ΜΙΚΡΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ
100

ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑ

Μετάφραση

Σπύρου Λιναρδάτου

«ΕΚΔΟΣΕΙΣ

70»

ΚΟΙΝΗ

ΑΓΟΡΑ

"Αν συμβουλευτή κανείς τή μεγάλη βιβλιοθήκη τοϋ
Πανεπιστημίου τοΟ Χάρβαρτ, στό Καΐμπριτζ χί)ς Μασαχουσέτης, θά βρή τή φίσα πού είναι άφιερωμένη στά Ιργα γιά τήν Common Market (Κοινή Αγορά) ταξινομημένη άνάμεσα στή φίσα πού Ανακεφαλαιώνει τή φιλολογία γιά τό common sens (κοινό νοΟ) καΐ στή φίσα πού
άναφέρεται στά βιβλία τά σχετικά μέ τήν common neurosis (κοινή νεύρωση). Δέν πρόκειται φυσικά νά άποδώσουμε καμιά σημασία σέ μιά γειτνίαση πού όφείλεται μόνο
στήν τύχη, σέ μιά ταξινόμηση κατ' άλφαβητική σειρά,
άλλά δέν μπορεί νά μή σκεφτή κανείς δτι ή τύχη, δπως
συμβαίνει καμιά φορά, δέν τά κανόνισε καΐ άσχημα.
Γιά τούς Ιδρυτές τής Κοινής 'Αγοράς ήταν ζήτημα
κοινοΟ νοΟ ή προσπάθεια νά όδηγηθοΟν προοδευτικά πρός
τήν οίκονομική ένότητα ?ξη γειτονικές χώρες (ή Γαλλία,
ή 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας, ή 'Ιταλία,
τό Βέλγιο, ή 'Ολλανδία καΐ τό ΛουξεμβοΟργο) πού βρίσκονται στιβαγμένες στό ίσχατο δυτικό άκρο τής άπέραντης άσιατικής ήπείρου καΐ είναι όλοφάνερα άνίκανες
νά συναγωνιστοΟν, ή κάθε μιά χωριστά, τούς δύο ύπερμεγάλους, τΙς Ενωμένες Πολιτείες καΐ τή Σοβιετική "Ενωση, άνάμεσα ατούς όποίους είναι τοποθετημένες σάν άνάμεσα στή σφύρα καΐ στόν άκμονα. Τά έπιχειρήματά

— ότου ς, γιά νά ποϋμε τήν άλήθεια, είχαν τή σφραγίδα τοΟ
πολύ κοινοϋ νοΟ, ήταν άδιαφιλονίκητα: πώς νά άρνηθής
δτι ή σύγχρονη βιομηχανία ίχει άνάγκη άπό μεγάλες
άγορές γιά νά έξασφαλίση τό μέγιστο δυνατό δφελος άπό
τΙς μεθόδους τής μαζικής παραγωγής; Ή Κοινή 'Αγορά,
άνατινάζοντας τους τελωνειακούς φραγμούς πού ήλιθίως
χώριζαν σέ διαμερίσματα τόν ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο,
θά έπέτρεπε νά συσσωματωθοϋν, πρός πολύ μεγάλη Ικανοποίηση τών σύγχρονων σαΐν - σιμονιστών μας, κάπου έκατόν όγδόντα έκατομμύρια καταναλωτών (τό σύνολο τοΟ
πληθυσμοϋ τών £ξη χωρών), νά άξιοποιηθοΟν παραγωγικοί πόροι, πού, άπό τή στιγμή πού θά Επεφταν στόν ϊδιο
καρβανά, θά μπορούσαν νά διαμορφώσουν Ινα συγκρότημα
έξίσου δυνατό, άν ί χ ι έξίσου συμπαγές, μέ τό δυτικό ή
τό άνατολικό.
'Αλλά άπό μιάν άλλη άποψη οί κρίσεις πού σημάδεψαν πολλά άπό τά πιό σημαντικά στάδια τής οίκοδομήσεως τής Κοινής 'Αγοράς, ή κατάσταση τής άπάθειας
στήν όποία μοιάζει νά ξαναπέφτη ή Ε.Ο.Κ. κάθε φορά
μετά τή λήψη στίς Βρυξέλλες κάποιας σπουδαίας άποφάσεως, πού χαιρετίζεται άμέσως καΐ μέ μεγάλη εύκολία
άπό τήν πλειοψηφία τών σχολιαστών σάν σημάδι δτι Ιχουμβ έπιτέλους φτάσει στό «σημείο τής μή έπιστροφής» (τής
μή έπιστροφής στόν έθνικιστικό κατακερματισμό τής παλιάς Εύρώπης), βλ' αύτά μπορεί νά παρουσιάζουν τό θέαμα
μι&ς τεράστιας νευρώσεως πού Ιχει προσβάλει Ινα συλλογικό δν, μιδς νευρώσεως δλόκληρης τής Εύρώπης πού τή
βλέπουμε γιά μιά άκόμη φορά στήν ιστορία της νά άναζητή τήν προσωπικότητά της, καΐ νά σύρεται άδιάκοπα

7

Ανάμεσα στίς διάφορες εΙκόνες πού Ιχει σχηματίσει γιά
τόν ίδιο της τόν έαυτό της: ή «ή Εύρώπη χωρίς δχθες»
τών 'Ολλανδών, Αφοσιωμένη πρίν Από κάθε τι άλλο στίς
διεθνείς Ανταλλαγές, ή «ή Εύρώπη α λά γαλλικά», πιό πολύ Απασχολημένη μέ τήν δική της Ανάπτυξη καΐ μέ τήν
προσπάθεια νά περιβάλλη τήν οίκονομική της δραστηριότητα σέ δσο τό δυνατό πιό Ακριβή νομικά πλαίσια...
Ένώ παραμένει πΑντα Ανοιχτή ή συζήτηση Ανάμεσα
στίς δύο τάσεις, ποιός είναι, δέκα χρόνια μετά τήν ύπογραφή τοΟ Συμφώνου τής Ρώμης (25 Μαρτίου 1957)
πού Αποτέλεσε τή ληξιαρχική πρΑξη τής γεννήσεώς της,
6 Απολογισμός τής Κοινής 'Αγοράς; Γιά νά Απλοποιήσουμε τά πράγματα μπορούμε νά πούμε δτι ot £ξη χώρες πού ΑποφΑσισαν νά σχηματίσουν τήν Ευρωπαϊκή Οίκονομική Κοινότητα (αύτό είναι τό έπίσημο δνομα τής
Κοινής Αγοράς) έπεδίωκαν τρεΤς μεγΑλους Αντικειμενικούς σκοπούς: σέ ποιό βαθμό τούς πλησίασαν;
Ό πρώτος Από τούς Αντικειμενικούς σκοπούς, ή δημιουργία μιάς τελωνειακής ένώσεως, είχε έπιτευχθή τήν
1η 'Ιουλίου 1968, δηλαδή δεκαοχτώ μήνες πρίν Από τήν
προθεσμία πού είχε καθορίσει τό Σύμφωνο. Τήν Ιδια στιγμή δμως ή Γαλλία ύποχρεωνόταν νά πάρη προσωρινά
προστατευτικά μέτρα. "Ετσι Αποδείχθηκε, Αν χρειαζόταν,
δτι ή οίκοδόμηση τής Εύρώπης έξαρτάται Από τή διατήρηση τής έσωτερικής Ισορροπίας κάθε χώρας. Τήν Γδια
ήμερομηνία ot "Εξη είχαν :
— Καταργήσει τά τελευταία τελωνειακά δικαιώματα
πού διατηρούσαν μεταξύ τους. Τό Σύμφωνο τής Ρώμης
καθόριζε δτι ό δασμολογικός Αφοπλισμός στό έσωτερικό

8

τί)ς Κοινής 'Αγοράς θά γινόταν κατά στάδια τή «μεταβατική περίοδο» (1959—1970) πού προορισμός της ήταν
νά έπιτρέψη στίς Ιξη χώρες v i προετοιμαστοϋν για τΙς
νέες συνθήκες συναγωνισμού στούς κόλπους τής Κοινής
'Αγοράς, πού ή όλοκλήρωσή της (τό Σύμφωνο έχει συναφθή γιά πάντα καΐ καμιά χώρα δέν ίχει δικαίωμα ν' άποσυρθή) προβλέπεται γιά τήν 1η Ιανουαρίου 1970.
— 'Ολοκληρωμένη τήν έφαρμογή τοΟ κοινοϋ έξωτερικοϋ τους δασμολογίου, τοϋ δασμολογίου τους δηλαδή
άπέναντι στδν ύπόλοιπο κόσμο, πράγμα πού σημαίνει πώς
£να άμερικανικό, άγγλικό, σουηδικό κ.λ. έμπόρευμα πού
εΙσάγεται άπό μιά άπό τΙς χώρες τής Κοινής 'Αγοράς
καταβάλλει τό Ιδιο τελωνειακό δικαίωμα δποιο καΐ νάναι
τό λιμάνι (ΆμβοΟργο, Χάβρη, Γένοβα κ.λ.) άπό τό όποϊο
θά μπή στό έδαφος τής Κοινότητας. Γιά τή Γαλλία καΐ
τήν 'Ιταλία, τά δικαιώματα άπό τό νέο έξωτερικό δασμολόγιο είναι γενικά χαμηλότερα άπό τά δικαιώματα τοΟ
παλιοΟ έθνικοΟ δασμολογίου. Αύτό προκύπτει άπό τόν κανόνα όπολογισμοΟ γιά τόν καθορισμό τών δικαιωμάτων
τοΟ νέου έξωτερικοΟ δασμολογίου πού υιοθετήθηκε (Τσα
μέ τόν μέσο δρο τών δικαιωμάτων τών έθνικών δασμολογίων πού ίσχυαν παλιότερα). 'Από τό ϊδιο τό γεγονός
τής εισόδου στήν Κοινή 'Αγορά, οί γαλλικές έπιχειρήσεις
Ιχουν λοιπόν νά άντιμετωπίσουν αΰξημένο άνταγωνισμό
δχι μόνο άπό μέρους τών έπιχειρήσεων τών άλλων χωρών τής E.OJL (άπέναντι στίς όποιες δέν θά ύπάρχη πιά
δασμολογική προστασία), άλλά έπίσης άπό μέρους τών
έπιχειρήσεων τών τρίτων χωρών (άπέναντι στίς όποΐες
ή δασμολογική προστασία θά είναι περιορισμένη).

— 9

Κατάργηση τών τελωνειακών δικαιωμάτων Ανάμεσα
στίς χώρες πού τήν ΑποτελοΟν, υιοθέτηση ένός κοινού δασμολογίου, αύτά Ακριβώς τά δύο μέτρα χαρακτηρίζουν μιά
τελωνειακή Ενωση. Άλλά φτάνει ή τελωνειακή Ινωση
γιά νά έπιβεβαιωθή ή οίκονομική £νωση τών Έ ξ η ; "Οχι,
κι αύτό έκφράζεται μέ τόν πιό καθαρό τρόπο Από τό γεγονός δτι, Αν Από τήν 1η 'Ιουλίου 1968 δέν πληρώνη
κανείς τελωνειακά δικαιώματα περνώντας Από τή μιά
στήν άλλη χώρα τής Κοινής 'Αγοράς, δέν έξαφανίστηκαν
ot τελωνειακοί: έξακολουθοϋν νά Ασκούν τόν ίλεγχό τους
γιά νά βεβαιωθούν λόγου χάρη δτι ϊνα προϊόν «Made in
Germany» πού εΙσάγεται στή Γαλλία πληρώνη τό T.V.
Α., εΓναι σύμφωνο, στή συγκεκριμένη περίπτωση, μέ τούς
γαλλικούς κανονισμούς δσον άφορα τήν προστασία τής ύγείας κ.λ. Μ* άλλα λόγια ot δασμολογικοί φραγμοί είναι
μόνο Ινα Από τά έμπόδια γιά τήν έλεύθερη κυκλοφορία
τών έμπορευμάτων: ύπάρχουν έπίσης φορολογικοί φραγμοί, διοικητικοί φραγμοί πού πρέπει νά έξομαλυνθοϋν,
Αν δχι νά πέσουν έντελώς, γιά νά γίνη ή Κοινή 'Αγορά
δπως μιά έσωτερική Αγορά 180 έκατομμυρίων κατοίκων.
'Επιπλέον, γιά τή δημιουργία μιάς τέτοιας Αγοράς μέ
ευρωπαϊκές διαστΑσεις, θά χρειαζόταν κΑτι περισσότερο
Από μιά μόνο έλευθερία Ανταλλαγής τών προϊόντων: θά
ίπρεπε, λόγου χΑρη, καΐ ot άνθρωποι νά μπορούν νά Ασκούν τή δραστηριότητΑ τους δπου νομίζουν καλύτερα,
πράγμα πού θά προϋπέθετε ύπογραφή συμφωνιών Από
τούς Έ ξ η γιά Αμοιβαία Αναγνώριση τών διπλωμάτων, έλευθερία συγχωνεύσεων μεταξύ έπιχειρήσεων διαφορετικής έθνικότητας, πράγμα πού είναι πολύ δύσκολο τώρα

10

καΐ θά άπαιτοϋσε τροποποίηση τών νομοθεσιών γιά τΙς
έταιρίες σέ κάθε χώρα τής Ε.O.K. Σιγά - σιγά θάπρεπε
νά προσαρμοστώ) στίς άπαιτήσεις τής οίκοδομήσεως τής
Εύρώπης τό σύνολο τών κειμένων χαΐ τών συνηθειών πού
διέπουν τήν οίκονομική ζωή τών "Εξη.
Γι' αύτό — κ ι έδώ βρίσκεται ό δεύτερος άντικειμενικός σκοπός— τό Σύμφωνο τής Ρώμης ύποχρεώνει τούς
Έ ξ η νά έ ν α ρ μ ο ν ί σ ο υ ν ή ν ά κάμουν νά πλησιάσουν τΙς νομοθεσίες τους σέ δλους τούς τομείς «πού έπιδροΟν άμεσα στήν έγκαθίδρυση ή στή λειτουργία τής Κοινής Αγοράς». Ή διατύπωση είναι πολύ άόριστη καΐ ot
πρόοδοι πού ϊγιναν ώς τώρα είναι μάλλον πενιχρές. "Ας
σημειωθή δτι τό Σύμφωνο περιορίζει στό έλάχιστο τΙς
παραχωρήσεις κυριαρχίας άπό μέρους τών Κρατών πού
τό ύπέγραψαν καΐ δέν προβλέπει, λόγου χάρη, δτι τά
έθνικά νομίσματα θά άντικατασταθοΟν μιά μέρα, πράγμα
πού θά ήταν μέσα στή «λογική» τής Κοινής άγοράς, μέ
Ινα ένιαΐο εύρωπαϊκό νόμισμα.
Ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα μποροϋσε νά ήταν μόνο ή
έπισφράγιση τής πολιτικής ένότητας τής Εύρώπης. 'Από
τήν ένότητα αύτή είμαστε τό Γδιο μακριά στά τέλη τοϋ
1968, δσο είμαστε καΐ πρίν δέκα χρόνια. "Ενα πράγμα
είναι όπωσδήποτε βέβαιο: ή διατήρηση τής νομισματικής
σταθερότητας σέ κάθε μιά άπό τΙς έξη χώρες είναι §νας
πολύ σημαντικός δρος γιά τήν καλή λειτουργία τής Κοινής Άγοράς. Μιά ύποτίμηση μπορεί νά έξουδετερώση
τά άποτελέσματα τοϋ δασμολογικού άφοπλισμοϋ. Αύτό δέ
σημαίνει δτι καθένας άπό τούς "Εξη ϊχασε τή νόμισμα-

11

τική αύτονομία του κι 6τι κανένας τους δέν μπορεί χωριστά νά άλλάζη τήν Ισοτιμία του (ot «άπαγορεύσεις» δέν
μπορεί ποτέ νά έμποδίσουν τή λήψη μιάς ά π α ρ α ί τ η τ η ς άποφάσεως). Αύτό δμως σημαίνει πώς μιά τέτοια
άλλαγή θδπρεπε ν' άποφασιστή σέ συνεννόηση μέ τΙς άλλες χώρες τής Κοινής 'Αγοράς.
Σ ' ένα μόνο τομέα, στή γεωργία, οί Έ ξ η προώθησαν
άρκετά τό ίργο τής ένοποιήσεως καΐ αύτό σέ δύο έπίπεδα:
υιοθέτησαν ίνα ένιαΐο σύστημα κρατικής παρεμβάσεως γιά
τή στήριξη τών τιμών τών άγροτικών προϊόντων (προηγουμένως κάθε κυβέρνηση βοηθούσε τούς άγρότες της μέ
διαφορετικό σύστημα), πράγμα πού άντιστοιχεί σ' Ινα φιλόδοξο σύστημα έναρμονίσεως καΐ άποφάσισαν νά έφαρμόσουν ένιαΐες τιμές γιά τά κυριότερα προϊόντα, πράγμα
πού ισοδυναμεί στήν πραγματικότητα μέ έφαρμογή κοινής π ο λ ι τ ι κ ή ς (άφοϋ τό έπίπεδο τών τιμών καθορίζει τό μέγεθος τών εισοδημάτων, έπηρεάζει τόν ρυθμό τής
φυγής τών άγροτών άπό τήν ύπαιθρο, κ.λ.). Οί πρόοδοι
πού πραγματοποιήθηκαν στή γεωργία έξηγοϋνται άπό τή
συμβολή τριών παραγόντων: τήν Ισχυρή πίεση πού άσκήθηκε άπό τή γαλλική κυβέρνηση στούς συνεταίρους της
γιά νά έπιτευχθή μιά συμφωνία, τό ένδιαφέρον πού έδειξαν οί ίδιοι οί άγροτικοί κύκλοι γιά τήν έπιτυχία τής
προσπάθειας, καΐ τήν έπεξεργασία άπό τήν 'Επιτροπή τής
Κοινής 'Αγοράς ένός λεπτομερειακού σχεδίου κοινής άγροτικής πολιτικής.
"Ετσι φτάνουμε στόν τρίτο άντικειμενικό σκοπό πού
είχαν προσδιορίσει οί πρωτεργάτες τοΟ Συμφώνου τής Ρώ-

12

μης: τή δημιουργία θεσμών νέου τύπου προορισμένων v i
προσφέρουν στή μέλλουσα Κοινότητα Ινα έμβρυο κοινής
κυβερνήσεως. Μιά πρώτη έμπειρία σ' αύτό τό πρόβλημα
ήταν ή δημιουργία τό 1951 τής Κοινότητας "Ανθρακος —
Χάλυβος πού προικοδοτήθηκε μέ μιά 'Ανώτατη Διοίκηση
άνεξάρτητη άπό τΙς κυβερνήσεις (δπως τό ήθελε δ Ζάν
Μοννέ. Ή Εύρωπαΐκή ΟΙκονομική Κοινότητα είναι λιγότερο «ύπερεθνική» άπό τήν Ε.Κ.Α.Χ. μέ τήν έννοια δτ:
οί άποφάσεις παίρνονται δχι άπό τήν 'Επιτροπή, δργανο
άνεξάρτητο άπό τΙς κυβερνήσεις, άλλά άπό τό Συμβούλιο
τών ύπουργών στό όποΐο άντιπροσωπεύεται κάθε κυβέρνηση. Κύρια άποστολή τής Επιτροπής είναι νά κάνη προτάσεις στό Συμβούλιο πού άποφασίζει. Μέ ποιά διαδικασία; Τό Σύμφωνο τής Ρώμης πού ύπογράφτηκε έπΐ 4ης
Δημοκρατίας, πρόβλεπε δτι ο! άποφάσεις θά παίρνονταν
κατ' άρχήν κατά πλειοψηφία, άλλά δ στρατηγός Ντέ
Γκώλ Ικρινε δτι Ινας τέτοιος κανόνας ήταν άντίθετος μέ
τήν άρχή τής έθνικής κυριαρχίας, καί, σέ μεγάλο βαθμό
γι* αύτό τό λόγο, ξέσπασε στίς Βρυξέλλες ή κρίση τή;
30ής Ιουνίου 1965 πού παρέλυσε τήν Κοινή 'Αγορά γιά
έφτά μήνες καί τερματίστηκε μ' Ινα πολύ άνάπηρο συμβιβασμό.
Αύτή ή θεσμική κρίση πού ρυθμίστηκε προσωρινά,
μπορεί πάντα νά ξαναπροβάλη μέ άφορμή τό δύσκολο πρόβλημα τής εΙσόδου τής Μεγάλης Βρεταννίας στήν Ε.Ο.Κ.
Πώλ Φαμτιρά

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ

13

ΤΑΞΕΙΣ

Φιλονεικοϋν γιά τό 4ν ύπάρχουν ή 5χι τάξεις δπως
φιλονεικοϋν γιά τήν δπαρξη τοΟ θεοϋ. Είναι πολύ παράξενο δτι οΕ έμπειρικές Ιρευνες δέν προσφέρουν καμιά άπόδειξη οδτε γιά τήν δπαρξη οδτε γιά τή μή δπαρξή τους.
Τά έρωτηματολόγια καΐ ot έρευνες, δπως έκεΐνα τά θαύ- '
ματα πού έξηγοΟσε ή Εκκλησία, χρησιμεύουν μόνο γιά
νά ένισχύσουν τήν έπιχειρηματολογία κι άπό τις δυό
πλευρές.
Τό πρόβλημα 5 è ν β ρ ί σ κ ε τ α ι στήν δπαρξη ή
δχι τών τάξεων, άλλά δέ μπορεί κανείς νά άγνοήση αυτόν
τό μεταφυσικό τρόπο μέ τόν όποιο τίθεται. 'Αποκαλύπτει
μιά πλευρά τοΟ ζητήματος: οί κοινωνικές τάξεις είναι μιά
πολιτική ύπόθεση.
Γιά τούς μαρξιστές ύπάρχουν τάξεις: ή άστική πού
κατέχει τά μέσα παραγωγής, τό προλεταριάτο πού τά
χειρίζεται. Γιά τούς φιλελεύθερους κοινωνιολόγους ύπάρχουν μόνο κοινωνικά στρώματα, διάφορες στρώσεις πού
κάνουν τήν κοινωνία σάν μιά πίττα μέ φύλλα. Τό Ιπαθλο τής φιλονεικίας είναι σημαντικό, γιατί δν ύπάρχουν
τάξεις, ή κατάργησή τους προμηνύει τόν αιώνα τής Ιλευθερίας καΐ τοϋ σοσιαλισμοϋ. "Αν δέν ύπάρχουν, τότε καθένας προσπαθεί ν' άνέβη τά σκαλοπάτια τής κοινωνικής
κλίμακας καΐ νά περάση άπό τό ένα κοινωνικό στρώμα
στό άλλο.
Τό πρόβλημα έχει τόσο μπερδευτή, έχει τόσο άσχημα
τεθή πού πρέπει νά τό ξεκαθαρίσουμε. Μπορούμε νά θέσουμε δυό έρωτήματα:

Μ

-

Ι) Ή άντίληψη τών τάξεων μάς έπιτρέπει νά κατανοήσουμε τήν βιομηχανική κοινωνία; Ερώτημα κρίσιμο
κι δχι πιά μεταφυσικό.
2) Ol κοινωνικές τάξεις είναι πολιτικό ζήτημα καΐ
Εχουν σχέση μέ τήν έξουσία. Έ φ ' δσον Ετσι Εχουν τά
πράγματα, ποιό ρόλο παίζουν αύτές ot τάξεις στόν πολιτικό άγώνα;
Τό δεύτερο Ερώτημα είναι άνεξάρτητο άπ' το πρώτο.
Τό Ενα είναι θεωρητικό, τό άλλο είναι πρακτικό. Ό άντίληψη τών τάξεων μ&ς έπιτρέπει νά κατανοήσουμε ; Αύτό
δέν προκαθορίζει τήν ιδεολογική άξία τής Ιννοιας, πού
μπορεί νά χρησιμοποιήται στήν πράξη, χωρίς Ιστω νά
ίχη καμιά Επιστημονική άξία.
Στό πρώτο έρώτημα μπορεί ν' άπαντήσουμε δτι ή άντίληψη τών κοινωνικών τάξεων παίζει ένα βασικό Επαγωγικό ρόλο. Καμιά θεωρία γιά τήν κοινωνία μας δέν
μπορεί νά τήν άγνοήση. Μέ τή χρησιμοποίησή της έκφράζεται τό γεγονός δτι είναι άνιση ή κατανομή τών
άγαθών καΐ τών πληροφοριών. Εκφράζεται έπίσης τό γεγονός δτι όπάρχουν έσωτερικά ρήγματα στίς βιομηχανικές κοινωνίες. ΜποροΟμε νά ποϋμε πώς είναι ή μόνη
άντίληψη πού μας έπιτρέπει νά άντικρόζουμε τις κοινωνίες μας άπό τήν πλευρά τών συγκρούσεων καΐ τών άντιφάσεών τους καί, άκόμα, νά βλέπουμε τήν άσταθή Ισορροπία τών έθνών. Χωρίς τήν άντίληψη αύτή κινούμαστε
είτε στό πεδίο τών δημαγωγικών διακηρύξεων γιά παγκόσμια Ενότητα εϊτε στό πεδίο τών πιθανοτήτων δπου Επαυξάνει κανείς τΙς λεπτομερειακές άντιθέσεις γιά νά έκτιμήση Ενα σύνολο πού δέν είναι τίποτε άλλο άπό μιά

— 1 6

άντιφατική σύνθεση. Κι άν άκόμα ή έννοια κοινωνική
τάξη δέν μπορή άπόλυτα v i έφαρμοστΐ) γιά καμιά δρατή
πραγματικότητα (άστική τάξη, μεσαίες τάξεις, άγροτική
ή προλεταριακή τάξη) έπιτρέπει νά έκτιμήσουμε τΙς έντάσεις, να έξηγήσουμε τήν δχι όρθή κυκλοφορία τών άγαθών, τής έξουσίας, τών άποφάσεων, τών γνώσεων.
Αύτή ή άντίληψη έξηγεϊ έπιστημονικά τή διαίρεση
τών άτόμων σέ άνταγωνιστικά στρατόπεδα άνάλογα μέ
τή στάση τους καΐ τόν τρόπο πού άντιμετωπίζουν όρισμένα θέματα, θεμελιώνει καΐ τΙς φιλελεύθερες θεωρίες γιά
τήν κατανομή τής έξουσίας καΐ τήν δημοκρατία δυτικοί)
τύπου. 'Αγνοώντας τήν άντίληψη τών τάξεων εισάγεις
καΐ πάλι κατά κάποιο τρόπο μιά θωμιστική άντίληψη
τής έξουσίας, μεταβάλλεις τήν κοινωνία σέ μιά πυραμίδα στήν δποία βασιλεύουν ol έκλεκτοί τοΟ θεοΟ. Άλλά
ή χρήση τής έννοιας πρέπει νά παραμένη πάντα καθαρά
κατευθυντική. Αύτή ή Γδια ή έννοια είναι ή παράσταση
μιάς άντίθεσης καΐ δέν άφορά τήν ύπαρξη μιδς μεμονωμένης καΐ άφηρημένα διαχωρισμένης δμάδας. Τό έρώτημα άν δ άστισμός ή ή τεχνοκρατία είναι τάξη δέν έχει
καμιά έννοια γιατί έτσι ή άντίληψη τών τάξεων μεταβάλλεται σ' ένα μεταφυσικό δρο.
Επίσης παράλογο εϊναι τό έρώτημα άν ύπάρχουν τάξεις στή Σοβιετική "Ενωση ή στίς Ηνωμένες Πολιτείες.
Τό ζήτημα είναι μάλλον: μπορούμε νά κατανοήσουμε τή
σοβιετική κοινωνία ξεκινώντας άπό μιά άπλή άντίληψη,
άπό μιά άντίληψη πού δέν παραδέχεται τήν ύπαρξη καμιάς άντίθεσης;
Ή έφαρμογή τής άντίληψης τών κοινωνικών τάξεων

IG —

έπιτρέπει λοιπόν, άπό τήν μιά μεριά, νά περιγράψουμε τό
διαχωρισμό τών άνθρώπων σέ χωριστές καΐ άντίθετες δμάδες, καΐ άπό τήν άλλη νά έντοπίσουμε τά σημεία συγκρούσεως στόν άγώνα γιά τή διεύθυνση τών κοινωνιών.
'Αλλά ϊτσι: ή μαζικοποίηση τών βιομηχανικών κοινωνιών, ή άνάπτυξη τής μισθωτής έργασίας καΐ τών μεσαίων τάξεων δέν κάνει καθόλου ξεπερασμένη τήν ταξική άντίληψη. Τό χάσμα μετατοπίζεται, ή βάση διαχωρισμού άλλάζει (χθές ή ιδιοκτησία τών μέσων παραγωγής, σήμερα ή κατοχή τών μέσων διοικήσεως), άλλά τό
ρήγμα καΐ ή άντίθεση παραμένουν.
Ή άνάπτυξη τής κατανάλωσης, τό γεγονός δτι οΕ «όργανωτές» άντικαθιστοϋν τους Ιδιοκτήτες, τό γεγονός δτι
τά συνδικάτα διεκδικούν μόνον αύξήσεις τοϋ ήμερομισθϊου,
δτι τό κεφάλαιο έπανεπενδύεται σχεδόν δλάκληρο, δτι τό
Κράτος παίρνει τή θέση τής άστικής τάξης, δέν είναι καθόλου σημάδια μι&ς παγκόσμιας συμφιλίωσης καΐ έξαφάνισης κάθε αΙτίας διαχωρισμού τών άνθρώπων σέ «διοικούντες» καΐ «διοικουμένους», σέ έκμεταλλευτές και έκμεταλλευόμενους.
Υπάρχει μια πολύ μακρά παράδοση τού συγκεντρωτικού προτύπου στις κοινωνίες μας, μιά πολύ μακρά πείρα γιά τήν άποδοτικότητα τής άπό τά πάνω όργανωμένης έργασίας, τής καταναγκαστικής καΐ έπιβλεπόμενης
έργασίας γιά νά μπορή ή ϊννοια τάξη νά χάση σήμερα
τή σημασία της.
Γι' αύτό αύτή ή Εννοια, έκτός άπό τήν έπιστημονική
της χρήση, ίχει καΐ τήν πρακτική της λειτουργία. Είναι
ίνα Ιδεολογικό δργανο πού σού έπιτρέπει νά κατευθύνης

17

τή δράση καΐ πού, σάν τέτοιο, φαίνεται έπικίνδυνο στούς
όπαδούς τής διακυβερνήσεως άπό τούς έκλεκτούς.
Αύτή ή πρακτική χρήση γίνεται μέ δυό τρόπους: ή
μεταβάλλεις κάθε τάξη σέ πραγματικότητα καθ' έαυτή,
φορτωμένη μέ άρετές καΐ έλαττώματα, συνεπώς όποστασιοποιείς juà χωριστή όμάδα καΐ τήν κάνεις τό Αντικείμενο συναισθηματικοϋ προσδιορισμού, τό μέρος μιας φανταστικής συσσωμάτωσης (αύτό άκριβώς Εγινε μέ τήν πολιτική χρήση τής Εννοιας προλεταριάτο, άλλά καΐ τής Εννοιας «μεσαίες τάξεις») " ή κρατάς μόνο τήν Εννοια τής
άντίθεσης πού περιέχει ή άντίληψη, παραμελώντας τή
ρυθμιστική πλευρά, γιά νά τήν κάνης Ενα άγωνιστικό
σύμβολο, νά άντικειμενικοποιήσης τΙς συγκρούσεις καΐ νά
μετατρέψης κάθε συμπεριφορά σέ μάχη. Αότές ol δυό
πρακτικές λειτουργίες τής Εννοιας χρησιμοποιήθηκαν και
ο( δυό μαζί άπό τά κομμουνιστικά κόμματα.
Άλλά καΐ ή άρνηση δτι ύπάρχουν κοινωνικές τάξεις
παίζει τόν πολιτικό ρόλο της. Κι ό ρόλος αύτός είναι
προπαντός νά ύπάρχη ή δυνατότητα νά έπικαλοΟνται τήν
έθνική Ενότητα, ν' άπευθύνωνται στό λαό στό σύνολό του.
Τό Εθνος τότε είναι άντίθετο μέ τήν Εννοια τής τάξης, δ
Εμφύλιος πόλεμος Εξαφανίζεται μπροστά στόν πατριωτικό
πόλεμο. "Ολες ot έσωτερικές Εντάσεις είναι άνύπαρκτες,
δλες οί συγκρούσεις Εξατμίζονται μέσα στήν περιφρόνηση
καΐ τό μίσος πρός τόν ξένο.
"Εχει λοιπόν σημασία νά διακρίνουμε τή θεωρητική
λειτουργία τής άντίληψης καΐ τήν πρακτική λειτουργία
τής εΙκόνας της, δηλαδή τήν έπιστήμη τής Ιδεολογίας.
Ή Εννοια τής κοινωνικής τάξης διαπιστώνει Ενα φαι3

18

νάμενο γενικό στίς κοινωνίες μας* τήν άνιση κατανομή
τών εύκαιριών στήν άπόλαυση τών άγαθών, στή διαχείριση τής έξουσίας, στήν πολιτική συμμετοχή. Αύτή ή άνιση κατανομή Εχει τΙς ρίζες της σέ μιά πανάρχαια παράδοση καί, παρά τήν αίσιοδοξία δρισμένων κοινωνιολόγων,
δέν 5χει άκόμα έξαφανιστή. Ή άνισότητα τών εύκαιριών
πάει ώς τήν όλοκληρωτική άρνηση τών εύκαιριών γιά όρισμένες κοινωνικές όμάδες, έκεΐνες πού δέν έχουν τίποτε
άλλο νά πουλήσουν έκτός άπό τήν έργατική τους δύναμη.
Πρόκειται γιά μιά άκραία κατάσταση πού δημιουργεί εΐδικές συνθήκες γι' αύτές τΙς όμάδες καί τΙς θέτει, κατά
κάποιο τρόπο, πραγματικά έξω άπό τήν κοινωνία. Αύτό
συνέβαινε μέ τό προλεταριάτο στίς δυτικές χώρες δχι
πρίν άπό πολύν καιρό, αύτό συμβαίνει σήμερα μέ τΙς λαϊκές μάζες τοϋ Τρίτου Κόσμου.
Αύτή ή κατάσταση τού άποκλεισμού άφαιρεΐ κάθε
δυνατότητα εΙρηνικοΟ άνταγωνισμοΟ. Δέν ύπάρχει κάν
άνταγωνισμός, άλλά μόνο άγώνας ή πόλεμος. Ό είρηνικός άγώνας προϋποθέτει μιά όρισμένη ένσωμάτωση, κοινές άξίες, σκοπούς πού είναι δυνατό νά έπιτευχθοϋν. Ή
δπαρξη όμάδων πού δέ μετέχουν καθόλου στήν κατανομή
τών άγαθών, πού δέν έχουν καμιά εύκαιρία, δέν άφήνει
παρά δυό ένδεχόμενα: τήν άποκτήνωση τής δουλείας ή
τόν άνοικτό άγώνα.
Εξαιτίας τής παγκοσμιοποίησης τού βιομηχανικού συστήματος, τό κέντρο τής πάλης τών τάξεων μετατοπίστηκε. Ό κύρια άντίθεση είναι ή άντίθεση τών «πλούοιών χωρών» καί τών «φτωχών χωρών»' σ' αύτή τήν
άντίθεση μπολιάζονται δευτερεύουσες συγκρούσεις. "Ετσι

19

ό πόλεμος τής 'Αλγερίας μεταφέρθηκε ατή Γαλλία μέ
συγκρούσεις συχνά βίαιες άνάμεσα στίς διάφορες κοινωνικές δμάδες. Τό Γδιο ό πόλεμος τοϋ Βιετνάμ, κύρια άντίθεση, προξενεί συχνά βίαιους άλλά δευτερογενείς άγονες στίς Ηνωμένες Πολιτείες. "Ετσι ή έξαφάνιοη τών ταξικών άγώνων είναι μόνο φαινομενική' μόνο ένας πού
μελετά ένα μοναδικό έθνος, άπομονωμένο καΐ ξεκομμένο
άπό τΙς μεγάλες συγκρούσεις τοϋ καιροΟ μας, μπορεί νά
τό πιστέψη. 'Ασφαλώς ή άντιπαράθεση άστικής τάξης καΐ
προλεταριάτου παίρνει στή Γαλλία μιά είρηνική καΐ θεσμοποιημένη μορφή, αύτή δμως ή φαινομενική συμφιλίωση όφείλεται ίσως μόνο στό γεγονός δτι μετατοπίστηκαν
οί κύριες έστίες τοΟ ταξικού άγώνα. "Αν ύπολογίσουμ»
αύτήν τή μετατόπιση, ή συνεργασία τών 'Αμερικανών έργατών μέ τήν ύπεύθυνη γιά τόν πόλεμο τοΟ Βιετνάμ κυβέρνηση δέν ϊχει τίποτε τό έκπληκτικό καΐ δέν είναι καθόλου άπόδειξη δτι έξαφανίστηκαν ο( ταξικές συγκρούσεις.
Ραφαέλ Πιβιντάλ

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ, ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ
Είναι δύσκολο σήμερα νά μελετήσουμε αύτούς τούς
δύο δρους χωριστά. Στό Ιδεολογικό πεδίο δπως καΐ στή ν
έπιστημονική άνάλυση έχουν συνδεβή σταθερά (μέ σχέση
συμπληρώσεως, άντιθέσεως ή συνεχείας). Δέν άνάγονται
δμως στό ίδιο έπίπεδο άναπτύξεως τής πολιτικής φαντασίας. Ό Ιδέα τοΟ «κομμουνισμού» είναι πολύ πιό άρχαία

— 20

άπό τήν ιδέα του «σοσιαλισμού». Ό Πλάτων, λόγου χάρη,
έδώ καΐ είκοσιπέντε αιώνες άποφαίνεται δτι ot φρουροί
τής ιδανικής Πολιτείας δέν θάχουν δικά τους άγαθά κι
δτι δλα σ' αύτούς θάναι κοινά: ύλικά άγαθά, γυναίκες καΐ
παιδιά. Κι άπό τότε, ή άνθρώπινη σκέψη έκτισε πολλά
φανταστικά οικοδομήματα κομμουνισμού, άπό τόν Τόμας
Μούρ &ς τους σύγχρονους συγγραφείς τής έπιστημονικής
φαντασίας. Είναι ένα είδος κομμουνισμοϋ σάν κι αύτόν πού
κατάφεραν νά φτιάξουν ot 'Ιησουίτες τής Παραγουάης,
όργανωτές τής «Γκουαρανικής Δημοκρατίας» (δημιουργήματος τής «πρώτης ύποταγής», στά 1610) καΐ έπέζησε
πάνω άπό έναν αίώνα. ΚαΙ ή σημερινή έθνολογία άπεκάλυψε — δχι χωρίς νοσταλγία — δτι έχουν ύπάρξει πολλές κοινωνίες στίς όποΐες δέν έπικρατοϋσαν ol άρχές τής
άτομικής ιδιοκτησίας καΐ τής έμπορευματικής οίκονομίας.
Ή Ιδέα τοϋ «σοσιαλισμού» είναι πολύ πιό πρόσφατη
'Αλλά είναι καΐ πιό σαφής. Περιέργως, ώς τά τέλη τοϋ
18ου αίώνα, «σοσιαλιστής» είναι έκεΐνος πού, έμπνεόμενος
άπό τό jus sociale, άπό τό «κοινωνικό» δίκαιο, άπό τό
«φυσικό στίς κοινωνίες» δίκαιο, είναι άντίθετος μέ τούς
έπαναστάτες. Ή λέξη παίρνει τή σημερινή της έκδοχή
μέ τόν σαιν - σιμονιστή Πιέρ Λερού καΐ μέ τόν Socialism
τοϋ Ρόμπερτ "Οουεν. 'Ονομάζεται σοσιαλιστής έκεΐνος
πού διαπιστώνει τά κακά τοΟ θεμελιωμένου πάνω στήν
άρχή τοΟ έλεύθερου άνταγωνισμοΟ άτομισμοΟ καΐ ταυτόχρονα άποδοκιμάζει τήν κρατική πρόνοια. Ό σοσιαλισμός
— σ' αύτό τό πρώτο στάδιο — πιστεύει στήν ικανότητα
μιάς κοινωνίας άπβλευθερωμένης άπό τήν παράδοση καΐ
έπικαλούμενης τήν ίδια τή δική της τάξη, νά όργανωθή

21

μόνη της. Ή Ιδέα τοϋ σοσιαλισμοϋ γίνεται πιό συγκεκριμένη κι ένισχύεται στό βαθμό πού ή δρμητική άνάπτυξη
τής βιομηχανίας κοινωνικοποιεί στήν πραγματικότητα τήν
κοινωνική καΐ τήν άτομική ύπαρξη.
Άλλά, μέ τόν Μαρξ καΐ τόν "Ενγκελς — συντάκτες
τοϋ «Μανιφέστου τοϋ Κομμουνιστικοί) Κόμματος», στά
1848, ή έννοια τοΟ σοσιαλισμοϋ καθορίζεται πιό αύστηρά
καΐ άποσαφηνίζονται καλύτερα ot σχέσεις της μέ τήν έννοια κομμουνισμός. Σοσιαλισμός, άναφέρεται στήν παράγραφο 53 αύτοϋ τοϋ κειμένου, σημαίνει «τήν άπαλλοτρίωση τής έγγείου ιδιοκτησίας, τήν ύπαγωγή τής έγγειου Ιδιοκτησίας στίς κρατικές δαπάνες: συγκέντρωση τής πίστης στά χέρια τοϋ Κράτους, συγκέντρωση τών μέσων μεταφοράς στά χέρια τοΟ Κράτους, πολλαπλασιασμός τών έθνικών έργοστασίων, τών έθνικών μέσων παραγωγής, οργάνωση βιομηχανικών στρατών, ιδιαίτερα γιά τή γεωργία. Ό σοσιαλισμός — πού στηρίζεται στή δράση τής έργατικής τάξης καΐ πού καθώς γίνεται Επιστημονικός (βλ.
άρθρο: «μαρξισμός») τήν ένημερώνει καΐ όργανώνει τόν
άγώνα της — άποβλέπει στήν κατάργηση τής άτομικής
Ιδιοκτησίας τών μέσων παραγωγής, δηλαδή τοΟ διαχωρισμοί) τής κοινωνίας σέ τάξεις (βλ. άρθρο: «κοινωνικές
τάξεις»). θ ά άποτελέση τό τελευταίο στάδιο τής προϊστορίας τής άνθρωπότητας, προϊστορίας πού τή χαρακτηρίζει τό γεγονός δτι έκεϊ κυριαρχεί δ άγώνας τοΟ άνθρώπου κατά τοϋ άνθρώπου γιά τήν κατοχή τών μέσων παραγωγής.
Ταιριάζει λοιπόν νά δώσουμε στό σοσιαλισμό Εναν δρισμό πρίν άπ' δλα καΐ θεμελιακά οικονομικό. Ό σοσια-

— 22

λισμός είναι Ινας δρισμένος τρόπος παραγωγής (καΐ έννοείται δτι κάθε τρόπος παραγωγής καθορίζει, σέ τελευταία άνάλυση, δλες τΙς δραστηριότητες τών άνθρώπων).
θεμελιωμένη άποτελεσματικά σ* ένα καθορισμένο έπίπεδο τών παραγωγικών δυνάμεων — σ ' αύτό πού όνομάζουμε σήμερα βιομηχανική κοινωνία— ή άντίληψη τοΟ
σοσιαλισμού προσδιορίζει έναν τύπο όργάνωσης τών σχέσεων παραγωγής πού τείνει νά έξαφανίση κάθε μή δρθολογικό, νά έξασφαλίση μιά πλήρη διαύγεια τής κοινωνίας
καΐ νά έπιτρέψη μιά όλοένα καΐ μεγαλύτερη κυριαρχία
τοΟ άνθρώπου πάνω στή φύση. Ό πρώτος δρος γιά τήν
έγκαθίδρυση τοΟ σοσιαλισμού είναι ή κατάργηση τής άτομικής Ιδιοκτησίας τών μέσων παραγωγής. Ό σ ο γιά τούς
τρόπους τής έγκαθίδρυσης τοΟ σοσιαλισμού καΐ τά στάδια
αύτής τής διαδικασίας, δ Μάρξ καΐ δ "Ενγκελς γενικά εΙ·
νοι πολύ λίγο σαφείς. Στήν κριτική στό Π ρ ό γ ρ α μ μ α
τής
Γ κ ό τ α, δ Μάρξ διακινδυνεύει μιά πρόβλεψη.
Προσδιορίζει αύτή τήν κομμουνιστική κοινωνία, αύτόν τόν
«όλοκληρωμένο κομμουνισμό», πού έλευθερώνει δλες τΙς
δυνοτότητες τού άνθρώπου, τόν δποΐο δνειρευόταν στά
«Χειρόγραφα τού 1844», σάν ένα κόσμο δπου «ή κοινωνία μπορεί νά γράψη στίς σημαίες της: «άπό τόν καθένα
άνάλογα μέ τΙς (κανότητές του, στόν καθένα άνάλογα μέ
τΙς άνάγκες του». 'Αλλά διευκρινίζει πώς αύτό είναι ένα
τελευταίο στάδιο. Ό σοσιαλισμός πρέπει νά περάση, προτύτερα, άπό τό στάδιο τής δικτατορίας τού προλεταριάτου πού χαρακτηρίζεται άπό τήν έξουσία τού «ένόπλου
λαού» πού άγωνίζεται κατά τών έπιβιώσεων τού άστικού
καθεστώτος καΐ παίρνει τά άναγκαΐα οΙκονομικά μέτρα

— 23

γιά τή δημιουργία τών βάσεων τής νέας κοινωνίας. Τό τί
θά είναι τότε τό Κράτος θά τό άποφασίση ή έπαναστατική
πρακτική' ποιά μεταμόρφωση, άργότερα, θά ύποστή τό
Κράτος oè μιά κομμουνιστική κοινωνία; «θά έπιβιώση τό
κράτος στήν κομμουνιστική κοινωνία; Μ' άλλα λόγια:
τί κοινωνικές λειτουργίες, θά διατηρηθοΟν άνάλογες μέ τις
σημερινές κρατικές λειτουργίες; Αύτό τό ζήτημα μπορεί νά λυθή μόνο άπό τήν έπιστήμη. Καί μέ χίλιους τρόπους δν ζευγαρώσουμε τή λέξη λαός μέ τή λέξη Κράτος
δέν θά κάνουμε νά προωθηθή τό πρόβλημα ούτε δσο ένα
πήδημα ψύλλου».
Ό "Ενγκελς, καί κατόπιν δ Λένιν, θά φανούν λιγότερο φρόνιμοι: μέ τή νίκη τών σοσιαλιστικών δυνάμεων,
τό Κράτος τού όποίου τΙς λειτουργίες άρχικά άναλαμβάνει ό ένοπλος λαός, προοδευτικά έξαφανίζεται : «Δέν καταλύεται, σβήνει». 'Από τότε ό κομμουνισμός όρίζεται
σάν πέρασμα άπό τό στάδιο δπου καθένας ζή άνάλογα μέ
τήν έργασία του στό στάδιο πού 6 καθένας ζή άνάλογα
μέ τΙς άνάγκες του καί, ταυτόχρονα, σάν περίοδος κατά
τήν όποία έξαφανίζεται κάθε κρατική όργάνωση. Μ' αύτή
τήν προοπτική πού είναι πιό π ο λ ι τ ι κή, σοσιαλισμός
καί κομμουνισμός —στηριζόμενοι καί ό ίνας καί ό άλλος, στή σοσιαλιστική όργάνωση τής οίκονομίας—, έμφανίζονται σάν δύο διαδοχικά στάδια: ό σοσιαλισμός (ποό
χαρακτηρίζεται άπό τή δικτατορία τοΟ προλεταριάτου)
είναι ή προπαρασκευαστική φάση τοΟ κομμουνισμού πού
είναι ή νίκη καί ή όλοκλήρωση τού προηγούμενου' ξαναβρίσκει τό «κοινοτικό νόημα» τοΟ «πρωτόγονου κομμουνισμού» (πού 6 Ένγκελς πίστευε δτι μπορούσε νά τόν δα-

— 24

νειστή άπό τΙς έθνογραφικές έρευνες τοΟ Μόργκαν) έχοντας δμως καΐ τή δύναμη πού πρόσφερε στόν άνθρωπο ή
άνάπτυξη τής έπιστήμης καΐ τής βιομηχανίας.
Κατά συνέπεια, μέ τήν πρώτη πολύ άπλοποιημένη μελέτη της — πού βάζει έντός παρενθέσεων τό άκριβές νόημα τοϋ Κ ε φ α λ α ί ο υ — ή μαρξιστική «φιλοσοφία τής
Ιστορίας» καθορίζει τή θέση ιοϋ σοσιαλισμού καΐ τοϋ κομμουνισμού. Πρώτο στάδιο : ό πρωτόγονος κομμουνισμός
(κοινωνική διαύγεια, νοθευμένη δμως καΐ έξουδετερωμένη άπό τήν άδυναμία τοϋ άνθρώπου άπέναντι στή φύση) "
δεύτερο στάδιο: δ άνατολικδς δεσποτισμός (άπαρχή στήν
έκμετάλλευση τοϋ άνθρώπου άπό τόν άνθρωπο) ' τρίτο στάδιο: ή δουλοκτητική κοινωνία (στήν δποία άνθρωποι άναγκάζουν μέ τή βία άλλους άνθρώπους νά παρέχουν τήν
έργατική τους δύναμη) ' δ φεουδαρχικός κόσμος (έγκαθίσταται μιά Ιερή σχέση, πατερναλιστικοΰ τύπου, δπου
άνθρωποι δέχονται, έναντι μιάς ένδεχόμενης προστασίας,
νά προσφέρουν ένα μεγάλο μέρος τής έργατικής τους δύναμης, τής έργασίας τους)' πέμπτο στάδιο: ό άστικός
κόσμος (αυτοί πού είναι Ιδικτήτες τών μέσων παραγωγής άναγκάζουν έκείνους πού δέν είναι νά νοικιάζουν, νά
άλλοτριώνουν τήν έργατική τους δύναμη)' έκτο στάδιο:
δ σοσιαλισμός' έβδομο στάδιο: δ κομμουνισμός.
Μπορεί κανείς νά νομίση δτι αύτό τό σχήμα περιπαίζει, χλευάζει τήν άπλοϊκή έρμηνεία τοϋ μαρξισμού. Στήν
πραγματικότητα δμως αύτό τό σχήμα βρίσκεται στά Ιδεολογικά θεμέλια τών σημερινών έκδοχών τών δρων «σοσιαλισμός» καΐ «κομμουνισμός». Έ άνέλιξη τού έργατικοϋ
κινήματος, δλοένα καΐ περισσότερο έξαρτώμενου άπό τΙς

25

προοπτικές πού διατύπωσαν οί Μάρξ καΐ Ένγκελς, θά
διαρθρωθή γύρω άπ' αύτές τΙς έννοιες καΐ θά τούς προσδώση τό σημερινό τους νόημα. Στήν άρχή τά πράγματα
παραμένουν σχετικά καθαρά: ή 2α Διεθνής είναι σοσιαλιστική" αύτοτιτλοφορείται σοσιαλδημοκρατική. Κι δμως ήδη έκδηλώνονται δύο βασικές τάσεις πού τΙς ένσαρκώνουν,
γιά νά τό δώσουμε σχηματικά, τή μία ή πλειοψηφία τοϋ
Γερμανικοί) Σοσιαλδημοκρατικοί) Κόμματος, καΐ τήν άλλη
ή πλειοψηφία τοΟ Σοσιαλδημοκρατικοί) Κόμματος. Οί
πρώτοι, υπό τήν ήγεσία τοϋ Κάουτσκυ, θέλουν τή σοσιαλιστική Επανάσταση, πού τή θεωροϋν δμως δυνατή (και
σοβαρή) μόνο άν άνταποκρίνεται σέ μιάν ώρίμανση τής
βιομηχανικής κοινωνίας, ώρίμανση έπώδυνη και δραματική πού προκαλεί ένα άπότομο ποιοτικό άλμα* περιμένοντας (καΐ γιά νά έπιταχύνουμε) αύτό τό πέρασμα, πρέπει μέ συνεχείς διεκδικήσεις νά παρενοχλοϋμε τήν «καλή λειτουργία» τοϋ καπιταλιστικοϋ καθεστώτος. Οί δεύτεροι, έμπνεόμενοι άπό τόν Λένιν, δέν περίμεναν τίποτε
άπό τήν Ιστορία γενικά" άναλύουν τή συγκεκριμένη πολιτική κατάσταση καΐ έχοντας άπό τότε τό πάν έπενδύσει στήν πολιτική, άναζητοϋν τά μέσα νά όργανώσουν
έτσι άποτελεσματικά τΙς διεκδικήσεις ώστε τό σύνθημα
τοϋ σοσιαλισμοϋ νά είναι άποτελεσματικά. Οί πρώτοι είναι , φαινομενικά, μέ τήν πλευρά τής έπιστήμης (τής ψυχρής καΐ άμερόληπτης συλλογής τών γεγονότων), οί δεύτεροι προσχωροϋν σ' Ινα βολονταρισμό πού φαίνεται νά
άποκόβεται καΐ άπό αύτές τΙς διδασκαλίες τοϋ Ιδρυτή...
Τό θέμα δέν είναι έδώ νά μάθουμε ποιοι, οί μέν ή οί
δέ, ήταν πιό πιστοί στό Μάρξ. Οδτε νά θρηνοϋμε, οδτε

— 26

νά χαιρόμαστε πού 6 Λένιν δικαιώθηκε άπό τήν Ιστορία
στή διαμάχη του μέ τόν Κάουτσκυ (άλλωστε τί σημαίνει
«δικαιώνομαι άπό τήν Ιστορία»;) ! Ή δημιουργία τής 3ης
Διεθνούς έπέβαλε μιά άποφασιστική τομή στήν έξέλιξη
τών έννοιών τού «σοσιαλισμού» καί τού «κομμουνισμού».
Ol δύο διαφορετικές προοπτικές πού έπισημαίνονται στό
έσωτερικό τής 2ας Διεθνούς ένισχύονται. Ή καινούρια
πρέπει νά έκδηλωθή μέ μιά διαφοροποίηση πού νά τήν
έπιβάλη καί νά τήν περιβάλη τό φωτοστέφανο. Ξαναγυρίζει στίς πηγές, στήν παράδοση, στό κείμενο τού 1848:
αύτοπροσδιορίζεται «κομμουνιστική» δείχνοντας Ιτσι δτι
αύτό πού θέλει είναι, νά έπιβάλη μέ τή βία καί τό ταχύτερο, αύτή τή διαυγή κοινωνία πού καθορίζει ή κριτική
τού προγράμματος τής Γκότα. Κι αύτό γιά όλόκληρη τήν
άνθρωπότητα, πού θάπρεπε νά ένωθή, στή θεωρία καί τήν
πράξη, γύρω άπό τό νικηφόρο έπαναστατικό πρότυπο τού
σοβιετικού καθεστώτος...
"Ο «κομμουνισμός» — πού ήταν μιά κατευθυντήρια άρχ ή μεταφυσικού τύπου, κι ϊγινε μέ τήν έπεξεργασία τού
Μάρξ καί τού Λένιν μιά άντίληψη στήν πορεία τού προσδιορισμού τ η ς — πήρε ξαφνικά μιά Ιδεολογική σημασία:
ό κομμουνιστής είναι στήν άρχή ό μπολσεβίκος, ό μαξιμαλιστής, αύτός πού δέν δέχεται κανένα συμβιβασμό μέ
τήν άστική τάξη. Καί στό μέτρο πού ή Ε.Σ.Σ.Δ. ένσαρκώνει παγκόσμια, μέ τό καλό ή μέ τή βία, αύτό τό μαξιμαλισμό, «κομμουνιστής» θά πή σέ λίγο «πιστός, σέ δλους τούς τομείς, στή Σοβιετική Ένωση». Τό Ιδεολογικό
του πιστεύω θά καθορίζεται, μέχρι πρόσφατα, άπό τΙς
ποικίλες μετατροπές πού τό σοβιετικό Κράτος (πού Ii

— 27

φαίνεται καθόλου νά έξαφανίστηκε), ύποχρεώνεται νά
παίρνη. Στά κράτη πού ό κομμουνισμός δέν είναι ή έπίσημη Ιδεολογία, τό νά είσαι κομμουνιστής σημαίνει, παίρνοντας ύπ' δψη τΙς πραγματικές διεκδικήσεις τών έκμεταλλευομένων μαζών, που λίγο - πολύ βέβαια, άνάλογα μέ
τις Ιδιαίτερες συνθήκες, έρχονται σέ άντίθεση μέ τά καπιταλιστικά κράτη, νά ύπερασπίζεσαι τό γενικό παγκόσμιο πρόγραμμα πού καθορίζει ή Σοβιετική "Ενωση. Σήμερα, λόγου χάρη, στή Δυτική Εύρώπη σημαίνει νά θέλης τήν ειρήνη, τήν ειρηνική συνύπαρξη, τήν κατάργηση
τών κοινωνικών άδικιών, τήν πραγματική Ισότητα τών άνθρώπων, μιά πιό αύθεντικά λαϊκή διαχείριση τών κοινών.
"Οσο γιά τό «σοσιαλισμό» ή ιδεολογική του μοίρα ήταν άκόμα πιό καθαρή. 'Αμέσως μετά τόν πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, βταν ό «κομμουνισμός» συγκροτήθηκε σέ διεθνή όργάνωση, ό «σοσιαλισμός» όργανώθηκε σύμφωνα μέ
τούς κανόνες ένός φιλελεύθερου πολυκεντρισμοΟ, σάν έθνικός όργανισμός κάθε μιάς άπό τΙς καπιταλιστικές χώρες. Έ καλή πατριωτική διαγωγή τών ήγετών τής σοσιαλδημοκρατίας τής κεντρικής καΐ δυτικής Εύρώπης
(καΐ στή διάρκεια τής μπολσεβικικής έπαναστάσεως), ή
άνάγκη στήν όποία βρέθηκε ό καπιταλισμός νά ίκανοποιήση δρισμένες διεκδικήσεις τής έργατικής τάξης έδωσαν ατούς «συνεχιστές» τής 2ας Διεθνούς τόν παρακάτω
περίπου ρόλο: νά άναπτύσσουν μιά σταθερή δημοκρατική
δραστηριότητα, άλλά πάντα μετρημένη, μέ καθορισμένο
τελικό σκοπό τήν κατάργηση τής Ιδιωτικής Ιδιοκτησίας
τών μέσων παραγωγής" έπειδή δμως κανένα κοινωνικό
στρώμα δέν ήταν ώριμο γιά μιά τέτοια μεταβολή — ούτε

— 28

ol έκμεταλλευτές οδτε οί καταπιεζόμενοι — ήταν προτιμότερο νά νοικοκυρευτή τό status quo. Ή Ιστορία τοϋ
γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος, τοΟ γαλλικού τμήματος τής Σοσιαλιστικής ΔιεθνοΟς (S.F.I.O.) είναι άπό τήν
άποψη αύτή ύποδειγματική: μή έπέμβαση στή διάρκεια
τοϋ Ισπανικού πολέμου, άγώνας κατά τοϋ Κ.Κ.Γ. στά μετά τήν άπελευθέρωση χρόνια, όργάνωση τής έκστρατείας
τοϋ Σουέζ, ένίσχυση τοϋ πολέμου τής 'Αλγερίας καΐ ψήφιση τοϋ Συντάγματος τής 5ης Δημοκρατίας... άνάμεσα
στ' άλλα.
Σύμφωνα μέ μιά πολύ γνωστή Ιδεολογική διαδικασία,
ή πολιτική δραστηριότητα, ή λεγόμενη «σοσιαλιστική»,
συνέβαλε στό νά άδειάση ή έννοια τοϋ σοσιαλισμού άπό
τήν έπιστημονική σημασία πού τής είχαν δώσει δ Μάρξ,
ό "Ενγκελς, δ Λένιν. Ή έμφάνιση ένός νέου «κομμουνιστικού» θεσμοϋ — νέου μαρξισμού — πού έπέβαλε
παγκόσμια τό πρότυπό του καΐ προκάλεσε πολλές διαφορετικές έκδόσεις του (άναρχίζουσα, λενινιστική, τροτσκιστική, σταλινική), μπορεί νά γέννησε μερικές έλπίδες
άλλά δέν φαίνεται νά έφερε περισσότερη διαύγεια.
Νά καθορίσουμε τί είναι σήμερα, σύμφωνα μέ τήν
έπιστημονική θεωρία τοϋ Μάρξ, ό σοσιαλισμός καΐ μέ
ποιά πολιτική πρακτική άντιστοιχεΐ, νά μέ τί έπρεπε νά
καταπιαστούμε. Τότε μόνο θά μπορούσαμε νά μάθουμε μήπως ή ιδέα τού «κομμουνισμού» είναι μόνο μιά κατευθυντήρια άρχή τής ήθικής.
Φρανσουά Σατελέ

29

ΚΥΡΙ ΑΡ Χ I A
Ό κυρίαρχος έχει αυτή τήν Ιδιότητα: «πάνω άπ' αύτόν δέν ύπάρχει τίποτε» ('Αντρέ Ωριού). Τέτοιοι ήταν
δ Ρωμαίος α ύ τ ο κ ρ ά τ ο ρ α ς ή ο ί άπόλυτοι μονάρχες
τής έποχής μας. Ό τ α ν γίνεται ή έπεξεργασία τών θεωριών που άποβλέπουν νά δώσουν στήν πολιτική έξουσία
πραγματική θεμελίωση, ή κυριαρχία, που είναι πραγματ
τικδ γεγονός άφοϋ είναι θεσμός δικαίου, γίνεται πρόβλημα.
Αύτό τό πρόβλημα διασπάται, άλλωστε, σέ δυό έρωτήματα που έχει σημασία νά τά διακρίνουμε. Έ ν α έρώτημα μορφής: τί είναι δ κυρίαρχος; Κι Ινα έρώτημα περιεχομένου: ποιός είναι δ κυρίαρχος; Είναι αύτονόητο δτι
άπό τή στιγμή πού άρχίζει κανείς νά διατυπώνη άπαντήσεις, παρεισφρύουν άλληλοτυπίες. Μ' αύτές παίζουν οί
διάφοροι βοναπαρτισμοί ή δλοκληρωτισμοί: ένα βοναπαρτικό ή δλοκληρωτικό καθεστώς είναι έκεΐνο στό δποΐο μέ
πρόσχημα τήν άπάντηση στό πρώτο έρώτημα δίνουν μιά
βίαιη λύση στό δεύτερο.
Τί είναι δ κυρίαρχος; Είναι έξ δρισμοΟ έκεΐνος πού
δέν παίρνει διαταγές" πού, κατά συνέπεια, είναι έλεύθερος.
Συνεπώς, καΐ πάντα έξ δρισμοΟ, ή κυριαρχία είναι μία
καΐ άδιαίρετη, είναι άναπαλλοτρίωτη (σημειώνουμε έδώ
τή νομική όποκρισία πού άντιπροσωπεύει ή έννοια «προστατευόμενα κράτη» άπό τΙς φόρου ύποΐελεΐς. πολιτείες τής
Άττικοδηλιακής συμμαχίας πού διεύθυνε ή 'Αθήνα τόν
5ο αίώνα ώς τά άλλοτε «προτεκτοράτα»). ΚοριΛρχίά εΐ-

— 30

ναι λοιπόν ή α ύ τ ά ρ κ ε ι α ( ' ) , τό νά είσαι κύριος τοΟ
έαυτού σου. 'Αλλά στό σύγχρονο κόσμο μόνο τά κράτη
είναι τέτοια. "Ετσι δ Χέγκελ θεωρεί τό Κράτος σάν τήν
πραγματοποίηση τής πραγματικής έλευθερίας.
Παρατηρούμε δτι σ' αύτό άκριβώς Εγκειται ή άδυναμία δλων τών όργανισμών πού είναι έπιφορτισμένοι νά ρυθμίσουν τΙς συγκρούσεις άνάμεσα σέ κυρίαρχες δυνάμεις.
Σ' αύτούς τούς όργανισμούς μετέχουν μόνο «πραγματικότητες» άπόλυτα κύριες τού έαυτού τους" γι* αύτό δμως δέν
μπορούν νά δεχτούν καμιά άπόφαση πού τΙς άφορα και
πού προέρχεται άπ' Εξω, γιατί μιά τέτοια άπόφαση θά
Ισοδυναμούσε μέ κατάργηση τού Ιδιου τού δικαιώματος
μέ τό όποιο άπέκτησαν νομική όντότητα. Αύτή ή δλοφάνερη άλήθεια, ύπογραμμίζουμε έπίσης, Επιβάλλει νά μή
χλευάζουμε τούς ύπερεθνικούς όργανισμούς (Κ.Τ.Ε., Ο.
Η.Ε.) : δέν είναι, δέ μπορεί νά είναι συνελεύσεις (κοινοβουλευτικού τύπου) ή δικαστήρια. Υπάρχουν άλλά δέν
μπορεί νά είναι παρά τόποι συναντήσεων καί διαπραγματεύσεων ή βήματα...
Ποιός είναι κυρίαρχος; 'Από τήν έποχή τής Γαλλικής καί τής 'Αμερικανικής 'Επανάστασης είναι άδύνατο
νά μήν άπαντήσης πώς είναι τό Εθνος ή ό λαός. «Κυρίαρχος είναι τό σύνολο τών Γάλλων πολιτών», διακηρύσσει
τό Σύνταγμα τού Φρουκτιντόρ, Ετος I I I . Πώς Εκφράζεται αύτή ή κυριαρχία; Μέ τή γενική θέληση, άπαντούσε
σωστά ό Ρουσσώ: «Τό πολιτικό σώμα είναι μιά ήθική όντότητα πού Εχει θέληση κι αύτή ή γενική θέληση τείνει
(1) Σ.τ.Μ. Ή λέξη έλληνιχά στό χβίμβνο.

— 31

πάντα στή συντήρηση καΐ στήν εύημερία τοϋ κάθε μέρους». Πώς, μέ ποιά σώματα, έχφράζεται χαΐ άσκεΐται,
μέ τή σειρά της, αύτή ή γενική θέληση; Βρισκόμαστε σ*
ένα μαγγανοπήγαδο καΐ θά μείνουμε, χωρίς άλλο, γιά
πολύ άκόμα.
Φρανσουά ΣατΜ

Μ Α Ζ Ε Σ
Ή μάζα, ή μάλλον ol μάζες (ό πληθυντικός προσδίδει
στό πράγμα ένα είδος εύγένειας) είναι μιά έννοια πού
κατά τήν σιωπηρή ήθική τής κοινωνίας μας είναι γεμάτη άπό τΙς άρετές πού άλλοτε τΙς άπέδιδαν στή φύση.
"Οπως κι ή φύση, ot μάζες είναι άληθινές, αύθεντικές,
δχι διεστραμμένες, δπως δμως κι ή φύση, εύκολα κι αύτές δελεάζονται καΐ έξαπατοΟνται καΐ διαπράττουν τό
προπατορικό άμάρτημα. "Αν άκούση κανείς τήν κοινή
φωνή τών Ιδεολογιών, ol μάζες, δμοιες μέ τά παιδιά, είναι γεμάτες άλήθεια καΐ καθαρότητα, άλλά καμιά φορά
παρασύρονται στό έγκλημα άπό κακούς παιδαγωγούς.
Έ ήθική άξία πού έχει προσδοθή σ' αύτή τήν έννοια
κάνει πολύ δύσκολο xal λεπτό θέμα τήν πρακτική χρήση
της. "Αν προσφύγη κανείς, λόγου χάρη, στά κείμενα τής
μαρξιστικής πολιτικής στρατηγικής, θά διαπιστώση δτι
πρέπει «ν' άκολουθοΟμε τΙς μάζες», άλλά xai νά «βοηθούμε τΙς μάζες νά συνειδητοποιούνται». Πρέπει πότε νά
βαδίζουμε μπροστά άπό τΙς μάζες, πότε πίσω άπό τΙς μά-

— 32

ζες. Κατά τή διάρκεια τοϋ πολέμου τής 'Αλγερίας, στή
Γαλλία «οί μάζες δέν ήταν ώριμες νά καταλάβουν μιά πολιτική ύπεράσπισης τής άνεξαρτησίας τής 'Αλγερίας» καΐ
δμως «δέν έπρεπε νά άπομακρυνθοϋμε άπδ τΙς μάζες»"
έτσι ot μάζες, πού ήταν φορείς τής άλήθειας, ύποχρέωναν τδ Κομμουνιστικά Κόμμα τής Γαλλίας νά έφαρμόζη
μιά σωβινιστική καΐ έθνικιστική πολιτική (ψήφιση τών
είδικών έξουσιών). Αύτδ τδ μπέρδεμα τής έννοιας κάνει
δυνατή μιά δππορτουνιστική πολιτική καΐ έπιτρέπει τήν
καταδίκη μιας μειονότητας στό δνομα τοϋ ίεροϋ συμφέροντος τών μαζών.
Στήν πραγματικότητα, ύπάρχουν σ' αύτδ τδν άφελή
τρόπο πού άντιμετωπίζεται ή άντίληψη δυδ συγκαλυμένες
άναλήθειες. Πρώτο, ή ήθελημένη σύγχυση τής έννοιας
μάζα καΐ τής έννοιας πλήθος είναι συστηματική. Φτάνει
νά συγκεντρώσης τριάντα χιλιάδες άτομα σέ μιά πλατεία,
νά κάμης νά παρελάσουν πεντακόσιες χιλιάδες άτομα πίσω άπδ Ινα φέρετρο γιά νά Ισχυριστής πώς «ot μάζες»
σκέπτονται τδ άλφα ή τδ βήτα. 'Αφήνουν νά έννοηθή δτι
αύτά τά τριάντα χιλιάδες άτομα άπστελοϋν τή μάζα. Τά
πολιτικά κόμματα, οί έφημερίδες, οί διευθύνσεις τής 'Αστυνομίας συζητούν τά νούμερα καΐ άναγνωρίζουν έτσι
τή δύναμη πού παραχωρούν, χωρίς νά τή δικαιολογούν,
σέ δέκα χιλιάδες άνθρώπους συγκεντρωμένους σέ Ινα μέρος. Ξεχνούν έτσι δλους έκείνους πού μένουν στά σπίτια
τους, ξεχνούν κυρίως δτι οί «μάζες» δέν συγκεντρώνονται
ποτέ στήν πραγματικότητα, δτι τά έκατομμύρια έργατών
xal χωρικών δέν έρχονται ποτέ σέ φυσική έπαφή, δτι ή
σωματική κατάσταση τοϋ πλήθους είναι συμπτωματική

3
— 33

καΐ δτι ή μάζα, άν δ δρος έχη κάποιο νόημα, είναι πρίν
άπ' δλα μιά κοινωνία τής όποίας κάθε άτομο δρα μέσα
σέ μιά καθορισμένη διάρθρωση πού δέν έχει μεγάλη σχέση μέ τό δεσμό πού ένώνει τή μειοψηφία ή δποία συγκεντρώθηκε σέ μιά δημόσια πλατεία. Μ' Ινα δημαγωγικό κόλπο άνατρέπονται ο£ άναλογίες καΐ ή μειοψηφία
μεταβάλλεται σέ πλειοψηφία.
Δεύτερο, είναι λάθος δτι ή μάζα είναι φύση, δτι ή
μάζα είναι άπλή, άγνή καΐ φορέας άμεσης άλήθειας. Έ
μάζα δέν είναι τό άμεσο, είναι μιά μορφή πού παίρνει ή
κοινωνία κι οί δψεις της είναι ποικίλες. Δέν είναι δυνατό
νά συγχέουμε τΙς ρωμαϊκές μάζες τής 'Αρχαιότητας, τΙς
γαλλικές μάζες τών άγροτικών έξεγέρσεων τοϋ 14ου αΐώνα, καΐ τΙς σύγχρονες μάζες πού άκουγαν μέ προσοχή
τόν Χίτλερ. Υπάρχουν μαζικές κοινωνίες καΐ κοινωνίες
πού δέν είναι μάζα. Οί βιομηχανικές κοινωνίες είναι Ινας
είδικός τύπος μαζικής κοινωνίας. Είναι Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τής βιομηχανικής κοινωνίας ή μαζικοποίησή
της, δηλαδή ή μορφή τών συγκεντρωμένων πληθυσμών
καΐ ή όμοιομορφία τών συνθηκών ζωής τών μελών της.
Άλλά αύτά τά χαρακτηριστικά δχι μόνο δέ δείχνουν έπιστροφή στή φύση καΐ στήν άπλότητα, μά άντίθετα, είναι
σημάδια τής ύψηλής πολιτιστικής άνάπτυξης. Ή μαζικοποίηση δέν καταργεί καθόλου τήν κοινωνική δργάνωση"
δρισμένες παραδοσιακές μορφές δργάνωσης έξαφανίζονται (λόγου χάρη ή οίκογένεια), μά προβάλλουν άλλες
(δργάνωση τής έργασίας καΐ τής οίκονομίας).
Μόνο μιά έπιπόλαιη θεώρηση έπιτρέπει λοιπόν νά
κάνουμε σύγχυση άνάμεσα στό μαζικό χαρακτήρα τών

— 34

κοινωνιών μας (πού είναι κυρίως φανερός στίς άνοικτές
δψεις του: τό πλήθος) καΐ στήν φυσική άπλότητα ή σέ
μιά έπιστροφή στό βιολογικό ή τό ύλικό. Ή όμοιομορφία
τών συνθηκών διαβιώσεως, τά μεγάλα άστικά συγκροτήματα έργασίας κάνουν δυνατό τό σχηματισμό άνθρωπίνων
κοπαδιών πού κινητοποιούνται γιά κοινούς πολιτικούς σκοπούς κι αύτό δνομάζουν μάζα (χωρίς πάντως νά διευκρινίζουν τήν έννοια τής λέξης). Αύτές οί στρατιές δχι μόνο
δέν παρουσιάζουν τά χαρακτηριστικά τής φυσικής άμεσότητας, άλλά άντίθετα είναι προϊόντα μιάς έξαιρετικά
μεγάλης έξημέρωσης, άφού ύπακούουν στά λόγια, γονατίζουν μπροστά στίς Ιδέες καΐ δρούν μέ τή μέγιστη άποτελεσματικότητα.
Εντυπωσιακό χαρακτηριστικό τών κοινωνιών μας είναι ή ευκολία μέ τήν όποία περνούν στήν κατάσταση τής
πανστρατιάς. Αύτή ή γενική έπιστράτευση, αίσθητή κυρίως σέ καιρό πολέμου, άνταποκρίνεται σέ μιά λανθάνουσα κατάσταση τής ζωής τών πολιτών. Τά συνδικάτα, τά
πολιτικά κόμματα ή ό κρατικός μηχανισμός δέν κάνουν
τίποτε άλλο άπό τό νά δημιουργοΟν τούς δρους αύτής τής
μεταβολής. "Αν ή κοινωνία δέν συναινοΟσε, καμιά κινητοποίηση αύτοϋ τοΟ εΓδους δέν θά ήταν δυνατή. Γι' αύτό
είναι λάθος νά πιστεύουμε (δπως πίστευαν στήν 'Αλγερία
οί Γάλλοι είδικοί τοϋ ψυχολογικού πολέμου) δτι άρκεΐ νά
πλαισιώσης μέ στελέχη ένα πληθυσμό γιά νά τόν πάς
πρός δποια κατεύθυνση θέλεις. Αύτό δμως τό λάθος δέν
είναι άσχετο μέ τό άλλο πού διαπράττουν δρισμένοι θεωρητικοί άναρχοφιλελευθέρων τάσεων πού άντιπαραθέτουν
πάντα «τΙς μάζες» καΐ «τό μηχανισμό», πού ξεχωρίζουν

3 6 —

τήν καθαρή καΐ άληθινή μάζα άπό τό μηχανισμό (κόμμα,
συνδικάτο), πού είναι τεχνητός καΐ γραφειοκρατικός. Αύτή ή άντίληψη φαίνεται νά έμπνέεται άπό μιά λίγο άπλοϊκή πίστη στήν έγγενή άγνότητα τών μαζών. Φαίνεται πραγματικά δτι κανένας τεχνητός μηχανισμός δέ μπορεί νά μεταβάλη τούς πολίτες σέ πειθαρχικό πολιτικό
στρατό, θάταν πιό σωστό νά παραδεχτούμε πώς δέν ύπάρχει άλλη μάζα άπό έκείνη πού όργανώνεται άπό τήν
Ιδια τή διάρθρωση τής κοινωνίας άπό τήν όποία προέρχεται. θάταν έπίσης πιό σωστό ν' άναγνωρίσουμε πώς πολύ άσχημα έχει έπιλεγή ή λέξη «μάζα» γιατί άναφέρεται
περισσότερο σέ ο ύ σ ί α παρά σέ μ ο ρ φ ή. Ή Ιδέα τής
μάζας - ούσίας, τής άμορφης μάζας έχει κάτι άπό τήν άρχαία Ιδέα τής όρδής. ΚαΙ πρέπει νά χρησιμοποιούμε αύτή
τήν έννοια μέ πολλή προσοχή.
Ραφαέλ Πφιντάλ

ΜΑΛΘΟΥΣΙΑΝΙΣΜΟΙ
Ό μαλθουσιανισμός είναι πολιτιστική συμπεριφορά,
δηλαδή είναι κοινωνικό καΐ δχι φυσικό χαρακτηριστικό.
Έ χ ε ι σημασία λοιπόν άπό τή μιά νά ύπογραμμίσουμε τό
νόημα αύτής τής στάσης καΐ άπό τήν άλλη νά βρούμε
τή σχέση της μέ τά οΙκονομικά καΐ πολιτικά συστήματα.
Ό μαλθουσιανισμός ύπήρχε πολύ πρίν άπό τόν Μάλθους
και πολύ πρίν άπό τόν Σάντ. Μά χρειάστηκε ό Σάντ καΐ
χρειάστηκε ή θεωρία του γιά τήν έλεύθερη έρωτική πρά-

-

36

ξη, γιά τό δωρεάν καί διασκορπισμένο σπέρμα νά συναντήση τήν οίκονομική σκέψη τοϋ Μάλθους για νά πάρη
μορφή ή άντίληψη. Οί Ιδέες τοϋ Ντάρβιν συνέβαλαν έπίσης στό νά δοθή συνάφεια στήν Εννοια καί νά γ£νη δ μαλθουσιανισμός (δηλαδή ό Ελεγχος τών γεννήσεων) ίδεολογία.
Μπορεί νά ύπολογίση κανείς δτι σέ πολλές κοινωνίες τό ποσοστό τών γεννήσεων είναι μαλθουσιανικό. Υ πενθυμίζουμε δτι τό ποσοστό τό θεωρούμενο φυσιολογικό
είναι έξήντα γεννήσεις γιά χίλιους κατοίκους κι δτι καμιά κοινωνία (άκόμα καί ot πιό γόνιμες) δέν τό φτάνει σήμερα. Είναι ένδιαφέρον νά Εξετάσουμε τούς λόγους.
Γιά νά φωτίσουμε τό πρόβλημα άς πάρουμε γιά παράδειγμα τή γαλλική κοινωνία τού 17ου αιώνα. Διαπιστώνουμε δτι σ' αύτή τήν κοινωνία, παρ' δλο πού ήταν πολύ
χριστιανική καί πολύ λίγο άνεπτυγμένη, Εφαρμόζονταν
μέθοδοι μαλθουσιανικές. Οί γάμοι είναι καθυστερημένοι,
είκοσιπέντε χρονών παντρεύονται οί γυναίκες, καί καθώς
αύτή τήν έποχή ή γυναίκα είναι στείρα άπό τά σαράντα
χρόνια της, δέ μένουν παρά δεκαπέντε χρόνια γονιμότητας, δηλαδή λίγα. Δεδομένου δτι δ άριθμός τών παράνομων γεννήσεων είναι περιορισμένος, μπορεί νά θεωρήση κανείς δτι ή μεγάλη ήλικία τού γάμου παίζει μαλθουσιανικό ρόλο. Σ ' αύτά πρέπει νά προσθέσουμε δτι ή γυναίκα,
γιά λόγους βιολογικούς ή πολιτιστικούς, είναι στείρα στήν
περίοδο τού θηλασμού καί δτι ό θηλασμός καμιά φορά
παρατείνεται πολύ. Υπολόγισαν δτι αύτή τήν έποχή τό
μέσο χρονικό διάστημα άνάμεσα σέ δυό γεννήσεις είναι
περίπου δυό χρόνια. Σ' αύτό τόν κοινωνικό μαλθουσιανι-

— 37

σμό πρέπει νά προσθέσουμε τόν θρησκευτικό μαλθουσιανισμό (πού κι αύτός είναι πολιτιστικός). Οί καμπύλες τών
στατιστικών τών γεννήσεων άποκάλυπτουν δτι στό 17ο
αίώνα στή Γαλλία δέν κάνουν παιδιά τό Μάρτη (περίοδο τής Σαρακοστής). ΣτΙς εδπορες τάξεις άναπτύσσεται ό
πουριτανισμός καΐ άπαγορεύει συχνά τΙς σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ τών συζύγων' αύτές οί μέθοδοι τείνουν νά κάνουν τή γυναίκα μή γόνιμη πολύ πρίν άπό τήν ήλικία
μιας πραγματικής στειρότητας (έτσι ύπολόγισαν δτι ή έμφάνιση τής στειρότητας ποικίλλει άνάλογα μέ τήν κοινωνία' στήν πουριτανική Ελβετία ή ήλικία αύτή έρχεται πρόωρα). Τέλος ή πολύ συχνή χηρεία περιορίζει τις
γεννήσεις' δταν περάση τά τριάντα, στήν κλασική κοινωνία, μιά γυναίκα δέν ξαναπαντρεύεται. "Ετσι ό μαλθουσιανισμός φαίνεται νά είναι φαινόμενο τόσο πολύ διαδομένο δσο καΐ ή άπαγόρευση τής αίμομιξίας. Μπορεί νά
πεϊ κανείς δτι οί γεννήσεις δπως καΐ οί γάμοι ύπακούουν
σέ πολιτιστικούς νόμους. Ό π ω ς μιά άδερφή δέν παντρεύεται τόν άδελφό της, έτσι καΐ μιά γυναίκα δέν έχει τόσα παιδιά δσα μποροϋσε νά τής δώση ή φύση. Υπάρχει
έπίσης, καΐ σέ άρκετή έκταση, Ινας a posteriori μαλθουσιανισμός. ΜποροΟμε νά ποΟμε, χωρίς μεγάλο κίνδυνο νά
πέσουμε έξω, πώς μιά γυναίκα έχει τόσο περισσότερα παιδιά δσο αύτά έχουν λιγότερες πιθανότητες νά ζήσουν.
Μιά ύψηλή παιδική θνησιμότητα παίζει τόν ίδιο ρόλο μ'
Ινα προμελετημένο μαλθουσιανισμό. Έπίσης δέν είναι
έκπληκτικό δτι πολλές κοινωνίες έφαρμόζουν συστηματικά
τήν παιδοκτονία, καΐ ειδικότερα σκοτώνουν τά κορίτσια,
δχι γιατί ή γυναίκα είναι περιφρονημένη (δπως συνήθως

38—

πιστεύεται) άλλά γιατί ή μείωση τοΟ άριθμού τών γυναικών περιορίζει τόν άριθμό τών παιδιών (ή θυσία τών κοριτσιών ίσχυε ιδιαίτερα στήν Κίνα, στήν Ωκεανία, στήν
'Αμερική, βλ. τΙς μελέτες τοΟ Λίντον).
Ό μαλθουσιανισμός παίρνει συχνά τή λεπτή μορφή
τής μή συνειδητής άρνησης τοϋ παιδιού" πρόκειται τότε
γιά ένα είδος άνορεξίας τοϋ τοκετοϋ που έκφράζεται μέ
φυσικές άποβολές. Αύτή ή περίπτωση παρουσιάζεται ιδιαίτερα σέ κοινωνίες πρωτόγονες πού ήλθαν άπότομα σέ σχέση μέ τήν κοινωνία πού τΙς άποικίζει (στις περιπτώσεις
πολιτιστικής άποξένωσης, ή γυναίκα είναι γόνιμη, άλλά
άποβάλλει. Τέτοια φαινόμενα παρατηρήθηκαν ιδιαίτερα
στήν Παραγουάη καΐ στή Βραζιλία).
Αύτές οί βίαιες ή άσύνειδες μέθοδοι έχουν άντικατασταθή σέ άλλες κοινωνίες άπό μία πιό άκριβή γνώση τών
νόμων τής γονιμότητας. Ό ΡαμπελαΙ στό Γαργαντούα,
έξηγεΐ μέ πολλές λεπτομέρειες, πώς ή γυναίκα δέν είναι
γόνιμη στή διάρκεια τής έγκυμοσύνης. Αύτή ή έξήγηση,
πού δέν μπορεί βέβαια νά καταταχτή στά σοβαρά
στό μαλθουσιανισμό, άποκαλύπτει βμως μιά μαλθουσιανική έγνοια.
Ό πουριτανισμός, ή σεξουαλική αύτοσυγκράτηση έχουν άναπτύξει μεθόδους πολύ παλιές πού συνδυάζουν τό
τερπνό μέ τό ωφέλιμο και πού άντιστοιχοΰν σ' έκεΐνο πού
όνομάζουν τεχνική τού κορμιού (coitus interruptus), τεχνική πολιτιστική συνδυασμένη στενά μέ τήν κυριαρχία
τού όργανισμοΟ πού διδάσκει ή κοινωνία (είδικά τήν λεγόμενη τεχνική τής καθαριότητας καΐ τής εύγένειας, στό
καθάρισμα τής μύτης, στό φτάρνισμα, στό σάλιο κλπ.).

— 39

Ή άνάπτυξη τί]ς όμοφυλοφιλίας σέ όρισμένες κοινωνίες
δέν μπορεί νά είναι άσχετη μέ τό φόβο τής τεκνοποιίας
(όρισμένοι μύθοι τοΟ Π ο υ έ μ π λ ο λένε πολλά γιά τό
θέμα αύτό).
Στή βιομηχανική κοινωνία καί ειδικότερα στδν έμπορικό της τύπο, τό παιδί είναι άγαθό. Τό παιδί, δπως κι
ή έργασία, γίνεται ή έμπόρευμα ή καταναλωτικό άντικείμενο. "Ετσι, στή Γαλλία καί στίς άλλες βιομηχανικές
χώρες δ άριθμός τών παιδιών ύπολογίζεται μέ τόν άριθμό τών δωματίων πού διαθέτουν οί γονείς: τέσσερα δωμάτια, τρία παιδιά, δυό δωμάτια, Ινα παιδί. Αύτό διατυπώθηκε καί μέ τή νομοθεσία γιά τΙς δμαδικές κατοικίες.
Τό παιδί ύπολογίζεται στόν κατειλημμένο χώρο. 'Αλλά ή
αύξηση τής κατοικίας έξαρτάται άπό τή δημογραφική
έπέκταση. Υπάρχει έδώ ένας πολύ γνωστός φαύλος κύκλος. 'Αλλά παραμένει έπίσης σωστό τό δτι ένα Ιθνος πού
περιορίζει τόν άριθμό τών διαμερισμάτων είναι μαλθουσιανικό (αύτό συμβαίνει μέ τή σημερινή Γαλλία). Τό ποσοστό τής γεννητικότητας έξαρτάται άπό τό ρόλο πού παίζει τό παιδί, άπό τή σημασία του, χρήσιμο έργαλείο ή
διασκέδαση. "Αλλοτε ή άγροτιά ήταν γόνιμη, κάθε παιδί
συνέβαλε στή γενική έργασία" οί νόμοι γιά τό δικαίωμα
κληρονομιάς (διανομή γαιών), έκαναν τΙς άγροτικές οίκογένειες μαλθουσιανικές.
ΣτΙς μεσαίες τάξεις ή δωρεάν έκπαίδευση, περισσότερο άπό τά οικογενειακά έπιδόματα, άνάκοψε τόν ύπερβολικό μαλθουσιανισμό. Ή έκπαίδευση έπιτρέπει νά άποκτήση τό παιδί ένα έπάγγελμα άλλά τό παιδί περιορίζει τό παιδί' μπορεί νά πάη κανείς τρία παιδιά δζ τό

— 40

βαθμό τοϋ μπασελιέ, δύσκολο περισσότερα. Γι' αύτό τό
λόγο καΐ κάθε κοινωνική τάξη έχει τό δικό της ποσοστό
γεννητικότητας. Μιά κοινωνία πού προβλέπει είναι κοινωνία μαλθουσιανική, ή πρόβλεψη είναι δείγμα μέτρου.
Ή ικανότητα τών προβλέψεων, τού ύπολογισμού, τοϋ σχεδιασμού είναι ένα άπό τά βασικά χαρακτηριστικά τής βιομηχανικής κοινωνίας, δέν είναι λοιπόν έκπληκτικό τό
δτι σ' αύτή τήν κοινωνία δπου οί γονείς ξέρουν άπό τά
πρίν τί θά κάνη άργότερα δ γιός τους, ύπάρχει τάση
πρός τόν περιορισμό τών γεννήσεων. Άλλά σέ μιά κοινωνία πολύ βιομηχανοποιημένη δ ύπολογισμός είναι πιό
εύρύς, ύπολογίζουν τή γενική αύξηση τής παραγωγής καΐ
ξέρουν δτι δ νόμος τοϋ Μάλθους δέν είναι σωστός, ή καμπύλη τής παραγωγής τών καταναλωτικών άγαθών άνεβαίνει δπως καΐ ή καμπύλη τών γεννήσεων. Σέ μιά άναπτυγμένη κοινωνία, πού φυσικά έπωφελεΐται άπό τήν
ύπανάπτυξη τοϋ ύπόλοιπου κόσμου, ή δημογραφική έπέκταση άντιστοιχεϊ στήν οικονομική έπέκταση. Ό σ ο περισσότερα παιδιά ύπάρχουν τόσο πιό πλούσια είναι ή
χώρα. Αύτό έξηγεί γιατί ή έπιδίωξη τής οικονομικής άναπτύξεως συνοδεύεται άπό μιά ένθάρρυνση τών γεννήσεων.
Προκαλεί σέ δρισμένους έκπληξη τό γεγονός δτι τά
κομμουνιστικά κράτη (ή Κίνα, λόγου χάρη) είναι μαλθουσιανικά ένώ δέν έχουν σχέση μέ τό καπιταλιστικό πρότυπο τοϋ ύπολογισμοϋ καΐ τής πρόβλεψης (τό μέλλον
έκεΐ είναι μάλλον άποφασισμένο παρά προβλεπόμενο).
Στήν πραγματικότητα αύτό έξηγείται άπό τή μιά μεριά
μέ τΙς άρχές (έλευθερία τοϋ άνθρώπου άπέναντι στή φύ-

41

ση), κι άπό τήν άλλη μέ τά γεγονότα. Τό μεγάλο πρόβλημα γιά τΙς χώρες αύτές είναι νά μειώσουν τόν μεγάλο άγροτιχό ύπερπληθυσμό. Μ' αύτή τήν εύκαιρία μιά.
σύγκριση μέ τΙς καπιταλιστικές κοινωνίες τοϋ 19ου αίώνα είναι διαφωτιστική. Σ ' αύτές τΙς κοινωνίες, ειδικότερα στήν 'Αγγλία, τόν άγροτιχό πληθυσμό τόν έδιωξαν
άπό τή γ ή χαΐ τόν δδήγησαν στίς πόλεις μέ τό μηχανισμό τής άγοράς τών γαιών (ειδικότερα μέ τήν άγορά
τών κοινοτικών χτημάτων καΐ μέ τή μετατροπή τής καλλιέργειας) . Στόν άγροτιχό πληθυσμό πού έγινε έργατικός τό ποσοστό τής θνησΐ|ΐότητας ήταν έξαιρετικά ύψηλό.
Ό λ ' αύτά συνέβαλαν στό νά ρυθμιστή τό πρόβλημα τής
περίσσειας τοϋ άγροτικοϋ πληθυσμοϋ, περίσσειας άχρηστης καΐ έπιζήμιας σέ μιά βιομηχανική κοινωνία δπου βασικό καθήκον τοϋ άγρότη είναι νά θρέψη τόν κάτοικο τών
πόλεων. Στά σημερινά ύπανάπτυκτα έθνη, ή καπιταλιστική λύση τής άγοράς τών κτημάτων είναι άδύνατη. Γι' αύτό είναι άπαραίτητος δ περιορισμός τών γεννήσεων.
Κατ' έπέκταση, έχει χαρακτηριστή μαλθουσιανική
στόν οίκονομιχό, κοινωνικό ή πολιτιστικό τομέα κάθε περιοριστική τάση. Συνηθίζεται, λόγου χάρη, νά κατηγοροϋν γιά μαλθουσιανισμό τήν Πολυτεχνική Σχολή πού
δέν αδξησε τό σύνολο τών έτήσιων προβιβασμών άνάλογα
μέ τή δημογραφική έ ξ έ λ ι ξ η . . .
Ραφαέλ Πιβιντάλ

— 42

ΜΑ Ο Ι

ΣΜΟΣ

Δυό προκαταρκτικές παρατηρήσεις. Πρώτο: ό μαοϊσμός είναι δρος πού χρησιμοποιείται μόνο έξω άπδ τήν
Κίνα. Ol Κινέζοι άναφέρονται στή σ κ έ ψ η
τού
Μάο Τσέ
Τούνγκ.
Δεύτερο: ή «σκέψη τοϋ Μάο Τσέ Τούνγκ» έγινε ή
κρατική ιδεολογία — μπαίνει κανείς στδν πειρασμό νά
πή: ή θρησκεία — τής Λαϊκής Κίνας, μόνο μετά τδ
1965, χάρη στή μ ε γ ά λ η
π ρ ο λ ε τ α ρ ι α κ ή
π ο λ ι τ ι σ τ ι κ ή
έπανάσταση.
Στήν πραγματικότητα δ μαοϊσμδς τέτοιος πού τόν γνωρίζουμε σήμερα είναι δ δημιουργός καΐ ταυτόχρονα τδ προϊόν αυτής «τής έπανάστασης μέσα στήν έπανάσταση», τής τεράστιας άνατροπής τών πολιτικών καΐ κοινωνικών θεσμών πού έγινε στήν Κίνα μετά τό τέλος τοϋ 1965 καΐ
τής δποίας δλα τά συμπεράσματα κλήθηκε νά βγάλη τό
9ο Συνέδριο τοϋ Κόμματος πού συνήλθε στό Πεκίνο τήν 1η
'Απριλίου 1969. Τήν ίδια άκριβώς περίοδο, ό μαοϊσμός,
έκλαϊκευμένος μέ τό «κόκκινο βιβλιαράκι» πού μεταφράστηκε σ' δλες τΙς γλώσσες, έγινε έπίσης, σέ δρισμένες χώρες τής 'Ασίας, τής Λατινικής 'Αμερικής, τής 'Αφρικής,
άκόμα καΐ τής Δύσης, ή σημαία ένός ύπερεπαναστατικοΰ
ρεύματος Ιδεών πού έκδηλώθηκε στό περιθώριο τοϋ όρθόδοξου κομμουνιστικού κινήματος καΐ έναντίον του.
Οί κύριες φάσεις τής ιστορικής έξέλιξης τής σκέψης
τοϋ Μάο Τσέ Τούνγκ είναι τρεις.
Μιά πρώτη περίοδο, δ μαοϊσμός έμφανίζεται
στά
πλαίσια τής 3ης Διεθνούς πού κηδεμονεύεται άπό τόν

— 43

Στάλιν, σάν μιά προσπάθεια έφαρμογής τών γενικών άρχών τοϋ μαρξισμού - λενινισμοϋ στίς Ιδιαίτερες συνθήκες
τής Κίνας πού άπό τό 1919 συγκλονιζόταν άπό μιά άντιϊμπεριαλιστική, έθνική καΐ κοινωνική έπανάσταση. Ό
Μάο καθόρισε τή γραμμή του, σέ μιά έκθεσή του στήν
Κεντρική Επιτροπή τοϋ κόμματός του, τό 1938: «Οί
Κινέζοι κομμουνιστές είναι μαρξιστές διεθνιστές, άλλά
γιά νά έφαρμοστή στήν πράξη δ μαρξισμός πρέπει νά
έκφραστή μέ έθνική μορφή. Πρέπει νά κάνουμε τό μαρξισμό κινεζικό, νά έπαγρυπνοΰμε νά έχη κινεζικό χαρακτήρα σέ δλες του τΙς έκδηλώσεις». Στά 1946, δ Λιού
Σάο ΣΙ άπέδιδε στό Μάο τή «μεγάλη τιμή δτι δημιούργησε τήν κινεζική ή άσιατική μορφή τοΰ μαρξισμού»,
θάταν χωρίς άμφιβολία πιό κοντά στήν πραγματικότητα
άν μιλούσε, δσον άφορά τό Μάο, γιά μιά σ ι ν ο π ο (ηση τοΰ
λενινισμοϋ-σταλινισμού
μάλλον παρά τοΟ μαρξισμού, άφοΰ, κατά τήν ίδια τή
δική του δμολογία, πολύ περισσότερο μελέτησε τά κείμενα τοΰ Λένιν καΐ τοΰ Στάλιν παρά τά γραφτά τοΰ Μάρξ
καΐ τοΰ Ένγκελς.
"Αν τό πνεύμα τοΰ Μάο στήν άρχή είναι διαποτισμένο άπό τή δογματική άτμόσφαιρα τοΰ σταλινισμοΰ καΐ άν δ
Μάο έχει κληρονομήσει άπδ τους Ιδεολογικούς δασκάλους
του μιά προτίμηση γιά τΙς σχηματικές κατασκευές καΐ γιά
μιά ώφελιμιστική διαλεκτική, πολύ γρήγορα άναδείχτηκε ένας μεγαλοφυής πολιτικός, γενικεύοντας θεωρητικά
μέ κέφι — κι δχι χωρίς κυνισμό — μιά άγνωστη πείρα.
Περισσότερο άπό τόν άγροτικό χαρακτήρα τών έπαναστάσεων τοΰ ύπανάπτυκτου κόσμου — πού τόν είχαν δή και

— 44

άλλοι πρίν άπ' αύτόν — δ Μάο ύπογράμμισε τήν έξαιρετική σημασία τοϋ Ε ν ο π λ ο υ
άγώνα,
τοϋ
λ α Γκ ο ϋ π ο λ έ μ ο υ .
Ή πρωτοτυπία τοϋ Μάο
βρίσκεται στό δτι Εχανε τό λαϊκό στρατό, αύτό τό σ τ ρ ατ ό - κ ό μ μ α ,
πού ήταν πιό πολύ άγροτικός παρά
προλεταριακός, άλλά διαπαιδαγωγημένος μέ τό μύθο τοϋ
προλεταριάτου, τό σπουδαιότερο όργανο τής έπανάστασης.
Τό δεύτερο στάδιο άρχίζει τό 1949, μετά τήν κατάληψη τής Εξουσίας καί τελειώνει κατά τό 1962 -1963. Ή
έναρμόνιση τών συμφερόντων τοϋ Κράτους πού τό πήρε
στα χέρια του τό νικηφόρο κινεζικό Κ.Κ. καί τών άντιλήψεων τοϋ κόμματος αύτοϋ μέ τις άντιλήψεις τής μετασταλινικής Ε.Σ.Σ.Δ. άποδείχθηκε πολύ δύσκολη, αν δχι
άδύνατη. Επίσης ή σκέψη τού Μάο προσδιορίζεται όλοένα καί πιό καθαρά άντίθετα μέ τόν όππορτουνισμό τοϋ
Κρεμλίνου καί άναζητεϊ στήριγμα στόν άδιάλλακτο, ύπεραριστερό διεθνιστή Λένιν τής έποχής τοϋ άγώνα τών
μπολσεβίκων έναντίον τών ρεφορμιστών τής 2ας Διεθνούς. Καταλήγει σέ μιά διάσπαση στό έσωτερικό τοϋ σοσιαλιστικού στρατοπέδου καί τοϋ διεθνούς κομμουνιστικού
κινήματος καί προβάλλει τό κινεζικό κόμμα σάν πρωταθλητή καί δδηγό δλων τών έπαναστατικών λαών, τών
Ενοπλων άπελευθερωτιχών κινημάτων γιά τά δποϊα ή
σ υ ν ύ π α ρ ξ η
μ έ τ ή χρουτσεφική άπόχρωση είναι κενός λόγος. "Ύστερα άπό πολλά κείμενα τοϋ 1960
- 1 9 6 3 πού κήρυσσαν τήν έπιστροφή στό καθαρό λενινιστικό πνεύμα, ο( Π ρ ο τ ά σ ε ι ς π ο ύ
άφοροϋν
τή γ ε ν ι κ ή
γ ρ α μ μ ή
πού δημοσιεύτηκαν τόν
Ιούνιο τοϋ 1963, σημειώνουν μιά άποφασιστική μετατό-

— 45

πιση τοϋ κέντρου βάρους τής σκέψης τοϋ Μάο πρός «τόν
επαναστατικό άγώνα πού διεξάγουν οί λαοί τής 'Ασίας,
τής 'Αφρικής καΐ τής Λατινικής 'Αμερικής πού άποτελοϋν τή συντριπτική πλειοψηφία τοϋ πληθυσμού τής Γής».
Ό εύρωποκεντρισμός (πού έπΐ Στάλιν έγινε σοβιετοκεντρισμδς) Εκθρονίστηκε. Καθορίζεται ώς σκοπός τής έπανάστασης ή περικύκλωση τών «πόλεων» (Ηνωμένες Πολιτείες καΐ Δυτική Εύρώπη) άπδ τήν «Οπαιθρο» (τά Επαναστατικά κινήματα τοϋ Τρίτου Κόσμου). Ά π ό κεί καΐ
πέρα τό ρήγμα έχει γίνη, δ μαοϊσμός διαμορφώνεται μέσα σ' Ινα άδιάκοπο καΐ δριμύ κατηγορητήριο κατά τοϋ
σωβινισμού
μ ε γ ά λ η ς
δύναμης,
τήν
ύποκρισία, τό ρεβιζιονισμό καΐ τήν άστικοποίηση τής «κλίκας τοϋ Χρουτσώφ καΙ τών διαδόχων του».
Τέλος, τρίτο καΙ τελευταίο στάδιο, μέ τήν έκπολιτιστική έπανάσταση ή σκέψη τοϋ Μάο χρησιμεύει σάν σημαία σέ μιά δμάδα στρατιωτικών καΙ Ιδεολόγων μέ επικεφαλής τόν ΛΙν Πιάο καΙ τήν κυρία Τσιάνγκ ΤσΙνγκ
(γυναίκα τοϋ Μάο) πού έπιδιώκει νά ξερριζώση άπό τό
Κόμμα, τό Κράτος καΙ τήν κινεζική κοινωνία δλες τΙς
ιδεολογικές καΙ κοινωνικές ρίζες τοϋ «ρεβιζιονιστικοϋ έκφυλισμοϋ» — γραφειοκρατία, άστικοποίηση, Ιλξη άπό τό
δυτικό ή τό σοβιετικό τρόπο ζωής — καΙ νά δημιουργήση τελικά έκεϊνο τό όποιο άπέτυχε νά δημιουργήση ή
Ε.Σ.Σ.Δ., τόν νέο σοσιαλιστικό καΙ έπαναστατικό ώς τό
μυελό τών όστέων άνθρωπο.
Μέσα στόν παροξυσμό τής πολιτιστικής έπανάστασης,
ό μαοΐσμός φτάνει στήν έσχατη μορφή του, δπου δέν παρουσιάζεται πιά σάν «έφαρμογή τοϋ μαρξισμού - λενινι-

— 46

σμοΰ», μά σάν «ή συνέχειά του, ή μεγαλοφυής του έξέλιξη».
Έ φυσιογνωμία τοΰ Μάο παίρνει τότε μιά ύπεράνθρωπη διάσταση. Είναι ό Λένιν τής έποχής μας. Οί σπάνιες έμφανίσεις του προκαλούν έκρήξεις ένθουσιασμοΰ. Είναι ή ένσάρκωση τοΟ μεγαλείου, τής δόξας, τής σοφίας
τοϋ κόμματος. Προσωποποιεί τή δική του σκέψη. Σκέψη
πού δλόκληρη ή Κίνα — σέ λίγο δλος δ πλανήτης — καλείται νά μελετήση, νά κάνη πράξη. Πρδς τήν κατεύθυνση αύτή δ στρατός, τουλάχιστο τό δραστήριο πολιτικά
τμήμα τού στρατού, έμπνεόμενο άπδ τό ΛΙν Πιάο, παίζει πρωτεύοντα ρόλο. «'Ολόκληρο τό έθνος πρέπει νά
διδάσκεται άπό τόν λαϊκό άπελευθερωτικό στρατό», διακηρύσσει δ Μάο στά 1965. Ή έφημερίδα τού στρατού
έπαναλαμβάνει : « Ό στρατός μας είναι τό κύριο στήριγμα τής δικτατορίας τοΰ προλεταριάτου». Ή στρατιωτική έπιτροπή τής Κεντρικής Επιτροπής, πού τή διευθύνει δ ΛΙν Πιάο, τό 1959, έξαπέλυσε τήν πολιτιστική έπανάσταση. Κι αύτή βγήκε νικήτρια άπό τήν έκστρατεία έκείνη, παραμερίζοντας δλους τούς άλλους παράλληλους
καΐ άνταγωνιστικούς μηχανισμούς. Έ πλειοψηφία τών έπαναστατικών έπιτροπών πού προήλθαν άπό τήν έπανάσταση αύτή προεδρεύονται άπό στρατιωτικούς. Ol άνθρωποι τού ΛΙν Πιάο κυριαρχούν στό ύπό άνασυγκρότηση
μετά τό 1968 Κόμμα καΐ δέν είναι τυχαίο δτι δ στρατάρχης βγήκε άπό τό 9ο Συνέδριο τοΰ 'Απριλίου τοΰ 1969
δελφίνος τού Μάο.
"Ενα τέταρτο χαρακτηριστικό τού τελευταίας τεχνοτροπίας μαοϊσμοΰ είναι ένας έργατισμός άξιοσημείωτα άν-

47

•«πνευματικός. "Αλλωστε ένας άπό τούς δμολογημένους
σκοπούς τών μαοϊστών ήταν νά πνίξουν στή γέννησή της
κάθε άπόπειρα τού τύπου «Κύκλος Πετόφι», νά σπάσουν
τήν «άλαζονία» τών συγγραφέων, έπιστημόνων, φιλοσόφων, Ιστορικών κ.λ.π. πού διατείνονταν δτι ξέρουν περισσότερα άπό τούς ύπαξιωματικούς τού στρατού καΐ τούς
άγρότες τού Γιενάν. Ή μαοϊκή έπανάσταση όνομάστηκε
π ο λ ι τ ι σ τ ι κ ή γιατί άρχισε μέ τήν έκκαθάριση τού
μηχανισμού προπαγάνδας τού ύπουργείου Πολιτισμού, τών
όργανώσεων τών διανοουμένων, τού κινηματογράφου, τού
θεάτρου, τών καλών τεχνών, δπου άναπτυσσόταν μιά άντιμαοΐκή συνωμοσία. Εξαπέλυσε έπίθεση έπίσης γιά τούς
ίδιους λόγους κατά τού Πανεπιστημίου πού ό Μάο τό
ύποπτευόταν. «Είναι ά κ ό μ α άναγκαΐο νά έχουμε
πανεπιστήμια, είπε δ Μάο τό 1968, άλλά οί σπουδαστές
πρέπει νά διαλέγωνται άνάμεσα στούς έργάτες καΐ τούς
άγρότες καΐ νά έπιστρέφουν στήν παραγωγή ύστερα άπό
μερικά έτη σπουδών».
Ό μαοϊσμός είναι έπίσης ή έκφραση ένός έξισωτικοϋ
πάθους πού έρχεται άπό πολύ μακρυά. Κι έδώ ό στρατός χρησιμεύει γιά έργαστήριο δμοιομορφοποίησης. 'Αξιωματικοί καΐ στρατιώτες παίρνουν τόν ίδιο μισθό. Σπουδαστές, δημόσιοι ύπάλληλοι, νέοι καΐ γέροι, όφείλουν νά
περνούν άπό τή χειρωνακτική έργασία. Νά έφαρμόζης τή
σκέψη τού Μάο σημαίνει νά καταπολεμάς μέσα σου τήν
έγωϊστική άντίληψη. Τό έ γ ώ πρέπει νά έξοντωθή.
Τό έ γ ώ είναι τό κακό. Κατά συνέπεια, τό οικονομικό
κίνητρο πού κήρυσσαν δτι πρέπει νά έφαρμοστή οί οικονομολόγοι — αύτή ή λέξη κατάντησε βρισιά — άπορρί-

48

φθηκε μέ περιφρόνηση. Ή «κομφουκιανική» ήθική, τ ο Ο
μ έ τ ρ ο υ , τοϋ ΛΙ Σάο ΣΙ άποδοκιμάστηκε σάν δηλητήριο. Ή Επανάσταση τών έρυθροφρουρών είναι άσκητι•κή μέ δλες τΙς έννοιες τοϋ δρου.
Ή θεωρία τού Στάλιν γιά τήν δξυνση τής πάλης τών
τάξεων, πού χρησίμευσε γιά νά δικαιολογήση τΙς μεγάλες έκκαθαρίσεις, άναθερμάνθηκε μέ ένα βίαιο ριζοσπαστισμό. « Ή κατάληψη τής έξουσίας δέν είναι παρά ή
άρχή τής έπανάστασης, δχι ή νικηφόρα κατάληξή της».
«Ή άνθρώπινη κοινωνία άναπτύσσεται άνάμεσα σέ άνέμους καί παλίρροιες». Μπορεί νά ύπάρχουν περίοδοι άνάπαυλας, σταθεροποίησης, μά δχι σταθερότητας πρίν άπό
τήν τελική νίκη σ* αύτή τή διαρκή έπανάσταση πού είναι πιό ριζοσπαστική καί δλοκληρωτική άπ' δ,τι μπορούσε νά όνειρευτή ό Τρότσκυ.
Τέλος δ μαοϊσμός έμφανίζεται ταυτόχρονα διεθνιστικός καί πατριωτικός, άσφαλώς άντιιμπεριαλιστικός, άλλά προπαντός άντισοβιετικός. Ή σκέψη τού Μάο είναι «δ
φάρος τής παγκόσμιας έπανάστασης». Ό Φιντέλ Κάστρο,
δ ΡεζΙ Ντεμπραί, πού θέλουν νά βροϋν νέα πρότυπα γιά
τΙς έπαναστάσεις τών τριών ήπείρων, καταγγέλλονται σάν
ψευδοπροφήτες. Οί μαοϊκοί άντικαθιστούν τό ρωσοκεντρικό διεθνισμό μέ Ενα σινοκεντρικό διεθνισμό πού ένα άπό
τά κύρια χαρακτηριστικά του είναι «τό άσπονδο μίσος
κατά τής κλίκας τών σοβιετικών ρεβιζιονιστών άποστατών».
Έτσι ό μαοϊσμός καταλήγει σ' έναν άγριο άποστολικό καί έπαναστατικό έθνικισμό. 'Αποτελεί τό «έποικοδόμημα», τόν παράγοντα τής ήθικής Ενοποίησης ένός συγ-

— 49

κεντρωτικοΟ, καΙ χωρίς προηγούμενο στρατιωτικοποιημένου καθεστώτος, πού διευθύνεται άπό στρατηγούς καΙ Ιδεολόγους πού συνταιριάζουν τήν έξισωτική καΙ πολεμική ούτοπία τοΟ κομμουνισμού μέ μιά έξαιρετική αίσθηση τοΟ
χειρισμού τών μαζών καΙ τής όργάνωσης. Ή νίκη τών
μαοϊκών πού έπικυρώθηκε άπό τό 9ο Συνέδριο τοϋ άνανεωμένου κόμματος, είναι πολύ δυνατό ν' άνοιξη Ινα νέο
στάδιο κατά τό όποιο ό μαοϊσμός — άπροσδόκητο άμάλγαμα προβιομηχανικής νοοτροπίας καΙ έκσυχρονιστικών
φιλοδοξιών — θά όποβληθή στή σκληρή δοκιμασία τών
πολυάριθμων οίκονομικών, δημογραφικών, πολιτικών καΙ
στρατηγικών προβλημάτων τής Κίνας.
Φρανσουά ΦεΙτύ

3

ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ
Μέ τή λέξη μαρξισμός πρέπει νά έννοοϋμε μέ τή στενή έννοια τό σύνολο τών θεμάτων καΙ τών θέσεων πού
άνέπτυξε, κατά τή διάρκεια κάπου σαράντα έτών — άπό
τό 1843 - 1 8 4 5 ώς τό 1883 — δ Κάρλ Μάρξ συνήθως
σέ συνεργασία μέ τό φίλο του Φρίντριχ "Ενγκελς. Μέ τήν
πλατιά έννοια, τό έπίθετο μαρξιστής δίδεται σήμερα σ'
ένα πολύ πλατύ καΙ πολύ άνομοιόμορφο ρεύμα Ιδεών, σέ
ιδεολογίες, σέ κοινωνικοοικονομικές πραγματικές καταστάσεις, σέ μιά Ιστορική πραγματικότητα πού βαραίνει
πάρα πολύ στό σύγχρονο κόσμο.
Στήν πραγματικότητα, Ινας Ικανοποιητικός όρισμός

— 60

τοϋ μαρξισμού προσκρούει σέ σημαντικά έμπόδια. Αύτό
συνδέεται, πρώτ* άπ' δλα, μέ τό γεγονός δτι τά κείμενα
τοϋ Μάρξ είναι, αύτά καθ' έαυτά κι άν τα πάρουμε στό
σύνολό τους, πολύ πολύπλοκα, θίγουν έξαιρετικά ποικίλα θέματα. Ό Μάρξ, άν παραδεχτούμε τΙς κατατάξεις
πού συνηθίζονται σήμερα, είναι, ταυτόχρονα καΐ διαδοχικά, φιλόσοφος, Ιστορικός τών Ιδεών, Ιστορικός (άπλώς),
οίκονομολόγος, μαχητικός δημοσιογράφος, κοινωνιολόγος,
ψυχοκοινωνιολόγος, παιδαγωγός, πολιτικός μαχητής, συγγραφέας.
Ή θεωρία τού Ιδρυτή, ή ίδια άμφίλογη, έγινε άντικείμενο, μετά τό 1883, θεωρητικών, πρακτικών καΐ θεωρητικοπρακτικών άναθεωρήσεων πού δλες (ή σχεδόν δ·
λες) μποροΰν νά βρούν στή σημερινή άκαταστασία τής
σκέψης καΐ τής δράσης, μιά έπίφαση δικαίωσης. Σήμερα ύπάρχει άφθονία μαρξισμών (πού δλοι διεκδικούν τήν
όρθοδοξία καΐ βρίσκουν Ισχυρά έπιχειρήματα γιά νά καταδικάσουν γιά αίρετική — μέ διαφορετικά κριτήρια —
τήν άλλη, κάθε άλλη, έρμηνεία. Παράλληλα — αύτό δέν
τό έχουμε άρκετά έκτιμήσει — ύπάρχει πληθώρα άντιμαρξισμών). Σέ συσχετισμό μέ αύτές τΙς πολυάριθμες άναθεωρήσεις καΐ μέ τήν πραγματική Ιστορία τοϋ μαρξισμού
πού ή Γδια συνδέεται μέ τΙς μεταλλαγές τής βιομηχανικής κοινωνίας, άς προσπαθήσουμε νά ταξινομήσουμε τις
πιό ένδιαφέρουσες καΐ τΙς πιό χαρακτηριστικές άντιλήψεις πού άναπτύσσει ή σύγχρονη σκέψη άναφορικά μέ
τόν μαρξισμό.
Γ ι ά τ ό ν μ α ρ ξ ι σ μ ό σ ά ν μ ύ θ ο . "Ενας
πρώτος πειρασμός προσφέρεται στά άγαθά πνεύματα πού

— 51

τά θρέφει 6 σκεπτικισμός τών καλά πληροφορημένων
άνθρώπων : δτι ό μαρξισμός είναι μύθος. "Ας ξαναδούμε λένε, ώμά τά γεγονότα. Ό Κάρλ Μάρξ έγραψε
έργα φιλοσοφικά, Ιστορικά, πολιτικά καΐ οίκονομικά.
Σάν φιλόσοφος συγκαταλέγεται, δσες προσπάθειες κι άν
έκανε γιά νά ξεχωρίση, στή χορεία τών μεταρωμαντικών
Γερμανών διανοητών, πού τούς σύντριψε δ Χέγκελ καΐ δ
χεγκελιανισμός, καΐ ot όποίοι προσπαθούν νά κάνουν τή
φιλοσοφία πιό συγκεκριμένη, πιό άποτελεσματική, στηριζόμενοι πότε στό ν άντιθρησκευτικό, άλλά κάπως άπλοϊκό
ύλισμό τού ΦόΟερμπαχ, πότε στό γαλλικό σοσιαλισμό. Τί
προκύπτει άπ' αύτά; Μιά πραγματεία γιά τόν Δημόκριτο
και τόν Επίκουρο, άρκετά κοινότοπη και χωρίς σοβαρή
Ιστορική θεμελίωση καΐ κείμενα βίαια καΐ θολά, δπου άνακατεύονται, χωρίς νά έπιχειρεΐται πραγματικά καμιά
σύνθεση, ή τάση πρδς τόν άκεραιωμένο δρθολογισμό, ή θέληση γιά πλήρη πραγμάτωση τού άνθρώπου πέρα άπό
κάθε άλλοτρίωση, ή λαχτάρα γιά έναν άόριστο δημοκρατισμό καΐ ή Ιδέα πώς ή κοινοκτημοσύνη τών άγαθών θά
έλυνε δλα τά προβλήματα.
Σάν Ιστορικός δίνει άναλύσεις άστραφτερές καΐ διεισδυτικές. Άλλά οί άναλύσεις αύτές δέν πηγαίνουν, άπό άποψη περιεχομένου, πέρα άπ' δ,τι δικαιούται κανείς νά
περιμένη άπό ένα καλλιεργημένο δημοσιογράφο πού κάνει μ' εύσυνειδησία τή δουλειά του. "Οσο γιά τΙς μελέτες πού άφιερώνει στό παρελθόν — ή έκεϊνες τού φίλου
του "Ενγκελς πού άμεσα δ Μάρξ τΙς προσυπογράφει —
δέν ξεπερνούν τόν τόνο τής έποχής: ή ύποστηριζόμενη θέση θεμελιώνεται μέ κάποια δυσκολία καΐ ή σημερινή ί-

— 52

στορ ία, πού φροντίζει περισσότερο γιά τά γεγονότα καί τόν
έλεγχο, δέ δυσκολεύεται καθόλου νά δείξη δτι, στόν Ιστορικό τομέα, δ συγγραφέας τού Κ ε φ α λ α ί ο υ
διαπράττει αύθαιρεσίες πού ή διεισδυτικότητα καί ή δσφρησή του δέν τόν βοηθάνε πάντα νά τΙς διορθώση.
Πολιτικά, είναι γεγονός δτι ή προσπάθεια τού Μάρξ
— δπως καί δλων τών Εύρωπαίων σοσιαλιστών τού 19ου
αιώνα — πληρώνεται μέ μιά σειρά άποτυχίες. Ή πιό
μεγάλη καί ή πιό χαρακτηριστική είναι ή άποτυχία τής
1ης Εργατικής Διεθνούς πού, άν καί αύτός Ιβαλε τά
θεμέλιά της, δημιουργήθηκε χωρίς τήν παρουσία του, ύστερα προσδέθηκε μαζί της, γιά νά ύποχρεωθή νά άπο·
μακρυνθή δταν διαπίστωσε δτι δέν ήταν σέ θέση νά τιθασσεύση τΙς άντιθέσεις της. Ό άρχισυντάκτης τής 'Εφημερίδας
τού Ρ ή ν ο υ
πού άποδέχεται,
στήν άρχή τής σταδιοδρομίας του, τούς συνηθισμένους στήν
πολιτική δραστηριότητα συμβιβασμούς, φθείρεται σ' αύτό
τό παιγνίδι καί καταλήγει νά τό άρνηθή καί νά περιοριστή στόν άφηρημένο ρόλο τοϋ κάπως άπόμακρου προφήτη πού καμιά πραγματοποίηση δέν τόν Ικανοποιεί.
Σάν οίκονομολόγος, κάνει χωρίς άμφιβολία, άποφασιστικές άνακαλύψεις: άλλά, δπως τό όμολογεΐ κι ό ίδιος,
άφήνει νά παρασυρθή άπό χεγκελιανή «φιλαρέσκεια», νά
τΙς παρουσιάση καί νά τις συστηματοποιήση σ' ένα σύνολο
Ιδεών πού καταλήγει πολύ πιό πέρα άπ' δ,τι έπέτρεπαν
ot συλλήψεις του καί οί έμπειρικές του έρευνες. Κι άν
άκόμα δέν μπορεί νά ύπάρξη καμιά άντίκρουση τών θεωριών του τής άξίας — έργασίας καί τής ύπεραξίας (πράγμα πού δέν είναι καθόλου βέβαιο) παραμένει τό γεγο-

— 53

νός δτι τά συμπεράσματα πού έβγαλε άπ' αύτές παραμένουν ύπδ αίρεση τουλάχιστο στό βαθμό πού είναι τόσο
καρποί τών μεταφυσικών του a priori δσο καΙ λογικοί
συνδυασμοί τών άναλύσεων τών γεγονότων. Ά π ό πολλές
άπόψεις, μεγαλοφυής οίκονομολόγος ό Μάρξ δέν είναι καΙ
δέν μπορούσε νά ήταν οδτε δ έγκυρος Ιστορικός καΙ κοινωνιολόγος.
"Ετσι καΙ γιά δλους αύτούς τους λόγους, είναι φυσικό δτι Ινα τόσο άνισο έργο πού μοιάζει μέ τή χοάνη στήν
δποία ύπάρχει τό κάθε τι πού ό προοδευτικός 19ος αίώνας, ό μαγεμένος άπό τήν Γδια τήν έπιστημονική καΙ βιομηχανική πρόοδό του, μπόρεσε νά συγκεντρώση άπό νέες
Ιδέες καΙ άπλοϊκούς ένθουσιασμούς, χρησιμοποιήθηκε σάν
σημαία καΙ σάν μύθος. Ό Λένιν, στόν άγώνα κατά τοϋ
λαϊκισμού (ναροντικών) τοϋ άναρχισμοΟ καΙ τοϋ ρεφορμισμοϋ, τόν υίοθετεί σάν τή πιό λογική καΙ πιό άποτελεσματική θεωρία. Ά π ό έκείνη τή στιγμή ή μπολσεβικική έπανάσταση πραγματοποιείται ύπό τήν αΙγίδα τοΰ
Μάρξ' ό μαρξισμός δέν είναι πιά μιά άπό τις σοσιαλιστικές σχολές γιά τΙς δποϊες φιλονικοϋν στά πολιτικά καΙ
συνδικαλιστικά συνέδρια' γίνεται ή θεωρία χάρη στήν
δποία μπόρεσε νά συντριβή τό πιό άντιδραστικό εύρωπαϊκό καθεστώς καΙ μέ βάση τήν δποία σέ λίγο συγκροτείται
Ινα δυνατό καΙ πολυάνθρωπο Κράτος πού, συνεχώς ένισχυόμενο, μπαίνει έπικεφαλής δλων τών καταπιεζομένων
τού κόσμου.
Αύτή άκριβώς είναι ή λειτουργία τοΟ μύθου: αύτή ή
άκαθόριστη καΙ βαθιά εύρύτητα, αύτό τό πλάτος κι αύτή
ή άνομοιομορφία πού έπιτρέπει σ' έκείνους πού ξέρουν νά
τόν χρησιμοποιούν γιά νά δικαιολογούν, παρουσιάζοντας

— 54

σάν Ιερές, άποδίδοντάς τους μιά μεγαλειώδη προέλευση,
τΙς πιό διαφορετικές άποφάσεις.
Τά μεγάλα ιστορικά κινήματα, που ή έπιτυχία τους
έξαρτάται άπό τή σύμπτωση ευκαιριών, άποφασιστικότητας καΐ θάρρους, έχουν πάντα άνάγκη — κι αύτό δέν είναι άσήμαντο στοιχείο τής έπιτυχίας τής στρατηγικής
τους — ν' άνακαλύπτουν γιά τόν έαυτό τους μιά μυθική
προέλευση μέ μιά θεμελιωτική δύναμη. Ό μαρξισμός τοΰ
Μάρξ είναι ένας άπό αύτούς τους μυθικούς Λόγους δπως
άλλοτε ήταν ot παραβολές τοΰ Χριστού καΐ άργότερα ot
δυό μεγάλες «διακηρύξεις τών δικαιωμάτων τοΰ άνθρώπου
καΐ τοΰ πολίτου».
Γιά τόν μ α ρ ξ ι σ μ ό
σάν
ιδεολογ ί α . Τό άδύνατο σημείο μιάς τέτοιας έρμηνείας είναι
προφανώς τό δτι θεωρεί σάν έντελώς τυχαίο τό σύνδεσμο
πού ύπάρχει άνάμεσα στά έργα τοΰ Μάρξ καί στό διεθνές
έπαναστατικό κίνημα, πού συγκεκριμενοποιήθηκε κυρίως
μέ τή μπολσεβικική έπανάσταση καΐ τήν οίκοδόμηση τοΰ
σοσιαλισμοΰ στή Σοβιετική "Ενωση καί, άπό τότε, στό
μισό περίπου κόσμο. "Ενας εύκολος τρόπος νά ξεφορτωθής τό έργο τοΰ Μάρξ, τόν έπιστημονικό καί άνανεωτικό
χαρακτήρα του, είναι νά τό θεωρήσης πρόσχημα, μέσο γιά
τή δικαιολόγηση άποφάσεων πού έπιβάλλει κάθε φορά δ
πολιτικός ρεαλισμός.
Δέν είναι πιό σωστό νά θεωρήσουμε τό μαρξισμό "ιδεολογία; "Ετσι δ μαρξισμός θά ήταν ύποχρεωμένος νά
κριθή άπό μιά άπό τΙς πιό σημαντικές κοινωνιολογικές
κατηγορίες πού δ Μάρξ συνέβαλε στήν έπεξεργασία τους.
Πράγματι, δ Μάρξ έδειξε πώς κάθε κοινωνική δύναμη

55

— τάξη, στρώμα ή ή πιό μικρή όμάδα συμφερόντων —
δταν φτάση σ' Ινα δρισμένο σημείο άναπτύξεως, βγάζει
Ινα, λίγο ή πολύ συμφυές, σύστημα Ιδεών, παραστάσεων
καΐ άξιών πού είναι συνδεδεμένο μέ τήν πρακτική αυτής
τής κοινωνικής δύναμης καΐ άποβ? ίπει Ιδιαίτερα νά έξασφαλίση τή νίκη της στή συνεχή σύγκρουση πού φέρνει
άντιμέτωπες τΙς κοινωνικές τάξεις καΐ στρώματα. Ή Ιδεολογία (βλέπε τή λέξη), κατά τήν άποψη αύτή, είναι
ταυτόχρονα ή έμφαση μιας κατάστασης καΐ τό αίτημα
πού ή κατάσταση αύτή περικλείει" περιέχει έτσι μιά δρισμένη πραγματική κατάσταση' άλλά είναι άπατηλή γιατί
τείνει, έξαιτίας τού νόμου τής βαρύτητας, νά παρουσιάση σάν καθολικό, κατάλληλο γιά δλόκληρη τήν άνθρωπότητα, ένα δραμα πού άνταποκρίνεται μόνο στήν έμπειρία καΐ στή θέληση μι&ς Ιστορικά καθορισμένης όμάδας
άνθρώπων.
Αύτός δέν είναι άκριβώς δ καταστατικός χάρτης τού
μαρξισμού; Ό Μάρξ, άπό τά έργα τής νεότητάς του, έπέμενε στό γεγονός δτι δέν θεμελίωνε μόνο μιά θεωρία, μά
καΐ δτι αύτή ή θεωρία άποτελούσε «τήν Ιδιαίτερη φιλοσοφία τοϋ προλεταριάτου», θεωρώντας δτι ή έργατική
τάξη τών πιό άνεπτυγμένων χωρών τής Εύρώπης έχει Ινα
Ιστορικό προορισμό — τό καθήκον νά άπελευθερώση τήν
άνθρωπότητα άπό τά τελευταία δεσμά, τά πιό σκληρά
μά καΐ τά πιό άποφασιστικά καταργούμενα — θέλησε νά
έπεξεργαστή καΐ έπεξεργάστηκε τή γενική άντίληψη τοϋ
είναι καΐ τής δράσης πού άντιστοιχοϋσε στούς έργατικούς
άγώνες τής έποχής έκείνης. Τήν έξέφρασε μέ διάφορες
μορφές καΐ Ιδιαίτερα μέ τή μορφή αύτής τής έπιστημο-

— 56

νικοκριτικής άνάλυσης πού άποτελεΐ τά
Κεφάλαιο.
'Ιδεολογία τών προλεταρίων, τών καταπιεζομένων στό
δεύτερο μισό τού 19ου αίώνα, δ μαρξισμός ύπέστη Ιδεολογικές μεταλλαγές άνάλογες μέ τήν τροποποίηση τών ύλικών δρων τής έργατικής τάξης. Μέ τόν Λένιν τών πρώτων χρόνων τοϋ μπολσεβίκικου κόμματος, πήρε έναν άλλο τόνο, καί άπό τά διάφορα κείμενα τοϋ Μάρξ καί
τοϋ "Ενγκελς άρχισαν νά διαλέγουν έκεΐνα πού ταίριαζαν
στήν καινούργια κατάσταση. "Οταν θριάμβευσε ή σοβιετική έπανάσταση παρουσιάστηκε μιά άλλη Ιδεολογία, όργανικά συνδεδεμένη μέ τήν προηγούμενη χάρη στήν ίδια
τή συνέχεια τών γεγονότων, πού μέ τό σταλινισμό έγινε
γιά πολλά χρόνια ή θεωρία τοϋ σοσιαλισμού σέ μιά μόνο
χώρα, τή Σοβιετική "Ενωση.
Σήμερα ό μαρξισμός ύφίσταται μιά νέα Ιδεολογική
τροποποίηση πού έξηγεϊται άπό τΙς νέες διεθνείς σχέσεις.
Νά τί συμβαίνει. Περισσότερο μαρξιστές άπό τούς σημερινούς όπαδούς τοϋ Μάρξ, ίκανοί νά πάρουν στά σοβαρά τά έργα του γιά τή φύση τής Ιδεολογίας, νά θεωρήσουν άντίθετα σάν μεταφυσικό καί χεγκελιανό κατάλοιπο
τήν Ιδέα κατά τήν δποία ένα δποιοδήποτε τμήμα τής άνθρωπότητας — προλεταριάτο, Σοβιετική "Ενωση, Λαϊκή
Δημοκρατία τής Κίνας, Κόμμα ή Κόμματα — έχουν άναλάβει τήν άποστολή νά πραγματώσουν τόν προορισμό τοϋ
άνθρώπου, γιά νά ξαναβάλλουν τό μαρξισμό, δηλαδή τούς
μαρξισμούς στή σωστή θέση τους.
Αύτή ή έπανατοποθέτηση δέν καθορίζει μιά έπιλογή:
τήν κάνει δυνατή. Καθένας πρέπει νά ξέρη, άνάλογα μέ
τήν τοποθέτησή του, τά συμφέροντά του, τά Ιδανικά του,

— 57

έκεϊνο στό θρίαμβο τού όποιου έλπίζει άλλά νά ξέρη δπωσδήποτε δτι δέ μπορεί νά ξεφύγη άπό τΙς Ιδεολογίες
καί δτι ό μαρξισμός, άνάμεσα σ' έχείνες πού τοΰ προσφέρονται, είναι μιά άπό τΙς πιό έλκυστικές χαΐ τις πιό
προσαρμοσμένες στό σύγχρονο κόσμο.
Γ ι ά τό μ α ρ ξ ι σ μ ό
σάν
φιλοσοφ ί α . Σ' αύτή τήν έρμηνεία, καθώς καί στήν προηγούμενη, ύπάρχει κάποιος βαθύς σκεπτικισμός' μύθος ή ιδεολογία καί στίς δυό περιπτώσεις ή σημασία και ή έννοια
τού μαρξισμού βρίσκονται σέ κάτι άλλο κι δχι στά κείμενα τού Μάρξ καί τών συνεχιστών του. Ή «Γερμανική
Ιδεολογία», τό «Κεφάλαιο», τό «ΆντΙ - Ντύρινγκ», δ «Υλισμός καί Έμπειριοκριτικισμός», τό «'Ιστορία καί ταξική συνείδηση», τό «Διαλεκτικός ύλισμός καί Ιστορικός
ύλισμός» είναι έργα πού — δσο κι άν παρουσιάζουν άνομοιομορφία — άποκαλύπτουν μιά δρισμένη άντίληψη γιά
τήν πραγματικότητα καί γιά τόν άνθρωπο, μιά δρισμένη
κλιμάκωση άξιών — δπως λένε σήμερα — μέ λίγα λόγια μιά φιλοσοφία. Τό πρώτο καθήκον δέν είναι λοιπόν
— άφοϋ παραμερίσουμε, προσωρινά ή τελειωτικά τά πάντα άμφισβητήσιμα έπικαιρικά στοιχεία — νά ξαναβρούμε
τΙς θεμελιακές άντιλήψεις γύρω άπό τΙς δποΐες συγκροτήθηκε τό έργο τού Μάρξ — δπως κάνουμε γιά τόν Πλάτωνα ή γιά τόν Ντεκάρ — καί νά συλλάβουμε κατόπιν μέ
ποιά έννοιολογική έξέλιξη έγιναν παρεκκλίσεις — ή άπαρίθμηση πού θά κάνουμε θά δείξη καθαρά πώς αύτές ot
παρεκλίσεις είναι πολυάριθμες — καί νά συγκροτήσουμε
έτσι μιά
μαρξολογία;
"Ετσι στή Γαλλία, Ιδιαίτερα άπό τήν Άπελευθέρω-

— 58

ση, έκδόθηκαν έργα προερχόμενα προπαντός άπό χριστιανούς διανοητές, πού άποτελοϋν φωτεινές καΙ συγκροτημένες παρουσιάσεις τής φιλοσοφίας τοΟ Μάρξ και τών
διαδόχων του. Ό ϊδιος δ σκοπός αύτής τής προσπάθειας
δέν είναι διφορούμενος. Πρόκειται γιά προσπάθεια νά
τοποθετηθώ) τό έργο τοϋ Μάρξ στό ίδιο έπίπεδο μέ τίς άλλες διδασκαλίες, τοϋ 'Αριστοτέλη, τοΰ 'Αγίου Θωμά, τοϋ
Κάντ. "Ετσι μπορεί ν' άνοίξη μιά γόνιμη συζήτηση: ή
στάση πολεμικής τοϋ Μάρξ, θεωρούμενη σάν έπικαιρικό
στοιχείο, έξαφανίζεται ή παραμερίζεται, δπωσδήποτε, ένσωματωμένη στό σύστημα: παραμένει Ινα σύνολο άντιλήψεων μέ συνοχή — θεμέλιο τοΰ διαλεκτικού ύλισμοϋ — πού
μπορεί νά τό προσεγγίσουμε καΙ νά τό συζητήσουμε δπως
μποροϋμε νά τό κάνουμε γιά δποιαδήποτε άλλη διδασκαλία.
Γιά
τό μ α ρ ξ ι σ μ ό
σάν
ά λ η θ ι ν ή
φ ι λ ο σ ο φ ί α .
Αύτός δ τρόπος νά προσεγγίσουμε
τό Μάρξ ύποστηρίζεται άπό έκείνους πού περνούν σάν ot
πιό πιστοί όπερασπιστές του: τούς σημερινούς όρθόδοξους μαρξιστές (έννοείται δτι μέ τόν δρο όρθοδοξία δέν
έννοοΰμε έδώ τήν ό ρ θ ή έ ρ μ η ν ε ί α ,
μά έκείνη πού, διαθέτοντας τή δύναμη καΙ γ ι ' αύτό καΙ τήν
πλειοψηφία, παρουσιάζεται σάν ή μόνη νόμιμη καΙ καθιερώνει σάν «ρεβιζιονιστική», «παραπλανητική», «κάλπικη», κάθε άλλη άντίληψη γιά τό μαρξισμό). Κι αυτοί
θεωροϋν δτι τά έργα τοϋ Μάρξ καΙ τών αύθεντικών διαδόχων του άποτελοϋν Ινα όργανικό θεωρητικό σύνολο.
Τοϋ προσθέτουν καΙ μιά άκόμα διάσταση πού οί μαρξολόγοι — χριστιανοί ή δχι — δέν τήν παραδέχονται: δ

— 59

μαρξισμός δέν είναι μόνο μιά φιλοσοφία, άλλά ή φιλοσοφία, δηλαδή ή άληθινή διδασκαλία πού έπιτέλους στό
τέρμα μιας δραματικής ιδεολογικής Ιστορίας, έγινε ικανή νά κρίνη δλες τΙς Ιδεολογίες καΐ νά προσφέρη τά πλαίσια μιας καθολικής Ικανότητας κατανόησης πού παίρνει
ύπόψη δχι μόνο τό παρελθόν τής άνθρωπότητας, άλλά καΐ
τό παρόν της, τό θεωρητικό καΐ τό πρακτικό, τήν έπιστημονική άνάπτυξη καΐ τήν πολιτική δραστηριότητα.
Σημειώνουμε τήν έρμηνεία πού δ Στάλιν και ό Ζντάνωφ έπέβαλαν, δχι πάντα μέ ιδεολογικά μέσα, καί πού
προσδιόρισε γιά πολλά χρόνια τόν τρόπο τής σκέψης τών
μαρξιστών διανοητών στή Γαλλία. Ή έρμηνεία αύτή βασίζεται στήν Ιδέα τού "Ενγκελς κατά τήν όποία ή φιλοσοφία χωρίζεται σέ δύο σχολές: τήν ύλιστική καί τήν
Ιδεαλιστική (βλ. τό άρθρο ύλισμός) " χρησιμοποιεί τή
«διαλεκτική μέθοδο» (βλ. τόν δρο) δπως τήν συνέλαβε δ
Χέγκελ" θεωρεί άναμφισβήτητο δόγμα τήν άποψη τού
Λένιν δτι δ μαρξισμός έχει τρείς ρίζες: τό γερμανικό
ιδεαλισμό, τήν άγγλική πολιτική οίκονομία, καί τό γαλλικό σοσιαλισμό. Επαναλαμβάνει μέ έπιμονή δτι έξω
άπό τήν άποδοχή τού ύλιστικοΰ άξιώματος καί τής διαλεκτικής μεθόδου δέν ύπάρχει καμμιά σωτηρία ούτε στή
θεωρία οδτε στήν πράξη. Επεξεργάζεται έτσι ένα σύστημα πού περιλαμβάνει δλα τά θέματα δπου, κατά παράδοση, συνήθιζε νά θριαμβεύη δ Ιδεαλισμός: έτσι δημιουργείται δχι μόνο μαρξιστική δντολογία, άλλά άκόμα
γνωσιοθεωρία, ήθική, ψυχολογία, αίσθητική, πολιτική τής
δλης. Καί έπειδή πρέπει νά πείση σέ καθένα άπ' αυτούς

60

τους τομείς, μπορεί κανείς στό φώς τής Ολιστικής άλήθειας, νά ύπογραμμίση τό παράδειγμα πού ταιριάζει.
'Αλλά ή μαρξιστική δογματική πολύ λίγο άντέχει
στή θεωρητική άνάλυση καί λιγότερο άκόμα στήν κρίση
τών γεγονότων. Γι' αύτό, άκριβώς τήν ίδια στιγμή πού
δ όρθόδοξος διαλεκτικός ύλισμός άνέπτυσσε τήν προπαγάνδα του, ίνας άριθμός διανοητών, ιδιαίτερα στή Δυτική Εύρώπη, όρθώθηκαν έναντίον αύτής τής καταπιεστικής όρθοδοξίας: παραδέχονται δτι βασικά ό Μάρξ είχε
πή τήν άλήθεια, άνήσυχοι δμως άπό τό θέαμα ένός άναπτυσσόμενου θεωρητικού φανατισμού πού οί προοπτικές
του συνέπειες ήταν όλοφάνερες, υίοθέτησαν τή βασική
Ιδέα κατά τήν δποία ή κύρια συμβολή τού Μάρξ — πέρα
άπό τΙς άνακαλύψεις του στό άλφα ή βήτα σημείο τής
φιλοσοφίας ή τής οίκονομίας — ήταν ή μ έ θ ο δ ό ς του.
Γ ι ά τ ό μ α ρ ξ ι σ μ ό σ ά μ έ θ ο δ ο . Μ' αύτή τήν
προοπτική, ή πρωτοτυπία τού Μάρξ καί τών συνεχιστών
του βρίσκεται στό δτι ξέκοψαν δριστικά μέ τό πνεύμα τού
συστήματος πού χαρακτήριζε τΙς δυτικοχριστιανικές μεταφυσικές, περιλαμβανομένης καί τής μεταφυσικής τού
Χέγκελ, δτι έγκατέλειψαν μιά φορά γιά πάντα τή φιλοδοξία νά περιλάβουν τό σύνολο τού πραγματικού στούς
όσοδήποτε λεπτούς βρόχους ένός Λόγου κι' δτι καθόρισαν καθαρά τά νέα καθήκοντα: νά συγκροτήσουν ένα
σύνολο άντιλήψεων άρκετά πλούσιο καί άρκετά ευλύγιστο γιά νά έπιτρέπη στήν όρθολογική σκέψη νά συλλαμβάνη στήν πολυπλοκότητά του, στήν ένότητά του καί
στήν έξέλιξή του τόν κόσμο τού παρελθόντος καί τόν ση-

— 61

μερινό γιά νά καθορίζη τά μέσα μιάς Αποτελεσματικής
δράσης.
"Ετσι, κατά τήν άποψη αύτή, ύπάρχουν στίς έρευνες
τού Μάρξ καί τού "Ενγκελς στοιχεία πού μπορεί νά
έχουν παλιώσει, άνταποκρινόμενα είτε σέ πνευματικές συνήθειες τής έποχής είτε σέ μιά Ιστορική συγκυρία ξεπερασμένη πιά σέ μεγάλο βαθμό. Υπάρχει έπίσης, χωρίς
άλλο, ένας έκφραστικός τρόπος πού δύσκολα μπορεί νά
κρύψη τή μεταφυσική κληρονομιά άπό τήν όποία ot διανοητές αύτοί, δσο έπαναστάτες κι' άν ήταν, δέ μπορούσε
νά μήν έχουν έπηρεαστή. Ά λ λ ' αύτό δέν είναι τό σημαντικότερο. Εκείνο πού παραμένει άληθινό είναι ή άνακάλυψη ή ή άποσαφήνιση μεθοδολογικών άντιλήψεων
δπως ή συνολικότητα, ή πραγματική διαλεκτική, ή ύποδομή καί τό έποικοδόμημα, ή άλλοτρίωση κ λ .
Μιά τέτοια μέθοδος, κατά τήν άποψη αύτή, έχει καθολική Ισχύ: παρέχει τά μέσα γιά τήν κατανόηση τοϋ
κόσμου τόσο στόν Ιστορικό τής φιλολογίας πού προσπαθεί
νά καταλάβη συγκεκριμένα, δηλαδή διαλεκτικά, ένα έργο ή ένα δημιουργό, δσο καί στόν οικονομολόγο ή στόν
πολιτικό πού έπιχειρεί νά άναλύση μιά κοινωνικοοικονομική δομή. Σέβεται τήν πραγματικότητα πού θέλει
νά μελετήση στό βαθμό πού ή μέθοδος αύτή συνίσταται
κυρίως σέ μιά ύποκειμενική στάση τοϋ έρευνητή ή τοϋ
άνθρώπου τής δράσης, ot όποιοι, καθοδηγούμενοι άπό άρχές γιά τήν έρευνα δοκιμασμένες άπό τό Μάρξ, τόν "Ενγκελς, τό Λένιν καί τούς διαδόχους τους, προσεγγίζουν
τά δεδομένα μ' ένα όρισμένο τρόπο, ρίχνουν πάνω τους

— 62

τή ματιά πού θά φέρη τΙς πιό πλούσιες καΙ τίς πιό λεπτομερειακές πληροφορίες.
Κατά τήν έρμηνεία αύτή ό διαλεκτικός ύλισμός είναι άσφαλώς φιλοσοφία, άλλά μέ τήν πλατιά έννοια τοϋ
δρου. Δέν είναι σύστημα, μά άκριβώς ή άρνηση κάθε συστήματος, μιά άνθρωπιστική καΙ διαλεκτική προοπτική
πού προσφέρει τή σωστή τοποθέτηση κάθε θεωρητικού,
Ιστορικού καΙ πρακτικοϋ προβλήματος, τό δρόμο γιά τήν
πιό βαθιά καΙ τήν πιό δυναμική λύση του.
Μπορεί βέβαια νά ύπερασπιστή κανείς τό Μάρξ θέτοντας τό έρώτημα: μά μ' αύτό τόν τρόπο δέν τοϋ παραχωρούνται καΙ δέν τοϋ άφαιροϋνται ταυτόχρονα πολλά;
Έ ξ άλλου είναι βαθιά παρανόηση νά μήν κατανοήται
δτι τό νόημα τοΰ Εργου του είναι πρίν άπ' δλα πρακτικό.
Ό σκοπός τοΰ Μάρξ δταν άποκαλύπτη τή σχέση ύποδομή - έποικοδόμημα ή τήν ούσία τής καπιταλιστικής έκμετάλλευσης είναι δχι νά προσφέρη ένα δργανο έρευνας
στό φυσικό ή στόν ιστορικό τοϋ πολιτισμοϋ, άλλά νά προωθήση μιά όρθολογική καΙ άποτελεσματική κοινωνική
πρακτική, νά προκαλέση έπαναστατική δράση.
Γ ι ά τ ό μ α ρ ξ ι σ μ ό σ ά ν π ρ ά ξ η . Αύτό είναι
τό νόημα μι&ς άλλης Ερμηνείας πού υιοθετείται σήμερα'
γι' αύτήν έκεϊνος πού λογαριάζεται είναι δ «μαρξισμός
τής πράξης», αύτός πού έφαρμόζεται στήν οικοδόμηση
τών σοσιαλιστικών χωρών, πού καθοδηγεί άμεσα ή έμμεσα τόν άγώνα τοϋ Τρίτου Κόσμου καΙ έπηρεάζει τις λίγο
ή πολύ ξεχωριστές δραστηριότητες τών πολιτικών ή συνδικαλιστικών κινημάτων, έκφράζοντας σ' όλόκληρο τόν

63

κόσμο τήν πάλη τών έκμεταλλευομένων έναντϊον δλων
τών μορφών έκμετάλλευσης.
Άλλά άκριβώς δ θεωρητικός μαρξισμός, δ διαλεκτικός ύλισμός, δπως παρουσιάζεται σήμερα καί Ιδιαίτερα,
μέ τή μορφή τους τή λεγόμενη δρθόδοξη, είναι άνίκανος
νά έκτιμήση αύτό τό δυναμισμό. Άλλά δέν θά ήταν σωστό νά θεωρήσουμε ύπεύθυνους γιά τήν άσχημη αύτή
κατάσταση μόνο τούς σημερινούς μαρξιστές: αύτή ή σκλήρωση έχει τΙς ρίζες της στό ίδιο τό έργο τών ιδρυτών
τής θεωρίας. Οί Ιδρυτές, παιδιά τής έποχής τους, συχνά
προσχωρούσαν σ' έναν άφελή θετικισμό καί, γιά νά καταπολεμήσουν τΙς ύπερβολές τού άφηρημένου ύποκειμενισμού, στίς όποιες έπιδιδόταν δ έπίσημος σπιριτουαλισμός,
θυσίαζαν τήν ύποκειμενικότητα, τό βίωμα τού άτόμου καί
τών δμάδων' άπό λόγους πολεμικής έφτασαν νά ύ π ο γ ρ α μ μ ί σ ο υ ν σέ τέτοιο σημείο τούς βασικούς παράγοντες πού τούς ά π ο μ ό ν ω σ α ν (δπως, λόγου χάρη,
τήν οίκονομική αίτιοκρατία στή σχέση «ύποδομή - έποικοδόμημα»). Επέτρεψαν έτσι τήν άνάπτυξη ένός νέου
συστήματος δπου άναμίχθηκαν ή διαλεκτική, ή άγωνία
τού έμπειρικοΰ άνθρώπου, δ συγκεκριμένος άνθρωπισμός
καί ή άμετρη λατρεία τής έπιστήμης, ένας μεσσιανισμός
τού προλεταριάτου, ύστερα τού «σοσιαλιστικού Κράτους»,
δ δππορτουνισμδς καί ή πλαδαρή ήθικολογία.
Μύθος — δηλαδή εικόνα πού έγινε ψέμα — Ιδεολογία — δηλαδή μερική άλήθεια, συνεπώς πλάνη — φιλοσοφία — δηλαδή ένας έξηγηματικός καί έρμηνευτικός
λόγος άνάμεσα στούς άλλους — ή μοναδική άληθινή φιλοσοφία — δηλαδή δόγμα — καθολική μέθοδος, άποτε-

— 64

λεσματική πρακτική, χωρίς δμως θεμελίωση; Τί είναι
τέλος πάντων δ μαρξισμός; Τί άπ' δλ' αύτά είναι αύτδ
τό κίνημα πού μπορεί νά γίνη ή «νέα θρησκεία», πού
έχει ήδη τΙς αΙρέσεις καί τά σχίσματά του καί πού όπωσδήποτε έπηρεάζει τή θέληση έκατοντάδων έκατομμυρίων
άνθρώπων ;
Γ ι ά τ ό μ α ρ ξ ι σ μ ό τ ο ύ Μ ά ρ ξ . Σ' αύτή τήν
τυπική σειρά τών «άντιδράσεων» στό μαρξισμό πού προσπαθήσαμε νά όρίσουμε, κάθε μιά άπό τΙς Ερμηνείες πού
σημειώσαμε Ιχει φυσικά, δπως λένε «τό μερίδιό της»
τής άλήθειας. Γιατί νά μήν προσπαθήσουμε νά συνδυάσουμε δλα αύτά τά «μέρη» γιά νά φτιάξουμε μιά όλόκληρη άλήθεια; "Αν προχωρούσαμε Ετσι, θά σήμαινε πώς
ξεχνάμε δτι τό «μέρος» τής άλήθειας τής κάθε μιας άπ'
αύτές τΙς άπόψεις είναι άξεχώριστο άπό τό «μέρος» τής
πλάνης πού περιέχει κι' δτι συσσωρεύοντας ϊτσι τΙς Επιμέρους άλήθειες, θά άθροίζαμε κι' δλες τΙς πλάνες πού
Εμπεριέχουν.
"Αλλωστε δ Εκλεκτικισμός δέν ταιριάζει στόν Μάρξ.
Κι' όπωσδήποτε είναι άθέμιτο, γιά νά μήν πούμε άδικο,
νά τόν κρίνουμε διαμέσου τοϋ μαρξισμού δπως Εξελίχθηκε. Υπάρχει σήμερα μιά μεγάλη ποικιλία μ α ρ ξι σ μ ώ ν πού βρίσκονται, έξ άλλου, τοποθετημένοι σέ διαφορετικά έπίπεδα καί συγκροτούνται ιδεολογικά μέ δάνεια άπό τόν Μάρξ ή άπό τή μαρξιστική «παθολογία»,
άπό τή μονόπλευρη δηλαδή άνάπτυξη τής μιάς ή τής
άλλης άντίληψης τοϋ μαρξισμού. Ή άπόσταση είναι καμιά φορά πολύ μεγάλη καί οΕ διαστρεβλώσεις πού είσάγονται Εχουν, δπως φαίνεται καθαρότατα, άμεση σχέση

65

μέ τό γεγονός δτι χάθε μαρξιστής διανοητής είναι, ταυτόχρονα, xal πολιτικός καΙ ή μάχη πού διεξάγει έπηρεάζει, συνήθως πολύ άρνητικά, τήν έπεξεργασία τών
ίδεών.
Μπορούμε — αύτό είναι ένα δνειρο πού τό τρέφει μέ
στοργή ή δυτικοευρωπαϊκή δ ι α ν ό η σ η — νά καταφύγουμε για νά μετρήσουμε τΙς διαστρεβλώσεις και τή
συμβολή — στό καθαρό φώς τοϋ μαρξισμού τού Μάρξ;
Αύτό θ' άποτελοΰσε έπιστροφή άπό τό παράθυρο στίς
αυταπάτες τής μαρξολογίας καΙ ψευδαίσθηση δτι μπορούμε νά προσδιορίσουμε ένα είδος μίνιμουμ όρθοδοξίας.
"Οσον άφορά τόν Μάρξ (καΙ κατά συνέπεια τό μαρξισμό) — έξ αϊτίας καΙ τού περιεχομένου τους — κάθε
άνάγνωση τών έργων είναι καΙ μία έρμηνεία, κάθε «προσφυγή στίς πηγές» είναι μιά πρώτη άποκρυπτογράφηση
πληροφοριών — τών κειμένων τού Μάρξ — πού τό νόημά τους ήταν σχετικά καθαρό δταν έκδόθηκαν καΙ πού
θόλωσε, έγινε μπερδεμένο στό βαθμό πού άλλες πληροφορίες — τά κάθε είδους γεγονότα μετά τό 1883 — ήλθαν
νά πλουτίσουν, άλλά μαζί καΙ νά συσκοτίσουν τό μήνυμα.
'Απ' αύτή τήν περιπλοκή πρέπει νά ξεκινάμε κι' δχι άπό
μιά δήθεν καθαρότητα πού ύποθέτουν δτι ύπάρχει οί λάτρεις (καΙ οί περιφρονητές) τού Μάρξ, θεωρώντας κάθε
νέα πληροφορία άπόδειξη τοϋ γεγονότος δτι δ Μάρξ είχε
έντελώς δίκιο (ή έντελώς άδικο). Αύτήν τή δυσκολία, είναι άλήθεια, τή συναντά κανείς καΙ γιά κάθε προηγούμενη θεωρία: ή Ιστορία τών έπιστημών άπό τό 1S04 δέ
σταμάτησε, λόγου χάρη, νά κάνη πιό σκοτεινή, πιό διφορούμενη, πιό ένδιαφέρουσα τήν «περίπτωση Έμμάνουελ
δ

66

Κάντ». 'Αλλά, τό έπαναλαμβάνουμε, μέ τό Μάρξ έχουμε
νά κάνουμε μέ μιά περιπλοκή στό τετράγωνο. Ό Κάντ,
ol καντιανοί, οί «καντολόγοι» γνωρίζουν (ή θεωρείται δτι
γνωρίζουν) τΙς θετικές έπιστήμες" δέν άναλαμβάνουν v i
τΙς έφαρμόσουν. Ό Μάρξ άξιώνει μιά έφαρμογή κοινωνικοπολιτική, ιδεολογική (βλ. τό άρθρο ιδεολογία). Μέ
λίγα λόγια, κάθε καλός «μαρξιανός» είναι μαρξιστής" δέν
ύπάρχουν «καντιστές».
Έ ξ άλλου, κάθε άνάγνωση (ή έρμηνεία) τοΰ Μάρξ
βρίσκεται πεδικλωμένη — άν θέλη νά είναι σοβαρή —
άνάμεσα σέ δυό άξιώσεις πού είναι δύσκολο νά συνδυαστούν: στήν άξίωση, άπό τή μιά μεριά, γιά αυστηρή
άνάλυση τών έργων τοΰ Μάρξ, μέ έκτίμηση τής έξέλιξής
τους, τής προόδου άπό τό ένα στό άλλο, τών περιστάσεων
τής έπεξεργασίας τους, τών διάφορων άντικειμενικών
τους στόχων" καί στήν άξίωση, άπό τήν άλλη, τής θεωρητικής έφαρμογής πού έτσι διαμορφώθηκε, γιά νά προκληθή στίς δεδομένες Ιδεολογικές συνθήκες, ή δημιουργία τών άποφασιστικών έκείνων άντιλήψεων πού θά έπιτρέψουν νά άποκαλυφθή ή ιδεολογία, δηλαδή νά γίνη
έπιστημονική διάγνωση τής σύγχρονης πραγματικότητας.
Κι' αύτές οί άπλές διατυπώσεις προϋποθέτουν κι' δλας
μιά όρισμένη μελέτη τοΰ Μάρξ. Διακινδυνεύουμε νά παρουσιάσουμε σχηματικά τά θέματα τής μελέτης αύτής,
νά ύποδείξουμε έκεΐνο πού ό Μάρξ δέν παύει v i ύπενθυμίζη στόν σύγχρονο «θεωρητικό». Ό Μάρξ ύπενθυμίζει
δτι :
Μιά όποιαδήποτε «θεωρητική» έκφραση, άτομική ή
συλλογική, δέν μπορεϊ νά γίνη πλήρως κατανοητή παρά

— 67

άναγόμενη μόνο σέ μιά πραγματική κατάσταση τής
όποιας είναι άκριβώς ή θεωρητική στιγμή" έτσι, ή τάδε
νομική κρίση, ή τάδε φιλοσοφική θεωρία, τό τάδε κήρυγμα άπό καθέδρας, τό τάδε έργο τέχνης, ή τάδε «ύπαρξιακή στάση» — δσο ένδιαφέρουσες κι' άν είναι καθ'
έαυτές — δέν άσκοΟν τό πραγματικό τους πολιτιστικό
βάρος παρά μόνο άν συσχετιστούν μέ τό ρόλο πού παίζουν,
άμεσα ή έμμεσα, στούς κόλπους μιάς δοσμένης κοινωνίας,
μιάς κοινωνίας δπου έπενεργοΟν άποφασιστικοί σχηματισμοί δυνάμεων.
Τό πρόβλημα τής ειδικής «άξίας» στήν όποία άποβλέπει κάθε μιά άπ' αύτές τΙς «θεωρητικές έκφράσεις» —
δσο έλκυστική κι' άν είναι γιά τόν ειδικό πού άποφασίζει
νά κλειστή στόν πολύ περιορισμένο τομέα τους — πρέπει
νά νοηθή σάν πρόβλημα πού παραπέμπει σέ μιά πλατύτερη προβληματική. Ή «δμαλότης» πού διεκδικεί ό νομικός, ή «άλήθεια» πού άναζητεΐ καί βρίσκει δ φιλόσοφος
ή δ φυσικός, ή «άγιότης» πού προτείνει δ Ιερωμένος, ή
«δμορφιά» πού φιλοτεχνεί δ καλλιτέχνης, ή «είλικρίνεια»,
ή «άποτελεσματικότητα» ή ή «αύθεντικότητα» στήν όποία
δέν μπορεί τελικά νά μήν άναφερθή δ άνθρωπος τής δράσης, πρέπει νά νοούνται σάν ρυθμίσεις ή κανόνες πού
έχουν, βέβαια, τήν έσωτερική τους δικαίωση, μά πού δέν
γίνονται πραγματικά «νοητοί» παρά μόνο σάν «έκφραστικά» ή «χαρακτηριστικά» στοιχεία μιάς κοινωνικής πραγματικότητας τής δποίας θεμελιώνουν, πραγματικά, τό
νόημα.
Ή έννοια Ιδεολογία — στή γενικότητά της — δρίζει
τό σύνολο (καί κατά συνέπειαν τό χαρακτήρα) αύτών

— 68

τών θεωρητικών δημιουργημάτων πού ό ρόλος τους είναι
νά φέρουν τήν ό μ α λ ό τ η τ α — μέ πιό πλατειά έννοια αύτή τή φορά — ή, άν προτιμάτε, τήν προσαρμογή,
τήν καλή άντιστοιχία άνάμεσα στήν άποτελεσματική λειτουργία μιας δοσμένης κοινωνίας καί στήν εικόνα πού πρέπει νά έχη γιά τόν έαυτό της (είναι αύτό πού λένε «ήσυχ η συνείδηση» δταν πρόκειται γιά τήν συμπεριφορά τών
άτόμων καί τΙς συναισθηματικές ή ύποκειμενικές δικαιώσεις τους) ' οί Ιδεολογίες είναι, ταυτόχρονα άπαραίτητες,
άπατηλές καί χαρακτηριστικές' δπως είναι φανερό, δλες
είναι μερικές, καί κάθε μιά τους διεκδικεί τήν καθολικότητα. 'Ακριβώς αύτή ή άπόσταση άνάμεσα σ' έκεΐνο πού
πιστεύουν οί ϊδιες δτι έκφράζουν — τήν «έπιτυχημένη
κοινωνία», πρότυπο πού συχνά έχει δοκιμαστή (σάν πραγματικότητα) καί έφαρμοστή (σάν Ιδεώδες) — κι' αύτό
πού έκφράζουν πραγ|ΐατικά — τά συμφέροντα, τά πάθη
τής άλφα ή βήτα δμάδας πού έπισημαίνεται κοινωνιολογικά
(έπαγγελματική, έθνική δμάδα, κοινωνική τάξη) — άπόσταση πού τούς είναι συμφυής καί πού μπορεί νά τή διαβάση κανείς στά ίδια τά κείμενα άν τά προσέξη λίγο, δείχνει δτι είναι μεροληπτικές, δηλαδή ψεύτικες (βλέπε πάλι τό άρθρο Ιδεολογία).
'Απ' αύτήν τήν άποψη ή κριτική μιάς ιδεολογίας δέν
μπορεί νά είναι σοβαρή καί άποτελεσματική παρά μόνο
άν κι' ή ίδια δέν καταλήγη στήν Ιδεολογία. Ή Ιδεολογία
είναι ή έπιμέρους έκφραση (πού έχει άξιώσεις καθολικής) μιας έπιμέρους πραγματικότητας (πού έχει άξιώσεις τελειωτικής καί συνολικής). Ή έ π ι σ τ ή μ η —·
όριακή έννοια — δέ μπορεί νά είναι παρά ή θεωρία κοι-

— 69

νωνικής χαΐ συνολικής πράξης — πού κι' αύτή είναι
έννοια δριακή, άφοϋ κάθε έρευνα άντιμετωπίζει πάντα
κοινωνίες πού είναι μάταιο νά πιστεύουμε δτι θά μπορέσουμε ποτέ νά έξακριβώσουμε τούς πολυάριθμους διαχρονικούς καΙ συγχρονικούς προσδιορισμούς τους.
Ό Μάρξ πιστεύει, καΙ άποδεικνύει πώς έχει δίκηο,—
κανένα γεγονός καΙ κανένα έπιχείρημα δέν διέψευσε ώς
τώρα τήν όρθότητα τής άποψής του — δτι δ τρόπος τής
βιομηχανικής παραγωγής δημιουργεί τΙς δυνατότητες γιά
μιά τέτοια έπιστήμη. Βέβαια, ή «βιομηχανία», στό βαθμό
πού αύξάνει «τήν κοινωνική άδικία-, πολλαπλασιάζει τΙς
μερικές διεκδικήσεις καΙ διαμαρτυρίες: ή πολιτικοποίηση πού άπό τά πράγματα προκαλεί, γεννά πληθώρα Ιδεολογιών. 'Αλλά καΙ συγκεντρώνει: Ενοποιεί τΙς ιστορικές
κοινωνίες γύρω άπό Ενα καθοριστικό γεγονός, τό γεγονός τής κοινωνικής παραγωγής, τής κοινωνικής Εργασίας. Άφοϋ πραγματικά τήν κοινωνικοποιεί, ή «βιομηχανία» δείχνει πώς κάθε δραστηριότητα, «άτομική» ή «συλλογική», κατατάσσεται τελικά σέ μιά πρακτική πού ό
τελικός, ύποχρεωτικός σκοπός της είναι ή παραγωγή
πραγματικών ή φανταστικών άγαθών, πού ικανοποιούν,
πραγματικά ή κατά φαντασία, τΙς άνάγκες μιας ιστορικά
συγκροτημένης κοινωνίας.
Ό Μάρξ πιστεύει έπίσης πώς ή άνάλυση τής «βιομηχανίας» άποκαλύπτει άποφασιστικές έννοιες' έπιτρέπει,
πρώτ' άπ' δλα, νά καταλάβουμε τήν ύφή τών Ιδεολογιών
καΙ νά καταγγείλουμε τήν έλλειψη συνάφειας καΙ τή μεροληπτικότητα κάθε Ιδεολογίας' έπιτρέπει νά διακρίνουμε ύστερα, τή διαφορά άνάμεσα σέ δυό ρυθμούς άνάπτυ-

— 70

ξης πού δέν συμβαδίζουν κατ' άνάγκη καί τών όποίων
άκριβώς ή δυσαρμονία είναι άποφασιστικός καί κινητήριος παράγοντας: τό ρυθμό τών παραγωγικών δυνάμεων
καί τό ρυθμό τών παραγωγικών σχέσεων.
01 παραγωγικές δυνάμεις έρχονται σέ σύγκρουση μέ
τΙς παραγωγικές σχέσεις. Υπάρχει ένταση καί ίσως άκόμα καί άντίφαση άνάμεσα στίς διαρθρώσεις τής παραγωγής πού έπιβάλλει τό Παραδοσιακό Κράτος (δημοκρατικό
ή αύταρχικό, καπιταλιστικό ή «σοσιαλιστικό») καί ατίς
προοπτικές πού άνοίγουν στήν κοινωνία οί νέες πηγές
ένέργειας, ή αυτοματοποίηση καί ό «προοπτικός λογισμός».
Δυό· Ιδεολογίες, δυό «κοινωνικές δυνάμεις» συγκρούονται δραματικά, σ' δλα τά έπίπεδα τής κοινωνικής ύπαρξης, άπό τήν καθημερινή ζωή ώς τΙς άφηρημένες θεωρίες καί τΙς καλλιτεχνικές έκδηλώσεις, γιά νά διατηρήσουν ή νά έπιβάλουν τΙς άξίες τους.
Ά π ό τή μιά μεριά ύπάρχουν έκεΐνοι πού ή θέση τους
στήν κοινωνική παραγωγική δραστηριότητα τούς κατατάσσει άπό τήν πλευρά τής «συντήρησης», ύπέρ τού νά παραμείνη ή παλιά «Ισορροπία», πού έχει ήδη χαθή, μά πού
μπορεί νά διατηρηθή άκόμα (κάθε χρόνος φέρνει τόν άλλο,
κάθε κέρδος προμηνύει τό έπόμενο, κάθε καταπίεση γυρεύει καί άλλη), μέ λίγα λόγια οί κατέχοντες πού βλέπουν, δικαίως, σέ κάθε τροποποίηση τοϋ καθεστώτος τής
παραγωγής, μιά άπειλή γιά τά κεκτημένα τους- ύπάρχουν
άπό τήν άλλη μεριά, έκείνοι πού μή κατέχοντας τίποτε
(σάν «έξουσίες» καί σάν «άγαθά»), πουλοϋν τήν έργατική τους δύναμη (χειρονακτική ή πνευματική) γιά νά
ζήσουν καί πού δντας σέ άμεση έπαφή μέ τή διαδικασία

71

τής παραγωγής, έχουν δλοένα καί ζωντανότερη γνώση
τής άπό στάσης άνάμεσα στή σημερινή δεδομένη κατάσταση καί στίς πραγματικές δυνατότητες, εΓτε πρόκειται γιά
τόν έργάτη ή τόν άδιαμόρφωτο πολιτικά χωρικό πού ύποφέρει συγκεκριμένα τήν άδικία τών συνθηκών ζωής στίς
όποιες είναι καταδικασμένος είτε γιά τόν καλύτερα πληροφορημένο πού άνακαλύπτει τΙς δυνατότητες γιά άνανέωση πού περικλείει ή έπιστομονικο - τεχνική πρόοδος
(ή άπλά, δπως λένε, μιά καλύτερη όργάνωση τής κοινωνικής δραστηριότητας).
Οί πρώτοι διαθέτουν τό Κράτος πού δέν είναι, δπως
πίστευε δ Χέγκελ, ή άνώτατη βαθμίδα τής όποιας δ ρόλος είναι, σέ τελευταία άνάλυση κι δποιο κι άν είναι, νά
λύνη τίς άντιθέσεις άνάμεσα στούς «παραγωγούς». Ό
πραγματικός του ρόλος είναι — καί δέν μπορεί νά είναι
άλλος, δση καλή θέληση καί νά ύπάρχει — νά έξασφαλίση τή διατήρηση τών πραγμάτων δπως έχουν, δηλαδή
τήν προστασία τών κεκτημένων, γενικά άποδεχτών καί
συνήθως μέ λεπτές θεωρίες έξιδανικευμένων, παραγωγικών
σχέσεων. Ά π ό τή φύση του, δηλαδή άπό τό ταξικό του
περιεχόμενο, τό Κράτος, πού Ισχύριζεται δτι διαχειρίζεται όρθά, γιά τήν εύημερία τής κοινωνίας, τΙς παραγωγικές δυνάμεις ό φ ε £ λ ε ι νά άντιτίθεται στήν πλήρη άξιοποίησή τους. Ό Μάρξ, χωρίς άμφιβολία, θά έμενε κατάπληκτος, άν άκουγε νά μιλούν, λόγου χάρη, γιά
«ένίσχυση τού σοσιαλιστικού Κράτους».
Οί δεύτεροι, οί προλετάριοι — αύτοί πού πουλούν τήν
έργατική τους δύναμη — έχουν, κατά τόν Μάρξ, Ιστορικό
ρόλο. Σάν νεοχεγκελιανός πού ήταν, δ Μάρξ συνέλαβε αύ-

72

τό τό ρόλο σάν «άποστολή»' παρουσίασε τό προλεταριάτο
σάν τήν άποφασιστική άρνηση πού θά Εδινε τή δυνατότητα στήν άνθρωπότητα νά περάση τό τελευταίο στάδιο,
γιατί είναι ή «ριζοσπαστική τάξη» πού δέν μπορεί νά άπελευθερωθή ή ϊδια άπό τήν άλλοτρίωσή της παρά μόνο άπελευθερώνοντας τόν άνθρωπο άπό κάθε άλλοτρίωσή. Δέν
είναι πια καθόλου — ή σχεδόν καθόλου, φαίνεται — αύτή
ή όπτική τού «Κεφαλαίου» (έργου πού θά ήταν έντελώς
άχρηστο άν ό Μάρξ συνέχιζε νά παραδέχεται αύτό τό
«μεσσιανισμό» τοϋ προλεταριάτου). Τό «Κεφάλαιο» καθόριζε, μέ τήν έννοιολογική αύστηρότητα καί τήν Εμπειρική άκρίβεια πού έπέτρεπαν τότε οί πληροφορίες, τήν κατάσταση καί τόν πραγματικό ρόλο τού προλεταριάτου στίς
βιομηχανικές χώρες. Μελετώντας τόν άντιφατικό δυναμισμό τής άστικής οικονομίας, συλλαμβάνοντας μέσο αύτού
τή σημασία τών έργατικών διεκδικήσεων, καθορίζει τόν
πραγματικό άντικειμενικό σκοπό τής Επαναστατικής δράσης: τήν κατάργηση τής άτομικής Ιδιοκτησίας τών μέσων
παραγωγής.
Πιό συγκεκριμένα: άπό τή μιά, ή έργατική τάξη άγωνίζεται Εναντίον τών συνθηκών πού τής έχουν έπιβληθή
(μόνιμη άθλιότητα, άβεβαιότητα άπασχόλησης, μεγάλη
διάρκεια τής έργάσιμης μέρας κ.λ.) καί διεξάγει μιά μάχ η πού, συχνά καί συγκεχυμένα, άμφισβητεί τό καθεστώς
τής Ιδιοκτησίας (καί τό Κράτος πού έργο του είναι νά
τήν προστατεύη) " άπό τήν άλλη, ή θεωρητική άνάλυση,
άποκαλύπτοντας τή λύση τού αΙνίγματος τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή τό κέρδος, φανερώνει τήν
πραγματική λειτουργία αύτού τού τρόπου παραγωγής καί

— 73

τΙς άντικειμενικές συνέπειές του (έξαθλίωση, κρίσεις, δυνάμωμα τής κρατικής καταπίεσης, πόλεμοι, άποικισμός
κ.λ.). Ή έργατική ιδεολογία καΙ ή θεωρητική άνάλυση
συναντώνται: οί παραλογισμοί, οί άκαταστασίες, οί «Αδικίες» ένός πολιτισμού πού χρησιμοποιοϋν τά όρθολογικά
μέσα τής έπιστήμης καΙ τής τεχνικής έχουν τή ρίζα τους
σ' Ινα γεγονός, σέ μιάν έπιβίωση, πού έρχεται σέ Αντίθεση μέ τήν πραγματική κοινωνικοποίηση τής έργασίας,
τήν Ατομική Ιδιοκτησία. Αύτή ή σύμπτωση Αποτελεί τήν
Απόδειξη πώς αύτή ή Ιδεολογική πάλη πηγαίνει πέρα άπό
τήν ιδεολογία της κι δτι αύτή ή έπιστήμη είναι κάτι παραπάνω Από μιά θεωρία άνάμεσα στίς άλλες — μιά εύφυής καΙ θεμελιωμένη έρμηνεία — δτι συγκροτείται άληθινά καΙ συνειδητά σάν θεωρία τής πραγματικής κοινωνικής πρακτικής, δτι είναι, ή ίδια, δηλαδή σάν άποκάλυψη
τής άλήθειας, έπαναστατικό στοιχείο...
Έτσι ό Μάρξ καθορίζει, μέ άκρίβεια, σέ μιά έποχή
δπου οί κοινωνικές έπιστήμες άπό έμπειρικές άρχίζουν
νά γίνωνται θεωρητικές, δπου οί έπιμέρους όρθολογισμοί
έπιβάλλονται — στήν όργάνωση τών Κρατών, τής πολιτικής, τών οικονομικών έπιχειρήσεων — τί είναι ή θεωρία
τής πρακτικής. Καθορίζει τή θεωρία σάν θεωρητική στιγμή τής πράξης. Τό σχέδιο τοϋ Μάρξ γιά τό ξεπέρασμα
τών ιδεολογιών χρησίμευσε γιά προκάλυμμα στή νομιμοποίηση έξαιρετικά άνόητων ιδεολογιών, ό ίδιος συχνά γελάστηκε στίς ιστορικές του προβλέψεις. Μά οδτε γι' αύτούς τούς λόγους, οδτε γιατί «πάλιωσε» καΙ ή σημερινή
πρακτική είναι τόσο πολυσύνθετη ώστε νά παρουσιάζεται
άπραγματοποίητη μιά συστηματοποίηση, δέν είναι πού θά

75

κρίνουμε τό Μάρξ άξιο γιά νά τόν πετάξουμε στή θάλασσα ή γιά νά τόν βάλουμε θριαμβευτικά στό Μουσείο
τοΟ Πολιτισμού πλάϊ στόν Πλάτωνα, τόν Ά γ ι ο Αύγουστίνο καί τό Γαλιλαίο.
Ό Μάρξ είναι ό πρώτος πού συνέλαβε τήν ίδια τήν
ύφή τής θεωρίας στίς κοινωνίες δπου ό Λόγος είναι άντικείμενο καί σκέψης καί έφαρμογής, δχι σάν ιδανικό, άλλά σάν γεγονός.
Ό Λόγος καί τό παράλογό του, αύτό ήταν τό θέμα
πού άπασχολούσε τό Μάρξ. Αύτό είναι καί τό δικό μας.
Φρανσουά Σατελτ.

ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ
Ή μειονότητα δέν είναι κατ' άνάγκην τό δλιγαριθμότερο τμήμα μιάς δμάδας: μπορεί νά είναι μειοψηφία στό
Βερολίνο τό 1939 καί πλειοψηφία στό "Αουσβιτς τό 1942.
Δέν έχει σχέση μέ τούς κανόνες τής άριθμητικής. Οί καθολικοί στίς Ηνωμένες Πολιτείες είναι λιγότεροι άπό τούς
διαμαρτυρόμενους, άλλά στήν πράξη δέν άποτελούν μειονότητα.
Στήν πραγματικότητα, άνήκει σέ μειονότητα δ άνθρωπος ή ή δμάδα πού θά ήθελε νά άποτελή τμήμα ένός
έθνους, άλλά έχει ύποχρεωθή νά περιοριστή στό ρόλο τού
άντικειμένου. Μιά κυρίαρχη μερίδα τοϋ έθνους άρνεΐται
τήν ένσωμάτωσή του, γιατί δρισμένα χαρακτηριστικά αύτοΟ τοϋ άνθρώπου ή αύτής τής δμάδας είναι διαφορετικά

74

άπό τά δικά της. Αύτή ή σχετικά νέα στήν 'Ιστορία πραγματικότητα, ή έθνική μειονότητα, γεννήθηκε μαζί μέ τή
σύγχρονη ιδέα τοΰ έθνους καί τήν έκφρασή της: τήν έθνικιστική άδιαλλαξία. Πρίν άπό τό 19ο αίώνα, ή Αδιαλλαξία ήταν ένα άπό τά προνόμια τών Εκκλησιών. "Εγινε
ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τών κρατών. Ή διαφορά; Τό
σύγχρονο Κράτος είναι άκόμα πιό δυνατό άπ' δ,τι ήταν
ή Εκκλησία.
Ot στρατιές τής Γαλλικής 'Επανάστασης κουβάλησαν
στήν Εύρώπη τήν ΐδέα τής Ελευθερίας. 'Ενώ στρεφόταν
έναντίον τών εύρωπαϊκών αύτοκρατοριών πού είχαν γίνη
άπό έδάφη κολλημένα τό ένα δίπλα στό άλλο τυχαία, μέ
γάμους ή κατακτήσεις, αύτό τό μήνυμα πήρε στό πνεύμα
τών λαών μιά καθορισμένη έννοια: κάθε όμάδα πού έχει
δική της γλώσσα καί δική της κουλτούρα, πρέπει στό έξής νά κυβερνιέται άπό δικό της Κράτος. Στόν 19ο αίώνα αύτό σήμαινε 'Ελευθερία, στόν 20ό αύτό γίνεται μισαλλοδοξία.
Κύριο χαρακτηριστικό τής μειονότητα; ί!να·. 5τ·. 5 ι αϊ έ ρ ε ι &T.Q τδ ύπόλοιπο έθνος. "Εχε: ζήσει τή δική
της Ιστορία καί φέρει τά σημάδια της. Τό Ιθνο; έπιδιώνει
όλες τις ά τ υ χ ί ε ; tzvj τό βρίσκουν, ίτ: δλα τά λάθη πού διαπράττει. Ή μειονότητα μπορεί ίτλ τ:; άτυχ ί ε ; ή τα λάθη τ η ; νά - ε θ ά ν η . Αυτό συνέβη μέ τήν έθνική μειονότητα πού χάθηκε πολύ πρόσφατα: τού; 'Εβραίου;
τής Βόρειας 'Αφρική;.
Οί Εβραίοι τοϋ Μάγκρεμπ ήταν συγκροτημένοι σέ δμά5α πρίν άπό τ ί ; εΖσβολές τών 'Αράβων. Στήν πλειοψηφία
τους ήταν ιθαγενείς στήν κ α τ α γ ω γ ή τους (Βερβερίνοι)

- 7 6

καί μεταστράφηκαν στόν Ιουδαϊσμό τά πρώτα μετά Χριστό χρόνια. Ά π ό τόν 7ο αιώνα, οί είσβολές φέρνουν στήν
Βόρεια Αφρική τή μουσουλμανική θρησκεία καί τόν άραβικό πολιτισμό. 'Ορισμένοι Εβραίοι προσηλυτίζονται στόν
Ισλαμισμό. Οί ύπόλοιποι μένουν προσκολλημένοι στή θρησκεία τους, στίς παραδόσεις τους, στήν Ιδιαίτερη όντότητά τους. "Ετσι γεννιέται μιά μειονότητα.
Διακρινόμενοι καθαρά άπό τήν όμάδα μέσα στήν όποία ζοΟν καί κυριαρχούμενοι άπ' αύτήν, οί Εβραίοι τής
Βόρειας Αφρικής θά άντιδράσουν διαφορετικά σ' δλα τά
μεγάλα γεγονότα πού θά συνταράξουν τήν περιοχή. Α ποφεύγουν τήν καλλιέργεια τής γής πού άπομονώνει τόν
έναν άπ' τόν άλλο και συγκεντρώνονται σέ οικισμούς...
Κολλημένοι στίς δικές τους γειτονιές, βρίσκουν έκεϊ μιά
όρισμένη άσφάλεια, άλλά έτσι έλέγχονται πιό εύκολα άπό
τήν κεντρική έξουσία. θ ά άρπάξουν δλες τΙς εύκαιρίες πού
θά τούς παρουσιαστούν γιά νά γλυτώσουν άπ' αύτήν τήν
κατάσταση τών «Ντίμμις» (προστατευομένων). Πλησιάζουν τούς Τούρκους εισβολείς στήν Αλγερία καί στήν Τυνησία καί τούς βοηθούν νά κυβερνήσουν τή χώρα.
Στό τέλος τοϋ 19ου αίώνα, μπαίνουν ύπό τήν προστασία τών νέων είσβολέων, τών Γάλλων. Χωρίς νά έγκαταλείψουν τή θρησκεία τους, άναμιγνύονται δσο μποροΰν μέ
τούς Γάλλους άποίκους. Δανείζονται τά ήθη καί τήν κουλτούρα τους πολύ πιό γρήγορα άπό τούς Μουσουλμάνους.
Γιά τούς Μουσουλμάνους ή άφομοίωσή τους μέ τούς Γάλλους Ισοδυναμεί μέ άποδοχή τής ήττας, ένώ γιά τούς
Εβραίους είναι λύτρωση άπό τή μουσουλμανική κυριαρχία. Ά π ό έκείνη τή στιγμή έπισφραγίστηκε ή μοίρα τους :

77

θά ήταν ή μοίρα τών Γάλλων. Στήν 'Αλγερία ή ύπόθεση
εκκαθαρίστηκε μέσα σέ μερικές βδομάδες: Στήν Κωνσταντίνη, τήν πιό έβραϊκή πόλη τής Βόρειας 'Αφρικής, οί
Εβραίοι πέφτουν άμέσως άπό 30.000 σέ καμιά δεκαριά.
Στήν Τυνησία καΙ στό Μαρόκο, οί προσπάθειες τών κυβερνήσεων καΙ τών Εβραίων δέ μποροΟν νά άνατρέψουν
«τή φυσική έξέλιξη τών πραγμάτων». Οί χώρες άδειάζουν άπό τους Εβραίους τους. "Ετσι πεθαίνει μιά μειονότητα.
'Αλλά οί μειονοτικές όμάδες δέν διαλύονται πάντα έτσι εύκολα, κυρίως δταν ή θέλησή τους νά έπιζήσουν χρησιμοποιείται άπό τΙς μεγάλες δυνάμεις. Δέν μπορεί νά
ξεχάση κανείς δτι οί δυό μεγαλύτερες συγκρούσεις τού
αίώνα μας, δ Πρώτος καΙ ό Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ξέσπασαν μέ πρόσχημα τήν τύχη έθνικών μειονοτήτων. Στά 1914, ή Αύστριακή Αυτοκρατορία έννοοϋσε νά
έξαφανίση μέ τόν πόλεμο τή θέληση γιά λύτρωση τής κροατικής μειονότητας πού ήθελε νά ένωθή μέ τή Σερβία. Στά
1939, τό Γ ' Ράιχ ισχυριζόταν δτι προστατεύει τούς Σουδήτες τής Τσεχοσλοβακίας. Έδώ πρόκειται γιά άκραΐες
περιπτώσεις. 'Αλλά στό πολιτικό λεξιλόγιο, ή λέξη «μειονότητα» συνοδεύεται πάντα άπό δυό άλλες έκφράσεις:
«λεπτό πρόβλημα» και «άλυτο πρόβλημα».
Οί Μουσουλμάνοι γιά τήν 'Ινδία, οί Κινέζοι γιά τήν
'Ινδονησία, οί κάτοικοι τοΰ "Ανω 'Αντίτζε γιά τήν 'Ιταλία, οί Καμπύλοι γιά τήν 'Αλγερία, οί Γάλλοι γιά τόν
Καναδά, οί Μαΰροι γιά τΙς Ηνωμένες Πολιτείες, οί Ε βραίοι γιά δλόκληρο τόν κόσμο, πόσα «δύσκολα» και «άλυτα προβλήματα». Τά άγαθά πνεύματα πιέζουν τή φαν-

— 78

τασία τους γιά νά άνακαλύψουν πρωτότυπες κατασκευές.
Ό τ α ν ή πρώτη σοβιετική κυβέρνηση σκόπευε νά συγκεντρώση δλους τούς Εβραίους τής χώρας σέ μιά μόνο περιοχή, αύτό θεωρήθηκε ήλιθιότητα. Τριάντα χρόνια άργότερα, ή λύση αύτή έφαρμόστηκε χιλιάδες χιλιόμετρα
μακρυά άπό τή Ρωσία, στήν καρδιά τού άραβικού κόσμου.
Οί μαρξιστές προσπάθησαν νά λύσουν θεωρητικά τό
πρόβλημα τών μειονοτήτων. Τότε πού ήταν δεύτερης σειράς ήγέτης τού Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ό
Στάλιν κι δ Ιδιος Γεωργιανός, δηλαδή μειονοτικός, άφιερώθηκε στή μελέτη τού προβλήματος τών μειονοτήτων,
καθοδηγούμενος άπό τΙς πατρικές συμβουλές τού Λένιν.
Ό μέλλων γενικός γραμματέας κατέληξε στό συμπέρασμα δτι κάθε όμάδα πού έχει κοινότητα έδάφους, γλώσσας, κουλτούρας καί Ιστορίας άποτελεϊ έθνος καί συνεπώς
πρέπει νά διαθέτη κρατικούς θεσμούς γιά νά αύτοκυβερνάται άνεξάρτητα. Είναι φανερό πώς πρόκειται γιά τήν
πιό ιδανική καί δημοκρατική σύλληψη γιά τό θέμα τών
μειονοτήτων. Είναι άκόμα ή διατύπωση πού θέτει σέ άμφισβήτηση κατά τόν πιό όλοκληρωμένο τρόπο τΙς άξιώσεις
τού Ισχυρού Κράτους. Κατά τό σύστημα αύτό, κάθε άφρικανική φυλή πού έχει μιά δική της γλώσσα (καί ύπάρχουν έκατοντάδες τέτοιες) θάπρεπε νά άποτελέση αύτόνομο Κράτος καί ή Σοβιετική "Ενωση θά ήταν μιά άόριστη συνομοσπονδία μιας είκοσάδας κρατών.
Λίγα χρόνια άφού έγραψε αύτό τό δοκίμιο, προτού
άκόμα καταλάβη τήν άπόλυτη έξουσία, δ Στάλιν έγινε
άπό τούς πιό φανατικούς στήν προσπάθεια «έκρωσισμού»
τών μειονοτήτων τής παλιάς Αύτοκρατορίας. Ό τ α ν έφτα-

79

σε στήν ύπέρτατη έξουσία, θεώρησε κάθε άπόπειρα γιά
άναζωογόνηση τών μειονοτήτων «μικροαστικό καί άντεπαναστατικό σωβινισμό».
Ή διατύπωση τού ΤαΙν («τό έθνος είναι θέληση συμβιώσεως») άφήνει στίς μειονότητες τό «δικαίωμα τού διαζυγίου», άπό τή στιγμή πού θά έκφράσουν τή θέληση νά
μή συμβιούν, νά μήν μένουν στό πλάι μιάς δμάδας πού
τούς δυναστεύει. 'Αλλά αύτή ή Ιδέα πού γεννήθηκε τό 19ο
αίώνα, δέν έμπόδισε τή Γαλλία νά ζή τήν ίδια στιγμή
μιά μεγάλη περίοδο έπεκτάσεως θεμελιώσεως στήν άφομοίωση καί στόν αύταρχικό συγκεντρωτισμό.
01 μειονότητες βρίσκονται πάντα μπλεγμένες σέ μιά
άνελέητη διαλεκτική. Στή δική τους θέληση νά έπιβιώσουν σάν δμάδες άντιτίθεται ή θέληση τής κρατικής δύναμης. Κάθε φορά πού τό Κράτος κάνει μιά παραχώρηση
άδυνατίζει, κάθε φορά πού ή μειονότητα χάσει ένα δικαίωμά της, βλέπει νά πλησιάζη ή ώρα τής έξαφάνισής της.
Μακροπρόθεσμα, ένα Ισχυρό Κράτος έπικρατεϊ άπέναντι
στίς μειονότητές του. Ύστερα άπό πολλές γενιές, μιά μικρή δμάδα πού δυναστεύεται καταλήγει πάντα ν' άνακατεύεται μέ τόν κύριό της, έκτός άν ύπάρχη άπό τή
μιά ή τήν άλλη μεριά θέληση νά μήν έπικοινωνούν. Είναι ή περίπτωση τών Μαύρων στίς Ηνωμένες Πολιτείες.
'Αλλά στήν κοινωνική ζωή, τό άπόλυτα άδιαπέραστο είναι μύθος.
Μιά μειονότητα πού διακατέχεται άπό τήν ένστικτώδη θέληση νά έπιβιώση σπάνια νοιώθει τήν άνάγκη ν'
άπομονωθή. 'Αναζητεί άντίθετα νά διαπεράση άπ' δλους
τούς πόρους τόν κόσμο στόν όποιο ζεΐ. Σ' αύτή τους τήν

80

προσπάθεια τά μέλη τής μειονότητας συνήθως σημειώνουν
έπιτυχία. Διεισδύοντας σέ μιά κοινωνία, προσπαθούν νά
τήν άνακαλύψουν καΙ βρίσκουν πολλά περισσότερα άνοίγματα άπό έκείνους πού ζοϋν σ' αύτή μέ παραδοσιακό
τρόπο. 'Αβέβαιοι γιά τό μέλλον τους, τά μέλη τής μειονότητας θέλουν νά ένισχύσουν γρήγορα τή θέση τους γιά νά
προλάβουν κάθε κίνδυνο. "Ετσι προκόβουν πιό γρήγορα
άπό έκείνους πού ζοϋν στήν ήσυχία και τή σιγουριά. Τό
μέλος τής μειονότητας είναι άνήσυχο" αύτή ή άνησυχία
είναι συνήθως δημιουργική. 'Αλλά μέ τό ύπερβολικό ξεπέρασμα τής κατωτερότητάς της, τών συμπλεγμάτων της,
μέ τήν ύπερβολική έπιβεβαίωση τής προσωπικότητάς της,
μιά μειονότητα έκτίθεται στήν άδικία. "Ετσι είναι τά
πράγματα.
Γχύ Σιτμπάν

ΜΙΛΙΤΑΡΙΣΜΟΣ
Αύτό τό ούσιαστικό είχε χαρακτήρα έπιτιμητικό. Υ ποδήλωνε τήν τάση μιας κάστας άξιωματικών νά ρυθμίζουν μέ τή βία προβλήματα γιά τά δποία έκλεκτοί τοΰ
λαοΰ ή διπλωμάτες δέν είχαν πεί οδτε τήν πρώτης τους
λέξη.
ΣτΙς μέρες μας, ό μιλιταρισμός βγήκε άπό τό καθαρτήριο. Μπορεί νά τόν θεωρήσουμε σάν άποκαταστημένο
καΙ άξιο σεβασμοΰ άπό τούς κοινωνιολόγους, έκτός άν
συνοδεύεται άπό τΙς λέξεις «δυτικογερμανός ρεβανσιστής»-

— 81

αύτές ot λέξεις υπογραμμίζουν δτι σ* αύτή τήν περίπτωση
δ μιλιταρισμός είναι βλαβερός.
Σ' ίνα αύξανόμενο άριθμό χωρών πού έχουν πιά άποθαρρυνθή άπό τήν ύπανάπτυξη, δ μιλιταρισμός έχει τήν
τάση νά έπιβληθή σάν μιά παράλογη προπαρασκευή γιά
τή διεύθυνση τών δημοσίων ύποθέσεων. Έκεϊ, τά γαλόνια είναι ένα έπισκεπτήριο, ένα εισιτήριο πού όδηγεΐ τόσο στή διεύθυνση μιας βιομηχανικής έπιχείρησης δσο καί
στή διεύθυνση ένός γραφείου έταιρίας εισαγωγών — έξαγωγών. Υπάρχει πάντα Ινας στρατιώτης γιά νά δώση
τή χαριστική βολή στούς πληγωμένους, καί ή οικονομία
δέν ξεφεύγη άπ' αύτό τόν κανόνα.
Ζώρζ Xavetv

ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΙ
Ή μέθοδος είναι άρχαία, ή άγανάκτηση είναι νέα.
Ηταν Ινας καιρός πού βολεύονταν μιά χαρά μέ τό γεγονός δτι ξένοι, έμπειροι στό έπάγεγλμα τού πολέμου νοικιάζονταν γιά νά ύπερασπίζωνται τό πάτριο έδαφος έναντίον άλλων ξένων, ή άκόμα γιά νά είσβάλλουν στις ξένες
χώρες. Τ ά πράγματα δέν πήγαιναν χειρότερα άπό σήμερα,
ίσως πήγαιναν καί καλύτερα. "Εθνος ήταν οί πολίτες. Ά πό κανενός τό μυαλό δέν περνούσε ή ίδέα νά διακόψουν
τόν κανονικό ρυθμό τής δουλειάς τους καί νά καλέσουν
στά δπλα χωρικούς, οίκοδόμους καί καταστηματάρχες κι
Τ

6

— 82

ήταν κι δλας πολύ πού μερικές έπαρχίες ύπέφεραν γιατί
περνοϋσαν άπδ έκεΐ τά στρατεύματα.
Οί σχέσεις τοΰ πληθυσμού μέ τΙς ένοπλες δυνάμεις άλλαζαν άνάλογα μέ τΙς άγγαρεΐες καί κανενδς δέν τοΰ περνοΰσε άπδ τδ μυαλδ νά τρυπώση μέσο^ έκεΐ μέ τρόπο τίποτε εύγενικότερα συναισθήματα. Ά π ό τήν άποψη αύτή
ή κατανομή ήταν άρκετά καθαρή κι άσφαλώς δέν είχε
άδικο δ 'Ιταλός ιστορικός Γουλιέλμο Φερρέρο νά πιστεύη
δτι είχε περισσότερο δφελος δ πολιτισμός μ' αύτή τήν
κατάσταση τών πραγμάτων παρά μέ τή δική μας. Στή
λέξη «πολιτισμός» περιέχεται ή λέξη «πολίτης»' άπό τή
στιγμή πού δ πολίτης έμφανίζεται σάν μέλλων στρατιώτης, ή ζωή τής χώρας μοιάζει νά παρακκλίνη άπό τό
σκοπό της, είναι έκτεθειμένη σέ άχαλίνωτα πάθη, τήν βασανίζουν άναδρομικές φοβίες.
Ό Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος μάς κληροδότησε
μιά σειρά τοπικών συγκρούσεων — λίγο ή πολύ συνδεδεμένων μέ τήν άποαποικιοποίηση — καθώς καί τούς
«μπαρουτοκαπνισμένους» δλων τών έθνικοτήτων πού δέν
συμβιβάζονται μέ τήν Ιδέα νά διαλυθούν στή ρουτίνα τής
ΕΙρήνης. Στήν 'Ινδονησία, στά 1946, ένα περίεργο πρόσωπο όνομαζόμενο Ούέστερλινγκ στρατολογεί καί συγκροτεί μιά πρώτη λεγεώνα μισθοφόρων καί προσπαθεί, μέ τόν
τρόπο του, ν' άποκαταστήση τήν δλλανδική κυριαρχία. Ή
φάλαγγα Ούέστερλινγκ διείσδυσε στήν Τζακάρτα καί λίγο έλειψε νά πιάση τόν ίδιο τόν Σουεκάρνο. Μιά σειρά έπιτυχημένα έγχειρήματα δίνουν στόν Ούέστερλινγκ, γιά
κάμποσον καιρό, ένα φωτοστέφανο πού τό όνειρεύονται
πολλοί άνεργοι πολεμιστές. Στήν 'Ινδοκίνα, λίγο άργό-

— 83

τερα, άλεξιπτωτιστές καί κομμάντος ξαναδοκιμάζουν τήν
περιπετειώδη ζωή πού φαινόταν πώς τήν είχαν χάσει. Τδ
έπόμενο ραντεβού πραγματοποιείται στήν 'Αλγερία δπου
άναπτύσσεται, πρδς πολύ μεγάλη εύχαρίστηση δρισμένων,
Ινα Ιδιαίτερο πνεϋμα συντροφικότητας συνομωτών.
Τό άπέραντο Κογκό θαρρείς πώς είχε γίνει έπίτηδες
γ ι ' αύτή τήν κατηγορία τών άνθρώπων. Μήν έχοντας, γιά
νά ύπερασπίση τόν έαυτό του έναντίον τού ίδιου τού έαυτοϋ του, τίποτΐ άλλο έκτός άπό μιά άκαθόριστη χωροφυλακή, πεισματική καί άνυπότακτη, έπρόκειτο νά γίνη τό
όλυμπιακό στάδιο τών μισθοφόρων. Μέ τούς μισθούς τού
Τσόμπε όργανώνουν λαμπρά τήν άπόσχιση τής Κατάγκα
καί Εκμηδενίζουν τό διεθνές σώμα πού σχημάτισε δ Ο.Η.Ε.
γιά νά τούς έκτοπίση άπ' αύτή τήν πολύ πλούσια έπαρχία. Κατόπιν τούς άναλαμβάνει ή κεντρική κυβέρνηση
τού Κογκό καί τούς άναθέτει νά πολεμούν έναντίον τών
«άνταρτών» τού Γκμπένυ. Χάρη στή γενική άταξία, οί μισθοφόροι πηγαινοέρχονται σάν στό σπίτι τους, κερδίζουν
μέ τό λαθρεμπόριο διαμαντιών, μοντάρουν μικροδουλειές,
βουτούν σέ άλλόκοτες πολιτικο - χρηματικές κομπίνες, πουλούν άφηγήσεις γιά άναγνώσματα. "Ετσι, σάν τσιγγάνοι,
μετακομίζουν άπό τό ένα πεδίο μάχης στό άλλο, προσδοκώντας νά άναπαραστήσουν τά βιώματά τους γιά νά έξασφαλίζουν τήν έπιτυχία καμιάς κινηματογραφικής ταινίας. Είναι οί λεγεωνάριοι τής πίκρας, πού ξεχάστηκαν
σέ κάποια τραχιά παραλία μετά τή διάλυση τών αύτοκρατοριών. Μισούν τόν κομμουνισμό στό μέτρο πού τόν θεωρούν ύπεύθυνο γιά τήν κατάρρευση ένός κόσμου που τούς

84

έξασφάλιζε τό μισθό τους καί έπιπλέον Εντονες συγκινήσεις, γυναικεία λάφυρα καί μακρινές έκστρατείες...
Ζώρζ Xcrvetr

ΝΕΟΑΠΟΙ

ΚΙΣΜΟΣ

Είναι δ λυκάνθρωπος τοϋ Τρίτου Κόσμου. Έ ν α ς λυκάνθρωπος πολύ όρεξάτος, μά μέ τρίχωμα πολύ σταχτύ
κι έτσι είναι δύσκολο νά τόν πίάσης.
Είναι έπίσης ένα άλλοθι βολικό γιά δλες τις ήγετικές
όμάδες πού έπείγονται περισσότερο νά άναζητήσουν άλλοθι γιά τΙς εύθύνες τους παρά νά πάρουν κατάλληλα γιά
τή διασφάλιση τής έθνικής άνεξαρτησίας κοινωνικά, οίκονομικά καΙ πιστωτικά μέτρα.
Μπορεί νά μας άρέση νά βλέπουμε στό νεοαποικισμό,
τήν άποικιοκρατία χωρίς τό χωροφύλακα, τή διαιώνιση
— ύπό τή σημαία τής τυπικής άνεξαρτησίας — τοϋ εμπορίου, τής έξόρυξης καΙ τής Εκμετάλλευσης τών πρώτων ύλών καΙ τών Εργατικών χεριών σέ φτηνές τιμές άπό
τά βιομηχανικά κράτη. Ά λ λ ά αύτή είναι μιά άπλοϊκή
θεώρηση τών πραγμάτων, άφοϋ ή πλειοψηφία τών παλιών άποικιοκρατών πού διαθέτουν πραγματική βιομηχανική δύναμη έχουν λίγο - πολύ Εγκαταλείψει τΙς άποικιακές μεθόδους καί δέν στέκονται πιά καθόλου έμπόδιο στήν
έκβιομηχάνιση τών πρώην άποικιών τους. Υπάρχει λοιπόν διαφορά άνάμεσα στόν παλιό καί τό νέο άποικισμό δχι

— 85

μόνο ποσοτική ή μεθοδολογική ή τεχνική. Υπάρχει ποιοτική διαφορά.
Μήπως ό νεοαποικισμός είναι τό σύστημα στό όποϊο
δ έλεγχος τών μέσων έφαρμογής καί τής πραγματικής
άνεξαρτησίας τών καινούργιων κρατών έξασφαλίζεται,
πρός δφελος τής πρώην μητρόπολης, άπό ύποτιθέμενες
«έθνικές» φεουδαρχικές καί άστικές δμάδες, άφοσιωμένες
στόν παλιό κύριο ή έξαρτώμενες άπ' αύτόν; Κι έδώ, δ δρισμός είναι πολύ στενός. Ό ρόλος τής «κομπραδόρικης»
άστικής τάξης (γιά νά χρησιμοποιήσουμε ένα δρο οίκεϊο
στούς μαρξιστές οικονομολόγους πού τόν έχουν δανειστή
άπό τήν Ιστορία τής Κίνας δπου αύτο'ι ot ένδιάμεσοι, αύτοί ot μιγάδες τής οικονομίας, έπαιξαν βασικό ρόλο) είναι τό Ιδιο συνδεδεμένος μέ τήν περίοδο τοΰ άποικισμοΰ
δσο καί μέ τήν περίοδο τής τυπικής άποαποικιοποίησης.
Επιπλέον, ή διατήρηση τής έκμετάλλευσης μέ τΐς πιό
λεπτές καί τΙς πιό βαθιές μορφές της μπορεί νά συμπορεύεται μέ μιά άληθινή έπανάσταση, δηλαδή μέ τήν άντικατάσταση τής παλιάς κυρίαρχης τάξης άπό μιά καινούργια, στίς χώρες πού φαινομενικά χειραφετήθηκαν. "Ενα
παράδειγμα είναι ή Γουϊνέα, στήν έσωτερική συγκρότησή
της καί στίς σχέσεις της μέ τόν καπιταλισμό τοΰ Καναδά
καί τών Ηνωμένων Πολιτειών.
Νεοαποικιακή είναι μιά κατάσταση στήν δποία ot
έπενδύσεις στή φτωχή χώρα γίνονται πρδς δφελος μάλλον τοΰ «δωρητή» παρά τοΰ βοηθούμενου, καί έσωτερικά
πρός δφελος τών ήγετικών κύκλων μάλλον παρά τών μαζών. Αύτός δ δρισμδς βασίζεται στόν ύπολογισμό τών κοινωνικών καί πολιτικών άλλαγών πού έγιναν στό έπίπε-

— 86

So τής έξουσίας, καθώς καί σέ μιά πολιτική βοήθεια πού σέβεται δλες τΙς έξωτερικές δψεις τής έθνικής κυριαρχίας
τοϋ νέου Κράτους καί συμβάλλει στήν έκβιομηχάνισή του.
Χαρακτηρίζουμε νεοαποικιακή, άν καί συμβάλλη στήν
άνάπτυξη τής χώρας αύτής, τήν δημιουργία ένός έργοστασίου παραγωγής καλλυτικών μέ βάση τά έλαιώδη στίς
άκτές τοϋ ΜπενΙν — ένώ έπρεπε νά χρησιμοποιηθή ή
ίδια έπένδυση γιά ένα έργοστάσιο μάργα ρίνης, άμεσα χρήσιμο στόν πληθυσμό.
Πρέπει νά ύπογραμμιστοϋν Ιδιαίτερα δυό έξοργιστικές
συνέπειες τής βοήθειας πού παρέχεται τώρα άπό τΙς καπιταλιστικές δυνάμεις (καί σέ δρισμένες περιπτώσεις και
άπό τΙς σοσιαλιστικές δυνάμεις στίς μή σοσιαλιστικές χώρες) : ή αύξηση τής άνισότητας άνάμεσα στά είσοδήματα
τών κοινωνιών τής άφθονίας καί τά εισοδήματα τών φτωχών χωρών, καί ή διεύρυνση τής άπόστασης άνάμεσα στίς
ήγετικές τάξεις καί τήν πλειοψηφία τοϋ πληθυσμοϋ τών
χωρών πού έπωφελοΰνται (ή ύποτίθεται δτι έπωφελοΰνται) άπό τή βοήθεια.
"Ενα άπό τά πιό σοβαρά κείμενα πού άφιερώθηκαν
στά προβλήματα τών σχέσεων άνάμεσα στούς χορτάτους
καί στούς πεινασμένους λαούς, ή έκθεση ΖανεναΙ (1964)
πού είναι γιά τό νεοαποικισμό δ,τι ήταν οί έκθέσεις τού
ΛυωταΙ γιά τόν παλιό άποικισμό, κρατά μεγάλη έχεμύθεια γιά τό «ξάφρισμα» τής βοήθειας άπό μέρους τών
άνώτατων στρωμάτων τής κοινωνίας πού ύποτίθεται δτι
δλόκληρη άπολαμβάνει τή συμπαράσταση. "Ετσι ή βοήθεια αύτή σπάνια φτάνει ώς τΙς λαϊκές μάζες (κυρίως άγροτικές) πού τήν έχουν πιό έπείγουσα άνάγκη. Ά π ό

87

αύτό προκαλείται ένα πάγωμα τών κεκτημένων πού είναι μιά άπό τις χειρότερες συνέπειες τού νεοαποικισμού.
Τό ιδιαίτερα έλαττωματικό στήν κατάσταση αύτή είναι δτι σχεδόν δέν σηκώνει θεραπεία. Έκεϊ άκριβώς είναι πιό δύσκολη ή έκδίωξη τού νεοαποικισμού. 'Αμφισβητεί κανείς δτι τό βοηθούμενο έθνος άντιπροσωπεύεται άπό
τούς σημερινούς ήγέτες; 'Αναζητεί κανείς νά σκάση αύτό
τό πλαίσιο γιά νά διευρύνη ή νά έξασφαλίση τήν άνθρώπινη άποδοτικότητα τών έπενδύσεων; Ή άναγνώριση τής
κυριαρχίας τών βοηθουμένων κρατών κάνει πολύ δύσκολη γιά τόν δωρητή τήν έπιλογή τών τομέων πού πρέπει
νά χρηματοδοτηθούν. Άκόμα καί ή «ύπό δρους» βοήθεια,
έκείνη πού δίδεται ύστερα άπό έρευνες στίς όποιες μετέχει
καί ή δύναμη πού κάνει τΙς έπενδύσεις, δέν μπορεί νά άγνοήση τΙς όρέξεις τών τοπικών έξουσιών.
"Οσο διάστημα ή βοήθεια πρός τίς ύπανάπτυκτες χώρες θά παραμείνη στό διμερές πλαίσιο — στό μόνο πού είναι τώρα άποτελεσματική — δσο δέν θά έχη δημιουργηθή
ένας δργανισμός διαφορετικός άπό τόν δργανισμό τοϋ
OJBLE., δσο ή κοινή γνώμη δέν θάχη βαθιά συνειδητοποιήση τή διεθνή άλληλεγγύη, ή βοήθεια τών μεγάλων
δυνάμεων — καί ιδιαίτερα τής Γαλλίας — στίς ύπανάπτυκτες χώρες θά παραμείνη λίγο πολύ κηλιδωμένη μέ
νεοαποικισμό θεμελιωμένο στό σωβινισμό καί στόν έπιχειρηματισμό : μικρές σημαίες καί μεγάλες ύποθέσεις, πολιτική «μεγαλείου» καί πολιτική «πελατείας».
Ό νεοαποικισμός έχει, σάν προγόνους του, τίς έκστρατεϊες του στό Μεξικό καί τούς πολέμους του στό Βιετνάμ. Άλλά ή μωροφιλοδοξία θά ήταν λιγότερο όλέθρια

— 88

άν δέν τήν έκανε διπλή δ έπιχειρηματισμός άπό τόν δποίο είναι δύσκολο νά τήν ξεχωρίσης. "Οταν ή Γαλλία
πουλά στήν Γκαμπόν δχήματα πού αύτή ή χώρα δέν τά
έχει καθόλου άνάγκη άπό τήν αύστηρά οίκονομική άποψη, τό κάνει λίγο γιά νά κυκλοφορήση ή τρίχρωμη άνάμεσα στή ΛιμπερβΙλ καί στή Λαμπαρενέ' κυρίως δμως
γίνεται γιατί σημαντικός άριθμός άντιπροσώπων τής Γαλλίας φαίνεται πώς έχουν σάν μοναδικό τους άντικειμενικό
σκοπό νά τοποθετήσουν τή μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα
γαλλικού ύλικοϋ, νά έπιτύχουν τό μεγαλύτερο δυνατό άριθμό παραγγελιών γιά τις μεγάλες έπιχειρήσεις δημοσίων
έργων, νά έξασφαλίσουν τούς πιό φανταστικούς ναύλους
γιά τΙς μεγάλες έταιρίες ναυσιπλοίας.
Πραγματικά, τέσσερις κατηγορίες έπιχειρήσεων παίζουν Ιδιαίτερα δυναμικό ρόλο σ' αύτού τοϋ τύπου τΙς σχέσεις άνάμεσα στά πλούσια κράτη καί στά φτωχά έθνη:
οί τ ρ ά π ε ζ ε ς ,
πού δ ρόλος τους στίς άνεπτυγμένες οικονομίες μπορεί νά έλαττώθηκε γιά νά παραχωρήση θέσεις στίς έπενδύσεις πού κάνουν τά ϊδια τά μεγάλα
χόλντιγκς, άλλά παραμένουν ούσιαστικές στίς οίκονομίες
δπου δέν έχει άκόμα πραγματοποιηθή ή συσσώρευση' οί
έταιρίες « ε ι σ α γ ω γ ώ ν - έ ξ α γ ω γ ώ ν »
πού
δ ρόλος τους είναι άξεχώριστος άπό τόν άποικισμό άλλά
καί άπό τό νεοαποικισμό' οί έταιρίες
ναυσιπλοΐα ς πού ύπερασπίζονται καλύτερα τή θέση τους σ' αύτό
τόν τομέα παρά στόν τομέα τού μεγάλου σύγχρονου διεθνούς έμπορίου' οί έπιχειρήσεις δ η μ ο σ ί ω ν
έργ ω ν , τέλος, πού έφαρμόζουν σήμερα σέ σαράντα ύπερπόντιες χώρες μιά πολιτική πού δοκιμάστηκε στό Μαρό-

89

κο καί πού θά μπορούσε νά τήν δρίσουμε έτσι: «μπετόν
παντού, είτε ύπάρχει άνάγκη είτε δχι».
'Εδώ άκριβώς βρισκόμαστε στήν ίδια τήν καρδιά τού
φαινομένου τοΰ νεοαποικισμοΰ. Είναι καλό νά παρέχης τεχνικό έξοπλισμό στήν 'Ακτή τοΰ 'Ελεφαντοστού ή στήν
Καμπότζη, νά τούς έφοδιάζης έπιτέλους μέ μιά σύγχρονη ύποδομή, καί δέν είναι εύπρεπές νά θέλης νά δώσης
στά νέα κράτη μόνο φτηνό τεχνικό έξοπλισμό. 'Αναρωτιέται δμως κανείς, κάθε φορά πού γίνεται μιά άγορά
άπό ένα άπ' αύτά τά κράτη, άν τό προβλεπόμενο έργο θά
είναι έπωφελές καί γιά ποιόν ; Δέν είναι άνήθικο αύτό καθ'
έαυτό τό γεγονός δτι ή τάδε ή ή δείνα έταιρία πουλά
ύλικό, ταλέντα καί πείρα στήν κυβέρνηση τοΰ κ. ΝτιορΙ
ή στήν κυβέρνηση τοΰ βασιλιά Χασσάν Β ' . "Αν πρόκειται
γιά μιά κρατική ύδραντλία πού θά χρησιμεύση γιά νά
βελτιωθή ή άρδευση μιάς άγροτικής περιοχής ή γιά μιά
γέφυρα πού έπιτρέπει νά πάνε άγροτικές μηχανές σέ μιά
ζώνη πού είναι άπαραίτητες, ποιός θά μπορούσε στά σοβαρά νά άμφισβητήση τήν χρησιμότητα μιας τέτοιας άγοράς;
Μά άν πρόκειται νά δοθή στήν τάδε μεγάλη κοινωνία
ή εύκαιρία νά ξεφορτωθή σέ καλή τιμή παλιό ύλικό ή νά
πειραματιστή πάνω στίς τεχνικές προόδους της, χτίζοντας μιά περιστροφική γέφυρα πάνω άπό ένα έλώδη παραπόταμο δπου περνούν μόνο κροκόδειλοι, τότε είναι φανερό πώς ή έπιχείρηση χρησιμεύει μόνο σάν πρόσχημα
γιά μιά διπλή έκμετάλλευση : τήν έκμετάλλευση δυό δημοσίων ταμείων (έκείνου πού παραδίδει κι έκείνου πού άγοράζει) ύπέρ Ιδιωτικών έταιριών" καί τήν έκμετάλλευ-

90

ση όλόκληρων πληθυσμών πρός δφελος τοπικών όλιγαρχιών πού κάνουν Ετσι τήν τύχη τους.
Zàv Λαχοντνρ

ΝΟΜΙΣΜΑ
Νόμισμα, μέ λίγα λόγια, είναι τό σύνολο τών μέσων
πληρωμών.
Ή γλώσσα μας, πάντως, δέν Ιχει σ' αύτόν τόν τομέα
καθορίσει πλήρως τό λεξιλόγιό της. Χρησιμοποιεί συνήθως δυό δρους: «χρήμα» καί «νόμισμα», δ πρώτος πιό
συγκεκριμένος καί πιό άρχαΓκός, δ δεύτερος πιό γενικός
καί πιό σύγχρονος. Στή γλώσσα τού Πανεπιστημίου, τοΟ
Τύπου καί τών έπίσημων δημοσιεύσεων, τό «νόμισμα» θριαμβεύει: δέν γράφονται θέσεις καί έκθέσεις γιά τό «χρήμα». Ό άπλός άνθρωπος παρακολουθεί άρκετά καλά αύτή τήν δρολογία, έφ' δσον διακυβεύονται τά συνολικά μεγέθη τής οίκονομίας. 'Αλλά στήν τσέπη του καί στήν
τράπεζά του έχει — ή δέν έχει — «χρήμα». Είναι άλήθεια πώς δίνει καί τού δίνουν «νόμισμα» δταν ρευστοποιή
Ινα τραπεζικό τίτλο.
"Ετσι οί ρόλοι μοιράζονται άρκετά καθαρά: στό «νόμισμα» άνήκει τό άπειρα μεγάλο καί τά άπειρα μικρό'
άνάμεσα σ' αύτά τά δυό άπειρα «τό χρήμα» βασιλεύει στά
κέρδη καί στις ζημίες τής καθημερινής ζωής.
Μ* αύτές τις Επιφυλάξεις, ή γενική έννοια τής λέξεως «νόμισμα» δέν είναι άμφίβολη, ύποδηλώνει καθαρά

— 91

αύτό πού χρησιμεύει γιά πληρωμές, έπιβάλλονται δμως
μερικές άκόμα διευκρινήσεις γιά νά καθορίσουμε δλα τά
μέσα, στά όποια άναγνωρίζεται στήν πράξη αύτή ή λειτουργία.
Δέν άναγνωρίζονται, πρώτ' άπ' δλα, γιά «νόμισμα»
παρά μόνο τά μέσα πληρωμών γενικής χρήσεως. Κάθε
άγαθό, κάθε ύπηρεσία, κάθε πίστωση μπορούν πραγματικά
νά χρησιμοποιηθούν γιά ένα διακανονισμό, άρκεϊ τά συμβαλλόμενα μέρη νά είναι σύμφωνα. Μιά έκμίσθωση άγρού
μπορεί νά διακανονισθή σέ είδος, ένας φόρος μπορεί νά
πληρωθή μέ τίτλους, γιά μιά παράδοση έμπορευμάτων
μπορεί νά δοθή γραμμάτιο. Αύτά δμως δέν είναι νομισματικά μέσα, γιατί δέν μπορούν νά χρησιμοποιηθούν παρά
γιά δρισμένου τύπου συγκεκριμένες συναλλαγές.
Έπίσης θεωρούνται νομίσματα μόνο τά μέσα πληρωμών άμέσου χρήσεως, πού δέν άπαιτούν γιά νά χρησιμοποιηθούν, οδτε προθεσμία, οδτε προηγούμενη μετατροπή.
'Ορισμένα πολύ ρευστά περιουσιακά στοιχεία, δπως οί
καταθέσεις στά Ταμεία 'Αποταμιεύσεως, που είναι «δψεως», άποκλείονται σάν «νόμισμα» γιατί, γιά νά χρησιμοποιηθούν, πρέπει προηγουμένως νά πραγματοποιηθή μιά
«άνάληψη» στό ταμείο.
Τέλος πρέπει νά λάβουμε ύπ' δψη μας δτι κάθε ή
σχεδόν κάθε χώρα έχει τό δικό της είδικό σύστημα διακανονισμού. Δέν ύπολογίζει γιά δικά της νομίσματα τά
μέσα πληρωμών τού έξωτερικοΰ πού έχουν στήν κατοχή
τους οί πολίτες της ή τά πιστωτικά της Ιδρύματα.
Μέσα σ' αύτά τά πλαίσια, νομίσματα είναι γιά τή Γαλλία, τά παρακάτω μέσα:

92

Τά χαρτονομίσματα τής Τραπέζης τής Γαλλίας.
Τά κέρματα πού κόβει τό Κράτος.
Οί καταθέσεις όψεως πού κινοΟνται μέ έπιταγές ή
μεταβιβάσεις πού διαχειρίζονται οί Τράπεζες, τά Ταχυδρομεία (λογαριασμοί ταχυδρομικών έπιταγών), ή τά δημόσια ταμεία (ειδικοί λογαριασμοί).
Ή ίδια ή έπιταγή δέν είναι νομισματικό δργανο, άλλ'
άπλώς μέσο μεταφοράς καταθέσεων. Ό χρυσός καί ό άργυρος, σέ κέρματα ή πλάκες, άποκλείονται άπό τόν κατάλογο γιατί δέν είναι συνηθισμένα έσωτερικά μέσα διακανονισμού.
Τό νόμισμα άνταποκρίνεται στήν άνάγκη τής άνταλλαγής καί στήν άνάγκη τής άποταμιεύσεως καί στίς άνάγκες — πού τις συνδυάζουν — νά άποταμιευθή ένα μέσο
άνταλλαγής καί νά άνταλλαγή ένα μέσο άποταμιεύσεως.
Ό νομισματικός μηχανισμός είναι συνδεδεμένος μέ τήν
ποικιλία τών δραστηριοτήτων καί τών έπιτηδειοτήτων τού
άνθρώπου καί τών άνθρωπίνων δμάδων. "Απειρα πιό πρακτικός άπό τήν άμεση άνταλλαγή, έπέτρεψε τήν είδίκευση καί κατά συνέπεια, μέ τό πέρασμα τών αιώνων, άνυπολόγιστα κέρδη σέ παραγωγικότητα.
Εξάλλου, τό νόμισμα εύνοεϊ τήν άποταμίευση. Πράγματι είναι μιά έπιφύλαξη γιά τό «πιθανό», Ινα άσύγκριτο μέσο προφυλάξεως έναντίον τών μελλοντικών έλλείψεων όποιασδήποτε φύσεως καί Ικανοποιήσεως έπιθυμιών
πού θά γεννηθούν καί πού άκόμα είναι άκαθόριστες.
Εύνοεϊ τήν έπένδυση, άφοΰ, εύκολο στή μέτρηση καί
εύχρηστο, είναι καλό πιστωτικό μέσο γιά τό δανειστή
καί γιά τό δανειζόμενο. 'Επιτρέπει έτσι σ' έκεΐνον πού

93

αίσθάνεται δτι είναι σέ θέση ν' άναλάβη μιά παραγωγική
έπιχείρηση ή νά τήν άναπτύξη, νά χρησιμοποιή τά μέσα
πού βρίσκει άπό έκεϊνον πού, χάρη στούς κόπους του, άπέκτησε πλούτη πού δέν μπορεί άμεσα νά τά χρησιμοποιήση.
Τό νόμισμα είναι έπίσης πηγή έλευθερίας. "Αν ot
άνθρωποι, πού ζοΰν δμαδικά, δέν ρυθμίζουν τις σχέσεις
τους μέ τΙς άνταλλαγές καί μέ τή σχετική έκτίμηση τών
άξιών, πρέπει κάποια άρχή νά δρίζη σέ καθένα τΙς ύποχρεώσεις του καί νά κατανείμη τούς καρπούς τής κοινής
έργασίας. Τέτοια «πλάνα» ύπάρχουν στίς οικογένειες ή
στά κιμπούτζ.
"Οσοι ξεφεύγουν άπδ τέτοιους σχεδιασμένους κόσμους
κερδίζουν σέ έλευθερία. Είναι έκτεθειμένοι, άπό τήν άλλη, σέ πιό μεγάλους κινδύνους, άφοϋ δ κόσμος τών νομισματικών άνταλλαγών δέν καταλαβαίνει άπδ αίσθήματα.
Ή τάση "του είναι νά άναγνωρίζη άπό τήν άνθρώπινη
προσωπικότητα μόνο τό μέρος έκεΐνο πού μπορεί νά έκφραστή σέ άγαθά καί ύπηρεσίες άνταλλάξιμες στήν άγορά.
Έ Ιστορία τού νομίσματος είναι μακρά, πολύπλοκη
καί άρκετά σκοτεινή. Έ έξέλιξή του μπορεί νά συνοψιστή
μέ άρκετή σιγουριά, σάν μιά πορεία πρός τό άφηρημένο
καί πρός τήν έλευθερία.
Ή τάση τού νομίσματος πρός μιά συνεχώς αύξανόμενη άφαίρεση είναι άπό τΙς πιό φανερές. Στήν πορεία
άπό τήν κεφαλή τοϋ ζώου ή τή ράβδο μετάλλου ώς τΙς καταθέσεις σέ μεταβιβάσιμους λογαριασμούς, ή άποϋλοποίηση
είναι άναμφισβήτητη. Κι δμως δέν έχει έντελώς άφομοι-

— 94

ωθή καί πολλοί είναι έκεϊνοι πού νομίζουν άκόμα πώς τό
νόμισμα είναι κέρματα ή τραπεζογραμμάτια πού άντιπροσωπεύουν άποθεματοποιημένο πολύτιμο μέταλλο. 'Αλλά ή
άλήθεια είναι πώς τό νόμισμα δέν άντιπροσωπεύει πιά τίποτε άλλο έκτός άπό ένα γενικό δικαίωμα χρήσεως.
'Ακριβώς αύτή είναι ή μεγάλη νομισματική έπανάσταση τής έποχής μας. Ή δημιουργία τού νομίσματος δέν είναι παραγωγή, άλλά άπόφαση. Δέν περιορίζεται άπό τή
σπάνι τών συντελεστών, άλλά άπό έπιθυμία νά συγκρατηθή ή έπέκταση τών δικαιωμάτων στή χρήση τών πόρων. Ή μεταλλαγή έγινε, δπως είναι πιθανό, σέ δυό φάσεις. Τόν πρώτο καιρό, δρισμένοι πού έπαιρναν για φύλαξη πολύτιμα μέταλλα κι έδιναν σέ άντάλλαγμα βεβαιώσεις καταθέσεως πού ή χρήση τους σάν μέσα πληρωμών
είχε άρχίσει νά διαδίδεται, σκέφτηκαν πώς μπορούσαν
νά κρατούν άπόθεμα μετάλλου πολύ κατώτερο άπό τό
δψος τών κυκλοφορούντων δικαιωμάτων, μά άρκετό γιά
τήν άντιμετώπιση πιθανών αίτήσεων έπιστροφής. Δάνειζαν τό ύπόλοιπο, κι έτσι βρήκαν τό μηχανισμό κλειδί τής
δημιουργίας τού νομίσματος. Σέ μιά δεύτερη φάση, άνέλαβαν τά κράτη γιά λογαριασμό τους αύτό τό μηχανισμό
καί τόν ώθησαν ώς τό έσχατο σημείο του καταργώντας
κάθε δικαίωμα έπιστροφής καί, συνεπώς, καί τήν άνάγκη
καλύμματος σέ χρυσό. "Ετσι τό πολύτιμο μέταλλο περιορίστηκε στόν τομέα τών διεθνών άνταλλαγών δπου άλλωστε
άμφισβητεϊται ή χρησιμότητά του. (Βλέπε: διεθνές νομισματικό σύστημα).
Αύτή ή πρόσφατα κατακτημένη «νομισματική έλευθερία» έπισύρει γιά τά κράτη καί, κατά συνέπεια, καί γιά

— 95

τούς πολίτες μιά αύξημένη εύθύνη. "Επρεπε νά προΟποθέτη καλύτερη γνώση τής φύσεως τού νομίσματος καί τών
μηχανισμών του. 'Αντίθετα δμως τδ νόμισμα παρέχει τδ
παράδειγμα μιάς κατηγορίας φαινομένων πού δλοκληρωτικά τά συλλαμβάνουν καί τά χειρίζονται άνθρωποι, άλλα δέν μπορούν νά τά κατανοήσουν οί περισσότεροι άπ'
αυτούς.
Ή έπιστημονική δρολογία πού χρησιμοποιήθηκε γιά
μεγάλο διάστημα ήταν, πρέπει νά τδ δμολογήσουμε, δ,τι
χρειαζόταν γιά νά ξεστρατίση τά πνεύματα. Στολισμένη
μέ μεταφορές άπό τή φύση φαινόταν νά άφορα παράξενες όντότητες πού τΙς κινούσαν μυστηριώδεις δυνάμεις:
κατά τήν δρολογία αύτή, τό νόμισμα ήταν «μάζα» πού τής
έδινε ψυχή κάποια «ταχύτητα», «ρευστό» τέλος καί κατάλληλο έτσι νά «διοχετευθή» στήν οίκονομία.
Τώρα, συνηθίζεται περισσότερο νά μιλούν γιά προσφορά καί ζήτηση τού νομίσματος, πράγμα πού τείνει νά κάνη πιστευτό δτι ύπάρχει κάποια είδική νομισματική άγορά, ένώ τό νόμισμα είναι παρόν σ' δλες τΙς άγορές, άποτελεί άπαραίτητο στοιχείο σέ δλες τΙς συναλλαγές. Αύτή
ή μεθοδολογία έχει τό πρόσθετο μειονέκτημα δτι καλύπτει τόν άποφασιστικό ρόλο τών νομισματικών Ιδρυμάτων, τής όργανώσεώς τους καί τών άποφάσεων πού παίρνουν.
Ό καλύτερος τρόπος γιά νά καταλάβης τούς μηχανισμούς του, είναι άσφαλώς, νά άντικρύσης τό νόμισμα στίς
σχέσεις του μέ τΙς διάφορες συγκεκριμένες πράξεις τής
οικονομικής ζωής μέ τΙς δποΐες συνδέεται.
Τό νόμισμα, πρώτ' άπ' δλα, είναι παιδί τής δαπά-

96

νης. Μιά συμπληρωματική ποσότητα νομίσματος δημιουργείται δταν μιά δποιαδήποτε οικονομική μονάδα - Επιχείρηση ή Κράτος, λόγου χάρη — άποφασίζει νά πραγματοποιήση μιά πληρωμή καί δέν μπορεί ή δέν θέλει νά
μειώση τά νομισματικά άποθέματά του ή νά δανειστή άπευθείας άπό τό κοινό. Ή Τράπεζα τότε άναλαμβάνει νά
άντικαταστήση αύτή τήν μονάδα πού θέλει νά καταβάλη
χρήματα" τήν καταγράφη στά βιβλία της σάν χρεώστρια
καί χρεώνεται αύτή στή θέση της άπέναντι σ' αύτόν πού
πρέπει νά πληρωθή — προμηθευτή ή μισθωτό, λόγου χάρη — παραδίδοντάς του ένα χρεωστικό τραπεζικό τίτλο,
μετατρέψιμο έπΐ τή έμφανίσει, δηλαδή νόμισμα: τραπεζογραμμάτια ή στοιχεία μετατρεψίμου λογαριασμού. Ύστερα άπ' αύτό, τό νόμισμα κυκλοφορεί στή διάθεση τών
συναλλαγών: άγορές άγαθών ή τίτλων, πληρωμή φόρων
ή δωρεές. Σ' αύτό τόν περίπλου, τό γραμμάτιο πού έδωσε
Ινας έμπορος στήν τράπεζά του μπορεί νά γίνη κατάθεση,
ή ή έπιταγή μιάς τραπέζης νά καταλήξη στά ταμεία άλλης. "Ετσι μπορεί ν' άλλάζη ή μορφή τοΰ νομίσματος καί
τό πρόσωπο τοΰ χρεώστη — τοΰ έκδότη — χωρίς νά
θίγεται άπ' αύτό τό λόγο ή κυκλοφορούσα μάζα. Μιά δρισμένη ποσότητα νομίσματος μπορεί νά καταστραφή — ν'
άκυρωθή — μόνο δταν μιά οίκονομική μονάδα πού έχει
χρεωθή άπέναντι σέ μιά τράπεζα, συμμετέχοντας έτσι
στή δημιουργία νομίσματος, έξοφλά τό χρέος της.
Τό νόμισμα έχει λοιπόν πάντα μιά άντιπαροχή καί
χρησιμεύει πάντα γιά τή χρηματοδότηση τής οίκονομίας,
εΓτε φυλάγεται γιά νά χρησιμεύση σέ προσεχείς συναλλαγές, εϊτε «άποθησαυρίζεται» γιά Ινα χρονικό διάστημα.

97

Τό γεγονός δτι τό νόμισμα άποτελεΐ Απαραίτητο στοιχείο στίς περισσότερες οικονομικές δραστηριότητες έχει
πολύ σημαντικές συνέπειες. Πρίν άπ' δλα ή Ανάπτυξη τής
οικονομίας άπαιτεί ή ροή τών δαπανών νά αύξάνεται στό
βαθμό πού νέοι άνθρώπινοι ή ύλικοί συντελεστές πρέπει
νά χρησιμοποιηθούν, τουλάχιστο άν ot τιμές στό σύνολό
τους δέν δείχνουν πτωτικές τάσεις, πράγμα πού Αποδείχθηκε άπό τήν πείρα τί δρια έχει καί τΐ κινδύνους περικλείει* άν ot άποταμιευτικοί παράγοντες μένουν περίπου
σταθεροί, ή νομισματική μάζα πρέπει νά άκολουθή τήν
άνάπτυξη τών δαπανών.
Ά π ό μιάν άλλη άποψη, πολυάριθμες έντάσεις Ανάμεσα στίς κοινωνικές δμάδες καί στούς διάφορους τομείς τής
οικονομίας άσκοΰν, πρός τήν κατεύθυνση τής αύξήσεως τών
όνομαστικών ροών, πιέσεις πού θίγουν, στή βάση τους, τά
είσοδήματα ή τ'ις τιμές καί πολύ γρήγορα καί τά μέν καί
τΙς δέ ταυτόχρονα. Ot νομισματικοί μηχανισμοί, άπό τή
γενικότερη άποψη, δέν γεννούν αύτοί καθ' έαυτοί αυτές
τΙς έντάσεις, άλλά παίζουν σημαντικό ρόλο στή διαιώνιση
καί τή γενίκευσή τους.
Τέτοια συγκεκριμένα φαινόμενα ύπονοοϋν δταν λένε
δτι, σέ δρισμένες περιπτώσεις, ή ζήτηση τοΰ νομίσματος
είναι μεγαλύτερη άπό τήν προσφορά ή άντιστρόφως.
Ή πιθανότητα τέτοιων άνισορροπιών κάνει άπαραίτητη μιά πάντα προσεκτική καί λεπτή ρύθμιση τών νομισματικών μηχανισμών πού, άπό τή φύση τους, δέν μπορούν νά άφήνωνται μόνο στό παιγνίδι τής άγοράς.
Μέθοδοι νομισματικής ρυθμίσεως ύπάρχουν διάφοροι,
πολλές δμως έχουν κοινά χαρακτηριστικά σέ δλα σχεδόν

— 98

τά τραπεζικά συστήματα: τΙς πολλές τράπεζες καί ένα
βασικότερο σέ άρμοδιότητες Ιδρυμα ή Κεντρική Τράπεζα.
Ό μεγάλος άριθμός τών τραπεζών δημιουργεί τήν άνάγκη κάθε μιά άπ' αυτές νά έξασφαλίζη τήν ισορροπία
τών εισροών καί έκροών χρηματικών μέσων άνάμεσα
στήν Ιδια καί δλες τΙς άλλες καί τείνει έτσι νά περιορίση
τήν άνάπτυξη τής πίστεως.
Έ δπαρξη στους κόλπους τοϋ τραπεζικού συστήματος
μιάς Κεντρικής Τράπεζας πού έπηρεάζει μέ τΙς ένέργειές της τήν ταμειακή κατάσταση τών άλλων τραπεζών
άποτελεΐ άπό τήν άλλη μεριά τδ κυριότερο μέσο γιά τή
νομισματική ρύθμιση.
Ρομπέρ Σερενάχ

ΝΤΕΓΚΩΛΛΙΣΜΟΣ
Ό λόγος πρώτα στδν πρωτεργάτη:
«Κανένα σύστημα σκέψεως, θελήσεως καί δράσεως δέν
θά μπορούσε νά έμπνεύση τήν Γαλλία δπως πρέπει γιά
νά παραμείνη Γαλλία, έκτός άπό τό σύστημα έκεΐνο τό
όποιο άνέδειξαν τά γεγονότα μετά τόν Ιούνιο τού 1940.
Αύτό τό σύστημα είναι πράγματι τό μόνο πού έπιτρέπει στό έθνος νά τά βγάζη πέρα δταν ξεσπά ή θύελλα,
τό μόνο πού είναι συνδεδεμένο πολύ άμεσα μέ τό παρελθόν του καί μέ πολλές φιλοδοξίες γιά τό μέλλον του
ώστε νά διατηρή τήν ένότητά του καί νά έξασφαλίζη τή
συνέχειά του. Αύτή τήν έπιχείρηση μπορεί νά τήν άπο-

— 99

καλούν άπό τό 1940 ντεγκωλλισμό, δέν είναι δμως τίποτε άλλο παρά ή σύγχρονη μορφή τής άλκής τής χώρας
μας πού γιά μιά άκόμα φορά άναζωογονήθηκε...» (Συνέντευξη τύπου τής 9 Σεπτεμβρίου 1968).
Γιά τόν Ντέ Γκώλ, πού Ισχυρίζεται δτι δέν τού Αρέσει ή λέξη διακήρυξε δμως μιά μέρα μέ τήν καθημερινή
του μεγαλοπρέπεια δτι «δλος ό κόσμος ήταν, είναι ή θά
γίνη ντεγκωλλικός», δ ντεγκωλλισμός είναι ταυτόχρονα
ένα σύστημα καί μιά έπιχείρηση. 'Ακολουθώντας τό παράδειγμά του, θά άντικρύσουμε τόν ντεγκωλλισμό σέ δύο
φάσεις: σάν «σύγχρονη μορφή» ή σάν τελευταία μεταμόρφωση ένός τύπου έξουσίας καί πολιτικής δράσης πού
είχε όνομαστή στή Γαλλία βοναπαρτισμός" σάν συλλογική
έκφραση καί θεσμοποίηση μιάς έξαιρετικής μοίρας, μιδς
πρωτότυπης προσωπικότητας πού, τόσο στό στύλ, δσο καί
στά σχέδια καί στά μέσα πού έπέλεξε, διαφέρει σταθερά
άπό τούς δύο Ναπολέοντες.
Βοναπαρτισμός ; Πρέπει νά άποφύγουμε νά μπερδέψουμε τούς δύο τύπους «συστημάτων». Ούτε ή ψυχο - πολιτική
σημασία, ούτε οί κοινωνικές βάσεις, ούτε οί έξωτερικές
Εκδηλώσεις τού ή τών ντεγκωλλισμών καλύπτουν τις άντίστοιχες τού βοναπαρτισμοϋ — πού κι αύτός ήταν πολυσύνθετος καί κυμαινόμενος, άπό τή Μπρυμαίρ ώς τό Σεντάν καί άπό τις Εκατό Μέρες στό Σολφερίνο.
Μπορεί νά δεχτούμε πώς ήταν κανείς βοναπαρτιστής
καί ντεγκωλλιστής γιά άρκετά παραπλήσιους λόγους τό
1815 καί τό 1940, τό 1963 καί τό 1963. Πρέπει δμως νά
ύπογραμμίσουμε πώς άν καί τά δύο φαινόμενα ρίζωσαν κυρίως στά βόρεια τής Λουάρ, ή βάση τού βοναπαρτισμοϋ ή-

100

τα ν ούσιαστικά άγροτική, ένώ τοϋ ντεγκωλλισμοϋ (ώς τόν
'Ιούνιο τοϋ 1968) κυρίως άστική. Καί άν ό πρώτος 6οναπαρτισμός ήταν ό μοχλός γιά τήν έγκαθίδρυση τοϋ σύγχρονου καί συγκεντρωτικού Κράτους, δ δεύτερος ήταν τό
δργανο γιά τήν έπέκταση τής βιομηχανίας — δπως δ
ντεγκωλλισμός, πεισματική προσπάθεια γιά τήν Ενσωμάτωση τοϋ σύγχρονου στόν Εθνικισμό.
Πέρα άπό τήν «Εκκληση στό στρατιώτη» κατά τό πρότυπο Μπουλανζέ" τήν προσφυγή στό χωροφύλακα κατά τό
πρότυπο Γκαλλιφέ, καί άκόμα τήν άναζήτηση τοϋ «πατέρα», τόσο αίσθητή τήν Εποχή τοΰ Μαρένγκο δπως και
τόν 'Ιούνιο τοΰ 1968, ύπάρχει στό ντεγκωλλισμό δπως
καί στό βοναπαρτισμό, μιά συγκεχυμένη θέληση νά έξιδανικευτή ή τάξη, δπως καί νά όργανωθή όρθολογικά ή
Επανάσταση. Ό Ντέ Γκώλ Εχει άπέναντι στόν προκάτοχο
του τό πλεονέκτημα δτι είναι — στήν πολιτική — γεροντοπαλλήκαρο κι δτι δψωσε τήν άχαριστία στό ύψος άρετής. Δέν Εχει οίκογένεια, Εχει δμως δύο Πουζάντ...
Ό Βοναπάρτης καί δ Ντέ Γκώλ είναι διφορούμενοι
καί ύπερηφανεύονται πώς είναι Γράκχοι καί Καίσαρες. Κι
ό ένας καί ό άλλος μπόρεσαν νά καυχηθοΰν δτι είχαν όπαδούς άπό τήν «άριστερά» — κι δ Βοναπάρτης τής Μπρυμαίρ, κι ό Ναπολέων δ Γ' τοϋ δημοψηφίσματος, κι δ Ντέ
Γκώλ τοϋ R.P.F. («Συναγερμοϋ τοΰ Γαλλικοϋ Λαοϋ»). Ό
Ναπολέων ύπήρξε ή «έφιππη έπανάσταση», δ Ντέ Γκώλ
ή άνθρώπινη δίκη τής 'Αντίστασης.
Γιατί δ ντεγκωλλισμός μπήκε στήν ιστορία σάν ή έκφραση μιας άρνησης. Αύτό τόν κάνει νά διατηρή κάτι τό
εύγενικό, τό άσυμβίβαστο μέ τή σημερινή του έκμετάλλευ-

101

ση. 'Αλλά συνήθως χρειάζεται προσπάθεια για νά τό θυμηθούμε. Τόση πρόκληση άλλοτε καί σήμερα τόσος συντηρητισμός...
Ό ντεγκωλλισμός είναι πρώτ' άπ' δλα Ινα πρόσωπο
μπαρόκ πού πρόβαλε σ' Ιναν αίώνα πού δέν τόν άναγνωρίζει, ένα πονηρό πολιτικό ζώο τσίρκου" έφεϋρε ένα πολιτικό σύστημα πού φαίνεται έμπνευσμένο άπό τό έγχειρίδιο τού βαθμοφόρου τού πεζικού καί ταυτόχρονα άπό τόν
«Ύμπύ - βασιληά», μά πού δέν τού λείπει ή άποτελεσματικότητα — παρ' όλίγο νά καταρρεύση μιά μέρα τού Μάη,
πιό πλαδαρός καί άξιοθρήνητος άπό μιά Τέταρτη Δημοκρατία, γιά νά ξαναγεννηθή θριαμβευτής ένα βράδυ τοϋ
'Ιουνίου, νά τόν πιάσουν σπασμοί μόλις ήρθε τό φθινόπωρο, νά ξανασωριαστή τό Μάη, νά ξαναναστηθή — κοιλαράς, — τόν 'Ιούνιο...
Είναι έπίσης ένα στύλ, τό στύλ δυό άνθρώποιν τών
γραμμάτων, τοΰ συγγραφέα τής «Κόψης τοϋ Σπαθιού» καί
τοΰ συγγραφέα τών «Άντιαπομνημονευμάτων», άναθεωρημένο άπό έναν καθηγητή όνομαζόμενο Πομπιντού στόν
όποϊο όφείλουμε μιά άξιόλογη «'Ανθολογία τής γαλλικής
ποίησης». Υπάρχει έδώ κάτι άπό άκαδημία δσο καί άπό
γυμνάσιο καί άπό γενικό έπιτελεΐο. Χρησιμοποιούν τόν
παρατατικό τής ύποτακτικής άκόμα κι δταν άπευθύνωνται
στό λαό κι δταν άπευθύνωνται στούς δημοσιογράφους. "Ετσι ή Γαλλία κυβερνιέται, άν μπορή νά πή κανείς — άνάμεσα σέ δύο συνεντεύξεις τύπου. Δύναμη λόγου πού δέν
άποκλείει τά «μπερδέματα τής γλώσσας», πού τήν άποκλειστικότητά τους δέν τήν έχει ό κ. Τριμπουλέ.
Υπάρχει τέλος μιά διπλή πολιτική πελατεία: ή πε-

102

λατεία τών «συντρόφων», άναχρονιστική καί Ελκυστική ιπποσύνη, 2νωση παλαιών πολεμιστών πιό σνόμπ άπό τούς
ιππότες τής περικνημίδος καί ή όποια, πρός τιμήν της,
περιλαμβάνει περισσότερους αιρετικούς παρά αύλικούς' καί
ή πελατεία καρπωτών τού πιό άποδοτικοϋ συνδικάτου έξουσίας πού δημιουργήθηκε στή Γαλλία άπό τήν έποχή
τών ένοικιαστών φόρων. Οί έπωφελούμενοι άπό τόν ντεγκωλλισμό, οί έκλεκτοί τής «γαλάζιας αίθουσας τοϋ ' 2 βρέν» τοϋ 1968, άντικατέστησαν τόν ήρωϊσμό μέ τήν Επιδεξιότητα — καί, περισσότερο άπό τήν έκκληση τοϋ 'Ιουνίου τοϋ 1940, έχουν στό νοϋ τους τούς λογαριασμούς
τοϋ Ζώρζ Πομπιντού. «Αύτό πού θά ύπάρξη, δταν θά έςαφανιστή δ Ντέ Γκώλ, δέν είναι τό κενό, έλεγε άλλοτε
δ στρατηγός, είναι μάλλον τό ξεχείλισμα!». Τό είδαμε
πολύ καλά...
Ό Ισχνός ντεγκωλλισμός τοϋ 1940, δ κοιλαράς (μά δχι χορτασμένος) ντεγκωλλισμός τοϋ 1969: ύπάρχει σ'
αύτή τήν πολύ λίγο διαλεκτική κίνηση, κάτι άπό τήν
περιπέτεια τών στρατηγών τής 'Αρκόλ πού έγιναν στρατάρχες τού Λουδοβίκου 18ου.
Ά λ λ ά , αύτοί οί τωρινοί άξιωματοϋχοι βλέπουν δτι δέν
χρειάζεται νά μποϋν στόν κόπο νά προδώσουν τόν κύριό
τους. Αρκεί νά μήν τό ρίξουν ούτε στούς θυμούς, ούτε στή
γκρίνια, νά είναι μάλλον Φαντόν παρά Βαλλόν, γιά νά
γλυστρήσουν άπαλά άπό τόν έπικό ντεγκωλλισμό τού 'Ιουνίου τοϋ 1940 στό ντεγκωλλισμό τών έπιχειρήσεων τοϋ
1969.
Ζά* Λ ακοντνρ

103

ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ
Σουρρεαλιστικό άντικείμενο πού ξαναβρέθηκε σέ μιά
σοφίτα Ιδιωτικού σπιτιού. Προβάλλει άπό τή δημόσια ζωή
δταν αύτή ξεχύνεται στό δημόσιο δρόμο.
Τό όδόφραγμα είναι μιά αύθόρμητη κατασκευή, έτοιμόρροπη ή σταθερή άνάλογα μέ τήν ψυχή πού βάζει κανείς μέσα. Είναι τό πιό τρελλούτσικο έπιπλο μέσα στά
προικιά τής Επανάστασης. Γιατί ένα όδόφραγμα είναι
καμωμένο γιά «νά τό χαλάσουν οί δυνάμεις τής τάξεως»,
ένώ ή Έπανάσταση γίνεται γιά νά νικήση θριαμβευτικά
αύτές τΙς δυνάμεις.
Αύτή ή νεφέλη τού έπαναστατικού πάθους ύψώνεται
καί θρέφεται άπό μιά άπεριόριστη ποικιλία δημοτικών ή
Ιδιωτικών άγαθών — θρανία, πλακάκια, κορμούς δέντρων,
άναποδογυρισμένα αύτοκίνητα, πανώ τού σινεμά κ.λ. —
πού, καθώς τούς έχουν άλλάξει τόν προορισμό τους, χάνονται σέ μιά κατάσταση ξαναποκτημένης νεότητας.
'Απατηλό, άλλά καί παρακινητικό, τό όδόφραγμα κατηγορήθηκε δτι είναι ξεπερασμένο. 'Αφού άποδείχτηκε
πολύ κατάλληλο γιά νά σαρώση τή σκόνη τού 19ου αιώνα, άποτολμά γ ι ' αύτό νά έπιβάλη μιά σοβαρή προσπάθεια
σκέψης στό τέλος τού 20ού αιώνα.
Ζώρζ Xavetv

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Στό βαθμό πού ή οίκονομική άνάπτυξη συνδέεται μέ
τήν Ιδέα τής οίκονομικής προόδου καί τήν «συγκεκριμένο-

104

ποιεί», πρόκειται γιά πολύ άρχαίο φαινόμενο. Είναι δμως
σχετικά λίγα χρόνια πού άναγνωρίστηκε στήν άνάπτυξη
σημασία άνάλογη μέ τό ρόλο της. Στήν πραγματικότητα,
άπό τή μεγάλη κρίση τοϋ 30 καί άπό τόν τελευταίο μεγάλο πόλεμο, ή οικονομική άνάπτυξη, έννοούμενη σάν αύξηση τών παραγομένων άπό μία χώρα πόρων, φάνηκε καθαρά δτι είναι μέσο ούσιαστικό γιά ένα έθνος γιά τή λύση
τών μεγάλων προβλημάτων πού άποτελοΰν ή άνισότητα
τοΰ έπιπέδου τής ζωής τών διαφόρων κοινωνικών δμάδων ή ή έπιλογή άνάμεσα σέ διαφορετικές δυνατότητες
χρησιμοποιήσεως τών πόρων.
Ή άνάπτυξη έπιτρέπει, πραγματικά, νά θεραπευθή ή
ένδεια καί νά δοθούν περισσότερα σέ δλους. Σ ' έναν κόσμο πού βρίσκεται σέ συνεχή έξέλιξη είναι σύμβολο ύγείας.
Σημάδι οικονομικής δύναμης, παρουσιάζεται στό σημερινό
κόσμο, σάν ή άπαραίτητη προϋπόθεση, ή πηγή τής πολιτικής δύναμης: ένώ τά δπλα γίνονται τόσο τρομακτικά
ώστε νά είναι προβληματική ή χρησιμοποίησή τους καί οί
στρατιωτικές συγκρούσεις γίνονται δλοένα καί πιό πολύ
τοπικές, ή άμιλλα άνάμεσα στά έθνη τείνει νά γίνη δλοένα καί περισσότερο οικονομική. Τό έπαθλο τής «μάχης
τής άναπτύξεως» είναι ή παγκόσμια ύπεροχή, τό κριτήριο
τής άποτελεσματικότητος ένός οίκονομικοΰ συστήματος τείνει νά είναι τό «ποσοστό άναπτύξεως», δηλαδή ή σχέση
τής αύξησης τής παραγωγής στό διάστημα ένός έτους μέ
τήν παραγωγή τοϋ προηγούμενου έτους.
Άλλά ή άνάπτυξη δέν είναι αύθόρμητη, άναπόφευκτη" είναι τό άποτέλεσμα τού παιγνιδιού καθορισμένων
συντεταγμένων: τών σ υ ν τ ε λ ε σ τ ώ ν
τ ή ς ά-

105

ναπτύξεως
καί xoö τρόπου πού χρησιμοποιούνται
(οικονομική
πολιτική).
Ή οικονομική θεωρία διακρίνει δυό μεγάλους καί κύριους συντελεστές τής παραγωγής : τήν έργασία καί τό
κεφάλαιο.
Ή αύξηση τού άριθμού τών έργαζομένων, τοΰ «ένεργοΰ πληθυσμοΰ» έπιτρέπει τήν αύξηση τών μέσων παραγωγής. Ή έπένδυση, δηλαδή ή κατασκευή άγαθών, μηχανών, κτιρίων, πού χρησιμεύουν γιά τήν παραγωγή άλλων (ή, μέ άλλα λόγια, ή δημιουργία «παραγωγικού κεφαλαίου») , δίνοντας σέ κάθε έργαζόμενο αυξημένο εξοπλισμό, καί άνανεώνοντας τό φθαρμένο ή χρησιμοποιημένο
ύλικό, έπιτρέπει νά παράγωνται συνεχώς περισσότερα, μέ
τή μεσολάβηση μιάς στέρησης, ένός προσωρινού περιορισμού στήν κατανάλωση. "Ενας άπό τούς άντικειμενικούς
σκοπούς τών οίκονομικών μελετών καί, γενικότερα, τοΰ
οικονομικού Σχεδίου (βλέπε τή λέξη) είναι νά καθορϊζη
ποιό έπίπεδο έπενδύσεων έπιτρέπει νά έπιτευχθή ένας μόνιμα ύψηλός ρυθμός άναπτύξεως, πού νά μήν συνεπάγεται
μιά ύπερβολικά μεγάλη, προσωρινή άπώλεια καταναλώσεως.
Άλλά γιά τήν άνάπτυξη, περισσότερο άκόμα καί άπό
τήν ποσότητα τών συντελεστών τής παραγωγής, σημασία
έχει ό τρόπος πού χρησιμοποιούνται καί συνδυάζονται, ή
παραγωγικότητά τους· ή κύρια κινητήρια δύναμη τής άναπτύξεως είναι ή Ικανότητα τοΰ άνθρώπου νά θέτη δλοένα καί καλύτερα τό περιβάλλον του καί τούς φυσικούς πόρους, στήν ύπηρεσία του, χάρη στήν έφευρετικότητα καί
στό όργανωτικό του πνεύμα.

106

Ή παραγωγικότητα τής έργασίας καί τοϋ κεφαλαίου
αύξάνει χάρη στήν πρόοδο τής τεχνικής τής παραγωγής
καί τή χρησιμοποίηση πιό τελειοποιημένων μηχανών, τήν
άνοδο τού έπιπέδου τών γνώσεων καί τών ειδικεύσεων τών
έργαζομένων, τέλος χάρη στή βελτίωση τής όργανώσεως
τής παραγωγής. Αύτή ή βελτίωση μπορεί νά έπιτευχθή,
στήν κλίμακα τής έπιχειρήσεως, μέ τή συγκέντρωση, τήν
τυποποίηση τών προϊόντων καί τών διαδικασιών κατασκευής, τήν ειδίκευση κ.λ., ή, σέ έθνική κλίμακα, μέ καλύτερη οικονομική πληροφόρηση, μέ τήν καθιέρωση συστήματος σχεδιασμού καί «ρυθμίσεως τής συγκυρίας», καί,
γενικότερα, μέ άποτελεσματική οίκονομική πολιτική.
Ή άνάπτυξη έξαρτάται άκόμα άπό χρηματικούς παράγοντες (δημιουργία «άποταμιεύσεως» Ισης πρός τήν έπένδυση, ικανότητα τών πιστωτικών κυκλωμάτων νά προσανατολίσουν τά άποταμιευμένα κεφάλαια πρός έκείνους
πού τά χρησιμοποιούν), καθώς καί άπό κοινωνικοπολιτικούς παράγοντες, πού ή οίκονομική άνάλυση δέν μπορεί
άκόμα καλά νά τούς καθορίση, μά πού φαίνεται νά παίζουν σημαντικό ρόλο (έπίδραση τών θεσμών στήν οίκονομική ζωή, σχέσεις άνάμεσα στό δυναμισμό μιάς οικονομίας
καί στήν κοινωνική κατάσταση). "Ετσι χώρες ή καί ξακουστές αύτοκρατορίες (ή Ρώμη, λόγου χάρη), άφού γνώρισαν μιά φάση έντονης οίκονομικής άνόδου σέ συνδυασμό
μέ τήν άνάπτυξη τού πολιτισμού πού ένσάρκωσαν, είδαν,
μέ τή δύση τού πολιτισμού αύτού, καί τήν οίκονομία τους
νά βαλτώνη καί παρουσιάστηκαν γιά αΙώνες νεκρωμένες.
Τέλος, τελευταίο στοιχείο, τό έξωτερικό έμπόριο, πού
έπιτρέπει μιά καλύτερη κατανομή τής έργασίας άνάμε-

107

σα στίς διάφορες χώρες τοΟ κόσμου καί παρέχει σέ κάθε
μιά τά βασικά προϊόντα που τής λείπουν, είναι σημαντικός
συντελεστής τής οικονομικής έπεκτάσεως.
Ή άνάπτυξη θέτει κάθε χρόνο στήν διάθεση τοΟ πληθυσμού συμπληρωματικούς πόρους πού πρέπει νά κατανεμηθούν άνάμεσα στούς διάφορους άνταγωνιστικούς τομείς (κατανάλωση, έπενδύσεις, έξαγωγές) : αύτό δνομάζεται κατανομή τών καρπών τής άναπτύξεως.
Ά λ λ ά άνοδος τού έπιπέδου τής ζωής μπορεϊ νά ύπάρχη μόνο δταν ή αύξηση τών πόρων είναι ταχύτερη άπό
τήν αύξηση τού πληθυσμού.
Σέ πολλές ύπό άνάπτυξη χώρες δπου ό ρυθμός τής
αύξήσεως τής παραγωγής παραμένει πολύ κοντά μέ τό
ρυθμό τής αύξήσεως τού πληθυσμού, τό έπίπεδο τής ζωής
αύξάνει πολύ άργά, δηλαδή βρίσκεται σέ στασιμότητα, ή,
καί καμιά φορά ύποχωρεϊ, καί ή άπόσταση μέ τΙς βιομηχανικές χώρες τείνει νά μεγαλώση. 'Αντίθετα, οί βιομηχανικές χώρες πέτυχαν πραγματικά, έδώ καί δυό δεκαετίες νά συνδυάσουν ένα ταχύ ρυθμό αύξήσεως τής παραγωγής (4 ώς 5 F τό χρόνο κατά μέσο δρο γιά τΙς χώρες τού Ο.Ο.Σ.Α.) μέ μιά πιό άργή αύξηση τοϋ πληθυσμού (τής τάξεως τού 1% κατά μέσον δρο). Αύτή ή έξέλιξη, πού έγινε δυνατή χάρη στήν άνάπτυξη τής παραγωγικότητας καί σέ μιά καλύτερη διεύθυνση τής οίκονομίας,
έφερε μιά άξιόλογη βελτίωση τών έπιπέδων ζωής αύτών
τών χωρών (στή Γαλλία, λόγου χάρη, ή άνάπτυξη έπέτρεψε νά αύξηθή κατά 1,8 φορές περίπου τό έπίπεδο τής
κατά κεφαλήν καταναλώσεως άπό τό 1950).
Ζάν Ζοέλ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ

108

ΚΡΙΣΗ

Ώ οικονομική κρίση άποτελεί μιά αίφνίδια διαταραχή
τής οικονομικής δραστηριότητας πού, γενικά, συμβαίνει
στό τέρμα μιας περιόδου έπεκτάσεως, μά μπορεί έπίσης
νά προκληθή άπό Ινα έπεισοδιακό γεγονός (πολιτικό λόγου χάρη). Οί κυριότερες έκδηλώσεις τής κρίσης είναι:
πτώση τής παραγωγής, κλείσιμο έπιχειρήσεων, σημαντική άνεργία διαρκείας, μείωση τών συναλλαγών, τέλος
αίσθητή πτώση τών τιμών.
Οί κρίσεις σημάδεψαν βαθιά τίς οίκονομίες τών βιομηχανικών χωρών στό 19ο αΙώνα καί ώς τόν Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο: άνάμεσα στά 1830 και 1930, ύπολογίζεται δτι έγιναν δώδεκα κρίσεις, κατά προσέγγιση μία
κάθε όκτώ ή έννιά χρόνια. Οί πιό σοβαρές έγιναν στά
1846 - 48, 1883 - 85, καί προπάντων 1929 - 32. Ή κρίση τοϋ 1929 ξέσπασε στίς 'Ηνωμένες Πολιτείες, δστερα
μεταδόθηκε στή Γερμανία, στή Μ. Βρεταννία, στίς χώρες τής Βόρειας καί Κεντρικής Εύρώπης, στή Γαλλία,
τής όποίας ή οικονομία θίγηκε βαριά μόνο μετά τό
1931, τέλος σ' όλόκληρο τόν κόσμο, έκτός άπό τή Σοβιετική Ένωση, πού ζοϋσε τότε κάτω άπό ένα αύταρχικό
καί διευθυνόμενο σύστημα (άν καί ή συγκεντρωτική σχεδιοποίηση δέν είχε κάμη άκόμα τήν έμφάνισή της).
Αύτή ή κρίση ήταν έξαιρετικά βαριά, τόσο έξαιτίας
τής εύρύτητας, δσο καί τής διάρκειάς της: ένώ οί ύφέσεις τοϋ 19ου αΙώνα είχαν γενικά καλύψει περιόδους μικρότερες τών δύο έτών, οί περισσότερες δυτικές οίκονομίες
ξανάφτασαν ή ξεπέρασαν τά έπίπεδα παραγωγής τοϋ

109

1929 μόνο στίς παραμονές τού πολέμου (καί σέ μεγάλο
βαθμό, σέ συνάρτηση μέ τήν ώθηση πού έδωσε δ έπανεξοπλισμός). Μερικοί δείκτες μας έπιτρέπουν νά έκτιμήσουμε τή βαρύτητα αύτής τής κρίσης: άπδ τό 1929 δ ς
τό 1931, ot έξαγωγές καί ot εισαγωγές τών δέκα κυριότερων βιομηχανικών χωρών έλαττώθηκαν κατά 45%. Κατά τήν Γδια περίοδο, ή βιομηχανική παραγωγή σημείωσε
σημαντική ύποχώρηση στή Γερμανία, Ενωμένες Πολιτείες, 'Αγγλία. Στά 1931, ot έντελώς άνεργοι άντιπροσώπευαν τά 30% τού ένεργοΰ πληθυσμού στή Γερμανία, τά
16% στήν 'Αγγλία, τά 12% στίς Ηνωμένες Πολιτείες. Τόν
ϊδιο χρόνο, δ συνολικός άριθμός τών άνέργων στίς βιομηχανικές χώρες ξεπερνούσε τά 20 έκατομμύρια. Τ ή Γαλλία τήν έθιξε ή κρίση άργότερα καί λιγότερο σκληρά:
ή βιομηχανική παραγωγή σημείωσε κάμψη κατά 25%
περίπου, άπό τό 1930 ώς τό 1932, καί δ άριθμός τών
άνέργων δέν ξεπέρασε ποτέ τά 7% τοΰ συνολικού ένεργοΰ πληθυσμού. Ή πτώση τών τιμών ήταν σημαντική,
τόσο στίς Ηνωμένες Πολιτείες, δσο καί στήν 'Αγγλία καί
στή Γερμανία.
ΑύτοΙ ot δείκτες δείχνουν άρκετά τή βαθιά διαφορά
πού ύπάρχει άνάμεσα σ' αύτόν τόν τύπο τής οίκονομικής
κρίσης καί στίς «άναστολές» τής μεταπολεμικής περιόδου, πού γενικά έκδηλώνονται μέ μιά μείωση τοΰ ποσοστού ή μέ μιά διακοπή στήν αύξηση τής παραγωγής, σέ καμιά δμως περίπτωση μέ παρόμοια κάμψη. Καί ή άμερικανική οίκονομία ή δποία έξακολουθεΤ νά θίγεται περισσότερο άπό τήν άνεργία, δέν γνώρισε ποτέ στά τελευταία
είκοσι χρόνια, ποσοστά ύποαπασχόλησης μεγαλύτερα άπό

110

6% τού συνολικού Ινεργοϋ πληθυσμού της.
Τό γεγονός δτι οί βιομηχανικές χώρες, στή διάρκεια
ένός καί πάνω αιώνα, σημαδεύτηκαν βαθιά άπό τις κρίσεις, είχε άντίκτυπο καί στήν οίκονομική θεωρία: τό πρόβλημα τών κρίσεων καί, γενικότερα, τής κυκλικής άνάπτυξης τής οικονομίας (έναλλαγή τών φάσεων εύημερίας καί δφεσης) βρισκόταν στό πρώτο πλάνο τών οικονομολόγων τοΟ 19ου αιώνα, καί ώς τόν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Άνάμεσα στις πολυάριθμες έρμηνεΐες τών
κρίσεων πού δόθηκαν άπό τούς θεωρητικούς (έρμηνείες
πού έφταναν άπό τίς κηλίδες τοϋ ήλιου ώς τήν κυκλοφορία τοϋ αίματος τών έπιχειρηματιών), όφείλουμε νά ξεχωρίσουμε δύο άναλύσεις πού σημάδεψαν βαθιά τήν έποχή τους: τήν άνάλυση τοΟ Μάρξ καί τήν άνάλυση τού
Κέυνς.
Γιά τόν Μάρξ, ή άναγκαιότητα τών κρίσεων συνδέεται
μέ τήν ίδια τήν ύπαρξη τοϋ καπιταλισμού, δηλαδή ένός
συστήματος βασισμένου στήν άτομική Ιδιοποίηση τών παραγωγικών δυνάμεων καί στήν άτομική άναζήτηση τού
κέρδους. Κάθε έπιχειρηματίας, ώθούμενος άπό τόν άνταγωνισμό καί έχοντας τή δυνατότητα νά χρησιμοποιήση
έλεύθερα τό παραγωγικό δυναμικό πού τοϋ άνήκει, θά
παράγη τό περισσότερο δυνατό γιά νά πετύχη τά μεγαλύτερα δυνατά κέρδη, χωρίς νά τόν άπα σχολή νά μάθη
οδτε άν ή παραγωγή του έναρμονίζεται μέ τήν παραγωγ ή τών άλλων παραγωγών, οδτε άν τό γλίσχρο ήμερομίσθιο πού δίνει στούς έργάτες του θά έπιτρέψη τή δημιουργία «άγοραστικής δύναμης» άρκετής γιά τήν άπορρόφηση τών άγαθών πού προορίζονται γιά τήν τελική

I l l

κατανάλωση. Ά π ό καιρό σέ καιρό, δλες οί άντιθέσεις οί
συμφυείς στήν κατάσταση αύτή θά τόν έμποδίζουν νά πουλά τό προϊόν του' τό άποτέλεσμα θά είναι πτώση τοϋ κέρδους του, θά ύποχρεώνεται νά κλείση τήν έπιχείρησή
του, φορτώνοντας τΙς δικές του δυσκολίες στίς πλάτες τών
προμηθευτών του καί τών έργατών του πού θά καταδικάζονται στήν άνεργία, συνεπώς έλαττώνοντας έτσι άκόμα περισσότερο τήν κατανάλωση, κ.λ. Στό σύνολό της, ή
μαρξιστική έξήγηση βασίζεται πιό πολύ στήν «άναρχία
τής παραγωγής» (καί καταλήγει συνεπώς έμμεσα σέ μιά
λύση σχεδιασμού) παρά στήν ύποκατανάλωση. Πρέπει έπίσης νά σημειώσουμε δτι, γιά τόν Μάρξ, ή κρίση είναι
φαινόμενο άναπόφευκτο, άλλά ταυτόχρονα καί εύεργετικό,
γιατί άποτελεϊ μιά λύση (βίαιη, δαπανηρή, προσωρινή,
μά έπιτέλους μιά λύση) τών άντιθέσεων τοϋ συστήματος
καί γιατί τοϋ έπιτρέπει νά ξεκινήση καί πάλι άπό πιό
ύγιεΐς βάσεις.
Ό Κέυνς έδωσε περισσότερο μιά έρμηνεία γιά τήν
«έγκατάσταση» τών οικονομιών τών βιομηχανικών χωρών
σέ κατάσταση μόνιμης κρίσης, πού χαρακτηρίζεται άπό
ύποαπασχόληση τών άνθρώπων καί τών συντελεστών παραγωγής. Ή «Γενική θεωρία τής άπασχολήσεως, τοϋ
τόκου καί τού χρήματος» έχει βαθιά έπηρεαστή άπό τήν
οίκονομική συγκυρία τής έποχής του. Έ ξ η χρόνια μετά
τήν έναρξη τής μεγάλης ύφεσης, έπικρατοϋσε άκόμα οικονομικός μαρασμός, βάλτωμα τής παραγωγής, μόνιμη
άνεργία καί δέν μποροϋσε κανείς νά διακρίνη καθαρά σημάδια άναρρώσεως. Ή έρμηνεία πού δίνει τής μονιμότητας μιάς «Ισορροπίας ύποαπασχολήσεως» βασίζεται σέ πολ-

112

λές διαπιστώσεις: 1) Στό μέτρο πού τά εισοδήματα αύξάνουν, ή «τάση πρός κατανάλωση» (δηλαδή τό μέρος
αύτών τών εϊσοδημάτων πού προορίζεται γιά τήν τελική
κατανάλωση) μειώνεται. 2) Ή διατήρηση τής «ένεργοϋ
ζητήσεως» (χρηματικής ζήτησης γιά τελικά καί ένδιάμεσα άγαθά) σέ ένα έπίπεδο πού ν' άντιστοιχή στήν πλήρη άπασχόληση τών συντελεστών τής παραγωγής βασίζεται συνεπώς όλοένα καί περισσότερο στή ζήτηση έπενδύσεων. 3) Ε π ε ι δ ή δμως στίς άναπτυγμένες βιομηχανικές οικονομίες τά κίνητρα γιά έπένδυση είναι περιορισμένα, καί έξαιτίας τής άδύνατης τάσης πρός κατανάλωση, καί έξαιτίας του δτι έχει ήδη συσσωρευτή σημαντικό κεφάλαιο, ol εύκαιρίες συμπληρωματικών έπενδύσεων δέν άρκοϋν νά καλύψουν τήν αύξανόμενη άπόσταση
άνάμεσα στίς δυνατότητες τής προσφοράς καί στή ζήτηση
εΙδών τελικής κατανάλωσης. 4) Συνολικά, ή παραγωγή
τείνει λοιπόν νά σταθή μόνιμα σ' ένα έπίπεδο κατώτερο
άπό τό έπίπεδο πού θά έπέτρεπαν ot δυνατότητες τής προσφοράς, εύνοώντας έτσι τήν οίκονομική στασιμότητα καί
τήν άνεργία. Ή διέξοδος άπό αύτή τήν κατάσταση βρίσκεται στήν παρέμβαση τοΰ Κράτους στήν κατανάλωση
(μέ μιά άνακατανομή τών εϊσοδημάτων σέ δφελος τών πιό
φτωχών κατηγοριών τών πολιτών πού έχουν καί τήν πιό
Ισχυρή τάση πρός κατανάλωση) καί στίς έπενδύσεις (μέ
μιά μείωση τών έπιτοκίων).
"Αν ύπάρχουν πολλές θεωρίες γιά τήν έμφάνιση τών
κρίσεων, δέν ύπάρχουν λιγότερες έρμηνεϊες γιά τήν έξαφάνισή τους μετά τό τέλος τοΰ πολέμου: γιά δρισμένους,
αύτή ή έξαφάνιση τών οίκονομικών κρίσεων όφείλεται

113

στήν έφαρμογή ένός «προγραμματισμού», έπίσημου ή ήμιεπίσημου, στήν πλειοψηφία τών βιομηχανικών χωρών
καί γενικότερα, στόν καινούργιο ρόλο πού παίζει τό Κράτος στήν οικονομική ζωή" γιά άλλους συνδέεται μέ τή βελτίωση τοϋ μηχανισμού τής πληροφορήσεως καί τής λήψεως τών άποφάσεων στό έπίπεδο τών έπιχειρήσεων, πού
είναι τώρα πιό συγκεντρωμένες, πιό δυνατές καί γι' αύτό καί πιό Ικανές νά γνωρίζουν τίς έξελίξεις στήν άγορά
τους καί νά έπιδρούν σ' αύτές τΙς έξελίξεις. "Αλλες Ερμηνείες βασίζονται στους χρηματικούς καί δημοσιονομικούς συντελεστές (ρυθμιστικός ρόλος τού πληθωρισμού,
κατάργηση τής χρυσής βάσης κ.λ...) τέλος γιά δρισμένους,
ή έξαφάνιση τών οίκονομικών κρίσεων έδώ καί είκοσι
χρόνια δέν είναι παρά ένα προσωρινό φαινόμενο πού όφείλεται στήν ώθηση πού έδωσε στήν οικονομία ή «κάλυψη»
τών συσσωρευμένων στή διάρκεια τής μεγάλης ύφέσεως
καί στή διάρκεια τοΰ πολέμου καθυστερήσεων.
Βλέπε καί: άνάρρωση, κύκλος, ύπερθέρμανση, άνάπτυξη.
Έλιάν Μοσσε

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ

ΣΧΕΔΙΟ

Ή χρήση στήν οικονομία αύτοΰ τοΰ δρου μας πάει
πολύ πίσω. "Ηδη τήν χρησιμοποιούσε γιά τή γεωργία δ
αύτοκράτορας 'Αδριανός καί πιό κοντά σ' έμάς, δ καρδινάλιος Ρισελιέ έγραφε: « Ή φύση τών κρατικών ύπο6

114

θέσεων άπαιτεϊ έκείνος που είναι άφοσιωμένος στά δημόσια πράγματα νά προσπαθή συνήθως νά προβλέπη τί
μπορεί νά συμβή καί νά χαράξη σχέδια πού έπιτρέπουν
νά συνδέεται τό παρόν μέ τό μέλλον χωρίς κίνδυνο ζημίας». Άλλά μόνο στόν 20ό αίώνα μέ τή δημιουργία
τών Σοσιαλιστικών Κρατών καί τήν καθιέρωση τής διευθυνόμενης οικονομίας στόν πόλεμο πήρε ή σχεδιοποίηση
τή σημερινή σημασία. "Αν καί ό δρος «σχέδιο» έχει πολλές σημασίες, μπορεί νά βρούμε ένα κοινό παρανομαστή,
καί συγκεκριμένα: «συναρμοσμένο καί μέ συνοχή σύνολο
άντικειμενικών σκοπών καί μέσων γιά τήν μελλοντική
οίκονομική άνάπτυξη μιας χώρας».
'Ακριβώς δμως ή κατάχρηση πού έχει γίνη τού δρου
αύτοΰ, οί ποικίλες χρήσεις του, έπιβάλλουν νά ύπογραμμίσουμε μερικές άσάφειες καί συγχύσεις προτού προχωρήσουμε στόν προσδιορισμό τού περιεχομένου του. Ή σχεδιοποίηση δέν είναι ταυτόσημη μέ τή διευθυνόμενη οικονομία (μέ τήν έννοια τής μεγάλης καί σχετικά καταναγκαστικής κρατικής παρεμβάσεως) οδτε μέ τό σοσιαλισμό
μέ τήν παραδοσιακή έννοια (τό χαρακτηριζόμενο δηλαδή
άπό τή δημόσια ιδιοκτησία τών μέσων παραγωγής). "Αν
καί ή σχεδιοποίηση γεννήθηκε στά σοσιαλιστικά κράτη
(Ιο πεντάχρονο σχέδιο τής Ε.Σ.Σ.Δ., στά 1928) έφαρμόζεται σήμερα άπό έθνη πού ζοΰν σέ φιλελεύθερη οικονομία. Τό παράδειγμα τής Γαλλίας είναι, άπό τήν άποψη
αύτή, χαρακτηριστικό. Πρέπει λοιπόν νά ξεχωρίζουμε τή
σχεδιοποίηση πού είναι ένα οικονομικό δργανο, δπως καί
ή άνάλυση τής συγκυρίας, άπό τό ιδεολογικό σύστημα πού
τή χρησιμοποιεί, έστω κι άν αύτό τό σύστημα έπηρεάζη

115

σημαντικά τό περιεχόμενο πού δίδεται στή σχεδιοποίηση.
"Ετσι διακρίνουμε σήμερα δυό βασικούς τύπους σχεδιοποιήσεως :
— τήν έπιτακτική σχεδιοποίηση πού τό πρότυπό της δόθηκε άπό τό σοβιετικό οικονομικό σχέδιο καί όνομάζεται
έτσι γιατί ή οίκονομική άνάπτυξη τής χώρας προσδιορίζεται μέ λεπτομέρειες, αυταρχικά καί προκαταβολικά άπό
τήν πολιτική έξουσία (ποσότητες καί τιμές τών διαφόρων
προϊόντων) καί γιατί τό οικονομικό σχέδιο πρέπει άμεσα
νά τό έκτελέσουν ol έπιχειρήσεις.
— τήν ένδεικτική σχέδιοποίηση, πού λέγεται καί «ευλύγιστη» καί πού τό πιό χαρακτηριστικό της παράδειγμα
τό δίνει ή Γαλλία" ή σχεδιοποίηση αύτή συνδέει μιά λεπτομερειακή μελέτη τής άγοράς μέ καθορισμένους άντικειμενικούς σκοπούς, πού συνολικά άποτελοΰν έκφραση
τών θελήσεων τοΰ έθνους, μά δέν έχει καθόλου καταναγκαστικό χαρακτήρα στό έπίπεδο τών Ιδιωτικών έπιχειρήσεων. Χρησιμοποιεί μέσα ένεργείας ούσιαστικά κατ' έπιλογήν καί βασιζόμενα σέ μεθόδους κινήτρων: ή έπιτυχία
της έξαρτάται σέ μεγάλο βαθμό άπό τό «συντονισμό» άνάμεσα στό κράτος καί τούς συνεταίρους του.
Τό γιουγκοσλαβικό σύστημα άποτελεϊ μιά ιδιαίτερα
ένδιαφέρουσα περίπτωση, άπό τήν άποψη δτι συνδυάζει
μέθοδο σέ μεγάλο βαθμό ένδεικτικής σχεδιοποιήσεως, μέ
σοσιαλιστικό περιεχόμενο: προσπαθεί νά βάλη σέ ένέργεια τό μηχανισμό τής άγοράς καί νά διατηρήση τόν συναγωνισμό άνάμεσα σέ έπιχειρήσεις πού διευθύνονται συλλογικά. "Αλλωστε παρατηρείται τώρα μιά έξέλιξη τής
έπιτακτικής σχεδιοποιήσεως πρός πιό εύλύγιστες μορφές

116

πού τήν φέρνουν κοντύτερα πρός τή γιουγκοσλαβική σχεδιοποίηση.
Τό γ α λ λ ι κ ό
οικονομικό
σχέδιο.
Είναι πρώτ' άπ' δλα ή συγκεκριμένη Ικφραση μιας θελήσεως, τής θελήσεως νά προσανατολιστή, νά «προγραμματιστή» ή οίκονομική άνάπτυξη τής χώρας πρός μιά κατεύθυνση πού κρίνεται έπιθυμητή" έτσι οί μεγάλοι άντικειμενικοί σκοποί — ποσοστά αύξήσεως τής παραγωγής καί
ιδιαίτερα κατανομή τών «καρπών τής έπεκτάσεως» — έκφράζουν τΙς έπιλογές πού έγιναν άνάμεσα στίς διάφορες
δυνατότητες καί έπιδιώξεις τής άναπτύξεως. Πάντα μέ
τό ίδιο πνεύμα, είναι πρόγραμμα δραστηριοτήτων τού Κράτους. Άλλά τό Σχέδιο είναι έπίσης γενικευμένη μελέτη
τής άγοράς πού άποβλέπει νά δώση τή δυνατότητα στούς
οίκονομικούς παράγοντες νά προσανατολίσουν τΙς άποφάσεις τους πρός τΙς πιό πιθανές προοπτικές άναπτύξεως.
Συνδέει λοιπόν τούς άντικειμενικούς σκοπούς μέ προβλέψεις γιά τήν έξέλιξη τής ποσότητας καί τής συνθέσεως τής
Ιδιωτικής καταναλώσεως καί μέ λεπτομερειακές προοπτικές γιά τήν παραγωγή. Ά π ό τό 5ο Σχέδιο προσθέτει έπίσης καί «ένδείξεις» γιά τΙς έξελίξεις τών βασικών τιμών
καί εισοδημάτων.
Αύτός δ διπλός χαρακτήρας τού Σχεδίου — άντικειμενικοί στόχοι καί προβλέψεις — δέν θά ήταν νοητός
χωρίς ένα πλαίσιο καί μιά θεμελίωση μέ άριθμούς πού
Εξασφαλίζουν τή συνοχή καί τή συγκρότησή του. Ή έθνική λογιστική ύπηρεσία παρέχει τό πλαίσιο καί δίνει τή
δυνατότητα νά ύπάρξη ή «θεμελίωση» σέ άριθμούς. Στό
Σχέδιο λοιπόν έπισυνάπτεται καί μιά
«προβολή»

117

(άφοΟ ένδιαφέρει νά προβληθούν οί οικονομικοί ύπολογισμοί γιά νά θεμελιωθή Ινα σχεδιάγραμμα τής μελλοντικής οίκονομικής καταστάσεως). Ή προβολή είναι άπό
μιά άποψη κάτι περισσότερο άπό τό Σχέδιο, άφοΟ περιλαμβάνει «άντικειμενικούς στόχους ρυθμιστικού χαρακτήρα καί Ινδεικτικές προβλέψεις». «Οί προβλέψεις παρέχουν
μιά χρήσιμη εικόνα ένός μέλλοντος μέ συνάφεια, άλλά
πρέπει νά διορθώνωνται δταν συμβαίνουν άτυχήματα χωρίς νά μπορή νά πή κανείς δτι αύτό είναι παρέκκλιση
άπό τΙς κατευθύνσεις τοϋ Σχεδίου» ( ' ) . Ά λ λ ά ή προβολή
είναι έπίσης κάτι λιγότερο άπό τό Σχέδιο πού «έκτός άπό
τήν άναγγελία άποτελεσμάτων, πραγματοποιεί έπίσης τόν
προσδιορισμό καί τήν άνάγλυφη παρουσίαση μιας μεσοπρόθεσμης οίκονομικής πολιτικής» (2) καί άποβλέπει νά
συνδέση τούς άντικειμενικούς στόχους μέ μιά στρατηγική
γιά τήν έπιτυχία τους.
Ή έπεξεργασία καί ή έκτέλεση τοϋ Σχεδίου άπαιτοΰν
τή συνεργασία δρισμένων όργανισμών καί Ιδρυμάτων πού
είναι χρήσιμο νά τούς γνωρίσουμε. Ή Γενική Επιθεώρηση τοϋ Σχεδίου, όργανισμός πού άπασχολεΐ περίπου διακόσια πρόσωπα καί έξαρτάται άπό τόν πρωθυπουργό, έχει
τήν πρωτοβουλία γιά τΙς ένέργειες πού έχουν σχέση μέ τήν
έπεξεργασία καί τήν έκτέλεση τοϋ Σχεδίου, τίς έμψυχώνει καί τΙς συντονίζει* είναι δ μεγάλος έργοδηγός τοϋ Σχεδίου. Τεχνικοί όργανισμοί πού δ κυριότερός τους είναι τό
(') Έκθεση γιά τΙς βασικές προβλέψεις τοΟ 5ου ΓαλλιχοΟ
ΟίκονομικοΟ Σχββίοϋ.
(') Στήν Ιδια.

118

Εθνικό 'Ινστιτούτο Στατιστικής καί Οικονομικών Μελετών, βοηθούμενο άπό τή Διεύθυνση Προβλέψεων τού Υ πουργείου Οικονομικών, συμβάλλουν δραστήρια στήν τεχνική προπαρασκευή τού Σχεδίου καί Ιδιαίτερα έκτελούν
τΙς έργασίες γιά τήν προβολή. Τέλος οί 'Επιτροπές Ε κ συγχρονισμού, πού άποτελούνται άπό άντιπροσώπους τών
συνδικάτων τών έργαζομένων, τών έργοδοτικών ένώσεων,
τού Πανεπιστημίου, τής διοικήσεως, έχουν διπλό έργο: νά
δίνουν στατιστικές καί οικονομικές πληροφορίες άπαραίτητες γιά τΙς προβλέψεις καί τό σχετικό προσχέδιο προβολής καί προπαντός νά έξασφαλίζουν τή συμμετοχή τών
διαφόρων οικονομικών όμάδων στήν προπαρασκευή τού
Σχεδίου. Αύτή ή συμμετοχή, πρωταρχική γιά τήν έπιτυχία ένός Σχεδίου πού δέν θέλει νά είναι έπιτακτικό καί
γ ι ' αύτό δέν μπορεί νά έχη στή διάθεσή του δλα τά άπαραίτητα μέσα γιά τήν πραγματοποίηση τών στόχων του,
έξασφαλίζεται έπίσης μέ τή γνωμοδότηση τού Οίκονομικού καί Κοινωνικού Συμβουλίου (πού διατυπώνει μόνο
τή γνώμη του καί τού Κοινοβουλίου πού έγκρίνει τό Σχέδιο σέ μιά ψηφοφορία). Κατά τή διάρκεια τής έπεξεργασίας τοϋ δου Σχεδίου, τό Κοινοβούλιο ρωτήθηκε κι έδωσε
τή γνώμη του δυό φορές: τήν πρώτη φορά γιά τΙς μεγάλες έπιλογές τού Σχεδίου καί μετά τήν λεπτομερειακή
έπεξεργασία του γιά τό προσχέδιο τοϋ Ιδιου τοϋ Σχεδίου.
Ζ. Ζ.

ΟΜΑΔΕΣ

119

ΠΙΕΣΕΩΣ

Έ γαλλική πολιτική έπ ι στή μη δέν έχει φτάσει σ' ένα
τέτοιο βαθμό έπεξεργασίας πού νά μπορή νά δώση καί νά
έπιβάλη a fortiori, έναν άκριβή όρισμό τής όμάδος πιέσεως. Μέ τήν πιό πλατιά έννοια, όμάδα πιέσεως είναι κάθε έπαγγελματικός κλαδικός, συνδικαλιστικός, πολιτιστικός, άκόμα καί θρησκευτικός όργανισμός που δρα γιά νά
προλάβη, νά έπιτύχη ή νά ματαιώση μιά άπόφαση τοϋ
δημοσίου που τήν άφορα. "Ενας σύλλογος οικογενειαρχών
πού δημοσιεύει άρθρα γιά νά έπιτύχη μεγαλύτερα οικογενειακά έπιδόματα, ένα σπουδαστικό συνδικάτο πού κάνει έκδηλώσεις ύπέρ τών ύποτροφιών, μιά όμοσπονδία παλαιών πολεμιστών πού ένεργεί στά παρασκήνια γιά νά
έπιτύχη δωρεάν θέσεις σταθμεύσεως γιά τά μέλη της είναι,
σύμφωνα μέ τόν όρισμό αύτό, όμάδα πιέσεως, δπως άκριβώς μιά ένωση άγροτικών συνεταιρισμών πού χρηματοδοτεί τήν έκλογική καμπάνια ένός ύποψηφίου βουλευτή πού
έχει ύποσχεθή νά ένεργήση γιά ένα σιλό ή μιά συνδικαλιστική όργάνωση φαρμακοποιών πού δημοσιεύει νούμερα
γιά νά δείξη δτι είναι βλαβερά τά άλληλοβοηθητικά φαρμακεία.
Μέ πιό στενή έννοια, όμάδα πιέσεως είναι ένας όργανισμός πού ύπερασπίζεται καθαρά ύλικά συμφέροντα μέ
μυστική, κατά προτίμηση, δράση. Ή δράση τους — έδώ
μπαίνει τό ήθικό στοιχείο — είνα: άνομολόγητη' είναι
έξαιρετικά έπιζήμια, όλέθρια γιά τό σύνολο' είναι άπόδειξη τής κακής λειτουργίας τών πολιτικών θεσμών.
Είναι καθυστερημένη αύτή ή άντίληψη, αύτή ή στάση

120

άπέναντι στήν όμάδα πιέσεως; Άπαντοϋν έμμεσα val στις
Ενωμένες Πολιτείες δπου τά λδμπις, τόσα βσα καί τά
Ιδιαίτερα συμφέροντα, έχουν έγκατασταθή στους δρόμους.
Είναι όργανικά διακλαδωμένα στδ Κογκρέσσο. "Αν καί δ
ρόλος τους δέν προβλέπεται φυσικά άπό τό Σύνταγμα, έχουν γίνει τροχοί τής άμερικανικής δημοκρατίας.
Ά π ' αύτή τήν πλευρά τού Ατλαντικού καί Ιδιαίτερα
στή Γαλλία δπου οί άσχολούμενοι μέ τούς συνταγματικούς
θεσμούς έχουν κατά παράδοση πολύ λίγη κλίση νά βλέπουν τόν κόσμο δπως είναι, συγγραφείς σάν τόν Ζ. ΜεΟνώ
(«Οί δμάδες πιέσεως στή Γαλλία», 1958, Άρμάν Κολέν)
παρατηρούν δτι «ή δραστηριότητα τών δμάδων πιέσεως
είναι άντίθετη πρός τό τυπικό σχήμα τής άντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τό όποιο ύποτίθεται δτι διέπει άκόμα
τούς γαλλικούς θεσμούς». "Αν ένας σημαντικός άριθμός
καλά πληροφορημένων πολιτών συμμετείχε στή δημόσια
ζωή, ή παρέμβαση τών δμάδων πιέσεως στόν καθορισμό
καί τήν έφαρμογή τής κρατικής πολιτικής θά ήταν, θεωρητικά, χωρίς άντικείμενο. Έ διανομή τού γλυκού, ή κατανομή τοϋ έθνικοϋ εισοδήματος θέλουμε νά πούμε, θά
γινόταν (ύποτίθεται) στό φώς τής ήμέρας καί δίκαια.
Ώσπου νά έλθη ή άναμενόμενη Ιδανική δημοκρατία,
τό πεδίο είναι έλεύθερο γιά τΙς δμάδες πιέσεως. Αύτό τό
πεδίο, γιά νά μιλήσουμε μόνο γιά τίς όμάδες πού έπιδιώκουν καθαρά οίκονομικούς σκοπούς, έχει μήπως περιοριστή, στήν περίπτωση τής Γαλλίας, μέ τό πέρασμα στόν
άμεσο έλεγχο τοϋ Κράτους πολλών τομέων δραστηριότητας a priori ύποκειμένων στούς έλιγμούς τών δμάδων συμφερόντων; Γιά νά τό πιστέψουμε θάπρεπε — ένα παρά-

121 —

δείγμα άνάμεσα σέ είκοσι άλλα — νά άγνοήσουμε τόν
έπίμονο καί κρυφό άγώνα τής S.N.C.F. κατά τοϋ μεγάλου σχεδίου τής διώρυγας (Ρήνου - Ροδανοϋ), πού ύποστηρίζεται άπό μιά «δμάδα πιέσεως» στήν όποία άνήκουν
οί παρόχθιες βιομηχανίες καί όργανισμοί.
Οί δμάδες πιέσεως χρησιμοποιούν — κι αύτό είναι
ένα άπό τά μεταπολεμικά τους χαρακτηριστικά — περισσότερο τή μεσολάβηση σχηματισμών πού βρίσκονται στό
σταυροδρόμι τής οίκονομικής ζωής παρά τή μεσολάβηση
παραδοσιακών Επαγγελματικών δργανώσεων (στίς όποιες
συνήθως Εμπιστεύονται δευτερότερα Εργα). Έ ν α ς άπό
τούς σχηματισμούς αύτούς είναι, χωρίς άμφιβολία, ή Ό δική Ένωση Γαλλίας. Είναι Ενας θαυμάσιος μοχλός τόσο
γιά τΙς έταιρίες πετρελαίων δσο καί γιά τίς βιομηχανίες
αύτοκινήτων, γιά τούς Εργολάβους δημοσίων Εργων, δσο
γιά τίς Επιχειρήσεις μεταφορών. Οί καμπάνιες κατά τής
φορολογήσεως τών αύτοκινήτων ή γιά τήν Επιμήκυνση
τών Εθνικών όδών καί τήν κατασκευή ύπογείων γκαράζ
μπορούν νά Ενορχηστρώνονται άπό τήν 'Οδική Ένωση
μΕ πρόσχημα τό συμφέρον τοϋ κοινού, χωρίς νά είναι ύποχρεωμένοι νά Εμφανιστούν οί πραγματικοί έπιχορηγητές.
Διάφορες όργανώσεις μπορούν έπίσης νά Ενώνουν τις
προσπάθειές τους γιά νά «προωθήσουν» μεγάλα Εργα δπως τό τοϋνελ τής Μάγχης — στήν περίπτωση αύτή ή
δραστηριότητα άναπτύσσεται σέ πάνω άπό μία χώρες —
ή ή οικοδόμηση άστιχών συγκροτημάτων πού άφήνουν πολύ χρήμα. Οί όμάδες πιέσεως κάνουν πολλές προσπάθειες
γιά νά συνδυάσουν τή δράση τους, είτε πρόκειται νά έξασφαλίσουν άγορές τοϋ Δημοσίου (άκόμα περισσότερο πού

122

ot άνταγωνιστές είναι δλοένα καί λιγότεροι χαΐ συνδέονται μεταξύ τους μέ συμφωνίες τουλάχιστο σιωπηρές), είτε
νά έκτοπίσουν έναν άνταγωνιστή (οί έπιχειρήσεις μαργαρίνης κατά τών έπιχειρήσεων βουτύρου) είτε νά ύποχωρήσουν μέ τούς καλύτερους δρους (μικροέμποροι έναντίον τών
Ιδιοκτητών τών σούπερ - μάρκετ). Στίς περιπτώσεις αύτού
τοΟ τύπου ή σύγκριση τών φακέλλων μπορεί νά διαφώτιση
τΙς δημόσιες άρχές, άν δχι ή έθνική άντιπροσωπεία.
Άλλά τδ Κοινοβούλιο είναι, δπως άλλοτε, ένα ύποχρεωτικδ σημείο διαβάσεως γιά τή λήψη ή τή ματαίωση
τής άναμενομένης άποφάσεως τού Κράτους; Μπορούμε ν'
άμφιβάλλουμε γι' αύτό. Βέβαια πάντα βρίσκονται άτομα
καί δμάδες συμφερόντων πού δέχονται νά έξοφλήσουν τούς
λογαριασμούς γιά τΙς έκλογικές έκστρατεΐες καί τά μηνιάτικα έξοδα τών κομμάτων, άλλά τδ ένδιαφέρον τών
δμάδων πιέσεως γιά τή Βουλή πέφτει κατακορύφως δταν τδ κοινοβούλιο μεταβάλλεται σέ μιά αίθουσα καταγραφής είλημμένων άποφάσεων. Τότε μόνο οί κοινοβουλευτικές έπιτροπές παρουσιάζουν ένδιαφέρον γιά τΙς δμάδες πιέσεως. 01 «λομπίστ» κάνουν τήν παρουσία τους, κανένα δμως άποφασιστικό άποτέλεσμα δέν έπιτυγχάνεται
πιά μέ τή μεσολάβησή τους.
Ol δμάδες πιέσεως είναι έφοδιασμένες μέ έρευνητικά
μυαλά πού μετακινούνται ταυτόχρονα μέ τά κέντρα τών
κρατικών άποφάσεων. Αύτά τά κέντρα βρίσκονται συγκεντρωμένα, περισσότερο άπό άλλοτε, στά ύπουργικά γραφεία καί έκεΐ οί φάκελλοι, έπεξεργασμένοι άπό είδικούς
σέ «Ινστιτούτα έρευνών» ή σέ γραφεία μελετών, συνήθως
παρασυνδικαλιστικά, παραδίδονται στούς τεχνικούς συμ-

123

βούλους πού συνήθως προέρχονται άπό τό ίδιο «σαράι»
πού προέρχονται καί ot έξπέρ. Ή έξαγορά, δταν ύπάρχη
έξαγορά, γίνεται λιγότερο μέ κουδουνιστά έπιχειρήματα
καί περισσότερο μέ συλλογισμούς πού παρουσιάζουν φυσικά μερικά κενά — είναι δ νόμος τοΰ είδους — άλλά συνοδεύονται πάντα μέ προσεκτικά συσκευασμένες δεσμίδες... 'Ενισχυμένες άπό μιά δουλειά σέ βάθος στούς κόλπους τής μιας ή τής άλλης έπιτροπής ή τών συμβουλίων
πού άνθοΰν σ' αύτή τή χώρα, ot ένέργειες πρός τούς Ισχυρούς στό Παρίσι, καί ήδη τώρα ώς ένα βαθμό καί στίς
Βρυξέλλες, θά ύποστηριχτοΰν άνοικτά, άν τό έπαθλο άξίζη τόν κόπο, άπό μιά δημόσια καμπάνια. Ή καμπάνια
αύτή θά έπιλέξη προσεκτικά τά μέσα της πού θά δδηγοΰν καλύτερα στό σκοπό δσο θά είναι περισσότερο έπεξεργασμενοι ol «φάκελλοι τύπου». Σ' αύτούς τούς πλήρεις
κατά 90% φακέλλους, ή διοίκηση άπό έλλειψη μέσων μελέτης, δέν μπορεί καμιά φορά νά άντιπαραθέση στό γραφείο τού ύπουργοΰ παρά μόνο έπιμέρους στοιχεία. Τό παιγνίδι είναι τότε άνισο.
Ot δμάδες πιέσεως, τό πεδίο τής δραστηριότητάς τους,
ή ένταση, ot μορφές καί ή άποτελεσματικότητα τών ένεργειών τους έξελίσσονται στό μέτρο πού άναπτύσσεται ή
βιομηχανική κοινωνία καί ταυτόχρονα μέ τούς κανόνες
τού πολιτικοοικονομικού παιγνιδιοΰ. Ot δμάδες πιέσεως
μπορεί νά δαμάζωνται — έχουν τάση νά έξημερώνωνται — άλλά δέν είναι έτοιμες νά έξαφανιστοΰν. Στήν πραγματικότητα δέν είναι ύποπροϊόν μόνο τοΰ καπιταλιστικού καθεστώτος μά κάθε μορφής κοινωνίας στήν δποία

124 —

ή Ισορροπία προκύπτει άπό τό παιγνίδι άντιφατικών δυνάμεων καί συμφερόντων.
ΆλαΙν Mvçaiè

ΟΥΔΕΤΕΡΟΦΙΑΙ Α
Υπάρχουν λέξεις πού περνούν άπό τήν κατάσταση
τού βαρβαρισμού στήν κατάσταση τού Εκφυλισμού χωρίς νά
γνωρίσουν τήν ώριμότητα. Τέτοια λέξη είναι κι ή ούδετεροφιλία.
Ό ΜπλαΙζ Πασκάλ Εγραφε: «Προσέξτε νά μήν κλίνετε ούτε πρός τό ΣαΙν - Μερρί, ούτε πρός τό Σ α τ λ έ . . . » .
Ούτε τό ΣαΙν - Μερρί τής Δύσης, ούτε τό Σατλέ τής 'Ανατολής — ίδού ή πρώτη μορφή έκείνου πού, κατά τό 1950,
άρχισαν νά όνομάζουν ούδετεροφιλία. Παράξενο, αύτή ή
άρκετά άσχημη λέξη πού κατέληξε νά συγχέεται μέ τόν
Τρίτο Κόσμο, μέ τούς ύπό άνάπτυξη λαούς, μέ βοηθούμενα κράτη, πρόβαλε στήν άρχή στή σκιά τής εύρωπαΓκής διπλωματίας, μέ άφορμή έσωτερικές διαμάχες τής
"Ατλαντικής Συμμαχίας.
Τ ά πρώτα βέλη μέ άφορμή τήν ούδετερότητα δέν τά
Ερριξαν έκεΐνοι πού ό κ. Πουζάντ (ό παλαιότερος) τούς
άποκαλεΐ «βασιλιάδες τής Μπανανίας», άλλά δυό άπό τΙς
πιό Εγκυρες προσωπικότητες τού γαλλικού τύπου — ot
κ.κ. Πιέρ Μπρισσόν, τότε διευθυντής τού Φ ι γ κ α ρ ό
καί Ύμπέρ Μπέβ - Μερρύ, διευθυντής τού Μ ό ν τ. Ό

125

κ. Έτιέν Ζιλσόν, άκαδημαϊκός μή κονφορμιστής, σέ μιά
σειρά άρθρα του στό Μ ό ν τ άμφισβήτησε τίς βάσεις
τής 'Ατλαντικής Συμμαχίας καί ύποστήριξε δτι ή Γαλλία δέν πρέπει νά καταντήση φέουδο τοϋ Σαίν - Μερρί,
μέ τό πρόσχημα τής σωτηρίας άπό τό Σατλέ. Ό κ. Μπρισσόν άπάντησε άπότομα δτι αύτά ήταν πολύ λίγο άνδρικά
λόγια. Κι είχε τόσο ύπογραμμιστή ή λέξη άνδρικά πού δ
κ. Μπέβ - Μερύ, τοϋ δποίου τό δφος είναι συνήθως συγκρατημένο, ύποχρεώθηκε νά άνταποδώση τά ίσα, μ' ένα
σημείωμα ύπό τόν τίτλο «Νά τάχουμε ή δχι», δπου καλοΰσε τούς σείχηδες τοΰ Σαίν - Μερρί νά προσέχουν νά μήν
προκαλούν τήν όπερηφάνεια έκείνων πού δέν δέχονται νά
σκύβουν.
Άλλά, δόξα τφ θ ε φ , ή «ούδετεροφιλία» γρήγορα άπαλλάχτηκε άπ' αύτή τή φυσιοπαθολογική παραλλαγή καί
γύρισε τήν πλάτη στήν έκθεση Κίνσεϋ, γιά νά καταφέρη
νά καταλάβη καί πάλι τή θέση της στό πεδίο τής πολιτικής έπιστήμης, δπου ή παθολογία παίρνει πιό διάχυτες
μορφές.
Τότε ό κ. Νεχροΰ γίνεται ό πρώτος ποντίφηκας αύτής τής θρησκείας πού θά τή νοθεύσουν διάφορες αιρέσεις μετά τήν άποθέωση τοΰ Μπαντούγκ (Απρίλης 1955).
Μέ τήν κραυγή «στό διάβολο οί συνασπισμοί», ό 'Ινδός
πρωθυπουργός κάλεσε τούς συναδέλφους του νά μή μπαίνουν στις συμμαχίες πού τίς δένουν οί μεγάλες δυνάμεις
γιά σκοπούς, μπορεί νά πή κανείς, Ιδιαίτερα δικούς τους.
Αύτή ή έπιφυλακτική στάση, δπως πίστευε ό πρωτεργάτης
της καθώς καί πολλοί Ασιάτες καί Αφρικανοί ήγέτες
καί άργότερα ό κ. Τίτο, ήταν τό μέσο γιά νά διατηρηθή

126

αύτό πού ot μικρές δυνάμεις άποκαλούσαν ήδη ειρηνική
συνύρπαξη.
Αύτή εϊναι ή πρώτη «ούδετεροφιλία». Μιά σύμπτηξη, μιά άρνηση. « Ό τ α ν τά βουβάλια μαλλώνουν τό χόρτο
ύποφέρει», λέει μιά παροιμία πού τή διεκδικούν δλοι οί
λαοί τού Τρίτου Κόσμου, ό καθένας γιά λογαριασμό του.
Τό χόρτο δέν παίρνει θέση, άπό τό φόβο δτι θά νοιώση
πιό βαριά τή μιά ή τήν άλλη μπόττα. Αύτή δμως ή παθητική άντίληψη τής ούδετεροφιλίας θά παραχωρήση σέ
λίγο τή θέση της σέ άλλη, πού διαμορφώνεται μετά τή
διάσκεψη τού Μπαντούγκ, καί μέ τήν όποία συνέδεσε τό
δνομά του ό πρόεδρος Άμπντέλ Νάσσερ, δπως δ Νεχρού
μέ τήν πρώτη: ή θετική ούδετεροφιλία.
Οί πρόμαχοι αύτής τής θεωρίας, θά λέγαμε μάλλον
τής τεχνικής, πιστεύουν δτι δέν άρκεΐ νά άρνήσαι τήν
ύποστήριξή σου στούς Πικρόχολους καί τών δύο πλευρών.
Καταλαβαίνουν πώς αύτή ή ϊση άπόσταση έπιτρέπει καρποφόρες έπιχειρήσεις κι άντί νά τονίζης τήν άρνητική
δψη τής μή συνεργασίας μ' ένα στρατόπεδο, καλύτερα νά
τήν κάνης άτού άπέναντι στήν άλλη. Κι άντί νά λες
στόν ένα «λυπάμαι, δέν έρχομαι μαζί σας», είναι προτιμότερο νά λές στόν άλλο «βλέπετε, δέν πηγαίνω μ' αύτ ο ύ ς . . . » . "Ετσι έξασφαλίζεται μιά γόνιμη ύπεραξία τής
παθητικότητας.
Τό 1952, τό νά μήν είναι μέλος ένός δυτικού συμφώνου μπορούσε νά έκθέση έναν "Αραβα ήγέτη στούς κεραυνούς τοϋ κ. Ντάλλες. Τό 1956, αύτή ή θέση τού έξασφαλίζει τό άλεξικέραυνο τού κ. Μπουλγκάνιν — καί έπΐ
πλέον μερικά χαλυβουργεία ή τρία έκατομμύρια καντάρια

127

ούκρανικού σταριού, πολλές έκατοντάδες ΜΙγκ καί έναν
καλό λόγο τοϋ κ. Χρουστσώφ. «Νά τάχουμε ή δχι ;». "Οχι
πιά. Νά τάχουμε άπλώς καί v i ξαναζητάμε. "Ετσι, άπό
τό 1955 ώς τό 1962, ό Τρίτος Κόσμος τρέφεται — δχι
καλά, άλλωστε — άπδ τήν άκινησία του καί άπό τόν
ψυχρό πόλεμο.
Μά ot άνθρωποι μέ καθαρή καρδιά πού ίδρυσαν τά
κράτη, τά δποΐα προέκυψαν άπό έκεΐνο που δ Μπέρκ δνομάζει «διεύρυνση τού παγκόσμιου χώρου», δέν μπορούσαν
νά ικανοποιηθούν άπό αύτό τό ρόλο τού διπλωματικού παπατζή καί δέν τούς άρεσε νά παίζουν τό «γάντζο» τοΰ
θείου Ύμπύ. "Ετσι, ή ούδετεροφιλία, πού στήν άρχή ήταν
ή τέχνη τής άντιμιλιταριστικής νιρβάνα κι ύστερα ή στηριζόμενη στήν μωρία τών μεγάλων μέθοδος τής έναλλασσόμενης έξασφάλισης πόρων, μεταμορφώνεται τώρα σέ
μιά τρίτη θεωρία: στή θεωρία τής διαιτησίας.
Αύτό τό δραμα προβάλλει γιά πρώτη φορά τόν 'Οκτώβρη τοΰ 1960, στά Ηνωμένα "Εθνη. Ot άρχηγοί τών
πέντε «ούδετερόφιλων» κρατών — 'Ινδίας, Γιουγκοσλαβίας, Η.Α.Δ., 'Ινδονησίας καί Γκάνα — συνασπίζονται
γιά νά καλέσουν 'Αμερικανούς καί Σοβιετικούς v i θέσουν
τέρμα στόν ψυχρό πόλεμο. Αύτή ή τάση πρός τήν έξιδανίκευση καί τήν άξιοποίηση τής άδυναμίας ένισχύεται τόν
έπόμενο χρόνο στό Βελιγράδι, στή διάσκεψη τών «μή εύθυγραμμισμένων» (Σεπτέμβρης 1961).
Σημειώνουμε μέ τήν εύκαιρία αύτή τή λέξη πού πάει
ν' άντικαταστήση τό «ούδετερόφιλος». Σέ μιά έντυπωσιακή
δμιλία του, δ κ. Μοντίμπο Κέϊτα, τότε πρόεδρος τής Δημοκρατίας τοΰ Μαλί, προσπαθεί νά έπιβάλη αύτή τήν δρο-

128

λογία στή θέση τοϋ «Αδέσμευτος». Γιατί, λέει, «άν είμαστε μή εύθυγραμμισμένοι μέ τδν Ινα ή τόν άλλο στρατιωτικό συνασπισμό, παραμένουμε δεσμευμένοι στόν άγώνα
γιά τήν άποαποικιοποίηση πού δέν έχει τελειώσει». Νά
πού ό άποικισμός φάνηκε, κατά σύμπτωση, στό έπίπεδο
τών άξιωματούχων, χρήσιμος στή ι η μαντική καί στή λογική.
"Αν τό Μπαντούγκ, σύμφωνα μέ τήν περίφημη έκφραση τού Λεοπόλντ Σενγκόρ, «σκότωσε τό σύμπλεγμα
κατωτερότητας», τό Βελιγράδι είδε νά ξεπροβάλλη κάτι
πού έμοιαζε μέ σύμπλεγμα άνωτερότητας. Τό θέμα δέν
ήταν πιά νά έκδηλωθή ή ύπαρξη κι ή άνάδυση ένός κόσμου πρώην σκλάβων, νά διακηρυχθή τό δικαίωμά τους
στή ζωή, νά διασφαλιστή ή άνεξαρτησία τους άπέναντι
στά συμφέροντα τών πρώην κυρίων. Πρόκειται τώρα γιά
τήν παρέμβαση μιάς όμάδας κρατών πού νοιώθουν άρκετά
έλεύθερα ώστε νά παίζουν, δταν χρειάζεται, τό ρόλο τών
μεσολαβητών, τών διαιτητών, τών είρηνοποιών. Έ θ ν η πού
είχαν χάση δικαίως τήν ύπομονή τους νά ύποφέρουν τόσον καιρό τή «σοφία» τών δυνατών, φλέγονταν άπό τήν
έπιθυμία νά δώσουν μέ τή σειρά τους μαθήματα.
Ά π ό τή στιγμή πού περιγράφουμε τόν άποικισμό σάν
ριζικά κακό, σάν πηγή κάθε κακού, γιατί νά μήν έχουμε τή διάθεση νά δούμε στό πρόσωπο έκείνου πού μόλις
χειραφετήθηκε, δχι τόσο τό άποτέλεσμα ένός θαύματος,
δσο ένα θαυματοποιό, ένα δν τής έλευθερίας καί τής άθωότητας, κατάλληλο νά δώση στούς διεστραμμένους γερομακιαβελικούς καί στούς κατασκευαστές δπλων, άτομικών
ή δχι, τά μαθήματα τής σωφροσύνης τών άφρικανικών

129

10

χωριών, τοϋ προπατορικού 'Ισλάμ, τοϋ βιωμένου βουδισμού;
Ά π ό τΙς δέκα άρχές τοϋ Μπαντούγκ προβάλλονταν Ιδιαίτερα ή άρχή τής μή έπέμβασης μεταξύ τών Κρατών.
Ά π ό τά πορίσματα τής διάσκεψης τοϋ Βελιγραδίου προκύπτει τό δικαίωμα, άκόμα καί τό καθήκον γιά τά νέα
κράτη νά έπεμβαίνουν προκειμένου νά έξασφαλίσουν ή νά
άποκαταστήσουν τήν παγκόσμια άρμονία.
Ή 'Ιστορία είναι γεμάτη άπό παραδείγματα άδυνάτων πού μεσολαβούν άνάμεσα στούς δυνατούς, άοπλων πού
άντιμετωπίζουν τούς θριαμβευτές τής στιγμής, είτε πρόκειται γιά τήν παπωσύνη τού 15ου αΙώνα, είτε γιά τόν
Ταλλεϋράνδο στή Βιέννη. Τό πιό βαρύ δμως αύτή τή
φορά στήν άδυναμία τών ύποψήφιων γιά τήν παγκόσμια
διαιτησία είναι δτι ή άπόσταση πού τούς χωρίζει άπό έκείνους τών όποίων πρόκειται νά συγκρατήσουν τά ξεχειλίσματα δύναμης καί «τήν άλαζονία έξουσίας» συνεχώς
αύξάνεται. Ή φωνή τους χάνεται μέσα στόν κουρνιαχτό
πού ύπακούει μόνο στούς νόμους τών ισχυρότερων ή τοϋ
ισχυρότερου.
Ένώ αύτή ή εύγενική φιλοδοξία άπέτυχε νά ξαναδώση στήν έννοια τής ούδετεροφιλίας τή λάμψη πού είχε
γνωρίσει στή δεκαετία τού 1950, ή λέξη ή τό πράγμα,
θά γνώριζε μετά τό 1965, μιά νέα κακοτυχία. Ή ούδετεροφιλία - άρνηση, ύστερα «θέση», ύστερα διαιτησία, διαλύεται σιγά - σιγά γύρω στά 1962, μετά τήν κρίση τών
«πυραύλων» πού άνοίγει τό δρόμο σέ μιά αύστηρά διμερή
είρηνική συνύπαρξη, στήν έποχή τοϋ «κόκκινου τηλεφώνου»: άπό τή στιγμή πού πρόκειται γιά τή δική τους έπι-

130

βίωση, τά δυό ύπερκράτη φροντίζουν, σάν γιά μιά άτυχία, γιά τούς «μή εύθυγραμμισμένους», ή γιά τούς συμμάχους τους, άν είναι φτωχοί.
Ά λ λ ά ή κινεζοσοβιετική σύγκρουση δίνει στήν ούδετεροφιλία νέα ζωτικότητα. Οί άλλοτε μή εύθυγραμμισμένοι καί δρισμένοι σύμμαχοι τής προηγούμενης περιόδου άρνούνται καί πάλι νά κάνουν έπιλογή, άνάμεσα στό Πεκίνο καί τή Μόσχα τώρα. Ά π ό τούς Αλγερινούς ώς τούς
Κουβανέζους, άπό τούς Σύρους ώς τούς Βορειοβιετναμέζους, άναπτύσσεται μιά νέα ούδετεροφιλία. "Εχει διατρέξη κι δλας τά δυό πρώτα στάδια, τό στάδιο τής άρνησης
καί τό στάδιο τής διπλής αίτησης. Ά π ό τή μεριά τοϋ
Άνόϊ έμφανίζεται καί ή τρίτη έκδήλωση τής ούδετεροφιλίας: ή μεσολάβηση, πού έφαρμόζεται αύτή τή φορά στίς
σχέσεις άνάμεσα στή Μόσχα καί στό Πεκίνο.
Έ χ ε ι ξεπέσει ή ούδετεροφιλία; Έ φ ' δσον ή Αμερικανική αύτοκρατορία καί ό Ρώσος άνταγωνιστής της δέν
τά κάνουν δλα έρείπια γύρω τους, θά ύπάρχη θέση γιά
τή στρατηγική τής άνεξαρτησίας: φανφαρόνικη μέ τόν
Ντέ Γκώλ, λαϊκιστική μέ τόν Νασσέρ, τό Μπουμεντιέν καί
τό Νυερερέ, σερβοκροάτικη καί συντεχνιακή μέ τόν Τίτο.
"Οταν οί Βάρβαροι θά λογικευτούν, άπό τήν ούδετεροφιλία θά μείνη τό άνυπότακτο.
χά* Λαχουτνρ

ΟΥΤΟΠΙΑ
Μορφή άναπνευστικής Ανυπομονησίας πού σέ παρακινή
νά κλέψης τό όξυγόνο τοϋ μέλλοντος. Φυσική τάση τοϋ

131

δντος στήν πραγμάτωση τοϋ άδύνατου. Ρήξη μέ δλες τΙς
παιδαγωγικές άρχές που έξασφαλίζουν τήν προσαρμογή
τής νοημοσύνης, τήν άνάλογη ρύθμιση τής πρακτικής δραστηριότητας.
ΙΙροσπάθεια κριτικής τής ούτοπίας είναι άντίφαση, άφού ή κίνηση πού προκαλεί τήν ούτοπία είναι Ινα νοητικό άλμα πάνω άπό κάθε κριτική. Μιά ποιητική ευτυχία
άγνωστη γιά τούς ύπόλοιπους άνθρώπους πλημμυρίζει τις
καρδιές έκείνων πού δέ θεωρούν νά ύπάρχη στόν κόσμο
κανένα έμπόδιο. Βρίσκονται σέ κατάσταση
διανοητικής
παντοδυναμίας.
Προχωρούν σέ μιά
νέα κι δχι περιοριστική σχέση μέ τή δημιουργία, θέτουν
μέ τόλμη έρωτήματα σέ μιά φύση πού τούς έλεγαν πώς
είναι βουβή κι αύτή ή φύση καμιά φορά τούς άπαντα.
"Οταν άργεΐ νά τούς άπαντήση, δταν παρεμβάλλεται μακρά σιωπή άνάμεσα στήν παράφορη έπίκληση τής ούτοπίας καί τήν καθυστερημένη φιλία τοΰ πραγματικοΰ, πιστώνεται ή, κανείς δέν ξέρει ποιά, έπίκτητη Ικανότητα
τής όμάδας, μ' Ινα άποτέλεσμα πού δέν είναι τίποτε άλλο άπό τήν ήχώ μιας έπιθυμίας πού τήν εΙσάκουσαν ot
θεοί.
Ot ποιητές είναι ot πιό έπίμονοι ουτοπιστές καί ot κάθε είδους ούτοπίες είναι, χωρίς Αμφιβολία ποιήματα πού
δέν έχουν βρή έκδότη. Στόν τρόπο μέ τόν όποιο σώζουν
τή ζωή παρεισφρύει ένας ύπέρτατος έστετισμός, μιά θεϊκή
σκόνη στά μάτια πού τά κάνει τελικά νά νοιώθουν άγαλλίαση.
θρυμματιστής καθρεπτών, ό Μέγας 'Αλέξανδρος ήταν
ίσως Ινας ούτοπιστής πού δέν έπιθυμούσε τίποτε άλλο άπό

132

τό νά ταπεινώση τήν άθανασία, ή νά συναντήση Ινα τοπίο πού μόλις τό διέκρινε στό κλωθογύρισμα ένός όνείρου.
"Αφηνε v i λυώνη έκεΐνο πού έλυωνε σάν νά προαισθανόταν πώς ή άλήθεια καταποντίζεται δταν άκινητοποιεΐται.
Ό Λεονάρντο Νταβίντσι καθάριζε τά πινέλλα του γιά νά
παραδοθή καλύτερα σ' αύτή τήν μετάθεση πρός τό μέλλον πού τού ύπαγόρευε τολμηρές προκαταβολικές συλλήψεις καί πού ή σημερινή μηχανική μπορεί άκόμα νά τΙς συμβουλεύεται καί νά ωφελείται. Ό 'Ιούλιος Βέρν δρθωσε
τήν πιό ύποβλητική φαντασία ένός αιώνα τού όποίου δέν
είχε άνάγκη νά θαυμάση τά κατορθώματα γιατί τά έκλεινε ήδη μέσα του.
Είναι εύνόητο δτι ή πολιτική ούτοπία είναι δ έφιάλτης
τών έπαγγελματιών πολιτικών. Αύτοί, γιά νά κάνουν τή
δουλειά τους, χρησιμοποιούν συνήθως τΙς πανουργίες τής
δημαγωγίας, δηλαδή μηχανεύονται τρόπους γιά νά κινήσουν τήν εύαισθησία τής μάζας παίζοντας μέ δυό άποχρώσεις — διαδοχικά ή σέ συνδυασμό — τή μεγάλη έπιθυμία καί τήν εύκολία. Ή παρεμβολή τού ούτοπικοΰ σχεδίου σ' αύτό τόν μηχανισμό πού ύπακούει στόν κανόνα τής
άμεσης άποδοτικότητας δέν μπορεί παρά νά προκαλή άνωμαλία. Τό ήθος τής ούτοπίας είναι άριστοκρατικής ύφής
καί τό μπάλωμα τοϋ παρόντος τούς φαίνεται στό βάθος
δουλειά γιά δούλους.
Ή ούτοπία φορτίζεται στήν έπαφή μέ μιά παράφορη
ύποκειμενικότητα πού περνά τό σύμπαν γιά ένα θέατρο
λάβας πού δέν έχει άκόμα καταψυχθή, δπου ή φαντασία
μπορεί νά φυσήση τό βράχο δπως φυσάνε τό γυαλί. Ή
ούτοπία λοιπόν είναι συναρτημένη μέ κάποια ν ε ό τ η-

133

τ α τ ή ς Ο λ η ς που τήν προϋποθέτει κατακτημένη
κι Αν άναρωτιέται γιά τήν μόνιμη άγωνία τοΟ άνθρώπου,
τό κάνει γιά ν* άποδώση έκεΐ τήν προέλευση τής δικής της
έπιλογής γιά σταθερότητα, γιά μοιραία όμοιότητα άνάμέσα στό γνωστό καί στό πιθανό.
Ό Σάρλ Φουριέ πού ήταν τό ίδιο τό πρότυπο τοΟ πολιτικοϋ ούτοπιστή δέν έπεφτε πολύ έξω δταν έβλεπε στήν
άρχή τής έπανάληψης — στήν άντιγραμμένη μέ καρμπόν έμπειρία — μιά άργή έξάσκηση γιά τό θάνατο, μιά
δυστυχία δπου έξαντλοΟνται κάθε αίσθαντικότητα καί κάθε χαρά. Οί θεωρίες τοΟ Φουριέ μπορεί νά μας φαίνονται
παράλογες" στήν πραγματικότητα δμως έκεϊνος ήθελε νά
μας έμφυσήση τή χαρά τών πραγμάτων, τΙς έναλλαγές
στήν έπαφή καί στή δράση, τήν αίσθηση τοΟ πολλαπλοϋ.
ΠρΙν συστήση τή δικαιοσύνη, ή ούτοπία είναι σχεδόν πάντα μιά εύχή άρμονίας. Σήμερα, γιά ν' άποφύγουν τή νεύρωση, κατάκοποι παράγοντες τής βιομηχανίας χρησιμοποιούν τόν έλεύθερο χρόνο τους γιά νά πλύνουν αύτοκίνητα ή νά καλλιεργήσουν μηλιές πράγμα πού είναι μιά
μορφή έφαρμογής κακού φουριερισμού στό κλινικό έπίπεδο.
Δικαιούμαστε νά κατατάξουμε τΙς χιλιαστικού τύπου
έπεξεργασίες στό άνοιχτό συρτάρι τής ουτοπίας; Ό χιλιασμός — είτε πρόκειται γιά τό Ράϊχ τών χιλίων έτών
πού είχε ύποσχεθή δ Χίτλερ, είτε γιά τήν πρόκληση τών έρυθροφρουρών τού Πεκίνου πρός τόν «παλιό κόσμο» ή άκόμα γιά τή σιωνιστική περιπέτεια — βγάζει μέσα άπό τά
σωθικά του μιά άδιάκοπη τραγωδία, ρίχνεται γιά νά σκίση
τήν 'Ιστορία, χαράζοντάς της ένα τραγικό αύλάκι. Ή χι-

184

λιαστική πρόκληση θέλει νά στερεώση τή συνείδηση ένός
έκλεκτικοΟ μύθου δπου άξίζουν νά βροΟν καταφύγιο μόνο
δσοι κατόρθωσαν νά καταστρέψουν τΙς μάταιες έντάσεις.
Ή έμμονη ιδέα τής έπανάκτησης τοΰ «Χρυσοϋ Αίώνα» άντιπροσωπεύει μόνο μιά άπό τΙς νοσηρές πιθανότητες στίς
όποιες κινδυνεύει νά γλυστρήση ή ούτοπιστική νοοτροπία άπό τή στιγμή πού θά στερηθή τή δική της μυθοποιητική δύναμη.
"Αν είναι άλήθεια δτι ή σύγχρονη έπιστήμη άπώθησε
τήν ούτοπία κι άποθάρρυνε τούς μάρτυρες τοΰ άθέατου
όργώνοντας νευρικά τό χωράφι τους, άπό τήν άλλη μεριά ζούμε μιά άποξήρανση τής διάνοιας πού κουράστηκε
άπό τΙς τόσες βεβαιότητες καί πού θάδινε αύριο δλη τή
γνώση της γιά μιά δροσοσταλίδα. "Αν κάποια μέρα φτάσουμε στήν τελειότητα τών έργων μας, ή ούτοπία θά
πάρη άπό τά χέρια μας τά έργαλεΐα πού τά γεμίζουν
σκουριές καί θά μας παραδώση καί πάλι στήν άπόλαυση
τών πρώτων μας άδυναμιών.
Ζώρζ Xarstv

ΠΙΣΤΗ
Στό λεξικό διαβάζουμε: π ί σ τ ι ς, ή κατάστασις τοϋ
πιστεύειν, σταθερά ψυχική και διανοητική προσήλωσις είς
άντικείμενον συγκεκριμένον ή άφηρημένον, ( . . . ) Ε μ π ι στοσύνη, ( . . . ) · Τήρησις άμοιβαίως άνεγνωρισμένων ύποχρεώσεων καί έμπιστοσύνη έπΐ ταύτην ( . · . ) · Τό θεωρείν τινα άξιόχρεων καί δανείζειν είς αύτόν ή παραχω-

135

ρείν έμπορεύματα έπΐ πιστώσει... (Λεξικό Ελευθερουδάκη, Σημ. τοΟ Μ.).
(Στά γαλλικά) Credit. Ά π ό τό λατινικό credere,
πού θά πή πιστεύω, έμπιστεύομαι. Ή λέξη ίχει πάρει
διάφορες έκδοχές. Γιά τόν λογιστή είναι μιά έγγραφή
στά δεξιά ένός λογαριασμού, πού σημαίνει συνήθως δτι
μιά πίστωση έπιστράφηκε (συνεπώς, στήν περίπτωση αύτή, ήταν δικαιολογημένη ή έμπιστοσύνη). "Εχω πίστωση, σημαίνει έμπνέω έμπιστοσύνη. Κάνω πίστωση σημαίνει έχω έμπιστοσύνη ώστε νά δίνω μιά προθεσμία πληρωμής. Άλλά τό Κράτος, παρ' δλο πού δέν έχει ποτέ έμπιστοσύνη στους λογιστές του, τούς άνοίγει π ι σ τ ώ σ ε ι ς
π ρ ο ϋ π ο λ ο γ ι σ μ ο ύ : μπορούν νά διαθέτουν τό
ποσό πού καταγράφεται στήν άντίστοιχη στήλη τού προϋπολογισμού, άλλά οδτε μιά πεντάρα παραπάνω.
Γιά τόν τραπεζίτη, ή πίστωση είναι ένα έμπόρευμα
πού πουλά: είναι ένα μέρος άγοραστικής δύναμης, ένα
ποσό χρημάτων πού δ τραπεζίτης τό δανείζει γιά έ ν α
χρονικό
δ ι ά σ τ η μ α , μέ μ ι ά
δρισμέν η τ ι μ ή (τόκοι, έπιβαρύνσεις, μεσιτείες καί διάφορα
έξοδα) κ α ΐ μ έ δ ρ ι σ μ έ ν ε ς
έγγυήσεις.
"Εμποροι τής πίστης είναι οί τραπεζίτες καί οί παρόμοιοι (βλέπε Τράπεζα). Οί πελάτες τους είναι πολυάριθμοι.
Οί πιστώσεις στίς έπιχειρήσεις ποικίλουν — άνάλογα
μέ τή διάρκειά τους ( β ρ α χ υ π ρ ό θ ε σ μ ε ς , πού συνήθως δέν ξεπερνούν τούς τρεΐς μήνες,
μακροπρόθ ε σ μ ε ς , πού φτάνουν άπό πέντε ώς έφτά χρόνια καί
παραπάνω, καί μ ε σ ο π ρ ό θ ε σ μ ε ς ) — άνάλογα μέ τή

136

μορφή τους (προεξόφληση, χρέωση, προκαταβολές κ λ.)
καί άνάλογα μέ τΙς έγγυήσεις πού τΙς συνοδεύουν (ύποθήκη, έγγύηση κ.λ.). Προορισμός τών πιστώσεων μπορεί
νά είναι νά δώσουν στίς έπιχειρήσεις ένα συμπληρωματικό κεφάλαιο κινήσεως, ή νά τούς προμηθεύσουν τά μέσα γιά τή χρηματοδότηση νέων άποθεμάτων ή νέων επενδύσεων.
Τά δάνεια στούς Ιδιώτες προορίζονται ή νά διευκολύνουν τήν άγορά άγαθών διαρκείας (άπό ψυγείο ώς αύτοκίνητο), ή νά συμβάλλουν στήν άπόκτηση κατοικίας.
Τέλος, τό προσωπικό δάνειο, δηλαδή τό άνοιγμα σ' ένα
άξιόχρεο Ιδιώτη μιάς πίστωσης πού δέν προορίζεται γιά
συγκεκριμένη χρήση παίρνει έκταση στή Γαλλία, κατά
τό ύπόδειγμα τών άγγλοσαξωνικών χωρών.
Έ τιμή τού δανείου κινείται άνάμεσα σέ δυό δρια :
στά έλάχιστα (μίνιμα) πού πρίν άπό λίγον καιρό τά έπέβαλε ή Επαγγελματική Ένωση τών Τραπεζών καί σήμερα προσδιορίζονται άπό τό παράδειγμα τών μεγάλων
τραπεζών, καί τά μέγιστα (μάξιμα) πού καθορίζονται
άπό ένα πρόσφατο νόμο κατά τής τοκογλυφίας. Τά έπιτόκια πού πραγματικά Ισχύουν ποικίλλουν. Τό βραχυπρόθεσμο δάνειο κοστίζει άπό 6 ώς 9%, τό μεσοπρόθεσμο άπό 7 ώς 12%, τό μακροπρόθεσμο (πού σχεδόν πάντα παρέχεται άπό τΙς κρατικές τράπεζες) άπό 5,50 δς
12%. Τό δάνειο πού προορίζεται γιά τούς ιδιώτες (άγαθά
διαρκείας, κατοικία) σπάνια κοστίζει λιγότερο άπό 9%
καί συχνά πάνω άπό 14%. "Ολα αύτά τά έπιτόκια έκφράζουν τό συνολικό κόστος p o r a t a t e m p o r i s (έκτός

137

άπό τά πρόσθετα Εξοδα πού συνήθως είναι πολύ βαριά:
Εξοδα «φακέλλου», ύποθήκης, κ.λ.).
Τό έπιτόκιο πού θά πάρη Ινας τραπεζίτης άπό Ιναν
συγκεκριμένο πελάτη έξαρτάται άπό πολλούς παράγοντες: τή φύση τοϋ δανείου πού δίνει καί τή διάρκειά του*
τό μέγεθος τοΟ κινδύνου τής άφερεγγυότητος που μπορεί
νά παρουσιάση δ πελάτης· τό χαρακτήρα τών έγγυήσεων
πού προσφέρονται' τήν «Ιδία» άξία τού πελάτου (μόνο
στούς πλούσιους δανείζει κανείς). Άλλά ή μεγάλη ή μικρή σοβαρότητα τού τραπεζίτη, ή «έπιφάνεια» καί ή ποιότητα τού Ιδρύματός του παίζουν έπίσης ρόλο: δσο άκριβότερη είναι μιά τράπεζα, τόσο περισσότερες πιθανότητες ύπάρχουν νά μήν είναι πολύ σοβαρή. Προειδοποίηση
γιά τούς πελάτες.
Έ βασική διαφορά άνάμεσα σέ 'Αμερικανούς καί σέ
Γάλλους πελάτες μιάς τράπεζας, βρίσκεται στό γεγονός
δτι οί 'Αμερικανοί θεωρούν τόν τραπεζίτη τους κανονικό
προμηθευτή τους, δπως τό μπακάλη ή τό φαναρτζή τους.
Ό κύρια πρόοδος πού θά μπορούσαν νά σημειώσουν οί
Γάλλοι πελάτες θά ήταν νά καταλάβουν πώς οί τραπεζίτες έχουν άνάγκη τήν πελατεία τους.
Έ πίστωση είναι ένα ά π α ρ α ί τ η τ ο έ μ π όρ ε υ μ α. Ό συγκέντρωση τών άδιάθετων καί προσωρινά
άργών πόρων καί ή χρησιμοποίησή τους μέ τή μορφή τών
δανείων, πού είναι ή κύρια λειτουργία τών τραπεζών,
άποτελεΐ προϋπόθεση τής οικονομικής άνάπτυξης. Στό
τέλος τού 1967, τό σύνολο τών πιστώσεων πού διατέθηκαν στήν οίκονομία άπό τΙς τράπεζες Εφτανε τά 150
δισεκατομμύρια φράγκα, δηλαδή περίπου τό ένα τέταρτο

138

τοϋ Ακαθάριστου έθνικοϋ προϊόντος. Άλλά γιά νά έκπληρώνεται σωστά ή τραπεζική λειτουργία, δέν φτάνει νά
πηγαίνη καλά ή συγκέντρωση πόρων: πρέπει άκόμα ή
«χρήση» τους, δηλαδή ή διάθεση τών δανείων νά άνταποκρίνεται στίς πραγματικές προτεραιότητες, στίς κύριες
άνάγκες τής χώρας, άνάγκες πού τό οικονομικό Σχέδιο
έπιτρέπει τόν καθορισμό τους.
Τό βασικό μειονέκτημα τής πιστωτικής πολιτικής είναι δτι τίποτε δέν έχει γίνει ποτέ πρός αύτή τήν κατεύθυνση. Οί τράπεζες ύπόκεινται στόν έλεγχο τοΰ Έθνικοϋ
Συμβουλίου Πίστεως, άλλά ύπάρχει καί ένας συνεχής έλεγχος τοϋ τραπεζίτη γιά νά διαφυλαχθούν τά συμφέροντα τών καταθετών' ύπάρχει έπίσης καμιά φορά έλεγχος τοΰ συνολικού ποσοϋ τών πιστώσεων (καθορισμός τής
δροφής) ή άκόμα καί τών έπιτοκίων (τροποποιήσεις τοΰ
άναπροεξοφλητικοΰ τόκου άπό τήν Τράπεζα τής Γαλλίας) δέν ύπάρχει σχεδόν ποτέ έλεγχος καί προσανατολισμός τοΰ προορισμοΰ τών δανείων.
Εξαιτίας αύτής τής καταστάσεως, άπό τό 1945, στήν
άρχή άπό σπάνη χρήματος καί κατόπιν άπό συνήθεια, οί
τράπεζες δέν άνάπτυξαν σχεδόν καθόλου τόν μακροπρόθεσμο δανεισμό, πού δμως είναι δ πιό χρήσιμος. Μόνο οί
κρατικές τράπεζες τό έκαναν (ΚρεντΙ Νασιονάλ, Ταμείο
Καταθέσεων, κ.λ.).
Ά π ό δώ προκύπτει τό βασικό πρόβλημα πού Απασχολεί σήμερα δλους τούς τραπεζίτες τής Γαλλίας: πώς νά
κατορθώσουν νά μετατρέψουν έπιτέλους τΙς «ρευστές» καταθέσεις (τίς καταθέσεις δψεως) πού συγκεντρώνουν, σέ
κάπως πιό μακράς διαρκείας άπό τά μεσοπρόθεσμα δά-

189

νεια. Μόνο τό δάνειο μέ ύποθήκη έδωσε μιά πρώτη άπάντηση σ' ένα είδικό τομέα, στόν τομέα τών κατασκευών.
Ζάχ Λαβριλέρ

ΠΛΑΚΟΣΤΡΩΤΟ
"Οργανο διαλόγου στό βάθος ένός άδιεξόδου.
Ζώ> - Ζάχ ΜαρΙ

ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ
— Τί πιστεύετε γιά τόν πληθωρισμό ;
— Είμαι έναντίον.
— Μά γιατί δμως; Είστε έπιχειρηματίας; Γνωρίζετε
πολύ καλά πώς δ πληθωρισμός μειώνει λίγο - λίγο τις
χρηματικές σας ύποχρεώσεις καί αυξάνει έτσι τήν άποδοτικότητα τών έπενδύσεών σας' δτι μέ τήν άντανάκλαση πού έχει στίς αύξήσεις τών ήμερομισθίων σάς έπιτρέπει έγκάρδιες συνομιλίες μέ τό προσωπικό σας. ΕΓσαστε
ύποψήφιος γιά κατασκευή κατοικίας; Ό πληθωρισμός θά
κάνη έλαφρότερο τό χρέος σας σέ σύγκριση μέ τά είσοδήματά σας. ΕΓσαστε τραπεζίτης; Τότε, δανειζόμενος άπό
τούς μέν αύτό πού δανείζετε στούς άλλους, θά βρήτε στόν
πληθωρισμό ένα κατάλληλο μέσο γιά καρποφόρες διαφοροποιήσεις τοΟ έπιτοκίου. ΕΓσαστε μισθωτός; Ε π ε ι δ ή το-

140

νώνει τΙς Επενδύσεις, τΙς κατασκευές, τΙς Επιχειρήσεις, δ
πληθωρισμός συνοδεύεται συνήθως άπό πλήρη άπασχόληση, έγγύηση τής έπιτυχίας τών διεκδικήσεών σας. Μιλάτε στό δνομα τής Κυβερνήσεως; Ό πληθωρισμός, φουσκώνοντας τΙς εισπράξεις σας, σας έπιτρέπει νά φουσκώσετε τΙς δαπάνες σας καί νά προετοιμαστήτε μιά χαρά
γιά τΙς έκλογές. Είσαστε ραντιέρης; Φυσικά δχι. Ό πληθωρισμός Εχει άπό καιρό Εξαφανίσει τούς ραντιέρηδες.
— Ά ν δμως ό πληθωρισμός Εχη εύνοϊκές συνέπειες
γιά δλους, Εχει, κατά συνέπεια, δυσμενείς συνέπειες γιά
δλους.
— Πόσο άπαισιδδοξος είστε! Ναί, τά άρνητικά άποτελέσματα προκύπτουν ύστερα άπό Ενα δρισμένο διάστημα. Ό μισθωτός βλέπει νά άμφισβητήται ή βελτίωση τού
βιοτικού του Επιπέδου άπό τήν αύξηση τών τιμών. Οί
ξένες άγορές κλείνουν γιά τόν Επιχειρηματία, ή κυβέρνηση θρηνεί γιά τήν πτώση τού Εμπορικού ισοζυγίου. Καί
ή κυβέρνηση καί δ Επιχειρηματίας θά Εχουν συνηθίση
στίς εύκολες οικονομικές λύσεις καί θά βλέπουν διέξοδο
άπό τήν αύξηση τού κόστους τών προϊόντων τους καί τών
δαπανών τους μόνο στήν Επιτάχυνση τής αύξήσεως τών
τιμών ώς τήν ήμέρα πού, άδυνατώντας νά άνταποκριθούν
στίς ΕξωτερικΕς πληρωμές, θά καταλάβουν πού τούς δδηγοΰσε τό ναρκωτικό πού τούς Εκανε εύκολη τή ζωή. Ό
πληθωρισμός είναι λίγο τό δπιο τών πλουσίων.
—"Εχω λοιπόν δίκη ο νά είμαι άπαισιόδοξος.
— Σάς θυμίζω, κατ' άρχήν, δτι δέ βρήκα καμιά άσχημη συνέπεια γιά τούς τραπεζίτες. "Γστερα, δτι οί συνέπειες έκδηλώνονται έπειτα άπό Ενα δρισμένο διάστημα,

141

χι αύτό τό διάστημα δέν πάει χαμένο γιά δλο τόν κόσμο.
Σ' αύτό τό παιγνίδι, σ' αύτή τήν κούρσα, σ' αύτό τόν κύκλο, δπως θέλετε νά τό πήτε, τών τιμών, τών ήμερομισθίων, τών δαπανών, τών φόρο>ν, έκεΐνος πού άρχίζει
πρώτος κερδίζει ένα πλεονέκτημα πού δέν τοϋ τό παίρνουν πίσω, κι' αύτό είναι μιά άπό τΙς κινητήριες δυνάμεις τοϋ πληθωρισμού. Τέλος, τί θά συνέβαινε άν δέν
γινόταν ό πληθωρισμός; Δέν έχετε παρατηρήσει πώς δ
πληθωρισμός προκαλεί δρισμένα έξυγιαντικά Αποτελέσματα πού είχαν οί κρίσεις παλιότερα; 'Ελαττώνει τό παθητικό τών έπιχειρήσεων, άποκαθιστά τά άπειλούμενα ποσοστά κέρδους κι' αύτό χωρίς χρεωκοπίες, χωρίς άνεργία.
— Πρέπει νά παραδεχτούμε πώς ύπάρχουν καί καλές
πλευρές στόν πληθωρισμό. Μήπως ύπάρχει καί καλός
πληθωρισμός ;
— Βλέπω πώς άρχίζετε νά γοητεύεστε. "Αν δ πληθωρισμός είναι άργός, τό διάστημα πού χωρίζει τις καλές
άπό τΙς κακές συνέπειές του έπιμηκύνεται καί ή δυσμενής πλευρά έλαττώνεται. "Αν δμως ξέρουμε τί χαρακτηρίζει τόν πληθωρισμό, τί τόν κάνει δυνατό, τί ύπάρχει
κίνδυνος νά τόν προκαλέση, ξέρουμε πολύ λιγότερο τί τόν
έξαπολύει καί τί ρυθμίζει τήν ταχύτητά του. Τόν χαρακτηρίζει γενική άνοδος τών τιμών καί τών είσοδημάτων
πού διατηρείται.
Τόν έκανε δυνατό ή άπόσπαση τοϋ νομίσματος άπό
τό χρυσό, άπόσπαση πού έπισημοποιήθηχε μέ τή γενίκευση τών μή μετατρεψίμων νομισμάτων, άφοϋ είχε προαναγγελθή μέ τήν έγκατάλειψη τών νομισματικών θεωριών τών κλασικών οικονομολόγων. Ά π ό τή στιγμή πού

142

οί τιμές διαμορφώνονται μέ τό παιγνίδι τών προσφορών
χαΐ τών ζητήσεων, δηλαδή ot μέν σέ σχέση μέ τις άλλες χωρίς προσφυγή σέ μιά άλλη βάση, λόγου χάρη στό
χρυσό, τό άπόλυτο έπίπεδο αυτών τών τιμών γίνεται ούσιαστικά άκαθόριστο: δ πληθωρισμός είναι πιθανός. Ό ταν προκαλήται, δείχνει τήν κατάπτωση τοϋ νομίσματος
καί γι' αύτό τόν καταδικάζετε μάλλον γ ι ' αύτό τό έγκλημα κατά τοϋ πνεύματος παρά γιά έγκλημα κατά τής
οικονομίας.
Άπειλοϋν νά τόν προκαλέσουν: πολλές έντάσεις πού
έχουν σχέση εϊτε μέ τοπικές καταστάσεις ύπερβολικής
ζητήσεως σέ σχέση μέ τήν προσφορά στίς άγορές τών
προϊόντων ή στίς άγορές τών συντελεστών τής παραγωγής, εϊτε μέ άφθονία μέσων πληρωμών, πού δημιουργείται γενικά άπό ύπερβολικές δημόσιες δαπάνες.
Δέν γνωρίζουμε δμως καλά πότε καί γιατί ξεσπά δ
πληθωρισμός καί τί ρυθμίζει τήν ταχύτητά του. Έδώ
παρεμβαίνουν κοινωνικοί παράγοντες: όξύτητα ή δχι τής
ταξικής πάλης* πολιτικοί παράγοντες: μικρότερο ή μεγαλύτερο κύρος τής κεντρικής έξουσίας* ψυχολογικοί παράγοντες: έξοικείωση μέ προηγούμενο πληθωρισμό, κούραση άπό τόν πληθωρισμό' Ισως καί ήθικοί καί θρησκευτικοί παράγοντες, κλιματολογικοί καί δέν ξέρω τί άλλοι.
Ό μεγάλος άριθμός τών φαινομένων πού άπειλοϋν νά
προκαλέσουν τόν πληθωρισμό καί τό πολυσύνθετο τών
παραγόντων πού ρυθμίζουν τήν ταχύτητά του έξηγοϋν τό
γεγονός δτι δ καθένας, έχοντας στό νοϋ του ένα άπό τά
φαινόμενα αύτά ή ένα άπό αύτούς τούς παράγοντες, παρουσιάζει τό δικό του φάρμακο γιά νά τόν ματαιώση ή

143

v i τόν καθυστερήση. Ό Ινας, έπειδή φοβάται τήν άνεπάρκεια τής προσφοράς προϊόντων, θά προτείνη ν' αύξηθή
ή παραγωγή, ό άλλος, έπειδή φοβάται τήν πολύ μικρή
προσφορά Εργατικών χεριών, θά προτείνη νά μειωθή.
"Ενας τρίτος θά θελήση νά περιορίση τήν αύξηση τής ζητήσεως μέ τή σταθεροποίηση τού συνολικού διαθεσίμου
χρήματος, χωρίς νά ξέρη άν αύτδς δ κορσές πού φορά
στήν οίκονομία δέν θά προκαλέση έπιβράδυνση τής παραγωγής προτού έπιδράση στίς τιμές. "Ενας άλλος πού
έχει μικρότερη έμπιστοσύνη στούς νομισματικούς μηχανισμούς, θ' άναζητήση τή λύση τού προβλήματος σέ μιά
πολιτική εισοδημάτων καί τιμών. "Αλλοι, πιδ φιλόδοξοι,
θά ποΰν δτι πρέπει νά έπιδράσουμε ταυτόχρονα σέ δλους
τούς παράγοντες, γνωστούς καί άγνωστους, καί σέ δλες
τΙς αΐτίες.
— Νά κι* έσεΐς μέ τή σειρά σας πού έκφράζεστε μέ
πολλή πικρία.
—"Ισως, γιατί ζούμε πάρα πολύ μέ τήν άνάμνηση
τών παλιότερων πληθωρισμών. Ό πληθωρισμός παρουσιάστηκε στήν άρχή σάν τέρας πού ξεπετάχτηκε ξαφνικά
μέσα άπ' τήν ίδια τή ζωή τών συγχρόνων κοινωνιών" τόν
είδαμε νά περνά σάν θύελλα καί νά χάνεται, ήταν ό καλπάζων πληθωρισμός. "Επειτα καταλάβαμε πώς δέν έφυγε,
έμενε κοντά μας, άπειλητικός: λανθάνων πληθωρισμός,
έτοιμος νά έπωφεληθή άπό κάθε δυσκολία τών κρατών:
πόλεμοι, κοινωνικές συγκρούσεις, κακή συγκομιδή, γιά
νά ξαναρχίση Ενα φανερό καί καταστροφικό κυνηγητό.
Προσπάθησαν τότε νά κλείσουν δλες τΙς έξόδους τής φωλιάς του καί νά τόν έξορκίσουν σάν κακό δνειρο: ήταν ή

— 1 4 4

περίοδος τοΟ Απωθημένου πληθωρισμού. Ύστερα συνηθίσαμε στήν παρουσία του καί καταλάβαμε δτι κι 1 αύτός
συνήθισε μέ τή δική μας· τόν παραδεχτήκαμε, άρκεΐ νά
είναι διακριτικός. "Εγινε δ έρπων πληθωρισμός. "Ισως
έφτασε ή δρα πού, έχοντας ή άνθρώπινη κοινωνία γιά
μιά άκόμα φορά νικήσει θριαμβευτικά έκεΐνο που Απειλούσε νά τήν καταστρέψη, ot οίκονομολόγοι θάπρεπε νά
φτιάξουν τή θεωρία τού ύπηρετικοϋ πληθωρισμού.
— Δέν ύπάρχει δμως θεωρία χωρίς προηγούμενη πράξη. Μήπως λοιπόν ot κυβερνήσεις χρησιμοποιούν άπό τώρα αύτόν τόν ύπηρέτη - πληθωρισμό ;
— Καλύτερα μή μιλάτε γι* αύτό.
Τ. Κ.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

ΚΗ

*Απανθρωποποίηση τών πληροφοριών πού προορίζεται νά κάνη άδύνατη κάθε πολεμική. Δέν ύπάρχει κανένα άρθρο κανενός κωδικός πού νά έπιτρέπη νά κάνης
μήνυση έναντίον μιας ήλεκτρονικής μηχανής γιά δυσφήμηση.
Ζώρζ Xavetv

ΠΟΛΙΤΙΚΑ

ΚΟΜΜΑΤΑ

Υπόδειξη, προσχώρηση καί άμφισβήτηση είναι ot
τρεις μαστοί τής δημοκρατίας. Μά πρέπει νά ξέρουμε δτι

145

τό γάλα τους, στό μεγαλύτερο μέρος του, βγαίνει άπό τά
πολιτικά κόμματα.
Ή ύπόδειξη παρέχει τούς ήγέτες τών κομμάτων, τούς
ύποψηφίους πού παρουσιάζουν τά κόμματα στίς έκλογές
καί, κατά συνέπεια, τήν πλειοψηφία τών κυβερνώντων.
Βέβαια, μπορεί νά συμβή Ενας κυβερνήτης νά Επιτύχη
Εναντίον τών κομμάτων, προπαντός στιγματίζοντάς τα,
ή Ενας άνεξάρτητος νά ύποδειχτή άπό Ενα κόμμα. 'Αλλά
αύτά τά πράγματα — άν καί γίνονται καμιά φορά — είναι σπάνια. Ό κανόνας γιά νά πετύχης στήν πολιτική
είναι νά άναδυθής άπό ύπόδειξη σέ ύπόδειξη ώς τά άνώτερα δργανα Ενός κόμματος, ύστερα στίς Βουλές καί στήν
κυβέρνηση.
Ό κ. Μπλόκ Λαινέ, πού είναι καλός παρατηρητής,
διαπίστωσε δτι ή ύπόδειξη μπορούσε νά είναι ή καλύτερη
μέθοδος έπιλογής τών ήγετικών στελεχών τών βιομηχανικών έπιχειρήσεων. Πάει πολύς καιρός πού τό σύστημα
δοκιμάστηκε στήν πολιτική καί ή λειτουργία του προκαλεί γενική Ικανοποίηση.
Παρουσιάζει καμιά φορά μερικά μειονεκτήματα τόσο
στήν πολιτική, δσο καί στήν οίκονομία.
Τό πρώτο καί τό πιό έπίκαιρο είναι δτι κάνει έπίμοχθες τίς συγχωνεύσεις: δ κομματικός ή έπιχειρησιακός
πατριωτισμός ένισχύεται συνήθως άπό τίς εύκολίες πού
δημιουργεί ή ύπόδειξη. Τά συγκροτήματα δμως πού προέρχονται άπό συγχωνεύσεις πετυχαίνουν είτε πρόκειται
γιά τή σιδηρουργία τής Λωρραίνης είτε γιά τή Φίατ —
Σιτροέν. 'Αλλά ή Κοινή 'Αγορά τών έκλογέων πού πραγματοποιείται άπό τήν τηλεόραση, παρουσιάζεται άπό τήν
10

146

άποψη αύτή λιγότερο πιεστική άπό τήν Κοινή 'Αγορά
τών "Εξη: ή τύχη τής 'Ομοσπονδίας άποτελεΐ άπόδειξη.
Τό δεύτερο μειονέκτημα, πού ισχύει σέ δλες τΙς έποχές, μά πού α έμάς προμηνύεται πολύ σοβαρό στό μέλλον, είναι δτι μεταβάλλει τούς μή ύποδεικνυόμενους σέ
δυσαρεστημένους. 'Εφευρετικοί οί μή ύποδεικνυόμενοι στις
'Ηνωμένες Πολιτείες, βρήκαν τό σύστημα τών primaries,
δηλαδή τών προκαταρκτικών έκλογών, μέ τό δποίο έκλέγονται οί ύποψήφιοι κάθε κόμματος άπό τούς έκλογείς
τους, στερουμένων έτσι τών 'Επιτροπών, διοικητικών καί
τοπικών, άπό μιά άπό τΙς κύριες λειτουργίες τους καί άπό
πολλές έλπίδες.
Είναι γνωστό δτι ό κ. Βαλερύ Ζισκάρ ντ' ΈσταΙν έκθείασε πολύ αύτό τό σύστημα στίς λεωφόρους τής 5ης
Δημοκρατίας, άλλά δέν έξασφάλισε τό πράσινο σήμα τής
έξουσί ας.
'Αλλά τώρα πρέπει νά άσχοληθοϋμε μέ τή συμφωνία,
τή συναίνεση ή τήν προσχώρηση" γιατί άν ή ύπόδειξη
είναι, στή δημοκρατία δπως καί άλλού, τό συνηθισμένο
σημείο έκκινήσεως τής πολιτικής δραστηριότητας, οί δημοκράτες θέλουν νά έπιβεβαιώνεται μέ τήν συναίνεση ή
τήν άμφισβήτηση.
Δέν ύπάρχουν κόμματα χωρίς όπαδούς πού προσχώρησαν σ' αύτά" άλλά δέν ύπάρχουν οδτε καί έκλεγέντες χωρίς τήν συναίνεση τών έκλογέων σέ μιά ύποψηφιότητα.
Προπαντός, δέν ύπάρχει δημοκρατική κυβέρνηση πού μπορεί νά παραμείνη στήν έξουσία άρκετά χωρίς νά συναινέση μιά πλειοψηφία στήν πολιτική της. 'Ανάλογα μέ
τό άν τό καθεστώς είναι προεδρικό ή κοινοβουλευτικό, ή

147

συναίνεση τής πλειοψηφίας πρέπει νά έξασφαλίζεται σ'
όλόκληρη τή χώρα ή στό κοινοβούλιο (άν είναι δυνατό
καί στά δύο, κάθε φορά) " άλλά παρέχεται πάντα άπό
κόμματα ή άπό Ινα κόμμα.
Προσχώρηση ή συναίνεση έκδηλώνονται μιά φορά ύπέρ ένός προσώπου, άλλά θεωρείται δημοκρατικότερο νά
όργανώνωνται γύρω άπό Ινα πρόγραμμα. Μά αύτό δέν
σημαίνει πώς έτσι τά πράγματα γίνονται πιό άπλά.
Τό πρόγραμμα ή ή Ιδέα πού σχηματίζεται γι' αύτό
προμηθεύει σ' Ινα κόμμα τούς μαχητές καί τούς ψηφοφόρους του. Γιατί τό πρόγραμμα είναι ή σημαία πίσω άπό
τήν όποία βαδίζουν γιά νά πάρουν μιά μέρα τήν έξουσία.
Μά μόλις έξασφαλιστή ή έξουσία, τό πρόγραμμα μένει
καί τότε άκριβώς φαίνεται γενικά δτι είναι δύσκολη ή
πραγματοποίησή του. Ό κ. Ούίλσον έδώ καί πέντε χρόνια έφαρμόζει τό μέτρο τών ιδιαίτερων γιά τή Μ. Βρεταννία «βαρών», κοινωνιολογικών ή άλλων. Μά άλλοι,
πού δέν ήταν καθόλου "Αγγλοι, τά δοκίμασαν πρίν άπ'
αύτόν. "Ισως γιά νά έφαρμόσης μιά πολιτική θά πρέπει
ν' άποφύγης νά τήν έξαγγείλης άπό τά πρίν, πράγμα
πού γίνεται σ' έμάς έδώ καί δέκα χρόνια, τουλάχιστο ώς
τόν τελευταίο Μάη, 'Ιούλιο καί Νοέμβρη.
Αύτές, χωρίς άλλο, ol δυσκολίες, αύτές ol ύπαναχωρήσεις ή αύτές οΕ πονηρίες ύποχρέωσαν τήν 'Ομοσπονδία
καί τό Κομμουνιστικό Κόμμα νά μή βιαστούν καθόλου νά
βάλουν τήν ύπογραφή τοΰ προέδρου ή τοΰ γενικοΰ γραμματέως κάτω άπό ένα κυβερνητικό πρόγραμμα. Δέν τολμά κανείς νά πή δτι έχουν άδικο: τά γεγονότα τοΰ 1968
τό άπέδειξαν' πρέπει δμως κάποια μέρα νά βροΰν ένα

148

πεδίο συνεννοήσεως: καί στήν άριστερά, έπίσης, γιά νά
είναι άποτελεσματικό, τδ «άλλά» πρέπει τελικά νά καταλήγη σ' ένα «ναί».
Πάντως δποιος μπορεί νά πή ναί, πρέπει νά μπορή
νά πή καί δχι: μέ τήν άμφισβήτηση διακρίνεται καλύτερα ή δημοκρατία άπδ τή δικτατορία. Ό ψηφοφόρος
μπορεί νά πή «δχι» σέ μιά ύποψηφιότητα ή σ' ένα δημοψήφισμα' τό μέλος μιας Βουλής μπορεί νά συζητά ένα
σχέδιο νόμου, νά κάνη άντιπροτάσεις, νά ψηφίζη έναντίον" μπορεί έπίσης ν' άρνήται τήν έμπιστοσύνη του στήν
κυβέρνηση.
Τελικά δμως Ισχύει μέ τήν άμφισβήτηση δ,τι καί μέ
τήν προσχώρηση: δέν είναι άποτελεσματική δταν είναι
σκόρπια. "Οταν μιά κυβέρνηση άκούη νά τήν έπικρίνουν
δτι κάνει πολλά καί ταυτόχρονα δτι κάνει πολύ λίγα, θά
τήν γλυτώση φτηνά καί παρά τΙς έπικρίσεις, ή μάλλον
χάρη σ' αύτές καί στίς άντιφάσεις τους, θά συνέχιση νά
κάνη τού κεφαλιού της...
°Ολ' αύτά τ' άναφέρουμε γιά νά θυμίσουμε πώς μιά
καλά όργανωμένη άμφισβήτηση πρέπει νά κατευθύνεται
άπό ένα κόμμα ή άπό σύνολο κομμάτων πού συνιστούν μιά
συμπαγή άντιπολίτευση. Στήν πολιτική, δπως καί στήν
δρχήστρα, οί φάλτσες νότες άκούγονται καί τό κοινό δέν
παραλείπει νά σφυρίζη.
"Ας πάμε πιό μακριά. Ό Ναπολέων πού γνώριζε τήν
τέχνη τής πολιτικής δσο καί τήν τέχνη τού πολέμου, συνήθιζε νά λέη: «Καταστρέφει κανείς καλά μόνο έκεΐνο
πού άντικαθιστά». Στή δημοκρατία, τά παιγνίδια είναι μαλακότερα" μά είναι πάντα άλήθεια δτι τούς άμφισβητούν-

149

τες τούς παίρνουν στά σοβαρά δταν φαίνωνται Ικανοί ν'
Αντικαταστήσουν τούς Αμφισβητούμενους. Μόνο μιά όργανωμένη πολιτική δύναμη μπορεί ν' άντικαταστήση μιά
όργανωμένη πολιτική δύναμη.
Ή Αμφισβήτηση, δπως καί ή συναίνεση (ή, στήν Αρχ ή , ή ύπόδειξη) είναι Αναγκαστικά στό ούσιαστικό μέρος της, έργο τών πολιτικών κομμάτων.
'Αντρέ 'Ωριού

ΠΡΑΞΙΚΟΠ

HUA

Βίαιη ιδιοποίηση τών μέσων τής έξουσίας άπό μιά
δμάδα Ενοπλης μειοψηφίας.
Έ ν ώ ή έπανάσταση έχει πάντα Ιστορικές ρίζες καί
χρησιμοποιεί Ιδεολογικούς λόγους, λίγο ή πολύ έπιβεβαιωμένους, τό πραξικόπημα παρουσιάζεται σάν προϊόν
περιστασιακών θελήσεων πού συσπειρώνονται γύρω άπό
προβλήματα έπιχειρησιακής τεχνικής.
Μέ δεδομένη αύτή τή διαφορά χαρακτήρα, οί σχέσεις άνάμεσα στήν έπανάσταση καί στό πραξικόπημα είναι ποικίλες. Ή πιό σημαντική είναι ή άκόλουθη: καταστρέφοντας τήν άρχή τής νομιμότητας πού έξασφαλίζει
τήν όμαλή διαδοχή τής έξουσίας σ' ένα Κράτος πού δέν
έφτασε άκόμα στήν ύπερβολική καί, ταυτόχρονα, εύτελή
διάσταση τού «καθεστώτος» καί τοϋ «κόμματος», ή έπανάσταση Αναπόφευκτα Ακολουθείται Από πραξικοπήματα,
πού Απομένουν τό μοναδικό μέσο γιά νά λύνωνται οί συγ-

150

κρούσεις διαδοχής άνάμεσα στούς μνηστήρες τής έξουσίας πού προέρχονται άπδ τήν Ιδια έπαναστατική ρίζα.
Ή κατάληψη τής Βαστίλλης δδήγησε πολύ λογικά στή
18η Μπρυμαίρ, ή έπανάσταση τοϋ 1848 στή 2α Δεκεμβρίου. Ή ένέργεια τών μπολσεβίκων τόν 'Οκτώβρη τοϋ
1917 παρουσιάζεται μάλλον σάν ίνα μικτό περιστατικό
παρά σάν όμογενές γεγονός, παρουσιάζεται σάν Ινας άρκετά πετυχημένος συνδυασμός πραξικοπήματος μέ λαϊκή
συμμετοχή. Παρά τό έξαιρετικό κύρος τοΰ Λένιν καί τήν
προσχώρηση ένός μεγάλου τμήματος τοΰ πληθυσμοΰ, τό
καινούριο κομμουνιστικό Κράτος δέν έπαψε νά είναι βορά
άλληλοσπαραγμών πού δέν μπορεί νά θεωρηθούν τό άντίστοιχο τών συνηθισμένων κρίσεων σέ μιά δημοκρατική
χώρα. Ό θάνατος τοΰ Λένιν δέν άφήνει κενό' άφήνει ξεχείλισμα.
Χτίστηκε καλά ένα ιεραρχημένο σύστημα, μά σ' αύτό
τό σύστημα γιά νά κυκλοφορή τό αίμα πρέπει πρώτα ν'
άρχίσουν νά τό χύνουν. Ό άγώνας συνεχίζεται στά «σιωπηλά» σέ σκοτεινούς διαδρόμους ή μάλλον ξεσπάει μέ πάταγο σέ δίκες, πού στήν πραγματικότητα είναι σφαγές
συνοδευόμενες άπό ρητορία καί στόμφο. Ά λ λ ά αύτό δέν
άλλάζει καθόλου τήν κατάσταση: ό άγώνας παραμένει έκδήλωση μιας κληρονομικής άρρώστιας πού τούς παροξυσμούς καί τΙς ύποτροπές της μπορείς νά τΙς παρακολουθήσης στό ήμερολόγιο. Προκαλεί χαρά τό γεγονός δτι ό
Χρουστσώφ δέν έχασε τή ζωή του. Καθαιρέθηκε μόνο. Ό
Μπέρια έκκαθαρίστηκε βιολογικά. Αύτού τοΰ είδους ή
πρόοδος γοητεύει τά καλά πνεύματα, πού, δντας συντηρητικά, κλίνουν πρός τή συντήρηση τόσο τών προσώπων

151

δσο χαΐ τών άγαθών. Κατά τά άλλα, άπό τό 1927 ώς τό
1940, χιλιάδες τροτσκιστές κυνηγήθηκαν σάν καταραμένα θηράματα γιατί θέλησαν νά έμφανιστοΟν σάν άκέραιοι
συνεχιστές τής έπανάστασης, άσκητές τής θεωρίας. Αύτούς τους άνθρώπους, αύτούς τους τροτσκιστές, τούς έξολόθρευσαν, δχι, καθόλου, γιά τήν ποιότητα ή γιά τό βαθμό τής βλαβερότητας τών ιδεών τους, άλλά γιατί ήθελαν
νά εισαγάγουν μιά τ ά ξ η σ υ ν ε χ ε ί α ς — συνεπώς
μιά παραλλαγή λογικής νομιμοποιούμενης διαδοχής στόν
καθοδηγητικό όργανισμό ένός καθεστώτος στούς κόλπους
τοΰ όποιου λειτουργούν ot κανόνες τής προαγωγής καί τής
έπιβίωσης πού προέρχονται άπό τή μεθοδολογία τοΰ πραξικοπήματος. Προσωπικό πραξικόπημα, μέ συμμετοχή καί
τής φατρίας ή καί εύρύτερων συμμαχικών όμάδων, δέν
έχει σημασία. Πρόκειται γιά έναν άνταγωνισμό σέ κλειστό
κύκλωμα δπου ή κατανομή τών ρόλων βασίζεται σέ κάποια άπειλή βίας.
Μέ τό μοναδικό κόμμα συμβαίνει δ,τι καί μέ τά βιομηχανικά ή τραπεζικά τράστ: είναι ένα μονοπώλιο δυνάμεως. Ζητούν τή γνώμη τών μετόχων γιά τούς τύπους.
01 θεσμοί (έκλογές, γενική συνέλευση, άνώτατο σοβιέτ)
μοναδικό ρόλο έχουν νά χρησιμεύουν γιά έξωρραϊστικός
διάκοσμος, νά συντηρούν τήν παρωδία γιά έλεύθεοη θέληση τών μαζών. Είναι ό νόμος τής χούντας κι' άν άκόμα
αύτός ό νόμος τής χούντας καταλήγη νά παίρνη τέτοιες
άποχρώσεις ώστε νά έμφανίζη καί ένα πρότυπο μετριοπάθειας καί άνοχής, πάντα καλύπτει αύτό πού δ A.A.
ντέ Μπόλαντ όνομάζει «κοινωνία χωρίς γενική θέληση».
Ή ιστορία, βέβαια, άπό τήν αύγή της, είναι ή ύπη-

162

ρεσία τοποθετήσεως τής Ανθρώπινης φιλοδοξίας καί τών
βιαιοτήτων της. Τό Αποτέλεσμα είναι μιά ψυχρή άλυσιδωτή σειρά άπό έγκλήματα, μιά άκόρεστη καί άγρια έπιθυμία κυριαρχίας. Μπορεί έδώ νά μιλήσης γιά τό «σεπτό έγχείρημα τοϋ φονιά» καί ή έποχή μας θά ήταν, άπό
τήν άποψη αύτή, λιγότερο γόνιμη άπό άλλες σέ άτομικές θηριωδίες, άκόμα καί σέ πολιτικές τραγωδίες. Υπάρχει δμως, άνάμεσα στό παρελθόν καί στό παρόν, μιά διαφορά έφαρμογής καί μεθόδου πού έπιδρά καί στήν ψυχολογία τού πραξικοπήματος καί πού δέν έξηγεΐται παρά
μόνο μέ τήν ύπερτίμηση τών άντικειμένων σέ βάρος τών
προσώπων. Χθές τό σημαντικό ήταν νά μαχαιρώσης τόν
Καίσαρα* σήμερα τό σημαντικό είναι νά καταλάβης Ινα
τηλεφωνικό κέντρο, ένα άεροδρόμιο, τό κτίριο τής ραδιοφωνίας, τό κεντρικό έργοστάσιο ήλεκτρικοϋ ρεύματος. "Οποιος μπορεί νά βυθίση μιά πρωτεύουσα στό σκοτάδι, μπορεί νά τής ύπαγορεύση καί τό μέλλον της. "Ενας άρχηγός, μιά όμάδα δράσης, δέν χαρακτηρίζονται πιά άπό τόν
τρόπο πού διοικούν, άλλά άπό τό ύλικό πού διαθέτουν.
Δέν ζηλεύουν πιά κάποια ξεχωριστή τους μεγαλοφυία,
έποφθαλμιούν τόν πίνακα καταστρώματος.
Αύτή ή άλλαγή ένδιαφερόντων είναι στά μέτρα τής
σύγχρονης κοινωνίας πού χαρακτηρίζεται άπό τήν έξύψωση τού μηχανικού δντος. Τό βολάν, μπορούμε νά πούμε,
έγινε μιά συνειδησιακή κατάσταση. 'Αφού ή τάση τής
τεχνοκρατικής κοινωνίας μας είναι νά συγκεντρώνη καί
νά συνδέη τά μέσα μέ τά όποια άσκεΤται ή έξουσία — γίνεται συνήθως λόγος γιά «κουμπιά», γιά αίθουσες διοικήσεως— είναι δυνατό νά κατορθώσουμε νά κατασκευά-

153

σουμε *al «τδ κουτί τής έξουσίας» καί νά φτάνη πιά ή
κατοχή αύτού μ ό ν ο τ ο ύ Α ν τ ι κ ε ι μ έ ν ο υ , πού
Αποτελεί τόν έσχατο θρίαμβο τοΟ ήλεκτρονικοΟ μακιαβελλισμοϋ, γιά νά θεμελιώσης ένα καθεστώς καί v i τού δώσης ύπόσταση πού ΘΑ τήν όφείλη μόνο στήν κατοχή αύτοΟ
τοϋ καθολικού δργάνου. Ά π ό τήν έπιχείρηση αύτήν ή έπιστήμη θάβγαινε μεγεθυνμένη καί ή πολιτική μειωμένη,
ΑλλΑ έχουν δίκηο ν' Αναρωτιούνται μήπως ή Γδια ή πολιτική δέν τείνει νά γίνη γιά μερικούς μιά δράση μυημένων καί γιά τούς πολλούς μιά Απλή συλλογή Ανεκδότων.
Έ διάδοση — άν δχι ή έπιρροή — τών πραξικοπημάτων στίς χώρες πού άπέκτησαν τελευταία τήν άνεξαρτησία τους φαίνεται άναπόφευκτη καί οί ένδιαφερόμενοι
λαοί είναι οί πρώτοι πού τά ύπομένουν καρτερικά. Οί μόνοι τίτλοι νομιμότητος — έκτός άπδ τΙς περιπτώσεις δρισμένων ήγεμόνων— πού μπορούν νά έπικαλεστούν οί ήγέτες πού άνέλαβαν τή διακυβέρνηση αύτών τών χωρών
μετά τήν άποαποικιοποίησή τους, είναι οί άναμνήσεις τής
μαχητικής τους δράσης έναντίον τής μιάς ή τής άλλης
άποικιακής δύναμης. Άλλά οί άναμνήσεις σβήνουν γρήγορα, οί θεσμοί είναι άδύνατοι καί ή χωροφυλακή έχει
τδ δικαίωμα νά όνειρεύεται.
Ακριβώς έπειδή σπάζουν τήν έννοια τής συνεχείας,
έπειδή βιάζουν τό κορμί τού έθνους, οί πρωτεργάτες τού
πραξικοπήματος ύποφέρουν άπό δύο συμπλέγματα : τό
σύμπλεγμα τού άξιοσέβαστου καί τό σύμπλεγμα τής διάρκειας. Άνάλογα μέ τό κοινό στό όποιο διαλέγουν νά άπευθύνωνται, έξαγγέλλουν παραδειγματική αύστηρότητα ή

154

ύπόσχονται δικαιοσύνη σ' έκείνους πού δέν τήν περιμένουν πιά. Δικτάτορες δπως δ Βάργκας ή δπως δ Περδν
— άλλά καί δ Νάσερ πού ξεχάστηκαν πιά τά χρόνια τοΰ
συντηρητισμού καί τής σύνεσής του — χρησιμοποίησαν
κατά καιρούς καί τόν ένα καί τόν άλλο μύθο. Δέν είναι
σωστό νά ποΰμε πώς έχασαν παίζοντας καί στά δύο ταμπλώ. Πρέπει δμως νά σημειώσουμε δτι αύτός ό πολιτικός χορός σκορπάει τήν άμφιβολία καί προκαλεί τή σύγχυση άκόμα καί στούς κόλπους τών άφοσιωμίνων στό καθεστώς. "Οσο γιά τήν κοινή γνώμη, τή διατρέχει τότ©
ένα θαλάσσιο ρεϋμα πού τήν έκνευρίζει χωρίς νά τήν
προσδένη.
Γιά νά κερδίση τή διάρκεια ένα καθεστώς πού γεννήθηκε άπό ένα πραξικόπημα, δημιουργεί μιά πελατεία
καί έπιδίδεται σ' Ινα «έργο». Δημιουργεί λοιπόν γιά τήν
κινητοποίηση τών μαζών όργανώσεις διαρθρωμένες σέ τύπο πυραμίδας πού όνομάζονται: Συγκέντρωση, Ένωση,
Συμμαχία, Μέτωπο, κ.λ. Λύτές οί όργανώσεις είναι τό
πνευματικό καί πολιτικό θησαυροφυλάκιο τού καθεστώτος. Οί ήγέτες τους, συνήθως τυφλοί, έχουν άποστολή νά
κάνουν τό άνοιγμα πρός τό μέλλον. "Αλλά ή στρατολογία άνθρώπων πού έξασφαλίζουν τή λειτουργία τής πυραμίδας γίνεται περισσότερο άπό συνενοχή παρά άπό πεποίθηση. Γι* αύτό, τό οικοδόμημα είναι πρόσκαιρο. Στό
'Αλγέρι, στίς 19 'Ιουνίου τού 1965, ό Μπουμεντιέν άνατρέπει τόν Μπέν Μπελλά καί άναλαμβάνει τήν ήγεσία
τής κυβερνήσεως Μπέν Μπελλά χωρίς τόν Μπέν Μπελλά.
"Ομορφα καί τακτικά, οί συνένοχοι άλλάζουν στρατόπεδο.
Δέν ύπάρχει ύποκατάστατο τοΰ ίεροΰ. Μπορεί, άπό

— 1 5 5

τήν άλλη πλευρά, νά έγκαταλείπης τό Ιερό γιά νά έπικαλεστής τή γενική συναίνεση, τό φωτοστέφανο τής έθνικής θελήσεως. Δέν ύπάρχει δμως σύστημα μόνιμης προσποίησης. Ot συνωμότες πρέπει μιά φορά γιά πάντα ν'
άποδεχτοΰν τήν Ιδέα δτι οί άπόγονοί τους θά είναι όρφανοί.
Ζώρζ Xavetv

ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ,

ΕΡΓΑΤΙΚΗ

ΤΑΞΗ

Συνώνυμο; Γιά νά τΙς έξετάσουμε καλύτερα, είναι
χρήσιμο νά τΙς διακρίνουμε. Ή λέξη «προλεταριάτο» ύπογραμμίζει κατ' άρχήν τή φτώχεια καί τήν άπομόνωση
τών έργατών, κι' έπειτα τό πνεύμα τής βίαιης έξέγερσης" δ δρος «έργατική τάξη» δείχνει τήν είσδοχή τού έργατικού κόσμου σ' ένα σύστημα, στό ταξικό σύστημα, πού
παρ' δλο δτι κυριαρχείται άπό άντιθέσεις, ένσωματώνει
τά στοιχεία του' έπιπλέον, στήν έκφραση «έργατική τάξη»
ύπάρχει ήδη ή Ιδέα μιάς δργάνωσης, ή σιωπηρή ιδέα
μιάς ταξικής συνείδησης πού διεκδικεί έπιστημονικά, μέ
βάση μιά στρατηγική, μιά ίση κατανομή τών εϊσοδημάτων. Ά π ό τό γεγονός αύτό, ή διάκριση έχει πολιτική καί
Ιστορική σημασία. Μπορούμε νά πούμε δτι δ δρος προλεταριάτο δείχνει μιά πιό παλιά πραγματικότητα άπ' δτι δ
δρος έργατική τάξη, άν καί ot δυό δροι χρησιμοποιούνται
ταυτόχρονα.
Ή λέξη «προλεταριάτο» δείχνει τήν κατάσταση τοϋ
έργατικοϋ κόσμου, δταν ήταν άπομονωμένος καί παραπε-

156

ταμένος. " 2 ς τό 1914 μπορεί v i πή κανείς δτι οΕ έργάτες ζούσαν σέ ένα είδος στρατοπέδου συγκεντρώσεως.
"Ο,τι ήταν γιά τόν δυτικό κόσμο τό σύμβολο τής τιμωρίας: ή καταναγκαστική έργασία, ot στερήσεις, ή Απομόνωση, ή πείνα, ή έξευτελιστική όμαδική συμβίωση ήταν
οΕ κανονικές συνθήκες ζωής τών έργατών τής βιομηχανίας. "Οπως οί άρρωστοι, δπως οί φτωχοί, δπως οί τρελλοί, οί έργάτες ζούσαν σέ γκέττο.
Άλλά ή λέξη προλεταριάτο άναφέρεται έπίσης καί
στήν πνευματική Αθλιότητα. Ό έργάτης ήταν άποστερημένος άπό κάθε έκπαίδευση καί καταδικασμένος έτσι νά
άγνοή τήν έννοια τής μοίρας του. Κυριολεκτικά ζούσε
σάν αΙχμάλωτος. Έδώ έχουν τήν αίτία τους οΕ βίαιες
έξεγέρσεις του, αύτός ό άνελέητος πόλεμος πού ξέσπαγε
συχνά άνάμεσα σ' αύτή τήν δμάδα πού ζούσε έςόριστη,
άποκλεισμένη άπό τήν κοινωνία κι' αύτή τήν κοινωνία
πού ζούσε χάρη στόν έργάτη σέ μιά σχετική έλευθερία.
Γι' αύτό είναι δύσκολο νά πούμε πώς τό προλεταριάτο
ήταν τάξη" ήταν μάλλον αύτόνομη κοινωνική δμάδα γιατί
ήταν μαντρωμένο, κυκλωμένο άπό τή δυστυχία. Αύτό έξηγεϊ τήν ιδέα τού Μάρξ κατά τήν δποία μόνο ή ταξική
συνείδηση κάνει τήν τάξη, καί τήν έκφραση «τό προλεταριάτο θά ύπάρξη σάν τάξη ή δέν θά ύπάρξη». Υπήρχε
ένας άρχαϊσμός τοϋ προλεταριάτου πού ζούσε σ' άλλη έποχή άπό τό σύνολο τής κοινωνίας. Ή άθλιότητα στις
βιομηχανικές κοινωνίες σήμαινε πάντα τήν καθυστέρηση
στό χρόνο, τό σταμάτημα σέ άλλοτινούς καιρούς. Οί διαφορές άνάμεσα στις κοινωνικές όμάδες είναι έπίσης δια
φορές στόν ρυθμό μέσα στήν 'Ιστορία. "Αλλοτε τό προλε-

157

ταριάτο, σήμερα ot 'Αφρικανοί ή οί 'Ινδοί, βρίσκονταν
στήν άγνοια τής παιδικής ήλικίας άπέναντι στήν τεχνική
άνάπτυξη τής ώριμης ήλικίας.
Τό πέρασμα τοΟ προλεταριάτου στήν κατάσταση τής
έργατικής τάξης παραμένει μυστήριο. Ό μακιαβελλισμός
πού άποδίδεται στήν άστική τάξη καί στόν κρατικό της
μηχανισμό κάνει Ακατανόητη τήν άργή καί σταθερή άνοδο αύτού τοϋ Απομονωμένου κόσμου σέ ένα καθεστώς ήμιεπίσημης άναγνώρισης. Είναι πάντως γεγονός δτι ή σύγχρονη έργατική τάξη έσπασε τήν άπομόνωση τοΟ προλεταριάτου. Βρισκόμαστε μπροστά σέ μιά συνεχή μεταβολή,
σέ μιά μετανάστευση πού έπιτρέπει συμμετοχή, άκόμα
δευτερεύουσα, τών έργατών στή διαχείριση τών δημοσίων πραγμάτων. Μ' ένα συμπληρωματικό φαινόμενο, ή
παραδοσιακή άστική τάξη, χάνοντας τούς σκλάβους της,
τροποποιεί τή στάση της. Μπορεί νά διαπιστώση κανείς
στήν έργατική τάξη τών άναπτυγμένων χωρών μιά δίψα
γιά συμμετοχή στό σύνολο τής κουλτούρας. "Ερωτας γιά
δλες τΙς έκδηλώσεις πού δείχνουν συνολική συμμετοχή :
λαϊκή μουσική, λαϊκές διασκεδάσεις, λαϊκά είδη καταναλώσεως. Προσήλωση στούς συλλογικούς θεσμούς: κοινωνικές άσφαλίσεις, άλλά καί γιορτή τών μητέρων, πρωτομαγιά, μά καί γιορτή τών κρίνων.
Δέν είναι ίσως τυχαίο πώς αύτό τό ιδανικό σφυρηλατήθηκε στό Μεγάλο Παγκόσμιο Πόλεμο τού 1914, πού
ήταν μεγάλη αύτοκτονία τών άστών καί δωρεάν διανομή
εισιτηρίων γιά τή νέα κοινωνία. Παρ' δλ' αύτά, τό ούσιαστικό σημείο είναι ή καθιέρωση μιάς έργατικής στρατηγικής πού άντικατέστησε σιγά - σιγά τόν κοινωνικό πό-

158

λεμο. Ot άπεργίες, ot έκλογές, ή φοίτηση στά σχολεία,
άντικατέστησαν σιγά - σιγά τήν άλλοτινή βία. Μέ δλα τά
μέσα ή έργατική τάξη καταργεί τά σύνορά της καί ζητά
νά πάρη μέρος στήν έξουσία. Τείνει λιγότερο στό v i πάρη τήν έξουσία καί περισσότερο στό νά τήν έπηρεάση,
νά λ ο γ α ρ ι ά ζ ε τ α ι . Αύτόματα, τό πρόβλημα μιάς
δημοκρατικής διαχείρισης τών δημοσίων πραγμάτων, που
τόσο καλά είχε λυθή μέ τό σύνθημα τής δικτατορίας τού
προελταριάτου, ξανατέθηκε. Στήν πραγματικότητα, τό νά
συμμετέχης στή διαχείριση μέσω αύξημένης κατανάλωσης, μ' ένα πιό άφθονο εισόδημα, άποτελεΐ διεύρυνση
τής έμπορευματικής κοινωνίας.
Ό σημερινός σοσιαλισμός καί ό σημερινός φιλελευθερισμός δέν άποβλέπουν σέ τίποτα άλλο έκτός άπ' αύτή
τήν έπέκταση. Μπορεί κανείς νά λυπάται γ ι ' αύτό καί νά
νοσταλγή τό προλεταριάτο, έκτός νόμου όμάδα ποδκανε
νά γεννιώνται τόσες έλπίδες. Μά αύτή ή αύξημενη συμμετοχή, αύτή ή διεύρυνση μεταβάλλει βαθιά τήν κοινωνία καί προαναγγέλλει, άπό δρόμους πού κανένας δέν είχε
φανταστή, μιά άληθινή έπανάσταση. Γι' αύτό, δταν ή κοινωνιολογία διαπιστώνη τήν άστικοποίηση τοΰ προλεταριάτου καί βλέπει σ' αύτό τό γεγονός άρνηση τοΰ μαρξισμού, άντιφάσκει. Γιατί, θέλοντας νά άπορρίψη αύτή τή
θεωρία, υίοθετεΐ τΙς άρχές της. Είναι πιθανό ό προλετάριος - άστός, δχι μόνο νά μή μάς δδηγή στήν έποχή τοΰ
καπιταλιστικού θριάμβου, άλλά καί νά είναι τό σημάδι
μιάς άνείπωτης μεταλλαγής.
Πέρα άπ' αύτό, ή άντίθεση προλεταριάτου — άστική
τάξη σέ μιά χώρα πολύ έκβιομηχανισμενη δέν είναι πα-

159

ρά ένα στοιχείο μιας πολύ πιό δυνατής άντίθεσης: τής
άντίθεσης άνάμεσα στίς βιομηχανικές χώρες καί στά ύπανάπτυκτα έθνη. Είναι άναντίρρητο πώς ή λύση δρισμένων ταξικών συγκρούσεων στίς δυτικές χώρες έγινε δυνατή μέ τήν δξυνση τής έκμετάλλευσης τών άποικιοποιημένων χωρών.
Ή σημερινή κατάσταση θυμίζει, άπό μιά δρισμένη
άποψη, τήν κατάσταση πού περιγράφει 6 Μάρξ στό βιβλίο του «Ot ταξικοί άγώνες στή Γαλλία άπό τό 1848
ώς τό 1851». Έ βασική άντίθεση ήταν άνάμεσα στήν άστική τάξη καί στό προλεταριάτο, ot δευτερεύουσες άντιθέσεις ήταν ot άντιθέσεις άνάμεσα στά διάφορα τμήματα
τής άστικής τάξης (γεωργική άστική τάξη, τραπεζική
άστική τάξη, βιομηχανική άστική τάξη, μικροαστική τάξη) . Ot συγκρούσεις άνάμεσα στίς έσωαστικές όμάδες
έπηρεάζονταν βασικά άπό τήν κύρια άντίθεση.
Σήμερα μπορεί ν' άναρωτηθή κανείς μήπως ή θεμελιακή άντίθεση πού φέρνει άντιμέτωπα τά προλεταριακά
καί άγροτικά έθνη μέ τά έθνη πού μπορούμε νά τά πούμε
«άστικά» (στό βαθμό πού τά πλούτη τους προέρχονται κατά μεγάλο μέρος άπό τήν έκμετάλλευση τών φτωχών κοινωνιών) δέν προσδιορίζει δευτερεύουσες συγκρούσεις στούς
κόλπους τών πλούσιων έθνών (λόγου χάρη τό πραξικόπημα τού 1958 στή Γαλλία) καί έπίσης προσωρινές καί
άπατηλές συμφιλιώσεις άνάμεσα στό προλεταριάτο καί
στήν άστική τάξη σ' αύτά τά ίδια έθνη (λόγου χάρη ή
ένωση τής 'Αριστεράς στή Γαλλία άπό τό 1967). Τό
προλεταριάτο τών βιομηχανικών έθνών παίζει λοιπόν πολλές φορές τό ρόλο μικροαστικής τάξης. Αύτή ή σύνεργα-

160

σία δημιουργεί μεγάλο κίνδυνο νά καλύψη τή βαθειά άντίθεση που ύπάρχει άνάμεσα στά βιομηχανικά καί στά
προλεταριακά έθνη.
Κι' δπως δ Μάρξ στά 1848 προσπαθούσε νά κάνη
τούς φιλελεύθερους σοσιαλιστές νά καταλάβουν δτι δ άντίπαλος δέν ήταν πιά ή φεουδαρχική άριστοκρατία, άλλά
ή βιομηχανική άστική τάξη (πού οί σοσιαλιστές τή θεωρούσαν φίλο τους), τό Ιδιο καί σήμερα θάταν μάταιο νά
πιστεύουμε πώς ή έξασθένηση τής ταξικής πάλης στίς
βιομηχανικές χώρες σημαίνει τό τέλος κάθε ταξικού άγώνα καί τήν παγκόσμια συμφιλίωση.
Ραφαέλ Πιβιντάλ

Π Ρ Ο Ο ΔΕ Υ Τ Ι Σ Μ Ο Σ
Μέ τήν πλατειά έννοια, αύτός ό δρος ύποδηλώνει κάθε διδασκαλία ή στάση πού θεωρεί δυνατή τήν τελειοποίηση τού άνθρώπου καί σάν άξια τήν τελειοποίησή του.
Μέ τή στενή έννοια, χαρακτηρίζεται σήμερα προοδευτικός έκεϊνος πού, χωρίς νά προσχωρή γιά φιλοσοφικούς,
ήθικούς ή θρησκευτικούς λόγους σέ μιά άπό τΙς έπίσημες Ιδεολογίες τής ' Α ρ ι σ τ ε ρ ά ς (βλ. τή λέξη), πιστεύει δτι ή δράση πού άναπτύσσει (ή θάθελε ή θάπρεπε
ν' άναπτύσση) ή 'Αριστερά είναι σωστή κι' οί σκοποί
της πραγματοποιήσιμοι. Τώρα, στίς χώρες τής Δυτικής
Εύρώπης, δ προοδευτικός μ' αύτή τή στενή έννοια, είναι
περιζήτητος, είναι ύλικό κατάλληλο γιά νά βουλώνης τρύ-

161

πες, τσιμέντο, χάρη στό όποϊο, άν βοηθήσουν οί περιστάσεις, τοΟβλα διαφορετικού χρώματος, σύστασης καί μεγέθους, ύπάρχει ή δυνατότητα νά δργανωθούν μιά μέρα καί
νά γίνουν τοίχος, οικοδόμημα. Ά π ό τήν άποψη αύτή ό
προοδευτικός είναι άντικειμενικά, ταυτόχρονα ό καταλύτης καί τό πρόσχημα" τού άναγνωρίζουν τήν εύρύτητα
τού πνεύματος, τήν εύφυία καί μιά άφέλεια καλής ποιότητας. "Ετσι, άποτελούν πολιτικές κατηγορίες ό προοδευτικός χριστιανός, ό προοδευτικός βουδδιστής, δ προοδευτικός άντιδραστικός (Αναφερόμαστε έδώ στό γνωστό, καί
δχι παλιό, έπεισόδιο τής γαλλικής πολιτικής ζωής, κατά
τό όποΐο οί δργανώσεις τής Αριστεράς άνέβαζαν στά ούράνια όποιοδήποτε γερουσιαστή πού, ά ν κ α ΐ ήταν έκλεγμένος μέ ψήφους τής Δεξιάς, έκδήλωνε μ* όποιοδήποτε
τρόπο τήν άντίθεσή του στήν Ατλαντική Συμμαχία).
"Ας άφήσουμε δμως τά συγκεκριμένα περιστατικά.
Υπάρχει μιά πραγματική προοδευτική Ιδεολογία στήν
δποία άνήκει — άπατηλά ή είλικρινά — δ άλφα ή βήτα
προοδευτικός, περιστασιακά ή πραγματικά, καί τής όποιας ένδιαφέρει νά καθορίσουμε τΙς βασικές θεωρητικές
δψεις. Ή δροθέτηση είναι δύσκολη: ό 19ος καί άργότερα
ό 20ός αίώνας, τόσο στίς διδασκαλίες δσο καί στά γεγονότα, έδωσαν στήν έννοια τής προόδου τόσο μεγάλη
σημασία πού είναι δύσκολο σήμερα νά βρής έναν ύποψήφιο, σέ δποιεσδήποτε έκλογές, πού νά μήν έμφανίζεται γιά προοδευτικός. Ποιός θά τολμούσε νά δμολογήση
δτι είναι συντηρητικός ή άντιδραστικός; Ό σ υ ν τ η ρ η τ ι κ ό ς διακηρύσσει δτι, συντηρώντας δ,τι κατακτήσαμε, θά προοδεύσουμε πραγματικά, άποτελεσματικά, θ' άν10

— 1 6 2

τισταθούμε καλύτερα στίς τρελλές περιπέτειες πού προτείνουν οί ζηλωτές τοΟ νεωτερισμού, πού άποτελεΐ σπέρμα έκφυλισμού" δσο γιά τούς Αντιδραστικούς... μά μόνο
άχρηστα άτομα παρουσιάζονται πιά σάν τέτοια" είναι
δύσκολο νά φανταστή κανείς σήμερα μιά πολιτική όμάδα
νά όμολογή δτι είναι ύπέρ τής στασιμότητας ή καί τής
έπιστροφής στά παλιά" ή «φιλοσοφία» είναι μακρυνή ύπόθεση κι' ή βιομηχανία, στήν κίνησή της, νικά τά πάντα...
Ά λ λ ά γιά νά μήν παραπλανηθούμε, πρέπει νά προσπαθήσουμε νά καθορίσουμε πολύ συγκεκριμένα καί, άς
ποΰμε, προσεχτικά, τί θά πή προοδευτικός μέ τήν πλατειά έννοια. Λύτός ό καθορισμός δέν είναι τόσο εύκολος,
άφοΟ στή βάση τής Ιδέας τής προόδου παρεισφρύουν διφορούμενες, διαφορετικές καί, ίσως, άντιφατικές άντιλήψεις.
Γιά νάχη ή ιδέα τής προόδου κάποια σημασία, πρέπει πρώτ' άπ' δλα νά έ χ η άναγνωριστή σάν ού σ ι α σ τ ικ ή ή έννοια τοΰ γίγνεσθαι. Οί άρχαΐοι —"Ελληνες καί
καί Ρωμαίοι — λόγου χάρη, πού άπό τή σκέψη τους δέν
έλειπε ό όρθολογισμός καί πού δημιούργησαν τόσο άξιόλογα Ιστορικά έργα πού είναι δύσκολο νά τούς άρνηθής
τήν αίσθηση τής ιστορικότητας, άγνόησαν, στό σύνολό
τους, τήν πρόοδο' θεωρούσαν τό γίγνεσθαι σάν μή ούσιαστικό (άκόμα καί άρνητικό). "Ηξεραν τόν άνθρωπο λεία
στις άναποδιές τής Ιστορίας" δέν άντιλαμβάνονταν τόν
άνθρωπο σάν δημιουργό τής μοίρας του, σάν ριζικά μεταβαλλόμενο τόν ίδιο μέσα στό ειδικό του γίγνεσθαι. Πίστευαν στήν έννοια μιάς «άνθρώπινης φύσης», άρμονικοϋ
στοιχείου τού σύμπαντος, πού έχει νά πραγματώση τήν

163

άμετακίνητη άρετή της σέ περιστάσεις, διαφορετικές φυσικά κάθε φορά, μά που πάντα μποροΟν νά άναχθοΟν σ'
ένα τύπο πού μπορεί νά προβλεφθή.
Στό χριστιανισμό δπως είναι φανερό, χρωστάμε τήν
βασική Ιδέα πού συγκροτεί τή σημερινή μας άντίληψη τής
προόδου: τήν άντίληψη ένός έξελικτικού άνθρώπινου γίγνεσθαι, μέσα στό όποιο κάθε στιγμή είναι, σέ σχέση μέ
τήν προηγούμενη, νέα, άλλά καί παραμένει στενά συνδεδεμένη μαζί της" τήν άντίληψη μιάς μοναδικής άλυσίδας
γεγονότων, πού έχει μιά άρχή καί τείνει πρός ένα τέλος, πού έχει μιά σημασία, δηλαδή μιά κατεύθυνση καί
ένα δικό της τρόπο νά τήν άντιλαμβάνεσαι. Ό Αύγουστίνος, λόγου χάρη, συλλαμβάνει τόν Ιστορικό χρόνο σάν
ένιαία κίνηση, πού πηγαίνει άπό τήν πρωταρχική στιγμή — τή στιγμή τής Δημιουργίας— στήν έσχατη στιγμή — στή στιγμή πού ό ίδιος δ χρόνος καταλύεται. Μ'
αύτή τήν προοπτική, κάθε στιγμή είναι πρωτότυπη άπό
τό γεγονός δτι είναι πρόσκαιρη" σάν τέτοια, δέ μπορεί
παρά νά έχη τή σημασία της: είναι «Ινας σταθμός στούς
δρόμους τής ζωής»' κάθε γεγονός είναι, σύμφωνα μέ ένα
συνηθισμένο λογοπαίγνιο, ένα άνέβασμα (Σ.τ.Μ. eveneηιβηΐ=γεγονός, avenement=άφιξη, άνάρρηση, άνέβασμα).
Ενότητα τοΟ χρόνου, έννοια τής 'Ιστορίας, γίγνεσθαι
τών άνθρώπων Αφομοιωμένο ή άναγόμενο σέ μιά ένιαία
έξέλιξη, τήν έξέλιξη τής άνθρωπότητας γενικά, αύτές είναι οί τρεις διαστάσεις πού καθορίζουν τό χώρο στόν δποϊο θά άναπτυχθοΰν οί σύγχρονες φιλοσοφίες τής 'Ιστορίας καί οί θεωρίες τής προόδου. Καί στίς μέν καί στίς

164

δέ δ Αιώνας τοΟ Διαφωτισμού θά προσφέρη ίνα Αποφασιστικό στοιχείο καί θά έπισπεύση Ιτσι τήν ένοποίηση
τοΟ δφους τους (άν δχι τοϋ περιεχομένου τους). Στήν Ιδέα τής έξέλιξης θά προστεθή, σάν συμπληρωματική, ή
Ιδέα τής συσσώρευσης: ή άνθρωπότητα δχι μόνο μεταβάλλεται, στήν πορεία τοϋ χρόνου, καί, άναλογιζόμενη τά
λάθη πού Εχει διαπράξει, γίνεται Ικανή, άρκεϊ νά τό θέλη, νά βελτιωθή, άλλά καί συσσωρεύει.
Αύτό πού Ισχύει γιά τίς γνώσεις Ισχύει έπίσης γιά τΙς
τεχνικές μεθόδους καί γιά τόν πολιτισμό. Έ άνάπτυξη
τής βιομηχανίας τόν 18ο αίώνα έπιτρέπει, σέ λίγο, νά
διευρυνθή αύτή ή προοπτική: ή άνθρωπότητα συσσωρεύει
άγαθά γενικά εΓτε πρόκειται γιά γνώσεις εΓτε γιά τεχνικές μεθόδους εϊτε γιά καταναλωτικά προϊόντα εΓτε γιά
μέσα πού τής έπιτρέπουν νά έπεκτείνη τήν έκπαίδευση.
Τό σημαντικό είναι, άπό κεϊ καί πέρα, νά συνειδητοποιήση αύτό τόν έμπλουτισμό, νά τόν κυριαρχήση, v i έπωφωληθή στό βαθμό πού δικαιούται νά έπωφεληθή.
Οί έγκυκλοπαιδιστές, κατόπιν δ Κοντορσέ, δίνουν δλοκληρωμένη μορφή σ' αύτή τήν άντίληψη. 'Ιδιαίτερα δ Κοντορσέ θεμελιώνει μιά σειρά έξισώσεις πού είναι σάν τό credo
τοϋ προοδευτισμοϋ: δ άνθρωπος είναι κακός γιατί είναι
δυστυχισμένος" είναι δυστυχισμένος γιατί είναι άπογυμνωμένος καί έχει φαλκιδευτή ή έπιθυμία του γιά εύημερία καί γιά γνώση" οί τέχνες, ή τεχνική, καί, εννοείται, ή φιλοσοφία, παρέχουν τά μέσα γιά ν* άποκτήση αύτά πού τοϋ λείπουν' άς έπιδοθοϋμε στή βιομηχανία, άς
δώσουμε στόν καθένα τά τεχνικά καί νομικά δπλα γιά
τήν πλήρη άνάπτυξή του" σ* δλους τούς τομείς τά κατα-

165

ναλωτικά άγαθά θά αυξηθούν σέ ποσότητα χαΐ ποιότητα'
ή στέρηση, λίγο - λίγο θά μειωθή καί μαζί της ή δυστυχία καί ή κακία.
Ή πολιτική πείρα άπό τή Γαλλική Επανάσταση καί
τΙς συνέπειές της δείχνει σέ λίγο πώς τά πράγματα δέν
είναι τόσο άπλά, πώς ή άξιοποίηση τών παραγωγικών δυνατοτήτων τής άνθρωπότητας θέτει δραματικά προβλήματα, πώς ή κατάργηση τοϋ κόσμου τής «σπάνης», δπως
λέμε σήμερα, δέν είναι μόνο θέμα καλής θελήσεως. Πάντως είναι γεγονός δτι, στά έργα διανοητών τόσο διαφορετικών δπως δ Χέγκελ, ό Κάντ, οί Γάλλοι σοσιαλιστές,
ύπάρχει ή έννοια τής προόδου σάν συσσωρευτικού γίγνεσθαι.
Ό Χέγκελ δέν συστηματοποιεί άπλώς αύτή τή συνολική θεώρηση καί δέν τής δίνει μόνο τήν αύστηρότητα
τής άντίληψης: τής προσθέτει ένα τρίτο στοιχείο πού ξαναζωντανεύει τό σύνολο. Ή συσσώρευση δέν είναι καθόλου άπλή πρόσθεση, δπως πίστευε ό Κοντορσέ, κι' άκόμα
λιγότερο γεωμετρική πρόοδος' ή πρόοδος δέν είναι γραμμική, είναι δραματική. Τό νέο κτίζεται πάνω στά έρείπια τού παλιού' τό πέρασμα άπό τή μιά στήν άλλη κατάσταση, πού τήν ξεπερνά, πραγματοποιείται δταν ή νέα
κατάσταση έχη νικήσει τήν παλιά, μέσα στή βιαιότητα
τών Ιστορικών συγκρούσεων.
Γιά νά προβάλλη μιά πιό πλούσια φυσιογνωμία τής
άνθρωπότητας, πρέπει νά καταρρεύσουν αύτοκρατορίες μέσα στό αίμα, νά ύποφέρουν οί άνθρωποι, νά όνειρευτοϋν
καί νά δράσουν ήρωες, χρειάζεται «ή ύπομονή, ή οδύνη
καί ή δουλειά τής άρνησης». Στούς κόλπους τών εύρωπαΐ-

166

κών καί τεχνολογικών ούτοπιών, δ Χέγκελ εισάγει πάλι
τδ δραματικό Ιστορικό καί πολιτικό στοιχείο. Παρ' βλ'
αυτά ή αίσιοδοξία του παραμένει: μέσα άπό τΙς κρίσεις
ή άνθρωπότητα κατακτά τόν έαυτό της καί γίνεται Πνεΰμα καί βαδίζει πρός τό παγκόσμιο Κράτος τοϋ Όρθοϋ Λόγου" δέ μπορεί παρά νά φτάση έκεΐ. Στό τέλος τό Πνεύμα πρέπει νά κερδίση, άκριβώς δπως κι' δ θεός στόν
Αύγουστίνο είναι τελικά καί μέ άδήριτη άναγκαιότητα,
δ θριαμβευτής...
Οί μαρξισμοί, κατά τό μεγαλύτερο μέρος τους, δέχονται μιά φιλοσοφία τής 'Ιστορίας πού είναι σάν μιά
σύνθεση άρκετά δογματική τού μισοεπιστημονισμού τοΰ
Κοντορσέ, τοΰ έγελιανοΰ ύπερορθολογισμού, τοΰ έξελικτισμοΰ τοΰ Δαρβίνου καί τής θεωρίας τής πάλης τών
τάξεων. Οί διαφορές προκύπτουν, στήν πραγματικότητα,
άπό τή στιγμή πού πρέπει νά λυθή τό πρόβλημα τών μέσων μέ τά όποια θά έπιβληθή ή έσχατη καί θαυμαστή
μορφή πού πρέπει νά πάρη ή άνθρωπότητα (βλέπε άρθρο
Επανάσταση). Γιά τά ύπόλοιπα είναι σύμφωνοι : Εννοείται πώς ή άνθρωπότητα, πού τώρα καθυστεροΰν τήν άνάπτυξή της οί ταξικές συγκρούσεις, θά φτάση, σ' ένα λίγο
ή πολύ κοντινό μέλλον, στήν όρθολογική κοινωνία άπό τήν
δποία θά έχουν άποκλειστή οί άνταγωνισμοί" δπως χρειάστηκε, γιά νά φτάση στό άποφασιστικό στάδιο πού βρισκόμαστε σήμερα, νά ξεπεράση τά στάδια πού έφερναν
καθένα μέ τή σειρά του προόδους καί προβλήματα...
Στό βάθος, αύτή ή μαρξιστική φιλοσοφία τής 'Ιστορίας παρουσιάζεται πολύ συχνά σάν νά μήν είναι παρά
ένα άνάγνωσμα ή μιά μεταφορά στό μή έκκλησιαστικό έ-

— 1 6 7

πίπεδο — δ χ ι δμως στερημένη άπδ θρησκευτικότητα —
τού χριστιανικοϋ μύθου τής 'Ιστορίας, δπως τόν άποδίδουν δ Αύγουστίνος ή δ Μποσσυέ.
Πιό σοβαρές έμφανίζονται ol Αμφισβητήσεις πού, άπό
τό τέλος τοΰ 19ου αίώνα, άντιπαραθέτουν τά γεγονότα
στήν έφησύχαση τών προοδευτικών. Βέβαια ή δραματικότητα πού έφερε δ Χέγκελ κι' άργότερα δ Μάρξ, συνέβαλε στό νά πάρη μιά άλλη άπόχρωση ή αισιόδοξη άντίληψη τού Κοντορσέ. Βέβαια δ Ιδιος δ Μάρξ καθόρισε μέ
μιά περίφημη διατύπωση, δτι ή άνθρωπότητα βαδίζει
πρός «τό σοσιαλισμό ή τή βαρβαρότητα», καί κατά συνέπεια, ή εύτυχής κατάληξη δέν είναι άναπόφευκτη. Παρ'
δλ' αύτά, φιλελεύθερες διδασκαλίες καί σοσιαλιστικές θεωρίες συνέπιπταν γενικά στήν άναγνώριση, τουλάχιστο,
τοΰ γεγονότος τής προόδου (δμοιογενοΰς γιά τούς πρώτους, φαλκιδευμένης, άλλοτριωμένης γιά τούς δεύτερους).
Ή δρμητική οικονομικοκοινωνική άνάπτυξη τής δυτικοευρωπαϊκής κοινωνίας άνάμεσα στά 1885 καί στά 1914
άποτελεΐ, χωρίς άλλο, τό κρηπίδωμα, στήν πράξη, αύτοΰ
τοΰ αισιόδοξου δράματος: ot έπιστήμες καί ή τεχνική
άναπτύσσονται μέ έπιταχυνόμενο ρυθμό, ή βιομηχανία δέν
παύει νά έκσυγχρονίζεται καί νά άπλώνη τή δύναμή της,
ή άστική τάξη όργανώνεται καί αύξάνει τά κέρδη της,
ή έργατική τάξη όργανώνεται, αύξάνει τή μαχητικότητά
της καί σημειώνει μερικές δχι εύκαταφρόνητες έπιτυχίες,
ή άποικιοποίηση πάει καλά καί συμβάλλει, καί στό ένα
καί στό άλλο, δχι βέβαια έξίσου. Ό ιμπεριαλισμός γεύεται τούς καρπούς τών θριάμβων του, δ σοσιαλισμός νοιώθει νά ροδίζη ή νίκη. Μέ λίγα λόγια, έκτός άπό μερι-

168

κούς ταραξίες σάν τό Λένιν καί τή Ρόζα Λούξεμπουργκ, ή
Ικανοποίηση είναι γενική, άπό τόν Κρούπ ώς τόν Κάρλ
Κάουτσκυ.
Ό Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος σημειώνει τό πρώτο
άπότομο σταμάτημα, δέν άναρωτιώνται πιά μονάχα γιά
τήν άξία τής προόδου — φιλόσοφοι καί ποιητές είχαν ήδη
άσχοληθή μ' αύτό τό θέμα— άναρωτιώνται τί σημασία
μπορεί νά έχη γιά τόν άνθρωπο αύτή ή συσσώρευση τεχνικών προόδων πού σκορπούν άδιάκριτα εύεργεσίες καί
δυστυχίες. 'Αναζωπυρώθηκαν τότε, στό «καλλιεργημένο
κοινό» τους, —μοιάζοντας δμως καί λίγο μέ ξαναζεστα|ΐένη σούπα — οί συλλογισμοί τού Ζάν - Ζάκ Ρουσσώ γιά
τά τεχνάσματα τού πολιτισμού καί οί ξεροί θυμοί τού
Νίτσε. Έδώ κι' έκεΐ, μπαίνουν ύπό άμφισβήτηση ή άξία
τής έπιστημονικής καί τεχνικής άνάπτυξης, ή 'Ιστορία,
τό έξελικτικό γίγνεσθαι - άναζητεΐται ένα «ψυχικό συμπλήρωμα» άνάμεσα στούς δυό πολέμους, οί άνθρωπιστικές
έπιστήμες άσχολούνται μέ τό θέμα καί καταγγέλλουν τήν
άλλοτρίωση τής τεχνικής, τό «κομμάτιασμα τής έργασίας»
έξαίροντας τά δικαιώματα τού άτόμου πού άντιπαλεύει
μέσα στίς ύπερβολικά καλά όργανωμένες κοινιονίες... Τόν
ώφελιμιστικό ρωμαντισμό διαδέχεται δ ρωμαντισμός τοϋ
προσώπου (πού ή μή θρησκευτική του έκδοση είναι δ
άντικρατικός ρωμαντισμός).
Στήν πραγματικότητα, αύτές οί άμφισβητήσεις δέν είναι πολύ σοβαρές: έξακολουθοΰν νά έντάσσωνται στήν παραδοσιακή προοδευτική άποψη άφοϋ στό βάθος δέν καταγγέλλουν καθόλου τή φιλοσοφία τής 'Ιστορίας, άλλά τήν
«ύλιστική», τεχνική, βιομηχανική έρμηνεία της. Κι δταν

169

διαπιστο')νουν πνευματική, ψυχική, διανοητική, πολιτιστική όποχώρηση — δπως οί φιλοσοφίες τοΟ Μπέρξον ή τού
Σπένγκλερ— θρηνοϋν γι' αύτδ καί έπιμένουν δτι είναι
άνάγκη ή πρόοδος τοϋ πνεύματος ν' άκολουθήση τδ ρυθμδ
τής ύλικής άνάπτυξης (λυπούνται πάρα πολύ γιατί αύτή
ή εύθυγράμμιση δέν είναι δυνατή).
Οί σύγχρονες άναθεωρήσεις τού θέματος είναι πιδ βαθιές, άφορούν δχι τδ γ ε γ ο ν δ ς τής προόδου ή τήν άξ ί α της, άλλά τήν ίδια τήν έννοια αύτής τής άντίληψης.
"Ας άποσαφηνίσουμε τά πράγματα: πιστεύουμε πώς δέν
περνά άπδ τό μυαλό κανενός θεωρητικού νά άρνηθή πώς
πρέπει νά βελτιώνωνται, μέ συνεχείς μεταρρυθμίσεις ή
έπαναστάσεις, οί βιοτικές συνθήκες τών άνθρώπων. Τό
πρόβλημα πού τίθεται άφορά τήν έ κ τ α σ η καί τήν έ νν ο ι α πού πρέπει νά δώσουμε σ' αύτές τις βελτιώσεις άν
θέλουμε νά ξέρουμε τί δικαιούμεθα νά περιμένουμε άπ' αύτές. Γιατί τελικά στό «πρότυπο» τής —πνευματικής, βιολογικής, τεχνικής— προόδου θυσιάστηκαν έκατομμύρια
άνθρωποι, γενιές δλόκληρες (τό πρότυπο τής «δπισθοδρόμησης», πού βρίσκουμε σέ μερικούς έρμηνευτές τοϋ
Ρουσσώ καί τού Νίτσε, θεμελιώνεται μονάχα πάνω στό
δτι χρεωκόπησε στήν πράξη αύτή ή φαντασιοπληξία καί
δέν είναι παρά ή άφηρημένη άρνησή της). Αύτό λοιπόν
τό πρότυπο (καί τό άντίστροφο πρότυπο πού δ Κ α λ ύ τερος
τών Κ ό σ μ ω ν
προσφέρει μιά άφελή
του παρουσίαση) στηρίζεται σέ άξιώματα πού ή σημερινή
Ερευνα δύσκολα μπορεί νά τά παραδεχτή. "Ας τά δώσουμε σχηματικά :
— Ό θεωρητικός προοδευτισμός — ά π ό τόν Αύγου-

170

στ Ivo ώς τόν Χέγκελ καί ώς τόν Πλεχάνωφ — προϋποθέτει δτι είναι γ ε γ ο ν ό ς ή ένότητα τής Ανθρώπινης Ιστορίας. 'Απομονώνει Ιτσι «διακεκριμένες» Ιστορικές ούσίες — δ «έκλεκτδς λαός», τό έλληνικό άστυ, τό σύγχρονο Κράτος, τό προλεταριάτο— τΙς δποϊες κατόπιν συνδέει σ' ένα έξελικτικό σύνολο πού κάθε στιγμή του συμπληρώνει καί ξεπερνά τήν προηγούμενη. Τί γίνεται δμως άλλοϋ; Μέ ποιό δικαίωμα ό Χέγκελ, λόγου χάρη,
θεωρεί πώς ή μοίρα τής άνθρωπότητας είχε άποτεθή, τουλάχιστο γιά δυό αιώνες, σέ μιά μικρή χερσόνησο τής άνατολικής λεκάνης τής Μεσογείου, ένώ έκατομμύρια άνθρωποι ήδη παρήγαγαν, άναπαράγονταν, διασκέδαζαν καί
ύπέφεραν — μ έ διαφορετικό τρόπο, μά ίσως έπίσης σημαντικό ;
— Παραμερίζει τΙς «κοινωνίες χωρίς Ιστορία»" έπειδή
δμως πρέπει νά τίς σέβεται καί έπειδή «τίποτε τό άνθρώπινο δέν τοΰ είναι ξένο», τΙς παίρνει ύπ' δψη του καί ένδιαφέρεται γι* αύτές, άλλά γιά νά τίς κατατάξη σ' έναν
πρωτογονισμό, πού δντας προϊστορικός, θεωρείται πάντα
σάν κάπως μή ούσιώδης. Δέν θά μπορούσε νά παραδεχτή δτι σ' αύτές τίς κοινωνίες — έστω κι' άν είναι πεινασμένες όρδές, δπως ύπογραμμίζει δ Λέβι - Στράους,
ή άνθρώπινη πραγματικότητα είναι παρούσα, είναι τό ίδιο πραγματική, τό ίδιο άπτή καί τό ίδιο άνησυχητική
δσο καί στή δική μας πραγματικότητα. Δέν θέλει νά δή
σ' αύτές παρά μόνο τήν πλευρά τού δυνατού μέλλοντος.
Προσπαθεί νά τΙς κατατάξη σ* ένα έξελικτικό σύνολο, πού
δέν είναι παρά ένα πρώτο στάδιό του, άδέξιο καί βαρύ.
Στήν καλύτερη περίπτωση, δ προϊστορικός πρωτογονισμός

171

είναι μιά άρχή, καί δπωσδήποτε είναι μιά Αλλοτρίωση...
—'Απέρριψε, σαν άστοιχείωτες καί ξεπερασμένες τίς
κριτικές έκεινες πού, στίς γενιές τού Ρενάν καί τού Βαλερύ, χρησιμοποίησαν σαν πρόσχημα τήν ποικιλία τών ιστορικών Απόψεων, γιά νά Αρνηθούν δτι ή 'Ιστορία είναι έπιστήμη. Είχε δίκηο, Αφού Αρνήθηκε μιά χυδαία
Αμφισβήτηση πού Ανακατεύει σέ μιά Ανόμοια έπιχειρηματολογία, τήν Αποψη τοϋ «καμαριέρη» καί τήν Αποψη
τού έπιστήμονα. Δέν συλλογίστηκε τό γεγονός δτι δέν
ήταν Αρκετό νά Απόρριψη τΙς γνώμες τοϋ κοινού νοϋ γιά
νά έπικυρώση τΙς προοπτικές αύτής τής φιλοσοφίας τής
"Ιστορίας.
Μ' Αλλα λόγια, δ θεωρητικός προοδευτισμός (κι' ή
Αφηρημένη Αρνησή του, ή όπισθοδρομικότητα), Αν καί
προσπαθεί μέ ζήλο νά έπαληθεύση τό πάν, Αν και Αξιώνη
σταθερό έλεγχο καί έξαντλεΐται σέ Αναζητήσεις ένδείξεων καί Αποδείξεων, θεωρεί σάν προφανές τό γεγονός
δτι τό γίγνεσθαι είναι σάν τέτοιο μιά συγκροτημένη πραγματικότητα πού πρέπει νά άποκαταστήσουμε τόν τρόπο
τής κατανόησής της, καί παραδέχεται τήν ύπαρξη Ιστορίας (πραγματικής Ιστορίας=res gestae), ένιαίας ιστορίας μιάς μοναδικής άνθρωπότητας κι' αύτό τή στιγμή
πού οί φυσικοί άναγνωρίζουν τό συνθετικό καί σχετικό
χαρακτήρα τών κρίσεών τους γιά τή φ ύ σ η .
— Στό βάθος, ή φιλοσοφία τής 'Ιστορίας — κι' δ σύγχρονος προοδευτισμός διατείνεται πώς είναι ή έπιστημονική της έκφραση— έχει κάποια Εννοια μονάχα δταν
άναφέρεται σέ κάποια θέληση ή σέ κάποια ματιά πού
ένοποιοΰν, τή θέληση τοϋ θεοϋ (Αύγουστίνος), τό συμ-

173

φιλιωμένο μέ τόν έαυτό του ΠνεΟμα (Χέγκελ), ίνα Ιστορικό ύποκείμενο πού ένσαρκώνει τή μοίρα τών Ανθρώπων
(τού προλεταριάτου κατά τό Αούκατς, λόγου χάρη), ένα
cogito πού άναδρομικά έπιχειρεΐ νά άνασυνθέση τήν ίδια
τή γένεσή του (Ζ. Π. Σάρτρ, στήν «Κριτική τού Διαλεκτικού Λόγου»). Καταλήγει, στήν καλύτερη περίπτωση,
στή μεταφυσική ή, στή χειρότερη, σέ μιά ήθική πίστη.
Άλλά δ παραλογισμός της ξεσπά — αύτό συμβαίνει στις
φιλοσοφίες τής 'Ιστορίας πού αύτοχαρακτηρίζονται έπιστημονικές, δηλαδή δικαιωμένες άπό τήν έπιστημονική
έρευνα — δταν θέλη νά ξεπεράση αύτή τήν άναφορά, μέ
τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο, δταν βεβαιώνη δτι στηρίζεται στά όλοφάνερα γεγονότα, δταν «παίζη» τήν άντικειμενικότητα, μιά άντικειμενικότητα πού τήν άμφισβητεΐ καί
στό πιό συγκρατημένο έγχείρημά της.
— Δέν είναι πιά δυνατό, έκτός άν μπούμε σέ κάποια
θρησκεία, νά δεχτούμε σήμερα τό ρητό ή τό ύπονοούμενο
άξίωμα τοϋ θεωρητικού προοδευτισμοϋ, είτε είναι ύλιστικδς εϊτε ιδεαλιστικός είτε «ύπαρξιακός». Ή ένότητα τής
'Ιστορίας είναι ένας μύθος πού ή δυτικοευρωπαϊκή σκέψη,
άπό τόν Αύγουστίνο, τόν συνθέτει, τόν καταστρέφει καί
τόν άνασυνθέτει άνάλογα μέ τά πρακτικά καθήκοντα πού
έχει νά έκπληρώση, χρησιμοποιώντας τό άλφα ή τό βήτα
πού τής έχει κληροδοτηθή γιά νά άντιμετωπίση τά ίδεαλογικά προβλήματα πού έχει νά λύση...
Στήν πραγματικότητα, μέ δλ' αύτά δέν έχουμε πή
παρά ένα πράγμα: πώς δ προοδευτισμός είναι ι δ ε ο λ ο γ ι κ ό ς (βλέπε τόν δρο). Ά π ό τότε πού συγκροτήθηκε
σέ διδασκαλίες, δηλαδή άπό τό 18ο αίώνα, ό προοδευτι-

172

σμός, παίζοντας στά δυό ταμπλώ, τής φυσικής σκέψης
•/.ai τοϋ δήθεν πειραματικού έλέγχου, δέν έκανε ποτέ τίποτε άλλο άπό τό ν' άπαντα, μέ ρητορικά καί θεωρητικά
πυροτεχνήματα, σέ συγκεκριμένα καί δραματικά προβλήματα πού έμπαιναν σέ δοσμένες κοινωνίες. Γι* αύτό είναι
καλό καί σωστό πού δ πρακτικός — θέλουμε νά ποΰμε
έδώ ό πολιτικός — «προοδευτισμός», έμφανίζεται στή
δυτικοευρωπαϊκή πολιτική βεντάλια, σάν μιά πολιτική
στάση «χρήσιμη γιά δλες τίς δουλειές». Αυτός είναι ό ρόλος του: ή θέση του είναι ή θέση τής ψευδοοροφής οπού
άνακατεύονται έπιστημονικές άναφορές, φιλοσοφικέ; τάσεις
καθολίκευσης καί ήθικά πιστεύω...
Φρανσουά Σατελέ

ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ
Προσπάθεια νά συγκινήσης, νά πείσης καί νά κινητοποιήσης, πού τείνει ν' άντικαταστήση τή λογική μέ
τήν εύαισθησία καταργώντας τή γραμμή διαχωρισμού άνάμεσα στήν Αλήθεια καί στό ψέμα.
Οί κομμουνιστές άπέδωσαν μέ τή σύνθετη λέξη «άγκίτ
- προπ» τήν ιδέα τής άδιάκοπης ζύμωσης άπό τήν όποία
ή πολιτική προπαγάνδα, στόν 20ό αίώνα, άντλεϊ τή δύναμη καί τίς έπιτυχίες της. Δέν είναι δμως άνώφελο v i έπιστρέψουμε στίς έπιφανεϊς ρίζες αύτής τής ψυχολογικής
πειρατείας.
Τό πρώτο χριστιανικό άποστολικό κήρυγμα άποτελεΐ,

174

ήδη, κατά πάσα πιθανότητα, τό όλοκληρωμένο πρότυπο
τής Αποτελεσματικής Εκστρατείας σέ διεθνή κλίμακα. Μέ
τά περιορισμένα μέσα τής έποχής, αύτή ή καμπάνια κατόρθωσε νά έξασφαλίση τή μ ε τ ά δ ο σ η
τ ο ύ
λόγου
καί τή διείσδυσή του στίς διαθέσιμες ή ταραγμένες συνειδήσεις, μέ μιά δύναμη πού θά χρειαστούν πολλοί αιώνες γιά νά τήν ξανασυναντήσουμε.
Ή Καθολική Εκκλησία διδάχθηκε άπό αύτή τήν
έπιτυχία καί γι' αύτό άλλωστε έκανε θεσμό τήν προπαγάνδα πολύ πρίν τά κράτη, τά κόμματα καί τά συνδικάτα. Τό έργο πού όνομάζεται de propaganda fide —
γιά τήν προπαγάνδιση τής πίστης — ήταν γιά μεγάλο
χρονικό διάστημα ένα άπό τά σοβαρότερα μέσα γιά τήν
άσκηση τής πολιτικής τού Βατικανού. Ό άντικειμενικός
του σκοπός ήταν καθαρός καί έπιτρέπει άκόμα νά προσδιορίζωνται οί δραστηριότητες αύτού τοΰ είδους: νά κερδίση τΙς ψυχές πού άνήκαν σέ άλλη πίστη. Δηλαδή νά
κλονίση τΙς άντίπαλες θρησκείες καί νά μπάση τό σπέρμα τοΰ «καλού δόγματος», σ' ένα πεδίο άνασκαμμένο άπό
τήν άμφιβολία.
Στά τέλη τοΰ 1917, δ Λένιν πληροφορείται δτι ύπάρχει μιά μέθοδος γιά τή μετάδοση άπό άπόσταση τής δύναμης τών Ιδεών: δ άσύρματος τηλέγραφος, τό άποστολικό κήρυγμα χωρίς σύρμα. Ά π ό τή Μόσχα, μιά έκκληση ταράζει τά κύματα. Απευθύνεται στούς έργαζομένους τών έργοστασίων καί τοΰ μετώπου πού οί κυβερνήσεις τής Εύρώπης είχαν ρίξη σέ μιά θηριώδη άλληλοσφαγή. Ή έξουσία τών Σοβιέτ καλεί αύτούς τούς προλεταρίους νά θέσουν τέρμα σ' αύτόν τόν Ιμπεριαλιστικό πό-

175

λεμο, έφαρμόζοντας τήν «έπαναστατική ήττοπάθεια».
°Ως τότε — καί κυρίως άπό τόν Αύγουστο τοϋ 1914
— είχαν καταβληθή δρισμένες προσπάθειες, συνήθως χωρίς συνέπεια, γιά τήν τόνωση τοϋ ήθικοϋ ή τόν έπηρεασμό τών άπόψεων τών άνθρώπων, άλλά κι αύτό σέ καθαρά έθνικό πλαίσιο. Τούς έδιναν μιά φρικιαστική εικόνα τοΰ έχθροΰ καί μιά καθησυχαστική έκδοχή τών δικών τους προβλημάτων. Αύτό τό παιδικό παιγνίδι έχασε κάθε ίχνος δύναμης άπό τή στιγμή πού τού άντιπαρατάχτηκε ή συνταρακτική έκδοχή πού έρχόταν άπ' έξω
καί μαστίγωνε άνελέητα τΙς «άμετακίνητες» άξίες πάνω
στίς δποΐες ήταν θεμελιωμένη ή συνοχή τοΰ κοινωνικοΰ
σώματος: πατρίδα, πειθαρχία, σεβασμός τών Ιεραρχιών.
Τό χριστιανικό κήρυγμα κήρυσσε άλλοτε σέ κάθε τόπο:
«Δέν ύπάρχουν πιά σκλάβοι». Οί μπολσεβίκοι συντάραζαν τήν Εύρώπη κραυγάζοντας: «Δέν ύπάρχουν πιά άφεντικά».
'Από τό 1917 ώς τό 1930, ή προπαγάνδα περνά μιά
χειροτεχνική καί σχεδόν ρωμαντική φάση γιατί είναι ύποχρεωμένη νά στηρίζεται κυρίως στό ζήλο τών ταξιδιωτικών ύπαλλήλων τής ύπονομευτικής εύγλωττίας. Ή έπιταχυνόμενη άνάπτυξη τής έμπορικής διαφήμισης πού δημιουργεί μιά νέα σημαντική, συμβάλλει άπ' τήν άλλη μεριά, άμεσα ή έμμεσα, στή γέννηση αύτής τής κοφτερής
τσακμακόπετρας πού όνομάζεται «σύνθημα». 'Από τό 1930
δμως, σέ κάθε σπίτι ύπάρχει ένα παραπάνω έπιπλο, ένα
ραδιόφωνο. Δέν είναι πολύ κομψό, μά άλλάζει τά πάντα.
Ά π ό δώ καί πέρα, στό δείπνο παίρνει μέρος ένας ύποχρεωτικός συνδαιτημόνας καί κάποιος, δπως δ δρ Γκαΐμ-

176

πελς, θά ξέρη νά έκμεταλλευτή τΙς άνέλπιστες δυνατότητες πού φέρνει αύτή ή δ ύ ν α μ η
παρεμβολής.
"Ερχονται τότε τό φοβερά χρόνια πού μπορεί νά πή
κανείς δτι προσδιόρισαν σ' δλο τόν πλανήτη καί σ* δλους
τούς λαούς ψυχολογικούς μηχανισμούς άναμονής, δεκτικότητας καί εύπείθειας πού κάνουν τήν προπαγάνδα μιά
ύπηρεσία διαπαιδαγώγησης μαζών, Ινα διαλυτικό πού
σβήνει τά σημάδια άπό τό όξύ τής κριτικής. Στήν 'Ιταλία τοϋ Μουσσολίνι μιά τεράστια έπιγραφή φιδογύριζε
στούς τοίχους: « Ό Ντούτσε Εχει πάντα δίκηο». Ή διατύπωση ήταν σχεδόν ύπερβολικά ώραία. Πρόδιδε τή συμπεριφορά Ενός Εφευρέτη πού είναι τόσο σίγουρος γιά τήν
ύπόθεσή του ώστε παραδίδει τό Επαγγελματικό του μυστικό στούς περίεργους χωρίς νά φοβάται δτι αύτο'ι θά
βάλουν τΙς φωνΕς γιά τήν άπάτη ή θά ποδοπατήσουν τήν
άγγελία.
Έ ξ δρισμοϋ, ή προπαγάνδα κουβαλά Ενα μέρος ψέμματος πού Εχει πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες νά
γίνη πιστευτό γιατί είναι διαρθρωμένο μέ Ινα μέρος άλήθειας καί είναι συνήθως πολύ δύσκολο νά ξεχωρίσης τό
Ινα άπό τ' άλλο. Αύτή είναι ή μέθοδος τοϋ άμαλγάματος,
πού συνηθίζεται στίς πολιτικΕς δίκες δπου Ενδιαφέρει νά
δυσφημηθή ή νά «Εκκαθαριστή» Ενας άντιπολιτευόμενος.
Τό Εγχείρημα θεμελιώνεται, γενικά, σ* Ινα χοντρό συλλογισμό: Ενας τέτοιος βρέθηκε μιά όρισμένη στιγμή σέ μιά
συγκεκριμένη πόλη, μιά συνωμοσία Εγινε άκριβώς σ' αύτό
τό μέρος, Ινας τέτοιος λοιπόν δέ μπορούσε νά πάη
έκεΐ γιά άλλο λόγο παρά γιά νά πάρη μέρος σ'
αύτή τή συνωμοσία. Αύτού τοϋ είδους είναι καί τά

177

προπαγανδιστικά πυροτεχνήματα. Πρέπει άκόμα νά
σημειώσουμε πώς ή σχέση ψέμμα - άλήθεια βαθμιαία χειροτερεύει, τό ποσοστό τής άλήθειας γίνεται Ασήμαντο καί παραχωρεί Εδαφος στό παραμύθι πού πρέπει
νά γίνη πιστευτό.
Στό βαθμό πού προχωρεί αύτός ό έκφυλισμός, ή προπαγάνδα χάνει τήν πρωταρχική της δψη, τού έρεθιστικού καί τού στρατολόγου, καί δέν είναι πιά παρά ένα
προστατευτικό όστρακο. Σήμερα, σέ πάρα πολλές χώρες
είναι πρωταρχικό δπλο στό όπλοστάσιο τού προστατευτισμού καί σπάνιοι είναι έκεΐνοι πού έχουν τό θάρρος ή
τή δυνατότητα νά άρνηθούν αύτό τό μενού τών πληροφοριών, δπου τό κύριο φαγητό, τά όρεκτικά καί τά γλυκίσματα έχουν γίνει μέ τήν ίδια σάλτσα. Αύτό τό είδος
τής προπαγάνδας συνεπάγεται τόν άποκλεισμό κάθε ύλικοΰ γιά άντιπαραβολή ή σύγκριση: άπουσία ξένων έφημερίδων, παράσιτα στίς έκπομπές πού θεωρούνται έπιβλαβεΐς κ.λ.
ΣτΙς δημοκρατικές χώρες, οί μέθοδοι τής πειθούς πρέπει νά είναι λιγότερο χοντροκομμένες άφού καί μόνο τό
γεγονός τού άνταγωνισμού τΙς ύποχρεώνει νά κολακεύουν
τόν καταναλωτή καί νά τού παρέχουν μιά βασική έπιχειρηματολογία, στήν όποία άν έπιθυμή μπορή νά μπολιάση δικές του σκέψεις. Έπειδή τό χαρακτηριστικό τής δημοκρατίας είναι ή δυνατότητα τής έπιλογής, ό πολίτης
έκεΐ έχει όπωσδήποτε τό πλεονέκτημα νά μπορή νά διαλέξη άνάμεσα σέ πολλές προπαγάνδες. Αύτό δέν σημαίνει
δτι δέν έχει κι έκεΐνος μικρά περιθώρια αύτονομίας κι δτι
δέν παρασύρεται σέ ύπο - κρίσεις πού δέν είναι παρά τά
10

178

Ασυναίσθητα Αντίγραφα τών προτύπων που τοΟ ύποβάλλουν.
Ό κίνδυνος πού παραφυλάει κάθε προπαγάνδα είναι
πώς καθορίζει γιά άντικειμενικό σκοπό νά άποσυνδέση
τήν διανοητικότητα, δηλαδή νά δδηγήση τήν πελατεία
της δσο τό δυνατό βαθύτερα στήν άποβλάκωση πού συνοδεύεται άπό οίηση. Άλλά τό φαινόμενο τής έπιστροφής
τών κυμάτων μπορεί νά τό παρακολουθήσης σ' αύτόν τόν
τομέα καί ή ιδιότητα τής συναίνεσης στό παράλογο πού
χαρακτηρίζει τή συμπεριφορά τών Ιδανικών ινδικών χοιριδίων καταλήγει νά προσβάλη τούς κυρίους σέ άφάνταστο βαθμό. Εξασφαλίζει κανείς τότε δείγματα ήλιθιότητας δπως τό «θά νικήσουμε γιατί είμαστε οί δυνατότεροι» πού έξακοντίστηκε τό 1940 άπό τή γαλλική κυβέρνηση πού προσπαθώντας νά έξαπατήση τήν κοινή γνώμη,
έξαπατοΟσε τόν ίδιο τόν έαυτό της.
Χρησιμοποιούμε συνήθως τή λέξη δηλητηρίαση γιά νά
χαρακτηρίσουμε τήν ψυχολογική άθλιότητα πού δημιουργεί μιά εντατική καί παρατεταμένη προπαγάνδα. Αύτή ή
λέξη χαρακτηρίζει ταυτόχρονα τήν άπώλεια τής ταυτότητας καί τήν έξαφάνιση τοϋ έπαγωγικοΰ συστήματος πού
έπιτρέπει σ* ένα άτομο νά βγάζη άπό μιά άναγκαία διαπίστωση ένα λογικό συμπέρασμα. "Ο δηλητηριασμένος είναι ένας άνθρωπος χαμένος γιά τόν ίδιο τόν έαυτό του.
Είναι ένας πού πνίγεται σέ πενήντα πόντους νερό, πού
δταν τοϋ λείψει τό χέρι τής προπαγάνδας πιστεύει πώς
χάνεται καί φαίνεται άνίκανος νά κάνη τήν παραμικρότερη κίνηση αύτοάμυνας. "Εστω κι άν είναι πέντε μέτρα
άπό τήν άκτή, δέν τή βλέπει, ή άκτή δέν άπεικονίζεται

179

στόν άμφιβληστροειδή του σάν άκτή, τό Ενστικτο αύτοσυντήρησής του δέν λειτουργεί πιά. "Εχει άνάγκη πιά άπό
ψυχοπαθολογία, άπό άναπροσαρμογή στήν πραγματικότητα.
Γιά τΙς διαταραχές πού προκαλεί αύτή ή δηλητηρίαση πρίν άπό τό τελευταίο στάδιο τοΰ πνιγμοΰ, δ δημοσιογράφος Ούίλλιαμ Σίρρερ, συγγραφέας ένός περίφημου έργου γιά τό Γ ' Ράιχ, γράφει: «Όποιος δέν έζησε χρόνια
σέ μιά δλοκληρωτική χώρα δέν μπορεί νά φανταστή πόσο δύσκολο είναι νά γλυτώσης άπό τΙς φοβερές συνέπειες
τής άδιάκοπης καί καλά ύπολογισμένης προπαγάνδας ένός
καθεστώτος. Συχνά μού συνέβαινε, σ' ένα γερμανικό σπίτι,
σ' ένα γραφείο ή, καμιά φορά σέ μιά συνηθισμένη συζήτηση σ' ένα έστιατόριο, σέ μιά μπυραρία, σ' Ινα καφενείο, ν' άκούω τΙς πιό παράξενες διακηρύξεις άπό άνθρώπους, κατά τά φαινόμενα καλλιεργημένους καί έξυπνους».
Λύτές ot παραδοξολογίες δέν είναι προνόμιο κανενός
καθεστώτος. Καί, μετά τό τέλος τοΰ Γ ' Ράίχ, δέν ύπάρχει τίποτε τό πιό μονότονο άπό τήν άπαρίθμηση τοΰ παράδοξου.
Ζώρζ Xavet*

ΠΡ0Σ2Π0ΛΑΤΡΕΙΑ
Μετάφραση άπό τά ρωσικά. Ή Εκφραση γεννήθηκε τό
1956, τήν έπαύριο τοΰ 20ου Συνεδρίου τοΰ Κομμουνιστικού Κόμματος τής Σοβιετικής "Ενωσης γιά νά προσδιο-

180

ρίση τό κυριώτερο άρνητικό φαινόμενο — άτομικού χαρακτήρα — πού προκάλεσε ή οικοδόμηση τού «σοσιαλισμού
σέ μιά μόνο χώρα».
Ή άθλιότητα καί ό φόβος γεννούν τό ρόπαλο καί τά
είδωλα. Ό φθονερός θεός ύψώνεται πάνω στούς κυρτωμένους ώμους πού τούς λυγίζει στό δνομα τής ιστορίας
καί τής αιωνιότητας. Γονατισμένοι ή μέ ρυθμικό βήμα,
οί πιστοί ύμνοΰν τό μεγαλείο καί τήν ώραιότητα τού παντοδυνάμου: δσο δ άνθρωπος δέν θάχη άπαλλαγή άπό
τό βασίλειο τής άνάγκης, τό παρελθόν δέν θά σταματήση
νά συνθλίβη τό παρόν.
"Αν δ σοσιαλισμός είναι πραγματικά ή στιγμή τής εισόδου στόν αΙώνα τής άπελευθέρωσης τής άνθρωπότητας
πού είναι ύποδουλωμένη στό κέρδος καί στήν άνάγκη, ή
προσωπολατρεία δέν έχει σχέση μαζί του. 'Αλλά ή οίκοδόμηση τού «σοσιαλισμού» σέ μιά μόνο χώρα (ή — δπως
ψιθύριζε δ Ράντεκ — «σ' ένα μόνο δρόμο κι αύτόν ρημαγμένο») δέν μπορεί παρά νά γεννήση ένα θεό : προπάντων δταν δ δρόμος είναι σ' ένα σύμπαν πού τό διέπει θεωρητικά ή άρχή «στόν καθένα άνάλογα μέ τήν έργασία
του», ένώ δέν ύπάρχουν άρκετό ψωμί καί άρκετά ρούχα
παρά μόνο γιά τούς καίδες τού δρόμου, αύτούς πού κάνουν νά βασιλεύη ή τάξη καί έλέγχουν τή διανομή τών
ρούχων, τών παπουτσιών καί τής βότκας. Γιά νά έξηγήσουν πώς έδώ είναι ό άληθινός σοσιαλισμός, φροντίζουν
νά παρέμβη ή θεότητα - ρόπαλο, φορέας τού μύθου πού
πρέπει ν' άποτυπώση στά κεφάλια τών ξυπόλυτων μαζών
τήν ίδέα πώς αύτή είναι ή νέα καί δίκαιη τάξη.
'Αλλά ή θεότητα ξεφεύγει σέ λίγο άπό τά χέρια τών

181

δημιουργών της καί δέν είναι πιά Ικανοποιημένη νά παίζη τό ρόλο πού τής μοίρασαν. Μπορεί v i είναι ό φύλακας
ένός Νόμου πού έρχεται σέ άντίφαση μέ τήν πραγματικότητα καί μιάς άστατης τάξης πού προκύπτει άπ' αύτές
τΙς άντιφάσεις, μόνο μέ τήν άδιάκοπη τρομοκρατία καί
λατρεία. "Ενας θεός αίχμάλωτος τών ύπηρετών τής λατρείας του αύτοαναιρεΐται. Πρέπει λοιπόν νά χτυπάη άδιάκοπα, καί νά άξιώνη άπό τό στόμα τών θυμάτων νά
βγαίνη μόνο ένας δμνος άγάπης.
Ή έμπιστοσύνη είναι δ καρπός τοϋ γεμάτου άγάπη
νοϋ του...
'Αφού ή ζωή καί οί άνθρωποι διάλεξαν τόν Στάλιν
Γιά νά δίνη μορφή στή χωρίς δρια έλπίδα τους πάνω
στή γή. (Πώλ Έλυάρ)
Τό 1956, ένα παλιό θύμα, ό συγγραφέας Άλεξάντρ
Κρόν, προσδιόριζε αύτό τό φαινόμενο, έτσι: «'Εκεί πού
ύπάρχει λατρεία, ή έπιστημονική σκέψη άναγκάζεται νά
ύποχωρή μπροστά στήν τυφλή πίστη, τό δημιουργικό
πνεΰμα μπροστά στό δόγμα, ή κοινή γνώμη μπροστά στήν
αύθαιρεσία. Ή λατρεία γεννά μιά Ιεραρχία ύπηρετών τής
λατρείας, κάθε θεότητα έχει άνάγκη άπό έπισκόπους καί
κόλακες. Ή λατρεία είναι άσυμβίβαστη μέ τήν κριτική"
καί ή πιό ύγιής κριτική μετατρέπεται γρήγορα σέ αίρεση καί Ιεροσυλία. Ή λατρεία είναι άντιλαΐκή άπό τήν
ίδια τήν ούσία της: ταπεινώνει τό λαό καί τόν άναγκάζει νά θεωρή σάν δώρο έξ ούρανοϋ έκεΤνο πού τό πλήρωσε όλόκληρο μέ τόν Ιδρώτα καί τό αίμα του».
Έ λατρεία διαποτίζει σέ λίγο δλη τήν κοινωνική ζωή.

— 1 8 2

Γεννημένη, συνήθως, άπό τόν έκφυλισμό τής Επανάστασης
που έγινε σέ μιά καθυστερημένη χώρα, τροποποιεί ριζικά
τΙς ίδιες τΙς μορφές τής σκέψης ύπέρ τής δποίας σεμνύνονταν άρχικά ή έπανάσταση δτι ήταν. "Ετσι ή Ιστορία
κάθε κοινωνίας δέν είναι πιά ίστορία τής πάλης τών
τάξεων, άλλά ίστορία τοΰ Στάλιν ή τής σκέψης τοϋ προέδρου Μάο: δπως δ Στάλιν «έκανε νά γεννηθή ό άνθρωπος, γονιμοποιεί τή γή, ξανανιώνει τούς αιώνες καί κλώθει τήν άνοιξη», τό ίδιο καί ό θαυμασμός, ή μελέτη τοϋ
κόκκινου ήλιου καί τοϋ μικροϋ βιβλίου που προέρχεται άπό έκεΐνον φτάνει στόν έργαζόμενο τής Τανζανίας καί
στόν άγρότη τοΟ Κογκό - Κινσάσα γιά νά προετοιμάση
τό χαρούμενο μέλλον του, δπως φτάνει καί στούς Κινέζους σοφούς γιά νά διεισδύσουν στά μυστικά τού άτόμου,
ή στούς έρυθροφρουρούς γιά νά νικήσουν τήν πείνα καί
τήν κούραση.
Μέ μιά χειρονομία, δ σεβαστός δδηγητής κάνει νά σείωνται οί δλόϊσες γραμμές τών διαδηλωτών... «Νά ζήση
δέκα χιλιάδες χρόνια ό πρόεδρος Μάο!»
Ζάρ - Zàx Μαρί

Π

ΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Γιά τή νοικοκυρά, είναι δ κατάλογος τών άγαθών πού
μπορεί νά άποκτήση μέ βάση τά χρήματα πού διαθέτει
(οίκογενειακός προϋπολογισμός). 'Ορισμένοι όργανισμοί
('Ινστιτούτο οίκονομικής έρευνας, 'Ανωτέρα Επιτροπή τών

183

συλογικών συμβάσεων) Εχουν συντάξει «ύποδείγματα προϋπολογισμών» πού άντιστοιχούν στίς καταναλωτικές συνήθειες καθορισμένων κοινωνικών δμάδων καί χρησιμεύουν
γιά τόν Απολογισμό τών διακυμάνσεων τού κόστους τής
ζωής.
Γιά τούς συγγραφείς τών κειμένων τής δημοσιονομικής νομοθεσίας, προϋπολογισμός είναι «ή πράξη μέ τήν
όποία προβλέπονται καί έγκρίνονται τά έτήσια έσοδα καί
ot δαπάνες τοΟ Κράτους» (διάταγμα τής 31 Μαΐου 1862
έπΐ τοϋ δημοσίου λογιστικού, άρθρο 5 ) .
Νομικά, ό προϋπολογισμός τοϋ Κράτους είναι ένας ν άμ ο ς (νόμος δημοσιονομικός) : είναι μιά έξουσιοδότηση
πού παρέχεται κάθε έτος στήν κυβέρνηση γιά νά πραγματοποιήση τΙς δαπάνες καί τΙς εισπράξεις πού καθορίζει ή
ίδια.
Σάν νομοθετική πράξη, δ προϋπολογισμός προέρχεται
άπό τό κοινοβούλιο, άλλά ή προπαρασκευή καί ή έφαρμογή του έξασφαλίζονται άπό τήν έκτελεστική έξουσία.
Τεχνικά, δ προϋπολογισμός είναι ένας πίνακας έκτιμήσεων καί συγκρίσεων τοΟ συνόλου τών άναγκών τού
Κράτους καί τών μέσων γιά τήν άντιμετώπισή τους.
Ot ά ν ά γ κ ε ς
περιλαμβάνουν:
Τά έξοδα κινήσεως τών πολιτικών ύπουργείων: προσωπικό καί ύλικό. ΤΙς έπενδυτικές δαπάνες πού άφορούν
τήν οίκονομική δραστηριότητα (ένέργεια, μεταφορές, γεωργία, κατοικία, διαρρυθμίσεις έδάφους...) καί τήν έκπαιδευτική καί πολιτιστική δραστηριότητα.
Ot δαπάνες μεταβιβάσεως, δηλαδή έκεΐνες γιά τΙς δποϊες δέν ύπάρχει άντιπαροχή τών έπωφελουμένων καί

184

πού Ανταποκρίνονται ή σέ μιά νομική ύποχρέωση τού Κράτους (Βημόσιο χρέος) ή σέ μιά παρέμβαση σ' ένα καθορισμένο τομέα (παλαιοί πολεμιστές, κοινωνική καί Ιατρική
άρωγή, οίκονομικές έπιχορηγήσεις, βοήθεια σέ ύπανάπτυκτες χώρες...).
Ol στρατιωτικές δαπάνες: κίνηση καί έξοπλισμός.
Εκτός άπ' αύτές τΙς όριστικές δαπάνες, δ προϋπολογισμός προβλέπει καί ένέργειες προσωρινού χαρακτήρα,
πού συνίστανται σέ δάνεια — άποδοτέα — τού Δημόσιου
Ταμείου σέ όργανισμούς, έπιχειρήσεις καί ξένα Κράτη.
Τά έσοδα προέρχονται κυρίως άπό τήν φορολογία : φόροι εισοδήματος (φυσικών προσώπων καί έταιριών), φόροι
έπΐ τής περιουσίας (δικαιώματα χαρτοσήμου, συμβολαιογραφικά) , φόροι έπΐ τής καταναλώσεως (διατιμήσεις έπΐ
τού κύκλου έργασιών, Εμμεσοι φόροι, κρατήσεις έπΐ τών
ήμερομισθίων, τελωνειακοί δασμοί).
Οί άλλοι πόροι τού προϋπολογισμού, πού δέν προέρχονται άπό φορολογία, περιλαμβάνουν κυρίως: τούς τόκους τών
δανείων πού έδωσε τό Κράτος, τά είσοδήμα'τα άπό τά δημόσια κτήματα, τΙς προαφαιρέσεις άπό τά άμοιβαΐα στοιχήματα, τό προϊόν τών κρατικών λαχείων...).
Αύτά τά Εσοδα προστίθενται στό γενικό προϋπολογισμό.
Οί συμπληρωματικοί προϋπολογισμοί (Ταχυδρομεία
καί Τηλεπικοινωνίες, Εθνικό Τυπογραφείο) καί οί ειδικοί λογαριασμοί (όδικοί πόροι...) χρηματοδοτούνται άπό
τά Εσοδα Εκμεταλλεύσεως, φόρους καί είσφορές, άλλά έπίσης άπό δάνεια καί έπιχορηγήσεις πού προέρχονται άπό τό γενικό προϋπολογισμό.

185

Μέγεθος:
Ό προϋπολογισμός τής Γαλλίας στό σύνολό του, Εφτασε στά 1967 τά 132.976 Εκατομμύρια φράγκα. Έ κατανομή στίς τέσσερες μεγάλες κατηγορίες δημοσίων δαπανών είναι σχεδόν σταθερή: τά τρία τελευταία χρόνια, οί
δαπάνες κινήσεως άντιπροσώπευαν τά 30% περίπου, οί μεταβιβάσεις καί Εξοδα παρεμβάσεων τά 31%, οί Επενδύσεις
τά 18% καί οί στρατιωτικές δαπάνες τά 20%.
Στά 1967, 39,1% τών πιστώσεων άφιερώθηκαν στήν
οικονομική καί κοινωνική δραστηριότητα τοϋ Κράτους,
19,4% στήν Εθνική άμυνα, 18,2% στήν Εκπαίδευση καί
στήν κουλτούρα, 4,6% στήν στέγαση...
Μπορεί νά ύπάρχη περίσσευμα καί Ελλειμμα τού προϋπολογισμού, διαφορά άνάμεσα στίς δαπάνες καί στά Εσοδα, πού προβλέπεται άπό τόν νόμο τών δημοσίων οίκονομικών. Σ' αύτό τό ύπόλοιπο πρέπει νά προσθέσουμε τΙς
δαπάνες γιά τήν άπόσβεση τοϋ Δημοσίου Χρέους γιά νά
βρούμε τόν άριθμό «καθαρές ύποχρεώσεις τοϋ Δημοσίου».
Έ κλασική θεωρία, τήν Εποχή πού άκολουθοϋσε αύστηρούς κανόνες γιά τήν διαδικασία καί τήν Εμφάνιση
τοϋ προϋπολογισμού (Ενότητα, καθολικότητα, Ετήσια διάρκεια τοϋ προϋπολογισμού, μή μετατροπή τοϋ προορισμού
τών Εσόδων, ειδίκευση τών πιστώσεων κατά κεφάλαιο) Εθετε τήν άρχή τής άναγκαιότητας τού ισοζυγισμένου προϋπολογισμού.
Ή άρχή Εφαρμοζόταν προπαντός στόν τακτικό προϋπολογισμό. Οί φόροι Επρεπε νά είναι άρκετοί γιά νά άντιμετωπιστή τό σύνολο τών τρεχουσών δαπανών. Πάντως,
τήν κάλυψη μέ δάνεια τών έκτάκτων δαπανών δέν τήν

186

θεωροΟσαν άσυμβίβαστη μέ τήν άρχή τής Ισορροπίας.
Ή σύγχρονη θεωρία δέν Απορρίπτει τδ ένδεχόμενο ένός σ υ σ τ η μ α τ ι κ ο ύ
έλλείμματος
τοϋ
προϋπολογισμού
σέ περίοδο ύφεσης, κι αύτό
ύποστηρίζεται γιά νά έξασφαλιστή ή χρηματοδότηση μεγάλων έργων καί νά προκληθή ή άναζωογόνηση τής οίκονομίας καί ή πλήρης άπασχόληση (πείραμα Ρούσβελτ Η.
Π .Α. 1932. Μπλούμ στή Γαλλία 1936).
'Αντιστρόφως, μιά μείωση τοϋ έλλείμματος, δηλαδή ένα περίσσευμα τοΰ προϋπολογισμού, θά έπιτρέψη νά καταπολεμηθή δ έσωτερικδς πληθωρισμός καί ή διαφυγή έξωτερικοϋ συναλλάγματος πού προέρχεται άπό αύτόν. Τό
περίσσευμα τοϋ προϋπολογισμού άντιστοιχε! πραγματικά
σέ ένα στέρεμα τών μέσων πληρωμών καί συντελεί στή
μείωση τής «συνολικής ζήτησης» (βλέπε: πληθωρισμός, ύπερθέρμανση, ύποτίμηση).
Ό γαλλικός προϋπολογισμός τοΰ 1965 έμφανιζόταν
ώς ένας ισοζυγισμένος προϋπολογισμός (χωρίς νά ύπολογίζεται ή άπόσβεση τοΰ χρέους), ό πρώτος μετά 35 χρόνια. Ή γαλλική κυβέρνηση, έκτιμώντας δτι ή έπέκταση
καί ή πλήρης άπασχόληση ώς άντικειμενικοί σκοποί είχαν
έξασφαλιστή, δημιούργησε νέο δόγμα τοΰ Ισοζυγισμένου
προϋπολογισμού. 'Αλλά ή ύπόθεση δέν είχε συνέχεια.
"Ετσι, ό προϋπολογισμός έμφανίζεται ώς ένα μέσο οίκονομικής καί κοινωνικής πολιτικής. «Περισσότερο άπό ένα δημοσιονομικό δργανο, ό προϋπολογισμός είναι ένα ούσιαστικό στοιχείο τής οίκονομικής ζωής» (Λωφενμποϋργκερ).
Είναι ή έκφραση ένός γενικού οίκονομικοϋ προγράμ-

187

ματος: ΣτΙς μέρες μας, τό κράτος έπεμβαίνει δλο καί περισσότερο, μέ προγράμματα δημοσίων έργων, γιά νά βοηθήση τήν άνοδο τής οικονομίας, κατόπιν γιά νά τήν έλέγχη, τέλος συμμετέχοντας σ* αύτή άπευθείας (έθνικοποιήσεις).
Είναι ένα μέσο κοινωνικής πολιτικής στό μέτρο πού,
μέ τήν φορολογία, δ προϋπολογισμός είναι τό κύριο δργανο άνακατανομής τού έθνικοϋ εισοδήματος.
Οί φορολογικές καί παραφορολογικές είσπράξεις τρέφουν τΙς δημόσιες δαπάνες πού, μέ τή σειρά τους, δημιουργούν νέα είσοδήματα καί, κατά δεύτερο βαθμό, νέα κεφάλαια (ποσοτικά ίσα, άλλά ποιοτικά διαφορετικά).
Ή κοινωνική πρόνοια λίγο - πολύ άπαιτεϊται σήμερα
άπό τό Κράτος (οίκογενειακά έπιδόματα, κοινωνική άσφάλεια) : προκαλεί μιά μεταβίβαση άπό τούς Ιδιωτικούς προϋπολογισμούς στό δημόσιο προϋπολογισμό καί στά σχετικά
μέ τόν προϋπολογισμό ίδρύματα ένός σημαντικού μέρους
τοϋ είσοδήματος πού προορίζεται γιά τήν άποταμίευση.
Γενικώτερα, δ προϋπολογισμός είναι ένα δργανο πολιτικής. Είναι ή πιό σημαντική καί ή πιό παλιά πράξη
τής κοινοβουλευτικής λειτουργίας.
Στήν πραγματικότητα, δ προϋπολογισμός ξεφεύγει δλοένα καί περισσότερο άπό τό κοινοβούλιο γιά νά γίνη
έργο καί δργανο τής έκτελεστικής έξουσίας. ΑΙτίες είναι
ή άδιάκοπη αύξηση τών δαπανών, δ πολλαπλασιασμός τών
καθηκόντων τοϋ Κράτους, δ λίγος χρόνος πού άφιερώνεται στις συνεδριάσεις γιά τήν έξέταση καί τήν ψήφιση
τοϋ προϋπολογισμού, τέλος οί περιορισμοί πού έπέβαλε τό
Σύνταγμα τοϋ 1958 στήν πρωτοβουλία τών βουλευτών.

188

Ol δημόσιες δαπάνες είναι τό κατ' έξοχήν μέσο γιά νά
έπιβεβαιωθή καί νά πραγματοποιηθώ] τό πρόγραμμα τοΟ
άνδρός, τοϋ κόμματος ή τών κομμάτων πού βρίσκονται στήν
έξουσία.
Φραναουάζ Καρριέρ

ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ
'Ιδού, σέ πιστή άντιγραφή, ένα κείμενο τηλεγραφήματος τού Γαλλικοϋ Πρακτορείου Ειδήσεων. Ή σκηνή ξετυλίγεται στήν 'Αγγλία, χώρα πού ή εύπρέπεια τών ήθών
της άναφέρεται συχνά γιά παράδειγμα:
«Δώδεκα κρατούμενοι καί τέσσερις φύλακες τραυματίστηκαν καί χρειάστηκε νά μεταφερθούν σέ νοσοκομεία
κατόπιν μιάς βίαιης συμπλοκής άνάμεσα σέ λευκούς καί
έγχρωμους κρατουμένους στίς φυλακές ΜέΓντστόουν
(Κέντ). Έ συμπλοκή πού φαίνεται δτι δφείλεται σέ φυλετικά μίση ξέσπασε λίγο μετά τό γεύμα, στήν κοινή αίθουσα, καί έλαβαν μέρος σ* αύτή πάνω άπό 60 κρατούμενοι. Χρειάστηκε μισή ώρα γιά νά κατορθώσουν οί φύλακες, πού κάλεσαν καί ένισχύσεις, νά έπιβάλουν τήν τάξη στούς άποχαλινωμένους κρατουμένους».
Τό τηλεγράφημα έχει ήμερομηνία 31 Αύγούστου
1966. Μέσα σ' έναν μικρό καταθλιπτικό κόσμο, δπου θάπρεπε νάναι δεμένοι μέ συνωμοτική άλληλεγγύη, βλέπουμε λοιπόν τούς κολασμένους πού δέ διαφέρουν μεταξύ τους
παρά μόνο στό χρώμα τής έπιδερμίδας, νά ζητούν νά πνί-

189

ξη ό ένας τόν άλλο άντί v i είναι ένωμένοι έναντίον τών
δεσμοφυλάκων τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, μά καθόλου καινούργιο. Είναι γνωστό πώς στήν Πολωνία, άπό τό
1939 ώς τό 1944, οί Εβραίοι πού έγκατέλειπαν τό γκέττο γιά νά γλυτώσουν άπό τήν άπόχη τοΟ ναζισμοϋ πάθαιναν τΙς μεγαλύτερες συμφορές άπό τους χωρικούς που
δέχονταν νά τούς φυλάξουν. Στούς κόλπους τών μακί τής
Πολωνικής 'Αντίστασης — καί μάλιστα τών πιό «προωθημένων» μακί — οί 'Ισραηλίτες δέν γίνονταν εύχαρίστως δεκτοί καί παρέμεναν συχνά στό περιθώριο τής όμάδας. Οί ώραϊες καί μελαγχολικές σελίδες τού Μανές Σπέρμπερ άποτελούν μαρτυρίες γι αύτή τήν κατάσταση τής
καχυποψίας. Κι έκεΐ, δπως καί στό προηγούμενο παράδειγμα, ή φυσική άλληλοβοήθεια καί συμμαχία μπροστά
στόν κοινό έχθρό ύπερνικώνται άπό ένα πιό δυνατό αίσθημα, άπό κάτι πού άνεβαίνει άπό τά σωθικά καί μέ τό όποίο πολύ λίγα πράγματα έχει νά κάνη δ νούς.
Τό χιτλερικό καθεστώς δέν άνακάλυψε τό ρατσισμό.
'Επέτρεψε καί διέταξε τήν πλήρη άνάπτυξή του. Σέ μιά
δεύτερη φάση, συνεπές μέ τόν έαυτό του, όργάνωσε ένα
είδικό βιομηχανικό σύστημα γιά τή μετατροπή σέ στάκτη
τών πληθυσμών πού άνήκαν σέ φυλές θεωρούμενες κατώτερες, βρώμικες ή διεφθαρμένες. Αύτή ή δεύτερη πλευρά
— πού δμως προκύπτει λογικά άπό τήν πρώτη — καταλογίστηκε κυρίως στό ναζισμό. Μ' άλλα λόγια, πολλοί άνθρωποι πού παρουσιάζονται ένοχλημένοι άπό τις «ύπερβολές τού Γ ' Ράϊχ» μέμφονται, χωρίς νά τό καταλαβαίνουν,
τόν Χίτλερ καί τό έπιτελείο του γιατί έφτασαν ώς τά έσχατα μιάς συμπεριφοράς πού κατέληξε στό σκάνδαλο, ένώ

190

θά μποροϋσαν νά άρκεστοϋν α' ίνα λογικό ρατσισμό, σ' ίνα
ρατσισμό στά μέτρα τοΟ μέσου άνθρώπου.
Ό Αρθρογράφος μιάς έφη μερίδας τοΟ Τρίτου Κόσμου
δέ φοβήθηκε πώς θά προκαλέση δυσφορία γράφοντας αύτή τήν άπλή φράση: «Είμαστε δλοι ρατσιστές». Καί βέβαια, σέ διαφορετικούς βαθμούς. Είναι δίκαιο νά προσθέσουμε πώς ή τύχη τού ρατσισμού στόν 20ό αιώνα φαίνεται
νά είναι άξεχώριστη άπό τό μεγάλο πανηγύρι τού έθνικισμοΰ πού στήνει τά θέατρα τών γελωτοποιών του σ' δλα
τά μέρη καί συναθροίζει τά άστατα πλήθη. Άφοϋ ένας
άπό τούς άντικειμενικούς σκοπούς τοϋ έθνικισμοϋ είναι νά
πραγματοποιήση τό όμογενές έθνος, πού είναι τό μόνο ίκανό νά πετύχη τά φιλόδοξα άνοίγματα, Αντιλαμβάνεται κανείς δτι καχύποπτοι έθνικιστές προσπαθοΰν νά άποκλείσουν άπό αύτή τήν άλληλέγγυα συμμαχία τΙς μειονότητες τοϋ αίματος ή τής πίστης. Αύτά τά ξένα σώματα
είναι τά ψαθύρματα στό άτσάλι τοϋ έθνους, θ ά άντιμετωπιστοϋν μέ διάφορες μεθόδους έκκαθαρίσεων περίπου δπως
ένα κόμμα έκκαθαρίζει τΙς γραμμές του άπό τούς «παρεκκλησίες». Εκκαθάριση τοϋ έθνους σημαίνει ψιλοκοσκίνισμα τής ταυτότητας, τής φυλετικής καταγωγής καί τών
θρησκευτικών πεποιθήσεων δρισμένων πολιτών του σάν
παραγόντων πιθανής διαφοροποίησης πού άπειλοϋν νά έξασθενίσουν μιά κοινότητα πού πρέπει νά είναι σάν ένα
σώμα.
Είναι αύτονόητο πώς ίνας τέτοιου είδους ρατσισμός
τακτικής, μπολιάζεται σ* ένα όργανικό ρατσισμό δπως βάζει κανείς ίνα καπέλλο σ* ίνα μαννεκέν πού δέν τοδλειπε παρά μόνο αύτό τό στολίδι. Έπειδή Ακριβώς ή εύαι-

191

σθησία είναι σέ συναγερμό, τό μυαλό κατασκευάζει δεσμά καί νόμους. Μά άπό ποΟ προέρχεται αύτή ή έκλεκτική τάση τής εύαισθησίας που προκαθορίζει τΙς άπαγορεύσεις τοϋ ρατσισμοΟ, γιατί προσανατολίζεται πρός τήν άλφα ή βήτα κατεύθυνση καί άπό τί; Έδώ άφθονούν οί άπαντήσεις: τό περιβάλλον, ή παράδοση, οί κληρονομημένες πεποιθήσεις, Ινα άντανακλαστικό οικονομικής αύτοάμυνας, κ.λ.... Έ τ σ ι στήν περίπτωση τοΰ άπερχέιντ τής
Νοτίου 'Αφρικής, δέν ύπάρχει άμφιβολία πώς ή άντίληψη μιάς μαλθουσιανικής οικονομίας θεμελιωμένης στήν
άρχή τοΰ Numerus Clausus καταλήγει στίς ίδιες συνέπειες μέ τίς συνέπειες τοΰ καλβινιστικοΰ δόγματος γιά τόν
θείο προορισμό τών έκλεκτών πού εύνόησε τήν έκκόλαψη
ένός, θρησκευτικής προέλευσης, ρατσισμού σέ πολλούς προτεστάντες άποικους έγκατεστημένους σ' αύτή τή χώρα.
Ό πατέρας τοΰ πρώην πρωθυπουργού Χάντρικ Βέργουερντ
ήταν ιεραπόστολος τής Εκκλησίας τών μεταρρυθμιστών
τής 'Ολλανδίας στό Μπουλαβάγιο (Ροδεσία).
"Οποιο καί νάναι τό καθοριστικό στοιχείο πού ξανανάβει τή φωτιά τοΰ ρατσισμού στό βάθος τών συνειδήσεων,
δέν πρόκειται γιά φαινόμενο πού μπορεί νά έντοπιστή. Τό
σύμπλεγμα τής εύθύνης πού ταράζει πολλούς Λευκούς
— κατά τό μεγαλύτερο μέρος Εύρωπαίους — τούς παρακινεί νά άποδίδουν στόν έαυτό τους τήν πατρότητα τοΰ
είδους. Χωρίς άλλο οί Λευκοί είχαν τά μ έ σ α νά έφαρμόσουν ένα ρατσισμό πιό δραστήριο καί κολλητικό άπό τούς άλλους. Είναι δμως γνωστό πώς γιά τόν Κινέζο
ύπάρχει πρώτα ή μυρουδιά τοΰ Λευκού κι ύστερα όποιαδήποτε γνώμη γιά τόν Λευκό. "Οτι ύπάρχουν στήν Άφρι-

192

κή μόνιμες μισαλλοδοξίες άνάμεσα σέ λαότητες πού πάνε
πολύ πέρα άπό τό άσυμβίβαστο τών χαρακτήρων, τού παρελθόντος ή τών συμφερόντων. Ό τ ι μιά σοσιαλιστική άγωγή δέν άρκεϊ γιά νά έλαττώση αύτούς τους σπασμούς
— τό βλέπει κανείς στή Σοβιετική "Ενωση δπου Εβραίοι
καί Μουσουλμάνοι θάχανε τόμους κατηγοριών ν' άναπτύξουν άν τούς δινόταν ή δυνατότητα.
Είναι πολύ εύκολο νά θεωρούμε δτι είμαστε καλά προφυλαγμένοι μέ άνοσία άπέναντι τού ρατσισμού. Είναι πολύ εύκολο νά λέμε «αύτή ή σκηνή δέ θά μπορούσε νά
συμβή σ* έμάς» δταν παρακολουθούμε στήν δθόνη τής τηλεόρασης, Λευκούς τής 'Αλαμπάμα νά κακοποιούν Νέγρους όπαδούς τής ένσωμάτωσης. "Αν μιά όποιαδήποτε
χώρα τής Δυτικής Εύρώπης άριθμούσε 10 ώς 15% Νέγρους στούς κόλπους της, πρέπει νά ύποθέσουμε πώς δ ρατσισμός δέν θάμενε στιγμή χωρίς δουλειά. "Ας φανταστούμε 5 Εκατομμύρια Νέγρους στή Γαλλία κι ύστερα βγάζουμε συμπεράσματα.
Μπορεί ν' άναρωτηθή κανείς άν ή μεταστροφή πρός
τό ρατσισμό τών μαύρων Μουσουλμάνων τών Ενωμένων
Πολιτειών ή τών Κινέζων «Έρυθροφρουρών» πού έκαναν
έπιθέσεις έναντίον νεκροταφείων τών ξένων, είναι προϊόν
μιας νοσηρής διαλεκτικής ή τό ξεπήδημα μιάς καταπιεσμένης γιά πολύν καιρό έσωτερικής άλήθειας. 'Ερώτημα
άρκετά μάταιο άφού πραγματοποιούνται Ανεπανόρθωτες
ένέργειες τήν ώρα πού έμεϊς φιλονεικοΰμε γιά κίνητρα καί
γιά τάσεις, μάταιο έπίσης άφού έκεΐνοι πού πασκίζουμε ν'
Αποδείξουμε άθώους έπιμένουν πάνω άπ' δλα σέ μιά «ένοχή» γιά τήν δποία είναι περήφανοι.

193

θάπρεπε Ισως νά ξεχωρίσουμε έναν δρο άποκαμωμένο άπό τό περιεχόμενο πού κουβαλά. Υπάρχει Ινας καθημερινός ρατσισμός πού συνίσταται στό νά διαλέγη τΙς
σχέσεις του xal νά χαθορίζη τίς δόσεις τών άντιδράσεών
του" μπορούσε νά τόν δνομάζουμε «φυλετισμό». Κι έπειτα
ύπάρχουν τό ύποχρεωτιχό χίτρινο άστέρι στά ρούχα, οί
νομιμοποιημένες διακρίσεις, οί μαζικοί άποκλεισμοί: αύτός
είναι δ κρατικός ρατσισμός, ή τυπική θεραπεία μέ έκκαθάριση πού τείνει στήν κατάργηση τού ύποκειμένου χωρίς ποτέ νά τήν κατορθώνη. Τδ άτομο σαρκάζει καί τραβά τό δρόμο του' ή έξουσία πεισμώνει καί δργανώνει τήν
καταδίωξή του. 'Ισχύει μέ τό ρατσισμό δ,τι καί μέ τά
κάλπικα νομίσματα: ταπεινοί τεχνίτες καταλήγουν κάθε
μέρα στά δικαστήρια καί μόνο τό Κράτος έπιτρέπει στόν
έαυτό του νά ένεργή στό έπίπεδο τού μεγαλοπρεπούς.
Ζώβζ Χανείν

ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΗΣ
1.

Γενικοί

δρισμοί.

α) Επαναστάτης πού βιάζεται νά γίνη ύφυπουργός.
β) Υποψήφιος Βοναπάρτης πού άλλάζει τ' δνομα τοϋ
Ρουβίκωνα δταν τόν περνά.
2.

Γένεση.

α) Ό ρεβιζιονιστής παρουσιάστηκε στούς κόλπους τοϋ

194

έργατικοϋ κινήματος στό τέλος τοϋ 19ου αίώνα, δπως κάθε ιστορικό φαινόμενο, μέ δυό μορφές: μιά θεωρητική καί
γερμανική στό πρόσωπο τοϋ "Εντουαρντ Μπερνστάιν, πού
άποδεικνύει δτι ό καπιταλισμός ξεπέρασε τήν τάση του
πρός τις κυκλικές κρίσεις καί θέλει νά κτίση άργά καί
μέ προσοχή τό σοσιαλισμό στούς κόλπους τής άστικής κοινωνίας, καί μιά γαλλική καί πολύ πρακτική μορφή στό
πρόσωπο τοϋ Άλεξάντρ Μιλλεράν πού μπαίνει στήν κυβέρνηση τοϋ Βαλντέκ Ρουσσώ στό πλευρό τοϋ στρατηγοϋ
Γκαλλιφέ πού τουφέκισε τούς κομμουνάρους καί παίρνει
τήν άνταμοιβή του μέ τή μείωση σέ δεκάμιση ώρες τής
έπίσημης διάρκειας τής έργατικής ήμέρας.
3. Μ ο ρ φ έ ς .
Τρείς:
α) Διανοούμενος πού άρχισε ν' άσπρίζη καί θέλει νά
γεράση κι ή 'Ιστορία μαζί του.
β) Κουρασμένος, ώριμος στήν ήλικία πού άνακαλύπτει
δτι δ κόσμος άλλάζει κι έτσι δέν χρειάζεται νά τόν μεταβάλλη αύτός.
γ) "Ανθρωπος τοϋ παπύρου πού διακηρύσσει δτι οί τίγρεις είναι χάρτινες.
γγ) Ενσάρκωση τής διαλλεκτικής πού έμπιστεύεται
στις έθνικές άστικές τάξεις τή φροντίδα νά θάψουν τόν
έαυτό τους. Πολύ τής μόδας στόν λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο», στά λεγόμενα προλεταριακά έθνη, διαρθρώσεις κάθετες καί νέες. Στήν πράξη άντικαθιστά τό προλεταριάτο
μέ συνταγματάρχες καί στρατηγούς.
γγγ) 'Αποστέωση τής διαλλεκτικής πού άναλαμβάνει

195

νά κτίση τό σοσιαλισμό σέ μόνο μία χώρα γιά νά τόν τελειώση σ* Ινα μόνο δρόμο ( ' ) .
Zà» Ζάχ ΑίαρΙ

ΡΕΛΑΝΣ

(ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗ)

Ποθέτηση άπό μιά κυβέρνηση μιάς σειράς μέτρων οίκονομικής πολιτικής μέ τό διακηρυγμένο σκοπό νά άναλάβη ή οίκονομία καί νά συνεχίση τήν άνάπτυξή της πού
προσωρινά άνακόπηκε.
Ή ρελάνς μπορεί νά άποδειχθή άναγκαία δταν ή φυσιολογική πορεία τής οικονομίας συνεχίζεται μ' Ινα λαχάνιασμα τής ζητήσεως ή έπίσης δταν, Αστέρα άπό μέτρα
λιτότητας πού Αναγκάστηκε νά πάρη Εξαιτίας πληθωριστικών τάσεων ή Εξωτερικών έλλειμμάτων, ή κυβέρνηση
έπιθυμεί — άφοΰ φαίνεται Εξασφαλισμένη ή σταθερότητα
τού νομίσματος — νά κάνη τή ζήτηση άγαθών καί ύπηρεσιών «νά κινηθή καί πάλι».
Έ ρελάνς μπορεί νά πάρη ποικίλες μορφές: αύξηση
τών δημοσίων δαπανών ή Επιτάχυνση τών προγραμμάτων
δημοσίου τεχνικού Εξοπλισμού, αύξηση τών οικογενειακών
Επιδομάτων, εύλυγισία στή χορήγηση πιστώσεων γιά τήν
κατανάλωση, περιορισμός τών φόρων γιά νά Ενθαρρυνθούν οί Ιδιωτικές Επενδύσεις μπορούν, λόγου χάρη, νά συμβάλουν στήν άναζωογόνηση.
(') Παραλλαγές: σέ μ(α μόνο ϊρημο μέ τή βοήθεια τοΟ Βολλαρ(οι>, α1 Ινα μόνο νησί μέ τή βοήθεια τών λόγων.

196

Υπάρχει μιά καλή καί μιά κακή ρελάνς. Ή καλή, ή
«8ιά έπενδύσεων» περιλαμβάνει μέτρα πού άποβλέπουν
στήν αύξηση τών κερδών τών έπιχειρήσεων. Ή κακή, ή
«διά τής καταναλώσεως» περιλαμβάνει μέτρα πού άποβλέπουν στήν αύξηση τών είσοδημάτων τών μισθωτών.
Ή κακή ρελάνς Εχει πάντα άμεσα άποτελέσματα, άλλά περικλείει τόν κίνδυνο ν' άρχίση ό κύκλος τής κολάσεως τού πληθωρισμού (βλέπε τή λέξη). Έπίσης δέν έφαρμόζεται πιά παρά μόνο στίς χώρες μέ μικρή πληθωριστική παράδοση, ή σέ περίπτωση έκτάκτου άνάγκης.
Ή καλή ρελάνς είναι έξαιρετικά δύσκολο νά συγχρονιστή μέ τήν αύθόρμητη κίνηση τής οίκονομίας. "Αν είναι
πολύ πρόωρη, περικλείει τόν κίνδυνο νά μήν είναι άποτελεσματική, νά μήν παρουσιάζεται προθυμία τών έπιχειρηματιών γιά έπενδύσεις. "Αν είναι καθυστερημένη χρονικά περικλείει τόν κίνδυνο νά ένισχύση μία κίνηση άναζωογονήσεως τής οίκονομίας πού έχει ήδη άρχίσει. 'Οδηγεί τότε στήν ύπερθέρμανση (βλέπε τή λέξη).
Σημείωση γιά ν' άποφύγουμε τή σύγχυση. Ή λέξη ρελάνς χρησιμοποιείται στό πόκερ μέ διαφορετική σημασία:
πλειοδοσία πάνω στή μίζα τού άντιπάλου μέ τήν έλπίδα
πώς δέν θά χρειασθή νά κατεβάση τά χαρτιά του.

τζ. Κ.

Ρ ΕΦΟΡΜΙΣΜΟΣ
Βλέπε, άνάμεσα σ' άλλα, τά άρθρα Μ α ρ ξ ι σ μ ό ς ,
Σοσιαλισμός,
Κομμουνισμός,
Έπα-

197

ν ά σ τ α σ η. Ό έπαναστάτης λέει γιά τόν ρεφορμιστή
πώς προδίδει γιατί δέχεται τό συμβιβασμό' ό ρεφορμιστής
λέει γιά τόν έπαναστάτη δτι προδίδει γιατί στό δνομα
μιάς Δεύτερης Παρουσίας πού θά έλθη, παραιτείται μέ τή
θέλησή του άπό τΙς βελτιώσεις πού θά μπορούσε νά πετύχ η κανείς στό παρόν καί στό κοντινό μέλλον. Ό έπαναστάτης έχει δίκηο: χάθε καρποφόρα συζήτηση μέ τόν
έχθρό προϋποθέτει μιά θεωρητική βάση συνεννόησης, δηλαδή πάντα, κατά κάποιο τρόπο, τήν άποδοχή τής ιδεολογίας του, δηλαδή μιά ύποταγή στήν ιδεολογία σάν τρόπο
σκέψης. Ό ρεφορμιστής έχει δίκηο' τό νά θυσιάζης δτιδήποτε στήν άπαίτηση τού δόγματος καταλήγει σ' ένα μεσσιανισμό τής Ιδέας πού είναι τό Ιδιο σκανδαλώδης δπως
καί όποιοσδήποτε άλλος μεσσιανισμός, fiat Veritas, pereat
mundus. Στήν πραγματικότητα, άν δούμε τά πράγματα
άπό ποιό κοντά, τό δίλημμα είναι σήμερα άπατηλό, τουλάχιστο στίς λεγόμενες βιομηχανικές κοινωνίες.
Ή άντίθεση μεταρρύθμιση - έπανάσταση είχε ίσως κάποιο νόημα συγκεκριμένο τό 19ο αίώνα όπότε πραγματικά
έμπαινε τό πρόβλημα τής κατάληψης τής έξουσίας: είτε
μέ μέτριες καί διαδοχικές κατακτήσεις, μέ τή χρησιμοποίηση δλων τδν μέσων πού πρόσφερε δ «δημοκρατισμός»
στόν δποϊο είχε Αναγκαστεί νά ύποβληθή ή άστική κοινωνία καί μέ τήν έπιβολή σιγά - σιγά τής νέας τάξης' εϊτε
μέ άποφασιστική βία, άπό τόν «ένοπλο λαό», δημιουργώντας άμέσως καινούργια κατάσταση. Μπορεί νά φωτίση κανείς αύτή τήν άντίθεση άναδρομικά έπικαλούμενος τή στάση τοΰ Κάουτσκυ καί τή στάση τού Λένιν στούς κόλπους
τής Β ' Διεθνούς (σημειώνουμε δτι έδώ πρόκειται, χωρίς

198

άλλο, γιά μιά άνασύνθεση κατόπιν έορτής). Τό γεγονός
είναι δτι τά πολύ βιομηχανοποιημένα έθνη ήταν ot τόποι
τών μεταρρυθμίσεων, ένώ «ό πιό άδύνατος κρίκος τοΟ
Ιμπεριαλισμού» ήταν ό τόπος μιάς έπανάστασης («μεταρρυθμίσεις» καί «έπανάσταση» παίρνονται έδώ μέ τή θετική καί περιορισμένη τους έννοια: έπανάσταση ίσον πλήρης μεταβολή τών παραγωγικών σχέσεων" μεταρρυθμίσεις
ίσον διαρρύθμιση, μέ τήν έννοια μιάς λιγότερο «άδικης»
δργάνωσης, τών παραγωγικών σχέσεων πού παραμένουν
βασικά οί Γδιες). Είναι φανερό πώς αύτό τό δίλημμα έχει άκόμη μεγάλη σημασία στίς κοινωνίες πού βρίσκονται
στό δρόμο τής άνάπτυξης (άν καί αύτή ή σημασία διαρθρώνεται στενά μέ τήν παγκόσμια οίκονομική καί πολιτική συγκυρία). Σήμερα, δπωσδήποτε, στίς καπιταλιστικές
χώρες τΙς πολύ βιομηχανοποιημένες, καταλήγει στήν καθαρή προπαγάνδα: έκφυλίζεται ώς τό σημείο νά σημαίνη
δυό πνευματικές «στάσεις», ώς τό νά παραπέμπη στήν ψυχολογία...
Κατά τά άλλα κι άν άκόμα σκεφτούμε τήν κατάσταση
στήν Εύρώπη τό 19ο αίώνα, ή διαμάχη είναι Ιδεολογική.
Αύτό πού κρίνεται στήν ύπόθεση αύτή είναι πράγματι ή
δυνατότητα τής άλλαγής τών σχέσεων άνάμεσα στίς κοινωνίες καί στό έσωτερικό τών κοινωνιών, μέ τέτοιο τρόπο
ώστε νά άποκλειστούν οί πόλεμοι, οί κρίσεις, ή άνεργία,
μέ λίγα λόγια, τό κοινωνικό κακό. Τό πρόβλημα είναι
έπιστημονικό : είναι νά ξέρουμε μέ ποιά μέσα μπορεί νά
έπιτευχθή ένα τέτοιο άποτέλεσμα κι ό καθορισμός τών μέσων έξαρτάται έπίσης άπό τή γνώση τών κοινωνιών στίς
όποιες θέλουμε νά δράσουμε. Ό Μάρξ πίστευε — δίκαια

199

ή άδικα — δτι πρόσφερε τή μέθοδο χάρη στήν δποία
αύτή ή γνώση μπορούσε νά Επεξεργαστή. θεωρούσε αύτή
τή γνώση — σάν τέτοια — Επαναστατική. Σ ' αύτή (καί
στό πολιτικό κίνημα στό όποιο διαρθρώνεται) άφηνε τή
φροντίδα νά καθορίσουν άν ταιριάζη Εδώ ή Εκεί — τεχνικά — ή τεχνική είναι πάντα ύπόθεση καθορισμένων, δσο
είναι δυνατό, άπό τήν Επιστήμη Επιλογών — νά «κάνη
τήν Επανάσταση» ή «νά Επιβάλη τΙς μεταρρυθμίσεις». Τό
πρόβλημα — άν πιστεύη κανείς πώς ό Μάρξ Εχει δίκηο —
τίθεται σήμερα άκριβώς μέ τόν Ιδιο τρόπο καί δπου είναι
κανείς... Μάρξ ίσως νά μήν Εχει δίκηο. Σ' αύτή τήν περίπτωση καθένας δρά άνάλογα μέ τήν Ιδιοσυγκρασία του καί
μέ τήν κατάσταση. Σύμφωνα μέ τίς περιστάσεις.
Φρανσουά Σατελέ

ΣΟΒΙ

ET

Στά 1920 ό 'Ιταλός σοσιαλιστής Φιλίπο Τουράτι κατήγγελλε τά σοβιέτ σάν τό νέο κύμα τής είσβολής τών
βαρβάρων πού προέρχονται άπό τΙς άλμυρές πεδιάδες στά
πέρατα τής 'Ασίας. Τ ά σοβιέτ άνθιζαν τότε, είναι Αλήθεια, στίς βιομηχανικές πόλεις τής πατρίδας τού Ντ' Ά ν νούντσιο. Ή τ α ν άκόμα σύνθημα στή χώρα τών κοζάκων,
δπου τά έργατικά συμβούλια ξεπήδησαν μιά μέρα τοΰ
1905, σάν κατά τύχη, γιά νά όργανώσουν τις μάζες τών
άπεργών έργατών που άγωνίζονταν κατά τής αύταρχίας
καί τών έργοδοτών τους. Κόμματα καί συνδικάτα δέν ή-

200

ταν νόμιμα στή Ρωσία χι αύτή ή χατάσταση βοήθησε χωρίς άλλο τήν άνθιση τών σοβιέτ χατά τήν έπανάσταση
τού 1905. Ό πρόεδρος τού σοβιέτ (ρωσιχή λέξη πού θά
πή συμβούλιο), τού πιό γνωστού τής έποχής, τού σοβιέτ
τής 'Αγίας Πετρούπολης, ήταν άλλωστε ένας «έκτός φραξιών», οδτε μπολσεβίκος, οδτε μενσεβίκος, δ νεαρός Τρότσκυ. Τά σοβιέτ, δργανώνοντας τΙς μάζες σάν τέτοιες πέρα άπό τά δρια τού τόπου τής έργασίας παρουσιάζονται
γρήγορα σάν έμβρυο πολιτικής έξουσίας. Αύτό τά διακρίνει άπό τήν έργοστασιακή έπιτροπή ή τήν άπεργιακή έπιτροπή.
"Εμβρυο μιάς δεύτερης έξουσίας καί ένσάρκωση κεραυνοβόλα καί στιγμιαία τής Επαναστατικής συνείδησης
τών μαζών, τό σοβιέτ δέν μπορεί παρά νά μεταμορφωθή
άπό τή στιγμή πού οί μάζες ύποχωρούν. Τό 1917 τό άποδεικνύει: στό δνομα τού «"Ολες οί έξουσίες στά σοβιέτ»
οί μπολσεβίκοι άνατρέπουν τήν κυβέρνηση Κερένσκυ. 'Αλλά ή περιστασιακή άνάγκη νά ένισχύσουν τήν κεντρική
έξουσία γιά ν' άντισταθοΰν στή διαρκή άντεπανάσταση καταδικάζει τά σοβιέτ σέ δφελος τού ένιαίου κόμματος, τή
στιγμή άκριβώς πού καλύπτουν τή μισή Εύρώπη μ' ένα
έφήμερο δίκτυ. Έ έννοια έκφράζει δμως τόσο καθαρά τήν
ξαναποκτημένη ένότητα μιάς τάξης κομματιασμένης καί
διασπασμένης άπδ τόν καθημερινό άγώνα δλων έναντίον
δλων, πού τήν άνοιξη τού 1919, δ έναντίον τής βίας Κούρτ
"Αισνερ, τήν παραμονή τής δολοφονίας του, άνακηρύσσει
τή Σοβιετική Δημοκρατία τής Βαυαρίας.
Τό Δεκέμβριο τοϋ 1922 ή παλιά τσαρική αύτοκρατορία γίνεται Σοβιετική Ρωσία, ένώ τά σοβιέτ θά πάψουν σέ

201

λίγο καί γιά πολύν καιρό v i είναι πραγματικότητα. Προχαλοϋν δμως πάντα τόν πανικό στούς άστούς τής Δύσης,
πού ξέρουν πώς άπό τή στιγμή πού άρχίζει νά δημιουργ ή τά συμβούλια του, τό προλεταριάτο θέτει, έστω καί άσυνείδητα, τό πρόβλημα τής κατάληψης τής έξουσίας. Ή
λιτανεία τών έπιθέτων πού περιβάλλει τότε τΙς λέξεις σοβιέτ καί μπολσεβίκοι έκφράζει αύτό τόν τρόμο.
Ή λέξη έχει χάσει τό συναισθηματικό περιεχόμενό
της. Τά «κομμουνιστικά» κόμματα είναι άλλωστε έχθρικά
άπέναντι σ' αύτούς τούς πλατιούς καί αύθόρμητους όργανισμούς πού ή έμφάνισή τους προαναγγέλλει τήν έπανάσταση. Προτιμούν τά «μέτωπα» τών θρησκευτικών, πολιτιστικών, καλλιτεχνικών, ήθικών προσωπικοτήτων φαντασμάτων πού τά χειρίζονται στά παρασκήνια.
Στά 1956, όρθώνοντας τό άνάστημά τους έναντίον τοΰ
σταλινισμού καί τής γραφειοκρατίας, ot Πολωνοί καί κυρίως ot Ούγγροι έργάτες ξανασυνδέονται αυθόρμητα μέ
τή χαμένη παράδοση καί δημιουργούν τά συμβούλιά τους,
πού τούς φαίνεται πώς είναι τό μόνο μέσο γιά νά πάρουν
στά χέρια τους τά πεπρωμένα τους. Για μια φορά άκόμα
γεννιέται μιά δεύτερη έξουσία. Ό Πολωνός μεταλλωρύχος Λεσόσλαου Γκόζντζικ τό λέει: «Δέ μπορεί κανείς νά
παντρέψη τή γραφειοκρατία μέ τά έργατικά συμβούλια».
Γι' αύτό, στήν Ούγγαρία, τά σοβιετικά τάνκς συντρίβουν
τά Μαγιάρικα σοβιέτ. Στήν Πολωνία, τά μετατρέπουν σέ
διαχειριστικούς ή λογιστικούς δργανισμούς. Έ ν α ς διευθυντής έργοστασίου σαρκάζει: «Συμβούλιο θά πή συμβούλιο,
καί συμβουλεύω δέ σημαίνει διευθύνω». Ποιά Ιστορική πρα-

202

γματικότητα μπορεί νά έπιβιώση δταν γίνη καρικατούρα
τού έαυτού της;
Κι δμως τδ σοβιέτ δέν έξαφανίζεται μέσα στίς άτυχίες του, χάρη στόν πρωταρχικό καί αύθόρμητο χαρακτήρα πού έχει: άπ* δλες τΙς μορφές όργάνωσης μιάς στερημένης άπό κουλτούρα τάξης είναι ή πιό άμεση, ή λιγότερο έξαρτημένη άπό άπειλούμενες παραδόσεις. Κοιμάται
στό δμαδικό Ασυνείδητο, γιά νά θέση, σέ προνομιούχες
στιγμές τής 'Ιστορίας, τό πρόβλημα τής έξουσίας. Ή πραγματική του ύπόσταση δέν πιάνεται άπό τΙς σοφές στρατηγικές, εύκολες ή «δύσκολες». Μπορεί νά οίκοδομήση κανείς ένα κόμμα ή ένα συνδικάτο' τά σοβιέτ ξεπηδούν μέσα
στόν παροξυσμό τού άγώνα τών τάξεων καί δρθώνουν τούς
έργαζομένους σάν πολιτική ένότητα άπέναντι στό Κράτος
καί στό μηχανισμό του.
Zèr Ζάχ ΜαρΙ

ΣΤΑΛΙΝΙΣΜΟ!
Ό σταλινισμός δέν προέρχεται άπό τό Στάλιν. ΑύτοΙ
πού παριστάνουν πώς τό πιστεύουν προσποιούνται δτι τόν
έξορκίζουν μετονομάζοντας τό Στάλινγκραντ σέ Βόλγογκραντ. Κι έτσι, σύμφωνα καί μέ τήν περίφημη σοβιετική
ίστορία, δ Στάλιν πού πληροφορείται αύτή τήν άλλαγή,
άπαντά: «Σύμφωνοι. 'Ιωσήφ Βόλγκιν», άποκαθιστώντας
άμέσως τή σχέση άνάμεσα στή μορφή καί στό περιεχόμενο.
Μέ τή χρήση δ δρος αύτός πήρε δυό Εννοιες, πού φαι-

203

νομενικά δέν άποκλείει ή μιά τήν άλλη, άλλά στό βάθος
είναι πολύ διαφορετικές. Ή μιά βλέπει τό σταλινισμό σά
μεθοδολογία: στρατόπεδα συγκεντρώσεως, βασανιστήρια,
συστηματικές Εκτελέσεις τών πραγματικών ή τών ύποτιθεμένων άντιπολιτευομένων, σχεδιασμένες έκκαθαρίσεις,
βασιλεία τοϋ «ροπάλου» σ' δλους τούς τομείς, άπό τό έργοστάσιο ώς τήν ποίηση, μέ λίγα λόγια συνολικό σύστημα καταναγκασμού καί τρομοκρατίας. Ά π ό τή στιγμή πού
δέν τουφεκίζουν, πού στέλνουν τόν Μαλένκωφ στή Σιβηρία
νά διευθύνη ένα έργοστάσιο τσιμέντου ή τόν Μολότωφ νά
κόβη τριαντάφυλλα, ό σταλινισμός άνήκει στήν 'Ιστορία.
Αύτή ή καθαρά τυπική άντίληψη στηρίζεται στή μεταφυσική τής τυραννίας πού βάζει στό Γδιο τσουβάλι τόν Τσένγκις Χάν, τόν Ίβάν τόν Τρομερό, τούς Χαλίφες καί Σουλτάνους, τόν Στάλιν καί τόν Πάπα Ντόκ. Μποροϋμε νά προσθέσουμε σ' αύτά καί μιά δόση ψυχολογίας καί νά σημειώσουμε πώς ό Μάρξ είχε κακό χαρακτήρα καί φερόταν
στή Διεθνή σάν «δικτάτορας»... "Ετσι δ σταλινισμός άδειάζει άπό κάθε πολιτικό καί κοινωνικό περιεχόμενο.
Ό σταλινισμός είναι ή άνθιση καί τό πάγωμα τών άντιθέτων: κυριαρχία μιάς μικρής κάστας προνομιούχων πού
γεννήθηκαν άπό μιάν έπανάσταση πού άντιλαμβανόταν τόν
έαυτό της σάν τό πρώτο βήμα γιά τήν παγκόσμια έπανάσταση, μιάς κάστας πού, ένώ δ καπιταλισμός ένωσε τόν κόσμο σέ μιά ένιαία παγκόσμια άγορά, θέλει νά «κτίση τό
σοσιαλισμό» σέ μιά μόνο χώρα, δπως δ Ροδινσών Κροϋσος στό νησάκι του, μιάς κάστας πού διακηρύσσει δτι πιστεύει σέ μιά θεωρία ύποχρεωτικά έξισωτική κι δμως στερεώνεται μέ τήν έφοδο έναντίον τοΰ έξισωτισμοΰ, μιάς κά-

204

στας πού Εμφανίζεται σάν όδηγητής τοϋ παγκόσμιου προλεταριάτου καί δμως θρέφει Ινα δλοένα καί πιό παράφορο έθνικισμό, μιας κάστας πού γεννήθηκε άπό τήν άπομόνωση τής έπανάστασης σέ μιά καθυστερημένη καί πεινασμένη χώρα καί στολίζει αύτή τήν άπομόνωση κι
αύτή τήν ένδεια μ' δλες τΙς άρετές, κηρύσσοντας τδ
«σοσιαλισμό σέ μιά μόνο χώρα», μιάς κάστας πού τόσο
σπαράσσεται καί άπειλεΐται ώστε δέ μπορεί νά θεμελιώση
τήν κυριαρχία της παρά μόνο άν έμπιστευτή τή μοίρα της
σ' έναν άνώτατο σωτήρα πού είναι ταυτόχρονα δ γιός της
καί δ πατέρας της, δ προστάτης καί δ δήμιός της, δ θεός
καί δ δαίμονάς της.
"Οταν μιά κοινωνία 150 Εκατομμυρίων κατοίκων, άποκομμένη άπό τόν ύπόλοιπο κόσμο, καί αύτοαποκαλούμενη
σοσιαλιστική, μπορεί νά κατασκευάζη μόνο 50 Εκατομμύρια ζευγάρια παπούτσια καί 10 έκατομμύρια παλτά, οί
κάτοχοι τής έξουσίας όφείλουν νά παίρνουν τά άναγκαΐα
άστυνομικά μέτρα γιά νά κάνουν νά βασιλεύη ή τάξη άνάμεσα σ' έκείνους πού δέ θάχουν οδτε παπούτσια οδτε παλτό, καί μέ τήν ύπόσχεση δτι σάν άνταμοιβή γιά τΙς άρετές
τους καί γιά τήν άφοσίωσή τους, θά τούς δοθούν σέ λίγο
γι* αύτούς καί γιά τΙς οίκογένειές τους πολλά ζευγάρια παπούτσια καί πολλά παλτά. Τούς χρειάζεται έπίσης νά πάρουν καί ιδεολογικά μέτρα γιά νά έξηγήσουν πώς αύτός
είναι δ ά λ η θ ι ν ό ς σοσιαλισμός. Κι' δπως ή ύπόσχεση
τού πέραν τού τάφου παραδείσου κάνει παραδεκτή τήν
άθλιότητα, έχουν άνάγκη άπό Ενα θεό — ρόπαλο φορέα
τού μύθου πού πρέπει νά πείση τΙς χωρίς παπούτσια καί
χωρίς παλτό μάζες πώς αύτή είναι ή δίκαιη καί νέα τά-

205

ξη. Μά δ θεδς —ρόπαλο ξεφεύγει γρήγορα άπδ τά χέρια
τών δημιουργών του καί δέν Ικανοποιείται νά παίζη τό
ρόλο πού τοϋ μοίρασαν. Έ ν α ς θεός αιχμάλωτος τών δούλων τής λατρείας του δέν είναι πιά θεός, άλλά Ανακλητός πρόεδρος. Πρέπει λοιπόν νά χτυπήση χωρίς άναβολή.
Είναι φανερό πώς αύτδς δ θεός είναι ένα έπεισόδιο τής
'Ιστορίας κι' δτι ή ΰπαρξή του δέν δρίζει μόνη της, πάρα
πέρα, τδ σύστημα πού φέρει τό δνομά του. Ή πρώτη άντίφαση τοΰ σταλινισμού είναι δτι, εισάγοντας τήν Ε.Σ.Σ.Δ.
στή σχεδιασμένη βιομηχανοποίηση, πού έτεινε νά σπάση
τά ίδια τά έθνικά σύνορα πού τόσο έξιδανίκευε, βύθισε αύτή τή χώρα σέ μιά άνεμοθύελλα δπου άνακατεύονταν δ
Μεσαίωνας κι δ 21ος αΙώνας, μιά χώρα δπου μεταφερόταν στίς μάζες ή κουλτούρα τήν ίδια στιγμή πού δλες οί
έκδηλώσεις τής πνευματικής ζωής ύποβάλλονταν σέ μιά
Εεροεξεταστική τρομοκρατία' δπου τδ Μαγκνιτογκόρσκ, τά
πεντάχρονα σχέδια καί τό Κυνηγητό τών μαγισσών συγκλόνιζαν τή Σοβιετική Ένωση, δπου κάθε σκέψη είχε
ύποταγή σέ μιά πεισματική καί θηριώδη λατρεία. Στό μέτρο δμως πού δ Μεσαίωνας ύποχωρεΐ, πού ή άλλοτε καθυστερημένη χώρα γίνεται μεγάλη βιομηχανική δύναμη, δ
ρόλος τοΰ γενικού καί άπόλυτου θεοΰ γίνεται δχι μόνο περιττός, άλλά καί ένοχλητικός.
Γεννημένος άπδ τήν άντίφαση άνάμεσα σ' έναν καθυστερημένο άγροτικδ κόσμο, μαζεμένο στόν έαυτό του,
καί στήν έπιταχυνόμενη πάνω στή βάση τής συλλογικής
ιδιοκτησίας τών μέσων παραγωγής έκβιομηχάνιση, δ Στάλιν, άρχέγονος θεός πού έκσυγχρονίζει έναν άρχέγονο
κόσμο, ένοιωσε άόριστα αύτή τήν άντίφαση: γ ι ' αύτό άπο-

206

δεκάτισε συστηματικά τήν πνευματική, πολιτική χαΐ κοινωνική έλίτ χωρίς τήν δποία δέν μπορούσε νά ζήση. Ή
Ασταθής Ισορροπία Ανάμεσα στίς τάξεις εύνοούσε τήν Εμφάνιση μιάς δικτατορικής καί άπδλυτης έξουσίας. Έ σύγκρουση άνάμεσα στά άρχέγονα καί στδν έξαιρετικά βίαιο
ρυθμό τών οίκονομικών καί κοινωνικών μεταβολών πού
γίνονταν «κεκλεισμένων τών θυρών» καί τό χάος πού προκαλούσε αύτή ή σύγκρουση, εύνοούσαν τήν άνάρρηση τού
Βοναπάρτη σέ θεό.
Δέν είναι λοιπόν έκπληκτικό τό δτι ή σταλινική Ρωσία παρουσίασε στήν άρχή πολλές δμοιότητες στή μορφή μέ τήν τσαρική Ρωσία: δ τσαρισμός θεμέλιωσε τή γραφειοκρατική του δύναμη χάρη στήν άδυναμία μιάς δουλικής άριστοκρατίας, μιάς μικροσκοπικής άστικής τάξης καί
μιάς μάζας δουλοπαροίκων χωρικών. Έ τσαρική έξουσία
όρθώθηκε Ετσι, λίγο πολύ, πάνω άπό τίς τάξεις καί ή
πελώρια γραφειοκρατία πού οίκοδόμησε, καί πού δ δυναμισμός της (άν μπορούμε νά τόν πούμε δυναμισμό...) άντικαθιστοϋσε τόν λιπόθυμο δυναμισμό τών κόλουρων ή τών
μπασταρδεμένων τάξεων, είχε δρισμένα Ιδιαίτερα δικά
της συμφέροντα. Αύτό τό Ιδιο σώμα τών δημοσίων ύπαλλήλων άποτέλεσε τό σκελετό τοϋ σοβιετικού κρατικού μηχανισμού πού άντικατέστησε τά κονιορτοποιημένα άπό τόν
έμφύλιο πόλεμο σοβιέτ. Ό μπολσεβικισμός ήταν σχετικά
άδύνατος καί κάπως έμφυτευμένος στίς μάζες* όρθώθηκε
στήν κορυφή τού έπαναστατικοΰ κύματος πού μπόρεσε νά
τό προσανατολίση, χάρη στήν εύφυία τών Αρχηγών του
καί στή σταθερότητα τών μαχητών του. Έ Αδυναμία του
μεγάλωσε σέ λίγο, δταν οί μάζες ύποχώρησαν, άπό τό γε-

207

γονός δτι ot δυνάμεις του καταβλήθηκαν, άποδεκατίστηκαν, διασκορπίστηκαν, Αντιμετώπισαν διοικητικά καί
στρατιωτικά καθήκοντα πού τίς παραμόρφωσαν, ένώ ή
παλιά Ρωσία περίμενε, κρυμμένη κάτω άπό τή χιονοστιβάδα, τήν στιγμή πού θά μπορούσε ν' άφομοιώση τό στιγμιαίο νικητή της.
Ή καταγγελία τής «προσωπολατρείας» στά 1956 έκφράζει τή θέληση τής σοβιετικής γραφειοκρατίας νά σώση τό σταλινισμό σάν σύστημα καταδικάζοντας τόν Στάλιν σάν μιά ξεπερασμένη φάση τής κυριαρχίας της. Ό
Μπέρια ήταν τό Μάρτη τού 1953 πολύ πιό «δυνατός» άπ'
δ,τι ό Στάλιν τό 1925. Κι' δμως, τόν 'Ιούλιο είχε κι' δλας
Εκκαθαριστή. Ή έποχή τού άρχηγοΰ τής φυλής είχε
τελειώσει.
Ή καταπληκτική άνάπτυξη τής σοβιετικής βιομηχανίας ύποσκάπτει σήμερα τήν έξουσία τής γραφειοκρατίας, δηλαδή τού σταλινισμού, δπως σύντριψε τήν προσωπική έξουσία: άναγκασμένη νά ένσωματωθή στή διεθνή κατανομή τής έργασίας καί συνεπώς στήν παγκόσμια άγορά, ή σοβιετική οίκονομία δέν μπορεί πιά νά
κρατήση, γιατί θά πνιγή, τό παλιό άλογο τοΰ «σοσιαλισμού σέ μιά μόνο χώρα», δηλαδή τής ύπέροχης άπομόνωσης. Ή άνάπτυξή της έξαρτάται δλοένα καί περισσότερο άπό τήν άνάπτυξη καί τΙς μορφές τής οίκονομίας
τών χωρών μέ τίς όποιες πάει λίγο πολύ νά ένσωματωθή.
Ή γραφειοκρατία λοιπόν θά δή νά έμφανίζωνται
στούς κόλπους της τάσεις γιά άποκατάσταση τοΰ καπιταλισμού πού βλέπει κανείς σήμερα κι' δλας δλη τήν Ισχύ
του, στή Γιουγκοσλαβία: άλλά ή άποκατάσταση τής οίκο-

208

νομίας τής άγοράς έπιφέρει ή προϋποθέτει τήν κατάργηση αύτοϋ τοΟ τεράστιου παρασιτικοϋ στρώματος (μικρό
στήν άρχή τοϋ άρθρου μας, τό βρίσκουμε τεράστιο στό τέλος: διαφοροποιήθηκε άπέραντα άπό τή γέννησή του).
Ή διατήρηση τής συλλογικής Ιδιοκτησίας στήν Ε.Σ.
Σ.Δ. θά έξαρτάται λοιπόν όλοένα καί περισσότερο στενά
άπό τή δυνατότητα μιάς σοσιαλιστικής έπανάστασης στις
πιό άναπτυγμένες χώρες" άλλά αύτό τό ένδεχόμενο σημαίνει τή διάλυση τής γραφειοκρατίας, πού είναι παιδί
τής άπομόνωσης καί τής δυσπιστίας" τό σπάσιμο τής συλλογικής οίκονομίας άποτελεΐ έπίσης άπειλή γ ι ' αύτή.
"Ετσι ό σταλινισμός βρίσκεται σ' ένα σταυροδρόμι: δυό
διαφορετικοί δρόμοι όδηγούν στό τέλος του, μέ πολύ διαφορετικές μορφές καί ρυθμούς...
"Ετσι καταλαβαίνει κανείς γιατί τά Κομμουνιστικά
Κόμματα στόν καπιταλιστικό κόσμο είναι οί σίγουροι έγγυητές τής κατεστημένης τάξης. Ό σ ο περισσότερο ή σοβιετική οικονομία συμμετέχει στήν διεθνή κατανομή τής
έργασίας, τόσο περισσότερο τό μέλλον τής γραφειοκρατίας έξαρτάται άπό τις κοινωνικές καί πολιτικές σχέσεις
στίς βιομηχανικές χώρες πού έλέγχουν τήν παγκόσμια
άγορά. "Αν τό 1936, ό Στάλιν όφειλε μέ κάθε θυσία νά
διατηρήση τήν Ισπανική έπανάσταση καί τΙς άπεργίες
τού 'Ιουνίου στά πλαίσια ένός Λαϊκού Μετώπου πού σεβόταν τήν άτομική ιδιοκτησία τών μέσων παραγωγής, οί
κληρονόμοι του σήμερα όφείλουν νά καταβάλλουν πιό ρωμαλέες άκόμα προσπάθειες γιά νά σώσουν τό άστικό καθεστώς. Ή πολιτική τού Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος κατά τή διάρκεια τού Μαΐου 1967 δέν είναι συ-

209

νέπεια ούτε «μαλθακότητας» ούτε «διαφθοράς» τών ήγετών του. Είναι άποτέλεσμα άνάγκης πού είναι τόσο πιό
έπιτακτική δσο ή Γαλλία είναι τό κλειδί τί)ς κοινωνικής
Ισορροπίας στήν Εύρώπη, πού κι' ή Γδια είναι άποφασιστικό στοιχείο τής παγκόσμιας κοινωνικής τάξης. Ή άνατροπή τοϋ ντεγκωλλισμοϋ τή στιγμή τής αίχμής τής άπεργίας ήταν πολύ πιθανό νά ξεσήκωνε ένα έπαναστατικό
κύμα πού δέ θάφηνε άπ' έξω τήν Πολωνία, τήν Τσεχοσλοβακία, τή Σοβιετική "Ενωση δπου λαγοκοιμάται στίς
καρδιές έκατομμυρίων σπουδαστών καί έργατών τό μίσος
έναντίον τών προνομιούχων πού μέ τά προνόμιά τους περιγελούν τήν ίδια τήν ούσία τοΰ σοσιαλισμού. 01 ήγέτες
λοιπόν τών Κομμουνιστικών Κομμάτων είναι ot έγγυητές
τοΰ άστικοΰ καθεστώτος — κυρίως δταν άπειλήται —
γιατί ή έπιβίωση τής γραφειοκρατίας είναι άμεσα συνδεδεμένη μέ τή διατήρησή του.
Ό σταλινισμός έχει έτσι καταστρέψει τΙς ίδιες τΙς
βάσεις τής κυριαρχίας του, άλλά μέ τόν ίδιο τρόπο πού
δείχνει δ Μάρξ: «Ή άνάπτυξη τής μεγάλης βιομηχανίας
ύποσκάπτει κάτω άπό τά πόδια τής άστικής τάξης τό
ίδιο τό έδαφος πάνω στό όποιο έχει οίκοδομήσει τό σύστημα τής παραγωγής καί ιδιοποίησης». Είδαμε, πώς
αύτή ή ύπονόμευση μπορεί νά χρειαστή καιρό γιά νά Ι χ η
άποτέλεσμα. Μιά τάξη, μιά κάστα, ένα σύστημα μπορεί
νά έπιζήσουν πολύ καιρό άφοΰ ή ύπαρξή τους χάση τήν
Ιστορική της δικαίωση: τό λογικό δέ γίνεται κατ' άνάγκην καί πραγματικό. Κάθε άλλαγή πολιτικού καί κοινωνικοΰ συστήματος προϋποθέτει μιά έπανάσταση έναντίον τοΰ καθεστώτος πού δέ μπορεί νά ξεσπάση χωρίς έ14

210

κείνοι πού σηκώνουν στούς ώμους τους τήν κοινωνία νά
συνειδητοποιήσουν πώς τούς είναι άδύνατο v i συνεχίσουν νά ζούν δπως πριν κι δτι όφείλουν v i πάρουν στά χέρια τους τή μοίρα τους. 'Αλλά ή συνειδητοποίηση δέν προκύπτει άμεσα άπδ τήν ίστορική Αναγκαιότητα, άλλά άπό
τήν δμαδική δραστηριότητα τών άνθρώπων.
Zà» Ζυχ Maçl

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
Τάση πρός μεγέθυνση τών έπιχειρήσεων καί συσσωμάτωσή τους σέ μεγάλες βιομηχανικές καί χρηματιστικές μονάδες. Ή συγκέντρωση είναι ό δρος, τό δργανο
καί ή κύρωση τής οικονομικής άνάπτυξης στόν καπιταλιστικό κόσμο. Είναι τό ίδιο παλιά δσο κι' αύτός. θ ά
διαρκέση τόσο δσο κι' αύτός. Ό Κάρλ Μάρξ πίστευε πώς
τό τέλος τής συγκέντρωσης σήμαινε τήν άνατίναξη τού
ίδιου τού καπιταλιστικού κόσμου. Πρόκειται γιά πρόταση πού δέν μπορεί νά έπαληθευτή. Ή συγκέντρωση είναι
πότε τό καλύτερο πράγμα καί πότε τό χειρότερο. Στή
Γαλλία, πριν άπό τόν τελευταίο πόλεμο, μιά κοινωνία
δοσμένη στή λατρεία τοϋ μικρού, είτε έπρόκειτο γιά πολιτικούς, συνδικαλιστές ή γιά τό πλήθος τών έργοδοτών,
θεωρούσε τή συγκέντρωση τό πιό μισητό καί άξιο γιά
περιφρόνηση πράγμα. Ά π ό τότε οί καιροί άλλαξαν. Δέν
περιφρονούν πιά τά «τράστ» καί τά «καρτέλ», άφοϋ άποτελοϋν πραγματικότητες πολύ πιό άπτές παρά έδώ καί

211

λίγα χρόνια. Ot ίδιες ot Αρχές περιορίζουν τή διαδικασία γιά τήν έγκριση τών συμφωνιών καί τών καταστάσεων καί υποστηρίζουν τή συγκρότηση ένός δλιγοπωλίου
γιά κάθε βιομηχανικό κλάδο σέ μικρό χρονικό διάστημα.
Γιατί, σέ διάστημα μιάς γενιάς ή χ ο λ έ ρ α μ ό ρ μ π ο υ ς έγινε ή ϊδια ή ύγεία; Έδώ τά γεγονότα τροποποίησαν τίς Ιδέες. Τά γεγονότα είναι δτι άνέλαβε καί
άρχισε ν' άναπτύσσεται μιά οίκονομία πού ήταν γιά πολλές δεκαετίες παγωμένη. Ή κινητήρια δύναμη γι' αύτή
τήν άνάπτυξη είναι ή γενική διεκδίκηση τής εύημερίας
τοΰ πληθυσμού. Αύτή ή έπιταγή είναι τόσο κατηγορηματική ώστε σαρώνει τΙς άντιρρήσεις γιά τή συγκέντρωση.
Αύτό τό μηχάνημα πού αύτόματα μπήκε σέ κίνηση δέν
τό βλέπουν πιά μέ τά ίδια μάτια. Τό συγκρίνουν τώρα μέ
τά μηχανήματα πού διαθέτουν οί Εύρωπαΐοι συνεταίροι
καί ό 'Αμερικανός άνταγωνιστής καί βλέπουν δτι οί γαλλικοί «γίγαντες» δέν είναι παρά σκυλάκια πλάι στούς ύπερατλαντικούς μολοσσούς. Τό έθνικό συμφέρον έπιβάλλει
λοιπόν νά κάνουμε ύπερτροφία στά σκυλάκια γιά νά φτάσουν στό μπόΓ τών μολοσσών. 'Αλλά ποιό σκοπό έχει ή
συγκέντρωση; Σύμφωνα μέ τόν κλασικό όρισμό, τό μοναδικό της κίνητρο είναι ή άναζήτηση τού κέρδους. Αύξάνεις τό κέρδος σου, δταν κατορθώσης νά συγκεντρώσης
μέσα πού σοΰ έπιτρέπουν νά πραγματοποιήσης, δπως λένε
στήν οικονομική γλώσσα, «οίκονομίες κλίμακος» καί νά
έπιτύχης τήν «άριστη άπόδοση» τών «συντελεστών τής παραγωγής». Τό σχήμα είναι πολύ ξερό. Ή καθημερινή
παρατήρηση Αποκαλύπτει, άπλούστατα, δτι σέ μιά οίκονομία σέ κίνηση, ή συγκέντρωση άποδεικνύεται βιολογική

212

άνάγκη. Οί χρηματιστές πού παίρνουν μέρος στή συγκέντρωση έχουν, χωρίς Αμφιβολία, κίνητρο τό κέρδος, Αλλά
οί παράγοντες τής βιομηχανίας, κρατικοί καί Ιδιωτικοί,
συνήθως μισθωτοί, άγωνίζονται γιά τή ζωή. Συγκεντρώνουν τίς δυνάμεις του πότε γιά νά έπιτεθοϋν, πότε γιά νά
άμυνθούν. Βιάζονται νά παχύνουν γιατί δσο πιό χοντροί
είναι, τόσο είναι λιγότερο τρωτοί.
Έ ν α ς «παχύς» πού είναι σχεδόν πάντα διψασμένος
γιά κεφάλαια, φτάνει πιό εύκολα στίς πηγές τής δημόσιας ή ίδιωτικής πίστης, γιατί μόνο τούς πλούσιους δανείζει κανείς. Ή έρευνα, αύτή ή άτμομηχανή τής προόδου, άδηφάγα σέ χρόνο καί χρήμα, είναι προσιτή περισσότερο καί καμιά φορά άποκλειστικά στούς «παχεΐς»' καί
έπιπλέον είναι γ ι ' αύτούς «mutatis mutandis», πιό φτηνή
παρά γιά τούς φτωχούς. Τό ίδιο ισχύει γιά τήν κατάκτηση καί τήν συστηματική έκμετάλλευση τών μεγάλων έξωτερικών άγορών πού είναι άπαραίτητο νά συμπληρώνουν
τήν έσωτερική άγορά, καθώς καί γιά τΙς δυνατότητες νά
έπωφελούνται άπό τούς κανόνες άποσβέσεων τών έπενδύσεων πού καθορίζει τό Δημόσιο.
Ή τ έ χ ν η
καί
ή μ έ θ ο δ ο ς
τ ή ς
σ υ γ κ ε ν τ ρ ώ σ ε ω ς .
Ή συγκέντρωση, διαβάζει
κανείς στά έγχειρίδια, είναι όριζόντια δταν γίνεται στό
στάδιο παραγωγής. Παράδειγμα: ή άπορρόφηση τής Πανάρντ άπό τή Σιτροέν. Είναι κάθετη, δταν γίνεται μέ
προσεπίθεση, πρός τά πάνω (ό έπιχειρηματίας μεταφορών Φλουαρά ντ' "Εγκλ Άζύρ έβαλε στό χέρι τήν έπιχείρηση κατασκευών άεροπλάνων Μπεργκέ) ή πρός τά
κάτω (ή γενική ένωση πετρελαίων άπέκτησε ένα δίκτυο

213

διϋλίσεως καί διανομής). Ξεφεύγει άπό τούς κλασικούς
κανόνες δταν τείνει νά άποκτήση τόν έλεγχο ένός τομέα
δραστηριότητας άπολύτως ξένου πρός τόν τομέα τού ένδιαφερομένου έπιχειρηματία (δ ιδιοκτήτης βαμβακουργίας Μπουσσάκ έλέγχει τήν έφημερίδα ' 2 ρ ό ρ).
Είναι
δύσκολη
ή μέτρηση
τής
σ υ γ κ ε ν τ ρ ώ σ ε ω ς .
Πιστεύουν στή Γαλλία δτι
αύτό τό φαινόμενο έπιταχύνθηκε καί πήρε δρμητικό χαρακτήρα μετά τό 1960. Αύτό είναι σωστό. 'Ανάμεσα στά
1961 καί 1965 καταγράφτηκαν περίπου 150 συγχωνεύσεις τό χρόνο έναντι 50 τής προηγουμένης δεκαετίας. Ά λ λά έκεινο πού μετρά περισσότερο είναι δτι ot πιό πολλές
έπιχειρήσεις κάποιας σημασίας έχουν έμπλακεϊ σ' αύτή
τήν κίνηση. Δρα έδώ τό συσσωρευτικό άποτέλεσμα. "Αν
δμως τά μέσα μεγέθη τών έπιχειρήσεων αύξήθηκαν τά
τελευταία εΓκοσι χρόνια, τό συνολικό τους προσωπικό έχει
λίγο έλαττωθή. Ή περίπτωση τής ύφαντουργίας πού αύξησε κατά 50% τήν παραγωγή της, στό χρονικό διάστημα
πού δ άριθμός τών έπιχειρήσεων καί τό προσωπικό τους
μειωνόταν κατά 50%, είναι έξαίρεση.
Τό ά π ο τ έ λ ε σ μ α
τής
συγκεντρώσ ε ω ς . Γιά τούς κλασικούς οίκονομολόγους, ή συγκέντρωση έχει πολύ κακά άποτελέσματα γιατί καταλήγει λογικά στό μονοπώλιο, δηλαδή στό περιφραγ|ΐένο κυνηγετικό πεδίο δπου κάθε συναγωνισμός έξαφανίζεται. Άποτέλεσμα: σκλήρωση καί αύξηση τών τιμών. Ή πραγματικότητα έχει πιό πολλές άποχρώσεις. Πλάι στά κρατικά
μονοπώλια πού πολλαπλασιάζονται γρήγορα μέ τή μεσολάβηση τών θυγατρικών έπιχειρήσεων σχηματίζονται ί-

214

διωτικά όλιγοπώλια. Καί τά μέν καί τά Si συνδεόμενα
συχνά μεταξύ τους μέ τΙς κοινές θυγατρικές έπιχβιρήσεις
τους, συνεννοούνται συνήθως καί καμιά φορά σέ βάρος
τοΟ δημοσίου συμφέροντος. Παράδειγμα: οί σχέσεις τών
Τ.Τ.Τ. καί τών Ιδιωτικών (τΙς πιδ πολλές φορές ξένων)
έπιχειρήσεων κατασκευής τηλεφωνικού ύλικού.
'Αλλά τό γεγονός δτι ένα μέρος όλοένα καί μεγαλύτερο τών έργασιών στή Γαλλία πραγματοποιείται άπό ένα,
όλοένα καί μεγαλύτερο άριθμό δμάδων, δέν συγκινεί τήν
πολιτική έξουσία, τουλάχιστο στό βαθμό πού ή συγκέντρωση γίνεται άπό Γάλλους ύπηκόους. Έ μαζική παρουσία
τού Κράτους στόν τομέα τής παραγωγής καί προπαντός
τής πίστης, ή διάλυση τής πλειοψηφίας τών μεγάλων δυναστειών τού χρήματος καί τής βιομηχανίας, ή άνοδος
άνωτάτων κρατικών ύπαλλήλων στή διεύθυνση ιδιωτικών
έπιχειρήσεων φαίνονται άρκετά νά έγγυηθοϋν τή διατήρηση σέ όρισμένα δρια τής οίκονομικής έξουσίας άπό τήν
πολιτική έξουσία.
Τό μ έ λ λ ο ν τής
συγκεντρώσεως;
Είναι λαμπρό. Οί προφήτες τοϋ 19ου αίώνα έβλεπαν τό
τέρμα τής συγκεντρώσεως... Οί πρακτικοί τοϋ 20οϋ δέν
τό βλέπουν. Τά σκυλόψαρα έχουν άκόμα τεράστια κοπάδια σαρδέλλες νά καταβροχθίσουν καί οί σαρδέλλες είναι
γόνιμες σάν τά κουνέλια. Οί κανονισμοί τής άλιείας είναι
άρκετά αύστηροί στίς Ηνωμένες Πολιτείες. ΣτΙς άλλες
μεγάλες βιομηχανικές χώρες τό θέμα δέν τέθηκε ίσως ποτέ. Τό Κράτος είναι σέ θέση νά έλέγχη τή συγκέντρωση
μέ τή μεσολάβηση τοϋ Σχεδίου, δπου, σέ έθνική κλίμακα

215

μέ τήν προσδοκία τής εύρωπαΓκής κλίμακας, οί Αποφάσεις γιά τΙς έπενδύσεις τείνουν ν ά . . . συγκεντρωποιηθούν.
Άλαιν Μυρσιέ

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ
Ούσιαστικό πού όρίζεται νομικά ώς «μία σύμβασις διά
τής δποίας τά μέρη, εις μίαν διαφοράν, προσφεύγουν είς
τήν διαιτησίαν ένδς τρίτου» καί κατ' έπέκταση ώς «μία
διευθέτησις είς τήν δποίαν γίνονται άμοιβαΐαι παραχωρήσεις». "Ετσι έννοούμενος δ συμβιβασμός, παίζει στή Γαλλία λόγου χάρη τής 5ης Δημοκρατίας, σημαντικό ρόλο.
Βέβαια ή λέξη σπάνια προφέρεται σ' ένα καθεστώς πού
ή βασική του διάλεκτος περιορίζεται τελικά σέ μερικές
άνιαρές έπικλήσεις — ένότης καί συνοχή, άνεξαρτησία
καί κυριαρχία, μεγαλείο καί πρόοδος — καρυκευμένες,
χωρίς διάκριση καί άνάλογα μέ τό κέφι ή τήν εύκαιρία, μέ τά έπίθετα «έθνική» ή «γαλλική». 'Αλλά δ συμβιβασμός είναι τόσο σταθερά παρών ή στό ύπόβαθρο τών
πάντων, ώστε νά άποτελή, μαζί μέ τή ρητορεία, τήν Ιδια
τήν ούσία τής σημερινής μεθόδου διακυβερνήσεως.
Ή έπιστροφή τού στρατηγού Ντέ Γκώλ, ή έγκαθίδρυση κατόπιν τής προσωπικής έξουσίας του, στά 1958,
ήταν άποτέλεσμα ένός άπό τούς πιό έπιβλητικούς καταρράκτες συμβιβασμών πού μπορεί κανείς νά βρή σέ μιά
ίστορία γεμάτη, κατά τά άλλα, άπό κάθε είδους διευθετήσεις. Μέ τό Στρατό, μέ τά κόμματα καί τούς άργηγούς

216

τους, μΐ τό Κοινοβούλιο, μέ τόν Ακτιβισμό, μέ τούς έθνικιστές δλων τών πλευρών καί τούς προοδευτικούς δλων
τών Αποχρώσεων, οί Αμοιβαίες παραχωρήσεις είναι τόσο
έκτεταμένες καί πολυάριθμες, ώστε τό περίφημο «Σας
κατενόησα» τής Αγοράς τού 'Αλγερίου, θρίαμβος τού διφορούμενου, νά φανή γιά μιά στιγμή δτι συμφιλιώνει δλα
τά άκρα.
"Ύστερα τόν συμβιβασμό τόν άνέβασαν στό δψος ένός
Συντάγματος: πραγματικά τό Σύνταγμα πού μάς διέπει
σήμερα χαρακτηρίστηκε σάν ήμιπροεδρικό καί ήμικοινοβουλευτικό άπό τόν ίδιο τόν κυριώτερο συντάκτη του. Αύτός δ ίδιος, έκτδς άπ' δλα τ' άλλα, δφείλει «νά έξασφαλίζη μέ τή διαιτησία του τήν όμαλή λειτουργία τών δημοσίων έξουσιών» (άρθρο 5) * αύτό θεσμοποιεί τό μόνιμο
συμβιβασμό, είτε πρόκειται γιά τήν έπεξεργασία, μέ σειρά
«διαιτησιών» καί πάλι — αύτός είναι δ καθιερωμένος δρος — τού οίκονομικού Σχεδίου κάθε πέντε χρόνια, τού
προϋπολογισμού κάθε χρόνο, γιά τόν καθορισμό τών τιμών
τού γάλακτος, τήν ψήφιση τού έκλογικοϋ νόμου, τήν άναγνώριση τού Πεκίνου, ή τήν κατασκευή μιάς πισίνας στή
Μαρμάντ.
Γιά νά κυβερνάς άνάμεσα σέ σκοπέλους, θά πρέπει
πότε νά όνομάζης συμβιβασμό αύτό πού στήν πραγματικότητα δέν είναι, άφού οί παραχωρήσεις είναι δλες άπό τή
μία μεριά, πότε, άντίθετα, νά κρύβης τόν Αληθινό χαρακτήρα συναλλαγής πού έχει μιά ένέργεια καί νά τήν παρουσιάζης σάν άπόφαση τής μιάς πλευράς, χωρίς κανένα
διάβημα άπό τήν άλλη, ένώ στήν πραγματικότητα είναι

217

άποτέλεσμα λεπτών ύπολογισμών καί σοφοΟ καθορισμού
τών δόσεων.
Ψεύτικοι συμβιβασμοί, δπως λόγου χάρη ή άλγερινή
ειρήνη, πού καλύφθηκε πίσω άπό τήν δμίχλη τής αύτοδιαθέσεως: δέν ύπήρξε στ* άλήθεια πραγματική έκλογή
άνάμεσα στούς τρεις δρους τής αίρέσεως (άποχωρισμός,
γαλλική 'Αλγερία ή συνεταιρισμός), πού διατηρήθηκαν
στήν άρχή γιά νά γίνουν άργότερα δύο καί τέλος νά
μπερδευτούν καί ταυτόχρονα νά βαπτιστούν μέ άλλο δνομα (άνεξαρτησία καί συνεργασία). "Η μάλλον δ συμβιβασμός, άν ύπήρξε κάποιος, δέν ήταν άνάμεσα στούς 'Αλγερινούς καί στούς Γάλλους, άλλά άνάμεσα στίς ψευδαισθήσεις πού καλλιεργήθηκαν πολύ καιρό μέ τή σκληρή πραγματικότητα, άνάμεσα στίς άρχές καί στίς δυνατότητες.
'Αληθινοί συμβιβασμοί, άντίθετα, δπως ή στάση τοϋ
καθεστώτος στό θέμα τών βασανιστηρίων, άν καί ποτέ ή
κυβέρνηση δέ θέλησε νά τόν παραδεχτή: άπό τή μιά μεριά συγκροτεί καί πάλι μιά «Επιτροπή περιφρουρήσεως
τών άτομικών δικαιωμάτων καί έλευθεριών», καί άπό τήν
άλλη άφίνει τούς στρατιωτικούς ήγέτες νά δώσουν τή
διαταγή νά κερδίσουμε τόν πόλεμο «μέ δλα τά μέσα».
Περίμενε κανείς νά διακηρύξη άπλούστατα δτι «τά βασανιστήρια είναι έγκλημα», περιορίστηκε νά διαβεβαιώση
δτι «έγιναν ίσως ύπερβολές, άλλά δέν ύπάρχουν βασανιστήρια». Παράλληλα έξάλλου, ή Εκκλησία άπό τήν όποία
περίμενε κανείς νά διακηρύξη: «τό νά βασανίζης είναι
γιά ένα χριστιανό θανάσιμο άμάρτημα», προσπαθεί κι αύτή νά καλύψη τό σπόρο τών πραγμάτων κάτω άπό τά
άχυρα τών λέξεων, έξηγώντας δτι «δέν πρέπει νά θέτουμε

218

είς τήν ύπηρεσίαν μιάς ύποθέσεως άκόμη καί δικαίβς, μέσα ούσιαστικώς πονηρά».
Ανεβασμένος αύτή τή φορά στό ύψος ένός ήθικού χανόνος, δηλαδή μιάς ήθιχής χαΐ ένός δόγματος, δ συμβιβασμός, πάλι χαΐ πάντα ταυτόχρονα, χαθολιχεύεται: έτσι δ
τάδε συνταγματάρχης πού βρισκόταν μέ τό σύνταγμά του
σέ έπιχειρήσεις στή Νότια 'Αλγερία τή στιγμή τού πραξικοπήματος τών στρατηγών τόν 'Απρίλη τού 1961 καί
παίρνει, ταυτόχρονα καί άπό τούς νομιμόφρονες καί άπό
τούς στασιαστές, τή διαταγή νά βαδίση πρός τό 'Αλγέρι,
θά σπεύση βραδέως γιά νά φτάση μετά τήν κατάρρευση
τής άνταρσίας. Καί ή ίδια ή άριστερή Αντιπολίτευση όλόκληρη — γιατί κι οί άντίπαλοι, άπό μιμητισμό ή συνήθεια, άσκούν έπίσης τήν τέχνη τού συμβιβασμού — θά
ύποστηρίξη τήν άλγερινή πολιτική τού καθεστώτος, ένώ
ταυτόχρονα, θά έπικρίνη τήν δραστηριότητά του σέ δλους
τούς άλλους τομείς.
Σήμερα ό συμβιβασμός θριαμβεύει τόσο στούς κομμουνιστές, οί όποϊοι έπιδοκιμάζουν τή ντεγκωλική διπλωματία, άλλά καταπολεμούν τόν τρόπο διαχειρίσεως τών έσωτερικών θεμάτων, δσο καί στό κέντρο καί σ' ένα μέρος
τής 'Αριστεράς πού καταγγέλλουν έντονα τήν έξωτερική
πολιτική, ένώ είναι έτοιμοι ίσως καί νά προσδεθούν μέ τό
καθεστώς. "Οσο γιά τό Ριζοσπαστικό Κόμ|ΐα, τού δποίου
δ πρόεδρος είπε, στά 1966, μιά φράση άξια νά μείνη γιά
τούς άπογόνους. — «Ή ένότητά μας είναι πραγματική.
Εκδηλώνεται μέ τήν ποικιλία τών άπόψεών μας» — ή
ίδια ή φύση του καί ή ίδια ή ύπαρξή του άποτελοΰν συμβιβασμό' καί άλλωστε όφείλουμε σ* αύτό τό κόμμα μιά

219

όλόκληρη άνθολογία άπό τήν δποίαν άντλοΟν δ,τι έπιθυ|ioOv οί σχολιαστές, άπό τήν μαυρόασπρη πρόταση ώς τό
γάμο τοϋ κυπρίνου μέ τό κουνέλι.
ΠλάΙ στό ούσιαστικό, ή παθητική μετοχή πού χρησιμοποιείται σάν έπίθετο δέν έχει λιγότερη πέραση στήν
πολιτική. Στό λεξικό τών έκφράσεων, αύτή τή φορά, δέν
μεταχειρίζονται γιά παράδειγμα τό «ένας κακός συμβιβασμός είναι προτιμότερος άπό μιά καλή δίκη», άλλά μάλλον τήν κλασική άποστροφή τοϋ προσβλημένου πατέρα:
«Εξέθεσες τήν κόρη μου. Είσαι άποφασισμένος νά έπανορθώσης ;» ('). Ή ίδια λέξη κι έδώ, μπορεί νά χρησιμοποιηθή μέ πολύ διαφορετικούς, δηλαδή άντίθετους, τρόπους.
Μέ φόβο καί Αποδοκιμασία μιλούν γιά έναν πολιτικό
πού «έχει συμβιβαστή». Συγκεκριμένα, αύτό μπορεί νά
ίσχύη γιά τήν πιό άσήμαντη χειρονομία — γιατί έσφιξε
τό χέρι ένϊς άντιπάλου ή άκόμα γιατί παρέλειψε νά τόν
βρίση σέ όρισμένες περιπτώσεις πού ίσως έκεϊνος τόν
πρόσβαλε — δπως καί γιά τίς πιό σοβαρές δεσμεύσεις ή
παραλείψεις, λόγου χάρη τΙς συνεννοήσεις μέ τόν έχθρό.
Προκαλείται τότε μιά άρκετά παράξενη μολυσματική άσθένεια πού κάνει τήν συμβιβασμένη προσωπικότητα έπικίνδυνο πρόσωπο πού έκθέτει δποιον πλησιάζει.
Μπορεί δμως κανείς έπίσης νά δεχτή, άκόμα καί νά
έπιζητήση, τόν συμβιβασμό μέ καλό σκοπό. Ό Ιδιος ό
(1) Σ.τ.Μ. Στό κείμενο:

Vou

·

avez

Compomle ma fille. Στά

γαλλικά τό ρήμα compromettre σημαίνει έκθέτω, διακινδυνεύω, ivffl
τό οόσιαστιχό eempromi·, πού προέρχεται άπό τήν παθητική μετοχή τοΟ ρήματος, σημαίνει διαιτησία, συμβιβασμός.

220

Nxè Γκώλ, πού διακρίνεται γιά τήν ίκανότητά του στούς
συμβιβασμούς, μπόρεσε μιά μέρα νά πή πώς «δλος ό κόσμος στή Γαλλία ήταν ή θά γίνη ντεγκωλικός», άκριβώς
γιατί οί συνεργάτες τού στρατηγού έφάρμοζαν πάντα τήν
τακτική νά προσπαθούν νά έκθέσουν μέ έπαφές τόν μεγαλύτερο δυνατό άριθμό τών ήγετών, άξιωματούχων καί στελεχών, πού στίς πιό πολλές φορές συναινούσαν, δηλαδή
γοητεύονταν. Είναι πάρα πολύ άληθινό γιά τούς πολιτικούς αύτό πού ό ΆνρΙ Μπέκ έλεγε γιά τΙς γυναίκες:
«Υπάρχουν μόνο δύο είδη γυναικών: έκεϊνες πού τΙς έκθέτεις κι αύτές πού σέ έκθέτουν».
Tliiq Βιανσόν Πόντε

Σ Υ Ν Α \ ΛΑ Γ Μ Α
Συνάλλαγμα σημαίνει ξένο νόμισμα.
Συνάλαγμα έννοεΐται, δπως καί τό Ιδιο τό νόμισμα
(βλέπε τή λέξη) :
— μέ τή συγκεκριμένη του έννοια: νομίσματα καί χαρτονομίσματα πού κυκλοφορούν στις άλλες χώρες. Παράδειγ μ α : τό τουριστικό συνάλλαγμα, πού χορηγείται στούς
Γάλλους ταξιδιώτες γιά τις δαπάνες τους στό έξωτερικό.
— μέ τήν άφηρημένη έννοια: κάθε περιουσία σέ ξένο νόμισμα. Παράδειγμα: τά άποθέματα τής Τράπεζας τής
Γαλλίας σέ συνάλλαγμα άποτελούνται κυρίως άπό άπαιτήσεις σέ άμερικανικό νόμισμα.
Τό συνάλλαγμα είναι τό σύμβολο τής οίκονομικής

221

έπεκτάσεως πέρα άπδ τά σύνορα: πρέπει νά κερδίζης
συνάλλαγμα (μέ έξαγωγές, μέ προσέλκυση ξένων τουριστών) , νά έξοικονομής συνάλλαγμα (παράγοντας προϊόντα ώς τώρα εισαγόμενα).
Τό συνάλλαγμα είναι άδύνατο ή Ισχυρό. Τό άδύνατο
συνάλλαγμα — πού μετά βίας μπορεί νά όνομάζεται συνάλλαγμα, άφοΰ αυτός δ δρος συνδέεται μέ ύπερηφάνεια,
εμπιστοσύνη, παράδοση, σταθερότητα — είναι τό συνάλλαγμα τών χωρών μέ μικρό βαθμό άναπτύξεως ή μέ κακή
διοίκηση. 'Ισχυρό συνάλλαγμα είναι τό συνάλλαγμα πού
διατηρεί μιά σταθερή άγοραστική δύναμη καί έπιτρέπει
νά άγοράζης στίς χώρες πού τό έκδίδουν προϊόντα ποικίλα καί καλής ποιότητας. Τό δολλάριο είναι Ισχυρό συνάλλαγμα.
ΖΝ. Τ.

ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΙ
"Ας ξεκινήσουμε άπό τό πιό στοιχειώδες. Τό συνδικάτο, μάς λέει τό λεξικό, είναι μιά ένωση πού σκοπό έχει τήν ύπεράσπιση κοινών συμφερόντων, Ιδιαίτερα έπαγγελματικών. Είναι στή φύση του νά άναπτύσσεται μέσα
σ' ένα δεδομένο περιβάλλον, καί νά μήν ζητά νά ξεφύγη
άπ' αύτό. Συνέπεια: ή ύπεράσπιση τών κλαδικών συμφερόντων είναι τό πιό άναντικατάστατο, τό πιό άμείωτο θεμέλιο κάθε συνδικαλιστικής δράσης. "Εχει δικαίωμα κανείς
νά κάνη τό πάν σ' ένα συνδικάτο: έμπόριο, κοινωνική άν-

222

τίληψη, πολιτική, άκόμα καί τήν έπανάσταση, άρκεΐ νά
μήν ξεχνά αύτό τό άπαραίτητο στοιχείο. Μ" άλλα λόγια:
ό συνδικαλισμός όδηγεί στά πάντα μέ τήν προϋπόθεση νά
μή βγή κανείς άπό τά πλαίαιά του.
Σ* ένα συνδικάτο έλαιοχρωματιστών, άνήκουν οί έλαιοχρωματιστές κι δχι ο( κτίστες. "Η μπορεί νά πρόκειται
γιά ένα συνδικάτο βιομηχανικού κλάδου: λόγου χάρη τό
συνδικάτο δλων τών οικοδομικών Επαγγελμάτων. 'Αλλά
τότε άποκλείονται οί μεταλλουργοί ή οί σιδηροδρομικοί. Δέ
μπορεί νάναι συνδικαλιστής δποιος θέλει. Κι έκεΐνος πού
είναι συνδικαλιστής δέν μπορεί νά είναι δπου θέλει. Αύτές οί δλοφάνερες άλήθειες, πού πολύ συχνά ξεχνιώνται,
θάπρεπε νάναι άρκετές γιά νά ξεχωρίζουμε τό συνδικάτο
άπό τΙς καθαρά φυσικές όμάδες δπως ή οικογένεια (άφοϋ
τό συνδικάτο είναι έθελοντική δμάδα) ή άπό τΙς καθαρά
τεχνητές όμάδες δπως τό πολιτικό κόμμα (άφοΰ τό συνδικάτο στηρίζεται σέ μιά αύστηρή κοινωνικοεπαγγελματική όροθεσία). Κάνουν λόγο γιά ταξικό κόμμα: είναι σχεδόν παράδοξο' δέν λένε ταξικό συνδικάτο: θάταν ταυτολογία. Διαλέγεις τό κόμμα σου, δέ διαλέγεις τό συνδικάτο σου.
Παρ' δλ' αύτά, στή Γαλλία τουλάχιστο, διαλέγουμε τή
Συνομοσπονδία πού θέλουμε ν' άνήκουμε. Ό ζαχαροπλάστης δέ γίνεται δεκτός στό συνδικάτο τών μαγείρων. Μπορεί δμως νά διαλέξη άνάμεσα σέ πολλά συνδικάτα ζαχαροπλαστών. Τό ένα είναι θεΐστικό' τό δεύτερο έλεύθερων
στοχαστών' τό τρίτο κολλεκτιβιστικό" τό τέταρτο αύτόνομο, πράγμα πού είναι μιά πολύ ύποπτη γλωσσική έπιφύλαξη. Είναι άλήθεια πώς οί Γάλλοι Εχουν μιά ιδιαίτερη

223

εύφυΐα νά μπάζουν τήν Ιδεολογία έκεϊ που δέν τό περιμένει κανείς. Στό χωριό μου, οί βοσκοί έτοιμάζουν γιά.
τού "Αη Γιαννιοϋ μεγάλες φωτιές πού τΙς λένε «φουάιγ»"
τό βράδυ τής 24ης 'Ιουνίου είχε δυό φουάιγ, τή μία προοδευτική καί τήν άλλη άντιδραστική.
Διαπιστώνουμε Ιστορικά μιά παράξενη σύμπτωση: τή
σύμπτωση τού πιό άπόλυτου άτομικισμοΰ καί τού πιό άποφασιστικού όλοκληρωτισμοΰ στήν ύπεράσπιση τής άπευθείας έπαφής τού μεμονωμένου άτόμου μέ τό Κράτος έναντίον κάθε παρεμβολής τρίτου, τής παρεμβολής ένδιαμέσων
σωμάτων, δπως λόγου χάρη τά συνδικάτα. 'Απ' αύτή τήν
άποψη, δ Ρουσσώ πού στό «Κοινωνικό Συμβόλαιο» άπορρίπτει τά ένδιάμεσα σώματα, είναι δ κοινός πρόγονος τών
έπαναστατών τού 1789 καί τού 1917" δ νόμος τού Άλλάρντ (1790) πού καταργεί τΙς συντεχνίες" δ νόμος Λέ
Σαπελιέ (1791) πού άπαγορεύει τά σωματεία, άποκτοϋν
ένα άναπάντεχο άντίγραφο στό 10ο Συνέδριο τού Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος (1921) δπου έμφανίζεται
δ Τρότσκυ νά άρνεϊται, στ' δνομα τού προλεταριακού κράτους, κάθε αύτονομία στά συνδικάτα τών προλεταρίων:
ποιανού, λοιπόν, πραγματικά περνά άπό τό μυαλό νά ύπερασπιστή τόν έαυτό του έναντίον τού έαυτοΰ του;
Στή μιά περίπτωση, ή άπαγόρευση τών συνδικάτων έχει σάν άποτέλεσμα νά έπιβεβαιώση τήν άνοδο τού άστικού άτομισμοΰ καί τής έλευθερίας τών έπιχειρήσεων" στήν
άλλη, τό θρίαμβο τού προλεταριακού κόμματος κατά τών
έργατών.
'Αντίθετα μέ τΙς αύταπάτες τής τυπικής δημοκρατίας
καί τά παράδοξα τής δλοκληρωτικής δημοκρατίας, δ συν-

224

δικαλισμός Αναδεικνύεται όπαδός μιάς πλουραλιστικής δημοκρατίας πού Αναγνωρίζει δτι τΑ συμφέροντα τοϋ παραγωγού δέ συμπίπτουν Αναγκαστικά μέ τά συμφέροντα τοϋ
πολίτη. Ή δημοκρατία, κατά τό συνδικαλιστή, στηρίζεται Απαραίτητα στά πολλά κέντρα έξουσίας. Ό συνδικαλισμός είναι ένα Από τά κέντρα αύτά. 'Αντίθετα μέ τή δημοκρατία τοϋ Ρουσσώ πού άξιώνει, ό πολίτης στό βάθος
τής συνείδησης του νά δίνη προέχουσα θέση στή γενική
θέληση σέ σχέση μέ τήν ιδιαίτερη θέληση, δ συνδικαλισμός ένισχύει τή νομιμότητα αύτής τής διπλής θέλησης.
Δέν είναι κυνισμός πού άντιτίθεται στήν άρετή, είναι, στό
βάθος, άναγνώριση τοϋ ταξικού άγώνα στή θέση μιάς
Ιδεαλιστικής άντίληψης γιά τό Κράτος. Ό συνδικαλισμός
έχει λοιπόν άνάγκη γιά ν' άναπτυχθή, ένα φιλοσοφικά ούδέτερο κράτος, έχθρικό σέ κάθε μονοπώληση τής άλήθειας
καί τής έκπροσώπησης, μέ λίγα λόγια Ινα κοσμικό κράτος. Ταυτόχρονα, μέ τήν άρνηση κάθε μορφής ένσωμάτωσης του σ' αύτό τό κράτος ή στά πολιτικά κόμματα, μέ
τήν αύστηρή διατήρηση τής αύτογομίας του στή λήψη
τών άποφάσεων καί στή δράση, άποτελεΐ τό καλύτερο πρόχωμα έναντίον κάθε δλοκληρωτικού πειρασμού μέσα στό
ίδιο τδ Κράτος.
Σήμερα, έπειδή δ κίνδυνος παρουσιάζεται λιγότερο άπειλητικός, όρισμένοι θά ήθελαν, μέ τό πρόσχημα τής άποτελεσματικότητας, νά παραιτηθή δ συνδικαλισμός άπό
τήν άνεξαρτησία του, πρός δφελος κάποιου πολιτικού σχεδίου ή ένός συστήματος σχεδιοποίησης. Υπάρχουν πάρα
πολλές έλπίδες δτι τίποτε άπ' αύτά δέν θά γίνη. Πράγματι, ποτέ άλλοτε, παρόλο πού βαδίζουμε πρός τήν κοι-

225

νωνία τής συγκεντρωμένης οικονομίας, δέν είχαμε τόσο άνάγκη άπό μιά «έξισορροπητική έξουσία» (Τζ. Κ.
Γκαλμπραίηθ) Ικανή δχι μόνο νά έξασφαλίζη τό μεγαλύτερο δυνατό δφελος γιά τούς έργαζομένους άπό ένα ύψηλής παραγωγικότητας σύστημα, άλλά καί νά άμφισβητή
άποτελεσματικά τίς σκοπιμότητες τοΰ συστήματος.
Ό συνδικαλισμός είναι πρωτογενής, ούσιαστικά, χάρη
στά μέσα, πού χρησιμοποιεί στή δράση του. Άλλά τό κυριώτερο μέσο τοΰ συνδικαλισμού είναι ή δράση τών μαζών. Σήμερα πού ή δημοκρατία τείνει δλο καί λιγότερο
νά έχη κύριο χαρακτηριστικό της τήν άντιπροσώπευση,
καί δλο καί περισσότερο τή συμμετοχή, δ συνδικαλισμός
έχει νά διαδραματίση ένα βασικό ρόλο: νά βοηθήση νά
καλυφθή ή τάφρος, πού, παρ' δλ' αύτά ύπάρχει, άνάμεσα στούς άρχηγούς καί στίς μάζες, άνάμεσα σέ κυβερνώντες καί κυβερνωμένους. Λένε καμιά φορά δτι ή δημοκρατία είναι ή συνεχής διείσδυση τοΰ παρεχόμενου στό οίκοδομούμενο. 'Αναμφισβήτητα, δ συνδικαλισμός είναι άπό
τήν μεριά τοΰ παρεχόμενου, κι έκεΐ πρέπει νά μείνη. Ε πικρίνοντας τό λαϊκό αύθορμητισμό, οί μαρξιστές κατέληξαν νά έχουν δλοένα καί μεγαλύτερη δυσπιστία πρός τό
λαό. 'Ασφαλώς δέν είναι πάντα δυνατό νά ικανοποιούνται δλες οί άπαιτήσεις καί δλες οί έπιθυμίες. 'Αλλά είναι
άπολύτως άναγκαϊο νά μποροΰν νά έκφράζωνται, γιά νά
δίνουν νόημα στήν οικονομία, καί ν' άνατρέπουν τή σχέση πού ύπάρχει σήμερα άνάμεσα στόν έργαζόμενο καί στή
μηχανή, στόν άνθρωπο καί στά μέσα παραγωγής. Προτρέχοντας άπό τά τεχνικά δεδομένα, μ' ένα τρόπο πού καμιά
φορά έπικρίνεται σά μή ρεαλιστικός, ό συνδικαλισμός πρα14

227

γματοποιεί έργο αύθεντικά έπαναστατικό: είναι άπό τούς
πρωτεργάτες, δπως τόνισε ό Μερχάιμ, ένός ν έ ο υ κ ο ιν ώ ν ι κ ο 0 δ ι κ α ί ο υ . Γι' αύτό τά συνδικάτα συχνά
κατηγορούνται καί γιά δππορτουνισμό καί γιά έλλειψη ρεαλισμού. Γιά δππορτουνισμό, γιατί είναι στόν προορισμό τοϋ
συνδικάτου νά έπιδιώκη συστηματικά τΙς διαπραγματεύσεις
μέ τούς άντιπάλους, πράγμα πού σοκάρει τούς άνθρώπους
άρχών' γιά έλλειψη ρεαλισμού γιατί είναι έπίσης στή φύση
τους νά μήν Ικανοποιούνται ποτέ άπ' δ,τι πέτυχαν, πράγμα
πού ένοχλεϊ τούς συνετούς άνθρώπους. «Κάθε σύνθεση είναι κυβερνητική», έλεγε δ Προυντόν" τό συνδικάτο λοιπόν, δπως καί ot μάζες τΙς δποΐες έκφράζει, δέν μπορεί
νά Ικανοποιηθή άπό καμιά σύνθεση, άπό κανένα σύστημα.
Γι' αύτό κατηγορείται γιά συστηματική έχθρότητα κατά
τής έξουσίας, δηλαδή γιά άναρχισμό. Λάθος. Τό συνδικάτο δμως είναι ή έπιβεβαίωση τής ύψηλής άξίας τής άμεσης δράσης. Κάθε άπόπειρα νά γίνουν ot συνδικαλιστές
ήγέτες αίχμάλωτοι τής διοικητικής έλίτ γιά νά ένσωματωθοϋν στήν τάξη τών πολιτικών, συνεπιφέρει τήν καταστροφή τής άμεσης δράσης πρός δφελος τής έμμεσης δράσης, δηλαδή τήν άποκοπή τοϋ δμφάλιου λώρου τής δημοκρατίας.
Είναι αύτονόητο πώς ό συνδικαλισμός δέν μπορεί νά
άρκεΐται σέ κανένα άποτέλεσμα, δέν μπορεί νά σταματά
σέ κανένα άντικειμενικό σκοπό, ούτε καί στό σοσιαλισμό.
"Ολες ot μέθοδοι διοικήσεως τοϋ κράτους καί διευθύνσεως
τής οικονομίας πρέπει νά κρίνωνται άπό τδ συνδικαλισμό
μέ βάση τήν αύτοχειραφέτηση, τή μοναδική χειραφέτηση
άξια τοϋ δνόματός της. Επαναλαμβάνοντας τή διατύπωση

226

τοϋ Μπερνστάιν, θά μπορούσαμε νά πούμε πώς χαΐ γιά τό
συνδικαλισμό, δέν έχει καμιά σημασία ό σκοπός, τό πάν,
ή σχεδόν τό πάν, είναι τά μέσα γιά νά φτάσουμε στό
σκοπό. 'Αλλά άπό τό 1917, ό σοσιαλισμός έχει παραδοθώ)
στόν πειρασμό νά εύεργετή (Χ. Ντυμερύ), δηλαδή νά
πραγματοποιώ) τή χειραφέτηση τών έργαζομένων κατ' άτομο, ή μέ τή μεσολάβηση τοϋ κόμματος.
— Μόνο πού ό συνδικαλισμός πού βλέπω στή Γαλλία
καί στό έξωτερικό, λέει δ συνομιλητής μου, είναι πολύ
διαφορετικός άπ' αύτόν πού περιγράφετε" βλέπω συνδικάτα ύποταγμένα σ' ένα κόμμα, βλέπω άλλα στά δποΐα ή
γραφειοκρατικοποίηση είναι μόνο μιά άπό τΙς έκδηλώσεις τής ένσωμάτωσής τους στό σύστημα, τό όποιο ύποτίθεται δτι άντιμάχονται" βλέπω μάζες άδιάφορες πού έγκαταλείπουν σέ άμετάθετους άρχηγούς μιά άπόλυτη έξουσία.
Βλέπω ήγέτες πού κρίνουν τά πράγματα, πότε σάν δ κόσμος νά μήν άλλαζε καθόλου έδώ κι έναν αΙώνα, πότε
σάν πρόεδροι ή γενικοί διευθυντές έταιριών.
— Ε ί π α τό Αντίθετο ; 'Αρνήθηκα πώς ό συνδικαλισμός
περισσότερο άπό κάθε άλλον όργανισμό δέν έκανε τίποτε
γ ι α νά προσαρμοστή σέ μιά βιομηχανική κοινωνία πού
βρίσκεται σέ π λ ή ρ η έξέλιςη χωρίς ν' άπαρνηθή τόν έαυτό
του; Τ ε λ ι κ ά , είναι τό πιό κουραστικό άπό τά έπαγγελματα, άν είναι έ π ά γ γ ε λ μ α ' τό πιό συντηρητικό, άν αύτό πού
πρόκειται νά συντηρηθή δέν ήταν τόσο μικρό καί τόσο
λίγο άξιοζήλευτο. Σιτιστές τής έπανάστασης ή κηπουροί
τής έργατικής τ ά ξ η ς ; Τ ά συνδικάτα παλεύουν μέσα σ' Ινα ψεύτικο δίλημμα" οί πιό ριζοσπάστες στήν κριτική τους
γ ι ά τόν καπιταλισμό δσο τούς περιφρονεί" οί πιό θερμοί

— 228

θιασώτες τής συνεργασίας καί τοϋ γενικοϋ συμφέροντος
άπό τή στιγμή πού γίνονται δεχτοί στούς χόλπους τής
ήγετιχής έλίτ' άλλά τελιχά τά συνδικάτα παραμένουν ίχανά νά ξεφύγουν άπ' δλες αύτές τΙς παγίδες έφ' δσον πιστεύουν στόν έαυτό τους.
Ζάχ Ζυλλιάρ

ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ
'Από τή στιγμή πού οί ιδεολογίες έγιναν πολεμικά δπλα (χομομυνισμός, ναζισμός) ή στρατιωτική στρα:ηγική
βρέθηκε βραχυκυκλωμένη. Δημιουργήθηκε Ινα νέο μέτωπο γιά τό όποιο βρέθηκε άοπλη. Γιά νά έξαφανίση αύτόν τόν άθέμιτο Ανταγωνισμό τής χρειάζονταν νέα δπλα
xal άρκετά παράλογα ώστε νά ίπιβάλη σιωπή στήν ιδεολογική άλαζονία. Αύτά τά δπλα Ιφευρέθηκαν: τά λένε άπόλυτα γιατί σέ περίπτωση πού χρησιμοποιηθούν, θά καταλύσουν καί τό ίδιο τό ϊπαθλο τού πολέμου έξαφανίζοντας τούς έμπολέμους. Γέννησαν τή συνύπαρξη, μιά μορφή συμβολαίου άσφαλείας πού τά ισχυρά Κράτη κατάληξαν νά ύπογράψουν μεταξύ τους γιά νά μήν κινδυνεύουν
νά έξαφανιστούν. Οί μικρές χώρες — καί προπαντός οί
φτωχές χώρες — δέν Ιχουν τούς Γδιους λόγους γιά νά
φροντίζουν τήν ύγεία τους καί καμιά φορά πιστεύουν δτι
Ιχουν έξαιρετικούς λόγους νά άντιμετωπίζη ή μία τήν
άλλη μέ τά δπλα πού δέν μπορεί νά είναι παρά άπαρχαιωμένα.

229

Στήν πραγματικότητα, ή συνύπαρξη προέρχεται άπό
τήν συν-ουσία, τήν κοινή ούσία τών κρατών πού τήν Iφαρμόζουν καί πού είναι ό ύψηλός τους βαθμός τεχνικής
καί βιομηχανικής δύναμης. Είναι τό προνόμιο τών πλούσιων.
Ζώρζ Xaretv

ΤΑΜΕΙΟΝ
ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ
'Ιδρύθηκε τό 1799 καί τό πρώτο του δνομα ήταν Ταμείο 'Αποσβέσεων. Ό Ναπολέων τό δημιούργησε καί τό
άνέπτυξε γιά νά έκπληρώνη στήν ύπηρεσία τοΰ Κράτους
μιά σειρά καθηκόντων: στήριξη τής τιμής τών δμολογιών
τών κρατικών δανείων, έπενδύσεις δημοσίου Ενδιαφέροντος, διαχείριση είδικών πόρων, φύλαξη παρακαταθηκών
καί πόρων γιά κρατικές συντάξεις. Αύτός είναι ό άρχικός
προορισμός τοΰ Ταμείου, δηλαδή ό ρόλος μιάς Τράπεζας
τοΰ Δημοσίου Ταμείου. Αύτή είναι ή πιό παλιά λειτουργία
του καί παραμένει βασική. Τό Ταμείο είναι δορυφόρος
τοΰ Δημοσίου Ταμείου. Διευκολύνσεις γιά τήν έκπλήρωση τής άποστολής του: σ' δλόκληρη τή Γαλλία, λογιστές
τοΰ Δημοσίου Ταμείου καί ύπάλληλοι τής Διευθύνσεως
Ταχυδρομείων είναι καί δικοί του πράκτορες. Χρήσιμο γ:ά
τό Κράτος νά έχη στήν ύπηρεσία του μιά δική του Τράπεζα, γιά νά τής άναθέτη νά πραγματοποιή έπιχειρήσεις

— 230

δημοσίου συμφέροντος, γιά νά τή δανείζη, γιά νά τής
ύποδεικνύη δανειστές τής έκλογής του.
Αύτό τδ ίδρυμα, δπως χι δλα τά άλλα, είναι προϊόν
διαδοχικών έπιδράσεων. Πρώτ' άπ' δλα, ή φιλελεύθερη
παράδοση τών κοινοβουλευτικών μοναρχιών τού 19ου αίώνα. Έ Παλινόρθωση, στά 1816, δίνει στό ίδρυμα τό
σημερινό του δνομα καί τόν κανονισμό πού διατηρεί άκόμα. Σκοπός είναι νά ένισχυθή ή αύτονομία άπέναντι στό
Κράτος μιάς πιστωτικής άρχής, ρόλος τής όποιας είναι
νά ύπερασπίζεται τά συμφέροντα τής άτομικής Ιδιοκτησίας. Γι αύτό τής παραχωρήθηκε τέτοια έξαιρετική άνεξαρτησία. Στό γενικό διευθυντή τού Ταμείου έχουν δοθή
έγγυήσεις τού άμετάθετου. Δρα ύπό τόν έλεγχο μιάς Εποπτικής έπιτροπής πού τά μέλη της είναι οί άμεσοι Εκπρόσωποι τών κοινοβουλευτικών συνελεύσεων καί τών συνταγματικών σωμάτων: Συμβουλίου τού Κράτους καί Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αύτή ή έπιτροπή συνέρχεται κάθε δεκαπέντε μέρες καί γνωμοδοτεί γιά δλες τίς πράξεις τής
διοικήσεως.
Μιά νομοθεσία έπίσης έξαιρετική άνταποκρίνεται στήν
άνάγκη νά πλαισιωθούν μέ τό μέγιστο τών προφυλάξεων
δύο λεπτές λειτουργίες: ή κρατική παρέμβαση στή χρηματαγορά καί ή διαχείριση τών άποταμιεύσεων.
Οί άνθρωποι τής Παλινορθώσεως θέλουν νά δημιουργήσουν αίσθημα έμπιστοσύνης στούς κατόχους δμολογιών
τών κρατικών δανείων. Προικίζουν τό Ταμείο μέ σημαντικούς πόρους γιά νά μπορή ν' άγοράζη κάθε μέρα κουπόνια
στό Χρηματιστήριο. 'Από τότε χρονολογείται ή θέση κλειδί τού Ταμείου τών καταθέσεων στήν άγορά άξιών μέ

— 231

σταθερή πρόσοδο. Ύπήρξε πάντα δ μεγαλύτερος άγοραστής κουπονιών καί σήμερα δμολογιών τοΰ δημοσίου καί
ιδιωτών. Έ ν α ς τόσο δυνατός έπιχειρηματίας παίζει στόν
καθορισμό τοΰ μακροπρόθεσμου δανεισμοΰ χρήματος, ρόλο
άνάλογο μέ έκεΐνον πού παίζει τό Εκδοτικό Ίδρυμα στόν
καθορισμό τοΰ έπιτοκίου τών βραχυπρόθεσμων δανείων. Ή
μοναρχία τοΰ 'Ιουλίου ένισχύει τά μέσα του, παρέχοντάς
του στά 1837, τούς πόρους τών ταμιευτηρίων. Τούς άφαίρεσε άπό τό Δημόσιο Ταμείο πού ήταν έπιφορτισμένο μ'
αύτούς. Ή φιλελεύθερη παράδοση έκανε λοιπόν τό Ταμείο
τών καταθέσεων, δχι μόνο τό ρυθμιστή τής χρηματαγοράς,
άλλά καί Ταμιευτήριο.
Ή δεύτερη αύτοκρατορία έγκανιάζει γιά τό Ταμείο
ένα δεύτερο ρόλο. Ό Ναπολέων δ Γ ' προωθεί τό Ταμείο
στή λαϊκή άσφάλιση. Σκοπός είναι νά προληφθή ή μαζική έξαθλίωση μέ τή χρησιμοποίηση τών μέσων τής Ιδιωτικής πρόνοιας. Έτσι γεννιώνται τά έθνικά ταμεία άσφαλίσεων — γήρατος, θανάτου, άναπηρίας — πού τά διευθύνει τό Ταμείο τών καταθέσεων. 'Αντιπροσωπεύουν, Ισαμε πού καθιερώθηκαν ot ύποχρεωτικές κοινωνικές άσφαλίσεις, τήν ούσιαστικότερη προσπάθεια συλλογικής πρόνοιας.
Σήμερα, οί δραστηριότητες τού Ταμείου τών καταθέσεων
δσον άφορά τίς άσφάλειες ζωής, συγχωνευμένες στό Εθνικό Ταμείο Προνοίας, παραμένουν πολύ σημαντικές.
Στροφή πιό πρόσφατη, ή προσέγγιση μέ τούς τοπικούς δργανισμούς. 'Από τήν άρχή τδ Ταμεϊο δάνειζε τίς
κοινότητες, μά σάν ένας συνηθισμένος τραπεζίτης, δηλαδή μέ τό έπιτόκιο τής άγοράς καί βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Τ Ηταν ένας άπό τούς δανειστές τους, πολύ πί-

— 232

σω άπό τό "Ιδρυμα Εγγείου Πίστεως. Ή έλλειψη κεφαλαίων, ή έπιθυμία νά διευκολυνθούν οί τοπικές έπενδύσεις,
άλλαξαν τήν κατάσταση. Ά π ό τό 1935, τό έπιτόκιο καί
ή διάρκεια τών δανείων τοΟ Ταμείου ξεκολλοΟν άπό τούς
δρους τής άγοράς. Πολύ μακροπρόθεσμα δάνεια, προνομιοϋχα έπιτόκια. Ή χρηματοδότηση τών τοπικών έπενδύσεων
μετατρέπεται σέ μιά δημόσια όπηρεσία πού δργανό της γίνεται τό Ταμείο. Είναι γιά τό Ταμείο ένα μισο - μονοπώλιο. Άλλά ένα μονοπώλιο ένδειας δπου τό μεγάλο πρόβλημα είναι νά μοιραστή σωστά μιά εύνοια μέ τό δελτίο.
Τό δελτίο δμως έπιβάλλει προτεραιότητες στή χορήγηση
τών μερίδων. Ό Νόμος Μενζόζ, στά 1950, άφήνει στά
ταμιευτήρια, άπό τά όποια προέρχεται τό χρήμα, τή φροντίδα νά διαλέξουν έκείνους πού θά λάβουν τό μεγαλύτερο
μέρος τών τοπικών δανείων (50% τών πόρων πού θά χρησιμοποιηθούν) . "Ετσι τό Ταμείο μπορεί νά δρά σέ δεύτερο
βαθμό μέσα σέ ένα όργανισμό πιό άποκεντρωμένο άπό πρίν.
Ή άπαρίθμηση τών άλλων δραστηριοτήτων του θά ήταν άνιαρή. Γιατί έχει τόσες δραστηριότητες; Οί εύκολίες
πού προσφέρει μιά διοίκηση είδικευμένη σέ διαχειριστικά
καθήκοντα χρησιμοποιούνται πολύ σέ μιά χώρα δπου τά
μέσα είναι πάντα λιγότερα άπό τΙς άνάγκες. Βλέπει κανείς τό Ταμείο, νά έκτελή καλούμενο άπό τό Κράτος, άλλά καί άπό κοινωνικά Ιδρύματα, έπιχειρήσεις, κοινότητες
καί γιά λογαριασμό τους — έπίσης δμως καί μέ δική του
πρωτοβουλία — τά πιό διαφορετικά έργα: νά πληρώνη
κάθε είδους συντάξεις καί έπιχορηγήσεις, νά διαχειρίζεται έταιρίες έπενδύσεων καί τοποθετήσεων, νά κτίζη κα-

— 233

τοικίες, νά δίνη τεχνική βοήθεια σέ όργανισμούς πολεοδομικούς...
Τρεις τεχνικές θυγατρικές έπιχειρήσεις τοΟ Ταμείου
τών καταθέσεων έχουν προσελκύσει Ιδιαίτερα τήν προσοχή. Ή Κεντρική Εταιρία άκινήτων (S.C.I.C.) έκτισε,
μέ ρυθμδ 15.000 περίπου κατοικίες τδ χρόνο, μερικά άπό
τά μεγάλα συγκροτήματα καί τίς πόλεις πού είναι πολύ
γνωστές στή Γαλλία. Ή Κεντρική Εταιρία γιά τόν έξοπλισμό περιοχών (S.C.E.T.) καί ή Εταιρία μελετών γιά
τήν οικονομική καί κοινωνική άνάπτυξη (S.E.D.E.S.)
προσφέρουν τΙς τεχνικές ύπηρεσίες τους, στή Γαλλία καί
στό έξωτερικό, σέ έργοδηγούς Επιφορτισμένους μέ τήν έκτέλεση κάθε είδους έξοπλισμοΰ.
Αΰτός ό πολλαπλασιασμός τών δραστηριοτήτων τοΰ
Ταμείου προκαλεί έκπληξη. Κατά καιρούς άνησυχεί δσους
βλέπουν σ' αύτόν τόν πολλαπλασιασμό τή μεθόδευση ένός
κρυφού κολλεκτιβισμοΰ. 'Αλλά ή έπέκταση τών άρμοδιοτήτων τοΰ Ταμείου φαίνεται πώς ήταν πάντα έργο συντηρητικών κυβερνήσεων. Αύτή ή έπέκταση θέτει ένα πιό σοβαρό πρόβλημα: Πώς μπορεί κανείς νά έχη τόσους ρόλους χωρίς νά συγχέη τΙς διάφορες άξιώσεις πού όφείλει
νά σέβεται καί μερικές άπό τΙς όποιες είναι άντίθετες μεταξύ τους;
Δέν ύπάρχει άσυμβίβαστο στό νά είσαι, ταυτόχρονα,
τράπεζα έργασιών (έταιρίες αύτασφαλίσεως, άσφαλιστικά
ταμεία, Ταμεία συντάξεων, κοινωνικών άσφαλίσεων, άνεργίας κ.λ.) καί τράπεζα άποταμιεύσεων. Αύτοί οί δύο όργανισμοί έχουν τό ίδιο άντικείμενο: νά ύπερασπίσουν τά
συμφέροντα τών λαϊκών τάξεων. Μά πώς νά είσαι ταυ-

— 234

τόχρονα καί μέ συνέπεια, τραπεζίτης άποταμιεύσεωγ καί
έργασιών άπό τήν μιά μεριά καί τραπεζίτης τοϋ Δημοσίου
Ταμείου καί τών δημόσιων όργανισμών άπό τήν άλλη. Τό
Ταμείο έρριξε πάντα τό βάρος του στήν προσπάθεια νά
πέση ή τιμή τοϋ χρήματος. "Αλλοτε αύτή ή προσπάθεια
έπαιρνε κυρίως τή μορφή τών άγορών στό Χρηματιστήριο
πού είχαν σάν άποτέλεσμα τήν πτώση τών τιμών τών άξ ιών. Σήμερα τό Ταμείο έχει γίνει, έκτός άγοράς, ένας προμηθευτής πιστώσεων μέ προνομιακούς δρους. Τό σύστημα
είναι άποτελεσματικό γιά τίς έπενδύσεις. 'Από τήν άποψη
τοϋ κόστους καί τής άπόδοσης είναι άσύγκριτο σέ άποτελέσματα. Γιά νά πάρουμε μόνο ένα παράδειγμα, οί πόροι πού
συγκεντρώθηκαν άπό τό 'Εθνικό Ταμείο 'Αποταμιεύσεων
καί τούς διαχειρίστηκε τό Ταμείο τών καταθέσεων πληρώθηκαν μέ έπιτόκιο 3% στούς καταθέτες (πού είναι όπωσδήποτε μεγαλύτερο άπό έκεϊνο πού δίνουν οί τράπεζες) καί δανείστηκαν μέ 5% ή μέ 5,25%. Καλύφθηκαν
δλα τά έξοδα διαχειρίσεως καί άποφέρουν άκόμα στό Κράτος κέρδος πού, τό 1965, ξεπέρασε τά 400 έκατομμύρια.
Αύτό τό κέρδος είναι, χωρίς άλλο, ή άμοιβή γιά τήν
έγγύηση πού έδωσε τό Δημόσιο Ταμείο. Αύτό δέν σημαίνει πώς δέν ύπάρχει κάτι τό δυσάρεστο στήν ύπόθεση δταν σκεφτή κανείς τό ρόλο τών ταμείων άποταμιεύσεων καί
τοϋ Ταμείου καταθέσεων άπέναντι στήν άποταμίευση καί
στήν έργασία. Σκοπός ήταν νά προστατευθούν άπό κάθε
κίνδυνο, νά διατηρηθούν καί νά αύξηθοϋν τά κατατεθειμένα κεφάλαια. Τό Ταμείο δέν τό κατορθώνει, έδώ καί
πενήντα χρόνια παρά μόνο όνομαστικά, μ' ένα τόκο κεφαλαιοποιήσεως συχνά κατώτερο άπό τό ποσοστό ύποτιμή-

— 235

σεως xoö νομίσματος. Μέ άλλα λόγια, άπό τήν άποψη
πού στή θεωρία είναι καί άποψη τοϋ Ταμείου, τήν άποψη δηλαδή μιάς τράπεζας πού έγγυάται τΙς άποταμιεύσεις τών έργαζομένων, τό Ίδρυμα θάπρεπε νά ξαναγίνη
άπό τήν άρχή, άν θέλουμε νά τό κάνουμε πλήρως άποτελεσματικό.
Ά π ό τήν άλλη μεριά, τά πράγματα δέν είναι άπλά
στό πεδίο τών δανειστών στούς δποίους είναι άφοσιωμένο
τό Ταμείο. Υπάρχουν πολύ περισσότερες άνάγκες γιά δάνεια παρά πηγές. Άνάμεσα σ' αύτούς πού πιστεύουν δτι
έχουν δικαιώματα, ό άνταγωνισμός είναι άναπόφευκτος.
Δέν είναι πάντα βολικό νάσαι ταυτόχρονα ή τράπεζα τού
ύπουργοϋ Οικονομικών καί ή Τράπεζα τών κοινοτήτων
τής Γαλλίας. Ό ύπουργός τών Οικονομικών ένδιαφέρεται νά φορτώση στό Ταμείο καταθέσεων τό μεγαλύτερο
δυνατό βάρος έθνικών έπενδύσεων, γιά νά μή βαραίνουν
τόν προϋπολογισμό του. Είναι ή λογική τής «άποδημοσιονομοποιήσεως». Άλλά ή προώθηση τών «κοινωνικών έργων», πού ή χρηματοδότησή τους έχει άνατεθή στό Ταμείο είναι έπίσης λογική καί δρθή καί αύτή ή «άποδημοσιονομοποίηση» τήν δυσκολεύει. Πώς νά βρεθή ή σωστή
λύση; Οί διευθύνοντες τό Ταμείο τών καταθέσεων πιστεύουν πάντα δτι ή έκλογή έναπόκειται στό Δημόσιο. Οί
πληρωμές γίνονται άπό τό Υπουργείο Οικονομικών καί
άπό τά άλλα οικονομικά ύπουργεϊα πού άπονέμουν καί κατανέμουν τΙς έπιχορηγήσεις τΙς δποίες έρχονται αυτόματα νά συμπληρώσουν τά δάνεια τού Ταμείου. Αύτό σημαίνει πώς ή πιστωτική πολιτική τού Ταμείου συγχέεται
κατ' άνάγκην μέ τήν πραγματοποίηση προγραμμάτων γιά

— 236

τόν καθορισμό τών όποιων άλλοι είναι ύπεύθυνοι.
Μιά εικόνα μπορεί νά χρησιμεύση σά σύμβολο. 'Ανάμεσα στήν όδό ΛΙλ καί στό Σηκουάνα, τά κτίρια τού Ταμείου καταθέσεων είναι κτισμένα γύρω άπό ένα παλιό ξενοδοχείο τού όποίου σώζεται ένα άέτωμα. Τό άέτωμα παριστάνει τήν 'Αθηνά νά έξετάζη Ινα σχέδιο. Ή σοβαρή 'Αθηνά τής όδού ΛΙλ άναθέτει στό Σχέδιο τή φροντίδα νά
κατανείμη τΙς έπενδύσεις της. Ποιός μπορεί νά είναι σοφότερος άπό τό Σχέδιο; Τό Σχέδιο συγκεντρώνει τΙς άποφάσεις, δπως τό Ταμείο συγκεντρώνει τήν άποταμίευση.
Έ δ ώ βρίσκεται τελικά τό πραγματικό πρόβλημα: αύτή ή
συγκέντρωση, πού δέν έχει τό άντίστοιχό της στίς γειτονικές χώρες, είναι μιά δύναμη ή μιά άδυναμία γιά τή γαλλική οίκονομία;
Κ. Ντυτρεμπλώ

ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΑ
Μπορεί κανείς, πολύ σχηματικά, νά κατατάξη ώς έξής τούς διάφορους τύπους έξουσίας πού οί κοινωνίες θέλησαν ή άποδέχτηκαν:
— ή έξουσία στήν δποία οί «κυβερνώντες» έπιλέγονται άνάλογα μέ τΙς είδικές σχέσεις πού διατηρούν μέ τόν θεό
ή μέ τούς θεούς.
— ή έξουσία στήν δποία άναδεικνύονται ύστερα άπό στρατιωτική νίκη" σ' αύτό τό τύπο πρέπει νά περιληφθούν κι

— 237

έκεϊνοι στούς όποιους παίζει ρόλο ή οίκογενειακή καταγωγή.
— ή έξουσία στήν δποία οί κυβερνώντες έπιβάλλονται χάρη στίς περιουσίες τους πού τούς δίνουν άξία, ίσως καί
γιατί μποροϋν νά διαθέσουν πόρους γιά τό σύνολο, σέ περίπτωση κινδύνου.
— ή έξουσία στήν δποία ή έπιλογή τών άρχόντων γίνεται
μέ κλήρο (αύτδς είναι, κατά τά φαινόμενα, δ πιό Αληθινά δημοκρατικός τύπος).
— ή έξουσία στήν δποία έκλέγονται μέ πλειοψηφία, άπό
ένα άπό τά πρίν καθορισμένο σώμα πολιτών καί σύμφωνα
μέ τρόπο έκλογής έπίσης άπό τά πρίν καθορισμένο.
— ή έξουσία στήν δποία οί κυβερνώντες έπιβάλλονται μέ
τίς ούσιαστικές άρμοδιότητές τους στή διακυβέρνηση.
Αύτοί είναι καθαροί τύποι, πού, στήν Ίστορία, έδωσαν τήν δυνατότητα γιά πολλούς μεικτούς τύπους (ή άνακατώματα). Ή τεχνοκρατία τείνει νά έπιβάλη, στήν καθαρή του μορφή, άκριβώς αύτό τόν τελευταίο τύπο έξουσίας. Ό Πλάτων είναι ένας συστηματικός θεωρητικός τής
τεχνοκρατίας. Δέ δυσκολεύτηκε καθόλου νά άποκαλύψη
τόν τυχαίο καί παράλογο χαρακτήρα δλων τών άλλων
τρόπων έπιλογής. Καί προβλέπει έναν τρόπο γιά τή διαμόρφωση τών «φυλάκων - άρχόντων» πού τούς έξασφαλίζει τήν ύπέρτατη έξουσία. Αύτό είναι, είκοσιτρεΐς αΙώνες
άργότερα, τό δραμα καί τού Χέγκελ. Σήμερα πού ή λογική (δ Πλάτων τή θεωρούσε Ιδανικό κι ό Χέγκελ σάν
κυοφορούμενη πολιτική πραγματικότητα) έχει γίνει δ
πραγματικός ρυθμιστικός παράγοντας τής ζωής, καταλαβαίνει κανείς πόση έλξη μπορεί νά άσκήση ή Ιδέα δτι

— 238

ύπάρχει μιά έ π ι σ τ ή μ η γ ι ά
τ ή
διακυβέρνηση
τ ώ ν κ ο ι ν ω ν ι ώ ν , πού Ιπιτρέπει
σ' δλα τά έπίπεδα, άκριβεΐς ύπολογισμούς καί προβλέψεις. Ό τεχνοκράτης είναι, γιά τΙς κοινωνίας, σύμφωνα μέ τήν άντίληψη αύτή, δτι δ τεχνικός είναι γιά τις
ύλικές πραγματικότητες.
θεωρείται ύψηλό έργο, σήμερα, νά διεξάγεται έπίθεση κατά τών τεχνοκρατών στό δνομα τού άνθρώπου. Υ πολογίζοντας, προβλέποντας, δργανώνοντας, βιάζουν δήθεν τΙς ψυχές, καταπατούν τίς έλευθερίες, μεταχειρίζονται τούς άνθρώπους σάν πράγματα, τούς καταπιέζουν φοβερά, τούς έξευτελίζουν. Παράξενος μεταφυσικός τρόπος
γιά τήν άντιμετώπιση τού προβλήματος πού, πραγματικά, είναι δξύτατο! Ή συλλογιστική αύτή προϋποθέτει δτι
ύπήρξε, ύπάρχει (στή φαντασία), θά ύπάρξη μιά έποχή,
πού δ άνθρωπος ήταν, είναι, θά είναι έλεύθερη ψυχή, δημιουργικός αύθορμητισμός, ύποκείμενο άπόλυτα «λυτρωμένο άπό τά άπωθημένα». Ό ΧάξλεΟ ήταν πιό διασκεδαστικός άπ' αύτή τή σαλάτα τοϋ σπαραξικάρδιου άνθρωπισμοΰ.
Τό πρόβλημα είναι πιό βαθύ. "Οταν παρουσιάστηκε,
τό 18ο αΐώνα, μετά τά έργα τοϋ Κοπέρνικου, τοϋ Γαλιλαίου, τοϋ Κέπλερ, τοϋ Ντεκάρ καί τοϋ Νεύτωνα, μιά έπιστήμη τής φύσης, θεμελιωμένη θεωρητικά καί Εφαρμοζόμενη στήν πράξη, τό ζήτημα τής έννοιας τής τεχνικής
πού προερχόταν άπό αύτή τήν έπιστήμη έπαψε νά είναι
πρόβλημα. Τουλάχιστο ήξερε κανείς καθαρά περί τίνος
έπρόκειτο. Ή τεχνοκρατία λοιπόν, στό δεύτερο τρίτο τοϋ
20ου αίώνα, θέλει νά μάς κάνη νά πιστέψουμε πώς βρίσκε-

— 239

ται σέ μιά άνάλογη κατάσταση: έξοπλισμένη μέ τΙς μηχανές της, μέ τούς διερευνητές της, μέ τΙς διάτρητες κάρτες της, διακηρύσσει δτι, άν οί ιδεολόγοι συζητούν τΙς
κοινωνικές έπιστήμες, αύτή τΙς έφαρμόζει...
Άλλά, ή θεωρία πού χρησιμοποιούν ot τεχνοκράτες,
δσο καλή κι άν είναι στούς ύπολογισμούς μέ ήλεκτρονικούς
διερευνητές, δέν έχει ποτέ ξεπεράσει τό στάδιο τού πιό
άνούσιου έμπειρισμοΰ. "Αν δ τεχνοκράτης είναι «κακός»
δέν είναι γιατί περιφρονεί τόν άνθρωπο, άλλά γιατί τού
λείπει ή γενικώτερη θεώρηση. Εννοείται δτι ή τεχνοκρατία είναι ιδεολογία (μέ τήν τρίτη ή τέταρτη έννοια, βλ.
τδ άρθρο Ιδεολογία). Κι δπως κάθε ιδεολογία, πρέπει νά
τήν κρίνουμε άνάλογα μέ τό ρόλο της. Καί φαίνεται καθαρά δτι στίς βιομηχανικές κοινωνίες, ό σημερινός ρόλος
τής τεχνοκρατίας είναι νά σιγουρέψη, νά ένισχύση καί νά
έξυψώση τήν ύπέρμετρη έξουσία πού άσκούν οί κατέχοντες — δέν κατέχει κανείς μόνο έδάφη, έργοστάσια ή τίτλους, άλλά έπίσης, σάν έπακόλουθο, έκπαίδευση, άγωγή,
«άρμοδιότητες» — συνεπώς νά διατηρήση τόν παραλογισμό αύτών τών κοινωνιών.
Ό τεχνοκράτης θεωρεί τόν έαυτό του τεχνικό μιάς
έπιστήμης πού είναι μπορούμε νά πούμε άνύπαρκτη (βρήκε τά θεμέλια της, δέν κατορθώνει άκόμα παρά νά ψελλίση
τΙς έκθέσεις της). θ ά τόν άποκαλούσαμε τσαρλατάνο, άν
μπορούσαμε νά τού καταλογίσουμε μερικές έπιτυχίες.
"Οσο γιά τόν τεχνικό, πού δ «τεχνοκράτης» θέλει νά
τόν κατατάξη σέ μιά έκτελεστική λειτουργία, δηλαδή σέ
κατώτερο ρόλο, ή δράση του δικαιώνεται άπό μόνο τό γεγονός δτι ή σύγχρονη έπιστήμη — τεχνική προσδιορίζει,

— 240

μέ τό πολυσύνθετό της, Ιεραρχημένους τομείς, τέτοιους πού
6 καθένας τους &παιτεΐ ένα σύστημα Αρμοδιοτήτων. Ό
τεχνικός, έφ' δσον περιορίζεται στόν τομέα του, είναι ή
«Αλήθεια» τής έπιστήμης, πού συνεχώς χρειάζεται έπαλήθευση xal Αναθεώρηση" δ τεχνοκράτης, στό βαθμό πού
διατείνεται δτι έχει μιά γνώση πού δέν τή διαθέτει, είναι τό ψέμμα τής έπιστήμης.
Φρανσουά ΣατεΜ

ΤΙΜΗ
Στά γαλλικά prix άπό τό λατινικό pretium. Παράδειγ μ α : pretium doloris: ή τιμή τής όδύνης.
Στά άρχαΐα έλληνικά, ή λέξη σήμαινε άξίωμα, άρχή,
έξουσία.
Στήν τρέχουσα έννοιά της, ή λέξη σημαίνει άντιπαροχή, πού έκφράζεται σέ νόμισμα, τής άξίας ένός άγαθοϋ'
είναι δμως έπίσης ή άμοιβή μιάς ύπηρεσίας, ή άνταμοιβή
μιάς άρετής ( « Ή έπιτυχία είναι ή τιμή τής ύπομονής»,
Κιγιέ, κοινό λεξικό).
Στήν οίκονομική σκέψη, οί δυό έννοιες είναι στενά
συνδεδεμένες: ή τιμή ένός άγαθοΟ είναι ταυτόχρονα ή
ποσότητα τού νομίσματος πού καταβλήθηκε γιά τήν άπόκτησή του καί ή πληρωμή, ή «άνταμοιβή» έκείνων πού
συντέλεσαν στήν κατασκευή αύτοϋ τού άγαθοΰ.
Γιά τούς παλιούς συγγραφείς, ή θεωρία τών τιμών ήταν κυρίως άντικείμενο τής φιλοσοφίας. Ά π ό τή σπάνη,

— 241

πού παράδειγμα της χαρακτηριστικό είναι δ «άνεκτίμητος» πίνακας ένός μεγάλου καλλιτέχνη, ώς τή διαμάχη άνάμεσα στήν «άξία - έργασία» τοΟ μαρξισμοΟ καί στή «χρησιμότητα » τής θεωρίας τής δριακής χρησιμότητας, δ κύριος στόχος τους είναι νά βρεθούν τά θεμέλια τής άξιας.
Έχουν τά άγαθά μιάν άξία άντικειμενική, έσωτερική;
Πώς νά τήν καθορίσουμε; "Οργανο μετρήσεως τών άξιών
τό ίδιο τό νόμισμα δέν ξεφεύγει άπ' αύτή τήν άνάλυση:
είναι «κάλυμμα» ή οίκονομικό άγαθό «δπως τά άλλα»;
Γιά τούς σύγχρονους οικονομολόγους, σημασία έχει τό
πρόβλημα τού σχηματισμού τών
π ρ α γ μ α τ ι κ ώ ν
τιμών, έκείνων πού πραγματοποιούνται στήν ά γ ο ρ ά,
είτε πρόκειται γιά άγορά άνταγωνιστική (πολυάριθμοι παραγωγοί καί καταναλωτές), είτε γιά μονοπωλιακή (άγορά κυριαρχούμενη άπό ένα μεγάλο τράστ), είτε γιά σχεδιοποιημένη (σοσιαλιστική οίκονομία). Παρά τΙς λεπτές
άποχρώσεις πού έχουν καθιερωθή στήν άνάλυση σέ σχέση μέ τούς διάφορους αύτούς τύπους άγορών, μπορεί κανείς σχηματικά νά έρμηνεύση τή διαμόρφωση τών τιμών
μέ τή «συνάντηση»προσφοράς καί ζητήσεως.
Ή προσφορά
κυριαρχείται άπό τό φαινόμενο τοΰ κ ό σ τ ο υ ς .
Ή τιμή είναι γιά τόν παραγωγό ή συνισταμένη τοΰ κόστους μιας σειράς δαπανών πού
άντιστοιχοΰν στούς διάφορους συντελεστές τής παραγωγής: πρώτες δλες, άμοιβή τοΰ κεφαλαίου, τής έργασίας,
έξοδα έμπορευματοποιήσεως, κ.λ... Ό παραγωγός θά προσφέρη τό προϊόν στήν άγορά μόνο άν ή τιμή, σέ σύγκριση
μέ τό συνολικό του κόστος, είναι έπικερδής.
Ή ζ ή τ η σ η ,
άντίστοιχα, άποτελεΤται άπό τό

— 242

σύνολο τών είσοδημάτων πού Ιχουν οί καταναλωτές καί
προέρχονται άπό τό κόστος τών ίδιων αύτών παραγόντων
(ήμερομίσθια, κέρδη τών έπιχειρηματιών, τών Εταιριών,
κ.λ.).
Ά π ό τήν συνάντηση αύτής τής προσφοράς καί αύτής
τής ζήτησης γεννιέται γιά κάθε προϊόν ή τιμή άγοράς.
"Ετσι, προσδιορίζεται, στά πλαίσια μιάς δοσμένης οικονομίας, άπό ένα σύνολο προσφορών καί ζητήσεων προϊόντων
καί ύπηρεσιών, τ ό γ ε ν ι κ ό
έπίπεδο
τών
τ ι μ ώ ν .
Αύτή ή πλευρά τών τιμών είναι πιό αισθητή στόν
καταναλωτή. Γι' αύτό ν, οί τιμές είναι οί ρυθμιστές τής
πραγματικής του καταναλώσεως' αύτές καθορίζουν τά δρια τής άγοραστικής του δυνάμεως.
Γι' αύτό οί «καταναλωτικές κοινωνίες», πού γνωρίζουμε τώρα στήν πλειοψηφία τών βιομηχανικών χωρών,
δίνουν τόση προσοχή στό πρόβλημα τής ά ν ό δ ο υ
τ ώ ν τ ι μ ώ ν . Οί κυβερνήσεις προσπαθούν νά συγκρατήσουν τΙς διακυμάνσεις τών τιμών σέ λογικά δρια,
γιά ν' άποφύγουν τήν ύποτίμηση τού έθνικού νομίσματος
καί τόν «Εφιαλτικό δρόμο ταχύτητος» ήμερομισθίων καί
τιμών (βλ. πληθωρισμός). Γιά νά τό Επιτύχουν καταφεύγουν σέ διάφορες μεθόδους, μέ παρέμβαση τού Κράτους είτε άμεσα στό ύψος τών τιμών (δέσμευση, διατίμηση) είτε
έμμεσα στίς προϋποθέσεις προσφοράς καί ζητήσεως τοϋ
τάδε προϊόντος (δελτίο, έπιχορηγήσεις, διατήρηση άποθεμάτων), ή έπιδρώντας στή συνολική ζήτηση, μέ τήν
έφαρμογή, λόγου χάρη, μιάς πολιτικής περιορισμού τών
πιστώσεων.

— 243

Έ τιμή μπορεί νά είναι δίκαιη, μοναδική, διαφορική,
σταθερή, κόστους, χοντρική, λιανική, πολιτική, ρυθμιστική, έλεγχόμενη, όροφής, κ.λ.
Φρανσουόζ KoqqUq

ΤΡΑΠΕΖΑ
Ί δ ρ υ μ α δπου γίνεται τό έμπόριο τοϋ χρήματος. Στήν
άρχή, «τράπεζα» (banque) λεγόταν δ πάγκος πίσω άπό
τόν όποιο καθόταν δ σαράφης. "Οταν δ άργυραμοιβός χρεωκοποϋσεκ Ισπαζαν τόν πάγκο: αύτό ήταν ή Banqueroute
(χρεωκοπία) ή Bancarota (σπασμένο τραπέζι).
Ό τραπεζίτης ήταν στήν άρχή σαράφης, ύστερα μεταφορέας άξιων άπό άγορά σέ άγορά («άγορά» ή «πιάτσα» είναι ή πόλη δπου δ τραπεζίτης άναπτύσσει τή δραστηριότητά του). Σύντομα έγινε άποθηκευτής άξιών καί
δανειστής χρημάτων. Ή σύγχρονη τράπεζα πού συνεχίζει αύτές τΙς ίδιες δραστηριότητες ξεπετάχτηκε ύστερα
άπό τήν άνακάλυψη τοΰ τραπεζογραμματίου, τοϋ τ σ έ κ
καί τοΰ συμψηφισμού (ρύθμιση άνάμεσα σέ τράπεζες χωρίς τήν ύλική μεταφορά άξιών).
Καμιά φορά άκόμα, ή φιλολογία (μυθιστόρημα ή ειδική) κάνει λόγο γιά τήν Υψηλή Τράπεζα, πού τήν είχαν συγκροτήσει «οίκοι», δπως οί Ρότσιλντ, Μαλλέ, Λαζάρ, Σλυμπέργκε, Νέφλιζ κ.λ., καί διακρίνει τούς προτεσταντικούς, τούς καθολικούς καί τούς έβραΐκούς «οίκους».
Είναι άλήθεια δτι, στήν Παλινόρθωση, είχαν συγκροτηθή

— 244

τέτοιοι «οίκοι» γιά v i διαχειρίζωνται Ιδιωτικές περιουσίες, v i κάνουν μερικές μεγάλες έπιχειρήσεις καί, δταν
δινόταν ή εύκαιρία μερικά χρηματιστηριακά κόλπα. Άλλ i σήμερα, δταν δέν έχουν έξαφανιστή, αύτοί οί «οίκοι»,
έχουν γίνει τράπεζες ύποθέσεων δπως οί άλλες, συνήθως
μέτριου μεγέθους καί έπιρροής.
Αύτή ή σχετική ύποχώρηση προκλήθηκε άπό τήν ίδρυση, τήν περίοδο τής δεύτερη αύτοκρατορίας, μεγάλων πιστωτικών ιδρυμάτων, δπως ή ΚρεντΙ Λυοναί καί ή Σοσιετέ Ζενεράλ, πού έχουν άπλώσει σ' δλη τή Γαλλία (άκόμα καί στό έξωτερικό) τά δίκτυα τών ύποκαταστημάτων τους, μαζεύοντας έτσι τίς τοπικές άποταμιεύσεις καί
προσφέροντας παντού τΙς ύπηρεσίες τους. Αύτή ή ύποχώρηση προκλήθηκε έπίσης άπδ τήν έμφάνιση τραπεζών
σύγχρονου τύπου, πού γεννήθηκαν άπδ τή συγχώνευση
διαφόρων «οίκων» καί τραπεζών («Μπάνκ ντέ Παρ'ι έ ντέ
Πεύ Μπά») ή δημιουργήθηκαν άπδ μεγάλες βιομηχανίες
(δπως «ή ΕύρωπαΤκή "Ενωση» τής δμάδας Σνάιντερ ή
«ή "Ενωση τών δρυχείων»).
Τέσσερες μεγάλες τράπεζες καταθέσεων έθνικοποιήθηκαν τδ 1945. Μιά συγχώνευση πού έγινε τδ 1966 περιόρισε τόν άριθμό τους σέ τρεις: ΚρεντΙ Λυοναί, Μπάνκ Νασιονάλ ντέ ΠαρΙ (Β.Ν.Ρ.) καί Σοσιετέ Ζενεράλ. Ή διαφορά άνάμεσα στίς έθνικοποιημένες καί στίς Ιδιωτικές
τράπεζες δέν είναι όρατή |ΐέ γυμνδ δφθαλμό. "Αν σημειώση κανείς δτι οί πρώτες έχουν διευθυντές διορισμένους άπδ τό Υπουργείο τών ΟΙκονομικών και δχι άπδ
τή Γενική Συνέλευση τών μετόχων κι δτι δέν δίνουν πιά
μερίσματα, παρά μόνο ένα νομοθετικά καθορισμένο τόκο,

— 245

έξαντλεϊ τή διαφορά. Πραγματικά, ή πιστωτική τους πολιτική καί τά τιμολόγιά τους δέν διαφέρουν καθόλου άπό
τά άντίστοιχα τών Ιδιωτικών τραπεζών.
°Ως τό 1936, ή Τράπεζα τής Γαλλίας ήταν ιδιωτική. Ή διοίκησή της διοριζόταν άπό τούς διακόσιους κυριώτερους μετόχους (τίς «200 οίκογένειες»). Τό Λαϊκό
Μέτωπο έκανε πιό σφικτό τόν έλεγχο τού Κράτους στήν
Τράπεζα πού έθνικοποιήθηκε τελικά στά 1945.
Ή Μπάνκ ντέ Φράνς (Τράπεζα τής Γαλλία) παίζει
έναν είδικό ρόλο. Μόνο αύτή μπορεί νά βγάλη νόμισμα
μέ τή μορφή τραπεζογραμματίων. Δέν δίνει δάνεια παρά
μόνο σέ τράπεζες (άναπροεξόφληση) καί στό Κράτος.
Διαχειρίζεται (μαζί μέ τό "Ιδρυμα σταθεροποιήσεως τών
άνταλλαγών) τό δημόσιο άπόθεμα σέ ξένο συνάλλαγμα.
'Επιβλέπει τέλος τήν έκτέλεση άπό τΙς τράπεζες τών
άποφάσεων τοϋ Εθνικού Συμβουλίου τών Πιστώσεων. Είναι ό μέγας ρυθμιστής τοϋ νομίσματος καί τής πίστης.
Οί κυριώτερες γαλλικές τράπεζες είναι, μέ τή σειρά
τής άξιας τών ισολογισμών τους: ή Β.Ν.Ρ., ή Κρεντί Λυοναί, ή Σοσιετέ Ζενεράλ, ή Μπάνκ ντέ Παρί ε ντέ Πεύ
Μπά (Τράπεζα τών Παρισίων καί τών Κάτω Χωρών),
ή Κρεντί ντί Νόρ, ή Κρεντί Κομμερσιάλ ντέ Φράνς, ή
Κρεντί ίντυστριέλ έ κομμερσιάλ κ.λ.
Ή πρώτη γαλλική τράπεζα κατατάσσεται 14η στόν
κατάλογο τών κυριωτέρων τραπεζών τοϋ κόσμου. Προηγούνται 3 άγγλικές τράπεζες, 7 άμερικανικές, 2 καναδικές, καί 1 ιταλική. Έ δεύτερη γαλλική τράπεζα καταλαμβάνει τήν 25η σειρά. Ή πρώτη τράπεζα στόν κόσμο είναι ή Μ π ά ν κ
ό φ Ά μ έ ρ ι κ α τοΰ Σάν Φραν-

— 246

τσίσκο πού οί καταθέσεις της είναι τέσσερες φορές μεγαλύτερες άπό τίς καταθέσεις τής Β.Ν.Ρ.
Πλάϊ στούς Αναγνωρισμένους τραπεζίτες, ύπ&ρχουν
καί Αλλες κατηγορίες πιστωτικών ένδιαμέσων πού κΑνουν
κατά ένα μέρος τουλάχιστο τή δουλειά τοϋ τραπεζίτη.
Είναι πρωτ' άπ' δλα τά πιστωτικά ιδρύματα τά Ελεγχόμενα άπό τδ Κράτος: Τδ "Ιδρυμα άγροτικής πίστεως,
τό Εθνικό, τό Ξενοδοχειακό, τό Ταμείο τών καταθέσεων
κ.λ., πού στήν ούσία συμβάλλουν στή χρηματοδότηση τών
έπενδύσεων έκείνων οί δποΐες έχουν χαρακτηριστή ώς πιό
έπείγουσες, άπό τό ύπουργείο Οίκονομικών καί άπό τό
Σχέδιο. Κατόπιν έρχονται τά πιστωτικά Ιδρύματα πού είναι μισοτράπεζες, έχοντας τό καθένα πολύ είδικό προορισμό: πιστώσεις γιά τήν κατανάλωση, πιστώσεις γιά τήν
άπόκτηση Ιδιοκτησίας, άλλά έπίσης διεθνείς συναλλαγματικές πράξεις κ.λ.
"Αν τήν περιορίσουμε στό ούσιαστικό, ή δουλειά τοϋ
τραπεζίτη είναι πολύ άπλή: άγοράζει καί πουλά χρήμα, πιστωτικούς τίτλους. Ή άγορά πραγματοποιείται μέ
τή συγκέντρωση τών καταθέσεων: άκόμα κι άν δέν παρέχεται κανένας τόκος (καταθέσεις δψεως), ή διαχείρηση τών λογαριασμών κοστίζει στήν τράπεζα πού έκτός
άπ' αύτό προσπαθεί, μέ περισότερο ή λιγότερο ζήλο, νά
πολλαπλασιάση τΙς ύπηρεσίες πού παρέχει στούς «προμηθευτές» της (θυρίδες, τίτλοι, συνάλλαγμα κ.λ.). Ή πώληση τοϋ χρήματος πού συγκεντρώνει μ' αύτδν τόν τρόπο είναι πιό πολύ γνωστή σάν πίστη (δές αύτή τή λέξη).
"Οταν ύπάρχει ή δυνατότητα, ό τραπεζίτης δανείζη σέ
άλλους τραπεζίτες τό προσωρινό πλεόνασμα τών καταθέ-

— 247

σεων σχετικά μέ τΙς πιστώσεις (ή καί άντίθετα). Αύτές
ot πράξεις γίνονται στή νομισματική άγορά (νά μή γίνεται σύγχυση μέ τήν χρηματική άγορά, δηλαδή τδ Χρηματιστήριο) καί έχουν άντικείμενο τά καθημερινά δάνεια.
Τέλος δ τ ρ α π ε ζ ί τ η ς
δημιουργεί
χ ρ ήμ α δίνοντας πιστώσεις: δέν είναι ύποχρεωμένος νά περιορίζη τά δάνειά του στδ σύνολο τών καταθέσεων πού
έχει πραγματικά πάρει, δφείλει μόνο νά σέβεται δρισμένους κανόνες γιά ν' άντιμετωπίση τδ ένδεχόμενο νά άποσυρθούν καταθέσεις. Αύτή ή δημιουργία χρήματος δέν γίνεται μέ τήν έκδοση τραπεζογραμματίων (αύτό τδ δικαίωμα τό έχει μόνο ή Μπάνκ ντέ Φράνς), άλλά μέ τή δημιουργία πρόσθετων τραπεζικών καταθέσεων πού είναι μιά
άλλη μορφή χρήματος (βλέπε τή λέξη). 'Ανάλογα μέ τή
συγκυρία, τδ Εθνικό Συμβούλιο τής Πίστεως έπιβλέπει
καί ρυθμίζει λίγο ή πολύ αύστηρά τή δημιουργία χρήματος: αύτή είναι ή πιστωτική πολιτική.
Δέν ύπάρχει άμφιβολία γιά τή δύναμη τών τραπεζιτών
— άλλά δχι δλων: ύπάρχουν καί ot μικροί καί ot μεγάλοι. Ή δύναμή τους προέρχεται άπό τή συσσώρευση τής
άποταμίευσης τών άλλων πού τήν πραγματοποιούν συγκεντρώνοντας τίς καταθέσεις έπιχειρήσεων κι Ιδιωτών. Ot
τραπεζίτες άλλάζουν τήν κλίμακα τής δύναμης πού δίνει
τδ χρήμα.
Ή δύναμή τους έκφράζεται Ιδιαίτερα μέ τήν έπιλογή
τών έπιχειρήσεων στίς δποΐες παρέχουν πιστώσεις. Έξαιτίας τού έπαγγέλματός τους βλέπουν τίς έπιχειρήσεις άφ*
ύψηλού, τΙς κρίνουν καί σχηματίζουν έτσι γιά τήν πορεία
τών έργασιών, μιά πιό πλατειά καί καθολική γνώμη. Πε-

— 248

ρισσότερο άπό δλλους ήγούμενους έπιχειρήσεων τοΟ ΓΒιου
μεγέθους, νοιώθουν καλύτερα τήν πολιτική διάσταση τών
έργασιών. Μέ λίγα λόγια, άνήκουν σ' έκεϊνες τίς «ύψηλές
σφαίρες» δπου διαμορφώνεται ή άστική γνώμη. Ή πολιτική δύναμη τού τραπεζίτη έκφράζεται, σέ περίοδο κρίσης, μέ τή χορήγηση ή δχι χρηματικής ένίσχυσης στό
Κράτος (δ «τοίχος τού χρήματος»). Εξάλλου άπό τόν Νέκερ ώς τόν Λαφίτ, άπό τόν Ρενέ Μεγιέρ ώς τόν Ζώρζ Πομπιντοϋ, δ κατάλογος τών τραπεζιτών πού έγιναν ύπουργοί
είναι μεγάλος, δπως καί ό κατάλογος τών βιομηχάνων πού
έγιναν βουλευτές. "Οχι δμως πιό μεγάλος άπό τόν κατάλογο τών δικηγόρων καί τών δημοσιογράφων πού μπήκαν
σέ κυβερνήσεις. Ωστόσο οί πολλοί μεγάλοι τραπεζίτες δέν
καταλαμβάνουν ποτέ αύτοπροσώπως αύτή τήν έφήμερη
ζώνη έξουσίας, δηλαδή ένα ύπουργεΐο.
Τό Κράτος φαίνεται δτι έχει άναγνωρίσει έπίσημα αύτή τή σιωπηρή Ιεραρχία. Ό έλεγχός του στό τραπεζικό
σύστημα άσκεΐται μέσω τού διοικητή τού θησαυροφυλακίου. Ή κανονική σταδιοδρομία αύτού τού άνωτάτου δημοσίου λειτουργού μπορεί νά τόν δδηγήση
κατόπιν
ώς τήν προεδρία μιάς έθνικοποιημένης Τραπέζης, δηλαδή
άκόμα καί μέχρι τά καθήκοντα τού ύποδιοικητή τής Μπάνκ
ντέ Φράνς.
Σέ άντιστάθμισμα, άν χρειάζεται νά έμπνεύσουν έμπιστοσύνη στήν κοινή γνώμη, μπορεί νά κάμουν τόν Γδιο
τόν διοικητή, ύπουργό τών Οικονομικών: αύτή ήταν ή
περίπτωση τού Βίλφριντ Μπωμγκάρτνερ, διαδόχου τού
Άντουάν Πιναί, στά 1960. "Ενας διοικητής τής Μπάνκ
ντέ Φράνς μπορεί έπίσης νά βρεθή, άφού πάρη τή σύνταξή

— 249

του, Επικεφαλής μιάς πολύ μεγάλης τράπεζας ύποθέσεων.
"Ολ' αύτά δμως δέν σημαίνουν καμιά έγγενή πολιτική
ύπεροχή τών τραπεζιτών άπέναντι στίς άλλες κατηγορίες
μεγάλων έργοδοτών. Οί τραπεζίτες είναι πολυάριθμοι, διαιρεμένοι, συχνά δχι καί τόσο τολμηροί. Ά π ό έπαγγελματική διαστροφή βλέπουν πιό πολύ τούς κινδύνους παρά τΙς
δυνατότητες έπιτυχίας.
Βλέπε: Χρηματιστήριο, Πίστη, Νόμισμα.
Ζάχ Λαμπριλλέρ

ΤΡΙΤΟΣ

ΚΟΣΜΟΣ

Ή Ικφραση «Τρίτος Κόσμος» βασίζεται σέ δυό χωριστές καί συμπαρομαρτούσες παραστάσεις: πραγματικά, βρίσκει κανείς σ' αύτή τήν έκφραση τήν Ιδέα μιάς γεωγραφικοΐστορικής μάζας καί τήν Ιδέα ένός Εντονου οίκονομικοΟ καί κοινωνικού αίτήματος (άντίστοιχης, άσφαλώς, μέ
τήν τρίτη τάξη πού ήταν ή κινητήρια δύναμη στήν έπανάσταση τοΰ 1789).
"Ας δούμε πρώτα τή μάζα. Τ ή στιγμή πού άρχισε νά
γίνεται λόγος γιά Τρίτο Κόσμο, στήν Α φ ρ ι κ ή μόλις άρχιζε ή κίνηση γιά άνεξαρτησία πού θάδινε τήν έθνική
κυριαρχία σ' δλες τΙς χώρες τής ήπείρου. Δέν είναι λοιπόν οί Αφρικανοί πού έπιβάλλουν τό αίσθημα δτι ύπάρχει έδώ ένα καινούργιο γεγονός, δτι δημιουργείται ένας
παράγοντας άνυπολόγιστης δύναμης. Αντίθετα — άνάμεσα στά 1945 καί 1950 — δυό ύποήπειροι άναδύονται άπό

— 250

τή σκλαβιά καί τήν έξάρτηση πού ήταν ώς τότε δ κλήρος τους: ή 'Ινδία καί ή Κίνα. Τήν έποχή έκείνη, αύτοί
οί δυό κολοσσοί είχαν κι δλας μαζί πάνω άπό ένα δισεκατομμύριο κατοίκους. Ή έκτασή τους, ή ισχύς τους (έστω κι άν άκόμα ήταν δυνητική), τό κύρος ένός Νεχρού
κι ένός Μάο Τσέ Τούνγκ, προανάγγελλαν τή γέννεση ένός πολιτικού άστερισμού, πού τά ίδια τά δεδομένα του
τροποποιούσαν βαθειά τήν ύπάρχουσα, ώς τήν έμφάνισή
τους, διάταξη τού κόσμου.
Ένώ ή 'Ινδία καί ή Κίνα σπάζουν τά δεσμά τους
καί έπανακτούν τήν ίκανότητά τους γιά παρουσία, άλλες
χώρες άποσπώνται άπό τήν άδράνεια τής άποικιακής μοίρας τους: ή 'Ινδονησία καί ή Βιρμανία άποκτούν τήν Ανεξαρτησία τους, ή Χρυσή 'Ακτή έτοιμάζεται νά γίνη
Γκάνα, άπό τό 1952 ή Αίγυπτος — δδηγούμενη άπό τόν
Νάσερ — υίοθετεΐ μαχητική στάση, όλύκληρο τό Μάγκρεμπ μπαίνει σέ κίνηση, ή έπιδημία άπλώνεται, ό παλιός κόσμος συγκλονίζεται σά νά πρόκειται γιά σεισμό
πού φοβούνται πώς κάθε νέα του δόνηση θά φέρη πιό
μεγάλες κατακρημνίσεις.
"Οσο γιά τό αίτημα, είναι άναμφισβήτητο, καθολικό
καί τραγικά θεμελιωμένο: ό Τρίτος Κόσμος, στή γέννεαή
του, άπέκτησε τά χαρακτηριστικά τής άνεξαρτησίας, άλλά παραμένει στερημένος άπό δλα έκεϊνα πού θά τοΟ Επέτρεπαν νά θρέψη μέ κάποιο βαθμό ύλικής εύημερίας τήν
ξαναποκτημένη έπιτέλους ύπερηφάνειά του. Είναι ή πικρή
έμπειρία τής άνεξαρτησίας τών άδειανών στομαχιών. Ή
όνομαστική Ισότητα δικαιωμάτων κάνει νά φαίνεται πιό
ώμή καί πιό άνυπόφορη ή οικονομική άνισότητα άνάμε-

— 251

σα στά Εθνη. Ά π ό τή Βομβάη, τήν Τζακάρτα, τό ΚάΓρο,
δ πλούσιος ξένος Εφυγε. Εξακολουθούν νά έκτελοΰν τΙς τελετουργικές χειρονομίες πού δείχνουν κυριαρχία πάνω
σέ πλούτη' μάταια τΙς έκτελούν. Χρειάζεται κάμποσος καιρός γιά νά καταλάβη κανείς δτι πρέπει νάναι ήδη πλούσιος γιά νά μπορή νά πλουτίση. Πλούσιος άπό κάτι: άπό
διοικητικές Ικανότητες, άπό τεχνικές γνώσεις, άπό κεφάλαια, άπό φυσική ύγεία.
Ά π ' δλα αύτά τά άγαθά πού είναι ή βάση μιάς πιθανής εύημερίας, ot χώρες τού Τρίτου Κόσμου είναι στερημένες σέ διαφορετικούς βαθμούς. Λίγα ή καθόλου στελέχη, έμβρυακή τεχνολογία, πληθυσμοί πού ή κατάσταση
τής ύγείας τους άποτελεΐ καμιά φορά τροχοπέδη στήν παραγωγικότητα, άνεπαρκή κεφάλαια, πού άλλωστε προτιμούν νά καταφεύγουν στίς εύρωπαϊκές τράπεζες παρά στις
έθνικές έπενδύσεις.
"Αν άντιληφθής τό μέγεθος τοΰ προβλήματος, θά δεχθής δτι δέν μπορεί νά λυθή Εστω καί μερικά, ούτε άπό
ένα άπομονωμένο Κράτος, ούτε άπό μιά όμάδα κρατών
Αλληλέγγυων καί ένωμένων μέ τό αίσθημα τής κοινής
καταγωγής" τό πρόβλημα τοΰ Τρίτου Κόσμου είναι ένα
τρομερά δύσκολο «θέμα» έξετάσεων πού τίθεται σ' όλόκληρο τό κόσμο.
Ή διάγνωση τής ύπανάπτυξης δέν καλύπτει παρά μιά
άπό τΙς πλευρές τής κατάστασης, τήν πλευρά πού μπορεί
νά μετρηθή μέ άριθμούς ή στατιστικές. "Ηδη δμως, στά
1920, δ έκπληκτικός Σουλτάνος Γκάλιεφ — στό Συνέδριο τών Ανατολικών Λαών πού Εγινε στό Μπακοΰ —
διακήρυσσε πώς άνεξάρτητος ή δχι, άκόμα κι ένας άστός

— 252

τΐ)ς Αφρικής ή τής 'Ασίας ήταν δ μακρυνός προλετάριος
τής βιομηχανικής Δύσης. Αύτή ή σορελιανή ιδέα γιά
προλεταριακά έθνη, άφού προσωρινά τή δέσμευσε δ Χίτλερ, πήρε τδ δρόμο της στή συνείδηση τών άποικιακών
λαών" τριάντα πέντε χρόνια μετά τόν Σουλτάνο Γκάλιεφ,
άποκτά νέα λάμψη στήν δρολογία καί στίς άναλύσεις ένδς
Πιέρ Μπουσσά.
'Αναφερθήκαμε στό Συνέδριο τού Μπακού' Ιχει Ιστορική σημασία άκόμα πιό μεγάλη γιατί έκεϊ μπορείς νά
διακρίνης τά σπέρματα τού σχίσματος πού άργότερα έφερε σέ άντίθεση τή Λαϊκή Κίνα μέ τήν Ε.Σ.Σ.Δ., τήν «πλούσια δύναμη». ΣτΙς Βρυξέλλες, τό Φεβρουάριο τού 1927, γίνεται ένα «Συνέδριο τών καταπιεζομένων λαών» στό δποϊο δίνει Ιδιαίτερη λαμπρότητα ή συμμετοχή τού Νεχροϋ. Τήν έπαύριο τοϋ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δ
Ιδιος ό Νεχροϋ, στίς 20 'Ιανουαρίου 1949, συγκαλεί μιά
Αύστραλοασιατική διάσκεψη (στήν δποία στέλνουν άντιπροσώπους καί ή Αίγυπτος καί ή Αίθιοπία) : τό άντικείμενο αύτής τής Διάσκεψης είναι ή πρόληψη μιάς έπιθετικής έπιστροφής τής 'Ολλανδίας στήν 'Ινδονησία. 'Αλλά
ή πρωτοβουλία τοϋ Νεχροϋ Εχει μιά άλλη πιό μόνιμη συνέπεια: προσδιορίζει τή δημιουργία, στόν Ο.Η.Ε. καί Εξω άπό τόν Ο.Η.Ε., μιάς άποκαλούμενης άφρικοασιατικής
δύναμης.
ΣτΙς 25 Μαΐου 1950, δ πρόεδρος τής Δημοκρατίας τών
Φιλιππίνων συγκεντρώνει στό Μπάζιο τούς άντιπροσώπους τών Ανεξαρτήτων χωρών τής 'Ασίας γιά τήν προώθηση τών Ιδιαίτερων μεταξύ τους σχέσεων συνεργασίας
καί γιά τόν καθορισμό κοινών στόχων. Στά 1953, "Αρα-

— 253

βες καί Ασιάτες συναντώνται, πρώτα στό Δελχί κι ύστερα
στό Κάιρο.
Έκεϊ πού δέν ύπήρχε, άπό τό 1920 ώς τό 1939, παρά
ένα δίχτυ άπό έρεθισμένες ευαισθησίες, βλέπει χάνεις νά
συγκεκριμενοποιούνται καί νά έπιβεβαιώνονται, άπό τό
1949 ώς τό 1953, οί πολιτικές διαρθρώσεις χάρη στίς
όποιες τδ προλεταριακό συνδικάτο τού Μπαντούνγκ θά προβάλη τό αίτημα τού Τρίτου Κόσμου.
Αύτό τό αίτημα έκφράζεται, άς μή τό ξεχνάμε, στήν
ένταση τού ψυχρού πολέμου. Γιά νά μπορή νά άπευθύνεται άποτελεσματικά στούς δυό άνταγωνιστικούς συνασπισμούς, άναζητεί νά τοποθετηθή έξω άπό τά θέματα στά όποια συγκρούονται: αύτή ή στάση θά έξελιχθή σ' έκεΐνο
πού συμφώνησαν νά τό άποκαλούν «πολιτική τής μή εύθυγράμμισης» πού συνίσταται στό νά χτυπάνε σέ δύο πόρτες μέ τήν έλπίδα νά έπιτύχουν διπλή συμπαράσταση
άντί γιά μονή. Στίς 18 'Απριλίου 1955, στό Μπαντούνγκ
— πράσινη δαση περιβαλλόμενη άπό ήφαίστεια — ό Τρίτος Κόσμος συγκλονίζεται άπό συγκίνηση γιατί κατόρθωσε νά συνένωση τά σκόρπια μέλη του. Τουλάχιστο έτσι
πιστεύει κι αύτή ή πεποίθηση θά γίνη, γιά μερικά χρόνια, συναισθηματικός μοχλός σπάνιας δύναμης.
Είκοσιεννέα έθνη παρευρίσκονται στή συνάντηση τού
Μπαντούνγκ ('). θάταν άρκετά γιά νά σφυρηλατήσουν έ(1) 'Αφγανιστάν, Σαουίική 'Αραβία, Βιρμανία, Καμπότζη, Κεϋλάνη, Λαϊκή Κίνα, Χρυσή 'Ακτή (μέλουσσα Γκάνα), Αίγυπτος,
ΑΙβιοπία, 'Ινδία, Ίνίονηοία, "Ιράκ, 'Ιράν, 'Ιαπωνία, Ίορβανία,
Λάος, Λίβανος, Λιβερία, Λιβύη, Νβπάλ, Ν. Βιετνάμ, Πακιστάν,

— 254

να συνασπισμό, άλλά ό συνασπισμός δέν ύπάρχει' σ* αύτό τό οίκογενειακό σύνολο, οί έξωτερικοί δεσμοί δημιουργούν άνεπανόρθωτα ρήγματα στή ρητορεία περί ένότητας.
"Οσες προσπάθειες κι άν καταβάλλουν οί πρωταγωνιστές
τοΰ Μπαντούνγκ γιά νά δώσουν τήν είκόνα μιάς συνέλευσης μέ έσωτερική συνοχή, οί γραμμές διαχωρισμού διαγράφονται άμέσως: στήν άκρα δεξιά, ή Τουρκία τοΰ
Ζορλοΰ καί τό 'Ιράκ τοΰ Φάντελ Τζαμαλύ ύποστηρίζουν
(έκτός άπό τό θέμα τής Παλαιστίνης ό τελευταίος) τΙς
δυτικές θέσεις' στά δεξιά, ή Κεϋλάνη (μέ τή φωνή τοΰ
σέρ Τζών Κοτελαβάλα) μέ τΙς Φιλιππίνες, τό Λίβανο καί
τή Λιβερία θάθελαν ν' άφομοιώσουν τόν κομμουνισμό σ'
έναν νεοϊμπεριαλισμό" στό κέντρο, ή Αίγυπτος, ή 'Ινδία,
ή Βιρμανία ή 'Ινδονησία, ή Αιθιοπία άσχολοΰνται μέ τή
συμφιλίωση τών άντιθέτων τάσεων' στά άριστερά ό Τσού Έ ν - Λάϊ ξεδιπλώνει τήν εύλυγισία καί τήν ύπομονή ένός
Βούδδα, πού έχει ύπογράψει συμβόλαιο μέ τήν αιωνιότητα.
Κι δμως τό θαύμα πραγματοποιείται. Τό θαύ;ια τοϋ
Μπαντούνγκ βρίσκεται στό έξής: ποτέ στό παρελθόν πολιτική πράξη δέν μεταμορφώθηκε σέ μύθο τήν ϊδια ώρα
πού έγγράφονταν στίς ταινίες τών τηλετύπων. Ό μύθος
χρειάζεται ένα χρονικό διάστημα διεργασίας. Αύτή τή
φορά ύπήρξε στιγμιαίος γιατί έπωάζονταν σάν άνέκφραστη έπίκληση στίς καρδιές Εκατομμυρίων άνθρώπων. Οί
ρήτορες πού άνέβαιναν στό βήμα τού Μπαντούνγκ ήταν
Φιλιππίνες, ΣουΜν, Β. Βιετνάμ, Συρία, ΤαΠλάνδη, Τουρκία, Teμίνη.

255

Αντανακλάσεις μονάχα. Τό κατά γράμμα νόημα τόν παρεμβάσεών τους έπεφτε σάν τό πρώτο δέρμα μιάς άκόμα
άνεξερεύνητης γλώσσας, μιάς γλώσσας έκατομμυρίων λησμονημένων, έκατομμυρίων έξορισμένων στό έσωτερικό
τής άπέραντης κατοικίας πού τούς άνήκει. Στό Μπαντούνγκ, δ Τρίτος Κόσμος μετρήθηκε: τά 55% τοΰ παγκόσμιου πληθυσμοΰ. Τό κύμα τής άνεξαρτησίας αυξάνει σέ
λίγο αύτό τό ποσοστό. Είναι ή στιγμή τής έμπιστοσύνης
καί τής έλπίδας. Τά λάθη τής Δύσης — σχετικά πάντα
μέ τό πνεύμα τών παλιών Ιεραρχικών σχέσεων άνάμεσα
στή μητρόπολη καί στούς ύποτελεΐς της — συμβάλλουν
στή ριζοσπαστικόποίηση τών καταστάσεων καί τών καθεστώτων. Ό πόλεμος τής 'Αλγερίας, ή έπιχείρηση τού
Σουέζ έναντίον τής ΑΙγύπτου τό Νοέμβριο τοΰ 1956, δ έμφύλιος πόλεμος στό Λίβανο δλο τό καλοκαίρι τοΰ 1958,
ή πτώση τής χασεμιτικής δυναστείας στό 'Ιράκ καί ή
άνακήρυξη τής Δημοκρατίας τόν Ιούλιο τοΰ 1958, είναι
τά δρόσημα αύτής τής δραματικής πορείας πού είναι ταυτόχρονα άμφισβήτηση τών άλλων καί έπανάσταση στόν
έαυτό της.
'Από τόν 'Απρίλη τοΰ 1955 ώς τό Γενάρη τοΰ 1961,
δ Τρίτος Κόσμος είναι στό άνέβασμά του" ή άνοδική του
πορεία έξαντλεΐται. Νομίζει πώς έχει βρή συμμάχους στό
πρόσωπο τοΰ Κέννεντυ καί τοΰ Χρουστσώφ. 'Αλλά τό Γενάρη τού 1961, ό Πατρίς Λουμούμπα, μυθικός ήρωας κι
αδτός ένός Κογκδ διαμελισμένου άπό τή γέννεσή του, πέφτει δολοφονημένος. Παρά τή νίκη τοΰ 'Αλγερινού λαοΰ
στά 1962, ή άμπωτις συγκεκριμενοποιείται καί χειροτερεύει. Τόν Ιούνιο τού 1965, δ Ιδιος δ Τρίτος Κόηιος

— 266

άνακαλεΐ xi «δεύτερο Μπανχούνγκ» πού είχε συγκληθώ)
σχό 'Αλγέρι.
Ποιές είναι οί αΐχίες αύτής τής ξαφνικής καί συνταρακτικής ύποχώρησης; Είναι πολλές, άλλα πολύ φαινομενικές. Τόν Όκχώβρη χοϋ 1962, ή κρίση τής Κούβας
δίνει στις 'Ηνωμένες Πολιχεΐες καί σχή Σοβιετική "Ενωση
τήν ευκαιρία νά διευθετήσουν χίς διαφορές χους' άπό δώ
καί πέρα αύτές οί δυό δυνάμεις θά άποφεύγουν νά συγκρούονχαι, είχε σχήν 'Αφρική είχε σχήν 'Ασία, καί δέ θάχουν χή δυναχόχηχα πιά οί μικρές χώρες νά προσφέρονχαι
γιά πεδία μάχης καί νά έκμεχαλλεύωνχαι χόν άνχαγωνισμό
Μόσχας - Ούάσιγκχον πού δέν Αντιπροσωπεύει πιά μεγάλα πράγμαχα. 'Αντίθετα, πρόβαλε ένας νέος άνχαγωνισμός κι αύχός διασπά, παραλύει καί φέρνει σύγχυση σχόν
Τρίτο Κόσμο: χό κινεζοσοβιετικό σχίσμα. Γιά μερικές χώρες πού φέρονχαν σάν οί «ήγέχες» χής Άφρικανοασιατικής
όμάδας καί αύχοαποκαλοϋνχαν σοσιαλισχικών χάσεων, ή
Ε.Σ.Σ.Δ. παρουσιαζόχαν σάν ήγέχιδα χοϋ σοσιαλισμού καί
ή Κίνα ήχαν ή γοηχευχική χου ένσάρκωση σχούς κόλπους
χού Τρίχου Κόσμου.
Ή διαλεχική χής συνύπαρξης άνάμεσα σχούς Ρώσους
καί σχούς 'Αμερικανούς είχε έπιχρέψει σχόν Τρίχο Κόσμο
νά διπλασιάση χά περιθώρια χού κέρδους του καί νά πισχέψη πώς είναι αύχόνομη δύναμη. Τό ίδιο παιγνίδι έφαρμοζόμενο σχή σύγκρουση Πεκίνου - Μόσχας έξαφάνιζε καί
χά άποκχημένα πλεονεκτήματα καί έπανέφερε τόν Τρίτο
Κόσμο στήν όργανική του άδυναμία. Στήν πραγματικότητα, ή άνάγκη γιά τούς σοβιετικούς ήγέτες νά άνακόψουν κάθε άπόπειρα τών Κινέζων νά Επεκταθούν στήν Ά -

— 257

φρική τους όδήγησε στήν υιοθέτηση μιάς μετριοπαθούς
γραμμής πού τέμνει τήν Αμερικανική δταν δέν έφάπτεται
μαζί της. Παραδείγματα: ή καθαρή καί Απροσχημάτιστη
έγκατάλειψη τών κογκολέζων έπαναστατών άπό τή Μόσχα, ot πολύ δειλές σοβιετικές άντιδράσεις στήν έξωση
τοΟ Νκρούμαχ καί στή σφαγή τών κομμουνιστών στήν 'Ινδονησία. Στήν πραγματικότητα, τό παιγνίδι δέν είναι πιά
δυνατό. Ή διάσπαση τοΟ σοσιαλιστικού στρατοπέδου προκάλεσε τόν άκρωτηριασμό τοϋ Τρίτου Κόσμου.
Άλλά ή έξήγηση αύτή δέν εϊναι ή μόνη. Στό διάστημα δέκα χρόνων, ή Αθλιότητα τοϋ Τρίτου Κόσμου αύξήθηκε, ή Ικανότητά του νά θεραπεύση αύτή τήν άθλιότητα μειώθηκε. Παραγωγοί άγροτικών προϊόντων, ot χώρες
τής Αφρικής καί τής Ασίας ύπέστησαν παθητικά τόν
έξευτελισμό τών τιμών τών πρώτων ύλών. ΆναπαραγωγοΙ
άνθρώπων, είδαν τούς πληθυσμούς τους νά αύξάνουν πέρα
άπό κάθε οικονομική λογική. 'Εμπνεόμενοι άπό έθνικιστικά πάθη, σπατάλησαν πολύτιμη ένέργεια σέ στείρες καί
άτυχες διαμάχες: Αλγερινοί καί Μαροκινοί ήρθαν άντιμετώποι γιά μερικά στρέμματα άμμου, 'Ινδοί και Πακιστανοί συγκρούονται στό Κασμίρ, "Αραβες καί 'Ισραηλινοί όπλίζονται ως τά δόντια γιά έναν πόλεμο κατά διαλείμματα καί χωρίς τέλος. Σέ τί άλλο μπορεί νά καταλήξουν αύτές ot παρεκτροπές παρά στό νά εύνοήσουν τήν
έπιστροφή τών Κρατών τής Ανατολής καί τής Δύσης πού
διατείνονταν δτι τά άπομάκρυναν.
Τέλος δ Τρίτος Κόσμος, πού άναζητεϊ άπελπισμένα
τά μέσα γιά τήν άνάπτυξη, δέν κατορθώνει νά άποκτήση
— ούτε νά συγκρατήση — τά στελέχη πού είναι δ πρώ17

— 258

τος δρος της. Σήμερα ό Τρίτος Κόσμος Αντιπροσωπεύει
δυό δισεκατομμύρια Ανθρώπινες ύπάρξεις' τού χρειάζονται δυό έκατομμύρια στελέχη. Βρισκόμαστε πάρα πολύ
μακριά Απ' αύτό τόν Αριθμό, θ ά μπορούσαμε νά πούμε δτι
βρισκόμαστε όλοένα καί πιό μακριΑ. Σχεδόν παντού στίς
χώρες τού Τρίτου Κόσμου, έπικράτησε τό σύστημα τού
μοναδικού κόμματος... Τ Ηταν Αποτέλεσμα λιγότερο κύρους καί πιό πολύ ταπεινού καταναγκασμού, λιγότερο πειθαρχίας καί περισσότερο Αστυνομικών ίεροεξεταστικών μεθόδων.. Επιτηρούμενα, λογοκρινόμενα, κακοπληρωνόμενα,
τά Αφρικανικά καί άσιατικά στελέχη έκλέγουν κι αύτά
τήν πιό άπλή λύση: Εκπατρίζονται.
Μπορεί κανείς στίς σημερινές συνθήκες νά διεγείρη
καί νά ένισχύση τόν Τρίτο Κόσμο μέ τήν έπέκταση τής
περιοχής του ; Αύτός δ τρόπος δέν φαίνεται νά φέρνη σπουδαία άποτελέσματα. Ή «τριηπειρωτική διάσκεψη», πού
συνήλθε στήν Κούβα στίς άρχές τού 'Ιανουαρίου 1966,
γενίκευσε τό σύμπλεγμα τού άπόκληρου καί πρόσθεσε τή
Λατινική 'Αμερική στίς δυό άλλες φτωχές ήπείρους. Στό
οικονομικό πεδίο, ή συνένωση αύτή είναι συζητήσιμη. Ά λ λά οί έπιδράσεις καί οί συγγένειες φαίνονται πάρα πολύ
διαφορετικές. Πολιτιστικά, δπως ύπογράμμιζε ό Ούρουγουανός συγγραφέας Ρικάρντο Παζέίρο, οί λατινοαμερικανοί συνδέονται μέ τήν Εύρώπη. Αποτελούν ίσως μιά φτωχ ή καί νοσταλγική Εύρώπη, άλλά δέν φαίνεται νά είναι
εύαίσθητοι καί δεκτικοί στήν ψυχολογία τού Τρίτου Κόσμου.
Πρέπει νά μιλάμε άκόμα γιά Τρίτο Κόσμο ; Μέχρι τώ-

— 259

ρα ή Ίστορία προχωρεί μάλλον μέ διαιρέσεις καί τδ χθεσινό τρίτο ύποδιαιρεΐται εύκολα σέ έννατα.
Ζώρζ JTavetp

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
Ό τρομοκράτης θέλει v i σταματήση ή v i βιάση τήν
Ίστορία μέ τόν δυναμίτη ή τό πιστόλι. Δεξιός ή άριστερός είναι στήν ούσία ούτοπιστής: θέλει v i άποσπάση άπό
τό πεισματικό παρόν μελλοντικές μέρες πού είναι άκόμα
άπραγματοποίητες ή νά παγώση τήν Ίστορία σέ μιά ξεπερασμένη πιά δρα της. Ό ούτοπιστής πιστεύει δτι ή άντίσταση τής "Ιστορίας δέν είναι τίποτε άλλο άπό τδ πείσμα μερικών κακών θελήσεων πού άντιστέκονται στό θρίαμβό του. 'Οπλίζει τό δνειρό του καί άνοίγει πϋρ κατά
τοϋ παρόντος, γρατσουνίζοντας, κατά σύμπτωση, μερικούς
κομπάρσους.
Οί Ρώσοι ναρόντνικοι σκότωσαν έτσι τόν Τσάρο 'Αλέξανδρο Β ' , πού τόν θεωρούσαν τό τελευταίο έμπόδιο γιά
τό σοσιαλισμό. Τό F.L.N. τής 'Αλγερίας καθάρισε μερικούς άστυνομικούς έπιθεωρητές, τούς άντίζηλούς του τοϋ
Μ.Ν.Α. καί έβαλε φωτιά σέ μερικές άποθήκες πετρελαίου,
τό Μέτωπο Εθνικής 'Απελευθέρωσης τοϋ Βιετνάμ άσχολήθηκε ένα διάστημα μέ άτομικές καί συλλογικές τρομοκρατικές ένέργειες. 'Αλλά άρχηγοί κρατών καί ύπουργοί,
άκόμα καί τών Εσωτερικών, άλλάζουν μεταξύ τους συνήθως θέσεις. Πρέπει μιά ιθύνουσα τάξη νά βρίσκεται στό

— 260

τέλος τής ζωής της ή νά συγκλονίζεται άπό φοβερούς
σπασμούς γιά νά μή βρίσκεται Ινας άξιος Αντικαταστάτης τοΟ προώρως έκλιπόντος. "Ενας στενοκέφαλος 'Αλέξανδρος Γ ' άντικαθιστά εύκολα τόν άβουλο 'Αλέξανδρο
Β ' , ή Ινας παρασημοφορημένος Κύ τόν τυπολάτρη Ντιέμ.
Τό Χρηματιστήριο μόλις καί ριγά λίγο, οί τρομοκράτες
καταδιώκονται καί άπαγχονίζονται μέσα στή γενική άδιαφορία.
Ό τρομοκράτης είναι ό νόθος γιός τών γεννημένων
μέ άνώμαλο τοκετό, πολύ άργά ή πολύ νωρίς, ήττημένων
ή καταπνιγμένων στή γέννεσή τους έπαναστάσεων, ό γιός
τής άνυπομονησίας ή τής άπελπισίας πού προέρχεται άπό
τήν άδημονία, ή τό διεστραμμένο παιδί τού πανικού τών
έτοιμοθάνατων τάξεων. Οί μάζες δέν γίνονται 'Ιστορία
πάρα μόνο σέ σπάνιες στιγμές πού σπάνε τό ζυγό τής
καθημερινής άποκτηνωτικής ζωής τους. Τί νά γίνη στό
μεταξύ; Ό μαρξιστής έπαναστάτης Αφοσιώνεται στήν οίκοδόμηση τού κόμματος πού θά έπιτρέψη τή μετατροπή
τής βίαιης πλημμυρίδας τών μαζών σέ έπανάσταση. 'Αλλά αύτή ή καθημερινή προσπάθεια καί οί χίλιες συγκρούσεις πού συνεπάγεται, προκαλούν μάλλον έξάντληση παρά
έξαρση" τό άτομο πρέπει νά ύποταχθή στήν όργάνωση πού
τό Ιδιο χτίζει γιά τήν άπελευθέρωσή του καί τήν άπελευθέρωση τής Ανθρωπότητας, νά έπιδοθή σέ Αγώνες Ιδεών
πού φαίνονται χωρίς άποτέλεσμα πρός τό παρόν. Γιατί νά
μή δράση άμεσα, ν' άρνηθή μιά πειθαρχία πού βασανίζει
τό άτομο καί νά παρουσιαστή μπροστά στήν 'Ιστορία σά
μιά δύναμη ίκανή νά τήν άναποδογυρίση ; Γιατί νά κλείνονται οί ήρωες άνάμεσα στά καταστατικά καί στά συνέ-

— 261

δρια, άνάμεσα στίς προτάσεις καί στίς πολεμικές ; Ή πέννα
δέν μπορεί ν* άλλάξη τδν κόσμο : μερικές ριπές αύτομάτων
πιστολιών θά τδν κάνουν νά πάρη τόν Ισιο δρόμο.
Ό τρομοκράτης άρνεΐται κάθε τροχοπέδη, κάθε ύποταγή σέ άπαιτήσεις τοΟ παρόντος, κάθε άναμονή. Τακτική καί στρατηγική είναι γι' αύτόν μόνον στοιχεία συνωμοσίας. Παίρνει τή δική του βιασύνη γιά έπιτάχυνση τής
'Ιστορίας καί τήν έξαρσή του γιά σημάδι τής δύναμής
του. "Αν ή άμερικανική δύναμη δέν μπορεί νά βάλη φραγμό στόν «κομμουνισμό» είναι γιατί τήν έμποδίζει μιά
συνωμοσία, φτάνει μιά άντισυνωμοσία κι ένα τουφέκι μέ
κιάλια γιά νά ρίξης έναν πρόεδρο καί νά άπωθήσης τόν
έχθρό. 'Αφού οί καταπιεζόμενες μάζες δέν καταλαβαίνουν
τήν καταπίεσή τους καί τήν άνάγκη νά θέσουν τέρμα σ*
αύτή, δ τρομοκράτης παίρνει τή θέση τών μαζών καί κτυπά στό δνομά τους. "Αν δ δυναμίτης είναι τής δεξιάς,
παίρνει τή θέση μιας άστικής τάξης πού τή θεωρεί άτονη
καί διεφθαρμένη άπό τό μασονισμό, τό έβραΐκό κεφάλαιο ή τόν προοδευτισμό' άν είναι τής άριστεράς παίρνει
τή θέση τών άμορφων, βουτηγμένων στό χαρτί καί στίς
άπεργίες γιά τά έπαγγελματικά συμφέροντα, μαζών. Ό
τρομοκράτης είναι δ ήρωας άπελευθερωτής: στήν άδεια
σκηνή τής 'Ιστορίας μάχεται μόνος στήθος μέ στήθος μέ
τό δράκοντα.
Ή τρομοκρατία άποκλείει λοιπόν άπό τήν 'Ιστορία
τάξεις καί κοινωνικές σχέσεις γιά νά μπορέση ό ήρωας
νά πηδήση σ' ένα μίνι πεδίο μάχης. "Ο κυριώτερος ήγέτης τοΟ FX.N. στά 1 9 5 6 - 5 7 , δ Άμπάν Ραντμάν, διακηρύσσει : «Τό δικό μας Ντιέν - Μπιέν - Φού θά είναι ή ό-

— 262

66ς Μισελέ». Ot «άδελφοί» του τόν καθάρισαν δστερα άπό
λίγο.
"Ετσι δ τρομοκράτης, άνατινάζοντας τραίνα, ντεπόζιτα βενζίνης ή άποθήκες μέ άλεΟρι, γραφεία τής 'Αστυνομίας ή μνημεία νεκρών, προτρέπει τΙς μάζες νά παραμένουν παθητικές. 'Αρνούμενος τήν προτεραιότητα πού έχει ή δργάνωσή τους, πού δμως θά περιόριζε τό δικό του
ρόλο στό μηδέν, βοηθά στήν ύποδούλωσή τους' δταν άντιλαμβάνεται δτι είναι Δόν Κιχώτης, ένώ πίστευε πώς είναι Ζήγκφριντ, κατηγορεί μέ πικρία τΙς μάζες γιά τήν
παθητικότητά τους στήν δποία κι αύτδς έχει συντελέσει
καί τΙς μυκτιρίζει, χαρακτηρίζοντας τήν ύποταγή τους
δουλικότητα. ΕΓναι έτοιμος τότε νά προσχωρήση στό κατεστημένο.
Γι* αύτό, χωρίς άλλο, στήν άστυνομία άρέσει ή τρομοκρατία. Ά π ό τόν Γδιο τό ρόλο της παρασύρεται, άλλωστε,
νά βλέπη τΙς Ιδέες σάν ένα πρόσχημα μόνο καί τήν 'Ιστορία σάν ένα μηχανισμό: ό Κέννεντυ είναι μιά καλή άπόδειξη. Καμιά μορφή δράσης δέν προσφέρεται καλύτερα
γιά προκλήσεις' καί ό προβοκάτορας παρασύρεται εύκολα
μέσα σ' έναν κόσμο πού είναι πάρα πολύ στά μέτρα του:
ot τσαρικοί άστυνομικοί πού τούς έβαλαν νά μπούν σάν
κατάσκοποι στό Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα τής
Ρωσίας, άπέδειξαν μεγάλες Ικανότητες σά δολοφόνοι: δ
προβοκάτορας Γιέβνο "Αζεφ, πού διηύθυνε έφτά χρόνια
τόν τομέα τρομοκρατίας τών σοσιαλεπαναστατών, έπέβλεψε στή δολοφονία τού ύπουργού 'Εσωτερικών Σιπιάγκιν,
τού διοικητή τής Ούφα Μπογκντάνοβιτς, τού μεγάλου δούκα Σέργιου, θείου τοϋ Τσάρου, τοϋ άστυνομικοϋ - παππά

— 263

Γκαπόν καί ξεπέρασε τόν έαυτό του, όργανώνοντας ό Ιδιος τό φόνο τοϋ ύπουργοϋ τών Εσωτερικών Πλέχβε. "Οταν Αποκαλύφθηκε, βρήκε έναν άξιο διάδοχο στό πρόσωπο τοϋ Μόρντα Μπαγκρώφ πού στά 1911 σκότωσε τόν
ύπουργό τών Εσωτερικών Στολύπιν. Ό συνάδελφός τους
Καπλίνσκι, μέλος τής Μπούντ, έκανε τήν καριέρα του τόσο μέ δολοφονίες δσο καί μέ καταγγελίες έξίσου Αποτελεσματικές. "Ετσι άπό τόν "Αζεφ ώς τούς «μπαρμπούζ»,
συνεχίζεται μιά παράδοση στά παρασκήνια τής 'Ιστορίας:
άπό τόν φλογερό Κάσσιους ώς τόν άλήτη Ούφκίρ, οί έλαφρόμυαλοι δέν παύουν νά πιστεύουν πώς σκοτώνοντας
έναν άνθρωπο άφανίζουν τίς δυνάμεις καί τίς Ιδέες πού
έκεΐνος ένσαρκώνει. Γιατί στά μάτια τους ή ίδέα είναι
μόνο μιά χοντροκομμένη μάσκα τής συνωμοσίας.
Ό τρομοκράτης δέν μπορεί παρά νά βρίσκεται στό
περιθώριο: έκεϊ τοποθετείται ό ίδιος δταν μέ διάταγμα
όρίζει τόν έαυτό του στό κέντρο τής 'Ιστορίας, χωρίς νά
τόν ένοχλή κανένας" μπαίνει θριαμβευτικά άπό τήν σκάλα
τής ύπηρεσίας πού τή γεμίζει μέ θόρυβο καί καπνούς. 'Αντικαθιστά τήν πολιτική δράση μέ τό κατόρθωμα, άν δχι
μέ τή χειρονομία, δπως ό άναρχικός Ρώσος πρίγκηπας
Κροπότκιν πού διακηρύσσει «τή διαρκή έξέγερση μέ τό
λόγο, μέ τό γραφτό, μέ τό στιλέττο, μέ τό τουφέκι, μέ τό
δυναμίτη». Κι δταν δ Γκινιόλ άγριεύει, ό δυναμιτιστής νομίζει πώς κάνει νά τρέμη τό καθεστώς.
Εποποιία τοϋ κατορθώματος, ή τρομοκρατία είναι συγγενής μέ τόν άναρχισμό: τό κατόρθωμα είναι ή μάταιη
διαμαρτυρία τής ούτοπίας μπροστά στήν Ιστορία' ό άναρχισμός είναι στήν ούσία ούτοπικός, καί γιατί είναι παρά-

— 264

φορο, σάν πρόωρο δραμα ένός πιθανοϋ, άν δχι άναγχαίου
μέλλοντος, καί γιατί χαρακτηρίζει τΙς κοινωνίας πραγματικότητες (τό κράτος, τό χρήμα) προλήψεις, δηλαδή
λαθεμένες Ιδέες πού πρέπει συνεπώς νά τΙς ξερριζώσουμε
άπό τά κεφάλια τών άνθρώπων μέ τό παράδειγμα ή μέ
τό λόγο, άνάλογα μέ τό άν είναι κανείς Σεμπαστιάν Φώρ
ή Μποννότ.
Έ 'Ιστορία δέν είναι άπό δώ καί πέρα παρά ένα εύπλαστο άντικείμενο στά χέρια τοϋ τρομοκράτη πού τήν
κάνει δπως καί δταν θέλη. Φυσικά ή τρομοκρατία δέν
είναι πάντα μή άποτελεσματική : μπορεί νά χρησιμεύση
σάν μέσο (νά γεμίση τά ταμεία) ή σάν βοηθητική δύναμη· καί κυρίως, σέ δρισμένες στιγμές πού ή πάλη τών
τάξεων έχει φτάσει σ' ένα τέτοιο σημείο Ισορροπίας ώστε
Ινα άπό τά άντιμαχόμενα στρατόπεδα μπορεί νά ήττηθή
άν χάση τούς πιό φωτεινούς άρχηγούς του: έτσι οί σοσιαλδημοκράτες πού έβαλαν νά δολοφονήσουν τή Ρόζα
Λούξεμπουργκ καί τόν Κάρλ Αήμπνεχτ τό Γενάρη τοϋ
1919, στέρησαν τούς Γερμανούς κομμουνιστές άπό άρχηγούς Ικανούς λίγο άργότερα νά τούς δδηγήσουν στή νίκη,
κι έτσι άνοιξαν τό δρόμο στό Χίτλερ. 'Αλλά αύτή ή άποτελεσματικότητα είναι μονάχα άρνητική καί δέν είναι παρά μόνο μιά στιγμή σέ μιά μάχη πού χρησιμοποιεί πολλά
άλλα μέσα διαφορετικά άπό τό ρεβόλβερ καί τΙς τακουνιές.
Έπίσης ή σταλινική μαζική «τρομοκρατία» Αποβλέπει στή διατήρηση τής εύθραυστης έξουσίας άπό μιά κάστα έναντίον τών μαζών καί άπό έναν άνθρωπο έναντίον
τής κάστας. Έ δ ώ ή τρομοκρατία άλλάζει διάσταση καί

265

χαρακτήρα: δέν είναι πιά ή πράξη άπελπισίας ένός άτόμου πού προκαλεί τήν κοινωνία μέσο ένός άλλου άτόμου (έστω κι άν είναι δργανωμένη άπό ένα κόμμα), είναι
μιά έπιχείρηση πολιτικής, πνευματικής καί κοινωνικής
έξόντωσης πού τή διεξάγει μιά μειοψηφία έναντίον ένός
δλοκλήρου λαοΟ γιά νά τοϋ έκμηδενίση κάθε μορφή συνείδησης.
Δέ μπορεί ν' άρνηθή κανείς τήν άρνητική άποτελεσματικότητα αύτής τής «τρομοκρατίας», άλλά ή ριζική μεταλλαγή πού παθαίνει ή έννοια τή θέτει σέ Αμφισβήτηση"
έτσι τείνει νά σημαίνη κάθε μορφή «τρόμου» (terreur) άπό τήν άνώνυμη έπιστολή ώς τήν δργανωμένη άπό τούς
'Αμερικανούς στό Βιετνάμ γενοκτονία.
Δίνοντας προέχουσα θέση στό άτομο ή στήν παράνομη όμάδα σέ βάρος τής τάξης ή τοϋ κόμματος, ή τρομοκρατία, πού τήν άποδοκιμάζουν οί μαρξιστές, είναι ή πανάκεια τών έθνικιστικών μικροαστικών δργανώσεων, γιατί έκφράζει, μέ τή μορφή καρικατούρας, τΙς σχέσεις τους
μέ τΙς μάζες, σχέσεις έξωτερικές — πλαισίωσης καί διοίκησης, σχέσεις ένός σώματος άξιωματικών μέ τό στρατό,
δηλαδή τό άντίθετο τών σχέσεων πού συνδέουν ένα κόμμα
πού θεωρείται πρωτοπορεία.
Οί δικαστές πού καταδίκασαν σέ θάνατο τόν Μπαστιέν - θιρύ γιά τήν άποτυχημένη άπόπειρα δολοφονίας
τοϋ προέδρου τής Γαλλικής Δημοκρατίας, γνώριζαν πώς
ή άπόπειρα ήταν καθεαυτή γελοία. Λογαριάζονται μόνο
τό έγχείρημα καί ή πρόθεση πού άπό μόνα τους είναι
βλασφημία: πραγματικό Εγκλημα καθοσιώσεως πού προσβάλλει, στό πρόσωπο τοϋ άρχηγοϋ τοϋ Κράτους, δλους έ-

— 266

κείνους πού πιστεύουν δτι δοξάζονται στό πρόσωπο αύτό,
φύλακα τών θεσμών πού είναι μάλλον Ιεροί παρά σταθεροί. Γιά τδ έγκλημα καθοσιώσεως δέν ύπάρχει συγνώμην. Μικρή σημασία έχει άν δ άρχηγδς τού Κράτους γλυτώνει άπό τίς σφαίρες ή ύποκύπτει: κατά γενικό κανόνα
αύτό τό γεγονός έπιδρά πολύ λίγο στήν κρίση τής Δικαιοσύνης, δπως καί στήν πορεία τής 'Ιστορίας.
Ζώ> Ζάκ ΑίαρΙ

ΥΛΙΣΜΟΣ
Διδασκαλία φιλοσοφική, δηλαδή ίδεαλιστική, πού βεβαιώνει δτι ή ύλη έχει τό π ρ ο β ά δ ι σ μ α
άπέναντι στό πνεύμα, πού ύποστηρίζει πώς δ,τι δέν είναι
πνεύμα έχει όντολογική, λογική καί χρονολογική προτεραιότητα άπέναντι σ' δ,τι δέν είναι ύλη. Αύτός δ δρισμός,
δ μόνος πού μπορεί νά δώση κανείς μ' δλη τή δυνατή άκρίβεια, δείχνει τΙς δυσκολίες πού συναντά δποιος προσπαθήσει νά άνεβάση τΙς συναισθηματικές τοποθετήσεις, τΙς
ύποκειμενικές προτιμήσεις ή τά Ιδεολογικά έγχειρήματα
στό δψος τής έννοιας. "Ας δοκιμάσουμε νά έπιστρέψουμε σέ μερικές πολύ άπλές ιδέες καί νά στηριχτούμε σέ
πιό άκριβεΐς έπισημάνσεις παρμένες άπό τήν Ιστορία τού
πολιτισμού.
Ό κοινός νούς — πού δέν Εχει πάντα δίκιο, μά πού
δέν μπορεί νά έχη πάντα καί έντελώς άδικο — χαρακτηρίζει ύλιστές δσους άφήνουν νά τούς κατευθύνουν οί δρέ-

— 267

ξεις τους χι έχουν Αμετρη κλίση πρός τΙς Απολαύσεις τών
αισθήσεων. Μέ τόν Ιδιο τρόπο Αντιλαμβάνεται χαΐ ό Πλάτων τή συμπεριφορά έκείνων πού δνομάζει «ot γιοί τής
Γής»: έχοντας έμπιστοσύνη στά μηνύματα τών αίσθήσεων,
άποδέχονται έκεΐνο πού δίνεται άμεσα, θεωρώντας σχολαστικότητες τίς άνοιχτές προειδοποιήσεις τών φιλοσόφων,
άφήνουν τόν έαυτό τους έλεύθερο νά τραβήξη τόν κατήφορο πού τούς ύποδείχνει ή φύση (ή ή φύση τους) καί
έχουν τήν ήδονή σάν τήν μόνη άληθινά άναμφισβήτητη
άξία.
Σ' αύτούς τούς άνθρώπους, άντιτάσσονται «οί Φίλοι
τών Ούσιών»: έκεΐνοι πού διαπιστώνουν τίς άταξίες στίς
όποΐες δδηγεί ή άποκλειστική ύποταγή στό αίσθητό, ύπογραμμίζουν τΙς άντιφάσεις τής κρίσης καί τής συμπεριφοράς στίς όποιες καταλήγουν οί «έμπαθεΐς τών αίσθήσεων», καί τούς κάνει κατάπληξη πώς μπορεί κανείς νά
έχη έμπιστοσύνη σ' έκεΐνο πού παρέρχεται, σ' έκεϊνο πού
γεννιέται καί καταστρέφεται' γυρίζουν τίς πλάτες σ' αύτό τό γίγνεσθαι, γιά τό όποίο δέν μπορεί κανείς νά πή
τίποτε τό σοβαρό, καί πιστεύουν δτι ή πραγματικότητα
βρίσκεται άλλού, σ' αύτά τά σταθερά καί διαυγή άντικείμενα πού ή σκέψη τά δοκιμάζει — κατά τή μαθηματική
άσκηση ειδικότερα — , μέσα στίς Ούσίες καί στίς σχέσεις
άνάμεσα στίς Ούσίες...
Ό θεμελιωτής τής σύγχρονης φυλοσοφίας, ό Ρενέ Ντεκάρ, πού έχει ένα είδικό σχέδιο άνταποκρινόμενο στήν
προβληματική τού καιρού του, άρχίζει νά τό έφαρμόζη
έμμεσα καί σέ λίγο τό θέτει μέ άποφασιστικό τρόπο. Ε κείνο πού ήταν βίαιη άντίφαση, άλλά άσχημα διατυπω-

— 268

μένη, βρίσκει ξαφνικά μια καθαρή καί ένοχλητική Εκφραση, μιά διατύπωση πού Επιβάλλει ή τίς πονηριές καί
τούς συμβιβασμούς (γνωστούς σάν τέτοιους), ή τις έπιλογές (πάντοτε αυθαίρετες καί λίγο άκοσμες). Ή έπιθυμία
τοΟ Ντεκάρ νά έξασφαλίση τήν πραγματοποίηση μιάς «καθολικής έπιστήμης» τόν κάνει νά όρίση έννοιολογικά, μέ
αύστηρότητα καί άκρίβεια, έναν άδιάλλακτο δυϊσμό: άπό
τή μιά είναι ή πνευματική δπαρξη, πού ούσία της είναι
ή σκέψη, άπό τή άλλη είναι ή ύλική δπαρξη πού ούσία
της είναι δ χώρος" κανένα κατηγορούμενο τής μιας δέν
ταιριάζει στήν άλλη" ή ζωή διαιρείται σέ δύο άμείωτες
έκτάσεις.
Ή πείρα δμως δείχνει δτι οί δύο ούσίες — δρθά διακρινόμενες — συνυπάρχουν, έπικοινωνούν μεταξύ τους
στήν πραγματικότητα: δ άνθρωπος είναι διπλός, συμμετέχει καί στήν ύλικότητα σάν σώμα, καί στήν πνευματικότητα σάν ψυχή. Είναι ένα μίγμα κι αύτή τήν ένωση
πού πραγματοποιείται στόν άνθρωπο, αύτή τήν έπίδραση τού όργανισμοϋ στή συνείδηση καί τής συνείδησης
στόν όργανισμό, ό Ντεκάρ τή θεωρεί μυστήριο. "Ολα συμβαίνουν σάμπως ή άπαίτηση νά δώση γερά θεμέλια στίς
φυσικές έπιστήμες, πού κατεύθυνε τή σκέψη στό 17ο αΐώνα, τήν παρέσυρε νά ύποθηκεύση, γιά άνταμοιβή, τήν
άνάπτυξη τών άνθρωπιστικών έπιστημών, καταθέτοντας
σάν έγγύηση μιά Εγγενή άσάφεια.
Ό "Ενγκελς, σ' Ενα περίφημο κείμενο ( Ό Λ. Φόυερμπαχ καί τό τέλος τής κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας),
παρουσιάζει δλόκληρη τήν ίστορία τής σκέψης σάν μιά
σύγκρουση τών δυό στρατοπέδων, τού στρατοπέδου τού

269

ιδεαλισμοί) (μ' αύτό τόν δρο έννοεϊ τό σπιριτουαλισμό),
καί τοϋ στρατοπέδου τοϋ ύλισμοΰ καί Αξιώνει Από κάθε
φιλόσοφο và πάρη Αμέσως θέση, νά διαλέξη σέ ποιά παράταξη Ανήκει. Αύτή ή Ιδέα, πού τήν πήρε καί τήν Ανέπτυξε ό Λένιν, έγινε τό βασικό θέμα τής σύγχρονης μαρξιστικής φιλοσοφίας: ύπΑρχουν δυό Αξιώματα, τό ένα πού
δέχεται τήν προτεραιότητα τοΰ πνεύματος Απέναντι στήν
ύλη (ή ύπαρξη πρίν Από κΑθε τι άλλο ένός θεοΰ δημιουργού, ένός Αρχιτεκτονικού Ανθρωπίνου Πνεύματος, μιάς
ύπερέχουσας πνευματικής ούσίας, τό άλλο πού θεμελιώνει
τήν άντίστροφη σχέση καί πού άπό τήν έποχή τοϋ Ε π ι κούρου καί τοϋ Λουκρήτιου, άρνείται τήν Ιδεαλιστική μυθοποίηση. Ή έπιλογή τοϋ πρώτου άξιώματος είναι άντιδραστική καί σκοταδιστική" άντίθετα, δ ύλιστής κάνει σωστή έπιλογή: δλες οί νεράιδες σκύβουν άπδ κει καί πέρα
στό λίκνο τής σκέψης του. Δέν έχει τή συνηγορία τοΰ κοινού νοϋ πού ξέρει καλά δτι τά πράγματα δέν προσαρμόζονται στίς φαντασιοπληξίες τοΰ άνθρώπου κι δτι βρίσκονται στή θέση τους πρίν κανένας τά άντιληφθή ή τά
γνωρίση; Δέν τό έπιβεβαιώνουν τά γεγονότα πού θεμελιώνουν άτράνταχτα οί πειραματικές έπιστήμες ; Ποιός λοιπόν θά άρνηθή δτι πρέπει νά ύπάρχη ένα πραγματικό καί
άνεξάρτητο άντικείμενο, ένας δργανισμός πού νά λειτουργή ύϊτκά γιά νά προκύψη αίσθημα; Ή γεωλογία, ή παλαιοντολογία δέν άποδεικνύουν δτι ύπήρχε ύλη προτού νά
ύπάρξη πνεύμα γιά νά τή σκεφτή; Ή έπιστήμη τής έξέλιξης δέν άποδεικνύει δτι ή άνάπτυξη τής συνείδησης είναι συνδεδεμένη μέ τή βαθμιαία ύλική μεταβολή τών όργανισμών σέ πιό πολύπλοκους ;

— 270

'Ασφαλώς, σ' αύτή τήν κατεύθυνση, δ ύλισμδς γίνεται έπιστημονικδς μόνο άν είναι διαλεκτικός (βλ. τδ άρθρο Διαλεκτική). "Αν δ ύλισμδς τών 'Αρχαίων καί τών
φιλοσόφων τοϋ 18ου αίώνα δέν κατόρθωσε v i έπιβληθή,
ήταν γιατί τοϋ έλειπε ή μέθοδος; πίστεψε δτι μπορούσε v i
βγάλη τό πνεύμα άπό τήν ύλη, νά μετατρέψη τό πνεύμα
σέ ύλη. 'Αλλά, δπως είναι δλοφάνερο, ή σκέψη, ή συνείδηση διαφέρουν άπό τήν ύλη, άπό τό σώμα" είναι έπίσης
δλοφάνερο δτι ή συνείδηση καί ή σκέψη προέρχονται άπό
τήν ύλη, άπό τό σώμα. Ώ διαλεκτική μέθοδος έπιτρέπε;
νά κατανοήσουμε, νά ξεπεράσουμε αύτή τή φαινομενική
άντίφαση: μέ τή δράση τής ίδιας τής αιτιοκρατίας της,
ή ύλη γίνεται συνθετώτερη γιά νά δώση, μ' ένα πρώτο
ποιοτικό άλμα, τή ζωή, κατόπιν, χάρη σέ νέα μεταβολή
πρός τό πολυσύνθετο, μ' ένα δεύτερο άλμα, τό πνεύμα.
Ό έγκέφαλος έκκρίνει τή συνείδηση, δχι ταυτόσημα σάν
παραγωγή, άλλά διαλεκτικά, σάν ξεπέρασμα... Αύτή ή
ρητορεία είναι τόσο σίγουρη γιά τό δίκιο της πού ούτε
πού άκούει τά έρωτήματα πού τής θέτουν.
"Ετσι, δ διαλεκτικός ύλισμός θεωρεί ξεκάθαρους τούς
δρισμούς τής ύλης καί τοϋ πνεύματος* δέν φαντάζεται δτι
μιά λίγο πιό σοβαρή έρευνα — αύτή πού μπορούσε νά
κάνη ένας προσεκτικός άναγνώστης συγγραφέων δπως ό
Μπέρκλεϋ, δπως δ Χιούμ καί δπως ό Κάντ, λόγου χάρη
άποκαλύπτει δτι αύτές οί έννοιες μποροϋν νά έχουν πολλαπλές έκδοχές καί σέ τελευταία άνάλυση ή ύλη δρίζεται δτι είναι έκείνη ή πραγματικότητα πού δέν είναι τό
πνεΰμα καί τό πνεϋμα αύτή ή άλλη πραγματικότητα πού
δέν είναι ή ύλη. "Αν ύπάρχη διαλεκτική μέθοδς, όφείλει

271

νά άρχίση άπό τήν άναγνώριση αύτής τής καθοριστικής
διαλεκτικής σχέσης πού άπαγορεύει δλες τής θετιστικές
Απλοποιήσεις.
Στήν Εκφραση: «ή δλη ύπάρχει πρίν άπό τό πνεύμα»,
άναρωτιέται κανείς τί Εννοια μπορεί νά Εχη γιά μιά συγκροτημένη συλλογιστική, ή λέξη «πρίν»; Τπάρχει πρίν
καί μετά στό Επίπεδο τής καθαρής φύσης, πού είναι άπλή
παρουσία τοΰ καθ' έαυτό στό καθ' Εαυτό; Γιά νά ύπάρχ η ή Ιδέα μιάς διαχρονικής διαδοχής, πρέπει νά Εχη είσαχθή μιά μνήμη πού νά φέρη τήν ένθύμηση τοΰ άλφα
στήν παρουσία τοΰ βήτα πού τό διαδέχεται, δηλαδή σκέψη. Βέβαια ή γεωολογία άποκαλύπτει πώς ύπήρχε μιά
τριτογενής περίοδος — κατά τήν δποία δ άνθρωπος άπουσίαζε — προηγούμενη άπό τήν τεταρτογενή περίοδο —
στή διάρκεια τής όποίας έμφανίζονται δ άνθρωπος καί ή
σκέψη — Μά τί είναι λοιπόν αύτή ή γεωλογία πού τήν
άνακηρύσσουν άπόλυτη διδασκαλία, κριτήριο καί πρότυπο; Δέν είναι κι ή ίδια έργο τής Ιστορίας πού προϋποθέτει τήν άνθρώπινη δημιουργικότητα, πού προηγείται άπ*
δλα τά περιστασιακά έπιτεύγματά της;
Αύτή ή θεωρία δέν παύει νά έπικαλήται τά έπιτεύγματα τών έπιστημών χωρίς ποτέ νά φροντίζη νά θεμελιώση
τή γνωστική άξία πού τούς άποδίδει' δταν τήν ρωτάς γι*
αύτό τό θέμα, περιορίζεται νά άπαντήση δτι τό νά μήν
πιστεύης στήν έπιστήμη είναι «σκοταδισμός», άρνηση τής
προόδου. Δυστυχώς τό θέμα δέν είναι άν πιστεύης, άλλά
άν γνωρίζης καί άν δικαιολογής. Ά π ό τήν άποψη αύτή,
ή ίδέα τοΰ άξιώματος είναι φιλοσοφικά παράλογη: τί είναι λοιπόν αύτό τό άξίωμα πού τό θέτουμε άπό τά πρίν

— 272

σάν άληθινδ καί τό έπιβεβαιώνουμε κατόπιν μέ μιά πολύμορφη έπιχειρηματολογία ;
Ό διαλεκτικός ύλισμός δταν θέτη κανείς αύτοϋ τού
είδους τά προβλήματα, παρατά τή θεωρητική διδασκαλία καί τό γυρίζει γρήγορα στήν ήθική. Δείχνει πώς είναι ή μόνη θεωρία πού ύπερασπίζεται Ακούραστα τήν ύπόθεση τών έκμεταλλευομένων, πού μάχεται γιά τή δικαιοσύνη, γιά μιά πιό όρθολογική δργάνωση τού κόσμου,
γιά μιά πλήρη άνθιση τής άνθρώπινης προσωπικότητας,
έναντίον τού κέρδους, έναντίον τής κοινωνικής άνισότητας... Νιώθοντας άβέβαιη τή θέση της σάν θεωρίας, μεταθέτει τή συζήτηση στό έπίπεδο τών άξιών: ή θεωρία τών
δύο στρατοπέδων, τών έκμεταλλευτών καί τών προοδευτικών δυνάμεων, συγκεκριμενοποιείται (δέν ύπήρξαν στήν
Ιστορία «προοδευτικές» πρακτικές δραστηριότητες θεμελιωμένες σέ «λαθεμένες» θεωρίες, άπό τόν Ιπποκράτη
ώς τόν "Αγιο Αύγουστίνο καί ώς τόν Ντεκάρ) ;
Άσύστατο μίγμα άνομοιόμορφων στοιχείων, πού ή δόση τους ποικίλλει άνάλογα μέ τΙς περιστάσεις καί μέ τΙς
άπαιτήσεις τοϋ «πολιτικού» άγώνα, συμπεριλαμβάνοντας
δντολογικό δογματισμό, έπιστημονικό θετικισμό, Ιστορικό
πραγματισμό καί μυστικιστική ήθικολογία, αύτός δ διαλεκτικός ύλισμός δμολογεΐ σέ λίγο δτι δέν είναι παρά
μιά άμυντική ιδεολογία πού έξαίρει τΙς προτιμήσεις πού
ένα κόμμα ή ένα Κράτος κρίνει χρήσιμο νά καλλιεργήση
στίς καθορισμένες συγκυρίες' γιατί λοιπόν νά συζητάμε
τΙς θέσεις του, άφοϋ δ διαλεκτικός ύλισμός δέν προσπαθεί
νά ύπερασπιστή τόν έαυτό του καλύτερα άπ* δ,τι οί είδικοί

278

τής διαφήμισης ή, στήν καλύτερη περίπτωση, τής προπαγάνδας ;
Πρέπει λοιπόν, άπό πείσμα, νά είσαι Ιδεαλιστής, δπως
ό Πλάτων ή δ Χέγκελ; 'Οφείλεις νά συμπτυχθής σ' αύτό
τόν πάντα άναπροσαρμοζόμενο καί πάντα τής μόδας σπιριτουαλισμό, πού είναι κι αύτός Ιδεολογία μά πιό μελετημένη, λιγότερο άπλοϊκή, πιό πλούσια στίς πανουργίες
πού συνεισφέρουν αΙώνες έπιχειρηματολογημένων συζητήσεων, ίερών έξετάσεων καί συνόδων; Ό Μάρξ ύπέδειχνε
συχνά ένα δρόμο πού βρίσκεται πέρα άπ' αύτές τΙς Αφηρημένες καί θλιβερές έπιλογές, πού είναι ύλιστικός μά δέν
είναι φιλοσοφικός. Καθόριζε μιάν άλλη σύλληψη τής πραγματικότητας πού, γιά εύκολία, τής έδινε τό δνομα Ιστορικός ύλισμός. Άντιπαράθετε τήν προοπτική του στήν προοπτική τοϋ Ιστορικού ιδεαλισμού πού δ Χέγκελ, κατά τό
Μάρξ, μέ μεγαλοφυία, είχε δώσει τήν πιό δλοκληρωμένη
διατύπωσή του. Αύτό πού κατηγορούσε στόν Χέγκελ ήταν
δτι είχε πιστέψει πώς άρκοϋσε τό πνεύμα νά συμφιλιωθή
μέ τόν έαυτό του γιά νά είρηνεύση άμέσως ό έμπειρικός
άνθρωπος, αύτός πού είναι καταδικασμένος «νά παράγη
καί νά άναπαράγη τά μέσα τής ζωής του», μέ τόν άλλο, μέ τόν ίδιο τόν έαυτό του, μέ τά άντικείμενα, μέ τούς
θεούς (μέ τό φανταστικό).
Ξεκινώντας άπ' αύτή τήν κριτική καί Ιδιαίτερα άπό
τήν κριτική τής χεγκελιανής θεωρίας γιά τό Κράτος, δ
Μάρξ έδειξε πώς ήταν άναγκαϊο νά ξεκόψουμε έπιτέλους
μέ τόν όρισμό τοϋ άνθρώπου πού είχε έπιβάλει δλόκληρη
ή δυτική σκέψη άπό τόν Πλάτωνα ώς τόν χριστιανισμό:
τόν άνθρωπο σάν σκέψη (ή σάν ψυχή). Πρίν νά είναι

— 274

σκέψη ό άνθρωπος είναι σώμα πού ύποφέρει, Ανάγκη, ύλικότητα. Αύτή είναι ή έμπειριχή άνθρωπότητα, πού πρέπει νά τήν παρακολουθήσουμε στό βασικό της πάθος: ot
άνθρώπινες κοινωνίες, γιά νά έπιζήσουν, γιά νά ζήσουν
καλύτερα, όφείλουν νά παράγουν άγαθά' όργανώνονται σέ
σχέση μ* αύτή τήν παραγωγή, καί σύμφωνα μέ τό τεχνικό τους έπίπεδο, μέσα σέ άδιάκοπο άνταγωνισμό καί σύγκρουση.
Ό Ιστορικός ύλισμός, δπως καθορίζει ό Μάρξ τις άρχές καί τήν πρακτική του, δέν προτείνει μιά νέα φιλοσοφία ή μιά νέα όντολογία: όρθώνεται έναντίον αύτών τών
χορτάτων φιλοσόφων, έναντίον τών άφηρημένων προβλημάτων τους καί τής μετατοπισμένης άγωνίας τους (βλ.
τό άρθρο Ιδεολογία) · θέλει νά είναι μιά κριτική έπιστήμη τού πραγματικού, τού έγγενοΰς πάθους τής άνθρωπότητας. Ό άνθρωπος δέν πεθαίνει γιατί είναι θνητός (δπως
δέ λέει ψέμματα γιατί είναι «ψεύτης», δπως δέν άγαπά
γιατί είναι «άγάπη») : πεθαίνει γιατί δέν τρώει άρκετά,
γιατί τόν καταντούν κτήνος, γιατί τόν σκοτώνουν ( Γ' αύτά τά σημεία πού μπορεί μ' αύτή τή διατύπωση, νά παρερμηνευθούν, βλέπε τό άρθρο μ α ρ ξ ι σ μ ό ς ) .
Ό
Ιστορικός ύλισμός μάς θυμίζει αύτά τά γεγονότα καί δ
Μάρξ στό «Κεφάλαιο», ρίχνει τά θεμέλια αύτού πού μπορεί νά είναι ή «μέθοδος» πού μάς έπιτρέπει νά άναλύσουμε τούς μηχανισμούς πού διέπουν, σέ μιά δοσμένη έποχή
— έποχή ιδιαίτερα άποκαλυπτική, άλλωστε — τό πραγματικό πάθος...
Κατά τήν μαρξιστική όρθοδοξία, ό Ιστορικός ύλισμός
έχει γίνει ένα μέρος τού διαλεκτικού ύλισμοϋ, ένα άπό τά

2 7 5 —

κβφάλαιά του' χάρη σ' αύτόν μπορεί κανείς νά έρμηνεύση τό τάδε γεγονός άπό τήν ίστορία τοϋ Βυζαντίου ή τό
έργο τοΟ Ζάν Ρασίν. Αύτό άσφαλώς είναι πολύ ένδιαφέρον χαί είναι χαλό, δπωσδήποτε, ή τεχνική πού ήδη χρησιμοποιήθηκε στίς άνθρωπιστικές έπιστήμες νά έμπλουτιστή μέ νέες Ερμηνευτικές μεθόδους...
Παραμένει τό γεγονός δτι δ Μάρξ δέν φρόντιζε νά
κατασχευάση μιά νέα φιλοσοφία. Προσπαθούσε νά άποδείξη δτι ή άνθρωπότητα, στήν πραγματική της ζωή, είναι
κατ* άνάγκην ύλιστική κι δτι ή πνευματική έντιμότητα
έπιβάλλει νά είμαστε δπως κι αύτή.
Φρανσουά Σατελέ

ΥΠΑΝΑΠΤΥΞΗ
Μιλάμε γιά χώρες ύπανάπτυκτες, άνεπαρκώς Αναπτυγμένες καί γιά χώρες ύπό άνάπτυξη. Ή άνάπτυξη παρουσιάζεται σάν τόν ούρανό πού καλύπτει τούς φτωχούς,
τά οίκονομικά καθυστερημένα έθνη καί περιοχές, τόν ούρανό πού δέν μπορούν νά τόν φτάσουν.
Αύτή ή καθυστέρηση δέν έπιμετράται μέ βάση τό τί
είναι δυνατό νά έπιτευχθή (δέν μπορεϊ νά ύπάρξη σύγκριση παρά μόνο σέ ένα στάδιο άναπτύξεως τής τεχνικής) : δέν πρέπει νά συγχέωμε τίς ύπανάπτυκτες χώρες
καί τις νέες χώρες μέ πλουτοπαραγωγικές πηγές πού δέν
έχουν πλήρως άξιοποιηθή. Έ καθυστέρηση δέν έπιμετράται έπίσης μέ βάση τΙς άνάγκες πού είναι άπαραίτητο

— 276

νά ικανοποιηθούν: στήν πραγματικότητα, έκτός άπό τόν
στενά Επισιτιστικό τομέα, οί έπιταγές καί ot πόθοι τών
λαών είναι δύσκολο νά έπιμετρηθοΟν. Τελικά, δέν μπορεί
κανείς νά καθορίση ποιά χώρα είναι ύπανάπτυκτη παρά
μόνο σέ σύγκριση μέ ένα πιό εύπορο έθνος. Ό μικρός βαθμός άναπτύξεως δέν έπιτρέπει παρά ένα χαμηλότατο έπίπεδο ζωής καί άνέσεων. Ή σχετικότητα τής έννοιας είναι τέτοια πού μπορεί νά είναι κανείς πάντα ύπανάπτυκτος σέ σύγκριση μέ κάποιον άλλον: αύτό συμβαίνει, ώς
ένα βαθμό, μέ τήν Εύρώπη σέ σχέση μέ τΙς Ενωμένες Πολιτείες. Τό ίδιο, σέ μιά όρισμένη χώρα, μερικές περιοχές μπορεί νά παρουσιάζωνται ύπανάπτυκτες σχετικά μέ
άλλες (λόγου χάρη ή Βρετάνη στή Γαλλία, ή ή Νότιος
Ι τ α λ ί α ) . Αύτές οί άνισότητες στήν άνάπτυξη κάνουν νά
γίνεται λόγος γιά περιφερειακή οίκονομική άνάπτυξη στήν
ύπηρεσία τής δποίας δημιουργήθηκαν στή Γαλλία είδικές έταιρίες (περιφερειακής άναπτύξεως).
"Οποιες καί νά είναι οί λεπτομέρειες καί οί Αποχρώσεις αύτών τών διάφορων άναβαθμών καθυστερήσεως, ή
άνάπτυξη στήν καθημερινή γλώσσα, έκφράζει μιά πραγματικότητα μέ άναμφισβήτητα δρια. Προσδιορίζει περισσότερο άπό τά δύο τρίτα τής άνθρωπότητας καί άφορά τή
Λατινική 'Αμερική στό σύνολό της, δλόκληρη τήν 'Αφρική, έκτός άπό τή Νότια, τή Μέση 'Ανατολή, έκτός άπό
τό 'Ισραήλ, τήν 'Ασία, άφαιρουμένης τής 'Ιαπωνίας, καί
τήν 'Ωκεανία, πλήν τής Αύστραλίας καί τής Νέας Ζηλανδίας. Αύτές οί ήπειροι άποτελούν τόν Τρίτο Κόσμο σέ
άντιπαραβολή τόσο μέ τό δυτικό βιομηχανοποιημένο κό-

277

σμο, δσο καί μέ τΙς χώρες τής 'Ανατολικής Εύρώπης. Ή
Κίνα Αντιπροσωπεύει μιά ξεχωριστή περίπτωση.
Ή ένάτητα τοΟ Τρίτου Κόσμου συνδέεται πρώτ' άπ'
δλα μέ τή συνείδηση πού Απέκτησαν τελευταία ot χώρες
πού τόν άποτελοΟν γιά τήν ύπανάπτυξή τους" αύτή ή συνειδητοποίηση προκλήθηκε άπό τά γεγονότα τοΟ Δευτέρου
Παγκοσμίου Πολέμου καί άπό τήν πρόοδο τών μέσων έπικοινωνίας. Προέρχεται έπίσης καί άπό μία άντικειμενική κατάσταση ένδειας πού σέ χρηματικούς δρους, έκφράζεται μέ άτομικό εΙσόδημα κατώτερο άπό 400 δολλάρια
τό χρόνο. Υπάρχουν άσφαλώς άποχρώσεις άνάμεσα στά
60 δολλάρια τοϋ Ίνδοϋ καί τά 300 τοϋ Βραζιλιανού, άλλά καί ό ένας καί δ άλλος είναι σέ μιά έντελώς διαφορετική κατηγορία άπό τόν Γάλλο πού διαθέτει 2.000 δολλάρια ή τόν 'Αμερικανό πού διαθέτει σχεδόν τά διπλάσια.
Αύτό τό χρηματικό κριτήριο δέν είναι παρά μιά συνισταμένη πού έκφράζει τΙς άνεπάρκειες στούς διαφόρους
τομείς τής οικονομικής ζωής πού τΙς βρίσκει κανείς γενικά σ* δλες αύτές τΙς χώρες: έλλειψη τροφίμων σέ ποσότητα καί ποιότητα, μικρή άπόδοση τής γεωργίας, περιορισμένη έκβιομηχάνιση, οικονομική έξάρτηση (ή κύρια
πλουτοπαραγωγική πηγή τοϋ Τρίτου Κόσμου, τό πετρέλαιο, έλέγχεται πάντα, σέ μεγάλο βαθμό, άπό ξένες έταιρίες), άκατάλληλοι κοινωνικοί θεσμοί (πληθωρική γεννητικότητα, χαμηλό έπίπεδο παιδείας, έλαττωματική κατάσταση ύγείας, άνεπάρκεια στίς μεσαίες τάξεις καί στήν
έθνική ένσωμάτωση).
Ή συνειδητοποίηση τής ύπαναπτύξεως άπό τούς ήγέτες τοϋ Τρίτου Κόσμου έκφράζεται μέ τήν υιοθέτηση πολι-

— 278

τικής άναπτύξεως, χαΐ γενικά σχεδίων άναπτύξεως, πού
άποβλέπουν νά προωθήσουν τήν άνοδο τού βιοτικού Επιπέδου. "Οποια τεχνική διαδικασία καί άν άκολουθήθηκε,
αύτές οί πολιτικές άναπτύξεως είχαν ώς τώρα πολύ περιορισμένα άποτελέσματα καί ή καθυστέρηση τών ύπανάπτυκτων χωρών τείνει γενικά νά μεγαλώση. Σπάνιες πραγματικά είναι οί χώρες, πού, δπως τδ Μεξικδ καί ώς ίνα
δρισμένο βαθμό ή 'Ακτή τού 'Ελεφαντοστού, πέτυχαν τήν
«άπογείωση» πού τούς Επιτρέπει νά Ελπίζουν δτι θά βγοΰν
άπό τΙς γραμμές τών προλεταριακών Εθνών.
Ή ίδια ή Εκταση τής ύποαναπτύξεως δέν μπορούσε ν'
άφήση άδιάφορα τά πιό εύνοημένα Εθνη. 'Ανέλαβαν νά
χορηγήσουν στίς χώρες τού Τρίτου Κόσμου μιά βοήθεια
σχετικά άξιόλογη, άλλά δχι πολύ άποτελεσματική γιατί
συνήθως συνοδεύεται άπό πολιτικούς ή Εμπορικούς δρους
καί δέν είναι άρκετά προσαρμοσμένη στίς άνάγκες τών
χωρών πού τήν παίρνουν. Έ βοήθεια πού χορήγησαν οί
'Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ή πιό σημαντική σέ άπόλυτους
άριθμούς, άλλά ή βοήθεια πού πρόσφερε ή Γαλλία ήταν
ή πιό ύψηλή κατά κάτοικο. Ή γαλλική βοήθεια δόθηκε
σχεδόν άποκλειστικά στίς γαλλόφωνες χώρες τής 'Αφρικής, τώρα δμως προβλέπεται ένα μέρος της νά χορηγηθή σέ άλλες χώρες τού Τρίτου Κόσμου.
Υπάρχει σήμερα έντυπωσιακή άντίθεση άνάμεσα στήν
ένδεια τών ύπό άνάπτυξη χωρών καί στήν αύξανόμενη
σημασία τους στό πολιτικό έπίπεδο. Μέ τήν εύκαιρία τής
Διασκέψεως τών Ενωμένων Εθνών γιά τό Εμπόριο καί
τήν Άνάπτυξη πού Εγινε τό 1964, οί χώρες τού Τρίτου
Κόσμου, προσπάθησαν, μέ τή δύναμη τοΟ άριθμού τους, νά

— 279

προωθήσουν ίνα τρόπο όργανώσεως τοϋ διεθνοϋς έμπορίου
πού νά άνταποκρίνεται στίς άνάγκες τους. Αύτή ή οργάνωση, πού δέν θά είχε καμιά σχέση μέ τά παραδοσιακά πρότυπα τής φιλελεύθερης οικονομίας, θά διευκόλυνε
τήν εισαγωγή είδών τής χειροτεχνίας τοϋ Τρίτου Κόσμου
στίς άγορές τών βιομηχανικών χωρών καί θά έξασφάλιζε
σταθερές καί Ικανοποιητικές τιμές στίς πρώτες δλες τους.
Γιά νά άνταποκριθοϋν σ' αύτές τΙς άνάγκες, οί Ιδιες
οί πλούσιες χώρες δέχτηκαν τήν άρχή μιάς γενικής χρηματικής βοήθειας στά δρια τοϋ 1% τοϋ έθνικοϋ τους είσοδήματος, καθώς καί τήν άρχή μιάς διευθετήσεως τού
διεθνοϋς έμπορίου πού νά εύνοή τΙς ύπανάπτυκτες χώρες
καί νά άντισταθμίζη τΙς άδυναμίες τους τΙς δποΖες οί χώρες αύτές πληρώνουν άκριβά.
Σ. Σ.

ΥΠΕΡΘΕΡΜΑΝΣΗ
Τήν ύπερθέρμανση μπορούμε νά τήν δρίσουμε σάν μιά
κατάσταση έντάσεως σέ μιά οίκονομική μονάδα (έργοστάσιο, έπιχείρηση, βιομηχανικό κλάδο) δπου ή αύξηση τής
ζητήσεως — καί, κατά συνέπεια τής παραγωγής πού
προορίζεται γιά τήν Ικανοποίηση αύτής τής ζητήσεως —
προσκρούει σέ έμπόδια, ή φυσικά ή χρηματικά «έμφιαλώματα»:
'Ανεπάρκεια έργατικών χεριών.
*Ανεπάρκ«ια τεχνικού έξοπλισμοϋ.

280

Δυσκολίες προμήθειας πρώτων ύλών.
'Ανεπάρκεια πιστώσεων κ.λ.
Ό δρος, πού ήταν άγνωστος στήν οίκονομική δρολογία πρίν άπδ μερικά χρόνια, σημειώνει έδώ καί λίγο
καιρό μεγάλη έπιτυχία: δέν ύπάρχει σχεδόν καμιά έκθεση γιά τήν συγκυρία στούς διεθνείς όργανισμούς ( 0 . 0 .
Σ Α . , Ε.ΚΑ.) ή άπολογισμός τής οικονομικής ή τής πιστωτικής καταστάσεως μιάς χώρας πού νά μήν μνημονεύη τήν «ύπερθέρμανση». Στή Γαλλία, δπως φαίνεται, δ
δρος αύτός άρχισε νά χρησιμοποιήται συστηματικά γιά
πρώτη φορά άπό τό 1963, άπό τά έπιτελεΐα τού ύπουργείου Οίκονομικών καί τής I.N.S.E.E., τά έπιφορτισμένα
μέ τήν τεχνική προετοιμασία τού 5ου Οίκονομικού Σχεδίου. Βρίσκουμε μιά «θεσμοποίηση» τής λέξεως αύτής σ'
ένα διάταγμα τού Ελβετικού 'Ομοσπονδιακού Συμβουλίου,
τής 17ης Μαρτίου 1964, πού περιλαμβάνει «πρόγραμμα
άγώνα κατά τής ύπερθερμάνσεως».
'Αντίθετα μέ τΙς οικονομικές κρίσεις πού έπλητταν
σοβαρά — καί κατά κανονικά διαστήματα — τΙς καπιταλιστικές οικονομίες άπό τή συγκρότησή τους ώς τό Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ή ύπερθέρμανση παρουσιάζεται
σάν ή χρόνια άσθένεια τών σύγχρονων βιομηχανικών οικονομιών. Είναι κατά κάποιο τρόπο δ φόρος που πληρώνουμε γιά μιά ύπερβολικά ταχεία — ή δχι άρκετά έναρμονισμένη — άνάπτυξη, πού έπιφέρει γενικευμένες καταστάσεις έντάσεως καί, κατά συνέπεια, έπιβάλλει τήν κατά περιόδους «έπαναφορά στήν τάξη» τής οίκονομικής μηχανής.
Έ ύπερθέρμανση μπορεί νά είναι έντοπισμένη καί νά

— 281

έκδηλωθή μέ έξαιρετικά μερικό τρόπο (έλλειψη χάλκινων κλειδιών, ήμιαγωγών γιά τρανζίστορ, κ.λ.). Μ' αύτή
τήν έννοια, ύπάρχει πάντα ύπερθέρμανση σέ εΙδικά σημεία τής οικονομίας. Φαίνεται δμως προτιμότερο νά φυλάξουμε αύτό τόν δρο γιά καταστάσεις έντάσεως άρκετά γενικευμένες, ώστε νά μετριούνται στατιστικά ol έκδηλώσεις
τους μέ τή βοήθεια τών συνηθισμένων δεικτών (προθεσμία παράδοσης, καταστάσεις παραγγελιών, διάρκεια έργασίας, τιμή τών συντελεστών τής παραγωγής κ.λ.) καί
ot συνέπειές τους νά είναι αίσθητές σ' όλόκληρη τήν
έθνική οίκονομία. Τό πέρασμα άπό τήν κατάσταση τής
πολύ έντοπισμένης ύπερθερμάνσεως στήν κατάσταση τής
γενικευμένης ύπερθερμάνσεως γίνεται βαθμιαία δταν πλησιάζουμε στίς όροφές (φυσικές ή χρηματικές) τής παραγωγής. Μπορούμε νά πούμε πώς ύπάρχουν τομείς κλειδιά τής οίκονομίας (οίκοδομές, έργαλειομηχανές, όρισμένοι κλάδοι τής γεωργίας, κ.λ.) δπου ή ύπαρξη έμφραγμάτων πού γεννούν ύπερθέρμανση έπηρεάζει όλόκληρη τήν
οίκονομία, καί μέσο τών όποίων ή ύπερθέρμανση άπλώνεται Ιδιαίτερα γρήγορα.
"Αν τό φαινόμενο δέ μπορούμε νά τό προσεγγίσουμε
παρά μόνο δταν γίνεται άρκετά καθολικό, δέν πρέπει δμως
νά τό συγχέουμε γι' αύτό μέ τΙς συνέπειές του, καί πιό
συγκεκριμένα, μέ τόν πληθωρισμό: ή ύπερθέρμανση άποτελεΐ μιά κατάσταση π ρ ί ν
άπό
τήν
άνάφ λ ε ξ η, πού είναι χρήσιμο νά τήν έντοπίζουμε προτού έξαπολυθή πραγματικά ή διαδικασία αύξήσεως τών
τιμών καί μέ τό σκοπό νά άποφευχθή ή άνάφλεξη (καί
νά άποφευχθή έτσι καί ή έφαρμογή μιάς άντιπληθωρικής

— 282

πολιτικής άπό τΙς συνηθισμένες, πού καταλήγουν γενικά
στήν «άνακοπή» τής έπεκτάσεως).
Ούσιαστική θεραπεία είναι ή καλύτερη προσαρμογή
τής προσφοράς στή ζήτηση. Αύτή ή προσαρμογή μπορεί
νά πάρη διάφορες μορφές:
— Καθολικός περιορισμός τής ζητήσεως (μέ περιορισμό
τών πιστώσεων, δέσμευση τών μισθών τών δημοσίων ύπαλλήλων κ.λ.). Αύτή ή θεραπευτική μέθοδος, πού είναι
ή πιό «παραδοσιακή», έχει τό μέγιστο έλάττωμα νά προκαλή κίνδυνο άνακοπής τής έπεκτάσεως (π.χ. ή πολιτική ΠιναΙ στό τέλος τού 1958), άλλά δημιουργεί πολλές
πιθανότητες νά σταματήση γρήγορα τΙς τάσεις γιά πληθωρισμό.
— Περιορισμός τής ζητήσεως μόνο στούς τομείς πού έγινε δυνατό νά έντοπιστή μιά τάση γιά ύπερθέρμανση (πολιτική πού έφαρμόστηκε στό Βέλγιο στά 1964, λόγου χάρη, γιά νά άνακοπή ή ζήτηση διαμερισμάτων: περιορισμός τών άδειών οίκοδομήσεως, περιορισμός τών πιστώσεων, κ.λ.).
— Καθολικά κίνητρα γιά τήν αύξηση τής προσφοράς μέ
μιά πολιτική άναπτύξεως πού έπιδρά στήν κινητικότητα
τής άπασχολήσεως, στήν παραγωγική έπένδυση κ.λ. (πολιτική πού έφαρμόστηκε στά πλαίσια τών μεσοπρόθεσμων
γαλλικών Σχεδίων). Αύτή ή πολιτική, άπαραίτητη γιά
τή μόνιμη έξαφάνιση τών βαθύτερων αΙτίων τής ύπερθερμάνσεως, έχει τό μέγιστο μειονέκτημα νά μήν είναι
άμεσα άποδοτική.
— 'Ανάπτυξη τής προσφοράς στούς πιό άμεσα άπειλούμενους άπό τήν ύπερθέρμανση τομείς — λόγου χάρη, μέ

— 283

τή χρησιμοποίηση τών είσαγωγών γιά νά «συγκρατηθούν»
οί τιμές στό έσωτερικό (μαζικές είσαγωγές κρέατος καί
βουτύρου άπό τήν 'Ιταλία στά 1963 καί στίς άρχές τοϋ
1964).
Είναι δύσκολο νά προτιμήση κανείς τήν άλφα πολιτική κατά τής ύπερθερμάνσεως άπό τή βήτα. Βέβαιο πάντως είναι δτι δσο πιό έγκαιρα έφαρμοστή αύτή ή πολιτική
τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες ύπάρχουν νά σταματήση
τόν πληθωρισμό χωρίς νά άνακόψη τήν έπέκταση (παραδείγματα έγκαιρης έφαρμογής μιάς τέτοιας πολιτικής:
τό σχέδιο σταθεροποιήσεως τοϋ Σεπτεμβρίου τοϋ 1963, τά
μέτρα τροχοπέδη γιά τήν οίκονομία πού πήραν στίς Η νωμένες Πολιτείες τόν 'Ιούνιο τοϋ 1966* παράδειγμα ύπερβολικά καθυστερημένης έφαρμογής μιάς τέτοιας πολιτικής: τό σχέδιο σταθεροποιήσεως τοϋ Ούίλσων τόν Ι ο ύ λιο τοϋ 1966). Ά π ό δώ προκύπτει ή σημασία τών «σημάντρων συναγερμού», τών «ήλεκτρονικών όφθαλμών», κ.λ.,
πού δίνουν τή δυνατότητα νά άποκαλυφθή ή ύπερθέρμανση άπό τίς πρώτες της Εκδηλώσεις.
Ελιά» Μοσσέ

ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ
Τ ά «ύπονομευτικά» στοιχεία είναι ot τερμίτες τής κοινωνίας: δέν τήν καταστρέφουν, τουλάχιστο μόνα τους,
τή ροκανίζουν. Mi τά λόγια ή μέ τά Εργα, ή ύπονόμευση τείνει νά διαψεύση μιά ήθική, νά ίιαταράξη μιά έ-

— 284

πίσημη λειτουργία, νά έκτρέψη τήν κοινωνική όργάνωση.
Είναι μιά άπόπειρα έναντίον τής συνηθισμένης κοινωνικής όμάδας.
Ή υπονόμευση άποβλέπει στήν καταστροφή τής ύπάρχουσας τάξης: ή άντικατάστασή της θέτει άλλα προβλήματα κι δχι κατ' άνάγκην στά ίδια πνεύματα. "Ο,τι είναι
ύπονομευτικό δέν είναι λοιπόν έπαναστατικό, καί χρειάζεται πολύ λεπτή άνάλυση γιά νά έξηγηθή ή δραστηριότητα τών άντιπολιτευομένων μέσα σ' ένα καθεστώς πού
προήλθε άπό έπανάσταση. Στήν Ε.Σ.Σ.Δ., λόγου χάρη, ή
έκθεση τοϋ φυσικού Ζαχάρωφ, πού κυκλοφόρησε πλατιά
πολυγραφημένη στή διάρκεια τού 1968 προκαλεί Αμφιβολίες καί δυσπιστία άπέναντι στούς σοβιετικούς θεσμούς.
Γι' αύτό έμφανίζεται σάν ύπονομευτική, άντεπαναστατική στά μάτια τών κομμουνιστών. Πολύ περισσότερο άπό
τά παλιά φιλελεύθερα συστήματα οί έπαναστάσεις πού έχουν θριαμβεύσει διψούν γιά σεβασμό" γι' αύτό τά φιλελεύθερα συστήματα άνέχονται περισσότερο τήν ύπονόμευση άπό τά Επαναστατικά.
Μέ ή χωρίς σημαία, ή ύπονόμευση ένοχλεϊ δλους έκείνους πού πιστεύουν δτι παίζουν κάποιο ρόλο, έστω καί
τό ρόλο τοϋ δραστήριου δούλου.
Ό ΛουΙ - Φερντινάντ ΣελΙν είναι ύπονομευτής γιατί
παραβιάζει τούς τάφους τών ζωντανών, καί γιατί κατόρθωσε νά δείξη στά βιβλία του δτι οί άνθρωποι ζοϋν ένα
είδος θανάτου.
Ό 'Αλφρέντ Ζαρρύ είναι ύπονομευτής γιατί φιλοτέχνησε τό πορτραίτο τοϋ μόνιμου ήγεμόνα στό πρόσωπο

— 285

τού βασιλιά Ύμπύ, άλαζονικοϋ άχυρου πού είναι κωμικό
νά τό ύπακούη κανείς.
Τό γέλιο είναι ύπονομευτικό, γιατί άλλάζοντας τήν
δψη τοϋ άνθρώπου, τόν κάνει πιό δυσκολοχείριστο. "Οταν
ό πολίτης άνακαλύπτη πώς οί ύψηλές άξίες Εχουν στραβά πόδια, ή Εξουσία Εχει κι δλας μισοχάσει τό παιγνίδι.
Συμβολική άνυπακοή που άναζητεΐ τήν καθαρότητά
της στή βία, βόρειο σέλας πού δέν θά γίνη ποτέ λυκόφως.
Ζώρζ Xavetv

ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ
Εγχείρημα μέ τό όποιο μιά χώρα ύποβιβάζει τήν άξία τοϋ νομίσματός της σέ σχέση μέ τά ξένα νομίσματα.
Αύτό τό έγχείρημα γίνεται δταν ή χώρα δέν μπορεί
«νά διατηρήση τήν καθορισμένη Ισοτιμία», δηλαδή νά
πετύχη τήν Ισορροπία τού Ισοζυγίου πληρωμών της (βλέπε τή λέξη) μέ τήν τιμή συναλλάγματος πού ίσχυε πρίν
άπό τήν ύποτίμηση.
Τεχνικά, ή ύποτίμηση είναι συνέπεια τής μεταβολής
τής τρέχουσας τιμής γύρω άπό τήν δποία τό Εκδοτικό
"Ιδρυμα άσκεΐ τΙς παρεμβάσεις του στήν άγορά συναλλάγματος (βλέπε: διεθνές νομισματικό δίκαιο).
Οί συνέπειες τών ύποτιμήσεων έπηρεάζουν άποφασιστικά τό διεθνές έμπόριο. Οί είσαγωγές πού πραγματοποιούνται άπό τή χώρα πού ύποτίμησε τό νόμισμά της είναι πιό άκριβές, άφοϋ, γιά νά πληρώσουν τό Ιδιο ξένο

— 286

προϊόν, ot είσαγωγεΐς είναι Υποχρεωμένοι νά καταβάλλουν μεγαλύτερο ποσό άπό τό δικό τους νόμισμα: ot είσαγωγές τείνουν λοιπόν νά μειωθούν. Τό άντίθετο συμβαίνει γιά τΙς έξαγωγές: γιά νά πληρώσουν τά προϊόντα
τής χώρας πού Ικανέ τήν ύποτίμηση, ol ξένοι χρειάζονται μικρότερο ποσό άπό τό δικό τους νόμισμα: ot έξαγωγές λοιπόν τής χώρας πού ύποτίμησε τό νόμισμά της τείνουν νά αύθηθούν.
Συνολικά, ή ύποτίμηση πρέπει νά προκαλή κανονικά
μιά βελτίωση τοΰ έμπορικού Ισοζυγίου άνάλογη μέ τό δψος τοΰ ποσοστού τής ύποτίμησης.
Άλλά γιά νά έπιτευχθοΰν αύτά τά άποτελέσματα,
χρειάζεται άκόμα νά μπορή πραγματικά νά μειωθή ή ζήτηση είσαγομένων προϊόντων στή χώρα πού ύποτίμησε
τό νόμισμά της, μ' άλλα λόγια ή ζήτηση αύτή νά είναι
έλαστική: άν αύτή ή χώρα είσάγη κυρίως πρώτες ύλες
Απαραίτητες στή βιομηχανία της, ή ύποτίμηση δέν θά
προκαλέση μείωση τών έξαγωγών της: τό μόνο πού θά
πετύχη είναι νά τΙς κάνη άκριβότερες.
Άλλά καί ot έξαγωγές τής χώρας πού ύποτίμησε τό
νόμισμά της πρέπει νά είναι έλαστικές: δηλαδή ή οίκονομία αύτής τής χώρας πρέπει νά είναι σέ θέση ν' άνταποκριθή στήν έπιπλέον ζήτηση άπό τό έξωτερικό πού θά
προκαλέση ή ύποτίμηση. "Αν δέν ύπάρχη αύτή ή έλαστικότητα, ή ύποτίμηση δέν θά έχη σωτήρια έπίδραση στό
έπίπεδο τών έξαγωγών της: θά κάνη μόνο νά μειωθούν,
γιά τήν Ιδια ποσότητα έξαγομένων άγαθών, ot συναλλαγματικές είσπράξεις τής χώρας πού ύποτίμησε τό νόμισμά της.

— 287

Ό υποτίμηση προκαλεί μιά ούσιαστική άπώλεια στή
χώρα πού τήν Εφαρμόζει: πρέπει τά εύεργετικά της άποτελέσματα — ή άποκατάσταση τών πληρωμών — νά είναι άνώτερα άπό τά μειονεκτήματά της. Πρέπει λοιπόν
νά Ιπιτύχη ή ύποτίμηση καί, γιά νά γίνη αύτό, πρέπει
νά μειωθή μέ μιά πολιτική λιτότητος ή έσωτερική κατανάλωση, γιά νά έξασφαλιστούν τά έξαγώγιμα πλεονάσματα πού θά καλύψουν τή ζήτηση τού έξωτερικού. "Αν δέν
γίνη αύτό, ή έξωτερική ζήτηση, προστιθέμενη στήν ύπερβολική έσωτερική ζήτηση, προκαλεί μιά γρήγορη άνοδο
τών τιμών πού κάνει νά «τρώγεται» γρήγορα τό κέρδος
άπό τήν ύποτίμηση.
Σάν μιά άπό τΙς έπιτυχημένες ύποτιμήσεις μπορεί νά
άναφερθή ή ύποτίμηση τοϋ γαλλικού φράγκου τόν Δεκέμβριο τοϋ 1958, πού είναι ή κύρια αίτία τής άνορθώσεως
τών έξωτερικών λογαριασμών τής Γαλλίας.
Είναι άκόμα πολύ νωρίς γιά νά ξέρουμε άν ή ύποτίμηση τής στερλίνας, πού πραγματοποιήθηκε τόν Νοέμβριο τοϋ 1967 θά άποφέρη τούς καρπούς πού περίμενε ή
βρεταννική κυβέρνηση.
Ζάν Ντωντέν

ΦΑΣΙΣΜΟΣ
Στά 1914, ή Εύρώπη, άνόητη καί φλογερή, έπευφημοϋσε τήν τρομοκρατία. Δέ θά τήν έχανε πιά άπό τά
μάτια της. 'Από τήν άγροίκα πιστολιά τοϋ Σεράγιεβο καί

— 288

πέρα, ή έποχή μας μοιάζει μ* Ινα κοιμητήριο τών σταθερών άξιών. Δέν πρόκειται |ΐόνο γιά τΙς παλιές κοινωνικές ιεραρχίες πού σείστηκαν σάν δέντρο στή θύελλα,
άλλά καί γιά τήν άποταμίευση, γιά τις τοποθετήσεις τού
οικογενειάρχη, γιά τό μεταλλικό νόμισμα, γιά τή «ζο)ή
τού μόχθου καί τής άξιοπρέπειας», πού έδινε τό θάρρος
πού έλειπε στήν εύρωπαϊκή μικροαστική τάξη καί πού
ξαφνικά έχασε κάθε παιδαγωγική σημασία.
Μέ τόν πόλεμο καί μετά άπ' αύτόν τό πάν κατέρρευσε. Οί μικροαστοί πού τέσσερα χρόνια κρατούσαν τουφέκι
μέ τήν ϊδιά έπιμέλεια πού σφράγιζαν άνούσιες έγκυκλίους στά γραφεία τους, έβλεπαν νά διαλύεται ένας καλά
τακτοποιημένος κόσμος έξω άπό τόν όποιο δέν μπορούσαν
νά διακρίνουν καμιά σωτηρία. Στήν 'Ιταλία, τό 1919, ένας πού προερχόταν άπό τίς σοσιαλιστικές γραμμές, δ
Μπενίτο Μουσσολίνι, παρατηρώντας έκείνη τή γκρίζα μάζα τών άποστρατευμένων, κατάλαβε δτι οί πιό παραζαλισμένοι, καμιά φορά οί πιό άπελπισμένοι, δέν ήταν οί
έργάτες πού άνακάλυπταν τή δύναμη πού τούς έδινε ή
κοινωνική τους θέση, άλλά οί μεσοαστοί καί οί μικροαστοί
πού τρελλαίνονταν μπροστά στό χάος τής άνυπαρξίας τής
δικής τους κοινωνικής θέσης.
Ένορατικός λωποδύτης θεωριών, δ Μουσσολίνι είχε
διαβάσει Νίτσε καί είχε μελετήσει μέ προσοχή τόν Ζώρζ
Σορέλ. 'Ανέλυσε γρήγορα καί σωστά τήν κατάσταση στή
χώρα του. Ή Ιταλική έργατική τάξη ήταν Αρκετά δυνατή γιά νά άπειλή τό Κράτος" δχι δμως τόσο δυνατή ώστε
νά τό κατακτήση. 'Αλλά δ Μουσσολίνι ζητούσε νά έγκατασταθή στήν έξουσία, δχι νά χάνη τόν καιρό του σέ μιά

289

Αντιπολίτευση καταδικασμένη νά κάνη χρήση μόνο τοΟ
λόγου. "Ηξερε πώς έκεΐνο πού τό κράτος — στρατός, άστυνομία, στέμμα — θά τό άρνιόταν στήν προλεταριακή
έξέγερση, μποροΟσε νά τό παραχωρήση μέ μερικές έγωΓστικές έπιφυλάξεις σέ μιά μισολαΐκή, μισοαστική διαμαρτυρία. Ά π ό αύτή τή σκέψη προήλθε ή άπόφασή του
νά δργανώση μιά μ ο ρ φ ή
ύπολογισμένης
βίας
πού οί νόμιμες άρχές δέν θά τολμούσαν νά τήν
καταγγείλουν στ' άλήθεια ή νά τήν συντρίψουν. Μέ τούς
παλιούς πολεμιστές πού στριφογύριζαν στά κεφάλια τους
τήν πικρή έμπειρία τής ξεπερασμένης δόξας, σχηματίζει
τά «φάτσιο». Είναι παραστρατιωτικές δμάδες πού τΙς έξαπολύει δχι έναντίον τής κυβέρνησης, άλλά έναντίον τών
συνδικάτων, έναντίον τών άπεργών, ένατίον τών δήμων
πού κρατάνε οί «κόκκινοι». Εμφανίζεται Ετσι σάν δ αύτόκλητος ύπερασπιστής τής τάξης, σάν δ έγγυητής μιάς
πιό άρρενωπής κοινωνίας. Αύτό τό στοιχείο τοϋ άνδρισμοϋ
θά πάρη, σέ μιά κατοπινή φάση, μιά άλλη μορφή, μέ τήν
Εξαρση τών φυσικών άρετών, πού θά άντιπαρατάσσονται
στό βυζαντινισμό τής Ιδεολογικής Ερευνας. "Οταν δ Μουσσολίνι πραγματοποίησε τήν παρωδία Επαναστάσεως, δηλαδή τήν «Πορεία στή Ρώμη», είχε κερδίσει πιά τό παιγνίδι, προτού καλά - καλά τό άρχίσει.
Ό φασισμός μπορεί νά διαθέτη, άνάλογα μέ τΙς περιστάσεις, τή λιγότερο ή περισσότερο πλατιά, τή λιγότερο
ή περισσότερο τυφλή συμπαράσταση τών κυρίαρχων τάξεων. Δέν είναι δμως άμεσο προϊόν τους. Τρέφεται άπό τό
φόβο έκείνων πού κατέχουν λίγα καί φοβούνται μήπως
χάσουν αύτά τά λίγα. Ανδρώνεται μέ τήν έξαπάτηση
17

290

τοϋ μέσου πολίτη πού δέν κατορθώνει νά έξηγήση τήν
κοινωνική κρίση ή τά έθνικά άτυχήματα. Είναι μία άπδ
τίς μορφές στίς δποΐες μπορεί νά κατασταλάξη καί v i
άποκρυσταλλωθή τό φαινόμενο τής άποξένωσης. Ή άδιάκοπη άνακατανομή τής Ανθρώπινης μάζας μέσα στίς κυψέλες τού κοινωνικού μηχανισμού λημιούργησε έσωτερικούς μετανάστες, άτομα άρρωστα πού ή άποκατάστασή
τους χρειάζεται καιρό. "Εχουν άνάγκη νά παρηγορηθούν
γιά μιά άπόσταση, γιά ένα ξερρίζωμα. Αύτά πού έχουν
άφήσει — μιά χώρα, μιά έπαρχία, ένα οίκογενειακό περιβάλλον, μιά ζωή πιά δημιουργημένη — τούς κάνουν
νά βρίσκωνται σέ κατάσταση έπιθετικής νοσταλγίας. Άνάμεσα στή στιγμή πού αύτή ή νοσταλγία συνειδητοποιείται
ώς τή στιγμή πού άπορροφάται άπό μιά καινούργια κατάσταση, ή έκδικητική περιπέτεια τού φασισμού μπορεί νά
άποτελέση έναν πειρασμό. Βλέπει κανείς στίς Ηνωμένες
Πολιτείες πρόσφατους μετανάστες, προερχόμενους άπό τΙς
χώρες τής Ανατολικής Εύρώπης, νά έντάσσωνται σέ μαχητικούς σχηματισμούς έναντίον τοϋ «μαύρου κινδύνου». Στήν
'Ομοσπονδιακή Γερμανική Δημοκρατία, δέν ήταν άνάγκη
νά περιμένουμε τήν έμφάνιση τού NJPJD. («Εθνικού - δημοκρατικού» κόμματος) γιά νά ύπολογίσουμε δτι οί πρόσφυγες, οί διωγμένοι άπό τή Σιλεσία καί άπό τήν περιοχ ή τών Σουδητών τό 1945, άποτελοϋσαν φασιστικών προδιαθέσεων δύναμη. Στή Μέση Ανατολή, ή παρουσία ένός
Εκατομμυρίου παλαιστινίων προσφύγων μέ τήν έπίμονη
διεκδίκησή τους έχει παρεμποδίσει κάθε δυνατή δημοκρατική έξέλιξη τών άραβικών καθεστώτων.

291

Ό φασισμός γεννιέται &πό έναν τραυματισμό τοΟ έθνικοϋ αίσθήματος — στρατιωτική ήττα (ή ύπογραφή τής
Συνθήκης τών Βερσαλλιών συμπίπτει μέ τήν ίδρυση άπό
τόν Χίτλερ τοϋ Έθνικοσοσιαλιστικοϋ κόμματος), παρουσία ένός ξένου σώματος (ή μειοψηφία τών μαύρων στίς
Ηνωμένες Πολιτείες) κ.λ. — καί γι' αύτό ή θεωρία του
γιά τήν πολιτική διακυβέρνηση τείνει νά ύπερβή τίς τάξεις, νά άλλοιώση τήν πραγματική εΙκόνα τών διακρίσεων. Τό κατορθώνει μόνο συντηρώντας τό μύθο τοΰ έθνικοϋ κινδύνου, κι αύτό μέ μιά άδιάκοπη θεατρική προσποίηση πού, άργά ή γρήγορα, θά κάμη πραγματικό τόν
κίνδυνο. Στήν καλύτερη περίπτωση, ή συνείδηση πού έχει δεχτεί πρόκληση έξεγείρεται έναντίον τών τεχνασμάτων τής ύποκρισίας. Τό πιό συνηθισμένο δμως, καί τό πιό
εύκολο, είναι νά γίνεται συνένοχος.
Άρνητής τοΰ άνταγωνιστικοΰ χαρακτήρα τών κοινωνιών, δ φασισμός έπιβάλλει τεχνητές συμμαχίες πού δέν
είναι Ικανές νά έπιζήσουν πέρα άπό τόν Ιδιο. Αύτό συνέβη μέ τή συμμαχία κεφαλαίου καί έργασίας, πού έπηξαν
καί ό ένας καί ή άλλη, μέσα στό καλούπι τοϋ συντεχνισμοϋ. 'Αντίθετα, έκεΐνο πού έπιζή άπό τό φασιστικό
πείραμα είναι οί πιό άποτρόπαιες πλευρές του: ή Αστυνόμευση όλόκληρης τής δημόσια ζωής, ή έμμεση άλλά συνεχής μετατροπή τοΰ άτόμου σέ κατηγορούμενο, ή μεθοδολογία τής πολιτικής πλαστογραφίας. Σ ' αύτό τό πεδίο,
δ φασισμός έχει διδάξει πολλά σέ άβέβαια καί μιμητικά
καθεστώτα τού Τρίτου Κόσμου. 'Ακριβώς δπως έχει μολύνει καί όρισμένες δημοκρατίες πού έχουν άπηυδήσει άπό
τή συνεχή άμφισβήτησή τους καί δέν άπαχθάνονται νά

292

προμηθεύωνται μεθόδους διακυβερνήσεως άπό τή μαύρη
άγορά τής Ιστορίας.
Ζώρζ Xavstr

ΦΟΡΟΙ
"Ονομα χοινό, άρσενικό, πληθυντικού άριθμού, πού
δείχνει τό πιό κοινό φαινόμενο (δ φόρος στόν ένικό δέν
είναι παρά άφαίρεση: οί φόροι συνυπάρχουν πάντα σέ λίγο ή πολύ μεγάλο άριθμό).
Στά έλληνικά, προέρχεται άπό τό άρχαΐο ρήμα φέρω,
πού στήν άρχαία έλληνική γλώσσα σημαίνει βαστάζω,
βαστώ, ύποστηρίζω, σηκώνω κάτι, φέρω βάρος. (Σ.τ.Μ.)
Στά γαλλικά λέγεται impôt καί προέρχεται άπό τό
λατινικό impostus, τοϋ ρήματος imponere, πού σημαίνει
«τοποθετώ έπΐ» καί μέ τή μεταφορική έννοια «θέτω κάτι
στούς ώμους κάποιου, τοϋ δίνω τό βάρος κάποιου πράγματος». Πάντως, άξίζει νά ύπενθυμίσουμε πώς στή Ρώμη, δ
φόρος όνομαζόταν «tributum», πού έξέφραζε τόν βασιλικό χαρακτήρα αύτοϋ ήγεμονικοϋ προνομίου.
Οί φόροι είναι δριστικές, κυριαρχικές καί ύποχρεωτικές προαφαιρέσεις, πού πραγματοποιεί μιά δημόσια άρχ ή μέ τΙς νόμιμες διαδικασίες καί χωρίς άντιπαροχή μέ
βάση τΙς έξουσίες πού τής άναγνωρίζονται άπό τό Σύνταγμα καί τούς Ισχύοντες νόμους, μέ σκοπό νά καλύψη ένα
λίγο ή πολύ σημαντικό μέρος τών χρηματικών ύποχρεώσεων πού θά άναλάβη.

— 293

'Ιστορία: Ή Ιστορία τών φόρων άντιστοιχεϊ μέ τήν
Ιστορία τών πολιτισμών. Ά π ' δταν ot άνθρωποι έμφανίστηκαν σέ όργανωμένες δμάδες, ot φόροι είναι ή τιμή
πού άπαιτεΐται, πρώτα σέ είδος, άργότερα σέ μετρητά,
γιά τήν κοινωνική τους συμμετοχή.
01 μεγάλες αύτοκρατορίες καί τά κράτη πού είναι άκόμα τό άντικείμενο τοΟ θαυμασμοϋ μας, έκαναν δ,τι μποροΟσαν γιά νά έπεξεργαστοΰν καί νά καθιερώσουν φόρους
τακτικούς καί, άν ήταν δυνατό, στηριζόμενους σέ κριτήρια άντικειμενικά, άν δχι πάντα δίκαια. Επιπλέον, ή
άνάγκη νά καθοριστή ή φορολογητέα δλη καί νά προσδιοριστοΟν ot φορολογούμενοι, καί συνεπώς νά περιγραφούν
καί νά καταγραφούν, είναι χωρίς άμφιβολία, ένας άπό
τούς λόγους πού γέννησαν τή γραφή καί τήν άριθμητική.
Είναι έπίσης πιθανό δτι ή άνάγκη νά βρεθούν κανόνες γενικοί, συνεπώς άφηρημένοι, καί άρκετά λεπτοί γιά νά
συλλαμβάνουν τίς πολύπλοκες σχέσεις τής ζωής πού δημιουργούν τΙς κατάλληλες προϋποθέσεις γιά τήν έπιβολή
φορολογίας, συντέλεσε στό νά γίνη καθαρότερη ή άνθρώπινη σκέψη: άπό τήν άποψη αύτή δέν μπορεί νά θεωρηθή τυχαίο τό γεγονός δτι τό πρώτο Κράτος πού άπέκτηχαία Αίγυπτος, ούτε τό δτι συγγραφέας τοΰ πρώτου «βιχαία Αίγυπτος, ούτε τς δτι συγγραφέας τοΰ πρύτου «βιβλίου σοφίας» πού γράφτηκε τόν 20ό αίώνα πρό Χριστού,
ήταν κάποιος Άμενεμόπ, βασιλικός γραμματέας τών σιτηρών, δηλαδή γιά τήν έποχή έκείνη, ένα είδος διοικητή
στή Γενική Διεύθυνση τών φόρων τοϋ Κράτους.
Μέ μιά γενική έννοια, ή σύλληψη τών φόρων προϋποθέτει καί καθιερώνει κάποιο δίκαιο.

294

Τδ πρότυπο φορολογικής όργανώσεως παραμένει πάντα ή Ρωμαϊκή αότοκρατορία καί άσφαλώς όφείλουμε στήν
δπερβολική λατινική μας άγωγή τήν προτίμησή μας γιά
τούς άμεσους φόρους πού έχει άποδειχτή παρίτρανα, πού
είναι δμως πάντα άντίθετη μέ τΙς πιδ στοιχειώδεις έκτιμήσεις τών δεδομένων.
Ή ύποχώρηση τών φόρων δείχνει τήν ύποχώρηση
τής κρατικής δργανώσεως ύπέρ τΙς πώ πολλές φορές, μή
άρκετά έλεγχομένων δυνάμεων πού ένεργοΰν καταχρηστικές προαφαιρέσεις μάλλον μέ τή μορφή παράνομης φορολογίας παρά μέ τήν άσκηση κάποιας άποδεκτής δικαιοδοσίας. Ό εύρωπαϊκδς Μεσαίωνας δπως καί οί άλλες άρχαϊκές μορφές κοινωνικής δργανώσεως, φωτίζουν αύτό τό
φαινόμενο.
Οί φόροι συντέλεσαν στήν έξέλιξη τού δημοσίου δικαίου: τό κοινοβουλευτικό καθεστώς στήν 'Αγγλία καί ή
Δημοκρατία στή Γαλλία καθιδρύθηκαν γιά νά ύπάρξη
τό δικαίωμα νά καθιερώνωνται καί νά είσπράτωνται φόροι
καί νά έλέγχεται ή χρησιμοποίησή τους. Ή αύξανόμενη
τεχνική πολυπλοκότητα τής σύγχρονης φορολογίας καί τδ
γεγονός δτι πολύ λίγο μπορεί νά τήν καταλάβη ένας τίμιος άνθρωπος μόνος είναι άπό τΙς αίτιες τοϋ σχετικού
μαρασμού τοϋ ρόλου τών Κοινοβουλίων καί τής αύξανόμενης τεχνοκρατικής διευθύνσεως τοϋ Κράτους: χάνοντας
ένα άπό τούς λόγους ύπάρξεώς τους, τόν πιό βασικό, οί
βουλευτές βλέπουν πώς είναι καταδικασμένοι, στήν όλότητα σχεδόν τών χωρών, νά χάσουν τόν πρωταρχικό τους
ρόλο.
Φιλοσοφία: Γιά τούς σπιριτουαλιστές, οί φόροι είναι

295

ταυτόχρονα ή τιμή xal ή έκφραση τής κοινωνικής συμμετοχής τών άτόμων. "Εχουν τήν εύγένειά τους, τούς τίτλους τους (τό φορολογικό μουσείο τοΟ Ρόττερνταμ, μοναδικό στόν κόσμο, άξίζει τό ταξίδι γιά νά τό δής) άκόμα καί τή βιβλική τους καθιέρωση («Άπόδος τά τοϋ Καίσαρος τφ Καίσαρ ι! ! ) .
— Γιά τούς μαρξιστές, οί φόροι προκύπτουν σέ μιά
δρισμένη στιγμή, άπό τό συσχετισμό τών κοινωνικών δυνάμεων: οί κυρίαρχες τάξεις φορτώνουν στούς ώμους τών
καταπιεζομένων τάξεων τό ούσιαστικό μέρος τών κρατικών βαρών. Μ' αύτήν τήν έννοια, ή ίστορία τών φόρων,
θά φώτιζε τήν Ιστορία τής πάλης τών τάξεων (οί περισσότερες Επαναστάσεις είχαν φορολογική αίτία) πού θά Εδειχνε σέ κάθε έποχή τόν άκριβή συσχετισμό τών δυνάμεων άνάμεσα στίς διάφορες τάξεις τής Κοινωνίας.
— Γιά τούς ύπαρξιστές φιλοσόφους, δ άνθρωπος είναι
πρίν άπ' δλα Ενα φορολογικό δν: ή άπλή φαινομενολογική άνάλυση άποκαλύπτει δτι κάθε άτομο δέν μπορεί νά
ύπάρξη παρά μόνο στό μέτρο πού Εχει Εξοφλήσει ένα
φόρο. Εξοφλώ τό φόρο σημαίνει λοιπόν Εκφράζω τήν
έλευθερία μου, άπελευθερώνομαι πληρώνοντάς τον μέ μιά
συνειδητή πράξη. Ή συνείδηση τού έξοφλημένου φόρου
έπιτρέπει στόν άνθρωπο, άντικείμενο τής φορολογίας, νά
γίνη φορολογικό ύποκείμενο ή σέ Ενα άλλο Επίπεδο, στό
ύποκείμενο νά γίνη πολίτης.
Κοινωνιολογία: Ή Εννοια τού φόρου είναι συνδεδεμένη μέ τήν έννοια τού όργανωμένου Κράτους. 'Εξάλλου,
μπορούμε νά διακρίνουμε τά φορολογικά συστήματα σέ διάφορες περόδους.

296

1. Έ περίοδος τής προφορολογίας ή ή φεουδαρχική
περίοδος: δ άρχηγός τής κοινωνικής μονάδας θεωρεί τους
ύπηκόους του σάν δικά του άγαθά, σάν προσωπική του Ιδιοκτησία* έξασφαλίζει τά είσοδήματά του καί άπό τους
άνθρώπους καί άπό τά άγαθά' τά άγαθά είναι γενικά
πιό άποδοτικά καί οί ύπήκοοι όφείλουν μόνο νά συμπληρώνουν, σέ είδος συνήθως.
2. Ή πρώτη περίοδος τής φορολογίας είναι αύτή πού
τό Κράτος όργανώνεται σάν τέτοιο: ή μέριμνα νά έξασφαλίση τή λειτουργία του μέ γενικούς κανόνες καί οί αύξανόμενες άνάγκες τής κοινωνίας σέ χρήμα τό κάνουν νά
καθιερώση φόρους έπΐ προϊόντων μεγάλης καταναλώσεως
(τό σιτάρι καί τό άλάτι, λόγου χάρη) καί στό σύνολο
τών προσώπων πού είναι χωρισμένα σέ κάστες όρισμένες
άπό τίς δποϊες άπολαμβάνουν, χάρη στό δτι είναι προνομιούχες, λίγο ή πολύ σημαντικές άπαλλαγές.
3. Έ περίοδος τού έξισωτικού φορολογικού συστήματος άντιστοιχεϊ μέ τήν έπιθυμία νά ύπαχθούν δλοι οί πολίτες ένός Κράτους, χωρίς κανένα προνόμιο, στή φορολογία καί μέ τή γέννηση τής άρχής τής Ισότητας δλων
άπέναντι στή φορολογία. Ή φορολογία πρέπει νά περιλαμβάνη δλους τούς πολίτες ή τούς έπωφελούμενους άπό
τό Κράτος καί άνάλογα μέ τά είσοδήματά τους, πού έκτιμώνται μέ μέσα άπλά, δπως τά τεκμήρια.
4. Ή περίοδος τού δίκαιου φορολογικού συστήματος
είναι έκείνη κατά τήν δποία αύτή ή έννοια τής έξισωτικής δικαιοσύνης δέν άρκεΐ πιά καί ζητούν νά έπιβάλουν
μέ τούς φόρους καί τήν κοινωνική δικαιοσύνη' άπό δώ

297

προέρχεται τδ σύστημα τής πολύ προοδευτικής φορολογίας
έπΐ τοϋ είσοδήματος.
5. Ή περίοδος τοϋ καλπάζοντος φορολογικού συστήματος. Τά σύγχρονα Κράτη, γιά ν' άντιμετωπίσουν τΙς
σημαντικά αύξημένες δαπάνες άπδ τήν σταθερή διεύρυνση τής έννοιας τών δημοσίων άναγκών καί άπδ τήν άκρίβεια τού άναγκαίου γιά τδ Κράτος έξοπλισμοϋ (έθνική
άμυνα, έπικοινωνίες κ.λ.) είναι ύποχρεωμένα νά προσφεύγουν στούς πιδ άποδοτικούς φόρους (φόροι κύκλου έργασίας, φόροι στά πετρελαιοειδή κ.λ.) καί νά τούς έπιβάλουν μέ τήν άρχή τής μικρότερης άντιστάσεως τών κοινωνικών δυνάμεων πού κυρίως τούς πληρώνουν (μισθωτά
στελέχη, λόγου χάρη).
6. Ό περίοδος τοϋ έπιστημονικοϋ ή οίκονομικού φορολογικού συστήματος: έφ' δσον ή ταμειακή πίεση έχει
σχετικά έξισορροπηθή, τουλάχιστο γιά μιά μέση περίοδο,
οί φόροι άναδιαρθρώνονται μέ βάση τίς οικονομικές τους
έπιπτώσεις ή τά οικονομικά Αποτελέσματα πού έπιδιώκει
νά έπιτύχη τδ δημόσιο. Τδ Κράτος προσπαθεί νά άπαλείψη τΙς δυσμενείς συνέπειες τής φορολογίας στόν παραγωγικό μηχανισμό καί Ιδιαίτερα νά έξαφανίση κάθε φορολογική έπιβάρυνση τής παραγωγικής διαδικασίας καί
τοϋ έμπορίου (άναζήτηση τής «δημοσιονομικής διαύγειας») ' άκόμα, σέ όρισμένες περιπτώσεις, προσπαθεί νά εύνοήση δρισμένες έξελίξεις (συγχώνευση, περιφερειακή άποκέντρωση, άνάπτυξη τής έπιστημονικής έρευνας) πού
θεωρούνται πρωταρχικής σημασίας γιά τήν έθνική οικονομία. Ή Γαλλία μπήκε σ' αύτή τήν φορολογική περίοδο
καθαρά στά 1954, μέ τήν καθιέρωση τοϋ φόρου προστι-

298

θεμένης άξιας, καί τά δυό σημαντικότερα στάδια ένός
έξελιγμένου φορολογικού συστήματος είναι 6 νόμος τής
12ης 'Ιουλίου 1965, πού δημιουργεί Ιδιαίτερα ένα καθεστώς φορολογήσεως δμάδων σύγχρονο, καί ή νέα μεταρρύθμιση τής φορολογίας κύκλου έργασιών πού τέθηκε σέ
Ισχύ τήν 1η 'Ιανουαρίου 1968. Είναι άξιοσημείωτο δτι
τό γαλλικό σύστημα φορολογίας κύκλου έργασιών, πού κατέχει μιά έξέχουσα θέση στό σύνολο τών φορολογικών
πηγών, θεωρείται γενικά πρότυπο καί πρόκειται νά υΐοθετηθή άπό δλα τά Κράτη μέλη τής Εύρωπαΐκής Κοινότητας.
Οικονομική θεωρία: Ot ειδικοί στά φορολογικά άνακάλυψαν τήν οίκονομία προτού ot οίκονομολόγοι Ανακαλύψουν τά φορολογικά συστήματα. "Αν έξαιρέση κανείς τόν
Στιούαρτ Μίλ, πού καθόρισε τά κριτήρια μιάς καλής φορολογίας, πολύ άξιόλογα στόν καιρό του, πού γέννησαν
δμως πολλές λανθασμένες Ιδέες σήμερα (Ιδιαίτερα τήν
Ιδέα δτι δήθεν ot άμεσοι φόροι είναι πιό δίκαιοι), πρέπει
νά περιμένουμε τόν Κοσιάνι καί τήν Ιταλική σχολή γιά
νά δούμε μιά προσπάθεια άναλύσεως τών έπιπτώσεων τών
διαφόρων φόρων καί τόν Κάλντορ, στή Μεγάλη Βρεταννία, γιά νά κάμη νέες καί έπιτυχημένες παρατηρήσεις
γιά τΙς καθολικές Ισορροπίες, στό έπίπεδο τής άποταμιεύσεως καί τής καταναλώσεως. 'Επίσης, στή Γαλλία Ιδιαίτερα, ή φορολογική έπιστήμη είναι έργο κυρίως τών
φοροτεχνικών. "Ας προσθέσουμε δτι τά φορολογικά συστήματα είναι πάρα πολύ σοβαρό πράγμα γιά νά τό έμπιστευτούμε σέ θεωρητικούς ή μόνο σέ τεχνοκράτες. Τά σύγχρονα φορολογικά συστήματα έχουν μπεί στό στάδιο τών συ-

299

νεχών μεταρρυθμίσεων καί κάθε μεταρρύθμιση είναι δ καρπός συλλογικής καί Αντιπροσωπευτικής σκέψεως: άν ή
φορολογία συνεχίζει νά ψηφίζεται άπδ τή Βουλή, αύτή
ή ψήφος έχει μόνο τυπικό χαρακτήρα" τό φορολογικό
σύστημα τό Επεξεργάζονται συνήθως πιά οί είδικές Επιτροπές τοϋ Οίκονομικοϋ Πλάνου, πού κάνουν πρός τή διοίκηση τΙς πιό ντοκουμενταρισμένες βίσηγήσεις.
Τεχνική: Οί φόροι βεβαιώνονται, Εκκαθαρίζονται καί
είσπράττονται.
Βεβαίωση τοΟ φόρου είναι ή άναζήτηση τής φορολογητέας δλης, ό προσδιορισμός τής φορολογικής κλίμακος
καί ή Εκτίμηση τών δεδομένων πού προκαλούν τή φορολογική ύποχρέωση: ή φορολογητέα δλη άποκαλύπτεται μέ
ύπογραφή ή, κυρίως τώρα, μέ δήλωση. Ή φορολογική
κλίμακα μπορεί νά καθοριστή είτε μέ τή μέθοδο τών τεκμηρίων, είτε μέ έλεγχομένη δήλωση, είτε μέ βάση τά
είσοδήματα, είτε κατά τήν έκτίμηση τής ύπηρεσίας (συνήθως ώς κύρωση).
Εκκαθάριση τού φόρου είναι δ καθορισμός τού φορολογικού χρέους τού φορολογουμένου μέ τήν έφαρμογή τοΟ
τιμολογίου τής φορολογικής κλίμακος.
Είσπραξη τοϋ φόρου είναι ή πληρωμή άπό τόν φορολογούμενο (πού άπό «ύποκείμενος» προάγεται σέ «όφειλέτη» τοΰ φόρου, πράγμα πού δείχνει τή λεπτότητα τής διοικήσεως) .
Παθολογία: 'Αλλεργία άπό τό φόρο, συνηθισμένη άρρώστεια πού προσβάλλει λίγο ή πολύ πλατιά στρώματα
τοΰ πληθυσμού. Σέ περιπτώσεις χρονίας κρίσεως, μπορεί

300

νά έξελιχθή σέ λίγο ή πολύ σοβαρές πολιτικές Αναταραχές (π.χ. Παζαντισμός).
Μυθολογία: Οί φόροι πρέπει νά είναι δίκαιοι, άπλοί,
έλαφροί κ.λ.
Ούτοπία: ό ένιαϊος, άπλός, δίκαιος φόρος - θαΟμα,
πού θά γέμιζε τό Δημόσιο Ταμείο, χωρίς νά θίγη τήν περιουσία τών φορολογουμένων (π.χ. ό φόρος έπΐ τής ένεργείας, ό φόρος έπΐ τών μεταφορών κ .λ.). Τ ά πιό ώραΐα
δνειρα είναι τά φορολογικά.
Ζάχ. Χ. Τρεσχάζ

ΦΥΛΑΚΗ
Παιδική άρρώστεια τής τάξεως, τρόπος διακυβερνήσεως, π η γ ή Νεότητος καί ποταμός Λήθης, πάει πολύς καιρός πού ή Φυλακή ούτε προκαλεί τιμή ούτε άτιμάζει, δέν
μάς κάνει πιό ένοχους άπ* δτι είμαστε έκ γενετής καί, μέ
λίγα λόγια, δέν έχει πιά κανένα περιεχόμενο.
Γι' αύτό είναι κι άναντικατάστατη. Καί, μέ τά λόγια
πρέπει νά τήν προσεγγίσουμε προσεκτικά, σά νά μπαίναμε μέσα στ' άλήθεια. Γιατί, άπό τΙς γαλέρες ώς τΙς
σημερινές φυλακές - μοτέλ, άπό τήν ψειρού ώς τ' αύριανά έρωτικά κελιά, ή φυλακή διακρίθηκε πάντα άπό έπικίνδυνες άναθερμάνσεις, πού σημειώθηκαν κάθε φορά πού
θέλησε κανείς νά τήν πλησιάση άπό πάρα πολύ κοντά,
είτε γιά νά καταγγείλη τΙς ύπερβολές της, είτε γιά νά

801

έξάρη ή v i διελευκάνη τό μυστήριο τής άσημαντότητάς
της.
Είναι πραγματικά αύτή ή έννοια έλαττωματική, κλειστή στόν έαυτό της, δύσκολη στή γνωριμία, τέτοια πού
μπορεί νά μιλήσης γι* αύτή μόνο φευγαλέα, δπως μόνο
σέ παραλήρημα μπορείς νά μιλήσης γιά τήν τρέλα; Δέν
είναι άντίθετα πληθωρικότητα πού χάνει τό πάν νά κοχλάζη στό πέρασμά της, τόπος έγχλεισμού άσφαλώς, μά δπου στήν κυριολεξία π ε ρ ν ά ς τ ό ν χ α ι ρ ό σου
πάνω στά χαραγμένα άπό παλιά αύλάχια: άπό τή μιά μεριά τό τείχος τής σιωπής, άπό τήν άλλη τό τείχος τών
όδυρμών; Έ πρώτη μέρα πίσω άπό τά σίδερα δέν περνά χωρίς στενοχώρια: δλοι οί κρατούμενοι, προσωρινοί ή
Ισοβίτες, γνωρίζουν αύτό τό άόριστο αίσθημα τοϋ ξαναίδωμένου πού τούς πιάνει μόλις μπαίνουν στό κελί.
Τ ή δεύτερη μέρα, δταν πιά έχει χωθή γιά καλά μέσα,
μέ τούς πρώτους αιφνιδιασμούς, φωτίζονται τά πράγματα:
ή μοναξιά, τό ένοχλητικό άνακάτωμα, τά 75 τ. έκ. δπου
τά πάντα πέφτουν τό ένα πάνω στό άλλο, έσύ, οί κραυγές, ή νύχτα καί ή μέρα προεκτείνουν, πολλαπλασιάζουν
τό Νόμο, είναι ή κινητή σκιά άπό τό κάθετι πού άπομονώνει, μετρά τό χώρο ή τό χρόνο, καί πρέπει πάντα
νά καταπιέση γιά νά πείση.
Ά π ό τή στιγμή πού θά περιοριστούν, θά πάρσ.>ν νούμερο, θά διχοτομηθούν, θά στερηθούν τήν προσωπικότητά
τους, οί άνθρωποι, δπως καί τά φαινόμενα, άντιδροϋν άμέσως, κατασκευάζουν in vitro άντίδοτα, μαθαίνουν γρήγορα νά παριστάνουν δτι τηρούν τό νόμο, στήν πραγματικότητα νά τόν σαμποτάρουν τηρώντας τούς τύπους. Για-

302

-cl άν ή Φύση είναι πάντα πρός τά δεξιά, ή Φυλακή άπδ
τήν ούσία της είναι πάντα πρδς τά άριστερά.
Χάρη σ' αύτδ τδν άσυναίσθητο έκφυλισμδ τής πειθαρχίας τοϋ καθεστώτος περιορισμού, χάρη στά μεταδοτικά
μικρόβια πού συσσωρεύτηκαν στή διάρκεια αΙώνων τάξεως καί δικαιοσύνης, ή φυλακή είναι σήμερα γιά τδ νόμο καί τΙς αύστηρότητές του, δτι είναι οί όργανωμένες
κρουαζιέρες καί τά κάμπινγκ γιά τή μεγάλη περιπέτεια
καί τήν περιπλάνηση. Δεδομένου δτι πάρα πολύ γλυκύτητα μπορεί νά κάνη ύποπτη τήν έρμίνα καί γελοία τήν
ένοχή, δ κρατούμενος είναι στή φυλακή δ φρουρός μιάς
τάξεως πού κονιορτοποιήθηκε σιωπηρά άπό τό έσωτερικό.
Στή φυλακή τών Φραγμάτων στήν Αίγυπτο, στό Τμήμα Α, κελλί 2, πάνω σέ μιά φρέζα τής βικτωριανής Εποχής, δέκα χρόνια πρίν άπό τόν Σάρτρ, στά 1935, ένας
κατάδικος τοϋ κοινού δικαίου χάραζε στά άραβικά: « Ό
άνθρωπος είναι καταδικασμένος νά είναι έλεύθερος». Κι
ένας άλλος πρόσθεσε: « Ή άδικία είναι τό θεμέλιο τής
έλευθερίας». 'Αλλά καί ή άταξία καί ή διαφθορά (οί μυημένοι ξέρουν δτι οί πιό βρώμικες φυλακές είναι οί πιό
έλεύθερες).
"Ολα θά πάνε καλά γιά τήν έννοια τοϋ έγκλεισμοϋ
σέ χώρο συγκεντρώσεως στό βαθμό πού ot κοινωνίες τής
καταναλώσεως καί οί ήπειροι τής πείνας θά τρέφονται καί
θά ύπονομεύονται ταυτόχρονα άπό τά Ιδια τά κατάλοιπά
τους καί θά μπορούμε νά γνωρίζουμε τούς πολιτισμούς
μας άπό τή λίγδα τών φυλακών τους, δπως τά μεγάλα
σπίτια άπό τήν κνίσσα τών μαγειρείων τους.
Μπέτο Φάρι

303

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
Σέ τί χρησιεμεύει τό Χρηματιστήριο; Δέν είν' εύκολο
ν* άπαντήσουμε σ' αύτή τήν έρώτηση γιατί λαθεμένες άντιλήψεις xal προκαταλήψεις περιβάλλουν αύτή τή λέξη.
Γιά τήν πλειοψηφία τών Γάλλων δέν είναι παρά ένα
έπικίνδυνο παιγνίδι στό όποΐο δέν είναι δυνατές ot προβλέψεις, κατάλληλο γιά μιά μικρή μειοψηφία εύπορων,
τήν άφρόκρεμα τού πλούτου. Κι δμως ένας άριθμός πολιτών, πού μπορεί χωρίς ύπερβολή νά τόν ύπολογίσης α
ένάμιση έκατομμύριο περίπου, βλέπουν στό Χρηματιστήριο ή τό μέσο γιά νά τοποθετήσουν τΙς οίκονομίες τους, τήν
έλπίδα τακτικών εϊσοδημάτων, ή τόν τρόπο, σέ όρισμένες έποχές, γιά μεγάλα κέρδη. Άλλά καί γι' αύτούς τούς
«μυημένους», τό μυστήριο παραμένει άκέραιο. Υπεύθυνοι
γι 9 αύτή τήν άγνοια είναι, σέ μεγάλο βαθμό, ot ύπεύθυνοι τοϋ Χρηματιστηρίου, αύτοί πού κανονικά έχουν τήν
εύθύνη γιά τή μύηση τών βεβήλων.
"Άν τούς πιστέψης, τό Χρηματιστήριο είναι δ ούσιαστικός τροχός τής οίκονομίας, τό βαρόμετρο τό εύαίσθητο καί στίς παραμικρές διακυμάνσεις της. Κι δμως ποτέ
δέν έκαμαν τήν παραμικρή προσπάθεια νά έξηγήσουν
τί είναι τό Χρηματιστήριο, πώς λειτουργεί, κι άκόμα λιγότερο σέ τί χρησιμεύει.
"Ετσι παιγνίδι μόνο τών πλούσιων γιά τούς μέν, ουσιαστικός τροχός τής οικονομίας γιά τούς άλλους, τό Χρηματιστήριο έχει έκτοπιστή σ' ένα είδος διανοητικού γκέττο, άπ' δπου δέν βγαίνει παρά σέ σπάνιες στιγμές γιά

304

νά στηρίξη τόν δείχτη τιμών του δταν, ύστερα άπό ίνα
σημαντικό πολιτικό γεγονός, παραφέρεται ή καταρρέει.
Μιά έπίσκεψη στό Χρηματιστήριο μπορεί νά σ' άφήση
έντυπώσεις άναρχίας καί άσυναρτησίας, μπορεί δμως καί
ν' άνακαλύψης έκεΤ μιά άπλή καί λογική τάξη, τήν τάξη μιάς άγοράς δπου άνταλλάσσονται προϊόντα. Αύτά τά
προϊόντα είναι τίτλοι, οί όποιοι Αγοράστηκαν άπό Ιδιώτες πού έπιθυμοΰν νά τοποθετήσουν κάποιες οίκονομίες
τους. 'Ορισμένοι άγοράζουν, άλλοι θέλουν νά πουλήσουν
γιά νά ξαναπάρουν τά χρήματά τους, ή γιά νά πραγματοποιήσουν ίνα κέρδος μεταπωλήσεως. Άπ* αύτή τή συνάντηση άγοραστών καί πωλητών, πού γίνεται μέ τή μεσολάβηση τών πρακτόρων συναλλαγών, γεννιέται μιά τιμή, ή
τρέχουσα τιμή.
Ή σημασία καί ή έξέλιξη αύτής τής τιμής είναι διαφορετικές γιά τΙς μετοχές καί διαφορετικές γιά τίς δμολογίες (στις όποιες μπορούμε νά ένσωματώσουμε καί τις
προσόδους) πού είναι οί δυό μεγάλες κατηγορίες άνταλλασσομένων στήν άγορά άξιών. Οί δμολογίες είναι τίτλοι
πού άντιπροσωπεύουν ίνα χρέος τοϋ έκδότη άπέναντι στούς
κατόχους τους. Έκτός άπό τήν πληρωμή τοϋ κεφαλαίου
πού δόθηκε σάν δάνειο, δίνουν έπίσης δικαίωμα γιά ένα
σταθερό τόκο, άνεξάρτητο άπό τά άποτελέσματα πού πέτυχε ή έπιχείρηση. Είναι λοιπόν φυσικό δτι ή τρέχουσα
τιμή τους κυμαίνεται μόνο σέ περιορισμένα δρια.
Δέν συμβαίνει τό ίδιο μέ τις μετοχές. Κάθε μιά άπ*
αύτές Αντιπροσωπεύει ένα μέρος άπ* δλα τά άγαθά πού
έχει στήν Ιδιοκτησία της μιά έταιρία. "Εχει λοιπόν μιάν
άξία πού είναι δύσκολο νά τήν γνωρίζης, Ιδιαίτερα έξαι-

17

305

τίας τοΰ πυκνού μυστηρίου πού καλύπτει, Ακόμα, τΙς γαλλικές έπιχειρήσεις. Παρ' δλ' αύτά, παρά τΙς καθημερινές
διακυμάνσεις, πού είναι πολλές καί χωρίς καθορισμένη
οίκονομική σημασία, έπειδή προέρχονται μόνο άπό τό παιγνίδι προσφοράς καί ζήτησης καί έπηρεάζονται περισσότερο άπό τΙς άβεβαιότητες τοϋ μέλλοντος παρά άπό τΙς
πραγματικές καταστάσεις τού παρόντος, ή έξ-λιξη τού
δείκτη τοϋ συνόλου τών μετοχών σέ μιά μακρά χρονική
περίοδο, συνδέει στενά τήν έπέκταση τής συνολικής βιομηχανικής παραγωγής καί τήν έπέκταση τοϋ έθνικοϋ
προϊόντος.
Μπορεί λοιπόν νά άποκαλυφθή μιά δρισμένη μακροπρόθεσμη λογική πού έπιτρέπει στό Χρηματιστήριο νά
είναι, μέ δρισμένους δρους, ένας έξαιρετικός τρόπος γιά
τήν τοποθέτηση οίκονομιών. Ά π ό τό 1949 ώς τά 1968,
ό δείκτης τής τρέχουσας τιμής τών μετοχών, σέ πραγματικές τιμές, αύξήθηκε κατά 2,4 φορές. Ot δροι; "Ενα
χαρτοφυλάκιο καλά μοιρασμένο κατά γεωγραφικούς καί
οικονομικούς τομείς, πράγμα πού προϋποθέτει νά Ιχης σημαντικά κεφάλαια καί νά μπορής νά κάνης τοποθετήσεις
διαρκείας.
Αύτή ή πρώτη πλευρά τού Χρηματιστηρίου είναι σημαντική. «Άγορά εύκαιρίας», έπιτρέπει στόν καθένα νά
ξαναπάρη τό χρήμα του σέ περίπτωση άνάγκης . . . ή κέρδους, στό πιό μικρό διάστημα. Πρόκειται γιά μιά πραγματική εύκαιρία, άφοϋ ot τίτλοι πού άνταλλάσσονται ύπάρχουν πρίν άπ* αύτή τήν συναλλαγή. Πρέπει λοιπόν νά
ύπάρχη κ«1 μιά άγορά δπου οί τίτλοι νά πωλούνται γιά
πρώτη φορά.

806

Στήν άγορά τών καινούργιων τίτλων, οί Εκδότες είναι
Εμπορικές ή βιομηχανικές έπιχειρήσεις, δημόσιοι όργανισμοί καί τδ Κράτος, πού θέλουν νά πραγματοποιήσουν
έπενδύσεις καί δέν κατόρθωσαν νά βροΟν τούς Αναγκαίους πόρους.
Μιά τέτοια προσφυγή στό Χρηματιστήριο τρομάζει άκόμα πολύ τίς Επιχειρήσεις. Πραγματικά μιά έταιρία
πού έκδιδε ι μετοχές γιά τό κοινό, είτε μέ τήν εύκαιρία
τής είσόδου της στό Χρηματιστήριο, είτε άργότερα μέ
τήν εύκαιρία πού αύθήθηκε τό κεφάλαιό της, φοβάται
πάντα μήπως μιά άντίπαλη δμάδα έκμεταλλευτή τό γεγονός γιά νά πάρη τόν έλεγχό της, νά θέση ύπό άμφισβήτηση τή διοίκησή της, δηλαδή νά . . . άπολύση τούς διευθυντές της. Αύτός δ κίνδυνος τής άπώλειας τού έλέγχου
πού μπορεί νά διατρέξη κάθε έπιχείρηση πού μπαίνει στό
Χρηματιστήριο, άφού ό καθένας μπορεί νά άγοράση μετοχές στήν «άγορά εύκαιρίας», παραλύει πολλές γαλλικές
έπιχειρήσεις.
Πολύ μικρές γιά νά κατορθώσουν νά αύτοχρηματοδοτηθοϋν γιά τήν έπέκτασή τους, διστάζουν καί νά ριφθούν
στή χρηματιστική άρένα.
Παρά τά φαινόμενα, άγορά εύκαιρίας καί άγορά νέων τίτλων είναι στήν πραγματικότητα συμπλήρωμα ή
μιά τής άλλης. Χωρίς τήν πρώτη πού έπιτρέπει σέ δρισμένους νά Αποκτούν καί πάλι τά χρήματά τους, ή δεύτερη δέν θά μπορούσε νά λειτουργήση καλά. Τό Χρήμα·
τιστήριο παίζει έδώ Εναν άπαραίτητο ρόλο διαμετακομιστικού σταθμού. Σταθμός γιά τούς άποταμιευτές πού μπορούν νά πουλήσουν μετοχές τής Πεσινέ γιά ν' άγοράσουν

307

τής ΣαΙν - Γκομπέν. Σταθμός γιά τΙς βιομηχανικές όμάδες καί τΙς τράπεζες έπενδύσεων που μποροΟν, είσάγοντας μιά άπό τΙς θυγατρικές τους έπιχειρήσεις στό Χρηματιστήριο, νά πάρουν πίσω ένα μέρος άπό τά κεφάλαιά
τους πού μποροΟν έτσι νά τά ξανατοποθετήσουν σέ καινούργιες έπιχειρήσεις.
Τό Χρηματιστήριο παρουσιάζεται Ετσι τό μέρος δπου
όρισμένοι (έπιχειρήσεις, τό Κράτος) άγοράζουν τΙς οικονομίες τών Ιδιωτών καί σέ άντάλλαγμα τούς δίνουν διάφορους τίτλους. Αύτή ή άπόκτηση Αποταμιεύσεων τούς
έπιτρέπει νά χρηματοδοτούν τίς έπενδύσεις τους. Μιά άπό
τΙς λειτουργίες τοϋ Χρηματιστηρίου είναι λοιπόν νά κάνη
δυνατή τή χρηματοδότηση δρισμένων έπενδύσεων. 'Αλλά
άν πιστέψουμε τούς έπαγγελματίες τοϋ Χρηματιστηρίου,
ό ρόλος του σ' αύτόν τόν τομέα είναι ούσιαστικδτατος.
Μιά σύντομη έρευνα τών άριθμών μάς έπιτρέπει νά άποκαταστήσουμε τήν άλήθεια: στή διάρκεια τών έξη τελευταίων χρόνων, 11% τών παραγωγικών έπενδύσεων πραγματοποιήθηκαν μέ κεφάλαια τοϋ Χρηματιστηρίου. Αύτός ό άριθμός δέν πρέπει νά μάς κάνη νά πιστέψουμε
πώς δλες οί έπιχειρήσεις μπορούν νά βροϋν στήν κεφαλαγορά 11% τών κεφαλαίων πού έχουν άνάγκη. Στήν
πραγματικότητα τό Χρηματιστήριο παραμένει έπιφυλακτικό, μάλλον έξαιτίας μιάς συγκεκριμένης πολιτικής τών
άρχών παρά τυχαία, άπέναντι στίς Επιχειρήσεις, τόσο τΙς
Ιδιωτικές δσο καί τίς δημόσιες.
Αύτά σημαίνουν πώς τό Χρηματιστήριο είναι ένα άμελητέο Ιδρυμα καταδικασμένο σύντομα νά έξαρανιστή;
Οί βαφές τοϋ Ναού πού τό στεγάζει μήπως δέν είναι παρά

308

καλλωπισμός τοΟ νεκροΟ ; Ό χ ι . Τό χρηματιστήριο παραμένει κάπως χρήσιμο, πλάι σέ άλλα Ιδρύματα καί άλλους
μηχανισμούς. Ούτε άπαραίτητο, ούτε άχρηστο, πρέπει πάντως νά Εξελίσσεται, άν θέλη νά έπιζήση.
Ά λ λ ά άν κανείς νομίζη δτι τό Χρηματιστήριο, δπως
καί στό παρελθόν, πρέπει νά παραμείνη ό τόπος τής συναντήσεως έκατομμυρίων μικρών Αποταμιευτών, πού έρχονται, μοναχοί καί μέ έμπιστοσύνη, νά φέρουν τΙς οικονομίες, παίζοντας ένα παιγνίδι χωρίς νά γνωρίζουν τούς
πραγματικούς κανόνες του, τά λεπτά του τεχνάσματα, μέ
πολλούς κινδύνους καί μικρές πιθανότητες έπιτυχίας, τότε τό Χρηματιστήριο είναι καταδικασμένο καί καταδικαστέο. Ά ν δμως, άντίθετα, έννούν νά άναπτύξουν τή σύγχρονη τάση τής συσσωματώσεως τών άποταμιευτών σέ
είτε Ανοιχτές, είτε κλειστές, έταιρίες έπενδύσεων πού μόνο αύτές είναι Ικανές νά σχηματίσουν ένα Ισορροπημένο
χαρτοφυλάκιο, μέ άρμονικά μοιρασμένους τούς κινδύνους
καί τίς εύκαιρίες, τότε τό Χρηματιστήριο έχει ένα καλό
μέλλον μπροστά του.
Ζάν Βαλέρ

ΧΡΥΣΟΣ
Χημεία.
Μέταλλο κίτρινο, λαμπερό, μαλλάξιμο,
έλατό καί σχεδόν άναλλοίωτο, No 79 στήν περιοδική ταξινόμηση τών στοιχείων, πυκνότητας 19,34.
Κ ο σ μ η μ α τ ο π ο ι ΐ α .
Μέταλλο πού χρη-

309

σιμεύει σάν πρώτη Ολη στή βιομηχανία κοσμημάτων άπό
τήν πιά βαθιά άρχαιότητα, χάρη στή σπάνι του καί στίς
φυσικές του Ιδιότητες, γιατί, άν κάθε τι πού λάμπει δέν
είναι χρυσός, κάθετι πού είναι χρυσός λάμπει.
Ν ο μ ί σ μ α τ α .
Γιά τους παραπάνω λόγους δ
χρυσός έγινε πολύ νωρίς στήν 'Ιστορία τό κύριο νόμισμα.
Καί παρέμεινε τό κύριο νόμισμα ώς τό 18 αίώνα, όπότε
έμφανίστηκαν πλάΙ στά μεταλλικά κέρματα τά χαρτονομίσματα (τραπεζογραμμάτια) κι ύστερα τό τραπεζικό
χρήμα (καταθέσεις).
Σήμερα ό χρυσός δέν παίζει άμεσο ρόλο νομίσματος στά
έθνικά νομισματικά συστήματα: δέν κυκλοφορούν πιά χρυσά νομίσματα, τά χαρτονομίσματα δέν άνταλλάσσονται μέ
μεταλλικά νομίσματα. Κι άν ή μάζα τοΟ χρήματος καλύπτεται ώς ένα σημείο, στό λογιστικό πεδίο, μέ τά άποθέματα σέ χρυσό τής Κεντρικής Τράπεζας, αύτά τά άποθέματα προορίζονται άποκλειστικά γιά τΙς διεθνείς πληρωμές.
Διεθνής
ο ί κ ο ν ο μ ί α . Στήν πραγματικότητα, ό χρυσός διατηρεί άκόμα πολύ σημαντικό ρόλο στό
διεθνές νομισματικό σύστημα. 'Αποτελεί τή βάση τοΰ συστήματος πού καθιερώθηκε μέ τΙς Συμφωνίες τοΰ Μπρέττον Γούντς' ή σχετική άξία τών νομισμάτων καθορίζεται
μέ τήν Ισοδυναμία τους, δηλαδή μέ τό βάρος χρυσού πού
τά προσδιορίζει" τέλος τά έλλείμματα καί τά περισσεύματα τοΰ Ισοζυγίου πληρωμών ύπολογίζονται σέ χρυσό, ή
σέ ένα νόμισμα πού ol νομισματικές άρχές — καί μόνον
αύτές — μποροΰν κατ' άρχήν νά μετατρέψουν σέ χρυσό,
δηλαδή σέ δολλάρια (βλ. Διεθνές Νομισματικό Σύστημα).

810

"Ως τό 1958, οί Ενωμένες Πολιτείες διατηρούσαν
τό μεγαλύτερο μέρος τοϋ παγκόσμιου Αποθέματος νομισματικού χρυσού, πράγμα πού Εκανε τό δολλάριο «τό ίδιο καλό
μέ τόν χρυσό» καί Επέτρεψε στίς Ενωμένες Πολιτε7ες νά
κρατήσουν ώς τώρα έξω άπό κάθε άμφισβήτηση τήν Επίσημη τιμή τοΰ χρυσοϋ, 35 δολλάρια τήν ούγγιά. Γιά τΙς
ΗΠΑ είναι θέμα γοήτρου νά διατηρηθή αύτή ή τιμή —
τής όποίας είναι κύριοι άφού είναι ot μόνοι πού δέχονται
νά άγοράσουν ή νά πουλήσουν, Εναντι δολλαρίων άπό τΙς
νομισματικές άρχές δλου τοϋ κόσμου, δλόκληρο τό διαθέσιμο σ* αύτή τήν τρέχουσα τιμή χρυσό.
'Αλλά ή έξασθένηση τοϋ δολλαρίου στή διάρκεια τής
λήγουσας δεκαετίας, πού όφείλεται στά έπανειλημμένα καί
μεγάλα έλλείμματα τοϋ Ισοζυγίου πληρωμών τών Ηνωμένων Πολιτειών, έθεσε ύπό άμφισβήτηση τό δόγμα τής
σταθερότητας τής τιμής τοϋ χρυσοϋ καί προκάλεσε μιά
νέα ζήτηση χρυσοϋ, έπειδή ot χώρες πού είχαν συσσωρεύσει δολλάρια στά άποθέματά τους ζητούσαν νά άπαλλαγοϋν άπ' αύτά άνταλλάσσοντάς τα μέ τό μέταλλο στό
'Ομοσπονδιακό θησαυροφυλάκιο τών Ενωμένων Πολιτειών.
Κ ο ι ν ω ν ι ο λ ο γ ί α .
0 ( διαταραχές τοϋ διεθνοϋς νομισματικοϋ συστήματος, στή διάρκεια τών τελευταίων Ετών, καί πιό πρόσφατα, ot δυσκολίες τής στερλίνας προκάλεσαν μιά πολύ μεγάλη προτίμηση τών άποταμιευτών γιά τόν χρυσό. Ό ιδιωτική άποθησαύριση αύξήθηκε σ' δλόκληρο τόν κόσμο σέ τέτοιο ποσοστό πού ή
Ιδιωτική ζήτηση χρυσοϋ, δηλαδή ή άποθησαύριση ή άνεξάρτητη άπό τή βιομηχανική καί τήν καλλιτεχνική χρή-

311

ση τοϋ μετάλλου, Εφτασε, στά 1965, νά είναι Ιση μέ τήν
έτήσια παραγωγή χρυσοϋ καί νά τήν ξεπεράση στά 1966,
κι άκόμα περισσότερο στά 1967. Αύτό τό φαινόμενο πού
στερεί τό διεθνές νομισματικό σύστημα άπό τόν καινούργιο χρυσό πού περίμενε άπό τήν παραγωγή, είναι τέτοιου
χαρακτήρα πού ώθεΤ ταχύτερα πρός μία νέα Εξόρμηση
πρός τόν χρυσό.
Ή Γαλλία παίζει πρώτο ρόλο σ* αύτή τή συσσώρευση
τοϋ μετάλλου σέ Ιδιωτικά χέρια. Υπολογίζεται δτι περίπου τό
τοϋ άποθησαυρισμένου χρυσοϋ βρίσκεται τώρα
σέ γαλλικά χέρια. Οί Γάλλοι άλλωστε δέ διστάζουν νά
πληρώσουν τό ναπολεόνι, παραδοσιακό δργανο άποθησαυρισμοΰ, σέ τιμή τό 1968 πάνω άπό 60 φράγκα, ένώ τό
σύνολο τοϋ χρυσοϋ πού περιέχεται στό ναπολεόνι άξίζει
μέ τή σημερινή διεθνή τιμή τοϋ χρυσοϋ μόνο 32,22 φράγκα. Αύτή ή κερδοσκοπία μέ τόσο δυσμενείς φαινομενικά
δρους, στηρίζεται στήν έλπίδα γιά μιά μεγάλη αύξηση
τής τιμής τοϋ χρυσοϋ, πού συνιστούν δρισμένοι είδικοί.
ΑύτοΙ οί είδικοί βλέπουν στό διπλασιασμό τής τιμής τοϋ
χρυσού τή λύση στό πρόβλημα πού δημιουργεί ή Ελλειψη
τοϋ πολύτιμου μετάλλου πού θίγει τήν καλή λειτουργία
τοϋ διεθνούς νομισματικού συστήματος. 'Αλλά, προπαντός
στούς μικρούς άποταμιευτές, ή προσφυγή στόν χρυσό παίρρνει χαρακτήρα Εντελώς μυστικιστικό.
Zàr Ντωτέ*

τ ο βιβλίο Torro
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΤΓΠ2ΘΗΚΕ
ΣΤΟ ΤΓΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΓΛΟΓ & ΣΙΑ
ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ 1970
ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ
ΤΟΝ «ΕΚΔ0ΣΕ2Ν 70».

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful