Ο Θηραµένης. Η άλλοτε δοξασµένη πόλη.των Θεών. κάτω από τα φώτα των δαδιών. µα δεν ήξερε παρά να ορµά σαν ταύρος εναντίο του έχθρού. Κοντά σε τρία νησάκια της Λέσβου. που ανέκαθεν φοβόταν κάθε νίκη της ∆ηµοκρατίας και ειδικά. και τον Αρχέδηµο ( µοχθηρό συκοφάντη. µή θέλοντας να δώση αφορµή σε υποψίες. το δόξασµα του νεώτερου Περικλή. Τµήµα του στόλου. έλιωσαν τα ιερά σκεύη. τούτη τη φορά. κι' ύστερα δοκίµασε να χτυπήση τη ναυαρχίδα. η Αθήνα θα σκλαβωνόταν. που τα λέγαν Αργινούσες (Ασπρονήσια ). που εµπόδισε τους Αθηναίους να µαζέψουν τους ναυαγούς και τους νεκρούς των. κι' ολιγαρχικός ως ήταν ο ίδιος. προστάτευε την τριήρη του Άρχηγού. κι' από τα εκατόν είκοσι Πελοποννησιακά πλοία µόνο σαράντα ξέφυγαν την καταστροφή. Έπειδή το πλοίο άλλου ναυάρχου. Όλα για όλα. ∆εν είχε τελειώσει η ναυµαχία και σηκώθηκε άγριο δαρδανελιώτικο µελτέµι. έπαιζε τώρα το τελευταίο της χαρτί. νικήθηκε. µ' επιτήδεια µανούβρα. µόλις συνάντησε τον αθηναϊκό στόλο. παρακίνησε τους φίλους του να . έσβησε τούτη την περικοπή. που διατάχθηκε να εκτέλεση αυτό το ιερό καθήκον. ξέροντας την ευθύνη του. που τόνε βούλιαξε. Άµα πνίγηκε ο Σπαρτιάτης ναύαρχος. κι' ο Καλλικρατίδας. Η νίκη στις Αργινούσες δυσαρέστησε τη φατρία των ολιγαρχικών. τόνε λέει ο Αριστοφάνης ). Ητανε συγκινητικό νάβλεπες στα ναυπηγεία του Πειραιά να δουλεύονται βιαστικά ως και τη νύχτα. Ήταν ένας γενναίος τύπος. µα ο ναύαρχος Περικλής. απόφυγε να χτυπηθή στο πλευρό. Αρχικά θέλησαν να τονίσουν. Για τους σκοτεινούς σκοπούς που σχεδιάζανε βρήκαν εύκολους συµµάχους δυο δηµοκράτες πολιτευόµενους. τον Κλεοφώντα. Η έκθεση. λίγον καιρό πριν. που είχαν στείλει οι ναύαρχοι στην Εκκλησία του ∆ήµου. αν και το µέρος ήταν ακατάλληλο για τη δική του παράταξη κι' οι µάντεις του απαγόρευαν να ναυµαχήση. δεν είχε κείνου τις ικανότητες. Είδε ποια τριήρης είχε στην κεραία της ναυαρχικό σήµα κι' όρµησε να την κόψη στα δύο. Ευτυχώς. όπου κι' αν τον έβρισκε. η Σπάρτη για λόγους τυπικούς είχε αλλάξει ναύαρχο. αυτά τα πολεµικά. βάλανε στις τριήρεις ανάµικτους δούλους κι' αρχοντόπουλα και τους στείλανε στο Αιγαίο µε βαρύθυµη καρδιά.. µε το Θηραµένη. Ο νεαρός Αθηναίος ναύαρχος. που διαδέχτηκε το Λύσανδρο. ο Καλλικρατίδας δε δίστασε να ριχτή καταπάνω του.

Με λιγοστά λόγια διηγήθηκαν τα καθέκαστα της ναυµαχίας. Η Εκκλησία του ∆ήµου φαινόταν έτοιµη να τους άθωώση. επειδή ο αγνός λαός ήτανε µακριά. τίµιοι πολίτες και καλοί πολεµιστές. τα µαλλιά τους. τη µεγάλη οικογενειακή γιορτή της Αθήνας. Μέσα σε τέτοια ταραγµένη ατµόσφαιρα άρχισε η συνέχιση της δίκης.ρίξουν το βάρος από τους δικούς του ώµους. . Όλοι τους ήτανε γνωστοί. σηκώθηκε πρώτος να µιλήση και είπε : * Η Βουλή που την αποτελούσαν 500 βουλευτές ( 50 έδινε καθεµιά από τις 10 φυλές της Αθήνας). Τις τρεις αυτές µέρες τις χρησιµοποίησε ο Θηραµένης κι' οι φίλοι του επιτήδεια. Με κλήρο ένας βουλευτής απ' αυτούς γινόταν επί ένα ηµερονύχτιο «επιστάτης των πρυτάνεων». Σήµερα ο κλήρος είχε ορίσει Πρόεδρο της Βουλής το Σωκράτη. αυτός διεύθυνε τις συζητήσεις στην Έκκλησία του ∆ήµου. Έξω από την αγορά χιλιάδες µαυροφόρες γυναίκες ζητούσαν µε σπαραχτικές φωνές να θανατωθούν οι ναύαρχοι. Ο αηδονόλαλος δηµαγωγός Καλλίξενος. τη διαταγή πού έλαβε ο Θηραµένης να µαζέψη τους ναυαγούς και την τρικυµία πού τον εµπόδισε να την εκτελέση. θα λέγαµε. Κανένας δεν ήξερε πόσοι χάθηκαν στ' Ασπρονήσια. στα πλοία. που φανάτισαν τους θεοφοβούµενους Αθηναίους. Μεσολάβησε τρεις µέρες αργία. που για ώρες πάλευαν στα κύµατα. ωστόσο τη δεύτερη µέρα της δίκης παρουσιάστηκαν χιλιάδες πολίτες µε µαύρα φορέµατα και ξυρισµένα σύρριζα. για να πανηγυρίσουν τ' «Απατούρια». που ασέβησαν στους νεκρούς και φέρθηκαν άπονα στα παλληκάρια της νίκης. ήτανε µοιρασµένη σε 10 τµήµατα. γι' αυτό οι συνωµότες πέτυχαν την αναβολή της δίκης και µάλιστα όρισαν να φυλακιστούν οι ναύαρχοι. Πρώτα κλήθηκαν οι ναύαρχοι ν' απολογηθούν. περιµένοντας απελπισµένα βοήθεια. Ανά 36 µέρες αναλάβαινε το έργο της Βουλής άλλη φυλή και τα µέλη της τότε λέγονταν πρυτάνεις. Τούτο στάθηκε δυνατό. για να ερεθίσουν τον κοσµάκη. για να τους δικάση ως ασεβείς. στους ναυάρχους. πρώτη φορά στη ζωή του Πρύτανις και φορούσε στεφάνι µυρτιάς. Την ηµέρα της δίκης έτυχε να πρυτανεύη η φυλή του Σωκράτη (η Αντιοχίς ) και ο φιλόσοφος ήταν. Αυτός κρατούσε τη σφραγίδα του κράτους και τα κλειδιά των θησαυρών. ενώ στην πόλη απόµεναν άξεστοι χωριάτες και καβγατζήδες µέτοικοι. Πρόεδρος. ανακατεύοντας λόγους θρησκευτικούς. Πραγµατικά οι ολιγαρχικοί πέτυχαν να καλέση πίσω ο ∆ήµος τους ναυάρχους. πενθώντας τάχα κάποιον από τους ναυαγούς. το σηµάδι για το λειτούργηµα του*. της ∆ηµοκρατίας.

—« Ακούσαµε, στην προηγούµενη Συνέλευση πολλά, τόσο από κείνους
που κατηγοράν, όσο και τις απολογίες των ναυάρχων. Περιττά τα περισσότερα
λόγια. Προτείνω ο λαός να λάβη τώρα απόφαση και µάλιστα ψηφίζοντας
φανερά. Να στήσουµε δηλαδή δυό ψηφοδόχες κι' ο κήρυκας να διαλαλή πως,
όποιος κρίνει ένοχος τους ναυάρχους, να ρίχνη το κουκί του στην πρώτη
ψηφοδόχη, όποιος τους θεωρεί αθώους, στη δεύτερη. Αν η απόφαση είναι
καταδικαστική, τότε να θανατωθούν, να δηµευτή η περιουσία τους και το ένα
δέκατο να δοθή στη Θεά ».
Αυτή η πρόταση είχε σκοπό να τροµοκρατήση το πλήθος. Ως τότε
ψηφοφορίες για θανατική εκτέλεση γίνονταν µυστικές. Αν σήµερα µερικοί
πολίτες προσπερνούσαν, εµπρός σε όλους, την καταδικαστική ψηφοδόχη, χωρίς
να ρίξουν εκεί το κουκί της, θα µαρκάρονταν άσεβοι. Απόξω οι µαυροφόρες
φώναζαν, πως οι αγαπηµένοι νεκροί τους, µένοντας άταφοι, δε θάβρισκαν
ησυχία στον Κάτω Κόσµο και θα περιφέρονταν, εις αιώνα τον άπαντα,
δυστυχισµένα φαντάσµατα. Στρίγγλιζαν, ζητώντας εκδίκηση. Τότε
παρουσιάστηκε κι' ένας ναύτης που ιστόρησε, πως, ναυαγός ο ίδιος, κατάφερε
να κρατηθή όλη νύχτα σ' ένα ξύλο. Παράστησε δραµατικά την αγωνία των
ναυτών, που, πριν τους καταπιή η θάλασσα, του παράγγειλαν, αν έπιζήση, να
πάη στην πατρίδα ν' απαίτηση την τιµωρία των ναυάρχων. Αυτή η διήγηση
σήκωσε θύελλα από κατάρες, ωστόσο ο Σωκράτης αρνήθηκε να δεχτή την
παράνοµη φανερή ψηφοφορία, έχοντας µε τη γνώµη του και τους άλλους
πρυτάνεις. Τούτο άρκεσε να σηκώση απερίγραπτη αναστάτωση, όχι µόνο των
συνωµοτών, αλλά του λαουτζίκου, που αγνοώντας τα νοµικά, φαντάσηκε πως
αντιδραστικοί αποτολµούνε να καταπατήσουν τις ελευθερίες του. Έγινε
πανδαιµόνιο. ∆ίπλα στο Σωκράτη καθόταν γέροντας κτηµατίας, ο σεβάσµιος
Αλέξης. Γούρλωσε τα µάτια του, σαν είδε την ξαφνική οργή της µάζας, εγύρισε
στο φιλόσοφο και ψιθύρισε :
— « Τι έπαθαν οι συµπολίτες ; ∆ε µαταείδα τέτοιο πράµα ! »
Ο Σωκράτης πρόσεξε πως ακόµα και γνώριµοι του, που τους πίστευε
γνωστικούς, είχαν παρασυρθή από το γενιικό αναβρασµό, λες και οι
µαυροφορεµένες τους είχαν µεταδώσει κύµα µίσους. Όµως αδιαφόρησε.
— « Όσο και να ξεφωνίζουν, αποκρίθηκε του Αλέξη, δε θα µε κάνουν να
παρανοµήσω ».
Το πανδαιµόνιο σταµάτησε, µόνο σαν ανέβηκε πάλι. στο βήµα ο
Καλλίξενος. Ζήτησε, αν κανένας από τους πρυτάνεις αντιδρούσε στη φανερή
ψηφοφορία, να καταδικαστή µαζί µε τους ναυάρχους. Τέτοια χειροκροτήµατα
ακολούθησαν αυτήν την απειλή, που ο Σωκράτης κατάλαβε πως η τύχη των
κατηγορουµένων είχε κιόλας αποφασιστή. Αφού το πλήθος κυριεύτηκε από
παροξυσµό τρέλας, τίποτα δεν µπορούσε να γίνη. Οι πρυτάνεις, εµπρός σε τόση
τροµοκρατία, δεν ήξεραν τι να κάνουν. Καταλάβαιναν πως αν την εποµένη από
µια θαυµάσια νίκη θανάτωναν άδικα τους νικητές, δε θα ξανάβρισκε το Άστυ

άξιους πολέµαρχους ν' αναλάβουν ευθύνες. Στρατός και στόλος θάπεφταν σ'
ανάξια χέρια κι' η δύναµη της Αθήνας θ' αφανιζόταν. Ωστόσο, το λαϊκό
αναστάτωµα φούντωνε. Ο όχλος βροντοφώναζε για τους ναυάρχους :
— « Τι τους φυλάτε τους άτιµους ; Θανατώστε τους! » Οι πιο
µανιασµένοι έκαναν να κινηθούν προς την έδρα της πρυτανείας, µα οι Σκύθες
τοξότες τους συγκράτησαν. Τότε πλησίασε το Σωκράτη ο µαθητής του
Αντισθένης και του είπε :
— « ∆άσκαλε, ήρθα κοντά σου, γιατί φοβάµαι πως αυτοί οι µουρλοί θα
σου κάνουν κακό ».
Με τη συνηθισµένη του απάθεια ο φιλόσοφος του αποκρίθηκε :
— « Μην ανησυχής για µένα, για την Αθήνα να φοβάσαι, που
καταστρέφει τον εαυτό της µε την υπερβολή της ∆ηµοκρατίας. Τι τα θέλεις... οι
άνθρωποι δεν είναι ώριµοι, για να τους άφήσης εντελώς ελεύθερους. Σαν τα
ζώα, χρειάζονται κι' αυτοί χαλινάρι».
Κείνη τη στιγµή ξέσπασε απερίγραπτη αντάρα, όχι πιά εναντίο των
ναυάρχων, µα κατά του Σωκράτη και των άλλων που πρυτάνευαν γύρω του.
Όλόκληρη σχεδόν η πύκνα της αγοράς άρχισε να φωνάζη :
— « Οι πρυτάνεις µας προδίνουν. Να τους δικάσουµε κι' αυτούς!»
Τόση φαινόταν η λύσσα του όχλου, που δείλιασαν οι συνάδελφοι του
Σωκράτη. Έµοιαζαν τώρα µ' ανθρώπους, που, σαν αρχίση δυνατό χαλάζι,
αποτραβιούνται κάτω από καµιά σκεπή να σιγουρευτούν. Άλλο δε νοιάζονταν
παρά να γλυτώσουν τη ζωή τους. Ο ένας µετά τον άλλον, αυτοί οι τίµιοι
πολίτες, άρχισαν να δηλώνουν πως δέχονται να γίνη αµέσως η παράνοµη
ψηφοφορία. Πριν απαντήση ο γέρο -Αλέξης, ο Σωκράτης πρόφτασε να τόνε
ρωτήση :
— « Και σύ, Αλέξη, θα λακήσης ; »
—« Έχω παιδιά, Σωκράτη. ∆ε βλέπεις πως θα µας θανατώσουν όλους,
οι τρελοί ; »
— « Και τι µ' αυτό ; Οι ολιγαρχίες πέφτουν, όταν άντιστέκωνται στην
οργή του λαού, µα οι δηµοκρατίες πέφτουν όταν υποχωρούν στην οργή του.
Ντροπή να µή σταθούµε τίµια, τουλάχιστο εσύ κι' εγώ ».
Μα ο Αλέξης δεν τον άκουσε κι' έσκυψε φοβισµένος το κεφάλι. Μόνος ο
Σωκράτης αρνήθηκε, δηλώνοντας µε σταθερή φωνή, πως δε θα κάµη αυτό που
απαιτεί ο όχλος, παρά ο,τι ο νόµος ορίζει. Κι' ακούστηκαν έναντίο του βρισιές,
τον είπανε παλιάνθρωπο κι' επίβουλο, µα εφόσον κέρδισε ο λαός κείνο που
ζητούσε, παράβλεψε τη µοναδική άρνηση του Σωκράτη κι' ικανοποιήθηκε πως
σε λίγο θα ψήφιζε όπως ήθελε.
Τότε ζήτησε το λόγο ο ξάδελφος του Περικλή, Εύρυπτόλεµος. Ο

Σωκράτης του επέτρεψε να µιλήση. Αυτός ζήτησε κάθε ναύαρχος ν' άπολογηθη
χωριστά και χωριστά να κριθή.
Σέ µερικούς, που διατηρούσαν ακόµα κάποια φρονιµάδα, τούτος ο λόγος
έκαν' εντύπωση, µα ο όχλος έπαθε ύστερισµό και, σαν αιµατοπότης,
αποζητούσε θύµατα. Μπροστά σε τόσο πείσµα αδικίας δοκίµασε πάλι να
εναντιωθή ο Σωκράτης. Σηκώθηκε κι' εξήγησε :
— « Πώς γίνεται, Αθηναίοι, να κρίνετε όλους µαζί τους
κατηγορούµενους, αφού ένας από τους ναυάρχους, ο Λυσίας, που δέχτηκε
πρώτος τη σπαρτιατική επίθεση, βούλιαξε µαζί µε την τριήρη του, κιντύνεψε να
πνιγή και τον έβγαλαν από τη θάλασσα, µετά το τέλος της ναυµαχίας,
µισοπεθαµένον ; Μπορεί αυτός, ο ίδιος ναυαγός, να φταίη σε τίποτα! »
Τούτα τα σωστά λόγια σήκωσαν χειρότερη αναστάτωση. Βούιξε η αγορά
από φωνές :
— « Όλους! Όλους µαζί, τα καθάρµατα! »
Ο Σωκράτης δεν ταράχτηκε. Έπέµεινε πως ο νόµος του Καννωνού όριζε
κι' οι προδότες ακόµη να δικάζωνται χωριστά. Μα τότε πια ξέσπασε η αληθινή
θύελλα και µε βία κατάφεραν οι Σκύθες αστυνόµοι να συγκρατήσουν τους
ερεθισµένους. Φωνές ακούστηκαν :
— « Μαζί να δικαστή κι' ο Σωκράτης! Κατεβάστε τον θεοµπαίχτη! »
Σαν άνθρωπος που έπεσε ανάµεσα σε άγρια θηρία, φαινόταν ο φιλόσοφος.
Άπό φόβο, οι άλλοι πρυτάνεις ψήφισαν και τη δεύτερη παρανοµία. Πάλι µόνος
ο Σωκράτης έµεινε πιστός στον όρκο του. Κείνη την ώρα της οµαδικής
παραφροσύνης, διασταυρώθηκαν τα µάτια του µε το βλέµµα του ναυάρχου
Περικλή, που είχε πάρει έκφραση απελπισµένη. Αυτόν το νέο τον αγαπούσε.
Κάθε που τόνε βασάνιζαν απορίες πρόστρεχε στο ∆άσκαλο, να του τις
ξεδιαλύνη. Μια µέρα θέλησε ν' άκούση τη γνώµη του, γιατί το Άστυ ξέπεφτε
προς το χειρότερο, θυµάται τώρα ο Σωκράτης την απάντηση που τούδωσε :
— « Όπως οι πρωταθλητές, Περικλή, όταν συχνά νικήσουν, παραµελούν
την άσκηση κι' υστερούν από τους αντιπάλους των, έτσι κι' οι Αθηναίοι, αφού
υπερτέρησαν τον καιρό που τους όδηγούσε ο πατέρας σου, τώρα τεµπελιάζουν
και χειροτερεύουν ».
—« Τι συµβουλεύεις να γίνη ; ξαναρώτησε ο νεαρός. Έγώ βλέπω τους
συµπολίτες µας όχι µόνο να µην πειθαρχούν στους άρχοντες, αλλά και να
περηφανεύονται ότι τούς περιφρονάν. Τρώγονται αναµεταξύ τους και χαίρονται
για τη δύναµη που σπαταλάν σε τέτοιους καβγάδες. Φοβάµαι, πως τόσα πάθη
που σωρεύτηκαν στην πόλη µας θα φέρουν δυστυχία, µεγαλύτερη απ' όση
µπορεί να βαστάξη ».
Ο Σωκράτης του αντείπε :
—« Μην ανησυχής. Κοίτα πόσο πειθαρχούν οι Αθηναίοι, στο ναυτικό,

στις εκστρατείες, στους αθλητικούς αγώνες. Το κακό που µας βρήκε δεν είν'
αθεράπευτο, άρκεί να µας πάρη στα χέρια του δυνατός ηγέτης. Προσπάθησε να
µοιάσης του πατέρα σου, για να δαµάσης τους πολίτες, όπως εκείνος...»
Αυτά συµβούλευε, τότε, τον Περικλή, µα σήµερα έβλεπε πως ο γιος του
Ολύµπιου είχε δίκιο. Πριν περάση µια γενιά, ένας µεγάλος λαός που
θαυµατούργησε, είχε µεταβληβή σε όχλο παθιασµένο. Η σταθερή στάση του
Σωκράτη, αφού στην αρχή έφερε ξέσπασµα θυµού και βρισιές. ύστερα, όσο κι'
αν τούτο φαίνεται παράδοξο, γύρισε σε ηρεµία. Έγινε σιωπή. Κι' οι
προστυχότεροι αντίπαλοι του σεβάστηκαν το Σωκράτη. Μολονότι δοκίµασε να
τους χαλάση τα σχέδια, θαυµάσανε το θάρρος του να σταθή, ολοµόναχος,
µπροστά σ' εξαγριωµένο λαό. Απέναντι τους δε βλέπανε θνητό. Ανώτερη
δύναµη ορθωνόταν στο βήµα. Πριν να κάνη βαρύ λάθος, άτοµο ή πλήθος,
υπάρχει µια περαστική φάση, που κλονίζεται από δισταγµούς. Τέτοια φάση
πέρασε για λίγες στιγµές η Εκκλησία του ∆ήµου. Ωστόσο οι ολιγαρχικοί
σύντοµα πέτυχαν τους σκοπούς των. Ο λαός ψήφισε φανερά και καταδίκασε σε
θάνατο τους ναυάρχους. Ο Σωκράτης κατέβηκε αµίλητος από την έδρα του.
Πέρασε ανάµεσα στους δηµαγωγούς, ανάµεσα από τις έξαλλες µαυροφόρες, µα
όλοι του έκαναν τόπο να διαβή, χωρίς να πούνε λέξη.

XXVIII
Λίγες µέρες µετά την καταδίκη των ναυάρχων, πέθανε στα ξένα ο
δραµατουργός Ευριπίδης. Αηδιασµένος από το κατάντηµα της Αθήνας, δέχτηκε
το 408 πρόσκληση του φιλόµουσου βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαου και
πήγε πρόθυµα στη χώρα του Βορρά. Πέρ' από τον Όλυµπο µορφωνόταν µια νέα
Ελλάδα, πειθαρχηµένη και γιοµάτη ζωή. Έκεί έγραψε ο Ευριπίδης τις δυο
τελευταίες του τραγωδίες, την « Ιφιγένεια εν Αύλίδι » και τις « Βάκχες », εκεί
ξεψύχησε ξαφνικά. Πικρά τον θρήνησε ο Σωκράτης. Κινηµένος από τη δική του
διδασκαλία, µελέτησε ο Ευριπίδης το δράµα της ανθρώπινης ψυχής. Πρίν απ'
αυτόν ο Αισχύλος κι' ο Σοφοκλής έδειχναν στις τραγωδίες τους τη σύγκρουση
κάποιου ήρωα µ' εξωτερικές αιτίες, µε την Ειµαρµένη. Ο Ευριπίδης µετάφερε τη
σύγκρουση από τον εξωτερικό κόσµο στον εσωτερικό, παρουσιάζοντας την
πάλη που γίνεται ανάµεσα στο παράλογο µέρος της ψυχής ( το υποσυνείδητο )
και στη λογική, ανάµεσα στ' άγρια πάθη και στο καθήκον. Οι στίχοι του ήταν
τόσο αρµονικοί, ώστε, όσοι Αθηναίοι, αλυσοδεµένοι αιχµάλωτοι των Σικελών,
ξέραν ν' απαγγείλουν τα χορικά του, αντί να ρέψουν στα Σικελικά λατοµεία,
ελευθερώθηκαν, κι' όταν γυρίσανε πίσω στην Αθήνα, έτρεξαν να φιλήσουν το
χέρι του σωτήρα τους. Ακόµα περισσότερο : µετά την άλωση της Αθήνας από
το Λύσανδρο, έγινε συµβούλιο των συµµάχων, για ν' αποφασίσουν µε τι τρόπο

ώστε µόλις πέθανε ο µαθητής. λερά. Από το Σωκράτη είχε µορφώσει ο Ευριπίδης τη σκέψη του και πολλά γνωµικά του φιλόσοφου. » Αποκρίθηκαν πως θέλουν το Σωκράτη. Μπροστά τους έστεκε µια γυναικάρα. —« Τι ζητάτε . » Της εξήγησαν πως έφεραν δώρα του βασιλιά και µια πρόσκληση να πάη κοντά του. Μα και η Ξανθίππη σάστισε να δη επίσηµους ξένους. παίζανε στη µέση της χωµατένιας αυλής. —« Τι τόνε θέλετε . σηκώθηκε από τη θέση του και διέκοψε την παράσταση. ο διάσηµος ηθοποιός Φωκεύς τους απάγγειλε στροφές από την « Ηλέκτρα » του Ευριπίδη και τόσο µάγεψε το Λύσανδρο. που έπλενε ρούχα. µην τυχόν και χάση παράσταση του φίλου του. για να βροντοφωνήση πως είν' απαράδεκτο να παζαρεύεται η αξία της αρετής. Άπό µέρος του ο Ευριπίδης. Όταν Ακουσε ο Σωκράτης στίχο να λέη πως οι άνθρωποι πρέπει να κρίνουν την αρετή µ' επιείκεια. Τότε η φωνή τους παράγγειλε : —« Τραβήξτε την πόρτα. γεµάτοι δώρα.θα τιµωρούσαν τους Αθηναίους. που είχεν αναδείξει τέτοιο ποιητή. το γιό του Σωφρονίσκου. Αδερφοποιτοί ήταν oι δυό τους. οι κάτοικοι να πουληθούν σκλάβοι κι' η πόλη να κατεδαφιστή. Μιά µόνη φορά διαφώνησαν φανερά oι δυό τους. όταν πήγε στην Μακεδονία. ενώ τα παιδιά της. Έγώ είµαι η γυναίκα του Σωκράτη ». » Είπαν πως έρχονται από µέρος του Μακεδόνα βασιλιά. σκούπισε τα χέρια στην ποδιά και ρώτησε : —« Τι τόνε θέλετε το Σωκράτη . Μιά µέρα που παιζότανε τραγωδία του Ευριπίδη στον Πειραιά. Οι δυό αποσταλµένοι του πήγανε στο σπίτι του Σωκράτη. µεταφερµένα σε στίχους στα δράµατα του. Η Ξανθίππη έρριξε µια µατιά σε κάτι δούλους που κουβαλούσαν δέµατα και σε δυό πουγγιά που βαστούσαν οι πρέσβεις : —«Αφήστε τα δώρα εδώ. κι' ο Θηβαίος στρατηγός Ερίανθος επέβαλε τη γνώµη του. ξαφνιάστηκαν. Οι ξένοι µόνο που δε γέλασαν. ο Σωκράτης ξεκίνησε και πήγε πεζός πολλά µίλια. Άµα µπήκαν µέσα oι χρυσοστόλιστοι Μακεδόνες. τόσα διηγήθηκε στο βασιλιά Αρχέλαο για την υπεράνθρωπη εξυπνάδα του Σωκράτη. Αυτή σύζυγος του µεγάλου Σωκράτη . Ήµέρεψε το βλοσυρό πρόσωπο της. και βρόντησαν την πόρτα. Την . ώστε αποφάσισε να δώση χάρη στην πόλη. άνασκουµπωµένη. Μιά κακόκεφη φωνή ακούστηκε από µέσα. Μα. κυκλοφορούσαν σα νόµισµα από χέρι σε χέρι. Ανοιχτά είναι ». µια µέρα που πρωτοπαρίστανε την « Ορέστεια » ο Ευριπίδης. στην Πέλλα. ύστερα από το συµπόσιο. ο Αρχέλαος έστειλε δυό αυλικούς να καλέσουν το ∆άσκαλο στο παλάτι του.

. τόνε ρώτησε : —« Μήπως Θέλεις να γίνης γιατρός » .είχανε πάρει για δούλα. θεά µου. γιατί αύτή είναι τέχνη βασιλική. έκανε ο Εύθύδηµος. µα ο Σω— κράτης εξακολούθησε : —« Σέ τι Θέλεις να γίνης ικανός µε τόσα βιβλία πού συνάζεις . σωστό ταίρι κείνης της φτωχογυναίκας. Πές µου όµως. Ο πρεσβύτερος από τους δυο απάντησε : —«Έχοµ' εντολή να τα δώσουµε στα χέρια του. Ο Εύθύδηµος κορδώθηκε από τον έπαινο. —« Τότε σκοπεύεις να µάθης να κυβερνάς την πόλη και να διευθύνης τα οικονοµικά της . γεµάτον υπεροψία. » . Είδαν γύρω του πυκνό κύκλο από νέους. αντί να κάνης περιουσία. Θά πάρουµε τώρα κάµποσα χρυσά. σε χαίροµαι γιατί προτίµησες. Μόλις έφυγαν οι Μακεδόνες. τον άγγιξε κι' είπε : —« Σ' ευχαριστώ. —« Εύγε. —« Καλά κάνεις να επιθυµής τούτη την αρετή. που άκουγαν µε προσοχή το φιλόσοφο να ρωτά έναν µεσόκοπο. —« Αλλά µήπως γεωµέτρης . » Στην αγορά έδειξαν στους αποσταλµένους έναν κακοφορεµένο. Εκεί να πάτε ». κι' ακόµα συλλέγω όσα µπορώ ». που τον άντίκρυζε µε περιφρόνηση : —« Είν' αλήθεια. » —« Ούτε ». Έτσι τους συµβούλεψε. µπορείς να το πετύχης αυτό. του είπε ο Σωκράτης. Ευθύδηµε. Ο Σωκράτης τον κοίταξε µε τα γουρλωµένα µάτια του και ρώτησε : —« Ωστε µπορείς καλά να ξεχωρίσης τα έργα της δικαιοσύνης από της αδικίας . » —« Ακριβώς αυτό θέλω ». µε τη σκέψη πως στην Αγορά θα µάθαινε όλο το Άστυ πόσο λογαριάζουν και βασιλιάδες ακόµα τον άντρα της. χωρίς να είσαι δίκαιος . ξυπόλητο κοιλαρά. πως έχεις µαζέψει όλα τα συγγράµµατα των σοφών .. » —« Ναι. η Ξανθίππη έτρεξε στο βωµό της Εστίας. Που µπορούµε να τόνε βρούµε . ν' ανασάνω η δύστυχη . » —« Τέτοια ώρα τριγυρίζει στην Αγορά. » Κι' επειδή ο συνοµιλητής του άργούσε ν' απαντήση. που τους οδήγησες εδώ. —« Όχι». αποκρίθηκε πρόθυµα ο Εύθύδηµος. να σχηµατίσης βιβλιοθήκη ». » —« Χωρίς δικαιοσύνη κανένας δε γίνεται καλός πολίτης ».

γιατί αυτό θεωρείται δίκαιο». » —« Όχι. πού τοποθετείς αυτήν την κλεψιά . » . πως δεν ενεργεί δίκαια . Όποιο έργο φαίνεται σε σένα δίκαιο να το βάζουµε προς το µέρος του ∆ κι' όποιο άδικο στο µέρος του Α . —« Είναι σπουδαίος σοφιστής από τη Χίο. που προµηνούσε πανηγύρι. » —« Βέβαια λένε ». πή ψέµατα πως του έρχονται ενισχύσεις και µ' αυτό το ψέµα κερδίση µια µάχη. . ρώτησε ο φιλόσοφος. —« Ώστε βλέπεις. βέβαια». τους είπανε. προς το µέρος της δικαιοσύνης ». —« Το ίδιο κι' όσους κλέβουν κι' όσους κάνουν δουλεµπόριο . όχι µε τους εχθρούς ». προς ποιο µέρος τοποθετείς αυτή την απάτη . » —« Όχι. αποκρίθηκε ο φιλόσοφος. Οι νέοι που τους κύκλωναν αναγνώρισαν αυτό το πονηρό του χαµόγελο.—« Ασφαλώς µπορώ ». προς το µέρος του Α. γράψ' τα ». βεβαίωσε ο Ευθύδηµος. επειδή βλέπει το στρατό του να χάνη το θάρρος του. —« Σέ πειράζει. άρχισε την έρευνα : —« Λένε ψέµατα οι άνθρωποι . » —« Μα . Οι Μακεδόνες θέλησαν να µάθουν. για να κερδίση µια µάχη ο στρατηγός. Ώς τώρα απόφευγε να συζητήση µε το Σωκράτη. —« Και αν. Ο Σωκράτης. Χαµογέλασε ο Σωκράτης. είπε ο Εύθύδηµος. µπορείς να πης γι' αυτόν πως είναι άδικος . Αν ένας στρατηγός. . —« Περίµενε και θα δούµε και για τους φίλους. » —«Αν σου χρειάζεται αυτή η διαίρεση. —« Σκέψου όµως τούτο. να γράψω καταγής ένα ∆ κι' ένα Α . —« Προς ποιο µέρος θα στείλουµε τους ψεύτες . συµπέρανε ο Σωκράτης. —« Αν εσύ δής συγγενή σου απελπισµένον και του κλέψης το µαχαίρι του. εξακολούθησε ο φιλόσοφος. αν ένας στρατηγός πουλήση για δούλους τους κατοίκους µιας εχθρικής πόλης που µας αδίκησε. για να µην αυτοκτονήση. µα σήµερα τόνε στρίµωξε ο δικός µας και θάχουµε γλέντι». ποιος ήταν αυτός που λεγόταν Εύθύδηµος. τι θα πης . αυτά που τοποθετήσαµε στο Α πρέπει να τα πάµε τώρα στο ∆ ». Ο Εύθύδηµος αµέσως δικαιολογήθηκε : —« Έγώ νόµιζα πως εσύ τα ρωτάς αυτά σχετικά µε τους φίλους. Εύθύδηµε. αφού χάραξε τα δυό γράµµατα. διαδώση στους αντιπάλους του ψέµατα. » Με πεποίθηση είπε ο Εύθύδηµος. » —« Φυσικά όλοι αυτοί θα παν προς το µέρος της αδικίας ».

γιατί δεν µπορώ τίποτα ν' ανταποδώσω στο βασιλιά σας. Οι αποσταλµένοι. πού είχανε δη τη φτώχια του σπιτικού του. Όταν έφτασε σπίτι του η Ξανθίππη έδραµε χαρούµενη προς αυτόν. Πέστε του πως ξέρω ότι καλοδιοικεί το κράτος του και το προκόβει. φώναξε. » ρώτησε µε αγωνία. Οι Μακεδόνες επέµειναν : —« Τι θα πη ο άρχοντας µας. Ο Σωκράτης αποκρίθηκε : —« Έδώ στην αγορά που διαβαίνω βλέπω να πουλιούνται σωρό πράµατα που δεν τάχω ανάγκη. Ο Σωκράτης αποκρίθηκε : —« Ούτε την πρόσκληση δέχοµαι. Αυτός ο πάπυρος είναι ατίµητος για µένα ». Τέτοια είναι και τα δώρα. όσο να τον διδάξη ποιος είν' ο σωστός ορισµός της ∆ικαιοσύνης και ποιος της Αδικίας. Τέτοιο πειθαρχικό κι' όµονοιασµένο βασίλειο θα πάη µακριά. Σας ευχαριστώ. Έδώ. δώδεκα ασηµένια κύπελλα για κρασί κι' έναν πάπυρο µε την τραγωδία του Ευριπίδη «Βάκχες». είτε για εχθρούς ». » . σ' αυτό το ακυβέρνητο καράβι που λέγεται Αθήνα. εδώ είναι η θέση µου ». οµορφοκεντηµένα υφάσµατα. πεντακόσια χρυσά νοµίσµατα. θα βλάψω τη µονολιθική σας πίστη. Τού είπαν πως το να µη δεχτή ούτε τα δώρα. παραξενεύτηκαν. αποτελούσε προσβολή και τον θερµοπαρακάλεσαν να κρατήση τουλάχιστο τα δώρα. —« Τι. Γιατί. στο µέρος του ∆ ». Εκεί θα σε κάνη πλούσιο κι' ευτυχισµένο ». αλλά δε θα βαστήξω παρά τις « Βάκχες ». που τους είχε κάνει εντύπωση ο απλός. που δεν καταδέχεσαι νάρθης στην Αυλή του . άπαντά καλοσυνάτος : —« ∆εν ξέρεις πως δε δέχοµαι δώρα . —« Ωστε φαίνεται πως µπερδεύεις τι είναι δίκαιο και τι άδικο. µα τόσο βαθύς τρόπος που συζητούσε. Άµα τέλειωσε ο διάλογος και σκόρπισαν οι ακροατές. —« Τάδωσα πίσω. ούτε την πρόσκληση του Αρχέλαου.—« ∆ε θέλει ρώτηµα. Ο Σωκράτης αρνήθηκε να κρατήση τ' άλλα και µόνο τον πάπυρο πήρε στα χέρια του. Η Ξανθίππη δεν πιστεύει τ' αυτιά της. Είπε ο Σωκράτης κι' έφυγε. µα ο Σωκράτης δεν τον άφησε στη µέση. µε τις αιώνιες ανησυχίες µου. Είδε πως στα χέρια του δεν κρατούσε παρά τον πάπυρο. Μ' ένα οβολο αγοράζω τρία καρβέλια ψωµί κι' οι βρύσες δίνουνε δωρεάν κρύο νερό. —« Τι τάκανες τα δώρα . παρά συνέχισε πολλήν ώρα τη συζήτηση. » Σαν να της λέη το πιο φυσικό πράµα του κόσµου. που είχε την καλοσύνη να µού στείλη ο βασιλιάς σας. Πήρα µόνο τούτο το πολύτιµο χειρόγραφο ». και του πρόσφεραν τα δώρα του βασιλιά. είτε για φίλους µιλάµε. Ο Εύθύδηµος οµολόγησε πως δεν ξέρει τι ν' άπαντήση. πλησίασαν οι Μακεδόνες το φιλόσοφο. ∆ε χρειάζοµαι χρήµατα. Τάδωσες πίσω . Έγώ.

ειδάλλως θα τρελαθώ! » Ο Σωκράτης της µίλησε αυστηρά : —« Κάτσε ήσυχη στη γωνιά σου. » Καθώς ο φιλόσοφος δεν είπε τίποτα. Χάρισε τους και τα ρούχα και τ' ασηµικά. Φοβήθηκες µήπως τόνε φτωχύνης . τουλάχιστο δε συλλογίστηκες τα παιδιά σου. για να συνέρθης από την αναισθησία σου ». Τι θα δώσης αύριο στα παιδιά σου να φάνε . κάνει εκείνη. γέλασε κι' αυτός. Τούτη η απάντηση ερέθισε περισσότερο τη γυναίκα. να τους πάρη τα χρήµατα! » —« Όχι ». Είδε το κατάβρεγµα και. µάζεψε τον πάπυρο και τράβηξε ατάραχος να κοιµηθή. η Ξανθίππη έβγαλε από τα βάθη της καρδιάς της µια λέξη. » Και λέγοντας αυτά άρπαξε φρενιασµένη από τα χέρια του το χειρόγραφο και το πέταξε καταγής. Ο φιλόσοφος δεν έβγαλε λέξη. Ο Σωκράτης έσκυψε. µα τέτοια κατσιβέλα που µ' έχεις καταντήσει. Άπόκανα πιά! Φέρε µου τα χρήµατα. που έπεσε καταγής κι' έγινε χίλια κοµµάτια. ξαναείπε ο φιλόσοφος. µόνο τα χρήµατα πάρε ». κατακόκκινη από το θυµό της η Ξανθίππη άρχισε : —« Αφού δε σκέφτηκες εµένα. Τους τα ζήτησα να µού τ' αφήσουν. φοβήθηκαν να µου τα δώσουν. και του την πέταξε : —« Βλάκα!» Όλη νύχτα η γυναίκα δεν έκλεισε µάτι και το πρωί άρχισε πάλι να τόνε βασανίζη : —« Πήγαινε γρήγορα να προφτάσης τους Μακεδόνες. της απάντησε. της είπε. Οι ξένοι βαστούσαν δυό πουγγιά νοµίσµατα. Μόλις της γύρισε την πλάτη. που τον έλουσε µε το νερό. Η Ξανθίππη έχασε τα λογικά της κι' από τη φούρκα της πέταξε στο κεφάλι του άντρα της τη χύτρα. Τούτο το χαρτί θα τους δώσης για να χορτάσουν . Κείνη τη στιγµή φάνηκε στην εξώπορτα ο Αντισθένης. Η Ξανθίππη από τη σκασίλα της άδραξε µια χύτρα µε νερό και του φώναξε : —« Έτσι µούρχεται να σε καταβρέξω. Το βρέξιµο θα µ' ευχαριστήση ». —« Όχι ». Έπιασε από το χέρι το µαθητή του και βγήκαν στο δρόµο. —« Πώς όχι. καθώς ο Σωκράτης γελούσε. —« Ναί! συνέχισε κείνη. ξεµωραµένε . όπως . παλαβέ . ∆εν τρέπεσαι να µη µας φροντίζης . αυτός. Μ' αυτά θα ησυχάζαµε όλη µας τη ζωή. Ξέρω τι κάνω εγώ ».—« Ούτε από βασιλιά . Τρία παιδιά τρέφω και νταντέβω µονάχη µου. Ο φιλόσοφος χαµογέλασε και: —« Ζέστη κάνει.

Άµα έδιωξαν τους Σπαρτιάτες κήρυκες. για να θανατωθούν οι νικητές ναύαρχοι*. τέτοιος χαζός που είµαι στα ζητήµατα του σπιτιού. µη έχοντας εµπιστοσύνη ούτε στον Κλεοφώντα και τους δηµοκρατικούς. Μόλις όµως ένιωσε τη ζηµιά που είχε κάνει. δε µεταχειρίζεται άλογα ήµερα. γιατί δεν είχε τίποτα να µαγειρέψη. Καθώς τραβούσαν προς το Γυµναστήριο του Κυνοσάργους. να γίνη καλός καβαλάρης. —« Όποιος θέλει. θύµωσε. αυτόν τον ίδιο που κι' άλλοτε είχ' εµποδίσει την ειρήνη. Σωκράτη. Αφότου συνήθισα την Ξανθίππη. το ανίκανο να σκεφτή ψύχραιµα. το ξέχασα. ∆εν είναι όσο κακιά τη νοµίζεις. πρώτα βροντάς κι' ύστερα βρέχεις. απ' όσες ζούνε κι' από όσες θα γεννηθούν ». Η Ξανθίππη είναι η χειρότερη γυναίκα απ' όσες έζησαν. µα εγώ. Στην απελπισία τους έστειλαν πάλι κήρυκες στήν Αθήνα ζητώντας ειρήνη. Αντισθένη . οι Αθηναίοι ησύχασαν. Περπάτησαν κάµποσο σιωπηλοί. εύκολα θα καβαλάη όλα τ' άλλα. παρά για να σπάση την αταραξία µου.. ∆εν είναι τόσο κακιά η γυναίκα µου. να εξακολουθήσουν τον εξαντλητικό πόλεµο. αποκρίθηκε ο φιλόσοφος. παιζογέλασα και της είπα : Όπως ο ουρανός έτσι και σύ. Έτσι κι' εγώ. µα σε λίγο έφερε πάλι την οµιλία για τη γυναίκα του ο Σωκράτης : —« Τη χύτρα που είδες να πετάη σήµερα η Ξανθίππη. . . βρήκα να µε περιµένουν τα παιδιά πως και πως κι' η Ξανθίππη. Ο ∆ήµος δεν ήξερε σε ποιόν να στηριχτή. τον περασµένο χειµώνα. ενώ ο Αντισθένης φώναξε στην Ξανθίππη : « Είσαι µέγαιρα ».. αναποδογύρισε το τραπέζι και τσάκισε όλα τα κύπελλα και τα πιατικά που ήταν απάνω. ο Αντισθένης ρώτησε : —« Πώς µπορείς. Αντισθένη . µε το δηµοκόπο Κλεοφώντα. Για να την παρηγορήσω. γαλήνιος. που της έγιν' ανυπόφορη. ότι ποτέ δε θα κατάφερναν να νικήσουν τη θαλασσοκράτειρα. που εισηγήθηκε τη θανάτωση των ναυάρχων. . χωρίς πεποίθηση στον εαυτό τους περίµεναν µοιρολατρικά τα γεγονότα. πριν από καταιγίδα. δεν την έρριξε για να µού σπάση το κεφάλι. πήρα δύστροπη γυναίκα. µού είπε να φέρω τρόφιµα. έπεισαν το πλήθος. µετάνιωσε. σαν είδε ότι δεν έφερα τίποτα και θα κοίµιζε τα µικρά νηστικά. να υποφέρης αυτό το κακοθήλυκο . όµως η ησυχία τους έµοιαζε µε κείνη που φέρνει ο πνιγερός καιρός. Μιά µέρα. οι άλλοι άνθρωποι µού φαίνονται πεντάκαλοι». έπεσε στην αγκαλιά µου και ζήτησε κλαίγοντας συγγνώµη. Το βράδυ.» Η ναυµαχία στις Άργινούσες ήταν η µεγαλύτερη τού αρχαίου κόσµου και η τέλεια καταστροφή του σπαρτιάτικου στόλου έπεισε τους Λάκωνες. Ξανθίππη. ώστε αν καταφέρη να δαµάση τ' ανήµερα.πάντα. Αλλά οι φιλοπόλεµοι. µα τα πιο άγρια. Χωρίς θάρρος. * Mε το να περιφρονούν µαζικά οι Αθηναίοι τον Καλλίξενο. θέλοντας να µάθω τον τρόπο να κοινωνώ µε τους ανθρώπους. αυτούς που κατάλαβε τώρα πως τον είχαν εξαπατήσει. αγαπητέ µου. Ποτάµι τρέχαν τα δάκρυα της. τον ανάγκασαν ν' αυτοκτονήση. ούτε στους ολιγαρχικούς.

τη µόνη βοήθεια που µπορούσε να καρπωθή η εγκαταλειµµένη απ' όλους Αθήνα. εκεί που χύνονταν στη θάλασσα οι Αιγός ποταµοί. διάλεξε τις µεσηµεριάτικες ώρες. αλώνιζε τον Έλλήσποντο σέρνοντας µαζί του 150 καινούργιες τριήρεις. Στό Αιγαίο. και φιλονικούσαν οι ολιγαρχικοί µε τους δηµοκρατικούς. Το λάθος να στέκη ο στόλος εκεί οι νέοι ναύαρχοι δεν το κατάλαβαν και µόνον ο Αλκιβιάδης. Πέντε µέρες ύστερ' από την αποµάκρυνση του Αλκιβιάδη. Αυτοί προτίµησαν ν' αγκυροβολήσουν µακάρια στη Σάµο. για να καταλύσουν τη ∆ηµοκρατία. . χάρη στο Περσικό χρήµα. Άπό τα εκατόν ογδόντα πλοία της Αθήνας µόνο δεκατρία σώθηκαν. λές και ζούσανε στην Πνύκα. που γνώριζε τα πάντα. Το µέρος ήταν ακατάλληλο. τον ολιγαρχικό Αδείµαντο. Τίς χιλιάδες τους αιχµαλώτους που έπιασε ο σκληρός Λύσανδρος τους δίκασε και τους έσφαξε όλους εξόν ένα. όρµησε ξαφνικά. έστειλαν νέους ναυάρχους. ∆ε θέλησαν να τον ακούσουν. Μάταια τους πρότεινε τη βοήθεια του βασιλιά της Θράκης Σεύθη. χωρίς να χάση πολύ αίµα. ο Λύσανδρος. Αυτός κατάφερε έναν Αθηναίο ναύαρχο. που άραξε σ' ανοιχτό κόλπο απέναντι του. Ήταν ανεπιθύµητος. που ζούσε στα παράλια της Θράκης. Το καλοκαίρι του 405 ο Λύσανδρος. Εµπρός στην τόση επιµονή του Αλκιβιάδη. γιατί κι' ανοχύρωτο ήταν και µακριά από κατοικηµένο τόπο. µα οι ναύαρχοι σύστησαν του Αλκιβιάδη να φύγη. Ο Αδείµαντος του πρόδινε όλες τις αποφάσεις και τις κινήσεις του στόλου. Μάταια τους ικέτευε ν' αράξουν στο λιµάνι της Σηστού. όµως δεν είχε τίποτ' άλλο να κάνη παρά να πέφτη από τη µια φατρία στην άλλη. Τα πληρώµατα. την ώρα που οι Σπαρτιάτες ετοίµαζαν. βρήκε απαράσκευους για µάχη τους Αθηναίους και κέρδισε περίφηµη νίκη. όπως το είχε µαντέψει ο Σωκράτης. πίστεψαν πάλι πως µε τέτοιον αρχηγό εύκολα θα νικούσαν. για να πάνε να µηνύσουν την καταστροφή. νέα πολεµικά και ξανάδιναν την αρχηγία στον πανάξιο Λύσανδρο. Βρήκε τους ναύαρχους διαιρεµένους. οι ναύαρχοι θύµωσαν και τον έδιωξαν µε τη βία. ενθουσιάστηκαν. πολίτες χωρίς αξία. που τώρα δε φοβόταν τον Αλκιβιάδη. να τον κάνη σύµµαχο του. για ν' αγοράζουν τρόφιµα από την κοντινότερη πόλη. όπου κι' ασφάλεια θ' άποκτούσαν και θα βρίσκανε δίπλα τους τα τρόφιµα. ώστε ναύτες και στρατιώτες αναγκάζονταν να περπατάν µιαν ώρα δρόµο. Κατέλαβε τη Λάµψακο πριν προλάβη να τη βοηθήση ο αθηναϊκός στόλος. που περιπολούσε ο µεγάλος στόλος τους. όταν τα πληρώµατα σκόρπιζαν στην ύπαιθρο για φαγητό. επέµειναν να φύγη αµέσως. έδραµε να προλάβη συφορά.Κι' ενώ περιφρονούσε ο ∆ήµος τους πρώτους και µισούσε τους δεύτερους. µόλις είδαν τον παλιό τους αρχιστράτηγο. τη Σηστό. τον προδότη Αδείµαντο.

XXIX
Θα ήταν εννιά η ώρα το βράδυ, όταν έφτασε στον Πειραιά από τα
∆αρδανέλια το γρήγορο πολεµικό Πάραλος, ν' άναγγείλη την πανωλεθρία στους
Αιγός Ποταµούς. Αµέσως ξύπνησε ολόκληρο το λιµάνι, ταράχτηκε από το
µέγεθος της καταστροφής, κι' oι Πειραιώτες άρχισαν να θρηνούν, όχι τους
ναύτες που χάθηκαν, όσο τους ίδιους τους εαυτούς των, επειδή τώρα η
θαλασσοκράτειρα, ανυπεράσπιστη, θα σκλαβωνόταν από τη Σπάρτη. Ο θρήνος,
σαν αγέρας, ανέβηκε µέσ' από τα Μακρά Τείχη προς την Αθήνα, κι' όταν
πληροφορήθηκαν οι πολίτες το χαλασµό, πετάχτηκαν από τα σπίτια τους κι'
έµειναν όλη τη νύχτα άγρυπνοι, κλαίγοντας την τύχη τους. Κανένας δεν
µπορούσε να κλείση µάτι. Είχαν βαρεία συνείδηση και φοβούνταν, πως ήρθε η
ώρα να πάθουν όσα είχανε κάνει τον τελευταίο καιρό σε δωρικές πόλεις, σαν τη
Μήλο, όπου χωρίς λόγο έσφαξαν τους άντρες και πούλησαν τα γυναικόπαιδα
στο δουλεµπόριο. Έτσι ξαγρυπνισµένοι µαζεύτηκαν στην αγορά πριν καλά καλά ξηµερώση κι' αποφάσισαν ν' αποκλείσουν µε χώµα όλα τα λιµάνια τους,
να επιστρατέψουν όσους µπορούσαν να κρατήσουν όπλα, κι' ετοιµάστηκαν να
πολιορκηθούν. Φαντάζονταν πως από στιγµή σε στιγµή θα φαινόταν ο νικητής
Λύσανδρος µε τον πελώριο στόλο του. Μολαταύτα το τροµοκρατηµένο Άστυ
έδειξε πάλι τη φιλοπατρία του. Ο έρωτας της λευτεριάς κι' η αφοσίωση στη
∆ηµοκρατία ανάγκασε τους πολίτες να µονοιάσουν, για να υπερασπιστούν τους
θεσµούς των. Με σιωπηλή πειθαρχία υπηρετούσαν τους άρχοντες, γιατί τους
κατατρόµαζε το πλησίασµα του έχθρού, που θα τους τιµωρούσε. Μα ο
Λύσανδρος δε φαινόταν πουθενά. Τούτος ο παµπόνηρος έπλεε τα παράλια του
Αιγαίου και ξερίζωνε τη µια µετά την άλλη τις ιωνικές πόλεις. Μάζευε τους
δηµοκρατικούς και τους Αθηναίους κληρούχους, τους έβαζε σε µεταγωγικά,
δίχως ρούχα, δίχως τροφή, και τους έστελνε στην Αθήνα, ξέροντας πως, όσο
περισσότεροι άνθρωποι µαζεύονταν µέσα στην πόλη, τόσο εύκολώτερα θα τους
θέριζε η πείνα, όταν θα τους έζωνε. Κι' οι µέρες περνούσαν κι' οι πρόσφυγες
αύξαιναν, φερµένοι απ' όλα τα νησιά, για να προσθέσουν τη δική τους
απελπισία στην πλακωµάρα των Αθηναίων. Μηνύµατα κακοσήµαδα
διαδέχονταν το ένα τ' άλλο, για πιστούς συµµάχους που παραδίνονταν στο έλεος
της Σπάρτης, και βλέπαν οι Αθηναίοι να διαλύεται το κράτος τους και ν'
αφαιρούνται, µαζί µε τις αποικίες, οι πόροι που µε τόσους κόπους και θυσίες
είχανε δηµιουργήσει πέντε γενεές. Πολλοί γαιοκτήµονες πουλούσαν τα κτήµατα
τους, όσα - όσα, και καταφεύγανε στην Εύβοια. Ολόκληρη η Ελλάδα κρατούσε
την αναπνοή της, για να δη το τέλος ενός πολέµου που βάσταξε, γεµάτος
περιπέτειες, είκοσι έξι χρόνια. Πολλοί που δεν αγαπούσαν το Άστυ τον καιρό
της ευτυχίας του, τώρα νιώθαν συµπόνια για το πέσιµο του και θάθελαν να το
βοηθήσουν, µα δεν τολµούσαν, µήπως και θυµώσουν οι Σπαρτιάτες. Ωστόσο, ο
τύραννος της Λάρισας Ευρύλοχος έστειλε πρεσβεία να σώση τους δυό

διασηµότερους Αθηναίους, τον Αριστοφάνη και το Σωκράτη, ζητώντας να τους
φέρη στη Θεσσαλία µε τις οικογένειες τους. Ουτ' ο ένας δέχτηκε, ούτ' ο άλλος.
Πάλι δοκίµασε η, Ξανθίππη να γυρίση το κεφάλι του ανδρός της. Ο Σωκράτης
αποκρίθηκε πως, αφού στρατεύτηκε, δε γινόταν να λιποταχτήση.
—« Στείλε τότε τα παιδιά, να σωθούν εκείνα τουλάχιστο. Έγώ θα µείνω
κοντά σου ».
—« Πώς να δώσω πρώτος εγώ παράδειγµα πανικού ; Να γίνω αιτία να
χάσουν το θάρρος τους οι συµπολίτες ; Το θέλεις ;»
Η Ξανθίππη τα πάντα ήθελε, άρκεί να γλύτωναν τα παιδιά της, µα δεν
επέµεινε. Αναστέναξε µόνο και ψιθύρισε :
—« Θά µού τα σκοτώσουν ...»
—« Όχι, έκανε µε πεποίθηση ο φιλόσοφος, κανένας δε θα πάθη τίποτα.
Το ∆αιµόνιο µού το µήνυσε κι' αυτό είναι θεϊκό, ξέρει καλύτερα από σένα τα
µελλούµενα ».
Η άρνηση του Σωκράτη να φύγη κείνες τις ώρες του απελπισµού, έκανε
σπουδαία εντύπωση. Ένας σεβαστός πολίτης, ο Γλαυκονίδης, σηκώθηκε στην
Πνύκα και ζήτησε ν' ανακηρύξη ο ∆ήµος το Σωκράτη όν εξαιρετικό, για το
οποίο έπρεπε να περηφανεύωνται οι Αθηναίοι.
—« Όταν όλοι µας, είπε, παραλογιστήκαµε και σκοτώσαµε τους καλούς
µας ναυάρχους, µόνον ο Σωκράτης είχε το θάρρος ν' άντισταθή στην τρέλα µας.
Η πανωλεθρία των Αιγός Ποταµών δε θα γινόταν, αν ζούσαν οι νικητές
ναύαρχοι της Άργινούσας. Ο Σωκράτης είναι όν υπερφυσικό. Προτείνω ...»
∆εν πρόφτασε ο Γλαυκονίδης να διατυπώση την πρόταση του. Από µια
γωνιά της Πνύκας πετάχτηκε ορθός ο Σωκράτης κι' είπε πως αρνείται
οποιαδήποτε τιµή. ∆εν ξεχώριζε σε τίποτα από τους άλλους, δεν του άξιζε καµιά
διάκριση. Και η συζήτηση σταµάτησε.
Την άλλη µέρα, 23 Οκτωβρίου 405 π.Χ., φάνηκε επιτέλους από το Σούνιο
ο στόλος του Λύσανδρου. Όλος ο πληθυσµός έτρεξε στην Ακρόπολη και τους
γύρω λόφους, να δη τον εχθρό, που µε πρύµον αγέρα προχωρούσε γρήγορα.
—« Πω, πώ, έκαναν οι γυναίκες, γέµισε η θάλασσα πλοία ! »
—« Είναι πάνω από διακόσια », βεβαίωναν οι ναυτικοί. —« Κι' εµείς δεν
έχοµε παρά ένα πολεµικό, την Πάραλο . . . », πρόσθεσε κάποιος.
Η Ξανθίππη στράφηκε προς τον άντρα της και είπε :
—« Με κάτι πέντε δραχµές που έχω κρυµµένες πάω ν' αγοράσω όσο
αλεύρι µπορέσω ».
Και κατέβηκε στην αγορά.
Ο Λύσανδρος, πριν περάσουν πέντε ώρες είχε αποκλείσει τον Πειραιά,

ενώ από την ξηρά ο βασιλιάς της Σπάρτης Παυσανίας, οδηγώντας όλη την
Ελλάδα, εχθρούς και πρώην φίλους της θαλασσοκράτειρας, πολιόρκησε στενά
την Αθήνα. Η κοσµοπληµµύρα που στριµωχνόταν µέσα στα Τείχη έφερε την
πείνα, λίγον καιρό αφότου άρχισε η πολιορκία. Ουρές µαζεύονταν γύρω στις
σιταποθήκες, κι' επειδή τύχαινε οι τελευταίοι να µην πάρουν τίποτα, η Ξανθίππη
έφευγε νύχτα, για να σταθή από τις πρώτες στην ουρά. Η γεροσύνη της την
προφύλαγε στα κρύα και τη βροχή. Για ψωµοφάγους σαν τους Αθηναίους, η
τραγικά µικρή µερίδα στάρι που µοιραζόταν σήµαινε αργή καταδίκη σε θάνατο.
Οι άρρωστοι γιατροπορεύονταν για άλλη πάθηση και πέθαιναν από πείνα.
Μητέρες δεν είχανε γάλα να δώσουν στα νεογέννητα. Ωστόσο το θάρρος δεν
απόλειπε στους πολίτες. Είχε µεγαλοπρέπεια η τελευταία τους αναλαµπή. Ένα
βουλευτή, τον Αρχέστρατο, που τους εξήγησε πως, αφού δεν υπάρχει ίχνος
ελπίδας να νικήσουν, έπρεπε το γρηγορώτερο να παραδοθούν, για να
σταµατήσουν οι θάνατοι, τόνε φυλάκισαν κι' έβγαλαν ψήφισµα που απαγόρευε
να µιλήση κανείς ποτέ για παράδοση. Με την αντίσταση τους ενάντια στη
Μοίρα, ξαναβρήκαν τη συναδέρφωση που γνώριζαν τον καιρό του Περικλή.
Πιάναν τώρα το χέρι του διπλανού και τον ένιωθαν αδερφό, µέσα στην τόση
δυστυχία. Τραβηγµένα τα πρόσωπα των πολιτών, αδύνατα τα κοκκαλιάρικα
σώµατα, µα γεµάτα πίστη. Πίστη σε τι, αφού ελπίδα δεν υπήρχε ; Στην τιµή της
ξακουστής Αθήνας!
Τους πρώτους µήνες της πολιορκίας ο µεγάλος γιος του Σωκράτη, ο
Λαµπροκλής, είτε κυνηγούσε µε τη σφεντόνα πουλιά, είτε κατέβαινε στήν
παραλία να ψαρέψη σαρδέλλες και σπάρους. Μα γρήγορα δοκίµασε να φανή
άντρας.
Τίποτα δεν ωριµάζει καλύτερα έναν έφηβο από τον άγώνα. Μετά την
πρώτη συµπλοκή τους µε ξένη περίπολο, οι έφηβοι αντρώνονταν από τη µια
βραδιά στην άλλη. Ο κίνδυνος, που τους ήτανε πρίν φόβητρο, γίνηκε συνήθεια.
Έχει µαγνητισµό το σπορ του θανάτου. Βουτηγµένοι οι συνοµήλικοι του
Λαµπροκλή στο δράµα του ξεπεσµού, δείχναν άσβεστο µίσος για τον εχθρό και
ριψοκινδύνευαν τις σκοτεινές νύχτες του χειµώνα, για να του κλέψουν τρόφιµα,
η κανένα άλογο, που το λιάνιζαν και το µοιράζονταν. Και δεν ήτανε µόνον
αυτοί που κάναν εφόδους. Πολλοί παληκαράδες, σαν τον Ξενοφώντα,
περίµεναν τις καταιγίδες, για να βγουν, να παν στα χτήµατα τους να φέρουν
στάρι η αρνιά, πρίν τα πάρουν οι πολιορκητές. Ακόµα και σκελετωµένες γριές
αψηφούσαν τον εχθρό και βγαίναν έξω για να µαζέψουν ξύλα. Οι Σπαρτιάτες,
µε το µουστάκι ξυρισµένο και το µυτερό γένι τους, σοβαροί, αµίλητοι, τις
δέρναν και τις διώχναν. ∆εν καταδέχονταν να τις σκοτώσουν, µα, όταν καµιά
κατάφερνε να µάση έστω και µισή χειροβολιά ξύλα, έπρεπε να δής τη χαρά που
ξεσπούσε στα µάτια της, αυτά τα σπιθάτα ελληνικά µάτια. Αν τάβλεπες όµως τα
ίδια µάτια την ώρα που, πάνω από τα τείχη, παρακολουθούσαν το εχθρικό
στρατόπεδο να ψήνη τα σφαχτά του, θα τα λυπόσουν τα δακρυσµένα. Μα όλες
οι κατάρες που δίναν oι γριές στον εχθρό σε τίποτα δε χρησίµευαν. Έκείνος

έτρωγε, έπινε και ζεσταινόταν στις κακές φωτιές του, ενώ το Άστυ έτρεµε από
το κρύο και την πείνα. Κανένα ζώο δε γλύτωσε από την πολιορκία, σκύλοι,
γάτες, άλογα, όλα φαγώθηκαν, και τώρα τους πεθαµένους τους πηγαίνανε να
τους θάψουν στον Κεραµεικό µε τα χεράµαξα. Τούτη η πολιορκία ανέβασε στην
επιφάνεια όλες τις αρετές κι' όλες τις ανθρώπινες κακίες. Ένας φτωχός
µπορούσε να µοιράση το λίγο που είχε µ' άλλον φτωχότερο, ενώ ένας παραλής
άφηνε να πεθάνουν οι συγγενείς του.
Ο Σωκράτης, όταν δεν εκτελούσε υπηρεσία οπλίτη, εξακολουθούσε το
απλό καθηµερνό του έργο, να τέλειοποιή ανθρώπους, η δοκίµαζε να ψυχώνη
κανέναν λιγοκαρδισµένον. Και πάντα ήθελε να µιλά γι' ανώτερα πράµατα µε
τους δυό νεαρούς µαθητές του, που τους ακριβαγαπούσε, τον Πλάτωνα και το
Φαίδωνα. Μ' αυτόν τον τελευταίο, αγόρι όµορφο, που η ξυπνάδα του τον
ανέβασε από δούλο σε φιλόσοφο, αρεσκόταν ο Σωκράτης να συζητή
καθισµένος στις έρηµες στοές των γυµναστηρίων. Ο Πλάτων πάλι δε δίσταζε να
σπαταλά χρήµατα, για να οικονοµά κανένα τρόφιµο να το πάη στη Ξανθίππη,
που τ' άρπαζε, χωρίς πιά να νοιάζεται αν ο άντρας της απόκρουε τα δώρα.
Ωστόσο η πείνα σιγά - σιγά ροκάνιζε την υγεία των πολιτών και µαζί µε τα
σώµατα ξέπεφτε και το ηθικό τους. Τα κορµιά τα εξευτέλιζε η αφαγιά. Τι
θάρρος ν' άποµείνη σ' ανθρώπους, που σκάλιζαν όλη µέρα τα σκουπίδια, µήπως
βρούν κάτι να φάνε ; Η Αθήνα λιµοκτονούσε, εξαντληµένη, ωσότου µια µέρα ο
Θηραµένης τόλµησε, µπροστά σε τόσους θανάτους, να σηκωθή στην Πνύκα, κι'
αψηφώντας την απαγόρευση, να µιλήση για την ανάγκη ν' αρχίσουν
διαπραγµατεύσεις µε τη Σπάρτη. Υποσχέθηκε, αν τον άφηναν να συναντήση το
Λύσανδρο, να φέρη πίσω έντιµους όρους ειρήνης. Τόσο είχαν απαυδήσει από
την κακοπάθεια οι Αθηναίοι, που του έδωσαν αµέσως την άδεια. Ο Θηραµένης
πήγε στο Λύσανδρο, µα ολιγαρχικός ως ήταν, συµφώνησε µαζί του, πως ακόµα
οι Αθηναίοι δεν είχαν ωριµάσει για να παραδοθούν χωρίς όρους. Και τους
άφησαν πολιορκηµένους τρεις ακόµα µήνες. Υστερα γύρισε ο Θηραµένης κι'
είπε πως έλαβε τέλος την άδεια να πάη στη Σπάρτη να µιλήση µε τους Έφόρους.
Τόν έστειλαν και περίµεναν υποµονετικά, ενώ η πείνα είχε καταντήσει
αβάσταχτη. Μόνο κάτι Σαµιώτικα πλοία δοκίµαζαν να σπάσουν τον αποκλεισµό
και, νύχτες φουρτούνας, περνούσαν κανένα σιτοφορτίο, µα τι µπορούσε να
βοηθήση τόσες χιλιάδες στόµατα ένα σιτοκάραβο ;
Κάποιο άπόγεµα ο Σωκράτης γύρισε σπίτι του από περίπολο και βρήκε
την Ξανθίππη δακρυσµένη.
—« Τι έχεις ; » τήνε ρώτησε.
—« Τίποτα σπουδαίο, του αποκρίθηκε, µα σήµερα άρχισα να κόβω
κλώνους της συκιάς µας, για να κρατήσω τη φωτιά της Εστίας, γιατί θα µας βρή
γρουσουζιά άµα σβήση. Έκοψα τον κλώνο που καθόταν και λαλούσε πουλί, από
το θυµό µου, καταλαβαίνεις ; Αυτό να τσιµπάη σπόρους στην αυλή µας κι' εγώ
να µην έχω τίποτα να δώσω στά παιδιά...»

ενώ οι . στην απελπισία του. έκαιγε µέσα στην ψυχή των Αθηναίων κάποια φλόγα ελπίδας. την Αθήνα» και όρισαν µονάχα να γκρεµίση τα τείχη της. για να χτυπηθή µε τον εχθρό. µα αυτός. Αυτή η λεβεντογυναίκα έµοιαζε ξεθεωµένη. κι' ο λαός. πριν προφτάση να σκοτώση Σπαρτιάτη. τον περικύκλωσε όλος ο λαός και τον στρίµωξε. Πέρασε από το µυαλό του να παινέση την παλιά τους λιτότητα : —« Βλέπεις. που προς το παρόν τρων ακόµη. Παραµονές θανάτου. σκλαβιά . κι' ας ήταν απαράδεκτες. Σαν πέρασε ο χειµώνας κι' ήρθε άνοιξη. µα µε φωνές τον διακόψανε : —« Πολλά λές για µας που θέλοµε µε δυο λόγια ν' ακούσουµε αν φέρνης ειρήνη ! » Κι' όταν τους είπε πως πέτυχε µαλακούς όρους. πόσο δίκιο είχα να µαθουν τα παιδιά µας να ζουν απλά τον καλό καιρό .Έγειρε στον ώµο του η Ξανθίππη. τα δικά µας θάχουν πεθάνει. Την άλλη µέρα. η καρδιά τους πήγαινε να σπάση. κατά τίς αρχές του Απρίλη ( 404 π. ηλίθιε!» Τόσο του έκαναν το βίο αβίωτο.) φάνηκε από τα περιβόλια της Ακαδηµίας η λευκή σηµαία ενός κήρυκα και δίπλα ο Θηραµένης. ∆οκίµασε να έξηγήση κάτι. Κάτι θέλησε να πη. Ο Θηραµένης αργούσε να φανή. για να κρύψη δάκρυα που έτρεχαν στα ωχρά µαγουλά της. όπου τους διηγήθηκε πως oι Έφοροι αρνήθηκαν «να βγάλουν το ένα µάτι της Ελλάδας. της είπε.» φώναξε η γυναίκα του από ψηλά. για να την έχουν οι Σπαρτιάτες στο χέρι. πού πας . σε κάθε πεθαµένον. « Τρελέ. τάβαλε µε το δηµαγωγό Κλεοφώντα. Τρέξαν οι πολίτες στα τείχη και σκύβανε να καταλάβουν από την έκφραση του προσώπου του τι µαντάτα έφερνε. Οι προτάσεις του Θηραµένη γίναν αµέσως δεκτές και ο στόλος του Λύσανδρου µπήκε στον Πειραιά και µοίρασε τρόφιµα. ώστε τον ανάγκασαν να βγη µόνος του έξω από τα τείχη. τόνε βοήθησε να βγάλη το θώρακα και τις κνηµίδες του. πως µόλις σήµερα άρχιζε η ελευθερία της Ελλάδας. του φώναζαν : « ∆ικό σου έργο είν' αυτό. Καθώς αργοπορούσαν οι Σπαρτιάτες να τον µπάσουν στην πόλη. Έµπρός σε κάθε σκηνή φρίκης. γυναίκα. έστησαν οι πολιορκηµένοι καραούλι στην Ακρόπολη ν' άγναντεύη κατά τη δύση. εκείνον που δυό φορές παρακίνησε την Εκκλησία του ∆ήµου να διώξη τους Σπαρτιάτες πρέσβεις. τόνε σήκωσαν στα χέρια και τον πήγανε στην Πνύκα. Κι' όταν άνοιξαν οι Θριάσιες Πύλες και πρόβαλε ο Θηραµένης. Σωκράτη ». Κι' όµως οι Αθηναίοι ολιγαρχικοί λέγαν. οπλισµένος. Έλαβε όµως αµέσως απάντηση : —« Όταν αδυνατίσουν τα πλουσιόπαιδα. γαλήνη . Τώρα υποφέρουν λιγότερο από τα πλουσιόπαιδα». που σήµαινε πως το λαµπρό Άστυ του Περικλή σκλαβωνόταν. Και χωρίς να πη τίποτ' άλλο. Ο Σωκράτης τη συµπόνεσε. Επί τέλους.Χ. άρχισαν να γκρεµίζουν τα Μακρά Τείχη. µε µουσική από αύλητρίδες και σπαρτιατικά τραγούδια. έπεσε χάµω κατατρυπηµένος. να µάθη τι τους περίµενε : σφαγή . µήπως φανή ο Θηραµένης µε τις ποθητές προτάσεις ειρήνης. όταν είχαν έρθει ζητώντας ειρήνη.

παιδί µου. Στην πραγµατικότητα τους νέους άρχοντες τους διόρισαν oι αρχηγοί των συντηρητικών. µε την καρδιά θλιµµένη. απόστρεψαν το πρόσωπο από την ατίµωση και παρηγορήθηκαν µε την ιδέα πως από δω και πέρα πάλι θα τρώνε. Έπρεπε η Αθήνα να πληρώση . όλοι µας ποθούµε διοίκηση δυνατή µαζί και τίµια. έγιναν τυφλά όργανά του. Αν οι Τριάκοντα φερθούν καλά. Ας δώσουµε πίστωση χρόνου στον Κριτία και τους συντρόφους του. απότοµος ο ίδιος. που µε περισσή αναίδεια συκοφαντούσαν τους καλούς πολίτες για να χρηµατίζωνται. Κριτίας ( ο παλιός µαθητής του Σωκράτη ) και κείνος που διαπραγµατεύτηκε µε τη Σπάρτη την ειρήνη. σκοτώνοντας άδικα τους Μηλιούς. Έµείς προσβάλαµε τ' ανθρώπινα αισθήµατα. Ρώτησε ο Φαιδρός το Σωκράτη να µάθη τη γνώµη του για τα γενόµενα : —« Οι Θεοί. όταν ο Αντισθένης ρώτησε το Σωκράτη πως βλέπει την κατάσταση.δηµοκρατικοί. παρά τους χυδαίους δηµαγωγούς. την ειρηνική συνεργασία και την οµόνοια ανάµεσα σ' όλους τους Έλληνες.. για να δούµε πού τελειώνει η σωφροσύνη τους και πού αρχίζει η τύφλωση ». ο Λύσανδρος κάλεσε στην Πνύκα τους Αθηναίους. Για να σκεπάση τα σχέδιά του. Μίλησε σαν αφεντικό. όσο να καταλάβη ο Σωκράτης πως απατήθηκε. Κλέωνες και Κλεοφώντες. Και το ήθελε. Αλλά δε χρειάστηκε να περάση πολύς καιρός.» XXX Μόλις γκρεµίστηκαν τα Μακρά Τείχη. Ο Λύσανδρος. αποκρίθηκε ο φιλόσοφος. τις παλιές συνήθειες. που ήταν να εξορίσουν από τ' Άστυ όλους εκείνους τους παλιανθρώπους. Τις πρώτες µέρες της τυραννίας των Τριάκοντα. που περίµεναν απ' αυτόν δύναµη και τιµή. αυτός του αποκρίθηκε : —« Ύστερα από τόσων χρόνων αταξία. Η σπαρτιάτικη τραχύτητα έκανε γρήγορα το έργο . όρισε πρόγραµµα λαµπρό : Το σταµάτηµα των πολέµων. ο Θηραµένης. Όταν παράδωσε ο Λύσανδρος την εξουσία σε τέτοιους ειδωλοσπάστες. ήξερε πως θα σκότωναν τους αντιπάλους των. πάντα τιµωρούν την ύβρη. καθώς κι' η πρώτη πράξη των Τριάκοντα. Τούτοι οι τριάντα άρχοντες. Και να σου πω τη σκέψη µου : Προτιµώ ν' ακολουθώ το µορφωµένο Κριτία. από την άκρατη ∆ηµοκρατία να γυρίσουν στα «πάτρια». ο κόσµος θα τους συµπαθήση. Από τους απαυδισµένους µε τους αδιάκοπους αγώνες Αθηναίους τούτος ο σκοπός αγαπήθηκε.. ήταν ακατάλληλος να φέρη την τάξη. Γι' αυτόν ∆ηµοκρατία σήµαινε Επανάσταση κι' έδωσε διαταγή να την τσακίσουν. Είπε πως τους αφήνει τάχα να διαλέξουν oι ίδιοι τριάντα καλούς άρχοντες για ν' αλλάξουν τους νόµους.

Πάω να τον νουθετήσω .» Με κόπο κατάφερε ο φιλόσοφος να γίνη δεκτός από τον αρχηγό της τυραννίας. Τόν παλιό καιρό η αρετή ήταν προτέρηµα αριστοκρατικό. πλούσια στολισµένη. Αµέσως καταδικάστηκε και θανατώθηκε. Κι' εκείνος τους έστειλε πρόθυµα επτακόσιους Λάκωνες οπλίτες µε το φίλο του Καλλίβιο. αλλά και πλούσιους εµπόρους.δάσκαλος που είµαι. έσπαζαν χρηµατοκιβώτια.της. Και. Ο Λύσανδρος και τα όργανά του στάθηκαν ωµοί κι' αντί να καλοδιοικήσουν. Ο Αύτόλυκος δε δίστασε να ξυλοκοπήση το Σπαρτιάτη.. στην Πνύκα το Βήµα το αναγύρισαν. ζήτησαν από το Λύσανδρο να τους στείλη φρουρά. παρά τα ίδια κείνα που σούλεγα κι' άλλοτε. σαν οποιαδήποτε ξεπεσµένη µεσόγεια επαρχία. ώστε οι ρήτορες να µή βλέπουν καν τη θάλασσα. τα ναυπηγεία κλείσανε. ήρθα να σου πώ. Άµα πίστεψαν oι Τριάκοντα πως στερεώθηκαν καλά. Όλοι κατάλαβαν πως κινδύνευαν. άρχισε ο Σωκράτης. Σωκράτη. —« Τι λές τώρα. Ακουγαν οι πολίτες ορθοί διαταγές και γύριζαν γρήγορα στη δουλιά τους. Με το χαλασµό του στόλου η Αθήνα κόπηκε από τη θάλασσα. Όσο περνούσε η καιρός.. για να λησµονηθή η θαλασσοκρατορία. ∆οκιµάσαµε πρόστυχους δηµαγωγούς. έγινε γεωργική πόλη. ανάλογα µε την αρχοντιά του Κριτία. Οι Τριάκοντα κυνήγησαν συστηµατικά το εµπόριο. Ένα προτέρηµα είναι βασιλικό : η αρετή. που διορίστηκε Αρµοστής και κατέλαβε την Ακρόπολη. Τώρα δεν µπορούσαν ν' άνεβούν oι πολίτες στον ιερό βράχο να προσευχηθούν. ώστε το αίµα να τους ένώνη µεταξύ τους κι' ας τους χώριζε από τον αγαθό λαό. για να του δείξη πως δεν είχε καιρό να χάνη µαζί του. που χαστούκισε τον αθλητή. «για να καθαρίσουν την πόλη από τους πονηρούς ». ακόµα κι' οι « καλοί κάγαθοί». Μας κατάστρεψαν. σκούντηξε στο δρόµο κάποιον σπαρτιάτη φρουρό. » ρώτησε πονηρά Αντισθένης. που θεωρήθηκε δηµοκρατικός θεσµός. Έσύ είσαι αριστοκράτης. τόσο πιο άφοβα παρανοµούσαν οι Τριάκοντα. άρχισαν να σκοτώνουν. όχι πια τους επικίνδυνους. που δεν τόλµησαν να τους δικάσουν. —« Σαν γέρο . κλέβανε και σκότωναν συστηµατικά. Σήκωσαν και τα καθίσµατα της Βουλής. για να δηµεύουν περιουσίες. που σήµαινε . Πίσω της έβραζε λαϊκή οργή. Ο Πειραιάς νεκρώθηκε. που τόνε φώναζαν «ωραίο». Έκαναν έρευνες στα σπίτια. ο —«Είναι χειρότερος από τον Κλέωνα. Ο πιο αγαπητός Όλυµπιονίκης της Αθήνας. ο Αυτόλυκος. Πήγε στη Θόλο. Έχεις υποχρέωση να κρατηθής ψηλά. σαν το Θρασύβουλο και τον Άνυτο. για τον Κριτία . όχι τίποτα καινούργιο. παρά ν' άντικρύζουν τα βουνά. εξόρισαν όσους δηµοκράτες τιµούσε ο λαός. Κι' όταν ένιωσαν oι τύραννοι πως oι Αθηναίοι άρχισαν να τους σιχαίνωνται και να δυστροπούν. Ο Κριτίας δεν ήθελε πολλές κουβέντες. που τόνε δέχτηκε ορθός. ∆εν άργησε ν' απλωθή στο Άστυ ερηµιά και γαλήνη. ενώ θανάτωσαν πλήθος δευτερώτερους. Φαινοµενική.

πως ο αφέντης δεχόταν και να θυσιαστή ακόµα για τους υποτακτικούς του. Έσύ πρέπει να κρατηθής ψηλά. Του µορφωµένου το πείσµα το τρέµω περισσότερο κι' από του αγράµµατου ». . Σωκράτη. σαν το βασιλιά Κόδρο. ραβδί στο χέρι και σακκούλα στον ώµο. —« Αυτό γίνεται για να ξανάρθη η γης σε λίγα χέρια. Σωκράτη . τα χαρακτηριστικά της αλητείας των κατοπινών σκύλο . Κακοφάνηκε του Κριτία αυτός ο λόγος : —« Τι θέλεις να πης . Αυτός ο Πειραιώτης είχε το προαίσθηµα πως κινδύνευε ο ∆άσκαλος του και τον ακολουθούσε παντού. γιατί τα λάθη του πολιτικού πρώτοι τα βλέπουν όσοι τον αντιπαθούν ». ∆αχτυλόδειξε την πόρτα και : —« Έσύ. Γίνεται να σβήσης και Σόλωνα και Περικλής . έπρεπε να µας προσέχης.» —« Και πως φαντάστηκες ότι δεν έχω σκοπό να κρατηθώ ψηλά. σα γρήγορα τέλειωσες. —« Κι' αν ακόµη ήµαστε εχθροί σου. » Κούνησε το κεφάλι ο Σωκράτης. σκοτώνετε κτηµατίες και µοιράζεστε τα χωράφια τους ».» —« Μπορεί η πρόθεση σου να είναι αγνή. Τώρα δεν έλπίζω πως θα δώσης νέα ζωή. ∆άσκαλε. ∆εν του αρκούσε η λιτότητα του Σωκράτη· αυτός περιφερόταν µε κατατρυπηµένο τρίβωνα. ∆ε βλέπεις πως ανοίγω νέα ιστορική περίοδο. χώριζε από τη διδαχή του. —«Έ. αλλά ο τρόπος που την εφαρµόζεις είναι δαιµονισµένος ». Μήπως σ' έδιωξε ο αφέντης . Παραείσαι φανατικός. Τα µεγάλα κτήµατα στερεώνουν την αριστοκρατία ». ο φιλόσοφος πρόσθεσε λίγες λέξεις. γιατί τώρα την έβρισκε πολύ συντηρητική. —« Να . για να το βεβαίωση κι' είπε : . είσαι θεωρητικός. αποκρίθηκε ο τύραννος µε πείσµα. πίστεψα πως θα γιάτρευες πολλά φταιξίµατα της ∆ηµοκρατίας. είπε ήσυχα ο φιλόσοφος. Σιγά . κι' όλοι έσείς που µας έχθρεύεστε θα υποταγήτε ». Τόνε λάτρευε. Συνηθισµένος να φλυαρής. Ο Σωκράτης απόρησε : —« Θέλεις να πας την Αθήνα διακόσια χρόνια πίσω . µε χαµηλή φωνή : —« Μόλις ανάλαβες την αρχή. Κριτία.φιλόσοφων. Κριτία. Ο Κριτίας είπε πως αρκετά τον άκουσε. ... Πήγαινε τώρα. Στό δρόµο τον περίµενε ο Αντισθένης. δεν καταλαβαίνεις από πολιτική. » —« Θά το κάνω...σιγά παράγερνε ο νους του προς τον κυνισµό.» Πριν φύγη. » ρώτησε αυστηρά. του φώναξε ο Αντισθένης άµα τον είδε να κατεβαίνη από τη Θόλο. µ' όλο που όσο προχωρούσαν τα χρόνια. για να µεταπλάσω τη ρέµπελη Αθήνα σε πειθαρχηµένη Σπάρτη .

χωρίς να υποταγή σε τίποτα. Έτσι καταστάλαξε στο Σωκράτη κι' έζησε κοντά του ως τις τελευταίες στιγµές. φίλε. Το δοκίµασε µα πλήρωσε µε τη ζωή του τη θέληση ν' αντιστρατευτή τον αδίσταχτο Κριτία. ανήκουστη στην αρχαιότητα. Μάζες από κάθε λογής πολίτες τον ακολουθούσαν τώρα και πολλοί νέοι πρόστρεχαν να γίνουν µαθητές του. πάλη που κατάληξε στη θανάτωση του Θηραµένη. Πρέπει να τον πολεµήσουµε. µε µια συµπόνια. « ∆εν µπορείς να επιβάλης. Όµως από την επιθυµία του να γνωρίση όλους τους δρόµους. που αφού καταγλέντησε τα νιάτα του. Εύκολα ο ενθουσιασµός του άναβε κι' εύκολα ξεθύµαινε. ύστερα φτώχυνε και τόρριξε στη φιλοσοφία. για να ζητήσουν µαζί την αλήθεια. Στο Β' βιβλίο των « Ελληνικών » ο Ξενοφών διηγείται τη δραµατική πάλη. Ήταν µυαλωµένος. που βασάνιζε τον Κριτία. που ήθελε όλα να τα δοκιµάση.—« Ναί. Σιµµίας και Κέβης. ο Άγάθων. αν δεν τις ακολουθάς πρώτος εσύ ». από τη στιγµή που ο Σωκράτης θεώρησε καθήκον του ν' άντιδράση στον Κριτία. Σήµερα γνώρισα τον πραγµατικό Κριτία. νόµιζαν πως ανάσαιναν καθαρόν αέρα. αρωµατισµένο και απαλό. τις αρετές της παλιάς αριστοκρατίας. Ο Αγάθων ήτανε γνωστός δραµατικός ποιητής. Θαύµαζε το Σωκράτη και τον ονόµαζε «δεινό γόη και φαρµακέα». Έδειξε ακόρεστη µανία για µάθηση. µήπως αυτός βλέπει τουλάχιστο προς ποιό γκρεµό µας όδηγούν ». Μολονότι κι' αυτός ήταν από τους πλούσιους ολιγαρχικούς. µέσα σε τόση δυστυχία. Πήγε στο Θηραµένη. φίλος του Αλκιβιάδη. Θά πάω στο συναρχηγό του Θηραµένη. που έγινε στη Βουλή. Το κήρυγµα του. επειδή καµάρωνε τον . µιαν αγάπη προς τον πλησίον. παρά κατέβαινε προς τους ταπεινούς. δε σταµάτησε να διαλαλή στην αγορά. ο Μενέξενος και το ζευγάρι από τη Θήβα. Το « ωραίο » τόνε θάµπωνε κι' ο διάλογος του Πλάτωνα «Φαιδρός» µας δείχνει τη µαγεία που ασκούσε γι' αυτόν ο έρωτας. µ' έδιωξε. Η σπαρτιατική κατοχή κι' η στέρηση της ελευθερίας τους ήταν ανυπόφορη. ανάµεσα στους δυό αρχηγούς των ολιγαρχικών. που τους είχε καταδυναστέψει ο φθονερός όχλος. που συµφώνησε µαζί του. έβρισκε ανταπόκριση στην καταπιεσµένη ψυχή των Αθηναίων. εξέταζε επιφανειακά τα ζητήµατα. µα έµεινε καλοπροαίρετος ερασιτέχνης. Ανάµεσα σ' αυτούς ξεχώριζαν ο Φαιδρός. Ο Αριστοφάνης στις « Θεσµοφοριάζουσες » τόνε µπάζει στη σκηνή ντυµένο γυναικεία. Τους άρεσε να βλέπουν πως ο Σωκράτης δεν ύψωνε τον εαυτό του πάνω από τους άλλους. Μερικοί αδέκαστοι άνθρωποι δεν αφήνοµε τους δικτάτορες να κοιµούνται ήσυχοι. Ωστόσο. έλεγε. Ο Φαιδρός ήταν πλουσιόπαιδο. που ο Σωκράτης τ' αντιµετώπιζε σαν τραγικά προβλήµατα της ζωής. Όσοι τον άκουγαν. Κι' υποσχέθηκε να βάλη φρένα στην αναστάτωση και το αιµατοκύλισµα. πολύ όµορφος αλλά γυναικωτός. Περίεργος καθώς ήταν. κατάντησε να µή βρίσκη το δικό του. ωστόσο δεν ένιωθε το άσπονδο µίσος για το λαό. Είν' επικίνδυνα τρελός. πως ένα πολίτευµα διορθώνεται µόνον άµα νιώσουν οι αρχηγοί την ανάγκη της αρετής και µε το παράδειγµα τους κάνουν καλύτερους και τους κοινούς πολίτες. Είχε σπουδαίο ποιητικό ταλέντο και νίκησε το 417 στα Λήναια το Σοφοκλή και τον Ευριπίδη.

Μα θα παραξενευόµουν ακόµα περισσότερο αν κανένας. Η ανταπόκριση πούβρισκαν στο λαό οι κατηγόριες του Σωκράτη εναντίο της τυραννίας των Τριάκοντα.» Κρυφογέλασε ο Κριτίας κι' αποκρίθηκε : —« Θά τον διατάξω να πάη στη Σαλαµίνα να µού φέρη δεµένο τον πλούσιο Λέοντα. Κατέχανε γερή διαλεκτική κατάρτιση. ενώ ο ∆άσκαλος αντιπαθούσε τη θηλυκότητα του Αγάθωνα και συχνά τον κακοκάρδιζε µε τις ψυχρολουσίες που του έκανε. είπε : —« Πρέπει να ξεφορτωθούµε τέτοιον πλανευτή. Έτσι όπως συνήθιζε να διαλέγεται. που χάθηκαν όλοι. κι' ήταν ικανοί ν' ανοίγουν φιλοσοφική συζήτηση. Μήν µπορώντας να βλάψη κατ' ευθείαν το φιλόσοφο και µην έχοντας από πού να τον πιάση. πλούσιου κτηµατία. λέγοντας αυτά.στέριο ανδρισµό του. που δύσκολα την πολεµούσαν οι άλλοι. να του µεταδώση τη σοφία του. φίλοι µου. αφού αναλάβαινε την αρχή µιας χώρας κι' έκανε τους πολίτες λιγότερους και φτωχότερους. ωσάν να ήθελε. Σιµµίας και Κέβης. τον Χαρικλή. που αµέσως έβγαλε διαταγή και απαγόρευε να γίνωνται διδασκαλίες στην αγορά η στα γυµναστήρια. Τέλος oι δυό Θηβαίοι. για να παρακολουθήσουν το ∆άσκαλο. θα τόνε κρατάµε στο χέρι σα συνένοχο. Ό γέρος δεν παίρνει από λόγια.. ανησύχησε έναν απ' αυτούς. Έτρεξε και ειδοποίησε τον Κριτία. διακρίθηκε για τη φιλοσοφική του κατάρτιση. Ο Μενέξενος. Αυτός χωρίς να διστάση. Όπως οι περισσότεροι από τους µαθητές του Σωκράτη. Είχανε µυηθή από το σοφό Φιλόλαο στις θεωρίες του Πυθαγόρα. είχαν έρθει από την πατρίδα τους επίτηδες. µέσα σε λίγες ώρες. καταµεσίς στην αγορά. ήταν ο νεώτερος από τους µαθητές του φιλόσοφου Έφηβος ακόµα. γιός του ∆ηµοφώντα. ώστε να παραιτηθή από µόνος του ». Πάλι πήγε κι' ειδοποίησε τον Κριτία. ο Σωκράτης εννοούσε πως οι Τριάκοντα πολλούς πολίτες σκότωναν και πολλούς καταντούσαν φτωχότερους µε τις περιουσίες που δήµευαν. Την προπαραµονή του θανάτου ο Σωκράτης την πέρασε συζητώντας µαζί του. ακολουθούσαν το Σωκράτη παντού. Κατάλαβε βέβαια ο Χαρικλής ότι. δεν παραδεχόταν πως είναι κακός άρχοντας. έγραψε κι' αυτός σωκρατικούς διάλογους. έτσι έξακολουθούσε να µιλά. αν ένας βοσκός έκανε τις αγελάδες του χειρότερες και λιγότερες. δοκίµασε µε τη νέα διαταγή να του φιµώση το στόµα. Παιδιά γεροδεµένα. θα τόνε δικάσω και θα τον .. µαγεµένος κι' ο Σιµµίας από τη διαλεκτική πρωτοτυπία του ∆ασκάλου. αυτόν που πρόκειται να ξεκάνουµε. τον άκουσε ο ίδιος ο Χαρικλής να λέη τούτα : —« Έγώ. Αλλά ο φιλόσοφος δεν άλλαξε τον τρόπο του. Αν δε πάη. Αν πάη ο Σωκράτης. όπου κι' άν βρισκόταν. Φέρε µου αύριο πρωί εδώ το Σωκράτη! » Ο Χαρικλής θέλησε να µάθη : —« Τι θα του κάνης . πιστεύω πως. Μιά µέρα. ο ίδιος θα οµολογούσε πως είναι κακός γελαδάρης.

Μόνο πέστε µου µε ανθρώπους µέχρι πόσων χρονών πρέπει να µιλάω και ποιους ν' αποφεύγω ». Όταν παρουσιάστηκε ο Σωκράτης την άλλη µέρα στον Κριτία. έκανε ο φιλόσοφος. τα είπα ». που είν' εύκολο να το νιώσης : Από δώ και πέρα σου απαγορεύοµε να µιλάς ολότελα µε τους νέους ». —« ∆εν ξέρεις πως απαγόρεψα να διδάσκεται στην άγορά η τέχνη των λόγων . Γιατί αν η διαταγή αποβλέπη σ' εκείνα που λέγονται σωστά. µα µη σε νοιάζη. Ο Χαρικλής θύµωσε µ' αύτη την ερώτηση και του είπε : —« Έπειδή. Η Ξανθίππη λογόφερε µαζί του. δεν έχει πηγµένο το µυαλό του. µήπως και κάνω κανένα σφάλµα από άγνοια. —« Σύµφωνοι. » Μα δεν έλαβε απάντηση. Κατάλαβες τώρα . Τού δώσανε την άδεια να ρωτήση. Ωστόσο. όπως τρίβεται πάνω στο αγόρι. Ωστε µή συζητάς µε νεώτερους από τριάντα χρονώ. Για ποιο λόγο απαγορεύετε την τέχνη των λόγων . Σωκράτη. Ο Χαρικλής πάλι του έδωσε την απάντηση : —« Όσο να γίνη βουλευτής ένας άντρας.τι και να συµβή στον κόσµο θα γίνη και χωρίς εσένα. Όταν γύρισε ο Σωκράτης σπίτι αργά τη νύχτα. πρέπει να προσπαθώ να µιλάω σωστά ». Στείλε σπίτι του να τον καλέσης αύριο πρωί ». —« Μη βάζης κακό στο νού σου. της είπε.καθαρίσω. Ο Κριτίας δε µε χωνεύει από τότε που κυνηγούσε τον όµορφο Ευθύδηµο και του είπα πως έτσι. γιατί κανέναν δεν καλούσαν οι τύραννοι για καλό. ήταν εκεί κι' ο Χαρικλής. βρήκε την Ξανθίππη να τον περιµένη. η όσα δε λέγονται σωστά . του είπε. είναι φανερό πως πρέπει ν' αποφεύγω να µιλώ σωστά. αν πάλι αποβλέπη να µας εµποδίζη να µιλάµε στραβά. Το µήνυµα του Κριτία την ανησύχησε. » Ό Σωκράτης ζήτησε αν του επέτρεπαν να τους ρωτήση κάτι. » —« Πολύ καλά κατάλαβα. —« Αφού. γιατί τελοσπάντων δε σωπαίνεις . αλλά θέλω να µου πήτε. » ρώτησε ο Κριτίας. που επανέλαβε µπροστά του όσα είχ' ακούσει στην αγορά. —« Εγώ. είµαι πάντα πρόθυµος να συµµορφώνωµαι µε τους νόµους. Άπό τότε µού το φύλαξε. αν θέλω ν' αγοράσω τίποτα που να το . µοιάζει µε γουρούνι που τρίβεται στις πέτρες. µην µπορώντας να καταλάβη σε τι του χρησίµευε αυτό το ακατάπαυτο γλωσσοκοπάνισµα στους δρόµους. άρχισε ο φιλόσοφος. —« Μάλιστα. κάνεις πως δεν ξέρεις τι ζητά ο νόµος. µήπως και δεν είχε καταλάβει τη διαταγή εκείνη. Τίποτα δεν µπορεί να µού κάνη ». σου λέω τούτο. ο. Έπειδή σας ένοχλούν όσα λέγονται σωστά. —« Τα είπες αυτά .

Μη σε ξανακούσω να φέρνης παλιοπραµατευτάδες για παράδειγµα». Αρνήθηκε. δε θέλετε ούτ' αυτά να τα λέω . έκανε πάλι ο φιλόσοφος. µόνο εσύ Σωκράτη συνηθίζεις να κάνης το µισοκακόµαιρο και να ρωτάς πράµατα που τα ξέρεις και να ρίχνης πόντους και υπονοούµενα.πουλάη νέος. αν. για να τόνε δικάσετε. τι αγαθό. η που µπορεί να συναντήση τον Κριτία. και φυλάξου να µή µιλάς για τους γελαδάρηδες. ∆ε θα γίνω συνεργός σου. Σωκράτη. » —« Ναί. απόδειξε το φέρνοντας εδώ το Σαλαµίνιο ». ∆εν µπορεί νάχη κάνει τίποτα. Ξέρεις µόνος σου πως αυτά µπορείς να τ' αποκρίνεσαι. θέλετε ν' απέχω και να µή συζητώ καν τι είναι δίκαιο. ∆εν µπορείς να µην την εκτέλεσης ». Ο Σωκράτης δεν περίµενε τέτοια εντολή. αυτό δεν απαγορεύεται. είπε βιαστικά ο Χαρικλής. απαγορεύεται να του µιλήσω . όπως έκανες χτές γιατί θα σου κάνω λιγότερες τις δικές σου αγελάδες ». Πρίν περάσουν σαράντα οχτώ ώρες τόνε θέλω ». Ο Σωκράτης επέµεινε στην άρνηση του : —« Ξέρω το Λέοντα. να µού φέρετε το γέρο . Λοιπόν αυτήν την τακτική να την άφήσης ». τα κατάλαβες. ας πούµε. . θέλη να τόν οδηγήσω στο σπίτι του Χαρικλή. Ο Σωκράτης δεν κατέβασε το βλέµµα του. —« Πρόσεχε. κι' αν στο δρόµο κάποιος νεαρός µε ρωτήση κάτι. τάχα µε καλοσύνη. Μόνο πλούσιος είναι. . το χέρι του ο Κριτίας στον ώµο του φιλόσοφου και του είπε : —« Αυτά. του αποκρίθηκε απότοµα ο Χαρικλής. πως αυτοί κατέχουν καλά τι κάνουν. » —« Όχι. Τότε ακούµπησε. Μόνο να σταµατήσης να µιλάς µε χτίστες. Θά πας µε τον Ευρυκλή τον Παιανέα και το Γλαύκωνα στη Σαλαµίνα. µόνο αποκρίθηκε : . είπε. » Ο Κριτίας νόµισε πως αρκετά βάσταξε η συζήτηση και µίλησε : —« Άκου. παπουτσήδες και χαλκιάδες και να τους σηκώνης τα µυαλά. Κριτία! » Ο τύραννος τον κοίταξε κατάµατα : —« Έµένα µή µού κάνης το ζόρικο. —« Καλά. Σωκράτη. Τώρα έχω µιαν αποστολή να σου αναθέσω. Κατάλαβε τη σηµασία της. Αφού θέλεις να παριστάνης το δυνατόν άντρα. Αυτό που σου είπα είναι διαταγή. Κι' ο Σωκράτης : —« Λοιπόν. και τα παρόµοια . είπε µε σοβαρότητα ο Κριτίας.Λέοντα να τον ανακρίνω. Είναι ο δικαιότερος και τιµιότερος πολίτης της Σαλαµίνας. ενώ εµείς οι πολιτικοί είµαστε τσαρλατάνοι.

. Έκεί πήγαινε ο Αντισθένης. πές τες κι' εγώ πρόθυµα γίνοµαι µαθητής σου». µόνο έχε υπ' όψη σου ότι. πως η κοινοκτηµοσύνη µπορούσε να είναι µια µελλοντική λύση για τα προβλήµατα της ζωής. Ο Πλάτων άρχισε: * Στό Κυνόσαργες δίδαξε µετά το θάνατο του Σωκράτη ο Αντισθένης κι' από το γυµναστήριο αυτό ονοµάστηκε αργότερα η Σχολή του «Κυνική». Κριτία». πιο σιωπηλή κι' από νύχτα. Πέρασε ο φιλόσοφος κι' ο µαθητής του ανάµεσα σε σπίτια ρηµαγµένα από τον πόλεµο. Έχεις σαράντα οχτώ ώρες καιρό να διαλέξης». όπου. —« Έλα τώρα. οι άλλοι δυο Αθηναίοι όµως φοβήθηκαν για τη ζωή τους κι' έφεραν το Λέοντα που εκτελέστηκε. —« Έδιάλεξα κιόλας». και κει µπορούσαν να γυµνάζωνται τα νόθα παιδιά των Αθηναίων. που τώρα τελευταία του είχε κολλήσει µανία. —« Κάνε όπως θέλεις. Μ' αυτόν είχανε συµφωνήσει ν' ανταµώσουν στο γυµναστήριο. του είπε ο τύραννος. αλλά µε τις κληµαταριές τους γεµάτες τσαµπιά σταφύλια. Έκανε ζέστη. Ευτυχώς για το Σωκράτη σε λίγες µέρες ξέσπασε η επανάσταση του Θρασύβουλου και στη µάχη της Μουνυχίας σκοτώθηκαν ο Κριτίας κι' ο Χαρικλής. µόλις έβγαζες το χέρι σου έξω από τη Στοά. έστεκε το γυµναστήριο Κυνόσαργες*. η θα µού φέρης το Λέοντα δεµένον. Θα παρακούσω τη διαταγή σου. εξήγησε µου τη θεωρία σου. δεν πήγε στη Σαλαµίνα. µέσα σε καταπράσινο άλσος. µε στοργή προφυλαγµένα από τα σπουργίτια. Πέρασαν στη Στοά του γυµναστήριου να γλυτώσουν από τον ήλιο. µα έπνεε λίβας κι' ο ουρανός ήτανε φλογισµένος. που ήτανε γιος Θράκισσας δούλας. καθώς αποφάσισε. είπ' ο Σωκράτης στο νεαρό συνοδό του. η θα σε δέσω εσένα. Μολονότι απόγεµα. Η µέρα έµοιαζε πιο χαυνωµένη. για να συζητήσουν περί «κοινοκτηµοσύνης »**. νόθο γιό του ∆ία. όσο νάρθη ο Αντισθένης. Ο φιλόσοφος. κατά παράκληση του Πλάτωνος. Αν έχης να πης ιδέες σωστότερες από τις δικές µου. Μύγες σαλεύανε µέσα στο ζεστόν αέρα. αποκρίθηκε ο Σωκράτης κι' έφυγε. ** Έτσι ονόµαζαν κατά την αρχαιότητα τον κοµµουνισµό. για ν' άνεβούν στον απέναντι λόφο.—« Άντρας είναι κείνος που βάζει ψηλότερα την τιµή. το κατάκαιγε ο ήλιος. Ήταν αφιερωµένο στον Ήρακλή. Έν' απόγεµα διάβηκαν ο Σωκράτης µε τον Πλάτωνα τις πύλες της ∆ιοµείας. κοντά στον Ιλισό. του κι' από το κορµί κι' από την περιουσία του.

Χαµογέλασε ο Σωκράτης. Όσα παιδιά αναδειχτούν. Τους δοκιµασµένους κυβερνήτες τους ονοµάζω « φύλακες » και τους απαγορεύω νάχουν δική τους περιουσία. την . θα µπορή να κυβερνάη. Ακόµη και τα παιδιά τους δε θα διακρίνωνται σαν δικά τους. . « οι φίλοι πρέπει να τάχουν όλα κοινά ».» Ο Πλάτων µε θέρµη υποστήριξε ένα σύστηµα. Είν' όµορφο να θέλης όλοι οι άνθρωποι να γίνουν αδέρφια. είπε. Το σύστηµα µου ξεκινάει από την κοινή εκπαίδευση. µα είν' αντίθετο στη φύση. Πρώτη φορά την εφαρµόσαµε οι Αθηναίοι στον κόσµο. αλλά σ' όλες. θα έκπαιδεύωνται ειδικά για τη διοίκηση. Κανένας δε θ' άνεβαίνη σ' ανώτερο αξίωµα. τον καλύτερο µαθητή του νάχη την ανησυχία της έρευνας. Έδώ τον έκοψε ο Σωκράτης : —« Κάνεις ένα λάθος. . Αν ένας αριστοκράτης είναι βλάκας. αν δεν έχη διακριθή στα κατώτερα.. Να µην εµποδίζεται η αξία επειδή γεννήθηκε από φτωχούς. Πλάτων. Θά εξαφανιζόταν από τη γη η πλεονεξία. Αλλά εξακολούθησε τη θεωρία σου. µπορεί να κατορθώση την κοινοκτηµοσύνη ανάµεσα της. ∆ε θα µας κυβερνάν όσοι εκλέγονται µε την κοροϊδία της ψήφου. είτε πλούσια. Ονειρευόταν ένα κράτος δίκαιο. Μόνο από αγάπη µπορεί να το κάµη . για να γεννιούνται γερά παιδιά.πρώτα κατακρίνεις άδικα τη ∆ηµοκρατία. Αλλά τον αντίσκοψε : —« Πρώτα .. αλλά σαν ευγενικό έλεγχο αναπαραγωγής. πως « οι φίλοι πρέπει να τάχουν όλα κοινά ». Κανένας άνθρωπος δεν µπορεί να ύποχρεωθή µε τη βία να σκέφτεται περισσότερο τους άλλους από τον εαυτό του. κληρονοµιές και προνόµια. πως µε την κοινοκτηµοσύνη ο άνθρωπος θα γλύτωνε από τις καταθλιπτικές στεναχώριες της οικονοµικής του προσπάθειας. ∆ε γίνεται να ζητάς ιδεώδες. Όπως λέει ο Πυθαγόρας. Να ξεψαχνίζη όλες τις δυνατότητες. αλλά όσοι δείξουν ικανότητα. Σωστά λέει ο Πυθαγόρας. που ξεπερνά τις δυνατότητες των κοινών ανθρώπων. είτε νόθα.—« ∆εν πρέπει στον κόσµο να υπάρχουν τάξεις. µε τους εγωισµούς της. Μα µόνο µια µειονότητα. όπου καθένας θάχη όχι εντελώς το ίσο µε τους άλλους. κι' αν ο γιος ενός νεροκουβαλητή είναι ξύπνιος. Την κοινοκτηµοσύνη βέβαια των γυναικών δεν τη βλέπω σαν αδιάκριτη σύµµειξη. έτσι όπως το διατύπωσε στο βιβλίο του « Πολιτεία ». θα ξεπέφτη στην κατώτατη τάξη. παρά όσο θα του αξίζη. Οι άνθρωποι αποζητάν να δηµιουργούν ελεύθερα. αποζητώντας το καλύτερο. ∆ε θάναι αφιερωµένοι σε µια γυναίκα. Έτσι θα γλύτωνε η Αθήνα από τη βλαβερή ∆ηµοκρατία. Θά ζουν οµαδικά µ' όλες τις γυναίκες. γεµάτη φανατισµό κι' αυταπάρνηση. Κοινοκτηµοσύνη δίχως αγάπη δε γίνεται να σταθή. Ωστόσο σήµερα δοκίµασε να πείση το δάσκαλό του. ώστε να συνευρίσκωνται oι καλύτεροι µε τις καλύτερες. Καθώς ήµασταν αµάθητοι. Του άρεσε να βλέπη. σύστηµα που αργότερα το αποκήρυξε στο βιβλίο των γερατειών του « Νόµοι». παρά κάθε παιδί θάναι τ' αδέρφι των άλλων παιδιών.

Τότε τον συµβούλεψε ο Σωκράτης να ρωτήση πρίν το Μαντείο των ∆ελφών. πως θέλει κι' η ∆ηµοκρατία µέτρο. κουρελής. αν του το έπιτρέπη. Ο λοξός ήλιος. λίγο . τον αδερφό του Μεγάλου Βασιλιά. Από τα βουνά άρχισε τώρα να κατεβαίνη φρέσκο αεράκι. που τον καλούσε να πάη στις Σάρδεις να τον συστήση στον Κύρο. βλέπω τη µαταιοδοξία σου .» Άντί ν' απαντήση ο Αντισθένης. Το γράµµα αυτό τόδειξε ο Ξενοφών στο Σωκράτη. Τότε φάνηκε στην πόρτα του γυµναστήριου ο Αντισθένης. είχε βλάψει την Αθήνα. Ο φιλόσοφος τον απότρεψε. Τόσο ευχάριστη ήτανε τούτη η δροσούλα. Στό µέλλον oι άνθρωποι θα τη διορθώσουν. ζητώντας τη γνώµη του. Σωκράτη . σύµµαχος της Σπάρτης. θα ξαναγυρίση στο κέρδος. κι' όποιος Αθηναίος πήγαινε κοντά του. έκανε ο . ∆εν ωφελεί σε τίποτα το να µοιράσης τον πλούτο. τους πόθους των ανθρώπων. ο Ξενοφών είχε λάβει γράµµα από το φίλο του στρατηγό Πρόξενο. Έτσι συζητούσαν οι δυό τους τούτη την ευλογηµένη ώρα. γέµισε γλύκα τη σιωπή της πλάσης. που είναι θεωρία ανάξια για τη µεγάλη σου ψυχή.λίγο. όπου η φιλοσοφία έδιωχνε κάθε µέριµνα κι' έστρεφε ∆άσκαλο και µαθητή να εξετάζουν πρωτάκουστες ιδέες. λέγε µου. Και να τώρα που γύρισε ο Ξενοφών µε την απάντηση του Απόλλωνα. που τα έλουσε πρίν νυχτώση. πάντα πρόθυµος για περιπέτειες. τι ρώτησες το Θεό και τι σε συµβούλεψε». Μα ο Ξενοφών.καταντήσαµε οχλοκρατία. Μόλις γύρισε από τους ∆ελφούς και σ' αναζητά ». » —« Όχι. επέµενε να πάη. Μιά χρυσόσκονη σκέπαζε τα βουνά της Αττικής και το µενεξελί χρώµα. αν δεν εξισώσης. που ο Σωκράτης δεν κρατήθηκε να του φωνάξη : —« Μέσ' από τις τρύπες του ρούχου. τη χαλάσαµε. Υστερα πιστεύεις στην κοινοκτηµοσύνη. θα θεωρείτο προδότης. γιατί ο Κύρος. Ειδάλλως. —«Έλα. αυτό το ταπεινό ένστικτο που δυναστεύει τον κόσµο ».. µε την επιθυµία να γνωρίση ξένους λαούς και τον πασίγνωστο τότε στον ελληνισµό Κύρο. η αρπαχτική ανθρώπινη φύση. Μα τώρα η πείρα µας έπεισε. αφού µοιράσης τα πάντα. Η µεγάλη ζέστη είχε περάσει. που κουνούσε κάπως τα φυλλώµατα. που τα πουλιά σταµάτησαν τα τιτιβίσµατα τους. µε το αιώνιο ταγάρι και τη µαγκούρα του. Τον Ξενοφώντα. Τόσο τρύπιο ήταν το ιµάτιο του. πρίν. λίγες εβδοµάδες πρίν. ρώτησε : —« Μαντεύεις ποιόν σου φέρνω. Πραγµατικά. » Ο ∆άσκαλος είπε δίχως πεποίθηση : —« Το Φαίδρο µήπως . και τα σύννεφα στον ούρανό πήρανε ούγιες πορφυρές.. έγερνε να δύση. κατακόκκινος. παρουσιάστηκε στο ∆άσκαλο ο αριστοκράτης. όπως αργοσαλεύουν τα φύκια µέσα στο νερό. Γεµάτος σκόνη ακόµη από το ταξίδι.

όπως σε είχα ορµηνέψει. » —« Να θυσιάσω.. τους συνήθισε στο ραχάτι. Χρειάστηκε η δική του φρονιµάδα. ώστε τη θεώρησαν υπεύθυνη για τις ατυχίες: κι' έπαψαν να της έχουν εµπιστοσύνη. Ο Σωκράτης τόνε µάλωσε :—« Έπρεπε να ρωτήσης. κάµε τη θυσία που σου όρισαν οι Θεοί και πήγαινε στο καλό. φάνηκε πόσο κρίσιµη έµενε η κατάσταση. αφού έφερε πίσω τη ∆ηµοκρατία. * Ορθά έσπρωξε το ένστικτο τον Ξενοφώντα να πάη στις Σάρδεις. —« Τότε. Η αργία των χωριατών. που περιέγραψε στήν «Κύρου Ανάβαση». πρίν φύγω. γι' αυτό θέλησες να µάθης µονάχα πως θάκανες το ταξίδι ασφαλέστερα. Τι σου αποκρίθηκε το Μαντείο . συζητώντας τις παράδοξες ιδέες του Πλάτωνος. για να µού βγη σε καλό αυτό το ταξίδι». µε την ευχή µου. κάθησαν ακόµα. Έτσι έβλεπες πολίτες που τους σκοτώθηκαν συγγενείς των να ζουν ειρηνικά µε τους δήµιους.Σωκράτης. εδώ και δώδεκα χρόνια. Ψήφισε νόµο να µή ζητηθούν ευθύνες από κανέναν και πέτυχε τούτο το δύσκολο : να κάνη το παράφορο πλήθος να ξεχάση και να συχωρέση. —« Γύρεψα να µού πη το Μαντείο σε ποιόν Θεό να ευχηθώ.. για να µή γίνη κατάχρηση της νίκης. άλλοτε για να στρατευτούν. ο . άλλους που έχασαν την περιουσία τους να οµονοιάζουν µε τους άρπαγες. τι ήταν καλύτερο : Να έπιχειρήσης το ταξίδι η όχι. τους έκανε ν' άποµάθουν τ' αγροτικά. Σταµάτησε τις εκδικήσεις. ∆εν µπορώ να σ' εµποδίσω . εκεί στη δροσιά. κάµποσην ώρα. στο ∆ία Σωτήρα ». Η ζωή έγινε δύσκολη κι' οι πολίτες ανυπόµονοι. Μα µόλις τέλειωσαν οι τελετές για το φίλιωµα. το Άστυ είχε πάθει. συµφιλίωσε τους αριστοκράτες µε το λαό κι' έδωσε τέλεια αµνηστία. ∆οξάστηκε µε την «Κάθοδο των Μυρίων». πως αποφάσισες µόνος σου να πας. αποδείχτηκε σωστός πατέρας για την Αθήνα. έξ αίτιας του φανατισµού που κατάτρωγε τους Αθηναίους. Τον καιρό της ευτυχίας τόσο δεµένοι ήταν oι πολίτες µε την προστάτιδα θεά τους. πολλές συµφορές. Σπασµένο το εµπόριο κι' η παραγωγή. »* Και αφού είπαν αυτά. XXXI Από την καταστροφή της Σικελίας. Ξενοφών. Ένας λυρικός ποιητής. εξακολούθησε ο Σωκράτης. την Παρθένα. µα τώρα ο Θρασύβουλος. Είναι φανερό. άλλοτε για να πολιορκηθούν.

Και ξέρεις γιατί τόκανε . για να παρακολουθήσουν τη συζήτηση. αποκρίθηκε ο Σωκράτης. Ο εγγαστρίµυθος Ευρυκλής µάζευε γύρω του ολόκληρο πλήθος. χωρίς ελπίδα πως η θυσία του θ' αναγνωριζόταν όσο ζούσε. τον αδιάντροπο φτωχό. —« Κακολογάς τη δίαιτα µου. ενώ παραµελεί το σπίτι του ». που. » —« Τι να πώ . Μιά µέρα στην αγορά άναψε φωτιά κι' έρριξε µέσα ξύλινο ξόανο φωνάζοντας : «Αν είσαι θεϊκό. Κριτίας. σβήσε τη φωτιά! » Μα. να σε χτυπάη. Και τριγύριζε καταφρονεµένος εξ αιτίας της αφοσίωσης πούδειχνε σ' ένα µεγάλο ιδανικό. Εκτός από το Σωκράτη κανένας άλλος δεν προσπαθούσε να διορθώση τη ζηµιά που έκανε η αθεΐα. τόσο παρασύρθηκε από την αµφιβολία. στάθηκαν όµως ανίκανοι να την ακολουθήσουν και ξαναγύρισαν στις αδυναµίες τους. χωρίς αιτία. Ζης χειρότερα από δούλο και µαθαίνεις τους νέους να περιφρονούν τον παρά. µα ξεχνάς πως. Αλλωστε οι ∆ηµοκρατικοί. µα ο Σωκράτης ένιωθε πως. τον Αδωνι από τη Συρία. από τη Μικρασία το Σαβάζιο. Ο φιλόσοφος τον κοίταξε και. . Οι Αθηναίοι αντιπάθησαν το Σωκράτη ακριβώς επειδή θαύµασαν τη διδαχή του. Μόνος του έτρεχε από την αγορά στις στοές κι' από τις στοές στα γυµναστήρια. δεν είχανε γερή φιλοσοφική κατάρτιση . Μήπως οι τρεις αρχηγοί των ολιγαρχικών.∆ιαγόρας. µα κάθε µέρα µιαν απόδειξη έπαιρνε : Πώς δε γινόταν πιο αχάριστο έργο από το να ελέγχη τους Αθηναίους. ένας φανατικός δηµοκράτης τον πλησίασε και. να στηλώση την περιφρονηµένη ηθική. Γέµισε το Άστυ δεισιδαιµονίες. όσες τους έφερε η θάλασσα. εχθρεύονταν τη φιλοσοφία. Αν σε κλωτσούσε γαϊδούρι. τόνε ρώτησε : —« Έφαγες κλωτσιά και δεν είπες λέξη . που είδε τούτη τη σκηνή. χάσκοντας. » —« Όχι βέβαια. τούδωσε µια κλωτσιά. Ο ποιητής Εύπολις στην κωµωδία του « Βάπτες » έγραψε : « Μισώ το Σωκράτη. θα του ανταπόδινες την κλωτσιά . όχι ζώο. γιατί τη θεωρούσαν προνόµιο αριστοκρατικό. δεν µπόρεσαν οι Αθηναίοι να ζούνε δίχως θρησκεία κι' άρχισαν να λατρεύουν ξένες θεότητες. παράδοξες θεότητες γεµάτες αλλόκοτα µυστήρια. χωρίς αµοιβή. Μερικοί τους πλησίασαν. Ξόδευε τη ζωή του για τους κατοπινούς ανθρώπους. εξακολούθησε ειρωνικά ο Αντιφών. τον παρά. που διοικούσαν τώρα την πόλη. από τη Θράκη τη Μεγάλη Θεά. κούνησε το κεφάλι κι' εξακολούθησε το δρόµο του. Μιά µέρα που βάδιζε ο Σωκράτης κατά την Ποικίλη Στοά. Ο σοφιστής Αντιφών. άκουγε να µιλά κάποιος αόρατος τάχα προφήτης. εκτελούσε έργο χρήσιµο µελλοντικά. άλλοτε µεγάλος υµνητής της Αθηνάς. κι' αν περιφρόνησαν την παλιά τους πίστη. Θηραµένης και Χαρικλής. Η προσπάθεια του ήτανε παράλογη σε µιαν αδιάφορη πόλη. τον πατέρα της χαράς ». καθώς ο άγνωστος αποµακρυνόταν άφωνος. Έπειδή κατάντησες δάσκαλος της δυστυχίας. αποκρίθηκε ο φιλόσοφος. αλλά είδα άνθρωπο. που σε όλ' ανακατώνεται. ώστε µεταβλήθηκε σε άθεο. όσο κι' αν δεν έκανε τίποτα για το παρόν. Ακάθαρτοι αγύρτες τριγύριζαν τώρα τα σπίτια και σύναζαν παράδες προσφέροντας χαϊµαλιά.

ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Όµως εγώ νοµίζω. » —« Τού Τιµόθεου. ∆ε ζητάς.όποιος τρώει µ' όρεξη.» Ο φιλόσοφος γύρισε και πρόσεξε το παιδί. κι' όποιος διψάει. πως η διδαχή σου έχη κάποιαν αξία. µικρέ . Και σήµερα. εξακολούθησε να τον πειράζη :—« Αν νόµιζες. που κάθε τόσο κάτι σας λείπει. θα ζητούσες πληρωµή. —« Τίνος γιος είσαι . πίνει ευχάριστα νερό. όσο έβλεπε να πυκνώνη γύρω του το πλήθος. επειδή καλύτερα βοηθώ την πόλη φροντίζοντας ν' ασχολούνται µ' αυτήν όσο το δυνατό περισσότεροι. Κι' αν δεν είµαι σκλάβος της κοιλίας µου και της λαγνείας. να πιστεύης. και περπατώ ξυπόλητος. Κι' ο Αντιφών : —« Ακουσα πως τους σπρώχνεις στην πολιτική. δεν έχει ανάγκη από πλούσια φαγητά.. ότι το να µην έχης ανάγκη από τίποτα είναι δώρο του Θεού ». Όσο δυνατός κι' αν ήταν ο Αντιφών στη σοφιστική. Αντιφών. Ο φιλόσοφος απάντησε : —« Άµα ξεδιακρίνω κανέναν έφηβο να είναι ξυπνός. Ναί. » —« Τίποτα. πήρε το χέρι του και τόνε ρώτησε : —« Έσύ 'σαι ο Σωκράτης . του δερµατά ». Καθώς έκανε ν' άποτραβηχτή κι' ο Σωκράτης. παρά αν ανακατευόµουν µοναχός µου ». πως ο πατέρας του επιµένει να του µάθη τη . πάει να πη πως έχω άλλα πράµατα. τον πλησίασε. γιατί δε µε πειράζει µήτε κρύο µήτε ζέστη. Σωκράτη. του απάντησε ο Σωκράτης. » —« Γίνεται. πως ζούνε φτωχικά. έχω ένα µόνο ρούχο χειµώνα . πως όσα πράµατα µαθαίνεις στους νέους. Μα γίνεται να τους κάνης ικανούς να διοικήσουν. δεν αξίζουν τίποτα ». αφού ποτέ σου δεν ανακατεύτηκες µε την πολιτική . Έγώ που άσκήθηκα στη λιτότητα είµ' ευτυχέστερος από σας.. αµέσως αρχίζω να τόνε δασκαλεύω και για τα µαθήµατα µου πληρώνοµαι πανάκριβα—ξέρεις πως . από κείνα τα τετραπέρατα µεσογειακά αλητάκια. σταµάτησε τη φιλονικία. επειδή δε µ' ένοχλούν οι πέτρες. Έξήγησε πως έχουνε µαγαζί κοντά στο Θησείο. µόλις κατάλαβε πως οι ακροατές διασκέδαζαν ν' άκούνε να του ξεγλιστρά ο φιλόσοφος. πιο σηµαντικά. Με τη φιλία των µαθητών µου ». Είδε τα λαµπερά του µάτια και τα κανονικά χαρακτηριστικά του. » —« Ιφικράτη ». ποτέ του δεν µπόρεσε να τα βγάλη πέρα σε δηµόσια συζήτηση µε το Σωκράτη. —« Πώς σε λέν.καλοκαίρι. στο νού µου. πως ευτυχία είναι η πολυτέλεια. Μ' αρέσει να σ' ακούω . Τι θέλεις . » —« Ναί. Φαίνεσαι. γιατί ξέρεις. Ο σοφιστής.

» —« Στρατηγός!» —« Τόσο νέος και διαµιάς στρατηγός . Η κωµωδία δεν ήταν ικανή να διορθώση το Άστυ. Ο Σωκράτης. » —« Μάλιστα.» Ο Σωκράτης τούδειξε τον έναν. είπε ο Σωκράτης. οδήγησε τ' αγόρι σε υπαίθριον αγώνα κοκκοροµαχίας : —« Άφού θέλεις να γίνης στρατηγός. * Κόρδακα. κι' ύστερα του δαχτυλόδειξε τον άλλον. —« Τι σκοπεύεις να γίνης. Ωρες κάθοµαι και συλλογιέµαι. και γίνης στ' αλήθεια στρατηγός. —« Σαν αντρωθής. πως θα φτιάσω στρατό και τι µάχες θα δώσω. Τι να µάθω από τους κοκκόρους. δίνω µάχες µε χιλιάδες στρατιώτες.. Σπουδαίο επάγγελµα. του είπε. Ο µικρός έσφιγγε το χέρι του φιλόσοφου από φόβο µήπως τόνε χάση. Κάποιος χορηγός έκανε µέσα δοκιµές κωµωδίας κι' ο Σωκράτης σταµάτησε ν' ακούση µερικά από τ' αστεία. απάντησε ο µικρός. γυροφέρνοντας την Ακρόπολη. Κάτω από το λόφο των Μουσών γινόταν πανηγύρι. το «ρόκ εντ ρολ» των αρχαίων. Να κι' η µουσική που παρασύρθηκε από τ' ορµητικό ρέµα του µοντερνισµού.» Βάδιζαν τον ανήφορο. πάντ' άναθυµόταν τα λόγια του Σωκράτη.βυρσοδεψία. Ο απολλώνιος ρυθµός της. που από την αγορά οδηγούσε. Σέ λίγο άκουσε από το θέατρο αυλούς και νταούλια να παίζουν µε θόρυβο έναν έξαλλο χορό*. η θέληση της νίκης ». προς το θέατρο του ∆ιονύσου. τον πιο µεγαλόσωµο. που µαστίγωναν τις παρανοµίες των πολιτικών. που έδειχνε κατάπτωση. Ιφικράτη . κοίτα τούτους τους δυό πετεινούς που παλεύουν». να θυµάσαι. —« Έγώ.. αντηχούσε τώρα τόσο παλαβά. που όσο µπόι τούλειπε. . Το απλό τούτο µάθηµα δεν το ξέχασε ο Ιφικράτης. µα αυτός δεν το θέλει. που δεν έµοιαζε θαρρετός. Κάτι σοβαρότερο έπρεπε να βρεθή. το σηµερινό θέαµα που σούδειξα. τούτη η αγαθή ψυχούλα που τον ακολουθούσε γέµισε το φιλόσοφο µ' αίσθηµα γαλήνης. Μετά από την προστυχιά του άνθρωπου που τον κλώτσησε και την κακία του Αντιφώντα. Εκεί άφησε ο φιλόσοφος το αλητάκι και τράβηξε µονάχος την κατηφόρα ίσαµε το θέατρο του ∆ιονύσου. τόσο κουράγιο είχε κι' ολοένα ριχνόταν µε πείσµα στο µεγάλο. Συλλογίστηκε πως σωστά τα λέει ο άγνωστος ποιητής. παρά η ψυχή. Έµοιαζε περήφανος ότι µιλούσε σε διάσηµο πολίτη. ώσπου τόνε νίκησε. Μην ξεχάσης ποτέ πως δε νικά το πλήθος. πρίν από κάθε µάχη. κι' όταν αργότερα έγινε διάσηµος πολέµαρχος που νίκησε τη Σπάρτη. σοβαρός άλλοτε. µόνο που δεν κατάφερνε τίποτ' άλλο παρά να καθρεφτίζη πιστά το κατάντηµα των Αθηναίων.

που γέµισαν από την πηγή Καλλιρόη. να δείξω στα πλάσµατα Σου το δρόµο τους. Άπό τούτη τήν εσωτερική πηγή κάθε ατόµου ξεκινά το µεγαλείο των κρατών. το δικό Σου δρόµο. Οι βρύσες σχεδόν στερεύανε κι' οι γυναΐκ&ς κάθονταν ώρες. ικανή να λύση τα συνηθισµένα κι' όµως τόσο στενόχωρα προβλήµατα της καθηµερινής ζωής. άλλαξε το κέφι του κι' είδαν οι Αθηναίοι µπροστά τους εκείνον τον αιώνιο. Πρόσεξε τότε γυναίκες που κατέβαιναν ιόν ίδιο κατήφορο µαζί του. αλλά και συµπάθεια. για να µάσουν λίγους κόµπους νερό. Το αντίκρυσµα απ' αυτά τα δύστυχα πλάσµατα. Μέλητος τ' . ∆ίπλα του πέρασε µέσα σε σύννεφο σκόνη άρµα. σπουδαίο µαθηµατικό. θεµελιωτή της θεωρίας των ασύµµετρων. και σκλάβους να κοπανάν το µέταλλο. γυναίκες και σκλάβους. τον ξανάφεραν πίσω στην παλιά µανία του. ΧΧΧΙΙ Ένα πρωί του Απρίλη το 399 π.Χ. Έπρεπε αυτός να ξεχωρίση τι είχε οριστικά πεθάνει από τα παλιά. Αν και µοναχικός τύπος. Σταµάτησε ο Σωκράτης τα βήµατα του. να διώξη το κακό από τον κόσµο. µε µάτια που τα πληµµύριζε αγαθότητα. Απλά λόγια γι' απλούς ανθρώπους. για ν άγκαλιάση ο.Ο παλιός κόσµος γκρεµίζεται. σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό κι' ευχήθηκε : —« ∆ώσε µου δύναµη. Από την ψυχή αρχίζει η βελτίωση. σκέφτηκε ο Σωκράτης. Ένιωθε. τον άσκηµο Σωκράτη. Έργο δικό του είναι να βρή απλή κατήχηση. Τίποτα αφηρηµένο. Θεέ µου. πόσο απελπιστικά µέτρια είν' η ανθρωπότητα. τον πλησίασε κάποιος νεαρός ποιητής. δεν µπορούσε να ζήση έξω από την πολυκοσµία. όµως η τόση ταπεινότητα της. Το τριγύρισµα της άγορας ήταν γι' αυτόν πράξη αλληλεγγύης. ∆εξιά του ο Σωκράτης είδε καµίνι χαλκιά. γέµιζε ο νους του θλίψη. Κάθε καλοκαίρι η Αθήνα υπόφερε από λειψυδρία. τα γεµάτα βάσανα. και διάκοψε τους λογισµούς του Σωκράτη. Σαν έµενε µόνος και συλλογιζόταν τους θνητούς.τι σωστό αναφαινόταν και να το µεταδώση στους πολίτες. κάθε αλλαγή γίνεται προς το χειρότερο και κείνο πού όνοµάζοµε « πρόοδο » δεν είναι παρά τυφλή πορεία προς το άγνωστο. αυτός ο ξυπνός κατάσκοπος της ζωής. µε στάµνες νερό στον ώµο. Είπε κι' εξακολούθησε να βαδίζη προς την αγορά. που δεν µπορεί να είναι παρά δικαιοσύνη κι' αγάπη ». γεννούσε στην ψυχή του συµπόνια. να φέγγη κατακόκκινο µέσα στη σκοτεινιά του χαµηλού εργαστηρίου. την ώρα που συζητούσε στην αγορά ο Σωκράτης περί επιστήµης µε το Θεαίτητο.. αντί να τον άπελπίζη. Άγάπαγε τ' αδύνατα πλάσµατα. που τ' οδηγούσε κάποιο πλουσιόπαιδο. χαµογελαστόν. απλό σαν παιδί. Και να! µόλις έφτασε στην αγορά κι' άντίκρυσε το λαό.

Οι φίλοι του ανησύχησαν. Αυτός είχε αποκτήσει µεγάλο κύρος στο Άστυ. Ο Ανυτος. —« Μη σκοτίζεσαι. όταν έδειρε Σπαρτιάτη οπλίτη. ταπεινής καταγωγής.όνοµα. Ο Σωκράτης τον κοίταξε µε απορία. είπε του Σωκράτη µε την ψιλή φωνή του : —« Μάθε. όπως τον πίεζε ο πατέρας του. για τον άνθρωπο που εκτιµούσε στην Αθήνα περισσότερο κι' από τους καλύτερους. σε συζήτηση. επειδή δε δέχτηκε να πληρωθή από το φτωχό δηµόσιο ταµείο για τα µεγάλα κτήµατα που του δήµευσαν οι Τριάκοντα Τύραννοι. τον Ανθεµίωνα. που κουβαλούσε µαζί. όταν είδαν πως τη µήνυση του Μέλητου την είχαν προσυπογράψει ο Άνυτος και ο Λύκων. να σε καταγγείλω στον Αρχοντα . Κάποτε. Τόν Μέλητο τόνε θεωρούσαν όλοι ασήµαντο. που µε την αξία του ανέβασε την οικογένεια στην τάξη των ιππέων. Σέ καλώ µετά τέσσερες µέρες. τον ησύχασε ο Σωκράτης. Καί λές πως το κακό το κάνω µε τη θέληση µου . στραβή µύτη. εισάγεις νέα δαιµόνια και διαφθείρεις τους νέους. Στενοκέφαλος. αφότου σύχναζε στον κύκλο του Σωκράτη.. Μα όλα αυτά θα τα πούµε στον Αρχοντα. που τους καθοδηγούσε ο Άνυτος. µε µαλλιά σα γουρουνότριχες. αρνήθηκε να διευθύνη το βυρσοδεψείο τους. Ο Λύκων µισούσε το Σωκράτη. που παλινόρθωσε τη ∆ηµοκρατία. για να όρίση δίκη ». την αριστοκρατία. » —« Βεβαιότατα. Σ' όλων τα στόµατα ήταν η δίκη του Σωκράτη. Ο Θεαίτητος σάστισε ν' άκούση µια τόσο βαρειά κατηγορία. και προτίµησε να µείνη χασοµέρης διανοούµενος. γιατί τόνε πίστευε φιλολάκωνα. το Άστυ βρήκε τροφή για την περιέργεια του. Μέλητε . ξυπνός ως ήταν. που τους αντιπροσώπευε ο Λύκων. πως τώρα πηγαίνω στη Βασίλειο Στοά. Πολύ πιο επικίνδυνος ήταν ο Ανυτος. Μα έλα τώρα να συνεχίσουµε την ερευνά µας . Χόλιαζε να τον ακούη να λέη : . ο φιλόσοφος τον είχε ξετινάξει µπροστά σε κόσµο κι' ο δηµαγωγός του το φύλαγε.Βασιλιά πως ασεβείς προς τους Θεούς. αραιό γενάκι. —« Τι λές. και µπροστά σε δυο µάρτυρες. συναρχηγός του Θρασύβουλου στην επανάσταση του 404. Μην άµελήσης να είσαι κει την ορισµένη ώρα ». Αυτός ο τελευταίος ήταν µέτριος σοφιστής. σε πολλούς έγινα µε την κριτική µου αντιπαθητικός.. τέτοιαν ώρα. Είχε προηγούµενα µε το Σωκράτη. Ζητάω ποινή θανάτου. από πατέρα πλουσιότατο βυρσοδέψη.» Και χωρίς να δώση σηµασία στην καταγγελία. που επηρέαζε τους φτωχούς. ήταν όµως και πατέρας εκείνου του περίφηµου Ολυµπιονίκη Αυτόλυκου. εξακολούθησε τη συζήτηση. Τέλος ο Ανυτος δεν έστεργε να βλέπη το φιλόσοφο να µιλά µε περιφρόνηση για τη ∆ηµοκρατία. και των προοδευτικών. Σύ τόσο νέος κατάλαβες κιόλας όσα καταγγέλλεις . να βρεθούµε στον Αρχοντα. Είπε κι' έφυγε µε τους µάρτυρες του. απολάβαινε υπόληψη εξαιρετική. Μόλις όµως καταγράφηκε η µήνυση στη Βασίλειο Στοά. που θανάτωσαν οι Τριάκοντα Τύραννοι. Υστερα ο γιός του Ανυτου. τους φόβιζε όµως η ένωση µαζί του των θρησκόληπτων και δηµοκρατικών.

ακατάλληλος για φιλόσοφο. γιορτή της Αρτέµιδος. ο φηµισµένος συνήγορος της εποχής ρήτορας Λυσίας. η το γιατρέ που θα σας γιατρέψη. µα ο Σωκράτης εξακολουθούσε να πηγαίνη στην Αγορά και στα γυµναστήρια. Ένώ ποτέ δε θα έµπιστευθήτε στην Τύχη να ορίση τον πιλότο ενός πλοίου. Κείνο το µαγιάτικο πρωί ο Σωκράτης το πέρασε στήν Αγορά και τ' άπόγεµα µε τους µαθητές του. τώρα άρχιζε η τραγωδία της δίκης. ενώ η Ξανθίππη δεν είχε κλείσει µάτι. . έβαλε τα σαντάλια του Σίµωνα κι' αστειεύτηκε µε τον Απολλόδωρο για τις ανησυχίες του. Μόλις ξεκίνησαν από το σπίτι. λές και δεν υπήρχε κανένας φόβος. µα δυο φορές το ∆αιµόνιο µ' εµπόδισε. Με την ένωση των εχθρών του άρχιζε για το Σωκράτη πολυµέτωπος αγώνας. Όταν ξύπνησε. Έκείνος αρνήθηκε να τη δεχτή. . ίσως να θέλη να πεθάνω. πανάρχαιη γιορτή καθιερωµένη από το µυθικό Θησέα.. για να ταράξη ο θάνατος µου τους: ανθρώπους.—« Είναι τρέλα να επιτρέπεται στη ∆ηµοκρατία να έκλέγη τους άρχοντες της µε κλήρο.» Λίγες µέρες πριν από τη δίκη. τι θέλει ο Θεός. κεφάτος κι' αµέριµνος. Ο αφοσιωµένος µαθητής του Ερµογένης τον εξόρκιζε να µήν αψηφά τον κίνδυνο και να ετοιµάζεται για τη µεγάλη δοκιµασία. έφερε στο Σωκράτη έτοιµη απολογία.. είπε του Λυσία. που θα πήγαινε τη θεωρία στη ∆ήλο. που έκανε τους µαθητές του να τροµάζουν. Ο Θεός µε σπρώχνει να παρουσιαστώ απαράσκευος—δεν ξέρω γιατί. µα εγώ δεν µπορώ να τα πώ. Πρέπει να φροντίσης από τώρα τι θα πής». παραµονή της δίκης. Ο λόγος που έγραψες είναι δικανικός. οι µέρες περνούσαν. Γαληνεµένη ψυχή. φόρεσε καθαρό ρούχο. —«Ώραία τα παρουσιάζεις. πάντα κι' οµιλητικός. ώστε να προσέξουν τη διδαχή µου. —« Θα σου ξοµολογηθώ κάτι.. εν τούτοις αφήνετε τον κλήρο να σας βρή τους άρχοντες. που θα τον αθώωνε. Πόσες φορές καταδίκασαν αθώους που απολογήθηκαν αδέξια . µα τους έδιωξε κι' αποκοιµήθηκε τον ύπνο του δικαίου. Η δίκη του είχεν οριστη για τις 21 Μαΐου. Ακόµα δεν κατάλαβα.. Τίποτα δεν άλλαξε από τη ζωή του.. Εγώ θα µιλήσω στους δικαστές µε απλά λόγια. συζήτησε διάφορα ζητήµατα κι' η ειρωνεία του δεν ήτανε ποτέ πιο τσουχτερή. συγκεντρώθηκε καθώς συνήθιζε και . έτσι όπως συνήθισα να έλαφρολογώ στην αγορά ». Κάτω στο λιµανάκι της Μουνυχίας στολιζόταν το ιερό πλοίο. Μα τα χωρατά είχανε τελειώσει. —« Τα ξέρεις τ' Άθηνέικα δικαστήρια. πρόσταξε να προχωρήσουν οι άλλοι κι' αυτός κοντοστάθηκε στην εξώπορτα. ∆υό φορές σκέφθηκα να ετοιµαστώ για τη δίκη. 20 Μαΐου. Θέλησαν οι µαθητές να µείνουν τη νύχτα κοντά του. Ηρεµος όπως. Ωστόσο ο ίδιος αδιαφορούσε. σαν ανάµνηση για την κατάργηση της ανθρωποθυσίας στην Ελλάδα. έλεγε. του αποκρίθηκε ο φιλόσοφος. Ξηµερώµατα γύρισαν οι φίλοι και τόνε βρήκαν ακόµα να κοιµάται. αυτός που στο « Φαίδρο » ονοµάζεται από τον Πλάτωνα « δεινότατος γράφειν ». που ίσια .ίσια τα δικά τους λάθη µπορεί να φέρουν καταστροφή ».

δεν έκανε σπουδαία εντύπωση. Μίλησε και για τ' ακατανόητο. που κλόνιζε τα θεµέλια της πολιτείας. ώστε ήταν εύκολα πιστευτή κάθε συκοφαντία ασέβειας. Ο Μέλητος ανέβηκε στο Βήµα ταραγµένος. Αυτός έχει τη δύναµη να κρίνη τη δίκη ». Ο λαουτζίκος στριµωχνόταν πέρ' από το κιγκλίδωµα. σήµερα µάλιστα σε µεγάλη πύκνα. που θα γινόταν η κλήρωση των ∆ικαστών. Αφού έγινε η κλήρωση. Μετά την αποτυχία του Μέλητου η θέση του φαινότανε δύσκολη. Μα η µυστική φωνή σώπαινε. Στο βάθος της Ηλιαίας έστεκε ψηλή έδρα του Προέδρου και δίπλα της ξύλινοι πάγκοι για τους δικαστές. Ο Αρχοντας . Όνόµασε το φιλόσοφο « Χαλαστή ». πως κάθε κλήρωση ο κατηγορούµενος τη θεωρούσε πράξη ηλίθια. που έστεκε δίπλα του : —« Θά τη γλυτώση ο ∆άσκαλος. Τούτη η φράση επηρέασε τους δικαστές ψυχολογικά. που τον κάλεσε ο Πρόεδρος να µιλήση. γιατί η διαδικασία έπρεπε να πάη γρήγορα. Πραγµατικά. Αποκάλεσε το Σωκράτη « µισόδηµο ». ανέβηκε σοβαρός στην έδρα του. πως ο κατηγορούµενος ήτανε φοβερός στα λόγια κι' έπρεπε το δικαστήριο να δυσπιστήση σ' ο. Κι' όταν µνηµόνεψε . χώρο ανοιχτό. σηµάδι πως δεν είχε αλλάξει γνώµη. για το πείσµα του να καταλαλή τη ∆ηµοκρατία. για να παρακολουθήση τη δίκη του πασίγνωστου Σωκράτη. απαγγέλθηκε προσευχή κι' ο γραµµατέας διάβασε την καταγγελία. —« Περίµενε. θα πλήρωνε βαρύ πρόστιµο. που το αποτελούσαν πεντακόσιοι κάθε λογής πολίτες. Πήγαν όλοι µαζί στην Αγορά. γεωργοί. Αρχισε να λέη. όλων τα βλέµµατα στράφηκαν τώρα προς τον Άνυτο. Τότε ο Πρόεδρος κάλεσε το Μέλητο να µαρτυρήση. Στη µέση έβλεπες ένα µαρµάρινο τραπέζι µε δυο αµφορείς (κάλπες για την ψηφοφορία ) κι' εµπρός κάθονταν κατήγοροι και κατηγορούµενος. Αν δεν κατάφερνε να καταδικάση το Σωκράτη. µέγα λαϊκό ορκωτό δικαστήριο. έναν ανοιχτό χώρο. όσο πιο σύντοµα µπορούσε. αριστοκράτες. δίπλα στήν Αγορά. φορώντας στεφάνι. Τ' αδικήµατα της ασέβειας τα εξέταζε η Ηλιαία. παρά δίκαζε ο ίδιος ο λαός.προσπάθησε να κοινωνήση µε το ∆αιµόνιο. το αιρετικό ∆αιµόνιο του. γιατί oι Έλληνες ποτέ δε δίκαζαν µέσα σε µέγαρα. ν' ακούσης τον Άνυτο. που επί τριάντα χρόνια χύνει ύπουλα το δηλητήριο του εναντίο των Θεών του Ολύµπου. απάντησε ο Αντισθένης.Βασιλιάς. Η αγόρευση του Μέλητου. συνεπώς και το σηµερνό ∆ικαστήριο —που ορίστηκε µε κλήρο—το περιφρονούσε. ειπωµένη µε άνοστη φωνή. Θύµισε στους Ηλιαστές. Έγειρε ο Πλάτων κι' είπε χαρούµενος στον Αντισθένη. τράβηξε ο κόσµος προς την Ηλιαία. για να µή βρεθούνε τίµιοι πολίτες κάτω από την ίδια στέγη µε κακοποιούς. βιοτέχνες. Ο Μέλητος αποδείχτηκε τέτοιος που είναι—κούφιος ». Στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν µόνιµοι δικαστές.τι πή τέτοιος λαοπλάνος. Έρριξε το βάρος της κατηγορίας του στην ασέβεια του Σωκράτη. αλλά ήξερε ν' άγορεύη κι' είχε πείρα από πολιτικούς αγώνες. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ιερά βιβλία. ∆ιάταξε να γίνη η κανονική θυσία. ώστε η απόφαση να εκδοθή πριν δύση ο ήλιος.

Σούσουρο ακούστηκε. Επέµεινε πολύ στο κακό που προξενεί ο Σωκράτης διαφθείροντας τους νέους. ∆υστυχώς ο Χαιρεφών πέθανε πέρσι. κολληµένοι στ' αγαθά. επειδή τους περισσότερους τους είχε µαλώσει στην Αγορά και δεν τους λογάριαζε.το κακό που έκαναν στο Άστυ Κριτίας και Αλκιβιάδης. θεοκατάρατες ιδέες. Μα οι συµπολίτες του. Ο Σωκράτης συνεχίζοντας ξεκαθάρισε αµέσως. δε φάνηκαν πρόθυµοι ν' ακολουθήσουν βίο ασκητικότερο. προχώρησε ο φιλόσοφος και µε ήρεµη φωνή άρχισε την απολογία του. µα εδώ είναι παρών ο αδερφός του. πως πολλοί Ηλιαστές είχαν παιδιά ποτισµένα νέες. Ο παλιός µου φίλος Χαιρεφών. « µια και κάθισαν στο σκαµνί αυτό το επικίνδυνο άτοµο. να τους αναγκάση να ζήσουν ανώτερη ζωή. Μάρτυρα της σοφίας µου. µε απλότητα. ότι τάχα τους έκανε καλύτερους από τους γονιούς και τους παρακινούσε ν' αψηφάνε τους πατεράδες. όταν ονόµασε το Σωκράτη «άθεο φυσιολόγο ». άνθρωποι. φανατικούς εχθρούς του. πως το κύµα ασέβειας που σήκωσαν εκείνοι αυτός το πολέµησε. χρήµα και τιµές. οι ∆ικαστές διαµαρτυρήθηκαν. Επειδή. γιατί δε λέω µεγάλο λόγο. Χωρίς να περηφανεύεται ο Σωκράτης. προσπαθεί να τους πείση. Ανάφερε τους σοφιστές. το Σωκράτη. πως την εντολή για την αποστολή του την έλαβε από το Θεό. γιατί γνώριζε ο Άνυτος. κι εξήγησε. όπως πήγαινε στον πόλεµο. έχω το Μαντείο των ∆ελφών. Μικροί. Ο καλός του φίλος Κρίτων πρόφτασε να τον πιάση από το χέρι και να του ψιθυρίση : « Βάλε τα δυνατά σου να πείσης το ∆ικαστήριο. µόλις είπε αυτή φράση. εντολή να φωτίση τους ανθρώπους. Τέλειωσε µε την προτροπή. καθώς και της αποστολής µου. λές κι' ο φιλόσοφος µάντευε. επειδή φούσκωνε τα µυαλά των νέων. Τούτη η έλλειψη σεβασµού προς το ∆ικαστήριο έρριξε καινούργια κρυάδα. αλλά τους είπε « άνδρες Αθηναίοι». τους παρακάλεσε : —« Μη θορυβήτε. πως όσα του κατάκριναν οι κατήγοροι είν' όλα ψέµατα. στάθηκε βράχος κι' αγωνίστηκε να σταµατήση τις υλιστικές θεωρίες τους. ξεχείλιζαν σήµερα από το Βήµα. πως τούτο ήταν το κύκνειο . φανατικός ∆ηµοκρατικός που εξορίστηκε µαζί µε τούτον εδώ τον Άνυτο. Αθηναίοι. νοιάζονταν για τα µικρά. µε τη γνώση να τους όδηγήση προς την αρετή. να τόνε θανατώσουν ». Κατηγόρησε ύστερα το φιλόσοφο ότι κλόνιζε την οικογένεια εξευτελίζοντας την πατρική εξουσία. πήγε στους ∆ελφούς κι' από την Πυθία άκουσε πως κανένας δεν είναι σοφώτερός µου. όσο λιγοστή κι' αν είναι. απλώθηκε στην Ηλιαία η θύµηση από το παλιό πείραγµα του Αριστοφάνη στις «Νεφέλες» και δηµιούργησε αναταραχή. ∆εν προσφώνησε τους Ηλιαστές µε το « άνδρες δικασταί» όπως συνηθιζόταν. πρόθυµος να σας το βεβαιώση ». για το δικό σου και για το δικό µας καλό ». Όσα µε πόνο είχανε βλαστήσει στην ψυχή του Σωκράτη. Με σταθερό βήµα. µόλις σηκώθηκε ο φιλόσοφος ν' απολογηθή. Σύγκρινε τη ρητορική κερδοσκοπία εκείνων µε τη δική του « θεϊκή αποστολή ». δεν είχανε καµιά σχέση µαζί του. όχι για τα µεγάλα.

Ζητά ο φιλόσοφος να παρουσιαστούν µάρτυρες ν' αποδείξουν ότι διέφθειρε κι' έναν έστω νέον. ξεχνώντας τον κίνδυνο. συνέχισε : —«Την απολογία µου δεν την κάνω για χατίρι µου. Όσο περνα η ώρα. Όταν εξηγή. αδιαφορούσε αν θα θύµωναν οι κριτές του. —« Ο Σωκράτης πάει να καταδικάση τον εαυτό του. αναµορφωτής της συνείδησης. τη ζωή και το έργο του. Για να δικαιολόγηση γιατί δεν πολιτεύτηκε.άσµα του κι' έπρεπε να τα πή. Μόνον ο ρεαλιστής Κρίτων. αλλά να τον άκούνε µε προσοχή : —« Θά σας πώ τώρα κι' άλλα. Είναι συλλογίστηκε. Το σώµα µου γίνεται να το χαλάσετε. κοιτάζοντας µακριά. Αυτός εξουσιάζει τη δίκη. άµα είδε τους ∆ικαστές να µουρµουρίζουν. ήσυχα . δε θα βλάψετε µένα. που ίσως σας κάνουν να βάλετε τις φωνές. για να µην πέσετε στο σφάλµα να καταδικάσετε έναν αποσταλµένο των ∆ελφών ». έτσι κι' η ψυχή. οραµατίζεται το µέλλον. Από κατηγορούµενος καταντά σήµερα κατήγορος. Σε µια στιγµή θυµάται τη διαλεχτική του και µ' ερωταποκρίσεις µπλέκει το Μέλητο και τον κάνει να πη τ' αντίθετα απ' όσα ισχυριζόταν στην αγόρευση του. γεµάτος πεποίθηση πως ακολουθούσε σωστό δρόµο που του είχεν ορίσει ο Πλάστης. Τα λόγια του βγαίνουν από τα βάθη της ψυχής του. τόνε θαυµάζουν παραπάνω από κάθε άλλη φορά. αλλά τον εαυτό σας. τους φάνηκε γίγαντας µπροστά σε τιποτένιους. Αν µε θανατώσετε. σώζει τον Μέλητο από την ντροπή. καταλύτης σ' ο. Ο Σωκράτης. Όπως ο Θεός δεν ταπεινώνεται. δεν . ούτε ο Άνυτος. που τους λέει πως δεν είναι σωστό να τον αποδοκιµάζουν. Ο Σωκράτης. Προτιµούσε ο πολύς κόσµος να διαφωνή µαζί του.τι δεν είν' αληθινό. παρά να µή συµφωνή ο ίδιος µε τον εαυτό του. κάνει άγρια κριτική της εκφυλισµένης ∆ηµοκρατίας. Αιώνες τόνε χωρίζουν από το παρόν. Πάλι θυµώνουν οι Ηλιαστές.ήσυχα. µα δεν παρουσιάζεται κανείς. τρελός». κατάλαβε πως αυτό ήτανε κακό σηµάδι. την ψυχή µου ποτέ. Γιατί εµένα ούτε ο Μέλητος. οπαδοί του Άνυτου. Παρουσιάζεται σαν άνθρωπος του µέλλοντος. µε την απολογία του. Εδώ στην Ηλιαία δε δικαζόταν ο Μέλητος ή ο Σωκράτης. πέρα. µιλάει σα θεόπνευστος Προφήτης. αν δεν τόνε λατρεύετε. αντί να έχουν απέναντι τους έναν ταπεινωµένο κατηγορούµενο. ∆εν πίστευε παρά σ' ο. βλέπουν έναν περήφανο Σωκράτη. παρά για το ∆ικαστήριο σας. σε τούτο το διατεθειµένο εναντίο του ∆ικαστήριο. τον Υµηττό. ούτε κανένας µπορεί να µε βλάψη. συνεχίζει. Με ανευλάβεια ο φιλόσοφος µισοκλείνοντας τα πονηρά του µάτια. που είναι θεϊκιά. που. τόσο γίνεται πιο επιθετικός. Όχι ο νους. Μα θόρυβος που σήκωσαν ∆ικαστές. Και τότε. ο χαρακτήρας του µιλάει. Μαθητές και φίλοι που τον ακούνε.τι τον καθοδηγούσε η δική του επίµονη έρευνα. παρά η στενοκεφαλιά και το µίσος απέναντι στη φώτιση και την αρετή.

αλλά επειδή προτιµώ ν' αντιµετωπίσω θαρρετά το θάνατο. τους είχαν γεµίσει θαυµασµό. Μόλις γύρισε στη θέση του. Και τώρα εύχοµαι η κρίση σας να είναι δίκαιη. απ' αυτούς που µεσολαβούν ανάµεσα Θεού και ανθρώπων. Αν µε σκοτώσετε. επιθύµησε να στεφανώση τη ζωή του µε θάνατο θεληµατικό. Αν από αγανάκτηση µε καταδικάσετε. Πετάχτηκε στο Βήµα και άρχισε : —« Εγώ. που εµπρός του καθόταν ο Σωκράτης. υψώνοντας λίγο τον τόνο της φωνής του.Βασιλιάς κήρυξε το τέλος της δίκης και κάλεσε τους Ηλιαστές να ψηφίσουν. έχετε ανωτερότητα. φροντίζοντας µε τ' αριστερό χέρι να σκεπάζουν το δεξί. δεν πρόκειται να τα φέρω να σας παρακαλέσουν. ελαφρότερη µάλιστα από τη δική µου. Καί.. υπήρχαν οι δυό αµφορείς. έπεσε µολαταύτα στα πόδια των ∆ικαστών κι' έβαλε τη γυναίκα του και τα παιδιά του να ικετεύουν µε δάκρυα για ν' αθωωθή. έτσι τέλειωσε την απολογία του ο Σωκράτης : —« Τώρα µπορεί κανένας από σας. παρά να κάνω πράξη που τη θεωρώ ταπεινή. δε θα βρήτε άλλον τέτοιον άνθρωπο. όταν δικαζόταν για κάποια παράβαση. ο άλλος ξύλινος. Την ψήφο που προτιµούσαν την έρριχναν στο χάλκινο αµφορέα. Αυτό δεν το κάνω από καταφρόνηση. την καταδικαστική τρύπια. την ψήφο που περίσσευε. Αυτά είχα να σας πώ. για να συµβουλεύη τον καθένα σας σαν πατέρας. έτρεξαν κοντά του φίλοι και µαθητές. Ο θάνατος. να θυµώση. Oι ∆ικαστές. µε την εποχή του. Ένας . Το θάρρος του. Ο σωστός δικαστής δεν κάθεται στην έδρα για να χαρίζεται πότε στον έναν και πότε στον άλλον. Στο µαρµάρινο τραπέζι.ένας oι δικαστές πήγαιναν στην έδρα του Προέδρου κι' έπαιρναν δυό ψήφους. ενώ εγώ. Ο Πλάτων δοκίµασε αυθόρµητα να συνηγορήση. κι' αποκαρδιωµένος. Όσοι. σήµερα όµως απόδειξε πως ήτανε δαίµονας. που τον προαισθάνθηκε νάρχεται. Ο Αρχοντας . πως τέτοια θεατρικά φερσίµατα τα σιχαίνεστε. την αθωωτική γεµάτη. λάµποντας ολόκληρος από περηφάνεια.ταπεινώνεται. για να είναι µυστική η ψηφοφορία.. κι' αν κακοπάθη. . αλλά για να ζυγιάζη το δίκαιο. µολονότι έχω τρία παιδιά. Αν λοιπόν µε παρακάλια σας έσπρωχνα να παραβήτε τον όρκο που έχετε δώσει. ο πρώτος χάλκινος. ο νεώτερος απ' όσους µίλησαν σήµερα. κατέβα κάτω! » Και τον ανάγκασαν να γυρίση στη θέση του. για το καλό το δικό µου αλλά και για το δικό σας ». το µεγάλο µήνυµα. Είδε πόσο µοιραία ήταν η σύγκρουση µε τους Αθηναίους. προσκολληµένον από έλεος Θεού στο Άστυ σας. είναι το ίδιο σαν να σας εδίδασκα πως δεν υπάρχει Θεός. του φώναξαν : « Κατέβα κάτω.» Η επέµβαση του σήκωσε θύελλα από ξεφωνητά. Σέ όλη του τη ζωή ο Σωκράτης θέλησε να παραµείνη ταπεινός πολίτης. Αθηναίοι. πρέπει µε την ψήφο σας να δείξετε. που είχανε κουραστη από το πρωί. η βεβαιότητα πως ο αγαθός είν' απρόσβλητος από χτυπήµατα της Μοίρας. τούδωσε ευκαιρία να χαρίση το τελευταίο του. η ζωή σας έπειτα θα είναι ένας ανόητος ύπνος ». αν ο ίδιος.

Το δικαστήριο δεν είχε δικαίωµα παρά να δεχτή ή του κατήγορου τη γνώµη. µόνο ποινή µπορούσε να προτείνη. . Θαύµα µού φαίνεται. αγωνιζόµουν να σας πείθω να µή φροντίζετε για χρήµατα και τιµές. άνθρωπος που έχει ανάγκη να ευκαιρή για να σας διορθώνη. Ακούστηκαν από παντού φωνές : —« Καλά τόνε λένε ξετσίπωτο ». Ο Σωκράτης είχε κριθή ένοχος. Ο Μέλητος σηκώθηκε κι' είπε τη δική του πρόταση : Θάνατος. Το δικαστήριο είδε στο πρόσωπο του Σωκράτη τον αδιόρθωτο ζεβζέκη. ο Μέλητος. Αθηναίοι. που σ' όλη µου τη ζωή.την πέταγαν στον ξύλινο αµφορέα και γύριζαν στη θέση τους. . ∆εν αδίκησα ποτέ µου κανέναν. Ανέβηκε στο Βήµα κι' άρχισε : —« ∆εν αγαναχτώ. κάτι καλό που να µού ταιριάζη : Να µε ταΐζετε στο Πρυτανείο »*. που µε καταδικάσατε. Όποιος καταδικαζόταν. Κάποιος συγγενής του Πλάτωνα.Βασιλιάς µε δυσκολία επέβαλε σιωπή κι' ο φιλόσοφος εξακολούθησε : —« Αυτό που πρότεινα δεν το είπα από αναίδεια. Τώρα το παληκαράκι. Τριάντα ψήφοι αν δίνονταν ακόµη αθωωτικοί. Το δικαστήριο φαινόταν πρόθυµο να τον εξορίση. µα εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. —« Να πιή το φαρµάκι ! » Ο Αρχοντας . θα ξέφευγα την καταδίκη. ξέσπασε ο θυµός των δικαστών. η του κατηγορούµενου. προσπαθούσαν οι φίλοι του Σωκράτη να µαντέψουν. Άπό κάθε σηµάδι. και καρδιοχτυπούσαν. ωσότου οι τέσσερες ψηφολέκτες ανάγγειλαν τ' αποτέλεσµα : Μετρήθηκαν 280 καταδικαστικές ψήφοι µε 220 αθωωτικές. προτείνει να µε θανατώσετε. µετά το θόρυβο που κάνατε όταν µιλούσα. ότι τόσοι ψήφισαν την αθώωσή µου. Μόλις ακούστηκε τούτη η φράση. Άφού είµαι φτωχός ευεργέτης της Πόλης. προτείνω. άντρες Αθηναίοι. ∆εν επιθυµούσε το θάνατο του. ν' απαλλαγή το Άστυ απ' αυτόν. του µήνυσε τι να ζητήση ο ∆άσκαλος του : Εξορία. Ποια ποινή µού αξίζει εµένα του άµυαλου. πως προχωρούσε η ψηφοφορία. παρά µόνο να γίνετε καλύτεροι . ώστε να µού άξίζη να πάθω κακό. * Εννοούσε το µέρος που τρέφανε δωρεάν τους ευεργέτες και τους Όλυµπιονίκες. δικαστής σήµερα. όπως το φέρσιµο των δικαστών. όχι αµοιβή. όπως έκανε σ' όλους όσοι συζητούσαν µαζί του. τον ήχο που κάναν πέφτοντας oι ψήφοι. Απόµενε τώρα να του οριστή ποινή. αντί να κοιτάζω τη δουλειά και το σπίτι µου. . Κάλεσε ο Πρόεδρος και το Σωκράτη. Αµέσως ο Πλάτων είπε του φιλόσοφου αυτή τη συµβουλή. που θέλησε να το γελοιοποίηση.

χολέρα. γιατί τούτο θα σήµαινε απείθεια προς το Θεό. να ζήσης κάπου ήσυχα. πως ο ανεξέταστος βίος είναι τιποτένιος. αλλά δεν έχω. το χάσιµο της θαλασσοκρατορίας. την ατίµωση της κατοχής. που ίσως σας βολεύει . που λεγόταν Σωκράτης. Ο Σωκράτης γύρευε ιδανική κυβέρνηση και. Οι νέες ιδέες τρόµαζαν το Άστυ κι' από µυωπία χτύπησε το µόνο άτοµο που οδηγούσε στη σωτηρία. επειδή η απόφαση της Ηλιαίας ήταν ανέκκλητη. ∆εν έχω χρήµατα. έµεινε απροσάρµοστος. Παρόµοια απολογία. Όλους. να τον ανταµείψουν µε την ανωτάτη τιµή της διατροφής στο Πρυτανείο. που έχουν ανάγκη να µισήσουν ο. Είχεν εχθρούς και τους ολιγαρχικούς και τη δηµοκρατία. ήτανε πικρή ειρωνεία. τώρα. ∆εν πίστευαν πως µπορούσε το Άστυ να ποτίση φαρµάκι τ' ανθρώπινο διαµάντι. τους σοφιστές και τους αντιπάλους της σοφιστικής. αντί να θανατωθή. * Η µνα είχε 100 δραχµές κι' η αρχαία δραχµή άξιζε όσο σήµερα 10 χρυσές δραχµές. τους ιερείς µα και τους άθεους. Τι τάχα θέλατε να ζητήσω εγώ . Μολαταύτα ο Πλάτων. ∆ε µε παραδέρνει φιλοζωία και θα ήµουνα µικρόµυαλος. . Όταν άκουσαν την καταδίκη µαθητές και φίλοι. µε θερµοπαρακαλανε να προτείνω πρόστιµο 30 µνας* και δέχονται να γίνουν αυτοί εγγυητές απέναντι σας. Το άτοµο δεν µπορεί νάχη ως το τέλος δίκιο. Ναι! Μού είν' αδύνατο.∆ε φοβάµαι το θάνατο που όρισε ο Μέλητος. Ο γέροντας φιλόσοφος καταδικάστηκε σε θάνατο µε σοβαρή πλειοψηφία. Αν είχα χρήµατα. αν δεν έβλεπα πως. Κι' όµως αδύνατο να γίνη αλλιώς. Τρεις δεκαετίες βασανιζόταν από πόλεµο. Χρόνια τώρα ο λαός δυσφορούσε. οι συµπολίτες µου. Όγδόντα δικαστές που είχανε δώσει πριν αθωωτική ψήφο. Εξορία. Τόσο λοιπόν προτείνω ». κίνησε την οργή των Ηλιαστών. Σωκράτη. µια κι' ο Νόµος προστάζει να ορίσω οπωσδήποτε κάποια ποινή. Αλλά τελοσπάντων θα µού πητε : « Σού είναι αδύνατο. Σέ κάθε πόλη βρίσκονται ταπεινοί. θα πρότεινα πρόστιµο.τι µεγάλο. συµφωνήσανε να πιή ο Σωκράτης το κώνειο. ο Κρίτων κι' ο Απολλόδωρος. αφού µας απαλλάξης από την παρουσία σου. πάντα το πλήθος έχει. πριν νάναι ώριµοι να τον καταλάβουν.τι συνήθιζαν στα δικαστήρια. ∆εν ένιωσαν τη θετική πνευµατική εισφορά του. Οι Άθηναίοι στάθηκαν ανίκανοι να χωρίσουν το Σωκράτη από τους σοφιστές. τους κόπηκε η ανάσα. πως τάχα οι ξένοι θα µ' ανέχονταν . δεν µπορέσατε να υποφέρετε τη διδαχή µου και γυρεύετε να µε διώξετε. πρώτα να ψυχοµετράτε αν είναι τίµια κι' ύστερα αν σας «είναι υλικά ωφέλιµη. Άλλίµονο σ' όποιον κατηχεί ανθρώπους. που παντού αποτελούν την πλειοψηφία. ούτε µάντεψαν την εποχή που ερχόταν. όλοι εδώ δίπλα µου. µην µπορώντας να την πραγµατοποίηση. Μη γελάτε! Έχω λάβει εντολή από το Θεό να σας φωτίσω. πριν κάνετε οποιαδήποτε πράξη. αφού σεις. χωρίς να ενοχλής κανέναν . Η πρόταση του. Τόν κατάτρεξαν οι ανόητοι και οι κακοί. από το θυµό τους. τους τεµπέληδες µα και τους εµπόρους. Πρόστιµο . Είπε και κατέβηκε ο φιλόσοφος από το Βήµα. Η υπακοή µου στο Θεο ξεπερνάει το φόβο της τιµωρίας σας. τόσο διάφορη απ' ο. Να σας µάθω.

ο Σωκράτης σηκώθηκε από τη θέση του και µίλησε στο δικαστήριο. Γιατί το ∆αιµόνιο θεώρησε χρήσιµο το θάνατο µου.» Πλησίασε ήσυχα τους φίλους του και βρήκε το Σίµωνα να κλαίη σα µικρό παιδί. άνδρες Αθηναίοι. αφού τέτοιες στιγµές. αν δεν επρόκειτο η καταδίκη να είναι για όλους ωφέλιµη. Θα σας κάνω τώρα µια προφητεία. Και σεις. οι κατήγοροι µου µε το ανάθεµα ότι στάθηκαν άδικοι και µοχθηροί. άρχισε να ύπαγορεύη στους γραµµατικούς τα πρακτικά της δίκης. µε παρακίνησε ν' αλλάξω τακτική. αγαπητοί δικαστές. Το ξέρει µονάχα ο Θεός . Ο νόµος το επέτρεπε. να σας εξηγήσω τι νόηµα έχει αυτό που µού συνέβη. Ό. θα σας γίνουν ενοχλητικότεροι ». όσοι δώσατε ψήφο αθωωτική. για να τα παραδώση. . στους «Ένδεκα »*. επειδή εκάκιζα τη διαγωγή σας.τι συνέβηκε σε µένα δεν έγινε τυχαία. Κι' αν φαντάζωνται πως είναι σπουδαίοι ενώ δεν είναι τίποτα. και τώρα θα φύγουµε από το δικαστήριο. να τους παιδέψετε. Μα δε µετανιώνω πως απολογήθηκα θαρρετά. Έξάπαντος θα µε σταµατούσε στη µέση της οµιλίας. όταν φτάσουν σε ηλικία. Αλλά τώρα ήρθε η στιγµή να χωριστούµε. εγώ να πάω προς το θάνατο. ότι σκοτώσατε το Σωκράτη. µήτε την ώρα που έλεγα την απολογία µου. η για κάτι άλλο κι' όχι για την αρετή. όπως σας παίδευα εγώ. Και µή φαντασθητε πως µ' ένα θάνατο µπορείτε να σβήσετε ηθικές αρχές η καινούργιες ιδέες. Εγώ τους ετοίµαζα. αγαπητοί µου δικαστές. καθώς είναι νέοι κι' επιθετικοί. αν σας φαίνωνται πως φροντίζουν για χρήµατα. που θα τόνε θεωρούν τότε σοφό. Ο Κρίτων αγκάλιασε το φίλο του κι' είπε : * Ήταν οι «επιµεληταί των κακούργων». Αρχισε : —« Θά σας κατηγορήσουν κάποτε. ούτε πως ο Θεός παραµένει αδιάφορος γι' αυτόν. σεις στη ζωή. να κλαυτώ και να κάνω πράµατα ανάξια για µένα. ενώ πιστέψατε πως γλυτώσατε από µένα.Βασιλιάς. τώρα θα δήτε να φυτρώσουν γύρω σας περισσότεροι ελεγκτές.Ο Αρχοντας . και σας ονοµάζω δικαστές. Σ' εµένα. να τους κυνηγήσετε. Λέγοντας αυτά ο φιλόσοφος έρριξε µια µατιά γεµάτη συµπάθεια στους µαθητές του. χαϊδεύοντας τα γένια του. πως άνθρωπος ενάρετος δεν έχει να φοβηθη κακό. σ' εµένα. αλλά και τους συγκρατούσα. το ∆αιµόνιο. γιατί δε στάθηκα απέναντί σας αδιάντροπος. Έχω τώρα µια τελευταία παράκληση να σας κάνω : Τους γιους µου. Ποιος από τους δυό µας πηγαίνει στο καλύτερο. είναι σ' όλους µας άδηλο. στον ελάχιστο καιρό που µού δίνεται. όπως δά συχνά έτυχε να µού κάνη. Υστερα εξακολούθησε : —« Τώρα στρέφοµαι σε σας. Για ποιο λόγο άραγε . Νικήθηκα στον αγώνα µου. µα µόλις λείψω εγώ. µαζί µε το Σωκράτη. γιατί. γιατί σας αξίζει αυτό το όνοµα. Όσο να τελείωση αυτή η εργασία. Με καταδικάσατε µάλιστα. Θέλω. µπορεί να µαντεύη : Σέ σας που ψηφίσατε το θάνατο µου θάρθη γρήγορη τιµωρία. δεν έγινε χωρίς θεία θέληση. που θα φρόντιζαν την εκτέλεση της ποινής... πριν πεθάνη κανείς. πιστέψτε. εγώ θανατοποινίτης. το συνηθισµένο θεϊκό µου σηµείο. µήτε όταν ερχόµουν εδώ.

Ο Σωκράτης της χάιδεψε τρυφερά την πλάτη κι' αποκρίθηκε : —« Μήπως θα προτιµούσες. Σέ λίγο η συνοδεία έφτασε στη φυλακή.. Το κελλί του φαρδύ. Αλλά ένας Σκύθης τον έσπρωξε να βαδίση και δεν είπε τίποτ' άλλο.—« Τι έκανες. Η Ξανθίππη. φωτοστέφανος µαρτυρίου. κοντοστάθηκε και τους είπε : « Τι είν' αυτά τα καµώµατα . Θάνατος ήταν λογική κατάληξη του χαρακτήρα του. λές κι' ήταν κακούργος. πέρασε προκλητικά µπροστά τους ο Ανυτος µε τους ανθρώπους του. Θά ήταν η σπουδαιότερη διδασκαλία που έγινε ποτέ. µα σκοτεινό. όσο βαστούσε το προσκύνηµα. Φυσικό λοιπόν θα ήταν να δικαστή ο φιλόσοφος όταν . Ο φιλόσοφος είπε τότε δυνατά για ν' ακουστή : —« Ο ανόητος αυτός δεν καταλαβαίνει. αφότου γεννήθηκα. που δεν απείχε πολύ από την Ηλιαία. Εκεί θάµενε ο Σωκράτης είκοσι οκτώ µέρες. πρέπει να χαίρεστε πως θα τ' αποφύγω ».. αποκρίθηκε : Σωκράτη . ανάµεσα στα κλάµατα των φίλων του. περιτριγυρισµένος από άγριους Σκύθες τοξότες. πως από τους δυό µας πραγµατικός νικητής είν' εκείνος που έπραξε πολλά για τους κατοπινούς αιώνες ». γιατί. κορδωµένος για τη νίκη. Τώρα που µε περιµένουν γερατειά και βάσανα. » Ο φιλόσοφος τόνε κοίταξε κατάµατα κι' —« ∆ε µε καταλαβαίνεις . είχα καταδικαστη να πεθάνω . Στην πόρτα τόνε χαιρέτησαν οι δικοί του συγκινηµένοι. Έκανε µε το χέρι σε όσους τον ακολουθούσαν ένα χαιρετισµό και µπήκε στη φυλακή. Έτσι ως έστεκε ορθός. Ανάµεσα τους πέρασε ο Σωκράτης. να ήµουν ένοχος . που θα βοηθούσε να διαδοθούν οι ιδέες του. συναρπάζει ακόµη. καθώς τον αγκάλιασε. ώσπου να γυρίση το ιερό πλοίο από τη ∆ήλο. απαγορευόταν να εκτελεστούν κατάδικοι. Ακουσε τους λυγµούς των. Είκοσι τρεις αιώνες αφότου ειπώθηκε η απολογία του. ∆υο τρεις ακόµα κλαίγανε. ∆εν ξέρετε πως. Πίσω του ακολουθούσαν οι φίλοι. αν δε γράφονταν τα Ευαγγέλια. » Και γέλασε. XXXIII Μετά το τέλος της δίκης οι Αθηναίοι άργησαν να διαλυθούν. καλή µου. πρόφερε µέσα στ' αναφυλλητά της : —« Φρενιάζω να ξέρω πως σε θανατώνουν άδικα ».» Μόνον αυτός ήξερε τι σήµαινε η θυσία της ζωής του για χατίρι του κόσµου. σχηµάτισαν έξω από το δικαστήριο µπουλούκια και συζητούσαν την απόφαση. Τόν κάθισαν οι Σκύθες σε κρεββάτι κι' ο δεσµοφύλακας του αλυσόδεσε το δεξί πόδι.

Σηµασία έχει η τελική νίκη. άνοιγε ο δεσµοφύλακας το κελλί του Σωκράτη και µπαίναν οι εταίροι. γρήγορα αποκοιµήθηκε. εις αιώνα τον άπαντα. µόνος στα σκοτεινά. δεν αισθάνονταν λύπη. όχι ο προσωρινός αγώνας. » Ό Σωκράτης είχε καταφέρει να κάνη τη φυλακή του φιλοσοφική σχολή. Σαν µπήκε τα ξηµερώµατα λίγο φώς από το παραθυράκι του κελλιού. Εξ αιτίας του θανάτου µου πολλοί θα βρίσκονται. όσοι µάλιστα ήτανε φυλακισµένοι µ' ελαφρότερες ποινές. άρκεί να δίνανε το λόγο της τιµής τους πως δε θα δραπέτευαν. για να µελεταν τη διδαχή µου. Τίς ώρες που περνούσαν κοντά του δοκίµαζαν παράξενα συναισθήµατα. Έκανε να µετακινηθη. Όλοι µαζί µε καταδίκασαν. Μ' όλο που γνώριζαν πως σύντοµα θα χάνανε το δάσκαλο τους. που είχανε καλά οργανωθή. µπορούσαν στις δύο µεγάλες γιορτές. που τόσο τον ακριβαγαπούσαν. ∆ε νιώθαν όµως ούτ' ευχαρίστηση. που διαλαλούσε µελόπιτες. όµως η αλυσίδα τον πόνεσε κι' ένιωσε πως ήτανε φυλακισµένος. Πλησίαζε το Χάρο µε τόση σιγουριά. «Κάθε υποχώρηση µου θάφερνε ζηµιά στο µέγα έργο που ανάλαβα. να τριγυρίζουν λεύτεροι όσο να νυχτώση. βιάστηκαν να τόνε δικάσουν. που τα οδηγούσαν. Έφαγε το ξερό ψωµί που τούφερε ο δεσµοφύλακας και πάλι ξαναθυµήθηκε τη χτεσινή µέρα. µα. Η µοναξιά τον έκανε να χαίρεται και τον παραµικρότερο αντίλαλο που ερχόταν απ' έξω. . ∆εµένος και µόνος. για να µε καταδικάσουν. δοκίµασε να συλλογιστή τη δραµατική µέρα που πέρασε. κουρασµένος καθώς ήταν. στη βοσκή. Αύτό θυµίζει τη βιασύνη των Ιουδαίων. Βλέποντας την αδιαφορία του. κάθε γενεά. ξύπνησε. γιατί τους σκέπαζε το πένθος. Ο ίδιος είχε πιά σβήσει για τον κόσµο. που του εξασφάλιζε την ευτυχία στον άλλον κόσµο. Και φωνή µικροπωλητή. Τη σκέψη του την έκοψε κρότος από κουδούνια βοδιών. συλλογίζονταν : « εµείς είµαστε τρελοί κάν αυτός . Για το Θεό τους ορµήνευε : —« Υπάρχουν πολλοί λαϊκοί Θεοί. Στην αρχαιότητα οι κατάδικοι είχαν το δικαίωµα να δεχωνται κάθε µέρα επισκέψεις. Ενώ γελούσαν µε τις ειρωνείες του φιλόσοφου. που σταύρωσαν τον Ιησού Χριστό λίγες ώρες πριν από τη γιορτή του Πάσχα.πρωί. Σωστά πεισµάτωσα τους Ηλιαστές. άλλά ένας είναι ο ∆ηµιουργός. Μόλις γινόταν οχτώ η ώρα το πρωί. Μπροστά τους έστεκε ένας Σωκράτης. γιατί τ' ανθρώπινο κοπάδι δυναστεύει όποιον θελήση να ταράξη τις ταπεινές του τάσεις ». ∆ιονύσια και Παναθήναια. πρωί . αυτός που από το πρωί ως το βράδυ τριγύριζε το Άστυ κυνηγώντας την ανθρώπινη παρουσία. µόλις άλλη φράση τους ξαναγύριζε στην πραγµατικότητα. τελευταία του ελπίδα να ξαπλωθούν οι αρχές του απόµειναν εκείνοι. Κάθε Αθηναίος χωριστά ήτανε φίλος µου. ώστε τους έδινε την εντύπωση πως τον οδηγούσε στον Άδη κάποια θεία θέληση. στοχαζόταν τώρα ότι καλά φέρθηκε στο δικαστήριο. που συζητούσε πάντοτε µε το ίδιο κέφι πούδειχνε στην αγορά. Ο Σωκράτης.θα τέλειωναν τα πανηγύρια. τύχαινε αµέσως να στεναχωρηθούν. και πέρασµα κάρρου—όλα ευχάριστα. Ωστόσο η µεγάλη του χαρά ήταν ο ερχοµός των µαθητών. µα οι κατήγοροι του.

Συµµεριστήτε τις αµφιβολίες και τις δοκιµασίες των ανθρώπων. —« Είναι δύσκολο να ζής µε τους ανθρώπους. Κι' άµα γύριζαν τ' αποµεσήµερο οι εταίροι. οπόταν έφτανε η Ξανθίππη. Εδώ και κάµποσα χρόνια είχεν ελπίσει να πιάση η διδαχή του στην Αθήνα και. που µαντεύει τους κρυφότερους λογισµούς µας και φροντίζει για το κάθε τι. Κάθε ζήτηµα το εξέταζε λεπτόλογα κι' από το βαθύ ωκεανό της σοφίας του βγαίνανε ξεκάθαροι λογισµοί. την ξελογιασµένη.. Μόλις έµενε µόνος. άνοιγε τη συζήτηση στις απορίες που είχανε τεθή και τους καθοδηγούσε. ο πανταχού παρών. όλα γίνεται να τα ύποφέρης. Μονάχα η καλοσύνη µπορεί να τους οµονοιάση. αργότερα.» —« Ποιο εννοείς . καθώς την ονόµαζε ) ήξερε ν' ανοίγη τις πόρτες ενός ανώτερου κόσµου. µονότονα. . για να ξυπνήσετε τις ψυχές των ανθρώπων.Έκείνος. Μόνον Εκείνος ξέρει τα µυστικά του κόσµου. που τύχαινε να τόνε ρωτήση ο ένας η ο άλλος από τους µαθητές. . τιµωρείται όχι µε δαρµούς η πρόστιµα—κάτι τέτοια τα περιφρονάνε οι πονηροί—αλλ' από κείνο πού είν' αδύνατο να ξεφύγη . Ωστόσο Εκείνος έχει σπείρει την αιτία και περιµένει. Η ερηµιά του κελλιού βοηθούσε το ανθοβόληµα της σκέψης του. που φαίνεται σαν ο ∆ηµιουργός ν' αδιαφορή για τήν ανθρωπότητα και ν' αφήνη άλλες δυνάµεις να την κυβερνάν. Βοηθήστε τις ψυχές κι' αυτές θα σας ανταποκριθούν ». από τους . Συνηθίζοµε να παραµελούµε το Θεό. Το µεσηµέρι φεύγαν οι σύντροφοι. Υπάρχουν εποχές. την επίδραση των στοχασµών του στη ζωή των ανθρώπων. φίλοι µου. το αντίθετο. Αλλος κανείς. —« Εννοώ πως τιµωρία του είναι ότι θα ζή τη ζωή που διάλεξε. Όποιος κάνει αδικίες. Άµα πιστεύης στον Παντοδύναµο Θεό. για να πετύχη. που τον αποµακρύνει από τη θεία ευδαιµονία. όπου τίποτα δεν υπήρχε ταπεινό.. πέρ' από τη γνώση µας. Αγαπούσε τον άνθρωπο µε µια λατρεία γεµάτη πάθος. ο άνθρωπος µπορεί να τον πλησιάση. Αυτό είναι το µέτρο της αξίας ενός ανθρώπου : πόσα αγαθά σκορπάει γύρω του. Η γυναίκα δυό φορές την ήµερα έκανε το δρόµο από το σπίτι στη φυλακή. » ρώτησε ο Φαίδων. θεϊκό η ψυχή κι' αποζητά τη λύτρωση της. Έχει κάτι. τίποτα δεν είναι δύσκολο. αν πράττη παντού και πάντοτε το δίκαιο. ο Σωκράτης άρχιζε να συλλογιέται τις απορίες. Καθώς ο Θεός είναι δικαιότατος. Η κτηνωδία θα τον εµποδίση να τον δεχτή ο Θεός στους κόλπους του. ∆εν κινδυνεύει ο Θεός. οι άνθρωποι κινδυνεύουν . για να ξαναγυρίσουν κατά τις δυό. οι µικροέγνοιες της καθηµερινής ζωής µας τον σκεπάζουν και δεν τόνε θυµούµαστε παρά µόλις παρουσιαστή κίνδυνος. Μη νοµίσετε πως χρειάζεται πολύς κόπος. να ωριµάση ο καρπός. όπως αυτή που περνάµε τώρα. τους έλεγε. για να ελαφρύνετετο φορτίο τους. Ο Σωκράτης µε τη λογική ( το « Λόγο ». Έτσι µιλούσαν ως το µεσηµέρι. κουβαλώντας όσα είχε µαγερέψει. » Συχνά τους µιλούσε για την καλοσύνη. ∆οκιµάστε να βλέπετε το χειρότερο εχθρό και τον καλύτερο φίλο σας µε την ίδια λαχτάρα. Ζωντανή κι' αδιάκοπη επιδρούσε η ζωή στους στοχασµούς του.

για να φανούν οι θησαυροί.τι κάνετε.Αθηναίους. δεν ξεχνιέται. Ωστόσο. Είν' ανόητο να κατηγορή κανείς την εποχή του. Η ζωή. για να τον ευχαριστήσετε. Βρέστε τους! ∆ε θέλω να σχηµατίσετε Όµάδα ή Σχολή.λίγο. αδικούν. για ν' αλλάξουν τη ζωή των πολλών. οι άνθρωποι θαχουν να παλεύουν µε τον εγωισµό. Χρειάζεται υποµονή για να τους µάθετε. Αφού ο θεός σας έπλασε λεύτερους. Αλήθεια. λίγο . Το να ξεπεράση ο άνθρωπος τον άνθρωπο. θα φυραίνη το κακό στον κόσµο. Το κακό δε γίνεται να λείψη ολότελα. Γυρόφερε το βλέµµα του να ιδή τους συντρόφους και τα µάτια του άστραψαν από ελπίδες. Μόνοι σας ζητήστε. Μού είναι αδύνατο να πιστέψω πως οι άνθρωποι θα ζουν αιώνια µεταξύ τους σα λύκοι. την απάτη. . αλλά τέλεια γνώση της ψευτιάς. Το φέρσιµο σας ας γίνεται παράδειγµα. ∆ικαιοσύνη. να διαδοθή στον άξεστο κόσµο. Όποιος δε βοηθεί τους άλλους. Κι' αν ακόµα κάποτε σταµατούσαν οι πόλεµοι. λές και κάποια θεία ύλη ακτινοβολούσε από τον Προφήτη και τους διαπότιζε. Ητανε φανερή η µαγεία που σκόρπιζαν πάνω τους τα λόγια του. Ακόρεστη η απληστία τους. Τους έλεγε : « Εσείς πια ό. τους βλάφτει. σας έχω εµπιστοσύνη. Μια ζωή γεµάτη αφοσίωση είναι µάθηµα πιο διδαχτικό από τα καλύτερα λόγια ». και αρκούνε λίγοι. Καλοσύνη ». προσκυνώντας το υλικό συµφέρον. νέους. Η ανθρώπινη κοινωνία είναι θεµελιωµένη στην απάτη. ∆εν πιστεύουν ούτε σε Θεό. Οι πολίτες έχουν ατελέστατη γνώση της αλήθειας. τη ζήλια. καθώς έκανα εγώ. Μη δειλιάσετε από την καταδίκη µου. Ανάγκη να την αναλάβετε. ζούσαν σ' αδιάκοπη ηθική ένταση. µια αδιάκοπη υποκρισία. Η αποτυχία του µε τους συµπολίτες τον έκανε να πασχίζη να δηµιουργήση. άµα καταλάβουν—γιατί όλοι καταλαβαίνουν άµα τους κατηχής επίµονα—τότε θα πάψουν ν' αδικούν. ακόµη και όταν χαθή. ούτε στην κοινωνία. να προσφέρετε υπηρεσίες στους συνανθρώπους. Μείνετε ταπεινοί. που πάντα θα δηλητηριάζουν τη ζωή. πως το γενικό καλό είναι το πραγµατικό συµφέρο τους. έχετε. που έστεκαν σ' ανώτερο πνευµατικό επίπεδο. Οι κακοί. Έργο σας να παραµερίσετε τα σκύβαλα. σαν Αποστόλους. Σας διάλεξα µε προσοχή. εγώ φεύγω. Καί ξέρετε πως τους λένε . Όσο τους µιλούσε. για να µή νοµιστή πως παριστάνετε τους ανώτερους. Ποτίστε τους µε τη δική σας πίστη. Καµιά προσπάθεια για ένα µεγάλο σκοπό δεν πάει χαµένη. υποχρέωση. είναι µια προσπάθεια που τη θέλει κι' ο Θεός κι' η φύση. Πάντα υπάρχουν καλοί άνθρωποι άξιοι να τη διορθώσουν. ζωντανούς. και τότε. Έλεγε :—« Πρέπει να εργάζεστε για το σύνολο. Στα βάθη κάθε ατόµου κρύβονται σωροί σκουπίδια και λίγα κοµµάτια χρυσάφι. τουλάχιστον αυτούς τους λίγους πιστούς.

Μολαταύτα. έγραψε κι' έναν ύµνο στον Απόλλωνα. Σφίγγεται η καρδιά του µε την ιδέα πως απότυχε στις εντολές του Θεού. Τότε. Ανάγκη ν' αλλάξουν οι άνθρωποι. τόνε βρήκε χαλασµός. στην άκρη του νού του. λες και το πικρό αίσθηµα πως ξόδεψε στραβά τη ζωή του τον αδειάζει από κάθε δύναµη. εξόν το µονότονο χαµοκύλισµα του νερού και βρόντοι κεραυνών που πέφταν πάνω στα βουνά. Η µάζα δεν τον κατάλαβε. για πρώτη φορά. η Μοίρα που Μού όρισες.τι κάνανε κρυφά. πως καταπιάστηκε στραβά για να κάνη λογικούς τους ανθρώπους. ενώ η δική του ηθική ήταν αυστηρή σε κάθε παράβαση. Γιατί µε φέρνεις σ' απελπισία . Η µελαγχολία τούτης της βραδιάς. σιγά . Μιά κούραση τον παίρνει. τόσο η ασπροφόρα. άστραψε αχτίδα. ό. σύ το θέλησες να βγάλω τους ανθρώπους από την κακοµοιριά µε τη λογική.σιγά. όσοι µορφωµένοι. που τον παιδεύει όσο µένει αναπάντητο. µονάχο και σιδεροδεµένον. Όσοι µικρόµυαλοι. Απόψε. Ξαπόλυσα ανέµους. θα ξαναγυρίζη στα προαιώνια χνάρια της ψυχής. εξακολουθούσαν να επιµένουν µε τα ίδια λόγια : « Κάνε µουσική ! » Σαν τι λοιπόν ήθελαν παραπάνω . Από ευλάβεια στην κρυφή φωνή ο Σωκράτης µελετά.XXXIV Βράδυ και βρέχει. γιατί. » Σαν κόψη γυαλιού σκίζει το νού του η ιδέα της αποτυχίας. Τι άλλο ζητάς από µένα . το ∆αιµόνιο τουλεγε τα ίδια λόγια : « Σωκράτη. Απόψε βλέπει το έργο του αβέβαιο. Πώς να φανταστώ ότι στον κόσµο Σου οι αστόχαστοι έχουνε πάντα δίκιο . Μουσική έκανε. µα δε βρίσκει άκρη. που θα σαρώσουν παλιές συνήθειες και τρόπους. µα τρισµεγάλο για θνητούς. µα κάθε που η ανθρωπότητα θα δυστυχή. πως η λογική του ήταν κατάλληλη µόνο για εύκολους καιρούς. περνούσε. Όσα δίδαξε. όσο και το ∆αιµόνιο. προτίµησαν τις παρηγοριές της λαϊκής θρησκείας. « Θεέ µου. Πασχίζει να συγκέντρωση τη σκέψη του. από τα µάγια. Έθρεψε όνειρο πανέµορφο. µόνον δε θάταν ο ίδιος που θα τους µεταµόρφωνε. κι' εγώ σου ανταπόδωσα όσο µπόρεσα. Η Μοίρα των αθώων. της έδωσα το δικό µου νόηµα. τους οραµατισµούς. Με κριτή τη συνείδηση τίποτα δεν ξεφεύγει. Αυτά έδιναν σ' όλους ελευθερία για πονηρές πράξεις. Απόψε τον κατέχει παράδοξη διάθεση. άρχισε να συνθέτη µελωδίες σε µύθους του Αισώπου. Έπραξα τίποτα που δεν ήτανε θέληµα Σου . συλλογιέται. καταπιέζει το Σωκράτη. κάνε µουσική! » Κι' όταν ξυπνούσε χωρίς να υπακούση στην προσταγή της. το διονυσιακό . Τούφερε ρίγος η σκέψη. Ώστε . θ' αφανιστούν . Νύχτα µε νύχτα βλέπει το ίδιο επίµονο όνειρο—µια γυναίκα άσπρα ντυµένη να του παραγγέλνη : «Σωκράτη. Ανάστρεψα την τάξη της ζωής. Για πρώτη φορά καταλαβαίνει. Λέει κάποιες στιγµές ν' άφήση τούτη την αναζήτηση και πάλι όχι. τι άλλο µπορούσε να ζητά το ∆αιµόνιο. Η άκρατη λογική κόβει τον άνθρωπο από τις ρίζες του. ξαναγυρίζει στο πρόβληµα. µ' έφερε στην καταδίκη. Ηχος άλλος κανένας. αυτό δεν τους αρκούσε . κάνε µουσική! » Για να συµµορφωθη. τα Μυστήρια της Ελευσίνας. όταν θα τη σπαράζουν πάθη κι' αβεβαιότητα.

έχει το αίσθηµα πως κύλησαν αιώνες µέσα στις λίγες ώρες τούτης της νύχτας. Αλλά µονάχα απόψε—πολύ αργά. —« Γιατί δε µε ξύπνησες αµέσως . Σού άνοιξε ο δεσµοφύλακας . για να ήµερέψη την ανθρωπότητα. αλλά η ψυχή. Τόνε βρήκε να κοιµάται και δεν τον ξύπνησε. αλλά δεν αργεί. ο φιλόσοφος ρώτησε : —« Έ Κρίτων. ακόµη τότε. Κοίτα από τα παραθυράκι µήπως έφεξε. Τις µεγάλες ιδέες τις καταλαβαίνει µονάχα ο καιρός. που είν' ωστόσο φυσικές. δεν το άντεξε ο Σωκράτης. Μέσα στον τετράγωνο νού του µόλις και τόπιασε. το Σωκράτη. Ίσως. ενώ. ενώ αυτόν. ∆εν κατάφερε να το µεταδώση. Τα πλήθη προτιµάνε τα εύκολα ψέµατα. τόνε δέσποζε η γεωµετρία. πως ήρθες µέσα στη νύχτα . όσο να ξεκαθαρίσουν µερικές αλήθειες. την τρέλα. νάπρεπε να προβαδίζη η γνώση και ν' ακολουθά η καρδιά. για κάµποσους αιώνες. Η ιδέα της αποτυχίας καίει το φιλόσοφο. Πρώτ' απ' όλα το δικό του το ∆αιµόνιο κι' η τηλεπάθεια. Με τα παράλογα της ψυχής. γιατί τον πνίγει η σκοτεινιά. πρίν φέξη µπήκε στο κελλί του Σωκράτη ο καλός Κρίτων. Η λογική µπορεί ν' αποµακρύνη από το Θεό. είναι ταπεινοβγαλµένη. φορές ετόνισε τα δικαιώµατα της. εκεί που αυτός απότυχε. το να ζητάς να δεχτούν υψηλές ιδέες οι λαϊκές µάζες είν' ουτοπία. εκείνη που θ' άλλάξη όχι το νού. Φορές έτυχε να µιλήση για την ψυχή. ∆υό µέρες αργότερα. όχι να τις παγώνη µε τη λογική. όµως αργά κατάλαβε. Έµεινε αθεράπευτα Έλληνας! Κάποιος ξένος θάρχόταν να πετύχη. που τον έκανε να προβλέπη. Κι' αν αποχτούσαν οι άνθρωποι άπειρες γνώσεις. Κάµποσην ώρα του είναι αδύνατο να στέρξη τούτη τη γνώµη. θα ξέσπαγε. βρίσκει τα πλάτη τ' ούρανού. Καταλαβαίνει επιτέλους τι ζητούσε το ∆αιµόνιο µε τη φράση : « Κάνε µουσική !» Ο κόσµος είναι γεµάτος από µυστήριες δυνάµεις. που θα λευτέρωνε τους βασανισµένους της ζωής. όταν η πίεση της αγάπης. η σκέτη λογική. µε τον ερχοµό του Μεγάλου ∆ασκάλου. Η λογική µυρίζει χώµα. πως αυτό ήταν το κύριο έργο—να ζεστάνη τις καρδιές των ανθρώπων. άµα γεµίση αγάπη. να ήρεµήση. παρά τις καρδιές των ανθρώπων.µεθύσι. Με καινούργιο τρόπο. Υστερα ο κόσµος θα περνούσε τη µεγάλη κρίση. Σαν άνοιξε τα µάτια του. αυτά κυβερνάν τα βάθη του ανθρώπου. υπολογισµός. πολλοί θ' απόµεναν τυφλοί. µε µόνη την αγάπη. Τού έδωσα γερό φιλοδώρηµα ». εκεί που άλλος δεν έσωνε να ιδή. » —« Ναί. Ναι. ενώ η ψυχή. µα δεν αποτελεί την εντολή Του. ενώ η αγάπη φιλιώνει µαζί Του. ∆ώρο του θεού η λογική. Όσο να ξηµερώση. Το θεϊκό µέρος στον άνθρωπο δεν είναι ο νους. θα ευφραίνονταν οι πάντες. Τώρα ο Σωκράτης οραµατίζεται τη θρησκεία που µέλλεται. σαν να τον άγγιξε φιλικό χέρι. ο µέσα πλούτος του ανθρώπου. ένιωθε τα σήµατα του Αόρατου. » . Το µεγάλο µήνυµα της αγάπης. µα η µαυρίλα είν' αδιαπέραστη. Απόψε ο Σωκράτης έβλεπε πέρα.

ότι δεν προσπάθησα να σε φευγατίσω. Με κάθε τρόπο σήκω να φύγωµε όσο βαστά η σκοτεινιά ». Ο Κρίτων παραξενεύτηκε : —« Άπό πού το συµπεραίνεις . έκανε ο Κρίτων. Η µήπως νοιάζεσαι πως θα ξοδέψουµε πολλά . Έλα. θα βρούµε µείς οι άλλοι τον µπελά µας . θα µε κατηγορήσουν. σκέψου και τα παιδιά σου. που θα κακοτυχήσουν σαν ορφανά κατάδικου. ευλογηµένε. Ας εξετάσουµε µαζί το πρεπούµενο. Έπειδή ο Σωκράτης δεν τούδωσε απάντηση.—« Θαύµαζα πόσο γλυκά κοιµόσουν και µακάριζα τον τρόπο που περνάς τη συφορά σου ». Άσφαλτα λοιπόν έτσι θα γίνη ». έτοιµάσου να φύγουµε και µη διστάζης. αν µ' ακούσης. » Ο Σωκράτης τον κοίταζε σιωπηλός κι' ανάγκασε το φίλο του να ρωτήση : —« Μήπως φοβάσαι πως. » . θάξιζε πολλά. που ζητούσε να κάνω µουσική. —« Θα ήρθε το πλοίο από τη ∆ήλο ». Κείνη η ασπροφόρα γυναίκα. Παραδέχεσαι πως είναι σωστό να φροντίζη κανείς. —«Όχι ακόµα. αλλά πως θα ζήση τίµια . ο Κρίτων εξακολούθησε : —« Όλα τα κανόνισα. —« Τα όνειρά σου πάντα είναι παράδοξα. µου είπε : Σωκράτη. είν' ακόµα καιρός να σωθής. που δε γίνεται φίλοι πιστότεροι. —«Η ώρα η καλή. ο Αναξαγόρας . αλλά κι' από τη Θήβα σύναξαν χρήµατα ο Σιµµίας και ο Κέβης. Όµως. Μη χάνης µήτε στιγµή. αλλά το πλοίο δε θάρθη σήµερα ». ευγενικέ φίλε. Χαµογέλασε ο Σωκράτης και ξαναρώτησε : —« Μα τι συµβαίνει κι' ήρθες από τάγρια µεσάνυχτα . Θά τους φαίνωµαι σα να προτίµησα τα χρήµατα µου από σένα ». Ο δεσµοφύλακας δέχτηκε να σ' απολύση. Αύριο θα σου δώσουν το φαρµάκι ». για χατίρι µας. » —« Έφερα είδηση δυσάρεστη ». η σωτηρία σου θα είν' ακατόρθωτη. αν δραπέτευσης εσύ. Λίγο αν περιµένης. αποκρίθηκε ο Σωκράτης. αναταράζοντας τις αλυσίδες. Συµφωνήσαµε και το ποσό που θα πάρη. Μη δειλιάσης λοιπόν. αν ήτανε σωστή. Ο Σωκράτης κάθησε στο κρεββάτι. Έτσι δεν έκανε άλλος σοφός. —« Η προθυµία σου να µε σώσης. Έγώ δεν πείθοµαι παρά στον ορθό λόγο κι' αδιαφορώ για τη γνώµη των άλλων. όχι τόσο για να ζήση. µεθαύριο θα πεθάνης. » —« Είδα όνειρο. φάνηκε όµως στο Σούνιο. Όσοι ξέρουν πόσο φίλοι είµαστε. Έγώ θάδινα όλο µου το είναι για τη σωτηρία σου.

ο. την ώρα που δραπετεύω. ώστε κείνο που πας να κάνης τώρα παρά τη θέληση της Πόλης τότε ήταν στο χέρι σου να το κάνης µε τη θέληση της. αυτό θ' άπαντήσης». ενώ σήµερα. για να ζητάς να µας µηδενίσης . ίσως γιατί δέχτηκες παρά τη γνώµη σου αυτά που είπαµε πρίν. Λέγε λοιπόν. ∆εν απαντάς.. Την ηµέρα της δίκης ήταν στην εξουσία σου να ζητήσης ως τιµωρία να εξοριστής. . —« Ούτε. Σωκράτη. » Ο Κρίτων µε δισταγµό είπε : —« ∆εν ξέρω. . —« Και µε κανένα τρόπο δεν πρέπει κανείς να κάνη το άδικο . είπε ο Κρίτων. καταλαβαίνεις ότι µ' αυτό που πας να κάνης καταστρέφεις και µας τους νόµους και την πόλη σου . Ότι πρέπει να την ύπακούµε. —« Εποµένως ούτε να βλάφτη κανέναν. Σωκράτη. η πατρίδα είναι πολυτιµότερη και σεβαστότερη κι' αγιότερη . ούτ' ανάπηροι δε µετακινήθηκαν τόσο ελάχιστα όσο εσύ. Με µπερδεύεις . έχεις άλλη γνώµη. Οι νόµοι µπορούσαν να µού πουν ακόµα : Ησουν ελεύθερος.—« Το παραδέχοµαι ». Σωκράτη. παρουσιαστούν µπροστά µου οι νόµοι και µε ρωτήσουν : Πές µας. Σωκράτη. Ότι δραπετεύω γιατί αδικήθηκα . » —« Ναι.. » —« Έστω . —« Ακουσε τότε. µα το Θεό. όπου τις δικαστικές αποφάσεις καταφέρνουν απλοί πολίτες να τις ακυρώνουν . Έτσι . Αλλά στη δίκη εσύ καµάρωνες. να πάσχωµε αν µας διατάζη κάτι να πάθωµε. γιατί θέλω να πειστής. Κρίτων. κι' όταν οργίζεται. Ούτε κουτσοί.τι και να µας κάνη . αν δώσω τέτοιαν απόκριση. η µένεις σταθερός στα προηγούµενα . εµείς σε βοηθήσαµε σ' όλη σου τη ζωή. ν' άνταποδίνη το άδικο µε άδικο όταν αδικιέται . Με τη δική µας βάση δεν πήρε ο πατέρας τη µητέρα σου και γεννήθηκες και πολιτογραφήθηκες . Μα εσύ εβδοµήντα τώρα χρόνια κόλλησες σαν όστρακο στην Αθήνα και δεν αποµακρύνθηκες. φίλε . ». ώστε σου ξεφεύγει πως. έχουν το δικαίωµα οι νόµοι να µού πουν : Τι παράπονο έχεις ως τώρα έναντίο µας. Γίνεται να µη διαλυθή µια πόλη. Ξέρω δα πως παρόµοιες ιδέες µου ελάχιστοι τις στέργουν. να πάρης την περιουσία σου και να φύγης από το Άστυ. —« Έ καλέ µου.» —« Θά εξακολουθήσω. όσα κι' αν πάσχη απ' αυτόν. αν δε σου άρεσε η νοµοθεσία µας. καλέ µου άνθρωπε. και δεν επιτρέπεται να µεταχειριζόµαστε βία εναντίο της. » —« Μένω σταθερός και συµφωνώ ». Με τη δική µας προστασία ανατράφηκες και µορφώθηκες. Κρίτων ! Αν. » —« Κι' αυτό το παραδέχοµαι ». φίλτατε . Αυτό το επιτρέπαµε. Τι θ' απαντήσω στους νόµους. Τι θ' απαντήσουµε στους νόµους. λέγοντας πως δε σε φοβίζει ο θάνατος. Τόσο λίγη σοφία κατέχεις. χωρίς . από πατέρα και µητέρα και προγόνους.

πρίν ακόµη φέξη. Μήν κοπιάζης να µε πείσης. » . στα ξένα που θα πάω. θυµήθηκε τους µαθητές του. µα δεν µπορούσε να κρίνη τι άνθηση θάπαιρνε ο σπόρος που είχε ρίξει. γιατί θα µε ξέρουν παραβάτη των νόµων της πατρίδας µου. Ξύπνησε. εγώ πάλι. XXXV Σήµερα δέκατη µέρα του « Σκιροφοριώνος » ( µήνας Ιούνιος ) θα δοθή κατά το ηλιοβασίλεµα το κώνειο στο Σωκράτη. Τους ετοίµασε. θα είµαι ψάρι έξω απ' το νερό. το έργο. Το ιερό πλοίο έφτασε χτες και το σούρουπο θα πιής το κώνειο. καθώς είµαι. Γέροντας. µπορώ να κάνω ατιµίες. καλέ µου Κρίτων. Σωπαίνεις .ντροπή. Ο φιλόσοφος το αντίκρυσε µ' αγάπη. Συλλογίσου και τούτο : Αν δραπετεύσω. που δίδαξα πως η αρετή και η δικαιοσύνη είναι τα πολυτιµότερα πράµατα. που έλαµπε στο σκούρον ουρανό. σαν πρόστυχος δούλος. Γύρισε σπίτι σου. χωρίς να το καταλάβουν. . φανατικό. Ύστερα. το σκοπό της ζωής µου . ζητάς να το σκάσης. και από το παραθυράκι του κελλιού πρόσεξε ένα άστρο. Ξεχνάς πως αυτός µελετούσε τ' άστρα κι' όπου και να πήγαινε είχε πατρίδα τον ουρανό . θα θεωρούµαι ύποπτος. άλλ' από τους ανθρώπους. προδίνοντας την ενάρετη ζωή µου κι' εσάς τους φίλους και την πατρίδα. τον Αισχίνη πολύ ρήτορα. Έβλεπε τον ξυπνότατο Αντισθένη µονόπαντο. ωσότου άνοιξε η σιδερένια πόρτα της φυλακής και µπήκαν µέσα οι « Ένδεκα ». απόψε τ' απόδειπνο θα κοινωνώ µαζί σου ». ο νους του φιλόσοφου πηδά σα ζαρκάδι από θέµα σε θέµα. γίνεται να παραβώ τώρα τα λόγια. Του µίλησε : «Αστεράκι. και σύ ψυχούλα είσαι. Άµα µε βγάλης από τ' Άστυ. Τι θα πετύχαιναν µε τη διδαχή του . όχι από τους νόµους. Ο καλύτερος. Με το σώµα αλυσοδεµένο. κι' άφησε να γίνη το θέληµα του Θεού ». Έχεις τίποτα να παραγγείλης . για να ζήσω ακόµα λιγουλάκι . για το έργο του Αποστόλου. Στ' αυτιά µου βουίζουν τα λόγια που θα µού πουν οι νόµοι. ώστε να µην µπορώ ν' ακούσω τα δικά σου. τον Αρίστιππο επηρεασµένον από τις ηδονές. Ισως ν' άρχισες να νιώθης πόσο δίκιο έχω. Προτιµώ. του είπαν. δίχως την έγνοια του θανάτου. πολύ ιδεολόγος. ήρθαµε να σε λύσουµε από τα δεσµά σου. έσείς που µε βοηθήσατε θα πληρώσετε βαρύ πρόστιµο και θα εξοριστήτε. Μούφερες παράδειγµα το φιλόσοφο Αναξαγόρα. Έγώ θέλησα να διορθώσω την Αθήνα. µε λίγο χρόνο ζωής µπροστά µου. . Μα πολύ ποιητής. —« Σωκράτη. τον Ευκλείδη εριστικό. καλέ µου. παρά ν' ανταποδώσω το άδικο που µούγινε µε χειρότερο άδικο. Γίνεται εγώ. Τι θ' απαντήσω στους νόµους. Κρίτων . Ο Πλάτων . Ο Ξενοφών αχόρταγος για περιπέτειες. να φύγω από τούτο τον κόσµο αδικηµένος.

Ο φιλόσοφος έτριβε δυνατά το δεξί πόδι. » Γύρισε προς το Σιµµία. θα τους µιλήσης σήµερα για τελευταία φορά ». νιώθω ευχαρίστηση». αλλά. Γύρω από το Σωκράτη µαζεύτηκαν οι σύντροφοι. Θα δώσουµε διαταγή να περάση πρώτα η γυναίκα και ύστερα οι άλλοι ». —« Πιστεύεις. στο µέρος που το είχαν ερεθίσει οι αλυσίδες. το « λυπηρό ». Σήµερα κανένας δε θάφευγε ως το βράδυ. » —« Έλάχιστα. —« Μήπως είναι τίποτα άλλο από τούτο : Απαλλαγή της ψυχής από το σώµα . µαζί µε τη γυναίκα σου. » —« Και βέβαια είναι». και τόνε ρώτησε : —« Είναι. τους καλούς σου φίλους. Έτσι κι' έγινε. αν τύχη ανάγκη. παρά το ποια τύχη µε περιµένει στον άλλον κόσµο . Την ώρα που ένας από τους «Ένδεκα » του έλυνε τις αλυσίδες. καθώς είδε όµως να προβάλλουν στην πόρτα οι εταίροι. Την πήρε από το χέρι ο Κρίτων και την έσυρε έξω. Αφού πρόκειται σήµερα να πεθάνω. ο θάνατος. σε ποιους φίλους να στηριχτή. Τους είπε : —« Είν' αλλόκοτο πράµα πως. ενώ η πικραµένη γυναίκα ξεφώνιζε ακόµα δυνατότερα. ξέσπασε ο θρήνος. πως ένας φιλόσοφος ενδιαφέρεται για την απόλαυση φαγητού και πιοτού . τους φίλους του νάρθουν να του κάνουν συντροφιά. ικανό διαλεκτικό. Ο Σωκράτης έρριξε µια µατιά στον Κρίτωνα και τον παρακάλεσε :—« Πήγαινε την σπίτι ». προσφέροντας δώρο τη λατρεία τους. µαυροµαντηλούσα.Τους ευχαρίστησε και δε ζήτησε παρά ν' αφήσουν. —« Μήπως τον ενδιαφέρει η απόλαυση για τ' αφροδίσια . Έµπρός. σαν κάτι να λογάριαζε κι' ύστερα εξακολούθησε : —« Όπως το αντίθετο συχνά γεννιέται από τ' αντίθετο του. Κάθε που έµπαινε καινούργια οµάδα. δε θα τους ξαναδής ». «Ω. Σωκράτη ». Σταµάτησε µια στιγµή. βογγούσε : «Ω. αποκρίθηκε ο Θηβαίος. κατά τη γνώµη σου. όλοι θα µένανε κοντά του. Σιµµία. καθώς το τρίβω. » —« Ακριβώς αυτό είναι ». σχεδόν πάντα βρίσκει και τάλλο. Όταν ο άνθρωπος κυνηγήση να πιάση το ένα. τι καλύτερο θέµα µπορούµε να βρούµε. κάτι ο θάνατος . κι' η Ξανθίππη συγκρατούσε τη λύπη της. Τέτοια εντύπωση έχω τώρα. αυτό που ονοµάζοµε « ευχάριστο ». αν συζητήσουµε µ' όρεξη πάνω σ' αυτό το ζήτηµα. έχει τόση σχέση µε το αντίθετο του. » . το δυνατό νωρίτερα. Το άλυσοδέσιµο στο πόδι µου πονάει. Είπανε λίγα λόγια για το µέλλον των παιδιών. Η Ξανθίππη µπήκε κρατώντας από το χέρι το µικρότερο παιδί τους. που έρχεται από τη ζωή. είπε του φιλόσοφου : —« Περιµένουν κιόλας έξω πολλοί. κάνει και τη ζωή νάρχεται από το θάνατο.

—« Είµαι βέβαιος. Σωκράτη. Όποιος ζητάει την καθαρή γνώση. φόβους. καταστρέφεται κι' η ψυχή του ». επιθυµίες. Έγώ άκουσα. γιατί είν' ωραίος ο κίνδυνος να . Για το Σωκράτη η ψυχή είχε ουράνια σύσταση. αλλά και βασανίζει µ' έρωτες. όλη µου τη ζωή να την περνώ όσο το δυνατό κοντύτερα στο θάνατο. Μ' αυτή την τελευταία διδαχή του ο φιλόσοφος άλλαξε την αντίληψη που είχαν µεταδώσει στους Έλληνες οι Αιγύπτιοι. Από τις ταπεινότητες της ζωής ο Σωκράτης εσήκωσε την ψυχή Θεόψηλα. µετά θάνατο. συµφώνησε ο Σιµµίας. έχει σηµαντικά ελευθερώσει την ψυχή του από το σώµα. παρά για τους κακούς ». πρέπει ν' απαλλάσσεται από το σώµα και µε µόνη την ψυχή ν' άντικρύζη τα πράµατα. Θά στενοχωριόµουνα βέβαια να εγκαταλείψω φεύγοντας εσάς τους αγαπητούς µου φίλους. —« Τότε ο φιλόσοφος. Άµα τέλειωσαν αυτά τα λόγια. ότι θ' αποχτήσω ακριβώς αυτό που σε τούτη τη ζωή τόσους κόπους έκανα να το πλησιάσω—να γίνω όλος ψυχή. την έβγαλε από το βασίλειο των νεκρών και την έφερε στον ουράνιο χώρο.—« Καθόλου ». Έτσι. η απεναντίας αποµακρύνεται απ' αυτό και στρέφεται προς την ψυχή . Όσον καιρό η ψυχή του φιλόσοφου παιδεύεται δεµένη µε το σώµα. Ο Πλάτων στο διάλογο «Φαίδων» περιγράφει µε τη µοναδική του τέχνη τη συζήτηση που έγινε στη φυλακή για την αθανασία της ψυχής. που την απασχολούσαν και στη ζωή. καλέ µου σύντροφε. πρίν πεθάνη. έχω την ελπίδα. πως υπάρχει µέλλουσα ζωή και µάλιστα πως είναι καλύτερη για τους αγαθούς. πως την ίδια στιγµή που πεθαίνει ο άνθρωπος. » —« Χωρίς αµφιβολία ». ο άνθρωπος χρειάζεται και την πίστη στην αθανασία της ψυχής. » —« Ναί. αθάνατη. εκεί που πηγαίνω τώρα. µε άλλα λόγια ζή κοντά στο θάνατο. Θα ήτανε λοιπόν γελοίο. έξ αιτίας της τροφής που χρειάζεται. κι' από το άλλο µέρος να µού κακοφαίνεται ότι πρόκειται να πεθάνω. αποκρίθηκε ο φιλόσοφος. λίγες ώρες πριν πιή το κώνειο ο Σωκράτης. τους είπε. για να γυρίση. πως η ψυχή πάει στον Άδη για ν' άσχοληθή µε τα ίδια µάταια έργα. στην πραγµατική της πατρίδα. Τους εξηγεί πως δίπλα στην ύπαρξη Θεού. επειδή το κορµί όχι µόνο γεννά χίλιους µπελάδες. αφού η βεβαιότητα µιας άλλης ζωής τον βοηθεί ν' αντιµετώπιση το θάνατο και να υποφέρη την απώλεια προσώπων που αγάπησε. —« Ωστε. πως εκεί που πάω θα βρω όχι λιγότερο αγαθούς συντρόφους ». ποτέ δεν είναι ευχαριστηµένος. δεν ισχυρίζοµαι ότι αυτά που ξεστοµίζω είναι απόλυτα. —« Έχεις λοιπόν τη γνώµη πως οι ασχολίες του φιλόσοφου άφορούν το σώµα. όµως αξίζει τον κόπο να τα πιστέψετε. Σιµµία . ο Κέβης ρώτησε : —« Πιστεύεις στην αθανασία της ψυχής . Παιδεύεται ενωµένη µε το σώµα σε τούτο τον κόσµο. —« Φυσικά. αν δεν είχα την πεποίθηση. έτσι είναι ».

Σωκράτη. Πρώτα ο Σιµµίας κι' ύστερα ο Κέβης εξήγησαν τις απορίες τους µε πολλή ξυπνάδα. Κανένας δεν τολµούσε να διακόψη τη σιγαλιά. ωστόσο ο Σωκράτης δε δυσκολεύτηκε να τους αντικρούση. Μόνο ο Σιµµίας κι' ο Κέβης συζητούσαν µεταξύ τους. γιατί το δηλητήριο δεν πιάνει στους ερεθισµένους και θ' άναγκαστής να πιής δυό και τρεις φορές το κώνειο». αλλά ο ευλογηµένος µ' ενοχλεί τόσην ώρα ».γελαστήτε ». γιατί θέλοµε ακόµα να συζητήσουµε αυτό το θέµα. αν βρίσκουµε ένα πράµα ωραίο. που έµέλλετο κατόπι ν' αναπτύξη ο Πλάτων. από φόβο µήπως ενοχληθής στη συφορά σου ». πέστε τη δική σας άποψη. Κρίτων. µε την άµπωτη και την παλίρροια τ' αεικίνητα νερά του Ευρίπου. το νιώθοµε τέτοιο όχι από άλλην αιτία. Ο Σωκράτης τότε :—« Άφησέ τον να λέη. Όταν τους πρόσεξε ο Σωκράτης. είχε ξανάψει. ο Σωκράτης γέλασε µε την καρδιά του κι' είπε : —« Άλλίµονό µου! Πώς να πείσω τους άλλους ανθρώπους ότι δε θεωρώ συφορά το θάνατο. θα σου πώ την αλήθεια. Τέλος πάντων . έκανε τέλος . Αν πάλι νοµίζετε πως η συντροφιά µου θα ευκολύνη τη συζήτηση. αν χρειαστή ». αλλά µε χαµηλή φωνή. όταν θελήση κανείς να ερευνήση κατά βάθος το ζήτηµα. έκανε ο Σιµµίας. ότι δηλαδή. Σιµµία. ακόµη και τρεις. Καθώς τους µιλούσε µε τα παχειά του χείλια. Υστερα έγινε σιωπή κι' ο Σωκράτης. Ο Κρίτων εξηγήθηκε :—«Ο δήµιος. Σαν τέλειωσε τη θεωρία του. όµως διστάζοµε. —« Έ λοιπόν. τι δεν παραδέχεσαι απ' όσα έλεγα ». Καθένας µας σπρώχνει τον άλλον να σε ρωτήση. —« Ω. κυλώντας µ' ευκολία τις ιδέες του πάνω και κάτω. έστρεψε το διαπεραστικό του βλέµµα προς αυτόν και ρώτησε : —« Κάτι θέλεις να µού πής. καθώς φαινόταν από την όψη του. ∆ε θα κανονίση αυτός τη συζήτηση. Ας ακούσουµε τώρα. πάρτε και µένα µαζί σας ». ο Κρίτων ήθελε να τον διακόψη. παρακαλεί να µή συζητάς µε τόση θέρµη. µήπως δε βρίσκετε πειστικά όσα είπα . αφού δεν καταφέρνω να πείσω έσας τους στενούς µου συνεργάτες . Χωρίς άλλο υπάρχουν πολλά σηµεία που γεννάν υποψίες. Αν δεν παραδέχεστε τις γνώµες µου. . ∆ουλειά του είναι να µού δώση το δηλητήριο και δυό φορές. είπε ο Κρίτων. στο «απόλυτα ωραίο». κι' από λόγο σε λόγο. Τότε τους παρουσίασε για πρώτη φορά τη θεωρία για τις « απόλυτες ιδέες ». παρά γιατί µετέχει σε κάποιο ιδανικό. . Έλα. όπως κάνουν. έµενε βαθιά συγκεντρωµένος σε κάποια σκέψη. Βαθαίνοντας µε παρόµοιους συλλογισµούς. πές το ». Μόλις τ' άκουσε αυτά. ρώτησε : —« Έσείς οι δυό. ήµουνα βέβαιος για την απάντηση σου. που πρόκειται να σου δώση το δηλητήριο. Πρόσεξε πως εδώ και κάµποσην ώρα.

άκουσα πως αποφάσισες να κόψης. εξ αιτίας µου. Φαίδων. Τίποτα περισσότερο ». µα τον σταµάτησε ο Κρίτων : —« Καλά. απάντησε ο Σωκράτης. αποκρίθηκε ο νέος. —« Η παραγγελία µου. του τράβηξε τα µακριά µαλλιά κι' είπε : —« Αύριο. Κάθε παραγγελία σου θα εκτελεστή µε το παραπάνω ». —« Όπως σας αρέσει. Αγκάλιασε µε τη µατιά τους παρόντες και ξαναείπε : —« ∆εν καταφέρνω να πείσω τον καλό µου Κρίτωνα. » Ύστερα ο Σωκράτης. Κι' όταν τέλειωσε η συζήτηση. το θάρρος των συντρόφων που τόνιωθε να τους απολείπη. αν βέβαια µε πιάσετε και δε σας ξεφύγω ». ∆είχνοντας ύστερα το πονηρό του χαµόγελο. που βάσταξε ώρες πολλές. προσπαθώντας να κρατήση. έτσι όπως βαδίζει κανείς πάνω σ' ορισµένα χνάρια. Μιλώντας απαλά. γιατί θα είναι καλύτερα να πιω το φάρµακο λουσµένος. τα ωραία σου µαλλιά ». εµένα όµως µε καλεί τώρα η Μοίρα. Τίποτα νεώτερο. έστω και αν δεν έχετε αναλάβει απέναντι µου καµιά υποχρέωση. Θά φύγω για τη χώρα των µακάρων. συνέχισε ο Κρίτων πές µας τώρα µε τι τρόπο θέλεις να γίνη η ταφή σου ». Γέλασε γεµάτα. Ο Κρίτων φαντάζεται πως όσα λέω. τους έδωσε ο Σωκράτης τις τελευταίες οδηγίες. δε θάµαι πιά κοντά σας. του χάιδεψε το κεφάλι. Ο Σωκράτης σηκώθηκε.τι κι' αν κάνετε. αφού κοίταξε γύρω. νάναι ενάρετο. Αύριο θάχω χάσει τον πατέρα µου και σ' όλη µου τη ζωή θ' αποµείνω ορφανός. η για τίποτ' άλλο. Αφού πιω το δηλητήριο. µή βιάζεσαι. που θα δη σε λίγο. Πές πρώτα τι έχεις να µας παραγγείλης για τα παιδιά σου. Έσκυψε ο φιλόσοφος. τα λέω για να παρηγορήσω και σας και τον εαυτό µου ». Προσπαθήστε να ζήτε ακολουθώντας όσα τώρα ειπώθηκαν και όσα ακούσατε παλαιότερα και βαδίζετε το δρόµο της ζωής σύµφωνα µε τις συµβουλές µου.τους δύσπιστους Θηβαίους να παραδεχτούν πως η ψυχή είν' αθάνατη. που εγώ θα πάρω σε λίγο. καθόταν ο ωραίος Φαίδων. και ρωτά µε τι τρόπο να µε θάψη. Ο Κρίτων νοµίζει πως είµαι κείνος ο νεκρός. —« Αυτό θα το κάνουµε. που . από αγάπη για µένα. είν' εκείνα που πάντα σας έλεγα. ξαναθυµήθηκε ο Σωκράτης το τέλος του. κι' άρχιζε ο ήλιος να γέρνη. ό. Πλησιάζει η ώρα να µπω στο λουτρό. µε το δικό του κέφι. σε χαµηλό σκαµνί. —« Και βέβαια. ώστε να µή βάλω σε κόπο τις γυναίκες να πλύνουν έναν πεθαµένο». µα και για τον εαυτό σας. είπε : —« Κάποτε σεις οι άλλοι θα ξεκινήσετε για την ίδια πορεία. Πώς να µην κόψω από λύπη τα µαλλιά µου . Να φροντίζετε. είπε. ∆εξιά του. πως εγώ είµαι ο Σωκράτης που συζητά και βάζει σε τάξη τις απορίες σας.

Τα λόγια γίνανε σπάνια κι' αβάσταχτες οι στιγµές. Μόλις αποµακρύνθηκε ο Σωκράτης.τόπαιρνε άµα ήθελε κάποιον να ειρωνευτή. µε πόση αγαθότητα τώρα µε κλαίει. Όλο τον καιρό που έµεινα εδώ. τόσο καταλάβαιναν.. Όλοι θυµήθηκαν τι χρωστούσαν στο δάσκαλο. Αλήθεια. µαύρη µελαγχολία σκέπασε τους µαθητές.. Μ' αυτά τα λόγια τον πήρανε τα δάκρυα και τραβήχτηκε πάλι έξω. να κάνουν τα παρόµοια όσοι φαντάζονται πως έτσι κερδίζουν. όταν πεθάνω. Έλα. πές του να το φέρη ». Άφού κάµποσο άργησε ο Σωκράτης µέσα στο λουτρό. ο ήλιος ακόµη δεν έδυσε. καλόκαρδος άνθρωπος.τι µου πης . που την έπνιγε η συγκίνηση : —« Σωκράτη. Πείστε τον πως δεν πρόκειται να θάψη το Σωκράτη. Και ο Κρίτων : —« Σωκράτη. Πλησίασε τον κατάδικο και του είπε µε φωνή. Κρίτων. ο πιο καλός. γύρισε ο Σωκράτης κοντά στους εταίρους. Βλέπω πως δε θυµώνεις εναντίο µου. Ο ήλιος δε χρύσωνε πιά το παραθυράκι του κελλιού—έγερνε να δύση. Καθώς αποµακρυνόταν. καθώς και τα τελευταία λόγια του. αν έχη τριφτή το φάρµακο. αφού καλοφάν και καλοπιούν. τους έδωσε τις παραγγελίες που ήθελε κι' ύστερα προτίµησε πάλι να τους αποµακρύνη. Όσο πλησίαζε η ώρα του χωρισµού. ο ∆ήµιος. αλλά µονάχα το κουφάρι του. . µα δεν έστρωνε καµιά κουβέντα. ο φιλόσοφος πέρασε στο διπλανό κελλί να λουστή. Παράγγειλε στον Κρίτωνα να τον ακολουθήση και στους άλλους να περιµένουν. Ας κάµη λοιπόν την κηδεία µου σύµφωνα µε τα έθιµα και ας κάψη η θάψη το σώµα µου όπως προτιµά. υπάρχει ακόµα καιρός ». Τώρα. σαν άλλους καταδικασµένους. παιδιά. για το αντίθετο εκείνου που θέλησε αυτός να µ' εγγυηθή κατά τη δίκη. Έµένα αυτό δε µ' ενδιαφέρει ». ο φιλόσοφος του φώναξε : —«Κάνε τη δουλιά σου και γώ θα πράξω ο. Τότε µ' εγγυήθηκε πως δε θα δραπετεύσω. θα φύγω. µια και νιώθεις για ποιο σκοπό µπήκα µέσα. τη χάρη να γίνετε εγγυητές µου στον Κρίτωνα. Για µένα είναι . η Ξανθίππη τώρα έµενε άφωνη. Σ' αυτά του αποκρίθηκε ο Σωκράτης :—« Φυσικό είναι Κρίτων. ότι στ' αλήθεια θα ορφάνευαν χωρίς εκείνον. Έσύ είσαι ο πιο ήµερος. µη στεναχωριέσαι και προσπάθησε να υποφέρης οσο µπορείς καλύτερα αυτό που είναι αναγκαίο να γίνη ». . Άφού είπε τούτα τα λόγια. απ' όσους πέρασαν εδώ µέσα. πρόσθεσε : « Κάντε µου. Και να. τώρα σεις εγγυηθήτε του πως. ξέρω πως εσύ δε θα µε καταραστής. Πέρασε στο διπλανό κελλί µαζί τους και µε τον Κρίτωνα. ∆οκίµασαν να τα σχολιάσουν. Από την απελπισία της.» Ύστερα είπε στους συντρόφους : —« Είναι ευγενικός άνθρωπος. κάποτε µάλιστα συζητούσε µαζί µου. ερχόταν να µε δη. Κι' όταν έφυγαν οι δικοί του. όταν τους πότιζα το φαρµάκι. βγήκε και ζήτησε να του φέρουν τα τρία παιδιά µε την Ξανθίππη. µα τότε µπήκε µέσα ο νόµος ο αλύγιστος. Ξέρω πως άλλοι πίνουν το δηλητήριο πολύ αργότερα. Μη βιάζεσαι.

µε βλέµµα ταύρου. Τότε να πλαγιάσης στο κρεββάτι. τι πρέπει να κάµω . ακριβώς για να µην κάνουν κάτι τέτοια. Τότε. Αυτή την ευχή λοιπόν κάνω. Ο ∆ήµιος γύρισε κρατώντας το κύπελλο µε το τριµµένο κώνειο. . Ο θερµός Απολλόδωρος ούρλιαζε κι' ο Φαίδων σκέπασε το πρόσωπο του µε το ιµάτιο κι' έκλαιγε µε δυνατούς λυγµούς. » —« Τίποτ' άλλο. Το να ορέγωµαι µε τόση λαιµαργία τη ζωή. Ήταν η στιγµή τραγική. Να κάνω σπονδή µε τις τελευταίες σταλαµατιές του ύγρού στο Θεό . είπε ο Σωκράτης. να τόχη κιόλας πιή. Ο Σωκράτης άρχισε να τριγυρίζη αµίλητος στο κελλί. ωσότου νιώσης να βαραίνουν τα σκέλια σου. Όλοι τον ντράπηκαν και. φίλτατε. πήγαινε να τον φωνάξης! » Τα λόγια του µοιάζανε µε προσταγή κι' έτσι αναγκάστηκε ο Κρίτων να την εκτελέση. και. όσο να βαρύνουν τα πόδια του. Έσκυψε λίγο το κεφάλι του. άµα τον είδαν να πίνη το δηλητήριο. έτσι ανάβλεψε το ∆ήµιο και του γύρεψε : —« Τι λές . Καί ενώ ως εκείνη τη στιγµή οι µαθητές του µόλις κατόρθωναν να συγκρατούν τα δάκρυα τους. έχυναν τα δάκρυα τους σιωπηλά. καθώς καµιά φορά κοίταζε από χαµηλά. χωρίς σπονδή. γιατί. ενώ τίποτε πιά δε µού µένει. ήπιε ως το τέλος το φαρµάκι µε µεγάλη ευκολία. να µην τους δη να κλαίνε. ενώ ο ∆ήµιος εξέταζε κάθε τόσο τα σκέλια του και ρωτούσε : —« Αισθάνεσαι που σε πιέζω . Μόλις είπεν αυτά. έκανε ο φιλόσοφος. αν ζητήσω να πιω λίγο αργότερα το κώνειο. ∆εν άργησε να παγώση ως και η κοιλιά του. πλάγιασε στο κρεββάτι. παρά σαν πιής το δηλητήριο. » —« Έµείς τρίβοµε. » —« Όχι ». έδωσε το κύπελλο στο Σωκράτη. ώστε να προσπαθώ να την αποταµιεύω. Εµπρός. Ούτε ο Κρίτων µπόρεσε να κρατηθή. απάντησε κείνος. Το αποτέλεσµα θάρθη µόνο του ». Έγώ έδιωξα τα γυναικόπαιδα. πές µου.δύσκολο να τους µιµηθώ. κατά τη συµβουλή που έλαβε. που το πήρε χωρίς να τρέµουν τα χέρια του. στάθηκε αδύνατο να συγκρατηθούν. να περπατήσης τριγύρω. Ο Σωκράτης τους φώναξε : « ∆εν ντρέπεστε. απάντησε κείνος. Λέγοντας αυτά. που είσαι ειδικός. Ήσυχάστε λοιπόν και κρατηθήτε σταθεροί! » Τούτο το µάλωµα ξανάφερε κάπως την ηρεµία. Ο Σωκράτης τόνε ρώτησε :—« Έσύ. Έπιτρέπεται η όχι . Είθε έτσι να γίνη ». δίχως να σταµατήση. είναι αβάσταχτα γελοίο. όσο χρειάζεται να πιή κανείς ». θα γίνω ρεζίλι στον εαυτό µου. η µετάβαση µου στον άλλο κόσµο να γίνη µ' ευτυχία. Μερικοί σηκώθηκαν από κοντά του. η ν' αλλάξουν όψη τα χαρακτηριστικά του. —« Καταλαβαίνω. όσο µπόρεσαν. Ας ευχηθώ. τόσο µόνο.

µα και το µεγαλύτερο µάθηµα—προσκυνώντας µια δικαιοσύνη που τον είχε αδικήσει. κάτω από το σκέπασµα. είχε σβήσει. κι' αν ήταν η θανάτωση µε κώνειο.—«Άµα το κρύο φτάση στην καρδιά. όταν πάψουν να ξεχωρίζουν τους καλούς από τους κακούς. Έτσι πέρασε ο Σωκράτης από τη ζωή. . άµα γιατρεύονταν από βαρειά αρρώστια. στον Ασκληπιό χρωστάµε έναν αυτό το χρέος µου ». Έχεις τίποτε άλλο να παραγγείλης . Έξαφνα τράβηξε ο Σωκράτης την κουβέρτα κι' είπε τις τελευταίες του λέξεις : —« Κρίτων. Η εικόνα του τέλους του Σωκράτη έκανε στους µαθητές του εντύπωση αλησµόνητη. αποκρίθηκε ο Κρίτων. πως η λαλιά. πετεινό. χωρίς µεγάλους πόνους. Στόν Ασκληπιό θυσίαζαν οι αρχαίοι. µα πρόφτασε ο Κρίτων να ξεσκεπάση το νεκρό. λές κι' ο θάνατος εκπλήρωνε τις επιθυµίες του. Θέλησε ο ∆ήµιος ν' αποµακρύνη τους εταίρους. είπε ο ∆ήµιος. Οι σύντροφοι κρατούσαν την αναπνοή τους και µόνο ο Σωκράτης φαινόταν ατάραχος. ολα θα έχουν τελειώσει ». το νεαρό Μενέξενο. που δεν ήξερε το ψέµα. Τού έκλεισε στόµα και µάτια και τόνε φίλησε. Φάνηκε ωχρότατος. Ένας δυνατός σπασµός φανέρωσε. για να δηλώση οτι µε το θάνατο είχε γιατρευτή από τα βάσανα της ζωής. Ο Αντισθένης έσκυψε στο διπλανό του. Όσο φιλάνθρωπη. Τώρα έδινε το τελευταίο. Η Αθήνα θα το πλήρωση αυτό το κώνειο ». προς το τέλος έφερνε δύσπνοια και αγωνία. και του είπε : « Οι Πολιτείες χάνονται. Ελαφροί σπασµοί κλόνισαν το σώµα του. όχι στο θάνατο. ο φιλόσοφος τράβηξε την κουβέρτα κι' έκρυψε το πρόσωπο του. Τα λόγια τούτα ήταν το τελευταίο χωρατό του µεγάλου ειρωνιστή. » Ο Σωκράτης εκάλυψε πάλι το πρόσωπο του και δεν απάντησε. Για να µην τον δουν να υποφέρη. Ο Σωκράτης ζήτησε τη θυσία του κόκκορα. παρά στην αθανασία. Μήν αµελήσης —« Ας γίνη κατά το θέληµα σου.

ρίχτηκε µε αδάµαστη θέληση προς το σκοπό του και. Η λευκή φυλή δε θα ήταν ο. Με τις αµφιβολίες του Σωκράτη θεµελιώθηκε η φιλοσοφία. µε το δικό του στόµα. Μήτε ο βρασµός του όχλου. ∆υό γενεές µετά το θάνατο του οι συµπολίτες του έχτισαν ναΐδριο. Η διάδοση τους . Εξ αιτίας του δηµιουργήθηκαν όλες οι φιλοσοφικές σχολές. Πύρρων. Αντισθένη κι' Ευκλείδη. κάηκε µόνος του από την τριβή. όλοι εγγόνια του. Βίος και διδασκαλία του ήταν δύο απαράλλαχτα πράµατα. Ο Σωκράτης σκέφτηκε και βρήκε τόσα πράµατα. Με το να βρή τους « επακτικούς λόγους και το ορίζεσθαι καθόλου » στερέωσε τη σύγχρονη επιστήµη. Τα δόγµατα του. για να βρούµε σε τούτη τη ζωή τον ουρανό. ∆ε γίνεται ύπαρξη θνητή να φτάση κοντύτερα απ' αυτόν την Αρετή. παρά σα Φιλοσοφική Σχολή. φύλαξε µέσα της την προφητική σοφία του Σωκράτη. που καθένας τους ξεκίνησε από διάφορες ιδέες του ∆ασκάλου. αξεχώριστα. µα που ολοένα απλώνουν. Πλάτωνα. κι' όσοι τον γνωρίσανε δεν µπόρεσαν να πουν ποιο τους έκανε µεγαλύτερη εντύπωση—τα λόγια ή το έργο του. ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Μαρίνος. µήτε κάν φοβέρα θανάτου τόνε λύγισε. λες και όγκος µεγάλος έπεσε και τάραξε νερά κοιµισµένης λίµνης. Όταν πέθανε τούτος ο ήρωας της ζωής. έσβησε µια µεγάλη καρδιά που αγάπησε την ανθρωπότητα όσο κανένας πριν απ' αυτόν. αρκετό αντάλλαγµα για το χαµό της. οι Ελεάτες Αριστοτέλης. µα ο άνθρωπος στάθηκε µεγαλύτερος απ' ο. Όσα τους προείπε ότι θα πάθουν. σαν τον Ιησού Χριστό. Επίκτητος. ίδιος µετεωρίτης. Έρριξε ιδέες που δεν αποφάνηκαν τότε. Πλάτωνα κι' Αριστοτέλη.τι είναι σήµερα δίχως το Σωκράτη. ∆ίπλα σε δροσερή βρύση είδε αυτό το ίδρυµα. γεννήθηκε για να εµποδίση τους ανθρώπους να ζήσουν τη συνηθισµένη τους ζωή. Καρνεάδης. Ο Σωκράτης. ώστε δεν ακουγόταν. oι Αθηναίοι. Σαν το Βούδα. τον κάνει πρωτοµάρτυρα µιας νέας πίστης. στους κατοπινούς αιώνες. όχι µακρυά από την αγορά. Η αξίωση του να έχουµε οδηγό την εσωτερική φωνή της συνείδησης. χωρίς Θεία Χάρη. Ούτε ο ίδιος φαντάστηκε πόσες αλήθειες κατηχούσε. συνέβηκα» και το Άστυ πισωδρόµησε τόσο. Πρώτα µε τους µαθητές του. το « Σωκρατείον». οι Στωϊκοί. µήτε τυράννων απειλές. κι' αν πέθανε. δεν άργησαν να κατακτήσουν τη Μεσόγειο και απ' αυτήν να ξαπλωθούν σ' όλο τον κόσµο. Αρίστιππο. Κανένας άλλος δεν επηρέασε τη σκέψη του δυτικού κόσµου όσον αυτός. απόµεινε πάντα ζωντανός. αλλά µε µόνη µια τέτοια προσπάθεια να πετύχουµε τη Λύτρωση. Αλλά κι' αν ξέπεσε η Αθήνα.ΕΠΙΛΟΓΟΣ Αντί να πιή το κώνειο ο Σωκράτης. Αργότερα βγήκαν ο Επίκουρος. Πριν απ' αυτόν υπήρχε φιλοσοφικό χάος. ώστ' έγινε η κεντρική εστία του ελληνικού στοχασµού. το ήπιαν. Ίδια η διδαχή του µε τον άνθρωπο Σωκράτη. Νεοπλατωνικοί. και του στήσανε χάλκινο άγαλµα. Όπως εκείνοι.τι κι' αν είπε. ισάξιας µε το Χριστιανισµό. χάρη στα δίδυµα αστέρια.

που δε συνήθιζαν. αντίθετα από τη θέληση του Χριστού. Ο Σωκράτης δεν έλαβε εντολή να ευαγγελιστή νέο Θεό. µα ήταν ακατάληπτα για τους Ρωµαίους.αποτέλεσε το σπουδαιότερο γεγονός. θ' αναγκάση την ανθρωπότητα να στραφή προς ένα µίγµα ελληνοχριστιανικό. Ο Σωκράτης. τους θύµιζε τα λόγια του. αντίθετα από το Ελληνικό πνεύµα. βαφτίζονταν συνέχεια. σκλάβοι της Ρώµης. άρχισε πάλι να συλλογιέται και να διαλέγη. που πριν απ' όλους ένιωσε τη νοσταλγία της αγάπης. Οι Έλληνες. Σήµερα όµως ο κόσµος άλλαξε. Τα Ευαγγέλια ελληνικά γράφηκαν. µα η Εκκλησία απαγόρεψε νάχη καθένας δική του γνώµη κι' άρχισε να φυλακίζη και να σκοτώνη όσους νόµιζε αιρετικούς. ως µάζα. νάχουνε γνώµη αλλά µόνο τυφλή υπακοή. µε φωτοστέφανο γύρω στο κεφάλι. ∆ε στάθηκε θρησκευτικός αναµορφωτής. Και. δυό δυνάµεις κυβερνούσαν την οίκουµένη—το ελληνικό πνεύµα και η ρωµαϊκή αυτοκρατορία. όπως γινόταν στην Ελλάδα τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Ωστόσο ο τεχνολογικός πολιτισµός. τότε. αυτού του Πρόδροµου του Ιησού στα Έθνη. Ο Έρασµος προσευχόταν στο όνοµα του Αγίου Σωκράτη « Sancte Socrates. Στην αρχή οι Απόστολοι και ο Άγιος Παύλος οδήγησαν τη νέα θρησκεία κοντά στήν Ελλάδα. τότε. γιατί αγάπησαν το Χριστιανισµό. ελάχιστα διάφορο από τα λόγια τον Χριστού. δυό δυνάµεις ολότελα διαφορετικές. όσο νάρθη ο Χριστός. που τους θύµιζε Σωκράτη. συγκρίνει το Σωκράτη µε τον Ιησού και δεν τους βρίσκει παρά οµοιότητες. Τότε υποχρεώθηκε η Έκκλησία να παρατήση το ελληνικό πνεύµα και να προτιµήση τα συστήµατα της Ρώµης— ένωση. ίσως ξαναζωγραφιστή στις εκκλησιές. Υπερβολές. αλλά να κάνη καλύτερους τους ανθρώπους µε τη λογική. Τέτοια λόγια τα καταλάβαινε κάθε Έλληνας. θέλησε κάθε άνθρωπος να πλησιάζη µόνος του το θεό. βρέθηκε στην ανάγκη να όργανωθή και να πειθαρχήση τις σκόρπιες οµάδες των πιστών του. Κλήµης. όπως ο Χριστός. που προσκυνάει την Υλη και το Μηδέν. απολυταρχία. Ήρθε ο καιρός να ξαναθυµηθή τον ξεχασµένο λόγο του Σωκράτη. φτωχοί και παραµεληµένοι. πως τα εγκόσµια ειν' ασήµαντα µπροστά στην καλλιέργεια της ψυχής. ora pro nobis » — και ο Βολταίρος αποκαλούσε τον Ιησού « Σωκράτη της Γαλιλαίας ». ΤΕΛΟΣ . όταν ξαπλώθηκε ο Χριστιανισµός. που θα ισορροπήση τα υλικά αγαθά µε τα πνευµατικά και τα ηθικά. Μα. το πρόσωπο του Σωκράτη. Την εποχή που ξεκίνησε ο Χριστιανισµός. δύναµη. Ο Χριστός είπε : « Μάθετε την αλήθεια κι' η αλήθεια θα σάς ελευθερώση ». ο µεγάλος Αλεξανδρινός θεολόγος.