A N T O N ΤΣΕΧΟΦ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΚΑΙ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ
Μια επιλογή

Μετάφραση
ΒΑΣΙΛΗΣ
ΓΙΏΡΓΟΣ

ΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΣΑΚΝΙΑΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΠΑΤΑΚΗ

Το π α ρ ό ν έργο π ν ε υ μ α τ ι κ ή ς ιδιοκτησίας π ρ ο σ τ α τ ε ύ ε τ α ι κ α τ ά τις δ ι α τ ά ξ ε ι ς της
ελληνικής νομοθεσίας (Ν. 2121/1993 ό π ω ς έχει τ ρ ο π ο π ο ι η θ ε ί και ισχύει σήμερα)
και τις διεθνείς σ υ μ β ά σ ε ι ς π ε ρ ί πνευματικής ιδιοκτησίας. Α π α γ ο ρ ε ύ ο ν τ α ι α π ο ­
λύτως οι άνευ γ ρ α π τ ή ς ά δ ε ι α ς του εκδότη κ α τ ά ο π ο ι ο ν δ ή π ο τ ε τ ρ ό π ο ή μέσο (ηλε­
κτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φ ω τ ο α ν α τ ύ π ω σ η και εν γένει α ν α π α ρ α ­
γ ω γ ή , εκμίσθωση ή δανεισμός, μ ε τ ά φ ρ α σ η , διασκευή, α ν α μ ε τ ά δ ο σ η στο κοινό σε
ο π ο ι α δ ή π ο τ ε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.

Ο Γιώργος Τσακνιάς έχει μεταφράσει τα διηγήματα
«Το βιολί του Ρότσιλντ», «Η νύστα», «Η ιτιά».
«Περιπτώσεις "Mania Grandiosa"» και «Στην εξορία»
Οι μεταφράσεις των υπολοίπων κειμένων είναι
του Βασίλη Ντινόπουλου.
Εκδόσεις Πατάκη — Ξένη λογοτεχνία / Κλασικά κείμενα
Άντον Τσέχοφ, Διηγήματα και μονόπρακτα. Μια επιλογή
Μετάφραση Βασίλης Ντινόπουλος, Γιώργος Τσακνιάς
Σύνθεση εξωφύλλου Βασιλική Καρμίρη
Στοιχειοθεσία-σελιδοποίηση Αγγελική Κουτσούκου
Φιλμ Παναγιώτης Καπένης
Μοντάζ Παναγιώτης Σαράτσης
Copyright © Σ. Πατάκης ΑΕΕΕ (Εκδόσεις Πατάκη) 1997, 1998
Πρώτη έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Ιούνιος 2004
(Κ.Ε.Τ. 4577 - Κ.Ε.Π. 605/04)
ISBN 960-16-1203-3
ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΠΑΤΑΚΗ
ΒΑΛΤΕΤΣΙΟΥ 14.106 80 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.: 210.36.50.000 - FAX: 210.36.50.069
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ: ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 65,106 78 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.: 210.38.11.740 - 210.38.11.850 - FAX: 210.38.11.940
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: EMM. ΜΠΕΝΑΚΗ 16, 106 78 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.: 210.38.31.078
ΥΠΟΚ/ΜΑ: Ν. ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ 122,563 34 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΗΛ.: 2310.70.63.54-5
Web site: http://www.patakis.gr · e-mail: info@patakis.gr, sales@patakis.gr

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος

9
Α'
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Η ψυχούλα
Το στοίχημα
Το βιολί του Ρότσιλντ
Χαμελαίων
Γυναίκα χωρίς προκαταλήψεις
Οι εχθροί
Αίσιο τέλος
Η νύστα
Η ιτιά
Περιπτώσεις «Mania Grandiosa»

15
39
55
75
83
93
119
129
141
151

Στην εξορία

157

Β'
ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ
Η επέτειος
Η αρκούδα
Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού
Πρόταση γάμου

177
203
231
241

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Άντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ (1860-1904) γεννήθηκε
στην πόλη Ταγκανρόγκ, λιμάνι της Αζοφικής Θάλασ­
σας. Ήταν φτωχής οικογένειας και στα παιδικά του
χρόνια έζησε με στερήσεις. Είχε σκληρό και αυστηρό
πατέρα, δραστήριο όμως και ταλαντούχο άνθρωπο.
Η μητέρα του ήταν καλοσυνάτη γυναίκα με πολλά
ψυχικά χαρίσματα. Η φτώχεια και ο αυταρχισμός του
πατέρα του — έδερνε πολλές φορές τα παιδιά του —
είναι οι λόγοι που η παιδική ηλικία παρέμεινε στη μνή­
μη του Τσέχοφ μια οδυνηρή ανάμνηση.
Μετά τις γυμνασιακές σπουδές πέτυχε στην ιατρι­
κή σχολή του πανεπιστημίου της Μόσχας, απ' όπου
αποφοίτησε το 1884 ως πτυχιούχος γιατρός. Άσκησε
την ιατρική και δεχόταν, κατά κανόνα χωρίς αμοιβή,
πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων, όχι όμως για
πολύ καιρό. Βαθμιαία η λογοτεχνία γίνεται η βασική
υπόθεση στη ζωή του. Ήταν λεπτός ψυχολόγος και
αυθεντία λακωνικής ακρίβειας, συνδυάζοντας με το
δικό του ιδιότυπο τρόπο το χιούμορ με το λυρισμό.
Διερευνά σε βάθος τα μυστικά της ανθρώπινης ψυχής
και ξεσκεπάζει τα πραγματικά κίνητρα των χαρακτή­
ρων στα έργα του.
Η στερημένη ζωή της νιότης του και ο φόρτος της

Μεγάλο μέρος του χρόνου του αφιερώνει στη λογοτεχνική του εργασία. «Η αρκούδα». Οι αναλυτές και μελετητές του έργου του λένε: «Ο Τσέ­ χοφ είναι πολύ αγαπητός στο ρωσικό λαό από τη βα­ θιά και συνειδητή πίστη του ότι η ομορφιά της ζωής μπορεί και πρέπει να πηγάζει μόνο μέσα από την ερ­ γασία». Πολύ γνωστά είναι και τα μονόπρακτα έργα του «Η επέτειος». Εκ πρώτης όψεως . «Οι βλαβερές συνέ­ πειες του καπνού». Το 1884 είχε ήδη δημοσιευθεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων του. «Ο θείος Βάνια». Από το 1892 μέχρι το 1897 μένει με την οικογέ­ νειά του στο χωριό Μελίχοβο (60 χμ. Από τα είκοσι πέντε χρόνια του άρχισε να κάνει αι­ μοπτύσεις. Ο ίδιος έλε­ γε ότι στη σκηνή όλα πρέπει να είναι τόσο απλά και τόσο σύνθετα όπως και στη ζωή.10 ANTON ΤΣΕΧΟΦ δουλειάς δεν πέρασαν χωρίς ν' αφήσουν σημάδια. για­ τί πίστευε ότι η ευτυχία στον άνθρωπο —αν. και για την ελευθερία της προσωπι­ κότητας του ατόμου. Η υπόθεση στα έργα του είναι απλή. Από τα τέλη ακόμα του 19ου αιώνα το όνομά του ήταν γνωστό σε πολλές χώρες του κόσμου. «Ο Βυσσινόκηπος». «Οι τρεις αδελφές». Αυτό δεν τον εμποδίζει να εργάζεται. Αγωνιζόταν ακούραστα εναντίον της δου­ λείας. Το δημιουργικό του έργο είναι τεράστιο. υπάρχει— έρχεται μόνο με την εργασία. όπως έλεγε. της βίας. Προσφέρει εδώ βοήθεια ως γιατρός στους χωρικούς και στην ανέγερση νοσοκομείου για παιδιά. από τη Μόσχα). Τα πιο γνωστά είναι «Ο Γλάρος». «Πρόταση γάμου». Από το 1896 άρχισε τη συγγραφή θεατρικών έρ­ γων.

Πίσω όμως από τις λέξεις αυτές κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος από αισθήματα. σκέψεις και ανησυχίες.ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ οι ήρωες των τσεχοφικών έργων συμπεριφέρονται με απλότητα. μιλώντας συχνά με ευκολονόητες και συ­ νηθισμένες λέξεις. ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ .

Α' ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ .

Η ΨΥΧΟΥΛΑ .

Η εικόνα ωστόσο της ηρωίδας προκαλούσε ενίοτε στους αναγνώστες πολλές αντιφά­ σεις. . Με τα καλύτερα λόγια εκφράστηκε για το διήγημα και για την εικόνα της ηρωίδας ο Λέον Τολστόι.Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Οικογένειά το 1899. Το δ ι ή ­ γημα είχε μεγάλη αναγνωστική επιτυχία. Η κόρη του Τατιάνα έγραψε στον Τσέχοφ στις 30 Μαρτίου 1899: «Η "Ψυχούλα" σας είναι μαγεία. Ο πατέρας τη διάβαζε φωναχτά τέσσερις βραδιές στη σειρά και λέει ότι έμαθε πολλά απ' αυτό το διήγημα».

Της άρεσε πολύ να συλλογίζεται και δεν κατάλαβε για πότε νύχτωσε. πάλι θα βρέξει! Κάθε μέρα βροχή. Α π ό τη μια μεριά. είναι η ζωή μας. Α π ό τ' ανατολικά πλησίαζαν σκούρα σύν­ νεφα φορτωμένα βροχή. Για κλάματα! Δουλεύεις. σκέπτεσαι συνέ­ χεια πώς να παρουσιάσεις κάτι καλύτερο. — Πάλι! λέει αγανακτισμένος. το κοινό είναι αστοί- . που λέτε. Έκανε ζέστη κι οι μ ύ ­ γες κολλούσαν ενοχλητικά επάνω της. κι έρχονταν πού και πού ψιχάλες. προσπαθείς. τα βράδια δεν κοιμάσαι. καθόταν συλλογισμένη στο μι­ κρό κατώφλι του σπιτιού της. βασα­ νίζεσαι. φοβερές χασούρες! Σήκωσε τα χέρια χτυπώντας ελαφρά τις π α λ ά ­ μες και συνέχισε γυρίζοντας προς την Όλενκα: — Αυτή. θεατρώνης επιχειρηματίας του υπαίθριου κέ­ ντρου διασκεδάσεως « Τ ι β ο λ ί » . Έμενε κι αυτός εδώ. και κοίταζε τώρα ψηλά στον ουρανό. κόρη του συνταξιούχου σύνεδρου 8ης τάξεως Πλεμιάνικοφ. στην πτέρυγα. Στη μέση του προαυλίου στεκόταν όρθιος ο Κ ο υ κίν. κι όλ' α υ ­ τά γιατί.Η Όλενκα. βροχή — σαν να το κάνει επίτη­ δες! Θηλιά στο λαιμό! Χρεοκοπία! Κάθε μέρα χα­ σούρες. Όλγα Σ ε μ ι ό νοβνα.

Απ' τις δέκα Μαΐου βρέχει ασταμάτητα μέχρι το τέλος Ιου­ νίου. Ήταν κοντός. Πρώτα . κατά το βραδάκι.. πληρώνω τους καλλι­ τέχνες. Αυτή πάντοτε και μόνιμα αγαπούσε κάποιον.. Οι ατυχίες του. φαντασμαγορικό θέαμα. Εγώ όμως πληρώνω το νοίκι. τελικά. μαζί του κι εγώ! Ας μη χαρώ την ευτυχία. κοι­ τάξτε τον καιρό: σχεδόν κάθε μέρα βρέχει. αδύνα­ τος. στράβωνε το στόμα. Στο πρόσωπό του ήταν πάντοτε ζωγραφισμένη η αγανάκτηση. Η Όλενκα άκουγε τον Κουκίν χωρίς να μιλάει. Πώς να έρθει ο κόσμος. δώσ' του προστυχιά! Α π ό την άλλη. σοβαρή. Κ α ­ ταλαβαίνει τίποτα. ωστόσο στην Όλενκα ξυπνούσε ένα πραγματικό και βαθύ αίσθημα. με χλωμό πρόσωπο και καλοχτενισμένους κρο­ τάφους. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. αλλά μήπως του χρειάζονται αυτά. χα. ούτε σ' αυτόν ούτε στον άλλο κόσμο! Το προσωπικό θα με στείλει στα δικαστήρια! Ποια δι­ καστήρια. Φαρσοκωμωδία θέλει! Δώσ' του χυδαιότητα. πλησίαζαν π ά ­ λι τα σύννεφα και ο Κουκίν είπε μ' ένα υστερικό χα­ χανητό: — Λοιπόν. Ακόμα και στα κάτεργα θα με στείλει.18 ANTON ΤΣΕΧΟΦ χείωτο. Πραγματική φρίκη. κι όταν μιλούσε. στη Σιβηρία! Ακόμα και στην κρεμάλα! Χ α .. χα! Και την τρίτη μέρα τα ίδια. ας βρέξει! Ας βρέξει κι ας πλημμυρί­ σει όλος ο τόπος. με κείνη την αδύνατη και λεπτή φωνή του. παράλογο. θαυμάσιους τρα­ γουδιστές. Την άλλη μέρα.. Του προσφέρω την πιο καλή οπερέτα. τη συγκινούσαν κι ένιωθε αγάπη απέναντι του. και πού και πού στα μάτια της έρχονταν δάκρυα.

της έπιαναν το χέρι και της έλεγαν μ' ένα ξ έ ­ σπασμα ευχαρίστησης: — Ψυχούλα! Το σπίτι. ο οποίος τώρα καθόταν άρρωστος στην πολυθρόνα σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο αναπνέοντας βαριά. άκουγε πώς έσκαζαν με κρότο οι φωτοβολίδες και φανταζόταν τον Κουκίν να δίνει μάχη με τη μοίρα του και να ορμά να κατατροπώσει το μεγαλύτερο εχθρό του — την αδιαφορία του κοινού. βρισκόταν στην άκρη της πόλης. . Τις νύχτες άκουγε που έπαιζε η μουσική. οι άντρες σκέπτονταν: «Τι καλή που ε ί ν α ι . η οποία κάπου κάπου. Όσο για τις κυρίες που την επισκέπτονταν. πάνω στην κου­ βέντα. Αγαπούσε τη θεία της. δεν μπορού­ σαν να συγκρατηθούν και. ερχόταν από το Μπριανσκ. » και χαμογελούσαν κι αυτοί. . το καλοσυνάτο α π ο νήρευτο χαμόγελο στο πρόσωπό της όταν άκουγε κάτι ευχάριστο κι ωραίο. αγαπούσε το δάσκαλό της των γαλλικών. λί­ γο πριν ξημερώσει.Η ΨΥΧΟΥΛΑ 19 αγαπούσε τον μπαμπά της. γεμάτη υγεία. τον απαλό άσπρο λαιμό με τη μαύρη ελιά. Νωρίτερα ακόμα. στο οποίο έμενε από τότε που γεννή­ θηκε και το οποίο στη διαθήκη ήταν γραμμένο στο ό ν ο μ α της. ξαφνικά. μια φορά στα δυο χρόνια. έμενε ξάγρυπνη και. όταν φοιτούσε στο προγυμνάσιο. Ένιωθε να πιάνεται γλυκά η ψυχή της. Ήταν μια ήσυχη. κοντά στο κέντρο «Τιβολί». Κοιτάζο­ ντας τα παχουλά ροδοκόκκινα μάγουλα. αφήνοντας να φαίνεται μέσα από τις . όταν αυτός γυρνούσε στο σπίτι. στο μι­ κρό καταυλισμό των Τσιγγάνων. χτυπούσε απαλά στο μικρό παράθυρο της κρεβατο­ κάμαρας και. καλόψυχη κοπέλα με τρυφερό κι άκακο βλέμμα.

20 ANTON ΤΣΕΧΟΦ κουρτίνες μόνο το πρόσωπο και ο ένας της ώμος. έγραφε τα έ ξ ο ­ δα και πλήρωνε το προσωπικό — τα ροδοκόκκινα μάγουλα της. με τη βροχή που έπε­ φτε τη μέρα του γάμου και συνέχισε να πέφτει και τη νύχτα. του χαμογελούσε με τρυφερότητα. πιστέψτε με. χτυπούσε τα χέρια κι έλεγε: — Ψυχούλα! Ήταν ευτυχισμένος. Όταν κοίταζε το λαιμό και τους μεστούς. το θέα* Ρωσική ονομασία της οπερέτας «Ο μικρός Φάουστ» του Γάλλου συνθέτη Ερβέ (1825-1892).. όμως. αλλά. το πιο σημαντικό και αναγκαίο π ρ ά γ ­ μα στον κόσμο είναι το θέατρο κι ότι μόνο αυτό δί­ νει την αληθινή ευχαρίστηση. Της έκανε πρόταση γάμου και στεφανώθηκαν. έλε­ γε. Το κοινό θέλει φαρσοκωμωδία! Χ θ ε ς βράδυ εί­ χαμε τον «Φάουστ απ' την ανάποδη»* και όλα σχε­ δόν τα θεωρεία ήταν άδεια. . που παρουσιάστηκε σαν π α ­ ρωδία της όπερας «Φάουστ» του Σαρλ Γκουνό (1818-1893). — Το κοινό. όπως και το καλό κι απλοϊκό χ α μ ό ­ γελο που ακτινοβολούσε. Μετά το γ ά μ ο περνούσαν καλά. τα 'βλεπες μια στο π α ­ ραθυράκι του ταμείου. μια στα παρασκήνια και μια στον μπουφέ. γεμάτους υγεία ώμους της. φρόντιζε να υπάρχει τάξη και καθα­ ριότητα σ' όλο τον υπαίθριο χώρο. καταλαβαίνει απ' αυτά. η έκφραση της αγανάκτησης δεν έσβησε απ' το πρόσωπό του. Αυτή καθόταν στο ταμείο. τη μόρφωση και την ανθρωπιά. Στους γνωστούς της έλεγε ότι το πιο υπέροχο. Αν εγώ κι ο Βανούλης ανεβάζαμε καμιά χυδαιότητα..

τι έλεγε για το θέατρο και τους ηθοποιούς ο Κουκίν. τους δάνειζε μικροποσά. έτσι κι αυτή περιφρονούσε το κοινό για την αδια­ φορία που έδειχνε στην τέχνη και για την αμάθεια του. νοιαζόταν για την καλή διαγωγή των μουσι­ κών. Αυτή τους σ υ ­ μπονούσε. Τις νύχτες έβηχε.. η οποία παίχτηκε για πρώτη φορά στη Ρωσία το 1865. ανακατευόταν στις πρόβες. κι αν τύχαινε να την ξεγελάσει κανένας κατεργάρης. πότε σε κανέναν ταχυδακτυλουργό και π ό ­ τε σε ντόπιους ερασιτέχνες. έκλαιγε κρυφά και σιωπηλά. κι αυτή του έδινε να πιει χυμό από βατόμουρα και του έβραζε αρωματικά άνθη φιλύ* Οπερέτα του Γάλλου συνθέτη Ζ α κ Όφενμπαχ (1819-1889). Στον άντρα της δεν έκανε κανένα π α ­ ράπονο. . διόρθωνε τους ηθο­ ποιούς. παρ' όλο που οι δ ο υ ­ λειές όλον το χειμώνα δεν πήγαν και τόσο άσχημα. κι όταν η κριτική στην τοπική εφημερίδα ήταν επιτιμητική.. το επαναλάμβανε κι η ίδια. Όπως αυτός. Ό. έκλαιγε και πήγαινε στη σύνταξη για να ζητήσει εξηγήσεις. το πρόσωπό του κιτρίνιζε και π α ρ α π ο ­ νιόταν για τα φοβερά του χρέη.Η ΨΥΧΟΥΛΑ τρο θα ήταν φίσκα. Νοίκιασαν ένα θέα­ τρο στην πόλη για όλη την περίοδο και το έδιναν για μικρά διαστήματα πότε σε κάποιο θίασο της Ο υ ­ κρανίας. Το χειμώνα πέρασαν καλά. ελάτε. Οι ηθοποιοί την αγαπούσαν κι έλεγαν «εγώ κι ο Βανούλης» και «εγώ κι η Ψυχούλα». Αύριο εγώ κι ο Βανούλης ανε­ βάζουμε τον «Ορφέα στον Άδη»*. Η Όλενκα πάχαινε κι έλαμπε ολόκληρη από ευχαρίστηση. Ο Κουκίν όμως αδυνάτιζε.

η μ α ­ γείρισσα έτρεξε ν' ανοίξει. ακούστηκε ξαφνι­ κά ένας δυσοίωνος χτύπος στην εξώπορτα. Αυτή δεν μπορούσε να κοιμηθεί μόνη και καθόταν συνεχώς στο παράθυρο κοιτάζοντας τ αστέρια. Ο Κουκίν καθυστε­ ρούσε στη Μόσχα και της έγραψε ότι θα γυρίσει τη Μεγάλη Εβδομάδα. αλλά τώρα. χαϊδεύοντας τα μαλλιά του. Σκεπτόταν τότε ότι μοιάζει με τις κότες. ξεσφράγισε το τηλεγράφημα και διάβασε τα παρακάτω: «Ιβάν Πετρόβιτς πέθανε σήμερα αιφνιδίως πτώτα αναμένουμε εντολές δηδεία Τρίτη». αργά το βραδάκι.22 ANTON ΤΣΕΧΟΦ ρας. Είσαι τόσο καλός! Τη Μεγάλη Σαρακοστή εκείνος πήγε στη Μόσχα για να βρει και να συγκροτήσει ένα θίασο. Έτσι είχε τυπωθεί το τηλεγράφημα: «δηδεία» . κάντε μου τη χάρη! ακούστηκε μια βαθιά μπάσα φωνή πίσω απ' την εξώπορτα. του έκανε εντριβή με κολόνια και τον τύλιγε με τις απαλές εσάρπες της. Έχετε τηλεγράφημα! Η Όλενκα έπαιρνε κι άλλες φορές τηλεγραφή­ ματα απ' τον άντρα της. Τη Μεγάλη Δευτέρα όμως. Κάποιος χτυπούσε την πορτούλα σαν να χτυπούσε βαρέλι: Μπουμ! μπουμ! μπουμ! Μισοκοιμισμένη. — Ανοίξτε. σέρνοντας τα ξυπόλυτα πόδια της στις μικρές λακκούβες. οι οποίες δεν κοιμού­ νται κι αυτές όλη νύχτα κι είναι ανήσυχες όταν στο κοτέτσι δεν υπάρχει πετεινός. — Τι έξοχος που είσαι μαζί μου! έλεγε με α π ό ­ λυτη ειλικρίνεια. Στα γράμματα του έδινε διάφο­ ρες εντολές σχετικά με το « Τ ι β ο λ ί » . για κάποιο λ ό ­ γο. πάγωσε. Με τα χέρια της να τρέμουν.

Η

ΨΥΧΟΥΛΑ

23

και κάποια ακαταλαβίστικη λέξη « π τ ώ τ α » . Η υπο­
γραφή ήταν του σκηνοθέτη του θιάσου οπερέτας.
— Αγαπημένε μου! φώναξε με λυγμούς η Ό λ ε ν ­
κα. Βανούλη μου, καλέ μου, καρδούλα μου! Γιατί
αντάμωσαν οι δρόμοι μας; Γιατί να σε γνωρίσω και
να σ' αγαπήσω; Πώς άφησες τη φτωχή σου Όλενκα,
τη φτωχή και δυστυχισμένη;
Η κηδεία του Κουκίν έγινε την Τρίτη στη Μόσχα,
στο νεκροταφείο Βαγκανκόφ. Η Όλενκα επέστρεψε
στο σπίτι την Τετάρτη και, μόλις μπήκε μέσα, σω­
ριάστηκε στο κρεβάτι κι άρχισε να κλαίει με λυγ­
μούς τόσο δυνατά, που ακουγόταν ως το δρόμο κι
ως τα γειτονικά σπίτια.
— Ψυχούλα! έλεγε η κάθε γειτόνισσα κάνοντας
το σταυρό της. Ψυχούλα, Όλγα Σεμιόνοβνα, σε τι
βαριά θλίψη έπεσες, καρδούλα μου!
Κάποια μέρα, τρεις μήνες αργότερα, η Όλενκα
επέστρεφε από τη λειτουργία, λυπημένη και βαρυπενθούσα. Δίπλα της περπατούσε, κατά τύχη, επι­
στρέφοντας κι αυτός απ' την εκκλησία, ένας απ' τους
γείτονες της, ο Βασίλι Αντρέιτς Πουστοβάλοφ, προϊ­
στάμενος της αποθήκης ξυλείας του επιχειρηματία
Μπαμπακάεφ. Φορούσε ψάθινο καπέλο και άσπρο
γιλέκο με χρυσή αλυσιδίτσα. Έμοιαζε περισσότερο
με γαιοκτήμονα παρά με έμπορο.
— Κάθε πράγμα έχει τη θέση του, Όλγα Σ ε μ ι ό ­
νοβνα, της είπε με σοβαρή και συμπονετική φωνή.
Όταν πεθαίνει κάποιος δικός μας άνθρωπος, σημαί­
νει ότι αυτό είναι θέλημα Θεού και, σε μια τέτοια
περίπτωση, πρέπει να έχουμε αυτοσεβασμό και να
υπομένουμε καρτερικά.

24

ANTON

ΤΣΕΧΟΦ

Αφού τη συνόδευσε μέχρι τη μικρή πόρτα της
αυλής της, τη χαιρέτησε και συνέχισε το δρόμο του.
Όλη εκείνη τη μέρα στ' αυτιά της Όλενκα ερχόταν
ο σοβαρός τόνος της φωνής του και, μόλις έκλεινε
τα μάτια, έβλεπε τα μαύρα του γένια. Της άρεσε
πολύ. Ήταν φανερό ότι του έκανε κι αυτή εντύπω­
ση, γιατί, μετά από λίγες μέρες, ήρθε να πιει μαζί
της καφέ μια ηλικιωμένη κυρία, όχι και πολύ γνω­
στή της, η οποία, μόλις κάθισε στο τραπέζι, άρχισε
αμέσως να μιλάει για τον Πουστοβάλοφ. Έ λ ε γ ε ότι
είναι καλός, σταθερός άνθρωπος κι ότι θα τον π α ­
ντρευόταν οποιαδήποτε υποψήφια νύφη. Τρεις μ έ ­
ρες αργότερα ήρθε για επίσκεψη κι ο ίδιος ο Π ο υ ­
στοβάλοφ. Κάθισε λίγο, κοντά στα δέκα λεπτά, δε
μίλησε πολύ, αλλά η Όλενκα τον αγάπησε. Τον α γ ά ­
πησε τόσο, που όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε κι έκαι­
γε ολόκληρη, σαν να είχε πυρετό. Το πρωί έστειλε
να φωνάξουν την ηλικιωμένη κυρία. Το προξενιό
έγινε γρήγορα και δεν άργησαν να παντρευτούν.
Ο Πουστοβάλοφ και η Όλενκα, μετά το γ ά μ ο ,
ζούσαν καλά. Αυτός καθόταν συνήθως στην αποθή­
κη ξυλείας ως το μεσημέρι, έφευγε ύστερα για διά­
φορες δουλειές και τον αναπλήρωνε η Όλενκα, η
οποία καθόταν στο γραφείο μέχρι το βράδυ, έγρα­
φε εκεί τους λογαριασμούς και πουλούσε εμπόρευ­
μα.
— Η ξυλεία τώρα ακριβαίνει κάθε χρόνο είκοσι
τα εκατό, έλεγε στους πελάτες και στους γνωστούς.
Με συγχωρείτε, πρώτα δουλεύαμε την ντόπια ξ υ ­
λεία, τώρα όμως ο Βασούλης πρέπει να πηγαίνει κά­
θε χρόνο στο κυβερνείο του Μογκιλιόφ. Ω! τι δ α -

Η

ΨΥΧΟΥΛΑ

25

σμολόγιο είν' αυτό, Θεέ μου! έλεγε με έκφραση φρί­
κης, κρύβοντας και τα δυο της μάγουλα με τα χ έ ­
ρια. Τι δασμολόγιο!
Πίστευε ότι με το εμπόριο της ξυλείας ασχολού­
νταν πάρα πολύ καιρό, ότι το πιο βασικό κι ανα­
γκαίο στη ζωή είναι το δάσος, και οι λέξεις καδρόνι, αποφλοιωμένοι κορμοί, σανίδα, ξύλινη επένδυση,
μπεζιμιάνκα*, κλάρες, ρυμούλκα, γκαρμπίλι** ηχού­
σαν στ' αυτιά της συγκινητικά, αγαπημένα. Τις ν ύ ­
χτες, όταν κοιμόταν, ονειρευόταν ολόκληρα βουνά
από μαδέρια και σανίδια, μακριές, ατέλειωτες σει­
ρές από κάρα να μεταφέρουν ξυλεία κάπου μακριά,
έξω απ' την πόλη. Ονειρευόταν πως ένα ολόκληρο
σύνταγμα από όρθιους κορμούς δέντρων ύψους δ έ ­
κα μέτρων και πάχους πάνω από είκοσι πόντους π ή ­
γαινε με στρατιωτικό βήμα προς την ξυλαποθήκη,
πως οι κορμοί, τα καδρόνια και τα γκαρμπίλια σ υ ­
γκρούονταν με βροντερό ήχο ξηραμένου δέντρου,
έπεφταν όλα και πάλι σηκώνονταν και μαζεύονταν
σε σωρό το ένα πάνω στο άλλο. Η Όλενκα ξεφώνι­
ζε στον ύπνο της κι ο Πουστοβάλοφ τής έλεγε με
τρυφερότητα:
—Όλενκα, τι έχεις, καλή μ ο υ ; Κάνε το σταυρό
σου!
Ό,τι σκέψεις έκανε ο άντρας της, τις ίδιες έκα­
νε κι αυτή. Αν αυτός σκεπτόταν ότι μέσα στο δ ω ­
μάτιο κάνει ζέστη ή ότι οι δουλειές τώρα πηγαίνουν
* Προφανώς είδος ή σχήμα ξύλου χωρίς ειδική ονομασία. Στη
ρωσική η έννοια της λέξης είναι «χωρίς ό ν ο μ α » .
** Το ακραίο μαδέρι στον κατά μήκος πριονισμό του κορμού.

26

ANTON

ΤΣΕΧΟΦ

με αργό ρυθμό, το ίδιο σκεπτόταν κι αυτή. Στον
άντρα της δεν άρεσαν οι διασκεδάσεις και τις μ έ ­
ρες της αργίας καθόταν στο σπίτι. Το ίδιο έκανε κι
αυτή.
— Εσείς πάντοτε είστε ή στο σπίτι ή στο γραφείο,
τους έλεγαν οι γνωστοί. Ας πηγαίνατε στο θέατρο,
Ψυχούλα, ή στο τσίρκο.
— Εγώ κι ο Βασούλης δεν έχουμε καιρό για το
θέατρο, απαντούσε αυτή με περίσκεψη και σοβαρό­
τητα. Είμαστε άνθρωποι της δουλειάς εμείς, δεν
μπορούμε ν' ασχοληθούμε με ασήμαντα πράγματα.
Τι καλό υπάρχει σ' αυτά τα θέατρα;
Τα Σάββατα ο Πουστοβάλοφ κι αυτή πήγαιναν
στην ολονύχτια λειτουργία, τις γιορτές στην πρωινή
και, γυρίζοντας απ' την εκκλησία, περπατούσαν δί­
πλα δίπλα, με πρόσωπα γεμάτα συγκίνηση, ευωδιάζοντας κι οι δυο τους, ενώ το μεταξωτό της φόρεμα
άφηνε πίσω του ένα απαλό θρόισμα. Στο σπίτι έπι­
ναν τσάι με τσουρέκι και διάφορα βουτήματα κι
ύστερα έτρωγαν πιροσκί. Καθημερινά, κατά το μ ε σημεράκι, στην αυλή και έξω απ' τη μεγάλη πόρτα,
ως το δρόμο, έφτανε η μυρουδιά του νόστιμου
μπορς* και του ψητού αρνιού ή της πάπιας. Τις μ έ ­
ρες που νήστευαν έτρωγαν ψάρι. Περνώντας έξω
απ' την πόρτα του σπιτιού τους, σου άνοιγε τόσο
πολύ η όρεξη, που ήταν αδύνατο να μη θελήσεις να
φας. Στο γραφείο το σαμοβάρι έκαιγε μονίμως για
να προσφέρουν στους πελάτες τσάι και κουλουρά­
κια. Μια φορά την εβδομάδα, άντρας και γυναίκα,
* Σούπα από διάφορα χορταρικά και μικρά κομμάτια κρέας.

Η

ΨΥΧΟΥΛΑ

27

πήγαιναν να κάνουν λουτρό, κι ύστερα, ροδοκόκκι­
νοι κι οι δυο, επέστρεφαν στο σπίτι περπατώντας
δίπλα δίπλα.
— Εντάξει, περνάμε καλά, έλεγε η Όλενκα στους
γνωστούς της, δόξα να χει ο Θεός. Μακάρι να ζουν
όλοι όπως εγώ κι ο Βασούλης.
Όταν ο Πουστοβάλοφ πήγαινε στο κυβερνείο του
Μογκιλιόφ για ξυλεία, αυτή ένιωθε μεγάλη πλήξη
και τις νύχτες δεν κοιμόταν κι έκλαιγε. Κάπου κά­
που, τα βραδάκια, την επισκεπτόταν ο κτηνίατρος
του συντάγματος, ο Σμιρνίν, ένας νέος άνθρωπος
που έμενε στην πτέρυγα του σπιτιού της σαν νοικάρης. Της μιλούσε για διάφορα πράγματα ή έπαιζε
μαζί της χαρτιά, κι αυτό την ευχαριστούσε. Ιδιαίτε­
ρο ενδιαφέρον έβρισκε σε αυτά που της έλεγε για
την οικογενειακή του ζωή. Ήταν παντρεμένος κι εί­
χε ένα γιο, αλλά χώρισε με τη γυναίκα του γιατί τον
απατούσε. Τώρα τη μισούσε και της έστελνε σαρά­
ντα ρούβλια κάθε μήνα για τη συντήρηση του παι­
διού. Ακούγοντας αυτά, η Όλενκα τον λυπόταν, κ ο υ ­
νούσε το κεφάλι κι αναστέναζε.
— Τι να πω, ο Θεός ας σας έχει καλά, έλεγε κ α ­
θώς τον χαιρετούσε συνοδεύοντας τον με το κερί ως
τη σκάλα. Ευχαριστώ που μου κάνατε συντροφιά
στην πλήξη μου, να σας δίνει ο Θεός υγεία, να σας
έχει κάτω απ' τη σκέπη Τ ο υ . . .
Εκφραζόταν πάντοτε τόσο σοβαρά και γνωστι­
κά όπως ακριβώς κι ο άντρας της. Ο κτηνίατρος εί­
χε φύγει πια, δεν μπορούσε να τον δει, η πόρτα εί­
χε κλείσει πίσω του. αλλά αυτή του φώναζε:
— Ξέρετε, Βλαντιμίρ Πλατόνιτς, θα έπρεπε να

αναστέναζαν κι οι δυο κουνώντας το κεφάλι και μιλούσαν για το μικρό παιδί. έλεγε στην κηδεία του κλαίγοντας με λυγμούς.. ίσως. ο Β α σίλι Αντρέιτς ήπιε στην αποθήκη καυτό τσάι και βγήκε ύστερα έξω χωρίς καπέλο για να παραδώσει ξυλεία. νο­ σταλγούσε να δει τον πατέρα του. αγαπημένε μου. μια χειμωνιάτικη μέρα. αυτά που της είχε πει ο κτηνίατρος για τη δυστυχισμένη οικογενειακή του ζωή. Να τη συγχωρή­ σετε για χάρη μόνο του παιδιού! Ο μικρός σίγουρα τα καταλαβαίνει όλα. μιλώντας χαμηλόφωνα. το οποίο. Όταν επέστρεφε ο Πουστοβάλοφ τού διηγού­ νταν. Κρυολόγησε κι αρρώστησε. Πήραν τους κα­ λύτερους γιατρούς. Η Όλενκα χήρεψε π ά ­ λι. με αγάπη κι α π ό ­ λυτη συμφωνία. Έτσι περνούσαν τη ζωή τους οι Πουστοβάλοφ επί έξι χρόνια. Κατόπιν. Απ το σπίτι έβγαι­ νε σπάνια. στέκονταν κι οι δυο όρθιοι μπροστά στις εικόνες. έκαναν μετάνοιες ως το πάτωμα και προσεύχονταν στο Θεό να τους δ ώ ­ σει παιδιά. αλλά η αρρώστια πήρε το δικό της δρόμο και ο Πουστοβάλοφ πέθανε ύστερα από τέσσερις μήνες στο κρεβάτι. Πώς θα ζ ή ­ σω τώρα χωρίς εσένα.. λυπηθείτε με την πεντάρ­ φανη. — Γιατί μ' εγκατέλειψες. Καλοί μου άνθρωποι. η πικραμένη και δυστυχισμέ­ νη. Φορούσε μαύρο φόρεμα με πλερέζες κι αρνιό­ ταν να βάλει καπέλο και γάντια. από μια περίεργη ροή στις σκέψεις τους.28 ANTON ΤΣΕΧΟΦ συμφιλιωθείτε με τη γυναίκα σας. πήγαινε μόνο στην εκκλησία ή στο μνή- . ήσυχα και ειρηνικά. Αλλά.

όπως φροντίζουμε και για την υγεία των ανθρώπων. Επαναλάμβανε τις σκέψεις του κτηνίατρου κι η γνώμη της τώρα για όλα τα ζητήματα ήταν ίδια με τη δική του. όταν στο ταχυδρομείο συναντήθηκε με μια γνωστή κυρία. Όταν έρχονταν επισκέπτες. κι α κ ό ­ μα πως. αλλά. Κάποια άλλη γυναίκα θα την κατέκρι­ ναν. αλλά γι' αυτή κανένας δε σκεπτόταν άσχημα κι ο κόσμος καταλάβαινε πολύ καλά αυτό που έκανε η Όλενκα. Όλο κι ακούμε να αρρωσταίνουν άνθρω­ ποι από το γάλα και να μολύνονται από τα άλογα και τις αγελάδες. Έλεγαν. της είπε: — Στην πόλη μας δεν υπάρχει σωστή κτηνιατρι­ κή επίβλεψη και γι' αυτόν το λόγο έχουμε πολλές αρρώστιες. αλ­ λά δεν το πέτυχαν. Πρέπει να φροντίζουμε ουσιαστι­ κά για την υγεία των ζώων. για παράδειγμα. Τα πρωινά την έβλεπαν κάπου κάπου να πηγαίνει με τη μαγεί­ ρισσα για ψώνια στην αγορά. Κι αυτή κι εκείνος σε κανέναν δε μιλού­ σαν για την αλλαγή που είχε γίνει στη σχέση τους και προσπαθούσαν να την κρατήσουν μυστική.Η ΨΥΧΟΥΛΑ 29 μα του άντρα της και ζούσε σαν καλόγρια. γιατί η Όλενκα δεν μπορούσε να έχει μυστικά. Ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να ζ ή ­ σει ούτε ένα χρόνο χωρίς να αφοσιωθεί κάπου και βρήκε την καινούρια της ευτυχία στην πτέρυγα του σπιτιού της. συνάδελ- . μόνο να υποθέσεις μπορούσες. ότι αυτός της διάβαζε φωναχτά την εφημερίδα. ότι την έβλε­ παν που έπινε τσάι στην αυλή με τον κτηνίατρο. πώς ζούσε και τι γινόταν μέσα στο σπίτι της. Μόνο αφού πέρασαν έξι μήνες έβγαλε τις πλερέζες κι άνοιξε στα παράθυρα τα παντζούρια.

έμειναν πίσω. τι να λέω. για τα σφαγεία της πόλης. Ύστερα. Ο πατέρας της ήταν πολύς καιρός που είχε πεθάνει και η πολυθρό­ να του ήταν πεταμένη στη σοφίτα. Αυτοί που τη συναντούσαν στο δρόμο δεν την κοίταζαν πια όπως πρώτα και δεν της χαμογελού­ σαν. Αδυνάτισε κι ασχήμυνε. αυτό είναι εκνευριστικό! Αυτή τον κοίταζε γεμάτη έκπληξη κι ανησυχία και ρωτούσε: — Βαλοντούλη. Ε π ι ­ τέλους. Ήταν ολοφάνερο ότι τα καλύτερα χρόνια π έ ­ ρασαν. κι άρχιζε τώρα κάποια και­ νούρια κι άγνωστη ζωή. άρχιζε να μιλάει για την πανούκλα στα κερασφόρα ζώα. για τη φυματίωση των οικόσιτων.3ο ANTON ΤΣΕΧΟΦ φοί του από το σύνταγμα. με δάκρυα στα μάτια. με το ένα της πόδι να λείπει. σχεδόν στη Σιβηρία. Εκείνος τότε σάστιζε κυριολεκτικά. κι εγώ. τον ικέτευε να μη θυμώνει κι ήταν κι οι δυο ευτυχι­ σμένοι. αφού το σύνταγμα μεταφέρθηκε κάπου πολύ μακριά. που καλύτερα ήταν να μην . τον αγκάλιαζε. προσφέροντας τσάι ή σερβίροντας το δείπνο. σε παρακαλώ να μην ανακατεύεσαι. κατασκονισμένη. Ο κτηνίατρος έφυγε με το σύνταγμα. Ωστόσο η ευτυχία αυτή δεν ήταν για πολύ. Η Όλενκα έμεινε μ ό ­ νη. κι όταν οι επισκέπτες έφευγαν. Τώρα πια ήταν τελείως μόνη. λοιπόν. αυτή. της έπιανε το χέρι και της έλεγε όλος φούρκα και θυμό: — Μα σου ζήτησα να μη μιλάς για κάτι που δεν καταλαβαίνεις! Όταν εμείς οι κτηνίατροι μιλάμε με­ ταξύ μας. έφυγε για π ά ­ ντα.

Το κυριότερο όμως. Με τον Κουκίν και τον Πουστοβάλοφ. Ο καταυλισμός των Τσιγγάνων είχε πια γίνει δρόμος. Έβλεπε γύρω της τα διάφορα αντικείμενα. τι νόημα έχουν όλα αυτά. κι εκεί που ήταν το υπαίθριο κέντρο « Τ ι βολί» και οι ξυλαποθήκες. κι ύστερα. Η πόλη σιγά σιγά μεγάλωνε προς όλες τις πλευ­ ρές. Τα βράδια η Όλενκα καθόταν στο ξ ώ στεγο κι άκουγε τη μουσική που έπαιζε στο « Τ ι β ο λ ί » . όταν πια νύχτωνε. ήταν ότι δεν είχε για τίποτε καμία γνώμη. και χειρότερο απ' όλα. Τώρα όμως οι σκέψεις της ήταν κενές. αλήθεια. κι η καρδιά της τόσο άδεια όσο κι η αυλή της. Κοίτα­ ζε με απάθεια την άδεια της αυλή. αλλά δεν μπορούσε να σχηματίσει γνώμη για τίπο­ τα και δεν ήξερε για ποιο πράγμα να μιλήσει. για ποιο λ ό ­ γο βρέχει. Όλα τής φαίνονταν πικρά και φρικαλέα. κι ύστερα με τον κτηνίατρο.Η ΨΥΧΟΥΛΑ 31 τη σκέπτεται. ένα μπουκάλι όρθιο ή να πέφτει βροχή ή ένα μουζίκο να πηγαίνει με το κάρο. δεν μπορείς να το πεις. τα καταλάβαινε όλα. τίποτε δεν ήθελε. τις ρουκέτες που έσκαζαν. αλλ' αυτό πλέον δεν της προκαλούσε καμιά διάθεση για σκέψεις. η Όλενκα μπορούσε να τα εξηγήσει όλα και να πει τη γνώμη της για ό. να μην έχεις καμία γνώ­ μη! Βλέπεις. δε θα το 'λεγες α κ ό ­ μα κι αν σου 'διναν χίλια ρούβλια. για τίποτε δε σκεπτόταν. Έτρωγε κι έπινε δίχως να το θέλει. πού πάει ο μουζίκος.τι ήθελε. πήγαινε να κοιμηθεί και στον ύπνο της έβλεπε την άδεια αυλή. για παράδειγμα. αλλά τι είναι αυτό το μπουκάλι. Π ό ­ σο φοβερό είναι. ξεφύτρωσαν σπίτια και . σαν να είχε γεμίσει το στομάχι της με αψέντι.

.. σαν πρώτα. Η ίδια η Όλενκα γέρασε. Αυτό που έλεγε η μαγείρισσα η Μάβρα. χ ρ ό ­ νο με το χρόνο — ούτε μία χαρά.. Το καλοκαίρι κάθεται στο κατώφλι. όλη την ψυχή της. και το χειμώνα κ ά ­ θεται στο παράθυρο και κοιτάζει το χιόνι. το νου της. να ξεχύνονται οι αναμνήσεις απ' το παρελθόν. ασχήμυνε. η στέγη άρχισε να σκουριάζει. ξαφνικά. Έτσι περνούσε ο καιρός.32 ANTON ΤΣΕΧΟΦ σχηματίστηκε μια σειρά από παρόδους. πλήξη και κενό. αυτό ήταν και το σωστό. το υπόστεγο στράβωσε κι όλη η αυλή γέμισε αγριόχορτα κι αγκα­ θωτές τσουκνίδες. Τι τα χρειάζεται. Η ψυχή θα ερημώσει πάλι κι εί­ ναι άγνωστο για ποιο σκοπό ζεις. αλλά αυτά τα χάδια της γάτας δε συγκινούν την Όλενκα. Διώχνει απ' τα πόδια τη μαύρη Μπρίσκα και της λέει μ' αγα­ νάκτηση: — Πήγαινε. Μια ζεστή μέρα του Ιουλίου. θα σφιχτεί γλυκά η καρδιά κι από τα μ ά ­ τια θα τρέξουν άφθονα τα δάκρυα. μυρίζει τη λεπτή μυρουδιά του αψεντιού. στην ψυχή της νιώ­ θει. θα της έδινε τη νόηση. Με το ελαφρό χάδι της άνοιξης. την ώρα που στο δρόμο οδηγούσαν το κοπάδι της . μέρα με τη μέρα. η Μπρίσκα. Τι γυρεύεις ε δ ώ ! . το δρόμο της ζωής. θα ζέσταινε το γερασμένο της αίμα. ούτε μία γνώμη. Η μαύρη γατού­ λα. με το χτύπο της καμπά­ νας που φέρνει ο αέρας από τις εκκλησιές. που θα κυρίευε όλη της την ύπαρξη. Αυτή χρειάζεται αγάπη. Πόσο γ ρ ή ­ γορα περνάει ο καιρός! Το σπίτι της Όλενκα ξεθώ­ ριασε. χαϊδεύεται και ρουθουνίζει ελαφρά. Αυτό όμως θα είναι μόνο για λίγο. θα νιώ­ σει. . πήγαινε!. λίγο πριν νυχτώσει.

— Είναι με το παιδί στο ξενοδοχείο κι εγώ ψά­ χνω να βρω διαμέρισμα για να μείνουμε. Θεέ μου. Ω. — Θέλω πολύ να μείνω εδώ. Τα θυμήθηκε αμέσως όλα. — Καλέ μου! μουρμούρισε τρέμοντας από χαρά. ελάτε να μείνετε στο σπίτι μου! Μήπως εδώ δεν είναι διαμέρισμα. Η Όλενκα πήγε μόνη της ν' ανοίξει και. Μείνετε εδώ εσείς. Χωρίς να βγάλει ούτε μία λέξη και έντονα συγκινημένη. — Έ λ α Χριστέ και Παναγιά. δεν κατάλαβε πότε μπήκαν κι οι δυο στο σπίτι και κάθισαν να πιουν τσάι. Μεγάλωσε. ήρθα να δοκιμάσω ελεύθερος την τύχη μου. κι ούτε θέλω να μου δώσετε τίποτε. δεν κρατήθηκε. Απ' έξω στε­ κόταν ο κτηνίατρος Σμιρνίν. Στο . μόλις έριξε τη ματιά της.. Υπέβαλα παραίτηση και να 'μαι τώρα. τα 'φτιαξα με τη γυναίκα μου.Η ΨΥΧΟΥΛΑ 33 πόλης και σηκωνόταν σύννεφο η σκόνη. με τα χέρια στη μέση. Κι εγώ. θα χαρώ πολύ! Την επόμενη μέρα έβαψαν τη στέγη κι άσπρισαν τους τοίχους. Θεέ μου. κάποιος ξαφνικά χτύπησε το πορτάκι της εξώπορτας. Είναι καιρός να πάει ο γιος μου στο γυμνά­ σιο. Η Όλενκα. εμένα μου φτάνει και η πτέρυ­ γα. έμεινε με το στόμα ανοιχτό. π η ­ γαινοερχόταν στην αυλή κι έκανε κουμάντο. Αχ. ρώτησε η Όλενκα. ξέρεις. άρχισε να λέει α υ ­ τός. Βλαντιμίρ Πλατόνιτς! Α π ό πού σ' έφερε ο Θεός.. — Και πού είναι λοιπόν. να ζήσω κάπου μόνιμα. με άσπρα τώρα μαλλιά και με πολιτικά ρούχα. είπε συγκινημένη η Όλενκα κι άρχισε να κλαίει πάλι. άρχισε να κλαίει κι απόθεσε το κε­ φάλι της στο στήθος του.

. σας παρακα­ λώ. σαν αυτό το μικρό παιδί να ήταν δικό της. ένα γατάκι. — Νησί ονομάζουμε το μέρος της ξηράς. κοντό για την ηλικία του (είχε συμπληρώσει τα εννιά). . ρώτησε την Όλενκα. διάβασε το παιδί. Όταν γεννήσει. του 'δωσε να πιει τσάι και. Ήρθε η γυναίκα του κτηνίατρου. δωρίστε μας.. Η μαμά φοβάται πολύ τα ποντίκια. . δική σας είναι η γάτα.34 ANTON ΤΣΕΧΟΦ πρόσωπο της άρχισε να λάμπει το παλιό της χαμό­ γελο. η καρδιά στο στήθος της ζ ε ­ στάθηκε κι ένιωσε ένα γλυκό σφίξιμο. . εξυπνούλη μου. αυτή τον κοίταζε με τρυφερότητα και συμπόνια και του ψιθύριζε: — Χρυσέ μου. με καθαρά γαλάζια μάτια και με λακκουβάκια στα μάγουλα. επα­ νέλαβε αυτή. ασπρούλη μ ο υ . Όταν το βράδυ καθό­ ταν στην τραπεζαρία κι έκανε επανάληψη στα μ α ­ θήματα του. σαν να ξύπνησε ύστερα από μακρύ ύπνο. ξαφνικά. — Νησί ονομάζουμε. Παιδάκι μου καλό. ομορφούλη μ ο υ . Η Όλενκα μίλησε για λίγο μαζί του. έτρε­ ξε πίσω απ' τη γάτα κι ακούστηκε τότε το εύθυμο γέλιο του.. ζωντάνεψε ολόκληρη. κι ήταν η πρώτη γνώμη που διατύπω­ σε με βεβαιότητα ύστερα από τόσα χρόνια σιωπη­ λών και κενών σκέψεων. μια αδύνατη κι άσχημη κυρία με κοντά μαλλιά και ιδιότροπη έκ­ φραση. το μέρος της ξηράς που περιβάλλεται με νερό απ' όλες τις πλευρές. Είχε τώρα δικές της γνώμες και την ώρα του δεί- . χ ο ­ ντρουλό. γεμάτη δροσιά και φρε­ σκάδα. — Θειούλα. Μόλις μπήκε στην αυλή. Μαζί της και το παιδί. ο Σάσια.

τελείως ακίνητος. λέει η Όλενκα και τον κοιτάζει σαν να τον ξεπροβοδίζει . Η μ η ­ τέρα του έφυγε για το Χάρκοβο. Ο πατέρας του έφευγε κάθε μ έ ­ ρα για να εξετάσει τα ζώα κάπου στα κοπάδια και τύχαινε πολλές φορές να λείπει απ' το σπίτι και τρεις μέρες.Η ΨΥΧΟΥΛΑ 35 πνου έλεγε στους γονείς του Σάσια πόσο δύσκολο είναι για τα παιδιά να σπουδάζουν στο γυμνάσιο. παλικάρι μου! Είναι ώρα να πας στο γυμνάσιο. και δεν επέστρεψε. σήκω. Αν θέλεις. Α κ ό ­ μα δεν έχει συνέλθει απ' τον ύπνο και γι' αυτό δεν έχει πολλή διάθεση. Αυτός κοιμάται βαθιά. ότι πέθαινε απ' την πείνα. Ο Σάσια άρχισε να πηγαίνει στο γυμνάσιο. ντύνεται. — Σάσενκα. και τον πήρε κοντά της στην πτέρυγα. κάνει την προσευχή του και κάθεται ύστερα να πιει το τσάι του. το ποίημα δεν το 'μαθες καλά. τακτοποιώντας τον εκεί σ' ένα μικρό δ ω ­ μάτιο. μπορείς να γίνεις μηχανικός. — Σάσενκα. Λ υ ­ πάται να τον ξυπνήσει. Αυτός σηκώνεται. λέει λυπημένη. μπορείς να γίνεις γιατρός. ωστόσο η θεωρητική εκπαίδευση είναι καλύτερη από την πρακτική. με το χέ­ ρι του κάτω απ' το μάγουλο. Πίνει τρεις κούπες και τρώει δυο μεγάλα κουλούρια και μισή φραντζολίτσα γαλλικό ψωμί με βούτυρο. Κάθε πρωί η Όλενκα μπαίνει στο δωμάτιο του. στην αδερφή της. γιατί από το γυμνάσιο όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί. ότι περίσσευε στο σπίτι. Στην Όλενκα φαινόταν ότι τον Σάσια τον είχαν παρατήσει. Πέρασε ήδη μισός χρόνος που ο Σάσια μένει μ α ­ ζί της στην πτέρυγα.

Όταν στρί­ βουν στην πάροδο που είναι το γυμνάσιο. Ω. Αφού τον συνόδευσε ως το γυμνάσιο. το παιδί ντρέπεται που τον ακολουθεί μια χοντρή και ψηλή γυναίκα. Αυτός κοιτάζει πίσω κι αυτή του βάζει όπως όπως στο χέρι ένα χουρμά ή καραμέλες. για τα λακκουβάκια στα μάγουλα του. μέχρι να κρυφτεί στην είσοδο του γυμνασίου. ποτέ παλιότερα δεν είχε υποταχθεί τόσο ολόψυχα. θα πάω μόνος μου τώρα. Παίρνει ύστερα το δρόμο για το γυμνάσιο. Γιατί. Γι' αυτό το ξένο παιδί. επιστρέφει ήσυχα στο σπίτι. Ρίχνει μια ματιά γύρω του και λέει: — Θεία.36 ANTON ΤΣΕΧΟΦ για μακρινό ταξίδι. θα έδινε όλη της τη ζωή. ευχαριστημένη. που μέσα της φουντώνει όλο και πιο πολύ το αίσθη­ μα της μητρότητας. πηγαίνετε στο σπίτι. με μεγάλη τραγιάσκα και την τσάντα στην πλάτη. Να προσπαθείς. για την τραγιάσκα. σας παρακαλώ! λέει ο Σάσια. Έχω πολύ την έγνοια σου. Το πρόσωπο της.. θα την έδινε με χαρά. με δάκρυα συγκίνησης. Γιατί άραγε. Αυτή σταματάει και τον παρακολουθεί με τα μ ά ­ τια καρφωμένα επάνω του. Να είσαι υπάκουος στους δασκάλους. Πίσω του περπατάει αθόρυβα η Ό λ ε ν ­ κα... να προσπαθείς και να μ α ­ θαίνεις. χα- . πουλάκι μου. ήρεμη και πλημμυρισμένη από αγάπη. αφήστε με.. με τόση ανιδιοτέλεια και ευχαρίστηση. Ποιος να το ξ έ ­ ρει. — Σάσενκα-α! φωνάζει. πόσο τον αγαπάει! Ποτέ σε κανέναν δεν είχε δείξει τόσο βαθιά αφοσίωση. όπως τώρα. μι­ κρός αυτός. — Αχ. που τους τελευταίους έξι μήνες έχει ανανεωθεί.

Ετοιμάζοντας τον να κοιμηθεί. με τα δάκρυα να τρέχουν απ' τα κλειστά μάτια της στα μάγουλα. Ξαφνικά ακούγεται δυνατός χτύπος στην ε ξ ώ ­ πορτα. Μιλάει ύστερα για τους δασκάλους. αλλά χθες στην πρώτη τάξη τους έβαλαν να μάθουν α π έ ­ ξω ένα ποίημα. το βράδυ προετοιμάζουν μαζί τα μαθήματα και μαζί κλαίνε. Ξ α π λ ώ ­ νοντας ύστερα στο κρεβάτι. άλογα. Όλγα Σεμιόνοβνα! Πώς εί­ στε. .Η ΨΥΧΟΥΛΑ 37 μογελάει. Ψυχούλα. Τι να πρωτοκάνει το παιδί.. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά. . ακριβώς όπως μι­ λάει γι' αυτά ο Σάσια. όταν ο Σάσια. . Στις τρεις η ώρα γευματίζουν μαζί. — Είναι δύσκολο τώρα για τα παιδιά να φοιτούν στο γυμνάσιο. Αποκοιμιέται κι ακόμα σκέπτεται τα ίδια. Είναι αστείο. το μακρινό κι αόριστο. Όσοι τη συναντούν στο δρόμο χαίρονται να την κοιτάζουν και της λένε: — Χαίρετε. να μεταφράσουν λατινικό κείμενο και να λύσουν ένα πρόβλημα μαθηματικών. Π ε ρ ­ νάει μισό λεπτό κι ακούγεται πάλι χτύπος. λέει στην αγορά.». Ψυχούλα μ ο υ . θα παντρευτεί και θ' αποκτήσει παιδιά.. Η Όλενκα ξυπνάει με κομμένη την ανάσα απ' το φόβο. μ ο υ ρ . θα γίνει γιατρός ή μηχανικός. μουρ. αμάξι. ονειροπολεί για το μέλ­ λον. που θα 'χει τελειώσει τα μαθήματα στο γυμνάσιο. για τα σχολικά βιβλία. . . η Όλενκα τον σταυ­ ρώνει πολλή ώρα και ψιθυρίζει προσευχές. θα έχει δικό του μεγάλο σπί­ τι. για τα μ α ­ θήματα. Η μαύρη γατούλα είναι ξαπλωμένη στο πλευρό της και ρουθουνίζει: « Μ ο υ ρ . λάμπει.

. Θεέ μου! Είναι σ' απόγνωση. . Η μητέρα του ζ η ­ τάει να πάρει κοντά της τον Σάσια στο Χ ά ρ κ ο β ο . Της φαίνεται ότι δεν υπάρχει στον κόσμο άνθρωπος πιο δυστυχισμένος απ' αυτή. Περνάει όμως άλλο ένα λεπτό κι ακούγονται φωνές. Δόξα να 'χει ο Θεός. σκέπτεται και το σώμα της τρέμει ολόκληρο. Είναι ο κτηνίατρος που γυρίζει στο σπίτι απ' τη λέ­ σχη. Ω. Το βάρος φεύγει σιγά σιγά απ' την καρδιά και νιώθει πάλι ξαλαφρωμένη.38 ANTON ΤΣΕΧΟΦ Είναι τηλεγράφημα απ' το Χάρκοβο. τα χέρια έχουν παγώσει. Ξαπλώνει και σκέπτεται τον Σάσια. ο οποίος κοιμάται βαθιά στο διπλανό δωμάτιο και κάπου κάπου παραμιλάει: — Θα σου δείξω εγώ! Φύγε από δω! Μη χτυπάς! . τα πόδια. Το κεφάλι της. σκέπτεται.

ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ .

.Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Νέα Εποχή το 1889.

γενικά και παντού. Οι επισκέπτες. είπε ο οικοδεσπό­ της. αλλά τα ισό- . Η εκτέλεση σκοτώνει αμέσως. δεκαπέντε χρόνια πριν. ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν αρκετοί επιστήμονες και δημο­ σιογράφοι. Δε δοκίμασα ούτε τη θανατική ποινή ούτε τα ισόβια δεσμά. Έβρισκαν ξ ε π ε ­ ρασμένο αυτό τον τρόπο τιμωρίας. αλλά.I Ήταν μια σκοτεινή φθινοπωρινή νύχτα. Μεταξύ των άλλων μίλησαν και για τη θανατική ποινή. είχε στο σπί­ τι του καλεσμένους. Σ' εκείνη τη συγκέντρωση ήταν πολλοί γνωστικοί άνθρωποι κι έγιναν ενδιαφέρου­ σες συζητήσεις. — Εγώ δε συμφωνώ μαζί σας. ν' αντικατασταθεί με τα ισόβια δεσμά. ανάρμοστο και ανήθικο για χριστιανικές κυβερνήσεις. Ορισμένοι υποστήριζαν ότι η θανατική ποινή θα έπρεπε. η θανατική ποινή είναι ηθικότερη και πιο ανθρωπιστική από τα ισόβια. Ο γ έ ρ ο ­ ντας τραπεζίτης βημάτιζε στο γραφείο του από τη μια γωνιά στην άλλη και θυμόταν που. ένα φθινοπωρινό βράδυ. τότε. στην πλειοψηφία τους τάχτηκαν αρνητικά σχετικά με την ποινή του θανάτου. κατά τη δική μου γνώμη. αν μπορεί κανείς να κρίνει a priori.

βάζω δυο εκατομμύρια! — Σύμφωνοι! Εσείς βάζετε τα εκατομμύρια κι εγώ την ελευθερία μου! είπε ο νομικός.42 ANTON ΤΣΕΧΟΦ βια σκοτώνουν σιγά σιγά. — Και το ένα και το άλλο είναι το ίδιο ανήθικα. Ποιος δήμιος απ' τους δυο είναι πιο ανθρωπιστικός. έγινε ξαφνικά έξω φρενών. είπε: — Και η ποινή του θανάτου και τα ισόβια είναι το ίδιο ανήθικα. αν θελήσει. . Όταν του ζήτησαν τη γνώμη. απάντησε ο νομικός. Εκείνος που σας σκοτώνει μέσα σε λίγα λεπτά ή αυτός ο οποίος σας αφαιρεί λίγο λίγο τη ζωή για πολλά χρόνια. που τότε ήταν νεότερος και πιο νευρώδης. Ο τραπεζίτης. Η κυβέρνηση δεν είναι θεός. θα διάλεγα βέβαια το δεύτερο. — Αν το λέτε σοβαρά. παρατήρησε κάποιος απ' τους επισκέπτες. επειδή έχουν έναν και τον αυτό σκοπό: την αφαίρεση ζωής. αλλά. Εντάξει! φώναξε ο τραπεζίτης. γύρω στα είκοσι πέντε. Να ζεις με κάποιον τρόπο είναι καλύτερα από το να μη ζεις. Μεταξύ των επισκεπτών ήταν κι ένας νομικός. νέος άνθρωπος. Δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει εκείνο που δεν μπορεί. να δώσει πίσω. Η συζήτηση άναψε για τα καλά. αν με πρότειναν να διαλέξω ένα από τα δυο. Κύριοι. χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και φώναξε απευθυνόμενος στο νεαρό νο­ μικό: — Δεν είναι αλήθεια! Βάζω στοίχημα δυο εκατομ­ μύρια ότι δε θα μείνετε στο κελί ούτε πέντε χρόνια. βάζω στοίχημα ότι θα μείνω όχι πέντε αλλά δεκαπέντε! — Δεκαπέντε.

Λέω τρία τέσσερα γιατί δε θα μείνετε περισσότερο. Αποφάσισαν ο νομικός να εκτί­ σει την εθελοντική ποινή του κάτω από την αυστη­ ρότερη επίβλεψη. το ανήκουστο και ανόητο στοί­ χημα μπήκε! Ο τραπεζίτης. Ποιο το όφελος που ο νομικός έχασε δεκαπέντε χρόνια ζωής. Όχι βέβαια. μην ξέροντας τότε ούτε κι ο ίδιος πόσα εκατομμύρια έχει. ήταν ενθουσιασμένος με το στοί­ χημα. θυμόταν όλ' αυτά κι αναρωτιόταν: «Γιατί μπήκε αυτό το στοίχημα. λοιπόν. βηματίζοντας από τη μια γωνιά στην άλλη. Μωρολογίες κι ανοησίες. Θυμήθηκε επίσης αυτά που έγιναν ύστερα από το βράδυ εκείνο. » . νεαρέ μου. . Α π ό τη δική μου πλευρά ήταν μια παραξενιά ανθρώπου που είναι χορτάτος. ότι η εθελοντική φυλά­ κιση είναι πολύ πιο βαριά από την υποχρεωτική. σε μία από τις πτέρυγες κοντά . Η σκέψη ότι οποιαδήποτε στιγμή έχετε το δικαίωμα να βγείτε έξω ελεύθερος θα δηλητηριάσει όλη σας την ύπαρξη μέσα στο κελί της φυλακής. εσείς όμως κινδυνεύετε να χάσετε τρία τέσ­ σερα από τα καλύτερα χρόνια της ζωής σας. κι απ' την πλευρά του νομικού απληστία για λ ε φ τ ά . κι εγώ πετάω δυο εκατομμύρια. κακόμοιρε. Μην ξεχνάτε επίσης. Για μένα δυο εκατομμύρια δεν είναι τί­ ποτα. Στο δείπνο πείραζε το νομικό κι έλεγε: — Βάλτε λίγο μυαλό. πριν ακόμα εί­ ναι αργά. Μπορεί αυτό να αποδεί­ ξει στους ανθρώπους ότι η καταδίκη σε θάνατο εί­ ναι χειρότερη ή καλύτερη από τα ισόβια δεσμά. . Σας λυπά­ μαι! Ο τραπεζίτης τώρα.ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ 43 Κι αυτό. κακομαθημένος κι απερίσκεπτος.

Όσο για τον καπνό. ακουγόταν συνεχώς το πιάνο. Του επιτρεπόταν να έχει μουσικό όργανο. έστω και δυο λεπτά πριν από το τέλος της προθεσμίας. έγραφε. Με τον έξω κόσμο. να βλέπει ανθρώπους ζωντανούς. Το κρασί. να πίνει κρασί και να καπνίζει. ώστε να υπάρχει αυστηρή απομόνωση. υπέ­ φερε πολύ από τη μοναξιά και την πλήξη. Συμφώνησαν ότι στη διάρκεια των δεκαπέντε χρόνων δε θα είχε το δι­ καίωμα να περάσει το κατώφλι της πτέρυγας. από τις 12 το μεσημέρι της 14ης Νοεμβρίου 1870 μέχρι τις 12 το μεσημέρι της 14ης Νοεμβρίου 1885.44 ANTON ΤΣΕΧΟΦ στο σπίτι του τραπεζίτη. Η παραμικρή απόπειρα από το νομικό να π α ­ ραβεί τους όρους. απελευθέρωνε τον τραπεζί­ τη από την υποχρέωση να του πληρώσει τα δυο εκατομμύρια. Τον πρώτο χρόνο φυλακής του. σύμφωνα με ει­ δικό όρο. και υποχρέωνε το νομικό να μείνει στη φυλακή ακριβώς δεκαπέντε χρόνια. να γράφει γράμματα. Η συμφωνία προέβλεπε ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες. Τον πρώτο χρόνο . να πίνεις ωραίο κρασί και να μη βλέπεις κανέναν. ν' ακούει ανθρώπι­ νες φωνές και να παίρνει γράμματα ή εφημερίδες. βρο­ μίζει τον αέρα στο δωμάτιο του. να δια­ βάζει βιβλία. Άλλωστε. μέσα από ένα μικρό παράθυρο φτιαγμένο ειδικά γι' αυτόν το σκοπό. μπορούσε να επικοινωνεί μόνο χωρίς να μιλάει. διεγείρει τις επιθυμίες. Από την πτέρυγα. δεν υ π ά ρ ­ χει τίποτα πιο πληκτικό. οι οποίες εί­ ναι εχθροί του φυλακισμένου. Κρασί και καπνό αρνήθηκε να πάρει. νύχτα και μέρα. κι όσο μπορεί κανείς να κρίνει από τα σύντομα σημειώματα.

Τον πέμπτο χρόνο ακούστηκε πάλι μουσική κι ο έγκλειστος νομικός παρακάλεσε για κρασί. συχνά χασμουριόταν και μιλούσε θυμωμένα με τον εαυτό του. Ρίχτηκε με τα μούτρα στη μελέτη αυτών των επιστημών. . πολύ θα σας παρακαλούσα. Δείξτε τις στους ειδικούς κι ας τις διαβάσουν. έλαβε από τον κατάδικο του το εξής γράμμα: «Αγαπητέ μου δεσμοφύλακα! Σας γράφω αυτές τις γραμμές σε έξι γλώσσες. Εκείνοι που τον παρακολουθούσαν απ' το παράθυρο έλεγαν ότι ολόκληρη εκείνη τη χρονιά μ ό ­ νο έτρωγε. Άλλες φορές τον άκουγαν που έκλαιγε. Στο δεύτερο μισό του έκτου χρόνου ο φυλακι­ σμένος ασχολήθηκε επίμονα με τη μελέτη γλωσσών. που ο τραπεζί­ της μόλις προλάβαινε να του στέλνει βιβλία. Τη δεύτερη χρονιά η μουσική σίγησε στην πτέ­ ρυγα κι ο νομικός ζητούσε στα σημειώματα του μ ό ­ νο κλασικούς. Κατά την περίοδο αυτής της μανίας ο τραπεζίτης. κ ο ­ ντά στα ξημερώματα. Βιβλία δε διάβαζε. κωμω­ δίες και άλλα. διηγήματα με εγκληματικό και φανταστικό περιεχόμενο.ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ 45 του έστελναν κυρίως βιβλία ελαφρού περιεχομένου. τόσο. μεταξύ των άλλων. φιλοσοφίας και ιστορίας. έσκιζε σε μικρά κομμάτια όλα όσα είχε γράψει. Μερικές φορές καθόταν τις νύχτες να γράψει. Μέσα σε τέσσερα χρόνια ζήτησε και του 'στειλαν γύρω στους εξακόσιους τόμους. Αν δε βρουν κανένα λάθος. Περίπλοκα ερωτικά μυθιστορήματα. Έγραφε για πολλή ώρα και. τότε. έπινε και ξάπλωνε στο στρώμα.

46 ANTON ΤΣΕΧΟΦ προστάξτε να πυροβολήσουν στον κήπο με το ντουφέκι. Στον τραπεζίτη φαινόταν περίεργο που ένας άνθρωπος ο οποίος κατάφερε να διαβάσει σε τέσσερα χρόνια εξακόσιους δύσκολους τόμους χρειάστηκε ένα σχεδόν χρόνο για να διαβάσει ένα ευκολονόητο και όχι χοντρό βιβλίο. χωρίς καμία διά­ κριση. Ο πυροβολισμός αυτός θα μου πει ότι οι προσπάθειες μου δεν πήγαν χαμένες. ανά- . την άλλη ζητούσε Μπάυρον ή Σαίξπηρ. μετά το δέκατο χρόνο. αλλά μέσα σ' όλους καίει μία και μόνη φλό­ γα. Στη συνέχεια. Οι μ ε ­ γαλοφυίες όλων των εποχών και όλων των χ ω ­ ρών του κόσμου μιλούν σε διαφορετικές γλώσ­ σες. Τα τελευταία δυο χρόνια της φυλάκισης ο κατά­ δικος διάβαζε υπερβολικά πολύ. Μετά το Ε υ α γ ­ γέλιο πήραν σειρά η ιστορία των θρησκειών και η θεολογία. Ω. Σε μερικά σημειώματα του παρακαλούσε να του στείλουν τ α υ ­ τόχρονα και χημεία και εγχειρίδιο ιατρικής και μ υ ­ θιστόρημα και κάποια φιλοσοφική ή θεολογική πραγματεία. Τη μια φορά μελετούσε φυσικές επιστήμες. έμοιαζε σαν να κολυμπούσε στη θάλασσα. αν ξέρατε ποια ουράνια ευτυχία δοκιμά­ ζει τώρα η ψυχή μου που ξέρω πώς να τους κ α ­ ταλάβω!». ο νομικός καθόταν ακίνητος στο τραπέζι και διάβαζε μόνο το Ευαγγέλιο. Η επιθυμία του κατάδικου εκπληρώθηκε και ο τραπεζίτης πρόσταξε να πυροβολήσουν στον κήπο δυο φορές. Μ' όλα αυτά τα διαβάσματα που έκα­ νε.

αλλά τώρα φοβόταν να θέσει στον εαυτό του το ερώτημα: Τα λεφτά που είχε ή τα χρέη του ήταν περισσότερα. οδήγησαν λίγο λίγο τις δουλειές του σε παρακμή και ο απαθής. θα απολαύσει τη ζωή. θα παίζει στο χρηματιστή­ ριο. και. ο επαρμένος. θα παντρευ­ τεί.τι έχω και δεν έχω. υποχρεώνομαι να του πληρώσω δυο εκατομμύρια. Το ριψοκίνδυνο χρημα­ τιστηριακό παιχνίδι. Κατά τη συμφωνία. Γιατί δεν πέ­ θανε αυτός ο άνθρωπος. οι τολμηρές κερδοσκοπίες και το θερμόαιμο του χαρακτήρα του. θα βλέπω με ζήλια και θ' ακούω κάθε μέρα να μου λέει τα ίδια λόγια: «Μένω . Αν το κάνω. . απ' το οποίο δεν μπορούσε ν' απαλλαγεί ακόμα και στα γεράματα. για μένα όλα τελειώνουν. ο περήφανος ζάπλουτος μ ε ­ ταμορφώθηκε σ' έναν κοινό και μέτριο τραπεζίτη που τρέμει σε κάθε άνοδο και κάθοδο στις αξίες που έπαιρναν τα χρεόγραφα. Πριν από δεκαπέντε χρόνια δεν ήξερε κι ο ίδιος πόσα εκατομμύρια είχε.ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ 47 μεσα στα συντρίμμια κάποιου καραβιού. — Καταραμένο στοίχημα! μουρμούριζε ο γέρος πιάνοντας με απόγνωση το κεφάλι του. Είναι ακόμα σαράντα χ ρ ο ­ νών. σαν ζητιάνος. πιανόταν άπληστα πότε απ' το 'να συντρίμμι και πότε απ' τ' άλλο! II Ο γερο-τραπεζίτης θυμόταν όλα αυτά και σκε­ πτόταν: «Αύριο στις 12 το μεσημέρι θα είναι ελεύ­ θερος. κι εγώ. Θα μου πάρει ό. » . επι­ θυμώντας να σωθεί. . θα χρεοκοπήσω ο ρ ι σ τ ι κ ά .

π ή ­ ρε από το χρηματοκιβώτιο το κλειδί της πόρτας. Ο τραπεζίτης έβαλε το α υ ­ τί του ν' αφουγκραστεί. Άναψε ένα σπίρτο.48 ANTON ΤΣΕΧΟΦ υπόχρεος απέναντι σας για την ευτυχία μου. «Αν έχω το κουράγιο να κάνω αυτό που σκο­ πεύω να κάνω» σκέφτηκε ο γέρος «η υποψία θα π έ ­ σει πρώτα απ' όλα στο φύλακα». Πλησιάζοντας προς το μέρος της. ενώ στη γ ω - . Ήταν φα­ νερό ότι είχε πάει να καλυφθεί απ' την κακοκαιρία και τώρα θα κοιμόταν κάπου στην κουζίνα ή στο θερμοκήπιο. η οποία δεν άνοιξε ποτέ στη διάρκεια δεκαπέντε χ ρ ό ­ νων. Έβρεχε. φόρεσε το παλτό του και βγήκε απ' το σπίτι. φώναξε δυο φορές το φύλακα. Ο τραπεζίτης προσπαθού­ σε να εντείνει την όραση του. Προχώρησε λίγο χωρίς να βλέπει και βρέθηκε σ' ένα μικρό διάδρομο. Έ ξ ω ήταν σκοτεινά κι έκανε κρύο. επι­ τρέψτε μου να σας βοηθήσω!». Προσπαθώντας να μη βγάλει ούτε άχνα. Ψηλαφώντας στο σκοτάδι τα σκαλοπάτια και την πόρτα. που έκανε τα δέντρα να γέρνουν ακατάπαυστα μια από δω και μια από κει. Στο σπίτι όλοι κοιμούνταν και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος έξω απ' τα παράθυρα που έκαναν τα παγωμένα απ' το κρύο δέντρα. Είδε μόνο το κρεβάτι χωρίς στρώμα. Απάντηση καμία. Δεν υπήρχε ψυ­ χή. αυτό πάει π ο ­ λύ! Η μοναδική σωτηρία από τη χρεοκοπία και την ντροπή είναι ο θάνατος αυτού του ανθρώπου! Χτύπησε η ώρα τρεις. Ε όχι. αλλά δεν έβλεπε ο ύ ­ τε γη ούτε άσπρα αγάλματα ούτε δέντρα ούτε την πτέρυγα. Στο αλσύλλιο φυσούσε με βουητό δυνατός υγρός αέρας. μπήκε στον προθάλαμο της πτέρυγας.

και το χέ- . Ο τραπεζίτης τότε έβγαλε προσεχτικά απ' την πόρτα τη σφραγίδα κι έβαλε το κλειδί στην κλειδαρότρυπα. στα δυο καθίσμα­ τα και στο χαλί. Το χρώμα στο πρόσωπο του ήταν κίτρινο με χωματένια απόχρωση. Α π ό τη σκουριασμένη κλειδαριά ακού­ στηκε ένας βραχνός ήχος και η πόρτα έτριξε. Αποφάσισε να μπει στο δωμάτιο. Οι σφραγίδες στην πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο του φυλα­ κισμένου ήταν άθικτες. εί­ χε μακριά. κοντά στο τραπέζι. Ο τραπε­ ζίτης χτύπησε με το δάχτυλο στο παράθυρο. τρέμοντας από την ταραχή. Ο ίδιος ο φυλακισμένος καθόταν κοντά στο τραπέζι. η ράχη μακρουλή και στενή. Τα δεκαπέντε χρόνια στη φυλακή τον δίδαξαν να κάθεται ακίνητος. αλλά ο φυλακισμένος δεν απάντησε στο χτύπο ούτε με μια κίνηση. Πέρασαν πέντε λεπτά κι ο φυλακισμένος δεν κουνήθηκε ούτε μια φορά. αλλά πέρασαν δυο τρία λεπτά και μέσα ήταν ησυχία όπως πρώτα.ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ 49 νιά μαύριζε μια μαντεμένια σόμπα. κοίταξε στο παραθυράκι. Όταν έσβησε το σπίρτο. όπως οι γυναίκες. βρίσκονταν ανοιχτά βιβλία. Στο τραπέζι καθόταν ακίνητος ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε με τους συνηθισμένους ανθρώπους. Πάνω στο τραπέζι. σγουρά μαλλιά και τραχύμαλλη γενειάδα. Ο τρα­ πεζίτης περίμενε ότι θ' ακουστεί αμέσως κραυγή έκ­ πληξης και βήματα... Φαινόταν μόνο η ράχη του. τα μαλλιά του κεφαλιού και τα πόδια. Μέσα στο δωμάτιο φώτιζε αμυδρά ένα κερί. τα μάγουλα βαθουλωτά. Ήταν σκελετός τυλιγμένος εφαρμοστά με δέρμα. ο γέρος.

50 ANTON ΤΣΕΧΟΦ ρι με το οποίο κρατούσε το μαλλιαρό του κεφάλι ήταν τόσο λεπτό κι αδύνατο. «Κοιμάται και στα όνειρα του ίσως βλέπει εκατομ­ μύρια! Αρκεί να πάρω αυτόν το μισοπεθαμένο. πάνω στο τραπέζι.. σας δηλώνω ότι περιφρονώ και την ελευθερία και τη ζωή και την υγεία και όλα όσα ονομάζο­ νται στα βιβλία σας αγαθά του κόσμου. που είχε κάτι γραμμένο με ψιλά γράμματα. Μπροστά στο γερμένο κε­ φάλι του. Προτού όμως αφήσω αυτό το δωμάτιο και προτού ιδώ τον ήλιο. όταν το κοίταζες. »Επί δεκαπέντε χρόνια σπούδασα προσεχτι­ κά τη ζωή. αλλά. γ ε ύ - . να τον πετάξω στο κρεβάτι και να τον πνίξω απλά με το μαξιλάρι. ήταν ένα φύλλο χ α ρ ­ τιού. θεωρώ ανα­ γκαίο να σας πω λίγα λόγια. κοιτάζοντας το γεροντικό κι εξαντλημένο π ρ ό ­ σωπο. Αλλά ας κοιτάξουμε πρώτα να δούμε τι γράφει εδώ». που. Κοιμόταν. κανένας δε θα πίστευε ότι ήταν μόνο σαρά­ ντα χρονών. ο οποίος με βλέπει. Με καθαρή τη σ υ ­ νείδηση μπροστά στο Θεό. Είναι αλήθεια ότι δεν είδα γη και αν­ θρώπους.. ένιωθες φρίκη. διαβάζοντας τα βιβλία σας. Ακόμα και η πιο ευσυνείδητη πραγμα­ τογνωμοσύνη δεν πρόκειται να βρει σημάδια βίαιου θανάτου. «Απαίσιος άνθρωπος!» σκέφτηκε ο τραπεζίτης. Ο τραπεζίτης πήρε απ' το τραπέζι το χαρτί και διάβασε τα εξής: «Αύριο στις 12 το μεσημέρι παίρνω την ελευ­ θερία μου και το δικαίωμα να επικοινωνώ με τους ανθρώπους. Τα μαλλιά του έλαμπαν σαν ασήμι και.

ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ 51 τηκα το αρωματικό κρασί. έκανα κηρύγματα νέων θρη­ σκειών. Μέσα από τα βιβλία σας σκαρ­ φάλωνα στις κορφές του Έλμπορους και του Μονμπλάν. έκαιγα πόλεις.. ποτάμια. τον ωκεανό και τις κορφές των βουνών με το πορφυρό του χρυσάφι. Έβλεπα πράσινα δάση. λιβάδια.. όταν πάνω απ' το κεφάλι μου χαράκωναν εκτυφλωτικά τα σύννε­ φα. σκότωνα. Ριχνόμουν μέσα στην απύθμενη άβυσσο των βιβλίων σας. κατακτούσα ολόκληρα βασίλεια. . τραγούδησα τραγού­ δια. «Περιφρονώ τα βιβλία σας κι όλα τα καλά του κόσμου. με τα οποία μεθούσε το μυαλό μου. άκουγα τις Σειρήνες να τραγου­ δούν και τους βοσκούς να παίζουν τις φλογέρες τους. »Τα βιβλία σας μου 'δωσαν σοφία. . κυνήγησα ελάφια κι αγριογούρουνα. πλασμένες με τη μαγεία που τους εμφύσησε η μεγαλοφυία των ποιητών σας. . α γ ά π η ­ σα γυναίκες.. έκανα θαύματα. λίμνες. Α π ό κει ψηλά έβλε­ πα πώς έλαμπαν οι αστραπές. μ' επισκέπτονταν τα βράδια σαν ένα πανάλαφρο σύννεφο και μου έλεγαν ψιθυρι­ στά υπέροχα παραμύθια. Αιθέριες καλλονές. πόλεις. Ξέρω ότι είμαι πιο γνωστι­ κός απ' όλους σας. Όλα α υ ­ τά που για αιώνες δημιουργούσε η ακούραστη ανθρώπινη σκέψη στριμώχτηκαν στο κρανίο μου σ' ένα μικρό σβόλο. περιφρονώ τη σύνεση και τη σοφία. ψηλάφιζα τα φτερά υπέροχων διαβόλων που έρχονταν πετώντας να μιλήσουμε για το Θ ε ό . απ' όπου τα πρωινά έβλεπα τον ήλιο να ανατέλλει και τα δειλινά να πλημμυρίζει τον ουρανό..

που ανταλλάξατε τον ουρανό με τη γ η . λοι­ πόν. αντί καρπών. τα οποία κάποτε ονειρευόμουν σαν να ήταν ο παράδεισος και τα οποία τώρα καταφρονώ. βάτραχοι και σαύρες ή αν τα τριαντάφυλλα άρχιζαν να αναδίνουν μ υ ­ ρουδιά ιδρωμένων αλόγων. »Για να σας αποδείξω στην πράξη την περι­ φρόνηση μου σε κάτι με το οποίο εσείς ζείτε. με σας. Είστε σοφοί και περήφανοι. Το ψέμα το δέχεστε σαν α λ ή ­ θεια και την ασχήμια σαν ομορφιά. Δε θέλω να σας καταλάβω. Για να αφαιρέ­ σω από τον εαυτό μου το δικαίωμα αυτό. »Έχετε χάσει το λογικό σας και δε βαδίζετε στο σωστό δρόμο. θα καταπατήσω τη συμφωνία».52 ANTON ΤΣΕΧΟΦ Είναι όλα ασήμαντα. φίλησε τον παράξενο άνθρωπο . Όσο για τους απογόνους σας. ακριβώς όπως θα κάνει και με τα ποντίκια που είναι κ ά ­ τω από το πάτωμα. θα βγω από δω πέντε ώρες πριν από το συμφωνημένο χρόνο και. α ρ ­ νούμαι να πάρω τα δύο εκατομμύρια. Αφού τα διάβασε αυτά. Εκπλήσσομαι. πλασματικά κι απατηλά. θα παγώσουν όλα ή θα καούν κι αυτά μαζί με τη γήινη σφαίρα. Θα σας έκα­ νε έκπληξη αν. εφήμερα. την αθανασία των μεγαλοφυών ανθρώπων σας. την ιστορία. με τον τρόπο αυτό. ο τραπεζίτης άφησε το χαρτί στο τραπέζι. στις μηλιές και στις πορτοκαλιές μεγάλω­ ναν ξαφνικά. είναι αρρωστημένη φαντασία. αλλά ο θάνατος θα σας εξαφανίσει από το πρόσωπο της γης. σαν αποτέλεσμα κάποιων συνθη­ κών.

Ποτέ άλλη φορά. επιστρέφοντας στο σπίτι του. Όταν έφτασε στο σπίτι ξάπλωσε στο κρεβάτι. .ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ 53 στο κεφάλι. πήρε απ' το τραπέζι το χαρτί με την απάρνηση και. Την άλλη μέρα το πρωί έτρεξαν χλωμοί οι φύλα­ κες και του ανακοίνωσαν ότι ο άνθρωπος που έμε­ νε στην πτέρυγα βγήκε απ' το παράθυρο στον κ ή ­ πο. το κλείδωσε μέσα στο χρηματοκιβώτιο. άρχισε να κλαίει και βγήκε από την πτέ­ ρυγα. . δεν αισθανόταν τέτοια καταφρόνηση για τον εαυτό του όπως τώρα. αλλά η συγκίνηση και τα κλάματα δεν τον άφηναν να κοι­ μηθεί για πολλή ώ ρ α . πήγε στην εξώπορτα κι ύστερα κάπου εξαφανί­ στηκε. Για να μην προκληθούν περιττές διαδόσεις. ακόμα κι ύστερα από μεγά­ λες χασούρες στο χρηματιστήριο. Ο τραπεζίτης μαζί με τους υπηρέτες πήγε αμέσως στην πτέρυγα και διαπίστωσε την απόδρα­ ση του φυλακισμένου του. .

ΤΟ ΒΙΟΛΙ TOY ΡΟΤΣΙΛΝΤ .

. N o 3 7 . 1894.Π ρ ώ τ η έ κ δ ο σ η σ τ η ν Εφημερίδα της Ρωσίας.

Κι αν βέβαια ο Γιακόβ Ιβάνοφ κατασκεύαζε φέρετρα στην πρωτεύουσα του κυβερνείου. τα φέρετρα. κι ας ήταν ήδη εβδομήντα χρονών. θα είχε το δικό του σπίτι και θα τον φώ­ ναζαν Γιακόβ Ματβιέιτς. που καταντούσε θλιβερό. η Μ ά ρ ­ θα. στο οποίο έμενε αυτός. σαν απλός μουζίκος. γερά φέρετρα. σε μια παλιά μικρή ίζμπα μ' ένα μονάχα δωμάτιο. το διπλό κρεβάτι. ο π ά ­ γκος και όλο το νοικοκυριό. . Το παρατσούκλι του ήταν για κάποιο λόγο Μπρόνζα και ζούσε φτωχικά. χειρότερη κι από χ ω ­ ριό. Ακόμα και στο νοσοκομείο και στη φυλακή χρειάζονταν ελάχιστα φέρετρα. αφού πουθενά δεν υπήρχε πιο ψηλός και πιο γ ε ρ ο ­ δεμένος άνθρωπος απ' τον ίδιο. Για τους μουζίκους και τους μικροαστούς τα έφτιαχνε στο δικό του το μπόι και δεν έπεφτε ποτέ του έξω. Εδώ στην κωμόπολη όμως τον φώναζαν σκέτο Γιακόβ. Ο Γιακόβ έφτιαχνε καλά. Για το σκοπό αυτό είχε ένα σιδερένιο πήχη.Η κωμόπολη ήταν πολύ μικρή. η σόμπα. Με λίγα λόγια οι δουλειές π ή ­ γαιναν κατά διαόλου. Για τους ε υ ­ γενείς και τις γυναίκες έπαιρνε πρώτα τα μέτρα τους. ούτε καν στη φυλα­ κή. Οι κάτοικοι ήταν σχεδόν όλοι γέροι και πέθαι­ ναν τόσο σπάνια.

ANTON 58 ΤΣΕΧΟΦ Τις παραγγελίες για παιδικά φέρετρα τις δεχόταν με μεγάλη δυσφορία και τα έφτιαχνε κατευθείαν. δε μ' αρέσει να ασχο­ λούμαι με ψιλοδουλειές». Η ζέστη ήταν ανυπόφορη. που είχε το επίθετο του ξακουστού πλούσιου Ρότσιλντ. ο οποίος κρατούσε για τον εαυτό του πάνω από τα μισά έσο­ δα. με περιφρόνηση. με ένα πρόσωπο γεμάτο κόκκι­ νες και γαλάζιες φλεβίτσες. ο Γιακόβ είχε λίγο λίγο συνηθί­ σει να μισεί και να περιφρονεί τους Εβραίους. Αυτός λοιπόν ο κα­ ταραμένος Εβραίος κατόρθωνε να παίζει θλιμμένα ακόμα και τον πιο χαρούμενο σκοπό. Καθώς λοιπόν ο Γιακόβ έπαιζε πολύ καλό βιο­ λί. Όταν ο Μπρόνζα καθόταν με την ο ρ ­ χήστρα. χώρια τα δώρα απ' τους καλεσμένους. Πήγαινε γυρεύοντας για κ α ­ βγά. ο Γιακόβ έβγαζε μ ε ­ ρικά λεφτά παίζοντας βιολί. έλεγε: « Γ ι α να λέμε την αλήθεια. το βιολί στρίγγλιζε. Και κάθε φορά. την ώρα που πληρωνόταν. τον έβριζε με τα χειρότερα λόγια και μια φο- . Φλάουτο έπαιζε ένας κοκκινοτρίχης Εβραίος. στο δεξί αυτί του μούγκριζε το κοντραμπάσο. στο αριστερό κλαψούριζε το φλάουτο. και ιδιαίτερα τον Ρότσιλντ. κυρίως στα ρώσικα τραγούδια. Στους γάμους του χ ω ­ ριού συνήθως έπαιζε μια εβραϊκή ορχήστρα που διηύθυνε ο γανωτής Μοϊσέι Ιλίτς Σάχκες. Χωρίς κανέ­ ναν προφανή λόγο. Εκτός από την τέχνη του. η μυρωδιά του σκόρδου αποπνικτική. ο Σάχκες τον κα­ λούσε πότε πότε στην ορχήστρα του με αμοιβή δ ε ­ καπέντε καπίκια τη μέρα. το πρόσωπο του γινόταν κατακόκκινο και ίδρωνε. χωρίς να πάρει μέτρα.

Στις 6 του Μάη του περασμένου χρόνου η Μ ά ρ ­ θα αρρώστησε ξαφνικά. εκείνος όμως π ή ­ γε για θεραπεία στην πρωτεύουσα του κυβερνείου και βρήκε να πεθάνει εκεί. Είχε κρεμασμένο το βιολί στον τοίχο δίπλα του. αφού σ υ ­ νέχεια του προέκυπταν απώλειες στο εισόδημα του. κι όταν κάτι δεν του ξεκόλλαγε απ' το μυαλό. κι έτσι μαζεύονται καμιά διακοσαριά μ έ ­ ρες που είσαι υποχρεωμένος να κάθεσαι με σταυ­ ρωμένα τα χέρια. Η αναπνοή της γερόντισ- . με επένδυση. Οι σκέ­ ψεις για τις απώλειες αυτές απασχολούσαν τον Γ ι α ­ κόβ κυρίως τις νύχτες. το βιολί ηχού­ σε στο σκοτάδι κι εκείνος κάπως ξαλάφρωνε. Ορίστε κι άλλη απώλεια. Κι ο Ρότσιλντ θιγόταν. η Δευτέρα είναι γρουσούζι­ κη μέρα. όταν ήταν άρρωστος κάποιος από τους Εβραίους. τον κοιτούσε άγρια κι έλεγε: «Αν δε σεβόμουν το ταλέντο σας. Κι έπειτα έβαζε τα κλάματα. Φοβερή απώλεια! Αν κανείς στο χωριό παντρευόταν χωρίς μουσική ή αν ο Σάχκες δεν καλούσε τον Γιακόβ στην ορχήστρα. Γι' αυτό λοιπόν τον Μπρόνζα σπάνια τον καλούσαν στην ορχήστρα. Κυριακές και γιορτές είναι αμαρτία να δουλεύεις. Ο επιθεωρητής της αστυνομίας ήταν άρρωστος κι έβηχε εδώ και δύο χρόνια κι ο Γιακόβ περίμενε πώς και πώς να πεθάνει. άγγιζε τις χορδές.ΤΟ ΒΙΟΛΙ TOΥ ΡΟΤΣΙΛΝΤ 59 ρά μάλιστα θέλησε να τον χτυπήσει. Ο Γιακόβ δεν είχε ποτέ καλή διάθεση. αφού το φέρε­ τρο θα ήταν σίγουρα ακριβό. κι αυτό πάλι απώλεια ήτανε. Παραδείγματος χάριν. θα σας είχα πετάξει εδώ και καιρό από το παράθυρο». τουλάχιστον καμιά δεκαριά ρούβλια. μ ό ­ νο σε επείγουσες περιπτώσεις.

. αν έβαζε αυτά τα χα­ μένα χίλια ρούβλια στην τράπεζα. μονάχα απώλειες και τίποτα παραπάνω. « Γ ι α κ ό β ! » φώναξε η Μάρθα αναπάντεχα. Ο Γιακόβ όλη τη μέρα έπαιζε βιολί. έπινε συνεχώς νερό και π α ρ α π α ­ τούσε. Έμοιαζε λες και στην πραγματικότητα εκείνη χαιρόταν που π έ ­ θαινε. Ο Μπρόνζα. . απ' τον Γ ι α κ ό β . Σκεφτόταν ότι. απ' τα φέρετρα. Το πρόσωπο της ήταν ξαναμμένο από τον πυρετό. όπου και να γυρίσεις. Και η Μ ά ρ ­ θα κοιτούσε το ταβάνι και κουνούσε τα χείλη της. Όταν πια σκοτείνιασε για τα καλά. « Π ε ­ θαίνω!» Εκείνος κοίταξε τη γυναίκα. που επιτέλους έφευγε οριστικά απ' αυτή την ίζμπα. Αυτό τον εξόργισε τόσο πολύ. Επομένως κι αυτά τα σαράντα ρούβλια απώλεια ήταν. τώρα μπερδεύτηκε. Το σύνολο βγήκε πάνω από χίλια ρούβλια. Το πρόσωπο του ήταν κόκκινο και μούσκεμα στον ιδρώτα.6ο ANTON ΤΣΕΧΟΦ σας ήταν βαριά. επει­ δή βαριόταν. άναψε η ίδια τη σόμπα. μέχρι που πήγε και για νερό. παράξενα φωτει­ νό και χαρωπό. πήρε το βιβλιαράκι στο οποίο κατέγραψε τις απώλειες της ημέρας και. φοβισμένο και δυστυχισμένο. καταπιάστηκε να τις προσθέσει. Κατά το βρα­ δάκι ξάπλωσε. που είχε συνηθίσει να βλέπει το πρόσωπο της πάντοτε χλωμό. . Κατόπιν τα ξανασήκωσε και βάλθηκε πάλι να λογαριάζει και να αναστενάζει βαθιά και ασταμά­ τητα. Με λί­ γα λόγια. οι τόκοι κάθε χ ρ ό ­ νο θα ήταν πάνω κάτω σαράντα ρούβλια. που πέταξε τα χαρτιά με τους λογαριασμούς στο πάτωμα κι άρχισε να τα π ο δ ο ­ πατά. Όπως και να 'χε το πράμα.

και να του ψιθύριζε. που ήταν κι ο ίδιος άρρωστος. την κατατρόμαζε κι εκείνη κά­ θε φορά πάγωνε από το φόβο της. Ναι. μονάχα της έβαζε τις φωνές. κι εκεί­ νη έπινε μόνο βραστό νερό. με τα . αλλά ο νοσοκόμος Μαξίμ Νικολάιτς. Ο Γιακόβ κοίταξε τη γερόντισσα και για κάποιο λόγο σκέφτηκε πως σε όλη του τη ζωή ούτε μια φορά δεν της φέρθηκε γ λ υ ­ κά. κι ένιωσε απαίσια. αυτή τη φο­ ρά δε δεχόταν τους αρρώστους ο γιατρός. πως ούτε μια φορά δε σκέ­ φτηκε να της αγοράσει ένα μαντιλάκι ή να της φέ­ ρει από κάποιο γάμο λίγο γλυκό. το λυτρωτή της. Μαξίμ Νικολάιτς. Η α λ ή ­ θεια είναι πως ποτέ δεν τη χτυπούσε. «Υγιαίνετε» είπε ο Γιακόβ οδηγώντας τη γερό­ ντισσα στην αίθουσα αναμονής. αλλά. καταλαβαίνει περισσότερα απ' το γιατρό. αν και είναι μεθύστακας και τρέμει. « Ν α μας συγχωρεί­ τε που όλο σάς ανησυχούμε. δεν την άφη­ νε να πίνει τσάι. τα έξοδα ήταν ήδη πολλά. ο γέροντας για τον οποίο όλοι έλεγαν ότι. Έτσι λοιπόν ο Γιακόβ κατάλαβε γιατί εκείνη είχε τώρα αυτή την π α ρ ά ξ ε ­ νη. δεν τη συμπόνεσε. χαρούμενη έκφραση. Αρχιζε να ξημερώνει. Δεν υπήρχαν πολλοί άρρωστοι κι έτσι δε χρειάστηκε να περιμένουν πάνω από τρεις ώρες. όπως και να 'χε το πράμα.ΤΟ ΒΙΟΛΙ TOT ΡΟΤΣΙΛΝΤ 61 ακριβώς σαν να έβλεπε το θάνατο. Περίμενε να έρθει το πρωί και τότε δανείστηκε το άλογο του γείτονα και πήγε τη Μάρθα στο νοσο­ κομείο. Προς μεγάλη ευχαρίστηση του Γιακόβ. την έβριζε για τις απώλειες και ορμούσε καταπάνω της με τις γροθιές του υψωμένες. Α π ό το παράθυρο ερχόταν το φλογισμένο φως της αυγής.

Η σύντροφος της ζωής. Εκείνη καθόταν καμπουριασμένη σ' ένα σκαμνάκι. αλλά επιτρέψτε μου να παρατη­ ρήσω πως κι ένα μυρμηγκάκι θέλει να ζήσει»..» Σμίγοντας τα γκρίζα φρύδια του και χαϊδεύο­ ντας αφηρημένα τις φαβορίτες του. «Ε λοιπόν. «Αδιάφορο!» απάντησε ο νοσοκόμος με έναν τ ό ­ νο λες και εξαρτιόταν απ' αυτόν αν η γερόντισσα θα ζήσει ή θα πεθάνει.. ο νοσοκόμος έριξε μια ματιά στη γερόντισσα. Την έζησε τη ζωή της. Μαξίμ Νικολάιτς». με το σ υ μπάθιο. μάλιστα. το προφίλ της έμοιαζε με πουλί που θέλει να πιει νερό.. « Κ α ι λοιπόν. . Και λοιπόν.. την έζησε τη ζωή της η γερόντισσα. αρρώστησε η κυρά. Στην πόλη κυκλοφορεί τύφος. Εις το επανιδείν. θα της βάζεις κρύες κομπρέσες στο μέτωπο και θα της δί­ νεις απ' αυτήν εδώ τη σκόνη δύο φορές τη μέρα. που λένε. εδώ. «Βεβαίως.» «Παρά ένα χρόνο εβδομήντα. » έκανε ήρεμα ο νο­ σοκόμος κι αναστέναξε. μπονζούρ». Λ ο ι π ό ν . πολύ σωστά τα λέτε. Πόσων χρονών είναι. Να. Α π ό την έκφραση στο πρόσωπο του ο Γιακόβ κατάλαβε πως τα πράγματα είναι δύσκολα και πως .62 ANTON ΤΣΕΧΟΦ τιποτένια προβλήματα μας... . Δόξα τω Θεώ. Μαξίμ Νικολάιτς» είπε ο Γιακόβ χαμογελώντας με αβροφροσύνη «και σας ευχαριστούμε εκ βάθους καρδίας για την καλοσύνη σας. κι έτσι όπως ήταν λιγνή. « Μ μ μ . με γαμψή μύτη και το στόμα μισάνοι­ χτο. αγαπητέ μου. «Γρίπη ή ίσως και θέρμη. Ήρθε η ώρα της».

. Μαξίμ Νικολάιτς. ας πούμε. του έκλεισε το μάτι και του είπε ψιθυριστά: «Ελάτε τώρα. » . «Πήγαινε. αν είχε κάτι το συκώτι της. ή κάποιο άλλο απ' τα σωθικά. «Αδύνατον. . » είπε στον Γιακόβ κατσουφιάζοντας. αδύνατον. Μαξίμ Νικολάιτς». « Τ ο ξέρετε πολύ καλά κι εσείς. π ή γ α ι ν ε . Το έβλεπε τώρα ξεκάθαρα ότι σήμερα αύριο η Μάρθα θα πέθαινε. χωρίς να πει λέξη. Πάρε τη γυναί­ κα σου και πηγαίνετε στην ευχή του Θεού. « Μ η με σκοτίζεις άλλο». « Σ α ς παρακαλώ» τον ικέτευσε ο Γιακόβ. πήρε τη Μάρθα απ' το χέρι και την έβγαλε έξω απ' την αίθουσα αναμονής. .ΓΟ ΒΙΟΛΙ ΤΟΓ ΡΟΤΣΙΛΝΤ 63 οι σκόνες δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Αλλά ο νοσοκόμος είχε ήδη φωνάξει τον επόμε­ νο ασθενή και στην αίθουσα υποδοχής μπήκε μια γριά μ' ένα αγοράκι. Εις το επανιδείν». κόψτε της βε­ ντούζες». αλ­ λά. τότε να πάρει σκόνες και χάπια. . Έπιασε μαλακά το νοσοκόμο απ' τον αγκώνα. Μ ό ­ νον όταν καθίσανε στο κάρο ο Γιακόβ έριξε μια αγριεμένη και ειρωνική ματιά στο νοσοκομείο και είπε: « Ό λ ε ς τις βεντέτες εδώ σας βάλανε! Να 'τανε . αγαπητέ. Και ο Γιακόβ θύμωσε κι έγινε κατακόκκινος. «Τότε βάλτε της τουλάχιστον βδέλλες! Θα σας χρωστάμε αιώνια ευγνωμοσύνη!» Ο νοσοκόμος θύμωσε κι έβαλε τις φωνές: « Μ ε ζάλισες! Χ ο ν τ ρ ο κ έ φ α λ ε . αλλά αυτή έχει αρπά­ ξει κρύωμα! Για το κρύωμα πρώτα απ' όλα χρειά­ ζεται αφαίμαξη.

«Θυμάσαι. Της φαινόταν πως. Π ή ­ ρε το σιδερένιο πήχη του. άμα πήγαινε να ξαπλώσει. η Μάρθα θα πέθαινε μια απ' αυτές τις μέρες. Ύστερα εκείνη ξάπλωσε κι αυτός έκανε το σταυρό του και καταπιάστηκε με το φέρετρο. τώρα για ένα φτωχό άνθρωπο τσιγκουνεύτηκες και τις παλιόβδέλλες. γρουσούζικη μέρα. αμίλητη και με τα μάτια κλειστά. θα του έκοβες βεντούζες. θα ναι τώρα πενήντα χ ρ ό ­ νια. Όταν γύρισαν στο σπίτι. επομέ­ νως το φέρετρο έπρεπε να το φτιάξει από τώρα. που ο Θεός μάς έδωσε μια κορούλα με ξανθά .64 ANTON ΤΣΕΧΟΦ κάνας πλούσιος. κι όπως φαίνεται. κρα­ τώντας τη σόμπα. «Θυμάσαι. πήγε κοντά στη γερόντισ­ σα και της πήρε μέτρα. ο Γιακόβ θ' άρχιζε να λέει για α π ώ ­ λειες και να τη βρίζει που όλο ξαπλώνει και δε θέ­ λει να κάνει καμιά δουλειά. Η γερόντισσα όλη αυτή την ώρα ήταν ξαπλωμέ­ νη. τη μεθεπόμε­ νη του Αϊ-Νικόλα του Θαυματουργού. καθώς σκοτείνιαζε. Κι αναστέναξε. ξαφνικά φώναξε το γ έ ­ ροντα. η Μάρθα μπήκε στην ίζμπα και στάθηκε για κάνα δεκάλεπτο όρθια.» ρώτησε κοιτάζοντας τον χαρούμενα. Κακούργοι!». Ο Γιακόβ όμως την κοι­ τούσε βαριεστημένα και θυμήθηκε πως την επομέ­ νη ήταν του Αϊ-Γιάννη του Θεολόγου. Όταν τελείωσε τη δουλειά. Γιακόβ. Αλλά προς το βραδάκι. μετά Κυρια­ κή και μετά Δευτέρα. Τέσσερις μέρες δεν κάνει να δουλέψει. ο Μπρόνζα φόρεσε τα γυαλιά του κι έγραψε στο βιβλιαράκι του: « Φ έ ­ ρετρο για τη Μάρθα Ιβάνοβνα: 2 ρούβλια και 40 κ α πίκια».

ο Γιακόβ διάβασε το ψαλτήρι μοναχός του. που όλα έγιναν τόσο σωστά και φτηνά. κάτι ζητιάνοι. Αποχαιρετώντας για τελευταία φορά τη Μάρθα.. Κι ακόμα στο μυαλό του . χωρίς να ζ η ­ μιωθεί κανείς. Κ α θ ό ­ μασταν κάτω απ' την ιτιά και τραγουδούσαμε». ακούμπησε το χέρι του στο φέρετρο και σκέφτηκε: Καλή δουλειά! Γυρνώντας όμως από το νεκροταφείο. την έντυσαν και την έβαλαν στο φέρετρο.. οι περαστικοί έκα­ ναν ευλαβικά το σταυρό τους. Τέσσερις μουζίκοι έφεραν το φέρετρο ως το νεκροταφείο. Ύστερα η Μάρθα άρχισε να μουρμουρίζει ακατάληπτα και κατά το πρωί πέθα­ νε. γιατί ο φύλακας του νεκροταφείου ήτανε κουμπά­ ρος του. της έψαλε το ευχέλαιο και της έδωσε να μεταλάβει. αλλά το έκαναν από ευσέβεια και δεν πήραν λεφτά. δυο τρελοί. Για τον τάφο δεν του πήρανε τίποτα.ΤΟ ΒΙΟΛΙ TOT ΡΟΤΣΙΛΝΤ 65 μαλλάκια. Ήρθε ο παπάς. Έστυψε το μυαλό του ο Γιακόβ.. Για να μην έχει να πλη­ ρώνει και το διάκο. « Θ α τα φαντάστηκες» της είπε. Οι γριές γειτόνισσες την έπλυναν. Τότε όλο στο ποτάμι πηγαίναμε. Και ο Γιακόβ ήταν πολύ ικανοποιημένος που όλα πήγαν τόσο καλά. Η ανάσα του ήταν βαριά κι έκαιγε. Χαμογέλασε πικρά και πρόσθεσε: «Πέθανε το κοριτσάκι». Την κηδεία ακολούθησαν μερικές γριές.. αλλά με τίπο­ τα δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε κορούλα ούτε ιτιά. έπεσε σε φοβερή θλίψη. Ένιωσε πως αρρώσταινε. τα πόδια του δεν τον βα­ στούσαν κι όλο διψούσε.

εκείνη κάθε μέρα άναβε τη σόμπα. « Ε σ ά ς γύρευα. κι όλα αυτά χωρίς να μιλά. Αηδία­ ζε να βλέπει την πράσινη πουκαμίσα του. με μια δειλή και ανήσυχη έκφραση. αλλά και πάλι όλον αυτό τον καιρό δεν τη σκέφτηκε λιγάκι. κι όποτε αυτός γυρνούσε μεθυσμένος από κάποιο γ ά μ ο . πήγαινε για νερό. πατερούλη!» του είπε. κοιμόταν μαζί του στο ίδιο κρεβάτι. έκοβε ξύλα. Κι όμως. ο Ρότσιλντ ερχό­ ταν να βρει τον Γιακόβ. γεμάτη σκούρους λεκέδες. «Ο Μοϊσέι Ιλίτς σάς στέλνει τους χαιρετισμούς του και σας ζητά να έρθετε αμέσως». δεν της έδωσε την παραμικρή προσοχή. «Παράτα μ ε ! » έκανε και συνέχισε το δρόμο του. «Ο Μοϊσέι Ιλίτς θα θυμώσει! " Α μ έ ­ σως" είπε». Του Γιακόβ τού ήρθε σιχαμάρα με τον Εβραίο έτσι που λαχάνιαζε. μαγείρευε. « Μ α τι είναι αυτά που λέτε. έκανε μορφασμούς και το π ρ ό ­ σωπο του ήταν γεμάτο κόκκινες φλεβίτσες. Ο Γιακόβ δεν είχε όρεξη. δεν της έδωσε ένα χάδι. την ισχνή και αρρωστιάρικη μορ­ φή του. λες και ήταν γάτα ή σκυλί. Θυμήθηκε ξανά που σ' όλη του τη ζωή μια φορά δεν τη συμπόνεσε τη Μ ά ρ ­ θα. εκείνη κ ρ ε ­ μούσε το βιολί στον τοίχο με ευλάβεια και τον έβα­ ζε να κοιμηθεί. Όλο χαμόγελα και υποκλίσεις. . Πενήντα δύο χρόνια που ζήσανε στην ίδια ίζμπα πέρασαν σιγά σιγά.66 ANTON ΤΣΕΧΟΦ έρχονταν διάφορες σκέψεις.» απάντησε έντρο­ μος ο Ρότσιλντ. Του 'ρχόταν να βάλει τα κλάματα.

Είδε μια χοντρή και ροδαλή γυναί- . Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν με την ευκαιρία και ρίχτη­ καν ξοπίσω του φωνάζοντας: «Οβριέ! Οβριέ!». χτυπούσε τα χέρια και το μακρουλό και α δ ύ ­ νατο σώμα του φαινόταν να τρέμει απ' το φόβο.. Ύστερα φαίνεται πως κάποιο σκυ­ λί δάγκωσε τον Ρότσιλντ. Ο Γιακόβ κάθισε σ' έναν κορμό στην άκρη της όχθης. Τα σκυλιά τον πήραν κι αυτά στο κυνήγι γαβγίζοντας. ρε βρομιάρη. Κάποτε έφτασε στο ποτάμι. με τα χέρια πάνω απ' το κεφάλι για να γλιτώ­ σει απ' τα χτυπήματα. τα σκυλιά βάλθηκαν να γαβγίζουν όλο και περισσότερο.. Τα παιδιά φώναζαν: «Έρχεται ο Μπρόνζα. όλο και πιο δυνατά. Αδιαφορώντας για το πού πήγαινε. Ο Γιακόβ περπάτησε λίγο στα βοσκοτόπια. έρχεται ο Μπρόνζα!». έπειτα σηκώθηκε και το έβα­ λε στα πόδια. Οι μπεκάτσες πετούσαν τσιρίζοντας. βρέθηκε στην άκρη της πόλης. έπειτα σφύριξε. για σας παρακαλώ. Κάθισε κά­ τω.ΓΟ ΒΙΟΛΙ ΤΟΓ ΡΟΤΣΙΛΝΤ 67 «Τι θες και μου κολλάς. οι πάπιες έκρωζαν. Και του ρίχτηκε με τις γροθιές. μη μου φωνάζετε μη σας πετάξω πάνω απ' το φράχτη!». Κάτι τέτοιοι ψωριάρηδες είναι που σου κάνουν τη ζωή ανυπόφορη! Ο Ρότσιλντ πάγωσε απ' το φόβο του. «Βρε ουστ από δω!» βρυχήθηκε ο Γιακόβ.» φώναξε ο Γιακόβ. Ο ήλιος έκαιγε και η αντανάκλα­ ση του στο νερό ήταν τόσο δυνατή. Έτρεχε κάνοντας μικρά πηδηματά­ κια. γιατί ακούστηκε μια κ ρ α υ ­ γή πόνου και απελπισίας. Κάποιος έβαλε τα γέλια. «Ξεφορτώσου μ ε ! » Ο Εβραίος θύμωσε και φώναξε κι αυτός: « Α . που σε πόναγαν τα μάτια σου.

τον παλιό καιρό υπήρχε ένα πυκνό δάσος από σημύδες. ήσυχη και θλιμμένη. ολομόναχη και όμορφη σαν αρχο­ ντοπούλα. Ναι. ήταν μια χαρά ποτάμι. αρχαία ιτιά. Να και η ογκώδης. Σ' εκείνη την όχθη όπου τώρα απλώνεται το λιβάδι. με την τεράστια κουφάλα και τις φωλιές των κορακιών. Ο Γιακόβ έκλεισε τα μ ά ­ τια και φαντάστηκε τεράστια κοπάδια άσπρες χ ή ­ νες να τρέχουν το ένα πίσω απ' τ' άλλο. αυτή η ίδια η ιτιά είναι. και σ' εκείνο το φαλακρό βουνό που φαίνεται στον ορίζοντα τότε μαύριζε το πανάρχαιο πευκοδάσος.. Στον ποταμό ταξίδευαν βάρκες. Μπρόνζα!». Μόλις τον είδαν. Ο Γιακόβ θα μπορούσε να ψαρεύει και να πουλά τα ψάρια . και σ' εκείνη την όχθη στέκει μια μόνο σημύδα. Και ξάφνου στη μνήμη του Γιακόβ εμ­ φανίστηκαν. τα παιδιά ψάρευαν καραβίδες. Και δεν ήταν κάνας χείμαρρος. Φαίνεται ότι και οι χ ή ­ νες λιγόστεψαν από παλιά. και στο ποτάμι μονάχα πάπιες και χήνες. μια γοργόνα! Εκεί κοντά στο μέρος που κά­ νανε μπάνιο... σαν ολοζώντανα. άρχισαν να του φωνάζουν με κακία: «Μπρόνζα. Πώς είχε γεράσει η δόλια! Κάθισε στον ίσκιο της κι άρχισε να θυμάται. Τώρα πια όλα ήταν ομαλά και επίπεδα.. κι αν είχε έρθει. να μην το είχε καν προσέξει. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ήτανε δυνατόν τα τελευταία σαράντα πενήντα χρόνια της ζωής του να μην έχει έρθει ούτε μια φορά στο ποτάμι ή. καλέ. το ξανθομάλλικο κ ο ­ ριτσάκι και η ιτιά που έλεγε η Μάρθα. δεν μπορεί ούτε να σκεφτεί κανείς πως εδώ κ ά π ο ­ τε πηγαινοέρχονταν βάρκες.68 ANTON ΤΣΕΧΟΦ κα να βγαίνει απ' το νερό και σκέφτηκε: Για δες. πράσινη.

που σου φέρνουν ρίγος. Εκείνος όμως έχασε τις ευκαι­ ρίες. Γιατί οι άνθρωποι κά­ νουν πάντα ακριβώς αυτό που δεν πρέπει. και μάλιστα τόσο τρομακτικές. αν έριχνε μια ματιά. τις σημύδες και τα πεύκα. Ή. Τι απώλειες! Αχ. πάλι. δεν έκανε τίποτε απ' όλα αυτά. τότε τι κεφάλαιο θα μαζευόταν! Ό λ α αυτά όμως δεν τα είχε καν ονειρευτεί. και βιολί. αλλά και πίσω. χωρίς καμία ευχαρίστηση. Και γιατί τάχα να μην μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος έτσι που να μην υπάρχουν τέ­ τοιες απώλειες και ζημιές. τζάμπα και βερεσέ. όσο μπορούσε ο καθένας. και —για να 'χουμε καλό ρώτημα— για ποιον τέλος πάντων λ ό ­ γο μια ζωή ολόκληρη τρόμαζε και στενοχωρούσε τον . Από τα πούπουλα και μόνο δέκα ρούβλια το χρόνο θα τα 'χε σίγουρα. όλη του η ζωή είχε περάσει χωρίς κανένα όφελος. στους αξιωματούχους και στο εστιατόριο του σταθμού και μετά να βάζει τα λ ε ­ φτά στην τράπεζα. και χήνες — . μια φορά ήταν καλύτερα απ' το να φτιάχνει φέρετρα. Γιατί τα εί­ χανε κάνει όλα βοσκοτόπια. μ ό ­ νο απώλειες. φώναζε.ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΤΟΓ ΡΟΤΣΙΛΝΤ 69 στοάς εμπόρους. Στο κάτω κάτω και χήνες θα μπορούσε να εκτρέφει και το χειμώνα να τις σφάζει και να πηγαίνει να τις πουλάει στη Μόσχα. Όλοι θα τον πλήρωναν. π ή ­ γε στράφι. φερόταν άσχημα στη γυναίκα του. Ή θα μπορούσε να πηγαίνει με τη βάρκα από γάμο σε γάμο και να παίζει βιολί. τι απώλειες! Κι αν μάλιστα τα έκανε όλα μαζί — και ψάρεμα. Γιατί άραγε είχανε κ ό ­ ψει τα δάση. Γιατί σε όλη του τη ζωή ο Γιακόβ έβριζε. και βάρκες. θα μπορούσε να δοκιμάσει να έχει βάρκες και να κάνει δρομολόγια. Μπροστά δεν έμενε πια τίποτε. τσακωνό­ ταν. ε.

Και. και κάτι πλάσματα που τον κύκλωναν απ' όλες τις μεριές και μουρμούριζαν για απώλειες. τα ψάρια. αν αθροίσεις τα κέρδη. το σύνολο βγαίνει τεράστιο. Όλη τη νύχτα ο Γιακόβ έβλεπε στον ύπνο του το παιδάκι. που το προφίλ της έμοιαζε με διψασμέ­ νο πουλί. συνειδητοποίησε πως από το θάνατο μόνο κέρδος θα είχε: Ούτε να τρώει θα χρειαζόταν. ούτε να πίνει. χιλιάδες χρόνια. Το συμπέρασμα τούτο είναι βέβαια σω­ στό. Ο ίδιος ο Μαξίμ Νικολάιτς τού εί­ πε να βάλει στο μέτωπο κρύα κομπρέσα. Γιατί γενικά οι άνθρωποι κάνουν δύσκολη τη ζωή ο ένας στον άλλο. του έδω­ σε μια σκόνη και από την έκφραση του προσώπου του ο Γιακόβ κατάλαβε ότι τα πράγματα ήταν δ ύ ­ σκολα κι ότι οι σκόνες δε θα κάνανε τίποτα. καθώς ο άνθρωπος δε μένει στον τάφο έναν αλ­ λά εκατοντάδες. θλιβερό: Γιατί να είναι ο κόσμος φτιαγμένος μ' αυτό τον παράξενο τρόπο και . οι άνθρωποι θα είχαν τεράστια οφέλη ο ένας απ' τον άλλο. τις σφαγμένες χήνες και τη Μάρθα. και το χλωμό. ούτε να στενοχωρεί τους ανθρώπους. θλιμμένο πρόσωπο του Ρ ό ­ τσιλντ. Γ ύ ­ ριζε απ' το ένα πλευρό στο άλλο και σηκώθηκε π έ ­ ντε φορές απ' το κρεβάτι για να παίξει λίγο βιολί. Στη ζωή για τον άνθρωπο υπάρχουν μονάχα απώλειες. ούτε να πληρώ­ νει φόρους.ANTON 70 ΤΣΕΧΟΦ Εβραίο. και στο θά­ νατο κέρδη. την ιτιά. είναι όμως και πικρό. Γιατί βέβαια έτσι προκύ­ πτουν φοβερές απώλειες! Αν δεν υπήρχε η κακία και το μίσος. Ε π ι ­ στρέφοντας απ' το νοσοκομείο. Το πρωί σηκώθηκε με πολλή δυσκολία και πήγε στο νοσοκομείο.

να περνάει δίχως κέρδη. Ο Γιακόβ βγήκε από την ίζμπα και κάθισε στο κατώφλι. « Ε μ έ ν α ο Μόίσέι Ιλίτς μ' έστειλε ξανά. Το μάνταλο της αυλόπορτας έτριξε μια δυο φο­ ρές κι εμφανίστηκε ο Ρότσιλντ. να κάνει χειρονομίες. τράβα ξανά στου Γιακόβ και πες του. λέει. με το που είδε τον Γιακόβ. σφίγγοντας το βιο­ λί στην αγκαλιά του. τόσο πιο θλιμμέ­ να τραγουδούσε το βιολί. Το βιολί δεν μπορούσε να το πάρει μαζί του στον τάφο. Κι όσο πιο πολύ σκεφτόταν. μη φοβάσαι» του είπε ήρεμα ο Γ ι α ­ κόβ και του 'κανε νόημα να πλησιάσει. και τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλα του. λέει. στάθη­ κε απότομα. όμως. μη με χτυπάτε!» είπε και υποκλίθηκε. έβγαινε όμως λυπητερό και συγκινητικό. μάλλον απ' το φόβο του. « Έ λ α μ έ ­ σα». που δίνεται μονάχα μία φορά στον άνθρωπο. μαζεύτηκε σαν το σκαντζόχοιρο κι ά ρ ­ χισε. Με το μυαλό του στη χαμένη. Μη φοβάσαι. σφίχτηκε η καρδιά του από τη στενοχώρια. άρχισε να παίζει δίχως και ο ίδιος να ξέρει τι. και τώρα θα έμενε ο ρ ­ φανό και θα είχε την ίδια τύχη με τις σημύδες και τα πεύκα. Διέσχισε άφοβα τη μισή αυλή.ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΤΟΥ ΡΟΤΣΙΛΝΤ 71 η ζωή. Μόλις όμως γύρισε στο σπίτι και είδε το βιολί. ότι χωρίς αυτόν δε γίνεται τίπο- . σας παρακαλώ. Δεν τον ένοιαζε να πεθάνει. ο Ρότσιλ­ ντ πλησίασε και στάθηκε λίγα μέτρα πιο πέρα. Τα πάντα σ' αυτό τον κόσμο πέθαιναν και θα συνέχιζαν να πεθαίνουν. γεμάτη απώλειες ζωή του. λες και ήθελε να δείξει με τα δάχτυλα τι ώρα ήταν. Κοιτώντας τον με δυσπιστία και φόβο. « Κ ι εσείς. « Έ λ α μέσα.

» έκανε ο Γιακόβ βαριανασαίνοντας. Την Τετάρτη είναι ο γ ά μ ο ς . όταν ήρθε ο παπάς να τον ξομολογήσει. . Να το αγόρασε..». . . να το έκλεψε ή μήπως του το 'δωσε κανείς για ενέχυ­ ρο. Το βράδυ. Καιρό τώρα έχει παρατήσει το φλάουτο και παί- . « Ε ν τ ά ξ ε ι » απάντησε ο παπάς.72 ANTON ΤΣΕΧΟΦ τα. αδελφέ». . Τότε εκείνος. ο υ ο υ ο υ . Όλη την υπόλοιπη μέρα ο Γιακόβ έμεινε στο κρε­ βάτι γεμάτος στενοχώρια. Στο αμήχανο και φοβισμένο του πρόσωπο εμφανίστηκε σιγά σιγά μια έκφραση τα­ λαιπωρημένη και μελαγχολική. και είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν: « Τ ο βιολί να το δώσετε στον Ρότσιλντ». . ζορίζοντας την αδύναμη μνήμη του. Κι ο γάμος θα 'ναι πλούσιος. Και τώρα όλοι στην πόλη ρωτάνε: Πού το βρή­ κε ο Ρότσιλντ τόσο ωραίο βιολί. Κι άρχισε ξανά να παίζει. . στραμμένος στο πλάι και με τα χέρια σταυ­ ρωμένα στο στήθος. θυμήθηκε γι' άλλη μία φο­ ρά το δυστυχισμένο πρόσωπο της Μάρθας και την απελπισμένη κραυγή του Εβραίου όταν τον δάγκω­ σε το σκυλί. τον ρώτησε αν θυμόταν ιδιαίτερα κάποια αμαρτία. Γύρισε τα μάτια σαν να ζούσε τη στιγμή εκείνη μια βασανιστική αγαλλία­ ση κι έκανε: «Αααχ!. «Αρρώστησα. » πρόσθεσε ο Εβραίος κι έκλεισε το μάτι. Και τα δάκρυα κύλησαν ήρεμα και στα δικά του μάγουλα κι έσταξαν στην πράσινη πουκαμίσα. και τα δάκρυα έστα­ ζαν από τα μάτια στο βιολί. «Δεν μ π ο ρ ώ . Ο Ρότσιλντ άκουγε π ρ ο ­ σεκτικά. Μάλιστα! Ο κ ύ ­ ριος Σαποβάλοφ παντρεύει την κόρη του μ' έναν κα­ λό άνθρωπο.

που έμποροι και υπάλληλοι σκοτώνο­ νται ποιος θα πρωτοκαλέσει τον Ρότσιλντ και τον βάζουν να το παίζει από καμιά δεκαριά φορές. όπως και πριν απ' το φλάου­ το.». Και το καινούριο αυτό τραγούδι αρέσει τόσο π ο ­ λύ στην πόλη. βγαίνει κάτι τόσο μελαγχολικό και λυπητερό. που οι ακροατές βάζουν τα κλάματα και τελικά και ο ίδιος γυρίζει τα μάτια και κάνει: «Αααχ!. όταν όμως προσπαθεί να παίξει εκείνο που έπαι­ ζε ο Γιακόβ καθισμένος στο κατώφλι. Κι από το δοξάρι του ηχούν οι ίδιες θλιμμένες νότες. ..ΤΟ ΒΙΟΛΙ TOΥ ΡΟΤΣΙΛΝΤ 73 ζει πια μόνο βιολί.

ΧΑΜΑΙΛΕΩΝ .

Π ρ ώ τ η δ η μ ο σ ί ε υ σ η σ τ ο π ε ρ ι ο δ ι κ ό Αποσπάσματα τ ο 1884. .

Πίσω του ακολουθεί ο κοκ­ κινομάλλης αστυνόμος. Τρέχει από κοντά του και. Στην πλατεία ο ύ ­ τε ψυχή. Παιδιά. Για δεύτερη φορά ακού- . βουτάει και τ' α ρ ­ πάζει απ' τα πίσω πόδια. διαβαίνει ο αστυνομικός επόπτης Οτσιουμέλοφ. Οι ανοιχτές πόρτες των μαγαζιών και των καπηλειών κοιτάζουν μελαγχολικά στο φως της μέ­ ρας σαν πεινασμένα στόματα. Όλα γύρω είναι ήσυχα. — Ώστε δαγκώνεις. ακούει ξ α φ ­ νικά ο Οτσιουμέλοφ. μην τ' αφήνετε να φ ύ ­ γει! Δεν πρόκειται να σας δαγκώσει τώρα! Πιάστε το! Α ! .. βγαίνει τρέχοντας ένα σκυλί. που το κυνηγάει κάποιος με τσίτινο κολαρισμένο πουκάμι­ σο και ξεκούμπωτο γιλέκο..Α π ό την πλατεία της αγοράς. γέρνοντας το σώμα μπροστά. Ο Οτσιουμέ­ λοφ κοιτάζει προς τη μεριά που ήρθε το ουρλιαχτό και βλέπει: Μέσα απ' την ξυλαποθήκη του εμπόρου Πιτσούγκιν. ε. με καινούρια χλαίνη κι ένα μπογαλάκι στο χέρι.. καταραμένο. . . πηδώντας στα τρία του πόδια και κοι­ τάζοντας πίσω.. α! Ακούγεται να ουρλιάζει ένα σκυλί. βαστώντας στα χέρια του ένα κόσκινο γεμάτο φραγκοστάφυλα που έχει κα­ τασχέσει. Κοντά εκεί δεν υπάρ­ χουν ούτε ζητιάνοι.

Στη μ έ ­ ση του πλήθους. δείχνει στο πλήθος το ματωμένο του δάχτυλο. η Ευγένεια σας. — Βαδίζω. και ξαφνικά α υ ­ τό το παλιόσκυλο. αρχίζει ο Χριουκίν ξεροβήχοντας. . Ποιος φώναξε. — Γίνεται φασαρία. η Ευγένεια σ α ς ! . Στο μισομεθυσμένο του πρόσωπο δια­ βάζει κανείς: « Θ α σε ξεσκίσω. Τα δακρυσμένα μάτια του έχουν μια έκφραση θλίψης και τρόμου μαζί. είναι καθισμένος ο ίδιος ο ένοχος του σκανδάλου — ένα άσπρο λαγωνικό κουτάβι με μακρουλή μουσούδα και ένα κίτρινο σ η ­ μάδι στη ράχη.. με ανοιχτά τα μπροστινά πόδια κι όλο του το κορμί να τρέμει. να κανονίσω για τα ξύλα με τον Μίτρι Μίτριτς. Το ίδιο του το δάχτυλο δείχνει σαν να παριστάνει το σύμβολο της νίκης. Πολύ κοντά στην π ό ρ ­ τα της αποθήκης. . Α π ' τα μαγαζιά ξεμυτίζουν μισοκοιμισμένες φυσιογνωμίες και σε λιγάκι κοντά στην ξυλαποθήκη μαζεύεται κόσμος.. με δαγκώ­ νει στο δάχτυλο. βλέπει να στέκεται ο άνθρωπος με το ξεκούμπωτο γιλέκο. Η δουλειά μου είναι λεπτή.78 ANTON ΤΣΕΧΟΦ γεται ουρλιαχτό και φωνή: «Μην τ' αφήνεις να φ ύ ­ γ ε ι ! » . ο οποίος. παλιοτόμαρο!». έχοντας σηκωμένο το δεξί του χέρι. τι έχει το δάχτυλο σ ο υ . . Στο πρόσωπο του ο Οτσιουμέ­ λοφ θα αναγνωρίσει το χρυσοχόο Χριουκίν. Εσύ. Συγχωρέστε με. και κανέναν δεν ενο­ χλώ. . Τι γυρεύετε εδώ. λέει ο αστυνόμος. είμαι εργαζόμε­ νος άνθρωπος. Πρέπει . στα καλά καθούμενα.. Ο Οτσιουμέλοφ κάνει μισή στροφή αριστερά και προχωράει προς τον κόσμο. — Τι συμβαίνει εδώ πέρα. . ρωτάει ο Οτσιουμέ­ λοφ καθώς χώνεται μέσα στο πλήθος..

ΧAΜAIΛEΩN 79 να με πληρώσουν. . . .. έβαλε το τσιγάρο στη μούρη του για γούστο. έτσι όπως είναι το δάχτυ­ λό μου. λέει ο Οτσιουμέλοφ με αυστη­ ρό ύφος. ποιανού είναι αυτό το σκυλί. . Είσαι. Ελντίριν —γυρίζει ο επόπτης στον αστυνόμο— μάθε τίνος εί­ ναι το σκυλί και να κάνεις αναφορά! Το σκυλί να το εξαφανίσεις αμέσως! Θα είναι σίγουρα λυσσασμέ­ ν ο .. Σας ρωτάω. . σίγουρα. . — Νομίζω ότι είναι του στρατηγού Ζιγκαλόφ! λέει κάποιος απ' το πλήθος.. βήχοντας και παίζοντας τα φρύδια. Ω ρ α ί α . Πολύ κ α λ ά . ν' αφήνετε άλυτα τα σκυλιά! Είναι καιρός να προσέξουμε αυτούς τους κυρίους που δεν εννοούν να υπακούσουν στις δια­ ταγές! Μόλις μπει το πρόστιμο σ' έναν παλιάνθρωπο.. — Χ μ ! . Τίνος είναι το σκυλί. Ελντίριν. Αν το καθένα αρχίζει να δαγκώνει. Χ μ ! . λέει να αποφέρουμε από τα παλιοτόμαρα. . Δε θ' αφήσω να περά­ σει έτσι αυτό. . — Του στρατηγού Ζιγκαλόφ. βγάλε μου το παλτό. γιατί. . γνωστός! Σ α ς ξέρω εγώ εσάς τους διαόλους! — Αυτός. η Ευγένεια σας. .. .. Κάνει φοβερή ζέστα! Πάει να βρέξει.. Έ ν α μόνο δεν καταλαβαίνω: Πώς μπόρεσε να σε δαγκώσει. η Ευγένεια σας. μπορεί να κάνω και μια βδομάδα να το κου­ νήσω. Αυτό είναι τόσο μικρό και συ τέ­ τοιος μαντράχαλος! Θα πρέπει να το τσίγκλισες και να το τρύπησες με κάνα καρφί και σου 'ρθε ύστερα στο μυαλό η ιδέα να μας ξεγελάσεις.. Θα σας δείξω εγώ. κι αυτό δεν ήταν χαζό και . βλέπεις. Πώς μπόρεσε να φτάσει ως το δάχτυλο.. θα μάθει αμέσως τι πάει να πει σκυλί ή άλλο αδέσποτο ζώο! Θα τον σκίσω στα δ υ ο ! . .. καλύτερα να πεθάνουμε. Ούτε κι ο νόμος.

.. — Να λείπουν τα σχόλια! — Όχι. σκυλιά ράτσας. . Τα περισσότερα είναι λαγωνικά αντο­ χής··· — Το ξέρεις αυτό στα σίγουρα.. Δεν είναι και τίποτα γραμμένο στη μουσούδα τ ο υ . Έ ν α σκυλί σαν αυτό. Ο στρατηγός έχει ακριβά σκυλιά. αν θέλετε να ξέρετε. ας το κρίνει ο ειρηνοδί­ κης.8ο ANTON ΤΣΕΧΟΦ τον δάγκωσε. Τώρα είμαστε όλοι ίσοι.. γιατί λες ψέματα.... .. η Ευγένεια σ α ς . Δε θα κοίταζαν το νόμο εκεί. ξέρετε τι θα πάθαι­ νε.. Εγώ που με βλέπεις έχω τον αδερφό μου χωροφύ­ λ α κ α ... — Στα σίγουρα. Το λέει κι ο νόμος.. .. Στη στιγμή — ο ύ ­ τε κιχ δε θα 'βγαζε! Εσύ. η Ευγένεια σας! — Λες ψέματα. Πρέπει να τους δώσεις ένα μάθημα! Καιρός είναι... .. παρατηρεί βα­ θυστόχαστα ο αστυνόμος. Αν λέω ψέματα. σκέτο παλιόσκυλο. . μην αφήσεις έτσι το ζήτημα. — Μπορεί όμως να είναι και του στρατηγού. υπέφερες. Τι να το κάνεις τέτοιο σκυλί.. . . δεν είναι του στρατηγού. στην Πετρούπολη ή στη Μόσχα.. λέει σκεπτικός ο αστυνόμος. στραβέ άνθρωπε! Αφού δεν εί­ δες. . Χριουκίν. — Κι εγώ το ξέρω. αλλ' αυτό εδώ ένας Θεός ξ έ ­ ρει τι είναι! Ούτε τρίχωμα έχει ούτε εμφάνιση. . Κουκούτσι μυαλό δεν έχετε. Πριν από λίγες μ έ ­ ρες είδα ένα τέτοιο στην αυλή του. Δεν έχει τέτοια σκυλιά ο στρατηγός... Ανάποδος άνθρωπος. Η Ευγένεια του είναι έ ξ υ ­ πνος άνθρωπος και καταλαβαίνει ποιος λέει ψέμα­ τα και ποιος μιλάει με τη συνείδηση του μπροστά στο Θ ε ό .

... θ ε έ και Κύριε! Πού να το ξέρω! Ήρθε μουσαφίρης. Αφού είπα ότι είναι αδέσπο­ το. Εσύ.. Ο αδερφός του τα θέλει π ο λ ύ . . κατέβασε το χέρι! Δε χρειάζεται να δεί­ χνεις το χαζοδάχτυλό σου! Εσύ φταις!. . Μ' έπιασε ρίγος. — Χ μ ! . Ε. Να εξαφανιστεί. λέει ο Οτσιουμέλοφ.. φι­ λαράκο! Κοίτα αυτό το σκυλί. να τον ρωτήσουμε. κι αν το κάθε γουρούνι τού τρίβει το τσιγάρο στη μύτη του. Βάλε μου το παλτό. Ο Βλαντιμίρ Ιβάνιτς. Το σκυλί είναι συμπαθητικό ζωντανό. φιλοξενούμενος. .. δικό σας είναι. Δεν είχαμε ποτέ μέ­ χρι τώρα τέτοια σκυλιά! — Περισσότερες ερωτήσεις δε χρειάζονται τώρα. ρ ω ­ τάει ο Οτσιουμέλοφ και το πρόσωπο του γεμίζει μ' ένα χαμόγελο συγκίνησης. Είναι αδέσποτο! Περισσότερα λόγια περιττεύουν...... Μπορεί να εί­ ναι ακριβό σκυλί.. που ήρθε εδώ και λί­ γες μέρες. . . του στρατηγού είναι! ακούγεται μια φωνή απ' το πλήθος. ναι. .ΧΑΜΑΙΛΕΩΝ 8l — Ν α ι . . — Πώς σου 'ρθε τέτοια ιδέα. . Να το πας στο στρατηγό και να τους ρωτήσεις. Και πες τους να μην τ' αφήνουν ελεύθερο στο δ ρ ό μ ο . — Ναι. πάει να πει είναι αδέσποτο. — Έρχεται ο μάγειρας του στρατηγού. Να πεις ότι το βρήκα εγώ και το 'στειλα.. Είναι του αδερφού του στρατηγού. συνεχίζει ο Προχόρ. ηλίθιε.. — Δεν είναι δικό μας. τελείωσε.. δε θ' αργήσει να το βγά­ λει άχρηστο. αδερφέ Ελντίριν. —Ήρθε ο αδερφός του.. . Προχόρ! Έ λ α μια στιγμή εδώ. Στον δικό μου δεν αρέσουν τα κυνηγό­ σκυλα. Σαν να φύσηξε α έ ρ α ς ...

Πάρ' τ ο .82 ANTON ΤΣΕΧΟΦ — Αυτό είναι έκπληξη. σ υ ­ νεχίζει το δρόμο του στην πλατεία της αγοράς. χα. Μα εγώ δεν το 'ξερα! Ώστε είναι δικό του το σκυλάκι. αφού τυλίχτηκε με τη χλαίνη. Πολύ χαίρομαι. Ο Προχόρ φωνάζει το σκυλί και φεύγει μαζί του απ' την ξυλαποθήκη. Ο κόσμος γελάει με τον Χ ρ ι ο υ ­ κίν. . Θυμώνει. ο απατεώνας. . . Του γράπωσε το δάχτυ­ λο! Χ α . . . . . . Ρ ρ . χ α . . — Θα φτάσω και σε σένα! του λέει απειλητικά ο Οτσιουμέλοφ και. Και τόσο έ ξ υ π ν ο . Κ α λ ό το κ α η ­ μ έ ν ο . ... ..... . Ρ ρ ρ . . . Γιατί σ' έπιασε τρεμούλα.. . Αποθύμησε τον αδερφό τ ο υ .. ο παλιοκερατάς.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ .

Π ρ ώ τ η δ η μ ο σ ί ε υ σ η σ τ ο π ε ρ ι ο δ ι κ ό Θεατής τ ο 1 8 8 3 . .

Τη σωματική του διάπλαση μπορεί άφοβα να την ονομάσει κανείς αθλητική. σηκώνει με τα δόντια βαρίδια της ζυγαριάς και ορκίζεται ότι δεν υπάρχει άνθρωπος σ' όλη τη γη που θα τολμούσε να παλέψει μαζί του. Η μυϊκή του δύναμη είναι ασύλληπτη. ξεριζώνει μικρά δέντρα. Αυτή λοιπόν η τερατώδης. Άντρες και γυναίκες τσιρίζουν και κοκκινίζουν απ' τον πόνο όταν τους χαιρετάει με χειραψία! Τη θαυ­ μάσια βαρύτονη φωνή του είναι αδύνατον να την ακούσετε. Η . Είναι γεν­ ναίος και τολμηρός. έτρεμε. γιατί σας κουφαίνει. όταν έπρεπε απ' το μεγάλο στόμα του να ξεφύγουν οι λέξεις « Σ α ς αγαπώ!». και δεν ήταν σε κατάσταση να σηκώ­ σει ούτε μια καρέκλα. Μπορεί και κάμπτει εικοσάρικα.Ο Μαξίμ Κουζμίτς Σαλιούτοφ είναι ψηλός και λ ε βεντόκορμος με φαρδιούς ώμους. Τουναντίον. Δυναμάνθρωπος! Σαν αυτόν δε γνωρίζω κανέναν άλλο. κοκκί­ νιζε. η υπεράνθρωπη αυτή δύναμη βοδιού έσβηνε και ο Μαξίμ Κουζμίτς ήταν σαν ένα ψόφιο ποντίκι όταν έκανε ερωτική ε ξ ο μ ο ­ λόγηση στην Ελένα Γκαβρίλοβνα! Χλώμιαζε. Ποτέ δεν τον είδαμε να φοβά­ ται κάτι. οι άλλοι τον φοβούνται και κι­ τρινίζουν μπροστά του όταν είναι θυμωμένος.

να φάει. την ίδια ώρα. Μια φορά. δεν τον άφηνε να πιει. Μια σκέψη ωστόσο τον βασάνιζε. Η σκέψη αυτή τυραννούσε το μυαλό του. Δεν μπορείς να μην αγαπήσεις τέτοιον άνθρωπο! Ότι τον αγαπούσε το 'ξερε κι ο ίδιος. πέρασε έφιππος ένα τέτοιο χαντά­ κι. τον υποχρέω­ νε να μένει άγρυπνος. Η Ελένα Γκαβρίλοβνα τον αγαπού­ σε και διψούσε να της ζητήσει το χέρι και την κ α ρ ­ διά. έτρεμε λιγωμένος και μιλούσε ψιθυριστά. Αυτός είναι πια τριάντα χρονών.. τα χρήμα­ τα δεν είναι ιδιαίτερα πολλά. να κοιμηθεί. Όχι. Α π ό την έκφραση του προσώπου καταλάβαινες ότι υπέφερε.86 ANTON ΤΣΕΧΟΦ δύναμη ξαφνικά χανόταν και το μεγάλο σώμα μ ε ­ τατρεπόταν σ' ένα τεράστιο αγγείο χωρίς περιεχό­ μενο. κάνοντας μ α ­ ζί της μια βόλτα. Ορκιζόταν στην αγάπη του. . Εκείνη φτερούγιζε πάνω στον πάγο σαν πούπουλο κι αυτός. έξυπνος και καπάτσος! Χορεύει θαυμάσια και είναι περίφημος σκοπευτής.. αλλά. μικρή κι όμορφη μελαχρινούλα. ωστόσο είναι ωραίος. έλιωνε κάθε λεπτό από την ανυπομονησία. να κλαίει. κυνηγώντας την.. Μήπως νομίζετε ότι φοβόταν αρνητική απάντηση. Τα σβέλ­ τα κι ευκίνητα πόδια λύγιζαν κι έμπλεκαν όταν έπρεπε να χαράξουν στον πάγο κάποια δύσκολη κ α ­ ρικατούρα.. Αυτή. το οποίο θα δυσκολευόταν να περάσει οποιοδή­ ποτε αγγλικό καθαρόαιμο!. Κανένας δεν καλπάζει με τ' άλογο καλύτερα απ' αυτόν. Την ερωτική εξομολόγηση την έκανε στην πίστα του πατινάζ. βαθμό μεγάλο δεν έχει. Ήταν βέ­ βαιος γι' αυτό. Του δηλητηρίαζε τη ζωή.

Η Ελένα Γκαβρίλοβνα ένιωθε ότι πετούσε στα σύννεφα. Τους άρε­ σε ο αθλητής. και τώρα δεν είμαι παρά ένας αχρείος. μορφωμένη κι αριστοκράτισσα. αν κάποιος της έλεγε για το παρελθόν μου. έδινε πολλές ελπίδες. Όλα! Είχα υποχρέωση. Οι γονείς της Ελένα Γκαβρίλοβνα συμφώνησαν για το γάμο της με τον Μαξίμ Κουζμίτς. δεν ένιωσε ε υ ­ τυχισμένος. Όταν η Ελένα Γκαβρίλοβνα έπεσε στο λαιμό του και του ορκίστηκε στην αγάπη της. ως δημόσιος υπάλ­ ληλος. θα της τα έλεγα όλα. — Γίνετε γυναίκα μου! είπε στην Ελένα Γκαβρί­ λοβνα. δυστυχισμένο παρελθόν! Α υ τ ή . με π ά ­ θος! Τη στιγμή αυτή ο ίδιος σκεφτόταν: « Έ χ ω εγώ το δικαίωμα να γίνω άντρας της.ΓΥΝΑΙΚΑ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ 87 η σκέψη αυτή γυρνούσε στο μυαλό του και του χτυ­ πούσε τα μελίγγια. Η σκέψη τα φαρμάκωνε όλα.. να της εκμυ­ στηρευθώ το μυστικό μου! Δεν το έκανα όμως. πλούσια. Ο φτωχός όμως αθλητής ήταν πολύ δυστυχισμέ­ νος! Μέχρι την τελευταία ημέρα πριν από το γάμο . θα μ' έφτυνε κατάμουτρα αν ήξερε από πού κρατάει η σκούφια μ ο υ ! » . σκέφτηκε όλος φούρκα κι αγανάκτηση: «Είμαι πρόστυχος! Αν ήμουν τίμιος άνθρωπος. Γυρίζοντας στο σπίτι από το παγοδρόμιο. δεν έχω! Αν ήξερε την καταγωγή μου. π ρ ο ­ τού της εξομολογηθώ την αγάπη μου. Όχι. Ήταν ευτυχισμέ­ νη.. θα με χαστούκιζε! Ά τ ι μ ο . ένας παλιάνθρωπος!». Ήταν σεμνός και. Σ α ς αγαπώ! Σας αγαπώ παράφορα.

. το ζώον. αλλιώς θα τα πω σε όλους. στέγνω­ σ ε .88 ANTON ΤΣΕΧΟΦ τον βασάνιζε η ίδια σκέψη. έπινε. . Όταν έφτασε η πολυπόθητη ώρα και συνόδευ- . . « Π ρ έ ­ πει να εξηγηθώ μαζί της πριν από το γάμο! Ας με φτύσει!» Ωστόσο δεν εξηγήθηκε πριν από το γ ά μ ο .. Δώσ' μου και είκοσι πέντε ρούβλια δανεικά! Ο φτωχός Μαξίμ Κουζμίτς αδυνάτισε. αλλά ήταν φοβερά δυστυχισμένος. Έ π ρ ε π ε να του δίνει ολόκληρο σχεδόν το μισθό του. Έφτασε το βράδυ του γάμου. . — Πάμε να μου κάνεις το τραπέζι στο Ερμιτάζ! έλεγε ο φίλος. Τα μάγουλα του έπεσαν. τους ευχήθηκαν και όλοι ήταν έκπληκτοι με την ευτυχία τους.. πρόστυχος!» σκεφτόταν. οι γροθιές του έγιναν πετσί και κόκαλο. Τον βασάνιζε κι ένας φίλος. .. Αλλά η σκέψη ότι μετά την εξήγηση θα έπρεπε να χωρίσει με την αγαπημένη του γυναίκα ήταν γι' αυτόν φοβερότερη απ' όλες τις άλλες σκέψεις!. Η σκέψη τον αρρώστησε.. χόρευε. Στεφάνωσαν τους νέους. γελούσε. θα αυτοκτονού­ σε. «Είμαι αχρείος. αλλά ακόμα δεν είναι αργά! Μπορούμε α κ ό ­ μα να χωρίσουμε!». Δεν εί­ χε το θάρρος. Αν δεν υπήρχε η γυναίκα που αγαπούσε. « Ε γ ώ .. Ο φτωχός Μαξίμ Κουζμίτς δεχό­ ταν τα συγχαρητήρια. Κι εξηγήθηκε. ο οποίος ήξερε το παρελθόν του σαν τα δάχτυλα του χεριού τ ο υ . όπως τότε που της ε ξ ο ­ μολογήθηκε την αγάπη τ ο υ . θα αναγκάσω τον εαυτό μου να εξηγηθεί! Μας στεφά­ νωσαν.

— Τι έχεις. η συνείδηση και η τιμιότητα νίκησαν όλα τ' ά λ λ α . Θα σε εκπλήξει αυτό που θα σου πω.. Ήμουν ζητιάνος. δε μιλάς. . Μόνο γρήγορα. . αυτό ακόμα δεν εί­ ναι τόσο φοβερό. π ό β . πιάνοντας της το χέ­ ρι. — Τρομάζεις.ΓΥΝΑΙΚΑ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕIΣ 89 σαν τους νέους στην κρεβατοκάμαρα... Μήπως είσαι άρρω­ στος. τρέμοντας κι αναπνέοντας με δ υ ­ σκολία. Παιδάκι ακόμα. καλή μου. χλωμός! Όλες αυτές τις μέρες είσαι χλωμός. Ω. ξεχνώντας από πού κρατάει η σκούφια του. Λέλια. αλλά τι να κάνω. χλωμός. Είσαι. παρακα­ λώ... Περίμενε και θα δεις.. θα δηλητηριάσει την ευτυχία σ ο υ . πρέπει.. Οι γονείς μου δεν ήταν επώνυμοι άνθρωποι και ήταν φοβερά φτωχοί. . . Θα σου διηγηθώ από πού κρατάει η σκού­ φια μου... . αν το μάθετε! — Μα τι να μάθω.... Θα σου διηγηθώ το π α ­ ρελθόν μ ο υ . Θα νιώσεις φρίκη. .. πρέπει να σου τα πω όλα. . Και μην τρέμεις έτσι.. . ... είπε: — Πριν αρχίσουμε να ανήκουμε... Ε σ ύ . είμαι δυστυχισμένος! Θα με καταραστείτε... Ας κα­ θίσουμε. ..νήθηκα στο Τ α μ .. . Η Λέλια άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε με κάποια ειρωνεία. Μ α ξ . διηγήσου. Ο Μαξίμ Κουζμίτς. Πρώτ' απ' όλα το καθήκον.. πουλούσα μήλα κι αχλάδια. . Μα. .. τ α μ . — Λοιπόν.. .. — Ε . πρέπει να εξηγηθώ. — Ποιος. . ο ένας στον άλλο. — Γεν. την πλησίασε δειλά δειλά και.

. Πλησιάζοντας στο κρεβάτι μέτρησε ως το τρία και στάθηκε όρθιος με τα πόδια ψηλά... συγχωρέστε με! Μη με διώξετε! Ή μ ο υ ν . Γελούσε σαν υστερική.90 ANTON ΤΣΕΧΟΦ — Στα είκοσι χρόνια μ ο υ .. Ε σ ύ .. κλόουν. .. — Δείξε μου κάτι! Καλέ μου! Μάτια μου! — Γελάς. Ο Σαλιούτοφ. . — Ε σ ύ . Ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει. — Παίξε κάτι! Ξέρεις να περπατάς και στο σχοι­ νί. . Η Λέλια σωριάστηκε στο πάτωμα.. χα! Γλυκέ μου! Πάλι! ... . Τίποτα.. μην καταλαβαίνοντας τίποτε. . ήμουν. στηρίζοντας το μέτωπο στην άκρη του κρεβατιού. ενέδωσε στα παρακάλια της γυναίκας του.. τινάχτηκε κι άρχισε να τρέχει. Απ' το γέλιο της τραντάχτηκε όλη η κρεβατο­ κάμαρα. ευτυχισμένος. ήμουν. . . Ήσουν κλόουν. δυστυχισμένη! Με περιφρονείς.. Μ α ξ ι μ ο ύ λη μ ο υ . Αγάπη μου! Παίξε κάτι! Απόδειξε μου ότι ήσουν κλόουν! Χ α . χ α . κλόουν σε τσίρκο! — Εσύ! Εσύ κλόουν.. Κι εκείνος. — Μπράβο. χα! Γλυκέ μου! Τον πλησίασε γρήγορα και τον αγκάλιασε. χα. . — Χ α . Ρωτάτε τι έπαθε. Δείξε μου κάτι λοιπόν! Γέμισε το πρόσωπο του άντρα της με φιλιά και σφίχτηκε επάνω του καλοπιάνοντας τον ικετευτικά. Κάθε άλλο παρά θυμωμένη ήταν. . Μαξ! Κάν' το πάλι! Χ α . την κοιλιά της έπια­ σ ε . περιμένοντας χαστούκι. .. χα. . έκρυψε με τα χέρια το χλωμό του πρόσωπο... ..

. Στάθηκε για μια στιγμή κοντά στην πόρτα.. σήκωσε τους ώμους και τη μισά­ νοιξε ελαφρά. Το πρωί οι γονείς της Λέλια δοκίμασαν φοβερή έκπληξη. Ρίχνοντας μια ματιά μέσα.. Στη μέση της κρεβατοκάμαρας στεκόταν όρθιος ο Μαξίμ Κουζμίτς κι έκανε στον α έ ­ ρα τα πιο ριψοκίνδυνα salto mortale. αλλά δεν είδε κανέναν υπηρέτη. Θα κάνουν φασαρία. ρωτούσαν ο ένας τον άλλο.. Και των δυο τα πρόσω­ πα έλαμπαν από ευτυχία... ο θόρυβος ερχόταν απ' το δωμάτιο των νέων... — Ποιος χτυπάει επάνω. Δίπλα του ήταν η Λέλια και χειροκροτούσε. μαζεύτη­ κε σαν σκαντζόχοιρος και παρά λίγο να πεθάνει από το σοκ που πήρε. πήδησε όπως ήταν στο πάτωμα κι άρχισε να περπατάει με τα χέρια. Σίγουρα οι υ π η ­ ρέτες θα σαχλαμαρίζουν.ΓΥΝAIΚΑ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ 91 Ο Μ α ξ τρίκλισε. Οι νέοι ακόμη κοιμούνται. Προς μεγάλη του έκπληξη. Τους παλιανθρώπους! Ο μπαμπάς πήγε επάνω..

ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ .

Π ρ ώ τ η δ η μ ο σ ί ε υ σ η σ τ η ν ε φ η μ ε ρ ί δ α Νέα Εποχή τ ο 1 8 8 7 . .

. — Εγώ είμαι ο γιατρός. χωρίς να σκουπίσει το κλαμένο του πρόσωπο και τα κα­ μένα από το φαινικό οξύ χέρια. Στο χολ ήταν σκοτεινά και στον άν­ θρωπο που μπήκε μέσα μπορούσες να διακρίνεις μόνο το μέτριο ανάστημα του.. . Εξαιτίας της διφθερίτιδας είχαν απομακρύνει απ' το πρωί όλο το προσωπικό και ο Κιριλόφ. Τη στιγμή που η γυναίκα του γιατρού γονάτισε μπροστά στο κρεβάτι του π ε ­ θαμένου παιδιού και την κατέλαβε η πρώτη κρίση απόγνωσης. που μόλις έκανε την εμφάνιση του το χολ έγινε πιο φω­ τεινό. ο εξάχρονος Αντρέι. πέθανε από διφθερίτιδα ο μονάκριβος γιος του. απάντησε ο Κιριλόφ. πήγε ο ίδιος να ανοί­ ξει την πόρτα. ρώτησε γρήγορα γρήγορα ο επισκέπτης. χωρίς σακάκι. στο σπίτι του περιφερειακού γιατρού Κιριλόφ.Στις δέκα το βράδυ μιας σκοτεινής νύχτας του Σ ε ­ πτεμβρίου. — Ο γιατρός είναι στο σπίτι. με ξεκούμπωτο γιλέκο. το άσπρο κασκόλ και το μεγάλο κατάχλωμο πρόσωπο. Τι θα θέλατε. στην είσοδο του σπιτιού χτύπησε δυνα­ τά το κουδούνι. τόσο χλωμό. όπως ήταν.

... Έρχεται στο σπίτι ο Παπτσίνσκι. εσείς είστε.. πολύ χαίρομαι! Ε γ ώ και σεις γνωριζόμαστε!. πιάνει την καρδιά της και πέφτει στη ράχη της καρέκλας. Είχα την ε υ ­ χαρίστηση να σας δω το καλοκαίρι στου Γκνούτσεφ. . Χαίρομαι πολύ που σας βρήκα στο σπίτι. π ά μ ε . — Φοβόμουν μην τυχόν δε σας βρω. Να σας πω πώς έγι­ νε. Πολύ χαίρομαι! είπε χαρούμε­ νος ο επισκέπτης ψάχνοντας να βρει στο σκοτάδι το χέρι του γιατρού· το βρήκε και το 'σφιξε γερά στα δικά του χέρια. . συνέχισε.. Μέχρι να φτάσω εξαντλήθηκα. άσχετες μ' αυτό που τον απασχολούσε. . . Μιλούσε βιαστικά και με φωνή που έτρεμε.96 ANTON ΤΣΕΧΟΦ — Α. Ήταν σαν να είχε τρομάξει από κ ά ­ ποια πυρκαγιά ή από λυσσασμένο σκυλί και δύσκο­ λα μπορούσε να συγκρατήσει τη γρήγορη αναπνοή του.. την έτριψα με αμμωνία στα . Ντυθείτε.. .. για το Θεό.. Το αμάξι είναι έ ξ ω .. . ο Αλέξανδρος Σεμιόνοβιτς. Μιλή­ σαμε λίγο. για το Θεό. Ξαφνικά η γυναίκα μου βγάζει μια φωνή. Στα λόγια του διακρινόταν μια ανυπόκριτη ειλικρί­ νεια. και καθίσαμε να πιούμε τσάι. τον οποίο και σεις γνωρίζετε. Την πήρα­ με στο κρεβάτι κι ε γ ώ . Η γυναίκα μου αρρώστησε και κινδυνεύει.. Α π ό τη φωνή και τις κινήσεις του επισκέπτη κ α ­ ταλάβαινε κανείς ότι βρισκόταν σε κατάσταση μ ε ­ γάλης ταραχής. Π ο λ ύ ... να έρθετε αμέσως μαζί μ ο υ . . Μην α ρ ­ νηθείτε. Όπως όλοι οι φοβισμέ­ νοι και προβληματισμένοι ξαφνικά άνθρωποι. υπέφερα ψυχικά. μι­ λούσε με μικρές και κοφτές φράσεις κι απ' το στό­ μα του έβγαιναν ένα σωρό περιττές λέξεις. . . Είμαι ο Αμπόγκιν.. μια παιδική λιγοψυχία. .

στάθηκε λίγο και βγήκε αργά απ' το χολ προς το σαλόνι. αλλά τι να κάνω. Σαν να έγιναν όλα επίτηδες! Πιάστηκε ύστερα απ' το πόμολο της πόρτας κι έσκυψε το κεφάλι συλλογισμένος. — Ακούστε. . . να φύγει ή να συνεχίσει να παρακαλεί το γιατρό. ο γιατρός τίνα­ ξε το κεφάλι κι είπε τραβώντας με απάθεια την κά­ θε λέξη: — Με συγχωρείτε. ψέλλισε ο Αμπόγκιν κάνοντας ένα βήμα πίσω.. πόσο άτυχη! Τι σύμπτωση κι α υ τ ή ...ΟΙΕΧΘΡΟΙ 97 μελίγγια και τη ράντισα με ν ε ρ ό . Θεέ μου.. . Φοβάμαι μήπως είναι ανεύρυσμα. . σε τι άσχημη ώρα ήρθα! Πόσο άτυχη μ έ ρ α . ελάτε.. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ο Κιριλόφ γύρισε την πλά­ τη στον Αμπόγκιν.. πάμε! Δεν το κάνω για τον εαυτό μ ο υ . . πέθανε το παιδί μ ο υ . . Σας ικετεύω. .. Κρίνοντας από το ασταθές . βλέπετε.. Άλλος γιατρός. Π ά μ ε .. . Κι ο πατέρας της από ανεύρυσμα πέθανε. . Όταν ο Αμπόγκιν ανέφερε πάλι τον Παπτσίνσκι και τον πατέρα της γυναίκας του κι έψαχνε στο σκο­ τάδι να βρει άλλη μια φορά το χέρι. πιάνοντας τον Κιριλόφ απ' το μανίκι. Δεν είμαι εγώ ο άρρωστος! Ακολούθησε σιωπή. — Αλήθεια. εκτός από σας δεν υπάρ­ χει εδώ. . . Ο Κιριλόφ άκουγε χωρίς να μιλάει. είπε ζωηρά. Προ π έ ­ ντε λεπτών. σαν να μην καταλάβαινε ρωσικά. καταλαβαίνω απόλυτα τη θέση σας! Μάρτυς μου ο Θεός. Ήταν φανερό ότι ταλαντευόταν μέσα του.. ντρέπομαι που προσπαθώ τ έ ­ τοιες στιγμές να αποσπάσω την προσοχή σας. . Ήταν σαν πεθα­ μένη. Κρίνετε και μόνος σας. δεν μπορώ να έρθω. σε ποιον να π ά ω .

Το σκοτά­ δι και η ηρεμία του σαλονιού φαίνεται ότι όξυναν την κατάσταση αφροσύνης στην οποία βρισκόταν. . Εδώ βασίλευε νεκρική σιγή. . έπε­ φτε μια φαρδιά λουρίδα από φως. εκείνη την ώρα δεν είχε ούτε προθέσεις ούτε επιθυμίες.98 ANTON ΤΣΕΧΟΦ και μηχανικό βάδισμα. από την προσοχή με την οποία έσιαξε στο σαλόνι το χνουδωτό αμπαζούρ της σβηστής λάμπας κι από τον τρόπο που έριξε μια μα­ τιά στο χοντρό βιβλίο που ήταν στο τραπέζι. δε σκεπτόταν τίποτε και ίσως να μη θυμόταν καν ότι στο χολ βρισκόταν ένας ξένος άνθρωπος. στριμωγμένο μέσα σ' ένα σωρό από . Στον ένα τοίχο του γραφείου. Για ένα λεπτό κοίταζε ν υ ­ σταγμένος τα φωτισμένα βιβλία του και μετά σηκώ­ θηκε να πάει στην κρεβατοκάμαρα. μέχρι την τ ε ­ λευταία λεπτομέρεια. και τότε σ' όλο του το σώμα διακρινόταν η αίσθηση κάποιας αμηχανίας. μιλούσαν εύγλωττα για την κούραση και τη θύελλα που δοκίμασε λίγη ώρα πριν. το φως αυτό έμπαινε από τη μόλις ανοιχτή πόρτα που οδηγούσε απ' το γραφείο στην κρεβατο­ κ ά μ α ρ α . Μαζί με τη βα­ ριά και πνιγηρή μυρουδιά του φαινικού και του αι­ θέρα. ορθό στο σκαμνάκι. Όλα. παραδινόταν σ' αυτή την καινούρια αίσθηση. Ο γιατρός σωριάστηκε στην πολυθρόνα μπροστά στο τραπέζι. Προχωρώντας από το σαλόνι στο γραφείο του. Το κεράκι. η αίσθηση ότι είχε βρεθεί σε ξένο διαμέρισμα ή είχε μεθύσει απ' το πολύ πιοτό για πρώτη φορά στη ζωή του και. ψηλάφιζε με τα χέρια τα κουφώματα στις πόρτες. πάνω από μια ντουλάπα με βιβλία. Τώρα όλα ξεκουράζονταν. απορώντας τώρα και ο ίδιος. σή­ κωνε το δεξί πόδι πιο ψηλά.

Πόση όμως έντα­ ση αισθανόταν στις κλειδώσεις του κορμιού και στα χέρια! Σφιγγόταν στο κρεβάτι μ' όλη της την ψυχή. αλλά τα ανοιχτά μάτια του έδειχναν να σκοτεινιάζουν και να βαθουλώνουν απ τη μια στιγμή στην άλλη. με δύναμη και απληστία. αλλά από τις δροσοσταλίδες που λαμπύριζαν στα γένια του έβλεπες ότι πριν από λίγη ώρα έκλαι­ γε. κουτιά και κανάτια. Ήταν ακίνητο. κουρέ­ λια. δεν έκανε καμιά κίνηση. Μέσα στο γενικό κοκάλω- . λεκάνες. β υ ­ θισμένα στη σιωπή. ριγμέ­ να παντού χρησιμοποιημένα βαμβάκια και κουτά­ λια. Ο γιατρός στάθηκε κοντά στη γυναίκα του. προσήλωσε το βλέμμα στο παιδί. Το πρόσωπο του είχε μια έκφραση αδιαφο­ ρίας. μικρές λιμνούλες στο πάτωμα. η άσπρη φιάλη με το ασβεστόνερο. Στην κρεβατοκάμαρα δεν ένιωθες την αποκρου­ στική εκείνη φρίκη που διακατέχει τους ανθρώπους όταν μιλούν για θάνατο. πολύ κοντά στο παράθυρο. Με τα χέρια της ν' ακουμπούν στο σώμα του. ήταν γονατιστή η μητέρα. γ έ ρ ­ νοντας πλάι το κεφάλι. έβα­ λε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού και. έτσι κι αυτή. και το π ρ ό ­ σωπο κρυμμένο στις πτυχές που έκαναν οι κουβέρ­ τες. ακόμα κι ο αέρας. βαρύς κι αποπνικτικός — όλα πεθαμένα. σαν να φοβόταν μην ταρά­ ξει τη γαλήνια και βολική στάση που βρήκε τελικά για το καταπονημένο της σώμα.ΟΙ ΕΧΘΡΟI 99 μπουκάλια. Όπως το παιδί. Κουβέρτες. μαζί με τη μεγάλη λάμπα πάνω στον μπουφέ φώτιζαν λαμπερά όλο το δωμάτιο. κείτονταν το παιδί με ανοιχτά τα μάτια και έκφρα­ ση έκπληξης στο πρόσωπο. Στο κρεβάτι.

Α π ό δω πήγε στην κουζίνα. σαν εκτός από το βάρος της θλίψης τους να συνειδητοποιούσαν και όλο το δρά­ μα της θέσης τους. Έκανε ύστερα μια δυο βόλτες κοντά στη σόμπα και στο κρεβάτι της μαγείρισσας. Τα χρόνια τους πέρασαν. μόλις αντιληπτή ομορφιά της ανθρώπινης θλίψης. Ομορφιά ένιωθες και μέσα στην κατήφεια της σιωπής. και η οποία μόνο με τη μουσική. . Ο Αντρέι δεν ήταν μόνο το μοναδικό τους παιδί. νομίζω. έχαναν για πάντα και το δικαίωμα να αποκτήσουν άλλο! Ο γιατρός ήταν σα­ ράντα τεσσάρων χρόνων. ήταν μια λεπτή. Η μαραμένη κι άρρω­ στη γυναίκα του ήταν τριάντα τριών. και τ ώ ­ ρα. έσκυψε και βγήκε στο χολ από ένα μικρό πορτάκι. δεν έκλαιγαν. πλα­ νιόταν κάτι που τραβούσε. όταν έχουν ψυ­ χικό πόνο.ANTON 100 ΤΣΕΧΟΦ μα. μέσα στο οποίο βρισκόταν ένας μεγάλος και φαρδύς καναπές που έπιανε το μισό χώρο. στην αδια­ φορία που έδειχνε το πρόσωπο του γιατρού. στη θέση που είχε πάρει η μητέρα. Αντίθετα με τη γυναίκα του. σήκω­ σε ψηλά το δεξί του χέρι και προχώρησε απ' την κρε­ βατοκάμαρα σ' ένα μικρό δωμάτιο. την οποία ποτέ δε θα μάθει κανείς να καταλαβαίνει. ήταν και το τε­ λευταίο. ούτε να περιγράφει. ο γιατρός ανήκε στους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι. κάτι που συγκινούσε την καρδιά. αισθάνονται την ανάγκη της κίνησης. τα μαλλιά του είχαν πια γκριζάρει και έδειχνε γέρος. Αφού έμεινε όρθιος κοντά της πέντε λεπτά. μαζί μ' αυτό το παιδί. μπορεί να εκ­ φραστεί. Ο Κιριλόφ και η γυναίκα του ήταν σιω­ πηλοί.

τον κοίταξε και θυμήθη­ κε. . θα κα­ ταλαβαίνατε την εμμονή μου! Θεέ μου. Πάμε. ο χρόνος είναι πολύτιμος! Πάμε. — Ακούστε.. αν βλέπατε το πρόσωπο της. Ο Αμπόγκιν τον ακολούθησε και τον έπιασε απ' το μανίκι. συμπονώ μαζί σας! είπε ο Αμπόγκιν με φωνή ικετευτική βάζοντας το χέρι στο κασκόλ του.ΟΙ Ε Χ Θ Ρ Ο Ι 101 Εδώ είδε πάλι. το καταλαβαίνω. ένα ανδραγά­ θημα! Στο όνομα της φιλανθρωπίας! — Φιλανθρωπία. Το ξέρετε ότι δεν το ζητώ για μένα. Αυτή η ζωή είναι πάνω από κάθε προσωπική θλίψη! Ζητάω. κα­ ταλαβαίνω απόλυτα τη θέση σ α ς . να κάνετε μια γενναία π ρ ά ξ η . αλλά εγώ δε σας καλώ να γιατρέψετε δόντια. σας έχω ήδη πει ότι δεν πρέπει να έρθω! είπε με ζωηρό ύφος. αλλά για να σώσετε μια ανθρώπινη ζωή! συνέχισε να λέει ικετευτικά. είπε εκνευρισμένος ο Κιριλόφ. το άσπρο κασκόλ και το χλωμό πρόσωπο. Στο όνομα της ίδιας α υ - . Περίεργο και τούτο! — Γιατρέ.. — Είστε θλιμμένος. . δεν είμαι φτιαγμένος από πέτρα. κι εγώ νόμι­ ζα ότι πήγατε να ντυθείτε! Γιατρέ. σας παρακαλώ! — Δεν μπορώ να έρθω! είπε χωρίς να βιάζεται ο Κιριλόφ και προχώρησε προς το σαλόνι. σαν ζητιάνος. Η γυναίκα μου πεθαίνει! Αν ακούγατε την κραυγή της. νόμισμα με δύο όψεις. σας παρακαλώ! Ο γιατρός ανασκίρτησε. λοιπόν. ούτε σαν εμπει­ ρογνώμονα... — Επιτέλους! είπε παίρνοντας βαθιά ανάσα ο Αμπόγκιν και πιάστηκε από τη λαβή της πόρτας.

δίχως αίσθημα.. άκαιρα εξεζητημένες. κι εκτός αυτού.. — Κ α ι .. ας είστε καλά.. αν δε θέλετε. Αυτή η τρεμούλα και το ύφος του έκλειναν μέσα τους πολύ περισσότερη πειστικότητα από τα λόγια. γιατρέ..102 ANTON ΤΣΕΧΟΦ τής φιλανθρωπίας σας παρακαλώ κι εγώ να μη με πάρετε από δω. μα το Θ ε ό ! Αυτή τη στιγμή μετά βίας μπορώ και στέκομαι στα πόδια μου κι εσείς με απειλείτε με τη φιλανθρωπία! Δεν είμαι σε θέση να πάω πουθενά. το αποκλείω τε­ λείως. μιλάτε μαζί μου με τέτοιο ύφος! είπε ο Αμπόγκιν πιάνοντας πάλι το γιατρό απ' το μανίκι.. . αυτές ακούγονταν π ο ­ μπώδεις. αλλά εγώ δεν απευθύνομαι στη θέληση. και μην εκλιπαρείτε! συνέχισε φοβισμέ­ να.. κι .. Ζητώ συγγνώμη. Αφήστε το δέκατο τρίτο τόμο! Δεν έχω κανένα δικαίωμα να εκβιάσω τη θέληση σας. Είναι περίεργο. — Μάταια. Αν θέ­ λετε. Τραβήξτε με. Όχι. ... Ο Αμπόγκιν ήταν ειλικρινής.. Απευθύνομαι στα αισθήματα σας. ποιος άλλος λοι­ πόν εκτός από σας μπορεί να καταλάβει τη δική μου φρίκη. Με συγχωρείτε. . Πεθαίνει μια νέα γυναίκα! Μου λέ­ τε τώρα ότι πέθανε το παιδί σας. αλλά δεν είμαι σε θέση ούτε να μιλή­ σω α κ ό μ α . με ποιον θ' αφήσω τη γυναί­ κα μου. Ο Κιριλόφ κούνησε έντονα τα χέρια κι έκανε προς τα πίσω. αλλά.. . Σύμφωνα με τον τόμο δεκα­ τρία του κώδικα είμαι υποχρεωμένος να έρθω κι έχετε το δικαίωμα να με τραβήξετε απ' το γ ι α κ ά . Η φωνή του Αμπόγκιν έτρεμε από συγκίνηση. όσο ωραία κι αν έλεγε οποιεσδήποτε φράσεις. . ελάτε. . όχι.

γιατρέ! Σας δί­ νω το λόγο της τιμής μου ότι θα σας πάω και θα σας φέρω μέσα σε μία ώρα.ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ 103 ακόμα φαίνονταν σαν να πρόσβαλλαν και. Μια φράση. αν όχι με τα λόγια. την ατμό­ σφαιρα του σπιτιού του γιατρού και τη γυναίκα που πέθαινε σε κάποιο άλλο σπίτι. Μόνο μία ώρα! Οι τελευταίες αυτές λέξεις επηρέασαν έντονα τον Κιριλόφ. . όσο και να είναι ωραία και με βαθύ νόημα. Κι όταν ο Αμπόγκιν είπε λίγες ακόμα φράσεις για την υψηλή αποστολή του γιατρού. πιο έντονα από την αναφορά στη φι* Μ ο ν ά δ α μ ή κ ο υ ς ίση μ ε 1 0 6 0 μ έ τ ρ α . ώστε να π ε ­ τύχει αυτό που ήθελε. ο γιατρός ρώτησε κατσουφιασμένος: — Είναι μακριά. — Γύρω στα δεκατρία δεκατέσσερα βέρστια*. προσπαθούσε μ' όλες τις δυνάμεις να δώσει στη φωνή του τρυφερότητα και στοργή. Ο Κιριλόφ στεκόταν και δε μιλούσε. επιδρά μόνο στους αδιάφορους. Τ' άλογά μου είναι πάρα πολύ καλά. Οι ερωτευμένοι καταλαβαίνουν καλύτερα ο ένας τον άλλο όταν σωπαίνουν και ο φλογερός. στη χήρα όμως και στα παι­ διά του πεθαμένου φαίνεται ψυχρός κι ευτελής. από φόβο μήπως δε γίνεται αντιλη­ πτός. για την αυτοθυσία και λοι­ πά. δεν μπορεί όμως πάντοτε να γεμίσει τους ευτυχισμένους ή τους δυστυχισμέ­ νους. Το αισθανόταν κι ο ίδιος. γι' αυτό. Αυτός είναι ο λόγος που τις περισσότερες φο­ ρές η καλύτερη έκφραση ευτυχίας ή δυστυχίας είναι η σιωπή. όλο πάθος λόγος που ακούγεται στο μνήμα συγκι­ νεί μόνο τους ξένους. τουλάχι­ στον με την ειλικρίνεια στο ύφος του.

— Πιστέψτε με. Στο σκοτάδι διακρινόταν τώρα καθαρά η ψηλή και καμπουριασμένη φιγούρα του γιατρού με το μ α ­ κρουλό και στενό γένι και την αετίσια μύτη. Σκέφτη­ κε λίγο και είπε αναστενάζοντας: — Καλά. Στη συνέχεια το αμάξι μπήκε σε βαθύ σκοτάδι. μουρμούρισε ο Αμπόγκιν καθώς βοηθούσε το γιατρό ν' ανέβει στο αμάξι. Έ ξ ω ήταν σκοτεινά. τον βοήθησε να φορέσει το παλτό και βγήκε μαζί του απ' το σπίτι. πήγε γρήγορα γρήγορα στο γραφείο του και σε λίγο γύρισε φορώ­ ντας μακρύ παλτό. μέσα απ' το κηπάκι. κά­ νε. διαπερ­ νούσε λαμπερό φως. όσο πιο γρήγορα μπορείς! Ο α μ α ξ ά ς πήγαινε γρήγορα. Κι εσύ. φαινόταν το μεγάλο του κεφάλι και το μικρό φοι­ τητικό καπέλο που μόλις σκέπαζε το πάνω μέρος του. θα φτάσου­ με καλπάζοντας. Ο Αμπόγκιν. Μόνο. αγαπητέ μου Λουκά. Εδώ . πάμε! Με κανονικό πλέον βηματισμό. στο βάθος του περιβόλου. Στην αρχή ξετυλι­ γόταν μια σειρά από κακοφτιαγμένα οικήματα στο μήκος του περιβόλου του νοσοκομείου.ANTON ΤΣΕΧΟΦ λανθρωπία ή στον προορισμό του γιατρού. με μικρά ελαφρά βηματάκια και σέρνοντας τα πόδια. όχι όμως τόσο όσο στο χολ. είμαι σε θέση να εκτιμήσω τη με­ γαλοψυχία σας. ευχαριστημένος. Το κασκόλ άσπριζε μόνο μπροστά. από κά­ ποιου το παράθυρο. Παντού ήταν σκοτεινά. Τρία παράθυρα στον επάνω όροφο του κυρίως κτιρίου φαίνονταν πολύ αμυδρά. εκτός από το χλωμό πρόσωπο. σε παρακαλώ. Όσο για τον Αμπόγκιν. ενώ πίσω κρυβόταν από τα μακριά μαλλιά.

είπε βαρύθυμα. Λαμπύρισε θαμπά μια λιμνού­ λα με νερό. Ο Κιριλόφ έπεσε σε βαθιά θλίψη και κοίταξε γύρω του. και σε λίγο έσβησαν. Σ' όλο σχεδόν το δρόμο ο Κιριλόφ και ο Α μ π ό ­ γκιν ήταν σιωπηλοί. μέσα από το αμυδρό φως των αστεριών. Μια φορά μόνο ο Αμπόγκιν αναστέναξε βαθιά και μουρμούρισε: — Οδυνηρή κατάσταση! Ποτέ δεν αγαπάς έτσι τους δικούς σου ανθρώπους. ο Κ ι ­ ριλόφ ξαφνικά αναπήδησε. Πίσω. που ξύπνησαν από το θόρυβο των τροχών. Οι κραυγές των κορακιών ακούγονταν πια πνιχτές. κι άρχισε να κινείται στο κάθι­ σμα του. αφήστε με εμένα εδώ. Τα κοράκια. Όταν το αμάξι περνούσε ήσυχα το ποτάμι. Το αμάξι κουνούσε και χτυπούσε στις πέτρες. άρχισαν να διακρίνονται ένα ένα τα δ έ ­ ντρα και οι θάμνοι. Είναι τελείως μόνη! Ο Αμπόγκιν σώπαινε. Θα έρθω μετά. λίγο πριν. ήταν χαμένες στο . σαν να τον φόβισε το π ά ­ φλασμα του νερού. — Ακούστε. Αλλά ν α . όπως όταν κινδυνεύεις να τους χάσεις. σαν να γνώριζαν κι αυτά ότι πέθανε το παιδί του γιατρού κι η γυναίκα του Αμπόγκιν είναι άρρωστη. Πρέπει να στείλω τον αρχινοσοκόμο στη γυναίκα μου. πέρασε την αμμουδερή όχθη και συνέχισε να κυλάει. από μακριά πίσω. φαινόταν ο δρόμος και οι παρόχθιες ιτιές που. Το αμάξι κυλούσε τώρα πάνω σε ίσια κι ο μ α ­ λή πεδιάδα. στην οποία κοιμόνταν μεγάλες μαύρες σκιές.ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ 105 μύριζε υγρασία και μούχλα κι ακουγόταν το θρόι­ σμα των δέντρων. μαζεύονταν στη φυλλωσιά κι έβγαζαν ανήσυχες και παραπονιάρικες κραυγές.

όπου κι αν κοίταζες. Η γη. στο μέρος ίσως που ήταν τα τυρ­ φώδη έλη. Σ' όλη τη φύση ένιωθες κάτι το αρρωστημένο. ίσια κι απέρα­ ντη σαν τον ουρανό. Μ π ο ­ ρούσες τη στιγμή αυτή ν' ακούσεις την τρεμουλια­ στή αναπνοή του. το βλέμμα του στράφηκε στα φωτισμένα παράθυρα του δεύτερου ορόφου. Όσο πλησίαζε στον προορισμό του το αμάξι. η φύση φαινόταν σαν ένας σκοτεινός κι απέραντα βαθύς και ψυχρός λάκκος. σαν την απελπισμένη γ υ ­ ναίκα που κάθεται μόνη σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο και προσπαθεί να μη σκέπτεται το παρελθόν. Δεξιά απλωνόταν πεδιάδα. Αριστερά. Μακριά. δοκίμαζε το βάρος των αναμνήσεων της άνοιξης και του κ α ­ λοκαιριού και περίμενε με απάθεια τον αναπόφευ­ κτο χειμώνα.. σκε­ πασμένο ελαφρά με ομίχλη και περικυκλωμένο από μικρά συννεφάκια. κάτι χωρίς ελπίδα. Παντού. υψωνόταν ένας λόφος με π υ ­ κνούς μικρούς θάμνους και πάνω απ' αυτόν φαινό­ ταν ακίνητο το μεγάλο μισοφέγγαρο. . τ ό ­ σο πιο ανυπόμονος γινόταν ο Αμπόγκιν. απ' τον οποίο δε θα ξεφύγει ούτε ο Κιριλόφ ούτε ο Αμπόγκιν ούτε το κόκκινο μισοφέγ­ γαρο.106 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ σκοτάδι. Όταν τελικά έφτασαν και το αμάξι σταμάτησε στο όμορφα στολισμένο με ρι­ γέ λινόπανο ξώστεγο. έκαιγαν θαμπές φωτιές. που έμοιαζαν σαν να το κοίτα­ ζαν απ' όλες τις πλευρές και το φύλαγαν να μη φ ύ ­ γει. τιναζόταν κι έριχνε ματιές πάνω απ' την πλάτη του α μ α ξ ά προς τα εμπρός. π α ­ ράλληλα με το δρόμο. εδώ κι εκεί. στο βάθος της πεδιά­ δας.. κόκκινο. Κουνιόταν.

Το αχτένιστο κε­ φάλι του. σαν μέσα από ακτίνες. αδιάφορο βλέμμα εξέφραζαν κάτι άσχημο και τραχύ. Κοιτάζοντας όλο το στεγνό του παρουσιαστικό. η αετίσια μύτη και το άτο­ νο. παρά τον άπλετο φωτισμό. αυτό σημαίνει ότι για την ώρα πάμε καλά. Ο γιατρός ήταν ψηλός. το κιτρινόγκριζο χρώμα στο δέρμα και η τσαπατσουλιά και η αδεξιότητα στους τρόπους.. με την τελευταία λέξη της μόδας. όμως. οι πρόωρα γκρί­ ζες τρίχες στο μακρόστενο γένι του. μπορούσαν πια να βλέπουν καλά ο ένας τον άλλο. τα βαθουλωτά μελίγγια. Από το χολ δεν ακούγονταν ούτε φωνές ούτε β ή ­ ματα και το σπίτι όλο φαινόταν σαν να κοιμάται. με μεγάλο κεφάλι και πληθωρικά αλ­ λά απαλά χαρακτηριστικά. Τα χοντρά. το πιγούνι. όπως των νέγρων. απ' το οποίο φαινόταν. λίγο καμπουριασμένος. με τη σκληράδα που προκαλούσαν. που ήταν μέχρι τώρα στο σκοτάδι. πρόσθεσε καθώς αφουγκραζόταν την ησυχία. κάτι άστοργο κι αυστηρό.ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ — Αν συμβεί κάτι. όλα αυτά. κι είχε άσχημο πρόσωπο. ντυμένος κομψά και χα­ ριτωμένα. δε θα αντέξω. ντυμένος α τ η ­ μέλητα. Ο Αμπόγκιν. Ήταν ένας γεροδεμένος σοβαρός ξανθομάλλης. Ο γιατρός και ο Α μ π ό ­ γκιν. είπε μπαίνο­ ντας με το γιατρό στο χολ και τρίβοντας τα χέρια από τη συγκίνηση. σ' έκαναν να σκεφτείς τη δεινή θέση που βρισκόταν και την εξάντληση του από τη ζωή και τους ανθρώπους. Δεν ακούγεται όμως καμία φα­ σαρία. έδινε δια­ φορετική εικόνα. χείλια του. Στην κορμοστασιά του. δεν πίστευες ότι α υ ­ τός ο άνθρωπος έχει γυναίκα κι ότι μπορούσε να κλάψει για το παιδί.. στη σφιχτά κουμπωμένη ρεντι- .

— Κανένας δεν είναι και τίποτε δεν ακούγεται. Καθόταν στην πολυθρόνα και κοίταζε τα καμένα απ' το φαινικό οξύ χέρια του. γυναι­ κεία σχεδόν χάρη. Από δω προχώρησαν κι οι δυο στη μικρή. Πάω να κοι­ τάξω και θα σας ειδοποιήσω. πολύ ωραία και άνετη σάλα. η παρουσία του σ' ένα ξένο κι άγνωστο σπίτι. . το ευχάριστο ημίφως και. Δεν υπάρχουν σουρταφέρτα. γιατρέ. Δόξα να 'χει ο Θεός! Οδήγησε το γιατρό απ' το χολ στο μεγάλο σαλό­ νι. Ακόμα και η χλωμάδα και ο παι­ διάστικος τρόμος με τον οποίο κοίταζε επάνω στη σκάλα καθώς έβγαζε το πανωφόρι του δε χαλούσαν την εντύπωση που έκανε η εμφάνιση του και δε μείωναν την αίσθηση της πληρότητας. στη χαίτη και στο πρόσωπο υπήρχε κάτι το ευγενικό. — Αοιπόν. που είχε και το χαρακτήρα της περιπέτειας. . όπου φαινόταν στο μισοσκόταδο το μαύρο πιά­ νο και το κρεμασμένο πολύφωτο με το άσπρο κ ά ­ λυμμα. είπε ανεβαίνοντας τη σκάλα. κι ε γ ώ . μιλούσε με ωραία βαρύτονη φωνή και στον τρό­ πο με τον οποίο έβγαζε το κασκόλ ή διόρθωνε τα μαλλιά στο κεφάλι διακρινόταν μια λεπτή. το λιονταρίσιο. είπε ο Αμπόγκιν. που ήταν φωτισμένη με όμορφο ροζ ημίφως. Στα πεταχτά . κυρίως. Ο Κιριλόφ έμεινε μόνος. της υγείας και της απόλυτης αυτοπεποίθησης με την οποία ήταν οπλισμένη όλη του η ύπαρξη.108 ANTON ΤΣΕΧΟΦ γκότα. καθίστε εσείς εδώ. Η πολυτέλεια της σά­ λας. προφανώς δεν τον σ υ ­ γκινούσαν. έρχομαι αμέσως. Στο περπάτημα του κρα­ τούσε ίσιο το κεφάλι και πρόβαλλε μπροστά το στή­ θος.

τη θή­ κη του βιολοντσέλου και. στα διπλανά δ ω ­ μάτια. Ήταν όλα ήσυχα. — Μ' εξαπάτησε! φώναξε τονίζοντας δυνατά τη συλλαβή « π α » . Μ' εξαπάτησε! Έφυγε! Αρρώστησε και μ' έστειλε να καλέσω γιατρό μόνο και μόνο για να το σκάσει μ' αυτόν το σαλτιμπάγκο τον Παπτσίνσκι! Θεέ μου! . το πρόσωπο του. λίγο απ' τη φρίκη και λίγο από τον οδυνηρό φυσικό πόνο. έσκυψε.. τα χείλια. τα χέρια και η στάση του ήταν παραμορφωμένα από την αποκρου­ στική έκφραση που είχαν πάρει. Αφού περίμε­ νε πέντε λεπτά. Η μύτη του. ο Κιριλόφ έπαψε να κοιτάζει τα χ έ ­ ρια του και σήκωσε τα μάτια προς την πόρτα απ' την οποία είχε βγει ο Αμπόγκιν. Τον είδε να στέκεται στο πλατύσκαλο. το ντου­ λάπι μάλλον. κάποιος έβγαλε μια δυνατή φωνή — « Α ! » — . έβγαλε ένα βογκητό και κούνησε απειλητικά τις γροθιές.. το μουστάκι κι όλα τα χαρακτηριστικά του ήταν σε κίνηση και νόμιζες ότι προσπαθούσαν να ξεκολλήσουν απ' το πρόσωπο. αλλά δεν ήταν ο ίδιος όπως όταν είχε βγει. απ' όπου ακουγόταν το τικ τακ του ρ ο ­ λογιού. κοιτάζοντας λοξά στην άλ­ λη πλευρά. τα δε μάτια φαί­ νονταν σαν να γελούσαν απ' τον πόνο. κι όλα πάλι ηρέμησαν. Η έκφραση της πληρότητας και της εκλεπτυσμένης χάρης είχε χα­ θεί από πάνω του. Προχώρησε με βαριά και μεγάλα βήματα προς τη μέση της σάλας. τόσο γεροδεμένου και χορτασμένου σαν τον ίδιο τον Αμπόγκιν. Πιο πέρα. μια τζαμένια πόρτα ακούστηκε να χτυπάει.ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ 109 μόνο είδε το φανταχτερό κόκκινο αμπαζούρ. ένα ομοίωμα λύκου.

ρώτη­ σε. Θεέ μου. Έφυγε! Α π ' τα μάτια του ξεπήδησαν δάκρυα. να τρέξει μ' αυτόν το μασκαρά. — Με συγχωρείτε. Τα μάτια του ανοιγόκλειναν γεμάτα δάκρυα και το στενό γένι ά ρ - . Πήρε μια στροφή στο ένα πόδι κι άρχισε να βαδίζει μέσα στη σάλα. τέντωσε κο­ ντά στο πρόσωπο του γιατρού τις άσπρες μαλακές γροθιές του και. έμοιαζε καταπληκτικά με λιοντάρι. Τώρα. κλαίγοντας και συνεχίζοντας τις απειλές με τις γροθιές του. γελώντας. Τι της έκανα. Δεν είναι άρρωστη αλλά κατα­ ραμένη! Τι ποταπότητα! Τι προστυχιά! Μου φαίνε­ ται πως χειρότερο απ' αυτό δε θα μπορούσε να σ ο ­ φιστεί ακόμα κι ο ίδιος ο Σατανάς! Μ' έδιωξε για να το σκάσει. πού είναι η άρρωστη. καλύτερα να πέθαινε! Δε θα το ξεπεράσω αυτό! Δε θα το ξεπεράσω! Ο γιατρός τέντωσε το σώμα του. κουνώντας τις. αυτό το διαβολικό. μ' αυτό τον ανεπρόκοπο γυναικά! Ω. Ω. Σηκώθηκε και κοίταξε από πάνω ως κάτω τον Αμπόγκιν.110 ANTON ΤΣΕΧΟΦ Ο Αμπόγκιν βημάτισε με δυσκολία. τον άξεστο κλόουν. το ύπουλο παιχνίδι. με την κοντή του ρεντιγκότα. που έκανε τα πόδια του να φαίνονται δυσανάλογα λεπτά με το κορμί. Το αδιάφορο πρόσωπο του γιατρού ά ρ ­ χισε να φωτίζεται από περιέργεια. με το μεγάλο κεφάλι και τη χαίτη. Θεέ μου! Θεέ μου! Γιατί αυτό το βρομε­ ρό και κατεργάρικο κόλπο. — Η άρρωστη! Η άρρωστη! φώναξε ο Αμπόγκιν. με το μ ο ­ ντέρνο και στενό παντελόνι. συνέχισε να εκτο­ ξεύει απειλές και να ωρύεται: — Το 'σκασε! Μ' εξαπάτησε! Γιατί όμως αυτή η ψευτιά.

. μόνη σ' ολόκληρο το σπίτι. ο γιατρός σήκωσε τους ώμους. ο ίδιος μόλις κρα­ τιέμαι στα πόδια μου. Πρώ­ τη φορά το βλέπω στη ζωή μου! Με την ηλίθια έκπληξη του ανθρώπου ο οποίος μόλις αρχίζει να καταλαβαίνει τη μεγάλη προσβολή που του κάνουν. δεν καταλαβαίνω! μουρμούρισε ο γ ι α ­ τρός.. δεν πρόσεξα ότι σήμερα ήρθε με τ' αμάξι! Γ ι α ­ τί ήρθε με τ' α μ ά ξ ι . είναι κοροϊδία με τον ανθρώπινο πόνο! Δεν είναι ποτέ δυνατόν.. δεν καταλάβαινα! είπε μέσα από σφιγμένα δόντια. Δεν έβλεπα ότι ερχόταν κάθε μ έ ­ ρα. . . ρώ­ τησε με περιέργεια κοιτάζοντας ολόγυρα..ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ 111 χισε να κουνιέται δεξιά κι αριστερά μαζί με το σα­ γόνι. — Δεν έβλεπα. πέταξε στο πάτωμα το τσαλακωμένο σημείωμα και πάτησε από πάνω του σαν να ήταν κανένα έντομο που ήθελε να ζουλήξει. Μα τι είναι αυτό το πράγμα! Αυτό είναι εμπαιγμός της προσωπικότητας. Εγώ έχα­ σα το παιδί μου.. μην ξέροντας τι να πει . δεν κοιμήθηκα τρεις νύχτες. η γυναίκα μου είναι σε βαθιά θλί­ ψη... Με υποχρεώνουν να παίξω μια χυδαία κωμωδία.. και τ ώ ρ α . έκα­ νε μια κίνηση αμηχανίας και. να παίξω ρόλο σε ψεύτικο σενάριο! Δ ε .. δεν καταλαβαίνω! Ο Αμπόγκιν ξέσφιξε τη μια γροθιά. — Αν μου επιτρέπετε. Τίποτα δεν έβλεπα! Ήμουν αφελής! — Δ ε . . κουνώντας τη γροθιά κοντά στο πρόσωπο του και με έκφραση σαν να τον π ά ­ τησαν στον κάλο. τι σημαίνουν όλ' αυτά.

αν ο γιατρός τον . θα ένιωθε αναμφισβήτητα ελαφρότερα κι ο ίδιος. Αν συνέχιζε να μιλάει έτσι μια δυο ώρες. σωριάστηκε ανήμπορος στην πολυ­ θρόνα. Σας ορκίζομαι ότι την αγαπούσα αυτή τη γυναίκα. αν άνοιγε την καρδιά του. Δεν την κοίτα­ ξα λοξά ούτε μια φορά. Δίχως να το θέλετε. αφού μάλιστα ξ έ ­ ρεις τις απόψεις μου πάνω σ' αυτά τα ζητήματα. . . της τα συγχωρούσα όλα. Με δακρυσμένα μάτια και τρέμοντας ολόκληρος. Ποιος ξέρει. γίνατε μάρτυρας της δυστυχίας μου. γιατρέ. να μ' αγαπάς. ξεσκέπαζε τα οικογενεια­ κά του μυστικά χωρίς τον παραμικρό δισταγμό κι έδειχνε σαν να ήταν ακόμα κι ευχαριστημένος που τα μυστικά αυτά βγήκαν επιτέλους έξω απ' τα στή­ θη του.. ο Αμπόγκιν άνοιγε με ειλικρίνεια την ψυχή του στο γιατρό. Αν δεν αγαπάς. Μιλούσε με θέρμη βάζοντας τα δυο του χέ­ ρια σφιχτά στην καρδιά. την αγαπούσα με ευλάβεια. λοιπόν. Ακούστε. κι αυτά που δεν μπόρεσα να συγχωρήσω ακόμα και στη μάνα μου ή στην αδερφή μ ο υ . αλλά γιατί αυτή η αισχρή α π ά τ η . δεν έδωσα καμία αφορ­ μή! Γιατί αυτό το ψέμα.112 ANTON ΤΣΕΧΟΦ και τι να κάνει.. πες το κατευθείαν. αγάπησες άλ­ λον — με γεια σου με χαρά σου. τίμια. γιατί αυτό το πρόστυχο και προδοτικό κόλ­ π ο . —Έπαψες. και δεν π ρ ό ­ κειται να σας κρύψω την αλήθεια.. Για ποιο λόγο. Γιατί. είπε με κλαψιάρικη φωνή ο Αμπόγκιν. παράτησα τη δουλειά και τη μουσική. είπε ζωη­ ρά πλησιάζοντας τον Κιριλόφ. Τι σου 'κανα. Γιατί όμως αυτή η απάτη. σαν σκλάβος! Τα θυσίασα όλα για χάρη της: Τσακώθηκα με τους συγγενείς μου. Δεν έχω την απαίτηση να μ' αγαπάει..

Τα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό του έγιναν πιο απότομα.. — Για ποιο λόγο με φέρατε εδώ. Η αδιαφορία και η έκ­ πληξη στο πρόσωπο του έδωσαν σιγά σιγά τη θέση τους σε μια έκφραση πικρής προσβολής. Όσο μι­ λούσε ο Αμπόγκιν.0Ι ΕΧΘΡΟΙ άκουγε προσεκτικά κι έδειχνε φιλική διάθεση. όμως. Μήπως με περάσατε για κανέναν υπηρέ­ τη σας που δέχεται συνέχεια προσβολές. να φανταστεί κανείς ότι είναι ικανό να πει ψέματα. Έτσι νο­ μίζετε. ο γιατρός πήδηξε ξ α φ ­ νικά επάνω. πιο σκληρά. στο διάολο μ' αυτά! Πώς τολμάτε να μου λέτε αυτές τις χυδαιό­ τητες! Ή νομίζετε ότι δε με προσβάλατε αρκετά μ έ ­ χρι τώρα. συνέχισε ο γ ι α - . Τα πράγματα. Δεν έχω καμία επι­ θυμία να τ' ακούσω! Δε θέλω! είπε με δυνατή φωνή και χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι. τότε. φάνηκε καθαρά ότι ο προσβε­ βλημένος γιατρός άλλαξε. πήραν άλλη τροπή. αγανάκτη­ σης και θυμού. Ο Αμπόγκιν έκανε προς τα πίσω και προσήλω­ σε έκπληκτος το βλέμμα στον Κιριλόφ. τα μάτια του έβγαλαν φωτιές και είπε εκστομίζοντας με αγένεια την κάθε λέξη: — Γιατί μου τα λέτε όλ' αυτά. κοιτά­ ζοντας αυτό το πρόσωπο.. ίσως συμβιβαζόταν με τη δική του θλίψη χωρίς διαμαρτυρίες και χωρίς να κ ά ­ νει ανώφελες ανοησίες. πρόσωπο και ρώτησε αν θα μπορούσε ποτέ. Όταν ο Αμπόγκιν έφερε μπροστά στα μάτια του τη φωτογραφία της νεαρής γυναίκας με το ωραίο αλ­ λά στεγνό κι ανέκφραστο. όπως συχνά συμβαίνει. Δε μου χρειάζονται τα χυδαία σας μυστικά. πιο άσχημα. όπως μιας καλόγριας.

ANTON ΤΣΕΧΟΦ τρός και το γένι του έτρεμε. ρώτη­ σε ο Αμπόγκιν κοκκινίζοντας. αλλά μην τολ­ μάτε να εμπαίζετε με την προσωπικότητα! Δεν ξ έ ­ ρετε να τη σεβασθείτε. δείξτε ότι έχετε ανθρωπιστικές ιδέες. Αφήστε με ήσυχο! Κάντε τις δοκιμές σας μέ­ σα στον ευγενικό χώρο όπου ζουν οι πλούσιοι γ α ι ο ­ κτήμονες. παίξτε κοντραμπάσα και τρομπόνια. παίξτε (ο γιατρός κοίταξε λοξά τη θήκη με το βιο­ λοντσέλο). από θυμό. απαλλάξτε την τουλάχιστον απ' την προσοχή σας! — Με συγχωρείτε. τι σημαίνουν όλ' αυτά. αφού γνωρίζατε τη θλίψη μ ο υ . αλλά κ α ­ νένας δε σας έδωσε το δικαίωμα να μεταμορφώσε­ τε έναν άνθρωπο που υποφέρει σε ψεύτικο κι άψυ­ χο αντικείμενο! — Πώς τολμάτε να μου πείτε τέτοιο πράγμα. κι εσείς τους γιατρούς και γενι­ κά τους εργαζόμενους απ' τους οποίους δεν αναδί­ δονται αρώματα και πορνεία τούς θεωρείτε υπηρέ­ τες σας κι αγροίκους. ολοφάνερα αυτή τη φορά. Αν εσείς παντρεύεστε από χαζομάρα. π α ­ χύνετε σαν τα ευνουχισμένα κοκόρια. τότε τι δουλειά έχω εγώ να βρί­ σκομαι εδώ. φώναξε ο γιατρός και χτύπησε πάλι τη γροθιά . αν κάνετε σαν λυσσασμένος και παί­ ζετε μελόδραμα. Τι κοινό έχω εγώ με τα δικά σας ει­ δύλλια.τι θέλετε. — Κι εσείς πώς τολμήσατε να με φέρετε εδώ για ν' ακούσω προστυχιές. Κάντε ό. ρ ώ ­ τησε με χαμηλή φωνή ο Αμπόγκιν και το πρόσωπο του άρχισε πάλι να τινάζεται. — Αυτά όλα σημαίνουν ότι είναι πρόστυχο και ποταπό ένα τέτοιο παιχνίδι με τους ανθρώπους! Εγώ είμαι γιατρός.

— Εσείς τρελαθήκατε! φώναξε ο Αμπόγκιν.. Για τέτοια λόγια. με γρήγορη κι απότο­ μη κίνηση. τα πέταξε πάνω στο τραπέζι. Ο Αμπόγκιν έχωσε γρήγορα το χέρι στη μέσα τσέπη. Δεν είναι καθόλου μεγαλόψυχο αυτό! Κι εγώ ο ίδιος εί­ μαι βαθιά δυστυχισμένος και. δεν αφορά εσάς. Μην αναφέρετε αυτή τη λ έ ­ ξ η . Τιποτένιοι άνθρωποι! — Αγαπητέ κύριε. αφού έπιασε δυο χαρτονομίσματα. Ο ευνούχος. ακόμα κι όταν βρέ­ θηκαν σε παραλήρημα. τον οποίο βαραίνει το περιττό λίπος. έριξε απ' το τραπέζι στο πάτωμα τα χ ρ ή ­ ματα.. ίσως. στη ζωή τους. — Δυστυχισμένος. ξεπερνάτε τα όρια! ξεφώνισε ο Αμπόγκιν. Οι κοπρίτες που βρίσκουν σ υ ­ ναλλαγματικές χωρίς αντίκρισμα ονομάζουν κι α υ ­ τοί τους εαυτούς τους δυστυχισμένους. για την επίσκεψη! είπε κουνώντας τα ρουθούνια. δεν είπαν τόσο άδικα. Ποτέ.. Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να κ ο ­ ροϊδεύετε με τη λύπη του άλλου. δέρνουν! Κ α τ α λ α ­ βαίνετε . — Ορίστε... είναι επίσης δυστυχισμένος. Στα πρόσωπά τους α π ο ­ καλύφτηκε ο εγωισμός των δυστυχισμένων ανθρώ- . είπε περιφρονητικά ο γιατρός μ' ένα ειρωνικό γέλιο. και.. σκλη­ ρά κι ανόητα πράγματα. Η προσβολή δεν πληρώνεται με λεφτά! Ο Αμπόγκιν κι ο γιατρός στέκονταν θυμωμένοι ο ένας απέναντι στον άλλο και συνέχιζαν να εκτο­ ξεύουν μεταξύ τους ανάξιες και προσβλητικές φρά­ σεις.ΟI ΕΧΘΡΟΙ στο τραπέζι. τράβηξε το πορτοφόλι και. Για την εξόφληση του χρέους! — Μην τολμάτε να μου προτείνετε να πάρω χ ρ ή ­ ματα! φώναξε ο γιατρός και.

άδι­ κοι. είπε ο οικο­ δεσπότης χιμώντας επάνω του και σφίγγοντας τις γροθιές. σκληροί. Πήγαινε και πες να δ ώ ­ σουν σ' αυτό τον κύριο το μικρό αμάξι και πρόστα­ ξε να ετοιμάσουν τα άλογα στο μεγάλο για μένα! Περίμενε! ξεφώνισε όταν ο υπηρέτης γύρισε να φύ­ γει. Στον πρώτο ξανάρθε η έκ­ φραση της πληρότητας και η εκλεπτυσμένη χάρη. — Σας παρακαλώ. συμβαίνει να γίνονται π ε ­ ρισσότερες αδικίες κι ωμότητες απ' ό. κακοί. χτύπησε άλλη μια φορά και το πέταξε θυμωμένος κάτω στο πάτωμα. Ακούστηκε ένας υπόκωφος χτύπος στο χαλί κι απ' το κουδούνι βγήκε ένα λυπητερό επιθανάτιο βογκη­ τό. Είναι λιγότερο ικανοί. ο Αμπόγκιν κι ο για­ τρός έμεναν σιωπηλοί. Βολτάριζε μέσα στο σαλόνι. φροντίστε να πάω στο σπίτι μου! φώναξε με πνιχτή φωνή ο γιατρός. Ο Αμπόγκιν χτύπησε δυνατά το κουδούνι. Ο θυμός . κι ακόμα. Η δ υ ­ στυχία δεν ενώνει αλλά χωρίζει τους ανθρώπους.τι σ' ένα π ε ­ ριβάλλον λίγο ως πολύ ευχάριστο. θα 'λεγε κανείς. ακόμα κι από τους βλάκες. Ο υπηρέτης εμφανίστηκε. να καταλάβουν ο ένας τον άλλο. Μη βλέποντας κανέναν να έρχεται. κουνούσε με χάρη το κεφάλι και φαινόταν πως κάτι σκέπτεται. εκεί όπου η ομοιογένεια μιας μεγάλης στενοχώριας στους ανθρώπους θα έπρεπε να τους ενώνει. Οι δυστυχισμένοι είναι εγωιστές. — Πού στο διάολο εξαφανιστήκατε. Αύριο να μη μείνει στο σπίτι ούτε ένας προδό­ της! Να φύγουν όλοι τους! Θα προσλάβω άλλους! Αχρείοι! Περιμένοντας τ' αμάξια.ANTON ΤΣΕΧΟΦ πων. Πού ήσουν τώρα.

Το κόκκινο μισο­ φέγγαρο χάθηκε γέρνοντας στο λόφο και τα σύννε­ φα που το φρουρούσαν φαίνονταν τώρα σαν σκοτει­ νές κηλίδες κοντά στ' αστέρια. . . Ο γιατρός έμενε όρθιος. Σ' όλο το δρόμο ο γιατρός δε σκεπτόταν τη γ υ ­ ναίκα του. Όταν λίγη ώρα αργότερα ο γιατρός μπήκε στο αμάξι κι έφυγε. ούτε τον Αντρέι. πολύ πιο σκοτεινά από μια ώρα νωρίτερα.ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ δεν του είχε φύγει ακόμα. Καταδίκασε και τον Αμπόγκιν και τη γυναίκα του και τον Παπτσίνσκι κι όλους που έμεναν στο ροζ ημίφως και μύριζαν αρώ­ ματα. Ήταν σκοτεινά. Ήταν ο Α μ π ό ­ γκιν.. Το μεγάλο αμάξι με τα κόκκινα φανάρια κυλούσε χτυπώντας πάνω στο δρόμο και προσπέρασε το γιατρό. Οι σκέψεις που έκανε ήταν άδικες κι απάνθρωπα σκληρές. κρατιόταν με το ένα χέρι από την άκρη του τραπεζιού και κοίταζε τον Α μ π ό ­ γκιν με κείνη τη βαθιά. τα μάτια του συνέχιζαν ακόμα να κοιτάζουν περιφρονητικά. Θα περάσει ο καιρός. δήθεν. που πήγαινε να διαμαρτυρηθεί και να κάνει βλακείες. δε δίνει σημασία στον εχθρό τ ο υ .. αλλά τον Αμπόγκιν και τους ανθρώπους που έμεναν στο σπίτι το οποίο άφη­ σε μόλις προ λίγης ώρας. Σ' όλο το δρόμο τούς μισούσε και τους περι­ φρονούσε με πόνο καρδιάς. την κυνική κι άσχημη περι­ φρόνηση με την οποία ξέρουν να κοιτάζουν μόνο η θλίψη κι η κενότητα όταν βλέπουν μπροστά τους την πληρότητα και τη χάρη. θα περάσει και η λύπη του . Στο μυαλό του διαμορ­ φώθηκε ακλόνητη η πεποίθηση γι' αυτούς τους αν­ θρώπους. αλλά προσπαθούσε να δείχνει ότι.

αλλά αυτή η άδικη. η ανάξια της ανθρώπι­ νης καρδιάς πεποίθηση δε θα σβήσει. .118 ANTON ΤΣΕΧΟΦ Κιριλόφ. θα μείνει στο μυαλό του γιατρού μέχρι να πεθάνει.

ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ .

Π ρ ώ τ η δ η μ ο σ ί ε υ σ η σ τ ο π ε ρ ι ο δ ι κ ό Αποσπάσματα τ ο 1 8 8 7 . .

Εγώ.Σ τ ο σπίτι του αρχιεισπράκτορα Στίτσκιν. δηλαδή. για τις οποίες μιλούσε μόνο ψιθυρι­ στά. μου επι­ τρέπει να μπορώ να θρέψω ένα αγαπητό πρόσωπο και παιδιά. Είμαι. Ο Στίτσκιν τα είχε λίγο χαμένα. θετικός και αυστηρός. σε τέ­ τοια ηλικία όπου πολλοί άνθρωποι έχουν πλέον μ ε ­ γάλα παιδιά. μια γεροδεμέ­ νη και με πλούσια περιφέρεια κυρία γύρω στα σα­ ράντα. τα οποία εξοικονόμησα χάρη στον τρόπο . Η δουλειά μου είναι πολύ καλή. Αγάπη Γκριγκόριεβ­ να. Ήταν προξενήτρα. Ο Σεμιόν Ιβάνοβιτς μου συνέστησε εσάς σχετικά με τη βοή­ θεια που μπορείτε να μου προσφέρετε σ' ένα τόσο λεπτό. εκτός απ' το μισθό. μόλο που δεν είναι μεγάλη. όπως π ά ­ ντα. ύστερα από π ρ ό ­ σκληση του. είμαι πενήντα δύο χρονών. ζήτημα. αλλά έκανε και πολλές άλλες δουλειές. Περπα­ τούσε μέσα στο δωμάτιο. μια από τις μέρες που είχε ρεπό. Θα σας πω —κι αυτό ας μείνει μεταξύ μας— ότι. όσο και πολύ σοβαρό. ήταν σοβαρός. Η π ε ­ ριουσία μου. είχε πάει. η Α γ ά π η Γκριγκόριεβνα. που αφορά την ευτυχία της ζωής μου. έχω και χρήματα στην τράπεζα. κάπνιζε το πούρο του κι έλεγε: — Χαίρω πάρα πολύ για τη γνωριμία. αλλά.

122 ANTON ΤΣΕΧΟΦ ζωής που κάνω..μυθολογικούθεούπ ρ ο σ τ ά τ ητουγ ά μ ο υ . έχω χρήματα. Είμαι θετικός και νηφάλιος άνθρω­ πος. αν αρρωστήσω δεν υπάρχει κανένας να μου δώσει ένα ποτήρι νερό. χωρίς κα­ μιά ευχαρίστηση. δεν έχω με ποιον ν' αλλάξω δυο κουβέντες. αν με δείτε διαφορετικά. Η ζωή μου είναι ζωή περιπλα­ νώμενου Μαγιάρου. . από μέρος σε μέρος. Να γιατί ο Σεμιόν Ιβάνοβιτς με συμβούλεψε ν' απευθυνθώ σ' ένα άτο­ μο ειδικό. αλλά. — Είμαι μόνος και δε γνωρίζω κανέναν σ' αυτή την πόλη. Σε ποιον να πάω και σε ποιον να μιλήσω. Εκτός όμως απ' αυτά. και λοιπά και λοιπά.. — Καλή σκέψη! είπε η προξενήτρα παίρνοντας βαθιά ανάσα. Αγάπη Γκριγκόριεβνα. επιμένω πολύ και σας παρακαλώ.. με τη δική σας συμβολή *Π α ρ ά φ ρ α σ ητουΥμεναίου. Έ ν α μόνο πράγμα μού λείπει. Αγάπη Γκριγκόριεβνα. κάνω πολύ καλή και ρυθμισμένη ζωή. δηλαδή. Γι' αυτό. τόσο. ο π α ­ ντρεμένος έχει περισσότερο κύρος στην κοινωνία απ' τον ανύπαντρο. Η θαλπωρή του σπι­ τιού και η γυναίκα. να κάνω. αφού μου είναι όλοι άγνωστοι. που μπορώ να γίνω παράδειγμα για πολλούς άλλους. Γι' αυτόν λοιπόν το λόγο θα επιθυμούσα πάρα πολύ να δεθώ με τα δεσμά του Ηγουμεναίου*. ένα νόμιμο γάμο με κάποιο αντάξιο πρόσωπο.. ένα ρεμάλι. Έ ν α γεροντοπαλίκαρο που δεν του δίνουν σημασία. Ανήκω στην τάξη των μορφω­ μένων ανθρώπων. σ' ένα άτομο που έχει σαν επάγγελμα να σκέπτεται και να μεριμνά για την ευτυχία των αν­ θρώπων. ποιος είμαι.

στη γυναίκα δε χρειάζεται ούτε το μυαλό. Η ομορφιά και γενικότερα η εμφάνιση είναι για μένα δευτερεύοντα πράγματα. Στην . αλλά ο καθένας έχει και τις δικές του προτιμήσεις. — Αυτά. δηλαδή τα ψυχικά χαρίσμα­ τα. — Φάτε κάτι.. άνθρωπος με χαρακτήρα. διότι. — Αυτό μπορεί να γίνει. σ' άλλους οι ξανθές. Ό... ταπεινά σας παρακαλώ.. να κανονίσω κι εγώ την τύχη μου.ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ 123 και βοήθεια. Πιστεύω πως στη γυναίκα το βασικότερο δεν είναι η εμφάνιση. Η βάση είναι το μυαλό. εγώ είμαι άνθρωπος θετικός. Φάτε κάτι. Και πώς θέ­ λετε να είναι η νύφη. — Αγάπη Γκριγκόριεβνα. Νικολάι Νικολάιτς. Σ' άλ­ λους αρέσουν οι μελαχρινές. αλλά δεν εί­ ναι αυτή η ουσία. Θα ήταν βέβαια πολύ καλό να είναι γεματούλα. αλλά αυτό που έχει μέσα της. — Αυτό μπορεί να γίνει. βέβαια. ούτε για τον άντρα ούτε για τη γυναίκα.. Η προξενήτρα πλησίασε με το συνηθισμένο της τρόπο το ποτηράκι στο στόμα και ήπιε χωρίς κανέ­ να μορφασμό.τι μου γράφει η τύχη μου. Εσείς στην πόλη γνωρίζετε όλες τις υποψήφιες νύφες και δε θα σας ήταν δύσκολο να βρείτε μία που να μου ταιριάζει.. — Ε γ ώ . Για να πούμε την αλήθεια. γιατί τότε θα έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της και η σκέψη της θα πλανιέται σε διάφορα ιδανικά. το πρόσωπο ξεγελάει. είναι τυχερά πράγματα. είπε ο Στίτσκιν με στα­ θερή φωνή και παίρνοντας βαθιά ανάσα. Οι όμορφες γυναίκες φέρνουν πάρα πολλές σκοτούρες. όπως κι η ίδια γ ν ω ­ ρίζετε. ταπεινά σας παρακαλώ. είπε πάλι.

έχεις κάποιες. Έ χ ω ανάγκη από μια απλή κο­ πέλα. ν' ακούς κι άλλες φωνές.. ας π ο ύ ­ με. είναι απαραίτητο να έχει και μόρφωση. πολύ ωραίο. Είναι ωραίο πράγμα να μιλάει η γυναίκα σου γαλλικά και γ ε ρ ­ μανικά.. το ξέρετε και σεις η ίδια. να. Σώπασαν για πέντε λεπτά. με τον κόμητα Κανίτελιν μπορώ να πω ότι είμαστε ένα. . Πλούσια δεν τη θέλω. . — Αυτά είναι γνωστά πράγματα. Αλλά ούτε και φτωχή θέλω να παντρευτώ. . αλλά να τρώει εκείνη το δικό μου. ταπεινά σας παρακαλώ. μόλο που έχω τα μέσα και μόλο που δεν παντρεύομαι για τα λεφτά αλλά για την αγάπη. αλλά τι είδους μόρφωση. Ποια όμως η προκοπή αν δεν ξέρει να σου ράψει. — Μπορεί να βρεθεί και προίκα. φίλε μ ο υ . έχουν όλα ακριβύ­ νει τώρα. αλλά εγώ έχω εύκολο χαρακτήρα. Ανήκω στην τάξη των μορφωμένων ανθρώπων... κοίταξε λοξά τον εισπράκτορα και ρώτησε: — Πες μου. να παντρευτώ για τα λεφτά... μήπως. όπως τώρα με σας. ανάγκες. γιατί. δεν πρέπει να πάρω φτωχή. Υπάρχει πολύ καλό πράγμα. Το κυριότερο δε απ' όλα είναι να με σέβεται και να αισθάνεται ότι μαζί μου είναι ευτυχισμένη. θα υπάρξουν και παιδιά. έτσι ώστε να συναισθάνεται. — Λοιπόν. ένα κουμπί.A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ εποχή μας. είπε η π ρ ο ξ ε νήτρα. Είμαι άνθρωπος που. βέβαια. Δεν επιθυμώ να τρώω το ψωμί της γυναίκας μου. σαν εργένης. Δε θα επιτρέψω στον εαυτό μου μια τέτοια παλιανθρωπιά. ας έρθουμε τώρα στο προκείμενο. — Φάτε κάτι. Η προξενήτρα πήρε βαθιά ανάσα.

αυτός είναι άλλος λογαριασμός. . να πεις δοξασμένος ο Θεός. δηλαδή είκοσι πέντε ρούβλια.ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ 125 Μια Γαλλίδα και άλλη μια από την Ελλάδα. — Χ μ ! . πόσα χρήματα θα πάρετε για όλο τον κ ό ­ πο σας σχετικά με τη νύφη. Εξάλλου. . όταν γίνονταν πολλοί γάμοι. * Εννοεί των εκατό ρουβλίων. αλλά στην εποχή που ζούμε ποιο είναι το κέρδος μας.. Ο εισπράκτορας σκέφτηκε και είπε: —Όχι. επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω. Ο Στίτσκιν την κοίταξε με απορία και σήκωσε τους ώμους. δε ζούμε μόνο απ' τους γάμους. Νικολάι Νικολάιτς! Μπορεί.. ρώτησε. Γ ι α την προίκα θα με πληρώσετε ιδιαιτέρως. — Βέβαια λίγα! Πριν από μερικά χρόνια. σας ευχαριστώ. Και μήπως τα δύο τέταρτα είναι λίγα. και ένα ευχαρι­ στώ. . Αν κερδίσεις δυο τέταρτα σ' ένα μήνα που δεν έχει νηστεία. όπως συνηθίζεται. Ο Στίτσκιν σταύρωσε τα χέρια στο στήθος κι ά ρ ­ χισε να σκέφτεται χωρίς να μιλάει. — Λίγα. τύχαι­ νε μερικές φορές να κερδίζουμε πάνω από εκατό ρούβλια. φίλε μου. — Δεν είναι καθόλου ακριβά.. πρώτα. Πήρε ύστερα μια βαθιά ανάσα και είπε: — Είναι ακριβά. Θα μου δώσετε ένα τέταρτο*. Είναι κι οι δυο σπουδαίες. να ήταν φθηνότερα.. ύφασμα για ένα φόρεμα. Βλέποντας από την π λ ε υ ­ ρά σας τόσο καλή διάθεση.

. ίσως και πάρα π ο ­ λύ. Ο Στίτσκιν άρχισε να φυσάει δυνατά τη μύτη του.. ρώτησε: — Και σεις..ANTON ΤΣΕΧΟΦ — Χ μ ! . Τίποτα. — Έ ν α ς θεός ξέρει τι σημαίνουν αυτά που λέτε. . — Κ α θ ό λ ο υ . Νικολάι Νικολάιτς... Π ε ­ νήντα ρούβλια! Τόσα βγάζουν κι οι άντρες! Φάτε κά­ τι.. της είπε. Σώπασαν.. Αυτό μας κάνει εξακόσια ρούβλια το χρόνο. Ο Στίτσκιν τα 'χασε κι αυτός και κάθισε κοντά της. . την κοίταξε προσεκτικά από τα νύχια ως το κεφάλι. Η προξενήτρα άδειασε το ποτηράκι χωρίς κανέ­ να μορφασμό. Πάρτε κάτι. κοιτάζοντας τον ντροπαλά. — Μπορείτε ακόμα να αρέσετε. είπε γελώντας η προξενήτρα. με το δικό του μισθό και με τα δικά σας κ έ ρ ­ δη.. Εγώ είμαι γριά. και τα λοιπά. — Πενήντα ρούβλια. . ποτέ δεν περίμενα ότι μπορεί να κ ε ρ ­ δίσει κανείς τέτοιο ποσό απ' αυτές τις δουλειές.. . Και η κορμοστασιά σας είναι ωραία και πρόσωπο έχετε παχουλό και άσπρο. μπορεί να του αρέσετε πολύ. δύσκολο να παντρευτείτε. να ζήσετε αγαπημένα. τότε. Αν σας τύχει ένας σύζυγος θετικός. πόσα λεφτά βγά­ ζετε. ξέρετε. δεν είναι. — Τι πράγμα. Νικολάι Νικολάιτς.. σοβαρός και οικονόμος.. η προξενήτρα κοκκίνισε ολόκληρη και.. ταπεινά σας παρα­ κ α λ ώ . . Η προξενήτρα τα 'χασε. Ο Στίτσκιν. σιωπηλός..... Με τέτοια κέρδη. ταπεινά σας παρακαλώ. τίποτα.. — Ε γ ώ . Αγάπη Γκριγκόριεβνα. .

. Πέρασε ακόμα ένα λεπτό σιωπής. ν α . Είμαι ένας αυστηρός άνθρωπος. Είμαι θετι­ κός άνθρωπος εγώ. είπε. — Γιατί να το σκεφτόμαστε τόσο. να έχει τη δική σας εμφάνιση. . τσούγκρισε το ποτήρι της με τον Στίτσκιν.. Ο Στίτσκιν σ η ­ κώθηκε και άρχισε ανήσυχος να περπατάει στο δ ω ­ μάτιο. Εκτός απ' αυτά. . δε μεθάω. τόσο το καλύτερο! Επιτρέψτε μου να σας κά­ νω πρόταση γάμου! Η προξενήτρα δάκρυσε. . —Πηγαίνετε κυνήγι. —Όχι βέβαια. τ ό ­ τ ε . είπε η προξενήτρα με χαχανητά. ας μου επιτρέψετε τώρα να σας εξηγήσω ποια συμπεριφορά και ποιον τρόπο ζωής επιθυμώ από σ α ς . — Λοιπόν. Είμαι ηλικιωμένος άνθρωπος και μου χρειάζεται μια γυναίκα. .. κι αν σας αρέσω. θε­ τικός.. έχω και έσοδα από τα σ π α ρ ματσέτα κι από τους λαγούς. — Ο Θεός ξέρει τι λέτε τώρα. . είπε ευτυχισμένος ο αρχιεισπράκτορας. σοβαρός. ας πούμε..ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ 127 — Ε γ ώ . —Εγώ δεν πρέπει να πάρω νέα γυναίκα. σαν εσάς. κρύβοντας με το μαντίλι το κατα­ κόκκινο πρόσωπο της. Εβδομήντα πέντε ρούβλια. . λέμε λαγούς τους επιβάτες που δεν έχουν εισιτήρια. Μ' αρέσετε π ο ­ λύ κι ο χαρακτήρας σας μου ταιριάζει.. . . . σαν δείγμα συμφωνίας. . χωρίς τα δ ώ ­ ρ α . σοβαρή και γ ε ­ ρ ή . τα κατανοώ όλα με γενναιοφροσύνη και θέ­ λω τη γυναίκα μου να είναι κι αυτή αυστηρή και να . χαμογέλασε και.

άρχι­ σε να λέει και να εξηγεί στην αρραβωνιαστικιά του τις απόψεις που είχε για την οικογενειακή ζωή και για τις υποχρεώσεις της παντρεμένης γυναίκας. . Κάθισε.128 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ καταλαβαίνει ότι γι' αυτή είμαι ευεργέτης και πρώ­ τος στη σειρά. κι αφού πήρε μια βαθιά αναπνοή.

Η ΝΥΣΤΑ .

. N o 2 4 . 1 8 8 8 .Π ρ ώ τ η έ κ δ ο σ η σ τ η ν Εφημερίδα της Πετρούπολης.

Τα μάτια της κλεί­ νουν. η πράσινη κηλίδα και οι σκιές ζωντανεύουν και στήνουν χορό. Μπροστά απ' το εικόνισμα καίει ένα μικρό πρά­ σινο καντήλι. Στην κάμαρα ο αέρας είναι αποπνικτι­ κός. Το μωρό κλαίει.Είναι νύχτα. κουνάει την κούνια με το μωρό και μουρμουρίζει. σαν να τις κου­ νά ο άνεμος. είναι απλωμένο ένα σκοινί απ' όπου κρέμονται μωρουδιακά κι ένα μεγάλο μαύρο παντε­ λόνι. . απ' τη μια γωνιά ως την άλλη. οι ώμοι της την πονούν. Ίσα που ακούγεται: «Νάνι νάνι το μωράκι.». Κι όταν το καντή­ λι αρχίζει να τρεμοφέγγει. .. μια κοπελίτσα δ ε ­ κατριών χρονών. Η νταντά Βάρικα. στη Β ά ρ ι κ α . Μυρίζει λαχανόσουπα και δέρμα παπουτσιών. Δεν μπορεί να κουνήσει τα βλέφαρα ή τα χείλη της .. Είναι ώρα τώρα που ξελαρυγγιάζεται κι έχει εξαντληθεί απ' το κλάμα. κι όμως συνεχίζει να τσιρίζει κι ένας Θεός ξέρει πότε θα ησυ­ χάσει. Σε όλη την κάμαρα. Και η Βάρικα νυστάζει. να του πω ένα τραγουδά­ κι. το κεφάλι της γέρνει. τα μωρουδιακά και το παντε­ λόνι ρίχνουν μακρόστενους ίσκιους πάνω στη σ ό ­ μπα. Το καντήλι σχηματίζει στο ταβάνι μια τερά­ στια πράσινη κηλίδα. στην κούνια.

Να όμως που φύσηξε ο αέρας. τα αφεντικά της θα τη δείρουν. Κι απ' τις δυο μεριές του δρόμου. Βλέπει κάτι σκοτεινά σύννεφα που κυνη­ γιούνται στον ουρανό και τσιρίζουν όπως το μωρό. και μέσα στο μισοκοιμισμένο της μυαλό μετατρέπονται σε νεφελώδη όνειρα. φύγανε τα σύννεφα.132 ANTON ΤΣΕΧΟΦ και της φαίνεται πως το πρόσωπο της ξεράθηκε και σκλήρυνε. σαν κεφαλάκι καρφίτσας. γιατί κάνει ακόμα πιο έντονη τη νύστα. κι απαγορεύεται να κοιμηθείς. Η πράσινη κηλίδα και οι ίσκιοι μπαίνουν σε κίνηση. Έτσι κι αποκοιμηθεί — Θεός φυλάξοι! — η Βάρικα... Κατά μήκος του δρόμου περνάνε εφοδιοπομπές.. υγρή ομίχλη. Τώρα όμως η μουσική αυτή το μόνο που καταφέρνει είναι να εκνευρίζει και να ερεθίζει. Η κούνια τρίζει θλιμ­ μένα. Ξαφνικά οι άνθρωποι με τα δισά- . κάτι σκιές πηγαινοέρχονται. πίσω απ' την πόρτα. Στο διπλανό δωμάτιο. αργά αργά σέρνονται άνθρωποι με δισάκια. πως το κεφάλι της έγινε μικρούλικο. που ροχαλίζουν. μέσα από την κρύα. που είναι τόσο ωραία να την ακούς όταν είσαι ξ α ­ πλωμένος στο κρεβάτι. Από κάπου από τη σόμπα ακούγεται ένας γ ρ ύ ­ λος. Το καντήλι τρεμοπαίζει. η Βάρικα σιγομουρμουρίζει — κι όλα αυτά γ ί ­ νονται ένα με τη νυχτερινή νανουριστική μουσική. και η Βάρικα βλέπει ένα φαρδύ δρόμο γεμάτο λά­ σπη.». «Νάνι νάνι το μωράκι» μουρμουρίζει « ν α του φτιάξω γω φαγάκι.. απλώνονται προς τα μισάνοιχτα μάτια της Βάρικα. φαί­ νεται το δάσος. ο παραγιός. ακούγονται πότε πότε ο νοικοκύρης και ο Αφανάσι.

ο χ .. Η Βάρικα δεν μπορεί . Ο γιατρός μπαίνει στην ίζμπα.Η ΝΥΣΤΑ 133 κια και οι σκιές πέφτουν χάμω. Η Βάρικα δεν τον βλέ­ πει.. ο Γεφίμ Στεπάνοφ. ο χ . Είναι ήδη ώρα που έχει φύγει κι όπου να 'ναι πρέπει να φα­ νεί. μόνο εισπνέει τον αέρα και μετά βογκάει. Και παραδίνονται σ' ένα βαθύ. πώς χτυπιέται από τον πόνο στο πάτωμα και βογκάει. « Ν α κοιμηθούμε. Η Βάρικα είναι ξαπλωμένη δίπλα στη σόμπα. Όπως λέει ο ίδιος. έτρεξε στο αγρόκτημα να πει στα αφεντικά πως ο Γεφίμ πεθαίνει. αποπνικτική ίζμπα. » ρωτάει η Βάρικα. . οχ. «τον έπιασε η κήλη». και πάνω στα σύρματα του τ η ­ λέγραφου κάθονται κουρούνες και καρακάξες που τσιρίζουν σαν το μωρό και προσπαθούν να τους ξ υ ­ πνήσουν. η Πελαγία. οχ. .» σιγομουρμουρίζει η Βάρικα και βλέπει πάλι τον εαυτό της μέσα στη σκοτεινή. τον ακούει όμως. κρατώντας το ρυθμό με τα δόντια του: «Οχ. » . γλυκό ύπνο. Κάτι όμως ακούγεται. να κοι­ μηθούμε!» της απαντούν. δεν κοιμάται κι αφουγκράζεται τον πατέρα της: «Οχ. που ο Γεφίμ δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη. Η μάνα. μέσα στις λάσπες. Στο πάτωμα στριφογυρίζει ο μακαρίτης ο πατέ­ ρας της. οχ. «Νάνι νάνι το μωράκι. « Γ ι α τ ί . . Τα αφεντικά στείλανε το νεαρό γιατρό που εί­ χε έρθει από την πόλη και τον φιλοξενούσανε. κάποιος έρχεται στην ίζμπα. » . Ο πόνος είναι τόσο δυνατός. να του πω ένα τραγουδά­ κι. .

Αν ήρθε η ώρα μου. «Οχ. θα έχουν πέσει για ύπνο. « Γ ι α λέγε.. Έ π ε ι τ α σηκώνεται και λέει: « Ε γ ώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα.ANTON 134 ΤΣΕΧΟΦ να τον δει στο μισοσκόταδο. Η Πελαγία πηγαίνει προς τη σόμπα και αρχίζει να ψάχνει το κουτάκι με τα σπίρτα. . . » απαντά ο Γεφίμ. αυτό είναι όλο». τα μάτια του γυαλίζουν και το βλέμμα του είναι ιδιαίτερα διαπεραστικό. «Ανάψτε ένα φως» λέει ο γιατρός. «Τώρα. ο χ . » «Τι να κάνουμε... αμέσως. . λες και μπορεί να δει π έ ­ ρα από την ίζμπα και το γιατρό. . Ο γιατρός ψαχουλεύει λίγο στις τσέ­ πες του και μετά ανάβει ένα σπίρτο απ' τα δικά του. Πήγαινε τώρα.» λέει ο γιατρός σκύβοντας από πάνω του. οχ. να σου κάνουν εκεί πέρα εγχείριση. Για ένα τέταρτο ο γιατρός ασχολείται με τον Γε­ φίμ. Πρέπει να σε πάμε στο νοσοκομείο. τον ακούει όμως π ο υ βήχει καθώς ανοίγει την πόρτα. Του Γεφίμ το πρόσωπο είναι αναψοκοκκινισμέ­ νο. Πετάγεται έξω και μετά από λίγο γυρνάει μ' ένα μισοτελειωμένο κερί. το 'χεις καιρό αυτό το π ρ ά μ α . Ήρθε η ώρα μου. τώρα. σας χρωστάμε ε υ ­ γνωμοσύνη.. Εξοχότατε. «Τι έγινε λοιπόν. » « Τ ι βλακείες είναι αυτές. αλλά όμως καταλαβαίνουμε. Σβήνει το καντήλι μ ο υ .. ήρθε. Εξοχότατε. Θα σε κάνουμε καλά!» « Ό π ω ς νομίζετε. Να πας οπωσ­ δήποτε! Είναι λιγάκι αργά. Τι είναι αυτά που κάθεσαι και σκέφτεσαι. πατερούλη» κάνει η Πελαγία. Περνάει ένα λ ε ­ πτό στη σιωπή. ..

«Δεν πειράζει. ο χ » .» της λέει. όμορφο πρωινό. λέει.. αιωνία του η μνήμη.».. Κ ά ­ που κλαίει ένα μωρό και η Βάρικα ακούει κάποιον να τραγουδά με τη δική της φωνή: «Νάνι νάνι το μωράκι. μωρή ψωριάρα. Η βασιλεία των ουρανών.. το φως σβήνει και ακούγεται ξανά το «οχ. που χτυπά το κεφάλι της στη σημύδα. «Κλαίει το παιδί κι εσύ κοιμάσαι. ξ ά φ ­ νου όμως κάποιος τη σκουντάει στο σβέρκο με τ ό ­ ση δύναμη.. . Σηκώνει τα μάτια και βλέπει μπροστά της το αφε­ ντικό της. πατερούλη.» λέει η Πελαγία. «Δεν έχουμε ά λ ο γ α » .. Είναι η άμαξα που έστειλαν τα αφεντικά για να πάει τον Γεφίμ στο νοσοκομείο.Η Ν Υ Σ Τ A 135 αλλά δεν τρέχει τίποτα. Και να που ξημερώνει ένα λαμπρό.. «Πώς θα πάει. « Τ ι κάνεις εκεί...»... Μισή ώρα αργότερα κάποιος πλησιάζει στην ίζμπα. Αργά. Έ π ρ ε π ε πιο μπροστά. Κάνει το σταυρό της και ψιθυρίζει: «Νύχτα τον πήγανε και κατά την αυγή παρέδω­ σε το πνεύμα. Ο γιατρός φεύγει..». τον πήγαμε. Η Βάρικα πηγαίνει στο δάσος και κλαίει. Η Πελαγία δεν είναι σπίτι.» . θα μιλήσω εγώ στα αφεντικά σας. θα δώσουν αυτοί ά λ ο γ α » . Επιστρέφει η Πελαγία.. Ο Γεφίμ σηκώνεται και φεύγει. Έχει πάει στο νοσοκομείο για να μάθει τι έγινε με τον Γεφίμ. . τον παπουτσή. να του πω ένα τραγουδά­ κι. θα σου δώσω εγώ π α ρ α π ε ­ μπτικό. οχ. Μ' ακούς.

η Πελαγία. η Β ά ­ ρικα στέκει και την κοιτάζει περιμένοντας να τε­ λειώσει. κουνάει την κούνια και σιγομουρμουρίζει το τραγούδι της. έρχεται και της φωνάζει να βιαστεί. για τ' όνομα του Χριστού!» εκλι­ παρεί η μάνα τους περαστικούς. Ό π ο υ να 'ναι ξημερώνει. «Δώσε εδώ το παιδί!» επαναλαμβάνει η ίδια φωνή. τον καλυμμένο με λάσπη. της γνέφουν και σε λίγο κυριεύουν το μυαλό της. « Κ ο ι μ ά ­ σαι. . αλλά τώρα θυμωμένα και απότομα. Όσο η χοντρή. ούτε Πελαγία. Η πράσινη κηλίδα και οι σκιές απ' το παντελόνι και τα μωρουδιακά ταλαντεύονται. Βλέ­ πει ξανά το φαρδύ δρόμο. δείξτε το έλεος του μεγαλοδύναμου!» «Δώσε μου το παιδί!» απαντάει μια γνώριμη φωνή. Θα ξάπλωνε με μεγάλη χαρά. κοιτά γύρω της και κατα­ λαβαίνει τι συμβαίνει: Ούτε δρόμος λασπωμένος υπάρχει. «Φιλεύσπλαχνοι κύριοι. που ήρθε για να ταΐσει το παιδί. μωρή. οι σκιές και η πράσινη κηλίδα όλο και χλωμιάζουν. φαρδύπλατη κυρά ταΐζει και κανακεύει το παιδί. Η Βάρικα τους κοιτάζει και θέλει πολύ να κοιμηθεί.136 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ Της τραβάει δυνατά τ' αυτί κι εκείνη τινάζει το κεφάλι. αλλά η μ ά ­ να. Άνθρωποι με δισάκια στους ώμους και κάτι σκιές έχουν ξαπλώσει από δω κι από κει και κοιμούνται βαθιά. ούτε διαβάτες — παρά μ ο ­ νάχα στη μέση της κάμαρας στέκεται η νοικοκυρά.» Η Βάρικα πετάγεται. Πρέπει να πάνε αμέσως στην πόλη να πιάσουνε δ ο υ ­ λειά. Τα παράθυρα αρχίζουν να φωτίζουν μ' ένα γαλαζωπό φως. «Ελεήστε μας.

βαθιά γ α λ ό τσα και να πάρει εκεί έναν υ π ν ά κ ο . Πάει να πει πως είναι ώρα να σηκωθεί και να καταπιαστεί με τις δουλειές. βάλ' το σαμοβάρι!» φωνάζει η κυρά. Η Βάρικα αφήνει την κούνια και τρέχει στην αποθήκη να φέρει ξύλα. Και πάλι όμως τα μάτια κλείνουν. νυστάζει φοβερά! Ακουμπάει το κεφάλι της στην κούνια και ταλαντεύεται με φόρα για να νική­ σει τον ύπνο. Όταν τρέχεις από δω κι από κει. Και ξάφνου η γαλότσα φουσκώνει. Πρέπει να το ματιάσανε». όμως πριν καλά κα­ λά προλάβει να ανάψει τα κομμάτια και να τα β ά ­ λει στο σαμοβάρι. το κεφάλι βαραίνει. Η Βάρικα παίρνει το μωρό. Ε ί ­ ναι χαρούμενη. . «Βάρικα. άναψε τη σόμπα!» ακούγεται η φωνή του νοικοκύρη πίσω απ' την πόρτα. ανάβει τη σόμπα και νιώθει πως αρχίζει να συνέρχεται το ταλαιπωρημένο της πρόσωπο και πως ξεκαθαρίζουν οι σκέψεις της. Η πράσινη κ η ­ λίδα και οι σκιές λίγο λίγο σβήνουν και δεν έχουν πια σε ποιανού το κεφάλι να μπουν και να του θο­ λώσουν το μυαλό. Αλλά η Βάρικα νυστάζει όπως και πρώτα.Η ΝΥΣΤΑ 137 « Π ά ρ ε ! » κάνει η νοικοκυρά κουμπώνοντας τη νυχτικιά της. . «Βάρικα. ακούγεται νέα διαταγή: «Βάρικα. δε νυστάζεις πια τόσο πολύ όσο άμα κάθεσαι σ' ένα μέρος. γίνεται τεράστια και γεμίζει . το βάζει στην κού­ νια και αρχίζει πάλι να την κουνάει. Κάθεται στο πάτωμα. «Κλαίει. Η Βάρικα σκίζει ένα δαδί. Φέρνει τα ξύλα. καθάρισε τις γαλότσες του κυρίου!». πιάνει να καθαρίσει τις γαλότσες και σκέφτεται τι ωραία που θα ήτανε να χώσει το κεφάλι της μέσα στη μεγάλη.

Έχει ένα σωρό δουλειές. που κουδουνίζουν τα αυτιά σου. να ξεσκονίσεις. Το βράδυ τα αφεντικά της έχουν καλεσμένους. την εξωτερική. στη στιγμή όμως τινάζει το κεφάλι. «Βάρικα. γουρλώνει τα μάτια και προσπαθεί να κοι­ τάζει τα πράγματα με τέτοιον τρόπο που να μη μ ε ­ γαλώνουν και να μη χοροπηδάνε. Υπάρχουν στιγμές που θέλεις να παρατήσεις τα πάντα. έπειτα ανάβει και τη δεύτερη σόμπα και μετά τρέχει στον μπακάλη. να ρ ά ­ ψεις. να ξαπλώσεις στο πάτωμα και να κοιμη­ θείς. η Βάρικα τρίβει τους ξυλιασμένους της κροτάφους και χαμογελάει. χωρίς ούτε και η ίδια να ξέρει γιατί είναι χαρούμενη. το χέρι χαλαρώνει και πέφτει το μαχαίρι. είναι ντροπή για τους πελάτες!» Η Βάρικα καθαρίζει τη σκάλα.138 ANTON ΤΣΕΧΟΦ ολάκερη την κάμαρα. δεν υπάρχει ούτε λεπτό ελεύθερο. και δί­ πλα πηγαινοέρχεται η χοντρή θυμωμένη κυρά με τα μανίκια ανασηκωμένα και φωνάζει τόσο δυνατά. η Βάρικα αφήνει τη βούρτσα να της πέσει απ' το χέρι. Βλέποντας τα παράθυρα που σκοτεινιάζουν. . Είναι βάσανο και να ασχοληθείς με το γεύμα. συμμαζεύει τα δωμάτια. Το κεφάλι σου γέρνει προς το τραπέζι. κάνε τη σκάλα. η πατάτα γίνεται όλο και πιο θο­ λή. Η μέρα περνάει. Δεν υπάρχει όμως χειρότερο πράγμα από το να στέκεσαι όρθιος μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας και να καθαρίζεις πατάτες. Το λυκόφως τής χαϊδεύει τα βαριά της βλέφαρα και της υπόσχεται ένα γρήγορο και βαθύ ύπνο.

Η πράσινη κηλί­ δα στο ταβάνι και οι σκιές από το παντελόνι και τα μωρουδιακά απλώνονται ξανά στα μισόκλειστα μ ά ­ τια της Βάρικα και της θολώνουν το μυαλό. τους αναγνωρίζει όλους.» μουρμουρίζει η Βάρικα. Στη σόμπα φωνάζει ο γρύλος. «Βάρικα. «Βάρικα. τον πατέρα της τον Γεφίμ. πετάξου για βότκα!» «Βάρικα.. πρέπει να το ζεστά­ νει πέντ' έξι φορές. μέχρι να πιουν τσάι όλοι οι καλεσμένοι.Η ΝΥΣΤA 139 «Βάρικα. κούνα το μωρό!» ακούγεται η τελευ­ ταία διαταγή. «Βάρικα. Το σαμοβάρι τους είναι μικρό και. τους ανθρώπους με τα δισάκια. καθάρισε τη ρέγκα!» Να όμως που επιτέλους οι καλεσμένοι φύγανε. πού είναι το ανοιχτήρι. μέσα στο μισοΰπνι όμως αυτό που δεν μπορεί καθόλου να καταλάβει είναι . Ύστερα από το τσάι η Βάρικα στέκεται μια ώρα ολόκληρη όρθια στην ίδια θέση. πετάξου να αγοράσεις τρία μπουκά­ λια μπίρα!» Πετάγεται απ' τη θέση της και προσπαθεί να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορεί για να διώξει τον ύπνο. Τα φώτα σβήνουν. Αλλά το μωρό σκούζει κι έχει πλαντάξει στο κλάμα. να του πω ένα τραγουδά­ κι. την Πελαγία. τα αφεντικά πέφτουν για ύπνο. «Νάνι νάνι το μωράκι.» «Βάρικα. Καταλαβαίνει τα πάντα. Η Βάρικα βλέπει και πάλι το λασπωμένο δρόμο.. κοιτάζει τους καλεσμένους και περιμένει εντολές. βάλε το σαμοβάρι!» φωνάζει η νοικο­ κυρά.

140 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ ποια είναι αυτή η δύναμη που της έχει αλυσοδέσει τα χέρια και τα πόδια. Στο τέλος.. κλείνοντας το μάτι και φοβερίζοντας την πράσινη κηλίδα με το δάχτυλο. να κοιμηθεί. Να σκοτώσει το μωρό κι έπειτα να κοιμηθεί. αναζητά αυτή τη δύναμη για να καταφέρει να απελευθερωθεί. Της είναι ευχάριστη και προκλητική η σκέψη πως τώρα θα γλιτώσει απ' το μωρό. προς την τρεμάμενη πράσινη κηλίδα. ξαπλώνει αμέσως στο πάτωμα. Κοιτάζει γύρω της. τόσο απλό π ρ ά γ μ α . ακόμα και ο γρύλος γελάνε έκπληκτα.. Η Βάρικα χαμογελάει έκπληκτη. βαδίζει πάνω κάτω στην κάμαρα. δίχως ν' ανοιγοκλείνει τα μάτια. εντείνει το βλέμμα της. κι ένα λεπτό αργότερα κοιμάται πια βαθιά.. Μια λοξή σκέψη κυριεύει τη Βάρικα. που την κρατά αλυσοδεμένη χειροπόδαρα. α λ ­ λά δεν τη βρίσκει. συγκε­ ντρώνεται. . να κοι­ μηθεί. κοιτάζει προς τα πάνω. χαμογελώντας ευτυχισμένη που μπορεί επιτέλους να κοιμηθεί. ανακαλύπτει τον εχθρό που την εμποδίζει να ζήσει. Σηκώνεται από το σκαμνάκι και μ' ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο. Γελώντας. Της φαίνεται πως η πράσινη κηλίδα. σαν πεθαμένη. Αφού το έπνιξε. τσακισμένη. και. η Βάρικα ζυγώ­ νει κλεφτά στην κούνια και σκύβει πάνω απ' το μω­ ρό. που την πνίγει και δεν την αφήνει να ζήσει. Ο εχθρός αυτός είναι το μωρό.. Μα πώς και δεν το είχε καταλάβει ως τώρα.. οι σκιές. κ α ­ θώς αφουγκράζεται το σκούξιμο..

Η ΙΤΙΑ .

1 8 8 3 . . N o 1 5 .Π ρ ώ τ η έ κ δ ο σ η σ τ ο π ε ρ ι ο δ ι κ ό Αποσπάσματα.

τότε σίγουρα θα θυμόσαστε το μύλο του Αντρέγεφ. ο ύ ­ τε δυο άνθρωποι μαζί δεν μπορούν να τον αγκαλιά­ σουν. Πόσων χρονών να είναι άραγε η ιτιά. Το γυαλιστερό της φύλλωμα απλώνεται στη στέγη του μύλου και στο μουράγιο. Έτσι και βάλετε εκεί μέσα το χέρι σας. Ο Αρχίπ. εδώ και πολύ καιρό δε λειτουργεί και δεν είναι καθόλου παράξενο που μοιάζει με μικροκαμωμένη. Και η ιτιά είναι γριά και καμπούρα. Και η γριούλα αυτή θα είχε εδώ και καιρό σωριαστεί αν δεν ακουμπούσε στη μεγάλη γ έ ­ ρικη ιτιά. που στέκεται ολομόναχος στην όχθη. Ο κορμός της ιτιάς είναι πολύ χοντρός. Οι αγριομέλισσες θα μαζευτούν ζουζουνίζοντας γύρω από το κεφάλι σας και θ' αρχίσουν να σας τσιμπούν. Είναι πάνω από εκατό χρονών. καμπουριαστή.Εχετε ταξιδέψει ποτέ με την ταχυδρομική ά μ α ξ α ανάμεσα στο Μ π . ο φί- . με δυο ζευγάρια μυλόπετρες. πλάι στο ποταμάκι Κοζιάφκα. Είναι ένας μικρούτσικος μύλος. Τα χαμηλότερα κλαδιά κολυμπούν στο νερό κι απλώνονται στη γ η . ρακέν­ δυτη γριούλα που πρόκειται να σωριαστεί από στιγ­ μή σε στιγμή. Στο σκυφτό κορμό της μαυρίζει μια τεράστια κουφάλα. Αν έχετε ταξιδέψει. θα χωθεί στο μέλι. . και στο Τ .

. το γ ε ρ ο . Ακούστε τους. που κάθεται στη ρίζα της και ψαρεύει από το πρωί ως το βράδυ. την Κυρια­ κή των Βαΐων.144 ANTON ΤΣΕΧΟΦ λος της. Η τρόικα φάνηκε πίσω από το λοφάκι. τη μέρα που γιορτάζει η γέρικη ιτιά.. Μια ζωή τώρα και τι δεν έχουν δει τα μάτια τους. ο γέροντας καθόταν στη θέση του και ψάρευε κοι­ τάζοντας γύρω του την άνοιξη.. όπως πάντα.Α ρ χίπ. Είναι γέρος. Και οι δυο τους. Ο Αρχίπ υπολόγιζε την ώρα και από τα κουδουνάκια της ταχυδρομικής ά μ α ξ α ς . Μεσημέρι έβαζε πάντα να βράσει τη σούπα του. Ακούγονταν μόνο τα γερόντια που ψιθύριζαν και πότε πότε κανένα ψάρι που ανέβαι­ νε ως την επιφάνεια και πλατσούριζε. Η ιτιά στηρίζει κι άλλο ένα ερείπιο.. Μόλις η τρόικα . Την Κυριακή εκείνη ο Αρχίπ άκουσε τα κουδου­ νάκια. Τη μέρα ψαρεύει και τη νύχτα κάθεται στη ρίζα της ιτιάς και σκέφτεται. πλησίαζε το μεσημέρι. καμπούρης σαν την ιτιά. Ο γέροντας ψάρευε και περίμενε να πάει μεσημέρι. Γύρω στο μεσημέρι περνούσε απ' το μουράγιο το ταχυδρομείο του Τ. η γ έ ­ ρικη ιτιά και ο Αρχίπ. Όταν ο ίσκιος της ιτιάς άρχιζε ν' απομακρύνεται από την όχθη. και το φαφούτικο στόμα του μοιάζει με κου­ φάλα.. Πριν από καμιά τριανταριά χρόνια. Ο ταχυδρόμος κοιμόταν. μέρα νύχτα σιγοψιθυρίζουν. Όλα ήτανε ήσυχα. Κι αυτό ήταν αρκετά παλιά. λέει πως ήταν ήδη γριά όταν εκείνος δ ο ύ ­ λευε στου άρχοντα λακές και έπειτα στην κυρά υπη­ ρέτης.. έπειτα πήρε την κατηφοριά προς το μ ο υ ­ ράγιο. Άφησε την πετονιά του και βάλθηκε να κοι­ τά προς το μουράγιο.

Έ ν α λεπτό αργότερα ο Αρχίπ άκουσε δί­ πλα του βήματα: Ο α μ α ξ ά ς κατέβαινε την όχθη κι ερχόταν κατευθείαν προς το μέρος τ ο υ . μα τούτη τη φορά παραξενεύτηκε για τα καλά. τα μάτια του έρι­ χναν ένα άδειο βλέμμα στο πουθενά. . πήδηξε στην άμαξα και χτύπησε μόνος του τον ε α υ ­ τό του στον κρόταφο. Έ ν α ς π ο ρ ­ φυρός λεκές εμφανίστηκε στο ασπρομάλλικο κεφά­ λι του. Καιρό τώρα ο Αρχίπ δεν είχε παραξενευτεί με τίπο­ τα. και για πολλή ώρα ο Α ρ ­ χίπ άκουγε: «Βοήθεια!». για κάποιο λόγο σταμάτησε.Η ΙΤΙΑ 145 έφτασε στο μουράγιο. μέτρησαν για κάποιο λ ό ­ γο το βάθος του ποταμού. Αυτό φάνηκε στον Αρχίπ το πιο παράξενο απ' όλα. Τρέμοντας ολόκληρος. Το ηλιο­ καμένο του πρόσωπο ήταν χλωμό. Του απάντησε η ηχώ. Πέντ' έξι μέρες αργότερα ήρθε στο μύλο εξετα­ στική των πραγμάτων επιτροπή. Ο ταχυδρόμος δεν κουνήθηκε καθόλου. σήκωσε το χέρι και του κατάφερε δεύτερο χτύπημα. Κατόπιν ξανανέβηκε τρέχοντας. έφυγαν — ενώ όλη αυτή την ώρα ο . κι αφού γευμάτισαν στον ίσκιο της ιτιάς. χωρίς να π ρ ο ­ σέξει τον Αρχίπ. . Μ' ένα σάλτο ο αμαξάς κατέβηκε από την ά μ α ξ α . μαστίγωσε τα άλογα. Όταν πια το πρόσωπο του ήταν μες στα αίματα. «Βοήθεια! Μας σκοτώνουν!» φώναξε. Ο α μ α ­ ξάς έριξε μια ματιά γύρω του. έχωσε μέσα στην κουφάλα τον τα­ χυδρομικό σάκο. Αυτό που έγινε ήταν τελείως αναπάντεχο. τράβηξε με νευρικές κινήσεις το μαντίλι από το πρόσωπο του ταχυδρό­ μου και ανεβοκατέβασε τη λαβή του μαστιγίου του. Έκαναν σχέδια του μύλου και του μουράγιου. έτρεξε προς την ιτιά και.

χλώμιασε. Θα πας στον Κάτω Δρόμο..» ρώτησε τους φρουρούς. είναι δημόσιο ταμείο. έτρεμε και πότε π ό ­ τε πήγαινε και κοιτούσε μέσα στο σάκο. έπειτα κοκκίνισε. « Α μ έ σ ω ς ! » είπε εκείνος κι έτρεξε μέσα στα γρα­ φεία. Τρεχάματα από δω κι από κει. Χ α ζ ή ! σκεφτόταν ο Αρχίπ σαν ά κ ο υ ­ γε το κλάμα της. αγαπητέ μου. Ούτε ο μισός δεν είναι από πριν! .ANTON ΤΣΕΧΟΦ Αρχίπ καθόταν καμπουριαστός. Και η γέρικη ιτιά τη μέρα στεκόταν σιωπηλή και τη νύχτα έκλαιγε. Σαν να ξ α λ ά φρυνε ο σάκος. έδωσε το σάκο στον Αρχίπ και είπε: «Δεν έχεις έρθει στο σωστό μέρος. «Πού είναι το γραφείο.. Μια βδομάδα αργότερα ο Αρχίπ πήρε το σάκο και πήγε στην πόλη. εκεί θα σου πούνε. έλυσε τα κορδόνια. Στον προθάλαμο εί­ δε το αφεντικό. Εκεί τον κυκλώσανε οι υπάλληλοι. τρέμο­ ντας απ' την κορφή ως τα νύχια. Ο υπάλληλος πήρε το σάκο στα χέρια του. Ο Αρχίπ τον πλησίασε και. αδελφέ. Πήρε ο Αρχίπ το σάκο κι έφυγε. Του έδειξαν ένα μεγάλο κίτρινο κτίριο μ' ένα ρι­ γωτό φυλάκιο δίπλα στην πύλη. Εσύ θες την αστυνομία». Ε δ ώ . ψίθυροι. του αφηγήθηκε το επεισόδιο με τη γέρικη ιτιά.. Δέκα λεπτά αργότε­ ρα ο υπάλληλος βγήκε. που φορούσε χρυσά κουμπιά. σκέφτηκε. κά­ πνιζε πίπα και είχε βάλει για κάποιο λόγο τις φω­ νές στο φύλακα.. Μέρα και νύχτα κοιτούσε αυτές τις σφραγίδες και σκεφτόταν. Έβλεπε τους φακέλους με τις πέντε σφραγίδες.

Αυτοί του αρπάξανε το σά­ κο από τα χέρια.. Ύστερα από μια σύντομη ανάκριση. του βάλανε τις φωνές και καλέσανε τον ανώτερο. Οι μέ­ λισσες.Η ΙΤΙΑ 147 Στον Κάτω Δρόμο του δείξανε ένα άλλο κίτρινο κτίριο με δυο φυλάκια. άρχισαν να σκαρ­ φαλώνουν στο μανίκι του. πήρε το σάκο και κλειδώθηκε μαζί του σ' ένα άλλο δωμάτιο. Εδώ δεν υπήρχε προθάλαμος και τα γραφεία άρχιζαν αμέσως μετά τις σκάλες. Το πρόσωπο του σκοτείνιασε ακόμα περισσότερο όταν είδε τον α μ α ξ ά . Ο γέροντας πλησίασε σ' ένα απ' τα γραφεία και διηγήθηκε την ιστορία του σάκου στους γραφιάδες. πείτε του γέρου ότι μπορεί να φύγει. πλησίασε στην ιτιά κι έχωσε το χέρι του στην κουφάλα. «Είναι άδειος ο σάκος! Εν πάση περιπτώσει. Ο Αρχίπ υποκλίθηκε και βγήκε.. υγρές και βαριεστημένες.» ακούστηκε ένα λεπτό αργότερα από εκείνο το δωμάτιο. Το πρόσωπο του ήταν σκοτει­ νό. Ή μάλλον κρατήστε τον! Πηγαίνε­ τε τον στον Ιβάν Μάρκοβιτς! Όχι. Αφού ψαχούλεψε λιγάκι. Είχε μπει για τα καλά το φθινόπωρο. μάλλον αφήστε τον να φύγει». χωρίς να του δώσει την παραμικρή σημασία. Δεν τ' αγαπούσε το φθινόπωρο. Ο αμαξάς. « Κ α ι πού 'ναι τα λεφτά. Μια μέρα αργό­ τερα οι κυπρίνοι και οι πέρκες έβλεπαν και πάλι την γκρίζα του γενειάδα. . κοιτάζοντας το νερό με άδειο βλέμμα. Εμφανίστηκε ένας χοντρός μουστακαλής. ο αμαξάς χλώμιασε και πήγε και κάθισε για καμιά ώρα πλάι στο ποτάμι. Ο Αρχίπ μπήκε μέσα. σαν την κιτρινισμένη ιτιά. Ο γέρος καθόταν και ψάρευε.

» του είπε λοξοκοιτώντας τον ταχυδρόμο. Τη μέρα κοιμόταν και δεν έβγαζε μιλιά. Τα ίδια του ψιθύρισε και η ιτιά. Αφού τον έδειρε καλά καλά το γέρο. Ή ρ ­ θε η άνοιξη και ο αμαξάς εξακολουθούσε να μη βγά­ ζει μιλιά και να περπατάει. Ο αμαξάς έπεσε στα γόνατα μπροστά στο διευθυντή και ομολόγησε. τον πέταξε χ ά ­ μω. «Δεν μπορώ!» απάντησε ο α μ α ξ ά ς . . « Α λ λ ά μη φ ο ­ βάσαι.. πονά και η ψυχή μ ο υ ! » Ο γέροντας πήρε τον αμαξά από το χέρι και τον πήγε στην πόλη. τη ν ύ ­ χτα όμως περπατούσε πάνω κάτω στο μουράγιο. Ο μουστακαλής τα έχασε. Μια νύχτα ο γέροντας τον πλησίασε. βλάκα. μα πονούν τα πόδια μου. Τους είπα πως τον βρήκα στην ιτιά. Πάνω κάτω στο μουράγιο βάδιζε και το φάντασμα του ταχυδρόμου και του έπιανε την κουβέντα. Στην αρχή εκείνος δεν απαντούσε και αγνοούσε μουτρωμένος το φονιά. έμπηξε μια φωνή και ρί­ χτηκε στον Αρχίπ.» Ο αμαξάς πετάχτηκε.» βάλθηκε να ρωτά τον Αρχίπ.. «Τι θες και χαζολογάς εδώ πέρα. Πολλή ώρα τον έδερνε. « Φ ε ύ γ α ! » Τα ίδια του είπε και ο ταχυδρόμος. αλλά έμεινε να ζει στο μύλο μαζί με τον Αρχίπ. Τον πήγε στον Κάτω Δρόμο.. βλάκα... Σε λιγάκι όμως τον συμπό­ νεσε. τον τσαλαπάτησε.. Τον χτύ­ πησε στο γερασμένο του πρόσωπο.. « Θ α έφευ­ γα. δεν έφυγε μακριά.. «Τον πήγα στις αρχές!» του είπε. στο ίδιο εκείνο γραφείο που είχε παραδώσει το σάκο.148 ANTON ΤΣΕΧΟΦ « Π ο ύ 'ν' τος.

Θες να σε χώσω στη στενή. . Τρελάθηκαν όλοι. Ο α μ α ξ ά ς πνίγηκε. έτσι που τον κατάτρεχε η συνείδηση του. . Ο δράστης δε βρέθηκε. ε λοιπόν τελεία και παύλα! Εσύ τώρα τι θες. Δεν του έμενε παρά να γυρίσει στην ιτιά. Και δεν του έμενε παρά να πέσει στο ποτάμι. βλάκα! Τα χεις κοπανήσει. ο μουστακαλής έβαλε τα γέλια. ενώ οι γραφιάδες έμειναν με το στόμα ανοιχτό. και να θο­ λώσει το νερό ακριβώς στο σημείο που επιπλέει ο φελλός του Αρχίπ.. Φαίνεται δεν είχαν δυνατή μνή­ μ η .Η ΙΤΙΑ 149 « Τ ι κάθεσαι και κατηγορείς μονάχος σου τον εαυτό σου. Εξαφανίσου!» Όταν ο γέροντας του θύμισε το σάκο... Ο αμαξάς δεν μπόρεσε να βρει εξιλέωση στον Κάτω Δρόμο. . Ο γέρος και η γριά βλέπουν τώρα στο μουράγιο δύο ίσκιους.... οι κερατάδες! Μόνο και μόνο για να μπερδέψουν την υπόθεση. Άραγε μ' αυτούς σιγοψιθυρίζουν.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ « Μ Α Ν Ι Α GRANDIOSA» .

. N o 4 .Π ρ ώ τ η έ κ δ ο σ η σ τ ο π ε ρ ι ο δ ι κ ό Αποσπάσματα. 1 8 8 3 .

Γνωρίζω κάποιον απόστρατο λοχαγό. οι αιτίες των οποίων πρέπει να αναζητηθούν αποκλειστικώς και μόνο στον πολιτισμό. Αυτός ο άνθρωπος είχε την ψύχωση απαγορεύονται αι συγκεντρώσεις. Σε Αμερική και Ευρώπη θα συναντήσε­ τε.Υπόψιν της εφημερίδος «Ο Ιατρός» Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει. Περί τού­ του μας βεβαιώνουν οι γιατροί. όλες τις μορφές νευρικών π α ­ θήσεων. το γεγονός ότι ο πολιτισμός συνεπάγεται για την ανθρωπότητα. Μόνο και μόνο επειδή απαγορεύονται αι συγκεντρώ­ σεις. δεν επιτρέπει να μπαί- . σταμάτησε να γευματίζει με τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας του. εκτός από οφέλη. έκοψε ολόκληρο το δάσος που υπήρχε στο κτή­ μα του. από τις απλές νευραλγίες μέχρι τις βαρείας μορφής ψυχώσεις. σε κάθε σας βήμα. πρώην υποδιοικητή της χωροφυλακής. και φοβερές συμφορές. οι οποίοι βλέπουν — όχι αβάσιμα— στην πρόοδο τα αίτια μιας σειράς διαταραχών του νευρικού συστήματος που τόσο σ υ ­ χνά σημειώνονται κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Συνέβη σ' εμένα τον ίδιο να π α ­ ρατηρήσω περιπτώσεις βαρέων ψυχώσεων.

τον φυλάει μέρα νύχτα και δεν τον αφήνει ελεύθε­ ρο ούτε στιγμή πριν από τον προκαθορισμένο χ ρ ό ­ νο. σκυλιά ή κότες και τα κρατάει κλειδωμένα για ορισμένο διάστημα.κ. Ο γαμπρός μου.». εφοριακός υπάλληλος. γυρνάει στο χωριό για να βρει κ ά ­ ποιον που θα δεχτεί να συλληφθεί επί πληρωμή. Έ ν α ς απόστρατος ενωμοτάρχης της χωροφυλα­ κής που τον είχαν διώξει απ' το σώμα για την ακε­ ραιότητα του χαρακτήρα του ή ίσως για δωροληψία (δε θυμούμαι τώρα για τι ακριβώς) έχει την ψύχω­ ση κάτσε λιγάκι. «Τι σε πειράζει. κι αυτό στάθηκε η αιτία να διαταραχθεί η ψυ­ χική του ισορροπία. Ο θείος μου. «Κάτσε λιγάκι. Είναι συνδρομητής σε όλες σχε- .154 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ νουν στη γη του τα κοπάδια των χωρικών κ. Βάζει σε μπουκάλια κατσαρίδες. Μια φορά που τον κάλεσαν στις εκλογές. τρέφεται με μουχλιασμένα παξιμάδια. που δουλεύει στην επιμελητεία του στρατού. Κι όποτε έχει λεφτά. Αφού θα σ' αφήσω! Κάνε μου τη χάρη!» Έτσι και βρει εθελοντή. έβαλε τις φω­ νές: « Μ α δεν ξέρετε πως απαγορεύονται αι συγκε­ ντρώσεις. βρε αδερφέ!» εκλιπαρεί. βά­ ζει στα παπούτσια του σόλες από χαρτί και αντα­ μείβει γενναιόδωρα όσους από τους υπηρέτες του ακολουθούν το παράδειγμα του. τον κλειδαμπαρώνει. κοριούς και αράχνες. βρε αδερφέ! Έχει κάτι σεντούκια στα οποία βάζει μέσα γάτες.ο. έχει την ψύχωση μεγάλο πράγμα η ελευθεροτυπία! Κάποτε τον κατηγόρησαν μέσω των εφημερίδων για εκβια­ σμό.

τι βρει το υπογραμμίζει με κόκκινο μολύβι και το μ ο υ ­ ντζουρώνει. Αφού γεμίσει μουντζούρες όλη την εφη­ μερίδα. τη δίνει στους αμαξάδες του να στρίψουν τσιγάρα και είναι ευτυχής μέχρι την παραλαβή του επόμενου φύλλου. ψά­ χνει να βρει οτιδήποτε το «κατακριτέο». Ό.Π Ε Ρ Ι Π Τ Ω Σ Ε Ι Σ « Μ Α Ν Ι Α G R A N D I O S A 155 δόν τις εφημερίδες της πρωτεύουσας — όχι όμως για να τις διαβάζει. Μόλις λάβει κάποιο φύλλο. .

ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ .

Πρώτη έκδοση στο σμου. 1 8 9 2 . περιοδικό Εικονογραφημένα Νέα του Κό­ . N o 2 0 .

Ο Τάτα­ ρος ήταν άρρωστος. . Ο Σεμιόν. όμως είχε στην τσέπη ένα μπουκάλι και φοβόταν μήπως οι νεαροί στην ίζ­ μπα τού ζητούσαν μερίδιο από τη βότκα. καλά. με το μελαγχολικό κι ασθενικό του πρόσωπο. . έλεγε τι ωραία που ήταν στο κυβερνείο του Σιμπίρσκ και τι όμορφη και έ ξ υ ­ πνη που ήταν η γυναίκα του. κι ένας νεαρός Τάταρος. στο φως της φωτιάς. ερημιά. στο σπίτι. κάθονταν στην όχθη. που είχε το παρατσούκλι «ο Γνωστικός». χλωμός. ένας γέροντας καμιά εξηνταριά χρονών. αλλά τώρα. που κανείς δεν ήξερε τ' όνομα του. εδώ χάμω δεν είναι δα και κανένας έλεγε ο Γνωστικός. ξερακιανός και φαφούτης αλλά με γ ε ­ ροδεμένες πλάτες και γεμάτος ζωντάνια. « Ε .Ο γέροντας Σεμιόν. που την είχε αφήσει πίσω. παράδεισος» μοναχός σου: τίποτ' ά λ λ ο . πλάι στη φωτιά. «Τα βλέπεις και νερό. χωμέ­ νος μες στα κουρέλια του. γύρω γύρω λάσπη και Είναι τόσες μέρες από τη Λαμπρή και . θα είχε πάει εδώ και ώρα για ύπνο. Οι άλλοι τρεις περαματάρηδες είχανε πάει στην ίζμπα. Έλιωνε σαν το κερί και. Δε θα 'τανε πάνω από είκοσι πέντε χρονών. έμοια­ ζε με μικρό παιδί.

Κ α μ ι ά δεκαριά βήματα πιο πέρα κυλούσε το σκοτεινό. Και. «Είσαι ακόμα μικρός. ελίσσονταν σαν τα φίδια φωτιές. δεν έχει πήξει το μυαλό σου.. Ο Τάταρος κοιτούσε τον ουρανό. αλ­ λά θα 'ρθει ο καιρός που θα πεις μοναχός σου μ α ­ κάρι τέτοια ζωή να τη δώσει ο Θεός στον καθένα. παγωμένο ποτάμι. Μακριά. Στην από δω όχθη ξ ε ­ χώριζε μια μεγάλη μαούνα. Είχε υγρασία και κρύο. Είχε πολλά αστέρια. τ' αστέρια κι ο ουρα­ νός ήταν τελείως αλλιώτικα. και γύρω την ίδια μαυρίλα. πλατσούριζε στη γυμνή. λασπερή όχθη κι έτρεχε γρήγορα γρήγο­ ρα για τη μακρινή θάλασσα. Μπορούσες ν' ακούσεις τους πάγους. απ' αυτές π ο υ οι περαματάρηδες ονομάζουν « κ α ρ μ π ά ς » . σε καμιά βδομάδα από τώρα το π ο ­ τάμι θα 'ναι εντάξει και θα ξαναβάλουμε την περα- .160 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ το ποτάμι ακόμα κατεβάζει π ά γ ο . μικρά κομμάτια να κοπανάνε πάνω στη μαούνα.. στο κυβερνείο του Σιμπίρσκ. πάλι το σκοτάδι. π ό ­ τε μισοσβήνοντας και πότε λαμποκοπώντας: Καίγανε το περσινό χορτάρι. « Κ α κ ό ! Κ α κ ό ! » ξανάπε. Βούιζε. κι απ' τη βλακεία σου σου φαίνεται πως δεν υπάρχει άνθρωπος πιο δυστυχισμένος από σένα. στην απέναντι όχθη. Στην πατρίδα. Μόλις σήμερα το πρωί χιόνιζε». έχεις ακόμα το γάλα της μάνας σου στο στόμα. « Κ α κ ό ! Κ α κ ό ! » έχανε ο Τάταρος και κοίταξε γύρω του σκιαγμένος. μετά από τα φλεγόμε­ να φίδια. Εμένα κοίτα. κάτι όμως του έλειπε. « Θ α συνηθίσεις!» απάντησε ο Γνωστικός και χα­ μογέλασε. όπως και στην πατρίδα του.

Α υ ­ τός θα σου λέει για γυναίκες. Μην τον ακούς τον Οξαποδώ. Μακάρι τέτοια ζωή να τη δώσει ο Θεός στον καθένα». Και μακάρι τέτοια ζωή να τη δώσει ο Θεός στον καθένα. Μου το 'πανε». Ο λούτσος και ο σολομός κάτω απ' το νερό κι εγώ από πάνω. κι όταν ζούσα ελεύθερος στο Κουρσκ. και τώρα έχω φτάσει σε τέτοιο σημείο. φόραγα σουρτούκο. εσύ θα του πηγαίνεις κόντρα: "Δε θέλω!". είμαι γιος διάκου εγώ. Ο Διάολος σε κοροϊδεύει. Αυτός θα σου λέει για λευτε­ ριά. «Βλακείες. Ο Τάταρος έριξε μερικά ξερόκλαδα στη φωτιά. εσύ το βιολί σου: "Δε θέλω! Τίποτα δεν έχω ανάγκη! Ούτε μάνα. ο ύ ­ τε λευτεριά. εσείς όλοι θα πάρετε δρόμο για τη Σιβηρία. που μπορώ να κοιμάμαι γυμνός πάνω στη γη και να τρώω αγριόχορτα. αδελφέ. Όταν θα πεθάνει. μάνα και γυναίκα. Είκοσι δύο χρόνια τώρα αυτή τη δουλειά κ ά ­ νω. ούτε σπίτι. δεν εί­ μαι από το λαουτζίκο. Μέρα νύχτα. στον αγύριστο!"». Ο Γνωστικός ήπιε μια γουλιά απ' το μπουκάλι και συνέχισε: « Ε γ ώ . Μην του κάνεις το χατίρι. ούτε πατέρα. Δεν έχω ανάγκη από τίποτα. « Κ α ι τι να τις κάνεις. Τίποτα δεν έχω ανάγκη και δε . ούτε γυναίκα. ήρθε πιο κοντά και είπε: « Ε μ έ ν α ο πατέρας μου είναι άρρωστος άνθρω­ πος. μάνα και γυναίκα θα 'ρθουν εδώ πέρα. αλλά εγώ θα μείνω εδώ να πηγαίνω από όχθη σε όχθη.» ρώ­ τησε ο Γνωστικός. Και δόξα τω Θεώ. αδελφέ. ούτε χωράφι! Τίποτα δεν έχω ανάγκη. σου φαρμακώνει την ψυχή.ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ 161 ταριά. δεν είμαι απλός μουζίκος.

με τον ιδρώτα του προσώπου μου. πας χαμένος. για­ τί τώρα δεν είμαι αφεντικό" έλεγε "είμαι εξόρι­ στος". ποιος ξέρει! Ήρθε λοιπόν εδώ ο αφέντης και πρώτη του δουλειά να πάει ν' αγοράσει σπίτι και γη στο Μουχορτίνσκ. " Θ έ λ ω " έλεγε "να ζήσω με την εργασία μου. Α λ ­ λά έτσι και τον πάρεις με το καλό το Διάολο. Μου 'λεγε ο Διάολος και για γυναίκα και για πατρίδα και για λευτεριά.162 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ φοβάμαι κανέναν. κι ο Θεός βοηθός. Στεκόταν . Να όμως κι η συμφορά: Α π ' τον πρώτο κιόλας χρόνο άρχισε να πηγαίνει στο Γκιρίνο. σωστά το σκέφτεσαι. απ' την πρώτη κιόλας μέρα εγώ πείσμωσα: " Δ ε θέλω τί­ ποτα!". π ο ­ λυάσχολος. δεν παραπονιέμαι. Λέγανε ότι ήτανε πρίγκι­ πας ή βαρόνος. αλλά και αριστοκράτες και μορφωμένοι. κι εγώ απαντούσα: "Τίποτα δεν έχω ανάγκη!". Ήτανε τότε νέος άνθρωπος. στο ταχυδρομείο. Με έπιασε το πείσμα και να. Με το που με στείλανε δω πέρα από τη Ρωσία. χαζοί μ ο υ ζίκοι. π ι ο πλούσιος και πιο λεύτερος άνθρωπος από μένα δεν υπάρχει. Χώνεσαι μες στο βούρκο απ' την κορ­ φή ως τα νύχια και δεν ξαναβγαίνεις ποτέ. με όλα καταπιανόταν. Και μόνος του να θερίσει. έλεγα εγώ. όπως βλέπεις καλά ζω. Πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια στείλαν εδώ πέρα απ' τη Ρωσία έναν άρχοντα. και να ψαρέψει. Ε λοιπόν. και κάτι ταξίδια ίσαμε ε ξ ή ­ ντα βέρστια καβάλα στ' άλογο έκανε. δεν υπάρ­ χει σωτηρία. μόνο μια φορά να τον ακούσεις. Κάτι δεν είχε μοιράσει σωστά με τ' αδέρφια του και είχε πλαστογραφήσει κάποιον όρο στη διαθήκη. μπορεί να 'τανε κι απλός υπάλλη­ λος. κι όπως το βλέπω. Κι όχι μόνον άνθρωποι σαν και του λόγου σου.

Κι άμα η μοί­ ρ α " του έλεγα " μ α ς φέρθηκε σκληρά. σαν να αργούν να μου στείλουν λεφτά απ' το σπίτι!". κι αρχίστε να ζείτε απ' την αρχή. αδελφέ μου. σκεφτόμουν εγώ. και σ' εσάς και σ' εμένα. Έτσι του έλεγα. Τα παλιά σβή­ στε τα. Αλλιώς μας κ ο ­ ροϊδεύει αυτή". " Π ά ω στο Γκιρίνο" μου λέει "να συναντήσω τη γ υ ­ ναίκα μου. Με πεθύμησε" μου λέει "και ήρθε. ξεχάστε τα. κι ύστερα κι άλλο. Κι ένα σωρό μπαγκάζια. Κι από εκείνη την . καλός άνθρωπος". Μην τον ακούτε το Διάολο" έλεγα " κ α λ ό από δαύτονα δε θα δείτε. Τώρα θέλετε λεφτά" του έλεγα "και λίγο λίγο θα περάσει ο καιρός και θα θέλετε κάτι άλλο. και στη Σιβηρία ζει ο άνθρωπος!" Ναι. ναι. Ά μ α θέλετε την ευτυχία σας" του έλεγα "τότε πρώτα απ' όλα πρέ­ πει να μην επιθυμείτε τίποτα. τον περνούσα απέναντι και τον βλέπω που έτριβε τα χέρια του και γέλαγε. μη χαίρεσαι. Ν α ι . Κι ο Βασίλι Σ ε ρ γκέιτς μου όλο και γύριζε γύρω της. "Δεν τα 'χετε ανάγκη" του 'λεγα εγώ "Βασίλι Σ ε ρ γκέιτς. κι άλλο. Κρατούσε αγκαλιά ένα κο­ ριτσάκι. . Είναι καλή η γυναίκα μου. σαν να μην υπήρξανε ποτέ. Κι από τη χαρά του είχε λαχανιάσει.. ύστε­ ρα από κάνα δυο χρόνια. . όμορ­ φη. Μια μέρα αργότερα έ ρ ­ χεται με τη γυναίκα του. δεν έχει νόημα να της ζητάμε έλεος και να της υποκλινόμαστε. καλά. θα σας βάλει τη θη­ λιά στο λαιμό. Σεμιόν. Σεμιόν. σαν να μην ήτανε παρά ένα όνειρο. να μη χορταί­ νει να την καμαρώνει. Μια φορά. τα λεφτά. Ήταν μια νέα κυρία. " Ν α ι .ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ 163 απάνω στη μαούνα κι αναστέναζε: " Α χ . με το καπελάκι της. πρέπει να την αψηφάμε και να την κοροϊδεύουμε κατάμουτρα.. Να τα κάνετε τι.

. στη Σιβηρία.. δεν ήταν πια άρχοντας.. Βαρέθηκε φυσικά. όπως και να το κάνουμε. αφού ακόμα και πιάνο είχανε κι ένα σκυλάκι μαλλιαρό πάνω στον καναπέ. " Ε ­ ξαιτίας μου" έλεγε "χαραμίζει κι εκείνη την ομορ­ φιά της και τα νιάτα της εδώ πέρα. ήταν ένας εξόριστος. ούτε ζαρζαβατικά ούτε φρούτα. κουκουλωμένη καλά καλά. Πηγαίνω εγώ κοντά με τη μαούνα. ανεβαίνει μ' ένα σάλτο στη μαούνα. θυμάμαι. Έζησε λοιπόν λίγο καιρό μαζί του η αρχόντισσα. πρωτευουσιάνα. . . ακούω που με φωνάζουν από την εκείθε με­ ριά. ανέβηκαν στην τρόικα και μην τους είδατε! Α π ό δω παν κι άλλοι! Πρωί πρωί να σου κι ο Βασίλι Σεργκέιτς. Τους πέρασα απέναντι. και μαζί της ένας νεαρός. Λ ά σ π η .. δεν είναι δα το ίδιο π ρ ά γ μ α .. κάθε βδομά­ δα στο Γκιρίνο να ρωτάει μ π α ς και ήρθαν τα λεφτά απ' τη Ρωσία. Λούσα. καμία κοι­ νωνική ζωή. Με μια τρόικα. Αλλά κι ο άντρας της. γύρω όλοι αμόρφωτοι και μεθύστακες. Κ α ι μια τέτοια κουστω­ δία πρέπει φυσικά να την ταίζεις και να την ποτί­ ζεις. Ύστερα από δυο τρία χρόνια. Πού 'ν' τ η . "Μήπως πέρασε από εδώ. φροντίσανε να πιάσουν γνωριμία με τους υπαλλήλους και μ' ένα σωρό άχρηστους. κοιτάζω. και καπρίτσια. που κακό ψόφο να 'χει. Και χρειαζόταν τσουβάλια λεφτά. . παραμονή ήτανε της Κοιμήσεως της Θ ε ο ­ τόκου. . μοιράζεται την κακιά μου τη μοίρα" έλεγε "πρέπει λοιπόν κι εγώ" έλεγε "να της παρέχω κάθε ευχαρί­ σ τ η σ η . ένας απ' τους υπαλλήλους. με δυο λόγια. νερό. μια νύχτα.. Η αρχόντισσα. κι αυτή ήτανε μια κυρία παραχαϊδεμέ­ νη. κρύο.164 ANTON ΤΣΕΧΟΦ ώρα.. " Για να περνάει καλά η αρχόντισσα. πού τον έχανες πού τον έβρισκες. τι να δω.

τους κυνήγησε τέσσερα πέντε μερόνυχτα. Η κυρά πήρε δρόμο για τη Ρωσία κι αυτός λοιπόν όλο για κει τρωγόταν. κατάντησε σαν φθισικός. Ύστερα. μαυροφρύδα κι όλο ζωντάνια. κι έλεγε ότι μόνο σε τ η ­ λεγραφήματα του είχαν φύγει διακόσια ρούβλια." " Α μ έ " του λέω "πέρασε. για να λέμε του στραβού το δί­ κιο. Χαμογελάω και του θυμίζω: " Κ α ι στη Σιβηρία ζει ο άνθρωπος!". Τώρα βρήκε καινούριο καπρίτσιο. Η κ ο ­ ρούλα. Πούλησε τη γη του. υποθήκευσε το σπίτι του στους Εβραίους. μεγάλωσε.. ξαπλώθηκε στη μαούνα και βάλθηκε να κοπανάει το κεφάλι του στο κατάστρωμα και να βογκάει. Την κοιτάει και του κό­ βεται η ανάσα. στην εκκλησία. ψάχνε τώρα εσύ να βρεις ψύλλο στ' άχυρα!" Ξαμολιέται αυτός το κατό­ πι τους. να πάει να τη βρει και να την πάρει από τα χέρια του αγαπητικού. Κάθε Κυριακή την παίρνει και πάνε στο Γκιρίνο. Τώρα πάλι ζωντάνεψε και πήρε τα πάνω του. Αυτή η ιστορία λοιπόν τώρα τον έκανε να πεθυμήσει τη λευτεριά του. Και τα μάτια του πάντα δ α ­ κρυσμένα. Και. να τρέχει πότε στο ταχυδρομείο και π ό ­ τε στην πόλη.ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ 165 Σεμιόν. το πρόσωπο του χλώμιασε. Κι όλο έγραφε κι έστελνε αιτήσεις για να τον λυπηθούνε και να τον αφήσου­ νε να γυρίσει στο σπίτι του. στις αρχές. Σου μιλάει κι όλο γκούχου γκούχου. όταν τον ξαναπέρασα εκείθε. Και δώστου αυτός να χτυπιέται. " Ε μ . έτσι είναι" του λέω εγώ. Έτσι ταλαιπωρήθηκε με τις αιτήσεις κο­ ντά δυο χρόνια. Άσπρισε. η γυναίκα μου μαζί μ' έναν κύριο με γ υ α ­ λιά.. Στέκονται οι δυο τους πλάι . Κι άρχισε κάθε μέρα. είναι κι εκείνη ομορφούλα. που λες. καμπούριασε. αδερφάκι. βλέπεις.

το αίμα της βράζει. Φθίση. Σ ε μ ι ό ν " μου λέει "και στη Σιβηρία ζει ο άνθρωπος! Και στη Σιβηρία υπάρχει ευτυχία. Μέ­ σα μου όμως σκέφτομαι: Για περίμενε λιγουλάκι α κ ό μ α . Φα τηνα τώρα την ευτυχία σου στη Σιβηρία. Έτσι κι ακούσει πως υπάρχει κάποιος διακόσια τριακόσια βέρστια από δω. θέ­ λει να ζήσει. .. « Κ α λ ά . πάνω στη μαούνα. Θα το σκάσει. φα τα τώ­ ρα τα " Κ α ι στη Σιβηρία ζει ο άνθρωπος". καλά» μουρμούρισε ο Τάταρος. μα γιατρός εί­ ναι μα τσαρλατάνος. .». εκείνη χαμογελάει κι α υ ­ τός δεν μπορεί να τραβήξει τα μάτια τ ο υ από π ά ­ νω της. Έχει φάει στους γιατρούς ένα σωρό λεφτά. Κι άμα θες τη γνώ­ μη μου... "Ναι. Κοί­ τ α " μου λέει "τι όμορφη κορούλα που έχω! Μου φαίνεται πως τέτοια κοπέλα δε θα βρεις ούτε σε χί­ λια βέρστια από δ ω ! " Σου λέω η κόρη του είναι ομορφούλα. . κάτεργο. το κοριτσάκι να μην είναι κ α λ ά . . Άρχισε να τρέχει στους γιατρούς και να τους κουβαλάει στο σπίτι του. και τότε αυτόν κλαύ' τονα.. θα γνωρίσει και το μαστίγιο. Ή θα πάει να κρε­ μαστεί από τη λύπη του ή θα το σκάσει για τη Ρω­ σία.. αδελφέ. την ξέρουμε τη δουλειά.. μετά δικαστήρια. Είναι νέα κοπέλα. αρρώστησε και τώρα δεν τη βαστάνε τα πόδια της.. » ρώτησε ο Γνωστικός. τα λεφτά αυτά καλύτερα να τα 'πινε.166 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ πλάι. μαράθηκε. κι εδώ τι ζωή να κάνει. Κι αρχίζει. θα τον πιάσουν. «Τι κ α λ ά .. αυτό είναι αλήθεια. που να την πάρει ο διάολος. Έλιωσε. Σίγουρα θα πεθάνει το κορί­ τσι. Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνει. τρέχει αμέσως. που εί­ χε γίνει ένα κουβάρι απ' το κρύο. . πραγματικά.

. Τα δυο του αδέρφια κι ο θείος του κλέψανε τ' άλογα ενός γερο-μουζίκου και τον έδειραν. Εσύ λες τίποτα δε χρειάζεται. Δεν καταλαβαί­ νει. ένας πλούσιος άνθρωπος. αυτός για τόση ευτυχία θα δεχόταν να βαστάξει οποιαδήποτε βάσανα και θα ευχαριστούσε το Θεό. Κι ύστερα πάλι έλεγε τι όμορφη κι έξυπνη γ υ ­ ναίκα που είχε στην πατρίδα. . πως. μαύρη γ η . Καλύτερα μια μέρα ευτυχίας απ' το τίποτα. σχεδόν τον σκοτώσανε. Τί­ ποτα είναι κακό. αλλά το δι­ καστήριο δεν έκρινε σωστά κι έβγαλε απόφαση που έστειλε στη Σιβηρία και τα τρία αδέρφια.Σ Τ Η Ν Ε Ξ Ο Ρ Ι Α 167 «Γυναίκα. αυτό είναι δώρο από Θεό. Αλλά τίποτα είναι κακό! Γυναίκα έζησε μαζί του τρία χρόνια. αν ήθελε η γυναίκα του να έρθει έστω και για μια μέρα. τρία χρόνια καλό. Ας έχει πίκρες και κάτεργο. . έστω και για μια ώρα μονάχα. ο Τάταρος προσπαθούσε να εξηγήσει πως. κ ό ρ η . έμεινε στο σπίτι του. κι ύστερα έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια κι έβαλε τα κλάμα­ τα κι άρχισε να ορκίζεται στον Σεμιόν ότι δε φταίει σε τίποτα κι άδικα υποφέρει. Το πρόσωπο του έδειχνε απορία και φόβο. λες κι ακόμα δεν καταλά- . ενώ ο θείος.» Τρέμοντας. αν δώσει ο Θεός να μην αρρωστήσει σε ξένο τόπο. « Θ α συνηθίιισεις!» είπε ο Σεμιόν. . Ο Τάταρος έμεινε σιωπηλός και κάρφωσε τα κλαμένα μάτια του στη φωτιά. είδε γυναίκα του και κόρη τ ο υ . κομπιάζοντας και ψάχνοντας με δ υ ­ σκολία τις ρώσικες λέξεις. που δεν ήξερε και πολ­ λές. να μην πεθάνει και θαφτεί σ' αυτή την κρύα.

έριξε μερικά ξερόκλαδα στη φωτιά και με τα μάτια καρφωμένα στη θράκα βάλθηκε να σκέφτεται το χωριό του και τη γυναίκα του. Ας ερχόταν η γυναίκα του έστω για ένα μήνα.. Αχ. θέλουν φρουφρού κι αρώματα. Όμως δε φτάνει. ώρα για ύπνο. του δίνανε όλα κι όλα δέκα καπίκια με­ ροκάματο. να τραβάει κουπί μέρα νύχτα.. μπελάδες. αν ήθελε.» ρώτησε ο Τάταρος φωναχτά. τι θα τρώνε. Ε. ας ξανάφευγε! Καλύτερα ένας μήνας.. έστω για μια μέρα. χου χου. Η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν και τα φι­ λοδωρήματα των επιβατών. Και τα κοριτσά­ κια δε θέλουν παραξενιές. έτσι είναι. Ο γέρος είναι παράξενος. . Όταν ο Τάταρος έμεινε μόνος του. Ε μ . » . και όχι στο κυβερνείο του Σιμπίρσκ. γιατί βρισκόταν εκεί. Άντε. . απότομος.. κι έπειτα. Ο Γνωστικός ξάπλωσε πλάι στη φωτιά. την προσέχει. » Ο Σεμιόν αναστέναξε κι άρχισε να σηκώνεται αργά αργά: «Η βότκα τέλειωσε. ή ακόμα και μια μέρα. μες στο σκοτά­ δι και την υγρασία. αλλά τα παιδιά τον έρι- . Αν όμως η γυναίκα του κρατήσει την υπόσχεση της κι έρθει. την αγαπάει.168 Α Ν Τ Ο Ν Τ Σ Ε Χ Ο Φ βαίνε τίποτα. . . Πού θα μένουν εδώ πέρα. ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους. μ π ε λ ά δ ε ς . αδελφέ. εγώ να π η γ α ί ν ω . «Ωραία.» σ υ ­ νέχισε μετά από λίγο. απ' το τίποτα. αυτό είναι σίγουρο. «Πώς να ζήσεις άμα δεν έχεις να φας. Για την τωρινή του δουλειά. « Τ ι χαρά να έχει τώρα με τον πατέρα της. Θέλουν χάδια και χα χα. γέλασε λιγάκι μόνος του κι έπιασε να σιγομουρμουρίζει κάποιο τραγούδι.

Μπορεί τάχα να γυρνάει κι αυτή στους δρόμους με ακάλυπτο το πρόσωπο και να ζητια­ νεύει. αλλά δεν είχε με τι να σκεπαστεί.. Σε καμιά βδομάδα. σκε- . κι αν γύριζες να κοιτάξεις πίσω. η μαούνα. κι έκανε πιο πολύ κρύο εκεί απ' ό.. όταν θα έχουν χαμηλώσει αρκετά τα νερά και θα ξαναβάλουν εδώ πέρα την περαταριά. τα μοιράζανε όλα μεταξύ τους και δεν έδιναν τίποτα του Τατάρου. Ούτε κι εδώ είχε με τι να σκε­ παστεί. οι ξένοι. το ποτάμι. ο λασπώδης γκρεμός. Ξεχώριζε αχνά η μαούνα. που όλο το κορμί του πονούσε κι έτρεμε. αλλά μπορούσε τουλάχιστον να έχει τη φω­ τιά. Τώρα.. Κι από την ανέχεια πεινούσε. Άρχιζε πια να φέγγει. κακόψυχοι άνθρωποι. Στο χωριό είχαν αρχίσει να λαλούν τα κοκόρια.ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ 169 χναν.. Όχι. όλοι οι άλλοι περαματάρηδες εκτός από τον Σεμιόν θα είναι πια άχρηστοι. το κρύο. παραχαϊδεμένη και ντροπαλή.. ίσως όλα αυτά να μην υπήρχαν στην πραγ­ ματικότητα. τα φυλλώματα από τις ιτιές που έγερναν πάνω από το νερό. και ο Τάταρος θ' αρχίσει να γυρνάει στα χωριά για να ζητιανεύει και να ζητάει δουλειά. χαμηλά μια μικρή ίζμπα με γκρίζα αχυροσκεπή και πιο πάνω σκορπισμένα τα σπιτάκια του χωριού. Η γυναίκα του είναι μόλις δ ε ­ καεφτά χρονών. αυτό είναι τρομερό ακόμα και να το σκέ­ φτεται.. οι α ρ ­ ρώστιες. μόνο τον κοροϊδεύανε. οι ρυτίδες στην επιφάνεια του ποταμού. θα έπρε­ πε να πάει να ξαπλώσει μέσα στην ίζμπα. η πείνα. Μάλλον όλα αυτά τα ονειρεύομαι.τι στην όχθη. κρύωνε και φοβόταν. είναι όμορφη. Ο σκοτεινός γκρεμός.

Και για ποιο λόγο. . «Μαούουουνααα. που κατέβαζε ένα παγωμένο αεράκι. στο κυβερνείο του Σιμπίρσκ. Κάποιος πυρο­ βόλησε δυο φορές μ' ένα ρεβόλβερ. « Ε . που μες στο σκοτάδι έμοιαζαν με τις δαγκά­ νες του αστακού. αγουροξυπνημένες φωνές και τρέμοντας απ' το κρύο. Ο Σεμιόν έγερνε κι ακουμπούσε με την κοιλιά πάνω στο μακρύ τιμόνι. Δίχως βιασύνη ανεβήκανε στη μαούνα. τους φαι­ νόταν απαίσιο και φρικαλέο. Ο Βόλγας. βρίζοντας με βραχνές.170 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ φτόταν ο Τάταρος.. είναι στο σπίτι. το ποτά­ μι. Ο Τάταρος χαμογέλασε και μισάνοιξε τα μάτια.. Τι παράξενα που είναι καμιά φορά τα όνει­ ρ α . νομίζοντας. θα προλάβετε!» είπε ο Γνωστικός με το ύφος ανθρώπου που είναι βέβαιος ότι σε τούτο . και φτάνει μόνο να φωνάξει τ' όνομα της γυναίκας του κι εκείνη θα του απαντήσει.» Ο Τάταρος σηκώθηκε και πήγε να ξυπνήσει τους συντρόφους του για να περάσουν απέναντι με τη μαούνα. φαί­ νεται. . στην ταβέρνα. Ένιωθε πως κοιμόταν κι άκου­ γε το ίδιο του το ροχαλητό. Χιόνιζε.. .. καλά.. Κι από την άλλη μεριά οι φωνές συνεχίζονταν. οι περαματάρηδες εμφανί­ στηκαν στην όχθη. Μα φυσικά. « Ε ε ε ! » φώναζε κάποιος απ' την απέναντι όχθη.. Ποιο να 'ναι τούτο το ποτάμι. Τυλιγμένοι στις κουρελιάρικες κάπες τους. Στο διπλανό δωμάτιο είναι η μάνα τ ο υ . Ο Τάταρος και οι τρεις περα­ ματάρηδες έπιασαν τα μακριά κουπιά με το φαρδύ φτερό. Ύστερα από τον ύπνο. πως οι περαματάρηδες κοιμούνταν ή είχαν πάει στο χωριό. .

Το πρόσωπο του είχε μια σκυθρωπή και απορροφημένη έκφρα- . Μες στο σκοτάδι έμοια­ ζε σάμπως μερικοί άνθρωποι να κάθονταν πάνω σε κάποιο προϊστορικό ζώο με τεράστια πόδια και να έπλεαν μαζί του για εκείνη την άχαρη και παγωμέ­ νη χώρα που βλέπουμε καμιά φορά στους εφιάλτες μας. Απ' την άλλη όχθη είχαν ακούσει πια το θόρυβο και το ρυθμικό παφλασμό των κουπιών και φώναζαν: «Πιο γρήγορα! Πιο γρήγορα!». το ίδιο κάνει. « Μ α για τ' όνομα του Θεού. δεν έχει νόημα. μάλλον μι­ κροκαμωμένος γέροντας. « Κ ι όλο ρίχνει. και μόνον επειδή οι ιτιές αργά αργά έφευγαν προς τα πίσω μπορούσε να καταλά­ βει κανείς ότι η μαούνα δεν έστεκε ακίνητη. Ο Γνωστικός ακουμπούσε με την κοιλιά του πάνω στο τιμόνι και πότε πότε πεταγόταν από τη μια μπάντα στην άλλη διαγρά­ φοντας ένα τόξο στον αέρα. τι καιρός είναι τούτος.» Στην όχθη περίμενε ένας αδύνατος. οι περαματάρηδες σήκωναν τα κουπιά. Όλοι μαζί. Η βαριά.ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ 171 τον κόσμο δεν υπάρχει λόγος να βιάζεται κανείς. αλλά προχωρούσε. κι όλο ρίχνει!» μουρμούρισε ο Σεμιόν σφουγγίζοντας το χιόνι απ' το πρόσωπο του. Πέρασαν τις ιτιές και βγήκαν στ' ανοιχτά. ρυθμικά. με κοντογούνι από αλε­ πού και καπέλο από αρνίσιο τομάρι. ανάμεσα στα κλωνάρια τους. Στεκόταν ακί­ νητος λίγο πιο πέρα απ' τ' άλογα του. χοντροκομμένη μαούνα ξεμάκραινε από την όχθη πλέοντας κοντά στις ιτιές. Πέρασε κάνα δεκάλεπτο και η μαούνα κοπάνη­ σε μ' έναν υπόκωφο γδούπο στο μουράγιο.

» . ακουμπώντας με την κοιλιά του πάνω στον τιμόνι. Και να 'βγαινε τουλάχιστον και τίποτα.172 ANTON ΤΣΕΧΟΦ ση. τον κοίταζε κοροϊδευτικά κι έλε­ γε: « Κ α ι στη Σιβηρία ζει ο άνθρωπος! Ζ ε ι ! . . Βασίλι Σεργκέιτς. Μα και καθόλου να μην π η ­ γαίνατε. εκείνος δεν του απάντησε. Φαίνεται πως η δυστυχισμένη και αβοήθητη όψη του ανθρώ­ που με το αλεπουδίσιο κοντογούνι τού προκαλούσε μεγάλη ικανοποίηση. λες και πάσχιζε να θυμηθεί κάτι και είχε θυμώ­ σει με την αδυναμία της μνήμης του. .. όπως τα είχε πει. και στην Αναστασιέφκα άκουσα πως διόρισαν καινούριο γιατρό». ο άνθρωπος. είναι παντού λάσπη» είπε όταν έφτασαν στην όχθη κι έπιασαν να ζεύουν τ' άλογα. που θα 'χει στεγνώσει. στεκόταν ακίνητος. σαν να μην είχε ακούσει τίποτα. Έσυραν την ά μ α ξ α στη μαούνα και ξεκίνησαν. « Π ο ύ θα τρέχετε τώρα. λες και είχε καταφέρει να α π ο ­ δείξει κάτι και τώρα ήταν χαρούμενος που τα πράγ­ ματα είχαν έρθει έτσι. Κι ο Σεμιόν. Όση ώρα ταξίδευαν. Η κόρη μου πάλι χειροτέρεψε.. τον οποίο ο Σ ε ­ μιόν είχε αποκαλέσει Βασίλι Σεργκέιτς. Όταν ο α μ α ­ ξάς τού ζήτησε την άδεια να καπνίσει μπροστά του. . με τα χοντρά του χείλη σφιγμένα και το βλέμμα του καρφωμένο σ' ένα σημείο. εκείνος είπε: «Τρέχω στην Αναστασιέφκα. « Έ π ρ ε π ε να περιμέ­ νετε κάνα δυο βδομάδες και μετά να ξεκινούσατε. Ό τ α ν ο Σεμιόν τον πλησίασε και του έβγαλε χαμογελώντας το κ α ­ πέλο. Στο πρόσωπο του Γνωστικού υπήρχε μια θριαμ­ βευτική έκφραση.

Θεέ μου. τον αμαρτωλό!» Ο Τάταρος ήρθε κοντά στο Γνωστικό και... ανακατεύοντας ταταρικές λέξεις στα φτωχά του ρωσικά. .ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ 173 εντάξει. να υπάρχει και πίκρες. ψάξε να βρεις βελόνα στ' άχυρα. Έτσι είναι!» Ο Βασίλι Σεργκέιτς έδωσε αμίλητος το φιλοδώ­ ρημα. σχώρα με. εσύ κα­ κό! Αφέντη είναι ζωντανό κι εσύ ψοφίμι. Ο Τάταρος με μια αηδια­ σμένη έκφραση σήκωσε τα χέρια.. Οι περαματάρηδες και ο Σεμιόν χώθηκαν στην ίζμπα. αλλά αφέντη α γ α π ά ε ι » . οι άνθρωποι ταξι­ δεύουν συνέχεια. μεγάλη. πιάσ' το Διάολο απ' τα κέρατα. « Ν α ι . . κοιτώ­ ντας τον με μίσος και αποστροφή. « Ν α τον που κυνηγάει το γιατρό!» είπε ο Σεμιόν τρέμοντας απ' το κρύο. δηλαδή εσύ δεν εί­ σαι ζωντανό. σφίχτηκε στα κου­ ρέλια του και πήγε κατά τη φωτιά. Εσύ πέτρα. ψάξε βρες πραγματι­ κό γιατρό. μέρα και νύχτα. και τι βγαίνει. αλλά το ξέρετε κι εσείς. και Θεός δεν αγα­ πάει εσένα. « Κ ρ ύ ο ! » έκανε με βραχνή φωνή ένας απ' τους περαματάρηδες και ξάπλωσε στο άχυρο που ήταν στρωμένο στο ξερό χωμάτινο πάτωμα. του είπε: «Αυτός είναι κ α λ ό . κι εσύ τίποτα. κι εσύ ζώο. εσύ πέτρα. Θεός έφ­ κιασε άνθρωπος για να είναι ζωντανό. λάσπη. Έβαλαν όλοι τα γέλια. .. κι εσύ κακό! Εσύ κα­ κό! Αφέντη καλή ψυχή. που να πάρει και να σ η ­ κώσει! Ε ρε κάτι παλαβοί που υπάρχουνε. καλό. Πέτρα δε θέλει τί­ ποτα. κι εσύ δε θέλεις τίποτα. κάθισε στ' αμάξι και ξεκίνησε. να υπάρχει και λύπη. για να υ π ά ρ ­ χει και χαρά.

«Κοίτα π ρ ά μ α τ α . Έ κ α ν ε κρύο και βαριόντουσαν.174 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ « Ε . Και η πόρτα απόμεινε ανοιχτή. ναι. εσύ είσαι βαρυποινίτης! Ο ύ ­ τε οι διάολοι δε σε ζυγώνουν εσένα!» Α π ' έξω ακούστηκε κάτι σαν ουρλιαχτό σκύλου. Μυστήριος τύπος!» « Θ α συνηθίσει!» είπε ο Σεμιόν κι αποκοιμήθηκε στη στιγμή. δεν έχει και ζέστη!» συμφώνησε κά­ ποιος άλλος. .» «Ο Τάταρος είναι που κλαίει». Ποιος είναι αυτού. Κανείς δεν ήθελε να σ η ­ κωθεί να κλείσει την πόρτα. «Τι είναι. Σε λίγο κοιμήθηκαν και οι άλλοι. « Μ α κ ά ­ ρι τέτοια ζωή να τη δώσει ο Θεός στον καθένα!» « Τ ο ξέρουμε όλοι. «Σκυλίσια ζωή!» Ξάπλωσαν όλοι. . Ο αέρας άνοιξε την πόρτα και το χιόνι μπήκε στην ίζμπα. « Ε γ ώ μια χαρά είμαι!» είπε ο Σεμιόν. .

Β' ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ .

Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ Κωμική ιστορία σε μία πράξη .

γριά με σαλόπ*. Τατιάνα Αλεξέεβνα. Τράπεζας. ηλικιωμένος. Χίριν Κουσμά Νικολάεβιτς. * Γυναικείο φαρδύ παλτό ειδικού σχεδίου από δέρμα αλε­ πούς. Διαδεδομένο στους μικροαστούς κατά το δεύτερο ήμισυ του XIX αιώνα. . πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας Αμοιβαίας Πίστεως. γυναίκα του. Μέτοχοι Υπάλληλοι της της Τράπεζας.Π Ρ Ο Σ Ω Π Α ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ Σιπούτσιν Αντρέι Αντρέεβιτς. Μερτσούτκινα Ναστάσια Φιοντόροβνα. Άνθρωπος μέσης ηλικίας. λογιστής της Τράπεζας. με μονόκλ. 25 ετών.

τα πόδια μου πονούν. τάπητες. Δυο γραφεία. πυρετό. στην Τράπεζα Αμοιβαίας Πίστεως. επιφωνήματα. άγαλμα. (Βήχει. . βήχα.) Αυτός ο παλιάνθρωπος ο πρόεδρος του διοικη- . Α π ' το πρωί ως το βράδυ γράφω εδώ κι από το βράδυ ως το πρωί στο σπί­ τι. Επίπλωση με αξιώσεις εξε­ ζητημένης πολυτέλειας: βελούδινες πολυθρόνες. τηλέφωνο. η οποία οδηγεί στα γραφεία της Τράπεζας. Φοράει τσόχινα παπούτσια. .) Είμαι ξεθεωμένος. Μεσημέρι. Τα μάτια μου βλέπουν ό λ ο .Το έργο εκτυλίσσεται. Γραφείο του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου. Ο Χίριν μόνος.) Καίει όλο το κορμί μου. Έ χ ω ρίγος. άν­ θη. (Κάθεται. ΧΙΡΙΝ (φωνάζει στην πόρτα): Στείλτε στο φαρμακείο να πάρουν δεκαπέντε καπίκια σταγόνες βαλεριάνας και πέστε να φέρουν στο γραφείο του διευθυντή λίγο φρέσκο νερό! Σας το 'χω πει εκα­ τό φορές! (Πηγαίνει στο γραφείο. Αριστερά πόρτα. Γράφω συνεχώς τέσσερα μερόνυχτα δί­ χως να κλείσω μάτι.

. Τι Γαμβέττας είναι αυτός. .. τότε. . Ά μ α θυμώσω. στο μεταξύ. ένα... αδερφέ μου. ένα. έξι.. δ ύ ο .... .. . κι εγώ κάθομαι και δουλεύω γι' αυτόν σαν είλωτας!. Είμαι ο ξ ύ ­ θυμος χαρακτήρας. (Γρά­ φει. . εφτά.. τ ρ ί α . μηδέν. μα την αλήθεια. . .. έ ν α .. Θέλει να τους ρίξει στάχτη στα μάτια. μπροστά στο αριθμητήριο όλη μέρα.. Έπειτα. έ ξ ι . Ακούγεται η φωνή του Σιπούτσιν: «Ευχαριστώ! Ευ­ χαριστώ! Είμαι πολύ συγκινημένος!».... εφτά. . . . μηδέν. ένα. έ ξ ι .) Αν όμως οι κόποι μου πάνε χαμένοι.) Να. (Γράφει. Μάλιστα! Πίσω από τη σκηνή θόρυβος και χειροκροτήματα... έ ν α . μου υποσχέθηκε ένα χρυσό νόμισμα και τριακόσια ρούβλια. .. . Φοράει φράκο και άσπρη γραβάτα. δε θα φταίω ε γ ώ . . που να τον πάρει ο διάολος και να τον σηκώσει!.A N T O N 1 8 0 Τ Σ Ε Χ Ο Φ τικού συμβουλίου κάνει συνέχεια καμώματα. Θα δούμε... Σήμερα θα παρουσιάσει μια εισήγηση στη γενι­ κή συνέλευση με θέμα: «Η Τράπεζα μ α ς στο π α ­ ρόν και στο μέλλον». μπορώ και να εγκληματήσω α κ ό μ α . Μου υποσχέθηκε αμοιβή για τη δουλειά αυτή. . Μπαίνει ο Σι­ πούτσιν. μ η ­ δ έ ν . . Αν σήμερα πάνε όλα καλά και τα καταφέρει να εξαπατήσει τον κόσμο.. σαν δ ώ ρ ο .. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (όρθιος στην πόρτα με μέτωπο προς τα . . .) Δ ύ ο .. . Αυτή την εισήγηση την παραγέμισε με ποιητικές ωραιολογίες και τίποτα περισσότε­ ρο. . Εγώ. . . Στα χέ­ ρια κρατάει ένα άλμπουμ που μόλις του πρόσφεραν.) Δεν έχω άλλη υπομονή! (Γράφει. θα σκεφθεί κανείς. (Χτυπάει στο αριθμητήριο..

ΧΙΡΙΝ: Μάλιστα.) Λοιπόν. (Ασπάζονται. με την ευκαιρία της επετείου. . Προχωρεί. αγαπητοί συνάδελ­ φοι. θα το φυλάω μέχρι να πεθάνω. για όλα σάς ευχαριστώ! Αν.. έχω κάνει κάτι χρήσιμο. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (του σφίγγει δυνατά το χέρι): Ευχαριστώ. Για όλα. . (Αναστε­ νάζει. όσο έχω την τιμή να είμαι πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής της τράπεζας. πρώτ' απ' όλα. το οφείλω. πώς πάει η ει­ σήγηση μου. νο­ μίζω ότι μπορούμε και να αλληλοασπαστούμε!. ΧΙΡΙΝ (σηκώνεται): Αντρέι Αντρέιτς. στους συναδέλφους μου. δεκαπέντε χ ρ ό ­ νια! Δεκαπέντε χρόνια.) Πολύ. καλέ μου φίλε. να μη με λένε Σιπουτσιν! (Ζωηρά..) Μάλιστα. . σαν ενθύμιο των ευτυχέστερων ημερών της ζωής μου! Ναι. είναι γεγονός. εντιμότατε μου Κουσμά Νικολάιτς! Την ώρα που βρίσκεται πάνω στη σκηνή οι υπάλληλοι μπαινοβγαίνουν κάθε τόσο κρατώντας έγγραφα για υπογραφή. αγαπητέ μου! Ευχαριστώ! Για τη σημερινή σ η ­ μαντική μέρα. έχω την τιμή να σας συγχαρώ για την επέτειο των δεκαπέντε χρόνων της Τράπεζας μας και εύχομαι ν α . πολύ χαίρομαι! Σας ευχα­ ριστώ για τις υπηρεσίες σ α ς . αξιότιμοι κύριοι! Άλλη μια φορά ευχαριστώ! (Στέλνει με τα δυο του χέρια ένα φιλί και πηγαί­ νει στον Χίριν. Έμειναν μόνο πέντε σελίδες περί­ που.) Αγαπητέ μου. . .Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ 181 γραφεία): Το δώρο σας αυτό.

.. πέντε.. Το βράδυ με πείραξαν τα αρθριτικά μου... κυνηγούσατε.. Χθες βράδυ. εννιά. αχ! * Θρησκευτική πίστη... όλη αυτή η ενεργητικότη­ τ α .. δηλαδή.) Νιώθω.. τέσσε­ ρ α . δ ύ ο .. Περίφημα. . Θα είναι. . . Αχ.. Κάντε μου μια χάρη.. ένα. τρία. μηδέν. οι επευφημίες. .. Δώστε μου το πρώτο μισό να το διαβάσω δυο τρεις φορές. . μηδέν. Το πρωί σήμερα ήρθε η γυναίκα σας κι άρχισε πάλι τα παράπονα εναντίον σας. . (Το παίρνει. Κουσμά Νικολάιτς. Είναι η δική μου Profession de foi*... έτοιμη ως τις τρεις. το πυροτέχνημα μ ο υ . μα την αλήθεια... ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Περίφημα. ΧΙΡΙΝ: Αν δε μ' απασχολήσει κανένας. όλο το πρωινό φρο­ ντίδες και τρεχάματα. Τι πράγμα­ τα είν' αυτά..182 ANTON ΤΣΕΧΟΦ Θαυμάσια. διαβολεμένη κούραση. κουράστηκα! ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: ΧΙΡΙΝ (γράφει): Δύο.. θα τελειώσω. μηδέν... Αίγες λεπτομέρειες έμειναν.) ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Αυτό που θα σας πω τώρα δεν είναι κα­ θόλου ωραίο. Τα βλέπω όλα πράσινα μ' αυτούς εδώ τους αριθμούς. . Δώστε το γρήγορα. αυτή και την κουνιάδα σας. φίλε μου..... Πυροτεχνήματα. .. να μη μ ε λένε Σ ι πούτσιν! Η γενική συνέλευση είναι στις τέσσε­ ρις.) Σ' αυτή την εισήγηση στηρίζω πολύ μεγάλες ελπίδες. (Χτυπάει στο αριθμητήριο.. θα έλε­ γα.. έξι..... ή καλύτερα. κρατώντας ένα μαχαίρι. . ωστόσο. Τρία. λέει.. ύστερα αυτές οι συγκινή­ σεις. ένα. να μη με λένε Σιπούτσιν! (Κάθεται και διαβάζει από μέσα του την εισήγηση.

. σας παρακαλώ! ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (με αναστεναγμό): Έχετε ανυπόφορο χα­ ρακτήρα. να μη με λένε Σιπούτσιν! Καθόλου περιττά δώρα. Κουσμά Νικολάιτς! Είστε θαυμάσιος κι αξιοσέβαστος. Μα την αλήθεια. θέλουν να μου κάνουν προσφώνηση και να μου προσφέρουν ένα ασημένιο κύπελλο. Δεν καταλαβαίνω.) Ωραία. Την προσφώνη­ ση την έγραψα εγώ ο ίδιος. Το εξώφυλλο της προσφώνησης μου κόστισε σαρά­ ντα πέντε ρούβλια. που να πάρει ο διάολος! Σεις είστε δικός μου άνθρωπος και τα γνωρίζετε. Παύση. ό λ α . να μην επεμβαίνετε στην οικογενειακή μου ζωή. παίρνω το θάρρος. βέβαια. χάρη στη σημερινή επέτειο. έτσι άκουσα. ΧΙΡΙΝ: Κι εγώ δεν καταλαβαίνω.... Σας παρακαλώ πολύ.Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ 183 ΧΙΡΙΝ (με αυστηρό ύφος): Αντρέι Αντρέιτς.. (Παίζει με το μονόκλ. μα την αλήθεια. Οι υπάλληλοι προ ολίγου μου πρόσφεραν ένα άλμπουμ και οι μέτοχοι της Τράπεζας. αλλά δε γινόταν διαφορετι- ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: . γιατί τις μισεί­ τε τόσο πολύ. κι αυτό από σεβασμό προς την αβάσταχτη δουλειά μου εδώ. για ποιο λόγο τις αγαπάτε τόσο πολύ. αλλά στις γυναίκες συμπεριφέ­ ρεστε σαν να είστε κανένας μαχαιροβγάλτης. Μην το κάνετε. επίσης ο ίδιος το αγόρασα.. . να σας υπο­ βάλω μία παράκληση. κι όσο για το α σ η ­ μένιο κύπελλο. Για την προβολή της Τ ρ ά π ε ζ α ς χρειάζεται οπωσδήποτε κάποια μεγαλοπρέπεια..

αγαπητοί μου κύριοι. από λεπτό σε λεπτό μπορεί να κά­ νει την εμφάνιση της η επιτροπή των μετόχων κι * Στην εντέλεια.) Η δική μου προσφορά είναι ότι ανα­ βάθμισα το όνομα και την υπόληψη της Τ ρ ά π ε ­ ζ α ς ! . . αν θέλετε. Η ατμόσφαιρα και το περιβάλλον είναι μεγάλη υπόθεση! Μεγάλη υπόθεση. Κι αυτοί οι ίδιοι δε θα μπορούσαν να το φα­ νταστούν.. Οι κλειδαριές στις πόρτες και ο παχύς πορτιέρης δεν είναι καθόλου λεπτομέρειες. μην κάνετε υπαινιγ­ μούς! ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Μα κανένας δεν κάνει υπαινιγμούς! Τι ανυπόφορος χαρακτήρας είστε.) Αγαπητέ μου. όχι. (Κοιτάζει εξεταστικά τον Χίριν.. Εδώ είναι τράπεζα! Κάθε λεπτομέρεια πρέπει να εντυπω­ σιάζει ή. ότι θέλω τις κλειδαριές στις πόρτες να είναι πάντα καθαρές. (Σηκώνει από το δάπεδο ένα χαρτί και το ρίχνει στο τζάκι. να εμπνέει επισημότητα.ANTON 184 ΤΣΕΧΟΦ κά. . ΧΙΡΙΝ: Σ α ς παρακαλώ πολύ. Λέω λοιπόν: Στο σπίτι μου μπορώ να είμαι ένας άσημος μι­ κροαστός και να έχω τις συνήθειες μου. Λοι­ πόν. Στο σπίτι μου μπορώ να είμαι ένας μικροαστός. να μη με λ έ ­ νε Σιπουτσιν.. να τρώω και να κοιμάμαι σαν γουρούνι. να μεθοκοπάω. (Κοιτάζει γύρω του. εδώ όμως όλα πρέπει να είναι en grand*. .) Τι ωραία επί­ πλωση! Τι διαρρύθμιση! Λένε πως δίνω σημασία σε ασήμαντα πράγματα. τους υπαλ­ λήλους να φορούν μοντέρνες γραβάτες και στην είσοδο να στέκεται ένας παχύς πορτιέρης..

μηδέν. δ ύ ο .) Δεν μπορώ να τις υποφέρω! Θα κάνατε. Στα καλά καθού­ μενα και μπροστά σε ξένους με ρώτησε: «Είναι ... . αυτό το κα­ σκόλ... η γυναικεία συντροφιά ανεβά­ ζει το επίπεδο! ΧΙΡΙΝ: Μάλιστα... εννιά. . .. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Αντίθετα. Αισθάνομαι να καίει όλο μου το σώμα. . αλλά την περασμένη Δευτέρα την άκουσα να ξεστομίζει τέτοια λόγια.. . έστω. πέντε... .. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Τι κουταμάρες είναι αυτές. . .. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (μ' ανησυχία): Θα συμφωνήσετε ωστόσο ότι είστε ακατάστατα ντυμένος! Χαλάτε όλο το σύνολο! ΧΙΡΙΝ: Όταν έρθει η επιτροπή.. ένα. μπορώ και να κ ρ υ ­ φτώ.. αυτό το σακάκι με το απαράδεκτο χρώ­ μ α . Ε φ τ ά .. μια μαύρη ρεντιγκότα. Για όλα τα κακά και τις ανωμαλίες οι γυναίκες φταίνε. .. Θα μπορούσατε να φορέσετε φράκο ή. αλλά προσέξτε: θα σας χαλάσουν όλη την εκδήλωση. εφτά. εσείς σήμερα θα γεμίσετε την αί­ θουσα μ' αυτές για να κάνετε επίδειξη. ένα. . (Γράφει. (Χτυπάει στο αριθμητήριο. Η δική σας γυναίκα νομίζω ότι εί­ ναι μορφωμένη.) Ε φ τ ά . ας πούμε. ΧΙΡΙΝ: Για μένα η υγεία είναι πιο πολύτιμη από τους μετόχους σας.. .. δ ύ ο ..Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ 185 εσείς φοράτε τσόχινα παπούτσια... που έκανα ύστερα δυο μέρες να συνέλθω. καλά αν δεν καλούσατε σήμερα τις κυρίες στο γεύμα για την επέτειο. Πού είναι το κ α κ ό .. Ούτε και σε μένα αρέσουν οι ακαταστασίες. . ΧΙΡΙΝ: Ξέρω εγώ.

να μη με λένε Σιπουτσιν! Μπαίνει η Τατιάνα Αλεξέεβνα. Με την ευκαιρία. οι οποίες έπεσαν στο χ ρ η ­ ματιστήριο... Τα νεύρα μου είναι τόσο τεντωμένα.) Όπου να 'ναι θα πρέπει να φτάσει η γυναίκα μου.. μου το θυμίσατε. δεν είμαι ευχαριστημένος που έρχεται! Δηλαδή είμαι. δεν καταλαβαί­ νω! Θέλετε να σας οδηγήσουν στα δικαστήρια. και αισθάνομαι κουρασμένος. που με το παραμικρό νομίζω ότι θα βάλω τα κλάμα­ τα! Όχι. Να πω την αλήθεια. πρέπει να φανώ δυνατός. αλλά θα ήταν πιο καλά για μένα αν έμε­ νε δυο μερούλες ακόμα στη μητέρα της. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Λοιπόν.) Ωστόσο αισθάνομαι να με πιάνει νευρική τρε­ μούλα. αρκετά! Όλα αυτά είναι πολύ μελαγχολικά για να λέγονται την ημέρα της επετείου. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Μπα! Κατά φωνή! . φτάνει. Αχ ο άντρας μου ανησυχεί τόσο π ο ­ λύ! ». Θα έπρεπε βέβαια να εί­ χα πάει με τ' αμάξι να την περιμένω στο σταθ­ μό τη φτωχούλα.. Κι αυτά μπροστά σε ξένους! Γιατί είστε τ ό ­ σο αποκαλυπτικός στις γυναίκες.186 ANTON ΤΣΕΧΟΦ αλήθεια ότι ο άντρας μου αγόρασε γ ι α λογαρια­ σμό της τράπεζας μας ένα σωρό μετοχές της Ντιάζσκο-Πριάζσκο. Θα μου ζητήσει να περάσουμε μαζί όλο το βράδυ. (Κοιτάζει το ρολόι. και στο μεταξύ υποτίθεται ότι σήμερα μετά το γ ε ύ ­ μα θα γίνει μια μικρή εκδρομή. (Ανατριχιάζει. αλλά δεν είχα καιρό και. με αδιάβροχο και τα­ ξιδιωτική τσάντα στον ώμο. μα την α λ ή ­ θεια.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ (αναστενάζει): Αχ.. Η μαμά και η Κ ά ­ τια σού στέλνουν χαιρετίσματα. ομόρ­ φυνες. όμως. ένα λεπτό μόνο.. πολλά. Έ χ ω πολλά να σου πω. (Κοι­ τάζει το ρολόι. .) Η θεία σού στέλνει ένα βάζο με γλυκό. Πώς πήγε το ταξίδι. (Τον φι­ λάει.) Ο Χίριν βήχει θυμωμένος.) Αχ... Πάχυνες αυτή τη βδομάδα. τι έγινε! Α π ' τα μάτια σου. φτωχή μου Κάτια! Τη λυπάμαι τόσο π ο ­ λύ. (Τη φιλάει. αν ήξερες τι έγινε! Τι έγινε! Φοβάμαι ακόμα και να το πω! Αχ. Κουσμά Νικολάιτς! (Στον άντρα της. Είσαι καλά. δεν κρατιέμαι. αγάπη μου. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Καλά...) Χαίρετε. ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ: Περίφημα. φτωχή μου Κάτια. τόσο πολύ! ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Σήμερα. Δε θα βγάλω τα ρούχα. Καλή μ ο υ .Η 187 ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ: Καλέ μου! (Τρέχει στον άντρα της. Λοιπόν.) ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Μόλις τώρα μιλούσαμε για σένα!... Ο Βασίλιι Αντρέιτς μού είπε να σε φιλήσω.) ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ (λαχανιασμένη): Μ' αποθύμησες. Η Ζίνα μού είπε να σε φιλήσω. βλέπω ότι δε χαίρεσαι που με βλέ­ πεις! ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Το αντίθετο. (Τον φιλάει. Είναι όλοι τους θυμωμένοι μαζί σου επειδή δεν τους γρά­ φεις. Ακόμα δεν πήγα στο σπίτι.) Στο σπίτι όλα καλά. (Στον Χίριν. ή ρ ­ θα κατευθείαν απ' το σταθμό.. έχουμε την επέτειο .. φιλί διαρκείας. .

Περάσαμε τρεις σταθμούς κι εγώ διάβαζα συνέχεια.. γεύμα. με κανέναν δεν άλλαξα ούτε μια λ έ ξ η . (Γε­ λάει. να πήγαινες στο σπίτι.. Να έβλεπες πώς με φλερτάριζαν! Λέγαμε διάφορες φλυαρίες μέχρι τα μεσάνυχτα. . Δε μ' αρέσει να πιά­ νω κουβέντα μέσα στο βαγόνι. αρκετά καλός κι εμφανίσιμος. τα συγχαρητήρια μ ο υ . όλο και σκοτεινές σκέψεις έρχονται στο μυαλό σου! Απέναντι καθόταν ένας νέος.. Ήρθε κι ένας ναυτικός κι ακόμα ένας. που είπε ότι είναι φοιτητής. Όταν με συνόδευσες στο τρέ­ νο. Θα σου τα πω όλα απ' την αρχή.. πηγαίνω... ξέρεις. (αμήχανος): Αγάπη μου. Λοιπόν. .. Καλύτερα. Θα σου τη διαβάσουν σήμερα. Θυμάσαι την ωραία προσφώνηση που έγραφες τόσο καιρό για τους μετόχους της Τ ρ ά ­ πεζας. την επέτειο! Κύριοι.. Έ ν α λεπτό να πω κάτι και φεύγω. δεν τα λένε α υ ­ τά τα πράγματα. . Σ α ς εύχομαι. ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ: Βέβαια. Ο Χίριν βήχει θυμωμένος... Ύστερα νύχτωσε και. θυμάσαι. Ο μελαχρινός μάς ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ . Αρχίσα­ με λοιπόν να μιλάμε... ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ: Αμέσως. Μ' αρέσουν αυτά. μα την αλήθεια.) Τους είπα ότι δεν είμαι παντρεμένη... κάθισα δίπλα σ' εκείνη τη χοντρή κ υ ­ ρία κι άρχισα να διαβάζω. Α π ό λεπτό σε λεπτό μπορεί να έρθει η επιτροπή των μετόχων. Σήμερα δηλαδή έχει συγκέντρωση. Δεν είσαι κατάλ­ ληλα ντυμένη... μελα­ χρινός. .l88 ANTON ΤΣΕΧΟΦ της Τράπεζας.

. αγάπη μ ο υ . τελειώνω. Κ α λ ο βαλμένος κι έξοχος. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Δεν πειράζει. Στο σταθμό ήρθε να με περιμέ­ νει ο Σεριόζα. επιθεωρητής της εφορίας νομίζω.. . (Τραγουδάει με μπάσα φωνή.»..) Εγώ. με ιδιαίτερα όμορφα μ ά ­ τ ι α .. Μου πόνεσε το στήθος απ' τα γέλια. ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ: Πίσω από τη σκηνή ακούγονται φωνές: «Απαγορεύε­ ται! Απαγορεύεται! Τι θέλετε. Πήγαινε στο σπίτι. Α μ έ ­ σως.. Τανιούσια. όταν ο ναυτικός πάνω στην κουβέντα έμα­ θε ότι με λένε Τατιάνα. έχει πολύ ενδιαφέρον. εμποδίζουμε τον Κουσμά Νικολάεβιτς να κάνει τη δουλειά του. Ο Σεριόζα με σύστησε και φύγαμε μαζί κι οι τρεις.Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ 189 είπε φοβερά αστεία ανέκδοτα κι ο ναυτικός όλη την ώρα τραγουδούσε. (Ξεκαρδίζεται από τα γέλια. Ο καιρός ήταν θαυμάσιος.. ξέρεις τι τραγούδησε. . Ωστόσο.. δε θα το 'χω μυστικό. .) Ο Χίριν βήχει θυμωμένος. τρελά την Τατιάνα αγαπώ!. κουνώντας * Από το ποίημα του Πούσκιν «Ευγένιος Ονέγκιν»... δεν πειράζει.. Όταν ο ναυτικός —αχ αυτοί οι ναυτι­ κοί! —. Θα τα πούμε αργότερα. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ (στις πόρτες της εισόδου. Μπαίνει η Μερτσούτκινα. . Ονέγκιν*. . Κατά τύχη βρισκόταν εκεί κι ένας νέος. ας τ' ακούσει κι αυτός.

) ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ (στον Χίριν): Πρέπει να τα πω απ' την α ρ χ ή .. δεν επιτρέ­ πεται! Είμαι φτωχή γυναίκα. Μου γράφει ότι στην αδερφή μου την Κάτια έκανε πρόταση γάμου κάποιος Γκρεντιλέφσκι. συντηρούμαι μόνο με τους νοικάρηδες. Εξοχότατε. κα­ τακράτησαν είκοσι τέσσερα ρούβλια και τριάντα έξι καπίκια. Μπορού­ σε μήπως να δανειστεί εκείνος λεφτά χωρίς τη συγκατάθεση μου. . Είμαι αδύναμη. προσέξτε με σας παρακαλώ.. «Δανειζόταν» λένε «απ' το ταμείο του συνεταιρισμού. (Μπαίνει μέσα. με την εγγύηση τρίτων». ο γραμματέας της νομαρχίας. τον απέλυσαν χωρίς κανέ­ να λόγο. . (Της παίρνει την αίτηση και τη διαβάζει όρθιος. Ορί­ στε μας! Θέλω να ιδώ τον ίδιο!. Όταν πήγα να πάρω το μι­ σθό του. Πώς είναι δυνατόν. Αυτό. Εξοχότατε. . Τους ρωτώ: Γιατί. σας παρακαλώ να έχετε υπόψη σας ότι ο άντρας μου.190 ANTON ΤΣΕΧΟΦ προς τα πάνω το χέρι): Γιατί με κρατάτε. αυτοί.. απροστά­ τ ε υ τ η . Εξοχότατε. .. στον Σιπούτσιν. Στο διάστημα αυτό που ήταν στο κρεβά­ τι κι έκανε θεραπεία. σύζυγος του γραμματέα της νομαρχίας.. ήταν άρρωστος πέντε μήνες. . Επιτρέψτε μ ο υ . . Υπομένω τις προσβολές ολονών κι από κανέναν δεν ακούω έναν καλό λόγο. Ν α στάσια Φιοντόροβνα Μερτσούτκινα. Την περασμένη εβδομάδα παίρ­ νω ξαφνικά ένα γράμμα της μαμάς. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Τι επιθυμείτε. αλλά χωρίς καθόλου πόρους.. ο Μερτσούτκιν. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Εξοχότατε.) Έ χ ω την τιμή. Θαυμάσιος νέος και σεμνός. και χ ω ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: .

) ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Τίποτα δεν καταλαβαίνω. η Κάτια. Μου είπε: « Μ α μ ά . Η μαμά γράφει να φύγω και να πάω αμέσως μήπως μπορέσω να τη μεταπείσω. ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ: Το πολύ που σας ενδιαφέρει! Να προσέχετε όταν σας μιλάει μια κυρία! Γιατί είστε τόσο θυμωμένος σήμερα. κι ευχαριστώ το γαμπρό μου. Τι να γίνει τώρα. τίποτα δεν καταλα­ βαίνω. πώς έγινε αυτό. για κακή της τύχη τής άρεσε. τον Μπορίς Ματβέιτς. να φαντασθείτε. καλή μου. Έρχομαι αμέσως. Όπως βλέπε­ τε κι εσείς.. πήγα ήδη σε πέντε υπηρεσίες. Κάντε τον κόπο να αποταθείτε στην υπηρεσία που εργαζόταν ο άντρας σας. πήγαινε. ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ: Κ α λ ά . Της Κάτιας. Κοντεύω να χάσω τα λογικά μου. δεν είμαστε εμείς αρμό­ διοι. ΧΙΡΙΝ (αυστηρά): Συγγνώμη. στα γραφεία για ένα λεπτό.) ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (στη Μερτσούτχινα): Συγγνώμη όμως. η μαμά. τα έχασα. Η αίτηση σας. δεν έχει καμία σχέση με μας. είναι άνθρωπος με κύρος κι . στην πραγματικότητα. καλέ μου κύριε. κυρία μου. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Εγώ. με μπερδέψατε! Εσείς. (Γελάει. που με συμβούλεψε να έρθω σ' εσάς. Μήπως είστε ερωτευμένος. (Φεύγει. ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ: Ερωτευμένος.Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ 191 ρίς κάποια συγκεκριμένη θέση. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Αχά! Κοκκίνισε! ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (στη γυναίκα του): Τανιούσια.. και πουθενά ούτε καν την αί­ τηση δε δέχτηκαν να πάρουν. πηγαίνετε να δείτε τον κύριο Σιπούτσιν.

Εδώ είναι τράπεζα. Βοηθήστε με. Έ χ ω πιστοποιητικό του γιατρού. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (εκνευρισμένος): Πολύ καλά.. σας πιστεύω. ενοχλεί τους υπαλλήλους. κοιτάξτε το. αλλά σας ξαναλέω ότι αυτό το πιστοποιητικό δεν αφορά εμάς.. όλα μπορεί να τα κ ά ν ε ι . Το δικό μας όμως ίδρυμα είναι απολύτως ιδιωτικό. δεν ξέρει πού να αποτα­ θείτε. . εκεί. κυρία μου: Ο άντρας σας υπηρέτησε στο τμήμα της στρατιωΣΙΠΟΥΤΣΙΝ . Τίποτα άλ­ λο. εμείς εδώ τίποτα δεν μπορούμε να σας κάνουμε.. και στη συνέχεια ένα ανδρικό. (κοιτάζοντας προς την πόρτα): Να την. αυτός τίποτα δεν ξ έ ­ ρει. θα έλεγα ακόμα και κωμικό. Εξοχότατε. εμπορικό. Γιατί δεν το κα­ ταλαβαίνετε αυτό! ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ. που λέει ότι ο άντρας μου ήταν ά ρ ­ ρωστος. Εξοχότατε! ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Κυρία Μερτσούτκινα.. Να το. Πίσω από τη σκηνή ακούγεται το γέλιο της Τατιάνας. Ό λ ο τα ίδια μ' αραδιάζει: «Δεν είναι δική σου δουλειά αυτή! Φύγε από δ ω ! » . ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Σας λέω άλλη μια φορά. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Ω.192 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ επιρροή. απ' όσο μπορώ να κρίνω.) Περίεργο. . » . (Στη Μερτσούτ­ κινα. Ο άντρας σας. επιτέλους. Καταλάβετε το: Ο άντρας σας. αν έχετε την καλο­ σύνη. υπηρε­ τούσε στο τμήμα της στρατιωτικής ιατρικής. Εξοχότατε.

. είναι ιδιωτικό ίδρυμα.. εδώ όμως είναι τράπεζα. Τα βάσανα μ' έχουν σκοτώσει. μπορώ να μπω μέσα. Με τους νοικάρηδες είμαι στα δικαστήρια. έτσι όπως πάμε δε θα τε­ λειώσω ποτέ την εισήγηση! ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Αμέσως. αγάπη μου. Εξοχότα­ τε. Καταλάβετε το λοιπόν....) Είστε ξ ε ­ ροκέφαλη. (Στη Μερτσούτχινα. εντάξει. σήμερα είναι η επέτειος της Τ ρ ά ­ πεζας. Καταλα­ βαίνω.. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Εξοχότατε. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (παίρνει βαθιά ανάσα): Ουφ! ΧΙΡΙΝ: Αντρέι Αντρέιτς. Το να κάνε­ τε σε μας αυτή την αίτηση είναι τόσο αλλόκοτο όσο είναι να υποβάλετε αίτηση διαζυγίου σ' ένα.».. Ακούγεται χτύπος στην πόρτα.. ας πούμε. προστάξτε να μου δώσουν. φαρμακείο ή σε κανένα πρόχειρα στη­ μένο τσαντίρι. έστω.. Μπορεί να μπει κάποιος μέσα.) Δε σας έδωσαν όλα τα λε­ φτά. εντάξει.) Μισό λεπτό. δεκαπέντε ρούβλια! Ας μη μου τα δώσουν όλα αμέσως. όλο το νοικοκυριό στις . περίμενε! (Στη Μερτσούτκινα. Η φωνή της Τατιάνας Αλεξεεβνα: «Αντρέι. Πέρα απ' α υ ­ τό. δεν έχω αντίρρηση. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Εντάξει. έχω τις σκο­ τούρες του άντρα μου..Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ 193 τικής ιατρικής. λυπηθείτε με την ορφα­ νή! Είμαι μια ανήμπορη κι απροστάτευτη γυναί­ κ α . Τουλάχιστον.. εμπορικό.. είμαστε όλοι απασχολημένοι. (Φωνάζει. Με συγχωρείτε. κυρία μου. αλλά τι σχέση έχουμε εμείς. . . καλέ μου κύριε.

ΧΙΡΙΝ: Σας ρωτώ. δεν πειράζει. μπορώ να σας δείξω και το πιστοποιητικό του γιατρού. . με συγχωρείτε. .. τι θέλετε. (Παίρνει βαθιά ανάσα.. . κι από πάνω έχω και το γαμπρό μου χωρίς δουλειά. (Κουνάει το χέρι και πηγαίνει στο γραφείο του διοικητικού συμβουλίου. αν με καλοεξετάσεις. .. εξηγήστε. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Είμαι μια αδύναμη κι απροστάτευ­ τη γυναίκα. Λίγο καφέ ήπια σήμερα.. τίποτα δεν πάει καλά επάνω μου! Μόλις που μπορώ και στέκο­ μαι στα πόδια μου. κι όσο για όρεξη. ΧΙΡΙΝ: Μα νομίζω ότι σας μίλησαν στα ρωσικά: Εδώ είναι τράπεζα! ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Ναι. Όχι. Κι αν χρειάζεται.) Έ χ ο υ ­ με μπλέξει τώρα.) Κουσμά Νικολάιτς. Μπορεί στην όψη να φαίνομαι γ ε ­ ρή. στην κυρία Μερτσούτκινα. το ξ έ ρ ω . . εγώ. να μη με λένε Σιπουτσιν! (Στον Χίριν.) ΧΙΡΙΝ (πλησιάζει τη Μερτσούτκινα με αυστηρό ύφος): Τι θέλετε. μονολογεί. να μου δώσουν δεκαπέντε ρούβλια.. δεν έχω καθόλου. Τα υπόλοιπα. αλλά. δεν μπορώ να μιλήσω μαζί σας! Α ι ­ σθάνομαι να γυρίζει το κεφάλι μ ο υ . καλέ μου άνθρωπε.. όχι. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Κυρία Μερτσούτκινα.. κι αυτόν όμως χωρίς καμία ευχαρίστηση.ANTON 194 ΤΣΕΧΟΦ πλάτες μου.. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Προστάξτε. σας παρα­ καλώ. Κι εμάς εμποδίζετε κι εσείς χάνετε άδικα τον καιρό σας. έστω και σ' ένα μήνα.

. δεν πειράζει.. να με πάρει ο διάολος και να με σηκώσει... ας είναι. . Λοι­ πόν. όχι σε μένα. Αν δε φύγεις από δω. Εγώ είμαι γυναίκα του γ ρ α μ μ α ­ τέα της νομαρχίας. ΧΙΡΙΝ: Με δυο λόγια δηλαδή.. . (Αναπνέει βαριά. Δεν τα σηκώνω εγώ αυτά! ΧΙΡΙΝ (έξαλλος από θυμό.Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ 195 ΧΙΡΙΝ: Κεφάλι είναι αυτό που έχετε πάνω στους ώμους σας. .) ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Δεν τα φοβάμαι εγώ αυτά! Έχουν δει τα μάτια μου πολλά τέτοια. Λοιπόν. Δε θέλω ξένα λεφτά εγώ.... Στη γυναίκα σου να μιλάς έτσι.) Θα στο πω άλλη μια φορά. να τι έχετε πάνω στους ώμους σ α ς . (Χτυπάει με το δάχτυλο το τραπέζι κι ύστερα το μέτωπο του. θα φωνάξω το φύλακα! Πήγαινε! (Χτυπάει τα πόδια στο πάτωμα..τι λέει ο νόμος. δεν έχω ούτε μια στιγμή καιρό για να μιλάω μ α ­ ζί σας! Είμαι απασχολημένος. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Καλέ μου άνθρωπε.. . μαντάμ: Αυτό που έχετε πάνω στους ώμους σας είναι κεφάλι ή κάτι άλλο.. Ακούς. μάλιστα..) Παρακαλώ! ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ (έκπληκτη): Και με τα λεφτά τι θα γί­ νει.. Παλιοκαλαμαρά! ΧΙΡΙΝ: Νομίζω πως ποτέ στη ζωή μου δεν είδα τόσο αντιπαθητικό άνθρωπο. εγώ ζητάω ό..) ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ (προσβάλλεται): Τι.. ΧΙΡΙΝ: Σας ρωτώ. (Δείχνει προς την πόρτα. Δεν τα σηκώνω! ΧΙΡΙΝ (χαμηλόφωνα): Αν δε φύγεις αυτή τη στιγμή. Ουφ! Πάει να σπάσει το κεφάλι μ ο υ . χαμηλόφωνα): Φύγε από δω! ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Ναι.

ο αδιάντροπος! Σ' ένα μέρος σαν αυτό εδώ. ναι. αυτός εδώ. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Εξοχότατε! ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (βαρύθυμος): Τι είναι πάλι. Δε σε φοβάμαι.) Γέμισε η Τράπεζα γυναίκες.. Τα δικά μου θέλω.. . μαγεία.. Έτσι ντυ­ μένη και χτενισμένη ήταν απλά μαγεία! ΤΑΤΙΑΝΑ (με ημικρανία): Ναι. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Εξοχότατε!.. (Δείχνει τον Χίριν.) Αυ­ τός που βλέπετε. δεν μπορώ να γράψω την εισήγηση! Δεν μπορώ! ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Δε ζητάω ξένα λεφτά. κι ύστερα το τραπέ- .196 A N T O N Τ Σ Ε X Ο Φ παλιοστρίγγλα. Χ ω ρ ι ά τ η ... . είμαι ικανός να σ' αφήσω ανάπη­ ρη για όλη σου τη ζωή! Μπορώ και να εγκλημα­ τήσω! ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Λόγια του αέρα. βέβαια. . θα σε κάνω σκόνη! Ε κ ε ί που έχω φτάσει τώρα. Τι θέλετε. Τα μάτια μου είδαν πολλά τέτοια.. όπως το λέει κι ο νόμος. και τη χτένισα εγώ η ίδια. Μπαίνουν ο Σιπούτσιν και η Τατιάνα Αλεξεεβνα. φο­ ράει τσόχινες μπότες.. Κοίταξε να δεις. χτύπησε με το δάχτυλο το μέτωπο του. . Της πάνε πολύ τα γυρισμένα προς τα π ά ­ νω μαλλιά. ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ (μπαίνει ακολουθώντας τον άντρα της): Το βράδυ πήγαμε στο πάρτι των Μπερέζνιτσκι. Ό π ο υ να 'ναι μπορεί να έρθουν.. ΧΙΡΙΝ (σε απόγνωση): Δεν μπορώ να τη βλέπω! Δεν αισθάνομαι καλά! Δεν μπορώ! (Πηγαίνει και κά­ θεται στο τραπέζι. Η Κάτια φορούσε γαλάζιο μετα­ ξωτό φόρεμα με λεπτή δαντέλα και λαιμόκοψ η ..

κυρία μου.. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Καλά.... (Γυρίζει στο τραπέζι.) Κ υ ­ ρία μου. ΧΙΡΙΝ (κλαψιάρικα): Μα πρέπει να γράψω την εισή­ γηση! Δε θα προλάβω!. μπορώ να σας φέρω και βεβαίωση από το αστυνομικό τμήμα. ...τι θέλει. Εδώ είναι τράπεζα. Μου χρειάζονται σήμερα... ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (μονολογείοργισμένος): Πα-ρά-ξε-νο... Ε ξ ο ­ χότατε. Αν δε φτά­ νει το πιστοποιητικό του γιατρού. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Εξοχότατε!. τώρα. χαμηλόφωνα): Αντρέι Αντρέιτς.. σας μιλάω σαν πραγματικό πατέρα μ ο υ . άτι­ μο παλιογύναιο! (Σ αυτή. Εσείς προστάξατε να εξετάσει την υπόθεση μου κι αυτός κοροϊδεύει και λέει ό. Πηγαίνετε τώ­ ρα. Αργότερα! (Μονολογεί.. προστάξτε να έρθει ο θυρωρός και να την πετάξει έξω με τις κλοτσιές. σας το 'χω ήδη πει. θα την εξετάσω ε γ ώ .) Δεν μπορώ! ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Πότε θα πάρω λοιπόν τα λεφτά. .Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ 197 ζι. ΧΙΡΙΝ (πλησιάζει τον Σιπουτσιν. Πέστε να μου δώσουν τα λεφτά! ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (αναπνέει βαριά): Ουφ! ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ (στη Μερτσούτκινα): Γιαγιά. στο κτίριο μένει πολύς κόσμος. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Κάντε μου τη χάρη. . . Τι πράγματα είν' αυτά. . .) Αρχίζουν να μ' ενοχλούν τα αρθριτικά μ ο υ ! .. . όχι! Θ' αρχίσει να στριγγλίζει. Εξοχότατε. είναι ιδιωτικό εμπορικό ίδρυμα. Θα λάβω τα κατάλληλα μέτρα.. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (τρομαγμένος): Όχι. Ε ί ­ μαι ανήμπορη κι απροστάτευτη γυναίκα. με μαλακό τόνο.

πρέπει να πάω στο σπίτι. Τι άνθρω­ πος είστε αλήθεια! ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Εγώ. εγώ. αλλά όχι κάτι το ιδιαίτερο. λοιπόν. . ομορφούλα μου. το βράδυ π ή ­ γαμε στους Μπερέζνιτσκι. είκοσι πέντε ρούβλια. μανούλα μου. ούτε κουβέντα να γίνε­ ται.. Πάρτε τα και. όλα έγιναν όσο δεν . τι ωραία! Έτσι. Ο Χίριν βήχει θυμωμένος. νομίζω.. έκλα­ ψα λιγάκι και προσπάθησα να την επηρεάσω. . Ήταν βέβαια και ο θαυμαστής της Κάτιας. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Είκοσι τέσσερα ρούβλια και τριάντα έξι καπίκια..) Να. Οι δυο τους τα είπαν μετά κι εκείνη του αρνήθηκε.. Εξοχότα­ τ ε . αλλά δεν τον ευχαριστήθηκα κι αυτόν.. ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Καλά! (Βγάζει απ το πορτοφόλι είκοσι πέντε ρούβλια και της τα δίνει. φύγετε..198 A N T O N Τ Σ Ε X Ο Φ αφού σας λένε ότι τους εμποδίζετε.) Αλλά δεν τελείωσα α κ ό μ α .. Τι ωραία που ήταν! Αχ. ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Ταπεινά σας ευχαριστώ... . περάσαμε ωραία. Μόνο λίγο καφέ ήπια σήμερα. στη Μερτσούτκινα): Π ό ­ σα λεφτά θέλετε... Όσο για το τι τρώω και τι πίνω. Σ' ένα λεπτό τελειώνω και φεύγω.) ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ (κάθεται κοντά στον άντρα της): Εγώ. Ύστερα απ' αυτό. (Κοι­ τάζει το ρολόι. . ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ (αποκαμωμένος. Μίλησα λοιπόν μαζί της. Δεν ήταν άσχημα. (Παίρνει και κρύβει τα λεφτά. δεν έχω κανέναν να με φροντίσει. ωστόσο. ο Γκρεντιλέφσκι..

Η

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

199

μπορούσαν να γίνουν καλύτερα: Τη μαμά την
καθησύχασα, την Κάτια την έσωσα και μπορώ
τώρα να είμαι ήσυχη... Τι, λοιπόν, φαντάζεσαι
ότι έγινε μετά; Ακριβώς πριν απ' το δείπνο, π η ­
γαίνουμε εγώ και η Κάτια έναν περίπατο στην
αλέα και ξαφνικά...

(Ταραγμένη.) Και ξαφνικά

ακούμε έναν πυροβολισμό... Όχι, δεν μπορώ να
συνεχίσω με ψυχραιμία!

(Κάνει αέρα με το μα­

ντίλι.) Όχι, δεν μπορώ!
ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ

(αναστενάζει): Ουφ!

ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ

(κλαίει): Τρέχουμε στο περί­

πτερο του αλσυλλίου κι εκεί... εκεί βλέπουμε
ξαπλωμένο τον φτωχό Γκρεντιλέφσκι... με το πι­
στόλι στο χέρι...
ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Όχι, δε θα το αντέξω αυτό! Δε θα το αντέ­
ξω! (Στη Μερτσούτκινα.) Τι άλλο θέλετε εσείς;
ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Εξοχότατε, θα μπορούσε ο άντρας
μου να πάει πάλι στη δουλειά του;
ΤΑΤΙΑΝΑ

ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ

(κλαίγοντας):

Πυροβολήθηκε

κατευθείαν στην καρδιά... να, ε δ ώ . . . Η Κάτια
έπεσε λιπόθυμη, η φτωχούλα... Αυτός ήταν φο­
βερά τρομαγμένος, κι

έτσι πεσμένος όπως

ήταν... ζήτησε να φωνάξουμε γιατρό. Ο γιατρός
ήρθε γρήγορα και τον έσωσε, τον δύστυχο...
ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Εξοχότατε, θα μπορούσε ο άντρας
μου να πάει πάλι στη δουλειά τ ο υ ;
ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Όχι, δε θα το αντέξω! (Κλαίει.) Δε θα
αντέξω!

(Απλώνει και τα δυο χέρια στον Χίριν,

αγανακτισμένος.) Βγάλτε την έξω!
σας ικετεύω!

Διώξτε τη,

200

A N T O N

ΧΙΡΙΝ (πλησιάζει την Τατιάνα Αλεξεεβνα):

Τ Σ Ε Χ Ο Φ

Φύγε από

δω!
ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ:

Όχι αυτή. Ετούτη ε δ ώ . . . ετούτη τη φρι­

κ τ ή . . . (Δείχνει τη Μερτσούτκινα.) Ν α , ετούτη!
ΧΙΡΙΝ

(δεν τον καταλαβαίνει,

στην Τατιάνα Αλεξεεβ­

να): Φύγε από δω! (Χτυπάει στο πάτωμα με τα
πόδια.) Μπρος, φύγε!
ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ:
ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ:

Τι; Τι πάθατε; Τρελαθήκατε;

Είναι φοβερό! Είμαι δυστυχισμένος!

Διώξτε τη! Διώξτε τη!
ΧΙΡΙΝ (στην Τατιάνα Αλεξεεβνα): Φύγε, θα σε σακα­
τέψω! Θα σ' ακρωτηριάσω! Θα εγκληματήσω!
ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ

(τρέχει πιο πέρα, αυτός από κο­

ντά της): Πώς τολμάτε! Αναιδέστατε! (Φωνάζει
δυνατά.) Αντρέι! Σώσε με! (Τσιρίζει.) Αντρέι!
ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ

(τρέχει από πίσω τους): Σταματήστε! Σας

ικετεύω! Σωπάστε! Λυπηθείτε με!
ΧΙΡΙΝ

(κυνηγάει τη Μερτσούτκινα):

Φύγε από δω!

Πιάστε τη! Χτυπήστε τη! Σφάξτε τη!
ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ

(φωνάζει): Σταματήστε! Σας παρακαλώ!

Σας ικετεύω!
ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Χριστέ και Παναγιά... Χριστέ και
Παναγιά!... (Τσιρίζει.) Χριστέ και Παναγιά!...
ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ

(φωνάζει): Σώστε με! Σώστε

μ ε ! . . . Αχ, αχ... Λιποθυμάω! Δεν είμαι καλά! (Πη­
δάει σε μια καρέκλα. Πέφτει ύστερα στο σοφά και
βογκάει,

φαίνεται σαν να λιποθύμησε.)

ΧΙΡΙΝ (κυνηγάει τη Μερτσούτκινα): Χτυπήστε τη! Δώ­
στε της ξύλο! Κάντε την κιμά!
ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ: Αχ, αχ... Χριστέ μου, σκοτείνιασαν

Η

Ε Π Ε Τ Ε Ι Ο Σ

201

τα μάτια μου! Αχ! (Πέφτει αναίσθητη στα χέρια
του Σιπουτσιν.)
Χτύπος στην πόρτα.
Φωνή πίσω απ' τη σκηνή: «Η Επιτροπή!».
Ε π ι τ ρ ο π ή . . . φήμη κ α λ ή . . . κατοχή...
ΧΙΡΙΝ (χτυπάει στο πάτωμα με τα πόδια): Έ ξ ω από
δω, που να με πάρει ο διάολος! (Ανασκουμπώνεται.) Δώστε τη σε μένα! Μπορώ να κάνω έγκλη­
μα!
ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ:

Μπαίνει η επιτροπή, που αποτελείται από πέντε άτο­
μα. Φορούν όλοι τους φράκο. Ο ένας κρατάει την ει­
σήγηση, βιβλιοδετημένη με βελούδο, κι ένας άλλος κύ­
πελλο σε μορφή κανάτας με καπάκι. Οι υπάλληλοι
κοιτάζουν από την πόρτα των γραφείων. Η Τατιανα
Αλεξεεβνα ξαπλωμένη στο σοφά, η Μερτσούτκινα στα
χέρια του Σιπουτσιν. Κι απ' τις δυο ακούγεται σιγα­
νό βογκητό.
(διαβάζει δυνατά): Αξιότιμε και αγαπητέ
Αντρέι Αντρέιτς! Κάνοντας μια αναδρομή στο
παρελθόν του οικονομολογικού μας ιδρύματος
και διατρέχοντας με το νου μας την ιστορία της
βαθμιαίας ανάπτυξης του, αποκομίζουμε μία
υψηλού βαθμού ευχάριστη εντύπωση. Είναι α λ ή ­
θεια ότι τον πρώτο καιρό της ύπαρξης του το χα­
μηλό μέτρο του αρχικού κεφαλαίου, η απουσία
μερικών σοβαρών λειτουργιών, καθώς και η έλ­
λειψη καθορισμένων στόχων, έθεσαν ωμά το α μ -

ΜΕΤΟΧΟΣ

A N T O N

202

Τ Σ Ε Χ Ο Φ

λετικό ερώτημα: « Ν α ζει κανείς ή να μη ζ ε ι ; » .
Υπήρξε μάλιστα μία περίοδος που μερικοί εψήφισαν υπέρ του κλεισίματος της Τράπεζας. Α λ ­
λά να. επικεφαλής του ιδρύματος είστε τώρα
εσείς. Οι γνώσεις σας, η ενεργητικότητα και το
τακτ που σας χαρακτηρίζει ήταν η αιτία για την
εξαιρετική επιτυχία και τη σπάνια άνθηση. Η
φήμη της Τ ρ ά π ε ζ α ς . . . (Βήχει.) Η φήμη της Τ ρ ά ­
πεζας...
ΜΕΡΤΣΟΥΤΚΙΝΑ (βογκάει): Οχ! Οχ!

(βογκάει): Νερό! Νερό!
ΜΕΤΟΧΟΣ (συνεχίζει): Η φήμη... (Βήχει.) Η φήμη της
Τράπεζας ανήλθε από σας σε τέτοιο βαθμό, ώστε
το ίδρυμα μας μπορεί τώρα να ανταγωνιστεί με
τα καλύτερα ιδρύματα του εξωτερικού...
ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Ε π ι τ ρ ο π ή . . . φήμη κ α λ ή . . . κατοχή... Μια
μέρα προς το σούρουπο δυο φίλοι περπατούσαν,
σκοτούρες είχανε πολλές και σοβαρά μιλού­
σ α ν . . . Μη λες ποτέ τα νιάτα μου βάσανα είχαν
χίλια, κι ότι κουρέλι τα 'κανε η ίδια μου η ζήλια.
ΜΕΤΟΧΟΣ (συνεχίζει αμήχανος): Ρίχνοντας μια αντι­
κειμενική ματιά στο παρόν, εμείς, αξιότιμε κι
αγαπητέ Αντρέι Αντρέιτς... (Χαμηλώνει τον τό­
νο.) Υπό αυτάς τας περιστάσεις, ας το αναβά­
λουμε για αργότερα... Νομίζω καλύτερα για α ρ ­
γότερα. ..

ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΕΒΝΑ

Αποχωρεί

σαστισμένος.

ΑΥΛΑΙΑ

Η ΑΡΚΟΥΔΑ
Κωμική ιστορία σε μία πράξη

1888. Γκριγκόριι Στεπάνοβιτς Σμιρνόφ. γέροντας. νέα. .Π Ρ Ο Σ Ω Π Α TOΥ ΕΡΓΟΥ Ελένα Ιβάνοβα Ποπόβα. υπηρέτης της Ποπόβα. Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Νέα Εποχή. χήρα. Λούκα. κτηματίας. με λακκουβάκια στα μάγουλα κτηματίας. μεσήλικας.

Εσείς όμως κάθεστε όλη μέρα μέ­ σα στο δωμάτιο. Καμία χαρά. Η καμαριέρα και η μαγεί­ ρισσα πήγαν να μαζέψουν βατόμουρα. ακόμα και η γάτα ξέρει κι α υ ­ τή να χαίρεται. με προσηλωμένα τα μάτια σε μια φωτογραφία) και ο Λουκά.. Για ποιο λόγο να βγω. κυρία...Στη σάλα. έτσι είναι! Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος που δε βγαί­ νετε έξω απ' το σπίτι!. στο αγρόκτημα της Ποπόβα.. Μάλιστα. Δεν υπάρχει πια ζωή για μένα. Δεν κάνετε καλά.. Αυτός είναι θαμμένος στον τάφο κι εγώ σ' αυτούς τους τέσσερις τοίχους. σαν να ήσαστε στο μοναστήρι. ΛΟΥΚΑ: Αυτό ποτέ δε θα το κάνω. κάνει βόλτες στην αυλή και πιά­ νει πουλάκια. τα ζωντα­ νά όλα χαίρονται... ΠΟΠΟΒΑ: ... I Η Ποπόβα (σε βαθύ πένθος. Είμαστε κι οι δυο πεθαμένοι. Τον εαυτό σας μ ό ­ νο καταστρέφετε. καμία ευχαρίστηση..

Με συγχωρείτε. βέβαια. δε χορταίνεις να τους βλέπεις! Στους καταυλισμούς δεν περνάει Παρασκευή που να μην έχει χορό και σχεδόν κάθε μέρα παί­ ζει μουσική η στρατιωτική μπάντα.. θέλημα Θεού. φτάνει πια. οι αξιωματικοί είναι να. αλλά ζούμε σαν τις αράχνες εδώ. Θα της πήγαινε πολύ αν έκα­ να το φουκαρά μια ολόκληρη ζωή. Λ ε ς και δεν υπάρχουν άνθρωποι καλοί. καλή μου κυρία! Είστε νέα. όμορφη. ροδοκόκκινη. Μην ξεπερνάτε τα όρια.. Ο Νικολάι Μιχαήλοβιτς πέθανε. έκλαιγα ένα μήνα και τελείωσα μαζί της. σκέτη γλύκα.. Λοιπόν. Αχ.. Τον κλάψατε και τον θρη­ νήσατε αρκετά. έτσι ήταν γραφτό.. πρέπει να ζήσετε. ας είναι στη Β α ­ σιλεία των Ουρανών.. να απολαύσετε τη ζωή σ α ς . Ούτε εσείς πάτε ούτε και τους δέχεστε για επίσκεψη. . .. μη μου μι- . Πέθανε και η δική μου γριά όταν ήρθε η ώρα τ η ς . . ΛΟΥΚΑ: ΠΟΠΟΒΑ (αποφασιστικά): Σε παρακαλώ. Στο Ρίμπλοβο έχει στρατοπε­ δεύσει ένα σύνταγμα.A N T O N 206 Τ Σ Ε Χ Ο Φ Ελάτε τώρα! Καλύτερα να μην ακούω να λ έ ­ τε τέτοια λόγια. (Αναστενά­ ζει. Η ομορφιά όμως δεν είναι παντοτινή! Ύστερα από δέκα χρόνια θα θελήσετε.. να σερ­ γιανάτε σαν την παγόνα και να κουνάτε την ο υ ­ ρά σας στους κυρίους αξιωματικούς.. δε βλέπουμε το φως της μέρας. Τη λιβρέα με τα σιρίτια την έφαγαν τα ποντίκια. αλλά τότε θα είναι πια αργά. Μα η γειτονιά είναι γ ε μ ά ­ τη από κυρίους..) Έχετε ξεχάσει όλους τους γείτονες. άνθρωποι που να έχουν κι ενδιαφέρον. . Τη θρήνησα. Μην κλαίτε αιωνίως και φοράτε πένθος.

