ΣΤΕΛΛΑ ΣΠΥΡΟΥ

Σεβασμιότατε, κυρία δήμαρχε, κυρίες και κύριοι,
Ευχαριστώ τους οργανωτές για την τιμή να παρουσιάσω κατά βούληση μια πτυχή της
Κερύνειας στα Γράμματα και στις Τέχνες. Η ομήγυρις είναι βέβαιο πως με την
παρουσία της δηλώνει πίστη στην επιστροφή, δηλαδή στη δικαιοσύνη, άλγος για την
έξωση, αλλά προπάντων διαμαρτυρία για τη διαγραφή της Κερύνειας από πολλών το
λεξιλόγιο και τον ελληνικό γεωγραφικό χάρτη, ενώ το ιερό τούτο όνομα έπρεπε να
είναι το λάβαρο του αγώνα ολοκλήρου του ελληνικού κυπριακού λαού. Όμως «μικρά
ζύμη όλον το φύραμα ζυμοί», γι’ αυτό και εφ’ όσον υπάρχουν άνθρωποι που
συντηρούν στο πνεύμα την Κερύνεια, όχι μόνο αυτή δεν πέθανε αλλά ζώσα και
σφριγηλή ανατέλλει καθημερινά, απαιτητική για αγώνα κάθαρσης από το μίασμα της
τουρκοποίησης.
Η Κερύνεια έτυχε πολλών υμνητών. Άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών
έγραψαν και τη ζωγράφισαν, εμπνεύστηκαν, κατέθεσαν το μεδούλι του ο καθένας με
γνησιότητα και τέχνη.
Μια μορφή ταυτόσημη με την Κερύνεια είναι για μένα η Στέλλα Σπύρου. Όχι μόνο
γιατί έζησε την ειρήνη και τον πόλεμο, τον εγκλωβισμό και την κατοχή και
συγκίνησε με τα κυκλάμινά της το πανελλήνιο, αλλά και γιατί έκτοτε δόθηκε με
πάθος κι έμπνευση, ολόψυχα, στο να καταγράφει κάθε πνοή της, πνοή Κερύνειας.
Το έργο της για τη γενέθλια πόλη είναι ήδη πλούσιο, γι’ αυτό και θεώρησα χρέος μου
να εγκύψω σ’ αυτό, για να αναβαπτιστώ στην κολυμβήθρα της Κερύνειας και να
αποκαθάρω την ψυχή μου, ύστερα από την τόση πολιτική σκουριά.
Τρία βιβλία της Στέλλας Σπύρου θα παρουσιάσω στον αναλογούντα μοι χρόνο.
Πρώτο, το βιβλίο Η μικρά ημών πόλις Κερύνεια. Ερανίσματα περί Κερυνείας εξ
εφημερίδων παλαιών 1879-1912.
Δεύτερο, Στην Κερύνεια επί Πτερύγων Αγγέλου
και τρίτο, την ποιητική της συλλογή Αενάως ιστορώ.
Όλα τα έργα της έχουν βραβευτεί και τιμηθεί, γιατί το αξίζουν, γι’ αυτό και το χρέος
του ομιλούντος προς τη συγγραφέα γίνεται μεγαλύτερο.
Αρχίζω με το βιβλίο Η μικρά ημών πόλις Κερύνεια. Ερανίσματα περί Κερυνείας εξ
εφημερίδων παλαιών 1879-1912 .
Όταν γράφει για την Κερύνεια η Στέλλα Σπύρου, εμείς οι άλλοι καλύτερα να
διαβάζουμε και να σωπαίνουμε, να παρακολουθούμε τις κινήσεις της ψυχής μας
προσκολλημένης στα λόγια της και να καθρεφτίζουμε κάθε στίγμα της πεποικιλμένης
ουσιώδους γραφής της. Το πολύ ν’ αντιγράφουμε: «Την Κερύνεια με τις ρίζες τις
αρχαίες σαν πέτρες, τη διψασμένη για ζωή και γνώση προσπαθώ ν’ αναστήσω μέσα
από τις εφημερίδες που διάβαζαν οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μας.»
Κι έτσι αρχίζει το ταξίδι στο χρόνο, στα κύματα και στους βράχους, στις εκκλησιές
και στα σχολεία, στους ανθρώπους παλαιικούς. Όλα στο υφάδι, ο χρόνος με το χώρο,
τα πρόσωπα με το ρυθμό τους, τον αγώνα, την προκοπή τους. Και πάντα να
ξεχωρίζουν από την αρχή, επώνυμα, εις αιωνίαν μνήμην, όσοι ζουν αενάως στην
ψυχή της, δεν ανασταίνονται, γιατί δεν πέθαναν.
Προς τι τα ερανίσματα από τις εφημερίδες; Κίονες της μνήμης, αγκωνάρια στο
σύνολο ψυχικό οικοδόμημα, στιγμές ανεπανάληπτες αναζούν, πρόσωπα

αθανατίζονται, στάλες ζωής ακινητούν στις στήλες των εφημερίδων και με την
ανάγνωσή τους εκατόν χρόνια μετά, τους μεταγγίζεται το αίμα μας, η
αλληλοπεριχώρηση συντελείται.
Τα ονόματα ανακαλούν στη μνήμη γνωστούς, συγγενείς, φίλους. Οι αξιωματούχοι,
κρατικοί ή εκκλησιαστικοί, τοποθετούνται στη σκηνή της Ιστορίας, γράφουν τις
υποσημειώσεις με τα μικρά γράμματα, κάποτε όμως -εξ όνυχος τον λέοντα,
ζωγραφίζουν στο μεγάλο καμβά της Ιστορίας την αιώνια ζώσα Κερύνεια.
Κύριες ειδήσεις: τα δικαστήρια, τα ναυπηγεία ο αρχιεπίσκοπος που επιβεβαιώνει
πως ... η κακοδιοίκηση, η συμπεριφορά σατράπη διοικητού κι η δίκαιη διαμαρτυρία.
1885 το λιμάνι για την Κερύνεια, εφαρμογή του συστήματος της διαμετακομίσεως,
ενώ το καλοκαίρι, οι εξετάσεις του παρθεναγωγείου, οι πρώτες αριστεύσασες.
Έκθεσις ζώων και προϊόντων μετά βραβείων.
Η Ελλάδα πάλι στα 1886 δανείζεται και κινδυνεύει.
Γιατί η Στέλλα Σπύρου εγκύπτει στις εφημερίδες προ εκατονταετίας, γιατί τα
ερανίσματα;
Διαμελισμένο στο χρόνο το σώμα της Κερύνειας, ψηφίδα τη ψηφίδα χαίρεται,
λυπάται, κάθε σταγόνα στις εφημερίδες ρανίδα του αίματος, της ζωής της. Αυτά
συλλέγει στο ιερό της δισκοπότηρο, συλλέγει σεβασμίως στο δισκάριο: λάβετε,
φάγετε, πίετε. Ευχαριστούμε: γιατί μας ταξιδεύει στις τρικυμίες και στα ιλαρά νερά,
στην τραμουντάνα και στα λουλούδια της Κερυνειώτικης γης και της ζωής που
πέρασε κι όμως θάλλει και πάλι στις σελίδες των βιβλίων της, σπυρί σπυρί του
μόχθου της.
Τι κερδίζουμε από τον τίμιο ιδρώτα της;
Ειδήσεις παπαδιαμάντειες, για μια άλλη μικρή πνιγμένη Ακριβούλα, λύπη για το
διωγμό των Αρμενίων, χαρά για τη απελευθέρωση της Κρήτης. Τότε, που είδηση
ήταν η σχολική ζωή, οι διδασκαλικές μεταθέσεις, το ήθος των φαρμακοποιών και των
γιατρών. Κι οι λέξεις επανέρχονται: Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση κατά λέξη,
2 Αυγούστου 1900. Τόσο παλαιά! Οι λέξεις επανέρχονται και εκδικούνται.
Το 1900 μυριόστομοι ζητωκραυγαί ακολουθούν τον λόγον υπέρ της ενώσεως της
Κύπρου μετά της Ελλάδος. Η μικρά πλην ωραία ημών πόλις…
Νοέμβριος 1907. Επί τη επετείω εορτή των γενεθλίων του βασιλέως Εδουάρδου
εψάλη κατανυκτική δοξολογία και μετά τον αγγλικόν ύμνον πάντες εζητωκραύγασαν
υπέρ του βασιλέως, της βασιλίσσης, του αγγλικού στρατού και στόλου και της
ενώσεως της Κύπρου μετά της μητρός Ελλάδος.
1908. Επί τη εορτή του Κουρπάμ Μπαϊραμιού ο άγιος Κυρηνείας μετ’ άλλων μελών
της Ιεράς Συνόδου επεσκέφθησαν τον Μουφτήν και Καδήν Λευκωσίας.
Συνεργασία, ελπίδα, εργατικότητα, ένας ολόκληρος κόσμος, το πνεύμα ενός λαού,
στις σελίδες των εφημερίδων, στις σελίδες του βιβλίου Η μικρά ημών πόλις Κερύνεια,
της Στέλλας Σπύρου.
Προχωρώ στο δεύτερο, Στην Κερύνεια επί Πτερύγων Αγγέλου
To βιβλίο ήδη παρουσιάστηκε στο Γενικό Προξενείο της Κύπρου στη Νέα Υόρκη και
στο Σολώνειο. Για το βιβλίο μίλησαν με αγάπη και θαυμασμό πρόξενοι, πρόεδροι

οργανώσεων, καθηγητές, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι και άλλοι. Βραβευμένο
από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού ως Χρονικό Μαρτυρία.
Σκεπτικό βράβευσης: «Το έργο αποδίδει με ευαισθησία, νοσταλγία και λυρισμό την
ατμόσφαιρα της γενέθλιας πόλης της συγγραφέως, την Κερύνεια. Ένα βιβλίο γεμάτο
χρώματα και αρώματα τα οποία αναδεικνύουν το ντόπιο πολιτισμικό στοιχείο. Η
συγγραφέας δεν αφήνει αθέατη καμία έκφανση της κοινωνικής δραστηριότητας της
Κερύνειας. Μια κατάθεση ψυχής, γνήσια και ανεπιτήδευτη.»
«Στην Κερύνεια επί πτερύγων αγγέλου», Λευκωσία 2005, στη μνήμη των γονέων
μου Γεωγίου και Ελένης Σπύρου και στην αρχαία πρόγονό μου κερυνειώτισσα που
η σεμνή ιματιοφορούσα μορφή της έργο του 570 π.Χ. από ασβεστόλιθο
ανακαλύφθηκε στην Κερύνεια και βρίσκεται στο βρετανικό μουσείο.
Η Κερύνεια ήταν, είναι και θα είναι ελληνική. Το μαρτυρούν η ζωή, η ιστορία, ο
πολιτισμός, οι άνθρωποι ακινητούντες στο χρόνο, διαιώνιοι και ταυτόχρονα διάμεση
ενωτική γραμμή του παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος.
Τίτλος πρώτος, Γαλήνια σκέψη δε βρίσκω από το 1974, πάει τόσος καιρός.
Συναισθήματα, χρώματα, τοπωνύμια, άνθρωποι ονοματεπώνυμοι, γεύσεις, ζώα μικρά
μετά μεγάλων. Συνταξιδιώτες η γιαγιά, Μαρία Σταύρου Φραγκέσκου κι ο άγγελός
της. Μέσο πλεύσεως ένα σύννεφο της γραμμής Κερύνεια Λευκωσία. Κάτω από φως
εκτυφλωτικό ζωντανεύουν χθεσινά, σημερινά, μελλούμενα, μπερδεύονται τόσο
οικεία όσο και μαγικά, οδηγούν σε ταξίδια της ψυχής. Στη μόνη αλήθεια που
πιστεύει. Δεν την νοιάζει άλλη καμιά. Ήδη το στίγμα ετέθη. Η μόνη αλήθεια, τα
ταξίδια της ψυχής. Τ’ άλλα πάντα τυφλά και κωφά. Ο κόσμος είναι ο πνευματικός.
Ενώ τα λοιπά απορρίπτονται ως εξωσθέντα του παραδείσου βιαίως. Το αιώνιο δράμα
του ανθρώπου ξαναρχίζει. Η Κερύνεια η νοσταλγία του μέλλοντος. Νόστος η
επιστροφή, και άλγος, πόνος πολύς. Όλοι στην Κερύνεια. Φύλακες άγγελοι γιαγιάδες
παππούδες. Ταξίδι και νόστος. Πτήσεις και πτώσεις.
Αφήνω πάντα ένα παράθυρο ανοικτό, να μπαίνει όποτε θέλει ο άγγελος της Κερύνειας.
Ανεξίτηλες στιγμές, συγκεκριμένο, ονομαστό το κάθε πρόσωπο μοναδικό κι
ανεπανάληπτο. Κοινωνική ζωή, εκδηλώσεις του οργανωμένου συνόλου, ανθεστήρια,
αθλητικοί αγώνες , άθλα επί Πατρόκλω. Αυτός ο κόσμος είναι του Ομήρου.
Όταν τα παιδιά διάβαζαν περιοδικά και πάλευαν με τους ήρωές τους, όταν άνοιγε η
φαντασία κι έπλαθε κουβάρι ατέλειωτο ανάερο απέραντο. Όλος ο κόσμος, η
αθωότητα, ο παράδεισος- όπως κι αν λέγεται, είναι η παιδική ηλικία.
Η Κερύνεια μπαίνει από το παράθυρο, η κουρτίνα κυματίζει. Θησαυροφυλάκια για το
γλωσσολόγο, ορυχεία για τον κοινωνιολόγο, δέλτοι για τον ιστορικό, υφάδια για τον
λαογράφο, ελιξήριο νεότητας για τον αναγνώστη. Κι η πραγματική σοφία. Οι άγγελοι
το κατέχουν: Να εκτιμούμε ό, τι έχουμε. Μα αυτός δεν είναι απλός λόγος , δεν είναι
μόνο λυρισμός, είναι σοφία των αγγέλων κι ευλογημένοι όσοι την έζησαν και την
ιστορούν με την τέχνη τους.
Πώς συμπλέουν το παρόν με το παρελθόν, η θριμματισμένη ακταιωρός στο λιμάνι με
τα λεβέντικα προδομένα παιδιά! Ήθη κι έθιμα τα λεν, άλλο να γράφεις: « Η γιαγιά
πυρώνει το φούρνο, χώνει ξύλα και κλαδιά στο στόμα του, ώσπου η ανάσα του να
καίει. Με το φουρνόφκιο στο χέρι σαν πολεμίστρια με δόρυ, κρύβει ψωμιά, κουλούρια,
φλαούνες, πίττες στο στόμα του, να ψήνονται.»

Η μεγάλη τέχνη της Στέλλας Σπύρου είναι πως κατορθώνει μέσα στα δικά της να
περιλαμβάνει και όλα τα δικά μας. Μπορεί να μη ζήσαμε στον ίδιο τόπο, τις ίδιες
περιπέτειες, είναι όμως μια γενιά, που αναγνωρίζει την ομοιότητα στις κύριες
γραμμές, στον παππού και στη γιαγιά, στης εκκλησιάς το θόλο από κάτω , στους
δρόμους και στα καντούνια, τις χαρακτηριστικές εποχές του χρόνου, τότε που η
άνοιξη μύριζε άνοιξη κι ο χειμώνας χειμώνα. Ίσως να’ ταν η παιδική ηλικία, ίσως οι
περασμένοι καιροί να’ ταν αλλιώτικοι.
Προπάντων όμως θαυμαστό το ονοματολόγιο. Οι πάντες παρελαύνουν. Καθένας και
μια προσωπικότητα, ένα προσωπικό μνημονοχάρτι. Δικαιοσύνη. Έτσι ερμηνεύεται κι
η καταφυγή στις εφημερίδες της παλιάς εποχής. Είναι η επίρρωση των γραφομένων
και η επιβεβαίωση γεγονότων και καταστάσεων, προσώπων και επαγγελμάτων με
παράλληλο το κυνήγι του αιώνιου, του αόρατου, του πνευματικού, της ιδέας. Ο
παιδικός παράδεισος δεν έχει τελειωμό.
Η αποδελτίωση των εφημερίδων χρειάστηκε, αν και από περιουσίας γράφει. Ίσως
κάτι σαν αφόρμηση, ν’ ανοίξουν οι έσω κρουνοί. Οι αισθήσεις σε διέγερση. Και η
οσμή και η γεύση. Τα σεντόνια μυρίζουν δάφνη, και σαπούνι πράσινο.
*
Τη μέρα εκείνη της εισβολής αν έχεις καρδιά μπορείς να τη διαβάσεις. «Σιδερένιος
τοίχος στήνεται αίφνης.» Γεμίζει η πόλη Τούρκους. Δεν αφήνει όμως το μαύρο να
κυριαρχήσει. Ούτε το κόκκινο. Η μεγάλη τέχνη είναι οι υπόγειες διαδρομές, το
κράμα, η στιγμιαία εναλλαγή κόλασης παραδείσου. Ύστερα από την Κερύνεια με τα
σφαλιστά παράθυρα, στο καλοκαίρι, ακολουθούν «Γεύσεις αιώνιες, εικόνες μαγικές»
με το παγωτό, τη μηλόπιττα, τη μαγεία του σινεμά. Μνήμη: καταφυγή και σωτηρία
από το μέγα κακό.
Η ζωή αθανατίστηκε σε κάθε της λεπτομέρεια, η πνευματική φωτογραφική
λειτουργεί αδιάκοπα, το εσώτερο ορυχείο πάμπλουτο, με τη φαούτα, το πεταμένο
δόντι στο δώμα. Κι η φαντασία καλπάζει. Η συγγραφέας αναδεικνύεται: «Στα χόρτα
που φυτρώνουν στο δώμα, θα κρέμονται μικρά δοντάκια. Το φεγγάρι θα τα ποτίζει
ασήμια, θα γίνουν γερά και κάτασπρα. Είναι για τις γιαγιάδες και τους παππούδες που
τα χρειάζονται.» Ο λόγος συνεχίζεται ως το απροχώρητο και τελικά το αιφνίδιο και
εκρηκτικό. Ο λυρισμός της Στέλλας παραπέμπει στους μεγάλους μαστόρους.
*
«Έγκλειστοι δυο χρόνια στην Κερύνεια πρώτα, στο Μπέλλαπαϊς μετά. Πικραμένα,
ταραγμένα, της σκλαβιάς χρόνια. Τα μετρώ με συντριβή, θωρώ και ακούω τον θρήνο
της πόλης… Ένα παράξενο ανακάτωμα έχουν όσα γράφω. Ψήγματα χρυσού είναι, τα
θησαυρίζω.» (σελ.25) ή παρακάτω:
«Γράφω για να περισώνω της γαλανές ώρες, την οδύνη, την πίκρα, τα φευγαλέα κι
άπιαστα συμβαίνοντα, την εγκαρτέρηση, την απελπισία, τα χρώματα της ανατολής και
δύσης, της αγέραστες ιστορίες της γιαγιάς, της παραδόσεις, έθιμα παλιά,
καπετάνιων ονόματα, καραβιών, μύθους, αναλαμπές ψυχής και νου, σκαλιστά
πλουμίδια, ονόματα δασκάλων, δρόμων, ανθρώπων, ανέμους, άλλα πολλά που
μοιάζουν να μην έχουν συνοχή.»
Μέσα σε λίγες γραμμές της έδωσε το περιεχόμενο και τη δομή της γραφής της.
*
Ο τρόμος των ημερών της εισβολής συγκλονίζει άμεσος. Κι ύστερα τα ιντερμέδια.
Είναι πολλά. Όσα κι οι τρομερές μέρες του εγκλεισμού στην Κερύνεια. Τα ήθη κι
έθιμα δεν καταγράφονται, είναι ζωντανά. Μέσα στο αίμα κυκλοφορούν. Οι λέξεις της

κυπριακής ντοπιολαλιάς φυσικότατα στη θέση τους. Και σφηνάκια. Ακόμα κι από
το Φυτολογικό Λεξικό του Γενναδίου για τη Μαυρομμάτα. Εκφραστικά μέσα
πλούσια. Ο φιλόλογος σαστίζει:
«Γευόμαστε κηρήθρα, μέλι και κερί, γλυκεία νήσος Κύπρος, γλυκύτατη Κυρήνεια, μικρή
πολιτεία, μέλι η ζωή κοντά σου, μελίρρυτη γιαγιά, ανθεκτικέ γλυκέ παππού, γλυκεία της
προσφοράς μητέρα, μελένια τα μάτια σου πατέρα.» Ο συνειρμός δεν έχει τέλος, από
των γενικοτάτων ειδών ως τα ειδικότατα είδη, διαπνέεται από τη μεγάλη της πνοή
που κατευθύνει εμπνευσμένη το λόγο.
Στα γραφόμενά της αναζεί η Αιολική γη, το θαύμα της παιδικής ηλικίας, η νιότη, κι η
μικρά νήσος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Μια σχολική εκδρομή στον Κύκκο κι η επάνοδος στην Κερύνεια, τον ομφαλό της
ζωής της. Κι ύστερα η επίσκεψη στο σπίτι της κατειλημμένο. Να την υποδέχεται η
τουρκάλα, κι ο λόγος να αγκομαχεί, ο ρυθμός να εξαντλεί, οι λέξεις να στριμώχνουν.
Όλα βαλμένα κατά την της ψυχής τάξιν.
« Η Κερύνεια μετρά τους χειμώνες με κύματα. Ο εγκλεισμός. Παγωνιά Ιούλιο μήνα
1974. Βλέπουμε από τις χαραμάδες των παραθύρων να λεηλατούν καταστήματα. Σκιές
εμείς, το βλέμμα σκίζει, μια οικογένεια μόνη. Η Κερύνεια ολομόναχη. Ένα παράθυρο
κτυπά, η ψυχή του σπιτιού είναι, φτεροκοπά, ζωντανεύει μια στιγμή, πριν βουλιάξει
στους θεμελιούς του, να ριζώσει πιο βαθιά, να σωθεί.»
Τα πάντα πλήρη θεών, κατά Θαλή, ή τα πάντα έμψυχα. Η Στέλλα δεν αφήνει γύρω
της τίποτε άψυχο, έχει περίσσειαν ψυχής. Την μοιράζεται με τα περιβάλλοντα, τους
μεταδίδει τους παλμούς, ρυθμούς, χτύπους της, τα εμψυχώνει.
«Στο Ντόουμ κυματίζει σημαία των Ηνωμένων Εθνών. Λίγες εβδομάδες αργότερα,
κυματίζει η τουρκική σημαία.»
*
Το έργο της Στέλλας Σπύρου μπορεί να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη και πολλοί
επιστήμονες, ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, λεξιλόγοι, φυτολόγοι, ζωολόγοι, ηθογράφοι
να είναι ευχαριστημένοι, γιατί ο μόσχος πολύς. Θα απουσιάζει όμως η ζέουσα πνοή
της που ενεφύσησε στο έργο και που αυτή προπάντων αιώνια θα διαρκεί, στην κάθε
λέξη, πρόταση, σελίδα της, στη σύλληψη και έκφραση του όλου.
Τις ανήλιαγες μέρες της κόλασης και του εγκλεισμού στο Ντόουμ εξορκίζουν μνήμες
εφηβικής χαρμονής. Οι τελευταίοι των Κερυνειωτών. Αδειάζει το ξενοδοχείο κι
ακολούθως έγκλειστοι στο Μπελλαπαϊς Η Στέλλα τη μια νοσοκόμα την άλλη
δασκάλα. Το Σεπτέμβρη του 1975 τοποθετείται στο Γυμνάσιο Μπέλλαπαϊς .
Σεβασμός και οφειλή από τη δασκάλα στη δασκάλα της, στήριγμά της στο
λειτούργημα. Δεκαπέντε μήνες στο ξενοδοχείο. Αλλεπάλληλα τα κύματα της
απογοήτευσης. Οι πολιτικοί, ο ρεαλισμός, τα διδάγματα της Ιστορίας όπως τα’ μαθε
και τα διδάσκει η φιλόλογος. Αλλόφρονες συγκρούσεις ρεαλισμού - ιδανικών.
Σπαρακτικές στιγμές της επίσκεψης στο σπίτι της παραγκωνίζουν μύθοι και θρύλοι
για τη Ρήγαινα. Πώς ραψωδείται ο μύθος κι η πραγματικότητα της ατελεύτητης
θλίψης! «Κανείς δεν πιστεύει πως έχει μαργαριτάρια η θάλασσά μας, δεν πειράζει, Εγώ

πιστεύω, όπως τόσα άλλα για την Κερύνεια που ιστορώ, ζωγραφιστά με λόγια, με
χρώματα που λένε την αλήθεια.»
Στο τέλος η Στέλλα μας διδάσκει μεταφυσική πίστη στον προσωπικό μας κόσμο των
ιδεών. Ο ποιητής σώζει τα φαινόμενα.
Ένα αρχείο γνώσεων, ανθρώπων, καραβιών, ιστορικών στιγμών, αρχείο της ίδιας της
Κερυνειώτικης ζωής το έργο της, κεντημένο με τη σταυροβελονιά της τέχνης.
Εγερτήριο το 1955 με τις διαδηλώσεις, τα φυλλάδια, τις βόμβες και τις δακρυγόνες.
«Φιλοξενούμε στο σπίτι μας τον Κυριάκο Μάτση.» Και πολλές φωτογραφίες,
αγκωνάρια του νου και της φαντασίας. Η συνέχεια του νήματος της Ιστορίας, η
ενότητα του παγκόσμιου ελληνισμού.
Διαβάζοντας κανείς την επαλληλία των ονομάτων γιατρών, δικηγόρων, τα δίπτυχα
των οδών, νομίζει πως πρόκειται για άχρηστη καταγραφή ανούσιωνλεπτομερειών.
Και της, αθανατίζει η Στέλλα δρόμους κι ανθρώπους. Κάθε δρόμος χίλιες ιστορίες,
κάθε άνθρωπος τρεις τουλάχιστον αιώνες και αρίφνητες σφραγίδες στην άγραφη
Ιστορία.
*
Σαν τα κυκλάμινα του Μπέλλαπαϊς. Σαν τη βούφα της γιαγιάς, που υφαίνει πρόσωπα
και πράγματα, αποκόμματα εφημερίδων και ποιήματα στο θησαυροφυλάκιο της
Κερύνειας, το Επί πτερύγων αγγέλου, της Στέλλας Σπύρου.

Βαδίζω στο τρίτο προς παρουσίαση έργο της.
Το Αενάως ιστορώ είναι ποιητική συλλογή με ποιήματα της περιόδου 2005 και εξής.
Με θεματικό κέντρο βέβαια την Κερύνεια. Πρώτο ποίημα Φθογγόσημα μνήμης. Σε
ρυθμούς λικνιστικούς, μακρόσυρτοι στίχοι , καθαρά ποιητικοί, με τις εικόνες και
προπάντων τις συμβολικές μελωδίες, στίχοι που κυλούν μέσα μας γλυκείς.
Και το δεύτερο ποίημα της μνήμης. Αίμα της μνήμης ο τίτλος, με ήρωα τον εσχάτως
κοιμηθέντα Χαράλαμπο Δημοσθένους. Το εκπληκτικό είναι πως η αναφορά σε
πραγματικά πρόσωπα όχι μόνο δεν εξασθενίζει τον ποιητικό λόγο αλλά τον
εμπλουτίζει με τον αναφορικό λόγο.
Και κάθε ποίημα βέβαια, όπως πάντα, αφιερωμένο στα αγαπητά της πρόσωπα,
αξεδιάλυτα δεμένα με την ίδια την ύπαρξή της. Ηχητικές εικόνες πολλές, και οπτικές
κόβονται με το εξωλογικό στοιχείο, τα πλάσματα της φαντασίας που εξομολογούνται
το βαθύτατο πόθο της λευτεριάς.
Η ποίηση αθανατίζει, και το όπλο αυτό στα χέρια της Στέλλας επιτελεί ιστορικό και
εθνικό έργο υπέρτατο. Η ποίηση καταργεί τις ρεαλιστικές αντιλήψεις. Όπως είχα
ξαναγράψει για το βιβλίο:
«Η Στέλλα Σπύρου με τη γραφίδα της αθανατίζει την Κερύνεια, που ζει και αναπνέει
στα φύλλα των βιβλίων της, στα φυλλοκάρδια τα βαθιά της. Κι όσο καιρό θα
γράφουν και θα αναπνέουν στ’ όνομά της, η Κερύνεια δεν πεθαίνει. Μέσα στις
ρωγμές της μνήμης, στους μαιάνδρους και στις χαραγές του μυαλού και στις ρανίδες
του αίματος, στο μεδούλι των κοκάλων θα υπάρχει και θα οδοδείχνει.

Ποιητική συλλογή το «Αενάως ιστορώ», με τις στιγμές να απλώνονται στο χρόνο και
στο χώρο, να συλλαβίζονται ονόματα προσώπων και πραγμάτων, άγγελοι κι
αρχάγγελοι της Ιστορίας και του μύθου, της ζωντανής πραγματικότητας που
αποθηκεύτηκε σε βιώματα συγκινητικά, μιας ζωής στον παράδεισο της νιότης, και
τώρα στη μοναξιά της προσφυγιάς να ζητά δικαιωματικά την ανάσταση και την
παρουσία του στον κόσμο μας, που όσο κι αν κάμπτεται, ελπίζει.
Αφιερωμένα τα ποιήματα τα περισσότερα σε πρόσωπα αγαπητά στην ποιήτρια και
δεμένα με την αόρατη μαγική κλωστή της Κερύνειας, μελωδούν ή απομνημονεύουν
φθογγόσημα αρχαία και βυζαντινά, ορυχεία της Ιστορίας και της ζώσας πνοής.
Το 1974 επανέρχεται δυσβάστακτο, με τους νεκρούς του, τα λαβωμένα σπίτια και την
αδικία που ευλογούν οι δυνατοί. Οι γιορτές της χριστιανοσύνης κι οι δεσμοί των
ανθρώπων μοσκοβολούν, ενώ τα πλοκάμια της Κερύνειας εξακτινώνονται στη
Μικρασία και στα ελληνικά νησιά. Το μνημονοχάρτι ατέλειωτο, ζώντων και
τεθνεώτων, τα ιστορικά γεγονότα πέφτουν σταγόνα σταγόνα στο χαρτί και το
ματώνουν. Η Στέλλα Σπύρου αενάως ιστορεί την Κερύνεια, καθώς ετάχθη.»
Ένα βιβλίο μνήμης της Κερύνειας το Αενάως ιστορώ, με μια επική θλίψη να
περιμαζεύει διάστικτες στο χρόνο στιγμές των εξεγέρσεων και διαδηλώσεων κι η
ποιήτρια να μεταφέρεται ως τη Νέα Υόρκη κρατώντας πάντα τα ιερά δισκοπότηρα
της πόλης της.
Οι σελίδες της αναπνέουν Κερύνεια, κραυγάζουν για να δεθούν με το παρόν οι
αρχαίες μνήμες, ονόματα της ιστορίας και του θρύλου, εμποτισμένα στη βαθύτατη
πίστη της απελευθέρωσης και της επανόδου.
Η καταβύθιση στην ψυχή δε γίνεται χωρίς πόνο. «Δεν αντέχω μακράν της ακτής σου,
Κερύνεια, σπαράγματα ως πότε θα δονούν τη σκέψη μου, ως πότε θα φωσφορίζουν την
εικόνα σου τ’ αστέρια...»
Αυτός ο πόνος όμως δένεται άρρηκτα με την πίστη και την καταπάτηση κάθε
μηδίζουσας λήθης, διατρανώνει και βροντά στα όρια του ποιητικού λόγου έναν
πολιτικό ελεύθερο λόγο που καταφάσκει την αγωνιζόμενη μνήμη για μια πόλη
θησαυροφυλάκιο ιστορίας, αιμοδότη της ποίησης.
Τελικά, όντως, η Στέλλα Σπύρου αενάως ιστορεί την Κερύνεια.
Ευχαριστώ

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful