Αντόνιο Βιβάλντι 

Τα βιογραφικά στοιχεία που διατίθενται στο ελληνικό διαδίκτυο για τον µεγάλο
κλασσικό συνθέτη, προκύπτουν λίγα, σκόρπια και ορισµένα µάλιστα
αµφισβητούνται από τους βιογράφους του. Στη συνέχεια παρατίθενται ορισµένα από
αυτά και όσα κατέστη δυνατόν να διασταυρωθούν. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο
γνωστότερο έργο του «Τέσσερεις εποχές».

[1]

Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι υπήρξε Ιταλός συνθέτης Μπαρόκ µουσικής, βιρτουόζος του βιολιού
και ιερέας του 17ου-18ου αιώνα. Γεννήθηκε στο ανεξάρτητο κρατίδιο της Βενετίας στις 4 Μαρτίου
1678, την ηµέρα ακριβώς που ένας ισχυρός σεισµός συγκλόνισε την πόλη. Μπορεί και το γεγονός
αυτό να ώθησε τους γονείς του να τον βαφτίσουν αµέσως µόλις ήρθε στον κόσµο. Βιογράφοι του
ωστόσο αναφέρουν και την περίπτωση να ήρθε στον κόσµο µε κάποιο σοβαρό πρόβληµα υγείας.
Τελικά, η επίσηµη βάφτισή του έγινε δύο µήνες αργότερα στο ναό του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.
Ιωάννης Βαπτιστής ήταν και το όνοµα του πατέρα του ο οποίος ήταν επαγγελµατίας βιολιστής ενώ
πριν ασκούσε το επάγγελµα του κουρέα. Ήταν εκείνος που δίδαξε στον Αντόνιο την τέχνη του
οργάνου και ήταν εκείνος που µαζί µε άλλους µουσικούς ίδρυσε την Sovvegno dei musicisti di
Santa Cecilia, µια ένωση µουσικών και συνθετών στην οποία προέδρευε ο Τζιοβάνι Λεγκρέντζι, ο
βενετσιάνος θεµελιωτής της τριο-σονάτα. Ορισµένοι πιστεύουν ότι αυτός ήταν και ο πρώτος
δάσκαλος του νεαρού Αντόνιο.
Ο Βιβάλντι αντιµετώπιζε ένα χρόνιο πρόβληµα υγείας που αφορούσε στο αναπνευστικό του
σύστηµα –πιθανόν άσθµα- αλλά αυτό δεν τον εµπόδιζε στη µουσική εκπαίδευση και στις µουσικές
δραστηριότητες παρά µόνο κατά την αδυναµία να ασχοληθεί µε τα πνευστά. Σε ηλικία 15 ετών
(1693) ξεκίνησε τις ιερατικές σπουδές ώστε στα 25 του χρόνια ήταν πλέον ο κόκκινος παπάς. Ένα
προσωνύµιο που έλαβε πιθανόν λόγω του χρώµατος των µαλλιών του. Ωστόσο ένα χρόνο αργότερα
(1704) η κατάσταση της υγείας του άρχισε να επιδεινώνεται και σταµάτησε να λειτουργεί χωρίς
όµως να αποποιηθεί την ιδιότητά του ως ιερέας.
Από το Σεπτέµβριο του 1703 ξεκίνησε να διδάσκει βιολί σε
ένα από τα τέσσερα δηµόσια ορφανοτροφεία της Βενετίας,
Pio Ospedale della Pieta, όπου τα αγόρια µάθαιναν να
δραστηριοποιούνται εµπορικά και τα κορίτσια λάµβαναν
µουσική εκπαίδευση. Οι καλύτερες µάλιστα από τις µικρές
παρέµεναν στο ίδρυµα ως µέλη της φηµισµένης ορχήστρας
του ή της επίσης φηµισµένης χορωδίας του. Εκεί ο Βιβάλντι
κέρδισε αµέσως την εκτίµηση όλων και του δόθηκε η
ευκαιρία να συνθέσει µεγάλο µέρος του συνολικού έργου
του όπως κονσέρτα, καντάτες και εκκλησιαστικά κοµµάτια.
Η ανανέωση της συνεργασίας του µε το ορφανοτροφείο
γινόταν σε ετήσια βάση -και οµόφωνα µάλιστα- µέχρι το
1709 οπότε δεν έγινε δεκτή για µία ψήφο. Έτσι καθ΄ όλη τη
διάρκεια του 1710 εργάστηκε ως ελεύθερος µουσικός ενώ
το 1711 ανακλήθηκε στο Ospedale -και αυτή τη φορά
οµόφωνα- από τα µέλη του διοικητικού συµβουλίου που
είχαν το χρόνο να διαπιστώσουν πόσο σηµαντική ήταν η
παρουσία του.

Το 1716 προήχθη σε ∆ιευθυντή του µουσικού τµήµατος ενώ την περίοδο αυτή παρήγαγε ένα
µεγάλο αριθµό έργων περιλαµβανόµενων όπερων και κονσέρτων συµµετέχοντας παράλληλα σε
φεστιβάλ και πολλές µουσικές εκδηλώσεις. Εκείνη τη χρονιά σύνθεσε µάλιστα και το ορατόριο µε
τίτλο Ο Θρίαµβος της Ιουδήθ για τον εορτασµό της ανάκτησης της Κέρκυρας από τους
Βενετσιάνους, µετά τη νίκη τους επί τον Οθωµανών.

[2]

Είναι γεγονός ότι το ύφος του
Βιβάλντι στις όπερες ενόχλησε
ορισµένους
συντηρητικούς
µουσικούς
οι
οποίοι
δεν
παρέλειψαν να εκφράσουν δηµόσια
και µε σχετικά έντυπα τη δυσφορία
τους, αν και οι ίδιοι ήταν µάλλον
ερασιτέχνες της όπερας. Το
φυλλάδιο που κυκλοφόρησε από
τον Μπενεντέτο Μαρτσέλο µε τίτλο
Θέατρο εποχών µοντέρνων παρ΄
όλο
που
συγγραφικά
είναι
εξαιρετικό, καυτηριάζει το έργο του
συνθέτη
του
οποίου
µία
καρικατούρα κοσµεί και το
εξώφυλλο.
Από το 1718 µέχρι το 1721 ο
Βιβάλντι αναλαµβάνει µαέστρος
στη Μάντοβα, πατρίδα του
Βιργίλιου, µετά από επιλογή του
ίδιου του κυβερνήτη Φιλίππου,
όπου έγραψε πολλές ακόµη όπερες.
Τότε γνωρίστηκε µε την Άννα
Τζίρο που έµελλε να γίνει και η
αγαπηµένη του πριµαντόνα. Γύρω
από τη σχέση τους αλλά και τη
σχέση του συνθέτη µε την αδελφή
της δηµιουργήθηκαν διάφορες
ιστορίες, ωστόσο τίποτε δεν
αποδεικνύει, από τα στοιχεία που
υπάρχουν σήµερα, ότι υπήρχε κάτι παραπάνω από επαγγελµατική συνεργασία. Το 1721
παρουσίασε στο Μιλάνο και το ποιµενικό δράµα La Silvia και την επόµενη χρονιά ένα ορατόριο,
λίγο πριν βρεθεί στη Ρώµη προσκεκληµένος του Πάπα Βενέδικτου ΙΓ΄ που του ζήτησε να παίξει
για τον ίδιο.
Επιστρέφοντας στη Βενετία, 1725, κουβαλάει µέσα του την όµορφη φύση της Μάντοβα. Υπό αυτές
τις αναµνήσεις σύνθεσε τις Τέσσερις Εποχές· ένα έργο πραγµατική επανάσταση στη µουσική
αντίληψη. Κάθε κονσέρτο συνδέεται µε ένα σονέτο του συνθέτη στο οποίο αποτυπώνονται οι
σκηνές που περιγράφει η µελωδία. Τρία χρόνια µετά ενώ βρισκόταν στην κορυφή της καριέρας του
δηµιουργούσε έργα κατά παραγγελία για τους βασιλικούς οίκους της Ευρώπης όπως η γαµήλια
καντάτα Gloria e Imeneo που γράφτηκε για τους γάµους του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Την ίδια χρονιά
συναντήθηκε στην Τεργέστη µε τον αυτοκράτορα Κάρολο ∆΄ ο οποίος λάτρεψε κυριολεκτικά τις
µελωδίες του συνθέτη και για το λόγο αυτό του απένειµε τον τίτλο του ιππότη, ένα χρυσό µετάλλιο
και µια πρόσκληση για τη Βιέννη.
Το 1730 ο συνθέτης συνοδευόµενος από τον πατέρα του ταξιδεύει στη Βιέννη και στην Πράγα
όπου εκτελείται και η όπερά του Farnace. Φαίνεται όµως ότι η τύχη που τον ακολουθούσε τα
τελευταία χρόνια είχε αλλάξει πορεία. Το 1741 η µουσική του στη Βενετία είχε πλέον απαξιωθεί,
τα οικονοµικά του ήταν άσχηµα και πιθανόν το περιβάλλον της γενέτειράς του να είχε βαρύνει για
αδιευκρίνιστους λόγους. Αναφέρονται διάφορες ιστορίες οι οποίες όπως κι εκείνη µε τις αδελφές
δεν µπορούν να διασταυρωθούν ώστε να βεβαιωθούν. Τότε αποφάσισε να δεχτεί την πρόσκληση
[3]

του Κάρολου. Μάταια όµως. Η τύχη τον είχε οριστικά εγκαταλείψει. Φθάνοντας στη Βιέννη ο
αυτοκράτορας πεθαίνει και µαζί του και η θέση του συνθέτη στην Αυλή.
Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι πέθανε πάµπτωχος τη νύχτα µεταξύ της 27ης και 28ης Ιουλίου 1741
από κάποια λοίµωξη στο σπίτι της χήρας ενός Βιεννέζου σαµαρά. Το πρωί τάφηκε στο νεκροταφείο
του Νοσοκοµείου της πόλης ενώ δεν έχει αποδειχθεί εάν η τελετή έγινε όπως σε άπορους.
Αργότερα µεταφέρθηκαν τα οστά του δίπλα στο Karlskirche στο χώρο του Τεχνικού Ινστιτούτου
όπου έχουν τοποθετηθεί και τιµητικές πλάκες.
Το έργο που άφησε έχει ιδιαίτερα µεγάλη έκταση. Υπολογίζεται ότι έχει γράψει 40 όπερες, 3
ορατόρια, 50 θρησκευτικές συνθέσεις, 50 κοσµικές καντάτες και σερενάτες, 100 σονάτες καθώς
και 500 κοντσέρτα και συµφωνίες. Η αναγνώρισή του έγινε πολλά χρόνια µετά το θάνατό του αν
και πολλοί συνθέτες όπως ο Γιόχαν Σεµπάστιαν Μπαχ είχαν επηρεαστεί από αυτόν. Άλλωστε από
τον µεγάλο µουσουργό άρχισαν να έρχονται στην επιφάνεια τα έργα του Βιβάλντι παρόλο που
πέρασαν πολλά χρόνια (20ος αιώνας) ώστε να αποκαλυφθούν στο σύνολό τους. Και µια σύµπτωση:
ο Μπαχ πέθανε επίσης στις 28 Ιουλίου το έτος 1750.
Πλήρεις βιογραφίες του Αντόνιο Βιβάλντι
Antonio Vivaldi, Classical Archives
Antonio Vivaldi, Baroque Music
Antonio Vivaldi, Wikipedia

[4]