Παραμύθι: Καλινάντζαροι –

Τα Παγανά - Στρατή Μυριβήλη
Καλικάτζαροι
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι
ορφανό από μάνα που ζούσε με τον πατέρα του και
τη μητριά του. Ο πατέρας του κοριτσιού ταξίδευε
συχνά κι έτσι η μικρή τον περισσότερο καιρό έμενε
με τη μητριά του, που ήταν κακιά και το βασάνιζε
και προσπαούσε με κάε τρόπο να το ξεφορτ!εί.
"α#ς ήραν τα $ριστού%εννα, το δαιμόνιο μυα&ό
της μητριάς σκαρφίστηκε τρόπο %ια να β%ά&ει από
τη μέση το κοριτσάκι μας. 'κέφτηκε π!ς, μιας και
τις νύχτες τούτες κυκ&οφορούσαν τα
κα&&ικαντζάρια, ήταν ευκαιρία να βρει αφορμή να
το στεί&ει %ια κάποιο έ&ημα ένα βράδυ, #στε να
την αρπάξουν και να %&ιτ#σει από αυτό. "ι έτσι,
αφού σκοτείνιασε το έστει&ε στο μύ&ο να πάει να
α&έσει στάρι, τάχα %ιατί είχε σ!εί το α&εύρι και
δεν είχανε να φτιάξουνε (!μί. )ο κοριτσάκι, που
%ν#ριζε %ια τους κα&&ικαντζάρους, δεν ήε&ε να
β%ει μες στη νύχτα κα#ς φοβόταν π!ς α το
έπαιρναν μαζί τους, α&&ά δε μπορούσε να κάνει κι
α&&ι#ς κι ανα%κάστηκε να πάει.
*όρτ!σε &οιπόν τα σακιά με το στάρι στο
%α+δουράκι και ξεκίνησε. *τάνοντας στο μύ&ο,
βρήκε το μυ&!νά να σφα&ίζει την πόρτα. Μό&ις το
είδε ο μυ&!νάς, απόρησε,
-Γιατί κοριτσάκι γυρνάς τέτοια ώρα έξω; Δεν
ξέρεις πως τέτοια ώρα βγαίνουν τα
καλλικαντζάρια;
-ο ξέρω! "α και τι να κάνω; Με έστειλε η "ητριά
"ου για αλε#ρι$
αποκρίηκε εκείνο.
-%αλά! έ"πα "έσα και άλεσε$ Μα σαν τελειώσεις!
&ε#γοντας! κλείσε την π'ρτα$
του -πε ο μυ&!νάς κι έφυ%ε.
./ρχισε να α&έει το κοριτσάκι και να -σου
φανερ#νονται τα κα&&ικαντζάρια κι αρχίσαν να
του &ένε π!ς α το πάρουνε μαζί του. )ί να κάνει
το κοριτσάκι, προσπάησε να τα καυστερήσει,
μπας και %&ιτ#σει. "ι έτσι, κάε φορά που το
ρ!τούσαν αν α -ρει μαζί τους, εκείνο τους
ζητούσε κι από ένα πρά%μα %ια αντα&&ά%μα. Μ-
αυτό τον έξυπνο τρόπο, προσπαούσε να τα
καυστερήσει μέχρι να &α&ήσει ο πετεινός τρεις
φορές κι εκείνα να εξαφανιστούν0 "ι έτσι κι έ%ινε.
"ι όταν τε&ικά &ά&ησε ο κόκκορας τρίτη φορά, όχι
μόνο τα κα&&ικαντζάρια ξεκουμπίστηκαν, α&&ά το
κοριτσάκι είχε κερδίσει κι ένα σ!ρό κα&ούδια από
κείνα που τους ζητούσε κάε φορά που τη
ρ!τούσαν αν α πή%αινε μαζί τους.
1τσι, όταν έφτασε στο σπίτι της, η κακιά μητριά,
που την είδε να %υρίζει πίσ! σ#α και μά&ιστα
φορτ!μένη με ένα σ!ρό δ#ρα, σάστισε κι άρχισα
να ζητάει να μάει π!ς έ%ινε τούτο και π!ς
βρέηκαν τόσα πρά%ματα. )ο κοριτσάκι της
εξή%ησε π!ς της τα δ#σαν τα κα&&ικαντζάρια
κα#ς τους τα ζήτα%ε %ια αντά&&α%μα %ια να τα
ακο&ουήσει. Μό&ις τ- άκουσε αυτό η άπ&ηστη
μητριά αποφάσισε να πάει κι εκείνη στο μύ&ο το
επόμενο βράδυ.
2ταν, &οιπόν, πή%ε η μητριά και φανερ#ηκαν τα
κα&&ικαντζάρια %ια να την πάρουνε μαζί τους,
εκείνη ανυπόμονη και αχόρτα%η τους ζήτησε
μονομιάς ό&α εκείνα που ήε&ε μαζεμένα. Οπότε οι
κα&&ικάντζαροι της τά -φεραν στη στι%μή, δεν είχε
απομείνει πια τίποτε να ζητήσει, οπότε την
άρπαξαν και την κατέβασαν μαζί τους στα άδυτα
της %ης. "ι έτσι, το κοριτσάκι μας %&ίτ!σε από
την κακιά μητριά κι έζησε ευτυχισμένο με τον
πατέρα του που %ύρισε απ- τα ταξίδια.
Τα Παγανά - Στρατή Μυριβήλη
...3/πό τα 4έννα !ς τα *#τα αυτή -ταν η μυστική
&αχτάρα ανάμεσα σε μικρούς και με%ά&ους. 5α τα
δούνε φέτος τα 6α%ανά7 "άε βράδι %ι- αυτά
μι&ούσαν. 4ια τα συνήια και %ια τα καμ#ματά
τους.
8 μάνα, σαν έ%ερναν να κοιμηούν, έριχνε μια
φούχτα α&άτι στη σκεπασμένη χόβο&η. )σατ, πατ,
έσκα%ε κάε &ί%ο και &ι%άκι τ-α&άτι, να τρομάζουν
οι κα&&ικαντζάροι, να μη σβήνουν τη φ!τιά με τον
τρόπο πούξεραν. )ρόμαζαν τα 6α%ανά, τρόμαζαν
και τα παιδιά πάν! στον ύπνο τους και
ξεπετιόνταν. 6ριν πέσει να κοιμηεί στρίμ!χνε και
μια ρίζα αφάνες μπροστά στη σταχτουρίδα, μην
κατεβούν και κατουρήσουν τη στάχτη κ- ύστερα
&ι#νουν και τρυπάνε τα ρούχα στη μπου%άδα.
"ρέμαζαν οι %υναίκες μάτσα τρικοκκιές και %ύρ!
στο (!μοσάνιδο, να μη μπορούν να μα%αρίσουν τη
ζυμ!σιά.
2μ!ς κάποιο βράδυ έρχονται π&ια οι
"α&&ικαντζάροι, και μά&ιστα με τον πιο πίσημον
τρόπο.
"ει που καόντανε κου&ουριασμένα τα παιδιά μέσα
στο παρα%#νι κι άκου%αν νυστα%μένα τα
παραμύια της %ριάς, πατημασιές έτριζαν πάν!
στο χιονισμένο δ#μα, %έ&ια πνι%μένα και μικρά
ουρ&ιαχτά.
"όβονταν τότε στη μέση οι κουβέντες, οι καρδιές
χτυπούσαν με &αχτάρα, τα μάτια καρφ#νονταν
στο ταβάνι.
-(υτοί είναι! "άνα)
)α παιδιά πετά%ονταν έξ! από το παρα%#νο,
χ&!μά9ειαφοκέρι.
-*"! (υτοί +άναι, έ&ε%αν οι με%ά&οι, και
κοιτάζονταν με νόημα. ,οι'ς άλλος! "έρες πο#ναι)
:ίτανε α&ήεια οι "α&&ικαντζάροι.
'ε &ί%ο %ινόταν μια μικρή φασαρία από σιδερικά
εκεί (η&ά, μέσα στα μαύρα βάια της καμινάδας.
)σά%κα, τσού%κα0 Οι καπνιές π&ια μαδούσαν και
πέφτανε πάν! στα κούτσουρα, και σε &ί%ο να και
κατέβαινε σι%ά9σι%ά ένα &ανάρι κρεμασμένο από
(ι&ό σκοινί. )ο &ανάρι κουνιότανε πέρα9δ#ε πάν!
από τη φ!τιά, και μεσ- από την καμινάδα
ακού%ονταν οι "α&&ικαντζάροι που τρα%ουδούσαν
το τρα%ούδι τους,
-αγκο#ρ! λουγκο#ρ τα λανάρια
του παπά τα καλεντάρια)
Για "ια πίτα "ε τυρί
για σαράντα σαρα.λί)
:ίτανε κάτι που δε &έ%εται το τί νι#αν οι μικροί.
Μια %&υκιά φρίκη έτρεχε μέσα στα φυ&&οκάρδια,
στύ&!ναν τα μάτια, κ- η καρδιά χτυπούσε να
σπάσει.
8 μάνα πή%αινε έφερνε τυρόπιτα και την κάρφ!νε
στα καρφιά του &αναριού. 6ου να βρεούν
3σαράντα σαρα+&ί3 στο φτ!χικό τους.
Οι "α&&ικάντζαροι ανασέρνανε πά&ι το &ανάρι, και
πριν να φύ%ουν κατέβαινε ακόμη μια φορά η φ!νή
τους μέσ- από τον μπουχαρή.
-%αι του /ρ'νου 0ριστιανοί)
-("ήν) έ&ε%αν σοβαρά, σι%ανά ό&οι οι με%ά&οι. %αι
του /ρ'νου νά"αστε γεροί.3....

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful