You are on page 1of 15

ΟΝΟΜΑΤΑ ΣΕ -ΩΙ / -ΟΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

Δήμητρα Δελλή
Πανεπιστήμιο Κρήτης
ddel@phl.uoc.gr

Αbstract
The script -ώ(ι) /-όι (< *-oj-) is attested in the nominative case of proper nouns of the
feminine gender across dialects of a wide geographical zone, which comprises Doric regions
of mainland Greece and extends up to the Doric Greek colonies of Southern Italy and Cicely
and Cyrene. The issues that emerge in the course of the inquiry into the paradigm and will
concern us here are the following: a) Is it possible to talk about Doric types in -ώι / -όι? b)
Are the types in -ώι historically more ancient than the types in -ώ or do they concern a
proportionate innovation? c) What would be the phonetic realisation of -όι?

1. Πρόλογος
Τα αθέματα ονόματα σε -ώ(ι) της αρχαίας Ελληνικής, εντάσσονται σε μια ενιαία
σημασιολογική ενότητα. Συσχετίζονται στο σύνολό τους με το γυναικείο φύλο και με
γυναικεία γνωρίσματα 1 . Πρόκειται για υποκοριστικά κυρίων ονομάτων του τύπου Νικώ,
Ἀνθώ, Μελανθώ, Ἀνθεμώ, Καλλιστώ, Δηώ και προσωνύμια όπως μορφώ, Κυμώ, Ἐνυώ,

Ἀσσινώ, Ἀελλώ, Γοργώ, καμινώ. Δηλώνουν επίσης χαρακτηριστικά που αναφέρονται

αποκλειστικά στο θηλυκό γένος όπως λεχώ, θηλώ, ἀνθρωπώ (πρβλ. Ησύχ. ἀνθρωπώ· ἡ γυνή

παρά Λάκωσιν), συχνά δε με αρνητική σημασία: ἀλφιτώ, μορμώ, ἀκκώ, κερδώ (πρβλ. Ησύχ.

κερδώ· κερδίστη ἀλώπηξ), κυνώ κ.ά. Τέλος, δηλώνουν αφηρημένα ουσιαστικά των οποίων η

σημασία ταυτίζεται με τα χαρακτηριστικά γυναικείων μορφών από την μυθολογία όπως ἠχώ,
πειθώ, φειδώ. Αναλογικά δημιουργήθηκαν στις γραμματειακές γλώσσες αφηρημένα
ουσιαστικά του τύπου εὐεστώ ἐστώ, ἀπεστώ, κακεστώ, ἀειεστώ, δοκώ, μελλώ, πευθώ,
χρεώ 2 , κ.ά.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι το σύνηθες θεματικό ληκτικό φωνήεν Ω της ονομαστικής
μαρτυρείται με την μορφή ΩΙ σε πολυάριθμες δωρικές διαλέκτους μιας ευρείας ζώνης που
περιλαμβάνει δωρικές κοινότητες της κυρίως Ελλάδας από την παράκτια περιοχή του
Αμβρακικού (Αμβρακία, Ανακτόριο, Θύρρειο (;)) και νησιά του Ιονίου Πελάγους (Λευκάδα,
Κεφαλληνία), την Μεγαρίδα και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου (Κορινθία,

1
Chantraine (1933, 115-117).
2
Βλ. σχετικά στο LSJ9.

769
Αργολίδα, Λακωνία, Μεσσηνία) έως την δωρική Μήλο και την Κρήτη. Στην κατηγορία
συμπεριλαμβάνονται δωρικές αποικίες της ‘Μεγάλης Ελλάδας’ (Σελινούντας, Γέλα,
Ακράγαντας, Άκρες, Τάραντας) καθώς επίσης και η δωρική Κυρήνη στις ακτές της Αφρικής.
Οι τύποι αυτοί των δωρικών διαλέκτων -που μαρτυρούνται αποκλειστικά σε αυτόγραφα
κείμενα- παρουσιάζουν ενδιαφέρον λόγω των γραφικών ποικιλιών ΩΙ (και ΟΙ στά αρχαϊκά
αλφάβητα), με υστερογενείς παραλλαγές Ω και/ή ΟΙ και γι’αυτό θα μας απασχολήσουν εδώ
ιδιαίτερα.

2. Oνόματα σε -ΩΙ και –ΟΙ: επιγραφικά δεδομένα


Στο παρελθόν, οι γραφές ΩΙ και ΟΙ της ονομαστικής ήταν συχνότατα παραγνωρισμένες από
επιγραφικούς 3 και γλωσσολόγους 4 . Όπως επισημαίνουν οι Fraser & Rönne (1957, 169),
πρώτος ο Wilhelm (1909, 68-69) αξιολόγησε το φαινόμενο κατά την μελέτη τεσσάρων
επιτυμβίων επιγραφών από την Αμβρακία στις οποίες μαρτυρείται η ονομαστική σε -ώι και
κυρίως σε -όι: Δαμιόι (4ος αι. π.Χ.), Κλιὸι / Εὐθυμένεος (4ος αι. π.Χ.), Ἀριστὸι Νικάρχου

(4ος/3ος αι. π.Χ.), Πουβλιὼι Ἀριστίωνος (1ος π.Χ./1ος μ.Χ.) 5 . Ο ίδιος επέστησε την προσοχή σε
δύο ακόμη επιτύμβιες επιγραφές της ελληνιστικής περιόδου από την Λευκάδα με τα ονόματα
Ἁγησόι και Γοργόι 6 .
Ο Robert (1936, 23-24, αρ. 20, πίν. 5) δημοσιεύει μία ανέκδοτη επιτύμβια επιγραφή του
4ου π.Χ. αι. που βρέθηκε στην Τανάγρα της Βοιωτίας και στην οποία αναγνωρίζει την
ονομαστική σε -ώι στο όνομα του δεύτερου στίχου Πυθίων / Πασώι 7 . Την εντάσσει δε στις
επιγραφές της Μεγαρίδας λόγω της συνάφειας της με άλλες ήδη δημοσιευμένες επιτύμβιες ή
αναθηματικές επιγραφές της περιοχής ή των αποικιών της 8 .

3
Αποδίδονταν κυρίως ως παραδείγματα δοτικής ή κλητικής.
4
Ο Bechtel (1963 [1923]) δεν αναφέρει σε καμία από τις δυτικές διαλέκτους ονομαστική ονομάτων σε
-ώι /-όι. Οι Thumb-Kieckers (1932, 106) εξάλλου αναφέρουν, επ’ευκαιρία της μεσσηνιακής διαλέκτου,
ότι οι ‘ονομαστικές’ Ἀρετοῖ (IG V1 1500), Ἀρχοῖ (IG V1 1442), Πεισοῖ (IG V1 1476) είναι ‘παλαιές
κλητικές’.
5
A. Boeckh, CIG, αρ. 1803 (δίδεται ως ἈριστΟΙ) και 1806 (Πουβλίωι). Α. Köhler, Hermes 26 (1891),
σσ. 148-9 (δοτ. -οῖ). Fraser & Rönne (1957, 113, αρ. 2, 5(2) και σ. 169, σημ. 71). Πρβλ. Fraser &
Matthews (1997, s.v. Δαμιόι, Κλιόι, Ἀριστόι (δίδεται Ἀριστιὸι Νικάρχου), Πουβλιώι). SEG 51 741.
6
IG IX 12, 4 1329-1332 με προγενέστερη βιβλιογραφία. Πρβλ. Fraser & Matthews (1997, s.v.).
7
Αναφέρεται δε ότι ο Froehner είχε μεταγράψει Πασῶι.
8
Ἀρκεσὼι Αἰσχύλου (Σελινούντας. 3ος (;) αι. π.Χ. IG XIV 271. E. Schwyzer, Dialectorum graecarum
exempla epigraphica potiora (1923), αρ. 167, 2. Πρβλ. G. Pugliese Carratelli, “Difesa de una dama
Tarantina”, La Parola del Passato 35 (1980), σ. 381 και O. Masson, Rev. Phil. 58 (1984), 105. L.
Dubois, Inscriptions grecques dialectales de Sicile (1989), αρ. 56. Fraser & Matthews (1997, s.v.
Ἀρκεσώι). Ματρὼι Διώνδα (IG VII 146. Bechtel 1982 [1917], 318). Ματρώι Μεγαρίς (Σικυώνα. ΠΑΕ
1908, σ. 146, αρ. 1), Πασινώι (P. Graindor, Rev. Arch. 1917 (VI), σ. 33, αρ. 1), Δικαιώι Εὐπαλῖνος (W.
Peek, Ath. Mitt. 59, 1934 [1936], 55, b). Πρβλ. επίσης, τον τύπο της Μεγαρικής Κυβώι (O. Masson,
Rev. Phil. 58 (1984), σ. 105).

770
Ο Masson 9 , εξάλλου, διάβασε σε επιτύμβια επιγραφή του 2ου/1ου αι. π.Χ. από τον Ολούντα
της Κρήτης την ονομαστική Φρανιὼι / Φιλοστράτου / χαῖρε. Πρόκειται για ένα ακόμη
παράδειγμα ονομαστικής σε -ώι που προστίθεται στον μακρύ κατάλογο επιτυμβίων
επιγραφών (μεταξύ του 3ου και του 1ου αι. π.Χ. κυρίως) που είχαμε ήδη από την Κρήτη 10 .
Τα παραπάνω παραδείγματα ενισχύουν την ύπαρξη της ονομαστικής σε -ΩΙ /-ΟΙ στην
κατηγορία των υπό εξέταση ονομάτων και αν επιχειρήσουμε να εντάξουμε το φαινόμενο σε
χρονολογική κλίμακα διαπιστώνουμε ότι οι πρώτες μαρτυρίες απαντούν ευρέως με την
αρχαϊκή μορφή ΟΙ (= -ōi) ήδη από τον 7ο/6ο αι. π.Χ. σε επιγραφές αρχαϊκών κορινθιακών
αγγείων: Αἰνόι, Γοργόι, Διόι, Δορόι, Ἐρατόι, Fαχόι, Fιόι, Hαμαθόι, Hιμερόι, Θεανόι, Μαλόι,

Ὀλυττόι, Σελινόι, Σθενόι, Φιλόι, Χορόι 11 . Σποραδικά παραδείγματα αρχαϊκής γραφής ΟΙ


βρίσκουμε επίσης στην Αργολική με το όνομα Χρυσόι του 5ου αι. π.Χ. 12 , της Λακωνικής με το
πιθανό παράδειγμα ΑΡΔΟΙ (= Ἀργώι; Η επιγραφή κάτω από εγχάρακτο σχέδιο πλοίου) 13 ,

στην διάλεκτο της Μήλου με την επιγραφή Ἀρχι/ὸι Ἀγαθοκ/λέος 14 και σε δωρικές διαλέκτους
της Σικελίας με τους τύπους ονομαστικής Συqόι 15 , Χορόι 16 , Ναqόι 17 , Γελόι 18 , Τιμασόι 19 ,

9
Ο. Masson, “Cretica”, ΒCH 103 (1979), σ. 71, αρ. 7, εικ. 10 (= Masson, 1990, 341). Fraser &
Matthews (1987, s.v.). Bile (1988, σ. 60, αρ. 80). Ο πρώτος εκδότης Κ. Δαβάρας, “Επιγραφαί εκ
Κρήτης ΙΙ”, Αρχ. Δελτ. 18Α (1963), σσ. 154-5, αρ. 7, πίν. 68α (= SEG 23 553) είχε προτείνει τον τύπο
(Εὐ)φρανίω[ν].
10
Σημειώνουμε: Τυχὼι Θιορήτω (Ch. Petros-Mesogeites, Hellenika X (1938), αρ. 2 [Χερσόνησος].
Βull. Épigr. 1941, αρ. 116), Χορὼι καλά (Ολούς. H. Van Effenterre, Rev. Arch. 1948, σ. 1045. Νέα
ανάγνωση των J. et L. Robert, Βull. Épigr. 1950, αρ. 170). Για τα παρακάτω παραδείγματα από τις
Inscriptiones Creticae, βλ. και J. & L. Robert, Βull. Épigr. 1950, αρ. 170 και 1952, αρ. 135: Δαμὼι
Μενεσθένεος (Ιεράπυτνα, IC III, σ. 68, αρ. 35), Λυσιώι Πάχωνος (ό.π., σ. 69, αρ. 40), Πεισὼι /
Εὐφράνορος (Ίτανος, ό.π., σ. 119, αρ. 31), Φείδων και Ἱαρώι (Σαμώνιο Ιερό, ό.π., σ. 158, αρ. 1.
Ανάγνωση των J. et L. Robert, Βull. Épigr. 1950, αρ. 170), Ἱαρὼι / Σωναύτα (Ίτανος, ό.π, σ. 114, αρ.
16, στ. 6/7), Ἀριμνὼι / Εὐφρονίου (Ολούς. IC I, σ. 258, αρ. 21), Ἀγώι (Κνωσσός, ό.π., σ. 74, αρ. 26),
Ἀριστώι (Χ2), Ἡρώι / Θεμιστοκλ(εῦ)ς, Θεμιστὼι / Τηλίωνος, Θεαινώι / Τεισικράτευς, --]ιώι /Λ]ε×ύκου
(Ολούς, ό.π, σ. 258-261, αρ. 22 και 23, 29, 30, 42, 55), Κησὼι Ὑ]περφάνιος (Λατώ, ό.π, σ. 214, αρ.
112), Γνησώι α[-- ἐθε/ραπεύετο (Λεβήνα, ό.π., σ. 161, αρ. 10Β, στ. 3), [Ἀ]στώι, Χρηιώι (Γόρτυνα, IC
IV, σ. 369, αρ. 368. Πρβλ. Bechtel 1982 [1917], 617), Ἀριστώι (Ίτανος, BCH 1951, σ. 190-197.
Ανάγνωση των J. et L. Robert, Βull. Épigr. 1952, αρ. 135).
11
Lorber (1979, αρ. 126, 131, 110(2Χ).111, 120.130, 120, 130, 99.110.111(2Χ).127.130, 11, 153, 129,
129, 130, 120, 90, 127, 145 και σσ. 128-132). Βλ. επίσης, O. Masson, REG 94 (1981), σ. 544, αρ. 127
και 130 με παρατηρήσεις για τα ονόματα Fιόι, Φιλόι, Μαλόι, Δορόι, Ὀλυττόι και νέα ανάγνωση του
ονόματος Lorber (1979, αρ. 127) Ηιπ(π)όι = Ἱππώ. Πρβλ. Fraser & Matthews (1997, s.v. Αἰνώι,
Ἁμαθώι, Διώι, Ἐρατόι, Fαχώι, Fιώι, Ἱμερώι, Μαλώι, Ὀλυττώι, Σελινώι, Φιλώι, Χορώι.
12
Νεμέα. SEG 29 353 b. Fraser & Matthews (1997, s.v. Χρυσώι).
13
Σπάρτη. Ανάθημα. 6ος αι. π.Χ. Α. Μ. Woodward, ABSA 26 (1923-25), σσ. 224-5 (δίδεται ως δοτ.).
SEG 11 657.
14
IG ΧΙΙ 3 1130.
15
Άκρες. Επιτύμβια. 6ος αι. π.Χ. IG XIV 228. E. Schwyzer, Dialectorum graecarum exempla
epigraphica potiora (1923), αρ. 146.
16
Επιτύμβιο επίγραμμα από την Καμάρινα της Σικελίας (περιοχή του Comiso). G. Pugliesse Carratelli,
“Comiso. Epigrammata sepolcrale greco del secolo VI av. C.’’, NSA (1942), σσ. 321-324. Βull. Épigr.
1950, αρ. 243. SEG 34 946. SEG 52 847 (550-500? / 485-450?). Fraser & Matthews (1997, s.v Χορώι).

771
Σελινόι 20 , Ἀριστόι (Χ2) 21 . Στον κατάλογο των παραδειγμάτων προσθέτουμε επίσης το
αρχαϊκό όνομα Λακόι άγνωστης προέλευσης 22 και το όνομα Ξανθόι σε ευβοϊκό αγγείο με
σαφή επιρροή από την κορινθιακή τεχνοτροπία και στην προκειμένη περίπτωση από την
διάλεκτο 23 .
Από τα τέλη του 5ου και τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. -μετά δηλαδή την βαθμιαία εισαγωγή
και χρήση του ανατολικού αλφαβήτου της Μιλήτου- έως και τον 1ο π.Χ. περίπου,
μαρτυρούνται τύποι ονομαστικής σε -ΩΙ στην Αργολίδα (Άργος, Επίδαυρος) με ονόματα του
3ου αι. π.Χ. όπως Ἀριστώι, Εὐφρώι, Ἀρχαιώι 24 , στη Σπάρτη με τους τύπους Νικώι (ανάθημα,
4ος (;) αι. π.Χ.) 25 και Γοργώι (1ος π.Χ./1ος αι. μ.Χ.) 26 , στην Μήλο με τους τύπους Νικώι /
Νικοστράτō (4ος αι. π.Χ.) και Τυχὼι Διοπειθείδα 27 και κυρίως στην Κρήτη όπου στις
παραπάνω επιγραφές συγκαταλέγονται τα ονόματα Κ×ωτιλώι του 1ου αι. π.Χ. από το
Ρέθυμνο 28 και Ἀριστονώι του 1ου αι. π.Χ. από τον Άγιο Νικόλαο 29 . Συμπεριλαμβάνονται

επίσης και οι ταφικές στήλες του 2ου (;) αι. π.Χ. και την Ιεράπυτνα: Ἀγὼι / Συνάννω 30 , Τεισὼι

/ Ἕλληνα 31 , Δαμὼι / Μενεσθένεος 32 . Το αρχαϊκό και σπάνιο όνομα Συqόι από τις Άκρες (βλ.
σημ. αρ. 15) μαρτυρείται επίσης στον Ακράγαντα των ετών 430-420 π.Χ. με την μορφή

17
Σελινούντας. 6ος / 5ος αι. π.Χ. Fraser & Matthews (1997, s.v. Νακώι).
18
Γέλα. 6ος /5ος αι. π.Χ. Fraser & Matthews (1997, s.v. Γελώι).
19
Σελινούντας. Κατάδεσμος. 6ος/5ος αι. π.Χ. E. Schwyzer, Dialectorum graecarum exempla epigraphica
potiora (1923), αρ. 167α, αρ. 1 Β. Fraser & Matthews (1997, s.v. Τιμασώι).
20
Σελινούντας. 5ος αι. π.Χ. L. Dubois, Inscriptions grecques dialectales de Sicile (1989), αρ. 34. Πρβλ.
Fraser & Matthews (1997, s.v. Σελινώι).
21
Καμάρινα. Κατάδεσμος. 5ος αι. π.Χ. SEG 38 935, στ. 1 και 5. Fraser & Matthews (1997, s.v.
Ἀριστώι).
22
Britisch Museum Inscriptions. Collection of Ancient Greek Inscriptions IV 2, C. T. Newton (ed.)
(1874-1916), αρ. 948. Berliner Philologische Wochenschrift (1916), σσ. 1389-1390, αρ. 138. Bechtel
1982 [1917], 280. Πρβλ. Fraser & Rönne (1957, 169, σημ. 76).
23
A. Rumpf, Chalkidische Vasen (1927), σ. 46-48, αρ. 13. L. Dubois, “Corinthien et eubéen dans les
legendes des vases chalcidiens”, στο Crespo (1993, σ. 123).
24
IG ΙV Ι2 321. Πρβλ. Fraser & Rönne (1957, σ. 169, σημ. 76). Fraser & Matthews (1997, s.v.).
25
IG V1 250. Πρβλ. Fraser & Matthews (1997, s.v.).
26
SEG 11 676, στ. 2. Πρβλ. Fraser & Matthews (1997, s.v.).
27
IG ΧΙΙ, 3. Suppl. 1665 και IG ΧΙΙ, 3. Suppl. 1670. Πρβλ. Fraser & Rönne (1957, σ. 169, σημ. 76).
28
Κ. Δαβάρας, “Επιγραφαί εκ Κρήτης ΙΙ”, Αρχ. Δελτ. 18Α (1963), σ. 152, αρ. 2, πίν. 67α. Νέα
ανάγνωση των J. et L. Robert, Βull. Épigr. 1966, αρ. 348. SEG 23 578. Κ. Δαβάρας, “Επιγραφαί εκ
Κρήτης ΙΙΙ”, Αρχ. Εφημ. 1980, σ. 13, αρ. 2. Bile (1988, σ. 68, αρ. 113). Πρβλ. ΒCH 103 (1979), σ. 71,
σημ. 86.
29
Κ. Δαβάρας, “Επιγραφαί εκ Κρήτης ΙΙ”, Αρχ. Δελτ. 18 Α (1963), σ. 153, αρ. 4, πίν. 67, 3. Νέα
ανάγνωση των J. et L. Robert, Βull. Épigr. 1966, αρ. 359. SEG 23 579. Bile (1988, σ. 57, αρ. 63).
30
Κ. Δαβάρας, “Επιγραφαί εκ Κρήτης ΙΙΙ”, Αρχ. Εφημ. 1980, σ. 12-13, αρ. 8. SEG XXXII 881. Bile
(1988, σ. 67, αρ. 106). Fraser & Matthews (1997, s.v).
31
Κ. Δαβάρας, ό.π., σ. 14, αρ. 11. SEG XXXII 884. Bile (1988, 67, αρ. 109).
32
Κ. Δαβάρας, ό.π., σ. 15, αρ. 2. Fraser & Matthews (1997, s.v).

772
Συκώι 33 ενώ από τον λακωνική αποικία του Τάραντα έχουμε την επιγραφή IG XIV 668 II
(στ. 20) του 4ου/3ου αι. π.Χ. με τον τύπο Πλειστώι 34 .
Τέλος, η γραφή ΩΙ μαρτυρείται σταθερά έως και τον 1ο αι.π.Χ. στην δωρική διάλεκτο της
Κυρήνης: θεωνύμιο Ἰασώι και πολυάριθμα παραδείγματα κύριων ονομάτων όπως Ἀκεσώι,

Ἀλυπώι, Ἀναξώι, Ἀρχιώι, Βασώι, Ἐπαγώι, Εὐτυχώι, Ζευξώι, Κλυτώι, Μεγώι, Μνασώι, Μυρώι,
Μυρτώι, Στρατώι, Τελεσώι, Φερώι 35 .
Στις ίδιες περιοχές, μαρτυρούνται επίσης ονόματα σε -Ω από τον 3ο/2ο αι. π.Χ. κυρίως.
Ενδεικτικά, στην κρητική διάλεκτο, η Bile (1988, 180) αποδελτίωσε 41 συνολικά γυναικεία
ονομάτα των δύο παραλλαγών ΩΙ και Ω, σε επιτύμβιες επιγραφές του 3ου και 2ου αι. π.Χ.
Έναντι των τύπων Ἀγώι, κ.ά. που προαναφέρθηκαν βρίσκουμε επίσης Ἱλαρώ / Δάμα 36 ,

Κλαυδία Δαμώ / Βηνοβίου 37 , Κλεὼ / Θειλαίω 38 , Ἐπιμενὼ̣ / Καρπάδα 39 , κ.ά. Για την Λακωνία

αναφέρουμε τους τύπους Ἀλκιδώ και Ὀβριμώ 40 ενώ στην Κυρήνη, η γραφή Ω στα ονόματα
Βασώ, Μεγώ, Ζευξώ, Τελεσώ εμφανίζεται από τον 1ο αι. μ.Χ. 41 .
Η γραφή ΟΙ εμφανίζεται από τά τέλη του 5ου αι. π.Χ. σε επιγραφικά κείμενα πόλεων της
παράκτιας περιοχής της Β.Δ. Ελλάδας και νησιών του Ιονίου. Στις δημοσιευμένες επιτύμβιες
επιγραφές της Αμβρακίας συμπεριλαμβάνονται, εκτός των τεσσάρων που προαναφέρηκαν, το
όνομα Ἀριστιὸι / Ἀριστίωνος (5ος /4ος αι. π.Χ.) 42 ενώ κοντά στην Ξενὸι / Εὐδίκου (3ος αι.
π.Χ.) 43 βρίσκεται η αδημοσίευτη επιγραφή με τον τύπο Καλλιόι (3ος/2ος αι. π.Χ.) 44 . Σήμερα

33
O. Masson, Rev. Phil. 58 (1984), σ. 105. L. Dubois, Inscriptions grecques dialectales de Sicile
(1989), αρ. 181. Fraser & Matthews (1997, s.v.).
34
Ανάγνωση από τον G. Pugliese Carratelli, “Difesa de una dama Tarantina”, La Parola del Passato 35
(1980), σσ. 380-381. Πρβλ. Fraser & Matthews (1997, s.v.).
35
C. Dobias-Lalou, “La composante onomastique dans l’étude du dialecte cyrénéen”, στο Crespo
(1993, 117). Dobias-Lalou (2000, 21 και 97). Πρβλ. Fraser & Rönne (1957, 169, σημ. 75).
36
Ολούντας. IC I, σ. 259, αρ. 32.
37
Λατώ. IC I, σ. 215, αρ. 113.
38
Κνωσός. Επιτύμβιο. ‘Ελληνιστικής περιόδου’. L. H. Jeffery, “Comments on same archaic greek
inscriptions”, JHS 69 (1949), σ. 37, αρ. 10, εικ. 17. Bile (1988, 56, αρ. 61).
39
Απτέρα. Επιτύμβια. Περ. 200 π.Χ. Ο. Masson, “Cretica”, ΒCH 103 (1979), σ. 59, αρ. 1, εικ. 1. SEG
29 822. Bile (1988, σ. 56, αρ. 57).
40
Ιερό Απόλλωνος Υπερτελεάτα. Ανάθημα. (SEG 32 391. L. H. Jeffery, The Local Scripts of Archaic
Greece (1990), Suppl., σ. 447, αρ. D. Fraser & Matthews, 1997, s.v.). Σπάρτη. 2ος (;) αι. π.Χ. (IG V1
229. Fraser & Matthews, 1997, s.v.).
41
Dobias-Lalou (2000, σ. 21 και 98).
42
BCH 79 (1955), σ. 267, αρ. 2 [Ἀριστιοι]). Fraser & Rönne (1957, 169, σημ. 71). Fraser & Matthews
(1997, s.v. Ἀριστόι (δίδεται ως Ἀριστὸι Ἀριστίωνος)).
43
Η. Κ. Τσιριβαράκος, “Ανασκαφή εν Αμβρακία”, Αρχ. Δελτ. 20 Β (1965), σ. 359, αρ. 5, πίν. 426β (με
κεφαλαία γράμματα). G. Daux, BCH 92 (1968), σ. 844, εικ. 8. SEG 25 1971, 698. Fraser & Rönne-
Linders (1971, 64, αρ. 10, εικ. 25). Fraser & Matthews (1997, s.v. Ξενόι).
44
Fraser & Matthews (1997, s.v.). Για τα πιθανά ονόματα ονομαστικής Καλλοι και [Κ]λεοι από το
Θύρρειο της Ακαρνανίας και Τιμοι από το Ανακτόριο, βλ. Strauch (1997, 220-221, σημ. 51). Για τον
αβέβαιο τύπο Νικώ(ι;) από το Θύρρειο (σήμερα λανθάνει), βλ. Fraser & Rönne (1957, 127, αρ. 13).

773
διαθέτουμε πλέον 45 και από την Αμβρακία ονόματα σε -Ω: Ξενὼ / Νίκωνος (3ος / 2ος αι.
π.Χ.) 46 , [Γ]οργώ (αδημ.), Κλεώ, Σωτώ (αδημ.) 47 .
Στις επιγραφές της Λευκάδας εξάλλου, αναγνωρίστηκε μία ακόμη ονομαστική στον τύπο
Καλλιόι από επιτύμβια επιγραφή του 3ου αι. π.Χ. 48 , δίπλα στα ονόματα Ἀριστώ (IG IX 12,
545), Δαμώ̣ (IG IX 12, 4 1268) και Σαττώ (IG IX 12, 4 1322). Στον κατάλογο των επιγραφών
των Ιόνιων νησιών συγκαταλέγεται επί πλέον η πρώτη μαρτυρία ονόματος σε -όι σε
επιτύμβια επιγραφή του 2ου/1ου αι. π.Χ. από την Κεφαλληνία με τον όνομα Νικὸι χαῖρε 49
έναντι των Ξεννώ (Επιτύμβια. 4ος/3ος αι. π.Χ.), Σωτώ (Επιτύμβια. 3ος αι. π.Χ.) και Κλεώ
(Επιτύμβια. 3ος/2ος αι. π.Χ.) 50 .
Ονόματα σε -ΟΙ μαρτυρούνται επίσης στην Πελοπόννησο, σε επιτύμβιες επιγραφές ή
αναθήματα από την Αργολίδα με τα ονόματα Γοργόι (τέλος 4ου/πρώτο μισό του 3ου αι.
π.Χ.) 51 , την Λακωνία με τις επιγραφές Σοφιδόι (Πύρριχος, 4ος/3ος αι. π.Χ.) 52 και Ξενόι εὐχάν
(Σπάρτη. Ανάθημα. 1ος π.Χ./1ος αι. μ.Χ.) 53 καθώς επίσης και από την Μεσσηνία με τα
ονόματα Νικόι (Επιτύμβια. 2ος/1ος αι. π.Χ.) 54 και Πλειστόι (Φαρές. Επιτύμβια. 2ος αι. π.Χ.) 55 .
Στην Μεσσηνία, ειδικότερα, η γραφή ΟΙ μαρτυρείται με αξιοπρόσεκτη συχνότητα στην
ελληνιστική Μεσσήνη. Εκτός των γνωστών, από την έκδοση του Corpus των επιγραφών της
Μεσσήνης, ονομάτων Ἀρχόι 56 , Πεισόι 57 , Λυσόι 58 και τον τύπο Ἀρετόι με πιθανή προέλευση

45
Βλ. Fraser & Rönne (1957, 169).
46
Τσιριβαράκος, Αρχ. Δελτ. 20 Β (1965), σσ. 358-9, αρ. 3, πίν. 425γ (με κεφαλαία γράμματα). G.
Daux, BCH 92 1968, σ. 847, εικ. 10. Fraser & Rönne-Linders (1971, 64, αρ. 12, εικ. 21). SEG 25 696.
Fraser & Matthews (1997, s.v. Ξενώ).
47
Fraser & Matthews (1997, s.v. Γοργώ (4ος /3ος αι. π.Χ.), Κλεώ (ελληνιστικής περιόδου), Σωτώ (2ος (;)
αι. π.Χ.)).
48
Αρχ. Δελτ. 33, 1978 Β1 [1985], 183. SEG 35 484 (Κάλλιοι). IG IX 12, 4 1414.
49
A. Boeckh, CIG 1930 b (Νικο(ῖ)). IG IX 1, 646. Strauch (1997, 220-221, αρ. 1, Ι, εικ. 1). SEG 47
596. IG IX 12, 4 1496.
50
Strauch (1997, 221, αρ. 2 = IG IX 12, 4 1518). IG IX 12, 4 1506. Strauch (1997, 224, αρ. 6 = IG IX
2
1 , 4 1509).
51
Η επιγραφή βρέθηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου και είναι πιθανότατα κορινθιακής προέλευσης.
Βλ. J. Bringen, “Dédicace à Asklepios à Apollon”, BCH 77 (1953), σ. 637, στ. 3. Πρβλ. Fraser &
Matthews (1997, s.v.). Σχετικά με την επιγραφή Fouilles de Delphes III 5, αρ. 3, col. I, 49 με το όνομα
Κλεινὼι Φλειησίη, βλ. Ο. Masson, “Cretica”, ΒCH 103 (1979), σ. 71, σημ. 86α.
52
IG V1 1283. Bechtel (1982 [1917], 403 (Σοφιδώι)). Fraser & Matthews (1997, s.v.).
53
Κουρίνου (2000, 170, εικ. 36). Πρβλ. επίσης, τους πιθανούς τύπους [.1-2.]μ×αριοι (Σπάρτη.
Ανάθημα. 1ος αι. π.Χ. Κουρίνου (2000, 169, εικ. 36) και Ἀριστο[ (Σπάρτη, Ανάθημα. 1ος αι. π.Χ.
Κουρίνου, 2000, 171). Πιθανές αναγνώσεις κατά την Κουρίνου: Ἀριστό[κλεια ή Ἀριστο[νίκα ή
Ἀριστό[ι.
54
IG V1 1334α. Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών Ι (1968), σ. 119, αρ. 1. Fraser & Matthews (1997,
s.v.). Η επιγραφή προέρχεται από την Καρδαμύλη κατά το IG ή από την λακωνική Ιππόλα σύμφωνα με
τους Fraser & Matthews.
55
IG V1 1366. Πρβλ. Fraser & Matthews (1997, s.v. Πλειστώ (δοτ. –οῖ)).
56
Ιερό Αρτέμιδος Λιμνάτιδος. Aνάθημα. 3ος/2ος αι. π.Χ. IG V1 1442. Fraser & Matthews (1997, s.v.).
57
Επιτύμβια. 1ος αι. π.Χ. IG V1 1476. Fraser & Matthews (1997, s.v.).
58
Επιτύμβια. 1ος αι. π.Χ. IG V1 1480. Fraser & Matthews (1997, s.v. Λυσώ (Λυσοι –lap.)).

774
την ίδια πόλη 59 , οι νεότερες ανασκαφικές εργασίες έφεραν στο φώς αναθήματα και ταφικές
στήλες του 3ου ή και 2ου αι. π.Χ. κυρίως με τα ονόματα Γοργόι (Ανάθημα. 3ος αι. π.Χ) 60 ,
[Ζ]ωτιχόι (Ανάθημα. 3ος αι. π.Χ.) 61 , Γοργόι / Λυσόι (Μνημείο πεσόντων επιφανών
Μεσσηνίων πολιτών. 3ος/2ος αι. π.Χ.) 62 , Ἀριστόι (Ανάθημα. 3ος/2ος αι. π.Χ.) 63 . Σποραδικά δε,

μαρτυρούνται ονόματα σε -Ω: Ἀγεσώ (Ανάθημα. 3ος αι π.Χ.) 64 , Καλλώ (Επιτύμβια. 3ος αι.
π.Χ.) 65 , Φαινώ (Επιτύμβια) 66 .
Στην Κρήτη, τέλος, δίπλα στα ονόματα σε -ΩΙ και -Ω μαρτυρείται ο τύπος Ἀριστόι από
την Τυλισό του 4ου/3ου αι. π.Χ. (IC I, σ. 309, αρ. 3), ενώ βρίσκουμε επίσης τον τύπο Μεγόι
του 1ου αι. μ.Χ. στην Κυρήνη (SEG 16 895. Dobias-Lalou, 2000, σ. 25).

3. Η ιστορική προέλευση της -ΩΙ


Με ινδοευρωπαϊκά κριτήρια, η ονομαστική αθέματων ονομάτων σε -Ω(Ι) αποτελεί
επεκταμένη βαθμίδα διφθογγικού θέματος σε *-oi όπως εμφανίζεται στην κλητική κατά το
παράδειγμα δαίμων / δαῖμον 67 . Το ερώτημα που τίθεται ως προς τις μαρτυρημένες ποικιλίες
της ονομαστικής είναι το εξής: οι τύποι σε -ΩΙ είναι ιστορικά αρχαιότεροι από τύπους σε -Ω
ή πρόκειται για νεότερο αναλογικό σχηματισμό; 68 . Κατά την εξέταση και εξέλιξη των
μακρόχρονων διφθόγγων, δεν μπορούμε να δείξουμε ότι η διάρκειά τους αποτελεί στοιχείο
αντίθεσης μεταξύ αυτών και των μακρών φωνηέντων και τούτο γιατί τόσο οι βραχύχρονες
όσο και οι μακρόχρονες δίφθογγοι υπολογίζονται ως δύο χρονικές μονάδες όπως άλλωστε και
ένα μακρό φωνήεν. Η διαφορά όπως την περιγράφει ο Meillet (1964 [1937], 114) είναι ότι
στην μακρόχρονη /a:i/ π.χ. το πρώτο μακρό φωνήεν θα ήταν μεγαλύτερης σχετικά διάρκειας
εν σχέσει προς την βραχύχρονη /ai/, ενώ το δεύτερο στοιχείο της i θα ήταν συντομότερο ως

59
IG V1 1500 (3ος/2ος (;) αι. π.Χ.). Fraser & Matthews (1997, s.v. Ἀρετώ (δοτ. -οῖ)).
60
Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1995, σ. 86, αρ. 9. SEG 46 408.
61
Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1998, σσ. 120-121, αρ. 1. SEG 48 505.
62
Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1995, σσ. 65-68. SEG 51 494. Πρβλ. Fraser & Matthews (1997, s.v. Γοργώι,
Λυσώι).
63
Π. Θέμελης, ΠΑΕ 2004, σσ. 28-29, πίν. 12α. Πρβλ. επίσης, την υπ’αρ. ευρ. 9793 αδημοσίευτη
επιγραφή με τον τύπο ονομαστικής (;) Αρτοι.
64
Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1994, σσ. 94-95 αρ. 1. SEG 45 303.
65
Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1997, σ. 108. SEG 47 408.
66
Στ. Οικονομάκης, Τα σωζόμενα Ιθώμης, Μεσσήνης και των πέριξ (1879), σ. 30, αρ. 28.
67
Για το κλιτικό παράδειγμα των ονομάτων σε -ώ(ι), Βλ. Kühner & Blass (1978 [1890], 453-5, § 129
και § 118, 7). Meyer (1880, § 331, 335, 341, 345). Lejeune (1987) [1972] § 269 και 297). Chantraine
(1998, 119, § 88). Buck (1955, 93, § 111, 5α). Πρβλ. Μeillet (1919, 385). Για τον τονισμό, βλ. Ventris
(1929, § 47, 230, 283 και 284).
68
Ο Chantraine (1998, 119, § 88, σημ. 21) θεωρεί ότι η ονομαστική σε -ώι των δωρικών διαλέκτων
είναι αναλογικό προϊόν εν σχέσει προς την κλητική σε -οῖ υιοθετώντας την παλαιότερη κρατούσα θέση
των Meyer (1890, § 323), Schwyzer (1977 [1939], 478, § 6.2 και σημ. 8), κ.ά. Βλ. και σημ. 4.

775
προς την διάρκεια από το i της βραχύχρονης /ai/ 69 και αυτή η αρθρωτική δυσκολία πού
ενεχόταν στην διάκρισή τους προκάλεσε μεταβολές των μακρόχρονων διφθόγγων είτε κατά
την διάρκεια της ιστορίας των διαφόρων γλωσσών είτε κατά την εξέλιξη της ίδιας της
Ινδοευρωπαϊκής.
Στην Ελληνική της πρώτης χιλιετίας, βρίσκουμε κληρονομημένες μακρόχρονες
διφθόγγους */a:i/ */e:i/ */ο:i/ που μαρτυρούνται αποκλειστικά σε απόλυτη παύση λόγω του
γνωστού βραχυντικού νόμου 70 . Δεν διαθέτουμε ικανοποιητικά συγκριτικά στοιχεία για την
ονομαστική ονομάτων σε *-οj-. Εν αντιθέσει προς τα διφθογγικά θέματα *-eu-/*-au- και *ou-
με μακρό φωνήεν και κατάληξη -s (του τύπου *βασιληυς, *ναυς, *βωυς) τα ονόματα σε
*ōi/*-oj- είναι ακατάληκτα. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η ονομαστική αυτών των ονομάτων
θα πρέπει να αναχθεί στην ινδοευρωπαϊκή κλιτική μορφολογία αν κρίνουμε από την
ονομαστική sákhā ‘σύντροφος, σύμμαχος’ της Βεδικής (και τον παράλληλο τύπο hašā της
Αβεστικής) 71 . Κατά τον Benveniste (1984 [1935], 62) οι τύποι sakhā και sákhāyam
(αιτιατική) θα ήταν η εξέλιξη ενός θέματος *sakhāi της Ινδοϊρανικής το οποίο συσχετίζεται
εν τέλει με τον τύπο της Ελληνικής πειθώ(ι) 72 .
Οι τύπος της ονομαστικής σε -Ω στην Ελληνική μπορεί να είναι παλαιός εάν τον
παραλληλίσουμε με τα ονόματα sákhā / haša. Είναι, όμως, εξίσου πιθανό να πρόκειται για
νεότερη εξέλιξη της Ελληνικής 73 . Στην περίπτωση δε αυτή, θα συμφωνήσουμε με τον
Lejeune (1987) [1972], § 308, σημ. 1), ότι η δίφθογγος ΩΙ της ονομαστικής θα είχε χάσει σε
ορισμένες μόνο διαλέκτους το δεύτερο στοιχείο της ενωρίτερα από την ΩΙ της δοτικής των ο-
θεματικών ονομάτων 74 .
Στις δυτικές (δωρικές) διαλέκτους, γνωστές για τον αρχαϊστικό χαρακτήρα πολλών
γλωσσικών χαρακτηριστικών τους, ο τύπος της ονομαστικής ΩΙ /o:i/ θα ήταν παλαιότερος.
Τα νεότερα επιγραφικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι τόσο η έκταση όσο και η συχνότητα
εμφάνισης της ΩΙ σε πολυάριθμες δωρικές διαλέκτους ήδη από την αρχαϊκή περίοδο
συνηγορούν υπέρ της τελευταίας υπόθεσης. Η πρώιμη παρουσία της ΩΙ σε μια περιφεριακή

69
Ακριβέστερα, όπως το διατύπωσε ο Allen (2000, 108) «στο αι [/ai/] η μετάβαση [από μια
φωνηεντική ποιότητα σε μιαν άλλη μέσα στα όρια μιας συλλαβής] επιταχυνόταν περίπου στο 1/3 του
διαστήματος, ενώ στο ᾳ [/a:i/]καθυστερούσε μέχρι περίπου τα 2/3».
70
Lejeune (1987) [1972], § 225). Νέες υστερογενείς μακρές δίφθογγοι δημιουργούνται είτε με
συναίρεση (γνῶι < *γνωηι / *αFοιδα > ὠιδή) είτε με διφθογγισμό (*σωFιζω > σώιζω, *πατρωFιος >
πατρῶιος) ή τέλος λόγω αναλογικών σχηματισμών (ὤικουν). Εκτός της αττικής διαλέκτου και με βάση
τα ομηρικά κυρίως έπη, το δίγραμμα ΩΙ (και ΗΙ / ΑΙ) θεωρείται γενικώς δισύλλαβο. Βλ. Lejeune
(1987) [1972], § 235 και § 270).
71
Πρβλ. Meillet (1964 [1937], 169). Beekes (2004, 264).
72
Αντιθέτως, ο τύπος της οργανικής ενικού sákhyā ανακατασκευάζεται, κατά τον Benveniste (ό.π.),
από έναν υποθετικό παράλληλο τύπο *sákhi με την ίδια σημασία.
73
Πρβλ. την διαφορά της εξέλιξης των ονομάτων σε *-ēr /*-ōn matá, áçmā κ.ά. της Βεδικής έναντι των
τύπων μάτηρ, ἄκμων.
74
Πρβλ. την δοτική σε -āi των θεματικών ονομάτων της Αβεστικής (Meillet, 1964 [1937], 323).

776
μη δωρική διάλεκτο όπως η Κυπριακή 75 καθώς επίσης και στις αποικίες ελληνικών δωρικών
πόλεων συνηγορεί επίσης υπέρ της ίδιας υπόθεσης δεδομένου ότι οι απομονωμένες
γεωγραφικά περιοχές και οι αποικίες συντηρούν συνήθως παλαιότερους γλωσσικούς τύπους
εν σχέσει προς το κέντρο ή την μητρόπολη.
Σε διαλέκτους όπως η Αττική (η Αρκαδική κ.ά) όπου από τα πρώτα επιγραφικά κείμενα
απαντά η ονομαστική σε -Ω (ή -Ο στο αρχαϊκό αλφάβητο), όψιμα παραδείγματα ονομαστικής
σε -ΩΙ όπως Ἀμφιμώι (;), Χρωτώι, Ἁγώι, Ἀρτεμώι κ.ά. που μαρτυρούνται από τα μέσα του 4ου
αι. π.Χ. κατά τον Teodorsson (1974, 124) και μόνο μετά το 200 π.Χ. κατά τον Threatte
(1985, 358, 366-7 και 1996, 259 κ.εξ.) θα πρέπει να θεωρηθούν ως παραδείματα αντίστροφης
γραφής ΩΙ αντί Ω μετά τον μονοφθογγισμό της διφθόγγου ΩΙ 76 και τα οποία μάλιστα
εντάσσονται γενικότερα στο φαινόμενο του μονοφθογγισμού των μακρών διφθόγγων
δεδομένου ότι απαντούν παραδείγματα ΩΙ όχι μόνο στην ονομαστική (πρβλ. και
παραδείγματα ονομαστικής ΗΙ / ΑΙ αντί Η / Α) αλλά και σε άλλες γραμματικές κατηγορίες
(προστακτακτική, δυϊκός αριθμός, επιρρήματα) 77 .

4. Η φωνολογική αξία της -ΟΙ


Δεδομένου ότι κάθε μεταβολή εντάσσεται στις γενικότερες μεταβολές του γλωσσικού
συστήματος μιας γλώσσας ή διαλέκτου, θα περιορίσουμε την σύντομη -εκ των πραγμάτων-
έρευνα σε δεδομένα από τις επιγραφές της ελληνιστικής Μεσσήνης στις οποίες η γραφή ΟΙ
μαρτυρείται συστηματικά, όπως ήδη είδαμε παραπάνω, στα υπό εξέταση ονόματα του 3ου και
2ου αι. π.Χ. κυρίως, παράλληλα με την Ω.
Ας σημειωθεί ότι τα επιγραφικά κείμενα της Μεσσήνης χρονολογούνται από τα τέλη του
4 /αρχές του 3ου αι. π.Χ. και χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους (έως και τα μέσα του 1ου αι.
ου

μ.Χ.) από μείξη διαλεκτικών στοιχείων της Μεσσηνιακής (πρόκειται για διάλεκτο της
λεγόμενης ‘αυστηρής’ δωρικής), με χαρακτηριστικά των κοινών γλωσσών (της Β.Δ. Κοινής
και κυρίως της αττικής Κοινής) που δημιουργήθηκαν βάσει των γνωστών ιστορικών
συνθηκών από τα τέλη του 4ου/αρχές του 3ου αι. π.Χ.

75
Με τους τύπους (σε συλλαβική γραφή) Φιλώι του 6ου (;) αι. π.Χ. (Ο. Masson, “Un scarabée de
Cambridge à inscription chypriote syllabique”, Kadmos 25 (1986), σ. 163, πίν. 1, 2) και Θεμιτώι του
5ου/4ου αι. π.Χ. (Ο. Masson, Les Inscriptions chypriotes syllabiques (1983), αρ. 371. SEG VIII, 512.
Fraser & Matthews, 1987, s.v.).
76
Κατά τον Teodorsson (1974, 123-124 και 215-216), η δίφθογγος ΩΙ είχε μονοφθογγιστεί προ του
τέλους του 4ου αι. π.Χ. στην αττική διάλεκτο, ενώ κατά τον Threatte (1985, 358-2) τα δεδομένα δεν
επιτρέπουν να συμπεράνουμε κάτι ανάλογο πριν από τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. Πρβλ. επίσης, τον
μεταγενέστερο (του 2ου/3ου αι. μ.Χ.) τύπο της Αρκαδικής Σωτηρώι SEG 23 250 [Φιγάλεια] και IG V2
178 [Τεγέα]. Fraser & Matthews (1997, s.v.).
77
Όψιμα παραδείγματα προστακτικής, κ.λ. ΩΙ αντί Ω αλλά και παραδείγματα ΗΙ / ΑΙ αντί Η / Α
βρίσκουμε και σε δωρικές διαλέκτους. Για την Κρητική, βλ. Bile (1988, 104). Για την Κυρηναϊκή, βλ.
Dobias-Lalou (2000, 21-22).

777
Έναντι λοιπόν των ονομάτων Ἀγεσώ, Καλλώ, Φαινώ βρίσκουμε τα ονόματα Γοργόι,

[Ζ]ωτιχόι, Ἀρχόι, Ἀριστόι, Γοργόι / Λυσόι, Πεισόι, Λυσόι, Ἀρτόι (;) και πιθανώς Ἀρετοι (βλ.
παραπάνω). Σε νεότερη περίοδο, μαρτυρείται η αναθηματική επιγραφή του πρώτου μισού του
1ου αι. μ.Χ. από την Ολυμπία με το όνομα Ἀντωνία Καλλώ 78 . Αν υποθέσουμε ότι οι ποικιλίες
ΟΙ και Ω στην ονομαστική ενικού των αθεμάτων ονομάτων είναι εξέλιξη της ΩΙ (<*/o:i/), θα
πρέπει να την συνεξετάσουμε με την κατάσταση και εξέλιξη της ΩΙ σε τελική θέση άλλων
μορφολογικών κατηγοριών καθώς επίσης και με την εξέλιξη του διγράμματος ΩΙ σε άλλες
θέσεις.
Στην δοτική και υποτακτική, η γραπτή νόρμα διατηρεί την δίφθογγο ΩΙ, έως περίπου τον
1ου αι. π.Χ., στα επίσημα, δημοσίου χαρακτήρα, κείμενα 79 . Σημειώνεται επίσης και στα
παλαιότερα κείμενα ιδιωτικού χαρακτήρα, αναθηματικές και απελευθερωτικές επιγραφές 80 .
Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις φωνητικής μεταβολής στην ανταλλαγή γραφών μεταξύ της
δοτικής σε -ΩΙ και της γενικής ενικού σε -Ω 81 . Το παλαιότερο παράδειγμα χρονολογείται
στον 3ο αι. π.Χ. Βρίσκουμε λοιπόν την αντίστροφη γραφή ΩΙ αντί Ω στον τύπο
Ὀλυμπιοδώρωι / Καλλ×ίπωι (= αττ. Ὀλυμπιοδώρωι Καλλίπου) στο τιμητικό ψήφισμα με
κατάλογο ονομάτων του 3ου αι. π.Χ. (IG V1 1426, στ. 26-27) όπου το όνομα δίδεται πάντοτε
σε δοτική -ωι και το πατρωνυμικό σε γενική -ω 82 . Αντιστρόφως, η γραφή Ω αντί της δοτικής
ΩΙ απαντά στον τύπο τῶ Κλαικοφόρω στον Ιερό νόμο IG V1 1447, στ. 11 του τέλους του 3ου
ή των αρχών του 2ου π.Χ. αιώνα 83 . Η γραφή ΩΙ συνυπάρχει, εξάλλου, με την Ω στο τιμητικό
ψήφισμα IG V1 1427 του 1ου αι. π.Χ. με την δοτική τόπω (στ. 10), δίπλα στους τύπους τῶι

(στ. 7) και αὐτῶι (στ. 11). Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τιμητικό ψήφισμα IG V1 1448 (=
SEG 42 344) του 14 μ.Χ. προς τιμήν του Τιβερίου, βρίσκουμε την παλαιότερη γραφή ΩΙ
στην αναφορά του τίτλου και του ονόματος του αυτοκράτορα με την δοτική Θεῶι Σεβαστῶι /
78
IG V1, σ. ΧVI, 126. Πρβλ. επίσης το όνομα Ἑλιξώ του 3ου αι. μ.Χ. από το Ιερό της Αρτέμιδος (IG
V1 1376).
79
Βλ. ενδεικτικά: Λυσιμά]χωι (στ. 2), πιθ. υποτακτ. --]ῶι ή δοτ. --]ωι (στ. 10), ἐφ’] ὧι (στ. 11),
(Συνθήκη συμμαχίας. 295 ή 286 π.Χ. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1990, σσ. 83-85. SEG 51 457. Βull. Épigr.
2002, 200), ἐγ Κῶι (στ. 7) (Ψήφισμα των Μεσσηνίων περί του ασύλου του ιερού του Ασκληπιού. Κώς.
242 π.Χ. SEG 12 371), κ.ά.
80
Τῶι Πολυδ/ε<ύ>κηι (Ανάθημα. περ. 300 π.Χ. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1994, σσ. 84-85, στ. 1-2).
Ἀσκλαπιῶι (Ανάθημα. 220 (;) π.Χ. Α. Ορλάνδος, ΠΑΕ 1971, σσ. 166-167, αρ. 6, στ. 2). Ἀχελώιωι
(Ανάθημα. 2ος αι π.Χ. Π. Θέμελης, Το Έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας 1988, σ. 28), Καρνείωι
(Ανάθημα. Αρχές 3ου αι. π.Χ. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 2001, σ. 70, στ. 2), νόμωι (Απελευθερωτική πράξη.
3ος αι. π.Χ. IG V1 1470, στ. 8).
81
Χαρακτηριστική κατάληξη των ο-θεματικών ονομάτων στις διαλέκτους της αυστηρής δωρικής.
82
Ανάλογα παραδείγματα έχουμε επίσης από άλλες δωρικές διαλέκτους: Πηράντας Λατίμωι (Κνωσός.
Κατάλογος θρησκευτικών αξιωματούχων. 1ος αι. π.Χ. Bile, 1988, 54, αρ. 52, στ. 3), Αυτοκράτορος
Καίσαρος Θεῶι υἱῶ Σεβαστῶ κ.ά. (Κυρήνη. 18/17 π.Χ. Dobias-Lalou, 2000, 21).
83
Σημειωτέον ότι η γενική των ο-θεματικών ονομάτων της ίδιας επιγραφής απαντά δύο φορές με την
διαλεκτική κατάληξη -ω και δύο φορές με την κατάληξη της Κοινής -ου: τᾶς ἐγ δημοσίω (στ. 17),
ἐλαίω (στ. 8), οἴνου (στ. 6), Ἀγριανίου (στ. 7).

778
Τιβερίωι (στ. 1 και 2) ενώ στο λοιπό κείμενο δεν απαντούν παρά δοτικές σε Ω: αὐτῶ (στ. 27),

ἐν τᾶι γενεθλίω ἁμέρα (στ. 35), ἐπί τῶ μηκέτι ἁμεῖν ἦμεν (στ. 38), κ.ά 84 .
Σε μεσαία θέση προ φωνήεντος, θα πρέπει να περιμένουμε έως την αυτοκρατορική
περίοδο για να έχουμε ένα παράδειγμα Ω αντί ΩΙ στον τύπο Πατρώων από ανάθημα του 1ου
αι. μ.Χ. 85 . Οι παλαιότερα τύποι Κῶιοι (;) και Κώιων από το ψήφισμα της Κω του 242 π.Χ.

(στ. 1 και 14), λῶιον (;) από ψήφισμα του 206 π.Χ. 86 και Ἀχελώιωι από αναθηματική
επιγραφή του 2ου αι. π.Χ. 87 συντηρούν το ι 88 . Σε μεσαία θέση προ συμφώνου και στα
ανθρωπονύμια Λωΐνος και Λωΐχα (;), Ζωΐλος (Χ2) και Τρώϊλος 89 , καμία από τις γραφές ΩΙ
δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως δίφθογγος. Φαίνεται, αντιθέτως να διατηρούν τον δισύλλαβο
χαρακτήρα τους. Διαφορετική είναι η κατάσταση που παρουσιάζεται σε τύπους που
αντιστοιχούν στην ρίζα του ρήματος σῴζω. Στην αντίστροφη γραφή -ΩΙ- αντί της -Ω- στην

αναθηματική επιγραφή του 3ου (;) αι. π.Χ. σωι×θέντων 90 έναντι του τύπου ἀνασωιζειν που
μαρτυρείται στην συνθήκη του 295 ή 286 π.Χ. (βλ. σημ. 79), φαίνεται ότι ο χαράκτης
χρησιμοποίησε την γραφή -ΩΙ- του ενεστώτα σωΐζω (στην πραγματικότητα σώιζω (;)) και

στον αόριστο εξού η πιθανότερη ανάγνωση ἀνασώιζειν. Από τον 1ο αι. μ.Χ. η γραφή -Ω-

84
Αναλόγως, η δίφθογγος ΗΙ μαρτυρείται αρχικά τόσο στην δοτική όσο και στην υποτακτική.
Βρίσκουμε, εντούτοις, παραδείγματα γλωσσικής μεταβολής στην βράχυνση -αυτή την φορά- του
πρώτου στοιχείου της διφθόγγου ΗΙ: εἰκόνι χαλκεῖ (Τιμητικό ψήφισμα του 2ου αιώνα π.Χ. Π. Θέμελης,
ΠΑΕ 1991, σ. 119, αρ. 3), ὡς μηδεμία λείπει (Ιερός νόμος πρό του 191 π.Χ. IG V 1 1447, στ. 18). Στο
ψήφισμα IG V1 1432 του 1ου αι. μ.Χ. (;), η υποτακτική ὅπως εἰσοδιασθεῖ (στ. 6) συνυπάρχει με αυτήν
σε ΗΙ: ὅπως φορῆι (στ. 11/12). Στον ιερό νόμο IG V1 1390 του 92/1 π.Χ. ή του 24 μ.Χ. (για την νέα
χρονολόγηση, βλ. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 2001, σσ. 75-76) η υποτακτική σημειώνεται χωρίς καμία
εξαίρεση με την κατάληξη ΕΙ: ἄν δέ τις μὴ θέλει (στ. 6) κ.ά.π.
85
Π. Θέμελης, Το Έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας 1993, σ. 43, στ. 3. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1993, 67.
86
O. Kern, Die Inscriften von Magnesia (1900), αρ. 43, στ. 8.
87
Π. Θέμελης, Το Έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας 1988, σ. 28. SEG 39 382.
88
Στα παραγωγικά μορφήματα ουδετέρου σε *-ηιον (ή *-ιον (;)) μαρτυρείται η γραφή -ΕΙ- στον τύπο
Πυθαείωι (Κατάλογος εισφορών. 1ος αι. π.Χ. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1991, σ. 106, αρ. 8, στ. 3) και
Πυθαεῖον (Χ2) (Μισθώσεις (;) αγρών. 1ος αι. μ.Χ. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 2004, σ. 38-39), Σεβαστεῖον
(Κατάλογος εισφορών. 27 π.Χ.-14 μ.Χ. SEG ΧΧΙΙΙ 205+207, στ. 39), ενώ στην οικοδομική επιγραφή
IG V1 1462 του 1ου αι. μ.Χ. η γραφή -ΕΙ- συνυπάρχει με την -Η-: Ἀσκληπιείου, Καισαρῆον. Αντιθέτως,
η γραφή -ΗΙ- διατηρείται στα ανθρωπονύμια με επίθημα -ηιος (η σταθερότητα του οποίου πιθανώς
ενισχύθηκε λόγω της χρήσης του στα λατινικά ονόματα σε -eius): Τήϊε (Ανάθημα. Π. Θέμελης, ΠΑΕ
1998, σσ. 111-115. 2ος αι. π.Χ.), Λικήϊος (Εισφορές. 27 π.Χ./14 αι. μ.Χ. Α. Κ. Ορλάνδος, ΠΑΕ 1959, σ.
167-8), Ἀγελήϊος (Κατάλογος εφήβων. 70 μ.Χ. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 2000, σσ. 90-92, αρ. α, στ. 28. SEG
51 472), Π[ομ](π)ήϊος (Κατάλογος ρωμαϊκής περιόδου. IG V1 1436).
89
Κατάλογος. 3ος π.Χ. (Α. Ορλάνδος, ΠΑΕ 1960, σσ. 218-20. SEG 23 210). Επιτύμβια (Στ.
Οικονομάκης, Τα σωζόμενα Ιθώμης, Μεσσήνης και των πέριξ (1879), σ. 35, αρ. 40). Κατάλογος (Α.
Ορλάνδος, ΠΑΕ 1960, σ. 218-20, στ. 10. SEG 23 209). Ανάθημα. 3ος-2ος π.Χ. (Π. Θέμελης, ΠΑΕ 2004,
σ. 35). Κατάλογος. 126-127 μ.Χ. (IG V1 1469).
90
Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1994, σ. 95, αρ. 2, πίν. 42β, στ. 6. SEG 45 305.

779
γενικεύεται στα ανθρωπονύμια με πρώτο συνθετικό Σωζο-/ Σω- (< *ΣωFιζ-ο- / *ΣωFι- 91 ):
Σωζομενός / Σωζω[με]νός 92 , Σωζομενῆς (;) 93 , Σώστρα[τος] 94 , Σώσιος (ονομ. Σῶισις) 95 .
Σε ενδιάμεσο χρόνο εντούτοις (3ος/2ος αι. π.Χ.), στα ανθρωπονύμια με πρώτο συνθετικό
Σωιξ(ι)- 96 εμφανίζεται η γραφή -ΟΙ- 97 . Έναντι του τύπου Σωιξίππω από κατάλογο ονομάτων
του 3ου αι. π.Χ. 98 , μαρτυρούνται τα ονόματα Σοιξιτέλης 99 , Σοιξιππος 100 , Σοιξωνος 101 , κ.ά. τα
οποία θεωρήθηκαν «καθαρώς λακωνικά» (Α. Ορλάνδος, ΠΑΕ 1960, σ. 218). Πράγματι,
ονόματα σε Σοι- / Σοιξι- μαρτυρούνται στην Λακωνία, με πρωϊμότερο το παράδειγμα από
ανάθημα του 3ου αι. π.Χ. με τον τύπο Σοιων 102 , και για τα οποία δεν έχει επίσης αποκλεισθεί
η πιθανότητα ξένης επίδρασης 103 . Άξιο προσοχής, πάντως, είναι το όνομα Σοιξίας Εὐβούλου
από την φυλή(;) των ξένων σε εφηβικό κατάλογο της Μεσσήνης του 11 μ.Χ. 104 και επίσης το
γεγονός ότι οι γραφές -ΟΙ- (του τύπου Σοιξ(ι)-) και -ΩΙ- (του τύπου Ζω-ι-) συνυπάρχουν στον
ίδιο κατάλογο του 3ου αι. π.Χ. με τα ονόματα Σοιξιτέλης / Ζωΐλος 105 , ενώ σε άλλο κατάλογο
του 2ου αι. π.Χ. βρίσκουμε δίπλα στο όνομα Σώστρατος το όνομα Σοιξιος 106 . Βάσει και της
γλώσσας του Ησύχιου ἀπέσοιξεν· ἀπέσωσε θα πρέπει πιθανώς να διαβάσουμε Σοίξιος /
Σοίξιππος / Σοίξωνος (soi.-).
Στις περιπτώσεις όπου η ΩΙ (και ΗΙ) λειτουργεί ως δίφθογγος έχει υποστεί επομένως
μεταβολές είτε με σίγηση του δεύτερου στοιχείου είτε με την βράχυνση του πρώτου μακρού
φωνήεντος. Παρά το γεγονός ότι στην αρχαία Ελληνική οι δύο διαδικασίες καταγράφονται σε
διαφορετικές γενικώς διαλεκτικές ομάδες (Lejeune, 1987 [1972], § 236), δεν φαίνεται να
είναι ασυμβίβαστες κατά την εξέλιξη μιας και της αυτής διαλέκτου καθώς στην Αττική π.χ. οι
Teοdorsonn (1974, 121-122 και 212) και Threatte (1980, 335-6) αναφέρουν σποραδικά
παραδείγματα ΟΙ αντί ΩΙ και ΩΙ αντί ΟΙ σε επιγραφές του δεύτερου μισού του 4ου αι.

91
Bechtel (1982 [1917], 413-5). Πρβλ. τον αρχαϊκό τύπο της Αρκαδικής Σ]ο×FίλαFος (L. Dubois,
Recherches sur le dialecte arcadien I (1986), σ. 31) και τά λακωνικά ονόματα του 6ου και 5ου αι. π.Χ.
αντιστοίχως: Σοιχις = Σώϊχις (SEG 2 74. F. Bechtel, “Laconische Namen’’, Kleine onomastische
Studien (1981), σ. 174, 4) και Σοιτιος = Σωΐτιος (Robert, 1936, σ. 33. SEG 11 926).
92
Κατάλογοι του 80 μ.Χ. IG V 1 1468, στ. 12. SEG 40 336. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1990, σ. 100, αρ. 3. στ.
4. SEG 41 340.
93
Επιτύμβια ρωμαϊκών χρόνων. IG V1 1483α.
94
Επιτύμβια. IG V 1 1492.
95
Κατάλογος. 84 μ.Χ. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1990, σσ. 93-94, αρ. 2. SEG 41 334.
96
Από το θέμα του απαρεμφάτου δωρικού αορίστου *σωFιξαι, βλ. Bechtel (1982 [1917], 415).
97
Ανάλογη βράχυνση παρατηρούμε στα ονόματα σε -κλείδας < *-κληιδας: Ναυκλείδας (Κατάλογος.
3ος π.Χ. Α. Ορλάνδος, ΠΑΕ 1969, σσ. 218-20, στ. 4. SEG 23 209).
98
Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1991, σσ. 100-101, αρ. 8, στ. 1. SEG 34 143.
99
Κατάλογος. 3ος π.Χ. Α. Ορλάνδος, ΠΑΕ 1969, σσ. 218-20, στ. 11. SEG 23 209.
100
Κατάλογος. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1991, σσ. 100-101, αρ. 7, στ. 27. SEG 43 144.
101
Ανάθημα. 2ος αι. π.Χ. Π. Θέμελης, ΠΑΕ 2001, σ. 93, στ. 2. SEG 52 401.
102
W. Peek, “Artemis Eulakia”, Mélanges helléniques à G. Daux (1974), σ. 296, στήλη B, στ. 2.
103
Α. Striano, “Considerationes sobre onomastica laconica” στο Crespo (1993, 301).
104
Π. Θέμελης, Η Αρχαία Μεσσήνη (1999), σ. 146, στ. 43. SEG 49 425.
105
Α. Ορλάνδος, ΠΑΕ 1960, σσ. 218-20, στ. 11, 12. SEG 23 209.
106
Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1988, σσ. 62-63, στ. 12. SEG 41 341.

780
κυρίως 107 . Κατά τον Mendéz Dosouna (1985, 455) εξάλλου, η κατανομή ΟΙ και ΩΙ σε
κείμενα των Β.Δ. διαλέκτων του 3ου και 2ου αι. π.Χ. κυρίως συσχετίζεται σχεδόν σταθερά με
το είδος των κειμένων: ΟΙ στα ιδιωτικά και ΩΙ στα δημόσια κείμενα 108 .
Οι επιγραφές της Μεσσήνης αποκαλύπτουν ότι σε απόλυτη παύση, όπου οι μακρόχρονες
δίφθογγοι έχουν ρόλο γραμματικού μορφήματος, η πίεση της νόρμας διατήρησε το δίγραμμα
έως τον 1ο αι. Παρά το γεγονός ότι η γραφή Ω με παράλειψη του ι δείχνει να γενικεύεται από
τις αρχές του 1ου αι. μ.Χ. 109 , οι γραφικές αποκλίσεις που εξετάσαμε παραπάνω καθώς επίσης
και η συνύπαρξη εξωδιαλεκτικών και διαλεκτικών τύπων, σε αρχαΐζουσα μάλιστα μορφή,
στα παλαιότερα αυστηρά ιδιωτικού χαρακτήρα κείμενα 110 ή σε νεότερα κείμενα
θρησκευτικού περιεχομένου γνωστά για την συντηρητική γλώσσα τους 111 , μας προϊδεάζουν
για τον τεχνητό χαρακτήρα μιας γραπτής γλωσσικής μορφής με εμφανή την προσπάθεια των
γραφέων να συντηρούν παλαιότερες διαλεκτικές μορφές καθώς επίσης και ιστορικές μορφές
ορθογραφίας. Άλλωστε, το γεγονός ότι βρίσκουμε σποραδικά την ΩΙ ακόμη και σε κείμενα
του 2/3 αι. μ.Χ. 112 δηλώνει ότι η γραφή αυτή θα ήταν ζήτημα ορθογραφικής σύμβασης.
Μένει η γραφή ΟΙ της ονομ. των αθέματων θηλυκών ονομάτων του τύπου Ἀρχόι. Η
απόπειρα διερεύνησης του ζητήματος θα πρέπει να γίνει σε συνάρτηση με το γεγονός ότι τα
προσηγορικά ονόματα στη εξεταζόμενη κατηγορία, είναι σπανιότατα -τουλάχιστον στα
επιγραφικά κείμενα- με μοναδική σχεδόν εξαίρεση τον τύπο λεχώ 113 . Αντιθέτως, έχουμε να
κάνουμε σχεδόν αποκλειστικά με κύρια ονόματα, η εξέλιξη των οποίων δεν ακολουθεί με
συνέπεια τις γενικότερες γλωσσικές μεταβολές στο σύστημα μιας γλώσσας με αποτέλεσμα να
χαρακτηρίζονται όχι μόνον από αρχαϊσμούς, αλλά και από την παρείσφρηση στοιχείων
υστερογενών, εξωδιαλεκτικών κ.ά 114 .

107
Για την γραφή ΕΙ αντί της ΗΙ, βλ. Threatte (1980, 368 κ.εξ.).
108
Κατά τον Mendéz Dosouna (1985, 413-463) η μεταβολή ωι > οι δεν λαμβάνει χώρα μόνον στην
δοτ. εν. των ο-θεματικών, αλλά σε κάθε δίφθογγο ωι σε τελική θέση και περιστασιακά στην ωι στο
εσωτερικό λέξεων. Ο ίδιος (ό.π., 457)), βρίσκει επίσης παραδείγματα βράχυνσης -ΗΙ > -ΕΙ με
παράλληλες μαρτυρίες -ΗΙ > -Η. Ως ενδεικτικό της πολυπαραγοντικότητας και της πολυπλοκότητας
των γλωσσικών μεταβολών δε, αναφέρει την διάλεκτο των Επιζεφυρίων Λοκρών στην οποία η -ΗΙ
βραχύνεται συστηματικά ενώ αντιθέτως η -ΩΙ χάνει το δεύτερο στοιχείο της.
109
Βλ. ενδεικτικά την δοτική -ῳ (και -ῃ, -ᾳ) στο τιμητικό ψήφισμα SEG 23 205+207 του 27 π.Χ.-14
μ.Χ. ή στην απογραφή όρων IG V1 1431 του 78 μ.Χ.
110
Βλ. την απελευθερωτική πράξη IG V1 1470 των αρχών του 3ου αι. π.Χ. με την δοτική νόμωι (στ. 8),
την υποτακτική ὅσστις κα χρήζηι (στ. 6), την δοτική τᾶι (στ. 5) και τους διαλεκτικούς τύπους ἀφίητι,
ἐάσας, δίπλα στην γενική ἀργυρίου (στ. 4).
111
Πρβλ. τον ιερό νόμο IG V1 1390.
112
Με την δοτική στεφάνωι στην τιμητική επιγραφή του 2ου /3ου αι. μ.Χ. (Π. Θέμελης, ΠΑΕ 1997, σ.
89, αρ. 4, στ. 6).
113
Βλ. το λακωνικό επιτύμβιο του 6ου (;) αι. π.Χ. με τον τύπο λεχōι (IG V1 713) και τον τύπο ἁ λεχώι
από τον εκτενή ιερό νόμο των αρχών του 4ου αι. π.Χ. από την Κυρήνη (SEG 9 72, στ. 16). Πρβλ. τον
νεότερο τύπο λεχόι στις επιτύμβιες λακωνικές επιγραφές της ελληνιστικής περιόδου IG V1 714, IG V1
1128 και IG V1 1277.
114
Βλ. σχετικά Brixhe (1987, 278 κ. εξ.).

781
Η γραφή ΟΙ αντί Ω(Ι) με βράχυνση του πρώτου στοιχείου ([oi]) που παρατηρούμε στα
κύρια ονόματα και σε ιδιωτικού χαρακτήρα επιγραφές (αναθήματα, επιτύμβια), θα ήταν μία
χαμηλή (εξωδιαλεκτική;) παραλλαγή πριν από την οριστική επικράτηση της Ω [ο(:)] (< /o:i/)
της Κοινής 115 . Η αντίστροφη γραφή ΟΙ αντί Ο στους τύπους ὠνοιμασμένος και ἐγδιδόιντω
(IG V1 1390, στ. 84 και 109) και ενδεχομένως η γραφή Ο αντί ΟΙ στον τύπο κατοκε[ύν]/των
(Ψήφισμα. 242 π.Χ. SEG 12 371, στ. 8/9), δείχνει ότι και η βραχύχρονη ΟΙ /oi/ θα είχε
εξελιχθεί σε έναν πρόσθιο στρογγυλό φθόγγο [ø:] μέσω ενός πιθανού πρωϊμότερου σταδίου
[øi] 116 .
Η γραφή ΟΙ αντί Ω(Ι) χρησιμοποιήθηκε μόνο στα ανθρωπονύμια πιθανότατα γιατί τα
ονόματα αυτά αντιπροσωπεύουν μία κατηγορία που, όπως είπαμε, χαρακτηρίζεται από
σχετική ελευθερία έναντι των άλλων μορφολογικών κατηγοριών με υψηλότερο φορτίο
πληροφόρησης 117 . Η Λευκάδα, η Κεφαλληνία και οι παρακείμενες γεωγραφικά περιοχές στις
οποίες η ονομαστική ΟΙ απαντά ήδη από τά τέλη του 5ου/αρχές του 4ου αι. π.Χ. ενδέχεται να
έπαιξε ρόλο στην διάδοσή της, δεδομένου ότι η Μεσσήνη διατηρούσε, όπως μαρτυρούν τα
νέα επιγραφικά κείμενα, επαφές με πόλεις της Β.Δ. Ελλάδας και των Ιόνιων νησιών 118 . Είναι
όμως εξ ίσου πιθανό η γραφή ΟΙ αντί ΩΙ να είναι ανεξάρτητο φαινόμενο το οποίο συνδέεται -
με διαφορετικό κατά διάλεκτο τρόπο- με την απαλοιφή ή απλοποίηση δύσκολων αρθρωτικά
ακολουθιών.

Βιβλιογραφία
Allen, W.S., (2000). Vox graeca: Η προφορά της ελληνικής την κλασσική εποχή, μτφρ. Μ. Καραλή & Γ.
Μ. Παράσογλου. Θεσσαλονίκη: ΙΝΣ / ΙΜΤ [Vox graeca: The pronunciation of classical Greek.
Cambridge: Cambridge University Press. 1987].
Bechtel, F., (1963) [1923]. Die griechischen Dialecte II. Berlin: Weidmann.

115
Πρβλ. τις γραφές Ω~Ο στα ονόματα Σωζω[με]νός και Σωζομενός / Σωζομενῆς. Η ονομαστική (;)
Ριταχσο (Α. Ορλανδος, ΠΑΕ 1969, σ. 118, αρ. 6, εικ. 25), γραμμένη πιθανότατα από έναν ταπεινό
χαράκτη (βλ. το δίγραμμα ΧΣ = Ξ) προσέγγιζε την πραγματική προφορά των ονομάτων αυτών; Πρβλ.
το όνομα Γοργό από επιτύμβια επιγραφή της Σπάρτης (IG V1 811 (Γοργώ×)).
116
Για την αττική διάλεκτο, βλ. Teodorsson (1974, 109-110 και 204), Threatte (1985, 323 -4), Allen
(2000, 109 και 110).
117
Πρβλ. την περίπτωση της Κυρηναϊκής όπου βρίσκουμε τις πρώτες ενδείξεις φωνητικής μεταβολής
της -ΩΙ κυρίως στα κύρια ονόματα του τύπου Μεγώι και μεταξύ των τύπων σε -ώι που απαντούν
σταθερά μέχρι και τον 1ο αι. π.Χ. και τους ύστερους τύπους της Κοινής σε -ώ, βρίσκουμε τον τύπο
Μεγόι του 1ου αι. μ.Χ. με βράχυνση της διφθόγγου -ώι. Κατά τον 2ο και 3ο αι. μ.Χ. επανεμφανίζονται
τύποι σε -ώι ως μία προσπάθεια αναβίωσης της αρχαιότερης γραφής (Dobias-Lalou, 2000, σ. 21, 25).
Ανάλογο παράδειγμα αναβίωσης βρίσκουμε σε επιτύμβια επιγραφή του 2ου αι. μ.Χ. στην Αγιο
Νικόλαο της Κρήτης, με το όνομα Προθθὼι / Ποδαίθω[νος] (Bile, 1988, σ. 68, αρ. 114).
118
Πρβλ. τα ψηφίσματα διαφόρων πόλεων, όπως της Ναυπάκτου (ΠΑΕ 1989 89-90, αρ. 2. SEG 41 331
(2ος αι. π.Χ.), της Κεφαλληνίας (ΠΑΕ 1990 85-86, αρ. 2. SEG 41 323) υπέρ Μεσσηνίων δικαστών και
πρεσβευτών ή τα τιμητικά ψηφίσματα επτά πόλεων μεταξύ των οποίων αυτό της Λευκάδας, των
Κρανίων (Κεφαλληνίας), της Οιάνθειας κ.ά. προς τιμήν του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα IG IX 12
4, 1475. IG IX 12 4, 1583. (= SEG 51 466-467). Π. Θεμελης, “Ο Δαμοφών στην Οιάνθεια”, στο Το
Γαλαξείδι. Από την Αρχαιότητα έως σήμερα. Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου. Γαλαξείδι, 29-30
Σεπτεμβρίου 2000 (Αθήνα 2003), σσ. 27-33, πίν. 11-13.

782
____. (1982) [1917]. Die historischen Personennamen des griechischen bis zur Kaizerzeit. Hildesheim
& Zürich & New York : G. Olms Verlag.
Beekes, R.S.P., (2004). Εισαγωγή στη Συγκριτική ΙΕ Γλωσσολογία, μτφρ. Γ. Παπαναστασίου, Σ.
Τσολακίδης. Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ / ΙΝΣ / ΙΜΤ [Comparative Indo-European Linguistics: An
introduction. Amsterdam & Philadelphia: Benjamins. 1995].
Benveniste, E., (1984) [1935]. Origines de la formation des noms en indo-européen. Paris: Librairie
d’Amérique et d’Orient. Adrien Maisonneuve.
Bile, M., (1988). Le dialecte crétois ancien. Étude de la langue des inscriptions. Recueil des
inscriptions postérieures aux IC. Paris: P. Geuthner.
Brixhe, (1987). “Vieux chemins et sentiers nouveaux”. Verbum X, 275-289.
Buck, C.D., (1955). The Greek dialects. Chicago& London: University of Chicago Press.
Chantraine, P., (1998). Ιστορική μορφολογία της ελληνικής γλώσσας, μτφρ. Ν. Κ. Αγκαβανάκης.
Αθήνα: Ινστιτούτο του βιβλίου. Α. Καρδαμίτσα [Morphologie historique du grec. Paris:
Klincksieck. 1961].
Crespo, E., et al. (eds.), (1993). Dialectologίa graeca. Actas del II Coloquio International de
Dialectologίa Griega. Madrid: Editiones de l'Universidad Autόnoma de Madrid.
Dobias-Lalou, C., (2000). Le dialecte des inscriptions grecques de Cyrène. Karthago: 25. Paris: Centre
d’Études Archéologiques de la Mediterranée. Institut d’Art et d’Archéologie.
Fraser, P. M. & E. Matthews, (eds.), (1987). A Lexicon of Greek Personal Names I. Oxford: Clarenton
Press.
____ (1997). A Lexicon of Greek Personal Names IIIA. Oxford: Clarenton Press.
Fraser, R.M. & T. Rönne, (1957). Boeotiam and West Greek Tombstones. Acta Instituti Atheniensis
Regni Sueciae, VI. Lund: C.W.K. Gleerup.
Fraser, R.M. & T. Rönne-Linders, (1971). “Same more Boeotiam and West Greek Tombstones”.
Opuscula Atheniensa X 8, 53-83.
IC = Inscriptiones Creticae.
IG = Inscriptiones Graecae.
Κουρίνου, Ε., (2000). Σπάρτη. Συμβολή στη μνημειακή τοπογραφία της. Αθήνα: Ηόρος. Η Μεγάλη
Βιβλιοθήκη.
Kühner, R. & F. Blass, (1978), [1890]. Ausführliche Grammatik der griechischen Sprache I, 1.
Hannover: Verlag Hahnsche Buchhandlung.
Lejeune, M., (1987), [1972]. Phonétique historique du mycénien et du grec ancien. Paris: Klincksieck.
Lorber, F., (1979). Inschriften auf korinthischen Vasen. Archäologisch-epigraphische Untersuchungen
zur Korinthischen Vasenmalerei im 7. und 6. Jh. v. Chr. Berlin: Gebr. Mann Verlag.
Masson, O., (1990). Onomastica graeca selecta. Nanterre: Université de Paris X.
Méndez Dosuna, J., (1985). Los dialectos dorios del Noroeste. Grammatica y estudio dialectal.
Salamanca: Ediciones Universidad de Salamanca.
Meillet, A., (1919). “Le nom de Calypso et la formation désidérative”. RΕG 32, 384-387.
____. (1964), [1937]. Introduction à l’étude comparative des langues indo-européennes. Alabama:
University of Alabama.
Meyer, G., (1890). Griechische grammatik. Leipzig: Druck und Verlag Von Breitkorf und Härtel.
ΠΑΕ = Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Robert, L., (1936). Collection Froehner I. Paris: Éditions des Bibliothèques Nationales.
Schwyzer, E., (1977), [1939]. Griechische Grammatik I. München: Beck.
SEG = Supplementum Epigraphicum Graecum.
Strauch, D., (1997). “Aus der Arbeit am Inschriften-Corpus der Ionischen Inseln: IG IX 12, 4”. Chiron
27, 209-254.
Teodorsson, S.T., (1974). The Phonemic System of the Attic Dialect. 400-340 B.C. Göteborg-Lund:
Studia Graeca et Latina Gothoburgensia XXXII.
Threatte, L., (1980/1996). The Grammar of Attic Inscriptions. I-ΙΙ. Berlin & New-York: Walter de
Grynter.
Thumb, A. & E. Kieckers, (1932). Handbuch der griechischen Dialecte I. Heidelberg: Carl Winter
Universitätsbuchhadlung.
Ventrys, J., (1929). Traité d’accentuation grecque. Paris: Klincksieck.
Wilhelm, A., (1909). Beiträge zur griechischen Inschriftenkunde. Wien. Sonderschriften des ÖAI in
Wien, VII.

783