You are on page 1of 10

1

ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ
Κώστας Βάρναλης
(Ποίημα λυρικό, δραματικά αφηγηματικά και έντονα ρεαλιστικό)
1. Το ποίημα
Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ'η παρέα πίναμ' εψες'
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.
Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!
Του ενός ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό'
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό'
στο Παλαμήδι ο γιός του Μάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.
- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το 'πε ακόμα.
Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
2. Γλωσσικά

2
λατέρνα = παλιό μουσικό όργανο περιφερόμενο, εφτυούσε = έφτυνε , θυμιέται =
θυμάται, άσωτος = ατελείωτος, στοιχειό = φάντασμα, ξωτικό, χτικιό = φυματίωση,
ζαβό ριζικό = κακή τύχη
3. Βιογραφία
Γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας
το 1884[1], όπου βίωσε το κλίμα του
ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το επίθετό του,
αν όχι καλλιτεχνικό δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα
όπου έμεναν πολλοί Έλληνες. (Το επίθετο του πατέρα
του ήταν Μπουμπούς.) Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό
Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα
Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα
με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε
στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία όπου και
πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως
υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε
στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το
οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το
πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε
να εργάζεται στην εκπαίδευση στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου
(Μπουργκάς) σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην
Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών.
Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης ενώ εργάστηκε για
βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με
τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του
Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον
Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο,
στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού.
Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας,
φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και τον
διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση,
τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής
στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το
Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το
ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο
περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα. Το 1924 δίδαξε
νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού.
Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με
αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που
καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως
ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το
1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή
απολογία του Σωκράτη. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων
συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε
στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική
Αντίσταση, ως μέλος του ΕΑΜ[2]. Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων
Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ
άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης,
Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η
τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό

3
έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες
μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16
Δεκεμβρίου 1974. (ΒικιπαιδείαΕγκυκλοπαίδεια)
4. Θέμα
Η αθλιότητα της ζωής των ανθρώπων που
έχουν αποδεχτεί τη μοίρα τους, η
αδυναμία των ανθρώπων να βρουν την
αιτία της οδυνηρής ζωής τους, η αδυναμία
των ανθρώπων να ξεπεράσουν τη
μοιρολατρία τους και να επαναστατήσουν
5. Εισαγωγικά
Το ποίημα "Οι μοιραίοι" είναι το
δημοφιλέστερο του Βάρναλη και
χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα καλύτερα δείγματα του νεοελληνικού λυρισμού.
Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Μαύρος Γάτος" το 1922, χρονιά σημαδιακή για
την εξέλιξη του ποιητή. Τότε ο Βάρναλης εκδίδει τη συλλογή "Το Φως που Καίει", με
την οποία ξεκινάει η νέα του πορεία: να υπηρετήσει με την τέχνη του την αριστερή
ιδεολογία.
Ο κοινωνικός στόχος του ποιήματος είναι σαφής: ν' απεικονίσει με τα πιο σκληρά
χρώματα τη δυστυχία των απόκληρων της ζωής.
Το ποίημα είναι αφηγηματικό και ανήκει στην τεχνοτροπία του ρεαλισμού. Είναι
γραμμένο σε ιαμβικό μέτρο και ξετυλίγεται σε έξι εξάστιχες στροφές. Αξίζει να
αναφερθεί ότι "Οι μοιραίοι" μελοποιήθηκαν από το μουσικοσυνθέτη Μίκη
Θεοδωράκη.
6. Νόημα
Ο ποιητής μας δίνει την εικόνα της ταβέρνας, όπου τα βράδια συχνάζουν οι
απόκληροι της ζωής. Ο τόπος είναι σύμφωνος με τη λαϊκή προέλευση των ηρώων
του. Πρόκειται για ταβέρνα και μάλιστα υπόγεια, γεμάτη καπνούς και φωνές των
θαμώνων που έβριζαν. Σε αυτήν, όλη η παρέα, όπως κάθε βράδυ, έβρισκε καταφύγιο
στο ποτό για να ξεχάσει τα βάσανά της. Ο ένας είναι σχεδόν κολλημένος δίπλα στον
άλλο -λόγω της έλλειψης αρκετού χώρου και κάπου κάπου έφτυνε για τη μοίρα του
να βρίσκεται εκεί μέσα και να μπορεί να διασκεδάσει μόνο σε αυτό το άθλιο
καταγώγιο. Η ζωή τους φαινόταν τότε βασανιστική και όσο και αν προσπαθούσαν
δεν μπορούσαν να βρουν τίποτε θετικό σ' αυτήν. Με λυρικό τρόπο ο ποιητής
αναφέρεται στον ήλιο, το ωραίο χρώμα της θάλασσας,
το βάθος του απέραντου ουρανού την ωραία αυγή και
τα χρώματα του δειλινού, σε όλες τις ομορφιές της
φύσης που μπορεί να απολαύσει κάθε άνθρωπος, εκτός
όμως από τους απόκληρους. Γιατί αυτοί έχουν άλλα να
τους βασανίζουν και δεν έχουν τη διάθεση
και το κουράγιο να τα απολαύσουν. Οι δυο πρώτοι από
τους μοιραίους έχουν δικούς τους ανθρώπους να
υποφέρουν από την αρρώστια και να μην μπορούν να
τους βοηθήσουν, ενώ οι δύο άλλοι βλέπουν τα παιδιά
τους να καταστρέφονται, θύματα της φτώχειας και της
εξαθλίωσης. Όλοι ψάχνουν να βρουν την αιτία της
αθλιότητας της ζωής τους. Κάποιος την αποδίδει στην
κακοτυχία, κάποιος άλλος στο Θεό που τους μισεί. Ο

4
τρίτος θεωρεί υπεύθυνο τον εαυτό τους και ο τελευταίος το κρασί. Κανείς όμως δεν
εντοπίζει την πραγματική αιτία. Έτσι, σκυφτοί, περιμένοντας κάποιο θαύμα,
συνεχίζουν να πίνουν.
7. Περιεχόμενο επί μέρους σκηνών ή ενοτήτων
στ. 1-6 Η παρέα των «μοιραίων», δηλαδή των φτωχών
και δυστυχισμένων
ανθρώπων, που έχουν δεχτεί τη μοίρα τους παθητικά,
βρίσκει
καταφύγιο μέσα στην υπόγεια ταβέρνα, πίνοντας κρασί
για να ξεχάσει
τα αδιέξοδα και να ξεφύγει πρόσκαιρα από την άθλια
καθημερινότητα.
στ.7-12 Εκτός από το κρασί για να παρηγορηθούν οι δυστυχισμένοι άνθρωποι,
στηρίζονται ο ένας στη συντροφιά του άλλου και προσπαθούν
στριμωγμένοι κοντά-κοντά να νιώσουν ασφάλεια και συμπαράσταση.
στ. 13-18 Οι «μοιραίοι» δεν μπορούν να χαρούν τις ομορφιές της ζωής – οι
οποίες αποδίδονται με τις λυρικές εικόνες του ήλιου, της θάλασσας,
του ουρανού και των λουλουδιών – γιατί αυτές είναι άπιαστες για
ανθρώπους της δικής τους τάξης.
στ. 19-24 Όλοι αυτοί οι πονεμένοι άνθρωποι κουβαλούν ο καθένας το δικό του
βάρος, είτε εξαιτίας ενός παράλυτου πατέρα, είτε εξαιτίας μιας
άρρωστης γυναίκας, είτε εξαιτίας ενός φυλακισμένου γιου, είτε τέλος
εξαιτίας μιας κόρης που έχει περιθωριοποιηθεί για κοινωνικό-ηθικούς
λόγους.
στ. 25-30 Όλοι αυτοί οι κατατρεγμένοι άνθρωποι προσπαθούν να βρουν τις
αιτίας της δυστυχίας τους, που για κάποιον είναι η κακή τύχη, για
κάποιον το μίσος του Θεού, για άλλον «το κεφάλι το κακό», δηλαδή η
αδυναμία να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους και για άλλον το
κρασί (η παραίτηση). Απάντηση στο ίδιο δεν υπάρχει, για αυτό
παραμένουν στο λήθαργο της δειλίας και της μοιρολατρίας.
στ. 31-36 Η ζωή των «μοιραίων» παραμένει θλιβερή, οι ίδιοι νιώθουν ασήμαντοι
σαν τα σκουλήκια, που όποιος τα βρει τα πατάει, δειλοί χωρίς τη
θέληση να αλλάξουν. Έχουν πάψει να αγωνίζονται για τη βελτίωση
της καθημερινότητάς τους, δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους και
παραμένουν αδρανείς, περιμένοντας κάποιο «θάμα».
8. Νοηματικές ενότητες
Θα μπορούσαμε να μη διακρίνουμε ενότητες στο ποίημα. Και αυτό, γιατί κάθε
στροφή μας δίνει μια διαφορετική εικόνα, θίγοντας ένα ειδικό κάθε φορά θέμα· όλες
όμως αναφέρονται στην αθλιότητα της ζωής των μοιρολατρικών ανθρώπων, στοιχείο
που αποτελεί και τον κεντρικό πυρήνα του έργου. Παρ’ όλα αυτά μπορούμε να
προβούμε στον εξής χωρισμό:
• 1η ενότητα (στροφή α): Η ταβέρνα.
• 2η ενότητα (στροφή β): Η αθλιότητα της ζωής των μοιραίων.
• 3η ενότητα (στροφή γ): Η ομορφιά της φύσης είναι ξένη προς τους μοιραίους.
• 4η ενότητα (στροφή δ): Το προσωπικό δράμα του καθενός από τους
μοιραίους.
• 5η ενότητα (στροφή ε): Οι μοιραίοι αναζητούν την αιτία της δυστυχίας τους.

5

6η ενότητα (στροφή στ): Η προσμονή κάποιου θαύματος.

9. Θέματα που θίγονται στο ποίημα
· Η ανθρώπινη δυστυχία
· Η αθλιότητα και η φτώχεια των λαϊκών ανθρώπων
· Η αδυναμία των μοιραίων να συνειδητοποιήσουν την αιτία του κακού
· Η κοινωνική ανισότητα και η αδικία
· Η μοιρολατρία
· Ο ανθρώπινος πόνος και η ανάγκη για συμπαράσταση
· Η επιθυμία του ποιητή να ξεσηκώσει από τον λήθαργο της δειλίας τους μοιραίους
· Η φυγή μέσω του κρασιού κλπ.
10. Συναισθήματα
· Απογοήτευση
· Οδύνη, απελπισία
· Αίσθημα παραίτησης
· Μοιρολατρία
· Θλίψη
· Δειλία
· Αβουλία κλπ.
11. Στοιχεία τεχνικής
11.1 Αφηγηματικοί τρόποι
° Αφήγηση: Ο ποιητής άλλοτε μιλάει σε α΄ πρόσωπο και δίνει την εντύπωση ότι
ανήκει ο ίδιος στους μοιραίους (γιατί υποφέρει για την κατάστασή τους) κι άλλοτε
δείχνει να απομακρύνεται και να σχολιάζει τη ζωή τους σε γ΄ πρόσωπο (γιατί ο ίδιος
είναι συνειδητοποιημένος και επιθυμεί οι συνάνθρωποί του να
ξυπνήσουν από το λήθαργο)
° Διάλογος: στην ε΄ στροφή χρησιμοποιείται ένα είδος διαλόγου καθώς οι μοιραίοι
προσπαθούν να δικαιολογήσουν την κακή τους ζωή
11.2 Εκφραστικοί Τρόποι - μέσα
° Ειρωνεία: στ. 5-6 της ε΄ στροφής (Ποιος φταίει; Ποιος φταίει;/ Κανένα στόμα / δεν
το ‘βρε και δεν το ‘πε ακόμα)
° Τελευταίος στίχος στ΄ στροφής (Προσμένουμε, ίσως κάποιο θάμα!)
° Λυρικός τόνος: στην γ΄ στροφή για να τονίσει με τρόπο αντιθετικό όλες τις
ομορφιές της ζωής που οι «μοιραίοι» δεν μπορούν να χαρούν, χρησιμοποιεί λυρικές
εκφράσεις
° Επίθετα: στην στ΄ στροφή η παράθεση-συσσώρευση τριών επιθέτων (δειλοί,
μοιραίοι, άβουλοι) με ανιούσα κλιμάκωση, τονίζει την αβουλία των ανθρώπων
αυτών, την οποία ψέγει ο ποιητής
° Παρομοιώσεις: δ΄στροφή «ίδιο
στοιχειό», στ΄ στροφή «σαν τα
σκουλήκια»
° Μεταφορές: β΄ στροφή «άσπρη
ημέρα», γ΄ στροφή «κροκάτη γάτα της
αυγής» και «γαρούφαλα του δειλινού»
° Αποστροφή: γ΄ στροφή «ήλιε και
θάλασσα…» και «Ώ! Της αυγής…»
11.3 Εικόνες:

6
α΄ στροφή οι μοιραίοι πίνουν στην ταβέρνα
β΄ στροφή οι μοιραίοι σφίγγονται ο ένας πάνω στον άλλον
γ΄ στροφή η εικόνα του ήλιου και της θάλασσας
δ΄ στροφή ο ανάπηρος πατέρας, η άρρωστη γυναίκα, ο φυλακισμένος
γιος, η ανήθικη κόρη
ε΄ στροφή οι μοιραίοι συνομιλούν, αναζητώντας τις αιτίες της δυστυχίας
τους
11.4 Λοιπά στοιχεία
° Χιαστό σχήμα: στην δ΄ στροφή, στ. 5-6
στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.
° Στιχουργική: το αφηγηματικό ποίημα (μπαλάντα) είναι γραμμένο σε ιαμβικό μέτρο
και ξετυλίγεται σε έξι εξάστιχες στροφές. Στην κάθε στροφή εναλλάσσονται
εννεασύλλαβοι και οκτασύλλαβοι στίχοι, που ομοιοκαταληκτούν αντίστοιχα και
ακολουθούν δύο εννεασύλλαβοι, που ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους.
12. Το μήνυμα του ποιητή
Οι άνθρωποι πρέπει να αγωνίζονται και να προσπαθούν να αλλάξουν τη ζωή τους,
αντιδρώντας απέναντι στις κοινωνικές αδικίες και την κοινωνική ανισότητα. Η
μοιρολατρία και η παθητική στάση δε βοηθάει στην επίλυση των προβλημάτων της
ζωής. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που φτιάχνουν τη μοίρα τους, γι' αυτό και πρέπει
μόνοι τους να αφυπνιστούν και να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους.
13. Ανάλυση - ερμηνεία
Το ποίημα περιγράφει την αθλιότητα της
ζωής των μοιραίων, δηλαδή των ανθρώπων
εκείνων που έχουν αποδεχτεί την άσχημη
μοίρα τους και δεν κάνουν τίποτα για να
την αλλάξουν.
Στην πρώτη στροφή έχουμε την εικόνα της
υπόγειας ταβέρνας, όπου μαζεύονται τα
βράδια και πίνουν όλοι οι απόκληροι της
ζωής. Πρόκειται για μια μεγάλη ομάδα
προλεταρίων, οι οποίοι ζουν μέσα στην
αθλιότητα και τη φτώχεια. Το περιβάλλον της ταβέρνας είναι άσχημο, καθώς υπάρχει
πυκνός καπνός και ακούγονται διάφορες βρισιές.
Στη δεύτερη στροφή φαίνεται καθαρά ο ανθρώπινος πόνος και η ανάγκη για
συμπαράσταση που έχουν αυτοί οι άνθρωποι. Σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο
μιλούν για τα βάσανά τους, αναζητώντας κάποια συμπαράσταση και παρηγοριά.
Στην επόμενη στροφή έχουμε μια αποτυχημένη απόπειρα φυγής από την άσχημη και
σκληρή πραγματικότητα. Περιγράφεται με λυρικό τρόπο η ομορφιά της φύσης, ο
ήλιος, η γαλάζια θάλασσα και το απέραντο του ουρανού. Δίνεται επίσης μια
ειδυλλιακή εικόνα του πρωινού και του δειλινού. Ωστόσο, τίποτε από αυτά δεν
μπορούν να χαρούν οι μοιραίοι, αφού η ομορφιά της φύσης δεν μπορεί να μπει μέσα
στην καρδιά τους.
Στη συνέχεια ο ποιητής εκθέτει την προσωπική δυστυχία και το δράμα κάποιων από
τους απόκληρους της ζωής. Με πολύ ρεαλιστικούς όρους μιλάει για τον παράλυτο
πατέρα κάποιου από την παρέα, για τη γυναίκα κάποιου άλλου που λιώνει από τη
φυματίωση, μια πολύ σοβαρή ασθένεια, για το γιο του Μάζη που βρίσκεται