. Θα ήταν καλύτερα να κάνατε έναν περίπα­ το στο δασάκι και να δίνατε εντολή να ζέψουν τον Τόμπι ή τον Γίγα για να πάτε μια επίσκεψη στους γείτονες. θα με βλέπει ίδια... ότι πολλές φορές ήταν άδικος μαζί μου. .. αλλά δεν είμαι! Ορκίστηκα να μη βγάλω αυτό το πένθος μέχρι να πεθάνω. .. Τόμπι! Πες να του δώσουν σήμερα μια μερίδα περισσότερη βρόμη! Λ Ο Υ Κ Α : Όπως προστάξετε! ΛΟΥΚΑ: Ακούγεται διαπεραστικός χτύπος. ΠΟΠΟΒΑ: Αχ!.. Πόσο υπέροχα ήξερε να ιππεύει! Πόση χάρη είχε η κορμοστασιά του όταν τραβούσε τα γκέμια! Το θυμάσαι. εγώ όμως θα είμαι πιστή ως τον τάφο και θα του αποδείξω ότι ξέρω να αγαπώ. όπως ακριβώς και προτού πεθάνει... Τι πάθατε. έτσι φαίνομαι. ήταν κι άπιστος. Ας εί­ ναι ο Χριστός μαζί σας! Π Ο Π Ο Β Α : Αγαπούσε τόσο πολύ τον Τόμπι! Πάντοτε μ' αυτόν πήγαινε στους Κορτσάγκιν και στους Βλάσοφ. κι α κ ό μ α . (Κλαίει. Τι νόημα έχουν αυτά τα ίδια και τα ίδια λ ό ­ για. Ξέρω ακόμα. Ας βλέπει τώρα η ψυχή του πόσο τον α γ α π ώ . Τόμπι.. κι αυτό για σένα δεν εί­ ναι μυστικό. Εσένα σου φαί­ νεται ότι είμαι ζωντανή. να μη βλέπω τον κόσμο. ήταν τραχύς. στον άλλο κόσμο.) ΛΟΥΚΑ: Κυρά μου! Αφέντισσα!. Εκεί. .Η Α Ρ Κ Ο Υ Δ Α λάς γι' αυτό! Το ξέρεις καλά ότι από τον καιρό που πέθανε ο Νικολάι Μιχαήλοβιτς η ζωή για μ έ ­ να έχει χάσει όλη την αξία της. Ακούς. ...

208

A N T O N

Τ Σ Ε Χ Ο Φ

(ανατριχιάζει): Ποιος είναι; Να πεις ότι δε

ΠΟΠΟΒΑ

δέχομαι κανέναν!
Μάλιστα! (Φεύγει.)

ΛΟΥΚΑ:

II
Ποπόβα

(μόνη).

(κοιτάζοντας τη φωτογραφία): Θα δεις, Nico­

ΠΟΠΟΒΑ

las, πως ξέρω να αγαπώ και να συγχωρώ... Η
αγάπη θα σβήσει κι αυτή μαζί με μένα, όταν η
φτωχή μου καρδιά σταματήσει να χτυπάει. (Γε­
λάει με δάκρυα στα μάτια.) Εσύ δεν αισθάνεσαι
ντροπή; Εγώ είμαι η υπάκουη και πιστή γυναικούλα σου, κλείδωσα τον εαυτό μου με λουκέτο,
θα σου είμαι πιστή μέχρι τον τάφο, κι ε σ ύ . . . εσύ
παχουλό μου μωρουδάκι, δεν ντρέπεσαι λίγο; Με
απατούσες, μου έκανες σκηνές, μ' άφηνες να
περνάω μόνη μου ολόκληρες βδομάδες...

III
Η Ποπόβα και
ΛΟΥΚΑ

ο Λουκά.

(μπαίνει ταραγμένος): Κυρία, κάποιος ρωτάει

για σας. Θέλει να σας δ ε ι . . .
ΠΟΠΟΒΑ:

Μα του είπες ότι από τη μέρα που έχασα

τον άντρα μου δε δέχομαι κανέναν;

Η

Α Ρ Κ Ο Υ Δ Α

209

Του το είπα, αλλ' αυτός ούτε ν' ακούσει δε
θέλει, λέει ότι είναι μεγάλη ανάγκη.
Π Ο Π Ο Β Α : Δε δέ-χο-μαι!
Λ Ο Υ Κ Α : Το είπα, αλλά... πώς να σας πω, κάνει σαν
αγριάνθρωπος... βρίζει, χίμηξε μέσα στα δωμά­
τ ι α . . . είναι στην τραπεζαρία τώρα.
Π Ο Π Ο Β Α (εκνευρισμένη): Καλά, πες του να περάσει...
Τι ανάγωγοι! (Ο Λουκά φεύγει.) Πόσο κουραστι­
κοί είναι αυτοί οι άνθρωποι! Τι να θέλει από μ έ ­
να; Γιατί μου χαλάει την ησυχία; (Αναστενάζει.)
Όχι, όχι, είναι φανερό πια ότι θα πρέπει πραγ­
ματικά να πάω σε μοναστήρι... (Συλλογίζεται.)
Ναι, σε μοναστήρι...
ΛΟΥΚΑ:

IV
Η Ποπόβα. ο Λουκά και ο Σμιρνόφ.
(μπαίνοντας, στον Λουκά): Ηλίθιε, πολυλο­
γ ά . . . Γαϊδούρι! (Βλέποντας την Ποπόβα, με αξιο­
πρέπεια.) Κυρία μου, έχω την τιμή να παρουσια­
στώ: απόστρατος υπολοχαγός του πυροβολικού,
γαιοκτήμονας, Γκριγκόριι Στεπάνοβιτς Σμιρνόφ!
Είμαι αναγκασμένος να σας ενοχλήσω για μια
πολύ σοβαρή υπόθεση...
Π Ο Π Ο Β Α (χωρίς να δώσει το χέρι): Τι θα θέλατε;
Σ Μ Ι Ρ Ν Ο Φ : Ο μακαρίτης ο σύζυγος σας, τον οποίο εί­
χα την τιμή να γνωρίσω, έχει αφήσει απλήρωτες
δυο συναλλαγματικές χιλίων διακοσίων ρου­
βλιών. Επειδή αύριο πρέπει να πληρώσω τους
ΣΜΙΡΝΟΦ

210

A N T O N

Τ Σ Ε Χ Ο Φ

τόκους στην Αγροτική Τράπεζα, θα σας παρα­
καλούσα, κυρία μου, να μου εξοφλήσετε οπωσ­
δήποτε σήμερα.
ΠΟΠΟΒΑ: Χίλια διακόσια... Κι από πού είναι αυτό το
χρέος του άντρα μ ο υ ;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Αγόρασε από μένα βρόμη.
ΠΟΠΟΒΑ
(παίρνοντας βαθιά ανάσα, στον Λουκά):
Έτσι λοιπόν, Λουκά, μην ξεχάσεις να τους πεις
να δώσουν στον Τόμπι μια μερίδα περισσότερη
βρόμη. (Ο Λουκά φεύγει. Στον Σμιρνόφ.) Αν ο Νικολάι Μιχαήλοβιτς έμεινε χρεώστης απέναντι
σας, είναι αυτονόητο ότι θα σας πληρώσω. Σας
παρακαλώ όμως να με συγχωρήσετε που σήμε­
ρα δεν έχω στη διάθεση μου λεφτά. Μεθαύριο
θα επιστρέψει από την πόλη ο επιστάτης και θα
.τον προστάξω να σας εξοφλήσει κανονικά το
χρέος. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να εκτελέσω
την επιθυμία σ α ς . . . Εκτός αυτού, σήμερα σ υ ­
μπληρώθηκαν εφτά μήνες από το θάνατο του
άντρα μου και η διάθεση μου είναι τέτοια, που
δεν είμαι σε θέση ν' ασχοληθώ με οικονομικά ζ η ­
τήματα.
Και η δική μου διάθεση είναι τέτοια, που,
αν δεν πληρώσω αύριο τους τόκους, θα χρεοκο­
πήσω ολοκληρωτικά χωρίς να το καταλάβω. Θα
μου κατασχέσουν το κτήμα!
ΠΟΠΟΒΑ: Μεθαύριο θα λάβετε τα λεφτά σας.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δε χρειάζομαι τα λεφτά μεθαύριο αλλά σ ή ­
μερα.
ΠΟΠΟΒΑ: Με συγχωρείτε, σήμερα δεν μπορώ να σας
πληρώσω.
ΣΜΙΡΝΟΦ:

Η

Α Ρ Κ Ο Υ Δ Α

ΣΜΙΡΝΟΦ:

211

Κι εγώ δεν μπορώ να περιμένω ως μεθαύ­

ριο.
Τι να κάνω, αφού τώρα δεν έχω!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δεν μπορείτε, δηλαδή, να πληρώσετε;
ΠΟΠΟΒΑ: Δεν μπορώ...
ΣΜΙΡΝΟΦ: Χ μ ! . . . Είναι η τελευταία σας λ έ ξ η ;
ΠΟΠΟΒΑ: Μάλιστα, η τελευταία μου.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Η τελευταία; Απολύτως;
ΠΟΠΟΒΑ: Απολύτως.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Ταπεινά σας ευχαριστώ. Το γράφουμε α υ ­
τό. (Σηκώνει τους ώμους.) Μου λένε ύστερα ότι
δεν κρατώ την ψυχραιμία μου! Προ ολίγου με συ­
νάντησε στο δρόμο ο εισπράκτορας των έμμεσων
φόρων και με ρώτησε: «Γιατί είστε πάντοτε θυ­
μωμένος, Γκριγκόριι Στεπάνοβιτς;». Για όνομα
του Θεού, πώς να μη θυμώνω; Μου χρειάζονται
επειγόντως χρήματα... Χθες το πρωί, πριν καλά
καλά ξημερώσει, γύρισα με τ' αμάξι όλους τους
οφειλέτες μου κι ούτε ένας απ' αυτούς δε μ' ε ξ ό ­
φλησε! Βασανίστηκα σαν σκυλί, πέρασα τη νύχτα
ένας θεός ξέρει πού — σ' ένα εβραίικο χάνι δί­
πλα σ' ένα μικρό βαρέλι βότκας... Τελικά έρχο­
μαι εδώ, εβδομήντα βέρστια απ' το σπίτι μου, με
την ελπίδα να εισπράξω λεφτά, κι αντί γι' αυτό
με σερβίρουν «διάθεση»! Πώς να μη θυμώσω;
ΠΟΠΟΒΑ:

Νομίζω πως ήμουν σαφής απέναντι σας.
Μόλις γυρίσει απ' την πόλη ο επιστάτης, τότε θα
πάρετε τα λεφτά σας.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Εγώ δεν ήρθα στον επιστάτη αλλά σε σας!
Τι στο διάολο, συγγνώμη για την έκφραση, μου
χρειάζεται εμένα ο επιστάτης σας!

ΠΟΠΟΒΑ:

A N T O N

212

Τ Σ Ε Χ Ο Φ

Με συγχωρείτε, αξιότιμε κύριε, δεν είμαι
συνηθισμένη σ' αυτές τις περίεργες εκφράσεις,
ούτε σ' αυτό τον τόνο ομιλίας. Δε θα σας ακού­
σω περισσότερο. (Φεύγει βιαστικά.)

ΠΟΠΟΒΑ:

V
Σμιρνόφ

(μόνος).

Πέστε μου, σας παρακαλώ! Ψυχική διάθε­
ση, λέει. Ο άντρας της πέθανε πριν από εφτά μ ή ­
νες! Εγώ όμως έχω να πληρώσω τόκους, ναι ή
όχι; Σας ρωτώ: Πρέπει να πληρώσω τους τόκους
ή δεν πρέπει; Εσείς, βέβαια, χάσατε τον άντρα
σας, το καταλαβαίνω, είστε σε άσχημη ψυχική
κατάσταση, σοφίζεστε διάφορα κόλπα... ο επι­
στάτης δεν ξέρω πού στο διάολο πήγε, εγώ
όμως; Τι θα γίνει με μένα; Τι προστάζετε να κ ά ­
νω; Να πετάξω ψηλά με το αερόστατο για να ξ ε ­
φύγω απ τους δανειστές μ ο υ ; Αυτό να κάνω; Ή
να πάρω φόρα και να σπάσω το κεφάλι μου στον
τοίχο; Πάω με τ' αμάξι στον Γκρούζντεφ, δεν εί­
ναι στο σπίτι· ο Γιαροσέβιτς κρύφτηκε, με τον
Κούριτσιν τσακώθηκα άσχημα και λίγο έλειψε να
τον πετάξω απ' το παράθυρο πάω στον Μαζούτοφ, ανισόρροπος άνθρωπος· έρχομαι σ' αυτή
εδώ, άσχημη διάθεση. Κανένας κανάγιας δεν
πληρώνει! Κι αυτό γιατί τους έχω όλους π α ρ α ­
χαϊδεμένους, π α ρ α κ α λ ά ω κλαψιάρικα, είμαι
άβουλος κι άτολμος! Είμαι και πολύ ευαίσθητος

ΣΜΙΡΝΟΦ:

-

επειδή. . Ουφ. Μ π ρ ρ ! . καθώς κι από καρ­ πούς και φρούτα. Καλύτερα να κάθομαι π ά ­ νω σ' ένα βαρέλι με μπαρούτι παρά να μιλάω με μια γυναίκα. Δώσ' μου λίγο κβας* ή νερό! (Ο Λουκά φεύ­ γει.) Δεν την καταλαβαίνω εγώ αυτή τη λογική! Να έχεις τόσο μεγάλη ανάγκη από λεφτά. κόπηκε η ανάσα μ ο υ . πόσο εξοργίστηκα! Α π ' το θυμό τρέμουν τα πόδια μου. κι αυτή να μην πλη­ ρώνει. .) Είναι κανείς εκεί. να εί­ σαι με τη θηλιά στο λαιμό. Με πιάνει ανατριχίλα — ΛΟΥΚΑ ΣΜΙΡΝΟΦ: * Αναψυκτικό με υπόξινη γεύση πολύ διαδεδομένο στη Ρω­ σία. μου 'ρχεται να λιποθυμή­ σω! (Φωνάζει. ούτε και τώρα μ' αρέσει. . μέχρι να με πληρώσει! Μ π ρ ρ ! . λέει.213 Η ΑΡΚΟΥΔΑ μαζί τους! Περιμένετε όμως και θα δείτε! Θα με γνωρίσετε απ' την καλή τώρα! Δε θα σας επιτρέ­ ψω να μου κάνετε αυτά τα κόλπα.. Γνήσια γυναικεία λογική. (μπαίνει): Θέλετε τίποτε. που να πάρει ο διάολος! Θα μείνω εδώ και θα σέρνομαι όλη μέρα. . Πόσο εξοργίστηκα σήμερα. δεν είναι σε κατάσταση να ασχοληθεί με οικονομικά ζητήματα!. VI Ο Σμιρνόφ και ο Λουκά. .. Θεέ μου. φτερό στον άνεμο! Να γιατί ποτέ δε μ' άρεσε. να συζητάω με γυναίκες. . . Παρασκευάζεται από σιτάρι και βύνη.

. ένα χρόνο κι ε γ ώ . . . . ένα ποιητικό πλάσμα. Σ Μ Ι Ρ Ν Ο Φ : Φύγε από δω! (Ο Λουκά φεύγει. . Θα είσαι εσύ άρρωστη μια βδομάδα. δ ε ν πειράζει! (Φεύγει απ' το παράθυρο. λεφτά δε δίνει κανένας.) Νιώθω απαίσια. .. Μου 'ρχεται να φωνάξω βοήθεια. Θα είσαι άρρωστη ένα χρόνο. είμαι άυπνος όλη ΛΟΥΚΑ . μια βδομάδα θα μείνω κι ε γ ώ . VII Ο Σμιρνόφ και ο Λουκά.. ξέζεψε τ' ά λ ο ­ γα! Θ' αργήσουμε να φύγουμε! Εγώ θα μείνω εδώ! Πες εκεί στο στάβλο να δώσουν στ' άλογα βρόμη! Το αριστερό άλογο πάλι μπερδεύτηκε στα γκέμια. . . δ . κάνει ανυπόφορη ζέστη.. Τα ξέρουμε εμείς αυτά τα λακκουβάκια! (Φωνάζει στο παράθυρο. κι απ' τη σύγχυση αρχίζω να αισθάνομαι σπασμούς στις γάμπες μ ο υ . . μη δέχεσαι.A N T O N 214 Τ Σ Ε Χ Ο Φ τόσο πολύ μ' εξόργισε αυτό το παλιοθήλυκο! Μου φτάνει να ιδώ. παλιοζωντόβολο! (Τον μιμείται κο­ ροϊδευτικά. . .. δ . Θα μεί­ νω και θα καθίσω εδώ μέχρι να μου δώσεις τα λεφτά.) Σεμιόν. δ ε ν πειράζει. (μπαίνει και δίνει το νερό): Η οικοδέσποινα εί­ ναι άρρωστη και δε δέχεται.. . Θα σε κανο­ νίσω εγώ — δ . κυρία μου! Δε θα με συγκινήσεις εσύ με το πένθος και με τα λακκουβάκια στα μάγου­ λ α . . Τα λεφτά μου θα τα πάρω.) Άρρωστη και δε δέχεται! Πολύ χαλά. έστω κι από μακριά. .) Δ ..

. . αχτένιστος. πού είσαι. ο αγριάνθρωπος.. .. Για τους πιστωτές δεν υπάρχει κανονισμός ενδυμασίας. Η α ρ ­ χοντοπούλα σίγουρα θα με πήρε για κανένα λ η ­ στή. με βρόμικες μπότες. που νομίζω ότι θα κάνω σκόνη όλο τον κόσμο. και με άχυρα στο γιλέκο μ ο υ . στον εαυτό μου κά­ τι. Τίποτα.) Ουφ! (Κοιτάζει προσεκτικά τον εαυτό του..... διάθεση. αλλά τι να γίνει..Η 215 Α Ρ Κ Ο Υ Δ Α νύχτα κι από πάνω αυτή εδώ η βαρυπενθούσα με τ η .. (Χασμουριέται... Σ Μ Ι Ρ Ν Ο Φ (με θυμό): Τι είπατε. Σ Μ Ι Ρ Ν Ο Φ : Δώσ' μου ένα ποτηράκι βότκα! (Ο Λουκά φεύγει. Το κεφάλι μου πονάει. . συ! ΣΜΙΡΝΟΦ: ..) Δεν ήταν τόσο ευγενικό να εμφανιστώ έτσι στο σαλόνι.. .. μα την αλήθεια! Κατασκονισμένος. Θα λιποθυμήσω μου φαίνεται. Έ λ α δω! Λ Ο Υ Κ Α (μπαίνει): Τι θέλετε. τίποτα. Είμαι ένας πιστωτής.. πόσο έχω συγχυστεί! Είμαι τόσο θυ­ μωμένος... δεν πειράζει. (μπαίνει και προσφέρει τη βότκα): Επιτρέπε­ τε πολλά ανοίγματα στον εαυτό σας..) Ε. (Φωνά­ ζει. Σκασμός! Λ Ο Υ Κ Α (γυρίζοντας το κεφάλι): Μας κάθισε στο σβέρ­ κο. Ποιος σατανάς τον έφερε εδώ.) Σπουδαία εμφάνιση έχω. Λ Ο Υ Κ Α : Ε γ ώ . δεν ήρθα εδώ σαν επισκέπτης.. Να έπινα λίγη βότκα. Δε θα ήταν άσχημα. άπλυτος. Σ Μ Ι Ρ Ν Ο Φ : Με ποιον νομίζεις ότι μιλάς..) Ε. (Φωνάζει. Αχ.. κύριε.. ΛΟΥΚΑ Ο Λουκά φεύγει..

Π ε ­ ρίεργο και τούτο! Σ Μ Ι Ρ Ν Ο Φ : Δηλαδή δε θα με πληρώσετε τώρα. με κατεβασμένα μάτια): Αξιότιμε κύριε. Σας το είπα στα ρωσικά: Αυτή τη στιγμή δεν έχω διαθέσιμα χρήματα. ναι ή όχι. σας παρακαλώ θερμά να μη διαταράσσετε την ηρεμία μου! ΠΟΠΟΒΑ Δώστε μου τα λεφτά και θα φύγω. Ή νομίζετε ότι αστειεύομαι. να. Π Ο Π Ο Β Α : Αξιότιμε κύριε. εγώ θα μείνω εδώ και θα καθίσω μέχρι να εισπράξω... επίσης. Μ ά ­ λιστα. έτσι. είχα την τιμή να σας το πω στα ρωσικά: Τα χρήματα δεν τα χρειάζομαι μ ε ­ θαύριο αλλά σήμερα. αύριο θα πρέπει να πάω να κρεμαστώ.A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ VIII Η Ποπόβα και ο Σμφνόφ. Π Ο Π Ο Β Α : Δεν μπορώ. Αν δε με πληρώσετε σήμε­ ρα. Σ Μ Ι Ρ Ν Ο Φ : Σ' αυτή την περίπτωση.. Θαυμάσια! Μέχρι μεθαύριο θα παραμείνω καθιστός. (Αναπηδάει. Σ Μ Ι Ρ Ν Ο Φ : Κι εγώ. (Κάθεται. αφού χρήματα δεν έχω. Όχι. Π Ο Π Ο Β Α : Μα τι να κάνω.. μη φωνάζετε.. μέσα στη μοναξιά μου. (μπαίνει.) Σας ρω­ τώ: Πρέπει αύριο να πληρώσω τους τόκους.. Σας ΣΜΙΡΝΟΦ: ΠΟΠΟΒΑ: . σας παρακα­ λώ! Δεν είναι στάβλος εδώ! Σ Μ Ι Ρ Ν Ο Φ : Δε σας ρωτάω εγώ για κανένα στάβλο.) Θα με πληρώσετε μεθαύριο. περιμένετε ως μ ε ­ θαύριο. έτσι θα κάθομαι. έχω ξεσυνηθίσει πια από καιρό στην ανθρώπινη ομιλία και δεν μπορώ να υποφέρω τις φωνές.

υπέφερα. εκστασιαζόμουν. λεπταίνει τη φωνή σαν μικρό παιδί. έλιωνα. κι αγενέστατο. που να με πάρει ο διάολος.. είστε άξεστος! Οι καλοί κι έντιμοι άνθρωποι δε μιλούν μ' αυτό τον τρόπο στις γυναίκες! ΣΜΙΡΝΟΦ: Αυτό που λέτε είναι φοβερό! Πώς. κι αγενέστατο! Δεν ξέρω να φέρομαι σε μια γυναίκα! Εγώ. μάλιστα! Κάποτε έκανα σαν τρελός. έχω δει πολύ περισσότερες γυναίκες στη ζωή μου απ' ό. ζε βου πρι..) Καθόλου έξυπνο. Αχ. στεκόμουν προσοχή μπροστά τους χτυπώντας τα τακούνια.. (Πολύ ενοχλημένος. αισθηματίας. πρέπει ή δεν πρέπει να τους πληρώσω αύριο. κυ­ ρία μου. έκανα κομπλιμέντα. πα­ ράτησα δώδεκα και με παράτησαν εννιά! Μάλι­ στα. δεν ξέρετε! Δεν έχετε καλή ανατροφή. είμαι τόσο ευτυχής που δε μου δίνετε τα λεφτά.. πάγωνα.τι είδατε εσείς σπουργίτια! Μονο­ μάχησα τρεις φορές εξαιτίας των γυναικών. ΠΟΠΟΒΑ: Δεν ξέρετε να φέρεστε σε μια γυναίκα! ΣΜΙΡΝΟΦ: Κάθε άλλο. π α ρ ντόν που σας ενόχλησα! Ο καιρός σήμερα είναι τόσο θαυμάσιος! Κι αυτό το πένθος σάς πάει τ ό ­ σο πολύ! (Υποκλίνεται. ήμουν τρυφερός. Αγαπούσα. με λύσσα..Η ΑΡΚΟΥΔA μιλάω για τους τόκους.) Μαντάμ. Αγαπούσα με πάθος.... (μιμείται): Καθόλου έξυπνο. ζούσα για τον έρωτα. εγώ ξέρω να φέρομαι σε μια γυναίκα! ΠΟΠΟΒΑ: Όχι. προστάζετε να μιλώ μαζί σας. λοιπόν. έβγαζα τρε­ μουλιαστές κραυγές σαν καρακάξα για τη χείρα- ΠΟΠΟΒΑ: ΣΜΙΡΝΟΦ . μελιστάλαχτος. με κά­ θε τρόπο. Μήπως στα γαλ­ λικά.

κομμένη αναπνοή — για όλα αυτά. θα δεις ένα συνηθισμένο κροκόδειλο! (Πιά­ νεται απ' τη ράχη της καρέκλας.. κουτσομπόλες. είναι το τρυφερό αίσθημα! Εγώ δέχομαι να με κρεμάσε­ τε. η οποία τρίζει και σπάζει. η λογική τους προκαλεί αγανάκτηση και. το μονοπώλιο και προνόμιο του. είναι ναζιάρες. μικρές ή μεγάλες. λόγια ψιθυριστά. ημίθεα — εκστασιάζε­ σαι.. με συγχωρείτε για την ειλικρίνεια. ροδοκόκκινα χείλια. φαντάζεται ότι το αριστούργη­ μα του. ενθουσιάζεσαι. καμωματούδες. αν η γυναίκα ξέρει ν' αγαπάει οποιονδήποτε άλλο εκτός από τα σκυλάκια του σαλονιού. Αν κοιτάξεις όμως την ψυχή της. φεγγάρι. τις λουλούδες.) Αλλά εκείνο που με κάνει να αγανακτώ πιο πολύ απ' όλα είναι ότι αυτός ο κροκόδειλος. αλλά ύλες οι γυναίκες. αιθέρια ύπαρξη. ει­ δικά γι' αυτό το τελευταίο (χτυπάει το μέτωπο του). απ' αυτό εδώ το καρφί με τα πόδια ψηλά. μοχθη­ ρές. λακκουβάκια στα μάγουλα.2l8 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ φέτηση των γυναικών και ξόδεψα τη μισή μου περιουσία για τα τρυφερά μου αισθήματα. για κάποιο λόγο. οποιον­ δήποτε φιλόσοφο με φούστα κι ένα σπουργίτι ακόμα τον περνάει στα σημεία δέκα πόντους! Κοιτάζεις ένα ποιητικό πλάσμα και βλέπεις: μου­ σελίνα. μα την αλήθεια. δε δίνω τώρα ούτε μια χάλκινη δεκάρα! Δε μιλάω προσωπικά. κυρία. αλλά τώρα είμαι ένας υπάκουος υπηρέτης! Δε θα με ξεγελάσετε τώρα! Αρκετά! Μαύρα και παθιάρικα μάτια. Το μόνο που γνωρίζει για την αγάπη είναι να γκρινιάζει και να βάζει τα κλάματα! Εκεί που ο άντρας υποφέρει και θυ- .

και. ΣΜΙΡΝΟΦ: Βεβαίως ο άντρας! ΠΟΠΟΒΑ: Ο άντρας! (Γελάει ενοχλημένη. .) Και με τι δικαίωμα το λέτε εσείς αυτό. Πέστε μου λοιπόν την αλήθεια: Είδατε ποτέ στη ζωή σας γυναίκα που να ήταν ειλικρινής. Του έδωσα τα νιάτα μου. πιστή και σταθερή. την ευτυχία μου. την περιουσία μου. Μήπως ο άντρας.. Αυτός. με όλη μου τη δύναμη. ο πιο καλός απ' όλους τους άντρες. Έχετε την ατυχία να εί­ στε γυναίκα.) Ο άντρας πιστός και σταθερός στην αγάπη! Αυτό πραγμα­ τικά είναι νέο! (Ζωηρά. θα σας πω τώρα κι εγώ ότι ο καλύτερος απ' όλους τους άντρες τους οποίους γνώρισα και γνωρίζω στη ζωή μου ήταν ο μακαρίτης ο άντρας μ ο υ . με απατούσε σε κάθε βήμα του με . τον λάτρευα σαν είδωλο. εσείς ποιος νομίζετε πως είναι πιστός και σταθερός στην αγάπη. τη ζωή μου. γνωρίζετε δηλαδή από τον ίδιο τον εαυτό σας τη γυναικεία φύση.. και τι νομίζετε.Η Α Ρ Κ Ο Υ Δ Α 219 σιάζεται. Οι άντρες πιστοί και σταθεροί! Μια και το έφερε η κουβέντα. εκεί όλη η αγάπη της γυναίκας εκδηλώ­ νεται με το να γυρίζει την ουρά του φουστανιού εδώ κι εκεί και να προσπαθεί να τον έχει γερά πιασμένο απ' τη μύτη. Τον αγαπού­ σα με πάθος. ζούσα κι ανέπνεα γι' αυτόν. Δεν είδατε! Πιστές και σταθερές είναι μόνο οι γριές και οι άσχημες! Είναι πολύ πιο πιθανό να συνα­ ντήσετε μια γάτα με κέρατα ή μια άσπρη μπε­ κάτσα παρά μια σταθερή γυναίκα! ΠΟΠΟΒΑ: Με συγχωρείτε. έτσι όπως μόνο μια νέα και λογική γυναίκα μπορεί να αγα­ πήσει. .

Λες και δεν ξ έ ­ ρω εγώ για ποιο λόγο φοράτε αυτό το μαύρο ντόμινο και θάψατε τον εαυτό σας στους τέσσε­ ρις τοίχους! Βέβαια! Έχει τόση μυστικοπάθεια αυτό. κοκκινίζει): Τι είπατε. Δεν κατα­ λαβαίνω. Ενταφίασα για πάντα τον εαυτό μου σε τέσ­ σερις τοίχους και μέχρι να με παν στο μνήμα μου δεν πρόκειται να βγάλω αυτό το πένθος.. από την πολλή αγάπη που είχε στον άντρα της. Τα ξέρουμε εμείς αυτά τα κόλπα! ΣΜΙΡΝΟΦ (εκρήγνυται.1 ANTON 2 20 ΤΣΕΧΟΦ τον πλέον ασυνείδητο τρόπο! Μετά που πέθανε βρήκα στο γραφείο του ένα κουτί γεμάτο από ερωτικές επιστολές. παρ' όλ' αυτά. θα ρίξει μια ματιά στα παράθυρα και θα σκεφθεί: « Ε δ ώ μέ­ νει η μυστικοπαθής Ταμάρα. δεν παύω να είμαι πιστή και σταθε­ ρή. τον αγαπούσα και του ήμουν π ι σ τ ή . Και τώρα ακόμα. Πώς τολ­ μάτε να μου τα λέτε εμένα όλα αυτά. (περιφρονητικό γέλιο): Πένθος!.. . Εγώ όμως. έπαιζε με τα αισθήματα μ ο υ . σκορπούσε τα λεφτά μου στον αέρα. .. . κι όμως να βάλετε πούδρα στο πρόσωπο σας καθόλου δεν ξεχάσατε! ΠΟΠΟΒΑ . Σ Μ Ι Ρ Ν Ο Φ : Θάψατε τον εαυτό σας ζωντανό. για ποιον με περνάτε. φλερτάριζε μπροστά στα μάτια μου άλλες γυναίκες και μ' απατούσε. . η οποία. έθαψε τον εαυτό της σε τέσσερις τοίχους». είναι τόσο ποιητικό! Θα περάσει έφιππος δίπλα απ' το κτήμα κάποιος μαθητής στρατιωτι­ κής σχολής ή κάποιος ψευτοποιητής. που α υ ­ τός δε ζει. κι όταν ζούσε — είναι φοβε­ ρό που το θυμάμαι— μ' άφηνε μόνη ολόκληρες εβδομάδες..

σας παρακαλώ. καλά! (Χτυπάει το κουδούνι.) . φύγετε! ΣΜΙΡΝΟΦ: Δώστε τα λεφτά. ΠΟΠΟΒΑ: ΣΜΙΡΝΟΦ: ΠΟΠΟΒΑ: ΣΜΙΡΝΟΦ: ΠΟΠΟΒΑ: Όχι..) Δε θα φύγετε. ΣΜΙΡΝΟΦ: Μη φωνάζετε. δε θα π ά ­ ρετε ούτε καπίκι! Μπορείτε να μ' αφήσετε ήσυχη! ΣΜΙΡΝΟΦ: Δεν έχω την ευχαρίστηση να είμαι ούτε άντρας ούτε μνηστήρας σας.) Δε μ' αρέσει αυτό.) Αχ. (Γυρίζοντας από την άλ­ λη το κεφάλι. Όχι. να. Όχι! Λοιπόν. ΠΟΠΟΒΑ: Παρακαλώ..Η Α Ρ Κ Ο Υ Δ Α 221 Πώς τολμάτε να μου μιλάτε έτσι. σας παρακαλώ. σας παρακαλώ! ΠΟΠΟΒΑ: Δεν είμαι εγώ αυτή που φωνάζει. επομένως μη μου κάνετε σκηνές. για πείσμα. Δεν είμαι γυναίκα κι έχω συνηθίσει να εκφράζω τη γνώμη μου στα ίσια! Να μη φωνάζετε. (Κάθεται. πόσο συγχύστηκα! Πόσο συγ­ χύστηκα! ΠΟΠΟΒΑ: Δεν επιθυμώ να συνομιλώ με αναιδείς αν­ θρώπους! Κάντε μου τη χάρη και φύγετε μακριά από δω! (Παύση. στην ησυχία μου! ΣΜΙΡΝΟΦ: Δώστε μου τα λεφτά και θα φύγω. ΠΟΠΟΒΑ: Δε θα σας δώσω τα λεφτά! ΣΜΙΡΝΟΦ: Όχι. ΣΜΙΡΝΟΦ: Κάθισα. σας παρακαλώ. Όχι. αλλά εσείς! Αφήστε με. εγώ δεν εί­ μαι επιστάτης σας! Επιτρέψτε μου να πω τα πράγματα με τ' όνομα τους. ΠΟΠΟΒΑ (αναστενάζει από θυμό): Καθίσατε. θα μου τα δώσετε! ΠΟΠΟΒΑ: Α π ό μένα τώρα.

ένα κτήνος.. (την πλησιάζει): Με συγχωρείτε. ΠΟΠΟΒΑ: Λουκά.. Είπα ότι είστε μια αρκούδα. Ντάσια! (Φωνάζει. με ποιο δι­ καίωμα με προσβάλλετε. ΠΟΠΟΒΑ: ΣΜΙΡΝΟΦ .. Δεν αισθάνομαι καλά! Θ έ ­ λω νερό! ΠΟΠΟΒΑ: Μαζέψτε τα. (Πέφτει στην πολυ­ θρόνα.A N T O N 222 Τ Σ Ε Χ Ο Φ IX Οι ίδιοι και ο Λουκά.) Ντάσια! Πελαγία! Ντάσια! (Χτυπάει το κουδούνι. τι θέ­ λετε.. άσχημα! Μου κόπηκε η ανάσα! ΠΟΠΟΒΑ: Πού είναι ο Ντάσια.. κύριε. Θα σε κάνω χίλια κομμάτια! ΛΟΥΚΑ (πιάνει την καρδιά του): Χριστέ και Πανα­ γ ι ά ! . Καλοί μου άγιοι!. . οδήγησε έξω αυτό τον κύριο! ΛΟΥΚΑ (πλησιάζει στον Σμφνόφ): Σας παρακαλώ.. όπως προστάζουν! Δεν υπάρχει λόγος να μείνετε άλλο. ΣΜΙΡΝΟΦ (αναπηδώντας): Σκασμός! Σε ποιον μιλάς.) ΛΟΥΚΑ: Οχ! Πήγαν όλοι για βατόμουρα.. ΠΟΠΟΒΑ (σφίγγοντας τις γροθιές και χτυπώντας τα πόδια): Είστε ένας χωριάτης! Μια κακοβαλμένη αρκούδα! Αστοιχείωτος! Κτήνος! ΣΜΙΡΝΟΦ: Πώς. σας παρακαλώ.. Τι είπατε. σας προσβάλλω. Νομίζετε ότι σας φοβάμαι.. . ΠΟΠΟΒΑ: Μάλιστα. λοιπόν.. έχετε την καλοσύνη να πηγαίνετε.) Οχ! αισθάνομαι άσχημα. και φύγετε! ΣΜΙΡΝΟΦ: Μήπως θα μπορούσατε να είστε πιο ευγε­ νική. Ούτε ένας δεν έμεινε στο σπίτι.

Παρακαλώ! ΣΜΙΡΝΟΦ: Τώρα αμέσως! ΠΟΠΟΒΑ: Πολύ καλά. . Θα τα φέρω αμέσως.. . τώρα αμέσως! Μετά που πέθα­ νε ο άντρας μου τα πιστόλια έμειναν στο σπίτι. . Έτσι νομίζετε. Καλοί μου άγιοι! Νερό! ΣΜΙΡΝΟΦ: Με πιστόλι! ΠΟΠΟΒΑ: Μήπως νομίζετε ότι σας φοβάμαι επειδή έχετε γερές γροθιές κι ένα λαιμό σαν βόδι. (Πηγαίνει βιαστικά και επιστρέφει.. . ούτε κανένα συναισθηματικό .) ΣΜΙΡΝΟΦ: Θα τη λαβώσω σαν κοτόπουλο! Δεν είμαι μικρό παιδί εγώ.Η AΡΚΟΥΔΑ ΣΜΙΡΝΟΦ : 223 Κ α ι νομίζετε ότι επειδή είστε ένα αιθέριο πλάσμα έχετε το δικαίωμα να προσβάλλετε χ ω ­ ρίς να τιμωρηθείτε.. Σας προκα­ λώ να μονομαχήσουμε! ΛΟΥΚΑ: Χριστέ μ ο υ ! . Αξεστε άνθρωπε! ΣΜΙΡΝΟΦ: Μονομαχία! Δεν επιτρέπω σε κανέναν να με προσβάλλει και δε μ' ενδιαφέρει που είστε γυναίκα κι αδύναμη ύπαρξη! ΠΟΠΟΒΑ (προσπαθεί να φωνάξει πιο δυνατά απ' αυ­ τόν): Αρκούδα! Αρκούδα! Αρκούδα! ΣΜΙΡΝΟΦ: Καιρός επιτέλους ν' απαλλαγούμε απ' την προκατάληψη ότι μόνο οι άντρες είναι υποχρεω­ μένοι να πληρώνουν για την προσβολή! Ισονομία. μάλιστα. Παναγιά μ ο υ ! . ισονομία. που να πάρει ο διάολος! Θα μονομαχήσουμε! ΠΟΠΟΒΑ: Θέλετε να μονομαχήσουμε..) Με τι απόλαυση θα φυτέψω τη σφαίρα σ' αυτό το ξεδιάντροπο κούτελο! Να σε πάρει ο διάολος! (Φεύγει. Ε.

άντε να πας στο καλό! Έ χ ω κοκαλώσει απ' το φόβο μου και συ ετοιμάζεσαι να μονομα­ χήσεις! ΣΜΙΡΝΟΦ (δεν τον ακούει): Μονομαχία. .» Τι γυναίκα! Έγινε κατακόκκινη. για μένα δεν υπάρχουν αδύναμες υπάρξεις! Λ Ο Υ Κ Α : Κύριε μου. .224 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ κουτάβι. Εκπληκτική γυναίκα! ΛΟΥΚΑ: . χειραφέτηση! Και τα δύο φύλα είναι ίσα τώρα! Θα της την ανά­ ψω για λόγους αρχής! Αλλά τι γυναίκα είν' α υ ­ τ ή . . α υ ­ τό θα πει ισότητα δικαιωμάτων.. μ' αρέ­ σει! Είμαι έτοιμος να της χαρίσω και το χρέος α κ ό μ α . θα φυτέψω τη σφαίρα στο ξεδιάντροπο κούτελο. . εμένα το γέροντα.) «Ο διάολος να σε πάρει.... τα μάτια της έβγαζαν σπίθες. Δέχτηκε την π ρ ό ­ κληση μου! Στο λόγο της τιμής μου. μάλιστα. ρουκέτα! Λυπάμαι στ' αλήθεια να τη σκοτώσω! Λ Ο Υ Κ Α (κλαίει): Χρυσέ μου άνθρωπε. μου πέρασε κι ο θυμός... πήγαινε στο καλό! ΣΜΙΡΝΟΦ: Είμαι σίγουρος ότι μ' αρέσει! Σίγουρος! Μ' όλο που έχει λακκουβάκια στα μάγουλα. Καλέ μου άνθρωπε. μπαρούτι.. πρώτη φο­ ρά στη ζωή μου βλέπω τέτοια γυναίκα. Είναι φωτιά... (Γονατίζει μπροστά του..) Κάνε μου τη χάρη. λυπήσου μ ε .. (Τη μιμείται κοροϊδευτικά. φύγε! Θα προσεύχομαι για σένα σ' όλη μου τη ζωή! ΣΜΙΡΝΟΦ: Αυτή είναι γυναίκα! Το βλέπω τώρα κ α ­ θαρά! Πραγματική γυναίκα! Δεν είναι ούτε ανια­ ρή ούτε γλυκανάλατη... καλέ μ ο υ ! .

Θα ήθελα όμως... Να. Το κεφάλι λίγο προς τα πίσω! Τεντώστε καλά το χέρι..) ΣΜΙΡΝΟΦ (εξετάζοντας τα πιστόλια): Υπάρχουν. Αυτό είναι ό λ ο .. Έ τ σ ι . . έτσι. μόνο. . τι μάτια! Φλογερή γυναίκα! ΠΟΠΟΒΑ: ΣΜΙΡΝΟΦ: Έτσι... έτσι. με εμπόρευμα. αρκετά είδη πιστολιών. Σηκώνετε μετά τον κόκορα. Ύστε­ ρα μ' αυτό εδώ το δάχτυλο πιέζετε τούτο το πράγμα. Ναι... ... . (Γυρίζοντας το κεφάλι. έτσι πρέπει να το κρατάτε. Κύριε. μπαμ και κάτω. (Φεύγει. να. Θ α υ μ ά ­ σια περίστροφα!.. (μπαίνει κρατώντας τα πιστόλια): Να τα πι­ ΠΟΠΟΒΑ στόλια. Υπάρχει. πώς π ρ έ ­ πει να πυροβολώ. . και σημαδεύετε.Η ΑΡΚΟΥΔΑ 225 Χ Οι ίδιοι και η Ποπόβα. Ούτε μια φορά στη ζωή μου δεν κράτησα στα χέρια πιστόλι... ΛΟΥΚΑ: Σώσον ημάς..... αν είχατε την καλοσύ­ νη.) Τι μάτια.... τριπλής ενεργείας με εξολκέα. Αυτά όμως που κρατάτε είναι π ε ­ ρίστροφα με σύστημα Σμιτ και Βεσσόν. Πάω να κοιτάξω για τον αμαξά και για τον περιβολά­ ρ η . Κοστίζουν το λιγότερο ενε­ νήντα ρούβλια το ζευγάρι. Υπάρχουν ειδικά πι­ στόλια για μονομαχίες. τύπου Μόρτιμερ.. ένας βασικός κανόνας: Να μην εξάπτεστε και να σ η - . ξ έ ρ ε ­ τε.. Ελέησόν μ α ς . . Τι συμφορά είναι αυτή που μας βρήκε. να μου δείξετε. . . προτού αρχίσουμε.

. . ΠΟΠΟΒΑ: Αυτό μας έλειπε! Γιατί. περάστε! ΣΜΙΡΝΟΦ (Αφήνει σιωπηλά το περίστροφο. ΠΟΠΟΒΑ (οργισμένη... ΣΜΙΡΝΟΦ: Γιατί. ΠΟΠΟΒΑ: Ωραία. ΣΜΙΡΝΟΦ: Μάλιστα. κι ύστερα λέει διστακτικά... να. π ά μ ε στο δασάκι. παίρνει την τραγιάσκα και πάει να φύγει. πώς να σας το π ω .. γελάει): Του αρέσω! Τολμάει να πει ότι του αρέσω! (Δείχνει την πόρτα. σ' αυτό το μέτωπο που τόσο το μι­ σώ! Δειλιάσατε. είμαι κι εγώ έξω φρενών. Α-α-α-α! Όχι. Κοιτάζουν για μισό λεπτό ο ένας τον άλλο χωρίς να μιλούν. (Με δυνατή φωνή. Να προσπαθήσε­ τε ώστε να μην τρέμει το χέρι. Όπως κι εσείς. για να πούμε την αλήθεια. γιατί.. Κοντά στην πόρτα σταματάει... . Ναι..... που να πάρει ο διάολος. γιατί... Εί­ στε ακόμα θυμωμένη. αυτή η ιστορία. μην ξεφεύγετε! Ακολουθήστε με. ΣΜΙΡΝΟΦ: Πάμε.. Μέσα στο σπίτι δε βολεύει να π υ ­ ροβολήσουμε.. αλλά. δείλιασα. ΠΟΠΟΒΑ: Λέτε ψέματα! Γιατί δε θέλετε να δώσετε τη μάχη. Το ζήτη­ μα είναι.226 ANTON ΤΣΕΧΟΦ μαδεύετε χωρίς να βιάζεστε. Σ α ς προειδοποιώ πάντως ότι εγώ θα πυροβολήσω στον αέρα.. πλησιάζοντας προς την Ποπόβα): Ακούστε. ΣΜΙΡΝΟΦ: Γιατί..) Ορίστε. Είναι δική μου δουλειά το γιατί! ΠΟΠΟΒΑ: Δειλιάσατε. κύριε.) . καταλαβαίνετε.. όπως βλέπετε και σεις. σας παρακαλώ! Δε θα ησυχάσω μέχρι να σας ανοίξω μια τρύπα στο μέτωπο. μ' αρέσετε.

) Σας αγαπώ! (Γονατίζει μπροστά της. . σαν βλάκας! (Την πιάνει απ' το χέρι. έχω δέκα χιλιάδες ετήσιο εισόδημα. έντιμος άνθρωπος. έχω θαυ­ μάσια άλογα. (εξοργισμένη. και μήπως φταίω εγώ που μ' αρέσετε. Ε ί ­ μαι της τάξης των ευγενών. αυτή πονάει και βάζει τις φωνές. Τρελάθηκα! Σκεφθείτε και αποφασίστε τώρα..) Αγαπώ όπως δεν αγάπησα ποτέ! Παράτησα δώδεκα γυναίκες. δε θα ξαναϊδωθούμε ποτέ πια! Αποφασίστε. γιατί... ερωτεύτηκα σαν μικρό παιδί... είμαι ερωτευμένος! ΠΟΠΟΒΑ: Φύγετε από κοντά μου — σας μισώ! ΣΜΙΡΝΟΦ: Θεέ μου. με παράτησαν ενΠΟΠΟΒΑ: . . τι γυναίκα! Ποτέ στη ζωή μου δεν είδα κάτι τέτοιο! Χάθηκα! Ξόφλησα! Πιάστηκα στη φάκα σαν ποντίκι! ΠΟΠΟΒΑ: Ή ξεκουμπίζεστε από δω ή πυροβολώ! ΣΜΙΡΝΟΦ: Πυροβολήστε! Δεν μπορείτε να καταλάβε­ τε τι ευτυχία είναι να πεθαίνεις κάτω από το βλέμμα αυτών των υπέροχων ματιών. . Δεν καταλαβαίνω τίποτα.. Θέλετε να γίνετε γυναίκα μ ο υ . η οποία τρί­ ζει και σπάζει.) Φέρτε μου νερό! ΠΟΠΟΒΑ (φωνάζει): Μονομαχία! ΣΜΙΡΝΟΦ: Τρελάθηκα.. να πεθαί­ νεις από ένα περίστροφο που το κρατάει αυτό το βελουδένιο χεράκι. Σχεδόν..) Ένας θεός ξέρει πόσο εύκολα σπάζουν τα έπιπλα σας! Μ' αρέσετε! Κ α τ α λ α ­ βαίνετε. (Φωνάζει. αν βγω από δω. ... (Πιάνεται απ τη ράχη της καρέκλας. πετυχαίνω με το πιστόλι ένα καπίκι στον α έ ρ α .Η AΡΚΟΥΔA 227 λοιπόν.. σείοντας το περίστροφο): Μπρος! Μονομαχία! ΣΜΙΡΝΟΦ: Έχασα τα λογικά μ ο υ ..

.) Σας αγαπώ! Δεν ήθελα να σας ερωτευτώ! Αύριο έχω να πληρώσω τους τόκους.) Σταθείτε. Δ έ ­ χεστε ή όχι.. πόσο θυ­ μωμένη είμαι! Μην πλησιάζετε. (Την πιάνει απ' τη μέση. κι ούτε μία α π ' αυτές δεν αγάπησα έτσι όπως εσάς. έχει αρχίσει το θέρισμα του χόρτου και τώρα εσείς. . .. αν ξέρατε πόσο θυμωμένη είμαι.... πόσο θυμωμένη! (Πετάει το περίστροφο στο τρα­ πέζι. Ναι. αλλά.. ΠΟΠΟΒΑ: Τίποτα.) Ποτέ δε θα το συγχωρήσω αυτό στον εαυτό μ ο υ .. φύγετε.. ναι.228 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ νιά. φύγετε!.) Πού πάτε τώ­ ρα.... φύγετε. . Μ' εγκατέλειψαν οι δυνάμεις μ ο υ . Αχ.... Όμως. Δε δέχεστε..) Τι στέκεστε εκεί πέρα... Ξεκουμπιστείτε! ΠΟΠΟΒΑ: ΣΜΙΡΝΟΦ Αντίο. Δεν πειράζει! (Σηκώνε­ ται και πηγαίνει γρήγορα προς την πόρτα. .. αίσχος! Έ χ ω πέντε χρόνια να ερωτευτώ. σταθείτε. Σταθείτε. Ακόμα κι ανατριχί­ λα μ' έπιασε σ' όλο μου το κορμί.. Ντροπή.. ΣΜΙΡΝΟΦ: ΠΟΠΟΒΑ: . έδωσα όρκο στον εαυτό μου. ναι. έπεσα στα γόνατα. (Απότομα και μ' άξεστο τρόπο. Όχι. μην πλησιάζετε! ΣΜΙΡΝΟΦ (πηγαίνοντας κοντά της): Πόσο έχω εξοργι­ στεί με τον εαυτό μου! Αγάπησα σαν γυμνασιόπαιδο.) Πρήστηκαν τα δάχτυλα μου απ' αυτή την αηδία.. φύγετε! Σ α ς μισώ! Μάλλον όχι. (Φωνάζει.. (Σκίζει το μαντίλι απ το θυμό της.. νιώθω σαχλός και γλυκανάλατος. και ξαφνικά μου την έδωσε κατακούτελα! Σας προτείνω το χέρι. (σταματάει): Λοιπόν. φύγετε. Μη φεύγετε! Αχ. πέφτω στα γόνατα σαν βλάκας και σας προτείνω το χέρι μ ο υ .

. .Η ΑΡΚΟΥΔΑ 229 ΠΟΠΟΒΑ: Κάντε πιο πέρα! Κάτω τα χέρια! Σ α ς . ο αμαξάς με τη φούρκα και οι εργάτες με διάφορα σύνεργα. ο Λουκά με το τσεκούρι. πες τους εκεί στο στάβλο να μη δώσουν σήμερα στον Τ ό ­ μπι καθόλου βρόμη. XI Οι ίδιοι. μι­ σώ! Θα μονομαχήσουμε! Φιλί διαρκείας. ΑΥΛΑΙΑ . ο περιβολάρης με το σκαλιστήρι. ΠΟΠΟΒΑ (με κατεβασμένα τα μάτια): Λουκά. ΛΟΥΚΑ (βλέποντας το ζευγαράκι να φιλιέται): στός κι Απόστολος! Χρι­ Παύση.

ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ Μονόλογος σε μία πράξη .

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΤΟΥ

ΕΡΓΟΥ

Ιβάν Ιβάνοβιτς Νιούχιν,
άντρας της γυναίκας του, ιδιοκτήτριας σχολής
μουσικής και γυναικείου οικοτροφείου.

Η μετάφραση ακολουθεί την έκδοση της Συλλογής Απάντων του
Α. Τσέχοφ (1903).

Στη

σκηνή-εξέδρα μιας

επαρχιακής λέσχης.

ΝΙΟΥΧΙΝ (Με μακριές φαβορίτες, χωρίς μουστάκι. Φο­
ράει παλιό πολυφορεμένο φράκο. Μπαίνει με με­
γαλοπρέπεια, υποκλίνεται και διορθώνει το γιλέ­
κο.) Αξιότιμες κυρίες και, τρόπον τινά, αξιότι­
μοι κύριοι. (Χτενίζει τις φαβορίτες.) Στη γυναίκα
μου πρότειναν να κάνω εδώ μια ομιλία εκλαϊ­
κευτικού χαρακτήρα, για αγαθοεργό σκοπό.
Λοιπόν, εντάξει. Για μένα, έτσι κι αλλιώς, είναι
απολύτως το ίδιο. Δεν είμαι, βέβαια, καθηγητής
κι είμαι ξένος μέσα στον επιστημονικό χώρο,
ωστόσο όμως, παρ' όλ' αυτά, πάνε τριάντα χρό­
νια τώρα, χωρίς σταματημό, που, ακόμα και σε
βάρος της προσωπικής μου υγείας και τα λοιπά
και τα λοιπά, εργάζομαι σε θέματα τα οποία
έχουν αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα, κάνω
διάφορους στοχασμούς κι ακόμα, αν μπορείτε να
το φανταστείτε, γράφω πότε πότε άρθρα επι­
στημονικά, δηλαδή όχι απολύτως επιστημονικά,
αλλά, συγχωρήστε με για την έκφραση, περίπου
σαν επιστημονικά. Μεταξύ των άλλων, έγραψα
αυτές τις μέρες ένα πολύ μεγάλο άρθρο με επι-

234

A N T O N

Τ Σ Ε Χ Ο Φ

κεφαλίδα: «Η ζημία που προκαλούν μερικά
έντομα». Στις κόρες μου το άρθρο αυτό άρεσε
πάρα πολύ και ιδιαιτέρως στο σημείο που ανα­
φέρει τους κοριούς. Όσο για μένα, το διάβασα
ολόκληρο κι ύστερα το έκανα χίλια κομμάτια,
γιατί, ό,τι και να γράψεις κι όπως κι αν το γρά­
ψεις, χωρίς την περσική σκόνη δεν κάνεις τίπο­
τα. Σε μας, στο σπίτι, ακόμα και στο πιάνο, έχει
κοριούς... Σ α ν αντικείμενο της σημερινής μου
ομιλίας διάλεξα, να το πω έτσι, τη βλάβη που
επιφέρει σ' όλους τους ανθρώπους η χρήση του
καπνού. Εγώ ο ίδιος καπνίζω, η γυναίκα μου
όμως με πρόσταξε να σας ομιλήσω για τις βλα­
βερές συνέπειες του καπνού. Έτσι, λοιπόν, δεν
έχω τίποτα να σας πω. Ο καπνός δε μ' ενδιαφέ­
ρει καθόλου, αλλά εσείς, αγαπητοί μου κύριοι,
προτείνω να δείτε την παρούσα ομιλία με την
πρέπουσα σοβαρότητα, αλλιώς δε θα έχετε κα­
νένα όφελος απ' αυτή. Όποιον, λοιπόν, τον φο­
βίζει μια στεγνή επιστημονική ομιλία, σε όποιον
δεν αρέσει, μπορεί να μην την παρακολουθήσει
και να βγει έξω. (Διορθώνει το γιλέκο.) Ζητώ
ιδιαιτέρως την προσοχή των κυρίων γιατρών που
παρευρίσκονται εδώ, οι οποίοι μπορούν να α π ο ­
κομίσουν από την ομιλία μου πολλές ωφέλιμες
πληροφορίες, διότι ο καπνός, εκτός από τις βλα­
βερές επιδράσεις του, χρησιμοποιείται και στην
ιατρική. Αν, για παράδειγμα, κλείσετε μια μύγα
μέσα σε μία ταμπακιέρα, αυτή θα ψοφήσει, πι­
θανόν από διατάραξη των νεύρων. Ο καπνός, κα­
τά κύριο λόγο, είναι φυτό... Όταν ομιλώ, παίζει

ΟΙ Β Λ Α Β Ε Ρ Έ Σ Σ Υ Ν Έ Π Ε Ι Ε Σ

TOY

ΚΑΠΝΟΎ

235

συνήθως το δεξί μου μάτι, αλλά εσείς μη δίνετε
σημασία. Είναι από τη συγκίνηση. Γενικά, είμαι
πολύ νευρικός άνθρωπος και το μάτι μου άρχι­
σε να παίζει από τις 13 Σεπτεμβρίου του 1889,
ακριβώς την ημέρα που η γυναίκα μου γέννησε,
κατά κάποιον τρόπο, την τέταρτη κόρη μας, τη
Βαρβάρα. Όλες οι κόρες μου γεννήθηκαν στις 13
του μηνός. Ωστόσο (κοιτάζει το ρολόι), επειδή ο
χρόνος είναι περιορισμένος, ας μην ξεφύγουμε
από το αντικείμενο της ομιλίας. Πρέπει να έχε­
τε υπόψη σας ότι η γυναίκα μου διατηρεί σχολή
μουσικής, καθώς και ιδιωτικό οικοτροφείο, δ η ­
λαδή όχι ακριβώς οικοτροφείο, αλλά κάτι σαν οι­
κοτροφείο. Μιλώντας τώρα μεταξύ μας. η γυναί­
κα μου παραπονιέται συνέχεια ότι δεν της φτά­
νουν τα λεφτά, αλλά, παρ' όλο που εγώ είμαι τε­
λείως απένταρος, αυτή έχει κρυμμένες καμιά
σαρανταριά ως πενήντα χιλιάδες. Τι να πω πε­
ρισσότερο! Στο οικοτροφείο είμαι διευθυντής
του οικονομικού τμήματος. Κάνω τις προμή­
θειες, ελέγχω το προσωπικό, καταχωρώ τα έ ξ ο ­
δα, ράβω τα τετράδια, εξολοθρεύω τους κο­
ριούς, πιάνω τα ποντίκια... Χ θ ε ς το βράδυ έπρε­
πε να δώσω στη μαγείρισσα αλεύρι και βούτυ­
ρο, γιατί ζήτησαν να τους φτιάξουν τηγανίτες.
Να μην τα πολυλογώ, όταν σήμερα έψησαν τις
τηγανίτες, ήρθε στην κουζίνα η γυναίκα μου και
είπε ότι τρεις οικότροφοι δε θα φάνε επειδή
έχουν πρηστεί οι αδένες τους. Περίσσεψαν, λοι­
πόν, αρκετές τηγανίτες. Ρωτάω εγώ: Πού θέλε­
τε να τις φυλάξω; Στην αρχή η γυναίκα μου πρό-

236

ANTON

ΤΣΕΧΟΦ

στάξε να τις π ά μ ε στο υπόγειο, ύστερα όμως
σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και λέει: « Ν α τις φας
εσύ, παλιόσκιαχτρο». Όταν είναι στις κακές της,
έτσι με φωνάζει, ή σκιάχτρο ή μοχθηρό ή σατα­
νά. Γιατί είμαι σατανάς; Αυτή πάντοτε είναι στις
κακές της. Εγώ όχι απλώς έφαγα τις τηγανίτες
αλλά τις κατάπια αμάσητες, επειδή, όπως π ά ­
ντα, ήμουν νηστικός. Χθες το βράδυ, γ ι α παρά­
δειγμα, δε μου έδωσε φαγητό. « Ε σ έ ν α , σκιά­
χτρο» είπε «για ποιο λόγο να σε τ α ΐ σ ω . . . » Όμως
(κοιτάζει το ρολόι) ξεχαστήκαμε με την κουβέ­
ντα και ξεφύγαμε λίγο απ' το θέμα μας. Συνεχί­
ζουμε. Αν και βέβαια θα ακούγατε τώρα πιο ευ­
χάριστα ένα μυθιστόρημα ή κάποια μουσική
συμφωνία ή μια ά ρ ι α . . . (Αρχίζει να τραγουδάει.)
«Τώρα που η μάχη μαίνεται, χτυπάει ο εχθρός,
εμείς δε θα κιοτέψουμε, τραβάμε πάντα
μ π ρ ο ς . . . » Δε θυμάμαι πού το άκουσα... Στο μ ε ­
ταξύ ξέχασα να σας πω ότι στη σχολή μουσικής
της γυναίκας μου, εκτός από την οικονομική
διεύθυνση, έχω στις πλάτες μου και τη διδασκα­
λία των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας,
της γεωγραφίας, της ιστορίας, του σολφέζ, της
λογοτεχνίας και άλλων. Ο χορός, η ωδική και η
ζωγραφική διδάσκονται από τη γυναίκα μου με
ξεχωριστή αμοιβή, μόλο που το χορό και την
ωδική τα διδάσκω εγώ. Η σχολή μας βρίσκεται
στην πάροδο που λέγεται των Πέντε Σκύλων,
στον αριθμό 13. Αυτός ίσως είναι ο λόγος που
έχω τόσες ατυχίες στη ζωή μου, επειδή μένουμε
στο σπίτι με αριθμό 13. Οι κόρες μου γεννήθη-

και η μικρότερη δεκαεφτά.. 20 καπίκια. πουλιέται στο θυρω­ ρό προς 30 καπίκια το αντίτυπο. Αν όμως ξέρατε! Με τη γυναίκα μου έζησα τριάντα τρία χρόνια και μπορώ να πω ότι .. . τι να πω! Αν θέλετε να μιλήσετε με τη γ υ ­ ναίκα μου. αν θέλετε. Κάνω τώρα μια διάλεξη. νομίζω. εσείς αυτή τη στιγμή έχετε μπροστά σας τον πιο ευτυχισμένο πατέρα του κόσμου. .) Δε θέλει κανένας. αλλά από μέσα μου θέλω να βάλω τις φωνές ή να πετάξω και να βρεθώ μ α ­ κριά στα πέρατα της οικουμένης. Όσο για το πρόγραμμα της σχολής. Εγώ τους μιλάω κι αυτές γελούν. είκοσι εφτά χρονών. βέβαια.. (Βγάζει απ' την τσέπη μερικές μπροσούρες.. ούτε τολμώ να πω κάτι δια­ φορετικό. α π ο ­ βλακώθηκα. Λοιπόν. Θα μου πείτε: Οι κ ό ­ ρες σ α ς . Η γυναίκα μου έχει εφτά κ ό ­ ρ ε ς . .) Να. . (Παύση. σπίτι No 13! Τίποτα δε μου πάει χαλά..) Είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος.. τιποτένιος. (Παύση. Κανονικά έτσι θα έπρεπε να είναι. με συγχωρείτε. (Δυνα­ τά. μπορείτε να τη βρείτε στο σπίτι οποιαδήποτε ώρα. .. εφόσον το θέλετε. Α γ α ­ πητοί μου κύριοι! (Κοιτάζει γύρω του. Όχι. Στην πραγματικότητα. Πώς να το εξηγήσω αυτό. μου 'ρχεται ακόμα και να κλάψω. Το καθένα 30 καπίκια! Ποιος θέλει.) Εφτά! Η πιο μεγάλη είναι η Άννα. . Ούτε το π α ­ ράπονο μου μπορώ να πω σε κάποιον.ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ 237 καν κι αυτές στις 13 του μηνός και στο σπίτι μας υπάρχουν 13 παράθυρα. Μάλιστα. φαίνομαι ότι είμαι εύθυμος. μ π ο ­ ρώ να σας το διαθέσω. έ ξ ι . γέρασα.) Λυπάμαι.. Τι οι κόρες μ ο υ . κατάντησα ηλί­ θιος.

ήταν σαν μια ευτυχισμένη στιγμούλα. κι επειδή οι άντρες δεν τις βλέπουν ποτέ. είναι άτολμες και ντροπαλές. λυπάμαι τόσο πολύ. όχι ακρι­ βώς τα καλύτερα. φοβάμαι τρομερά όταν με κοιτάζει. που δεν μπορώ να το εκφράσω με λόγια. μ π ο ­ ρεί να κάνει κι αυτό. αυτά τα χρόνια. είναι π ο ­ λύ τσιγκούνα.. . αλλά το λέω έτσι. μα την αλήθεια. κι αφού απουσιάζει. κύλησαν χωρίς να το καταλάβω. α λ λ ά .) Μπορείτε να δείτε τις κόρες της γυναίκας μου τις μεγάλες γιορτές στη θεία της. Όταν η γυναίκα μου δεν είναι εκεί. (Κοιτάζει γύρω του. που φαίνεται σαν να είναι γεμάτη από κατσαρί­ δες. και γι' αυτό κανένας δεν έρχεται στο σπίτι. νομίζω ότι αυτή δεν ήρθε ακόμα.) Ωστόσο. Βραδινές συγκεντρώσεις δε θέλει να κά­ νει. δεν προσκαλεί κανέναν για φαγητό.) Πρέπει να σημειώσετε ότι εγώ μεθάω μ' ένα ρακοπότηρο κι αισθάνομαι μέσα μου όμορφα. σας λέω: Οι κόρες μου μένουν τόσο και­ ρό ανύπαντρες επειδή. Μ' αυτό το φόρεμα προσφέρει και τους μ ε ­ ζέδες. δύστροπη θυμωμένη κυρία. (Πλησιάζει στη ράμπα. θα σας το π ω . αυτή που υπο­ φέρει από ρευματισμούς και κυκλοφορεί μ' ένα φόρεμα τόσο κίτρινο και με μαύρους λεκέδες. . αλ­ λά την ίδια ώρα λυπάμαι κιόλας. μπορώ να μιλήσω και να πω ό. τη Ναταλία Σεμιόνοβα. που να πάρει ο διάολος. γ ι α να πω την αλή­ θεια. Κ α ι . .τι θέλω.238 ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. γενικώς.. . ίσως. (Χτυπάει το σβέρκο του. Με μια λέξη. Φοβάμαι. θυμάμαι τα χρόνια . Δίχως να το καταλαβαίνω. με­ ταξύ μας και υπό εχεμύθεια.

η οποία με βασάνι­ σε τριάντα τρία χρόνια. όπως το σκιάχτρο στο λαχανόκηπο. γεμάτη κακία. Που να πάω... πώς θα ήθελα να μη θυμάμαι τίποτα!. να! (Τσα­ λαπατάει το φράκο. να! Είμαι ένας αξιολύπητος φτωχόγερος... και να κοιτάζω όλη τη νύχτα το σταματημένο από πάνω μου ήσυχο και λαμπρό φεγγάρι και να ξεχάσω. αν μόνο ξέρατε πόσο το θέλω αυτό! (Εμψυχωμέ­ νος. τη ρηχή. να φύγω απ' τη μουσι­ κή.. Να. για κάποιο λόγο. κακία.) Τίποτα δε μου χρειάζεται! Είμαι ανώ- .. κάτω απ' το διάπλατο ουρανό. απ' τα λεφτά της κι απ' όλες αυτές τις αθλιότητες και τις μικρότητες.) Να τρέξω. πολύ μακριά... που το φορούσα όταν στεφανώθηκα. Αχ.ΟΙ Β Λ Α Β Ε Ρ Ε Σ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ TOΥ ΚΑΠΝΟΥ 239 της νιότης μου και. σαν στύ­ λος. αρκεί ν' απαλ­ λαγώ απ' αυτή την άθλια. Ω. την πρόστυχη και ψεύ­ τικη ζωή που με μασκάρεψε και μ' έκανε ένα γ η ραλέο κι αξιοθρήνητο βλάκα. να τα παρατήσω όλα και να π ά ­ ρω των ομματίων μου χωρίς να κοιτάξω πίσω. . στους αγρούς. να ξεχάσω. εδώ και τριάντα χρόνια... Να φύγω απ' αυτή τη χαζή. απ' τη γυναίκα μου. με διακα­ τέχει η επιθυμία να φύγω. σαν αυτό εδώ το γιλέκο με τη φθαρμένη και ξεθωριασμένη ρ ά χ η .. και να σταματήσω κάπου πολύ.) Να. κακία. (Δείχνει τη ράχη.. ένα γηραλέο κι αξιοθρήνητο ηλίθιο. απ' την κουζίνα.. Πώς θα ήθελα να σχίσω από πάνω μου αυτό το άτιμο π α λιοφράκο. να σταθώ όρθιος σαν δέντρο. Ούτε με νοιάζει. . να το σκάσω. (τραβάει από πάνω του το φράκο) που το φοράω και τώρα όταν κά­ νω ομιλία για αγαθοεργό σκοπό.. αρχιτσιγκούνα.

) Κοιτάζει προς τα ε δ ώ . να της πείτε ότι η ομιλία ήταν. (Υψώνει τη φωνή. ότι το σκιάχτρο. δηλαδή εγώ. σας παρακαλώ.. με κά­ ποιον τρόπο. Αυτά είχα να σας πω..ANTON 240 ΤΣΕΧΟΦ τερος και καθαρότερος απ αυτά. να ελπίζω ότι η ομιλία μου αυτή «για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού» θα σας είναι ωφέλιμη. . (Κοι­ τάζει στο πλευρό. στάθηκε εδώ με αξιοπρέπεια. για το οποίο μόλις τώρα σας μίλησα. κάντε μου τη χάρη.. δεν πρέπει σε κ α ­ μιά περίπτωση να καπνίζετε και θέλω. Ή ρ θ ε και με περιμένει εκεί. . φοράει γρήγορα το φράκο. εκτός α π ό ηρεμία! (Κοιτάζει στο πλευρό. Αν σας ρωτήσει..... εί­ χα όνειρα στη ζωή μου. Τώρα δεν έχω ανάγκη α π ό τίποτα! Τίποτα εκτός από ηρεμία. .) Ο χρόνος μας πέρασε. κάποτε ήμουν νέος. (Κοι­ τάζει το ρολόι. . * Μίλησα και ξαλάφρωσε η ψυχή μου.. ..)Με βάση το γεγονός ότι ο καπνός εμπεριέχει φοβερό δηλητήριο.) Όμως πίσω στα παρασκήνια στέκεται η γ υ ­ ναίκα μ ο υ . Dixi et animam levavi*! Υποκλίνεται και φεύγει μεγαλοπρεπώς.. έξυπνος. ξεροβήχει. θεωρούσα τον εαυτό μου άνθρωπο. σπούδασα στο πανεπιστήμιο.

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟΥ Κωμική ιστορία σε μία πράξη .

ΠΡΟΣΩΠΑ Στεπάν TOΥ ΕΡΓΟΥ Στεπάνοβιτς Τσιουμπούκοφ. κόρη του. 1889. 25 ετών. Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Νέα Εποχή. Ναταλία Στεπάνοβνα. όλο υγεία καλοθρεμμένος κτηματίας. γείτονας του Τσιουμπούκοφ. κτηματίας. πολύ υποχόνδριος. . Ιβάν Βασίλιεβιτς Λόμοφ.

. Φράκο. με τις δι­ κές σας προσευχές και τα τοιαύτα. Πώς περνάτε. I Ο Τσιουμπούκοφ και ο Λόμοφ (μπαίνει. ΛΟΜΟΦ: Σας ευχαριστώ. φίλε μου.. Καθίστε. . Μήπως πηγαίνετε κάπου. γιατί όλη αυτή η επιση­ μότητα. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (πλησιάζοντας τον): Καλέ μου. άσχημο πράγμα να ξεχνάμε τους γείτονες. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Καλά. ποιον βλέπω! Ιβάν Βασίλιεβιτς! Πολύ χαίρομαι! (Του σφίγγει το χέρι. με φράκο και άσπρα γάντια). Κι εσείς.. Όμως. στ' αλήθεια. Πώς είστε. άγγελέ μου. Είναι. καλέ μου φίλε. θερ­ μά σας παρακαλώ. καλέ μου άν­ θρωπε. μανούλα μ ο υ . πώς εί­ στε. αγαπητέ μου. Δωμάτιο υποδοχής στο σπίτι του Τσιουμπούκοφ.) Αληθινή έκπλη­ ξ η . παρακαλώ. γάντια και τα παρόμοια. . ήσυχα.Η πράξη εκτυλίσσεται στο κτήμα του Τσιουμπούκοφ.

. αξιότιμε Στεπάν Στεπάνιτς. Στεπάν Αξιότιμιτς. θέλω να πω. είμαι λίγο τ α ­ ραγμένος.. (Πίνει νερό. μη μασάτε τις κουβέντες σας. αξιότιμε Στεπάν Στεπάνιτς. ..) Αξιότιμε Στεπάν Στεπάνιτς. με συγχωρείτε. . ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Μα γιατί φοράτε το φράκο.. και δεν έχω το δικαίωμα να υπολογίζω στη βοήθεια σ α ς . Να πιω λίγο νερό. μόνο εσείς μπορείτε να με βοηθήσε­ τε.. μόνο σε σας. . όπως και σεις βλέπετε.. Είχα ήδη την τιμή κι άλλες φορές να απευθυνθώ σε σας για κάποια βοήθεια κι εσείς πάντοτε. . πώς να π ω .. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (χαρούμενος): Καλέ μου άνθρωπε! Ιβάν Βασίλιεβιτς! Πέστε το άλλη μια φορά — δεν το άκουσα καλά! ΛΟΜΟΦ: Έ χ ω την τιμή να ζητήσω. Σαν να κάνετε πρωτοχρονιάτικη επί­ σκεψη! ΛΟΜΟΦ: Κοιτάξτε να δείτε περί τίνος πρόκειται. έχω φοβερό τρακ.. ομορφιά μ ο υ . ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Αχ. φί­ λε μου! Μιλήστε μια και καλή! Λοιπόν.. τώρα. . .. εκλεκτέ μου φίλε.244 ANTON ΤΣΕΧΟΦ ΛΟΜΟΦ: Όχι.) Τι συμβαίνει.) ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (μονολογεί): Ήρθε να ζητήσει λεφτά! Δεν πρόκειται να του δώσω! (Στον Αόμοφ. . Με δυο λόγια. μόλο που εγώ δεν σας έχω βέβαια σε τίποτα εξυπηρετήσει και. Αυτό που θέλω να σας πω είναι ότι ήρθα να ζητήσω το χέρι της κόρης σας Ναταλία Στεπάνοβνα.. (Τον πιάνει απ' το χέρι. Αξιότιμε Στεπάνιτς. ΛΟΜΟΦ: Πώς να σας π ω . αλλά εγώ. με συγχωρείτε. ΛΟΜΟΦ: Α μ έ σ ω ς . ήρθα να σας ενοχλήσω με μια παράκληση. .

) Και πάντοτε σας αγαπούσα. . Είμαι τόσο χαρούμενος και τα τοιαύτα.. . ΛΟΜΟΦ: Κάνει κ ρ ύ ο . και τα τοιαύ­ τ α . είμαι σύμφωνος και τα λοιπά και τα λοιπά. Όταν το πολυσκέπτεσαι. Πάω αμέσως! (Φεύγει. Εκείνο που έχει ση­ μασία είναι να το πάρω απόφαση. Αλλά γιατί στέκομαι εδώ σαν χαζός. Μα την αλήθεια.ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜ Ο Υ 245 ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (διακόπτοντας τον): Αγαπητέ μ ο υ .) Από και­ ρό το ήθελα αυτό.. .. σαν δικό μου παιδί. . . πολύ το επιθυ­ μούσα.... . (Ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλο του. μ' όλη μου την καρδιά! Πάω να φωνά­ ξω τη Ναταλία. μπορώ να υπολογίζω στη συναίνε­ ση της. και να μη συμφωνήσει! Είναι σίγουρα ερω­ τευμένη μαζί σας μέχρι το κόκαλο. ΛΟΜΟΦ (συγκινημένος): Αξιότιμε Στεπάν Στεπάνιτς. το πολυσυζητάς και περιμένεις να βρεις την ιδανική γυναίκα ή την αληθινή αγά- . άγγελε μου. Τρέμω ολόκληρος. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Τέτοιος πραγματικά όμορφος άντρας και. Είχα πάντοτε αυτή την επι­ θυμία. και τα λοιπά. αγάπη και τα τοιαύτα. λες και πάω να δώσω εξετάσεις. (Τον αγκαλιάζει και τον φιλάει. Ας χαρίζει ο Θεός και στους δυο σας ομόνοια. πώς νομίζετε.) II Αόμοφ (μόνος). τε­ λείως! Ω. Α π ό τη χαρά μου τα έχω τελείως χαμένα.

ας πούμε. . περπατάω λίγο και ξαπλώνομαι πάλι. Πρώτον. . ξαφνικά νιώθω σουβλιές στο αριστερό πλευρό! Με χτυπάει κατευθείαν στην πλάτη και στο κεφάλι. τότε δε θα παντρευτείς ποτέ. παίζει το βλέφαρο στο δεξί μά­ τ ι . III Η Ναταλία Στεπάνοβνα και ο Λόμοφ.. Αυτή τη στιγμή. . τι περισσότερο μου χρειάζεται. (Πίνει.. πρέπει να κάνω μ ι α σωστή και με­ τρημένη ζ ω ή . είμαι τριάντα πέντε χρονών. . άσχημη δεν είναι. Δεύτερον. μόλις πάω ν' αποκοιμηθώ. ηλικία π ο υ είναι.. νερό. . κρίσιμη. . πάλι οι σου­ βλιές στο πλευρό! Το ίδιο γίνεται καμιά εικο­ σαριά φορές. . μα το Θεό! Εσείς είστε λοιπόν! Ο μπαμπάς μού λέει: Έ λ α .. . Κ ρ ύ ο ! Η Ναταλία Στεπάνοβνα είναι θαυμάσια νοικοκυρά. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ (μπαίνει): Να. να. Το πιο φοβερό όμως είναι ο ύπνος μου... .. Τινάζομαι επάνω σαν τρελός. Μόλις ξαπλώνω στο κρεβάτι κι αρχίζει να με παίρνει ο ύπνος. τρέμουν τα δόντια μου.ANTON 246 ΤΣΕΧΟΦ πη.) Ωστόσο δεν πρέπει να μείνω κι ανύπαντρος. . αλλά. Μ π ρ ρ ! .. είμαι ευέ­ ξαπτος χαρακτήρας και με διακατέχει πάντοτε φοβερό ά γ χ ο ς . Με την καρδιά μου έχω πρόβλη­ μα και συχνά με πιάνει ταχυπαλμία. . έχει και μόρφω­ σ η . Ό μ ω ς από τη συγκίνηση νιώθω τ' αυτιά μου να βουίζουν.

κι ακόμα θα θυμώσετε.) Να σας προσφέρω κάτι για πρόγευμα.. Ναταλία Στεπάνοβνα.ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟ Υ 247 ήρθε ένας πελάτης για εμπόρευμα. Να. ΛΟΜΟΦ: Όχι. Αλλά τι βλέπω. ΛΟΜΟΦ (συγκινημένος): Να σας πω. Θα ήταν καλύτερα να περίμενα. τόσο. αλλά ε γ ώ . όπως βλέπετε. Καθίστε. που θέρισα όλο το λιβάδι.. . Κοντά σ' όλα τ' άλλα.. Ιβάν Βασίλιεβιτς! ΛΟΜΟΦ: Χαίρετε. (Κάθονται. αξιότιμη Νατα­ λία Στεπάνοβνα... φανταστείτε. Καθαρίζουμε τα μπιζέλια για στέγνωμα. ΛΟΜΟΦ: Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος. Σας εί­ ναι γνωστό... .) Φοβερό κρύο! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Περί τίνος πρόκειται.. χτες όμως έβρεχε όλη μέρα. νομίζω. μ' έπιασε τόση απληστία.. φράκο! Να λοιπόν κάτι καινούριο! Πη­ γαίνετε σε χορό. να σας παρακαλέσω να με ακούσετε. έχω φάει. αξιότιμη Ναταλία Στεπάνοβνα! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Συγγνώμη για την ποδιά και το πρόχειρο ντύσιμο. (Παύ­ ση. ευχαριστώ... και τώρα μετανιώνω.. Ε μ έ ­ να. Φοράτε. που οι εργάτες δεν έκα­ ναν τίποτα. Αλήθεια σας το λέω.. Θα εκ­ πλαγείτε βέβαια. Εσείς πόσες στοίβες θερίσατε. για­ τί φοβάμαι μη μου σαπίσει το χορτάρι. γίνατε και πιο ωραίος. (Μονολογεί.) Λοιπόν.. Γιατί δε μας ήρθατε τόσο καιρό. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Καπνιστέ. ότι έχω την τιμή να γνωρίζω την οικογένεια σας από πολύ . Αποφάσισα. πάρτε τα σπίρτα. Χαίρετε. γιατί τόσο κομψευόμενος. Ο καιρός είναι θαυμάσιος.

μάλιστα. Μιλάω για κείνα τα Βοσκοτόπια που μπαίνουν σαν σφήνα ανάμε­ σα στο δικό σας δάσος με τις σημύδες και στον Καμένο Βάλτο. όπως βέβαια γνωρίζετε. είπατε «τα Βοσκοτόπια μ ο υ » . κληρονόμησα το κτήμα. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Ναι. Α π ό πού κι ως πού λοιπόν είναι δικά σας. . ΛΟΜΟΦ: Πώς από πού κι ως π ο ύ . . Το γένος των Λόμοφ με το γένος των Τσιου­ μπούκοφ είχαν. . το δικό μου κτήμα είναι κολλητό με το δικό σας. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Αυτό για μένα είναι κάτι και­ νούριο. δικά μου είναι. . συγγενικές. από εκείνα τα χρόνια.. λάθος κάνετε. αξιότιμη Ναταλία Στεπάνοβνα.248 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ καιρό. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Συγγνώμη που σας διακόπτω. έτρεφαν πάντοτε βαθύ σεβασμό κι εκτίμηση στον μπαμπά σας και στη μακαρίτισσα τη μαμά σας. τις πιο φι­ λικές. ΛΟΜΟΦ: Ναι. σχέσεις. . . από τότε π ο υ ήμουν ακόμα παιδί. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Τι άλλο θ' ακούσω ακόμα! Τα Βοσκοτόπια είναι δικά μας κι όχι δικά σας! ΛΟΜΟΦ: Μα όχι.. Θα θυμά­ στε ίσως ότι τα Βοσκοτόπια μου συνορεύουν με το δικό σας δάσος με τις σημύδες. μπορώ ακόμα να πω. . αξιότιμη Ναταλία Σ τ ε ­ πάνοβνα — αυτά είναι δικά μου. Επιπλέον. δικά μ ο υ . Είναι μήπως δι­ κά σας. α π ό τους οποίους. Η μακαρίτισσα η θεία μου κι ο άντρας της. Μα αυτά εί­ ναι δικά μ α ς . ΛΟΜΟΦ: Όχι. βέβαια. όπως ξέρετε.

Στ' αλήθεια λυπάμαι! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: ΛΟΜΟΦ: Θα σας δείξω τα χαρτιά. Αυτό πάει να πει ότι τα Β ο ­ σκοτόπια ήταν δικά μας.ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟ Υ 249 Ελάτε στα λογικά σας. δε θέλω. Εσείς. Δεν υπάρ­ χουν περιθώρια για να διαφωνήσει κανείς. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Δεν είναι καθόλου έτσι όπως τα λέτε! Και ο παππούς μου και ο προπάππος μου υπολόγιζαν ότι το κτήμα τους έφτανε μέχρι τον Καμένο Βάλτο. Κοι­ τάξτε. Ύστερα λοιπόν.. αλλά τώρα εί­ ναι πασίγνωστο ότι είναι δικά μου. ή αστειεύεστε ή με πειράζετε. απλά. Τι παραπάνω να πει κανείς. αξιότιμη Ναταλία Στεπάνοβνα. Δεν καταλαβαίνω. η γιαγιά της θείας μου παρα­ χώρησε χωρίς ενοίκιο και για απεριόριστη χρή­ ση αυτά τα λιβάδια στους αγρότες του παππού του μπαμπά σας. ΛΟΜΟΦ: Τι θα πει από πολύ καιρό! Α π ό τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήταν πάντοτε δικά μας. αυτό είναι αλήθεια. Ιβάν Βασίλιεβιτς! Είναι από πολύ καιρό δικά σας. με αντάλλαγμα να ψήνουν για λογαριασμό της τούβλα. όταν έγινε ο αναδασμός. Τα Βοσκοτόπια ήταν κάποτε αμφι­ σβητούμενα. παρακαλώ... Αυτοί τα χρησιμοποίη­ σαν δωρεάν σαράντα χρόνια και συνήθισαν να τα θεωρούν σαν δικά τους. συγγνώμη αλ­ λά έχω αντίθετη γνώμη! ΛΟΜΟΦ: Φαίνεται και στα χαρτιά.. Τι έκπληξη κι αυ­ τή! Κατέχουμε το κτήμα τριακόσια σχεδόν χρό­ νια και στα καλά καθούμενα μας ανακοινώνουν . ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Τότε. τι να πω. Ναταλία Στεπά­ νοβνα! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Όχι.

Η γιαγιά της θείας. γιαγιά. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: ΛΟΜΟΦ: Δικά μου! Δικά μας! Ακόμα και δυο μέ­ ρες αν προσπαθείτε να τ' αποδείξετε.. . την αδικία όμως δεν μ π ο ­ ρώ να την υποφέρω.τι νομίζετε! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: ΛΟΜΟΦ: Εμένα. Δεν επιθυμώ τίποτα δικό σας και δε θέλω να χάσω τίποτα δικό μου. Αν θέλετε.τι θέλετε. δικά μας. Πείτε μου ό. ακόμα κι αν φορέσετε δεκαπέντε φράκα.. θέλοντας να τους ευχαριστήσει. με συγ­ χωρείτε. τα λιβάδια δε μου χρειάζονται. Κάνετε ό. επιτρέψτε μου να σας τα κάνω δώρο. αυτό είναι όλο. σας ικετεύω! Οι αγρότες του παππού του μ π α μ π ά σας.. Παππούς. το λιγό­ τερο. ΛΟΜΟΦ: Ακούστε με.ANTON 250 ΤΣΕΧΟΦ ότι δεν είναι δικό μας! Ιβάν Βασίλιεβιτς. παραξενιές. Μπορώ κι εγώ να σας τα δ ω ­ ρίσω. δικά μ α ς ! .. Ναταλία Στεπάνοβνα. . αλλά έπαψα να πιστεύω ακόμα και στα ίδια μου τ' αυτιά. αλλά είναι ζήτημα αρχής.9 στρέμματα. Είναι όλο κι όλο πέντε ντεσιατίνια* και η αξία τους είναι περίπου τρια­ κόσια ρούβλια. Τα λιβάδια αυτά δεν τα βρί­ σκω και τόσο σπουδαία. . δεν καταλαβαίνω τίποτα! Τα λιβάδια είναι δικά μας. έψηναν για τη γιαγιά της θείας μου τούβλα. αυτά είναι δικά μας. αλλά αγανακτώ για την αδικία. Ιβάν Βασίλιεβιτς! Σας θεω- ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: * Μονάδα επιφάνειας ίση με 10.. όπως είχα ήδη την τι­ μή να σας πω. είναι δικά μ ο υ ! . θεία.. . . Ό λ α αυτά είναι.

ΛΟΜΟΦ: Κατά τη γνώμη σας. Μου δωρίζετε το δικό μου κτήμα. εξαιτίας αυτού εμείς αναγκαστήκαμε να αλωνίσουμε το σιτάρι μας το Νοέμβριο. Κυρία μου. μόνο στο σπίτι σας. δηλαδή. κυρά μου. Με συγχωρεί­ τε. . παρακαλώ! Μπορείτε να φωνάζετε. και σεις τώρα μας φέρεστε σαν να είμαστε Τσιγγάνοι. δικά μου! ΛΟΜΟΦ: Δικά μου! Είναι ψέματα και θα σας το αποδείξω! Σήμερα κιόλας θα στείλω εκεί τους χορτοκόπτες μου! ΛΟΜΟΦ: Θα τους πετάξω έξω! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Δε θα τολμήσετε! ΛΟΜΟΦ (πιάνει την καρδιά του): Τα Βοσκοτόπια εί­ ναι δικά μου! Καταλαβαίνετε. αλλά δε συμπεριφέρεται έτσι ένας γείτονας! Αυτό θα το έλεγα ακόμα και θράσος. .) Τα Βοσκοτόπια είναι δικά μου! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Ψέματα. Δικά μου! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Μη φωνάζετε. αν θέλε­ τε. μην ξεπερνάτε τα όρια! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: ΛΟΜΟΦ: Αν. αν δε χτυπούσαν οι φλέβες στα μηλίγγια μου. ποτέ δεν άρπαξα εγώ τα ξένα κτήματα και σε κανέναν δεν επιτρέπω να με κα­ τηγορήσει για τέτοιο π ρ ά γ μ α . είμαι σφετερι­ στής. πέρσι σας δανείσαμε την αλωνιστική μηχανή μας..ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟΥ 251 ρούσαμε μέχρι τώρα έναν καλό γείτονα. δεν είχα αυτή την περίεργη ταχυπαλμία που με βασανίζει.. σας παρακαλώ. και να βραχνιάσετε από κακία. (Πηγαίνει γρήγο­ ρα στην κανάτα και πίνει νερό. θα μιλούσα διαφο- . Ε δ ώ . ένα φί­ λο.

σ' αυτόν εδώ τον κύριο σε ποιον ανήκουν τα Βοσκοτόπια: σε μας ή σ' αυτόν. σε παρα­ καλώ.. Αυτοί τα χρησιμοποίησαν σαράντα χρόνια και τα συνήθισαν σαν να ήταν δικά τους. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Συγγνώμη. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Μπαμπά. φίλτατε. και τα παρόμοια.) Τα Βοσκοτόπια εί­ ναι δικά μου! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Δικά μας! ΛΟΜΟΦ: Δικά μου! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Δικά μας! ΛΟΜΟΦ: Δικά μου! IV Οι ίδιοι και ο Τσιουμπούκοφ... ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (στον Λόμοφ): Τα Βοσκοτόπια. από πού είναι δικά σας. για το λόγο ότι τότε τα Βοσκοτό­ πια ήταν αμφισβητούμενα και τα λοιπά και τα λοιπά..252 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ ρετικά μαζί σας! (Φωνάζει. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (μπαίνοντας): Τι γίνεται εδώ. Στεπάν Στεπάνιτς. Φανείτε λογικός! Η γιαγιά της θείας μου παραχώρησε αυτά τα λιβάδια για προσωρινή και δωρεάν χρήση στους αγρότες του παππού σας. Γιατί φωνάζετε. Τώρα όμως ακόμα και τα σκυλιά ξέρουν . φιλα­ ράκο... εξήγησε. Εσείς ξεχνάτε ότι οι αγρότες δεν πλήρωσαν τη γιαγιά σας. Όταν όμως έγινε ο αναδασμός. είναι δικά μας! ΛΟΜΟΦ: Για όνομα του Θεού.

μανούλα μου. καλέ μου άνθρωπε. Αν. το σχέδιο! ΛΟΜΟΦ: Εγώ θα σας αποδείξω ότι είναι δικά μου! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Αγαπητέ μου. Τι είπατε. Με τις φωνές τίποτα δε θ' αποδείξετε. πες να πάνε α μ έ ­ σως τώρα στα Βοσκοτόπια να κόψουν το χόρτο! . Έτσι λοιπόν! ΛΟΜΟΦ: Δεν καταλαβαίνω! Με ποιο δικαίωμα δωρί­ ζετε ξένη περιουσία. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Μπαμπά. Ωστόσο. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Επιτρέψτε μου να πω ότι εγώ γνω­ ρίζω αν έχω ή αν δεν έχω αυτό το δικαίωμα. δεν είμαι συνηθισμένος να μου μιλούν με τέτοιο ύφος και τα λοιπά. Με ποια λογική. απλά εσείς με περνάτε για χαζό και με κοροϊδεύετε! Τη δική μου γη τη λέτε δική σας κι από πάνω θέλετε να είμαι ψύχραιμος και να μι­ λώ μαζί σας ανθρωπινά! Οι καλοί γείτονες δε φέ­ ρονται έτσι. δε θα μπορέσετε. Δεν επι­ θυμώ αυτό που σας ανήκει ούτε και σκοπεύω να παραχωρήσω κάτι δικό μου. το πράγμα έφτασε εκεί και έχετε την πρόθεση να διεκδικήσετε τα λιβάδια και τα λοιπά.ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟΥ 253 πολύ καλά ότι είναι δικά μας. ΛΟΜΟΦ: Όχι. φωνάζετε έτσι. Δε θα έχετε δει. Στεπάν Στεπάνιτς! Σεις δεν είστε γείτονας. όπως φαίνεται. εγώ θα προτιμήσω να τα δωρίσω στους χωρικούς παρά σε σας. είστε άρπαγας! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ορίστε. ΛΟΜΟΦ: Θα μπορέσω! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Γιατί. Έ χ ω τα διπλάσια χρόνια από σας και παρακαλώ να μιλάτε μαζί μου χωρίς εκνευρισμό και τα τοιαύ­ τα. νεαρέ μου.

.) Έχω ένα σφάχτη στο πλευρό μ ο υ . Χριστέ και Παναγιά!. ΛΟΜΟΦ: Η δική σας η μητέρα ήταν στραβοκαμωμένη. . Νερό! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ο πατέρας σας ήταν λαίμαργος και χαρτοπαίκτης! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Κι η θεία σας κουτσομπόλα. δε θα τ' αφήσω. το 'σκασε μ' έναν αρχιτέκτονα.. Εί- . (Πιάνει την καρδιά του. να κάνετε μήνυση και τα τοιαύ­ τα! Μπορείτε! Σ α ς ξέρω εγώ. όπως ο θείος σας! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Στο γένος των Λόμοφ όλοι ήταν τρε­ λοί! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Όλοι.. . αγαπητέ κύριε. Ψιλοκαβγατζήδες! Ό λ ο το σόι σας σερνόταν στα δικα­ στήρια! Όλο! ΛΟΜΟΦ: Παρακαλώ. . περιμένετε την ε υ ­ καιρία για δικαστήρια και τα λοιπά. δε θα τ' αφή­ σω! ΛΟΜΟΦ: Αυτό θα το δούμε! Θα σας το αποδείξω στο δικαστήριο ότι είναι δικά μου! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Στο δικαστήριο είπατε. η Ναστάσια Μιχαήλοβνα. όλοι..254 ANTON ΤΣΕΧΟΦ ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (στον Λόμοφ): Τι είπατε.. . όλοι! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ο παππούς σας ήταν αλκοολικός και η μικρότερη θεία σας... Στο γένος των Λόμοφ ήταν όλοι τίμιοι. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Τα Βοσκοτόπια είναι δικά μας και δε θα τ' αφήσω. Μπορείτε. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μ ο υ . σπάνια στο είδος της! ΛΟΜΟΦ: Το αριστερό μου πόδι είναι σαν ξένο. ούτε ένας δε δικάστηκε για κατάχρηση.. αγαπητέ κύ­ ριε. μην προσβάλλετε το σόι μου. και τα τοιαύτα.

. (Πηγαίνει προς την πόρτα. Οχ. . Πού να π ά ω .. Πού είναι η πόρτα.. ...ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟ Υ 255 στε ραδιούργος. πραγματικά. Πού εί­ ναι το καπέλο μου.. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Προστυχιές! Ατιμίες! Σιχαμάρες! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ο ίδιος εσείς είστε. .. διπρόσωπος και δόλιος άνθρωπος! Μάλιστα. . τους καλούς γείτονες! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Κακοήθης! Σκιάχτρο για τα μπιζέλια! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Τέρας της φύσεως! Κάνει δική του την ξένη γη και τολμάει να βρίζει από πάνω. . . λέει. Νομίζω πως πεθαίνω. Το πόδι μου σέρνεται. να εμπιστεύεσαι.. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Στο διάολο! (Βηματίζει ανήσυχος.. Η καρδιά μ ο υ . πριν από τις εκλογές. Ο χ ! .. . η καρδιά μ ο υ ! ..) ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (από κοντά του): Να μην ξαναπατή­ σεις το πόδι σου στο σπίτι μου! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Κάντε μήνυση! Θα δούμε! Ο Λόμοφ βγαίνει τρικλίζοντας. φαρμακερός. αυτό είστε! ΛΟΜΟΦ: Να το καπέλο μ ο υ .) ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Τι παλιάνθρωπος! Ύστερα απ' αυτό. Ζαλίζομαι.. Τα μάτια μ ο υ .. . Και δεν ήταν σε κανέναν μυστικό ότι εσείς. . V Ο Τσιουμπούκοφ και η Ναταλία Στεπάνοβνα. .

. Γιατί δε μου το είπες νωρίτερα. στενάζει): Τι κάναμε! Να γυρίσει! Να γυρίσει! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (μπαίνει τρέχοντας): Τώρα. τι έγνοια να είσαι πατέρας μεγάλης κ ό - . (Πιάνει το κεφάλι του.) Είμαι δυστυχισμένος άνθρωπος! Θ' αυτοκτονήσω! Θα κρεμαστώ! Μ' εξόντωσαν! Ν Α Τ Α Λ Ι Α Σ Τ Ε Π Α Ν Ο Β Ν Α : Πεθαίνω! Ν α γυρίσει! Τ Σ Ι Ο Υ Μ Π Ο Υ Κ Ο Φ : Φτου! Αμέσως. εγώ δεν έχω καμία διάθε­ ση. Θεέ μου. Εμένα. έρχεται και τα τοιαύτα. Πρόταση γάμου! Ν Α Τ Α Λ Ι Α Σ Τ Ε Π Α Ν Ο Β Ν Α : Τι πρόταση γάμου.) Γύρισε τον πίσω! Γύρισε τον! Αχ! Γύρισε τον! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ποιον να γυρίσω πίσω. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ναι. Μην ουρλιάζεις! (Φεύγει τρέχοντας.) ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ (μόνη. Ν Α Τ Α Λ Ι Α Σ Τ Ε Π Α Ν Ο Β Ν Α (βογκάει): Να γυρίσει! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (φωναχτά): Έρχεται. γρήγορα! Δεν αι­ σθάνομαι καλά! (Σε υστερία. Τι έπαθες. Ω. αυτό το αγριοσέλινο. Ν Α Τ Α Λ Ι Α Σ Τ Ε Π Α Ν Ο Β Ν Α : Γρήγορα. αλήθεια! Ήρθε εδώ γ ι α να σου κάνει πρόταση. Αχ! (Πέ­ φτει στην πολυθρόνα στενάζοντας. έχει το θράσος να κάνει πρόταση γάμου και τα τοιαύτα! Ακούς. σου λένε.. να τον πάρει ο διάολος! Ουφ! Μίλησε εσύ μαζί του. Ν Α Τ Α Λ Ι Α Σ Τ Ε Π Α Ν Ο Β Ν Α : Πρόταση.256 ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ Αυτό λοιπόν Ί Ο σκιάχτρο. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Γι' αυτό στολίστηκε και με το φρά­ κο! Σ α ν λουκάνικο ήταν! Σαν μανιτάρι! Ν Α Τ Α Λ Ι Α Σ Τ Ε Π Α Ν Ο Β Ν Α : Σ ε μένα. Πρόταση.) Να έρθει πίσω! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Τι συμβαίνει.

.. ΛΟΜΟΦ: Πολύ περισσότερο επειδή έχω κι αποδεί- .. εγώ φταίω! (Στην πόρτα φαίνεται ο Αόμοφ. ΛΟΜΟΦ: Λόγοι αρχών.ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟΥ 257 ρης! Θα κόψω το λαιμό μου! Σίγουρα θα τον κ ό ­ ψω. αυτά τα λιβάδια εί­ ναι δικά σας. . . έτσι είναι. . ΛΟΜΟΦ (μπαίνει μέσα. (Κάθονται. Τον άνθρωπο τον βρίσαμε. Το πόδι μου κοκάλωσε. . .. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο.) Μίλησε λοιπόν εσύ μαζί του! (Φεύγει. Τα Βοσκοτόπια είναι πραγματικά δικά σας.) VI Η Ναταλία Στεπάνοβνα και ο Λόμοφ. Ιβάν Βασίλιεβιτς. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Ακριβώς.. . εξαντλημένος): Περίεργη τα­ χυπαλμία. Για μένα δεν αξίζει η γη αλ­ λά οι αρχές. Χτυπούν οι φλέβες στα μάτια μ ο υ .. Καθίστε. . εσύ! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Όχι. τον πετάξαμε έξω απ' το σπίτι.)Είχαμε άδι­ κο. Είναι δικά μ ο υ .. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Συγγνώμη.. Στα π λ ε υ ­ ρά μου σουβλιές... τον προσβάλα­ με. Τώρα θυμάμαι. εσύ φταις! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Εντάξει.. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Δικά σας.... εκνευριστήκαμε... ΛΟΜΟΦ: Η καρδιά μου χτυπάει φοβερά.. οι α ρ ­ χ έ ς . και για όλα αυτά φταις ε σ ύ .

κι όσο για λεφτά. ογδόντα πέντε ρούβλια.... Ιβάν Β α ­ σίλιεβιτς! ΛΟΜΟΦ: Κατά τη δική μου γνώμη. (Α­ ναστενάζει. σκέπτομαι ν' αρχίσω μετά το θερισμό. Θα πρέπει να στραμπούληξε το πόδι του ή να τον δάγκωσαν άλλα σκυλιά.. ΛΟΜΟΦ: Για αγριόγαλους. αλλά από προτερήματα κι εξυπνάδα δεν .. . (Μονολογεί. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Τι κρίμα! Μα πώς. ΛΟΜΟΦ: Δεν ξ έ ρ ω . ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Πολλά πληρώσατε. δεν έχει αναπτυχθεί ακόμα.) Δεν ξέρω από π ο ύ ν' α ρ ­ χίσω.. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Ο μπαμπάς έδωσε για τον δι­ κό του. Η γιαγιά της θείας μ ο υ τα παραχώρησε στους αγρότες του παππού τ ο υ μ π α μ π ά σας.) Είναι το πιο καλό σκυλί. και να σκεφθείτε ότι είναι πολύ καλύτερο σκυλί από τον Ουγκαντάι σας! ΛΟΜΟΦ: Τι είναι αυτά που λέτε! (Γελάει. τον ξέρετε και σεις. τ' ακούσατε. κουτσάθηκε. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Αρκετά γι' αυτό το ζήτημα... αξιότιμη Ναταλία Σ τ ε π ά ­ νοβνα. . Α.) Σκοπεύετε να πάτε σύντομα για κυνήγι. φτάνει. τον Οτκατάι.258 ANTON ΤΣΕΧΟΦ ξεις. (Σ αυτόν. μη ρωτάτε! Σκεφθείτε ότι πλήρωσα στον Μιρονόφ εκατόν είκοσι πέντε ρούβλια γι' αυτόν. Φανταστείτε μια ατυχία που είχα! Ο Ουγκαντάι μου.) Ο Οτκα­ τάι καλύτερος από τον Ουγκαντάι! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Και βέβαια καλύτερος! Ο Οτ­ κατάι είναι βέβαια μικρός. Είναι υπέροχο σκυλί. τον αγόρασα π ο ­ λύ φτηνά.

. ΛΟΜΟΦ: Επιτρέψτε μου. ούτε και ο Βολτσανέτσκι δεν έχει σκυλί σαν αυτό. ο Οτκατάι μας είναι σκυλί ράτσας. ΛΟΜΟΦ: Γηραλέος. Τη * Ονόματα στα οποία άκουγαν ο πατέρας και η μητέρα του Οτκατάι. Ιβάν Βασίλιεβιτς. αλλά δεν τον αλλάζω ούτε με π έ ­ ντε Οτκατάηδες. Είναι ποτέ δυνατόν.. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Πρώτα απ' όλα.. Ναταλία Στεπάνοβνα. ενώ ο δικός σας ο καστανόμαυρος ούτε ξέρετε από πού κρατάει η σκούφια τ ο υ . είναι ασχημομούρης και γηραλέος. Ο Οτκατάι. . Έπειτα.. ΛΟΜΟΦ: Τα μέτρησα! Στο κυνηγητό είναι καλό σκυ­ λί. Πρώτη φορά τ' ακούω! ΛΟΜΟΦ: Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι το κάτω σαγόνι είναι πιο κοντό από το επάνω. Σκυλιά σαν τον Οτκατάι σας έχουν όλοι οι χασομέρηδες. ξ ε ­ χνάτε ίσως ότι έχει πλακουτσωτή μουσούδα και τα σκυλιά αυτά ποτέ δε γραπώνουν καλά! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Πλακουτσωτή μουσούδα. είναι γιος του Ζαπριαγκάι και της Σταμέσκα*... βρίσκεις όσα θέλεις. Το πολύ εί­ κοσι πέντε ρούβλια το ένα. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Σήμερα. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Τα μετρήσατε. Ο Ουγκαντάι είναι σκυλί μ' όλη τη σημασία της λέξης. σαν ψωριάρης...Π Ρ Ο Τ Α Σ Η Γ Α Μ Ο Τ 259 υπάρχει καλύτερο σκυλί. έχετε μέσα σας ένα κακό πνεύμα αντιλογίας. Μεταφρασμένα σημαίνουν ο Ζυγός και η Σμίλη. . έχει πυκνό μαλλί.... αλλά στο γράπωμα δε λέει και πολλά πράγ­ ματα. είναι αστείο και να το συζητάει κα­ νείς.

ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Εσείς γιατί λέτε σαχλαμάρες. κυρία μ ο υ . Σεις. βέβαια. Είναι ανυπόφορο αυτό! Καιρός είναι να φυτέψε­ τε μια σφαίρα στον Ουγκαντάι σας. αντί να τον συγκρίνετε με τον Οτκατάι! ΛΟΜΟΦ: Με συγχωρείτε. αυτό τον ηλίθιο τον Ουγκαντάι. Μ' έπιασε ταχυπαλμία. ΛΟΜΟΦ: Κυρία μου.) Σ ω πάστε! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Δε θα σωπάσω μέχρι να π α ­ ραδεχθείτε ότι ο Οτκατάι είναι εκατό φορές κ α ­ λύτερος από τον Ουγκαντάι! . ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Έ χ ω προσέξει το εξής: Οι κ υ ­ νηγοί που λογομαχούν περισσότερο απ' όλους εί­ ναι αυτοί που καταλαβαίνουν από κυνήγι λιγό­ τερο απ' όλους. τάχα. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Νατάλια Στεπάνοβνα. την άλλη ότι ο Ουγκαντάι είναι καλύτερος από τον Οτκατάι. (Φωνάζει. Γιατί λοι­ πόν λέτε το αντίθετο.. . . ο Οτκατάι σας είναι πλακουτσωτός! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Δεν είναι αλήθεια. σας παρακαλώ να σωπάσετε. Μα καταλάβετε το. με περ­ νάτε ή για τυφλό ή για βλάκα. τα Βοσκο­ τόπια είναι δικά σας..260 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ μια φορά βρήκατε να πείτε ότι. ΛΟΜΟΦ: Όπως βλέπω. Δε μ' αρέσει όταν ο άνθρωπος δε λέει αυτό που πιστεύει. ΛΟΜΟΦ: Πλακουτσωτός! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ (φωνάζει): Δεν είναι αλήθεια! ΛΟΜΟΦ: Γιατί φωνάζετε. γνωρίζετε πολύ καλά ότι ο Οτκα­ τάι είναι εκατό φορές καλύτερος από τον δικό σ α ς . δεν μπορώ να συνεχίσω α υ ­ τή τη λογομαχία...

. ομορφονιέ μου. Σ π ο υ ­ δαίο πράγμα! Όμως καλύτερο σκυλί σε όλη την περιοχή δεν υπάρχει. πέστε μό­ νο ένα πράγμα: Ο Οτκατάι σας είναι πλακουτσωτός ή δεν είναι.. και τα τοιαύτα.. η π λ ά ­ τη.. φίλτατε. ΛΟΜΟΦ: Στεπάν Στεπάνιτς..ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟΥ 261 ΛΟΜΟΦ: Εκατό φορές χειρότερος! Κακός ψόφος στον Οτκατάι σας! Τα μηλίγγια. τι μ' αυτό. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (μπαίνει): Τι συμβαίνει πάλι. Ναι ή όχι. αν θέλετε να ξέ- . Επιτρέψ­ τε μ ο υ . ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Αυτός ο βλάκας ο Ουγκαντάι σας δε χρειάζεται να ψοφήσει. σας ικετεύω. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Μπαμπά.. Ο δικός σας Ουγκαντάι ασφαλώς έχει και τα καλά του σημεία.. Με κάθε ειλικρίνεια! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Μην ενοχλήστε. έτσι κι αλλιώς εί­ ναι ψόφιος! ΛΟΜΟΦ (κλαίει): Σωπάστε! Θα μου 'ρθει συγκοπή! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Δε θα σωπάσω! VII Οι ίδιοι και ο Τσιουμπούκοφ... . Αλλά.. είναι γεροδεμένος και τα τοιαύτα. Είναι γνήσια ράτσα. τα μάτια.. ΛΟΜΟΦ: Αλλά ο δικός μου ο Ουγκαντάι μήπως δεν είναι καλύτερος. ο Οτκατάι μας ή ο Ουγκαντάι του. πες ειλικρινά και με καθαρή συνείδηση: Ποιο είναι καλύτερο σκυλί. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Έστω κι αν είναι. έχει δυνατά πόδια.

Αγαπητέ μου. Δεν μπορώ....060 μέτρα. ... αυτό το σκυλί έχει δυο βασικά μειονεκτή­ ματα: Είναι γηραλέο κι έχει κοντόχοντρη μύτη... ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Έμεινε γιατί ο κυνηγός του κόμη... .. Θυμάστε ίσως ότι στους αγρούς του Μαρούσκιν ο Ουγκαντάι μου πήγαι­ νε αυτί με αυτί με τον Ραζμαχάι του κόμη.... Εγώ. ΛΟΜΟΦ: Ταχυπαλμία. Μάλιστα! Όλοι είναι μοχθηροί! Ούτε και σεις. ΛΟΜΟΦ: Με συγχωρείτε. όλα τα θυμάμαι! ΛΟΜΟΦ: Κι εγώ τα θυμάμαι! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (μιμείται κοροϊδευτικά): Κι εγώ τα θυμάμαι. Ας πάρουμε τα γεγονότα. είστε αναμάρτητος! Να το ξέρετε από μένα. μ' έπιασε η ταχυπαλμία. σας π α ­ ρακαλώ να σταματήσουμε αυτή την κουβέντα. Όλα τα σκυλιά έτρεχαν πίσω από την αλεπού κι ο Οτκατάι άρχισε να κυνηγάει και να ενοχλεί τα πρόβατα! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Αυτά είναι ψέματα!. επειδή χάνω εύκολα την ψυχραιμία μου.. Τι θυμάστε. Το πόδι μου. * Μονάδα μήκους ίση με 1. αρχίζετε αμέσως να λέτε τούτο. του 'δωσε μια βουρδουλιά. βλέπετε. ο υπεύθυνος για τα σκυλιά. κύριε μου. το ά λ λ ο . Τον χτύπησε γιατί όλοι ζηλεύουν όταν βλέπουν το ξένο σκυλί. . και τα παρόμοια. .262 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ ρετε. εκεί­ ν ο . . μόλις δείτε ότι ένα άλλο σκυλί είναι καλύτερο από τον Ουγκαντάι σας. δεν το αισθά­ νομαι.. ενώ ο Οτκατάι σας έμεινε πίσω ένα ολόκληρο βέρστι*. ΛΟΜΟΦ: Του άξιζε..

. η καρδιά μου! — η μακαρίτισσα η γυναίκα σας σας έδερνε. Η καρδιά μ ο υ ! . . . τα μάτια μου βλέπουν αστέρια. ..Π Ρ Ο Τ Α Σ Η ΓΑΜΟΥ 263 (μιμείται κοροϊδευτικά): Ταχυ­ παλμία. πάει να σπάσει η καρδιά ...) Σωπάστε! ΛΟΜΟΦ: Ραδιούργε! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Παιδαρέλι! Βυζανιάρικο! ΛΟΜΟΦ: Παλιοτρωκτικό! Ιησουίτη! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Σώπασε γιατί θα στην ανάψω με την καραμπίνα. Κάθε άλλο παρά κυνηγός είστε εσείς! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ ΛΟΜΟΦ: Μήπως είστε εσείς κυνηγός. . ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Κι εσένα η οικονόμος σε σέρνει απ' τη μύτη! ΛΟΜΟΦ: Ν α . ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Αλήθεια.. βλέπετε.. Το πόδι μ ο υ . να σκοτώνετε τις κατσαρίδες κι όχι να κυνηγάτε αλεπούδες! Ταχυπαλμία. ν α . σαν πέρδικα! Αερολόγε! ΛΟΜΟΦ: Όλοι ξέρουν ότι — οχ. αλλά εσείς. . (Φωνά­ ζει. να καθίσετε στο σπίτι κι όχι να περιφέρεστε άσκοπα καβάλα στ' άλογο. πέφτω!. . π η ­ γαίνετε μόνο και μόνο για να λογομαχείτε και για να εμποδίζετε τα άλλα σκυλιά. . Εξάπτομαι εύκολα. Στο κυνήγι πά­ τε μόνο για να κολακεύετε τον κόμη και για να κάνετε μηχανορραφίες... Πέφτω.. Είστε ραδιούργος! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Τι είπατε! Εγώ ραδιούργος. . Καλό είναι το κυνήγι.. . τα μηλίγγια μ ο υ ... Τι κυνηγός είστε εσείς. . Με τις δι­ κές σας ταχυπαλμίες. ν α . . . Εσείς πρέπει να ξαπλώσετε κοντά στη σόμπα της κουζίνας. τι κυνηγός είστε. ας αφήσουμε αυτή τη συζήτηση. και τα τοιαύ­ τα.

. ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ (στενάζει): Πέθανε!.. . Αέρα! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Πέθανε. ΛΟΜΟΦ: Αστέρια βλέπω. άντε στο διάολο! Συμφωνεί κι αυτή! (Ενώνει τα χέρια του Λόμοφ και της κόρης του.. ... . το γιατρό! (Την πιάνει υστερία. Πέθανε! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ποιος πέθανε.. πού βρίσκομαι..264 A N T O N Τ Σ Ε Χ Ο Φ μου! Η πλάτη μ ο υ . Πιείτε λίγο νερό! Έτσι μ π ρ ά β ο .. καταχνιά.) Μπαμπά! Τι έπαθε. (Κοιτάζοντας τον Λό­ μοφ. Π ε ­ θαίνω! (Σωριάζεται στην πολυθρόνα.) Το για­ τρό. πέθανε και τα τοιαύτα. Ούτε να καθίσετε πάνω στ' άλογο δεν ξέρετε! (Στον πα­ τέρα της. ..) Μου φαίνεται πως ζ ω ­ ντανεύει.) Γιατρό! (Λιποθυμάει.) Είναι σύμ- . Πέθανε! (Πέφτει στην πολυθρόνα. (Τον τραβάει απ το μανίκι.) ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Οχ! Τι συμβαίνει.. Δεν είμαι καλά! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Τι κυνηγός είστε εσείς. Μπαμπά! Κοίτα. Πού είναι η πλάτη μ ο υ ... πέθανε! Χριστέ και Πανα­ γιά! Νερό! Γιατρό! (Πλησιάζει στο στόμα του Λό­ μοφ το ποτήρι. δεν πίνει.) ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Παιδαρέλι! Μυξιάρικο! Φαφλατά!... . Γιατί δεν έκοψα ακόμα το λαι­ μό μ ο υ ..) Ιβάν Βασίλιεβιτς! Πέθανε! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Δεν είμαι καλά!..) Ιβάν Βασίλιτς! Ιβάν Βασίλιτς! Τι κάνα­ μ ε .) Πραγματικά.) Πιείτε!. μπαμπά! (Τσιρίζει.. . Είμαι ο πιο κακότυχος άνθρωπος! Γιατί δε φυτεύω μια σφαίρα στο μέτωπο μου.. Τι έχεις. Δώστε μου το μαχαίρι! Δώστε μου το πι­ στόλι! (Ο Λόμοφ σαλεύει. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Παντρευτείτε το γρηγορότερο και.. Όχι. Η αναπνοή μ ο υ ! .. Πάει να πει.

.. ναι. Έχετε την ευλογία μου και τα τοιαύτα. καταλαβαίνω. κι άντε στο διάολο! ΝΑΤΛΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ (με στεναγμό): Είναι ζωντα­ νός. αστέρια.ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟΥ 265 φωνή και τα λοιπά.. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ. Η καρδιά μ ο υ .. Φιληθείτε και. Συγγνώμη. ΝΑΤΑΛΊΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Κι εγώ. είμαι ευτυχισμένος. Αχ...) Το πόδι μου παράλυσε.... είμαι κι εγώ ευτυχι­ σμένη. Ναταλία Σ τ ε π ά ν ο β ν α . Ουφ! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Ωστόσο συμφωνήστε έστω και τώρα. ναι. τι συμβαίνει... .. τώρα αρχίζει η οικογενεια­ κή ευτυχία! Φέρτε σαμπάνια! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: ΛΟΜΟΦ: Καλύτερος! ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Χειρότερος! Χειρότερος! Χ ε ι ­ ρότερος! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (προσπαθώντας να καλύψει τις φωνές τους): Σαμπάνια! Σαμπάνια! ΑΥΛΑΙΑ .. Φιληθείτε! ΛΟΜΟΦ: Α.) Πολύ όμορφα. (Σηκώνεται. . Ποιος. Αφήστε με μόνο στην ησυχία μου! ΛΟΜΟΦ: Α. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Μου 'φυγε ένα βάρος. .. Ναι. ΛΟΜΟΦ: Καλύτερος! Χειρότερος! ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Λοιπόν. .. συμφωνώ.. Τι. (Φιλιέται με τη Ναταλία Στεπάνοβ­ να.. ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Συμφωνεί! Λοιπόν. ο Ουγκαντάι είναι χειρότερος από τον Οτκατάι.) Ποιον.. (Της φιλάει το χέρι.

ασχολήθηκε με όλα τα ε ί δ η της πεζογραφίας και συνέδεσε το όνομά του με μισόν αιώνα ανθρώπινης ι­ στορίας: με την προεπαναστατική κατάσταση των πραγμάτων στη Ρωσία. η εργασία. ο Τσέχοφ κατόρθωσε να ταυτιστεί με τη ρωσική «ψυχή» και να γίνει ο μάγος της.κι έπειτα τη φτώχεια των άλλων: σπούδασε ιατρική και την άσκησε χωρίς φιλοδοξία και χωρίς ανταμοιβές. που έβρισκε τα έργα του «χωρίς δράση». σύντομα την εγκατέλειψε για τη λογοτεχνία. φέρνει τη σκιά του θανάτου. αν και δεν του λείπει το χιούμορ. Όπως γράφει ο Iβάν Μ π ο υ ν ί ν στη βιογραφία του (1908). ο Τσέχοφ δεν άργησε να βρει τη θέση του στα ρωσικά γράμματα: η γαλήνια α­ πελπισία του. της απελπισίας. Το έργο του. που μ ό λ ι ς γ ε ν ν ι ό τ α ν πολυγραφότατος και σε πεί­ σμα της παλιάς γενιάς.. ανάμεσα σε Έ λ λ η ν ε ς γ ε ί τ ο ν ε ς . οι ήρωές του παραμένουν ανήμποροι και ν ο ­ σταλγικοί. Εργαζόταν πάντα π ο λ ύ : πίστευε πως η ομορφιά της ζωής πηγάζει από την εργασία. του επιτέθηκαν. . τις «Τρεις αδελφές». πίσω του άφησε θεατρικά έργα (το «Θείο Βάνια».. καθώς και πλήθος διηγήματα που δημοσιεύτηκαν στη διάρκεια της ζωής του (μερικά απ' αυτά στο σατιρικό έντυπο «Τζιτζίκι») ή που έμειναν στα συρτάρια του. η ακρίβεια της γλώσσας και των συναισθημάτων. Ο Ρώσος συγγραφέας ήταν πενήντα τεσσάρων ε τ ώ ν .. αλλά με την ειρωνεία και τη διαύγεια ενός αδυσώπητου αλλά φι­ λάνθρωπου παρατηρητή. όπως οι μεγαλύτεροι συγγραφείς του κόσμου. ο αληθινός του ήρωας είναι η απόγνωση. το «Γλάρο»). Αν και καθιερωμένοι συγγραφείς.». Ο Τσέχοφ. Ο ίδιος έζησε τη φτώχεια και τον πατρικό αυταρχισμό . το «Βυσσινόκηπο». ο βήχας που μοιάζει να ακούγεται πίσω από κάθε αστραφτερό διάλογο. μια απόγνωση που περιγράφε­ ται χωρίς βαρυσήμαντες λ έ ξ ε ι ς . της αποσύνθεσης. νουβέλες. με το θέατρο Στανισλάφσκι.. η π ο λ ι τ ι κ ή του ανεξαρτησία συναρμολογούν το πορτρέτο ενός κλασικού. χωρίς αφρώδη συναισθήματα και βίαιες α­ ντιδράσεις. όπως ο Τολστόι. «ο Τσέχοφ ήταν ένας εξορκιστής.γ ε ν ν ή ­ θηκε στο Ταγκαρόνγκ.Εκατό χρόνια έχουν περάσει από το θάνατο του Αντόν Τσέχοφ σε μια λ ο υ τρόπολη του Μέλανα Δρυμού. οι κακουχίες και οι στερήσεις συνέβαλαν στο να προσβληθεί από φυματίω­ σ η . μονόπρακτα (όπως την « Π ρ ό ­ ταση γάμου» και τις «Βλαβερές συνέπειες του κ α π ν ο ύ » ) .

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful