You are on page 1of 40

1|Σελίδα

http://alampasis.blogspot.com

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Α Ν Α Κ Ο Π Η

Της ……………….. του Δημητρίου κατοίκου Αγ. Ιωάννη Ρέντη Αττικής , οδός
…………. , αρ. …………
ΚΑΤΑ
1. Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ
ΤΡΑΠΕΖΙΑ Α.Ε» όπως προέκυψε από την συγχώνευση των ανωνύμων τραπεζικών
εταιριών με την επωνυμία «ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», MARFIN BANK
ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και «ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) ΑΝΩΝΥΜΗ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με απορρόφηση της δεύτερης και της τρίτης εταιρίας από την πρώτη
δυνάμει της με αρ. 8957/22-6-2007 πράξης του συμβολαιογράφου Πειραιά
Στέφανου Βασιλάκη του Κων/νου και της με αρ. πρωτοκ. Κ2-9985/29-6-2007
Εγκριτικής απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης η οποία εδρεύει στη
Θεσσαλονίκη οδός Μητροπόλεως 20 και Κομνηνών και εκπροσωπείται νόμιμα,
2. Της με αριθμό ……………/2011 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Σωτηρίου Τ……………...

Κεφάλαια ανακοπής

1. Ένσταση ακυρότητας των Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) της επίδικης


συμβάσεως δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη Δ/γη Πληρωμής
2|Σελίδα

I. Ανώτατο ύψος συμβατικού τόκου – καθορισμός από το νόμο του ανώτατου


επιτοκίου των συμβάσεων τραπεζικής πίστωσης (ΑΠ 1219/01)
II. Ακυρότητα α) Όρου που προβλέπει την επιβολή ποσού «προμήθειας» ή
«εξόδων φακέλου» β) Όρου που προβλέπει ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης
πληρωμής εκ μέρους του καταναλωτή οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή
των τόκων ή των εξόδων, το πιστωτικό ίδρυμα δύναται να καταγγείλει τη
σύμβαση δανείου και να ζητήσει το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού μαζί με
τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας και γ) Όρου που προβλέπει ότι η
Τράπεζα έχει το δικαίωμα να καταγγέλλει το Δάνειο, λόγω ουσιαστικής
μεταβολής προς το χειρότερο της οικονομικής κατάστασης του Πιστούχου
III. Ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερουμένων τόκων και όχι
φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών. Παράνομη η τοκοποίηση της
εισφοράς του ν. 128/1975.
IV. Ακυρότητα όρου που προβλέπει ότι η τράπεζα έχει το δικαίωμα
μονομερούς τροποποίησης ή συμπλήρωσης των όρων της σύμβασης για
σπουδαίο λόγο.

2. Ακυρότητα ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ της συμβασης. Ένσταση του αρθ. 181 ΑΚ


(ακυρότητα μέρους επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης αν
συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος).

3. Δεδικασμένο υπέρ του συνόλου των καταναλωτών. Κατά το άρθρο 10


παρ. 12 του ν. 2251/94 περί Προστασίας Καταναλωτών, η επέκταση της
ισχύος του δεδικασμένου, σύμφωνα με το οποίο οι έννομες συνέπειες που
προκύπτουν από την απόφαση μεταξύ ένωσης καταναλωτών και τράπεζας
ισχύουν ΕΝΑΝΤΙ ΠΑΝΤΩΝ, και αν δεν ήταν διάδικοι. Το δεδικασμένο
απόφασης που δέχεται εν όλω ή εν μέρει αγωγή της ένωσης καταναλωτών
κατά Τράπεζας ισχύει και υπέρ των ζημιωθέντων καταναλωτών, έστω και αν
αυτοί δεν είχαν συμμετάσχει στη σχετική δίκη.

4. Ένσταση καταχρηστικής άσκησης «δικαιώματος» (ΑΚ 281).


3|Σελίδα

Η καθ ής με την από 1..-……-2011 αίτησή της πέτυχε την έκδοση σε


βάρος μου της ανωτέρω Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών Σωτηρίου Τ………… με την οποία επιτάσσομαι να
καταβάλω σ αυτήν
α) για επιδικασθέν κεφάλαιο και ενσωματωμένους τόκους μέχρι και την
31/3/2011 το ποσό των 12.146,66 € ευρώ,
β) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 213 ευρώ,
γ) για έξοδα αντιγράφου 0,88 ευρώ,
δ) για σύνταξη της παρούσας επιταγής 10 ευρώ,
ε) για δαπάνη επίδοσης της παρούσας επιταγής 40 ευρώ, στ) για κατάθεση
αντιγράφου αυτής, ενώπιον του Αρμοδίου Δικαστηρίου, 15 ευρώ, ήτοι συνολικά
το ποσό των δώδεκα χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και πενήντα
τεσσάρων λεπτών (12.425,54 €) και το συνολικό αυτό ποσό νομιμοτόκως με το
συμβατικό ονομαστικό επιτόκιο υπερημερίας (εκτός από τα κονδύλια υπό
στοιχεία β, γ, δ, ε, στ, τα οποία τοκίζονται με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας),
άπαντα τα κονδύλια από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την
ολοσχερή εξόφληση, άλλως αυτή θα εκτελεσθεί αναγκαστικά , οπότε θα
προστεθούν 23,47 ευρώ για την εντολή προς εκτέλεση. Η εν λόγω Διαταγή
Πληρωμής εκδόθηκε επί τη βάσει α) της από 1…-….-2007 συμβάσεως
τραπεζικής πίστωσης δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε η υπ αριθμ. MG071……………
σύμβαση χορήγησης εντόκου δάνειου β) την εξώδικη καταγγελία της παραπάνω
σύμβασης δανείου με την υπ' αριθμ. Β-1711/12-7-2010 έκθεση επιδόσεως του
Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Καλογερογιάννη Αλεξίου και γ)
τα από …/…/2007 έως και …/…./2010 αποσπάσματα λογαριασμού από τα
εμπορικά βιβλία της Τράπεζας, τα οποία αποτελούν, βάσει ρητού όρου της
συμβάσεως , πλήρη απόδειξη του εκάστοτε δήθεν οφειλόμενου από εμένα ποσού
τα οποία παρέχουν ακριβή περιγραφή της κίνησης αυτού, αφότου έγινε η χρήση
της ένδικης σύμβασης.

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583,
585, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής,
με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, είτε ανάγονται στην
4|Σελίδα

έλλειψη των τυπικών προϋποθέσεων για την έκδοση της διαταγής πληρωμής
(άρθρα 623 επ. του ΚΠολΔ), είτε αφορούν στην ουσιαστική αμφισβήτηση της
απαίτησης με την προβολή ανατρεπτικών ή διακωλυτικών ή αποσβεστικών
ισχυρισμών, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι για να μπορεί ο μεν καθού η
ανακοπή να αμυνθεί κατά της ανακοπής, το δε δικαστήριο να υπαγάγει τα
επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, να
τάξει τις δέουσες αποδείξεις και να αποφανθεί επ` αυτής με δύναμη
δεδικασμένου, αλλιώς οι λόγοι αυτής απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως
αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης.

Την ανωτέρω Διαταγή Πληρωμής ΑΝΑΚΟΠΤΩ με την παρούσα μου


για τους παρακάτω νόμιμους , βάσιμους και αληθινούς λόγους :

1. Ένσταση ακυρότητας των Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) της


επίδικης συμβάσεως δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη Δ/γη
Πληρωμής.

Εισαγωγή :
Για τον έλεγχο του κύρους των γενικών όρων συναλλαγής (ΓΟΣ) στις
συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και προμηθευτών και κυρίως
της καταχρηστικότητας αυτών, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν.
2251/1994 "Περί προστασίας των καταναλωτών", που ενσωμάτωσαν την οδηγία
93/13/ΕΟΚ της 5.4.1993 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όπως τροποποιήθηκε με το
ν. 3587-07 με ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο
10 παρ. 24 εδ. β` του ν. 2741/1999, "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως
αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων
των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι
άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση
κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η
σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της
και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία
εξαρτάται". Κατά δε την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου καταχρηστικοί, κατά
5|Σελίδα

την ενδεικτική απαρίθμηση αυτής, είναι οι γενικοί όροι των συναλλαγών υπό τα
στοιχεία "α" έως και "λα". Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, που
αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ, με τα
αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως
καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το
συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή
υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής,
πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης ισορροπίας των δικαιωμάτων και
υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Λαμβάνονται προς τούτο υπόψη τα
συμφέροντα και ενδιαφέροντα των συμβαλλομένων μερών στη συγκεκριμένη
σύμβαση και ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του
όρου για κάθε πλευρά. Αν η προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο
ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν
επιβάρυνση του δεν είναι ουσιώδης, τότε δεν επέρχεται διατάραξη της
προκειμένης ισορροπίας.
Ας σημειωθεί ότι μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 6 του άρθρου
2 του ν. 2251/1994 με το άρθρο 10 παρ. 24 εδ. β` του ν. 2741/1999, σε
συμμόρφωση με την αρχή της μείζονος προστασίας του καταναλωτή που
καθιερώνει το άρθρο 8 της ανωτέρω οδηγίας, αρκεί να επέρχεται απλή και όχι
υπέρμετρη διατάραξη ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των
συμβαλλομένων από τη ρύθμιση του γενικού όρου (βλ. ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ
1401/1999, ΕλλΔνη 41.56, ΑΠ 1219/2001, ΕλλΔνη 42.1603, ΕφΑΘ 6291/2000,
ΝοΒ 49.644). Εξάλλου, ενόψει του ότι ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου
ΓΟΣ βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, με τους
ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου,
αλλά μόνον από εκείνες που φέρουν "καθοδηγητικό" χαρακτήρα ή, σε περίπτωση
ατύπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη για την επίτευξη του σκοπού
και τη διατήρηση της φύσεως της σύμβασης δικαιώματα και υποχρεώσεις των
μερών που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η
καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται όταν με το
περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζουν εκείνα που έχουν διαμορφωθεί με βάση τους
κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης
ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται
6|Σελίδα

περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από


τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του
σκοπού της. Έτσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας
ΓΟΣ πρέπει πρώτα να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από
τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια να ερευνάται ο βαθμός έντασης της
απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση
αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα.
Εντέλει κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ
εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα συγκαταλέγεται
στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ. 7 του ν.
2251/1994, ο οποίος περιέχει "per se" καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση
αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει
απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού
δικαίου, όπως προεκτέθηκε (ΑΠ 1219/2001, ό.π.). Τέλος, δεδομένου ότι οι ΓΟΣ
είναι δυνατόν ν` αποτελέσουν περιεχόμενο κάθε είδους σύμβασης ιδιωτικού
δικαίου, ρυθμισμένης ή αρύθμιστης από τον Αστικό Κώδικα, επώνυμης ή μικτής,
στο πεδίο των τραπεζικών συναλλαγών γίνεται ευρύτατη χρήση τους για τη
χορήγηση πάσης φύσεως δανείων, ενέγγυων πιστώσεων, εγγυητικών
επιστολών, για τη σύναψη συμβάσεων ανοίγματος πιστώσεων (συνήθως με
αλληλόχρεο λογαριασμό) και κάθε είδους καταθέσεων. Σε αυτές τις τραπεζικές
συμβάσεις οι ΓΟΣ παρουσιάζονται συνήθως είτε ως προδιατυπωμένοι έντυποι
όροι προοριζόμενοι να διέπουν όλες τις συναλλαγές συγκεκριμένης τράπεζας
με τους πελάτες της, είτε ως πάγιο περιεχόμενο εντύπων ατομικών
συμβάσεων προσχώρησης.
Περαιτέρω, στο χώρο των τραπεζικών συναλλαγών η ανάγκη
προστασίας της συμβατικής ισορροπίας και διασφάλισης της δικαιοπρακτικής
αυτοδιάθεσης των αντισυμβαλλομένων των τραπεζών είναι ιδιαίτερα έκδηλη,
λόγω της οικονομικής και οργανωτικής υπεροχής ή αλλιώς της εξουσιαστικής
θέσης των τραπεζών, οι οποίες κατά κανόνα επιβάλλουν μονομερώς στους
ασθενέστερους αντισυμβαλλόμενους τους, στη βάση του "πάρε το ή άφησε
το", την κατάρτιση τυποποιημένων συμβάσεων με προδιατυπωμένους από τις
ίδιες (ή από τρίτους για λογαριασμό τους) γενικούς όρους (31919/2007 ΠΠΡ
ΘΕΣΣΑΛ). Κατά συνέπεια, βάσιμα υποστηρίζεται η άποψη ότι οι διατάξεις του
7|Σελίδα

άρθρου 2 του ν. 2251/1994 για τους ΓΟΣ εφαρμόζονται ευθέως ή κατ` αναλογία
κατά τον έλεγχο των τραπεζικών ΓΟΣ και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο
πελάτης συναλλάσσεται με την τράπεζα στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή και
της εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη
συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του
πελάτη της τράπεζας. Εξάλλου, η τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή,
σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. β` του ν. 2251/1994, που ορίζει ότι "ο
προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της
επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες
στον καταναλωτή". Τέλος δε οι παρεχόμενες από τις τράπεζες υπηρεσίες
σαφώς απευθύνονται και αφορούν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, δεν
προσφέρονται ούτε σχεδιάζονται για ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν κατά
κανόνα μαζικό χαρακτήρα και έντονο το στοιχείο της τυποποίησης. Ενόψει
όλων των ανωτέρω ο ν. 2251/1994 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις τραπεζικών
συναλλαγών (βλ. ΕφΑΘ 730/2005, ΕΕμπΔ 2005.741, Γ. Καράκωστα, Προστασία
του καταναλωτή, ν. 2251/1994, σελ. 100 επόμ., Φ. Δωρή, Η εξειδίκευση της
καλής πίστης στο άρθρο 2 του ν. 2251/1994 για την προστασία των
καταναλωτών και η σημασία στο κοινό δίκαιο, ΝοΒ 2000.737 επ., Ψυχομάνη,
Τραπεζικό δίκαιο, 1999, σελ. 17), και ο έλεγχος που προαναφέρθηκε εντάσσεται
στα πλαίσια της προστασίας του καταναλωτή, ως τέτοιου νοουμένου και του
πελάτη της τράπεζας.

Άκυροι όροι της υπό κρίση συμβάσεως :

Σύμφωνα με τον όρο υπ’ αριθμ. 2 (ΥΠ0Λ0ΠΣΜ0Σ ΤΟΚΟΥ - ΠΕΡΙΟΔΟΣ


ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΥ - ΕΝΑΡΞΗ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΥ - ΣΕΠΠΕ ΔΑΝΕΙΟΥ):
2.1. Ο τόκος του Δανείου θα υπολογίζεται πάντοτε στο ανεξόφλητο και
οφειλόμενο κεφάλαιο του, επί έτους 365 ημερών. Το επιτόκιο υπολογισμού του
τόκου, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην Αίτηση/Σύμβαση (Α' ή/και Β' περίοδος
ισχύος του αναφερομένου για 5ση διάρκεια Επιτοκίου), θα είναι: είτε α) σταθερό,
το οποίο είναι το επιτόκιο της Τράπεζας που ισχύει για τις χρηματοδοτήσεις της
κατηγορίας αυτής και συμφωνείται με τον Πιστούχο κατά το χρόνο υπογραφής
της παρούσας, πλέον της εισφοράς του Ν.128/75 (σήμερα 0,6%). Το επιτόκιο
8|Σελίδα

αυτό συμφωνείται στην Αίτηση/Σύμβαση της παρούσας, είτε β) κυμμαινόμενο


επιτόκιο, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται προς την ίδια κατεύθυνση με τις
διακυμάνσεις του Επιτοκίου Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής
Κεντρικής Τράπεζας (Επιτόκιο Αναφοράς) έως και το διπλάσιο της κάθε
μεταβολής αυτού και το οποίο επίσης συμφωνείται στην Αίτηση/Σύμβαση της
παρούσας, πλέον Περιθωρίου, όπως αυτό συμφωνείται στην Αίτηση/Σύμβαση της
παρούσας, πλέον της εισφοράς του Ν.128/75 (σήμερα 0,6%). Ο Πιστούχος θα
μπορεί να πληροφορείται το Επιτόκιο Πράξεων Κύριας αναχρηματοδότησης είτε
από δημοσιεύσεις στον ημερήσιο οικονομικό τύπο είτε από τις ηλεκτρονικές
σελίδες διεθνών οργανισμών Reuters, κλπ.
Το Περιθώριο σημαίνει τις εκατοστιαίες μονάδες που προστίθενται ετησίως στο
Κυμαινόμενο Επιτόκιο και προσδιορίζεται από α) τη συνολική απόδοση της σχέσης
με τον πελάτη, β) από τον εκτιμώμενο κίνδυνο και γ) από τα ειδικά
χαρακτηριστικά της χρηματοδότησης, όπως π.χ. άτοκη περίοδος χάριτος και
προσαυξάνεται με τις εκάστοτε οριζόμενες από το Νόμο ή/και τις διοικητικές
πράξεις των Αρμοδίων Αρχών εισφορές και επιβαρύνσεις.

Σύμφωνα με τον όρο υπ’ αριθμ. 3.8. Ο Πιστούχος βαρύνεται, επίσης, με τα


δικαστικά έξοδα και τις εύλογες αμοιβές των συνεργαζόμενων πληρεξούσιων
δικηγόρων της Τράπεζας, τόσο κατά την κατάρτιση και υπογραφή της παρούσας,
εφόσον απαιτηθεί η συνδρομή των υπηρεσιών τους, όσο και αναφορικά με κάθε
διαφορά που απορρέει από την εκπλήρωση της παρούσας ή/και θα οφείλεται σε
υπαιτιότητα ή υπερημερία του Πιστούχου

Σύμφωνα με τους όρους υπ’ αριθμ. 9 (ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑ ΠΙΣΤΟΥΧΩΝ- ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ


ΕΓΓΥΗΤΩΝ) και 11 (ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΟΡΟΥ – ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ) ορίζονται τα ακόλουθα:
Κατά τον όρο υπ’ αριθμ. 9.1, σε περίπτωση κατά την οποία οποιαδήποτε βάσει
της παρούσας οφειλή για κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, ασφάλιστρα, φόρους δεν
καταβληθεί από τον Πιστούχο στην καθορισμένη ημερομηνία, ή σε περίπτωση μη
υπάρξεως κατά την ανωτέρω ημερομηνία ικανού υπολοίπου στο λογαριασμό
(Ταμιευτηρίου) του Πιστούχου κατά τον όρο 3.4 για τη χρέωση αυτής, ο
Πιστούχος με μόνη την πάροδο της ημερομηνίας πληρωμής εκάστης οφειλής θα
καθίσταται αυτοδίκαια και χωρίς καμία όχληση υπερήμερος ως προς το μη
9|Σελίδα

καταβληθέν ποσό εκάστης οφειλής, το οποίο θα καθίσταται αμέσως


ληξιπρόθεσμο. Το ποσό αυτό θα επιβαρύνεται με τόκους υπερημερίας από την
πρώτη μέρα καθυστέρησης μέχρι εξοφλήσεως. Το επιτόκιο υπερημερίας
συμφωνείται να είναι το εκάστοτε ανώτατο επιτρεπόμενο από το νόμο και τις
αρμόδιες αρχές. Σήμερα, το ως άνω επιτόκιο είναι δύο και μισή (2,5)
ποσοστιαίες μονάδες πλέον του οριζομένου στην Αίτηση/Σύμβαση της παρούσας
επιτοκίου που εφαρμόζεται στον αμέσως προηγούμενο της υπερημερίας χρόνο,
με ετήσια βάση υπολογισμού τις 365 ημέρες. Σε περίπτωση κατάργησης του
προαναφερόμενου ανώτατου επιτρεπομένου επιτοκίου υπερημερίας θα ισχύει το
επιτόκιο υπερημερίας που θα καθορίζεται ελεύθερα από την Τράπεζα και θα
γνωστοποιείται με σχετική δημοσίευση στον Τύπο. Οι τόκοι οποιασδήποτε
φύσης που οφείλονται, αλλά δεν καταβάλλονται εμπρόθεσμα, θα
εκτοκίζονται από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης τους με το ανωτέρω
επιτόκιο υπερημερίας και οι τόκοι που προκύπτουν θα κεφαλαιοποιούνται
(ανατοκίζονται) ανά εξάμηνο. Ομοίως και ο όρος υπ’ αριθμ. 11.2. σύμφωνα με
τον οποίο , η καταγγελία του Δανείου θα πραγματοποιείται με έγγραφο που θα
αποστέλλεται στον Πιστούχο. Μετά τη νόμιμη καταγγελία της Σύμβασης το σύνολο
του Χρέους θα καθίσταται αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και θα φέρει τόκο
με το ανώτατο ισχύον εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας και με εξαμηνιαίο
ανατοκισμό των τόκων μέχρι την ημέρα ολοσχερούς εξόφλησης του.
Περαιτέρω , σύμφωνα με τον όρο υπ’ αριθμ. 11.1 (ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΟΡΟΥ –
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ) η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να καταγγέλλει το Δάνειο, εάν συντρέχει
έστω και ένα από τα ακόλουθα γεγονότα: (α) Η καθυστέρηση πληρωμής από τον
Πιστούχο οποιουδήποτε ποσού του Χρέους, η οποία συνεχίζεται για
τουλάχιστον ενενήντα (90) ημέρες, (β) Η παράβαση εκ μέρους του Πιστούχου
οποιουδήποτε όρου της παρούσας Σύμβασης, που όλοι συμφωνούνται
ουσιώδεις, εφόσον η παράβαση παραμένει αθεράπευτη για διάστημα μεγαλύτερο
των δεκαπέντε (15) ημερών, (γ) Η ουσιαστική μεταβολή προς το χειρότερο
στην οικονομική κατάσταση του Πιστούχου, που καθιστά κατ' αντικειμενική
κρίση επισφαλή την εξυπηρέτηση του Δανείου

Τέλος σύμφωνα με τον όρο υπ’ αριθμ. 10 (ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ


ΟΡΩΝ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ) οι όροι της παρούσας Σύμβασης, τους οποίους οι
10 | Σ ε λ ί δ α

συμβαλλόμενοι συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν όλους ως ουσιώδεις,


τροποποιούνται μόνο ρητά και εγγράφως και ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός.
Η μονομερής τροποποίηση ή συμπλήρωση των παρόντων όρων από την
Τράπεζα θα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο και μετά από προηγούμενη
έγγραφη ειδοποίηση του Πιστούχου για το περιεχόμενο και την ημερομηνία
έναρξης ισχύος της τροποποίησης, η οποία θα μπορεί να γίνεται και μέσω του
αντιγράφου λογαριασμού του όρου.

I. Ακυρότητα των υπ’ αριθμ. 2 ΓΟΣ (ΥΠ0Λ0ΠΣΜ0Σ ΤΟΚΟΥ - ΠΕΡΙΟΔΟΣ


ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΥ - ΕΝΑΡΞΗ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΥ - ΣΕΠΠΕ ΔΑΝΕΙΟΥ) και υπ’
αριθμ. 9.1 (κατά το μέρος που καθορίζεται το επιτόκιο υπερημερίας).

 Ανώτατο ύψος συμβατικού τόκου – καθορισμός από το νόμο του ανώτατου


επιτοκίου των συμβάσεων τραπεζικής πίστωσης (ΑΠ 1219/01) .

Σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ υπ` αριθ. 2286/28-1-1994 που εκδόθηκε κατ`


εξουσιοδότηση του άρθ. 1 του Ν. 1266/1982 σχετικώς με τα καταναλωτικά δάνεια
και τα χρεωστικά υπόλοιπα λογαριασμών πιστωτικών δελτίων τα επιτόκια
καθορίζονται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα με την επιφύλαξη όμως των
διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που τυχόν ισχύουν. Τα
τραπεζικά επιτόκια είναι σήμερα κατά κανόνα ελευθέρως διαπραγματεύσιμα και
το ισχύον γι` αυτά καθεστώς δεν συνοδεύεται από τη θέσπιση ανωτάτων ορίων.
Η επέμβαση του νομοθέτη περιορίζεται στη ρύθμιση των εξωτραπεζικών
μόνο επιτοκίων. Εξάλλου τα εξωτραπεζικά επιτόκια παρά τον περιορισμό τους
στις εξωτραπεζικές συναλλαγές δεν παύουν να έχουν γενικότερη
κοινωνικοοικονομική σημασία και ν` αφορούν και τις τραπεζικές συμβατικές
σχέσεις. Ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη
διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων είναι η συμπίεσή τους κάτω από τα
όρια των εξωτραπεζικών.
Έτσι η συμφωνία για επιτόκια που υπερβαίνουν τα ανώτατα αυτά όρια
δεν παύει να απαγορεύεται από το νόμο (ΑΚ 281). Ενόψει των ανωτέρω ,
γενικός όρος που επιτρέπει στην τράπεζα να καθορίζει εκάστοτε συμβατικό τόκο
με τον οποίο θα χρεώνεται ο λογαριασμός του πελάτη στις περιπτώσεις
11 | Σ ε λ ί δ α

τμηματικών εξοφλήσεων (καταβολών σε δόσεις) είναι καταχρηστικός και


συνεπώς άκυρος λόγω αντιθέσεώς του στο άρθ. 2 παρ. 7 περ. ια` του Ν.
2251/1994 όταν δεν καθορίζονται κριτήρια ειδικά εκ των προτέρων και εύλογα
για τον καταναλωτή - πελάτη.

Το εξωτραπεζικο επιτόκιο διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας


της σύμβασης μέχρι και την 01/04/2011 (ημεροχρονολογία σύνταξης της
επιταγής προς εκτέλεση) , ως εξής :

Από 11/08/2007 έως 08/07/2008 επιτόκιο 10,00% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) , από
09/07/2008 έως 07/10/2008 επιτόκιο 10,25% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) , από
08/10/2008 έως 08/10/2008 επιτόκιο 9,75% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) , από
09/10/2008 έως 10/11/2008 επιτόκιο 9,25% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) , από
11/11/2008 έως 09/12/2008 επιτόκιο 8,75% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) , από
10/12/2008 έως 10/03/2009 επιτόκιο 8,00% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) , από
11/03/2009 έως 07/04/2009 επιτόκιο 7,50% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) , από
08/04/2009 έως 12/05/2009 επιτόκιο 7,25% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) και από
13/05/2009 έως 01/04/2011 επιτόκιο 6,75% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2).
Το επιτόκιο υπερημερίας ορίζεται 2 μονάδες πάνω του εκάστοτε ισχύοντος
επιτοκίου.

Από τα έγγραφα ωστόσο που στην αίτηση αναφέρονται και προσκομίστηκαν στο
Δικαστή που εξέδωσε τη Διαταγή Πληρωμής, ήτοι από τα αντίγραφα των μηνιαίων
λογαριασμών της κινήσεως του δανείου καθώς και το απόσπασμα νόμιμα
εξηγμενου από τα επίσημα βιβλία της τράπεζας, δεν προκύπτει αναλυτικά

τυχόν κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυσε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας


της μεταξύ μας σύμβασης. Δεν προκύπτει δηλ το εκάστοτε ισχύον ανά χρονική
περίοδο επιτόκιο.

Όπως όμως προκύπτει από την από 10-07-2007 μεταξύ μας σύμβαση, το
επιτόκιο το οποίο αρχικά συμφωνήθηκε ανέρχονταν σε 5,4% + εισφορά Ν 128/1975
0,6% = 6% για περίοδο 6 μηνών (περίοδος Α’ - περίοδος χάριτος) και ονομαστικό
επιτόκιο 8,5% + 0,6% εισφορά Ν. 128/75 = 9,1% για την περίοδο Β’ (προφανώς
12 | Σ ε λ ί δ α

μέχρι τη συνολική αποπληρωμή του δανείου, δίχως ωστόσο αυτό να


αποσαφηνίζεται). Ωστόσο το Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΕΠΕ) που σύμφωνα με
το οριστικό πινάκιο που εξέδωσε η καθ ης κατά την εκταμίευση του Δανείου,
ίσχυσε καθ όλη τη διάρκεια της σύμβασης ήτοι από 10/08/2007 έως
10/11/2015, ήταν 9,49%,.
Τούτο συνάγεται ότι ίσχυσε έτσι (ΕΠΕ 9,49% καθ όλη τη διάρκεια της σύμβασης),
αν ληφθεί υπόψη ο όρος υπ’ αριθμ. 2.1 (ΥΠ0Λ0ΠΣΜ0Σ ΤΟΚΟΥ - ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΥ - ΕΝΑΡΞΗ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΥ - ΣΕΠΠΕ ΔΑΝΕΙΟΥ) σε συνδυασμό
με τον όρο υπ’ αριθμ. 3.2 (ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ - ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ).
Σύμφωνα με τον όρο υπ’ αριθμ. 2.1 (ΥΠ0Λ0ΠΣΜ0Σ ΤΟΚΟΥ - ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΥ - ΕΝΑΡΞΗ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΥ - ΣΕΠΠΕ ΔΑΝΕΙΟΥ) Ο τόκος
του Δανείου θα υπολογίζεται πάντοτε στο ανεξόφλητο και οφειλόμενο κεφάλαιο
του, επί έτους 365 ημερών. Το επιτόκιο υπολογισμού του τόκου, σύμφωνα με τα
αναγραφόμενα στην Αίτηση/Σύμβαση (Α' ή/και Β' περίοδος ισχύος του
αναφερομένου για 5ση διάρκεια Επιτοκίου), θα είναι: α) σταθερό, το οποίο είναι
το επιτόκιο της Τράπεζας που ισχύει για τις χρηματοδοτήσεις της κατηγορίας
αυτής και συμφωνείται με τον Πιστούχο κατά το χρόνο υπογραφής της παρούσας,
πλέον της εισφοράς του Ν.128/75 (σήμερα 0,6%). Το επιτόκιο αυτό συμφωνείται
στην Αίτηση/Σύμβαση της παρούσας, κλπ.
Σύμφωνα με τον όρο υπ’ αριθμ. 3.2. (ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ - ΤΡΟΠΟΣ
ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ), οι επόμενες δόσεις θα καταβάλλονται κατά την ημερομηνία
κάθε μήνα ή σε διάστημα μεγαλύτερο του μήνα, όπως ρητά συμφωνείται στην
Αίτηση/Σύμβαση της παρούσας που συμπίπτει αριθμητικά με την ημερομηνία
καταβολής της πρώτης δόσης (Γενέθλια Ημερομηνία). Το ποσό της δόσης και ο
συνολικός αριθμός των δόσεων προσδιορίζονται και συμφωνούνται στην
Αίτηση/Σύμβαση της παρούσας. Οι ημερομηνίες πληρωμής θα καθοριστούν
επακριβώς με οριστικό πινάκιο που θα εκδώσει η Τράπεζα κατά την
εκταμίευση του Δανείου. Το οριστικό πινάκιο εκδίδεται και γνωστοποιείται στον
Πιστούχο προς διευκόλυνση του και μόνο.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση του οριστικού πινακίου που εξέδωσε η καθ
ης κατά την εκταμίευση του Δανείου, προκύπτει πέραν πάσας αμφιβολίας, ότι
το Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΕΠΕ) που ίσχυσε καθ όλη τη διάρκεια της
σύμβασης ήταν 9,49%.
13 | Σ ε λ ί δ α

Εξάλλου, οι δόσεις που συμφωνήθηκαν [με Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΕΠΕ)


ύψους 9,49% που ίσχυσε καθ όλη τη διάρκεια της σύμβασης] ήταν σύμφωνα
πάντοτε με το οριστικό πινάκιο που εξέδωσε η καθης κατά την εκταμίευση
του Δανείου, οι έξης:
Α/Α ΗΜ/ΝΙΑ ΠΛΗΡ. ΠΟΣΟ ΑΟΣΗΣ ΤΟΚΟΙ ΚΕΦΑΛ. ΠΟΣΟ ΚΕΦΑΛ. ΕΞΟΔΑ ΦΠΑ ΥΠΟΛ. ΚΕΦΑΛ.
1 10 ΑΥΓ 2007 71.12 71.12 0.00 0.00 0.00 13,956.66
2 10 ΣΕΠ 2007 71.12 71.12 0.00 0.00 0.00 13,956.66
3 1 0 ΟΚΤ 2007 68.83 68.83 0.00 0.00 0.00 13,956.66
4 10 ΝΟΕ 2007 71.12 71.12 0.00 0.00 0.00 13,956.66
5 10 ΑΕΚ 2007 68.83 68.83 0.00 0.00 0.00 13,956.66
6 10 ΙΑΝ 2008 71.12 71.12 0.00 0.00 0.00 13,956.66
7 10 ΦΕΒ 2008 208.17 107.87 100.30 0.00 0.00 13,856.36
8 10 MAP 2008 208.17 100.18 107.99 0.00 0.00 13,748.37
9 10 ΑΠΡ 2008 208.17 106.26 101.91 0.00 0.00 13,646.46
10 10 ΜΑΙ 2008 208.17 102.07 106.10 0.00 0.00 13,540.36
11 10 JUN 2008 208.17 104.65 103.52 0.00 0.00 13,436.84
12 10 JUL 2008 208.17 100.50 107.67 0.00 0.00 13,329.17
13 10 ΑΥΓ 2008 208.17 103.02 105.15 0.00 0.00 13,224.02
14 10 ΣΕΠ 2008 208.17 102.20 105.-97 0.00 0.00 13,118.05
15 10 ΟΚΤ 2008 208.17 98.11 110.06 0.00 0.00 13,007.99
16 10 ΝΟΕ 2008 208.17 100.54 107.63 0.00 0.00 12,900.36
17 10 ΑΕΚ 2008 208.17 96.49 111.68 0.00 0.00 12,788.68
18 10 ΙΑΝ 2009 208.17 98.85 109.32 0.00 0.00 12,679.36
19 10 ΦΕΒ 2009 208.17 98.00 110.17 0.00 0.00 12,569.19
20 10 MAP 2009 208.17 87.74 120.43 0.00 0.00 12,448.76
21 10 ΑΠΡ 2009 208.17 96.21 111.96 0.00 0.00 12,336.80
22 10 ΜΑΙ 2009 208.17 92.27 115.90 0.00 0.00 12,220.90
23 10 JDN 2009 208.17 94.45 113.72 0.00 0.00 12,107.18
24 10 JUL 2009 208.17 90.56 117.61 0.00 0.00 11,989.57
25 10 ΑΥΓ 2009 208.17 92.66 115.51 0.00 0.00 11,874.06
26 10 ΣΕΠ 2009 208.17 91.77 116.40 0.00 0.00 11,757.66
27 10 ΟΚΤ 2009 208.17 87.94 120.23 0.00 0.00 11,637.43
28 10 ΝΟΕ 2009 208.17 89.94 118.23 0.00 0.00 11,519.20
29 10 ΑΕΚ 2009 208.17 86.16 122.01 0.00 0.00 11,397.19
30 10 ΙΑΝ 2010 208.17 88.08 120.09 0.00 0.00 11,277.10
31 10 ΦΕΒ 2010 208.17 87.15 121.02 0.00 0.00 11,156.08
32 10 MAP 2010 208.17 77.88 130.29 0.00 0.00 11,025.79
33 10 ΑΠΡ 2010 208.17 85.22 122.95 0.00 0.00 10,902.84
34 10 ΜΑΙ 2010 208.17 81.54 126.63 0.00 0.00 10,776.21
35 10 JUN 2010 208.17 83.29 124.88 0.00 0.00 10,651.33
36 10 JUL 2010 208.17 79.67 128.50 0.00 0.00 10,522.83
37 10 ΑΥΓ 2010 208.17 81.33 126.84 0.00 0.00 10,395.99
38 10 ΣΕΠ 2010 208.17 80.35 127.82 0.00 0.00 10,268.17
39 10 ΟΚΤ 2010 208.17 76.80 131.37 0.00 0.00 10,136.80
40 10 ΝΟΕ 2010 208.17 78.35 129.82 0.00 0.00 10,006.98
41 10 ΑΕΚ 2010 208.17 74.84 133.33 0.00 0.00 9,873.65
42 10 ΙΑΝ 2011 208.17 76.31 131.86 0.00 0.00 9,741.79
43 10 ΦΕΒ 2011 208.17 75.29 132.88 0.00 0.00 9,608.91
44 10 MAP 2011 208.17 67.08 141.09 0.00 0.00 9,467.82
Α/Α ΗΜ/ΝΙΑ ΠΛΗΡ. ΠΟΣΟ ΔΟΣΗΣ ΤΟΚΟΙ ΚΕΦΑΛ. ΠΟΣΟ ΚΕΦΑΛ. ΕΞΟΔΑ ΦΠΑ ΥΠΟΛ. ΚΕΦΑΛ.
45 10 ΑΠΡ 2011 208.17 73.17 135.00 0.00 0.00 9,332.82
46 10 ΜΑΙ 2011 208.17 69.80 138.37 0.00 0.00 9,194.45
47 10 JUN 2011 208.17 71.06 137.11 0.00 0.00 9,057.34
48 10 JUL 2011 208.17 67.74 140.43 0.00 0.00 8,916.91
49 10 ΑΥΓ 2011 208.17 68.92 139.25 0.00 0.00 8,777.66
50 10 ΣΕΠ 2011 208.17 67.84 140.33 0.00 0.00 8,637.33
51 10 ΟΚΤ 2011 208.17 64.60 143.57 0.00 0.00 8,493.76
52 10 NOE 2011 208.17 65.65 142.52 0.00 0.00 8,351.24
53 10 ΔΕΚ 2011 208.17 62.46 145.71 0.00 0.00 8,205.53
54 10 ΙΑΝ 2012 208.17 63.42 144.75 0.00 0.00 8,060.78
55 10 ΦΕΒ 2012 208.17 62.30 145.87 0.00 0.00 7,914.91
56 10 MAP 2012 208.17 57.23 150.94 0.00 0.00 7,763.97
57 10 ΑΠΡ 2012 208.17 60.00 148.17 0.00 0.00 7,615.80
58 10 ΜΑΙ 2012 208.17 56.96 151.21 0.00 0.00 7,464.59
59 10 JUN 2012 208.17 57.69 150.48 0.00 0.00 7,314.11
60 10 JUL 2012 208.17 54.70 153.47 0.00 0.00 7,160.64
61 10 ΑΥΓ 2012 208.17 55.35 152.82 0.00 0.00 7,007.82
62 10 ΣΕΠ 2012 208.17 54.16 154.01 0.00 0.00 6,853.81
63 10 ΟΚΤ 2012 208.17 51.26 156.91 0.00 0.00 6,696.90
64 10 NOΕ 2012 208.17 51.76 156.41 0.00 0.00 6,540.49
65 10 ΔΕΚ 2012 208.17 48.92 159.25 0.00 0.00 6,381.24
66 10 ΙΑΝ 2013 208.17 49.32 158.85 0.00 0.00 6,222.39
67 10 ΦΕΒ 2013 208.17 48.09 160.08 0.00 0.00 6,062.31
68 10 MAP 2013 208.17 42.32 165.85 0.00 0.00 5,896.46
69 10 ΑΠΡ 2013 208.17 45.57 162.60 0.00 0.00 5,733.86
70 10 ΜΑΙ 2013 208.17 42.89 165.28 0.00 0.00 5,568.58
14 | Σ ε λ ί δ α

71 10 JUN 2013 208.17 43.03 165.14 0.00 0.00 5,403.44


72 10 JUL 2013 208.17 40.41 167.76 0.00 0.00 5,235.68
73 10 ΑΥΓ 2013 208.17 40.47 167.70 0.00 0.00 5,067.98
74 10 ΣΕΠ 2013 208.17 39.17 169.00 0.00 0.00 4,898.98
75 10 ΟΚΤ 2013 208.17 36.64 171.53 0.00 0.00 4,727.45
76 10 ΝΟΕ 2013 208.17 36.54 171.63 0.00 0.00 4,555.82
77 10 ΔΕΚ 2013 208.17 34.07 174.10 0.00 0.00 4,381.72
78 10 ΙΑΝ 2014 208.17 33.86 174.31 0.00 0.00 4,207.41
79 10 ΦΕΒ 2014 208.17 32.52 175.65 0.00 0.00 4,031.76
80 10 MAP 2014 208.17 28.15 180.02 0.00 0.00 3,851.74
81 10 ΑΠΡ 2014 208.17 29.77 178.40 0.00 0.00 3,673.34
82 10 ΜΑΙ 2014 208.17 27.47 180.70 0.00 0.00 3,492.64
83 10 JUN 2014 208.17 27.00 181.17 0.00 0.00 3,311.47
84 10 JUL 2014 208.17 24.77 183.40 0.00 0.00 3,128.07
85 10 ΑΥΓ 2014 208.17 24.18 183.99 0.00 0.00 2,944.08
86 10 ΣΕΠ 2014 208.17 22.76 185.41 0.00 0.00 2,758.67
87 10 ΟΚΤ 2014 208.17 20.63 187.54 0.00 0.00 2,571.13
88 10 ΝΟΕ 2014 208.17 19.87 188.30 0.00 0.00 2,382.83

ΑΑ ΗΜ/ΝΙΑ ΠΛΗΡ. ΠΟΣΟ ΔΟΣΗΣ ΤΟΚΟΙ ΚΕΦΑΛ. ΠΟΣΟ ΚΕΦΑΛ. ΕΞΟΔΑ ΦΠΑ ΥΠΟΛ. ΚΕΦΑΛ.
89 10 ΔΕΚ 2014 208.17 17 .83 190.34 0.00 0.00 2,192.49
90 10 ΙΑΝ 2015 208.17 16.95 191.22 0.00 0.00 2,001.27
91 10 ΦΕ 2015 208.17 15.47 192.70 0.00 0.00 1,808.57
Β
92 10 MA 2015 208.17 12.63 195.54 0.00 0.00 1,613.03
P
93 10 ΑΠΡ 2015 208.17 12.47 195.70 0.00 0.00 1,417.33
94 10 ΜΑΙ 2015 208.17 10.60 197.57 0.00 0.00 1,219.76
95 10 JUN 2015 208.17 9.43 198.74 0.00 0.00 1,021.02
96 10 JUL 2015 208.17 7.64 200.53 0.00 0.00 820.49
97 10 ΑΥΓ 2015 208.17 6.34 201.83 0.00 0.00 618.66
98 10 ΣΕΠ 2015 208.17 4.78 203.39 0. 00 0. 00 415.27
99 10 ΟΚΤ 2015 208.17 3.10 205.07 0.00 0.00 210.20
10 10 ΝΟ 2015 211.82 1.62 210.20 0.00 0.00 0.00
0 Ε

Καθώς όμως δεν έχω στη διάθεσή μου το σύνολο των εκκαθαριστικών μηνιαίων
λογαριασμών από τους οποίους να προκύπτει το ακριβές επιτόκιο, όπως ανά
περίοδο ίσχυσε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης , για το λόγο
αυτό με την από 15.04.2011 εξώδικη δήλωσή μου με πρόσκληση προς την
καθ ης (την οποία απηύθυνα αμέσως μόλις ανέθεσα την υπόθεση στον
πληρεξούσιο δικηγόρο μου), αιτήθηκα μεταξύ άλλων, όπως αυτή επανεκδώσει
όλους τους μηνιαίους λογαριασμούς από την έναρξη της λειτουργίας της
σύμβασης μέχρι σήμερα άλλως όπως μου γνωστοποιήσει τυχόν
διαφοροποίηση του επιτοκίου από αυτό που προβλέπεται στη
μεταξύ μας σύμβαση και το οριστικό πινάκιο που εξέδωσε η καθ ης
κατά την εκταμίευση του Δανείου και ειδικότερα ποιο το ύψος του
επιτοκίου που ίσχυσε ανά περίοδο καθώς και για ποια περίοδο
ίσχυσε το κάθε επιτόκιο καθ όλη τη διάρκεια της από …./…./2007 μεταξύ
μας συμβάσεως, προκειμένου να λάβω γνώση για το ακριβές ποσοστό του
15 | Σ ε λ ί δ α

επιτοκίου, όπως αυτό ίσχυσε από την έναρξη της λειτουργίας της σύμβασης
μέχρι και τη σύνταξη της παρούσης. Το ανωτέρω αίτημά μου η καθ ης

αρνήθηκε να ικανοποιήσει εντος της προθεσμίας που της έταξα


(εντός της ανωτέρω προθεσμίας του αρθρ. 632 για την άσκηση της παρούσης
και τουλάχιστο επτά (7) εργάσιμες ημέρες προ της εκπνοής της).
Συνεπώς, δεδομένης της άρνησης της καθ ης να θέσει στη διάθεσή μου
το σύνολο των μηνιαίων εκκαθαριστικών λογαριασμών άλλως να μου
γνωστοποιήσει τυχόν διαφοροποίηση του επιτοκίου από αυτό που

προβλέπεται στη μεταξύ μας σύμβαση και το οριστικό πινάκιο που


εξέδωσε η καθ ης κατά την εκταμίευση του Δανείου, η παρούσα δεν
θα μπορούσε παρά να συνταθεί με λογιζόμενο επιτόκιο αυτό που αναγράφεται

στο οριστικό πινάκιο που εξέδωσε η καθ ης κατά την εκταμίευση

του Δανείου [Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΕΠΕ) ύψους 9,49% που σύμφωνα
με το οριστικό πινάκιο, ίσχυσε καθ όλη τη διάρκεια της σύμβασης].

Επομένως, δυνάμει της μη νόμιμης υπέρβασης του επιτοκίου, από 10-


08-2007 έως και 01/04/2011 (ημεροχρονολογία σύνταξης της επιταγής προς
εκτέλεση) , καταβλήθηκαν αχρεωστήτως χρηματικά ποσά που προέκυψαν
από τις κατά τα κατωτερω χρονικά διαστήματα επιβαλλόμενες παράνομες
υπερβάσεις , οι οποίες ενσωματώθηκαν στο δήθεν οφειλόμενο ποσό το οποίο
κατά τρόπο παράνομο διαμορφώθηκε σε 12.425,54 ευρώ. Οι υπερβάσεις του
νόμιμου επιτοκίου που τελικά διαμόρφωσαν το αιτούμενο και δήθεν
οφειλόμενο ποσό, έγιναν ως ακολούθως:

Από 11/08/2007 έως 08/07/2008 υπέρβαση εξωτραπεζικού επιτοκίου -0,51%


(Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) , από 09/07/2008 έως 07/10/2008 υπέρβαση εξωτραπεζικού
επιτοκίου -0,76% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2), από 08/10/2008 έως 08/10/2008
υπέρβαση εξωτραπεζικού επιτοκίου -0,26% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) , από
09/10/2008 έως 10/11/2008 υπέρβαση εξωτραπεζικού επιτοκίου +0,24%
(Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2), από 11/11/2008 έως 09/12/2008 υπέρβαση
εξωτραπεζικού επιτοκίου +0,74% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2), από 10/12/2008 έως
10/03/2009 υπέρβαση εξωτραπεζικού επιτοκίου +1,49% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2),
16 | Σ ε λ ί δ α

από 11/03/2009 έως 07/04/2009 υπέρβαση εξωτραπεζικού επιτοκίου +1,99%


(Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2), από 08/04/2009 έως 12/05/2009 υπέρβαση
εξωτραπεζικού επιτοκίου +2,24% (Ν.2842 Αρ.3 Παρ.2) και από 13/05/2009
έως 01/04/2011 υπέρβαση εξωτραπεζικού επιτοκίου +2,74% (Ν.2842 Αρ.3
Παρ.2).
Για όλα τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα η υπέρβαση του τόκου υπερημερίας
ήταν 0,5 της μονάδας υψηλότερη του νόμιμου.

Να σημειωθεί εδώ ότι η υστέρηση του συμβατικού σε σχέση με το εξωτραπεζικο


επιτόκιο, ίσχυσε από 11/08/2007 έως 08/10/2008 ήτοι για ένα έτος και δυο
μήνες και κυμάνθηκε από -0,26% έως -0,76% (η μέγιστη αυτή αρνητικοποίηση
-0,76 μονάδες σε σχέση με το εξωτραπεζικο επιτόκιο, ίσχυσε για τρεις μόλις
μήνες από 09/07/2008 έως 07/10/2008). Αντίθετα η υπέρβαση του συμβατικού
σε σχέση με το εξωτραπεζικο επιτόκιο, ίσχυσε από 09/10/2008 έως 01/04/2011
ήτοι για δυο έτη και έξι μήνες και κυμάνθηκε από +0,24% έως +2,74% (η

μέγιστη αυτή υπέρβαση +2,74 μονάδες σε σχέση με το


εξωτραπεζικο επιτόκιο, ίσχυσε για σχεδόν ΔΥΟ χρόνια ήτοι από
13/05/2009 έως 01/04/2011).

Κατά τα ανωτέρω, κατόπιν εφαρμογής των άκυρων υπ’ αριθμ. 2 και 9.1
όρων των ΓΟΣ (καθορισμός επιτοκίου και επιτοκίου υπερημερίας) χρεώθηκαν
κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης χρηματικά ποσά που
προέκυψαν κατ υπέρβαση των νόμιμων επιτοκίων όπως αυτά έκρινε και
προσδιόρισε η 1219/2001 ΑΠ το ύψος των οποίων όμως δεν δύναμαι να
προσδιορίσω, για το λόγο ότι τα ποσά αυτά δεν εμπεριέχονται στα αντίγραφα
των αποσπασμάτων των βιβλίων της τραπέζης δυνάμει των οποίων εκδόθηκε
η προσβαλλόμενη. Για τον ανωτέρω λόγο, ήδη με την από 15-04-2011 (αμέσως
δηλαδή μετά την κοινοποίηση της Διαταγής Πληρωμής), αιτήθηκα με εξώδικη
διαμαρτυρία μου με δήλωση και πρόσκληση απευθυνόμενη προς την καθ ης ,
αντίγραφο όλων των λογαριασμών , ώστε να προσδιορίσω επ’ ακριβώς την
ποσοστιαία υπέρβαση του επιτοκίου ανά χρονική περίοδο. Εφ’ όσων η καθ ης
μου γνωστοποιήσει τα αιτούμενα στοιχεία , θα προτείνω με τρόπο πιο ορισμένο
τον αυτό λόγο ανακοπής, πράγμα που μπορεί να προταθεί μόνο με πρόσθετο
17 | Σ ε λ ί δ α

δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο


απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και
κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση (ΑΠ
1610/2000 ΕΕΝ 2002.325, ΑΠ 1616/2000 ΕΕΝ 2002.437, ΑΠ 1538/2000 ΑρχΝ
53.912). Σε διαφορετική περίπτωση, ήτοι της μη γνωστοποίησης των κρίσιμων
αυτών στοιχείων, ο αυτός λόγος της ανακοπής μου πρέπει να γίνει δεκτός
λόγω της αποστέρησής με υπαιτιότητα της καθ ης του δικαιώματός μου της
ανταπόδειξης.

Συνεπώς ο λόγος αυτός (1. I) της ανακοπής μου είναι βάσιμος , καθόσον,
εκτίθενται στην ανακοπή μου τα στοιχεία της ιδιότητας μου ως ανακοπτόντων
και ως τελικός αποδέκτης του σκοπού της κατάρτισης της σύμβασης, επί τη
βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, και με βάση τα
οποία δικαιούμαι προστασίας κατά το νόμο για την προστασία των
καταναλωτών, καθώς επίσης και επειδή αναφέρονται αφενός οι συνέπειες
της ύπαρξης των ενλόγω ΓΟΣ στην εξέλιξη της επίδικης σύμβασης και στη
διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού , αφετέρου το
αμφισβητούμενο ποσό των 12.425,54 ευρώ το οποίο δεν είναι εκκαθαρισμένο
διότι διαμορφώθηκε με την καταχρηστική επιβολή δυσθεώρητα υψηλών
επιτοκίων κατά τρόπο που απαγορεύεται από το νόμο (ΑΚ 281) καθώς και
παράνομων εγγραφών στη μηνιαία κατάσταση λογαριασμού, λόγος για τον
οποίο ο οφειλόμενος συμβατικός και υπερημερίας τόκος υπολογίστηκε κατά
τρόπο εσφαλμένο και απολύτως δυσμενή για εμένα. Περαιτέρω , δε δύναμαι
(όπως εξάλλου δε δύναται και το δικαστήριο της ουσίας) να προβώ κατά τρόπο
επακριβή στους απαιτούμενους υπολογισμούς προς διακρίβωση του τρόπου
που τα ανωτέρω καταχρηστικώς και παρανόμως επιβαλλόμενα επιτόκια και
εγγραφές επενέργησαν στο πληττόμενο με την παρούσα συνολικό ύψος της
αμφισβητούμενης οφειλής , τούτο δε , διότι απαιτούνται, λόγω του πλήθους
των κονδυλίων και του πολύπλοκου των αριθμητικών και λογιστικών πράξεων,
ειδικές γνώσεις της επιστήμης, λόγος για τον οποίο η συνήθης πρακτική των
δικαστηρίων είναι να διατάσουν (κατ’ άρθρα 368 επ. ΚΠολΔ) τη διενέργεια
πραγματογνωμοσύνης προς διακρίβωση του ακριβούς ύψους της οφειλής
(σύμφωνα πάντοτε με το διατακτικό της απόφασης) .
18 | Σ ε λ ί δ α

II. Ακυρότητα όρων υπ’ αριθμ.3.8 , 9.1 και 11.1

Σύμφωνα με τον όρο υπ’ αριθμ. 3.8. Ο Πιστούχος βαρύνεται, επίσης, με τα


δικαστικά έξοδα και τις εύλογες αμοιβές των συνεργαζόμενων πληρεξούσιων
δικηγόρων της Τράπεζας, τόσο κατά την κατάρτιση και υπογραφή της
παρούσας, εφόσον απαιτηθεί η συνδρομή των υπηρεσιών τους, όσο και
αναφορικά με κάθε διαφορά που απορρέει από την εκπλήρωση της παρούσας
ή/και θα οφείλεται σε υπαιτιότητα ή υπερημερία του Πιστούχου. Σύμφωνα με τη
σύμβαση, επιβλήθηκε από την καθ ης εφάπαξ χρέωση αμοιβής αξιολόγησης
αιτήματος ποσού 170 ευρώ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο υπ’ αριθμ. 9.1, σε περίπτωση κατά την οποία
οποιαδήποτε βάσει της παρούσας οφειλή για κεφάλαιο, τόκους, έξοδα,
ασφάλιστρα, φόρους δεν καταβληθεί από τον Πιστούχο στην καθορισμένη
ημερομηνία, ή σε περίπτωση μη υπάρξεως κατά την ανωτέρω ημερομηνία ικανού
υπολοίπου στο λογαριασμό (Ταμιευτηρίου) του Πιστούχου κατά τον όρο 3.4 για τη
χρέωση αυτής, ο Πιστούχος με μόνη την πάροδο της ημερομηνίας πληρωμής
εκάστης οφειλής θα καθίσταται αυτοδίκαια και χωρίς καμία όχληση
υπερήμερος ως προς το μη καταβληθέν ποσό εκάστης οφειλής, το οποίο θα
καθίσταται αμέσως ληξιπρόθεσμο.
Τέλος, σύμφωνα με τον όρο υπ’ αριθμ. 11.1 (ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΟΡΟΥ – ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ) η
Τράπεζα έχει το δικαίωμα να καταγγέλλει το Δάνειο, εάν συντρέχει έστω και ένα
από τα ακόλουθα γεγονότα: (α) Η καθυστέρηση πληρωμής από τον Πιστούχο
οποιουδήποτε ποσού του Χρέους, η οποία συνεχίζεται για τουλάχιστον ενενήντα
(90) ημέρες, (β) Η παράβαση εκ μέρους του Πιστούχου οποιουδήποτε όρου της
παρούσας Σύμβασης, που όλοι συμφωνούνται ουσιώδεις, εφόσον η παράβαση
παραμένει αθεράπευτη για διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών, (γ)
Η ουσιαστική μεταβολή προς το χειρότερο στην οικονομική κατάσταση του
Πιστούχου, που καθιστά κατ' αντικειμενική κρίση επισφαλή την εξυπηρέτηση του
Δανείου.

Με την από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1 – 798 Υ.Α όπως αυτή τροποποιήθηκε και
συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. Ζ1-21/17-01-2011 («Τροποποίηση -
19 | Σ ε λ ί δ α

συμπλήρωση της υπ’ αριθμ. Ζ1-798/25-06-2008 ΦΕΚ Β΄1353 Απόφασης του


Υπουργού Ανάπτυξης για την απαγόρευση αναγραφής Γενικών Όρων
Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές
αποφάσεις») και αφού ληφθηκαν υπόψη οι αποφάσεις υπ’ αριθμ. 430/05 και
1219/01 του Αρείου Πάγου, 5253/03, και 6291/00 του Εφετείου Αθηνών
καθώς και 1119/02 και 1208/98 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι
οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ΄ αριθμ.
961/07 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο μέρος που έχει καταστεί
αμετάκλητη , και το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω
αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία
της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών (άρθρο 10 παρ. 12 του ν.
2251/94), αποφασίστηκε «η απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων
Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές
αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που

συνάπτουν τα Πιστωτικά Ιδρύματα με τους καταναλωτές»,


παραθέτοντας το σύνολο των ΓΟΣ που έχουν κριθεί ως άκυροι .
Μεταξύ αυτών και οι περιλαμβανόμενοι σε συμβάσεις δανείων με
κυμαινόμενο επιτόκιο (όπως είναι τα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια)
και ειδικότερα: α) Όρος που προβλέπει την επιβολή ποσού «προμήθειας» ή
«εξόδων φακέλου» και β) Όρος που προβλέπει ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης
πληρωμής εκ μέρους του καταναλωτή οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή
των τόκων ή των εξόδων, το πιστωτικό ίδρυμα δύναται να καταγγείλει τη
σύμβαση δανείου και να ζητήσει το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού μαζί με
τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, πράγμα που συνεπάγεται την
ακυρότητα του Όρου υπ’ αριθμ. 11.1.α σύμφωνα με τον οποίο η Τράπεζα έχει
το δικαίωμα να καταγγέλλει το Δάνειο, αν υπάρξει καθυστέρηση πληρωμής από
τον Πιστούχο οποιουδήποτε ποσού του Χρέους, αφού η έννοια
«οποιουδήποτε ποσού του Χρέους», περιλαμβάνει και την «οποιασδήποτε
δόση» ή μέρους αυτής» ή «των τόκων» ή «των εξόδων», που εμπίπτουν

στις απαγορεύσεις της από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1 – 798 Υ.Α όπως


αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. Ζ1-
21/17-01-2011 («Τροποποίηση - συμπλήρωση της υπ’ αριθμ. Ζ1-798/25-06-
20 | Σ ε λ ί δ α

2008 ΦΕΚ Β΄1353 Απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης για την απαγόρευση
αναγραφής Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με
αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις»).

Κατά της ανωτέρω από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1 – 798 Υ.Α η Ένωση


Ελληνικών Τραπεζών άσκησε ενωπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση
ακυρώσεως την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε με την υπ αριθμ. ΣτΕ
1210/2010 [Τμήμα: Ολομέλεια Πρόεδρος: Μ. Βροντάκης Εισηγητής: Δ.
Σκαλτσούνης Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών. Νόμιμη η απόφαση του
Υπουργού Ανάπτυξης που απαγόρευε την αναγραφή συγκεκριμένων όρων
συναλλαγών -κριθέντων ήδη ως καταχρηστικών με αμετάκλητες δικαστικές
αποφάσεις- σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους
καταναλωτές].
Με την 1210/2010 το ΣτΕ (τμ.Ολ) απέρριψε ως αβάσιμους τους περί του
αντιθέτου λόγους ακύρωσης της ΕΕΤ που αφορούσαν μεταξύ των άλλων τους
ανωτέρω υπ’ αριθμ. 17 παρ θ , 18 και 26 Όρους συναλλαγών της υπό κρίση
σύμβασης, οι οποίοι κρίθηκαν ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές
αποφάσεις και περιλαμβάνονταν στην προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση:
α) Όρος που προβλέπει την επιβολή ποσού «προμήθειας» ή «εξόδων
φακέλου» και β) Όρος που προβλέπει ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης
πληρωμής εκ μέρους του καταναλωτή οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή
των τόκων ή των εξόδων, το πιστωτικό ίδρυμα δύναται να καταγγείλει τη
σύμβαση δανείου και να ζητήσει το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού μαζί με
τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας .

Όσων δε άφορα τον ΓΟΣ υπ αριθμ. 11 παρ. γ [η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να


καταγγέλλει το Δάνειο, εάν συντρέχει έστω και ένα από τα ακόλουθα γεγονότα: …
(γ) Η ουσιαστική μεταβολή προς το χειρότερο στην οικονομική κατάσταση του
Πιστούχου, που καθιστά κατ' αντικειμενική κρίση επισφαλή την εξυπηρέτηση του
Δανείου.] προκύπτει ότι η διατύπωση των προαναφερόμενων κριτηρίων,
υπάγεται στις περιπτώσεις των per se καταχρηστικών όρων της διάταξης της
παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 και συγκεκριμένα στην
περίπτωση ε’ (δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης χωρίς
21 | Σ ε λ ί δ α

ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο), όπως επίσης παραβιάζει και την αρχή
της διαφάνειας, η οποία οδηγεί σε ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των
δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων σε βάρος του καταναλωτή,
αφού το εν λόγω κριτήριο («η ουσιαστική μεταβολή προς το χειρότερο στην
οικονομική κατάσταση του Πιστούχου») είναι αόριστο κατά το μέρος που δεν
προσδιορίζεται επ ακριβώς, ποιες οι ειδικότερες συνθήκες και περιστατικά
που κατά την κρίση της εναγομένης συνιστούν κίνδυνο για την απαίτηση της
Τράπεζας.
Περεταίρω, η επίκληση από την εναγόμενη «Η ουσιαστική μεταβολή προς το
χειρότερο στην οικονομική κατάσταση του Πιστούχου» οπότε δικαιούται να
καταγγείλει την παρούσα σύμβαση και να κηρύξει αμέσως το δάνειο
ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, αξιώνοντας την εξόφληση ολοκλήρου του ποσού και
τα έξοδα, τόκους και κεφάλαιο αποτελεί περίπτωση επικίνδυνης γενίκευσης.
Πρόκειται για αοριστία που υπάγεται ευθέως στις περιπτώσεις των per se
καταχρηστικών όρων της διάταξης της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν.
2251/1994 και συγκεκριμένα στην περίπτωση ε’ (δικαίωμα μονομερούς
τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο).

Αναφορικά τέλος με τη μη νόμιμη χρέωσή μου με τα ανωτέρω ποσά (έξοδα


φακέλου), από ….-0…-2007 και καθ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της
σύμβασης, χρεώθηκα εφάπαξ χρηματικό ποσό το οποίο ενσωματώθηκε στο
δήθεν οφειλόμενο ποσό, το οποίο κατά τρόπο παράνομο διαμορφώθηκε σε
12.425,54 ευρώ.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί ( 1.II ) της ανακοπής μου είναι βάσιμοι, καθόσον,
εκτίθενται σε αυτή τα στοιχεία της ιδιότητας μου ως συμβαλλόμενης
(πρωτοφειλέτης – πιστούχος) και ως τελικός αποδέκτης του σκοπού της
κατάρτισης της σύμβασης, επί τη βάσει της οποίας υπολογίστηκε η απαίτηση
της καθ ης, και με βάση τα οποία δικαιούμαι προστασίας κατά το νόμο για την
προστασία των καταναλωτών, καθώς επίσης και επειδή αναφέρονται αφενός
οι συνέπειες της ύπαρξης των ενλόγω ΓΟΣ στην εξέλιξη της επίδικης
σύμβασης και στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού , αφετέρου
το αμφισβητούμενο ποσό των 12.425,54 ευρώ το οποίο δεν είναι
22 | Σ ε λ ί δ α

εκκαθαρισμένο διότι διαμορφώθηκε πλην των άλλων , με την καταχρηστική


επιβολή ποσών «αμοιβής αξιολόγησης αιτήματος».

III. Εισφορά ν. 128/1975


Ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερουμένων τόκων και όχι

φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών.


Παράνομη η τοκοποίηση της εισφοράς του ν. 128/1975.

Αναφορικά με τους ΓΟΣ της υπό κρίση σύμβασης και κατά το τμήμα
αυτής που αφορά την επιβάρυνση του πιστούχου με την εισφορά του ν.
128/1975:
Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν.
128/1975, κατά την οποία "επιβάλλεται εισφορά βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν
Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης
της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού
ανερχόμενη εις ποσοστό...", προκύπτει ότι ο νόμος ορίζει την επιβολή της
εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε
την υποχρεωτική μετακύλισή του, ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής
του. Ο χαρακτήρας άλλωστε της εισφοράς του ν. 128/1975, ως είδος
δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση
δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε
ο ν. 2065/1992 ως από οικονομική άποψη γενικό έσοδο του Δημοσίου,
δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική
νομοθεσία, όπως αυτή (η σημασία) προκύπτει από τη χρήση της ενλόγω λέξης σε
νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά από το
ρυθμιστικό σκοπό του νόμου προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής
μετακύλισης της ενλόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση
ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων
συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να
προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά
ιδρύματα.
23 | Σ ε λ ί δ α

Σε καθεστώς ελεύθερου προσδιορισμού των επιτοκίων άλλωστε, η


θέσπιση αυτού του είδους της απαγόρευσης μετακύλισης δεν είναι εφικτή και
από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι τράπεζες
μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των δανείων, θα μπορούν να
υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου
που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη δανειακή
σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό
χαρακτήρα η ενλόγω διάταξη, θα εξαρτιόταν από το αν θα αναφερόταν στη
σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και συνεπώς η ενλόγω εισφορά
ή όχι. Αλλά και αν η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975, ενόψει και
της διάταξης του άρθρου 293 του ΑΚ, είχε ως συνέπεια την αύξηση του
συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου, πέραν του προβλεπομένου ανώτατου
ορίου, κατά το ποσοστό της εισφοράς και τότε όμως η απαγόρευση δεν θα
προέκυπτε από το ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο
όριο επιτοκίου.
Συμπερασματικά από τα παραπάνω προκύπτει ότι από το ν. 128/1975
ούτε προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή αλλά ούτε και απαγορεύεται η
συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η
ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου,
έναντι του δημοσίου, προσώπου στα πλαίσια της έννομης σχέσης που ιδρύεται
με τη σχετική διάταξη και αφορά επομένως αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση
μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς
στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής
αυτονομίας εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης
της θέσπισης ανώτατου ορίου επιτοκίου το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά
αυτή και μόνον αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως ο υπολογισμός του
ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975, για τον καθορισμό του επιτοκίου, με
έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειολήπτη, είναι
νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975,
η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174 του ΑΚ,
ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του
ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στο
δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνον από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν
24 | Σ ε λ ί δ α

επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο.


Εφόσον όμως, εν προκειμένω, κατά τα επικληθεντα από τους ανακόπτοντες στον
σχετικό ΓΟΣ γίνεται ειδική αναφορά για τη χρέωση του πιστούχου και με την
εισφορά του ν. 128/1975, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν
ικανοποιηθεί, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος για την απαγόρευση της σχετικής
ρήτρας (βλ. ΑΠ 430/2005).

 Σημειώνεται πάντως ότι το ύψος της μηνιαίας δόσης ενός προσωπικού


δανείου διαμορφώνεται επίσης από την εισφορά του Ν. 128/75 και τον
Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ).
Εξάλλου έχει ως ανωτέρω κριθεί, ότι επειδή ακριβώς σε καθεστώς ελεύθερου
προσδιορισμού των επιτοκίων, η θέσπιση αυτού του είδους της απαγόρευσης
μετακύλισης δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος, για το λόγο
αυτό, στο μέτρο που οι τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα
επιτόκια των δανείων (μέχρι ανώτατου επιτρεπτού ορίου που έκρινε η
1219/2001), θα μπορούσαν να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν.
128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά
της εισφοράς αυτής στη δανειακή σύμβαση. Όπως στην επ΄ακροατήριω
διαδικασία θα αποδείξουμε, τη σύννομη αυτή πρακτική ακολούθησαν επί
σειρά ετών αρκετές τράπεζες, μεταξύ αυτών η AspisBank η οποία δεν
επιβάρυνε το επιτόκιο με την εισφορά του Ν. 128/75, ενώ τα προσωπικά
δάνεια της Αγροτικής Τράπεζας δεν επιβαρύνονται με καμία από τις
παραπάνω επιβαρύνσεις.

Στην ένδικη ωστόσο περίπτωση, το Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΕΠΕ) που


σύμφωνα με το οριστικό πινάκιο ίσχυσε καθ όλη τη διάρκεια της σύμβασης,
ανήλθε σε ποσοστό 9,49% (συμπεριλαμβανομένης της εισφοράς του ν.
128/1975). Συνάγεται από αυτό ότι η επιβολή της εισφοράς του ν. 128/1975
καθ υπέρβαση όμως των εκάστοτε ισχυοντων ανώτατων επιτρεπτών
επιτοκίων (το ύψος των οποίων κρίκε με την ΑΠ 1219/01), αντίκειται στο
νόμο και ως εκ τούτου η άθροιση στο εκάστοτε επιβαλλόμενο από την καθ ης
επιτόκιο των 0.6 μονάδων κατά τρόπο που υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο
επιτόκιο επιβλήθηκε από την καθης καταχρηστικά.
25 | Σ ε λ ί δ α

 Εξάλλου κατά τον όρο υπ’ αριθμ. 9.1, σε περίπτωση κατά την οποία
οποιαδήποτε βάσει της παρούσας οφειλή για κεφάλαιο, τόκους, έξοδα,
ασφάλιστρα, φόρους δεν καταβληθεί από τον Πιστούχο στην καθορισμένη
ημερομηνία, ή σε περίπτωση μη υπάρξεως κατά την ανωτέρω ημερομηνία
ικανού υπολοίπου στο λογαριασμό (Ταμιευτηρίου) του Πιστούχου κατά τον
όρο 3.4 για τη χρέωση αυτής, ο Πιστούχος με μόνη την πάροδο της
ημερομηνίας πληρωμής εκάστης οφειλής θα καθίσταται αυτοδίκαια και
χωρίς καμία όχληση υπερήμερος ως προς το μη καταβληθέν ποσό
εκάστης οφειλής, το οποίο θα καθίσταται αμέσως ληξιπρόθεσμο. Το

ποσό αυτό (σ.σ το οποίο κατά τα ανωτέρω περιλαμβάνει και


τους φόρους όπως είναι η εισφορά του Ν. 128/1975), θα
επιβαρύνεται με τόκους υπερημερίας από την πρώτη μέρα
καθυστέρησης μέχρι εξοφλήσεως κλπ.
Περαιτέρω, ο ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/1975 δεν είναι
νόμιμος, εφόσον τόσο κατά το προϊσχύον (βλ άρθρο 8 περ. 6 ν.
1083/80 και την υπ` αριθμ. 289/80 απόφαση της Νομισματικής
Επιτροπής) όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (ν.
2601/98 άρθρο 12,2789/2000 άρθρο 30,2783/2000 άρθρο
47,2912/2001 άρθρο 42 και 3259/2004 άρθρο 39) ανατοκισμός
επιτρέπεται και μόνον των καθυστερούμενων τόκων και όχι
φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών (ΕφΛαμ 124/2007,
ΠολΠρΑΘ 7607/2007 προσκ, ΜονΠρΑΘ 7630/2006 ό.π.).
Συνεπώς παρανόμως προέβη η καθ ης σε τοκοποιήσεις της
εισφοράς του ν. 128/1975.
Με αυτό το λόγο της ανακοπής μου αμφισβητώ το ύψος της απαιτήσεως το
οποίο υποχρεώνομαι να καταβάλω στην καθης, σε συνδυασμό με την έγγραφη
απόδειξη αυτής, ισχυριζόμενη ότι παρανόμως ανατοκίζονται τα σχετικά ποσά
της εισφοράς του ν. 238/1975 από την καθής, με αποτέλεσμα την ύπαρξη
ακυρότητας ως προς αυτά και κατά συνέπεια τη μη έγγραφη απόδειξη του
26 | Σ ε λ ί δ α

ποσού για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού τα σχετικά ποσά


ενσωματώνονται στο λογαριασμό.

Επομένως, η παράνομη και καταχρηστική αυτή μετακύλιση και τοκοποιηση


της εισφοράς που επιβλήθηκε κατ εφαρμογή του άκυρου αυτού ΓΟΣ ,
επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού των 12.425,54
ευρώ και συνεπώς η αυτή απαίτηση της καθης δεν είναι εκκαθαρισμένη.
Η ύπαρξη όμως αυτής της μετακύλισης καθ υπέρβαση του εκάστοτε
ισχύοντος νόμιμου ανώτατου ύψους του επιτοκίου (πόσο μάλλον ΚΑΙ η
τοκοποίηση της εισφοράς), συνεπάγεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή
πληρωμής είναι ακυρωτέα, καθόσον εκδόθηκε αυτή επί τη βάσει εν μέρει
άκυρης σύμβασης παροχής πίστωσης, στην οποία αναγκάστηκα να προσχωρήσω
διότι περιέχει όρους καταχρηστικούς και συνεπώς άκυρους, που με δέσμευαν
υπέρμετρα ως ΓΟΣ, καθόσον προέβλεπαν ότι το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο
και άρα τα τελικώς διαμορφωμένα πληττόμενα χρεωπιστωτικα κονδύλια
διαμορφώθηκαν ως απορία του ΓΟΣ περί μετακυλισης καθ υπέρβαση των
εκάστοτε ισχυσάντων ανώτατων επιτοκίων ΚΑΙ επιπρόσθετα τοκοποιησης
(!) της εισφοράς του ν. 128/1975, που κατά την πάγια όμως στάση της
νομολογίας είναι άκυροι.

Συμφωνως με τα ανωτέρω ο λόγος αυτός της ανακοπής μου είναι


βάσιμος , καθόσον, εκτίθενται στην ανακοπή μου τα στοιχεία της ιδιότητας μου
ως ανακοπτόντων και ως τελικός αποδέκτης του σκοπού της κατάρτισης
της σύμβασης, επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή
πληρωμής, και με βάση τα οποία δικαιούμαι προστασίας κατά το νόμο για την
προστασία των καταναλωτών, καθώς επίσης και επειδή αναφέρονται αφενός
οι συνέπειες της ύπαρξης του ενλόγω ΓΟΣ στην εξέλιξη της επίδικης
σύμβασης και στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού, αφετέρου το
αμφισβητούμενο ποσό 12.425,54 ευρώ ως μη εκκαθαρισμένο όπως αυτό
διαμορφώθηκε με την καταχρηστική μετακυλιση και τοκοποιηση της εισφοράς
του ν. 128/1975 καθ υπέρβαση των εκάστοτε ισχυόντων ανώτατων
επιτοκίων.
27 | Σ ε λ ί δ α

Περαιτέρω , δεν δύναμαι (όπως εξάλλου δε δύναται και το


δικαστήριο της ουσίας) να προβώ κατά τρόπο αναλυτικό στους ακριβείς
υπολογισμούς προς διακρίβωση του τρόπου που η ανωτέρω καθ υπέρβαση των
εκάστοτε ισχυσάντων ανώτατων επιτοκίων μετακυλιση και τοποποιηση της
προμήθειας του ν. 128/1975 επενέργησε στο πληττόμενο με την παρούσα
συνολικό ύψος της αμφισβητούμενης οφειλής , τούτο δε , διότι απαιτούνται,
λόγω του πλήθους των κονδυλίων και του πολύπλοκου των αριθμητικών και
λογιστικών πράξεων, ειδικές γνώσεις της επιστήμης, λόγος για τον οποίο η
συνήθης πρακτική των δικαστηρίων είναι να διατάσουν (κατ’ άρθρα 368 επ.
ΚΠολΔ) τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προς διακρίβωση του ακριβούς
ύψους της οφειλής (σύμφωνα πάντοτε με το διατακτικό της απόφασης) .

IV. Ακυρότητα ΓΟΣ υπ’ αριθμ. 10 (ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ


ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ) [οι όροι της παρούσας Σύμβασης, τους οποίους οι
συμβαλλόμενοι συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν όλους ως ουσιώδεις,
τροποποιούνται μόνο ρητά και εγγράφως και ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός.
Η μονομερής τροποποίηση ή συμπλήρωση των παρόντων όρων από την
Τράπεζα θα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο και μετά από προηγούμενη
έγγραφη ειδοποίηση του Πιστούχου για το περιεχόμενο και την ημερομηνία
έναρξης ισχύος της τροποποίησης, η οποία θα μπορεί να γίνεται και μέσω του
αντιγράφου λογαριασμού του όρου] .

Προκύπτει ότι η διατύπωση του προαναφερόμενου κριτηρίου (σπουδαίος λόγος),


υπάγεται στις περιπτώσεις των per se καταχρηστικών όρων της διάταξης της
παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 και συγκεκριμένα στην περίπτωση
ε’ (δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό
και σπουδαίο λόγο), όπως επίσης ότι παραβιάζει και την αρχή της διαφάνειας,
η οποία οδηγεί σε ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και
υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων σε βάρος του καταναλωτή, αφού το εν λόγω
κριτήριο είναι αόριστο κατά το μέρος που δεν προσδιορίζεται επ ακριβώς και
κατά τρόπο ορισμένο, ούτε και εξειδικεύεται ποιος ή ποιοι λόγοι αποτελούν
«σπουδαίο λόγο τροποποίησης» .
28 | Σ ε λ ί δ α

Περεταίρω, η επίκληση από την εναγόμενη «σπουδαίου λόγου» οπότε δικαιούται


να τροποποιήσει την σύμβαση, αποτελεί περίπτωση επικίνδυνης γενίκευσης.
Πρόκειται για αοριστία που υπάγεται ευθέως στις περιπτώσεις των per se
καταχρηστικών όρων της διάταξης της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν.
2251/1994 και συγκεκριμένα στην περίπτωση ε’ (δικαίωμα μονομερούς
τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο).

Από όλα τα ανωτέρω ήτοι από τους υπό στοιχεία 1. I , II , III και IV
αναφερόμενους λόγους αποδεικνύεται ότι η απαίτηση της καθ ης είναι μη
εκκαθαρισμένη, περαιτέρω είναι αόριστη, η δε Δ/γη Πληρωμής εκδόθηκε επί
τη βάσει άκυρων όρων της σύμβασης και άρα ενόψει της υποχρέωσης της
καθ ής η ανακοπή για τον επανακαθορισμό της οφειλής μας , δέον όπως η

πληττόμενη Δ/γη να ΑΚΥΡΩΘΕΙ ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΑΤΑ


ΤΟ ΑΚΥΡΟ ΜΟΝΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ (ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΔΙΑΤΑΣΕΙ

ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ), για τον ακόλουθους 2 και 3 λόγους:

2. Ένσταση του αρθ. 181 ΑΚ (ακυρότητα μέρους επιφέρει


την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης αν συνάγεται ότι δεν θα
είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος).

Κατά το αρθ. 181 ΑΚ , η ακυρότητα κάποιου όρου της σύμβασης


συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου μέρους αυτής και όχι ολόκληρης, εκτός
αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (181 Α.Κ.).
Κατά τα ανωτέρω , η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος
είναι ισχυρή, εκτός αν συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη
δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλ' απέβλεπαν σ' αυτή ως ενιαίο
αδιάσπαστο σύνολο (Βαθρακοκοιλης αρθ. 181 σελ 773). Στην προκείμενη
περίπτωση πρόκειται για αναζήτηση κατά το χρόνο της κατάρτισης της
υποθετικής βούλησης των μερών, δηλαδή της βούλησης που θα είχαν αυτά αν
γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους και όχι για ερμηνεία της βούλησης τους
αφού αυτή είναι δεδομένη ότι κατευθυνόταν στη σύναψη της όλης δικαιοπραξίας
29 | Σ ε λ ί δ α

(Βαθρακοκοιλης αρθ. 181 σελ 773) . Προϋποτίθεται συνεπώς άγνοια των


μερών, κατά το χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας, της ακυρότητας του
μέρους γιατί αν τη γνώριζαν, η γνώση τους υποδηλώνει βούληση για τη ισχύ του
άκυρου μέρους και συνεπώς η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο μέρος είναι
ισχυρή, χωρίς την επίκληση του άνω κανόνα.

Από τα στοιχεία (1 I έως III) καταδείχτηκε η ακυρότητα των εδώ


αναφερόμενων όρων της επίδικης συμβάσης. Τούτα κρίθηκαν με την 1219/2001
ΑΠ και κατέστησαν στην καθ ης γνωστά , ήδη από τις 22 Ιουνίου 2001
(ημερομηνία δημοσίευσης της ΑΠ 1219/2001). Όσον αφορά εμένα , την
ακυρότητα των εδώ αναφερόμενων όρων αμφότερων των συμβάσεων ,
αγνοούσα μέχρι και το χρόνο της καταγγελίας τους, όποτε και απευθύνθηκα
στον πληρεξούσιο δικηγόρο μου από τον οποίο έλαβα γνώση. Το γεγονός της
ανυπαιτιας άγνοιας των εδώ ακυροτήτων είναι για τον κοινό μέσο άνθρωπο
αυτονόητο , αφού για τον απλό πολίτη είναι αδιανόητο να παρακολουθεί
στενά τη νομολογία , καθώς επίσης ακόμη και «αν κάτι πήρε το αυτί του»
περί ακύρωσης ΓΟΣ , αδιανόητο είναι να κατανοήσει τους αυτούς δυσνόητους
νομικούς και οικονομικούς όρους (όπως λ.χ γιατί ο υπολογισμός του τόκου με
βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας , τι είναι η
εισφορά του ν. 128/1975 και ποιες οι προϋποθέσεις της σύννομης μετακύλισης
της στον καταναλωτή , τι είναι τραπεζικός και τι ο εξωτραπεζικος τόκος , ποια
η έκταση των εφαρμοστέων διατάξεων του νόμου κλπ) . Συνεπώς η «γνώση»
του πολίτη επ αυτών των δυσνόητων οικονομικών και νομικών εννοιών , δεν
μπορεί παρά να γίνει δεκτό, ότι επέρχεται κατά το χρόνο που λόγω της
ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης θα απευθυνθεί σε δικηγόρο. Περαιτέρω, η
έννομη τάξη μας δεν θα ανεχόταν την υποχρέωση της -σε μηνιαία βάση-
πρόσληψης από το δανειολήπτη, δικηγόρου που θα παρακολουθεί το δελτίο
νομοθεσίας και νομολογίας και να γνωμοδοτεί (σε μηνιαία βάση) για το
σύννομο ή μη των ΓΟΣ , διότι το κόστος για το δανειολήπτη, θα υπερέβαινε
κατά πολύ το κόστος εξυπηρέτησης του ίδιου του δανείου , πιθανά δε και της
συνολικής πίστωσης…
Προκύπτει δηλ στην ένδικη περίπτωση, ότι κατά το χρόνο που συνηφθη
η σύμβαση , το άκυρο των εδώ αναφερόμενων όρων (1 I έως ΙV) , είχε κριθεί
30 | Σ ε λ ί δ α

από τον ΑΠ και άρα τις αυτές ακυρότητες η καθ ης τις εγνώριζε για το λόγο
ότι το περιεχόμενο της ΑΠ 1219/01 που έκρινε το νόμιμο ύψος των επιτοκίων
(αλλά και των άλλων αποφάσεων που μεταγενέστερα έκριναν την ακυρότητα
των λοιπών όρων), η καθης το γνώριζε από την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών,
αφού στη δίκη στα πλαίσια της οποίας εξεδόθη η 1219/2001, η ΕΕΤ της
οποίας η καθης ήταν και εξακολουθεί να είναι μέλος, άσκησε πρόσθετη
παρέμβαση υπέρ της τράπεζας CITIBANK (διάδικος στη δίκη της 1219/2001).
Από τα διδάγματα της κοινής πείρας για τον τρόπο που οι τράπεζες επιβάλουν
τους ΓΟΣ («παρ το όπως είναι ή άφησέ το») , συνάγεται σαφώς ότι η
σύναψη της σύμβασης δεν θα είχε επιχειρηθεί (ιδίως από την τράπεζα) χωρίς
το άκυρο μέρος , γεγονός το οποίο και επικαλούμαι . Δεδομένης της
φύσεως των ΓΟΣ οι οποίοι είναι πάντοτε προδιατυπωμένοι , πόσο μάλλον αυτών
που προδιατυπωνουν οι τράπεζες , καθίσταται σαφές , ότι οι τράπεζες
αποσκοπούν στη σύναψη της σύμβασης ως ενιαίο σύνολο , μη επιδεχόμενων
επ αυτού καμίας διαπραγμάτευσης και συνεπώς συνάγεται με βεβαιότητα ότι η
καθ ης δεν θα είχε επιχειρήσει τη σύναψη της σύμβασης χωρίς το άκυρο
μέρος.
Κατά τα ανωτέρω , η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος
δεν είναι ισχυρή, διότι συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαμε τη

δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλά –ιδίως η καθ ης - απέβλεπε σ'


αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Η σκέψη αυτή διατυπώνεται
πανηγυρικά στο σκεπτικό όλων των αποφάσεων δικαστηρίων. Παραθέτω
ενδεικτικά το σκεπτικό της 31919/2007 ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ σύμφωνα με το οποίο: «…
στο χώρο των τραπεζικών συναλλαγών η ανάγκη προστασίας της συμβατικής
ισορροπίας και διασφάλισης της δικαιοπρακτικής αυτοδιάθεσης των
αντισυμβαλλομένων των τραπεζών είναι ιδιαίτερα έκδηλη, λόγω της
οικονομικής και οργανωτικής υπεροχής ή αλλιώς της εξουσιαστικής θέσης

των τραπεζών, οι οποίες κατά κανόνα επιβάλλουν μονομερώς στους

ασθενέστερους αντισυμβαλλόμενους τους, στη βάση του "πάρε το ή

άφησε το", την κατάρτιση τυποποιημένων συμβάσεων με


προδιατυπωμένους από τις ίδιες (ή από τρίτους για λογαριασμό τους)
γενικούς όρους».
31 | Σ ε λ ί δ α

Η διακρίβωση της κατά το χρόνο της σύναψης της δικαιοπραξίας


«υποτιθέμενης» βούλησης των μερών» (και ιδίως της καθ ης) , συνάγεται με
βεβαιότητα από τα περιστατικά όπως αυτά καταδεικνύονται από την επί
σειρά ετών συμπεριφορά των τραπεζών ήτοι τη διαχρονική πλέον
πρακτική της μονομερούς και άνευ διαπραγμάτευσης επιβολής
-άκυρων ως επί το πλείστον- ΓΟΣ χωρίς τους οποίους οι τράπεζες

αρνούνται να συμβληθούν με τους δανειολήπτες. Περαιτέρω, η


«υποτιθέμενη» βούληση της καθ ης συνάγεται και από το σκοπό που επιδιώκει
που δεν είναι άλλος από το εμπορικό κέρδος.
Στην προκείμενη μάλιστα περίπτωση δεν απαιτείται καν να αναζητηθεί
η κατά το χρόνο της κατάρτισης υποθετική βούληση των μερών, δηλαδή η
βούληση που θα είχαμε αν γνωρίζαμε την ακυρότητα του μέρους των
συμβάσεων γιατί απλά η βούληση δεν είναι υποθετική , αλλά βεβαία. Εκτός
του ότι αυτή (βούληση) προκύπτει από τη διαχρονική πρακτική των συνθηκών
που οι τράπεζες συμβάλλονται με τους καταναλωτές (πάρ το ή άφησέ το) ,
καταδεικνύεται πασίδηλα και από την υπο κρίση συμπεριφορά της καθ ης για
τον εξής λόγο: γιατί ενώ η καθ ης ήδη από εξαετίας γνώριζε την ΑΠ
1219/01 και άρα γνώριζε ότι μου επιβάλει σύμβαση με ΓΟΣ που από το
Ανώτατο Δικαστήριο έχουν κριθεί άκυροι, παρ όλα αυτά μου επέβαλε τη
σύμβαση ως ενιαίο σύνολο που χωρίς τους άκυρους όρους δεν θα επιχειρούσε
τη σύναψή της , ως και τελικά έπραξε.

3. Δεδικασμένο υπέρ του συνόλου των καταναλωτών με διάταξη


νόμου:
Σύμφωνα με αρθ. 10 παρ. 16 περ. δ του Ν 3587/2007 περί Προστασίας
καταναλωτών (Τροπ. Ν.2251/94. Αρθ.18 Μη κατάσχεση Α` κατοικίας για
δάνειο) , «Η ένωση καταναλωτών μπορεί να ζητήσει, επιπλέον την αναγνώριση
του δικαιώματος αποκατάστασης της ζημίας που υφίστανται οι καταναλωτές από
την παράνομη συμπεριφορά» . Κατά τον παρ. 20 του ίδιου αρθ. «Συλλογικές
αγωγές των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 16 δικάζονται κατά τη
διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο. Το
δικαστήριο μπορεί να διατάξει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης. Οι
32 | Σ ε λ ί δ α

έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την απόφαση αυτή ισχύουν έναντι

πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι. Το δεδικασμένο απόφασης που δέχεται εν


όλω ή εν μέρει αγωγή της περίπτωσης δ` της παραγράφου 16 ισχύει και υπέρ
των ζημιωθέντων καταναλωτών, έστω και αν αυτοί δεν είχαν συμμετάσχει
στη σχετική δίκη. Εφόσον καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση επί
συλλογικής αγωγής της περίπτωσης δ` της παραγράφου 16, ο ζημιωθείς
καταναλωτής μπορεί, με βάση την απόφαση αυτή, να γνωστοποιήσει εγγράφως
στον προμηθευτή, κατά του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, την απαίτηση
του, αναφέροντας τα στοιχεία που την προσδιορίζουν. Μετά την άπρακτη
παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την έγγραφη γνωστοποίηση, ο
καταναλωτής, εφόσον δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής
πληρωμής για την απαίτηση του από το δικαστήριο, εφόσον αυτή είναι
εκκαθαρισμένη ή μπορεί ευχερώς να εκκαθαριστεί. Η απαίτηση αποδεικνύεται και
με κάθε ιδιωτικό έγγραφο το οποίο, ως εκ του είδους ή της συνήθειας της
συναλλαγής, χορηγείται ως απόδειξη στους καταναλωτές.

Τα ανωτέρω πανηγυρικά διατυπώνονται και στο σκεπτικό


της ΕΑ 5253/2003 στην οποία ενάγουσα ήταν η Ένωση καταναλωτών
ΕΚΠΟΙΖΩ και εναγομένη η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ
ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ». Παραπονούμενη η δεύτερη κατά της πρωτοβάθμιας
απόφασης που έκανε δεκτή την αγωγή , προέβαλε στην ενώπιον του εφετείου
δίκη τον ισχυρισμό , ότι καταχρηστικώς «η ενάγουσα δεν στράφηκε και
εναντίον άλλων τραπεζών που χρησιμοποιούν τους ίδιους όρους γενικών

συναλλαγών» αλλά στράφηκε μόνον κατά αυτής…. Επ αυτού του


ισχυρισμού το εφετείο απεφάνθη ότι «άλλωστε, κατά το άρθρο 10
παρ. 12 του ν. 2251/94, η απόφαση παράγει τα αποτελέσματά της
έναντι πάντων και αν δεν ήταν διάδικοι και επομένως όσα αυτή
καθορίζει ισχύουν και για τις άλλες τράπεζες».

Προς την ίδια ως άνω κατεύθυνση ήτοι της επέκτασης της ισχύος

των αμετάκλητων αποφάσεων στο σύνολο του τραπεζικού


συστήματος κινείται και η από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1 – 798 Υ.Α όπως
33 | Σ ε λ ί δ α

τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. Ζ1-21/17-01-2011


(«Τροποποίηση - συμπλήρωση της υπ’ αριθμ. Ζ1-798/25-06-2008 ΦΕΚ Β΄1353
Απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης για την απαγόρευση αναγραφής Γενικών
Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες
δικαστικές αποφάσεις»), η οποία λαμβάνοντας υπόψη τις αποφάσεις υπ’ αριθ
430/05 και 1219/01 του Αρείου Πάγου, 5253/03, και 6291/00 του Εφετείου
Αθηνών καθώς και 1119/02 και 1208/98 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ΄
αριθ 961/07 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο μέρος που έχει
καταστεί αμετάκλητη , και το γεγονός ότι οι συνέπειες του
δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο
ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την
προστασία των καταναλωτών , αποφασίζει την «Την απαγόρευση
αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως
καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων
καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα Πιστωτικά Ιδρύματα

με τους καταναλωτές», παραθέτοντας το σύνολο των ΓΟΣ που έχουν


κριθεί ως άκυροι , παραλείποντας όμως έναν: τον ΓΟΣ που
προβλέπει επιτόκια που υπερβαίνουν το νόμιμο όπως αυτά
κρίθηκαν με την ΑΠ 1219/2001 (!!!) («εξάλλου τα εξωτραπεζικά
επιτόκια παρά τον περιορισμό τους στις εξωτραπεζικές συναλλαγές δεν
παύουν να έχουν γενικότερη κοινωνικοοικονομική σημασία και ν` αφορούν
και τις τραπεζικές συμβατικές σχέσεις. Ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός
του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων είναι
η συμπίεσή τους κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών. Έτσι η συμφωνία για
επιτόκια που υπερβαίνουν τα ανώτατα αυτά όρια δεν παύει να απαγορεύεται
από το νόμο (ΑΚ 281)»)…

 Το δεδικασμένο αποτελεί αιτία δημιουργίας ή απόσβεσης του


δικαιώματος:
Περαιτέρω κατ αναλογική εφαρμογή της ως άνω αρθ. 10 παρ. 20
του Ν 3587/2007 περί Προστασίας καταναλωτών οι μη διάδικοι καταναλωτές
34 | Σ ε λ ί δ α

(ως την ένδικη περίπτωση είμαι εγώ) εξομοιουνται με την ταυτότητα των
διαδίκων του αρθ. 324 ΚΠολΔ και άρα τις προϋποθέσεις και την έκταση του
δεδικασμένου . Από την αναλογική εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των
άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, από τελεσίδικη
απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που
διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που
προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του
δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη
πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με
αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη (ΑΠ 395/2008).
Ομοίως συμβαίνει με τη δικαιολογητική σχέση και το νομικό λόγο που
κρίθηκε στην παρατιθεμενη 1219/01 ΑΠ απόφαση επί ομαδικής αγωγής
που άσκησε η Ένωση Καταναλωτών σε σχέση με την παρούσα δίκη
(στρεφόμενης κατά της προσβαλλόμενης Δ/γης Πληρωμής) της οποίας η
δικαιολογητική σχέση και το νομικό ζήτημα είναι το ίδιο .

Εξάλλου κατά την ουσιαστική θεωρία η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί το


πραγματικό στο οποίο ο νόμος συνάπτει τη δημιουργία ή την απόσβεση του
δικαιώματος (ΑΠ 125/69 ΝοΒ 17/810 , ΑΠ 477/59 ΝοΒ 8/184), δηλαδή το
δεδικασμένο αποτελεί αιτία δημιουργίας ή απόσβεσης του δικαιώματος το
οποίο υπάρχει πράγματι ή λαθεμένα αναγνωρίστηκε ως υπαρκτό. Κατά τη θεωρία
αυτή το δεδικασμένο ανήκει στο ουσιαστικό δίκαιο, γιατί συνιστά αποκλειστική ή
πρόσθετη αιτία δημιουργίας ή απόσβεσης των δικαιωμάτων. Εξάλλου κατά τη
θεωρία του αμάχητου τεκμηρίου, το δεδικασμένο αποτελεί αμάχητο τεκμήριο
για το ότι η νομική κατάσταση που αντικειμενικώς υφίσταται ταυτίζεται με
εκείνη που διαγνώστηκε με την απόφαση και δεν δημιουργεί το δικαίωμα εκ
νέου (Βλ. Κονδύλη 131, 136-137)" Την θεωρία αυτή, που κρίνεται ορθότερη,
αποδεχόταν ρητώς η προίσχύσασα ΠολΔ (273 αρ 3) (Βαθρακοκοιλης αρθ. 321 σελ
460).

 Σύμφωνα με τα ανωτέρω, από το δεδικασμένο των εδώ


παρατιθεμενων τελεσίδικων και αμετάκλητων αποφάσεων και ιδίως της ΑΠ
1219/01 ΔΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Η ΚΑΘ ΗΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΔΙΑΔΙΚΟΣ ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΤΟ
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ
35 | Σ ε λ ί δ α

ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (ΕΕΤ) της οποίας -κατά το χρόνο δημοσίευσης


της 1219/2001- ήταν μέλος, έχει ήδη κριθεί το ύψος του νόμιμου ποσοστού
του συμβατικού τόκου και του τόκου υπερημερίας , ενώ κατά το υπερβάλλον
(το οποίο σύμφωνα με την καθ ης συνιστά νόμιμη απαίτηση της) , συνιστά –
κατά την ουσιαστική θεωρία- απόσβεση του δικαιώματος που η καθ ης
«λαθεμένα» θεώρησε ως υπαρκτό , ενώ -κατά τη θεωρία του αμάχητου
τεκμηρίου- το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε με τις εδώ παρατιθεμενες
αποφάσεις αποτελεί αμάχητο τεκμήριο για το ότι η νομική κατάσταση που
αντικειμενικώς υφίσταται ταυτίζεται με εκείνη που διαγνώστηκε με τις
παρατιθεμενες αποφάσεις (μια εξ αυτών η ΑΠ 1219/01 και άρα δεν
δημιουργεί για την καθ ης το δικαίωμα εκ νέου ).

 Το δεδικασμένο ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση έκδοσης


Δ/γης Πληρωμής:
Περαιτέρω το δεδικασμένο λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική
προϋπόθεση γι αυτό η νέα αγωγή που ασκείται, παρά την ύπαρξη του,
απορρίπτεται ως απαράδεκτη (βλ Κονδύλη , 118, Μπέη, 1296 επ, ΑΠ 125/69
ΝοΒ 17/810). Η απόρριψη της δεύτερης αγωγής ως απαράδεκτης, δηλαδή
χωρίς την κατ' ουσία έρευνα αυτής προσδίδει στην απορριπτική απόφαση όχι
ουσιαστικό περιεχόμενο αλλά τυπικό, δηλαδή πρόκειται για απόφαση που
απορρίπτει την αγωγή για τυπικούς λόγους. (Βαθρακοκοιλης αρθ. 321ΚΠολΔ
σελ 461).
Συνεπώς κατ αναλογική ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, το
δεδικασμένο λειτουργεί εδώ ως αρνητική διαδικαστική
προϋπόθεση για την έκδοση Δ/γης Πληρωμής γι αυτό η τυχόν
έκδοση της , παρά την ύπαρξη του , είναι άκυρη. Άρα η προβολή
στη δίκη της ανακοπής της ένστασης του δεδικασμένου , εφ όσον
διαπιστωθεί από το δικαστήριο ότι η Δ/γη ενσωματώνει κονδύλια
κατά παραβίαση των όρων και της έκτασης του δεδικασμένου,
τότε ακυρώνει τη Δ/γη Πληρωμής (στο σύνολό της), χωρίς δηλαδή
την κατ' ουσία έρευνα των κονδυλίων αυτής αφού προσδίδει στην
ακυρωτική απόφαση όχι ουσιαστικό περιεχόμενο αλλά τυπικό,
36 | Σ ε λ ί δ α

δηλαδή πρόκειται για απόφαση που δέχεται την ανακοπή για


τυπικούς λόγους (ύπαρξη δεδικασμένου).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω έκδοση Δ/γης Πληρωμής δεν μπορεί να
χωρήσει για απαιτήσεις που προκύπτουν από όρους σύμβασης για την
ακυρότητα των οποίων υπάρχει δεδικασμένο, συνεπώς, κατ αναλογική
εφαρμογή και ερμηνεία των αρθ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ ο δικαστής
στον οποίο απευθύνεται η αίτηση για έκδοση Δ/γης Πληρωμής από σύμβαση
οι όροι της οποίας έχουν με τελεσίδικη ή αμετάκλητη απόφαση κριθεί άκυροι
(ως παράνομοι και καταχρηστικοί), αφού προηγουμένως ελέγξει τα θεμελιώδη
στοιχεία που διαμορφώνουν την απαίτηση ήτοι τους όρους της συμβάσεως
που έχουν τυχόν κριθεί ως άκυροι ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχουν
παράνομες χρεώσεις που προκύπτουν π.χ από το ύψος και τα κριτήρια
διαμόρφωσης του επιτοκίου και εφ΄οσον διαπιστώσει ότι στη σύμβαση
ενσωματώνεται απαίτηση κατά παραβίαση των όρων και της έκτασης του
δεδικασμένου , οφείλει είτε να εφαρμόσει την παρ. 1 του αρθ. 628 ΚΠολΔ [να
αρνηθεί την έκδοση της διαταγής πληρωμής], είτε την 629 ΚΠολΔ [ο δικαστής
δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και
πραγματικά βάσιμη, βλ και Σκαλίδη, ΕΕμπΔ 26/367]. Επί εφαρμογής κατά τα
ανωτέρω της 629 ΚΠολΔ ο αιτών, ως προς το μέρος που απορρίφθηκε η αίτηση ,
μπορεί ενόψει της παραπομπής από την υπόψη διάταξη στο άρθρα 628 παρ 3, ή
να ασκήσει αγωγή ή να επανέλθει με νέα αίτηση (βελτιωμένη-νόμιμη), γιατί
δεν δημιουργείται με αυτή δεδικασμένο, αφού δεν έχει το χαρακτήρα απόφασης.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω και με βάση την έκταση του δεδικασμένου των


εδώ παρατιθεμενων αναγνωριστικών αποφάσεων όπως αυτό προβλέπεται από
αρθ. 10 παρ. 20 του Ν 3587/2007 , αντί να είμαι εγώ ο επιτιθέμενος και ο
επιδιωκων την έκδοση Δ/γης Πληρωμής κατά της καθ ης για χρεώσεις που
προκύπτουν από άκυρους ΓΟΣ , βρίσκομαι σήμερα αμυνόμενος ως ανακόπτων
Δ/γη πληρωμής που ενσωματώνει μέρος της απαίτησης που έλκει τη γένεση του
από Γ.Ο.Σ που -με ισχύ δεδικασμένου έναντι της καθ ης- έχουν τελεσιδίκως
κριθεί ως άκυροι!!!!

4. Ένσταση καταχρηστικής άσκησης «δικαιώματος» (ΑΚ 281).


37 | Σ ε λ ί δ α

Σύμφωνα με τα ανωτέρω η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του


δικαιώματος με την έκδοση Δ/γης Πληρωμής, δεν μπορεί εν προκειμένω να
προβληθεί , λόγω της ύπαρξης του δεδικασμένου. Αναφέρομαι βεβαίως στο
«δικαίωμα» κατά το μέρος της απαίτησης που αφορά στο υπερβάλλον του
νόμιμου . Για αυτό το (πέραν του νομίμου) δικαίωμα , η ΑΚ 281 δεν θα είχε
εφαρμογή διότι η προβολή της προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος
γεγονός που στην ένδικη περίπτωση δεν υφίσταται αφού – κατά την
ουσιαστική θεωρία- έχει επέλθει η από το δεδικασμένο απόσβεση του
δικαιώματος που η καθ ης λαθεμένα θεώρησε ως υπαρκτό ενώ κατά τη
θεωρία του αμάχητου τεκμηρίου πρόκειται για ανύπαρκτο δικαίωμα (το
δεδικασμένο δεν δημιουργεί για την καθ ης το δικαίωμα εκ νέου).
Άρα η καθ ης εξακολουθεί να έχει νόμιμη εναντίον μου απαίτηση , η
οποία όμως θα διαμορφωθεί αν από το ενσωματωμένο στη Δ/γη πληρωμής
ποσό , αφαιρεθεί όποιο κονδύλιο προέρχεται από άκυρο ΓΟΣ.
Όμως , η ΣΥΝΟΛΙΚΗ άσκηση του «δικαιώματος» της καθ ης δηλαδή η
άσκηση του καθ όσον αφορά τόσο το νόμιμο όσο και το παράνομο μέρος ,
που επιδιώκεται με την έκδοση Δ/γης πληρωμής ΚΑΙ ΟΧΙ α) με έκδοση
Δ/γης πληρωμής χωρίς όμως τα κονδύλια που προκύπτουν τους από ΓΟΣ που
με δύναμη δεδικασμένου έχουν κριθεί άκυροι ή β) με την άσκηση τακτικής
αγωγής , συνάγεται ότι ασκείται άκρως καταχρηστικώς (κατ
αρθ. ΑΚ 281) αφού η έκδοση Δ/γης συνιστά επαχθέστατη για
εμένα συνέπεια , διότι τα προσωπικά και οικονομικά στοιχεία μου , θα
εισαχθούν (για αυτή την οφειλή μου) στη βάση δεδομένων Σ.Ο.Σ (Σύστημα
Οικονομικής Συμπεριφοράς) που τηρεί το Ν.Π με την επωνυμία «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
ΑΕ» με τις γνωστές συνέπειες…
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν
υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο
κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης
αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η
προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή
ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε
από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική
38 | Σ ε λ ί δ α

κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από


άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να
επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη
μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του
μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της
κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών,
όχι δε κατ` ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή
πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή
τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται
επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η
θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Εξάλλου , η ύπαρξη των άκυρων ΓΟΣ δεν επιφέρει γενική ακυρότητα


της σύμβασης, αλλά μόνον του μέρους στο οποίο επιδρούν , πλην όμως ως
ανωτέρω προεκτεθη (βλ υπό στοιχείο 2 λόγο ανακοπής) επειδή εδώ
συνάγεται ότι η σύναψη της σύμβασης δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το
άκυρο μέρος , η ακυρότητα μέρους επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της
σύμβασης. Περαιτέρω κατά τον υπό στοιχείο 3 λόγο ανακοπής η καθ ης
δεσμεύεται από το δεδικασμένο ,λόγος για τον οποίο ακυρώνεται η Δ/γη
Πληρωμής (στο σύνολό της), χωρίς δηλαδή την κατ' ουσία έρευνα των
κονδυλίων αυτής αφού προσδίδει στην ακυρωτική απόφαση όχι ουσιαστικό
περιεχόμενο αλλά τυπικό, δηλαδή πρόκειται για απόφαση που δέχεται την
ανακοπή για τυπικούς λόγους (ύπαρξη δεδικασμένου).

Άρα δεν τίθεται καν θέμα της από εμένα υποβολής


αιτήματος πραγματογνωμοσύνης (κατ άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ ) προς
διακρίβωση του ύψους της ένδικης οφειλής λόγω του πλήθους των κονδυλίων
και του πολύπλοκου των αριθμητικών και λογιστικών πράξεων. Και αυτό γιατί
ακόμα και αν υποτεθεί ότι παραβλέπονται οι λόγοι 2 , 3 και 4 της ανακοπής
μου και αυτή γινόταν εν μέρει δεκτή και το δικαστήριο διέτασσε
πραγματογνωμοσύνη κατόπιν της οποίας θα μειωνόταν η συνολική
απαίτηση της καθ ης , τούτο όχι μόνον δεν θα συνιστούσε για εμένα
ωφέλεια , αλλά αντίθετα θα συνιστούσε επαχθέστατη συνέπεια , αφού τα
39 | Σ ε λ ί δ α

προσωπικά μου στοιχεία, θα έχουν εντωμεταξύ εισαχθεί (για αυτή την οφειλή
μου) στη βάση δεδομένων Σ.Ο.Σ (Σύστημα Οικονομικής Συμπεριφοράς) που
τηρεί το Ν.Π με την επωνυμία «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ» (λόγος για τον οποίο εξάλλου
επιδιώκω την ακύρωση της πληττόμενης Δ/γης στο σύνολό της).
Εξ άλλου το δικαστήριο θα μπορούσε (είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν
αιτήματός μου) να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης . Αυτό όμως

θα ήταν ορθό μόνο εφ’ όσων η καθ ης επιδίωκε την έκδοση


Δ/γης πληρωμής για το νόμιμο μόνο μέρος της απαίτησής της και
όχι συνολικά.
Συμπερασματικά , η επαχθής συνέπεια της εισαγωγής του οφειλέτη στη
βάση δεδομένων της Τειρεσίας ΑΕ ως συνέπεια της άσκησης καταχρηστικώς
του ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ δικαιώματος της καθ ης από άκυρη εν μέρει σύμβαση με
έκδοση Δ/γης Πληρωμής δεν επέρχεται : α) αν η απόφαση επί της ανακοπής
ακυρώσει στο σύνολό της τη Δ/γη Πληρωμής που εκδίδεται μετά από αίτηση
που ενσωματώνει ΣΥΝΟΛΙΚΑ τόσο το νόμιμο όσο και το μη νόμιμο της
απαίτησης ή β) αν ο δανειστής επιδίωκε μεν την έκδοση Δγης Πληρωμής από
σύμβαση που -έχει από το Ακυρωτικό κριθεί ότι- εμπεριέχει άκυρους ΓΟΣ, αλλά
στην αίτηση προς έκδοση Δ/γης δεν περιλάμβανε ότι έχει κριθεί ως άκυρο , ή γ)
επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη της απαίτησης δια της άσκησης τακτικής
αγωγής περιλαμβάνοντας σε αυτή ότι κονδύλιο η καθ ης θεωρεί νομιζόμενο
δικαίωμα….. Στην περίπτωση δηλαδή της άσκησης αγωγής, με την εκδοθείσα
απόφαση θα μειωθεί η αρχική απαίτηση καθ ο μέρος αφορά τα ποσά που
προκύπτουν από άκυρους ΓΟΣ (ως δηλαδή θα συνέβαινε και με την απόφαση
επί ανακοπής χωρίς τους 2 , 3 και 4 λόγους της παρούσης) , δίχως όμως να
επέρχεται για τον οφειλέτη η επαχθέστατη συνέπεια της εισαγωγής των
στοιχείων του στο Σ.Ο.Σ της Τειρεσίας ΑΕ .
Τέλος συμπληρωματικά με τα ανωτέρω , η προηγούμενη γνώση του
αιτούντος την έκδοση Δ/γης Πληρωμής περί της υπάρξεως δεδικασμένου
καθώς και η γνώση των όρων αυτού και η παρά ταύτα απευθυνση αιτήματος
προς το δικαστή για έκδοση Δ/γης Πληρωμής δίχως όμως με την αίτηση να
περιορίζει την απαίτηση σύμφωνα με τους όρους του δεδικασμένου αλλά
αντίθετα να ενσωματώνει σε αυτή κονδύλια που προκύπτουν από ΓΟΣ για το
40 | Σ ε λ ί δ α

άκυρο των οποίων υπάρχει δεδικασμένο, συνιστά την κατ αρθ. 281 ΑΚ
καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Επειδή με βάση όλα τά παραπάνω δέον όπως η προσβαλλόμενη με


την παρούσα Διαταγή Πληρωμής ακυρωθεί άλλως εξαφανισθεί .

Επειδή η παρούσα Ανακοπή μου ασκείται νόμιμα και εμπρόθεσμα .

Επειδή είναι βάσιμοι όλοι οι ισχυρισμοί της παρούσης λόγος για τον
οποίο η Δ/γη Πληρωμής είναι άκυρη στο σύνολό της , αφού όλοι οι ισχυρισμοί
και οι ενστάσεις προσβάλουν το κύρος αυτής στο σύνολό της , ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ
ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΑΙΤΟΥΜΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ
ΝΑ ΔΙΑΤΑΧΘΕΙ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


και με την ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων μου
Ζ Η Τ Ω
Να γίνει δεκτή η παρούσα υπό κρίση Ανακοπή μου καθ όλο αυτής το
αιτητικό.
Να ακυρωθεί άλλως εξαφανισθεί ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ η με αριθμό
………/2011 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών Σωτηρίου Τ……………., και
Να καταδικασθεί η καθ ής στην εν γένει δικαστική μου δαπάνη.-
Αθήνα …. Απριλίου 2011
Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος