You are on page 1of 68

ΑΝΝΑ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ Ι

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΠΑΤΡΑ 2001
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σελίδα
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ .................................................................… 3
ΦΘΟΓΓΟΙ – ΦΩΝΗΜΑΤΑ ..............................................................…… 4
Ορισμοί .................................................................................................... 4
Φωνήματα της νέας ελληνικής .................................................................. 4
Δίψηφα – Δίφθογγοι ................................................................................. 8
Πάθη φθόγγων .......................................................................................... 8
ΟΝΟΜΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ..............................................................…… 9
Γένος ....................................................................................................... 9
Αριθμός .................................................................................................... 10
Πτώση ...................................................................................................... 10
Τρόποι κλίσης των ονομάτων ...........................................................…… 11
Τονισμός των προπαροξύτονων ονομάτων ........................................…... 12
Λόγιες καταλήξεις ..............................................................................…. 13
ΡΗΜΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ......................................................................… 15
Γενικά για το ρήμα ................................................................................... 15
Τρόποι κλίσης – Συζυγίες ......................................................................... 15
«Ομαλοί» σχηματισμοί: σχολιασμός της πολυτυπίας ...........................…. 19
«Ανώμαλοι» σχηματισμοί: πρόταση κατηγοριοποίησης ......................…. 23
Πρόσωπο και αριθμός .............................................................................. 30
Φωνές και διαθέσεις ................................................................................. 31
Εγκλίσεις ..............................................................................................… 33
Χρόνοι ...................................................................................................... 40
Τρόπος ενέργειας ........................................……………………………... 44
ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ .........................................................…….. 47
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ …………………………………………………………. 67

2
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Με την εργασία αυτή επιχειρούμε να διατυπώσουμε συγκεκριμένες προτάσεις συμπλή-


ρωσης και αναμόρφωσης της επίσημης σχολικής γραμματικής.
Είναι κοινός τόπος η διαπίστωση ότι η (αναπροσαρμοσμένη) γραμματική του Μ. Τρια-
νταφυλλίδη αποτελεί ξεπερασμένη μορφή παραδοσιακής γραμματικής, με ρυθμιστικές τά-
σεις, που στηρίζεται κυρίως στο γραπτό λόγο και δεν ανταποκρίνεται στο επίπεδο της εξέλι-
ξης της γλωσσολογικής θεωρίας και πρακτικής. Το ότι η σύνταξη νέας γραμματικής είναι
αναγκαία φαίνεται καθαρά και από τα εγχειρίδια για τη γλωσσική διδασκαλία στο δημοτικό,
και κυρίως στο γυμνάσιο και στο λύκειο, όπου εισάγονται σύγχρονοι γλωσσολογικοί όροι
και τρόποι ανάλυσης. Η νέα γραμματική θα πρέπει να βασίζεται σε μια εμπεριστατωμένη
μελέτη της σημερινής ελληνικής γλωσσικής πραγματικότητας, αξιοποιώντας τα θετικότερα
στοιχεία από γενικές και ειδικές σχετικές εργασίες, και θα πρέπει να αναδεικνύει την ποικι-
λία και την πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει το γλωσσικό σύστημα και τις γλωσσικές χρή-
σεις. Είναι προφανές λοιπόν ότι απαιτείται συλλογή και επεξεργασία δομημένου γλωσσικού
υλικού (corpus) προφορικού και γραπτού λόγου, αντιπροσωπευτικού των βασικών κοινωνι-
κών κατηγοριών (σε συνδυασμό και με άλλους εξωγλωσσικούς παράγοντες, όπως το φύλο
και η ηλικία των ομιλητών) και των διαφόρων επιπέδων και μορφών λόγου (επίσημος, ανε-
πίσημος, λογοτεχνικός, επιστημονικός κτλ.). Εργασία τέτοιας έκτασης δεν μπορεί να είναι
παρά συλλογική και με την ευθύνη και καθοδήγηση κρατικού φορέα (βλέπε σχετική πρωτο-
βουλία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, το 1986, που έμεινε στο στάδιο της διερεύνησης). Η
ατομική συνεισφορά αναγκαστικά περιορίζεται στην καταγραφή επιμέρους προβλημάτων
και στη διατύπωση των επιμέρους προτάσεων. Προς την κατεύθυνση αυτή πιστεύουμε ότι
θα φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη και η κωδικοποίηση των συμπερασμάτων από ερευνητικές ερ-
γασίες πάνω σε θέματα φωνολογίας, μορφολογίας, σύνταξης και σημασιολογίας της σύγ-
χρονης κοινής νεοελληνικής.

3
ΦΘΟΓΓΟΙ – ΦΩΝΗΜΑΤΑ

Ορισμοί

Φθόγγος είναι η ελάχιστη μονάδα του έναρθρου λόγου που παράγεται από φωνητικά όρ-
γανα.
Φώνημα ονομάζεται ο φθόγγος που έχει διακριτική, διαφοροποιητική λειτουργία, δηλαδή
η μεταβολή του προκαλεί αλλαγή σημασίας.
Έτσι, η αντικατάσταση του κ από το μ στις λέξεις κάτι / μάτι επιφέρει αλλαγή σημασίας,
ενώ δύο φθόγγοι μπορεί ν’ αποτελούν απλές παραλλαγές χωρίς αλλαγή σημασίας, όπως
συμβαίνει, π.χ., με τη διαφορετική προφορά του κ, του λ ή του χ σε ορισμένες διαλέκτους.
Αντίθεση σε επίπεδο φθόγγων και όχι φωνημάτων συνιστούν και διαφορετικές πραγματώ-
σεις, όπως, π.χ., του γ στις λέξεις γάτος και γέρος, που εξαρτώνται από την ποιότητα του
φθόγγου που ακολουθεί.
Μια αντίθεση φθόγγων μπορεί να είναι διακριτική σε συγκεκριμένη γλώσσα αλλά μην
είναι σε κάποια άλλη, για παράδειγμα το λ και το ρ στην ιαπωνική γλώσσα δεν είναι ξεχωρι-
στά φωνήματα, γιατί η αντικατάσταση του ενός από το άλλο δεν επηρεάζει τη σημασία. Ε-
πομένως, ένας φθόγγος μπορεί να χαρακτηρίζεται ως φώνημα για μια γλώσσα, ενώ για μια
άλλη να αποτελεί απλή παραλλαγή φθόγγου.
Η φωνητική εξετάζει τους φθόγγους από την άποψη των φυσικών τους χαρακτηριστικών,
ενώ η φωνολογία εξετάζει τις λειτουργίες τους μέσα σε ορισμένη γλώσσα.

Φωνήματα της νέας ελληνικής

Η νέα ελληνική γλώσσα έχει 25 φωνήματα, από τα οποία 5 φωνήεντα:


a (γραφική απόδοση: α)
ο (γραφική απόδοση: ο, ω)
u (γραφική απόδοση: ου)
e (γραφική απόδοση: ε, αι)
i (γραφική απόδοση: ι, η, υ, ει, οι, υι)
και 20 σύμφωνα:
p (π), t (τ), k (κ), b (μπ έρρινο ή άρρινο, δηλ. mb ή b), d (ντ έρρινο ή άρρινο, δηλ. nd ή d), g
(γκ ή γγ έρρινο ή άρρινο, δηλ. ng ή g), f (φ), θ, χ, ν (β), δ, γ, s (σ, ς), z (ζ), m (μ), n (ν), l (λ), r
(ρ), ts (τσ), dz (τζ).

4
Πίνακας των συμφώνων
(Γραμματική, σελ. 16)

Κατά τα μέρη Κατά τη διάρκεια


όπου σχηματί- Στιγμιαία Εξακολουθητικά
ζονται Άηχα Ηχηρά Άηχα Ηχηρά
Χειλικά π μπ φ β (μ)
Οδοντικά τ ντ θ δ
Διπλοδοντικά τσ τζ σ ζ
(συριστικά)
Λαρυγγικά κ γκ χ γ
Γλωσσικά (ν) λ,
(υγρά) ρ
Ρινικά μ, ν

Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα λαρυγγικά περιλαμβάνουν τα ουρανικά, που παράγονται


όταν αγγίζει η γλώσσα το σκληρό ουρανίσκο (όπως στις λέξεις κερνώ, γκέμια, χέρια, γέρος),
και τα υπερωικά, που παράγονται όταν αγγίζει η γλώσσα το μαλακό ουρανίσκο (όπως στις
λέξεις κόβω, γκάζι, χορός, γάτος).
Τα σύμφωνα ξ, ψ δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των φωνημάτων, γιατί αποτελούν
συμπροφορά των κσ και πσ αντίστοιχα.
Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι η γραφική και η φωνητική απόδοση δεν έχουν πά-
ντοτε αντιστοιχία. Έτσι, εκτός από τις περιπτώσεις των διαφορετικών γραφικών συμβόλων
του i, του e κτλ., έχουμε αναντιστοιχία γραφής και προφοράς όταν γράφουμε, π.χ., ισλαμι-
σμός και προφέρουμε [islamizmόs] ή όταν γράφουμε Αγγλία και προφέρουμε [Anglia].

5
Σετάτου, Φωνολογία της κοινής νεοελληνικής (1974)

Αλλόφωνα φωνημάτων της ΚΝΕ

Φωνήεντα
/i/ [i] π.χ. [mίti]
[į] ετεροφωνία π.χ. [peδί] – [peδįú]
[γ΄] ετεροφωνία και επικάλυψη π.χ. [faί] – [faγ΄ú]
/e/ [e] π.χ. [γ΄enées]
/o/ [o] π.χ. [tópos]
/u/ [u] π.χ. [kutús]
/a/ [a] π.χ. [kalá]
Σύμφωνα
/p/ [p] π.χ. [pónos]
[b] έρρινο + p > mb π.χ. [tom bóno],
[embotízo] – [potízo], αλλά και [pámpa]
/t/ [t] π.χ. [tomí]
[d] α) έρρινο + t > nd π.χ. [tin domí], [síndomos],
[endix΄izo] – [tix΄ízo],
αλλά και md: [pémdos]
β) έρρινο + p, k + t > mbd, ŋgd π.χ. [tim bdόsi], [símbdosi], [tiŋ gdísi]
/k/ [k] π.χ. [kόvo]
[k΄] πριν από e, i, įV π.χ. [k΄ernό], [k΄íma], [k΄įáli]
[g΄] έρρινο + k΄ > ŋg΄ π.χ. [δéŋ, g΄ernό], [éŋg΄iros] – [k΄ίros]
[g] α) έρρινο + k > ŋg π.χ. [δéŋ gόvo]
β) k + ν, δ, γ, z > gv, gδ, gγ, gz π.χ. [egvolί], [egδilόno], [egγ΄ίmnasi],
[égzema], αλλά και [báŋkos], [ekδίk΄isi]
/b/ [b] π.χ. [béno]
/d/ [d] π.χ. [dίno]
/g/ [g] π.χ. [gremόs]
[g΄] πριν από e, i, įV π.χ. [g΄emįa], [g΄ίnįa], [g΄įόnis]
/f/ [f] π.χ. [flόγa]
πβ. [v] πριν από δ, γ, z, m, n, l, r π.χ. [évloγos], [évzonos], [evmenís],

6
αλλά αλλού [f] π.χ. [éfk΄eros],
[efkatástatos]
/θ/ [θ] π.χ. [θélo]
/x/ [x] π.χ. [xorόs]
[x΄] πριν από e, i, įV π.χ. [x΄éri], [x΄ίno], [x΄įόni]
/v/ [v] π.χ. [vázo], [vlόγa]
/δ/ [δ] π.χ. [δéka]
/γ/ [γ] π.χ. [γátos]
[γ΄] πριν από e, i, įV π.χ. [γ΄éros], [γ΄ίros], [γ΄įatrikó]
/s/ [s] π.χ. [sόma], [sx΄įázo]
[z] α) πριν από ηχηρό C > zC π.χ. [tuz grizus], αλλά και
[músmulo], [snobizmόs], [islamizmόs]
β) έρρινο + p, t, k + s > έρρινο + π.χ. [tom bzará], [tin dzák΄ise],
b, d, g + z [toŋ gzéro]
[Ø] k + s + C > /k/ + C π.χ. [egδilόno] – [ekseδίlosa]
/z/ [z] π.χ. [zόni]
/m/ [m] π.χ. [máti]
/n/ [n] π.χ. [nόmos]
[n΄] πριν από įV π.χ. [n΄įata]
[ŋ] πριν από k, g, x, γ π.χ. [δéŋ gáni]
[m] πριν από p, b, -f-, -v- π.χ. [δém bérno], [δém béno],
[tom filό], [emfanίs], [émvolo]
[Ø] πριν από v κτλ. π.χ. /ton páro/ = [to báro], ενώ
/to páro/ = [to páro], [éloγos], αλλά και
[énrinos]
/l/ [l] π.χ. [léγo]
[l΄] πριν από įV π.χ. [l΄įόno]
/r/ [r] π.χ. [ráfi]

C = σύμφωνο

V = φωνήεν

7
Δίψηφα – Δίφθογγοι

Δίψηφα, σύμφωνα με τη Γραμματική, ονομάζονται δύο γράμματα που παριστάνουν ένα


φθόγγο:
δίψηφα φωνήεντα: ου, αι, ει, οι, υι
δίψηφα σύμφωνα: μπ, ντ, γκ, τσ, τζ (ή, μερικές φορές, ντσ και ντζ).
Δίφθογγοι, σύμφωνα με τη Γραμματική, ονομάζονται δύο φωνήεντα που προφέρονται σε
μια συλλαβή:
γάιδαρος, κελαηδώ, ρόιδι, βόηθα
λιώμα, γυαλί, άδειος, ποιος κτλ.
Προσοχή στο συλλαβισμό και στον τονισμό, γιατί οι δίφθογγοι υπολογίζονται ως μία
συλλαβή: γάι-δα-ρος, κε-λαη-δώ, ρόι-δι, βόη-θα, λιώ-μα, γυα-λί, ά-δειος, ποιος (χωρίς τόνο,
όπως και γεια σου, πιο, πια κτλ.).

Πάθη φθόγγων

Γραμματική, σελ. 32-39 (Συνίζηση, Συναίρεση, Έκθλιψη, Αφαίρεση, Συγκοπή,


Αποκοπή, Αποβολή, Πρόταξη, Αλλαγή, Τελικό «ν»).
Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι η συνιζημένη προφορά συνηθίζεται σε λέξεις συ-
χνής προφορικής χρήσης, ενώ η ασυνίζητη χαρακτηρίζει ορισμένες λόγιες λέξεις (π.χ. δι-αύ-
γει-α, α-δι-ό-ρα-τος). Άλλοτε έχουμε και τις δύο πραγματώσεις: συ-νή-θεια και συ-νή-θει-α.

8
ΟΝΟΜΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Γένος

Το γένος αποτελεί στα νέα ελληνικά αναπόσπαστο μορφολογικό γνώρισμα των άρθρων,
των ουσιαστικών, των επιθέτων, των μετοχών και των αντωνυμιών.
Το γραμματικό δε συμπίπτει με το φυσικό γένος, γιατί το αρσενικό και το θηλυκό δε δη-
λώνουν αναγκαστικά έμψυχα όντα του αντίστοιχου φύλου και γιατί το ουδέτερο δε δηλώνει
πάντα άψυχα αντικείμενα.
Παρ’ όλο που δεν υπάρχει σύμπτωση γραμματικής και σημασιολογικής κατηγοριοποίη-
σης, συνήθως η προσωποποίηση ενός αψύχου οδηγεί στην ερμηνεία του γραμματικού του
γένους ως φυσικού. Όπως παρατηρεί ο Jakobson (1963:84), ο τρόπος της προσωποποίησης ή
της μεταφορικής ερμηνείας των ονομάτων που δηλώνουν άψυχα αντικείμενα, αφηρημένες
έννοιες κτλ. επηρεάζεται από το γραμματικό τους γένος. Έτσι, ένας μικρός Ρώσος, διαβάζο-
ντας γερμανικά παραμύθια σε μετάφραση, θα δοκίμαζε μεγάλη έκπληξη μπροστά στην ανα-
παράσταση του Θανάτου (θηλυκό στα ρωσικά) ως γέρου ανθρώπου (αρσενικό στα γερμανι-
κά).
Ενδιαφέρουσες είναι οι παρατηρήσεις του Mackridge όσον αφορά τις περιπτώσεις αντί-
θεσης γραμματικού με φυσικό γένος. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η στενή σύνδεση του γένους
με τον τρόπο κλίσης, στην παραδοσιακή δημοτική, δικαιολογεί το δισταγμό του ομιλητή να
χρησιμοποιήσει θηλυκό άρθρο και επίθετο με αρσενικόκλιτα ουσιαστικά, π.χ. η συγγραφέας.
Παρατηρεί επίσης ότι, σε πολλά ουσιαστικά που μπορεί να αναφέρονται εξίσου σε άντρες
και γυναίκες, μόνο ο τύπος του θηλυκού δηλώνει καθαρά το αντίστοιχο γένος, όπως π.χ. στη
φράση: έχω δυο φίλους στον κόσμο (Mackridge 1990:100). Μερικές φορές, χρησιμοποιώ-
ντας το αρσενικό έχουμε αναφορά σε συγκεκριμένο πρόσωπο, που θα απαιτούσε χρήση του
θηλυκού, όπως, π.χ., στη φράση: ο διευθυντής της εταιρείας ήταν γυναίκα (Mackridge
1990:103).
Σύμφωνα με τον Mirambel (1978:70-71) οι αντιθέσεις γένους συνοψίζονται με τον ακό-
λουθο τρόπο:
1) αντίθεση αρσενικού / θηλυκού
Δηλώνει αντίθεση φυσικού γένους σε ονόματα συγγένειας (γιος / κόρη) και επαγγελματικά
(δάσκαλος / δασκάλα) ή δηλώνει υποκοριστικό (σάκος / σακούλα) ή μεγεθυντικό (κάβουρας /
καβουρομάνα).
2) αντίθεση αρσενικού / ουδετέρου

9
Δηλώνει υποκοριστικό (λόγος / λογάκι αλλά και αστέρι / αστερίσκος) ή μεγεθυντικό (παιδί /
παίδαρος).
3) αντίθεση θηλυκού / ουδετέρου
Δηλώνει υποκοριστικό (εκκλησία / εκκλησάκι αλλά και σακί / σακούλα), μεγεθυντικό (χέρι /
χερούκλα), αθροιστικό (μέλισσα / μελίσσι) ή το θηλυκό χρησιμεύει για διαχωρισμό του γέ-
νους σε ονόματα ζώων (πρόβατο / προβατίνα).
4) αντίθεση ουδετέρου / αρσενικού – θηλυκού
Σε ονόματα συγγένειας (παιδί / άντρας – γυναίκα), επαγγελματικά και δηλωτικά ιδιότητας,
αξιώματος κτλ. (βασιλόπουλο / βασιλιάς – βασίλισσα) ή ως αθροιστικό (αντρόγυνο / άντρας –
γυναίκα).

Αριθμός

Στα νέα ελληνικά ο ενικός και ο πληθυντικός αριθμός εκφράζουν βασικά την αντίθεση
της μονάδας προς το πλήθος, προκειμένου για αριθμητά έμψυχα και άψυχα. Άλλες έννοιες
που συνδέονται με τη δήλωση του αριθμού:
α) Ο ενικός αριθμός μπορεί να εκφράσει το άθροισμα ή σύνολο (π.χ. το πλήθος, ο κό-
σμος, η φτωχολογιά).
β) Ο ενικός μπορεί να αναφέρεται σε συγκεκριμένο στοιχείο ή μέρος (π.χ. ρούχο) σε α-
ντιδιαστολή με το σύνολο (π.χ. ρούχα).
γ) Ο ενικός μπορεί να αναφέρεται σε υλική ουσία ή αντικείμενο από αυτή (π.χ. πέτρα) ή
ορισμένη ποσότητα (π.χ. ψωμί, ένα ψωμί), ενώ ο πληθυντικός μπορεί να έχει μόνο
δεύτερη σημασία (πέτρες, ψωμιά).
δ) Ο ενικός μπορεί να δηλώνει έννοια, ιδιότητα κτλ. (π.χ. ευγένεια) και ο πληθυντικός τις
πράξεις που χαρακτηρίζονται από ορισμένη ιδιότητα (π.χ. ευγένειες).
ε) Ο πληθυντικός μπορεί να δηλώνει επίταση (πείνες, φτώχειες).
Για τα ονόματα που συνηθίζονται μόνο ή κυρίως στον ενικό ή στον πληθυντικό βλέπε
Γραμματική, σελ. 78-79.

Πτώση

Είναι γραμματική κατηγορία που αποδίδει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συντακτικά
το όνομα μέσα στη φράση. Στα ελληνικά, η ονομαστική χρησιμοποιείται κυρίως για τη λει-
τουργία του υποκειμένου και η αιτιατική του αντικειμένου. Σε κάλεσμα χρησιμοποιείται η
κλητική. Η γενική αποδίδει την ονοματική κτήση και επιτελεί και άλλες λειτουργίες.

10
Τρόποι κλίσης των ονομάτων (σύμφωνα με τη Γραμματική)

ΑΡΣΕΝΙΚΑ
ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
αγώνας, ταμίας (αγώνες, ταμίες) σφουγγαράς (σφουγγαράδες)
φύλακας (φύλακες) νοικοκύρης (νοικοκύρηδες)
ναύτης (ναύτες) φούρναρης (φουρνάρηδες)
νικητής (νικητές) καφές (καφέδες)
ουρανός (ουρανοί) παππούς (παππούδες)
δρόμος (δρόμοι)
άγγελος, αντίλαλος (άγγελοι, αντίλαλοι)

ΘΗΛΥΚΑ
ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
καρδιά (καρδιές) αλεπού (αλεπούδες)
ώρα, ελπίδα (ώρες, ελπίδες) γιαγιά (γιαγιάδες)
θάλασσα, σάλπιγγα (θάλασσες, σάλπιγγες)
ψυχή (ψυχές)
νίκη (νίκες)
ζάχαρη (ζάχαρες)
σκέψη (σκέψεις)
δύναμη (δυνάμεις)
Αργυρώ (χωρίς πληθυντικό)
Φρόσω (χωρίς πληθυντικό)
διάμετρος (διάμετροι και διάμετρες)

ΟΥΔΕΤΕΡΑ
ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
βουνό (βουνά) κύμα (κύματα)
πεύκο (πεύκα) όνομα (ονόματα)
σίδερο, πρόσωπο (σίδερα, πρόσωπα) δέσιμο (δεσίματα)
παιδί (παιδιά) κρέας (κρέατα)
τραγούδι (τραγούδια) φως (φώτα)

11
μέρος (μέρη)
έδαφος (εδάφη)

Για τις ιδιόμορφες περιπτώσεις κλίσης βλέπε Γραμματική, σελ. 101-105, και για την κλί-
ση των επιθέτων, που ακολουθεί εκείνη των ουσιαστικών με αντίστοιχες καταλήξεις, βλέπε
Γραμματική, σελ. 106-115.

Τονισμός των προπαροξύτονων ονομάτων

Σύμφωνα με τους κανόνες της Γραμματικής, τα προπαροξύτονα αρσενικά σε –ος κατεβά-


ζουν τον τόνο στη γενική του ενικού και στη γενική και αιτιατική του πληθυντικού στην πα-
ραλήγουσα (του ανθρώπου, των ανθρώπων, τους ανθρώπους) εκτός από τις πολυσύλλαβες
και λαϊκές λέξεις (του αντίκτυπου, του ανήφορου) και τα κύρια ονόματα (του Χαράλαμπου,
του Ξενόπουλου κτλ.). Τα προπαροξύτονα επίθετα σε -ος δεν κατεβάζουν τον τόνο, παρά
μόνο όταν χρησιμοποιούνται ως ουσιαστικά (του άρρωστου ανθρώπου, αλλά η περίθαλψη
των αρρώστων). Όσον αφορά τα ουδέτερα προπαροξύτονα σε -ο, η Γραμματική διακρίνει
δύο κατηγορίες: του τύπου σίδερο, που κρατάει αμετάβλητο τον τόνο, και του τύπου πρόσω-
πο, με κατέβασμα του τόνου, χωρίς όμως να αποδίδει στις κατηγορίες αυτές χαρακτηριστικά
λαϊκής ή λόγιας προέλευσης. Αναφέρεται μόνο ότι οι τρισύλλαβες τοπωνυμίες κλίνονται συ-
νήθως κατά το πρόσωπο.
Ο Τριανταφυλλίδης σε ειδική μελέτη (1963:172-185) αναγνωρίζει την αντίσταση που
προβάλλουν οι λόγιες λέξεις στον προπαροξύτονο τονισμό, δέχεται όμως παράλληλα και την
ύπαρξη διπλοτυπίας σε ορισμένες τρισύλλαβες λαϊκές λέξεις, όπως το αμύγδαλο (αμύγδαλου
και αμυγδάλου), το βούτυρο (βούτυρου και βουτύρου), το πρόβατο, ο πλάτανος, ο καλόγερος,
ο παράδεισος κτλ. Το συμπέρασμά του είναι ότι τα επίθετα προπαροξύνονται (αν και σε ορι-
σμένα λόγια διατηρούνται οι παροξύτονοι τύποι, π.χ. των αγίων εικόνων), τα ουδέτερα προ-
παροξύνονται, εκτός από τα λογιότερα, και τα αρσενικά παροξύνονται, εκτός από μερικά
λαϊκά και ορισμένα που έχουν διπλούς τύπους. Από τα κύρια ονόματα, τα βαφτιστικά συνή-
θως παροξύνονται, τα οικογενειακά έχουν διπλούς τύπους, ενώ τα λαϊκότερα προπαροξύνο-
νται, και τα τοπωνύμια παρουσιάζουν ποικιλία τονισμού.
Αυτό που θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε είναι ότι δεν υπάρχει πάντοτε σαφής δια-
χωρισμός μεταξύ «λόγιων» και «λαϊκών» λέξεων και ότι, ακόμα και για λέξεις χαρακτηρι-
ζόμενες ως λαϊκής προέλευσης, παρουσιάζονται περιπτώσεις διπλοτυπίας. Νομίζουμε ότι σε
μια πληρέστερη επιστημονική προσέγγιση του θέματος θα έπρεπε να εξεταστεί η μετακίνη-
ση του τόνου στις προπαροξύτονες λέξεις σε συσχέτιση με την κοινωνική θέση του ομιλητή

12
και με το επίπεδο του λόγου, δηλαδή τη διαφοροποίηση προφορικού / γραπτού, προφορικού
καθημερινού / προφορικού επίσημου λόγου, γραπτού λογοτεχνικού / γραπτού επιστημονικού
κτλ. Το γεγονός ότι στην καθαρεύουσα επικρατούσε ο παροξύτονος τονισμός αποτελεί ο-
πωσδήποτε παράγοντα που πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Λόγιες καταλήξεις

Η Γραμματική δέχεται διπλοτυπία στη γενική των θηλυκών του τύπου σκέψη, δύναμη
(σκέψης / σκέψεως, δύναμης / δυνάμεως), ενώ για τα επίθετα σε -ής δέχεται τον τύπο γενικής
σε -ούς (συνεχής / συνεχούς), εξαιρώντας τις ουσιαστικοποιημένες λέξεις συγγενής (του συγ-
γενή) και ευγενής (του ευγενή). Για τα επίθετα σε -ύς (π.χ. βαθύς) δε δίνεται γενική ενικού.
Νομίζουμε ότι για τα επίθετα σε -ής θα έπρεπε να γενικευτεί ο διαχωρισμός επιθετικής
χρήσης (γενική -ούς) και ουσιαστικοποιημένης (γενική -ή και -ούς, π.χ. του ψυχοπαθή και
του ψυχοπαθούς), ενώ για τα επίθετα σε -ύς θα έπρεπε να συμπεριληφθεί η λόγια γενική σε -
έος, σε τύπους όπως «του παχέος εντέρου», «του ευρέος φάσματος» κτλ. (με παράλληλη βε-
βαίως χρήση των καταλήξεων σε -είς, δες παρακάτω). Και για τις περιπτώσεις που προανα-
φέρθηκαν ισχύει η παρατήρηση ότι θα έπρεπε να μελετηθούν σε συσχέτιση με την κοινωνι-
κή ταυτότητα του ομιλητή και το επίπεδο του λόγου. Είναι χαρακτηριστική η δυσκολία των
ομιλητών κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων να χειριστούν λόγιας προέλευσης τύπους (α-
κούμε, π.χ., εκφράσεις όπως «σε ασφαλή μέρος», «η ευτραφή κυρία» κτλ.). Από την άλλη
πλευρά, σε μη επίσημο ύφος λόγου θα μπορούσαμε να συναντήσουμε εκφράσεις όπως «του
διεθνή ποδοσφαιριστή», ακόμα και από μορφωμένο ομιλητή.
Ως περιπτώσεις λόγιου σχηματισμού, ζωντανού ακόμα στην καθημερινή γλώσσα, αναφέ-
ρουμε επίσης:
• τον τύπο του πληθυντικού σε -είς των επιθέτων σε -ύς (π.χ. παχείς, ευρείς κτλ.), ως πα-
ράλληλο με τον τύπο της γραμματικής σε -ιοί (παχιοί) ή ως μοναδικό για ορισμένα επίθε-
τα (π.χ. ευρείς, οξείς κτλ.),
• τον τύπο του θηλυκού σε -εία των επιθέτων σε -ύς (π.χ. ευρεία, οξεία, αμβλεία κτλ.),
• τον τύπο σε -ων, -ων (χωρίς ουδέτερο) ορισμένων επιθέτων, όπως, π.χ., ευγνώμων, ισχυ-
ρογνώμων, μετριόφρων κτλ., ο οποίος συνυπάρχει με τον αντίστοιχο της δημοτικής (ευ-
γνώμονας κτλ.), χωρίς όμως να φαίνεται ότι τείνει να αφομοιωθεί,
• τον τύπο του θηλυκού σε -ος ορισμένων επιθέτων, όπως π.χ. αζωτούχος ουσία, ζωογόνος
δύναμη, φθοροποιός επίδραση, ενεργός δράση.

13
Λόγιους σχηματισμούς συναντάμε επίσης σε στερεότυπες εκφράσεις όπως «δελτίο ταυτό-
τητος», «υπουργείο Εθνικής Αμύνης», «λεωφόρος Κηφισίας» κ.ά. (βλ. Mackridge 1990:233-
236).

14
ΡΗΜΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Γενικά για το ρήμα

Η μορφολογία του νεοελληνικού ρήματος (τα εξωτερικά γνωρίσματα μορφής) επιτρέπει


γενικά την άμεση αναγνώριση και κατάταξη ενός τύπου μέσα στο σύνολο του γραμματικού
συστήματος. Με το ρήμα εκφράζεται η φωνή, η διάθεση, η έγκλιση, ο χρόνος και ο τρόπος
ενέργειας. Επίσης δηλώνεται το πρόσωπο και ο αριθμός. Η έκφραση του προσώπου δεν υ-
πάρχει στις μετοχές, ενώ η παθητική μετοχή δηλώνει και γένος και πτώση.
Οι ρηματικοί τύποι έχουν ένα θέμα και μια κατάληξη, που προστίθεται άμεσα στο θέμα
(αγαπ-ώ) ή μετά από επίθημα (αγαπ-ηθ-ώ). Ορισμένες φορές δέχονται ένα πρόθημα (ή-
θελα). Το θέμα έχει σημασιολογική αξία, αλλά χρησιμεύει και για τη δήλωση του τρόπου
ενέργειας.

Τρόποι κλίσης – Συζυγίες


Είναι γνωστό ότι η Γραμματική διακρίνει δύο συζυγίες όσον αφορά την κλίση των ρημά-
των:
• στην πρώτη συζυγία ανήκουν τα ρήματα που τονίζονται στην παραλήγουσα στο α΄ πρό-
σωπο του ενεργητικού ενεστώτα και στην προπαραλήγουσα στο α΄ πρόσωπο του παθητι-
κού ενεστώτα, π.χ. γράφω, γράφομαι.
• στη δεύτερη συζυγία ανήκουν τα ρήματα που τονίζονται στην λήγουσα στο α΄ πρόσωπο
του ενεργητικού ενεστώτα και στην παραλήγουσα στο α΄ πρόσωπο του παθητικού ενε-
στώτα. Η δεύτερη συζυγία περιλαμβάνει δύο τάξεις για την ενεργητική φωνή (σε -ώ, -άς,
π.χ. αγαπώ, και σε -ώ, -είς, π.χ. λαλώ) και δύο τάξεις για την παθητική φωνή (σε -ιέμαι, -
ιέσαι, π.χ. αγαπιέμαι, και σε -ούμαι, -άσαι, π.χ. λυπούμαι).
Σύμφωνα πάντα με τη Γραμματική, ανάλογα με το ληκτικό θεματικό στοιχείο (χαρακτή-
ρα του θέματος) του ενεστώτα, τα ρήματα της πρώτης συζυγίας διαιρούνται στις εξής κατη-
γορίες:

15
Πρώτη συζυγία

1) Φωνηεντόληκτα, με χαρακτήρα φωνήεν, π.χ. ιδρύω.


2) Χειλικόληκτα, με χαρακτήρα π, β, φ, π.χ. λείπω, ανάβω, γράφω. Χειλικόληκτα θεω-
ρούνται και τα ρήματα σε -αύω, -εύω, καθώς και τα ρήματα με τα συμφωνικά συμπλέγματα
φτ, πτ, π.χ. αστράφτω, ανακαλύπτω.
3) Λαρυγγικόληκτα, με χαρακτήρα κ, γ, χ, π.χ. πλέκω, ανοίγω, βήχω. Σ’ αυτά περιλαμβά-
νονται και τα ρήματα των οποίων το θέμα λήγει σε χν, π.χ. διώχνω.
4) Οδοντικόληκτα και συριστικόληκτα, με χαρακτήρα τ (ττ), θ, σ (σσ), ζ, π.χ. θέτω, πλήτ-
τω, αλέθω, αρέσω, κηρύσσω, πιέζω.
5) Υγρόληκτα και ρινικόληκτα, με χαρακτήρα λ (λλ), ρ, μ, ν, π.χ. θέλω, αναβάλλω, ξέρω,
τρέμω, μένω. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται και τα ρήματα των οποίων το θέμα λήγει σε λν, ρν,
π.χ. ψέλνω, γδέρνω.

Τα ρήματα της δεύτερης συζυγίας θεωρούνται όλα συμφωνόληκτα.

Η κατηγοριοποίηση αυτή στηρίζεται στη θέση του τόνου και στο ληκτικό στοιχείο του
θέματος. Παρόμοια κατηγοριοποίηση προτείνεται από τον Mackridge (1990:250 κ.εξ.), ο
οποίος διακρίνει:
• την κατηγορία 1, όπου ανήκουν τα ρήματα των οποίων το β΄ ενικό πρόσωπο του ενεστώ-
τα ενεργητικής φωνής τονίζεται στην παραλήγουσα (π.χ. δένω – δένεις). Το θέμα τους
λήγει σε έναν από τους ακόλουθους φθόγγους ή συνδυασμούς φθόγγων:
φωνήεν (e, i, u)
[σύμφωνο] χειλικό (v, p, pt, f, ft)
>> υπερωικό ( γ, ng, k, χ, χν)
>> οδοντικό (δ, θ, t)
>> συριστικό ηχηρό (z)
>> συριστικό άηχο (s)
>> έρρινο (n, m)
>> υγρό (l, r, ln, rn)
• την κατηγορία 2, όπου ανήκουν τα ρήματα των οποίων το β΄ ενικό πρόσωπο του ενεστώ-
τα της ενεργητικής φωνής τονίζεται στη λήγουσα. Σύμφωνα με τον Mackridge, μπορούμε
να θεωρήσουμε ότι το ενεστωτικό («εξακολουθητικό») θέμα αυτών των ρημάτων είναι
συμφωνόληκτο και ότι ακολουθεί τόνος, που τον δέχεται το αμέσως επόμενο φωνήεν, π.χ.
αγαπώ, αγαπάς.

16
Όσον αφορά το αοριστικό («συνοπτικό») θέμα της ενεργητικής φωνής, στην κατηγορία 1
υπάρχουν κυρίως ρήματα με σιγματικό θέμα:

(δen-) δes- (plaθ-) plas-


(iδri-) iδris- (χoriz-) χoris-
(klev-) kleps- (alaz-) alaks-
(riχn-) riks-

και ορισμένα (υγρόληκτα και μερικά ερρινόληκτα) με άσιγμο θέμα, όπως τα κρίνω, διευρύ-
νω (αόριστος έκρινα, διεύρυνα κτλ.).
Εντοπίζονται δύο βασικές εξαιρέσεις από τους παραπάνω κανόνες σχηματισμού: τα λόγια
ρήματα σε -εύω, που σχηματίζουν τον αοριστικό τύπο σε -ευσ- (π.χ. δημοσιεύω – δημοσίευ-
σα) και τα ρήματα σε -άρω, που σχηματίζουν τον αόριστο σε -αρα ή -άρισα (π.χ. παρκάρω –
πάρκαρα και παρκάρισα).
Τα ρήματα της κατηγορίας 2 έχουν σιγματικό αοριστικό θέμα. Πριν από το -s- μπορεί να
παρεμβάλλεται -i- (αγαπ-, αγαπ-i-s-), -a- (jel*-, jel-a-s-) ή -e- (bor-, bor-e-s).
Όσον αφορά το αοριστικό («συνοπτικό») θέμα της παθητικής φωνής, ο Mackridge εντο-
πίζει δύο βασικούς τρόπους σχηματισμού:
• σε ρήματα με θεματικό χαρακτήρα χειλικό, υπερωικό ή συριστικό σύμφωνο, το σύμφωνο
αυτό γίνεται άηχο τριβόμενο και ακολουθεί -t- (π.χ. klev-, klef-t-, arpaζ-, arpaχ-t-, plaθ-,
plas-t-).
• σε ρήματα με φωνηεντόληκτο ή υγρόληκτο θέμα, μετά τον τελικό φθόγγο ακολουθεί -θ-
(π.χ. iδri-, iδri-θ-, psal-, psal-θ-). Από τα ερρινόληκτα θέματα, άλλα διατηρούν το έρρινο
ως -n- πριν από το -θ- και άλλα το αποβάλλουν (π.χ. δiefθin-, δiefθin-θ-, krin-, kri-θ-). Τα
ρήματα της δεύτερης κατηγορίας ακολουθούν γενικά το σχήμα: aγapi-, aγapi-θ-.
Η ανάλυση του Mackridge ενισχύει την προτεινόμενη από τον Τριανταφυλλίδη κατηγο-
ριοποίηση, η οποία λαμβάνει υπόψη το σχηματισμό τόσο του ενεστωτικού όσο και του αο-
ριστικού θέματος, εφόσον περιλαμβάνει τα εξής βασικά κλιτικά υποδείγματα (για την πρώτη
συζυγία):

17
δένω έδεσα δέθηκα
κρύβω έκρυψα κρύφτηκα
πλέκω έπλεξα πλέχτηκα
δροσίζω δρόσισα δροσίστηκα

* Σύμφωνα με τον Mackridge [j] είναι το ουρανικό γ.

Διαφορετική είναι η άποψη του Μπαμπινιώτη (1972:236-248), σύμφωνα με την οποία η


βάση κατηγοριοποίησης του ρήματος στα νέα ελληνικά δεν έγκειται πλέον στα διαφοροποι-
ητικά χαρακτηριστικά του τόνου και του αριθμού των συλλαβών, όπως στα αρχαία ελληνι-
κά, αλλά περιορίζεται στο χαρακτήρα του θέματος. Eπομένως, διακρίνονται δύο συζυγίες,
των ρημάτων με συμφωνόληκτο θέμα (-Σ) και των ρημάτων με φωνηεντόληκτο θέμα (-Φ).
Προτείνεται επίσης η εξής υποκατηγοριοποίηση με βάση τις ειδικότερες φωνολογικές μορ-
φές των Σ και Φ:

Α΄ συζυγία
χειλικά λαρυγγικά υγρά συριστικά έρρινα
κρύβω ανοίγω σερβίρω πιέζω κρίνω

Β΄ συζυγία
[-i] ≠ [-i]
αγαπάω (aγapa-, ακούω
aγapi-)

Στα σε [-i] ρήματα της Β΄ συζυγίας ανήκουν και τα ρήματα με αοριστικό θέμα σε
-α (π.χ. γελάω, γέλασα) και σε -ε (φοράω, φόρεσα).
Η κατηγοριοποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον εισηγητή της ως «δυναμική»,
με την έννοια ότι βασίζεται σε συστήματα κλίσης που τείνουν να επιβληθούν (αλλά δεν έ-
χουν ακόμη επιβληθεί) στην κοινή νεοελληνική, όπως είναι η κλίση «αγαπάω, -άς, -άει» κτλ.
αντί για «αγαπάω, -άς, -ά» κτλ. Σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη, στην εξέλιξη αυτή αντιτίθε-
ται η λόγια παράδοση, η οποία ασκεί ανασταλτική επίδραση, επιμένοντας στη διατήρηση

18
των ρημάτων σε -ώ, -είς, που παρουσιάζουν ανισοσυλλαβία στο θεματικό τους χώρο (λόγια
σύνθετα, όπως «παραχωρώ» και νεότερα σε -δοτώ, -γραφώ, -ποιώ κτλ.).
Η πρόβλεψη ότι θα επικρατήσει στην κοινή νεοελληνική η κλίση σε -άω και ότι θα περι-
θωριοποιηθεί η κλίση σε -ώ, -άς και σε -ώ, -είς δεν έχει προς το παρόν επαληθευτεί, όπως θα
δείξουμε παρακάτω, πράγμα που δυσχεραίνει την υιοθέτηση της προτεινόμενης κατηγοριο-
ποίησης (ρήματα με συμφωνόκλητο θέμα και ρήματα με φωνηεντόληκτο θέμα).
Θεωρούμε επομένως σκόπιμο να διατηρήσουμε την κατηγοριοποίηση που προτείνουν ο
Τριανταφυλλίδης και ο Mackridge, με ορισμένες επιμέρους συμπληρώσεις και αλλαγές, που
θα αναπτύξουμε στο επόμενο κεφάλαιο.

«Ομαλοί» σχηματισμοί: σχολιασμός της πολυτυπίας

Πρώτη συζυγία

Ως «ομαλά» θεωρούμε τα ρήματα που κλίνονται σύμφωνα με τα υποδείγματα της Γραμ-


ματικής (δένω, κρύβω, πλέκω, δροσίζω), με την προσθήκη των εξής:
α) ρήματα με φωνηεντόληκτο θέμα, όπως ιδρύω – ίδρυσα – ιδρύθηκα και αποκλείω – απέ-
κλεισα – αποκλείστηκα.
β) λόγια ρήματα σε -εύω, -ευσα, -εύτ(θ)ηκα (π.χ. δημοσιεύω), που δεν ακολουθούν το σχη-
ματισμό των ρημάτων της δημοτικής (σε -εψα, -εύτηκα, όπως, π.χ., το μαζεύω).

Παρατηρούμε τα εξής:
1. Η παρουσία του τελικού ε στο γ΄ πληθ. πρόσωπο της ενεργητικής φωνής είναι συνηθι-
σμένη στον προφορικό λόγο και σε αρκετά λογοτεχνικά κείμενα. Όσο λογιότερο είναι το
ρήμα και όσο πιο επίσημο είναι το ύφος λόγου, τόσο σπανιότερη είναι η εμφάνιση του τελι-
κού ε. Το ίδιο ισχύει και για το τελικό ε του συνοπτικού μέλλοντα και αορίστου (οριστικής
και υποτακτικής) της παθητικής φωνής, καθώς και για το τελικό α και ε του παρατατικού
της παθητικής φωνής.
2. Οι τύποι χωρίς αύξηση και με κατέβασμα του τόνου στο γ΄ πληθ. πρόσωπο του ενεργη-
τικού παρατατικού (π.χ. λύναν) και του αορίστου (π.χ. λύσαν) και του παθητικού αορίστου
(π.χ. λυθήκαν) συνηθίζονται κυρίως στον προφορικό λόγο και στη λογοτεχνία.
3. Η εσωτερική αύξηση στα λόγια σύνθετα ρήματα (διέλυα, διέλυσα) είναι πολύ συνηθι-
σμένη. Η Γραμματική υποτιμά την έκταση και τη σπουδαιότητα του φαινομένου, αναφέρο-
ντας ότι τα ρήματα που παίρνουν εσωτερική αύξηση είναι τα σύνθετα με τα επιρρήματα
«πολύ, πάρα, καλά» κτλ. και τα σύνθετα με προθέσεις: εκφράζω, εγκρίνω, ενδιαφέρω, ε-

19
μπνέω, συμβαίνει. Σχετική έρευνα φοιτητών του Π.Τ.Δ.Ε. Πατρών έδειξε ότι τα νεοελληνικά
ρήματα που παρουσιάζουν εσωτερική αύξηση ξεπερνούν τα 500. Ορισμένα βασικά συμπε-
ράσματα είναι τα εξής: α) Τα σύνθετα ρήματα λόγιας προέλευσης και σπάνιας χρήσης στον
προφορικό λόγο εμφανίζονται κυρίως με εσωτερική αύξηση, π.χ. ανακόπτω – ανέκοψα, αλ-
λά αποκόβω – απόκοψα (χωρίς αύξηση, γιατί είναι ρήμα της δημοτικής και του προφορικού
λόγου). β) Αρκετά είναι τα ρήματα με αύξηση η: αναγγέλλω – ανήγγειλα (και ανάγγειλα),
απεργώ – απήργησα, διευθύνω – διήυθυνα κτλ. Η αύξηση αυτή αποτελεί κατάλοιπο της αρ-
χαίας χρονικής αύξησης (τροπή σε μακρό η) και απαντάται και σε ορισμένα άλλα, μη σύνθε-
τα ρήματα: ελπίζω – ήλπιζα, θέλω – ήθελα κτλ. γ) Διπλοί τύποι παρουσιάζονται κυρίως όταν
το ρήμα είναι συχνής χρήσεως στον προφορικό λόγο, π.χ. απομένω – απέμεινα και απόμεινα,
αναπνέω – ανέπνευσα και ανάπνευσα. Στις περιπτώσεις αυτές η επιλογή του ενός τύπου ή
του άλλου εξαρτάται από το γλωσσικό περιβάλλον (π.χ. από την παρουσία λόγιων λέξεων
στην ίδια φράση) και το επίπεδο λόγου. δ) Ρήματα σύνθετα με ορισμένες προθέσεις (εκ, εν,
επί, περί κ.ά.) απαιτούν σχεδόν υποχρεωτικά εσωτερική αύξηση, πχ. εκδίδω – εξέδωσα, ε-
ντάσσω – ενέταξα, επιτρέπω – επέτρεψα, περιφέρω – περιέφερα. ε) Στα σύνθετα με επιρρή-
ματα, η εσωτερική αύξηση μπορεί να διαφοροποιήσει τη σημασία, π.χ. καλόμαθα (καλοσυ-
νήθισα) – καλοέμαθα (έμαθα καλά), καλόπιασα (μίλησα κολακευτικά, χαϊδευτικά) – καλοέ-
πιασα (έπιασα καλά, γερά).
4. Στον ενεστώτα της προστακτικής της ενεργητικής φωνής, στο β΄ πληθ. πρόσωπο, η κα-
τάληξη μπορεί να είναι και -ετε (π.χ. διαλύσετε, παράλληλα με το διαλύστε), κυρίως σε λό-
για ρήματα και σε επίσημο ύφος λόγου. Σε πολλά ρήματα με χειλικόληκτο ή υπερωικόληκτο
θέμα απαντάται στον προφορικά λόγο και β΄ τύπος στον αόριστo, με μετάπτωση του συμ-
φώνου σε φ ή χ πριν από το τ: ρίχ’ το (και ρίξ’ το), ρίχτε (και ρίξτε).
5. Οι β΄ τύποι του παρακειμένου, υπερσυντέλικου και συντελεσμένου μέλλοντα με το «έ-
χω + μετοχή» στην ενεργητική φωνή και «είμαι + μετοχή» στην παθητική φωνή είναι αρκε-
τά σπάνιοι και παρουσιάζουν συντακτική – σημασιολογική διαφοροποίηση από τους α΄ τύ-
πους.
6. Ο β΄ τύπος σε -όσαστε του β΄ πληθ. του ενεστώτα και του εξακολουθητικού μέλλοντα
απαντάται κυρίως στον προφορικό λόγο και σε ορισμένα λογοτεχνικά κείμενα. Δε συνηθίζε-
ται σε λόγια ρήματα και σε επίσημο ύφος λόγου.
7. Ο παθητικός παρατατικός παρουσιάζει ιδιαίτερη μορφολογική ποικιλία. Εκτός από το
τελικό α και ε του ενικού, που έχει ήδη σχολιαστεί (βλ. παρατήρηση 1), υπάρχουν οι β΄ τύ-
ποι σε -όμασταν, -όσασταν του α΄ και β΄ πληθ. αντίστοιχα, και οι τύποι σε -όντανε και ό-
ντουσαν του γ΄ πληθ., παράλληλα με τον επιβεβλημένο από τη Γραμματική τύπο σε -ονταν.

20
Οι τύποι σε -όμασταν, -όσασταν διαφοροποιούν λειτουργικά τον παρατατικό από τον ενε-
στώτα και εμφανίζονται ισχυροί στον προφορικό λόγο και σε ορισμένα λογοτεχνικά κείμε-
να, ενώ αποφεύγονται σε λόγια ρήματα και σε επίσημο ύφος λόγου. Το ίδιο ισχύει και για
τους τύπους σε -όντανε και -όντουσαν, αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τύπος σε -
όντουσαν είναι ιδιαίτερα συχνός στον προφορικό λόγο.
8. Τα λόγια ρήματα με χειλικόληκτο και υπερωικόληκτο θέμα ή θέμα που λήγει σε -σσ-
εμφανίζουν συχνά στους τύπους του παθητικού αορίστου και στους περιφραστικούς χρόνους
τα συμφωνικά συμπλέγματα φθ και χθ αντί για τα προβλεπόμενα από τη Γραμματική φτ και
χτ: (παραλείπομαι) παραλείφθηκα, έχω παραλειφθεί κτλ., (καλύπτομαι) καλύφθηκα, (διώκο-
μαι) διώχθηκα, (ελέγχομαι) ελέγχθηκα, (κηρύσσομαι) κηρύχθηκα. Στον προφορικό λόγο
χρησιμοποιούνται και τα φτ, χτ, σε επίσημο όμως ύφος λόγου είναι σπάνια.

Δεύτερη συζυγία

Η άποψή μας, η οποία στηρίζεται σε πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα (βλ. Ιορδανίδου


1992β), είναι ότι θα πρέπει να δεχτούμε μια βασική κατηγορία ρημάτων με διπλό τρόπο κλί-
σης (σε -άω ή σε -ώ, -άς), του τύπου «αγαπάω» και «αγαπώ», και δύο υποκατηγορίες με πε-
ριορισμένο αριθμό ρημάτων η καθεμιά, εκ των οποίων η πρώτη περιλαμβάνει ρήματα με
ισχυρή τάση για κλίση σε -άω (π.χ. χαλάω, βουτάω) και η δεύτερη λόγια ρήματα με σχεδόν
αποκλειστική προτίμηση για την κλίση σε -ώ, -άς (π.χ. ανακλώ, επιδρώ).
Τα γενικά συμπεράσματα της έρευνας στην οποία παραπέμψαμε παραπάνω είναι ότι στον
καθημερινό προφορικό λόγο (μορφωμένων και μη μορφωμένων ομιλητών) υπερέχει η κλίση
σε -άω, καθώς και σε μεγάλο μέρος σύγχρονων λογοτεχνικών έργων, ενώ στα άλλα είδη
γραπτού λόγου (εφημερίδες, επιστημονικά κείμενα κτλ.) εμφανίζεται συχνά υπεροχή της
κλίσης σε -άω. Η κυριαρχία των τύπων σε -άω στον καθημερινό προφορικό λόγο εξηγεί και
γιατί τα ρήματα που χρησιμοποιούνται κυρίως σ’ αυτό το είδος λόγου δεν απαντώνται καθό-
λου ή απαντώνται πολύ σπάνια σε -ώ (όπως τα ρήματα χαλάω και βουτάω, που προαναφέρ-
θηκαν).

Με βάση το κλιτικό υπόδειγμα ενός ρήματος όπως το «αγαπάω/αγαπώ» μπορεί να γίνει


σχολιασμός των εξής σημείων:
1. Ο ενεργητικός παρατατικός σε -αγα συνηθίζεται κυρίως στον προφορικό λόγο και (εν
μέρει) στη λογοτεχνία. Είναι σπάνιος σε επίσημο ύφος λόγου και σε λόγια ρήματα.
2. Οι τύποι του γ΄ πληθ. σε -άν, -ούνε του ενεργητικού ενεστώτα και του εξακολουθητι-
κού μέλλοντα (π.χ. αγαπάν, αγαπούνε) είναι σπάνιοι και μπορούν να παραλειφθούν. Για την

21
παρουσία του τελικού ε και του τελικού α στο γ΄ πληθ. ορισμένων χρόνων (και στον παθητι-
κό παρατατικό) ισχύουν οι παρατηρήσεις 1 και 2 όσον αφορά την Πρώτη συζυγία.
3. Για το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενεστώτα και του αορίστου έχουμε να
παρατηρήσουμε ότι οι β΄ τύποι (π.χ. αγάπαγε και αγάπα αντίστοιχα) απαντώνται κυρίως στον
προφορικό λόγο. Για το β΄ πληθ. του αορίστου ισχύει η παρατήρηση 3 της Πρώτης συζυγίας
(κατάληξη σε -ετε).
4. Για το β΄ πληθ. του ενεστώτα και του εξακολουθητικού μέλλοντα σε -όσαστε ισχύει
ό,τι για την Πρώτη συζυγία (παρατήρηση 6). Νέο στοιχείο αποτελεί η κατάληξη του γ΄
πληθ., π.χ. αγαπιόνται, η οποία ενδιαφέρει κυρίως ορθογραφικά (ο αρχαίος τύπος ήταν «α-
γαπώνται» και έχει διατηρηθεί στα λόγια ρήματα, π.χ. ανακλώνται). Κατά τα άλλα, η κατά-
ληξη αυτή είναι αρκετά σπάνια.
5. Για την πολυτυπία του παθητικού παρατατικού ισχύει ό,τι για την Πρώτη συζυγία (πα-
ρατήρηση 7).
Σύμφωνα με το κλιτικό υπόδειγμα του «αγαπάω/αγαπώ», αλλά με διαφορά στο αοριστικό
θέμα, κλίνονται και ρήματα όπως: φοράω/φορώ – φόρεσα – φορέθηκα, κοιτάω/κοιτώ – κοί-
ταξα – κοιτάχτηκα, τραβάω/τραβώ – τράβηξα – τραβήχτηκα, γελάω/γελώ – γέλασα – γελάστη-
κα. Ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται να γίνει για ορισμένα ρήματα με διπλοσχημάτιστο ενεστώτα,
όπως «γυρνάω» και «γυρίζω», «σφυράω» και «σφυρίζω», όπου επικρατεί το ι στο αοριστικό
θέμα: γύρισα, σφύριξα.
Όσον αφορά τα λόγια ρήματα σε -ώ, -άς, το αοριστικό τους θέμα είναι όπως του «αγαπά-
ω» (π.χ. εξερευνώ – εξερεύνησα – εξερευνήθηκα) ή όπως του «γελάω» (π.χ. αποσπώ – απέ-
σπασα – αποσπάστηκα).
Σχετικά με την κατηγορία των ρημάτων σε -ώ, -είς (π.χ. θεωρώ), που περιλαμβάνει λιγό-
τερα εύχρηστα ρήματα σε σχέση με εκείνη σε -άω/-ώ, μπορεί να δοθεί η κλίση του ενεστώτα
[-ώ, -είς, -εί, -ούμε, -είτε, -ούν(ε)], εφόσον στον παρατατικό ακολουθείται η κλίση κατά το
«αγαπούσα» (θεωρούσα κτλ.) και το αοριστικό θέμα σχηματίζεται κατά το «αγαπήσω» (ή
κατά το «φορέσω» για τα ρήματα όπως το «διαιρώ»). Ας προσεχτεί ότι ο ενεστώτας προ-
στακτικής έχει μόνο τον τύπο του β΄ πληθ. σε -είτε. Στην παθητική φωνή ο ενεστώτας έχει
τις καταλήξεις -ούμαι, -είσαι, -είται, -ούμαστε, -είστε, -ούνται (η προστακτική ενεστώτα δε
συνηθίζεται) και το αοριστικό θέμα σχηματίζεται κατά το «αγαπηθώ» (ή το «φορεθώ» για
ρήματα όπως το «διαιρούμαι», ενώ τα ρήματα «τελούμαι», «επικαλούμαι» κτλ. κάνουν αό-
ριστο «τελέστηκα», «επικαλέστηκα»), αλλά ο παρατατικός παρουσιάζει σημαντική ιδιομορ-
φία: απαντάται κυρίως στο γ΄ πρόσωπο ενικού και πληθυντικού (π.χ. θεωρούνταν/εθεωρείτο
και θεωρούνταν/εθεωρούντο αντίστοιχα). Ιδιαίτερη υποκατηγορία όσον αφορά την κλίση του

22
παθητικού παρατατικού αποτελούν τα ρήματα με β΄ συνθετικό το -ποιούμαι (π.χ. περιποιού-
μαι), τα οποία, λόγω της παρουσίας του /i/ πριν από την κατάληξη -ούμαι, εμφανίζουν «ο-
μαλή» κλίση του παρατατικού κατά την Πρώτη συζυγία: περιποιόμουν(α), περιποιόσουν(α),
περιποιόταν(ε), περιποιόμαστε/-όμασταν, περιποιόσαστε/-όσασταν, περιποιόνταν(ε)/-
όντουσαν. Υπάρχουν και ορισμένα ρήματα σε -ούμαι που κλίνονται και σε -ιέμαι, οπότε α-
κολουθούν την κλίση του παρατατικού σε -ιόμουν(α), π.χ. ασχολούμαι/ασχολιέμαι, αφαιρού-
μαι/αφαιριέμαι, διηγούμαι/διηγιέμαι, παρηγορούμαι/παρηγοριέμαι.
Η κατηγορία σε -άμαι, -άσαι (ο τύπος σε -ούμαι της Γραμματικής είναι σπάνιος) περι-
λαμβάνει τα ρήματα: θυμάμαι, λυπάμαι και φοβάμαι. Ουσιαστικά, τα ρήματα αυτά παρου-
σιάζουν ιδιομορφία στον ενεστώτα και στον παρατατικό, εφόσον το αοριστικό θέμα είναι
παρόμοιο με το «αγαπηθώ» του «αγαπιέμαι». Οι επικρατέστεροι τύποι του ενεστώτα και του
παρατατικού είναι:
ΕΝΕΣΤ.: κοιμάμαι, -άσαι, -άται, -όμαστε, -άστε/-όσαστε, -ούνται
ΠΑΡΑΤ.: κοιμόμουν(α), -όσουν(α), -όταν(ε), -όμαστε/-όμασταν, -όσαστε/-όσασταν,
-όνταν(ε) /-όντουσαν

«Ανώμαλοι» σχηματισμοί: πρόταση κατηγοριοποίησης

Η πρόταση που παρουσιάζεται σ’ αυτό το κεφάλαιο βασίζεται στη μελέτη της κλιτικής
συμπεριφοράς 4.500 περίπου ρημάτων της κοινής νεοελληνικής (βλ. Ιορδανίδου 1992α),
καθώς και στις παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στη Γραμματική (έκδ. 1988, σελ. 231-
245, «Κατηγορίες ανώμαλων ρημάτων») και στην εργασία του Mackridge «Η νεοελληνική
γλώσσα» (σελ. 255-260). Είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί ότι η πρόταση αυτή λαμβάνει
υπόψη τα κυριότερα (με την έννοια της συχνής χρήσεως) «ανώμαλα» ρήματα.
Τα ρήματα «είμαι» και «έχω», ως βοηθητικά για το σχηματισμό ορισμένων ρηματικών
χρόνων, θεωρούνται γνωστά.

23
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 1: Μεταβολή του θεματικού φωνήεντος με ή χωρίς αποβολή ή προσθήκη
συμφώνου

e→a ζεσταίνω – ζέστανα – ζεστάθηκα – ζεσταμένος


θερμαίνω – θέρμανα – θερμάνθηκα – θερμασμένος
(πολλά ρήματα σχηματίζονται με ανάλογο τρόπο:
ξεραίνω, πεθαίνω, πικραίνω, τρελαίνω κτλ. [κατά το ζεσταίνω],
απολυμαίνω, ρυπαίνω, υφαίνω κτλ. [κατά το θερμαίνω])
τα «προφταίνω, σωπαίνω, χορταίνω» σχηματίζουν σιγματικό
αόριστο: πρόφτασα, σώπασα, χόρτασα
e→a (παθητική φωνή) βρέχομαι – βράχηκα – βρε(γ)μένος
ντρέπομαι – ντράπηκα
στέκομαι (και στέκω) – στάθηκα
στρέφομαι – στράφηκα – στραμμένος
τρέφομαι – τράφηκα – θρεμμένος (βλ. και «τρέφω», κατηγ. 2)
φαίνομαι – φάνηκα
χαίρομαι – χάρηκα
e→a και ln → l ψέλνω – έψαλα – ψάλθηκα – ψαλμένος
στέλνομαι – στάλθηκα [να σταλ(θ)ώ] – σταλμένος
και rn → r γδέρνω – έγδαρα – γδάρθηκα – γδαρμένος
παίρνομαι – πάρθηκα – παρμένος (παίρνω, βλ.
e → i, rn → r)
σπέρνομαι – σπάρθηκα – σπαρμένος (σπέρνω, βλ.
e → i, rn → r)
e→i βαραίνω – βάρυνα (πολλά ρήματα σχηματίζονται με ανάλογο τρό-
πο: ακριβαίνω, βαθαίνω, κονταίνω, λεπταίνω, μακραίνω, μικραί-
νω, παχαίνω, σκληραίνω κτλ.)
μένω – έμεινα
πλένω – έπλυνα – πλύθηκα – πλυμένος
e→i και ln → l στέλνω – έστειλα (στέλνομαι, βλ. e → a, ln → l)

24
και ll → l σύνθετα με το λόγιο ρήμα «αγγέλλω»
(π.χ. αναγγέλλω – ανήγγειλα [και ανάγγειλα] –
αναγγέλθηκα – αναγγελμένος, παρόμοια κλίνονται
και τα σύνθετα με το «στέλλω», π.χ. αναστέλλω,
αλλά παρουσιάζουν ιδιομορφία στο αοριστικό
θέμα της παθητικής φωνής: να ανασταλώ κτλ.)
ανατέλλω – ανέτειλα [και ανάτειλα]
και rn → r γέρνω – έγειρα
δέρνω – έδειρα
παίρνω – πήρα [να πάρω] (παίρνομαι, βλ. e → a,
rn → r)
σέρνω – έσυρα – σύρθηκα – συρμένος
σπέρνω – έσπειρα (σπέρνομαι, βλ. e → a, rn → r)
ev → i φεύγω – έφυγα
i→o δίνω – έδωσα – δόθηκα – δοσμένος
σύνθετα με το λόγιο ρήμα «δίδω» (π.χ. παραδίδω – παρέδωσα –
παραδόθηκα – παραδομένος)
i→a σύνθετα με το ρήμα «τείνομαι» (π.χ. παρατείνομαι – παρατάθηκα)

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 2: Μεταβολή συμφώνου του θέματος

z→l βάζω – έβαλα – βαλμένος


βγάζω – έβγαλα – βγαλμένος
στο ρήμα «τρέφω» παρατηρείται μετατροπή του τ σε θ:
τρέφω – έθρεψα (ενώ θάβομαι – τάφηκα, βλ. κατηγορία 5)
το ρήμα «πέφτω» σχηματίζει σιγματικό αόριστο: έπεσα

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 3: Αποβολή ή προσθήκη φθόγγου ή φθόγγων

αποβολή συλλαβής -αιν-


ανεβαίνω – ανέβηκα [να ανέβω/ανεβώ] – ανεβασμένος
βγαίνω – βγήκα [να βγω] – βγαλμένος
καταλαβαίνω – κατάλαβα

25
κατεβαίνω – κατέβηκα [να κατέβω/κατεβώ] – κατεβασμένος
μαθαίνω – έμαθα – μαθημένος
μπαίνω – μπήκα – μπασμένος
παθαίνω – έπαθα
πετυχαίνω – πέτυχα – πετυχημένος
πηγαίνω – πήγα (βλ. και κατηγ. 7, «πάω»)
προλαβαίνω – πρόλαβα
σύνθετα με τα λόγια ρήματα «βαίνω» (π.χ. επεμβαίνω – [να επέμ-
βω] και «λαμβάνω» (π.χ. καταλαμβάνω [συλλαβή -αν-] – κατέλα-
βα, για την παθητική φωνή βλ. κατηγ. 4)

αποβολή τελικού ν του θέματος


φέρνω – έφερα – φέρθηκα – φερμένος

αποβολή του ενός από τα δύο λ


σύνθετα με το λόγιο ρήμα «βάλλω» (π.χ. επιβάλλω, επέβαλα, για
την παθητική φωνή βλ. κατηγ. 4)
σφάλλω – έσφαλα
ψάλλω – έψαλα

αποβολή συλλαβής -ισκ-


βρίσκω – βρήκα [να βρω] – βρέθηκα [να βρεθώ]

προσθήκη φθόγγων
εύχομαι – ευχήθηκα (και διαμαρτύρομαι – διαμαρτυρήθηκα)
θέλω (β΄ πρόσ. θέλεις και θες) – θέλησα
σέβομαι – σεβάστηκα
υπόσχομαι – υποσχέθηκα

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 4: Αναπλήρωση από άλλο θέμα

βλέπω – είδα [να δω] – ειδώθηκα [να ιδωθώ] – ιδωμένος


λέω (βλ. και κατηγ. 7) – είπα [να πω] – ειπώθηκα – ειπωμένος
πίνω – ήπια [να πιω] – πιωμένος

26
τρώω (βλ. και κατηγ. 7) – έφαγα [να φάω] – φαγώθηκα – φαγωμέ-
νος
σύνθετα με τα λόγια ρήματα «λαμβάνομαι» (π.χ. καταλαμβάνομαι
– καταλήφθηκα) και «βάλλομαι» (π.χ. επιβάλλομαι – επιβλήθηκα)

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 5: Ρήματα με παθητικό αοριστικό θέμα χωρίς τ

απαλλάσσομαι – απαλλάχθ(χτ)ηκα [να απαλλαγώ] – απαλλαγμέ-


νος (το ίδιο και τα άλλα σύνθετα με το λόγιο ρήμα «αλλάσσομαι»)
γράφομαι – γράφτηκα και γράφηκα [να γραφτώ και να γραφώ] –
γραμμένος
εκλέγομαι – εκλέχθ(χτ)ηκα [να εκλεγώ]
θάβομαι – θάφτηκα και τάφηκα [να θαφτώ και να ταφώ] – θαμμέ-
νος (με μετατροπή του αρχικού θ σε τ, βλ. κατηγ. 2)
κόβομαι – κόπηκα [να κοπώ] – κομμένος (το ίδιο και τα σύνθετα
με το λόγιο ρήμα «κόπτομαι», (π.χ. διακόπτομαι – διακόπηκα)
πνίγομαι – πνίγηκα

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 6: Παθητικά ρήματα με αοριστικό θέμα ενεργητικού τύπου

γίνομαι – έγινα [να γίνω] – γινωμένος


έρχομαι – ήρθα [να έρθω]
κάθομαι – κάθισα [να καθίσω] και έκατσα [να κάτσω] – καθισμέ-
νος

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 7: Ρήματα φωνηεντόληκτου θέματος με κλίση κατά τα ρήματα σε -άω και


διαφορετικό σχηματισμό αοριστικού θέματος

Τα ρήματα της κατηγορίας αυτής κλίνονται στον ενεστώτα, στον εξακολουθη-


τικό μέλλοντα και στον παρατατικό (το «τρώω» και το «πάω» και στο συνο-
πτικό μέλλοντα και στον αόριστο υποτακτικής) κατά το «αγαπάω – αγάπαγα»,
π.χ. καίω, καις, καίει, καίμε, καίτε, καίνε, (παρατ.) έκαιγα, (προστ. ενεστ.) καί-
γε, καίτε, (μτχ. ενεστ.) καίγοντας.

27
ακούω – άκουσα – (ακούγομαι) ακούστηκα – ακουσμένος
καίω – έκαψα
(με μεταβολή του θεματικού φωνήεντος και προσθήκη φθόγγου) –
(καίγομαι) κάηκα [να καώ] – καμένος
κλαίω – έκλαψα
(με μεταβολή του θεματικού φωνήεντος και προσθήκη φθόγγου,
όπως το «καίω»)
λέω – είπα (βλ. και κατηγ. 4)
πάω (παρατατ. πήγαινα) – πήγα [να πάω]
σπάω – έσπασα – σπασμένος
τρώω – έφαγα [να φάω] (βλ. και κατηγ. 4)
φταίω – έφταιξα (με προσθήκη φθόγγου)
φυλάω – φύλαξα (με προσθήκη φθόγγου)

Όπως έχουμε δηλώσει στην αρχή αυτού του κεφαλαίου, από την ενδεικτική κατηγοριο-
ποίηση που προτείνεται παραλείπονται αρκετοί «ανώμαλοι» σχηματισμοί ρημάτων τα οποία
δε χρησιμοποιούνται συχνά στην καθημερινή γλωσσική πρακτική. Τέτοια είναι, για παρά-
δειγμα, τα λόγια ρήματα καθιστώ – καθίσταμαι, εγκαθίσταμαι, εκτίθεμαι, δικαιούμαι, τα ρή-
ματα με β΄ συνθετικό το ρήμα «άγω», όπως εξάγω – εξήγαγα κτλ.

Ιδιομορφίες στην κλίση της προστακτικής

Αναφέρουμε ορισμένες βασικές ιδιομορφίες της προστακτικής ρημάτων συχνής χρήσεως:


(ακούω) ενεστ. και αόρ. άκου (παράλληλα με άκουγε και άκουσε)
(ανεβαίνω) αόρ. ανέβα – ανεβείτε
(αφήνω) αόρ. άσε / άφησε – άστε / αφήστε
(βγαίνω) αόρ. βγες (προφ. έβγα) – βγείτε (προφ. βγέστε)
(βλέπω) αόρ. δες – δείτε / δέστε
(βρίσκω) αόρ. βρες – βρείτε / βρέστε
(έρχομαι) αόρ. έλα – ελάτε (αλλά στα σύνθετα, π.χ. συνέρχομαι,
σύνελθε – συνέλθετε)
(κατεβαίνω) αόρ. κατέβα – κατεβείτε
(λέω) αόρ. πες – πείτε / πέστε
(μπαίνω) αόρ. μπες (προφ. έμπα) – μπείτε / μπέστε

28
(πηγαίνω) αόρ. πήγαινε – πάτε / πηγαίν(ε)τε
(πίνω) αόρ. πιε(ς) – πιείτε / πιέστε
(σηκώνομαι) αόρ. σήκω (αντί σηκώσου)
(στέκομαι) αόρ. στάσου – σταθείτε
(σωπαίνω) αόρ. σώπα / σώπασε – σωπάτε / σωπάστε
(τρώω) αόρ. φάε – φάτε
(τρέχω) αόρ. τρέχα / τρέξε – τρεχάτε / τρέξτε

Ιδιομορφίες στο σχηματισμό της μετοχής παθητικού παρακειμένου

Όπως αναφέρει ο Mackridge (1990:255), κανονικά, από το αοριστικό θέμα της παθητικής
φωνής είναι δυνατόν να προβλεφθεί η μετοχή παρακειμένου: όσα ρήματα έχουν στο θέμα
τους -θ- το αποβάλλουν συνήθως πριν από την κατάληξη -μένος (π.χ. αγαπηθώ – αγαπημέ-
νος), ενώ όσα έχουν συριστικό ή χειλικό ή υπερωικό σύμφωνο πριν από το -τ- το διατηρούν
ή το μετατρέπουν, π.χ. (λουστώ) λουσμένος, (κοιταχτώ) κοιταγμένος. Το ν πριν από το -θ-
άλλοτε αποβάλλεται και άλλοτε γίνεται σ (προφέρεται z): (διευρυνθώ) διευρυμένος, (απο-
μακρυνθώ) απομακρυσμένος. Πολλά ρήματα δεν ακολουθούν τους γενικούς αυτούς κανό-
νες, όπως τα ρήματα που σχηματίζουν μετοχή σε -ισμένος (ακουμπάω – ακουμπισμένος,
κοιμάμαι – κοιμισμένος) και μια σημαντική κατηγορία ρημάτων που έχουν λόγιους τύπους
μετοχής με αναδιπλασιασμό (π.χ. εγκαταλελειμμένος, του εγκαταλείπω) ή αύξηση (π.χ.
εγκατεστημένος, του εγκαθιστώ). Παραθέτουμε έναν ενδεικτικό κατάλογο των πλέον εύ-
χρηστων από τις λόγιες αυτές μετοχές, οι οποίες από συντακτική – σημασιολογική άποψη
έχουν κυρίως ρόλο επιθέτου.

Λόγιες μετοχές παθητικού παρακειμένου


αναμεμειγμένος (αναμειγνύω) κατεψυγμένος (καταψύχω)
ανειλημμένος (αναλαμβάνω) κεκλιμένος (κλίνω)
ανεπτυγμένος (αναπτύσσω) μεμονωμένος (μονώνω)
απεσταγμένος (αποστάζω) παρατεταμένος (παρατείνω)
αποδεδειγμένος (αποδεικνύω) πεπαλαιωμένος
αποσυντεθειμένος (αποσυνθέτω) πεπειραμένος
αφηρημένος (αφαιρώ) πεπεισμένος (πείθω)
βεβαρημένος (βαρύνω) πεπιεσμένος (πιέζω)
βεβιασμένος (βιάζω) πεπλατυσμένος (πλατύνω)

29
δεδομένος (δίδω) περιβεβλημένος (περιβάλλω)
δεδουλευμένος (δουλεύω) πεφωτισμένος (φωτίζω)
διαδεδομένος (διαδίδω) προδιαγεγραμμένος (προδιαγράφω)
διακεκομμένος (διακόπτω) προηγμένος (προάγω)
διακεκριμένος (διακρίνω) προσβεβλημένος (προσβάλλω)
διατεθειμένος (διαθέτω) προσκεκλημένος (προσκαλώ)
διεφθαρμένος (διαφθείρω) προτεταμένος (προτείνω)
εγγεγραμμένος (εγγράφω) συγκεκριμένος (συγκρίνω)
εγκαταλελειμμένος (εγκαταλείπω) συγκεχυμένος (συγχέω)
εγκατεστημένος (εγκαθιστώ) συμβεβλημένος (συμβάλλω)
εγκεκριμένος (εγκρίνω) συνδεδεμένος (συνδέω)
εκτεθειμένος (εκθέτω) συνεσταλμένος (συστέλλω)
εκτεταμένος (εκτείνω) συνηρημένος (συναιρώ)
ενδεδειγμένος (ενδείκνυται) συντετριμμένος (συντρίβω)
επανειλημμένος (επαναλαμβάνω) τεθωρακισμένος (θωρακίζω)
επιβεβλημένος (επιβάλλω) τεταμένος (τείνω)
εσπευσμένος (σπεύδω) τετελεσμένος (τελώ)
εστεμμένος (στέφω) Σημ.: Αρκετές από αυτές τις μετοχές
εσφαλμένος (σφάλλω) χρησιμοποιούνται με ειδική έννοια (π.χ.
καταβεβλημένος (καταβάλλω) μεμονωμένος, πεφωτισμένος), γι’ αυτό
κατειλημμένος (καταλαμβάνω) χρειάζεται να συμβουλευτεί κανείς λεξι-
κατεστραμμένος (καταστρέφω) κό.

Πρόσωπο και αριθμός

Το πρόσωπο αποτελεί γραμματική κατηγορία που προσδιορίζει τη θέση του ομιλητή και
του συνομιλητή στην επικοινωνιακή πράξη που επιτελούν. Έτσι, το πρώτο πρόσωπο (εγώ)
δηλώνει τον ομιλητή, το δεύτερο (εσύ) το συνομιλητή και το τρίτο (αυτός, αυτό) αναφέρεται
σε άτομα και πράγματα ως αντικείμενα αναφοράς. Όπως παραστατικά εκφράζεται από τον
Benveniste: «Η συνείδηση του εαυτού δεν είναι δυνατή παρά μόνο μέσα από την αντίθεση.
Δε χρησιμοποιώ το “εγώ” παρά όταν απευθύνομαι σε κάποιον, που θα είναι στην ομιλία μου
“εσύ”. Ο διάλογος δημιουργεί το πρόσωπο, γιατί επιβάλλει, αμοιβαία, να γίνω “εσύ” μέσα
στην ομιλία αυτού που με τη σειρά του θα ορίσει τον εαυτό του με το “εγώ”. Η γλώσσα δεν
είναι δυνατή παρά μόνο γιατί κάθε ομιλητής θέτει τον εαυτό του ως υποκείμενο, παραπέ-

30
μποντας στον εαυτό του ως “εγώ” μέσα στο λόγο του» (Benveniste 1966, μετάφρ. 1986, σελ.
20).
Όσον αφορά τον αριθμό στους ρηματικούς τύπους, παρατηρούμε ότι ο πληθυντικός «ε-
μείς» δεν αποτελεί άθροισμα των «εγώ» αλλά του «εγώ» + «εσύ» ή «εσείς» ή + «αυτός»,
«αυτοί», επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβώς αντίστοιχος του αριθμού στους ονομα-
τικούς τύπους. Παρόμοια, ο πληθυντικός «εσείς» μπορεί να αναφέρεται και σε ένα άτομο
(«πληθυντικός ευγενείας») ή να αναφέρεται σε άθροισμα των «εσύ» αλλά και άλλων επι-
πλέον (Benveniste 1966, τ. 1:235).
Το ρηματικό πρόσωπο μπορεί να εκφράσει διάφορες σημασίες. Έτσι, όπως παρατηρεί ο
Τζάρτζανος (τ. 1, σελ. 52), πολλές φορές με αποφθέγματα, γνωμικά κτλ. εκφέρεται ο λόγος
σε β΄ πρόσωπο αντί για γ΄ πρόσωπο γενικό και αόριστο:
Έχεις γρόσια, έχεις γλώσσα.
Συχνά χρησιμοποιείται και το λες, νομίζεις κτλ. με δυνητική σημασία (θα έλεγε κανείς, θα
νόμιζε κανείς...). Άλλοτε εκφέρεται ο λόγος με σοβαρότητα και επισημότητα σε γ΄ αντί για
β΄ πρόσωπο:
Τι επιθυμεί η κυρία;
Μερικές φορές έχουμε α΄ πληθυντικό πρόσωπο αντί για β΄ ή γ΄ ενικό ή πληθυντικό, οπότε
ο ομιλητής παρουσιάζει τον εαυτό του ως συμμέτοχο σε πράξεις ή λόγια άλλου:
Δεν ντρεπόμαστε! ή Το πήραμε το άριστα!

Φωνές και διαθέσεις

Από άποψη μορφολογίας, το νεοελληνικό ρήμα έχει δύο φωνές: την ενεργητική (κατάλη-
ξη -ω) και την παθητική (κατάληξη -μαι).
Οι δύο φωνές ξεχωρίζουν κατά κύριο λόγο με τις καταλήξεις, όπου όμως οι καταλήξεις
συμπίπτουν, έχουμε διαφορά στα επιθήματα και στον τονισμό: να αγοράσ-ω / να αγοραστ-ώ,
έχω αγοράσ-ει / έχω αγοραστ-εί.
Σε μερικές περιπτώσεις συμβαίνει ο ενεστώτας να έχει ενεργητικές καταλήξεις και ο αό-
ριστος παθητικές, ή το αντίθετο: στέκ-ω / στά-θηκ-α, έρχ-ομαι / ήρ-θ-α. Σ’ αυτές τις περι-
πτώσεις, δεν έχουμε αντίθεση ανάμεσα σε φωνές, δεν μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι το
«στάθηκα» είναι παθητικό του «στέκω» ή το «ήρθα» ενεργητικό του «έρχομαι». Η ενότητα
του ρήματος εξασφαλίζεται από τη σημασία και όχι από τη μορφολογία. Επομένως η μορφή
δεν αντιστοιχεί απαραίτητα σε μια συγκεκριμένη σημασιολογική αξία. Ένας ρηματικός τύ-
πος μπορεί να χαρακτηριστεί με βάση τα εξωτερικά του γνωρίσματα ενεργητικός ή παθητι-
κός, αυτό δε σημαίνει όμως ότι έχει καθορισμένη σημασία.

31
Υπάρχουν ρήματα που έχουν μόνο ενεργητική φωνή, όπως τρέχω, μένω, παθαίνω κτλ.,
όπως και ρήματα που έχουν μόνο παθητική: φαίνομαι, γίνομαι, χρειάζομαι κτλ. Κατά δεύτε-
ρο λόγο, η κάθε φωνή εκφράζει περισσότερες από μία αξίες. Έτσι, σύμφωνα με τον
Mirambel (1978:132 κ.ε.), η ενεργητική φωνή μπορεί να εκφράσει μια ενέργεια (τρέχω), μια
κατάσταση (πεινώ), την αυτοπάθεια (λιώνω), αλληλοπάθεια (ανταμώσαμε) κτλ. Η παθητική
φωνή μπορεί να εκφράσει ενέργεια (δέχομαι), κατάσταση (κάθομαι), το παθητικό του ενερ-
γητικού (λύνω τον κόμπο / λύθηκε ο κόμπος), αλληλοπάθεια (βλέπονται) κτλ.
Ορισμένα ρήματα ενεργητικής φωνής έχουν μετοχές παθητικές με ενεργητική σημασία:
πίνω / πιωμένος (αυτός που έχει πιει) ή με παθητική σημασία: πεινώ / πεινασμένος, ενώ με-
ρικά παθητικά ρήματα έχουν στη μετοχή διαφοροποίηση της ενεργητικής από την παθητική
αξία: μεταχειρίζομαι / μεταχειριζόμενος – μεταχειρισμένος (αυτός που μεταχειρίζεται – αυ-
τός που έχει υποστεί μεταχείριση).
Όταν ένα ρήμα έχει και τις δύο φωνές, η αντίθεση που δηλώνεται είναι διαφόρων τύπων:
ενέργεια / κατάσταση (κλαίω / κλαίγομαι), ενεργητικό / παθητικό (χτίζω / χτίζομαι), ενεργη-
τικό / αλληλοπαθητικό (κοιτάζουν / κοιτάζονται), ενεργητικό / επιτατικό (μυρίζω / μυρίζο-
μαι). Όταν στο ίδιο ρήμα λειτουργούν και οι δύο φωνές, συνήθως η ενεργητική εκφράζει
ενεργητική αξία, ενώ η παθητική περιλαμβάνει περισσότερες αξίες. Για πολλά ρήματα ο πα-
θητικός τύπος μπορεί να έχει αυτοπαθητική ή παθητική αξία: σκοτώνομαι (μόνος μου ή από
άλλο). Όταν δε δηλώνεται το «ποιητικό αίτιο», προτιμάται ο ενεργητικός τύπος: τον σκοτώ-
σανε.
Σύμφωνα με τον Mirambel (1978:134), μπορούμε να συμπεράνουμε τα εξής: «Το ενεργη-
τικό εκφράζει μια ενέργεια, που ξεκινά από το υποκείμενο, μα που το τέρμα της, ο σκοπός
της, διακρίνεται από το υποκείμενο. Το μεσοπαθητικό εκφράζει ή μια ενέργεια, που ο σκο-
πός της είναι το υποκείμενο, είτε την εκτελεί μόνο του (αυτοπαθητικό) είτε σύγχρονα με άλ-
λο, οπότε το αποτέλεσμά της το δοκιμάζουν και τα δύο (αλληλοπαθητικό), είτε δεν την ε-
κτελεί, αλλά την υφίσταται (παθητικό), είτε κάνει να την εκτελούν για λογαριασμό του (διά-
μεσο) ή εκφράζει μια ενέργεια στην οποία το υποκείμενο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία (μέσο,
επιτατικό). Πάντως, μεσοπαθητικό και ενεργητικό εκφράζουν τη σχέση της ρηματικής ενέρ-
γειας (και του σκοπού της) προς το υποκείμενο του ρήματος. Η σχέση αυτή στο ενεργητικό
είναι “διακριτική”, αλλά στο μεσοπαθητικό “συνδυαστική”. Πρέπει οπωσδήποτε να ση-
μειώσουμε ότι οι αξίες καθεμιάς από τις δύο φωνές διατάσσονται σύμφωνα με διαφορετική
προοπτική, ανάλογα με το αν λειτουργούν ανεξάρτητα ή η μία σε αντίθεση προς την άλλη».
Ο Benveniste διακρίνει «εξωτερική διάθεση» (ενεργητική) και «εσωτερική διάθεση» (πα-
θητική): «Στην ενεργητική, τα ρήματα δηλώνουν μια ενέργεια που πραγματοποιείται από το

32
υποκείμενο και έξω από αυτό. Στην παθητική, το ρήμα δηλώνει μια ενέργεια που έχει έδρα
το υποκείμενο, το υποκείμενο είναι δηλαδή στο εσωτερικό της» (Benveniste 1966, τ. 1:172).
Πιστεύουμε ότι ο ορισμός της διάθεσης με βάση τη σχέση της ρηματικής ενέργειας και
του σκοπού της προς το υποκείμενο του ρήματος αποτελεί πληρέστερο ορισμό από αυτόν
που αναφέρεται στη Γραμματική (σελ. 140). Σύμφωνα με τη Γραμματική, το ρήμα έχει τέσ-
σερις διαθέσεις:
α) ενεργητική, που σημαίνει ότι το υποκείμενο ενεργεί:
Ο γεωργός οργώνει το χωράφι.
β) παθητική, που σημαίνει ότι το υποκείμενο παθαίνει, δέχεται δηλαδή μια ενέργεια από άλ-
λον:
Ο κάμπος φωτίστηκε από τον ήλιο.
γ) μέση, που σημαίνει ότι το υποκείμενο ενεργεί και η ενέργεια γυρίζει σ’ αυτό:
Το πρωί σηκώνομαι (σηκώνω τον εαυτό μου) στις εφτά.
δ) ουδέτερη, που σημαίνει ότι το υποκείμενο βρίσκεται σε μια κατάσταση:
Το παιδί κοιμάται.
Σύμφωνα με τον Τζάρτζανο (τ.1, σελ. 230 κ.ε.), τα ρήματα χωρίζονται σε:
α) ενεργητικά, που σημαίνουν απλώς μια ενέργεια του υποκειμένου:
Χτυπά την πόρτα.
β) μέσα, που σημαίνουν μια ενέργεια που βρίσκεται σε ιδιαίτερη σχέση με το ίδιο το υπο-
κείμενο από το οποίο προέρχεται και που το ενδιαφέρει:
Ο Πέτρος προμηθεύεται τρόφιμα.
γ) παθητικά, που σημαίνουν κάποιο πάθημα του υποκειμένου, ότι δηλαδή το υποκείμενο πα-
θαίνει κάτι από ένα άλλο πρόσωπο ή πράγμα:
Η γη θερμαίνεται από τον ήλιο.
Ο Τζάρτζανος θεωρεί τα ονομαζόμενα «ουδέτερα» ως ενεργητικά ρήματα, που σημαί-
νουν ανεπαίσθητη ενέργεια του υποκειμένου, που εμφανίζεται ως απλή κατάσταση.
Η ανεπάρκεια της κατηγοριοποίησης που προτείνει η Γραμματική επισημαίνεται και από
ειδικότερες μελέτες (όπως Θεοφανoπούλου-Κοντού 1982), δεν έχει όμως διατυπωθεί ως τώ-
ρα συνολική πληρέστερη πρόταση κατηγοριοποίησης.

Εγκλίσεις

Οι εγκλίσεις του ρήματος εκφράζουν τη στάση του ομιλητή απέναντι στην ενέργεια που
σημαίνει το ρήμα (ή, όπως αναφέρει ο Τζάρτζανος, την «εσωτερική διάθεση» του ομιλητή).

33
Έτσι, ο ομιλητής δέχεται κάτι ως πραγματικό, ως πιθανότητα, ως δυνατότητα, ως ανα-
γκαιότητα, εκφράζει την επιθυμία του να συμβεί, το αποδοκιμάζει ή το επιδοκιμάζει, ή ακό-
μα δηλώνει μια σχέση ανάμεσα στον ίδιο και στο συνομιλητή του ή κάποιο άλλο πρόσωπο.
Από γραμματική άποψη (εξωτερικά μορφολογικά γνωρίσματα), οι εγκλίσεις στα νέα ελ-
ληνικά είναι τρεις: οριστική, προστακτική και υποτακτική. Από άποψη όμως σύνταξης και
σημασίας, έχουμε πολύ περισσότερες αποχρώσεις, ανάλογα και με την έννοια του ρήματος,
τα συμφραζόμενα (γλωσσικό περιβάλλον), τα μόρια που προηγούνται (ας, να κ.ά.). Θα ανα-
φερθούμε στις κυριότερες από αυτές, με βάση τις παρατηρήσεις του Τζάρτζανου (τ.1, σελ.
281 κ.ε.).

ΟΡΙΣΤΙΚΗ
Είναι κανονικά η έγκλιση του πραγματικού, δηλαδή ο ομιλητής εκφράζει κάτι που το θε-
ωρεί πραγματικό:
Έξω βρέχει.
Όταν το υποκείμενο είναι μια αντωνυμία αοριστολογικού τύπου, τότε η οριστική παίρνει
υποθετική απόχρωση:
Όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται.
Η προσθήκη διαφόρων λέξεων χρωματίζει ανάλογα τη σημασία της οριστικής. Έτσι, με
την προσθήκη του επιρρήματος «τάχα» εκφράζεται κάτι το προσποιητό ή το φανταστικό:
Έσκυψα και κοίταζα τάχα κάτω.
Με την προσθήκη λέξεων όπως νομίζω, θαρρώ, φαίνεται κτλ., ο ομιλητής παρουσιάζει
κάτι ως εντελώς προσωπική του γνώμη:
Έχω μέρες να τον δω, είναι φαίνεται άρρωστος.
Με την προσθήκη λέξεων όπως νομίζεις, θαρρείς, λες, λες και, παρουσιάζεται η ενέργεια
του ρήματος ως κάτι που μπορεί να το δεχτεί και ο συνομιλητής:
Φλόγες λες και βγάζει το χαλίκι.
Αν προστεθεί το βλέπεις (βλέπετε), εννοείται κτλ., παρουσιάζεται αυτό που σημαίνει το
ρήμα ως προφανές για το συνομιλητή:
Εγώ, βλέπεις, είμαι άνθρωπος της δουλειάς.
Κάτι που παρά λίγο να συμβεί στο παρελθόν εκφράζεται συχνά με τον αόριστο πήγα ή
κόντεψα και δευτερεύουσα πρόταση:
Πήγανε να πνιγούνε.
Κόντεψα να σκοτωθώ.

34
Ανάλογα με την έννοια του ρήματος και των συμφραζομένων, έχουμε τροποποίηση της
βασικής έννοιας της οριστικής:
1) Ο ενεστώτας της οριστικής στο β΄ και στο γ΄ πρόσωπο χρησιμοποιείται αντί για προστα-
κτική, ως εκδήλωση επιθυμίας με λεπτό και ήπιο τρόπο:
Αυτό το γράμμα το δίνεις στον Πέτρο, σε παρακαλώ.
Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο μέλλοντας:
Εσύ θα μείνεις εδώ, ο Παύλος θα πάει σπίτι του.
Ο ενεστώτας της οριστικής μπορεί να δηλώσει και μια δυνατότητα:
Σ’ ένα μήνα τελειώνω αυτή τη δουλειά.
ένα ενδεχόμενο:
Ή έρχομαι ή δεν έρχομαι, του είπα.
κάτι βέβαιο για τον ομιλητή, το οποίο θα συμβεί οπωσδήποτε:
Σε μισή ώρα φτάνουμε.
ή κάτι που ο ομιλητής επιθυμεί, δέχεται, συγκατατίθεται να πράξει:
Δεν κατεβαίνω (= δε θέλω να κατέβω).
Το ίδιο και ο μέλλοντας μπορεί να εκφράσει κάτι που γίνεται συνήθως ή είναι ενδεχόμε-
νο:
Δε λες μια κουβέντα και συ, ή θα διαβάζεις ή θα γράφεις.
2) Ο παρατατικός της οριστικής, κυρίως στο β΄ ενικό πρόσωπο, εκφράζει πολλές φορές το
δυνατό στο παρελθόν:
Χτες έκανε φοβερή ζέστη! Ψηνόσουνα!
Ο παρατατικός χρησιμοποιείται σε υπόθεση όπου δηλώνεται το απραγματοποίητο στο
παρελθόν ή στο παρόν:
Αν τα είχα τώρα αυτά τα λεφτά, αγόραζα (= θα αγόραζα) σπίτι.
Απρόσωπα ρήματα (ή απρόσωπες εκφράσεις) στον παρατατικό, συνοδευόμενα από δευ-
τερεύουσα πρόταση, δηλώνουν κάτι που δεν έγινε (ή δε γίνεται), παρά την επιθυμία ή τη
γνώμη του ομιλητή:
Δεν ταίριαζε να τα πεις αυτά μπροστά σε ξένους.
3) Ο αόριστος της οριστικής, συνήθως στο β΄ πρόσωπο, χρησιμοποιείται σε γνωμικά, αποφ-
θέγματα κτλ. για να εκφράσει μια υπόθεση:
Είδες τόξο την αυγή, καλοσύνη το βραδύ.
4) Οι χρόνοι της οριστικής, εκτός από το μέλλοντα, με το «ας» μπροστά τους δηλώνουν αδι-
αφορία, παραχώρηση ή συγκατάβαση από την πλευρά του ομιλητή:
– Έβρεχε και γι’ αυτό δεν ήρθα.

35
– Ας έβρεχε, έπρεπε να ’ρθεις.
Το «ας» με τον παρατατικό μπορεί να εκφράσει και προτροπή, συγκατάθεση ή αποδοκι-
μασία:
Ας μελετούσες όσο έπρεπε για να περάσεις το μάθημα.
ακόμα και απλή επιθυμία, ευχή, κατάρα κτλ.:
Πόσες φορές δε σκέφτηκα: ας ήμουνα και γω εκεί.
Συνηθέστερη όμως είναι η χρησιμοποίηση παρατατικού (ή υπερσυντέλικου) με το «να»,
«μακάρι» κτλ.:
Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα.
5) Οι χρόνοι της οριστικής, εκτός από το μέλλοντα, με το «θα» μπροστά τους χρησιμοποιού-
νται για να παρουσιαστεί αυτό που σημαίνει το ρήμα ως πιθανό:
Τώρα ήτανε εδώ το παιδί, κάπου θα παίζει.
Ο παρατατικός με το «θα» παρουσιάζει επίσης εκείνο που σημαίνει το ρήμα ως δυνατό:
Χωρίς εσένα θα χανόμουνα.
ή μετριάζει τον επιτακτικό τόνο της απλής οριστικής:
Θα σε συμβούλευα (αντί: σε συμβουλεύω).

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

Έχει ιδιαίτερους μονολεκτικούς τύπους στο β΄ πρόσωπο ενικού και πληθυντικού στον
ενεστώτα και στον αόριστο της ενεργητικής (ντύνε – ντύνετε, ντύσε – ντύστε) και στον αόρι-
στο της παθητικής (ντύσου – ντυθείτε). Οι τύποι του παθητικού ενεστώτα (ντύνου – ντύνεστε)
θεωρούνται σπάνιοι.
Οι άλλοι τύποι των χρόνων αυτών σχηματίζονται με υποτακτική + το μόριο «να» ή «ας»:
να (ας) ντύνει, να (ας) ντύνουν κτλ.
Οι μονολεκτικοί τύποι χρησιμοποιούνται μόνο σε περίπτωση κατάφασης, ενώ σε απαγό-
ρευση, προτροπή κτλ. χρησιμοποιείται το «μη»:
Μην ακούς τι σου λέει.
Η γενική έννοια της προστακτικής είναι η προσταγή ή απαγόρευση:
Περπάτα.
Μη φωνάζετε.
Ανάλογα με τα συμφραζόμενα και την κατάσταση ομιλίας, μπορεί να εκφραστεί προτρο-
πή ή αποτροπή:
Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά.
παραίνεση:

36
Μην τα παίρνεις όλα κατάκαρδα.
παράκληση:
Θεέ μου, σώσε με!
ευχή ή κατάρα:
Πήγαινε στο καλό!
συγκατάθεση ή παραχώρηση:
Κάνε ό,τι θέλεις, μόνο να μ’ αφήσεις ήσυχο.
αδιαφορία:
Φώναζε όσο θέλεις.
αποδοκιμασία:
Κάνε παρέα μαζί του και περίμενε προκοπή!
Το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής χρησιμοποιείται καμιά φορά για να δηλωθεί το
συχνό και επίμονο μιας πράξης:
Άνοιξε κλείσε χάλασε η πόρτα.
Παρόμοιες εκφράσεις παίζουν ρόλο ρηματικού ουσιαστικού όταν συνοδεύονται από άρ-
θρο:
Αυτό το ανέβα κατέβα με κουράζει φοβερά.

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ
Είναι κατά βάση η έγκλιση του επιθυμητού και του προσδοκώμενου. Έχει πολλές σημα-
σιο-συντακτικές αποχρώσεις:
1) Εκφράζει αδιαφορία, με τη χρησιμοποίηση ζεύγους προτάσεων με αντίθετη σημασία:
Έρθει δεν έρθει, εμείς θα πάμε.
2) Δηλώνει προτροπή ή αποτροπή:
Ας μην ανακατεύεται σε ξένες δουλειές.
Να προσέχεις τα λόγια σου.
3) Δηλώνει συγκατάθεση ή παραχώρηση:
Οκτώ μέρες είναι λίγο. Ας τις κάνουμε μήνα.
4) Δηλώνει ευχή ή κατάρα:
Κακό χρόνο να ’χει.
5) Είναι απλά βουλητική:
Στο καλό, να σας βλέπουμε συχνότερα!
Συνοδευόμενη από το «για», το «άντε», το «έλα» κτλ. παίρνει εντονότερη σημασία:
Για να δούμε τα πράγματα πώς έχουν.

37
6) Εμπεριέχει την έννοια του δυνατού στο παρόν ή στο μέλλον:
Τώρα, να δείτε (με την έννοια: μπορείτε να δείτε),
έχουν το μεγαλύτερο μαγαζί στην περιοχή.
7) Εκφράζει έκπληξη που μπορεί να προέρχεται από αποδοκιμασία ή επιδοκιμασία:
Ακόμα να φτάσει το καράβι!
8) Εκφράζει την ικανοποίηση του ομιλητή:
Καλά να πάθεις.
9) Εκφράζει απορία:
Να το πω, να μην το πω.
10) Υποτακτική, συνήθως ενεστώτα, χρησιμοποιείται αντί για οριστική παρατατικού σε διη-
γήσεις με δραματικό τόνο:
Να κατεβάζει τα μούτρα, να στέκεται αμίλητος και να μη λέει τίποτα.

Ερωτηματικές προτάσεις

Εκφέρονται, ανάλογα με το περιεχόμενό τους, σε οριστική:


Πού βρίσκομαι;
ή σε υποτακτική:
Γιατί να κλείσουμε το παράθυρο;
Θα πρέπει να πούμε ότι δεν είναι πάντοτε πραγματικές ερωτήσεις, αλλά μέσο για να γίνει
ο λόγος πιο έντονος:
Ποιος ξέρει αν θα ζούμε του χρόνου;
Αυτές ονομάζονταν άλλοτε «ρητορικές ερωτήσεις» και απαιτούν ιδιαίτερο χρωματισμό
της φωνής. Χρησιμοποιούνται για να εκφραστεί μια προτροπή ή μια παράκληση με ευγενι-
κότερο τρόπο:
Μου δανείζεις μια στιγμή το μολύβι σου;
για να εκφραστεί μια επιταγή με τόνο επικριτικό και αγανακτισμένο:
Θα μας αφήσεις επιτέλους ήσυχους;
για γίνει εντονότερη μια υπόθεση:
Έχουμε ανάγκη από νερό; Πάμε και παίρνουμε.
για να δηλωθεί η βεβαιότητα που δε δέχεται αμφισβήτηση:
Δεν είναι όλα τα παιδιά το ίδιο;
για να δηλωθεί έντονη άρνηση:
Πήγαινα εγώ χωρίς εσένα;
έντονη αποδοκιμασία:

38
Γιατί να γράφουν μόνο θλιβερά ποιήματα;
θερμός πόθος ή ευχή:
Γιατί να μην είσαι μαζί μας;
αδιαφορία:
Και σαν ήρθε;
θαυμασμό, έκπληξη κτλ.:
Πώς κατάντησες, καημένε;

Μετοχή

Σύμφωνα με τη Γραμματική, οι βασικοί τύποι της μετοχής είναι του ενεργητικού ενεστώ-
τα (δένοντας) και του παθητικού παρακειμένου (δεμένος), με σπανιότερο τον τύπο του παθη-
τικού ενεστώτα (δενόμενος). Η ενεργητική μετοχή είναι άκλιτη, ενώ η παθητική κλιτή και
στα τρία γένη.
Από τη σύγκριση της χρησιμοποίησης της μετοχής σε διάφορα είδη λόγου (Ιορδανίδου
1985), έχουμε ενδείξεις ότι ο τύπος σε -οντας είναι περισσότερο διαδεδομένος στο γραπτό
παρά στον προφορικό λόγο, ενώ ο παράγοντας μόρφωση + κοινωνική θέση δε φαίνεται να
επιδρά. Όσον αφορά τη μετοχή σε -μένος, από τη μελέτη του υλικού προκύπτει ότι αποτελεί
το βασικό εκπρόσωπο της μετοχής στον προφορικό λόγο και στη λογοτεχνία, ενώ στα άλλα
είδη λόγου κυμαίνεται μεταξύ του 40-50% στο σύνολο των χρησιμοποιούμενων μετοχών. Ο
τύπος του παθητικού ενεστώτα (π.χ. απευθυνόμενος) φαίνεται ότι είναι σπάνιος στον προφο-
ρικό λόγο και στη λογοτεχνία, ενώ, αντίθετα, μπορεί να φτάσει μέχρι και το 1/3 του συνόλου
των χρησιμοποιούμενων μετοχών στα άλλα είδη λόγου (εφημερίδα, επιστημονικό κείμενο
κτλ.). Έχουμε κάποιες ενδείξεις ότι στον προφορικό λόγο η χρήση της μετοχής αυτής επη-
ρεάζεται από τον παράγοντα μόρφωση + κοινωνική θέση του ομιλητή (βλέπε και την πα-
ρουσία τύπων όπως «φοβώντας» και «σέβοντας» αντί «φοβούμενος» και «σεβόμενος»).
Η μετοχή του ενεργητικού ενεστώτα και η μετοχή του παθητικού παρακειμένου εκφρά-
ζουν κυρίως αντίθεση τρόπου ενέργειας (δες το σχετικό κεφάλαιο). Όσον αφορά τη μετοχή
παθητικού ενεστώτα, πιστεύουμε ότι από σημασιο-συντακτική άποψη συγγενεύει με την ε-
νεργητική σε -οντας, με τη διαφορά ότι η δηλωνόμενη ενέργεια αποδίδεται άμεσα στο υπο-
κείμενο (είτε την αναλαμβάνει το ίδιο το υποκείμενο είτε του επιβάλλεται από κάποιον εξω-
τερικό παράγοντα), ενώ στην περίπτωση της μετοχής σε -οντας συνδέεται με την ενέργεια
που σημαίνει το κύριο ρήμα.

39
Χρόνοι

Ο ρηματικός χρόνος είναι γραμματική κατηγορία που εκφράζει τη χρονική σχέση της ε-
νέργειας που δηλώνει το ρήμα με τη στιγμή της ομιλίας (προτερόχρονο – σύγχρονο – υστε-
ρόχρονο).
Σύμφωνα με την παραδοσιακή άποψη, το νεοελληνικό ρήμα δηλώνει το χρόνο μόνο στην
οριστική. Έτσι, στο παράδειγμα από την «Αργώ» του Θεοτοκά (Mirambel 1978:141)
Το καραβάκι της Αργώς ταξίδευε... προς το Χρυσόμαλλο Δέρας, που
τους σαγήνευε και τους ενθουσίαζε, χωρίς να μπορούν να το καθορίσουν.
τα ρήματα της οριστικής είναι στον παρατατικό (προτερόχρονο), ενώ της υποτακτικής το
ένα στον ενεστώτα και το άλλο στον αόριστο.
Στην οριστική έχουμε λοιπόν:
παρόν παρελθόν μέλλον
Ενεστώτας Παρατατικός Εξακολουθητικός μέλλοντας
(λύνω) (έλυνα) (θα λύνω)
Παρακείμενος Αόριστος Συνοπτικός μέλλοντας
(έχω λύσει) (έλυσα) (θα λύσω)
Υπερσυντέλικος Συντελεσμένος μέλλοντας
(είχα λύσει) (θα έχω λύσει)
[Το ίδιο ισχύει και για την παθητική φωνή.]

Με τον ΕΝΕΣΤΩΤΑ δηλώνεται:


1) ότι αυτό που σημαίνει το ρήμα γίνεται ταυτόχρονα με τη στιγμή της ομιλίας:
Γράφω ένα γράμμα.
Μπορεί όμως να μη γίνεται καμιά αναφορά σε χρονική στιγμή:
Πηγαίνει στο σχολείο (μπορεί να εννοεί ότι πηγαίνει
αυτή τη στιγμή στο σχολείο ή ότι γενικά πηγαίνει σχολείο).
2) ότι αυτό που σημαίνει το ρήμα γίνεται πάντοτε (γενική αξία) ή γίνεται συνεχώς ή επανα-
λαμβάνεται:
Η Γη γυρίζει γύρω από τον Ήλιο.
Βουνό με βουνό δε σμίγει.
Κάθε Κυριακή πηγαίνω εκδρομή.
Ανάλογα με τη σημασία του ρήματος και με τα συμφραζόμενα, ο ενεστώτας παίρνει ι-
διαίτερες αξίες:
α) φανερώνει κάτι που αρχίζει να γίνεται: Σκοτεινιάζει.
β) φανερώνει κάτι που έχει συντελεστεί: Μαθαίνω (= έχω μάθει) ότι πρόκειται να φύγεις.

40
3) ότι αυτό που σημαίνει το ρήμα πρόκειται να γίνει (αξία μέλλοντα):
Συγχώρεσέ με, δεν το ξανακάνω (= δε θα το ξανακάνω).
Αύριο κατεβαίνω στην Αθήνα.
4) Σε διήγηση ο ενεστώτας μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί για αόριστο ή για παρατατικό:
Ανοίγω (= άνοιξα) την πόρτα, πετιέμαι (= πετάχτηκα)
στο δρόμο, από πίσω εκείνος.

Ο ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ φανερώνει ότι εκείνο που σημαίνει το ρήμα έγινε στο παρελθόν
και είναι συντελεσμένο τη στιγμή της ομιλίας:
Έχει δεθεί (ή είναι δεμένο) καλά το σκοινί.
Ο παρακείμενος σχηματίζεται περιφραστικά, στην ενεργητική φωνή με το «έχω» και τον
απαρεμφατικό τύπο του ενεργητικού αορίστου (έχω γράψει) ή το «έχω» και τη μετοχή παθη-
τικού παρακειμένου (έχω γραμμένο), ενώ στην παθητική φωνή με το «έχω» και τον απα-
ρεμφατικό τύπο του παθητικού αορίστου [έχω γραφ(τ)εί] ή το «είμαι» και τη μετοχή παθητι-
κού παρακειμένου (είμαι γραμμένος).
Οι τύποι αυτοί πολλές φορές είναι ισοδύναμοι, παρατηρείται όμως μια διαφορά σε σχέση
με τον τρόπο που παρουσιάζεται το αποτέλεσμα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι τύποι με
το κατάλοιπο του παλιού απαρεμφάτου [έχω γράψει, έχω γραφ(τ)εί] εκφράζουν την κατοχή
της πράξης ως συντελεσμένου γεγονότος, χωρίς να ενδιαφέρει το αποτέλεσμα, ενώ οι τύποι
με τη μετοχή (έχω γραμμένο, είμαι γραμμένος) εκφράζουν την κατοχή του αποτελέσματος,
το οποίο είναι επίκαιρο για τον ομιλητή.

Ο ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ φανερώνει ότι εκείνο που σημαίνει το ρήμα βρισκόταν σε εξέλιξη


σε κάποιο χρονικό διάστημα του παρελθόντος που έχει στο νου του ο ομιλητής:
Χτες όλη την ημέρα έβρεχε.
Ανάλογα με τη σημασία του ρήματος και τα συμφραζόμενα, μπορεί να δηλώνει:
1) ότι κάποιο γεγονός άρχιζε στο παρελθόν:
Ξημέρωνε όταν φτάσαμε.
2) ότι κάποιο γεγονός επαναλαμβανόταν στο παρελθόν:
Πήγαινα κάθε Κυριακή στο γήπεδο.
3) ότι κάποιο γεγονός συντελέστηκε κάποια στιγμή στο παρελθόν:
Διαλύσαμε το παιχνίδι τα μεσάνυχτα –
εγώ κέρδιζα, ο Πέτρος έχανε.

41
Ο ΑΟΡΙΣΤΟΣ φανερώνει απλώς ότι εκείνο που σημαίνει το ρήμα έγινε κάποτε στο πα-
ρελθόν – δεν αναφέρεται στην εξέλιξη της πράξης, αλλά συνοπτικά στο σύνολο της πράξης:
Η βροχή σταμάτησε.
Μονάχα η σημασία του ρήματος και τα συμφραζόμενα αποδίδουν στον αόριστο τα χαρα-
κτηριστικά της «στιγμιαίας» πράξης:
Το παιδί πήδηξε κάτω.
της πράξης που διαρκεί:
Έμεινε στο Παρίσι πολλά χρόνια.
της επανάληψης:
Χτύπησε τρεις φορές το κουδούνι.
της αρχής μιας πράξης που έχει αρχίσει να υφίσταται:
Πείνασα.
Χειμώνιασε.
της εισόδου σε μια κατάσταση:
Λυπήθηκα.
Μερικές φορές αντιστοιχεί σε μέλλοντα, όταν το υποκείμενο θέλει να δηλώσει ότι η πρά-
ξη θα γίνει αμέσως:
Έφτασα.

Ο ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ φανερώνει ότι εκείνο που σημαίνει το ρήμα είχε συντελεστεί


σε κάποιο χρονικό σημείο του παρελθόντος που έχει στο νου του ο ομιλητής:
Νύχτωσε, κλείσαμε το μαγαζί και δεν είχε φανεί.
Όπως και ο παρακείμενος, σχηματίζεται περιφραστικά (είχα δέσει / είχα δεμένο, είχα δε-
θεί / ήμουν δεμένος).

Ο ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ φανερώνει ότι εκείνο που σημαίνει το ρή-


μα θα εξελίσσεται στο μέλλον (υστερόχρονα από τη στιγμή της ομιλίας) για κάποιο χρονικό
διάστημα:
Θα διαβάζω.
Από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνουμε αν η πράξη διαρκεί:
Θα βρέχει ολημέρα.
ή επαναλαμβάνεται:
Θα σου γράφω ένα γράμμα τη βδομάδα.

42
Ο ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ φανερώνει απλώς ότι εκείνο που σημαίνει το ρήμα
θα γίνει κάποτε στο μέλλον:
Αύριο θα πληρώσω το λογαριασμό.
Ανάλογα με τη σημασία του ρήματος, μπορεί να δηλώνεται μια πράξη στιγμιαία:
Θα σπάσει το βάζο.
ή διαρκής:
Θα ζήσω ακόμα πολλά χρόνια.
ή επαναλαμβανόμενη:
Θα το αντιγράψω δέκα φορές.

Ο ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ φανερώνει ότι εκείνο που σημαίνει το ρήμα θα


είναι συντελεσμένο σε κάποιο χρονικό σημείο που έχει στο νου του ο ομιλητής:
Το απόγευμα θα έχουμε φτάσει στο χωριό.

Στις εξαρτημένες (δευτερεύουσες) προτάσεις δεν υπάρχει «ακολουθία χρόνων», δηλαδή


δε χρησιμοποιείται ξεχωριστός ρηματικός τύπος για να δηλωθεί ότι η πράξη της εξαρτημέ-
νης πρότασης προηγείται σε σχέση με εκείνη της κύριας πρότασης: (τα παραδείγματα από
Mirambel 1978:144-145)
Χτες είδα Ιταλούς που φέρανε από το μέτωπο.
Στην παραπάνω φράση, ο αόριστος της κύριας πρότασης (είδα) δηλώνει το παρελθόν σε
σχέση με το παρόν στο οποίο τοποθετείται ο συγγραφέας της διήγησης, ενώ ο αόριστος της
εξαρτημένης πρότασης (φέρανε) κανονικά αντιστοιχεί σε υπερσυντέλικο (είχανε φέρει) για
να δηλώσει το προτερόχρονο της πράξης. Το ίδιο συμβαίνει και με το μέλλοντα:
Όταν εγώ θα πεθάνω, θα ’χεις στη θέση μου έναν άλλο.
Ο μέλλοντας της εξαρτημένης πρότασης (θα πεθάνω) αντιστοιχεί κανονικά σε συντελεσμένο
μέλλοντα (θα έχω πεθάνει).
Επίσης έχουμε σύνταξη του τύπου:
Το έβλεπες αμέσως πως είναι Γενοβέζος.
όπου στην εξαρτημένη πρόταση το ρήμα είναι σε ενεστώτα, παρ’ όλο που το ρήμα της κύρι-
ας πρότασης είναι σε παρατατικό.
Ο Mirambel (1978:146) συνοψίζει ως εξής: «Η δήλωση του χρόνου δε χωρίζεται ποτέ
από την “άποψη” [σημ.: τρόπο ενέργειας] που εκφράζει ο ρηματικός τύπος. Στα ελληνικά
δεν υπάρχει “καθαρός χρόνος”. Για να δηλωθεί ο χρόνος, υπάρχουν τύποι μόνο όταν έχουμε

43
έκφραση που παρουσιάζεται ως πραγματική (οριστική έγκλιση) και όταν έχουμε αναγκαία
σχέση του υποκειμένου προς το αντικείμενο ή του υποκειμένου προς την κατάσταση. Όταν
εγκαταλείψουμε το πεδίο της πραγματικότητας και περάσουμε στο πεδίο της προσταγής (δι-
αταγής, απαγόρευσης) ή του δυνατού, του όρου, της ευχής, η δήλωση του χρόνου σβήνει
(...).
Μορφολογικά υπάρχουν μόνο τρεις δυνατότητες αντίθεσης: ενεστώτας / περασμένος
χρόνος, ενεστώτας / μέλλοντας, περασμένος χρόνος / μέλλοντας, που μπορούν ν’ αντιστρα-
φούν».
Σύμφωνα με τον Seiler (1952), ο νεοελληνικός ενεστώτας παρουσιάζει το γεγονός στην
εξέλιξή του, ενώ ο αόριστος εκφράζει τη διαπίστωση του γεγονότος και ο παρακείμενος το
συντελεσμένο γεγονός και το αποτέλεσμά του (δες αναλυτικότερα στο κεφάλαιο για τον
«τρόπο ενέργειας»).

Τρόπος ενέργειας

Όσον αφορά την ελληνική γλώσσα, μια ευρύτατα διαδεδομένη άποψη είναι ότι η αντίθε-
ση ενεστωτικό θέμα / αοριστικό θέμα (παίζ-ω / παίξ-ω) εκφράζει την αντίθεση διαρκής /
στιγμιαία ενέργεια. Αντί γι’ αυτή την αντίληψη, που συγχέει τον εξωγλωσσικό χρόνο με τη
γλωσσική παράσταση του χρόνου, θα προτιμήσουμε εκείνη που βλέπει στο ενεστωτικό θέμα
την παρουσίαση της ενέργειας σε σχέση με την πλήρωσή της και στο αοριστικό θέμα τη δι-
απίστωση απλώς του γεγονότος.
Σύμφωνα με τον Holt (1943), ο ενεστώτας δηλώνει την ενέργεια ως μη συντελεσμένη, ο
παρακείμενος ως συντελεσμένη και ο αόριστος απλώς δηλώνει την ενέργεια, χωρίς να ανα-
φέρεται στην πλήρωσή της. Στα πλαίσια αυτής της θεώρησης, ο ενεστώτας και ο παρακείμε-
νος δημιουργούν μια σχέση ανάμεσα στην ενέργεια που δηλώνει το ρήμα και στην κατάστα-
ση ομιλίας, αντίθετα με τον αόριστο, που δε συνδέεται με την κατάσταση ομιλίας. Ο
Humbert (1972), μιλώντας για τα αρχαία ελληνικά, αντιπαραθέτει την «εντονότερη υποκει-
μενικότητα των θεμάτων του ενεστώτα και του παρακειμένου» στη «σχετική αντικειμενικό-
τητα του θέματος του αορίστου». Ο Chantraine (1939) εξηγεί τη μεγαλύτερη χρησιμοποίηση
του αοριστικού θέματος στις εγκλίσεις, τόσο στα αρχαία όσο και στα νέα ελληνικά, από το
γεγονός ότι ο αόριστος αναφέρεται καθαρά στη ρηματική ενέργεια: «Είναι φυσικό, όταν θε-
ωρεί κανείς μια μελλοντική πράξη ή μια κατάσταση πραγμάτων που θέλει ή εύχεται να
πραγματοποιηθεί, να εκφράσει τη ρηματική έννοια αυτή καθεαυτή χωρίς αναφορά στη δια-
δικασία που οδηγεί σ’ αυτή την πραγματοποίηση».

44
Ο Seiler (1952) βλέπει στο νεοελληνικό ενεστώτα την ενέργεια εξελισσόμενη, στον πα-
ρακείμενο την ενέργεια συντελεσμένη και στον αόριστο απλώς τη διαπίστωση της ενέργει-
ας. Οι δύο πρώτοι χρόνοι συνδέονται με τον ομιλητή και τα χρονικά δεδομένα της κατάστα-
σης ομιλίας, ενώ ο αόριστος δε συνδέεται. Όπως φαίνεται στο παράδειγμα (Seiler 1952:44):
Κάθε βράδυ τώρα και εμπρός, αγνώριστε πατριώτη και
κληρονόμε, θα την έχω την καλή σου συντροφιά. Θα
ταξιδεύουμε κάθε βράδυ. Ταξίδια της φαντασίας ήσυχα
και κρυφά. Θα βλέπουμε και θ’ ακούμε. – Αχ, τι θα δούμε
και τι θ’ ακούσουμε! Μια ρωμιοσύνη ολάκερη!
τα ρήματα με ενεστωτικό θέμα παρουσιάζουν το μέλλον από την πλευρά του ομιλητή, ο ο-
μιλητής συμμετέχει, σαν να μεταφέρεται στο μέλλον ή σαν να ήταν το μέλλον παρόν. Με το
«αχ!» όμως πραγματοποιείται μια ρήξη, ξαφνικά δημιουργείται απόσταση μεταξύ του ομι-
λητή και του ειδυλλιακού μέλλοντος, που το βλέπει τώρα μακρινό.
Θα πρέπει οπωσδήποτε να τονίσουμε ότι η αντίθεση ενεστωτικό θέμα / αοριστικό θέμα
έγινε κυρίαρχη στα νέα ελληνικά με τη δημιουργία δύο τύπων για το μέλλοντα (θα παίζω
και θα παίξω) και την κατάργηση του μονολεκτικού παρακειμένου (που είχε το δικό του θέ-
μα στα αρχαία ελληνικά), ο οποίος αντικαταστάθηκε από περιφραστικούς τύπους στα νέα
ελληνικά.
Ο Benveniste στη μελέτη του για τις χρονικές σχέσεις στο γαλλικό ρήμα (1966, τ. 1, με-
τάφρ. 1989) διακρίνει την ενέργεια που εμφανίζεται ανεξάρτητη από τον ομιλητή από την
ενέργεια που συνδέεται με τον ομιλητή. Το χρονικό σημείο αναφοράς του ενεστώτα και του
παρακειμένου είναι η στιγμή της ομιλίας, ενώ το χρονικό σημείο αναφοράς του αορίστου
είναι η στιγμή του γεγονότος. Για τον ομιλητή που μιλάει για τον εαυτό του ο θεμελιώδης
χρόνος είναι ο ενεστώτας. Χρησιμοποιώντας τον παρακείμενο, θέτει στο λογαριασμό του,
ως συντελεσμένα, γεγονότα και πράξεις του παρελθόντος. Από το συντελεσμένο στο παρόν
«έχω διαβάσει αυτό το βιβλίο» περνάμε στο χρονικό τύπο του παρελθόντος «διάβασα (και
όχι “έχω διαβάσει”) αυτό το βιβλίο τον περασμένο χρόνο». Η διαφορά ανάμεσα στον παρα-
κείμενο και στον αόριστο, που και οι δύο αναφέρονται στο παρελθόν, είναι ότι ο παρακείμε-
νος θέτει το γεγονός σε σύνδεση με το παρόν του ομιλητή, ενώ ο αόριστος το παρουσιάζει
«αντικειμενικά», αποσπασμένο από το παρόν της ομιλίας.
Σύμφωνα με τον Mirambel (1978:118), «τα ελληνικά μπορούμε να πούμε ότι δίνουν πε-
ρισσότερο μια “ρηματική εικόνα” παρά μια “ρηματική ιδέα”. Γιατί, πριν ακόμα καθορίσουν
τη ρηματική ενέργεια σε σχέση με το υποκείμενο που την εκφράζει, τη διαπιστώνει ή την
επιθυμεί, την εκτελεί ή την υφίσταται, πριν την εντάξουν σε μια διαδοχή γεγονότων, τα ελ-

45
ληνικά αντιλαμβάνονται και παρουσιάζουν την ενέργεια αυτή “συγκεκριμένα”, δηλαδή μέσα
στην πορεία της πραγματοποίησής της, με την ποικιλία αποχρώσεων και σταθμών που χα-
ρακτηρίζουν την πορεία αυτή».
Ο Mirambel θεωρεί ότι ο τρόπος ενέργειας («ρηματική άποψη», όπως τον ονομάζει) πα-
ρουσιάζει στα νέα ελληνικά τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
1) Εμφανίζεται με τη μορφή αντίθεσης αξιών, που συνδυάζονται και είναι οργανωμένες σε
σύστημα. Οι τύποι παίζ-ω και παίξ-ω ανάλογα μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την ορι-
στική και για την υποτακτική, δηλαδή η έκφραση της έγκλισης δεν τροποποιεί τη φύση
της αντίθεσης.
2) Οι δύο όροι της αντίθεσης είναι η έννοια της εξακολουθητικής ανάπτυξης της ενέργειας
και η έννοια της απουσίας ανάπτυξης (ενεστωτικό / αοριστικό θέμα). Έτσι, έχουμε δύο
υποτακτικές (να λύνω / να λύσω), δύο προστακτικές (λύνε / λύσε), δύο μέλλοντες (θα λύ-
νω / θα λύσω), δύο παρελθοντικούς χρόνους (έλυνα / έλυσα) κτλ.
3) Σε κάθε βασική αξία μπορούν να προστεθούν και άλλες αξίες. Έτσι, το ενεστωτικό θέ-
μα μπορεί να δηλώσει μια ενέργεια στην εξέλιξή της, το ακαθόριστο, την επανάληψη ή τη
μη πλήρωση, την ένταση, την έμφαση. Το αοριστικό θέμα, που δηλώνει την πράξη έξω
από τη διάρκειά της, μπορεί να εκφράσει επίσης το στιγμιαίο, το καθορισμένο, τη μεμο-
νωμένη πράξη, τη συντελεσμένη πράξη. Ο ενεστώτας νοικιάζεται, για παράδειγμα, ση-
μαίνει «είναι για νοίκιασμα», ενώ ο αόριστος νοικιάστηκε σημαίνει ότι πραγματοποιήθη-
κε η πράξη του νοικιάσματος.
4) Το συντελεσμένο εκφράζεται με περίφραση (έχω φέρει / έχω φερμένο κτλ.). Η αξία του
συντελεσμένου είναι ληκτική ή αποτελεσματική, δηλαδή εκφράζει τη λήξη μιας ενέργει-
ας που έχει αρχίσει σε κάποια στιγμή του παρελθόντος. Είναι το αποτέλεσμα μιας ενέρ-
γειας που συντελέστηκε και το οποίο παρουσιάζεται σε αντίθεση με την ενέργεια που ε-
ξελίσσεται.

46
ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ
(από τη ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ
του Μ. Τριανταφυλλίδη, ανατύπωση
της έκδ. του 1941, Θεσσαλονίκη,
Ινστιτούτο Νεοελλ. Σπουδών, 1978)
[έχει γίνει αναπροσαρμογή με βάση το
μονοτονικό σύστημα και τις ορθογραφικές
αλλαγές της σχολικής γραμματικής]

47
1. Με τι είδος (ι);

Προσημείωση: Σε κάθε κεφάλαιο αναφέρονται στη σειρά, όσο υπάρχουν: α) λέξεις, β)


συσχετίσεις από λέξεις συγγενικές ή όχι, που μπερδεύονται συχνά ή που υπάρχει αμφιβολία
για την ορθογραφία τους, και γ) καταλήξεις.
Όσα λέγονται σχετικά με τις καταλήξεις δεν αποτελούν πάντοτε κανόνες, αφού αυτό δεν
μπορεί να γίνει. Συχνά γίνεται μόνο η προσπάθεια να διαφωτιστεί η γραφή των λέξεων που
έχουν φωνητικά την ίδια κατάληξη. Αλλά και η κατάληξη πρέπει να νοηθεί, για τις πρακτι-
κές ανάγκες της ορθογραφίας, πλατιά. Σημαίνει εδώ όχι μόνο τη σχηματιστική κατάληξη
(μαβ-ής, καλ-ύτερος) και την παραγωγική (βαρ-ίδι, βυσσιν-ής) αλλά και το τέλος της λέξης,
που μπορεί μέρος του ν’ ανήκει σήμερα και στο θέμα της (ξ-ίδι, οξ-ιά). Για ανάλογο πρακτι-
κό λόγο μερικές λέξεις αναγράφηκαν στον πίνακα των λέξεων και των καταλήξεων.

αιφνιδιασμός, αλί – αλίμονο, αλλήθωρος, αλλιώς – αλλιώτικος, αλυκή, αμείβω, αμφικτιο-


νία, αναφιλητό, ανίδωτος, αντίκρυ, αξένοιαστος, απάγκιο, αστίατρος, αφήνω – άφησα·
βαρήκοος, βεζίρης, βράδυ, βρικόλακας·
γεια (υγεία) αλλά για (άκλιτο), γένι, γιαίνω – έγιανα, γίνομαι – έγινα, γέλιο, γλιστρίδα, γλι-
στρώ, γλείφω, γλιτώνω, γρικώ·
δάκρυ – δακρύζω, δίοδος, δίχτυ, δόρυ, δυάρι·
έγειρα (γέρνω), ενδοιασμός, έξι, επηρεάζω·
θειάφι, θηλιά·
καημός, κάθισα – (κάθομαι) καθίζω, καλιακούδα, καντήλα, καριοφίλι (αλλά καρυόφυλλο),
κείτομαι, κελαηδώ, κλήδονας, κοίτη, κοιτάζω, κολλιτσίδα, κόμητας, κώδικας·
λαγήνι, λείπω, λιβάδι, λίγδα, λιγνός, λιντσάρω, Λιψία, λιώνω, λόξιγκας, λυγερός·
μαζί, μαντίλι, μεγαλεπήβολος, μελαχρινός, μεταλλείο – μετάλλιο, μετανιώνω, μετάνοια, μοι-
ρολόγι, μοτοσικλέτα, Μουνιχία, μπίρα, μύγα·
νιώθω, νοιάζομαι·
ξενιτιά, ξίγκι, ξίδι, ξινός, ξιπάζω·
οικτίρω, ορειβάτης, ορείχαλκος, οξιά·
παμψηφεί, περήφανος, πέρσι, πια, πιο, πίτα, πλατειασμός, Ποτίδαια, πρίγκιπας, προάστιο·
ριζικό, ρύζι, ρυζόγαλο·
σάτιρα – Σάτυρος, σβήνω, Σιληνός, σιρίτι, σκίνος – σκοίνος, σκίρο, σμίγω, σπυρί, Στάγιρα
– Σταγιρίτης, στάχυ – ξεσταχυάζω, σταχυολογώ, στίβος – στοίβα, στειλιάρι, στριμώνω, στήλη
– στύλος, στίχος – στοίχος, στρείδι, στρίβω, στύβω, στυφός, συνηθίζω·
τάλιρο, ταμείο – ταμίας, ταξίδι, τέσσερις, τέτοιος, τζίτζιφο, τοπίο (καλύτερα έτσι), τσόφλι·

48
υπόψη·
χίμαιρα, Χιμάρα, χιμώ·
φίδι, φιλονικία, φιτίλι, φοβητσιάρης.

Πρόσεξε τη διαφορά:
αλείφω, άλειμμα – αλοιφή·
αμείβω, αμειψισπορά – αμοιβή, αμοιβάδα, αργυραμοιβός·
αντίκρυ – αντικρινός, αντικρίζω, αντίκρισμα·
βράδυ – βραδιά, βραδινός, βραδιάζω, αβράδιαστος·
γένι, πληθ. γένια – γενειάδα, γενειοφόρος·
γέλιο – γελοίος, γελοιογραφία·
γλείφω – (γλύφω) γλυπτό·
δίβουλος, δίοδος, διόδια, δίπορτο, δισύλλαβος, διώνυμο κτλ. – δυάρι, δυαρχία κτλ.·
δισέγγονος, δισεκατομμύριο κτλ. – δυσανάλογος, δύσκολος, δύσπιστος, δύστυχος (αλλά δί-
στιχο) κτλ.·
εγκληματώ – εγκλιματίζω·
εγχειρίζω, εγχείρισα – επιχειρώ, επιχείρησα·
είδα, ειδώθηκα – (ι)δώ, ιδωθούμε, ιδωμένος, ανίδωτος·
εξάρτηση – εξάρτυση – κατάρτιση·
επηρεάζω, επήρεια – επιρροή·
ίλη (μονάδα ιππικού), ίλαρχος – ύλη (ουσία), υλικός, υλοτομία κτλ.·
κλήμα, κληματαριά – κλίμα, κλιματικός· κλιμάκιο, κλιμακωτός·
κλίση (λ.χ. ουσιαστικού), έγκλιση, απόκλιση, προκλιτικός – κλήση (λ.χ. στο δικαστήριο),
έκκληση, πρόκληση, παράκληση, προκλητικός – έκλυση, σύγκλυση, κατακλυσμός·
λείπω, λειψός, λείψανο, λειψανδρία, λειψυδρία – λοιπός, επίλοιπος, υπόλοιπος – λιποτά-
χτης, λιποψυχία κτλ.· έκλειψη, έλλειψη, διάλειψη, παράλειψη – αντίληψη, σύλληψη, υπόληψη·
παραλείφτηκε (παραλείπω) – παραλήφτηκε (παραλαβαίνω)·
μακρύς – μακριά, μακρινός, μακρινάρι, Μακρινίτσα·
μείγμα, μείξη, ανάμειξη, μεικτός, ανάμεικτος – μιγάδας, συμμιγής· σμίγω·
ομαλίζω – ομαλύνω·
περήφανος – περίφημος·
πια, πιο (επίρρ.) – ποια, ποιο (αντων.)·
σάτιρα, σατιρίζω, σατιρικός (λ.χ. ποίηση) – Σάτυρος, σατυρικός (λ.χ. δράμα)·
σκίνος (το μαστιχόδεντρο) – σκοίνος (το βούρλο απ’ όπου κάνουν τα σκοινιά)·
σπηλιά – σπιλιάδα (η φρικίαση της θάλασσας από το δυνατό αέρα)·

49
στιβάδα, στίβος – στοίβα, στοιβάζω·
στήλη (λ.χ. επιτύμβια, σημάδι για όριο), στηλιτεύω, αναστηλώνω – στύλος, στυλίτης, στυ-
λώνω 1 , αναστυλώνω, στυλοβάτης, επιστύλιο, υποστύλωση κτλ.·
στίχος (σειρά από λέξεις, γράμματα) – στοίχος (κάθε άλλη σειρά)·
συμπόνια, απονιά – έννοια, διχόνοια, ομόνοια, πρόνοια·
τοίχος (ο) – τείχος (το)·
χίμαιρα – χείμαρρος (ξεροπόταμος).

Πρόσεξε ακόμη:
α) -ία, -είο
αρχηγία – αρχηγείο·
δημαρχία – δημαρχείο·
ναυαρχία – ναυαρχείο·
προεδρία (συνεδρία) – προεδρείο·
στρατηγία – στρατηγείο·
υπουργία – υπουργείο·
ποτοποιία – ποτοποιείο·
χαρτοποιία – χαρτοποιείο·
αφορία, ευφορία – φορείο, λεωφορείο·
ατροφία, υποτροφία, υπερτροφία – τροφεία (τα)·
γυμνασιαρχία – σχολαρχείο.

β) -ιά, -εία
(σκοπός) σκοπιά – (κατασκοπεύω) κατασκοπεία·
(στρατός) στρατιά – (στρατεύω) εκστρατεία·
(πόρος) ποριά – (πορεύομαι) πορεία.

γ) -εία, -ία
(αντιπροσωπεύω) αντιπροσωπεία – (διπρόσωπος) διπροσωπία, πλαστοπροσωπία·
αντρεία – (άνανδρος) ανανδρία, λειψανδρία, πολυανδρία·
(δουλεύω) δουλεία – (εθελόδουλος) εθελοδουλία·
(έφορος, εφορεύω) εφορεία – (εύφορος) ευφορία·

1
Πλάι στο στυλώνω λέγεται και το λαϊκό αναστυλώνω (και αναστύλωμα) με τις σημασίες: στηρίζω (με στύ-
λους ή όχι), σηκώνω, υψώνω (αναστυλώθηκε ο Μοριάς, Βαλαωρίτης), αναζωογονώ, δυναμώνω (αναστυλώθηκε
η καρδιά μου, με αναστύλωσε το κρασί). Ο λόγιος αρχαιολογικός όρος που λέγεται για την αποκατάσταση μνη-
μείου, την ύψωση στήλης για μνημείο ή επάνω σε μνημείο γράφεται με η.

50
(λατρεύω) λατρεία – (ειδωλολάτρης) ειδωλολατρία·
(πορεύομαι) πορεία – (αεροπόρος) αεροπορία, αργοπορία, βραδυπορία, οδοιπορία, πεζο-
πορία, πρωτοπορία.

δ) -ιο, -είο, (εία)


γραμμάτιο – γραμματεία·
μετάλλιο – μεταλλείο·
μικροσκόπιο, τηλεσκόπιο – αστεροσκοπείο·
σχόλιο – σχολείο·
σφάγιο – σφαγείο·
τελώνιο – τελωνείο·
φυλάκιο – φυλακείο·
μονοπώλιο – βιβλιοπωλείο.

ε) -εία, -είο
εμπορεία (εμπορία) – εμπορείο·
μαντεία – μαντείο·
πρυτανεία – πρυτανείο.

ζ) -ία, -ιο
συνεδρία – συνέδριο.

Καταλήξεις
(ια) ουσ. θηλ. Τα περισσότερα οξύτονα και πολλά άλλα γράφονται με ι:
α) -ιά: βαριά, βραδιά, βελονιά, ελιά, ζητιανιά, θηλιά 2 , κερασιά, κρανιά2, μητριά, ξενιτιά,
οργιά, οξιά2, προβιά2.
β) -ία: αηδία, Ακαδημία, αμνηστία (αλλά μνηστεία), απληστία, ασωτία, διετία, ευφορία,
ηγεμονία, ηγουμενία (καλύτερα έτσι), προεδρία, τυραννία, υπουργία, φιλοκαλία κτλ., Αρκαδί-
α, Ασία κτλ.
γ) -ια: αρρώστια, γύμνια, ζήλια, κάμπια, ορφάνια, περηφάνια, πούλια, συμπόνια, φτήνια,
Ερέτρια.
Γράφονται όμως και πολλές λέξεις με ει:
-ειά: γιατρειά, δουλειά, (ε)σοδειά, παντρειά·

2
Οι λέξεις θηλιά, κρανιά (αρχ. κράνεια), οξιά (αρχ. οξύη), προβιά (επίθ. πρόβειος) έρχονται πιθανότατα από
τους μεταγενέστερους ή μεσαιωνικούς τύπους θηλέα, κρανέα, οξέα, προβέα και γράφονται κανονικά με ι. Το
ίδιο αληθεύει και για τα θηλυκά επίθετα σε -ιά, π.χ. πλατιά (αρχ. πλατεία, μεσαιων. πλατέα). Με υ γράφεται το
καρυά (καρυδιά), καρυόφυλλο, Καρυά, Καρυώτης, Καρυάτιδες.

51
-εία: (πολλά από τα ουσιαστικά τα παράγωγα από ρήματα σε -εύω, αλλά και άλλα): αγγα-
ρεία, αγυρτεία, αλαζονεία, αλητεία, βασιλεία, δεσποτεία, δουλεία, δυναστεία, ειρωνεία, επιμε-
λητεία, ερμηνεία, εταιρεία (καλύτερα έτσι), εφεδρεία, εφορεία, θητεία, κολακεία, κοσμητεία,
λατρεία, λιτανεία, μαγεία, μεσιτεία, μνηστεία, νηστεία, παιδεία, πολιτεία, πορεία, πραγματεία,
συνοδεία· βαρεία, δασεία, οξεία, πλατεία· θεία, λεία, μνεία, χρεία.
-εια: άδεια, ακρίβεια, αλήθεια, ασφάλεια, αμέλεια, βοήθεια, εγκράτεια, επιφάνεια, ευγένεια,
ευλάβεια, ευσέβεια, νηστεία, περιέργεια, πραμάτεια, προμήθεια, συγγένεια, συμπάθεια, συνή-
θεια, φτώχεια, ωφέλεια. Αλεξάντρεια, Αντιόχεια, Δαύλεια, Δεκέλεια, Ελάτεια, Μαντίνεια, Φι-
λαδέλφεια, Χαιρώνεια· Θάλεια, Ιφιγένεια κτλ.
Με οι γράφονται: χροιά, Τροία – άγνοια, αγχίνοια, διχόνοια, έννοια, εύνοια, ομόνοια, πα-
λίρροια, πρόνοια. Εύβοια.
(ίδι) ουσ., με ι: βαρίδι, κεντίδι, ξίδι, σκαφίδι, ταξίδι, φίδι.
Εξαιρούνται: βοτρύδι, καρύδι, κρεμμύδι, μύδι, φρύδι· αντικλείδι, στρείδι· Παλαμήδι.
(ιδερός) επίθ., με ι: ασπριδερός, μαυριδερός.
(ίδις) κύρια αρχαία ονόματα αρσ. Γράφονται συνήθως με ι στην παραλήγουσα: Επιμενί-
δης, Ευριπίδης, Θουκυδίδης, Τανταλίδης, Φωκυλίδης.
Εξαιρούνται: Αρχιμήδης, Διομήδης, Παλαμήδης κτλ.· Φερεκύδης και μερικά αρχαία πα-
τρωνυμικά σε -είδης: Ατρείδης, Ηρακλείδης, Πηλείδης, όμοια και Αριστείδης, Ιπποκλείδης,
Υπερείδης (καλύτερα έτσι).
(ικός) επίθ., με ι: αστικός, ελληνικός, παστρικός.
Εξαιρούνται: θηλυκός, λιβυκός, δανεικός, δεκελεικός. Όμοια τα ουσιαστικά: δαρεικός, Κε-
ραμεικός.
(ίλα) ουσ. αφηρημένα, με ι: ανατριχίλα, καΐλα, σαπίλα.
(ίμι) ουσ., με ι: αγρίμι, ψοφίμι.
Γράφονται με η: ασήμι· με υ: προζύμι, στενορύμι.
(ίμισι) (μισι), (ίμισις) (μισις) β΄ συνθετικό. Γράφεται η λήγουσα με η μόνο όταν το α΄
συνθετικό είναι το αρσενικό ένας ή το θηλυκό μια: ενάμισης μήνας, ενάμιση τόνου· μιάμιση
οκά, μιάμισης μέρας. Σε όλες τις άλλες περιστάσεις γράφεται με ι: ενάμισι πεπόνι, δυόμισι
οκάδες, τρεισήμισι ώρες, δυόμισι κιλών.
(ινός) επίθ. οξύτ., με ι: αντικρινός, βοδινός, βορινός, βραδινός εσπερινός, μακρινός, μελα-
χρινός, παντοτινός, πασχαλινός, τωρινός, φετινός.
Εξαιρούνται μερικά επίθετα σε -εινός: ελεεινός, κλεινός, ορεινός, ποθεινός, σκοτεινός,
ταπεινός, υγιεινός, φωτεινός. Έτσι και πετεινός.

52
(ινός) εθνικά, με ι: Αλεξαντρινός, Βυζαντινός, Καλαβρυτινός 3 .
Τα οικογενειακά γράφονται κατά την περίσταση και με τις δύο καταλήξεις.
(ινος) επίθ. προπαροξύτονα, με ι: μάλλινος, πέτρινος.
(ιο) ουσ. ουδέτερα. Συνήθως με ι: γέλιο, καταβόδιο, τετράδιο. Αλλά και: απόγειο, ισόγειο,
υπόγειο.
(ιος) επίθ., με ι: άγριος, αιώνιος, σάπιος, τίμιος, τρύπιος, υποχόνδριος.
Εξαιρούνται: άδειος, αντρίκειος, γυναίκειος, δάγκειος, επίγειος, ισόγειος κτλ., πρόβειος,
τέλειος – όμοιος.
(ιος) κύρια. Γράφονται με ι τα περισσότερα: Αθανάσιος, Γεώργιος, Ευσέβιος. Αλλά και:
Άρειος, Βασίλειος, Ηράκλειος κτλ.
(ιός) κύρια, ονόματα ποταμιών, με ει: Αλφειός, Πηνειός, Σπερχειός, αλλά Αξιός.
(ίος) επίθ., με ει: αστείος, θείος, λείος, οικείος· όμοια και πληβείος.
(ιρός) επίθ. Γράφονται με η: ανθηρός, δαπανηρός, πνιγηρός, πονηρός, τολμηρός.
Γράφονται με υ: αρμυρός, βδελυρός, βλοσυρός, ισχυρός, οχυρός.
(λίκι) ουσ., με δύο ι: αρματολίκι· αλλά σκουλήκι.
(ριό) ουσ., με ι: καμπαναριό, νοικοκυριό, πλυσταριό, σκουπιδαριό, συμπεθεριό. Εξαιρείται
το μαγειρειό.
(ίς) επίθ. οξύτονα. Γράφονται με η: το δαμασκής, δεξής και όσα σημαίνουν χρώμα: βυσ-
σινής, μελιτζανής. Τα υπόλοιπα γράφονται με υ: φαρδύς, πλατύς.
(ίσιος) επίθ., με ι: βουνίσιος, παιδιακίσιος, τουλουμίσιος.
Γράφονται με η τα λόγια αρχ. επίθετα ετήσιος, ημερήσιος, γνήσιος, τα ουσιαστικά μαρκή-
σιος, μαγνήσιο και τα εθνικά: Ζαγορήσιος, Ιθακήσιος, Μιλήσιος· Δωδεκανήσιος, Εφτανήσιος,
Μοσχονήσιος (δωδεκανησιώτικος κτλ.).
(ισμός) ουσ., με ι: ελληνισμός, χριστιανισμός.
Εξαιρούνται: δανεισμός, σεισμός, κατακλυσμός, γογγυσμός κ.ά.
(ιστικός) επίθ. Γράφονται συνήθως με ι στην προπαραλήγουσα: ελληνιστικός, ποτιστικός·
αλλά: ελκυστικός, μεθυστικός, αναμνηστικός, ψηστικός, αποκλειστικός, πειστικός, δανειστι-
κός, αθροιστικός κ.ά. Όμοια και εμπρηστικός, νηστικός, μυστικός.
(ίστικος) επίθ., με ι: αγορίστικος, κουκλίστικος.
(ιστίς). Γράφονται με ι στην παραλήγουσα: τραγουδιστής, βουδιστής. Εξαιρούνται: δανει-
στής, ληστής.

3
Καταλήγουν σε -ηνός μερικά αρχαία εθνικά, ιδίως μικρασιατικά: Αβυδηνός, Αδραμυτ(τ)ηνός, Αστακηνός, Δα-
μασκηνός, Κυζικηνός, Λαμψακηνός, Μαδυτηνός, Περγαμηνός. Έτσι και το Σαρακηνός.

53
(ιτικός) επίθ. Γράφονται συνήθως με η στην προπαραλήγουσα: απορροφητικός, μαθητι-
κός. Αλλά: αναλυτικός, διαλυτικός, διαχυτικός, δυτικός, ιδρυτικός, φυτικός· κλιτικός, κριτικός,
σπιτικός.
(τίρα), (τίρας), (τίρι), (τίριο), ουσ., με η: τροπωτήρα, φορτωτήρα· ανεμιστήρας, οδοστρω-
τήρας, φωστήρας· πατητήρι, ποτήρι, τρεχαντήρι· δικαστήριο, εκπαιδευτήριο.
Εξαιρούνται: κεφαλοτύρι, ψωμοτύρι κτλ.· μαρτύριο, κτίριο.
(ιτίς) ουσ., με δύο η: αθλητής, επιθεωρητής, μαθητής, τηλεγραφητής, τρυγητής. Εξαιρού-
νται: ιδρυτής, μηνυτής, κριτής.
(ίτις) ουσ. Τα περισσότερα με ι και η: ερημοσπίτης, οπλίτης, πολίτης, σπουργίτης, συντοπί-
της, τηγανίτης.
Γράφονται με δύο η: αλήτης, κομήτης, κυβερνήτης, πλανήτης, προφήτης.
Γράφονται με υ και η το δύτης, θύτης, λύτης και τα σύνθετα από αυτά (λ.χ. τρωγλοδύτης,
ιεροθύτης, προλύτης, σιδεροκαταλύτης), καθώς και το αγιογδύτης, νεροχύτης, γερακομύτης
κτλ.
(ίτις) εθνικά, με ι: Λιβαδίτης, Σκιαθίτης, Ωρεΐτης.
Γράφονται με ει: το Αγιορείτης, Πηλιορείτης, (Μαρώνεια) Μαρωνείτης, και με η το Αιγι-
νήτης.
(ίτιτα) ουσ., με υ και η: ταχύτητα, βαρύτητα.
(ιτό) ουσ. Συνήθως με η: αναφιλητό, κυνηγητό, παραμιλητό, ποδοβολητό, ροχαλητό.

2. ο ή ω;

αγόρι, αμόνι, βόδι, βόλι, βόλος, Βόλος, δωσίλογος, δωσιδικία, ενωμοτία, ενωμοτάρχης,
εξωμότης, θεόρατος, κλοτσώ, κολίγος, κολόνα, κορόνα, κοστίζω, κρεοπωλείο, μόλος, ομόνω –
όμοσα, ορκωμοσία, παρωνυχίδα, πλανόδιος, πρωτύτερα, ροδάκινο, ρομανικός, ρομαντικός,
ρόμι, σαγόνι, σοβινισμός, σκόρος, συνωμοτώ – συνωμοσία, Σκοτία, τσόφλι, τώρα, χλωμός,
χρεόγραφο, χρεοκοπία, χρεολύσιο.

Πρόσεξε τη διαφορά:
αυτόφωρος – διάφορος, παράφορος·
βιοτικός, αποχειροβίοτος – αβίωτος, βιώσιμος·
διόδια – διωδία, τριωδία, τριώδιο·
ιόνιος (λ.χ. Ιόνιο πέλαγος), πανιόνιος – ιωνικός (της Ιωνίας), πανιώνιος·
οδύνη – επώδυνος (αλλά ωδίνες) όλεθρος, εξολοθρεύω – πανωλεθρία· ομαλός – ανώμα-
λος· ορυχείο – ανθρακωρυχείο·

54
όνομα, συνονόματος – ανώνυμος, επώνυμο, συνώνυμο κτλ.·
οφείλω, οφειλή, όφελος – ωφελώ, ωφέλεια, ωφέλιμος·
στοά – στωικός·
υπερορία (εξορία) – υπερωρία (η εργασία πάνω από ορισμένες ώρες)·
χορικός (που ανήκει στο χορό) – χωρικός (που ανήκει στο χωριό ή στη χώρα).

Καταλήξεις
(όνα) ουσ. θηλ., με ο τα περισσότερα: αλκυόνα, αμαζόνα, εικόνα, σταγόνα – Γκιόνα, Ε-
λασσόνα, Καρχηδόνα, Χαλκηδόνα. Όμοια και η Λακεδαίμονα.
Γράφονται με ω: αρραβώνα, βουβώνα, λεγεώνα – Αυλώνα, Βαβυλώνα, Καλυδώνα, Σιδώ-
να, Σικυώνα.
(όνας), (ιόνας) ονόματα αρσ. παροξ. Γράφονται με ω: αγκώνας, αμπελώνας, απατεώνας,
περιστεριώνας, χειμώνας.
Γράφονται με ο: αλαζόνας, ηγεμόνας, κανόνας, συνδαιτυμόνας.
(ονας) ονόματα αρσ. προπαροξ., με ο: ακτήμονας, άξονας, αρχιτέκτονας, γείτονας, γνώμο-
νας, δαίμονας, δεισιδαίμονας, επιστήμονας, κίονας, κλήδονας, και τα εθνικά Μαίονες, Παίο-
νες, Τεύτονες κτλ.
(όνας) ουσ. κύρια παροξ. Γράφονται με ω οι τοπωνυμίες: Ελικώνας, Κιθαιρώνας, Μαρα-
θώνας κτλ., και ο Ποσειδώνας.
Γράφεται με ο ο Στρυμόνας και τα εθνικά Μακεδόνες, Παφλαγόνες κτλ.
(ονας) ουσ. κύρια και εθνικά, προπαροξύτονα. Γράφονται τα περισσότερα με ω: Πάρνω-
νας, Λάκωνας, Τσάκωνας· Αμφιτρύωνας, Ίωνας, Απόλλωνας, Δευκαλίωνας, Κίμωνας, Κρίτω-
νας, Πλάτωνας, Σόλωνας, Ωρίωνας.
Γράφονται με ο: Αγαμέμνονας, Αλιάκμονας, Αμφικτίονες, Αμφίονας, Αρίονας, Ιάσονας,
Φιλήμονας.
(όνι) ουσ. ουδ., με ο: αηδόνι, κανόνι, κοτρόνι, λεμόνι, μακαρόνι, παγόνι, πεπόνι, πριόνι,
σαγόνι, σεντόνι, στημόνι, τιμόνι, τρυγόνι, χελιδόνι, χιόνι.
Γράφονται με ω: αλώνι, κυδώνι, κωθώνι, παραγώνι, ψώνι.
(ονία) τοπωνυμίες. Γράφονται με ω: Βαβυλωνία, Ιαπωνία, Ιωνία, Λακωνία, Λαπωνία,
Πολωνία.
Γράφονται με ο: Εσθονία, Λεττονία, Λυκαονία, Παταγονία, Παφλαγονία, Σαξονία.
(ομα), (ομός), (ονιά) ουσ. παράγωγα από ρήματα, με ω: κάρφωμα, κλείδωμα· λυτρωμός,
υψωμός· κλειδωνιά, παγωνιά. Όμοια και γωνιά, θημωνιά, χειμωνιά κτλ. Αλλά ερχομός, πετο-
νιά.

55
(ορας) ουσ. προπαροξ., με ο: αυτοκράτορας, διδάκτορας, δικτάτορας, εισπράχτορας, κό-
κορας, παντοκράτορας, προπάτορες, πάστορας, πραίτορας – Βίκτορας, Έκτορας, Μέντορας,
Νέστορας.
(οπός) επίθ., με ω: κιτρινωπός, κοκκινωπός, χαρωπός.
(οσίνι) ουσ., με ο: αγραμματοσύνη, γρηγοροσύνη, δικαιοσύνη, καλοσύνη, μεγαλοσύνη, χρι-
στιανοσύνη.
(ότις) ουσ. αρσ. Γράφονται με ο: αγρότης, δεσπότης, δημότης, εξωμότης, ιππότης, συνω-
μότης, τοξότης.
Τα υπόλοιπα σε (ότις) και σε (ιότις) γράφονται με ω: θιασώτης, ιδιώτης, νησιώτης, στρα-
τιώτης.
(ότις) και (ιότις) εθνικά, με ω: Αντριώτης, Ηπειρώτης, Ρουμελιώτης, Σουλιώτης.
(οτός) επίθ. ρηματικά κ.ά., με ω: θολωτός, κλιμακωτός, μεταξωτός, σηκωτός, σπαθωτός,
φτερωτός. Όμοια και τα θηλυκά ουσιαστικά σε (οτί): πινακωτή, και τα επίθετα σε (οτικός),
παράγωγα από ρήματα σε -ώνω: ολοκληρωτικός, τελειωτικός. Αλλά κοινοτικός, ποιοτικός,
ποσοτικός, δεσποτικός, ιπποτικός· εκδοτικός, προδοτικός, συνωμοτικός κτλ.

3. ε ή αι;

Αλκμεωνίδες, εναίσιμος, Κυνέγειρος, ξέρω, Ποτίδαια, φιλενάδα.

Πρόσεξε ακόμη:
γεωγραφία, γεωμετρία, γεωπονία κτλ. – γαιάνθρακες, γαιοκτήμονες·
παίρνω – περνώ·
έλεος, πολυέλεος – πολυέλαιος (πολυκάντηλο κρεμαστό)·
έτοιμος, ετοιμόλογος, ετοιμόρροπος κτλ. – έτυμο, ετυμολόγος, ετυμολογία·
παλεύω, πάλεψα, πάλεμα – παλαιστής, παλαίστρα·
πηγαίνω – πηγεμένος, πηγεμός· πλαταίνω – πλάτεμα·
ταίρι, παράταιρος, εταιρεία, συνέταιρος – ετερόφωτος, ετερώνυμος.
Οι παθητικές καταλήξεις -μαι, -σαι, -ται δεν πρέπει να μπερδεύονται με τις ενεργητικές
καταλήξεις -με, -σε, -τε των ομώνυμων ρηματικών τύπων. Γράφουμε:
εγώ σηκώνομαι, πληρώνομαι και εμείς σηκώνουμε, πληρώνουμε
το παιδί σηκώνεται και εσείς σηκώνετε ένα βάρος
το βιβλίο δένεται και εσείς δένετε τον κόμπο

Καταλήξεις
(έα) ουσ., με αι: αυλαία, ηλιαία, κεραία, μαία, περικεφαλαία, σημαία.

56
Εξαιρούνται μερικά: θέα, ιδέα, νέα, παρέα. Όμοια και τα κύρια: Ζέα, Καπνικαρέα, Κέα,
Νεμέα, Τεγέα· Ρέα.
(εα) κύρια προπαροξ., με αι: Νίκαια, Νίσαια, Ποτίδαια, Φώκαια.
(έικος) επίθ., (έικα) ουσιαστ. (πληθ.), με αι: αθηναίικος, Παπαχρισταίικα, Μαζαίικα.
(έλνο) ρήματα, με ε: παραγγέλνω, στέλνω.
(εμα), (εμός) ουσ. παράγωγα από ρήματα: βασίλεμα, ρέμα, στένεμα· μισεμός, πηγεμός.
(ενα) ουσ. προπαροξ., με αι: δράκαινα, λύκαινα· Δημήτραινα, Μαυρομιχάλαινα.
(έι) ουσ. πληθ., με αι: νοικοκυραίοι, Γριβαίοι, Μποτσαραίοι.
(έος), (ιέος) επίθ., με αι: ακμαίος, αρχαίος, σπουδαίος, βαθμιαίος, στιγμιαίος, ωραίος.
Όμοια το ουσ. απευκταίο και τα προπαροξ. επίθετα αποτρόπαιος, βίαιος, δίκαιος.
Γράφονται με ε το νέος, τα επίθετα σε (λέος) εκτός από το κεφαλαίος: ρωμαλέος, πειναλέ-
ος, φευγαλέος, φρικαλέος, καθώς και τα ρηματικά επίθετα σε (τέος): προπληρωτέος.
(έος) εθνικά, με αι: Αθηναίος, Ευρωπαίος. Όμοια και τ’ αντίστοιχα οικογενειακά: Σαντο-
ριναίος.

4. υ ή β, φ;

αβγατίζω, αυγό, αυτί, βρίσκω (ήβρα, άβρετος, δυσκολόβρετος), εύρημα, εφεύρεση, εφευρί-
σκω, γαβγίζω, Δαβίδ, καβγάς, καταβόδιο, καταβοδώνω, λαβράκι, λάβρος, λαύρα, μαύρος,
Ναβαρίνο, προβοδίζω, σκλάβος, Σλάβος, στάβλος, τάβλα, τραβώ.
Βαυαρία, Βαταβία, Καλαβρία, Μολδαβία, Μοράβας, Νέβας, Ναβάρρα, Παβία, Πολτάβα,
Σκανδιναβία· Γουστάβος.

5. Δύο όμοια σύμφωνα ή ένα;

Γράφονται με δύο όμοια σύμφωνα:


α) Λέξεις αρχαίας καταγωγής που γράφονταν έτσι και στην αρχαία γλώσσα: γλώσσα,
Ελλάδα.
β) Πολλά οικογενειακά ονόματα: Ζάππας, Καλλιγάς, Ράλλης.
γ) Τα ξενικά κύρια ονόματα, που γράφονται έτσι και στην ξένη γλώσσα: Ολλανδία·
Ρουσσό, Λέσσιγκ, Σίλλερ, Πιττ.

Γράφονται με ένα σύμφωνο:


Λέξεις αρχαίας καταγωγής, όταν με το να έχουν αλλάξει φωνητικά δε μας είναι πια
φανερή και γνώριμη η σχέση τους με τον παλιό τύπο. Επίσης λέξεις που ανήκουν στη μετα-

57
γενέστερη γλώσσα: κότα (κόττος), κουκί (κόκκος), κουλούρι (κολλύριον), μάνα (μαννάρι-
ον), παπάς (πάππας), στουπί (στυππείον).
β) Οι νεότεροι φωνητικοί τύποι, που γεννήθηκαν με αποβολή ή αφομοίωση εξακο-
λουθητικού προς το ακόλουθο εξακολουθητικό σύμφωνο: πράμα (πράγμα), όμορφος (εύμορ-
φος), ρέμα (ρεύμα), βασιλεμένος (βασιλευμένος), πεθερός (πενθερός), νύφη (νύμφη).
γ) Οι λέξεις ξένης καταγωγής, εκτός από τα κύρια ονόματα, που διατηρούν τα διπλά
τους γράμματα: (ακουμπώ λατινικό accumbo), κανέλα (ιταλικό canella). Διατηρούν ωστόσο
το διπλό τους σύμφωνο οι ξένες λέξεις που είχαν μπει ήδη στην αρχαία γλώσσα, καθώς και
οι εβραϊκές: αλληλούια, Σάββατο κτλ.
Στον ακόλουθο καθοδηγητικό πίνακα αναγράφονται οι περισσότερες λέξεις που παρου-
σιάζουν ζήτημα γραφής με όμοια σύμφωνα, ας είναι και αδικαιολόγητα, ρυθμισμένες σύμ-
φωνα με τις παραπάνω αρχές.
Γράφονται με ββ: Σάββατο, Σάββας.
Γράφονται με β: αβάς, κρεβάτι, ραβίνος.
Γράφονται με δδ: Σαδδουκαίος.
Γράφονται με δ: αδηφάγος, Βούδας, βουδισμός.
Γράφονται με κκ: ακκισμός, ανέκκλητος, εκκαθάριση, εκκλησία, εκκρεμώ, έκκριση, κακ-
κάβι, κόκκινος, κόκκος, κουκκίδα, λάκκος. Μέκκα, Περδίκκας, Τρίκκη, Ρεβέκκα.
Γράφονται με κ: ακουμπώ, βούκα, κόκαλο, κόκορας, κοκίτης, κοκόνα, κουκί, κουκουβάγι-
α, κούκος, κούκου, κούκουδο, κουκούλα, κουκούλι, κουκουνάρι, κουκούτσι, μπουκώνω, ξω-
κλήσι, ρόκα, σάκος, σιρόκος, στόκος, τσουκάλι, φλόκος, Μαρόκο, Φραγκοκλησιά.
Γράφονται με λλ: αγαλλίαση, αγγέλλω (αλλά άγγελος, αγγελία), αλλά, αλλαγή, αλλάζω, α-
παλλάσσω, αλλεπάλληλος, άλλος, αλλοπρόσαλλος, αλλού, άμιλλα, απαράμιλλος, αναγαλλιάζω,
αναστέλλω, απαλλοτριώνω, -βάλλω, βδέλλα, δικέλλι, ειδύλλιο, ελλέβορος, έλλειμμα, έλλειψη
(αλλά έλειπα, έλειψα), ελλειπτική, ελλόγιμος, θαλλός, θάλλω, καλλιγραφία, καλλιέργεια, κάλ-
λιο, καλλιτέχνης, καλλονή, καλλυντικός, καλλωπίζω, κατάλληλος, κόλλα, κολλιτσίδα, κόλλυβα,
κολλύριο, κολλώ, κοράλλι, κορυδαλλός, κρύσταλλο, κύπελλο, κωμειδύλλιο, μαλλί, μάλλον, μέ-
ταλλο, μεταλλείο, μέλλον, μέλλω, παράλληλος, ποικίλλω (αλλά ποικίλος), πολλαπλασιάζω,
πολλοί, πρωτόκολλο, συλλαβή, συλλαμβάνω, συλλαλητήριο, συλλείτουργο, σύλληψη, συλλογή,
συλλογίζομαι, σύλλογος, συλλυπούμαι, -στέλλω, σφάλλω, τριφύλλι (αλλά Τριφυλία), υπάλλη-
λος, φελλός, φύλλο (αλλά φυλή, φύλο), χρυσαλλίδα, ψάλλω, ψελλίζω, ψύλλος.
Ελλάδα, Έλληνας, Καλλίδρομο, Κεφαλληνία, Κεφαλλονιά, Κυλλήνη, Πέλλα, Πελλήνη, Α-
ντίλλες, Βαστίλλη, Βερσαλλίες, Βρυξέλλες, Γαλλία (αλλά Πορτογαλία). Έλλη, Καλλιόπη, Καλ-
λέργης, Καλλίας, Καλλιγάς, Καλλίμαχος, Ρηγίλλη, Σίβυλλα, Σύλλας, Ψελλός.

58
Γράφονται με λ: άργιλος, βάκιλος, βίλα, βανίλια, βούλα, γάλος (αλλά Γάλλος), γρίλια, γρυ-
λίζω, γρύλος, γορίλας, δολάριο, θρύλος, καβάλα, κάγκελο, καλαισθησία, καριοφίλι, κολάρο,
κολίγας, κουλός, λίβελος, μακελειό, μαλώνω, μαξιλάρι, μίλι, μπάλα, μπαλόνι, παλικάρι, πορ-
τοφόλι, πουλί, σέλα, σκύλος, τάλιρο, τορπίλα, τρελός, τρούλος, φάκελος, φάλαινα, φελί, φυσα-
λίδα, ψαλίδι.
Δαρδανέλια, Καβάλα, Πορτογαλία, Τριφυλία.
Έτσι και οι καταλήξεις -έλα: κανέλα, κασέλα, κοπέλα, μπροστέλα, σαρδέλα, φανέλα, φου-
στανέλα (αλλά βδέλλα, δικέλλα· θύελλα)· -έλι: κοκκινέλι, κουνέλι, κουρέλι, μπιζέλι, παστέλι· -
έλο: βέλο, καπέλο, μοντέλο, πινέλο, φουρνέλο· -ούλα, -ούλι, -ούλης: βαρκούλα, καρδούλα,
μεδούλι, μικρούλης· -πουλο, -πούλα: αρχοντόπουλο, ψαροπούλα.
Τ’ αρχαία κύρια ονόματα σε (λος) γράφονται με ένα λ όταν είναι παροξύτονα και με δύο
όταν είναι προπαροξύτονα: Αισχύλος, Κρατύλος, Ρωμύλος, Ζωίλος· αλλά Κάτουλλος, Τίβουλ-
λος, Κύριλλος, Θράσυλλος, Ρήγιλλος, Τελέσιλλα.
Γράφονται με μμ: άμμος, αμμωνία, άναμμα, αόμματος, βάμμα, βλέμμα, γραμματέας, γραμ-
μάριο, γράμμα, γραμματική, γραμμή, δίλημμα, εκατομμύριο, έλλειμμα, έμμεσος, έμμετρος, έμ-
μισθος, έμμονος, θρυμματίζω, κάλυμμα, κόμμα, κομμάτι, κομματίζομαι, κομματιάζω, κομμω-
τής, κρεμμύδι, λήμμα, μαμμωνάς, πλημμέλημα, πλημμύρα, ράμμα, στέμμα, στρέμμα, συμμα-
ζεύω, συμμαθητής, σύμμαχος, συμμερίζομαι, συμμετοχή, συμμετρία, συμμορία, συμμορφώνω,
τρίμμα. Έμμα, Εμμανουήλ κτλ.
Γράφονται με μ: ανοιχτομάτης, μαυρομάτης κτλ., γόμα, καμιά, κομό, κομοδίνο, κόμοδος,
μαμά, μαμή, μαμούθ, μαμούνι, όμορφος, φλαμούρι, ψιμύθι. Τύποι καθώς θάμα, τάμα, κλάμα,
πράμα, ρέμα, ψέμα, ψάρεμα.
Γράφονται με νν: βλέννα, γέεννα, γενναίος, γέννημα, γεννώ, εννιά, εννιακόσια (αλλά ένα-
τος, ενενήντα, ενενηντάρης), έννοια, εννοώ, έννομος, καννάβι, παλιννόστηση, παννυχίδα, σύν-
νεφο, συννυφάδα, τήβεννος, τύραννος, χάννος.
Ούννος. Αλόννησος, Πελοπόννησος, Προκόννησος (αλλά Χερσόνησος, Πριγκιπόνησος,
Εφτάνησα), Γιάννενα, Απέννινα, Κάννες, Λοζάννη, Ραβέννα. Άννα, Γιάννης, Γεννάδιος, Κό-
ριννα.
Γράφονται με ν: αέναος, Γενάρης, γενεά, γούνα, ενεός, ερινύες, κάνα, κανέλα, κανίβαλος,
κάνουλα, κολόνα, μάνα, νόνα, νονός, πανί, πένα, σονέτο, τόνος (για όλες τις σημασίες). Βρε-
τανία (καλύτερα έτσι) 4 .

4
Οι αρχαίοι Έλληνες έγραφαν Βρετανός, Βρετανία, Βρετανικός και Βρεττανός, Βρεττανία, Βρεττανικός. Οι
Ρωμαίοι έγραφαν Britannus, Britannia.

59
Γράφονται με ππ: ιππικό, ιπποδρόμιο, ιππότης, μόνιππο κτλ., κάππαρη, παππούς (αλλά
παπάς). Ιόππη, Καππαδοκία, Φιλιππίνες, Ιππίας. Λύσιππος, Φίλιππος.
Γράφονται με π: γρίπη, κάπα, καπέλο, καπουτσίνος, κούπα, παπάς, σούπα, στέπα, στουπί.
Γράφονται με ρρ: αιμορραγία, αμφίρροπος, αναντίρρητος, αναρριπίζω, ανάρρωση, αντίρ-
ρηση, αντίρροπος, απόρροια, απορρίπτω, απορρίχνω, απορροφώ, άρρωστος, διαρροή, διαρ-
ρυθμίζω, επίρρημα, επιρροή, έρρινος, ετοιμόρροπος, θάρρος, ιδιόρρυθμος, ισορροπία, καταρ-
ράκτης, μεταρρυθμίζω, μηχανορραφία, ομόρρυθμος, παλίρροια, παρρησία, πρόρριζα, πρόρρη-
ση, πυρρίχη, πυρρός, σύρριζα, συρροή, ψυχορραγώ. Όμοια λέξεις καθώς υπερρομαντικός, υ-
περρεαλιστής κτλ.
Αντίρριο, Σέρρες. Πύρρος, Ερρίκος.
Γράφονται με ρ:
α) Λέξεις αρχαίες ή και νέες, που σύμφωνα με τον αρχαίο κανόνα γράφονται με ρ:
βοριάς, ορός (καλύτερα έτσι), εσώρουχο, ευρυθμία (αλλά αρρυθμία), εύρωστος. Φερές, Φε-
ραίος, Ψαρά.
β) Οι ρηματικοί τύποι οι σύνθετοι με το επίρρημα ξανά ή το αχώριστο ξε-: ξαναρίχνω –
ξανάριξα· ξεριζώνω – ξεριζωμένος, ξεράβω – ξέραψα.
γ) Οι αυξημένοι ρηματικοί τύποι των περασμένων χρόνων: έραψε – (ε)ράφτηκε,
(ε)ροκάνισα, (ε)ρητόρεψα, (ε)ρήγωσα, (ε)ρύθμισα, (ε)ρεζιλεύτηκε.
δ) Τα νεότερα σύνθετα: αγριοροδιά, αναρωτιέμαι, αρχιραβίνος, ασπρόρουχα, βαθύριζος,
γαλλορωσικός, κατάραχα, γλυκόριζα, ελληνορουμανικός, ελληνορωμαϊκός, εμποροράφτης,
καλορίζικος, μισοραγισμένος, μισορημαγμένος, μονορούφι, ξενοράβω, προραφαηλικός, σιγο-
ρουφώ, συχνορωτώ, ψευτορομαντικός κτλ.
ε) Οι ξένες λέξεις: κάρο, καρούλι, μπάρα, περούκα, σαβούρα, σέρα, ταράτσα κτλ.
Γράφονται με σσ: βύσσινο, βυσσοδομώ, γλώσσα, θάλασσα, κασσίτερος, κίσσα, κισσός, κο-
λοσσός, κρόσσι, κυπαρίσσι, λύσσα, μέλισσα, μολοσσός, νάρκισσος, νεοσσός, πάσσαλος, περισ-
σεύω, περίσσιος, περισσότερο, πεσσός, πίσσα, σουσσούμι, συσσίτιο, σύσσωμος, συσσωρεύω, -
τάσσω, τέσσερα. Τα παράγωγα σε -ισσα: βασίλισσα, αρχόντισσα, Σαμιώτισσα κτλ. (αλλά σά-
ρισα).
Αλικαρνασσός, Βριλησσός, Έδεσσα, Ελασσόνα, Θεσσαλία, Μασσαλία, Μεσσηνία, Οδησ-
σός, Όσσα, Παρνασσός, Αβησσυνία, Ασσυρία, Λισσαβόνα, Μισσισσιππής. Βησσαρίωνας,
Κασσάνδρα, Κασσιόπη, Μελισσηνός.
Γράφονται με σ: αλυσίδα, άσος, ατίθασος, δισάκι, κάσα, κλασικός, κλώσα, μασόνος, μι-
σεύω, μπούσουλας, ουσάρος, πασαλείβω, πασάς, ποτάσα, ρούσος, σουσάμι, φασαρία, φουσά-
το. Όμοια οι λέξεις σε -έσα: κοντέσα, πριγκιπέσα.

60
Αμισός, Αργινούσες, Ερεσός (στη Μυτιλήνη) αλλά Ιερισσός (στη Χαλκιδική), Ιλισός, Κη-
φισιά (όχι Κηφισσιά, με δύο σ), Κηφισός, Κίσαβος, Κνωσός, Λάρισα, Λεμεσός, Πάμισος, Πα-
τήσια, Ρωσία. Βελισάριος.
Γράφονται με ττ: αττικισμός, διττός, ελάττωμα, ελαττώνω, ήττα (η) (αλλά ήτα το γράμμα),
κύτταρο, περιττός, τριττός, ψιττακίζω – Αττική, Αρδηττός, Λεττονία, Λυκαβηττός, Υμηττός,
Φρεαττύδα. Πιττακός.
Γράφονται με τ: βλατί, γάτα, κότα, κότερο, λότο(ς), πίτα, σαΐτα, σκαρλάτος, τρατέρνω. Βρετα-
νία, Κωλέτης. Όμοια οι καταλήξεις -έτα: ομελέτα, οπερέτα, πετσέτα, ρακέτα, ροκέτα, τουαλέ-
τα· -έτο: καβαλέτο, κασκέτο, κλαρινέτο, κουφέτο, πακέτο, σονέτο, στιλέτο· -ότο: βαρελότο,
καρότο, μπισκότο, τσιρότο.
Με φφ δε γράφεται καμιά λέξη 5 .

6. γγ ή γκ

Γράφονται με γγ: α) όσες λέξεις γράφονταν έτσι στην αρχαία γλώσσα και τα παράγωγά
τους. λ.χ. άγγελος, φέγγω – αστροφεγγιά, β) μερικές ακόμη νεότερες λέξεις ελληνικής κατα-
γωγής με αρχαίο γ: αγγούρι, σπαράγγι, γ) μερικά ξενικά κύρια με ng: Αγγλία, Βεγγάζη, Βεγγά-
λη, βεγγαλικό, Ουγγαρία, και δ) μερικά οικογενειακά: Ζέγγελης, Προβελέγγιος κ.ά. Έτσι γρά-
φουμε:
αγγούρι, βεγγαλικό, γάγγλια, γάγγραινα, γογγύζω, γογγύλι, έγγαμος, εγγόνι, εγγράμματος,
έγγραφο, εγγυητής, ευαγγέλιο, εχέγγυο, ίλιγγος, κλαγγή, λαρύγγι, λυγγιάζω, μαγγανεία (φίλτρο),
μαγγάνιο (το στοιχείο), μάγκανο(ς) (είδος μηχανήματος), μαγκανοπήγαδο, μαγκανίζω, μηλίγ-
γι, μηνιγγίτης, παλιγγενεσία, παραγγελία, παρασάγγης, σάλπιγγα, σπαράγγι, στραγγίζω, στραγ-
γαλίζω, στραγγουλίζω, στρογγυλός, συγγενής, συγγνώμη, συγγραφέας, συρίγγιο, σφαλάγγι,
σφίγγα, σφίγγω, σφουγγαρίζω, σφουγγίζω, σφουγγάτο, υπέγγυος, υπερφαλαγγίζω, φάλαγγα,
φάλαγγας, φαλάγγι, φαράγγι, φεγγάρι, φέγγω, φερέγγυος, φθόγγος, φόρμιγγα, φραγγέλιο.
Αγγελόκαστρο, Μεσολόγγι, Πάγγαιο, Αγγλία, Γάγγης, Μογγολία, Ουγγαρία. Αγγελική, Άγ-
γελος, Βαγγέλης, Λογγίνος.

61
7. ντζ και όχι τζ

Με ντζ γράφονται λέξεις καθώς: άντζα, βελέντζα, γάντζος, καλικάντζαρος, μαντζούνι, μα-
ντζουράνα, μούντζα, μουντζαλιά, μουντζούρα, μπρούντζος, νεράντζι, παντζάρι, παντζούρι,
σκαντζόχοιρος, τέντζερης, τζίντζιρας. Η μελιτζάνα γράφεται με τζ.
Γλαρέντζα, Κιλιμάντζαρο, Μαντζουρία· Βιτσέντζος, Λορέντζος, Λορεντζάτος, Μαντζαβίνος,
Μάντζαρος, Φραντζής.

8. Ο καταχρηστικός δίφθογγος

Το πρώτο μέρος του καταχρηστικού διφθόγγου (ια), (ιο), (ιου), (ιε), (ιι) γράφεται:
Α) Με ι. Αυτό γίνεται σε λέξεις:
α) με ετυμολογικό αρχαίο ι: πιες, γιατί, ή υι: γιος, παραγιός, οργιά κτλ.·
β) νεότερες ελληνικές λέξεις καθώς: λιώνω, νιώθω, μετανιώνω, φτιάνω· αναρωτιέμαι,
κρατιόμαστε·
γ) ξένης καταγωγής: γρινιάζω, μπάνιο·
δ) με ετυμολογικό αρχαίο ε, αι: (λεοντάρι) λιοντάρι, (αρχ. βορέας) βοριάς, (μσν. οξέα) ο-
ξιά, (ελαία) ελιά, (σπήλαιον) σπηλιά. (Βαρθολομαίος) Βαρθολομιό, (Ματθαίος) Μαθιός.
Β) Με η, υ, ει, οι, σε λέξεις κληρονομημένες που γράφονται:
α) με η: καληώρα, σβηώ·
β) με υ: δυόσμος, γυαλί, έμπυο, Καρυά·
γ) με ει: αδειάζω, θειάφι, και διάφορες λέξεις σε -εια, -ειο: αλήθεια, φτώχεια, στοιχειό·
δ) Με οι, δοιάκι (αρχ. οίαξ), έννοια, μονοιάζω, νοιάζομαι, ποιοι, όποιος· τέτοιος.

Το σύμπλεγμα (ρια), (ριο) κτλ. γράφεται συνήθως χωρίς γ ύστερα από το ρ: ανάριος, και-
νούριος, σεριανίζω, στεριά, στεριανός. Παριανός, Ποριώτης, Συριανός. Μαριώ, Μαριορή,
Μαριάνθη κτλ.
Γράφεται με γ στις λέξεις: λειτουργιά, οργιά, στο εθνικό Αμοργιανός 6 και σε μερικά κύρια
ονόματα: Σέργιος, Στέργιος, Στεργιόπουλος.

5
Με φ γράφονται και: γκάφα, καφές, κόφα, μαφία, οφίκιο – οφικιούχος, ραφινάτος, σκούφια, σοφέρ, τρούφα.
Γιάφα, Κάφρος.
6
Αλλά Μοριανός, εθνικό από τη Μόρια, χωριό της Μυτιλήνης.

62
9. Τα βαφτιστικά και τα οικογενειακά ονόματα

Βαφτιστικά ονόματα. Είναι ανάγκη να ενοποιηθεί περισσότερο ο τύπος των βαφτιστικών


ονομάτων, ο ορθογραφικός, αλλά κάποτε και ο φωνητικός, ώστε ν’ αναγράφονται ομοιό-
μορφα στα μητρώα και στους καταλόγους κάθε είδους. Εδώ γίνονται μόνο μερικές υποδεί-
ξεις.
Οι καταλήξεις πρέπει ν’ ακολουθούν τους σχετικούς ορθογραφικούς κανόνες. Τα θη-
λυκά λ.χ. σε (ο) πρέπει να γράφονται με ω (εκτός όταν είναι γένους ουδετέρου): Αφρόδω,
Βάσω, Φρόσω· τα θηλυκά σε (ι), με η: Βασιλική, Φιφή, Κική κτλ. και όχι, όπως γίνεται κά-
ποτε, ξενότροπα, με υ ή με ι: Πόλυ, Κίτυ, Τζένυ, Φάνυ, Νινί. Ο τονισμός πρέπει ν’ ακολου-
θεί και αυτός τους γενικούς τονικούς κανόνες: Λιλή, Κωστής, Παναγής, Δημαράς· Κατερίνα,
Νίκος, Σπύρος, Μάρκος. Οι ρίζες διατηρούν τον πιο κοινό φωνητικό τύπο, με την ιστορική
του ορθογραφία όσο πρόκειται για ονόματα ελληνικά: Γρηγόρης (και όχι Γληγόρης), Γιώρ-
γος, Άννα, Θάλεια και Θαλία, Κανέλα (όχι Καννέλα ή Κανέλλα), Μανόλης, Μαριορή, Παγόνα,
Πανώρια, Χρίστος – Χριστίνα 7 . Οι μετασχηματισμένοι χαϊδευτικοί τύποι, με τις ατομικές συ-
χνά παραμορφώσεις, είναι φυσικό να παίρνουν και κάποια μεγαλύτερη ορθογραφική ελευ-
θερία, αλλά και εδώ είναι γενικά καλό να συμμορφώνονται στον κανόνα, και να γράφονται
με απλά σύμφωνα: Κοκός, Λιλή, και με τα πιο απλά φωνήεντα (ε, ι, ο): Πόπη, όσο δεν υπάρ-
χει αντίθετος λόγος.

Οικογενειακά ονόματα. Τα οικογενειακά ελληνικά ονόματα παρουσιάζουν από ορθο-


γραφική άποψη, όπως γίνεται και σε άλλες γλώσσες, μεγάλη ακαταστασία και συχνά γράφο-
νται, αντίθετα με την ετυμολογία τους, με διπλά σύμφωνα: Πάλλης, Ψαρράς, Καρράς, Φλέσ-
σας· με αδικαιολόγητα η, υ, ω, αι κτλ.: Γρυπάρης (από το γρίπος), Βελώνης (από το βελόνα),
Μοίρας (από το αρβ. μιρ καλός), και με ορθογραφικούς εξελληνισμούς: Λάγιος – Λάιος, κά-
ποτε άνισους: Βουρνάζος, Βογιατζής, Boγιατζίδης, Βαφείδης, αλλά και Μπουρνάζος, Μπογια-
τζής, Μπογιατζίδης. Από το άλλο πάλι μέρος χρησιμοποιούνται και γραφές φωνητικές, κα-
θώς Καργιωτάκης, Στεργιόπουλος, ή και αντίθετες με την ετυμολογία: Σχινάς αντί Σχοινάς,
Αυδελίδης, Ραυτόπουλος αντί Αβδελλίδης, Ραφτόπουλος κτλ. Έτσι συμβαίνει το ίδιο όνομα ή
η ίδια ρίζα να παρουσιάζουν κατά τον κάτοχό τους διπλές και πολλαπλές γραφές: Αντίπας,
Αντύπας και Αντίππας· Παπάς, Παππάς· Παπαδάκης, Παπαδάκις, Παππαδάκης, Παπαδόπου-
λος, Παππαδόπουλος, Παπαδόπουλλος· ή να γράφονται όμοια διαφορετικής καταγωγής ονό-

7
Τα χριστιανικά βαφτιστικά ονόματα Χριστόδουλος, Χριστοδούλη, Χρίστος, Χριστάκης, Χριστίνα, Χριστούδα,
Χριστόφορος, Χριστόφιλος, Χριστοφής κτλ. είναι απίθανο να έχουν σχέση με το Χρήστος (από το επίθετο χρη-
στός) που βρέθηκε σε αρχαία επιγραφή.

63
ματα: Καριώτης, από την Ικαρία, αλλά και από την Καρυά. Η ορθογραφική αυτή πολυτυπία
γεννά δυσκολίες, ιδίως όταν πρόκειται ν’ αναζητηθεί ένα όνομα σε καταλόγους τηλεφωνι-
κούς λ.χ., ή μητρώα κτλ.
Θα ήταν καλό να συγχρόνιζαν οι κάτοχοι τέτοιων ονομάτων την ορθογραφία τους, φυσι-
κά όμως δεν είναι σωστό τρίτοι ν’ αλλάζουν την ορθογραφία ξένων οικογενειακών ονομά-
των – εκτός όταν αυτά αναγράφονται γενικά ή όταν αυτοί δεν είναι γνωστοί. Είναι όμως πά-
ντα σωστό να διατηρηθεί η καθιερωμένη ορθογραφία ιστορικών ονομάτων: Κοραής, Βηλα-
ράς, Σολωμός. Μόνο σε γενικά γραφικά ζητήματα καταλήξεων σχηματιστικών, τονισμού
κτλ. είναι σωστό να ενοποιηθεί η ορθογραφία των οικογενειακών. Από την άποψη αυτή εί-
ναι άτοπο και άσκοπο να γράφονται μερικά οικογενειακά με το απαρχαιωμένο τζ ενώ προ-
φέρεται τσ: Μουτζόπουλος.

10. Τα ξενικά κύρια ονόματα. Γραφή και ορθογραφία 8

Τα ξενικά κύρια ονόματα, τοπωνυμίες και ανθρωπωνύμια, γεννούν, όταν θελήσουμε να τ’


αποδώσουμε ελληνικά, πολύπλοκα ζητήματα με τις αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις που πα-
ρουσιάζουν και την αδυναμία μας να εφαρμόσουμε ένα σύστημα. Οι λόγοι είναι πολλαπλοί:
Ασυμφωνία προφοράς και γραφής στην ξένη γλώσσα, πολλαπλή προφορά είτε μέσα στην
ξένη γλώσσα είτε γιατί μεσολάβησε άλλη πριν πάρουμε τα ξενικά κύρια· φθόγγοι ξενικοί
ανύπαρκτοι στα ελληνικά ή που αποδίνονται δύσκολα ή μόνο χοντρικά με το αλφάβητό μας
(λ.χ. τα γαλλικά ch, j, d – nd – nt)· πολύχρονη προφορική ή και γραπτή παράδοση στα ελλη-
νικά και απόδοση κατά τις λέξεις με διαφορετικό τρόπο. Καταντά έτσι όχι μόνο δυσκολότα-
το αλλά και άσκοπο να επιδιώξει κανείς ενιαίο σύστημα μεταγραφής. Το σωστότερο είναι να
εφαρμοστούν οι ακόλουθες καθοδηγητικές γραμμές:

Για όσα κύρια έχει καθιερωθεί από καιρό μια γραφή (εξελληνισμένη) ή μια ορθογραφί-
α, φυλάγεται αυτή αμετάβλητη: Λιψία (όχι Λάιψιγκ), Ερρίκος, Μάκβεθ (αγγλ. προφ. Μακ-
μπέθ), Σαίκσπηρ. Ένας πρόσθετος ακόμη λόγος να γίνει αυτό είναι όταν ο τύπος του κύριου
ονόματος είναι με το παραπάνω ξενότροπος: Μΰνχεν – Μόναχο, Τσΰριχ – Ζυρίχη ή όταν συ-
νηθίζονται στην ομιλία πολλαπλοί ξενικοί τύποι (Μπάζελ – Μπαλ – Βασιλεία).

8
Το ζήτημα της μεταγραφής των ξένων κύριων ονομάτων δεν έχει λυθεί μέχρι σήμερα (1995). Παρά τις οδη-
γίες του Τριανταφυλλίδη, φαίνεται ότι η τάση που επικρατεί είναι εκείνη της απλοποίησης (φωνητική μετα-
γραφή), ακόμα και για τις παραδοσιακές γραφές (όπως Σέξπιρ, βλ. λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη και διάφορες
εφημερίδες).

64
Όσα ξενικά κύρια δεν έχουν πάγια γραφή στα ελληνικά, όσων η ορθογραφία είναι εύ-
κολο ν’ αλλάξει ή όσα πρωτογράφονται, ρυθμίζονται, όσο είναι δυνατό, με τις ακόλουθες
απόψεις:
α) Όταν στην ξένη γλώσσα διαφέρουν ορθογραφία και προφορά, τα ξενικά κύρια μετα-
γράφονται κατά την περίσταση, κατά την προφορά ή κατά τη γραφή, ή και κατά τα δυο μαζί:
Τολστόη(ς) (προφ. Ταλστόι), Μασσαχουσέττη (αγγλ. Massachousetts, προφ. masatšousets).
β) Όταν τα ξενικά κύρια μεταγράφονται σύμφωνα με την ορθογραφία της ξένης γλώσσας,
ορθογραφούνται ελληνικά σύμφωνα μ’ εκείνη, όσο αυτό δεν έχει αποτέλεσμα ν’ αλλάξει και
η προφορά τους:
1. Αντίθετα με ό,τι γίνεται με τις κοινές λέξεις ξένης καταγωγής, στα ξενικά κύρια ονό-
ματα τα u (γαλλ.), y, ai αποδίνονται με υ, αι: Μυσσέ, Νέα Υόρκη, Βολταίρος, Βερλαίν, Μπο-
ντελαίρ.
2. Τα ξενικά όμοια σύμφωνα αποδίνονται με όμοια και χωρίς τους περιορισμούς της ελ-
ληνικής ορθογραφίας, που αποκλείει δύο όμοια σύμφωνα στο τέλος της λέξης ή με ακόλου-
θο άλλο σύμφωνο: Μυσσέ, Ροσσίνι, Σίλλερ, Μισσισσιππής. Έτσι και Στουττγάρδη, Πιττ, Ροςς.
3. Δεν αποδίνονται με η, ω τα φωνήεντα ή οι δίφθογγοι (ι), (ο) που είναι ή που θεωρού-
νται μακρόχρονα, εκτός από μερικές λέξεις που καθιερώθηκαν έτσι παλιότερα: Διδερό, Δι-
δό(τος), Ουάσιγκτον, Τυδόρ, Βουρβόνοι, Γλασκόβη – Πολωνία.
4. Για τον ίδιο λόγο, και περισσότερο ακόμη, αποδίνονται με ι, ε, ο μερικά ξένα φωνήε-
ντα και δίφθογγοι, που μεταγράφονται συνήθως με η, ει, οι, αι, ω. Έτσι γράφονται με ι:
Γκριγκ, Μπίκονσφιλντ· με ε: Μοντρέ, Κέμπριτς (όπως και το κεκ, αγγλ. cake)· με ο: Μιραμπό,
Μπουαλό, Ρεομύρ(ος), Ρουσσό, Γκοτιέ, Μοπασσάν, Μπότλερ (όπως και το χολ, αγγλ. hall).
5. Το αρχικό ξενικό h (πότε δασυπρόφερτο και πότε άφωνο) άλλοτε αποδίνεται με το χ
και άλλοτε δεν αποδίνεται καθόλου: Χάβρη, Χόγκοκ, Χυδεραβάδη, Χάυδεν, Χέντελ – Αβάνα,
Ελβετία, Ισπανία, Έγελος. Το εσωτερικό h αποδίνεται με χ όταν προφέρεται: Μάνχαϊμ, Τέ-
μπελχοφ (Tempelhof)· αλλά Ονέ (Ohnet), Μακμαόν (Mac-Mahon).
6. Τα ξενικά b, d, g μεταγράφονται κατά την περίσταση μπ, ντ, γκ αλλά και β, γ, δ, (ιδίως
σ’ εξελληνισμένους τύπους) και –τα τελικά– ακόμη και με κ, π, τ: Μπάντεν, Βάγνερ,
Γερτρούδη, Βάδη, Σάδοβα· Κάρλσμπαντ ή Κάρλσμπατ, (Ford) Φορτ.
Τα ξενικά mb, nd, ng μεταγράφονται μπ, ντ, γκ ή και γγ, κάποτε και μβ, νδ: Ρέμπραντ,
Αμβούργο, Σαγκάη, Λογκμπίτς, Σπρίγκφιλντ· Αγγλία, Βεγγάζη, Βεγγάλη.
Τα ξενικά mp, nt, nk μεταγράφονται μπ, ντ, γκ (ή και νκ): Σεμπλόν, Αμπέρ, Μόντε-Κάρλο,
Καντ, Φραγκφούρτη, Νανκίν, Λίνκολν.
Το τελικό ng μεταγράφεται συνήθως γκ: Σέμεριγκ, Ριγκ, Λέσσιγκ, Μπράουνιγκ.

65
Το τελικό nd μεταγράφεται ντ: Μπουντ, Όκλαντ, Πόρτλαντ.
Για την περίσταση που θα θέλαμε ν’ αποδώσουμε και στη γλώσσα μας την προφορά
μερικών ξενικών φθόγγων, χρήσιμων για τα κύρια προπάντων ονόματα, θα μπορούσαν
να καθιερωθούν για τα γαλλικά u, eu, ch, g τα ελληνικά υ, ο με μία ή δύο τελείες από πάνω
τους: ü, ö και το σ και ζ με μία οξεία επάνω τους: σ΄, ζ΄. Επίσης θα μπορούσαν να χρησιμο-
ποιηθούν, για την απόδοση των άρρινων b, g, d, to β΄, γ΄, δ΄, έτσι που να μη διαβάζονται σαν
να ήταν μπ, γκ, ντ.

Όταν αποτεινόμαστε σ’ επιστημονικό κοινό, σε κείμενα επιστημονικότερα, και όταν πρό-


κειται για ονόματα που δεν έχουν ακόμη πάρει ελληνικό τύπο, ή όσο τα μεταχειριζόμαστε με
τον ξενικό τύπο, μπορούμε να τα γράφουμε, όπως και στις ξένες λέξεις, με το λατινικό αλ-
φάβητο: Dante, Beethoven, Freud.

66
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(έργα που αναφέρονται στο κείμενο)

Benveniste E. (1966), «Η σχέση των χρόνων στο γαλλικό ρήμα», Γλώσσα, 19, 1989, με-
τάφρ. Ε. Σακαντάνη-Μπότσογλου.

Benveniste E. (1966), «Σχετικά με την υποκειμενικότητα της γλώσσας», Γλώσσα, 10, 1986,
μετάφρ. Ά. Ιορδανίδου.

Chantraine P. (1939), «Remarques sur les rapports entre les modes et les aspects en grec»,
BSL, 40.

Ebbesen S. (1979), «Contract verbs in Common Modern Greek», Ελληνικά, 31.

Hamp E. (1961), «Το ρήμα εν τη σημερινή ομιλουμένη ελληνική γλώσση», Αθηνά, 65.

Holt J. (1943), «Etudes d΄aspect», Acta Jutlandica, Aarsskrift for Aarhus Universitet, XV, 2,
Copenhague.

Humbert J. (1972), «Syntaxe grecque», Paris, Klincksieck.

Jakobson R. (1963), Essais de linguistique générale, tome 1, Les fondations du langage,


Paris, Minuit.

Koutsoudas A. (1962), Verb Morphology of Modern Greek, The Hague/ Mouton.

Mackridge P. (1960), Η νεοελληνική γλώσσα, εκδ. Πατάκη, μετάφρ. Κ. Ν. Πετρόπουλος.

Matthews P. (1967), «The main features of Modern Greek Verb Inflection», Foundations of
Language, 3.

Mirambel A. (1978), Η νέα ελληνική γλώσσα, Θεσσαλονίκη, Ινστιτούτο Νεοελληνικών


Σπουδών, μετάφρ. Σ. Κ. Καρατζά.

Seiler H. (1952), L΄aspect et le temps dans le verbe neo-grec, Paris, Les Belles Lettres.

Warburton I. (1970), «On the verb in Modern Greek», Language Sciences Monograph 4,
Indiana Univercity Press, Bloomington.

67
Βελούδης Γ. και Φιλιππάκη-Warburton Ει. (1984), «Η υποτακτική στα νέα ελληνικά»,
Μελέτες για την ελληνική γλώσσα, Θεσ/νίκη, εκδ. Κυριακίδη.

Βελούδης Γ. και Φιλιππάκη-Warburton Ει. (1985), «Η υποτακτική στις συμπληρωματι-


κές προτάσεις», Μελέτες για την ελληνική γλώσσα, Θεσ/νίκη, εκδ. Κυριακίδη.

Θεοφανοπούλου-Κοντού Δ. (1982), «Τα μέσα ρήματα της νέας ελληνικής», Μελέτες για την
ελληνική γλώσσα, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη.

Ιορδανίδου Ά. (1985), La diglossie en Grèce: étude d΄un cas précis, le participe, thèse de
Doctorat de 3ème cycle, Paris VII.

Ιορδανίδου Ά. (1992α), Τα ρήματα της νέας ελληνικής, Αθήνα, εκδ. Πατάκη.

Ιορδανίδου Ά. (1992β), «Κοινωνικά και υφολογικά προσδιορισμένη ποικιλία των ρημάτων


σε -άω, -άς και -ώ, -είς», Μελέτες για την ελληνική γλώσσα, Θεσ/νίκη, εκδ. Κυριακίδη.

Ιορδανίδου Ά. (1993): «La norme grammaticale et la pratique langagière: remarques sur la


morphologie du passif en grec moderne»,Cahiers Balkaniques, No 19, Paris.

Ιορδανίδου Ά. (1994), «Morphological variation of the passive imperfect in Modern


Greek», Themes in Greek Linguistics, J. Benjamins, Amsterdam / Pliladelphia.

Μπαμπινιώτης Γ. (1972), Το ρήμα της ελληνικής, Παν/μιο Αθηνών, Φιλοσοφική Σχολή, βι-
βλιοθήκη Σαριπόλου.

Νεοελληνική Γραμματική, έκδ. 1988, αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματι-


κής του Τριανταφυλλίδη του 1949.

Τζάρτζανος Α. (1946), Νεοελληνική σύνταξις, ανατύπωση 1989, Θεσ/νίκη, Κυριακίδη.

Τριανταφυλλίδης Μ. (1941), Νεοελληνική Γραμματική, ανατύπωση της έκδ. του ΟΕΣΒ,


Παν/μιο Θεσ/νίκης, Ινστ. ΝΕ Σπουδών, 1987.

Τριανταφυλλίδης Μ. (1963), «Ο τονισμός της γενικής των προπαροξύτονων σε -ος και ου-
δέτερων σε -ο», Άπαντα, β΄ τόμος.

68