ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ

Δικηγόρος
Χαρ. Τρικούπη 31
Τ.Κ. 106 81 - Αθήνα
Τηλ. 210 3817406 - 3841032
Φαξ. 210 3841005
E-mail: margeorg@hol.gr

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΑΙΤΗΣΗ
1. του Δήμου Ελευσίνας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο,
νομίμως εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
2. του Δήμου Μάνδρας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο,
νομίμως εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
3. του Δήμου Μαγούλας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο,
νομίμως εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του και
4. του Δήμου Νέας Περάμου Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο,
νομίμως εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
ΚΑΤΑ
1. του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων
2. του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και
3. του Υπουργού Ανάπτυξης και
4. του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

1

1. της υπ’ αριθ. 146393/3.6.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Ανάπτυξης
2. της υπ’ αριθ. Δ3/Α/οικ.11219/8.5.2008 απόφασης του Υπουργείου
Ανάπτυξης
3. της υπ’ αριθ. Δ3/Α15024/24.7.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και
Οικονομίας και Οικονομικών και
4. κάθε άλλης συναφούς διοικητικής πράξης ή παράλειψης ή πράξης
εκδοθείσας στο πλαίσιο σύνθετης διοικητικής ενέργειας

Με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί
όροι της επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΒΕΕ (Βιομηχανικές Εγκαταστάσεις Ελευσίνας) που λειτουργεί στο 27 χλμ. της παλαιάς εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου, με τη
δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη εγκρίθηκε η μελέτη επικινδυνότητας
(ασφάλειας) της εν λόγω επέκτασης, ενώ με την τρίτη πράξη χορηγήθηκε
για την ίδια δραστηριότητα στην προαναφερόμενη εταιρεία η άδεια
εγκατάστασης.
Με την παρούσα αίτηση ζητoύμε την ακύρωση των προσβαλλόμενων
πράξεων και όλων όσων τυχόν εκδόθηκαν ή θα εκδοθούν συναφώς ή στο
πλαίσιο σύνθετης διοικητικής ενέργειας για παράβαση πλέγματος διατάξεων του ελληνικού, κοινοτικού και διεθνούς δικαίου και του Συντάγματος.
Προς τούτο έχομε προφανές και έντονο έννομο συμφέρον διότι ο χώρος
της επέκτασης της δραστηριότητας του διυλιστηρίου βρίσκεται εντός των
διοικητικών ορίων του πρώτου αιτούντος, ο χώρος γενικότερα της δραστηριότητας του διυλιστηρίου βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων
των δύο πρώτων αιτούντων, τέλος δε ο χώρος του διυλιστηρίου γειτνιάζει
με τα διοικητικά όρια των δύο τελευταίων αιτούντων. Η κρινόμενη
επέκταση του διυλιστηρίου προβλέπεται με βεβαιότητα ότι θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ήδη κατά κοινή ομολογία επιβαρυμένη
περιοχή των αιτούντων Δήμων, προκαλώντας σημαντικότατες και μη
αντιστρεπτές δυσμενείς επιπτώσεις στα χαρακτηριστικά και την ποιότητα
τόσο του ανθρωπογενούς όσο και του φυσικού περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής. Οι αιτούντες Δήμοι ως οι κυριότεροι φορείς εκπρoσώπησης των κατοίκων των Δήμων έχουν εκ του λόγου τούτου έντονο
2

έννομο συμφέρον στη νομική αμφισβήτηση των προσβαλλόμενων πράξεων και τη συνακόλουθη αξίωση προστασίας του περιβάλλοντος.
Οι λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες
πράξεις, οι οποίες προσβάλλονται νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι οι
ακόλουθοι:
1. Πλημμέλειες Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
Κατ’ αρχήν και πριν από την ανάλυση του πρώτου ακυρωτικού λόγου
κρίνεται αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι, σε αντίθεση με τον παραπλανητικό τίτλο που φέρει η προσβαλλόμενη πράξη, η δραστηριότητα που
εγκρίθηκε με αυτήν δεν συνιστά δραστηριότητα «εκσυγχρονισμού-αναβάθμισης διυλιστηρίου», αλλά συνιστά, όπως θα προκύψει απ’ όσα ακολουθούν, μια καθαρότατη μορφή σημαντικότατης επέκτασης του υφιστάμενης βιομηχανικής μονάδας. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της νέας
δραστηριότητας, αρκεί και μόνον προκαταρκτικά να σημειωθεί πως το
οικονομικό της μέγεθος – κατά τους υπολογισμούς μάλιστα της ίδιας της
εταιρείας – ανέρχεται στο ποσό του 1 δισεκατομμυρίου, 200 εκατομμυρίων ευρώ. Σχηματικά η επίμαχη δραστηριότητα μπορεί να ειπωθεί
πως συντίθεται από τη μια από μεγάλης εμβέλειας λιμενικά έργα και από
την άλλη από τις νέες μονάδες μετατροπής, μετά την απόσταξη του εισερχόμενου αργού πετρελαίου, των βαρέων υπολειμμάτων της ατμοσφαιρικής απόσταξης, δηλαδή του μαζούτ, σε ελαφρότερα «λευκά
προϊόντα» (ντίζελ, νάφθα, υγραέρια, κηροζίνη, κλπ).
Η επίμαχη δραστηριότητα υπάγεται κατ’ αρχήν στις δραστηριότητες της
Α΄ Κατηγορίας του άρθρου 3 του ν. 1650/1986 «για την προστασία του
περιβάλλοντος», όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3010/2002
και ομοίως στα έργα της Ομάδας 10 περίπτωση 11 της Κ.Υ.Α.
15393/2332/2002 (Κατηγορία Α΄ Υποκατηγορία 1η, Ομάδα 9η α/α 104:
«Παραγωγή προϊόντων διύλισης πετρελαίου» με την οποία Κ.Υ.Α. (όπως
και με την παραλλήλως ισχύουσα Κ.Υ.Α. 69269/5387/1990), εναρμονίσθηκε το ελληνικό δίκαιο προς την Οδηγία 85/337/ΕΟΚ «για την
εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημόσιων και ιδιωτικών έργων στο
περιβάλλον», όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε από τη νέα Οδηγία
97/11/ΕΚ (L 73/1997, σελ. 5 επ.).
Για να γίνει, ωστόσο, αντιληπτό το μέγεθος, η πολυπλοκότητα και ο
πολύπλευρος χαρακτήρας της επίμαχης δραστηριότητας, μπορεί να
υποστηριχθεί ότι αυτή παράλληλα υπάγεται στις πιο κάτω κατηγορίες:

3

α) «Απόληψη επιφανειακών νερών για την κάλυψη βιομηχανικών και
λοιπών εγκαταστάσεων» (Ομάδα 2η , Πίνακας 2 , Παράρτημα Ι , Α.Α
3.1γ).
β) «Υδρογεωτρήσεις για την κάλυψη αναγκών βιομηχανικών και λοιπών
εγκαταστάσεων» ( Ομάδα 2η , Πίνακας 2 , Παράρτημα Ι , Α.Α 7.3).
γ) «Λιμένες εξυπηρέτησης βιομηχανικών εγκαταστάσεων» (Παράρτημα
Ι, Πίνακας 3, Ομάδα 3η , Υποκατηγ. 1η , Α.Α 2)
δ) «Τερματικοί σταθμοί» (Παράρτημα Ι, Πίνακας 3, Ομάδα 3η,
Υποκατηγ. 1η, Α.Α 3).
ε) «Μεμονωμένες προβλήτες θαλάσσιες» (Παράρτημα Ι, Πίνακας 3,
Ομάδα 3η , Υποκατηγ. 1η , Α.Α 8.1).
στ) «Έργα προστασίας και διαμόρφωσης ακτών» (Παράρτημα Ι, Πίνακας
3, Ομάδα 3η , Υποκατηγ. 1η , Α.Α 10.1 και 10.2).
ζ) «Ανάκτηση εδαφών από την θάλασσα» (Παράρτημα Ι, Πίνακας 3,
Ομάδα 3η , Υποκατηγ. 2η , Α.Α 11.1).
η) «Εγκαταστάσεις επεξεργασίας και διάθεσης επικινδύνων αποβλήτων –
Βιολογικός καθαρισμός» (Παράρτημα Ι, Πίνακας 4 , Ομάδα 4η ,
Υποκατηγ. 1η , Α.Α 268, 269,270,271).
θ) «Εγκαταστάσεις αποθήκευσης καυσίμων και χημικών ουσιών και
προϊόντων» (Παράρτημα Ι, Πίνακας 9, Ομάδα 9η , Υποκατηγ. 1η , Α.Α
14).
ι) «Πετρελαιαγωγοί» (Παράρτημα Ι, Πίνακας 10, Ομάδα 10η (ειδικά
έργα), Υποκατηγ. 2η, Α.Α 1) – (εξαιρούνται οι αγωγοί εντός εγκαταστάσεων οι οποίοι αξιολογούνται μαζί με τις εγκρίσεις).
κ) «Σταθμοί υποδοχής LPG» (Παράρτημα Ι, Πίνακας 10, Ομάδα 10η
(ειδικά έργα), Υποκατηγ. 1η , Α.Α 4).
λ) «Σταθμοί ανεφοδιασμού οχημάτων με καύσιμα» (Παράρτημα Ι,
Πίνακας 10, Ομάδα 10η (ειδικά έργα), Υποκατηγ. 3η , Α.Α 24).
Σύμφωνα με τα εν προαναφερόμενα νομοθετήματα για τα έργα αυτά
απαιτείται η προηγούμενη εκπόνηση και δημοσιοποίηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.). Η εκπονούμενη δε Μ.Π.Ε. οφείλει
να ανταποκρίνεται α) στις προβλέψεις και προδιαγραφές που επιβάλλουν
οι διατάξεις του άρθρων: 5 του ν. 1650/1986 όπως τροποποιήθηκε από το
άρθρο 3 του ν. 3010/2002, 4, 5, 6 (και τα Παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ) της
Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ και 7 της Κ.Υ.Α. 11014/703/ Φ104/2003 (ΦΕΚ Β’
332) και β) στο νομολογιακό «κεκτημένο» (Ολ. Σ.τ.Ε. 1035-1040/1994,
3478/ 2000, 928/2004), ιδίως δε στην ρητώς αναγνωριζόμενη αρχή της
σφαιρικής εκτίμησης των επιπτώσεων. Κατά την αρχή αυτή η εκτίμηση
των επιπτώσεων πρέπει να αναφέρεται στις συνολικές επιπτώσεις που
πρόκειται να προκληθούν σε μία περιοχή από την εκτέλεση ενός έργου,
λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη και συνεκτιμώντας την ύπαρξη και άλλων
έργων ή δραστηριοτήτων που αθροιστικά έχουν επιπτώσεις σε αυτή (την
4

περιοχή). Με άλλα λόγια η εκπονούμενη Μ.Π.Ε. οφείλει κατά το νόμο να
συνιστά μέσο πληροφόρησης για τη δραστηριότητα και το θιγόμενο
περιβάλλον, αξιολόγησης των επιπτώσεων σε όλες τις εκφάνσεις τους,
εξειδίκευσης των προτεινόμενων μέτρων πρόληψης, μείωσης ή αποκατάστασης, εξέτασης εναλλακτικών λύσεων και αντιπαραβολής των
πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων της καθεμιάς και τεκμηρίωσης με
αμιγώς περιβαλλοντικές αρχές και κριτήρια των λόγων επιλογής της
προτεινόμενης λύσης.
Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση τίποτε από όλα αυτά δεν συμβαίνει
με την κρινόμενη Μ.Π.Ε. αν λάβει κανείς υπόψη του τα εξής:
α) Όπως ειπώθηκε η δραστηριότητα της επέκτασης συντίθεται αφενός
από τις νέο-δημιουργούμενες λιμενικές εγκαταστάσεις και από τις νέες
μονάδες μετατροπής, μετά την απόσταξη του εισερχόμενου αργού πετρελαίου, των βαρέων υπολειμμάτων σε ελαφρότερα «λευκά προϊόντα»
(ντίζελ, νάφθα, υγραέρια, κηροζίνη, κ.λπ.). Βασική παράλειψη της
εκπονηθείσας και δημοσιοποιηθείσας Μ.Π.Ε. είναι ότι αυτή δεν περιέλαβε ουδεμία αναφορά και προσέγγιση των επιπτώσεων από τις λιμενικές εγκαταστάσεις. Αντ’ αυτού η Διοίκηση αρκέσθηκε παράνομα στην
εκπόνηση μιας ετεροχρονισμένης ξεχωριστής μελέτης για τις λιμενικές
εγκαταστάσεις, η οποία μάλιστα ουδέποτε έτυχε της αναγκαίας δημοσιοποίησης. Η παρανομία είναι νομίζουμε προφανής. Αξίζει, ωστόσο, να
σημειωθεί ότι και η ξεχωριστή αυτή άτυπη Μ.Π.Ε. φέρει πασιφανείς
πλημμέλειες, αν ληφθούν υπόψη τα κάτωθι:
Παρά τον τίτλο της, που είναι παραπλανητικός, το περιεχόμενο της
αφορά μόνον στην εγκατάσταση και λειτουργία ταινιοδρόμου για τη
μεταφορά προς φόρτωση σε πλοία του στερεού θείου που θα παράγεται
στις μονάδες επέκτασης του διυλιστηρίου. Επίσης, ως προς τη λήψη
μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος, επαναλαμβάνονται συνοπτικά τα
όσα έχουν περιληφθεί στην κυρίως Μ.Π.Ε., και τα οποία δεν σχετίζονται
με την κατασκευή και λειτουργία των λιμενικών εγκαταστάσεων. Για
παράδειγμα δεν γίνεται αναφορά στον τρόπο μεταφοράς και φόρτωσης
επικίνδυνων ημιστερεών αποβλήτων από το διυλιστήριο, γεγονός το
οποίο έχει υποχρεώσει μάλιστα την πολιτεία διά της έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων να ζητήσει να εκπονηθεί συμπληρωματική
σχετική μελέτη. Η μελέτη βεβαίως του σπουδαιότατου αυτού θέματος,
που σχετίζεται άμεσα με τους περιβαλλοντικούς όρους της επίμαχης
δραστηριότητας, έπρεπε να είχε προηγηθεί της προσβαλλόμενης πράξης.
Τέλος, δεν γίνεται καμμία μνεία για τις περιβαλλοντικές συνέπειες και τα
μέτρα που πρέπει να ληφθούν, στο πλαίσιο των επεμβάσεων στον λιμένα
από την κατασκευή των τεραστίου μήκους αλλά και ύψους τοίχων

5

αντιστήριξης, καθώς και των συναφών άλλων μεγάλης εμβέλειας
δομικών έργων (εκατοντάδων μέτρων) διαμόρφωσης της ακτογραμμής.
β) Η Μ.Π.Ε. παρέλειψε κατά κραυγαλέο τρόπο να προβεί στην εξέταση
εναλλακτικών λύσεων α) ως προς τον τόπο πραγματοποίησης της εν
λόγω επένδυσης και β) ως προς το μέγεθος και τη χωροθέτησή της εντός
του ευρύτερου χώρου του διυλιστηρίου. Η υποχρέωση διερεύνησης
εναλλακτικών λύσεων ως προς την πρώτη εκδοχή απορρέει από τα εξής:
Το εν λόγω διυλιστήριο ανήκει στον επιχειρηματικό όμιλο των ΕΛΠΕ
όπου επίσης ανήκουν το Διυλιστήριο Ασπροπύργου (ΕΛΠΕ ΒΕΑ) και το
Διυλιστήριο της Θεσ/νίκης (ΕΛΠΕ ΒΕΘ). Και τα τρία, σύμφωνα με
ανακοίνωση των ΕΛΠΕ (βλ. και σχετική ιστοσελίδα) λειτουργούν σε
συνδυασμό σαν μια ενοποιημένη παραγωγική μονάδα, μετά τη συγχώνευση διά απορροφήσεως το 2003 της πρώην ΠΕΤΡΟΛΑ (νυν ΕΛΠΕ
ΒΕΕ).
Η μελετώμενη επέκταση του διυλιστηρίου Ελευσίνας, το οποίο αποστάζει 100000 bpd αργού πετρελαίου (5,0εκ.τον/έτος) αφορά κυρίως,
όπως ειπώθηκε, στη μετατροπή των βαρέων υπολειμμάτων της απόσταξης σε ελαφρότερα προϊόντα μέσω διαδικασιών απόσταξης κενού,
θερμικής πυρόλυσης ασφάλτου και υδρογονοδιάσπασης με συνολική
δυναμικότητα 45300 bpd (2,3 εκ. τον/έτος περίπου). Παρόμοιες εγκαταστάσεις δυναμικότητος 45000 bpd (2,2 εκ. τον/έτος περίπου) διαθέτει
ήδη από το 2004 το Διυλιστήριο Ασπροπύργου, το οποίο σημειωτέον έχει
συνολική δυναμικότητα απόταξης 6,7 εκ. τον/έτος αργού πετρελαίου,
ήτοι κατά 34% μεγαλύτερη εκείνης του Διυλιστηρίου Ελευσίνας.
Σημειώνεται επίσης ότι μεταξύ των δύο αυτών διυλιστηρίων υπάρχουν
αγωγοί διακίνησης τελικών και ημι-κατεργασμένων προϊόντων. Τέλος το
Διυλιστήριο Θεσσαλονίκης με δυναμικότητα διύλισης 3,5 εκ.τον. αργού
πετρελαίου/έτος δεν διαθέτει μονάδες μετατροπής των υπολειμμάτων
ατμοσφαιρικής απόσταξης σε «λευκά» προϊόντα.
Με βάση τα παραπάνω και δεδομένου ότι ι) η μετατροπή των υπολειμμάτων σε λευκά προϊόντα-ντίζελ γίνεται κυρίως γιατί η παραγωγή των
ΕΛΠΕ, ως συνόλου 3 συνεργαζομένων-ενοποιημένων διυλιστηρίων,
είναι ελλειμματική σε ντίζελ και ιι) η προτεινόμενη επέκταση στην
Ελευσίνα θα έχει δυναμικότητα τουλάχιστον κατά 30% μεγαλύτερη από
εκείνη που δικαιολογεί η ιδιοπαραγωγή του εν λόγω διυλιστηρίου σε
υπολείμματα ατμοσφαιρικής απόσταξης, είναι προφανές ότι στο πλαίσιο
της προώθησης της επένδυσης και μάλιστα στο αρχικό της στάδιο που
είναι η εκπόνηση της ΜΠΕ, θα έπρεπε να είχαν εξεταστεί τουλάχιστον
άλλες δύο εναλλακτικές λύσεις και συγκεκριμένα:
Α. Η αύξηση της δυναμικότητας των ήδη λειτουργουσών παρόμοιων
μονάδων στο Διυλιστήριο Ασπροπύργου δεδομένου μάλιστα ότι υπάρχει

6

ευχερής μεταφορά, μέσω αγωγών, των υπολειμμάτων απόσταξης της
Ελευσίνας και
Β. Η επί τόπου αναβάθμιση των υπολειμμάτων απόσταξης του διυλιστηρίου Θεσ/νίκης, μέρος των οποίων άλλωστε, βάσει της μελέτης, θα
μεταφέρονται για το σκοπό αυτό στην Ελευσίνα.
Ειδικότερα τώρα ως προς τη μη εξέταση ενναλακτικών λύσεων σε σχέση
με τη χωροθέτηση των μονάδων της επέκτασης εντός του χώρου του διυλιστηρίου, είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι η εξέταση αυτή ήταν και
είναι από περιβαλλοντική άποψη απαραίτητη, δεδομένου ότι η θέση των
νέων μονάδων της επέκτασης επηρεάζει καίρια τη χωρική σχέση (βαθμό
γειτνίασης) των μονάδων αυτών με το παρακείμενο Πυριτιδοποιείο –
Καλυκοποιείο (ΠΥΡΚΑΛ), με τις λιμενικές εγκαταστάσεις, αλλά και
γενικότερα με το ευρύτερο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον. Η
χωροθέτηση, δηλαδή, των εγκαταστάσεων εντός του χώρου του διυλιστηρίου, όπως και το μέγεθος τους, συνιστούν ένα μείζον περιβαλλοντικό ζήτημα και ως τέτοιο θα έπρεπε να οδηγήσει στην εξέταση εναλλακικών λύσεων επί τη βάσει περιβαλλοντικών κριτηρίων.
Είναι κατά συνέπεια άμεση και θεμελιώδης παράλειψη η απουσία
εξέτασης εναλλακτικών λύσεων εγκατάστασης, ώστε να γίνει η σχετική
σύγκριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Είναι προφανές ότι η επιλογή της δεδομένης λύσης έγινε με επιχειρηματικά κριτήρια που κυρίως
αφορούν τη διαθεσιμότητα στην Ελευσίνα μεγάλων αποθηκευτικών
χώρων (3,3 εκ. τόννων αργού και προϊόντων) καθώς και σημαντικών
λιμενικών εγκαταστάσεων οι οποίες, με την ευκαιρία της επένδυσης, θα
επεκταθούν σημαντικά (βλ. επίσης μεταξύ άλλων και σχετική ιστοσελίδα).
Η υποχρέωση μάλιστα αυτή μπορεί να θεωρηθεί κραυγαλέα, αν εκτιμηθεί επίσης ότι η επίμαχη επέκταση, λόγω του μεγέθους της, θα οδηγήσει
σε ι) 6πλασιασμό της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος, ιι) 5πλασιασμό
της θερμικής ισχύος, ιιι) 11πλασιασμό της ιδιοκατανάλωσης καυσίμων,
ιιιι) 2πλασιασμό τουλάχιστον των μη σημειακών διαφυγών υδρογονανθράκων στο περιβάλλον και ιιιιι) αύξηση κατά 350% των εκπομπών
CO2.
γ) Πλημμέλειες σοβαρές, επίσης, παρουσιάζει η Μ.Π.Ε. ως προς τη
διάθεση αποβλήτων στη θάλασσα, τη διαχείριση των στερεών
αποβλήτων και τις μη σημειακές εκπομπές αερίων ρύπων. Συγκεκριμένα:
ι) Ως προς τη διάθεση αποβλήτων στη θάλασσα:
Στη Μ.Π.Ε. αναφέρεται ότι ο κόλπος της Ελευσίνας είναι κλειστός, με
ασθενή ρεύματα, μικρού βάθους και με μεγάλη δυσκολία στη ανανέωση
7

των νερών (2-3 μήνες). Παρά τα δυσμενή αυτά δεδομένα δεν εκπονήθηκε
μελέτη διάθεσης των αποβλήτων στον τελικό αποδέκτη που να περιλαμβάνει μοντέλο διάχυσης και ορισμό μήκους υποθαλασσίου αγωγού,
ώστε να προστατευθεί κατά το δυνατόν το ήδη υποβαθμισμένο θαλάσσιο
περιβάλλον (διαταραγμένη βιοκοινωνία, υψηλές τιμές οργανικού άνθρακα, βαρέα μέταλλα κ.λπ.). Σημειώνεται ότι ο όγκος των υγρών αποβλήτων υπερβαίνει τα 1000 κμ/ώρα.
ιι) Ως προς τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων:
Στη Μ.Π.Ε. δίνεται πίνακας με στερεά και ημιστερεά απόβλητα με τις
αντίστοιχες ποσότητες του 2006 (υφιστάμενη κατάσταση), όπου επί
λέξει αναφέρεται ότι «στο μελλοντικό σχήμα θα προστεθούν και οι ποσότητες από τα στερεά απόβλητα των νέων δραστηριοτήτων». Άρα υπάρχει
σχετική άγνοια ως προς τις αναμενόμενες ποσότητες των νέων αποβλήτων που σημειωτέον θα είναι πολύ μεγάλες λόγω του μεγέθους αλλά
και της φύσης της επέκτασης. Τούτο σημαίνει ότι δεν υπάρχει οριστικό
σχέδιο διαχείρισης των αποβλήτων αυτών παρά μόνο αναφορές για προσωρινή αποθήκευση εντός του εργοστασίου. Επισημαίνεται ότι σε αυτά
περιλαμβάνονται άκρως επικίνδυνες ουσίες, όπως ελαιώδεις λάσπες,
εξαντλημένοι καταλύτες, λάσπες από πυθμένες δεξαμενών, απόβλητα
περιέχοντα θείο κ.λπ.
ιιι) Ως προς τις μη σημειακές εκπομπές αερίων ρύπων (ιδιαίτερα των
πτητικών υδρογονανθράκων):
Παρά τη σημαντική αύξηση της διαχείρισης «λευκών» προιόντων (παραγωγή, διακίνηση, αποθήκευση, φόρτωση) που θα λάβει χώρα μετά την
επέκταση και η οποία συνεπάγεται αύξηση των εκπομπών υδρογονανθράκων στην ατμόσφαιρα, η Μ.Π.Ε. δεν έχει προχωρήσει στην ενδελεχή εκτίμηση, βάσει σχετικής μεθοδολογίας, των εκπομπών αυτών.
Αντιθέτως εκτιμά αυθαιρέτως ότι οι εκπομπές από τον υπάρχοντα ελαιοδιαχωριστή API της εγκατάστασης επεξεργασίας αποβλήτων θα μειωθούν σημαντικά χωρίς όμως να προτείνει κάποια σημαντική τεχνική
αλλαγή, αλλά προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να εξισορροπήσει κατά
κάποιον τρόπο την αναμενόμενη αύξηση.
δ) Η Μ.Π.Ε. παρέλειψε, επίσης, να αναφερθεί στο γεγονός ότι τόσο στο
χώρο της επέκτασης όσο και γενικότερα στο χώρο του διυλιστηρίου
υπάρχουν περίπου πεντακόσια στρέμματα δάσους. Η παράλειψη αυτή θα
μπορούσε κατά την άποψη μας να θεωρηθεί και σκόπιμη, αν ληφθεί
υπόψη ότι σημαντικό τμήμα των εκτάσεων αυτών αποτελεί είτε τους
χώρους προσωρινής διάθεσης επικίνδυνων αποβλήτων, είτε τους χώρους
διάθεσης άχρηστων μεταλλικών ξύλινων υλικών (scrap) είτε ακόμη και
τους χώρους αμμοβολής.

8

ε) Επίσης, η Μ.Π.Ε. παρέλειψε να εξετάσει ι) την παρουσία επικίνδυνων
στοιχείων (αμίαντος κ.λπ.) στα διάφορα υλικά κατεδαφίσεως του κατεδαφισθέντος Υαλουργείου και ιι) την κατάσταση (βαθμό ρύπανσης) των
τεράστιων ποσοτήτων από βραχώδες υλικό των επιφανειακών στρωμάτων του εδάφους καθώς και χώματος που θα προκύψει από τις εκτεταμένες εκσκαφές και θα διατεθεί για απόρριψη εκτός του διυλιστηρίου,
μολονότι έχει διαπιστωθεί από σχετική έρευνα του Ε.Μ.Π. ότι τα εδάφη
πέριξ του διυλιστηρίου έχουν υποστεί γεωχημικές αλλοιώσεις. Η παράλειψη αυτή κρίνεται σοβαρή, αν εκτιμηθεί ότι ακόμη και στην
προγενέστερη Μ.Π.Ε. του έτους 2001 το θέμα της επικινυνδότητας των
εκσκαφών είχε προσεγγιστεί και είχαν μάλιστα τεθεί και σχετικοί περιβαλλοντικοί όροι.
Απ’ όσα προηγήθηκαν είναι νομίζομε εμφανές ότι η εκπονηθείσα Μ.Π.Ε.
διακρίνεται από σημαντικότατες μη ανεκτές από τη νομοθεσία πλημμέλειες, ιδίως μάλιστα αν αναλογισθεί κανείς το μέγεθος και τις επιπτώσεις
της επίμαχης δραστηριότητας, και συνεπώς εκ του λόγου τούτου η
προσβαλλόμενη πράξη θα πρέπει να ακυρωθεί.
2. Μη νόμιμη και έγκυρη εκπονηθείσα και υποβληθείσα Μ.Π.Ε.
Όπως ειπώθηκε, το σχεδιαζόμενο έργο υπάγεται στα έργα της Α’
κατηγορίας του άρθρου 3 παρ. 2 του νόμου 1650/1986 «για την
προστασία του περιβάλλοντος» και ομοίως στα έργα του άρθρου 4
(Ομάδα 9η , α.α. 104 «Παραγωγή προϊόντων διύλισης πετρελαίου»,
Κατηγορία Α’, Υποκατηγορία 1η) της K.Y.A 15393/2332/2002, με την
οποία εναρμονίσθηκε το ελληνικό δίκαιο προς την Οδηγία 85/337/ΕΟΚ
«για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημόσιων και ιδιωτικών
έργων στο περιβάλλον», όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε από τη νέα
Οδηγία 97/11//ΕΚ(L 73/1997, σελ. 5 επ.).
Κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 716/1977 «περί μητρώου μελετητών και
αναθέσεως και εκπονήσεως μελετών» (ΦΕΚ Α΄ 295) όπου καθορίζονται
οι όροι και η διαδικασία της αναθέσεως και εκπονήσεως μελετών για
λογαριασμό του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ. σε ιδιώτες μελετητές και
ιδιωτικά γραφεία μελετών, εκδόθηκαν, για τη διάκριση των ανωτέρω
μελετών σε κατηγορίες ανάλογα προς το κύριο αντικείμενό τους, τα
προεδρικά διατάγματα υπ’ αριθμ. 541/1978 με το οποίο καθορίσθηκαν 26
κατηγορίες μελετών και το υπ’ αριθμ. 256/1998 με το οποίο προσετέθη
στις κατηγορίες αυτές και η Κατηγορία 27. Σύμφωνα με την παρ. 2 του
άρθρου 1 του π.δ. 256/1998, το αντικείμενο 27 της Κατηγορίας 27 με
τίτλο «Περιβαλλοντικές Μελέτες» περιλαμβάνει «τις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων δημοσίων ή ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων
9

που προβλέπονται στην Κ.Υ.Α. 69269/5387/1990 (Β΄ 678)». Μάλιστα
κατά την περ. α΄ της επομένης παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, η εκπόνηση των μελετών της προηγούμενης παραγράφου 2, προκειμένου για
μελέτες που απαιτούν τάξεις πτυχίων Α’, Β’ και Γ’ της Κατηγορίας
ανατίθεται σε μελετητή ή γραφείο μελετών της ίδιας Κατηγορίας 27.
Στην υπό κρίση περίπτωση, η Μ.Π.Ε. που λήφθηκε υπόψη για την
έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, παρόλο που τυπικά φέρει την
υπογραφή της μελετήτριας κας Βλαχαντώνη Ευαγγελίας, Γεωλόγου,
κατόχου του Πτυχίου Κατηγορίας 27, Τάξης Α΄, δεν μπορεί να θεωρηθεί
έγκυρη και νομίμως εκπονηθείσα και υποβληθείσα, καθιστώντας παράνομες τις προσβαλλόμενες πράξεις που εκδόθηκαν επί τη βάσει αυτής.
Καταρχήν, θα πρέπει εξ αρχής να υπογραμμιστεί ότι το προϋπολογιζόμενο κόστος του επίδικου έργου ανέρχεται περίπου στα 1.200.000.
000 €. Το γεγονός αυτό, δοθέντος ότι το κόστος-αμοιβή για την εκπόνηση της μελέτης για ένα έργο τελεί σε αναλογική σχέση με το ίδιο το
κόστος του έργου, υποδεικνύει με τη σειρά του το ιδιαίτερα υψηλό
κόστος της εκπονηθείσας Μ.Π.Ε. το οποίο καταβλήθηκε ως μελετητική
αμοιβή στην αλλοδαπή εταιρία «FOSTER WHEELER ITALIANA» που
είναι και ο πραγματικός συντάκτης της επίμαχης μελέτης. Αυτό το υψηλό
κόστος της Μ.Π.Ε., σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά και τις
διαστάσεις του επίδικου έργου δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες ως προς
την πραγματική δυνατότητα ενός μελετητή κατόχου πτυχίου Α΄ Τάξης
και με δυνατότητα εκπόνησης κατά το νόμο Μ.Π.Ε. ποσού μέχρι 20.000
περίπου ευρώ, όπως είναι η μελετήτρια κα Βλαχαντώνη Ευαγγελία που
υπογράφει την επίμαχη Μ.Π.Ε., να αξιολογήσει και συνακόλουθα να
πιστοποιήσει με την υπογραφή της την ακρίβεια, την πληρότητα και την
αξιοπιστία του περιεχόμενου της επίμαχης Μ.Π.Ε.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ισχύουσα νομοθεσία το πτυχίο Α΄ Τάξης, ως το κατώτερο από τα προβλεπόμενα,
αναγνωρίζεται σε επιστήμονες μελετητές με περιορισμένες, σε σχέση με
του κατόχους των πτυχίων των ανώτερων Τάξεων, επαγγελματικές
εμπειρίες και συνακόλουθα εμπειρικές γνώσεις, στους οποίους επιτρέπει
την εκπόνηση μελετών με τη μικρότερη αμοιβή καθώς αφορούν έργα
χαμηλού προϋπολογισμού. Στην επίμαχη περίπτωση, το κόστος της
εκπονηθείσας Μ.Π.Ε. συνάγεται ιδιαίτερα υψηλό, αν αναλογιστεί κανείς
το προϋπολογιζόμενο κόστος του επίδικου έργου (1.200.000.000 €) αλλά
και την ειδική και ολιστική προσέγγιση που απαιτείται για την κατάγραφή και εκτίμηση από τη Μ.Π.Ε. των περιβαλλοντικών επιπτώσεών
του. Από την άλλη, λόγω των χαρακτηριστικών και των διαστάσεων του
επίδικου έργου, για την αντικειμενική και αξιόπιστη αξιολόγηση των
10

περιβαλλοντικών του επιπτώσεων απαιτούνται υψηλού επιπέδου εμπειρικές γνώσεις που θα επιτρέψουν τη διαμόρφωση ασφαλών επιστημονικών συμπερασμάτων για την περιβαλλοντική συμβατότητα του έργου.
Από τα ανωτέρω θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι την
πληρότητα, την ακρίβεια, την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία της
εκπονηθείσας από την εταιρία «FOSTER WHEELER ITALIANA»
Μ.Π.Ε. θα μπορούσε να πιστοποιήσει με την υπογραφή του ένας
μελετητής κάτοχος τουλάχιστον της Β΄ Τάξης πτυχίου, αν όχι κατευθείαν
ανώτερης Τάξης. Και αυτό γιατί εκ του νόμου μόνο αυτός διαθέτει την
εμπειρία για την εκπόνηση μελέτης για έργα των προδιαγραφών και
απαιτήσεων του επίδικου, και εξάλλου μόνο αυτός θα μπορούσε να
αναλάβει την εκπόνηση Μ.Π.Ε. στην οποία αναλογεί, λόγω του ιδιαίτερα
υψηλού προϋπολογισμού του επίδικου έργου, μια τόσο υψηλή
μελετητική αμοιβή. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτή,
προκειμένου να θεωρηθεί νομικά έγκυρη η εκπονηθείσα Μ.Π.Ε., η
υπογραφή της από μελετήτρια κατόχου πτυχίου Α΄ Τάξης, καθώς,
σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την ανάθεση μελετών, με βάση
το πτυχίο της δεν διαθέτει τις επαγγελματικές εμπειρίες και γνώσεις για
να εγγυηθεί την πληρότητα και αξιοπιστία ενός τέτοιου υψηλών
προδιαγραφών περιεχομένου Μ.Π.Ε. για ένα έργο σύνθετων διαστάσεων
και χαρακτηριστικών όπως το επίδικο, ούτε δύναται κατά το νόμο να
αναλάβει την εκπόνηση μιας μελέτης τόσο υψηλού προϋπολογισμού
όπως η επίδικη.
Ως εκ τούτου η επίδικη Μ.Π.Ε. που υπογράφεται από μελετήτρια κάτοχο
πτυχίου μελετητών Α΄ Τάξης δεν είναι έγκυρη και συνεπώς δεν είναι
έγκυρες και νόμιμες ούτε η έγκριση περιβαλλοντικών όρων κατασκευής
και λειτουργίας του έργου, ούτε οι λοιπές προσβαλλόμενες αποφάσεις
που εκδόθηκαν λαμβάνοντας υπόψη την επίδικη Μ.Π.Ε. Για το λόγο
αυτό οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι παράνομες και θα πρέπει να
ακυρωθούν.
Επιπλέον, τα δεδομένα και η ευαισθησία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος όπου πρόκειται να ενταχθεί το επίδικο έργο, σε
συνδυασμό με τις διαστάσεις και τα χαρακτηριστικά του ίδιου του έργου,
επιβάλλουν την ολιστική και διεπιστημονική προσέγγιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεών του με την συνεργασία ομάδας επιστημόνων
διαφόρων ειδικοτήτων κατά την εκπόνηση της επίμαχης Μ.Π.Ε.
Ειδικότερα, οι επιστημονικές ειδικότητες που κρίνονται αναγκαίες προκειμένου να στοιχειοθετηθεί μια αξιόπιστη και πλήρης καταγραφή και
αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του εν λόγω έργου είναι
αυτές του μηχανικού περιβάλλοντος, χημικού, χημικού μηχανικού,
11

βιολόγου, πολεοδόμου και χωροτάκτη μηχανικού, δασολόγου, υδρογεωλόγου, πολιτικού μηχανικού κ.ά.
Ωστόσο, ούτε από το ίδιο το περιεχόμενο της υποβληθείσας Μ.Π.Ε.
προκύπτει ότι για την εκπόνησή της συνεργάστηκε μια ομάδα διαφόρων
επιστημονικών ειδικοτήτων, ούτε η ίδια η υπογραφή της εν λόγω Μ.Π.Ε.
από τη μελετήτρια με την ειδικότητα του Γεωλόγου - και άρα με πολύ
ειδικό και περιορισμένο, ως προς τις απαιτήσεις του επίδικου έργου,
εύρος επιστημονικών γνώσεων- καλύπτει αυτήν την τόσο σημαντική
έλλειψη της επίμαχης Μελέτης. Ως εκ τούτου, και εκ του τυπικού αυτού
λόγου, η υποβληθείσα Μ.Π.Ε. κρίνεται μη νομίμως και εγκύρως εκπονηθείσα, γεγονός που καθιστά παράνομες τις προσβαλλόμενες αποφάσεις
που εκδόθηκαν λαμβάνοντας υπόψη την επίμαχη Μ.Π.Ε.
Από την άλλη, η Μ.Π.Ε. για το επίδικο έργο εκπονήθηκε στο σύνολό της
από την αλλοδαπή εταιρία «FOSTER WHEELER ITALIANA», η οποία
συνέταξε και τη μελέτη κατασκευής του έργου. Εν προκειμένω, η μη
εκπόνηση της επίμαχης Μ.Π.Ε. από διαφορετικό και ανεξάρτητο
μελετητή υποκρύπτει την απόπειρα μεθοδευμένης απόδειξης της
περιβαλλοντικής συμβατότητας της τεχνικής-κατασκευαστικής πρότασης
που επέλεξε ο ίδιος μελετητής («FOSTER WHEELER ITALIANA») και
καταδεικνύει σαφώς την έλλειψη αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας της
Μ.Π.Ε. κατά την προσέγγιση και αξιολόγηση των επιπτώσεων στο
περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία του επίδικου έργου. Η
διαφοροποίηση μεταξύ του μελετητή που θα εκπονήσει αφενός την
Μ.Π.Ε και αφετέρου τη μελέτη κατασκευής του έργου εγγυάται χωρίς
αμφιβολία την αμερόληπτη και αντικειμενική προσέγγιση και εξέταση
των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της όποιας προτεινόμενης τεχνικήςκατασκευαστικής παρέμβασης, γι’ αυτό άλλωστε η σχετική πρακτική
ακολουθείται και κατά την εκτέλεση των δημόσιων έργων, όπου η
Μ.Π.Ε. ανατίθεται σε μελετητή διαφορετικό και ανεξάρτητο από εκείνον
που αναλαμβάνει να εκπονήσει τη μελέτη κατασκευής του έργου.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η εκπονηθείσα για το
επίδικο έργο Μ.Π.Ε. στερείται αντικειμενικού και αξιόπιστου χαρακτήρα, γεγονός που πλήττει την νομική εγκυρότητα τόσο της ίδιας της
εκπονηθείσας Μ.Π.Ε. όσο και της υπογραφής της μελετήτριας κας
Βλαχαντώνη Ευαγγελίας, Γεωλόγου, κατόχου του Πτυχίου Κατηγορίας
27, Τάξης Α΄, που πιστοποιεί τη δήθεν ακρίβεια, πληρότητα και αξιοπιστία της.
Συνεπώς οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι και εκ του προφανούς τυπικού
αυτού λόγου παράνομες και θα πρέπει να ακυρωθούν.
12

3. Μη συνυπογραφή από τον κατά νόμο συναρμόδιο Υπουργό
Πολιτισμού
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 4 ν. 1650/1986 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 ν. 3010/2002) η έγκριση περιβαλλοντικών
όρων φέρει ρητώς την υπογραφή του Υπουργού Περιβάλλοντος,
Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΠΕΧΩΔΕ) και των κατά περίπτωση
συναρμοδίων Υπουργών. Η προσβαλλόμενη πράξη υπεγράφη, όμως, από
τους Υπουργούς Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων,
Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Ανάπτυξης
ενώ σύμφωνα με την προαναφερόμενη σαφή ρύθμιση θα έπρεπε να συνυπογραφεί και από τον Υπουργό Πολιτισμού.
Συγκεκριμένα η συνυπογραφή από τον Υπουργό Πολιτισμού προκύπτει
από τα εξής στοιχεία: Με την υπ’ αριθ. 25666/984/30.05.1957 (ΦΕΚ
268/Β΄/1957) απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, όπως αυτή διευκρινίστηκε με την υπ’ αριθ. πρωτ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧΑΙΟΤ/Α1/ΦΟ3/21765/967/
01.06.1987 απόφαση του ιδίου (ΦΕΚ 279/Β΄/1987), ο αρχαιολογικός
χώρος Ελευσίνας, με τον κανονιστικό χαρακτηρισμό του ως τέτοιος,
υπήχθη στο αυστηρό καθεστώς των διατάξεων της νομοθεσίας για την
προστασία, διατήρηση και ανάδειξη των στοιχείων της πολιτιστικής
κληρονομιάς. Τα ευρήματα του χώρου αυτού φυλάσσονται στο Μουσείο
Ελευσίνας και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ενώ τα σημαντικότερα
μνημεία του εν λόγω αρχαιολογικού χώρου της Ελευσίνας είναι:
- Η Ιερά Αυλή, ήτοι ο χώρος συγκέντρωσης των πιστών, κατάληξη της
Ιεράς οδού, όπου υπήρχε Εσχάρα με βωμούς για θυσίες στις θεές (8ος
αιώνας π.Χ. - 2ος αιώνας μ.Χ.) καθώς και ναός της Προπυλαίας
Αρτέμιδος του 2ου αιώνα μ.Χ.
- Τα Μικρά Προπύλαια, το εσωτερικό Ιωνικό Πρόπυλο, αφιερωμένο στη
θεά, από τον Άππιο Κλαύδιο Πούλχερ (54 π.Χ).
- Το Τελεστήριο. ήτοι μεγάλη τετράγωνη αίθουσα με έξι εισόδους, δύο
σε κάθε πλευρά και οκτώ βαθμίδες για τους μύστες στις τέσσερις πλευρές
(σήμερα μόνο τα θεμέλια). Στο κέντρο υπήρχε το ανάκτορο, το άδυτο της
Ελευσινιακής λατρείας, όπου έμπαινε μόνο ο Ιεροφάντης για την τέλεση
των μυστικών ιερουργιών (5ος αιώνα π.Χ. - 2ος αιώνα μ.Χ.).
- Οι Θριαμβικές Αψίδες που αποτελούν ρωμαϊκά αντίγραφα της αψίδας
του Αδριανού των Αθηνών και κτίστηκαν μετά το 129 μ.Χ.
13

- Το Καλλίχορον Φρέαρ όπου τελούνταν οι χοροί των γυναικών της
Ελευσίνας, που αποτελούσαν μέρος των ιεροτελεστιών προς τιμή της
θεάς Δήμητρας (α' μισό 5ου αιώνα π.Χ.).
- Το Πλουτώνειο, ήτοι ο Ιερός Περίβολος με σπηλιά απ' όπου, σύμφωνα
με την παράδοση, είχε φανεί ο Πλούτων, θεός του Άδη και όπου γινόταν
αναπαράσταση της ετήσιας επιστροφής της Περσεφόνης στη γη (β' μισό
6ου αιώνα π.Χ. - 4ος αιώνας π.Χ.).
- Το Μυκηναϊκό Μέγαρο, ναός σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου, με δύο κίονες κατά μήκος του κύριου άξονα.
Όπως έχει και νομολογιακώς κριθεί (Σ.τ.Ε. 1681/2002, 769/2005) κριτήριο για την ύπαρξη συναρμοδιότητας ενός Υπουργού είναι το κατά
πόσον η ad hoc εκτέλεση ενός σχεδίου ή έργου απτομένου με την προστασία του περιβάλλοντος, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, συσχετίζεται
με τις κατά νόμον αρμοδιότητες του. Στην προκειμένη περίπτωση είναι
απολύτως σαφές ότι ο Υπουργός Πολιτισμού είναι ο κατά νόμον
αρμόδιος Υπουργός για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς από
κάθε δραστηριότητα, όπως η εκτέλεση του επίδικου έργου,
η
πραγματοποίηση της οποίας μπορεί να επηρεάσει με τον ένα ή τον άλλο
τρόπο αυτήν (την πολιτιστική κληρονομιά).
Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το σύνολο των στοιχείων του
φακέλλου, ο χώρος του επίμαχου έργου επέκτασης απέχει από τον ως
άνω κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο περίπου 2 χλμ. Λόγω αυτής της
σχεδόν άμεσης χωρικής γειτνίασης, τα διασωζόμενα μνημεία του
αρχαιολογικού χώρου αναμένεται με βεβαιότητα να υποστούν τις
αναπόφευκτες συνέπειες της επιπρόσθετης επιβάρυνσης του ατμοσφαιρικού αέρα από τις βιομηχανικές διεργασίες που θα λάβουν χώρα στις επίδικες εγκαταστάσεις επέκτασης. Επιπλέον, αξιοσημείωτη είναι η οπτική
όχληση τόσο στον ίδιο τον αρχαιολογικό χώρο όσο και στο χώρο του
Μουσείου Ελευσίνας, από τους οποίους θα είναι ορατές οι 6 νέες
καμινάδες ύψους 60 μ. η καθεμιά που θα ανεγερθούν, καθώς και οι 2
πυρσοί ύψους 130 μ. ο καθένας που θα υψωθούν στον επίδικο χώρο
επέκτασης (σελ. 176 της Μ.Π.Ε.), όπως άλλωστε θα είναι ορατό το
σύνολο του μηχανολογικού και κτιριακού εξοπλισμού που θα
εγκατασταθεί πάνω σε επιχωμένο έδαφος ύψους 11 περίπου μέτρων
πάνω από την επιφάνεια της θάλασσα. Εξισου ορατά από τον προστατευόμενο αρχαιολογικό χώρο θα είναι και τα 4 τοιχία αντιστήριξης
συνολικού μήκους 687 μ. και ύψους περίπου 10 μ. καθώς και τα έργα

14

προστασίας ακτών -κατά την ορολογία της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων- μήκους 450μ. κατά μήκος των ακτών.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει με σαφήνεια ότι η
εκτέλεση και λειτουργία του επίδικου έργου αναμένεται να επηρεάσει
δυσμενώς τα στοιχεία του συγκεκριμένου προστατευόμενου πολιτιστικού
περιβάλλοντος ήτοι του αρχαιολογικού χώρου Ελευσίνας που κείνται σε
ελάχιστη απόσταση από τον επίμαχο χώρο επέκτασης καθώς και του
αρχαιολογικού Μουσείου Ελευσίνας - τόσο το υφιστάμενου όσο και του
μελλοντικού που προσδιορίζεται από το ΓΠΣ του Δήμου σε νοτιότερη
θέση. Χωρίς αμφιβολία επίκειται περαιτέρω αλλοίωση της αισθητικής
του ευρύτερου χώρου και του τοπίου που περιβάλλει τον κηρυγμένο
αρχαιολογικό χώρο με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ιστορικότητα και
την ανάδειξή του, ενώ η επιβάρυνση του ατμοσφαιρικού αέρα από τη
λειτουργία του έργου αναμένεται να επιδεινώσει τις συνθήκες
διατήρησης και προστασίας των διασωζόμενων στο χώρο μνημείων.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προμνημονευόμενων, θεωρούμε
σημαντική την παράλειψη του κατά νόμον θεματοφύλακα της πολιτιστικής κληρονομιάς, δηλαδή του ιδίου του Υπουργού Πολιτισμού να
συνυπογράφει την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών
όρων. Συνεπώς και εκ του λόγου τούτου η προσβαλλόμενη πράξη τυγχάνει παράνομη και ακυρωτέα.
Για τους λόγους αυτούς
και με τη ρητή επιφύλαξη κατάθεσης δικογράφου προσθέτων λόγων
ΖΗΤΟΥΜΕ
1. Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μας.
2. Να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις, ήτοι α) η υπ’ αριθ.
146393/3.6.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι της επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε.
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ που λειτουργεί στο 27 χλμ. της παλαιάς
εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου, β) η υπ’ αριθ. Δ3/Α/οικ.11219/8.5.
2008 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκε η
μελέτη επικινδυνότητας (ασφάλειας) της εν λόγω επέκτασης, γ) η υπ’
αριθ. Δ3/Α15024/24.7.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και Οικονομίας
15

και Οικονομικών με την οποία χορηγήθηκε για την ίδια δραστηριότητα
στην προαναφερόμενη εταιρεία η άδεια εγκατάστασης και δ) κάθε άλλη
συναφής διοικητική πράξη ή παράλειψη ή πράξη εκδοθείσα στο πλαίσιο
σύνθετης διοικητικής ενέργειας
3. Να καταδικασθεί το Δημόσιο στη δικαστική μας δαπάνη.
Αθήνα, 2 Σεπτεμβρίου 2008
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ
Δικηγόρος
Χαρ. Τρικούπη 31
Τ.Κ. 106 81 - Αθήνα
Τηλ. 210 3817406 - 3841032
Φαξ. 210 3841005
E-mail: margeorg@hol.gr

16

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ
Δικηγόρος
Χαρ. Τρικούπη 31
Τ.Κ. 106 81 - Αθήνα
Τηλ. 210 3817406 - 3841032
Φαξ. 210 3841005
E-mail: margeorg@hol.gr

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΑΙΤΗΣΗ
1. του Δήμου Ελευσίνας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως
εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
2. του Δήμου Μάνδρας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως
εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
3. του Δήμου Μαγούλας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως
εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του και
4. του Δήμου Νέας Περάμου Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο,
νομίμως εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
ΚΑΤΑ
1. του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων
2. του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής
3. του Υπουργού Ανάπτυξης και
4. του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΟΛΗ

17

1. της υπ’ αριθ. 146393/3.6.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου
και Νησιωτικής Πολιτικής και Ανάπτυξης
2. της υπ’ αριθ. Δ3/Α/οικ.11219/8.5.2008 απόφασης του Υπουργείου
Ανάπτυξης
3. της υπ’ αριθ. Δ3/Α15024/24.7.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και Οικονομίας και
Οικονομικών και
4. κάθε άλλης συναφούς διοικητικής πράξης ή παράλειψης ή πράξης εκδοθείσας στο πλαίσιο σύνθετης διοικητικής ενέργειας

Με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι της
επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ
ΒΕΕ (Βιομηχανικές Εγκαταστάσεις Ελευσίνας) που λειτουργεί στο 27 χλμ. της
παλαιάς εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου, με τη δεύτερη προσβαλλόμενη
πράξη εγκρίθηκε η μελέτη επικινδυνότητας (ασφάλειας) της εν λόγω επέκτασης
και με την τρίτη πράξη χορηγήθηκε για την ίδια δραστηριότητα στην
προαναφερόμενη εταιρεία η άδεια εγκατάστασης.
Με την παρούσα αίτηση μας ζητούμε την αναστολή των προσβαλλόμενων
πράξεων, των οποίων την ακύρωση έχουμε ήδη ζητήσει με την υπ’ αριθ.
κατάθεσης
5340/03.09.2008
αίτησή
μας
και
το
υπ’
αριθ.
καταθ………δικόγραφο Προσθέτων Λόγων, για παράβαση πλέγματος
διατάξεων του ελληνικού και κοινοτικού δικαίου του περιβάλλοντος.
Προς τούτο έχομε προφανές και έντονο έννομο συμφέρον διότι ο χώρος της
επέκτασης της δραστηριότητας του διυλιστηρίου βρίσκεται εντός των
διοικητικών ορίων του πρώτου αιτούντος, ο χώρος γενικότερα της δραστηριότητας του διυλιστηρίου βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων των δύο
πρώτων αιτούντων, τέλος δε ο χώρος του διυλιστηρίου γειτνιάζει με τα
διοικητικά όρια των δύο τελευταίων αιτούντων. Η κρινόμενη επέκταση του
διυλιστηρίου προβλέπεται με βεβαιότητα ότι θα
επιβαρύνει ακόμη
περισσότερο την ήδη κατά κοινή ομολογία επιβαρυμένη περιοχή των
αιτούντων Δήμων, προκαλώντας σημαντικότατες και μη αντιστρεπτές
δυσμενείς επιπτώσεις στα χαρακτηριστικά και την ποιότητα τόσο του ανθρωπογενούς όσο και του φυσικού περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής. Οι
αιτούντες Δήμοι ως οι κυριότεροι φορείς εκπρoσώπησης των κατοίκων των
18

Δήμων έχουν εκ του λόγου τούτου έντονο έννομο συμφέρον στη νομική
αμφισβήτηση των προσβαλλόμενων πράξεων και τη συνακόλουθη αξίωση
προστασίας του περιβάλλοντος.
Οι λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να ανασταλούν οι προσβαλλόμενες πράξεις, οι οποίες προσβάλλονται νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι οι ακόλουθοι:
Α. Ως προς το προφανές βάσιμο της αιτήσεως ακυρώσεως.
Επισημαίνεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι καταφανώς παράνομες για
τους λόγους, οι οποίοι ήδη αναφέρονται και αναπτύσσονται στα κατατεθέντα
δικόγραφα της αιτήσεως ακυρώσεως και των Προσθέτων Λόγων (βλ. αναλυτικά σχετική αίτησή μας και δικόγραφο Προσθέτων Λόγων). Οι λόγοι αυτοί
επιγραμματικώς επαναλαμβανόμενοι εδώ είναι οι εξής:

1. Μη προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης
Η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 146393/3.6.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας,
Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκαν οι
περιβαλλοντικοί όροι της επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε.
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΒΕΕ κρίνεται ακυρωτέα, καθώς εκδόθηκε χωρίς
την προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας της Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 6
του ν. 1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος» (ΦΕΚ 160/Α΄/1986),
όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002. Ειδικότερα:
Αα. Με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν προωθείται απλά η επέκταση και ο
εκσυγχρονισμός του υφιστάμενου σχήματος του διυλιστηρίου, αλλά εγκρίνονται δραστηριότητες διεύρυνσης της παραγωγικής του βάσης, η ίδρυση νέων
μονάδων, η εισαγωγή και επεξεργασία νέων πρώτων υλών, η παραγωγή νέων
προϊόντων και η ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων, που ως σύνολο θεωρούμενες
συνθέτουν ένα νέο, μεγαλύτερο σε έκταση και πιο σύνθετο ως προς τις
βιομηχανικές και λοιπές διεργασίες, σχήμα του επίδικου διυλιστηρίου
ουσιωδώς διαφοροποιούμενο από το ήδη υφιστάμενο.

19

Η εγκατάσταση νέων μονάδων και δραστηριοτήτων, η εισαγωγή και νέων
επιπλέον πρώτων υλών και η διαφοροποίηση της ποιότητας της κύριας πρώτης
ύλης ήτοι του αργού πετρελαίου, η αύξηση της συνολικής κινητήριας δύναμης,
της κατανάλωσης ισχύος, της ενεργείας και της ιδιο-κατανάλωσης, η
ουσιαστική μεταβολή της παραγωγικής διαδικασίας, η αύξηση της συνολικής
ποσότητας των παραγομένων προϊόντων και η παραγωγή νέων προϊόντων όπως αυτά αποδείχτηκαν αναλυτικά στο δικόγραφο των προσθέτων λόγωναποτελούν τις παραμέτρους εκείνες που συνθέτουν στην πραγματικότητα ένα
εντελώς νέο, διαφορετικό και πιο σύνθετο, από τον νυν υφιστάμενο δομικό
και λειτουργικό σχήμα για το επίδικο διυλιστήριο, για το οποίο, ως νέο
στην πραγματικότητα έργο, θα έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία της
Π.Π.Ε.Α. προ της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων. Η παράλειψη αυτή της Διοίκησης να προβεί στην
Π.Π.Ε.Α. κρίνεται παράνομη, καθώς παραβιάζει άρθρο 4 παρ. 6α΄ του ν.
1650/1986, καθιστώντας και εξ αυτού του λόγου παράνομη και γι’ αυτό
ακυρωτέα την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων των
δραστηριοτήτων «εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης» του επίδικου
διυλιστηρίου.
β. Το προωθούμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση επενδυτικό σχέδιο
καταρχήν αφορά την ίδρυση συνολικά 21 νέων μονάδων και δραστηριοτήτων
(εκ των οποίων οι 6 παραγωγικές), οι οποίες θα καταλάβουν έκταση περίπου
140 στρεμ. Πρόκειται για το τμήμα της εδαφικής έκτασης που μεσολαβεί
μεταξύ του Διυλιστηρίου και του Πυριτιδοποιείου – Καλυκοποιείου (τέως
ΠΥΡΚΑΛ και νυν ΕΑΣ) και βρίσκεται ακριβώς μεταξύ των δύο
εγκαταστάσεων, γι’ αυτό άλλωστε και μέχρι σήμερα ήταν παντελώς κενό από
μονάδες και εγκαταστάσεις. Με τη σχεδιαζόμενη επέκταση του επίδικου
διυλιστηρίου, οι νέες μονάδες προσεγγίζουν σε ελάχιστη απόσταση όχι απλά τα
όρια του γηπέδου του εργοστασίου κατασκευής πυρομαχικών της ΕΑΣ, μονάδα
που και αυτή, όπως άλλωστε και η επίδικη, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της
προαναφερόμενης νομοθεσίας (Οδηγία 2003/105/ΕΚ και υπ’ αριθ.
12044/613/2007 Υ.Α), αλλά και τις ίδιες τις εγκαταστάσεις του ως εν λόγω
εργοστασίου. Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί ότι η κεντρική αποθήκη των
πυρομαχικών (Νο 74) της ΕΑΣ (πρώην ΠΥΡΚΑΛ) βρίσκεται σε απόσταση 65
περίπου μέτρων από τα όρια του γηπέδου της αντιδίκου εταιρίας.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι οι ως άνω
μονάδες αποτελούν απλώς μονάδες εκσυγχρονισμού και επέκτασης του υφιστάμενου σχήματος του επιδίκου διυλιστηρίου (και όχι νέες μονάδες για τις οποίες εξ ορισμού απαιτείται κατά νόμο Π.Π.Ε.Α, όπως καταδείχθηκε ανωτέρω),
η ίδρυση και η λειτουργία τους στην ως άνω τελικώς επιλεγείσα έκταση θα επι-

20

φέρει ουσιαστικότατες διαφοροποιήσεις ως προς τις επιπτώσεις του εγκριθέντος έργου στο περιβάλλον, φυσικό και ανθρωπογενές, αφού θα αυξηθεί
δραματικά –σε σχέση με το νυν λειτουργούν σχήμα - ο κίνδυνος πρόκλησης
ατυχήματος μεγάλης έκτασης καταρχήν λόγω της άμεσης χωρικής τους
συσχέτισης με άλλη κατά νόμο επικίνδυνη εγκατάσταση.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων καθίσταται σαφής η διαφοροποίηση των
εγκριθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση δραστηριοτήτων «εκσυγχρονισμού-αναβάθμισης» ως προς τις επιπτώσεις τους στο ανθρωπογενές αλλά
και στο φυσικό περιβάλλον, καθώς η επέκταση του υφιστάμενου διυλιστηρίου
με την ίδρυση και λειτουργία των νέων μονάδων στην επιλεγείσα θέση θα
αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο που απορρέει από το εγκριθέν έργο για
πρόκληση μεγάλου ατυχήματος σχετιζόμενου με επικίνδυνες ουσίες. Ως εκ
τούτου, κρίνεται επιβεβλημένη η προηγούμενη Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αξιολόγηση, προκειμένου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4
παρ. 6α (τελευταίο εδάφιο) να εκτιμηθεί η συνδρομή των παραγόντων που
προαναφέρθηκαν και που συμβάλλουν στην αύξηση του βαθμού επικινδυνότητας των σχεδιαζόμενων δραστηριοτήτων και συνακόλουθα να αξιολογηθεί –
προς την κατεύθυνση της πρόληψης μεγάλων ατυχημάτων- η δυνατότητα ή μη
χωροθέτησής τους στην τελικώς επιλεγείσα έκταση. (Προς επίρρωση των
ανωτέρω βλ. και i. το άρθρο 12 της υπ’ αριθ. 12044/613/2007 Κ.Υ.Α., ii. τo
άρθρο 5 παρ. 5 του σχεδίου του «Ειδικού Πλαισίου για τη Βιομηχανία» και iii.
τα υπ’ αριθ. ΔΥΓ2/149423/07/29.02.08 και ΔΥΓ2/88419/07/11.02.08 έγγραφα
της Γενικής Δ/νσης Δημόσιας Υγείας του Υπουργείου Υγείας).
Β. Ως προς την υποχρέωση για Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση
και Αξιολόγηση.
α. Σύμφωνα με το ισχύον Γ.Π.Σ., για την ένδικη περιοχή καθορίστηκε η γενική
πολεοδομική λειτουργία του άρθρου 6 του από 23.02.1987 Π.Δ/τος, δηλ. η
γενική κατηγορία χρήσεων γης της οχλούσας βιομηχανίας – βιοτεχνίας,
όπερ σημαίνει ότι, κατά το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του ως άνω
Π.Δ/τος σύστημα τυποποίησης χρήσεων γης, εντός αυτής είναι δυνατή η
χωροθέτηση αποκλειστικά και μόνο των περιοριστικά απαριθμούμενων στο
άρθρο 6 ειδικών χρήσεων γης. Ο από το Γ.Π.Σ. καθορισμός της γενικής
πολεοδομικής λειτουργίας μιας περιοχής ως οχλούσας βιομηχανίας –
βιοτεχνίας δεν σημαίνει τη χωροθέτηση συγκεκριμένης δραστηριότητας,
διότι κάτι τέτοιο θα απέκλειε κατά τρόπο αξιωματικό και εντελώς
αδικαιολόγητα τη χωροθέτηση στην εν λόγω περιοχή όλων ανεξαιρέτως των
υπόλοιπων ειδικών χρήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 6 –πλην των
«βιομηχανικών εγκαταστάσεων»- ταυτίζοντας σε επίπεδο Γ.Π.Σ. τη γενική
21

πολεοδομική λειτουργία (οχλούσα βιοτεχνία-βιομηχανία) με την ειδική (υπό
6§ 1. Βιομηχανικές εγκαταστάσεις). Ωστόσο, μια τέτοια παραδοχή δεν μπορεί
να γίνει αποδεκτή καθώς αντιβαίνει στον συνταγματικά κατοχυρωμένο
χαρακτήρα του Γ.Π.Σ. που ως το υπερκείμενο επίπεδο πολεοδομικού
σχεδιασμού αποτελεί τη γενική πρόταση πολεοδομικής οργανώσεως είτε ήδη
πολεοδομημένων είτε προς πολεοδόμηση περιοχών, η οποία διατυπώνεται
ύστερα από αξιολόγηση των οικιστικών αναγκών και των προβλεπόμενων
επιπτώσεων της πολεοδομικής ρυθμίσεως στο φυσικό και πολιτιστικό
περιβάλλον και στους γενικότερους αναπτυξιακούς στόχους, και περιέχει
γενικούς ορισμούς και κατευθύνσεις που συνιστούν στρατηγικό σχεδιασμό
με μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις και ρυθμίσεις (Σ.τ.Ε. 384/2002).
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει με σαφήνεια ότι στην επίδικη
περιοχή εγκατάστασης και λειτουργίας των εγκριθεισών δραστηριοτήτων, από
το Γ.Π.Σ. του Δ. Ελευσίνας καθορίζονται οι χρήσεις της γενικής πολεοδομικής
λειτουργίας της οχλούσας βιομηχανίας-βιοτεχνίας και μέχρι την πολεοδόμησή
της επιτρέπονται όλες ανεξαιρέτως οι χρήσεις ειδικής πολεοδομικής
λειτουργίας που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του από 23.02.1987 Π.Δ/τος
(βιομηχανία, βιοτεχνία, επαγγελματικά εργαστήρια, εγκαταστάσεις εμπορικών
εκθέσεων κ.λπ.), τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων για την εκτός
σχεδίου δόμηση. Ως εκ τούτου, μέχρι τον ειδικό καθορισμό της ως τέτοια κατά
την πολεοδόμησή της, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί «θεσμοθετημένη
βιομηχανική περιοχή» υπό την έννοια της διατάξεως του εδαφίου στ' της παρ. 6
του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 και συνεπώς η ίδρυση και λειτουργία εντός
αυτής βιομηχανικών εγκαταστάσεων, όπως οι επίδικες, και δεν απαλλάσσεται
από την υποχρέωση για τήρηση της διαδικασίας Π.Π.Ε.Α.
β. Προς επίρρωση όλων των ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμο να προστεθεί ότι κατά
τη νομολογία του Δικαστηρίου σας (Σ.τ.Ε. 2220/2007), η Π.Π.Ε.Α. δεν
απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις έργων που πρόκειται να εκτελεσθούν σε χώρο
ο οποίος έχει ειδικώς καθορισθεί με εγκεκριμένο χωροταξικό ή πολεοδομικό ή
ρυθμιστικό σχέδιο για την πραγματοποίηση του σχεδιαζόμενου έργου ή
συγκεκριμένης κατηγορίας έργων στην οποία ανήκει το σχεδιαζόμενο έργο.
Και αυτό γιατί μόνο στις περιπτώσεις αυτές με το ήδη εγκεκριμένο σχέδιο
εξυπηρετείται ο σκοπός στον οποίο αποβλέπει η Π.Π.Ε.Α. Αντιθέτως, είναι
υποχρεωτική για τη Διοίκηση η τήρηση της Π.Π.Ε.Α. όταν το έργο ανήκει σε
μία από τις κατηγορίες των γενικά επιτρεπομένων χρήσεων γης.
Στην επίδικη περίπτωση ο χώρος όπου θα εγκατασταθούν οι επίδικες
βιομηχανικές δραστηριότητες δεν έχει καθοριστεί κατά τρόπο ειδικό από το
Γ.Π.Σ. ως χώρος για τη χωροθέτηση και πραγματοποίηση αποκλειστικά
22

αυτών των ιδίων (των επίδικων) ή έστω για την πραγματοποίηση εν γένει
βιομηχανικών και μόνο δραστηριοτήτων. Αντιθέτως, οι επίδικες
δραστηριότητες αποτελούν μία (άρθρο 6 του από 23.02.1987 Π.Δ/τος, στ. 1΄)
από τις γενικότερα επιτρεπόμενες χρήσεις γης (άρθρο 6 του από 23.02.1987
Π.Δ/τος, στ. 1-17) από το εγκεκριμένο σχέδιο για την περιοχή όπου πρόκειται
να πραγματοποιηθούν. Ως εκ τούτου δεν παρέλκει για τις επίδικες
δραστηριότητες η τήρηση της διαδικασίας της Π.Π.Ε.Α., αφού μόνο μέσα από
αυτήν θα καταστεί σαφές το μέγεθός τους στη συγκεκριμένη θέση και θα είναι
εντεύθεν δυνατή η εκτίμηση της επιβαρύνσεως που θα επέλθει στο περιβάλλον
από την ανέγερση και τη λειτουργία τους (Σ.τ.Ε. 668/2007).
2. Ίδρυση νέας μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς την
τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας αδειοδότησής της
Με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις εγκρίνεται εντός του επίδικου διυλιστηρίου
η ίδρυση και λειτουργία μιας νέας και αυτοτελούς μονάδας παραγωγής
ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 24 MW, χωρίς ωστόσο να έχει προηγουμένως
τηρηθεί ξεχωριστά για αυτήν η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, και
το κυριότερο, χωρίς αυτή να έχει εφοδιαστεί, ως όφειλε κατά νόμο, με την
απαιτούμενη για τις εν λόγω δραστηριότητες άδεια παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας. Ως εκ τούτου, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις με τις οποίες
εγκρίνεται μεταξύ άλλων η ίδρυση της εν λόγω μονάδας ηλεκτροπαραγωγής
κρίνονται παράνομες, καθώς εκδόθηκαν κατά παράβαση αφενός του άρθρου 4
του ν. 1650/1986 και αφετέρου του άρθρου 9 του ν. 2773/1999, και
συνακόλουθα θα πρέπει να ακυρωθούν.
3. Παραβίαση της υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α για τις ελάχιστες
αποστάσεις ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται από εργοστάσια και
αποθήκες εκρηκτικών υλών.
Το σύνολο των προσβαλλόμενων αποφάσεων, με τις οποίες εγκρίνεται η
εγκατάσταση και λειτουργία των νέων δραστηριοτήτων του μελλοντικού
σχήματος του διυλιστηρίου σε έκταση περ. 140 στρεμ. που βρίσκεται στα
ανατολικά όρια του γηπέδου της αντιδίκου εταιρίας και σε άμεση επαφή με το
γήπεδο του εργοστασίου κατασκευής πυρομαχικών της ΕΑΣ (τέως ΠΥΡΚΑΛ)
θα πρέπει να ακυρωθούν καθώς εκδόθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων
της υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α «Κανονισμοί για την παραγωγή,
αποθήκευση και διάθεση σε κατανάλωση εκρηκτικών υλών. (Φ.Ε.Κ.
132/Β΄/21.02. 1989) για τις ελάχιστες αποστάσεις ασφαλείας που πρέπει να

23

τηρούνται μεταξύ εργοστασίων εκρηκτικών και άλλων εργοστασίων,
εγκαταστάσεων και θέσεων όπου αναμένεται η παρουσία ανθρώπων.»
Και αυτό γιατί στην επίδικη περίπτωση, η απόσταση της παρ. 2 του άρθρου 2
της προαναφερόμενης Κ.Υ.Α, δηλ. το 3α από την περίφραξη της ΠΥΡΚΑΛ
μέχρι τα εξωτερικά όρια του πιθανού δέκτη, εν προκειμένω τις νέες μονάδες
του επίδικου διυλιστηρίου - και ειδικότερα από τον πλησιέστερο τοίχο τους
στον οποίο αναμένεται να υπάρχουν άνθρωποι- θα έπρεπε να είναι περίπου 3xα
= 3x243 μ. = 729 μ. Ωστόσο, από τα σχέδια που συμπεριλαμβάνονται στην
υποβληθείσα Μ.Π.Ε. (ενδεικτικά το BD0300A-00-01-005) προκύπτει ότι οι
νέες μονάδες θα εγκατασταθούν σε απόσταση ασφαλείας κραυγαλέα
μικρότερη, μόλις 75 μ. από την περίφραξη της τέως ΠΥΡΚΑΛ.
4. Παραβίαση του υπ’ αριθ. 1180/1981 Π.Δ. περί ανώτατης στάθμης
θορύβου στο γήπεδο των επίδικων εγκαταστάσεων.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων υπό
παράγραφο 3 η Διοίκηση θέτει ως ανώτατο όριο θορύβου για τις επίδικες
εγκαταστάσεις το όριο ≤ 70 dB (A) που, κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 παρ.
5 του υπ’ αριθ. 1180/1981 Π.Δ., τίθεται ως ανώτατο όριο θορύβου για
«νομοθετημένες βιομηχανικές περιοχές». Ωστόσο, όπως καταδείχθηκε
αναλυτικά ανωτέρω (υπό 1), ο χώρος τόσο του υφιστάμενου και νυν
λειτουργούντος σχήματος του διυλιστηρίου όσο και της μελλοντικής επέκτασής
του δεν εντάσσεται και δεν αποτελεί θεσμοθετημένη βιομηχανική περιοχή.
Και αυτό γιατί ως θεσμοθετημένη βιομηχανική περιοχή νοείται αυτή που
προκύπτει από την εφαρμογή του ισχύοντος νομικού πλαισίου για τις
βιομηχανικές περιοχές, ήτοι του ν. 2545/97 περί βιομηχανικών και
επιχειρηματικών περιοχών, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει. Στην
επίδικη περίπτωση, η πρόβλεψη από το Γ.Π.Σ. Ελευσίνας για την εν λόγω
περιοχή των χρήσεων της γενικής πολεοδομικής λειτουργίας «οχλούσας
Βιομηχανίας-Βιοτεχνίας» σε καμία περίπτωση δεν την καθιστά θεσμοθετημένη
βιομηχανική περιοχή αφού δεν συνεπάγεται την εφαρμογή των ειδικών
νομικών διατάξεων περί ΒΙ.ΠΕ. του ν. 2545/97.
Συνεπώς, στις επίδικες βιομηχανικές εγκαταστάσεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής
οι όποιες νομοθετικές διατάξεις αφορούν τις δραστηριότητες εντός θεσμοθετημένης ΒΙ.ΠΕ. Ως ανώτατο όριο θορύβου για τις επίδικες δραστηριότητες
θα έπρεπε να τεθεί εκείνο που ορίζεται από το άρθρο 2 παρ. 5 του υπ’ αριθ.
1180/1981 Π.Δ για «τις περιοχές στις οποίες επικρατεί το βιομηχανικό
στοιχείο», ήτοι το όριο των 65 dB (A).
24

5. Παραβίαση του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία
των δασών και των δασικών εκτάσεων.
Όπως καταδείχθηκε διεξοδικά και στο δικόγραφο των Προσθέτων Λόγων, η
προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων αγνοεί παντελώς
την ύπαρξη δασικών εκτάσεων τόσο στην έκταση του νυν λειτουργούντος
σχήματος του διυλιστηρίου όσο και στις περιοχές εγκατάστασης και
λειτουργίας των εγκριθέντων νέων δραστηριοτήτων επέκτασης, παρόλο που
υφίστανται γι’ αυτές νόμιμες και έγκυρες Πράξεις Χαρακτηρισμού του
Δασάρχη Αιγάλεω. Συνακόλουθα, όχι μόνο δεν μεριμνά για την ορθολογική
και αειφόρο διαχείριση και προστασία τους, ως όφειλε κατ’ επιταγή του
άρθρου 24 του Συντάγματος, αλλά επιτρέπει εντός αυτών δραστηριότητες
εντελώς ασύμβατες με τη χρήση και τον προορισμό τους (προσωρινή
αποθήκευση επικίνδυνων αποβλήτων, αμμοβολές, απόθεση scrap), που δεν
θα μπορούσαν να νομιμοποιηθούν ούτε στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το
άρθρο 56 έγκρισης επέμβασης για βιομηχανικές δραστηριότητες. Και αυτό
γιατί η διαχείριση των αποβλήτων από βιομηχανική δραστηριότητα σε καμία
περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί ως λόγος δημοσίου συμφέροντος που
επιτρέπει την κατ’ εξαίρεση μεταβολή του προορισμού και της χρήσης δασικών
εκτάσεων !
Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων θα
πρέπει να ακυρωθεί καθώς αντιστρατεύεται κατά τρόπο κραυγαλέο το κατά το
Σύνταγμα αυξημένο προστατευτικό καθεστώς των δασών και των δασικών
εκτάσεων και παραβιάζει ευθέως τη συνταγματική επιταγή για λήψη μέτρων
προστασίας τους και για κατ’ εξαίρεση μεταβολή του προορισμού τους
αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Ταυτόχρονα, η
προσβαλλόμενη παραβιάζει και τη δασική νομοθεσία, υπό το πρίσμα της
οποίας δεν είναι ανεκτή η διαχείριση επικίνδυνων και λοιπών αποβλήτων εντός
δασικών εκτάσεων στο πλαίσιο της υπό όρους επιτρεπομένης εντός αυτών
βιομηχανικής δραστηριότητας (άρθρο 56 ν. 998/1979). Ομοίως, κρίνεται
ακυρωτέα και η συμπροσβαλλόμενη απόφαση με την οποία χορηγήθηκε άδεια
εγκατάστασης για δραστηριότητες εντός των ως άνω χαρακτηρισμένων δασών
και δασικών εκτάσεων της όλης ιδιοκτησίας της αντιδίκου εταιρίας.
6. Παραβίαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της πρόληψης
Στην επίδικη περίπτωση η Διοίκηση παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία
κατασταλτικά και προληπτικά μέτρα για την αποκατάσταση της διαπιστωμένης
ρύπανσης του υπεδάφους της περιοχής, όπως αυτή αποδείχθηκε αναλυτικά στο
25

κατατεθέν δικόγραφο των Προσθέτων Λόγων, και την περαιτέρω αποτροπή
της, είτε με την επιβολή συγκεκριμένων και επιτακτικών μέτρων
αποκατάστασης πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων, είτε με την θέσπιση συγκεκριμένων όρων
περιβαλλοντικής αποκατάστασης στο ίδιο το σώμα της εν λόγω
προσβαλλόμενης απόφασης. Με τον τρόπο αυτό παραβίασε ευθέως την
συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της πρόληψης, ειδικότερη έκφανση της
οποίας αποτελεί η αρχή της αποκατάστασης της βλάβης του φυσικού
περιβάλλοντος, γεγονός που καθιστά παράνομη και γι’ αυτό ακυρωτέα την
προσβαλλόμενη απόφαση.
7. Παραβίαση του δικαιώματατος συμμετοχής και πληροφόρησης των
πολιτών στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων που θίγουν το
περιβάλλον.
Η έλλειψη της υποβληθείσας ΜΠΕ (2007) σε στοιχεία για την κατάσταση
λειτουργίας των υφιστάμενων μονάδων του επίδικου διυλιστηρίου, αλλά και η
παραπομπή της γι’ αυτά σε μη δημοσιοποιημένη –και μάλιστα ελλιπήπρογενέστερη Μ.Π.Ε (2005), αλλά και η παντελής έλλειψη δημοσιοποίησης
της Μ.Π.Ε. για τα έργα των λιμενικών εγκαταστάσεων, στερεί πλήρως τη
δυνατότητα για ολοκληρωμένη και βάσιμη πληροφόρηση του κοινού για
τις εγκριθείσες δραστηριότητες και αναιρεί το σκοπό του κατοχυρωμένου
δικαιώματος του για ενημέρωση και συμμετοχή στην περιβαλλοντική
αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου, κρίνεται παράνομη
η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων καθώς εκδόθηκε
κατά παραβίαση των άρθρων 5 παρ. 2 του ν. 1650/1986, όπως τροποποίηθηκε
και ισχύει, και των διατάξεων της Κ.Υ.Α. 37111/2021/03 και των προβλέψεων
της Διεθνούς Συνθήκης του Άαρχους που κατοχυρώνουν το δικαίωμα
πλήρους και αντικειμενικής περιβαλλοντικής πληροφόρησης.

8. Η αντίθεση με τις κατευθύνσεις του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού
Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τη Βιομηχανία και του Ρυθμιστικού
Σχεδίου για την υπό κρίση περιοχή της Αττικής.
Όπως έχει αναφερθεί αναλυτικά στο δικόγραφο των Προσθέτων Λόγων, η
εγκριθείσα με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις επέκταση του επίδικου
διυλιστηρίου προτείνεται να λάβει χώρα σε περιοχή εντός του εγκεκριμένου
Γ.Π.Σ. του Δήμου Ελευσίνας και μάλιστα όχι μακριά από τον συμπαγή αστικό

26

ιστό της πόλης, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν έχει τα χαρακτηριστικά ενός
οργανωμένου υποδοχέα. Επιπλέον, η ενδεχόμενη υλοποίησή της θα επιβαρύνει
χωρικά την ήδη πολύ επιβαρυμένη άτυπη ζώνη βιομηχανικών δραστηριοτήτων
της περιοχής δεδομένου ότι θα αυξήσει σημαντικά την πυκνότητα του
δομημένου βιομηχανικού χώρου. Προκύπτει λοιπόν ότι η επέκταση του
επίδικου διυλιστηρίου στην εν λόγω περιοχή αντιβαίνει προς τις κατευθύνσεις
του Ρ.Σ.Α., αλλοιώνοντας στην πραγματικότητα το μοντέλο χωρικής ανάπτυξης
που προτείνεται απ’ αυτό, καθώς όχι μόνο δεν λαμβάνει χώρα εντός
οργανωμένου υποδοχέα αλλά και πρόκειται να υλοποιηθεί πλησίον του αστικού
ιστού της Ελευσίνας ματαιώνοντας τους στόχους του Ρ.Σ.Α. για αποκέντρωση
των οχλουσών δραστηριοτήτων και απομάκρυνσή τους από περιοχές κατοικίας.
Η προωθούμενη με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις επέκταση του επίδικου
διυλιστηρίου στην εν λόγω περιοχή της Ελευσίνας καταστρατηγεί μια εκ των
βασικών επιταγών του η οποία έχει να κάνει με την δημιουργία οργανωμένων
υποδοχέων εντός των οποίων θα πραγματοποιούνται οι νέες επενδύσεις. Αυτό
συμβαίνει διότι η εγκριθείσα επέκταση λαμβάνει χώρα εντός περιοχής
πολεοδομικά οργανωμένης μέσω του Γ.Π.Σ. Ελευσίνας και απλά καθορισμένης
από αυτό ως κατάλληλης για υποδοχή βιομηχανικών – βιοτεχνικών
δραστηριοτήτων, και όχι εντός ενός κατά τα προβλεπόμενα από την οικεία
νομοθεσία οργανωμένου υποδοχέα υπό τη μορφή βιομηχανικής περιοχής ή
βιομηχανικού πάρκου, όπως ορίζεται σχετικά στο σχέδιο του Ειδικού
πλαισίου για τη Βιομηχανία.
9. Παραβίαση της νομοθεσίας για την προστασία και διαχείριση των
υδατικών πόρων.
α. Όπως καταδεικνύεται διεξοδικά στο δικόγραφο των Προσθέτων Λόγων, για
την κάλυψη των αναγκών σε νερό των εγκριθέντων δραστηριοτήτων επέκτασης
προβλέπεται (υπό 9.3, σελ. 57) από την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων μεταξύ των άλλων και η άντληση 1,5 εκατομ. κ.μ.
υφάλμυρου νερού, ποσότητας αυξημένης κατά 91% σε σχέση με τη μέχρι
σήμερα αντλούμενη, από τον παράκτιο υδροφόρο με χρησιμοποίηση τεσσάρων υφιστάμενων ήδη γεωτρήσεων και δύο μελλοντικών. Οι αναφερόμενες
στην προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων τέσσερις
γεωτρήσεις έχουν ανορυχθεί και λειτουργούν χωρίς την προβλεπόμενη από την
νομοθεσία (άρθρα 7-9 ν. 1739/1987, άρθρο 11 ν. 3199/2003) άδεια εκτέλεσης
έργου αξιοποίησης υδατικών πόρων και άδεια χρήσης νερού και χωρίς την
προηγούμενη περιβαλλοντική αδειοδότησή τους (Ομάδα 2, Κατηγορία Α΄,
Υποκατηγορία 1η, α/α 7.3.). Το αυτό ισχύει και για τις δύο νέες γεωτρήσεις
που θα διανοιχθούν, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, για την
27

κάλυψη των αναγκών του μελλοντικού σχήματος του διυλιστηρίου.
Σημειώνεται δε ότι η περιοχή των εγκαταστάσεων της αντιδίκου «ΑΕ ΕΛΠΕ
ΒΕΕ» και της μελλοντικής επέκτασής τους βρίσκονται στο παράκτιο τμήμα
της λεκάνης απορροής του υδρορρεύματος «Σαρανταπόταμος», για την
οποία ουδέποτε έχει εκτιμηθεί υδρολογικό ισοζύγιο και συνακόλουθα δεν
έχει εκπονηθεί ούτε Διαχειριστικό Σχέδιο των υδατικών πόρων αλλά ούτε
και Πρόγραμμα Ανάπτυξης της περιοχής.
Από τα ανωτέρω προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ο παράνομος
χαρακτήρας της προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων,
καθώς εγκρίνει την υπεράντληση του υπόγειου υδροφορέα από γεωτρήσεις,
πριν καν αυτές υποβληθούν στην απαιτούμενη από το νόμο διαδικασία
αδειοδότησής τους, ώστε να αξιολογηθεί η δυνατότητα χρήσης των
συγκεκριμένων –ως προς την ποσότητα και ποιότητα- υδάτινων πόρων για τις
ανάγκες των επίδικων βιομηχανικών δραστηριοτήτων από τη σκοπιά της
βιώσιμης διαχείρισής τους. Εξάλλου, και μόνο το γεγονός ότι η εν λόγω
προσβαλλόμενη απόφαση εγκρίνει την χρήση υπόγειων υδάτων χωρίς να έχει
προηγηθεί η εκπόνηση και έγκριση ενός προγράμματος αξιοποίησης υδατικών
πόρων, κατά τους ορισμούς του προγενέστερου νομικού πλαισίου ή σχεδίου
διαχείρισης της λεκάνης απορροής του Σαρανταπόταμου σύμφωνα με τις
επιταγές της Οδηγίας 2000/60 και του ν. 3199/2003, την καθιστά παράνομη και
ακυρωτέα.
β. Από την άλλη, η λειτουργία του ήδη υφιστάμενου σχήματος του διυλιστηρίου έχει διαπιστωμένα προκαλέσει σημαντική ρύπανση των υδροφόρων της
περιοχής από υδρογονάνθρακες αλλά και εξαιτίας της διείσδυσης της θάλασσας
(υφαλμύριση) λόγω υπεράντλησης των υπόγειων υδάτων. Εντούτοις, οι
αντληθησόμενες ποσότητες υπόγειου νερού λόγω της επέκτασης των
εγκαταστάσεων του διυλιστηρίου αυξάνονται σημαντικά, όπως αποδείχθηκε
ανωτέρω, χωρίς προηγουμένως να έχει γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια
αποκατάστασης της ποιότητας ή έστω αναστροφής της ρύπανσης από το
θαλασσινό νερό. Μάλιστα, προς αντιμετώπιση της υποβάθμισης της ποιότητας
των υπόγειων υδάτων, η προσβαλλόμενη απόφαση περιβαλλοντικών όρων
εγκρίνει την εφαρμογή μεθόδων αναποτελεσματικών, που, όπως αναλύεται και
στο κατατεθέν δικόγραφο Προσθέτων Λόγων, όχι μόνο αντιμετωπίζουν
αποσπασματικά το πρόβλημα αλλά και συμβάλλουν στην περαιτέρω
επιδείνωσή του.
Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, και προκειμένου να καταδειχθεί η υφιστάμενη
μέχρι σήμερα ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα για την αντιμετώπιση της
οποίας ουδέποτε εφαρμόστηκαν τα ενδεδειγμένα μέτρα, οφείλουμε να
28

αναφερθούμε στην από 10.09.2008 «Μελέτη Σκοπιμότητας Εγκατάστασης
Συστημάτων Παρακολούθησης του Έργου Απορρύπανσης και Ποιότητας
Υδροφόρου Ορίζοντα της ακτογραμμής ΕΑΣ (τ. ΠΥΡΚΑΛ)», που συνέταξε για
λογαριασμό της αντιδίκου η εταιρία INTERGEO μετά την έκδοση της
προσβαλλόμενης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Στην εν λόγω μελέτη
ομολογείται για πρώτη φορά ότι η απορρύπανση δεν επιτεύχθηκε τελικώς
παρά τις μέχρι σήμερα περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της αντιδίκου.
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, που παρατίθενται ενδεικτικά, καθίσταται
σαφές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιβαλλοντικών όρων παραβιάζει κατά
τα ανωτέρω τις επιταγές της προαναφερόμενης νομοθεσίας (Οδηγία 2000/60, ν.
3199/2003) για την προστασία, διαχείριση, αποκατάσταση και αποτροπή της
περαιτέρω ρύπανσης και υποβάθμισης της ποιότητας των υδατικών πόρων και
ως εκ τούτου κρίνεται παράνομη και θα πρέπει να ακυρωθεί.
10. Παράνομη ως προς το περιεχόμενο της η απόφαση καταχώρισης της
μελέτης ασφαλείας
Όπως παρατίθεται αναλυτικά και στο δικόγραφο των Προσθέτων Λόγων, η
θέσπιση ειδικών όρων και περιορισμών ασφαλείας στο σώμα της απόφασης
καταχώρισης της μελέτης ασφαλείας κρίνεται επιβεβλημένη, προκειμένου
μέσω αυτών να εξασφαλιστεί κατά το ελάχιστο η εκπλήρωση του δημοσίου
σκοπού πρόληψης μεγάλων ατυχημάτων και αποτροπής των συνεπειών
τους. Η Διοίκηση, έχοντας αξιολογήσει τη μελέτη ασφαλείας, όφειλε επί τη
βάσει αυτής να προσδιορίσει εκείνα τα ειδικά μέτρα ασφαλείας που πρέπει να
λάβει ο ασκών την εκμετάλλευση προκειμένου να αποτραπεί τουλάχιστον
εκείνος ο κίνδυνος ατυχήματος που ενέχει –επί τη βάσει επιστημονικών
κριτηρίων- τις πιο σοβαρές ενδείξεις να πραγματωθεί, λόγω της φύσης της
δραστηριότητας και των συνθηκών όπου αυτή θα ασκηθεί. Με τον τρόπο αυτό
η Διοίκηση, κατά την επιδίωξη του συγκεκριμένου σκοπού δημοσίου
συμφέροντος με την έκδοση της απόφασης καταχώρισης της εν λόγω μελέτης,
διασφαλίζει έστω και το ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας των ανθρώπων και του
περιβάλλοντος από το κίνδυνο μεγάλων ατυχημάτων, στην οποία αποβλέπει η
σχετική νομοθεσία. Αντίθετη άποψη, μεταθέτει την προστασία της ανθρώπινης
ζωής και σωματικής ακεραιότητας και του φυσικού περιβάλλοντος από
δραστηριότητες που ενέχουν σοβαρό κίνδυνο μεγάλου ατυχήματος
αποκλειστικά στη σφαίρα της επιδίωξης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και
εξαρτά από τη βούληση του ασκούντος την εκμετάλλευση την τήρηση των
κανόνων ασφαλείας, κανόνες μάλιστα που ο ίδιος έχει προηγουμένως
διατυπώσει στη μελέτη ασφαλείας!

29

Ως εκ τούτου, η έλλειψη θέσπισης ειδικών όρων και επιβολής συγκεκριμένων
μέτρων ασφαλείας στο σώμα της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ.
Δ3/Α/οικ.11219/8.5.2008 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης με την οποία
εγκρίνεται η καταχώρηση της μελέτης ασφαλείας των εγκριθέντων δραστηριοτήτων, καθιστά αυτήν παράνομη και ακυρωτέα.
11. Παραβίαση του ισχύοντος νομικού πλαισίου για τη διαχείριση των
υγρών επικινδύνων αποβλήτων
Όπως αναφέρθηκε διεξοδικά στο δικόγραφο των Προσθέτων Λόγων, η
απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων είναι παράνομη καταρχήν γιατί, ως
προς τους όρους της για τη διαχείριση των επικίνδυνων υγρών αποβλήτων,
ερείδεται επί διοικητικής πράξης, ήτοι της υπ’ αριθ. Α3/21661/09.12.1991
απόφασης της Δ/νσης Υγείας Νομ. Δυτ. Αττικής, η οποία δεν τελεί σε ισχύ.
Επιπροσθέτως, ο παράνομος χαρακτήρας της προκύπτει και από το γεγονός ότι
εκδόθηκε επί τη βάσει Μ.Π.Ε. στην οποία όχι μόνο δεν περιγράφεται η
διαδικασία διαχείρισης υγρών επικίνδυνων αποβλήτων που θα πρέπει να λάβει
χώρα κατά τους ορισμούς και τα απαιτούμενα της σχετικής νομοθεσίας
(Η.Π.13588/725/2006 Κ.Υ.Α., Οδηγίας 91/689/ΕΟΚ, 2000/532/ΕΚ απόφασης),
αλλά αποκρύπτεται και το γεγονός ότι κάποια από τα υγρά απόβλητα των
δραστηριοτήτων εντάσσονται στην κατηγορία των επικινδύνων! Αξίζει να
υπογραμμιστεί ότι η παράλειψη της ως άνω αναγκαίας αναφοράς στη Μ.Π.Ε.,
έχει ως άμεση συνέπεια να μην είναι δυνατή η έκδοση της σχετικής άδειας
διαχείρισης επικινδύνων αποβλήτων από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας
Αττικής (άρθρο 7 παρ. Β1, περ. 1 ii της εφαρμοστέας Κ.Υ.Α.), παρά τα όσα
παραπλανητικά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων (5.1.21). Τέλος, εκτός της έγκρισης περιβαλλοντικών
όρων, παράνομη και ακυρωτέα κρίνεται και η προσβαλλόμενη άδεια
εγκατάστασης των επίδικων δραστηριοτήτων, καθώς εκδόθηκε προ της
χορήγησης από τον Γ.Γ.Π. Αττικής της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας
διαχείρισης επικινδύνων αποβλήτων.
12. Πλημμέλειες Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
Η εκπονηθείσα Μ.Π.Ε. διακρίνεται από σημαντικότατες μη ανεκτές από τη
νομοθεσία πλημμέλειες, ιδίως μάλιστα αν αναλογισθεί κανείς το μέγεθος και
τις επιπτώσεις της επίμαχης δραστηριότητας, και συνεπώς εκ του λόγου τούτου
η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων θα πρέπει να
ακυρωθεί. Επιγραμματικά αναφέρεται : α) Βασική παράλειψη της
εκπονηθείσας και δημοσιοποιηθείσας Μ.Π.Ε. είναι ότι αυτή δεν περιέλαβε
ουδεμία αναφορά και προσέγγιση των επιπτώσεων από τις λιμενικές
30

εγκαταστάσεις. Αντ’ αυτού η Διοίκηση αρκέσθηκε παράνομα στην εκπόνηση
μιας ετεροχρονισμένης ξεχωριστής μελέτης για τις λιμενικές εγκαταστάσεις, η
οποία μάλιστα ουδέποτε έτυχε της αναγκαίας δημοσιοποίησης. β) Η Μ.Π.Ε.
παρέλειψε κατά κραυγαλέο τρόπο να προβεί στην εξέταση εναλλακτικών
λύσεων i) ως προς τον τόπο πραγματοποίησης της εν λόγω επένδυσης και ii) ως
προς το μέγεθος και τη χωροθέτησή της εντός του ευρύτερου χώρου του
διυλιστηρίου. γ) Πλημμέλειες σοβαρές, επίσης, παρουσιάζει η Μ.Π.Ε. ως προς
τη διάθεση αποβλήτων στη θάλασσα, τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων
και τις μη σημειακές εκπομπές αερίων ρύπων. δ) Η Μ.Π.Ε. παρέλειψε, επίσης,
να αναφερθεί στο γεγονός ότι τόσο στο χώρο της επέκτασης όσο και
γενικότερα στο χώρο του διυλιστηρίου υπάρχουν περίπου πεντακόσια
στρέμματα δάσους. ε) Επίσης, η Μ.Π.Ε. παρέλειψε να εξετάσει i) την παρουσία
επικίνδυνων στοιχείων (αμίαντος κ.λπ.) στα διάφορα υλικά κατεδαφίσεως του
κατεδαφισθέντος Υαλουργείου και ii) την κατάσταση (βαθμό ρύπανσης) των
τεράστιων ποσοτήτων από βραχώδες υλικό των επιφανειακών στρωμάτων του
εδάφους καθώς και χώματος που θα προκύψει από τις εκτεταμένες εκσκαφές
και θα διατεθεί για απόρριψη εκτός του διυλιστηρίου, μολονότι έχει
διαπιστωθεί από σχετική έρευνα του Ε.Μ.Π. ότι τα εδάφη πέριξ του
διυλιστηρίου έχουν υποστεί γεωχημικές αλλοιώσεις. Η παράλειψη αυτή
κρίνεται σοβαρή, αν εκτιμηθεί ότι ακόμη και στην προγενέστερη Μ.Π.Ε. του
έτους 2001 το θέμα της επικινδυνότητας των εκσκαφών είχε προσεγγιστεί και
είχαν μάλιστα τεθεί και σχετικοί περιβαλλοντικοί όροι.
13. Μη νόμιμη και έγκυρη εκπονηθείσα και υποβληθείσα Μ.Π.Ε.
Στην υπό κρίση περίπτωση, η Μ.Π.Ε. που λήφθηκε υπόψη για την έκδοση των
προσβαλλόμενων αποφάσεων, παρόλο που τυπικά φέρει την υπογραφή της
μελετήτριας κας Βλαχαντώνη Ευαγγελίας, Γεωλόγου, κατόχου του Πτυχίου
Κατηγορίας 27, Τάξης Α΄, δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη και νομίμως
εκπονηθείσα και υποβληθείσα, καθιστώντας παράνομες τις προσβαλλόμενες
πράξεις που εκδόθηκαν επί τη βάσει αυτής. Και αυτό γιατί, όπως αναδείχθηκε
και στο κατατεθέν δικόγραφο της αιτήσεως ακύρωσης, την πληρότητα, την
ακρίβεια, την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία της εκπονηθείσας από την
εταιρία «FOSTER WHEELER ITALIANA» Μ.Π.Ε. θα μπορούσε να
πιστοποιήσει με την υπογραφή του ένας μελετητής κάτοχος τουλάχιστον της Β΄
Τάξης πτυχίου, αν όχι κατευθείαν ανώτερης Τάξης. Σε καμία περίπτωση δεν
μπορεί να γίνει δεκτή, προκειμένου να θεωρηθεί νομικά έγκυρη η εκπονηθείσα
Μ.Π.Ε., η υπογραφή της από μελετήτρια κατόχου πτυχίου Α΄ Τάξης, καθώς,
σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την ανάθεση μελετών, με βάση το
πτυχίο της δεν διαθέτει τις επαγγελματικές εμπειρίες και γνώσεις για να
εγγυηθεί την πληρότητα και αξιοπιστία ενός τέτοιου υψηλών προδιαγραφών

31

περιεχομένου Μ.Π.Ε. για ένα έργο σύνθετων διαστάσεων και χαρακτηριστικών
όπως το επίδικο, ούτε δύναται κατά το νόμο να αναλάβει την εκπόνηση μιας
μελέτης τόσο υψηλού προϋπολογισμού όπως η επίδικη.
Επιπλέον, ούτε από το ίδιο το περιεχόμενο της υποβληθείσας Μ.Π.Ε.
προκύπτει, ως οφείλετο, ότι για την εκπόνησή της συνεργάστηκε μια ομάδα
διαφόρων επιστημονικών ειδικοτήτων, ούτε η ίδια η υπογραφή της εν λόγω
Μ.Π.Ε. από τη μελετήτρια με την ειδικότητα του Γεωλόγου - και άρα με πολύ
ειδικό και περιορισμένο, ως προς τις απαιτήσεις του επίδικου έργου, εύρος
επιστημονικών γνώσεων- καλύπτει την τόσο σημαντική έλλειψη της επίμαχης
Μελέτης για την ολιστική και διεπιστημονική προσέγγιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεών του επίδικου έργου. Ως εκ τούτου, και εκ του τυπικού
αυτού λόγου, η υποβληθείσα Μ.Π.Ε. κρίνεται μη νομίμως και εγκύρως εκπονηθείσα, γεγονός που καθιστά παράνομες τις προσβαλλόμενες αποφάσεις που
εκδόθηκαν λαμβάνοντας υπόψη την επίμαχη Μ.Π.Ε.
14. Μη συνυπογραφή από τον κατά νόμο συναρμόδιο Υπουργό Πολιτισμού
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 4 ν. 1650/1986 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 ν. 3010/2002) η έγκριση περιβαλλοντικών όρων
φέρει ρητώς την υπογραφή του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και
Δημοσίων Έργων (ΠΕΧΩΔΕ) και των κατά περίπτωση συναρμοδίων
Υπουργών.
Ωστόσο, η προσβαλλόμενη πράξη υπεγράφη, όμως, από τους Υπουργούς
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας,
Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Ανάπτυξης ενώ σύμφωνα με την
προαναφερόμενη σαφή ρύθμιση θα έπρεπε να συνυπογραφεί και από τον
Υπουργό Πολιτισμού. Και αυτό γιατί, όπως προκύπτει σαφώς και από όσα
σχετικά παρατίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως ακύρωσης, η εκτέλεση και
λειτουργία του επίδικου έργου αναμένεται να επηρεάσει δυσμενώς τα στοιχεία
του συγκεκριμένου προστατευόμενου πολιτιστικού περιβάλλοντος ήτοι του
αρχαιολογικού χώρου Ελευσίνας (ΦΕΚ 268/Β΄/1957 και 279/Β΄/1987) που
κείνται σε ελάχιστη απόσταση από τον επίμαχο χώρο επέκτασης καθώς και του
αρχαιολογικού Μουσείου Ελευσίνας - τόσο το υφιστάμενου όσο και του
μελλοντικού που προσδιορίζεται από το ΓΠΣ του Δήμου σε νοτιότερη θέση.
Χωρίς αμφιβολία επίκειται περαιτέρω αλλοίωση της αισθητικής του ευρύτερου
χώρου και του τοπίου που περιβάλλει τον κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο με
ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ιστορικότητα και την ανάδειξή του, ενώ η
επιβάρυνση του ατμοσφαιρικού αέρα από τη λειτουργία του έργου αναμένεται

32

να επιδεινώσει τις συνθήκες διατήρησης και προστασίας των διασωζόμενων
στο χώρο μνημείων.
Ως εκ τούτου, κρίνεται σημαντική η παράλειψη του κατά νόμον θεματοφύλακα
της πολιτιστικής κληρονομιάς, δηλαδή του ιδίου του Υπουργού Πολιτισμού να
συνυπογράψει την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων
και συνεπώς αυτή και εκ του λόγου τούτου τυγχάνει παράνομη και ακυρωτέα.
15. Αντισυνταγματικότητα του άρθρου 28 του ν. 3325/2005
Η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. Δ3/Α15024/24.7.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία χορηγήθηκε άδεια εγκατάστασης για τις
δραστηριότητες επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε.
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΒΕΕ (Βιομηχανικές Εγκαταστάσεις Ελευσίνας)
που λειτουργεί στο 27 χλμ. της παλαιάς εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου,
κρίνεται παράνομη καθώς ερείδεται επί της αντισυνταγματικής διάταξης
του άρθρου 28 του νόμου 3325/2005.
Όπως αποδεικνύεται κατά τρόπο σαφή και διεξοδικό στο κατατεθέν δικόγραφο
των Προσθέτων Λόγων, τελεί σε ευθεία αντίθεση προς το άρθρο 24 του
Συντάγματος η διάταξη του άρθρου 28 του ν. 3325/2005, με την οποία
θεσπίζεται η επέκταση της άδειας εγκατάστασης δραστηριοτήτων κατά
παρέκκλιση από το ισχύον νομικό καθεστώς, με μόνο το κριτήριο του
ωφέλιμου χαρακτήρα τους για την Εθνική Οικονομία και με την απλοϊκή
προϋπόθεση ότι δεν προκαλούν πρόσθετη περιβαλλοντική επιβάρυνση. Και
αυτό γιατί όποια παρέκκλιση από τις γενικές και ειδικές διατάξεις του
ισχύοντος νομικού πλαισίου για την ίδρυση και λειτουργία οχλουσών
δραστηριοτήτων, παρότι κατά τη γνώμη μας είναι απόλυτα απαγορευμένη, για
να είναι συνταγματικά ανεκτή θα πρέπει να είναι άκρως εξειδικευμενη, να
θεμελιώνεται επί συγκεκριμένων κριτηρίων, να περιορίζεται στο ελάχιστο
δυνατό επίπεδο και να προκύπτει ως αναγκαία από τις ιδιαιτερότητες τόσο
της φύσης της δραστηριότητας που αδειοδοτείται κατά παρέκκλιση όσο και
των χαρακτηριστικών της περιοχής όπου θα εγκατασταθεί. Ο ειδικός
χαρακτήρας των θεσπιζόμενων παρεκκλίσεων διασφαλίζει ότι η κατά
παρέκκλιση εγκατάσταση και λειτουργία οχλουσών δραστηριοτήτων σε μια
περιοχή αποτελεί το μοναδικό και αναγκαίο μέσο για την ad hoc επίτευξη της
βιώσιμης ανάπτυξή της. Η αντισυνταγματικότητα μάλιστα της ως άνω
νομοθετικής διάταξης προκύπτει αδιαμφισβήτητη όταν κατ’ επίκλησή της
νομιμοποιείται η επέκταση και ο εκσυγχρονισμός δραστηριοτήτων βαριάς
33

βιομηχανίας σε περιοχές που διέπονται από ειδικό καθεστώς ως προς τη
χωροταξική κατανομή των αναπτυξιακών δραστηριοτήτων με στόχο την
αποκατάσταση και περαιτέρω προστασία του υποβαθμισμένου φυσικού και
οικιστικού περιβάλλοντος τους, όπως εν προκειμένω Αττική.

Β. Ως προς τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της βλάβης.
Είναι αναγκαίο να αναφερθεί εξυπαρχής ότι στο χώρο της επέκτασης του
υφιστάμενου σχήματος του επίδικου διυλιστηρίου λαμβάνουν ήδη χώρα
εργασίες εκσκαφής του επιφανειακού στρώματος του εδάφους αλλά και
του εδάφους με χρήση χωματουργικών μηχανημάτων. Ταυτόχρονα γίνονται
επιχωματώσεις με τα υλικά εκσκαφής, αλλά και με το σκυρόδεμα από τις
κατεδαφίσεις του Υαλουργείου της OWENS, παρόλο που αυτό (το
σκυρόδεμα) θα έπρεπε, σύμφωνα με τη Μ.Π.Ε. να οδηγείται σε αδειοδοτημένο
χώρο εκτός του διυλιστηρίου. Επιπλέον, κάποιες ποσότητες υλικών και
χωμάτων από τις εκσκαφές μεταφέρονται εκτός του διυλιστηρίου. Τέλος,
γίνονται εργασίες ανόρυξης τεράστιου ορύγματος για την θεμελίωση των 2
παραλιακών τοίχων αντιστήριξης
Οι νόμιμοι και βάσιμοι λόγοι για τους οποίους κρίνεται αναγκαία την αναστολή
των προσβαλλόμενων αποφάσεων είναι οι εξής:

1. Δραματική αλλαγή αναγλύφου και μορφολογικών χαρακτηριστικών
περιοχής.
Δυνάμει των προσβαλλόμενων αποφάσεων στον επίδικο χώρο επέκτασης του
υφιστάμενου σχήματος του διυλιστηρίου θα λάβουν χώρα εκχερσώσεις,
εργασίες απομάκρυνσης του ανώτερου στρώματος του εδάφους, εκσκαφές
συμπεριλαμβανομένης και αποστράγγισης νερού και επιχωματώσεις που
αναμένεται να αλλάξουν δραματικά το ανάγλυφο και τα μορφολογικά
χαρακτηριστικά της περιοχής.
Ειδικότερα, τα υπάρχοντα υψόμετρα του φυσικού εδάφους κυμαίνονται από +2
μέτρα (πλησίον της ακτογραμμής) έως +17 μέτρα ( στην ενδοχώρα) πάνω από
την επιφάνεια της θάλασσας. Με τις ογκώδεις εκσκαφές και επιχώσεις αλλά
και τον τεράστιο τοίχο αντιστήριξης μήκους 450 μ. και ύψους 8 μέτρων

34

που θα κατασκευαστεί παράλληλα προς την ακτογραμμή, το έδαφος θα
διαμορφωθεί σε ένα ενιαίο οριζόντιο επίπεδο (επιπέδωση) ύψους 11,70
πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Είναι προφανές ότι το ανάγλυφο σε
ολόκληρη την περιοχή ανάπτυξης του έργου καταστρέφεται και αλλάζει
δραματικά!
Προκειμένου να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της επιχειρούμενης επέμβασης στο
ανάγλυφο του επίδικου χώρου κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούμε στον όγκο
των εκσκαφών και επιχώσεων. Ειδικότερα, στο απαντητικό έγγραφο της
αντιδίκου εταιρίας (α.π 144001/11.7.07) προς το έγγραφο «Παρατηρήσεις προς
συμπλήρωση της ΜΠΕ» της Δ/ΝΣΗΣ ΕΑΡΘ (α.π 143581/06.07.07) δίνονται
στοιχεία διαφορετικά από την ΜΠΕ : (§1): «Από τις εκσκαφές διαμόρφωσης
της περιοχής εγκατάστασης των μονάδων θα προκύψουν περίπου 250.000 m3
μπάζα εκ των οποίων τα 180.000 m3 θα χρησιμοποιηθούν εντός του χώρου του
έργου για την οριζοντίωση του εδάφους. Η πλεονάζουσα ποσότητα μπαζών
(70.000 m3) θα απομακρυνθεί προς νόμιμη χωματερή». Ωστόσο, στην υπ’ αριθ.
370/2008 οικοδομική άδεια που εξεδόθη προς υλοποίηση των ανωτέρω οι
εκσκαφές υπολογίζονται σε 301.000 m3 (αναλυτικά: ημιβραχώδεις : 130.618
m3 , Οπλισμένο σκυρόδεμα 18.500 m3, Βραχώδεις 60.193 m3 και Γαιώδεις
92.000 m3) ενώ οι επιχώσεις που αδειοδοτήθηκαν είναι 128.000 m3 . Από τη
συγκριτική αξιολόγηση των ανωτέρω προκύπτει καταρχήν η τεράστια έκταση
των επιχειρούμενων επεμβάσεων στο χώρο, ενώ ανακύπτει και η αντιφατικότητα μεταξύ των όσων σχετικά ορίζουν αφενός η εκδοθείσα οικοδομική άδεια
και αφετέρου η έγκριση περιβαλλοντικών όρων. (Με την οικοδομική άδεια επιτρέπονται εκσκαφές μεγαλύτερου όγκου κατά 51.000 m3 και η πλεονάζουσα
ποσότητα μπαζών που θα απομακρυνθεί εκτός της εγκατάστασης είναι
μεγαλύτερου όγκου κατά 103.000 m3 [173.000 – 70.000 = 103.000] σε σχέση
με τις προβλεπόμενες από την έγκριση περιβαλλοντικών όρων).
Στο σημείο κρίνεται ουσιώδους σημασία η αναφορά στην ριζική αλλοίωση των
μορφολογικών χαρακτηριστικών της περιοχής από την κατασκευή των τοίχων
αντιστήριξης κατά μήκος της ακτογραμμής. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (σελ.9) εγκρίνεται, ως έργο
προστασίας ακτών, η κατασκευή 4 τοίχων αντιστήριξης συνολικού μήκους 687
μ., σε αποστάσεις μέχρι και 6,5 μ πίσω από το όριο του αιγιαλού, συνολικού
ύψους τουλάχιστον 10μ., παρόλο που στο σχέδιο Γενικής Κάτοψης της υπ’
αριθ. 370/2008 οικοδομικής άδειας εμφαίνονται οι 4 τοίχοι με συνολικό μήκος
744, 5 μ.! Σημειωτέον ότι με την εν λόγω οικοδομική άδεια εγκρίθηκε η
κατασκευή 2 παράλληλων παραλιακών τοίχων (και όχι ενός τοίχου
αντιστήριξης, όπως αναφέρεται στην έγκριση περιβαλλοντικών όρων), ο
πρώτος ύψους τουλάχιστον 8 μ. και ο δεύτερος 2,5 μ. και συνολικού μήκους

35

453 μ. ο καθένας, χωρίς καν αυτοί να αναφέρονται στην προσβληθείσα έγκριση
περιβαλλοντικών όρων. Τα ως άνω έργα πρόκειται να λάβουν χώρα σε
απόσταση από 0 έως 6,5 μέτρα πίσω από την οριογραμμή του αιγιαλού, δηλαδή
εντός της ζώνης πλάτους 10 μ. μεταξύ των οριογραμμών αιγιαλού και
παραλίας, όπως αυτές επανακαθορίσθηκαν το 2001. (ΦΕΚ 866/Δ΄/2001). Σε
κάθε δε περίπτωση, σύμφωνα με το ορισθέντα στην προσβαλλόμενη έγκριση
περιβαλλοντικών όρων, τα ανωτέρω έργα θα κατασκευαστούν εντός της
Χερσαίας Ζώνης Λιμένος του Οργανισμού Λιμένος Ελευσίνας.
Είναι προφανές ότι μια τέτοια επέμβαση στην περιοχή της παραλίας, τεράστιας
και πρωτοφανούς για βιομηχανική εγκατάσταση κλίμακας (τοίχοι μήκους
τουλάχιστον 687μ. και ύψους τουλάχιστον 8 μ.!), αλλάζει κατά τρόπο
ανεπανόρθωτο τη φυσιογνωμία και τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της
παραλίας και του αιγιαλού. Η κατασκευή του ως άνω παράκτιου έργου εντός
του κοινόχρηστου χώρου της παραλίας ματαιώνει τον κατά νόμο προορισμό
της, αφού εμποδίζει απόλυτα την ελεύθερη πρόσβαση του κοινού σε αυτό το
τμήμα του παραλιακού μετώπου της Ελευσίνας και τη χρήση του κατά τον
προορισμό της. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι η απαγόρευση της
πρόσβασης του κοινού στο συγκεκριμένο τμήμα της παραλίας έχει μεθοδευθεί
προ πολλών ετών από την αντίδικο, και με την κατάργηση του δρόμου στο
δυτικό όριο του γηπέδου της, που συνέδεε την Παλαιά Εθνική Οδό Αθηνών
Κορίνθου με το Τουρκολίμανο Ελευσίνας.
Επιπλέον, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκριση περιβαλλοντικών όρων
εγκρίθηκε (σελ. 9) η κατασκευή και δεύτερου ξεχωριστού έργου «προστασίας
ακτών» κατά μήκος της παραλίας συνολικού μήκους 450μ., παρότι στην Μ.Π.Ε
(σελ. 102) δεν γίνεται καμία περιγραφή της σκοπιμότητας, του είδους και της
έκτασης των εργασιών πάνω στην ακτογραμμή. Σημειωτέον ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν τίθεται κανένας ειδικός όρος για μια τόσο μεγάλη
επέμβαση στην ακτογραμμή και στην θάλασσα, ούτε καν επιβάλλεται η
υποβολή και έγκριση στοιχειώδους ακτομηχανικής μελέτης. Το εν λόγω
παράκτιο τεχνικό έργο πρόκειται να μεταβάλλει την φυσική κίνηση των
ιζημάτων, επηρεάζοντας δυναμικά τόσο τα χαρακτηριστικά της
ακτογραμμής όσο και την οικολογική ισορροπία του παράκτιου
οικοσυστήματος, χωρίς να έχει εκπονηθεί η κατά νόμο ακτομηχανική μελέτη
που θα προσδιόριζε τις όποιες επιπτώσεις σε αυτό το οικοσύστημα.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για
αναστολή των προσβαλλόμενων αποφάσεων προκειμένου να αποφευχθεί η
ανεπανόρθωτη μεταβολή της μορφολογίας του εδάφους και του ανάγλυφου
της περιοχής, η δραματική αλλοίωση της φυσιογνωμίας του αιγιαλού και

36

της παραλίας και η συνακόλουθη ματαίωση του κατά νόμο προορισμού
τους.
2. Κίνδυνος για τη δημόσια υγεία από τη χρήση και διαχείριση των
υλικών των εκσκαφών και των κατεδαφίσεων
Όπως αναφέρθηκε διεξοδικά και στο κατατεθέν δικόγραφο της αίτησης
ακύρωσης, η Μ.Π.Ε. παρέλειψε να εξετάσει α) την παρουσία επικίνδυνων
στοιχείων (αμίαντος κ.λπ.) στα διάφορα υλικά κατεδαφίσεως του κατεδαφισθέντος Υαλουργείου και β) την κατάσταση (βαθμό ρύπανσης) των τεράστιων ποσοτήτων από βραχώδες υλικό των επιφανειακών στρωμάτων του
εδάφους καθώς και χώματος που θα προκύψει από τις εκτεταμένες εκσκαφές
και θα διατεθεί για απόρριψη εκτός του διυλιστηρίου, μολονότι έχει
διαπιστωθεί από σχετική έρευνα του Ε.Μ.Π. ότι τα εδάφη πέριξ του
διυλιστηρίου έχουν υποστεί γεωχημικές αλλοιώσεις. Η παράλειψη αυτή
κρίνεται σοβαρή, αν εκτιμηθεί ότι ακόμη και στην προγενέστερη Μ.Π.Ε. του
έτους 2001 το θέμα της επικινυνδότητας των εκσκαφών είχε προσεγγιστεί και
είχαν μάλιστα τεθεί και σχετικοί περιβαλλοντικοί όροι.
Ωστόσο, «από τις εκσκαφές διαμόρφωσης της περιοχής εγκατάστασης των
μονάδων θα προκύψουν περίπου 250.000 m3 μπάζα εκ των οποίων τα 180.000
m3 θα χρησιμοποιηθούν εντός του χώρου του έργου για την οριζοντίωση
του εδάφους. Η πλεονάζουσα ποσότητα μπαζών (70.000 m3) θα
απομακρυνθεί προς νόμιμη χωματερή» (βλ. απαντητικό έγγραφο του
Διυλιστηρίου (α.π 144001/11.7.07) προς το έγγραφο «Παρατηρήσεις προς
συμπλήρωση της ΜΠΕ» της Δ/ΝΣΗΣ ΕΑΡΘ (α.π 143581/06.07.07) αλλά και
υπ’ αριθ. 370/2008 άδεια οικοδομής).
Παρά την επιστημονικά αποδεδειγμένη γεωχημική αλλοίωση του εδάφους και
υπεδάφους της περιοχής, τα υλικά των εκσκαφών θα επαναχρησιμοποιηθούν
για επιχώσεις ενώ η πλεονάζουσα ποσότητα θα μεταφερθεί σε χώρους εκτός
του διυλιστηρίου. Και αυτό χωρίς να έχει προηγηθεί ο αναγκαίος χημικός
έλεγχος και χαρακτηρισμός τους για να διαπιστωθεί ότι είναι κατάλληλα
για επιχώσεις ή για να αντιμετωπιστούν ως επικίνδυνα στερεά απόβλητα
κατά τη διαχείρισή τους εκτός του διυλιστηρίου εφόσον προκύψει απ’ τον
έλεγχο ότι έχουν μολυνθεί. Σημειωτέον ότι παρόλο που σύμφωνα με τη
Μ.Π.Ε. και το σκυρόδεμα από τις κατεδαφίσεις των κτιρίων της OWENS
πρέπει να οδηγείται στην χωματερή, με τις εργασίες που γίνονται το
σκυρόδεμα χρησιμοποιείται για επιχώσεις!

37

Καθίσταται, λοιπόν, σαφής η ανάγκη για αναστολή των προσβαλλόμενων
αποφάσεων, δυνάμει των οποίων λαμβάνουν χώρα οι εργασίες διαμόρφωσης
του επίδικου χώρου, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος για τη δημόσια
υγεία που εγκυμονεί η παρούσα χρήση και διαχείριση των υλικών
εκσκαφών και κατεδαφίσεων.
3. Κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος μεγάλης έκτασης
Το προωθούμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση επενδυτικό σχέδιο καταρχήν
αφορά την ίδρυση συνολικά 21 νέων μονάδων και δραστηριοτήτων (εκ των
οποίων οι 6 παραγωγικές), οι οποίες θα καταλάβουν έκταση περίπου 140
στρεμ. Όπως αναφέρθηκε και στο κατατεθέν δικόγραφο των Προσθέτων
Λόγων, πρόκειται για το τμήμα της εδαφικής έκτασης που μεσολαβεί μεταξύ
του Διυλιστηρίου και του Πυριτιδοποιείου – Καλυκοποιείου (τέως ΠΥΡΚΑΛ
και νυν ΕΑΣ) και βρίσκεται ακριβώς μεταξύ των δύο εγκαταστάσεων, γι’
αυτό άλλωστε και μέχρι σήμερα ήταν παντελώς κενό από μονάδες και
εγκαταστάσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι στον χώρο αυτό από το 1970 έως το
1987 λειτουργούσε η δικαιοπάροχος της αντιδίκου «ΥΑΛΟΥΡΓΕΙΑ OWENS»
σε ικανή απόσταση ασφαλείας τουλάχιστον 200 μ. από το όριο της τέως
ΠΥΡΚΑΛ. Ο χώρος αυτός από το 1989 που αποκτήθηκε από την αντίδικο έως
σήμερα χρησιμοποιείται εν μέρει για μη παραγωγικές δραστηριότητες και
εν μέρει ως χώρος στάθμευσης, μέχρι που πρόσφατα κατεδαφίστηκαν όλα τα
κτίρια για να εγκατασταθούν οι εγκριθείσες νέες μονάδες και παραγωγικές
δραστηριότητες.
Με τη σχεδιαζόμενη επέκταση του επίδικου διυλιστηρίου, οι νέες μονάδες
προσεγγίζουν σε ελάχιστη απόσταση όχι απλά τα όρια του γηπέδου του
εργοστασίου κατασκευής πυρομαχικών της ΕΑΣ, αλλά και τις ίδιες τις
εγκαταστάσεις του εν λόγω εργοστασίου. Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί ότι η
κεντρική αποθήκη των πυρομαχικών (Νο 74) της ΕΑΣ (πρώην ΠΥΡΚΑΛ)
βρίσκεται σε απόσταση μόλις 75 περίπου μέτρων από τα όρια του γηπέδου
της αντιδίκου εταιρίας.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, αυξάνεται δραματικά –σε σχέση με το νυν
λειτουργούν σχήμα - ο κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος μεγάλης έκτασης
καταρχήν λόγω της άμεσης χωρικής συσχέτισης των επίδικων
δραστηριοτήτων με άλλη κατά νόμο επικίνδυνη εγκατάσταση, το
εργοστάσιο του Πυριτιδοποιείου – Καλυκοποιείου. Η άμεση χωρική
γειτνίαση των σχεδιαζόμενων εγκαταστάσεων επέκτασης του υφιστάμενου
διυλιστηρίου με το γήπεδο αλλά και τις ίδιες τις εγκαταστάσεις του
38

εργοστασίου κατασκευής πυρομαχικών της ΕΑΣ, και μάλιστα η ίδρυση των
επίδικων νέων παραγωγικών μονάδων στην προβλεπόμενη ως ζώνη ασφαλείας
μεταξύ των δύο αυτών κατά νόμο επικίνδυνων δραστηριοτήτων, καθιστά
σχεδόν αναπόφευκτη την πρόκληση μεγάλου ατυχήματος σχετιζόμενου με
επικίνδυνες ουσίες.
Η έκταση και η σοβαρότητα του επικείμενου με βεβαιότητα ατυχήματος από
την πραγμάτωση του ανωτέρω κινδύνου προκύπτει αδιαμφισβήτητα
μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι διαμέσου των εγκαταστάσεων του
επίδικου διυλιστηρίου διέρχεται η Παλαιά Εθνική Οδός Αθηνών – Κορίνθου
ενώ σχεδόν σε επαφή με το βόρειο μέρος του διυλιστηρίου διέρχεται η Νέα
Εθνική Οδός. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα από τις εγκαταστάσεις της
εταιρείας, μέσα από το οικόπεδό της και δίπλα από τις δεξαμενές
αποθηκεύσεως και παραγωγικές μονάδες διέρχεται σιδηροδρομική γραμμή
προς Πελοπόννησο, η οποία χρησιμοποιείται για εμπορικές αμαξοστοιχίες ενώ
κατά ρητή πρόβλεψη του Γ.Π.Σ. Ελευσίνας προβλέπεται σε αυτήν προαστιακός
σιδηρόδρομος! Το διυλιστήριο ΕΛΠΕ ΒΕΕ συνδέεται με σωληναγωγούς με τις
εγκαταστάσεις των ΕΛΠΕ στην Πάχη Μεγάρων και με τις εγκαταστάσεις του
επίδικου διυλιστηρίου του Ασπροπύργου ΕΛΠΕ ΒΕΑ. Πρόκειται για δύο
αγωγούς που διέρχονται μέσα από τις εγκαταστάσεις του διυλιστηρίου βόρεια
της Παλαιάς Εθνικής Οδού Αθηνών – Κορίνθου και νότια της σιδηροδρομικής
γραμμής. Ομοίως από τις εγκαταστάσεις του επίδικου διυλιστηρίου διέρχεται
και ο αγωγός φυσικού αερίου που ξεκινά από την νήσο Ρεβυθούσα και
καταλήγει στις εγκαταστάσεις φυσικού αερίου της ΔΕΠΑ στο Πάτημα
Ελευσίνος. Επιπλέον, σε πολύ μικρή απόσταση προς ΝΔ του γηπέδου του
επίδικου διυλιστηρίου βρίσκονται τα Ναυπηγεία Ελευσίνας και προς βορράν το
στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας.
Επιπλέον, εκτός από την άμεση γειτνίαση των σχεδιαζόμενων δραστηριοτήτων
επέκτασης του επίδικου διυλιστηρίου με τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου
κατασκευής πυρομαχικών της ΕΑΣ (πρώην ΠΥΡΚΑΛ), τον κίνδυνο πρόκλησης μεγάλου ατυχήματος αυξάνει δραματικά το γεγονός ότι το γήπεδο της
επέκτασης απέχει απόσταση 1440 μ από το όριο του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Ελευσίνας, 1440μ από το όριο του εγκεκριμένου ρυμοτομικού
σχεδίου Μάνδρας (οικισμός Εργατικών Κατοικιών), 1250 μ από το Δημοτικό
Στάδιο Ελευσίνας, 1530 μ από τον οικισμό Μακρυάς Άμμου του Δήμου Μάνδρας και 1270 μ. από τις Δημόσιες Σχολές ΟΑΕΔ του Δήμου Μάνδρας.
Προκειμένου να καταστεί σαφής η ένταση του κινδύνου πρόκλησης μεγάλου
ατυχήματος λόγω της ίδρυσης και λειτουργίας των επίδικων δραστηριοτήτων
στην τελικώς επιλεγείσα θέση, κρίνεται σκόπιμο να υπομνηστεί η έκρηξη που
39

την 01.09.1992 σε μονάδα του υφιστάμενου σχήματος του διυλιστηρίου λόγω
μεγάλης διαρροής ποσοτήτων μίγματος υγραερίων και ελαφράς νάφθας που
διασκορπίστηκε ταχύτατα και σε μεγάλη έκταση και στην συνέχεια ανεφλέγη.
Ως τραγικό αποτέλεσμα του ως άνω ατυχήματος, ένας εργαζόμενος στο τμήμα
διυλίσεως υδρογονανθράκων απανθρακώθηκε ενώ από το ωστικό κύμα των
αερίων πολύ υψηλής θερμοκρασίας 13 εργαζόμενοι στον ίδιο και σε άλλους
γειτονικούς χώρους υπέκυψαν λόγω εγκαυμάτων και άλλοι 24 υπέστησαν
μικρότερης έκτασης εγκαύματα και μεταφέρθηκαν τραυματίες σε νοσοκομεία.
Σημειωτέον ότι το ωστικό κύμα από την ως άνω έκρηξη έφτασε μέχρι την πόλη
της Ελευσίνας!
Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, θα πρέπει να αναφερθούν και τα ατυχήματα που
συνέβησαν το 1980 και το 1995 στις εγκαταστάσεις της τέως ΠΥΡΚΑΛ, εκ των
οποίων το πρώτο προκάλεσε τον βαρύ τραυματισμό 1 εργαζομένου ενώ το
τελευταίο είχε ως τραγικό απολογισμό 3 νεκρούς και 13 τραυματίες. Και στις
δύο περιπτώσεις το ωστικό κύμα έφτασε μέχρι την πόλη της Ελευσίνας. Το
γεγονός αυτό καταδεικνύει την δεδομένη υψηλή επικινδυνότητα των μονάδων
και δραστηριοτήτων της Ε.Α.Σ. (τέως ΠΥΡΚΑΛ) για πρόκληση μεγάλου
ατυχήματος, που καθιστά απαγορευτική τη χωροθέτηση πλησίον τους άλλων
επικινδύνων μονάδων, όπως οι επίδικες, και μάλιστα χωρίς την τήρηση των
νόμιμων αποστάσεων ασφαλείας.
Τέλος, σύμφωνα με την Τεχνική Έκθεση (σελ. 3) της Στατικής Μελέτης που
συνοδεύει την οικοδομική άδεια 370/2008, δυνάμει και της οποίας
διενεργούνται σήμερα εργασίες στον επίδικο χώρο « Η εκτέλεση των εργασιών
θα γίνει σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία λαμβάνοντας υπόψη όλα τα μέτρα
υγιεινής και ασφάλειας καθώς και για την πιθανή εκσκαφή των βραχωδών
εδαφών με χρήση εκρηκτικών υλών». Ως εκ τούτου, με δεδομένη τη μη
τήρηση των νόμιμων αποστάσεων ασφαλείας από τις παρακείμενες
εγκαταστάσεις της ΕΑΣ, η αναστολή των προσβαλλόμενων αποφάσεων
προβάλλει επιβεβλημένη προς αποφυγή ατυχήματος λόγω της χρήσης
εκρηκτικών υλών κατά τις εργασίες που ήδη λαμβάνουν χώρα για τη
διαμόρφωση του επίδικου χώρου της αντιδίκου.
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, καθίσταται επιτακτική η αναστολή των
προσβαλλόμενων αποφάσεων προκειμένου να αποσοβηθεί ο κίνδυνος πρόκλησης μεγάλου ατυχήματος, ο οποίος προβάλει βέβαιος και άμεσος λόγω
των προαναφερόμενων χωροταξικών δεδομένων που επαυξάνουν δραματικά
την επικινδυνότητα των εγκριθέντων δραστηριοτήτων.

40

4. Καταστροφή και λοιπές επεμβάσεις σε δασικές εκτάσεις
Η αναστολή των προσβαλλόμενων πράξεων κρίνεται επιβεβλημένη, καθώς η
εκτέλεση τους συνεπάγεται την άμεση καταστροφή δασικών εκτάσεων και
τη ματαίωση της χρήσης και του προορισμού τους λόγω της φύσεως των
δραστηριοτήτων που επίκειται να λάβουν χώρα εντός αυτών.
Όπως αναφέρθηκε διεξοδικά και στο κατατεθέν δικόγραφο των Προσθέτων
Λόγων, εντός δασικών εκτάσεων, χαρακτηρισμένων ως τέτοιων δυνάμει της
νόμιμης και έγκυρης υπ’ αριθ. 2390/15.6.2000 Πράξεως Χαρακτηρισμού του
Δασάρχη Αιγάλεω, είναι εγκατεστημένη η στεγασμένη αποθήκη Νο 5 που θα
αποτελέσει το χώρο προσωρινής αποθήκευσης επικινδύνων αποβλήτων. Σε
τμήμα της ως άνω δασικής έκτασης χωροθετείται και η περιοχή των
προσωρινών εγκαταστάσεων πεδίου (5.2.1.6 , σελ.105 και 106 της Μ.Π.Ε.
αλλά και χάρτης BD0300A-01-01-004 του παραρτήματος 1 του κεφ. 5, τόμος ΙΙ
της Μ.Π.Ε., περιοχή 2 εκτάσεως 10 στρ. καθώς και η περιοχή 3 εκτάσεως 25
στρ.), η οποία προορίζεται να καλυφθεί με αποθέσεις και εγκαταστάσεις
υπεργολάβου. Οι εν λόγω εκτάσεις (περιοχές 2 και 3), καίτοι δασικές,
πρόκειται να χρησιμεύσουν ως χώροι άχρηστων μεταλλικών και ξύλινων
υλικών (scrap) και χώρος αμμοβολής αντίστοιχα.
Επιπλέον, επίκεινται επεμβάσεις σε δάση και δασικές εκτάσεις του γηπέδου του
νυν λειτουργούντος σχήματος του διυλιστηρίου, χαρακτηρισμένες ως τέτοιες
δυνάμει της προαναφερόμενης Πράξης Χαρακτηρισμού. Μάλιστα, με τους
όρους 5.3.9 και 5.3.10 και 5.4.2 της προσβαλλομένης εγκρίνεται η προσωρινή
αποθήκευση τόσο των επικινδύνων αποβλήτων όσο και των μη
επικινδύνων στερεών αποβλήτων στους ανωτέρω χώρους που ανήκουν σε
δάση και δασικές εκτάσεις. (Bλ. και το Σχέδιο ΒDO300A-01-01-004 του
παραρτήματος 1 του κεφαλαίου 5 της Μ.Π.Ε.). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο
λόφος της Βλύχας όπου βρίσκονται οι ως άνω δασικές εκτάσεις έχει υποστεί
βάναυση εκμετάλλευση και περιβαλλοντική υποβάθμιση για 30 και πλέον
χρόνια με την εναπόθεση scrap, αμμοβολών και με την ανεξέλεγκτη απόρριψη
και χώνευση έως το 2002 της εξαντλημένης καυστικής σόδας από την
παραγωγική διαδικασία του επίδικου διυλιστηρίου!
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει αδιαμφισβήτητη η αναγκαιότητα
για αναστολή των προσβαλλόμενων αποφάσεων προκειμένου να αποτραπεί η
καταστροφή δασικής βλάστησης και η εγκατάσταση εντός των ως άνω δασικών
εκτάσεων δραστηριοτήτων (προσωρινή αποθήκευση επικίνδυνων αποβλήτων,

41

αμμοβολές, απόθεση scrap) εντελώς ασύμβατων με τη φυσιογνωμία τους, οι
οποίες αναιρούν απόλυτα την κατά νόμο χρήση και προορισμό τους.
5. Πρόκληση μη αναστρέψιμης θαλάσσιας ρύπανσης
Δυνάμει της προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και
προς εκτέλεση του δεύτερου ξεχωριστού έργου «προστασίας ακτών» κατά
μήκος της παραλίας συνολικού μήκους 450μ., επιτρέπεται (όρος 4.5.14) η
απόρριψη βυθοκορημάτων στην θάλασσα, παρόλο που με την υπ’ αριθ.
19661/1982/1999 (ΦΕΚ 1811/Β΄/1999) ο Κόλπος της Ελευσίνας
χαρακτηρίστηκε ως «Ευαίσθητη Περιοχή»
Τα ιζήματα του βυθού του Κόλπου της Ελευσίνας είναι πολύ επιβαρημένα
όπως αποδεικνύεται τόσο από πλήθος Πανεπιστημιακών Ερευνών όσο και από
μετρήσεις και αναλύσεις που πραγματοποιεί συστηματικά από το 1983 το
Γραφείο Ελέγχου Ρύπανσης και Ποιότητας Περιβάλλοντος (Γ.Ε.Ρ.Π.ΠΕ) του
Αναπτυξιακού Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων Θριασίου Πεδίου. Σύμφωνα
με τις αναλύσεις του Γ.Ε.Ρ.Π.ΠΕ τα ιζήματα του βυθού παρουσιάζουν μεγάλες
συγκεντρώσεις σε οργανικό άνθρακα, βαρέα μέταλλα και πετρελαιοειδή. Από
τη χωρική κατανομή των βαρέων μετάλλων και των πετρελαιοειδών είναι
σαφές ότι αυτά προέρχονται από χερσαίες (βιομηχανικές) πηγές. Συγκεκριμένα
οι μετρήσεις του Γ.Ε.Ρ.Π.ΠΕ στα ιζήματα έμπροσθεν της ακτής που
καταλαμβάνεται από το διυλιστήριο των ΕΛΠΕ ΒΕΕ παρουσιάζουν
μακροχρόνια ρύπανση με λάδια (οι μέγιστες συγκεντρώσεις του Κόλπου)
αλλά και βαρέα μέταλλα (όπως Χαλκού, Καδμίου, Χρωμίου, Σιδήρου,
Μαγγανίου, Μόλυβδου, Ψευδαργύρου, Νικελίου).
Είναι παντελώς απαγορευτικό για τον βεβαρημένο κλειστό και ευτροφικό
Κόλπο της Ελευσίνας να παρέχεται με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης
περιβαλοντικών όρων η δυνατότητα να απορρίπτονται τα βυθοκορήματα από
τις εκσκαφές για εκβανθύνσεις σε άλλα θαλάσσια βάθη όπου η ρύπανση των
ιζημάτων δεν έχει το ίδιο ρυπαντικό φορτίο. Επισημαίνεται ότι η ρύπανση των
ιζημάτων του βυθού ιδιαίτερα από χερσαίες πηγές (βιομηχανικές εγκαταστάσεις) είναι από τεχνικής άποψης σχεδόν μη αναστρέψιμη.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και δοθέντος ότι η υποβληθείσα Μ.Π.Ε. ουδόλως
προσεγγίζει το ζήτημα των βυθοκορημάτων, κρίνεται αναγκαία η αναστολή
των προσβαλλόμενων αποφάσεων προκειμένου να αποφευχθεί η ανεπανόρθωτη ρύπανση των ιζημάτων του βυθού του Κόλπου της Ελευσίνας από την
42

ανεξέλεγκτη απόρριψη βυθοκορημάτων, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την
ποιότητα του εν λόγω προστατευόμενου θαλάσσιου περιβάλλοντος και για τα
οικοσυστήματα που φιλοξενεί.

6. Υπεράντληση υδατικών πόρων - Υποβάθμιση ποιότητας υπογείων
υδάτων
Στην επίδικη περίπτωση, την αναστολή των προσβαλλόμενων αποφάσεων
καθιστά επιβεβλημένη καταρχήν η ανάγκη για αποτροπή της εξάντλησης των
αποθεμάτων του υπόγειου υδροφορέα της περιοχής προς εξυπηρέτηση των
επίδικων δραστηριοτήτων, ανάγκη που προβάλλει επιτακτική καθώς η
περιοχή των εγκαταστάσεων της αντιδίκου «ΑΕ ΕΛΠΕ ΒΕΕ» και της
μελλοντικής επέκτασής τους βρίσκονται στο παράκτιο τμήμα της λεκάνης
απορροής του υδρορρεύματος «Σαρανταπόταμος», για την οποία ουδέποτε
έχει εκτιμηθεί υδρολογικό ισοζύγιο και συνακόλουθα δεν έχει εκπονηθεί
ούτε Διαχειριστικό Σχέδιο των υδατικών πόρων αλλά ούτε και Πρόγραμμα
Ανάπτυξης της περιοχής.
Όπως αναφέρθηκε διεξοδικά και στο δικόγραφο των Προσθέτων Λόγων, για
την κάλυψη των αναγκών σε νερό των εγκριθέντων δραστηριοτήτων επεκτασης
προβλέπεται από την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών
όρων μεταξύ των άλλων και η άντληση 1,5 εκατομ. κ.μ. υφάλμυρου νερού,
ποσότητας αυξημένης κατά 91% σε σχέση με τη μέχρι σήμερα αντλούμενη,
από τον παράκτιο υδροφόρο με χρησιμοποίηση τεσσάρων υφιστάμενων
ήδη γεωτρήσεων και δύο μελλοντικών. Προκειμένου να καταδειχθεί το
μέγεθος των υδάτων που αντλούνται από τον υπόγειο υδροφορέα, χωρίς το
κατά νόμο απαιτούμενο διαχειριστικό σχέδιο που να έχει προηγουμένως
εκτιμήσει τα αποθέματά του και τη δυνατότητα ανατροφοδοτησής του, στις ως
άνω -αυξημένες κατά 91%- ποσότητες αυτές πρέπει να προστεθούν και οι
ποσότητες που αντλούνται για την απορρύπανση του υδροφόρου (βλ.
κατωτέρω) και οι οποίες μετά την απορρύπανσή τους δεν επανεισάγονται στον
υφαλμυρισμένο υδροφόρο. Σημειωτέον ότι με την προβαλλόμενη απόφαση
έγκρισης περιβαλλοντικών όρων παρέχεται στην αντίδικο η δυνατότητα
απόληψης και διαχείρισης τεράστιων ποσοτήτων από τους υδροφόρους του
παράκτιου τμήματος της λεκάνης του Σαρανταπόταμου, όταν αυτοί έχουν
αποδεδειγμένα στερηθεί σημαντικό μέρος της τροφοδοσίας τους μετά την
κατασκευή των αντιπλημμυρικών έργων στην ευρύτερη περιοχή, τη γρήγορη
παροχέτευση των πλημμυρικών απορροών στη θάλασσα και τη μη πρόβλεψη

43

δέσμευσής τους, σε κατάλληλες θέσεις, για τον τεχνητό εμπλουτισμό των
υδροφόρων!
Προκειμένου να καταδειχθεί εντονότερη η ανάγκη για αναστολή των
προσβαλλόμενων αποφάσεων προς αποτροπή μιας άνευ διαχειριστικών
κριτηρίων και υπερεντατικής εκμετάλλευσης των υπόγειων υδάτων της
περιοχής, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούμε στην υπ’ αριθ. 72/17.09.2003
απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτικής Αττικής για την «Επιβολή
περιοριστικών μέτρων για την προστασία του υδατικού δυναμικού της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής». Με αυτήν αναγνωρίζεται ρητά το οξυμένο πρόβλημα
της υπεράντλησης των υδροφόρων της περιοχής και της υποβάθμισης της
ποιότητας τους και τίθενται συγκεκριμένα μέτρα «…για την ανάπτυξη ενός
πλαισίου διαχείρισης του νερού..», μεταξύ των οποίων η απόλυτη απαγόρευση
της ανόρυξης γεωτρήσεων.
Από την άλλη, την αναστολή των προσβαλλόμενων αποφάσεων καθιστά
αναγκαία η αποτροπή της περαιτέρω υποβάθμισης της ποιότητας των
υπόγειων υδάτων από τη διείσδυση της θάλασσας (υφαλμύριση) λόγω της
υπεράντλησής τους αλλά και από τους υδρογονάνθρακες. Όπως αναφέρθηκε
ανωτέρω, οι αντληθησόμενες ποσότητες υπόγειου νερού λόγω της επέκτασης
των εγκαταστάσεων του διυλιστηρίου αυξάνονται σημαντικά, χωρίς μάλιστα
να έχει γίνει προηγουμένως οποιαδήποτε προσπάθεια αποκατάστασης της
ποιότητας ή έστω αναστροφής της ρύπανσης από το θαλασσινό νερό. Ως εκ
τούτου αναμένεται να οξυνθεί δραματικά το πρόβλημα της υφαλμύρισης με
αποτέλεσμα η συνακόλουθη ρύπανση του υπόγειου υδροφορέα να καταστεί
πλέον μη αναστρέψιμη.
Σημειωτέον ότι το πρόβλημα της υφαλμύρισης εντείνεται και από την
εφαρμογή της τεχνικής «pump and treat» («άντληση και επεξεργασία») για την
απορρύπανση των υδροφόρων (μόνο από υδρογονάνθρακες). Σύμφωνα με
αυτήν, αντλείται το ρυπασμένο νερό από τον υδροφορέα μέσω δύο γεωτρήσεων
και υπόκειται σε επεξεργασία. Ωστόσο, το απορρυπασμένο νερό δεν
επανεισάγεται στον υδροφόρο ώστε να αναπληρώνεται το έλλειμμα όπως
προβλέπει η τεχνική. Ως εκ τούτου, για το σκοπό της απορρύπανσης
αντλούνται επιπλέον ποσότητες υπόγειων υδάτων με αποτέλεσμα το πρόβλημα
της υφαλμύρισης από την υπεράντληση να γίνεται ακόμη οξύτερο. Ας
σημειωθεί ότι αυτές οι γεωτρήσεις απορρύπανσης, εξακολουθούν να
λειτουργούν και όταν ολοκληρωθεί η απορρύπανση των υδάτων που
αντλήθηκαν, για προληπτικούς δήθεν λόγους, με αποτέλεσμα να εντείνεται το
φαινόμενο της υφαλμύρισης από τη διείσδυση της θάλασσας λόγω της
ακατάπαυστης άντλησης υδάτων από τον υπόγειο υδροφορέα.
44

Υπό το πρίσμα του συνόλου των προεκτεθέντων, την αναστολή των
προσβαλλόμενων αποφάσεων υπαγορεύει η ανάγκη για αποτροπή της
υπεράντλησης των αποθεμάτων του υπόγειου υδροφορέα και της
υποβάθμισης της ποιότητας των υπογείων υδάτων της περιοχής, πολλώ δε
μάλλον που για αυτή ουδέποτε έχει εκτιμηθεί υδρολογικό ισοζύγιο και
συνακόλουθα δεν έχει εκπονηθεί ούτε Διαχειριστικό Σχέδιο των υδατικών
πόρων αλλά ούτε και Πρόγραμμα Ανάπτυξης.
7. Μη αναστρέψιμη ρύπανση εδάφους – υπεδάφους
Καθώς με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων η
Διοίκηση παρέλειψε να θέσει συγκεκριμένους και επιτακτικούς όρους για την
αποκατάσταση και τον περαιτέρω περιορισμό της διαπιστωμένης ρύπανσης του
εδάφους και τους υπεδάφους της περιοχής του επίδικου διυλιστηρίου, η
εκτέλεση των προσβαλλόμενων αποφάσεων θα επιτρέψει την περαιτέρω
υποβάθμιση τους, με αποτέλεσμα η επιγενόμενη κατάσταση ρύπανσής τους να
είναι πλέον ανεπανόρθωτη.
Όπως αναφέρεται διεξοδικά και στο δικόγραφο των Προσθέτων Λόγων, το
ζήτημα της ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα και εν γένει του υπεδάφους από
υδρογονάνθρακες στην ευρύτερη περιοχή του διυλιστηρίου είναι γνωστό στη
Διοίκηση από πληθώρα στοιχείων και περιστατικών. Καταρχήν τεκμηριώνεται
αναλυτικά από το ερευνητικό πρόγραμμα του τομέα Γεωλογικών Επιστημών
του Τμήματος Μηχανικών Μεταλλείων Μεταλλουργών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου που υλοποιήθηκε κατά το 2002 κατόπιν εντολής της
Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής, με σκοπό τον εντοπισμό του
βαθμού και της έκτασης της ρύπανσης από πετρελαιοειδή του υπεδάφους της
περιοχής Ελευσίνας και συγκεκριμένα εντός της έκτασης που καταλάμβανε η
Ε.Α.Σ. (τέως ΠΥΡΚΑΛ) μέχρι των ορίων των Ναυπηγείων Ελευσίνας, των
ορίων της τότε PETROLA και του οικισμού της Ελευσίνας. Κατά την διάρκεια
του προγράμματος αυτού έγινε συστηματική δειγματοληψία εδάφους στις
περιοχές αυτές. Στη συνέχεια εκτελεστήκαν εργαστηριακές αναλύσεις με
σκοπό το ποιοτικό και ποσοτικό καθορισμό των υδρογονανθράκων εκείνων
των οποίων η παρουσία στο έδαφος μαρτυρεί ύπαρξη πετρελαιοειδών στο
υπέδαφος. Σε τρία σημεία της περιοχής που ερευνήθηκε, περιμετρικά των
ορίων της τότε PETROLA (νυν αντιδίκου εταιρίας), στην πλευρά που το
έδαφος κλίνει προς την θάλασσα, εντοπίσθηκαν ισχυρές γεωχημικές ανωμαλίες
συνδεδεμένες με παρουσία πετρελαιοειδών σε βάθος. Επειδή η γεωλογική δομή
της περιοχής αλλά και οι εν γένει έρευνες αποκλείουν φυσική παρουσία

45

πετρελαιοειδών στα συγκεκριμένα σημεία, εκτιμήθηκε ότι η πιθανή εξήγηση
του φαινόμενου είναι οι διαρροές από τις υπάρχουσες εγκαταστάσεις
διακίνησης και αποθήκευσης πετρελαιοειδών.
Εξάλλου, είναι γνωστά και τα διαδοχικά επεισόδια ρύπανσης από
πετρελαιοειδή, της θαλάσσιας περιοχής της περικλειόμενης από την έκταση
που καταλαμβάνουν οι εγκαταστάσεις της Ε.Α.Σ., τα οποία συμβαίνουν
συνεχώς από το 2002 μέχρι και σήμερα. Τα πετρελαιοειδή αυτά διαρρέουν
μέσα από το υπέδαφος προερχόμενα από το χώρο των διυλιστηρίων καθώς οι
κλίσεις του ανάγλυφου στην περιοχή υποχρεώνουν τα πετρελαιοειδή στην
συγκεκριμένη πορεία.
Σημειωτέον ότι για το ως άνω ζήτημα η Διοίκηση επέβαλε στο παρελθόν
πρόστιμο στην αντίδικο εταιρία (το 2004 από το Λιμεναρχείο) ενώ πιο
πρόσφατη είναι η απόφαση του Νομάρχη Δυτ. Αττικής (2008) που της
επιβάλλει πρόστιμο για ρύπανση που προκλήθηκε από διαρροή πετρελαίου
λόγω θραύσης αγωγού το 2004. Συγκεκριμένα, το πρόσφατο διοικητικό
πρόστιμο επιβλήθηκε για τη ρύπανση που προκλήθηκε στο υπέδαφος από τη
διαρροή των πετρελαιοειδών το 2004 και η οποία μέχρι και το 2008 δεν έχει
αποκατασταθεί.
Προκειμένου να καταδειχθεί η αναγκαιότητα της αναστολής των προσβαλλόμενων αποφάσεων, αξίζει να αναφερθεί ότι παρόλο που σύμφωνα με τη
Μ.Π.Ε. το σκυρόδεμα από τις κατεδαφίσεις των κτιρίων της OWENS πρέπει
να οδηγείται στην χωματερή, με τις εργασίες που γίνονται το σκυρόδεμα
χρησιμοποιείται για επιχώσεις. Το γεγονός αυτό και μόνο καταμαρτυρά την
υφιστάμενη κατάσταση ρύπανσης του εδάφους της περιοχής των νέων
εγκαταστάσεων και κυρίως τον μη αναστρέψιμο χαρακτήρα αυτής, αφού
πρόκειται για υλικά που θα έπρεπε να έχουν ήδη απομακρυνθεί από το έδαφος
και όχι να ενσωματώνονται σε αυτό!
Υπό το πρίσμα αυτής της διαπιστωμένης υποβάθμισης του υπεδάφους από τις
δραστηριότητες του ήδη λειτουργούντος σχήματος του επίδικου διυλιστηρίου,
για την οποία ουδόλως μεριμνά η Διοίκηση, κρίνεται επιβεβλημένη η
αναστολή των προσβαλλόμενων αποφάσεων προκειμένου να αποφευχθεί η
περαιτέρω ρύπανση τους, που με βεβαιότητα αναμένεται πλέον μη
αναστρέψιμη από την ίδρυση και λειτουργία των εγκριθέντων νέων μονάδων
και δραστηριοτήτων

46

8. Ματαίωση της οφειλόμενης κατά νόμο παραχώρησης έκτασης του
γηπέδου στο Δ. Ελευσινας
Την αναστολή των προσβαλλόμενων αποφάσεων επιτάσσει η αναγκαιότητα για
εκπλήρωση της νομικής υποχρέωσης της αντιδίκου εταιρίας προς παραχώρηση
έκτασης του επίδικου γηπέδου της προς το Δήμο Ελευσίνας. Σημειωτέον ότι η
αντίδικος δεν έχει προβεί στη σχετική παραχώρηση παρόλο που έχει ήδη
εκδοθεί σχετική οικοδομική άδεια και λαμβάνουν ήδη χώρα εργασίες
διαμόρφωσης του χώρου για την εγκατάσταση των επίδικων νέων μονάδων και
δραστηριοτήτων.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3325/2005 «Τα
γήπεδα που βρίσκονται σε περιοχές Ε.Μ. και Ε.Ο. του Π.Δ. 84/1984, σε
περιοχές ΒΙ.ΠΑ., ΒΙΟ.ΠΑ. και σε περιοχές υποδοχής χρήσεων των άρθρων 5
και 6 του Π.Δ. 23.2.1987, που καθορίζονται από εγκεκριμένο Γενικό
Πολεοδομικό Σχέδιο και έχουν ελάχιστο εμβαδό 2.000 τετραγωνικών μέτρων,
θεωρούνται οικοδομήσιμα εφόσον, πριν από την έκδοση της οικοδομικής
άδειας, οι ιδιοκτήτες των γηπέδων αυτών έχουν παραχωρήσει στον οικείο δήμο
ή κοινότητα, δωρεάν, με συμβολαιογραφική πράξη, έκταση ίση με το δέκα τοις
εκατό (10%) τουλάχιστον της επιφάνειας του γηπέδου. Ο προσδιορισμός του
ποσοστού και της θέσης της παραχωρούμενης έκτασης γίνεται από την αρμόδια
Πολεοδομική Υπηρεσία για την εξασφάλιση ή τη βελτίωση των συνθηκών
προσπέλασης του γηπέδου. Η παραχωρούμενη έκταση κατά την πολεοδόμηση
της περιοχής προσμετράται στον υπολογισμό των οφειλόμενων εισφορών της
ιδιοκτησίας.».
Στην επίδικη περίπτωση, η αντίδικος εταιρίας υπέχει την υποχρέωση
παραχώρησης έκτασης του γηπέδου της προς το Δήμο Ελευσίνα, κατά τους
ορισμούς της προαναφερόμενης διάταξης, καθώς αυτό έχει έκταση άνω των
2.000 τ.μ. και βρίσκεται σε περιοχή υποδοχής χρήσεων των άρθρων 5 και 6 του
Π.Δ. 23.2.1987 σύμφωνα με το ισχύον Γ.Π.Σ. του Δ. Ελευσίνας. Ωστόσο, την
εν λόγω υποχρέωση της δεν έχει εκπληρώσει η αντίδικος, παρόλο που έχει ήδη
εκδοθεί οικοδομική άδεια και στο μεταξύ έχουν αρχίσει οι εργασίες εκσκαφών
και επιχωματώσεων και διαμόρφωσης του χώρου για την εγκατάσταση των
επίδικων μονάδων.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, κρίνεται επιβεβλημένη η αναστολή των
προσβαλλόμενων αποφάσεων, καθώς η ολοκλήρωση της ίδρυσης των επίδικων
μονάδων θα καταστήσει αδύνατη την εκπλήρωση της ως άνω υποχρέωσης της
αντιδίκου προς το Δήμο Ελευσίνας. Και αυτό γιατί με την εγκατάσταση των
47

επίδικων μονάδων και δραστηριοτήτων δυνάμει των προσβαλλόμενων
αποφάσεων, δεν θα μπορεί πλέον να εξασφαλιστεί και να προσδιοριστεί η
έκταση που θα πρέπει να παραχωρηθεί στο Δήμο ώστε να εξασφαλιστούν ή να
βελτιωθούν οι συνθήκες προσπέλασης του γηπέδου της αντιδίκου. Προκειμένου, λοιπόν, να αποτραπεί ο κίνδυνος ματαίωσης της σχετικής παραχώρησης
της αντιδίκου προς το Δήμο Ελευσίνας, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις θα
πρέπει να ανασταλούν.

Επειδή η ίδρυση των επίδικων μονάδων και δραστηριοτήτων συνεπάγεται την
αλλοίωση του αναγλύφου και των μορφολογικών χαρακτηριστικών της
περιοχής.
Επειδή η υλοποίηση των εγκριθέντων με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις
παράκτιων τεχνικών έργων αλλοιώνει τη φυσιογνωμία του αιγιαλού και της
παραλίας, επηρεάζει δυναμικά τα χαρακτηριστικά της ακτογραμμής και την
οικολογική ισορροπία του παράκτιου οικοσυστήματος και παρεμποδίζει κατά
τρόπο απόλυτο την ελεύθερη πρόσβαση του κοινού στην παραλία και τη
χρήση της κατά τον προορισμό της.
Επειδή επαπειλείται η δημόσια υγεία από την παρούσα χρήση και διαχείριση
των υλικών των εκσκαφών και των επιχωματώσεων που λαμβάνουν χώρα στον
επίδικο χώρο προς διαμόρφωσή του για την εγκατάσταση των εγκριθέντων
μονάδων και δραστηριοτήτων.
Επειδή η ίδρυση και λειτουργία των επίδικων μονάδων και δραστηριοτήτων
στο χώρο επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο
για την πρόκληση ατυχήματος μεγάλης έκτασης.
Επειδή η ίδρυση και η λειτουργία των επίδικων μονάδων και δραστηριοτήτων
θα προκαλέσει τη μη αναστρέψιμη ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος
του προστατευόμενου Κόλπου της Ελευσίνας.
Επειδή η εγκατάσταση των επίδικων μονάδων δυνάμει των προσβαλλόμενων
αποφάσεων θα καταστήσει αδύνατη την κατά νόμο υποχρέωση της αντιδίκου
για παραχώρηση έκτασης του επίδικου γηπέδου της προς το Δήμο Ελευσίνας.
Επειδή η υλοποίηση του εγκριθέντος με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις
σχεδίου «επέκτασης και εκσυγχρονισμού» του επίδικου διυλιστηρίου συνεπάγεται την καταστροφή δασικών εκτάσεων και την χρήση του για σκοπούς
ασύμβατους με τον κατά νόμο προορισμό τους, την υπεράντληση του
υπόγειου υδροφορέα της περιοχής και την υποβάθμιση της ποιότητας των
υπογείων υδάτων καθώς την περαιτέρω ρύπανση του εδάφους και
υπεδάφους της περιοχής, ώστε αυτή να καταστεί μη αναστρέψιμη.

48

Για τους λόγους αυτούς
ΖΗΤΟΥΜΕ
Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μας και
1. Να διαταχθεί η αναστολή - μέχρι εκδόσεως αποφάσεως του Συμβουλίου της
Επικρατείας επί της υπ αριθ. καταθ. 5340/03.09.2008 Αιτήσεώς Ακύρωσης- της
α) υπ’ αριθ. 146393/3.6.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος,
Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί
όροι της επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ που λειτουργεί στο 27 χλμ. της παλαιάς εθνικής οδού Αθηνών –
Κορίνθου, β) της υπ’ αριθ. Δ3/Α/οικ.11219/8.5. 2008 απόφασης του
Υπουργείου Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκε η μελέτη επικινδυνότητας
(ασφάλειας) της εν λόγω επέκτασης, γ) της υπ’ αριθ. Δ3/Α15024/24.7.2008
κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων
Έργων, Ανάπτυξης και Οικονομίας και Οικονομικών με την οποία χορηγήθηκε
για την ίδια δραστηριότητα στην προαναφερόμενη εταιρεία η άδεια
εγκατάστασης και δ) κάθε άλλης συναφούς διοικητικής πράξης ή παράλειψης ή
πράξης εκδοθείσας στο πλαίσιο σύνθετης διοικητικής ενέργειας.
2. Να χορηγηθεί προσωρινή διαταγή αναστολής των προσβαλλόμενων πράξεων
(αναστελλόμενης της εκτελεστότητος αυτών) μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί
της παρούσης αιτήσεως αναστολής.

Αθήνα, 29 Οκτωβρίου 2008
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ
Δικηγόρος
Χαρ. Τρικούπη 31
Τ.Κ. 106 81 - Αθήνα
Τηλ. 210 3817406 - 3841032
Φαξ. 210 3841005
E-mail: margeorg@hol.gr

49

50

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ
Δικηγόρος
Χαρ. Τρικούπη 31
Τ.Κ. 106 81 - Αθήνα
Τηλ. 210 3817406 - 3841032
Φαξ. 210 3841005
E-mail: margeorg@hol.gr

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ
1. του Δήμου Ελευσίνας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως
εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
2. του Δήμου Μάνδρας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως
εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
3. του Δήμου Μαγούλας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως
εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του και
4. του Δήμου Νέας Περάμου Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο,
νομίμως εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
ΚΑΤΑ
1. του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων
2. του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής
3. του Υπουργού Ανάπτυξης και
4. του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

51

1. της υπ’ αριθ. 146393/3.6.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου
και Νησιωτικής Πολιτικής και Ανάπτυξης
2. της υπ’ αριθ. Δ3/Α/οικ.11219/8.5.2008 απόφασης του Υπουργείου
Ανάπτυξης
3. της υπ’ αριθ. Δ3/Α15024/24.7.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και Οικονομίας και
Οικονομικών και
4. κάθε άλλης συναφούς διοικητικής πράξης ή παράλειψης ή πράξης εκδοθείσας στο πλαίσιο σύνθετης διοικητικής ενέργειας

Με την από 03.09.2008 Αίτησή μας (αριθμός κατάθεσης 5340) ζητούμε ήδη
την ακύρωση της πρώτης προσβαλλόμενης πράξη με την οποία εγκρίθηκαν οι
περιβαλλοντικοί όροι της επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε.
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΒΕΕ (Βιομηχανικές Εγκαταστάσεις Ελευσίνας)
που λειτουργεί στο 27 χλμ. της παλαιάς εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου, της
δεύτερης προσβαλλόμενης πράξης με την οποία εγκρίθηκε η μελέτη επικινδυνότητας (ασφάλειας) της εν λόγω επέκτασης και της τρίτης πράξης με την
οποία χορηγήθηκε για την ίδια δραστηριότητα στην προαναφερόμενη εταιρεία
η άδεια εγκατάστασης.
Με το παρόν δικόγραφο επιθυμούμε να προσθέσουμε τους παρακάτω νέους
(πρόσθετους) ακυρωτικούς λόγους:
16. Μη προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης
Η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 146393/3.6.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας,
Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκαν οι
περιβαλλοντικοί όροι της επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε.
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΒΕΕ κρίνεται ακυρωτέα, καθώς εκδόθηκε χωρίς
την προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας της Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 6 του ν.
1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος» (ΦΕΚ 160/Α΄/1986), όπως
αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002.
52

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 4 του ν.
1650/1986, όπως αυτό ισχύει, «6.α. Για νέα έργα και δραστηριότητες ή τη
μετεγκατάσταση, τον εκσυγχρονισμό, επέκταση ή τροποποίηση των
υφισταμένων, της πρώτης (Α) κατηγορίας, εφόσον επέρχονται ουσιαστικές
διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον,
απαιτείται μαζί με την αίτηση και η υποβολή Προμελέτης Περιβαλλοντικών
Επιπτώσεων. Επί της Προμελέτης αυτής η αρμόδια για έγκριση
περιβαλλοντικών όρων αρχή προβαίνει σε Προκαταρκτική Περιβαλλοντική
Εκτίμηση και Αξιολόγηση της πρότασης που συνίσταται σε γνωμοδότηση ως
προς τη θέση, το μέγεθος, το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία, τα γενικά
τεχνικά χαρακτηριστικά, τη χρήση των φυσικών πόρων, τη συσσωρευτική
δράση με άλλα έργα, την παραγωγή αποβλήτων, τη ρύπανση και τις οχλήσεις,
καθώς και τον κίνδυνο ατυχημάτων ιδίως από τη χρήση ουσιών ή
τεχνολογίας...στ. Προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση
δεν απαιτείται στις θεσμοθετημένες βιομηχανικές περιοχές και ζώνες, στις
βιοτεχνικές περιοχές και πάρκα, στις ναυπηγοεπισκευαστικές περιοχές,
σύμφωνα με την ισχύουσα σχετική νομοθεσία, στις Περιοχές Οργανωμένης
Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων (Π.Ο.Α.Π.Δ) του άρθρου 10 του ν.
2742/1999 και στις περιπτώσεις που η χωροθέτηση προβλέπεται από νόμο ή
εγκεκριμένο χωροταξικό ή πολεοδομικό ή ρυθμιστικό σχέδιο, στις περιοχές που
εντοπίζονται κοιτάσματα μεταλλευτικών ορυκτών, βιομηχανικών ορυκτών και
μαρμάρων, σύμφωνα με την περ. α της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2837/2000,
καθώς και στις μεταλλευτικές και λατομικές περιοχές που έχουν καθορισθεί
σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.»

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση η Διοίκηση ενέκρινε τους περιβαλλοντικούς όρους των σχεδιαζόμενων δραστηριοτήτων χωρίς
να έχει υποβληθεί η απαιτούμενη Προμελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
και συνακόλουθα χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία της Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης. Και αυτό παρά το γεγονός ότι τα κατά την ορολογία της προσβαλλόμενης απόφασης έργα «εκσυγχρονισμού και
αναβάθμισης» του επίδικου διυλιστηρίου, λόγω των διαστάσεων, των λειτουργικών χαρακτηριστικών και των λοιπών τεχνικών παραμέτρων τους διαφοροποιούν ουσιωδώς τη δομή και τη λειτουργία του υφιστάμενου διυλιστηρίου και
ως εκ τούτου το μελλοντικό λειτουργικό σχήμα του θα έπρεπε να υποβληθεί ως
νέο έργο στη διαδικασία Π.Π.Ε.Α (κατωτέρω υπό Α α.).

53

Ακόμα όμως κι αν ήθελε υποτεθεί ότι δεν πρόκειται για νέα έργα και
δραστηριότητες, όπερ και αρνούμαστε κατηγορηματικά, και σε αυτήν την
περίπτωση η Διοίκηση υπείχε την υποχρέωση για Π.Π.Ε.Α. των επίδικων
έργων και δραστηριοτήτων καθώς αναμένονται με βεβαιότητα σημαντικότατες διαφοροποιήσεις ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους σε σχέση
με εκείνες που προκαλούνται από το νυν λειτουργούν σχήμα του επίδικου
διυλιστηρίου (κατωτέρω υπό Α β.).
Σε κάθε δε περίπτωση δεν συντρέχει νόμιμος λόγος εξαίρεσής τους από την
τήρηση της διαδικασίας για Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και
Αξιολόγηση κατά τους ορισμούς των διατάξεων της παρ. 4 περ. 6 στ΄ του ν.
1650/1986 (κατωτέρω υπό Β.), αλλά αντιθέτως υφίσταται συγκεκριμένη και
επιτακτική η νομική υποχρέωση για Π.Π.Ε.Α. πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων .

Α. Ως προς την υποχρέωση για Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και
Αξιολόγηση:
α. Με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν προωθείται απλά ο εκσυγχρονισμός
και η επέκταση του υφιστάμενου σχήματος του διυλιστηρίου, αλλά επιδιώκεται
η ριζική αναδιάρθρωση του παραγωγικού προσανατολισμού του διυλιστηρίου,
η αύξηση του εύρους των παραγωγικών δραστηριοτήτων του, η ίδρυση νέων
δραστηριοτήτων, η ίδρυση νέων μονάδων, η εισαγωγή και επεξεργασία νέων
πρώτων υλών, η παραγωγή νέων προϊόντων και η ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων, που ως σύνολο θεωρούμενες συνθέτουν ένα νέο μεγαλύτερο σε
έκταση και πιο σύνθετο ως προς τις βιομηχανικές και λοιπές διεργασίες
διυλιστήριο στο Θριάσιο.
Προκειμένου να καταδειχθεί ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων εγκρίνεται ένα νέο, ουσιωδώς διαφοροποιούμενο από
το ήδη υφιστάμενο, σχήμα του επίδικου διυλιστηρίου, για το οποίο η Διοίκηση
υπείχε την υποχρέωση τήρησης της διαδικασίας Π.Π.Ε.Α. κατά τους ορισμούς
του άρθρου 4§6α του ν. 1650/1986, ενδεικτικά αναφέρουμε ότι με τις εγκριθείσες δραστηριότητες θα πραγματωθούν :
i. Αναδιάρθρωση του παραγωγικού προσανατολισμού και αύξηση του
εύρους των παραγωγικών δραστηριοτήτων του διυλιστηρίου
Η παραγωγική αναδιάρθρωση επιδιώκεται με την ολοκληρωτική μετατροπή
του παραγόμενου μαζούτ (κάτι που δε συμβαίνει σε κανένα από τα υπόλοιπα 3
διυλιστήρια της χώρας ) κυρίως σε diesel κίνησης, νάφθα και άλλα προϊόντα.

54

Όπως προβάλλεται από την εταιρία επιδιώκεται η αύξηση της παραγωγής
μεσαίων κλασμάτων σε βάρος του μαζούτ με θεαματικές μεταβολές: Λευκά
προϊόντα από 52% σε 100% και μαύρα προϊόντα από 48% σε 0% ! (ΕΛΠΕ
17.5.2007: Απολογιστική Διαχείριση έτους 2006, Γενική Συνέλευση Mετόχων).
Aκόμη και χωρίς μεταβολή παραγωγικού δυναμικού του διυλιστηρίου με
κριτήριο την ικανότητα διύλισης, αυξάνεται το εύρος των παραγωγικών
δραστηριοτήτων του διυλιστηρίου λόγω α) της παραγωγικής αναδιάρθρωσης η
οποία συνεπάγεται την εγκατάσταση νέων μονάδων επεξεργασίας οι οποίες και
αυτές θα έχουν ιδιοκατανάλωση καυσίμων και β) της συμπαραγωγής ενέργειας
η οποία επίσης απαιτεί νέα παραγωγική μονάδα που συνεπάγεται μεγαλύτερη
ιδιοκατανάλωση καυσίμου εφόσον εκτός από την κάλυψη των θερμικών
αναγκών του διυλιστηρίου (αυξημένων λόγω της αύξησης της παραγωγικής
δραστηριότητας) θα καλύπτει και ανάγκες σε ηλεκτρισμό.
ii.

Μεταβολές ως προς τις μονάδες και τις δραστηριότητες

- Από τις 6 υφιστάμενες μονάδες, μία (1) τροποποιείται,
- ιδρύονται 24 νέες μονάδες συνολικώς, όπως προκύπτει από την παρ. 5.3.4
(σελ. 112 έως 116) της Μ.Π.Ε., εκ των οποίων έξι (6) νέες παραγωγικές
μονάδες και
- Επιπλέον, ιδρύονται τρείς (3) νέες μονάδες προστασίας περιβάλλοντος (σελ.
113 της Μ.Π.Ε.),
- Δύο (2) νέες μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων με αρίθμηση 37 και 83 (σελ.
115 της Μ.Π.Ε.) και
Δεκατρείς
(13)
νέες
βοηθητικές
μονάδες
με
αρίθμηση
72,73,74,75,76,77,78,79,80,81,82,85 και αποθήκη χημικών (σελ. 115-116 της
Μ.Π.Ε.), οι οποίες θα συμμετέχουν επικουρικώς στην παραγωγική διαδικασία.
Όπως προαναφέρθηκε, από τις συνολικά 12 παραγωγικές μονάδες του
σχεδιαζόμενου νέου λειτουργικού σχήματος (βλ. σελ. 112- 113 και 117 της
Μ.Π.Ε.) οι πέντε (5) είναι υφιστάμενες και παραμένουν ως έχουν, μία (1)
τροποποιείται, ενώ σχεδιάζεται να ιδρυθούν έξι (6) νέες παραγωγικές μονάδες.
Οι νέες υπό ίδρυση μονάδες είναι: η μονάδα απόσταξης κενού VDU με
δυναμικότητα 45.300 βαρέλια ημερησίως, η μονάδα υδρογονοπυρόλυσης με
δυναμικότητα 39.000 βαρέλια ημερησίως, η μονάδα Θερμικής Πυρόλυσης
Ασφάλτου (FLEXICOCKER) με δυναμικότητα 20.000 βαρέλια ημερησίως, η
μονάδα παραγωγής υδρογόνου με δυναμικότητα 125.000 κυβικά μέτρα (υπό

55

κανονικές συνθήκες) ανά ώρα, η νέα μονάδα Υδραποθείωσης Νάφθας και
Αεριελαίων (Τμήμα Χαμηλής Πίεσης) με δυναμικότητα 14.000 βαρέλια
ημερησίως ενσωματωμένη στην νέα μονάδα 34 καθώς και η νέα μονάδα
γλύκανσης με αμίνη στην CDU-3. (βλ. σελ.117 παρ. 5.3.4.2.1 της Μ.Π.Ε.).
Σε συνάφεια με τα ανωτέρω κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι στο μελλοντικό
σχήμα λειτουργίας του επίδικου διυλιστηρίου νέες καύσεις προστίθενται με την
εγκατάσταση 8 νέων φούρνων και 3 λεβήτων (με αποτέλεσμα οι φούρνοι του
διυλιστηρίου να υπερδιπλασιάζονται και οι λέβητες να διπλασιάζονται).
Τέλος, σύμφωνα με την Μ.Π.Ε. οι νέες μονάδες θα εγκατασταθούν σε έκταση
140 στρεμμάτων, με αποτέλεσμα να αυξάνεται θεαματικά το κτιριακό
απόθεμα και η συνολική έκταση που θα καταλαμβάνουν οι παραγωγικές
μονάδες του διυλιστηρίου να υπερ-τετραπλασιάζεται.
iii. Μονάδα παραγωγής ενέργειας
Θα εγκατασταθούν ως βοηθητικές μονάδες δύο (2) ατμοστρόβιλοι παραγωγής
συνολικής ισχύος 24 ΜW στην μονάδα παραγωγής ατμού υψηλής πίεσης για
την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (σελ. 145 της Μ.Π.Ε. όπου εμφανίζεται
ενσωματωμένη στην μονάδα παραγωγής ατμού Νο 72 αλλά και στον πίνακα
της σελίδας 171 της Μ.Π.Ε.), και είναι σαφές ότι πρόκειται για μεγάλη
δραστηριότητα, η οποία μάλιστα δεν ασκείτο έως τώρα στις εγκαταστάσεις (Πίνακας ΙΙ σελ. 7 έγκρισης περιβαλλοντικών όρων). Στο πλαίσιο
αυτής της νέας δραστηριότητας θα παράγεται ατμός, αλλά και ηλεκτρική
ενέργεια ισχύος 24 MW η οποία εν συνεχεία θα χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο
στην παραγωγή διαδικασία.
iv.

Νέες πρώτες ύλες.

α. Ως προς τις εισαγόμενες πρώτες ύλες, εκτός από το αργό πετρέλαιο, το οποίο
εισάγεται και στο νυν λειτουργούν σχήμα, θα εισάγονται επιπλέον και κατ’
έτος :
- 207.000 τόνοι αεριέλαιο κενού (Gasoil) από το διυλιστήριο των ΕΛ.ΠΕ. στην
Θεσσαλονίκη (ΕΛ.ΠΕ ΒΕΘ)
- 133.000 τόνοι Φυσικό Αέριο
- 43.070 τόνοι υγρό θείο από το διυλιστήριο των ΕΛΠΕ στον Ασπρόπυργο
(ΕΛ.ΠΕ ΒΕΑ)
- 13.392 τόνοι μαζούτ διυλιστηρίου
56

Οι τέσσερις ως άνω πρώτες ύλες είναι εντελώς νέες και δεν εισήγοντο έως
τώρα στην παραγωγική διαδικασία. (Πίνακας 5.3.3.1 σελ. 107 της Μ.Π.Ε.
αλλά και στο Παράρτημα 2 σελ. 65 της ΕΠΟ). Επισημαίνεται ότι στο
υφιστάμενο λειτουργικό σχήμα χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη μόνο αργό
πετρέλαιο σε ποσότητα 4.700.000 τόνους κατ’ έτος ενώ στο μελλοντικό η
ποσότητα του αργού πετρελαίου που θα χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη
αυξάνεται κατά 101.000 τόνους κατ’ έτος και ανέρχεται σε 4.801.000 τόνους.
Με αυτή την αύξηση, και δοθέντος ότι το διυλιστήριο θα κατεργάζεται ετησίως
και 207.000t αεριέλαιο (gasoil) κενού του διυλιστηρίου της Θεσσαλονίκης,
συνολικά οι πρώτες ύλες αυξάνονται κατά 11%! Ειδικότερα αυτό σημαίνει
και συνεπάγεται ότι η προτεινόμενη επέκταση στην Ελευσίνα θα έχει
δυναμικότητα τουλάχιστον κατά τριάντα τοις εκατό (30%) μεγαλύτερη
από εκείνη που δικαιολογεί η ιδιοπαραγωγή του εν λόγω διυλιστηρίου σε
υπολείμματα ατμοσφαιρικής απόσταξης.
v.
Διαφοροποίηση της ποιότητας της κύριας πρώτης ύλης, ήτοι του
αργού πετρελαίου.
Επίσης διαφοροποιείται σημαντικά η ποιότητα του αργού πετρελαίου που
αποτελεί τη βασική πρώτη ύλη. Το υφιστάμενο λειτουργικό σχήμα έχει την
δυνατότητα να διυλίζει αργά πετρέλαια χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο και
συγκεκριμένα τους τύπους Αργών Urals και Ιranian Light σε αναλογία 60% και
40% αντίστοιχα. Με το εγκριθέν νέο λειτουργικό σχήμα επέρχεται ουσιαστική
διαφοροποίηση καθώς θα δύναται να κατεργάζεται αργά πετρέλαια υψηλής
περιεκτικότητας σε θείο. Μάλιστα το βασικό σενάριο της Μ.Π.Ε. αναφέρεται
σε τύπους Urals και Ιranian Heavy σε αναλογία 50% και 50% αντίστοιχα.
Δηλαδή το διυλιστήριο αποκτά τη δυνατότητα να διυλίζει φθηνότερα και
υψηλής περιεκτικότητας σε θείο, δηλαδή χαμηλής ποιότητας και πιο
βρώμικα σε θείο, αργά πετρέλαια.
Είναι προδήλως φανερό ότι βασικός παράγοντας μεταβολής της ρύπανσης
αποτελεί η ποιότητα (περιεκτικότητα σε θείο) του αργού πετρελαίου που θα
διυλίζεται .
vi.

Πλέον σύνθετη και ρυπογόνος διαδικασία

Εκ των ως άνω, αλλά και από την περιγραφή της σχεδιαζόμενης δραστηριότητας στην Μ.Π.Ε. (σελ. 112 της Μ.Π.Ε..) και τα διαγράμματα ροής της
παραγωγικής διαδικασίας (τα οποία περιλαμβάνονται στον Τόμο ΙΙ της Μ.Π.Ε.,
57

Παραρτήματα 2 και 3) προκύπτει ότι θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές, στον
τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται να λειτουργούν οι εγκαταστάσεις. Η
επεξεργασία των πρώτων υλών (τόσο του αργού πετρελαίου, όσο και των νέων
πρώτων υλών, όπως αναφέρονται ανωτέρω) θα μεταβληθεί κατά θεαματικό
τρόπο ώστε να διαφοροποιηθούν οι ποσότητες και η αναλογία των
προϊόντων, τα οποία παράγονται και σήμερα, αλλά και κατά τρόπον ώστε να
παράγονται νέα προϊόντα.
Καταρχήν, κατά δήλωση της ίδιας της αντιδίκου εταιρείας, ο δείκτης Nelson
που μετράει την συνθετότητα ενός διυλιστηρίου θα μεταβληθεί από 1,5 για το
υφιστάμενο σχήμα σε 7,2 για το νέο σχήμα (βλ. Ετήσιο Δελτίο Εταιρικής
Χρήσης έτους 2006 προς το Χρηματιστήριο (σελ. 20) « Βρίσκεται σε εξέλιξη
μελέτη επέκτασης / κατασκευής νέων μονάδων με τις οποίες αυξάνει ο βαθμός
πολυπλοκότητας του διυλιστηρίου και βελτιώνεται η κερδοφορία του Ομίλου
με παραγωγή προϊόντων μεγαλύτερης αξίας»). Δηλαδή το διυλιστήριο από
απλό θα μεταβληθεί σε εξαιρετικά σύνθετο με αύξηση της συνθετότητας του
κατά 4,8 φορές. Όπως προκύπτει από την Μ.Π.Ε. (σελ. 107 αλλά και 244) στο
σχεδιαζόμενο νέο λειτουργικό σχήμα του διυλιστηρίου δεν θα παράγεται
μαζούτ ενώ αντ’ αυτού θα παράγονται «λευκά» προϊόντα. Θα παράγονται
συγκεκριμένα νέα προϊόντα, όπως : diesel ναυτιλίας, υπόλειμμα VGO, βαριά
νάφθα, κωκ κλίνης, σκόνη κωκ και υγρή σκόνη κωκ. Ωστόσο, η παραγωγή
«λευκών» υγρών καυσίμων και πρώτων υλών για παραγωγή βενζινών απαιτεί
μία πιο σύνθετη και πιο ρυπογόνο παραγωγική διαδικασία, από την έως σήμερα
υφισταμένη, αφού κατά την απόσταξη του πετρελαίου όσο πιο «λευκά» «ευγενή» προϊόντα παράγονται, τόσο πιο ρυπογόνος είναι η διαδικασία
διυλίσεως.

vii.

Μεταβολές στα παραγόμενα προϊόντα.

Η δραστηριότητα θα μεταβληθεί και ως προς τα παραγόμενα προϊόντα.
Καταρχήν σχεδιάζεται η παραγωγή και νέων προϊόντων, όπως diesel ναυτιλίας,
υπόλειμμα VGO, βαριά νάφθα, κωκ κλίνης, σκόνη κωκ και υγρή σκόνη κωκ,
τα οποία έως τώρα δεν παράγονται στο διυλιστήριο (σελ. 107 Μ.Π.Ε.) Στο νέο
λειτουργικό σχήμα δεν θα παράγεται μαζούτ και diesel θέρμανσης, ενώ θα
παράγονται διάφοροι τύποι diesel κίνησης και νάφθα. Γεγονός παραμένει ότι
θα υπάρξει πλήρης ανατροπή της αναλογίας στα ήδη παραγόμενα προϊόντα.

58

Συγκεκριμένα σύμφωνα με την Μ.Π.Ε. (σελ. 107) αλλά και το παράρτημα 2
της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (σελ. 65) ενώ δεν θα παράγονται υγραέρια
και μαζούτ και diesel θέρμανσης, οι ποσότητες των υπολοίπων ήδη
παραγόμενων προϊόντων μεταβάλλονται ως εξής : προπάνιο - αύξηση 288%,
νάφθα - αύξηση 37% καύσιμο αεριωθουμένων – μείωση 24%, diesel κίνησης –
αύξηση 182,1%, στερεό θείο – αύξηση 1522 % ενώ επιπλέον θα παράγονται
165.000 τόνοι diesel Nαυτιλίας, 36.000 τόνοι Υπόλειμμα VGO, 82.000 τόνοι
Βαρειάς Νάφθας προς ΒΕΑ, 8.395 τόνοι κώκ κλίνης, 5.950 τόνοι σκόνη κωκ
και 3.577 τόνοι υγρή σκόνη κωκ.
Τέλος, θα παράγονται ενδιάμεσα προϊόντα, τα οποία θα χρησιμοποιούνται
περαιτέρω για την παραγωγή των τελικών προϊόντων.
viii. Κατανάλωση ισχύος και ενέργειας
Η κατανάλωση ισχύος στο υφιστάμενο σχήμα είναι 9 MW ενώ σύμφωνα με τα
στοιχεία της υποβληθείσας Μ.Π.Ε στο εγκριθέν με την προσβαλλόμενη
απόφαση μελλοντικό σχήμα θα εκτιναχθεί σε 61,75 ΜW ( πίνακας σελ. 171
της Μ.Π.Ε). Δηλαδή, θα αυξηθεί κατά 586% ή αλλιώς η κατανάλωση ισχύος
θα γίνει 6,9 φορές περισσότερη. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η
εγκατεστημένη ισχύς 6-πλασιάζεται, και η θερμική ισχύς υπερ-5-πλασιάζεται.
ix.

Αύξηση της κινητήριας δύναμης

Η αύξηση της συνολικής κινητήριας δύναμης των εγκαταστάσεων προκύπτει
σαφώς από την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων.
(σελ. 5). Η εγκατεστημένη ισχύς ηλεκτροκίνησης είναι σήμερα είναι 28.108
ΗΡ, ενώ στο νέο λειτουργικό σχήμα η εγκατεστημένη ισχύς σχεδιάζεται να
είναι 144.943 ΗΡ. Πρόκειται, δηλαδή, για μία αύξηση της τάξεως του 418%,
δηλαδή σχεδόν 5 - πλασιάζεται.
Σημειώνεται ότι στη Μ.Π.Ε. δεν αναφέρονται στοιχεία τόσο για την
υφιστάμενη όσο και για την μελλοντική εγκατεστημένη ισχύ. Επίσης δεν είναι
δυνατόν να εκτιμηθεί η αύξηση της κινητήριας δυνάμεως ανά μονάδα, αφού
στην Μ.Π.Ε. δεν παρέχονται τα στοιχεία αυτά.
x.

Αύξηση ιδιοκατανάλωσης καυσίμων

Στις εγκαταστάσεις σήμερα καταναλώνονται 10.416 κιλά μαζούτ ανά ώρα και
8.611 κιλά αέριο καύσιμο ανά ώρα ενώ στο νέο λειτουργικό σχήμα θα

59

καταναλώνονται 6.640 κιλά μαζούτ ανά ώρα και 201.520 κιλά αέριο καύσιμο
ανά ώρα (Πίνακας 5.3.3.3 σελ. 111 της Μ.Π.Ε). Σχεδιάζεται, δηλαδή, κάθε ώρα
να καταναλώνονται από το διυλιστήριο 3.776 κιλά λιγότερο μαζούτ (μείωση
κατά 36%) και 201.520 κιλά περισσότερο αέριο καύσιμο (αύξηση κατά
2.240%). Η δε συνολική ιδιοκατανάλωση καυσίμων αυξάνεται από 19.027 κιλά
ανά ώρα σε 208.160 κιλά ανά ώρα (αύξηση κατά 994%) ή αλλιώς αυξάνεται η
ιδιοκατανάλωση καυσίμων κατά 10,9 φορές.
Επίσης, στις υφιστάμενες μονάδες που διατηρούνται και στο νέο λειτουργικό
σχήμα η ιδιοκατανάλωση καυσίμων θα αυξηθεί κατά 203,4%, δηλαδή θα
τριπλασιαστεί.
xi.

Αύξηση των αέριων αποβλήτων της δραστηριότητας

Όπως προκύπτει από τον Πίνακα 2 (σελ. 27) του Παραρτήματος του
Κεφαλαίου 6 της Μ.Π.Ε. (ο οποίος αφορά την υφιστάμενη κατάσταση) τα
συνολικώς παραγόμενα αέρια απόβλητα των εγκαταστάσεων ανέρχονται σε
174.298 κυβικά μέτρα (σε κανονικές συνθήκες) ανά ώρα (ο αριθμός αυτός
προκύπτει από την άθροιση των δεδομένων της ένατης στήλης του εν λόγω
Πίνακα και με αναγωγή της μονάδας μέτρησης από m3 ανά sec σε m3 ανά
ώρα). Σύμφωνα με τον Πίνακα 3 του Παραρτήματος του Κεφαλαίου 6 της
Μ.Π.Ε. (σελ. 29, για το μελλοντικό σχήμα) ο συνολικός όγκος των αερίων
αποβλήτων του νέου λειτουργικού σχήματος θα ανέρχεται σε 1.543.741 κυβικά
μέτρα (σε κανονικές συνθήκες) ανά ώρα (ο αριθμός αυτός προκύπτει από την
άθροιση των δεδομένων της τέταρτης στήλης του Πίνακα 5.3.6.3 σελ. 177 και
178 της Μ.Π.Ε. και με αναγωγή της μονάδας μέτρησης από από m3 ανά sec σε
m3 ανά ώρα).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω στοιχεία το διυλιστήριο, όταν θα λειτουργεί κατά το
σχεδιαζόμενο νέο λειτουργικό σχήμα, θα εκπέμπει στην περιοχή 1.543.741
κυβικά μέτρα αέρια απόβλητα ανά ώρα δηλαδή 8,86 φορές περισσότερα αέρια
απόβλητα από όσα εκπέμπει. Επίσης, όπως προκύπτει από την σύγκριση των
στοιχείων των ανωτέρω πινάκων (2 και 3 της Μ.Π.Ε. , σελ. 27,28,29) από τις
υφιστάμενες μονάδες που διατηρούνται και στο νέο λειτουργικό σχήμα ο όγκος
των εκπεμπόμενων αερίων αποβλήτων θα αυξηθεί κατά 61% .
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι στο νέο λειτουργικό σχήμα
σύμφωνα με τη Μ.Π.Ε. θα εγκατασταθεί νέο σύστημα πυρσών επιπλέον του
υπάρχοντος συστήματος (σελ. 154 και 155 της Μ.Π.Ε). Συνολικά θα
προστεθούν 6 νέες καμινάδες ύψους 60 μέτρων και 2 νέοι πυρσοί ύψους 130
μέτρων (πίνακας 5.3.6.2 σελ.175,176, στήλη 7), γεγονός που αποδεικνύει την
60

αύξηση των αερίων αποβλήτων του διυλιστηρίου και των απαερίων των
εγκαταστάσεων.
Από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων - που παρατίθενται ενδεικτικά και
επιγραμματικά - προκύπτει ότι η εγκατάσταση νέων μονάδων και δραστηριοτήτων, η εισαγωγή και νέων επιπλέον πρώτων υλών, η αύξηση της συνολικής
κινητήριας δύναμης, η ουσιαστική μεταβολή της παραγωγικής διαδικασίας, η
εγκατάσταση νέων μονάδων και δραστηριοτήτων, η παραγωγή νέων προϊόντων
αποτελούν τις παραμέτρους εκείνες που συνθέτουν στην πραγματικότητα ένα
εντελώς νέο, διαφορετικό και πιο σύνθετο, από τον νυν υφιστάμενο δομικό
και λειτουργικό σχήμα για το επίδικο διυλιστήριο, για το οποίο, ως νέο στην
πραγματικότητα έργο, θα έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία της Π.Π.Ε.Α. προ της
έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Ως
εκ τούτου, η παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στην Π.Π.Ε.Α. κρίνεται
παράνομη, καθώς παραβιάζει άρθρο 4 παρ. 6α΄ του ν. 1650/1986, καθιστώντας
και εξ αυτού του λόγου παράνομη και γι’ αυτό ακυρωτέα την προσβαλλόμενη
απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων των δραστηριοτήτων «εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης» του επίδικου διυλιστηρίου.
β. Στην επίδικη περίπτωση για τον προωθούμενο «εκσυγχρονισμόαναβάθμιση» του υφιστάμενου διυλιστηρίου προβλέπεται μεταξύ άλλων και η
επέκταση του με την ίδρυση νέων μονάδων όπου, όπως άλλωστε και στο
υφιστάμενο σχήμα, θα λάβει χώρα παραγωγή, χρησιμοποίηση, χειρισμός ή
αποθήκευση επικινδύνων ουσιών δυνάμενων, κατά τους ορισμούς της
ευρωπαϊκής και ελληνικής νομοθεσίας να προκαλέσουν ατυχήματα μεγάλης
έκτασης (Οδηγία 2003/105/ΕΚ, με την οποία τροποποιήθηκε η Οδηγία
96/82/ΕΚ και υπ’ αριθ. 12044/613/2007 Υ.Α. (ΦΕΚ Β’ 376/19.3.2007).
Ειδικότερα, το προωθούμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση επενδυτικό σχέδιο καταρχήν αφορά την ίδρυση συνολικά 21 νέων μονάδων και δραστηριοτήτων (εκ των οποίων οι 6 παραγωγικές), οι οποίες θα καταλάβουν έκταση
περίπου 140 στρεμ. Πρόκειται για το τμήμα της εδαφικής έκτασης που μεσολαβεί μεταξύ του Διυλιστηρίου και του Πυριτιδοποιείου – Καλυκοποιείου (τέως
ΠΥΡΚΑΛ και νυν ΕΑΣ) και βρίσκεται ακριβώς μεταξύ των δύο
εγκαταστάσεων, γι’ αυτό άλλωστε και μέχρι σήμερα ήταν παντελώς κενό από
μονάδες και εγκαταστάσεις (Στον χώρο αυτό από το 1970 έως το 1987
λειτουργούσε η δικαιοπάροχος της αντιδίκου «ΥΑΛΟΥΡΓΕΙΑ OWENS» σε
ικανή απόσταση ασφαλείας τουλάχιστον 200 μ από το όριο της τέως
ΠΥΡΚΑΛ. Από το 1990 έως σήμερα ο χώρος χρησιμοποιείτο από την
ΠΕΤΡΟΛΑ για μη παραγωγικές δραστηριότητες μέχρι που πρόσφατα
κατεδαφίστηκαν όλα τα κτίρια για να εγκατασταθούν οι νέες μονάδες). Με τη
61

σχεδιαζόμενη επέκταση του επίδικου διυλιστηρίου, οι νέες μονάδες
προσεγγίζουν σε ελάχιστη απόσταση όχι απλά τα όρια του γηπέδου του
εργοστασίου κατασκευής πυρομαχικών της ΕΑΣ, μονάδα που και αυτή
εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προαναφερόμενης νομοθεσίας (Οδηγία
2003/105/ΕΚ και υπ’ αριθ. 12044/613/2007 Υ.Α), αλλά και τις ίδιες τις
εγκαταστάσεις του ως εν λόγω εργοστασίου. Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί ότι η
κεντρική αποθήκη των πυρομαχικών (Νο 74) της ΕΑΣ (πρώην ΠΥΡΚΑΛ)
βρίσκεται σε απόσταση 65 περίπου μέτρων από τα όρια του γηπέδου της αντιδίκου εταιρίας.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι οι ως άνω
μονάδες αποτελούν απλώς μονάδες εκσυγχρονισμού και επέκτασης του υφιστάμενου σχήματος του επιδίκου διυλιστηρίου (και όχι νέες μονάδες για τις οποίες εξ ορισμού απαιτείται κατά νόμο Π.Π.Ε.Α, όπως καταδείχθηκε ανωτέρω),
η ίδρυση και η λειτουργία τους στην ως άνω τελικώς επιλεγείσα έκταση θα επιφέρει ουσιαστικότατες διαφοροποιήσεις ως προς τις επιπτώσεις του εγκριθέντος έργου στο περιβάλλον, φυσικό και ανθρωπογενές, αφού θα αυξηθεί
δραματικά –σε σχέση με το νυν λειτουργούν σχήμα - ο κίνδυνος πρόκλησης
ατυχήματος μεγάλης έκτασης καταρχήν λόγω της άμεσης χωρικής τους
συσχέτισης με άλλη κατά νόμο επικίνδυνη εγκατάσταση.
Η άμεση χωρική γειτνίαση των σχεδιαζόμενων εγκαταστάσεων επέκτασης του
υφιστάμενου διυλιστηρίου με το γήπεδο αλλά και τις ίδιες τις εγκαταστάσεις
του εργοστασίου κατασκευής πυρομαχικών της ΕΑΣ, και μάλιστα η ίδρυση των
επίδικων νέων μονάδων στην προβλεπόμενη ως ζώνη ασφαλείας μεταξύ των
δύο αυτών κατά νόμο επικίνδυνων δραστηριοτήτων, αυξάνει χωρίς αμφιβολία
το βαθμό επικινδυνότητας του εγκριθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση
έργου για την πρόκληση μεγάλου ατυχήματος σχετιζόμενου με επικίνδυνες
ουσίες. Ωστόσο, η έκταση και η σοβαρότητα του ατυχήματος από την
πραγμάτωση του ανωτέρω κινδύνου προκύπτει αδιαμφισβήτητα μεγαλύτερη αν
ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι διαμέσου των εγκαταστάσεων του επίδικου
διυλιστηρίου διέρχεται η Παλαιά Εθνική Οδός Αθηνών – Κορίνθου ενώ σχεδόν
σε επαφή με το βόρειο μέρος του διυλιστηρίου διέρχεται η Νέα Εθνική Οδός.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας, μέσα από το
οικόπεδό της και δίπλα από τις δεξαμενές αποθηκεύσεως και παραγωγικές
μονάδες διέρχεται σιδηροδρομική γραμμή προς Πελοπόννησο, η οποία χρησιμοποιείται για εμπορικές αμαξοστοιχίες ενώ κατά ρητή πρόβλεψη του Γ.Π.Σ.
Ελευσίνας προβλέπεται σε αυτήν προαστιακός σιδηρόδρομος! Το
διυλιστήριο ΕΛΠΕ ΒΕΕ συνδέεται με σωληναγωγούς με τις εγκαταστάσεις των
ΕΛΠΕ στην Πάχη Μεγάρων και με τις εγκαταστάσεις του διυλιστηρίου του
62

Ασπροπύργου ΕΛΠΕ ΒΕΑ. Πρόκειται για δύο αγωγούς που διέρχονται μέσα
από τις εγκαταστάσεις του διυλιστηρίου βόρεια της Παλαιάς Εθνικής Οδού
Αθηνών – Κορίνθου και νότια της σιδηροδρομικής γραμμής. Ομοίως από τις
εγκαταστάσεις του επίδικου διυλιστηρίου διέρχεται και ο αγωγός φυσικού
αερίου που ξεκινά από την νήσο Ρεβυθούσα και καταλήγει στις εγκαταστάσεις
φυσικού αερίου της ΔΕΠΑ στο Πάτημα Ελευσίνος. Επιπλέον, σε πολύ μικρή
απόσταση προς ΝΔ του γηπέδου του επίδικου διυλιστηρίου βρίσκονται τα
Ναυπηγεία Ελευσίνας και προς βορράν το στρατιωτικό αεροδρόμιο της
Ελευσίνας. Εννοείται φυσικά ότι τα ανωτέρω χωροταξικά δεδομένα αυξάνουν
τον βαθμό επικινδυνότητας των εγκριθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση
δραστηριοτήτων (η οποία άλλωστε επικινδυνότητα είναι δεδομένη τόσο από
την φύση, όσο και από την παραγωγική δραστηριότητα της κάθε μίας μονάδας
χωριστά, αλλά και όλων μαζί ως συνόλου) ακόμα και μεμονωμένα
θεωρούμενων, ανεξάρτητα δηλαδή από τη χωρική συσχέτισή τους με την
παρακείμενη μονάδα της ΕΑΣ (πρώην ΠΥΡΚΑΛ).
Επιπλέον, εκτός από την άμεση γειτνίαση των σχεδιαζόμενων δραστηριοτήτων
επέκτασης του επίδικου διυλιστηρίου με τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου
κατασκευής πυρομαχικών της ΕΑΣ (πρώην ΠΥΡΚΑΛ), τον κίνδυνο πρόκλησης μεγάλου ατυχήματος αυξάνει δραματικά το γεγονός ότι το γήπεδο της
επέκτασης απέχει απόσταση 1440 μ από το όριο του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Ελευσίνας, 1440μ από το όριο του εγκεκριμένου ρυμοτομικού
σχεδίου Μάνδρας (οικισμός Εργατικών Κατοικιών), 1250 μ από το Δημοτικό
Στάδιο Ελευσίνας, 1530 μ από τον οικισμό Μακρυάς Άμμου του Δήμου Μάνδρας και 1270 μ. από τις Δημόσιες Σχολές ΟΑΕΔ του Δήμου Μάνδρας.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων καθίσταται σαφής η διαφοροποίηση των
εγκριθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση δραστηριοτήτων «εκσυγχρονισμού-αναβάθμισης» ως προς τις επιπτώσεις τους στο ανθρωπογενές αλλά
και στο φυσικό περιβάλλον, καθώς η επέκταση του υφιστάμενου διυλυστηρίου
με την ίδρυση και λειτουργία των νέων μονάδων στην επιλεγείσα θέση θα
αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο που απορρέει από το εγκριθέν έργο για
πρόκληση μεγάλου ατυχήματος σχετιζόμενου με επικίνδυνες ουσίες. Ως εκ
τούτου, κρίνεται επιβεβλημένη η προηγούμενη Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αξιολόγηση, προκειμένου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4
παρ. 6α (τελευταίο εδάφιο) να εκτιμηθεί η συνδρομή των παραγόντων που
προαναφέρθηκαν και που συμβάλλουν στην αύξηση του βαθμού
επικινδυνότητας των σχεδιαζόμενων δραστηριοτήτων και συνακόλουθα να
αξιολογηθεί –προς την κατεύθυνση της πρόληψης μεγάλων ατυχημάτων- η
δυνατότητα ή μη χωροθέτησής τους στην τελικώς επιλεγείσα έκταση.

63

Στο σημείο αυτό, προς επίρρωση των ανωτέρω, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε
ότι η αναγκαιότητα εκτίμησης στο πλαίσιο της Π.Π.Ε.Α. του κινδύνου πρόκλησης ατυχήματος μεγάλης έκτασης σχετιζόμενου με επικίνδυνες ουσίες
προκύπτει ρητά και από το άρθρο 12 της υπ’ αριθ. 12044/613/2007 Κ.Υ.Α.
(ΦΕΚ Β΄ 376/19.3.2007) για τον «Καθορισμό μέτρων και όρων για την αντιμετώπιση κινδύνων από ατυχήματα μεγάλης έκτασης σε εγκαταστάσεις ή μονάδες, λόγω της ύπαρξης επικίνδυνων ουσιών, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις
της οδηγίας 2003/105/ΕΚ "για τροποποίηση της οδηγίας 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες" του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2003». Σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη
«Οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για τον χωροταξικό,
περιβαλλοντικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, μεριμνούν ώστε οι στόχοι της
πρόληψης μεγάλων ατυχημάτων και του περιορισμού των συνεπειών τους
να λαμβάνονται υπόψη α) κατά τη κατάρτιση των σχεδίων χρήσεων γης μέσα
από τις κείμενες διαδικασίες σχεδιασμού του χώρου, και β) κατά τη
διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, σύμφωνα με τις κείμενες
διατάξεις. Για την υλοποίηση αυτών των στόχων ελέγχεται: α) η ίδρυση νέων
εγκαταστάσεων β) οι μετατροπές στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις που
αναφέρονται στο άρθρο 11… Ειδικότερα οι ως άνω αρμόδιες για το σχεδιασμό
του χώρου αρχές, λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να διατηρούνται
μακροπρόθεσμα οι κατάλληλες αποστάσεις μεταξύ των μονάδων που
καλύπτονται από τη παρούσα απόφαση και των ζωνών κατοικίας, των
κτιρίων και των ζωνών δημόσιας χρήσης, του κύριου οδικού δικτύου
μεταφορών, στο μέτρο του δυνατού, των χώρων αναψυχής και των ζωνών που
παρουσιάζουν ιδιαίτερο φυσικό ενδιαφέρον ή είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες και
στην περίπτωση υφιστάμενων μονάδων, την ανάγκη για συμπληρωματικά
τεχνικά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 5, ώστε να μην αυξάνονται οι κίνδυνοι για
το κοινό.»
Σε συνάφεια με την ανωτέρω διάταξη θα πρέπει να αναφερθεί ότι και το ίδιο το
σχέδιο του «Ειδικού Πλαισίου για τη Βιομηχανία» (Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, Μάρτιος
2008) ανάγει τον κίνδυνο πρόκλησης μεγάλου ατυχήματος σε αντικείμενο
αξιολόγησης και εκτίμησης κατά την Π.Π.Ε.Α. ορίζοντας (άρθρο 5 παρ. 5) ότι
για τις εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας
SEVESO II, όπως οι επίδικες, «μαζί με την Π.Π.Ε. πρέπει να συνυποβάλλεται
και προκαταρκτική μελέτη ασφαλείας, ούτως ώστε στην Π.Π.Ε.Α. να
λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός επικινδυνότητας της εγκατάστασης και η
συμβατότητα με τις χρήσεις γης.»

64

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προ της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης
έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, θα έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία της
Π.Π.Ε.Α. ώστε να διερευνηθεί από τη σκοπιά της πρόληψης ατυχήματος μεγάλης έκτασης η δυνατότητα χωροθέτησης των εγκαταστάσεων επέκτασης, ως δραστηριότητες «εκσυγχρονισμού-αναβάθμισης», στην τελικώς
επιλεγείσα θέση και σε αρνητική περίπτωση να αναζητηθεί και να επιλεγεί η
ασφαλέστερη –ως προς την πραγμάτωση του κινδύνου μεγάλου ατυχήματοςεναλλακτική λύση χωροθέτησής τους εντός της όλης ιδιοκτησίας της αντιδίκου
εταιρίας, που σημειωτέον καταλαμβάνει έκταση άνω των χιλίων εξακοσίων
περίπου στρεμμάτων.
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι την υποχρέωση για προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας Π.Π.Ε.Α., ώστε να εκτιμηθεί ο βαθμός της επικινδυνότητας των εγκριθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση δραστηριοτήτων, προς
την κατεύθυνση πρόληψης μεγάλου ατυχήματος, επεσήμανε και η ίδια η Διοίκηση. Πιο συγκεκριμένα, η Γενική Δ/νση Δημόσιας Υγείας του Υπουργείου
Υγείας, γνωμοδοτώντας για την Μελέτη Ασφάλειας τόσο των υφιστάμενων
εγκαταστάσεων με το υπ’ αριθ. ΔΥΓ2/149423/07/29.02.08 έγγραφό της, όσο
και των νέων επεκτάσεων με το υπ’ αριθ. ΔΥΓ2/88419/07/11.02.08 έγγραφό
της υπογράμμισε ότι «Πρωταρχικής σημασίας στάδιο για το περιορισμό των
επιπτώσεων στην δημόσια υγεία από ενδεχόμενο ατύχημα αποτελεί το
στάδιο της προμελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων.
Κατά το στάδιο αυτό πρέπει απαραίτητα να λαμβάνονται υπόψη πέραν των
χρήσεων γης (σύμφωνα με το άρθρο 12 της υπ’ αριθ. 12044/613/2007 Κ.Υ.Α.)
όλα τα σχετικά στοιχεία της μελέτης ασφαλείας που θα καθορίζουν βάσει των
σεναρίων ενδεχόμενου ατυχήματος, με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια, ζώνες
προστασίας οικισμών και χώρων συνάθροισης/εγκατάστασης κοινού».
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει σαφής η απορρέουσα από το
άρθρο 4 παρ. 6α του ν. 1650/1986 υποχρέωση της Διοίκησης για προηγούμενη
τήρηση της διαδικασίας Π.Π.Ε.Α. για τις εγκριθείσες με την προσβαλλόμενη
απόφαση δραστηριότητες επέκτασης. Και αυτό γιατί, όπως καταδείχθηκε
ανωτέρω, από την εγκατάσταση και λειτουργία τους θα προκύψουν
ουσιαστικές διαφοροποιήσεις ως προς τις επιπτώσεις του σήμερα υφιστάμενου
έργου στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της περιοχής, αφού
αναμένεται σημαντική αύξηση του κινδύνου πρόκλησης ατυχήματος μεγάλης
έκτασης σε σχέση με αυτόν που απορρέει από τις εγκαταστάσεις του νυν
λειτουργούντος σχήματος του διυλιστηρίου. Η παράλειψη της Διοίκησης να
προβεί σε Π.Π.Ε.Α, κατά την οποία θα ήταν δυνατή η αξιολόγηση με
χωροταξικά κριτήρια της δεδομένης επαύξησης του κινδύνου και η αναζήτηση
τυχόν ασφαλέστερων λύσεων χωροθέτησης των επίδικων εγκαταστάσεων

65

επέκτασης στην ιδιοκτησία της αντιδίκου της εταιρίας, καθιστά παράνομη την
προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και γι’ αυτό
ακυρωτέα.
Σε συνάφεια με τα ανωτέρω θα πρέπει να αξιολογηθεί και το γεγονός ότι η
ουσιαστική διαφοροποίηση των επιπτώσεων των εγκριθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση δραστηριοτήτων στο περιβάλλον, από την οποία απορρέει η
κατ’ άρθρο 4§6α του ν. 1650/1986 υποχρέωση για προηγούμενη Π.Π.Ε.Α., δεν
προκύπτει μόνο από την αναμενόμενη επαύξηση του κινδύνου πρόκλησης
μεγάλου ατυχήματος λόγω της εγκατάστασης και λειτουργίας τους στο
συγκεκριμένο χώρο επέκτασης. Σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα από το
χώρο εγκατάστασής τους, αναμένονται σημαντικότατες οι διαφοροποιήσεις
των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από αυτές καθεαυτές τις εγκριθείσες
δραστηριότητες «εκσυχρονισμού-αναβάθμισης» του επίδικου διυλυστηρίου.
Και αυτό γιατί, όπως καταδείχθηκε ανωτέρω (υπό Α α.), πρόκειται στην πραγματικότητα για εντελώς διαφορετικές από τις ήδη υφιστάμενες βιομηχανικές
δραστηριότητες, που - λόγω της φύσης, των διαστάσεων, της πολυπλοκότητας
και των λοιπών χαρακτηριστικών τους - συνθέτουν ένα πιο πολύπλοκο δομικό
και λειτουργικό μελλοντικό σχήμα, με προφανές αποτέλεσμα οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προκαλούνται από αυτό εκ των πραγμάτων να
διαφοροποιούνται ουσιωδώς από εκείνες του υφιστάμενου διυλιστηρίου (λ.χ. η
προαναφερθείσα ουσιώδη αύξηση των αέριων αποβλήτων).

Β. Ως προς την υποχρέωση για Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση
και Αξιολόγηση.
α. Η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων εκδόθηκε
χωρίς την προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας της Π.Π.Ε.Α. ερειδόμενη επί
μη νόμιμης αιτιολογίας, και ως εκ τούτου κρίνεται παράνομη και ακυρωτέα.
Ειδικότερα, στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης (στ. 24) αναφέρεται
ρητά ότι «το υπό αξιολόγηση έργο θα υλοποιηθεί εντός του γηπέδου της εταιρίας στην Ελευσίνα, περιοχή για την οποία προβλέπονται χρήσεις οχλούσας
Βιομηχανίας-Βιοτεχνίας (ΒΙ.ΠΕ), όπως προσδιορίζονται από το άρθρο 6
του από 23.02.1987 Π.Δ/τος (ΦΕΚ 166/Δ/1987), μετά την έγκριση της τροποποίησης του Γ.Π.Σ. του Δ. Ελευσίνας (Υ.Α. 21727/2005) και κατά συνέπεια
σύμφωνα με το εδάφιο 6 στ. του άρθρου 2 του ν. 3010/2002 δεν απαιτείται η
τήρηση της διαδικασίας Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης
και Αξιολόγησης, υπό την προϋπόθεση τήρησης των διατάξεων του ν.
3325/2005». Το αυτό επαναλαμβάνεται και στα υπ’ αριθ. 116911/18.05.2006,
66

142225/01.06.2007, 144001/13.07.2007 και 14487/28.08.2007 έγγραφα της
Δ/νσης ΕΑΡΘ, όπως άλλωστε και στο υπ’ αριθ. υπ’ αριθ. 35170/16.10.2007 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
Στην επίδικη περίπτωση, με την υπ’ αριθ. 21727/25.05.2005 Υ.Α. για την τροποποίηση του Γ.Π.Σ. του Δήμου Ελευσίνας (ΦΕΚ 627/Δ΄/2005) αποφασίστηκε
«1. Α. Η επέκταση των ορίων του γενικού πολεοδομικού σχεδίου για την
ένταξη εντός αυτών περιοχών προς πολεοδόμηση α)…β)…γ)…δ) Των περιοχών που βρίσκονται οι εγκαταστάσεις ΠΕΤΡΟΛΑ, ΕΛΑΝΗ, ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ και ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ για την ένταξη εντός αυτών ζώνης Βιομηχανίας-Βιοτεχνίας (ΒΙ.ΠΕ) με μέσο συντελεστή δόμησης 1,2. ε)…Β. Την
τροποποίηση των χρήσεων γης και των καθορισμό νέων στις πολεοδομημένες
και στις προς πολεοδόμηση περιοχές όπως φαίνεται στο χάρτη Π.1 και ειδικότερα ……- τον καθορισμό χρήσεων οχλούσας βιομηχανίας – βιοτεχνίας
(ΒΙ.ΠΕ.) όπως προσδιορίζεται από το άρθρο 6 του παραπάνω π.δ/τος στις
περιοχές όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις ΠΕΤΡΟΛΑ, ΕΛΑΝΗ, ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ και ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ.»
Το ως άνω από 23.2.1987 π.δ/γμα περί κατηγοριών και περιεχομένου χρήσεων
γης, καθορίζει στο άρθρο 1 τις κατηγορίες χρήσεων γης στις περιοχές των
γενικών πολεοδομικών σχεδίων, αφενός σύμφωνα με τη γενική πολεοδομική
τους λειτουργία (παρ. Α: αμιγής κατοικία, γενική κατοικία, πολεοδομικά κέντρα, οχλούσα βιομηχανία-βιοτεχνία κ.λπ.), αφ’ ετέρου σύμφωνα με την ειδική
πολεοδομική τους λειτουργία (παρ. Β: κατοικία, ξενώνες, εμπορικά καταστήματα, γραφεία, βιομηχανικές εγκαταστάσεις κ.λπ.). Στα επόμενα άρθρα καθορίζεται το περιεχόμενο των γενικών κατηγοριών χρήσεων με την περιοριστική απαρίθμηση των χρήσεων γης κατά την ειδική πολεοδομική τους
λειτουργία, που επιτρέπεται να αποτελέσουν περιεχόμενο των γενικών
κατηγοριών. Με τις διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες ενόψει και της συνταγματικής επιταγής για ορθολογικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό,
καθιερώνεται το σύστημα της τυποποίησης των κατηγοριών χρήσεων γης.
Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, κατά τον πολεοδομικό σχεδιασμό δεν επιτρέπεται ανάμειξη χρήσεων γης κατά τρόπο ώστε να νοθεύονται οι κατηγορίες που
θεσπίζονται με το παραπάνω προεδρικό διάταγμα, αλλά η Διοίκηση οφείλει να
επιλέγει για κάθε περιοχή μία (γενική) κατηγορία χρήσεων με το
περιεχόμενο, το οποίο ορίζεται στις διατάξεις του διατάγματος αυτού, και
με τη δυνατότητα να αποκλείει ορισμένες από τις επιτρεπόμενες χρήσεις,
εφόσον δεν παραβλάπτεται η «πολεοδομική λειτουργία» της οικείας
κατηγορίας (Σ.τ.Ε. 384/2002, 3756/2000, 3720/2005).

67

Εν προκειμένω, σύμφωνα με το ισχύον Γ.Π.Σ., για την ένδικη περιοχή
καθορίστηκε η γενική πολεοδομική λειτουργία του άρθρου 6 του από
23.02.1987 Π.Δ/τος, δηλ. η γενική κατηγορία χρήσεων γης της οχλούσας
βιομηχανίας – βιοτεχνίας, όπερ σημαίνει ότι, κατά το προβλεπόμενο από τις
διατάξεις του ως άνω Π.Δ/τος σύστημα τυποποίησης χρήσεων γης, εντός αυτής
είναι δυνατή η χωροθέτηση αποκλειστικά και μόνο των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 6 ειδικών χρήσεων γης. Η πρόβλεψη του Γ.Π.Σ. για
την εν λόγω περιοχή ως περιοχή οχλούσας βιομηχανίας – βιοτεχνίας σε καμία
περίπτωση δε σημαίνει χωροθέτηση συγκεκριμένης δραστηριότητας αλλά
αποτελεί την γενική πρόταση του για την πολεοδομική της οργάνωση με τον
καθορισμό της γενικής πολεοδομικής της λειτουργίας. Την πρόταση αυτή θα
εξειδικεύσει και θα υλοποιήσει το δεύτερο επίπεδο πολεοδομικού σχεδιασμού,
η πολεοδομική μελέτη, καθορίζοντας για την ένδικη περιοχή κάποιες από τις
ειδικές χρήσεις του άρθρου 6 και ενδεχομένως αποκλείοντας ορισμένες άλλες,
εφόσον όμως δεν παραβλάπτεται η «πολεοδομική λειτουργία» της οικείας
κατηγορίας (άρθρο 11 του από 23.02.1987 Π.Δ/τος, ΣτΕ 384/2002, 3756/2000,
3720/2005).
Συνεπώς, ο από το Γ.Π.Σ. καθορισμός της γενικής πολεοδομικής λειτουργίας
μιας περιοχής ως οχλούσας βιομηχανίας – βιοτεχνίας δεν σημαίνει τη
χωροθέτηση συγκεκριμένης δραστηριότητας, διότι κάτι τέτοιο θα απέκλειε
κατά τρόπο αξιωματικό και εντελώς αδικαιολόγητα τη χωροθέτηση στην εν
λόγω περιοχή όλων ανεξαιρέτως των υπόλοιπων ειδικών χρήσεων που
απαριθμούνται στο άρθρο 6 –πλην των «βιομηχανικών εγκαταστάσεων»ταυτίζοντας σε επίπεδο Γ.Π.Σ. τη γενική πολεοδομική λειτουργία (οχλούσα
βιοτεχνία-βιομηχανία) με την ειδική (υπο 6§ 1. Βιομηχανικές εγκαταστάσεις).
Ωστόσο, μια τέτοια παραδοχή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθώς αντιβαίνει
στον συνταγματικά κατοχυρωμένο χαρακτήρα του Γ.Π.Σ. που ως το υπερκείμενο επίπεδο πολεοδομικού σχεδιασμού αποτελεί τη γενική πρόταση πολεοδομικής οργανώσεως είτε ήδη πολεοδομημένων είτε προς πολεοδόμηση
περιοχών, η οποία διατυπώνεται ύστερα από αξιολόγηση των οικιστικών
αναγκών και των προβλεπόμενων επιπτώσεων της πολεοδομικής ρυθμίσεως
στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον και στους γενικότερους αναπτυξιακούς
στόχους, και περιέχει γενικούς ορισμούς και κατευθύνσεις που συνιστούν
στρατηγικό σχεδιασμό με μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις και ρυθμίσεις
(Σ.τ.Ε. 384/2002). Υπό το πρίσμα αυτό, στην επίδικη περίπτωση, ο από το
Γ.Π.Σ. καθορισμός της γενικής πολεοδομικής λειτουργίας της εν λόγω περιοχής
ως οχλούσας βιομηχανίας – βιοτεχνίας συνιστά την κατευθυντήρια, γενική
πρόταση του Γ.Π.Σ. για την πολεοδομική της οργάνωση. Την πρόταση αυτή
καλείται να εξειδικεύσει η πολεοδομική μελέτη, η οποία, με ειδικά πολεοδομικά κριτήρια και προς την ορθολογική εξυπηρέτηση της πολεοδομικής
λειτουργίας της οικείας κατηγορίας, δύναται να προσδιορίσει για την περιοχή
68

αυτή τις όποιες επιτρεπόμενες ειδικές χρήσεις του άρθρου 6 κατανέμοντας τες
στο χώρο και να αποκλείσει ορισμένες άλλες (άρθρο 11 του από 23.02.1987
Π.Δ/τος).
Η αντίθετη άποψη, ότι δηλ. το ως άνω ισχύον Γ.Π.Σ. επιτρέπει την απευθείας
χωροθέτηση ειδικής χρήσης («Βιομηχανικές εγκαταστάσεις») στην εν λόγω
περιοχή, χωρίς η βαρύτητά της να εκτιμηθεί με κριτήρια πολεοδομικής
επιστήμης στο επόμενο επίπεδο του πολεοδομικού σχεδιασμού (την πολεοδομική μελέτη), καθιστά παρεμπιπτόντως παράνομη και άκυρη την υπ’ αριθ.
21727/25.05.2005 Υ.Α. για την τροποποίηση του Γ.Π.Σ. του Δήμου Ελευσίνας
(ΦΕΚ 627/Δ’/2005).
Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορεί και το γεγονός ότι σύμφωνα με το ίδιο το
Γ.Π.Σ. (1Α), η ένδικη περιοχή εντάσσεται στα όρια του ως προς πολεοδόμηση
περιοχή (εντός της οποίας βρίσκονται οι εγκαταστάσεις ΠΕΤΡΟΛΑ, ΕΛΑΝΗ,
ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ και ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ) για την ένταξη εντός
αυτής ζώνης Βιομηχανίας-Βιοτεχνίας (ΒΙ.ΠΕ). Κατά τη διατύπωση δηλ. του
ίδιου του Γ.Π.Σ., η έκταση όπου πρόκειται να εγκατασταθούν και να
λειτουργήσουν οι εγκριθείσες με την προσβαλλομένη δραστηριότητες, ως
τμήμα της ευρύτερης ως άνω προς πολεοδόμηση περιοχής, δεν αποτελεί
θεσμοθετημένη βιομηχανική περιοχή με την έγκριση του Γ.Π.Σ., αφού θα
πρέπει να προηγηθεί η πολεοδόμηση της ευρύτερης περιοχής όπου αυτή
εντάσσεται με στόχο να ενταχθεί εντός αυτή ζώνη βιομηχανίας-βιοτεχνίας.
Εξάλλου, η βιομηχανική περιοχή που ενδεχομένως θα θεσμοθετηθεί με την
ολοκλήρωση της διαδικασίας πολεοδόμησης είναι δυνατό να μην καταλάβει
όλη την εν λόγω προς πολεοδόμηση περιοχή! Ας σημειωθεί ότι στο άρθρο 1Β
του ισχύοντος Γ.Π.Σ. του Δήμου Ελευσίνας, όπου καθορίζεται η γενική
πολεοδομική λειτουργία της επίδικης περιοχής, φαίνεται ότι αναγράφηκε εκ
παραδρομής η φράση «ΒΙ.ΠΕ», για να συνάδει πιθανότατα προς την πρόβλεψη
του άρθρου 1Α περί ένταξης σε αυτήν την προς πολεοδόμηση περιοχή ζώνης
Βιομηχανίας-Βιοτεχνίας (ΒΙ.ΠΕ). Σημειωτέον ότι, παρά τις αναφορές του
Γ.Π.Σ. σε ΒΙ.ΠΕ, και η ίδια η Διοίκηση αναγνωρίζει ότι η επίδικη δεν αποτελεί
θεσμοθετημένη βιομηχανική περιοχή, αφού διαφορετικά θα απάλλασσε τις
επίδικες δραστηριότητες από την υποχρέωση για άδεια εγκατάστασης, δυνάμει
του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 3325/2005!
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει με σαφήνεια ότι στην επίδικη
περιοχή εγκατάστασης και λειτουργίας των εγκριθεισών δραστηριοτήτων, από
το Γ.Π.Σ. του Δ. Ελευσίνας καθορίζονται οι χρήσεις της γενικής πολεοδομικής
λειτουργίας της οχλούσας βιομηχανίας-βιοτεχνίας και μέχρι την πολεοδόμησή
της επιτρέπονται όλες ανεξαιρέτως οι χρήσεις ειδικής πολεοδομικής
69

λειτουργίας που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του από 23.02.1987 Π.Δ/τος
(βιομηχανία, βιοτεχνία, επαγγελματικά εργαστήρια, εγκαταστάσεις εμπορικών
εκθέσεων κ.λπ.), τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων για την εκτός
σχεδίου δόμηση. Ως εκ τούτου, μέχρι τον ειδικό καθορισμό της ως τέτοια κατά
την πολεοδόμησή της, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί «θεσμοθετημένη
βιομηχανική περιοχή» υπό την έννοια της διατάξεως του εδαφίου στ' της παρ. 6
του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 και συνεπώς η ίδρυση και λειτουργία εντός
αυτής βιομηχανικών εγκαταστάσεων, όπως οι επίδικες, και δεν απαλλάσσεται
από την υποχρέωση για τήρηση της διαδικασίας Π.Π.Ε.Α.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων
ερείδεται επί εντελώς εσφαλμένης αιτιολογίας ως προς την απαλλαγή των
επίδικων δραστηριοτήτων από την υποχρέωση για Π.Π.Ε.Α., καθώς όπως
καταδείχθηκε, ο καθορισμός για την εν λόγω περιοχή των χρήσεων της γενικής
πολεοδομικής λειτουργίας «οχλούσας Βιομηχανίας-Βιοτεχνίας» σε καμία
περίπτωση δεν την καθιστά «θεσμοθετημένη βιομηχανική περιοχή» κατά τους
ορισμούς του άρθρου 4 παρ. 6 στ΄ του ν. 1650/1986. Ως εκ τούτου είναι
παράνομη και πρέπει να ακυρωθεί.
β. Προς επίρρωση όλων των ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμο να προστεθεί ότι κατά
τη νομολογία του Δικαστηρίου σας (Σ.τ.Ε. 2220/2007), η Π.Π.Ε.Α. δεν
απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις έργων που πρόκειται να εκτελεσθούν σε χώρο
ο οποίος έχει ειδικώς καθορισθεί με εγκεκριμένο χωροταξικό ή πολεοδομικό ή
ρυθμιστικό σχέδιο για την πραγματοποίηση του σχεδιαζόμενου έργου ή
συγκεκριμένης κατηγορίας έργων στην οποία ανήκει το σχεδιαζόμενο έργο.
Και αυτό γιατί μόνο στις περιπτώσεις αυτές με το ήδη εγκεκριμένο σχέδιο
εξυπηρετείται ο σκοπός στον οποίο αποβλέπει η Π.Π.Ε.Α. Αντιθέτως, είναι
υποχρεωτική για τη Διοίκηση η τήρηση της Π.Π.Ε.Α. όταν το έργο ανήκει σε
μία από τις κατηγορίες των γενικά επιτρεπομένων χρήσεων γης.
Στην επίδικη περίπτωση για το χώρο όπου θα εγκατασταθούν οι επίδικες
δραστηριότητες από το ισχύον Γ.Π.Σ. καθορίζεται η γενική πολεοδομική
λειτουργία της οχλούσας βιομηχανίας-βιοτεχνίας (άρθρο 6 του από
23.02.1987 Π.Δ/τος ), όπερ σημαίνει ότι βάσει του εγκεκριμένου και ισχύοντος
σχεδίου στον εν λόγω χώρο θα μπορούσε να ενταχθούν όλες οι χρήσεις
ειδικής πολεοδομικής λειτουργίας που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του από
23.02.1987 Π.Δ/τος (Βιομηχανικές εγκαταστάσεις, βιοτεχνικές εγκαταστάσεις,
επαγγελματικά εργαστήρια, πρατήρια βενζίνης, εγκαταστάσεις εμπορικών
εκθέσεων-εκθεσιακά κέντρα κ.λπ). Συνεπώς, ο χώρος όπου θα εγκατασταθούν
οι επίδικες βιομηχανικές δραστηριότητες δεν έχει καθοριστεί κατά τρόπο
ειδικό από το Γ.Π.Σ. ως χώρος για τη χωροθλέτηση και πραγματοποίηση
70

αποκλειστικά αυτών των ιδίων (των επίδικων) ή έστω για την
πραγματοποίηση εν γένει βιομηχανικών και μόνο δραστηριοτήτων.
Αντιθέτως, οι επίδικες δραστηριότητες αποτελούν μία (άρθρο 6 του από
23.02.1987 Π.Δ/τος, στ. 1΄) από τις γενικότερα επιτρεπόμενες χρήσεις γης
(άρθρο 6 του από 23.02.1987 Π.Δ/τος, στ. 1-17) από το εγκεκριμένο σχέδιο για
την περιοχή όπου πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Ως εκ τούτου δεν παρέλκει
για τις επίδικες δραστηριότητες η τήρηση της διαδικασίας της Π.Π.Ε.Α., αφού
μόνο μέσα από αυτήν θα καταστεί σαφές το μέγεθός τους στη συγκεκριμένη
θέση και θα είναι εντεύθεν δυνατή η εκτίμηση της επιβαρύνσεως που θα
επέλθει στο περιβάλλον από την ανέγερση και τη λειτουργία τους (Σ.τ.Ε.
668/2007).
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων είναι
παράνομη καθώς εκδόθηκε χωρίς την προηγούμενη τήρηση της προβλεπόμενης
από το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 1650/1986 διαδικασίας Π.Π.Ε.Α., ως έδει, και ως
εκ τούτου θα πρέπει να ακυρωθεί.

17. Ίδρυση νέας μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς την
τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας αδειοδότησής της
Με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις εγκρίνεται εντός του επίδικου διυλιστηρίου
η ίδρυση και λειτουργία μιας νέας και αυτοτελούς μονάδας παραγωγής
ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς την προηγούμενη τήρηση της προβλεπόμενης από
το νόμο διαδικασίας αδειοδότησής της.
Ειδικότερα, στο υφιστάμενο σχήμα του διυλιστηρίου υπάρχει ήδη και
λειτουργεί μονάδα παραγωγής ατμού η οποία σχεδιάζεται να καταργηθεί.
Ωστόσο, με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις εγκρίνεται η ίδρυση μιας εντελώς
νέας δραστηριότητας, που δεν ασκείτο έως τώρα στις εγκαταστάσεις του
επίδικου διυλιστηρίου, με την οποία σκοπείται η παραγωγή ατμού αλλά και η
παραγωγή ηλεκτρικής ενεργείας ισχύος 24 MW ώστε αυτή (η παραγόμενη
ενέργεια) να χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο προϊόν στην περαιτέρω
παραγωγική διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει με σαφήνεια από
την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (Πίνακας ΙΙ
σελ. 7) αλλά και την υποβληθείσα Μ.Π.Ε. (Πίνακας της σελίδας 171 της
Μ.Π.Ε. και σελ. 145 όπου εμφανίζεται ενσωματωμένη στην μονάδα παραγωγής
ατμού Νο 72), πρόκειται να εγκατασταθούν ως βοηθητικές μονάδες δύο (2)
71

ατμοστρόβιλοι για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας συνολικής ισχύος
24 ΜW στην μονάδα παραγωγής ατμού υψηλής πίεσης. Προκειμένου να
καταστούν σαφείς οι πραγματικές διαστάσεις της νέας αυτής δραστηριότητας
παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αξίζει να σημειωθεί ότι η επίδικη μονάδα θα
αρκούσε για την ηλεκτροδότηση ενός μεγάλου νησιού, δοθέντος ότι ο
Αυτόνομος Σταθμός Παραγωγής ρεύματος της Δ.Ε.Η. από τον οποίο
ηλεκτροδοτείται ολόκληρη η Λήμνος έχει παραγωγική ισχύ 22,1 MW, ήτοι
μικρότερη από αυτήν της ως άνω μονάδας.
Η σχεδιαζόμενη νέα μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας υπάγεται στα
έργα και τις δραστηριότητες της Α΄ Κατηγορίας του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.
3010/2002, όπως αυτό αντικατέστησε το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 1650/1986 «για
την προστασία του περιβάλλοντος». Ομοίως η εν λόγω δραστηριότητα, καθώς
αφορά στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με εγκατεστημένη ισχύ 24 ΜW
(από συμβατικά καύσιμα), κατατάσσεται στα έργα του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α.
15393/2332/2002, και πιο συγκεκριμένα στην 9η Ομάδα «Βιομηχανικές
Εγκαταστάσεις», είδος έργου «Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας», Κατηγορία
Πρώτη, Υποκατηγορία 2η. Σύμφωνα με τα ως άνω νομοθετήματα, για την
ίδρυση και λειτουργία της επίδικης δραστηριότητας θα έπρεπε να τηρηθεί
ειδικά η προβλεπόμενη διαδικασία της Π.Π.Ε.Α και συνακόλουθα η διαδικασία
για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων, καθώς πρόκειται για μια εντελώς νέα
και αυτοτελή μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, ουδέποτε
τηρήθηκε η ως άνω διαδικασία ειδικά για την εν λόγω μονάδα ηλεκτροπαραγωγής, παρά μόνο υπάρχουν ορισμένες γενικές αναφορές για αυτήν στην
προσβαλλόμενη έγκριση περιβαλλοντικών όρων και στην υποβληθείσα για
αυτήν Μ.Π.Ε.
Από την άλλη, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2773/1999 (ΦΕΚ 286/Α΄/1999)
«Απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας-Ρύθμιση θεμάτων ενεργειακής πολιτικής και λοιπές διατάξεις» «1. Η κατασκευή εγκαταστάσεων παραγωγής και η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας επιτρέπεται σε όσους έχει χορηγηθεί άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή έχουν νομίμως εξαιρεθεί
από την υποχρέωση αυτήν. 2. Η άδεια παραγωγής χορηγείται από τον
Υπουργό Ανάπτυξης, ύστερα από γνώμη της Ρ.Α.Ε. σύμφωνα με τους όρους
και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτόν και στον Κανονισμό
Αδειών…5. Η χορήγηση άδειας παραγωγής δεν απαλλάσσει τον κάτοχό της
από την υποχρέωση να λαμβάνει άλλες άδειες ή εγκρίσεις που προβλέπονται
από την ισχύουσα νομοθεσία, όπως οι άδειες εγκατάστασης και
λειτουργίας.»

72

Στην επίδικη περίπτωση, με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις εγκρίνεται η
ίδρυση μιας μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας 24 ΜW χωρίς ωστόσο
να έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από το νόμο ειδική διαδικασία για την
αδειοδότησή της. Ειδικότερα, ουδέποτε υπεβλήθη αίτημα από την αντίδικο
εταιρία για τη χορήγηση της νομικά αναγκαίας άδειας παραγωγής κατόπιν
γνωμοδότησης της Ρ.Α.Ε., παρόλο που η επίδικη δεν υπάγεται στις
δραστηριότητες που απαλλάσσονται από αυτήν την υποχρέωση κατά τους
ορισμούς του άρθρου 10 του ν. 2773/1999. Ως εκ τούτου, με τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις ιδρύεται μια μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας χωρίς την προηγούμενη χορήγηση της κατά νόμο απαιτούμενης
άδειας παραγωγής και κατά παράβαση του άρθρου 5 του ν. 2773/1999.
Συνακόλουθα, η επίδικη μονάδα ηλεκτροπαραγωγής πρόκειται να
εγκατασταθεί και να λειτουργήσει χωρίς προηγούμενη άδεια εγκατάστασης,
παρόλο που κατά την ισχύουσα νομοθεσία όφειλε να εφοδιαστεί με αυτήν
(άρθρο 3 του ν. 2244/1994). Προκειμένου μάλιστα να καταδειχθεί εντονότερος
ο παράνομος χαρακτήρας αυτής της παράλειψης οφείλουμε να αναφέρουμε ότι
στην προσβαλλόμενη άδεια εγκατάστασης του συνόλου των επίδικων
δραστηριοτήτων, ουδεμία ειδική μνεία γίνεται στην μονάδα ηλεκτροπαραγωγής!
Όπως προκύπτει κατά τρόπο σαφή από τα ανωτέρω, με τις προσβαλλόμενες
αποφάσεις προωθείται η ίδρυση και λειτουργία μιας μονάδας ηλεκτροπαραγωγής νέας και αυτοτελούς, χωρίς ωστόσο να έχει προηγουμένως τηρηθεί
ξεχωριστά για αυτήν η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, και το
κυριότερο, χωρίς αυτή να έχει εφοδιαστεί, ως όφειλε κατά νόμο, με την
απαιτούμενη για τις εν λόγω δραστηριότητες άδεια παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας. Ως εκ τούτου, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις με τις οποίες
εγκρίνεται μεταξύ άλλων η ίδρυση της εν λόγω μονάδας ηλεκτροπαραγωγής
κρίνονται παράνομες, καθώς εκδόθηκαν κατά παράβαση αφενός του άρθρου 4
του ν. 1650/1986 και αφετέρου του άρθρου 9 του ν. 2773/1999, και
συνακόλουθα θα πρέπει να ακυρωθούν.
18. Παραβίαση της υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α για τις ελάχιστες
αποστάσεις ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται από εργοστάσια και
αποθήκες εκρηκτικών υλών.
Το σύνολο των προσβαλλόμενων αποφάσεων, με τις οποίες εγκρίνεται η
εγκατάσταση και λειτουργία των νέων δραστηριοτήτων του μελλοντικού
σχήματος του διυλιστηρίου σε έκταση περ. 140 στρεμ. που βρίσκεται στα
ανατολικά όρια του γηπέδου της αντιδίκου εταιρίας και σε άμεση επαφή με το
γήπεδο του εργοστασίου κατασκευής πυρομαχικών της ΕΑΣ (τέως ΠΥΡΚΑΛ)
73

θα πρέπει να ακυρωθούν καθώς εκδόθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων της
υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α «Κανονισμοί για την παραγωγή, αποθήκευση
και διάθεση σε κατανάλωση εκρηκτικών υλών. (Φ.Ε.Κ. 132/Β΄/21.02. 1989)
για τις ελάχιστες αποστάσεις ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται μεταξύ
εργοστασίων εκρηκτικών και άλλων εργοστασίων, εγκαταστάσεων και θέσεων
όπου αναμένεται η παρουσία ανθρώπων.»
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 της προαναφερόμενης Κ.Υ.Α., «2. Τα
εργοστάσια και οι αποθήκες εκρηκτικών πρέπει να εγκαθίστανται μακριά από
κατοικημένες περιοχές, δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές, εργοστάσια και
άλλες εγκαταστάσεις και θέσεις στις οποίες αναμένεται να υπάρχουν
άνθρωποι και σε αποστάσεις ίσες ή μεγαλύτερες με τις παρακάτω:.
Απόσταση εργοστασίου εκρηκτικών από : α)…β)…γ)…δ)…ε) Αγροικίες,
εργαστήρια ή άλλες θέσεις που αναμένεται να υπάρχουν άνθρωποι
3 α στ)…Όπου α η μέγιστη υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό
απόσταση ασφαλείας μεταξύ δύο οποιωνδήποτε κτιρίων ή μεταξύ επικινδύνου
κτιρίου και περίφραξης.
Η απόσταση μετράται από την περίφραξη μέχρι τον πιθανό δέκτη (εθνική οδό,
αγροικία, κλπ.) και είναι μικρότερη δυνατή απ` ευθείας μετρούμενη απόσταση,
μέχρι τα εξωτερικά όρια του δέκτη.»
Να σημειωθεί ότι το α δεν είναι πραγματική απόσταση αλλά είναι η απόσταση
που υπολογίζεται στη βάση του οριζόμενου στον ως άνω Κανονισμό
μαθηματικού τύπου, η οποία προκύπτει αφού εισαχθεί σε αυτόν τον τύπο η πιο
μεγάλη από τις δύο κατηγορίες αποστάσεων (μεταξύ δύο οποιωνδήποτε
κτιρίων/μεταξύ επικινδύνου κτιρίου και περίφραξης).
Κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, στην επίδικη περίπτωση η ελάχιστη
υπολογιζόμενη απόσταση ασφαλείας μεταξύ των εγκαταστάσεων του
εργοστασίου της ΕΑΣ και των εγκριθέντων με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις
εγκαταστάσεων επέκτασης του επίδικου διυλιστηρίου ορίζεται η 3α, η
απόσταση δηλ. από εργαστήρια και χώρους όπου αναμένεται η παρουσία
ανθρώπων (άρθρο 2, περ. ε΄ της υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α.). Σημειωτέον
ότι οι αποστάσεις ασφαλείας που ορίζονται από τον ως άνω Κανονισμό έχουν,
κατά την κοινή λογική αλλά και τη νομολογία, αμφίδρομη ισχύ και πρέπει να
δεσμεύουν όλες τις όμορες δραστηριότητες κατά τη διαδικασία χωροθέτησής
τους (Π.Π.Ε.Α) (βλ. και ανωτέρω υπό 1ο , Α2 ακυρωτικό λόγο).

74

Το α του εργοστασίου της τέως ΠΥΡΚΑΛ προκύπτει κατά τον προαναφερόμενο τύπο ίσο με 243 μ. περίπου. Ειδικότερα, το α της ΠΥΡΚΑΛ είναι η
μέγιστη υπολογιζόμενη απόσταση μεταξύ δυο οποιονδήποτε κτιρίων του
εργοστασίου. Στην προκειμένη περίπτωση η απόσταση αυτή είναι μεταξύ της
αποθήκης Ν° 74 (δότης D3 – 28 τόνοι ή 28.000 κιλά εκρηκτικές ύλες) και του
κτιρίου Ν° 3 (δέκτης Α10 ή Α12) σύμφωνα με τον πίνακα 2 του Κανονισμού.
Ο μεταξύ τους παράγοντας ασφαλείας Κ είναι ίσος με 8. Από τον τύπο
Ε = Κ·Μ1/3 (όπου Ε η απόσταση σε μέτρα, Κ ο συντελεστής που εξαρτάται από
την ομάδα επικινδυνότητας, το είδος της Κατασκευής του κτιρίου και τις
προστατευτικές εγκαταστάσεις του δότη και του δέκτη και Μ η ποσότητα της
εκρηκτικής ύλης) προκύπτει ότι η Μέγιστη Υπολογιζόμενη Απόσταση είναι
Ε = Κ·Μ1/3= 8· 28.0001/3 = 8·30,365 = 243μ. περίπου.
Ως πιθανός δότης D που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο άλλα κτίρια (δέκτες Α) σε
όλες τις κατευθύνσεις (όχι μόνο εκτόνωσης αλλά και ενέργειας), είναι, όπως
προαναφέρθηκε, η αποθήκη πυρομαχικών Νο 74 της τέως ΠΥΡΚΑΛ με
εκρηκτικές ύλες συνολικής ποσότητας 28 τόνων, οι οποίες ανήκουν στην
Ομάδα συμβιβαστότητας D και στην Ομάδα επικινδυνότητας 1.1 D.
Συνακόλουθα, ως εξωτερικός δέκτης Α νοούνται οι εγκαταστάσεις των νέων
μονάδων της αντιδίκου που χωροθετούνται στον εδαφικό χώρο της επέκτασης
(πρώην ΟWENS), και συγκεκριμένα οι νέες μονάδες με αριθμούς 31, 32, 75,
34, 36, 37, 33, 71, 73, 74, 82, 85, 79, δοθέντος ότι οι υφιστάμενες μονάδες
έχουν ως επί το πλείστον εγκατασταθεί προγενέστερα της έναρξης ισχύος του
ως άνω Κανονισμού.
Με βάση τα ανωτέρω, η απόσταση της παρ. 2 του άρθρου 2 της
προαναφερόμενης Κ.Υ.Α, δηλ. το 3α από την περίφραξη της ΠΥΡΚΑΛ μέχρι
τα εξωτερικά όρια του πιθανού δέκτη, εν προκειμένω τις νέες μονάδες του
επίδικου διυλιστηρίου - και ειδικότερα από τον πλησιέστερο τοίχο τους στον
οποίο αναμένεται να υπάρχουν άνθρωποι- θα έπρεπε να είναι περίπου 3xα =
3x243 μ. = 729 μ. Ωστόσο, από τα σχέδια που συμπεριλαμβάνονται στην
υποβληθείσα Μ.Π.Ε. (ενδεικτικά το BD0300A-00-01-005) προκύπτει ότι οι
νέες μονάδες θα εγκατασταθούν σε απόσταση ασφαλείας κραυγαλέα
μικρότερη, μόλις 75 μ. από την περίφραξη της τέως ΠΥΡΚΑΛ.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει με σαφήνεια η παραβίαση με τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις των διατάξεων της υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989
Κ.Υ.Α., που ορίζουν τις ελάχιστες αποστάσεις ασφαλείας που θα πρέπει να
τηρούνται από εργοστάσια εκρηκτικών υλών. Η παραβίαση του ως άνω
νομικού πλαισίου αναμφίβολα καθιστά τις προσβαλλόμενες αποφάσεις
παράνομες και γι’ αυτό ακυρωτέες.
75

Ταυτόχρονα, όμως, υποδεικνύει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο την πραγματική
και νομική αναγκαιότητα για προηγούμενη Π.Π.Ε.Α., στο πλαίσιο της
οποίας θα έπρεπε να εξεταστεί και να αξιολογηθεί η δυνατότητα χωροθέτησης
των επίδικων μονάδων στο συγκεκριμένο χώρο της επέκτασης από τη σκοπιά
της τήρησης των νόμιμων ελάχιστων αποστάσεων ασφαλείας από τη
γειτνιάζουσα εγκατάσταση παραγωγής και αποθήκευσης εκρηκτικών υλών
(τέως ΠΥΡΚΑΛ) (βλ. και 1ο ακυρωτικό λόγο, υπό Α2).
19. Παραβίαση του υπ’ αριθ. 1180/1981 Π.Δ. περί ανώτατης στάθμης
θορύβου στο γήπεδο των επίδικων εγκαταστάσεων.
Η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων κρίνεται
παράνομη καθώς ορίζει τη στάθμη θορύβου για τις εγκριθείσες δραστηριότητες
καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων από την ισχύουσα σχετική νομοθεσία ανώτατων επιτρεπόμενων ορίων θορύβου που τίθενται για την επίδικη περιοχή.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων
υπό παράγραφο 3. «Ειδικές οριακές τιμές στάθμης θορύβου και δονήσεων», η
στάθμη θορύβου ορίζεται ως ≤ 70 dB (A), με παραπομπή στις διατάξεις του
άρθρου 2 παρ. 5 του υπ’ αριθ. 1180/1981 Π.Δ. «Περί ρυθμίσεως θεμάτων
αναγομένων εις τα της ιδρύσεως και λειτουργίας βιομηχανιών, βιοτεχνιών,
πάσης φύσεως μηχανολογικών εγκαταστάσεων και αποθηκών και της εκ
τούτων διασφαλίσεως περιβάλλοντος εν γένει.» (ΦΕΚ 293/Α`/1981) και της
υπ’ αριθ. 21727/2005 Υπουργικής Απόφασης (ΦΕΚ 627/Δ΄/13.06.2005) περί
τροποποίησης του Γ.Π.Σ. του Δ. Ελευσίνας.
Με τον προαναφερόμενο όρο η Διοίκηση θέτει ως ανώτατο όριο θορύβου για
τις επίδικες εγκαταστάσεις το όριο ≤ 70 dB (A) που, κατά τους ορισμούς του
άρθρου 2 παρ. 5 του υπ’ αριθ. 1180/1981 Π.Δ., τίθεται ως ανώτατο όριο
θορύβου για «νομοθετημένες βιομηχανικές περιοχές». Μάλιστα, προς
αιτιολόγηση της συγκεκριμένης ρύθμισης η προσβαλλόμενη παραπέμπει ρητά
στην απόφαση τροποποίησης του Γ.Π.Σ. του Δ. Ελευσίνας, υπολαμβάνοντας
ότι σύμφωνα με το ισχύον χωροταξικό αυτό σχέδιο οι επίδικες εγκαταστάσεις
πρόκειται να εγκατασταθούν και να λειτουργήσουν εντός ζώνης ΒΙ.ΠΕ., και
άρα εντός νομοθετημένης βιομηχανικής περιοχής.
Ωστόσο, όπως καταδείχθηκε αναλυτικά ανωτέρω (υπό 1Β), ο χώρος τόσο του
υφιστάμενου και νυν λειτουργούντος σχήματος του διυλιστηρίου όσο και της
76

μελλοντικής επέκτασής του δεν εντάσσεται και δεν αποτελεί θεσμοθετημένη
βιομηχανική περιοχή. Και αυτό γιατί ως θεσμοθετημένη βιομηχανική περιοχή
νοείται αυτή που προκύπτει από την εφαρμογή του ισχύοντος νομικού
πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές, ήτοι του ν. 2545/97 περί βιομηχανικών και επιχειρηματικών περιοχών, όπως αυτός τροποποιήθηκε και
ισχύει. Στην επίδικη περίπτωση, η πρόβλεψη από το Γ.Π.Σ. Ελευσίνας για την
εν λόγω περιοχή των χρήσεων της γενικής πολεοδομικής λειτουργίας
«οχλούσας Βιομηχανίας-Βιοτεχνίας» σε καμία περίπτωση δεν την καθιστά
θεσμοθετημένη βιομηχανική περιοχή αφού δεν συνεπάγεται την εφαρμογή των
ειδικών νομικών διατάξεων περί ΒΙ.ΠΕ. του ν. 2545/97. Συνεπώς, στις επίδικες
βιομηχανικές εγκαταστάσεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι όποιες νομοθετικές
διατάξεις αφορούν τις δραστηριότητες εντός θεσμοθετημένης ΒΙ.ΠΕ. Ως
ανώτατο όριο θορύβου για τις επίδικες δραστηριότητες θα έπρεπε να τεθεί
εκείνο που ορίζεται από το άρθρο 2 παρ. 5 του υπ’ αριθ. 1180/1981 Π.Δ για
«τις περιοχές στις οποίες επικρατεί το βιομηχανικό στοιχείο», ήτοι το όριο
των 65 dB (A).
Ως εκ τούτου, κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας ετέθη από την
προσβαλλόμενη απόφαση ως ανώτατο όριο θορύβου εκείνο που ορίζεται από
το άρθρο 2 παρ. 5 του υπ’ αριθ. 1180/1981 Π.Δ για «νομοθετημένες
βιομηχανικές περιοχές» και συνεπώς εξ αυτού του λόγου η προσβαλλόμενη
κρίνεται ακυρωτέα.
20. Παραβίαση του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία
των δασών και των δασικών εκτάσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, «Η προστασία του φυσικού
και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και
δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να
παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της
αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των
δασών και των δασικών εκτάσεων……Απαγορεύεται η μεταβολή του
προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για
την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την
επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον». Οι ως άνω συνταγματικές διατάξεις
θεσπίζουν για τις εκτάσεις με δασική βλάστηση αυστηρό προστατευτικό
καθεστώς. Συγκεκριμένα, ανάγεται σε υποχρέωση του Κράτους η λήψη των
αναγκαίων μέτρων για τη διαχείριση και προστασία τους στο πλαίσιο της αρχής
της αειφορίας, επιβάλλεται ευθέως ο κανόνας της απαγορεύσεως μεταβολής
του προορισμού τους, παρέχεται δε στο νομοθέτη η δυνατότητα να επιτρέψει
μόνον κατ' εξαίρεση και με ειδική αιτιολογία την αλλοίωση της μορφής των
77

δασών και των δασικών εκτάσεων για λόγους δημόσιας ωφέλειας (ΣτΕ Ολομ.
1675/1999).
Για την πραγμάτωση της ανωτέρω συνταγματικής επιταγής στο κεφάλαιο ΣΤ΄,
άρθρα 45-61 του ν. 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των δασικών
εκτάσεων», όπως αυτό αντικαταστάθηκε και ισχύει, ορίζονται περιοριστικά οι
κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενες επεμβάσεις σε δάση και δασικές εκτάσεις και
συνακόλουθα στο άρθρο 56 του ως άνω νόμου τίθενται οι όροι και η
διαδικασία της κατ’ εξαίρεση επέμβασης σε δασικές εκτάσεις για την
εγκατάσταση και επέκταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων.
Στην επίδικη περίπτωση, εντός των ορίων του διυλιστηρίου υφίστανται δάση
και δασικές εκτάσεις, νομίμως χαρακτηρισμένα ως τέτοια δυνάμει: 1. της υπ’
αριθ. 1060/16.4.98 Πράξης Χαρακτηρισμού του Δασάρχη Αιγάλεω για τον
χαρακτηρισμό ως δασικών 166,6 στρεμ. [Για την πράξη αυτή έχουν εκδοθεί η
υπ' αριθμ.6/6.11.98 απόφαση της Α/θμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών
Αμφισβητήσεων (ΑΕΕΔΑ) καθώς και η υπ'αριθμ. 7/16.6.99 απόφαση της
Β/θμιας ΕΕΔΑ και η πράξη αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη δυνάμει της υπ’
αριθ. 1874/4.6.2007 Πράξης Τελεσιδικίας του Δασάρχη Αιγάλεω] 2. της υπ'
αριθμ. 3708/20.10.98 Πράξης του Δασάρχη Αιγάλεω για τον χαρακτηρισμό ως
δασικών 79,912 στρεμ. και 3. της υπ’ αριθ. 2390/15.6.2000 Πράξης του
Δασάρχη Αιγάλεω για τον χαρακτηρισμό ως δασικών 1506,46 στρεμ.
Η συνολική έκταση των ως άνω δασικών εκτάσεων ανέρχεται σε 564,3 στρεμ.
Μάλιστα, την έκταση όπου πρόκειται να εγκατασταθούν οι εγκριθείσες με τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις εγκαταστάσεις επέκτασης καταλαμβάνουν 17,66
στρεμ. χαρακτηρισμένα ως δάσος του άρθρου 3 παρ.1 του ν.998/79 και 17,97
στρεμ. χαρακτηρισμένα ως δάσος του άρθ 3 παρ.2 του ν. 998/79, σύμφωνα με
την υπ’ αριθ. 1060/16.4.98 τελεσίδικη Πράξη Χαρακτηρισμού.
Ωστόσο, στην υποβληθείσα Μ.Π.Ε., δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η
προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων ουδεμία αναφορά
γίνεται στην ύπαρξη δασών και δασικών εκτάσεων εντός των ορίων του
διυλιστηρίου, τόσο του νυν λειτουργούντος σχήματος όσο και του
μελλοντικού, και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη έγκριση περιβαλλοντικών
όρων ουδένα όρο θέτει για τη διαχείριση και προστασία τους και τη
δυνατότητα επέμβασης σε αυτές κατά τις προϋποθέσεις και την διαδικασία του
άρθρου 56 του ν. 998/1979.

78

Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά τις εγκριθείσες με την προσβαλλόμενη νέες
δραστηριότητες του μελλοντικού σχήματος του διυλιστηρίου, η περιοχή των
προσωρινών εγκαταστάσεων πεδίου (5.2.1.6 , σελ.105 και 106 της Μ.Π.Ε.
αλλά και χάρτης BD0300A-01-01-004 του παραρτήματος 1 του κεφ 5, τόμος ΙΙ
της Μ.Π.Ε.) και συγκεκριμένα η περιοχή 2 εκτάσεως 10 στρ. καθώς και η
περιοχή 3 εκτάσεως 25 στρ., σύμφωνα με την Μ.Π.Ε. αναφέρονται ως χώροι
που προορίζονται να καλυφθούν με αποθέσεις και εγκαταστάσεις
υπεργολάβου, παρόλο που δυνάμει της 2390/15.6.200 Πράξης
Χαρακτηρισμού έχουν χαρακτηριστεί ως δάση και δασικές εκτάσεις.
Επιπλέον, η στεγασμένη αποθήκη Νο 5 (χώρος προσωρινής αποθήκευσης
επικινδύνων!) ανήκει σε έκταση χαρακτηρισμένη δάσος του άρθρου 3 παρ. 2
του ν. 998/79, δυνάμει της προαναφερόμενης Πράξης Χαρακτηρισμού.
Επιπροσθέτως, στο διάγραμμα Β2.7.3.2.1.1 (τοπογραφικό διάγραμμα – Χώροι
προσωρινής αποθήκευσης αποβλήτων – Μ.Π.Ε. σελ. 350) οι εν λόγω
εκτάσεις (περιοχές 2 και 3), καίτοι δασικές σύμφωνα με την ως άνω Πράξη
Χαρακτηρισμού, προορίζονται για χώροι άχρηστων μεταλλικών και ξύλινων
υλικών (scrap) και χώρος αμμοβολής αντίστοιχα!
Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τη Μ.Π.Ε. θα λάβουν
χώρα επεμβάσεις και σε δάση και δασικές εκτάσεις του γηπέδου του νυν
λειτουργούντος σχήματος του διυλιστηρίου, χαρακτηρισμένες ως τέτοιες
δυνάμει της υπ’ αριθ. 2390/15.6.2000 Πράξης Χαρακτηρισμού του Δασάρχη
Αιγάλεω. Τούτο παραγνωρίζεται εντελώς από την προσβαλλόμενη απόφαση
έγκρισης περιβαλλοντικών όρων καθώς δεν τίθενται όροι για την προστασία
τους ούτε κατά την φάση κατασκευής του νέου έργου (βλ. όρο 4.5) ούτε κατά
την φάση λειτουργίας. Αντιθέτως, με τους όρους 5.3.9 και 5.3.10 και 5.4.2 της
προσβαλλομένης εγκρίνεται - όπως προτείνεται από την Μ.Π.Ε. - η προσωρινή
αποθήκευση τόσο των επικινδύνων αποβλήτων όσο και των μη επικινδύνων
στερεών αποβλήτων στους ανωτέρω χώρους που ανήκουν σε δάση και
δασικές εκτάσεις. (Bλ. και το Σχέδιο
ΒDO300A-01-01-004
του
παραρτήματος 1 του κεφαλαίου 5 της Μ.Π.Ε.).
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων αγνοεί παντελώς την ύπαρξη δασικών εκτάσεων τόσο
στην έκταση του νυν λειτουργούντος σχήματος του διυλιστηρίου όσο και στις
περιοχές εγκατάστασης και λειτουργίας των εγκριθέντων νέων δραστηριοτήτων
επέκτασης. Ως εκ τούτου όχι μόνο δεν μεριμνά για την ορθολογική και αειφόρο
διαχείριση και προστασία τους, ως όφειλε κατ’ επιταγή του άρθρου 24 του
Συντάγματος, αλλά επιτρέπει εντός αυτών δραστηριότητες εντελώς ασύμβατες
με τη χρήση και τον προορισμό τους (προσωρινή αποθήκευση επικίνδυνων
αποβλήτων, αμμοβολές, απόθεση scrap), που δεν θα μπορούσαν να

79

νομιμοποιηθούν ούτε στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 56
έγκρισης επέμβασης για βιομηχανικές δραστηριότητες. Και αυτό γιατί η
διαχείριση των αποβλήτων από βιομηχανική δραστηριότητα σε καμία
περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί ως λόγος δημοσίου συμφέροντος που
επιτρέπει την κατ’ εξαίρεση μεταβολή του προορισμού και της χρήσης δασικών
εκτάσεων !
Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων θα
πρέπει να ακυρωθεί καθώς αντιστρατεύεται κατά τρόπο κραυγαλέο το κατά το
Σύνταγμα αυξημένο προστατευτικό καθεστώς των δασών και των δασικών
εκτάσεων και παραβιάζει ευθέως τη συνταγματική επιταγή για λήψη μέτρων
προστασίας τους και για κατ’ εξαίρεση μεταβολή του προορισμού τους
αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Ταυτόχρονα, η
προσβαλλόμενη παραβιάζει και τη δασική νομοθεσία, υπό το πρίσμα της
οποίας δεν είναι ανεκτή η διαχείριση επικίνδυνων και λοιπών αποβλήτων εντός
δασικών εκτάσεων στο πλαίσιο της υπό όρους επιτρεπομένης εντός αυτών
βιομηχανικής δραστηριότητας (άρθρο 56 ν. 998/1979). Ομοίως, κρίνεται
ακυρωτέα και η συμπροσβαλλόμενη απόφαση με την οποία χορηγήθηκε άδεια
εγκατάστασης για δραστηριότητες εντός των ως άνω χαρακτηρισμένων δασών
και δασικών εκτάσεων της όλης ιδιοκτησίας της αντιδίκου εταιρίας.

21. Παραβίαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της πρόληψης
Ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, στη Συνθήκη
για την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρο 2) και στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή
Κοινότητα (άρθρα 2 και 174 παρ. 2), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους
με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, που κυρώθηκε με το ν. 2691/1999 (ΦΕΚ
47/Α΄/1999), το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς
προστατευόμενο αγαθό προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία
και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάρη και των επομένων γενεών. Στις
ως άνω διατάξεις θεμελιώνεται η αρχή της πρόληψης, ειδικότερη έκφανση
της οποίας αποτελεί η αρχή της αποκατάστασης ή επανόρθωσης της
βλάβης του φυσικού περιβάλλοντος, σύμφωνα με τις οποίες δεν αρκεί η
θέσπιση μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος αλλά επιβάλλεται στα
όργανα του Κράτους που έχουν σχετική αρμοδιότητα η υποχρέωση να
προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την διαφύλαξη του προστατευομένου
αγαθού και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και
διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντας στον

80

αναγκαίο βαθμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική
δραστηριότητα (άρθρο 24 Σ.).
Σε συμμόρφωση προς τη συνταγματική επιταγή και διατάξεις του κοινοτικού
δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος και, ειδικότερα, προς την αρχή
της πρόληψης και αποκατάστασης στον τομέα αυτόν, εκδόθηκε ο ν.
1650/1986, με τον οποίο, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, και με τις
κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του, προβλέφθηκε
στην ελληνική έννομη τάξη ειδική διοικητική διαδικασία για την
περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων. Στο πλαίσιο αυτής
παρέχεται στα αρμόδια όργανα της Διοίκησης η δυνατότητα να εκτιμούν εκ
των προτέρων τις αναμενόμενες συνέπειες για το περιβάλλον από
σχεδιαζόμενα έργα ή δραστηριότητες και, ενόψει ιδίως των συνεπειών αυτών,
της φύσης και της σημασίας των τυχόν θιγόμενων οικοσυστημάτων ή
μεμονωμένων στοιχείων, του χαρακτήρα και του σκοπού του συγκεκριμένου
έργου ή δραστηριότητας και των υφιστάμενων μέσων αποτροπής, άρσης ή
μείωσης της πιθανολογούμενης βλάβης του περιβάλλοντος, να κρίνουν αν και
με ποιους όρους μπορεί να πραγματοποιηθεί το έργο ή η δραστηριότητα,
ώστε να μη παραβιάζεται η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης και, γενικότερα,
οι παραπάνω ορισμοί του Συντάγματος και οι αναφερόμενοι στο περιβάλλον
ορισμοί της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση του έτους 1992 (Συνθήκης
του Μάαστριχτ) που κυρώθηκε με το ν. 2077/1992 και, πιο συγκεκριμένα, οι
διατάξεις του άρθρου 174Ρ της Συνθήκης αυτής, με τις οποίες καθιερώνεται
επίσης η αρχή της προληπτικής και κατασταλτικής δράσης στον τομέα του
περιβάλλοντος.
Στην επίδικη, ωστόσο, περίπτωση παρόλο που από την εγκατάσταση και
λειτουργία του ήδη υφιστάμενου σχήματος του επίδικου διυλιστηρίου έχει
διαπιστωθεί σημαντική αλλοίωση των στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος
της περιοχής και παρ’ όλο που λόγω της φύσης και των χαρακτηριστικών των
εγκριθεισών νέων δραστηριοτήτων αναμένεται περαιτέρω υποβάθμισή του, η
Διοίκηση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων
παρέλειψε κατά τρόπο κραυγαλέο να θέσει όρους για την αποτροπή της
αναμενόμενης με βεβαιότητα περαιτέρω υποβάθμισης του περιβάλλοντος και
για την αποκατάσταση της ήδη διαπιστωμένης, παραβιάζοντας την
συνταγματική υποχρέωσή της για λήψη προληπτικών και κατασταλτικών
μέτρων για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Πιο συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν τίθεται κανένας όρος
για λήψη συγκεκριμένων μέτρων για:

81

- την περαιτέρω αποτροπή της ρύπανσης των υπεδαφικών οριζόντων εντός και
εκτός του χώρου του διυλιστηρίου και για την αποκατάστασή της.
- τον περιορισμό της ρύπανσης των υδροφόρων οριζόντων στην ευρύτερη
περιοχή του διυλιστηρίου και για την αποκατάστασή της.
- την αποκατάσταση της υπεδαφικής ρύπανσης από τις ήδη λειτουργούσες
εγκαταστάσεις αποθήκευσης και διακίνησης πετρελαιοειδών.
Το ζήτημα της ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα και εν γένει του υπεδάφους
από υδρογονάνθρακες στην ευρύτερη περιοχή του διυλιστηρίου είναι γνωστό
στη Διοίκηση από πληθώρα στοιχείων και περιστατικών. Καταρχήν τεκμηριώνεται αναλυτικά από το ερευνητικό πρόγραμμα του τομέα Γεωλογικών Επιστημών του Τμήματος Μηχανικών Μεταλλείων Μεταλλουργών του Εθνικού
Μετσόβιου Πολυτεχνείου που υλοποιήθηκε κατά το 2002 κατόπιν εντολής της
Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής, με σκοπό τον εντοπισμό του
βαθμού και της έκτασης της ρύπανσης από πετρελαιοειδή του υπεδάφους της
περιοχής Ελευσίνας και συγκεκριμένα εντός της έκτασης που καταλάμβανε η
Ε.Α.Σ. (τέως ΠΥΡΚΑΛ) μέχρι των ορίων των Ναυπηγείων Ελευσίνας, των
ορίων της τότε PETROLA και του οικισμού της Ελευσίνας. Κατά την διάρκεια
του προγράμματος αυτού έγινε συστηματική δειγματοληψία εδάφους στις
περιοχές αυτές. Στη συνέχεια εκτελεστήκαν εργαστηριακές αναλύσεις με
σκοπό το ποιοτικό και ποσοτικό καθορισμό των υδρογονανθράκων εκείνων
των οποίων η παρουσία στο έδαφος μαρτυρεί ύπαρξη πετρελαιοειδών στο
υπέδαφος. Σε τρία σημεία της περιοχής που ερευνήθηκε, περιμετρικά των
ορίων της τότε PETROLA (νυν αντιδίκου εταιρίας), στην πλευρά που το
έδαφος κλίνει προς την θάλασσα, εντοπίσθηκαν ισχυρές γεωχημικές ανωμαλίες
συνδεδεμένες με παρουσία πετρελαιοειδών σε βάθος. Επειδή η γεωλογική δομή
της περιοχής αλλά και οι εν γένει έρευνες αποκλείουν φυσική παρουσία
πετρελαιοειδών στα συγκεκριμένα σημεία, εκτιμήθηκε ότι η πιθανή εξήγηση
του φαινόμενου είναι οι διαρροές από τις υπάρχουσες εγκαταστάσεις
διακίνησης και αποθήκευσης πετρελαιοειδών.
Εξάλλου, είναι γνωστά και τα διαδοχικά επεισόδια ρύπανσης από
πετρελαιοειδή, της θαλάσσιας περιοχής της περικλειόμενης από την έκταση
που καταλαμβάνουν οι εγκαταστάσεις της Ε.Α.Σ., τα οποία συμβαίνουν
συνεχώς από το 2002 μέχρι και σήμερα. Τα πετρελαιοειδή αυτά διαρρέουν
μέσα από το υπέδαφος προερχόμενα από το χώρο των διυλιστηρίων καθώς οι
κλίσεις του ανάγλυφου στην περιοχή υποχρεώνουν τα πετρελαιοειδή στην
συγκεκριμένη πορεία.