7
φυλακισμένος στο Παλαμήδι, καθώς και για την κόρη του Γιαβή, η οποία ζει στο
Γκάζι, μια κακόφημη συνοικία της εποχής, όπου υπήρχαν πορνεία.
Στην πέμπτη ενότητα οι μοιραίοι προσπαθούν να βρουν την αιτία της δυστυχίας τους.
Προτείνουν διάφορες αιτιολογίες, αλλά καμιά δεν τους ικανοποιεί. Κανένας δεν έχει
ασχοληθεί με το πρόβλημά τους και κανένας δεν έχει μιλήσει για απόδοση ευθυνών.
Μην μπορώντας λοιπόν οι μοιραίοι να βρουν την αιτία για την οποία βασανίζονται
τόσο από τη ζωή, σκύβουν μοιρολατρικά το κεφάλι τους στη γη και αφήνουν τον
κάθε δυνατό να τους πατά σαν σκουλήκια και να μην τους υπολογίζει. Το μόνο που
κάνουν είναι να περιμένουν δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι να γίνει "κάποιο θαύμα" που
θα τους σώσει.
Επειδή όμως τα θαύματα δε γίνονται, δεν πρόκειται ποτέ να γλιτώσουν από τη
δυστυχία και τα βάσανά τους. Ο ποιητής διαπιστώνει ότι πρόκειται για ανθρώπους
δειλούς, που δεν έχουν καθόλου αποφασίσει να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Στόχος
του βασικά είναι να τους κάνει να ξυπνήσουν, να συνειδητοποιήσουν επιτέλους την
κατάσταση στην οποία βρίσκονται και να επιχειρήσουν μια κοινωνική επανάσταση,
που θα τους οδηγήσει στη σωτηρία.
12.Γενικά χαρακτηριστικά του ρεαλισμού στη λογοτεχνία




Επιλογή ενός θέματος από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Είναι θέμα κοινό,
από την καθημερινή εμπειρία.
Η πραγματικότητα παρουσιάζεται αντικειμενικά, χωρίς εξιδανίκευση ή
εξωραϊσμό, και τις περισσότερες φορές με κριτική διάθεση.
Παρουσίαση ανθρώπινων τύπων συνηθισμένων και καθημερινών, χωρίς
τίποτα το ηρωικό.
Προσπάθεια για αποκάλυψη της ψυχολογίας του ήρωα, κυρίως μέσω των
πράξεών του, και για ερμηνεία της συμπεριφοράς.
Η αντίδραση στον ρομαντισμό δεν σημαίνει ότι τα έργα είναι απαλλαγμένα
τελείως από ρομαντικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα το υποκειμενικό
στοιχείο δεν είναι δυνατόν να απουσιάσει από κανένα έργο. Η διαφορά
μεταξύ των δύο ρευμάτων είναι ότι στον ρομαντισμό το υποκειμενικό και
ατομικό στοιχείο είναι συνειδητά υπερτονισμένο.
Λεπτομερής και ακριβής απόδοση της εξωτερικής πραγματικότητας με
πιστότητα και αληθοφάνεια. Αυτό επιτυγχάνεται με εκτενείς περιγραφές
χώρων, αντικειμένων, ανθρώπων.
Ρεαλιστική, δηλαδή αληθοφανής, οργάνωση της πλοκής: στα ρεαλιστικά έργα
δεν έχουν θέση οι απιθανότητες των ρομαντικών έργων, όπως οι ήρωες που
σώζονται συνεχώς ως εκ θαύματος από κινδύνους ή ήρωες που εμφανίζονται
ξαφνικά την πιο "κατάλληλη" στιγμή.

13. Έξι ερωτήσεις-Απαντήσεις
13.1. Τι νόημα θέλει να δώσει στον τίτλο του ο
ποιητής; Προτού απαντήσετε να προσέξετε: α)
τη ζωή των προσώπων, όπως απεικονίζεται στο
ποίημα, β) στους δύο τελευταίους στίχους.

8
Ο ποιητής με τον τίτλο του ποιήματος "Οι μοιραίοι" δηλώνει ότι θα μιλήσει για
κάποιους ανθρώπους φτωχούς και δυστυχισμένους, αδικημένους από το κοινωνικό
σύστημα. Αυτοί ζουν κάτω από άθλιες και εξευτελιστικές συνθήκες, με χιλιάδες
προβλήματα και στερήσεις. Ωστόσο, αρνούνται να δουν και να συνειδητοποιήσουν
την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, καθώς και να προσπαθήσουν ν' αλλάξουν τη
μοίρα τους. Δε βλέπουν ότι για τη δυστυχία τους δε φταίει τίποτε άλλο παρά μόνο το
άδικο κοινωνικό σύστημα, αλλά πιστεύουν ότι για όλα φταίει η κακή τους μοίρα, ο
θεός, ή το κρασί. Παραμένουν λοιπόν μοιρολάτρες, δειλοί και άβουλοι. Δεν
προσπαθούν να κάνουν οι ίδιοι κάτι το ουσιαστικό, μια κοινωνική επανάσταση για
παράδειγμα, αλλά προσμένουν τη σωτηρία τους από κάποιο θαύμα. Το θαύμα όμως
αυτό δεν πρόκειται να έρθει, αν δεν καταλάβουν επιτέλους οι μοιραίοι ότι την τύχη
τους οι άνθρωποι τη φτιάχνουν μόνοι τους.
13.2. Τι θέλει να πει στην τρίτη στροφή ο ποιητής;
Ενώ σ΄ ολόκληρο το ποίημα κυριαρχεί το ρεαλιστικό στοιχείο, στην τρίτη στροφή
βλέπουμε να υπάρχει ένας διαφορετικός τόνος, καθαρά λυρικός. Εδώ περιγράφεται η
ομορφιά της φύσης με πολλά επίθετα (γαλάζα, άσωτος, κροκάτη) και μεταφορές
(βάθος τ' άσωτ' ουρανού, της αυγής κροκάτη γάζα, γαρούφαλα του δειλινού). Με τον
έντονο αυτό λυρισμό, ο ποιητής τονίζει την ομορφιά του έξω κόσμου σε αντίθεση με
το σκοτάδι που επικρατεί στην ψυχή των μοιραίων. Οι μοιραίοι δεν μπορούν να
χαρούν την ομορφιά της φύσης εξαιτίας κυρίως της ταπεινής κοινωνικής τους θέσης.
12.3. Πού αναζητούν την αιτία της δυστυχίας τους οι μοιραίοι;
Οι μοιραίοι, προσπαθώντας να βρουν την αιτία της δυστυχίας τους, προτείνουν
διάφορες αιτιολογίες. Κάποιος υποστηρίζει ότι για την άσχημη ζωή που ζουν φταίει η
κακή τους μοίρα, κάποιος άλλος λέει ότι φταίει ο θεός που τους μισεί, ενώ κάποιος
τρίτος επιρρίπτει τις ευθύνες στους ίδιους τους μοιραίους. Τέλος, υποστηρίζεται ότι
μπορεί να φταίει και το κρασί. Ωστόσο, κανείς από αυτούς δε βρίσκει την πραγματική
αιτία της δυστυχίας τους, κανένα στόμα δεν έχει μιλήσει γι' αυτό το θέμα. Ο ποιητής
θέλει να αφυπνιστούν μόνοι τους οι μοιραίοι και να συνειδητοποιήσουν ότι για όλα
τα προβλήματά τους φταίει τελικά το άδικο κοινωνικό σύστημα και κανένας άλλος.
13.4. Πώς κλιμακώνονται στις τέσσερις πρώτες στροφές οι ρεαλιστικές εικόνες
του ποιήματος και ποιο είναι το αισθητικό αποτέλεσμα από αυτή την
κλιμάκωση;
Στην πρώτη στροφή δίνεται μια γενική εικόνα της ζωής των μοιραίων μέσα στην
υπόγεια ταβέρνα. Εκεί, μέσα σε πυκνούς καπνούς, βρισιές και τη στριγκή φωνή της
λατέρνας, μια παρέα προλεταρίων πίνει για να ξεχάσει τα βάσανα της ζωής. Στη
δεύτερη στροφή ο ποιητής επικεντρώνει περισσότερο την προσοχή του στα πρόσωπα
που τον ενδιαφέρουν. Δείχνει πώς σφίγγεται ο ένας δίπλα στον άλλο, αναζητώντας
λίγη παρηγοριά και συμπαράσταση. Μέσα στο τραγικό περιβάλλον αυτής της
εικόνας, τα πρόσωπα ξεπροβάλλουν πιο τραγικά. Η επόμενη στροφή αποτελεί ένα
λυρικό ξέσπασμα του ποιητή, ο οποίος περιγράφει με έντονα χρώματα ένα όμορφο
και ειδυλλιακό περιβάλλον. Αυτή η ομορφιά της φύσης και της ζωής έρχεται σε
πλήρη αντίθεση με τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των μοιραίων, κάνοντας ακόμα πιο
τραγική την εικόνα τους. Στην τέταρτη στροφή, τέλος, περιγράφεται με πολύ
ρεαλιστικούς όρους το δράμα που ζουν κάποια συγκεκριμένα άτομα από τους
μοιραίους. Ο πατέρας κάποιου είναι παράλυτος εδώ και χρόνια, ενώ η μητέρα
κάποιου άλλου αργοπεθαίνει από μια σοβαρή ασθένεια, τη φυματίωση. Επίσης,
αναφέρεται ότι ο γιος του Μάζη είναι φυλακισμένος στο Παλαμήδι, ενώ η κόρη του

9
Γιαβή ζει σε μια κακόφημη συνοικία, το Γκάζι. Με πολύ ρεαλιστικό λοιπόν και
παραστατικό τρόπο, ο ποιητής καταφέρνει κλιμακωτά να παρουσιάσει ανάγλυφο
μπροστά στα μάτια μας το δράμα και την αθλιότητα αυτής της περιθωριοποιημένης
ομάδας ανθρώπων.
13.5. Ο ποιητής χρησιμοποιεί στην αφήγηση άλλοτε το γ` ενικό και άλλοτε το α`
πληθυντικό πρόσωπο στα ρήματα: τι πετυχαίνει να εκφράσει σε κάθε
περίπτωση;
Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο ποιητής κατά την αφήγησή του άλλοτε χρησιμοποιεί
το γ` ενικό πρόσωπο και άλλοτε το α` πληθυντικό. `Όταν μιλάει σε πρώτο πληθυντικό
πρόσωπο δίνει την εντύπωση ότι ανήκει κι αυτός στην ομάδα των μοιραίων, είναι
δηλαδή ένας απ' αυτούς. `Έτσι πετυχαίνει να δώσει στο ποίημα αμεσότητα και
φυσικότητα. Όταν πάλι θέλει να δείξει ότι σε κάποιο σημείο διαφοροποιείται από
αυτούς, χρησιμοποιεί το τρίτο ενικό πρόσωπο. Ο ποιητής έχει συνειδητοποιήσει την
αιτία της δυστυχίας τους και προσπαθεί να τους αφυπνίσει και να τους κάνει να την
καταλάβουν και οι ίδιοι. Γι αυτό λοιπόν και κρατάει μιαν αποστασιοποιημένη στάση.
13.6. Να παρατηρήσετε με προσοχή το χιαστό σχήμα στο οποίο τελειώνει η
τέταρτη στροφή: "στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη κι η κόρη του Γιαβή στο
Γκάζι". Τι πετυχαίνει με αυτό το σχήμα ο ποιητής;
Στην τέταρτη στροφή του ποιήματος (στίχοι 5-6) έχουμε ένα χιαστό σχήμα.
Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι δύο λέξεις που δηλώνουν τόπο ("Παλαμήδι" και
"Γκάζι") βρίσκονται τοποθετημένες η πρώτη στην αρχή του πρώτου στίχου και η
άλλη στο τέλος του δεύτερου στίχου, για να τραβούν αμέσως την προσοχή. Αντίθετα,
οι άλλες δύο λέξεις που συμπληρώνουν το χιαστό σχήμα ("γιος" και "κόρη")
βρίσκονται πιο κοντά η μια στην άλλη. Μ' αυτό τον τρόπο ο ποιητής θέλει να τονίσει
και να δώσει έμφαση στον τόπο ως αιτία της δυστυχίας των μοιραίων και όχι στα
πρόσωπα.
14. Παράλληλο κείμενο
Με το ποίημα του Κ. Βάρναλη "Πάλι μεθυσμένος είσαι"
(Πρόκειται για τον Πρόλογο της ποιητικής συλλογής «Σκλάβοι
Πολιορκημένοι») σελ. 481, ΚΝΛ Α΄ Τεύχος
Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. "Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε"!
― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;
Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.
Kι αν σε πείραζε κανένας, - αχ, εκείνος ο Tριβέλας! έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.
Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά...
H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!
Ερώτηση: Να συσχετίσετε το ποίημα του Κ. Βάρναλη «Οι Μοιραίοι»
με το «Πάλι μεθυσμένος είσαι» ως προς το περιεχόμενο και να
εντοπίσετε τις ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσά τους.
(επιμέλεια Panos filologos)

10