You are on page 1of 8

Στυλιάνα Γκαλινίκη

Παρόχθιες αφηγήσεις

(Ομιλία στη διημερίδα «Με κρίση σε κρίση: Ανθρώπινα συστήματα σε δύσκολους καιρούς»
της Συστημικής Εταιρείας Βόρειας Ελλάδας, 16-17/10/2010, Θεσσαλονίκη)

«Αυτή θα είναι μια ιστορία με ευτυχισμένο τέλος.»


Το ‘πα στη μάνα μου, στη γλάστρα με το κινέζικο γιασεμί, στα άδεια διάφανα
μπουκάλια, στο δαντελένιο πετσετάκι πάνω από την τηλεόραση, στον ταχυδρόμο που
χτύπησε το κουδούνι, στη Λυδία που φροντίζει τη μάνα μου εδώ και πέντε χρόνια..
Ήθελα να το ακούσει η μάνα μου να το καταλάβει, να μπει το νέο από τα αυτιά της να
κινητοποιήσει το μυαλό της. Να κάνει τα βλέφαρα να κουνηθούν, να δω στο πρόσωπό
της εκείνον το μορφασμό με τη μύτη και το σούφρωμα των χειλιών που έκανε όταν
άκουγε κάτι και ήθελε χρόνο να το συνειδητοποιήσει.
Η μάνα μου ήταν θύμα τροχαίου. Είχε πέσει σε άγρυπνο κώμα από τότε. Στο κρεβάτι
όλη την ημέρα, είχε η ίδια πια αντικαταστήσει την κούκλα που είχε από το γάμο της, μια
από εκείνες τις τεράστιες κούκλες που κάποτε έβαζαν στα κρεβάτια για στόλισμα και η
μάνα μου φρόντιζε σαν αδελφή, σαν κόρη ίσως που δεν είχε αποκτήσει. Ίσως και να
συμπλήρωνε πάλι την οικογένεια με ένα τρίτο μέλος. Όπως τότε που ζούσε ο πατέρας.
Ο πατέρας μου ήταν θύμα τροχαίου κι αυτός. Φαίνεται ότι ο οικογενειακός μας χάρος
αγαπούσε την ταχύτητα, γι’ αυτό και τον φανταζόμουνα καμιά φορά νέο με ατίθασα
μαύρα μαλλιά, λίγο μακριά να πατάει γκάζι μέσα σε ένα κόκκινο αμάξι χωρίς οροφή
και χωρίς πόρτες. Να αμολιέται μέσα σε μια αιώνια νύχτα κι όποιον πάρει ο χάρος που
λένε.
Όταν η μάνα μου εγκαταστάθηκε άρρωστη και άγρυπνη στο κρεβάτι πήρα κι έβαλα την
κούκλα στο πατάρι. Ποτέ δεν μου άρεσε, με τρόμαζε. Αλλά το ίδιο βράδυ η κούκλα
έπεσε. Δεν ξέρω πώς, έγειρε φαίνεται, άνοιξε το πορτάκι του παταριού που έτσι κι
αλλιώς δεν σφάλιζε καλά και γκρεμοτσακίστηκε.
Είπα να την πετάξω, αλλά ένιωσα πως θα πετούσα κάτι της μάνας μου και την
κράτησα. Και την άλλη μέρα, ίσως και την παράλλη την έβαλα δίπλα της στο κρεβάτι.
Τα έχασα όλα τότε. Πιο πολύ τη βλακώδη πίστη που κρατάει τους ανθρώπους στη ζωή,
τη βλακώδη πίστη ότι η ζωή θα κρατήσει για πάντα. Έχασαν όλα το νόημά τους, όλα τα
σοβαρά ας πούμε και έπεσα με τα μούτρα σε λιγότερο βλακώδεις σκέψεις. Ή μάλλον
πράξεις.
Η κούκλα έχει μαύρα μαλλιά, η μάνα μου γκρίζα πια. Αλλά κάποτε τα έβαφε. Το
κατάλαβα όταν άρχισαν να φαίνονται οι άσπρες ρίζες στο γερμένο πάνω στο μαξιλάρι
κεφάλι της. Κι όταν τις είδα που μόλις είχαν κάτασπρες φυτρώσει, θυμάμαι πως ένιωσα
μια ξαφνική ντροπή σαν να είχα δει τα απόκρυφα της μάνας μου.
Είπα μια μέρα να της τα βάψω. Άλειψα τα μαλλιά της με τη βαφή, πασάλειψα τον τόπο.
Όσο περνούσε η ώρα έβλεπα το δέρμα του κεφαλιού της να αλλάζει χρώμα, αλλά και
το μέτωπό της τα μάγουλά της, τα χέρια μου επίσης, τα σεντόνια, το υφασμάτινο
κεφαλάρι του κρεβατιού. Υπήρχαν παντού λεκέδες που όσο περνούσε η ώρα
σκούραιναν, μαύριζαν. Τι είχα κάνει; Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να
την ξεπλύνω. Επειγόντως. Πήρα μια λεκάνη με νερό. Την έβαλα δίπλα στο κρεβάτι.
Μετακίνησα τη μάνα μου ως να βγει το κεφάλι έξω από το στρώμα και πάνω από το
νερό. Τις έτριψα δυνατά το πρόσωπο με σφουγγάρι κι αυτή με τα μισάνοιχτα μάτια της
που ποτέ δεν κοιτούσαν πουθενά, τώρα σαν να με παρατηρούσε. Το πρόσωπό της πήρε
όλους τους μορφασμούς που θυμόμουν από κείνη καθώς πατούσα πάνω του το
σφουγγάρι και έτριβα δυνατά το δέρμα. Έπειτα πήρα να της ξεπλύνω τα μαλλιά. Το
νερό έπεφτε χρωματιστό στη λεκάνη. Σαν να ξέπλενα αίμα από παλιά πληγή. Κι
έκλαψα. Και τα δάκρυα χάθηκαν στο σκουρόχρωμο νερό.

Είναι η πρώτη φορά που κάνω γνωστό σε άλλους το κείμενο που μόλις σας διάβασα.
Προοριζόταν να γίνει διήγημα με το οποίο θα συμμετείχα σε μία ανθολογία. Δεν
ολοκληρώθηκε ποτέ, αντίθετα αργότερα έγραψα μία αλλιώτικη ιστορία για τη
συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων.
Έγραψα αυτό το κείμενο σε μία πάρα πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής μου κατά την
οποία κυριαρχούσε ο φόβος και η οδύνη για την ενδεχόμενη απώλεια ενός
αγαπημένου μου ανθρώπου. Γράφοντάς το ήθελα κιόλας να φτιάξω ένα ξόρκι, ήθελα
γράφοντας να δέσω με τις λέξεις μαγικά την πορεία της ζωής, να γράψω γι’ αυτό που
φοβόμουνα με τέτοιον τρόπο ώστε να προδικάσω το αποτέλεσμα, να φέρω τα
πράγματα με το μέρος μου.
Το θέμα ήταν ότι ένιωθα πως ο δρόμος σταματούσε απότομα, διακοπτόταν βίαια και
στο επόμενο βήμα θα βούλιαζα, ή θα επέπλεα, καθώς θα περνούσα απέναντι.
Βρισκόμουν στο χείλος ενός χάσματος που η μόνη μου επιλογή ήταν να το διασχίσω,
να περάσω πάνω από αυτό ή να χαθώ μέσα. Ήταν μια μαχαιριά, που χώριζε τη ζωή
μου στα δύο και που ποτέ ξανά δεν θα μπορούσα να γυρίσω πίσω και να πάρω πάλι
τα πράγματα από την αρχή..
Επέλεξα να αφηγηθώ το χρονικό αυτής της αφήγησης, επειδή ήταν μία αφήγηση στο
όριο, στην αρχή μιας μεταβατικής περιόδου όπου στο τέλος της δεν μπορούσα να δω
αυτό που θαρρώ ότι είμαι ξανά ίδιο. Κι ίσως επειδή ήμουν στην όχθη ενός ορμητικού
ποταμού δεν άντεχα να βλέπω απέναντί μου αυτό που με περίμενε, το είδωλο ίσως
της δώθε μεριάς, τη ζωή μου αντεστραμμένη. Μπορούσα όμως, ήταν πιο εύκολο να
δω αντί για τον εαυτό μου, την εικόνα ενός άλλου να φροντίζει μία μάνα που ήταν
σχεδόν νεκρή αλλά δεν ήταν, ήταν σ’ αυτήν την ιδιότυπη κατάσταση του άγρυπνου
κώματος. Θα μπορούσα τώρα πια, που ο αχός καταλάγιασε, ίσως γιατί έπιασε το
ξόρκι, να ερμηνεύσω από μόνη μου κάποιες επιλογές μου στο κείμενο. Να πω για
παράδειγμα ότι η προσπάθεια του ήρωα του διηγήματος να κρύψει στο πατάρι την
κούκλα εκφράζει ίσως την ανάγκη απώθησης του θανάτου. Αυτά ιδωμένα τώρα εκ
των υστέρων, απλές εκτιμήσεις, ίσως και να μην ευσταθούν. Εν τέλει δεν ήθελα να
γράψω μία ιστορία για μένα ακριβώς, δεν είχε νόημα να πω σε κανέναν τη δική μου
ιστορία κατά πώς θα την έλεγα σε έναν φίλο. Εδώ είχα να επινοήσω μια ιστορία και
για τις ανάγκες αυτής της αφήγησης επιθυμούσα να μεταχειριστώ το δικό μου βίωμα.
Στ’ αλήθεια ήθελα να με αντιμετωπίσω ως υλικό ως εργαλείο και να σκεφτώ εν τέλει
ότι όλα αυτά δεν με αφορούν, ότι συμβαίνουν σε κάποιον άλλον που δεν μου μοιάζει,
έχει άλλο φύλο, άλλο όνομα, άλλες ιδιότητες. Όπως και να είναι μπορούσα να τον δω
από απόσταση να τον συμπονέσω ή να είμαι ανελέητη μαζί του. Δεν είναι σαφή τα
όρια της προσωπικής εμπλοκής στη γραφή. Νομίζεις ότι είσαι κυρίαρχος της
αφήγησης, ότι την καθοδηγείς με συνειδητές επιλογές, αλλά πολλές φορές αφήνεσαι,
γράφοντας, στην ίδια την αφήγηση να σε πάει. Έπειτα αυτό για το οποίο θες να
γράψεις είναι η άλλη όχθη, αυτήν είσαι σε θέση να παρατηρήσεις. Η απόσταση
προσφέρει το προνόμιο μιας ας πούμε ευρυγώνιας παρατήρησης. Τοποθετώντας τους
ήρωες απέναντί σου νιώθεις κιόλας σαν να τους παρατηρείς μέσα από έναν one way
mirror. Είσαι αθέατος, έχεις τον έλεγχο, όσο νομίζεις ότι τον έχεις. Μήπως τελικά
όμως ο μονόδρομος αυτός καθρέφτης αντανακλά πάντα την όχθη στην οποία
στέκεσαι εσύ ο ίδιος που γράφεις;

Δεν ξέρω αν το γράψιμο είναι άσκηση αναπνοής ή μια εναλλακτική μορφή


επιβίωσης. Μια πολυτέλεια ή μια έλλειψη εξεύρεσης άλλων μορφών αντιμετώπισης
της ζωής. Μία άσκηση ελπίδας. Δεν ξέρω αν πρέπει να βρεθείς στο όριο για να
γράψεις κι αν γράφει κανείς στην αρχή, στη διάρκεια ή στο τέλος μιας μετάβασης. Ο
κόσμος κιόλας είναι μια σειρά από περάσματα συνδεδεμένα με τα στάδια της ζωής
μας, με κοινωνικές κατασκευές για την κοινωνικοποίηση, την ενηλικίωση, την
αφομοίωσή μας. Ταυτόχρονα η ζωή μας είναι μία σειρά από αφηγήσεις.
Επικοινωνούμε την αφήγησή μας στον άλλον, την αφήγηση των άλλων για τον εαυτό
τους, για μας, για τον κόσμο. Συναντιόμαστε μέσα από τις αφηγήσεις μας, ή μέσα σ’
αυτές. Συμπεριλαμβάνουμε στις αφηγήσεις μας τους άλλους ή τους απομακρύνουμε,
τους απορρίπτουμε από τη δική μας ιστορία. Αυτό που μαθαίνετε τώρα για μένα είναι
η αφήγηση που επέλεξα να σας πω για μένα. Πιθανόν να ακούσατε από μένα και μία
άλλη αφήγηση, ένα σιωπηλό κείμενο, αυτό που στο θέατρο αποκαλείται το από κάτω
κείμενο. Το πιθανότερο είναι να αφηγήθηκα τόσα κείμενα όσα είστε κι εσείς σε
αριθμό ακόμη και πολλαπλάσια αν ο καθένας από σας άκουσε περισσότερες από μία
αφηγήσεις. Ίσως η αφήγηση να είναι μία πράξη επανάκτησης του ελέγχου σε
δύσκολους καιρούς, ένα ξόρκι, ή ακόμη ένα βαθύ ίχνος, ένα χάραγμα στο δέντρο της
ζωής. Ένα τεκμήριο του βιώματος. Και εν τέλει μια παρηγοριά γιατί αν κάτι μείνει
πίσω μας θα είναι η αφήγηση των άλλων για μας, ακόμη κι αν είναι σύντομη όπως
ένα επίγραμμα πάνω στην πέτρα. Η ζωή βρίσκει το αντίστοιχό της στις αφηγήσεις
μας. Οι ιδιωτικές μας αφηγήσεις όμως, ακόμη και οι σιωπηλές εμπλέκονται με τις
δημόσιες. Αυτά που διαδραματίζονται γύρω μας εισχωρούν με κάποιον τρόπο στις
αφηγήσεις εφόσον δεν υπάρχουμε μόνοι μας στον κόσμο, εφόσον δεν έχουμε
φυτρώσει σαν λουλούδια μέσα στο δάσος, όπως έλεγε ο Έσσε. Περιέχουμε τις
αφηγήσεις των άλλων, είμαστε οι αφηγήσεις τους. Είμαστε ρώσικες κούκλες που
περιέχουν και περιέχονται. Και όπως περιπλέκονται οι ζωές μας με τις ζωές των
άλλων, ομοίως και οι αφηγήσεις μας.
Έχω φτάσει σε αυτό το σημείο του κειμένου και σηκώνομαι από το γραφείο. Έξω
βρέχει ασταμάτητα και το σπίτι έχει σκοτεινιάσει. Ανάβω το φως, φτιάχνω λίγο
ακόμη καφέ, λέω, ας κάνω ένα διάλειμμα. Παίρνω στα χέρια μου το μυθιστόρημα
«Χρονιά της ερήμου» που αγόρασα λίγες ώρες πριν. Ανοίγω το βιβλίο τυχαία κάπου
στο ενδιάμεσο για να ρίξω μια ματιά. Και, διαβάζω:
«Έπλυνα τον μπαμπά. Ο Ραμόν βούτηξε το τηλεκοντρόλ που είχα βάλει στην τσέπη της
πιτζάμας του πατέρα μου κι άρχισε να παίζει πατώντας τα κουμπιά. Τον άφησα γιατί
έτσι τουλάχιστον δεν ενοχλούσε τους άλλους. Πήγα να αδειάσω τον κουβά και στο
δρόμο έπιασα την κουβέντα με μια νοσοκόμα που ήταν η προϊσταμένη του θαλάμου,
Όταν επέστρεψα, ο Ραμόν καθόταν πολύ συγκεντρωμένος στα πόδια του κρεβατιού.
Έστρεφε το τηλεκοντρόλ προς τον πατέρα μου και πατούσε τα κουμπιά. Στάθηκα εκεί
σύξυλη. Ο μπαμπάς έκανε κάτι αδιόρατους μορφασμούς, με μικρά διαλείμματα μεταξύ
τους, δίχως ν’ ανοίγει τα μάτια του, Κάθε μορφασμός του συνέπιπτε με τη στιγμή που ο
Ραμόν πατούσε το κουμπί του τηλεκοντρόλ. Του το πήρα απ’ τα χέρια τρομαγμένη. […]
Οι γιατροί περιέγραφαν αυτή την κατάσταση ως «καθοδικό κώμα». Ανακάλυψαν ότι
όλοι οι ασθενείς ήταν παθιασμένοι τηλεθεατές, άνθρωποι που είχαν περάσει μεγάλο
μέρος της ζωής τους μπροστά στην τηλεόραση, και με το που διακόπηκαν οι εκπομπές
προγραμμάτων άρχισαν να πέφτουν σιγά σιγά σε κώμα που χαρακτηριζόταν από
εγκεφαλική υπερλειτουργία, λες κι έβλεπαν στα όνειρά τους μια δική τους τηλεόραση».

Διαπιστώνω έκπληκτη τα κοινά στοιχεία αυτής της αφήγησης με τη δική μου, δηλαδή
με το απόσπασμα του ανολοκλήρωτου διηγήματος που σας διάβασα στην αρχή. Ένας
γονιός σε κώμα, ο καθαρμός του από το παιδί, το πρόσωπο του γονιού που μορφάζει
αθέλητα. Να σημειώσουμε κιόλας ότι και στις δύο αφηγήσεις γονέας και παιδί είναι
διαφορετικού φύλου; Και πώς είναι δυνατόν να εμπλακούν οι αφηγήσεις τόσο
διαφορετικών κόσμων;
Αν η δική μου αφήγηση γίνεται από συγκεκριμένη θέση, το χείλος ενός χάσματος,
την όχθη μιας δύσκολης εποχής, στο διάστημα μιας δύσκολης μετάβασης βρίσκονται
οι ήρωες του μυθιστορήματος «Χρονιά της ερήμου» του συγγραφέα από την
Αργεντινή Πέδρο Μαϊράλ. Και μάλιστα το χάσμα στα πόδια τους ανοίγεται από το
ορμητικό ποτάμι μιας βιβλικής καταστροφής, που στο βιβλίο ονομάζεται
Κοσμοχαλασιά. Αν το δικό μου κείμενο είχα σαν εφαλτήριο το διακύβευμα του δικού
μου μικρόκοσμου, στο μυθιστόρημα του Αργεντινού συγγραφέα εφαλτήριο είναι η
οικονομική -και όχι μόνο- καταστροφή της χώρας του. Οι ήρωές του βλέπουν τη ζωή
τους να αλώνεται από τη μια μέρα στην άλλη, καθώς έχει ενσκήψει η
Κοσμοχαλασιά. Οι άνθρωποι δεν έχουν να φάνε, λεηλατούν τα σούπερ μάρκετ,
σκοτώνονται σε διαμάχες στους δρόμους, οι επιχειρήσεις κλείνουν, τα ηλεκτρικό
κόβεται, τα τηλέφωνα κόβονται, το σύστημα υγείας καταρρέει, τα δεδομένα δεν
υφίστανται. Η ηρωίδα θα χάσει τα πάντα, εκτός από τη μητρική της γλώσσα. Θα
ξαναρχίσει τη ζωή ανάμεσα στα βιβλία μιας βιβλιοθήκης όπου εργάζεται.
Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο που γράφτηκε για την τρομακτική κρίση στην
Αργεντινή πριν από μερικά χρόνια. Και αξιοσημείωτο, είναι το πρώτο που
κυκλοφόρησε στην Ελλάδα σε μία συγκεκριμένη συγκυρία, αυτή την οποία ζούμε
σήμερα, την περίοδο αυτής της μεγάλης οικονομικής, όπως λέγεται συνήθως, κρίσης.
Μετά από μία περίοδο λίγων μηνών όπου εξαρχής τέθηκε το ερώτημα «Θα γίνουμε
Αργεντινή;» το οποίο κάθε τόσο εμφανίζεται με διαφορετική κλιμάκωση στα άρθρα
του τύπου και του διαδικτύου, χωρίς ποτέ να αφαιρείται αυτό το ερωτηματικό από το
τέλος, παρά το ερώτημα επιτείνεται «Θα γίνουμε τελικά Αργεντινή;» ή «Θα γίνουμε
Αργεντινή ή Ουγγαρία;», έρχεται ένα μυθιστόρημα από τον κόσμο των άλλων να μας
δείξει την εκδοχή ενός τρομακτικού ειδώλου της δικής μας ζωής, αν…, στην
περίπτωση που… βρεθούμε στο όριο της τρομακτικής απώλειας κάθε ασφάλειας.
Μέσα από το μυθιστόρημα αυτό μπορούμε να δούμε την απέναντι όχθη στην οποία
κινδυνεύουμε να βρεθούμε. Αυτή την όχθη στην οποία ήδη έχουμε πάει φαντασιακά
μέσα από τις δημόσιες αφηγήσεις των δημοσιογράφων, των πολιτικών, των
οικονομολόγων;
Είναι η παρούσα κρίση ένα χάσμα που όταν το διαβούμε δεν θα είναι ποτέ ξανά η
ζωή ίδια; Τι θα συμβεί όταν περάσουμε στην άλλη όχθη. Όταν οι αφηγήσεις τις
οποίες ακούμε μήνες τώρα από τα δελτία ειδήσεων, αφηγήσεις γι’ αυτό που θα μας
συμβεί τους επόμενους μήνες, αν η χώρα χρεοκοπήσει ή δεν χρεοκοπήσει, όταν
λοιπόν αυτές γίνουν πραγματικότητα, στέρεη και αδιάψευστη σαν ένα μυθιστόρημα,
πώς θα είμαστε εμείς; Εμείς, μήπως τώρα είμαστε μέρος ενός μυθιστορήματος που θα
γραφτεί μετά από χρόνια από έναν ευαίσθητο συγγραφέα; Είμαστε στο προσχέδιο
ενός τέτοιου βιβλίου σαν αυτό που αφηγείται την Κοσμοχαλασιά στην Αργεντινή;
Και μέσα σ’ αυτό το μυθιστόρημα τι μορφή θα έχουν οι προσωπικές μας αφηγήσεις;
Θα είμαστε ζωντανοί, ικανοί, να αφηγηθούμε από κει και πέρα ή μέσα σε ένα
ενδεχόμενο χάος; Θα έχουμε το κουράγιο να παρηγορήσουμε με τις ιστορίες μας ο
ένας τον άλλον. Τι απ’ όλα θα χάσουμε; Μήπως έχουμε ήδη χάσει αυτά τα υλικά μιας
παρηγορητικής και ελπιδοφόρας αφήγησης; Μήπως η κρίση ήταν εδώ από καιρό σαν
ένα ποτάμι που απλά δεν βλέπαμε γιατί είχαμε φτιάξει τις γέφυρές μας, τις ασφάλειές
μας; Κι άραγε σ’ αυτή τη γέφυρα είχαμε χωρέσει όλοι; Ή κάποιοι βολόδερναν στο
ποτάμι, τους έπαιρνε από κάτω, είχαν ήδη βρεθεί στο πάτο προ πολλού και δεν μας
αφορούσε ο πνιγμός τους; Στη μικρομεσαία μας γέφυρα κάποιοι ποτέ δεν κατάφεραν
να ανεβούν. Ψέματα;
Θα μπορούσα να παρομοιάσω αυτό που συμβαίνει σήμερα, ότι δηλαδή ζούμε υπό το
καθεστώς του φόβου στο πλαίσιο μίας αφήγησης που προαναγγέλλει απώλειες σε
μύρια επίπεδα, υλικές, πνευματικές και ψυχικές, με ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο
γνωστό πιθανολογώ στους περισσότερους από εσάς, το «χρονικό ενός
προαναγγελθέντος θανάτου» του Μάρκες. Όπως στην αρχή της νουβέλας διαβάζουμε
ότι «Την ημέρα που επρόκειτο να τον σκοτώσουν ο Σαντιάγο Νασάρ σηκώθηκε στις
πεντέμισι το πρωί για να περιμένει το πλοίο που θα ’φερνε τον επίσκοπο», είμαστε οι
αναγνώστες ή ακροατές μιας δημόσιας αφήγησης για τις ζωές μας της οποίας το
τέλος ή έστω η εξέλιξη προμηνύεται φοβερή. Και όπως ως αναγνώστες της
λογοτεχνίας, τοποθετούμε τον εαυτό μας μέσα στη μυθιστορηματική αφήγηση
κάνοντας μεταθέσεις, βρίσκοντας αναλογίες, συμπάσχοντας κιόλας, έτσι και κάθε
δημόσια τηλεοπτική ή άλλη αφήγηση, εξατομικεύεται, προσαρμόζεται στους φόβους
μας, στο κάτω κάτω πρόκειται για τη δική μας ζωή, της οποίας διαπιστώνουμε ότι δεν
έχουμε πια τον έλεγχο. Στην απέναντι όχθη δεν είναι η χώρα, το απρόσωπο σύνολο
των πολιτών, αλλά ο καθένας μας. Από τα υλικά αυτής της μελλοντικής αφήγησης τι
θα εκλείψει, τι θα μείνει; Θα είμαστε οι ίδιοι με αυτούς που είμαστε σήμερα; Μήπως
τελικά θα ήταν πράγματι μια ελάχιστη παρηγοριά αυτό που ζούμε να είναι το υφάδι
μιας επινοημένης αφήγησης στο μυαλό ενός λογοτέχνη ή ενός σεναριογράφου
κινηματογραφικών ταινιών; Μήπως έτσι θα μπορούσαμε να δούμε εγκαίρως το
ανεστραμμένο μας είδωλο, θα προοικονομούσε η λογοτεχνία τη ζωή μας, ώστε να
μας δινόταν το περιθώριο της περίσκεψης, του αναστοχασμού; Ή μήπως είχαμε αυτή
την ευκαιρία προ πολλού; Μήπως η κρίση δεν ενέσκηψε σαν τον λιμό της αρχαίας
Θήβας, αλλά είναι χρόνια και βαθιά και πολυπρόσωπη: κοινωνική, πολιτική, ηθική,
πνευματική; Εν τέλει, υπήρξε ποτέ κάποια περίοδος στην ανθρώπινη ιστορία χωρίς
κρίσεις; Την απάντηση την ξέρουμε όλοι βέβαια. Τι είναι όμως αυτό που κάνει
ξεχωριστή αυτή την κρίση; Γιατί φαίνεται να είμαστε στο όριο, στο χείλος μιας
καταστροφής; Ίσως επειδή αυτή η κρίση είναι η πρώτη που ζει η δική μας γενιά μετά
από μία μακρά σχετικά περίοδο ειρήνης και ευμάρειας, στη διάρκεια της οποίας
μπορέσαμε να ονειρευτούμε με πολύ ευνοϊκότερους όρους σε σχέση με τις
προηγούμενες γενιές. Μπορέσαμε να ονειρευτούμε το καλύτερο σε έναν κόσμο που
είχε ήδη αλλάξει ερήμην μας. Μπορούσαμε όντες μικρομεσαίοι να προχωρήσουμε
προς τα πάνω, να μορφωθούμε, να ταξιδέψουμε, να γίνουμε πολίτες του κόσμου, να
καλλιεργηθούμε, να έχουμε άπειρους τίτλους βιβλίων στα ράφια των βιβλιοπωλείων.
Όχι βέβαια χωρίς απώλειες. Γιατί ο ατομικός δρόμος για την ευτυχία έχει αν μη τι
άλλο μοναξιά.
Αν κάτι όμως συνδέει τα μοναχικά μας σύμπαντα είναι οι αφηγήσεις και οι
αναγνώσεις τους. Έτσι διαμεσολαβεί κανείς το βίωμα και όσο θα υπάρχει αυτή η
δυνατότητα θα μπορούμε να ελπίζουμε ότι στη διαδικασία του περάσματος δεν θα
πνιγούμε.
Αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να κλείσω αυτό το κείμενο, δεν μπορώ να εξαντλήσω το
θέμα μου, ίσως γιατί ένα τέτoιο θέμα δεν κλείνει, τα ερωτηματικά δεν αποσύρονται
εύκολα, ίσως και να είναι τρομερές οι απαντήσεις, ίσως να είναι βολική η διαρκής
διερώτηση για το τι θα γίνουμε. Πριν θέσω την άνω τελεία θα σας διαβάσω ένα
αγαπημένο μου κείμενο του Νάνου Βαλαωρίτη το οποίο έθρεψε τη σημερινή μου
αφήγηση. Ο τίτλος του; ΑΠΟΚΡΥΦΑ

Κάθονται οι άνθρωποι αυτοί πάντοτε στην απέναντι όχτη, χωρίς να κλαίνε, χωρίς να
γελάνε, με συννεφιασμένα πρόσωπα. Ακουμπισμένοι μερικοί στις ασπίδες, άλλοι
καθαρίζοντας τα ντουφέκια τους. Ακίνητοι σαν αγάλματα παρακολουθούνε τον ποταμό.
Κατεβαίνουμε τότες κι εμείς κι αγναντεύουμε από την άλλη όχτη τα σκουριασμένα
κανόνια τους, τα τυφλά τους άλογα, τα παμπάλαια σπαθιά τους, και προσπαθούμε
αδιάκοπα με χειρονομίες, με φωνές, με συνθήματα να συνεννοηθούμε, να ‘ρθούμε σε
συμφωνία, να πάψει η ατέλειωτη αυτή αγωνία. Ανώφελες όλες μας οι προσπάθειες.
Εκείνοι δεν ενδιαφέρονται για μας. Δε σκοτίζονται. Ίσως ν’ αγνοούνε και την ύπαρξή
μας. Ίσως να είναι ένα παιχνίδι που θα τελειώσει μια μέρα. Ίσως να είμαστε ακόμα
ανώριμοι να το δεχτούμε. Κι όμως ο καθένας από τον άλλον κρυφά, έχουμε όλοι βαθιά
μέσα μας μια φριχτή υποψία που γίνεται πια βεβαιότητα: «Οι άνθρωποι αυτοί είμαστε
εμείς οι ίδιοι».