82

Σημειωτέον ότι για το ως άνω ζήτημα η Διοίκηση επέβαλε στο παρελθόν
πρόστιμο στην αντίδικο εταιρία (το 2004 από το Λιμεναρχείο) ενώ πιο
πρόσφατη είναι η απόφαση του Νομάρχη Δυτ. Αττικής (2008) που της
επιβάλλει πρόστιμο για ρύπανση που προκλήθηκε από διαρροή πετρελαίου
λόγω θραύσης αγωγού το 2004. Συγκεκριμένα, το πρόσφατο διοικητικό
πρόστιμο επιβλήθηκε για τη ρύπανση που προκλήθηκε στο υπέδαφος από τη
διαρροή των πετρελαιοειδών το 2004 και η οποία μέχρι και το 2008 δεν έχει
αποκατασταθεί.
Υπό το πρίσμα αυτής της διαπιστωμένης υποβάθμισης του υπεδάφους από τις
δραστηριότητες του ήδη λειτουργούντος σχήματος του επίδικου διυλιστηρίου,
η Διοίκηση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων
όφειλε να θέσει συγκεκριμένους και επιτακτικούς όρους για την αποκατάσταση
και τον περαιτέρω περιορισμό της ρύπανσης του υπεδάφους. Ο χημικός
χαρακτηρισμός του εδάφους, η μέτρηση του ύψους και της στάθμης των
υδάτων, οι αναλύσεις υπόγειων υδάτων, η έρευνα παρουσίας και η ανάλυση
των τυχόν δειγμάτων Υδρογονανθράκων - Ολικού Μολύβδου - ΒΤΕΧ (Βενζόλιο, τουλουόλιο, ξυλένιο) -PAH (Πολυκυκλικοί αρωματικοί Υδρογονάνθρακες
PCB’s) αποτελούν ενδεικτικά θεμελιώδους σημασίας για τον έλεγχο της
ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα και του υπεδάφους περιβαλλοντικούς
όρους, τους οποίους η Διοίκηση παρέλειψε κατά τρόπο κραυγαλέα παράνομο.
Σε κάθε περίπτωση η Διοίκηση όφειλε είτε να απαιτήσει την αποκατάσταση
της διαπιστωμένης ρύπανσης του περιβάλλοντος πριν την έκδοση της
προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, είτε να θέσει
ειδικούς όρους για την περιβαλλοντική αποκατάσταση στο ίδιο το κείμενο
της εν λόγω προσβαλλόμενης απόφασης.
Προκειμένου να καταδειχθεί εντονότερος ο παράνομος χαρακτήρας της
παράλειψης της Διοίκησης να θέσει ειδικούς και επιτακτικούς όρους για την
αποκατάσταση της εδαφικής και υπεδαφικής ρύπανσης και την περαιτέρω
αποτροπής της, αξίζει να σημειωθεί ότι στην προγενέστερη υπ’ αριθ. πρωτ.
55978/08.08.2001 Κ.Υ.Α. έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (που ακυρώθηκε
για τυπικούς λόγους με την υπ’ αριθ. 1471/2004 απόφαση του Δικαστηρίου
σας) η Διοίκηση αναγνώρισε την σημασία και την έκταση του προβλήματος και
θέσπισε συγκεκριμένους όρους για την αντιμετώπιση του, όπως :
- «Τα υλικά κατεδαφίσεων που χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνα (αμίαντος ,
υδρογονάνθρακες και υλικά ρυπασμένα από αυτά, υλικά σε μη αναγνωρίσιμη
κατάσταση και άχρηστες/ακατάλληλες πρώτες ύλες, εφόσον μετά από
εργαστηριακές αναλύσεις αποδειχτεί ότι εμπίπτουν στην κατηγορία των
επικινδύνων αποβλήτων να διατίθενται μετά την χορήγηση σχετικής άδειας από
τις αρμόδιες υπηρεσίες .» [Σκοπός του χημικού χαρακτηρισμού του εδάφους
83

είναι να διασφαλιστεί αν μέρος από τα υλικά των εκσκαφών θα μπορούσαν να
χρησιμοποιηθούν ως υλικά επιχωματώσεων, αν δεν έχουν μολυνθεί , ή αν τα
υλικά που θα διατεθούν εκτός των ορίων της επιχείρησης για απόρριψη θα
πρέπει να αντιμετωπιστούν ως επικίνδυνα στερεά απόβλητα, εφόσον έχουν
μολυνθεί. Ωστόσο, στην υποβληθείσα Μ.Π.Ε. 2007, στη βάση της οποίας
εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, δεν
εξετάζεται το ζήτημα της ρύπανσης που τυχόν έχουν υποστεί οι τεράστιες
ποσότητες υλικών που θα προκύψουν από τις εκτεταμένες εκσκαφές και θα
διατεθούν για απόρριψη εκτός του διυλιστηρίου. Δεν προτείνεται καμία
δειγματοληψία εδάφους ούτε προτείνεται η ανάλυσή δειγμάτων.]
- «Πριν την διενέργεια των εκσκαφών να εκπονηθούν γεωλογικές / υδρολογικές
μελέτες, από τις οποίες θα εκτιμάται η πιθανότητα ρύπανσης του εδάφους
(είδος, έκταση και βάθος ρύπανσης) και θα προτείνονται τρόποι αντιμετώπισής
του προβλήματος . Η διάθεση ρυπασμένων εδαφών μπορεί να πραγματοποιηθεί
μόνο μετά από χορήγηση σχετικής άδειας και με υπόδειξη των αρμοδίων
αρχών.»
- «Επιβάλλεται ο έλεγχος ποιότητας των επιφανειακών και των υπόγειων νερών
των περιοχών στις οποίες θα πραγματοποιηθούν εκσκαφές .»
Στην επίδικη ωστόσο περίπτωση η Διοίκηση παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία
κατασταλτικά και προληπτικά μέτρα για την αποκατάσταση της διαπιστωμένης
ρύπανσης του υπεδάφους της περιοχής και την περαιτέρω αποτροπή της, είτε
με την επιβολή συγκεκριμένων και επιτακτικών μέτρων αποκατάστασης πριν
την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων,
είτε με την θέσπιση συγκεκριμένων όρων περιβαλλοντικής αποκατάστασης στο
ίδιο το σώμα της εν λόγω προσβαλλόμενης απόφασης. Με τον τρόπο αυτό
παραβίασε ευθέως την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της πρόληψης,
ειδικότερη έκφανση της οποίας αποτελεί η αρχή της αποκατάστασης της
βλάβης του φυσικού περιβάλλοντος, γεγονός που καθιστά παράνομη και γι’
αυτό ακυρωτέα την προσβαλλόμενη απόφαση.

22. Παραβίαση του δικαιώματατος συμμετοχής και πληροφόρησης των
πολιτών στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων που θίγουν το
περιβάλλον.
Με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 3, 24 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του
Συντάγματος καθιερώνονται ως ιδιαίτερα μέσα προστασίας του περιβάλλοντος
τα δικαιώματα συμμετοχής και πληροφόρησης των πολιτών στις διαδικασίες

84

λήψης των αποφάσεων που θίγουν το περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, καθώς και
με σκοπό την προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς το άρθρο 6 της Οδηγίας
85/337/ΕΟΚ (διάταξη αμέσου εφαρμογής), στο άρθρο 5 παρ. 2 του ν.
1650/1986, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και στις διατάξεις της Κ.Υ.Α.
37111/2021/2003 (ΦΕΚ 1391/Β΄/29.09.2003) προβλέφθηκε ειδική διαδικασία
για την ενημέρωση και τη συμμετοχή του κοινού στην περιβαλλοντική
αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων. Δυνάμει των ανώτερων διατάξεων
επιβάλλεται ειδικότερα ως προς τους πολίτες η ενημέρωσή τους με δημοσίευση
ανακοινώσεων στο τοπικό τύπο και στον πίνακα ανακοινώσεων των
Νομαρχιών πριν και μετά τη λήψη της εγκριτικής πράξης των περιβαλλοντικών
όρων. Και τούτο γιατί μόνο έτσι καθίσταται δυνατό για τους πολίτες να
καταθέτουν ενστάσεις ή προτάσεις επί του περιεχόμενου των υποβληθεισών
Μ.Π.Ε. (α΄ φάση δημοσιοποίησης) και να πληροφορούνται το περιεχόμενο των
εγκρινόμενων περιβαλλοντικών όρων (β΄ φάση δημοσιοποίησης).
Εξάλλου, το δικαίωμα περιβαλλοντικής πληροφόρησης και συμμετοχής του
κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων που αφορούν το περιβάλλον
κατοχυρώνουν ρητά και οι προβλέψεις της Διεθνούς Σύμβασης του Άαρχους
για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη
αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ν.
3422/2005 ΦΕΚ Α΄ 303 13/12/2005, ιδιαίτερα το άρθρο 6).
Για την αποτελεσματική άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος των πολιτών πριν
την έκδοση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων κρίνεται απόλυτα
αναγκαίο να καθίσταται προσιτό στο κοινό πλήρες το περιεχόμενο των
υποβληθεισών Μ.Π.Ε., ώστε να είναι σε θέση να λάβει γνώση των πραγματικών διαστάσεων και χαρακτηριστικών των υπό αδειοδότηση έργων και των
ενδεχόμενων επαπειλούμενων περιβαλλοντικών επιπτώσεων και συνακόλουθα
να διαμορφώνει τις τυχόν ενστάσεις και προτάσεις του. Το αυτό άλλωστε
υποδεικνύει ρητά και η διάταξη της παρ. 3α του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. Η.Π
37111/2021 (ΦΕΚ 1391/Β/2003) σύμφωνα με την οποία «Μέσα σε προθεσμία
30 ημερών από την δημοσίευση της ως άνω ανακοίνωσης το ενδιαφερόμενο
κοινό έχει την δυνατότητα : α. Να λάβει γνώση ολόκληρου του περιεχομένου
του φακέλου με την ΜΠΕ και τα απαιτούμενα συνοδευτικά στοιχεία
σύμφωνα με τα άρθρα 4 (παρ.1) και 7 (παρ.1) της Κ.Υ.Α. 11014/703/2003.»
Σε αντίθεση με τα ανωτέρω υπαγορευόμενα από το Σύνταγμα και τη σχετική
ειδική νομοθεσία, στην επίδικη περίπτωση η Μ.Π.Ε. που υποβλήθηκε για την
έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και
που κατά τις ως άνω διατάξεις κατέστη προσιτή στο κοινό όχι μόνο δεν είναι
πλήρης αλλά για βασικά της κεφάλαια παραπέμπει σε Μ.Π.Ε. που
85

ουδέποτε δημοσιοποιήθηκε σύμφωνα με την προαναφερόμενη νόμιμη
διαδικασία!
Πιο συγκεκριμένα, το 2005 η αντίδικος εταιρία υπέβαλε Μ.Π.Ε., κατόπιν
αξιολόγησης της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. πρωτ. 159029/19.06.2006
απόφαση περί παράτασης των περιβαλλοντικών όρων για το επίδικο
διυλιστήριο, της οποίας η ισχύ έληξε την 30.9.2007. Ωστόσο, για την ως άνω
ΜΠΕ (2005) δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 5 παρ. 2 του ν.
1650/1986, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και από τις διατάξεις της Κ.Υ.Α.
37111/2021/03 διαδικασία ενημέρωσης του κοινού. Ως εκ τούτου για την εν
λόγω Μ.Π.Ε. δεν τηρήθηκε αρχείο στη Νομαρχία Δυτ. Αττικής και
συνακόλουθα ουδέποτε οι πολίτες έλαβαν γνώση του περιεχομένου της.
Από την άλλη μεριά, σε ό,τι αφορά τη Μ.Π.Ε (2007) για τις επίδικες
δραστηριότητες «εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης», επί τη βάσει της οποίας
εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 146393/3.6.2008 απόφαση έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων, περιορίζεται στην αναλυτική περιγραφή μόνο των νέων
μονάδων. Ωστόσο, τόσο από τον φάκελο όσο και από το κείμενό της
απουσιάζει παντελώς η περιγραφή των υφιστάμενων μονάδων του
σημερινού σχήματος λειτουργίας. Ειδικότερα, δεν περιγράφεται ούτε η
σημερινή κατάσταση λειτουργίας των υφιστάμενων μονάδων αλλά ούτε η
κατάσταση λειτουργίας τους όταν ολοκληρωθεί το επίδικο μελλοντικό σχήμα
του διυλιστηρίου. Μάλιστα, για την αναλυτική περιγραφή τους γίνεται
παραπομπή στην Μ.Π.Ε. του 2005, η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν
δημοσιοποιήθηκε, και επιπλέον τα σχετικά αποσπάσματά της δεν ήταν
συνημμένα στον φάκελο της νέας Μ.Π.Ε. (2007), είτε στα παραρτήματά της
είτε στα συμπληρωματικά της στοιχεία. Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί ότι ακόμα
και στη Μ.Π.Ε. του 2005, στην οποία γίνεται η σχετική παραπομπή, υπάρχουν
πληροφορίες μόνο για την κατάσταση λειτουργίας των υφιστάμενων μονάδων
όταν ολοκληρωθεί το μελλοντικό σχήμα, χωρίς να γίνεται καμία περιγραφή της
τότε κατάστασης λειτουργίας τους.
Προς απόδειξη των ανωτέρω αναφέρουμε ότι στη Μ.Π.Ε. 2007 δεν παρατίθεται
η αναλυτική περιγραφή των υφιστάμενων μονάδων στις παρακάτω κατηγορίες
μονάδων παραγωγής :
- Στις Μονάδες παραγωγής (5.3.4.2.1 ), σελ. 117/410
- Στις Μονάδες προστασίας (5.3.4.2.2 ), σελ.140/410
- Στις βοηθητικές μονάδες (5.3.4.2.3), σελ. 145/410
- Στις Μονάδες Επεξεργασίας Υγρών Αποβλήτων (5.3.4.2.4 ), σελ. 157/410
86

- Στις Μονάδες: « Αντλιοστάσιο για την διακίνηση Προϊόντων Πετρελαίου» ,
«Προβλήτες Φόρτωσης Μικρών και Μεγάλων πλοίων», «Σταθμός πλήρωσης
βυτιοφόρων» (5.3.4.2.5) , σελ. 147/410
- και ο πίνακας εκπομπών VOCs από τις Μονάδες Επεξεργασίας Υγρών
Αποβλήτων για το υφιστάμενο σχήμα, σελ. 186/410.
Αντίθετα, παρατίθεται η αναλυτική περιγραφή των υφιστάμενων μονάδων που
τροποποιούνται.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, καθίσταται εντελώς αδύνατη η ολοκληρωμένη
πληροφόρηση του κοινού για την σύνθετη παραγωγική διαδικασία η οποία θα
λάβει χώρα κατά τρόπο αλληλένδετο στο υφιστάμενο και το μελλοντικό σχήμα
λειτουργίας του επίδικου διυλιστηρίου, αφού στην υποβληθείσα Μ.Π.Ε. 2007
δεν υπάρχουν οι πληροφορίες για την κατάσταση λειτουργίας των
υφιστάμενων μονάδων τόσο επί του παρόντος χρόνου όσο και στο
μελλοντικό σχήμα του επίδικου διυλιστηρίου που εγκρίνεται με την
προσβαλλόμενη απόφαση. Οι ως άνω πληροφορίες κρίνονται κατά νόμο
αναγκαίες (Πίνακας Ι, παρ. 5 της Κ.Υ.Α. 69269/5387/24.10.1990 για το
περιεχόμενο των Μ.Π.Ε.) καθώς αποτελούν sine qua non αναφορά ώστε να
μπορεί να περιγραφεί και να νοηθεί το εγκριθέν έργο «εκσυγχρονισμούαναβάθμισης».
Η παράλειψη αναφοράς στη νυν αλλά και στη μελλοντική κατάσταση
λειτουργίας των υφιστάμενων μονάδων καθιστά εντελώς αναποτελεσματική
την άσκηση του δικαιώματος περιβαλλοντικής πληροφόρησης, καθώς ελλείψει
αυτών των δεδομένων δεν είναι δυνατή η συγκριτική αξιολόγηση των
προωθούμενων από την προσβαλλόμενη απόφαση νέων δραστηριοτήτων, ώστε
να συναχθούν βάσιμα και αντικειμενικά συμπεράσματα για τις επιπτώσεις τους
στο περιβάλλον σε σχέση με τις συνέπειες από το νυν λειτουργούν διυλιστήριο.
Στο σημείο αυτό, προκειμένου να καταδειχθεί η παραβίαση του κατοχυρωμένου δικαιώματος πλήρους περιβαλλοντικής πληροφόρησης, κρίνεται
σκόπιμο να αναφερθεί ότι ουδεμία δημοσιότητα έλαβε η εκπονηθείσα για τα
έργα λιμενικών εγκαταστάσεων Μ.Π.Ε.. Όπως αναφέρθηκε και στο αρχικό
δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης, η δραστηριότητα της επέκτασης συντίθεται,
εκτός από τις νέες μονάδες μετατροπής, μετά την απόσταξη του εισερχόμενου
αργού πετρελαίου, των βαρέων υπολειμμάτων σε ελαφρότερα, και από τις νέοδημιουργούμενες λιμενικές εγκαταστάσεις. Βασική παράλειψη της
εκπονηθείσας και δημοσιοποιηθείσας Μ.Π.Ε. (2007) είναι ότι αυτή δεν περιέλαβε ουδεμία περιγραφή των λιμενικών έργων που θα λάβουν χώρα ούτε και
προσέγγιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τις λιμενικές
87

εγκαταστάσεις. Αντ’ αυτού η Διοίκηση αρκέσθηκε παράνομα στην εκπόνηση
μιας ετεροχρονισμένης ξεχωριστής μελέτης για τις λιμενικές εγκαταστάσεις, η
οποία μάλιστα ουδέποτε έτυχε της προβλεπόμενης από τις προαναφερόμενες
διατάξεις αναγκαίας δημοσιοποίησης. Συνεπώς, ουδεμία πληροφόρηση ήταν
δυνατό να αποκτήσει το κοινό για τις μορφή και τις διαστάσεις και τις
περιβαλλοντικές επιπτώσεις των προωθούμενων λιμενικών εγκαταστάσεων.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει με σαφήνεια ότι η έλλειψη της
υποβληθείσας ΜΠΕ (2007) σε στοιχεία για την κατάσταση λειτουργίας των
υφιστάμενων μονάδων του επίδικου διυλιστηρίου, αλλά και η παραπομπή της
γι’ αυτά σε μη δημοσιοποιημένη –και μάλιστα ελλιπή- προγενέστερη Μ.Π.Ε
(2005), αλλά και η παντελής έλλειψη δημοσιοποίησης της Μ.Π.Ε. για τα έργα
των λιμενικών εγκαταστάσεων, στερεί πλήρως τη δυνατότητα για
ολοκληρωμένη και βάσιμη πληροφόρηση του κοινού για τις εγκριθείσες
δραστηριότητες και αναιρεί το σκοπό του κατοχυρωμένου δικαιώματος του για
ενημέρωση και συμμετοχή στην περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και
δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου, κρίνεται παράνομη η προσβαλλόμενη
απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων καθώς εκδόθηκε κατά παραβίαση
των άρθρων 5 παρ. 2 του ν. 1650/1986, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και
των διατάξεων της Κ.Υ.Α. 37111/2021/03 και των προβλέψεων της Διεθνούς
Συνθήκης του Άαρχους που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πλήρους και
αντικειμενικής περιβαλλοντικής πληροφόρησης.

23. Η αντίθεση με τις κατευθύνσεις του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού
Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τη Βιομηχανία και του Ρυθμιστικού
Σχεδίου για την υπό κρίση περιοχή της Αττικής.
Οι προωθούμενες με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις δραστηριότητες
επέκτασης του επίδικου διυλιστηρίου δεν συνάδουν προς τις κατευθύνσεις για
τη χωροταξική οργάνωση της περιοχής όπου θα λάβουν χώρα, όπως αυτές
διατυπώνονται στο Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου
Ανάπτυξης για τη Βιομηχανία (σχέδιο Κ.Υ.Α. Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, Μάρτιος 2008)
και στο Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας (ν. 1515/1985)
Καταρχήν, με γενικότερο στόχο τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και την
αειφόρο ανάπτυξη της μητροπολιτικής περιοχής, το «Ρυθμιστικό Σχέδιο και το
πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας»
(ν. 1515/1985), που αποτελεί βασικό στρατηγικό σχέδιο χωροταξικής και

88

πολεοδομικής οργάνωσης της μητροπολιτικής περιοχής, έχει θέσει ένα σύνολο
ειδικών και γενικών στόχων και κατευθύνσεων για τη χωροταξική διάρθρωση
των τομέων παραγωγής μέσα στα πλαίσια της εθνικής χωροταξικής πολιτικής.
Επικεντρώνοντας σε κάποιους από αυτούς τους στόχους προκύπτουν χρήσιμα
συμπεράσματα ως προς τη συμβατότητα της προωθούμενης επέκτασης του
επίδικου διυλιστηρίου με αυτούς.
Ειδικότερα, το άρθρο 3 παράγραφος 2β του ν. 1515/85 αναφέρεται στην
«Ανάσχεση της διόγκωσης των οικονομικών δραστηριοτήτων στην πρωτεύουσα με λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για αναπροσανατολισμό των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων στην περιφέρεια της χώρας κατά προτεραιότητα». Επίσης στην παράγραφο 3γ του ιδίου άρθρου ο νομοθέτης αναφέρεται στην ανάγκη απομάκρυνσης των οχληρών εγκαταστάσεων και λειτουργιών από τις περιοχές κατοικίας. Τέλος, στο άρθρο 15 παράγραφος 2.3. γίνεται
λόγος για ανάπτυξη και οργάνωση βιομηχανικών υποδοχέων εντός των οποίων
παροτρύνεται η ανάπτυξη των νέων βιομηχανικών δραστηριοτήτων και στο
βαθμό που είναι δυνατόν η συγκέντρωση των υφιστάμενων.
Όπως έχει αναφερθεί και παραπάνω, η εγκριθείσα με τις προσβαλλόμενες
αποφάσεις επέκταση του επίδικου διυλιστηρίου προτείνεται να λάβει χώρα σε
περιοχή εντός του εγκεκριμένου Γ.Π.Σ. του Δήμου Ελευσίνας και μάλιστα όχι
μακριά από τον συμπαγή αστικό ιστό της πόλης, ο οποίος σε καμία περίπτωση
δεν έχει τα χαρακτηριστικά ενός οργανωμένου υποδοχέα. Επιπλέον, η
ενδεχόμενη υλοποίησή της θα επιβαρύνει χωρικά την ήδη πολύ επιβαρυμένη
άτυπη ζώνη βιομηχανικών δραστηριοτήτων της περιοχής δεδομένου ότι θα
αυξήσει σημαντικά την πυκνότητα του δομημένου βιομηχανικού χώρου.
Προκύπτει λοιπόν ότι η επέκταση του επίδικου διυλιστηρίου στην εν λόγω
περιοχή αντιβαίνει προς τις κατευθύνσεις του Ρ.Σ.Α., αλλοιώνοντας στην
πραγματικότητα το μοντέλο χωρικής ανάπτυξης που προτείνεται απ’ αυτό,
καθώς όχι μόνο δεν λαμβάνει χώρα εντός οργανωμένου υποδοχέα αλλά και
πρόκειται να υλοποιηθεί πλησίον του αστικού ιστού της Ελευσίνας
ματαιώνοντας τους στόχους του Ρ.Σ.Α. για αποκέντρωση των οχλουσών
δραστηριοτήτων και απομάκρυνσή τους από περιοχές κατοικίας.
Η προωθούμενη με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις επέκταση του επίδικου
διυλιστηρίου στην εν λόγω περιοχή της Ελευσίνας καταστρατηγεί μια εκ των
βασικών επιταγών του η οποία έχει να κάνει με την δημιουργία οργανωμένων
υποδοχέων εντός των οποίων θα πραγματοποιούνται οι νέες επενδύσεις. Αυτό
συμβαίνει διότι η εγκριθείσα επέκταση λαμβάνει χώρα εντός περιοχής
πολεοδομικά οργανωμένης μέσω του Γ.Π.Σ. Ελευσίνας και απλά καθορισμένης
από αυτό ως κατάλληλης για υποδοχή βιομηχανικών – βιοτεχνικών
89

δραστηριοτήτων, και όχι εντός ενός κατά τα προβλεπόμενα από την οικεία
νομοθεσία οργανωμένου υποδοχέα υπό τη μορφή βιομηχανικής περιοχής ή
βιομηχανικού πάρκου, όπως ορίζεται σχετικά στο σχέδιο του Ειδικού πλαισίου
για τη Βιομηχανία.
Υπό το πρίσμα του συνόλου των προεκτεθέντων καθίσταται σαφές ότι η
εγκατάσταση των εγκριθεισών δραστηριοτήτων επέκτασης του επίδικου διυλιστηρίου στην υπό κρίση περιοχή δε συνάδει προς τις τεθειμένες γι’ αυτήν
κατευθύνσεις χωροταξικής οργάνωσης που τίθενται από τα υπερκείμενα
επίπεδα χωροταξικού σχεδιασμού, ήτοι το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού
Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τη Βιομηχανία και το Ρυθμιστικό
Σχέδιο της Αθήνας, γεγονός που πλήττει επιπροσθέτως τη νομιμότητα των
προσβαλλόμενων πράξεων που τις εγκρίνουν.
24. Παραβίαση της νομοθεσίας για την προστασία και διαχείριση των
υδατικών πόρων.
Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, και ιδίως η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων των δραστηριοτήτων «εκσυγχρονισμού-αναβάθμισης»
και επέκτασης του επίδικου διυλιστηρίου παραβιάζουν την υφιστάμενη νομοθεσία (Οδηγία 2000/60, ν. 3199/2003 και προγενέστερο ν. 1739/1987) και
νομολογία (Σ.τ.Ε. 1688/2005) τη σχετική με την προστασία και διαχείριση των
υδάτων.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ και του ν. 3199/2003, με
τον οποίο αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, κάθε χρήση των
υδάτων υπόκειται στις αρχές και τους περιορισμούς που συνθέτουν τη βιώσιμη
διαχείριση των υδατικών πόρων, οι οποίοι αποτελούν ουσιώδες στοιχείο του
φυσικού περιβάλλοντος. Όπως προκύπτει από το πνεύμα αλλά και την ίδια
γραμματική διατύπωση των ως άνω νομικών διατάξεων, θεμελιώδης αρχή για
την επίτευξη της προστασίας των υδατικών πόρων είναι ο ολοκληρωμένος
σχεδιασμός της διαχείρισής τους σε επίπεδο λεκάνης απορροής ποταμού
κατά τρόπο ώστε να συνδυάζεται η επιδίωξη της διατήρησης της καλής
ποιότητας των υδατικών πόρων με τη διαθεσιμότητα του νερού, όπως αυτή
προσδιορίζεται από ποσοτικά και διαχειριστικά κριτήρια. Προς αυτήν την
κατεύθυνση, από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο επιβάλλεται καταρχήν ο
ολοκληρωμένος προγραμματισμός της διαχείρισης των υδατικών πόρων σε
επίπεδο λεκάνης απορροής ποταμού («Σχέδια Διαχείρισης» ανά λεκάνη
απορροής κατά την Οδηγία 2000/60 και το ν. 3199/2003 και «Προγράμματα
ανάπτυξης υδατικών πόρων» ανά υδατικό διαμέρισμα σύμφωνα με τον
90

προγενέστερο ν. 1739/1987) που θα αποσκοπεί μεταξύ άλλων στην προστασία,
τη βελτίωση και την αποκατάσταση των υπόγειων υδάτων, στην πρόληψη
της ρύπανσής τους και της επιδείνωσης της κατάστασής τους με στόχο την
ισορροπία μεταξύ άντλησης και ανανέωσης. [Αξίζει να σημειωθεί ότι η
πρόβλεψη περί εκπόνησης προγραμμάτων ανάπτυξης υδατικών πόρων
συνεχίζει να ισχύει και μετά την ψήφιση του ν. 3199/2003, όπως προκύπτει από
την ίδια τη μεταβατική ρύθμιση (άρθρο 16) του τελευταίου αυτού νόμου, όπου
αναφέρεται ότι «ώσπου να αρχίσουν να ισχύουν οι κανονιστικές πράξεις που
προβλέπεται να εκδοθούν κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος, ισχύουν οι μέχρι
σήμερα ισχύουσες διατάξεις που ρυθμίζουν το ίδιο αντικείμενο». Συνεπώς
μέχρι την έκδοση των κανονιστικών πράξεων που θα προσδιορίσουν τα της
εφαρμογής της πρόβλεψης της Οδηγίας 2000/60 για την έγκριση Σχεδίου
Διαχείρισης ανά υδατικό διαμέρισμα και (λεκάνη απορροής) και γενικώς μέχρι
την ενεργοποίηση της πρόβλεψης της Οδηγίας για την έγκριση Σχεδίων
Διαχείρισης ισχύει η απαίτηση εκπόνησης και έγκρισης των προγραμμάτων
αξιοποίησης υδατικών πόρων.]
α. Πιο συγκεκριμένα, στην επίδικη περίπτωση, η περιοχή των εγκαταστάσεων
της αντιδίκου «ΑΕ ΕΛΠΕ ΒΕΕ» και της μελλοντικής επέκτασής τους,
βρίσκονται στο παράκτιο τμήμα της λεκάνης απορροής του υδρορεύματος
«Σαρανταπόταμος». Για την εν λόγω λεκάνη απορροής ουδέποτε έχει
εκτιμηθεί υδρολογικό ισοζύγιο και συνακόλουθα δεν έχει εκπονηθεί ούτε
Διαχειριστικό Σχέδιο των υδατικών πόρων αλλά ούτε και Πρόγραμμα
Ανάπτυξης της περιοχής –κατά τους ορισμούς του προγενέστερου νομικού
καθεστώτος- στο οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί το Σχέδιο Διαχείρισης των
Υδατικών Πόρων αν υπήρχε. Ωστόσο, κατά επιστημονικά τεκμηριωμένες
εκτιμήσεις, επιβεβαιωμένες και από την ίδια την αντίδικο εταιρία, παρατηρούνται φαινόμενα ρύπανσης του παράκτιου υδροφόρου από την παρουσία
υδρογονανθράκων αλλά και από την υφαλμύριση λόγω των υπεραντλήσεων.
Για την κάλυψη των αναγκών σε νερό των εγκριθέντων δραστηριοτήτων
επέκτασης προβλέπεται (υπό 9.3, σελ. 57) από την προσβαλλόμενη απόφαση
έγκρισης περιβαλλοντικών όρων μεταξύ των άλλων και η άντληση 1,5 εκατομ.
κ.μ. υφάλμυρου νερού, ποσότητας αυξημένης κατά 91% σε σχέση με τη
μέχρι σήμερα αντλούμενη, από τον παράκτιο υδροφόρο με χρησιμοποίηση
τεσσάρων υφιστάμενων ήδη γεωτρήσεων και δύο μελλοντικών. Προκειμένου να καταδειχθεί το μέγεθος των υδάτων που αντλούνται από τον υπόγειο
υδροφορέα, χωρίς το κατά νόμο απαιτούμενο διαχειριστικό σχέδιο που να έχει
προηγουμένως εκτιμήσει τα αποθέματά του και τη δυνατότητα ανατροφοδοτησής του, στις ως άνω -αυξημένες κατά 91%- ποσότητες αυτές πρέπει να
προστεθούν και οι ποσότητες που αντλούνται για την απορρύπανση του

91

υδροφόρου (βλ. κατωτέρω) και οι οποίες μετά την απορρύπανσή τους δεν
επανεισάγονται στον υφαλμυρισμένο υδροφόρο. Σημειωτέον ότι με την
προβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων παρέχεται στην
αντίδικο η δυνατότητα απόληψης και διαχείρισης τεράστιων ποσοτήτων από
τους υδροφόρους του παράκτιου τμήματος της λεκάνης του Σαρανταπόταμου,
όταν αυτοί έχουν αποδεδειγμένα στερηθεί σημαντικό μέρος της τροφοδοσίας
τους μετά την κατασκευή των αντιπλημμυρικών έργων στην ευρύτερη περιοχή,
τη γρήγορη παροχέτευση των πλημμυρικών απορροών στη θάλασσα και τη μη
πρόβλεψη δέσμευσής τους, σε κατάλληλες θέσεις, για τον τεχνητό εμπλουτισμό
των υδροφόρων!
Οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών
όρων τέσσερις γεωτρήσεις για την εξυπηρέτηση των αναγκών του υφιστάμενου
σχήματος του επίδικου διυλιστηρίου έχουν ανορυχθεί και λειτουργούν χωρίς
την προβλεπόμενη από την νομοθεσία (άρθρα 7-9 ν. 1739/1987, άρθρο 11 ν.
3199/2003) άδεια εκτέλεσης έργου αξιοποίησης υδατικών πόρων και άδεια
χρήσης νερού και χωρίς την προηγούμενη περιβαλλοντική αδειοδότησή τους με
την υποβολή και αξιολόγηση της Μ.Π.Ε. που προβλέπεται για την Ομάδα 2,
Κατηγορία Α΄, Υποκατηγορία 1η (α/α 7.3. «γεωτρήσεις για την κάλυψη
αναγκών βιομηχανικών και λοιπών εγκαταστάσεων») του Παραρτήματος
Κ.Υ.Α. 15393/2332/2002 (ΦΕΚ 1022/Β/2002) και τη συνακόλουθη έγκριση
περιβαλλοντικών όρων. Το αυτό ισχύει και για τις δύο νέες γεωτρήσεις που θα
διανοιχθούν, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, για την κάλυψη των
αναγκών του μελλοντικού σχήματος του διυλιστηρίου. Μάλιστα, για τη
θεραπεία της έλλειψης αδειοδότησης των γεωτρήσεων άντλησης υπόγειου
νερού, τόσο των υφιστάμενων αλλά και των μελλοντικών, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων τίθεται ως όρος η μελλοντική
υποβολή αίτησης για νομιμοποίησή τους κατά τη διαδικασία της παρ. 16 του
άρθρου 4 του ν. 3199/20038, και ζητείται η σύνταξη και υποβολή μελέτης μόνο
για το έργο απόληψης θαλασσινού νερού ψύξης προκειμένου και αυτό να νομιμοποιηθεί εκ των υστέρων με την προαναφερόμενη διάταξη (υπό 9.2., 9.3., σελ.
57 απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων). Ωστόσο, ο ως άνω
περιβαλλοντικός όρος είναι αδύνατο να υλοποιηθεί, καθώς το άρθρο 4 παρ. 16
του ν. 3199/2003, παρέχει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις τη δυνατότητα να
λάβουν άδεια χρήσης υδάτων όσοι είχαν το σχετικό δικαίωμα σύμφωνα με το
προϊσχύσαν νομικό καθεστώς του ν. 1739/1987, δικαίωμα που από κανένα
στοιχείο δεν προκύπτει ότι έχει η αντίδικος εταιρία. Εξάλλου, η νομιμοποίηση
–έστω και εκ των υστέρων- των ανωτέρω γεωτρήσεων προσκρούει στην υπ’
αριθ. 72/17.09.2003 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτικής Αττικής
για την «Επιβολή περιοριστικών μέτρων για την προστασία του υδατικού
δυναμικού της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής», η οποία έχοντας αναγνωρίσει το
οξυμένο πρόβλημα της υπεράντλησης των υδροφόρων της περιοχής και της
92

υποβάθμισης της ποιότητας τους, απαγόρευσε απόλυτα τη ανόρυξη
γεωτρήσεων.
Η παρεχόμενη από την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών
όρων δυνατότητα υπεράντλησης του υπόγειου υδροφορέα ελλείψει «Σχεδίου
Διαχείρισης» ή «Προγράμματος ανάπτυξης υδατικών πόρων» Σχεδίου
Διαχείρισης και μάλιστα από γεωτρήσεις παράνομες προσκρούει ευθέως στους
γενικούς κανόνες χρήσης υδάτων που οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας
για τη διαχείριση και προστασία των υδάτινων πόρων (Οδηγία 2000/60 και ν.
3199/2003) θέτουν προς το σκοπό της βιώσιμης διαχείρισής τους. Σύμφωνα με
αυτούς τους γενικούς κανόνες (άρθρο 10 ν. 3199/2003) «α) Κάθε χρήση πρέπει
να αποβλέπει στη βιώσιμη και ισόρροπη ικανοποίηση των αναπτυξιακών
αναγκών και να διασφαλίζει τη µακροπρόθεσµη προστασία των υδάτων, την
επάρκεια των αποθεμάτων τους και τη διατήρηση της ποιότητάς τους, ιδιαίτερα
δε τη μείωση και την αποτροπή της ρύπανσής τους. β) Η ικανοποίηση της
ζήτησης του νερού γίνεται µε βάση τα όρια και τις δυνατότητες των υδατικών
αποθεμάτων, λαµβανοµένων υπόψη των αναγκών για τη διατήρηση των
οικοσυστημάτων, καθώς και της ισορροπίας που απαιτείται μεταξύ άντλησης κι
ανατροφοδότησης των υπόγειων υδάτων. Οι ανάγκες των χρήσεων σε νερό
ικανοποιούνται κατά το δυνατόν σε επίπεδο περιοχής λεκάνης απορροής
ποταμού. Κατά τη διαχείριση των υδάτων πρέπει να εξασφαλίζεται η
εξοικονόμηση νερού µέσω της χρήσης τεχνικών µεθόδων, οικονομικών κινήτρων και εργαλείων».
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης
περιβαλλοντικών όρων με πρόβλεψη για υπεράντληση του υδροφόρου από
παράνομες γεωτρήσεις, και μάλιστα πριν την κατά νόμο (1650/1986 και
3199/2003 αλλά και 1739/1987) αδειοδότησή τους παραβιάζει τους ως άνω
γενικούς κανόνες που διέπουν τη χρήση των υδάτων προς το σκοπό της
βιώσιμης διαχείρισής τους. Πιο συγκεκριμένα, η αδειοδότηση των γεωτρήσεων
που πρόκειται να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες ενός έργου θα πρέπει να
προηγείται της αδειοδότησης αυτού του ίδιου. Μόνο με τον τρόπο αυτό είναι
δυνατό να εκτιμηθεί εκ των προτέρων και να προσδιοριστεί, κατά τους
ορισμούς του άρθρου 10 του ν. 3199/2003, η ποσότητα υδάτων που μπορεί να
αντληθεί από τον υδροφόρο χωρίς να διακυβεύεται η επάρκεια των αποθεμάτων που απαιτούνται συνδυαστικά για την ισόρροπη ικανοποίηση των αναγκών
άλλων χρήσεων, για τη διατήρηση της ποιότητάς τους και την αποτροπή της
υποβάθμισης αυτής ενόψει των αναγκών της διατήρησης των οικοσυστημάτων
και για την επίτευξη της ισορροπίας μεταξύ άντλησης και ανατροφοδότησης
των υπόγειων υδροφορέων. Η προηγούμενη αδειοδότηση των γεωτρήσεων
εξασφαλίζει εκ των προτέρων ότι η επιδιωκόμενη από το έργο χρήση των

93

υδατικών πόρων θα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο βιώσιμης διαχείρισης
και προστασίας τους, το οποίο θα πρέπει εν συνεχεία να ληφθεί υπόψη κατά
την περιβαλλοντική αδειοδότηση του ίδιου του έργου. Υπό την έννοια αυτή,
προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για προηγούμενη αδειοδότηση των γεωτρήσεων, όταν δεν υφίσταται εγκεκριμένο διαχειριστικό σχέδιο σε επίπεδο λεκάνης
απορροής, ώστε να τίθεται ένα κάποιο πλαίσιο διαχείρισης και να διασφαλίζεται ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας των υδάτινων πόρων.
Σε συνάφεια προς τα ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι η
υποχρέωση για προηγούμενη αδειοδότηση των γεωτρήσεων που θα χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες ενός έργου πριν την αδειοδότηση αυτού του ίδιου
προκύπτει ρητά και από την προϊσχύσασα νομοθεσία, καθώς στο άρθρο 9 παρ.
16 του ν. 1739/1987 ορίζεται ότι «δεν επιτρέπεται η έκδοση οποιασδήποτε
άδειας για εγκατάσταση ή επέκταση μονάδων, οι οποίες για τη λειτουργία τους
έχουν ανάγκη χρήσης νερού, αν προηγουµένως δεν έχει χορηγηθεί σ' αυτές η
άδεια που προβλέπει το άρθρο αυτό.»
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ο
παράνομος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, καθώς εγκρίνει την υπεράντληση του υπόγειου υδροφορέα από
γεωτρήσεις, πριν καν αυτές υποβληθούν στην απαιτούμενη από το νόμο διαδικασία αδειοδότησής τους, ώστε να αξιολογηθεί η δυνατότητα χρήσης των
συγκεκριμένων –ως προς την ποσότητα και ποιότητα- υδάτινων πόρων για τις
ανάγκες των επίδικων βιομηχανικών δραστηριοτήτων από τη σκοπιά της
βιώσιμης διαχείρισής τους. Εξάλλου, και μόνο το γεγονός ότι η εν λόγω
προσβαλλόμενη απόφαση εγκρίνει την χρήση υπόγειων υδάτων χωρίς να έχει
προηγηθεί η εκπόνηση και έγκριση ενός προγράμματος αξιοποίησης υδατικών
πόρων, κατά τους ορισμούς του προγενέστερου νομικού πλαισίου ή σχεδίου
διαχείρισης της λεκάνης απορροής του Σαρανταπόταμου σύμφωνα με τις
επιταγές της Οδηγίας 2000/60 και του ν. 3199/2003, την καθιστά παράνομη και
ακυρωτέα.
β. Από την άλλη, η λειτουργία του ήδη υφιστάμενου σχήματος του διυλιστηρίου έχει διαπιστωμένα προκαλέσει σημαντική ρύπανση των υδροφόρων της
περιοχής από υδρογονάνθρακες αλλά και εξαιτίας της διείσδυσης της θάλασσας
(υφαλμύριση) λόγω υπεράντλησης των υπόγειων υδάτων. Εντούτοις, οι
αντληθησόμενες ποσότητες υπόγειου νερού λόγω της επέκτασης των
εγκαταστάσεων του διυλιστηρίου αυξάνονται σημαντικά, όπως αποδείχθηκε
ανωτέρω, χωρίς προηγουμένως να έχει γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια
αποκατάστασης της ποιότητας ή έστω αναστροφής της ρύπανσης από το
θαλασσινό νερό. Μάλιστα, προς αντιμετώπιση της υποβάθμισης της ποιότητας
94

των υπόγειων υδάτων, η προσβαλλόμενη απόφαση περιβαλλοντικών όρων
εγκρίνει την εφαρμογή μεθόδων αναποτελεσματικών, που όχι μόνο
αντιμετωπίζουν αποσπασματικά το πρόβλημα αλλά και συμβάλλουν στην
περαιτέρω επιδείνωσή του.
Καταρχήν, προς αντιμετώπιση του ζητήματος της ρύπανσης του υδροφορέα
στην επίδικη περιοχή, η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών
περιορίζεται στη θέσπιση όρων μόνο για την απορρύπανση από τους
υδρογονάνθρακες, αλλά και προς αυτήν την κατεύθυνση υιοθετεί εντελώς
αναποτελεσματικές μεθόδους. Μία εξ αυτών είναι και ο μακροσκοπικός
εντοπισμός της ρύπανσης από πετρελαιοειδή (σημεία 6.2.4 και 6.2.6.β), όταν
δηλαδή η ρύπανση θα βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, αντί της πρόβλεψης
εγκατάστασης οργάνων αυτόματης προειδοποίησης. Ως εκ τούτου, τα
επεισόδια διαρροών στις επίδικες εγκαταστάσεις δεν γίνονται αντιληπτά άμεσα
από συστήματα monitoring αλλά από τρίτους, (2004, Λιμεναρχείο Ελευσίνας)
οι οποίοι όμως χρησιμοποιούν το οπτικό αποτέλεσμα της ρύπανσης, δηλαδή
όταν αυτή έχει ήδη επεκταθεί σημαντικά.
Επιπλέον, για την απορρύπανση των υδροφόρων (μόνο από υδρογονάνθρακες)
χρησιμοποιείται ατελώς (δηλαδή κατά το ήμισυ) η τεχνική «pump and treat»
(«άντληση και επεξεργασία»). Σύμφωνα με αυτήν, αντλείται το ρυπασμένο
νερό από τον υδροφορέα μέσω δύο γεωτρήσεων και υπόκειται σε επεξεργασία.
Ωστόσο, το απορρυπασμένο νερό δεν επανεισάγεται στον υδροφόρο ώστε να
αναπληρώνεται το έλλειμμα όπως προβλέπει η τεχνική. Ως εκ τούτου, για το
σκοπό της απορρύπανσης αντλούνται επιπλέον ποσότητες υπόγειων υδάτων με
αποτέλεσμα το πρόβλημα της υφαλμύρισης από την υπεράντληση να γίνεται
ακόμη οξύτερο. Ας σημειωθεί ότι αυτές οι γεωτρήσεις απορρύπανσης,
εξακολουθούν να λειτουργούν και όταν ολοκληρωθεί η απορρύπανση των
υδάτων που αντλήθηκαν, για προληπτικούς δήθεν λόγους, με αποτέλεσμα να
εντείνεται το φαινόμενο της υφαλμύρισης από τη διείσδυση της θάλασσας
λόγω της ακατάπαυστης άντλησης υδάτων από τον υπόγειο υδροφορέα.
Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, και προκειμένου να καταδειχθεί η υφιστάμενη
μέχρι σήμερα ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα για την αντιμετώπιση της
οποίας ουδέποτε εφαρμόστηκαν τα ενδεδειγμένα μέτρα, οφείλουμε να
αναφερθούμε στην από 10.09.2008 «Μελέτη Σκοπιμότητας Εγκατάστασης
Συστημάτων Παρακολούθησης του Έργου Απορρύπανσης και Ποιότητας
Υδροφόρου Ορίζοντα της ακτογραμμής ΕΑΣ (τ. ΠΥΡΚΑΛ)», που συνέταξε για
λογαριασμό της αντιδίκου η εταιρία INTERGEO μετά την έκδοση της
προσβαλλόμενης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Στην εν λόγω μελέτη
αναφέρεται ρητά στην εισαγωγή « …… Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών
95

που παρήλθαν, εφαρμόστηκε μέθοδος απορρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα
η οποία βρίσκεται στο τελικό της στάδιο αφού η συγκέντρωση
υδρογονανθράκων στο υπόγειο νερό είναι ελάχιστη και μόνο ελαφρύς πλέον
ιριδισμός παρατηρείται στα σημεία που αυτοί εκβάλλουν στην
ακτογραμμή ΕΑΣ. Στην παρούσα φάση κρίνεται απαραίτητη η εγκατάσταση
συστήματος παρακολούθησης της ποιότητας του υδροφόρου ορίζοντα. Με το
σύστημα αυτό θα γίνονται συνεχείς μετρήσεις και περιοδικές χημικές
αναλύσεις υπόγειου νερού καθώς και αέριων υδρογονανθράκων που
βρίσκονται εν διαλύσει σε αυτό. ΄Ετσι κατά το τέλος της απορρύπανσης θα
μπορούν να εντοπισθούν άμεσα όλες οι μεταβολές των ποιοτικών
χαρακτηριστικών του υδροφόρου ορίζοντα…..».
Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ομολογείται για πρώτη φορά ότι η
απορρύπανση δεν επιτεύχθηκε τελικώς παρά τις μέχρι σήμερα περί του
αντιθέτου διαβεβαιώσεις της αντιδίκου. Μάλιστα, όπως προκύπτει από την
περιγραφή της INTERGEO, η προτεινόμενη τεχνική «monitoring» είναι η
γνωστή και καθιερωμένη διεθνώς «Air Stripping» («Αεροδιαχωρισμός») η
οποία όμως είναι τεχνική απορρύπανσης από πτητικούς υδρογονάνθρακες.
Γίνεται, λοιπόν, και πάλι άμεση παραδοχή ότι μέχρι σήμερα δεν έχει επιτευχθεί
απορρύπανση, δηλαδή επαναφορά του υδροφόρου στην προ της ρύπανσης
φυσικοχημική και βιολογική κατάσταση. Εξάλλου, αν ο στόχος ήταν η
παρακολούθηση («monitoring») θα επιλεγόταν μια από τις καθιερωμένες
τεχνικές όπως π.χ. η εγκατάσταση σταθμών αυτόματης προειδοποίησης.
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, που παρατίθενται ενδεικτικά, καθίσταται
σαφές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιβαλλοντικών όρων παραβιάζει κατά
τα ανωτέρω τις επιταγές της προαναφερόμενης νομοθεσίας (Οδηγία 2000/60, ν.
3199/2003) για την προστασία, διαχείριση, αποκατάσταση και αποτροπή της
περαιτέρω ρύπανσης και υποβάθμισης της ποιότητας των υδατικών πόρων και
ως εκ τούτου κρίνεται παράνομη και θα πρέπει να ακυρωθεί.
25. Παράνομη ως προς το περιεχόμενο της η απόφαση καταχώρισης της
μελέτης ασφαλείας
H υπ’ αριθ. Δ3/Α/οικ.11219/8.5.2008 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης με
την οποία εγκρίνεται η καταχώρηση της μελέτης ασφαλείας για το έργο
«Εκσυγχρονισμού-Αναβάθμισης» (κατά την ορολογία της ίδιας της απόφασης)
του Διυλιστηρίου Ελευσίνας της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΕΡΛΑΙΑ Α.Ε.»
κρίνεται παράνομη, καθώς ελλείψει συγκεκριμένων όρων, απευθυνόμενων
προς τον φορέα της εγκριθείσας δραστηριότητας και δεσμευτικών γι’ αυτόν,
96

δεν δύναται να παράγει τα εκ του προορισμού της αναγκαία έννομα αποτελέσματα.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/105/ΕΚ, όπως
αυτή τροποποίησε την προγενέστερη 96/82/ΕΚ για την αντιμετώπιση των
κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες, έχει
αναχθεί σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος η πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων
σε ορισμένες βιομηχανικές δραστηριότητες και ο περιορισμός των συνεπειών τους για τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Προς αυτή την κατεύθυνση, οι
αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών οφείλουν να μεριμνούν ώστε, για μονάδες
με σημαντικές ποσότητες επικινδύνων ουσιών, οι οποίες προσδιορίζονται στα
σχετικά παραρτήματα των ως άνω νομικών κειμένων, ο ασκών την εκμετάλλευση να παρέχει πληροφορίες υπό μορφή έκθεσης ασφαλείας (εν. : μελέτη
ασφαλείας), που θα περιέχει λεπτομέρειες για τη μονάδα, τις υπάρχουσες
επικίνδυνες ουσίες, την εγκατάσταση ή την αποθήκευση, τα πιθανά μεγάλα ατυχήματα και τα διαθέσιμα διαχειριστικά συστήματα με σκοπό να προληφθεί
και να μειωθεί ο κίνδυνος μεγάλων ατυχημάτων και να καταστεί δυνατή η
λήψη των αναγκαίων μέτρων περιορισμού των συνεπειών τους. Σε
συμμόρφωση με τις διατάξεις της προαναφερόμενης κοινοτικής νομοθεσίας
εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 12044/613/2007 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 376/Β΄/2007) για τον
«Καθορισμό μέτρων και όρων για την αντιμετώπιση κινδύνων από ατυχήματα
μεγάλης έκτασης σε εγκαταστάσεις ή μονάδες, λόγω της ύπαρξης επικίνδυνων
ουσιών, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/105/ΕΚ», στο
άρθρο 8 της οποίας ορίζονται τα σχετικά με το περιεχόμενο και τις
προϋποθέσεις υποβολής της μελέτης ασφαλείας, τη διαδικασία αξιολόγησής
της μελέτης, την καταχώρηση της μελέτης και την επανεξέτασή της.
Στην επίδικη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση καταχώρισης της μελέτης
ασφαλείας εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 Γ΄ της ως άνω υπ’ αριθ.
12044/613/2007 Κ.Υ.Α. και αποτελεί κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου σας
εκτελεστή διοικητική πράξη (Σ.τ.Ε. 83/2005). Ωστόσο, στο διατακτικό της
γίνεται απλή αναφορά περί του γεγονότος της καταχώρισης της μελέτης
ασφαλείας και επαναλαμβάνεται η διατύπωση του εδαφίου 2 του άρθρου αυτού
όπου ορίζεται ότι «Η καταχώρηση της μελέτης ασφαλείας δεν συνιστά έγκριση
του περιεχομένου της, δεδομένου ότι τα στοιχεία της μελέτης αυτής τελούν υπό
διαρκή έλεγχο, συμπλήρωση και βελτίωση», χωρίς να τίθεται ρητά κάποιος
ειδικός όρος ασφαλείας στον οποίο οφείλει να συμμορφωθεί η ασκούσα την
επίδικη εκμετάλλευση εταιρία.
Ωστόσο, η θέσπιση ειδικών όρων και περιορισμών ασφαλείας στο σώμα της
απόφασης καταχώρισης της μελέτης ασφαλείας κρίνεται επιβεβλημένη,
97

προκειμένου μέσω αυτών να εξασφαλιστεί κατά το ελάχιστο η εκπλήρωση
του δημοσίου σκοπού πρόληψης μεγάλων ατυχημάτων και αποτροπής των
συνεπειών τους. Η Διοίκηση, έχοντας αξιολογήσει τη μελέτη ασφαλείας,
όφειλε επί τη βάσει αυτής να προσδιορίσει εκείνα τα ειδικά μέτρα ασφαλείας
που πρέπει να λάβει ο ασκών την εκμετάλλευση προκειμένου να αποτραπεί
τουλάχιστον εκείνος ο κίνδυνος ατυχήματος που ενέχει –επί τη βάσει
επιστημονικών κριτηρίων- τις πιο σοβαρές ενδείξεις να πραγματωθεί, λόγω της
φύσης της δραστηριότητας και των συνθηκών όπου αυτή θα ασκηθεί. Με τον
τρόπο αυτό η Διοίκηση, κατά την επιδίωξη του συγκεκριμένου σκοπού
δημοσίου συμφέροντος με την έκδοση της απόφασης καταχώρισης της εν λόγω
μελέτης, διασφαλίζει έστω και το ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας των ανθρώπων
και του περιβάλλοντος από το κίνδυνο μεγάλων ατυχημάτων, στην οποία
αποβλέπει η σχετική νομοθεσία. Αντίθετη άποψη, μεταθέτει την προστασία της
ανθρώπινης ζωής και σωματικής ακεραιότητας και του φυσικού περιβάλλοντος
από δραστηριότητες που ενέχουν σοβαρό κίνδυνο μεγάλου ατυχήματος
αποκλειστικά στη σφαίρα της επιδίωξης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και
εξαρτά από τη βούληση του ασκούντος την εκμετάλλευση την τήρηση των
κανόνων ασφαλείας, κανόνες μάλιστα που ο ίδιος έχει προηγουμένως
διατυπώσει στη μελέτη ασφαλείας!
Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι κατά τη ρητή διατύπωση των σχετικών
διατάξεων η καταχώριση της μελέτης δε συνιστά έγκριση, δεν απαλλάσσει τη
Διοίκηση από την υποχρέωση να θέσει όρους και περιορισμούς ασφαλείας
στην συγκεκριμένη διοικητική πράξη. Και αυτό γιατί η σχετική διάταξη του
άρθρου 8Γ΄ εδ. 2, καίτοι ατυχώς διατυπωμένη, τίθεται για να υποδείξει ότι σε
περίπτωση ατυχήματος αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο φορέας της εκμετάλλευσης και όχι η αρμόδια για την καταχώριση της μελέτης διοικητική αρχή.
Τούτο προκύπτει από το προοίμιο της Οδηγίας 96/82/ΕΚ όπου αναφέρεται ότι
«17) για να αποδείξει ότι έγιναν τα δέοντα στους τομείς της πρόληψης
μεγάλων ατυχημάτων, της προετοιμασίας σχεδίου ετοιμότητας και των μέτρων
αντιμετώπισης, είναι απαραίτητο, σε μονάδες με σημαντικές ποσότητες
επικινδύνων ουσιών, ο ασκών την εκμετάλλευση να παρέχει στην αρμόδια
αρχή πληροφορίες υπό μορφή έκθεσης ασφαλείας…» καθώς από το άρθρο 6
της υπ’ αριθ. 12044/613/2007 Κ.Υ.Α. όπου ορίζεται ότι «Ο ασκών την
εκμετάλλευση είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για το περιεχόμενο της
κοινοποίησης ή/και της μελέτης ασφαλείας, ως προς την ακρίβεια, πληρότητα
και ορθότητα των επιλεγόμενων μεθόδων προσδιορισμού των αιτίων που
ενδέχεται να προκαλέσουν ατύχημα μεγάλης έκτασης, καθώς και για την
ορθότητα και πληρότητα των εκτιμήσεων των συνεπειών στον άνθρωπο και
στο περιβάλλον από ενδεχόμενο ατύχημα». Ωστόσο, η έλλειψη ευθύνης της
Διοίκησης σε περίπτωση ατυχήματος δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωσή
της να εντοπίσει και να προσδιορίσει στην πράξη καταχώρισης της μελέτης
98

ασφαλείας τα μέτρα που οπωσδήποτε πρέπει να ληφθούν για να προληφθεί
κατά το δυνατό ο κίνδυνος μεγάλου ατυχήματος και να αποτραπούν οι
συνέπειες του. Τουναντίον μάλιστα, η υποχρέωση αυτή της Διοίκησης
καταδεικνύεται εντονότερη σε περίπτωση ανακριβούς, ανεπαρκούς και εσφαλμένου περιεχομένου μελέτης, καθώς σε αυτήν την περίπτωση η πρόληψη
μεγάλου ατυχήματος και η αποτροπή των συνεπειών του εκ των πραγμάτων θα
εξαρτηθεί αποκλειστικά από την τήρηση των όρων ασφαλείας που η Διοίκηση
έθεσε ρητά στην απόφαση καταχώρισης της μελέτης κατόπιν ουσιαστικής
αξιολόγησης της.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, αξίζει να υπογραμμιστεί ότι στην υπό κρίση
περίπτωση, η έλλειψη στο σώμα της προσβαλλόμενης απόφασης καταχώρισης
της επίδικης μελέτης συγκεκριμένων όρων και περιορισμών ασφαλείας,
δεσμευτικών προς τον φορέα της εγκριθείσας εκμετάλλευσης, δεν μπορεί να
γίνει ανεκτή. Και αυτό γιατί, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω (υπό 1ο (περ. Αβ)
αλλά και 4ο ακυρωτικό λόγο) η άμεση χωρική γειτνίαση των σχεδιαζόμενων
εγκαταστάσεων επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου με το γήπεδο αλλά
και τις ίδιες τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου κατασκευής πυρομαχικών της
Ε.Α.Σ., και μάλιστα η ίδρυση των επίδικων νέων μονάδων στην προβλεπόμενη
ως ζώνη ασφαλείας μεταξύ των δύο αυτών κατά νόμο επικίνδυνων
δραστηριοτήτων, αυξάνει χωρίς αμφιβολία το βαθμό επικινδυνότητας του
επίδικου έργου για την πρόκληση μεγάλου ατυχήματος σχετιζόμενου με
επικίνδυνες ουσίες. Συνεπώς, ως τον ελάχιστο όρο ασφαλείας που εν
προκειμένω όφειλε η Διοίκηση να θέσει στην προσβαλλόμενη πράξη είναι,
μεταξύ άλλων, και η τήρηση των νόμιμων αποστάσεων ασφαλείας από το
παρακείμενο εργοστάσιο πυρομαχικών!
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η έλλειψη θέσπισης όρων και
επιβολής μέτρων ασφαλείας στο σώμα της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ.
Δ3/Α/οικ.11219/8.5.2008 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης με την οποία
εγκρίνεται η καταχώρηση της μελέτης ασφαλείας των εγκριθέντων δραστηριοτήτων, καθιστά αυτήν παράνομη. Και αυτό γιατί δεν μπορεί να παράγει τα εκ
της φύσεως και του προορισμού της έννομα αποτελέσματα, να διασφαλίσει
δηλ. κατά το δυνατό την πρόληψη μεγάλου ατυχήματος και την αποτροπή των
συνεπειών του προς την κατεύθυνση του κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις
σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ήτοι της προστασίας της ανθρώπινης ζωής και
σωματικής ακεραιότητας και του φυσικού περιβάλλοντος. Ως εκ τούτου, πρέπει
να ακυρωθεί.

99

26. Παραβίαση του ισχύοντος νομικού πλαισίου για τη διαχείριση των
υγρών επικινδύνων αποβλήτων
Με την υπ’ αριθ. Η.Π.13588/725/2006 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 383/Β’/28.03.2006),
θεσπίστηκαν μέτρα, όροι και περιορισμοί για την διαχείριση επικινδύνων
αποβλήτων σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 91/689/ΕΟΚ «για τα
επικίνδυνα απόβλητα» που αποσκοπούν στη διασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου
προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, ιδίως μέσω της
πρόληψης, ή/και της μείωσης της παραγωγής και της επικινδυνότητας των
αποβλήτων, ή/και της αξιοποίησής τους, με την ανάπτυξη και χρησιμοποίηση
καθαρών τεχνολογιών.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. Β της ανωτέρω Κ.Υ.Α., για τη διαχείριση
επικινδύνων αποβλήτων, που εμπίπτουν στο σχετικό Παραρτήματα της υπ`
αριθ. 2000/532/ΕΚ απόφασης της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
σχετικά με τον κατάλογο αποβλήτων (ΕΕ L 226/06.09.2000/σελ.3) όπως αυτή
τροποποιήθηκε με τις μεταγενέστερες αποφάσεις 2001/118/ΕΚ (ΕΕ L
047/16.2.2001/σελ.1), 2001/119/ΕΚ (ΕΕ L 047/16.2.2001/σελ.32) και
2001/573/ΕΚ (ΕΕ L 203/28.7.2001/σελ.18) της Επιτροπής, απαιτείται η άδεια
διαχείρισης κατόπιν υποβολής ειδικής μελέτης διαχείρισης επικίνδυνων
αποβλήτων.
Στην υπό κρίση περίπτωση, δυνάμει της υπ’ αριθ. Α3/21661/09.12.1991
απόφασης της Δ/νσης Υγείας Νομ. Δυτ. Αττικής περί «οριστικής άδειας-διάθεσης λυμάτων – βιομηχανικών αποβλήτων της υφιστάμενης εγκατάστασης»,
το επίδικο διυλιστήριο διαθέτει στο χώρο του εγκαταστάσεις οι οποίες
επεξεργάζονται και διαθέτουν στο περιβάλλον, και ειδικότερα στον κόλπο του
Σαρωνικού, επικίνδυνα υγρά απόβλητα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής
της προαναφερόμενης κοινοτικής νομοθεσίας και της Κ.Υ.Α. για την
ενσωμάτωση της στην ελληνική έννομη τάξη. Ενδεικτικά αναφέρονται τα
απόβλητα από τον καθαρισμό καυσίμου με βασικά υλικά, που στη προκειμένη
περίπτωση είναι όσα παράγονται από τις διαδικασίες αποθείωσης (γλύκανσης)
των προϊόντων διύλισης με ΜΕΑ ή καυστικό νάτριο. Σύμφωνα με το ως άνω
ισχύον νομικό πλαίσιο, η αντίδικος υπέχει την υποχρέωση εκπόνησης και
υποβολής μελέτης διαχείρισης υγρών αποβλήτων προς αξιολόγησή της από τη
Διοίκηση (εν προκειμένω τις αρμόδιες υπηρεσίες της Περιφέρειας Αττικής),
δοθέντος ότι στο επίδικο διυλιστήριο υφίστανται εγκαταστάσεις οι οποίες
επεξεργάζονται, αξιοποιούν ή/και διαθέτουν οι ίδιες τα επικίνδυνα απόβλητά
τους (άρθρο 7 παρ. Β1, περ. 1 ii και 181098/444/28-1-2008 εγκυκλίου του
Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε όπου διευκρινίζονται οι περιπτώσεις ισχύος και μη ισχύος του
άρθρου 7).
100

Σύμφωνα με τις διατάξεις της Κ.Υ.Α. 24944/1159/2006 περί έγκρισης τεχνικών
προδιαγραφών για τη διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων (ΦΕΚ
791/Β΄/30.06.2006), για την υποβολή αίτησης για την έκδοση της άδειας
διαχείρισης υγρών αποβλήτων, εκτός από την εκπονηθείσα ειδική μελέτη,
απαιτείται ως προαπαιτούμενο η προηγούμενη ύπαρξη απόφασης έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων για το έργο που αφορούν οι εγκαταστάσεις
επεξεργασίας και διαχείρισης των επικίνδυνων αποβλήτων. Είναι εύλογο ότι η
σχετική έγκριση περιβαλλοντικών όρων θα πρέπει να έχει εκδοθεί κατόπιν
υποβολής και αξιολόγησης Μ.Π.Ε., στην οποία να αποτυπώνεται ρητά και
ειδικά η προς αδειοδότηση διαδικασία επεξεργασίας και διαχείρισης/διάθεσης των εν λόγω επικινδύνων αποβλήτων με επισήμανση της
επικινδυνότητάς τους και πλήρη αναφορά και ανάλυση των στοιχείων που
απαιτεί η προαναφερόμενη νομοθεσία για τη διαχείρισή τους. Με τον τρόπο
αυτό είναι δυνατή η αποτίμηση και αξιολόγηση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων της διαδικασίας επεξεργασίας και διαχείρισης/διάθεσης των
επικινδύνων αποβλήτων, ώστε στη συνέχεια αυτή να περιγραφεί με τεχνικούς
όρους στην υποβληθησόμενη μελέτη διαχείρισης και να αδειοδοτηθεί από την
αρμόδια διοικητική αρχή.
Εν προκειμένω, στην υποβληθείσα Μ.Π.Ε., επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η
προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για τις επίδικες
δραστηριότητες «επέκτασης και εκσυγχρονισμού» του υφιστάμενου
διυλιστηρίου όχι μόνο δεν περιγράφεται η διαδικασία της διαχείρισης των
επικινδύνων αποβλήτων που θα πρέπει να λάβει χώρα κατά τους ορισμούς της
ισχύουσας κοινοτικής και ελληνικής νομοθεσίας (Η.Π.13588/725/2006 Κ.Υ.Α.,
Οδηγίας 91/689/ΕΟΚ, 2000/532/ΕΚ απόφασης), αλλά έχει παραλειφθεί ακόμη
και η απλή αναφορά ότι ορισμένα από τα υγρά απόβλητα ανήκουν στη
κατηγορία των επικινδύνων. Η δε προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων στο προοίμιο της κάνει απλή μνεία στην υπ’ αριθ.
Α3/21661/09.12.1991 απόφασης της Δ/νσης Υγείας Νομ. Δυτ. Αττικής περί
«οριστικής άδειας-διάθεσης λυμάτων – βιομηχανικών αποβλήτων της
υφιστάμενης εγκατάστασης», η οποία όμως δεν τελεί σε ισχύ. Και αυτό γιατί
σύμφωνα μάλιστα με την παρ. 4 της υπ’ αριθ. 181098/444/28-1-2008
εγκυκλίου του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, από την έναρξη ισχύος της υπ’ αριθ.
Η.Π.13588/725/2006 Κ.Υ.Α. καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται στις
διατάξεις αυτής, η δε προβλεπόμενη από το ισχύον νομικό καθεστώς άδεια
διαθέσεως επικινδύνων αποβλήτων αντικαθιστά την παρασχεθείσα
οποιαδήποτε άλλη άδεια βάσει της ΥΔ/221β/1965. Ως εκ τούτου, η
αναφερόμενη στο προοίμιο της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων υπ’ αριθ.
Α3/21661/09.12.1991 απόφαση της Δ/νσης Υγείας Νομ. Δυτ. Αττικής έχει προ
διετίας παύσει να ισχύει.
101

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η απόφαση έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων είναι παράνομη καταρχήν γιατί, ως προ τους όρους της
για τη διαχείριση των επικίνδυνων υγρών αποβλήτων, ερείδεται επί
διοικητικής πράξης, ήτοι της υπ’ αριθ. Α3/21661/09.12.1991 απόφασης της
Δ/νσης Υγείας Νομ. Δυτ. Αττικής, η οποία δεν τελεί σε ισχύ. Επιπροσθέτως,
ο παράνομος χαρακτήρας της προκύπτει και από το γεγονός ότι εκδόθηκε επί
τη βάσει Μ.Π.Ε. στην οποία όχι μόνο δεν περιγράφεται η διαδικασία
διαχείρισης υγρών επικίνδυνων αποβλήτων που θα πρέπει να λάβει χώρα κατά
τους ορισμούς και τα απαιτούμενα της προαναφερόμενης σχετικής νομοθεσίας
(Η.Π.13588/725/2006 Κ.Υ.Α., Οδηγίας 91/689/ΕΟΚ, 2000/532/ΕΚ απόφασης),
αλλά αποκρύπτεται και το γεγονός ότι κάποια από τα υγρά απόβλητα των
δραστηριοτήτων εντάσσονται στην κατηγορία των επικινδύνων! Αξίζει να
υπογραμμιστεί ότι η παράλειψη της ως άνω αναγκαίας αναφοράς στη Μ.Π.Ε.,
έχει ως άμεση συνέπεια να μην είναι δυνατή η έκδοση της σχετικής άδειας
διαχείρισης επικινδύνων αποβλήτων από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας
Αττικής (άρθρο 7 παρ. Β1, περ. 1 ii της εφαρμοστέας Κ.Υ.Α.), παρά τα όσα
παραπλανητικά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων (5.1.21).
Τέλος, εκτός της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, παράνομη και ακυρωτέα
κρίνεται και η προσβαλλόμενη άδεια εγκατάστασης των επίδικων
δραστηριοτήτων, καθώς εκδόθηκε προ της χορήγησης από τον Γ.Γ.Π.
Αττικής της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας διαχείρισης επικινδύνων
αποβλήτων.

27. Αντισυνταγματικότητα του άρθρου 28 του ν. 3325/2005
Η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. Δ3/Α15024/24.7.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία χορηγήθηκε άδεια εγκατάστασης για τις
δραστηριότητες επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε.
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΒΕΕ (Βιομηχανικές Εγκαταστάσεις Ελευσίνας)
που λειτουργεί στο 27 χλμ. της παλαιάς εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου,
κρίνεται παράνομη καθώς ερείδεται επί αντισυνταγματικής διάταξης νόμου.
Ειδικότερα, στο προοίμιο της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται
ως νόμιμο έρεισμα της το άρθρο 28 του ν. 3325/2005 και παρατίθεται

102

ολόκληρο το περιεχόμενό του σύμφωνα με το οποίο «Με κοινή απόφαση των
Υπουργών Ανάπτυξης, Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος,
Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων είναι δυνατή η επέκταση της άδειας
εγκατάστασης ιδιαίτερα σημαντικών για την Εθνική Οικονομία παραγωγικών
επενδύσεων κατά παρέκκλιση του νόμου μετά των τυχόν αναγκαίων στο
πλαίσιο αυτό επεκτάσεων, στο μέτρο που αποδεδειγμένα προκύπτει μέσα από
τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησής της, ότι ο εκσυγχρονισμός αυτός
δεν αναμένεται να προκαλέσει πρόσθετη επιβάρυνση στο περιβάλλον. Η
ανωτέρω διάταξη δεν έχει ισχύ σε περιοχές με καθεστώς ειδικής περιβαλλοντικής προστασίας.»
Η προαναφερόμενη διάταξη, που αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση της
προσβαλλόμενης άδειας εγκατάστασης, τίθεται κατά παράβαση του άρθρου 24
του Συντάγματος και ως εκ τούτου θα πρέπει να κριθεί ανίσχυρη και μη
εφαρμοστέα.
Ειδικότερα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης συνταγματικής διάταξης,
«αποτελεί πρωταρχική αποστολή του κράτους η διαφύλαξη του φυσικού
περιβάλλοντος και η μέριμνα για την χωροταξική αναδιάρθρωση της
Χώρας, προκειμένου να διασφαλισθούν, μεταξύ των άλλων ισόρροποι συνθήκες διαβιώσεως των κατοίκων σε όλους τους οικισμούς της χώρας. Στο πλαίσιο
των διατάξεων αυτών νοείται και η επιδιωκόμενη από το Κράτος οικονομική
ανάπτυξη κατά το άρθρο 106 του Συντάγματος, η οποία πρέπει να είναι
βιώσιμη, δηλαδή να μην οδηγεί σε εξάντληση των φυσικών πόρων και σε
επιδείνωση του φυσικού κεφαλαίου και των συνθηκών διαβιώσεως στους
οικισμούς. Για την τήρηση δε των παραπάνω κριτηρίων, κατά την άσκηση της
συναφούς ρυθμιστικής αρμοδιότητας του Κράτους, επιβάλλεται σ’ αυτό η
λήψη μέτρων που συντελούν στην αναβάθμιση του φυσικού και οικιστικού
περιβάλλοντος προς τον σκοπό της βελτιώσεως της ποιότητας της ζωής,
πάντως δε απαγορεύεται η λήψη μέτρων που επιφέρουν την επιδείνωσή του. Η
τήρηση δε του συνταγματικού τούτου κριτηρίου υπόκειται στον οριακό έλεγχο
του δικαστού, ο οποίος σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου να
κρίνει αν από εισαγόμενη νέα ρύθμιση υποβαθμίζεται ή όχι το περιβάλλον και
οι συνθήκες διαβιώσεως, οφείλει να σταθμίσει τη συγκεκριμένη αυτή ρύθμιση
αυτοτελώς και σε συνάρτηση προς το σύνολο του θεσπιζομένου νομοθετικού
καθεστώτος» (Σ.τ.Ε. 2127/2003).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ίδιου του άρθρου 24, καθώς και των άρθρων
79 παρ. 8 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο χωροταξικός
σχεδιασμός ανατίθεται στην Πολιτεία, που οφείλει να θεσπίζει τις αναγκαίες
ρυθμίσεις ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι άριστοι
103

δυνατοί όροι διαβιώσεως του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη στο
πλαίσιο της αρχής της αειφορίας.
Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω συνταγματικών ορισμών και με γενικότερο στόχο
τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και την αειφόρο ανάπτυξη της
μητροπολιτικής περιοχής της Αττικής θεσπίστηκε ο ν. 1515/1985 (ΦΕΚ
18/Α/1985) για το «Ρυθμιστικό Σχέδιο και το πρόγραμμα προστασίας
περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας» που αποτελεί βασικό
στρατηγικό σχέδιο χωροταξικής και πολεοδομικής οργάνωσης της
μητροπολιτικής περιοχής και το οποίο έχει θέσει ένα σύνολο ειδικών και
γενικών στόχων και κατευθύνσεων για τη χωροταξική διάρθρωση των τομέων
παραγωγής μέσα στα πλαίσια της εθνικής χωροταξικής πολιτικής. Ειδικότεροι
στόχοι του ως άνω Ρ.Σ. είναι μεταξύ άλλων η οικολογική ανασυγκρότηση των
περιοχών που καταλαμβάνει, ο περιορισμός της ρυπάνσεως των στοιχείων του
περιβάλλοντος από κάθε πηγή και ιδίως η αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής
ρύπανσης, της ρύπανσης του εδάφους και των νερών και της ηχορύπανσης
(άρθρ. 2 εδ. α και δ). Σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, οι στόχοι αυτοί θα
επιτευχθούν ειδικότερα (άρθρο 3 παρ. 2) με την «ανάσχεση της διόγκωσης
των οικονομικών δραστηριοτήτων στην πρωτεύουσα», με την «απομάκρυνση
οχληρών εγκαταστάσεων και λειτουργιών από τις περιοχές κατοικίας»
(άρθρ. 3 παρ. 3 εδ. γ) και με την «ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα,
εκσυγχρονισμό των μεταποιητικών δραστηριοτήτων, σχετική ενίσχυση της
βιοτεχνίας και ελαφράς βιομηχανίας, με περιβαλλοντικά κριτήρια και
ανάσχεση, έλεγχο και εκσυγχρονισμό του τριτογενούς τομέα» καθώς και με
σειρά άλλων μέτρων. Περαιτέρω, ο νόμος αυτός, στο άρθρο 15 παρ. Α.2.3.,
περιέχει πρόβλεψη για τη λήψη μέτρων με σκοπό τον έλεγχο των χρήσεων
γης, με ειδική πρόβλεψη, μεταξύ άλλων, για τη δημιουργία βιομηχανικών βιοτεχνικών πάρκων και ζωνών ειδικών χρήσεων, έτσι, ώστε οι περιοχές
κατοικίας σταδιακά να απαλλαγούν από οχληρές χρήσεις.
Εξ’ άλλου, σε συμμόρφωση προς τη συνταγματική επιταγή για ενσωμάτωση
της περιβαλλοντικής συνιστώσας σε κάθε αναπτυξιακή πολιτική ώστε αυτή να
καθίσταται βιώσιμη (άρθρα 24 παρ. 1 και 106 παρ. 1) αλλά και σε αρμονία με
όσα σχετικά ορίζονται στο προαναφερόμενο Ρ.Σ. (ν. 1515/1985) εκδόθηκε και
ο ίδιος ο νόμος 3325/2005 «για την ίδρυση και λειτουργία βιοτεχνικών –
βιομηχανικών εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης». Κατά
την ίδια την εισηγητική έκθεση του νόμου, βασικός του στόχος είναι μεταξύ
άλλων η εξασφάλιση ισόρροπης σχέσης μεταξύ της επιχειρηματικής
λειτουργίας και της επιβαλλόμενης προστασίας του περιβάλλοντος. Στο
δεύτερο μέρος του νόμου αυτού παρατίθενται ρυθμίσεις για την ανάπτυξη των
δραστηριοτήτων στην Περιφέρεια Αττικής, που αποκλίνουν από τις γενικές

104

διατάξεις του πρώτου μέρους. Και αυτό γιατί «η συγκέντρωση
δραστηριοτήτων μεταποίησης και λοιπών μηχανολογικών εγκαταστάσεων στην
Περιφέρεια Αττικής δημιούργησε την ανάγκη ειδικής αντιμετώπισης των
επιχειρήσεων αυτών με απώτερο στόχο την βελτίωση των συνθηκών
διαβίωσης των κατοίκων, την αποτελεσματικότερη προστασία του
περιβάλλοντος και την παροχή κινήτρων για μετεγκατάσταση των
δραστηριοτήτων σε περιοχές που προορίζονται για την υποδοχή τους»
(αιτιολογική έκθεση,
Β΄ μέρος «ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΒΙΩΣΙΜΗ
ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΤΤΙΚΗΣ» νόμου 3325/2005).
Υπό το πρίσμα του συνόλου των προεκτεθέντων, η θεσπιζόμενη από το άρθρο
28 του ν. 3325/2005 δυνατότητα επέκτασης της άδειας εγκατάστασης ιδιαίτερα
σημαντικών για την Εθνική Οικονομία παραγωγικών επενδύσεων κατά
παρέκκλιση του ισχύοντος νομικού πλαισίου έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το
άρθρο 24 του Συντάγματος που επιτάσσει την - βάσει επιστημονικών
κανόνων και κριτηρίων- ορθολογική κατανομή των δραστηριοτήτων στο
χώρο με στόχο τον συγκερασμό της επιδιωκόμενης οικονομικής ανάπτυξης
με την υποχρέωση προστασίας του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος.
Στην υπό κρίση περίπτωση την ως άνω συνταγματική επιταγή θεσπίστηκε για
να την ικανοποιεί το ως άνω προαναφερόμενο γενικό νομικό πλαίσιο που διέπει
την εγκατάσταση και λειτουργία οχλουσών δραστηριοτήτων, καθώς με αυτό
επιδιώκεται η συγκέντρωση τους σε οργανωμένους υποδοχείς, η βελτίωση των
συνθηκών περιβάλλοντος με την υπό προϋποθέσεις ίδρυση τους ή την
απαγόρευση τους και ο με ειδικούς όρους εκσυγχρονισμός τους με στόχο τον
περιορισμό της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Μάλιστα, προς την κατεύθυνση
της επιδίωξης της βιώσιμης ανάπτυξης της περιοχής της Αττικής, η οποία είναι
κορεσμένη, κατά την ειδική και εμπεριστατωμένη διαπίστωση στην οποία
προέβη ο νομοθέτης ήδη με την κατάρτιση του Ρυθμιστικού Σχεδίου των
Αθηνών, στο ίδιο το γενικό νομικό πλαίσιο που διέπει την ίδρυση και
εγκατάσταση οχλουσών δραστηριοτήτων και κατά παρέκκλιση από αυτό
προβλέφθηκε σειρά ρυθμίσεων ειδικών που αποσκοπούν στην αναβάθμιση και
προστασία του φυσικού κεφαλαίου της εν λόγω περιοχής με τον υπό αυστηρές
προϋποθέσεις εκσυγχρονισμό, επέκταση και ίδρυση οχλουσών δραστηριοτήτων. Σημειωτέον, ότι και κατά το προϊσχύον νομικό καθεστώς (Π.Δ. 84/1984,
ν. 2965/2001 για τη βιώσιμη ανάπτυξη της Αττικής) υπήρξε σαφής και ρητή η
πρόβλεψη του νομοθέτη για την προστασία και βελτίωση των συνθηκών του
περιβάλλοντος της Αττικής, του οποίου η φέρουσα ικανότητα σχεδόν
εξαντλήθηκε από τη διόγκωση των οχλουσών δραστηριοτήτων, ιδιαιτέρως
εντός του Θριασίου.

105

Όπως προκύπτει, ο κοινός νομοθέτης κατά τη θέσπιση του νομικού πλαισίου
για την ίδρυση και τη λειτουργία οχλουσών δραστηριοτήτων προέβη ήδη στη
στάθμιση των συγκρουόμενων έννομων αγαθών (οικονομική ανάπτυξη και
προστασία περιβάλλοντος) και συνεπεία αυτής, αφενός όρισε τις γενικές
προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία τους προς την κατεύθυνση
της επιδίωξης της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της βιώσιμης
ανάπτυξης και αφετέρου προέκρινε το φυσικό περιβάλλον ως χρήζον
αυξημένης προστασίας σε ειδικές περιπτώσεις, για τις οποίες και καθιέρωσε
ειδικό νομικό καθεστώς. Συνεπώς, όποια παρέκκλιση από τις γενικές και
ειδικές διατάξεις του ως άνω ισχύοντος νομικού πλαισίου, παρότι κατά τη
γνώμη μας είναι απόλυτα απαγορευμένη, για να είναι συνταγματικά ανεκτή θα
πρέπει να είναι άκρως εξειδικευμένη, να θεμελιώνεται επί συγκεκριμένων
κριτηρίων, να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο και να προκύπτει ως
αναγκαία από τις ιδιαιτερότητες τόσο της φύσης της δραστηριότητας που
αδειοδοτείται κατά παρέκκλιση όσο και των χαρακτηριστικών της περιοχής
όπου θα εγκατασταθεί. Ο ειδικός χαρακτήρας των θεσπιζόμενων παρεκκλίσεων διασφαλίζει ότι η κατά παρέκκλιση εγκατάσταση και λειτουργία
οχλουσών δραστηριοτήτων σε μια περιοχή αποτελεί το μοναδικό και αναγκαίο
μέσο για την ad hoc επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξή της. Μόνη η πρόβλεψη
ότι είναι δυνατή η κατά παρέκκλιση επέκταση και εκσυγχρονισμός οποιωνδήποτε δραστηριοτήτων και οπουδήποτε, επειδή κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικές
ως παραγωγικές επενδύσεις για την Εθνική Οικονομία δεν αρκεί καθώς είναι
εξαιρετικά γενική και επιτρέπει την αδειοδότηση δραστηριοτήτων με την
επίκληση μόνο οικονομικών κριτηρίων και δεδομένων. Με τον τρόπο όμως
αυτό ναρκοθετεί τους σκοπούς του ελέγχου των χρήσεων γης και της
κατανομής των δραστηριοτήτων στο χώρο βάσει επιστημονικών κριτηρίων
(λ.χ. εγκατεστημένη ισχύ τους, ενεργειακή κατανάλωση κ.λπ.) προς την
κατεύθυνση της εξασφάλισης ισόρροπης σχέσης μεταξύ της επιχειρηματικής
λειτουργίας και της υποχρέωσης για προστασία του περιβάλλοντος στην οποία
απέβλεψε ο συνταγματικός νομοθέτης και συνακόλουθα το ισχύον γενικό
νομικό πλαίσιο.
Σε συνδυασμό με τα ανωτέρω, για να είναι συνταγματικά θεμιτή η παρέκκλιση
από το ισχύον γενικό και ειδικό καθεστώς της εγκατάστασης και λειτουργίας
των οχλουσών δραστηριοτήτων, δεν αρκεί να προκύπτει μέσα από τη
διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησής τους, ότι ο εκσυγχρονισμός και η
επέκταση τους δεν αναμένεται να προκαλέσει πρόσθετη επιβάρυνση στο
περιβάλλον (άρθρο 28 εδ. β΄ του ν. 3325/2005). Και αυτό γιατί, η ως άνω
πρόβλεψη αποτελεί τη νομικά καθιερωμένη ως ελάχιστη εγγύηση περιβαλλοντικής προστασίας, αφού ούτως ή άλλως, στόχος των κείμενων διατάξεων
για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων είναι η κατά
το δυνατόν αποτροπή της περαιτέρω υποβάθμισης του περιβάλλοντος όπου
106

πρόκειται να εγκατασταθούν και να λειτουργήσουν. Εν προκειμένω, για να
είναι συνταγματικά ανεκτή η παρέκκλιση από το ισχύον νομικό πλαίσιο θα
πρέπει να αποβλέπει στην δημιουργία εξαιρετικού καθεστώτος αυξημένης
προστασίας για το απειλούμενο από την ανάπτυξη οχλουσών δραστηριοτήτων
έννομο αγαθόν, δηλαδή το περιβάλλον. Διαφορετικά, ματαιώνεται πλήρως η
επιβαλλόμενη από το άρθρο 24 του Συντάγματος υποχρέωση για προστασία
αλλά και βελτίωση των συνθηκών του φυσικού περιβάλλοντος, αφού με το
πρόσχημα της ‘μη πρόσθετης περιβαλλοντικής επιβάρυνσης’ είναι δυνατή η
διατήρηση εις το διηνεκές πηγών ρύπανσης, ακόμα κι αν διαπιστωμένα
έχουν υποβαθμίσει την ποιότητα του φυσικού περιβάλλοντος σε συγκεκριμένες
περιοχές και αν έχει υπάρξει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για άμεση
απομάκρυνση ή αποτροπή τους (βλ. λ.χ. Ρ.Σ. Αθηνών, Β΄ μέρος 3325/2005).
Συνεπώς, το κριτήριο της ‘μη πρόσθετης περιβαλλοντικής επιβάρυνσης’ για
την κατά παρέκκλιση αδειοδότηση δραστηριοτήτων «νομιμοποιεί» το
υφιστάμενο επίπεδο ρύπανσης σε μια περιοχή και αποκλείει εξορισμού την
εφαρμογή μέτρων περιβαλλοντικής αποκατάστασης, κατά παράβαση της
σχετικής συνταγματικής αρχής (άρθρο 24 Σ).
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει κατά τρόπο προφανή η ευθεία
αντίθεση προς το άρθρο 24 του Συντάγματος της διάταξης του άρθρου 28 του
ν. 3325/2005, με την οποία θεσπίζεται η επέκταση της άδειας εγκατάστασης
δραστηριοτήτων κατά παρέκκλιση από το ισχύον νομικό καθεστώς, με μόνο το
κριτήριο του ωφέλιμου χαρακτήρα τους για την Εθνική Οικονομία και με την
απλοϊκή προϋπόθεση ότι δεν προκαλούν πρόσθετη περιβαλλοντική επιβάρυνση. Η αντισυνταγματικότητα μάλιστα της ως άνω νομοθετικής διάταξης
προκύπτει αδιαμφισβήτητη όταν κατ’ επίκλησή της νομιμοποιείται η επέκταση
και ο εκσυγχρονισμός δραστηριοτήτων βαριάς βιομηχανίας σε περιοχές που
διέπονται από ειδικό καθεστώς ως προς τη χωροταξική κατανομή των
αναπτυξιακών δραστηριοτήτων με στόχο την αποκατάσταση και περαιτέρω
προστασία του υποβαθμισμένου φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος τους,
όπως εν προκειμένω Αττική.
Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση άδειας εγκατάστασης, με την οποία
επιτρέπεται η επέκταση του επίδικου διυλιστηρίου εντός της Αττικής, κατά
παρέκκλιση από όσα ορίζονται στο γενικό αλλά και ειδικό μέρος Β΄ του ν.
3325/2005 και στο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθηνών για τη βιώσιμη ανάπτυξή της,
είναι παράνομη καθώς ερείδεται επί αντισυνταγματικής διάταξης νόμου και
συνακόλουθα θα πρέπει να ακυρωθεί.
Κλείνοντας, προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας, θα πρέπει να καταστεί
σαφές ότι η πρόβλεψη του άρθρου 27 παρ. 5 του ν. 3325/2005, σύμφωνα με την
107

οποία τα υφιστάμενα διυλιστήρια δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του
ειδικού Β΄ μέρους του ν. 3325/2005 για τη «Βιώσιμη ανάπτυξη της Αττικής»
ουδόλως αναιρεί το αντισυνταγματικό χαρακτήρα του άρθρου 28 του ν.
3325/2005. Καταρχήν, τίθεται εύλογα το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας
αυτής της ίδιας της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 5 του ν. 3325/2005, στο μέτρο
που, χωρίς ειδικά κριτήρια, εξαιρεί μία υψηλής όχλησης βιομηχανική
δραστηριότητα από το πεδίο εφαρμογής του ειδικού νομικού καθεστώτος (Β΄
μέρος του ν. 3325/2005) με το οποίο επιδιώκεται ο συγκερασμός της
οικονομικής ανάπτυξης με την υποχρέωση για αυξημένη περιβαλλοντική
προστασία της Αττικής προς την κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξής της. Από
την άλλη, ακόμα κι αν γίνει δεκτό ότι είναι συνταγματικά θεμιτή η μη υπαγωγή
των υφιστάμενων διυλιστηρίων στο προστατευτικό καθεστώς της Αττικής που
καθιερώνεται στο Β΄ μέρος του ν. 3325/2005, όπερ και αρνούμαστε, και πάλι
δεν αναιρείται η αντισυνταγματικότητα των παρεκκλίσεων του άρθρου 28 του
ν. 3325/2005 για τους λόγους που προαναφέρθηκαν ανωτέρω. Και αυτό γιατί
επί τη βάσει του άρθρου αυτού επιτρέπεται η επέκταση της άδειας
εγκατάστασης του επίδικου διυλιστηρίου κατά παρέκκλιση από το γενικό μέρος
του ν. 3325/2005 και των σχετικών διατάξεων του Ρ.Σ.Α. που ρητά την απαγορεύουν.

Για τους λόγους αυτούς
ΖΗΤΟΥΜΕ

1. Να γίνει δεκτή η υπ’ αριθ. καταθ. 5340/03.09.2008 αίτησή μας.
2. Να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις, ήτοι α) η υπ’ αριθ.
146393/3.6.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας
και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής
Πολιτικής και Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι της
επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ
που λειτουργεί στο 27 χλμ. της παλαιάς εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου, β) η
υπ’ αριθ. Δ3/Α/οικ.11219/8.5. 2008 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης με
την οποία εγκρίθηκε η μελέτη επικινδυνότητας (ασφάλειας) της εν λόγω
επέκτασης, γ) η υπ’ αριθ. Δ3/Α15024/24.7.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και Οικονομίας
και Οικονομικών με την οποία χορηγήθηκε για την ίδια δραστηριότητα στην
προαναφερόμενη εταιρεία η άδεια εγκατάστασης και δ) κάθε άλλη συναφής
διοικητική πράξη ή παράλειψη ή πράξη εκδοθείσα στο πλαίσιο σύνθετης
διοικητικής ενέργειας

108

3. Να καταδικασθεί το Δημόσιο στη δικαστική μας δαπάνη.
Αθήνα, 21 Οκτωβρίου 2008
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ
Δικηγόρος
Χαρ. Τρικούπη 31
Τ.Κ. 106 81 - Αθήνα
Τηλ. 210 3817406 - 3841032
Φαξ. 210 3841005
E-mail: margeorg@hol.gr

109

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ
Δικηγόρος
Χαρ. Τρικούπη 117
Τ.Κ. 114 73 - Αθήνα
Τηλ. 210 3817406 - 3841032
Φαξ. 210 3841005
E-mail: margeorg@hol.gr
http://www.envir-plann-law.gr

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΥΠΟΜΝΗΜΑ
1. του Δήμου Ελευσίνας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως
εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
2. του Δήμου Μάνδρας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως
εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του
3. του Δήμου Μαγούλας Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως
εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του και
4. του Δήμου Νέας Περάμου Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο,
νομίμως εκπροσωπούμενου, υπό του Δημάρχου του

ΚΑΤΑ
1. του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων
2. του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής
3. του Υπουργού Ανάπτυξης και
4. του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ
110

1. της υπ’ αριθ. 146393/3.6.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας,
Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Ανάπτυξης
2. της υπ’ αριθ. Δ3/Α/οικ.11219/8.5.2008 απόφασης του Υπουργείου
Ανάπτυξης
3. της υπ’ αριθ. Δ3/Α15024/24.7.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και Οικονομίας
και Οικονομικών και
4. κάθε άλλης συναφούς διοικητικής πράξης ή παράλειψης ή πράξης
εκδοθείσας στο πλαίσιο σύνθετης διοικητικής ενέργειας
Εισηγήτρια: κα Θεοφιλοπούλου Αγγελική

-----------------------------------------------------

Συζητήθηκε στις 8 Μαΐου 2009 ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου σας
η υπ’ αριθ. 5340/2.9.2008 αίτησή μας με την οποία αιτηθήκαμε την ακύρωση
των προαναφερόμενων διοικητικών πράξεων με τις οποίες, αντιστοίχως, 1.
εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι της επέκτασης του υφιστάμενου
διυλιστηρίου της Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΒΕΕ (Βιομηχανικές
Εγκαταστάσεις Ελευσίνας) που λειτουργεί στο 27 χλμ. της παλαιάς εθνικής
οδού Αθηνών – Κορίνθου, 2. εγκρίθηκε η μελέτη επικινδυνότητας (ασφάλειας)
της εν λόγω επέκτασης και 3. χορηγήθηκε για την ίδια δραστηριότητα στην
προαναφερόμενη εταιρεία η άδεια εγκατάστασης.
Με το παρόν Υπόμνημα ζητούμε, σύμφωνα και με όσα αναπτύξαμε στην
ακροαματική διαδικασία, την αποδοχή της κρινόμενης Αίτησης και την
απόρριψη της Παρέμβασης της αντιδίκου εταιρίας, για όλους τους νόμιμους και
βάσιμους λόγους που παρατίθενται διεξοδικά στην κατατεθείσα αίτηση
ακύρωσης και στα δικόγραφα Προσθέτων Λόγων, και ειδικότερα για τους εξής:

111

1. Η κατά νόμο και ουσία «επέκταση» του υφιστάμενου σχήματος του
διυλιστηρίου της αντιδίκου εταιρίας στην Ελευσίνα και η συνεπεία αυτής
πρόκληση πρόσθετης περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.
Όπως προέκυψε και από την επ’ ακροατηρίω διαδικασία και αναλύθηκε
διεξοδικά στην υπό κρίση Αίτηση Ακύρωσης και στα κατατεθέντα δικόγραφα
Προσθέτων Λόγων, καθοριστικής σημασίας για την ένδικη υπόθεση κρίνεται
το ζήτημα αν οι εγκριθείσες με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις δραστηριότητες
συνιστούν κατά νόμο «επέκταση» του υφιστάμενου σχήματος το
διυλιστηρίου της αντιδίκου εταιρίας στην Ελευσίνα ή «εκσυγχρονισμό»
αυτού. Και αυτό γιατί, στην επίδικη περίπτωση η κρίσιμη παραδοχή ότι οι
εγκριθείσες δραστηριότητες συνιστούν επέκταση και μάλιστα ικανή να
προκαλέσει πρόσθετες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, καθιστά ακυρωτέες τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις αφού στερεί από αυτές το νόμιμο έρεισμα του
άρθρου 28 του ν. 3325/2005 που επιτρέπει την κατά παρέκκλιση εγκατάσταση
και λειτουργία μόνο δραστηριοτήτων εκσυγχρονισμού (και όχι επέκτασης)
και μόνο αν αυτός (ο εκσυγχρονισμός) δεν θα προκαλέσει αποδεδειγμένα
πρόσθετη περιβαλλοντική επιβάρυνση.
i. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1θ του ν. 3325/2005, ως «επέκταση»
νοείται «Η επαύξηση, μετά την αρχική εγκατάσταση και λειτουργία της
δραστηριότητας, της εγκατεστημένης ισχύος του μηχανολογικού εξοπλισμού
ή η προσθήκη κτιριακών εγκαταστάσεων ή ειδικών εγκαταστάσεων, που
πραγματοποιείται μέσα στο γήπεδο όπου λειτουργεί η εγκατάσταση ή σε όμορό
του ή η αλλαγή ή συμπλήρωση της δραστηριότητας. Όταν πρόκειται για
αποθήκες χωρίς μηχανολογικό εξοπλισμό, επέκταση θεωρείται η αύξηση της
αποθηκευτικής τους ικανότητας με οποιονδήποτε τρόπο». Ακολούθως, στο ίδιο
άρθρο 2 § 1ι του ν. 3325/2005 ορίζεται ο «εκσυγχρονισμός» ως «Η
αντικατάσταση ή συμπλήρωση του μηχανολογικού εξοπλισμού, των
κτιριακών εγκαταστάσεων, των ειδικών εγκαταστάσεων και η αλλαγή ή
συμπλήρωση της δραστηριότητας».
Από την παράθεση των ορισμών που δίδει ο νόμος 3325/2005 στις κρίσιμες για
την ένδικη διαφορά έννοιες προκύπτει καταρχήν ότι η προσθήκη νέων
κτιριακών εγκαταστάσεων σε όμορο γήπεδο και η επαύξηση της
εγκατεστημένης ισχύος του μηχανολογικού εξοπλισμού αποτελούν εκ των
βασικών προσδιοριστικών στοιχείων της έννοιας της επέκτασης, τα οποία
μάλιστα ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΚΑΝ ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ
ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ. Από την απλή, λοιπόν, γραμματική και λογική

112

ερμηνεία των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η επαύξηση της
εγκατεστημένης ισχύος του μηχανολογικού εξοπλισμού και η προσθήκη
νέων κτιριακών εγκαταστάσεων σε όμορο γήπεδο συνιστούν την έννοια της
επέκτασης, αποκλείοντας την έννοια του εκσυγχρονισμού.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, δοθέντος ότι στην υπό κρίση περίπτωση το προωθούμενο με την προσβαλλόμενες αποφάσεις επενδυτικό σχέδιο α) καταρχήν
αφορά την ίδρυση συνολικά 21 νέων μονάδων και δραστηριοτήτων (εκ των
οποίων 6 παραγωγικές), ήτοι την προσθήκη νέων κτιριακών εγκαταστάσεων
οι οποίες θα καταλάβουν όμορο γήπεδο της αντιδίκου έκτασης περίπου 140
στρεμ. που μέχρι σήμερα ήταν κενό από μηχανολογικό εξοπλισμό
διυλιστηρίου και ότι β) συνεπάγεται εξαπλασιασμό της συνολικής
εγκατεστημένης ισχύος (ισχύος μηχανολογικού εξοπλισμού), προκύπτει κατά
τρόπο σαφή ότι τα βασικά χαρακτηριστικά του εγκριθέντος με τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις έργου το υπαγάγουν στην έννοια της
«επέκτασης», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 § 1θ του ν. 3325/2005.
Αντίθετη προσέγγιση, ότι δηλαδή πρόκειται για εκσυγχρονισμό παρόλο που
συντρέχουν τα εκ του νόμου κριτήρια της έννοιας της επέκτασης - τα οποία
μάλιστα ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ και ΚΡΙΤΗΡΙΑ του όρου του εκσυγχρονισμού,
εκτός του ότι θα συνιστούσε ευθεία παραβίαση του άρθρου 2§ 1θ του ν.
3325/2005, θα καθιστούσε και άνευ σημασίας την εκ του ίδιου του νόμου
διάκριση
μεταξύ
«επέκτασης»
και
«εκσυγχρονισμού»
μιας
δραστηριότητας.
Σε συνάφεια με τα ανωτέρω θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι το βασικό
προσδιοριστικό στοιχείο της έννοιας της επέκτασης αποτελεί η προσθήκη
κτιριακών εγκαταστάσεων στο ίδιο ή σε όμορο γήπεδο (χωρικό στοιχείο).
Στην υπό κρίση μάλιστα περίπτωση το επίδικο γήπεδο των νέων μονάδων είναι
έκταση αυτοτελής, η οποία δεν ανήκε ανέκαθεν στην αντίδικο από το χρόνο
της σύναψης της από 13.9.1971 συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ του
Ελληνικού Δημοσίου και του Ιωάννου Λάτση για την ίδρυση εξαγωγικού
διυλιστηρίου πετρελαίου στην Ελευσίνα, αλλά αποτελούσε το γήπεδο της
πρώην Υαλουργίας OWENS (1970-1987) το οποίο κατόπιν πλειστηριασμού
απέκτησε η αντίδικος. Ως εκ τούτου, η προσθήκη νέων κτιριακών
εγκαταστάσεων σε αυτοτελές όμορο γήπεδο της αντιδίκου, και μάλιστα
τεράστιας έκτασης 140 στρεμ. συνιστά την κατά νόμο έννοια της
επέκτασης.
Τέλος, στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η «διυλιστική
ικανότητα» από μόνη της δεν μπορεί να ορίσει ούτε την έννοια της επέκτασης
αλλά ούτε την έννοια του εκσυγχρονισμού, αφού η τυχόν αύξηση ή μείωση

113

της δεν μπορεί εξ ορισμού να καθορίσει ή να επηρεάσει κάποια από τα
κριτήρια που ο νόμος τάσσει για να προσδιορίσει τις ως άνω έννοιες.
Συνεπώς, η θεωρητική σύνδεση της αύξησης της διυλιστικής ικανότητας με την
έννοια της «επέκτασης» στερείται και νόμιμου και λογικού ερείσματος και τα
σχετικά επιχειρήματα της αντιδίκου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Άλλωστε, μπορεί η αντίδικος να ισχυρίζεται ότι η ικανότητα διύλισης θα
παραμείνει η ίδια, ωστόσο αυτή ως μέγεθος αφορά μόνο το αργό πετρέλαιο
που σήμερα εισάγεται στο υφιστάμενο διυλιστήριο, όπου και θα εξακολουθεί
να εισάγεται όταν τεθεί σε λειτουργία το προωθούμενο μελλοντικό σχήμα του
διυλιστηρίου. Στην πραγματικότητα, στις νέες μονάδες το διυλιστήριο θα
επεξεργάζεται περίπου κατά 30% περισσότερο μαζούτ από την ποσότητα
που παράγεται σήμερα από το υφιστάμενο διυλιστήριο, το οποίο (επιπλέον
μαζούτ) δεν θα περνάει από την αποστακτική στήλη. Προκύπτει λοιπόν ότι
αυξάνεται η συνολική ποσότητα πρώτης ύλης (αργό πετρέλαιο + μαζούτ)
που θα κατεργάζεται ως όλο το μελλοντικό σχήμα του διυλιστηρίου (αργό
πετρέλαιο + 30% επιπλέον μαζούτ) και άρα αυξάνεται και η δυναμικότητα
διύλισης και παραγωγής νέων προϊόντων. Ως προς αυτό θα πρέπει να
καταστεί σαφές ότι ακόμα κι όταν δεν λειτουργούν οι υφιστάμενες μονάδες
διύλισης του αργού πετρελαίου, το εισαγόμενο ως νέα πρώτη ύλη
αποθηκευμένο μαζούτ θα τροφοδοτεί την νέα μονάδα ΗYDROCRAKER η
οποία μπορεί να λειτουργεί και ανεξάρτητα από την λειτουργία του υπόλοιπου
συγκροτήματος και να παράγει προϊόντα που δεν προέρχονται από το
διυλιζόμενο αργό. Προκύπτει, λοιπόν, ξεκάθαρα η αύξηση της δυναμικότητας
του μελλοντικού σχήματος του διυλιστηρίου, ακόμα κι αν η ικανότητα
διύλισης της μιας εκ των δύο πρώτων υλών, ήτοι του αργού πετρελαίου,
παραμένει σταθερή ως μέγεθος.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι οι εγκριθείσες με τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις δραστηριότητες υπάγονται στην εκ του νόμου
έννοια της «επέκτασης» και όχι του εκσυγχρονισμού, αφού στην επίδικη
περίπτωση συντρέχουν τα αποκλειστικά εκείνα κριτήρια (προσθήκη
κτιριακών εγκαταστάσεων σε όμορο γήπεδο και αύξηση της
εγκατεστημένης ισχύος του μηχανολογικού εξοπλισμού) που ο ίδιος ο νόμος
θέτει για τον προσδιορισμό της έννοιας της επέκτασης.
ii. Από την άλλη, στην υπό κρίση περίπτωση την έννοια της «επέκτασης»
θεμελιώνει –εκτός των όσων πραναφέρθηκαν για το νομοθετικό ορισμό τηςκαι τούτο: Ότι στο όμορο γήπεδο της αντιδίκου και στις νέες μονάδες που το
πρώτον θα εγκατασταθούν εντός αυτού, θα λάβουν χώρα παραγωγικές
δραστηριότητες ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ ΤΟΥ
114

ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ, δηλ. με πρώτη ύλη το μαζούτ και ΜΕ
ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ, περίπου κατά 30%,
ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ ΠΟΥ ΘΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΟΥΣΕ Η ΠΑΡΑΓΟΜΕΝΗ από το
υφιστάμενο διυλιστήριο ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΜΑΖΟΥΤ, με στόχο να παραχθούν
ΝΕΑ (‘λευκά’) ΠΡΟΪΟΝΤΑ σε ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ από αυτές
που θα επέτρεπε η κατεργασία του σήμερα παραγόμενου από το
υφιστάμενο σχήμα μαζούτ.
Πιο συγκεκριμένα, με τις εγκριθείσες δραστηριότητες δεν ολοκληρώνεται
απλά η καθετοποιημένη διαδικασία παραγωγής στο υφιστάμενο σχήμα του
διυλιστηρίου με την μετατροπή σε λευκά προϊόντα μόνο της ποσότητας
μαζούτ που -ως το βαρύτερο κλάσμα- προκύπτει από την ατμοσφαιρική
απόσταξη του αργού πετρελαίου που ως πρώτη ύλη εισάγεται στο υφιστάμενο
σχήμα του διυλιστηρίου. Στην πραγματικότητα, σε νέο χώρο έκτασης 140
περίπου στρεμ. (στο όμορο γήπεδο) δημιουργούνται νέες μονάδες, εκ των
οποίων 6 παραγωγικές, οι οποίες θα έχουν διαφορετική πρώτη ύλη από το
υφιστάμενο σχήμα, δηλ. μαζούτ και όχι αργό πετρέλαιο, και μάλιστα με
δυναμικότητα κατά 30% περίπου μεγαλύτερη από αυτή που θα
δικαιολογούσε η ποσότητα μαζούτ που παράγεται σήμερα από το υφιστάμενο
σχήμα του διυλιστηρίου. Άλλωστε στη ΜΠΕ (σελ.133 ) δηλώνεται ρητά ότι
σημαντική ποσότητα VGO (αεριέλαιο κενού) θα εισάγεται από το
διυλιστήριο Θεσ/νίκης, ώστε να μετατρέπεται σε λευκά προϊόντα στη
προγραμματιζόμενη μονάδα υδρογονοδιάσπασης, γεγονός που αποδεικνύει
ξεκάθαρα ότι και νέες πρώτες ύλες εισάγονται πλέον στην παραγωγική
διαδικασία του επίδικου διυλιστηρίου.
Ως εκ τούτου, για να μπορούσε να υποστηριχθεί ότι με το προωθούμενο
επενδυτικό σχέδιο ολοκληρώνεται η καθετοποιημένη παραγωγική διαδικασία
του υφιστάμενου διυλιστηρίου, θα έπρεπε αφενός η δυναμικότητα των νέων
μονάδων να εξαντλείται στο όριο που απαιτείται για την μετατροπή σε
λευκά προϊόντα ΜΟΝΟ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ του μαζούτ που προκύπτει
από την ατμοσφαιρική απόσταξη του αργού πετρελαίου που εισάγεται
σήμερα ως πρώτη ύλη στο υφιστάμενο σχήμα του και αφετέρου να
παράγεται μόνο εκείνη η ποσότητα νέων προϊόντων που δικαιολογείται από
την επεξεργασία του μαζούτ του υφιστάμενου διυλιστηρίου και μόνο
αυτού. Δοθέντος όμως ότι στις νέες μονάδες που θα εγκατασταθούν στο όμορο
γήπεδο των 140 περ. στρεμμάτων θα εισάγεται προς κατεργασία διαφορετική
από το υφιστάμενο σχήμα πρώτη ύλη (μαζούτ), η οποία πρώτη ύλη θα
εισέρχεται από το υφιστάμενο διυλιστήριο και κατά το υπόλοιπο μέρος της –
κατά το μέρος δηλαδή που δικαιολογεί η αυξημένη δυναμικότητα των
νέων μονάδων- θα εισάγεται από το διυλιστήριο Θεσ/νίκης, προκύπτει
σαφώς η έννοια της επέκτασης του υφιστάμενου σχήματος του διυλιστηρίου
115

προκειμένου εφεξής να μπορεί να παράγει σειρά νέων προϊόντων και
συγκεκριμένα «λευκών» προϊόντων πετρελαίου (όπως diesel και νάφθα),
αερίων καυσίμων, θείου και στερεού κωκ και σε ποσότητες μεγαλύτερες
από αυτές που θα παρήγαγε από την μετατροπή μόνο του μαζούτ του
υφιστάμενου σχήματος σε νέα (‘λευκά’) προϊόντα.
Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από την άποψη ότι είναι τεχνικά δυνατή η
ανεξάρτητη λειτουργία των νέων μονάδων με πρώτη ύλη μαζούτ το οποίο
θα εισάγεται για επεξεργασία από τις εγκαταστάσεις Θεσσαλονίκης (και όχι
μόνο). Πιο συγκεκριμένα, ακόμα κι όταν δεν λειτουργούν οι υφιστάμενες
μονάδες διύλισης του αργού, το εισαγόμενο ως νέα πρώτη ύλη
αποθηκευμένο μαζούτ θα τροφοδοτεί την νέα μονάδα ΗYDROCRAKER η
οποία μπορεί να λειτουργεί και ανεξάρτητα από την λειτουργία του υπόλοιπου
συγκροτήματος και να παράγει προϊόντα που δεν προέρχονται από το
διυλιζόμενο αργό. Συνεπώς, στο μέτρο που κάποιες νέες μονάδες μπορούν να
τροφοδοτούνται χωρίς να είναι απαραίτητο να λειτουργούν οι μονάδες
απόσταξης του υφιστάμενου διυλιστηρίου και χρησιμοποιώντας σαν πρώτη ύλη
το μαζούτ από τις εγκαταστάσεις του Ασπροπύργου ή/και της Θεσσαλονίκης,
αυτό σημαίνει ότι το προωθούμενο επενδυτικό σχέδιο δεν συνδέεται κατ’
ανάγκη λειτουργικά με το υφιστάμενο σχήμα του διυλιστηρίου και ότι
αποτελεί αυτοτελές έργο επέκτασης αυτού.
Σε κάθε μάλιστα περίπτωση εάν το εγκριθέν με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις
έργο αφορούσε τον απλό εκσυγχρονισμό του υφιστάμενου διυλιστηρίου, που
θα επιτυγχανόταν κυρίως με την αντικατάσταση του εξοπλισμού με άλλον
πλέον σύγχρονο και αποδοτικό καθώς και με την εγκατάσταση συστημάτων
αντιρρύπανσης, θα επιτυγχανόταν μείωση και όχι κάθετη αύξηση της
εγκατεστημένης ισχύος (βασικό κατά νόμο κριτήριο για τον ορισμό της
«επέκτασης»), και θα αναμενόταν μείωση και της χρησιμοποιούμενης
ενέργειας ανά μονάδα πρώτης ύλης, και όχι η δραματική αύξησή της. Σε
κάθε μάλιστα περίπτωση, ο ισχυρισμός ότι δεν είναι επέκταση αλλά
εκσυγχρονισμός λόγω της μη αύξησης της χρησιμοποιουμένης ετησίως
ποσότητας αργού πετρελαίου ως πρώτης ύλης είναι παραπαλανητικός,
δεδομένου ότι πρώτη ύλη των μονάδων της επέκτασης θα είναι μόνο το
μαζούτ, το οποίο αποτελεί το βαρύτερο κλάσμα που προκύπτει από την
ατμοσφαιρική απόσταξη του αργού πετρελαίου, και όχι το αργό πετρέλαιο,
γεγονός που αποδεικνύει ότι διαφοροποιείται πλέον η πρώτη ύλη ή τέλος
πάντων προστίθεται μια ακόμα πρώτη ύλη, το μαζούτ.
Ως εκ τούτου, από τα ανωτέρω προκύπτει με σαφήνεια ότι με τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις επιχειρείται η επέκταση του υφιστάμενου
σχήματος του διυλιστηρίου της αντιδίκου στην Ελευσίνα, ήτοι η ίδρυση νέων
116

μονάδων σε όμορο γήπεδο προκειμένου να παραχθούν νέα και μεγαλύτερης
ποσότητας προϊόντα από αυτά που θα δικαιολογούσε η ολοκλήρωση της
καθετοποιημένης διαδικασίας παραγωγής του υφιστάμενου διυλιστηρίου.
iii. Η έννοια του «εκσυγχρονισμού», όταν αυτή ερείδεται στο άρθρο 28 του ν.
3325/2005, όπως ισχυρίζονται οι αντίδικοι στην επίδικη περίπτωση, αν δεν
ταυτίζεται με την σαφώς ορισμένη και ποσοτικοποιημένη μείωση των ήδη
υφιστάμενων περιβαλλοντικών επιπτώσεων της δραστηριότητας, ως καταρχήν
θα οφειλόταν για να συνάδει η επίμαχη ρύθμιση με το άρθρο 24 του
Συντάγματος, τουλάχιστον προϋποθέτει την αποδεδειγμένη μη πρόκληση
πρόσθετης περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.
Στην υπό κρίση, ωστόσο, περίπτωση δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι προέκυψε
ως αποδεδειγμένη η μη πρόσθετη περιβαλλοντική επιβάρυνση από τις
εγκριθείσες με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις δραστηριότητες αφού καταρχήν
μέσα από την ίδια την υποβληθείσα Μ.Π.Ε. καταρρίπτεται ο βασικός
ισχυρισμός της αντιδίκου περί της μείωσης των εκπεμπομένων στην
ατμόσφαιρα αερίων ρύπων, ενώ δεν υπολογίζονται καθόλου κάποιοι βασικοί
αέριοι ρυπαντές και υποεκτιμώνται οι εκπομπές άλλων εξίσου σημαντικών για
την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και συνακόλουθα για την ανθρώπινη
υγεία.
Πιο συγκεκριμένα, η ατμοσφαιρική επιβάρυνση από ένα διυλιστήριο
οφείλεται κυρίως αφενός στην καύση ποικίλων καυσίμων ιδιοκατανάλωσης
για την κάλυψη των ενεργειακών του αναγκών και αφετέρου στην
αποθήκευση και μεταφορά των πρώτων υλών και των ενδιάμεσων και τελικών
προϊόντων. Η αντίδικος εταιρία παρά την τεράστια αύξηση της ωριαίας
ιδιοκατανάλωσης καυσίμων κατά 994%, ήτοι κατά 10,9 φορές, και της
συνεπακόλουθης ωριαίας αύξησης του όγκου των απαερίων κατά 786%, ήτοι
κατά 8,86 φορές (βλ. Πρόσθετους Λόγους), ισχυρίζεται τη μείωση 3
«συμβατικών» ρύπων και συγκεκριμένα του Διοξειδίου του Θείου (SO2)
κατά 70,2%, των Οξειδίων του Αζώτου (ΝΟΧ) κατά 11,6% και των
Αιωρούμενων Σωματιδίων κατά 84,2%. Η μείωση αυτή αποδίδεται από την
εταιρεία «κατά κύριο λόγο» στο γεγονός ότι θα χρησιμοποιείται ως καύσιμο
αντί του μαζούτ, ιδιοπαραγόμενο «καθαρό αέριο καύσιμο μηδενικού θείου»,
ισχυρισμός που ανάγεται από την αντίδικο εταιρία «ως μείζονος
περιβαλλοντικής σημασίας».
Ο ως άνω ισχυρισμός στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι για την
ιδιοκατανάλωση του διυλιστηρίου μεγάλο μέρος του σήμερα χρησιμοποιούμενου μαζούτ θα αντικατασταθεί από αέριο χαμηλής θερμογόνου δύναμης
που θα παράγεται από την υπό εγκατάσταση μονάδα θερμικής πυρόλυσης
117

ασφάλτου σε ρευστοστερεά κλίνη. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται η αντίδικος ότι
θα χρησιμοποιούνται 1,8 περίπου εκατ. τόννοι αερίου το χρόνο (πίνακας
5.3.3.3,σελ.111 ΜΠΕ), το οποίο και θα μειώσει τη χρήση μαζούτ από 90.000
τόνους το χρόνο (στοιχεία 2005) σε 58.000 τόνους το χρόνο. Βάσει όμως της
δυναμικότητας της μονάδος θερμικής πυρόλυσης, η οποία θα είναι της
τάξεως των 20.000 βαρελιών την ημέρα (1βαρέλι ισούται με 159 λίτρα),
σύμφωνα με την υποβληθείσα Μ.Π.Ε.(σελ.99), και με απόδοση της εν λόγω
μονάδος σε παραγωγή αερίου της τάξεως του 30% (σελ.122 ΜΠΕ) προκύπτει
ότι η συνολική ποσότητα του προσδοκώμενου να παραχθεί αερίου για
ιδιοκατανάλωση δεν θα υπερβαίνει ετησίως τους 350.000 τόνους, ποσότητα
πολύ μικρότερη από αυτήν των 1,8 περίπου εκατ. τόνων αερίου το χρόνο
που αναφέρεται ότι θα χρησιμοποιείται στην Μ.Π.Ε. 1 Δηλ. μπορεί να
παραχθεί μόνο το 18,3% του αερίου που δηλώνεται ότι θα παράγεται για
ιδιοκατανάλωση ώστε δήθεν να αντικατασταθεί η ρυπογόνος καύση του
μαζούτ!!!
Συνεπώς, σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει αποδεδειγμένο το κατά πόσο
θα μειωθεί στην πραγματικότητα η χρησιμοποίηση για την ιδιοκατανάλωση του διυλιστηρίου του πλέον ρυπογόνου από το αέριο μαζούτ,
δεδομένου ότι δεν υποδεικνύεται από την Μ.Π.Ε. άλλη εναλλακτική πηγή
παραγωγής ενέργειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το καύσιμο αέριο δε μπορεί να
αποθηκευτεί, δηλαδή όσο παράγεται τόσο καταναλώνεται μέσα στο ίδιο το
διυλιστήριο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει εισαγωγή καύσιμου αερίου
από άλλο διυλιστήριο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στο διυλιστήριο της
Ελευσίνας.
Υπό το πρίσμα, λοιπόν, των προεκτεθέντων δεν θεμελιώνεται αποδεδειγμένα
ο ισχυρισμός περί μείωσης των εκπεμπομένων στην ατμόσφαιρα αερίων
ρύπων, αφού το παραγόμενο για ιδιοκατανάλωση αέριο, καθώς είναι κατά
82% λιγότερο από αυτό που δηλώνεται ότι μπορεί να παραχθεί, δεν επαρκεί εν
τοις πράγμασι για την ικανοποίηση των αναγκών ιδιοκατανάλωσης του
μελλοντικού σχήματος του διυλιστηρίου, γεγονός που οδηγεί στο βάσιμο
συμπέρασμα ότι κατά το υπολειπόμενο μεγάλο μέρος των αναγκών
ιδιοκατανάλωσης θα εξακολουθεί να γίνεται χρήση του μαζούτ με ό, τι
αυτό συνεπάγεται για τις προοπτικές πρόσθετης περιβαλλοντικής
επιβάρυνσης.
Αντιθέτως, λόγω της σημαντικότατης αύξησης των ενεργειακών αναγκών του
νέου σχήματος του διυλιστηρίου σε σχέση με το υφιστάμενο η ποσότητα του
1

(20000)x159/1000 = 3180t/day ασφάλτου ως πρώτης ύλης.
2862x365=1160700t/year ασφάλτου
1160700x0,3=348210t/year αέριο χαμηλής θερμογόνου δύναμης

118

εκπεμπομένου διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα θα αυξηθεί κατά
350%! (από 283.000 τόνους ετησίως σε 950000 τόνους ετησίως). Αξίζει να
επισημανθεί ότι το διοξείδιο του άνθρακα παραγνωρίζεται κραυγαλέα και δεν
εκτιμάται από τη Μ.Π.Ε. ως ρύπος, και μάλιστα υπερτοπικός, ενώ αντιθέτως
εξετάζεται η εκπομπή των οξειδίων του αζώτου τα οποία και αυτά συνιστούν εν
πολλοίς υπερτοπικούς ρύπους. Στο σημείο αυτό κρίνεται περιττό να αναλυθεί
περαιτέρω ο χαρακτήρας του διοξειδίου του άνθρακα ως ρύπου υπερτοπικού,
λόγω της επιστημονικά αποδεδειγμένης σύνδεσής του με το μη τοπικού
χαρακτήρα φαινόμενο του θερμοκηπίου. Το διοξείδιο του άνθρακα μάλιστα
έχει περιληφθεί ως ρύπος και στο Ευρωπαϊκό Μητρώο Ρύπων (Αποφ.
166/2005) με αύξοντα αριθμό 3, αμέσως μετά το μονοξείδιο του άνθρακα.
Σε ό,τι αφορά τις διάχυτες εκπομπές αερίων ρύπων, που αποτελούνται από
μίγμα πτητικών οργανικών ενώσεων (VOCs), κυρίως υδρογονανθράκων, η
ΜΠΕ εκτιμά ότι λόγω της σχεδιαζόμενης επέκτασης του διυλιστηρίου θα
αυξηθούν κατά 450 τόννους ετησίως. Οι σχετικοί υπολογισμοί έγιναν βάσει
μεθόδων που συνιστώνται από την Αμερικανική Υπηρεσία Περιβάλλοντος
(EPA) και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Πετρελαίου (API). Σύμφωνα με
δημοσιευμένες μετρήσεις (Texas Air Quality Study 2000) οι πραγματικές
διάχυτες εκπομπές είναι πολύ μεγαλύτερες, έως και 5 φορές, από τις
υπολογιστικές (σχετ. Έκθεση Καθ. Σπ. Πανδή-Παν.Πατρών). Επίσης η ΜΠΕ
έχει εκτιμήσει αυθαίρετα, χωρίς να παρέχει αξιόπιστη τεχνική πρόταση ή έστω
σχετική βιβλιογραφία, ότι οι διάχυτες εκπομπές υδρογονανθράκων από τους
ελαιοδιαχωριστές API της υφιστάμενης αλλά και τους ελαιοδιαχωριστές
CPI της προγραμματιζόμενης νέας εγκατάστασης επεξεργασίας υγρών
αποβλήτων θα είναι μόλις 73 τόνοι/έτος έναντι των σημερινών 2400
τόνων/έτος, ήτοι θα σημειωθεί μείωση 97% (σελ 186 της ΜΠΕ). Αντιθέτως η
έγκριση των περιβαλλοντικών όρων (αρ.146393/3-6-2008) δεν θέτει κανένα
όρο για τη διαχείριση των διάχυτων αέριων εκπομπών που προέρχονται από
τους ελαιοδιαχωριστές, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερη ασάφεια σχετικά
με τα ρεαλιστικά επίπεδα των αναμενόμενων διάχυτων εκπομπών. Η
έλλειψη αξιοπιστίας τέλος ενισχύεται και από το γεγονός ότι στην από 15-52008 πράξη βεβαίωσης παράβασης του Διυλιστηρίου Ελευσίνας που εκδόθηκε
από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
αναφέρεται ότι παρά τη σχετική υποχρέωση δεν είχε πραγματοποιηθεί η
παρακολούθηση και καταγραφή των διάχυτων αερίων εκπομπών του
υφιστάμενου διυλιστηρίου!
Είναι συνεπώς προφανής η υποτίμηση από την Μ.Π.Ε. της σημαντικής αυτής
κατηγορίας αερίων ρύπων. Το δεδομένο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία
εφόσον στη ΜΠΕ δεν υπάρχει και ο κατά τη γνώμη μας απαραίτητος
υπολογισμός του επιπλέον όζοντος που θα παραχθεί εξ αιτίας των πτητικών
119

υδρογονανθράκων της επέκτασης του διυλιστηρίου. Σύμφωνα μάλιστα με
τις μετρήσεις του Αναπτυξιακού Συνδέσμου του Θριασίου Πεδίου η
συγκέντρωση του όζοντος έχει σημειώσει μεγάλη αύξηση στους σταθμούς
μέτρησης της Ελευσίνας και των εργατικών κατοικιών της Μάνδρας κατά την
τελευταία 10ετία. Ειδικότερα στο δεύτερο σταθμό, ο οποίος βρίσκεται σε μικρή
απόσταση από το διυλιστήριο, εντός του 2007 σημειώθηκαν 102 υπερβάσεις
του 24ωρου -επιτρεπτού ορίου των 180 μgr/m3.
Προς επίρρωση των ανωτέρω, αξίζει να αναφερθεί ότι την πρόσθετη
περιβαλλοντική επιβάρυνση από την εκτέλεση και λειτουργία των
εγκριθέντων με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις μονάδων αποδεικνύει με
σαφήνεια και χωρίς καμία αμφιβολία η αύξηση του όγκου των υγρών
αποβλήτων, ως αποτέλεσμα της αύξησης κατά 91% της άντλησης
υπόγειων υδατικών πόρων (βλ. και κατωτέρω υπό 5) και γενικότερα της
λοιπής συνολικής κατανάλωσης ύδατος. Σημειώνεται ότι ο όγκος των
αποβλήτων, μετά και τη λειτουργία της επέκτασης του διυλιστηρίου, θα
είναι της τάξης των 1000 κ.μ/ώρα, αμφισβητείται δε ευλόγως ο
ισχυρισμός της Μ.Π.Ε. ότι θα μειωθεί ο συνολικός όγκος των υγρών
αποβλήτων κατά περίπου 24% μετά την επέκταση (λόγω ανακυκλοφορίας μέρους αυτών, της τάξης των 45 κμ/ώρα) δεδομένου ότι, με βάση
τα στοιχεία της ΜΠΕ, η νέα κατανάλωση νερού και μάλιστα από το
δίκτυο της ΕΥΔΑΠ, θα αυξηθεί κατά 320 κμ/ώρα ,εκ των οποίων για την
παραγωγή ατμού θα χρειάζονται μόνο 40 κμ/.ωρα. Η αύξηση του νερού
κατά (320-40) 280κμ/ώρα αποδεικνύει σαφώς την αντίστοιχη αύξηση
του όγκου των υγρών αποβλήτων του νέου σχήματος του επίδικου
διυλιστηρίου.
Υπό το πρίσμα του συνόλου των προκτεθέντων δεν προκύπτει «αποδεδειγμένη» η μη πρόσθετη περιβαλλοντική επιβάρυνση από την υλοποίηση του
προωθούμενου επενδυτικού σχεδίου επέκτασης της αντιδίκου. Και αυτό γιατί
α. το βασικό της επιχείρημα ότι θα επέλθει μείωση των 3 αέριων ρύπων
(Διοξειδίου του Θείου, των Οξειδίων του Αζώτου και των Αιωρούμενων
Σωματιδίων) καταρρίπτεται από την ίδια την Μ.Π.Ε. από την οποία
συνάγεται ότι, καθώς το παραγόμενο αέριο καύσιμο δεν επαρκεί για την
ιδιοκατανάλωση του μελλοντικού σχήματος θα εξακολουθεί να
χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό το μαζούτ β. δεν γίνεται καμία αναφορά
στην ποσότητα του εκπεμπομένου διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα
που θα αυξηθεί κατά 350 και γ. εκτός της σκόπιμης υποτίμησης και
ασάφειας περί των διάχυτων εκπομπών υδρογονανθράκων δεν γίνεται
καμία αναφορά και κανένας υπολογισμός ή εκτίμηση για την επιπλέον
ποσότητα όζοντος που θα παραχθεί εξ αιτίας των πτητικών υδρογονανθράκων
της επέκτασης του διυλιστηρίου, παρόλο που το όζον αποτελεί αποδεδειγμένα
120

τον κυριότερο ρύπο του Θριάσιου Πεδίου (Τεχνική Έκθεση έτους 2008 του
Γραφείου Ελέγχου Ρύπανσης και Ποιότητας Περιβάλλοντος του Αναπτυξιακού
Συνδέσμου Θριασίου), με υψηλές συγκεντρώσεις και με πολλές υπερβάσεις του
ανώτατου νόμιμου ορίου που ήδη εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους και για την
ανθρώπινη υγεία και για τη βλάστηση της περιοχής.
Ως εκ τούτου, ακόμα κι αν γίνει δεκτό ότι το εγκριθέν με τις προσβαλλόμενες
αποφάσεις έργο συνιστά «εκσυγχρονισμό» του υφιστάμενου διυλιστηρίου της
αντιδίκου, όπερ και αρνούμαστε κατηγορηματικά, η μη πρόκληση πρόσθετης
περιβαλλοντικής επιβάρυνσης από αυτό όχι μόνο δεν προκύπτει προσηκόντως αποδεδειγμένη αλλά μέσα από την ίδια την υποβληθείσα για το έργο
Μ.Π.Ε. καταρρίπτεται!
iv. Τέλος, σε συνάφεια με το σύνολο των προεκτεθέντων θα πρέπει να
υπογραμμιστεί ότι η θεσπιζόμενη από το άρθρο 28 του ν. 3325/2005
δυνατότητα επέκτασης της άδειας εγκατάστασης ιδιαίτερα σημαντικών για την
Εθνική Οικονομία παραγωγικών επενδύσεων κατά παρέκκλιση του ισχύοντος
νομικού πλαισίου έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 24 του
Συντάγματος που επιτάσσει την - βάσει επιστημονικών κανόνων και
κριτηρίων- ορθολογική κατανομή των δραστηριοτήτων στο χώρο με στόχο
τον συγκερασμό της επιδιωκόμενης οικονομικής ανάπτυξης με την
υποχρέωση προστασίας του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος.
Στην υπό κρίση περίπτωση την ως άνω συνταγματική επιταγή θεσπίστηκε για
να την ικανοποιεί επαρκώς και πλήρως το γενικό νομικό πλαίσιο που διέπει
την εγκατάσταση και λειτουργία οχλουσών δραστηριοτήτων, και πιο
συγκεκριμένα ο ν. 1515/1985 για το «Ρυθμιστικό Σχέδιο και το πρόγραμμα
προστασίας περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας» και ο νόμος
3325/2005 για την ίδρυση και λειτουργία βιομαχανικών-βιοτεχνικών μονάδων
με το γενικό μέρος του και το Β΄ μέρος «ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΒΙΩΣΙΜΗ
ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΤΤΙΚΗΣ». Μέσα από το πλέγμα των διατάξεων του
προαναφερόμενου νομικού πλαισίου επιδιώκεται η συγκέντρωση των
οχλουσών δραστηριοτήτων σε οργανωμένους υποδοχείς, η βελτίωση των
συνθηκών περιβάλλοντος με την υπό προϋποθέσεις ίδρυσή τους ή την
απαγόρευσή τους και ο με ειδικούς όρους εκσυγχρονισμός τους με στόχο τον
περιορισμό της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Μάλιστα, προς την κατεύθυνση
της επιδίωξης της βιώσιμης ανάπτυξης της περιοχής της Αττικής, η οποία είναι
κορεσμένη κατά την ειδική και εμπεριστατωμένη διαπίστωση στην οποία ο
νομοθέτης προέβη ήδη με την κατάρτιση του Ρυθμιστικού Σχεδίου των
Αθηνών, στο ίδιο το γενικό νομικό πλαίσιο που διέπει την ίδρυση και

121

εγκατάσταση οχλουσών δραστηριοτήτων και κατά παρέκκλιση από αυτό
(Β μερος, ν. 3325/2005) προβλέφθηκε σειρά ειδικών ρυθμίσεων που
αποσκοπούν στην αναβάθμιση και προστασία του φυσικού κεφαλαίου της
εν λόγω περιοχής με τον υπό αυστηρές προϋποθέσεις εκσυγχρονισμό,
επέκταση και ίδρυση οχλουσών δραστηριοτήτων. [Σημειωτέον, ότι και κατά
το προϊσχύον νομικό καθεστώς (Π.Δ. 84/1984, ν. 2965/2001 για τη βιώσιμη
ανάπτυξη της Αττικής) υπήρξε σαφής και ρητή η πρόβλεψη του νομοθέτη για
την προστασία και βελτίωση των συνθηκών του περιβάλλοντος της Αττικής,
του οποίου η φέρουσα ικανότητα σχεδόν εξαντλήθηκε από τη διόγκωση των
οχλουσών δραστηριοτήτων.]
Όπως προκύπτει, ο κοινός νομοθέτης κατά τη θέσπιση του ως άνω νομικού
πλαισίου για την ίδρυση και τη λειτουργία οχλουσών δραστηριοτήτων προέβη
ήδη στη στάθμιση των συγκρουόμενων έννομων αγαθών (οικονομική
ανάπτυξη και προστασία περιβάλλοντος). Συνεπεία αυτής της στάθμισης,
αφενός όρισε τις γενικές και ειδικές προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και
λειτουργία τους προς την κατεύθυνση της επιδίωξης της συνταγματικά
κατοχυρωμένης αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης (με το Ρ.Σ.Α. και το γενικό
μέρος του 3325/2005) και αφετέρου προέκρινε το φυσικό περιβάλλον ως
χρήζον αυξημένης προστασίας σε ειδικές περιπτώσεις, για τις οποίες και
καθιέρωσε ειδικό νομικό καθεστώς (Β΄ μέρος του 3325/2005).
Ως εκ τούτου, όποια παρέκκλιση από τις γενικές και ειδικές διατάξεις του
ως άνω ισχύοντος νομικού πλαισίου, παρότι κατά τη γνώμη μας είναι
απόλυτα απαγορευμένη, για να είναι συνταγματικά ανεκτή θα πρέπει να είναι
άκρως εξειδικευμένη, να θεμελιώνεται επί συγκεκριμένων κριτηρίων, να
περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο και να προκύπτει ως αναγκαία από
τις ιδιαιτερότητες τόσο της φύσης της δραστηριότητας που αδειοδοτείται
κατά παρέκκλιση όσο και των χαρακτηριστικών της περιοχής όπου θα
εγκατασταθεί. Ο ειδικός χαρακτήρας των θεσπιζόμενων παρεκκλίσεων
διασφαλίζει ότι η κατά παρέκκλιση εγκατάσταση και λειτουργία οχλουσών
δραστηριοτήτων σε μια περιοχή αποτελεί το μοναδικό και αναγκαίο μέσο για
την ad hoc επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξή της. Μόνη η πρόβλεψη ότι είναι
δυνατή η κατά παρέκκλιση επέκταση και εκσυγχρονισμός οποιωνδήποτε
δραστηριοτήτων και οπουδήποτε, επειδή κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικές ως
παραγωγικές επενδύσεις για την Εθνική Οικονομία δεν αρκεί καθώς είναι
εξαιρετικά γενική και επιτρέπει την αδειοδότηση δραστηριοτήτων με την
επίκληση μόνο οικονομικών κριτηρίων και δεδομένων. Με τον τρόπο όμως
αυτό ναρκοθετεί τους σκοπούς του ελέγχου των χρήσεων γης και της
κατανομής των δραστηριοτήτων στο χώρο βάσει επιστημονικών κριτηρίων
(λ.χ. εγκατεστημένη ισχύ τους, ενεργειακή κατανάλωση κ.λπ.) προς την

122

κατεύθυνση της εξασφάλισης ισόρροπης σχέσης μεταξύ της επιχειρηματικής
λειτουργίας και της υποχρέωσης για προστασία του περιβάλλοντος στην οποία
απέβλεψε ο συνταγματικός νομοθέτης και συνακόλουθα το ισχύον γενικό
νομικό πλαίσιο του Ρ.Σ. και του ν. 3325/2005.
Σε συνδυασμό με τα ανωτέρω, για να είναι συνταγματικά θεμιτή η παρέκκλιση
από το ισχύον γενικό και ειδικό καθεστώς της εγκατάστασης και λειτουργίας
των οχλουσών δραστηριοτήτων, δεν αρκεί να προκύπτει μέσα από τη
διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησής τους, ότι ο εκσυγχρονισμός και η
επέκταση τους δεν αναμένεται να προκαλέσει πρόσθετη επιβάρυνση στο
περιβάλλον (άρθρο 28 εδ. β΄ του ν. 3325/2005). Και αυτό γιατί, η ως άνω
πρόβλεψη αποτελεί ούτως ή άλλως τη νομικά καθιερωμένη ως ελάχιστη
εγγύηση περιβαλλοντικής προστασίας, αφού σε κάθε περίπτωση στόχος των
κείμενων διατάξεων για την χωροταξική κατανομή και την περιβαλλοντική
αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων είναι η κατά το δυνατόν αποτροπή
της περαιτέρω υποβάθμισης του περιβάλλοντος όπου πρόκειται να
εγκατασταθούν και να λειτουργήσουν. Εν προκειμένω, για να είναι
συνταγματικά ανεκτή η παρέκκλιση από το ισχύον νομικό πλαίσιο θα
πρέπει να αποβλέπει στην δημιουργία εξαιρετικού καθεστώτος αυξημένης
προστασίας για το απειλούμενο από την ανάπτυξη οχλουσών δραστηριοτήτων
έννομο αγαθόν, δηλαδή το περιβάλλον, θέτοντας ως όρο για τον κατά
παρέκκλιση «εκσυγχρονισμό» την ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΗ ΕΛΑΧΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ. Διαφορετικά, ματαιώνεται πλήρως η επιβαλλόμενη από το άρθρο 24 του Συντάγματος υποχρέωση
για προστασία αλλά και βελτίωση των συνθηκών του φυσικού
περιβάλλοντος, αφού με το πρόσχημα της ‘μη πρόσθετης περιβαλλοντικής
επιβάρυνσης’ είναι δυνατή η διατήρηση εις το διηνεκές πηγών ρύπανσης,
ακόμα κι αν διαπιστωμένα έχουν υποβαθμίσει την ποιότητα του φυσικού
περιβάλλοντος σε συγκεκριμένες περιοχές και αν έχει υπάρξει ρητή νομοθετική
πρόβλεψη για άμεση απομάκρυνση ή αποτροπή τους (βλ. λ.χ. Ρ.Σ. Αθηνών, Β΄
μέρος 3325/2005). Συνεπώς, το κριτήριο της ‘μη πρόσθετης περιβαλλοντικής
επιβάρυνσης’ για την κατά παρέκκλιση αδειοδότηση δραστηριοτήτων
«νομιμοποιεί» το υφιστάμενο επίπεδο ρύπανσης σε μια περιοχή και
αποκλείει εξορισμού την εφαρμογή μέτρων περιβαλλοντικής αποκατάστασης, κατά παράβαση της σχετικής συνταγματικής αρχής (άρθρο 24 Σ).
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει κατά τρόπο προφανή η ευθεία
αντίθεση προς το άρθρο 24 του Συντάγματος της διάταξης του άρθρου 28 του
ν. 3325/2005, με την οποία θεσπίζεται η επέκταση της άδειας εγκατάστασης
δραστηριοτήτων κατά παρέκκλιση από το ισχύον νομικό καθεστώς, με μόνο το
κριτήριο του ωφέλιμου χαρακτήρα τους για την Εθνική Οικονομία και με την

123

απλοϊκή προϋπόθεση ότι δεν προκαλούν πρόσθετη περιβαλλοντική επιβάρυνση. Η αντισυνταγματικότητα μάλιστα της ως άνω νομοθετικής διάταξης
προκύπτει αδιαμφισβήτητη όταν κατ’ επίκλησή της νομιμοποιείται η
επέκταση δραστηριοτήτων βαριάς βιομηχανίας σε περιοχές που διέπονται
από ειδικό καθεστώς ως προς τη χωροταξική κατανομή των αναπτυξιακών
δραστηριοτήτων με στόχο την αποκατάσταση και περαιτέρω προστασία
του υποβαθμισμένου φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος τους, όπως εν
προκειμένω η Αττική (βλ. σχετ. το ειδικό νομικό καθεστώς αυξημένης
προστασίας όπως αυτό προκύπτει από α) το ν. 1515/1985 για το «Ρυθμιστικό
Σχέδιο και το πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής
της Αθήνας» και ειδικότερα το άρθρ. 2 εδ. α και δ, το άρθρο 3 παρ. 2 και παρ. 3
εδ. γ το άρθρο 15 παρ. Α.2.3. β) το Β΄ μέρος «ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ –
ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΤΤΙΚΗΣ» του νόμου 3325/2005 και γ) το
προϊσχύον νομικό καθεστώς του Π.Δ. 84/1984 και ν. 2965/2001 για τη βιώσιμη
ανάπτυξη της Αττικής όπου υπήρξε σαφής και ρητή η πρόβλεψη του νομοθέτη
για την προστασία και βελτίωση των συνθηκών του περιβάλλοντος της
Αττικής, του οποίου η φέρουσα ικανότητα σχεδόν εξαντλήθηκε από τη
διόγκωση των οχλουσών δραστηριοτήτων).
Κλείνοντας, προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας, θα πρέπει να καταστεί
σαφές ότι η πρόβλεψη του άρθρου 27 παρ. 5 του ν. 3325/2005, σύμφωνα με την
οποία τα υφιστάμενα διυλιστήρια δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του
ειδικού Β΄ μέρους του ν. 3325/2005 για τη «Βιώσιμη ανάπτυξη της Αττικής»
ουδόλως αναιρεί το αντισυνταγματικό χαρακτήρα του άρθρου 28 του ν.
3325/2005. Καταρχήν, τίθεται εύλογα το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας
αυτής της ίδιας της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 5 του ν. 3325/2005, στο μέτρο
που, χωρίς ειδικά κριτήρια, εξαιρεί μία υψηλής όχλησης βιομηχανική
δραστηριότητα από το πεδίο εφαρμογής του ειδικού νομικού καθεστώτος (Β΄
μέρος του ν. 3325/2005) με το οποίο επιδιώκεται ο συγκερασμός της
οικονομικής ανάπτυξης με την υποχρέωση για αυξημένη περιβαλλοντική
προστασία της Αττικής προς την κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξής της. Από
την άλλη, ακόμα κι αν γίνει δεκτό ότι είναι συνταγματικά θεμιτή η μη υπαγωγή
των υφιστάμενων διυλιστηρίων στο προστατευτικό καθεστώς της Αττικής που
καθιερώνεται στο Β΄ μέρος του ν. 3325/2005, όπερ και αρνούμαστε, και πάλι
δεν αναιρείται η αντισυνταγματικότητα των παρεκκλίσεων του άρθρου 28 του
ν. 3325/2005 για τους λόγους που προαναφέρθηκαν ανωτέρω. Και αυτό γιατί
επί τη βάσει του άρθρου αυτού επιτρέπεται η επέκταση της άδειας
εγκατάστασης του επίδικου διυλιστηρίου κατά παρέκκλιση από το γενικό
μέρους του ν. 3325/2005 και των σχετικών διατάξεων του Ρ.Σ.Α. που ρητά την
απαγορεύουν.

124

Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση άδειας εγκατάστασης, με την οποία
επιτρέπεται η επέκταση του επίδικου διυλιστηρίου εντός της Αττικής, κατά
παρέκκλιση από όσα ορίζονται στο γενικό αλλά και ειδικό μέρος Β΄ του ν.
3325/2005 και στο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθηνών για τη βιώσιμη ανάπτυξή της,
είναι παράνομη καθώς ερείδεται επί αντισυνταγματικής διάταξης νόμου και
συνακόλουθα θα πρέπει να ακυρωθεί.

2. Οι σημαντικότερες πλημμέλειες της υποβληθείσας Μ.Π.Ε.

i. Παράλειψη εξέτασης εναλλακτικών λύσεων χωροθέτησης.
Η Μ.Π.Ε. παρέλειψε κατά κραυγαλέο τρόπο να προβεί στην εξέταση
εναλλακτικών λύσεων α) ως προς τον τόπο πραγματοποίησης της εν λόγω
επένδυσης και β) ως προς το μέγεθος και τη χωροθέτησή της εντός του
ευρύτερου χώρου του διυλιστηρίου. Η υποχρέωση διερεύνησης εναλλακτικών
λύσεων ως προς την πρώτη εκδοχή απορρέει από τα εξής:
Το εν λόγω διυλιστήριο ανήκει στον επιχειρηματικό όμιλο των ΕΛΠΕ όπου
επίσης ανήκουν το Διυλιστήριο Ασπροπύργου (ΕΛΠΕ ΒΕΑ) και το Διυλιστήριο της Θεσ/νίκης (ΕΛΠΕ ΒΕΘ). Και τα τρία, σύμφωνα με ανακοίνωση των
ΕΛΠΕ (βλ. και σχετική ιστοσελίδα) λειτουργούν σε συνδυασμό σαν μια
ενοποιημένη παραγωγική μονάδα, μετά τη συγχώνευση διά απορροφήσεως το
2003 της πρώην ΠΕΤΡΟΛΑ (νυν ΕΛΠΕ ΒΕΕ).
Η μελετώμενη επέκταση του διυλιστηρίου Ελευσίνας, το οποίο αποστάζει
100000 bpd αργού πετρελαίου (5,0εκ.τον/έτος) αφορά κυρίως την μετατροπή
βαρέων υπολειμμάτων ατμοσφαιρικής απόσταξης σε ελαφρότερα (λευκά)
προϊόντα πετρελαίου μέσω διαδικασιών απόσταξης κενού, θερμικής πυρόλυσης ασφάλτου και υδρογονοδιάσπασης με συνολική δυναμικότητα 45300 bpd
(2,3 εκ. τον/έτος περίπου). Παρόμοιες εγκαταστάσεις ίσης περίπου
δυναμικότητος 45000 bpd (2,2 εκ. τον/έτος περίπου) διαθέτει ήδη από το 2004
το Διυλιστήριο Ασπροπύργου, μολονότι έχει συνολική δυναμικότητα απόταξης
6,7 εκ. τον/έτος αργού πετρελαίου, ήτοι κατά 34% μεγαλύτερη εκείνης του
επίδικου διυλιστηρίου Ελευσίνας. Παράγει συνεπώς σημαντικά μεγαλύτερη
ποσότητα μαζούτ από αυτή του Διυλιστηρίου Ελευσίνας. Σημειώνεται επίσης
ότι μεταξύ των δύο αυτών διυλιστηρίων υπάρχουν αγωγοί διακίνησης

125

τελικών και ημικατηργασμένων προϊόντων γεγονός που ενδεχομένως να
επιτρέψει στο μέλλον τη εύκολη μεταφορά μαζούτ από τον Ασπρόπυργο στην
Ελευσίνα για επεξεργασία. Τέλος το διυλιστήριο Θεσ/νίκης με δυναμικότητα
διύλισης 3,5 εκ. τόνους αργού πετρελαίου/έτος δεν διαθέτει μονάδες
μετατροπής των υπολειμμάτων ατμοσφαιρικής απόσταξης σε λευκά προϊόντα
και όπως ήδη ομολογείται από την ΜΠΕ θα τροφοδοτεί με πρώτη ύλη VGO
την προγραμματιζόμενη μονάδα υδρογονοδιάσπασης του Διυλιστηρίου
Ελευσίνας.
Είναι συνεπώς προφανής η αλληλεξάρτηση των τριών διυλιστηρίων στο
πρόγραμμα των ΕΛΠΕ στην εν γένει διαχείριση των συγκεκριμένων βαρέων
προϊόντων πετρελαίου.
Με βάση τα παραπάνω και δεδομένου ότι
- η μετατροπή των υπολειμμάτων σε λευκά προιόντα-ντήζελ γίνεται κυρίως
γιατί η παραγωγή των ΕΛΠΕ, ως συνόλου 3 συνεργαζομένων-ενοποιημένων
διυλιστηρίων, είναι ελλειμματική σε ντήζελ.
- η προτεινόμενη επέκταση στην Ελευσίνα θα έχει δυναμικότητα τουλάχιστον
κατά 30% μεγαλύτερη από εκείνη που δικαιολογεί η ιδιοπαραγωγή του εν
λόγω διυλιστηρίου σε υπολείμματα ατμοσφαιρικής απόσταξης,
είναι προφανές ότι στα πλαίσια της προώθησης της επένδυσης και μάλιστα στο
προκαταρκτικό της στάδιο που είναι η εκπόνηση της Μ.Π.Ε., θα έπρεπε να
είχαν εξεταστεί τουλάχιστον άλλες δύο εναλλακτικές λύσεις, ήτοι
- η αύξηση της δυναμικότητας των ήδη λειτουργουσών παρόμοιων
μονάδων στο διυλιστήριο Ασπροπύργου δεδομένου μάλιστα ότι υπάρχει
ευχερής μεταφορά, μέσω αγωγών, των υπολειμμάτων απόσταξης της
Ελευσίνας
- η επί τόπου αναβάθμιση των υπολειμμάτων απόσταξης του Διυλιστηρίου
Θεσ/νίκης, μέρος των οποίων άλλωστε, βάσει της μελέτης, θα
μεταφέρονται για το σκοπό αυτό στην Ελευσίνα.
Άρα είναι θεμελιώδης παράλειψη η απουσία εξέτασης εναλλακτικών λύσεων
εγκατάστασης (όπως επιβάλλει ο ν. 1650/1984) ώστε να γίνει η σχετική
σύγκριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Μια τέτοια εξέταση θα ήταν

126

άλλωστε σύμφωνη και με την αρχή της σφαιρικής (ολιστικής) αντιμετώπισης
των περιβαλλοντικών επιπτώσεων στο Θριάσιο Πεδίο λαμβανομένων υπόψη
όλων των υπαρχουσών αλλά και των υπολοίπων προγραμματιζομένων
βιομηχανικών και άλλων ρυπογόνων δραστηριοτήτων της ευρύτερης περιοχής.
Από την άλλη, ως προς τη μη εξέταση εναλλακτικών λύσεων σε σχέση με τη
χωροθέτηση των μονάδων της επέκτασης εντός του χώρου του διυλιστηρίου,
είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι η εξέταση αυτή ήταν και είναι από
περιβαλλοντική άποψη απαραίτητη, δεδομένου ότι η θέση των νέων μονάδων
της επέκτασης επηρεάζει καίρια τη χωρική σχέση (βαθμό γειτνίασης) των
μονάδων αυτών με το παρακείμενο Πυριτιδοποιείο – Καλυκοποιείο
(ΠΥΡΚΑΛ), με τις λιμενικές εγκαταστάσεις, αλλά και γενικότερα με το
ευρύτερο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον. Η χωροθέτηση, δηλαδή,
των εγκαταστάσεων εντός του χώρου του διυλιστηρίου, όπως και το μέγεθος
τους, συνιστούν ένα μείζον περιβαλλοντικό ζήτημα και ως τέτοιο θα έπρεπε να
οδηγήσει στην εξέταση εναλλακτικών λύσεων επί τη βάσει περιβαλλοντικών
κριτηρίων.
Από τα ανωτέρω προκύπτει προφανές ότι η επιλογή της δεδομένης λύσης έγινε
με επιχειρηματικά κριτήρια που κυρίως αφορούν τη διαθεσιμότητα στην
Ελευσίνα μεγάλων αποθηκευτικών χώρων (3,3 εκ. τον. αργού και προϊόντων)
καθώς και σημαντικών λιμενικών εγκαταστάσεων οι οποίες, με την
ευκαιρία της επένδυσης, θα επεκταθούν σημαντικά. (σχετική ιστοσελίδα
ΕΛΠΕ).
ii. Παράλειψη εκτίμησης των επιπτώσεων από τις λιμενικές εγκαταστάσεις
Η δραστηριότητα της επέκτασης συντίθεται αφενός από τις νέοδημιουργούμενες λιμενικές εγκαταστάσεις και από τις νέες μονάδες μετατροπής, μετά την απόσταξη του εισερχόμενου αργού πετρελαίου, των βαρέων
υπολειμμάτων σε ελαφρότερα «λευκά προϊόντα» (ντίζελ, νάφθα, υγραέρια, κηροζίνη, κ.λπ.). Βασική παράλειψη της εκπονηθείσας και δημοσιοποιηθείσας
Μ.Π.Ε. είναι ότι αυτή δεν περιέλαβε ουδεμία αναφορά και προσέγγιση των
επιπτώσεων από το ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΛΙΜΕΝΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ.
Αντ’ αυτού η Διοίκηση αρκέσθηκε παράνομα στην εκπόνηση μιας ετεροχρονισμένης ξεχωριστής μελέτης για τις λιμενικές εγκαταστάσεις, η οποία μάλιστα
ουδέποτε έτυχε της αναγκαίας δημοσιοποίησης. Η παρανομία είναι, νομίζουμε,
προφανής. Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι και η ξεχωριστή αυτή άτυπη
Μ.Π.Ε. φέρει πασιφανείς πλημμέλειες, αν ληφθούν υπόψη τα κάτωθι:
Παρά τον τίτλο της, που είναι παραπλανητικός, το περιεχόμενο της αφορά
μόνον στην εγκατάσταση και λειτουργία ταινιοδρόμου για τη μεταφορά
127

προς φόρτωση σε πλοία του στερεού θείου που θα παράγεται στις μονάδες
επέκτασης του διυλιστηρίου. Επίσης, ως προς τη λήψη μέτρων προστασίας του
περιβάλλοντος
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ
ΚΑΙ
ΜΟΝΟ
ΑΠΟ
ΤΟΝ
ΤΑΙΝΙΟΔΡΟΜΟ, επαναλαμβάνονται συνοπτικά τα όσα έχουν περιληφθεί
στην κυρίως Μ.Π.Ε..
Από την άλλη, στην υποβληθείσα κυριώς Μ.Π.Ε. του έργου της επέκτασης
ΔΕΝ ΕΞΕΤΑΖΟΝΤΑΙ, ως κατά νόμο θα οφείλετο:
α) Οι επιπτώσεις από τις υφιστάμενες λιμενικές εγκαταστάσεις και
συγκεκριμένα : i) Δεν περιγράφονται οι Λιμενικές Εγκαταστάσεις (Τερματικός Σταθμός, Προβλήτες Ι & II, σταθμός φόρτωσης Υγραερίων, σταθμοί
φόρτωσης μικρών σκαφών κ.α), τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, οι αγωγοί, οι
ρυθμοί φόρτωσης και εκφόρτωσης των πλοίων, οι εγκαταστάσεις έρματος, οι
διακινούμενες ποσότητες (και μόνο το γεγονός φόρτωσης θείου σε πλοία,
διαφοροποιεί το σημερινό σχήμα), ο αριθμός των πλοίων (ούτε και ο
προστιθέμενος αριθμός των πλοίων για φόρτωση θείου), η χωρητικότητα
κ.α. ii) Δεν δίνονται τα γενικά στοιχεία λειτουργίας για τις προβλήτες I και ΙΙ
και επομένως δεν εκτιμώνται και αντιμετωπίζονται οι περιβαλλοντικές
επιπτώσεις από τα αέρια, υγρά και στερεά απόβλητα της λιμενικής
εγκατάστασης.
β) Οι επιπτώσεις από την διασύνδεση των λιμενικών εγκαταστάσεων με τις
μονάδες του διυλιστηρίου και με τους αγωγούς μεταφοράς από και προς το
διυλιστήριο και από την προβλήτα. Υπενθυμίζεται ότι οι λιμενικές εγκαταστάσεις είναι πλήρως διασυνδεμένες οργανικά και λειτουργικά με το διυλιστήριο, αποτελούν μέρος της εγκατάστασης και εκτείνονται εντός του γηπέδου
της εγκατάστασης.
γ) Οι επιπτώσεις από τις νέες λιμενικές εγκαταστάσεις φόρτωσης πλοίων για
το στερεοποιημένο θείο που προορίζεται για εξαγωγή. Ενώ περιγράφονται
(σελ.156) οι νέες εγκαταστάσεις Διαχείρισης θείου (282 τόνων/ημέρα υγρού
θείου του διυλιστηρίου της Ελευσίνας και 120 τόνων/ ημέρα του διυλιστηρίου
του Ασπροπύργου) δεν προσδιορίζονται ούτε η θέση των νέων λιμενικών
εγκαταστάσεων φόρτωσης θείου, ούτε η θέση της νέας δεξαμενής 1500 m3
υγρού θείου στον χώρο του λιμένος η οποία μάλιστα δεν περιλαμβάνεται στους
πίνακες δεξαμενών της Μ.Π.Ε και της Ε.Π.Ο! Ο ταινιόδρομος μεταφοράς
θείου δεν υπάρχει στα σχέδια της Μ.Π.Ε. Επίσης δεν περιγράφονται οι
εγκαταστάσεις φόρτωσης πλοίων για την εξαγωγή του προϊόντος (στερεοποιημένου θείου), ενώ δεν εκτιμώνται οι εκπομπές σωματιδίων από τις φορτώσεις
θείου στα πλοία.

128

δ) Οι επιπτώσεις από την μεταφορά 120 τόνων ημερησίως υγρού θείου από τον
Ασπρόπυργο που παραπλανητικά αναφέρεται ότι θα γίνεται με «φορτηγό»
(σελ.156) ενώ θα απαιτηθεί η μετακίνηση μερικών χιλιάδων ειδικών
βυτιοφόρων ανά έτος. Το υγρό θείο συγκαταλέγεται ανάμεσα στις επικίνδυνες
ουσίες και η μεταφορά του από τον Ασπρόπυργο αποτελεί διαδικασία που
ενέχει κινδύνους που αποσιωπώνται.
ε) Οι επιπτώσεις από την κατασκευή τεράστιου μήκους παραθαλάσσιου
τοίχου ύψους τουλάχιστον 8μ και μήκους τουλάχιστον 450 μ. και μάλιστα πίσω
από το όριο του Αιγιαλού σε απόσταση μέχρι 6,5 μ από το όριο του Αιγιαλού,
δηλαδή εντός της ζώνης παραλίας πλάτους 10 μ., που αδειοδοτείται
περιβαλλοντικά με την ΕΠΟ (σελ. 9).
στ) Οι επιπτώσεις από την κατασκευή του έργου «προστασίας ακτών» κατά
μήκος της παραλίας συνολικού μήκους 450 μ. που αδειοδοτείται με την ΕΠΟ
(σελ. 9).
Επίσης, τα υπό ανωτέρω στοιχεία (δ), (ε) και (στ) δεν συζητούνται ούτε
εκτιμούνται και στην μη δημοσιοποιημένη ΜΠΕ ΛΕ, η οποία στην σελίδα 5
αναφέρει ρητώς ότι : « Η ΜΠΕ Λ.Ε εκπονήθηκε με σκοπό να καλύψει το έργο
της προσθήκης ταινιοδρόμου μεταφοράς θείου της νέας μονάδας 85 στον
προβλήτα του διυλιστηρίου». Τέλος, δεν γίνεται αναφορά στον τρόπο
μεταφοράς και φόρτωσης επικίνδυνων ημιστερεών αποβλήτων από το
διυλιστήριο, γεγονός το οποίο έχει υποχρεώσει μάλιστα τη Διοίκηση διά της
έγκρισης περιβαλλοντικών όρων να ζητήσει να εκπονηθεί συμπληρωματική
σχετική μελέτη.
iii. Μη νόμιμη και έγκυρη εκπονηθείσα και υποβληθείσα Μ.Π.Ε.
Κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 716/1977 «περί μητρώου μελετητών και αναθέσεως
και εκπονήσεως μελετών» (ΦΕΚ Α΄ 295) όπου καθορίζονται οι όροι και η
διαδικασία της αναθέσεως και εκπονήσεως μελετών για λογαριασμό του
Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ. σε ιδιώτες μελετητές και ιδιωτικά γραφεία μελετών,
εκδόθηκαν, για τη διάκριση των ανωτέρω μελετών σε κατηγορίες ανάλογα
προς το κύριο αντικείμενό τους, τα προεδρικά διατάγματα υπ’ αριθμ. 541/1978
με το οποίο καθορίσθηκαν 26 κατηγορίες μελετών και το υπ’ αριθμ. 256/1998
με το οποίο προσετέθη στις κατηγορίες αυτές και η Κατηγορία 27. Σύμφωνα με
την παρ. 2 του άρθρου 1 του π.δ. 256/1998, το αντικείμενο 27 της Κατηγορίας
27 με τίτλο «Περιβαλλοντικές Μελέτες» περιλαμβάνει «τις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων δημοσίων ή ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων που
προβλέπονται στην Κ.Υ.Α. 69269/5387/1990 (Β΄ 678)». Μάλιστα κατά την
περ. α΄ της επομένης παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, η εκπόνηση των
μελετών της προηγούμενης παραγράφου 2, προκειμένου για μελέτες που
129

απαιτούν τάξεις πτυχίων Α’, Β’ και Γ’ της Κατηγορίας ανατίθεται σε μελετητή
ή γραφείο μελετών της ίδιας Κατηγορίας 27.
Σύμφωνα με την προαναφερόμενη ισχύουσα νομοθεσία το πτυχίο Α΄ Τάξης, ως
το κατώτερο από τα προβλεπόμενα, αναγνωρίζεται σε επιστήμονες μελετητές
με περιορισμένες, σε σχέση με του κατόχους των πτυχίων των ανώτερων
Τάξεων, επαγγελματικές εμπειρίες και συνακόλουθα εμπειρικές γνώσεις, στους
οποίους επιτρέπει την εκπόνηση μελετών με τη μικρότερη αμοιβή καθώς
αφορούν έργα χαμηλού προϋπολογισμού. Στην επίμαχη περίπτωση, το κόστος
της εκπονηθείσας Μ.Π.Ε. συνάγεται ιδιαίτερα υψηλό, αν αναλογιστεί κανείς το
προϋπολογιζόμενο κόστος του επίδικου έργου (1.200.000.000 €) αλλά και την
ειδική και σύνθετη προσέγγιση που απαιτείται για την καταγραφή και εκτίμηση
από τη Μ.Π.Ε. των περιβαλλοντικών επιπτώσεών του. Από την άλλη, λόγω των
χαρακτηριστικών και των διαστάσεων του επίδικου έργου, για την
αντικειμενική και αξιόπιστη αξιολόγηση των περιβαλλοντικών του επιπτώσεων
απαιτούνται υψηλού επιπέδου εμπειρικές γνώσεις που θα επιτρέψουν τη
διαμόρφωση ασφαλών επιστημονικών συμπερασμάτων για την περιβαλλοντική
συμβατότητα του έργου.
Από τα ανωτέρω θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι την πληρότητα, την
ακρίβεια, την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία της εκπονηθείσας από την
εταιρία «FOSTER WHEELER ITALIANA» Μ.Π.Ε. θα μπορούσε να
πιστοποιήσει με την υπογραφή του ένας μελετητής κάτοχος τουλάχιστον της Β΄
Τάξης πτυχίου, αν όχι κατευθείαν ανώτερης Τάξης. Και αυτό γιατί εκ του
νόμου μόνο αυτός διαθέτει την εμπειρία για την εκπόνηση μελέτης για έργα
των προδιαγραφών και απαιτήσεων του επίδικου, και εξάλλου μόνο αυτός θα
μπορούσε να αναλάβει την εκπόνηση Μ.Π.Ε. στην οποία αναλογεί, λόγω του
ιδιαίτερα υψηλού προϋπολογισμού του επίδικου έργου, μια τόσο υψηλή
μελετητική αμοιβή. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτή,
προκειμένου να θεωρηθεί νομικά έγκυρη η εκπονηθείσα Μ.Π.Ε., η υπογραφή
της από μελετήτρια κατόχου πτυχίου Α΄ Τάξης, όπως εν προκειμένω συνέβη,
καθώς, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την ανάθεση μελετών, με βάση
το πτυχίο της δεν διαθέτει τις επαγγελματικές εμπειρίες και γνώσεις για να
εγγυηθεί την πληρότητα και αξιοπιστία ενός τέτοιου υψηλών προδιαγραφών
περιεχομένου Μ.Π.Ε. για ένα έργο σύνθετων διαστάσεων και χαρακτηριστικών
όπως το επίδικο, ούτε δύναται κατά το νόμο να αναλάβει την εκπόνηση μιας
μελέτης τόσο υψηλού προϋπολογισμού όπως η επίδικη.
Επιπλέον, τα δεδομένα και η ευαισθησία του φυσικού και ανθρωπογενούς
περιβάλλοντος όπου πρόκειται να ενταχθεί το επίδικο έργο, σε συνδυασμό με
τις διαστάσεις και τα χαρακτηριστικά του ίδιου του έργου, επιβάλλουν την
διεπιστημονική προσέγγιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεών του με την
130

συνεργασία ομάδας επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων κατά την
εκπόνηση της επίμαχης Μ.Π.Ε. Ειδικότερα, οι επιστημονικές ειδικότητες που
κρίνονται αναγκαίες προκειμένου να στοιχειοθετηθεί μια αξιόπιστη και πλήρης
καταγραφή και αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του εν λόγω
έργου είναι αυτές του μηχανικού περιβάλλοντος, χημικού, χημικού μηχανικού,
βιολόγου, πολεοδόμου και χωροτάκτη μηχανικού, δασολόγου, υδρογεωλόγου,
πολιτικού μηχανικού κ.ά.
Ωστόσο, ούτε από το ίδιο το περιεχόμενο της υποβληθείσας Μ.Π.Ε. προκύπτει
ότι για την εκπόνησή της συνεργάστηκε μια ομάδα διαφόρων επιστημονικών
ειδικοτήτων, ούτε η ίδια η υπογραφή της εν λόγω Μ.Π.Ε. από τη μελετήτρια με
την ειδικότητα του Γεωλόγου - και άρα με πολύ ειδικό και περιορισμένο, ως
προς τις απαιτήσεις του επίδικου έργου, εύρος επιστημονικών γνώσεωνκαλύπτει αυτήν την τόσο σημαντική έλλειψη της επίμαχης Μελέτης. Ως εκ
τούτου, και εκ του τυπικού αυτού λόγου, η υποβληθείσα Μ.Π.Ε. κρίνεται μη
νομίμως και εγκύρως εκπονηθείσα, γεγονός που καθιστά παράνομες τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις που εκδόθηκαν λαμβάνοντας υπόψη την επίμαχη
Μ.Π.Ε.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η εκπονηθείσα για το επίδικο
έργο Μ.Π.Ε. στερείται αντικειμενικού και αξιόπιστου χαρακτήρα, γεγονός που
πλήττει την νομική εγκυρότητα τόσο της ίδιας της εκπονηθείσας Μ.Π.Ε. όσο
και της υπογραφής της μελετήτριας κας Βλαχαντώνη Ευαγγελίας, Γεωλόγου,
κατόχου του Πτυχίου Κατηγορίας 27, Τάξης Α΄, που πιστοποιεί τη δήθεν
ακρίβεια, πληρότητα και αξιοπιστία της.
Υπογραμμίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση η εκπόνηση της Μ.Π.Ε. έγινε
με καθαρά επιχειρηματικά κριτήρια από την τεχνική εταιρία που από τεχνικής
απόψεως ασχολήθηκε με τη σχεδιαζόμενη επέκταση του υφιστάμενου
διυλιστηρίου. Σημειώνεται ότι αν το έργο προωθούνταν από κάποιο δημόσιο
φορέα, υποχρεωτικά η Μ.Π.Ε. θα έπρεπε να εκπονηθεί από μελετητή κάτοχο
της κατά νόμο ανώτατης Τάξης Πτυχίου (Γ΄) κάτι που θα έπρεπε να ισχύσει και
για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Διότι στην διαφορετική περίπτωση
στρεβλώνεται ο χαρακτήρας της Μ.Π.Ε. όπως έχει προδιαγραφεί από τη
νομοθεσία, δηλαδή εκείνο που συμβαίνει είναι η Μ.Π.Ε. να εκπονείται από μη
ειδικούς ή από πρόσωπα άγνωστα και να χρησιμοποιείται απλώς τυπολατρικά
και εν τέλει καταχρηστικά η υπογραφή ενός μελετητή έχοντος το
οποιοδήποτε πτυχίο –ακόμα και το μικρότερο- της κατηγορίας 27.
Συνεπώς οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι και εκ του προφανούς τυπικού
αυτού λόγου παράνομες και θα πρέπει να ακυρωθούν.
131

3. Μη προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης, παρόλο που το εγκριθέν με τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις έργο δεν εμπίπτει στις εξαιρετικές διατάξεις του
εδαφίου στ' της παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 (αρθρ. 2 Ν.
3010/2002) και άρα ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΕΝΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ.

Στην υπό κρίση περίπτωση το επίδικο έργο πρόκειται να υλοποιηθεί σε περιοχή
για την οποία έχουν καθοριστεί με την υπ’ αριθ. 21727/25.05.2005 Υ.Α. (βλ.
άρθρο μόνο παρ. Β΄) για την τροποποίηση του Γ.Π.Σ. του Δήμου Ελευσίνας
(ΦΕΚ 627/Δ΄/2005) χρήσεις «οχλούσας βιομηχανίας-βιοτεχνίας» [ΒΙ.ΠΕ.],
όπως προσδιορίζονται από το άρθρο 6 του από 23.02.1987 Π.Δ/τος (ΦΕΚ
166/Δ/1987). Στην ίδια ως άνω απόφαση τροποποίησης του Γ.Π.Σ. Ελευσίνας
προβλέπεται «1. Α. Η επέκταση των ορίων του γενικού πολεοδομικού σχεδίου
για την ένταξη εντός αυτών περιοχών προς πολεοδόμηση α)…β)…γ)…δ) Των
περιοχών που βρίσκονται οι εγκαταστάσεις ΠΕΤΡΟΛΑ, ΕΛΑΝΗ,
ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ και ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ για την ένταξη εντός
αυτών ζώνης Βιομηχανίας-Βιοτεχνίας (ΒΙ.ΠΕ) με μέσο συντελεστή δόμησης
1,2. ε)…»
Εν προκειμένω, σύμφωνα με το ισχύον Γ.Π.Σ., για την ένδικη περιοχή
καθορίστηκε η γενική πολεοδομική λειτουργία του άρθρου 6 του από
23.02.1987 Π.Δ/τος, δηλ. η γενική κατηγορία χρήσεων γης της οχλούσας
βιομηχανίας – βιοτεχνίας, όπερ σημαίνει ότι, κατά το προβλεπόμενο από τις
διατάξεις του ως άνω Π.Δ/τος σύστημα τυποποίησης χρήσεων γης, εντός αυτής
είναι δυνατή η χωροθέτηση όλων των περιοριστικά απαριθμούμενων στο
άρθρο 6 ειδικών χρήσεων γης. Η πρόβλεψη του Γ.Π.Σ. για την εν λόγω
περιοχή ως περιοχή οχλούσας βιομηχανίας – βιοτεχνίας σε καμία περίπτωση
δε σημαίνει χωροθέτηση αποκλειστικά της συγκεκριμένης επίδικης
δραστηριότητας αλλά αποτελεί την γενική πρόταση του για την πολεοδομική
της οργάνωση με τον καθορισμό της γενικής πολεοδομικής της λειτουργίας.
Την πρόταση αυτή θα εξειδικεύσει και θα υλοποιήσει το δεύτερο επίπεδο
πολεοδομικού σχεδιασμού, η πολεοδομική μελέτη, καθορίζοντας για την
ένδικη περιοχή κάποιες από τις ειδικές χρήσεις του άρθρου 6 και
ενδεχομένως αποκλείοντας ορισμένες άλλες, εφόσον όμως δεν παραβλάπτεται
η «πολεοδομική λειτουργία» της οικείας κατηγορίας (άρθρο 11 του από
23.02.1987 Π.Δ/τος, ΣτΕ 384/2002, 3756/2000, 3720/2005).

132

Εν προκειμένω, ο από το Γ.Π.Σ. καθορισμός της γενικής πολεοδομικής
λειτουργίας της εν λόγω περιοχής ως οχλούσας βιομηχανίας – βιοτεχνίας δεν
συνιστά διάταξη που δεν χρειάζεται να εξειδικευτεί περαιτέρω και
συνεπώς αμέσως εφαρμοστέα και δεσμευτική, αφού δεν συνεπάγεται την
ευθεία και αποκλειστική χωροθέτηση της συγκεκριμένης επίδικης
δραστηριότητας στην περιοχή, αλλά επιτρέπει τη χωροθέτηση όλων
ανεξαιρέτως των υπόλοιπων ειδικών χρήσεων που απαριθμούνται στο
άρθρο 6 του από 23.02.1987 Π.Δ/τος. Η αντίθετη αυτή άποψη, ότι δηλ. το ως
άνω ισχύον Γ.Π.Σ. επιτρέπει την απευθείας χωροθέτηση ειδικής χρήσης
(«Βιομηχανικές εγκαταστάσεις») στην εν λόγω περιοχή, χωρίς η βαρύτητά της
και η συσχέτισή της με τις λοιπές ειδικές χρήσεις του άρθρου 6 να εκτιμηθεί
με κριτήρια πολεοδομικής επιστήμης στο επόμενο επίπεδο του πολεοδομικού
σχεδιασμού (την πολεοδομική μελέτη) ταυτίζει σε επίπεδο Γ.Π.Σ. τη γενική
πολεοδομική λειτουργία (οχλούσα βιοτεχνία-βιομηχανία) με την ειδική (υπο
6§ 1. Βιομηχανικές εγκαταστάσεις) και θα καθιστούσε παρεμπιπτόντως
παράνομη και άκυρη την υπ’ αριθ. 21727/25.05.2005 Υ.Α. για την τροποποίηση του Γ.Π.Σ. του Δήμου Ελευσίνας (ΦΕΚ 627/Δ’/2005).
Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορεί και το γεγονός ότι σύμφωνα με το ίδιο το
Γ.Π.Σ. (1Α), η ένδικη περιοχή εντάσσεται στα όρια του ως προς πολεοδόμηση
περιοχή (εντός της οποίας βρίσκονται οι εγκαταστάσεις ΠΕΤΡΟΛΑ, ΕΛΑΝΗ,
ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ και ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ) για την ένταξη εντός
αυτής ζώνης Βιομηχανίας-Βιοτεχνίας. Κατά τη διατύπωση δηλ. του ίδιου του
Γ.Π.Σ., η έκταση όπου πρόκειται να εγκατασταθούν και να λειτουργήσουν οι
εγκριθείσες με την προσβαλλομένη δραστηριότητες, ως τμήμα της ευρύτερης
ως άνω προς πολεοδόμηση περιοχής, δεν αποτελεί νομοθετημένη βιομηχανική
περιοχή με την έγκριση του Γ.Π.Σ., αφού θα πρέπει να προηγηθεί η
πολεοδόμηση της ευρύτερης περιοχής όπου αυτή εντάσσεται, ήτοι η
εκπόνηση και έγκριση της πολεοδομικής μελέτης, με στόχο να ενταχθεί εντός
αυτή ζώνη βιομηχανίας-βιοτεχνίας. Εξάλλου, η βιομηχανική περιοχή που
ενδεχομένως θα θεσμοθετηθεί με την ολοκλήρωση της διαδικασίας
πολεοδόμησης είναι δυνατό να μην καταλάβει όλη την εν λόγω προς
πολεοδόμηση περιοχή!
[Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι το ίδιο το Γ.Π.Σ. Ελευσίνας, σε ό, τι αφορά τις
υπό πολεοδόμηση περιοχές του όπως η επίδικη, περιέχει όντως κάποιες
συγκεκριμένες και σαφείς διατάξεις που δεν χρειάζεται να εξειδικευτούν
περαιτέρω και συνεπώς είναι αμέσως εφαρμοστέες και δεσμευτικές χωρίς την
προηγούμενη εκπόνηση και έγκριση της πολεοδομικής μελέτης, όπως λ.χ. η
διάταξη του άρθρου 1 παρ. Δ΄ στην οποία προβλέπει τη δημιουργία «νέου
λιμένος Ελευσίνας νοτίως της περιοχής ΠΥΡΚΑΛ» και «Βιολογικό Καθαρισμό

133

ανατολικά της Χαλυβουργικής». Οι εν λόγω δεσμευτικές προβλέψεις, ως
ειδικές και σημειακές, διαφοροποιούνται σαφώς από την πρόβλεψη για την
επίδικη ως οχλούσα βιομηχανία – βιοτεχνία του άρθρου 6 του από 23.02.1987
Π.Δ/τος]
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει με σαφήνεια ότι στην επίδικη
περιοχή εγκατάστασης και λειτουργίας των εγκριθεισών δραστηριοτήτων, από
το Γ.Π.Σ. του Δ. Ελευσίνας καθορίζονται οι χρήσεις της γενικής
πολεοδομικής λειτουργίας της οχλούσας βιομηχανίας-βιοτεχνίας και μέχρι
την πολεοδόμησή της επιτρέπονται όλες ανεξαιρέτως οι χρήσεις ειδικής
πολεοδομικής λειτουργίας που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του από
23.02.1987 Π.Δ/τος (βιομηχανία, βιοτεχνία, επαγγελματικά εργαστήρια,
εγκαταστάσεις εμπορικών εκθέσεων κ.λπ.), τηρουμένων κατά τα λοιπά των
διατάξεων για την εκτός σχεδίου δόμηση. Ως εκ τούτου, μέχρι τον ειδικό
καθορισμό της ως τέτοια κατά την πολεοδόμησή της, σε καμία περίπτωση δεν
αποτελεί «θεσμοθετημένη βιομηχανική περιοχή» υπό την έννοια της
διατάξεως του εδαφίου στ' της παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 και
συνεπώς η ίδρυση και λειτουργία εντός αυτής βιομηχανικών
εγκαταστάσεων, όπως οι επίδικες, και δεν απαλλάσσεται από την
υποχρέωση για τήρηση της διαδικασίας Π.Π.Ε.Α.
Τέλος, προς άρση κάθε αμφιβολίας θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο
ισχυρισμός της αντιδίκου ότι ουδέποτε κατηργήθησαν οι επίσημοι χάρτες
(υπό την ένδειξη Π.Ι.) του π.δ/τος 84/1984 (ΦΕΚ Α' 33), στους οποίους η
επίδικη περιοχή ορίζεται ως περιοχή «οχλουσών επαγγελματικών εγκαταστάσεων (Ε.Ο.)» όπου, σύμφωνα, πάντα με το ίδιο π.δ/μα, είναι δυνατή η ίδρυση
οχλουσών εγκαταστάσεων. Και αυτό γιατί σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 41 του ν. 3105/2003, που αντικατέστησε το τελευταίο
εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 2965/2001, οι χάρτες του προαναφερόμενου π.δ/τος 84/1984 ισχύουν μέχρι τη δημοσίευση των χαρτών των
χρήσεων γης (ΓΠΣ, ΖΟΕ) που εξειδικεύουν το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας.
Συνεπώς, με την έκδοση της υπ’ αριθ. 21727/25.05.2005 Υ.Α. για την τροποποίηση του Γ.Π.Σ. του Δήμου Ελευσίνας και τη δημοσίευση των χαρτών
χρήσεων γης που το συνοδεύουν, καταργήθηκαν οι παλαιότεροι χάρτες (υπό
την ένδειξη Π.Ι.) του π.δ/τος 84/1984 στους οποίους η περιοχή χαρακτηριζόταν ως «Ε.Ο.» και πλέον ορίζεται ως περιοχή χρήσεων «οχλούσας βιομηχανίας-βιοτεχνίας» του άρθρου 6 του από 23.02.1987 Π.Δ/τος.

134

4. Παραβίαση του άρθρου 31 του ν. 3325/2005

Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και άδειας
εγκατάστασης κρίνονται παράνομες καθώς αναιρούν την εφαρμογή της
διάταξης του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 3325/2005. Η συσχέτιση της εν λόγω
διάταξης με το νομικό πλαίσιο που διέπει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και η
νομική αναγκαιότητα εφαρμογής της στην επίδικη περίπτωση προκύπτει
προφανής από το ότι τα Σχέδια Γενικής Διάταξης, στα οποία εμφανίζονται οι
εγκριθείσες με τις ως άνω πράξεις νέες μονάδες και δραστηριότητες της
αντιδίκου εταιρίας καταλαμβάνουν όλη την έκταση του επίδικου γηπέδου,
αποτελούν στοιχεία του φακέλου των προσβαλλόμενων αποφάσεων
έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και άδειας εγκατάστασης και ως εκ
τούτου η υλοποίηση των ως άνω Σχεδίων με την προσθήκη κτιριακών
εγκαταστάσεων σε όλο το γήπεδο ερείδεται στις εν λόγω προσβαλλόμενες
πράξεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3325/2005 «Τα γήπεδα που βρίσκονται
σε περιοχές Ε.Μ. και Ε.Ο. του Π.Δ. 84/1984, σε περιοχές ΒΙ.ΠΑ., ΒΙΟ.ΠΑ. και
σε περιοχές υποδοχής χρήσεων του άρθρου 6 του Π.Δ. 23.2.1987, που
καθορίζονται από εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο και έχουν ελάχιστο
εμβαδό 2.000 τετραγωνικών μέτρων, θεωρούνται οικοδομήσιμα εφόσον, πριν
από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, οι ιδιοκτήτες των γηπέδων αυτών
έχουν παραχωρήσει στον οικείο δήμο ή κοινότητα, δωρεάν, με
συμβολαιογραφική πράξη, έκταση ίση με το δέκα τοις εκατό (10%)
τουλάχιστον της επιφάνειας του γηπέδου. Ο προσδιορισμός του ποσοστού και
της θέσης της παραχωρούμενης έκτασης γίνεται από την αρμόδια Πολεοδομική
Υπηρεσία για την εξασφάλιση ή τη βελτίωση των συνθηκών προσπέλασης του
γηπέδου. Η παραχωρούμενη έκταση κατά την πολεοδόμηση της περιοχής
προσμετράται στον υπολογισμό των οφειλόμενων εισφορών της ιδιοκτησίας».
Στην επίδικη περίπτωση, η αντίδικος εταιρία υπέχει την υποχρέωση παραχώρησης έκτασης του γηπέδου της προς το Δήμο Ελευσίνας, κατά τους ορισμούς
της προαναφερόμενης διάταξης, καθώς αυτό έχει έκταση άνω των 2.000 τ.μ.
και βρίσκεται σε περιοχή υποδοχής χρήσεων του άρθρου 6 του Π.Δ.
23.2.1987 σύμφωνα με το ισχύον Γ.Π.Σ. του Δ. Ελευσίνας. Ωστόσο, όπως
σαφώς προκύπτει από τα Σχέδια Γενικής Διάταξης, τα οποία αποτελούν
στοιχεία του φακέλου των προσβαλλόμενων αποφάσεων έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και άδειας εγκατάστασης, οι εγκριθείσες με τις ως άνω πράξεις νέες μονάδες και δραστηριότητες της αντιδίκου εταιρίας καταλαμβάνουν
όλη την έκταση του επίδικου γηπέδου (βλ. Μ.Π.Ε. σχέδιο GENERAL PLOT
135

PLAN με αριθμό BDO300A-00-01-005, σχέδιο με αριθμό BDO300A-00-01003 και σχέδιο με αριθμό BDO300A-00-41-003. Επιπροσθέτως βλ. προοίμιο
της άδειας εγκατάστασης όπου ρητά αναφέρεται ότι η Διοίκηση λαμβάνει
υπόψη «15. Την από Ιουνίου 2007 ΜΠΕ και την από Ιουνίου 2008 Μελέτη
εγκατάστασης του έργου του θέματος της αιτούσας, στην οποία
περιλαμβάνονται η Τεχνική Περιγραφή, σχεδιαγράμματα, κατάσταση
μηχανολογικού εξοπλισμού και αναλυτικός προϋπολογισμός»)!Καθίσταται,
λοιπόν, σαφές ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις παραβιάζουν ευθέως τη
διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 3325/2005, αφού, προβλέποντας την
κατάληψη ολόκληρου του γηπέδου από νέες μονάδες και δραστηριότητες,
αποκλείουν καταρχήν τον προσδιορισμό της έκτασης του επίδικου γηπέδου
η οποία πρέπει να παραχωρηθεί στον οικείο Δήμο κατά τους ορισμούς της
προαναφερόμενης κρίσιμης διάταξης. Η δε υλοποίηση των ως άνω
προσβαλλόμενων αποφάσεων με την κατάλληλη διαμόρφωση του επίδικου
χώρου, την κατασκευή των όποιων αναγκαίων τεχνικών έργων και την τελική
εγκατάσταση των επίδικων νέων μονάδων και δραστηριοτήτων καθιστά στην
πράξη αδύνατη την παραχώρηση του απαραίτητου 10% της υπό κρίση
ιδιοκτησίας της αντιδίκου στον Δήμο υπό μορφή εισφοράς ως γήπεδο
υπαγόμενο στις διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 3325/2005.
Η μη υπαγωγή της επίμαχης ιδιοκτησίας στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του
άρθρου 31 του ν. 3325/2005 για το λόγο ότι το εν λόγω άρθρο αφορά μόνο τα
γήπεδα που έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2 στρεμ. και μέγιστο 4 στρεμ. και όχι εκείνα
που κατά τις διατάξεις της εκτός σχεδίου δόμησης δύναται να θεωρηθούν ούτως
ή άλλως άρτια και οικοδομήσιμα (ήτοι των 4.000 τ.μ. και άνω) θα πρέπει να
απορριφθεί. Και αυτό γιατί καταρχήν προσκρούει στην ίδια τη γραμματική
ερμηνεία της εν λόγω διάταξης η οποία ορίζει ρητά και με σαφήνεια το
εμβαδόν των γηπέδων που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό της πεδίο (τουλάχιστον 2
στρεμ.) χωρίς όμως να θέτει ένα μέγιστο όριο εμβαδού (λ.χ. τα 4 στρεμ.) ή ένα
άλλο κριτήριο (αρτιότητα/οικοδομησιμότητα) εξαιτίας του οποίου κάποια
γήπεδα εξαιρούνται από την εφαρμογή της και άρα από την υποχρέωση που η
διάταξη επιβάλλει. Συνεπώς, κατά τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 31
του ν. 3325/2005, στο ρυθμιστικό του πεδίου υπάγονται δίχως άλλο όλα τα
γήπεδα που έχουν εμβαδόν τουλάχιστον 2 στρεμ. και άρα και εμβαδό
μεγαλύτερο από 4 στρεμ. Εξάλλου, αν ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει τα
γήπεδα των 4 στρεμ. και πάνω από την υποχρέωση εισφοράς του άρθρου 31, θα
το όριζε ρητά.
Από την άλλη, η άποψη ότι εξαιρούνται από την επιβαλλόμενη δυνάμει της
προαναφερόμενης διάταξης υποχρέωση παραχώρησης εισφοράς γης τα γήπεδα
που ούτως ή άλλως θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα κατά τις διατάξεις της
εκτός σχεδίου δόμησης (ήτοι των 4.000 τ.μ. και άνω) προσκρούει ευθέως στη

136

συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος).
Και τούτο γιατί προωθεί την άνιση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων περιπτώσεων αφού εντός της ίδιας περιοχής υποδοχής δραστηριοτήτων βιοτεχνίαςβιομηχανίας, βαρύνεται με την υποχρέωση για εισφορά σε γη ο επαγγελματίας
με τις δυσμενέστερες αναπτυξιακές προοπτικές ως ιδιοκτήτης μικρής
έκτασης ενώ ο επαγγελματίας- ιδιοκτήτης μεγάλης έκτασης απαλλάσσεται
από την εν λόγω υποχρέωση παρά τις καλύτερες προοπτικές επαγγελματικής
και οικονομικής ανάπτυξης που το μεγάλο του γήπεδο μπορεί να του
εξασφαλίσει.
Ταυτόχρονα όμως η άποψη αυτή παραβιάζει και το άρθρο 24 παρ. 3 του
Συντάγματος που αναγνώρισε το θεσμό της εισφοράς σε γη στις περιοχές που
εντάσσονται σε ένα σχέδιο πολεοδομικού σχεδιασμού, όπως εν προκειμένω
συνέβη με τη θεσμοθέτηση του Γ.Π.Σ. Ελευσίνας. Είναι καθαρά έξω από την
επιταγή του Συντάγματος και βεβαίως του άρθρου 31 του ν. 3325/2005 η
απαλλαγή των μεγάλων ιδιοκτητών από την εισφορά και η εφαρμογή της μόνο
στις μικρές (2-4 στρέμματα.) Η τυχόν αποδοχή μιας τέτοιας άποψης θα
απέβαινε πραγματικά εξαιρετικά επιβλαβής για την ποιότητα του
περιβάλλοντος, φυσικού και κυρίως ανθρωπογενούς, για όλο τον ελληνικό
χώρο.
Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η επίμαχη
διάταξη του άρθρου 31 του ν. 3325/2005 αποτελεί τη γενική πολεοδομική
διάταξη που διέπει την εισφορά σε γη στις προς πολεοδόμηση περιοχές
Ε.Μ. και Ε.Ο. του Π.Δ. 84/1984, σε περιοχές ΒΙ.ΠΑ., ΒΙΟ.ΠΑ. και σε περιοχές
υποδοχής χρήσεων του άρθρου 6 του Π.Δ. 23.2.1987, που καθορίζονται από
εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο. Υπό αυτήν την έννοια, με την
εφαρμογή της σε όλα τα γήπεδα άνω των 2 στρεμ. εντός των ως άνω περιοχών και άρα τα κατ’ ελάχιστο όριο ικανά να εισφέρουν- εξασφαλίζονται πριν την
πολεοδόμηση, ήτοι πριν την πολεοδομική μελέτη οι αναγκαίοι ελεύθεροι
χώροι για πρόσβαση και κοινόχρηστους σκοπούς. Η αντίθετη εξάλλου
άποψη, ότι δηλ. υπέχουν υποχρέωση για εισφορά σε γη μόνο τα μικρά γήπεδα
εμβαδού 2-4 στρεμμάτων και όχι τα μεγαλύτερα, αναχαιτίζει τη συνταγματικά
κατοχυρωμένη ορθολογική και ισόρροπη πολεοδομική ανάπτυξη (άρθρο 24
Σ). Και αυτό γιατί μη εξασφαλίζοντας την κατά το δυνατό μέγιστη ελεύθερη γη
και από τις μεγαλύτερες ιδιοκτησίες, περιορίζεται σημαντικά ο απαραίτητος
χώρος για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινοφελών χώρων για την
εξασφάλιση ή τη βελτίωση των συνθηκών προσπέλασης των γηπέδων στις εν
λόγω περιοχές, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνθήκες υποβάθμισης του
δομημένου περιβάλλοντός τους και να υποθηκεύεται το πολεοδομικό τους
μέλλον.

137

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων και άδειας εγκατάστασης κρίνονται παράνομες καθώς,
προβλέποντας την κατάληψη σχεδόν όλου του επίδικου γηπέδου από τις
εγκριθείσες νέες μονάδες και δραστηριότητες, παραβιάζουν το άρθρο 31 του ν.
3325/2005 διότι αναιρούν κατά τρόπο απόλυτο την ad hoc εφαρμογή του
και καθιστούν απολύτως αδύνατη την εκ του νόμου αναγκαία παραχώρηση στο
Δ. Ελευσίνας έκτασης τουλάχιστον 10% του επίδικου γηπέδου της αντιδίκου
εταιρίας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ακυρωθούν.

5. Παραβίαση της νομοθεσίας για την προστασία και διαχείριση των υδατικών πόρων
Όπως έχει παγίως κριθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου σας (ΣτΕ
1688/2005 Ολ., 2970/2004 7μ., 2179, 3841/2006, 1125, 2430/2008, κ.ά.) και
γίνεται δεκτό και για την ένδικη περίπτωση, ενόψει της συνταγματικής
επιταγής για τη διαφύλαξη των φυσικών πόρων (άρθρο 24 Σ) και υπό την ισχύ
τόσο του ν. 1739/1987 όσο και του νεότερου ν. 3199/2003 οι οποίοι ρυθμίζουν
τα ζητήματα που συναρτώνται με τη διαχείριση των υδατικών πόρων της
χώρας, καθώς και της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής
δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων σύμφωνα με τις αρχές της
βιώσιμης διαχείρισης των υδάτων, η εκτέλεση έργου αξιοποίησης υδατικών
πόρων επιτρέπεται, μόνον εφόσον αυτό εντάσσεται σε πρόγραμμα ανάπτυξης
υδατικών πόρων κατά τον ν. 1739/1987 ή Σχέδιο Διαχείρισης κατά τον ν.
3199/2003. Μάλιστα, αν και ορίζεται με το νεότερο αυτό νόμο μεταβατική
περίοδος για την εφαρμογή των διατάξεων του που αφορούν τα Σχέδια
Διαχείρισης και Προγράμματα Μέτρων, ως προς τα οποία τάσσεται στη
Διοίκηση προθεσμία έως το Δεκέμβριο του 2009 για την έγκριση του πρώτου
Σχεδίου Διαχείρισης και του πρώτου Προγράμματος Μέτρων, εντούτοις δεν
προβλέπεται αναστολή της εφαρμογής ή με οποιοδήποτε τρόπο άρση του
παραπάνω κανόνα κατά το μεταβατικό αυτό διάστημα. Επομένως, κατά την
πάγια νομολογία (ΣτΕ 1688/2005 Ολ., 2970/2004 7μ., 2179, 3841/2006, 1125,
2430/2008, κ.ά.) μέχρι την έγκριση σχετικού Σχεδίου Διαχείρισης και
Προγράμματος Μέτρων και τις διατάξεις του ν. 3199/2003, η εκτέλεση
έργου αξιοποιήσεως υδατικών πόρων είναι επιτρεπτή μόνον αν εντάσσεται
σε προγραμματισμό που έχει εγκριθεί κατά τον προγενέστερο ν. 1739/1997.

138

Στην επίδικη περίπτωση 2 , η περιοχή των εγκαταστάσεων της αντιδίκου «ΑΕ
ΕΛΠΕ ΒΕΕ» και της μελλοντικής επέκτασής τους, βρίσκονται στο παράκτιο
τμήμα της λεκάνης απορροής του υδρορρεύματος «Σαρανταπόταμος». Για
την εν λόγω λεκάνη απορροής ουδέποτε έχει εκτιμηθεί υδρολογικό ισοζύγιο
και συνακόλουθα δεν έχει εκπονηθεί ούτε Διαχειριστικό Σχέδιο των
υδατικών πόρων αλλά ούτε και Πρόγραμμα Ανάπτυξης υδατικών πόρων
της περιοχής –κατά τους ορισμούς του προγενέστερου νομικού καθεστώτοςστο οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί το Σχέδιο Διαχείρισης των Υδατικών
Πόρων αν υπήρχε. Ωστόσο, για την κάλυψη των αναγκών σε νερό των
εγκριθέντων δραστηριοτήτων επέκτασης προβλέπεται (υπό 9.3, σελ. 57) από
την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων μεταξύ των
άλλων και η άντληση 1,5 εκατομ. κ.μ. υφάλμυρου νερού, ποσότητας αυξημένης κατά 91% σε σχέση με τη μέχρι σήμερα αντλούμενη, από τον παράκτιο υδροφόρο με χρησιμοποίηση τεσσάρων υφιστάμενων γεωτρήσεων.
Προκειμένου να καταδειχθεί το μέγεθος των υδάτων που αντλούνται από τον
υπόγειο υδροφορέα, χωρίς το κατά νόμο απαιτούμενο διαχειριστικό σχέδιο
που να έχει προηγουμένως εκτιμήσει τα αποθέματά του και τη δυνατότητα
ανατροφοδοτησής του, στις ως άνω -αυξημένες κατά 91%- ποσότητες αυτές
2

Πίνακας ΙΙ της από Οκτώβριο 2008 Τεχνική Έκθεση Ομότιμου Καθηγητή Εφαρμοσμένης Γεωλογίας
Πανεπιστημίου Πατρών Γ. ΚαλλέργηΙ: Σημερινή και μελλοντική χρήση νερού (Στοιχεία από ΕΠΟ 2006
και 2008)
Προέλευση
νερού

Υφιστάμενη

Συνολική χρήση νερού από τα ΕΛΠΕ
Στοιχεία
Μελλοντικ

κατάσταση

ΕΠΟ

(στοιχεία

2006

ό σχήμα
(στοιχεία

Μέγιστος
συνολικά όγκος

2005,

σχεδιασμού

νερού
(στοιχεία σχεδιασμού

ΕΠΟ 2008)

ΕΠΟ 2008)

ΕΠΟ 2008)

κ.μ/ημέρα

κ.μ /χρόνο

Νερό από το δίκτυο ΕΥΔΑΠ: (για
ατμοποίηση: 3360 κ.μ/ημέρα,

11.000

11.00

συμπλήρωση στο κλειστό σύστημα

13.920
ι

5.080.000

ψύξης: 2520 κ.μ/ημέρα,
καταναλώσεις προσωπικού:
καταιωνιστήρες ασφαλείας:
Υπόγειο νερό Δήμου Μαγούλας
(Υφάλμυρο):
Υπόγειο νερό Γεωτρήσεων
(Υφάλμυρο , τροφοδοσία

1.080

1.080

394.200

2700
4080

4080

1.489.200

μονάδων αφαλάτωσης)
Συνολικά υπόγειο νερό
(υφάλμυρο)

5160

2700

5160
1.883.4000 (αύξηση
κατά 91%)

139

πρέπει να προστεθούν και οι ποσότητες που αντλούνται για την απορρύπανση
του υδροφόρου και οι οποίες μετά την απορρύπανσή τους δεν επανεισάγονται
στον υφαλμυρισμένο υδροφόρο. Σημειωτέον ότι με την προβαλλόμενη
απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων παρέχεται στην αντίδικο η
δυνατότητα απόληψης και διαχείρισης τεράστιων ποσοτήτων από τους
υδροφόρους του παράκτιου τμήματος της λεκάνης του Σαρανταπόταμου,
μολονότι αυτοί έχουν αποδεδειγμένα στερηθεί σημαντικό μέρος της
τροφοδοσίας τους μετά την κατασκευή των αντιπλημμυρικών έργων στην
ευρύτερη περιοχή, τη γρήγορη παροχέτευση των πλημμυρικών απορροών στη
θάλασσα και τη μη πρόβλεψη δέσμευσής τους, σε κατάλληλες θέσεις, για τον
τεχνητό εμπλουτισμό των υδροφόρων! Εξάλλου, η ελλειμματική σε ποσότητα
και υποβαθμισμένη σε ποιότητα κατάσταση των υδάτινων πόρων της υπό
κρίση περιοχής προκύπτει ρητά και αναμφισβήτητα από την υπ’ αριθ.
72/17.09.2003 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτικής Αττικής για
την «Επιβολή περιοριστικών μέτρων για την προστασία του υδατικού
δυναμικού της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής», η οποία έχοντας αναγνωρίσει
το οξυμένο πρόβλημα της υπεράντλησης των υδροφόρων της περιοχής και της
υποβάθμισης της ποιοτητας τους, απαγόρευσε απόλυτα τη ανόρυξη
γεωτρήσεων.
Η παρεχόμενη από την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών
όρων δυνατότητα υπεράντλησης του υπόγειου υδροφορέα ελλείψει
«Σχεδίου Διαχείρισης» ή «Προγράμματος ανάπτυξης υδατικών πόρων» και
μάλιστα από γεωτρήσεις παράνομες, προσκρούει ευθέως στους γενικούς
κανόνες χρήσης υδάτων που οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τη
διαχείριση και προστασία των υδάτινων πόρων (Οδηγία 2000/60 και ν.
3199/2003) θέτουν προς το σκοπό της βιώσιμης διαχείρισής τους. Σύμφωνα με
αυτούς τους γενικούς κανόνες (άρθρο 10 ν. 3199/2003) «α) Κάθε χρήση πρέπει
να αποβλέπει στη βιώσιμη και ισόρροπη ικανοποίηση των αναπτυξιακών
αναγκών και να διασφαλίζει τη µακροπρόθεσµη προστασία των υδάτων, την
επάρκεια των αποθεμάτων τους και τη διατήρηση της ποιότητάς τους, ιδιαίτερα
δε τη μείωση και την αποτροπή της ρύπανσής τους. β) Η ικανοποίηση της
ζήτησης του νερού γίνεται µε βάση τα όρια και τις δυνατότητες των υδατικών
αποθεμάτων, λαµβανοµένων υπόψη των αναγκών για τη διατήρηση των
οικοσυστημάτων, καθώς και της ισορροπίας που απαιτείται μεταξύ άντλησης κι
ανατροφοδότησης των υπόγειων υδάτων. Οι ανάγκες των χρήσεων σε νερό
ικανοποιούνται κατά το δυνατόν σε επίπεδο περιοχής λεκάνης απορροής
ποταμού. Κατά τη διαχείριση των υδάτων πρέπει να εξασφαλίζεται η
εξοικονόμηση νερού µέσω της χρήσης τεχνικών µμεθόδων, οικονομικών
κινήτρων και εργαλείων».

140

Στην επίδικη περίπτωση, η παραβίαση του προαναφερόμενου νομικού πλαισίου
για τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτινων πόρων προκύπτει κραυγαλέα και από
το γεγονός ότι οι επίδικες γεωτρήσεις δεν διαθέτουν τις κατά νόμο
απαιτούμενες εγκρίσεις και άδειες [άρθρα 7-9 ν. 1739/1987 και άρθρο 11 ν.
3199/2003 σχετικά με την άδεια εκτέλεσης έργου αξιοποίησης υδατικών
πόρων και άδεια χρήσης νερού (βλ. και Κ.Υ.Α. υπ’ αριθ. 43504/2005 (ΦΕΚ
1784/Β/20.12.2005) για τις «Κατηγορίες αδειών χρήσης υδάτων και εκτέλεσης
έργων αξιοποίησής τους, διαδικασία έκδοσης, περιεχόμενο και διάρκεια ισχύος
αυτών.») καθώς και Κ.Υ.Α. 15393/2332/2002 - Ομάδα 2, Κατηγορία Α΄,
Υποκατηγορία 1η (α/α 7.3. «γεωτρήσεις για την κάλυψη αναγκών
βιομηχανικών και λοιπών εγκαταστάσεων») σχετικά με την απαιτούμενη
αυτοτελή έγκριση περιβαλλοντικών όρων].
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη της
Εισήγησης ότι «υπό το φως και της συναφούς νομολογίας για τα χωροταξικά
σχέδια (ΣτΕ 2669/2007, 2434/2008), και εν όψει ακριβώς της διάταξης του
άρθρου 7 (παρ. 4) του ν. 3199/2003, κατά την οποία «το πρώτο Σχέδιο
Διαχείρισης καταρτίζεται και εγκρίνεται υποχρεωτικά μέχρι 22.12.2009»,
δύναται βασίμως να υποστηριχθεί ότι, στην ειδικότερη περίπτωση του
εκσυγχρονισμού ήδη υφιστάμενων δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν, μεταξύ
άλλων, και αξιοποίηση υδατικών πόρων, μέχρι την εντός ευλόγου χρόνου
ολοκλήρωση της διαδικασίας εγκρίσεως των ανωτέρω Σχεδίων Διαχείρισης,
είναι ανεκτός ο -υπό την ισχύ του ανωτέρω νόμου- μερικός σχεδιασμός και
προγραμματισμός των εν λόγω έργων εκσυγχρονισμού, -ώστε να προωθούνται
απρόσκοπτος και οι αναπτυξιακοί στόχοι τους οποίους αυτά εξυπηρετούν, στο
πλαίσιο, πάντα, της βιώσιμης ανάπτυξης (πρβλ. ΣτΕ 2669/2007, 1643/1998), και
εφόσον ως προς τα εν λόγω έργα δεν προβλέπεται σημαντική αύξηση της
κατανάλωσης υδατικών πόρων». Και τούτο γιατί, καταρχήν, στην επίδικη
περίπτωση προβλέπεται αποδεδειγμένα δραματική αύξηση κατά 91% της
χρήσης υπόγειων υδάτων, και μάλιστα εντός Περιοχής για την οποία η ίδια η
Διοίκηση έχει αναγνωρίσει την ελλειμματική σε ποσότητα και υποβαθμισμένη
σε ποιότητα κατάσταση των υδάτινων πόρων και γι’ αυτό έχει προβεί στη λήψη
συγκεκριμένων μέτρων μεταξύ των οποίων και η απόλυτη απαγόρευση της
ανόρυξης γεωτρήσεων (υπ’ αριθ. 72/17.09.2003 απόφαση του Νομαρχιακού
Συμβουλίου Δυτικής Αττικής)!
Από την άλλη, ο συσχετισμός των χωροταξικών σχεδίων και της σχετικής με
αυτά νομολογίας (ΣτΕ 2669/2007, 2434-2435/2008), με τα Σχέδια Διαχείρισης υδατικών πόρων και τη δυνατότητα εκτέλεσης ή μη έργων αξιοποιήσεως
υδατικών πόρων όταν αυτά δεν εντάσσονται σε κάποιο εγκριθέν και ισχύον
διαχειριστικό σχέδιο, δεν μπορεί να θεμελιώσει εν προκειμένω τη

141

νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων ως προς την έγκριση που
παρέχουν για την εκτέλεση έργων αξιοποίησης υδατικών πόρων που δεν
εντάσσονται σε κάποιο διαχειριστικό σχέδιο. Και αυτό γιατί αν ήθελε
υποτεθεί ότι επειδή το επίδικο έργο προβλέπεται από εγκεκριμένο χωροταξικό
σχέδιο (ΣτΕ 2669/2007, 2434-2435/2008) είναι ανεκτή και η εκτέλεση των
έργων αξιοποίησης υδατικών πόρων που αυτό συνεπάγεται χωρίς να
εντάσσονται σε κάποιο Σχέδιο Διαχείρισης, τότε αναιρείται η συνταγματικά
και νομοθετικά κατοχυρωμένη αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης υδατικών
πόρων, αφού πλέον, με μόνη τη νομική δυνατότητα χωροθέτησης του έργου,
επιτρέπεται η άνευ επιστημονικών κανόνων και άνευ όρων και κριτηρίων,
και άρα η πιθανότατα ανορθολογική, διαχείριση των υδατικών πόρων της
περιοχής όπου το έργο εντάσσεται. Εξάλλου, αν η τήρηση των κανόνων που
διέπουν την χωροταξική κατανομή έργων και δραστηριοτήτων μπορούσαν να
εξασφαλίσουν τη βιώσιμη ανάπτυξη των υδατικών πόρων της περιοχής όπου
αυτά εντάσσονται, δεν θα υφίστατο κανένας λόγος θέσπισης των ειδικών κανόνων (ν. 1739/1987, ν. 3199/2003 και Οδηγία 2000/60/ΕΚ) για την προστασία
των υδάτων, ως ουσιώδους στοιχείου του φυσικού περιβάλλοντος, προς την
κατεύθυνση της βιώσιμης διαχείρισής τους.
Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα ληφθέντα από
τη Διοίκηση κανονιστικά μέτρα για την προστασία των υδατικών πόρων
της περιοχής (υπ’ αριθ. 72/17.09.2003 απόφαση του Νομαρχιακού
Συμβουλίου Δυτικής Αττικής) θα πρέπει εν προκειμένω να θεωρηθούν ως
υποκατάστατα του ελλείποντος διαχειριστικού σχεδίου. Σε κάθε μάλιστα
περίπτωση, λόγω της διαπιστωμένης επιτακτικής ανάγκης για άμεση
προστασία των υδατικών πόρων της υπό κρίση περιοχής, τα ως άνω μέτρα
καθιστούν μη ανεκτό τον μερικό προγραμματισμό έργων αξιοποίησης
υδατικών πόρων χωρίς την ένταξη τους σε κάποιο «Σχεδίου Διαχείρισης» (ν.
3199/2003) ή «Προγράμματος ανάπτυξης υδατικών πόρων» (ν. 1739/1987),
ακόμα κι αν εκκρεμεί η ολοκλήρωση της διαδικασίας εγκρίσεως των ανωτέρω
Σχεδίων.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ο
παράνομος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, καθώς εγκρίνει την χρήση υπόγειων υδάτων χωρίς να έχει
προηγηθεί η εκπόνηση και έγκριση ενός προγράμματος αξιοποίησης υδατικών
πόρων, κατά τους ορισμούς του προγενέστερου νομικού πλαισίου ή σχεδίου
διαχείρισης της λεκάνης απορροής του Σαρανταπόταμου σύμφωνα με τις
επιταγές της Οδηγίας 2000/60 και του ν. 3199/2003 και επιτρέπει την
υπεράντληση του υπόγειου υδροφορέα από γεωτρήσεις, πριν καν αυτές
υποβληθούν στην απαιτούμενη από το νόμο διαδικασία αδειοδότησής τους,

142

ώστε να αξιολογηθεί για τις ανάγκες των επίδικων βιομηχανικών
δραστηριοτήτων η δυνατότητα χρήσης των συγκεκριμένων –ως προς την
ποσότητα και ποιότητα- υδάτινων πόρων από τη σκοπιά της βιώσιμης
διαχείρισής τους.
6. Παράνομη ως προς το περιεχόμενο της η απόφαση καταχώρησης της
μελέτης ασφαλείας
Στην επίδικη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση καταχώρησης της
μελέτης ασφαλείας εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 Γ΄ της ως άνω υπ’
αριθ. 12044/613/2007 Κ.Υ.Α. και αποτελεί κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου σας εκτελεστή διοικητική πράξη (Σ.τ.Ε. 83/2005). Ωστόσο, στο διατακτικό
της γίνεται απλή αναφορά περί του γεγονότος της καταχώρησης της μελέτης
ασφαλείας και επαναλαμβάνεται η διατύπωση του εδαφίου 2 του άρθρου αυτού
όπου ορίζεται ότι «Η καταχώρηση της μελέτης ασφαλείας δεν συνιστά έγκριση
του περιεχομένου της, δεδομένου ότι τα στοιχεία της μελέτης αυτής τελούν υπό
διαρκή έλεγχο, συμπλήρωση και βελτίωση», χωρίς να τίθεται ρητά κάποιος
ειδικός όρος ασφαλείας στον οποίο οφείλει να συμμορφωθεί η ασκούσα την
επίδικη εκμετάλλευση εταιρία.
Ωστόσο, η θέσπιση ειδικών όρων και περιορισμών ασφαλείας στο σώμα της
απόφασης καταχώρησης της μελέτης ασφαλείας κρίνεται επιβεβλημένη,
προκειμένου μέσω αυτών να εξασφαλιστεί κατά το ελάχιστο η εκπλήρωση
του δημοσίου σκοπού πρόληψης μεγάλων ατυχημάτων και αποτροπής των
συνεπειών τους. Η Διοίκηση, έχοντας αξιολογήσει τη μελέτη ασφαλείας,
όφειλε επί τη βάσει αυτής να προσδιορίσει εκείνα τα ειδικά μέτρα ασφαλείας
που πρέπει να λάβει ο ασκών την εκμετάλλευση προκειμένου να αποτραπεί
τουλάχιστον εκείνος ο κίνδυνος ατυχήματος που ενέχει –επί τη βάσει
επιστημονικών κριτηρίων- τις πιο σοβαρές ενδείξεις να πραγματωθεί, λόγω της
φύσης της δραστηριότητας και των συνθηκών όπου αυτή θα ασκηθεί. Με τον
τρόπο αυτό η Διοίκηση, κατά την επιδίωξη του συγκεκριμένου σκοπού
δημοσίου συμφέροντος με την έκδοση της απόφασης καταχώρησης της εν
λόγω μελέτης, διασφαλίζει έστω και το ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας των
ανθρώπων και του περιβάλλοντος από το κίνδυνο μεγάλων ατυχημάτων, στην
οποία αποβλέπει η σχετική νομοθεσία. Αντίθετη άποψη, μεταθέτει την
προστασία της ανθρώπινης ζωής και σωματικής ακεραιότητας και του φυσικού
περιβάλλοντος από δραστηριότητες που ενέχουν σοβαρό κίνδυνο μεγάλου
ατυχήματος αποκλειστικά στη σφαίρα της επιδίωξης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και εξαρτά από τη βούληση του ασκούντος την εκμετάλλευση την τήρηση
των κανόνων ασφαλείας, κανόνες μάλιστα που ο ίδιος έχει προηγουμένως
διατυπώσει στη μελέτη ασφαλείας!
143

Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι κατά τη ρητή διατύπωση των σχετικών
διατάξεων η καταχώρηση της μελέτης δε συνιστά έγκριση, δεν απαλλάσσει τη
Διοίκηση από την υποχρέωση να θέσει όρους και περιορισμούς ασφαλείας
στην συγκεκριμένη διοικητική πράξη. Και αυτό γιατί η σχετική διάταξη του
άρθρου 8Γ΄ εδ. 2, καίτοι ατυχώς διατυπωμένη, τίθεται για να υποδείξει ότι σε
περίπτωση ατυχήματος αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο φορέας της εκμετάλλευσης και όχι η αρμόδια για την καταχώρηση της μελέτης διοικητική αρχή.
Τούτο προκύπτει από το προοίμιο της Οδηγίας 96/82/ΕΚ (Οδηγία SEVESO)
όπου αναφέρεται ότι «17) για να αποδείξει ότι έγιναν τα δέοντα στους τομείς
της πρόληψης μεγάλων ατυχημάτων, της προετοιμασίας σχεδίου ετοιμότητας
και των μέτρων αντιμετώπισης, είναι απαραίτητο, σε μονάδες με σημαντικές
ποσότητες επικινδύνων ουσιών, ο ασκών την εκμετάλλευση να παρέχει στην
αρμόδια αρχή πληροφορίες υπό μορφή έκθεσης ασφαλείας…» καθώς από το
άρθρο 6 της υπ’ αριθ. 12044/613/2007 Κ.Υ.Α. όπου ορίζεται ότι «Ο ασκών την
εκμετάλλευση είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για το περιεχόμενο της
κοινοποίησης ή/και της μελέτης ασφαλείας, ως προς την ακρίβεια, πληρότητα
και ορθότητα των επιλεγόμενων μεθόδων προσδιορισμού των αιτίων που
ενδέχεται να προκαλέσουν ατύχημα μεγάλης έκτασης, καθώς και για την
ορθότητα και πληρότητα των εκτιμήσεων των συνεπειών στον άνθρωπο και
στο περιβάλλον από ενδεχόμενο ατύχημα». Ωστόσο, η έλλειψη ευθύνης της
Διοίκησης σε περίπτωση ατυχήματος δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωσή
της να εντοπίσει και να προσδιορίσει στην πράξη καταχώρησης της μελέτης
ασφαλείας τα μέτρα που οπωσδήποτε πρέπει να ληφθούν για να προληφθεί
κατά το δυνατό ο κίνδυνος μεγάλου ατυχήματος και να αποτραπούν οι
συνέπειες του. Τουναντίον μάλιστα, η υποχρέωση αυτή της Διοίκησης
καταδεικνύεται εντονότερη σε περίπτωση ανακριβούς, ανεπαρκούς και εσφαλμένου περιεχομένου μελέτης, καθώς σε αυτήν την περίπτωση η πρόληψη
μεγάλου ατυχήματος και η αποτροπή των συνεπειών του εκ των πραγμάτων θα
εξαρτηθεί αποκλειστικά από την τήρηση των όρων ασφαλείας που η Διοίκηση
έθεσε ρητά στην απόφαση καταχώρησης της μελέτης κατόπιν ουσιαστικής
αξιολόγησης της.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, αξίζει να υπογραμμιστεί ότι στην υπό κρίση
περίπτωση, η έλλειψη στο σώμα της προσβαλλόμενης απόφασης καταχώρησης
της επίδικης μελέτης συγκεκριμένων όρων και περιορισμών ασφαλείας,
δεσμευτικών προς τον φορέα της εγκριθείσας εκμετάλλευσης, δεν μπορεί να
γίνει ανεκτή. Και αυτό γιατί, η άμεση χωρική γειτνίαση των σχεδιαζόμενων
εγκαταστάσεων επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου με το γήπεδο αλλά
και τις ίδιες τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου κατασκευής πυρομαχικών της
Ε.Α.Σ., και μάλιστα η ίδρυση των επίδικων νέων μονάδων στην προβλεπόμενη
ως ζώνη ασφαλείας μεταξύ των δύο αυτών κατά νόμο επικίνδυνων
144

δραστηριοτήτων, αυξάνει χωρίς αμφιβολία το βαθμό επικινδυνότητας του
επίδικου έργου για την πρόκληση μεγάλου ατυχήματος σχετιζόμενου με
επικίνδυνες ουσίες. Συνεπώς, ως τον ελάχιστο όρο ασφαλείας που εν
προκειμένω όφειλε η Διοίκηση να θέσει στην προσβαλλόμενη πράξη είναι,
μεταξύ άλλων, και η τήρηση των νόμιμων αποστάσεων ασφαλείας από το
παρακείμενο εργοστάσιο πυρομαχικών!
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η έλλειψη θέσπισης όρων και
επιβολής μέτρων ασφαλείας στο σώμα της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ.
Δ3/Α/οικ.11219/8.5.2008 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης με την οποία
εγκρίνεται η καταχώρηση της μελέτης ασφαλείας των εγκριθέντων δραστηριοτήτων, καθιστά αυτήν παράνομη. Και αυτό γιατί δεν μπορεί να παράγει τα εκ
της φύσεως και του προορισμού της έννομα αποτελέσματα, να διασφαλίσει
δηλ. κατά το δυνατό την πρόληψη μεγάλου ατυχήματος και την αποτροπή των
συνεπειών του προς την κατεύθυνση του κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις
σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ήτοι της προστασίας της ανθρώπινης ζωής και
σωματικής ακεραιότητας και του φυσικού περιβάλλοντος. Ως εκ τούτου, πρέπει
να ακυρωθεί.
7. Παραβίαση της υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α για τις ελάχιστες
αποστάσεις ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται από εργοστάσια και
αποθήκες εκρηκτικών υλών.
Το σύνολο των προσβαλλόμενων αποφάσεων, με τις οποίες εγκρίνεται η
εγκατάσταση και λειτουργία των νέων δραστηριοτήτων του μελλοντικού
σχήματος του διυλιστηρίου σε έκταση περ. 140 στρεμ. που βρίσκεται στα
ανατολικά όρια του γηπέδου της αντιδίκου εταιρίας και σε άμεση επαφή με το
γήπεδο του εργοστασίου κατασκευής πυρομαχικών της ΕΑΣ (τέως ΠΥΡΚΑΛ)
θα πρέπει να ακυρωθούν καθώς εκδόθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων της
υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α «Κανονισμοί για την παραγωγή, αποθήκευση
και διάθεση σε κατανάλωση εκρηκτικών υλών. (Φ.Ε.Κ. 132/Β΄/21.02. 1989)
για τις ελάχιστες αποστάσεις ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται μεταξύ
εργοστασίων εκρηκτικών και άλλων εργοστασίων, εγκαταστάσεων και θέσεων
όπου αναμένεται η παρουσία ανθρώπων.»
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 της προαναφερόμενης Κ.Υ.Α., «2. Τα
εργοστάσια και οι αποθήκες εκρηκτικών πρέπει να εγκαθίστανται μακριά από
κατοικημένες περιοχές, δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές, εργοστάσια και
άλλες εγκαταστάσεις και θέσεις στις οποίες αναμένεται να υπάρχουν
άνθρωποι και σε αποστάσεις ίσες ή μεγαλύτερες με τις παρακάτω:.
145

Απόσταση εργοστασίου εκρηκτικών από : α)…β)…γ)…δ)…ε) Αγροικίες,
εργαστήρια ή άλλες θέσεις που αναμένεται να υπάρχουν άνθρωποι
3 α στ)…Όπου α η μέγιστη υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό
απόσταση ασφαλείας μεταξύ δύο οποιωνδήποτε κτιρίων ή μεταξύ επικινδύνου
κτιρίου και περίφραξης. Η απόσταση μετράται από την περίφραξη μέχρι τον
πιθανό δέκτη (εθνική οδό, αγροικία, κλπ.) και είναι μικρότερη δυνατή απ`
ευθείας μετρούμενη απόσταση, μέχρι τα εξωτερικά όρια του δέκτη.»
Κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, στην επίδικη περίπτωση η ελάχιστη
υπολογιζόμενη απόσταση ασφαλείας μεταξύ των εγκαταστάσεων του εργοστασίου της ΕΑΣ και των εγκριθέντων με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις
εγκαταστάσεων επέκτασης του επίδικου διυλιστηρίου ορίζεται η 3α, η
απόσταση δηλ. από εργαστήρια και χώρους όπου αναμένεται η παρουσία
ανθρώπων (άρθρο 2, περ. ε΄ της υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α.). Το α του
εργοστασίου της τέως ΠΥΡΚΑΛ προκύπτει κατά τον προαναφερόμενο τύπο
ίσο με 243 μ. περίπου. Ειδικότερα, το α της ΠΥΡΚΑΛ είναι η μέγιστη
υπολογιζόμενη απόσταση
μεταξύ
δυο
οποιονδήποτε
κτιρίων του
εργοστασίου. Στην προκειμένη περίπτωση η απόσταση αυτή είναι μεταξύ της
αποθήκης Ν° 74 (δότη D3 – 28 τον. Ε.Υ) και του κτιρίου Ν° 3 (δέκτη Α10 ή
Α12) σύμφωνα με τον πίνακα 2 του Κανονισμού. Ο μεταξύ τους παράγοντας
ασφαλείας Κ είναι = 8. Από τον τύπο Ε= Κ . V m = E = 8. V 28000 E= 8 x
30,365 = 243 m. Προκύπτει ότι η μέγιστη υπολογιζόμενη απόσταση α είναι ίση
με 243 μ. Ως πιθανός δότης D που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο άλλα κτίρια
(δέκτες Α) σε όλες τις κατευθύνσεις (όχι μόνο εκτόνωσης αλλά και ενέργειας),
είναι, όπως προαναφέρθηκε, η αποθήκη πυρομαχικών Νο 74 της τέως
ΠΥΡΚΑΛ με εκρηκτικές ύλες συνολικής ποσότητας 28 τόνων, οι οποίες
ανήκουν στην Ομάδα συμβιβαστότητας D και στην Ομάδα επικινδυνότητας 1.1
D. Συνακόλουθα, ως εξωτερικός δέκτης Α νοούνται οι εγκαταστάσεις των
νέων μονάδων της αντιδίκου που χωροθετούνται στον εδαφικό χώρο της
επέκτασης (πρώην ΟWENS), και συγκεκριμένα οι νέες μονάδες με
αριθμούς 31, 32, 75, 34, 36, 37, 33, 71, 73, 74, 82, 85, 79, δοθέντος ότι οι
υφιστάμενες μονάδες έχουν ως επί το πλείστον εγκατασταθεί προγενέστερα της
έναρξης ισχύος του ως άνω Κανονισμού.
Με βάση τα ανωτέρω, η απόσταση της παρ. 2 του άρθρου 2 της
προαναφερόμενης Κ.Υ.Α, δηλ. το 3α από την περίφραξη της ΠΥΡΚΑΛ μέχρι
τα εξωτερικά όρια του πιθανού δέκτη, εν προκειμένω τις νέες μονάδες του
επίδικου διυλιστηρίου - και ειδικότερα από τον πλησιέστερο τοίχο τους στον
οποίο αναμένεται να υπάρχουν άνθρωποι- θα έπρεπε να είναι περίπου 3xα =
3x243 μ. = 729 μ. Ωστόσο, από τα σχέδια που συμπεριλαμβάνονται στην
υποβληθείσα Μ.Π.Ε. (ενδεικτικά το BD0300A-00-01-005) προκύπτει ότι οι

146

νέες μονάδες θα εγκατασταθούν σε απόσταση ασφαλείας κραυγαλέα
μικρότερη, μόλις 75 μ. από την περίφραξη της τέως ΠΥΡΚΑΛ.
Στο σημείο αυτό, προς απόκρουση όσων σχετικά προβάλλονται, θα πρέπει να
καταστεί σαφές ότι οι αποστάσεις ασφαλείας που ορίζονται από τον ως άνω
Κανονισμό έχουν, κατά την κοινή λογική αλλά και τη νομολογία (ΣτΕ Ολ.
1542/2008), αμφίδρομη ισχύ και πρέπει να δεσμεύουν όλες τις όμορες
δραστηριότητες κατά τη διαδικασία χωροθέτησής τους (Π.Π.Ε.Α). Η δε
άποψη ότι στην υπό κρίση περίπτωση για το εγκριθέν με τις προσβαλλόμενες
αποφάσεις έργο δεν υφίσταται υποχρέωση τήρησης των αποστάσεων
ασφαλείας που απορρέουν από τις διατάξεις του επίμαχου Κανονισμού για το
λόγο ότι δήθεν ο Κανονισμός εφαρμόζεται μόνο όταν πρόκειται για την
εγκατάσταση και λειτουργία εργοστασίων και αποθηκών εκρηκτικών πλησίον
των προβλεπομένων στις ανωτέρω διατάξεις έργων, περιοχών ή δραστηριοτήτων («δέκτες») και όχι όταν πρόκειται για την εγκατάσταση και λειτουργία
των εν λόγω «δεκτών» πλησίον εργοστασίων και αποθηκών εκρηκτικών, θα
πρέπει να απορριφθεί. Και αυτό γιατί από τη γραμματική και τελολογική
ερμηνεία του άρθρου 2 της Κ.Υ.Α. υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 προκύπτει ότι η
τήρηση των αποστάσεων ασφαλείας που αυτή ορίζει αποσκοπεί στην
προστασία της σωματικής ακεραιότητας και της ανθρώπινης ζωής από
ατυχήματα που τυχόν θα λάβουν χώρα εντός ή πλησίον των αποθηκών και
εργοστασίων εκρηκτικών και που λόγω της φύσεως των εν λόγω
εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων (αποθήκευση και κατασκευή εκρηκτικών
υλών) είναι δυνατό να έχουν ολέθριες συνέπειες για τους περιοίκους και
διερχομένους. Συνεπώς, αν γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση χωροθέτησης
έργων, περιοχών ή δραστηριοτήτων («δέκτες») πλησίον των αποθηκών και
εργοστασίων εκρηκτικών δεν χρειάζεται να ληφθούν υπόψη και να τηρηθούν οι
αποστάσεις ασφαλείας που ορίζει η Κ.Υ.Α. υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989, τότε
αναιρείται ευθέως ο σκοπός της, αφού καθίσταται δυνατή και νόμιμη η
ανθρώπινη παρουσία σε αποστάσεις ενδεχομένως τόσο κοντινές που να
εγκυμονούν τους κινδύνους που η ως άνω Κ.Υ.Α. επιδιώκει να αποτρέψει
για την ασφάλεια και τη ζωή σε περίπτωση ατυχήματος.
Σε συνάφεια με τα ανωτέρω θα πρέπει επίσης να απορριφθεί η προβαλλόμενη
από την αντίδικο εταιρία άποψη ότι δήθεν στην επίδικη περίπτωση δεν
συντρέχουν σωρευτικά οι διατάξεις της Κ.Υ.Α. υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 και
της Κ.Υ.Α. 12044/613/19.3.2007 και ότι δήθεν τυγχάνει εφαρμογής μόνο η
τελευταία.
Εν προκειμένω τη σωρευτική εφαρμογή των διατάξεων και των 2
προαναφερόμενων Κ.Υ.Α. υπαγορεύει το εντελώς διαφορετικό ρυθμιστικό
147

τους πεδίο, αφού η μεν υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α. αποσκοπεί στην
προστασία από ατυχήματα που είναι δυνατόν να λάβουν απειλητικές
διαστάσεις λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων (αποθήκευση-κατασκευή
εκρηκτικών) που λαμβάνουν χώρα εντός των εργοστασίων και αποθηκών
εκρηκτικών υλών, η δε Κ.Υ.Α. 12044/613/19.3.2007 αποσκοπεί γενικά στην
αποτροπή του κινδύνου από ατυχήματα μεγάλης έκτασης σε εγκαταστάσεις
όπου υπάρχουν επικίνδυνες ουσίες κατά τα ορισθέντα στις σχετικές της
διατάξεις (μεταξύ των οποίων και τα εργοστάσια εκρηκτικών, όπως αυτό της
Ε.Α.Σ.). Ειδικότερα, η Κ.Υ.Α. 3329/1989 αποσκοπεί στην «ασφαλή παραγωγή,
αποθήκευση και διάθεση σε κατανάλωση των κάθε είδους εκρηκτικών υλών»
ενώ η Κ.Υ.Α 12044/2007 αποσκοπεί στην «πρόληψη των ατυχημάτων μεγάλης
έκτασης που σχετίζονται με επικίνδυνες ουσίες και στον περιορισμό των
συνεπειών τους στην υγεία και στο περιβάλλον, ώστε να διασφαλίζεται έτσι
υψηλού επιπέδου εθνική και διασυνοριακή προστασία του περιβάλλοντος.»
Προκύπτει, λοιπόν, ότι η Κ.Υ.Α 12044/2007 διακρίνεται για την επικέντρωση
στα ατυχήματα μεγάλης έκτασης από επικίνδυνες γενικά ουσίες και στην
προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, ενώ η πρώτη
Κ.Υ.Α. 3329/1989 αποβλέπει στην ασφάλεια της ίδιας της ζωής και της
σωματικής ακεραιότητας από ατυχήματα που τυχόν θα προκληθούν λόγω
της φύσης συγκεκριμένων δραστηριοτήτων (αποθήκευση-κατασκευή
εκρηκτικών).
Σημειωτέον ότι η σωρευτική εφαρμογή και των δυο ως άνω Κ.Υ.Α στην
επίδικη περίπτωση απορρέει και από τις διατάξεις της ίδιας της Κ.Υ.Α.
12044/2007, όπου ΤΙΘΕΤΑΙ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΕΙΜΕΝΗΣ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ, και άρα υπέρ της
Κ.Υ.Α. 3329/1989 («[ο] ασκών την εκμετάλλευση είναι υποχρεωμένος: (α) να
λαμβάνει όλα τα μέτρα τα επιβαλλόμενα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις
της κείμενης Νομοθεσίας, όπως ...για την πρόληψη…των ατυχημάτων)!
Αν γίνει δεκτό ότι στην επίδικη περίπτωση για την εγκατάσταση και λειτουργία
του εγκριθέντος με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις έργου πρέπει να τηρηθούν
μόνο οι διατάξεις της Κ.Υ.Α. 12044/613/19.3.2007, τότε, δοθέντος ότι οι
αποστάσεις ασφαλείας που απορρέουν από την εν λόγω Κ.Υ.Α. μεταξύ των
έργων επέκτασης και της επίμαχης αποθήκης εκρηκτικών της Ε.Α.Σ είναι
μικρότερες από αυτές που ορίζει η υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α,
ελλοχεύει, κατά τη ratio της υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 Κ.Υ.Α, σημαντικός
κίνδυνος για την ανθρώπινη ζωή και ακεραιότητα με αποτέλεσμα να
ματαιώνεται επί της ουσίας και ο ίδιος ο σκοπός της Κ.Υ.Α.
12044/613/19.3.2007.

148

Προς επίρρωση του συνόλου των προεκτεθέντων θα πρέπει να αναφερθεί ότι η
πρώην Υαλουργία «Οwens» που ήταν εγκατεστημένη στο γήπεδο επέκτασης
του υφιστάμενου διυλιστηρίου της αντιδίκου τηρούσε απόσταση ασφαλείας
τουλάχιστον 230μ. από το όριο περίφραξης της ΠΥΡΚΑΛ, σύμφωνα με τον
τότε ισχύον Κανονισμό Ασφαλείας για τις αποθήκες και τα εργοστάσια
πυρομαχικών.
Τέλος, προκειμένου να καταστούν σαφή το μέγεθος και η αμεσότητα του
επερχομένου κινδύνου από την εγκατάσταση και λειτουργία των εγκριθέντων
με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις δραστηριοτήτων στο γήπεδο της επέκτασης
και σε άμεση γειτνίαση με το εργοστάσιο και ιδίως την αποθήκη Νο 74 της
Ε.Α.Σ. θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στα εξής κατωτέρω:
Μετά την καταχώρηση της Μελέτης Ασφάλειας της Ε.Α.Σ., η Δ/νση Πολιτικής
Προστασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής εκπόνησε κατ’
επιταγή του άρθρου 9, παρ. Γ2 της Κ.Υ.Α. οικ. 5697/590/29.3.2000 (προγενέστερης της Κ.Υ.Α. 12044/613/2007) το Ειδικό (εξωτερικό) Σχέδιο Αντιμετώπισης Τεχνολογικού Ατυχήματος Μεγάλης Έκτασης για την εγκατάσταση της
ΠΥΡΚΑΛ (νυν Ε.Α.Σ.) (ΣΑΤΑΜΕ ΠΥΡΚΑΛ). Για την σύνταξη του
ΣΑΤΑΜΕ αυτού ελήφθη υπόψη το σενάριο έκρηξης στην αποθήκη εκρηκτικών
υλικών Γ74 της Ε.Α.Σ. (σελ.39 έως 91) και για την αντιμετώπιση των
επιπτώσεών του καθορίστηκε κυκλική Ζώνη Εγγύτερων Ενεργειών ακτίνας 250
μέτρων από την αποθήκη εκρηκτικών Νο 74 της ΠΥΡΚΑΛ (Παράρτημα Γ
του ΣΑΤΑΜΕ) στην οποία είναι δυνατό να προκληθούν σοβαρές και μη
επισκευάσιμες ζημιές στο φέροντα οργανισμό και τους τοίχους των κτιρίων,
καθώς και καταρρεύσεις σε περίπτωση ατυχήματος στην Αποθήκη Νο 74. Ο
καθορισμός της Ευρύτερης Ζώνης Ενεργειών αποτελεί το πρώτο μέλημα των
αρχών επέμβασης, αφενός μεν για την προστασία του προσωπικού επέμβασης,
αφετέρου δε για την ανάληψη του απαραίτητου ελέγχου σε μια ικανή ακτίνα
γύρω από το σημείο του συμβάντος και τη διευκόλυνση των επιχειρήσεων
αντιμετώπισης. Οι προστατευτικές δράσεις στην Ζώνη Εγγύτερων ενεργειών
είναι Α) Εκκένωση, υποβοηθούμενη ή μη και Β) Εγκλεισμός σε εσωτερικούς
χώρους. Η Ζώνη αυτή ταυτίζεται με την Ζώνη Προστασίας Δυνάμεων
Επέμβασης στην οποία είναι δυνατό να προκληθούν έως και καταρρεύσεις
κτιρίων από τις οποίες είναι πιθανό να κινδυνεύσει και το προσωπικό των
Δυνάμεων Επέμβασης.
Από μια απλή αντιπαραβολή του σχεδίου Κάτοψης της Εγκατάστασης των
νέων
μονάδων της επέκτασης του διυλιστηρίου, όπως αυτό είναι
καταχωρημένο στην Μελέτη Ασφάλειας της ΕΛΠΕ ΒΕΕ, σε συνδυασμό με
το Σχέδιο Γενικής Διάταξης των νέων μονάδων, όπως αυτό συνοδεύει ως
149

αναπόσπαστο τμήμα τη Μ.Π.Ε. της αντιδίκου, γίνεται αντιληπτό ότι η ανωτέρω
Ζώνη Εγγύτερων Ενεργειών, η οποία ταυτίζεται με την Ζώνη Προστασίας
των Δυνάμεων Επέμβασης, ακτίνας 250 μ. από την αποθήκη Πυρομαχικών
Νο 74 της Ε.Α.Σ. καταλαμβάνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις νέες
μονάδες με αριθμούς 31 (απόσταξης Κενού), 32 (Θερμικής Πυρόλυσης
Ασφάλτου σε Ρευστοστερεά κλίνη), 78 (Πεπιεσμένου Αέρα Οργάνων και
Εγκαταστάσεων) και 75 (Νέο Σύστημα Πύργου Ψύξης)! Κατά συνέπεια, στο
σχεδιασμό των νέων μονάδων της επέκτασης ουδόλως ελήφθη υπόψη το
Ειδικό (Εξωτερικό) ΣΑΤΑΜΕ της Ε.Α.Σ. και επομένως οι ανωτέρω Ζώνες
καταλαμβάνονται από νέες μονάδες, πράγμα που καθιστά αδύνατη την
υλοποίηση ενεργειών από τις δυνάμεις καταστολής σε περίπτωση ατυχήματος
στην αποθήκη Πυρομαχικών της ΠΥΡΚΑΛ ! (Σημειώνεται ότι το ΣΑΤΑΜΕ
θέσπισε αυστηρότερη (ευρύτερη) Ζώνη Προστασίας Δυνάμεων Επέμβασης
ακτίνας 250 μ. από την υπολογισμένη στην καταχωρημένη Μελέτη Ασφαλείας
της Ε.Α.Σ. Ζώνη III Προστασίας Δυνάμεων Καταστολής ακτίνας 104 μ.)
Από το σύνολο των προεκτεθέντων αποδεικνύεται κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο
η πραγματική και νομική αναγκαιότητα για σωρευτική εφαρμογή των
Κ.Υ.Α. υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989 και 12044/613/19.3.2007, ώστε, προς την
κατεύθυνση της προστασίας των υπέρτατων αγαθών της ανθρώπινης ζωής και
ακεραιότητας, να αξιολογηθεί η δυνατότητα χωροθέτησης των επίδικων
μονάδων στο συγκεκριμένο χώρο της επέκτασης από τη σκοπιά της τήρησης
όλων των κατά νόμο προβλεπόμενων ελάχιστων αποστάσεων ασφαλείας από
τη γειτνιάζουσα εγκατάσταση παραγωγής και αποθήκευσης εκρηκτικών υλών
(τέως ΠΥΡΚΑΛ). Περαιτέρω δε προκύπτει με σαφήνεια η παραβίαση με τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις των διατάξεων της υπ’ αριθ. 3329/15.2.1989
Κ.Υ.Α., που ορίζουν τις ελάχιστες αποστάσεις ασφαλείας που θα πρέπει να
τηρούνται από εργοστάσια εκρηκτικών υλών. Η παραβίαση του ως άνω
νομικού πλαισίου αναμφίβολα καθιστά τις προσβαλλόμενες αποφάσεις
παράνομες και γι’ αυτό ακυρωτέες.
8. Παραβίαση του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία
των δασών και των δασικών εκτάσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, «Η προστασία του φυσικού
και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και
δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να
παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της
αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των
δασών και των δασικών εκτάσεων……Απαγορεύεται η μεταβολή του
προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για
150

την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την
επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον». Οι ως άνω συνταγματικές διατάξεις
θεσπίζουν για τις εκτάσεις με δασική βλάστηση αυστηρό προστατευτικό
καθεστώς. Συγκεκριμένα, ανάγεται σε υποχρέωση του Κράτους η λήψη των
αναγκαίων μέτρων για τη διαχείριση και προστασία τους στο πλαίσιο της αρχής
της αειφορίας, επιβάλλεται ευθέως ο κανόνας της απαγορεύσεως μεταβολής
του προορισμού τους, παρέχεται δε στο νομοθέτη η δυνατότητα να επιτρέψει
μόνον κατ' εξαίρεση και με ειδική αιτιολογία την αλλοίωση της μορφής των
δασών και των δασικών εκτάσεων για λόγους δημόσιας ωφέλειας (ΣτΕ Ολομ.
1675/1999). Για την πραγμάτωση της ανωτέρω συνταγματικής επιταγής στο
κεφάλαιο ΣΤ΄, άρθρα 45-61 του ν. 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και
των δασικών εκτάσεων», όπως αυτό αντικαταστάθηκε και ισχύει, ορίζονται
περιοριστικά οι κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενες επεμβάσεις σε δάση και δασικές
εκτάσεις και συνακόλουθα στο άρθρο 56 του ως άνω νόμου τίθενται οι όροι και
η διαδικασία της κατ’ εξαίρεση επέμβασης σε δασικές εκτάσεις για την
εγκατάσταση και επέκταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων.
Στην επίδικη περίπτωση, εντός των ορίων του διυλιστηρίου υφίστανται δάση
και δασικές εκτάσεις, νομίμως χαρακτηρισμένα ως τέτοια δυνάμει: 1. της υπ’
αριθ. 1060/16.4.1998 Πράξης Χαρακτηρισμού του Δασάρχη Αιγάλεω για τον
χαρακτηρισμό ως δασικών 166,6 στρεμ. [Για την πράξη αυτή έχουν εκδοθεί η
υπ' αριθμ.6/6.11.98 απόφαση της Α/θμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών
Αμφισβητήσεων (ΑΕΕΔΑ) καθώς και η υπ'αριθμ. 7/16.6.99 απόφαση της
Β/θμιας ΕΕΔΑ και η πράξη αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη δυνάμει της υπ’
αριθ. 1874/4.6.2007 Πράξης Τελεσιδικίας του Δασάρχη Αιγάλεω] 2. της υπ'
αριθμ. 3708/20.10.98 Πράξης του Δασάρχη Αιγάλεω για τον χαρακτηρισμό ως
δασικών 79,912 στρεμ. και 3. της υπ’ αριθ. 2390/15.6.2000 Πράξης του
Δασάρχη Αιγάλεω για τον χαρακτηρισμό ως δασικών 1506,46 στρεμ. Η
συνολική έκταση των ως άνω δασικών εκτάσεων ανέρχεται σε 564,3 στρεμ.
Μάλιστα, την έκταση όπου πρόκειται να εγκατασταθούν οι εγκριθείσες με τις
προσβαλλόμενες αποφάσεις εγκαταστάσεις επέκτασης καταλαμβάνουν 17,66
στρεμ. χαρακτηρισμένα ως δάσος του άρθρου 3 παρ.1 του ν.998/79 και 17,97
στρεμ. χαρακτηρισμένα ως δάσος του άρθρου 3 παρ.2 του ν. 998/79, σύμφωνα
με την υπ’ αριθ. 1060/16.4.1998 τελεσίδικη Πράξη Χαρακτηρισμού.
Ωστόσο, στην υποβληθείσα Μ.Π.Ε., δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η
προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων ουδεμία αναφορά
γίνεται στην ύπαρξη δασών και δασικών εκτάσεων εντός των ορίων του
διυλιστηρίου, τόσο του νυν λειτουργούντος σχήματος όσο και του
μελλοντικού, και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη έγκριση περιβαλλοντικών
όρων ουδένα όρο θέτει για τη διαχείριση και προστασία τους και τη

151

δυνατότητα επέμβασης σε αυτές κατά τις προϋποθέσεις και την διαδικασία του
άρθρου 56 του ν. 998/1979.
Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά τις εγκριθείσες με την προσβαλλόμενη νέες
δραστηριότητες του μελλοντικού σχήματος του διυλιστηρίου, η περιοχή των
προσωρινών εγκαταστάσεων πεδίου (5.2.1.6 , σελ.105 και 106 της Μ.Π.Ε.
αλλά και χάρτης BD0300A-01-01-004 του παραρτήματος 1 του κεφ 5, τόμος ΙΙ
της Μ.Π.Ε.) και συγκεκριμένα η περιοχή 2 εκτάσεως 10 στρ. καθώς και η
περιοχή 3 εκτάσεως 25 στρ., σύμφωνα με την Μ.Π.Ε. αναφέρονται ως χώροι
που προορίζονται να καλυφθούν με αποθέσεις και εγκαταστάσεις
υπεργολάβου, παρόλο που δυνάμει της 2390/15.6.2000 Πράξης
Χαρακτηρισμού έχουν χαρακτηριστεί ως δάση και δασικές εκτάσεις.
Επιπροσθέτως, στο διάγραμμα Β2.7.3.2.1.1 (τοπογραφικό διάγραμμα – Χώροι
προσωρινής αποθήκευσης αποβλήτων – Μ.Π.Ε. σελ. 350) οι εν λόγω
εκτάσεις (περιοχές 2 και 3), καίτοι δασικές σύμφωνα με την ως άνω Πράξη
Χαρακτηρισμού, προορίζονται για χώροι άχρηστων μεταλλικών και ξύλινων
υλικών (scrap) και χώρος αμμοβολής αντίστοιχα!
Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τη Μ.Π.Ε. θα λάβουν
χώρα επεμβάσεις και σε δάση και δασικές εκτάσεις του γηπέδου του νυν
λειτουργούντος σχήματος του διυλιστηρίου, χαρακτηρισμένες ως τέτοιες
δυνάμει της υπ’ αριθ. 2390/15.6.2000 Πράξης Χαρακτηρισμού του Δασάρχη
Αιγάλεω. Τούτο παραγνωρίζεται εντελώς από την προσβαλλόμενη απόφαση
έγκρισης περιβαλλοντικών όρων καθώς δεν τίθενται όροι για την προστασία
τους ούτε κατά την φάση κατασκευής του νέου έργου (βλ. όρο 4.5) ούτε κατά
την φάση λειτουργίας. Αντιθέτως, με τους όρους 5.3.9 και 5.3.10 και 5.4.2 της
προσβαλλομένης εγκρίνεται - όπως προτείνεται από την Μ.Π.Ε. - η προσωρινή
αποθήκευση τόσο των επικινδύνων αποβλήτων όσο και των μη επικινδύνων
στερεών αποβλήτων στους ανωτέρω χώρους που ανήκουν σε δάση και
δασικές εκτάσεις. (Bλ. και το Σχέδιο
ΒDO300A-01-01-004
του
παραρτήματος 1 του κεφαλαίου 5 της Μ.Π.Ε.).
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμιστεί, προς απόρριψη όλων των
σχετικών περί του αντιθέτου ισχυρισμών, ότι οι χαρακτηριζόμενες ως δασικές
εκτάσεις της υπ’ αριθ. 2390/15.6.2000 Πράξης Χαρακτηρισμού ΔΕΝ
ΕΝΤΑΣΣΟΝΤΑΙ εξολοκλήρου ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΟΥ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΘΗΚΕ υπέρ της δικαιοπαρόχου της αντιδίκου, και ως εκ τούτου ΔΕΝ
ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΔΑΣΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ
επειδή δήθεν απώλεσαν το δασικό τους χαρακτήρα πριν από την 11η
Ιουνίου του 1975 (117 παρ. 3 Σ). Προς απόδειξη του ουσιώδους ως άνω
ισχυρισμού μας, θέτουμε υπόψη του Δικαστηρίου Σας τα εξής:
152

- Στην Μ.Π.Ε. (σελ.105, §5.2.1.6) υπό τον τίτλο «Νομή εδάφους – εμπλοκές με
τις εξωτερικές περιοχές» αναφέρεται το εξής : «Στο παράρτημα 1 του Κεφαλαίου
5 περιλαμβάνεται χάρτης χρήσεων γης, ο οποίος δείχνει τους χώρους εντός του
οικοπέδου της εγκατάστασης που θα χρησιμοποιηθούν στην φάση κατασκευής
(αναφέρεται στο σχέδιο αριθ. ΒD0300A-01-01-004)». Στην συνέχεια
αναφέρονται τα εξής (σελ. 105-106 της ΜΠΕ):«Οι προβλεπόμενες
εγκαταστάσεις που σχετίζονται με το έργο είναι όπως σημειώνονται στο σχέδιο
αριθ. ΒD0300A-01-01-004 του παραρτήματος 1 του Κεφ. 5. 1) Περιοχή 1 ……2)
Περιοχή 2 : Περιοχή αποθέσεων (τετραγωνικά μέτρα 10000) 3) Περιοχή 3:
Περιοχή υπεργολάβου ( τετραγωνικά μέτρα 25000) …..» Επίσης στο ανωτέρω
σχέδιο αριθ. ΒD0300A-01-01-00 η περιοχή scrap αποτελεί διακεκριμένη από
τις περιοχές 2 και 3 περιοχή και δηλώνεται ως «Existing Scrap Area»
(υφιστάμενη περιοχή scrap).
- Όπως προκύπτει από το ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
το
συνημμένο στην Έκθεση Κτηματογραφήσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων δυνάμει της υπ’ αριθ. Α.206/1/27.1.1972 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εις την περιοχή «ΒΛΥΧΑ» ή
«ΤΟΥΡΚΟΛΙΜΑΝΟ» Ελευσίνος, το οποίο προσκομίζουμε και επικαλούμαστε, η περιοχή 3 (περιοχή υπεργολάβου εκτάσεως 25 στρεμμάτων) και η
«Υφιστάμενη Περιοχή Scrap» βρίσκονται κατά το ήμισυ εκτός του ορίου
της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που κηρύχτηκε με την Α.206/1/27.1.1972
απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την
εγκατάσταση διυλιστηρίου (κατόπιν της από 13.9.1971 συμβάσεως πού
καταρτίσθηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Ιωάννου Λάτση για την
ίδρυση εξαγωγικού διυλιστηρίου πετρελαίου στην Ελευσίνα). Επομένως οι
ανωτέρω εκτάσεις δεν έχουν απολέσει νομίμως, λόγω των ανωτέρω
πράξεων, τον δασικό τους χαρακτήρα πριν την 11η Ιουνίου του 1975 κι
επομένως εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις της δασικής
νομοθεσίας.
- Όπως προκύπτει και από το Τοπογραφικό Διάγραμμα εφαρμογής της
2390/15.6.2000 πράξης του Δασάρχη καθώς και του Χάρτη χρήσεων γης
(σχέδιο αριθ. ΒD0300A-01-01-004 της ΜΠΕ) επί του «Κτηματολογικού
Διαγράμματος ιδιοκτησίας ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ (Σεπτέμβριος 2003)», το οποίο
προσκομίζουμε και επικαλούμαστε, οι ως άνω ευρισκόμενες εκτός ορίου της
αναγκαστικής απαλλοτρίωσης οι Περιοχές 3 καθώς και η «Υφιστάμενη
Περιοχή Scrap» του διυλιστηρίου, αντιστοιχούν:

153

α) η Περιοχή 3 (περιοχή υπεργολάβου εκτάσεως 25 στρεμμάτων) ανήκει στα
τμήματα 6 (Δάσος της §1 άρθρου 3 του ν.998/79) και 7 (Δάσος της §1 και 5
του άρθρου 3 του ν.998/79) της Πράξης του Δασάρχη και
β) η «Υφιστάμενη Περιοχή Scrap» ανήκει στα τμήματα 1 (Δάση της §1 και 5
του άρθρου 3 του ν.998/79) και 10 (Δασική της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν.
998/79) της Πράξης του Δασάρχη.
γ) στον Τοπογραφικό Χάρτη Περιοχής Διυλιστηρίου ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ
ΑΕΒΕ (Δεκέμβριος του 1992) οι εν λόγω περιοχές αναφέρονται ως «Βουνό
Βλύχας» και ευρίσκονται εκτός ορίου περιοχών οριοθετημένων σύμφωνα
με το Π.Δ 84/84.
- Τέλος, προκειμένου να καταδειχθεί ο ανέκαθεν αναγνωριζόμενος από τη
Διοικηση χαρακτήρας των εν λόγω εκτάσεων ως δασικών οφείλουμε να
αναφερθούμε α) στο υπ’ αριθ. Πρωτ. 4357/4.12.1976 του Τμήματος Δασών του
Διαμερίσματος Δυτ. Αττικής της Νομαρχίας Αττικής προς την ΠΕΤΡΟΛΑ
ΕΛΛΑΣ, σε απάντηση σχετικού αιτήματος της ΠΕΤΡΟΛΑ, όπου αναφέρονται
τα εξής : «Επί αιτήσεώς σας από 19.11.1976, γνωρίζουμε ότι δεν υφίσταται
αντίρρησης εκ μέρους της υπηρεσίας μας δια την ανέγερση κτιρίων εντός της
αγροτικής εκτάσεως της περικλειομένης υπό στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑ του
τοπογραφικού διαγράμματος κλίμακος 1:10.000 του Μηχανικού Κορκολοπούλου,
εξαιρουμένου του υφιστάμενου δασυλλίου εκ πεύκης και των δασικών
εδαφών νοτίως του υπάρχοντος λατομείου ως λεπτομερώς υπεδείχθη επί
τόπου υφ’ ημών εις τον Τοπογράφον σας Παναγιωτόπουλο. Αι εκτάσεις
αυταί και το δασύλλιον δεν είναι νόμω δυνατόν να χρησιμοποιηθούν δι’
εγκαταστάσεις και να καταστραφούν και πρέπει να παραμείνουν ως έχουν ,
ίνα αποτελέσουν τον μόνον ελάχιστον πνεύμονα πρασίνου εις την απέραντος
τσιμεντούπολιν της Ελευσίνος .» και β) στην εγκριθείσα τροποποίηση κατά το
έτος 2003 του Γ.Π.Σ του Δήμου Μάνδρας (ΦΕΚ 1066/Δ/9.10.2003) όπου
αναφέρονται τα εξής « Β. Την τροποποίηση των χρήσεων γης όπως φαίνεται
στον χάρτη Π1 και ειδικότερα: …… Στον λόφο που βρίσκεται στο
νοτιοανατολικό τμήμα της περιοχής ΠΕΤΡΟΛΑ καθορίζεται ελεύθερο
πράσινο που θα προκύψει από τις εισφορές που αντιστοιχούν από την
Πολεοδομική Νομοθεσία.».
Το σύνολο των προεκτεθέντων καθιστά απορριπτέο τον ισχυρισμό ότι οι
ως άνω εκτάσεις απώλεσαν νομίμως το δασικό τους χαρακτήρα πριν την
11η Ιουνίου του 1975 (κατά το άρθρο 117 παρ. 3 Σ), αφού, όπως
αποδεικνύεται, δεν εντάσσονται στο σύνολο τους στην έκταση που δυνάμει
της υπ’ αριθ. Α.206/1/27.1.1972 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εθνικής
Οικονομίας και Οικονομικών απαλλοτριώθηκε υπέρ της δικαιοπαρόχου της
αντιδίκου. Συνεπώς εξακολουθούν να υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της
δασικής νομοθεσίας και να προστατεύονται από τις διατάξεις της, που
154

απαγορεύουν εντός αυτών δραστηριότητες εντελώς ασύμβατες με τη χρήση
και τον προορισμό τους ως δασικών (προσωρινή αποθήκευση επικίνδυνων
αποβλήτων, αμμοβολές, απόθεση scrap).
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων αγνοεί παντελώς την ύπαρξη δασικών εκτάσεων τόσο
στην έκταση του νυν λειτουργούντος σχήματος του διυλιστηρίου όσο και στις
περιοχές εγκατάστασης και λειτουργίας των εγκριθέντων νέων δραστηριοτήτων
επέκτασης. Ως εκ τούτου όχι μόνο δεν μεριμνά για την ορθολογική και αειφόρο
διαχείριση και προστασία τους, ως όφειλε κατ’ επιταγή του άρθρου 24 του
Συντάγματος, αλλά επιτρέπει εντός αυτών δραστηριότητες εντελώς ασύμβατες
με τη χρήση και τον προορισμό τους (προσωρινή αποθήκευση επικίνδυνων
αποβλήτων, αμμοβολές, απόθεση scrap), που δεν θα μπορούσαν να
νομιμοποιηθούν ούτε στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 56
έγκρισης επέμβασης για βιομηχανικές δραστηριότητες. Και αυτό γιατί η
διαχείριση των αποβλήτων από βιομηχανική δραστηριότητα σε καμία
περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί ως λόγος δημοσίου συμφέροντος που
επιτρέπει την κατ’ εξαίρεση μεταβολή του προορισμού και της χρήσης δασικών
εκτάσεων!
Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων θα
πρέπει να ακυρωθεί καθώς αντιστρατεύεται κατά τρόπο κραυγαλέο το κατά το
Σύνταγμα αυξημένο προστατευτικό καθεστώς των δασών και των δασικών
εκτάσεων και παραβιάζει ευθέως τη συνταγματική επιταγή για λήψη μέτρων
προστασίας τους και για κατ’ εξαίρεση μεταβολή του προορισμού τους
αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Ταυτόχρονα, η
προσβαλλόμενη παραβιάζει και τη δασική νομοθεσία, υπό το πρίσμα της
οποίας δεν είναι ανεκτή η διαχείριση επικίνδυνων και λοιπών αποβλήτων εντός
δασικών εκτάσεων στο πλαίσιο της υπό όρους επιτρεπομένης εντός αυτών
βιομηχανικής δραστηριότητας (άρθρο 56 ν. 998/1979). Ομοίως, κρίνεται
ακυρωτέα και η συμπροσβαλλόμενη απόφαση με την οποία χορηγήθηκε άδεια
εγκατάστασης για δραστηριότητες εντός των ως άνω χαρακτηρισμένων δασών
και δασικών εκτάσεων της όλης ιδιοκτησίας της αντιδίκου εταιρίας.

Για τους λόγους αυτούς
ΖΗΤΟΥΜΕ
1. Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μας.
155

2. Να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις, ήτοι α) η υπ’ αριθ.
146393/3.6.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας
και Δημοσίων Έργων, Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής
Πολιτικής και Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι της
επέκτασης του υφιστάμενου διυλιστηρίου της Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ
που λειτουργεί στο 27 χλμ. της παλαιάς εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου, β) η
υπ’ αριθ. Δ3/Α/οικ.11219/8.5. 2008 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης με
την οποία εγκρίθηκε η μελέτη επικινδυνότητας (ασφάλειας) της εν λόγω
επέκτασης, γ) η υπ’ αριθ. Δ3/Α15024/24.7.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και Οικονομίας
και Οικονομικών με την οποία χορηγήθηκε για την ίδια δραστηριότητα στην
προαναφερόμενη εταιρεία η άδεια εγκατάστασης και δ) κάθε άλλη συναφής
διοικητική πράξη ή παράλειψη ή πράξη εκδοθείσα στο πλαίσιο σύνθετης
διοικητικής ενέργειας
3. Να καταδικασθεί το Δημόσιο στη δικαστική μας δαπάνη.

Αθήνα, 22 Μαΐου 2009
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ
Δικηγόρος
Χαρ. Τρικούπη 117
Τ.Κ. 114 73 - Αθήνα
Τηλ. 210 3817406 - 3841032
Φαξ. 210 3841005
E-mail: margeorg@hol.gr
http://www.envir-plann-law.gr

156