You are on page 1of 39

Είναι ‘ο Υιός τού Θεού’ Θεός Αληθινός; Ποία η έννοια τής ονομασίας ‘ο Υιός τού

Θεού’;

Εις το κεφάλαιο αυτό θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε συνοπτικώς τι κρύβεται


πίσω από την φράση ‘ο Υιός τού Θεού’ κι αυτό όχι μόνο προς χάριν τών
ετεροδόξων, αλλά και διότι εξ ημών τών Ορθοδόξων υπάρχουν άνθρωποι που έχουν
γεράσει μέσα εις την Εκκλησία και όμως πιστεύουν ότι ο Χριστός δεν είναι ο Θεός,
αλλά είναι ‘ο Υιός τού Θεού’, κάτι δηλαδή διαφορετικό από Θεός!

Οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά, ορμώμενοι από διάφορα χωρία τής Γραφή όπως το
ΛΟΥΚ. Α:35 «και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή· Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε
και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι· διο και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός
Θεού» δηλαδή «Και ο άγγελος τής απάντησε: «Πνεύμα Άγιο θα έλθει επάνω σου και
δύναμη τού Υψίστου θα σε επισκιάσει. Γι’ αυτό και το άγιο παιδί που θα γεννηθεί, θα
είναι Υιός Θεού (όχι υιός ανδρός)», δυστυχώς βλέπουν και υπερτονίζουν την μία
όψη τού νομίσματος, ότι δηλαδή ο Ιησούς είναι Υιός τού Θεού ως άνθρωπος,
παραθεωρούντες την άλλη όψη του, τα χωρία δηλαδή και τις αναφορές που γίνονται
εις την Γραφή και αφορούν εις τον Ιησού ως τον Υιόν τού Θεού (ενάρθρως), με την
υψηλή δηλαδή και ανωτέρα έννοια. Μερικά από αυτά τα χωρία, που αφορούν εις την
υπερφυσική έννοια τής υιότητος τού Χριστού θα εξετάσουμε εις την παρούσα
μελέτη.

Για να εννοήσουμε λοιπόν, τι ακριβώς σημαίνει ο όρος ‘ο Υιός τού Θεού’ θα


αναλύσουμε πέντε περιστατικά από την Καινή Διαθήκη: Αυτό με τον εκ γεννετής
τυφλό που περιγράφεται εις το κατά ΙΩΑΝ. Θ:1-41, αυτό με τον Ναθαναήλ εις το
κατά ΙΩΑΝ. Α:50, την περίφημη ομολογία τού Αποστόλου Πέτρου εις το κατά
ΜΑΤΘ. ΙΣΤ:16-17, και την ερώτηση τού Καιάφα εις τον Ιησού κατά την διάρκεια
τής παρανόμου ‘δίκης’ Του εις το κατά ΜΑΤΘ. ΚΣΤ:63 και το περιστατικό κατά το
οποίο οι Ιουδαίοι αντελήφθησαν, ότι ο Ιησούς κήρυττε τον εαυτό Του ισόθεο που
περιγράφεται εις το κατά ΙΩΑΝ. Ε:18.

Ο διάλογος τού Χριστού με τον πρώην τυφλό

Μετά την τέλεση τού θαύματος εις τον εκ γεννετής τυφλό, έψαξε ο ίδιος ο Ιησούς
να εύρει τον θεραπευθέντα με τον οποίον είχε τον εξής διάλογο: «Ήκουσεν ο Ιησούς
ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ· συ πιστεύεις εις τον Υιόν τού
Θεού; 36. Απεκρίθη εκείνος και είπε· και τις εστί, κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; 37.
Είπε δε αυτώ ο Ιησούς· και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σού εκείνος εστίν. 38. Ο
δε έφη· πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ» (ΙΩΑΝ. Θ:35-38).

Μόλις ο Ιησούς απεκάλυψε, ότι είναι ο Υιός τού Θεού, αμέσως ο πρώην τυφλός
πίστευσε, και πλήρης ενθουσιασμού ύψωσε τον τόνο τής φωνής του και ωμολόγησε
την πίστη του λέγοντας: ‘πιστεύω, Κύριε’. Προηγουμένως προσεφώνησε τον Ιησού με
την λέξη ‘κύριε’ ως άνθρωπο (στίχ.36), γι’αυτό εις την περίπτωση αυτή ορθό είναι το
‘κύριε’ να γράφεται με κάππα μικρό και όχι με κεφαλαίο. Τώρα όμως προσφωνεί τον

1
Ιησού με την λέξη ‘Κύριε’ ως Θεό, και γι’αυτό το ‘Κύριε’ πρέπει να γράφεται με
κάππα κεφαλαίο.

Μετά το θαύμα ο πρώην τυφλός δεν θα ενδιαφέρθηκε να βρει και να ευχαριστήσει


τον ευεργέτη του Ιησού; Ασφαλώς θα ενδιαφέρθηκε. Αλλά δεν είναι αυτός που βρήκε
τον Ιησού. Είναι ο Ιησούς ‘ο ευρών αυτόν’. Δεν είμεθα εμείς που βρίσκουμε τον
Χριστό. Είναι ο Χριστός που ευρίσκει εμάς συμφώνως προς τον λόγο Του «Ήλθε ο
Υιός τού ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (ΛΟΥΚ. ΙΘ:10). Γράφει ο
Απόστολος Παύλος προς Χριστιανούς προερχομένους εκ τών εθνικών, οι οποίοι δεν
γνώριζαν τον Αληθινό Θεό και λάτρευαν ψευδοθεούς: «Νυν δε γνόντες Θεόν, μάλλον
δε γνωσθέντες υπό τού Θεού» (ΓΑΛ. Δ:9) δηλαδή «Τώρα όμως, αφού γνωρίσατε τον
Θεό, μάλλον δε ο Θεός γνώρισε εσάς (δηλαδή σάς έκανε δικούς Του)». Ο Θεός
δηλαδή άρχεται τού έργου τής σωτηρίας μας. Δεν αρχίζουμε εμείς, αλλά αρχίζει ο
Θεός το έργο τής σωτηρίας μας.

Όταν ο Χριστός βρήκε τον πρώην τυφλό τον ρώτησε: «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν
τού Θεού;». Γιατί ερώτησε ο Χριστός; Δεν ήξερε; Ασφαλώς ήξερε. Αλλά ερώτησε,
για να τού δώσει αφορμή να ομιλήσει, να συνομιλήσει μαζί του και να ομολογήσει.
Το ερώτημα απευθύνεται και προς τον καθένα από εμάς. Και είναι το σημαντικώτερο
ερώτημα, διότι προπάντων από την απάντηση εις το ερώτημα αυτό εξαρτάται η
σωτηρία ή απώλειά μας. Εις την φράση: ‘Συ πιστεύσεις;’, η αντωνυμία προτάσσεται
με έμφαση και αντιδιαστέλλει τον θεραπευμένο τυφλό προς τούς απίστους Ιουδαίους.
Η φράση δηλαδή σημαίνει: Οι Ιουδαίοι, προς τούς οποίους έδωσες μάχη, δεν
πιστεύουν. Εν αντιθέσει προς αυτούς ΕΣΥ πιστεύεις;

Άξιον παρατηρήσεως είναι το γεγονός ότι ο Χριστός δεν έθεσε το ερώτημα «Συ
πιστεύεις εις τον Θεό;», αλλά έθεσε το ερώτημα «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν τού
Θεού;» Υπάρχει και η γραφή «εις τον Υιόν τού ανθρώπου» η οποία όμως μαρτυρείται
από λιγότερους κώδικες εν σχέσει προς την αυθεντική «εις τον Υιόν τού Θεού».
Αναφέρουμε ενδεικτικώς όλους τούς κώδικες εις τούς οποίους απαντούν και οι δύο
γραφές, όπως αναγράφονται εις το Κριτικό Κείμενο τών Bruce M. Metzger, Kurt
Aland, Carlo M. Martini, Johannes Karavidopoulos, Barbara Aland, έκδ.1993:

«εις τον Υιόν τού ανθρώπου» ‫ א‬B D W it syr cop eth Origen

«εις τον Υιόν τού Θεού» A L Δ Θ Ψ 070 0141 0233 0250 f1 f13 28 33 157 180 205
565 579 597 700 892 1006 1010 1071 1241 1243 1292 1342 1424 1505 Byz [E F G]
Lect it vg syr cop arm geo slav Origen Theodore-Heraclea Chrysostom Cyril Tertulian
Victorinus-Rome Hilary Faustinus Augustine Vigilius

Πιστεύουμε ότι αυθεντική είναι η γραφή «εις τον Υιόν τού Θεού» για έναν ακόμη
λόγο. Εις το Ευαγγέλιο τού Ιωάννου ο συνήθης τίτλος τού Ιησού είναι ‘ο Υιόν τού
Θεού’. Ο δε σκοπός τού Ευαγγελίου τού Ιωάννου είναι να πιστεύσουν οι άνθρωποι,
ότι ο Ιησούς είναι «ο Χριστός ο Υιός τού Θεού» (ΙΩΑΝ. Κ:31). Ο τίτλος «ο Υιός τού
ανθρώπου» σημαίνει, κατά μίαν ερμηνεία, την ανθρώπινη φύση τού Ιησού. Αλλά
εκείνο προπάντων και κυρίως, το οποίο ζητείται από τούς ανθρώπους, είναι να
πιστεύσουν εις την θεία φύση τού Ιησού, ότι δηλαδή ο Ιησούς είναι ο Υιός τού Θεού
και Θεός, όπως ο Πατήρ Του. Για τούς ανωτέρω δύο λόγους αυθεντική θεωρούμε τη

2
γραφή «εις τον Υιόν τού Θεού». Βέβαια η Σκοπιά, κατά την πάγια τακτική της, έτσι κι
εδώ, επέλεξε την πιο ‘ανώδυνη’ γραφή, την γραφή ‘Υιόν τού ανθρώπου’.

Ως καλός Ισραηλίτης ο πρώην τυφλός πίστευε εις τον Θεό και ανέφερετο εις Αυτόν
επανειλημμένως: «οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει» (στίχ.31) και «ει μη
ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποείν ουδέν» (στίχ.33). Ερωτάται δε τώρα, εάν
πιστεύει εις τον Υιόν τού Θεού! Και το ότι οΥιός τού Θεού ταυτίζεται ως φύση και
ουσία με τον Αληθινό Θεό αυτό φαίνεται από τα εξής:

1) Εις την Παλαιά Διαθήκη αντικείμενο πίστεως ήτο ο Θεός ή Γιαχβέ ενώ εις την
Καινή Διαθήκη το πρόσωπο εις το οποίο πρέπει να πιστεύσει ο άνθρωπος για να
σωθεί είναι ο Μεσσίας ή Χριστός ή ο Υιός τού Θεού! Πρβλ. «Ο πιστεύων εις τον
Υιόν έχει ζωήν αιώνιον· ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν, αλλ’ η οργή τού Θεού
μένει επ’ αυτόν» (ΙΩΑΝ. Γ:36), «Εάν ομολογήσεις εν τω στόματί σου Κύριον Ιησού,
και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση» (ΡΩΜ.
Ι:9), «αποκριθείς δε (ο ευνούχος) είπε· πιστεύω τον Υιόν τού Θεού είναι τον Ιησούν
Χριστόν» (ΠΡΑΞ. Η:37), «οι δε (Παύλος και Σίλας) είπον· πίστευσον επί τον Κύριον
Ιησούν Χριστόν, και σωθήση συ και ο οίκος σου» (ΠΡΑΞ. ΙΣΤ:31) κ.ά. Έτσι και εις
το παρόν περιστατικό αυτό που ζήτησε ο Χριστός από τον πρώην τυφλό, δεν ήτο να
ομολογήσει την πίστη Του εις τον Θεό, αλλά εις τον Υιόν τού Θεού! Εφόσον λοιπόν
ο Υιός τού Θεού είναι αντικείμενο πίστεως, και εφόσον από το πρόσωπό Του
εξαρτάται η σωτηρία και η αιωνιότητά μας, άρα δεν είναι ‘υιός τού Θεού’, με την
έννοια που είναι οι άνθρωποι και οι άγγελοι, κατά χάριν δηλαδή, αλλά είναι ‘ο Υιός
τού Θεού’ κατά φύσιν, με ειδική και μοναδική έννοια, ο μοναδικός φύσει Υιός τού
φύσει Πατρός και Θεός Αληθινός!

2) Το ότι ‘ο Υιός τού Θεού’ ταυτίζεται φύσει και ουσία με τον Αληθινό Θεό αυτό
φαίνεται και από την συνέχεια τού διαλόγου τού πρώην τυφλού με τον Χριστό. Ο
Χριστός εις τον καλοπροαίρετο τυφλό χάρισε την σωματική όραση. Αλλά μετά την
θαρρελέα ομολογία και την εξύβρισή του και την εκδίωξή του από τους εχθρούς, ο
Χριστός χάρισε εις αυτόν πολύ ανώτερο δώρο, την πνευματική όραση. Φρόντισε και
γνώρισε εις αυτόν τον εαυτό του ως τον Υιόν τού Θεού. Η δε γνωριμία με τον Υιό
τού Θεού, αυτή είναι η πνευματική όραση.

Ο πρώην τυφλός ομολόγησε την πίστη του ‘πιστεύω, Κύριε’ αλλά όχι μόνον με
λόγο, αλλά και με έργο ‘και προσεκύνησεν αυτώ’. Αμέσως έπεσε μπροστά εις τον
Ιησού και τον προσεκύνησε. Προσκύνηση εις το Ευαγγέλιο τού Ιωάννη αναφέρεται
εις τα εξής χωρία: Δ:20, 21, 22, 23, 24, ΙΒ:20. Προκαλούμε τούς Μάρτυρες τού
Ιεχωβά να μάς υποδείξουν ποία προσκύνηση απ’όλες αναφέρεται με τιμητική ή
σχετική έννοια. Ούτε μία! Όλες οι αναφορές περί προσκυνήσεως εις το κατά
Ιωάννην Ευαγγέλιο αφορούν εις λατρευτική προσκύνηση! Έτσι συμβαίνει και με
αυτή την προσκύνηση. Ο πρώην τυφλός προσεκύνησε τον Υιόν τού Θεού ως Θεό!
Όχι δε μόνον ο εν λόγω άνθρωπος, αλλά πολλοί προσεκύνησαν τον Υιόν τού Θεού, ο
δε Υιός τού Θεού ουδέποτε αποποιήθηκε και ποτέ δεν απέκρουσε την
προσκύνηση, διότι είχε την συνείδηση ότι είναι Θεός! Εις πολλά λοιπόν μέρη τής
Γραφής βλέπουμε τον Υιόν τού Θεού ως άνθρωπο, αλλά και προ τής ενανθρωπίσεώς
Του, να προσκυνείται με λατρευτική έννοια. Κι εφόσον η Γραφή ρητώς λέγει
«Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις» (ΜΑΤΘ. Δ: 10 προς
το οποίον πρβλ. ΔΕΥΤ. ΣΤ:13, Ι:20) τότε ο Υιός τού Θεού περιλαμβάνεται εις την

3
έννοια τού Αληθινού Θεού. Αναφέρουμε χωρία που αποδεικνύουν τού λόγου το
αληθές:

«Ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως Υιός ανθρώπου ερχόμενος ήν...και αυτώ
εδόθη η αρχή και η τιμή και η βασιλεία, και πάντες οι λαοί, φυλαί, γλώσαι αυτώ
δουλεύσωσιν (=αυτόν θα λατρεύσουν). η εξουσία αυτού εξουσία αιώνιος, και η
βασιλεία αυτού ου διαφθαρήσεται» (ΔΑΝ. Ζ: 13-14)

«Εγώ ειμί ο Θεός, και ουκ έστιν άλλος. Κατ’εμαυτού ομνύω, ή μην εξελεύσεται εκ τού
στόματός μου δικαιοσύνη, οι λόγοι μου ουκ αποστραφήσονται, ότι εν εμοί κάμψει παν
γόνυ και εξομολογήσεται πάσα γλώσσα τω Θεώ» (ΗΣ. ΜΕ: 22-23 προς το οποίον
πρβλ. ΡΩΜ. ΙΔ: 11 όπου ο Παύλος το εφαρμόζει επακριβώς εις τον Χριστό), καθώς
και ΦΙΛΙΠ. Β: 9-11 όπου το πρόσωπον εις το οποίον θα «κάμψει παν γόνυ
επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται...» είναι
τού Ιησού!)

«Πού εστίν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων; Είδομεν γαρ αυτού τον αστέρα εν τη
ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ. Και πεσόντες προσεκήνυσαν αυτώ»
(ΜΑΤΘ. Β: 2,11)

«Και ιδού λεπρός ελθών προσεκύνει αυτώ λέγων Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με
καθαρίσαι». (ΜΑΤΘ. Η: 2)

«Ταύτα αυτού λαλούντος αυτοίς ιδού άρχων είς προσελθών προσεκύνει αυτώ λέγων
ότι η θυγάτηρ μου άρτι ετελεύτησεν». (ΜΑΤΘ. Θ: 18)

«Οι δε εν τω πλοίω ελθόντες προσεκύνησαν αυτώ, λέγοντες , Αληθώς Θεού Υιός ει»
(ΜΑΤΘ. ΙΔ: 33)

«η δε (Χαναναία) ελθούσα προσεκύνησεν αυτώ λέγουσα, Κύριε βοήθει μοι». (ΜΑΤΘ.


ΙΕ: 25)

«Τότε προσήλθεν αυτώ η μήτηρ τών υιών Ζεβεδαίου μετά τών υιών αυτής
προσκυνούσα και αιτούσα τι παρ’ αυτού». (ΜΑΤΘ. Κ: 20)

«αι δε (Μυροφόροι) προσελθούσαι εκράτησαν αυτού τους πόδας και προσεκύνησαν


αυτώ. Και ιδόντες (οι μαθηταί) αυτόν προσεκύνησαν αυτώ, οι δε εδίστασαν».
(ΜΑΤΘ. ΚΗ: 9,17)

«Ιδών δε (ο δαιμονιζόμενος) τον Ιησούν από μακρόθεν, έδραμε και προσεκύνησεν


αυτώ, και κράξας φωνή μεγάλη είπε, Τι εμοί και σοι, Ιησού, Υιέ τού Θεού τού
Υψίστου»; (ΜΑΡΚ. Ε: 6-7)

«και αυτοί (οι μαθηταί) προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά
χαράς μεγάλης». (ΛΟΥΚ. ΚΔ: 52)

«...ίνα πάντες τιμώσι τον Υιόν, καθώς τιμώσι τον Πατέρα». (ΙΩΑΝ. Ε: 23) Όχι
μόνον δεν απέκρουεν ο Ιησούς την προσκύνησιν, αλλά και ήθελεν οι πάντες να
τιμούν Αυτόν ΟΠΩΣ τον Πατέρα.

4
«Όταν δε πάλιν εισαγάγη τον πρωτότοκον εις την οικουμένην, λέγει· και
προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες άγγελοι Θεού» (ΕΒΡ. Α:6)

«Τω καθημένω επί τού θρόνου και τω Αρνίω η ευλογία και η τιμή και η δόξα και το
κράτος εις τούς αιώνας τών αιώνων. Και τα τέσσερα ζώα έλεγον, αμήν. Και οι
πρεσβύτεροι έπεσαν και προσεκύνησαν». (ΑΠΟΚ. Ε: 13-14)

«Και ο θρόνος τού Θεού και τού Αρνίου εν αυτή έσται και οι δούλοι αυτού
λατρεύσουσιν αυτώ». (ΑΠΟΚ. ΚΒ: 3)

Τι συμπέρασμα, λοιπόν, εξάγεται εκ τών ανωτέρων χωρίων; Ότι τόσον ο Θεός


όσον και το Αρνίον είναι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΝ ΛΑΤΡΕΙΑΣ, διότι οι δύο είναι
κατ’ουσίαν ΕΙΣ. ΜΙΑ Θεότης, ΜΙΑ βασιλεία, ΜΙΑ δόξα, ΜΙΑ τιμή, ΜΙΑ
προσκύνησις και λατρεία. Αν ο Υιός τού Θεού δεν ήτο αληθινός Θεός, αλλά κτίσμα,
η λατρεία τού προσώπου Του θα ήτο ειδωλολατρεία. Η δε Αγία Γραφή καταδικάζει
την ειδωλολατρείαν, και μάλιστα εις το σημείο εκείνο, όπου διακηρύσσει, ότι ο
Χριστός είναι ο Αληθινός Θεός! «Οίδαμεν δε ότι ο Υιός τού Θεού ήκει και δέδωκεν
ημίν διάνοιαν ίνα γιγνώσκωμεν τον αληθινόν. Και εσμέν εν τω αληθινώ, εν τω Υιώ
Αυτού Ιησού Χριστώ. Ούτος εστίν ο αληθινός Θεός και ζωήν αιώνιος. Τεκνία,
φυλάξατε εαυτούς από τών ειδώλων». (Α΄ ΙΩΑΝ. Ε: 20-21) (Για λεπτομερή ανάλυση
τού προαναφερθέντος χωρίου δύναται ο αναγνώστης να ανατρέξει εις το Β΄ Μέρος
τού παρόντος εις το κεφάλαιο Χριστός, ‘ο Υιός τού Αληθινού Θεού’ και ‘Αληθινός
Θεός’ ταυτοχρόνως! Χριστός, ‘ο Υιός τού Θεού’ και ‘ο Θεός’ συγχρόνως! Η
παράδοξη ρήση τής Α΄ ΙΩΑΝ. Ε:20)

Εις το σημείο αυτό, όμως, αξίζει να κάνουμε μία παρένθεση και να εκθέσουμε μία
πονηρία που κάνει η Σκοπιά προκειμένου να παραπλανήσει τούς ακολούθους της εις
το θέμα τής τιμητικής προσκυνήσεως που αποδίδουμε εμείς οι Ορθόδοξοι εις τούς
αγίους. Για να αποδείξει λοιπόν η Σκοπία, ότι εμείς οι Ορθόδοξοι είμαστε
ειδωλολάτρες δεν διστάζει ανερυθριάστως και αναισχύντως να κατηγορήσει και
αυτόν ακόμη τον Απόστολο Ιωάννη ως ειδωλολάτρη! Τον Απόστολο που διεκήρυττε
«Τεκνία, φυλάξατε εαυτούς από τών ειδώλων» (Α΄ ΙΩΑΝ. Ε:21)! Θαυμάστε, λοιπόν,
αγαπητοί αναγνώστες τον ‘πιστό και φρόνιμο δούλο’ επί το έργον τής
κατασυκοφαντήσεως τών ιδίων τών Αποστόλων:

«Και έπεσα έμπροσθεν τών ποδών αυτού προσκυνήσαι αυτώ. Και λέγει μοι· όρα μη
σύνδουλός σου ειμί και τών αδελφών σου τών εχόντων την μαρτυρίαν Ιησού· τω Θεώ
προσκύνησον· η γαρ μαρτυρία τού Ιησού εστί το πνεύμα τής προφητείας» (ΑΠΟΚ.
ΙΘ:10)

«At that I fell down before his feet to worship him. But he tells me: “Be careful! Do
not do that! All I am is a fellow slave of you and of your brothers who have the work
of witnessing to Jesus. Worship God; for the bearing witness to Jesus is what
inspires prophesying.” (ΑΠΟΚ.ΙΘ:10, Αγγλική Μετάφρασις Νέου Κόσμου,
Βιβλικής και Φυλλαδικής Εταιρίας ‘Σκοπιά’, έκδ.1961, 1981, 1984 καθώς και από
το επίσημο site τής Εταιρίας http://watchtower.org/e/bible/re/chapter_019.htm).

5
«Τότε έπεσα κάτω μπροστά στα πόδια του για να τον λατρέψω. Αλλά μού λέει:
«Πρόσεχε! Μην το κάνεις αυτό! Εγώ είμαι απλός σύνδουλος δικός σου και τών
αδελφών σου οι οποίοι έχουν το έργο τής επίδοσης μαρτυρίας για τον Ιησού. Τον Θεό
λάτρεψε· διότι εκείνο που εμπνέει την προφητεία είναι το να δοθεί μαρτυρία για τον
Ιησού» (ΑΠΟΚ.ΙΘ:10, Ελληνική Μετάφρασις Νέου Κόσμου, Βιβλικής και
Φυλλαδικής Εταιρίας ‘Σκοπιά’, έκδ.1997).

Προσέξτε αγαπητοί αναγνώστες ότι εντέχνως και εσκεμμένως η Σκοπιά το


‘προσκυνείν’ το έχει αποδώσει και εις τίς δύο μεταφράσεις με ‘λατρεύειν’. Εάν
λοιπόν κατά την Σκοπιά δεν υφίσταται τιμητική προσκύνηση, αλλά μόνον
λατρευτική, τότε θα έπρεπε με τον ίδιο τρόπο να αποδώσει και τα υπόλοιπα χωρία
που κάνουν λόγο περί προσκυνήσεως. Ας θαυμάσουμε, λοιπόν, με ποίον τρόπο
‘στραβώνει’ ο ‘δούλος’ τούς αναγνώστες του εις το θέμα τής προσκυνήσεως, και
κατ’ επέκτασιν εις το θέμα τής λατρείας που αφορά εις το πρόσωπο τού Υιού τού
Θεού, ώστε να μην δύνανται οι ακόλουθοί του να διακρίνουν την Θεότητα τού Ιησού.

«Όταν δε πάλι εισαγάγη τον πρωτότοκο εις την οικουμένην, λέγει· και
προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες άγγελοι Θεού» (ΕΒΡ. Α:6).

«But when he again brings his Firstborn into the inhabited earth, he says: “And let
all God’s angels do obeisance to him.”» (ΕΒΡ. Α:6, Αγγλική Μετάφρασις Νέου
Κόσμου, Βιβλικής και Φυλλαδικής Εταιρίας ‘Σκοπιά’, έκδ.1961, 1981, 1984
καθώς και από το επίσημο site τής Εταιρίας
http://watchtower.org/e/bible/heb/chapter_001.htm)

«Και όταν πάλι φέρει τον Πρωτότοκό του στην κατοικήσιμη γη, λέει: «Και όλοι οι
άγγελοι τού Θεού ας τον προσκυνήσουν» (ΕΒΡ. Α:6, Ελληνική Μετάφρασις
Νέου Κόσμου, Βιβλικής και Φυλλαδικής Εταιρίας ‘Σκοπιά’, έκδ.1997).

Όπως παρατηρούμε, η Σκοπιά, δεν μετέφρασε με τον ίδιο ζήλο όπως έκανε εις την
Αποκάλυψη, το ‘προσκυνείν’ με ‘λατρεύειν’, αλλά εις μεν την Αγγλικήν
Μετάφρασιν Νέου Κόσμου με το ‘do obeisance’ δηλαδή οι άγγελοι ‘να κάνουν
υπόκλιση’, ‘να υποκλιθούν’ εις τον Χριστό (!), ή κατ’άλλην μετάφραση ‘να κάνουν
υπακοή’, ‘να υπακούουν’ εις τον Χριστό (υπονοώντας μήπως ότι διακατέχονται από
απειθαρχία εις Αυτόν;), εις δε την Ελληνική Μετάφρασιν Νέου Κόσμου άφησε την
λέξη αμετάφραστη! Εις μεν την Αγγλική δηλαδή μετάφραση, προτίμησε να
διεστρεβλώσει το νόημα τού χωρίου προκειμένου να αποφύγει το ‘worship’, δηλαδή
την απόδοση λατρείας υπό τών αγγέλων εις το πρόσωπο τού Χριστού, εις δε την
Ελληνική απέφυγε να μεταφράσει το ‘προσκυνείν’ για να θεωρήσει ο αναγνώτης τί;

Ότι ο Χριστός προσκυνείται τιμητικώς και με σχετική έννοια υπό τών αγγέλων;
Διότι με απόλυτο έννοια είναι ειδωλολατρία; Υφίσταται και τιμητική ή σχετική
προσκύνηση για την Σκοπιά; Εάν ναι, τότε με αυτή την έννοια προσκυνούμε εμείς οι
Ορθόδοξοι τούς αγίους, και με αυτή την έννοια προσκυνάει ο Ιωάννης τον άγγελο
εις την Αποκάλυψη, και ο τελευταίος από ταπείνωση αποκρούει την προσκύνηση.
(Για λεπτομερή ανάλυση τού περιστατικού που διεδραματίσθη μεταξύ αγγέλου και
Αποστόλου Ιωάννου, καθώς και περί τής προσκυνήσεως τού τελευταίου προς τον
άγγελο και τι ακριβώς σήμαινε η απάντηση που έδωσε ο άγγελος εις τον Ιωάννη,

6
δύναται ο αναγνώστης να ανατρέξει εις ημέτερον άρθρον εις την διεύθυνση
http://www.oodegr.com/oode/profities/apokalypsis/proskynisi_aggelou_1.htm)

Για ποίον λοιπόν λόγο, εμμέσως πλην σαφώς, η Σκοπιά υπαινίσσεται πτώση εις
ειδωλολατρία για τον Ιωάννη; Γιατί μόνον ο Ιωάννης ειδωλολάτρης και όχι και οι
άγγελοι εφόσον απαγορεύεται να προσκυνήσουν ‘όσα εν τω ουρανώ άνω’ (ΕΞΟΔ.
Κ:4-5); Ή μόνον για τούς ανθρώπους ισχύει αυτή η απαγόρευση; Κι αν τελικά δεν
υφίσταται τιμητική ή σχετική προσκύνηση, τότε οι άγγελοι προστάσσονται να
λατρεύσουν κτίσμα ή Θεό Αληθινό εις τον οποίον ανήκει η λατρεία και μόνο,
εφόσον γέγραπται «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις»
(ΜΑΤΘ. Δ:10, προς το οποίο πρβλ. ΔΕΥΤ. ΣΤ:13, Ι:20); Μήπως τελικά για να
προστάσσονται οι άγγελοι να λατρεύσουν τον Χριστό, ο τελευταίος δεν είναι ένας
απλός Αρχάγγελος αλλά Θεός Αληθινός και Κύριος τών Αγγέλων; (Περισσότερα για
το θέμα περί τού προσώπου τού Χριστού εν σχέσει προς τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, και
για την πλάνη που κηρύσσει εις Σκοπιά και εις αυτό το θέμα, και εις ποία σημεία η
Γραφή κάνει διάκριση μεταξύ Χριστού – Μιχαήλ, δύναται ο αναγνώστης να
καταφύγει εις το Β΄ Μέρος τού παρόντος εις το θέμα: Είναι ο Χριστός ο
Αρχάγγελος Μιχαήλ; Πού η Γραφή κάνει διάκριση μεταξύ τών δύο προσώπων;)

«Ο δε έφη· πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ» (ΙΩΑΝ. Θ:38).

«Then he said: “I do put faith [in him], Lord.” And he did obeisance to him»
(ΙΩΑΝ. Θ:38, Αγγλική Μετάφρασις Νέου Κόσμου, Βιβλικής και Φυλλαδικής
Εταιρίας ‘Σκοπιά’, έκδ.1961, 1981, 1984 καθώς και από το επίσημο site τής
Εταιρίας http://watchtower.org/e/bible/joh/chapter_009.htm).

«Τότε αυτός είπε: ‘Πιστεύω σε αυτόν Κύριε’. Και τον προσκύνησε» (ΙΩΑΝ. Θ:38,
Ελληνική Μετάφρασις Νέου Κόσμου, Βιβλικής και Φυλλαδικής Εταιρίας
‘Σκοπιά’, έκδ.1997).

Τας ίδια ισχύουν και εδώ. Επειδή γίνεται λόγος περί (λατρευτικής) προσκυνήσεως
που απευθύνεται εις τον Χριστό, εις μεν την Αγγλική μετάφραση η Σκοπιά
μετέφρασε ότι ο πρώην τυφλός έκανε μία απλή υπόκλιση εις τον Χριστό, εις δε την
Ελληνική, η τακτική παρέμεινε η ίδια κι άφησε την λέξη αμετάφραστη. Εάν δηλαδή
αντιπαραβάλλουμε τα δύο χωρία (ΙΩΑΝ.Θ:38 και ΕΒΡ.Α:6) με αυτό τής
Αποκαλύψεως (ΑΠΟΚ. ΙΘ:10) διαπιστώνουμε ξεκάθαρα ότι η Σκοπιά εφαρμόζει
επακριβώς δύο ‘δύο μέτρα και δύο σταθμά’! Όπου δηλαδή η προσκύνηση είναι
λατρευτική και αφορά εις το πρόσωπο τού Χριστού, εις μεν την Αγγλική Μετάφραση
Νέου Κόσμου δεν μεταφράζεται με την ορθή λέξη ‘worship’ αλλά περιφραστικώς
‘dο obeisance’, εις δε την Ελληνική την αφήνει αμετάφραστη, για να μην δύνανται οι
αναγνώστες να καταλάβουν ότι γίνεται λόγος περί λατρευτικής προσκυνήσεως εις το
πρόσωπον τού Χριστού, κι άρα συνειδητοποιήσουν, ότι ο Χριστός δεν είναι κάποιος
Αρχάγγελος, αλλά Θεός Αληθινός!

Συμφώνως δηλαδή προς τις μεταφράσεις τού ‘δούλου’, διαπιστώνουμε το εξής


τραγελαφικό και οξύμωρο: Ο μεν πρώην τυφλός τα κατάφερε και δεν υπέπεσε εις
ειδωλολατρεία, εφ’οσον δεν απέδωσε λατρεία εις τον Χριστό, κάτι όμως που δεν
κατάφερε ο Ιωάννης, οποίος αν και Θεόπνευστος την ‘πάτησε’ κι απέδωσε λατρεία
εις (τον) άγγελο!!! Κι αυτό όχι μόνο μία φορά (ΑΠΟΚ. ΙΘ:10), αλλά την ‘πάτησε’

7
και δευτέρα φορά (ΑΠΟΚ. ΚΒ:9), εφόσον δεν εννόησε την νουθεσία τού αγγέλου
περί απαγορεύσεως προσκυνήσεως κτισμάτων! Κατά τις τραγελαφικές μεταφράσεις
τής Σκοπιάς δηλαδή, ο μη Χριστιανός, πρώην τυφλός, αποδεικνύεται
‘θεοπνευστότερος’ (ας μάς επιτραπεί η αδόκιμος αυτή έκφραση) τού όντως
Θεοπνεύστου και αγαπημένου μαθητού τού Ιησού, αυτού που έγραψε το πιο υψηλό
και το πιο μεγαλήγορο κείμενο τής Καινής Διαθήκης αλλά και όλης τής Αγίας
Γραφής, το ευαγγέλιο με τα υψηλότερα θεολογικά νοήματα, το ευαγγέλιο με τα
περισσότερα παράδοξα λόγια και νοήματα, ώστε φυσικώς και ανθρωπίνως δεν ήτο
δυνατόν να έλθουν εις την διάνοιαν ανθρώπου, έννοιες αδιανόητες κι ανεπινόητες, ο
ένας από τούς τρεις που η εκκλησία απένειμε τον τίτλο ‘ΘΕΟΛΟΓΟΣ’!!!

Η κατ’ έμπνευσιν Θεού ομολογία τού Ναθαναήλ.

Το δεύτερο περιστατικό που επιλέξαμε να αναλύσουμε είναι ο περίφημος διάλογος


που διημείφθη κατά την γνωριμία τού Ναθαναήλ με τον Ιησού και ειδικώς η
απήντηση που έδωσε εις τον Χριστό μετά την αποκάλυψη που τού έγινε: «Ραββί, συ
εί ο Υιός τού Θεού, συ εί ο βασιλεύς τού Ισραήλ» (ΙΩΑΝ. Α:50). Τα λόγια τού
Ναθαναήλ είναι ομολογία πίστεως εις το πρόσωπο τού Ιησού Χριστού. Και είναι
τριπλή ομολογία. Ο Ναθαναήλ ομολογεί τρεις μεγάλες ιδιότητες τού Ιησού.
Ομολογεί, ότι ο Ιησούς είναι ραββί, διδάσκαλος, Υιός τού Θεού και βασιλεύς. Και οι
τρεις αυτές ιδιότητες είναι παράδοξες, πολύ παράδοξες.

Ο Ναθαναήλ ονομάζει ραββί, διδάσκαλο, ποίον; Έναν απλοικό άνθρωπο, που δεν
φοίτησε σε κανένα σχολείο, και ούτε εδιδάχθη από κανέναν ιδιωτικώς. Εάν εμείς
βλέπαμε έναν βοσκό που δεν πήγε ούτε μία ημέρα σε σχολείο, και δεν έμαθε ούτε το
αλφάβητο από κανέναν, θα τον ονομάζαμε ποτέ διδάσκαλο; Το ‘ραββί’, διδάσκαλος,
ήτο υψηλός και επίζηλος τίτλος τών γραμματέων και τών Φαρισαίων, οι οποίοι
ησχολούντο με τα ιερά γράμματα, μελετούσαν κι εξηγούσαν την Αγία Γραφή, ήσαν
οι θεολόγοι τού Ισραήλ. Αρέσκονταν δε οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι να τούς
προσφωνούν οι άνθρωποι με την προσφώνηση ‘ραββί, ραββί, ‘διδάσκαλε, διδάσκαλε’.
Αυτόν τον υψηλό και επίζηλο τίτλο τού ραββί, τού διδασκάλου, ο Ναθαναήλ αποδίδει
εις τον αγράμματο Ιησού από την Ναζαρέτ, αγράμματο βέβαια με την έννοια, ότι δεν
έμαθε γράμματα. Δεν είναι τούτο μεγάλο παράδοξο;

Ο Ιησούς δεν έμαθε γράμματα, αλλά ήξερε γράμματα. Ακούοντας οι Ιουδαίοι τη


διδασκαλία Του θαύμαζαν τη σοφία Του λέγοντας: «Πώς ούτος γράμματα οίδε μη
μεμαθηκώς;» (ΙΩΑΝ. Ζ:15). Πώς αυτός ξέρει γράμματα χωρίς να έχει μάθει; Και
ήξερε ο Ιησούς ασυγκρίτως περισσότερα από τούς ραββίνους, τούς διδασκάλους τού
Ισραήλ. Όπως απέδειξε με τις αποκαλύψεις Του εις τον Ναθαναήλ, ο Ιησούς είχε
υπερφυσική γνώση, που δεν είχε κανείς γραμματεύς και επιστήμων, και δεν δύναται
κάποιος να κατορθώσει να αποκτήσει με τη φοίτηση σε σχολεία και πανεπιστήμια.
Και αφού ο Ιησούς είχε ανωτέρα γνώση, υπερφυσική γνώση, επαξίως ο Ναθαναήλ
τον ονόμασε διδάσκαλο. Κατόπιν τών αποκαλύψεων που άκουσε, και με την
έμπνευση τού Αγίου Πνεύματος, ο Ναθαναήλ κατάλαβε και αισθάνθηκε, ότι ο Ιησούς
είναι διδάσκαλος, όχι απλώς διδάσκαλος, αλλά ο κατ’ εξοχήν διδάσκαλος, ο
προφήτης με την εξαιρετική και μοναδική έννοια, για τον οποίον προεφήτευσε ο
Μωυσής, όταν είπε εις τον Ισραηλιτικό λαό: «Προφήτην εκ τών αδελφών σου ως εμέ
αναστήσει σοι Κύριος ο Θεός σου, αυτού ακούσεσθε» (ΔΕΥΤ. ΙΗ:15 Ο΄).

8
Μετά την προσφώνηση ‘ραββί’ ο Ναθαναήλ λέγει παραδοξότερο πράγμα. Ο
Φίλιππος προηγουμένως απευθυνόμενος εις τον Ναθαναήλ παρουσίασε τον Ιησού ως
‘τον υιόν τού Ιωσήφ’ (στίχ.46). Ο Ναθαναήλ τώρα ανέρχεται εις ύψος, δυσθεώρητο
και ιλιγγιώδες ύψος, και ομολογεί τον Ιησού ως ‘τον Υιόν τού Θεού’. Τούτο είναι το
παραδοξότερο απ’ όλα, το ‘άκρον άωτον’ τών παραδόξων!

Ένας απλοικός άνθρωπος, ο Ναθαναήλ, πώς ονομάζει Υιόν τού Θεού έναν απλοικό
άνθρωπο, τον Ιησού, που μέχρι το τριακοστό έτος τής ηλικίας Του ζούσε ιδιωτική
ζωή και δεν έκανε τίποτε το εξαιρετικό, αλλά εργαζόταν ως ξυλουργός; Πώς εις έναν
χωρικό, πτωχό, αγράμματο, ξυλουργό και άσημο ο Ναθαναήλ λέγει «συ εί ο Υιός τού
Θεού’; Είναι δυνατό εμείς σήμερα σ’έναν απλοικό άνθρωπο, ή και επίσημο, ή και
θαυματουργό, να πούμε «Συ είσαι ο Υιός τού Θεού»; Εις κάποιον θαυματουργό
δύναται να πούμε «Συ είσαι άγιος», αλλά ποτέ δεν θα πούμε «Συ είσαι ο Υιός τού
Θεού».

Και πώς εννοείται ‘ο Υιός τού Θεού’; Εις τον ΨΑΛΜ. Β:7, σαφώς μεσσιακό
Ψαλμό, ο Θεός λέγει εις τον Μεσσία: «Υιός μου εί συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε».
Εδώ ο Μεσσία διακηρύσσεται Υιός τού Θεού ως άνθρωπος. Εις το ‘Υιός μου’ και
εις το ‘εγώ’ υπάρχει μεγίστη έμφαση η οποία διαφεύγει από τούς μελετητές. Η δε
έννοια τού ψαλμικού τούτου λόγου, λαμβάνοντας υπ’όψιν τις εν λόγω εμφάσεις,
είναι: Δικός μου Υιός είσαι συ, ώ Μεσσία. Δεν είσαι υιός κανενός ανδρός. Εγώ
σήμερα σε γέννησα. Εγώ ο Θεός εις τον ωρισμένο τούτο χρόνο με την παντοδυναμία
μου σε εσχημάτισα από τα καθαρά αίματα τής Παρθένου και σε έφερα εις τον κόσμο
ως άνθρωπο.

Αξίζει όμως να κάνουμε εις το σημείο αυτό μία παρένθεση, και να εμβαθύνουμε
εις τον υπέροχο τούτον λόγο. Επειδή τινές ευσεβείς χριστιανοί, θεωρώντες ότι ο
ανωτέρω ψαλμός κάνει λόγω περί τής αχρόνου γεννήσεως τού Υιού, ίσως εγείρουν
ενστάσεις περί τής ημετέρας ερμηνείας, παραθέτουμε την εξήγηση τού ψαλμού εκ
τού ιδίου τού πανσόφου και θεσπεσίου Παύλου, η οποία παρατίθεται εις τις ΠΡΑΞ.
32-33:

«Και ημείς υμάς ευαγγελιζόμεθα την προς τούς πατέρας επαγγελίαν γενομένην, ότι
ταύτην ο Θεός εκπεπλήρωκε τοις τέκνοις αυτών, ημίν, αναστήσας Ιησούν, 33. ως και εν
τω ψαλμώ τω δευτέρω γέγραπται· υιός μου εί συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε»

«Και εμείς κηρύττουμε εις εσάς για την υπόσχεση η οποία εδόθη εις τούς πατέρες, ότι
ο Θεός την εκπλήρωσε εις τα τέκνα του (εις εμάς δηλαδή), με το να φέρει εις τον
κόσμο τον Ιησού, 33. όπως είναι γραμμένο εις τον δεύτερο ψαλμό: Δικός μου Υιός
είσαι συ (δεν είσαι υιός κανενός ανδρός), εγώ σήμερα σε εγέννησα (σε έφερα εις
τον κόσμο ως άνθρωπο)»

Ο Θεός εξεπλήρωσε την υπόσχεσή Του για τον Μεσσία ‘αναστήσας Ιησούν’. Και
τούτο είναι σύμφωνο με τον λόγο τού Θεού προς τον Μεσσία εις τον δεύτερο Ψαλμό:
«Υιός μου εί συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε». Αλλά πώς το ‘αναστήσας Ιησούν’ είναι
σύμφωνο με το Ψαλμικό χωρίο; Αυτός ο στίχος είναι δύσκολος. Πολλοί νομίζουν ότι
η λέξη ‘αναστήσας’ εννοείται η εκ νεκρών ανάσταση τού Ιησού. Πολλοί επίσης
νομίζουν ότι το Ψαλμικό χωρίο «Υιός μου εί συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε»

9
εφαρμόζεται εις την ανάσταση τού Ιησού, ότι δηλαδή ο Θεός με την ανάσταση,
γέννησε κατά έναν τρόπο τον Χριστό και τον διεκήρυξε Υιό Του. Άλλοι δε, νομίζουν,
ότι αυτό το χωρίο αναφέρεται εις την προαιώνιο γέννηση τού Υιού από τον Πατέρα,
όπως προείπαμε.

Είναι άξιο παρατηρήσεως, ότι εις τούς επομένους στίχ.34-35 για την εκ νεκρών
ανάσταση τού Ιησού χρησιμοποιούνται άλλα χωρία τής Παλαιάς Διαθήκης.
Εισάγονται δε με τέτοιον τρόπο, ώστε να φαίνεται, ότι εις τον παρόντα στίχ.33 το
Ψαλμικό χωρίο «Υιός μου εί συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» δεν χρησιμοποιήθηκε για
την εκ νεκρών ανάσταση. Άλλωστε ο στίχ.32 λέγει ‘αναστήσας’, δεν λέγει
‘αναστήσας εκ νεκρών’. Το ‘ανιστάναι’ εδώ χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια που
χρησιμοποιείται και εις τα εξής χωρία:

«Προφήτην εκ τών αδελφών σου ως εμέ αναστήσει σοι Κύριος ο Θεός σου» (ΔΕΥΤ.
ΙΗ:15 Ο΄ προς το οποίο πρβλ. ΠΡΑΞ. Γ:22 και Ζ:37),

«Προφήτη εκ τούς ομοεθνείς σου, όπως έφερε εμένα (ως νομοθέτη και μεσίτη), θα
φέρει εις τον κόσμο για εσένα ο Κύριος ο Θεός σου».

«Αναστήσω τω Δαυίδ ανατολήν δικαίαν» (ΙΕΡ. ΚΓ:5 Ο΄ προς το οποίο πρβλ. Εβρ.
«θέλω ανεγείρει εις τον Δαυίδ βλαστόν δίκαιον»),

«Υμίν πρώτον ο Θεός αναστήσας τον παίδα αυτού Ιησούν απέστειλεν αυτόν
ευλογούντα υμάς εν τω αποστρέφειν έκαστον από τών πονηριών υμών» (ΠΡΑΞ.
Γ:26),

«Εις εσάς πρώτα ο Θεός, αφού έφερε εις τον κόσμο τον δούλο του Ιησού, τον
απέστειλε για να σάς ευλογεί, όταν ο καθένας αφήνετε τις κακίες και τις κακές
πράξεις σας»

«Ανέστη βασιλεύς έτερος, ός ουκ ήδει τον Ιωσήφ» (ΠΡΑΞ. Ζ:18),

«Παρουσιάστηκε άλλος βασιλεύς, ο οποίος αγνοούσε τον Ιωσήφ»

«Προφήτης ουν υπάρχων, και ειδώς ότι όρκω ώμοσεν ο Θεός εκ καρπού τής οσφύος
αυτού το κατά σάρκαν αναστήσειν τον Χριστόν καθίσαι επί τού θρόνου αυτού»
(ΠΡΑΞ. Β:30),

«Αλλά επειδή ήτο προφήτης (ο Δαυίδ) και γνώριζε, ότι ο Θεός τού υποσχέθηκε με
όρκο, ότι από απόγονο τών σπλάχνων του θα φέρει ως άνθρωπο εις την ύπαρξη τον
Χριστό (τον Μεσσία), για να καθίσει εις τον θρόνο του».

Το ρήμα ‘ανιστώ’ σημαίνει δηλαδή ‘εγείρω εις ύπαρξη, φέρνω εις τον κόσμο’, κάτι
που συμβαίνει δια τής γεννήσεως. Περί τής εκ νεκρών αναστάσεως τού Ιησού γίνεται
λόγος εις τούς επομένους στίχ.34-35, όπως προείπαμε, και μάλιστα κατά τέτοιο
τρόπο, ώστε να φαίνεται, ότι γίνεται μετάβαση εις άλλο θέμα, την εκ νεκρών
ανάσταση, για την οποία χρησιμοποιούνται άλλα προφητικά χωρία: «Ότι δε
ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών..., ούτως είρηκεν...». «Το ότι δηλαδή ο Θεός ανέστησε τον
Ιησού εκ νεκρών...προείπεν ως εξής...». Το προηγουμένως συνεπώς εις τον στίχ.33
χρησιμοποιηθέν χωρίο ΨΑΛΜ. Β:7 δεν ήτο περί τής εκ νεκρών αναστάσεως τού

10
Ιησού, όπως πολλοί νομίζουν, αλλά ήτο περί τής ενανθρωπίσεως Αυτού!
Συνεπώς η φράση ‘αναστήσας Ιησούν’ σημαίνει, ότι ο Θεός έφερε τον Ιησού εις τον
κόσμο, έδωσε γέννηση εις τον Ιησού ως άνθρωπο. Άρα το Ψαλμικό χωρίο «Υιός μου
εί συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» αναφέρεται εις την ανθρώπινη γέννηση τού Ιησού.
Δηλαδή ο άνθρωπος Ιησούς δεν προήλθε από άνδρα, αλλά από τον Θεό. Ο Θεός ήτο
νυμφίος τής Παρθένου. Γι’αυτό ο Ιησούς, όπως είναι δύο φορές Κύριος, ως Θεός και
ως άνθρωπος, διότι έλαβε κάθε εξουσία (πρβλ. «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ
και επί γης» ΜΑΤΘ. ΚΗ:18), έτσι είναι και δύο φορές Υιός Θεού!

Κατωτέρω παραθέτουμε γνώμες Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων οι


οποίοι πιστεύουν ότι το Ψαλμικό χωρίο «Υιός μου εί συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε»
αναφέρεται εις την εν χρόνω γέννηση τού Μεσσίου:

«το Πνεύμα ουν το άγιον, και δια τούς ανθρώπους, ως προέφην, εν είδει περιστεράς
επέπτη αυτώ, και φωνή εκ τών ουρανών άμα εληλήθει, ήτις και δια Δαβίδ λεγομένη, ως
από προσώπου αυτού λέγοντος όπερ αυτώ από τού Πατρός έμελλε λέγεσθαι· ‘Υιός μου
ει συ· εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’· τότε γένεσιν αυτού λέγων γίνεσθαι τοις ανθρώποις,
εξ ότου η γνώσις αυτού έμελλε γίνεσθαι· ‘Υιός μου ει συ· εγώ σήμερον γεγέννηκά
σε’...Και γαρ αυτός ο διάβολος, άμα το αναβήναι αυτόν από τού ποταμού τού
Ιορδάνου, τής φωνής αυτού λεχθείσης, ‘Υιός μου ει συ· εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’, εν
τοις απομνημονεύμασι τών αποστόλων γέγραπται προσελθών αυτώ και πειράζων μέχρι
τού ειπείν αυτώ...» (Ιουστίνου Φιλοσόφου και Μάρτυρος, Διάλογος προς
Τρύφωνα, κεφ.88, 103, Patrologia Graeca, τόμ.06, σελ.688, 717).

«Τίς ουν η κληρονομιά τού Χριστού; Ουχί τα έθνη; Τίς η διαθήκη τού Θεού; Ουχ ο
Χριστός; Ως και αλλαχού φησίν· ‘Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’· αίτησε
παρ’ εμού και δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου και την κατάσχεσή σου τα πέρατα
τής γης. Ως ουν πάντα ταύτα είρηται προς τον Χριστόν και τα έθνη, ούτως κακείνα
ειρήσθαι νομίζετε» (Ιουστίνου Φιλοσόφου και Μάρτυρος, Διάλογος προς
Τρύφωνα, κεφ.122-123, Patrologia Graeca, τόμ.06, σελ.760).

«Κύριος είπε προς με· ‘Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’. Το ‘σήμερον’
όνομα χρόνου εστί· ισοδυναμεί δε τη ενεστώση ημέρα· ημέρα δε διάστημα τι χρονικόν
εστι. Τί ουν φησί προς αυτόν ο Κύριος· ‘εγώ σήμερον γεγέννηκά σε;’ δηλονότι περί τής
χρονικής έφη γεννήσεως τής κατ’ οικονομίαν· περί γαρ τής ανάρχου φησίν αυτός ο
Δαυίδ· ‘Εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε’. Γεννάται δε σήμερον ουχί αρχήν
συστάσεως εν τω γεννάσθαι λαμβάνων, κατά δε την σαρκικήν οικονομίαν εις υιοθεσίαν
ελθών» (Ευσεβίου Καισαρίας, Ερμηνεία εις τούς Ψαλμούς, Patrologia Graeca,
τόμ.23, σελ.88).

«Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο μονογενής Υιός τού Θεού τού ζώντος, μετά την εκ
νεκρών ανάστασιν απολαβών την επαγγελίαν τού Θεού και Πατρός αυτού ειπόντος δια
Δαβίδ τού προφήτου· ‘Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’...» (Μεγ. Βασιλείου,
Α΄ Λόγος περί Βαπτίσματος, Patrologia Graeca, τόμ.31, σελ.1513).

«Και μετά το ειπείν πολλά, επιφέρει, ότι, τού λαού βαπτισθέντος, ήλθε και Ιησούς, και
εβαπτίσθη υπό τού Ιωάννου. Και ως ανήλθεν από τού ύδατος, ηνοίγησαν οι ουρανοί,
και είδεν το Πνεύμα τού Θεού το άγιον εν είδει περισταράς κατελθούσης και
εισελθούσης εις αυτόν. Και φωνή εγένετο εκ τού ουρανού, λέγουσα· ‘Συ εί ο Υιός μου ο
αγαπητός, εν σοι ηυδόκησα’· και πάλιν· ‘Εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’. Και ευθύς

11
περιέλαμψε τον τόπον φως μέγα» (Επιφανίου Κύπρου, Κατά Αιρέσεων, Λόγος κατά
Εβιωναίων, Patrologia Graeca, τόμ.41, σελ.429).

«Τίνι γαρ είπε ποτε τών αγγέλων, ‘Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε;’ και
πάλιν, ‘Έγώ έσομαι αυτώ εις Πατέρα, και αυτός έσται εις Υιόν’; Ταύτα είρηται μεν και
εις την σάρκα· το γαρ, ‘Εγώ έσομαι αυτώ εις Πατέρα, και αυτός έσται εις Υιόν’, τής
ενανθρωπήσεως εστι παραστατικόν· το δε, ‘Υιός μου ει συ’, ουδέ έτερον δηλοί, ή ότι εξ
αυτού εστι. Ώσπερ δε ών λέγεται από τού ενεστώτες καιρού· ούτος γαρ μάλιστα
αρμόζει αυτώ· ούτω και το, ‘Σήμερον’, ενταύθα μοι δοκεί εις την σάρκα ειρήσθαι»
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ερμηνεία εις την προς Εβραίους Επιστολή, Ομιλία Β΄,
Graeca, τόμ.63, σελ.24-25).

«Και ώσπερ Υιός υπάρχων τού Θεού και Πατρός, και εκ τής ουσίας αυτού
γεγεννημένος, και προ τής ενανθρωπήσεως, μάλλον δε και προ πάντων αιώνων, κατ’
ουδέν όλως ασχάλλει λέγοντος τού Θεού και Πατρός προς αυτόν ότε γέγονεν
άνθρωπος ‘Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’. Τον γαρ προ αιώνων όντα
Θεόν, εξ αυτού γεγεννημένον, σήμερον γεγεννήσθαί φησιν» (Κυρίλλου
Αλεξανδρείας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, Volume 1, page 692,
line 24)

«Κύριος είπε προς με ‘Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε·’ το γάρτοι σήμερον
καιρού τού ενεστηκότος καθ’ όν και γέγονε σαρξ ποείται την δήλωσιν·» (Κυρίλλου
Αλεξανδρείας, Εις την Εβραίους Επιστολή τού Αγίου Παύλου, (4090: 006)
‘Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium’,
vol. 3, Ed. Pusey, P.E.Oxford: Clarendon Press, 1872, Repr. 1965, Page 365, line 15)

«Έφη γαρ αυτός περί εαυτού· ‘Κύριος είπε προς με· Υιός μου εί συ, εγώ σήμερον
γεγέννηκά σε’, καίτοι τού ‘σήμερον’ αεί πως ημίν ουχί τον παρωχηκότα, τον ενεστώτα
δε μάλλον καταδηλούντος καιρόν» (Κυρίλλου Αλεξανδρείας, De incarnatione
unigeniti (4090: 026) ‘Cyrille d'Alexandrie. Deux dialogues christologiques’, Ed. de
Durand, G.M. Paris: Cerf, 1964; Sources chrétiennes 97, Aubert page 696, line 5).

«…επειδή γέγονεν σαρξ, και ανθρωπίνη ανέτλη γέννησιν οικονομικώς, και ο χρόνου
παντός ποιητής και τεχνίτης, ως εις αρχάς τού είναι παρενηνεγμένος, ότε γέγονε καθ’
ημάς, ήκουσε τού Πατρός λέγοντος· ‘Έγώ σήμερον γεγέννηκά σε’» (Κυρίλλου
Αλεξανδρείας, Ομιλίες Εορταστικές, Ομιλία ΙΖ, Patrologia Graeca, τόμ.77,
σελ.773).

«Κύριος είπε προς με· ‘Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε. Αίτησαι παρ’ εμού
και δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου, και την κατάσχεσίν σου τα πέραρα τής γης’.
Ταύτα δε ως άνθρωπος είρηκεν. Ως γαρ άνθρωπος λαμβάνει άπερ έχει ως Θεός»
(Θεοδωρήτου Κύρρου, Epistulae: Collectio Sirmondiana (epistulae 96–147)
(4089: 007)‘ Théodoret de Cyr. Correspondance III”, Ed. Azéma, Y., Paris: Cerf,
1965; Sources chrétiennes 111.Epistle 147 Ιωάννη Οικονόμω, line 125»

«‘και εγώ έσομαι αυτώ εις πατέρα, και αυτός έσται μοι εις υιόν’. Ότι δε ταύτα περί τού
Δεσπότου ερρέθη Χριστού, μάρτυς ο θείος Απόστολος, ούτως ειπών εν τη προς
Εβραίους Επιστολή· ‘Τίνι γαρ ποτε τών αγγέλων αυτού είπεν, ‘Υιός μου ει συ, εγώ
σήμερον γεγέννηκά σε;’ (Θεοδωρήτου Κύρρου, Ερωτήσεις εις την Δευτέραν
Βίβλον τών Βασιλειών, Ερώτηση ΚΑ΄, Patrologia Graeca, τόμ.80, σελ.617).

12
«Και μην το Υιός μονογενής όνομα προ τών αιώνων είχεν ο Θεός Λόγος τω πράγματι
συμφυές· αλλ’ όμως έχων ως Θεός τήν τού Υιού προσηγορίαν, λαμβάνει αυτήν και
ως άνθρωπος. Διο και εν τω προκειμένω ψαλμώ επήγαγε λέγων· ‘Κύριος είπε προς με,
Υιός μου εί σύ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε». (Θεοδωρήτου Κύρρου, Ερμηνεία εις
τούς Ψαλμούς, Patrologia Graeca, τόμ.80, σελ.880).

«Τίνι γαρ είπέ ποτε τών αγγέλων· ‘Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’; Και
πάλιν· ‘Εγώ έσομαι αυτώ εις Πατέρα, και αυτός έσται μοι εις υιόν;’ Ταύτα δε πάλιν
κατά το ανθρώπινον είρηκε. Τούτο γαρ δηλοί το ‘Έσομαι αυτώ εις Πατέρα, και αυτός
έσται μοι εις υιόν’. Μέλλοντος γαρ ταύτα χρόνου. Και μέντοι και το, ‘Σήμερον
γεγέννηκά σε’, ου την αιώνιον δηλοί γέννησιν, αλλά την τω χρόνω συνεζευμένην»
(Θεοδωρήτου Κύρρου, Ερμηνεία τής προς Εβραίους Επιστολής,
Patrologia Graeca, τόμ.82, σελ.684-685).

«‘Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε. Αίτησε παρ’ εμού, και δώσω σοι έθνη την
κληρονομίαν σου, και την κατάσχεσίν σου τα πέρατα τής γης’. Ταύτα δε ως άνθρωπος
είρηκεν. Ως γαρ άνθρωπος λαμβάνει άπερ έχει ως Θεός. (Θεοδωρήτου Κύρρου,
Επιστολή, Patrologia Graeca, τόμ.83, σελ.1396),

«Πότε δε τίθεται, ή ότε είρηται προς αυτόν· ‘Εγώ σήμερον γεγέννηκά σε;’ Τούτο δε εις
τον καιρόν τής οικονομίας απετείνατο» (Ιωάννου Δαμασκηνού, Ερμηνεία εις την
προς Εβραίους Επιστολή, Patrologia Graeca, τόμ.95, σελ.929).

«Πού γαρ ανεκτόν αντί τού ‘Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’ προς τον
σαρκωθέντα λέγειν ‘Πατήρ μου ει συ, σήμερον γεγέννηκάς με» [(Φωτίου
Κωνσταντινουπόλεως, Βιβλιοθήκη (ή Μυριόβιβλος) (4040: 001)
‘Photius. Bibliothèque, 8 vols.’, Ed. Henry, R. Paris: Les Belles Lettres, 1:1959;
2:1960; 3:1962; 4:1965; 5:1967; 6:1971; 7:1974; 8:1977, Codex 222, Bekker page
193a, line 23]

«Το δε· ‘Εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’ ότι προόντα ήδη τών αιώνων λέγει εν τοις
ουρανοίς, εβουλήθην και τω κόσμω γεννήσαι, ό δη εστι πρόσθεν αγνοούμενο»
[(Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως, Βιβλιοθήκη (ή Μυριόβιβλος), Codex 237,
Bekker page 311a, line 35)]

«‘Κύριος είπε προς με, Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε’, την χρονική αυτού
δηλοί γέννησιν, την εκ τής Παρθένου. Γεγέννηκα γαρ, αντί τού γεννηθήναι ευδόκησα,
ή έκτισα» (Ευθυμίου Ζιγαβηνού, Πανοπλία Δογματική, Τίτλος Η,
Patrologia Graeca, τόμ.130, σελ.264).

Εν κατακλείδι αναφέρουμε και τρεις Πατέρες που έχουν συνδιάσει και τις δύο
ερμηνείες, αποδίδοντες εις μεν το ‘εί’ τού α΄ ημιστιχίου την υιότητα κατά την
ανωτέρα της έννοια, ως αναφερομένου δηλαδή εις την αιωνίαν γέννηση τού Υιού, εις
δε το ‘σήμερον’ τού β΄ ημιστιχίου την εν χρόνω γέννηση, την ενανθρώπιση, ως
αναφερομένου δηλαδή εις την κατά σάρκα γέννηση τού Υιού:

«άμφω μεν ειρήσθαι επί τού Χριστού, το τε ‘υιός μου εί’, και το ‘εγώ σήμερον
γεγέννηκά σε’, αλλά το μεν ‘υιός μου εί’ καθό λόγος – την αίδιον γαρ δια τού ‘εί’
γέννησιν σημαίνει – το δε ‘σήμερον γεγέννηκά σε’ καθό σαρξ· την πρόσφατον γαρ
γέννησιν εμφαίνει. Ευδοκία γαρ τού Πατρός γεγέννηται· ‘Πνεύμα γαρ άγιον’, ο άγγελος

13
φησίν, ‘επελεύσεται επί σε’, είτα· ‘και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι’. (Φωτίου
Κωνσταντινουπόλεως, Fragmenta in epistulam ad Hebraeos (in catenis)
Page 639, line 11).

«Και πάλιν την προαιώνιον αυτού δηλοί γέννησιν ειπών· ‘Υιός μου εί συ’. Ην γαρ αεί
Υιός. Και την κατά σάρκα δε αύθις δεικνύει επενεγκών· ‘Εγώ σήμερον γεγέννηκά σε·’
το γαρ σήμερον, χρόνου εστίν» (Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εξήγηση εις τούς
Ψαλμούς, Patrologia Graeca, τόμ.69, σελ.721).

«Ίδιον όντα Υιόν οίδεν αυτόν και ούτως ο Πατήρ· έφη γαρ, ότι ‘Υιός μου εί συ· εγώ
σήμερον γεγέννηκά σε’. Οράς εναργή την ομολογία ήγουν την ανάρρησιν. Το μεν γαρ
‘εί’ τέθεικεν, ίνα δείξη τον προαιώνιον· ου γαρ εν χρόνω γέγονεν· αλλ’ ήν αεί τούτο,
τουτέστιν Υιός. Επήνεγκε δε το ‘σήμερον εγέννησά σε’, ίνα την νεωτάτην αυτού και
κατά σάρκα δείξη γέννησιν, ην υπέμεινε εκών δια τής αγίας Παρθένου» (Κυρίλλου
Αλεξανδρείας, Fragmenta in Acta Apostolorum, Patrologia Graeca, τόμ.74,
σελ.769).

«Κύριος είπε προς με, Υιός μου, και τα εξής· αντί τού, Απεφήνατό με η τού Πατρός
φύσιν Υιόν· ου προστάγματος ενεργήσαντος· αλλά τής ουσίας αποδειξάσεις εμέ
χαρακτήρα τής τού Πατρός υποστάσεως. Καλώς γαρ πρόσκειται το ‘εί’, την προ
αιώνων δηλούν γέννησιν· ήν γαρ αεί Υιός. Επήνεγκε δε το ‘σήμερον γεγέννηκά σε’ ίνα
την κατά σάρκαν γέννησιν δείξη· τα γαρ ‘σήμερον’ χρόνου εστί· διο και τέθειται περί
τής χρονικής γεννήσεως. Ακολούθως δε τω ανθρωπίνω και τα επαγόμενα, γεγέννηκά
σε. Όρα πώς την κατά σάρκα γέννησιν οικειούται ο Πατήρ τού μονογενούς τού
Χριστού» (Μεγάλου Αθανασίου, Υποθέσεις εις τούς Ψαλμούς, Patrologia Graeca,
τόμ.27, σελ.68).

Επανερχόμενοι εις τον διάλογο τού Ιησού με τον Ναθαναήλ γεννάται το εξής
ερώτημα: Λέγοντας ο Ναθαναήλ εις τον Ιησού «Συ είσαι ο Υιός τού Θεού», εννοεί ότι
ο Ιησούς είναι ο Υιός τού Θεού, περί τού οποίου ομιλεί ο δεύτερος Ψαλμός; Εννοεί
δηλαδή, ότι ο Ιησούς είναι Υιός τού Θεού ως Μεσσίας άνθρωπος;

Αλλά όπως προείπαμε, ο Ιησούς είναι Υιός τού Θεού και με ανωτέρα έννοια,
υψίστη έννοια. Όπως ένας άνθρωπος εδώ εις την γη έχει υιό, έτσι και ο Θεός εις τον
ουρανό έχει Υιό, φυσικό και μονογενή Υιό, γεννημένον απ’Αυτόν ‘προ πάντων τών
αιώνων’, έξω από τον χρόνο, προ τού χρόνου. Ως φυσικός δε Υιός τού Θεού ο Ιησούς
είναι Θεός Αληθινός, όπως ο Πατέρας Του, ομοούσιος προς τον Πατέρα Του, μία
ουσία ή Θεότης μαζί με τον Πατέρα. Αυτή η αλήθεια, ότι ο Θεός έχει και Αυτός Υιό,
φυσικό Υιό, είναι η Υψίστη αλήθεια τής Πίστεώς μας και η πλέον παράδοξη και
καταπληκτική. Γεννάται δε τώρα άλλο ερώτημα: Λέγοντας ο Ναθαναήλ εις τον Ιησού
«συ είσαι ο Υιός τού Θεού», εννοεί ότι ο Ιησούς είναι Υιός τού Θεού με την υψίστη
έννοια; Εννοεί δηλαδή, ότι είναι φυσικός και μονογενής Υιός τού Θεού, γεννημένος
‘προ πάντων τών αιώνων’, Θεός Αληθινός όπως ο Πατέρας Του;

Άλλοι ερμηνευτές νομίζουν, ότι ο Ναθαναήλ ονόμασε τον Ιησού Υιό τού Θεού, ως
άνθρωπο Μεσσία, και άλλοι νομίζουν, ότι τον ονόμασε έτσι ως φυσικό και μονογενή
Υιό τού Θεού. Με άλλα λόγια, άλλοι αναφέρουν την ομολογία τού Ναθαναήλ εις την
ανθρωπίνη φύση τού Χριστού, και άλλοι εις την θεία φύση Του. Εμείς συντασσόμεθα
με τούς δευτέρους, οι οποίοι φρονούν, ότι ο Ναθαναήλ ονόμασε τον Ιησού Υιό τού
Θεού με την υψίστη έννοια, ως ένα από τα τρία πρόσωπα τής Θεότητος. Οι

14
αντιφρονούντες ισχυρίζονται, ότι ο Ναθαναήλ δεν ήτο ακόμη εις θέση να καταλάβει,
ότι ο Ιησούς είναι ο φυσικός και μονογενής Υιός τού Θεού.

Αλλά αυτό το επιχείρημα δεν είναι ορθό. Αργότερα ο κόσμος, αν και επί αρκετό
χρόνο ήκουσε τη διδασκαλία τού Χριστού και είδε τα θαύματά Του, εν τούτοις δεν
ανυψώθηκε εις την υψίστη αλήθεια, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός τού Θεού, ο φυσικός
και μονογενής Υιός τού Θεού. Ο κόσμος νόμιζε, ότι ο Ιησούς είναι ένας μεγάλος
προφήτης, όχι περισσότερο. Ο Πέτρος όμως, πλήρης πίστεως και ενθουσιασμού,
ομολόγησε, ότι ο Ιησούς είναι ο «ο Υιός τού Θεού τού ζώντος» (ΜΑΤΘ. ΙΣΤ:16), ο
φυσικός και μονογενής Υιός τού Αληθινού Θεού. Πώς ο Πέτρος πίστευσε και
ομολόγησε; Κατόπιν θείας αποκαλύψεως. Ο Χριστός είπε προς τον Πέτρο: «Σαρξ και
αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς» (ΜΑΤΘ. ΙΣΤ:17).
Αυτή την αλήθεια, ότι είμαι «ο Υιός τού Θεού τού ζώντος», δεν εφανέρωσε εις εσένα
άνθρωπος, αλλά ο ουράνιος Πατέρας μου (Η ομολογία τού Πέτρου θα αναλυθεί
ευθύς αμέσως μετά το ολοκλήρωση τής αναλύσεως τής ομολογίας τού Ναθαναήλ).

Όπως δε αργότερα ο Πέτρος, έτσι και πρωτύτερα ο Πρόδρομος και Βαπτιστής


Ιωάννης ομολόγησε, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός τού Θεού με την υψίστη έννοια.
Προτού να δει τον Ιησού ο Ιωάννης έλεγε: «Οπίσω μου έρχεται ανήρ, ος έμπροσθέν
μου γέγονεν, ότι πρώτός μου ην» (ΙΩΑΝ. Α:30) δηλαδή «Μετά από εμένα έρχεται
ένας άνδρας, ο οποίος προηγείται από εμένα, διότι υπήρχε πρωτύτερα από εμένα». Ο
μεταγενέστερός μου υπήρξε προτύτερα από εμένα! Ο Χριστός, αν και
μεταγενέστερος τού Ιωάννου (εφόσον εγεννήθη έξι μήνες μετά απ’ αυτόν, αλλά και
επειδή ενεφανίσθη εις την δημοσία ζωή μετά απ’ αυτόν), υπήρξε προτύτερα τού
Ιωάννου. Είναι μεταγενέστερος τού Ιωάννου ως άνθρωπος, και υπήρξε πρωτύτερα
τού Ιωάννου ως Θεός! Με αυτά τα παράδοξα λόγια ο Πρόδρομος κήρυττε την
προύπαρξη τού Μεσσίου. Και όταν προσωπικώς γνώρισε και βάπτισε τον Ιησού και
είδε το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει επάνω Του, κήρυξε, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός τού
Θεού. «Καγώ εώρακα και μεμαρτύρηκα, ότι ούτός εστιν ο Υιός τού Θεού» (ΙΩΑΝ.
Α:34). Πώς ο Πρόδρομος γνώρισε, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός τού Θεού με την υψίστη
έννοια; Κατόπιν θείας αποκαλύψεως, «Καγώ ουκ ήδειν αυτόν, αλλ’ ο πέμψας με
βαπτίζειν εν ύδατι, εκείνος μοι είπεν· εφ’ όν αν ίδης το Πνεύμα καταβαίνον και μένον
επ’ αυτόν, ούτός εστιν ο βαπτίζων εν Πνεύματι Αγίω» δηλαδή «Ναι, εγώ δεν τον
γνώριζα, αλλά εκείνος, που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μού είπε: ‘Αυτός
εις τον οποίον θα δεις το Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει επάνω του, αυτός είναι
που βαπτίζει με Πνεύμα Άγιο’».

Αλλά και πολύ πρωτύτερα από τον Πρόδρομο, οι γονείς του μίλησαν θεοπνεύστως
και ονόμασαν τον Χριστό ‘Κύριο’, ομολογούντες έτσι την θεότητά Του. Ο Ζαχαρίας
απευθυνόμενος προς το παιδί του τον Ιωάννη, βρέφος ακόμη, είπε τον παράδοξο
τούτο λόγο: Και συ, παιδίον,...προπορεύση προ προσώπου Κυρίου ετοιμάσαι οδούς
αυτού» (ΛΟΥΚ. Α:76) δηλαδή «Και συ παιδί, θα προπορευθείς από τον Κύριο (Εβρ.
Γιαχβέ) για να ετοιμάσεις τούς δρόμους του». (Το συγκεκριμένο χωρίο αναλύεται
διεξοδικώς εις το Β΄ Μέρος τού παρόντος εις το κεφάλαιο ‘Χριστός, ο Κύριος (ή
Γιαχβέ) τού οποίου η οδός ητοιμάσθη υπό τού Προδρόμου’). Η δε Ελισάβετ, όταν
εδέχθη τον χαιρετισμό τής Παρθένου, είπε τον άλλον τούτο παράδοξο λόγο: «Και
πόθεν μοι τούτο, ίνα έλθη η μήτηρ τού Κυρίου μου προς με;» (ΛΟΥΚ. Α:43) δηλαδή

15
«Πω, πω! Από πού η μεγάλη αυτή τιμή (ή Πώς μού έγινε η μεγάλη αυτή τιμή) να
έλθει προς εμένα η μητέρα τού Κυρίου μου;»

Ευρισκόμεθα εις την Παλαιά Διαθήκη. Ο Κύριος για τον Εβραίο τής Παλαιάς
Διαθήκης είναι ο Γιαχβέ. Όταν ο Εβραίος τής Παλαιάς Διαθήκης λέγει ‘Adonai’, ‘ο
Κύριός μου’ εννοεί πάντα τον Γιαχβέ, εφόσον «Κύριος ο Θεός ημών Κύριος είς εστί»
(ΔΕΥΤ. ΣΤ:4). Όταν λοιπόν η Ελισάβετ, ως Εβραία τής Παλαιάς ακόμη Διαθήκης,
ομολογεί το (ασχημάτιστο καν) έμβρυο εις την κοιλία της Παρθένου, Κύριό της,
δηλαδή Θεό της, τι άλλο μπορεί να εννοεί, αγαπητοί Μάρτυρες τού Ιεχωβά, εκτός
από το προφανές;

Ομολογεί την Παναγία ως μητέρα τού Κυρίου της, η οποία Ελισάβετ, ως Εβραία
ακόμη τής Παλαιάς Διαθήκης, ΕΝΑΝ και μοναδικό Κύριο αναγνωρίζει, τον
Γιαχβέ! Κατά την Ελισάβετ, λοιπόν, ο Γιαχβέ τής Παλαιάς Διαθήκης έγινε
άνθρωπος! Το ίδιο και κατά τον Ζαχαρία «Και συ, παιδίον,...προπορεύση προ
προσώπου Κυρίου ετοιμάσαι οδούς αυτού» (ΛΟΥΚ. Α:76) δηλαδή «Και συ παιδί, θα
προπορευθείς από τον Κύριο (Εβρ. Γιαχβέ) για να ετοιμάσεις τούς δρόμους του», ο
Ιωάννης δηλαδή προπορεύθη τού Γιαχβέ ως ανθρώπου, επειδή εγένετο άνθρωπος,
γι’ αυτό ο Ιωάννης προηγήθη τού Θεού (εφόσον εγεννήθη έξι μήνες πριν απ’ αυτόν,
αλλά και επειδή ενεφανίσθη εις την δημοσία ζωή πριν απ’ αυτόν)!

Το ίδιο ομολογεί και ο Παύλος «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α΄ ΤΙΜ. Γ:16). Και
καλά θα κάνουν κάποιοι Μάρτυρες τού Ιεχωβά, όσοι τέλος πάντων αγαπάνε την
αλήθεια, να ενημερώσουν την Εταιρία ότι ο Αλεξανδρινός κώδικας αναγράφει
ξεκάθαρα ‘ΘC’ με γραμμή άνωθεν τής λέξεως που δηλώνει ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ!
Οπότε να σταματήσει η Εταιρία να πλανάει πλέον τούς ακολούθους της εις το θέμα
τής θεότητος τού Ιησού. Να βγει να πει την αλήθεια εις τούς ανθρώπους που την
έχουν εμπιστευθεί για την σωτηρία τους και την αιωνιότητά τους. Όλοι οι
θεόπνευστοι άγιοι Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ομολογούν ότι ο Γιαχβέ έγινε
άνθρωπος, και μόνον η Σκοπιά έχει ‘λυσσάξει’ να διαστρεβλώνει αυτή την μεγάλη
αλήθεια και να ‘στραβώνει’ ποικιλοτρόπως τούς ακολούθους της, ώστε να μην
δύνανται να διακρίνουν το Ευαγγέλιο τού Χριστού (πρβλ. Α΄ ΚΟΡ. Θ:12, Β΄ ΚΟΡ.
Β:12, Β΄ ΚΟΡ. Θ:13, Ι:14, ΓΑΛ. Α:7, Α΄ ΘΕΣ. Γ:2) αλλά να βλέπουν και να
κηρύσσουν ΑΛΛΟ Ευαγγέλιο, το Ευαγγέλιο τού Μπρούκλιν, που κατά τον Παύλο
είναι ανάθεμα (ΓΑΛ. Α:8)! (Περισσότερα επιχειρήματα και χωρία περί τής
ενανθρωπίσεως τού ιδίου τού Γιαχβέ – Υιού [και όχι κάποιου Αρχαγγέλου όπως
κακοδόξως διδάσκει η Σκοπιά] δύναται ο αναγνώστης να εύρη εις το Β΄ Μέρος τού
παρόντος εις το κεφάλαιο ‘Ό ίδιος ο Θεός ήλθε και μάς έσωσε’)

Όπως λοιπόν αργότερα ο Πέτρος, αλλά και πρωτύτερα ο Πρόδρομος κατόπιν θείας
αποκαλύψεως εγνώρισαν και ομολόγησαν, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός τού Θεού με την
υψίστη έννοια, πολύ δε ενωρίτερα ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ ονόμασαν τον Μεσσία
‘Κύριο’, δηλαδή Θεό, έτσι τώρα και ο Ναθαναήλ με θεία έμπνευση και παρόρμηση
γνωρίζει και ομολογεί, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός τού Θεού με την υψίστη έννοια. Ο
Πρόδρομος, ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ αξιώθηκαν τής υψίστης αποκαλύψεως, διότι
δεν ανήκαν εις τον κόσμο, αλλά εις την τάξη τών εκλεκτών. Και ο Πέτρος και ο
Ναθαναήλ αξιώθηκαν τής αυτής αποκαλύψεως, διότι επίσης δεν ανήκαν εις τον
κόσμο, αλλά εις την τάξη τών εκλεκτών.

16
Βεβαίως μέχρι την ανάσταση τού Ιησού, ή μάλλον μέχρι την επιφοίτηση τού Αγίου
Πνεύματος κατά την ημέρα τής Πεντηκοστής, ούτε ο Ναθαναήλ ούτε ο Πέτρος
συνειδητοποίησε πλήρως την αλήθεια για τον Ιησού, που γνώρισε και ομολόγησε
κατόπιν θείας εμπνεύσεως και παρορμήσεως. Η πλήρης συνειδητοποίηση τής
Θεότητος τού Ιησού ήλθε εις τούς Αποστόλους και εις τούς άλλους πιστούς με την
πλούσια έκχυση τού Αγίου Πνεύματος. Ομολόγησαν δηλαδή μεγάλες αλήθειες τής
Πίστεως χωρίς να έχουν πλήρη συνείδηση τού τί επακριβώς ομολογούσαν.

Παρόμοια περιστατικά συναντούμε και εις την Καινή και εις την Παλαιά Διαθήκη.
Αναφέρουμε ενδεικτικώς από ένα εις την κάθε Διαθήκη. Ο Αβραάμ αποκαλεί τούς
τρεις άνδρες που εφιλοξένησε ‘Κύριε’, τούς προσεκύνησε λατρευτικώς, και πότε
λέγει προς αυτούς ότι είναι ‘δούλος τους’ (δηλαδή και τών τριών), και πότε λέγει ότι
είναι ‘δούλος του’ (τού ενός δηλαδή Κυρίου, εφόσον και οι τρεις είναι κατ’ ουσίαν
ΕΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ). Το ίδιο δε ακριβώς ενήργησε και εποίησε και ο Λωτ εις τούς δύο
δικούς του φιλοξενούμενους. (Λεπτομερή ανάλυση και περιγραφή τών δύο αυτών
περιστατικών που απαντούν εις τα μυστηριώδη ΙΗ και ΙΘ κεφ. τής Γενέσεως,
δύναται ο αναγνώστης να εύρει εις το Β΄ Μέρος τού παρόντος εις το κεφάλαιο ‘Ο
περίφημος ‘Άγγελος Κυρίου’ τής Παλαιάς Διαθήκης και οι εμφανίσεις αυτού. Η
Τριαδικότητης τού Θεού κατά τα μυστηριώδη ΙΗ και ΙΘ κεφάλαια τής
Γενέσεως.)

Η παράδοξος αύτη προσφώνηση, όπως ήδη είπαμε, έγινε κατά παρόρμηση Θεού. Ο
Αβραάμ και ο Λωτ την στιγμή τής υποδοχής και προσφωνήσεως, κατά την γνώμη
μας, δεν είχαν την συνείδηση, ότι έτσι προσφωνούντες προσεφώνουν τον Θεό. Ο δε
Απόστολος Παύλος επιβεβαιώνει τού λόγου το αληθές λέγοντας: «...έλαθον τινές
ξενίσαντες αγγέλους» (ΕΒΡ. ΙΓ:2) δηλαδή «...μερικοί, χωρίς να το γνωρίζουν,
εφιλοξένησαν αγγελιαφόρους (φορείς σπουδαίων αγγελμάτων, ουράνιους
μηνυτές)» (Και αυτό το χωρίο τού Παύλου αναλύεται λεπτομερώς εις το Β΄ Μέρος
τού παρόντος εις το προαναφερθέν κεφάλαιο). Την στιγμή δηλαδή τής
προσφωνήσεως τών υψηλών επισκεπτών των ο Αβραάμ και ο Λωτ ωμίλησαν όπως ο
Καιάφας, ο οποίος προεφήτευσε χωρίς συνείδηση τής αληθινής έννοιας τού
προφητικού του λόγου:

«Είς δε τις εξ αυτών, Καιάφας, αρχιερεύς ων τού ενιαυτού εκείνου, είπεν αυτοίς· Υμείς
ουκ οίδατε ουδέν, 50. ουδέ διαλογίζεσθε ότι συμφέρει ημίν ίνα είς άνθρωπος αποθάνει
υπέρ τού λαού και μη όλο το έθνος απόληται. 51. Τούτο δε αφ’εαυτού ουκ είπεν, αλλά
αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου προεφήτευσεν ότι έμελλεν ο Ιησούς αποθνήσκει
υπέρ τού έθνους» (ΙΩΑΝ. ΙΑ:49-51)

«Τότε ένας απ’αυτούς, ο Καιάφας, ο οποίος ήτο αρχιερεύς τού έτους εκείνου, τούς
είπε: ‘Εσείς δεν ξέρετε τίποτε, 50. ούτε σκέπτεστε, ότι μάς συμφέρει να πεθάνει ένας
άνθρωπος για τον λαό, και να μη χαθεί όλο το έθνος’. 51. Τούτο όμως δεν είπε
αφ’εαυτού, αλλά επειδή ήτο αρχιερεύς τού έτους εκείνου προφήτευσε, ότι ο Ιησούς
επρόκειτο να πεθάνει για όλο το έθνος».

17
Η περίφημος ομολογία τού Αποστόλου Πέτρου

Εις την Καισάρεια τού Φιλίππου, που κατοικούσαν εθνικοί, μακριά από τούς
Ιουδαίους, έξω από κλίμα ενθουσιασμού και φανατισμού, εις μίαν ώρα ήρεμης και
ψύχραιμης ψυχικής καταστάσεως, ο Ιησούς, έπειτα από δύο περίπου χρόνια
διδασκαλίας και θαυματουργίας, έθεσε εις τούς μαθητές Του ένα ερώτημα, το
σημαντικώτερο ερώτημα τών αιώνων: «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι
τον Υιόν τού ανθρώπου;» (ΜΑΤΘ. ΙΣΤ:13). Ποία γνώμη έχουν οι άνθρωποι για
εμένα, τον ταπεινό υιό τού ανθρώπου; Ποίος λένε ότι είμαι;

Ο Ι ησούς δεν ερωτά για την γνώμη τών Φαρισαίων και τών Σαδδουκαίων, διότι η
γνώμη εκείνων ήτο γεμάτη πονηρία και απιστία. Ο Ιησούς ερωτά για την γνώμη τών
απλοικών ανθρώπων, τών ανθρώπων τού λαού. Γιατί η γνώμη τού λαού ήτο
απαλλαγμένη από πονηρία. Και ερωτά ο Ιησούς, όχι διότι δεν ξέρει, αλλά για να
δώσει αφορμή να ακουσθεί η αγαθή μεν, εσφαλμένη όμως γνώμη τού λαού, και εις
την συνέχεια να ακουσθεί η ορθή γνώμη τού Αποστόλου Πέτρου, και έτσι να
ομολογηθεί και να επικηρωθεί η μεγαλυτέρα αλήθεια τής Πίστεώς μας και
συγχρόνως να διορθωθεί η εσφαλμένη γνώμη τού Ιουδαικού λαού.

Εις το ερώτημα τού Ιησού περί τού εαυτού Του οι μαθητές απάντησαν, ότι άλλοι
νομίζουν, ότι αυτός είναι ο Ηλίας που δεν έχει πεθάνει, άλλοι ότι είναι ο Ιωάννης ο
Βαπτιστής, και άλλοι ότι είναι ο Ιερεμίας ή ένας από τούς άλλους προφήτες,
ανεστημένος εκ νεκρών. Ο λαός, δηλαδή, θεωρούσε τον Ιησού έναν μεγάλο προφήτη,
όχι όμως Μεσσία. Τότε ο Ιησούς ερώτησε για την γνώμη τών μαθητών Του: «Υμείς
δε τίνα με λέγετε είναι;» (ΜΑΤΘ. ΙΣΤ:15). Είναι σαν να είπε ο Ιησούς: Άκουσα τη
γνώμη που έχει για μένα ο λαός, αλλά κυρίως με ενδιαφέρει η δική σας γνώμη. Γιατί
εσείς είστε οι μαθητές μου. Έπειτα από διδασκαλία και θαύματα δύο ετών, εσείς ποία
γνώμη σχηματίσατε για μένα;

Τότε ο Πέτρος, ο πιο θερμός και αυθόρμητος, είπε γεμάτος ενθουσιασμό: «Συ εί ο
Χριστός, ο Υιός τού Θεού τού ζώντος» (ΜΑΤΘ. ΙΣΤ:16). Ο Πέτρος ομολογεί δύο
αλήθειες για τον Ιησού, μία μεγάλη, και μία μεγίστη. Η μεγάλη αλήθεια είναι, ότι ο
Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Μεσσίας εις τα Εβραικά, που ανέμενον οι αιώνες για να
σώσει τον κόσμο. Η μεγίστη αλήθεια είναι, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός τού Θεού τού
ζώντος. Ο Πέτρος δεν είπε «συ είσαι υιός τού Θεού», χωρίς άρθρο μπροστά από την
λέξη ‘υιός’. Αν έλεγε έτσι, η έννοια θα ηδύνατο να είναι: «Συ είσαι ένας από τούς
εξαιρετικούς υιούς τούς Θεού, κτιστούς, ανθρώπους ή αγγέλους» και θα
δικαιωνόσασταν, αγαπητοί Μάρτυρες τού Ιεχωβά! Όμως, για κακή τύχη τής Σκοπιάς,
ο Πέτρος είπε «συ είσαι ο Υιός τού Θεού», με άρθρο μπροστά από την λέξη ‘υιός’,
οπότε η έννοια είναι πλέον «Συ είσαι ο μοναδικός, ο μονογενής Υιός τού Θεού,
και άρα άκτιστος και γεννητός Υιός τού Θεού, όχι κτιστός».

Ο Πέτρος, δηλαδή, ομολογεί την καταπληκτική αλήθεια, ότι ο Θεός έχει Υιό, όπως
και οι άνθρωποι έχουν υιούς. Την αλήθεια δε αυτήν ‘απεκάλυψεν’ εις τον Πέτρο ο
Πατήρ. Εάν ο Χριστός ήτο κτίσμα, κτιστός υιός, υιός με καταχρηστική έννοια, όπως
είναι κάθε άνθρωπος και άγγελος, όπως έχει κατορθώσει να πείσει η Σκοπιά τούς
ακολούθους της να πιστεύουν, ο Χριστός δεν θα παρουσίαζε την υιότητά

18
Του ως αλήθεια εξ αποκαλύψεως! Ο Χριστός είναι ‘Υιός Θεού’ εν
κυριολεξία, όπως είναι και ‘υιός ανθρώπου’ εν κυριολεξία! Όπως δηλαδή το ‘υιός
ανθρώπου’ σημαίνει ότι έχει πραγματική ανθρώπινη φύση, έτσι και το ‘Υιός Θεού’
σημαίνει ότι έχει πραγματική θεία φύση! Πραγματική θεία φύση και δεν είναι θεός
όπως ο Παύλος (Σκοπιά 01.04.1984, σελ.14) όπως υποτιμητικώς και βλασφήμως τον
παρουσιάζει εις τούς ακολούθους του ο «ο αληθινός προφήτης που έχει εγείρει ο
Ιεχωβά μέσα στη γενεά μας» (Σκοπιά 01.06.1973, σελ.342).

Αλλά αφού ο Ιησούς δεν είναι απλώς υιός τού Θεού, ένας δηλαδή από τούς
πολλούς και κτιστούς υιούς, αγγέλους και ανθρώπους, αλλά είναι ο Υιός τού Θεού, ο
μονογενής, και άρα άκτιστος και γεννητός όπως προείπαμε, είναι και αυτός Θεός
όπως ο Πατήρ Του. Το πρόβατο γεννάει πρόβατο, το κατσίκι γεννάει κατσίκι, το
ελάφι γεννάει ελάφι, ο άνθρωπος γεννάει άνθρωπο, ο άγγελος, εάν γεννούσε, θα
γεννούσε άγγελο και ο Θεός γεννάει Θεό, ή για να χρησιμοποιήσουμε το Εβραικό
όνομα, ο Γιαχβέ γεννάει Γιαχβέ. Το γέννημα δηλαδή είναι τής αυτού φύσεως με τον
γεννήτορα. Ο άνθρωπος κατασκευάζει – δημιουργεί ένα τραπέζι ή ένα σπίτι, αλλά το
δημιούργημά του δεν είναι τής αυτού φύσεως με αυτόν, κι ούτε δυνάμεθα να είπωμε
ότι το τραπέζι ή το σπίτι είναι γέννημα τού ανθρώπου, ότι δηλαδή προήλθε εκ
γεννήσεως. Το φως γεννάται εκ τού ηλίου κι ο Υιός εκ τού Πατρός. Ο δε Υιός,
συμφώνως προς τον ιερώτατο Παύλο, είναι ‘απαύγασμα τής δόξης τού Πατρός’ (ΕΒΡ.
Α: 3) δηλαδή ‘ακτινοβολία τής ένδοξης μορφής Του (ή τής ένδοξης φύσεώς Του)’, κι
όπως δεν νοείται ήλιος δίχως ακτινοβολία έτσι δεν νοείται Πατήρ δίχως Υιό, εφόσον
ο Υιός ακτινοβολεί τον νοητό ήλιο, τον Πατέρα!

Ας αφήσουμε όμως τον Φωστήρα τής Εκκλησίας, τον Μέγαν Αθανάσιον να


αναλύσει με την θεολογική του σοφία τις ανωτέρω έννοιες:

«Τίς γαρ ου συνορά διάνοιαν έχων ορθήν, ότι τα μεν κτιζόμενα και ποιούμεθα έξωθεν
τού ποιούντος, ο δε Υιός, ως εν τοις έμπροσθεν έδειξεν ο λόγος, ουκ έξωθεν, αλλ’ εκ
τού γεννώντος Πατρός υπάρχει; Και γαρ άνθρωπος κτίζει μεν οικίαν, γεννά δε υιόν, και
ουν αν τις αναστρέφων είποι την μεν οικίαν και την ναυν γεννάσθαι παρά τού
κατασκευάζοντος, τον δε υιόν κτίζεσθαι και ποιήσθαι παρά τού αυτού· ουδέ πάλιν την
μεν οικίαν εικόνα τού κτίζοντος, τον δε υιόν ανόμοιον τού γεννώντος· αλλά μάλλον τον
μεν υιόν εικόνα τού πατρός ομολογήσει, την δε οικίαν τέχνης είναι δημιούργημα, ει μη
τίς άρα την διάνοιαν νοσοίη και τας φρένας παρεξεστηκώς τυγχάνοι» (Μεγ.
Αθανασίου, Περί Νικαίας, κεφ.13, Patrologia Graeca, τόμ.25, σελ.445 κατά την
λανθασμένη αρίθμηση τού πρωτοτύπου, ή σελ.437 κατά την μεταγενεστέρα
διορθωμένη αρίθμηση)

«ότι τα μεν κτίσματα έξωθέν εστιν έργα τού ποιούντος, το δε γέννημα ουκ έξωθεν, ως
έργον, αλλ’ εκ τού Πατρός εστιν ίδιον τής ουσίας. Διόπερ τα μεν κτίσματα· ο δε Λόγος
τού Θεού, Υιός μονογενής» (Μεγ. Αθανασίου, Β΄ Λόγος κατά Αρειανών,
Patrologia Graeca, τόμ.26, σελ.268)

«Οποίος γαρ αν ή ο γεννών, τοιούτον ανάγκη και το γέννημα είναι· και οποίος αν ή ο
τού Λόγου Πατήρ, τοιούτος αν είη και ο Λόγος αυτού. Ο μεν ουν άνθρωπος εν χρόνω
γεννώμενος, εν χρόνω και αυτός γεννά το τέκνον· και επειδή εκ τού μη όντως γέγονε,
δια τούτο και ο λόγος αυτού παύεται, και ου μένει· ο δε Θεός ουχ ως άνθρωπος εστι·
τούτο γαρ είπεν η Γραφή· αλλ’ ών εστι και αεί εστι και αιδίως εστί μετά τού Πατρός, ως
απαύγασμα φωτός. Και ο μεν τών ανθρώπων λόγος εκ συλλαβών εστι συγκείμενος, και

19
ούτε ζη, ούτε τι ενεργεί, αλλά μόνον εστί σημαντικός τής τού λαλούντος διανοίας, και
μόνον εξήλθε και παρήλθε μηκέτι φαινόμενος, επειδή ουδέν ήν όλως, πριν λαληθή· διο
ούτε ζη, ούτε τι ενεργεί, ούτε όλως άνθρωπός εστιν ο τών ανθρώπων λόγος· πάσχει δε
τούτο, καθά προείπον, επεί και ο τούτον γεννών άνθρωπος εκ τού μη όντος έχει την
φύσιν· ο δε τού Θεού Λόγος ουχ, ως αν τις είποι, προφορικός εστιν, ουδέ ψόφος
ρημάτων, ουδέ το προστάξαι Θεόν, τούτό εστιν ο Υιός· αλλ’ ως φωτός απαύγασμα,
ούτως εστί γέννημα τέλειον εκ τελείου. Διο και Θεός εστιν εικών τού Θεού· και Θεός
γαρ ην, φησίν, ο Λόγος. Και οι μεν λόγοι τών ανθρώπων ουδέν εισιν εις εις ενέργειαν·
διο ουδέ δια λόγων, αλλά δια χειρών άνθρωπος εργάζεται, ότι αύται μεν υπάχρουσιν, ο
δε Λόγος αυτών ουχ υφίσταται» (Μεγ. Αθανασίου, Β΄ Λόγος κατά Αρειανών,
Patrologia Graeca, τόμ.26, σελ.221).

Ο Πέτρος ωμολόγησε την μεσσιακή ιδιότητα και θεότητα τού Ιησού. Αυτές οι δύο
είναι οι μεγαλύτερες αλήθειες τού Χριστιανισμού. Ο Μεσσίας είναι και
Θεός, και γι’ αυτό μάς σώζει. Μάς σώζει επειδή είναι Θεός. Αν δεν ήτο Θεός δεν θα
ηδύνατο να μάς σώσει. Άλλωστε εις την Παλαιά Διαθήκη είχε προφητευθεί από τον
μεγαλοφωνότατο Ησαία, ότι δεν θα ήρχετο κάποιο σπουδαίο πρόσωπο να μάς σώσει,
απλώς δηλαδή άνθρωπος, ούτε κάποιος άγγελος ή Αρχάγγελος όπως έχει πείσει η
Σκοπιά τούς ακολούθους της να πιστεύουν, ούτε κάποιος αντιπρόσωπος τού Θεού,
αλλά θα ήρχετο ΑΥΤΟΣ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ! Κι επειδή κάποιοι Μάρτυρες τού
Ιεχωβά, έχοντας υπ’ όψιν τις πλάνες τού δούλου με τις οποίες τρέφονται, θεωρήσουν
ότι υπερβάλλουμε ή ότι διατυπώνουμε αντιγραφικές διδασκαλίες, όταν με το καλό
βγάλουν τα ‘γυαλιά’ τού ‘δούλου’ με τα οποία διαβάζουν την Αγία Γραφή, ας
μελετήσουν προσεκτικώς δύο μόνον χωρία με τα οποία αποδεικνύεται τού λόγου το
αληθές:

«Είπατε προς τούς πεφοβημένους την καρδίαν, Ισχύσατε, μη φοβήσθε· ιδού, ο Θεός
σας θέλει ελθεί μετ’ εκδικήσεως, ο Θεός μετ’ ανταποδόσεως· αυτός θέλει ελθεί,
και θέλει σάς σώσει. 5. Τότε οι οφθαλμοί τών τυφλών θέλουσιν ανοιχθή, και τα ώτα
τών κωφών θέλουσιν ακούσει. 6. Τότε ο χωλός θέλει πηδά ως έλαφος, και η γλώσσα
τού μογιλάλου θέλει ψάλλει· διότι εν τη ερήμω θέλουσιν αναβλύσει ύδατα, και ρεύματα
εν τη ερημία» (ΗΣΑ. ΛΕ:4-6, Εβρ.) και

«Τίς δε συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων; Υμείς γαρ ναός Θεού εστε ζώντος,
καθώς είπεν ο Θεός ότι ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω, και έσομαι
αυτών Θεός, και αυτοί έσονταί μοι λαός» (Β΄ ΚΟΡ. ΣΤ:16)

(Τα ανωτέρω χωρία, εις τα οποία προφητεύεται ότι ο ΙΔΙΟΣ ο Θεός θα έλθει να μάς
σώσει, και ότι ο ΙΔΙΟΣ ο Θεός θα κατοικήσει και θα περιπατήσει ανάμεσα εις τούς
ανθρώπους, και όχι ένας απλός Αρχάγγελος, χωρία καταπέλτης για την Σκοπιά που
γκρεμίζουν συθέμελα το οικοδόμημά της και την θεωρία της περί Χριστού ως
Αρχαγγέλου Μιχαήλ, αναλύονται διεξοδικώς εις το Β΄ Μέρος τού παρόντος με τίτλο
‘Ανατροπή και αναίρεση βασικών δογμάτων τών Μαρτύρων τού Ιεχωβά’ εις το
κεφάλαιο ‘Ό ίδιος ο Θεός ήλθε και μάς έσωσε’)

Ο δε Ιησούς, λοιπόν, επεκύρωσε την ομολογία τού Πέτρου, μακαρίζοντας τον


Απόστολο και δίνοντας μεγάλες και αιωνίου σημασίας υποσχέσεις: «Μακάριος εί,
Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις
ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω, ότι συ εί Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω την

20
Εκκλησία μου, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. Και δώσω σοι τας κλεις τής
βασιλείας τών ουρανών κ.λ.π.» (ΜΑΤΘ. ΙΣΤ:17-19).

Με άλλα λόγια ο Κύριος είπε εις τον Απόστολο Πέτρο: Ευτυχισμένος είσαι, Σίμων,
υιέ Ιωνά! Εσύ ανέφερες τον Πατέρα μου και εγώ αναφέρω τον δικό σου πατέρα. Εσύ
με είπες Υιόν τού Θεού, και εγώ σε λέγω υιόν τού Ιωνά. Όπως είσαι εσύ υιός
τού Ιωνά, φυσικός και γνήσιος, έτσι είμαι και εγώ Υιός τού Θεού,
φυσικός και γνήσιος! Είπες μυστηριώδη και υψίστη αλήθεια, ότι ο και ο Θεός
έχει Υιόν, και αυτός είμαι εγώ. Αυτή την αλήθεια δεν σού εφανέρωσε άνθρωπος,
αλλά ο ουράνιος Πατέρας μου. Είπες ότι είμαι ο Χριστός και ο Υιός τού Θεού τού
ζώντος. Και εγώ σού λέγω, ότι συ είσαι Πέτρος, βράχος πίστεως, και επάνω εις αυτήν
την πέτρα, την πίστη δηλαδή και την ομολογία εις το όνομά μου, θα ιδρύσω την
Εκκλησία μου, και ο άδης με τις σκοτεινές του δυνάμεις δεν θα υπερισχύσει τής
Εκκλησίας, δεν θα μπορέσει να την γκρεμίσει. Η Εκκλησία μου θα είναι ακατάλυτη
και αιώνια. Και θα σού δώσω τα κλειδιά τής βασιλείας τών ουρανών και την εξουσία
να δένεις και να λύνεις μέσα εις την Εκκλησία. Θα σε οπλίσω δηλαδή με πνευματική
εξουσία, για να βοηθείς τού ανθρώπους εις το έργο τής σωτηρίας.

Αυτές τις διακηρύξεις τού Χριστού τις αποδέχονται οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά;
Αποδέχονται δηλαδή ότι από τότε που ο Χριστός ίδρυσε την Εκκλησία Του αυτή
παραμένει ΑΣΑΛΕΥΤΗ και ΑΚΛΟΝΗΤΗ, ως προέκταση τού σώματός Του και ως
έχουσα κεφαλή και οδηγό τον ίδιο τον ιδρυτή της μετά τού Αγίου Πνεύματος; (πρβλ.
ΚΟΛΑΣ. Α:18 «και αυτός εστι η κεφαλή τού σώματος, τής εκκλησίας·»). Αποδέχονται
οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά, ότι η Εκκλησία τού Χριστού, εφόσον οδηγήται υπό τού
Αγίου Πνεύματος, κι άρα οδηγήται ΑΠΛΑΝΩΣ, έχει ΟΛΗ την αλήθεια «όταν έλθει
εκείνος, το Πνεύμα τής αληθείας, οδηγήσει υμάς (ήτοι την εκκλησίαν) εις ΠΑΣΑΝ
την αλήθειαν» (πρβλ. ΙΩΑΝ. ΙΣΤ:13) και λέγει ΠΑΝΤΑ την αλήθειαν «και εγώ
ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα ΜΕΝΗ μεθ’ημών (δηλ.
μετά τής εκκλησίας) ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΙΩΝΑ» (πρβλ. ΙΩΑΝ. ΙΔ:16);

Κι εφόσον η Εκκλησία λέγει ΠΑΝΤΑ την αλήθεια, οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά που
ισχυρίζονται ότι έχουν και άρα κηρύσσουν την αλήθεια, εις την εκατονταετή και
πλέον ιστορία τους έλεγαν και κήρυτταν ΠΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ; Εις την
εκατονταετή και πλέον ιστορία τους, έλεγαν δηλαδή και κήρυτταν ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΙΔΙΑ
ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΠΑΝΤΑ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ, εφόσον η αλήθεια δεν
αλλάζει και είναι ΗΔΗ παραδεδομένη εις την Εκκλησία από τον 1ο αιώνα
(«...επαγωνίζεσθαι τη άπαξ παραδοθείση τοις αγίοις πίστει» ΙΟΥΔΑ στίχ.3);
Εν αντιθέσει όμως με την Εταιρία Σκοπιά που αλλάζει κάθε τρεις και λίγο
διδασκαλίες, και αυτά που εκήρυττε παλαιότερα εις το όνομα τού Ιεχωβά ή ως φως εκ
τού Ιεχωβά, αργότερα τα αποκηρύσσει ως πλάνη τού Διαβόλου (!), κι αυτά που έχει
παλαιότερα αποκηρύξει ως πλάνη τού Διαβόλου, αργότερα τα επαναφέρει και τα
ξανακηρύσσει ως φως και αποκεκαλυμμένες αλήθειες τού Ιεχωβά (!), η Ορθοδοξία
αντιτάσσει την επί 20 και πλέον αιώνες σταθερή διδασκαλία τού Ευαγγελίου, εις την
οποίαν διδασκαλία δεν παρεξέκλινε εις το ελάχιστο, κάτι που δύναται να το
εξακριβώσει οποιοσδήποτε ερευνήσει καλοπροαίρετα τις διδασκαλίες τής Εκκλησίας
τών τριών πρώτων αιώνων, εις όλα τα δογματικά ζητήματα, και τις συγκρίνει με
αυτές τού 21ου αιώνος!

21
Ο Χριστός ενώπιον τού Αρχιερέως Ιωσήφ Καιάφα.

Πριν αναλύσουμε τον διάλογο που διημείφθη μεταξύ Χριστού – Καιάφα, και
προκειμένου να εννοήσουμε καλύτερα την ερώτηση που απυήθυνε ο Καιάφας εις τον
Ιησού, καλό θα ήτο να αναλύαμε την προ Χριστού Παλαιοδιαθικική και μη
Γραμματεία, προς ανεύρεση τής ακριβούς εννοίας την οποίαν είχαν υπ’όψιν τους οι
Εβραίοι περί τού Μεσσίου.

1) Τα ονόματα τού Μεσσίου.

Το όνομα ‘Μεσσίας’ σημαίνει τον ‘κεχρισμένο’ υπό τού Θεού βασιλέα τού
Ισραήλ (ΕΝΩΧ 48:10, 52:4, ΑΠΟΚ. ΒΑΡΟΥΧ 29:3, 30:1, 39:7, 40:1, 70:9, 72:2,
Δ΄ ΕΣΔΡΑ 7:28-29, 12:32), λατινιστί ‘unctus’, ελληνιστί ‘Χριστός Κυρίου’
(ΨΑΛΜ. ΣΟΛ. 17:32, 18:5,7), εβραιστί ‘χαμμασείαχ’, αραμαιστί ‘μεσειχά’ ή
‘μαλκιά μεσειχά’, εις την Καινή Διαθήκη ‘Μεσσίας’, κατά μεταγραφή εκ τού
Εβραικού (πρβλ. ΙΩΑΝ. Α:42 «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν· ό εστι μεθερμηνευόμενον
Χριστός» και Δ:25 «λέγει αυτώ η γυνή· οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λεγόμενος
Χριστός»).

Επειδή η λέξη Χριστός απέβη ελληνικός όρος, οι ελληνόφωνοι Ιουδαίοι τής


χριστιανικής εποχής προτιμούσαν τον όρο ‘Ηλειμμένος’, τον οποίον εισήγαγε ο
μεταφραστής τής Βίβλου Ακύλας («Μεσσίας μέντοιγε Εβραιστί, καλείται, όπερ οι μεν
Εβδομήκοντα, Χριστός, ηρμήνευσαν· ο δε Ακύλας Ηλειμμένος» Ωριγένους, Τών εις το
κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον Εξηγητικών, τόμ.ΙΓ, Patrologia Graeca, τόμ.14,
σελ.445, Hieronymus, Comment. In Jes. 27:13, Patrologia Latina, τόμ.24,
σελ.324Α).

Εις το βιβλίο τού Ενώχ καλείται ‘ο υιός τού ανθρώπου’ (46:1-14, 48:2, 62:7,9,14,
63:11, 69:26-27) και πολλές φορές εις την Καινή Διαθήκη υπό αυτού τού Κυρίου
ημών Ιησού Χριστού περί εαυτού. Ο όρος αυτός προήλθε εκ τής αποδόσεως εις τον
Μεσσία τής εικόνος εις τον Δανιήλ μίας ανθρωπίνης μορφής, που εφέρετο εν
νεφέλαις. («Ιδού μετά τών νεφελών τού ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην
(=εφέρετο) και έως τού Παλαιού τών ημερών έφθασε» ΔΑΝ. Ζ:13, Ο΄). Επί τη
ευκαιρία τής αναφοράς τού χωρίου τού Δανιήλ να πούμε ότι η φράση ‘ερχόμενος
μετά τών νεφελών’, δεν σημαίνει έλευση προς εμάς, όπως εσφαλμένως το
αντιλαμβάνονται πολλοί, καθώς με τον ίδιο τρόπο αντιλαμβάνονται και το
παράλληλο χωρίο ΜΑΤΘ. ΚΣΤ:64 «Λέγει αυτώ ο Ιησούς· συ είπας· πλην λέγω υμίν,
απ’ άρτι όψεσθε τον Υιόν τού ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών τής Δυνάμεως και
ερχόμενον επί τών νεφελών τού ουρανού». Το ‘έρχεσθαι’ εν προκειμένω δεν έχει την
έννοια τής προς εμάς κινήσεως, αντιθέτως το ρήμα σημαίνει κίνηση προς οιανδήποτε
κατεύθυνση, και μάλιστα αντίθετη τής προς εμάς. Όπως διακρίνουμε με
προσεκτική ανάγνωση, εις το χωρίο τού Δανιήλ το ‘ερχόμενος ην’ (=ήρχετο), δεν
σημαίνει κίνηση προς εμάς, τούς επί γης, αλλά προς τον Παλαιό τον ημερών, τον εν
ουρανοίς Θεό. Ο Μεσσίας τού προφητικού χωρίου ήρχετο άνω, προς τον Ύψιστο, και
έφθασε μέχρις αυτού. Επειδή δε το ‘έρχεσθαι’ συνήθως αντιλαμβανόμαστε με την
έννοια τής προς εμάς κινήσεως, δηλαδή ως αντίθετο τού ‘υπάγειν’, εις το χωρίο τού
Δανιήλ το ‘ερχόμενος ην’ είναι καλύτερα να μην μεταφράζεται ‘ήρχετο’ αλλά
‘εφέρετο’.

22
Την έννοια τού ‘φέρεσθαι’ και όχι ειδικώς τού ‘προς εμάς κινείσθαι’ έχει το
‘έρχεσθαι’ και εις το χωρίο τού Ματθαίου, που παρεπιπτόντως ανεφέραμε. Η φράση
δηλαδή ‘έρχόμενον επί τών νεφελών τού ουρανού’ πρέπει να μεταφράζεται: ‘να
φέρεται επί τών νεφελών τού ουρανού’. Δεν λέγει εδώ, ότι ο Υιός τού ανθρώπου θα
έλθει να κρίνει τούς ανθρώπους, όπως πολλοί εσφαλμένως έχουν κατανοήσει τα
λόγια τού Ιησού, αλλά λέγει, ότι θα είναι εις τα ύψη και οι νεφέλες θα είναι το
μεγαλοπρεπές όχημα, επί τού οποίου θα φέρεται. Κατά ταύτα ο Ιησούς λέγει: Από
τώρα (και εις το εξής) θα βλέπετε τον Υιόν τού ανθρώπου να κάθεται εις τα δεξιά τής
Δυνάμεως (τού Παντοδυνάμου Θεού) και να φέρεται επί τών νεφελών τού ουρανού.

Κατά ταύτα είναι σαν να έλεγε ο Ιησούς εις τούς δικαστές Του: Από τώρα (που με
θανατώνετε), νομίζοντας ότι έτσι θα σβήσετε το όνομά μου, προς τραγικήν εις βάρος
σας ειρωνεία, από τώρα ακριβώς θα βλέπετε να δοξάζομαι! Ο θάνατός μου θα είναι
απαρχή διαρκούς δόξης. Ο ποιητικός και μεγαλειώδης λόγος τού Ιησού προς τούς
δικαστές του, συμπίπτει κατ’ ουσίαν προς τον απλό λόγο, τον οποίον είπε εις τούς
μαθητές του λίγο προ τού πάθους: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός τού
ανθρώπου» (ΙΩΑΝ. ΙΒ:23). Πράγματι δε τα σημεία κατά τον καιρό τού πάθους, τα
μετά ταύτα σημεία εις το όνομα τού Ιησού, η καταστροφή τού Ιουδαικού Έθνους υπό
τών Ρωμαίων και η θεμελίωση, η κραταίωση και η συνέχεια τής Εκκλησίας δια μέσου
τών αιώνων, δικαιώνουν και δοξάζουν τον Ιησού, ήδη από τού χρόνου τής
σταυρώσεως, και μετά ταύτα διαρκώς!

Μετά την απαραίτητη διευκρίνηση εις τα χωρία τού Δανιήλ και τού Ματθαίου,
επανερχόμεθα εις το θέμα μας περί τού Μεσσίου, ο οποίος είναι το εκλεκτό όργανο
τού Θεού, τού οποίου η αγάπη επαναπαύεται εις Αυτόν, και καλείται ‘ο εκλεκτός’
(ΕΝΩΧ 45:3-4, 49:2b, 51:3,5, 52:6,9, 53:6, 55:4, 61:8, 62:1), ή ‘ο υιός τού Θεού’
(ΨΑΛΜ. Β:7 Ο΄ «Κύριος είπε προς με· υιός μου εί συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε.»
και ΠΘ:27 Ο΄ «Αυτός επικαλέσεταί με· πατήρ μου εί συ, Θεός μου και αντιλήπτωρ τής
σωτηρίας μου·»)

Επίσης καλείται ο Μεσσίας, ‘μεγάλης βουλής άγγελος’ (ΗΣΑ. Θ:6 μόνο κατά
τούς Ο΄), ‘ανατολή δικαία’ (ΙΕΡ. ΚΓ:5 μόνο κατά τούς Ο΄), ‘ανατολή’ (ΖΑΧ.
ΣΤ:12 μόνο κατά τούς Ο΄), ‘ανατολή εξ ύψους’ (ΛΟΥΚ. Α:78), ‘ηγούμενος’ (ΜΙΧ.
Ε:1 μόνο κατά το Εβραικό), νοούμενος ως συναίδιος τω Θεώ Πατρί, προαιωνίως εξ
Αυτού γεννηθείς (ΨΑΛΜ. ΡΘ:3 μόνο κατά τούς Ο΄ «εκ γαστρός προ εωσφόρου
εγέννησά σε»).

2) Προέλευση, ιδιότητες και αποστολή τού Μεσσίου.

α) Προέλευση. Συμφώνως προς τις προφητείες τής Παλαιάς Διαθήκης (ΗΣΑ.


ΙΑ:1,10, ΙΕΡ. ΚΓ:5, ΙΕΖ. ΛΔ:23 και εξής, ΛΖ:24 και εξής, ΩΣΗΕ Γ:5, ΑΜΩΣ
Θ:11, ΜΙΧ. Ε:1, ΖΑΧ. ΙΒ:8), ανεγνωρίζετο γενικώς, ότι ο Μεσσίας επρόκειτο να
προέλθει εκ γένους Δαυίδ, γι’ αυτό και η συνήθης ένδειξη αυτού ήτο: ‘υιός Δαυίδ’,
υπό την οποία αναφέρεται και εις την Καινήν Διαθήκη από τούς Συνοπτικούς
Ευαγγελιστές (ΜΑΤΘ. Α:1, Θ:27, ΙΒ:23, ΙΕ:22, Κ:30-31, ΚΑ:9, ΜΑΡΚ. Ι:47,
ΙΒ:35, ΛΟΥΚ. ΙΗ:38, Κ:41). Ο απόγονος τού Δαυίδ θα γεννάτο εις την Βηθλεέμ,
την πόλη Δαυίδ (ΜΙΧ. Ε:1, ΜΑΤΘ. Β:5, ΙΩΑΝ. Ζ:41-42).

23
β) Ιδιότητες. Το πρόσωπο τού Μεσσίου νοείται εκ μιας απόψεως ως ανθρώπινος
βασιλεύς και κυρίαρχος (ΨΑΛΜ. ΣΟΛ. ΙΖ:23,47), προικισμένος με εξαίρετα
χαρίσματα και δυνάμεις, ως δίκαιος (ΨΑΛΜ. ΣΟΛ. ΙΖ:35), καθαρός από αμαρτίες
και άγιος (ΨΑΛΜ. ΣΟΛ. ΙΖ:41,46), πλήρης δυνάμεως σοφίας και δικαιοσύνης εξ
Αγίου Πνεύματος (ΨΑΛΜ. ΣΟΛ. ΙΖ:42), ως αγνός βασιλεύς, εξ άλλης απόψεως, ως
προς κάποια προφητικά και ψαλμικά κείμενα, κατά τις παραβολές τού Ενώχ και τα
οράματα τού Ψευδο-Έσδρα, ως προυπάρχων και εξ υπερανθρωπίνης σφαίρας
προερχόμενος (Βιβλία ΕΝΩΧ και Δ΄ ΕΣΔΡΑ), ως Ον υπερφυσικό, θείο. Προ δε τής
επί γης αποκαλύψεώς του ήτο κεκρυμμένος από τον Θεό (ΕΝΩΧ 46:1-2, 62:7. Πρβλ.
Δ΄ ΕΣΔΡΑ 13:52, ΜΙΧ. Ε:1, ΔΑΝ. Ζ:13-14).

Το όνομά του εδόθη εις αυτόν προ τής δημιουργίας τού ηλίου και τών αστέρων
(ΕΝΩΧ 48:3),. Ήτο ο παρά τω Θεώ εκλεκτός τού Θεού προ τής δημιουργίας τού
κόσμου και θα αυτός θα μείνει παρά τω Θεώ εις τον αιώνα (ΕΝΩΧ 48:6. Πρβλ. και
Δ΄ ΕΣΔΡΑ ΙΒ:32, ΙΓ:26, ΣΟΦ. ΣΕΙΡ. ΚΔ:9). Το πρόσωπόν του είναι όμοιον
ανθρώπου και πλήρης χάριτος (ΕΝΩΧ 46:1). Είναι αυτός που έχει την δικαιοσύνη,
εις τον οποίον κατοικεί η δικαιοσύνη και αυτός που θα αποκαλύψει τούς κρυμμένους
θησαυρούς, διότι ο Κύριος τών πνευμάτων εξέλεξεν αυτόν (ΕΝΩΧ 46:3). Η δόξα του
είναι από αιώνος εις αιώνα και η δύναμή του από γενεάς εις γενεάν. Εις αυτόν
κατοικεί το Πνεύμα τής σοφίας και το Πνεύμα τού διδόντος σύνεση, το Πνεύμα τής
διδαχής και τής ισχύος, και το πνεύμα τών κοιμηθέντων εν δικαιοσύνη. Και θα κρίνει
τα κεκρυμμένα και ουδείς θα δυνηθή να είπη ενώπιον αυτού λόγον μάταιον, διότι
εξελέγη υπό τού Κυρίου τών πνευμάτων κατά την αυτού ευδοκία (ΕΝΩΧ 49:2-4).

Κατά αντίθεση προς τα ανωτέρω και προς τον Χριστιανισμό, ο ραββινικός


μεταχριστιανικός Ιουδαισμός, ηρνείτο υπερφυσική προέλευση τού Μεσσίου, τον
οποίον προσδοκούσε, ακόμη και μετά την έλευση τού Χριστινισμού, τονίζοντας τον
ανθρώπινο αυτού χαρακτήρα («πάντες ημείς τον Χριστόν άνθρωπον εξ ανθρώπων
προσδοκώμεν γενήσεσθαι» Ιουστίνου Φιλοσόφου και Μάρτυρος, Διάλογος προς
Τρύφωνα, κεφ.49, Patrologia Graeca, τόμ.06, σελ.581), και απορρίπτοντας
οπιονδήποτε υπερβατικό χαρακτηριστικό.

γ) Ο τρόπος ελεύσεως τού Μεσσίου.

Ο τρόπος τού Μεσσίου νοείται αιφνίδιος. Θα γεννηθεί μεν ως παιδίον εις την
Βηθλεέμ, αλλά θα ζήσει αφανής· και αιφνιδίως θα προβάλει από την αφάνεια. Γι’
αυτόν τον λόγο λέγουν οι Ιουδαίοι «ο Χριστός όταν έρχηται, ουδείς γινώσκει πόθεν
εστίν» (ΙΩΑΝ. Ζ:27). Κατα την εμφάνισή του θα αποκαλυφθεί με τα θαύματά του:

«Και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτοίς· πορευθέντες απαγγείλατε Ιωάννη ά ακούετε και
βλέπετε· τυφλοί αναβλέπουσι και χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται και κωφοί
ακούουσι, νεκροί εγείρονται και πτωχοί ευαγγελίζονται» (ΜΑΤΘ. ΙΑ:4-5 και ΛΟΥΚ.
Ζ:22)

«Πολλοί δε εκ τού όχλου επίστευσαν εις αυτόν και έλεγον ότι ο Χριστός όταν έλθη, μήτι
πλείονα σημεία τούτων ποιήσει ών ούτος εποίησεν;» (ΙΩΑΝ. Ζ:31)

24
δ) Καινοποίηση τής Ιερουσαλήμ.

Το μεσσιακό κράτος θα ιδρυθεί εις την Αγία Γη (Δ΄ ΕΣΔΡΑ 9:8), η Ιερουσαλή θα
ανακαινισθεί, θα καθαρισθεί από τούς εθνικούς, η δε άνω Ιερουσαλήμ, η επουράνιος,
θα κατέλθη εις την γη κατά την έναρξη τής μεσσικής εποχής, και έτσι θα προέλθει η
Νέα Ιερουσαλήμ, η οποία θα υπερβαίνει την παλαιά εις ωραιότητα και μεγαλείο
(ΕΝΩΧ 90:29 και εξής, Δ΄ ΕΣΔΡΑ 7:26. Πρβλ. ΑΠΟΚ. ΒΑΡΟΥΧ. 32:4). Κατά την
Αποκάλυψη δε τού Βαρούχ, η ουράνιος αυτή Ιερουσαλήμ, υπήρχε αρχικώς εις τον
παράδεισο πριν αμαρτήσει ο Αδάμ. Όταν δε αυτός αμάρτησε, την πήρε ο Θεός και
την διεφύλαξε εις τον ουρανό, όπως το αυτό έκανε και για τον παράδεισο.

ε) Συγκέντρωση τών διεσπαρμένων.

Τής μεσσιακής βασιλείας θα μετάσχουν και οι ευρισκόμενοι εις την διασπορά, οι


οποίοι θα επιστρέψουν γι’ αυτό τον λόγο εις την Παλαιστίνη από δυσμών και
ανατολών, από βορρά και νησιά (ΨΑΛΜ. ΣΟΛ. 11 και17:34, εν συγκρίσει προς τα
ΗΣΑ. ΜΘ:22, Ξ:4,9, ΞΣΤ:20. Πρβλ. και ΒΑΡΟΥΧ 4:36-37, 5:5-9, Δ΄ ΕΣΔΡΑ
13:39-47). Τα υπόλοιπα έθνη θα γίνουν βαθμιαίως προσήλυτα και θα ενσωματωθούν
εις τον Ισραήλ, ειδάλλως η εχθρότης τους θα εξουδετερωθεί δια τής καταστροφής
των.

στ) Το εις την Παλαιστίνη βασίλειο τής δόξης.

Το βασίλειο λοιπόν εις την Παλαιστίνη, που θα σχηματιστεί δι’ αυτού τού τρόπου,
θα έχει επικεφαλής του βασιλέα τον Μεσσία, αλλά ανώτατος αυτού κυρίαρχος θα
είναι ο Θεός (ΨΑΛΜ. ΣΟΛ. 17:1,38,51). Δια τής ιδρύσεως αυτού τού βασιλείου, η
ιδέα τής βασιλείας τού Θεού επί τον Ισραήλ, θα καταστεί ολοκληρωμένη
πραγματικότης και αλήθεια. Και ναι μεν ο Θεός είναι, ήδη και τώρα, βασιλεύς τού
Ισραήλ, αλλά την βασιλεία αυτού δεν την ασκεί εις όλην της την έκταση, διότι
επιτρέπει κατά περιόδους ο λαός Του να χειμάζεται εν μέσω αλλοθρήσκων, προς
τιμωρία του λόγω αμαρτιών. Αλλά εις το δοξασμένο βασίλειο τού μέλλοντος, θα
αναλάβει ο Θεός την πλήρη διακυβέρνηση αυτού. Γι’ αυτό και, εν αντιθέσει προς τα
υπόλοιπα αλλόθρησκα βασίλεια τού κόσμου, η μέλλουσα νέα κατάσταση λέγεται
βασιλεία τού Θεού, ταυτόσημη προς τον όρο ‘βασιλεία τών ουρανών’ (μαλχιούθ
σαμάγειμ: ‘οι ουρανοί’, μετωνυμικώς ο Θεός), εφόσον αυτό το βασίλειο δεν θα
κυβερνάται από επίγειες δυνάμεις, αλλά από τον ουρανό.

Το κέντρο αυτού τού βασιλείου θα είναι η Αγία Γη. Δια τούτο και η έκφραση
‘κληρονομείν την γην’ (ΜΑΤΘ. Ε:5), κατά μίαν ερμηνεία, σημαίνει και μετέχειν τού
μεσσιακού βασιλείου. Η δε Αγία Γη δεν νοείται περιοριζομένη εις τα σύνορα τής
Παλαιστίνης, αλλά νοείται περιλαμβάνουσα όλο τον κόσμο [(ΗΣΑ. Β:2 και εξής,
ΜΒ:1-6, ΜΘ:6, ΝΑ:4-5, ΝΕ:5, ΝΣΤ:1 και εξής, ΙΕΡ. Γ:17, ΙΒ:14 και εξής, ΙΣΤ:19,
ΜΙΧ. Δ:1 και εξής, Ζ:16 και εξής, ΖΑΧ. Β:15 Ο΄ (στίχ.11 Εβρ.), Η:20, ΣΟΦ. Β:11,
Γ:9)], ώστε ο Γιαχβέ θα καταστεί βασιλεύς όλης τής γης (ΖΑΧ. ΙΔ:9) και ο Μεσσίας
άρχων πάντων τών λαών (ΗΣΑ. ΙΑ:10, ΔΑΝ. Β:44, Ζ:14,27). Επί τη βάση τών

25
χωρίων τής Παλαιάς Διαθήκης, μεσσιακή εποχή περιγράφεται ως εποχή χαράς και
μακαριότητος.

Ο Ισραήλ θα αναγγεννηθεί πνευματικώς, θα αναβιώσει η παλαιά του αίγλη και


ζωή. Θα ανοικοδομηθεί ο Ναός, θα ανασυσταθούν οι παλαιοί θεσμοί (ιερατείο,
βασιλείς, κριτές, δικαστήρια) αλλά και επί παγκοσμίου πεδίου θα εγκαινιασθεί νέα
περίοδος. Θα τερματισθεί κάθε πόλεμος επί τής γης, και κάθε έριδα και διχοστασία
και κάθε μίσος, και θα βασιλεύσει ειρήνη, δικαιοσύνη, αγάπη. Πλούτος και ευτυχία
θα επικρατεί μεταξύ τών ανθρώπων. Πάντες θα χαίρουν σωματικής δυνάμεως και
υγείας. Τα εξωτερικά αυτά αγαθά δεν θα είναι τα μόνα. Αντιθέτως, αυτά είναι μόνο
συνέπεια τού μεγίστου πνευματικού αγαθού, που συνίσταται εκ τού ότι η μεσσιακή
κοινότητα θα είναι λαός άγιος, τον οποίον θα έχει αγιάσει ο Θεός, λαός, τον οποίον ο
Μεσσίας θα οδηγεί με δικαιοσύνη. Δεν θα αφήνει Αυτός να υπάρχει εις τον λαό Του
αδικία, ούτε να κατοικεί άνθρωπος φορέας τής αδικίας, διότι άπαντες θα είναι άγιοι.
Η ζωή εις το μεσσιακό βασίλειο θα είναι ένα διαρκές «λατρεύειν Θεώ εν οσιότητι και
δικαιοσύνη ενώπιον αυτού» (ΛΟΥΚ. Α:74-75), η δε κυριαρχία τού Μεσσίου επί τού
εθνικού κόσμου, δεν νοείται να στηρίζεται εις κάποιαν εξωτερική δύναμη, αλλά εις
το θάμβος θείου φωτός, διότι ο Μεσσίας είναι φως για τούς λαούς (ΗΣΑ. ΜΒ:6,
ΜΘ:6, ΝΑ:4, ΛΟΥΚ. Β:32).

Τού ενδόξου τούτου βασιλείου τού μέλλοντος, θα συμμετάσχουν, όχι μόνο οι


απανταχού τού κόσμου διεσπαρμένοι Ιουδαίοι, μέλη τού ενός λαού τού Θεού, αλλά
και πάντες οι θανόντες Ιουδαίοι, εξερχόμενοι από τούς τάφους τους. (ΔΑΝ. ΙΒ:2,
ΕΝΩΧ 51:1-5)

ζ) Η διάρκεια τού μεσσιανικού βασιλείου.

Η διάρκεια τού μεσσιανικού βασιλείου τούτου θα είναι αιωνία. Κατά τις


προφητείες τής Παλαιάς Διαθήκης, ο Ισραήλ θα κατοικεί την χώρα του αιωνίως
(ΙΕΖ. ΛΖ:25, ΙΩΗΛ Δ:20 Ο΄, Εβρ. Γ:20), ο θρόνος τού Δαυίδ ουδέποτε θα μείνει
κενός και ο Δαυίδ θα είναι αιωνίως άρχων τού Ισραήλ (ΙΕΖ. ΛΖ:25). Το κράτος τών
αγίων τού Υψίστου θα είναι αιώνιο (ΔΑΝ. Ζ:27). Από εδώ ορμώμενοι οι Ιουδαίοι
λέγουν «ημείς ηκούσαμεν εκ τού νόμου, ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα» (ΙΩΑΝ.
ΙΒ:34). Η διάρκεια τού μεσσιακού βασιλείου άλλες φορές νοείται και περιωρισμένη,
400 έτη (Δ΄ ΕΣΔΡΑ Ζ:28-29), κατ’ αντιστοιχία και ισοστάθμιση τής επί 400 έτη
δουλείας εις την Αίγυπτο, μετά τα οποία θα επακολουθήσει η ανακαίνιση τού
κόσμου, γενική ανάσταση και τελική κρίση (Δ΄ ΕΣΔΡΑ Ζ:31-34, ΙΒ:34).

Η πρόρρηση, ότι ο Μεσσίας θα πεθάνει μετά 400ετή βασιλεία (Δ΄ ΕΣΔΡΑ Ζ:28-
29), δεν έχει τίποτα το κοινό προς την χριστιανική πίστη περί Μεσσίου λυτρωτού και
λυτρωτικού του θανάτου. Και εδώ τίθεται το ερώτημα: Κατά την εποχή τού Κυρίου
ημών Ιησού Χριστού ανέμενε ο Ιουδαισμός Μεσσία, ο οποίος θα έπασχε και θα
απέθνησκε προς εξιλασμό τών ανθρωπίνων αμαρτημάτων; Κατά την Ιουδαική άποψη
που εκφράζεται υπό τού Ιουστίνου, ο Μεσσίας κατά τούς Ιουδαίους έπρεπε να πάθει,
αλλά απορρίπτεται η ιδέα παρί ιλαστηρίου θανάτου («Ας δ’ αν λέγωμεν αυτοίς
Γραφάς, αί διαρρήδην τον Χριστόν και παθητόν και προσκυνητόν και Θεόν
αποδεικνύουσιν...» Ιουστίνου Φιλοσόφου και Μάρτυρος, Διάλογος προς Τρύφωνα,
κεφ.68, Patrologia Graeca, τόμ.06, σελ.636).

26
Όμως εις την Ιουδαική Γραμματεία υπάρχουν και μαρτυρίες που δεικνύουν
ιλαστήριο θάνατο τού Μεσσίου, υπέρ τών αμαρτιών τών ανθρώπων, που απαντούν
εις τον ΗΣΑ. ΝΓ:4 και εξής, τις οποίες λόγιοι Ιουδαίοι τής εποχής ανέφερον εις τον
Μεσσία («Ει μεν μη έμελλε πάσχειν ο Χριστός, φημί αυτώ εγώ, μηδέ προείπον οι
προφήται, ότι από τών ανομιών τού λαού αχθήσεται εις θάνατον, και ατιμωθήσεται,
και μαστιχθήσεται, και εν τοις ανόμοις λογισθήσεται, και ως πρόβατον επί σφαγήν
αχθήσεται, ού το γένος εξηγήσασθαι έχειν ουδένα φησίν ο προφήτης, καλώς είχεν
θαυμάζειν» Ιουστίνου Φιλοσόφου και Μάρτυρος, Διάλογος προς Τρύφωνα,
κεφ.89, Patrologia Graeca, τόμ.6, σελ.689). Αλλά οι μεμονωμένες αυτές γνώμες δεν
κυριάρχησαν εις την Ιουδαική πίστη. Ο επίσημος ραββινικός Ιουδαισμός τις
προφητείες εις ΗΣΑ. ΝΓ κεφ. και ΨΑΛΜ. ΚΑ κεφ. (ΚΒ Εβρ.) περί τού πάθους τού
δούλου τού Θεού, δεν αποδίδει εις τον Μεσσία (πρβλ. Παναγιώτου Μπρατσιώτου,
Ο Ιουδαικός όχλος εν τοις Ευαγγελίοις, Αθήναι 1923, σελ.17 και εξής, 29 και εξής)

Πουθενά εις την επίσημο εξωβιβλική Ιουδαική Γραμματεία, δεν γίνεται υπαινιγμός
περί εξιλαστηρίου πάθους τού Μεσσίου. Γι’ αυτό και απόρησαν οι μαθητές όταν ο
Ιησούς τούς προείπε για το πάθους που πρόκειται να υποστεί ο Μεσσίας, το οποίο
είχαν ήδη προείπη οι προφήτες τής Παλαιάς Διαθήκης.

«Από τότε ήρξατο ο Ιησούς δεικνύειν τοις μαθητές αυτού ότι δει αυτόν απελθείν εις
Ιεροσόλυμα και πολλά παθείν από τών πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων
και αποκταθήναι, και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι. 22. Και προσλαβόμενος αυτόν ο
Πέτρος ήρξατο επιτιμάν αυτώ λέγων· ίλεώς σοι, Κύριε· ου μη έσται σοι τούτο» δηλαδή
«Από τότε άρχισε ο Ιησούς να λέγει σαφώς εις τούς μαθητές του, ότι πρόκειται να
πάει εις τα Ιεροσόλυμα και να πάθει πολλά από τούς πρεσβυτέρους και τούς
αρχιερείς και τούς γραμματείς, και να θανατωθεί, και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί.
22. Τότε ο Πέτρος τού μίλησε ιδιαιτέρως και άρχισε να τον επιπλήττει λέγοντας: ‘Μη
γένοιτο, Κύριε! Να μην σού συμβεί αυτό» (ΜΑΤΘ. ΙΣΤ:21-22).

«Παραλαβών δε τούς δώδεκα είπε προς αυτούς· ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και
τελειωθήσεται πάντα τα γεγραμμένα δια τών προφητών τω υιώ τού ανθρώπου. 32.
Παραδοθήσεται τοις έθνεσι και εμπεχθήσεται και υβρισθήσεται και εμπτυσθήσεται, 33.
και μαστιγώσαντες αποκτενούσι αυτόν, και τη τρίτη ημέρα αναστήσεται. 34. Και αυτοί
ουδέν τούτων συνήκαν, και ην το ρήμα τούτο κεκρυμμένον απ’ αυτών, και ουκ
εγίγνωσκον τα λεγόμενα» δηλαδή «Πήρε δε ιδιαιτέρως τούς δώδεκα και τούς είπε:
‘Ιδού ανεβαίνουμε εις τα Ιεροσόλυμα, και θα εκπληρωθούν όλα, όσα οι προφήτες
έγραψαν για τον Υιόν τού ανθρώπου. 32. Θα τον παραδώσουν δηλαδή εις τούς
εθνικούς (ειδωλολάτρες), και θα τον εμπαίξουν, και θα τον βρίσουν, και θα τον
φτύσουν, 33. και αφού τον μαστιγώσουν θα τον θανατώσουν, και την τρίτη ημέρα θα
αναστηθεί’. 34. Αλλά αυτοί τίποτε από αυτά δεν κατάλαβαν, διότι η σημασία αυτού
τού λόγου ήτο κρυμμένη από αυτούς, και γι’ αυτό δεν καταλάβαιναν τα λεγόμενα.
(ΛΟΥΚ. ΙΗ:31-34)

«όπως παρέδωκαν αυτόν οι αρχιερείς και οι άρχοντες ημών εις κρίμα θανάτου και
εσταύρωσαν αυτόν. 21. Ημείς δε ηλπίζομεν ότι αυτός εστι ο μέλλων λυτρούσθαι τον
Ισραήλ· αλλά γε συν πάσι τούτοις τρίτη ταύτη ημέρα άγει σήμερον αφ’ ού ταύτα
εγένετο.» δηλαδή «και πως οι αρχιερείς και οι άρχοντές μας τον παρέδωσαν για να
υποστεί θανατική ποινή, και τον σταύρωσαν. 21. Εμείς δε ελπίζαμε, ότι αυτός είναι
εκείνος, ο οποίος πρόκειται να λυτρώσει τον Ισραήλ. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, αυτή

27
είναι η τρίτη σήμερα ημέρα, αφότου έγιναν αυτά (και φως δεν βλέπουμε) (ΛΟΥΚ.
ΚΔ:20-21).

«Απεκρίθη αυτώ ο όχλος· ημείς ηκούσαμεν εκ τού νόμου ότι ο Χριστός μένει εις τον
αιώνα, και πώς συ λέγεις, δει υψωθήναι τον υιόν τού ανθρώπου; τίς εστιν ούτος ο υιός
τού ανθρώπου;» δηλαδή «Ο λαός τού είπε: ‘Εμείς ακούσαμε από τον νόμο, ότι ο
Χριστός (ο Μεσσίας) θα ζει αιωνίως. Και πώς συ λέγεις ο Υιός τού ανθρώπου
πρόκειται να υψωθεί; Ποιος είναι αυτός ο Υιός τού ανθρώπου;’» (ΙΩΑΝ. ΙΒ:34)

η) Ανακαίνιση τού κόσμου.

Η ελπίδα για την ανακαίνιση τού κόσμου στηρίζεται εις την προφητεία ΗΣΑ.
ΞΕ:17 (κατά το Εβρ.) «Επειδή, ιδού, νέους ουρανούς κτίζω, και νέαν γην· και δεν
θέλει είσθαι μνήμη τών προτέρων, ουδέ θέλουσιν ελθεί εις τον νουν.» και ΞΣΤ:22
(κατά το Εβρ.) «Διότι ως οι νέοι ουρανοί και οι νέα γη, τα οποία εγώ θέλω κάμει,
θέλουσι διαμένει ενώπιόν μου, λέγει Κύριος, ούτω θέλει διαμένει το σπέρμα σας και το
όνομά σας.» Έτσι διακρίνονται: ο αιών ούτος (χαωλάμ χαζζέ) και ο αιών ο μέλλων
(χαωλάμ χαββά) ή ο ερχόμενος. Κατά μίαν παλαιοτέρα εκδοχή, ο αιών ο μέλλον θα
αρχίσει με την προσδοκώμενη εμφάνιση τού Μεσσίου (ΕΝΩΧ 45:4-5), ώστε
μεσσιακή βασιλεία και μέλλων αιών ταυτίζονται. Η μεταγενεστέρα Ιουδαική
θεολογία, τοποθετεί τον μέλλοντα αιώνα, μετά την λήξη τής επιγείου μεσσιακής
βασιλείας (Δ΄ ΕΣΔΡΑ Ζ:30-31), οπότε θα γίνει και η τελική κρίση (Δ΄ ΕΣΔΡΑ Ζ:42-
43). Άλλες φορές η μεσσιακή βασιλεία νοείται εις την μέση, μεταξύ τού αιώνος
τούτου και τού μέλλοντος (ΑΠΟΚ. ΒΑΡΟΥΧ 74:2-3)

Κατά ποίον τρόπο θα καταστραφεί ο κόσμος δεν αναφέρεται. Εις την περιοχή τού
ελληνιστικού Ιουδαισμού, απαντά η προσδοκία καταστροφής δια τού πυρός (ΔΑΝ.
Ζ:9-10) ή συμφώνως προς την στωική θεωρία δια εκπυρώσεως.

θ) Γενική ανάσταση.

Μετά την ανακαίνιση τού κόσμου και προ τής τελικής κρίσεως επακολουθεί γενική
ανάσταση. Για πρώτη φορά εις τον Δανιήλ ΙΒ:2 προβάλλει η πίστη για γενική
ανάσταση ή αναζωοποίηση τών νεκρών, κι από τότε επεκράτησε σταθερώς (Β΄
ΜΑΚΚ. Ζ:9,14,23,29,36, ΙΒ:43-44, ΕΝΩΧ 51:1, ΨΑΛΜ. ΣΟΛΟΜ. Γ:13-14, ΙΔ:3
και εξής, ΑΠΟΚ. ΒΑΡΟΥΧ 30:1-5, 50:1-51:6, Δ΄ ΕΣΔΡΑ 7:32). Μόνον οι
Σαδδουκαίοι ηρνούντο την ανάσταση (ΠΡΑΞ. ΚΓ:8), ο δε ελληνιστικός Ιουδαισμός
την υποκαθιστά δια τής αθανασίας τής ψυχής (ΣΟΦ. ΣΟΛΟΜ. Γ:1-9, Δ:7, Ε:15-16,
ΣΤ:19). Μεταξύ θανάτου και αναστάσεως εδέχοντο την κοινή για όλους μετάβαση
εις υποχθόνιο περιοχή, χωρισμό εκεί δικαίων και αδίκων, και προσωρινή ανταπόδοση
αμέσως μετά θάνατον, κατά την οποία οι ψυχές τών δικαίων προαπολαμβάνουν
μακαριότητος, οι δε τών αδίκων προαπολαμβάνουν βασάνων (ΕΝΩΧ κεφ. 22, Δ΄
ΕΣΔΡΑ 7:75-101).

28
ι) Τελική κρίση.

Η τελική κρίση περιγράφεται λεπτομερώς (Δ΄ ΕΣΔΡΑ 7:33-44). Κατά την εν


λόγω περιγραφή, αυτή θα γίνει υπό τού Θεού και θα περιλάβει όλη την ανθρωπότητα.
Επειδή το κριτήριο τής κρίσεως και αξιολογήσεως εκάστου θα είναι τα έργα που
εποίησε εις αυτήν τη ζωή, δια τούτο αυτά καταγράφονται εις ουρανίους βίβλους
(ΕΝΩΧ 98:7-8, 104:7). Οι άθεοι θα βληθούν εις το πυρ τής γεέννης (ΑΠΟΚ.
ΒΑΡΟΥΧ 44:15, 51:1-2, 4-6, Δ΄ ΕΣΔΡΑ 7:38 και εξής), όπου θα μείνουν αιωνίως
(ΗΣΑ. ΞΣΤ:24, ΔΑΝ. ΙΒ:2). Οι δίκαιοι και ευσεβείς θα εισέλθουν εις τον παράδεισο
και θα βλέπουν την μεγαλειότητα τού Θεού και τών αγίων αγγέλων Του. Τα πρόσωπά
τους θα λάμπουν ως ο ήλιος και θα ζουν αιωνίως (ΔΑΝ. ΙΒ:3, ΑΠΟΚ. ΒΑΡΟΥΧ
51:3,7-14, Δ΄ ΕΣΔΡΑ 7:36-38, 95-98).

Εξ όλων τών ανωτέρων καθίσταται φανερό, ότι η Μεσσιακή εικόνα τού


Ιουδαισμού δεν ήτο ενιαία. Εξ μίας απόψεως τον Μεσσία τον εδέχοντο ως άνθρωπο
Δαυιδικής προελεύσεως (ΗΣ. Θ:6-7, ΙΑ:1 και εξής, ΙΕΡ. ΚΓ:5, ΛΖ:9 [Λ:9 Εβρ.],
ΙΕΖ. ΛΔ:23, ΛΖ:24), ο οποίος θα αποκαθιστούσε τον θρόνο τού Δαυίδ,
καθιστάμενος βασιλεύς παγκόσμιος και κυβερνώντας με δικαιοσύνη και αγιότητα,
και εξ ετέρας απόψεως τον Μεσσία τον εννοούσαν ως υπεράνθρωπο και υπερφυσικό,
ο οποίος, περί το τέλος τού κόσμου, θα έλθει με θεία μεγαλειότητα ως κριτής τού
κόσμου πλησίον τού Θεού (ΔΑΝ. Ζ:9-14) ή αντί τού Θεού (ΕΝΩΧ 48:5, 51:3).

Το νέο στοιχείο, το οποίο προσέθεσε ο Ιησούς εις την περί τού Μεσσίου εικόνα
ήτο, ότι ο Μεσσάς, κατά την εκπλήρωση τού έργου του, θα εθανατούτο!

«Και ήρξατο διδάσκειν αυτούς ότι δει τον Υιόν τού ανθρώπου πολλά παθείν, και
αποδοκιμασθήναι από τών πρεσβυτέρων και τών αρχιερέων και τών γραμματέων, και
αποκταθήναι, και μετά τρεις ημέρας αναστήναι» δηλαδή «Και άρχισε να τούς λέγει,
ότι ο Υιός τού ανθρώπου πρόκειται να πάθει πολλά, μάλιστα να αποδοκιμασθεί από
τούς πρεσβυτέρους και τούς αρχιερείς και τούς γραμματείς, και να θανατωθεί, και
μετά τρεις ημέρες να αναστηθεί» (ΜΑΡΚ. Η:31).

«Και γαρ ο Υιός τού ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι
την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» δηλαδή «Και ο Υιός δε τού ανθρώπου δεν ήλθε
να υπηρετηθεί, αλλά να υπηρετήσει και να δώσει την ζωή του ως λύτρο για πολλούς
(για όλους δηλαδή)» (ΜΑΡΚ. Ι:45).

Το νέο αυτό στοιχείο που προσέθεσε ο Χριστός, αντέφασκε εις τις Ιουδαικές
αντιλήψεις περί Μεσσίου:

«Απεκρίθη αυτώ ο όχλος· ημείς ηκούσαμεν εκ τού νόμου ότι ο Χριστός μένει εις τον
αιώνα, και πώς συ λέγεις, δει υψωθήναι τον υιόν τού ανθρώπου; τίς εστιν ούτος ο υιός
τού ανθρώπου;» δηλαδή «Ο λαός τού είπε: ‘Εμείς ακούσαμε από τον νόμο, ότι ο
Χριστός (ο Μεσσίας) θα ζει αιωνίως. Και πώς συ λέγεις ο Υιός τού ανθρώπου
πρόκειται να υψωθεί; Ποιος είναι αυτός ο Υιός τού ανθρώπου;’» (ΙΩΑΝ. ΙΒ:34),

29
«Από τότε ήρξατο ο Ιησούς δεικνύειν τοις μαθητές αυτού ότι δει αυτόν απελθείν εις
Ιεροσόλυμα και πολλά παθείν από τών πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων
και αποκταθήναι, και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι. 22. Και προσλαβόμενος αυτόν ο
Πέτρος ήρξατο επιτιμάν αυτώ λέγων· ίλεώς σοι, Κύριε· ου μη έσται σοι τούτο» δηλαδή
«Από τότε άρχισε ο Ιησούς να λέγει σαφώς εις τούς μαθητές του, ότι πρόκειται να
πάει εις τα Ιεροσόλυμα και να πάθει πολλά από τούς πρεσβυτέρους και τούς
αρχιερείς και τούς γραμματείς, και να θανατωθεί, και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί.
22. Τότε ο Πέτρος τού μίλησε ιδιαιτέρως και άρχισε να τον επιπλήττει λέγοντας: ‘Μη
γένοιτο, Κύριε! Να μην σού συμβεί αυτό» (ΜΑΤΘ. ΙΣΤ:21-22).

Αυτές δε οι αντιλήψεις ήσαν η αιτία οι περί τών παθημάτων τού ‘δούλου τού
Θεού’ (Έβεδ Γιαχβέ) πρηφητείες (ΗΣΑ. ΝΒ:13 – ΝΓ:12) να μην εκλαμβάνονται
μεσσιακώς.

Ανακεφαλαιώνοντας τα ανωτέρω, λέγουμε εν περιλήψει τα εξής: Η λέξη


‘Μεσσίας’ είναι, όπως προείπαμε, ελληνική μεταγραφή τής εβραικής λέξεως
‘μασσίαχ’ και σημαίνει τον ‘κεχρισμένο’. Οι βασιλείς τών Εβραίων εχρίοντο δι’
ελαίου εις συμβολισμό τής βασιλικής δυνάμεως και εξουσίας. Αλλά ως τον κατ’
εξοχήν κεχρισμένο βασιλέα ‘τον Μεσσία’, ανέμενε ο εβραικός λαός κάποιον ισχυρό
επίγειο βασιλέα εκ τού βασιλικού οίκου Δαυίδ, ο οποίος, ως ανδρείος πολεμιστής, θα
είχε ως έργο να κατατροπώσει τούς εχθρούς τούς Ισραήλ, να καθαρίσει την
Παλαιστίνη από τούς αλλοφύλους και τούς ειδωλολάτρες, να την κατανείμει εις τις
φυλές τού Ισραήλ, να ανοικοδομήσει τον Ναό τής Ιερουσαλήμ και να βασιλεύσει επί
τού λαού με δικαιοσύνη και σοφία. Η δύναμή του θα ωφείλετο εις την πίστη του προς
τον Θεό, η γη θα απέδιδε θαυμαστή καρποφορία και το νέο μεσσιακό έθνος θα
απέβλεπε εις πέλαγος ευδαιμονίας. Αυτά προσδοκούσαν περί τού Μεσσίου των οι
Εβραίοι, παρερμηνεύοντες και παρανοούντες τις μεσσιακές προφητείες υπό στενό
εθνικιστικό πρίσμα.

Αλλά τέτοιος Μεσσίας δεν ήτο ο Ιησούς. Γι’ αυτό τον λόγο, όταν ερωτήθη υπό τού
Αρχιερέως Καιάφα εάν θεωρεί τον εαυτό του Μεσσία, δηλαδή ΤΕΤΟΙΟΝ Μεσσία,
δηλαδή εάν θεωρεί τον εαυτό του ότι πληροί την Ιουδαική μεσσιακή προσδοκία,
αποκρούει την κατηγορία δια τού αραμαικού ιδιωτισμού ‘Συ είπας’ (ΜΑΤΘ. ΚΔ:64),
δια τού οποίου απάντησε ο Ιησούς εις τον Αρχιερέα Πρόεδρο τού Δικαστηρίου: «Συ
ισχυρίζεσαι ότι θεώρησα τον εαυτό μου (τέτοιον) Μεσσία και όχι εγώ». «Υμείς
λέγετε, ότι εγώ ειμί» (ΛΟΥΚ. ΚΒ:70), απαντά ο Ιησούς και εις τούς λοιπούς
συνερωτήσαντες συνέδρους δικαστές, όπως πολύ χαρακτηριστικώς παραφράζει κατ’
έννοια ο ακριβολόγος ευαγγελιστής Λουκάς τον αραμαικό ιδιωματισμό.

Κατά δε τον αείμνηστο Παναγιώτη Τρεμπέλα «Είναι αξιωσημείωτο, ότι εις τον
τίτλο τού Μεσσίου επισυνάπτει ο Αρχιερεύς και τον τίτλο ο υιός τού Θεού, ώσεί ήσαν
ούτοι συνώνυμοι. Δεν ήτο αύτη η γενική αντίληψις περί Μεσσίου μεταξύ τών Ιουδαίων.
Εις τούς Ψαλμούς τού Σολομώντος, όπου ίσως το πρώτον γίνεται η χρήσις τού τίτλου
τούτου εις δήλωσιν τού μεγάλου ελευθερωτού, ο Μεσσίας είναι ο υιός τού Δαυίδ και όχι
ο υιός τού Θεού. Είναι δεύτερος τις Σολομών άνευ τών αμαρτιών τού Σολομώντος.
Αλλ’ εις το βιβλίο τού Ενώχ (105:2 και 62:14) είναι ο υιός τού Θεού. Δυνάμεθα λοιπόν
να συμπεράνωμεν, ότι και ο Καιάφας, όπως και ο Ναυαναήλ (ΙΩΑΝ. Α:49) είχεν
αυτήν την ιδέα περί Μεσσίου. Ίσως όμως συνεδύασε τούς δύο τούτους τίτλους πονηρώς
και σκοπίμως. Εάν συνελάμβανε τον Ιησούν ομολογούντα ότι ήτο ο υιός τού Θεού, θα

30
ήτο πολύ σοβαρώτερον από το εάν ωμολόγει ότι ήτο απλώς ο Μεσσίας» (Παναγιώτου
Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, σελ.474).

Συμφώνως δε προς τον κατά πολλούς κορυφαίο θεολόγο τού 20ου αιώνος, αείμνητο
καθηγητή τού Πανεπιστημίου Αθηνών Λεωνίδα Φιλιππίδη «η υπό θετικήν έννοιαν
εκδοχή τής απαντήσεως τού Ιησού ως βεβαιούσης την ερώτηση, αποτελεί μίαν έτι τών
πολλών σκοπίμων διαστροφών, ων βρίθει η δίκη τού Ιησού, αποβλέπουσα εις την δια
τοιούτων μέσων ενοχοποίησιν αυτού» (Λεωνίδου Φιλιππίδου, Ιστορία τής εποχής
τής Καινής Διαθήκης, Αθήναι 1958, σελ.533, υποσ.6). Το αυτό δε φρονεί και ο
έτερος μεγάλος καθηγητής τού Πανεπιστημίου Αθηνών αείμνηστος Παναγιώτης
Τρεμπέλας: «Ο Κύριος δεν ηδύνατο να είπη ότι δεν ήτο ο Χριστός, ο υιός τού Θεού,
όπως ενόει τούτον ο μη έχων την πραγματικήν και αληθή περί Σωτήρος και υιού τού
Θεού ιδέαν Καιάφας. Εξ άλλου όμως δεν ηδύνατο και να δώσει πλήρη συγκατάθεσιν
λέγων: Ναι είμαι, όπως με φρονείς συ. Δι’ αυτό χρησιμοποεί απάντησιν, δι’ ής ούτε
αρνείται ούτε συγκατείθεται πλήρως» (Παναγιώτου Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το
κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, σελ.474-475).

Παρομοίως εξηγεί και ο Ιερός Αυγουστίνος την αντίστοιχη απάντηση που έδωσε ο
Ιησούς εις τον Πιλάτο όταν τον ρώτησε: «Είπεν ουν αυτώ ο Πιλάτος· Ουκούν
βασιλεύς εί συ; Απεκρίθη Ιησούς· Συ λέγεις ότι βασιλεύς ειμί εγώ.» (ΙΩΑΝ. ΙΗ:37).
Λέγει ο Ιερός Αυγουστίνος: «Ο Ιησούς απεκρίθη ούτως ουχί διότι εφοβείτο να
ομολογήση εαυτόν βασιλέα, αλλά το ‘Συ λέγεις’ ισοσταθμήθη ούτως ώστε δι’ αυτού ο
Ιησούς ούτε αρνείται ότι είναι βασιλεύς (διότι είναι βασιλεύς, τού οποίου η βασιλεία
δεν είναι εκ τού κόσμου τούτου), ούτε ομολογεί ότι είναι τοιούτος βασιλεύς, ώστε να
δικαιολογήται η υπόθεσις ότι η βασιλεία του είναι εκ τού κόσμου τούτου...Λέγων το ‘Συ
λέγεις’...είναι ως να είπε· Σαρκικός, καθώς είσαι, λέγεις τούτο σαρκικώς»
(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ.646-
647). Συμπληρώνοντας τον Ιερό Αυγουστίνο ο αείμνηστος καθηγητής λέγει εν
συνεχεία τα εξής: «Η απάντησις αύτη δεν είναι ούτε σαφής βεβαίωσις ούτε άρνησις,
αλλά συγκατάθεσις διδομένη ως είδος τι παραχωρήσεως. Η φράσις ‘Συ λέγεις’...ως
τύπος βεβαιώσεως είναι άγνωστος τόσον παρά τοις κλασικοίς, όσον και εν τη Παλαιά
Διαθήκη, ήτο όμως εν πυκνή χρήση παρά τοις ραββίνοις».

Η απάντηση όμως που αναφέρει ο Μάρκος εις το ερώτημα τού Αρχιερέως «πάλιν
ο αρχιερεύς επηρώτα αυτόν και λέγει αυτώ· συ εί ο Χριστός ο υιός τού ευλογητού; 62.
Ο δε Ιησούς είπεν· εγώ ειμί» (ΜΑΡΚ. ΙΔ:61-62), εμφανώς βεβαιωτική, ενέχει
δυσκολία και εκ πρώτης όψεως φαίνεται να αντικρούεται και να έρχεται εις αντίφαση
με την απάντηση που έδωσε ο Ιησούς και περιγράφουν οι Ματθαίος («συ είπας») και
Λουκάς («υμείς λέγετε ότι εγώ ειμί»), που όπως είπαμε δεν έχουν θετική ή βεβαιωτική
έννοια. Θεωρούμε την αντίφαση φαινομενική, όπως φαινομενικές είναι άλλωστε όλες
οι λεγόμενες ‘αντιφάσεις’ τής Γραφής. Συντασσόμεθα με την εξήγηση τού
αειμνήστου Παναγιώτου Τρεμπέλα ο οποίος λέγει τα εξής: «Δια τού ‘εγώ ειμί’ ο
Μάρκος εξηγεί το εβραικόν ‘συ είπας’ τού Ματθαίου τοις αναγνώστες αυτού εξ εθνών»
(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, σελ.286).

Εις τα προλεγόμενα (σελ.20) τού υπομνήματός του ο συγγραφέας λέγει ότι «Το
ευαγγέλιό του ο Μάρκος κατά τας μνημονευθείσας μαρτυρίες τών παλαιοτέρων (ιδία
τού Κλήμεντος) προώριζε κυρίως δια τούς εξ εθνών Χριστιανούς. Και εσωτερικοί
λόγοι πείθουσιν, ότι οι προς ούς απευθύνεται δια τού ευαγγελίου του ο Μάρκος δεν
ήσαν Χριστιανοί εκ Παλαιστίνης και εκ τού γένους τών Ιουδαίων, αλλ’ αναγνώσται

31
αγνοούντες την αραμαικήν και τα ιουδαικά έθιμα. Εντεύθεν μεταφράζει ανελλιπώς ο
Μάρκος τας εις το ευαγγέλιό του παρεισαγομένας αραμαικάς λέξεις ή φράσεις (Πρβλ.
Γ:17 «...Βοανεργές, ό εστι υιοί βροντής», Ε:41 «ταλιθά, κούμι· ό εστι
μεθερμηνευόμενον, το κοράσιον, συ λεγω, έγειρε», Ζ:11 «...κορβάν, ό εστι δώρον»,
Ζ:34 «εφφαθά, ό εστι διανοίχθητι», ΙΔ:36 «αββά ο πατήρ», ΙΕ:34 «Ελωί Ελωί, λιμά
σαβαχθανί; ό εστι μεθερμηνευόμενον, ο Θεός μου ο Θεός μου, εις τί με
εγκατέλειπες;»), εξηγεί δε συνηθείας και έθιμα ιουδαικά καθώς και τόπους και
καιρούς, άγνωστα εις τούς εθνικούς».

Κατά δε τον Ευαγγελιστή Λουκά, εις την, μετά την προηγηθείσα τής νυκτός
συνεδρία που διεξήχθη εις την οικίαν τού Καιάφα, πρωινή διάσκεψη τού Μεγάλου
Συνεδρίου, που συνήλθε εις την επίσημη πλέον αίθουσα τού συνεδρίου (την
καλουμένη Λισκάθ Χαγκαζίθ) για να απαγγείλει την ποινή (διότι κατά το Ιουδαικό
Δίκαιο, ποινή που απαγγέλεται για έγκλημα κατά την διάρκεια τής νυκτός ήτο εξ
υπαρχής άκυρος), η απάντηση τού Ιησού εις το ερώτημα τών συνέδρων δικαστών
(«ει συ εί ο Χριστός, ειπέ ημίν». ΛΟΥΚ. ΚΒ:66), έχει ως εξής: «Εάν υμίν είπω»,
δηλαδή εάν επιβεβαιώσω την ερώτησή σας και πω τον εαυτό μου Μεσσία, «ου μη
πιστεύσητε», αφού δεν επιστεύσατε μέχρις αυτής τής στιγμής, αν και από τού
κηρύγματος τού Ιωάννου και εξής έχετε απτά σημεία τής ιδιότητός μου, από τα οποία
κανένα δεν παραδεχθήκατε (πρβλ. ΙΩΑΝ. Α:19-36, Ι:24)· «εάν δε ερωτήσω» ποία
δηλαδή ιδέα έχετε εσείς περί τού αναμενομένου Μεσσίου από τις Γραφές και ποία
σχέση ευρίσκετε μεταξύ Εκείνου και εμού, «ου μη αποκριθήτε», δεν θα απαντήσετε,
είτε διότι δεν αναγνωρίζετε εις το πρόσωπό μου πραγματοποιηθείσα την μεσσιακή
εκείνη εικόνα και προσδοκία, είτε διότι εθελοτυφλούντες δεν ομολογείτε. «Από τού
νυν δε έσται ο υιός τού ανθρώπου καθήμενος εκ δεξιών τής δυνάμεως τού Θεού»,
δηλαδή: ένα μόνο σάς λέγω, ότι από τής στιγμής ταύτης θα βλέπετε εις εμένα να
συμβαίνουν εκείνα τα σημεία, τα οποία κατά την παράδοσή σας, συνοδεύουν τον
‘υιόν τού ανθρώπου’ (ΛΟΥΚ. ΚΒ:67-69. Πρβλ. ΔΑΝ. Ζ:13 και εξής).

«Αλλά ούτε και ‘Υιός τού Θεού’ είμαι υπό την έννοια την οποίαν εσείς έχετε περί
‘υιού τού Θεού’», διότι κατ’ επίδραση άλλων ανατολικών λαών, εις τούς οποίους ο
θεοποιούμενος βασιλεύς ωνομάζετο ‘υιός τού θεού’, τιτλοφορείτο ‘υιός τού θεού’ και
ο κοσμικός Μεσσίας, τον οποίον ανέμενον οι Εβραίοι. Όχι όμως με την μεταφυσική –
υψίστη έννοια, υπό την οποίαν και ο Πρόδρομος αποκαλούσε τον Ιησού («Καγώ
εώρακα και μεμαρτύρηκα ότι ούτός εστιν ο Υιός τού Θεού», ΙΩΑΝ. Α:34) και ο
Ιησούς καλούσε τον εαυτό Του ‘Υιόν τού Θεού’ («συ πιστεύεις εις τον Υιόν τού
Θεού;», ΙΩΑΝ. Θ:35), αλλά με την έννοια, ότι χριόμενος βασιλεύς, βασιλεύς
κοσμικός, καθίστατο τρόπον τινά θετός υιός τού θεού.

Υπό τέτοιαν, καθαρώς κοσμική έννοια, την οποίαν εσείς οι Εβραίοι άρχοντες
έχετε περί υιών τού θεού, δεν είμαι εγώ Μεσσίας υιός τού θεού, δεν είμαι δηλαδή
επίγειος βασιλεύς, ως υιοθετημένος υπό τού Θεού, ούτε θεοποιημένος άνθρωπος.
Αλλά εις το άκουσμα αυτής τής ομολογίας οι δικαστές, αυτοί που είχαν μόνο την
κοσμική περί βασιλέων υιών τού θεού έννοια, φωνάζουν: ‘συ ουν εί ο Υιός τού Θεού;»
(ΛΟΥΚ. ΚΒ:70), δηλαδή, «είσαι λοιπόν εσύ θεοποιημένος βασιλεύς;». Κι έτσι, δι’
αυτού τού τρόπου επέρχεται ασυνεννοησία μεταξύ κατηγορουμένου και δικαστών.
Άλλα λέγει ο Ιησούς και άλλα εννοούν αυτοί. Δεν είμαι δηλαδή ούτε Μεσσίας ούτε
υιός τού θεού υπό την κοσμική έννοια την οποία αποδίδετε εσείς εις αυτούς τούς
χαρακτηρισμούς, αλλά είμαι ουράνιος βασιλεύς και πραγματικός υιός τού Θεού,
είμαι ‘υιός τού ανθρώπου’! («απ’ άρτι όψεσθε τον Υιόν τού ανθρώπου καθήμενον εκ

32
δεξιών τής Δυνάμεως και ερχόμενον επί τών νεφελών τού ουρανού», ΜΑΤΘ.
ΚΣΤ:64).

Τι όμως σημαίνει η φράση ‘υιός τού ανθρώπου’; Κατά μίαν ερμηνεία είναι
ταπεινή έκφραση τού Ιησού και αναφέρεται εις την ανθρώπινη φύση Του. Η μεν
έκφραση ‘Υιός τού Θεού’ αναφέρεται εις την ανωτέρα Του φύση, την θεική, η δε
άλλη έκφραση ‘Υιός τού ανθρώπου’ εις την κατωτέρα Του φύση, την ανθρωπίνη. Εκ
τής Ιουδαικής όμως φιλολογίας πληροφορούμεθα, ότι ο χαρακτηρισμός αυτός
απεδίδετο όχι εις τον επίγειο Μεσσία, ο οποίος θα εγεννάτο εις την γη εκ τού γένους
Δαυίδ, αλλά ‘υιός τού ανθρώπου’ εκαλείτο ο ουράνιος Μεσσίας, ο οποίος
επιστεύετο ότι κατοικεί εν ουρανοίς, προυπάρχων τής δημιουργίας τού κόσμου,
φορέας τού πνεύματος τού Θεού, μελλοντικός κριτής τού κόσμου και τών βασιλέων
τής γης κατά την μεγάλη κρίση, ο οποίος, ως κριτής τού κόσμου, θα καθίσει εκ
δεξιών τού Θεού και θα έχει την πρωτοβουλία τής κρίσεως. Εκείνος, ενώπιον τού
Οποίου, όταν καθίσει επί θρόνου τής δόξης Του, θα πέσει εις προσκύνησή Του κάθε
δημιούργημα, ο ίσος με τον Θεό κριτής και κυρίαρχος τού κόσμου, ο φερόμενος επί
τών νεφελών τού ουρανού (ΔΑΝ. Ζ: 13), ο Κύριος τών ουρανίων δυνάμεων.

Αυτά εννοούσαν οι Εβραίοι εκείνης τής εποχής με την έκφραση ‘υιός τού
ανθρώπου’. Αν και η έννοια αυτή περί τής υπερφυσικής οντότητος τού ‘υιού τού
ανθρώπου’ διέφερε αρκετά από την εικόνα και την προσδοκία που είχαν οι Εβραίοι
περί Μεσσίου βασιλέως, όμως η ουρανία θεία οντότης τού ‘υιού τού ανθρώπου’ που
προυπάρχει τής δημιουργίας, δεν άργησε να συνδιασθεί προς την έννοια τού
κοσμικού Μεσσίου, και από αυτή την συσχέτιση τών δύο εννοιών συναπετελέσθη μία
έννοια, η έννοια περί ουρανίου Μεσσίου, ο οποίος διατηρούσε όλες τις ιδιότητες τής
ουρανίου προελεύσεώς του και τής θείας του κυριαρχίας, επιστεύετο ότι θα εγεννάτο
και κατά σάρκα επί τής γης εκ γένους Δαυίδ. Η μικτή λοιπόν αυτή παράσταση περί
τέτοιου Μεσσίου ήτο, κατά τούς χρόνους τού Ιησού, ευρύτατα διαδεδομένη εις τις
λαικές μάζες τού εβραισμού.

Και τώρα, μετά από όλες αυτές τις απαραίτητες διευκρινήσεις, είμαστε σε θέση να
εννοήσουμε, γιατί ο Αρχιερεύς πρόεδρος, αμέσως μόλις άκουσε τον Ιησού να
ομολογεί ότι είναι ο υιός τού ανθρώπου (ΜΑΤΘ. ΚΣΤ:64, ΜΑΡΚ. ΙΔ:62), δηλαδή
ουράνιος, θεογέννητος και θείος Μεσσίας, που κατέβηκε από τον ουρανό και εκ
γένους Δαυίδ, επί γης γεννηθείς κατά σάρκα, τον οποίον κήρυξαν οι προφήτες,
διέρρηξε τα ιμάτια του (ΜΑΤΘ. ΚΣΤ:65, ΜΑΡΚ. ΙΔ:63-64, ΛΟΥΚ. ΚΒ:71),
έξαλλος από οργή, αλλά και ικανοποιημένος αυτός και οι σύνεδροι δικαστές, διότι επί
τέλους απέσπασαν από τον Ιησού την αυτοκατηγορία του, ώστε να μην είναι πλέον
ανάγκη να παραστούν άλλοι μάρτυρες. Ο Ιησούς δι’ αυτής τής ομολογίας είχε
σφετερισθεί, κατ’ αυτούς, θεία ιδιότητα και συνεπώς είχε βλασφημήσει κατά τού
Θεού. Κατά δε τον αείμνηστο Παναγιώτη Τρεμπέλα «Η κατά τον Αρχιερέα
βλασφημία συνίστατο κυρίως εις το ότι ο Ιησούς διεκδικούσε μίαν τόσο υψηλήν θέσιν,
‘εκ δεξιών τής δυνάμεως’» (Παναγιώτου Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά
Μάρκον Ευαγγέλιον, σελ.287) και ότι «Ο Ιησούς δια τών λόγων του τούτων είχε
υψώσει το μεσσιακό αξίωμα εις ύψη υπερφυσικά και υπερουράνια. Ο Μεσσίας ήτο
λοιπόν ίσος προς τον Θεόν. Δια να κάθηται εκ δεξιών τού Θεού, έπρεπε να είναι ίσος
προς αυτόν. Ωνόμασε μεν εαυτόν ο Ιησούς υιόν ανθρώπου, αλλά με αξιώσεις και
δικαιώματα, που καθίστων αυτόν τον υιόν τού Θεού.» (Παναγιώτου Τρεμπέλα,
Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, σελ.625)

33
Η κατηγορία ακούσθηκε, απολογία τού κατηγορουμένου και μάρτυρες
υπερασπίσεως δεν χρειάζονται, αφού αυτός ο Ιησούς εγένετο κατήγορος τού εαυτού
του («τί έτι χρείαν έχομεν μαρτυρίας; Αυτοί γαρ ηκούσαμεν από τού στόματος αυτού.»,
ΛΟΥΚ. ΚΒ:71), δεν υπολείπεται παρά η απόφαση, προς την οποίαν, παραβαίνοντας
κάθε νόμο και άνευ εξετάσεως τής νέας κατηγορίας, σπεύδει ο Αρχιερέας, ρωτώντας
τυπικά τα μέλη τού Συνεδρίου, ποία η γνώμη των (ΜΑΤΘ. ΚΣΤ:65, ΜΑΡΚ. ΙΔ:64).
Και οι σύνεδροι δικαστές, άνευ οιασδήποτε σκέψεως ή διασκέψεως, απαντούν:
«ένοχος θανάτου εστίν» (ΜΑΤΘ. ΚΣΤ:66, ΜΑΡΚ. ΙΔ:64), απαγγέλοντες έτσι την
από μακρού χρόνου προειλημμένη και προσχεδιασμένη απόφασή των. Ο Καιάφας
δεν ήτο δυνατόν να είναι αμερόληπτος, όπως απαιτείται σε κάθε δίκη, αφού τέσσερις
εβδομάδες προηγουμένως είχε προαποφασίσει και προεξαγγείλει ως συμφέρουσα για
τον λαό την θανάτωση τού Ιησού («...συμφέρει ημίν ίνα είς άνθρωπος αποθάνει υπέρ
τού λαού και μη όλο το έθνος απόληται.», ΙΩΑΝ. ΙΑ:50). Υπό πρόεδρο τέτοιων
έκδηλων διαθέσεων, η απόφαση τού Μεγάλου Συνεδρίου ήτο προειλημμένη.

Οι Ιουδαίοι αντελήφθησαν την ισοθεία που κήρυττε ο Ιησούς!

«Δια τούτο ουν μάλλον εζήτουν αυτόν οι Ιουδαίοι αποκτείναι, ότι ου μόνον έλυε το
σάββατον, αλλά και Πατέρα ίδιον έλεγε τον Θεόν, ίσον εαυτόν ποιών τω Θεώ» (ΙΩΑΝ.
Ε:18).

«Αλλά γι’ αυτό οι Ιουδαίου ζητούσαν περισσότερο να τον θανατώσουν, διότι, όχι
μόνο καταργούσε το Σάββατο, αλλά και έλεγε δικό του Πατέρα τον Θεό, κάνοντας
τον εαυτό του ίσο με τον Θεό»

Από τον προηγηθέν λόγο τού Ιησού «Ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ
εργάζομαι» (στίχ.17), οι Ιουδαίοι κατάλαβαν, ότι ο Ιησούς ωνόμαζε τον Θεό Πατέρα
του με αποκλειστική έννοια, ‘ίδιον Πατέρα’, δικό του Πατέρα, φυσικό του Πατέρα,
και έτσι έκανε τον εαυτό του ‘ίσον τω Θεώ’, εξίσωνε δηλαδή τον εαυτό του με τον
Θεό.

Ότι ο Ιησούς ‘έλυε το σάββατον’, αυτό δεν ήτο αληθές. Πώς ήτο δυνατόν να
καταργεί το Σάββατο εκείνος, ο οποίος εις την επί τού Όρους Ομιλία τόνισε «Μη
νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τούς προφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά
πληρώσαι» (ΜΑΤΘ. Ε:17). Κακώς οι νοσηροί και σχολαστικοί Ιουδαίοι νόμισαν, ότι
ο Ιησούς ‘έλυε το σάββατον’. Το άλλο όμως, ότι δηλαδή ο Ιησούς ωνόμαζε τον Θεό
‘ίδιον Πατέρα’, δικό του Πατέρα, και έτσι έκανε τον εαυτό του ‘ίσον τω Θεώ’, ίσο με
τον Θεό, ΟΡΘΩΣ αντελήφθησαν οι Ιουδαίοι, αγαπητοί Μάρτυρες τού Ιεχωβά.
Πραγματικώς ο Ιησούς έχει τον Θεό ‘ίδιον Πατέρα’, όπως κατά το ΡΩΜ. Η:32 ο
Θεός έχει τον Χριστό ‘ίδιον Υιό’. Ο Απόστολος βροντοφωνάζει, αγαπητοί ακόλουθοι
του ‘δούλου’ «Ός γε τού ιδίου Υιού ουκ εφείσατο, αλλ’ υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν
αυτόν». Ο Θεός για εμάς δεν λυπήθηκε τον ίδιο του τον Υιό, αλλά τον θυσιάσε.

Ο Παύλος δηλαδή δεν λέει, ότι ο Θεός επέλεξε έναν από τους πολλούς υιούς
Του για να τον θυσιάσει, όπως εσκεμμένως αλλοιώνει και παραποιεί τα νοήματα
τών χωρίων η Σκοπιά, επί σκοπώ να πείσει τούς ακολούθους της, ότι ο Χριστός δεν
είναι ο Υιός τού Θεού, με μοναδική δηλαδή και υψίστη έννοια, αλλά είναι απλώς

34
ένας μεταξύ τών πολλών υιών τού Θεού! Ας θαυμάσουμε λοιπόν τον ‘αληθινό
εκπρόσωπο τού Ιεχωβά’ (Σκοπιά 01.06.1973, σελ.342) επί το ‘θεάρεστον’ έργον τής
παραχαράξεως και αλλοιώσεως τού ιερού κειμένου.

«Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοις πατράσιν εν τοις προφήταις,
2. επ’ εσχάτου τών ημερών τούτων ελάλισεν ημίν εν Υιώ, όν έθηκεν κληρονόμον
πάντων, δι’ ού και τούς αιώνας εποίησεν» δηλαδή «Αφού ο Θεός τούς παλαιούς
καιρούς πολλές φορές και με πολλούς τρόπους μίλησε εις τούς προγόνους μας δια
τών προφητών, 2. τις έσχατες αυτές ημέρες μίλησε εις εμάς δια τού Υιού (κατά
τρόπον δηλαδή ανώτερον εν συγκρίσει με αυτόν τής Παλαιάς Διαθήκης). Αυτόν
κατέστησε κληρονόμο όλων. Δι’ αυτού δημιούργησε και την κτίση» (ΕΒΡ. Α:1-2).

«Ο Θεός, ο οποίος πριν από πολύ καιρό μίλησε σε πολλές περιπτώσεις και με πολλούς
τρόπους στούς προπάτορές μας μέσω τών προφητών, 2. στο τέλος αυτών τών ημερών
έχει μιλήσει σε εμάς μέσω ενός Γιού, τον οποίον διόρισε κληρονόμο όλων τών
πραγμάτων, και διαμέσου τού οποίου έκανε τα συστήματα πραγμάτων» (ΕΒΡ. Α:1-2,
Ελληνική Μετάφρασις Νέου Κόσμου, Βιβλικής και Φυλλαδικής Εταιρίας
‘Σκοπιά’, έκδ.1997).

«God, who long ago spoke on many occasions and in many ways to our forefathers by
means of the prophets, 2. has at the end of these days spoken to us by means of a Son,
whom he appointed heir of all things, and through whom he made the systems of
things» (ΕΒΡ. Α:1-2, Αγγλική Μετάφρασις Νέου Κόσμου, Βιβλικής και
Φυλλαδικής Εταιρίας ‘Σκοπιά’, έκδ.1961, 1981, 1984 καθώς και από το επίσημο
site τής Εταιρίας http://watchtower.org/e/bible/heb/chapter_001.htm)

Ελάλησεν ημίν εν υιώ spoken to us by means of a Son


He spoke to us in Son (Αγγλική Μ.Ν.Κ. έκδ.1961, 1981, 1984)
(The Kingdom Interlinear Translation
of the Greek Scriptures, Διάστιχος Μετάφρασις
τών Ελληνικών Γραφών, έκδ.1985, σελ.948)

Αντιληφθήκατε αγαπητοί αναγνώστες, την παραποίηση εις την οποίαν προέβη ο


‘δούλος’; Ενώ το ιερό κείμενο λέγει ότι ο Θεός τις έσχατες ημέρες ωμίλησε δια τού
Υιού (Του), τού ενός δηλαδή και μοναδικού Υιού Του, τού δικού Τού Υιού όπως
λέγει ο Παύλος («τού ιδίου Υιού», ΡΩΜ. Η:32), η Σκοπιά, που λυσσαλέως μάχεται
την Θεότητα τού Χριστού και δεν τον θέλει έναν και μοναδικό Υιό, αλλά έναν μεταξύ
πολλών, επενέβη για πολλοστή φορά επί τού κειμένου (αρκετές παρόμοιες
επεμβάσεις δύναται ο αναγνώστης να εύρει και να μελετήσει εις το Γ΄ Μέρος τού
παρόντος με τίτλο «Εσκεμμένες προσθήκες και αλλοιώσεις τής Σκοπιάς επί τού
ιερού κειμένου τής Γραφής») και προσθέτοντας μία λεξούλα, το αόριστο άρθρο
‘ένας’ εις την Ελληνική Μ.Ν.Κ. και το αντίστοιχο εις την Αγγλική, αλλοίωσε
παντελώς το νόημα τών λεχθέντων υπό τού Αποστόλου, εφόσον ο Χριστός δεν είναι
πλέον ο ΕΝΑΣ και ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ Υιός δια τού Οποίου ωμίλησε ο Πατήρ, αλλά
είναι ΕΝΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΠΟΛΛΩΝ ΥΙΩΝ δια τού Οποίου ωμίλησε ο Πατήρ! Ο
Πατήρ δηλαδή, προκειμένου να λαλήσει εις τούς ανθρώπους, επέλεξε έναν μεταξύ
τών πολλών υιών Του! Η δε συγκεκριμένη αλλοίωση είναι κραυγαλέα ειδικά εις την
Διάστιχον Μετάφρασιν τών Ελληνικών Γραφών, εις την οποίαν, η φράσις ‘εν υιώ’

35
μεταφράζεται, θέλοντας και μη, ορθώς, (‘in Son’) λόγω τής παρουσίας άνωθεν τού
πρωτοτύπου κειμένου, αλλά εις την διπλανή στήλη όπου ευρίσκεται μόνον η
Μετάφρασις Νέου Κόσμου και απουσιάζει το πρωτότυπο κείμενο, η μετάφρασις είναι
(‘a Son’)!

Σημειωτέον ότι για το συγκεκριμένο χωρίο υπάρχει ομοφωνία μεταξύ απάντων


τών κωδίκων. Δεν υπάρχει η παραμικρή υποσημείωση εις κανένα Κριτικό
Κείμενο για τυχόν παραλλαγή τού χωρίου εν ετέρα γραφή! Δικαιολογίες τού τύπου
‘αυτός ο κώδικας το αναφέρει έτσι’ ή ‘ο άλλος κώδικας το μαρτυρεί αλλιώς’ δεν
δύναται να υπωθεί από το ‘δούλο’, για να δικαιολογήσει την παραχάραξη και
αλλοίωση τού ιερού κειμένου, διότι όπως προείπαμε, δεν υπάρχει άλλη γραφή·
όλοι οι κώδικες έχουν μία γραφή, την γραφή ‘εν υιώ’!

Κλείνοντας τον σχολιασμό μας εις το συγκεκριμένο χωρίο, υπενθυμίζουμε εις τούς
αναγνώστες που θα διαβάσουν το παρόν πόνημα και ανήκουν εις τον ‘πιστό και
φρόνιμο δούλο’, ότι ο Θεός θα τιμωρήσει αυτούς που προβαίνουν εις αλλοίωση του
νοήματος τού κειμένου Του:

«Μαρτυρώ εγώ παντί τω ακούοντι τούς λόγους τής προφητείας τού βιβλίου τούτου. Εάν
τις επιθή επί ταύτα, επιθήσει ο Θεός επ’ αυτόν τας πληγάς τας γεγραμμένας εν τω
βιβλίω τούτω. Και εάν τις αφέλη από τών λόγων τού βιβλίου τής προφητείας ταύτης,
αφελεί ο Θεός το μέρος αυτού από τού ξύλου τής ζωής και εκ τής πόλεως τής αγίας,
τών γεγραμμένων εν τω βιβλίω τούτω». (ΑΠΟΚ. ΚΒ:18-19)

«Διαβεβαιώνω εγώ (ο Ιωάννης) καθένα, που θα ακούει τούς λόγους τής προφητείας
αυτού τού βιβλίου. Εάν κανείς θέσει πάνω σ’αυτά, ο Θεός θα θέσει πάνω σ’αυτόν τις
πληγές τις γραμμένες στο βιβλίο τούτο. Και εάν κανείς αφαιρέσει από τούς λόγους
τού βιβλίου, που περιέχει αυτή την προφητεία, ο Θεός θα αφαιρέσει το μερίδιό του
από το δέντρο τής ζωής και από την πόλη την αγία, που έχουν περιγραφεί σε αυτό το
βιβλίο».

Η Σκοπιά, λοιπόν, κατέφυγε, για ακόμη μία φορά, εις την προσφιλή της μέθοδο.
Την μέθοδο που κατέχει καλύτερα από τον καθένα, και χωρίς φραγμούς, όσον αφορά
εις τις ψυχές τών πιστών που παρασύρει εις την απώλεια - εφόσον αλλοίωση τού
κειμένου συνεπάγεται και πνευματικός θάνατος «...ως και εν πάσαις ταις επιστολαίς
λαλών (ο Παύλος) εν αυταίς περί τούτων, εν οίς εστι δυσνόητα τινά, ά οι αμαθείς και
αστήρικτοι στρεβλούσιν ως και τας λοιπάς γραφάς προς την ιδίαν αυτών
απώλειαν» (Β΄ ΠΕΤΡ. Γ:16) - προέβη εις καθαράν αλλοίωση τού νοήματος τού
κειμένου οδηγώντας έτσι τούς ακολούθους της εις ‘ταχινήν απώλειαν’ (πρβλ.
«Εγένοντο δε ψευδοπροφήται εν τω λαώ, ως και εν υμίν έσονται
ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας και τον αγοράσαντα
αυτούς δεσπότην αρνούμενοι, επάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν» Β΄ ΠΕΤΡ.
Β:1).

Και μετά από αυτή την απαραίτητη διευκρίνηση, επανερχόμεθα εις το υπό έρευνα
χωρίο. Αφού πραγματικώς ο Ιησούς έχει τον Θεό δικό του Πατέρα, φυσικό του
Πατέρα, πραγματικώς είναι ίσος με τον Θεό. Σαφώς εις το ΦΙΛΙΠ. Β:6
διακηρύσσεται η ισοθεία τού Υιού: «ός εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν

36
ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ». Ο Υιός, ενώ ήτο εις την μορφή Θεού, ήτο δηλαδή
Θεός, το ‘είναι ίσα Θεώ’, την ισοθεία του, δεν εθεώρησε ευκαιρία προς απόλαυση.
Αλλά, όπως λέγει εις την συνέχεια ο Απόστολος, «εαυτόν εκένωσε μορφή δούλου
λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος» (στίχ.7). Εκείνος που ήτο εις την μορφή
Θεού, ταπεινώθηκε για εμάς και ήλθε εις την μορφή δούλου, εις την μορφή
ανθρώπου. Εκείνος που ήτο Θεός, ίσος με τον Θεό Πατέρα, έγινε άνθρωπος
(Λεπρομερή ανάλυση και ερμηνεία αυτού τού τόσο συγκινητικού λόγου τού
Αποστόλου, ΦΙΛΙΠ. Β:5-11, καθώς και ο τρόπος που μεταχειρίστηκε η Σκοπιά
προκειμένου να προβή εις αλλοίωση και παραποίηση τού νοήματός του προκειμένου
να το φέρει εις τα δογματικά της μέτρα, δύναται ο αναγνώστης να εύρη είς το Β’
Μέρος τού παρόντος εν τω οικείω τόπω).

Ορθώς λοιπόν οι Ιουδαίοι αντελήφθησαν, ότι ο Ιησούς κήρυττε τον εαυτό Του
ισόθεο, ίσο με τον Θεό Πατέρα, αν και βεβαίως λόγω αγνοίας τών μεσσιακών
προφητειών και κακής των προαιρέσεως δεν παρεδέχθησαν την Θεότητα τού Ιησού.
Οι Ιουδαίοι δεν παραδέχονταν τη Θεότητα τού Ιησού, διότι, αντιθέτως προς τον
ισχυρισμό τους, ότι ήσαν αυθεντικοί ερμηνευτές τών Γραφών, ήσαν επιπόλαιοι
αναγνώστες και κακοί ερμηνευτές, ήσαν δε και εμπαθείς. Η δε εμπάθεια τούς
τύφλωνε ώστε να μην βλέπουν την αλήθεια τών μεσσιακών προφητειών, ότι δηλαδή
ο Μεσσίας θα ήτο και άνθρωπος και Θεός. Αναφέρουμε ενδεικτικώς δύο χωρία:

«Ότι παιδίον εγενήθη ημίν, υιός και εδόθη ημίν, ού η αρχή εγενήθη επί τού ώμου
αυτού, και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος,
Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ τού μέλλοντος αιώνος·» (ΗΣΑ.
Θ:6 Ο΄)

«Και συ, Βηθλεέμ οίκος τού Εφραθά, ολιγοστός εί τού είναι εν χιλιάσιν Ιούδα· εκ σού
μοι εξελεύσεται τού είναι εις άρχοντα εν τω Ισραήλ, και αι έξοδοι αυτού απ’ αρχής εξ
ημερών αιώνος» (ΜΙΧ. Ε:1 Ο΄). Ο μέλλων ηγούμενος είναι αρχαίος, αιώνιος,
προήλθε από την αιωνιότητα! Ο εκ τής Βηθλεέμ εξελευσόμενος εξήλθε από τα βάθη
τής αιωνιότητος! Ένας από τούς παραδοξώτερους λόγους τής Γραφής, που
αποδεικνύουν την θεοπνευστία της, και μόνο εις το πρόσωπον τού Θεανθρώπου
Ιησού δύναται να εξηγηθεί.

Αλλά αυτό που οι Ιουδαίοι αντελήφθησαν ορθώς, δεν αντελήφθησαν αργότερα οι


Αντιτριαδίτες, οι Αρειανοί παλαιότερα και οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά εις την εποχή
μας. Αλλά οι εχθροί τού Χριστού, οι Ιουδαίοι, είχαν ένα καλό. Δεν πίστευαν μεν εις
την Θεότητά τού Ιησού, κατάλαβαν όμως ότι κήρυττε τον εαυτό Του Θεό. Οι
Ιουδαίοι κατάλαβαν, ότι ο Ιησούς κήρυττε τον εαυτό Του Θεό, αλλά τον καταδίκασαν
ως πλάνο. Οι Αντιτριαδίτες παραδέχονται τον Ιησού ως αληθή, αλλά δεν
καταλαβαίνουν ή δεν θέλουν να καταλάβουν, ότι η μεγαλύτερη αλήθεια που κήρυξε ο
Ιησούς, είναι η Θεότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέγει ο Ιερός Αυγουστίνος
«Ιδού ότι οι Ιουδαίοι ό,τι οι Αρειανοί δεν εννοούσιν...Δεν εννοούσιν αυτόν, ότι είναι ο
Χριστός, ούτε ενόουν αυτόν ότι ήτο ο Υιός τού Θεού. Ουχ ήττον όμως εννοούσιν ότι εις
τούς λόγους τοιούτός τις υιός τού Θεού υπενοείτο, όστις θα ήτο ίσος προς τον Θεόν»
και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας «Ώπέρ εστιν ιδιαζόντως πατήρ ο Θεός ίσος εστί κατά
φύσιν αυτώ» (Παναγιώτου Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον,
σελ.182).

37
Ο θεός τού κόσμου τούτου, ο Διάβολος και Σατανάς, τύφλωσε τα υπερήφανα και
κακοπροαίρετα πνεύματα τών Αντιτριαδιτών, για να μην βλέπουν την αλήθεια, την
υψίστη αλήθεια, ότι ο Αρχηγός τής Πίστεώς μας, ο Ιησούς Χριστός, είναι Θεός
Αληθινός εκ Θεού Αληθινού, είναι μία ουσία ή Θεότης μαζί με τον Πατέρα και το
Άγιο Πνεύμα.

Ο θεός τού αιώνος τούτου, εργάζεται για να μην πιστεύουν οι κακοπροαίρετες


ψυχές και να χάνωνται. Ο Αληθινός Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα
εργάζονται, για να πιστεύουν οι καλοπροαίρετες ψυχές και να σώζωνται.

Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω χωρία, και άλλα πολλά παρόμοια που υπάρχουν
αποδεικνύεται, ότι ο Χριστός ή ο Υιός τού Θεού δεν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά
Θεός, γι’ αυτό τον λόγο και απαιτεί πίστη εις το πρόσωπό Του, και από την πίστη εις
το πρόσωπό Του εξαρτάται η αιώνια ζωή, όπως προείπαμε, η ποιοτικώς ανώτερη και
ποσοτικώς ατελεύτητη ζωή, η αιώνια ευδαιμονία τής αθάνατης ψυχής κοντά εις τον
αθάνατο και πανευδαίμονα Θεό. Αντιθέτως όποιος απιστεί εις τον Υιό τού Θεού,
όποιος δεν πιστεύει, ότι ο Θεός έχει Υιό, φυσικό Υιό, που έγινε άνθρωπος για τούς
ανθρώπους, αυτός δεν πρόκειται να δει ζωή, δεν πρόκειται να γευθεί την αληθινή και
ατελεύτητη χαρά και ευτυχία. Λόγω τής απιστίας του ούτε τώρα είναι ευτυχής, ούτε
και εις το μέλλον θα γίνει ευτυχής. Όποιος δεν πιστεύει εις τον Υιόν τού Θεού, δεν
έχει αιώνια ζωή, όπως εκείνος, που δεν ανοίγει τα μάτια του εις τον ήλιο, δεν έχει
φως! Αντιθέτως επάνω εις τον άπιστο ‘μένει’, ευρίσκεται δηλαδή μονίμως, αιωνίως, η
οργή τού Θεού «ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν, αλλ’ η οργή τού Θεού μένει
επ’ αυτόν» (ΙΩΑΝ. Γ:36).

Επειδή ο Πατήρ αγαπά τον Υιό Του, οργίζεται εναντίον εκείνων, που δείχνουν
απιστία και καταφρόνηση προς τον Υιό Του. Η Αγία Γραφή δεν ομιλεί μόνο για
αγάπη Θεού αλλά κάνει λόγο και για οργή τού Θεού. Οργή τού Θεού είναι η τρομερή
κατάσταση τής δυστυχίας, που είναι συνέπεια τής εγκαταλείψεως από τον Θεό λόγω
τής απιστίας και δυστυχίας. Όποιος δεν πιστεύει εις τον Υιόν τού Θεού, τιμωρείται
όπως εκείνος, που κρατάει κλειστά τα μάτια του και μένει βυθισμένος εις το σκοτάδι.

Την αγάπη τού Θεού τονίζουν όλοι οι αναφερόμενοι εις τα θεία ιδιώματα, τονίζουν
και υπερτονίζουν. Αλλά για την οργή τού Θεού πόσοι κάνουν λόγο; Ενώ οι προφήτες,
οι απόστολοι και οι Πατέρες τής Εκκλησίας εκτός από την αγάπη τόνιζαν και την
οργή τού Θεού, πολλοί θεολόγοι, κήρυκες και συζητητές επιμελώς αποφεύγουν να
ομιλούν για οργή τού Θεού. Ομοίως αποφεύγουν να ομιλούν για κόλαση. Είναι και
αυτό μία παρέκκλιση από το αγιογραφικό και πατερικό πνεύμα. Όσοι αποφεύγουν να
ομιλούν για οργή τού Θεού και κόλαση, είναι σπλαχνικώτεροι, ευγενέστεροι και
περισσότερο φωτισμένοι από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Απόστολο Παύλο και
τον πρύτανη τών ερμηνευτών Ιωάννη Χρυσόστομο. Εμείς, αγαπητοί αναγνώστες, και
την αγάπη τού Θεού να τονίζουμε για να ενθαρρύνονται οι ψυχές, και την οργή τού
Θεού και την κόλαση να τονίζουμε, για να μην εφησυχάζουμε, αλλά να αγωνιούμε
και να αγωνιζώμεθα για να επιτύχουμε σωτηρία. «Μετά φόβου και τρόμου την εαυτών
σωτηρίαν κατεργάζεσθε», παραγγέλει ο Απόστολος (ΦΙΛΙΠ. Β:12).

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΙΜΠΙΡΙΔΗΣ

38
39