ΤΖΟΝ ΦΑΝΤΕ

Ρώτα τον Άνεμο
ASK THE DUST
Μετάφραση: Τέος Ρόμβος

1.

ΗΤΑΝ ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΓΩ ΚΑΘΟΜΟΥΝΑ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ
ΤΟΥ
ξενοδοχείου μου, στην καρδιά του Λος Άντζελες. Ήταν μια σημαντική
νύχτα στη ζωή μου, γιατί έπρεπε να αποφασίσω τι θα έκανα με το δωμάτιό
μου. Ή θα πλήρωνα και θα έμενα ή θα έπαιρνα δρόμο από κει μέσα· αυτό
έγραφε το σημείωμα που είχε ρίξει η σπιτονοικοκυρά μου κάτω από την
πόρτα. Ένα μεγάλο πρόβλημα, που χρειαζότανε τη μεγαλύτερη δυνατή
προσοχή. Και γω το έλυσα σβήνοντας το φως και ξαπλώνοντας για ύπνο
στο κρεβάτι.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα, διαπίστωσα ότι λίγη σωματική άσκηση δε θα με
έβλαπτε και ξεκίνησα αμέσως. Έκανα μερικές επικύψεις. Μετά έπλυνα τα
δόντια μου, γεύτηκα το αίμα από τα ούλα μου, κοίταξα το αιματοβαμμένο
βουρτσάκι και μου ήρθε στο νου εκείνη η γελοία διαφήμιση. Αποφάσισα να
βγω για να πιω ένα καφεδάκι.
Πήγα στο εστιατόριο που πήγαινα συνήθως, κάθισα στο σκαμνί του μπαρ
και παράγγειλα καφέ. Το νεροζούμι που ήπια είχε σχεδόν τη γεύση του
καφέ, αλλά το νόμισμα που πλήρωσα δεν τ’ άξιζε. Καθισμένος εκεί
κάπνισα ένα-δύο τσιγάρα και διάβασα τα αποτελέσματα των αγώνων του
αμερικάνικου πρωταθλήματος, ενώ έκανα προσπάθεια ν' αποφύγω μια
ματιά και στ' αποτελέσματα του εθνικού πρωταθλήματος. Διαπίστωσα μ'
ευχαρίστηση ότι ο Τζόε Ντι Μάτζιο, ο Ιταλός, είχε πάντα την τιμητική του
και ήταν ο πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος.
Καταπληχτικός αυτός ο Ντι Μάτζιο. Βγήκα από το εστιατόριο. Στο δρόμο
φανταζόμουνα τον εαυτό μου έτοιμο να σουτάρει και να καρφώνει τη
μπάλα στο φανταστικό τέρμα. Κατηφόριζα προς το Έιντζελς Φλάιτ και
έσπαγα το κεφάλι μου για το τι θα έκανα με τη μέρα μου. Δε σκέφτηκα
όμως τίποτε κι έτσι κατέληξα να κάνω μια βόλτα στην πόλη.
Ακολούθησα την Όλιβ στρητ προς τα κάτω, πέρασα μπροστά από μια
κίτρινη και βρώμικη πολυκατοικία, μουσκεμένη ακόμη από τη νυχτερινή
ομίχλη σαν πορώδες στυπόχαρτο και θυμήθηκα τους φίλους μου Έθυ και
Καρλ, που είχαν έρθει από το Ντιτρόιτ και ζούσαν εδώ. Μου ’ρθε στο
μυαλό εκείνη η νύχτα που ο Καρλ έδειρε την Έθυ επειδή ήταν έγκυος και
ήθελε να κρατήσει το παιδί ενώ εκείνος δεν ήθελε. Παρ' όλα αυτά το παιδί
ήρθε στον κόσμο και ήταν πια ένα γεγονός που κανείς δεν μπορούσε να τ'
αλλάξει. Και θυμήθηκα το διαμέρισμά τους και τη μυρουδιά από τα
ποντίκια, τη σκόνη και τις γριές κυρίες που κάθονταν τα ζεστά

απογεύματα στη βεράντα και κείνη την ώριμη κυρία με τις ωραίες γάμπες.
Και τον τύπο που δούλευε στο ασανσέρ, έναν τσακισμένο ανθρωπάκο από
το Μιλγουόκι, ο οποίος κάθε φορά που έλεγες το πάτωμα που ήθελες να
πας, έκανε ένα σαρδόνιο μορφασμό, λες και ήσουνα κανένας ηλίθιος
επειδή πήγαινες στο συγκεκριμένο πάτωμα. Είχε πάντα ένα δίσκο με
σάντουιτς κι ένα φτηνό περιοδικό.
Κατέβηκα απ' το λόφο και συνέχισα την Όλιβ στρητ, πέρασα μπροστά από
τις άθλιες, ξύλινες παράγκες που μύριζαν ιστορίες με φονικά και συνέχισα
πιο κάτω στην Όλιβ στρητ μέχρι που έφτασα μπροστά στη Φιλαρμονική
και θυμήθηκα τότε που είχαμε πάει μαζί με την Έλεν στο Ντον Κόσακ
Κόραλ Γκρουπ και γω άρχισα να βαριέμαι και αρχίσαμε να μαλώνουμε,
και θυμάμαι τα ρούχα που φόραγε εκείνη τη μέρα η Έλεν, ένα λευκό
φόρεμα που όταν το άγγιζα ένιωθα να μυρμηγκιάζω ψηλά στα πόδια. Αχ,
αυτή η Έλεν - όμως όχι εδώ.
Κι έτσι έφτασα κάτω, γωνία Πέμπτης και Όλιβ στρητ, εκεί που σου
πέφτουνε τ’ αυτιά από το θόρυβο που κάνουν τ’ αυτοκίνητα, και οι
φοίνικες σου προσφέρουνε ένα πολύ μελαγχολικό θέαμα πνιγμένοι από
τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων, και το μαύρο λιθόστρωτο είναι νοτισμένο
από την ομίχλη της νύχτας που πέρασε.
Ήμουνα πια μπροστά στο Μπίλτμορ Οτέλ και προσπέρασα τη γραμμή των
παρκαρισμένων κίτρινων ταξί. Όλοι οι σωφέρ κοιμισμένοι, εκτός από τον
ταξιτζή που ήταν σταματημένος στην κύρια είσοδο. Στο μυαλό μου
στριφογύριζε η απορία, από πού ξετρυπώνουνε τις πληροφορίες που
έχουνε αυτές οι σωφεράντζες. Και θυμήθηκα εκείνη τη φορά που ο Ρος κι
εγώ πήραμε μια διεύθυνση από έναν από δαύτους, που μόρφαζε
καυλωμένα καθώς μας πήγαινε στην Τεμπλ στρητ, και οι κοπελιές που
μας περίμεναν εκεί ήταν πολύ άσκημες, αλλά ο Ρος πήγε μέσα για τα
περαιτέρω, ενώ εγώ κάθισα στο σαλόνι κι άλλαζα δίσκους στο
γραμμόφωνο ταραγμένος και μόνος.
Πέρασα μπροστά από τον πορτιέρη του Μπίλτμορ και τον μίσησα αμέσως,
με τα χρυσά σιρίτια του και το ύψος, πάνω από ένα κι ογδόντα,
φουσκωμένος διάνος, και την ίδια στιγμή ένα μαύρο αυτοκίνητο πλεύρισε
το πεζοδρόμιο και κατέβηκε ένας άντρας. Φαινόταν πλούσιος. Και τότε
βγήκε η γυναίκα.
Ήταν υπέροχη, η γούνα της, από ασημένια. αλεπού, παλλότανε καθώς
περπάταγε στο πεζοδρόμιο σαν ψαλμός και τα διπλά θυρόφυλλα.
ανοιγοκλείσανε πίσω της κι εγώ σκέφτηκα, αχ νέε μου, να ’χες και συ λίγο
απ’ αυτό που βλέπουνε τα ματάκια σου, λιγάκι, ίσα για μια νύχτα και μια
μέρα, κι όπως με προσπερνούσε ήταν ένα όνειρο και το άρωμά της έμεινε
εκεί δα, στη νοτισμένη πρωινή ατμόσφαιρα.
Ξέμεινα για πολλή ώρα μπροστά σ' ένα καπνοπωλείο κοιτάζοντας τις
πίπες κι όλος ο κόσμος γύρω μου ξεθώριασε και χάθηκε κι έμεινε μόνο
αυτή η βιτρίνα, κι εγώ τις κάπνισα όλες, τη μια πίπα μετά την άλλη,
κάπνιζα και φανταζόμουνα τον εαυτό μου με κείνη την ιταλική πίπα,
πραγματικό κομψοτέχνημα από αληθινό ρείκι, και μ' ένα μπαστούνι στο
χέρι να κατεβαίνω από ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο. Κι εκείνη ήταν εκεί,
γεμάτη περηφάνια για μένα, η Λαίδη με την ασημένια αλεπού. Γράψαμε
τα ονόματά μας στο βιβλίο των πελατών, ήπιαμε μερικά κοκτέιλ και μετά
χορέψαμε, μετά πάλι κοκτέιλ και εγώ απάγγειλα μερικούς στίχους στα

σανσκριτικά και ο κόσμος όλος ήταν υπέροχος και κάθε δυο λεπτά ερχόταν
κι ένα πανέμορφο θηλυκό κοντά μου, στο μέγα συγγραφέα, με κοίταζε κι
εγώ δεν είχα άλλη επιλογή, από το να βάζω την υπογραφή μου πάνω στον
κατάλογο του εστιατορίου και το κορίτσι με την ασημένια αλεπού στους
ώμους γινότανε θηρίο από τη ζήλια.
Λος Άντζελες, χάρισέ μου κάτι δικό σου! Λος Άντζελες, έλα κοντά μου, έτσι
όπως κι εγώ έρχομαι σε σένα, όπως τα πόδια μου πατάνε πάνω στους
δρόμους σου, πανέμορφη πόλη, σ' αγάπησα τόσο πολύ, μελαγχολικό
λουλούδι της ερήμου, πανέμορφη πόλη.
Μέρες που έρχονται και μέρες που πέρασαν και η βιβλιοθήκη στο ίδιο
πάντα μέρος με τα φημισμένα παλικάρια στα ράφια της, το γεροΝτράισερ, το γερο-Μένκεν κι όλους τους άλλους εκεί πέρα, κι εγώ πέρναγα
και τους έβλεπα. Γεια και χαρά σου Ντράισερ, γεια σου Μένκεν, υπάρχει
ανάμεσά σας μια θέση και για μένα, τ' όνομά μου αρχίζει με Μπι, στο ράφι
με το Μπι, Αρτούρο Μπαντίνι, στη μπάντα όλοι σας να περάσει ο Αρτούρο
Μπαντίνι, να η τρύπα για το βιβλίο μου δίπλα ακριβώς από τον Άρνολντ
Μπένετ, αλλά εγώ θα ανέβαζα τα Μπι σε αξία, εγώ ο μπαγάσας, ο
Αρτούρο Μπαντίνι, ένας από τα καλά παλικάρια, κι έτσι ξεχνιόμουνα,
μέχρι που πέρναγε μπροστά μου κάποιο κορίτσι και γέμιζε αρώματα η
αίθουσα με τα μυθιστορήματα, το τίκι τακ απ' τα τακούνια της έσπαζε τη
μονοτονία της δόξας μου. Επίσημες μέρες! Επίσημα όνειρα!
Όμως η σπιτονοικοκυρά μου, η ασπρομάλλα ιδιοκτήτρια, συνέχιζε να μου
ρίχνει τα σημειωματάκια της: καταγότανε από το Μπρίτζπορτ του
Κονέκτικατ, ο άντρας της είχε πεθάνει κι εκείνη είχε απομείνει έρημη και
μόνη και δεν είχε εμπιστοσύνη στον αδερφό της κι όπως μου εξηγούσε,
χρειαζότανε τα λεφτά και γι' αυτό έπρεπε να πληρώσω αμέσως το νοίκι. Κι
όλο φούσκωνε ο λογαριασμός σαν την εφορία, να πληρώσω λοιπόν ή να
πάρω δρόμο. Να πληρώσω μέχρι τελευταίας δεκάρας, πέντε βδομάδες
απλήρωτες, είκοσι δολάρια και αν δεν πλήρωνα, θα μου κατακρατούσε τη
βαλίτσα, στην πραγματικότητα μια βαλιτσούλα από χαρτόνι που δεν είχε
ούτε καν ζωνάρι για να κλείσει, γιατί το είχα τυλίξει γύρω από την κοιλιά
μου για να μη μου πέφτει το πανταλόνι, πράγμα που γινότανε εύκολα,
μιας και το ύφασμα από τη χρήση είχε γίνει σαν τσιγαρόχαρτο.
«Μόλις έλαβα μια επιστολή από τον ατζέντη μου» της είπα.. «Τον ατζέντη
μου στη Νέα Υόρκη. Moυ γράφει ότι μόλις πούλησε πάλι κάτι δικό μου κι
ούτε μου λέει σε ποιον, αλλά πουλήθηκε. Λοιπόν μην ανησυχείτε, κυρία
Χάργκρεϊβς, μην ταράζεσθε, σε μια, το πολύ δύο μέρες ή κάτι τέτοιο, θα
έχετε τα χρήματα».
Φυσικά και δεν μπορούσε να πιστέψει έναν ψεύτη σαν και μένα. Στην
πραγματικότητα δεν ήταν ακριβώς ψέμα… Ήτανε μια επιθυμία, όχι ψέμα.
και ίσως ίσως ούτε μια επιθυμία., μάλλον ήτανε ένα γεγονός, η μοναδική
δυνατότητα, που για να εκπληρωθεί έπρεπε μόνο να παρακολουθώ τον
ταχυδρόμο, να τον έχω από κοντά, να ελέγχω τα γράμματα που άφηνε στο
περβάζι της βεράντας, να ρωτάω τον ίδιο κατευθείαν αν έχει κανένα.
γράμμα στο όνομα Μπαντίνι. Όμως ύστερα από έξι μήνες σ' αυτό το
ξενοδοχείο δε χρειαζότανε πια να ρωτάω. Μ' έβλεπε να έρχομαι και
κούναγε το κεφάλι του μ' ένα ναι ή ένα όχι, πριν καν τον ρωτήσω:
τρισεκατομμύρια όχι, μια φορά ναι.

Εκείνη την ημέρα ήρθε ένα υπέροχο γράμμα. Όχι ότι ήταν το μοναδικό,
είχα λάβει ήδη αρκετά γράμματα, αλλά αυτό εδώ ήταν το μοναδικό
υπέροχο γράμμα. Έφτασε πρωί κι έλεγε ότι εκείνος είχε διαβάσει το
Σκυλάκο που γελάει και ότι του άρεσε. Έλεγε λοιπόν: αν έχω ποτέ μου
συναντήσει μια ιδιοφυία, τότε είσαστε εσείς αυτός. Τ' όνομά του ήταν
Λεονάρντο, ένας μεγάλος ιταλός κριτικός, μόνο που δεν ήταν γνωστός σαν
κριτικός, δηλαδή ήταν ένας απλός άνθρωπος στη Γουέστ Βιρτζίνια, αλλά
ήταν καταπληκτικός άνθρωπος, ήταν πραγματικός κριτικός και είχε
πεθάνει. Είχε ήδη πεθάνει όταν του έστειλα το δικό μου γράμμα στη
Γουέστ Βιρτζίνια και η αδελφή του έστειλε πίσω το γράμμα μου. Έγραφε κι
εκείνη ένα καταπληκτικό γράμμα, μια επίσης καλή κριτικός, και μου
διηγόταν ότι ο Λεονάρντο πέθανε από φυματίωση, ευτυχισμένος μέχρι το
τέλος και ήταν εκεί, προς τα τελευταία του, που ανακάθισε στο κρεβάτι και
μου έγραψε εκείνο το γράμμα για το Σκυλάκο που γελάει: ένα όνειρο
βγαλμένο μέσα από τη ζωή, αλλά γεμάτο νoήματα. Ο Λεονάρντο, νεκρός
τώρα, ένας άγιος στον ουρανό, κάθεται δίπλα στους δώδεκα αποστόλους.
Ο καθένας στο ξενοδοχείο είχε διαβάσει το Σκυλάκο που γελάει, ο
πασαένας∙ ένα γραφτό που άγγιζε κατευθείαν την καρδιά και σκύλος δεν
υπήρχε σ’ ολόκληρη την ιστορία: μια έξυπνη νουβέλα, ένα ποιητικό
ουρλιαχτό. Και ο μεγάλος εκδότης, ο Τζέι Σι Χάκμουθ αυτοπροσώπως, μου
έγραψε μια επιστολή και στο κάτω μέρος είχε βάλει την υπογραφή του με
κινέζικα ιδεογράμματα: μια μεγαλειώδης ιστορία και είμαι περήφανoς
που θα την εκδώσω εγώ. Η κυρία Χάργκρεϊβς τη διάβασε και από τότε με
κοίταζε με άλλο μάτι. Κι έτσι άρχισα να μένω πιο πολύ στο ξενοδοχείο και
δεν αναγκαζόμουν να τρέχω μες στα κρύα, μολονότι στο ξενοδοχείο η
ζέστη ήταν συχνά αφόρητη κι όλα αυτά εξαιτίας του Σκυλάκου που γελάει.
Η κυρία Γκρέιντζερ από το 345, μια θεούσα με ωραία καπούλια αλλά λίγο
γερασμένα, από το Μπατλ Κρικ του Μίτσιγκαν, που περνούσε την ώρα της
καθισμένη στη βεράντα και περιμένοντας το θάνατο, όταν διάβασε το
Σκυλάκο που γελάει, ξαναγύρισε πίσω στη ζωή και ο τρόπος που με
κοίταζε έλεγε ότι έτσι ήταν το σωστό και ότι είχα δίκιο. Έλπιζα να με
ρωτήσει για την οικονομική μου κατάσταση και πώς τη βγάζω γενικώς,
μετά όμως σκέφτηκα, γιατί να μη την παρακαλέσω εγώ για κανένα
ταληράκι. Παρ' όλα αυτά δεν το έκανα. Έφτανα στο τσακ, προσπέρναγα
και έφευγα παίζοντας νευρικά τα δάχτυλα. Γεμάτος αποστροφή για τον
εαυτό μου.
Το ξενοδοχείο που έμενα ονομαζόταν 'Αλτα Λόμα και βρισκόταν στην
πίσω πλευρά του Μπάνκερ Χιλ, χτισμένο ενάντια στη φυσική κλίση του
λόφου. Τ ο ισόγειο ήταν στο επίπεδο του δρόμου και ο δέκατος όροφος
βρισκότανε δέκα πλατώματα πιο κάτω. Για να πάει κανείς στο δωμάτιο 862
έμπαινε στο ασανσέρ και κατέβαινα οκτώ πατώματα πιο κάτω κι αν
ήθελες να πας στο υπόγειο δεν κατέβαινες αλλά ανέβαινες στις σοφίτες,
ένα πάτωμα πάνω από το ισόγειο.

Ωχχχ, θα 'δινα ό,τι έχω και δεν έχω για μια μικρή Μεξικάνα! Όλη την ώρα
αυτή σκεφτόμουνα, τη Μεξικάνα μου. Δεν είχα κορίτσι, αλλά οι δρόμοι
ήταν γεμάτοι από δαύτα, ανάβανε φωτιές κάτω στην Πλάζα και στην
Τσάινατάουν. Στο μυαλό μου ήταν όλες τους δικές μου, κι αυτή εδώ κι
εκείνη εκεί πέρα και, κάποια μέρα, όταν θα λάβαινα την επιταγή, το όνειρο
θα γινόταν αληθινό. Προς το παρόν δεν κόστιζε τίποτε να τις κοιτάζω,
άλλωστε για μένα ήταν όλες τους πριγκίπισσες των Αζτέκων και
πριγκίπισσες των Μάγια, αυτά τα χωριατοκόριτσα στην Kεντρική Αγορά,
στην εκκλησία της Μαντόνας, πήγαινα μάλιστα και στις λειτουργίες μόνο
και μόνο για να τα βλέπω, αυτό ήτανε σίγουρα ιεροσυλία, αλλά βέβαια
ήταν καλύτερα από το να μην πηγαίνω καθόλου στη λειτουργία. Κι έτσι
μπορούσα τουλάχιστον όταν έστελνα κάποιο γράμμα στο Κολοράντο στη
μάνα μου να της λέω κάποια αλήθεια: Αγαπημένη μου μητέρα, την
περασμένη Kυριακή πήγα στη λειτουργία. Κάτω στην Kεντρική Αγορά
έπεσα τελείως τυχαία, εξεπίτηδες πάνω στις πριγκίπισσες. Είχα την
ευκαιρία να μιλήσω μαζί τους. Χαμογέλαγα και ζήταγα συγγνώμη. Αυτά
τα πανέμορφα κορίτσια γίνονται ευτυχισμένα όταν κάποιος τους
συμπεριφέρεται σαν τζέντλεμαν, Ήθελα μόνο έτσι, να τις αγγίξω λιγάκι,
για να πάρω μαζί μου την ανάμνηση πίσω στο δωμάτιο του ξενοδοχείου,
εκεί που η σκόνη πέφτει και σκεπάζει τα πλήκτρα της γραφομηχανής μου
και ο Πέντρο, ο ποντικός, βγάζει τη μουσουδίτσα του έξω από την τρύπα
και με παρατηρεί με τα μαύρα ματάκια του αυτές τις στιγμές της
φαντασίωσης και του ονείρου.
Ο Πέντρο, ο ποντικός, ένας καλός ποντικός που δεν μπόρεσα να τον
ημερέψω, αρνιόταν να χαϊδευτεί ή να νιώσει το δωμάτιο σαν σπίτι του. Τον
είδα για πρώτη φορά όταν πρωτoμπήκα στο δωμάτιο. Ήταν εκείνη η
μεγαλειώδης μέρα της ζωής μου, που είχε δημοσιευτεί Ο σκύλος που
γελάει στο αυγουστιάτικο τεύχος, ακριβώς πριν από πέντε μήνες, την
ημέρα που έφτασα στην πόλη με το λεωφορείο απ' το Κολοράντο, με
εκατόν πενήντα δολάρια στην τσέπη μου και το κεφάλι γεμάτο μεγάλα
σχέδια. Εκείνες τις μέρες είχα και μια φιλοσοφία: αγαπούσα τους
ανθρώπους και τα ζώα και ο Πέντρο δεν αποτελούσε εξαίρεση, όμως το
τυρί μέρα τη μέρα γινόταν ακριβότερο και ο Πέντρο μού είχε κουβαλήσει
όλους τους φίλους και γνωστούς, το δωμάτιο έπηξε από δαύτους, κι εγώ
σήκωσα ψηλά τα χέρια και το μόνο που τους έδινα πια ήταν σκέτο ψωμί. Το
ψωμί όμως δεν τους άρεσε. Τους είχα κακομάθει κι έτσι μετακόμισαν
κάπου αλλού, όλοι τους εκτός από τον Πέντρο τον ασκητή που έμενε
ευχαριστημένος όταν είχε να φάει μερικές σελίδες από μια παλιά Βίβλο!
Αχ, αυτή η πρώτη μέρα! Η κυρία Χάργκρεϊβς μου άνοιξε την πόρτα στο
δωμάτιο κι εκεί μπροστά μου ήταν όλα όσα επιθυμούσα, το πάτωμα
στρωμένο μ' ένα κόκκινο χαλί, στους τοίχους πίνακες με εγγλέζικα τοπία
και τέλος το ντους. Το δωμάτιο ήταν αρκετά κάτω, στον έκτο όροφο,
δωμάτιο 678, ακριβώς μπροστά του ο λόφος, έτσι που το παράθυρο ήταν
στο ίδιο ύψος με την καταπράσινη πλαγιά κι εγώ δε χρειαζόμουνα καν
κλειδί για την πόρτα, μιας κι άφηνα το παράθυρο πάντα ανοιχτό. Από
αυτό το παράθυρο είδα τον πρώτο μου φοίνικα, ούτε δυo μέτρα μακριά, και
φυσικά έκανα σκέψεις για την Kυριακή των Βαΐων, για τους Αιγύπτιους και
για την Κλεοπάτρα, όμως οι φοινικοοουρές ήταν μαυρισμένες, λεκιασμένες
από το μονοξείδιο του άνθρακα που ανέβαινε απ' το τούνελ της Τρίτης

οδού, ο κορμός πνιγμένος στη σκόνη και στην άμμο που έφερνε ο άνεμος
πέρα από τις ερήμους της Μοχάβε και της Σάvτα Άνα.
Αγαπημένη μου μητέρα, έτσι συνήθιζα να γράφω πάντα στο σπίτι μου στο
Κολοράντο: Αγαπημένη μου μητέρα, όλα πάνε προς το καλύτερο. Ένας
μεγάλος εκδότης ήρθε στην πόλη. Φάγαμε μαζί και υπογράψαμε ένα
συμβόλαιο για μια σειρά με διηγήματα, βεβαίως δε θέλω να σ' ενοχλώ
γράφοντας βαρετές λεπτομέρειες καλή μου μητέρα, επειδή ξέρω ότι δεν
ενδιαφέρεσαι ιδιαίτερα για τη λογοτεχνία, και ο πατέρας το ίδιο, όμως εδώ
πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλό συμβόλαιο, μόνο που θ' αρχίσει να
ισχύει ύστερα από μερικούς μήνες. Γι' αυτό, μητέρα, στείλε μου δέκα
δολαριάκια, μητέρα, στείλε εν ανάγκη πέντε δολαριάκια, καλή μου μητέρα,
διότι ο εκδότης που έλεγα (θα σου έγραφα τ' όνομά του αν δε γνώριζα
ακριβώς ότι δε σ' ενδιαφέρουν αυτές οι λεπτομέρειες) είναι αποφασισμένος
να με εκδώσει σαν την πιο μεγάλη εκδοτική επιτυχία που έχει ποτέ του
κάνει.
Η αγαπημένη μου μανούλα και ο αξιότιμος κύριος Χάκμουθ λάβαιναν το
μεγαλύτερο μέρος των επιστολών μου, δηλαδή όλα μου τα γράμματα. Ο
γερο-Χάκμουθ με το σκοτεινιασμένο πρόσωπό του και τη χωρίστρα στη
μέση των μαλλιών του, ο μέγας Χάκμουθ μ' έναν κοντυλοφόρο στο χέρι
σαν σπαθί. Η φωτογραφία του κρέμεται στον τοίχο του δωματίου μου με
την υπογραφή του στο κάτω μέρος που φαίνεται σαν κινέζικη. Χαίρε,
Χάκκμουθ, του λέω πότε πότε. Χριστέ μου, κάνε τον να μου γράψει! Και
μετά ήρθανε κείνες οι ισχνές μέρες και ο Χάκμουθ λάβαινε τεράστια
γράμματα από μένα. Κύριε Χάκμουθ, κάτι δεν πάει καλά μαζί μου. Ο
παλιός μου ενθουσιασμός έχει χαθεί, δεν μπορώ πια να γράψω. Πιστεύετε
εσείς, κύριε Χάκμουθ, ότι το κλίμα εδώ θα μπορούσε να έχει κάποια σχέση;
Σας ζητάω τη γνώμη σας. Πιστεύετε, κύριε Χάκμουθ, ότι γράφω τόσο καλά
όσο και ο Ουίλιαμ Φώκνερ; Πείτε μου τη γνώμη σας. Κύριε Χάκμουθ,
πιστεύετε ότι αυτό που μου συμβαίνει έχει να κάνει με το ερωτικό; Γιατί,
κύριε Χάκμουθ, γιατί; Γιατί και γιατί και του έγραφα ό,τι μου κατέβαινε.
Του έγραφα για κείνο το ξανθό κορίτσι που συνάντησα στο πάρκο. Του
έλεγα πώς σκηνοθέτησα τη συνάντηση και πώς της την έπεσα. Του
διηγόμουνα ολόκληρη την ιστορία, μόνο που όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα
μεγάλο ψέμα - αλλά τέλος πάντων κάτι ήταν κι αυτό. Ήταν ένα γραπτό
και κράταγα και μια επαφή με τον μεγάλο, που πάντα μου απάνταγε. Ωω,
ήταν πρώτης τάξεως! Μου απάνταγε αμέσως, αυτός ο μεγάλος άντρας που
ασχολείται με τα προβλήματα ενός ταλαντούχου νεαρού. Κανείς άλλος
δεν είχε λάβει τόσα γράμματα, κανείς εκτός από μένα και φρόντιζα να τα
έχω, πάντα μαζί μου για να τα διαβάζω και να τους δίνω φιλιά.
Στεκόμουνα μπροστά στο πορτρέτο του Χάκμουθ με τα μάτια γεμάτα
δάκρυα και του εξηγούσα ότι αυτή τη φορά είχε κάνει σωστή επιλογή, είχε
ένα μεγαλειώδη τύπο, ένα Μπαντίνι, έναν Αρτούρο Μπαντίνι, εμένα.
Οι δύσκολες μέρες των αποφάσεων. Αυτή ήταν η σωστή λέξη γι' αυτό:
απόφαση. Ο Αρτούρο Μπαντίνι καθισμένος για δυο μέρες συνέχεια
μπροστά στη γραφομηχανή του, αποφασισμένος για την επιτυχία. Αλλά
δεν έβγαινε τίποτε. Η μακρύτερη πολιορκία της ζωής του, γεμάτη πείσμα
και αποφασιστικότητα και να μη σταυρώνει ούτε αράδα, μόνο μια λεξούλα

εμφανιζόταν ξανά και ξανά πάνω στο λευκό χαρτί, από πάνω μέχρι κάτω
η ίδια λέξη: φοίνικας, φοίνικας, φοίνικας, μια φονική αναμέτρηση ανάμεσα
σε μένα και στο φοίνικα και ο φοίνικας νικούσε. Αυτός εκεί έξω κουνιότανε
στο γαλάζιο τοπίο κι αναστέναζε απαλά στο γαλάζιο φόντο. Ο φοίνικας
νίκησε έπειτα από σκληρό αγώνα κι λέγω σύρθηκα έξω από το παράθυρο
και κάθισα στις ρίζες του. Ο χρόνος κύλησε, μια ή δυο μεγάλες στιγμές, κι
αποκοιμήθηκα. Τα μικρά καφετιά μυρμήγκια στήσανε χορό μέσα στις
τρίχες των ποδιών μου.

2.

ΗΜΟΥΝΑ ΔΕΝ ΗΜΟΥΝΑ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΩΝ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ. ΤΙ
στο διάολο, συνήθιζα να λέω, έχεις καιρό μπροστά σου, Μπαντίνι. Έχεις
δέκα χρόνια για να γράψεις ένα βιβλίο, άσ’ το λοιπόν, μη σφίγγεσαι. Βγες
έξω στον κόσμο και μάθε τη ζωή στους δρόμους. Αυτό είναι το πρόβλημα
μ' εσένα: που δεν ξέρεις πού πάνε τα τέσσερα. Γιατί, Θεέ μου, δεν το
καταλαβαίνεις, φιλαράκο, ότι δεν είχες ούτε μια εμπειρία με γυναίκα στη
ζωή σου; Και βέβαια είχα, είχα σωρό από δαύτες. Α, όχι δεν είχες καμιά.
Χρειάζεσαι μια γυναίκα, πρέπει να μπανιαριστείς, χρειάζεσαι μια κλοτσιά
στον κώλο, χρειάζεσαι κάποια φράγκα. Άκουσα ότι κοστίζει ένα δολάριο
και στα καλά μέρη δυo δολάρια, αλλά κάτω στην Πλάζα κοστίζει μόνο ένα
δολάριο. Φίνα, μόνο που εσύ δεν έχεις ούτε ένα δολάριο· και κάτι ακόμη,
είσαι τόσο δειλός που ακόμη και να 'χες δε θα πήγαινες, θυμήσου, και στο
Ντένβερ είχες την ευκαιρία και δεν πήγες. Όχι, είσαι χέστης, φοβόσουνα
και φοβάσαι και στην πραγματικότητα χαίρεσαι που δεν έχεις το ένα
δολάριο.
Φόβος για τις γυναίκες! Χαχα, δέστε εδώ ένα μεγάλο συγγραφέα που
μπορεί να γράφει για τις γυναίκες, ενώ δεν είχε μαζί τους ποτέ την
παραμικρή σχέση! Ω, εσύ, αχρείε, απατεώνα, ψεύτη! Δεν πρέπει ν' απορεί
κανείς που δεν μπορείς να γράψεις ούτε γραμμή! Διόλου παράξενο που στο
Σκυλάκο που γελάει δεν υπάρχει ούτε για δείγμα γυναίκα. Καθόλου
παράξενο, που δεν έγραψες μια ερωτική ιστορία, ανόητο σχολιαρόπαιδο.
Πρέπει να γράψω μια ερωτική ιστορία, να μάθω τη ζωή.
Ο ταχυδρόμος έφερε λεφτά. Το τσεκ δεν ήταν απ' τον παντοδύναμο
Χάκμουθ, ούτε από κάποιο συμβόλαιο του Ατλάντικ Μόνθλυ ή από τη
Σάτερντεϊ Ίβνιγκ Ποστ. Δέκα μόνο δολάρια, μια ολόκληρη περιουσία. Τα
έστειλε η Μάμα: «Αρτούρο, είναι από την ασφάλεια, πήγα και την
εξαργύρωσα κι αυτό είναι το μερίδιό σου». Δέκα ολόκληρα δολάρια. Τι
χειρόγραφα, τι χρεόγραφα, κάτι είχε πουληθεί τελικά.
Χώσ' τα στην τσέπη, Αρτούρο. Πλύνε τα μούτρα σου, χτένισε τα μαλλάκια
σου, ρίξε πάνω σου καμιά κολόνια για να μυρίζεις όμορφα, ενώ θα
κοιτάζεσαι στον καθρέφτη για ν' ανακαλύψεις καμιά άσπρη τρίχα, γιατί
σπας το κεφάλι σου, Αρτούρο, βασανίζεις το μυαλό σου και θ' ασπρίσουν
τα μαλλιά σου γρήγορα. Δε βρήκα όμως ούτε μια άσπρη τρίχα, ούτε το
παραμικρό τσουλουφάκι. Ωραία, λοιπόν, όμως τι συμβαίνει στο αριστερό

μου μάτι; Δείχνει πολύ χλομό. Προσοχή, Αρτούρο Μπαντίνι: μην κουράζεις
πολύ τα μάτια σου, θυμήσου τι έχει πάθει ο Τάρκινγκτον*, σκέψου τι έπαθε
ο Τζέιμς Τζόις.
Καθόλου άσκημα, στεκόμουνα καταμεσής στο δωμάτιο και κουβέντιαζα με
τη φωτογραφία του Χάκμουθ, καλά πάμε, Χάκκμουθ, απ' όλα αυτά εδώ θα
γεννηθεί μια ιστορία για σένα. Πώς με βλέπεις, Χάκμουθ; Αναρωτηθήκατε
ποτέ, κύριε Χάκμουθ, πώς είναι αυτός ο Μπαντίνι στη φάτσα; Κάθισες
ποτέ κάτω να σκεφτείς, θα ήθελα πολύ να το ξέρω, πόσο όμορφος είμαι
αυτός ο Μπαντίνι, ο συγγραφέας, μωρέ, του λαμπρού αριστουργήματος Ο
σκυλάκος που γελάει!
Κάποτε στο Ντένβερ, μια νύχτα σαν κι αυτή, μόνο που τότε δεν ήμουνα
συγγραφέας ακόμη, στεκόμουνα και τότε όπως τώρα σ' ένα δωμάτιο σαν κι
αυτό εδώ κι έκανα τα ίδια ακριβώς σχέδια και η νύχτα τέλειωσε τραγικά,
μόνο και μόνο επειδή σ' εκείνο το ειδικό σπίτι που πήγα σκεφτόμουνα
συνέχεια την Παρθένο Μαρία και την εντολή Ου Μοιχεύσεις και το κορίτσι
που είχε δουλέψει για χάρη μου σκληρά, κούνησε στενοχωρημένο το
κεφάλι του και τα παράτησε. Όμως όλα αυτά ανήκουν μακριά στο
παρελθόν κι απόψε θα γίνονταν διαφορετικά.
Πήδησα απ' το παράθυρο κι ανέβηκα τη λοφοπλαγιά προς την κορυφή του
Μπάνκερ Χιλ. Να μια νύχτα για τη μύτη μου που γιόρταζε.
Μοσχοβολούσαν τ' άστρα, μοσχομύριζαν τα λουλούδια, ευωδίαζε η έρημος
και η κοιμισμένη σκόνη που κατακάθεται μέχρι πάνω στην κορυφή του
Μπάνκερ Χιλ. Κάτω η πόλη απλωνότανε σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο με
κόκκινα, πράσινα και μπλε φώτα. Γεια σας, γερασμένα κτίρια, πανέμορφα
κορίτσια που τραγουδάτε στα φτηνιάρικα μπαρ. Ακόμη κι ο Μπινγκ
Κρόσμπι τραγουδάει. Εκείνη θα είναι γλυκιά και καλή μαζί μου. Δε θα 'ναι
σαν εκείνα τα κορίτσια της παιδικής μου ηλικίας, τα κορίτσια απ' τα
νεανικά μου χρόνια, τα κορίτσια απ' τις σχολικές μέρες. Με τρομάζανε,
ήταν αλλιώτικα, με απωθούσαν. Όχι όμως η πριγκίπισσά μου, αυτή θα
καταλάβει. Γιατί είναι κι αυτή πληγωμένη.
Ο Μπαντίνι βαδίζει προς τα εκεί, δεν είναι ψηλός, όμως σφύζει από
δύναμη, νιώθει περήφανος για τους μυς του, σφίγγει τις γροθιές του και
απολαμβάνει τη χαλαρή μαγεία των ποντικιών του. Ο ριψοκίνδυνος κι
ατρόμητος Μπαντίνι που δε φοβάται τίποτ' εκτός από το μεγάλο άγνωστο
σ' έναν κόσμο γεμάτο πράματα και θάματα. Υπάρχει μετά θάνατον ζωή; Τ
α βιβλία λένε όχι, η νύχτα όμως φωνάζει ναι. Είμαι είκοσι χρονών, έχω
φτάσει στην ηλικία της λογικής κι απόψε πρόκειται να περιπλανηθώ στους
δρόμους εκεί κάτω, ψάχνοντας μια γυναίκα. Είναι άραγε η ψυχή μου
στιγματισμένη; Μήπως θα 'πρεπε να κάνω επί τόπου μεταβoλή και να πάω
πίσω; Είναι κοντά μου κάποιος φύλακας άγγελος κι οι προσευχές της
μάνας μου μετριάζουν τους φόβους μου ή με εξαγριώνουν περισσότερο
αυτές οι προσευχές;
Δέκα δολάρια: θα μπορούσα να πληρώσω το νοίκι για δυόμισι εβδομάδες ή
ν' αγοράσω τρία ζευγάρια παπούτσια ή δυo πανταλόνια ή χίλια
* Booth Tarkington (1869-1946): Αμερικανός μυθιστοριογράφος και θεατρικός
συγγραφέας. (σ.τ.μ.)

γραμματόσημα για να στέλνω τα χειρόγραφά μου στους εκδότες. Έτσι
ακριβώς! Όμως δε διαθέτεις καθόλου χειρόγραφα, το ταλέντο σου είναι
αμφίβολο, είναι αξιοθρήνητο. Στην πραγματικότητα δεν έχεις καθόλου
ταλέντo και σταμάτα πια να λες ψέματα, γιατί ξέρεις πολύ καλά ότι Ο
σκυλάκος που γελάει δεν αξίζει μία και δεν πρόκειται στο μέλλον να γίνει
καλύτερος.
Και τώρα περπατάς πάνω στο λόφο του Μπάνκερ Χιλ και απειλείς τον
ουρανό με τη σφιγμένη γροθιά σου κι εγώ ξέρω πολύ καλά τι σκέφτεσαι,
Μπαντίνι. Μπροστά σου ανάγλυφες οι σκέψεις του πατέρα σου, η βέργα
πάνω στην πλάτη σου, φλόγες καίνε το κρανίο σου, δε φταις εσύ γι' αυτό:
μάλιστα, αυτό είναι που σκέφτεσαι, ότι γεννήθηκες φτωχός, γιος φτωχών
χωρικών, περιπλανώμενος εδώ κι εκεί γιατί είσαι φτωχός, δραπέτευσες
από το χωριό του Κολοράντο γιατί ήσoυν φτωχαδάκι, με την ελπίδα πάντα
να γράψεις ένα βιβλίο και να γίνεις πλούσιος και όλοι αυτοί εκεί κάτω στο
Κολοράντο που σ' έχουν μισήσει θα σταματήσουν να σε μισούν, γιατί θα
έχεις γράψει ένα βιβλίο. Είσαι ένας χέστης, ένας προδότης της ψυχής σου,
ένας αδύναμος ψεύτης μπροστά στον Εσταυρωμένο. Αυτός είναι ο
ταπεινός λόγος που σε κάνει να γράφεις, γι' αυτό θα 'ταν καλύτερα να
πέθαινες τούτη τη στιγμή.
Μάλιστα, αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Όμως εκεί προς το Μπελ-Αιρ, έχω
δει κάτι σπιταρόνες να! Με φρέσκο και παχύ γρασίδι και καταπράσινες
πισίνες. Και μου άνοιξε η όρεξη για κάτι γυναίκες, που τα παπούτσια τους
μόνο κόστιζαν όσα εγώ είχα σ' ολόκληρη τη ζωή μου. Στις βιτρίνες του
Σπάλντινγκ, στην Έκτη οδό, είδα μπαστούνια του γκολφ, που θα ήθελα,
μόνο μια στιγμή, να τ' αγγίξω. Πολλές φορές ξεροστάλιασα, σαν ασκητής
που ζητάει συχώρεση, κοιτάζοντας μια γραβάτα και στου Ρόμπινσον έχω
δει καπέλα που μ' έκαναν να νιώσω αυτό που νιώθουν οι κριτικοί όταν
βρεθούν μπροστά σε κανένα έργο του Μιχαήλ Άγγελου.
Κατέβηκα τις σκάλες του Έιντζελς Φλάιτ προς τη Χιλ στρητ: εκατόν
σαράντα σκαλιά με σφιγμένες τις γροθιές μου, ατρόμητος, χωρίς να
φοβάμαι τίποτε και κανέναν, αλλά πανικόβλητος απ' το τούνελ της Τρίτης
οδού, πανικόβλητος στην ιδέα να το διασχίσω - κλειστοφοβία. Τρόμος στα
ύψη, πανικός στη θέα του αίματος και στους σεισμούς. Έξω απ' αυτά
ατρόμητος, εκτός απ' το φόβο του θανάτου και το φόβο που με πιάνει μες
στο συνωστισμό, φόβος για μια πιθανή περιτονίτιδα, φόβος για μια
καρδιακή προσβολή, ακόμη κι όταν κάθομαι στο δωμάτιό μου κρατάω το
ρολόι και μετράω τους σφυγμούς μου και στήνω αυτί στα ύποπτα
γουργουρητά του στομαχιού μου. Κατά τα άλλα ατρόμητος.
Κι εδώ μια ξαφνική ιδέα: πώς μπορεί κανείς να τα 'κoνoμήσει: Εδώ, αυτές
οι σκάλες και η πόλη εκεί κάτω, τ' αστέρια, έτσι να κάνεις, τα πιάνεις: Νέος
συναντάει νέα, να μια ωραία σκηνή, γεννιέται η ιδέα για τα φράγκα.
Κορίτσι ζει σ' εκείνη τη γκρίζα πολυκατοικία, νέος είναι πλάνητας. Νέος αυτός είμαι εγώ. Κορίτσι πεινασμένο. Κορίτσι από Πασαντένα πoλύ
πλούσιο, μισεί χρήματα. Έχει επίτηδες παρατήσει εκατομμύρια περιουσία,
επειδή βαρέθηκε, από πολλά χρήματα. Πανώριο κορίτσι, θαρραλέο.
Καταπληκτική ιστορία με παθιασμένες συγκρούσεις. Κορίτσι πάσχει από
χρηματοφοβία. Υπάρχει άλλος τύπος, πολύ πλούσιος, που αγαπάει

κορίτσι. Εγώ, είπαμε, φτωχός. Συναντάω τον αντίζηλο. Τον μαστιγώνω
θανάσιμα με καυστικές ατάκες και με γροθιές. Κορίτσι εντυπωσιάζεται και
πέφτει στον έρωτά μου. Μου προσφέρει εκατομμύρια. Την παντρεύομαι με
όρο να έρθει μαζί μου μόνο με την κυλότα της. Εκείνη σύμφωνη. Όμως στο
τέλος χάπι εντ: κορίτσι μου κάνει έκπληξη και ημέρα γάμου μου
παρουσιάζει τεράστια προίκα. Γίνομαι θηρίο, όμως τη συγχωρώ, γιατί την
αγαπώ. Καλή ιδέα, όμως κάτι λείπει: ιστορία για λαϊκή επιφυλλίδα.
Ακριβή μου Μητέρα, ευχαριστώ για τα δέκα δολαριάκια. Ο πράκτοράς μου
με ειδοποίησε ότι πούλησε κι άλλη ιστορία, αυτή τη φορά θα δημοσιευτεί σ'
ένα μεγάλο περιοδικό του Λονδίνου. Προφανώς όμως κι αυτή τη φορά δε
θα πληρώσουν πριν απ' τη δημοσίευση και το μικρό ποσό που μου έστειλες
έφτασε την κατάλληλη στιγμή κι έτσι θα βολέψω μερικές
μικροεκκρεμότητες.
Πήγα στο Μπουρλέσκ σόου. Πήρα την καλύτερη θέση για ένα δολάριο και
δέκα, μπροστά μπροστά και κάτω από ένα μπαλέτο με καμιά σαρανταριά
πισινούς με κρόσια: κάποια μέρα θα είναι όλοι δικοί μου. Θα έχω ένα γιωτ
δικό μου, που θα σκίζει τα νερά πηγαίνοντας στις νότιες θάλασσες και τα
ζεστά απογεύματα θα χορεύουν στο πάνω κατάστρωμα μόνο για μένα. Οι
δικές μου γυναίκες όμως θα είναι οι πιο όμορφες, διαλεγμένες από την
αφρόκρεμα και θα τσακώνονται ποια θα χαρεί πρώτη την πολυτέλεια της
καμπίνας μου. Εντάξει, καλά είναι και δω, σαν εμπειρία, εδώ βρίσκομαι για
κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Αυτές οι στιγμές θα γίνουνε γραφτά και
σελίδες, η σκοτεινή πλευρά της ζωής.
Και τότε εμφανίστηκε στη σκηνή η Λόλα Λίντον, γλίστραγε σαν μεταξένιο
φίδι μέσα σε πανζουρλισμό από συρίγματα και ποδοβολητά, πλανεύτρα
Λόλα Λίντον που ταρακούνησες και λεηλάτησες το κορμί μου, κι όταν πια
τελείωσε κι έφυγε με πόναγαν τα δόντια από το σφίξιμο των σαγονιών μου
κι ένιωθα μίσος για τα βρωμερά, πρωτόγονα γουρούνια γύρω που
ξεφώνιζαν και παραληρούσαν για κάτι που ανήκε μόνο σε μένα.
Για να έχει πoυλήσει η Μάμα την ασφάλεια, πάει να πει ότι τα πράγματα
για το γέρο μου δεν πάνε καλά κι εγώ δε θα έπρεπε τώρα να βρίσκομαι
εδώ. Από παιδί που ήμoυνα μου πέφτανε στα χέρια φωτογραφίες της Λόλα
Λίντον. Το αργό πέρασμα του χρόνου και της εφηβείας με είχαν κάνει
ανυπόμονο, λαχταρούσα πάντα αυτή τη στιγμή και να που τώρα ήμoυνα
εδώ, και ούτε εγώ είχα αλλάξει ούτε η Λόλα Λίντον είχε αλλάξει, μόνο που
στη φαντασία μου με έβλεπα πλούσιο, ενώ στην πραγματικότητα ήμoυν
φτωχός.
Στη Μέιν στρητ, μετά το σόου, μεσάνυχτα: φώτα νέον κι ελαφριά ομίχλη,
κωλάδικα και κινηματoγράφoι που παίζουν όλη νύχτα. Μαγαζιά με παλιά
ρούχα και μπαράκια με φιλιππινέζες, κονσομασιόν δεκαπέντε σεντς το
κοκτέιλ, τα έχω δει και ξαναδεί όλα αυτά, τόσες και τόσες φορές έχω
ακουμπήσει εδώ τα λεφτά από το Κολοράντο. Με γέμιζαν μ' ένα αίσθημα
μοναξιάς, σαν κάποιος που διψάει και στο χέρι κρατάει ένα άδειο ποτήρι,
και περπάτησα προς τη μεξικάνικη συνοικία σαν άρρωστος που δε νιώθει
πόνο. Εδώ ήταν η εκκλησία Της Μαντόνας, πολύ παλιά, τα αντοβιανά της
τούβλα μαυρισμένα απ' την πολυκαιρία. Για συναισθηματικούς λόγους

θέλησα να μπω. Καθαρά συναισθηματικούς λόγους. Λένιν δεν είχα
διαβάσει, όμως γνώριζα δικά του τσιτάτα, η θρησκεία είναι το όπιο του
λαού. Εγώ ο ίδιος είμαι άθεος, έχω διαβάσει τον Αντίχριστο και το θεωρώ
εξαιρετικό έργο. Πιστεύω στην επαναξιολόγηση των αξιών, κύριε. Η
εκκλησία πρέπει να χαθεί από προσώπου γης, διότι είναι το λιμάνι της
αποβλάκωσης για καθυστερημένους και φτηνούς τσαρλατάνους.
Τράβηξα τη βαριά πόρτα, που ανοίγοντας έβγαλε ένα κλαψουριστό ήχο.
Πάνω από την άγια τράπεζα έκαιγε το άλικο παντοτινό φως, που έριχνε
τρεμουλιαστές σκιές στην απόλυτη σιγαλιά των τελευταίων δυo χιλιάδων
χρόνων. Κάπως έτσι θα 'ναι ο θάνατος, όμως στ' αυτιά μου έφταναν και
κραυγούλες παιδιών την ώρα που τα έχωναν στην κολυμπήθρα. Γονάτισα.
Φυσικά ήταν από συνήθεια αυτό το γονάτισμα. Σηκώθηκα και κάθισα
κανονικά. Όχι, γονατιστός ήταν καλύτερα, ο διαπεραστικός πόνος στα
γόνατα αποσπάει την προσοχή από την τρομερή σιωπή. Μια προσευχή,
βέβαια μια προσευχή: για συναισθηματικούς λόγους. Μεγαλοδύναμε Θεέ,
λυπάμαι πολύ που τώρα είμαι άθεος, αλλά εσύ έχεις διαβάσει ποτέ σου
Νίτσε; Αχ, τι βιβλίο ήταν αυτό! Μεγαλοδύναμε, θέλω να είμαι εντάξει μαζί
σου. Γι' αυτό σου κάνω μια πρόταση. Βοήθα με να γίνω μεγάλος
συγγραφέας κι εγώ θα ξαναγυρίσω στην εκκλησία. Και κοίτα να δεις, Θεέ,
έχω ακόμη μια παράκληση: να κάνεις τη μητέρα μου ευτυχισμένη. Για το
γέρο μου σε με νοιάζει, αυτός έχει το κρασάκι του και είναι σιδερένιος,
μόνο η μάνα μου υποφέρει. Αμήν.
Έκλεισα πίσω μου τη στριγγιά πόρτα και στάθηκα για λίγο στα
σκαλοπάτια. Η ομίχλη απλωνότανε παντού σαν πελώριο άσπρο θηρίο. Η
Πλάζα έμοιαζε με το δικαστικό μέγαρο στην πατρίδα, ποτισμένο κι εκείνο
απ' την ίδια λευκή σιωπή. Κι όλοι οι θόρυβοι ταξίδευαν απαλά, αυτονόητα,
σαν μέσα σ’ όνειρο κι ο ήχος που διέκρινα ήταν το τικ τακ από
ψηλοτάκουνα παπούτσια. Ένα κορίτσι ξεφύτρωσε από κάπου. Φόραγε ένα
παλιό πράσινο παλτό, το κεφάλι της τυλιγμένο σ' ένα πράσινο μαντίλι που
έσφιγγε κάτω από το σαγόνι. Στα σκαλοπάτια έστεκε ο Μπαντίνι.
«Γεια σου, γλύκα» είπε το κορίτσι μ' ένα γελάκι, σαν να ήταν ο Μπαντίνι ο
άντρας της ή ο αγαπητικός της. Μετά προχώρησε στο πρώτο σκαλί και
κοίταξε ψηλά προς το μέρος του. «Τι λες, γλύκα μoυ, θέλεις να σoυ κάνω
παρεΐτσα;»
Ο ριψοκίνδυνος εραστής, ο παράτολμος και αδυσώπητος Μπαντίνι.
«Μπα» είπε. «Ευχαριστώ. Όχι απόψε».
Ξεκίνησε να φύγει αφήνoντάς την πίσω του, τα μάτια της καρφωμένα στην
πλάτη του, λέγοντας κουβέντες που χάνονταν στη φυγή του. Πήγε μισό
τετράγωνο παραπέρα. Ένιωσε ικανοποίηση. Στο κάτω κάτω αυτή τον
παρακάλεσε. Είδε σ' αυτόν τον άντρα. Ευχαριστημένος άρχισε να σφυρίζει
μια μελωδία για τον εαυτό του. Ο άντρας που αναστατώνει την πόλη και
φέρνει τα πάνω κάτω. Άντρας με παγκόσμια ακτινοβολία. Ο Αρτούρο
Μπαντίνι, ο φημισμένος συγγραφέας, αποκαλύπτει περιπέτειά του με
πόρνη στο Λος Άντζελες. Η κριτική θεωρεί ότι πρόκειται για μεγαλειώδες
έργο.
Μπαντίνι (σε συνέντευξη που δίνει λίγο πριν αναχωρήσει για τη Σουηδία):
«Η συμβουλή μου σε όλους τους νέους συγγραφείς είναι τελείως απλή και
βάλτε τη στην καρδιά σας. Μην αποφεύγετε ποτέ μια καινούρια εμπειρία.

Τη ζωή πρέπει να τη ζει κανείς όπως έρχεται, παλέψτε θαρραλέα,
χτυπήστε τη γροθιά στο μαχαίρι».
Δημοσιογράφος: «Κύριε Μπαντίνι, πώς είχατε την ιδέα γι' αυτό το βιβλίο,
που σας απέφερε το βραβείο Νόμπελ;» Μπαντίνι: «Το βιβλίο στηρίζεται σ'
ένα αληθινό γεγονός που έζησα κάποια νύχτα στο Λος Άντζελες. Κάθε
λέξη την έχω ζήσει, την έχω βιώσει».
Αρκετά. Κοίταξα γύρω μου. Έκανα μεταβολή και προχώρησα προς την
εκκλησία. Η ομίχλη ήταν αδιαπέραστη. Το κορίτσι είχε χαθεί. Προχώρησα∙
ίσως να την προλάβαινα. Στη γωνία του δρόμου την ξαναείδα. Μίλαγε μ'
έναν ψηλό Μεξικάνο. Μαζί διέσχισαν το δρόμο. Τους ακολούθησα.
Φτάσανε στην Πλάζα. Θεέ μου, ένας Μεξικάνος! Τέτοιες γυναίκες θα
'πρεπε να προσέχoυv τις φυλετικές διαφορές. Τον μισούσα το λιγδιάρη.
Περπάταγαν κάτω από τις μπανανιές της Πλάζα, τα βήματά τους
αντηχούσαν στην ομίχλη. Άκουσα το γέλιο του Μεξικάνου. Μετά γέλασε
και το κορίτσι. Πέρασαν απέναντι στο δρόμο και μετά στο πρώτο στενό,
στην είσοδο της Τσάινατάουν. Τ' ανατολίτικα φώτα νέον βάφανε την
ομίχλη κόκκινη. Δίπλα σ' ένα κινέζικο εστιατόριο ήτανε μια πανσιόν,
μπήκανε μέσα και ανεβήκανε τη σκάλα. Στην απέναντι μεριά του δρόμου,
στον πρώτο όροφο, γινότανε κάποιος χορός. Τα κίτρινα ταξί ήτανε
παρκαρισμένα και στις δύο πλευρές του δρόμου. Ακούμπησα στο φτερό
ενός ταξί, μπροστά στην πανσιόν, και περίμενα. Άναψα ένα τσιγάρο και
συνέχισα να περιμένω. Θα περιμένω μέχρι να παγώσει η κόλαση. Μέχρι να
με κεραυνoβoλήσει ο Θεός και να πέσω νεκρός. Θα περιμένω.
Πέρασε ένα μισάωρο. Θόρυβοι στη σκάλα. Η πόρτα άνοιξε. Πρώτος βρήκε
ο Μεξικάνος. Στάθηκε στην ομίχλη, άναψε ένα τσιγάρο και
χασμουρήθηκε. Μετά χασκογέλασε αφηρημένα, σήκωσε τους ώμους και
ξεκίνησε να φύγει. Η ομίχλη τον τύλιξε. Πάρε δρόμο και γέλα όσο θες.
Βρωμολιγδιάρη, γιατί, για καλό ρώτημα, χασκογελάς; Προέρχεσαι από μια
υποδεέστερη ράτσα και, μόνο και μόνο επειδή πήγες μ' ένα δικό μας λευκό
κορίτσι στο κρεβάτι, χασκογελάς. Πιστεύεις στ' αλήθεια ότι θα είχες την
παραμικρή τύχη αν εγώ είχα πει «ναι» στα σκαλιά της εκκλησίας;
Μια στιγμή αργότερα ακούστηκε το τικ τακ των τακουνιών στα σκαλιά και
το κορίτσια βγήκε στην ομίχλη. Το ίδιο κορίτσι, το ίδιο παλτό, το ίδιο
ακριβώς μαντίλι. Με είδε και μου χαμογέλασε. «Γεια, γλύκα. Θέλεις να
φτιαχτούμε λιγάκι;»
Ήρεμα τώρα, Μπαντίνι.
«Ωω» είπα. «Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Τι έχεις να προτείνεις;»
«Έλα πάνω και θα δούμε».
Σταμάτα τις τσιριμόνιες, Αρτούρο. Κάνε αυτό που σου λέει. «Ίσως έρθω
μαζί σου επάνω» είπα. «Ίσως και να μην έρθω».
«Έλα τώρα, γλύκα μου, πάμε». Τα λεπτά οστά του προσώπου της, η μπόχα
από ξινισμένο κρασί που έβγαινε από το στόμα της, η απαίσια προσποιητή
γλυκάδα στη φωνή, η φιλαργυρία στα μάτια της.
Ο Μπαντίνι μιλάει: «Πόσο πάει το μαλλί;»
Με πήρε απ' το χέρι και με τράβηξε μαλακά προς την πόρτα. «Πάμε, έλα,
γλύκα μου. Επάνω θα τα πούμε καλύτερα». «Δεν είμαι και πολύ στα κέφια
μου» είπε ο Μπαντίνι. «Εγώ - μόλις τώρα βγήκα από ένα άγριο πάρτυ».
Ανεβήκαμε τη σκάλα, Μαντόνα μία, δε θα τ' αντέξω. Πρέπει να βρω τρόπο
να την κοπανίσω. Οι διάδρομοι μυρίζουνε κατσαριδίλα, στο ταβάνι ένα

κίτρινο φως, είσαι πολύ ευαίσθητος για τέτοια μέρη, το κορίτσι κρατάει
σφιχτά το χέρι μου, κάτι δεν πάει καλά μαζί σου, Αρτούρο Μπαντίνι, είσαι
ένας μισάνθρωπος, όλη σου η ζωή είναι αφιερωμένη στην αγαμία, θα
'πρεπε να γίνεις παπάς, ο πάτερ Ο' Λήρυ στο κήρυγμα, εκείνο τ' απόγευμα,
αυτά έλεγε, μας έλεγε για τη χαρά της αυταπάρνησης, άσε που τα λεφτά
είναι της μανούλας μου, Ω, Παρθένα, εσύ συνέλαβες άμωμα χωρίς ν'
αμαρτήσεις, προσευχήσου για μας, εμάς που βρίσκουμε καταφύγιο σε σένα
- φτάσαμε στο τέλος της σκάλας και προχωρήσαμε σ' ένα σκονισμένο
σκοτεινό διάδρομο μέχρι την πόρτα ενός δωματίου στο βάθος. Εκείνη
άναψε το φως. Ήμαστε πια μέσα.
Ένα δωματιάκι μικρότερο απ' το δικό μου, χωρίς χαλί στο πάτωμα,
γυμνούς τοίχους, ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι κι ένα νιπτήρα. Έβγαλε το
παλτό της. Από κάτω φορούσε ένα μπλε φόρεμα κι ήταν ξεκάλτσωτη.
Έλυσε το μαντίλι της. Δεν ήταν αληθινή ξανθιά. Στις ρίζες των μαλλιών
της οι τρίχες φύτρωναν μαύρες. Η μύτη της ήταν λίγο στραβή. Ο Μπαντίνι
στο κρεβάτι, πιέζει τον εαυτό του να φανεί φυσικός, σαν άντρας που
γνωρίζει πώς πρέπει να φερθεί στο κρεβάτι.
Ο Μπαντίνι: «Ωραίο είναι το δωμάτιό σου».
Θεέ μου, δρέπει να βρω τρόπο να φύγω από δω μέσα, είναι απαίσια.
Το κορίτσι ήρθε και κάθισε δίπλα μου, μ' αγκάλιασε, πίεσε το στήθος της
επάνω μου και με φίλησε. Μια κρύα γλώσσα γλίστρησε πάνω στα δόντια
μου. Πετάχτηκα όρθιος. Ωχ, σκέψου κάτι γρήγορα, ακριβό μου μυαλουδάκι.
Βρες κάτι γρήγορα να φύγω σώος από δω και δε θα το ξανακάνω ποτέ.
Από δω και μπρος θα ξαναγυρίσω στην εκκλησία. Από σήμερα κιόλας ή
ζωή μου θα είναι σαν το κρυστάλλινο νερό.
Το κορίτσι τεντώθηκε, δίπλωσε τα χέρια πίσω από το λαιμό της, τα πόδια
της απλωμένα στο κρεβάτι. Να προλάβω να μυρίσω τις πασχαλιές στο
Κονέκτικατ άλλη μια φορά πριν πεθάνω, να δω τα φρεσκοβαμμένα
απόμερα εκκλησάκια της νιότης μου, τους φράχτες με τις ιτιές που τσάκιζα
στο τρέξιμό μου.
«Κοίταξε» της είπα. «Θέλω να μιλήσω μαζί σου». Σταύρωσε τις γάμπες της.
«Είμαι συγγραφέας» είπα «και μαζεύω υλικό για ένα βιβλίο».
«Το κατάλαβα αμέσως ότι είσαι συγγραφέας» είπε εκείνη «έμπορος, ξείπα,
ή κάτι τέτοιο. Φαίνεσαι ότι είσαι έξυπνος, γλύκα μου».
«Είμαι συγγραφέας, καταλαβαίνεις τι σου λέω. Μ' αρέσεις έτσι όπως είσαι.
Είσαι εντάξει και μου αρέσεις. Αλλά θέλω να μιλήσουμε πριν απ' όλα».
Σηκώθηκε όρθια.
«Μπας και δεν έχεις λεφτά, γλύκα;»
Λεφτά; Λεφτά να δουν τα μάτια σου και τα έβγαλα από την τσέπη, ένα
μικρό πακέτο δολάρια. Φυσικά και έχω λεφτά, πολλά λεφτά, αυτά είναι
μόνο μια σταγόνα στον ωκεανό των καταθέσεών μου, τα λεφτά δεν
παίζουν κανένα ρόλο, τα λεφτά δε σημαίνουν τίποτα για μένα.
«Πόσο κάνει;»
«Δύο δολάρια, γλύκα μου».
Τότε δώσ' της τρία, μέτρησέ τα άνετα σαν να μην είναι δα και τίποτα
σπουδαίο, χαμογέλασέ της και βάλ' της τα στο χέρι, γιατί τα χρήματα δεν
παίζουνε κανένα ρόλο, εκεί απ' όπου τα παίρνεις υπάρχουν πάρα πολλά,
αυτή τη στιγμή Η Μάμα κάθεται στο παράθυρο κρατώντας στα χέρια το

ροζάριο και περιμένει να γυρίσει ο γέρος, αλλά είπαμε, λεφτά υπήρχαν
από πάντα.
Εκείνη πήρε τα χρήματα και τα έχωσε κάτω από το μαξιλάρι, φάνηκε να με
ευγνωμονεί και χαμογέλασε μ' έναν άλλο τρόπο. Ο συγγραφέας ήθελε
κουβεντούλα. Πώς είναι την σήμερoν ημέρα οι σχέσεις, πώς της φαίνεται
αυτή η ζωή που κάνει; Ω, έλα γλύκα, άσε τώρα την κουβέντα, έχουμε να
κάνουμε πιο σπουδαία πράγματα. Μα θέλω να κουβεντιάσω μαζί σου,
είναι σημαντικό για μένα., καινούριο βιβλίο, υλικό. Το κάνω συχνά στη
δουλειά μου. Πώς μπήκες σ' αυτό το επάγγελμα; Ω, γλύκα μου, για τ'
όνομα του Θεού, είναι ερώτηση τώρα αυτή; Τα λεφτά σού είπα δεν παίζουν
κανένα. ρόλο. Ναι, αλλά ο δικός μου χρόνος είναι χρήμα, γλύκα. Ωραία, να
δυο δολάρια ακόμη. Σύνολο πέντε, Θεέ μου, τόσα φράγκα κι ακόμη δεν έχω
καταφέρει να φύγω από δω μέσα, πώς σε μισώ παλιοβρόμα. Κι όμως εσύ
είσαι πιο αγνή από μένα, γιατί εσύ δεν πουλάς το μυαλό σου, μόνο το
φτωχό σου κορμί.
Τώρα εκείνη έδειχνε τελείως υποταγμένη, θα έκανε ότι κι αν της ζητούσα.
Θα μπορούσα να το κάνω μαζί της όπως κι αν ήθελα.. Προσπάθησε να με
τραβήξει πάνω της, α, όχι, να περιμένουμε λίγο ακόμη. Σου του είπα, θέλω
να. κουβεντιάσω μαζί σου, για μένα τα λεφτά δεν παίζουν κανένα. ρόλο,
να, πάρε ακόμη τρία δολάρια, μας κάνουνε οκτώ, δεν τρέχει τίποτα.
Κράτησέ τα και αγόρασε κάτι όμορφο για σένα. Κι εκείνη τη στιγμή έκανα.
ένα τσαφ με τα. δάχτυλά μου, σαν κάποιος που μόλις κάτι θυμήθηκε, κάτι
σπουδαίο, ένα ραντεβού.
«Κοίτα» της είπα, «κάτι ξέχασα, τι ώρα έχει πάει;» Με το σαγόνι της μου
χάιδευε το λαιμό.
«Μη σκέφτεσαι τώρα την ώρα. Μπορείς να μείνεις μαζί μου όλη τη νύχτα».
Έχω κάποιο σπoυδαίo ραντεβού, α, μάλιστα, τώρα θυμήθηκα, ο εκδότης
μου θα 'ρχότανε απόψε με τ' αεροπλάνο. Στο Μπέρμπανκ, πω πω, στο
Μπέρμπανκ. Πρέπει να πάρω αμέσως ταξί και να πάω εκεί έξω, πρέπει να
βιαστώ. Γεια, γεια σου, και κράτησέ τα εκείνα τα χαρτονομίσματα, ν'
αγοράσεις κάτι που θα σου πηγαίνει, άντε γεια σου, γεια σου, τρέχοντας
κατέβηκα τη σκάλα, η ομίχλη με χαιρέτησε ανεβαίνοντας από κάτω, κράτα
τα οκτώ δoλαριάκια, ω γλυκιά ομίχλη, σε βλέπω, σου έρχομαι, καθαρέ
αέρα, υπέροχε κόσμε, έρχομαι κοντά σου, γεια σου, κατέβαινα τα σκαλιά
ουρλιάζοντας, θα σε ξαναδώ, κράτησε τα οκτώ δολαριάκια ν' αγοράσεις
κάτι όμορφο για σένα. Οκτώ δολάρια, που εξαφανίστηκαν στο άψε σβήσε
μπροστά από τα μάτια μου. Χριστέ μου, κάνε να πέσω νεκρός και στείλε το
πτώμα πίσω στους δικούς μου, κάνε να πέσω νεκρός, να πεθάνω σαν
άπιστος τρελός, χωρίς κηδεία και παπά που θα μου έδινε άφεση, καμιά
σωτηρία στο σαρκίο μου, οκτώ δολάρια, οκτώ δολάρια ...

3.

ΟΙ ΙΣΧΝΕΣ ΜΕΡΕΣ, ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ ΣΤΟ ΓΑΛΑΝΟ ΟΥΡΑΝΟ,
μια απέραντη θάλασσα από μπλε και ο ήλιος που επιπλέει, Οι μέρες της
αφθονίας - αφθονία από σκοτούρες, αφθονία από πορτοκάλια. Να τα τρως
στο κρεβάτι για μεσημεριανό, να τα σπρώχνεις να κατέβουνε στο λαρύγγι
για βραδινό. Πορτοκάλια, πέντε σεντς η δωδεκάδα. Ψηλά στον ουρανό
λάμπει ο πορτοκαλής ήλιος, στο στομάχι μου ο πορτοκαλής χυμός. Κάτω
στη γιαπωνέζικη αγορά μόλις με δει ο φεγγαροπρόσωπος χαμογελαστός
Γιαπωνέζος, πιάνει αμέσως μια σακούλα. Ανοιχτοχέρης άνθρωπος, μου
γέμιζε τη σακούλα με δεκαπέντε, καμιά φορά και είκοσι πορτοκάλια, με τα
ίδια λεφτά.
«Σας αρέσουν οι μπανάνες;» Αμέ, ε λοιπόν, μου 'δινε και μπανάνες. Mια
ευχάριστη αλλαγή: πορτοκάλια με μπανάνες. «Σας αρέσουνε τα μήλα;»
Και βέβαια, να λοιπόν, τα μήλα. Πάλι κάτι διαφορετικό: πορτοκάλια με
μήλα. «Σας αρέσουν τα ροδάκινα;» Πράγματι, κι έσερνα την καφέ
χαρτοσακούλα πίσω στο δωμάτιο. Μια σπουδαία ανακάλυψη, ροδάκινο με
πορτοκάλι. Τα δόντια μου τα συνθλίβανε, τα ζουμιά κλαυθμήριζαν στο
βάθος του στομαχιού μου. Άσκημα τα πράγματα με την κοιλιά μου.
Κλαυθμός και οδυρμός. Και κατηφή και σκυθρωπά σύννεφα αερίων
τσίμπαγαν την καρδιά μου.
Η ένδειά μου μ' έσπρωχνε στη γραφομηχανή. Καθόμουνα μπροστά της,
πιεσμένος απ' τη θλίψη που ένιωθα για τον Αρτούρο Μπαντίνι. Πότε πότε
φτερούγαγε κάποια αφελής ιδέα μες στο δωμάτιο σαν άσπρο πουλάκι. Δεν
είχε κακή πρόθεση. Ήθελε μόνο να με βοηθήσει το γλυκό πουλάκι. Κι εγώ
προσπαθούσα να το βαρέσω, το σφυροκόπαγα με τα πλήκτρα, ώσπου
ξεψυχούσε μες στα χέρια μου.
Τι μου συνέβαινε; Όταν ήμoυν μικρός είχα προσευχηθεί στην Αγία Τερέζα
για ένα καινούριο στυλό. Η προσευχή μου είχε εισακουσθεί. Και τώρα
ξαναπροσεύχομαι. Σε παρακαλώ, γλυκιά αξιαγάπητη Αγία, χάρισέ μου
μια ιδέα. Όμως εκείνη με είχε πια εγκαταλείψει, όλοι οι θεοί με είχαν
παρατήσει κι έστεκα, σαν άλλος Ουϊσμάνς*, μόνος, με σφιγμένες τις
γροθιές και δάκρυα στα μάτια. Τουλάχιστο να είχα κάποιον να μ' αγαπάει,

* Joris Karl Huysmans (1848-1907): Γάλλος μυθιστοριογράφος (σ.τ.μ.)
ας ήταν και μια κατσαρίδα, ένας ποντικός, αλλά ακόμη κι αυτά ανήκανε
στο παρελθόν, ο Πέντρο με είχε εγκαταλείψει τώρα που δεν είχα να του
δώσω τίποτε καλύτερο από πορτοκαλόφλουδες.
Σκεφτόμουνα το σπίτι μου, τα μακαρόνια να κολυμπάνε στη σάλτσα,
σκεπασμένα με ψιλοτριμμένη παρμεζάνα, τις λεμονόπιτες της Μάμας, το
ψητό αρνάκι και το ζεστό ψωμί κι αισθανόμουνα τόσο εξαθλιωμένος που
κάρφωνα τα νύχια μου βαθιά μέσα στην παλάμη μου μέχρι που έτρεχε
αίμα. Αυτό με ικανοποιούσε αφάνταστα. Ένιωθα σαν το πιο άθλιο
δημιούργημα της φύσης, καταδικασμένος να αυτοβασανίζομαι. Και βέβαια
σ' ολόκληρο τον πλανήτη δεν υπήρχε άλλο πρόβλημα έξω από το δικό μου.
Ο Χάκμουθ έπρεπε να τα μάθει, ο παντοδύναμος Χάκμουθ, ο οποίος μέσα
από τις σελίδες του περιοδικού του προστατεύει και φροντίζει το πνεύμα.
Αγαπητέ, κύριε Χάκμουθ, του έγραφα και διηγιόμουν για το ένδοξο
παρελθόν, αγαπητέ Χάκμουθ, -να οι σελίδες- ο ήλιος σαν πυρωμένη
μπάλα στραγγαλίζεται στη δύση, πνίγεται αργά αργά μέσα σ' ένα
σύννεφο ομίχλης που ανεβαίνει απαλά από τη μεριά της θάλασσας ...
Κάποιο χτύπημα στην πόρτα κι εγώ έκανα ησυχία, γιατί θα μπορούσε να
είναι αυτή η γυναίκα που έτρεχε ξοπίσω στο χτικιάρικο νοίκι της. Η πόρτα
άνοιξε κι εμφανίστηκε ένα αποστεωμένο καραφλό κεφάλι με μουστάκια.
Ήταν ο κύριος Χέλφρικ που έμενε στο διπλανό δωμάτιο. Ο κύριος Χέλφρικ
ήταν ένας άθεος, συνταξιούχος στρατιωτικός και ζούσε από μια ισχνή
σύνταξη, που μόλις τον έφτανε για να πληρώνει τους λογαριασμούς για τα
ποτά του, μολονότι αγόραζε το πιο φτηνό τζιν που υπήρχε στην αγορά.
Τριγύρναγε φορώντας πάντα μια γκρι ρόμπα του μπάνιου, χωρίς ζώνη και
κουμπιά, και παρόλο που έδειχνε ότι τον ενδιέφερε η αξιοπρέπειά του,
στην πραγματικότητα δεν έδινε δεκαράκι τσακιστό και η ρόμπα του
κυμάτιζε και άνοιγε διαρκώς και από κάτω φαίνονταν κόκαλα με πολλές
τρίχες. Ο κύριος Χέλφρικ είχε κοκκινισμένα μούτρα, γιατί κάθε απόγευμα
όταν ο ήλιoς έπεφτε στη δυτική πλευρά του ξενοδοχείου αποκοιμιότανε με
το κεφάλι του στυλωμένο έξω από το παράθυρο, το σώμα και τα πόδια
μέσα. Την πρώτη μέρα που πάτησα το ποδάρι μου στο ξενοδοχείο, μου
πήρε δανεικά δεκαπέντε σεντς και έπειτα από πολλές αποτυχημένες
προσπάθειες να πάρω τα λεφτά πίσω, είχα χάσει κάθε ελπίδα ότι θα τα
ξανάβλεπα. Το γεγονός αυτό είχε δημιουργήσει μια ψυχρότητα μεταξύ
μας, γι' αυτό ένιωσα έκπληξη όταν είδα το κεφάλι του να ξεπροβάλλει
στην πόρτα.
Κοίταξε δεξιά κι αριστερά όλο μυστικότητα, μ' ένα δάχτυλο στο στόμα και
μ' έκανε να σωπάσω με πολλά σσσουττ σουττ παρότι δεν είχα πει
κουβέντα, θα ’θελα να τον κάνω να νιώσει την εχθρότητά μου, για να του
υπενθυμίσω ότι δε νιώθω κανένα σεβασμό για έναν άνθρωπο που
καθυστερεί να. ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Και τώρα εκείνος έκλεισε
αθόρυβα την πόρτα πίσω του και γλίστρησε στο δωμάτιο με τη ρόμπα
ορθάνοιχτη.
«Σ' αρέσει το γάλα;» ψιθύρισε.

Φυσικά και μου άρεσε το γάλα και του το ’πα. Τότε εκείνος αποκάλυψε το
σχέδιό του. Ο οδηγός που μοίραζε το γάλα 'Ωλντεν στην περιοχή του
Μπάνκερ Χιλ ήταν φίλος του. Κάθε πρωί στις τέσσερις πάρκαρε το
φορτηγό του στο πίσω μέρος του ξενοδοχείου και ανέβαινε από την πίσω
σκάλα στο δωμάτιο του Χέλφρικ για να πιει το τζιν του. «Αν λοιπόν, θέλεις
να πιεις γάλα» είπε «το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι να σερβιριστείς».
Κούνησα το κεφάλι.
«Αυτό είναι βρωμιά, Χέλφρικ» είπα και θαύμασα το βαθύ αίσθημα φιλίας
του Χέλφρικ για το γαλατά. «Αν είναι φίλος σου, όπως λες, γιατί πρέπει να
κλέψω το γάλα; Αυτός πίνει το δικό σου τζιν. Γιατί δεν του ζητάς να σου
δώσει ο ίδιος το γάλα;»
«Μα εγώ δεν πίνω το γάλα» είπε ο Χέλφρικ, «Το κάνω για σένα».
Έδειχνε σαν να προσπαθούσε να ξεπληρώσει το χρέος του.
Κούνησα ξανά το κεφάλι. «Όχι, Χέλφρικ, κι ευχαριστώ. Προτιμώ να μείνω
τίμιος».
Σήκωσε τους ώμους και μάζεψε τη ρόμπα του.
«Εντάξει, νέε μου. Εγώ ήθελα μόνο να σου κάνω μια χάρη».
Συνέχισα το γράμμα μου στο Χάκμουθ, αλλά τώρα είχα γεύση από γάλα
στο στόμα μου. Έπειτα από κάμποση ώρα δεν μπόρεσα να το αντέξω, Στα
μισοσκότεινα ξάπλωσα στο κρεβάτι για να ξεχάσω τον πειρασμό. Σε λίγο
κάθε αντίσταση χάθηκε, πήγα και χτύπησα την πόρτα του Χέλφρικ. Το
δωμάτιό του ήταν σκέτο τρελοκομείο, στο πάτωμα περιοδικά με
καουμπόικες ιστορίες, ένα κρεβάτι με μαύρα από τη βρώμα σεντόνια, δεξιά
κι αριστερά ρούχα πεταμένα, στους τοίχους γυμνές κρεμάστρες
συνωμοτούσαν σαν σπασμένα δόντια νεκροκεφαλής. Πάνω στις καρέκλες
άπλυτα πιάτα, στο περβάζι του παραθύρου γόπες σβησμένες. Το δωμάτιό
του ήταν μεγάλο σαν το δικό μου, μόνο που είχε μια στόφα σε μια γωνιά
και ράφια για κατσαρόλες και τηγάνια. Η ιδιοκτήτρια του έκανε ειδική τιμή
και γι' αυτό έπρεπε ο ίδιος να φροντίζει για την καθαριότητα του δωματίου
και το στρώσιμο του κρεβατιού. Αυτός βέβαια δεν έκανε ούτε το ένα ούτε
το άλλο. Όταν μπήκα, βρήκα το Χέλφρικ καθισμένο σε μια κουνιστή
πολυθρόνα, στα πόδια του άδεια μπουκάλια τζιν. Έπινε από το μπουκάλι
που κρατούσε στο χέρι. Έπινε συνέχεια, μέρα νύχτα, αλλά δε μέθαγε ποτέ.
« Το ξανασκέφτηκα» του εξήγησα.
Έβαλε το μπουκάλι στα χείλη, άδειασε μια γερή γουλιά, γύρισε το τζιν στο
στόμα του και το έκανε γαργάρα και μετά το κατάπιε ικανοποιημένος. «Η
δουλειά είναι απόλυτα σίγουρη» είπε.
Μετά σηκώθηκε, διέσχισε το δωμάτιο κι έπιασε το πανταλόνι του που ήταν
καταγής πεταμένο. Για μια στιγμή πίστεψα ότι θα μου έδινε τα λεφτά που
μου χρώσταγε, αλλά αυτός σκάλισε μυστηριωδώς τις τσέπες και
ξαναγύρισε με άδεια χέρια πίσω στην πολυθρόνα. Εγώ στεκόμουν εκεί και
περίμενα.
«Τώρα που το θυμήθηκα» είπα «δε θα μπορούσες να μου δώσεις τα λεφτά
που σου έχω δανείσει;»
«Δεν έχω λεφτά» είπε εκείνος.
«Τότε ίσως θα μπορούσες να μου δώσει ένα μέρος, ας πούμε δέκα σεντς;»
Κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
«'Ενα ταληράκι;»
«Δεν έχω δεκάρα, νέε μου».

Και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Από καινούριο μπουκάλι, σχεδόν γεμάτο.
«Δεν έχω να σου δώσω μετρητά, νέε μου. Αλλά θα κανονίσω να παίρνεις
όσο γάλα χρειάζεσαι». Και μετά μου εξήγησε τι έπρεπε να κάνω. Ο
γαλατάς θα 'ρχότανε γύρω στις τέσσερις. Θα ’πρεπε να μείνω ξάγρυπνος
για ν' ακούσω το χτύπημά του. Ο Χέλφρικ θα απασχολούσε το γαλατά για
είκοσι λεπτά τουλάχιστον. Ήτανε δωροδοκία, ένα κόλπο για ν' αποφύγει
την πληρωμή τoυ χρέους του, αλλά εγώ πείναγα.
«Κι όμως θα έπρεπε να μου δώσεις αυτά που μου χρωστάς, Χέλφρικ. Θα
την είχες άσκημα αν σου υπολόγιζα και τους τόκους».
«Θα τα πάρεις τα λεφτά σου» μου είπε. «Νεαρέ μου, θα σε ξεπληρώσω
μέχρι τελευταίας δεκάρας, το συντομότερο δυνατό».
Οργισμένος χτύπησα την πόρτα πίσω μου και γύρισα στο δωμάτιό μου. Δεν
ήθελα με το ζήτημα αυτό να φανώ ψείρας, αλλά το είχε παρακάνει. Ήξερα
καλά ότι το μισό λίτρο τζιν του στοίχιζε το λιγότερο τριάντα σεντς. Θα
μπορούσε να ελέγξει λίγο το πάθος του για το ποτό και να ξεπληρώσει τα
χρέη του.
Αυτή η βραδιά θα κράταγε πολύ. Κάθισα στο παράθυρο και έστριψα
μερικά τσιγάρα με χοντροκομμένο καπνό και χαρτί τουαλέτας. Είχα
αγοράσει ένα ολόκληρο κουτί καπνό μαζί με μια πίπα που τη δίνανε δώρο,
πιασμένη μ' ένα λαστιχάκι πάνω στο κουτί. Την πίπα την είχα εντωμεταξύ
χάσει. Ο καπνός ήταν τόσο χοντρός που δεν τυλιγότανε σε κανονικό
τσιγαρόχαρτο, αλλά σε διπλό χαρτί τουαλέτας. Καμιά φορά βέβαια το
τσιγάρο μου άρπαζε φωτιά.
Η νύχτα προχώραγε αργά, πρώτα ο ψυχρός της αέρας και μετά το σκοτάδι.
Απ' το παράθυρο φαινότανε η πόλη που απλωνότανε ως πέρα, τα φώτα
των δρόμων, τα κόκκινα, μπλε και πράσινα φώτα νέον, κάτω από το
κρεβάτι μου σωρός τα πορτοκάλια και τα μυστηριώδη σφυρίγματα στην
περιοχή της κοιλιάς μου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μεγάλες τουλούπες
καπνού που ήταν φυλακισμένες εκεί και έψαχναν απελπισμένα μια
διέξοδο.
Τελικά είχα φτάσει η ώρα και γι’ αυτό: επρόκειτο να κλέψω, θα γινόμουν
ένας ποταπός κλέφτης γάλατος. Σ' αυτή την πράξη ξεφουσκώνει όλη σου η
μεγαλοφυΐα, συγγραφέα της μιας ιστορίας. Ένας κοινός κλέφτης. Έσφιγγα
το κεφάλι μου μες στα χέρια και κουνιόμουνα μπρος πίσω. Μαντόνα μία.
Μεγάλοι τίτλοι στις εφημερίδες: πολλά υποσχόμενος συγγραφέας
συνελήφθη την ώρα που έκλεβε μπουκάλι γάλατος, γνωστός
προστατευόμενος του Τζέι Σι Χάκμουθ σύρεται σε δίκη για κλoπή ευτελούς
αντικειμένου, δημοσιογράφοι με κυκλώνουνε, παντού φλας, φωτογράφοι,
δώσε μας συνέντευξη, Μπαντίνι, πώς συνέβη αυτό; Να σας πω παιδιά,
δηλαδή, θέλω να πω, ε, να, ξέρετε πώς γίνονται αυτά τα πράγματα, όχι ότι
μου λείπουν τα λεφτά - να φάν' κι οι κότες, μεγάλες οι πωλήσεις των
γραπτών μου και ό,τι ποθεί η ψυχή μου το έχω, αλλά, να, δουλεύω μια
ιστορία όπου ο ήρωας κλέβει ένα μπουκάλι γάλα, έτσι έχουν τα πράγματα
παιδιά. Σε λίγες μέρες η ιστορία θα δημοσιευτεί στην Ποστ, με τον
πρωτότυπο τίτλο «Ο γαλατοκλέφτης». Αφήστε μου τη διεύθυνσή σας και
όταν τυπωθεί θα σας στείλω από ένα αντίτυπο τσάμπα.

Στην πραγματικότητα όμως, δε θα γίνονταν έτσι τα πράγματα, γιατί
κανείς δε γνωρίζει τον Αρτούρο Μπαντίνι και έτσι θα φας έξι μηνάκια και
θα σε πετάξουνε στις φυλακές σαν κοινό εγκληματία και τι θα πει η μάνα
σου; και ο πατέρας σου τι θα πει κι αυτός; Και όλοι αυτοί οι μάγκες που την
αράζουνε στο βενζινάδικο του Μπάουλντερ στο Κολοράντο, ποιος τους
ακούει;
Ποιος ακούει τα χαχανητά τους για το μεγάλο συγγραφέα που τον
πιάσανε να κλέβει γάλατα; Μην το κάνεις, Αρτούρο! Αν έχεις πάνω σου
μια στάλα τσίπα!
Σηκώθηκα από την καρέκλα και άρχισα να βηματίζω πάνω κάτω.
Μεγαλοδύναμε, δώσε μου δύναμη! Χαλιναγώγησε τα εγκληματικά μου
ένστικτα! Και εντελώς ξαφνικά μου φάνηκε όλο το σχέδιο τελείως
βλακώδες και φτηνό, γιατί στο μεταξύ μου ήρθε μια ιδέα που θα την
έγραφα στο γράμμα μου στο μέγα Χάκμουθ. Κάθισα, λοιπόν, για δυο
ολόκληρες ώρες κι έγραφα, μέχρι που με πόνεσε η πλάτη μου. Κι όταν
κοίταξα έξω από το παράθυρο το μεγάλο ρολόι του Σεντ Πωλ Οτέλ, είχε
πάει σχεδόν έντεκα η ώρα. Το γράμμα στο Xάκμoυθ είχε γίνει ήδη πολύ
μεγάλο, είκοσι σελίδες. Το διάβασα. Μου φάνηκε γελοίο. Ένιωσα το αίμα
να μου ανεβαίνει στο κεφάλι και να κοκκινίζω. Ο Χάκμουθ θα με
θεωρούσε ηλίθιο για τις παιδαριώδεις βλακείες που έγραφα. Μάζεψα τις
σελίδες και τις πέταξα στο καλάθι των αχρήστων. Αύριο ξημέρωνε μια
άλλη μέρα κι ίσως αύριο να είχα κάποια ιδέα για κάποιο διήγημα. Τώρα θα
έτρωγα μερικά πορτοκάλια και θα έπεφτα για ύπνο.
Τα πορτοκάλια ήταν απαίσια. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι έχωνα τα νύχια
μου μέσα στη λεπτή φλούδα. Το δέρμα μου ανατρίχιαζε, ένιωθα κιόλας τα
ζουμιά να γεμίζουνε το στόμα μου κι όσο το σκεφτόμουνα μου
ανακατευότανε το στομάχι. Η πρώτη δαγκωνιά ήταν σαν παγωμένο ντους.
Μπαντίνι, είπα στο είδωλό μου στον καθρέφτη της ντουλάπας, τι θυσίες
κάνεις για την τέχνη! Θα μπορούσες να είχες γίνει βιομήχανος ή κανένας
μεγαλέμπορος ή κάποιος γνωστός σταρ του ποδοσφαίρου, ας πούμε ο
πρώτος σκόρερ στο αμερικάνικο πρωτάθλημα. Και όμως δεν έγινες τίποτε.
Και να σε εδώ, τραβώντας κουπί μέρα τη μέρα, μια μεγαλοφυΐα ξεραμένη
στην πείνα, που πιστεύει ότι ακολουθεί θεία εντολή, Πόσο θάρρος αλήθεια
πρέπει να έχεις!
Έμεινα άυπνος στο κρεβάτι στα σκοτεινά. Παντοδύναμε Xάκμουθ, τι θα
'λεγες εσύ για όλ' αυτά; Θα χειροκρόταγε και με τον γεμάτο
ενεργητικότητα κοντυλοφόρο του, με καλοδιαλεγμένες φράσεις θα με
τιμούσε. Εδώ που τα λέμε δεν ήταν και τόσο άσκημο το γράμμα στο
Χάκμουθ. Σηκώθηκα, το 'ψαξα στο καλάθι των αχρήστων και το
ξαναδιάβασα. Ήταν αξιόλογο γράμμα, διανθισμένο με χιούμορ. Ο
Χάκμουθ θα το έβρισκε σαφώς διασκεδαστικό. Θα του έδειχνα για άλλη
μια φορά ότι παρέμενα ο ίδιος, ο συγγραφέας του Σκυλάκου που γελάει! Με
τις σκέψεις αυτές άνοιξα ένα συρτάρι γεμάτο με αντίτυπα του περιοδικού
που είχε δημοσιεύσει την ιστορία μου. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι την
ξαναδιάβασα και ξεκαρδίστηκα στα γέλια. Πόσο πνευματώδης είμαι,
ψιθύριζα γεμάτος έκπληξη γι' αυτά που είχα γράψει. Μετά την
ξαναδιάβασα δυνατά κάνοντας και κινήσεις μπροστά στον καθρέφτη.
Όταν έφτασα στο τέλος, τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα ενθουσιασμού

και κοιτάζοντας τη φωτογραφία του Χάκμουθ τον ευχαρίστησα νοερά που
είχε αναγνωρίσει το μεγαλοφυές ταλέντο μου.
Κάθισα στη γραφομηχανή και συνέχισα το γράμμα. Η ώρα περνούσε και
το βουνό απ' τις σελίδες μεγάλωνε και μεγάλωνε. Αχ, να ήταν όλα τα
γραφτά μου τόσο εύκολα όσο ένα γράμμα στο Χάκμουθ! Οι σελίδες
στοιβάζονταν, είκοσι πέντε, τριάντα, μέχρι που έσκυψα και κοίταζα τον
αφαλό μου και ανακάλυψα ότι ήταν κρυμμένος από ένα κρεάτινο
δαχτυλίδι. Τι ειρωνεία! Είχα παχύνει. Τα πορτοκάλια με στουπώνανε.
Αμέσως πήδησα όρθιος και άρχισα να κάνω γυμναστική. Έγερνα στο πλάι,
λύγιζα και έκανα επικύψεις. Ιδρώτας έτρεχε, η αναπνοή μου έβγαινε
δύσκολα. Διψασμένος κι εξαντλημένος έπεσα στο κρεβάτι. Ένα ποτήρι
παγωμένο γάλα θα ήταν τώρα ό,τι έπρεπε.
Την ίδια στιγμή άκουσα χτύπους στην πόρτα του Χέλφρικ και κάποιον να
μπαίνει, θα ήταν ο γαλατάς. Κοίταζα το ρολόι, σχεδόν τέσσερις.
Πετάχτηκα και ντύθηκα στα γρήγορα, πανταλόνι, παπούτσια χωρίς
κάλτσες κι ένα πουλόβερ από πάνω. Ο διάδρομος ήταν έρημος και
σκυθρωπός στο κόκκινο φως του παλιού λαμπτήρα, Προχώρησα
αποφασιστικά, χωρίς να κρύβομαι, σαν κάποιος που πηγαίνει στην
τουαλέτα. Δυο μεγάλες σκάλες, μπάφιασα και μου κόπηκαν τα πόδια
μέχρι να φτάσω στο ισόγειο.
Το ασπροκόκκινο φορτηγάκι της Ώλντεν ήταν σταματημένο κολλητά στον
τοίχο του ξενοδοχείου. Ο μικρός δρομάκος λουζότανε στο φως του
φεγγαριού. Έχωσα το χέρι μου πίσω στο φορτηγό και γράπωσα δυο γεμάτα
μπουκάλια του λίτρου απ' το λαιμό. Τα αισθάνθηκα δροσερά και υπέροχα
μέσα στις χούφτες μου. Την επόμενη στιγμή ήμουνα στο δωμάτιό μου και
τα μπουκάλια με το γάλα στέκονταν στο κομοδίνο. Γεμίζανε το δωμάτιο με
την παρουσία τους. Σαν άνθρωποι. Ήταν πανέμορφα, ζουμπουρλά,
γεμάτα υποσχέσεις.
Άτιμε Αρτούρο! είπα, είσαι τυχεράκιας! 'Ίσως να πιάσανε τόπο οι
προσευχές της μάνας σου, ίσως να σ' αγαπάει κι ο Θεός ακόμη, παρ' όλα τα
πάρε δώσε που έχεις με τους άθεους, πάντως ό,τι κι αν συμβαίνει, έχεις
μεγάλη τύχη, μπαγάσα.
Άντε, για τις παλιές καλές ημέρες, σκέφτηκα, και όπως τις παλιές καλές
ημέρες, γονάτισα κι ευχαρίστησα έτσι όπως συνηθίζαμε στο σχολείο και
όπως μας μάθαινε να κάνουμε κι η μάνα μας στο σπίτι: Ευλόγησέ με,
Κύριε, κι ευλογημένα τα δώρα που έλαβα απ' τα χέρια Σου, Κύριε, Aμήν.
Και για να ολοκληρώσω το πράγμα, προσάρμοσα στις περιστάσεις κι άλλη
μια προσευχή. Αρκετή ώρα αφότου ο γαλατάς είχε φύγει απ' το δωμάτιο
του Χέλφρικ, εγώ έμενα γονατισμένος, μισή ώρα γεμάτη προσευχές, μέχρι
που από ασυγκράτητη λαιμαργία για το γάλα δεν κρατιόμουνα άλλο, ενώ
τα γόνατα με τσούζανε κι ένας βουβός πόνος με χτύπαγε στις ωμοπλάτες.
Όταν σηκώθηκα ήμουν ολόκληρος πιασμένος και τρέκλιζα, όμως άξιζε τον
κόπο. Έβγαλα από το ποτήρι την οδοντόβουρτσα, άνοιξα το ένα μπουκάλι
και γέμισα το ποτήρι ως πάνω. Γύρισα στην άλλη μεριά του τοίχου, στη
φωτογραφία του Τζέι Σι Χάκμουθ.
«Στην υγειά σου, Χάκμουθ! Το πρώτο ποτήρι για σένα!»
Και ήπια λαίμαργα μέχρι που ένιωσα ασφυξία και μαζεύτηκα σαν
ζεματισμένος, ενώ μια αηδιαστική ξινή γεύση φούσκωνε μέσα μου. Ήταν

το γάλα που μισούσα. Ξινόγαλο. Το έφτυσα και ξέπλυνα το στόμα μου με
νερό κι άνοιξα γρήγορα το άλλο μπουκάλι. Κι αυτό ξινόγαλο.

4.

ΚΑΤΩ ΣΤΗ ΣΠΡΙΝΓΚ ΣΤΡΗΤ, ΣΤΟ ΜΠΑΡ, ΑΝΤΙΚΡΥ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΜΕ τα
μεταχειρισμένα ρούχα. Με το τελευταίο τάληρο που είχα πήγα να πιω
έναν καφέ. Ήταν ένα μπαρ στο παλιό στυλ, στο πάτωμα σκορπισμένο
πριονίδι, στους τοίχους κακοσχεδιασμένα γυμνά. Ένα σαλούν που
συναντιόντουσαν οι γέροι για να πιούν μπίρα φτηνή με πικρή γεύση και να
ξαναζήσουν το παρελθόν.
Κάθισα σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στον τοίχο. Θυμάμαι ότι έσκυβα
κρατώντας το κεφάλι με τα χέρια μου και δε σήκωσα τα μάτια όταν
άκουσα τη φωνή της. Θυμάμαι σαν τώρα τι μου είπε: « Μπορώ να σας
φέρω κάτι;» κι εγώ κάτι ψιθύρισα για ένα καφέ με γάλα. Έμεινα σ' αυτή τη
στάση για πολλή ώρα και σκεφτόμουνα τη σκοτεινή μου μοίρα, μέχρι που
ήρθε μπροστά μου το φλιτζάνι.
Ο καφές ήταν απαίσιος. Όταν τον ανακάτεψα, κατάλαβα ότι δεν είχε
καμιά σχέση με αυτό που λέμε καφές με γάλα. Το χρώμα του ήταν γκρι και
είχε γεύση από μαγειρεμένες πατσαβούρες. Αυτό ήταν και το τελευταίο
τάληρο που είχα και η σκέψη αυτή με εξόργισε. Αναζήτησα με το βλέμμα
μου το κορίτσι που με είχε σερβίρει. Πέντε-έξι τραπέζια πιο πέρα σέρβιρε
μπίρες από το δίσκο της. Είχε την πλάτη γυρισμένη προς τα μένα κι
έβλεπα τους όμορφους στιλπνούς ώμους κάτω από την άσπρη
μισοδιάφανη μπλούζα, τα λεπτά της μπράτσα και τα μαύρα μαλλιά που
πέφτανε μέχρι την πλάτη, άφθονα και γυαλιστερά.
Επιτέλους γύρισε και της έκανα νόημα. Μόλις που καταδέχτηκε να μου
ρίξει μια ματιά και στο βλέμμα της είχε την έκφραση της βαριεστιμάρας.
Αν αφαιρούσες το σχήμα του προσώπου της και τα λαμπερά της δόντια,
δεν ήταν δα και καμιά καλλονή. Κάποια στιγμή που γύρισε να
χαμογελάσει σ' έναν παλιό πελάτη, πρόσεξα μια σειρά όμορφα δόντια ν'
αστράφτουν κάτω απ' τα χείλη της. Η μύτη της ήταν μύτη Μάγια,
πλακουτσή με φαρδιά πτερύγια. Τα χείλη της καλοσχεδιασμένα,
φουσκωτά σαν τα χείλη των νέγρων. Φαινόταν διασταύρωση από πολλές
ράτσες και σαν τέτοια ήταν καλλονή, στα μάτια μου όμως φάνταζε
περίεργη. Τα μάτια της λοξά, το δέρμα της σκούρο, όχι μαύρο, κι όπως

περπάταγε τα στήθια της κουνιόντουσαν μ' έναν τρόπο που πρόδιδε τη
σκληράδα τους.
Ύστερα από κείνη την πρώτη πεταχτή ματιά με αγνόησε τελείως. Πήγε
στο μπαρ, παράγγειλε μπίρες και περίμενε μέχρι να γεμίσει με την
κάνουλα τα ποτήρια ο κοκαλιάρης μπάρμαν. Όσο περίμενε, σφύριζε και
κοίταζε πονηρά, χωρίς όμως να το δείχνει, προς το μέρος μου. Είχα
σταματήσει να κάνω νoήματα, όμως της είχα δείξει καθαρά ότι έπρεπε να
έρθει στο τραπέζι μου. Ξάφνου σήκωσε το κεφάλι της προς τα πάνω και
έβαλε τα γέλια μ' έναν πολύ παράξενο τρόπο, μέχρι που και ο μπάρμαν
την κοίταξε έκπληκτος. Μετά χορεύοντας, με το δίσκο στο χέρι να
παλαντζάρει με χάρη, άνοιξε δρόμο μέσ' απ' τα τραπέζια και πήγε σε μια
παρέα στην άλλη άκρη του σαλούν. Ο μπάρμαν, που τα 'χε ακόμη χαμένα
απ' τα γέλια της, την παρακολουθούσε με το βλέμμα. Εγώ είχα καταλάβει
τι σήμαινε το γέλιο της. Ήταν για μένα. Γελούσε μαζί μου. Κάτι στην
εμφάνισή μου, στο πρόσωπό μου ή στη στάση μου ή ίσως στον τρόπο που
καθόμουνα την έκανε να σκάσει στα γέλια και με τη σκέψη αυτή έσφιξα
τις γροθιές μου κι ένιωσα ταπεινωμένος. Έπιασα τα μαλλιά μου: ήταν
χτενισμένα. Έψαξα το γιακά του πουκαμίσου και τη γραβάτα: όλα
τακτοποιημένα και στη θέση τους. Τεντώθηκα για να κοιταχτώ στον
καθρέφτη του μπαρ και είδα βέβαια ένα χλομό και γεμάτο σκοτούρες
πρόσωπο, αλλά σίγουρα όχι το πρόσωπο ενός κλόουν. Τσαντίστηκα.
Άρχισα κι εγώ να γελάω χλευαστικά, την κοίταζα καλά καλά και
χαμογελούσα ειρωνικά. Δεν ήρθε ούτε μια στιγμή στο τραπέζι μου.
Ερχότανε κοντά, ήρθε μάλιστα και στο διπλανό τραπέζι, αλλά όχι πιο
πέρα. Κάθε φορά που έβλεπα το μελαχρινό της πρόσωπο, τα μαύρα
μεγάλα μάτια που άστραφταν απ' το γέλιο της, στράβωνα τα χείλη μου,
που σήμαινε ότι χαμογελάω ειρωνικά. Είχε γίνει ένα παιχνίδι μεταξύ μας.
Ο καφές κρύωσε. Το κομμένοι γάλα είχε βγει στην επιφάνεια και εγώ δεν
τον άγγιζα. Το κορίτσι γλίστραγε σαν χορεύτρια. Σκόνη από πριονίδι
μαζευότανε στις μεταξένιες δυνατές γάμπες της, ενώ τα φθαρμένα
παπούτσια της τσούλαγαν πάνω στο μαρμάρινο πάτωμα.
Τα παπούτσια της ήταν χουαράτσες που δένανε πολλές φορές στους
αστραγάλους με κορδόνια πέτσινα. Ήτανε απελπιστικά ξεχαρβαλωμένες
χουαράτσες. Τα πλεγμένα δέρματα είχαν διαλυθεί. Όταν τα πρόσεξα
ένιωσα βαθιά ευχαρίστηση, γιατί μου παρουσιάστηκαν σαν μια μελανή
κηλίδα στην υπόλοιπη εμφάνισή της, που μπορούσα επιτέλους να
κριτικάρω. Ήταν ψηλή και στητή σαν λαμπάδα, ένα κορίτσι γύρω στα
είκοσι, με εμφάνιση άψογη, εκτός από τις διαλυμένες χουαράτσες. Κ ι έτσι
κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω τους. Την παρακολουθούσα με ένταση και
με ευδιάκριτη πρόθεση, γύριζα μάλιστα το κάθισμά μου τριγύρω,
στραμπούλιξα το λαιμό μου για να την κοιτάζω ασκαρδαμυκτί με το
στραβό ειρωνικό μου χαμόγελο και χαχανίζοντας μόνος μου. Ήταν φανερό
ότι κι εγώ το διασκέδαζα άλλο τόσο, όσο εκείνη έδειχνε ότι διασκέδαζε με
το πρόσωπό μου ή με ό,τι άλλο τέλος πάντων υπήρχε πάνω μου που την
έκανε να με κοροϊδεύει. Το βλέμμα μoυ πάνω στα παπούτσια της είχε μια
περίεργη επίδραση. Λίγο λίγο εξαφανίστηκαν οι πιρουέτες και τα
χορευτικά της και γλίστραγε πια μόνο πέρα δώθε και στο τέλος έτρεχε
βιαστική βιαστική. Είχε στα σίγουρα θορυβηθεί και κάποια στιγμή την

τσάκωσα να ρίχνει κλεφτές ματιές στα πόδια της. Έπειτα από μερικά
λεπτά δε γέλαγε πια, είχε αντίθετα μια θυμωμένη έκφραση στο πρόσωπο
και το βλέμμα που μου έριξε φανέρωνε μίσος.
Τώρα ήταν η σειρά μου να χαρώ και για μια σπάνια στιγμή ένιωσα
ευτυχισμένος. Χαλάρωσα. Ο κόσμος είναι γεμάτος παλαβούς για δέσιμο. Ο
κοκαλιάρης μπάρμαν κοιτούσε προς το μέρος μου. Του έκανα ένα νεύμα
κατανόησης. Κούνησε το κεφάλι του επιδοκιμαστικά. Αναστέναξα
ανακουφισμένος κι απλώθηκα πίσω στο κάθισμα, ευχαριστημένος από τη
ζωή.
Δεν είχε έρθει ακόμη να πληρωθεί για τον καφέ. Κάποια στιγμή βέβαια θα
αναγκαζότανε, εκτός κι αν άφηνα το τάληρο στο τραπέζι κι έφευγα.
Περίμενα. Πέρασε ένα μισάωρο, Όταν πήγαινε βιαστική στο μπαρ για να
πάρει τις μπίρες, την έχανα γιατί την έκρυβε ο πάγκος και απέφευγε να
κοιτάξει προς το μέρος μου. Καταλάβαινε βέβαια ότι την παρακολουθώ.
Στο τέλος ήρθε και στο τραπέζι μου. Περπάταγε περήφανα με σηκωμένο
το πηγούνι, τα χέρια κρεμασμένα στα πλευρά. Ήθελα να την κοιτάξω,
αλλά δεν τα κατάφερα. Κοίταζα αλλού γιατί δεν μπορούσα να σταματήσω
να χαμογελάω.
«Επιθυμείτε τίποτε άλλο;» ρώτησε.
Η λευκή μπλούζα απέπνεε αποφασιστικότητα.
«Χαρακτηρίζετε αυτό το ξέπλυμα καφέ;» είπα.
Ξαφνικά άρχισε τα γέλια. Ήταν πιο πολύ χλιμίντρισμα, ένα γέλιο τρελό,
όπως κάνουν τα πιατικά ήταν σπάνε πολλά μαζί, κόπηκε απότομα, όπως
είχε αρχίσει. Έσκυψα και κοίταξα τα πόδια της. Ένιωσα καθαρά ότι κάτι
μέσα της κλότσησε. Ήθελα να την πληγώσω.
«Ίσως και να μην είναι καθόλου καφές» είπα. «Ίσως να 'ναι νεροζούμι και
μέσα να 'χουνε βράσει τα βρωμοπάπουτσά σου». Σήκωσα το βλέμμα μου
και κοίταξα τα μαύρα μάτια με τις αστραπές. «Ίσως και να μην έχεις ιδέα
από ντύσιμο. Ίσως και να 'σαι από τη φύση σου τέτοια λετσαρία, Εγώ
πάντως, αν ήμουν κορίτσι, δε θα 'βγαινα στην κοινωνία με τέτοια
παπούτσια».
Ξεφύσηξα μόλις τελείωσα. Τα χοντρά της χείλη έτρεμαν και κάτω από το
χοντρό ύφασμα στριφογύριζε τα χέρια μες στις τσέπες της.
«Σε μισώ» μου είπε.
Ένιωσα το μίσος της. Μπορούσα να το μυρίσω, να τ' ακούσω που έβγαινε
σε κύματα, παρ' όλα αυτά εγώ χαμογέλασα πάλι ειρωνικά. «Το ελπίζω»
είπα «γιατί κάποιος που εσύ μισείς πρέπει να ’ναι πάρα πολύ εντάξει».
Κα, τότε εκείνη είπε κάτι πάρα πολύ παράξενο. Το θυμάμαι πολύ καλά.
«Εύχομαι να. πεθάνεις από συγκοπή» είπε «σ' αυτήν εδώ την καρέκλα που
κάθεσαι».
Αυτό την έκανε να ευχαριστηθεί βαθιά, μόλο που εγώ γέλασα. Κι έφυγε
γεμάτη χαμόγελα. Ξαναπήγε στο μπαρ και περίμενε τις μπίρες
κοιτάζοντας πάντα προς τα μένα. Έλαμπε ολόκληρη με την παράλογη
κατάρα της κι εγώ ένιωθα άβολα, ενώ χαμογέλαγα ακόμη. Τώρα
ξανάρχισε να χορεύει γλιστρώντας με το δίσκο της από τραπέζι σε τραπέζι
και κάθε φορά που την κοίταζα μου έστελνε την κατάρα της με το
χαμόγελό της, μέχρι που άρχισε να ασκεί μια μυστηριώδη επίδραση πάνω
μου. Το ένιωθα μες στο σώμα μου, στους χτύπους της καρδιάς μου και

στους σπασμούς στο στομάχι μου. Ήξερα ότι δε θα ξαναρχόταν στο
τραπέζι μου και χαιρόμουνα γι' αυτό. Μια παράξενη υπνηλία με τύλιξε,
μια αγωνία να φύγω απ' αυτό το μέρος, έξω από δω, οπουδήποτε δε θα μ'
έφτανε το πεισματάρικο χαμόγελό της. Την ώρα που έφευγα, σκάρωσα
κάτι που έκανε την καρδούλα μου να χαρεί βαθιά. Έβγαλα τα πέντε σεντς
από την τσέπη μου, τ' ακούμπησα στο τραπέζι κι έχυσα από πάνω το μισό
καφέ. Πρώτα θα 'πρεπε να σκουπίσει τις βρώμες με το πατσαβούρι της. Το
σκούρο ζουμί απλώθηκε πάνω σ' όλο το τραπέζι κι όταν σηκωνόμουνα για
να φύγω άρχισε να στάζει στο πάτωμα. Στην πόρτα σταμάτησα. για να
ρίξω ένα τελευταίο βλέμμα. Χαμογελούσε με το ίδιο πάντα χαμόγελο. Της
έδειξα το χυμένο καφέ. Μετά σήκωσα τα δάχτυλα σ' ένα είδος χαιρετισμού
και βγήκα στο δρόμο. Ξαναένιωσα το ίδιο ωραίο συναίσθημα. Έτσι, όπως
και πριν, ο κόσμος γύρω ήταν γεμάτος πράγματα για να διασκεδάσει
κανείς.
Δεν ξέρω πια τι έκανα φεύγοντας από κει. Ίσως να πήγα επίσκεψη στον
Μπένι Κόεν που είχε ένα δωμάτιο κοντά στην Kεντρική Αγορά. Το ένα του
πόδι ήταν ξύλινο με μια μικρή πορτίτσα και μέσα του έκρυβε τσιγάρα
μαριχουάνας. Τα πούλαγε προς δεκαπέντε σεντς το κομμάτι. Εκτός από τα
τσιγάρα πούλαγε κι εφημερίδες, την Εξάμινερ και την Τάιμς. Στο δωμάτιό
του ήτανε ντάνες τα τεύχη του Νιου Μάσσες και ίσως να μ' έκανε να
αισθανθώ άσκημα, όπως συνήθως άλλωστε, με κείνα τα τρομακτικά
οράματά του για το μέλλον του κόσμου μας. Ίσως να με φοβέρισε
κουνώντας τα βρωμερά δάχτυλά του κάτω από τη μύτη μου και να με
κατηγόρησε για προδοσία του προλεταριάτου απ' το οποίο προέρχομαι.
Ίσως και να βγήκα από κείνο το δωμάτιο, όπως πάντα άλλωστε, με
τρεμούλες σ' όλο μου το κορμί, να κατέβηκα τις σκονισμένες σκάλες, να
περπάτησα στο γεμάτο ομίχλη δρόμο μ' έντονη φαγούρα στα χέρια απ' την
επιθυμία να στρίψω το λαρύγγι κανενός ιμπεριαλιστή. Λέω, ίσως ναι, ίσως
όχι - έτσι κι αλλιώς δε θυμάμαι.
Όμως θυμάμαι την ίδια εκείνη νύχτα στο δωμάτιό μου, τα φώτα του Σεντ
Πωλ Οτέλ στέλνανε κόκκινες και πράσινες ανταύγειες πάνω στο κρεβάτι
μου κι εγώ ήμουν ξαπλωμένος. Ανατρίχιαζα κι ονειρευόμουνα το θυμό
εκείνοι του κοριτσιού, τον τρόπο που χόρευε από τραπέζι σε τραπέζι και τις
μαύρες αστραπές των ματιών της. Αυτά σκεφτόμουνα κι είχα ξεχάσει και
τη φτώχεια μου και την κούτρα μου που δεν κατέβαζε κάποια ιδέα για να
γράψω κατιτί.

Πρωί πρωί την άλλη μέρα πήγα να την ξαναδώ. Οκτώ η ώρα κι εγώ είχα
κιόλας κατέβει στη Σπρινγκ στρητ. Στην τσέπη μου είχα ένα αντίτυπο του
Σκυλάκου που γελάει. Σίγουρα θα μ' έβλεπε με άλλο μάτι αν διάβαζε την
ιστορία. Το περιοδικό το είχα στην κωλότσεπη, με αυτόγραφο, έτοιμο για
να το βγάλω στην πρώτη ευκαιρία. Αλλά ήταν νωρίς και το μπαρ δεν είχε
ακόμη ανοίξει. Λεγότανε Κολούμπια Μπουφέ. Zoύληξα τη μύτη μου πάνω
στο τζάμι και κοίταξα μέσα. Οι καρέκλες ήταν βαλμένες πάνω στα
τραπέζια και ένας γέρος με γαλότσες σφουγγάριζε το πάτωμα. Αποφάσισα

να περπατήσω το δρόμο προς τα κάτω, ένα τετράγωνο, δύο. Η υγρασία είχε
πάρει χρώμα γαλάζιο από το μονοξείδιο του άνθρακα. Στο μυαλό μου
αναδύθηκε μια θαυμάσια ιδέα. Έβγαλα από την τσέπη μου το περιοδικό κι
έσβησα το αυτόγραφο. Στη θέση του έγραψα: «Για την πριγκίπισσα των
Μάγια από έναν ασήμαντο Γκρίνγκο». Μου φάνηκε εντάξει, στο σωστό
πνεύμα. Πήγα πάλι πίσω στο Κολούμπια Μπουφέ και χτύπησα στην
τζαμαρία. Ο γέρος ήρθε με βρεγμένα τα χέρια και μου άνοιξε την πόρτα.
Ιδρώτας έσταζε από τα μαλλιά του.
Του είπα: «Πώς το λένε το κορίτσι που δουλεύει εδώ;»
«Την Καμίγια λες;»
«Αυτή που δούλευε χτες εδώ».
«Ναι, αυτή είναι» είπε. «Η Καμίγια Λόπες».
«Μπορείτε να της δώσετε αυτό εδώ;» είπα εγώ. «Μόνο να της το δώσετε.
Πέστε της ότι πέρασε κάποιος και σας είπε να της το δώσετε».
Σκούπισε τα βρεγμένα χέρια του στην ποδιά του και πήρε το περιοδικό.
«Προσοχή, είναι πολύτιμο» είπα.
Ο γέρος έκλεισε την πόρτα. Από την τζαμαρία τον είδα που γύρισε στο
μπουγέλα και τη σφουγγαρίστρα του κουτσαίνοντας. Ακούμπησε το
περιοδικό πάνω στο μπαρ και συνέχισε τη δουλειά του. Κάποιο ρεύμα αέρα
ξεφύλλιζε τις σελίδες του περιοδικού. Σηκώθηκα κι έφυγα από κει γεμάτος
αγωνία ότι ο γεροντάκος θα ξέχναγε να της το δώσει. Όταν έφτασα στο
Σίβικ Σέντερ ήμουνα πια σίγουρος ότι είχα κάνει φοβερό λάθος· αυτά που
έγραφα στο περιοδικό δε θα έκαναν την παραμικρή εντύπωση σε μια
τέτοια κοπέλα. Έτρεξα πίσω στο Κολούμπια Μπουφέ και χτύπησα δυνατά
με τις αρθρώσεις των δαχτύλων μου το τζάμι. Άκουσα το γεροντάκο να
μουρμουρίζει και να βρίζει όση ώρα ψαχούλευε στην κλειδαριά. Σκούπισε
τον ιδρώτα απ' τα γερασμένα του μάτια και με είδε πάλι μπροστά του.
«Θα μπορούσα να έχω για λίγο εκείνο το περιοδικό» του είπα. «Θέλω να
γράψω κάτι μέσα».
Ο γεροντάκος έδειχνε να μην καταλαβαίνει το παραμικρό. Αναστέναξε,
κούνησε το κεφάλι του και μου είπε να περάσω μέσα.
«Πήγαινε να το πάρεις μόνος σου, το κέρατό μου» είπε. «Εγώ πνίγομαι».
Ξεφύλλισα το περιοδικό πάνω στο μπαρ κι έσβησα αυτό που είχα γράψει
για την πριγκίπισσα των Μάγια. Αντί γι’ αυτό έγραψα:
Δεσποινίς Ξεχαρβαλωμένα παπούτσια, ίσως να σου διέφυγε, όμως χτες
βράδυ προσέβαλες το συγγραφέα αυτής της ιστορίας, Ξέρεις, αλήθεια,
να διαβάζεις; Αν ναι, τότε θυσίασε δεκαπέντε λεπτά από το χρόνο σου
για ν' απολαύσεις ένα αριστούργημα. Και την επόμενη φορά να είσαι
πιο προσεκτική, ο καθένας που μπαίνει σ' αυτό το μπαρ δεν είναι κατ'
ανάγκη και αλήτης.
Αρτούρο Μπαντίνι

Έδωσα το περιοδικό στο γεροντάκο, αλλά εκείνος δε σήκωσε τα μάτια του
από τη δουλειά του. «Να το δώσετε αυτό στη δεσποινίδα Λόπες» του είπα.
«Και να προσέξετε να το πάρει η ίδια στα χέρια της».
Ο γεροντάκος βρόντησε τη φασίνα κάτω, σκούπισε τον ιδρώτα από το
τσακισμένο του πρόσωπο και μου έδειξε την πόρτα.
«Έξω από δω!» είπε.

Ακούμπησα το περιοδικό πάνω στο μπαρ και πήγα με το πάσο μου στην
πόρτα, από κει γύρισα και του κούνησα το χέρι.

5.

ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΑ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ. ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΕΙΧΑΝ
ξεμείνει μερικά πορτοκάλια ακόμη. Εκείνο το βράδυ έφαγα τρία-τέσσερα
και, νύχτα πια, ξεκίνησα από το Μπάνκερ Χιλ για να πάω κάτω στο
κέντρο. Πήγα απέναντι από το Κολούμπια Μπουφέ, στην άλλη πλευρά του
δρόμου, στάθηκα στη σκοτεινή είσοδο ενός γκαράζ και παρακολουθούσα
από κει την Καμίγια Λόπες: ήταν το ίδιο κορίτσι με την ίδια άσπρη
μπλούζα. Μ' έπιασε τρεμούλα όταν την είδα και μια παράξενη ζεστασιά:
ανέβηκε στο λαιμό μου. Έπειτα από λίγα λεπτά το παράξενο αίσθημα
εξανεμίστηκε κι εγώ έστεκα εκεί στο σκοτάδι, μέχρι που μου πόνεσαν τα
πόδια.
Κάποια στιγμή είδα έναν αστυφύλακα που ερχότανε με το πάσο του προς
το μέρος μου. Σηκώθηκα κι έφυγα από κει. Ήτανε μια πολύ ζεστή νύχτα. Ο
ζεστός αέρας που φυσούσε είχε φέρει άμμο από την έρημο της Μοχάβε.
Ό,τι κι αν έπιανα, στις άκρες των δαχτύλων μου έμεναν μικρούτσικοι
κόκκοι καφετιάς άμμου κι όταν γύρισα στο δωμάτιό μου η άμμος είχε
κατακαθίσει παντού, ακόμη και στα πλήκτρα της καινούριας μου
γραφομηχανής. Είχε χωθεί μέσα στ' αυτιά μου και στα μαλλιά μου. Όταν
έβγαλα τα ρούχα μου, έπεφτε σαν πούδρα στο πάτωμα. Aκόμη και μέσα
στα σεντόνια είχε χωθεί. Έμεινα ξαπλωμένος στο σκοτάδι, ανταύγειες από
το κόκκινο φως του Σεντ Πωλ Οτέλ αναβόσβηναν πάνω στο κρεβάτι μου
και κάποια στιγμή έγιναν γαλαζωπές, ένα εφιαλτικό χρώμα που όρμαγε
μες στο δωμάτιο για να ξαναχαθεί αμέσως μετά.
Το επόμενο πρωί δεν άντεχα πια να φάω πορτοκάλια. Μόνο στη σκέψη
τους μου ερχότανε εμετός. Γύρω στο μεσημέρι γύρισα από μια βόλτα που
έκανα, έτσι χωρίς λόγο, στην πόλη οικτίροντας τον εαυτό μου. Ένιωθα
πολύ χάλια και δεν ήμουν πια σε θέση να τα βγάλω πέρα μ' όλες αυτές τις
σκοτούρες που είχα. Μόλις έφτασα στο δωμάτιό μου, έπεσα στο κρεβάτι κι
έκλαψα απ' τα βάθη της καρδιάς μου. Άφησα τα δάκρυα να βγούνε από
μέσα μου μέχρι που στέρεψαν κι ένιωσα καλύτερα. Αισθανόμουν

εξαγνισμένος και αληθινός. Κάθισα κάτω κι έγραψα ένα γράμμα στη μάνα
μου γεμάτο αλήθειες. Της είπα ότι όλες αυτές τις εβδομάδες της έγραφα
ψέματα, και στο τέλος παρακάλεσα να μου στείλει λίγα χρήματα γιατί
θέλω να γυρίσω πίσω στο σπίτι.
Την ώρα που έγραφα μπήκε ο Χέλφρικ στο δωμάτιό μου. Φορούσε
πανταλόνι κι όχι τη ρόμπα του γι' αυτό στην αρχή δεν τον αναγνώρισα.
Χωρίς να πει κουβέντα, ακούμπησε πάνω στο τραπέζι δεκαπέντε σεντς.
«Είμαι ένας τίμιος άνθρωπος εγώ, νεαρέ μου» είπε και βγήκε από το
δωμάτιο.
Με μια κίνηση σάρωσα τα νομίσματα από το τραπέζι, πήδησα έξω από το
παράθυρο και έτρεξα όλο το δρόμο μέχρι κάτω στο μπακάλικο. Ο
μικρούλης Γιαπωνέζος στην παράγκα με τα πορτοκάλια κράταγε κιόλας
τη χαρτοσακούλα έτοιμη. Σάστισε όταν πέρασα από μπροστά του χωρίς να
σταματήσω. Αγόρασα δυο δωδεκάδες κουλούρια. Καθισμένος στο κρεβάτι
μου μασούσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα κι έπινα μεγάλες γουλιές νερό
για να καταπιώ. Ένιωθα και πάλι άνθρωπος. Είχα την κοιλιά μου γεμάτη
και μου είχε μείνει κι ένα ταληράκι. Έσκισα το γράμμα της μάνας μου και
ξάπλωσα περιμένοντας τη νύχτα. Αυτό το τάληρο σήμαινε ότι μπορούσα
να πάω πάλι στο Κολούμπια Μπουφέ. Περίμενα βαρύς από το φαγητό,
βαρύς κι από τον πόθο.

Με είδε αμέσως όταν μπήκα. Και χάρηκε. Το κατάλαβα από τον τρόπο
που με κοίταξε. Το πρόσωπό της έλαμψε κι εγώ ένιωσα τον ίδιο κόμπο στο
λαιμό. Σε μια στιγμή μέσα έγινα πανευτυχής, ένιωθα σίγουρος για τον
εαυτό μου και για το νεαρό της ηλικίας μου. Πήγα και κάθισα στο ίδιο
τραπεζάκι. Απόψε το μπαρ είχε μουσική, πιάνο και βιολί. Παίζανε δυο
γυναίκες χοντρές, με σκληρά αντρικά πρόσωπα και κοντοκουρεμένα
μαλλιά. Το τραγούδι ήταν το Όβερ δε Γουέιβς τα ντι ντα ντα κι εγώ
παρακολουθούσα την Καμίγια που χόρευε τριγύρω με το δίσκο της. Τα
μαλλιά της τόσο μαύρα, τόσο μακριά και πυκνά, σαν τσαμπιά με σταφύλια
που κρέμονταν γύρω στο λαιμό της. Εδώ μέσα, αυτό το σαλούν ήταν τόπος
ιερός. Όλα εδώ ήταν αγιασμένα, οι καρέκλες, τα τραπέζια, τα πατσαβούρα
που κράταγε στα χέρια της, το πριονίδι που άγγιζαν τα πόδια της. Εκείνη
ήτανε μια Πριγκίπισσα των Μάγια κι αυτός ήταν ο πύργος της.
Παρακολουθούσα τις διαλυμένες χουαράτσες που γλίστραγαν στο
πάτωμα και ήθελα τις χουαράτσες αυτές να τις αποκτήσω. Θα τις
κρατούσα με λατρεία στα χέρια μου και την ώρα που θα παραδινόμουνα
στον ύπνο θα τις έσφιγγα στο στήθος μου. Θα ήθελα να τις έχω κοντά μου,
να μυρίζω το άρωμά τους.
Δίσταζε να πλησιάσει στο τραπέζι μου, αλλά το χαιρόμουνα έτσι. Μην
έρθεις αμέσως Καμίγια· άσε με να κάτσω εδώ λιγάκι, να συνηθίσω σ' αυτή
τη σπάνια έκσταση που νιώθω: άφησέ με εδώ να κάθομαι, ενώ το μυαλό
μου πλανιέται στα χνάρια σου, αξιαγάπητη παρουσία, στεφανωμένη με
τιμές και δόξα· άσε μου το χρόνο να σε χορτάσουν τα μάτια μου και να σ'
ονειρευτώ στον ξύπνο μου.

Στο τέλος ήρθε μ' ένα φλιτζάνι καφέ στο δίσκο της. Ο ίδιος καφές, το ίδιο
ξεπλυμένο ζουμί. Πλησίασε, τα μάτια της πιο μαύρα και πιο μεγάλα από
ποτέ, ανάλαφρη, μ' ένα μυστηριώδες χαμόγελο και απ' τα μπουμπουνητά
της καρδιάς μου πίστεψα ότι θα λιποθυμούσα. Όταν στάθηκε δίπλα μου
οσφρίστηκα τη λεπτή μυρουδιά του ιδρώτα της που ανακατευόταν με τη
στυφή καθαρότητα της πλυμένης μπλούζας. Με ζάλισε, χάζεψα και
ρούφηξα αέρα για ν' αποφύγω το άρωμά της. Μου γέλασε για να μου
δείξει ότι δεν κράταγε κακία για τον καφέ που είχα χύσει το προηγούμενο
βράδυ· ένιωθα μάλιστα ότι μ' όλη αυτή την ιστορία είχε κατά κάποιο τρόπο
διασκεδάσει, χαιρότανε γι' αυτό, ίσως μ' ευγνωμονούσε κιόλας.
«Δεν το 'χα προσέξει ότι έχεις φακίδες» είπε εκείνη.
«Δεν είναι και τίποτε σπουδαίο» είπα εγώ.
«Με συγχωρείς για τον καφέ» είπε εκείνη. «Ο κόσμος εδώ πέρα
παραγγέλνει μπίρα. Καφέ σπανίως».
«Μα γι' αυτό δεν παραγγέλνει κανείς καφέ. Επειδή είναι ξέπλυμα. Θα
έπινα κι εγώ μπίρα αν είχα τη δυνατότητα».
Με το μολύβι που κράταγε έδειξε το χέρι μου. «Τρως τα νύχια σου» είπε
«και δεν κάνει».
Έχωσα τα χέρια μου στις τσέπες.
«Και ποια είσαι συ, που θα μου πεις τι θα κάνω;»
«Θέλεις μια μπιρίτσα;» μου είπε. «Στην κερνάω εγώ. Δε χρειάζεται να
πληρώσεις».
«Δε χρειάζεται να κεράσεις τίποτε απολύτως. Θα πιω αυτόν, τον δήθεν
καφέ και θα φύγω».
Πήγε στο μπαρ και παράγγειλε μπίρα. Την είδα που έβγαλε μια χούφτα
νομίσματα και πλήρωσε απ' αυτά. Μετά έφερε τη μπίρα στο τραπέζι και
μου την έβαλε κάτω από τη μύτη. Αυτό με πλήγωσε.
«Πάρ' την και φύγε» της είπα «πάρ' τη, σου είπα ότι θέλω καφέ κι όχι
μπίρα».
Κάποιος στην άλλη άκρη του μαγαζιού φώναξε τ' όνομά της κι εκείνη
έφυγε βιαστική. Όπως έσκυψε στο τραπέζι για να μαζέψει τ' άδεια ποτήρια
της μπίρας φάνηκαν οι κλειδώσεις των γονάτων της. Μετακινήθηκα πάνω
στην καρέκλα μου καθώς τα πόδια μου κάτω από το τραπέζι γλίστρησαν
πάνω σε κάτι. Ήταν ένα πτυελοδοχείο. Εκείνη στο μεταξύ είχε πάει πάλι
στο μπαρ. Γύρισε και μου χαμογέλασε και μου 'κανε νόημα να πιω την
μπίρα. Με πιάσανε τα διαόλια μου, λες και με τσίμπησε μύγα. Περίμενα να
ξανακοιτάξει και τότε άδειασα επιδεικτικά το ποτήρι της μπίρας στο
πτυελοδοχείο. Δαγκώθηκε και άλλαξε χρώμα. Τα μάτια της άστραψαν.
Ένιωσα ευχαρίστηση. Ξάπλωσα πλημμυρισμένος ικανοποίηση πίσω στην
καρέκλα μου και χαμογέλαγα στο ταβάνι.
Εκείνη είχε χαθεί πίσω από το χώρισμα που χρησίμευε σαν κουζίνα. Σε
λίγο εμφανίστηκε κουνιστή και χαμογελαστή, τα χέρια της κρυμμένα στην
πλάτη. Πίσω της ερχόταν ο ίδιος γεροντάκος που είχα δει εκείνο το πρωί,
Είχε μια έκφραση ανυπομονησίας στα μούτρα του. Τώρα θα συνέβαινε το
χειρότερο. Το ένιωθα που ερχότανε. Πίσω από την πλάτη της έβγαλε το
μικρό περιοδικό που περιείχε την ιστορία του Σκυλάκου που γελάει. Το
στριφογύρισε στον αέρα. Οι άλλοι πελάτες δεν μπορούσαν να τη δουν, η
παράστασή της ήταν μόνο για το γεροντάκο, που κοίταζε με ορθάνοιχτα
μάτια, και για μένα. Το στόμα μου στέγνωσε όπως την έβλεπα να το

ξεφυλλίζει με βρεγμένα χέρια, μέχρι να βρει τη σελίδα που ήταν τυπωμένη
η ιστορία μου. Τα χείλη της τραβήχτηκαν όταν έσφιξε το περιοδικό
ανάμεσα στα γόνατά της και ξερίζωσε τις σελίδες. Ο γεροντάκος
επιδοκίμαζε κουνώντας το κεφάλι. Το χαμόγελο στο πρόσωπό της έγινε
αποφασιστικότητα όταν άρχισε να σκίζει τις σελίδες σε μικρά κομματάκια
και μετά άφησε τα κομμάτια να πέσουνε σαν χαρτοπόλεμος στο
πτυελοδοχείο που ήταν στα πόδια της. Προσπάθησα να χαμογελάσω. Σαν
να 'χε τελειώσει με μια αγγαρεία χτύπησε τα χέρια της για να τα
καθαρίσει από την υποτιθεμένη σκόνη. Μετά έβαλε το ένα χέρι στη μέση,
χαμήλωσε τον ένα ώμο κι έφυγε σεινάμενη και κουνάμενη. Ο γεροντάκος
έμεινε για λίγο στην ίδια θέση. Τα είχε δει όλα. Και τώρα που η παράσταση
τελείωσε, χάθηκε ξανά πίσω από το χώρισμα.
Καθόμουν εκεί και χαμογελούσα ακόμη ταπεινωμένος και δυστυχής. Η
καρδιά μου έσταζε δάκρυ για Το Σκυλάκο που γελάει, για κάθε πετυχημένη
αράδα, για κάθε ψήγμα ποίησης, για την πρώτη μου ιστορία, ό,τι καλύτερο
είχα να επιδείξω στη ζωή μου. Ήταν το απόσταγμα απ' ό,τι πιο καλό είχα
μέσα μου, που το είχε αναγνωρίσει και τυπώσει ο μέγας Τζέι Σι Χάκμουθ κι
εκείνη το είχε κομματιάσει και το είχε πετάξει μέσα σ’ ένα πτυελοδοχείο.
Ύστερα από λίγο έσπρωξα την καρέκλα μου πίσω και σηκώθηκα έτοιμος
να φύγω. Εκείνη στεκότανε στο μπαρ και με παρακολουθούσε. Στο
πρόσωπό της υπήρχε λύπη για μένα κι ένα μικρό χαμόγελο μετάνοιας γι'
αυτό που είχε γίνει. Εγώ έκανα ότι δεν τη βλέπω, προχώρησα και βγήκα
στο δρόμο, ευχαριστημένος που ξανάκουγα το φρικτό πάταγο του τραμ και
τους ιδιόρρυθμους θορύβους της πόλης που μου βομβάρδιζαν τ' αυτιά και
βούλιαξα μέσα σε μια πλημμύρα θορύβων, βουής και φασαρίας. Έχωσα τα
χέρια στις τσέπες μου και έσυρα τα βήματά μου.
Δεν είχα κάνει ούτε είκοσι βήματα, όταν άκουσα κάποιον να με φωνάζει,
Γύρισα. Ήταν εκείνη που έτρεχε ανάλαφρα προς το μέρος μου. Νομίσματα
κουδούνιζαν στις τσέπες της. «Νεαρέ» φώναξε «νεαρέ».
Την περίμενα να έρθει κοντά μου. Μίλαγε γρήγορα, κομπιαστά, με μια
γλύκα στη φωνή. «Συγχώρεσέ με. Δεν το έκανα από κακία, πίστεψέ με».
«Δεν πειράζει» είπα.
Κοίταζε συνέχεια προς το μπαρ. «Πρέπει να πάω πίσω» είπε. «Θα μ’ έχουν
χάσει. Έλα αύριο πάλι, εντάξει; Σε παρακαλώ θα είμαι καλή.
Στενοχωρήθηκα πραγματικά, πάρα πολύ για το αποψινό. Σε παρακαλώ να
έρθεις, έτσι;» Μου έσφιξε το χέρι.
«Πες μου ότι θα έρθεις ... »
«Μπορεί».
Χαμογέλασε. «Συχωρεμένη;»
«Σίγουρα».
Στεκόμουνα στη μέση του πεζοδρομίου και την κοίταζα που έφευγε
τρέχοντας. Λίγα μέτρα πιο πέρα, γύρισε μου 'στειλε με το χέρι ένα φιλάκι
και φώναξε: «Αύριο βράδυ, μην το ξεχάσεις».
«Καμίγια» είπα. «Περίμενέ με, μια στιγμή μόνο!»
Αυτή τη φορά τρέξαμε κι οι δυο.
«Γρήγορα» μου είπε. «Θα με απολύσουνε».
Κοίταζα τα πόδια της. Εκείνη κατάλαβε τι θα επακολουθούσε κι εγώ την
ένιωσα που τραβήχτηκε μακριά μου. Ένα ωραίο αίσθημα με πλημμύριζε

τώρα, μια ψυχρότητα, κάτι καινούριο, σαν νέο πετσί. Μίλησα αργά. «Αυτές
τις χουαράτσες, Καμίγια, πρέπει οπωσδήποτε να τις φοράς; Πρέπει με
κάθε τρόπο, να τονίζεις ότι ήσουν, παραμένεις και θα είσαι και στο μέλλον,
μια μικρή λιγδιάρα Μεξικάνα;».
Με κοίταξε με φρίκη, με το στόμα μισάνοιχτο, πίεσε τα δυο της χέρια στο
στόμα και έφυγε τρέχοντας. Την άκουσα να βογκάει. «Αχ, αχ, αχ».
Τέντωσα τους ώμους μου και περπάτησα σφυρίζοντας ευχαριστημένος
στην άκρη του δρόμου. Δίπλα στις σχάρες του υπονόμου είδα μια μεγάλη
γόπα. Χωρίς ντροπή τη μάζεψα από κάτω, με το ένα μου πόδι πάταγα στα
νερά, την έχωσα στο στόμα, ρούφηξα τον καπνό και μετά τον έστειλα
ψηλά στ' αστέρια.
Ήμουν Αμερικάνος κι αισθανόμουν πολύ περήφανος γι' αυτό. Κι αυτή εδώ
η εκπληκτική πόλη με τους τεράστιους πλακόστρωτους δρόμους και τα
ψηλά κτίρια ήταν η φωνή της δικιάς μου Αμερικής. Απ' την άμμο και τους
κάκτους της ερήμου εμείς οι Αμερικάνοι φτιάξαμε μια ολόκληρη
αυτοκρατορία. Στην Καμίγια και στους ομοίους της είχε δοθεί η ευκαιρία
και τη χάσανε. Εμείς οι Αμερικάνοι φέραμε την αλλαγή και κάναμε
θαύματα. Ευχαριστώ το Θεό για τη χώρα μου. Ας είναι καλά ο Θεός που
έδωσε και γεννήθηκα Αμερικάνος!

6.

ΠΗΡΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓIA ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΟΥ, ΑΝΕΒΗΚΑ ΤΑ
σκονισμένα σκαλιά του Μπάνκερ Χιλ, πέρασα μπροστά απ' τα μαυρισμένα
από την αιθάλη ξύλινα σπιτάκια στο σκοτεινό δρόμο, άμμος, λάδια και
γράσα έπνιγαν τους θλιβερούς φοίνικες, που στέκονταν εκεί σαν
φυλακισμένοι που ψυχορραγούν αλυσοδεμένοι σ' ένα κομμάτι γης, με τα
πόδια τους θαμμένα κάτω απ' τις πλάκες του δρόμου. Σκόνη και
γερασμένα σπίτια, μαραμένοι άνθρωποι που κάθονταν στα παράθυρα,
γέροι που σέρνονταν έξω από τις πόρτες, γεμάτοι πόνους, προχωράνε
κατά μήκος του σκοτεινού δρόμου, γέροι από την Ιντιάνα και την Αϊόβα, το
Ιλινόις, τη Βοστώνη, το Κάνσας Σίτυ και την Ντε Μόινς, που πούλησαν το
βιός τους εκεί πέρα κι ήρθαν εδώ με τρένα, αυτοκίνητα, με κάθε μέσο, στη
χώρα των ηλιαχτίδων, για να πεθάνουν κάτω απ' τον ήλιο, τα λεφτά τους
τσίμα τσίμα για να περάσουνε μέχρι να τους σκοτώσει ο ήλιος,
ξεριζωμένοι, ζουν τις τελευταίες μέρες της ζωής τους, μακριά από τις βολές
τους στο Κάνσας Σίτυ, στο Σικάγο, στην Πιόρια, για μια θέση στον ήλιο. Κι
όταν φτάσανε εδώ, διαπιστώσανε ότι κάποιοι άλλοι, πιο μεγάλοι κλέφτες,
τα έχουν ήδη μοιράσει όλα, όλα ανήκουν σ' αυτούς, ακόμη κι ο ήλιος τού
ανήκει: ο Σμιθ, ο Τζόουνι και ο Πάρκερ, ο φαρμακοποιός, ο τραπεζικός, ο
φούρναρης, με τη σκόνη του Σικάγο, του Σινσινάτι και του Κλήβελαντ
ακόμη στις σόλες τους, προορισμένοι για να πεθάνουν στον ήλιο, μερικά
δολάρια κατατεθειμένα στην τράπεζα, αρκετά για μια συνδρομή στην
Τάιμς του Άντζελες, ίσα ίσα για να συντηρήσουνε τη χίμαιρα ότι εδώ είναι
ο παράδεισος κι ότι τα χαρτόκουτα που ζούνε είναι παλάτια. Αυτοί οι
ξεριζωμένοι, άδειοι και μελαγχολικοί άνθρωποι, γέροι και νέοι, από κάπου
έχουν έρθει, όλοι τους. Αυτοί ήταν οι συμπατριώτες μου, αυτοί ήταν οι
νεοκαλιφορνέζοι. Με τα φαρδιά ανοιχτόχρωμα καρό πουκαμισάκια και τα
γυαλιά ηλίου ζούσαν τον παράδεισό τους.
Κι όμως λίγο πιο κάτω στη Μέιν στρητ, στην Τάουνι, στο Σαν Πέδρο και
ένα-δυο χιλιόμετρα πιο κάτω, στην Πέμπτη οδό, ήταν οι άλλοι, δεκάδες

χιλιάδες απ' αυτούς αυτοί που δεν μπορούσαν ν' αποκτήσουν τα γυαλιά
ηλίου και τα καρό πουκάμισα των τεσσάρων δολαρίων, αυτοί που την
ημέρα κρύβονται μες στα σοκάκια και τις νύχτες γλιστράνε λαθραία στα
άσυλα. Γιατί η αστυνομία του Λος Άντζελες δε συλλαμβάνει ποτέ για
αλητεία κάποιον που φοράει καρό πουκάμισο και γυαλιά ηλίου. Αν τύχει
όμως να φοράς σκονισμένα παπούτσια και κανένα χοντρό πουλόβερ, σαν
κι αυτά που φοράνε στα μέρη που πέφτει χιόνι, τότε σε μαγκώσανε.
Λοιπόν, παιδιά, προμηθευτείτε ένα καρό πουκάμισο, ένα ζευγάρι γυαλιά
ηλίου, κι αν μπορέσετε ένα ζευγάρι άσπρα παπούτσια. Κάντε ότι ξέρετε
από τρόπους. Έτσι μπαίνετε παντού. Και σε λίγο, αφού πρώτα ρουφήξετε
τη δόση σας από την Τάιμς και την Εξάμινερ, θα μπορείτε να
ζητωκραυγάζετε τον ηλιόλουστο Νότο. Και μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει
εσείς θα μασάτε χάμπουργκερ, θα κατοικείτε στα σκονισμένα ανθυγιεινά
διαμερίσματα και ξενοδοχεία, όπου όμως κάθε πρωινό θα βλέπετε το μέγα
ήλιο, το αιώνιο γαλάζιο τ’ ουρανού, και οι δρόμοι θα μυρμηγκιάζουν από
βιαστικές γυναίκες που δε θα μπορέσετε ποτέ να αποκτήσετε, και οι ζεστές
μισοτροπικές νύχτες θα ξεχειλίζουν ρομαντισμό που δε θα μπορείτε να
χαρείτε, κι όμως θα ζείτε στον παράδεισο, παιδιά, στη χώρα που λάμπει ο
ήλιος.
Κι όσο γι' αυτούς που έχετε αφήσει πίσω, ε, σ' αυτούς μπορείτε να λέτε
ψέματα, γιατί έτσι κι αλλιώς την αλήθεια τη μισούνε κι ούτε θέλουν να την
ακούσουν, αφού κι εκείνοι ετοιμάζονται να έρθουν στον παράδεισο κάποια
στιγμή. Δεν μπορείτε να τους κοροϊδέψετε, γιατί ξέρουν πολύ καλά πώς
έχουν τα πράγματα στη Νότια Καλιφόρνια. Διαβάζουν, στο κάτω κάτω, τις
εφημερίδες και τα περιοδικά, που με δαύτα είναι γεμάτο κάθε περίπτερο,
σε κάθε γωνιά της Αμερικής. Κι όλοι τους έχουν δει τις φωτογραφίες με τις
βίλες των αστέρων του κινηματογράφου. Για την Καλιφόρνια δεν υπάρχει
τίποτε καινούριο να τους πει κανείς.
Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και συλλογιζόμουνα όλα αυτά. Έβλεπα
τις κόκκινες ανταύγειες απ' το Σεντ Πωλ Οτέλ να πηδάνε, μια μέσα και
μια έξω από το δωμάτιό μου, κι αισθανόμουν άθλια, γιατί αυτή τη νύχτα
συμπεριφέρθηκα κι εγώ σαν ένας απ' αυτούς, τους Σμιθ, τους Πάρκερ και
τους Τζόουνς, με τα απαίσια ονόματά τους, που με πληγώνανε και με
φωνάζανε μακαρονά, και λιγδιάρη, ακόμη και τα παΐδια τους με
πληγώνανε, εστί ακριβώς όπως άγω σε πλήγωσα απόψε το βράδυ. Με
πληγώσανε τόσο πολύ, που δε θα μπορούσα ποτέ να γίνω ένας απ’ αυτούς.
Με τον τρόπο τους με οδήγησαν στο διάβασμα και στα βιβλίο, με
ανάγκασα να κλειστό στον εαυτό μου και, τέλος, να φύγω μακριά απ' αυτή
τη μικρή πόλη του Κολοράντο και συχνά, Καμίγια, όταν βλέπω κάπου τα
πρόσωπα αυτά, αισθάνομαι τις πληγές ανοιχτές και τον ίδιο παλιό πόνο
και καμιά φορά που το σκέφτομαι χαίρομαι που βρίσκονται εδώ πέρα και
πεθαίνουνε κάτω απ' τον ήλιο, ξεριζωμένοι από την ίδια τους τη
σκληρότητα, οι ίδιοι άνθρωποι με τα σφιγμένα μικρά στόματα, η ίδια φάρα
ανθρώπων της μικρής μου πόλης, που γεμίζουν την άδεια ζωή τους μ’ έναν
εκθαμβωτικό ήλιο.
Τους έχω δει να κάθονται στις βεράντες των ξενοδοχείων, τους έχω δει να
λιάζονται στα πάρκα η να βγαίνουνε κούτσα κούτσα από άχαρες μικρές
εκκλησίες, με τα πρόσωπά τους άδεια από την παρουσία των αλλόκοτων

θεών τους, μπροστά στο ναό Aιμή, έξω από την εκκλησία του Ύψιστου
Εγώ.
Τους έχω δει να στριμώχνονται στις εξόδους των κινηματογράφων τους και
αποτύπωσα εκείνη τη στιγμή το βλέμμα τους πόσο άδειο, πόσο
ανέκφραστο είναι όταν ξανάβγαιναν στην πραγματικότητα και μετά
σέρνουνε τα πόδια τους για τα σπίτια τους, να διαβάσουνε την Τάιμς και ν'
ανακαλύψουνε τι συμβαίνει γύρω τους στον κόσμο. Έχω ξεράσει πάνω στις
εφημερίδες τους, έχω διαβάσει τη λογοτεχνία τους, έχω παρατηρήσει τα
ήθη και τις συνήθειές τους έχω φάει τα φαγητά τους, έχω ποθήσει τις
γυναίκες τους, έχω χαζέψει μπροστά στην τέχνη τους. Όμως είμαι φτωχός
και τ' όνομά μου τελειώνει σ' ένα απαλό φωνήεν κι αυτοί με μισούν, όπως
και τον πατέρα μου και τον πατέρα του πατέρα μου. Θα μου ρουφούσαν το
αίμα με μεγάλη ευχαρίστηση και θα μ' έβαζαν κάτω να με ποδοπατήσουν,
αλλά είναι πια πολύ γέροι και κάθονται και πεθαίνουν κάτω από τον ήλιο
και την καυτή σκόνη του δρόμου κι εγώ είμαι νέος και γεμάτος ελπίδα κι
αγάπη για τη χώρα μου και την εποχή μου κι όταν σου είπα απόψε τη λέξη
«λιγδιάρα» δεν την είπα από την καρδιά μου, αλλά ήταν η φαγούρα μιας
παλιάς πληγής και γω τώρα αισθάνομαι ντροπή που έκανα κάτι τόσο
φοβερό.

7.

ΠΟΤΕ ΠΟΤΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΤΟ ΑΛΤΑ ΛΟΜΑ ΟΤΕΛ ΚΑΙ ΘΥΜΑΜΑΙ
τους ανθρώπους που ζούσανε εκεί. Αναπολώ την πρώτη μου μέρα στο
ξενοδοχείο, καθώς περπατούσα στη σκοτεινή βεράντα με μια βαλίτσα σε
κάθε χέρι, μια γεμάτη με αντίτυπα του Σκυλάκου που γελάει. Έχει περάσει
πια τόσος καιρός κι όμως τα θυμάμαι όλα πολύ καλά. Είχα φτάσει στην
πόλη με το λεωφορείο, σκονισμένος μέχρι μέσα στα μαλλιά και στ' αυτιά
μου, σκόνη από το Ουαϊόμινγκ, τη Γιούτα και τη Νεβάδα.
«Θέλω ένα φτηνό δωμάτιο» είπα.
Η ιδιοκτήτρια ήταν μια ασπρομάλλα γυναίκα. Στο λαιμό της είχε
δαντελένιο κολάρο που την έσφιγγε σαν κορσές. Ήταν γύρω στα
εβδομήντα, μια ψηλή γυναίκα που γινόταν ακόμη ψηλότερη επειδή
στεκόταν στις μύτες των ποδιών της, καθώς με κοίταξε εξεταστικά πίσω
από τα γυαλιά της.
«Έχετε δουλειά;» με ρώτησε.
«Είμαι συγγραφέας» είπα. «Μια στιγμούλα να σας δείξω».
Άνοιξα τη βαλίτσα μου κι έβγαλα ένα περιοδικό. «Να, εδώ γράφω» της
εξήγησα. Τότε ακόμη ήμουν όλο φλόγα κι ένιωθα πολύ περήφανος. «Σας
χαρίζω ένα αντίτυπο της είπα. «Θα σας γράψω και αφιέρωση».
Πήρα έναν κoντυλoφόρo από τη ρεσεψιόν. Το μελάνι ήταν ξεραμένο κι
έπρεπε να τον βουτήξω στο μελανοδοχείο. Ψάχνοντας να βρω τι θα
γράψω, στριφογύριζα τη γλώσσα μου στο στόμα. «Πώς είναι το όνομά σας»
ρώτησα κι εκείνη μου το είπε ανόρεχτα, «Κυρία Χάργκρεϊβς. Γιατί;» Εγώ
αισθανόμουνα ότι της έκανα τιμή και δεν είχα χρόνο ν' απαντήσω σ'
ερωτήσεις. Πάνω από την ιστορία μου έγραψα: «Για την κυρία με την
ασύγκριτη χάρη, τα γλυκά μπλε μάτια και το γενναιόδωρο χαμόγελο, από
το συγγραφέα Αρτούρο Μπαντίνι».
Χαμογέλασε μ' ένα χαμόγελο που έδειχνε να της προκαλεί πόνο, το
πρόσωπό της γέμισε ρυτίδες και το ξεραμένο δέρμα γύρω στο στόμα και
στα μάγουλα φαινότανε να σκάει. «Μισώ τις ιστορίες με τους σκύλους»

είπε κι έβαλε το περιοδικό στην άκρη. Με κοίταξε πίσω από τα γυαλιά της
αφ' υψηλού. «Νεαρέ» είπε «μήπως είστε Μεξικάνος;»
Έδειξα τον εαυτό μου κι έσκασα στα γέλια.
«Μεξικάνος εγώ;» κούνησα το κεφάλι μου. «Είμαι Αμερικάνος, κυρία
Χάργκρεϊβς. Και κοιτάξτε, αυτή δεν είναι μια ιστορία για σκύλους.
Πρόκειται για την ιστορία ενός ανθρώπου, μια πολύ ωραία ιστορία. Σ'
ολόκληρο το διήγημα δεν υπάρχει ούτε ένας σκύλος».
«Δε θέλουμε Μεξικάνους σ' αυτό εδώ το ξενοδοχείο» είπε εκείνη.
«Δεν είμαι Μεξικάνος. Τον τίτλο για το διήγημα τον έχω πάρει από την
παροιμία. Ξέρετε αυτή που λέει: 'Και ο μικρός σκύλος γέλασε όταν είδε τι
ήταν το κυνήγι'».
«Oύτε και Εβραίους» είπε εκείνη.
Υπόγραψα στο βιβλίο των πελατών. Εκείνη την εποχή έκανα μια υπέροχη
υπογραφή, περίπλοκη, σωστό αραβούργημα, αδύνατο να διαβαστεί, με μια
μεγαλόπρεπη ουρά από κάτω, μια υπογραφή πιο μεγαλειώδη κι απ' αυτή
του μέγα Χάκμουθ. Στο τέλος συμπλήρωσα: «Μπάουλντερ, Κολοράντο».
Ερεύνησε αυτά που έγραψα γράμμα προς γράμμα.
Παγερά είπε: «Πώς είναι το όνομά σας νεαρέ;»
Απογοητεύτηκα γιατί είχε κιόλας ξεχάσει το όνομα του συγγραφέα του
Σκυλάκου που γελάει και το τυπωμένο με κεφαλαία γράμματα όνομά του.
Της το είπα. Το καταχώρησε σχολαστικά πάνω από την υπογραφή μου.
Μετά κοίταξε αυτό που έγραφα από κάτω.
«Κύριε Μπαντίνι» είπε, ενώ με κοίταζε ψυχρά, «το Μπάουλντερ δεν είναι
στο Κολοράντο».
Μα, και βέβαια είναι» είπα εγώ. «Από κει έρχομαι τώρα. Πριν από δυο
μέρες ήταν ακόμη εκεί».
Ήταν απόλυτα αποφασισμένη. «Το Μπάουλντερ είναι στη Νεμπράσκα.
Πριν από τριάντα χρόνια, όταν ήρθαμε εδώ με τον άντρα μου, περάσαμε
από το Μπάουλντερ της Νεμπράσκα. Θα μπορούσατε, αν δε σας κάνει
κόπο, να το αλλάξετε;»
«Κι όμως είναι στο Κολοράντο! Η μητέρα μου ζει εκεί κι ο πατέρας μου το
ίδιο. Κι εγώ εκεί πήγα σχολείο».
Έβαλε το χέρι της κάτω από τον πάγκο κι έβγαλε το περιοδικό. Μου το
έδωσε. «Σ' αυτό το ξενοδοχείο δεν υπάρχει θέση για σας, νεαρέ μου. Εδώ
μένουν μόνο καθώς πρέπει άτομα. Άνθρωποι με αρχές».
Δεν πήρα το περιοδικό. Ένιωθα τέτοια κoύραση, τσακισμένος από τη
μεγάλη διαδρομή με το λεωφορείο. «Εντάξει» είπα. «Βρίσκεται στη
Νεμπράσκα». Έσβησα το Κολοράντο κι από πάνω έγραψα Νεμπράσκα.
Φάνηκε ευχαριστημένη, χαμογέλασε και ξεφύλλισε το περιοδικό. «Ώστε
είστε συγγραφέας!» είπε.
«Πολύ ωραία!» Μετά άφησε κάτω το περιοδικό. «Καλώς ήλθατε στην
Καλιφόρνια μου είπε. «Θα σας αρέσει εδώ το μέρος!»
Αχ, αυτή η κυρία Χάργκρεϊβς! Τέτοια μοναξιά, τόσο χαμένη κι όμως
κρατούσε την περηφάνια της. Κάποιο απόγευμα με πήγε στο πάνω
πάτωμα, που βρισκόταν το διαμέρισμά της. Ήταν σαν να 'μπαινες σε
φρεσκοσκουπισμένο τάφο. Ο άντρας της ήταν πεθαμένος, αλλά τριάντα
χρόνια πριν είχε κάποιο μαγαζί που πούλαγε εργαλεία, στο Μπρίτζπορτ

του Κονέκτικατ. Η φωτογραφία του κρεμόταν στον τοίχο. Ένας υπέροχος
άνθρωπος, δεν κάπνιζε, δεν έπινε σταγόνα ποτό και πέθανε από συγκοπή
της καρδιάς. Από μια βαριά κορνίζα μας κοίταζε το σοβαρό οστεώδες
μούτρο του, που πάνω του αναγνώριζες την απέχθειά του για το κάπνισμα
και το ποτό. Εκεί βρισκόταν και το κρεβάτι που πάνω του είχε πεθάνει, ένα
κρεβάτι από μαόνι με λεπτά πόδια και ουρανό. Στην ντουλάπα
κρεμασμένα ακόμη τα ρούχα του, κάτω τα παπούτσια του, που απ' τα
χρόνια οι μύτες είχαν γυρίσει προς τα πάνω. Σ’ ένα περβάζι η θήκη με τα
ξυριστικά, ξυριζότανε μόνος του πάντα, και τ' όνομά του ήταν Μπερτ. Αχ,
αυτός ο Μπερτ! Μπερτ, του έλεγε, γιατί δεν πας στον μπαρμπέρη και ο
Μπερτ γέλαγε γιατί ήξερε ότι ο ίδιος ξύριζε καλύτερα από τους
επαγγελματίας μπαρμπέρηδες.
Ο Μπερτ συνήθιζε πάντα να σηκώνεται στις πέντε το πρωί. Στην
οικογένειά του ήταν δεκαπέντε παιδιά. Χρόνια ολόκληρα επισκεύαζε
μόνος του όλες τις ζημιές και τις βλάβες στο ξενοδοχείο. Σε τρεις βδομάδες
είχε βάψει ολόκληρο το ξενοδοχείο απέξω. Συνήθιζε να λέει ότι ήταν πολύ
καλύτερος μπογιατζής από τους επαγγελματίας μπογιατζήδες. Δυο
ολόκληρες ώρες μίλαγε για τον Μπερτ, Θεέ μου! Πόσο τον αγαπούσε,
ακόμη και πεθαμένο, άσε που δεν ήταν πεθαμένος· ζούσε και ζούσε μέσα
σ' αυτό το διαμέρισμα, τη φύλαγε, την προστάτευε και με προειδοποιούσε
να μην την πληγώσω. Ο Μπερτ με φόβιζε κι ήθελα να φύγω από κει μέσα
το συντομότερο. Ήπιαμε τσάι. Ήταν μπαγιάτικο. Η ζάχαρη ήταν παλιά και
σβωλιασμένη. Τα φλιτζάνια γεμάτα σκόνη, το τσάι είχε χάσει τη γεύση του
και τα κουλουράκια ξερά και μπαγιάτικα μύριζαν θανατίλα. Όταν
σηκώθηκα να φύγω, ο Μπερτ με ακολούθησε. Ήρθε μαζί μου έξω στην
πόρτα, στο διάδρομο μέχρι κάτω και μου υπενθύμιζε τελείως κυνικά να τον
σκέφτομαι. Δυο ολόκληρες νύχτες με κυνηγούσε, με απειλούσε, μου 'βαζε
χέρι μάλιστα, επειδή κάπνιζα.

Θυμάμαι ακόμη εκείνο τον πιτσιρικά από το Μέμφις. Δεν τον είχα ποτέ
ρωτήσει τ' όνομά του ούτε κι εκείνος το δικό μου. Λέγαμε ένα «Γεια» ο ένας
στον άλλο. Δεν ήταν πολύς καιρός που είχε έρθει, λίγες μόνο βδομάδες.
Έκρυβε συνεχώς το πρόσωπό του πίσω από τα μακριά του χέρια για να μη
φαίνονται τα σπυράκια του, όταν καθότανε στην μπροστινή βεράντα του
ξενοδοχείου· κάθε βράδυ καθότανε εκεί, μέχρι αργά τη νύχτα. Στις δώδεκα,
στις μία, στις δύο, όταν γύριζα, τον έβρισκα εκεί να κουνιέται στην
κουνιστή πολυθρόνα. Ζούλαγε με νευρικά δάχτυλα τα σπυράκια στο
πρόσωπό του κι έχωνε μετά τα δάχτυλά του μες στα μαύρα του μαλλιά.
«Γεια» έλεγα, «γεια» μου απάνταγε κι εκείνος.
Η αεικίνητη σκόνη του Λος Άντζελες του ανέβαζε τον πυρετό. Γύρναγε
πολύ περισσότερο απ' ό,τι εγώ κι όλη τη μέρα έψαχνε στα πάρκα για
διεστραμμένους έρωτες. Ήταν όμως τόσο άσκημος που δεν έβρισκε
ανταπόκριση στον πόθο του κι όταν οι νύχτες ήταν ζεστές και τ' αστέρια
κατέβαιναν χαμηλά στον ουρανό, μαζί με το κιτρινωπό φεγγάρι και τον
βασάνιζαν, έφευγε σαν κυνηγημένος από το δωμάτιό του και τριγύρναγε
μέχρι το χάραμα. Κάποια νύχτα μου άνοιξε την καρδιά του και μ' άφησε μ'

ένα απαίσιο συναίσθημα. Νοσταλγούσε το Μέμφις του Τενεσί, εκεί όπου οι
άνθρωποι είναι αληθινοί κι όπου η λέξη φίλος έχει ακόμη περιεχόμενο.
Κάποια μέρα θα έφευγε απ' αυτή τη μισητή πόλη, κάποια μέρα θα γύριζε
εκεί, όπου η φιλία σήμαινε ακόμη κάτι, και, πράγματι, κάποια μέρα
εξαφανίστηκε κι εγώ έλαβα μια κάρτα με την υπογραφή «Μέμφις Κιντ»
από το Φορτ Γουόρθ του Τέξας.
Στο ξενοδοχείο έμενε κι ο Χάιλμαν, αυτός που ήταν μέλος στη Λέσχη το
Βιβλίο του Mήνα. Ένα σωστό θηρίο, με χέρια σαν κορμούς δέντρων και
μπούτια που έδειχναν έτοιμα να σκίσουν το πανταλόνι. Ήταν υπάλληλος
σε τράπεζα. Η γυναίκα του ζούσε στη Μολάιν του Ιλινόις και είχε ένα γιο
στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Μισούσε όσους ήταν από τα νοτιοδυτικά
και το μίσος έσταζε από το μεγάλο πρόσωπό του, αλλά είχε προβλήματα
υγείας και η μοίρα του ήταν να μένει εδώ, γιατί αλλιώς θα πέθαινε.
Απεχθανόταν οτιδήποτε δυτικό. Αρρώσταινε κάθε φορά που μια δυτική
ομάδα κέρδιζε κάποια ανατολική. Έφτυνε όποιον τολμούσε να
αμφισβητήσει την ομάδα των Τρόιανς. Μισούσε τον ήλιο, καταριόταν την
ομίχλη, έβριζε τη βροχή κι ονειρευόταν πάντα τα χιόνια στα μεσοδυτικά.
Μια φορά το μήνα έφτανε ένα μεγάλο πακέτο με τ' όνομά του. Όποτε τον
συναντούσα στη βεράντα πάντα διάβαζε. Τα βιβλία του δεν ήθελε να μου
τα δανείσει.
«Θέμα αρχής» έλεγε ο Χάιλμαν.
Μου έδινε όμως τα Νέα της Λέσχης του Βιβλίου, ένα περιοδικό με τις νέες
εκδόσεις. Μου το άφηνε κάθε μήνα στο ταχυδρομικό κουτί.
Κι εκείνη η κοκκινομάλλα από το Σεντ Λούις, που ρώταγε συνέχεια για
τους Φιλιππινέζους. Πού μένουνε, πόσοι ζούνε στο Λος Άντζελες, αν ξέρω
προσωπικά κανέναν απ' αυτούς. Ένα κοκαλιάρικο, κοκκινομάλλικο κορίτσι
με φακίδες στο ντεκολτέ της, που είχε έρθει από το μακρινό Σεντ Λούις.
Φορούσε συνέχεια πράσινα ρούχα, το χαλκόχρωμο κεφάλι της ήταν πολύ
περίεργο για να 'ναι ωραίο, τα μάτια της πολύ γκρίζα για το πρόσωπό της.
Έκανε κι αυτή βόλτες μέσα στην κάψα. Μια φορά της έδωσα δανεικά ένα
εικοσιπεντάρι, κάποια άλλη φορά γραμματόσημα. Μίλαγε ασταμάτητα
για τους Φιλιππινέζους, τους λυπότανε και τους έβλεπε ν' αντιμετωπίζουν
με γενναιότητα τις προκαταλήψεις γύρω τους. Κάποια στιγμή
εξαφανίστηκε και λίγες μέρες αργότερα τη συνάντησα στο δρόμο τυχαία.
Τα χαλκόχρωμα μαλλιά της είχαν μαζέψει τις ηλιαχτίδες κι ένας
μικρόσωμος Φιλιππινέζος της κρατούσε το χέρι. Έδειχνε πολύ περήφανος
για κείνη. Οι βάτες στους ώμους του, το μεσάτο κοστούμι του ήταν
σύμφωνα με την τελευταία μόδα της περιοχής, αλλά παρόλο που φόραγε
ψηλοτάκουνες μπότες ήταν πολύ πιο κοντός από κείνη.
Απ' όλους στο ξενοδοχείο, μόνο ένας είχε διαβάσει το Σκυλάκο που γελάει.
Εκείνες τις πρώτες μέρες υπόγραψα μερικά περιοδικά και τα πήγα πάνω
στην αίθουσα υποδοχής, όπου τα σκόρπισα έτσι που να φαίνονται, στο
τραπεζάκι με τα βιβλία, στο ντιβάνι, ακόμη και στις βαθιές πέτσινες
πολυθρόνες, έτσι που για να κάτσει κάποιος έπρεπε να τα σηκώσει πρώτα.
Κανένας δεν τα διάβασε με μια μόνο εξαίρεση. Για μια βδομάδα ήταν
σκορπισμένα εδώ και κει και κανείς δεν τ' άγγιζε. Ακόμη και ο γιαπωνέζος
που συγύριζε το δωμάτιο δεν τα μετακινούσε. Τα βράδια έρχονταν εδώ οι
πελάτες και παίζανε μπριτζ και γενικά μαζεύονταν για να μιλήσουνε και

να ξεσκάσουν. Τρύπωνα κι εγώ, έβρισκα μια πολυθρόνα και
παρακολουθούσα. Ήταν αποθαρρυντικό. Μια χοντρή κυρία μάλιστα είχε
κάτσει πάνω στο περιοδικό και δεν μπήκε καν στον κόπο να το σπρώξει
λίγο πιο πέρα. Και ήρθε και η μέρα που ο νεαρός γιαπωνέζος μάζεψε τα
περιοδικά και τα εξαφάνισε με τάξη στο τραπεζάκι με τα βιβλία. Τώρα πια
μάζευαν σκόνη. Κάθε τόσο τα καθάριζα με το μαντίλι μου και τα άπλωνα
ξανά. Γύριζαν πάλι, χωρίς να τα έχει κανείς διαβάσει, στο τραπεζάκι. Ίσως
να το 'ξεραν ότι εγώ είχα γράψει σ' αυτό το περιοδικό και γι' αυτό το
αποφεύγανε.
Ίσως τους ήταν απλώς αδιάφορο. Ακόμη κι ο Χάιλμαν, που διάβαζε τόσο
πολύ. Ούτε η ιδιοκτήτρια. Κούναγα το κεφάλι μου: ήταν πολύ ηλίθιοι, όλοι
τους. Η ιστορία που είχα γράψει ήταν για το δικό τους το Μιντλγουέστ, για
το Κολοράντο μέσα σε μια χιονοθύελλα, κι όλοι αυτοί εδώ με τις
ξεριζωμένες ψυχές τους και τα ηλιοκαμένα πρόσωπά τους πέθαιναν μέσα
σε μια φλογισμένη έρημο και η δροσιά της πατρίδας τους με τα χιονισμένα
βουνά της ήταν εκεί, δίπλα τους, τόσο κοντά τους που έτσι να κάνανε θα
τα πιάνανε, μέσα στις σελίδες του μικρού αυτού περιοδικού. Και
σκεφτόμουνα, ε, δε βαριέσαι, έτσι γίνεται με όλους - Πόε, Ουίτμαν, Χάινε,
Ντράισερ και τώρα ο Μπαντίνι· και μ' αυτές τις σκέψεις ένιωθα λιγότερο
πληγωμένος κι όχι τόσο μόνος.
Ο μοναδικός άνθρωπος που διάβασε την ιστορία μου ήταν η Τζούντι
Πάλμερ. Εκείνο το απόγευμα χτύπησε την πόρτα μου κι όταν άνοιξα την
είδα να στέκεται μπροστά μου με το περιοδικό στο χέρι. Ήταν μόλις
δεκατεσσάρων χρόνων με κοντά καστανά τσουλούφια και μια κόκκινη
κορδέλα δεμένη στο μέτωπό της.
«Είσαστε ο κύριος Μπαντίνι;» μου είπε.
Στα μάτια της φαινότανε ότι είχε διαβάσει το Σκυλάκο που γελάει. Το
κατάλαβα στη στιγμή. «Διάβασες την ιστορία μου, έτσι δεν είναι;» είπα
εγώ. «Πώς σου φάνηκε;»
Έσφιξε το περιοδικό στο στήθος της και γέλασε. «Τη βρήκα υπέροχη» είπε
εκείνη, «Αχ, πραγματικά υπέροχη! Η κυρία Χάργκρεϊβς μου είπε ότι εσείς
την έχετε γράψει. Είπε επίσης ότι ίσως μου χαρίζατε ένα αντίτυπο».
Η καρδιά μου χτύπαγε ψηλά στο λαιμό μου.
«Έλα μέσα» της είπα. «Καλώς όρισες! Πάρε κάθισμα! Πώς σε λένε; Και
βέβαια θα σου δώσω ένα αντίτυπο. Και βέβαια! Σε παρακαλώ, μπες μέσα!»
Έτρεξα στην άλλη μεριά του δωματίου και πήρα την καλύτερη καρέκλα.
Εκείνη κάθισε ανάλαφρα, το κοριτσίστικα φορεματάκι δεν κάλυπτε τα
γόνατά της. «Θέλεις ένα ποτήρι νερό;» είπα. «Κάνει ζέστη σήμερα. Ίσως να
διψάς».
Δε δίψαγε όμως. Ήταν μόνο αμήχανη. Καταλάβαινα ότι της προξενούσα
φόβο. Προσπάθησα να είμαι πιο ευγενής γιατί δεν ήθελα να φύγει, Ήταν
ακόμη εκείνες οι πρώτες μέρες και είχα λίγα λεφτά. «Σ' αρέσουν τα
παγωτά;» της είπα. «Να πάω να σου πάρω ή μήπως θέλεις κάτι άλλο;»
«Δεν μπορώ να μείνω άλλο» είπε εκείνη. «Η μητέρα μου θα θυμώσει».
«Μένεις κι εσύ εδώ;» είπα εγώ. «Η μητέρα σου διάβασε την ιστορία; Πώς σε
λένε;» Γέλασα γεμάτος καμάρι. «Φυσικά, εσύ θα ξέρεις τ' όνομά μου ήδη»
είπα. «Είμαι ο Αρτούρο Μπαντίνι».
«Μα, και βέβαια!» Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα μάτια της άνοιξαν
διάπλατα από θαυμασμό, που μου' ρθε, την ίδια στιγμή, να πέσω στα

πόδια της και να κλάψω. Ένιωθα στο λαρύγγι μου έναν κόμπο συγκίνησης
και δεν μπορούσα να καταπιώ.
«Είσαι σίγουρη ότι δε θέλεις παγωτό;» ρώτησα.
Είχε ένα τόσο όμορφο τρόπο, έτσι όπως καθόταν με ανασηκωμένο λίγο το
ρoδαλό της πηγούνι, ενώ τα λεπτοκαμωμένα χέρια της αγκάλιαζαν το
περιοδικό. « Όχι, σας ευχαριστώ, κύριε Μπαντίνι».
«Τι θα 'λεγες για μια κόκα κόλα;» της είπα.
«Ευχαριστώ», μου χαμογέλασε. «Όχι.»
«Μια γκαζόζα;»
«Μα, όχι, σας παρακαλώ. Ευχαριστώ πολύ».
«Πώς σε λένε;» ρώτησα. «Εμένα με λένε ... » ευτυχώς σταμάτησα έγκαιρα.
«Τζούντι» είπε εκείνη.
«Τζούντι» είπα εγώ κι άρχισα να το λέω ξανά και ξανά.
«Τζούντι, Τζούντι! Ακούγεται τόσο όμορφα. Σαν τ' όνομα μιας μεγάλης
ηθοποιού. Είναι το πιο όμορφο όνομα που έχω ποτέ μου ακούσει!»
«Ευχαριστώ!» είπε εκείνη.
Άνοιξα το συρτάρι που είχα τα περιοδικά με την ιστορία μου. Υπήρχαν
ακόμη αρκετά, γύρω στα δεκαπέντε κομμάτια. «Θα σου δώσω ένα με
αφιέρωση. Θα γράψω κάτι ωραίο, κάτι ειδικά για σένα».
Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο από συγκίνηση. Αυτό εδώ το κοριτσάκι
δεν έπαιζε: ήτανε στ' αλήθεια αναστατωμένη κι η χαρά της ήταν
πραγματική και με χτύπαγε σαν παγωμένο νερό στο πρόσωπο. «Θα σου
δώσω δύο περιοδικά» της είπα «και θα γράψω αφιέρωση και στα δύο».
«Είσαστε τόσο ευγενικός κύριος» είπε, ενώ με παρακολουθούσε με
προσοχή που άνοιγα το μελανοδοχείο. «Το κατάλαβα αμέσως, μόλις
διάβασα την ιστορία σας».
«Δεν είμαι κύριος» είπα εγώ. «Δεν είμαι και πολύ πιο μεγάλος από σένα,
Τζούντι». Δεν ήθελα να με βλέπει μεγαλύτερό της. Ήθελα να μικρύνω τη
διαφορά μας στο ελάχιστο. «Είμαι μόλις δεκαοκτώ» της είπα ψέματα.
«Μόνο δεκαοκτώ;» Την είχα μπερδέψει.
«Ε, δεκαεννιά σε λίγους μήνες».
Έγραψα και στα δυο περιοδικά κάτι ιδιαίτερο. Δε θυμάμαι πια ακριβώς τις
λέξεις, αλλά ήταν κάτι καλό, βγαλμένο απ' την καρδιά μου, ένιωθα τόση
ευγνωμοσύνη. Κι όμως ήθελα κι άλλα από κείνη, ήθελα ν' ακούσω τη
φωνή της, που ήταν τόσο σιγανή, σαν ψίθυρος, ήθελα να την κρατήσω όσο
πιο πολύ γινότανε στο δωμάτιό μου.
«Θα μου έκανες μια πολύ μεγάλη τιμή» της είπα. «Θα μ' έκανες
πραγματικά ευτυχισμένο, αν μπορούσες να διαβάσεις την ιστορία μου
μεγαλόφωνα. Αυτό δεν το έχει κάνει κανείς ακόμη και θα με ευχαριστούσε
αφάνταστα να σ' ακούσω».
«Αχ, μα θα σας διαβάσω, με μεγάλη μου ευχαρίστηση!» είπε εκείνη,
ανακάθισε και τεντώθηκε στην καρέκλα όλο προθυμία.
Έπεσα στο κρεβάτι κι έχωσε το πρόσωπό μου στο μαξιλάρι και το
κοριτσάκι μού διάβασε με την πιο απαλή γλυκιά φωνούλα του την ιστορία
και στις πρώτες εκατό λέξεις μ' έκανε να αναλυθώ σε κλάματα. Ήταν ένα
όνειρο, η φωνή ενός αγγέλου γέμιζε το δωμάτιό μου, ύστερα από λίγο
κόμπιαζε κι εκείνη, και πότε πότε σταμάταγε το διάβασμα με
κομπιάσματα, λυγμούς και διαμαρτυρίες. «Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλοι»
μου είπε σε μια στιγμή «δεν μπορώ άλλο». Κ ι εγώ την κοίταξα και

προσπάθησα να την ηρεμήσω: «Πρέπει να συνεχίσεις, Τζούντι. Πίστεψέ με,
πρέπει!»
Κι όταν φτάσαμε στο ψηλότερο σημείο της συγκίνησής μας, μπήκε στο
δωμάτιο, ξαφνικά και απροειδοποίητα, μια χοντρή γυναίκα με ξινισμένα
μούτρα. Ήξερα ότι Ήξερα ότι ήταν η μητέρα της Τζούντι. Τ' αγριεμένα
μάτια της κοίταξαν πρώτα εμένα εξεταστικά και μετά την Τζούντι. Χωρίς
να πει κουβέντα, άρπαξε την Τζούντι από το χέρι και την τράβηξε έξω. Το
κοριτσάκι έσφιγγε τα περιοδικά στο μικρό του στήθος και πάνω από τον
ώμο της μου έστειλα ένα τελευταίο, μουσκεμένο βλέμμα για
αποχαιρετισμό. Έτσι ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί, εστί ξαφνικά πάλι
χάθηκε και δεν την ξαναείδα ποτέ μου. Ακόμη και για την κυρία
Χάργκρεϊβς ήταν ένα μυστήριο, γιατί είχανε φτάσει εκείνη τη μέρα και
φύγανε πάλι χωρίς να διανυκτερεύσουνε.

8.

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΑΚΜΟΥΘ ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΣΤΟ
ταχυδρομικό κουτί. Ήξερα ότι είναι δικό του. Το γράμμα του μπορούσα να
το αναγνωρίσω από ένα μίλι μακριά. Το ένιωθα ότι ήταν του Χάκμουθ και
ήταν σαν παγάκι που κατρακύλαγε στη ραχοκοκαλιά μου. Μου το έδωσε η
κυρία Χάργκρεϊβς.
Της το άρπαξα από τα χέρια.
«Καλά νέα;» ρώτησε, γιατί της χρωστούσα το νοίκι.
«Ποτέ δεν ξέρεις» είπα εγώ. «Όμως έτσι κι αλλιώς είναι από κάποιον πολύ
μεγάλο. Και άσπρες σελίδες να στείλει, θα 'ναι ένα καλό νέο».
Ήξερα βέβαια ότι, όπως το εννοούσε η κυρία Χάργκρεϊβς, τα νέα δεν
επρόκειτο να είναι καλά, γιατί δεν είχα στείλει στον παντοδύναμο
Χάκμουθ καμιά ιστορία. Αυτό εδώ το γράμμα ήταν η απάντησή του στο
μακροσκελές γράμμα που του είχα στείλει πριν από λίγες μέρες. Ο
Χάκμουθ απαντούσε αμέσως. Σ' εντυπωσίαζε με την ταχύτητά του.
Έριχνες ένα γράμμα στο ταχυδρομικό κουτί της γωνίας κι ώσπου να
γυρίσεις πίσω στο ξενοδοχείο, η απάντηση είχε φτάσει. Μάλιστα, μόνο που
τα γράμματά του ήταν πάντα τόσο σύντομα. Έστειλα ένα γράμμα
σαράντα σελίδων κι αυτός απαντούσε με μια φράση. Όμως, κατά κάποιο
τρόπο, καλά ήταν κι έτσι, γιατί οι απαντήσεις του χαράζονταν στο μυαλό
μου και τις μάθαινα απέξω. Είχε έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο να γράφει
ο Xάκμουθ. Είχε στυλ· ακόμη και τα κόμματα κι οι άνω τελείες του
χοροπηδούσαν πάνω κάτω. Συνήθιζα να βγάζω τα γραμματόσημα από τα
φάκελα, τα ξεκόλλαγα σιγά σιγά για να δω μήπως είχε γράψει τίποτε από
κάτω.
Κάθισα στο κρεβάτι μου και άνοιξα το γράμμα. Πάλι μια τηλεγραφική
αναγγελία, όχι περισσότερες από πενήντα λέξεις. Έγραφε:
Αγαπητέ κύριε Μπαντίνι,

Με την άδειά σας, θα αφαιρέσω την αρχή και το τέλος του μεγάλου
γράμματός σας και θα το δημοσιεύσω σαν διήγημα στο περιοδικό μου.
Νομίζω ότι έχετε κάνει πολύ καλή δουλειά. Πιστεύω ότι το «Mακρινoί
χαμένοι λόφοι» θα πηγαίνει σαν τίτλος. Σας εσωκλείω ένα τσεκ.
Ειλικρινά δικός σας
Τζέι Σι Χάκμουθ

Το γράμμα γλίστρησε από τα δάχτυλά μου και κυματίζοντας έπεσε στο
πάτωμα. Σηκώθηκα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, Πήγα στον άλλο
τοίχο, εκεί που κρεμότανε η φωτογραφία του Χάκμουθ και ακούμπησα τα
δάχτυλά μου πάνω στο αποφασιστικό πρόσωπο που με κοίταζε. Μάζεψα
πάλι το γράμμα και το ξαναδιάβασα. Πήγα στο παράθυρο, το άνοιξα,
πήδησα έξω κι έπεσα με τα μούτρα πάνω στο φωτεινό γρασίδι του λόφου.
Με τα δάχτυλα γαντζωνόμουνα πάνω του, κυλιόμουνα και στριφογύριζα
μπρούμυτα κι έχωνα το στόμα μου στο γρασίδι και το ξερίζωνα με τα
δόντια. Και τότε με πήρανε τα κλάματα. Ω, Θεέ μου, Χάκμουθ ... Γιατί είσαι
τόσο θαυμάσιος άνθρωπος; Πώς είναι κάτι τέτοιο δυνατό; Ξαναπήδησα στο
δωμάτιό μου, έψαξα μες στο φάκελο και βρήκα το τσεκ. Ήταν 175 δολάρια!
Ήμουν πάλι πλούσιος. 175 δολάρια! Ο Αρτούρο Μπαντίνι, συγγραφέας του
Σκυλάκου που γελάει και του Μακρινοί χαμένοι λόφοι!
Ξαναπήγα στον καθρέφτη και κούνησα με αναίδεια τη γροθιά μου. Εδώ
είμαι, άνθρωποι. Κοιτάξτε με την ησυχία σας ένα μεγάλο συγγραφέα.
Προσέξτε τα μάτια μου, άνθρωποι, τα μάτια ενός μεγάλου συγγραφέα.
Κοιτάξτε το σαγόνι μου, άνθρωποι. Είναι το σαγόνι ενός μεγάλου
συγγραφέα. Κοιτάξτε εδώ αυτά τα χέρια, άνθρωποι. Είναι τα χέρια που
δημιούργησαν το Σκυλάκο που γελάει και το Μακρινοί χαμένοι λόφοι.
Φοβέριζα με το δείχτη μου τριγύρω. Και όσον αφορά εσένα τώρα, Καμίγια
Λόπες, το βράδυ θα τα πούμε ένα χεράκι. Και σε προειδοποιώ, Καμίγια
Λόπες, βάλ' το καλά στο μυαλό σου ότι εγώ δεν είμαι όποιος κι όποιος,
αλλά ο Αρτούρο Μπαντίνι, ο συγγραφέας. Και σε παρακαλώ πολύ να μην
το ξεχάσεις.
Η κυρία Χάργκρεϊβς μου εξαργύρωσε το τσεκ. Πλήρωσα τα νοίκια που
χρώσταγα, πλήρωσα και δυο μήνες μπροστά και μου υπόγραψε μια
απόδειξη για ολόκληρο το ποσό. Έκανα μια κίνηση με το χέρι ότι δε
χρειάζεται. «Σας παρακαλώ, μην κάνετε τον κόπο, κυρία Χάργκρεϊβς. Έχω
απόλυτη εμπιστοσύνη σε σας». Επέμενε. Έβαλα την απόδειξη στην τσέπη
μου. Και μετά ακούμπησα πέντε δολάρια πάνω στον πάγκο. «Αυτά για
σας, κυρία Χάργκρεϊβς. Γιατί ήσαστε τόσο καλή μαζί μου». Αρνήθηκε. Τα
έσπρωξε προς το μέρος μου. «Γελοίο» είπε. Όμως εγώ δεν τα πήρα. Έφυγα
και κείνη έτρεξε ξοπίσω μου και με κυνήγησε μέχρι το δρόμο.
«Κύριε Μπαντίνι, επιμένω να πάρετε τα χρήματά σας».
«Πφου, πέντε ψωροδολάρια, χαράς το πράμα». Κούνησα αρνητικά το
κεφάλι μου. «Κυρία Χάργκρεϊβς, δεν υπάρχει περίπτωση να τα παρά».
Παζαρεύαμε στημένοι στη μέση του δρόμου, κάτω από τον καυτό ήλιο και
λογομαχούσαμε. Ήτανε άτεγκτη. Με παρακαλούσε να πάρω τα χρήματα.
Χαμογελούσα ήρεμα. «Όχι, κυρία Χάργκρεϊβς, λυπάμαι. Δεν αλλάζω ποτέ
τις αποφάσεις μου».
Σηκώθηκε κι έφυγε, χλoμή από λύσσα. Κρατούσε το χαρτονόμισμα με τις
άκρες των δαχτύλων της σαν να κράταγε ποντίκι από την ουρά. Κούνησα

το κεφάλι μου. Πέντε δολάρια! Πενταροδεκάρες για τον Αρτoύρο
Μπαντίνι, το συγγραφέα πλήθoυς ιστοριών, συμπεριλαμβανομένου και
του εκδότη του Τζέι Σι Χάκμουθ.
Περπάτησα κάτω στην πόλη, πέρασα μέσα από τους καυτούς γεμάτους
δρόμους, μέχρι να φτάσω στο μαγαζί της Μέι Κόμπανι. Εκεί αγόρασα το
πιο όμορφο κοστούμι που είχα ποτέ μου φορέσει, πράσινο με μια λεπτή
ρίγα και επιπλέον δύο πανταλόνια. Τώρα μπορούσα να είμαι συνέχεια
καλοντυμένος. Αγόρασα δίχρωμα παπούτσια, καφέ με άσπρο, αρκετά
πουκάμισα και πολλές κάλτσες. Και, τέλος, ένα καπέλο, σκούρο καφέ,
πραγματικός κετσές με άσπρη μεταξωτή φόδρα. Τα πανταλόνια θέλανε
στένεμα. Τους ζήτησα να βιαστούνε, Μέσα σε ελάχιστο χρόνο ήταν έτοιμα.
Μπήκα σ’ ένα δοκιμαστήριο και άλλαξα, φόρεσα τα καινούρια μου ρούχα
και τελευταίο κότσαρα το καπέλο μου. Τα παλιά μου ρούχα τα μάζεψε ο
υπάλληλος και τα έχωσε σε μια κούτα. Δεν τα ’θελα πια. Του είπα να τα
δώσει στο Στρατό της Σωτηρίας και τα καινούρια να μου τα στείλει στο
ξενοδοχείο. Βγαίνοντας αγόρασα κι ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου. Το
υπόλοιπο απόγευμα το πέρασα αγοράζοντας διάφορα μπιχλιμπίδια για να
σκοτώσω την ώρα μου. Αγόρασα τσιγάρα, γλυκά και φρουί γλασέ.
Αγόρασα ακριβό χαρτί για τη γραφομηχανή, λαστιχάκια, συνδετήρες,
μπλοκ σημειώσεων, ραφάκια για ντοσιέ κι ένα διακορευτή για να κάνω
τρύπες στο χαρτί. Εκτός απ' αυτά αγόρασα ένα φτηνό ρολόι, μια λάμπα
για το κρεβάτι, μια χτένα, οδοντόβουρτσα, οδοντόκρεμα, λοσιόν για τα
μαλλιά, κρέμα ξυρίσματος, λοσιόν για το δέρμα κι ένα μικρό φαρμακείο.
Σταμάτησα σ' ένα μαγαζί με γραβάτες κι αγόρασα γραβάτες, μια
καινούρια ζώνη και αλυσίδα για το ρολόι, μαντίλια, μπουρνούζι,
παντόφλες. Είχε βραδιάσει πια και δεν μπορούσα να γυρνάω άλλο με τα
ψώνια. Mπήκα σ' ένα ταξί και γύρισα πίσω.
Ήμουν πτώμα από την κούραση. Ο ιδρώτας πότιζε το καινούριο μου
κοστούμι κι έσταζε στα πόδια μου μέχρι κάτω τους αστραγάλους. Το είχα
όμως γλεντήσει. Έκανα ένα μπάνιο κι έτριψα το δέρμα μου με τη λοσιόν,
έπλυνα τα δόντια μου με την καινούρια οδοντόβουρτσα και τη νέα
οδοντόκρεμα. Μετά ξυρίστηκα με την καινούρια κρέμα ξυρίσματος και
μούσκεψα με τη λοσιόν για τα μαλλιά το κεφάλι μου. Για λίγη ώρα φόρεσα
τη ρόμπα και τις παντόφλες, ταχτοποίησα τα καινούρια χαρτιά μου και τα
υπόλοιπα πράγματα, κάπνισα τα καλά, φρέσκα τσιγάρα μου κι έφαγα
γλυκάκια.
Ο διανομέας της Μέι Κόμπανι μου έφερα σ' ένα μεγάλο χαρτόκουτο τα
υπόλοιπα ψώνια μου. Το άνοιξα και βρήκα μέσα, εκτός από τα καινούρια
μου ρούχα και τα παλιά. Τα πέταξα στα σκουπίδια. Ήταν ώρα να ντυθώ.
Δοκίμασα διάφορα σώβρακα, έβαλα ένα καινούριο πουκάμισο, φόρεσα
κάλτσες κι ένα άλλο πανταλόνι. Μετά έδεσα μια γραβάτα και γλίστρησα
στα καινούρια μου παπούτσια. Μπροστά στον καθρέφτη στάθηκα και
καπάκωσα με το καπέλο το κεφάλι μου, στραβά πάνω από το ένα μάτι και
εξέτασα τον εαυτό μου. Το πρόσωπο στον καθρέφτη μου φαινότανε πολύ
λίγο γνωστό. Η γραβάτα δε μου άρεσε, έβγαλα λοιπόν το σακάκι και
δοκίμασα άλλη. Ούτε αυτή μου άρεσε. Έτσι ξαφνικά, το ένα μού μύριζε και
τ' άλλο μού βρωμούσε, ένιωθα άσκημα. Ο κολλαριστός γιακάς μ' έπνιγε.
Το πανταλόνι μύριζε σαν το μαγαζί με τα ρούχα και με στένευε στα

μπούτια. Το καπέλο μ' έσφιγγε στους κροτάφους κι άρχισε να τρέχει
ιδρώτας. Ξαφνικά μ' έπιασε σ' όλο μου το σώμα μια φαγούρα κι όταν
έκανα ένα βήμα, τα παπούτσια έτριξαν σαν χαρτοσακούλα που
τσαλακώνεται. Η δυνατή μυρουδιά από τις λοσιόν μού έμπαινε στη μύτη κι
έκανα γκριμάτσες. Κύριε των Δυνάμεων, τι συνέβη με τον παλιό Μπαντίνι,
το συγγραφέα του Σκυλάκου που γελάει; Μπορούσε αυτός εδώ, ο
σφιγμένος μέχρι ασφυξίας τζιτζιφιόγκος, να είναι ο δημιουργός των
Μακρινών χαμένων λόφων; Τα πέταξα όλα από πάνω μου, έπλυνα από τις
μυρουδιές τα μαλλιά μου και πήγα και φόρεσα τα παλιά μου ρούχα, που
φάνηκαν πολύ ευχαριστημένα να μ' έχουν ξανά δικό τους. Με
συγκρατημένο ενθουσιασμό κoλλήσανε πάνω μου, και τα ταλαίπωρα
πόδια μου γλίστρησαν στα παλιά μου παπούτσια σαν να χώνονταν μέσα
σε παχιά κι απαλή ανοιξιάτικη χλόη.

9.

ΠΗΡΑ ΕΝΑ ΤΑΞΙ ΚΑΙ ΠΗΓΑ ΣΤΟ ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ ΜΠΟΥΦΕ. Ο ΟΔΗΓΟΣ
του το σταμάτησε μπροστά ακριβώς στην είσοδο. Κατέβηκα και τον
πλήρωσα με εικοσοδόλαρο. Δεν είχε να μου δώσει ρέστα. Xάρηκα, γιατί
όταν τελικά βρήκα ψιλά να τον πληρώσω, η Καμίγια έστεκε μπροστά στην
πόρτα. Σπανίως σταμάταγε ταξί μπροστά στο Κολούμπια Μπουφέ.
Μπαίνοντας χαιρέτησα την Καμίγια με το κεφάλι και πήγα και κάθισα στο
παλιό μου τραπεζάκι. Όταν ήρθε εκείνη, διάβαζα το γράμμα του Χάκμουθ.
«Είσαι θυμωμένος μαζί μου;» είπε.
«Από πού κι ως πού;» είπα εγώ.
Έκρυψε τα χέρια πίσω στην πλάτη της και κοίταξε χαμηλά στα πόδια της.
«Δε σου φαίνομαι αλλιώτικη;»
Φορούσε άσπρες γόβες με ψηλά τακούνια.
«Καλές είναι είπα και ξαναγύρισα στο γράμμα του Χάκμουθ. Κακιωμένη
εκείνη έστεκε και με παρακολουθούσε. Σήκωσα το βλέμμα και με το χέρι
τής έκανα νόημα να φύγει. «Με συγχωρείς» είπα «έχω δουλειά».
«Θέλεις να παραγγείλεις κάτι;»
«Ένα πούρο» είπα, «Ακριβό, Aβάνας».
Μου έφερε το κουτί και διάλεξα ένα. «Είναι ακριβά» μου είπε. «Είκοσι
πέντε σεντς».
Γέλασα και της έδωσα ένα δολάριο.
«Τα ρέστα δικά σου».
Αρνήθηκε να πάρει το μπουρμπουάρ.
«Όχι από σένα» είπε. «Είσαι φτωχαδάκι».
«Περάσανε αυτά» είπα γω και άναψα το πούρο. Άφησα τον καπνό να
βγαίνει σε τουλούπες από το στόμα μου, απλώθηκα στο κάθισμα και
κοίταζα ψηλά στο ταβάνι. «Δεν είναι κι άσχημο πούρο, μολονότι φτηνό»
είπα.
Η γυναικεία ορχήστρα στο βάθος μπουμπούνιζε για εκατομμυριοστή φορά
το Όβερ δε Γουέιβς. Ξίνισα τα μούτρα μου κι έσπρωξα στην Καμίγια τα
ρέστα. «Πες τους να παίξουν Στράους» είπα. «Κάτι βιεννέζικο».

Πήρε μόνο ένα εικοσπενταράκι αλλά επέμενα και τα πήρε όλα. Οι
γυναίκες της ορχήστρας μείνανε εμβρόντητες. Η Καμίγια έδειξε εμένα.
Μου κάνανε νόημα λάμποντας από χαρά. Εγώ ένευσα με σοβαρότητα.
Πέσανε με τα μούτρα στις Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης. Τα καινούρια
παπούτσια στενεύανε την Καμίγια. Δεν είχε πια εκείνο το παλιό πεταχτά
βάδισμα. Έσερνε τα βήματά της και δαγκωνότανε από τον πόνο.
«Θέλεις μια μπίρα;» με ρώτησε.
«Θέλω ένα σκοτς χάιμπολ» είπα γω. «Σεντ Τζέιμς».
Πήγε και το κουβέντιασε με τον μπάρμαν, μετά ήρθε ξανά πίσω. «Σεντ
Τζέιμς δεν έχουμε. Υπάρχει όμως Μπαλαντάινς. Αλλά είναι ακριβό.
Σαράντα σεντς».
Παράγγειλα ένα για μένα κι από ένα για τους δυο μπάρμαν. «Δε θα 'πρεπε
να πετάς έτσι τα λεφτά σου» είπε εκείνη. Ανταπόδωσα την πρόποση των
δύο μπάρμαν και ήπια μια γουλιά από το ουίσκι μου. Ξίνισα τα μούτρα
μου.
«Μπόμπα» είπα.
Στεκόταν εκεί με τα χέρια χωμένα στις τσέπες.
«Έλεγα ότι τα καινούρια παπούτσια μου θα σου αρέσανε» είπε εκείνη.
Είχα ξαναρχίσει να διαβάζω το γράμμα του Χάκμουθ.
«Καλά φαίνονται» είπα.
Έφυγε κουτσαίνοντας και πήγε σ' ένα τραπέζι, που μόλις είχε αδειάσει, για
να μαζέψει τ' άδεια ποτήρια της μπίρας. Την είχα πληγώσει, είχε
κατεβασμένο το κεφάλι κι έδειχνε στενοχωρημένη. Ήπια μια γουλιά απ' το
ουίσκι μου και ξαναδιάβασα το γράμμα του Χάκμουθ. Δεν πέρασε πολλή
ώρα και ξαναγύρισε.
«Έχεις αλλάξει» μου είπε. «Είσαι αλλιώτικος, πριν μου άρεσες πιο πολύ».
Χαμογέλασα και της χάιδεψα το χέρι. Ήταν ζεστό, λεπτοκαμωμένο,
μελαχρινό δέρμα, μακριά δάχτυλα. «Μικρή μου μεξικάνα πριγκίπισσα» της
είπα. «Είσαι τόσο γλυκιά, τόσο αθώα».
Τράβηξε με δύναμη το χέρι της, το χρώμα χάθηκε από το πρόσωπό της.
«Δεν είμαι Μεξικάνα!» είπε. «Είμαι Αμερικάνα!»
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.
«Όχι» είπα. «Για μένα θα είσαι πάντα μια μικρή και γλυκιά πεόν. Ένα
κορίτσι των λουλουδιών από το Μεξικό».
«Πουτάνας γιε, μακαρονά!» μου είπε.
Με έθιξε, αλλά συνέχισα να χαμογελάω. Έφυγε οργισμένη,
σκαμπανεβάζοντας πάνω στα παπούτσια της που πληγώνανε τα
ταλαιπωρημένα πόδια της. Μέσα μου ένιωθα απαίσια και το χαμόγελό μου
σαν να το 'χανε καρφώσει με πινέζες. Πήγε σ' ένα τραπεζάκι, κοντά στην
ορχήστρα, να το καθαρίσει. Το χέρι της έτριβε μανιασμένα, το πρόσωπό
της είχε γίνει μια σκοτεινή φλόγα. Όταν με κοίταξε το μίσος που έβγαινε
από τα μάτια της διαπέρασε την αίθουσα κι έφτασε σε μένα. Το γράμμα
του Χάκμουθ δε μ' ενδιέφερε πια. Το έχωσα στην τσέπη κι έμεινα στη θέση
μου με κατεβασμένο το κεφάλι. Ένα γνωστό συναίσθημα με πλημμύριζε
και συνειδητοποίησα ότι ήταν το ίδιο ακριβώς που είχα νιώσει και την
πρώτη φορά που είχα καθίσει εδώ. Εκείνη εξαφανίστηκε πίσω από το
χώρισμα. Όταν ξαναεμφανίστηκε κινιόταν και πάλι με χάρη, τα βήματά
της γρήγορα και σίγουρα. Είχε βγάλει τις άσπρες γόβες κι είχε φορέσει τις
παλιές χουαράτσες.

«Λυπάμαι» μου είπε.
«Όχι» είπα γω. «Δικό μου ήταν το λάθος, Καμίγια».
«Δεν έπρεπε να στο πω, αυτό που σου είπα».
«Είχες δίκιο. Εγώ έφταιγα».
Έσκυψα και κοίταξα τα πόδια της.
«Αυτές οι άσπρες γόβες ήταν υπέροχες. Έχεις πανέμορφα πόδια και σου
πηγαίνουν πάρα πολύ».
Έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου και με χάιδεψε. Ένιωσα τη θέρμη
της χαράς της να με διαπερνάει μόλις τα δάχτυλά της μ' άγγιξαν, ο λαιμός
μου έκαιγε και μια βαθιά ευτυχία τάραξε όλο μου το κορμί Ξαναπήγε πίσω
από το χώρισμα κι όταν βγήκε φόραγε τις άσπρες γόβες στα πόδια της. Σε
κάθε βήμα το πρόσωπό της έκανε μια μικρή σύσπαση κι όμως
χαμογελούσε με γενναιότητα. Την κοίταζα την ώρα που δούλευε. Η
παρουσία της και μόνο μου έφτιαχνε το κέφι, με ανέβαζε σαν το λάδι στο
νερό. Έπειτα από λίγη ώρα με ρώτησε αν έχω δικό μου αμάξι. Της είπα όχι.
Μου είπε ότι εκείνη είχε το δικό της παρκαρισμένο στο διπλανό πάρκιν,
μου περιέγραψε πώς ήταν και κανονίσαμε να συναντηθούμε εκεί μετά και
να πάμε βόλτα στη θάλασσα. Όταν σηκώθηκα να φύγω, ο ψηλός μπάρμαν
με το χλομό πρόσωπο σαν να με στραβοκοίταξε, Τον αγνόησα και βγήκα
έξω.
Το αυτοκίνητό της ήταν μια Φορντ διθέσια του '29. Από τις τρύπιες
ταπετσαρίες των καθισμάτων πετάγονταν τούφες η τζίβα. Οι
προφυλακτήρες ήταν στραπατσαρισμένοι και ουρανό τ' αμάξι δεν είχε.
Μπήκα και κάθισα. Άρχισα να παίζω με τα ντουλαπάκια του αυτοκινήτου.
Bρήκα το συμβόλαιο αγοράς. Ήταν στο όνομα Καμίγια Λομπάρντ κι όχι στ'
όνομα Καμίγια Λόπες.
Την είδα που ερχότανε κι είχε κάποιον μαζί της. Δεν μπορούσα ν'
αναγνωρίσω ποιος ήτανε, γιατί ήταν σκοτεινά, δεν είχε φεγγάρι κι είχε
πέσει μια λεπτή ομίχλη. Πλησιάσανε, ο άντρας ήταν ο ψηλός μπάρμαν.
Μου τον σύστησε, τον έλεγαν Σάμυ, ήταν σιωπηλός και δεν έδειχνε το
παραμικρό ενδιαφέρον. Τον πήγαμε μέχρι το σπίτι του. Από τη Σπρινγκ
στρητ κατεβήκαμε την Πρώτη, περάσαμε τις γραμμές του τρένου και
φτάσαμε στις γειτονιές των μαύρων. Σ' αυτή τη μεριά της πόλης ο θόρυβος
της μηχανής της Φορντ πολλαπλασιαζότανε απ' την ηχώ κι απλωνότανε
πάνω απ' τις βρώμικες παράγκες και τους σαπισμένους φράχτες. Εκείνος
κατέβηκε σ' ένα σημείο, όπου μια μισοξεραμένη πιπεριά είχε σκορπίσει στο
έδαφος ολόγυρα τα καφετιά ξεραμένα φύλλα της κι όπως προχώραγε στην
αυλή του σπιτιού ακούγονταν καθαρά τα πόδια του με το γρήγορο
περπάτημα που πατάγανε πάνω στα ξερά φύλλα.
«Ποιος ήταν αυτός;» τη ρώτησα.
Ήταν μόνο ένας φίλος, είπε, και δεν είχε διάθεση να κάνει κουβέντα αλλά
στενοχωριότανε γι' αυτόν· το πρόσωπό της όσο μίλαγε είχε εκείνη την
έκφραση που παίρνει κανείς όταν αναφέρεται σε κάποιο φίλο που είναι
άρρωστος. Με τον τρόπο που μίλαγε για κείνον μ' έπιασαν ζήλιες κι
άρχισα να τη βομβαρδίζω με μικροερωτήσεις. Ο έμμεσος τρόπος που μου
απάνταγε έκανε τα πράγματα χειρότερα. Γυρίσαμε πίσω από τον ίδιο
δρόμο, πάνω απ' τις γραμμές του τρένου, στο κέντρο της πόλης. Πάταγε
γκάζι και πέρναγε με κόκκινο, όταν δεν είχε άλλα αμάξια κι όταν της
έβγαινε κανείς μπροστά, πίεζε την παλάμη της πάνω στο στριγγλιάρικο

κλάξον. Ο ήχος απλωνότανε σαν κραυγή για βοήθεια πάνω απ' τα
φαράγγια που σχημάτιζαν τα κτίρια. Συνέχιζε να κορνάρει ακόμη κι όταν
δεν υπήρχε λόγος. Της το είπα αλλά εκείνη με αγνόησε.
«Εγώ οδηγάω» μου είπε.
Στο Ουάιλσαϊρ υπήρχε όριο ελάχιστης ταχύτητας. Η Φορντ δεν μπορούσε
να πιάσει το όριο, όμως εκείνη είχε πεισμώσει και πήγαινε στη μεσαία
λωρίδα, ενώ δεξιά κι αριστερά μας αναγκάζονταν να προσπερνάνε τα
γρηγορότερα αμάξια. Αυτό την εξόργιζε και κούναγε τη γροθιά της
απειλώντας και βρίζοντας. Έπειτα από μερικά χιλιόμετρα άρχισε να
γκρινιάζει για τα πόδια της και με παρακάλεσε να κρατήσω για λίγο το
τιμόνι. Ενώ εγώ οδηγούσα, εκείνη έσκυψε και έβγαλε τα παπούτσια της.
Όταν ξαναπήρε το τιμόνι άπλωσε το ένα πόδι της και το έβγαλε από το
παράθυρο της Φορντ. Την ίδια στιγμή ο αέρας της φούσκωσε το φουστάνι
και της σκέπασε το πρόσωπο. Εκείνη το 'πιασε και το μάγκωσε από κάτω
της, έτσι φαίνονταν τα μελαχρινά της πόδια έως πάνω και η κυλότα με τη
ροζ δαντελίτσα. Προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Μοτοσικλετιστές πέρναγαν
δίπλα μας κολλητά, οι οδηγοί που προσπέρναγαν φρενάρανε, κεφάλια
βγαίνανε απ' τα παράθυρα για να κοιτάξουνε τα όμορφα πόδια της. Αυτό
την εξόργιζε περισσότερο. Άρχιζε να φωνάζει στους θεατές της να κοιτάνε
τη δουλειά τους. Καθόμουνα δίπλα της, βαθιά στο κάθισμα και
προσπαθούσα να ευχαριστηθώ το τσιγάρο μου που καιγότανε
γρηγορότερα από τον αέρα που μας χτύπαγε.
Στη διασταύρωση Γουέστερν και Ουάιλσαϊρ υπήρχε ένα μεγάλο φανάρι:
ήταν ένα πολυσύχναστο μέρος και κόσμος πολύς μπαινόβγαινε στο
σινεμά, στα νυχτερινά κέντρα και στα ντράγκστορ. Το φανάρι δεν
μπορούσε να το αγνοήσει, γιατί μπροστά μας ήτανε αρκετά αυτοκίνητα
σταματημένα και περίμεναν το πράσινο. Τεντώθηκε πίσω στο κάθισμα,
ανυπόμονη και νευρική και κούναγε τα πόδια της πέρα δώθε. Διάφορες
φάτσες γύρναγαν και κοίταζαν, κλάξον κορνάρανε χαρούμενα και πίσω
μας κόρναρε μπάσα ένα αριστοκρατικό διθέσιο ανοιχτό αμάξι μ’ ένα
διαπεραστικό γιούχου. Με μάτια που αστράφτανε γύρισε και κούνησε τη
γροθιά της στον οδηγό του ρόουντστερ. Στο μεταξύ όλοι μας κοίταζαν,
όλοι χασκογελάγανε. Της έδωσα μια σπρωξιά.
«Βάλε τώρα το πόδι σου μέσα».
«Βούλωσ' το!» είπε εκείνη.
Έβγαλα το γράμμα του Χάκμουθ κι αναζήτησα εκεί παρηγοριά. Η
λεωφόρος ήταν καλοφωτισμένη, μπορούσα να διαβάζω τις λέξεις, όμως η
Φορντ τιναζότανε σαν μουλάρι, τραντάζονταν κι αναπηδούσε κόντρα στον
άνεμο. Εκείνη ένιωθε περήφανη για τ’ αμάξι της.
«Έχει καταπληκτική μηχανή» είπε.
«Ακούγεται καλά» είπα γω και κρατήθηκα γερά.
«Θα 'πρεπε ν' αγοράσεις και συ ένα αμάξι» είπε εκείνη.
Τη ρώτησα γιατί στο συμβόλαιο αγοράς γράφει Καμίγια Λομπάρντ. Τη
ρώτησα αν ήταν παντρεμένη.
«Όχι» είπε εκείνη.
«Τότε το Λομπάρντ από πού βγαίνει;»
«Έτσι για πλάκα» είπε εκείνη. «Μερικές φορές το χρησιμοποιώ
επαγγελματικά».

Δεν κατάλαβα τίποτα.
«Σ' αρέσει τ' όνομά σου εσένα;» με ρώτησε. «Δε θα προτιμούσες να λέγεσαι
Τζόνσον ή Ουίλιαμς ή κάπως έτσι;»
Της είπα ότι όχι, ήμoυνα ικανοποιημένος με τ' όνομά μου.
« Όχι, δεν είσαι» αντέτεινε εκείνη. «Το ξέρω πολύ καλά».
«Κι όμως είμαι» είπα εγώ.
«Όχι δεν είσαι».
Μετά το Μπέβερλι Χιλς η ομίχλη διαλύθηκε. Στις άκρες του δρόμου οι
φοίνικες διαγράφονταν πρασινωποί στο γαλαζωπό χρώμα της νύχτας και
η άσπρη γραμμή πάνω στην άσφαλτο ξετυλιγότανε σαν αναμμένο φυτίλι.
Διασχίσαμε μικρούς, χαμηλούς λόφους. Στις δυο πλευρές του δρόμου
ψηλοί φράχτες κι αμπέλια, ανάμεσά τους φύτρωναν αγριοφοίνικες και
κυπαρίσσια.
Χωρίς να 'χουμε ανταλλάξει κουβέντα φτάσαμε στην Παλισάντες και
συνεχίσαμε τρέχοντας δίπλα στα προστατευτικά κολονάκια που 'τανε
βαλμένα από την πλευρά του γκρεμού και της θάλασσας. Ένα παγωμένο
αεράκι μας χτύπησε. Το αμάξι στέναζε και κλυδωνιζότανε ολόκληρο. Από
κάτω, χαμηλά, ερχόταν το μουγκρητό της θάλασσας. Από πέρα, απ' τα
βαθιά απλωνότανε η καταχνιά και σκέπαζε αργά τη στεριά κι απ' τα
σωθικά της ξεπήδαγε ένας ολόκληρος στρατός από φαντάσματα. Κάτω
μας πάφλαζαν τα κύματα σαν άσπρες γροθιές που βάραγαν τη στεριά.
Τραβιόντουσαν για λίγο πίσω και ξαναγύριζαν για να ξαναχτυπήσoυν.
Και κάθε φορά που το κύμα υποχωρούσε η ακτή μόρφαζε σε μια
διαφορετική γκριμάτσα. Με δεύτερη ταχύτητα κατεβήκαμε ένα δρόμο
κορδέλα μέχρι κάτω στην παραλία. Οι μαύρες πλάκες του δρόμου ήταν
υγρές από την ομίχλη που τις έγλειφε. Ο αέρας ήταν πεντακάθαρος.
Γεμάτοι ευγνωμοσύνη τον εισπνέαμε. Εδώ δεν υπήρχε σκόνη.
Έστριψε και σταμάτησε το αμάξι στη φαρδιά λουρίδα της άσπρης άμμου.
Καθισμένοι μέσα κοιτάζαμε τη θάλασσα. Εδώ κάτω ήτανε ζεστά. Μου
'πιασε το χέρι.
«Θέλεις να μου μάθεις κολύμπι;» με ρώτησε.
«Όχι εδώ πέρα» είπα.
Τα κύματα ήταν πελώρια. Ήταν παλίρροια και τα νερά ανέβαιναν
γρήγορα. Εκατό μέτρα πιο βαθιά τα κύματα φούσκωναν κι έρχονταν στην
ακτή. Καθόμασταν εκεί και κοιτάζαμε πώς σκάγανε στην ακρογιαλιά σαν
αστροπελέκια οι μανιασμένοι αφροί.
«Να μάθεις κολύμπι σε ήσυχα νερά» είπα γω.
Γέλασε κι άρχισε να ξεντύνεται. Το δέρμα της ήταν μελαχρινό, φυσικό
μαύρισμα, όχι από ηλιοθεραπεία. Εγώ ήμουν κάτασπρος σαν φάντασμα.
Είχα κάνει και κοιλίτσα. Τη ρούφηξα μέσα για να μη φαίνεται. Κοίταζε
καλά καλά την άσπρη επιδερμίδα μου, τους γοφούς μου, τα πόδια μου και
χαμογέλασε. Χάρηκα όταν προχώρησε στο νερό.
Η άμμος ήταν απαλή και ζεστή. Καθίσαμε κοιτάζοντας τη θάλασσα και
κουβεντιάζαμε για το κολύμπι. Της έδειξα τους βασικούς κανόνες. Ήταν
ξαπλωμένη μπρούμυτα και ανοιγόκλεινε τα χέρια της και χτύπαγε τα
πόδια της. Άμμος τη χτύπαγε στο πρόσωπο. Ανόρεχτα επαναλάμβανε τις
κινήσεις που της έδειχνα. Κάποια στιγμή σηκώθηκε όρθια.
«Δεν έχω καμιά όρεξη να μάθω κολύμπι» είπε.

Πιασμένοι χέρι χέρι μπήκαμε στο νερό, πάνω μας είχε κολλήσει άμμος.
Στην αρχή το νερό ήταν παγωμένο, μετά όμως ήταν καλό. Πρώτη φορά
στη ζωή μου σε ανοιχτή θάλασσα! Περπάτησα στα κύματα μέχρι που
βυθίστηκαν οι ώμοι μου στο νερό και τότε προσπάθησα να κολυμπήσω. Τα
κύματα με σηκώνανε ψηλά. Άρχισα να βουτάω κάτω από τα μεγάλα
κύματα που έφευγαν πίσω μου χωρίς να με πειράζουνε καθόλου. Μάθαινα
γρήγορα. Όταν έρχονταν τα μεγάλα κύματα βούταγα στην αφρισμένη
κορυφή και αφηνόμουνα να με πηγαίνει προς τη στεριά.
Παρακολουθούσα την Καμίγια με το βλέμμα μου. Mπήκε στο νερό μέχρι
τα γόνατα και μόλις έβλεπε ένα κύμα να 'ρχεται το 'βαζε στα πόδια κι
έβγαινε στην αμμουδιά. Και μετά ξαναγύριζε. Φώναζε ενθουσιασμένη.
Ένα μεγάλο κύμα την πρόλαβε κι εκείνη κυλίστηκε κάτω και χάθηκε. Μια
στιγμή αργότερα βγήκε στην επιφάνεια γελώντας και ξεφωνίζοντας. Της
φώναξα να προσέχει, εκείνη ταλαντεύτηκε στον αφρό του καινούριου
κύματος που τη σήκωσε και μετά τη ρούφηξε. Παρακολούθησα το κύμα να
την κυλάει σαν ένα τσαμπί μπανάνες. Το νερό την έβγαλε στη στεριά.
Περπάτησε στην άμμο, το κορμί της γυάλιζε, τα χέρια της στα μαλλιά της.
Κολύμπησα μέχρι που εξαντλήθηκα και βγήκα απ' το νερό. Τα μάτια μου
έτσουζαν απ' το αλάτι. Έπεσα αποκαμωμένος στην άμμο με κομμένη την
ανάσα. Σε λίγα λεπτά συνήλθα κι ανακάθισα. Είχα όρεξη για ένα τσιγάρο.
Η Καμίγια δε φαινότανε πουθενά. Πήγα προς τ' αυτοκίνητο, νόμιζα ότι θα
ήταν εκεί. Δεν ήταν όμως. Έτρεξα στο νερό και κοίταξα τ' αφρισμένα
κύματα και τις δίνες. Τη φώναξα.
Και τότε την άκουσα. Οι κραυγές της έρχονταν από μακριά, πέρα από τον
κυματοθραύστη με τους μεγάλους βράχους που ήταν ποντισμένοι στη
θάλασσα και χάνονταν στην ομίχλη. Ήταν σίγουρα πάνω από εκατό
μέτρα απόσταση. Άκουσα ξανά τη φωνή της. «Βοήθεια!» Έτρεξα στο νερό,
βούτηξα στο πρώτο κύμα κι άρχισα να κολυμπάω. Δεν άκουγα πια τη
φωνή της μες στον παφλασμό. « Έρχομαι» ούρλιαξα ξανά και ξανά, μέχρι
που δεν μπορούσα άλλο, έπρεπε να κρατήσω δυνάμεις. Με τα μεγάλα
κύματα ήταν πιο εύκολο, γιατί βούταγα και τα προσπέρναγα. Αυτά που με
ζαλίζανε ήταν τα πιο μικρά που με χτυπάγανε στο πρόσωπο και μου
κόβανε την ανάσα. Τελικά είχα φτάσει στο σημείο της μεγάλης
θαλασσοταραχής. Τα μικρά κύματα με πνίγανε, οι φωνές της είχαν πια
τελείως χαθεί. Με τα χέρια μου έσκαβα το νερό και περίμενα την επόμενη
κραυγή. Δεν ερχότανε. Ούρλιαξα. Η φωνή μου ήταν αδύναμη, μια φωνή
μέσ' από το νερό.
Ξαφνικά ένιωσα αδύναμος. Τα μικρά κύματα χτυπιόνταν από πάνω μου.
Κατάπια νερό, πνιγόμουνα. Προσευχόμουνα, βογκούσα και χτύπαγα το
νερό. Κι όμως ήξερα ότι δεν είχε νόημα. Εδώ στα βαθιά η θάλασσα ήταν
ήσυχη. Απ' το μέρος της ακτής άκουγα το βουητό των κυμάτων. Φώναξα
και περίμενα, μετά ξαναφώναξα. Καμιά απάντηση, ούτε ένας ήχος, έξω
από τα αδύναμα σπλατς των χεριών μου και το θόρυβο των μικρών
ανήσυχων κυμάτων. Και τότε κάτι συνέβη στα δάχτυλα του δεξιού μου
ποδιού. Κράμπα. Μόλις τεντώθηκα ο πόνος έφτασε στο μπούτι. Ήθελα να
ζήσω. Θεέ μου, μη με πάρεις από τώρα! Κολύμπαγα στα τυφλά να φτάσω
στη στεριά. Ξανάπεσα στα μεγάλα κύματα και τ’ άκουγα σαν βροντές.
Ήτανε πια πολύ αργά. Δεν μπορούσα να κολυμπήσω άλλο, τα χέρια μου

είχαν κουραστεί, το πόδι μου πόναγε φοβερά. Ν’ αναπνεύσω, το μόνο που
ήθελα. Κάτω από το νερό τα ρεύματα με ρουφάγανε, με στριφογυρίζανε,
με πνίγανε. Αυτό ήταν, λοιπόν, το τέλος της Καμίγια και το τέλος του
Αρτούρο Μπαντίνι. Αλλά κι αυτή ακόμη τη στιγμή την έβλεπα πάνω σε
μια κόλλα χαρτιού, στη γραφομηχανή και την κατέγραφα λεπτομερειακά,
ενώ αγωνιζόμουνα στα φουρτουνιασμένα νερά σίγουρος πια ότι δεν
επρόκειτο να ξαναβγώ από δω ζωντανός. Και εντελώς ξαφνικά, το νερό
μου έφτανε μέχρι τη μέση, αλλά ήμoυνα πολύ αδύναμος και
καταπονημένος για να κάνω οτιδήποτε. Αβοήθητο με πηγαινοέφερνε το
νερό, το μυαλό μου όμως σε καταπληκτική διαύγεια ανασυνέθετε την
ιστορία και μου έβρισκε τα κατάλληλα επίθετα. Το επόμενο κύμα έσκασε
στο στήθος μου και με πέταξε στα ρηχά κι εγώ σύρθηκα στα τέσσερα, ενώ
προβληματιζόμουνα σοβαρά για το αν θα μπορούσα ίσως να γράψω για
όλα αυτά ένα ποίημα. Έφερα στο μυαλό μου την Καμίγια που έμεινε εκεί
έξω και ξέσπασα σε λυγμούς κι ένιωσα τα δάκρυά μου αλμυρά, όπως το
νερό της θάλασσας. Δεν μπορούσα να μένω έτσι πεσμένος, χωρίς να κάνω
κάτι, έπρεπε να καλέσω βοήθεια. Σηκώθηκα στα πόδια μου και βάδισα
τρικλίζοντας προς τ' αυτοκίνητο. Παγωμένος απ' την ταλαιπωρία με τα
δόντια μου να χτυπάνε κλακέτες.
Γύρισα και κοίταξα προς τον ωκεανό. Καμιά πενηνταριά βήματα πιο κει,
στα ρηχά, περπάταγε η Καμίγια κι ερχότανε προς τα έξω. Πνιγότανε από
τα γέλια με το τρομερό κάζο που μου είχε κάνει κι όταν την είδα να
βυθίζεται στο επόμενο κύμα μ' όλη τη χάρη και την τελειότητα μιας
βίδρας, δεν το βρήκα καθόλου μα καθόλου αστείο. Πήγα προς το μέρος της.
Ένιωθα σε κάθε νέο βήμα τις δυνάμεις μου να ξαναέρχονται κι όταν πια
έφτασα κοντά της, την έπιασα με τα δυο μου χέρια και τη σήκωσα ψηλά,
πάνω από τους ώμους, χωρίς να δίνω σημασία στις φωνές της, στα νύχια
της που μου γρατσούναγαν το κεφάλι και μου ξερίζωναν τα μαλλιά. Τη
σήκωσα όσο πιο ψηλά φτάνανε τα χέρια μου και την εκσφενδόνισα σ' ένα
λάκκο με λίγους πόντους νερό. Έσκασε μ' έναν υπόκωφο γδούπο που της
έκοψε την ανάσα. Πήγα κατά κει και την άρπαξα από τα μαλλιά και της
έτριψα τη μούρη μες στη βρώμικη άμμο. Την άφησα να σέρνεται στα
τέσσερα, να κλαίει και να βογκάει και γύρισα στ' αμάξι. Προηγουμένως
κάτι είχε αναφέρει για κουβέρτες στο πορτμπαγκάζ. Πήρα μία,
κουκουλώθηκα και ξάπλωσα στην άμμο.
Έπειτα από λίγο ήρθε πατώντας στην άμμο που βούλιαζε και με βρήκε
τυλιγμένο στην κουβέρτα. Τα νερά στάζανε από πάνω της, στάθηκε
μπροστά μου ξεπλυμένη, στριφογυρίζοντας μου έδειχνε περήφανη τη
γύμνια της.
«Σ' αρέσω ακόμη;»
Της έριχνα κλεφτές ματιές. Έμεινα βουβός, κούναγα το κεφάλι κι έκανα
μορφασμούς. Πάτησε πάνω στην κουβέρτα και μου ζήτησε να της κάνω
χώρο. Έκανα στο πλάι κι εκείνη γλίστρησε από κάτω, το κορμί της λείο,
ξεπαγιασμένο. Μου ζήτησε να την πάρω αγκαλιά και γω την έσφιξα, με
φίλησε, τα χείλη της υγρά και παγωμένα. Ώρα πoλλή μείναμε εκεί
ξαπλωμένοι κι εγώ ένιωθα ανήσυχος, φοβισμένος κι ούτε ίχνος πόθου.
Ένα γκρίζο λουλούδι είχε φυτρώσει ανάμεσά μας, μια σκέψη έπαιρνε
σχήμα και μίλαγε για το χάσμα που υπήρχε και μας χώριζε. Δεν
καταλάβαινα τι ήταν αυτό. Την ένιωθα που περίμενε. Της χάιδεψα την

κοιλιά και τα πόδια ψηλά, ψηλαφούσα να βρω τη δικιά μου επιθυμία,
έψαχνα αδέξια τον πόθο και το πάθος μου, κατέβαλα προσπάθειες γι'
αυτό, ενώ εκείνη περίμενε, τράβηξα με δύναμη τα μαλλιά μου κι
εκλιπαρούσα σιωπηλός, όμως δε γινότανε τίποτε, απολύτως τίποτε, μόνο η
σκέψη μου που γύρναγε στο γράμμα του Χάκμουθ και σ' αυτά που είχα στο
μυαλό μου να γράψω, καθόλου επιθυμία, μόνο φόβος, ντροπή και
ταπείνωση. Ένιωθα τύψεις κι έβρισα τον εαυτό μου κι ήθελα μόνο να
σηκωθώ και να ξαναπάω να χαθώ στο νερό. Κατάλαβε τις αναστολές μου.
Μ' ένα ψεύτικο γέλιο σηκώθηκε και βάλθηκε να στεγνώνει τα μαλλιά της
με την κουβέρτα.
«Νόμιζα ότι σου αρέσω» μου είπε.
Δεν μπόρεσα ν' απαντήσω. Με κυρτούς ώμους σηκώθηκα. Ντυθήκαμε και
φύγαμε για το Λος Άντζελες. Στο δρόμο ούτε μια κουβέντα. Εκείνη άναψε
τσιγάρο και με κοίταξε περίεργα, με σφιγμένα χείλη. Μου φύσαγε τον
καπνό στα μούτρα. Της πήρα το τσιγάρο από το στόμα και το πέταξα.
Άναψε αμέσως άλλο και τράβηξε τον καπνό βαριεστημένα,
διασκεδάζοντας και δείχνοντάς μου την περιφρόνησή της. Τη μίσησα.
Πίσω από τα βουνά, στ' ανατολικά, σαν δέσμες φωτός από πολλούς
προβολείς, διασταυρώνονταν στον ουρανό οι ακτίνες του ήλιου. Γι' άλλη
μια φορά έβγαλα το γράμμα του Χάκμουθ από την τσέπη μου και το
ξαναδιάβασα. Κάπου εκεί στ' ανατολικά, στη Νέα Υόρκη, αυτή τη στιγμή ο
Χάκμουθ θα πήγαινε στο γραφείο του. Και μέσα σ’ αυτό το γραφείο
βρίσκεται το χειρόγραφό μου Μακρινοί χαμένοι λόφοι. Ο Έρωτας δεν είναι
το παν στη ζωή. Ούτε οι γυναίκες. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να
σπαταλιέται άσκοπα.
Φτάσαμε στην πόλη, της είπα πού έμενα.
«Στο Μπάνκερ Χιλ;» έβαλε τα γέλια. «Ακριβώς το σωστό μέρος για σένα».
«Φυσικά» είπα. «Στο ξενοδοχείο μου δεν επιτρέπεται η είσοδος σε
Μεξικάνους».
Έκανε κακό και στους δυο μας. Σταμάτησε μπροστά στο ξενοδοχείο κι
έσβησε τη μηχανή. Καθισμένος ακόμη, αναρωτιόμουν αν υπήρχε άλλο
τίποτε να πούμε, και δεν υπήρχε. Κατέβηκα, κούνησα το κεφάλι και
προχώρησα στο ξενοδοχείο. Στην πλάτη μου ένιωθα τα μάτια της λεπίδες
να με καρφώνουνε. Όταν έφτασα στην πόρτα, με φώναξε. Γύρισα πίσω στ'
αμάξι.
«Δε θα μου δώσεις ένα φιλάκι για καληνύχτα;»
Τη φίλησα.
«Όχι έτσι».
Τα χέρια της τυλίχτηκαν στο λαιμό μου. Με τράβηξε πάνω της και
κάρφωσε τα δόντια της στο κάτω μου χείλι. Με πόνεσε και πάλεψα να την
ξεκολλήσω. Καθότανε με το χέρι ακουμπισμένο πάνω στο κάθισμα,
χαμογέλαγε και με παρακολουθούσε που πήγαινα στο ξενοδοχείο.
Έβγαλα το μαντίλι και σκούπισα τα χείλη μου. Πάνω του αποτυπώθηκε η
ματωμένη πληγή μου.
Κατέβηκα τον γκρίζο διάδρομο και πήγα στο δωμάτιό μου. Μόλις έκλεισα
την πόρτα πίσω μου, ξεπήδησε και με κυρίευσε όλη η επιθυμία που πριν
δεν ερχότανε. Με σφυροκόπαγε μέσα στο κρανίο και μυρμήγκιαζε στα

δάχτυλά μου. Ρίχτηκα στο κρεβάτι και ξέσκισα με τα νύχια μου το
μαξιλάρι.

10.

ΟΛΗ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΔΕ ΜΟΥ ΒΓΗΚΕ ΑΠ' ΤΟ ΜΥΑΛΟ. ΘΥΜΟΜΟΥΝΑ
το γυμνό μελαχρινό κορμί της και το στόμα της, τη γεύση του φιλιού και τα
παγωμένα χείλη όταν βγήκε από τη θάλασσα, ξανάβλεπα τον εαυτό μου
κάτασπρο και παρθένο να ρουφάω το στομάχι μου κι όπως στεκόμουνα
στην αμμουδιά να βάζω τα χέρια μπροστά μου για να κρύψω τη γύμνια
μου. Και βημάτιζα πάνω κάτω στο δωμάτιο. Αργά το απόγευμα, ήμουνα
ένα πτώμα και δεν μπορούσα πια να βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Κάθισα κάτω κι άρχισα να γράφω στη γραφομηχανή, όμως αυτό που
έβγαινε ήταν αυτό που θα ήθελα να έχει συμβεί, ξεπήδαγε από μέσα μου
με τέτοια ορμή και πάθος που η φουκαριάρα η γραφομηχανή γλίστραγε κι
έφευγε πάνω στο τραπέζι. Στο χαρτί γινόμουνα τίγρης κι όρμαγα πάνω
της, τη χτύπαγα κάτω και την υπέτασσα με τη φοβερή μου δύναμη. Και
τέλειωνε καθώς εκείνη σερνότανε στην άμμο, με δάκρυα στο πρόσωπο και
ικέτευε να της δείξω επιείκεια. Ωραίο. Καταπληκτικό. Κι όμως όταν το
ξαναδιάβασα ήταν άθλιο και βαρετό. Έσκισα τα χαρτιά και τα πέταξα.
Ο Χέλφρικ μου χτύπησε την πόρτα. Ήταν χλομός κι έτρεμε, το δέρμα του
σαν μουσκεμένο χαρτί. Έκανε αποτοξίνωση από το αλκοόλ: δε θα
ξανάγγιζε σταγόνα οινόπνευμα. Κάθισε άκρη άκρη στο κρεβάτι και
σταύρωσε με τάξη τα κοκαλιάρικα δάχτυλά του. Γεμάτος νοσταλγία για το
κρέας, για τις παλιές καλές μπριζόλες, που αγόραζε στο Κάνσας Σίτυ, για
τα πεντανόστιμα φιλέτα και για τα τραγανιστά αρνίσια παϊδάκια. Πού
τέτοια πράγματα εδώ, στη χώρα του παντοτινού ήλιου, όπου τα ζώα μόνο
ξερά βάτα και ηλιαχτίδες βρίσκουν για βοσκή και το κρέας που πουλάνε
είναι σκουληκιασμένο και βαμμένο για να φαίνεται κόκκινο και φρέσκο.
Mήπως παρεμπιπτόντως θα μπορούσα να του δανείσω πενήντα σεντς; Του
έδωσα τα λεφτά κι εκείνος κατέβηκε στον κρεοπώλη της Όλιβ στρητ.
Σχεδόν αμέσως γύρισε πάλι στο δωμάτιό του και ο κάτω όροφος του

ξενοδοχείο γέμισε από τη δυνατή μυρουδιά ψημένου συκωτιού και
κρεμμυδιού. Πήγα στο δωμάτιό του. Τον βρήκα καθισμένο μπροστά σ' ένα
πιάτο, το στόμα γεμάτο, τα αδύναμα σαγόνια του κάνανε βαριά δουλειά.
Κούνησε το πιρούνι προς τα μένα. «Δε θα το ξεχάσω αυτό ποτέ, νεαρέ μου.
Θα στο ξεπληρώσω με το παραπάνω».
Άρχισα να πεινάω. Κατέβηκα κάτω και πήγα στο εστιατόριο που είναι
κοντά στο Έιντζελς Φλάιτ και παράγγειλα τα ίδια. Έφαγα αργά αργά.
Μωρέ δε βαριέσαι, όση ώρα κι αν χασομέρησα με τον καφέ, το ’ξερα πολύ
καλά ότι στο τέλος θα κατηφόριζα κάτω στο Κολούμπια Μπουφέ. Έφτανε
ν’ αγγίξω το πρήξιμο στο χείλος για να εξαγριωθώ και να νιώσω το πάθος
μέσα μου ξανά να φουντώνει.
Όταν έφτασα στο Μπουφέ, δεν είχα πια το κουράγιο να μπω. Πήγα στην
απέναντι πλευρά του δρόμου και την παρακολουθούσα από τα παράθυρα.
Δε φόραγε τ' άσπρα παπούτσια της και ήταν όπως συνήθως χαρούμενη και
πολυάσχολη.
Είχα μια ξαφνική ιδέα. Πήγα γρήγορα δυο τετράγωνα πιο πέρα στο
τηλεγραφείο. Όταν πήρα το έντυπο για να γράψω, η καρδιά μου
σφυροκόπαγε. Οι λέξεις ξεδιπλωθήκανε πάνω στο χαρτί. Σ' αγαπώ,
Καμίγια, και θέλω να σε παντρευτώ, Αρτούρο Μπαντίνι. Όταν πλήρωσα, ο
υπάλληλος κοίταξε τη διεύθυνση και είπε ότι σε δέκα λεπτά θα ήχε
επιδοθεί. Έτρεξα πίσω στη Σπρινγκ στρητ, χώθηκα στη σκοτεινή είσοδο και
περίμενα τον ταχυδρόμο.
Όταν τον είδα να στρίβει στη γωνία ήξερα ότι αυτό που είχα κάνει ήταν
σφάλμα. Τον σταμάτησα και του εξήγησα ότι εγώ είχα στείλει το
τηλεγράφημα, αλλά τώρα δεν ήθελα να επιδοθεί. «Έκανα ένα λάθος» του
είπα. Δεν ήθελε ν' ακούσει τίποτε. Ένας ψηλέας με σπυριά στο πρόσωπο.
Του πρόσφερα δέκα δολάρια. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι μ' ένα πλατύ
χαμόγελο. Είκοσι δολάρια, τριάντα.
«Ούτε για δέκα εκατομμύρια» είπε.
Ξαναχώθηκα στη σκιά και τον παρακολούθησα που έδωσε το
τηλεγράφημα. Την είδα που έδειχνε με το δάχτυλο τον εαυτό της. Παρόλο
που είχε υπογράψει στεκόταν ακόμη εκεί, το κράταγε στο χέρι και κοίταζε
καλά καλά τον αγγελιοφόρο. Όταν το άνοιξε, εγώ έκλεισα τα μάτια. Όταν
τ' άνοιξα, διάβαζε ακόμη το τηλεγράφημα και γελούσε. Πήγε στο μπαρ και
το έδωσε στον μπάρμαν με το ασπροκίτρινο πρόσωπο, που τον είχαμε πάει
την προηγούμενη νύχτα σπίτι του. Το διάβασε χωρίς ν' αντιδράσει
καθόλου. Το έδωσε στο δεύτερο μπάρμαν. Κι αυτός δεν έδειξε καμιά
αντίδραση. Αισθάνθηκα βαθιά ευγνωμοσύνη και για τους δύο. Η Καμίγια
το ξαναδιάβασε, ήμoυνα και γι' αυτό ευγνώμων, όταν όμως το πήγε σ' ένα
τραπέζι που κάθονταν κάποιοι άντρες και πίνανε, χάζεψα κι ένιωσα χάλια.
Τα χάχανα της παρέας φτάσανε μέχρι έξω. Ανατρίχιασα ολόκληρος κι
έφυγα τρέχοντας από κει.
Έστριψα στη γωνία στην Έκτη οδό, πήγα προς τα κάτω στη Μέιν. Χωρίς
σκοπό γύρναγα μέσα σε στρατιές από πεινασμένους και ρακένδυτους. Ση
Δεύτερη σταμάτησα μπροστά σε μια Αίθουσα Χορού με τάξι γκερλς. Τα
διαφημιστικά στους τοίχους μιλάγανε πολύ πειστικά για σαράντα
πανέμορφα κορίτσια και την ονειρώδη μουσική του Λόννυ Κιλλάλα και
των Μελωδικών Χαβανέζων του. Ανέβηκα στον πάνω όροφο. Τα
σκαλοπάτια τρίζανε. Αγόρασα εισιτήριο. Μέσα ήτανε σαράντα γυναίκες

στημένες στη γραμμή στον αντικρινό τοίχο, σε διάφορες στάσεις, με
εφαρμοστά βραδινά φορέματα, οι πιο πολλές ξανθιές. Ψυχή δε χόρευε.
Πάνω σε μια εξέδρα μια πενταμελής ορχήστρα κοπάναγε με μίσος κάποιο
σκοπό. Μερικοί πελάτες στέκονταν ακριβώς όπως κι εγώ πίσω από ένα
χαμηλό χώρισμα, αντίκρυ στα κορίτσια. Εκείνες μας κάνανε νοήματα. Τις
κοίταξα καλά καλά και ανακάλυψα μια ξανθιά που μου άρεσε η φιγούρα
της κι αγόρασα μερικά εισιτήρια χορού. Της έκανα νόημα. Σαν να 'τανε
παλιά μου γκόμενα χώθηκε στην αγκαλιά μου κι αρχίσαμε να πηγαίνουμε
πέρα δώθε στην πίστα.
Η φωνή της ήταν ψιθυριστή και απαλή και μ' έλεγε συνέχεια γλύκα, όμως
εμένα το μυαλό μου ήταν μόνο σ' εκείνο το κορίτσι, δυο δρόμους
παρακάτω, σ’ εκείνες τις στιγμής που ήμαστε ξαπλωμένοι στην άμμο κι
ένιωσα βλάκας. Δεν είχε νόημα. Δεν την μπορούσα άλλο την ξανθιά, Της
έδωσα όλα τα εισιτήρια και βγήκα ξανά στο δρόμο. Ένιωθα σαν να
περίμενα κάτι κι όταν έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει συνέχεια στο
ρολόι του δρόμου, ήξερα τι δεν πάει καλά μαζί μου. Περίμενα να πάει η
ώρα έντεκα και το Κολούμπια να κατεβάσει τα ρολά.
Έντεκα παρά τέταρτο ήμουν εκεί, στο πάρκιν, και βάδιζα προς το αμάξι
της. Κάθισα στο σκισμένο κάθισμα και περίμενα. Σε μια γωνιά του πάρκιν
ήταν ένα σπιτάκι και μέσα ο φύλακας κράταγε τον κατάλογο των
αυτοκινήτων. Πάνω από το σπιτάκι υπήρχε ένα ρολόι φωτισμένο με
κόκκινο νέον φως. Κόλλησα το βλέμμα μου πάνω του και
παρακολουθούσα το λεπτοδείχτη να τρέχει προς το έντεκα. Και τότε με
κυρίευσε ο φόβος που θα την ξανάβλεπα κι όπως στριφογύριζα ανήσυχος
πάνω στο κάθισμα το χέρι μου ακούμπησε κάτι μαλακό. Ήταν ένα
σκουφάκι δικό της. Ένας σκωτσέζικος μπερές, μαύρος, με μια μικρή
φουντίτσα στη μέση. Το έψαξα με τα δάχτυλα και το μύρισα. Το άρωμα της
πούδρας μ' έκανε να νιώθω πως ήταν η ίδια κοντά μου. Ήταν αυτό
ακριβώς που χρειαζόμουν. Έχωσα το σκουφί στην τσέπη μου κι
εγκατέλειψα το πάρκιν. Ανέβηκα τα σκαλιά του Έιντζελς Φλάιτ για το
ξενοδοχείο μου. Όταν έφτασα στο δωμάτιο, έβγαλα το σκουφάκι από την
τσέπη μου και το πέταξα στο κρεβάτι. Γδύθηκα, έσβησα το φως κι έσφιξα
το σκουφί στην αγκαλιά μου.

Την άλλη μέρα η ποίηση! Γράψ' της ένα ποίημα, άνοιξέ της την καρδιά
σου με όμορφους στίχους. Δεν ήξερα όμως πώς γράφονται τα ποιήματα.
Αυτό που ένιωθα. ήταν πόνος στην καρδιά, κακός σύμβουλος για
όμορφους στίχους και καλά αισθήματα. Αχ, Κύριε των ουρανών, δεν είμαι
συγγραφέας: δεν καταφέρνω να βάλω τέσσερις αράδες στη σειρά, να
φτιάξω ένα στιχάκι, δεν είμαι ικανός για τίποτε σ' αυτή τη ζωή. Στάθηκα
στο παράθυρο και τέντωσα τα χέρια μου στον ουρανό: άχρηστος, ένας
τιποτένιος απατεώνας· ούτε συγγραφέας ούτε εραστής· ούτε ψάρι ούτε
κρέας.
Τι θα 'πρεπε να γίνει λοιπόν;
Έφαγα για πρωινό και πήγα σε μια μικρή καθολική εκκλησία στην κορυφή
του Μπάνκερ Χιλ. Το σπίτι του παπά ήταν στην πίσω πλευρά της ξύλινης

εκκλησίας. Χτύπησα και μια γυναίκα με στολή νοσοκόμας μου άνοιξε. Τα
χέρια της ήταν γεμάτα αλεύρια και ζυμάρια.
«Θέλω να δω τον ιερέα» είπα.
Η γυναίκα είχε ένα μυτερά σαγόνι και γκρίζα εχθρικά μάτια.
«Ο πάτερ είναι απασχολημένος» μου είπε. «Τι τον θέλετε;»
«Πρέπει να τον δω οπωσδήποτε» είπα εγώ.
«Σας είπα ότι είναι απασχολημένος».
Ο παπάς βγήκε στην πόρτα. Ένας κοντόχοντρος άντρας, γεροδεμένος,
γύρω στα πενήντα, που κάπνιζε πούρο. «Τι συμβαίνει;» είπε.
Του είπα ότι θέλω να μιλήσουμε μόνοι. Για κάποια προσωπικά
προβλήματα. Η γυναίκα ρούφηξε η μύτη της περιφρονητικά και χάθηκε
στο διάδρομο. Ο παπάς άνοιξε μια πόρτα και με οδήγησε στο γραφείο του.
Ένα μικρό δωμάτιο, γεμάτο με βιβλία και περιοδικά, Μου πεταχτήκανε τα
μάτια έξω. Σε μια γωνιά ήταν στοιβαγμένος ένας σωρός από περιοδικά του
Χάκμουθ. Αμέσως πήγα κοντά και τράβηξα το τεύχος με το Σκυλάκο που
γελάει. Ο παπάς είχε καθίσει στο μεταξύ. «Πρόκειται για σημαντικό
περιοδικό» είπα εγώ. «Το πιο σπουδαίο απ' όλα».
Ο παπάς έβαλε το ένα πόδι πάνω στ' άλλο και κοίταξε το πούρο του.
«Είναι διεφθαρμένο» είπε «διεφθαρμένο μέχρι το μεδούλι».
«Α, θα διαφωνήσω μαζί σας» είπα γω. «Τελείως τυχαία, τυχαίνει να είμαι
βασικός συνεργάτης αυτού του περιοδικού».
«Εσείς;» ρώτησε ο παπάς. «Και πού ακριβώς έχετε συνεργαστεί;»
Πέταξα μπροστά του το περιοδικό, ανοιχτό στις σελίδες του Σκυλάκου που
γελάει. Έριξε μια σύντομη ματιά και το έσπρωξε στην άκρη. «Τη διάβασα
την ιστορία» είπε εκείνος. «Φλυαρίες. Κι όσο γι' αυτά που γράφετε για την
Αγία Κοινωνία, πρόκειται για χυδαίο και τιποτένιο ψέμα. Θα 'πρεπε να
ντρέπεστε για τον εαυτό σας».
Ανασκελωμένος στην πολυθρόνα του έκανε ό,τι μπορούσε για να μου
δείξει ότι μ' αντιπαθεί. Το εξαγριωμένο βλέμμα του είχε καρφωθεί στο
μέτωπό μου και στο στόμα του στριφογύριζε το πούρο απ' τη μια άκρη
στην άλλη.
«Και τώρα» είπε «γιατί θελήσατε να με δείτε;»
Δεν κάθισα. Με τον τρόπο του μου έδειχνε καθαρά ότι οι καρέκλες σ' αυτό
το δωμάτιο δεν προορίζονταν για μένα. «Πρόκειται για μια κοπέλα».
«Τι της σκαρώσατε της κοπέλας;»
«Τίποτε» είπα. Δεν μπορούσα να μιλήσω άλλο. Μου είχε σπάσει τα νεύρα.
Άκου κει, φλυαρίες. Αυτό το ύφος, οι θαυμάσιοι διάλογοι, ο εξαίρετος
λυρισμός - και τα χαρακτήριζε όλ' αυτά φλυαρίες. Καλύτερα να βουλώσω τ'
αυτιά μου και να φύγω από δω, μακριά σε μια άλλη χώρα, όπου οι
άνθρωποι δε θα μιλάνε με λέξεις. Άκου κει, φλυαρίες.
«Το ξανασκέφτηκα» είπα. «Και δε θέλω να μιλήσω γι' αυτό τώρα».
Σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα.
«Όπως επιθυμείτε» είπε. «Καλή σας μέρα».
Βγήκα έξω· ο λαμπερός ήλιος με στράβωσε. Το πιο δυνατό διήγημα της
αμερικάνικης λογοτεχνίας κι αυτός εδώ ο άνθρωπος, αυτός ο παπάς, το
χαρακτήρισε φλυαρίες. Ίσως αυτή η ιστορία για την Αγία Κοινωνία που
είχα γράψει να μην ήτανε αλήθεια. Ίσως και να μη συνέβη ποτέ στην
πραγματικότητα. Ε, και λοιπόν; Τι στήσιμο χαρακτήρων! Τι κείμενο! Τι
αγνή ομορφιά!

Δεν είχα γυρίσει καλά καλά στο δωμάτιό μου και στρώθηκα στη
γραφομηχανή για να σχεδιάσω την εκδίκησή μου. Ένα άρθρο, μια
εξοντωτική επίθεση στη στενομυαλιά της εκκλησίας. Πρώτα έγραψα τον
τίτλο: Η Καθολική Εκκλησία καταρρέει. Εξαγριωμένος βάραγα στα
πλήκτρα τη μια σελίδα μετά την άλλη μέχρι που τελείωσα και την έκτη.
Μετά έκανα ένα διάλειμμα για να διαβάσω αυτά που είχα γράψει. Το
κείμενο ήταν βλακώδες και γελοίο. Έσκισα τα χαρτιά και χώθηκα στο
κρεβάτι. Ακόμη δεν είχα γράψει το ποίημα για την Καμίγια. Κι όπως ήμουν
ξαπλωμένος μου ήρθε η έμπνευση, Κάθισα και το έγραψα:
Καμίγια, πετάρισαν κι έφυγαν οι μνήμες· μακριά τις πήρε ο άνεμος,
μάδησαν κι έπεσαν τριαντάφυλλα πολλά, ξερά ροδοπέταλα που
τρίζουν τα δικά σου κρινάκια τα χλομά, χάθηκαν στροβιλίζοντας
στο χορό της μνήμης μου, μόνος κι αρρωστημένος από ένα παλιό
μου πάθος όλον τον καιρό που κράτησε η δυνατή πνοή του ανέμου
σου 'μεινα πιστός, Καμίγια, με το δικό μου τρόπο.
Αρτούρο Μπαντίνι

Το έστειλα τηλεγραφικά, πολύ περήφανος κοίταζα τον υπάλληλο την ώρα
που το διάβαζε, πανέμορφο ποίημα, το ποίημά μου για την Καμίγια, ένα
μικρό κομμάτι αθανασίας από τον Αρτούρο για την Καμίγια. Πλήρωσα και
μετά κατέβηκα και πήρα τη θέση μου στη σκοτεινή είσοδο περιμένοντας. Ο
ίδιος ψηλέας πέρασε με το ποδήλατό του. Τον παρακολούθησα που το
παρέδωσε, παρακολούθησα την Καμίγια που το διάβασε στη μέση της
σάλας, πώς ανασήκωσε τους ώμους και το έσκισε, και τα μικρά
κομματάκια του χαρτιού που έπεφταν κυματιστά στο πάτωμα, πάνω στο
πριονίδι. Κουνώντας το κεφάλι μου έφυγα από κει. Ούτε κι αυτή η ποίηση
του Έρνεστ Ντάουσον* θα είχε αποτέλεσμα σ' εκείνη, ούτε ο ίδιος ο
Ντάουσον.
Πολύ ωραία, να πας στο διάολο, Καμίγια. Μπορώ και να σε ξεχάσω. Έχω
λεφτά κι οι δρόμοι είναι γεμάτοι από εμπειρίες που εσύ δεν μπορείς να μου
δώσεις. Εμπρός λοιπόν, κάτω στη Μέιν στρητ και στην Πέμπτη οδό, στα
μεγάλα σκοτεινά μπαρ, στο Κινγκ Έντουαρντ Σέλαρ, εκεί ήταν το κορίτσι
με τα κίτρινα μαλλιά και το άρρωστο χαμόγελο. Τ’ όνομά της Τζην,
αδύνατη και χλομή και φυματικιά, όμως ήταν σκληρή κι αρπαχτική με τα
λεφτά μου, τα σκληρά της χείλη με το στόμα μου, τα μακριά της δάχτυλα
στην τσέπη του παντελονιού μου, τ' άρρωστα γλυκά μάτια της μέτραγαν
κάθε χαρτονόμισμα.
«Σε λένε, λοιπόν, Τζην» της είπα. «Μάλιστα, μάλιστα, ένα τόσο όμορφο
όνομα». Θα χορέψουμε, Τζην. Θα στριφογυρίσουμε και βέβαια αυτό δεν το
ξέρεις, εσύ ομορφιά με το μπλε βραδινό φόρεμα, θα χορέψεις μ' ένα
στοιχειό, μ' έναν περιθωριακό, που ζει έξω από τον κόσμο των ανδρών, που
δεν είναι ούτε ψάρι ούτε κρέας ούτε καν μια κόκκινη ρέγκα της προκοπής
και ήπιαμε και χορέψαμε και ξαναήπιαμε. Ένας καθώς πρέπει νέος αυτός
ο Μπαντίνι, η Τζην φώναξε λοιπόν το αφεντικό. «Από δω ο κύριος
Μπαντίνι. Από δω ο κύριος Σβαρτς». Πολύ ωραία, σφίξιμο χεριών. «Ωραίο
το μαγαζί σας, ωραία και τα κορίτσια σας, κύριε Σβαρτς».
Ένα ποτό, δύο ποτά, τρία ποτά. Μα τι πίνεις εκεί, Τζην; Να δοκιμάσω λίγο;
Αυτό το καφετί πράγμα φαινότανε σαν ουίσκι, έπρεπε να 'ναι ουίσκι, έκανε

ένα μορφασμό, το γλυκό της προσωπάκι τόσο παραμορφωμένο. Κι όμως
δεν ήταν ουίσκι, ήταν τσάι, απλό τσαγάκι, σαράντα σεντς η γουλιά. Τζην,
μικρή μου ψεύτρα, μην προσπαθείς να πιάσεις κορόιδο ενώ μεγάλο
συγγραφέα, μην προσπαθείς, Τζην. Όχι με τον Μπαντίνι, εραστή
ανθρώπων και ζώων, χωρίς διακρίσεις. Πάρε αυτά εδώ τα πέντε δολάρια,

* Ernest Dowson (1867-1900): Άγγλος ποιητής. (σ.τ.μ.)

κρύψ' τα, δε χρειάζεται να πίνεις, Τζην, κάτσε δω, δίπλα μου, κάτσε μόνο
και άσε τα μάτια μου να ψάχνουν το πρόσωπό σου, γιατί τα μαλλιά σου
είναι ξανθά κι όχι σκούρα, δεν είσαι όπως εκείνη, είσαι άρρωστη κι έχεις
χαθεί από κει κάτω, από το Τέξας και πρέπει να βοηθήσεις μια ανάπηρη
μάνα και βγάζεις πολύ λίγα χρήματα, στο κάθε ποτό μόνο είκοσι σεντς,
απόψε κέρδισες από τον Αρτούρο Μπαντίνι δέκα ξεφτιλισμένα δολαριάκια,
καημενούλικο κοριτσάκι, φτωχό και πεινασμένο κορίτσι με τα γλυκά αθώα
ματάκια και την ψυχή λωποδύτη. Πήγαινε στους ναύτες σου, γλύκα μου,
μπορεί να μην έχουν δηλαδή τα δέκα δολάρια, όμως έχουν κάτι, κατιτί που
εγώ δεν έχω, εγώ ο Μπαντίνι ούτε ψάρι ούτε κρέας κι ούτε μια κόκκινη
ρέγκα της προκοπής, καληνύχτα, Τζην, καλή σου νύχτα.
Και μετά κάποιο άλλο μπαρ κι ένα άλλο κορίτσι. Αχ, πόσο μόνη
αισθανότανε μακριά από τη Μινεσότα. Από καλό σπίτι, αλήθεια. Μα ναι,
γλύκα μου. Διηγήσου, πες στα κουρασμένα αυτιά μου για την οικογένειά
σου. Είχανε, και τι δεν είχανε και τότε ήρθε το μεγάλο Κραχ. Αχ, ναι, πόση
θλίψη, τι τραγωδία. Και τώρα εργάζεσαι εδώ κάτω, σ' ένα καταγώγιο της
Πέμπτης οδού και τ' όνομά σου είναι Έβελυν, καημένη Έβελυν, κι όλη σου
η οικογένεια έχει μετακομίσει εδώ κι έχεις μια πολύ χαριτωμένη
αδελφούλα, όχι σαν κάτι αλήτισσες που συναντάει κανείς εδώ κι εκεί
συχνά, όχι, ένα πολύ καθωσπρέπει κορίτσι και ρωτάς αν εγώ θέλω να
γνωρίσω την αδελφή σου. Γιατί όχι; Η μικρούλα αθώα Έβελυν διέσχισε την
αίθουσα και τράβηξε από το χέρι τη φτωχούλα μικρή αδελφή Βίβιαν
μακριά απ' το βρωμιάρη ναυτικό και την έφερε στο τραπέζι μας. Γεια σου
Βίβιαν, αυτός είναι ο Αρτούρο. Γεια σου Αρτούρο, αυτή είναι η Βίβιαν. Μα,
τι έχει πάθει το στόμα σου, Βίβιαν, ποιος στο χάραξε με το μαχαίρι; Τι
συνέβη; Και τα κοκκινισμένα μάτια σου κι η γλυκιά σου ανάσα που μυρίζει
σαν υπόνομος, καημένα παιδιά, τόσο μακριά απ' τη δοξασμένη Μινεσότα.
Α, όχι, δεν είσαστε σουηδέζες, καλά, πώς μου 'ρθε πάλι εμένα; Το επώνυμό
σας Μόρτενσεν, αλλά δεν είναι σουηδέζικο, η οικογένειά σας είναι από
πολλές γενιές αμερικάνοι. Χωρίς αμφιβολία: Είστε κορίτσια από σπίτι.
Ξέρεις κάτι -η 'Εβελυν μιλάει- η φτωχούλα η Βίβιαν δουλεύει εδώ σχεδόν
έξι μήνες κι ούτε μια φορά δεν την έχει κεράσει ένας απ' όλους αυτούς του
μπάσταρδους μια σαμπάνια, κι εγώ τώρα, ο Μπαντίνι, φαίνομαι ένας
πάρα, μα πάρα πολύ ευγενικός νέος και δες πόσο χαριτωμένη είναι η
Βίβιαν και δεν είναι αμαρτία, αυτή μια τόσο αθώα, θα την κεράσω τώρα
ένα μπουκάλι σαμπάνια; Αξιαγάπητη, μικρή Βίβιαν, τόσο μακριά από τα
καταπράσινα λιβάδια της Μινεσότα, που δεν είσαι σουηδέζα και είσαι
σχεδόν παρθένα, μερικοί άντρες λιγότεροι και θα ήσουν αληθινή παρθένα.

Ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί αυτό το μικροέξοδο; Εδώ λοιπόν, με τη
σαμπάνια, φέρτε σαμπάνια φτηνή, του μισού λίτρου, μπορούμε να πιούμε
όλοι απ' αυτή, μόνο οκτώ δολάρια το μπουκάλι, αλήθεια, δεν είναι
καθόλου ακριβά τα ποτά εδώ πέρα, έτσι; Στην πατρίδα μας, στο Ντουλούθ,
το μπουκάλι κάνει δώδεκα δολάρια.
Αχ, Έβελυν και Βίβιαν, σας αγαπώ και τις δυο σας, σας αγαπώ και τις δυο
για τη θλιβερή ζωή σας, την αθλιότητά σας, τα χαράματα που γυρνάτε
σπίτι. Κι εσείς είσαστε μόνες, όμως όχι έτσι, όπως ο Αρτούρο Μπαντίνι που
δεν είναι ούτε ψάρι ούτε κρέας κι ούτε καν μια κόκκινη ρέγκα της
προκοπής. Λοιπόν, χαρείτε τη σαμπάνια σας, κι εγώ σας αγαπώ και τις δυο
και σένα Βίβιαν, που το στόμα σου το 'χουνε χαράξει και τα γερασμένα
παιδικά σου μάτια, που κολυμπάνε μες στο αίμα.

11.

ΜΟΥ
ΣΤΟΙΧΙΣΕ
ΟΜΩΣ
ΠΑΝΑΚΡΙΒΑ.
ΜΗΝ ΤΟ ΠΑΙΡΝΕΙΣ
κατάκαρδα, Αρτούρο, ξέχασες μήπως τα πορτοκάλια; Μέτρησα αυτά που
μου είχανε απομείνει. Είκοσι δολάρια και λίγα σεντς. Κι άρχισα να
φοβάμαι. Έστυψα το μυαλό μου. Πρόσθετα πρόσωπα με αριθμούς,
λογάριαζα και ξαναλογάριαζα αυτά που είχα ξοδέψει. Υπόλοιπο είκοσι
δολάρια αδύνατον! Πρέπει να είχα πέσει θύμα κλοπής, κάπου είχα χώσει
τα λεφτά, κάποιο λάθος είχε γίνει. Έψαξα όλο το δωμάτιο, αναποδογύρισα
τσέπες και συρτάρια, αλλά τα λεφτά δε γίνονταν πιο πολλά και μ' έπιασε
τρόμος κι είχα σκοτούρα μεγάλη κι αποφάσισα τελεσίδικα να. στρωθώ στο
γράψιμο αμέσως, να γράψω γρήγορα μια καινούρια ιστορία, ίσα ίσα που να
διαβάζεται.
Κάθισα στη γραφομηχανή και το φοβερό, απαίσιο κενό ήρθε και στάθηκε
μπροστά μου. Με τις γροθιές χτύπησα το κεφάλι μου, έβαλα ένα μαξιλάρι
κάτω από τον πονεμένο πισινό μου κι άρχισα να βγάζω βογκητά αγωνίας.
Δεν είχε νόημα. Έπρεπε να την δω αμέσως κι ούτε που μ’ ένοιαζε το πώς.
Την περίμενα στο πάρκιν. Στις έντεκα εμφανίστηκε από τη γωνία μαζί με
το Σάμυ, τον μπάρμαν. Με γνωρίσανε κι οι δυο τους από μακριά κι εκείνη
κάτι του έλεγε χαμηλόφωνα. Όταν φτάσανε κοντά στο αυτοκίνητο ο Σάμυ
είπε: «Γεια, τι γίνεται;», όμως εκείνη ρώτησε μόνο: «Τι θέλεις;»
«Να σε δω» είπα γω.
«Απόψε δε γίνεται είπε κείνη.
«Μπορώ κι αργότερα».
«Εγώ δεν μπορώ. Έχω δουλειά».
«Δεν έχεις πια και τόσα πολλά να κάνεις. Μπορείς να διαθέσεις λίγο
χρόνο».
Άνοιξε την πόρτα για να κατέβω αλλά εγώ δεν το κούνησα ρούπι κι
αναγκάστηκε να πει: «Σε παρακαλώ, βγες».
«Ούτε να το σκέφτεσαι» είπα γω.

Ο Σάμυ χαμογέλαγε. Εκείνη άναψε και κόρωσε.
«Έξω, στο διάβολο!»
«Μπα, θα μείνω» είπα γω.
«Άντε τελείωνε, Καμίγια» είπε ο Σάμυ.
Προσπάθησε να με τραβήξει έξω από το αμάξι, μ' έπιασε από το σακάκι το
τράβηξε και το ’σκισε. «Γιατί το κάνεις αυτό;» είπε. «Γιατί δεν
καταλαβαίνεις ότι μαζί σου δε θέλω σχέσεις;»
«Θα μείνω» είπα γω.
«Είσαι για δέσιμο!» είπε εκείνη.
Ο Σάμυ είχε προχωρήσει μπροστά. Εκείνη έτρεξε, τον πρόλαβε και φύγανε
μαζί. Έμεινα μόνος. Προσπάθησα με το ζόρι να χαμογελάσω. Ένιωθα
φρίκη γι' αυτό που είχα κάνει. Όταν τους έχασα από τα μάτια μου, βγήκα
απ' το αμάξι κι ανέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά του Φλάιτ μέχρι πάνω στο
δωμάτιό μου. Δεν καταλάβαινα το φέρσιμό μου. Κάθισα στο κρεβάτι και
προσπάθησα να ξεχάσω.
Και τότε άκουσα το χτύπημα στην πόρτα. Δεν πρόλαβα καν να πω
«εμπρός», γιατί η πόρτα άνοιξε αμέσως. Γύρισα κι είδα μια γυναίκα που με
κοίταζε μ' ένα περίεργο χαμόγελο στα χείλη. Δεν ήταν ψηλή, δεν ήταν
ωραία, ήταν ελκυστική και ώριμη με νευρικά μαύρα μάτια. Τα μάτια της
είχαν τη λάμψη που παίρνουν τα μάτια μιας γυναίκας που πίνει πολύ
μπέρμπον, πολύ φωτεινά και γυάλινα και εξαιρετικά αναιδή. Στεκότανε
ακίνητη στην πόρτα χωρίς να λέει κουβέντα. Ήταν ντυμένη καλά και με
γούστο: μαύρο παλτό με γούνα, μαύρα παπούτσια, μαύρη φούστα, άσπρη
μπλούζα και μια μικρή τσάντα.
«Χαίρετε» της είπα.
«Τι κάνεις εκεί;» είπε.
«Να, έτσι, κάθομαι».
Φοβήθηκα. Η παρουσία της και ο τρόπος που στεκόταν εκεί με παρέλυε.
Ίσως να ήταν το σοκ από την ξαφνική της εμφάνιση, ίσως να οφειλόταν
στην προσωπική μου αθλιότητα και κακομοιριά εκείνης της στιγμής, όμως
η παρουσία της κι αυτή η παλαβή γυαλάδα στα μάτια της μου γέννησαν
την επιθυμία να πηδήσω πάνω και να τη χτυπήσω κι έκανα προσπάθεια
για να συγκρατηθώ. Αυτό το συναίσθημα εξαφανίστηκε την αμέσως
επόμενη στιγμή. Κοίταξε γύρω στο δωμάτιο με τον ίδιο αναιδή τρόπο κι
εγώ γύρισα το πρόσωπό μου στο παράθυρο ανήσυχος, όχι από την
αναίδειά της, αλλά απ' αυτό το συναίσθημα που ένιωσα πριν από λίγο και
που με διαπέρασε σαν σφαίρα. Μαζί της είχε μπει στο δωμάτιο και το
άρωμά της, άρωμα απ' αυτά που αφήνουν πίσω τους οι γυναίκες στα
αριστοκρατικά σαλόνια των ξενοδοχείων κι όλη αυτή η ιστορία μ' έκανε
νευρικό και αμήχανο.
Κάποια στιγμή ήρθε κοντά μου, συνέχισα να μένω καθισμένος, σιωπηλός,
πήρα μια βαθιά ανάσα και τελικά σήκωσα τα μάτια και την κοίταξα. Η
μύτη της ήταν στην άκρη λίγο φαρδιά, χωρίς να 'ναι άσκημη· είχε
φουσκωτά, ρόδινα χείλη χωρίς κραγιόν· όμως αυτά που με αναστατώνανε
ήταν τα μάτια της· η ζωώδης λάμψη στο βλέμμα και η αλαζονεία τους.
Προχώρησε, πήγε στο γραφείο μου και τράβηξε το χαρτί που ήταν
περασμένο στη γραφομηχανή. Ούτε καταλάβαινα πια τι μου είχε συμβεί.
Δεν έλεγα ούτε κουβέντα, αλλά στην ανάσα της ένιωθα το αλκοόλ και
ακόμη την ιδιαίτερη και μοναδική μυρουδιά, που δεν μπερδεύεται με άλλη,

της σήψης, γλυκερή και αποκρουστική, τη μυρουδιά των γηρατειών, τη
μυρουδιά της γυναίκας που γερνάει.
Έριξε απλώς μια επιπόλαιη ματιά στο χαρτί· την εξόργισε και το πέταξε
πάνω απ' τον ώμο της κι αυτό έπεσε με ζιγκ ζαγκ στο πάτωμα.
«Δεν αξίζει τίποτε» είπε. «Δεν έχεις ταλέντο για να γράφεις. Ούτε ίχνος
ταλέντου».
«Ευχαριστώ πολύ» είπα γω.
Θα 'θελα να τη ρωτήσω, τι επιτέλους ζητάει, όμως φαινότανε ότι δεν ανήκε
στο είδος εκείνο που επιτρέπει ερωτήσεις. Πετάχτηκα πάνω και της
πρόσφερα το μοναδικό κάθισμα που υπήρχε στο δωμάτιο. Βυθισμένη στις
σκέψεις της μου έδειξε μ' ένα χαμόγελο ότι δεν ήθελε να καθίσει. Μετά
άρχισε να περπατάει στο δωμάτιο πάνω κάτω και διάβασε για λίγο αυτά
που είχα κολλήσει στους τοίχους: κείμενα που είχα ξεσηκώσει από τον
Μένκεν, τον Έμερσον και τον Ουίτμαν. Και για όλα αυτά είχε μόνο ένα
περιφρονητικό πουφ, πουφ, πουφ. Τα δάχτυλά της κάνανε συνεχώς
κινήσεις, τα χείλη της παίζανε τρομπέτα. Κάθισε στο κρεβάτι, άφησε το
παλτό να γλιστρήσει μέχρι τους αγκώνες της, έβαλε τα χέρια στη μέση και
με παρατηρούσε με περιφρόνηση.
Αργά και με δραματικότητα άρχισε ν' απαγγέλλει:
Τι άλλο θα 'μουνα παρά προφήτισσα και ψεύτρα,
Ποιανής η μάνα ήτανε στοιχειό, κι είχε για πατέρα επαίτη μοναχό;
Με τα πρώτα δόντια το σταυρωμένο δάγκωνα μες στην κούνια κάτω απ’ το νερό,
Τι άλλο θα 'μουνα παρά αναδεξιμιά του σατανά;

Ήταν της Μιλλέυ, τ' αναγνώρισα αμέσως κι εκείνη συνέχισε ν' απαγγέλλει
κι άλλο κι άλλο· γνώριζε τα γραπτά της πιο καλά κι απ' την ίδια τη Μιλλέυ
κι όταν κάποια στιγμή έφτασε στο τέλος, σήκωσε το κεφάλι της, με κοίταξε
και είπε: «Αυτό είναι λογοτεχνία! Εσύ δεν έχεις ιδέα από λογοτεχνία. Είσαι
ένας παλαβός!» Ο ρυθμός των στίχων με είχε νανουρίσει και οι ξαφνικές
φωνές με ξαναφέρανε στην πραγματικότητα.
Θέλησα να πω κάτι, αλλά με διέκοψε και συνέχισε να μιλάει με ύφος
Μπάρρυμορ*, -η φωνή της βαθιά και τραγική, τι νόημα υπήρχε σ' όλα αυτά,
και πάνω απ' όλα τι ανοησία και τι παραλογισμός ήταν αυτός, ένας κακός
συγγραφέας χωρίς καμιά τύχη, σαν και μένα, θαμμένος σ' ένα φτηνό
ξενοδοχείο του Λος Άντζελες, απ' όλα τα μέρη του κόσμου εδώ βρήκε να
‘ρθει; που γράφει κοινότυπα πράγματα, που δεν πρόκειται να διαβαστούνε
από κανέναν και δε θα 'χουνε καν την τύχη να ξεχαστούνε.
Ξάπλωσε, σταύρωσε τα δάχτυλά της πίσω απ' το κεφάλι της και μίλαγε
σαν μέσα σ' όνειρο, στο ταβάνι: «Αυτή τη νύχτα θα μου κάνεις έρωτα, εσύ
τρελέ, που πιστεύεις ότι είσαι συγγραφέας. Ναι, αυτή τη νύχτα θα μου
κάνεις έρωτα».
Της είπα: «Θα μου πεις κι εμένα τι συμβαίνει;»
Χαμογέλασε.
«Παίζει κανένα ρόλο; Εσύ είσαι ένα τίποτα, ενώ εγώ θα μπορούσα να είμαι
κάποια κι ο κοινός δρόμος που θα βρεθούμε είναι ο έρωτας».
Το άρωμά της είχε γίνει τώρα δυνατότερο, είχε γεμίσει το δωμάτιο, έτσι
που ο χώρος έμοιαζε ν' ανήκει πια σε κείνη κι όχι σε μένα, ήμουνα ένας
ξένος εκεί μέσα, σκέφτηκα ότι θα 'ταν καλύτερα αν βγαίναμε και τη

χτυπούσε λίγος καθαρός αέρας. Tη ρώτησα αν θα ήθελε να περπατήσουμε
λίγο στη γειτονιά.
Πετάχτηκε αμέσως πάνω. «Κοίτα δω! Να, έχω λεφτά, λεφτά! Θα πάμε να
πιούμε κάτι!»
«Μα και βέβαια!» είπα γω. «Kαλή ιδέα».

* Barrymore Lionel (1878-1954), Ethel (1879-1959) και Jhon (1882-1942): αδέλφια, Αμερικανοί
ηθοποιοί (σ.τ.μ.)

Φόρεσα το πουλόβερ μου. Όταν γύρισα στεκότανε δίπλα μου. Ακούμπησε
ένα δάχτυλο στο στόμα μου. Η μυστήρια γλυκερή μυρουδιά ήταν τόσο
φοβερή που προχώρησα αμέσως στην πόρτα, και την κράτησα ανοιχτή για
να περάσει εκείνη και να βγει.
Ανεβήκαμε τη σκάλα και περάσαμε απ' τη βεράντα. Όταν φτάσαμε στην
είσοδο ένιωσα ξαλαφρωμένος που η ιδιοκτήτρια είχε πάει για ύπνο. Δεν
υπήρχε σοβαρός λόγος, αλλά δεν ήθελα να με δει μαζί μ' αυτή τη γυναίκα
η κυρία Χάργκρεϊβς. Της είχα πει ότι στη βεράντα θα έπρεπε να πατάει
στις άκρες των νυχιών κι εκείνη είχε συμμορφωθεί: το χάρηκε μάλιστα σαν
μια μικρή περιπέτεια· την ερέθισε κι έχωνε τα νύχια της στο μπράτσο μου.
Η ομίχλη είχε απλωθεί στο Μπάνκερ Χιλ, αλλά όχι κάτω στην πόλη. Οι
δρόμοι ήταν έρημοι κι ο θόρυβος απ' τα τακούνια της στο πεζοδρόμιο
αντηχούσε μέσα στα παλιά κτίρια. Με τράβαγε απ' το μανίκι κι εγώ
αναγκαζόμουνα να σκύβω για ν' ακούω αυτά που ψιθύριζε.
«Θα είσαι αχτύπητος!» έλεγε. «Καταπληκτικός».
Της είπα: «Ας τ' αφήσουμε τώρα αυτά. Άσε να χαρούμε τη βολτίτσα μας».
Ήθελε ένα ποτό. Επέμενε. Άνοιξε την τσάντα της και μου κούνησε ένα
δεκαδόλαρο. «Κοίτα δω λεφτά! Έχω λεφτά, όσα θες!»
Κατεβήκαμε στο μπαρ του Σόλομον, στη γωνία, εκεί που έπαιζα
φλιπεράκι. Ψυχή δεν υπήρχε μέσα εκτός από τον ίδιο τον Σόλομον, που
κράταγε το σαγόνι του με τα δυο του χέρια και στενοχωριότανε για τις
αναδουλειές. Είπαμε να καθίσουμε σε μια κόχη του τοίχου απ' όπου
μπορούσαμε να βλέπουμε στο δρόμο. Την άφησα να περάσει να καθίσει,
αλλά εκείνη επέμενε να. μπω εγώ από μέσα. Ο Σόλομον ήρθε κοντά μας
για να πάρει παραγγελία.
«Ουίσκι!» είπε εκείνη. «Ουίσκι άφθονο».
Ο Σόλομον ζάρωσε τα μούτρα.
«Μια μπιρίτσα για μένα» είπα γω.
Ο Σόλομον την κοιτούσε εξεταστικά και η καράφλα του είχε γεμίσει ζάρες.
Κατάλαβα τη συγγένεια αίματος μεταξύ τους, άρα κι εκείνη ήταν εβραία.
Ο Σόλομον πήγε να μας φέρει τα ποτά κι εκείνη καθόταν εκεί με μάτια
που άστραφταν, τα χέρια της σταυρωμένα στο τραπέζι, δίπλωνε και
ξεδίπλωνε τα δάχτυλά της. Έσπαγα το κεφάλι μου πώς θα την κοπανούσα
από κει.
«Ένα ποτό θα σου κάνει καλό» της είπα.
Πριν καλά καλά το πάρω είδηση είχε κρεμαστεί στο λαιμό μου, χωρίς
χυδαιότητα, τα μακριά της νύχια και τα μικρά της δάχτυλα πάνω στο
δέρμα μου, ενώ ταυτόχρονα μίλαγε κολλητά στο στόμα. μου, στο υπέροχο
στόμα μου. Ω, Θεέ μου, τι στόμα ήταν αυτό που είχα.

«Φίλα με!» μου είπε.
«Ναι, βέβαια» είπα γω «αλλά πρώτα να πιούμε κάτι».
Έσφιξε τα δόντια της.
«Φαίνεται ότι ξέρεις και συ για μένα!» είπε εκείνη. «Είσαι ακριβώς όπως
όλοι οι άλλοι. Ξέρεις για τις πληγές μου κι αυτή είναι η αιτία που δε θέλεις
να με φιλήσεις. Γιατί σε αηδιάζω!»
Τρελή, σκέφτηκα, είναι σίγουρα τρελή. Πρέπει να βρω τρόπο να φύγω. Με
φίλησε, το στόμα της μύριζε ανακατεμένα, λουκάνικα και ουίσκι.
Τεντώθηκε στο κάθισμα κι ανάσανε βαθιά ανακουφισμένη. Έβγαλα το
μαντίλι από την τσέπη μου και σκούπισα τον ιδρώτα από το μέτωπό μου. Ο
Σόλομον γύρισε με τα ποτά μας. Πήγα να βγάλω λεφτά, αλλά εκείνη με
πρόλαβε. Ο Σόλομον πήγε να φέρει τα ρέστα, τον φώναξα και του έδωσα
ένα χαρτονόμισμα. Διαμαρτυρήθηκε, έκανε ολόκληρη σκηνή, χτύπαγε τα
τακούνια της και τις γροθιές της. Ο Σόλομον σήκωσε τα χέρια ψηλά
δηλώνοντας απελπισία. Και πήρε τα λεφτά της. Μόλις μας γύρισε την
πλάτη τής είπα: «Κυρά μου, μ' αυτό που έκανες με πρόσβαλες. Εγώ θα
πηγαίνω». Μ' έσπρωξε για να ξανακαθίσω, μ' αγκάλιασε κι εγώ
αγωνιζόμουνα να ξεφύγω, μέχρι που συνειδητοποίησα πόσο παλαβά ήταν
όλα αυτά. Κάθισα ξανά στη θέση μου κι έψαχνα να βρω άλλο τρόπο να την
κοπανήσω.
Ο Σόλομον γύρισε με τα ρέστα. Πήρα από το τραπέζι ένα κέρμα και της
είπα ότι πάω να παίξω για λίγο φλίπερ. Δεν έφερε αντίρρηση, μου έκανε
τόπο να περάσω κι εγώ προχώρησα στο μηχάνημα. Με κοίταζε σαν να
'μουνα σκύλος ράτσας και ο Σόλομον την κοίταζε σαν να 'βλέπε φονιά.
Κάποια στιγμή κέρδισα παιχνίδι και φώναξα τον Σόλομον να έρθει να δει
το σκορ.
Με τρόπο του ψιθύρισα: «Ποια είναι αυτή η γυναίκα, Σόλομον;»
Ούτε που την ήξερε. Απλά είχε ξαναπεράσει το ίδιο βράδυ νωρίς κι είχε
πιει πολύ. Του είπα ότι θέλω να την κοπανήσω από την πίσω πόρτα. «Από
την πόρτα δεξιά» μου είπε.
Εκείνη είχε αδειάσει το ουίσκι της και χτύπαγε το αδειανό ποτήρι στο
τραπέζι. Πήγα κοντά της, ήπια μια γουλιά απ' τη μπίρα μου και της ζήτησα
συγγνώμη για λίγο. Με τον αντίχειρα έδειξα την αντρική τουαλέτα. Μου
έπιασε το μπράτσο. Ο Σόλομον με παρακολουθούσε την ώρα που έμπαινα
στην πόρτα αντίκρυ στις τουαλέτες. Mπήκα σε μια αποθήκη, λίγα βήματα
πιο κει ήταν η πίσω πόρτα που μ' έβγαλε στον πλαϊνό δρόμο. Μόλις με
χτύπησε η ομίχλη στο πρόσωπο αισθάνθηκα καλύτερα. Σκέφτηκα ν'
απομακρυνθώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Δεν πείναγα, παρ' όλα αυτά
περπάτησα δυο ολόκληρα χιλιόμετρα και πήγα στο μαγαζάκι με τα χοτ
ντογκ στην Όγδοη οδό. Ήπια ένα φλιτζάνι καφέ μόνο και μόνο για να
σκοτώσω την ώρα μου. Ήξερα ότι εκείνη θα πήγαινε στο δωμάτιό μου
μόλις καταλάβαινε ότι είχα φύγει. Κάτι μου έλεγε ότι αυτή η γυναίκα δεν
ήταν στα καλά της, ίσως όμως να την είχε πειράξει το αλκοόλ, εγώ έτσι κι
αλλιώς δεν επρόκειτο να την ξαναδώ.

Στο ξενοδοχείο γύρισα στις δύο το πρωί. Η παρουσία της και η μυστήρια
μυρουδιά του παλιού και γερασμένου είχε κατακαθίσει παντού και δεν
ήταν πια αυτό το δωμάτιό μου. Για πρώτη φορά η υπέροχη μοναχικότητά
του είχε παραβιαστεί. Κάθε μυστικό του είχε φανερωθεί. Άνοιξα διάπλατα
και τα δυο παράθυρα, κάθισα και χάζευα την ομίχλη να μπαίνει, σαν
θλιβερά διαλυμένα κουρέλια. Όταν πια άρχισα να κρυώνω, έκλεισα και
μολονότι το δωμάτιο ήταν υγρό και τα χαρτιά και τα βιβλία μουσκεμένα
από την ομίχλη, η μυρουδιά της ήταν ακόμη εκεί. Κάτω από το μαξιλάρι
μου είχα χωμένο το σκουφάκι της Καμίγια. Μέχρι εκεί είχε τρυπώσει η
μυρουδιά κι όταν το 'φερα στο στόμα μου να το φιλήσω, ήταν σαν να πίεζα
τα χείλη μου πάνω στα μαύρα μαλλιά εκείνης της γυναίκας. Κάθισα στη
γραφομηχανή και χτύπαγα βαριεστημένα τα πλήκτρα.
Δεν είχα καλά καλά αρχίσει, όταν άκουσα βήματα στο διάδρομο και ήξερα
ότι ήταν αυτή. Έσβησα στα γρήγορα το φως και κάθισα στα σκοτεινά.
Πολύ αργά, θα πρέπει να είχε δει το φως κάτω από τη χαραμάδα της
πόρτας. Χτύπησε κι εγώ δεν κουνήθηκα απ' τη θέση μου. Χτύπησε ξανά,
έμεινα ακίνητος καπνίζοντας το τσιγάρο μου. Και τότε άρχισε να βαράει
με γροθιές την πόρτα· φώναζε ότι θα την σπάσει κι ότι θα βαράει όλη τη
νύχτα αν δεν της ανοίξω. Άρχισε να κλοτσάει την πόρτα, πράγμα που
έκανε φοβερό θόρυβο σ' αυτό το ετοιμόρροπο ξενοδοχείο κι έτρεξα και της
άνοιξα.
«Αγάπη μου!» είπε κι άνοιξε την αγκαλιά της.
«Θεέ μου» είπα γω. «Δε νομίζεις ότι πρέπει να σταματήσει αυτή η πλάκα;
Δεν καταλαβαίνεις ότι μ' έχεις φέρει μέχρι το λαιμό;»
«Γιατί με παράτησες;» ρώτησε. «Γιατί μου το 'κανες αυτό;»
«Είχα κάποιο ραντεβού».
«Αγάπη μου» συνέχισε εκείνη. «Γιατί μου λες ψέματα;»
«Ωχ, γαμώ το».
Διέσχισε το δωμάτιο και τράβηξε πάλι το φύλλο απ' τη γραφομηχανή.
Μόνο χαζομάρες υπήρχαν επάνω, μερικές ασυναρτησίες και τ’ όνομά μου
ξανά και πάλι, και κάποιοι σκόρπιοι στίχοι. Αυτή τη φορά το πρόσωπό της
έλαμψε.
«Μα τι υπέροχα που γράφεις!» είπε. «Είσαι μια μεγαλοφυΐα! Το χρυσό μου,
έχει τέτοιο ταλέντο!»
«Είμαι φοβερά απασχολημένος» είπα γω. «Θα μπορούσες τώρα να
πηγαίνεις;»
Έκανε σαν να μην άκουγε καθόλου. Κάθισε στο κρεβάτι, ξεκούμπωσε το
παλτό της και κούναγε τα πόδια της. «Σ' αγαπώ» είπε. «Είσαι ο έρωτάς μου
και θα μου κάνεις έρωτα».
Είπα: «Μιαν άλλη φορά. Απόψε είμαι πολύ κουρασμένος».
Η γλυκερή μυρουδιά έγινε πιο δυνατή.
«Μιλάω σοβαρά» της είπα. «Νομίζω ότι είναι καλύτερα να φύγεις. Δε θέλω
να σε πετάξω με το ζόρι έξω».
«Είμαι τόσο μόνη» είπε εκείνη.
Και το εννοούσε. Κάτι δεν πήγαινε καλά μ' αυτή τη γυναίκα, της είχε
στρίψει τελείως. Μαζί με τις κουβέντες τής βγήκε και μια πίκρα που μ'
έκανε να ντραπώ για το βάρβαρο φέρσιμό μου.
«Καλά, λοιπόν» είπα «τότε θα κάτσουμε κάτω και θα τα πούμε λιγάκι».

Τράβηξα μια καρέκλα κοντά της, την καβάλησα ανάποδα, ακούμπησα το
σαγόνι μου στην πλάτη της και την κοίταζα που ξάπλωσε στο κρεβάτι. Δεν
ήταν μεθυσμένη όπως νόμιζα. Κάτι συνέβαινε μ' αυτή τη γυναίκα, σίγουρα
δεν έφταιγε το αλκοόλ κι εγώ ήθελα να μάθω τι ήταν αυτό που τη
βασάνιζε.
Έλεγε ασυναρτησίες. Μου είπε τ’ όνομά της, Βέρα. Εργαζότανε σαν
οικονόμος σε μια πλούσια εβραϊκή οικογένεια στο Λονγκ Μπητς. Όμως
είχε βαρεθεί να κάνει την οικονόμο. Καταγότανε από την Πενσυλβάνια,
είχε ταξιδέψει παντού, ο άντρας της τής είχε φερθεί πολύ πρόστυχα, στο
Λος Άντζελες είχε έρθει σήμερα. Εμένα με είχε πρωτοδεί στο εστιατόριο,
γωνία Όλιβ στρητ. Με πήρε από πίσω όλο το δρόμο μέχρι το ξενοδοχείο
γιατί, λέει, τα μάτια μου «είχαν αγγίξει την ψυχή της». Δεν μπορούσα να
τη θυμηθώ πουθενά. Αντίθετα ήμoυνα σίγουρος ότι δεν την είχα ξαναδεί
ποτέ στη ζωή μου. Όταν λοιπόν ανακάλυψε πού έμενα, έφυγε και πήγε στο
μπαρ του Σόλομον και τα ήπιε. Ολόκληρη την ημέρα έπινε, μόνο και μόνο
για να μαζέψει το απαιτούμενο θάρρος και να ' ρθει στο δωμάτιό μου.
«Το ξέρω πόσο απωθητική πρέπει να είμαι για σένα» μου είπε. «Σίγουρα
θα ξέρεις για τις πληγές μου και τι φρίκη υπάρχει κρυμμένη κάτω από τα
ρούχα μου. Όμως θέλω να ξεχάσεις την ασκήμια του κορμιού μου γιατί
έχω μεγάλη καρδιά, μα ναι, είμαι τόσο καλή που δικαιούμαι πιο πολλά από
την αποστροφή σου».
Είχα μείνει άναυδος.
«Συχώρεσε το σώμα μου!» είπε, ενώ άπλωνε τα χέρια της σ' εμένα και
δάκρυα τρέχανε πάνω στα μάγουλά της. «Δες την ψυχή μου!» είπε. «Η
ψυχή μου είναι τόσο όμορφη, έχει τόσα πολλά να σου δώσει! Δεν είναι
αποκρουστική όπως η σάρκα μου!»
Έκλαιγε υστερικά, είχε χώσει το πρόσωπό της στο μαξιλάρι, τα χέρια της
μπήγονταν στα μαύρα μαλλιά της κι εγώ ένιωθα αβοήθητος, δεν
καταλάβαινα για ποιο πράγμα μιλάει. Αχ, καλή μου κυρία, μην κάνεις
έτσι, δεν κάνει να κλαις έτσι, έπιασα το ζεστό άσπρο χέρι της στο χέρι μου
και προσπάθησα να της πω ότι μ' αυτά που έλεγε έβραζε στο ίδιο το ζουμί
της, ότι δεν οδηγούσε πουθενά αυτή η συνεχής αυτοαπόρριψη, ήταν σκέτη
κουταμάρα και συνέχισα να της μιλάω έτσι, κουνώντας τα χέρια μου και
εκλιπαρώντας τη με τη φωνή μου.
« Άλλωστε είσαι τόσο φινετσάτη σαν γυναίκα και το κορμί σου είναι τόσο
όμορφο κι όλα αυτά που λες βρίσκονται μόνο στο μυαλό σου, ένας
παιδικός φόβος απ' τις μαγουλάδες που πέρασες παιδί. Δεν υπάρχει
κανένας απολύτως λόγος για να 'χεις σκοτούρες και να κάθεσαι να κλαις,
θα το ξεπεράσεις. Το ξέρω καλά ότι μπορείς».
Όμως ο τρόπος μου δεν ήταν φαίνεται αυτός που έπρεπε και της έξυνα την
πληγή της, ήταν χωμένη βαθιά μέσα στην κόλαση που η ίδια είχε φτιάξει,
τόσο μακριά από μένα που έφτανε μόνο ο αντίλαλος της φωνής μου και
μεγάλωνε το χάσμα. Έκανα προσπάθεια να μιλήσω μαζί της για τελείως
διαφορετικά πράγματα, σκέφτηκα να την κάνω να γελάσει με τις δικές μου
έμμονες ιδέες. Κοίτα δω, κυρά μου, τον Αρτούρο Μπαντίνι, έχει κι αυτός τις
βίδες του! Και τράβηξα κάτω από το μαξιλάρι το σκουφάκι της Καμίγια με
τη φούντα.
«Κοίτα δω, κυρά μου! Κι εγώ έχω τα δικά σου σκατά. Και ξέρεις, κυρά μου,
τι κάνω; Παίρνω αυτό το μαύρο σκουφάκι μαζί μου στο κρεβάτι και του

λέω: σ’ αγαπώ, ω, πόσο σ’ αγαπώ, μικρή μου πριγκηπέσα!» Και ύστερα απ'
αυτό της είπα κι άλλα. Αχ, όχι ότι ήμoυνα κανένας άγγελος· κι η δική μου
ψυχή είχε τα πάνω της και τα κάτω της· μη νιώθεις, λοιπόν, ότι είσαι μόνη,
κυρά μου: γιατί έχεις πολλούς για συντροφιά· έχεις τον Αρτούρο Μπαντίνι
που έχει τόσα και τόσα να σου διηγηθεί. 'Ακου κι αυτό εδώ: ξέρεις τι έκανα
μια βραδιά; Ο Αρτούρο εξομολογείται τα πάντα: ξέρεις, λοιπόν, τι φοβερό
έχω κάνει;
Κάποια νύχτα πέρασε μπροστά μου μια γυναίκα που ήταν πολύ όμορφη γι'
αυτό τον κόσμο, μέσα σ' ένα σύννεφο από αρώματα, δεν μπόρεσα να το
αντέξω, δεν έμαθα ποτέ ποια ήταν, μια γυναίκα με μια κόκκινη αλεπού
στους ώμους κι ένα καπελάκι, κι ο Μπαντίνι ξεχύθηκε πίσω της, γιατί ήταν
πιο όμορφη κι απ' το πιο όμορφο όνειρο, την είδα λοιπόν που μπήκε στο
Μπέρνσταϊνς Φις Γκρόττο και την κοίταζα μαγεμένος μέσα από τα τζάμια
των ενυδρείων που κολύμπαγαν βατράχια και πέστροφες, την κοίταζα που
έτρωγε μόνη της. Κι όταν τελείωσε κι έφυγε, ξέρεις τι έκανα, κυρά μου;
Άκου, λοιπόν, και σταμάτα να κλαις γιατί δεν έχεις ακούσει ακόμη τίποτε,
είμαι άθλιος, κυρά μου, κι η καρδιά μου είναι πιο μαύρη από κατράμι: εγώ,
λοιπόν, ο Αρτούρο Μπαντίνι, μπήκα κατευθείαν μέσα στο Μπέρνσταϊνς
και κάθισα στην ίδια ακριβώς καρέκλα που καθόταν εκείνη κι ανατρίχιαζα
από ευχαρίστηση καθώς έπιανα με τα δάχτυλά μου την πετσέτα που
εκείνη είχε σκουπιστεί και τότε είδα εκείνο το αποτσίγαρο με ίχνη από
κραγιόν των χειλιών της επάνω, ξέρεις, λοιπόν, τι έκανα, κυρά μου; Εσύ
και τ' αστεία μικροπροβλήματά σου, το έφαγα το αποτσίγαρο, το έκοψα σε
μικρά κομματάκια, καπνό, χαρτί, όλα και τα κατάπια και είχε καλή γεύση,
έτσι ένιωθα γιατί εκείνη η γυναίκα ήταν πανέμορφη και κει δίπλα στο
πιάτο ήταν ακουμπισμένο το κουτάλι και το 'χωσα στην τσέπη μου και σε
κάθε ευκαιρία το βγάζω από την τσέπη και το χώνω στο στόμα μου, γιατί,
γιατί ήταν πανέμορφη. Έρωτας με το μέτρο, λοιπόν, μια ηρωίδα που δε
στοιχίζει τίποτε, τελείως τσάμπα, ολόκληρη για τη μαύρη σαν καλιακούδα
καρδιά του Αρτούρο Μπαντίνι. Μην κλαις λοιπόν, κυρά μου, κράτα τα
δάκρυά σου για τον Αρτούρο Μπαντίνι, γιατί αυτός έχει τα μεγάλα
προβλήματα, τις πραγματικές σκοτούρες κι ακόμη δε σου έχω πει τίποτε,
θα μπορούσα να σου μιλήσω για κείνη τη νύχτα στην αμμουδιά με τη
μελαχρινή πριγκίπισσα, για το κορμί της που δε μου έλεγε τίποτε, για τα
φιλιά της που ήταν πεθαμένα λουλούδια, χωρίς άρωμα, στον κήπο του
δικού μου πάθους.
Όμως εκείνη δεν έδινε καμιά προσοχή σ' αυτά που έλεγα, σηκώθηκε
παραπαίοντας απ' το κρεβάτι και ρίχτηκε στα πόδια μου εκλιπαρώντας με
να της πω ότι δε με αηδιάζει.
«Πες μου!» έλεγε μέσα σ' αναφιλητά και λυγμούς «πες μου μόνο ότι είμαι
κι εγώ ωραία όπως οι άλλες γυναίκες».
«Μα και βέβαια είσαι! Είσαι στ' αλήθεια πανέμορφη!»
Προσπάθησα να τη σηκώσω, αλλά σφιγγότανε με λύσσα στα πόδια μου
και δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο από το να την καθησυχάζω, όμως
δεν είχα το σωστό τρόπο κι εκείνη βυθιζότανε όλο και πιο βαθιά, εκεί
μπροστά μου κι εγώ συνέχιζα. Και άρχισε πάλι να μιλάει για τα τραύματά
της, αυτές τις φρικτές πληγές που της κατέστρεψαν τη ζωή, αφάνισαν τον
έρωτα πριν καλά καλά έρθει και διώξανε τον άντρα της μακριά, στην
αγκαλιά κάποιας άλλης γυναίκας, κι όλα αυτά μου φαίνονταν φανταστικά

και τελείως ακαταλαβίστικα, γιατί σαν γυναίκα ήταν πολύ
καλοστεκούμενη, ούτε ανάπηρη ήταν, ωραίο σώμα είχε και σίγουρα πολλοί
άντρες θα σκιζόντουσαν για χάρη της.
Σερνότανε στο πάτωμα, τσουλούφια μαλλιών είχαν πέσει στο πρόσωπό
της και κόλλαγαν πάνω στα μουσκεμένα απ' τα δάκρυα μάγουλά της, τα
μάτια της πρησμένα, ξετρελαμένη από βαθιά πίκρα.
«Θα στα δείξω, λοιπόν!» ούρλιαξε. «Θα τα δεις και μόνος σου, ψεύτη,
παλιοψεύτη!»
Έπιασε με τα δυο της χέρια τη μαύρη φούστα, την ξεκούμπωσε με μια
κίνηση και την άφησε να πέσει στους αστραγάλους. Έκανε ένα βήμα
μπροστά και ήτανε πραγματικά πανέμορφη με την άσπρη κυλοτίτσα και
της το είπα. «Μα είσαι τόσο όμορφη! Εγώ στο είπα, είσαι πανέμορφη!»
Συνέχιζε να κλαίει με λυγμούς, ενώ προσπαθούσε να ξεκουμπώσει τις
κόπιτσες στο μπλουζάκι της και γω της είπα ότι δεν ήτανε ανάγκη να
γδυθεί τελείως· με είχε ήδη πείσει, μου είχε φύγει κάθε ίχνος δυσπιστίας,
δεν είχε λοιπόν νόημα να τα βγάλει όλα, άλλωστε θα μπορούσε ν' αρπάξει
καμιά πούντα.
«Όχι» είπε εκείνη. «Θα τα δεις και μόνος σου».
Δεν μπορούσε ν’ ανοίξει τις κόπιτσες στο μπλουζάκι, γύρισε και μου
ζήτησε επιτακτικά να το ξεκουμπώσω. Αρνήθηκα. «Για όνομα του Θεού,
ξέχνα το πια» της είπα. «Μ' έχεις πείσει. Δε χρειάζεται να κάνεις
στριπτήζ». Απελπισμένη και πνιγμένη στ' αναφιλητά γράπωσε με τα δυο
χέρια το λεπτό μπλουζάκι και με μια κίνηση το έσκισε και το πέταξε από
πάνω της.
Όταν άρχισε να βγάζει και το κυλοτάκι, εγώ γύρισα από την άλλη και
πήγα στο παράθυρο, γιατί συνειδητοποίησα ότι είχε σκοπό να μου δείξει
κάτι πολύ δυσάρεστο, ενώ εκείνη άρχισε τώρα τα γέλια, γύρναγε τριγύρω
μου και μου έβγαζε τη γλώσσα στα ξινισμένα μου μούτρα. «Να, να, ορίστε,
το ξέρεις κιόλας! Το ξέρεις πια καλά!»
Ό,τι κι αν ήταν αυτό έπρεπε να τ’ αντέξω και έτσι γύρισα προς το μέρος
της. Ήταν τσιτσίδι, μέχρι και τις κάλτσες και τα παπούτσια είχε βγάλει και
τότε είδα τις πληγές. Ήτανε στα μπούτια της, κηλίδες του δέρματος ή κάτι
τέτοιο, ίσως κάψιμο, ένα μεγάλο, άθλιο πετσιασμένο σκουρόχρωμο σημάδι
που είχε εξαφανίσει τη σάρκα και τα μπούτια αδυνάτιζαν ξαφνικά και
ζαρώνανε και το κρέας έδειχνε πεθαμένο σ' αυτή τη μεριά. Έσφιξα τα
σαγόνια μου για να μπορέσω να πω «Ποιο; μα ποιο; αυτό εκεί δα; αυτό
είναι όλο κι όλο; Ε, δεν είναι και τίποτε το σπουδαίο, μηδαμινό..» Μίλαγα
σαν πολυβόλο και μπέρδευα τα λόγια μου, έπρεπε να μιλάω γρήγορα,
γιατί αλλιώς δε θα μπορούσα ν' αρθρώσω λέξη. «Μα είναι γελοίο να
κάθεσαι ν' ασχολείσαι μ' αυτό» συνέχισα. «Μόλις που φαίνεται. Στο είπα
ότι είσαι όμορφη. Είσαι πανέμορφη!»
Γεμάτη περιέργεια κοιταζότανε ξανά και ξανά, δε με πολυπίστευε και με
ξανακοίταξε, εγώ αυτή τη φορά κοίταζα μόνο το πρόσωπό της, ένιωθα το
στομάχι μου ν' αναδεύεται από αηδία, ανέπνεα τη γλυκερή και παχιά
μυρουδιά της παρουσίας της και έλεγα ξανά και ξανά πόσο όμορφη είναι
κι αυτόν τον ασήμαντο μικρό ρόζο ποιος άνθρωπος θα τον πρόσεχε, αφού
εκείνη είναι όμορφη, τόσο όμορφη, ένα μικρό κοριτσάκι, ένα μικρό αθώο
παιδί, μια σπάνια κι ακριβοθώρητη ομορφιά, κι εκείνη έγινε κατακόκκινη

και χωρίς να πει λέξη πήρε το κυλοτάκι της και το φόρεσε, ενώ από το
λαρύγγι της βγαίνανε μικροί γουργουριστοί ήχοι από μια βαθιά εσωτερική
ευχαρίστηση.
Σε μια στιγμή μέσα είχε γίνει ντροπαλή, ήταν όμως πανευτυχής, κι εγώ
γέλασα κι οι λέξεις μού έρχονταν τώρα πιο εύκολα και της το είπα και το
ξανάπα αυτό για την ομορφιά της και πόσο κουτή είχε σταθεί. Πες τα
γρήγορα, Αρτούρο, πες τα να τελειώνουμε, γιατί το στομάχι μου
ανακατεύεται και πρέπει να τρέξω γρήγορα έξω. Της είπα ότι πρέπει να
κατέβω για λίγο στην τουαλέτα κι εκείνη ας ντυνότανε στο μεταξύ.
Σκέπασε το σώμα της και τα μάτια της έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας όταν
βγήκα από το δωμάτιο. Προχώρησα στο διάδρομο πέρα-πέρα μέχρι που
έφτασα στην έξοδο κινδύνου, άνοιξα την πόρτα βγήκα στο πλατύσκαλο κι
εκεί πια δεν μπόρεσα να κρατηθώ άλλο, τα δάκρυα ξεχείλιζαν, έκλαιγα
γοερά χωρίς να μπορώ να σταματήσω, επειδή αυτός ο Θεός ήταν ένας
βρωμερός απατεώνας, ένα ανάξιο βρωμερό μούτρο, σίγουρα, αυτό ακριβώς
ήταν για να κάνει κάτι τέτοιο σ’ αυτή τη γυναίκα. Κατέβα κάτω, Θεέ,
κατέβα από τον ουρανό σου, ντε, αν κοτάς κατέβα κάτω και θα σου βαράω
τη μάπα σ' όποια μεριά του Λος Άντζελες σε πετύχω, άθλιε, σκληρόκαρδε
τσαρλατάνε, Αν δεν υπήρχες εσύ, τότε αυτή η γυναίκα δε θα ήταν
σημαδεμένη, θα 'ταν καλύτερα για όλους, αν δεν υπήρχες εσύ, θα
μπορούσα κι εγώ κάτω στην παραλία να χαρώ την Καμίγια Λόπες, αλλά
πού! Πρέπει πρώτα να μας ταλανίσεις με τα κόλπα σου: κοίτα δω τι έχεις
κάνει σ' αυτή τη γυναίκα και τι έκανες με τον έρωτα του Αρτούρο Μπαντίνι
για την Καμίγια Λόπες. Και μ' αυτή τη σκέψη μου φάνηκε ότι η τραγωδία η
δικιά μου είναι πιο μεγάλη απ' της γυναίκας και ξεχάστηκα.
Όταν επέστρεψα, εκείνη ήταν ντυμένη και χτένιζε τα μαλλιά της στο μικρό
μου καθρέφτη. Το σκισμένο μπλουζάκι το 'χε βάλει στην τσέπη του παλτού
της. Φαινότανε εξαντλημένη αλλά ταυτόχρονα. χαρούμενη. Της είπα ότι
θα τη συνόδευα κάτω μέχρι τον Ηλεκτρικό Σταθμό, απ' όπου θα μπορούσε
να πάρει το τρένο για το Λονγκ Μπητς. Δε δέχτηκε, δε χρειάζεται, είπε.
Μου έγραψε τη διεύθυνσή της σ' ένα κομμάτι χαρτί.
«Κάποια μέρα θα έρθεις στο Λονγκ Μπητς» μου είπε. «Θα περιμένω ίσως
καιρό, αλλά θα 'ρθεις».
Στην πόρτα αποχαιρετηθήκαμε. Μου άπλωσε το χέρι της.
Ήταν ζεστό κι ευχάριστο. «Γεια σου» είπε. «Και να προσέχεις τον εαυτό
σου».
«Γεια σου, Βέρα».
Δεν ένιωσα μοναξιά όταν έφυγε εκείνη και δεν έβρισκα τον τρόπο να
ξεφύγω από την παράξενη μυρουδιά. Ξάπλωσα στο κρεβάτι, στο κεφάλι
μου για μαξιλάρι το σκουφάκι της Καμίγια που την ένιωθα τόσο μακριά
μου και δεν μπορούσα να τη φέρω πίσω. Ένιωθα την επιθυμία να μου
κυριεύει αργά το κορμί, μαζί με μια πίκρα, θα μπορούσες να την έχεις,
ανόητε, θα μπορούσες να κάνεις μαζί της ό,τι επιθυμούσες, όπως ακριβώς
με την Καμίγια και δεν έκανες απολύτως τίποτε. Όλη τη νύχτα την έβλεπα
μπροστά μου. Ήθελα να σηκωθώ και να μυρίσω τη βαριά γλυκερή
μυρουδιά που είχε αφήσει πίσω της, ν' ακουμπήσω τα έπιπλα που είχε κι
εκείνη ακουμπήσει και να σκεφτώ την ποίηση που είχε απαγγείλει. Δεν
κατάλαβα πότε με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα στις δέκα κι ήμoυν ακόμη
κουρασμένος, οσμίστηκα τον αέρα τριγύρω και συνέχισα να σκέφτομαι

αυτά που είχαν συμβεί. Θα μπορούσα να της έχω πει τόσα και τόσα και να
την κάνω να χαρεί. Θα μπορούσα, για παράδειγμα, να της πω, κοίτα Βέρα,
τα πράγματα είναι έτσι κι έτσι κι ό,τι έγινε έγινε και τώρα άμα κάνεις αυτό
και κείνο ίσως να μην ξανασυμβεί το άλλο, γιατί ο καθένας σκέφτεται έτσι
κι αλλιώς για μένα, κι αυτό πρέπει κάποτε να σταματήσει· ίσως να πεθάνω
κιόλας σ' αυτή μου την προσπάθεια, αλλά αυτό πρέπει κάποτε να
σταματήσει.
Κι έτσι καθόμουνα όλη μέρα και σκεφτόμουνα. Σκέφτηκα και μερικούς
άλλους Ιταλούς, τον Καζανόβα και τον Τσελίνι* και μετά σκέφτηκα και τον
Αρτούρο Μπαντίνι κι έτσι μου 'ρθε να βαρέσω το κεφάλι μου στον τοίχο.
Μετά άρχισα να σκέφτομαι πώς θα είναι άραγε το Λονγκ Μπητς και να
λέω στον εαυτό μου ότι θ' άξιζε ίσως τον κόπο να επισκεφτώ το μέρος
κάποια στιγμή, ίσως να πέρναγα να δω και τη Βέρα έτσι για να
κουβεντιάσουμε μαζί κανένα σοβαρό πρόβλημα. Σκεφτόμουνα εκείνη την
πεθαμένη σάρκα, τις πληγές στο σώμα της και προσπαθούσα να βρω
λέξεις κατάλληλες για να τα περιγράψω στο χαρτί. Και μετά είπα στον
εαυτό μου ότι η Βέρα παρ' όλο το κουσούρι της θα μπορούσε να κάνει το
θαύμα της κι όταν το θαύμα λάβαινε χώρα ένας νέος Μπαντίνι θ'
αντίκριζε τον κόσμο και την Καμίγια Λόπες, ένας Μπαντίνι με δυναμίτες
στο σώμα του και λάβα που θα πετιέται απ’ τα μάτια του, ο οποίος θα πάει
σ’ αυτή την Καμίγια Λόπες και θα της πει: άκου δω, κορίτσι μου, ως τώρα
έδειξα μεγάλη υπομονή μαζί σου, αλλά τέρμα πια με τα καμώματά σου,
άντε, και τώρα πολύ θα με υποχρέωνες αν άρχιζες να βγάζεις τα ρούχα
σου. Ξαπλωμένος απολάμβανα με τη φαντασία μου αυτές τις στιγμές,
καθώς τις έβλεπα να ξετυλίγονται στο ταβάνι του δωματίου μου.
Κάποιο απόγευμα είπα στην κυρία Χάργκρεϊβς ότι θα λείψω για μια-δυο
μέρες στο Λονγκ Μπητς, επαγγελματικά, κι έτσι ξεκίνησα για εκεί. Στην
τσέπη μου είχα τη διεύθυνση της Βέρας και είπα στον εαυτό μου, Μπαντίνι,
ετοιμάσου για τη μεγάλη περιπέτεια, άσε το πνεύμα του κατακτητή να σε
κυριεύσει. Στη γωνία συνάντησα τον Χέλφρικ, που με τη σκέψη ότι θα φάει
κι άλλο κρέας του τρέχουν τα σάλια απ' το στόμα. Του δίνω λίγα λεφτά κι
εκείνος τρέχει βολίδα για το χασάπικο. Κατέβηκα στον Ηλεκτρικό Σταθμό
και μπήκα σ' ένα από τα κόκκινα βαγόνια που πάνε στο Λονγκ Μπητς.

* Benvenuto Cellini (1500-1571): Ιταλός χρυσοχόος και γλύπτης συγγραφέας του έργου
Αυτοβιογραφία. (σ.τ.μ.)

12.

ΣΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟ ΕΓΡΑΦΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ, ΒΕΡΑ
Ρίβκεν. Το σπίτι ήταν κάτω στο Λονγκ Μπητς Πάικ απέναντι από το λούνα
παρκ με τη μεγάλη ρόδα και το τρενάκι. Στο ισόγειο ήταν αίθουσα
μπιλιάρδου κι από πάνω μερικές γκαρσονιέρες. Η σκάλα έλεγε ότι δεν είχα
κάνει λάθος, παντού μύριζε το άρωμά της. Η κουπαστή της σκάλας ήταν
ξεχαρβαλωμένη και οι γκρίζοι τοίχοι ήταν εδώ κι εκεί φουσκωμένοι από
την υγρασία, σκασίματα και σουβάδες που πέφτανε μόλις τους άγγιζα με
το δάχτυλο.
Χτύπησα κι εκείνη άνοιξε την πόρτα.
«Ήρθες κιόλας;» μου είπε.
Πάρ' την και σφίξ' τη στην αγκαλιά σου, Μπαντίνι. Μην κάνεις ότι δε
θέλεις αν πάει να σε φιλήσει, γίνε γλυκός μαζί της, χαμογέλα, πες κάτι.
«Είσαι μια χαρά» είπα. Δεν πρόλαβα ν' ανοίξω το στόμα μου καλά καλά
και με είχε χουφτώσει, είχε κολλήσει πάνω μου σαν μουσκεμένος κισσός, η
γλώσσα της σαν φοβισμένο φίδι τρύπωσε μέσα στο στόμα μου. Ω! μεγάλε,
Υπέροχε Ιταλέ Εραστή, Μπαντίνι, κάνε κάτι! Ω! κορίτσι της Ιουδαίας, θα
ήταν δυνατό να το πας λίγο με το μαλακό! Μόλις κατάφερα ν'
απελευθερωθώ, πήγα κοντά στο παράθυρο και κάτι ψέλλισα για τη
θάλασσα και τη θέα. «Ωραία βλέπεις από δω» είπα. Εκείνη όμως μου
έβγαζε κιόλας το παλτό, με οδήγησε στη γωνία, μ' έβαλε να καθίσω στην
καρέκλα και μετά μου έβγαλε τα παπούτσια. «Θέλω να είσαι άνετα» είπε,
και μετά εξαφανίστηκε. Κι εγώ καθισμένος εκεί με σφιγμένα δόντια,
κοίταζα γύρω μου ένα δωμάτιο σαν δέκα εκατομμύρια παρόμοια
καλιφορνέζικα δωμάτια, λίγο ξύλο εδώ, ένα χαλάκι εκεί, τα ετοιματζίδικα
έπιπλα, τις αράχνες στο ταβάνι και τη σκόνη στις γωνίες, το δωμάτιό της,
ένα δωμάτιο για τον καθένα, Λος Άντζελες, Λονγκ Μπητς, Σαν Ντιέγκο,

μερικά σανίδια σοβαντισμένα και στοκαρισμένα, μια τρύπα ίσα ίσα για να
βάζεις το κεφάλι σου μέσα.
Εκείνη είχε τρυπώσει σε μια γωνιά, στην υποτιθέμενη κουζίνα, και
χτύπαγε τηγάνια και κουδούνιζε ποτήρια κι εγώ καθισμένος στη γωνία
σκεφτόμουνα πόσο διαφορετική θα είναι όταν είναι μόνη της και πόσο
αλλιώτικη γίνεται τώρα, που εγώ είμαι εδώ. Κοίταξα γύρω μου για να δω
από πού μπορεί να ερχότανε αυτή η γλυκερή μυρουδιά λιβανιού, από
κάπου έπρεπε να βγαίνει επιτέλους, αλλά στο δωμάτιο δεν υπήρχε
πουθενά λιβανιστήρι, έβλεπα μόνο βρώμικα ξεχειλωμένα καλύμματα
επίπλων σε γαλάζιο χρώμα, ένα τραπέζι και πάνω του σκορπισμένα βιβλία
κι ένα πτυσσόμενο κρεβάτι τοίχου. Εκείνη εμφανίστηκε μ' ένα ποτήρι γάλα
στο χέρι της. «Έτοιμο», μου το πρόσφερε, «ένα παγωμένο αναψυκτικό». Το
οποίο δεν ήταν καν δροσερό, σχεδόν ζεστό, από πάνω ξεχείλιζε ένας
κιτρινωπός αφρός, το δοκίμασα κι είχε τη γεύση απ' το στόμα της και μια
έντονη γεύση από κριθαρένιο ψωμί και καμαμπέρ που είχε φάει πριν.
«Ωραίο είναι» της είπα. «Πολύ γευστικό».
Κάθισε στα πόδια μου, έβαλε τα χέρια της στα γόνατά μου και με κοίταζε
μ' εκείνα τα πεινασμένα μάτια, τα πελώρια μάτια, τόσο μεγάλα που θα
μπορούσα να χαθώ ολόκληρος εκεί μέσα. Ήταν ντυμένη με τα ίδια ρούχα
που φόραγε την πρώτη φορά, στο δωμάτιό της υπήρχαν ελάχιστα
πράγματα και κατάλαβα ότι δεν έχει άλλα ρούχα. Είχα έρθει τελείως
ξαφνικά, και δεν είχε το χρόνο να βάλει λίγη πούδρα ή κοκκινάδι στο
πρόσωπό της και τώρα έβλεπα τις χαρακιές της ηλικίας ανάγλυφες κάτω
απ' τα μάτια της και πάνω στα μάγουλά της. Μου έκανε εντύπωση που την
πρώτη φορά δεν τις είχα προσέξει και θυμήθηκα ότι τις είχα δει και τις είχα
παραδεί, ακόμη και με την πούδρα και το κοκκινάδι φαίνονταν, αλλά τις
δυο μέρες που μεσολάβησαν γεμάτες φαντασιώσεις και ονειρώξεις, ήταν
σαν να 'χαν κρυφτεί και τώρα που ήμoυν εδώ συνειδητοποιούσα ότι δε θα
'πρεπε να έχω έρθει.
Κουβεντιάζαμε, εκείνη κι εγώ. Με ρώτησε για τη δουλειά μου, μόνο σαν
πρόφαση. Στην πραγματικότητα ούτε που την ενδιέφερε καθόλου. Και η
δική μου όμως απάντηση κάτι τέτοιο δήλωνε. Κι εγώ ο ίδιος
ενδιαφερόμουνα ελάχιστα για τη δουλειά μου. Για μας τους δυο ένα
πράγμα υπήρχε κοινό κι εκείνη το ήξερε, γιατί με τον ερχομό μου το είχα
ήδη ξεκαθαρίσει. Αλλά πού είχαν πάει όλες εκείνες οι λέξεις, όλος αυτός ο
πόθος που έφερνα μαζί μου; Κι όλα εκείνα τα όνειρα; Πού ξέμεινε άραγε
όλη εκείνη η επιθυμία, τι είχε συμβεί στο κουράγιο μου και γιατί
καθόμουνα τώρα εκεί και χασκογέλαγα για πράγματα που δεν ήταν
καθόλου, μα καθόλου διασκεδαστικά; Άντε, λοιπόν, Μπαντίνι, βγάλε όλο
τον πόθο της καρδιάς σου, ζήσε το πάθος σου έτσι όπως το διαβάζεις στα
βιβλία. Δυο άνθρωποι σ' ένα δωμάτιο: ο ένας είναι η γυναίκα, ο άλλος είναι
ο Αρτούρο Μπαντίνι, που δεν είναι ούτε ψάρι ούτε κρέας κι ούτε καν μια
κόκκινη ρέγκα της προκοπής.
Πάλι μια παρατεταμένη σιωπή, το κεφάλι της γυναίκας στην αγκαλιά μου,
τα δάχτυλά μου παίζουν στη σκoτεινή φωλιά των μαλλιών της και
ξετρυπώνουν τσουλούφια με ασπρισμένες τρίχες. Ξύπνα επιτέλους,
Αρτούρο! Έπρεπε να 'ναι από κάποια μεριά τώρα εκείνη, να σε δει με τα
μεγάλα μαύρα μάτια της, ο ένας και μοναδικός έρωτάς σου, η πριγκίπισσα
των Μάγιας, η Καμίγια Λόπες. Αχ, Χριστέ μου, Αρτούρο είσαι πράγματι

απίθανος! Μπορεί να έγραψες το Σκυλάκο που γελάει, τα
απομνημονεύματα του Καζανόβα όμως δεν πρόκειται να τα γράψεις στον
αιώνα τον άπαντα. Τι κάθεσαι με σταυρωμένα χέρια; Μπας και
ονειρεύεσαι πάλι κανένα ανυπέρβλητο αριστούργημα που πρόκειται να
γράψεις; Αχ, ανόητε Μπαντίνι!
Σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε που καθόμουνα κει με σφαλισμένα
μάτια και δεν ήξερε τίποτε για τις σκέψεις που στριφογύριζαν στο μυαλό
μου. Ή μπορεί να 'ξερε κιόλας κι ίσως γι’ αυτό να μου είπε: «Είσαι
κουρασμένος, πρέπει να ξαπλώσεις λιγάκι». Ίσως γι' αυτό να κατέβασε το
κρεβάτι απ' τον τοίχο κι επέμενε να ξαπλώσω, εκείνη δίπλα μου, το κεφάλι
της στην αγκαλιά μου. Ίσως γι' αυτό να με ρώτησε περιμένοντας την
αντίδρασή μου: «Αγαπάς κάποιαν άλλη;»
Της είπα: «Ναι. Είμαι ερωτευμένος με κάποιο κορίτσι στο Λος 'Αντζελες».
Με χάιδεψε στο πρόσωπο.
«Ξέρω» μου είπε. «Καταλαβαίνω».
«Όχι, δεν καταλαβαίνεις».
Έτοιμος ήμoυν να της πω γιατί είχα έρθει, μου ήρθε στην άκρη της
γλώσσας, λίγο ήθελε, κι όμως ήξερα ότι δε θα μιλούσα. Εκείνη ξαπλωμένη
δίπλα μου κι οι δυο μας κοιτάζαμε ψηλά το κενό κι εγώ έπαιζα με τη σκέψη
να της το εξομολογηθώ. Τέλος μίλησα: «Υπάρχει κάτι που πρέπει να σου
πω. Ίσως μπορέσεις κιόλας να με βοηθήσεις». Δεν μπόρεσα να
προχωρήσω. Όχι δεν μπορούσα να της μιλήσω. Κι έτσι όπως ήμoυνα
ξαπλωμένος έλπιζα ότι εκείνη θα το καταλάβαινε από μόνη της κι όταν
άρχισε τις ερωτήσεις -πες μου ποιος είναι ο καημός σου- κούνησα το
κεφάλι μου κι έδειξα ότι μ' ενοχλεί. «Άσ' το καλύτερα» της είπα. «Είναι κάτι
που δεν μπορώ να στο πω».
«Μίλησέ μου για κείνη» είπε.
Δε γινότανε ενώ ήμoυνα με μια γυναίκα να κάθομαι να της μιλάω για τις
πληγές μου από μιαν άλλη. Ίσως γι' αυτό κι εκείνη να με ρώτησε: «Είναι
όμορφη;», κι εγώ της είπα «ναι». Ίσως γι' αυτό εκείνη να ρώτησε: «Σ'
αγαπάει;». Είπα ότι δε μ' αγαπάει. Και τότε άρχισε να βροντάει η καρδιά
μου, γιατί πλησίαζε με τις ερωτήσεις της σ' αυτό που ήθελα να με ρωτήσει
απ' την αρχή και το περίμενα, ενώ εκείνη μου χάιδευε το μέτωπο.
«Και γιατί δε σ' αγαπάει;»
Αυτό ήταν. Θα μπορούσα ν' απαντήσω και να ξεκαθαρίσουν όλα αμέσως.
Αντί γι' αυτό, είπα: «Ε, έτσι, δε μ' αγαπάει και τέρμα».
«Αγαπάει κανέναν άλλο;»
«Πού να ξέρω. Μπορεί».
Μπορεί αυτό, μπορεί εκείνο, ερωτήσεις, ερωτήσεις, εσύ, συνετή και
φρόνιμη γυναίκα, που το σώμα σου είναι διάστικτο από πληγές,
ψαχουλεύεις στο σκοτάδι αναζητώντας τον πόθο του Αρτούρο Μπαντίνι, σ'
ένα παιχνίδι που τον κόβει κρύος και καυτός ιδρώτας και με τον Μπαντίνι
έτοιμο ν' απαντήσει στο καθετί. «Πώς τη λένε;»
«Καμίγια» είπα.
Ανασηκώθηκε και ακούμπησε τα χείλη μου.
«Αισθάνομαι τόσο μόνη» είπε. «Φαντάσου πως είμαι εκείνη».
«Ναι» είπα γω. «Και τ' όνομά σου είναι Καμίγια».
Άπλωσα τα χέρια μου κι εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά μου.
«Με λένε Καμίγια» είπε.

«Είσαι πανέμορφη είπα γω. «Είσαι η πριγκίπισσα των Μάγια».
«Είμαι η πριγκίπισσα Καμίγια».
«Όλη αυτή η χώρα κι όλες εκείνες οι θάλασσες σου ανήκουν. Όλη η
Καλιφόρνια. Μα, τι λέω; δεν υπάρχει Καλιφόρνια ούτε Λος Άντζελες ούτε
σκονισμένοι δρόμοι ούτε φτηνιάρικα ξενοδοχεία ούτε βρώμικες εφημερίδες
ούτε τσακισμένοι, ξεριζωμένοι άνθρωποι που έρχονται από τ' ανατολικά
ούτε τακτοποιημένα μεγάλα βουλεβάρτα. Αυτή εδώ είναι η πανέμορφη
χώρα σου με την έρημό της, τα βουνά της και τη θάλασσα. Είσαι η
πριγκίπισσα και τα εξουσιάζεις όλα».
«Είμαι η πριγκίπισσα Καμίγια» είπε μέσα σε λυγμούς. «Δεν υπάρχουν
Αμερικάνοι, δεν υπάρχει Καλιφόρνια, υπάρχει μόνο η έρημος, τα βουνά, η
θάλασσα κι εγώ που τα εξουσιάζω όλα».
«Και τότε έρχομαι εγώ».
«Και τότε έρχεσαι εσύ».
«Εγώ αυτοπροσώπως. Ο Αρτούρο Μπαντίνι. Ο μεγαλύτερος συγγραφέας
που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος».
«Ω, ναι» ψιθύρισε ξέπνοα. «Βέβαια! Ο Αρτούρο Μπαντίνι, η μεγαλοφυΐα!»
Έχωσε το πρόσωπό της στον ώμο μου και τα καυτά της δάκρυα τρέχανε
στο λαιμό μου. Την έσφιξα δυνατά πάνω μου. «Φίλα με, Αρτούρο».
Κι όμως δεν τη φίλησα. Δεν είχα φτάσει ακόμη εκεί που ήθελα. Έπρεπε να
γίνει όπως εγώ το ήθελα, ειδεμή ας μη γινόταν ποτέ. «Είμαι κατακτητής»
συνέχισα. «'Οπως ο Κορτές, μόνο που εγώ είμαι Ιταλός».
Κι ένιωσα ότι αυτό που ζήταγα ήταν πια πραγματικότητα, η χαρά ξέσπασε
μέσα μου κι ο γαλανός ουρανός που έβλεπα απ' το παράθυρο ήταν το όριό
μου. Ολόκληρος ο φυσικός κόσμος είχε γίνει τόσο δα μικρός και τον
κράταγα μέσα στη φούχτα μου. Έτρεμα ολόκληρος από ευχαρίστηση.
«Καμίγια, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ πάρα πολύ».
Και δεν υπήρχαν πια, ούτε σημάδια, ούτε πληγές. Ήταν η Καμίγια, με
σάρκα και οστά, πανέμορφη. Και ήταν δική μου όπως άλλωστε κι
ολόκληρος ο κόσμος. Και χαιρόμουνα για τα δάκρυά της, μ' ερεθίζανε και
μ' ανέβαζαν στα ύψη και την κατέκτησα. Μετά αποκοιμήθηκα,
ξαλαφρωμένος και κουρασμένος· μέσα στο σύννεφο της νύστας που με
τύλιξε άκουγα μακρινά τ' αναφιλητά της, που όμως δε μ' άγγιζαν. Δεν
ήταν πια η Καμίγια. Ήταν η Βέρα Ρίβκεν κι εγώ βρισκόμουνα στο
διαμέρισμά της κι είχα σκοπό να σηκωθώ και να εξαφανιστώ μόλις θα
τραβούσα έναν υπνάκο.

'Οταν ξύπνησα δεν ήταν πια εκεί. Όλα στο δωμάτιο έλεγαν ότι είχε
φύγει. Το ανοιχτό παράθυρο, η κουρτίνα που την κουνούσε απαλά ο αέρας,
η χαραμάδα στο ανοιχτό ψυγείο, μια άδεια κρεμάστρα. Το μισοαδειασμένο
ποτήρι με το γάλα που είχα αφήσει στο μπράτσο της πολυθρόνας. Μικρά
πραγματάκια που ενοχοποιούσαν τον Αρτούρο Μπαντίνι, όμως μετά τον
ύπνο τα μάτια μου έβλεπαν ψυχρά και καθαρά κι ετοιμάστηκα να φύγω
από κει μέσα και να μην ξαναπατήσω ποτέ. Από κάτω, από το δρόμο,
έφτανε η μουσική του λούνα παρκ. Κοίταξα από το παράθυρο. Δυο
γυναίκες περνούσαν κι εγώ έβλεπα τα κεφάλια τους.

Πριν φύγω στάθηκα μια στιγμή στην πόρτα και κοίταξα, μια τελευταία
φορά, όλο το δωμάτιο. Κράτα το στη μνήμη σου, γιατί εδώ συνέβη το
μοιραίο. Εδώ γράφτηκε η ιστορία. Γέλασα. Αρτούρο Μπαντίνι, ευγενικός
νέος, μορφωμένος· πρέπει ν' ακούσεις τι έχει να σου πει στο κεφάλαιο
γυναίκες. Το δωμάτιό της έδειχνε όμως τόσο φτωχικό, ζήταγε λίγη
ζεστασιά, λίγη χαρά. Το δωμάτιο της Βέρα Ρίβκεν, που ήταν καλή με τον
Αρτούρο, μα ήταν πολύ φτωχή. Έβγαλα τα λεφτά από την τσέπη μου,
ξεχώρισα δύο δολάρια και τ' ακούμπησα στο τραπεζάκι. Μετά κατέβηκα τη
σκάλα, γέμισα τα πνευμόνια μου αέρα, οι μυώνες μου φουσκωμένοι,
πέταγα, αισθανόμουνα πιο δυνατός από ποτέ.
Όμως στην πίσω πλευρά του μυαλού μου, είχε επίμονα καρφωθεί ένας
σκούρος λεκές. Πέρασα μπροστά από τη γιγάντια ρόδα του λούνα παρκ,
προχώρησα στο δρόμο προς τα κάτω και το μαύρο πράγμα μεγάλωνε
μέσα στο μυαλό μου. Κάτι που διέλυε την ησυχία μου, κάτι
απροσδιόριστο και ανώνυμο γλίστραγε μες στο κρανίο μου. Σταμάτησα
σ' ένα υπαίθριο καφενείο και παράγγειλα καφέ. Μέσα μου σερνόταν
ακατάπαυστα η μοναξιά. Τι μου συνέβαινε; Έπιασα το σφυγμό μου.
Άψογος. Φύσηξα τον καφέ μου και ήπια μια γουλιά: ωραίος καφές.
Ψάχτηκα μέσα μου κι ένιωσα τα δάχτυλα της λογικής να ανασκαλεύουν,
χωρίς όμως να φτάνουν, αυτό που κάπου βαθιά μέσα μου με ανησυχούσε.
Και τότε ξέσπασε μέσα μου σαν αστροπελέκι, σαν θάνατος και σαν
καταστροφή. Γεμάτος τρόμο έφυγα μακριά από το καφενεδάκι,
περπάτησα γρήγορα στο πεζοδρόμιο, γύρω μου άνθρωποι που μου
φαίνονταν ολότελα παράξενοι, σαν φαντάσματα: όλος ο κόσμος έμοιαζε
να 'ναι ψεύτικος, ο χώρος γύρω πλασματικός κι όλα τα ένζωα όντα, πάνω
δω στη γη, προσωρινά. Όλοι εμείς, ο Μπαντίνι, ο Χάκμουθ, η Καμίγια και
η Βέρα, όλοι μας είμαστε δω μόνο για λίγο και μετά πάμε κάπου αλλού·
δεν είμαστε καν ζωντανοί· πλησιάζουμε τη ζωή, αλλά δεν τη φτάνουμε
ποτέ. Θα πεθάνουμε. Καθένας από μας θα πεθάνει κάποτε. Ακόμη και
συ Αρτούρο, ακόμη κι εσύ θα πεθάνεις.
Ήξερα καλά τι ήταν αυτό που ζυγιαζόταν πάνω απ' το κεφάλι μου. Ήταν
ένας μεγάλος λευκός σταυρός που σημάδευε το μυαλό μου και μου έλεγε
ότι είμαι ένας ανόητος άνθρωπος που θα πέθαινε και ότι δεν υπάρχει
τίποτε που θα μπορούσα εγώ ν' αλλάξω. Mea culpa, mea culpa, mea
maxima culpa. Μια θανάσιμη αμαρτία, Αρτούρο. Ου μοιχεύσεις, Αρτούρο.
Να το μας, πεισματάρικο, μέχρι το πικρό τέλος, να με διαβεβαιώνει ξανά
και ξανά ότι δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγω απ' τις ενοχές μου. Ήμουν
καθολικός. Κι αυτό ήταν θανάσιμη αμαρτία ενάντια στη Βέρα Ρίβκεν.
Εκεί που τελείωνε το λούνα παρκ άρχιζε η παραλία. Πιο πίσω
απλώνονταν οι αμμόλοφοι. Περπάτησα στην αμμουδιά μέχρι που δε
φαινόμουνα πια από το δρόμο. Χρειαζόμουνα αυτοσυγκέντρωση.
Γονάτισα. Καθισμένος εκεί έβλεπα τα κύματα να καταπίνουνε την
παραλία. Άσκημα τα πράγματα, Αρτούρο. Έχεις διαβάσει Νίτσε, έχεις
διαβάσει Βολταίρο, θα 'πρεπε να τα ξέρεις καλύτερα. Αλλά εδώ δε
βοηθάει η λογική. Θα μπορούσα να βρω άπειρα επιχειρήματα, όμως
κάπου δεν πηγαίνουν στην ιδιοσυγκρασία μου, στο αίμα μου, κι ήταν το
αίμα που έτρεχε στις φλέβες μου, που μου έλεγε ότι έκανα λάθος.
Καθισμένος εκεί, αφέθηκα να με οδηγήσει το ίδιο το αίμα μου πίσω στη

βαθιά λίμνη της προέλευσης της ζωής. Η Βέρα Ρίβκεν. Ο Αρτούρο
Μπαντίνι. Δε θα 'πρεπε να έχει γίνει έτσι. Ήμουν άδικος. Έκανα ένα
θανάσιμο αμάρτημα. Μπορούσα να το αποδείξω απ' όποια πλευρά κι αν
το έβλεπα: μαθηματικά, φιλοσοφικά, ψυχολογικά· μπορούσα να το
αποδείξω με μια δωδεκάδα διαφορετικούς τρόπους ότι δεν είχα κάνει
αυτό που έπρεπε και οι ζεστοί φυσιολογικοί σφυγμοί της ενoχής μου δεν
το διέψευσαν.
Με την αρρώστια στην ψυχή μου προσπάθησα να φανταστώ ότι περνάω τ
η βαριά δοκιμασία της αναζήτησης της μετάνοιας. Από ποιον όμως; Ποιο
Θεό και ποιο Χριστό; Όλα αυτά είναι μύθοι, στους όποιους πίστεψα
κάποτε και ανήκαν σε κάποια πιστή, που τώρα καταλάβαινα ότι είχε
φτιαχτεί από μύθους. Αυτή εκεί είναι η θάλασσα κι αυτός εδώ είναι ο
Αρτούρο και η θάλασσα είναι πραγματική και ο Αρτούρο πιστεύει στην
πραγματικότητα. Κι αν γυρίσω την πλάτη μου στη θάλασσα, όπου και να
κοιτάξω είναι στεριά: και προχωράω, προχωράω και η στεριά απλώνεται
παντού, μέχρι πέρα, εκεί που φτάνει το μάτι.
Ένα χρόνο, πέντε χρόνια, δέκα χρόνια και δεν έχω δει τη θάλασσα
καθόλου. Λέω, λοιπόν, στον εαυτό μου, μα τι έγινε η θάλασσα; Κι
απαντάω μόνος μου, η θάλασσα είναι εκεί πίσω, στο απόθεμα των
αναμνήσεων. Η θάλασσα όμως είναι ένας μύθος. Ποτέ δεν υπήρξε η
θάλασσα. Κι όμως η θάλασσα υπάρχει! Αφού σου λέω ότι γεννήθηκα
δίπλα στη θάλασσα! Κολύμπαγα μέσα στη θάλασσα! Μου πρόσφερε
τρoφή και ειρήνη και η συναρπαστική εικόνα της μου προμήθευε το υλικό
των ονείρων μου! Όχι, Αρτούρο, δεν υπήρξε ποτέ η θάλασσα. Αυτά είναι
όνειρα κι επιθυμίες, όμως ο δρόμος ο δικός σου περνάει μέσα από ερήμου.
Τη θάλασσα δεν πρόκειται να την ξαναδείς. Ήταν ένας μύθος που
κάποτε τον είχες πιστέψει. Μόνο να χαμογελάσω μπορώ μ' αυτό, γιατί
στο αίμα μου μέσα έχω το αλάτι της θάλασσας και μπορεί να υπάρχουν
και δέκα χιλιάδες δρόμοι που πάνε στη στεριά, δεν πρόκειται όμως να με
παραπλανήσουν, γιατί πάντα θα ξαναγυρίζει το αίμα της καρδιάς μου
στις υπέροχες πηγές του.
Τι πρέπει να κάνω λοιπόν; Πρέπει μήπως να τεντώσω τα χείλη μου στον
ουρανό με μια γλώσσα που θα κεκεδίζει και θα τραυλίζει από το φόβο;
Πρέπει μήπως να γυμνώσω το στήθος μου και να το βαράω σαν κανένα
τύμπανο για να τραβήξω την προσοχή του Χριστού μου; Ή θα 'ταν
καλύτερα και πιο λογικό να κάνω το κορόιδο και να προχωρήσω πάρα
πέρα; Όμως θα έρθουνε ταραχές και πείνες, θα έρθουνε μοναξιές και μόνο
τα δάκρυά μου θα έχω να με παρηγορήσουνε, σαν μικρά μουσκεμένα
πουλάκια θα φτερουγίζουνε για να δροσίσουνε τα ξεραμένα μου χείλη.
Όμως θα βρεθεί παρηγοριά και θα υπάρξει ομορφιά σαν τον έρωτα ενός
πεθαμένου κοριτσιού. Και πότε πότε θ' ακούγεται κάποιο γέλιο, ένα
συγκρατημένο γέλιο και θα 'ναι ήσυχη η αναμoνή μες στη νύχτα και ένας
απαλός φόβος για τη νύχτα θ' απλώνεται σαν το κοροϊδευτικό φιλί του
θανάτου. Και η μεγάλη νύχτα θα έρθει κι όλοι οι οδηγοί μου, που τους
παράτησα μες στην oνειρική βιαιότητα της εφηβείας μου, θα χύνουν απ' τη
στεριά γλυκά λάδια για να εξευμενίσουν την τρικυμία του μυαλού μου. Θα
συγχωρεθώ γι' αυτό όπως και για άλλα μου σφάλματα, ακόμη και τη Βέρα
Ρίβκεν, ακόμη και για το αδιάκοπο φτερούγισµα του Βολταίρου στη σκέψη
µου, γιατί σταμάτησα, κάποια στιγµή, για ν' ακούσω αυτό το γοητευτικό

πουλί να κελαηδάει. Όλα αυτά θα µου συγχωρεθούν αν ξαναγυρίσω εκεί
που ανήκω, στη θάλασσα.

Σηκώθηκα και περπάτησα βαριά στη µαλακιά άµµο, αντίθετα απ' το
δρόµο. Η νύχτα είχε φτάσει µε την αίγλη της κι ο ήλιος µια κόκκινη µπάλα
που αγωνιζότανε να µη βουλιάζει στο νερό. Στον ουρανό διάχυτη µια
περίεργη ένταση, Πέρα στα νότια ένα σκοτεινό σµήνος γλάρων
διαγραφόταν πάνω απ' την παραλία. Σταµάτησα για ν' αδειάσω την άµµο
απ' τα παπούτσια µου κι έκανα ισορροπία στο ένα πόδι, καθώς ακούµπησα
στο πέτρινο παγκάκι.
Εντελώς ξαφνικά άκουσα µια βροντή και µετά ένα βουητό.
Το πέτρινο παγκάκι έφυγε κάτω απ' το πόδι µου κι έπεσε µ' έναν υπόκωφο
γδούπο στην άµµο. Κοίταζα προς τα πέρα την πόλη. Τα µεγάλα κίτρινα
κτίρια σάλευαν πέρα δώθε. Κάτω απ' τα πόδια µου η άµµος βούλιαζε·
τρικλίζοντας έψαξα για πιο στέρεο έδαφος. Όπου πατούσα η άµµος
υποχωρούσε.
Ήταν σεισµός.
Τώρα
ακούγονταν
στριγγλιές.
Κουρνιαχτός
σηκώθηκε.
Ξανά
µπουµπουνητά και ουρλιαχτά. Έκανα κύκλους γύρω από τον εαυτό µου.
Εγώ φταίω. Εγώ φταίω για όλα. Στάθηκα σαν παράλυτος και κοίταζα µ'
ανοιχτό το στόµα γύρω µου. 'Ετρεξα λίγα µέτρα προς τη θάλασσα, µετά
ξαναγύρισα πίσω.
Εσύ το έκανες, Αρτούρο. Αυτή είναι η οργή του Θεού. Εσύ φταις για όλα.
Το βουητό συνέχιζε. Από παντού υψωνότανε σκόνη. Πάταγος από κτίρια
που γκρεμίζονταν. Άκουγα κραυγές και µετά µια σειρήνα. Άνθρωποι
πετάγονταν έξω από τις πόρτες. Μεγάλα σύννεφα σκόνης.
Εσύ το έκανες, Αρτούρο. Εκεί πάνω, σ' εκείνο το δωµάτιο, σ’ εκείνο το
κρεβάτι.
Τώρα πέφτανε τα φανάρια του δρόµου. Κτίρια τσακίζονταν και σπάγανε
σαν να 'ταν µπισκότα. Φωνές, άντρες που ουρλιάζανε, γυναικείες τσιρίδες.
Εκατοντάδες άνθρωποι τρέχανε έξω από τα κτίρια να φύγουν µακριά από
τον κίνδυνο. Μια γυναίκα πεσµένη κατάχαµα στο πεζοδρόμιο, χτυπημένη.
Ένα παιδί στρίγγλιζε. Τζάµια σπάγανε και θρυμματίζονταν. Καμπανάκια
της πυροσβεστικής. Σειρήνες. Κλάξον. Τρέλα.
Ο µεγάλος σεισµός είχε περάσει. Τώρα έρχονταν οι µετασεισµικές
δoνήσεις, σαν σπασµοί στο στοµάχι. Το βουητό που 'βγαινε απ' τη γη
συνεχιζότανε. Τούβλα πέφτανε, καµινάδες διπλωµένες στα δύο κι από
πάνω τα σκέπαζε όλα µια γκρίζα σκόνη. Το τρέμουλο συνεχιζόταν. Άντρες
και γυναίκες τρέχανε στους ανοιχτούς χώρους, µακριά από τα σπίτια.
Έτρεξα κι εγώ προς τα κει. Ανάµεσα στα πανιασµένα πρόσωπα, µια
ηλικιωμένη γυναίκα έκλαιγε. Δύο άντρες µεταφέρανε ένα νεκρό. Ένας
γέρικος σκύλος σερνότανε µε την κοιλιά, τα πίσω του πόδια τσακισµένα.
Στην άκρη της πλατείας, έξω από ένα ξύλινο σπιτάκι, ξαπλωμένα στη
σειρά ανθρώπινα κορµιά, σκεπασμένα µε µατωµένα σεντόνια. Ένα
νοσοκοµειακό. Δυο κοριτσόπουλα πιασμένα από το χέρι χασκογελάνε.

Κοίταξα προς τα κάτω στο δρόµο. Οι προσόψεις των κτιρίων είχαν
γκρεμιστεί. Κρεβάτια κρέµονταν από τους τοίχους. Τουαλέτες και µπάνια
κοµµένα στη µέση. Ο δρόµος γεµάτος χαλάσματα. Οχλoβoή. Άντρες
ξεφώνιζαν oδηγίες. Κάθε νέα δόνηση γκρέµιζε ό,τι είχε αποµείνει όρθιο. Ο
κόσµος πήδαγε στο πλάι και µετά ξαναριχνόταν στα χαλάσματα.
Έπρεπε να φύγω. Πήγα µέχρι το ξύλινο σπιτάκι, κάτω από τα πόδια µου η
γη έτρεµε. Μισολιπόθυµος άνοιξα την πόρτα. Αραδιασµένοι στη σειρά
άνθρωποι χτυπημένοι, σεντόνια τους σκέπαζα», το αίµα κυλούσε. Αίµα και
θάνατος. Έφυγα. Πήγα και κάθισα κάπου πιο πέρα. Οι µικρoδoνήσεις
συνεχίζονταν.
Πού να ήταν η Βέρα Ρίβκεν; Σηκώθηκα κι έτρεξα στο δρόµο. Τον είχαν
κλείσει µε σχοινιά. Ναύτες περιπολούσαν µε γυµνές ξιφολόγχες στην
αποκλεισμένη περιοχή. Από µακριά αναγνώρισα το κτίριο που έµενε η
Βέρα Ρίβκεν. Από τον γκρεµισµένο τοίχο κρεµότανε το κρεβάτι σαν
εσταυρωμένος. Το πάτωµα είχε εξαφανιστεί κι είχε αποµείνει µόνο ένας
ετοιµόρροπος τοίχος. Ξαναγύρισα στον ελεύθερο χώρο. Στη µέση κάποιοι
είχαν ανάψει µια µεγάλη φωτιά. Τα πρόσωπα των ανθρώπων κοκκίνιζαν
στις φλόγες. Τους κοίταξα καλά καλά και δεν είδα κανένα γνωστό
πρόσωπο. Η Βέρα Ρίβκεν δεν ήταν ανάµεσά τους. Μια παρέα γέροι είχαν
πιάσει την κουβέντα. Ένας µεγαλόσωµος άντρας µε γενειάδα έλεγε ότι
αυτό ήταν το τέλος του κόσµου. Μια βδοµάδα µόλις πριν το είχε
προβλέψει. Μια γυναίκα µε λιγδωµένα τσουλούφια διέκοψε την κουβέντα.
«Ο Τσάρλυ σκοτώθηκε» είπε. Μετά άρχισε το θρήνo. «Ο φουκαράς ο
Τσάρλυ σκοτώθηκε. Δε θα 'πρεπε να 'χουµε έρθει. Του το 'λεγα να µην
έρθουµε!» Ένας γέρος πήγε κοντά της, την έπιασε από τους ώµους και την
ταρακούνησε. «Τι στο διάολο κάθεσαι κει και τσαµπουνάς;» Εκείνη
λιποθύµησε στα χέρια του µόλις τον είδε.
Σηκώθηκα κι έφυγα από κει, πήγα και κάθισα σ' ένα πεζούλι. Μετανόησε,
µετανόησε προτού να είναι αργά. Είπα µια προσευχή, όµως το στόµα µου
ήταν γεµάτο σκόνη. Όχι προσευχές. Έπρεπε να γίνουν κάποιες αλλαγές
στη ζωή µου. Από δω και µπρος µόνο αξιοπρέπεια και ευγένεια. Αυτό εδώ
ήταν το οριακό σηµείο για µένα. Γιατί αυτό που συνέβη ήταν σίγουρα µια
προειδοποίηση για µένα, µια προειδοποίηση για τον Αρτούρο Μπαντίνι.
Οι άνθρωποι γύρω από τη φωτιά έψαλλαν ύµνους. Γύρναγαν σε κύκλο, µια
πελώρια γυναίκα ήταν µπροστάρισσα. Σηκώστε τα µάτια και κοιτάξτε
ψηλά, ο Ιησούς όπου να 'ναι θα φανεί. Έψαλλαν όλοι τους. Ένας νεαρός µε
µονόγραµµα στο πουλόβερ του µου έδωσε ένα βιβλίο µε ψαλµούς. Πήγα κι
εγώ κοντά. Οι γυναίκες σηκώνανε ψηλά τα χέρια τους µ' ένα άγριο πάθος
και ο ψαλµός ανέβαινε στον ουρανό µαζί µε τον καπνό της φωτιάς. Το
έδαφος συνέχιζε να ταρακουνιέται. Χριστέ µου, αυτοί οι προτεστάντες! Στη
δική μας εκκλησία δεν ψάλλουμε τέτοιους φτηνούς ψαλµούς. Σ' εµάς
υπήρχε Χαίντελ και Παλεστρίνα.
Είχε πια νυχτώσει. Κάποια αστέρια φάνηκαν στον ουρανό. Οι κραδασµοί
συνεχίζονταν, κάθε λίγα δευτερόλεπτα κι ένας. Απ' τη θάλασσα φυσούσε
ένα κρύο αεράκι. Σειρήνες ακούγονταν από παντού. Αεροπλάνα
µπουµπούνιζαν πάνω απ' τα κεφάλια µας και µια οµάδα πεζοναύτες
καθάριζε το δρόµο. Νοσοκόµοι µε φορεία στα χέρια µπαίνανε
μπουσουλώντας στα κατεστραμμένα σπίτια. Δυο ασθενοφόρα πλησιάσανε
µε την όπισθεν το ξύλινο σπιτάκι. Σηκώθηκα κι έφυγα από κει. Ο Ερυθρός

Σταυρός είχε καταφτάσει. Σε µια γωνιά της πλατείας είχε στηθεί ένα
προσωρινό κέντρο πρώτων βοηθειών. Μπήκα κι εγώ στην ουρά. Ο άντρας
πριν από µένα έλεγε:
«Στο Λος Άντζελες τα πράγµατα είναι ακόµη χειρότερα» είπε. «Οι νεκροί
είναι χιλιάδες».
Χιλιάδες. Δηλαδή η Καµίγια. Το Κολούµπια Μπουφέ θα 'χε πέσει µε το
πρώτο. Ήταν τόσο παλιό το κτίριο, οι τοίχοι από τούβλα, εύθραυστοι,
λεπτοί. Σίγουρα είχε σκοτωθεί. Δούλευε εκεί από τις τέσσερις µέχρι τις
έντεκα, θα ήταν εκεί την ώρα που έγινε ο σεισµός. Εκείνη ήταν νεκρή κι
εγώ ζούσα. Ωραία. Τη σκέφτηκα πεθαµένη: ξαπλωµένη, σιωπηλή, τα µάτια
της κλειστά, τα χέρια της σταυρωμένα. Είχε σκοτωθεί κι εγώ ζούσα. Δεν
είχαµε καταλάβει ο ένας τον άλλο, κι όµως εκείνη µε τον τρόπο της ήταν
καλή µαζί µου. Θα τη θυμόμουνα για καιρό. Στα σίγουρα ήµoυν ο µόνος
άντρας πάνω στον πλανήτη που θα τη σκεφτόμουνα. Μου ήρθαν στο
µυαλό τόσα θαυμαστά πραγματάκια δικά της: οι χουαράτσες της, η
περιφρόνηση που έδειχνε στους ανθρώπους, το τελείως παλαβό
αυτοκινητάκι της.
Στην πλατεία κυκλοφορούσαν όλων των ειδών οι φήµες. Ένα παλιρροϊκό
κύµα ερχότανε. Δεν επρόκειτο να έρθει κανένα παλιρροϊκό κύµα. Όλη η
Καλιφόρνια είχε χτυπηθεί από το σεισµό. Μόνο το Λονγκ Μπητς είχε
κουνηθεί. Απ' το Λος Άντζελες είχε αποµείνει µόνο στάχτη και
µπούρµπερη. Στο Λος Άντζελες δεν είχαν πάρει χαµπάρι το σεισµό.
Κάποιοι µίλαγαν για πενήντα χιλιάδες νεκρούς. Ο µεγαλύτερος σεισµός
ύστερα από κείνον του Σαν Φραντσίσκο. Αυτός εδώ ήταν πολύ
µεγαλύτερος από το σεισµό του Σαν Φραντσίσκο. Αλλά παρ' όλες αυτές τις
φήµες υπήρχε αρκετή ψυχραιμία. Όλοι φοβόντουσαν, όµως δεν είχε
δημιουργηθεί πανικός. Έβλεπες εδώ κι εκεί ανθρώπους να γελούν,
θαρραλέους ανθρώπους. Παρ' ότι είχαν βρεθεί ξεσπιτωμένοι το θάρρος
τους το είχαν κουβαλήσει µαζί. Σκληροί άνθρωποι. Δεν τους φόβιζε τίποτε.
Οι ναύτες στήσανε στη µέση της πλατείας ένα ράδιο µε µεγάλα µεγάφωνα
στραµµένα στον κόσµο. Ακούγονταν συνέχεια ειδήσεις που δίνανε µια
εικόνα της καταστροφής. Η βαριά φωνή του εκφωνητή έδινε ακατάπαυστα
οδηγίες. Εδώ µίλαγε ο νόµος και ο καθένας υπάκουε µε χαρά. Μέχρι
νεοτέρας διαταγής δεν επιτρεπόταν να εισέλθει κανείς ή να εξέλθει από το
Λονγκ Μπητς. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης επιβλήθηκε στην πόλη.
Δεν επρόκειτο να έρθει κανένα παλιρροϊκό κύµα. Ο κίνδυνος είχε σίγουρα
περάσει. Ο κόσµος δεν πρέπει ν' ανησυχεί για τις µικρές μετασεισμικές
δονήσεις που είναι φυσιολογικές και αναµένονταν. Τώρα η γη ησυχάζει.
Ο Ερυθρός Σταυρός µοίραζε κουβέρτες, τροφή και άφθονο καφέ. Όλη τη
νύχτα την περάσαµε καθισµένοι στα μεγάφωνα και παρακoλoυθoύσαµε
µε προσοχή την εξέλιξη. Κάποια στιγµή, επιτέλους, ανακοίνωσαν ότι οι
καταστροφές που έγιναν στο Λος Άντζελες ήταν ασήμαντες. Άκουσα όλο
το µεγάλο κατάλογο των νεκρών. Καµιά Καµίγια Λόπες δεν υπήρχε.
Ολόκληρη τη νύχτα ρούφαγα καφέδες και κάπνιζα τσιγάρα, ενώ έστηνα
αυτί στα ονόµατα των νεκρών. Δεν υπήρχε καµιά Καµίγια· κι ούτε µία
Λόπες.

13.

ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΓΥΡΙΣΑ ΣΤΟ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ. Η ΠΟΛΗ
δεν είχε αλλάξει καθόλου, όμως εγώ ένιωθα φόβο. Στους δρόμους
παραμόνευε ο κίνδυνος. Τα τεράστια κτίρια δημιουργούσαν μεγάλα
σκοτεινά φαράγγια που θα γίνονταν παγίδες θανάτου στον πρώτο σεισμό.
Το λιθόστρωτο μπορούσε ν’ ανοίξει και να σε καταπιεί, το τραμ να
ανατραπεί. Κάτι είχε συμβεί με τον Αρτούρο Μπαντίνι. Περπάταγε μόνο
σε δρόμους που τα σπίτια ήταν ισόγεια. Κρατιόταν στην άκρη του
πεζοδρομίου, μακριά από τις φωτεινές επιγραφές που κρέμονταν από
πάνω. Ο φόβος ήταν μέσα μου, βαθιά μέσα μου. Δεν μπορούσα να τον
αποδιώξω. Έβλεπα ανθρώπους που περπάταγαν στη σκοτεινή μέσα μεριά
των δρόμων και θαύμαζα την παραφροσύνη τους. Πέρασα τη Χιλ στητ κι
ανάσανα ανακουφισμένος όταν έφτασα στην Πέρσινγκ Σκουαίαρ. Εδώ δεν
υπήρχαν ψηλά κτίρια. Η γη μπορούσε να κουνάει όσο ήθελε, εδώ δεν
επρόκειτο να πεθάνει κανένας κάτω απ' τα ερείπια.
Κάθισα στην πλατεία, κάπνισα μερικά τσιγάρα κι αισθάνθηκα τις
παλάμες μου μούσκεμα στον ιδρώτα. Το Κολούμπια Μπουφέ ήταν μόλις
πέντε τετράγωνα πιο πέρα. Ήξερα ότι δεν επρόκειτο να πάω προς τα κει.
Μέσα μου κάτι είχε αλλάξει. Ήμουνα ένας δειλός. Είπα δυνατά στον εαυτό
μου: είσαι χέστης. Δε μ' ένοιαζε. Καλύτερα ζωντανός και χέστης παρά
παλαβός και πεθαμένος. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μπαίνανε και
βγαίνανε σ' αυτά τα πελώρια κτίρια από μπετόν! ... Κάποιος θα 'πρεπε να
τους εξηγήσει. Θα ξαναγινότανε, θα ξαναγινότανε σίγουρα κι αυτή τη
φορά ο σεισμός θα ισοπέδωνε και θα κατέστρεφε για πάντα την πόλη.
Μπορούσε να συμβεί κάθε στιγμή. Και θα σκοτώνονταν πάρα πολλοί, εγώ
όμως όχι. Γιατί θα κρατιόμουνα μακριά από κείνους εκεί τους δρόμους και
μακριά από τα χαλάσματα που θα γκρεμίζονταν.
Aνέβηκα το δρόμο του Μπάνκερ Χιλ προς το ξενοδοχείο μου. Τα ξύλινα
σπίτια αντέχουνε στο σεισμό. Μόνο σείονται και λυγίζουνε, αλλά δεν
γκρεμίζουν. Προσοχή όμως στα τούβλα. Πού και πού φαίνονταν σημάδια

από το σεισμό· ένα γκρεμισμένο τοιχίο από τούβλα, κάποιες ρωγμές στις
καμινάδες. Το Λος Άντζελες είχε γλιτώσει προς το παρόν τον αφανισμό.
Μια κατάρα βάραινε αυτή την πόλη. Αυτός ειδικά ο σεισμός δεν την
κατέστρεψε, αλλά ο επόμενος που μπορεί να 'ρθει κάθε λεπτό θα την
ισοπεδώσει. Εμένα όμως δε θα με πετύχει. Ποτέ δεν πρόκειται να βρεθώ
μέσα σ' ένα σπίτι από τούβλα. Είμαι χέστης, αλλά αυτό είναι δική μου
δουλειά. Βεβαίως είμαι δειλός, γιατί λέω την αλήθεια, σίγουρα είμαι δειλός
και χέστης, αλλά κι εσύ που κάνεις το γενναίο είσαι τρελός, εμπρός
γενναίε, πήγαινε να κάνεις τις βόλτες σου κάτω απ' αυτά τα θεόρατα
κτίρια. Θα σε σκοτώσουνε. Σήμερα., αύριο, την άλλη βδομάδα, του χρόνου,
κάποια στιγμή θα σε λιώσουνε κι εσένα, εμένα δεν πρόκειται να με
πειράξουνε.
Και τώρα ακούστε κάποιον που έχει επιζήσει από το σεισμό. Καθόμουνα
στη βεράντα του 'Αλτα Λόμα και τους διηγόμουνα τα καθέκαστα. Τα είδα.
όλα. Είδα. πώς έγινε. Είδα να βγάζουνε τους νεκρούς. Είδα τα αίματα και
τους τραυματίες. Όταν έγινε ο σεισμός, κοιμόμουνα βαθιά στον έκτο όροφο
ενός κτιρίου. Έτρεξα έξω στο ασανσέρ. Είχε ακινητοποιηθεί. Μια γυναίκα
όρμησε από κάποιο γραφείο και κείνη την ώρα ένα μεγάλο σίδερο έπεσε
στο κεφάλι της. Μες στις γκρεμίλες έδωσα. πήρα για να φτάσω κοντά της.
Όταν τη βρήκα την έριξα στην πλάτη μου, έπρεπε να την κατεβάσω έξι
πατώματα και τα κατάφερα. Ολόκληρη τη νύχτα δούλεψα μαζί με τα
συνεργεία διάσωσης, γέμισα από πάνω μέχρι κάτω αίμα και βρώμα.
Κατάφερα κι έβγαλα από τα χαλάσματα μια. παγιδευμένη γριά,
φαινότανε μόνο το χέρι της κάτω από τους σωρούς των ερειπίων σαν
κομμάτι από Άγαλμα. Ρίχτηκα μέσα σε μια είσοδο πνιγμένη σε καπνούς
και σε φωτιές για να σώσω ένα κορίτσι, που ήταν αναίσθητο μέσα στη
μπανιέρα. Φρόντισα τραυματισμένους, oδήγησα τις ομάδες διάσωσης μες
στα χαλάσματα, έδωσα μάχες, έσκαψα για να φτάσω στους νεκρούς και σ'
άλλους που πεθαίνανε. Βέβαια, φοβόμουνα κιόλας, αλλά κάποιος έπρεπε
να μπει μπροστά. Ήταν κατάσταση έκτακτης ανάγκης που απαιτούσε
πράξεις κι όχι κουβέντες. Είδα τη γη ν' ανοίγει σαν ένα φοβερό στόμα κι
έπειτα να κλείνει από τις πέτρες του λιθόστρωτου δρόμου. Παγίδεψε το
πόδι ενός γέρου. Έτρεξα κοντά του, του είπα να κάνει κουράγιο ενώ
έσκαβα με μια αξίνα της πυροσβεστικής και τράβαγα τις πέτρες. Αλλά
ήταν αργά πια. Η μέγγενη έσφιγγε, έσφιγγε και στο τέλος του 'κοψε το
πόδι λίγο πάνω από το γόνατο. Τον μετάφερα. Το πόδι του έμεινε εκεί, ένα
αιματοβαμμένα ενθύμιο, που εξείχε πάνω από τη γη. Τα είδα όλα αυτά
μπροστά μου κι ήταν μεγάλη φρίκη. Ίσως να πιστέψανε αυτά που έλεγα,
ίσως κι όχι. Για μένα δεν είχε καμιά σημασία.
Κατέβηκα κάτω, πήγα στο δωμάτιό μου κι έψαξα τους τοίχους καλά. Πήγα
για επιθεώρηση και στο δωμάτιο του Χέλφρικ. Τον βρήκα σκυμμένο πάνω
σ' ένα τηγάνι να ξεροψήνει μπιφτέκια. Έζησα το σεισμό από κοντά,
Χέλφρικ. Ήμουνα στο τρενάκι του λούνα παρκ πάνω πάνω όταν χτύπησε ο
σεισμός. Το τρενάκι έμεινε επί τόπου, μπλόκαρε στις γραμμές. Έπρεπε να
κατέβουμε από τον τεράστιο μεταλλικό σκελετό. Μια κοπέλα κι εγώ.
Πενήντα μέτρα ψηλά από το έδαφος μ' ένα κορίτσι στην πλάτη μου κι
ολόκληρη η μεταλλική κατασκευή να πηγαινοέρχεται σαν ξεβιδωμένη. Και

τα κατάφερα. Είδα ένα κοριτσάκι που 'χαν θαφτεί τα πόδια του μες στα
χαλάσματα. Είδα μια ώριμη γυναίκα καρφωμένη στο αμάξι της, νεκρή, και
το ένα της χέρι τεντωμένο δεξιά έδειχνε ότι είχε σκοπό να στρίψει. Είδα
τρεις άντρες νεκρούς σ' ένα τραπέζι που παίζανε χαρτιά. Ο Χέλφρικ άφησε
ένα σφύριγμα μέσ' από τα δόντια του: Τι λε, ρε παιδί μου! τι λε, ρε παιδί
μου! Φοβερό, φοβερό. Mήπως μπορούσα να του δανείσω πενήντα σεντς;
Του τα έδωσα κι άρχισα να εξετάζω τους τοίχους για τυχόν ρωγμές. Μετά
βγήκα και στο διάδρομο, πήγα και στο γκαράζ και στο πλυσταριό.
Yπήρχαν κάποια ίχνη, αλλά τίποτε το σοβαρό, μικρές υπόνοιες μόνο,
ενδεικτικές γι' αυτό που επέρχεται. Το Λος Άντζελες θα καταστρεφόταν
αναπόφευκτα. Εκείνη τη νύχτα δεν κoιμήθηκα στο δωμάτιό μου. Όσο το
έδαφος ταρακουνιέται, να μου λείπει, Χέλφρικ. Και ο Χέλφρικ με κοίταζε
από το παράθυρό του, που ήμoυν διπλωμένος στην κουβέρτα μου εκεί έξω
στη λοφοπλαγιά. Έλεγε ότι είμαι τρελός. Μετά φαίνεται θυμήθηκε ότι του
δάνεισα λεφτά και το γύρισε, ίσως να μην ήμoυνα τρελός. Μπορεί και να
'χεις δίκιο, είπε ο Χέλφρικ. Έσβησε το φως και τον άκουσα που
προσπαθούσε να βολέψει το λιπόσαρκο κορμί του πάνω στο κρεβάτι.

Όλη η ανθρωπότητα έρχεται απ' το χώμα και στο χώμα θα γυρίσει πάλι.
Άρχισα να πηγαίνω στην πρωινή λειτουργία. Πήγα κι εξομολογήθηκα.
Μετά κοινώνησα. Έψαξα και βρήκα μια μικρή ξύλινη εκκλησία, τετράγωνη
γερή κατασκευή, κοντά στη μεξικάνικη συνοικία. Εδώ προσευχόμουνα.
Ένας καινούριος Μπαντίνι. Αχ, αυτή η ζωή! Εσύ, γλυκιά και πικρή
τραγωδία, πουτάνα, πλανεύτρα που μ' έχεις σύρει στην καταστροφή! Για
κάποιες μέρες έκοψα το κάπνισμα. Αγόρασα καινούριο ροζάριο. Έριχνα
πενταροδεκάρες στο παγκάρι. Και συμπονούσα τους συνανθρώπους μου.
Αγαπημένη μανούλα, πέρα κει στο σπιτάκι μας στο Κολοράντο, αχ, εσύ,
άγια μου γυναίκα, ίδια η παρθένος Μαρία. Μου είχαν μείνει πια μόνο δέκα
δολάρια, της έστειλα τα πέντε κι ήταν τα πρώτα λεφτά που έστειλα ποτέ
στο σπίτι μου. Προσευχήσου για μένα, μάμα. Η αγρύπνια σου στο ροζάριο
με κρατάει στη ζωή. Είναι σκοτεινοί οι καιροί, μανούλα. Οι άνθρωποι είναι
γεμάτοι κακία. Εγώ όμως έχω γίνει άλλος άνθρωπος και η ζωή μου έχει
ξαναρχίσει απ' το μηδέν πάλι. Περνώ ώρες πολλές εξυμνώντας τον Κύριο.
Αχ, μανούλα, μείνε στο πλευρό μου σ' αυτήν εδώ την εξορία! Όμως πρέπει
να βιαστώ να κλείσω αυτή την επιστολή γιατί αυτό τον καιρό κάνω τη
novena* μου και κάθε απόγευμα στις πέντε πηγαίνω να σκύψω γεμάτος
ταπεινοφροσύνη μπροστά στη μoρφή του καθαγιασμένου μας Σωτήρα
Ιησού Χριστού και να προσευχηθώ για τη γλυκιά Του άφεση. Να 'σαι καλά,
ω, μανούλα! Σκέψου με και μένα. στις προσευχές σου. Φέρε με κοντά σ'
Εκείνον που τα πάντα ποιεί για να λάμψει πάλι ο Ουρανός.
Τελεία και παύλα με το γράμμα της μάνας μου, μέσα στο κουτί και μετά
γρήγορα στην Όλιβ στρητ που δεν υπάρχουν κτίρια με τούβλα, διασχίζω
ένα οικόπεδο, έναν άλλο δρόμο χωρίς καθόλου κτίρια, ένα δρομάκι που
κλείνει μ' ένα χαμηλό συρματόπλεγμα και ύστερα ένα τετράγωνο ακόμη,
σ' εκείνη τη μεριά της πόλης που ξεφυτρώνουν τα ψηλά κτίρια. Αυτό το

τετράγωνο δεν υπήρχε τρόπος να. το αποφύγω, ήταν όμως πιο σίγουρο να
πηγαίνω από την απέναντι πλευρά των ψηλών κτιρίων, περπάταγα
γρήγορα, μερικές φορές μάλιστα το πέρναγα τρέχοντας, Στο τέλος του
δρόμου ήταν η εκκλησίτσα, εδώ προσευχόμουνα, εδώ έκανα τη novena μου.
* novena: εννιάμερη προσευχή των καθολικών. (σ.τ.μ.)
Ύστερα από μια ώρα ξαναβγήκα ανανεωμένος, κατευνασμένος, με την πιο
καλή διάθεση. Πήρα πάλι τον ίδιο δρόμο επιστροφής, βιάζω το βήμα μου
μπροστά στα ψηλά κτίρια, περπατάω με το πάσο μου σ' όλο το μήκος του
συρματοπλέγματος, χασομεράω στο μεγάλο οικόπεδο, ανακαλύπτω τη
θεϊκή δημιουργία σε μια σειρά φοινικόδεντρα. Κι έτσι συνεχίζω το δρόμο
μου έως την Όλιβ στρητ μπροστά. από τα μονότονα ολόιδια σπιτάκια. Ποιο
το όφελος να κατακτήσει κανείς τον κόσμο όλο, όταν πρέπει να. πληρώσει
με την ψυχή του; Κι εδώ κολλάει εκείνο το ποιηματάκι που λέει: Μάζεψε τις
ηδονές του κόσμου όλου και βάλε επί χρόνια και ζαμάνια κι απ' το
γινόμενο, μια στιγμή στον ουρανό, πιο πολύ θε να 'ναι! Πόση αλήθεια!
Πόση αλήθεια! Σ' ευχαριστώ, ω επουράνιο φως, που μου έδειξες το δρόμο
το σωστό.

Ένας χτύπος στο παράθυρο. Κάποιος χτυπάει στο παράθυρο εκείνου του
σπιτιού που κρύβεται πίσω από τη μεγάλη κληματαριά. Γύρισα κι
ανακάλυψα το παράθυρο κι είδα ένα κεφάλι, λάμψη στα δόντια, τα μαύρα
μαλλιά, το λάγνο γέλιο, τα μακριά πλάνα δάχτυλα που γνέφουν. Τι να
σημαίνει αυτό το τρέμουλο στο στομάχι μου; Τι πρέπει να κάνω για να
εμποδίσω αυτή την παράλυση του μυαλού μου και το αίμα που βράζει και
μου καίει το νου; Θέλω, θέλω να το έχω! Θα πεθάνω αν δεν το αποκτήσω!
Άντε λοιπόν, εσύ γυναίκα στο παράθυρο, έρχομαι κοντά σου: με
τρελαίνεις, μαγεμένος, όλο ρίγη και ανατριχίλες, με σκοτώνεις από
ευτυχία, εδώ, τώρα έρχομαι, ανεβαίνω τα ετοιμόρροπα σκαλοπάτια.

Πού άραγε βρίσκεται το νόημα της μετάνοιας και ποιος νοιάζεται για το
Καλό και για το τι θα συμβεί αν στ' αλήθεια σκοτωνόμουνα σ' ένα σεισμό,
λοιπόν, στο διάολο, τι σημασία έχουν όλα αυτά αν τα καλοσκεφτεί κανείς;
Kι έτσι κατέβηκα στην πόλη, εκεί στα ψηλά κτίρια, ας κοπιάσει κι ο
σεισμός κι ας μας θάψει, εμένα και τις αμαρτίες μου, ποιος στο διάολο
νοιάζεται; Κανενός δεν καίγεται καρφάκι ούτε Θεού ούτε ανθρώπου για το
πώς θα πεθάνεις, από σεισμό ή από κρέμασμα, δεν παίζει κανένα ρόλο το
πώς, το πότε ή το γιατί.
Και τότε ήρθε σαν όνειρο. Είχε τραφεί μέσα στην απελπισία μου - η φαεινή
ιδέα, η πρώτη ιδέα μου, η πρώτη σ' ολόκληρη τη ζωή μου, η πρώτη πλήρης,
κρυστάλλινη και δυνατή, στη σειρά, σελίδα τη σελίδα. Μια ιστορία για τη
Βέρα Ρίβκεν.

Το πάλεψα λίγο και μου έβγαινε έτσι, χωρίς σκέψη, χωρίς προσπάθεια να
θυμηθώ. Προχώραγε από μόνο του στο δικό του ρυθμό, ανάβλυζε και
πεταγότανε σαν πίδακας αίμα από μέσα μου. Αυτό ήταν. Επιτέλους το
κράταγα. Εμπρός, απάνω του, μπράβο λεβέντη μου, μ' αρέσεις, ω Θεέ, σ'
αγαπώ πάρα πολύ, κι εσένα Καμίγια, κι εσένα, κι εσένα, όλους σας. Τώρα
ορμάω ακάθεκτος κι αυτό το συναίσθημα είναι υπέροχο, είναι γλυκό, είναι
ζεστό κι απαλό, λαμπρό, εκστατικό. Θα σε πάρω να φύγουμε, σ' άλλη γη σ'
άλλα μέρη, μικρές παχουλές λεξούλες, μεγάλες κοκαλιάρικες λέξεις,
αγιαγιαγιά.
Χωρίς ανάσα, παραληρηματικά, ταξίδι χωρίς τέλος, θα βγει κάτι πολύ
μεγάλο, κι άλλο, κι άλλο, για ώρες ολόκληρες, χτύπαγα στα πλήκτρα,
μέχρι που σιγά σιγά ήρθε και μπήκε μέσα μου και γλίστρησε στο κρέας
μου μέχρι μέσα στο μεδούλι των κοκάλων μου, με πλημμύρισε κι άρχισε να
στάζει και μ' εξάντλησε, με άδειασε, με τύφλωσε. Καμίγια! Έπρεπε να την
κάνω δική μου την Καμίγια! Σηκώθηκα και βγήκα από το ξενοδοχείο,
κατέβηκα το Μπάνκερ Χιλ και πήγα στο Κολούμπια Μπουφέ.

«Ξανάρθες;»
Σαν μια κουρτίνα μπροστά στα μάτια μου, σαν ιστός αράχνης που με έχει
σκεπάσει.
«Γιατί όχι;»
Αρτούρο Μπαντίνι, συγγραφέας του Σκυλάκου που γελάει, κάποιας
λογοκλοπής από τον Έρνεστ Ντάουσον και μιας τυχάρπαστης
τηλεγραφικής πρότασης γάμου. Ήταν χαμόγελο αυτό που είδα στο
πρόσωπό της; 'Ασ' το αυτό τώρα και θυμήσου καλύτερα το μελαχρινό
δέρμα κάτω απ' την ποδιά της. 'Ηπια την μπίρα μου και την κοίταζα που
δούλευε. Έκανα μορφασμούς γεμάτους κακεντρέχεια, όταν εκείνη γέλαγε
με τους άντρες που κάθονταν κοντά στο πιάνο· και χαχάνιζα τρελά κάθε
φορά που
κάποιος απ' αυτούς ακούμπαγε το χέρι του στον πισινό της. Αυτή η
Μεξικάνα! Πατσαβούρα, εγώ στο είπα! Της έκανα νόημα. Ήρθε με το πάσο
της ένα τέταρτο αργότερα, Να ' σαι καλός μαζί της, Αρτούρο.
Προσποιήσου.
«Θέλεις τίποτε άλλο;»
«Τι κάνεις, Καμίγια;»
«Νομίζω ότι είμαι καλά».
«Θα ήθελα να σε δω μετά τη δουλειά».
«Έχω ραντεβού με κάποιον».
Γλυκά: «Δε γίνεται να το αναβάλεις, Καμίγια; Πρέπει να σε δω
οπωσδήποτε».
«Λυπάμαι, δε γίνεται».
«Σε παρακαλώ, Καμίγια. Μόνο γι' απόψε. Είναι πολύ σημαντικό».
«Δε γίνεται, Αρτούρο. Πραγματικά δεν μπορώ».
«Θα με δεις, θέλεις δε θέλεις» είπα γω.
Απομακρύνθηκε. Πέταξα με δύναμη την καρέκλα πίσω μου. Με το
δάχτυλο τεντωμένο κατά πάνω της ούρλιαζα: «Σου λέω θα με δεις, μικρή

ξεδιάντροπη σκρόφα της μπιραρίας! Θέλεις δε θέλεις». Στο διάολο, πάλι
δίκιο είχα, θα. με δει· επειδή θα την περιμένω. Επειδή βγήκα και πήγα στο
πάρκιν και κάθισα στο μαρσπιέ του αυτοκινήτου της και περίμενα. Επειδή
δεν είναι δα και ντίβα που θα μπορούσε ν' αρνηθεί ένα ραντεβού στον
Αρτούρο Μπαντίνι. Κι επειδή, μα το Θεό, μισώ το καταραμένο της θράσος.
Και πράγματι ήρθε στο πάρκιν, μαζί της ο Σάμυ ο μπάρμαν. Σταμάτησε
μόλις με είδε που σηκώθηκα. Άπλωσε το χέρι της και κράτησε το Σάμυ.
Κάτι είπανε οι δυο τους ψιθυριστά. Θα παίζαμε ξύλο. Ωραία. Έλα λοιπόν,
για έλα λοιπόν, γελοίο σκιάχτρο που παριστάνεις τον μπάρμαν, κάνε ότι
βαράς και θα σε τσακίσω στα δύο, Έστεκα κει και περίμενα με σφιγμένες
γροθιές. Πλησιάσανε. Ο Σάμυ δεν είπε κουβέντα. Πήγε από την άλλη
πλευρά του αμαξιού, ανέβηκε και κάθισε. Εγώ στεκόμουν στην πόρτα του
οδηγού. Η Καμίγια δεν κοίταζε ούτε αριστερά ούτε δεξιά, μόνο μπροστά
της κι άνοιξε την πόρτα. Κούνησα το κεφάλι μου.
«Θα έρθεις μαζί μου, Μεξικάνα».
Την έπιασα από τον καρπό.
«Άσε με ήσυχη» είπε εκείνη. «Τράβα τα βρωμόχερά σου!»
«Θα έρθεις μαζί μου».
Ο Σάμυ γύρισε προς το μέρος μας.
«Ίσως να μην έχει διάθεση, νεαρέ».
Την κράταγα γερά με το δεξί μου χέρι. Σήκωσα το αριστερό, γροθιά προς
το Σάμυ. «Άκου δω» είπα «εσένα δε σε γουστάρω καθόλου. Βούλωσε,
λοιπόν, το βρωμόστομά σου».
«Έλα στα συγκαλά σου» είπε εκείνος. «Γιατί θέλεις να φας τα μούτρα σου
για την πρώτη πεταχτούλα;»
«Θα έρθει μαζί μου».
«Δε θα 'ρθω μαζί σου».
Προσπάθησε να ελευθερώσει το χέρι της. Την άρπαξα από τα μπράτσα και
την τραβολόγαγα σαν χορεύτρια. Έκανε πιρουέτες στο πάρκιν αλλά δεν
έπεσε κάτω. Φώναζε και με χτύπαγε. Την έπιασα από πίσω και την
κράτησα από τους αγκώνες. Με κλοτσούσε, προσπαθούσε να με χτυπήσει
στα πόδια. Ο Σάμυ μας κοίταζε με αηδία. Στα σίγουρα η συμπεριφορά μου
ήταν φριχτή, αλλά αυτό ήταν δική μου δουλειά. Εκείνη έκλαιγε και
χτυπιότανε, αλλά είχε χάσει το παιχνίδι, με τα πόδια στον αέρα, τα χέρια
της ακινητοποιημένα. Στο τέλος κουράστηκε και την άφησα. 'Ισιωσε το
φόρεμά της, ενώ χτύπαγε τα δόντια της από τη λύσσα.
«Θα έρθεις μαζί μου» της είπα.
Ο Σάμυ κατέβηκε από τ' αμάξι.
«Είναι φοβερό» είπε, και πήρε την Καμίγια από το μπράτσο και την
οδήγησε προς το δρόμο. «Πάμε να φύγουμε από δω».
Τους κοίταζα που φεύγανε. Είχε δίκιο. Μπαντίνι, ο ηλίθιος, το σκυλάκι, ο
χωριάτης, ο μούρλας. Ωστόσο δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. Πήγα στ'
αμάξι της και κοίταξα την ταμπελίτσα με τ' όνομά της. Bρήκα τη διεύθυνή
της. Ήταν κοντά στους Είκοσι τέσσερις δρόμους στην Αλαμίντα. Δεν
μπορούσα να κάνω αλλιώς. Πήγα μέχρι τη Χιλ στρητ κι ανέβηκα στο τραμ
της Αλαμίντα. Είχε ενδιαφέρον. Μια καινούρια πλευρά του χαρακτήρα
μου, η κτηνώδης πλευρά, τα σκοτάδια και τα ανεξερεύνητα βάθη ενός
άγνωστου Μπαντίνι. Έπειτα από μερικές στάσεις το συναίσθημα αυτό είχε

χαθεί. Κατέβηκα κοντά στις αποθήκες εμπορευμάτων. Το Μπάνκερ Χιλ
ήταν τρία χιλιόμετρα μακριά. Παρ' όλα αυτά γύρισα με τα πόδια. Όταν
έφτασα στο δωμάτιό μου, ήμoυνα πια σίγουρος ότι με την Καμίγια Λόπες
είχα τελειώσει τελεσίδικα. Εσύ θα το μετανιώσεις, μικρή ανόητη, γιατί εγώ
θα γίνω σπουδαίος κάποια μέρα. Στρώθηκα στη γραφομηχανή κι έγραφα
σχεδόν όλη νύχτα.

Δούλεψα σκληρά. Προφανώς είχε φτάσει το φθινόπωρο, αλλά δεν έβλεπα
καμιά διαφορά. Ο ήλιος έλαμπε το ίδιο, ο ουρανός τη νύχτα ήταν καθαρός.
Καμιά φορά έπεφτε ομίχλη. Το φαγητό μου είχε περιοριστεί πάλι στα
φρούτα. Ο Γιαπωνέζος μου έκανε πίστωση κι είχα τη δυνατότητα
ελεύθερης επιλογής στον πάγκο του. Μπανάνες, πορτοκάλια, ροδάκινα,
δαμάσκηνα. Πότε πότε έτρωγα και καμιά σελινόριζα. Είχα στην κατοχή
μου ένα μεγάλο κουτί καπνό και μια πίπα. Καφές ούτε για δείγμα, αλλά δε
μ’ ένοιαζε. Και τότε κυκλοφόρησε η καινούρια ιστορία μου στα περίπτερα.
Οι μακρινοί χαμένοι λόφοι! Δεν ήταν τόσο συνταρακτικό το γεγονός όπως
με το Σκυλάκο που γελάει. Ούτε που κοίταξα καλά καλά τα δωρεάν
αντίτυπα που μου έστειλε ο Χάκμουθ. Όλο και λιγότερο χαιρόμουνα πια γι'
αυτό. Κάποια μέρα θα είχα γράψει πλέον τόσο πολλές ιστορίες, που δε θα
θυμόμουνα καν πού δημοσιεύονταν. «Γεια σου, Μπαντίνι! Ωραία ιστορία
αυτή που σου δημοσίευσε το Ατλάντικ Μόνθλυ». Ο Μπαντίνι τα χάνει προς
στιγμήν. «Μια στιγμή, είχα δώσει και στο Ατλάντικ; Α, καλά, καλά».
Ο Χέλφρικ ο κρεατοφάγος, ο άνθρωπος που δεν πληρώνει ποτέ τα χρέη
του. Στον καιρό της αφθονίας, του είχα δανείσει και γω δεν ξέρω πόσα, και
τώρα που ήμoυνα στον άσο άρχισε τα παζάρια. Κάποιο παλιό αδιάβροχο,
ένα ζευγάρι παντόφλες, ένα αρωματικό σαπούνι - τέτοια πράγματα για να
με ξεπληρώσει. «Μα για το Θεό, Χέλφρικ. Χρειάζομαι χρήματα κι όχι τις
παλιατζούρες που μου δίνεις». Η μανία του για το κρέας ήταν πλέον εκτός
ελέγχου. Τον άκουγα όλη μέρα να τηγανίζει φτηνές μπριζόλες. Η τσίκνα
τρύπωνε κάτω από την πόρτα μου και μου ξύπναγε μια τρελή επιθυμία για
ψητό κρέας. Κάποια στιγμή δεν άντεξα άλλο και πήγα δίπλα. «Χέλφρικ»
του είπα. «Τι θα 'λεγες να μοιραζόσουνα αυτή την μπριζόλα μαζί μου;» Οι
μπριζόλες ήταν συνήθως τόσο μεγάλες που δε χώραγαν καλά καλά στο
τηγάνι. Κι όμως ο Χέλφρικ μου είπε ψέματα κατάμουτρα, «Ξέρεις έχω να
φάω εδώ και δυο μέρες». Τον ξέχεσα. Είχα χάσει κάθε εκτίμηση για το
άτομό του. Κούναγε την κατακόκκινη και αυθάδη φάτσα του και με
κοίταζε με το ελεεινό του βλέμμα. Μέρα έμπαινε, μέρα έβγαινε, εγώ
συνέχιζα να δουλεύω, κυρτωμένος από τις βασανιστικές μυρουδιές,
τηγανισμένα χοιρινά παϊδάκια, ψητές μπριζόλες, μπριζολίτσες με
ψωμάκια, συκωτάκια με κρεμμυδάκια κι όλες τις δυνατές ποικιλίες
κρεάτων.
Κάποια μέρα η λύσσα του για κρέας εξαφανίστηκε και ξαναπήρε τη θέση
της η αγάπη του για το τζιν. Τις δυο επόμενες νύχτες έγινε στουπί. Τον
άκουγα που μίλαγε και μάσαγε τις λέξεις. Τον άκουγα να ψάχνει τα

μπουκάλια και να παραμιλάει μοναχός του. Κάποια στιγμή βγήκε έξω.
Όταν την επόμενη βραδιά γύρισε, είχε φάει όλη τη σύνταξή του και,
κάποιος, κάπου, δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς, του είχε πουλήσει ένα
αυτοκίνητο. Bγήκαμε μαζί στην πίσω πλευρά του ξενοδοχείου και είδαμε τ'
αμάξι. Ήταν μια πελώρια Πακάρ είκοσι και πλέον ετών. Έστεκε κει σαν
νεκροφόρα, τα λάστιχά της τελείως φαγωμένα, το φτηνό χρώμα που την
είχαν πασαλείψει είχε κάνει φουσκάλες από το ζεστό ήλιο. Κάποιος
πονηρός, εκεί κάτω στη Μέιν στρητ, του την είχε φέρει. Και τώρα δεν είχε
φράγκο, είχε όμως αυτό το σαράβαλο.
«Θέλεις να τ' αγοράσεις;» μου είπε.
«Δε θα 'σαι καλά».
Σαν να έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι του. Έγινε ερείπιο.
Εκείνη τη βραδιά ήρθε στο δωμάτιό μου. Κάθισε στο κρεβάτι, τα μακριά
του χέρια ακούμπαγαν σχεδόν στο πάτωμα. Τον είχε πιάσει νοσταλγία για
τα Μεσοδυτικά. Μίλησε για το κυνήγι του λαγού, για το ψάρεμα, για τις
παλιές καλές εποχές, τότε που ήταν παλικάρι. Και μετά γύρισε την
κουβέντα στο θέμα κρέας. «Τι λες, θα σου άρεσε μια μεγάλη, τόση, και
χοντρή, να, μπριζόλα;» είπε και πλατάγισε τα χείλη του. Μου 'δειχνε δυο
δάχτυλα κολλητά, «Τόσο χοντρή. Ψητή. Με μπόλικο βουτυράκι από πάνω.
Καλό ψήσιμο για να γίνει λουκούμι. Τι λες, θα σ' άρεσε;»
«Αχ, πεθαίνω».
Σηκώθηκε.
«Τότε έλα, πάμε να πάρουμε».
«Έχεις λεφτά;»
«Δε χρειαζόμαστε λεφτά. Πάμε, πεινάω».
Άρπαξα στα γρήγορα το πουλόβερ μου κι έτρεξα πίσω του.
Κατεβήκαμε στον πίσω δρόμο. Μπήκε στ' αμάξι του. Εγώ δίσταζα. «Πού
πάμε, Χέλφρικ;»
«Έμπα μέσα» είπε «κι άσ' το αυτό σε μένα».
Mπήκα και κάθισα δίπλα του.
«Δεν πιστεύω να 'χoυμε τίποτα μπλεξίματα».
«Μπλεξίματα;» έκανε μια γκριμάτσα. «Σου είπα πάμε να πάρουμε
μπριζόλες».
Κάτω από το φως του φεγγαριού περάσαμε από το Ουάιλσαϊρ, αφήσαμε
πίσω το Χάιλαντ, περάσαμε από το Καχιούνγκα Πας. Δεξιά μας
απλωνότανε η πεδιάδα του Σαν Φερνάντο. Στρίψαμε σ' έναν έρημο
χωματόδρομο και προχωρήσαμε κάμποσο, δίπλα σε μεγάλους
ευκαλύπτους μέχρι που φτάσαμε σε κάποια σκορπισμένα αγροτόσπιτα μες
στα λιβάδια. Ύστερα από ενάμισι χιλιόμετρο τέλειωνε ο δρόμος. Φράχτες
με αγκαθωτά συρματοπλέγματα φάνηκαν στο δυνατό φως των
προβολέων του αυτοκινήτου. Με δυσκολία ο Χέλφρικ έστριψε το αμάξι και
το έβαλε με τη μούρη προς το δρόμο. Bγήκε και πήγε στην πίσω πόρτα, την
άνοιξε κι άρχισε να σκαλίζει κάτω από το κάθισμα, στην εργαλειοθήκη.
Γύρισα πίσω και τον κοίταζα.
«Τι σημαίνουν όλα αυτά, Χέλφρικ;»
Ανασηκώθηκε, στο χέρι κράταγε ένα γρύλο.
«Εσύ θα περιμένεις εδώ».
Σύρθηκε κάτω από το συρματόπλεγμα, προς το βοσκότοπο και
κατευθύνθηκε προς το στάβλο που βρισκόταν εκατό περίπου μέτρα μακριά

και διαγραφότανε ακαθόριστα κάτω από το λιγοστό φως του φεγγαριού.
Τώρα καταλάβαινα τι ήθελε να κάνει. Πήδηξα έξω από τ' αμάξι και τον
φώναξα. Ψιθυριστά μου έκανε ένα οργισμένο «σσσστ». Τον έβλεπα να
πλησιάζει, στις άκρες των δαχτύλων, το στάβλο. Γεμάτος αγωνία τον
καταριόμουνα μέσα μου. Κάποια στιγμή άκουσα το μουγκανητό μιας
αγελάδας. Ήταν ένα λυπητερό μούγκρισμα. Αμέσως μετά ακούστηκε ένα
υπόκωφο χτύπημα και ποδοβολητά. Στην πόρτα του στάβλου εμφανίστηκε
ο Χέλφρικ. Στους ώμους τoυ πάνω ένας σκούρος όγκος που τον ανάγκαζε
να σκύβει. Χωρίς να σταματάει στιγμή να μουγκανίζει έτρεχε πίσω του μια
αγελάδα. Ο Χέλφρικ προσπάθησε να τρέξει. Όμως ο σκούρος όγκος στους
ώμους του τον δυσκόλευε και το μόνο που μπορούσε ήταν να περπατάει
γρήγορα. Η αγελάδα τον ακολουθούσε συνεχώς και του έδινε σπρωξιές με
τη μουσούδα της. Εκείνος γύρισε και την κλότσησε άγρια. Η αγελάδα
σταμάτησε, κοίταξε προς το στάβλο και συνέχισε τα μουγκανητά.
«Ανόητε, Χέλφρικ. Καταραμένε τρελέ!»
«Boήθα με» είπε εκείνος.
Τράβηξα το χαλαρό συρματόπλεγμα για να κάνω τόπο, τόσο που μπόρεσε
να συρθεί κι αυτός και το φορτίο του. Ήταν ένα μοσχαράκι· από μια τρύπα
ανάμεσα στ' αυτιά του έτρεχε άφθονο αίμα. Τα μάτια του ζώου ήταν
ανοιχτά. Το φεγγάρι καθρεφτίστηκε μια στιγμή μέσα τους. Ήταν φόνος,
φόνος εν ψυχρώ.
Ένιωσα ναυτία από τη φρίκη. Το στομάχι μου ανακατεύτηκε, όταν ο
Χέλφρικ βρόντηξε το νεκρό ζώο στο πίσω κάθισμα. Έσκασε πρώτα το
σώμα και μετά το κεφάλι. Μου 'ρθε εμετός. Ήταν φόνος εν ψυχρώ.
Στην επιστροφή ο Χέλφρικ είχε τα κέφια του, το τιμόνι κόλλαγε από τα
αίματα και μια-δυο φορές νόμισα ότι άκουσα πίσω το μοσχαράκι να
τινάζεται. Κράταγα μες στα χέρια μου το κεφάλι μου κι έκανα
προσπάθειες για να βγάλω απ' το μυαλό μου τα λυπητερά μουγκανητά
της μάνας και τη γλυκούλα μουσούδα του μικρού μοσχαριού. Ο Χέλφρικ
οδηγούσε πολύ γρήγoρα. Στο Μπέβερλι Μπουλβάρ προσπεράσαμε με
ταχύτητα ένα μαύρο αυτοκίνητο που πήγαινε αργά. Ήταν της αστυνομίας.
Έτριξα τα δόντια μου υπολογίζοντας τι θα συνέβαινε. Αλλά το περιπολικό
δε μας κυνήγησε. Ήμουνα πολύ χάλια για να νιώσω ξαλαφρωμένος που
γλυτώσαμε. Ένα ήταν σίγουρο: ο Χέλφρικ ήταν φονιάς κι εγώ είχα
τελειώσει μαζί του και δεν ήθελα πλέον παρτίδες μ' αυτό το μούτρο. Στο
Μπάνκερ Χιλ στρίψαμε στον πλαϊνό δρομάκο και σταματήσαμε στο πάρκιν
δίπλα στον τοίχο του ξενοδοχείου. Ο Χέλφρικ βγήκε πρώτος.
«Τώρα θα δεις τι σημαίνει σωστός χασάπης».
«Είσαι εμετικός» είπα εγώ.
Φύλαγα τσίλιες, ενώ τύλιγε το ματωμένο κεφάλι με εφημερίδες. Μετά
έριξε το ζώο στην πλάτη και προχώρησε βιαστικά στον κακοφωτισμένο
διάδρομο. Όταν φτάσαμε στο δωμάτιό του, άπλωσα εφημερίδες πάνω στο
βρώμικο πάτωμα κι ο Χέλφρικ ακούμπησε πάνω τους το μοσχαράκι. Έκανε
γκριμάτσες για τα αίματα στο πανταλόνι του, στο πουκάμισά του και για
τα ματωμένα χέρια του.
Κοίταξα στο πάτωμα το φουκαριάρικο μοσχαράκι. Είχε ασπρόμαυρες
βούλες και λεπτοκαμωμένα κοκαλάκια. Από το μισάνοιχτο στόμα του
έβγαινε μια ροζ γλώσσα. Έκλεισα τα μάτια μου κι έφυγα τρέχοντας απ' το
δωμάτιο του Χέλφρικ, έτρεξα στο δικό μου και ρίχτηκα με τα μούτρα στο

πάτωμα. Έτρεμα ολόκληρος. Σκεφτόμουνα την αγελάδα, ολομόναχη εκεί
έξω στο βοσκότοπο να μοιρολογάει το μοσχαράκι της. Φόνος! Τελεία και
παύλα με το Χέλφρικ. Δεν ήθελα τα δανεικά. μου. Ήταν ματωμένα λεφτά,
δεν τα ήθελα.
Από κείνη τη νύχτα η συμπεριφορά μου απέναντι στο Χέλφρικ ήταν
ψυχρή. Ποτέ δεν ξαναπάτησα το πόδι μου στο δωμάτιό του. Κάποιες φορές
καταλάβαινα ότι ήταν αυτός που μου χτύπαγε την πόρτα, αλλά κλείδωνα
πια κι έτσι δεν μπορούσε να μπει, μια και δυο μέσα όπως πριν. Όταν
συναντιόμασταν στο διάδρομο γρύλιζα κάτι μέσα από τα δόντια μου κι
αυτό ήταν όλο. Μου χρώσταγε σχεδόν τρία δολάρια. Δεν τα πήρα ποτέ.

14.

ΚΑΛΑ ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΑΚΜΟΥΘ. ΚΑΠΟΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΙΧΕ
συμπεριλάβει το Μακρινοί χαμένοι λόφοι σε μια ανθολογία. Για εκατό
δολάρια. Ήμουν πάλι πλούσιος. Καιρός για παλινορθώσεις και
επανορθώσεις του παρελθόντος. Ταχυδρόμησα στη μητέρα μου πέντε
δολάρια κι έκλαψα όταν έλαβα το ευχαριστήριο γράμμα της. Τα δάκρυα
τρέχανε ακόμη πάνω στα μάγουλά μου όταν κάθισα να της απαντήσω, Και
της ξαναέστειλα πέντε δολάρια. Ήμουνα πολύ ικανοποιημένος με τον
εαυτό μου. Είχα μερικά καλά στοιχεία μέσα μου. Έβλεπα κιόλας τους
βιογράφους μου να μιλάνε με τη μάνα μου, που ήταν πια πολύ γριά,
καθισμένη σε αναπηρική πολυθρόνα: α, ο Αρτούρο μου, χρυσός γιος, μας
φρόντιζε όλους πάντα.
Αρτούρο Μπαντίνι, ο συγγραφέας. Μεγάλη περιουσία, από τα διηγήματα
που έγραψε. Τώρα δουλεύει το καινούριο του βιβλίο. Καταπληκτικό βιβλίο.
Εικάζεται από τώρα ότι θα είναι αριστούργημα. Γραφή υψηλής αξίας. Από
τον καιρό του Τζόυς έχει να γραφτεί τέτοιο κείμενο. Στεκόμουνα μπροστά
στη φωτογραφία του Χάκμουθ κάθε μέρα και διάβαζα δυνατά τα γραπτά
της ημέρας. Πέρασα αμέτρητες ώρες προσπαθώντας να του γράψω μια
αφιέρωση: Στον Τζέι Σι Χάκμουθ που με ανακάλυψε. Στον Τζέι Σι Χάκμουθ
με θαυμασμό. Στον Χάκμουθ, ένα μεγαλοφυή άντρα. Έβλεπα κιόλας
μπροστά μου αυτούς τους νεοϋορκέζους κριτικούς να ενοχλούν τον
Χάκμουθ στη λέσχη του. Με αυτό τον νεαρό Μπαντίνι από την Aνατoλική
Aκτή κάνατε Διάνα. Ένα συγκαταβατικό χαμόγελο από τον Χάκμουθ,
κάποιο γρήγορο πετάρισμα στα μάτια του.
Έξι ολόκληρες βδομάδες, μερικές πανέμορφες ώρες, κάθε μέρα, τρεις,
τέσσερις, καμιά φορά πέντε λαμπρές ώρες, κατά τις οποίες
συσσωρεύονταν σελίδες και κάθε άλλο πάθος μου έμενε κοιμισμένο.
Αισθανόμουνα άυλος, σαν πνεύμα που περπατάει πάνω στη γη, που
αγαπάει το ίδιο ζώα και ανθρώπους, και από μέσα μου ξεχείλιζαν
θαυμάσια κύματα τρυφεράδας, όταν μίλαγα με τους ανθρώπους ή
περπάταγα στους δρόμους δίπλα τους. Παντοδύναμε Θεέ, αγαπημένε Θεέ,
δείξου καλός μαζί μου, χάρισέ μου ευφράδεια κι αυτός ο μελαγχολικός
κόσμος θα με ακούει και θα γίνεται ευτυχισμένος. Έτσι περνούσαν οι
μέρες. Ονειρεμένες μέρες, φωτεινές μέρες. Καμιά φορά με πλημμύριζε ένα

είδος εσωτερικής ευχαρίστησης, έσβηνα το φως, καθόμουνα στα σκοτεινά
κι έκλαιγα ώσπου με κυρίευε ένα αλλόκοτο συναίσθημα και μια παραφορά
για το θάνατο.
Ο Μπαντίνι, λοιπόν, που γράφει μυθιστόρημα.
Κάποια νύχτα ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα μου. Άνοιξα και ήταν
εκείνη.
«Καμίγια!»
Mπήκε και πήγε και κάθισε στο κρεβάτι. Στο χέρι της κρατούσε ένα μάτσο
χαρτιά. Κοίταξε ένα γύρω στο δωμάτιό μου: ώστε λοιπόν εδώ έμενα.
Κάπως έτσι είχε φανταστεί το δωμάτιό μου. Σηκώθηκε, περπάτησε αργά,
κοίταξε ερευνητικά έξω απ' το παράθυρο, έκανε μερικές βόλτες στο
δωμάτιο, πανώριο κορίτσι, λυγερόκορμη λαμπάδα. Η Καμίγια με τα ζεστά
μαύρα μαλλιά της κι εγώ καθισμένος έχασκα και την παρακολουθούσα.
Γιατί είχε έρθει; Άκουσε την ερώτησή μου, πήγε και κάθισε στο κρεβάτι, με
κοίταξε και μου χαμογέλασε.
«Γιατί πρέπει, Αρτούρο, να τσακωνόμαστε συνέχεια;»
Δεν ήξερα γιατί. Κάτι μουρμούρισα για διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες,
εκείνη όμως κούνησε το κεφάλι της, σταύρωσε τα πόδια της, ένα μικρό
κομμάτι απ' το υπέροχο μπούτι της που φαινότανε μου καρφώθηκε στο
μυαλό, ένα ασύλληπτο συναίσθημα μ' έπνιξε και ένιωσα μια καυτή
επιθυμία να τη σφίξω στα μπράτσα μου. Κάθε κίνηση που έκανε, το
γύρισμα του λαιμού της, τα φουσκωτά στήθια της που διαγράφονταν
καθαρά κάτω απ' το μπλουζάκι, τα καλοφτιαγμένα χέρια της που τ'
ακουμπούσε στο κρεβάτι, τα μακριά ης νύχια, όλα αυτά μ' ενοχλούσαν, μ'
έκαναν να τα χάνω, κάτι γλυκό κι επώδυνο βάραινε πάνω μου και μ'
έσερνε σε μια αργή χαύνωση, Κι ο τόνος της φωνής της, κυριαρχικός μ' ένα
λεπτό ίχνος ειρωνείας, μίλαγε κατευθείαν στο αίμα μου, στο είναι μου, στα
κόκαλά μου. Μου 'ρθαν στο μυαλό οι ειρηνικές μέρες των προηγούμενων
εβδομάδων, που τώρα φάνταζαν ψεύτικες, θα 'πρεπε να 'ταν κάποιο είδος
αυτοΰπνωσης, γιατί η ζωή ήταν εδώ, στα μαύρα μάτια της Καμίγια και στο
κοροϊδευτικό τους βλέμμα, που μέσα τους διασταυρώνονταν η ελπίδα και η
υστεροβουλία. Δεν είχε έρθει για κάποια φιλική επίσκεψη. Για άλλο λόγο
είχε
έρθει
και
τον
έμαθα
έπειτα
από
λίγο.
«Τον θυμάσαι το Σάμυ!»
«Φυσικά».
«Δε σου άρεσε».
«Καλός φαινότανε».
«Πολύ καλός, Αρτούρο. Θα σου άρεσε σαν τύπος αν τον γνώριζες από
κοντά».
«Υποθέτω».
«Εσύ του άρεσες».
Ύστερα από το επεισόδιο εκείνη τη νύχτα στο πάρκιν πολύ αμφέβαλλα.
Μου ήρθαν στο μυαλό μερικές λεπτομέρειες για κείνη και το Σάμυ, ο
τρόπος που του χαμογελούσε την ώρα της δουλειάς η ανησυχία της εκείνο
το βράδυ που τον πήγαμε σπίτι. «Τον αγαπάς αυτό τον άνθρωπο, έτσι;»
«Όχι ακριβώς».
Τα μάτια της σταμάτησαν να με κοιτάζουν και περιπλανήθηκαν για λίγο
στο δωμάτιο.
«Και βέβαια τον αγαπάς».

Ξαφνικά ένιωσα μια βαθιά αποστροφή για κείνη, γιατί με είχε πληγώσει.
Αυτό εδώ το κορίτσι είχε σκίσει το σονέτο του Ντάουσον και είχε δείξει σ’
όλο τον κόσμο στο Κολούμπια Μπουφέ το τηλεγράφημά μου. Με είχε
ξεφτιλίσει εκεί κάτω στην ακρογιαλιά. Αμφισβήτησε τον ανδρισμό μου και
η υποψία της έγινε σαρκασμός και ειρωνεία στη ματιά της. Κοίταξα
προσεκτικά το πρόσωπό της, τα χείλη της και σκέφτηκα τι ωραία που θα
ένιωθα αν τη χτύπαγα, αν της κοπάναγα μια μπουνιά, με όλη μου τη
δύναμη, στα μούτρα.
Μου μίλαγε ξανά για το Σάμυ. Ο Σάμυ είχε όλες τις ατυχίες στη ζωή. Θα
είχε σίγουρα γίνει κάποιος, όμως η υγεία του δεν τον είχε αφήσει.
« ΤΙ πρόβλημα έχει;»
«Φυματίωση» είπε εκείνη.
«Γκίνια».
«Δε θα ζήσει πολύ».
Δεκαράκι δεν έδινα.
«Όλοι μας θα πεθάνουμε κάποια μέρα».
Σκέφτηκα να την πετάξω έξω λέγοντάς της: αν ήρθες εδώ να μου μιλάς γι'
αυτό τον τύπο, τότε να πας στο διάολο, γιατί δε μ' ενδιαφέρει. Σκέφτηκα
πόσο ωραία θα 'ταν αυτή, η τόσο ξιπασμένη, ν' αναγκαστεί να φύγει
επειδή θα την έδιωχνα.
«Ο Σάμυ δε μένει πια εδώ. Έφυγε».
Αν πίστευε ότι μ' ενδιαφέρει και το πού πήγε, ήταν πολύ γελασμένη.
Έβαλα τα πόδια μου πάνω στο γραφείο και άναψα τσιγάρο.
«Και τι κάνουνε οι άλλοι γκόμενοί σου;» είπα, Έτσι μου ήρθε. Μετάνιωσα
που το είπα. Το μαλάκωσα κάπως μ' ένα χαμόγελο. Εκείνη ανταποκρίθηκε
με το ζόρι στο χαμόγελό μου.
«Δεν έχω γκόμενους» είπε.
«Μα, φυσικά» είπα γω, τονίζοντάς το με σαρκασμό. «Φυσικά,
καταλαβαίνω. Συγγνώμη για την άστοχη ερώτηση».
Σώπασε για λίγο. Εγώ έκανα ότι σφύριζα. Μετά είπε:
«Γιατί είσαι τόσο κακός;»
«Κακός;» είπα γω. «Καλό μου κορίτσι, εγώ αγαπάω όλους τους ανθρώπους
όπως και τα ζώα. Στις φλέβες μου δε ρέει ούτε ίχνος εχθρότητας για
κανένα. Επιτέλους πώς θα μπορούσα να είμαι ένας μεγάλος συγγραφέας
και συνάμα κακός!»
Τα μάτια της παίξανε κοροϊδευτικά. « Ώστε είσαι μεγάλος συγγραφέας;»
«Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που εσύ δεν πρόκειται ποτέ να
καταλάβεις».
Δαγκώθηκε, κράτησε το κάτω χείλι της ανάμεσα σε δυο κοφτερά άσπρα
δόντια και κοίταζε σαν παγιδευμένο θηρίο μια το παράθυρο και μια την
πόρτα. Μετά χαμογέλασε ξανά. «Μα, γι' αυτό ήρθα και γω να σε δω».
Ψαχούλεψε μέσα στα χαρτοφάκελα που κράταγε στον κόρφο της· μ'
ερέθιζε ο τρόπος που τα δάχτυλά της άγγιζαν το ίδιο της το κορμί. Ήταν
δυο φάκελοι. Άνοιξε τον ένα κι εμφανίστηκε κάποιο χειρόγραφο. Της το
πήρα από τα χέρια. Επρόκειτο για ένα διήγημα του Σάμιουελ Ουίγγινς,
ποστ ρεστάντ Σαν Χουάν, Καλιφόρνια. Είχε για τίτλο «Κολντγουώτερ
Γκάτλινγκ» και άρχιζε έτσι: «Ο Κολντγουώτερ Γκάτλινγκ δε ζήταγε
φασαρίες, αλλά μ' αυτούς τους ζωοκλέφτες δεν μπορούσε να 'ναι ποτέ
σίγουρος! Δέσε ψηλά τα κουμπούρια σου και να 'σαι ψύχραιμος, αν

συναντήσεις κάποιο απ' αυτά τα παιδαρέλια. Όμως το πρόβλημα με το
οποίο ο Κολντγουώτερ Γκάτλινγκ είχε πρόβλημα, είναι ότι εκείνος
τράβαγε τις φασαρίες σαν αλεξικέραυνο. Πέρα εκεί στην Αριζόνα δε
συμπαθούν τους ρέιντζερς από το Τέξας, κατά συνέπεια ο Κολντγουώτερ
Γκάτλινγκ έπρεπε να εφαρμόζει τον κανόνα, πρώτα πυροβόλα και μετά
ρώτα ποιον καθάρισες. Έτσι ήταν η παράδοση στο Λόουν Σταρ Στέιτ*, εκεί
που οι άντρες είναι ακόμη άντρες κι οι γυναίκες χαίρονται να
μαγειρεύουνε γι' αυτούς που καβαλάνε άγρια και πυροβολάνε γρήγορα,
σαν τον Κολντγουώτερ Γκάτλινγκ, τον πιο σκληροτράχηλο απ' τους άντρες
με τα πέτσινα που κάλπασε ποτέ εκεί πέρα».
Αυτή ήταν η πρώτη παράγραφος.
«Φλυαρίες» είπα γω.
«Σε παρακαλώ να τον βοηθήσεις».
Θα πέθαινε σ' ένα χρόνο μού είπε. Είχε φύγει από το Λος Άντζελες κι είχε
πάει στην άκρη της ερήμου της Σάντα Άνα. Εκεί ζούσε τώρα, σε μια μικρή
παράγκα, κι έγραφε πυρετωδώς.
Σ' όλη του τη ζωή αυτό ήθελε, να κάτσει να γράψει. Τώρα που δεν του 'μενε
πια πολύς καιρός, το 'χε πάρει απόφαση.
«Κι εγώ τι θα κερδίσω;»
«Μα θα πεθάνει».
«Ούτε ο πρώτος είναι ούτε ο τελευταίος».
Άνοιξε το δεύτερο χειρόγραφο. Οι ίδιες ανοησίες. Κούνησα το κεφάλι μου.
«Αηδίες».
«Το ξέρω» είπε εκείνη. «Δε θα μπορούσες να κάνεις κάτι μ' αυτά; Θα σου
δώσει τα μισά λεφτά».
«Δε χρειάζομαι λεφτά. Έχω τα δικά εισοδήματα».
Σηκώθηκε. Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου κι ακούμπησε τα χέρια της
στους ώμους μου. Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό μου, η καυτή της
ανάσα μου χάιδεψε απαλά τα ρουθούνια, τα μάτια της τόσο μεγάλα που
καθρεφτίστηκε το πρόσωπό μου μέσα τους και μ’ έπιασε παροξυσμός κι
αρρώστια από την επιθυμία. «Θα το έκανες για μένα;»
«Για σένα; Δηλαδή, για σένα - ναι».
Με φίλησε, Μπαντίνι ο χαμάλης. Χοντρά, ζεστά φιλιά για τις υπηρεσίες
που πρόκειται να προσφέρει. Την έσπρωξα μαλακά. «Δε χρειάζεται να με
φιλάς. Θα κάνω ό,τι μπορώ». Στο μυαλό μου όμως έκανα κάποιες δικές μου
σκέψεις για το θέμα κι ενώ εκείνη στεκόταν μπροστά στον
καθρέφτη κι έβαζε κραγιόν, κοίταξα τη διεύθυνση πάνω στα χειρόγραφα.
Το χαμόγελό της ήταν κοροϊδευτικό. «Δε χρειάζεται να του τα στείλεις»
είπε. «Μπορώ να περάσω όποτε θέλεις να τα πάρω και να του τα στείλω
εγώ».

* Lοne Star State: η πολιτεία Τέξας. (σ.τ.μ.)

Αυτό ακριβώς είπε, όμως εμένα δεν μπορείς να με κοροϊδέψεις, Καμίγια,
γιατί στην έκφραση του προσώπου σου διαβάζω τις αναμνήσεις σου από
κείνη τη νύχτα στην ακρογιαλιά, και σε μισώ γι' αυτό, αχ, Θεέ μου, πόσο
απαίσια είσαι!
«Εντάξει» είπα. «Πιστεύω ότι έτσι είναι καλύτερα. Πέρνα λοιπόν αύριο το
βράδυ».
Με χλεύαζε. Όχι το πρόσωπό της ούτε και τα χείλη της, έβγαινε από μέσα
της. «Τι ώρα να έρθω;»
«Πότε τελειώνεις τη δουλειά;»
Γύρισε προς το μέρος μου, έκλεισε την τσάντα της και με κοίταξε. «Ξέρεις
πολύ καλά τι ώρα τελειώνω» είπε.
Πού θα μου πας, Καμίγια, πού θα μου πας.
«Ωραία, τότε έλα. εκείνη την ώρα» είπα.
Πήγε στην πόρτα κι έβαλε το χέρι της στην μπετούγια.
«Καληνύχτα, Αρτούρο».
«Θα σε πάω παραέξω».
« Έλα τώρα, δε χρειάζεται» είπε εκείνη.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της. Στεκόμουνα στη μέση του δωματίου κι άκουγα
τα βήματά της που απομακρύνονταν στα σκαλιά. Το πρόσωπό μου είχε
γίνει πελιδνό, σαν κερί, αισθανόμουνα φοβερά ταπεινωμένος, λύσσαγα
απ' το θυμό μου, έχωσα τα. δάχτυλα μες στα μαλλιά μου κι απ 'το λαρύγγι
μου βαθιά βγήκαν λυγμοί κι ουρλιαχτά ανάκατα, ενώ τράβαγα τα μαλλιά
μου να τα ξεριζώσω, την καταριόμουνα, χτύπαγα τις γροθιές μου τη μια
πάνω στην άλλη, παραπάταγα, αγκάλιαζα κι έσφιγγα το κορμί μου με τα
χέρια. μου, πάνω-κάτω στο δωμάτιο πάλευα κι ανατρίχιαζα στη θύμησή
της, μ' έπνιγε, προσπαθούσα να σβήσω την εικόνα της απ' το μυαλό μου,
έβραζα από μίσος και πάθος για εκδίκηση.
Κι όμως υπήρχε τρόπος να της το ανταποδώσω, αλλά θα πλήρωνε κι αυτός
ο άρρωστος άνθρωπος εκεί έξω στην έρημο. Θα τα πούμε Σάμυ. Θα σε
κάνω φέτες, θα σε κάνω εγώ να μετανιώσεις που δεν έχεις κιόλας πεθάνει
και δε σ' έχουνε θάψει. Η πένα είναι πιο δυνατή απ' το σπαθί, Σάμυ αγόρι
μου, και η πένα του Αρτούρο Μπαντίνι είναι η πιο δυνατή απ’ όλες. Γιατί
ήρθε η σειρά μου, κύριε. Και τώρα θα πάρεις αυτό που σου ανήκει.
Στρώθηκα κάτω και διάβασα τις ιστορίες του. Κράτησα σημειώσεις για
κάθε μια αράδα, για κάθε πρόταση για κάθε παράγραφο. Ήταν ένα
απαίσιο, κακογραμμένο κείμενο, πρωτόλειο, αδέξια γραμμένο, γεμάτο
ασάφειες, χωρίς ειρμό, παλαβό τελείως. Ώρες κάθισα εκεί και κάπνιζα το
ένα τσιγάρο πίσω από τ' άλλο και γέλαγα σαν τρελός με την προσπάθεια
του Σάμυ, το απολάμβανα με κακεντρέχεια κι έτριβα ευχαριστημένος τα
χέρια μου. Ω, φιλαράκο, θα σου δώσω μια κατακεφαλιά! Σηκώθηκα πάνω
μ' έναν πήδο κι άρχισα να πυγμαχώ στο δωμάτιο: να πάρ' τη, Σάμυ αγόρι
μου, πάρε κι αυτή, έλα, το αριστερό άπερκατ σ' αρέσει; πάρε τώρα και το
δεξιό κροσέ, νταν, μπουμ, γκαν, τζουμ!
Κάποια στιγμή όπως στριφογύριζα πρόσεξα τη λακκούβα στο κρεβάτι, εκεί
που είχε καθίσει η Καμίγια, εκείνο το αισθησιακό περίγραμμα που είχε
σχεδιάσει πάνω στη χνουδάτη κουβέρτα με τους γοφούς και τους μηρούς

της. Τότε ξέχασα μονομιάς το Σάμυ και ρίχτηκα τρελός από επιθυμία στα
γόνατα και φίλαγα εκείνο το σημείο γεμάτος ταπεινότητα.
«Καμίγια, σ' αγαπώ!»
Όταν πια εξανεμίστηκε ο αισθησιασμός μου, τα παράτησα αηδιασμένος
από τον ίδιο μου τον εαυτό, μαύρος κι άραχλος, Αρτούρο Μπαντίνι, ο
μαύρος κι άθλιος κοπρίτης. Κάθισα κάτω λυσσασμένος κι άρχισα να
γράφω το γράμμα με την κριτική μου στο Σάμυ.
Αγαπητέ Σάμυ,
απόψε το βράδυ ήρθε στο σπίτι μου εκείνη η τσουλίτσα· ξέρεις ποια, Σάμυ, η μικρή
πεταχτούλα Μεξικάνα με το ωραίο κορμί και τα μυαλά πάνω απ' το κεφάλι.
Παρουσιάστηκε έχοντας μαζί της κάτι υποτιθέμενα διηγήματα τα οποία -κατά τα
λεγόμενά της- τα έχεις γράψει εσύ.
Ξέχωρα απ ' αυτό, ισχυρίζεται ακόμη ότι ο χάρος με το δρεπάνι όπου να 'ναι θα σε θερίσει.
Κάτω από ομαλές συνθήκες, θα μπορούσα να πω πως πρόκειται για τραγωδία. Όταν
όμως διάβασα τις αθλιότητες που βρίσκονται στα χειρόγραφα επίτρεψέ μου να μιλήσω εξ
ονόματος και των άλλων ανθρώπων και να σου πω ότι η εσπευσμένη απoχώρησή σου απ
'αυτή τη ζωή θα είναι μεγάλη τύχη για όλους μας. Δεν ξέρεις να γράφεις, Σάμυ. Εγώ σου
προτείνω να συγκεντρωθείς στο πώς θα βρει η ψυχή σου ησυχία και γαλήνη, αυτές τις
τελευταίες σου μέρες, πριν αποχωριστείς αυτό τον κόσμο, που βγάζει στεναγμούς
ανακούφισης εν όψει της αναχώρησής σου. Εύχομαι να μπορούσα να σου πω με την
καρδιά μου ότι λυπάμαι που σε λίγο δε θα είσαι πια μαζί μας. Βέβαια θα επιθυμούσα και
συ, πράγμα που για μένα είναι γεγονός, ν' άφηνες κάτι μνημειώδες πίσω σου τώρα που
θα φύγεις. Όμως μιας κι αυτό είναι κάτι περισσότερο από αδύνατο, θα ήθελα να
καταλάβεις ότι είναι καλύτερα να μη φύγεις απ' αυτή τη ζωή πικραμένος. Η μοίρα δεν
ήτανε καλή μαζί σου. Θέλω να πιστεύω, πως όπως ο υπόλοιπος κόσμος, έτσι και συ θα
χαίρεσαι που σε λίγο όλα θα 'χουν τελειώσει και το μελάνι που αμόλησες πίσω σου, να
'σαι ήσυχος, δεν πρόκειται να απασχολήσει κανέναν. Μιλάω εξ ονόματος όλων των
ανθρώπων που έχουν κάποια ευαισθησία, που είναι καλλιεργημένοι. Μπορεί να σε
στεναχωρώ, αλλά είναι καλύτερα αυτά τα λογοτεχνικά ξεράσματα να τα κάψεις και να
κρατηθείς μακριά από πένα και μελάνι. Το ίδιο ισχύει και για γραφομηχανές γιατί και
μόνο το γράψιμο ενός τέτοιου κειμένου στη γραφομηχανή είναι αίσχος. Αν, παρ' όλα
αυτά, εξακολουθείς να έχεις την επιθυμία να γράψεις κι άλλες τέτοιες αθλιότητες, τότε
ανακάτεψε καλά τον πουρέ σου και στείλ' τον μου. Γιατί τον βρίσκω πολύ διασκεδαστικό.
Βεβαίως χωρίς να το θέλεις, εννοείται.

Αυτό ήταν, τον αποτελείωσα. Δίπλωσα τα χειρόγραφα και μαζί με το
γράμμα τα έβαλα σ' ένα μεγάλο φάκελο, τον έκλεισα κι έγραψα τη
διεύθυνση, Σάμιουελ Ουίγγινς, Ποστ ρεστάντ, Σαν Χουάν, Καλιφόρνια,
κόλλησα γραμματόσημα κι έχωσα τον φάκελο στην κωλότσεπη. Μετά
ανέβηκα τη σκάλα, βγήκα από το ξενοδοχείο και πήγα στο ταχυδρομικό
κουτί στη γωνία. Ήταν λίγο μετά τις τρεις ενός ανεπανάληπτου πρωινού.
Το μπλε τ' ουρανού και τ' άσπρο των αστεριών ήταν σαν τα χρώματα της
ερήμου, είχαν μια τόσο χειροπιαστή απαλότητα που με ανάγκασαν να
σταθώ και να θαυμάσω τη μοναδικότητά τους. Ούτε ένα φύλλο των
κατασκονισμένων φοινίκων δεν κουνιότανε. Ούτε ένας ήχος δεν
ακουγότανε.
'Ο,τι ήταν μέσα μου καλό, σήμανε στην καρδιά μου, όλα αυτά που πίστευα
ξεπήδησαν και φανερώθηκαν από τη σκοτεινή πλευρά της ύπαρξής μου.
Εδώ ήταν η κυρίαρχη, η απέραντη, βουβή γαλήνη της φύσης, αδιάφορη
αντίκρυ στη μεγαλούπολη. Κάτω απ' τους δρόμους βρίσκεται η έρημος και
πιο πέρα και τριγύρω, παντού, και περιμένει τη στιγμή που η πόλη θα
πεθάνει για να την εξαφανίσει με τη διαχρονική άμμο. Ένα κατακλυσμιαίο

συναίσθημα με κατέλαβε κι ένιωσα βαθιά το νόημα της παθητικής μοίρας
όλης της ανθρωπότητας. Η έρημος ήταν πάντα εδώ, ένα υπομονετικό
άσπρο θηρίο, που περιμένει το θάνατο της ανθρωπότητας, των
ανθρώπινων πολιτισμών που μεσουρανούν κάποια στιγμή και μετά
χάνονται στο σκοτάδι. Και τώρα οι άνθρωποι φαντάζανε στα μάτια μου
θαρραλέοι και γενναίοι κι ένιωσα περήφανος που ήμoυνα κι εγώ ένας απ'
αυτούς. Κι όλο το κακό του κόσμου δεν ήταν πια κακό, αλλά αναπόφευκτο
και καλό και μέρος του αδιάκοπου αγώνα να χαλιναγωγηθεί η έρημος.
Κοίταξα στα νότια τα μεγάλα αστέρια που λάμπανε, ήξερα ότι σ' αυτή την
κατεύθυνση βρίσκεται η έρημος της Σάντα 'Ανα και ήξερα επίσης ότι εκεί,
κάτω από τα μεγάλα άστρα, σε μια καλύβα κοιμάται ένας άνθρωπος σαν
και μένα που πιθανότατα θα καταβροχθιζότανε από την έρημο πριν από
μένα κι εγώ κράταγα στα χέρια μου την προσπάθειά του, την έκφρασή του
σ' αυτό τον αγώνα κόντρα στην τελειωτική, στην απόλυτη σιωπή που
εξαπολυόταν ενάντιά του. Φονιάς, μπάρμαν ή συγγραφέας δεν έπαιζε
κανένα ρόλο η μοίρα του, η κοινή μοίρα όλων, το τέλος του, και δικό μου
τέλος· κι απόψε σ' αυτή την πόλη των σκοτεινών παραθύρων, υπάρχουν
εκατομμύρια σαν κι αυτόν, σαν και μένα: τόσο ίδιοι και απαράλλακτοι σαν
τα μικρά εφήμερα κοτσάνια του γρασιδιού. Η ζωή μόνη της είναι αρκετά
σκληρή. Ο θάνατος είναι η ύψιστη αξίωση. Και ο Σάμυ θα πέθαινε
σύντομα.
Ακούμπαγα με το κεφάλι πάνω στο ταχυδρομικό κουτί και μοιρολόγαγα το
Σάμυ, εμένα τον ίδιο και όλους, ζωντανούς και πεθαμένους. Συχώρα με,
Σάμυ! Συγχώρησε έναν ανόητο! Γύρισα πίσω στο δωμάτιό μου και κάθισα
για τρεις ώρες κι έγραψα την καλύτερη κριτική που θα μπορούσα να
γράψω για τα γραφτά του. Δεν έλεγα κουβέντα για το τι είναι λάθος και τι
σωστό. Μονάχα επαναλάμβανα ότι κατά τη γνώμη μου αυτό θα ήταν
καλύτερο έτσι, εκείνο αλλιώς, το άλλο αλλιώτικα. Γύρω στις έξι έπεσα στο
κρεβάτι μου και κοιμήθηκα έναν ύπνο ανάλαφρο. Τι απίθανος, τι
καταπληκτικός που ήμoυνα, αλήθεια! Ένας μεγάλος, γλυκομίλητος κι
ευγενικός άνθρωπος, ερωτευμένος με όλους και με όλα, ανθρώπους και
ζώα.

15.

ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΙΔΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΒΔΟΜΑΔΑ. ΠΗΡΑ ΕΝΑ
γράμμα από το Σάμυ που μ' ευχαριστούσε για τις διορθώσεις. Σάμυ, ο
αληθινός έρωτάς της. Μου έδινε και μια συμβουλή: πώς τα πήγαινα με την
πεταχτή Μεξικάνα; Δεν ήταν κι άσχημη, καθόλου άσχημη μάλιστα όταν
έσβηνες το φως, το κακό μαζί της, κύριε Μπαντίνι, είναι ότι εσείς δεν
ξέρετε πώς να της φερθείτε. Είσαστε πολύ ευγενικός μ' αυτή την κοπέλα.
Δεν ξέρετε τις Μεξικάνες. Αυτές δε θέλουνε να τους φερθείς όπως
φέρνεται κανείς στους άλλους ανθρώπους. Αν είσαι καλός μαζί τους τότε
σε τραβάνε από τη μύτη.
Δούλευα το βιβλίο μου κι έκανα κανένα διάλειμμα πότε πότε για να
ξαναδιαβάσω το γράμμα του. Το βράδυ που εκείνη ήρθε το είχα μπροστά
μου και το διάβαζα. Ήταν γύρω στα μεσάνυχτα όταν μπήκε μέσα - χωρίς
να χτυπήσει.
«Γεια σου» μου είπε.
Εγώ είπα: «Γεια σου, ανόητη».
«Δουλεύεις;» ρώτησε.
«Εσύ τι λες ότι κάνω;» είπα εγώ.
«Θυμωμένος;» είπε εκείνη.
«Όχι» είπα. «Αηδιασμένος».
«Από μένα;»
«Φυσικά» είπα εγώ. «Κοίτα τα χάλια σου».
Κάτω από τη ζακέτα της φορούσε ακόμη την άσπρη ποδιά. Ήτανε γεμάτη
λεκέδες. Η μια της κάλτσα χαλαρωμένη, είχε κρεμάσει στον αστράγαλο, το
πρόσωπό της κουρασμένο, κάποια υπολείμματα κραγιόν στο στόμα, το
παλτό της ξεφτισμένο, γεμάτο σκόνη. Πατούσε άγαρμπα πάνω σε
κακόγουστα ψηλοτάκουνα παπούτσια.
«Κάνεις τόσες προσπάθειες να γίνεις Aμερικάνα» της είπα. «Γιατί το
κάνεις αυτό; Κοίταξε το χάλι σου».
Πήγε στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε σοβαρή σοβαρή.
«Είμαι κουρασμένη» είπε. «Σήμερα είχαμε πολλή δουλειά».
«Φταίνε αυτά τα παπούτσια» είπα εγώ. «Θα έπρεπε να φοράς αυτά που
είναι φτιαγμένα για τα δικά σου πόδια, τις χουαράτσες. Κι όλες αυτές οι
μπογιές στο πρόσωπό σου. Φρίκη είσαι, μια κακή απομίμηση
Αμερικανίδας. Τέτοια κακογουστιά. Αν ήμουνα Μεξικάνος θα σου έδινα
ένα γερό χέρι ξύλο. Είσαι ρεζιλίκι για το λαό σου».

«Και ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ, που μου μιλάς έτσι;» είπε εκείνη, «Είμαι
κι εγώ τόσο Αμερικάνα όσο κι εσύ. Μα, τι λέω, από πού κι ως πού
Αμερικάνος, κοίτα το δέρμα σου. Είσαι σκούρος σαν Ιταλός. Και τα μάτια
σου κατάμαυρα».
«Καστανά» είπα γω.
«Θα 'θελες. Μαύρα είναι. Κοίταξε τα μαλλιά σου. Κόρακας.
«Καστανά» είπα γω.
Έβγαλε το παλτό της κι έπεσε στο κρεβάτι. Έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα
της. Έψαχνε τριγύρω να βρει κάποιο σπίρτο. Δίπλα μου στο γραφείο
υπήρχε ένα κουτί σπίρτα. Περίμενε να της τα δώσω.
«Δεν είσαι ανάπηρη» της είπα. «Σήκω και πάρ' τα μόνη σου».
Άναψε το τσιγάρο και κάπνιζε χωρίς να μιλάει, το βλέμμα καρφωμένο στο
ταβάνι· από τα ρουθούνια της έβγαιναν καπνοί. Έξω είχε πέσει ομίχλη.
Μακριά ακουγότανε μια σειρήνα περιπολικού.
«Σκέφτεσαι το Σάμυ;» της είπα.
«Ίσως».
«Δε χρειάζεται να τον σκέφτεσαι κι εδώ. Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις,
εντάξει;»
Πάτησε το τσιγάρο της, το έστριψε και το έλιωσε και οι κουβέντες που είπε
είχαν το ίδιο αποτέλεσμα. «Χριστέ μου, είσαι αηδιαστικός» είπε. «Θα
πρέπει να είσαι φοβερά δυστυχής».
«Είσαι τελείως τρελή».
Ήτανε ξαπλωμένη εκεί με σταυρωμένα τα πόδια. Εκεί που τελείωνε η
άσπρη ποδιά φαίνονταν οι διπλωμένες της κάλτσες και λίγα εκατοστά
μελαχρινής σάρκας. Τα μαλλιά της χύνονταν πάνω στο μαξιλάρι σαν να
'χε γύρει ένα μεγάλο μελανοδοχείο.
Ξαπλωμένη στο πλάι με παρατηρούσε από το ύψος του κρεβατιού.
Χαμογελούσε. Σήκωσε το χέρι της και μου έκανε νόημα με το δάχτυλο.
«Έλα δω, Αρτούρο» είπε. Η φωνή της είχε μια ζεστασιά.
Κούνησα αρνητικά το χέρι μου.
« Όχι, ευχαριστώ. Καλά είμαι και δω».
Για πέντε ολόκληρα λεπτά τα είδωλά μας κοιτάζονταν στο τζάμι του
παραθύρου. Θα μπορούσα να την αγγίξω, θα μπορούσα να την κρατήσω
στην αγκαλιά μου. Ναι Αρτούρο, το μόνο που χρειάζεται είναι να σηκωθείς
απ' την καρέκλα και να ξαπλώσεις δίπλα της, όμως ανάμεσά μας υπήρχε
εκείνη η βραδιά στην ακρογιαλιά και το σχισμένο σονέτο στο πάτωμα και
το ερωτικό τηλεγράφημα και τα θυμόμουνα σαν εφιάλτες που γέμιζαν το
δωμάτιο.
«Φοβάσαι;» είπα εκείνη.
«Ποιον; Εσένα;» γέλασα.
«Και βέβαια» είπε εκείνη.
«Όχι δε φοβάμαι».
Τέντωσε τα χέρια της κι έδειχνε ότι ανοιγότανε σ' εμένα κι αυτό μ' έκανε
να κλείνομαι πιο πολύ στον εαυτό μου, έχοντας νωπή την εικόνα της στην
ακρογιαλιά, τότε που ήταν τελείως αφημένη και απαλή.
«Κοίταξε» της είπα. «Έχω δουλειά να κάνω. Κοίταξε εδώ».
Χτύπησα με το χέρι μου πάνω στο πακέτο με τα γραπτά που ήταν δίπλα
στη γραφομηχανή.

«Κι εκτός αυτού, σε τρομάζω».
«Ποιος; εσύ;»
«Ναι, εγώ».
«Πφουου».
Σιωπή.
«Κάτι δεν πάει καλά μ' εσένα» είπε.
«Σαν τι;»
«Είσαι αδελφή».
Σηκώθηκα και πήγα από πάνω της.
«Είναι ψέμα» της είπα.
Ξάπλωσα δίπλα της. Το είχε προκαλέσει με την ειρωνεία της, και το φιλί
που μου έδωσε, η σκληράδα στην καμπύλη των χειλιών, το κοροϊδευτικό
βλέμμα της μ' έκαναν να νιώσω ότι είμαι φτιαγμένος από ξύλο και μέσα
μου δεν υπήρχε θέση για συναισθήματα, εκτός μόνο από το φόβο για
κείνη, μια αίσθηση ότι η ομορφιά της ήταν κάτι πάρα πολύ δυνατό, ήταν
πιο όμορφη από μένα σε όλα, πιο στέρεη. Μ' έκανε να μην αναγνωρίζω τον
ίδιο μου τον εαυτό, γιατί εκείνη ήταν όλες αυτές οι σιωπηλές νύχτες,
εκείνοι οι ψηλοί ευκάλυπτοι, τ' αστέρια πάνω απ' την έρημο, όλη αυτή η
χώρα, κι αυτός ο ουρανός και η ομίχλη εκεί έξω, κι εγώ που ήρθα εδώ μόνο
και μόνο για να γίνω συγγραφέας, να βγάλω χρήματα, να γίνω κάποιος κι
όλες αυτές οι ανοησίες. Εκείνη ήταν πολύ πιο σωστή από μένα, πολύ πιο
ειλικρινής, έβρισκα τον εαυτό μου εμετικό και δεν μπορούσα να την
κοιτάξω μέσα στα ζεστά της μάτια, καταπίεζα το τρέμουλο που μου
προκαλούσαν τα μελαψά χέρια της που τα τύλιγε στο λαιμό μου και τα
μακριά της νύχια μέσα στα μαλλιά μου. Δεν τη φίλησα. Εκείνη φίλησε το
συγγραφέα του Σκυλάκου που γελάει. Πήρε μες στα χέρια της το χέρι μου
και πίεσε τα χείλη της πάνω στην παλάμη μου. Οδήγησε το χέρι μου στα
στήθη της, γύρισε τα χείλη της στο πρόσωπό μου και περίμενε. Και ο
Αρτούρο Μπαντίνι, ο μέγας συγγραφέας, βούλιαξε στο χρωματισμένο
κόσμο της φαντασίας του, ο ρομαντικός Αρτούρο Μπαντίνι, που το
λαρύγγι του είναι γεμάτο εξυπνάδες, ψιθυρίζει ξέπνοα σαν καμιά
γατούλα, «Τσα!»
« Τσα;» απάντησε κι εκείνη ρωτώντας ταυτόχρονα. «Τσα;» γέλασε.
«Λοιπόν;»
Ω,ω,ω,ω, αυτός ο Αρτούρο! Ο μέγας παραμυθάς.
«Ωραία λοιπόν» της είπα.
Και τώρα; Πού πήγε όλη αυτή η επιθυμία, τι απέγινε όλο εκείνο το πάθος;
Όπου να 'ναι εκείνη θα φύγει και τότε θα σου έρθει η όρεξη. Όμως, στο
Θεό σου, Αρτούρο. Δεν μπορεί να μείνεις έτσι! Σκέψου λιγάκι πόσο
υπέροχοι υπήρξαν αυτοί που προηγήθηκαν από σένα! Απόδειξε ότι είσαι
αντάξιός τους! Ένιωθα τα χέρια της που με ψαχουλεύανε και κοίταζα δεξιά
αριστερά για να την αποθαρρύνω και να τη βγάλω από την παθιασμένη
ευφορία της. Με φίλησε ξανά. Ήταν σαν να φίλαγε ένα κατεψυγμένο
σαλάμι. Αισθανόμουνα απαίσια.
Μ' έσπρωξε μακριά της.
«Πάρε δρόμο» είπε. «Άσε με ήσυχη.
Ο φόβος κι η ντροπή τής ταπείνωσης φλέγονταν μέσα μου και δεν την
άφησα. Αρπάχτηκα πάνω της και με το παγωμένο στόμα μου αποζήτησα
τη ζεστασιά του δικού της στόματος. Εκείνη προσπάθησε να ελευθερωθεί

κι εγώ πεσμένος εκεί πίεσα το πρόσωπό μου πάνω στον ώμο της γιατί δεν
ήθελα να δει τη ντροπή μου. Και την ώρα που πάλευε ν' απελευθερωθεί,
κατάλαβα ότι η περιφρόνησή της για μένα άλλαξε σε μίσος κι αυτή ήταν η
στιγμή που εγώ την ήθελα, έτσι όπως την κράταγα, την ποθούσα και η
μαύρη της λύσσα μεγάλωνε τη δική μου επιθυμία κι ένιωθα ευτυχισμένος
κι έλεγα, μπράβο Αρτούρο, πάνω της, χαρά και δύναμη, δύναμη μέσ' από
τη χαρά, η ομορφιά του πράγματος, η παθιασμένη αυτοϊκανοποίηση, ο
ενθουσιασμός όταν κατάλαβα ότι μπορούσα να την κατακτήσω αν το
θελήσω. Κι όμως δεν το χρειαζόμουνα γιατί είχα κιόλας κάνει έρωτα. Η
εξουσία και η χαρά του Αρτούρο Μπαντίνι με είχαν κουράσει, με είχαν
τελείως εξουθενώσει. Την άφησα, τράβηξα το χέρι μου απ' το στόμα της
και πετάχτηκα όρθιος.
Εκείνη έμεινε ξαπλωμένη, στις άκρες του στόματος είχε άσπρους αφρούς,
έσφιγγε τα δόντια της, τα χέρια της τράβαγαν τα μαύρα μαλλιά της, στο
πρόσωπό της η προσπάθεια να πνίξει μια κραυγή, αλλά δε μ' ένοιαζε
καθόλου· μπορούσε να στριγγλίζει όσο θέλει, γιατί ο Αρτούρο Μπαντίνι
δεν είναι αδελφή κι ούτε υπάρχει τίποτα πάνω του που να μην είναι
εντάξει· αντίθετα, έχει το πάθος έξι αντρών μαζί, πριν από λίγο το ένιωσε
να ξεπηδάει από μέσα του: τέτοιος λεβέντης, δυνατός στο γράψιμο,
δυνατός στον έρωτα· σε απόλυτη αρμονία με τον κόσμο, σε απόλυτη
αρμονία με το γράψιμό του.
Την κοίταζα που ίσιωνε το φόρεμά της, την κοίταζα που σηκώθηκε
λαχανιασμένη και φοβισμένη, πήγε στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε σαν να
'θελε να βεβαιωθεί ότι ήταν ακόμη εκείνη.
«Δεν είσαι καλός άνθρωπος» είπε εκείνη.
Κάθισα κάτω και μάσαγα το νύχι μου.
«Νόμιζα ότι έγινες άλλος άνθρωπος» συνέχισε. «Μισώ τους βάναυσους
τρόπους».
Βάναυσος: πφούου. Και τι με κόφτει εμένα τι σκέφτεται εκείνη; Το
κυριότερο το απέδειξα: μπορούσα να την έχω κι ό,τι κι αν σκεφτότανε μου
ήταν αδιάφορο. Ωρίμασα. Εκτός από μεγάλος συγγραφέας έγινα κι
άντρας: εκείνη δε με τρόμαζε πια· μπορούσα να την κοιτάζω κατάματα,
όπως πρέπει να κοιτάζει ένας άντρας μια γυναίκα. Έφυγε από το δωμάτιο,
χωρίς να ξαναμιλήσει. Εγώ, χαμένος σ' ένα όνειρο ευτυχίας, καθόμουνα
εκεί, εκστασιασμένος. Αισθανόμουνα μια ευχάριστη αυτοεπιβεβαίωση: ο
κόσμος ήταν τόσο μεγάλος, γεμάτος καινούρια πράγματα, που θα 'πρεπε
να γευτώ. Αχ, Λος Άντζελες! Σκόνη και ομίχλη στους έρημους δρόμους
σου, δεν είμαι πια μόνος. Περιμένετε λιγάκι, εσείς φαντάσματα του
δωματίου μου, περιμένετε κι όπου να 'ναι θα συμβεί, κι η Καμίγια μπορεί
να έχει το Σάμυ της με τις ιστοριούλες του και το άθλιο γράψιμό του εκεί
πέρα στην έρημο, περιμένετε μόνο λιγάκι, μέχρι να με γευτεί, γιατί θα
συμβεί κι αυτό, θα συμβεί κι είναι τόσο σίγουρο όσο ότι υπάρχει Θεός στον
ουρανό.

Δε θυμάμαι καλά. Πέρασε μια βδομάδα, ίσως δύο. Ήξερα ότι θα γύριζε.
Δεν κάθισα να την περιμένω. Συνέχισα τη ζωή μου κανονικά. Έγραψα
μερικές σελίδες. Διάβασα μερικά βιβλία. Ένιωθα ήσυχος και χαρούμενος:
εκείνη θα 'ρχότανε. Κάποια βραδιά θα ήταν πάλι εδώ. Ποτέ δεν τη
σκέφτηκα μαζί με το φως της ημέρας. Όσες φορές την είχα δει, ήτανε
πάντα νύχτα. Την περίμενα έτσι όπως κανείς περιμένει τη σελήνη.
Ήρθε. Αυτή τη φορά άκουσα κάποια χαλίκια να χτυπάνε στο τζάμι.
Τράβηξα την κουρτίνα κι άνοιξα το παράθυρο. Στεκόταν εκεί στην
κατηφόρα μ' ένα πουλοβεράκι πάνω από την άσπρη φούστα. Κοίταζε ψηλά
με μισάνοιχτο το στόμα.
«Τι κάνεις;» ρώτησε.
«Ε, έτσι κάθομαι».
«Είσαι θυμωμένος μαζί μου;»
«Όχι. Είσαι μήπως εσύ θυμωμένη;»
Γέλασε. «Ναι, λιγάκι».
«Γιατί;»
«Γιατί είσαι κακός».
Bγήκαμε μια βόλτα με τ' αμάξι. Με ρώτησε αν είχα ιδέα από όπλα. Δεν
είχα και της το 'πα. Πήγαμε σ' ένα λούνα παρκ στη Μέιν στρητ. Εκείνη
αποδείχτηκε άσος στο σημάδι. Ήξερε και τον ιδιοκτήτη, ένα νεαρό με
πέτσινα. Εγώ δεν τα κατάφερα να σημαδέψω ούτε ένα στόχο. Πλήρωσε
εκείνη. Ήταν εκνευρισμένη μαζί μου. Μπορούσε να πυροβολεί με το
ντουφέκι χωρίς να σημαδεύει και να βρίσκει το μάτι του ταύρου στο
μεγάλο στόχο. Εγώ πυροβόλησα πενήντα φορές και αστόχησα όλες.
Θέλησε να μου δείξει πώς να κρατάω το όπλο. Της το τράβηξα από το χέρι
και στριφογύριζα με την κάννη στραμμένη προς όλες τις μεριάς. Ο νέος με
τα πέτσινα έσκυψε πίσω από τον πάγκο φωνάζοντας «Πρόσεξε! Πρόσεξε!»
Aισθάνθηκε ταπεινωμένη, την ξεφτίλιζα. Από την τσέπη που είχε τα
φιλοδωρήματα έβγαλε μια χούφτα ψιλά και ξεχώρισε ένα μισοδόλαρο.
«Προσπάθησε πάλι» είπε. «Κι αυτή τη φορά μην πυροβολήσεις πάλι έξω
γιατί δεν πρόκειται να στο πληρώσω».Δεν είχα λεφτά μαζί μου.
Ακούμπησα το όπλο στον πάγκο κι αρνήθηκα να ξαναπυρoβoλήσω. «Δεν
πάει στο διάολο» είπα.
«Είναι βουτυρόπαιδο, Τιμ» είπε εκείνη. «Δεν ξέρει τίποτ' άλλο απ' το να
γράφει ποιήματα».
Ο Τιμ προφανώς συμπαθούσε μόνο τους ανθρώπους που ήξεραν να
πυροβολούν. Με κοίταξε με απέχθεια και δεν είπε λέξη. Πήρα στο χέρι μια
επαναληπτική Ουίντσεστερ, σημάδεψα κι έριξα όλες τις σφαίρες τη μια
πίσω απ' την άλλη. Είκοσι μέτρα μακριά, ένα μέτρο πάνω απ' το έδαφος
βρισκόταν ο μεγάλος στόχος στηριγμένος πάνω σε δοκάρια. Τίποτα δεν
έδειξε ότι είχα σημαδέψει σωστά. Αν είχα πετύχει το μάτι του ταύρου, θα
χτύπαγε ένα καμπανάκι. Δεν ακούστηκε τίποτα. Άδειασα τη
φυσιγγιοθήκη, μύρισα τη δυνατή μυρουδιά της μπαρούτης και ξίνισα τα
μούτρα μου. Ο Τιμ και η Καμίγια σκάσανε στα γέλια με τον θηλυκωτό. Στο
μεταξύ γύρω μας είχε μαζευτεί κόσμος κι όλοι συμμερίζονταν την
αποδοκιμασία της Καμίγια για μένα. Ήταν φαίνεται κολλητικό, μέχρι κι

εγώ άρχισα να νιώθω έτσι. Εκείνη γύρισε προς τον κόσμο και κοκκίνισε.
Ντρεπότανε για μένα, ήταν οργισμένη και ταπεινωμένη. Έσπρωξε για ν'
ανοίξει δρόμο μες στον κόσμο, βιαζότανε να φύγει. Εγώ την ακολούθησα
με το πάσο μου. Χο, χο, χο, όχι θα κάτσω να σκάσω επειδή δεν μπόρεσα να
πυροβολήσω μ' ένα μαλακισμένο ντουφέκι, πολύ που με νοιάζει που αυτοί
οι ηλίθιοι με περιγελούσανε, ακόμη κι εκείνη. Ποιο απ' αυτά τα γελοία
υποκείμενα, ποιος απ' αυτούς τους ψωραλέους είρωνες, αυτούς τους
άσχετους της Μέιν στρητ μπορούσε να γράψει μια ιστορία όπως οι
Μακρινοί χαμένοι λόφοι; Ούτε ένας τους! Στο διάολο, λοιπόν, αυτοί και η
περιφρόνησή τους.
Το αμάξι της ήταν παρκαρισμένο μπροστά σ' ένα καφενείο. Όταν έφτασα
είχε βάλει κιόλας τη μηχανή μπροστά. Μπήκα μέσα κι εκείνη δεν περίμενε
ούτε να καθίσω. Ακόμη μόρφαζε κοροϊδευτικά όταν μου έριξε μια γρήγορη
ματιά κι άφησε το ντεμπραγιάζ. Πρώτα έπεσα πίσω στο κάθισμα και μετά
πετάχτηκα πάνω στο τζάμι. Είχαμε παρκάρει ανάμεσα σε δυο αυτοκίνητα.
Χτύπησε πρώτα το ένα αμάξι και μετά το άλλο, ήταν ο ιδιαίτερος τρόπος
της να μου ανακοινώσει ότι είχα αποδειχτεί βλάκας με λοφίο. Όταν τελικά
βγήκαμε από τον κλοιό και στρίψαμε στο δρόμο, έβγαλα ένα στεναγμό
ανακούφιση και βολεύτηκα στο κάθισμα.
«Πάλι καλά» είπα.
«Να το βουλώσεις!» είπε εκείνη.
«Κοίτα» της είπα. «Αν δε σε βολεύει που είμαστε μαζί, τότε σταμάτα εδώ
να κατέβω. Μπορώ να περπατήσω».
Πάτησε αμέσως το γκάζι. Τρέχαμε ολοταχώς στο κέντρο της πόλης.
Καθόμουνα γαντζωμένος και σκεφτόμουνα πώς θα πηδήσω έξω. Φτάσαμε
σε μια διασταύρωση που η κυκλοφορία ήταν αραιή. Ήμαστε τρία
χιλιόμετρα μακριά από το Μπάνκερ Χιλ, στ' ανατολικά της πόλης, εκεί που
είναι τα εργοστάσια της μπίρας κι όλα τ' άλλα εργοστάσια. Έκοψε
ταχύτητα και σταμάτησε πλάι στο πεζοδρόμιο δίπλα σ' ένα χαμηλό
φράχτη. Από πίσω ήταν στοιβαγμένοι σιδερoσωλήνες.
«Γιατί σταμάτησες εδώ;» ρώτησα.
«Ήθελες να περπατήσεις» είπε εκείνη. Άντε κατέβα και περπάτα»,
«Μπα, το ξανασκέφτηκα και λέω να συνεχίσω».
«Έξω» είπε εκείνη. «Και το λέω σοβαρά. Έτσι που πυροβολείς! Εμπρός,
έξω!»
΄Εβγαλα τα τσιγάρα μου και της πρόσφερα ένα.
«Ηρέμησε, να το κουβεντιάσουμε πρώτα» είπα εγώ.
Μου χτύπησε το χέρι με το πακέτο, τα τσιγάρα πέσανε στο πάτωμα του
αυτοκινήτου και με κοίταξε προκλητικά. «Σε μισώ» είπε. «Θεέ μου, πόσο σε
μισώ».
Έσκυψα να μαζέψω τα τσιγάρα. Η απέχθειά της έκανε τη νύχτα και την
έρημη βιομηχανική συνοικία να τρέμουν. Την καταλάβαινα. Δηλαδή, δε
μισούσε τον Αρτούρο Μπαντίνι στην πραγματικότητα. Μισούσε το γεγονός
ότι αυτός δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες της. Ήθελε να τον
αγαπήσει, όμως δεν μπορούσε. Ήθελε κάποιον σαν το Σάμυ: ήσυχο,
σιωπηλό, καλό στο σημάδι, έναν καλό μπάρμαν που θα την αποδεχότανε
και κείνη σαν γκαρσόνα, και παραπέρα τίποτε. Κατέβηκα από τ' αμάξι κι
έκανα μια γκριμάτσα που ήξερα ότι θα την πείραζε.

«Ωραία βραδιά» είπα. «Πολύ ωραία νύχτα. Θα τη φχαριστηθώ τη βόλτα».
«Εύχομαι να μη φτάσεις ποτέ. Ελπίζω να σε βρουν το πρωί ψόφιο μες στη
λάσπη»,
«Θα κάνω ό,τι μπορώ» είπα γω.
Την ώρα που ξεκίναγε ένα αναφιλητό βγήκε από το λαρύγγι της, ένας
λυγμός πόνου. Ένα ήταν σίγουρο. Ο Αρτούρο Μπαντίνι δεν ήταν ο σωστός
άντρας για την Καμίγια Λόπες.

16

ΚΑΛΕΣ ΜΕΡΕΣ, ΠΑΧΙΕΣ ΜΕΡΕΣ, Η ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ·
ανθηρές μέρες, κάτι να διηγηθώ, την ιστορία της Βέρα Ρίβκεν, και οι
σελίδες στοιβάζονταν κι ήμoυν πανευτυχής. Παραμυθένιες μέρες, το νοίκι
πληρωμένο κι ακόμη πενήντα δολάρια στο πορτοφόλι μου, δεν είχα άλλο
τίποτε να κάνω μέρα και νύχτα έξω από το γράψιμο και τις σκέψεις μου γι'
αυτό. Αχ, πόσο γλυκές μέρες, να βλέπω το βιβλίο μου να φουσκώνει μέρα
τη μέρα και γω να το κανακεύω, με τις δικές μου λέξεις, σπουδαίες ή
ασήμαντες δεν έχει σημασία, το θέμα είναι ότι ήτανε οι δικές μου λέξεις, ο
ανήμερος Αρτούρο Μπαντίνι χωμένος βαθιά μες στο πρώτο του
μυθιστόρημα, Κι έτσι έφτασε κάποια βραδιά που ήθελα πια κάτι άλλο να
κάνω, η ψυχή μου ξεπαγιασμένη απ' το κολύμπι στις λέξεις, τα πόδια μου
πάταγαν γερά πάνω στη γη, μα τι κάνουν όμως οι άλλοι, ο υπόλοιπος
κόσμος πάνω στον πλανήτη; Θα πάω λοιπόν εκεί κάτω και θα κάτσω να
κοιτάζω την Καμίγια Λόπες.
Το 'πα κι έγινε. Κι ήταν όπως την παλιά, καλή εποχή. Τα βλέμματά μας
πηδούσαν απ' τον ένα στον άλλο. Εκείνη όμως είχε αλλάξει, είχε
αδυνατίσει και στο πρόσωπο έδειχνε κομμένη, με ρυτίδες στις άκρες του
στόματος. Φιλικά χαμόγελα. Της έδωσα φιλοδώρημα κι εκείνη μ'
ευχαρίστησε. Τάισα το τζουκ-μποξ με δεκάρες κι έβαλα την αγαπημένη
της μελωδία. Δε χόρευε πια την ώρα που σέρβιρε και δε με κοίταζε τόσο
συχνά, όπως παλιά συνήθιζε . Μπορεί να ήταν ο Σάμυ η αιτία: ίσως να της
είχε λείψει ο μάγκας.
Τη ρώτησα: «Πώς είναι;»
Mια κίνηση στους ώμους: «Πολύ καλά, νομίζω».
«Δεν τον βλέπεις;»
«Αµέ»,
«Δε φαίνεσαι στις καλές σου».
«Μια χαρά είμαι».
Σηκώθηκα. «Λέω να πηγαίνω. Πέρασα να ρίξω μια ματιά, για να δω πώς
τα πας».
«Πολύ ευγενικά από μέρους σου».
«Δε βαριέσαι, Γιατί δεν περνάς να με δεις;»
Γέλασε. «Μπορεί να περάσω κανένα βραδάκι».

Αγαπημένη Καμίγια, τελικά ήρθες. Πέταξες πετραδούλες στο παράθυρό
μου. Κι εγώ σε τράβηξα μέσα, μύρισα το ουίσκι στην ανάσα σου κι
αναρωτιόμουνα τι σου συμβαίνει, ενώ εσύ, ελαφρά πιωμένη, καθόσουν στη
γραφoμηχανή κι έπαιζες με τα πλήκτρα και γέλαγες. Κάποια στιγμή
γύρισες προς το μέρος μου κι είδα καθαρά το πρόσωπό σου στο φως, το
πρησμένο χείλι σου, το μπλάβο κύκλο στο αριστερό σου μάτι.
«Ποιος σε χτύπησε;» ρώτησα. Κι εσύ απάντησες: «Τράκαρα με το
αυτοκίνητο». Κι εγώ είπα: «Ο Σάμυ οδηγούσε το άλλο αμάξι;» Kι εσύ
έβαλες τα κλάματα, μεθυσμένη και με τσακισμένη την καρδιά. Τώρα
μπορούσα να σ' αγγίξω χωρίς να τσουρουφλίζομαι από τον πόθο.
Μπορούσα να ξαπλώνω δίπλα σου και να σε κρατάω στην αγκαλιά μου
και ν' ακούω τη φωνή σου να λέει ότι ο Σάμυ σε μισεί, ότι μόλις τελείωσες
τη δουλειά, οδήγησες μέχρι εκεί έξω στην έρημο, κι εκείνος σ' έδειρε δυο
φορές γιατί τον ξύπνησες στις τρεις η ώρα το πρωί.
Σου είπα: «Και γιατί πας εκεί;»
«Γιατί τον αγαπάω».
Έβγαλες ένα μπουκάλι από την τσάντα σου κι ήπιαμε κι οι δυο μας. Μια
γουλιά εσύ, μια γουλιά εγώ. Όταν άδειασε το μπουκάλι κατέβηκα στο
ντράγκστορ κι αγόρασα άλλο, ένα μεγάλο μπουκάλι. Όλη τη νύχτα.
Κλαίγαμε και πίναμε κι εγώ πιωμένος μπόρεσα να σ’ ανοίξω την καρδιά
και να. σου μιλήσω για όλα εκείνα τα. πράγματα που κάνουν την καρδιά
μου να πάλλεται και σου είπα όμορφες και σταράτες κουβέντες κι έκανα
έξυπνες συγκρίσεις, γιατί εσύ έκλαιγες για τον άλλο και δεν άκουγες λέξη
απ' αυτά που έλεγα, όμως εγώ άκουγα τον εαυτό μου και ο Αρτούρο
Μπαντίνι ήταν σε μεγάλη φόρμα εκείνη τη νύχτα, γιατί μίλαγε στην
αληθινή του αγάπη που δεν ήσουν εσύ, και δεν ήταν ούτε η Βέρα Ρίβκεν,
ήταν απλά η αληθινή του αγάπη.
Κι είπα μερικά όμορφα πραγματάκια εκείνη τη βραδιά, Καμίγια.
Γονατιστός, δίπλα στο κρεβάτι, σου κρατούσα το χέρι και σου είπα: «Αχ,
Καμίγια, εσύ, κορίτσι χαμένο! Άνοιξε τα μακριά σου δάχτυλα και δώσ' μου
πίσω την εξουθενωμένη ψυχή μου. Φίλα με στο στόμα για ν' ανέβω ψηλά
στο μεξικάνικο ουρανό. Ανάσανε τις μυρουδιές των χαμένων πόλεων, με
τον πυρετό που σε καίει ι άφησέ με εδώ να πεθάνω, με το χέρι μου
ακουμπισμένο στον τρυφερό λαιμό σου, που 'χει την καθάρια λευκότητα
μιας έρημης παραλίας στο νότο. Πάρε την ανήσυχη νοσταλγία αυτών των
ματιών και δώσ' τη στα μοναχικά χελιδόνια. που κάνουν κύκλους πάνω
από φθινοπωριάτικους σιτοβολώνες, γιατί σ' αγαπώ, Καμίγια, και το
όνομά σου είναι ιερό, σαν κάποιας γενναίας πριγκίπισσας που πέθανε από
έρωτα για κάποιον που δε γύρισε ποτέ.
Μέθυσα εκείνη τη νύχτα, Καμίγια, χάθηκα στο ουίσκι των εβδομήντα οχτώ
σεντς και συ πνίγηκες στο ποτό και στα προβλήματά σου. Θυμάμαι, όταν
έσβησα το φως, ότι σε κράταγα στην αγκαλιά μου, γυμνή εκτός από το ένα
παπούτσι που φόραγες ακόμη, χι έτσι αποκοιμήθηκα γαλήνιος, ενώ εσύ
έκλαιγες κι αγρίεψα μόνο σαν άρχισαν να στάζουν απ' τα μάτια σου καυτά
δάκρυα πάνω στα χείλη μου χι ένιωσα την αλατισμένη γεύση τους και μου'
ρθε στο μυαλό ο Σάμυ και τα φριχτά γραφτά του.

Κι ότι αυτός είχε τολμήσει να. σε χτυπήσει! Αυτός ο ηλίθιος. Που δεν ήξερε
να. βάζει κόμματα ούτε και τελείες.
'Οταν ξυπνήσαμε το άλλο πρωί, ήμαστε κι οι δυο χάλια, κι είχαμε ζαλάδες
και το πρησμένο χείλι σου ήταν πιο αστείο από ποτέ και το μελιτζανί μάτι
σου είχε πάρει πράσινο χρώμα. Σηκώθηκες, ταλαντεύτηκες μέχρι να πας
στο νιπτηράκι κι έβρεξες το πρόσωπό σου. Σ' άκουγα που βόγκαγες. Σε
παρακολουθούσα που ντυνόσουνα. Ένιωσα το φιλί που μου έδωσες στο
μέτωπο όταν μου είπες «γεια» κι αυτό μου προκάλεσε ανακατωσούρα.
Μετά σκαρφάλωσες στο παράθυρο και σ' άκουγα που παραπατούσες στην
ανηφοριά, το γρασίδι θρόιζε και μικρά κλαδάκια σπάγανε κάτω από τα
αβέβαια βήματά σου.
Προσπαθώ να τα θυμηθώ με τη σειρά. Χειμώνας ή άνοιξη ή καλοκαίρι όλες
οι μέρες ήταν ίδιες. Ευτυχώς ήταν η νύχτα, χάρη χρωστάμε στο σκοτάδι,
γιατί αλλιώς ούτε που θα καταλαβαίναμε ότι η μια μέρα τέλειωσε κι η
άλλη αρχίζει. Είχα γράψει 240 σελίδες και το τέλος είχε φανεί. Τα υπόλοιπα
ήταν σαν μια κρουαζιέρα σε ήσυχα νερά. Μετά θα πάνε στα χέρια του
Χάκμουθ, τριαλαραλαρά, και θ' αρχίσει η αγωνία της αναμονής.
Εκείνο περίπου τον καιρό πήγαμε με την Καμίγια στο Τέρμιναλ 'Αιλαντ.
Ένα νησάκι φτιαγμένο ολόκληρο από ανθρώπινα χέρια, σαν ένα μακρουλό
δάχτυλο από χώμα και μπάζα, που έδειχνε προς τη μεριά της Καταλίνα.
Χώμα, εργοστάσια κονσερβοποιίας, μυρουδιά ψαριού, καφετιά σπίτια
γεμάτα γιαπωνεζάκια, λουρίδες άσπρης άμμου, φαρδιοί λιθόστρωτοι με
μαύρη πέτρα δρόμοι, γιαπωνέζοι πιτσιρικάδες που παίζανε αμερικάνικο
ποδόσφαιρο. Η Καμίγια ήταν γοητευμένη με το μέρος. Εκείνη τη μέρα ήταν
πιωμένη και τα μάτια της κοίταζαν μ' ένα επίμονο βλέμμα κοτόπουλου,
έτσι όπως κοιτάνε μερικές γριές.
Σταματήσαμε με τ' αμάξι κάπου στο φαρδύ δρόμο και περπατήσαμε τα
υπόλοιπα εκατό μέτρα ίσαμε την ακτή. Εκεί που άρχιζε το νερό υπήρχαν
κοφτεροί βράχοι κι ανάμεσά τους τρέχανε παλαβά τα καβούρια. Είχανε
φαίνεται κάποιες δυσκολίες με τους γλάρους που τα είχανε πάρει στο
κατόπι. Κι οι γλάροι τσιρίζοντας τα κομματιάζανε, τσακώνονταν και
ράμφιζαν ο ένας τον άλλο. Κάτσαμε στην άμμο και κοιτάζαμε, κάποια
στιγμή η Καμίγια είπε πόσο υπέροχοι ήταν οι γλάροι.
«Εγώ τους μισώ» είπα.
«Εσύ!» είπε εκείνη. «Και ποιον δε μισείς;»
«Μα κοίταξέ τους» της είπα. «Γιατί επιτίθενται σ’ αυτά τα αξιολύπητα τα
καβούρια; Τα καβούρια δεν πειράζουνε κανέναν. Γιατί, στο διάολο,
κυνηγάνε τα φτωχά πλασματάκια έτσι;»
«Καβούρια, ιιιηη» έκανε εκείνη με αηδία.
«Μισώ τους γλάρους» είπα εγώ. «Καταπίνουνε τα πάντα χωρίς διάκριση,
όσο πιο πολύ βρωμάει ένα ψοφίμι, τόσο το καλύτερο γι' αυτούς».
«Δεν το βουλώνεις και λίγο, έτσι γι' αλλαγή; Πάντα πρέπει να μου χαλάς
το κέφι; Τι με κόφτει εμένα για το τι τρώνε οι γλάροι;»
Πέρα στο δρόμο τα γιαπωνεζάκια είχαν στήσει έναν κανονικό αγώνα. Όλα
τους ήταν κάτω από δώδεκα κι ανάμεσά τους ένας που μοίραζε καλές
πάσες. Γύρισα και παρακολουθούσα το παιχνίδι, Ο πασαδόρος έστειλε μια
μεγάλη μπαλιά κατευθείαν στα χέρια ενός συμπαίκτη του. Το παιχνίδι μ'
άρεσε και σηκώθηκα για να βλέπω.

«Δεν κοιτάς καλύτερα τη θάλασσα;» είπε η Καμίγια. «Ωραία πράγματα
κάθεσαι και χαζεύεις, συγγραφέα».
«Ο πιτσιρικάς κάνει ωραίες πάσες» της είπα.
Το πρήξιμο στα χείλη της είχε υποχωρήσει, όμως το μάτι της ήταν ακόμη
μπλάβο.
«Παλιά ερχόμουνα συχνά εδώ πέρα» είπε εκείνη. «Σχεδόν κάθε βράδυ».
«Μαζί με τον άλλο συγγραφέα» είπα γω. «Το μεγάλο συγγραφέα, τον
κύριο Σάμυ, τη μεγαλοφυΐα»,
«Του άρεσε πολύ εδώ πέρα».
«Ναι, ξέρω, εκείνος είναι μεγάλος συγγραφέας». Η ιστορία που έχει γράψει
πάνω στο αριστερό σου μάτι είναι αριστούργημα».
«Εκείνος δεν πάσχει από λογοδιάρροια για να μιλάει συνέχεια. Ξέρει πότε
πρέπει να σωπαίνει».
«Ναι, ο μαλάκας».
Μύριζε τσακωμός, έτοιμος ήταν να ξεσπάσει. Αποφάσισα να τον
αποφύγω. Ξεκίνησα να πάω στα παιδιά που παίζανε στο δρόμο. Με
ρώτησε πού σκοπεύω να πάω, «Θα πάω να παίξω για λίγο μαζί τους» είπα.
Έγινε έξω φρενών. «Μ’ αυτά τα βυζανιάρικα;» είπε. Προχώρησα
κλοτσώντας την άμμο.
«Θυμάσαι τι συνέβη εκείνο το βράδυ;» είπε εκείνη.
Γύρισα το κεφάλι μου προς τα πίσω. «Τι;»
«Λέω αν θυμάσαι τη βραδιά που γύρισες σπίτι με τα πόδια».
«Ωραία θα είναι» είπα εγώ. «Το λεωφορείο είναι πιο ασφαλές».
Οι πιτσιρικάδες δε θέλανε να μ' αφήσουν να παίξω μαζί τους γιατί είχανε
κιόλας φτιάξει την ομάδα τους, μ' άφησαν όμως να κάνω το διαιτητή για
λίγο. Κάποια στιγμή η ομάδα του καλού πασαδόρου είχε πάρει τέτοια
διαφορά, που χρειαζότανε να γίνει κάποια αλλαγή κι έτσι έπαιξα εγώ στην
ομάδα που έχανε. Όλοι στην ομάδα μου θέλανε να παίξουνε άμυνα κι
έγινε το σώσε.
Εμένα με βάλανε να παίξω στο κέντρο, δε μου πήγαινε όμως, δεν ήμoυνα
καλός στην υποδοχή της πάσας. Τελικά με ρώτησε ο αρχηγός της ομάδας
μας, αν μπορούσα να δίνω πάσες και πολύ το διασκέδασα, Η Καμίγια
έφυγε σχεδόν αμέσως. Εμείς παίξαμε μέχρι που σκοτείνιασε. Μας
νικήσανε, αλλά με μικρή διαφορά. Πήρα το λεωφορείο και γύρισα στο Λος
Άντζελες.
Δε θα είχε κανένα νόημα ν' αποφασίσω να μην την ξαναδώ. Ποτέ δεν
ήξερα από τα πριν τι θα έκανα την επόμενη μέρα.
Εκείνη τη νύχτα, δυο μέρες αφότου είχε φύγει και με είχε παρατήσει στο
Τέρμιναλ Άιλαντ, είχα πάει σινεμά. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν
κατέβηκα τα παλιά σκαλοπάτια που πήγαιναν στο δωμάτιό μου. Η πόρτα
ήταν κλεισμένη από μέσα.
Ανοιγόκλεισα την μπετούγια κι άκουσα εκείνη να φωνάζει από μέσα: «Ένα
λεπτό. Εγώ είμαι, Αρτούρο».
Το λεπτό έγινε πεντάλεπτο, όπως εκείνη το συνήθιζε. Την άκουγα μέσα
στο δωμάτιο να τρέχει πάνω κάτω. Άκουσα την πόρτα της ντουλάπας να
βροντάει με δύναμη, άκουσα το παράθυρο ν' ανοίγει. Ξαναέπαιξα την
μπετούγια και μου άνοιξε την πόρτα. Στεκότανε κει με κομμένη την
ανάσα, ενώ το στήθος της ανεβοκατέβαινε. Τα μάτια της λάμπανε σαν

κάρβουνα και τα μαγουλά της ήταν ξαναμμένα. Έδειχνε γεμάτη ζωντάνια
και χαρά. Για κάποιο περίεργο λόγο με τρόμαξε αυτή η ξαφνική αλλαγή,
αυτό το απότομο άνοιγμα κλείσιμο των βλεφάρων, τα κοφτά, υγρά
γελάκια της, τα δόντια της ζωντανεμένα από αφρώδες σάλιο.
Τη ρώτησα: «Τι σημαίνουν όλα αυτά;»
Ρίχτηκε πάνω μου και μ' αγκάλιασε. Με φίλησε μ' ένα πάθος, που ήξερα
πως δεν ήταν αληθινό. Δε μ' άφηνε να μπω κάνοντάς μου γλύκες και
χαριεντιζόμενη. Κάτι ήθελε να μου κρύψει, προσπαθούσε να με κρατήσει
έξω απ' το ίδιο μου το δωμάτιο. Κοίταξα πάνω από τους ώμους της. Είδα το
κρεβάτι· πάνω στο μαξιλάρι διακρινότανε καθαρά η λακκούβα από κάποιο
κεφάλι. Το παλτό της κρεμότανε στην καρέκλα και στο κομοδίνο ήταν το
χτενάκι της και τσιμπιδάκια. Όλα φαίνονταν εντάξει.
Στη θέση τους. Εκτός από τα δυο κόκκινα χαλάκια δίπλα στο κρεβάτι.
Είχανε μετακινηθεί, ήμουν απόλυτα σίγουρος, γιατί πρόσεχα πάντα να
είναι στη θέση τους το πρωί που ξύπναγα για να πατάω πάνω τους με
γυμνά πόδια.
Τράβηξα τα χέρια της από πάνω μου και κοίταξα προς την ντουλάπα,
εκείνη ταράχτηκε κι άρχισε να ξεφυσάει με δύναμη, πήγε μπροστά στην
πόρτα της ντουλάπας και τέντωσε τα χέρια της. Ήθελε κάτι να κρύψει.
«Μην ανοίξεις, Αρτούρο» με εκλιπαρούσε. «Σε παρακαλώ!»
«Μα τι στο διάολο σημαίνουν όλα αυτά;» διερωτήθηκα.
Εκείνη έτρεμε. Σάλιωσε τα χείλη της και κατάπιε, τα μάτια της
βουρκωμένα, γέλαγε κι έκλαιγε ταυτόχρονα. «Κάποια στιγμή θα στο πω»
είπε. «Τώρα όμως μην κοιτάξεις εκεί μέσα, Αρτούρο. Δεν πρέπει. Ω, δεν
πρέπει. Σε παρακαλώ!»
«Μα ποιος είναι εκεί μέσα;»
«Κανείς». Σχεδόν ούρλιαξε. «Δεν υπάρχει ψυχή. Δεν είναι αυτό που
νομίζεις, Αρτούρο. Δεν ήταν κανείς εδώ. Όμως σε παρακαλώ! Μην ανοίξεις
τώρα τη ντουλάπα, Σε παρακαλώ πολύ!»
Ήρθε προς το μέρος μου προσεκτικά, με τα χέρια της ανοιχτά, πιο πoλύ
για να μου φράξει το δρόμο προς την ντουλάπα. Μισάνοιξε τα χείλη της
και με φίλησε μ' όλη της τη δύναμη, μ' ένα ψυχρό πάθος που δε συμμετείχε
το κορμί της. Δε μου άρεσε καθόλου αυτό. Το ένα μέρος του εαυτού της
κορόιδευε κάποιο άλλο και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Κάθισα στο
κρεβάτι .και την κοιτούσα. Εκείνη συνέχιζε να στέκεται όρθια ανάμεσα σ’
εμένα και στην ντουλάπα. Προσπαθούσε με δυσκολία να κρύψει μια
κυνική ευχαρίστηση που ένιωθε. Συμπεριφερότανε σαν κάποιος με
μεθυσμένος που προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι νηφάλιος, ενώ είναι
φανερό ότι έχει πιει και δεν κρύβεται,
«Έχεις μεθύσει, Καμίγια. Δεν πρέπει να πίνεις τόσο πολύ».
Η προθυμία της να παραδεχτεί ότι πράγματι ήταν μεθυσμένη μ' έκανε
καχύποπτο. Στεκόταν εκεί και συμφωνούσε με το κεφάλι σαν χαϊδεμένο
παιδάκι, μ' ένα ντροπαλό χαμόγελο ομολογίας, τα χείλη σφιγμένα, το
βλέμμα της χαμηλωμένο, απόφευγε τα μάτια μου. Σηκώθηκα και τη
φίλησα. Ήταν μεθυσμένη, όμως όχι με ουίσκι ή άλλο αλκοόλ, η αναπνοή
της δε μύριζε. Την τράβηξα μαζί μου στο κρεβάτι. Η έκσταση τρεμόλαμπε
στα μάτια της κατά κύματα, με μια παθιασμένη λαχτάρα μ' αγκάλιασε, τα
χέρια της έψαχναν το λαιμό μου. Η αναπνοή της μου χάιδευε τα μαλλιά,
τα χείλη της με φίλαγαν στο κεφάλι.

«Αχ, να ήσoυνα μόνο εκείνος» ψιθύρισε. Και αιφνιδιαστικά στρίγγλισε με
μια διαπεραστική κραυγή που πέρασε τους τοίχoυς του δωματίου. «Γιατί,
μα γιατί δεν είσαι εκείνος! Ω, Χριστέ μου, γιατί;» Κι άρχισε να με βαράει με
τις γροθιές της. Με χτύπαγε με τα δυο της χέρια στο κεφάλι, στρίγγλιζε και
με γρατσούναγε σε μια έκρηξη λύσσας ενάντια στη μοίρα που δε με είχε
κάνει Σάμυ. Την άρπαξα από τους καρπούς και της φώναξα να σωπάσει.
Tης κράτησα τα χέρια σφιχτά και με το σώμα μου προσπάθησα να της
κλείσω το στόμα που στρίγγλιζε. Με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια,
ζητώντας απεγνωσμένα αέρα. «Δεν πρόκειται να σ' αφήσω αν δεν
υποσχεθείς ότι θα σωπάσεις» της είπα. Κατένευσε και την άφησα. Πήγα
μέχρι την πόρτα κι έστησα αυτί για βήματα. Εκείνη ξαπλωμένη
μπρούμυτα στο κρεβάτι με το πρόσωπο χωμένο στα χέρια της έκλαιγε. Στις
μύτες των ποδιών, γλίστρησα σιγά σιγά προς την ντουλάπα.
Εκείνη από ένστικτο πρέπει να το κατάλαβε. Γύρισε, το πρόσωπό της
μούσκεμα στα δάκρυα, τα μάτια της δυο λιωμένες ρόγες σταφυλιού.
«Κάνε ότι ανοίγεις την πόρτα της ντουλάπας και θα βάλω τις φωνές» μου
είπε. «Θα φωνάξω, θα φωνάξω».
Ήταν αυτό που δεν ήθελα. Σήκωσα αδιάφορα τους ώμους.
Ξαναγύρισε μπρούμυτα, έκρυψε πάλι το πρόσωπό της και συνέχισε να
κλαίει. Κάποια στιγμή θα τελείωνε με τις κλάψες και θα την έστελνα σπίτι
της. Δεν ήρθαν έτσι όμως τα πράγματα. Έπειτα από μια ώρα έκλαιγε
ακόμη. Έσκυψα πάνω της και της χάιδεψα τα μαλλιά. «Μα τι θέλεις,
επιτέλους, Καμίγια;»
«Εκείνον» είπε μες στα αναφιλητά της. «Θέλω να πάω σε κείνον, να τον
δω».
«Απόψε το βράδυ;» ρώτησα. «Είναι πάνω από διακόσια χιλιόμετρα».
Εκείνη ούτε που την ένοιαζε, ας ήτανε και χίλια ή ένα εκατομμύριο
χιλιόμετρα, απόψε ήθελε να τον δει. Της είπα, λοιπόν, άντε ξεκίνα· δική της
υπόθεση ήταν· αυτοκίνητο είχε, σε πέντε ώρες θα ήτανε εκεί.
«Θέλω να πάμε μαζί» κλαψούρισε. «Εμένα δε με θέλει. Εσένα όμως σε
συμπαθεί».
«Να μη με υπολογίζεις εμένα» είπα. «Πέφτω για ύπνο τώρα».
άρχισε να μ' εκλιπαρεί. Έπεσε στα γόνατά μου, μου κράταγε τα πόδια και
με κοίταζε. Τον αγαπούσε τόσο πολύ και σίγουρα ένας μεγάλος
συγγραφέας σαν και μένα ξέρει τι σημαίνει ν' αγαπάς έτσι: σίγουρα ήξερα
γιατί δεν ήθελε να πάει μόνη της εκεί έξω· κι όπως μίλαγε έπιανε το
χτυπημένο της μάτι. Ο Σάμυ δε θα την έδιωχνε αν πήγαινα μαζί της. Θα
φχαριστιότανε, θα μπορούσε να κουβεντιάσει μαζί μου, γιατί εγώ θα του
έλεγα μερικά πράγματα για το γράψιμο κι εκείνος θα μου ήταν υπόχρεος
άρα και σ' εκείνη. Την κοίταξα πεσμένη στο πάτωμα, έσφιξα τα δόντια μου
και προσπάθησα να αντικρούσω τα επιχειρήματά της. Όμως, έτσι όπως
μου τα έλεγε, μου στάθηκε αδύνατο ν' αρνηθώ. Κι όταν πια συμφώνησα να
πάω, έκλαιγα κι εγώ μαζί της. Τη βoήθησα να σηκωθεί και να σταθεί στα
πόδια της, της σκούπισα τα μάτια, της μάζεψα τα μαλλιά που είχαν πέσει
στο πρόσωπο κι ένιωθα υπεύθυνος για κείνη. Bγήκαμε και στις μύτες των
ποδιών ανεβήκαμε τη σκάλα, περάσαμε από τη βεράντα και βγήκαμε στο
δρόμο, που ήταν σταματημένο το αυτοκίνητό της.
Πηγαίναμε νοτιοανατολικά, στο τιμόνι αλλάζαμε, πότε ο ένας πότε ο
άλλος. Ξημερώματα πια φτάσαμε σ' ένα μελαγχολικό τοπίο, έρημος με

κάκτους και βάτα, άμμος σχεδόν δε φαινότανε, παντού σπαρμένοι βράχοι
που εξείχαν σαν σπυριά και μικροί καμπύλοι λόφοι. Bγήκαμε απ' τον
αυτοκινητόδρομο κι ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι φτιαγμένο για το
τρενάκι που χρησιμοποιούνταν κάποτε για τη μεταφορά πέτρας. Ο δρόμος
ανεβοκατέβαινε στο ρυθμό των αδιάφορων λόφων. Με το χάραμα
φτάσαμε σ' ένα μέρος με φαράγγια και απότομα γκρεμνά, τριάντα
χιλιόμετρα βαθιά στην έρημο της Μοχάβε. Εδώ κάτω ζούσε ο Σάμυ, και η
Καμίγια μού έδειξε μια τετράγωνη καλύβα από αντοβιανά τούβλα,
κρυμμένη στα πόδια τριών όρθιων λόφων, στην άκρη μιας επίπεδης
αμμώδους έκτασης. Η έρημος απλωνότανε στα ανατολικά κι έδειχνε να
μην τελειώνει πουθενά.
Ήμαστε κι οι δυο μας πολύ κουρασμένοι, η Φορντ μας είχε ξεθεώσει στο
ταρακούνημα. Έκανε διαολεμένο κρύο εκείνη την ώρα. Τ' αμάξι έπρεπε να
τ' αφήσουμε διακόσια μέτρα μακριά απ' το σπίτι και ν' ανέβουμε από ένα
μονοπάτι. Εγώ πήγαινα μπροστά. Σταμάτησα στην πόρτα. Από μέσα
άκουσα κάποιον να ροχαλίζει δυνατά. Η Καμίγια είχε μείνει πίσω και
σφιγγότανε με τα χέρια της για να προφυλαχτεί απ' το διαπεραστικό κρύο.
Χτύπησα την πόρτα κι ένας στεναγμός μου αποκρίθηκε. Ξαναχτύπησα και
άκουσα τη φωνή του Σάμυ. «Αν είσαι συ πάλι, καταραμένη Μεξικάνα, θα
σου σπάσω τα δόντια».
Η πόρτα άνοιξε κι είδα ένα πρόσωπο, που τα πεισματάρικα δάχτυλα του
ύπνου το κράταγαν ακόμη, τα μάτια σκοτεινά και ζαλισμένα, τα μαλλιά
ανακατεμένα πέφτανε στο πρόσωπο.
«Γεια σου, Σάμυ».
«Αα» είπε. «Νόμιζα πως ήταν εκείνη»,
«Είναι κι εκείνη εδώ» είπα γω.
«Πες της να πάρει δρόμο. Δεν τη θέλω εδώ πέρα».
Εκείνη είχε κολλήσει στον τοίχο της καλύβας κι όταν κοίταξα, την είδα
ανήσυχη να κάνει προσπάθειες να χαμογελάσει. Κι οι τρεις μας κρυώναμε,
τα δόντια μας χτύπαγαν απ' την παγωνιά. Ο Σάμυ άνοιξε κι άλλο την
πόρτα. «Μπορείς να έρθεις μέσα» είπε. «Εκείνη όμως όχι». Μπήκα. Μέσα
ήταν θεοσκότεινα και μύριζε μπόχα από άπλυτα εσώρουχα, κάλτσες και
τον ύπνο ενός αρρώστου. Στο παράθυρο ήταν κρεμασμένο ένα τσουβάλι
για κουρτίνα κι από μια χαραμάδα έμπαινε μέσα στο δωμάτιο λίγο
αδύναμο φως. Πριν προλάβω να το καλοκαταλάβω ο Σάμυ αμπάρωσε την
πόρτα.
Στεκότανε κει με τα μακριά του σώβρακα. Το πάτωμα ήταν σκέτο χώμα,
ξερή, ξεπαγιασμένη άμμος. Τράβηξε στο πλάι το τσουβάλι και το πρωινό
φως χύθηκε μέσα. Απ’ τα στόματά μας ξεπήδαγε άχνα μες στην
παγωμένη ατμόσφαιρα. «'Αφησέ τη να μπει μέσα, Σάμυ» του είπα. «Τι στο
διάολο».
«Όχι, την τσούλα» είπε εκείνος.
Τα γόνατα και τα μανίκια του ήταν μαύρα απ' τη βρώμα.
Ψηλός, κοκαλιάρης, ένας ετοιμοθάνατος άνθρωπος μαυρισμένος από τον
ήλιο. Περπάτησε τρικλίζοντας στο δωμάτιο, πήγε στη σόμπα κι ετοίμασε
προσάναμμα για να την ανάψει. Ο τόνος της φωνής του άλλαξε κι έγινε
μαλακός. «Έγραψα την περασμένη εβδομάδα μια καινούρια ιστορία» είπε.
Πιστεύω ότι αυτή τη φορά τα κατάφερα να γράψω κάτι πολύ καλό. Θα
’θελα να στη δείξω».

«Και βέβαια» είπα εγώ. «Αλλά τι στο διάολο, Σάμυ, εκείνη είναι και δική
μου φίλη».
«Μπα» είπε εκείνος. «Δεν αξίζει φράγκο. Είναι τρελή για δέσιμο.
Μπλέκεται στα πόδια μας».
«Παρ' όλα αυτά, άφησέ τη να μπει. Έξω κάνει πολύ κρύο».
Άνοιξε την πόρτα κι έβγαλε το κεφάλι του έξω.
«Ε, εσύ».
Άκουγα τ' αναφιλητά της, την άκουσα που προσπάθησε να φανεί φυσική.
«Ναι, Σάμυ».
«Μην στέκεσαι σαν ηλίθια εκεί έξω» της είπε, «Θα ’ρθεις καμιά φορά μέσα
ή όχι;»
Mπήκε μέσα σαν φοβισμένο ζαρκάδι, εκείνος έκλεισε και πήγε ξανά στη
σόμπα. «Μου φαίνεται σου εξηγήθηκα καθαρά ότι δε θέλω να σε βλέπω
εδώ τριγύρω» της είπε.
«Σου έφερα τον Αρτούρο» είπε. «Ήθελε να μιλήσετε για το γράψιμο. Έτσι
δεν είναι, Αρτούρο;»
«Έτσι είναι».
Ήταν σαν να την έβλεπα για πρώτη φορά. Όλη η φλόγα, το ταμπεραμέντο
της είχαν χαθεί, ήταν σαν να 'χαν αδειάσει από το αίμα οι φλέβες της.
Στεκότανε εκεί αβοήθητη, ένα πλάσμα άψυχο, χωρίς καθόλου θέληση, οι
ώμοι της γυρτοί, το κεφάλι κατεβασμένο, σαν να μην το βαστούσε πια ο
λαιμός της.
«Εσύ» της είπε ο Σάμυ. «Εσύ, τράβα έξω να φέρεις ξύλα».
«Πάω εγώ» είπα.
«'Ασ' τη να πάει αυτή» είπε εκείνος. «Ξέρει πού είναι».
Την έβλεπα που σερνότανε καθώς έβγαινε. Ύστερα από λίγο γύρισε με μια
αγκαλιά γεμάτη ξύλα. Έριξε τα κομμένα ξύλα σ' ένα κασόνι δίπλα στη
σόμπα και χωρίς να βγάλει μιλιά άνοιξε τη σόμπα κι έριχνε μέσα στη
φωτιά ξύλα. Ο Σάμυ καθόταν στην άλλη άκρη του δωματίου κι έβαζε τις
κάλτσες του. Μίλαγε σαν πολυβόλα για τις ιστορίες του, μια ακατάσχετη
πολυλογία, Η Καμίγια στεκόταν απελπισμένη δίπλα στη σόμπα.
«Εσύ» της είπε. «Φτιάξε καφέ».
Έκανε ακριβώς ό,τι της είπε και μας σέρβιρε τον καφέ σε τσίγκινα
κυπελλάκια. Ο Σάμυ φρέσκος φρέσκος απ' τον ύπνο του ήταν
κατενθουσιασμένος και γεμάτος ερωτήσεις. Καθίσαμε στη φωτιά, εγώ
ένιωθα πολύ κουρασμένος, μισοκοιμόμουνα καθώς οι φλόγες της σόμπας
παίζανε με τα βαριά μου βλέφαρα. Η Καμίγια πήγαινε πέρα δώθε κι έκανε
δουλειές. Σκούπισε, συγύρισε, έστρωσε το κρεβάτι, έπλυνε τα πιάτα,
μάζεψε τα πεταμένα από δω κι από κει ρούχα, τα κρέμασε και συνέχισε. Ο
Σάμυ, όσο πιο πολύ μίλαγε, τόσο πιο πολύ προσωπικός και
εξομολογητικός γινότανε. Ενδιαφερότανε πιο πολύ για την οικονομική
πλευρά του γραψίματος παρά για το ίδιο το γράψιμο. Τι πληρώνει αυτό το
περιοδικό και πόσα το άλλο, ήταν πεπεισμένος δε ότι τα διηγήματα
πουλιούνται μόνο όταν έχει κανείς μέσον. Έπρεπε δηλαδή να έχει κάποιο
ξάδερφο ή αδερφό ή κάτι τέτοιο δίπλα σ' έναν εκδότη για να του
δημοσιεύσουνε ένα διήγημα.
Δεν είχε κανένα νόημα να προσπαθήσω να του αλλάξω γνώμη,

καταλάβαινα ότι όλη αυτή η επιχειρηματολογία ξεκινούσε από το ότι
γνώριζε πως είναι ανίκανος να γράψει στοιχειωδώς σωστά και ήθελε να
δικαιολογηθεί.
Η Καμίγια μας έφτιαξε πρωινό και φάγαμε σε τσίγκινα πιάτα στα γόνατα.
Αβγά τηγανητά, καλαμπόκια και λαρδί. Ο Σάμυ έφαγε με τον ιδιαίτερο,
ακατάστατο τρόπο που τρώνε οι άρρωστοι άνθρωποι. Όταν τελειώσαμε το
φαΐ, η Καμίγια μάζεψε τα πιάτα και τα έπλυνε. Μετά έφαγε κι εκείνη,
σιωπηλή, μόνη στη γωνιά, χωρίς να βγάζει άχνα, ακουγότανε μόνο το
γρατσούνισμα του πιρουνιού στο πιάτο. Όλο το πρωινό ο Σάμυ μίλαγε.
Στην πραγματικότητα ο Σάμυ ούτε που χρειαζόταν καν συμβουλές για το
γράψιμο. Μέσα στην ομίχλη της νύστας μου άκουγα κάπου μακριά τις
εξηγήσεις του, τι θα έπρεπε να κάνει και τι όχι.
Ήμουνα ψόφιος. Zήτησα συγγνώμη. Μου είπε να βγούμε έξω και μου
έδειξε μια κρεβατίνα που 'χε φτιάξει από φοινικόκλαδα.
Ο αέρας είχε ζεσταθεί και ο ήλιος ήταν ψηλά. Ξάπλωσα στην αιώρα κι
αποκοιμήθηκα αμέσως: το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι ήταν η εικόνα
της Καμίγια σκυμμένης πάνω από ένα ξύλινο κάδο με σώβρακα και
φανέλες σ' ένα μαυρισμένο νερό.
Έξι ώρες μετά εκείνη με ξύπνησε για να μου πει ότι ήταν δύο η ώρα κι
έπρεπε να φύγουμε. Στις επτά έπρεπε να βρίσκεται στο Κολούμπια
Μπουφέ. Τη ρώτησα αν είχε κοιμηθεί καθόλου. Κούνησε αρνητικά το
κεφάλι της. Το πρόσωπό ης ήταν χαραγμένο απ' τη μιζέρια και την
κούραση. Κατέβηκα απ' την αιώρα και τεντώθηκα στο ζεστό αέρα της
ερήμου. Τα ρούχα μου ήταν γεμάτα ιδρώτα, αλλά αισθανόμουν
ξεκούραστος και ανανεωμένος.
«Πού είναι η μεγαλοφυΐα;» ρώτησα,
Μου έδειξε ην καλύβα. Πηγαίνοντας προς την πόρτα έσκυψα κάτω από
ένα σκοινί βαριά φορτωμένο από την μπουγάδα, «Εσύ τα έπλυνες όλα
αυτά;» ρώτησα. Χαμογελούσε. «Το διασκέδασα».
Δυνατά ροχαλητά βγαίνανε από την καλύβα. Έριξα μια ματιά. Πάνω στο
κρεβάτι ξαπλωμένος ο Σάμυ, μισόγυμνος μ' ανοιχτό το στόμα, τα χέρια και
τα πόδια απλωμένα ανοιχτά. Έφυγα γρήγορα από κει. «Έλα, τυχεροί
είμαστε» είπα. «Πάμε να την κοπανίσουμε».
Εκείνη μπήκε στην καλύβα και πλησίασε σιγά σιγά το Σάμυ. Την έβλεπα
από την πόρτα, που έσκυψε πάνω του και κοίταξε καλά το πρόσωπό του
και το σώμα του. Μετά έσκυψε κι άλλο, το πρόσωπό της πλησίασε το δικό
του σαν να 'θελε να του δώσει ένα φιλί. Εκείνη τη στιγμή εκείνος ξύπνησε
και την είδε.
Της είπε: «Έξω από δω».
Του γύρισε την πλάτη της και βγήκε. Χωρίς v' ανταλλάξουμε κουβέντα σ'
όλο το ταξίδι, γυρίσαμε στο Λος Άντζελες. Ακόμη κι όταν φτάσαμε στο
'Αλτα Λόμα Οτέλ και κατέβηκα, δεν είπαμε τίποτα μεταξύ μας, μόνο μου
χαμογέλασε σαν ευχαριστώ κι εγώ της ανταπέδωσα το χαμόγελο. Μετά
εκείνη έφυγε. Είχε πια νυχτώσει, στα δυτικά έσβηνε μια τελευταία κόκκινη
λουρίδα ήλιου. Κατέβηκα στο δωμάτιό μου, χασμoυρήθηκα κι έπεσα στο
κρεβάτι. Κι έτσι όπως ήμoυνα ξαπλωμένος μου ήρθε στο μυαλό η πόρτα
της ντουλάπας. Σηκώθηκα και την άνοιξα. Όλα φαίνονταν να είναι στη
θέση τους, τα κοστούμια μου κρέμονταν στις κρεμάστρες, οι βαλίτσες στο

πάνω ράφι. Ήταν όμως μισοσκότεινα κι έτσι άναψα ένα σπίρτο και
κοίταξα καλύτερα. Σε μια γωνιά βρήκα ένα σβησμένο σπίρτο και μερικά
σπόρια ενός καφετιού πράγματος, σαν ψιλοκομμένα σπυριά του καφέ.
Πίεσα το δάχτυλό μου στο πράγμα αυτό και το δοκίμασα στην άκρη της
γλώσσας μου. Ήξερα τι ήτανε: Μαριχουάνα. Ήμουνα απόλυτα σίγουρος,
γιατί ο Μπένυ Κοέν μου την είχε δείξει κάποτε, για να ξέρω. Γι' αυτό,
λοιπόν, είχε κλειστεί εκείνη εδώ μέσα.
Χρειαζότανε κάποιο ερμητικά κλειστό χώρο για να καπνίσει τη
μαριχουάνα. Κι αυτό εξηγούσε γιατί τα δυο χαλάκια είχαν μετακινηθεί: τα
είχε χρησιμοποιήσει για να φράξει τη χαραμάδα κάτω απ' την πόρτα.
Η Καμίγια ήτανε χασικλού! Μύρισα την ντουλάπα όλη, έβαλα τη μύτη μου
πάνω στα ρούχα που κρέμονταν. Μια μυρουδιά από καμένα μουστάκια
καλαμποκιού. Καμίγια η χασικλού. Δεν ήτανε δικιά μου δουλειά, έλα όμως
που επρόκειτο για την Καμίγια. Με είχε κοροϊδέψει, με είχε ταπεινώσει και
αγαπούσε κάποιον άλλο, ήταν όμως τόσο όμορφη κι εγώ την είχα τόσο
ανάγκη και γι' αυτό αποφάσισα ότι το θέμα με αφορούσε. Πήγα και την
περίμενα, το ίδιο βράδυ, στο αμάξι της.
«Ώστε, λοιπόν, καπνίζεις μαριχουάνα» της είπα.
«Στη χάση και στη φέξη» μου είπε. «Όταν είμαι πολύ κουρασμένη».
«Να την κόψεις» είπα γω.
«Μα δεν είναι συνήθεια» είπε εκείνη.
«Παρ' όλα αυτά να την κόψεις».
«Εμένα δε με πειράζει».
«Υποσχέσου μου ότι θα σταματήσεις».
Έκανε το σημάδι του σταυρού πάνω στην καρδιά της. «Να, κάνω σταυρό,
να πεθάνω» είπε, αλλά τώρα μίλαγε στον Αρτούρο κι όχι στο Σάμυ. Ήξερα
ότι δε θα κράταγε την υπόσχεσή της. Έβαλε μπροστά τη μηχανή του
αυτοκινήτου και πήγαμε από το Μπροντγουέι κάτω στην Όγδοη, μετά
έστριψε νότια προς τη Σέντραλ Άβενιου. «Πού πάμε;» ρώτησα.
«Περίμενε και θα δεις».
Περάσαμε από τη Μαύρη Συνοικία του Λος 'Αντζελες στη Σέντραλ
Άβενιου, νυχτερινά κέντρα, εγκαταλειμμένα σπίτια, γκρεμισμένα
μαγαζιά, ο κακόφημος δρόμος της μιζέριας για τους νέγρους και
τουριστικό αξιοθέατο για τους λευκούς. Σταματήσαμε κάτω από τη
μαρκίζα ενός νυχτερινού κέντρου που λεγότανε Κλαμπ Κούβα. Η Καμίγια
γνώριζε τον πορτιέρη, ήταν τεράστιος μες στην μπλε στολή του με τα
χρυσά κουμπιά.
«Δουλειά» του είπε. Εκείνος χαμογέλασε, έκανε νόημα σε κάποιον να
κάτσει στη θέση του και πήδησε στο μαρσπιέ του αμαξιού. Όλα έδειχναν
ότι επρόκειτο πραγματικά για μια δουλειά ρουτίνας.
Εκείνη έστριψε στη γωνία και προχώρησε δυο ακόμη δρόμους μέχρι που
φτάσαμε σ’ ένα αδιέξοδο. Μπήκε στο αδιέξοδο, έσβησε τα φώτα και
συνέχισε σιγά σιγά στα σκοτεινά. Φτάσαμε σ' ένα άνοιγμα, η μηχανή
έσβησε. Ο μεγαλόσωμος νέγρος πήδησε απ' το μαρσπιέ και αναβόσβησε
ένα φακό. Μετά μας έκανε νόημα να τον ακολουθήσουμε. «Θα μπορούσα
να μάθω τι σημαίνουν όλ' αυτά;» ρώτησα.
Περάσαμε μια πόρτα, ο νέγρος πήγαινε μπροστά. Κράταγε την Καμίγια
από το χέρι κι εκείνη κράταγε το δικό μου. Προχωρήσαμε σ' ένα μακρύ

διάδρομο, χωρίς χαλί, σκέτα σανίδια. Τα βήματά μας αντηχούσαν σ'
ολόκληρο το κτίριο σαν φοβισμένα πουλιά. Ανεβήκαμε τρεις ορόφους και
πάλι ένας ατέλειωτος διάδρομος. Στο τέλος μια πόρτα. Ο νέγρος την
άνοιξε. Μέσα απόλυτο σκοτάδι. Μπήκαμε. Το δωμάτιο ήταν
ντουμανιασμένο στους καπνούς που μ’ έτσουζαν στα μάτια. Δεν έβλεπα
τίποτα. Ο καπνός μ’ έπνιξε, δεν μπορούσα ν’ ανασάνω. Στα σκοτεινά
αναζητούσα απεγνωσμένα αέρα. Και τότε ο νέγρος άναψε το
φακό του.
Η φωτεινή δέσμη περιπλανήθηκε στο δωμάτιο, ένα δωματιάκι στην
πραγματικότητα. Παντού κορμιά, μαύρα κορμιά, άντρες, γυναίκες, καμιά
εικοσαριά, μπορεί και περισσότεροι, ξαπλωμένοι όλοι, άλλοι στο πάτωμα,
άλλοι πάνω σ' ένα στρώμα με σούστες. Έβλεπα τα μάτια τους απόμακρα,
σκοτεινά, κλείνανε σαν στρείδια μόλις έπεφτε πάνω τους το φως του
φακού. Λίγο λίγο συνήθισα το κάψιμο στα μάτια κι είδα γύρω μου μικρές
κόκκινες λάμψεις από κάφτρες. Όλοι κάπνιζαν μαριχουάνα, σιωπηλά,
ήσυχοι στο σκοτάδι, η καυτερή μυρωδιά μου τσίμπαγε τα πλεμόνια. Ο
μεγαλόσωμος νέγρος έπιασε κάποιους απ' το στρώμα, τους σήκωσε σαν
τσουβάλια και τους πέταξε στο πάτωμα. Στο φως του φακού τον είδα που
σήκωσε το στρώμα και τράβηξε κάτι από μια σκισμή στο πάτωμα. Ήταν
ένα πλακέ κουτί καπνού Πρινς Άλμπερτ. Προχώρησε στην πόρτα, εμείς
ακολουθήσαμε, την άνοιξε, βγήκαμε πάλι στο διάδρομο, κάναμε την ίδια
σκοτεινή διαδρομή στις σκάλες και φτάσαμε στο αμάξι. Έδωσε στην
Καμίγια μια ποσότητα κι εκείνη τον πλήρωσε δυο δολάρια. Τον πήγαμε
πίσω στην είσοδο του κλαμπ κι ύστερα συνεχίσαμε ως το τέρμα τη Σέντραλ
'Αβενιου με προορισμό τη μητρόπολη Λος Άντζελες.
Είχα μείνει άναυδος. Με πήγε στο σπίτι της στην Τεμπλ στρητ, ένα
ετοιμόρροπο ξύλινο κτίσμα, γερασμένο, που έφθινε στον ήλιο. Είχε ένα
διαμερισματάκι. Ένα κρεβάτι που σηκώνεται στον τοίχο, ένα ράδιο και
άχρηστα, σαραβαλιασμένα βρώμικα έπιπλα. Το χαλί στο πάτωμα γεμάτο
σκουπίδια, στη γωνιά πεταμένα ένα κινηματογραφικό περιοδικό, παντού
τριγύρω κουκλάκια με φουσκωτά κόκκινα μάγουλα, σουβενίρ από
ευτυχισμένες νύχτες στις παραλίες. Στη γωνία ένα ποδήλατο με
ξεφούσκωτα λάστιχα έδειχνε ότι είχε καιρό να χρησιμοποιηθεί. Ένα
καλάμι του ψαρέματος στην άλλη γωνιά, με μπλεγμένη την πετονιά και τ'
αγκίστρι κι απέναντι μια σκονισμένη καραμπίνα. Κάτω από τον καναπέ
φαινόταν μια κορίνα του μπέιζμπολ κι ανάμεσα στα μαξιλάρια μια βίβλος
με τσαλακωμένες σελίδες. Το κρεβάτι κατεβασμένο, τα σεντόνια βρώμικα.
Στον έναν τοίχο ένα αντίγραφο ενός στρατιώτη των Βορείων, στον άλλο
μια αφίσα μ' έναν ινδιάνο πολεμιστή που χαιρέταγε τον ουρανό.
Mπήκα στην κουζίνα, μ' έπιασε η μπόχα της βρώμας στο νεροχύτη, είδα το
τηγάνι με τα λίπη πάνω στη στόφα. Άνοιξα το ψυγείο, μια κονσέρβα γάλα
κι ένα κομμάτι βούτυρο. Η πόρτα στην κατάψυξη δεν έκλεινε κι έδειχνε ότι
έτσι ήθελε να μείνει. Κοίταξα το χώρο πίσω απ' το κρεβάτι, γεμάτος ρούχα
και κρεμάστρες αλλά όλα τα ρούχα ήταν πεταμένα στο πάτωμα έξω από
ένα ψάθινο καπελάκι που είχε δικό του ολόκληρο το πάνω ράφι, αστείο μες
στη μοναξιά του.
Εδώ, λοιπόν, ζούσε εκείνη! Τον μύρισα, τον άγγιξα με τα δάχτυλά μου και
τον περπάτησα όλο το χώρο.

Έτσι ακριβώς το είχα φανταστεί. Αυτό εδώ ήταν το σπίτι της. Ακόμη και με
κλειστά τα μάτια θα είχα αναγνωρίσει αυτό το μέρος, γιατί η μυρωδιά της
υπήρχε παντού, η σαλταρισμένη, η χαμένη της ύπαρξη αποζητούσε αυτό
το χώρο, σαν κομμάτι ενός απελπισμένου σχήματος. Ένα διαμέρισμα στην
Τεμπλ στρητ, ένα κοινό διαμέρισμα στο Λος Άντζελες. Εκείνη ανήκε στους
κυματιστούς λόφους, στις απέραντες ερήμους, στα απάτητα βουνά και θα
κατέστρεφε σίγουρα κάθε διαμέρισμα, καθένα απ' αυτά τα στενά κελιά θα
το διέλυε. Αυτή την ιδέα είχα για κείνη κι ήτανε μέρος των σκέψεών μου γι'
αυτή. Αυτό εδώ ήταν το σπίτι της, η καταστροφή της, το ακρωτηριασμένο
της όνειρο.
Πέταξε κάπου στην άκρη το παλτό της και ρίχτηκε στον καναπέ. Την
παρακολουθούσα που κοίταζε γεμάτη αηδία το βρώμικο χαλί. Κάθισα στη
φουσκωτή πολυθρόνα, έβγαζα καπνούς από το τσιγάρο μου και το βλέμμα
μου γλίστραγε στις καμπύλες του κορμιού της, στην πλάτη της, στους
γοφούς της. Ο σκοτεινός διάδρομος σ' εκείνο το ξενοδοχείο της Σέντραλ
Άβενιου, ο φοβερός νέγρος, το δωμάτιο με τους καπνούς, οι χασικλήδες και
τώρα, εδώ, αυτό το κορίτσι που αγαπάει κάποιον άντρα που τη μισεί. Όλα
φτιαγμένα από το ίδιο υλικό, ανώμαλα, βουλιαγμένα σε μια φανταχτερή
ασκήμια. Μεσάνυχτα στην Τεμπλ στρητ, ανάμεσα σε μένα και σε κείνη
λίγη μαριχουάνα. Εκείνη ξαπλωμένη εκεί, τα μακριά της δάχτυλα
κρέμονται στο πάτωμα, περιμένει αμέτοχη, κουρασμένη.
«Έχεις καπνίσει ποτέ σου;» ρώτησε.
«Άσε με μένα» είπα γω.
«Με μια φορά δε θα γίνει τίποτα».
«Άσε με μένα».
Ανακάθισε κι έβγαλε από την τσάντα της τη μαριχουάνα κι ένα πακετάκι
τσιγαρόχαρτα, Γέμισε ένα τσιγαρόχαρτο, το έστριψε, το σάλιωσε, πάτησε
τις άκρες σφιχτά και το έδωσε σε μένα. Το πήρα και ξαναείπα: «Άσε με
μένα».
Έστριψε κι άλλο ένα για την ίδια. Μετά σηκώθηκε κι έκλεισε τα παράθυρα,
έβαλε και τα μάνταλα. Τράβηξε μια κουβέρτα απ' το κρεβάτι και τη
σφήνωσε στις χαραμάδες της πόρτας. Κοίταξε προσεκτικά γύρω της.
Κοίταξε και μένα. Χαμογελούσε. «Ο καθένας έχει άλλη αντίδραση» μου
είπε. «Μπορεί να σε μελαγχολήσει και να κλάψεις».
«'Ασε με μένα» είπα γω.
Άναψε το τσιγάρο της και μου κράτησε και μένα το αναμμένο σπίρτο.
«Δε θα 'πρεπε να καπνίσω» είπα γω.
«Τράβηξέ τον βαθιά» είπε. «Και μετά κράτησε τον καπνό. Κράτησέ τον
αρκετά. Μέχρι που να σε τσούξει. Μετά φύσα τον».
«Απαίσια δουλειά» είπα.
Ρούφηξα τον καπνό βαθιά και τον κράτησα. Για ώρα, μέχρι που δεν
μπορούσα άλλο. Και ξεφύσηξα. Εκείνη, ξαπλωμένη στον καναπέ, έκανε το
ίδιο. «Μερικές φορές, πρέπει να καπνίσεις και δυο τσιγάρα» είπε εκείνη.
«Εμένα δεν πρόκειται να με πιάσει» είπα γω.
Καπνίσαμε τα τσιγάρα μέχρι που οι γόπες μάς έκαψαν τα δάχτυλα. Μετά
εκείνη έστριψε άλλα δύο. Στη μέση του δεύτερου τσιγάρου, άρχισε η
αιώρηση, το άνοιγμα των φτερών και το πέταγμα ψηλά, η χαρά και ο
θρίαμβος του ανθρώπου πάνω στο χώρο, η καταπληκτική αίσθηση της
δύναμης. Γέλασα και τράβηξα μια νέα ρουφηξιά. Εκείνη ξαπλωμένη δίπλα

μου, η κούραση της περασμένης νύχτας αποτυπωμένη στο πρόσωπό της,
το κυνικό της πάθος. Όμως εγώ είχα περάσει τους τοίχους του
διαμερίσματος έξω από τα σύνορα του κορμιού μου, πέταγα πάνω από μια
χώρα που λάμπανε φεγγάρια πολλά κι αναβοσβήνανε αστέρια
αναρίθμητα. Ήμουνα αόρατος. Ποτέ πριν δεν ήμoυνα έτσι, ευτυχισμένος,
με μια περίεργη γενναιότητα. Δίπλα μου, πάνω στο τραπέζι, μια λάμπα,
την πήρα, τη σήκωσα, την κοίταξα και την άφησα να πέσει στο πάτωμα.
Έγινε κομμάτια. Γέλασα. Εκείνη με άκουσε, γύρισε, είδε τα σπασμένα
λαμπόγυαλα και γέλασε.
«Τι βρίσκεις αστείο;» ρώτησα γω.
Γέλασε ξανά. Σηκώθηκε και πήγα κοντά της, την πήρα στην αγκαλιά μου.
Τα χέρια μου είχανε φοβερή δύναμη. Εκείνη ανέπνεε με δυσκολία από το
σφίξιμο κι από το πάθος που εξέπεμπαν τα χέρια μου.
Την παρακολουθούσα που έβγαζε τα ρούχα της κι από κάπου, κάπου από
το παρελθόν μου σ' αυτήν εδώ τη γη, φτερούγισε στο μυαλό μου μια
ανάμνηση, το πρόσωπό της μου ήταν γνωστό, το είχα κάπου ξαναδεί, αυτή
την υπακοή κι αυτό το φόβο, και θυμήθηκα την καλύβα και το Σάμυ που
την είχε προστάξει να πάει έξω να φέρει ξύλα. Το ήξερα ότι αργά ή
γρήγορα αυτό θα συνέβαινε κάποια μέρα και να το που έγινε. Σύρθηκε
στην αγκαλιά μου κι εγώ γέλαγα με τα δάκρυά της.
Όταν τελείωσαν όλα, το όνειρο, το πέταγμα ανάμεσα στα άστρα που
πέφτανε και σκάγανε, και επέστρεψα στο σώμα μου για να ξανακυλήσει
το αίμα μου στις γνώριμές του φλέβες, όταν ξαναεμφανίστηκε το δωμάτιο,
ο βρώμικος ασυγύριστος χώρος, η άδεια κι ασήμαντη όψη του δωματίου, η
ανυπόφορη μονοτονία αυτού του συμβατικού κόσμου, όταν πια είχαν
τελειώσει όλα, ξαναβρέθηκα με το παλιό μου αίσθημα ενοχής, το αίσθημα
για κάποιο έγκλημα που έκανα, για κάποια βίαιη πράξη, την αμαρτία της
καταστροφής. Εκείνη ξαπλωμένη στον καναπέ, εγώ καθισμένος δίπλα της.
Κοίταζα το χαλί. Έβλεπα τα σπασμένα κομμάτια της λάμπας. Κι όταν
σηκώθηκα για να προχωρήσω μέσα στο δωμάτιο, ένιωσα τον πόνο, την
διαπεραστική αγωνία στο κρέας των ποδιών μου ν' ανοίγει από το βάρος
του σώματός μου. Ένας πόνος που μου άξιζε, ένας δικαιολογημένος πόνος.
Τα πόδια κομμένα παντού, όταν φόραγα τα παπούτσια για να βγω έξω στη
φωτεινή έκπληξη της νύχτας. Κουτσαίνοντας περπάτησα όλο το μακρύ
δρόμο μέχρι το δωμάτιό μου. Ήμουνα σίγουρος ότι δε θα ξανάβλεπα ποτέ
πια την Καμίγια Λόπες.

17.

ΟΜΩΣ ΜΕΓΑΛΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΥΝΕΒΗΣΑΝ ΚΑΙ ΓΩ ΔΕΝ ΕΙΧΑ
κάποιον που να μπορώ να μιλήσω μαζί του γι' αυτά. Κάποτε έφτασε η
μέρα που τελείωσα την ιστορία με τη Βέρα Ρίβκεν. Εκείνες οι φτερωτές
μέρες που καθαρόγραφα την ιστορία κυλάγανε απλά, σαν από μόνες τους.
Χάκμουθ, λίγες μέρες υπομονή και θα δεις κάτι πολύ μεγάλο. Κι έφτασε η
στιγμή που έκλεισα το φάκελο και το έδιωξα με το ταχυδρομείο και άρχισε
η αναμονή και η ελπίδα. Άρχισα πάλι τις προσευχές. Πάλι λειτουργίες και
άγιες κοινωνίες, Έκανα μια εννιάμερη προσευχή. Άναβα κεριά μπροστά
στο βωμό της Παρθένου. Προσευχόμουν για το θαύμα.
Και το θαύμα έγινε. Κι έγινε ως εξής: Στεκόμουνα μπροστά στο παράθυρό
μου και κοίταζα μια σκατομαμούνα που σκαρφάλωνε στο περβάζι. Ήταν
ακριβώς τρεις και τέταρτο, Πέμπτη απόγευμα. Ένα χτύπημα στην πόρτα.
Άνοιξα και κει δα, μπροστά μου, έστεκε το παιδί του τηλεγραφείου.
Υπέγραψα, πήρα το τηλεγράφημα, πήγα και κάθισα στο κρεβάτι μου και
σκεφτόμουνα ότι το κρασί είχε τελικά καταβάλει την καρδιά του γέρου
μου. Το τηλεγράφημα έλεγε: Βιβλίο εγκρίνεται, συμβόλαιο ακολουθεί
σήμερα με γράμμα. Χάχμουθ. Αυτό ήταν όλο. Τ ο τηλεγράφημα έπεσε στο
πάτωμα. Εγώ έμεινα εκεί. Κάποτε έπεσα στο πάτωμα κι άρχισα να φιλάω
το χαρτί. Σύρθηκα με τα τέσσερα κάτω απ’ το κρεβάτι κι έμεινα εκεί. Δεν
είχα πια ανάγκη τον ήλιο και τις ακτίνες του ούτε τη γη ούτε και τον
ουρανό. Έμεινα εκεί ξαπλωμένος περιμένοντας να ξεψυχήσω πανευτυχής.
Τίποτα πια δεν περίμενα σ' αυτή τη ζωή. Η ζωή μου είχε τελειώσει.
Θα 'ρχότανε το συμβόλαιο με το αεροπορικό ταχυδρομείο; Τις επόμενες
μέρες πήγαινα πάνω κάτω στο δωμάτιο. Διάβαζα τις εφημερίδες. Το
αεροπορικό ταχυδρομείο δεν είναι καθόλου, μα καθόλου πρακτικό,
περιέχει πολλούς κινδύνους. Κάτω το αεροπορικό ταχυδρομείο. Κάθε μέρα
πέφτει και κάποιο αεροπλάνο, γεμίζει η γη με παλιοσίδερα, σκοτώνονται
οι πιλότοι: είναι προφανές ότι πρόκειται για φοβερά επισφαλή τρόπο
μεταφοράς, ολόκληρη περιπέτεια για να μεταφερθεί ένα γράμμα, όπως
τότε με τους πρώτους αποίκους, πού στο διάολο ξέμεινε το συμβόλαιό μου;
Τηλεφώνησα στο ταχυδρομικό γραφείο. Ρώτησα ποιες ήταν οι συνθήκες
πτήσεων πάνω από τα βουνά. Καλές. Μήπως Αναφέρθηκαν πτώσεις
αεροπλάνων; Όχι; μα τότε πού είναι το συμβόλαιό μου; Περνούσα ώρες για
να κάνω εξάσκηση στην υπογραφή μου. Αποφάσισα να χρησιμοποιήσω
και το δεύτερο όνομά μου, ολόκληρο το Αρτούρο Ντομινίκ Μπαντίνι, Α.Ν.

Μπαντίνι, Αρτούρο Ν. Μπαντίνι, Α. Ντομινίκ Μπαντίνι. Το συμβόλαιο
ήρθε Δευτέρα πρωί, επείγον. Ένα τσεκ πεντακοσίων δολαρίων εσώκλειστο.
Θεέ μου, πεντακόσια δολάρια. 'Ημουνα πια ένας από τους Μόργκαν*.
Μπορούσα να βγω σε σύνταξη.
Πόλεμος στην Ευρώπη, ο λόγος του Χίτλερ, φασαρίες στην Πολωνία, αυτά
ήταν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της ημέρες. Τι βλακείες! Ε, εσείς
πολεμόχαροι, εσείς γερόντια της βεράντας του 'Αλτα Λόμα Οτέλ, εδώ είναι
γραμμένες οι ειδήσεις, να, εδώ: σ' αυτό το μικρό χαρτάκι, μ' όλες αυτές τις
νομικίστικες λεξούλες για το βιβλίο μου! Να πάει στο διάολο ο Χίτλερ, το
συμβόλαιό μου είναι πολύ πιο σπουδαίο από το Χίτλερ, εδώ πρόκειται για
το βιβλίο μου. Δηλαδή, δε θα κάνει τον κόσμο άνω κάτω, την παραμικρή
ψυχούλα δε θα σκοτώσει κι ούτε τουφεκιά δε θα πέσει, όμως εσύ
αναγνώστη θα το σκέφτεσαι μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής σου κι ενώ
θ' αφήνεις την τελευταία σου πνοή, στη σκέψη του βιβλίου θα χαμογελάς.
Η ιστορία της Βέρα Ρίβκεν, ένα θραύσμα ζωής. Κι όμως, ούτε που τους
ενδιέφερε. Προτιμούσαν τον πόλεμο στην Ευρώπη, τις κωμωδίες στον
κινηματογράφο και τη Λουέλα Πάρσονς, αυτοί οι αξιολύπητοι άνθρωποι,
αυτοί οι φουκαράδες. Κι εγώ καθόμουνα στη βεράντα του ξενοδοχείου και
κούναγα λυπημένα το κεφάλι μου. Σε κάποιον έπρεπε να το πω κι αυτός ο
κάποιος ήταν η Καμίγια. Εδώ και τρεις βδομάδες, από τη βραδιά με τη
μαριχουάνα στην Τεμπλ στρητ, δεν την είχα δει.
Δε δούλευε πια στο σαλούν. Κάποια άλλη κοπέλα είχε πάρει τη θέση της.
Το κορίτσι δεν ήθελε να μου πει τίποτε. Ξαφνικά το Κολούμπια Μπουφέ
μου φαινότανε σαν τάφος. Ρώτησα το χοντρό μπάρμαν. Η Kαμίγια δεν
είχε εμφανιστεί εδώ και δυο βδομάδες. Την είχανε απολύσει; Δεν ήξερε.
Mήπως ήταν άρρωστη; Ιδέα δεν είχε. Κι αυτός δεν ήθελε να μιλήσει.
Μπορούσα να πάρω ταξί και να πάω σπίτι της. Τώρα είχα λεφτά για να
πάρω είκοσι ταξιά και να πηγαινοέρχομαι σε εικοσιτετράωρη βάση.
Mπήκα λοιπόν σ' ένα και με πήγε στην Τεμπλ στρητ, στο σπίτι της
Καμίγιας.
Δοκίμασα την μπετούγια. 'Ηταν ανοιχτά. Μέσα σκοτάδι. Άναψα το φως.
Eκείνη ήτανε ξαπλωμένη στο κρεβάτι του τοίχου. Το πρόσωπό της ήτανε
σαν ξεραμένο φύλλο ρόδου που το κλείσανε μέσα σε βιβλίο, κατακίτρινη·
μόνο τα μάτια της δείχνανε ακόμη ζωντανά, Το δωμάτιο βρώμαγε.
Οι κουρτίνες στα παράθυρα τραβηγμένες, με το ζόρι άνοιξα την πόρτα
γιατί είχε σφηνώσει στο χαλί. Έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης. Xάρηκε
που με είδε. «Αρτούρο» είπε. «Αχ, Αρτούρο».
Δεν έκανα κουβέντα για το βιβλίο και το συμβόλαιο. Ποιος ενδιαφέρεται
τώρα για μυθιστορήματα, ένα ακόμη ψωρομυθιστόρημα. Αυτό το τσούξιμο
που ένιωθα στα μάτια ήτανε για κείνη, αυτά τα ίδια μάτια είχαν δει κάποτε
εκείνο το λυγερό αγριοκόριτσο να τρέχει στην άμμο, κάτω απ' το φως του
φεγγαριού, ένα πανέμορφο κορίτσι, που χόρευε πέρα δώθε μ' ένα δίσκο
στα χέρια. Και τώρα ήταν ξαπλωμένη εκεί, τσακισμένη, δίπλα της σ' ένα
πιατάκι του καφέ κάπνιζαν καφετιά αποτσίγαρα. Είχε παρατήσει τη
* J.P. Morgan (1837-1913): Αμερικανός κεφαλαιούχος, μεγιστάνας των σιδηροδρόμων και
του ατσαλιού. (σ.τ.μ.)

δουλειά της. Ήθελε µόνο να πεθάνει. Αυτές ήταν οι κουβέντες της. «Δε µε
νοιάζει για τίποτε» είπε.
«Πρέπει να φας κάτι» της είπα γω. Το πρόσωπό της ήταν µια νεκροκεφαλή,
µε τσιτωμένο πάνω της ένα ωχρό δέρµα. Κάθισα δίπλα της στο κρεβάτι και
της έπιασα το χέρι, ένιωσα τα κόκαλα των δαχτύλων της και µου έκανε
εντύπωση πόσο τρυφερά και εύθραυστα φαίνονταν. Πριν ήταν τόσο
καλοφτιαγμένη.
«Δεν έχεις φάει τίποτε» της είπα. Δεν είχε όρεξη. «Κι όµως πρέπει να φας
κάτι» είπα γω.
Βγήκα και ψώνισα, λίγες πόρτες παρακάτω σ' ένα µικρό µπακάλικο. Είπα
να µου κατεβάσει ολόκληρο το ράφι. Δώστε µου όλα αυτά κι από κείνα όλο
το καφάσι, κι αυτό, κι εκείνο και τ' άλλο. Γάλα, ψωµιά, χυμούς φρούτων,
φρούτα, βούτυρο, λαχανικά, κρέας, πατάτες. Πήγα κι ήρθα τρεις φορές για
να µπορέσω να τα κουβαλήσω όλα στο διαµερισµατάκι της. Όταν τα
στοίβαξα όλα στην κουζίνα, κοίταξα τα πράγµατα κι έσπαγα το κεφάλι
µου, τι θα 'πρεπε να της φτιάξω.
«Δε θέλω απολύτως τίποτε» είπε εκείνη.
Γάλα. Ξέπλυνα ένα ποτήρι και το γέµισα. Ανασηκώθηκε λιγάκι, το ροζ
νυχτικό της ήταν σκισμένο στον ώµο.
Όπως κινήθηκε για ν' ανασηκωθεί σκίστηκε πιο πολύ. Έκλεισε τη µύτη της
κι ήπιε τρεις γουλιές, της έκοψε την ανάσα και ξαναξάπλωσε αηδιασμένη,
έτοιµη να κάνει εµετό.
«Χυµός φρούτου» της είπα. «Σταφύλι. Είναι γλυκό, έχει πολύ ωραία
γεύση».
Άνοιξα το µπουκάλι, γέµισα ένα ποτήρι και τη βοήθησα να το πιει. Το ήπιε
και ξάπλωσε αγκομαχώντας. Μετά γύρισε το κεφάλι της στο πλάι, έξω απ'
το κρεβάτι κι έκανε εµετό. Καθάρισα όλο το διαµέρισµα. Έπλυνα τα πιάτα.
Κατέβηκα τρέχοντας τη σκάλα, άρπαξα ένα ταξί κι έψαξα σ' όλη την πόλη
για να της πάρω ένα καινούριο νυχτικό. Αγόρασα µερικά γλυκά κι ένα
πακέτο περιοδικά, το Λουκ, το Πικ, το Σικ, το Σακ, το Γουάκ, όλο το ανφάν
γκατέ των περιοδικών, έτσι για να ξεχαστεί λιγάκι, για ν' αλαφρώσει λίγο.
Όταν γύρισα βρήκα την πόρτα κλειστή. Ήξερα πολύ καλά τι σήµαινε αυτό.
Βάρεσα µε τις γροθιές µου την πόρτα. Οι χτύποι ακούγονταν σ' ολόκληρο
το κτίριο. Οι διπλανές πόρτες άνοιξαν, κεφάλια ξεπρόβαλαν. Από τη
σκάλα ανέβηκε µια γυναίκα που φόραγε µια παλιά ρόµπα. Ήταν η
ιδιοκτήτρια· µια ιδιοκτήτρια την αναγνώριζα αµέσως. Στάθηκε στο
κεφαλόσκαλο, φoβήθηκε να πλησιάσει.
«Τι ζητάτε;» είπε.
«Η πόρτα είναι κλειστή» της είπα. «Πρέπει να µπω µέσα».
«Άφησε ήσυχo το κορίτσι» είπε εκείνη. «Σας ξέρω καλά εσάς. Αν δεν την
αφήσετε ήσυχη θα φωνάξω αµέσως την αστυνοµία».
«Μα είµαι φίλος της» είπα γω.
Από µέσα ακούστηκαν υπόκωφα, άγρια και υστερικά γέλια της Καµίγια
που µε διάψευσαν. «Δεν είναι φίλος µου! Δε θέλω να τον δω». Μετά
ακούστηκε πάλι το γέλιο της, διαπεραστικό και φοβισµένο σαν του
πουλιού που 'ναι φυλακισµένο στο κλουβί. Ο διάδροµος γέµισε τώρα
κόσµο, όλοι τους ήτανε µισοντυµένοι. Η ατµόσφαιρα ήταν τεταµένη,
προµήνυε κάποιο κακό. Δυο άντρες µε φανελάκια εµφανίστηκαν στην

άλλη άκρη του διαδρόμου. Ο πιο µεγαλόσωµος µε το πούρο σήκωσε τα
πανταλόνια του και είπε: «Πάµε να πετάξουμε έξω αυτό το λεβέντη».
Έπρεπε κάτι να κάνω. Αποµακρύνθηκα γρήγoρα από κοντά τους,
περνώντας µπροστά από τα αποδοκιµαστικά χαµόγελα της ιδιοκτήτριας,
κατέβηκα τη σκάλα και µόλις έφτασα στο δρόµο το 'βαλα στα πόδια. Στη
γωνία Μπροντγουέι και Τεµπλ είδα ένα σταµατηµένο ταξί. Μπήκα µέσα κι
είπα στον οδηγό να βάλει µπροστά και να φύγει.
Όχι, όχι, δεν ήταν δική µου δουλειά. Αλλά η μνήμη µου είχε σκαλώσει στη
µαύρη χαίτη των µαλλιών της, στο άγριο βάθος των µατιών της, στο
µυρµήγκιασµα που ένιωθα λίγο πιο κάτω απ' την κοιλιά µου εκείνες τις
πρώτες µέρες, όταν την πρωτογνώρισα. Για δυο µέρες κρατήθηκα µακριά
απ' το σπίτι της, µετά δεν µπόρεσα άλλο: ήθελα να τη βοηθήσω. Ήθελα να
τη βοηθήσω να βγει από κείνη την παγίδα µε τις κουρτίνες και να τη
στείλω κάπου στα νότια, στη θάλασσα. Μπορούσα να το κάνω. Είχα ένα
σωρό λεφτά. Σκέφτηκα και το Σάµυ, αλλά αυτός δεν ήθελε ούτε να τη δει.
Αν µπορούσε να φύγει από την πόλη θα της έκανε σίγουρα καλό.
Αποφάσισα να ξαναπροσπαθήσω. Είχε πάει µεσηµέρι. Η ζέστη ήτανε
φoβερή στο δωµάτιό µου. Η λάβρα µου έδωσε την τελευταία σπρωξιά, η
πνιγηρή βαριεστηµάρα, η σκόνη, τα καυτά κύµατα του αέρα που έρχονταν
από την έρημο της Μοχάβε. Πήγα στην πίσω πλευρά του κτιρίου της Τεµπλ
στρητ. Μια ξύλινη σκάλα ανέβαινε στο δεύτερο όροφο. Μια µέρα σαν τη
σημερινή η πόρτα της θα ήταν ανοιχτή για να κάνει λίγο ρεύµα µε το
ανοιχτό παράθυρο. Είχα δίκιο. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη, εκείνη όµως δε
φαινόταν πουθενά. Τα πράγµατά της ήταν µαζεµένα στη µέση του
δωµατίου. Κούτες και βαλίτσες που ξεχείλιζαν από ρούχα. Το κρεβάτι ήταν
κατεβασμένο κι απ' το γυµνό στρώµα έλειπαν τα σεντόνια. Κανένα ίχνος
ζωής. Εκείνη τη στιγµή µου ήρθε στη µύτη η µυρουδιά από απολυµαντικά
Ο χώρος είχε απολυµανθεί. Κατέβηκα τα σκαλιά τρία τρία και πήγα στην
πόρτα της ιδιοκτήτριας.
«Εσείς!» είπε µόλις άνοιξε την πόρτα. «Πάλι εσείς!» και µου βάρεσε την
πόρτα στα µούτρα. Έµεινα εκεί και διαµαρτυρήθηκα. «Είµαι φίλος της»
είπα. «Σας ορκίζοµαι, για τ' όνοµα του Θεού, θέλω να τη βoηθήσω. Πρέπει
να µε πιστέψετε».
«Να φύγετε γιατί θα καλέσω την αστυνοµία».
«Είναι άρρωστη» είπα γω. «Χρειάζεται βoήθεια. Θέλω να τη βοηθήσω.
Πρέπει να µε πιστέψετε».
Η πόρτα άνοιξε. Η γυναίκα στεκόταν εκεί και µε κοίταζε στα µάτια. Μια
κανoνική σε ύψος γυναίκα, γεροδεμένη µε σκληρό κι ανέκφραστο
πρόσωπο. Μου είπε: «Ελάτε µέσα».
Μπήκα σ' ένα γκριζοπράσινο δωµάτιο, παραφορτωµένο µε περίεργα κι
απίθανα πράγµατα, ένα πιάνο, φωτογραφίες µε βαριές κορνίζες στους
τοίχους, χτυπητά χρώµατα στις κουρτίνες, πορτατίφ και βάζα της µοδας.
Μου πρόσφερε κάθισμα, εγώ όµως έµεινα όρθιος.
«Aυτή η κοπέλα έφυγε» µου είπε. «Tρελάθηκε. Έπρεπε να κάνω ό,τι
έκανα».
«Πού βρίσκεται τώρα; Τι της συνέβη;»
«Έπρεπε να το κάνω. Μολονότι ήτανε καλό κορίτσι».

Είχε αναγκαστεί να καλέσει την αστυνοµία - δηλαδή έτσι ισχυριζότανε.
Αυτό έγινε µια µέρα µετά τον ερχοµό µου εδώ. Της είχε στρίψει της
Καμίγια, έσπαγε τα πιάτα, πέταγε τα έπιπλα από το παράθυρο, ούρλιαζε
και κλότσαγε τους τοίχους και ξέσκισε τις κουρτίνες µ’ ένα µαχαίρι. Η
ιδιοκτήτρια τηλεφώνησε στην αστυνοµία. Η αστυνοµία ήρθε, έσπασε την
πόρτα και την έπιασε. Αλλά οι αστυνοµικοί αρνήθηκαν να την πάρουν
μαζί τους. Την κρατάγανε μέχρι που ήρθε το ασθενοφόρο. Μέχρι να την
πάρουνε από κει, εκείνη έβριζε και χτύπαγε όποιον και όπως µπορούσε.
Αυτό ήταν όλο, εκτός βέβαια από το ότι η Καµίγια είχε αφήσει τρεις
βδοµάδες απλήρωτo νοίκι κι αρκετά έπιπλα καταστραµµένα. Η ιδιοκτήτρια
µου είπε το ποσό κι εγώ της έδωσα τα χρήµατα. Μου έγραψε µια απόδειξη,
ενώ χαµογέλαγε µε λιγδερή υποκρισία. «Το 'ξερα ότι είστε καλός νέος» µου
είπε. «Το κατάλαβα από την πρώτη µατιά. Αλλά σ’ αυτή την πόλη δεν
µπορεί πια κανείς να έχει εµπιστοσύνη στους ξένους».

Με το τραµ πήγα στο Δηµοτικό νοσοκομείο. Στο γραφείο Εισαγωγής
ασθενών η νοσοκόμα κοίταξε μια καρτέλα που ήταν γραµµένο το όνοµα
Καµίγια Λόπες. «Μάλιστα, εδώ είναι» είπε η νοσοκόµα. «Αλλά δεν
επιτρέπονται επισκέψεις».
«Πώς είναι;»
«Δεν µπορώ να σας δώσω καµιά πληροφορία».
«Πότε θα µπορέσω να τη δω;»
Ηµέρα επισκέψεων ήταν η Τετάρτη. Έπρεπε να περιµένω τέσσερις ακόµη
µέρες. Bγήκα από το θεόρατο νοσοκομείο και περπάτησα γύρω από τον
εξωτερικό τοίχο. Κοίταζα στα παράθυρα. Μετά µπήκα στο τραµ και γύρισα
από τη Χιλ στρητ πίσω στο Μπάνκερ Χιλ. Τέσσερις µέρες αναμονής. Τις
πέρασα παίζοντας φλίπερ και το ληστή µε το ένα χέρι. Έχασα ένα σωρό
λεφτά, αλλά σκότωσα τον καιρό µου. Την Τρίτη το απόγευµα κατέβηκα στο
κέντρο κι άρχισα να ψωνίζω διάφορα πράγµατα για την Καµίγια.
Αγόρασα. ένα φορητό ράδιο, ένα κουτί γλυκά, ένα μπουρνούζι, κρέµες
προσώπου και διάφορα τέτοια είδη. Μετά πήγα σ' ένα ανθοπωλείο και
παράγγειλα δυο δωδεκάδες καµέλιες. Ήµουνα φορτωμένος σαν χαµάλης
όταν έφτασα την Τετάρτη το απόγευµα στο νοσοκομείο. Οι καµέλιες
είχανε µαραθεί γιατί τη νύχτα είχα ξεχάσει να τις βάλω στο νερό. Ιδρώτας
έτρεχε στο πρόσωπό µου κι ένιωθα τις φακίδες μου να φουντώνουνε
καθώς ανέβαινα τις σκάλες του νοσοκομείου.
Στην υποδοχή ήταν η ίδια νοσοκόμα. Ακούμπησα τα δώρα µου σε µια
πολυθρόνα και ρώτησα για την Καµίγια Λόπες. Η αδελφή κοίταξε την
καρτέλα της. «Η δεσποινίς Λόπες δεν είναι πλέον εδώ» µου είπε. «Έχει
µεταφερθεί». Ένιωθα εξαντληµένος από τη ζέστη. «Πού βρίσκεται τώρα;»
ρώτησα κι εκείνη αναστέναξε σαν να µου έλεγε ότι δεν µπορεί να µου πει.
«Είµαι φίλος της» της εξήγησα. «Θέλω µόνο να τη βoηθήσω».
«Λυπάµαι» είπε η νοσοκόμα.
«Ποιος µπορεί να µου πει;»
Αλήθεια ποιος µπορούσε να µου πει; Έψαξα ολόκληρο το κτίριο ένα
πάτωµα πιο πάνω κι ένα πιο κάτω. Ρώτησα γιατρούς, γιατρουδάκια,
παραγιατρούς, βοηθούς, είδα προϊσταµένες και νοσοκόµες, περίµενα σε

προθάλαμους και σε διαδρόµους, αλλά κανείς δεν θέλησε να µου πει κάτι.
Όλοι τους κοίταζαν τις µικρές καρτέλες κι όλοι µου έλεγαν στο τέλος τα
ίδια: έχει µεταφερθεί. Πεθαμένη δεν ήταν: απλώς την είχαν πάει κάπου
αλλού. Δεν είχε νόηµα να συνεχίσω. Bγήκα από την κύρια είσοδο στο
εκτυφλωτικό φως του ήλιου και πήγα στη στάση του τραµ. Ανεβαίνοντας
στο τραµ θυµήθηκα τα πακέτα µε τα δώρα. Κάπου τα είχα παρατήσει, δε
θυμόμουνα πια σε ποιο προθάλαμο. Ούτε που µ' ένοιαζε. Απαρηγόρητος
επέστρεψα στο Μπάνκερ Χιλ.
Την είχαν µεταφέρει σε άλλη επαρχία ή σε άλλη πολιτεία, επειδή δεν είχε
χρήµατα να πληρώσει. Κι εγώ είχα λεφτά. Είχα τρεις τσέπες γεµάτες
xρήµατα και στο σπίτι, στο άλλο µου πανταλόνι, είχα ακόµη πιο πολλά.
Μπορούσα να τα µαζέψω όλα και να τους τα πάω, αλλά αυτοί δε θέλανε
ούτε να µου πούνε πού την έχουν πάει. Τι χρειάζονταν λοιπόν τα λεφτά;
Θα τα ξόδευα που θα τα ξόδευα, κι όλες αυτές οι αίθουσες, όλοι αυτοί οι
αποστειρωμένοι διάδρομοι που µύριζαν αιθέρα, όλοι αυτοί οι
χαμηλόφωνοι, αινιγματικοί γιατροί, όλες αυτές οι σιωπηλές νοσοκόμες,
όλοι τους µε βγάζανε απ’ τα ρούχα µου. Τα είχε χαµένα όταν κατέβηκα απ'
το τραµ. Στα µισά του δρόµου, ανεβαίνοντας τα σκαλιά του Μπάνκερ Χιλ
κάθισα κάτω, στην είσοδο ενός σπιτιού και κοίταζα την πόλη που
χανότανε µέσα σε µια θολούρα από σκόνη αυτή την προχωρημένη ώρα του
απογεύματος. Η κάψα µε έπνιγε. Πάνω από την πόλη απλωνότανε ένα
άσπρο σύννεφο σαν οµίχλη: ήταν η κάψα της ερήμου, τα µεγάλα κύµατα
του αέρα που έρχονταν από τη Μοχάβε και τη Σάντα 'Ανα, τα
ασπροκίτρινα δάχτυλα της ερήµoυ που τεντώνονταν και ψηλαφούσαν για
ν' αδράξουν την πόλη.

Την επόµενη µέρα ανακάλυψα τι είχε συµβεί µε την Καµίγια. Έκανα
µερικά τηλεφωνήµατα από ένα ντράγκστορ και κάποια στιγµή κατέληξα
στο τηλεφωνικό κέντρο του νοσοκομείου ψυχικών νόσων της Ντελ Μαρία.
Ρώτησα την τηλεφωνήτρια το όνοµα του εφηµερεύοντα γιατρού. «Δόκτωρ
Ντάνιελσον» µου είπε.
«Με συνδέετε µε το γραφείο του;»
Με συνέδεσε. Στην άλλη άκρη µια γυναικεία φωνή. «Γραφείο δόκτορος
Ντάνιελσον».
«Εδώ δόκτωρ Τζόουνς» είπα γω. «Θα ήθελα να µιλήσω µε το δόκτορα
Ντάνιελσον. Πρόκειται για µια επείγουσα περίπτωση».
«Περιµένετε παρακαλώ».
Μετά άκουσα µια αντρική φωνή, «Ναι, δόκτωρ Ντάνιελσον».
«Γεια σας γιατρέ» είπα. «Εδώ δόκτωρ Τζόουνς, Έντµοντ Τζόουνς από το
Λος Άντζελες. Έχει µεταφερθεί σε σας µια ασθενής, κάποια δεσποινίς
Καµίγια Λόπες. Θα ήθελα να ρωτήσω για την κατάστασή της».
«Ακόµη δεν έχουµε κάτι θετικό» αποκρίθηκε ο Ντάνιελσον. Είναι υπό
παρακολούθηση. Πώς είπατε ότι ονοµάζεστε; Έντµοντ Τζόουνς;»
Κατέβασα το ακουστικό. Είχα µάθει τουλάχιστον πού βρισκότανε. Για να
το µάθω, ολόκληρη ιστορία. Για να µπορέσω να τη δω θα ζούσα µια άλλη

ιστορία. Έµοιαζε ακατόρθωτο. Μίλησα µε ανθρώπους που γνώριζαν τα
πράγµατα. Έπρεπε κανείς να είναι συγγενής του ασθενούς και να
µπορέσει να το αποδείξει. Έπρεπε να γίνει γραπτή αίτηση και αφού πρώτα
ερευνούσανε, θα έδιναν την άδεια. Δεν επιτρεπότανε στους ασθενείς να
παραλάβουν γράψαντα και δώρα. Δεν επεχείρησα να πάω στην Ντελ
Μαρία. Ένιωθα ότι είχα κάνει ό,τι περνούσε απ' το χέρι µου. Εκείνη ήτανε
ψυχικά άρρωστη κι εγώ δεν µπορούσα πλέον να κάνω τίποτα. Άσε που
αγαπούσε το Σάµυ.
Οι µέρες περνούσαν. Άρχισαν οι χειμωνιάτικες βροχές. Τέλος Οκτώβρη
ήρθανε οι διορθώσεις του βιβλίου µου. Αγόρασα αυτοκίνητο, µια Φορντ του
'29. Ήταν ανοιχτό κι έτρεχε σαν τον άνεµο κι όταν πέρασε η εποχή των
βροχών άρχισα να πηγαίνω µακρινές βόλτες στη γαλάζια παραλία, πότε
ψηλά στrι Βεντούρα, πότε στη Σάντα Μπάρµπαρα ή κάτω στο Σαν
Κλεµέντε, στο Σαν Ντιέγκο, ακολουθούσα τις λευκές γραµµές της
ασφάλτου, κάτω απ’ τ’ αστέρια που λάµπανε ψηλά, τα πόδια µου στο
πεντάλ το κεφάλι γεµάτο σχέδια για ένα νέο βιβλίο, µια νύχτα µετά την
άλλη, µαγικές ώρες ονείρου που δεν τις είχα ξαναζήσει πριν, ούτε
τολµούσα να τις φανταστώ. Περιφερόµουνα µε τη Φορντ µου µέσα στην
πόλη: ανακάλυψα γωνιές και σοκάκια µυστηριώδη, µοναξιάρικα δέντρα,
γκρεµισµένα παλιά σπίτια που χάνονταν βουλιάζοντας στο παρελθόν.
Περνούσα µερόνυχτα µέσα στη Φορντ και σταµατούσα µόνο για να φάω
κανένα χάµπουργκερ και να πιω έναν καφέ σε κάποια περίεργα καφενεία
στις άκρες του δρόµου. Αυτή ήταν ζωή για έναν άντρα, να περιπλανιέται,
να σταµατάει πότε πότε και να ξαναφεύγει χωρίς σκοπό ακολουθώντας
τις ασπρουδερές παραλίες, κάποια στιγµή ξεκούρασης, ν’ ανάβει το
επόµενο τσιγάρο και να χαζεύει τον εντυπωσιακό ουρανό της ερήµoυ
ψάχνοντας για το νόηµα της ζωής.
Κάποια νύχτα πέρασα από κείνη τη µεριά της Σάντα Μόνικα, όπου η
Καμίγια και γω είχαμε πάει εκείνη τη βραδιά να κολυμπήσουμε.
Σταμάτησα και κοίταξα τους αφρούς των µεγάλων κυµάτων και τη
µυστηριώδη αχλή. Θυµόµουνα το κορίτσι που έτρεχε σιωπηλό στους
αφρισµένους παφλασµούς των µεγάλων κυµάτων, στην άγρια ελευθερία
εκείνης της νύχτας. Αχ, εκείνη η Καµίγια, εκείνο το κορίτσι, αχ!
Και κείνη τη νύχτα, µέσα Νoέµβρη, που κατέβαινα τη Σπρινγκ στρητ και
σκάλιζα στα παλαιοπωλεία τα παλιά βιβλία. Το Κολούµπια Μπουφέ ήταν
µόλις ένα τετράγωνο πιο πέρα. Δεν πάω από κει, είπα στον εαυτό µου, για
να θυµηθώ τα παλιά; Πήγα στο µπαρ και παράγγειλα µια µπίρα. Τώρα πια
ήµουνα παλιά καραβάνα. Τώρα μπορούσα να κοιτάζω τριγύρω
χαμογελώντας µε νόηµα και αναλογιζόµουνα την εποχή που το µαγαζί
ήταν στα µεγαλεία του. Τώρα πια τέρµα. Κανείς δε µε ήξερε, ούτε η
γκαρσόνα που 'χε το στόµα της γεµάτο τσίχλες ούτε κι οι δυο γυναίκες
µουσικοί που γρατσούναγαν µε το βιολί και το πιάνο τις ίδιες πάντα
μελωδίες Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης.
Να όµως, που ο χοντρός µπάρµαν µε θυµήθηκε. Στηβ ή Βινς ή Βίνυ, όπως
κι αν τον λέγανε. «Πάει καιρός που δε φανήκατε από δω» µου είπε.
«Ναι, από τότε που σταµάτησε η Καµίγια» είπα γω.

Πλατάγισε τη γλώσσα του. «Τι κρίµα» είπε. «Ένα τόσο καλό κορίτσι». Κι
αυτό ήταν όλο. Ήπια ακόµη µια µπίρα, µετά µια τρίτη. Με κέρασε την
τέταρτη κι εγώ κέρασα τον επόµενο γύρο. Κι έτσι συνεχίστηκε για καµιά
ώρα. Έτσι όπως στεκότανε µπροστά µου έχωσε το χέρι στην τσέπη κι
έβγαλε ένα απόκοµµα από εφηµερίδα. «Αυτό µάλλον θα το 'χετε διαβάσει»
είπε. Ήτανε όλες κι όλες έξι αράδες, µ' ένα µικρό υπότιτλο, στο κάτω µέρος
της σελίδας:
Η τοπική αστυνομία καταζητεί από σήµερα
το πρωί την Καµίγια Λόπες, 22 ετών, από
το Λος Άντζελες, της οποίας η εξαφάνιση
έγινε αντιληπτή από τους υπεύθυνους του
ψυχιατρείου χτες τη νύχτα.

Το απόκοµµα ήταν µιας βδοµάδας. Παράτησα την µπίρα στη µέση κι
έφυγα βολίδα για το λόφο µέχρι το δωµάτιό µου. Κάτι µέσα µου µού έλεγε
ότι θα ερχότανε εδώ. Αισθανόµουνα τη νοσταλγία της να ξαναβρεθεί εδώ.
Τράβηξα µια καρέκλα µπροστά στο παράθυρο, κάθισα κι ακούµπησα τα
πόδια µου στο περβάζι. Με όλα τα φώτα αναµµένα, άναψα τσιγάρο και
περίµενα. Βαθιά µέσα µου πίστευα ότι θα ερχότανε, ήξερα ότι δεν υπήρχε
κανείς άλλος γι' αυτή. Κι όµως δεν ήρθε. Πήγα στο κρεβάτι και ξάπλωσα,
το φως το άφησα αναµµένο. Σχεδόν ολόκληρη την επόµενη µέρα και τη
νύχτα έµεινα µέσα περιµένοντας το χτύπηµα των χαλικιών στο τζάμι.
Μετά την τρίτη νύχτα η πεποίθησή μου ότι θα έρθει άρχισε να χάνεται.
Όχι, δε θα ερχότανε εδώ. Θα πήγαινε στο Σάµυ να κρυφτεί, στον αληθινό
της έρωτα. Ο Αρτούρο Μπαντίνι θα ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα
σκεφτότανε να πάει. Αυτό με βόλεψε. Στο κάτω κάτω εγώ ήµουν τώρα
ένας μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος έλεγα στον εαυτό µου και
βαυκαλιζόµουνα.
Το άλλο πρωινό έλαβα το πρώτο από τα τηλεγραφήματά της, τέλη
πληρωτέα από τον παραλήπτη. Με παρακαλούσε να της στείλω χρήµατα:
Ρίτα Γκόµες, Ουέστερν Γιούνιον, Σαν Φραντσίσκο. Το τηλεγράφηµα είχε το
όνοµα Ρίτα, αλλά η ταυτότητα του προσώπου ήτανε πρoφανής. Της
έστειλα είκοσι δολάρια και της έγραψα να έρθει νότια µέχρι τη Σάντα
Μπάρµπαρα κι εκεί θα τη συναντούσα, Η απάντησή της έλεγε: «Προτιµώ
να πάω βόρεια, ευχαριστώ, λυπάµαι. Ρίτα».
Το δεύτερο τηλεγράφηµα ήρθε από το Φρέσνο. Πάλι µια παράκληση για
αποστολή χρηµάτων, Ρίτα Γκόµες. Δυο µέρες µετά το πρώτο τηλεγράφηµα.
Κατέβηκα στο κέντρο και της έστειλα δεκαπέντε δολάρια. Έµεινα ώρα στο
τηλεγραφείο για να της γράψω ένα µήνυµα που θα της το παραδίνανε
µαζί µε τα λεφτά. Δεν ήξερα τι να γράψω. Στο τέλος τα παράτησα κι
έστειλα µόνο τα χρήµατα. Ό,τι και να της έγραφα, σκεφτόμουνα, για την
Καµίγια Λόπες δε θα είχε ενδιαφέρον. Όµως, ένα ήτανε σίγουρο. Το
ορκίστηκα στο δρόµο του γυρισµού: από µένα δεν επρόκειτο να ξαναδεί
φράγκο. Από δω κι εµπρός θα ήµoυνα πιο προσεκτικός.
Το τρίτο της τηλεγράφηµα έφτασε Σάββατο βράδυ, -η ίδια παράκληση,
τούτη τη φορά από το Μπέικερσφιλντ. Για δυο ώρες κράτησα τον όρκο µου.

Μετά άρχισα να τη βλέπω µπροστά µου να γυρνάει απελπισµένη, χωρίς
δεκάρα, πιθανότατα µέσα σε δυνατή βροχή. Της έστειλα πενήντα δολάρια
µαζί µε την παραγγελία ν' αγοράσει µερικά ρούχα για να μη βρέχεται.

18.

ΤΡΕΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΜΕΤΑ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΜΕ Τ' ΑΜΑΞΙ,
βρήκα την πόρτα του δωματίου µου κλεισμένη από μέσα. Ήξερα πολύ
καλά τι σήμαινε αυτό. Χτύπησα την πόρτα, αλλά δεν πήρα απάντηση.
Φώναξα τ' όνοµά της. Έτρεξα στο διάδρομο, βγήκα από την πίσω πόρτα
και µετά ανέβηκα στην πλαγιά του λόφου µέχρι το παράθυρό µου. Ήθελα
να την πιάσω επ' αυτοφώρω. Το παράθυρο ήταν κλειστό και η κουρτίνα
τραβηγμένη, είχε µείνει όµως µια χαραμάδα κι από κει µπορούσα να δω
µέσα στο δωμάτιο. Το πορτατίφ στο γραφείο ήταν αναµµένο κι έβλεπα
αρκετά καθαρά, όµως εκείνη δε φαινότανε πουθενά. Η πόρτα της
ντουλάπας ήτανε κλειστή και κατάλαβα ότι ήτανε χωµένη εκεί µέσα.
Έσπρωξα το παράθυρο προς τα πάνω. Το ανασήκωσα τόσο που να χωράω
να περάσω και γλίστρησα µέσα αθόρυβα. Στις µύτες των ποδιών πλησίασα
στην ντουλάπα. Την άκουσα να κινείται από µέσα, προφανώς ήτανε
καθισµένη στο πάτωµα. Λίγος καπνός µε τη µυρουδιά της µαριχουάνας
έβγαινε από µέσα.
Έπιασα το πόµολο της ντουλάπας και τελείως ξαφνικά ξεφούσκωσε µέσα
µου η επιθυµία να την πιάσω απροετοίµαστη. Η ταραχή θα ήτανε το ίδιο
µεγάλη για µένα, όπως και για κείνη. Τότε θυµήθηκα κάτι που µου είχε
συµβεί όταν ήµουνα πιτσιρικάς. Ήτανε µια ντουλάπα σαν αυτή εδώ, εγώ
ήµουνα κρυµµένος µέσα και κάποια στιγµή, εντελώς ξαφνικά, την ήχε
ανοίξει η µάνα µου. Θυµόµουνα καλά την τροµάρα που πήρα, έτσι
αποµακρύνθηκα αθόρυβα πάλι απ' την ντουλάπα και κάθισα στην
καρέκλα του γραφείου. Έπειτα από πέντε λεπτά δεν άντεχα να µείνω άλλο
στο δωµάτιο. Δεν ήθελα πια να καταλάβει ότι είχα µπει εδώ µέσα.
Σκαρφάλωσα στο παράθυρο, το κατέβασα και ξαναγύρισα µπροστά στην
είσοδο, Περίµενα λίγη ώρα. Όταν υπέθεσα ότι θα είχε πια τελειώσει,
ανέβηκα πάνω και περπατώντας µε βαριά βήµατα προς την πόρτα του
δωµατίου µου άνοιξα και μπήκα.
Ήτανε ξαπλωμένη στο κρεβάτι, το λεπτό χεράκι της σκέπαζε τα µάτια της.
«Καµίγια!» της είπα. «Ήρθες εδώ!» Ανασηκώθηκε και µε κοίταξε µε µαύρα
µάτια που κολύµπαγαν στο ντελίριο, σκούρα και λάγνα µατιά, αιχµάλωτη
του ονείρου, ο λαιµός της τεντώθηκε τονίζοντας το καρύδι του λαιµού. Τα
χείλη της δεν κινήθηκαν, όµως η έκφραση του προσώπου της, τα κάτασπρα
δόντια της που τώρα φαίνονταν πιο µεγάλα, το φοβισμένο χαμόγελο, όλα
πάνω της µίλαγαν µεγαλόφωνα για τις µέρες και νύχτες φόβου που την
έσφιγγαν σαν σάβανο. Δαγκώθηκα για να µην ουρλιάξω. Έτσι καθώς

πλησίαζα στο κρεβάτι εκείνη ανασηκώθηκε και πήρε µια φοβισμένη στάση
σαν να περίµενε ότι θα τη χτυπούσα.
«Έλα ησύχασε» της είπα. «Όλα θα φτιάξουνε. Φαίνεσαι µια
χαρά».
«Σ’ ευχαριστώ για τα λεφτά» είπε κι ήτανε η ίδια φωνή, βαθιά και έρρινη.
Είχε αγοράσει καινούρια ρούχα, φτηνά και φανταχτερά: το φόρεµα από
συνθετικό µετάξι φωτεινό κίτρινο µε µια µαύρη βελούδινη ζώνη· δίχρωµα
κιτρινοµπλέ παπούτσια και σοσονάκια µε πράσινες και κόκκινες ρίγες στο
πάνω µέρος. Τα νύχια της βαµµένα µε κόκκινο της φωτιάς βερνίκι και στον
καρπό του χεριού βραχιόλι µε πράσινες και κίτρινες χάντρες. Όλα αυτά τ'
ανοιχτά χρώµατα τόνιζαν τη χλοµάδα του προσώπου και του λαιµού της.
Παλιά, µ' εκείνη την απλή άσπρη ποδιά που φόραγε στη δουλειά ήταν
πανέµορφη. Δεν τη ρώτησα τίποτε. Ό,τι ήθελα να μάθω ήταν γραμμένο
στο βασανισμένο της πρόσωπο. Δεν έδειχνε άρρωστη ψυχικά. Αντίθετα
φαινότανε τροµοκρατημένη, τα µεγάλα πεινασµένα µάτια της, που µε τη
µαριχουάνα είχαν ανοίξει κι άλλο, κραύγαζαν το φόβο της.
Δεν µπορούσε να µείνει στο Λος Άντζελες. Χρειαζόταν ησυχία, τη
δυνατότητα να τρώει και να κοιµάται πολύ, να πιει ποσότητες γάλα και να
κάνει µακρινούς περιπάτους. Στη στιγµή άρχισα να κάνω σχέδια. Στη
Λαγκούνα Μπητς! Αυτό ήταν το µέρος για κείνη. Τώρα το χειµώνα θα
µπορούσα να βρω ένα φτηνό σπίτι για να µείvoυµε. Θα µπορούσα να η
φροντίζω και ν’ αρχίσω ένα καινούριο βιβλίο. Δε χρειαζότανε να
παντρευτούμε και δε µε πείραζε να περνούσαµε µαζί µια ζωή σαν αδελφός
και αδελφή. Θα µπορούσαµε να πηγαίνουµε για κολύµπι και να κάνουµε
µεγάλες βόλτες στις παραλίες της Μπαλµπόα. Κι όταν θα έπεφτε η βαριά
ομίχλη θα καθόµαστε στο τζάκι κι όταν θα σηκωνότανε θύελλα απ' τη
µεριά της θάλασσας θα σκεπαζόµαστε µε βαριές κουβέρτες. Αυτή ήταν η
βασική ιδέα: αλλά τη στόλισα µε µμπιχλιμπίδια και την άφησα να στάξει
µε λέξεις παραμυθένιες στ' αυτιά της, και το πρόσωπό της φωτίστηκε κι
έµπηξε τα κλάµατα.
«Κι ένα σκύλο!» της είπα. «Θα σου έχω κι ένα σκυλάκι. Ένα κουταβάκι,
σκωτσέζικο τεριέ. Και θα τον λέµε Ουίλι».
Χτύπησε παλαµάκια. «Α, Ουίλι» είπε. «Έλα δω, Ουίλι! Ουίλι, εδώ, εδώ
γρήγορα!»
«Κι ένα γατούλη» της είπα. «Ένα γάτο Σιάµ. Θα τον λέµε Τσανγκ. Ένα
γάταρδο µε χρυσαφένια µάτια».
Ανατρίχιασε και σκέπασε το πρόσωπό της µε τα χέρια. «Όχι, όχι» είπε. «Τις
µισώ τις γάτες».
«Εντάξει. Όχι γάτες. Κι εγώ τις µισώ».
Συνέχισε εκείνη τώρα τ' όνειρο, συµπλήρωνε την εικόνα µε τις δικές της
πινελιές, τα µάτια της έλαµπαν απ' το κέφι σαν φωτεινά λαµπόγυαλα. «Κι
ένα άλογο» είπε. «Κι όταν θα κερδίζεις πολλά λεφτά θα πάρουµε κι ένα
άλογο».
«Θα βγάζω εκατοµµύρια» της είπα.
Γδύθηκα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Εκείνη είχε άσκημο ύπνο, ξύπναγε
απότοµα, τιναζότανε, βόγκαγε βαθιά και παραµιλούσε. Μερικές φορές
ανασηκωνότανε, άναβε το φως και κάπνιζε. Εγώ έµενα ξαπλωµένος µε
κλειστά µάτια και προσπαθούσα να κοιμηθώ. Κάποια στιγµή σηκώθηκε,
φόρεσε το µπουρνούζι µου και πήγε στο γραφείο που είχε αφήσει ην

τσάντα της. Μια άσπρη πλαστική τσάντα γεµάτη µε διάφορα πράγµατα.
Την άκουσα που φόρεσε τις παντόφλες µου και χώθηκε αθόρυβα στην
τουαλέτα. Έλειψε για δέκα λεπτά. Όταν ξαναγύρισε ήταν ήσυχη. Νόµιζε
ότι κοιµάµαι και ήρθε και µε φίλησε απαλά. Η µυρουδιά της µαριχουάνας
µε χτύπησε στη µύτη. Την υπόλοιπη νύχτα κoιµήθηκε βαθιά, το πρόσωπό
της ήταν γαλήνιo.
Την άλλη µέρα κατά τις οκτώ βγήκαµε απ' το παράθυρο και κατεβήκαμε
την κατηφοριά του ξενοδοχείου, εκεί που ήταν παρκαρισμένη η Φορντ.
Εκείνη αισθανότανε χάλια, τα µούτρα της τραβηγµένα απ' την αϋπνία.
Ξεκινήσαµε. Διασχίσαµε πρώτα την πόλη, έστριψα προς το Κένσοου και
από κει σ’ όλο το μήκος του Λονγκ Μπητς Μπουλβάρ. Εκείνη κοίταζε
µπροστά σκοτεινιασµένη, το κεφάλι της χαµηλωµένο, ο παγωµένος
πρωινός αέρας της χτένιζε τα µαλλιά. Σταµατήσαµε για πρωινό στο
Μέυγουντ σ' ένα καφενείο στο δρόµο. Παράγγειλα λουκάνικα µε αβγά,
χυµό φρούτου και καφέ. Εκείνη ζήτησε ένα σκέτο καφέ. Μόλις ήπιε την
πρώτη γουλιά άναψε τσιγάρο. Ήθελα να ψάξω την τσάντα της, γιατί
ήξερα ότι εκεί µέσα έκρυβε τη µαριχουάνα, όµως την κράταγε πάνω της
σφιχτά σαν να ’τανε η ίδια η ζωή της. Ήπιαμε κι ένα δεύτερο καφέ και
µετά συνεχίσαμε το ταξίδι. Τώρα ένιωθε καλύτερα, όµως δεν είχε κέφι. Δεν
έλεγα τίποτα.
Δυο-τρία χιλιόμετρα έξω απ' το Λονγκ Μπητς περάσαµε µπροστά από ένα
αγρόκτημα που πουλούσε σκυλιά. Oδήγησα το αυτοκίνητο µέσα και
κατεβήκαµε. Ήτανε ένας αυλόγυρος µε φοινικιές και ευκαλύπτους. Απ'
όλες τις µεριές εµφανίστηκαν σκυλιά που τρέξανε κοντά µας γαβγίζοντας
φιλικά. Τα σκυλιά της κάνανε χαρές, νιώθανε ότι είναι φίλη τους και για
πρώτη φορά εκείνο το πρωινό γέλασε. Ήταν διάφορες ράτσες, κόλεϋ,
αστυνοµικά σκυλιά, τεριέ, εκείνη γονάτισε για να µπορεί να τ' αγκαλιάσει,
αυτά πηδάγανε και γαβγίζανε τριγύρω της και τη γλείφανε µε τις κόκκινες
γλώσσες τους. Πήρε ένα τεριέ στην αγκαλιά της και το κούναγε πέρα δώθε
σαν μωρό, ενώ έβγαζε μικρές κραυγές ευχαρίστησης. Το πρόσωπό της
έλαµπε πάλι, είχε πάρει χρώµα, ήταν το πρόσωπο της παλιάς Καµίγια.
Ο ιδιοκτήτης του σκυλοτροφείου εµφανίστηκε από την πίσω βεράντα.
Ήταν ένας γέροντας µε κοντοκοµµένη άσπρη γενειάδα που κούτσαινε και
στηριζότανε σ' ένα µπαστούνι. Εµένα τα σκυλιά µου 'δωσαν ελάχιστη
προσοχή. Έρχονταν κοντά µου, µύριζαν τα παπούτσια και τα πόδια µου κι
αποµακρύνονταν. Όχι ότι είχανε κάτι εναντίον µου, αλλά προτιµούσανε
φανερά την Καµίγια που µμιλούσε την παράξενη γλώσσα τους. Είπα στο
γέροντα ότι θέλαμε ένα κουτάβι κι εκείνος ρώτησε ποιας ράτσας. Αυτό θα
το αποφάσιζε η Καµίγια, αλλά δεν µπορούσε να διαλέξει. Είδαµε µερικά
κουτάβια, µετά άλλα και µετά άλλα κι άλλα. Ήτανε όλα τους τόσο
µικρούτσικα, που σου έσφιγγαν την καρδιά, µικρές τριχωτές µπαλίτσες,
τόσο τρυφερούλια που δεν µπορούσες να τους αντισταθείς. Στο τέλος
βρήκαµε το σκύλο που εκείνη ήθελε: ένα κάτασπρο κόλεϋ. Δεν είχε κλείσει
έξι βδοµάδες, ήταν χοντρούλης και περπάταγε µε δυσκολία. Η Καµίγια τον
άφησε κάτω κι εκείνος παραπατούσε ανάµεσα στα πόδια της, έκανε
μερικά βηµατάκια κι έπεφτε κι αµέσως τον έπαιρνε ο ύπνος. Αυτό το
σκυλάκι το ήθελε πιο πολύ απ' όλα τ' άλλα.

Ξεροκατάπια όταν ο γέροντας µου είπε «είκοσι πέντε δολάρια», όµως µας
το έδωσε µε όλα του τα χαρτιά. Η µάνα του, µια άσπρη σκύλα, µας
ακολούθησε ως το αυτοκίνητο και γαύγιζε σαν να µας έλεγε να κοιτάξετε
να τον αναθρέψετε σωστά. Φεύγοντας γύρισα και κοίταξα πίσω. Στην
είσοδο καθότανε η άσπρη σκύλα, τ' αυτιά της όρθια, το κεφάλι της γερµένο
στο πλάι. Μας κοίταζε µέχρι που χαθήκαµε στον αυτοκινητόδροµο.
«Ουίλι» είπα γω. «Να τος ο Ουίλι»,
Ο σκυλάκος ήτανε ξαπλωµένος πάνω στα πόδια της και κλαυθµήριζε.
«Όχι» είπε εκείνη. «Τη λένε Χιονάτη».
«Μα αυτό είναι όνοµα για θηλυκά» της είπα.
«Και τι πειράζει;»
Oδήγησα το αυτοκίνητο στο πλάι του δρόµου και φρενάρισα.
«Εµένα όµως µε πειράζει» είπα εγώ. «Θα δώσεις στο σκυλί ένα άλλο όνοµα
ή θα το πάµε πίσω».
Εντάξει» ενέδωσε. «Τον λένε Ουίλι».
Ένιωσα καλύτερα. Δε χρειάστηκε να µαλώσουµε γι' αυτό. Ο Ουίλι είχε
καλή επίδραση πάνω της. Είχε ηρεµήσει κι έδειχνε να σκέφτεται λογικά. Η
υπερδιέγερση φαινότανε να την έχει εγκαταλείψει και η γραµµή των
χειλιών της είχε γλυκάνει. Ο Ουίλι είχε αποκοιμηθεί στα πόδια της, ενώ
βύζαινε το μικρό της δαχτυλάκι. Νότια του Λονγκ Μπητς σταµατήσαµε σ'
ένα ντράγκστορ κι αγοράσαµε ένα µπιμπερό κι ένα µπουκάλι γάλα.
Ο σκυλάκος έπεσε σαν τρελός πάνω του και ρούφαγε. Η Καµίγια
τεντώθηκε, σήκωσε τα χέρια της, πέρασε τα δάχτυλα µέσα στα µαλλιά της
και χασμουρήθηκε ευχαριστημένη. Φαινόταν πολύ ευτυχισμένη.
Ακολουθήσαµε τις υπέροχες άσπρες γραµµές του δρόµου µε κατεύθυνση
πάντα το νότο. Πήγαινα αργά. Ήταν µια γλυκιά µέρα, ο ουρανός έµοιαζε
σαν θάλασσα και η θάλασσα σαν ουρανός. Στα αριστερά µας οι
χρυσαφένιοι λόφοι, το χρυσάφι του χειμώνα. Μια µέρα χωρίς λέξεις, μόνο
να θαυμάζεις τα μοναξιάρικα δέντρα, τους κυματισμούς στην άµµο, τα
άσπρα βράχια στις άκρες του δρόµου. Εδώ ήταν η πατρίδα της Καµίγια, η
δική της γη, η θάλασσα κι η έρηµος, το υπέροχο χώµα, ο απέραντος
ουρανός και πέρα στα ορεινά ένα φεγγάρι που ’χε περισσέψει από την
προηγούμενη νύχτα.
Πριν απ' το µεσηµέρι φτάσαµε στη Λαγκούνα. Για ώρες έτρεχα στους
µεσίτες και επισκεπτόµουνα διάφορα σπίτια. Της Καµίγια της άρεσαν όλα.
Ο Ουίλι την είχε κατακτήσει. Δεν την ενδιέφερε καθόλου πού θα έµενε,
φτάνει µόνο να τον είχε µαζί της. Το σπίτι που µου άρεσε είχε διπλή
κωνική στέγη κι έναν άσπρο καφασωτό φράχτη γύρω γύρω, ούτε πενήντα
µέτρα µακριά από την ακρογιαλιά. Η πίσω αυλή του ήταν ένα άσπρο
κρεβάτι από άµµο. Ήταν καλά επιπλωµένο, είχε φωτεινές κουρτίνες στα
παράθυρα κι ήταν φρεσκοβαμμένο. Αυτό που µου άρεσε πιο πολύ ήταν το
δωµάτιο στο πάνω πάτωµα που έβλεπε τη θάλασσα. Θα έβαζα τη
γραφoµηχανή µου µπροστά στο παράθυρο κι εκεί θα εργαζόµουνα. Αχ,
µόνο που θα κοίταζα έξω απ' το παράθυρο και θα µου ’ρχονταν οι καλές
ιδέες. Από τη στιγµή που είδα αυτό το δωµάτιο αναστατώθηκα κι έβλεπα
κιόλας τον εαυτό µου να γεµίζει µε φράσεις τις σελίδες.

Όταν κατέβηκα κάτω, η Καµίγια και ο Ουίλι είχανε φύγει και κάνανε
βόλτα στην παραλία. Στάθηκα στην πίσω πόρτα και την κοίταζα που είχε
φτάσει γύρω στα τετρακόσια µέτρα µακριά. Την έβλεπα που έσκυβε,
κτύπαγε τα χέρια της παλαµάκια κι έτρεχε στην άµµο κι ο Ουίλι πίσω της
που σκουντούφλαγε. Στην πραγµατικότητα τον Ουίλι δεν µπορούσα να
τον διακρίνω, τόσο µικρούλης που ήτανε και στην άσπρη άµµο δεν
ξεχώριζε καθόλου. Στο τραπέζι της κουζίνας η Καµίγια είχε αφήσει την
τσάντα της. Την άνοιξα κι αναποδογύρισα το περιεχόμενο πάνω στο
τραπέζι, μπροστά µπροστά δυο κουτάκια καπνού Πρινς 'Αλµπερτ µε
µαριχουάνα, πήγα και τ' άδειασα στην τουαλέτα, τα κουτάκια τα πέταξα
στα σκουπίδια.
Μετά βγήκα έξω και κάθισα στα σκαλιά της βεράντας στο ζεστό ήλιo και
αρακολουθούσα την Καµίγια και το σκύλο που είχαν πάρει το δρόµο της
επιστροφής. Η ώρα ήταν περίπου δύο. Έπρεπε να γυρίσω στο Λος
Άντζελες, να µαζέψω τα πράγµατά µου και να εξoφλήσω το ξενοδοχείο.
Θα µου έπαιρνε πέντε ώρες. Άφησα στην Καµίγια λεφτά για ν' αγοράσει
φαγητό και τ' απαραίτητα για το σπίτι. Όταν έφευγα εκείνη είχε ξαπλώσει
ανάσκελα, το πρόσωπό της στον ήλιo. Ο Ουίλι κοιµότανε, µια µπάλα πάνω
στην κοιλιά της. Φώναξα ένα γεια, άφησα το ντεµπραγιάζ κι έστριψα στον
παραλιακό αυτοκινητόδροµο.

Στο δρόµο της επιστροφής, φορτωµένος µε τη γραφoµηχανή, βιβλία,
βαλίτσες, έπαθα λάστιχο. Το σκοτάδι έπεφτε γρήγoρα. Είχε πάει σχεδόν
εννιά η ώρα όταν έφτασα στον κήπο του σπιτιού µας. Δεν υπήρχε φως
αναµµένο. Κλείδωσα την έξω πόρτα και την φώναξα. Καµιά απάντηση.
Άναψα όλα τα φώτα κι έψαξα όλα τα δωµάτια κι όλες τις ντουλάπες.
Κανείς. Κανένα ίχνος από κείνη και τον Ουίλι. Ξεφόρτωσα τα πράγµατά
µου. 'Ισως να πήγε κάποια βόλτα µε το σκύλο. Όµως κορόιδευα τον εαυτό
µου. Τα µεσάνυχτα άρχισα ν' αµφιβάλλω πως θα γυρίσει και στη µία
ήµoυνα πια σίγουρος. Έψαξα πάλι παντού τριγύρω µήπως βρω κάποιο
µήνυµα, κάποιο σηµείωµα. Ούτε ίχνος. Ήταν σαν να µην είχε ποτέ
πατήσει το πόδι της σ' αυτό το σπίτι. Αποφάσισα να µείνω. Το νοίκι ήταν
πληρωµένο για ένα µήνα κι ήθελα να ζήσω το πάνω δωµάτιο. Koιμήθηκα
εκείνη τη νύχτα εκεί, αλλά την επόμενη µέρα άρχισα να µισώ το µέρος.
Μαζί µ' εκείνη είχε γίνει για µένα ο τόπος κάποιου ονείρου· χωρίς εκείνη
ήτανε απλώς ένα σπίτι. Ξαναφόρτωσα τα πράγµατά µου στο πίσω
κάθισµα και γύρισα στο Λος Άντζελες. Όταν επέστρεψα διαπίστωσα ότι
την προηγούμενη νύχτα κάποιος άλλος είχε νοικιάσει στο μεταξύ το παλιό
μου δωμάτιο. Τώρα όλα πήγαιναν ανάποδα. Πήρα ένα άλλο δωµάτιο στο
ισόγειο, που όµως δε µου άρεσε. Το καινούριο δωμάτιο µου φαινόταν ξένο,
κρύο, γυµνό από µνήµες. Όταν κοίταζα από το παράθυρο, το έδαφος ήταν
έξι µέτρα κάτω µου. Κανείς δεν µπορούσε να πηδήσει σ' αυτό το παράθυρο,
καµιά πετραδίτσα στο τζάµι δεν έφτανε µέχρι εδώ. Έβαζα τη
γραφομηχανή µου εδώ, µετά εκεί. Πουθενά δεν ήτανε η σωστή θέση. Κάτι
πήγαινε στραβά, όλα πήγαιναν στραβά.

Έκανα µια βόλτα στους δρόµους. Θεέ µου, ήµoυνα πάλι εδώ και τριγύριζα
άσκοπα στην πόλη. Κοίταζα τα πρόσωπα των ανθρώπων κι έβλεπα πώς
ήτανε και το δικό µου. Πρόσωπα που τους είχαν αδειάσει το αίµα,
πρόσωπα τσιτωµένα, πρόσωπα µε σκοτούρες, χαµένα. Πρόσωπα σαν
κοµµένα λουλούδια που κάποιος τα 'χει βάλει σ' ένα όµορφο βάζο, µε
χρώµατα που ξεθωριάζουνε γρήγορα. Έπρεπε να φύγω από τούτη την
πόλη.

19.

ΜΙΑ ΒΔΟΜΑΔΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ. ΓΙΑ ΛΙΓΟ
καιρό το διασκέδασα. Μπορούσα να πηγαίνω στα µεγάλα βιβλιοπωλεία
και να βλέπω το βιβλίο µου βαλµένο ανάµεσα σε χιλιάδες άλλα, το δικό
µου βιβλίο, τις δικές µου λέξεις, τ' όνοµά µου, το λόγο ύπαρξής µου. Όµως
δεν ήταν πια η ίδια χαρά που είχα νιώσει όταν είδα για πρώτη φορά το
Σκυλάκο που γελάει τυπωµένο στο περιοδικό του Χάκµουθ.
Όλα αυτά ήταν πια παρελθόν. Κι από την Καµίγια ούτε γράµµα ούτε
γραφή. Της είχα αφήσει δεκαπέντε δολάρια. Ήξερα καλά ότι δεν µπορούσε
να περάσει µ' αυτά πάνω από δέκα µέρες. Και σκεφτόµουνα ότι µόλις θα
ξόδευε και την τελευταία δεκάρα θα µου έστελνε ένα τηλεγράφηµα. Η
Καµίγια και ο Ουίλι - τι να είχαν απογίνει.
Μια κάρτα από το Σάµυ. Τη βρήκα στο κουτί µου το απόγευµα που γύρισα.
Έγραφε:
Αγαπητέ κύριε Μπαντίνι, αυτή η Μεξικάνα τριγυρνάει εδώ και ξέρετε ότι
δε γουστάρω γυναίκες κοντά µου. Εάν είναι γκόµενά σας, τότε ελάτε εδώ
κάτω καλύτερα να τη µαζέψετε, γιατί εγώ δεν τη θέλω να µπερδεύεται στα
πόδια µου.
Η κάρτα ήταν δύο ημερών. Γέµισα ως επάνω το ρεζερβουάρ του
αυτοκινήτου, έριξα ένα αντίτυπο του βιβλίου µου στο διπλανό κάθισµα και
ξεκίνησα µε προορισµό την τούβλινη καλύβα του Σάµυ στην έρημο της
Μοχάβε.
'Εφτασα µετά τα µεσάνυχτα. Από το µοναδικό παράθυρο της καλύβας
έβγαινε λίγο φως. Χτύπησα την πόρτα κι εκείνος άνοιξε. Πριν πω κουβέντα
έριξα µια µατιά μέσα. Ο Σάµυ πήγε και ξανακάθισε σε µια καρέκλα δίπλα
στη λάµπα πετρελαίου και συνέχισε το διάβασµα ενός περιοδικού µε
ιστορίες για την άγρια Δύση. Δεν είπε λέξη και η Καµίγια δε φαινόταν
πουθενά.
«Πού είναι;» τον ρώτησα.
«Στο διάολο θα πήγε. 'Εφυγε».
«Θέλεις να πεις ότι την πέταξες έξω».
«Δεν την άντεχα εδώ µέσα. Είµαι άρρωστος άνθρωπος».
«Και πού πήγε;»
Έδειξε µε τον αντίχειρα νοτιοανατολικά.
«Κάπου κατά κει».
«Θέλεις να πεις ότι πήγε στην έρημο;»

Κούνησε το κεφάλι του. «Πήρε κι ένα κουτάβι µαζί της» είπε. «Ένα
σκυλάκι. Πολύ χαριτωµένο».
«Πότε έφυγε;»
«Την Kυριακή το βράδυ».
«Κυριακή!» είπα γω. «Χριστέ µου, άνθρωπε! Δηλαδή πριν από τρεις µέρες!
Είχε τίποτα µαζί της για να φάει, νερό για να πιει;»
«Γάλα» είπε εκείνος. «Είχε ένα µπουκάλι γάλα για το σκύλο».
Bγήκα έξω απ' την καλύβα έκανα ένα γύρο στο πλάτωµα και κοίταξα στα
νοτιοδυτικά, έκανε παγωνιά, το φεγγάρι ήταν ψηλά και τ' αστέρια
στριμώχνονταν υπεροπτικά στον µπλε θόλο τ' ουρανού. Στα δυτικά, στα
νότια και στ' ανατολικά απλωνόταν έρηµος. Παντού γύρω θάµνοι,
σκοτεινοί κάκτοι και απαθείς λόφοι. Γύρισα βιαστικά στην καλύβα. «Έλα
έξω να µου δείξεις προς τα πού πήγε» είπα. Κατέβασε το περιοδικό του κι
έδειξε προς τα νοτιοανατολικά, «Κατά κει» είπε.
Του άρπαξα το περιοδικό από τα χέρια, τον βούτηξα από το σβέρκο και τον
έσπρωξα έξω στη νύχτα. Ήτανε πολύ λεπτός κι ελαφρύς και
στραβοπατούσε µέχρι να βρει την ισορροπία του. «Δείξε µου» του είπα.
Πήγαµε µέχρι την άκρη του πλατώµατος, ενώ εκείνος µουρµούραγε ότι
είναι άρρωστος άνθρωπος και δεν έχω κανένα δικαίωµα να τον
τραβολογάω. Στάθηκε κει, τράβηξε το πουκάμισό του και το έχωσε µέσα
στο πανταλόνι.
«Δείξε µου προς τα πού πήγαινε την τελευταία φορά που την είδες» είπα.
Μου έδειξε.
«Να, εκεί πάνω σκαρφάλωσε, σ' εκείνη τη ράχη».
Τον παράτησα κι ανέβηκα τα πεντακόσια µέτρα ίσαµε την κορφή του
ψηλώµατος. Έκανε τέτοια παγωνιά, που αναγκάστηκα να σηκώσω το
γιακά µου. Κάτω απ' τα παπούτσια µου έτριζαν η τραχιά χοντρή άµµος και
τα χαλίκια, ήµουν στον πάτο κάποιας προϊστορικής θάλασσας. Πίσω από
τη ράχη υψώνονταν άλλοι λόφοι, εκατοντάδες, που απλώνονταν στην
απεραντοσύνη. Η σκληρή αµµουδερή γη δεν αποτύπωνε χνάρια και
πατημασιές, κανένα ίχνος που να δείχνει ότι κάποτε είχε πατηθεί.
Προχώρησα πιο πέρα, αγωνιζόµενος πάνω στην άθλια επιφάνεια που
ίσιωνε για λίγα µέτρα και µετά γινότανε πάλι ανώµαλη γκρίζα άµµος.
Έπειτα από τρία χιλιόµετρα βρήκα µια στρογγυλή άσπρη πέτρα και
κάθισα να ξεκουραστώ. Είχα γίνει µούσκεµα στον ιδρώτα παρόλο που το
κρύο ήτανε φοβερό. Το φεγγάρι βούταγε βόρεια στον ορίζοντα. Είχα
περπατήσει µε κανονικό ρυθµό, αλλά δεν είχα προχωρήσει πολύ, από τις
στροφές που αναγκαζόµουνα να κάνω κι απ' την ανώµαλη επιφάνεια του
εδάφους. Κοίταξα γύρω τα υψώµατα και τα βαθουλώµατα να
διαγράφονται παντού στο σκοτεινό ορίζοντα, κάκτοι ίσως, ασφάκες κι
άσκηµα φυτά που δεν τα ήξερα.
Θυμόμουνα το χάρτη µε τους δρόµους της περιοχής. Σ' αυτή την πλευρά
δεν υπήρχαν καθόλου δρόµοι, χωριά και πόλεις, δεν υπήρχε ψυχή σ'
ολόκληρη την έρηµο ίσαµε εκεί που τελείωνε, γύρω στα εκατόν πενήντα
χιλιόμετρα µακριά, τίποτε άλλο εκτός από έρηµο. Σηκώθηκα και
προχώρησα. Είχα ξεπαγιάσει παρόλο που ίδρωνα. Η γκριζάδα στ'
ανατολικά έγινε φωτεινότερη, σιγά σιγά µεταµορφώθηκε σε ροζ, µετά
κόκκινο και τότε ξεπήδησε η γιγάντια πυρωµένη σφαίρα πίσω από τους

σκοτεινούς λόφους. Πάνω από την έρηµο υψωνότανε µια αδιατάρακτη
αδιαφορία γι' αυτή την αναίτια αλλαγή της νύχτας σε μέρα. Η
μυστηριώδης ιδιαιτερότητα των λόφων, η σιωπηλή, θαυμαστή παρουσία
τους, έκαναν το θάνατο να φαντάζει σαν µια ασήµαντη λεπτοµέρεια.
Ακόµη κι αν πέθαινες, η έρηµος θα κρατούσε κρυφό το µυστικό του
θανάτου σου και θα φρόντιζε να σβήσει το πέρασµά σου, σκεπάζοντάς το
µε διαχρονική άµµο, ζέστη και παγωνιά.
Δεν είχε νόηµα πια. Πώς µπορούσα να την ψάξω; Και γιατί να την ψάξω; Τι
µπορούσα να της προσφέρω εγώ πέρα από την επιστροφή στην κτηνώδη
ζούγκλα που την είχε τσακίσει; Γύρισα πίσω, λουσµένος στο πρώτο φως
του ήλιoυ. Τώρα εκείνη ανήκε στους λόφους κι οι λόφοι θα την έκρυβαν!
Και θα ζούσε µ' αυτές τις πέτρες, τον ήλιo και τον άνεµο που θα έπαιζε µε
τα µαλλιά της ως το τέλος. Καλύτερα ν' ακολουθήσει το δρόµο της.
Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά όταν έφτασα στο πλάτωµα. Έκανε κιόλας ζέστη.
Ο Σάµυ στεκότανε στην πόρτα της καλύβας του.
«Τη βρήκες;» ρώτησε.
Δεν του απάντησα. Ήµουνα κουρασμένος. Με κοίταξε για λίγο και µετά
χάθηκε µέσα στην καλύβα. Άκουσα την πόρτα που στρίγγλισε κλείνοντας.
Μακριά πάνω από την έρηµο Μοχάβε κι ως πέρα ανέβαιναν τα τρέµουλα
της κάψας. Ακολούθησα το µονοπάτι και πήγα στη Φορντ. Πάνω στο
κάθισµα ήταν το αντίτυπο του βιβλίου µω, του πρώτου βιβλίου. Bρήκα ένα
µολύβι, άνοιξα το βιβλίο στην πρώτη σελίδα κι έγραψα:
Για την Καµίγια µε αγάπη,
Αρτούρο

Με το βιβλίο στο χέρι προχώρησα καµιά εκατοστή µέτρα µέσα στην έρηµο
προς τα νοτιοανατολικά. Και το πέταξα µ' όλη µου τη δύναµη προς τη
µεριά που εκείνη είχε χαθεί, Γύρισα στ' αυτοκίνητο, έβαλα µπρος τη
µηχανή και γύρισα πίσω στο Λος 'Αντζελες.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful