1

ΔΕΚΑ ΜΙΚΡΑ ΑΡΑΠΑΚΙΑ
Δέκα μικρά αραπάκια σε μια γειτονιά
χάθηκε το ένα πάει και μείνανε εννιά.
Εννιά μικρά αραπάκια παίζανε κρυφτό
κρύφτηκε το ένα πάει και μείνανε οκτώ.
Οκτώ μικρά αραπάκια φρούτα τρων κλεφτά
πιάστηκε το ένα πάει και μείνανε επτά.
Επτά μικρά αραπάκια ξύπνησαν πριν φέξει
Το να ξανακοιμήθηκε και ‘μείναν μόνο έξι.
Έξι μικρά αραπάκια στη βροχή κοιμούνται
πούντιασε το ένα πάει και ‘μείναν μόνο
πέντε.
Πέντε μικρά αραπάκια μπαίνουν στη σειρά
ξέφυγε το ένα πάει και ‘μείναν τέσσερα.
Τέσσερα μικρά αραπάκια πάνε στην κυρία
κράτησε το ένα πάει και ‘μείναν μόνο τρία.
Τρία μικρά αραπάκια πάνε στο σχολείο
έμεινε το ένα πάει και ‘μείναν μόνο δύο.
Δύο μικρά αραπάκια έρχονται σε μένα
κράτησα το ένα πάει κι έμεινε μόνο ένα.
Ένα μικρό αραπάκι βρίσκει μια γυναίκα
την παντρεύεται και κάνει αραπάκια δέκα.

ΔΥΟ ΜΑΘΗΤΑΚΙΑ
Δυο μαθητάκια προχωρούν
μες το δάσος τραγουδούν.
Παίζουν -παίζουν
-βιολελέττο (δις)
βιο-βιο-βιο-βιολελέττο
βιο-βιο-βιο-βιολελό
(-πιανελέττο…
-κλαρινέρττο…
-ταμπουρέττο
-κιθαρέττο)
που πάτε, που πάτε
χαρούμενα τόσο πρωί
είμαστε μαθητές και πάμε εκδρομή.

ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ
Στην έξοχη δεν πρέπει να κοιμάσαι,
πρωί - πρωί στο πόδι πρέπει να’ σαι
με τη δροσιά τα μούτρα σου να πλένεις
πλάτσα πλουτσα στά νερά
τρά λάλα λα λα (δίς).
Χωρίς μιλιά να τρως ό,τι σου δίνουν,
τα μάγουλά σου πρέπει να παχύνουν
και η μαμά να λέει με καμάρι,
ένα γιόκα [μια κορούλα] πού’χω γω
πω, πω, πω να τον χαρώ,
πω, πω, πω, πω, πω. (δίς)
Κι' όταν σκοπό σε βάλουν να φυλάξεις,
σαν δεις γατιά και κότες μη τρομάξεις
και τις φωνές μη μπήξεις κάνα βράδυ
συμμορία βρε παιδιά τρά λάλα λά (δ ίς;.
Κι όταν σου πουν να πας υπηρεσία,
πρώτος εσύ να γίνεσαι θυσία.
Με ντί ντί ντί και τρόμπα να τρομπάρεις
τσάφ-τσούφ, ντί ντί ντί (δίς).

ΖΕ_ΠΕΡΝΤΥ_ΛΕ_ΝΤΟ

Η ΦΙΛΗ ΜΟΥ

Ζέ περντύ λέ ντό (ρε,μι,φα ,σολ.λα.σι)ντέ
μα κλάρινέτε (δις)
΄Α σί πάπα σά βέ σά τριαλαρό (δις)
0 πά καμαράτ ό πά καμαρατ ο-πά ο-πά
ο-πά

Είχα μιά φίλη πού λέτε παιδιά
όλο κατσούφιαζε κάθε φορά
ούτε μιλούσε, ούτε λαλούσε,
μόνο τήν μούρη δυο πήχες κρεμούσε.

ΕΧΑΣΑ ΤΟ ΝΤΟ
Έχασα το ντο (ρε, μι, φα σολ λα σι) του
μικρού κλαρίνου(δις)
Αν το μάθει ο αρχηγός μας τι θά πει
θά μας διώξει από τήν κατασκήνωση
στό πί καί φί
τι θέλαμε , τι θέλαμε καί ήρθαμε έδω
καί τόν μπελά μας βρήκαμε
μ' αύτόν τόν αρχηγό (δις)

Η ΓΑΪΔΟΥΡΑ
Έχασα τη γαϊδούρα μου
με ξύλα φορτωμένη
ντε γαϊδούρα ντε.
Ντε (3), ντε γαϊδούρα ντε!
Απ’ το να μάτι είναι στραβή
κι απ’ τ’ άλλο δε με βλέπει,
ντε γαϊδούρα ντε.
Ντε (3), ντε γαϊδούρα ντε!
Απ’ το να αυτί είναι κουφή
κι απ’ τ’ άλλο δεν ακούει,
ντε γαϊδούρα ντε.
Ντε (3), ντε γαϊδούρα ντε!
Απ’ το να πόδι είναι κουτσή
κι απ’ τ’ άλλο δεν πατάει,
ντε γαϊδούρα ντε.
Ντε (3), ντε γαϊδούρα ντε!
Στην ανηφόρα δεν μπορεί
στην κατηφόρα πέφτει,
ντε γαϊδούρα ντε.
Ντε (3), ντε γαϊδούρα ντε!
Όποιος τη βρει να τη χαρεί,
τα ξύλα να μου φέρει.
ντε γαϊδούρα ντε.
Ντε (3), ντε γαϊδούρα ντε!

Ω, πόσο τήν ελυπόμουνα
και σκεφτόμουνα συλλογιόμουνα
πως θά τής φύγει η ακεφιά
δύσκολη ήταν αυτή η δουλειά.
Στο κατηχητικό(στην κατασκήνωση)
ήρθε πού λές
τις πρώτες μέρες , ήταν νά την κλαις
ούτε μιλούσε, ούτε γελούσε,
μόνο τήν πόρτα (πύλη) νά φύγει κοιτούσε
Ω, πόσο τήν ελυπόμουνα…
Ξάφνου την βλέπω εκεί δά νά γελά
κι ύστερα γέλια πολλά δυνατά
τώρα μιλούσε, καί τραγουδούσε,
τώρα το γέλιο σε όλους σκορπούσε.
Ω, πόσο την εχαιρόμουνα
καί σκεφτόμουνα, συλλογιόμουνα
πως θα, χαρεί τώρα η μαμά,
όταν τήν έβλεπε πάλι, ξανά.

ΚΙΝΕΖΟΣ
Στην Κίνα μια φορά κι έναν καιρό
ζούσε ο Τσιγκαράκατσίκιτσο.
Είχε ένα σώμα δυο πήχες μακρουλό
και κάθε πόδι του ήταν σαν αυγό.
Τσίγκαρακατσίκι τσόγκολο
ρουμπάτσελόρουμ παράραραραρα
ότο ότο ούτι ούτι ούτιγκα
ούτιγκα ούτιγκα τίγκα τίγκα.
Όταν στο δρόμο ήθελε να βγει
τον κουβαλούσαν στη πλάτη δυο κοντοί
κι ο Τσίγκαράκα δεν είχε πια δουλειά
και τότε γελούσε δυνατά χα,χα.
Τσίγκαρακατσίκι........

ΙΣΠΑΝΙΑ
Μακρυά στην Ισπανία –ολέ!
έχει ψηλά βουνά
και θάλασσα πλατειά
και ήλιο λαμπερό
έχει κρασί καλό
κιθάρες τραγουδούν
και ταυρομάχοι ορμούν.

Ο ΨΥΛΛΟΣ
Στο πάτωμα της τάξης μας είναι ένας
ψήλος.
Να μας ζήσει ο ψήλος μας
κι ας μην είναι φίλος μας.

Ο ΠΕΤΡΟΣ
Ο μικρός ο Πέτρος είχε μύγα εις την μύτη
Και την χτύπησε και πέταξε.
… (ο Πέτρος ήταν μικρός)
… (μεγάλα αυτιά)
… (μύγα)
… (μύτη)

2
ΣΚΙ

ΣΤΡΑΒ0Σ βΕΛ0ΝΑ ΓΥΡΕΥΕ

ΧΑΡΩΠΑ

Όταν πας να κάνεις σκι

Στραβός βελόνα γύρευε όλα-ολα
μέσα σ'ένα αχυρώνα
βατκτσιτσελο βατσικτσο
κι ένας κουφός του έλεγε όλα-ολα
τήνάκουσα πού έβροντα
βατκτσιτσελο- βατσικτσο.

Χαρωπά τα δυο μου χέρια τα χτυπώ
Μια και είμαι εγώ παιδί ξέρω πάντα να
γελώ,
χαρωπά τα δυο μου χέρια τα χτυπώ.

πάνω στα ψηλά βουνά
ξάφνουνα σου ένας σκιέρ
σου χαλάει τη δουλειά.
Γιο λαλά κυρία,
γιο λαλά κουκού,
γιο λαλά κυρία, γιο.
. . . ξάφνου να σου μια αρκούδα . . .
. . . ξάφνου μια χιονοστιβάδα . . .
. . . ξάφνου να σου ένας σκύλος . . .
. . . ξάφνου να σου ένα τραίνο . . .
. . . ξάφνου ένα ασθενοφόρο . . .
. . . ξάφνου να σου δυο φίλοι . .

Ο ΦΟΙΤΗΤΗΣ
Ενας ντόρος (3) ένας φοιτητής
λοιμοκοντόρος
στά μάτια του γυαλιά, φορεί κι ακουστικά,
γυρίζει μές τους δρόμους,
καί πείραζει τά παιδιά (2)
Η νοικοκυρά ζητάει το νοίκι
μά αύτός δέν έχει χαρτζιλίκι·
Μά τί νά του ειπείς, που είναι φοιτητής
νά πάρεις μιά σανίδα
καί νά τον περιποιηθείς (2).
0 γαλατας ζητάει το γάλα,
μά αυτός δέν έχει πιά πεντάρα·
Μά τί νά τοϋ ειπείς…

Κουτσός στον κάμπο έτρεχε όλα-ολα
νά πιάση καβαλλάρη
βατκτσιτσελο βατσικτσο
κι ένας μουγγός του έλεγε όλα-ολα
ποΰπας βρε παληκάρι
βατκτσιτσελο- βατσικτσο
Όψύλλος εγονάτησε όλα-ολα
γκαμήλα νά φόρτωση
βατκτσιτσελο βατσικτσο
κι ο γκαμηλιέρης φώναζε όλα-ολα
θά τήν κοψομεσιάσης
βατκτσιτσελο- βατσικτσο
Πολλά ψέματα είπαμε όλα-ολα
ας πούμε και μια αλήθεια
βατκτσιτσελο- βατσικτσο
ο κόκκορας εγέννησε όλα-ολα
σαράντα κολοκύθια
βατκτσιτσελο- βατσικτσο
τα κιλοκύθια είχανε μέσα νερό
και το νερό βατράχια
βατκτσιτσελο- βατσικτσο
Απ’ όλα τα πετούμενα όλα-ολα
Ο γάιδαρος μ’ αρέσει
Βατκτσιτσελο- βατσικτσο
Γιατί έχει αηδονιού φωνή όλα-ολα
Και δαχτυλίδι μέση
Βατκτσιτσελο- βατσικτσο

…δάχτυλα
…γόνατα
…πόδια
…θε να γελάσω δυνατά

ΤΟ ΓΑΤΙ ΤΗΣ ΑΓΝΗΣ
Το γατί βιντι,βιντι, βι
της Αγνής
-ΙΙέχει ουρά
-ΙΙτόση δα
-ΙΙμια ουρά
-ΙΙφουντωτή
-ΙΙστρογγυλή -ΙΙσαν κουμπί -ΙΙ…………………………….κόμμα
Το γατί….
…………………………..τελεία και παύλα.

ΜΕΞΙΚΑΝΙΚΟ ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΙΟ
(αργά και βαρειά) Όλο-όλο πάπα βιόλο
πόμπο-πόμπο ω,ε!
τίκο-τίκο,πόρτο ρίκο
όϊ, όϊ ο
(γρήγορα & ψιλά) Τάϋο κάϊ εμόϊ
τάϋο σαβάϊ μπόϊ
ράμε-ρίσα να παμπόϊ
ράϊ,ράϊ ρά.
(αργά και βαρειά) Κράτο-κράτο μεξικάνο
πόμπο-πόμπο ω,ε!
σί σινιόρε εμπορτάντο
όϊ. όϊ, όϊ.

ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ

(γρήγορα & ψιλά) Τάϋο κάϊ εμόϊ…
Πάνω στό βουνό στόν καθαρόν αέρα
παίζει ένας βοσκός γλυκά μέ τήν
φλογέρα,
Τά κάτασπρα αρνάκια του μέ χάρη
παίζουν και πηδούν στό δροσερό
χορτάρι
Τά αρνάκια βελάζουν και τόν βοσκό
φωνάζουν (δίς)
Τό πρωί πρωί πρωτού ο ήλιος νά βγει
ο καλός βοσκός γιά τό βουνό κινάει
Καί τό δειλινό όταν ο ήλιος δύσει
πάλι μέ χαρά θέ νά ξαναγυρίσει.
Τά αρνάκια βελάζουν
Τριάλαλαλαλαλα

(δίς)

Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ
Μια συντροφιά από φίλους κινά
για ν’ ανεβεί πιο ψηλά στα βουνά
στο μονοπάτι που πάει στη κορφή
βρίσκουν δυο φίλους που είχαν χαθεί
Και αρχινάνε αμέσως κραυγές
σαν του Τυρόλου και πιο δυνάτες
κι έτσι βρεθήκανε όλοι μαζί
και δεν χαθήκαν οι δυο οι κουτοί.

ΤΑ ΣΤΕΛΕΧΗ

ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΓΙΝΕ ΣΑΒΒΑΤΟ

Μάσες, ξάπλες, αραλίκι,
είμαστε το τεμπελίκι
κατανάλωση τροφών
η ομάδα στελεχών

Πράγμα που βαρκα-τρούλο-πετρολίνοτσοκαρεκλοποδαριά- να σου ‘ρθει
Πράγμα που ‘γινε Σαββάτο (δις)
σ’ ένα πλα-σ’ ένα πλάτανο από κάτω.

Κοιμάμαι κι ονειρεύομαι
πότε θα μεγαλώσω
να γίνω και γω στέλεχος
να πέσω να ξαπλώσω

Επαντρε βαρκα-τρούλο-πετρολίνοτσοκαρεκλοποδαριά- να σου ‘ρθει
Επαντρεύανέ το σπάρο (δις)
με τον κο-με τον κοκοβιό κουμπάρο.
Νύφη κά- βάρκα-τρούλο-πετρολίνοτσοκαρεκλοποδαριά- να σου ‘ρθει
Νυφη κάναν τη σαρδέλα (δις)
την πεντά- την πεντάμορφη κοπέλα.
Εκαλέ βάρκα-τρούλο-πετρολίνοτσοκερεκλοποδαριά- να σου ‘ρθει.
Εκαλέσαν το χταπόδι (δις)
που χορε- που χορεύει σ’ ένα πόδι.
Ήρθαν και βάρκα-τρούλο-πετρολίνοτσοκαρεκλοποδαριά- να σου ‘ρθει
ήρθαν και τα στρείδια μύδια (δις)
παλαμί- παλαμίδες και σαυρίδια.

////////////////////////////
Τα στελέχη δουλεύουνε σκληρά
κοιμούνται όλη μέρα με μάτια ανοιχτά.
[βαϊτατζούμ][2]-είναι πολύ αιματηρά.
Όταν γίναμε στελέχη όλες εμείς [τσαφ-τσουφ]
Οι ατσίδες, ρα ξεφτέρια,οι τραχείς =ΙΙ=
Φαϊ, ύπνο και τραγούδι, καίγετα το πελεκούδι
Μαμ και νάνι, είμαστε όλες εμείς =ΙΙ=
Ξυπνάμε το πρωί,μας φέρνουν το φαΐ
μασάμε χαρωπά και πίνουμε γερά.
Ποντικοί, ποντικοί, μη μας τρώτε κακοί το
γλυκό μας
ποντικοί θα το πω στην αρχηγό μας.

3
ΚΑΜΠΑΝΑΚΙ
Ήταν γλυκό κιι εργατικό
αγέρωχο σην όψη
γλυκόλαλο κι ηχηρό το λέγανε Προκόπη.
Η θορυβώδης του φωνή
η μισητή κι απαίσια
δεν θ’ ακουστεί ποτέ ξανά εις την
Στεφάνη
μέσα.

Ως πότε βρέ αγόρια θά ζούμε νηστικά
μέ ρύζια καί λαπάδες και άλλα φουσκωτά.
Ως πότε η μανέστρα θά πρίζη τίς καρδιές
καί πότε άπ' τά στομάχια μας θά φύγουν
οι φακές.
Κάλλιο σαράντα πιάτα πληγούρι καί
παστά παρά ένα κουτάλι άπ' τά
ζυμαρικά.

Πάντοτε τον σκεπτόμασταν
γλυκό το άκουσμά του
κάθε πρωί μας ξύπναγε με τη γλυκιά
λαλιά του.

Χάθηκε τό παστίτσιο μας τό κρέας, ο
κιμάς
το όμορφο τό κέϊκ μας καί ο ωραίος
μουσακας.

Τρέχαμε τότε όλες μαςμ’ορμή στις
τουαλέτες,
χωρίς γυαλιά, με τα μαλλιά αχτένιστα
μαζί με τις πετσέτες.
Κι Ω! Τι χαρμόσυνο άγγελμα
όταν το μεσημέρι
βροντούσε η φωνάρα του: ελάτε στο
τραπέζι.

Μα τί λοιπόν σας κάναμε καί μας
παιδεύετε έτσι εμπρός λοιπόν λίγο φα'ΐ
πριν η κοιλιά μας φέξει.

Η ΠΙΤΑ ΤΟΥ ΣΠΑΝΟΥ
Τήν πι μανάμ την πίττα πού φάγε δ
σπανός
ήταν αμάν , αμάν ήταν κολοκυθένια.

Και πέφταμε μ’ ορμή
πάνω στις φασολάδες
πάνω στις κόκκινες σουπιές κ τις
μακαρονάδες.

Και τζούμ παράπαμ και τζούμ παράπαμ
καί τζούμ πάρα παπάμ παπάμ (δίς).

Ω! κι όταν η λάντζα τέλειωνε
μην ακουστεί η φωνάρα του
και πάψουν οι δικές μας.

Καί κείνος πού την έφτιαξε ήταν
κολοκυθένιος.

Ωιμέ! Στο σιωπητήριο πώς να περάσει η
ώρα; Σιγή,σιωπή και βογγητό, σ’όλη την
Άνω Χώρα

Γλυκό (δις), γλυκύτατο,γλυκό μας
καμπανάκι,
που κάθε βράδυ σήμαινες να πάμε για
νανάκι.
Ωιμέ! Ποιος θα τα κάνει το΄τα τώρα;
Μια ιδέα μού’ φτασε τούτη αυτή την ώρα.
Υψώστε, ηχήστε τύμπανα
και βάλτε κλαπατσίμπανα
μνημούρι αιώνιο στην μνήμη του.

χάρη

Καί ο φούρνος πού την έψησε ήταν
κολοκυθένιος.
Καί εκείνοι πού την έφαγαν ήταν
κολοκυθένιοι.

Κι ω! τη χαρά της λύτρωσης
όταν σαν τα’ απογευματάκι
ηχούσε η φωνίτσα του να πάμε για
κεκάκι.

Κι αν όσα αναφέραμε
δεν σας αρέσουν διόλου
σκασίλα μας και μας λοιπόν
εμείς θυσιαστήκαμε για
συνόλου.

ΘΟΥΡΙ0Σ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ

του

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful