1

O Mεχμέτ τράβηξε τα χέρια του από το κάγκελο απ’ όπου γερμένος
στηριζόταν και όρθωσε την κορμοστασιά του στο μπαλκόνι, σαν να
’ταν σε άμβωνα χότζας ή δεσπότης. Πήρε μια βαθιά ανάσα
γεμίζοντας τα πνευμόνια του όσο χωρούσαν και την κράτησε για
μια στιγμή μονάχα. Με όση δύναμη μπορούσε έστειλε ένα
τρομαχτικό μακρόσυρτο «Ααα...» μες στο σκοτάδι. Μία κραυγή
πόνου και απόγνωσης, ένα μήνυμα με άγνωστο ή ανύπαρκτο
παραλήπτη ότι ζούσε, ότι υπήρχε. Αφουγκράστηκε να προλάβει τον
αντίλαλό του, ίσως ίσως την εξίσου εναγώνια προσπάθεια κάποιου
να απαντήσει. Όμως τίποτα δεν έπιασε το αυτί του.
Απέραντη σιωπή σκέπαζε τα απόβραδα την πόλη _ το σήμερα, το
χθες και τα μελλούμενά της. Τα άψυχα και τους λίγους ζωντανούς
της. Τα όνειρα, τις προσμονές και τις ελπίδες που είχαν αφήσει
πίσω αυτοί που είχαν φύγει για άλλα μέρη ή από τον κόσμο τούτο.
Γαλήνια ή με τη βία.
Παγερό κι απόκοσμο το κάποτε ολοζώντανο Φαρδύ σοκάκι.
Έρημοι οι δρόμοι που μάζευαν παλιά δίπλα στις κρήνες και στα
σκαλοπάτια της εξώθυρας μικρές παρέες με τα κουτσούβελά τους.
Σιωπηλοί οι καφενέδες, οι λέσχες, τα χάνια και τα φαρμακεία που
συγκέντρωναν αντροπαρέες, τις κορόνες και τα χωρατά τους. Ούτε
φωνές που προσπαθούσαν να περιμαζέψουν το καμάρι ή το βάσανό
τους, ούτε χάχανα που ξέφευγαν από τη διπλανή μεσαυλή ή ίσως,
αθέλητα κάποιες βραδιές, από ένα ανοιχτό παράθυρο τα
καλοκαίρια. Μήτε καν το απεγνωσμένο βέλασμα κάποιου
ξεστρατισμένου βλασταριού μιας προβατίνας ή το παράπονο ενός
αποξεχασμένου γαϊδουράκου. Πανηγύρια, τραγούδια και βεγγέρες
_συνήθειες άλλων εποχών_ βουβά φαντάσματα πια, να περιφέρονται
στους αυλόγυρους των εκκλησιών· στις σάλες των έρημων σπιτιών
να στοιχειώνουνε τελώνια. Kαι οι μουσικές απ’ τον ζουρνά του
Γεροδήμου και το βιολί του Ασημάκη; Τι να ’χαν άραγε απογίνει οι
δυο τους; Ένας γκιώνης στις ήσυχες βραδιές ή ο άνεμος όταν
μάνιαζε στις πευκοβελόνες, μία μακρινή υπόκωφη βροντή ή ένα
μπουρίνι με ένα ξαφνικό μπουμπουνητό και το μονότονο
μουρμουρητό της βροχής που ακολουθούσε ήταν οι μοναδικές
φωνές της σιωπής τη νύχτα πάνω από την πόλη. Ίσως όχι οι
μοναδικές. Αραιά και πού έσκαγε από τους στρατώνες στα
Ταμπακαριά μια αδέσποτη τουφεκιά, άλλους να εμψυχώνει και
άλλους να φοβίζει.
1

τα καμπαναριά. τα σαχνισιά. και τα χαμηλά Mοσχονήσια έσβηναν μέσα στο λυκόφως. ξεθύμαινε το πράσινο στα τσάμια και στα κυπαρίσσια. μια πόλη έρημη ήταν πάλι. χλόμιαζαν και χάνονταν πρώτα απ’ όλους στους αταξίδευτους κόσμους του απόβραδου που οδηγούσανε σιωπηλά στις νύχτες. Αποξεχνιόταν φουμάροντας αραγμένος στο στενό μπαλκονάκι που έβλεπε κατά τη δύση. στο σούσουρο της βροχής. συμβάντα. με συμβουλές. ακολουθούσαν. δεντροσκέπαστες μικρές αυλές. Ίσως μηνύματα από τους μακρινούς δικούς του. Ο Μεχμέτ έφερνε συχνά στο μυαλό του μνήμες από την οικογένειά του· συνήθως τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς. Στις βαριές χειμωνιάτικες νύχτες μετά από λίγες ρακές απόμενε σκυφτός. όταν έπεφτε ο ήλιος στο Αιγαίο και πήγαινε να βρει τους δικούς του. σπάνια και πού με τη δυσβάσταχτη απειλή: Όπου δεν πίπτει λόγος. εικόνες και ακούσματα μιας εποχής με χάδια και παιχνίδια. πίπτει ράβδος. κι έτσι λούζονταν και ρόδιζαν στο τέλος όλα τα κτίσματα στην πάνω και στην κάτω γειτονιά. Το ασημί στα λιόδεντρα άντεχε τελευταίο. Αναπολούσε και σκεφτόταν. Όλα τα χρώματα μουντά. δίπλα στην πορσελάνινη σόμπα με τα βαθυκόκκινα πλακάκια που σχημάτιζαν ανάγλυφα μικρές τουλίπες· λες και προσπαθούσε να διακρίνει ανάμεσα στο βουητό του ανέμου. Σκοτείνιαζαν σιγά σιγά σοκάκια. τα λόγια της φωτιάς ή να μαντέψει απ’ τους ψιθύρους της κάποια κρυφά μηνύματα που τον αναζητούσαν. Κάθε τόσο τον γυρόφερναν στιγμές. Μαζί με αυτά και τα ξωκλήσια στις πλαγιές και στα απέναντι Μοσχονήσια. τίποτα 2 . στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο· ιδιαίτερα εκείνα που έφτιαχναν το μέτωπο της πόλης στο γιαλό και κοίταζαν καμαρωτά κατά τη δύση. καθώς περίμενε με το κορμί να αισθανθεί τις μυρουδιές και το άγγιγμά της. Χάζευε τα άστρα ή ακολουθούσε το φεγγαρόφωτο που σερνόταν αργά πάνω από την πόλη. Χανόταν στο άνοιγμα των χαμηλών σπιτιών που τον έβγαζε με μια ματιά στη Μέσα θάλασσα κι αρμένιζε στο πέλαγο με τις επιθυμίες και τα όνειρά του. Μπλάβιζε και μελάνιαζε η θάλασσα. σχεδόν ασάλευτος. όταν άλλοτε αναρριγούσε και άλλοτε χτυπιόταν μανιασμένη σαν ποτάμι που κατέβαινε ορμητικό από τα Δαρδανέλλια. Σφήνωνε τις πατούσες στο σιδερένιο κιγκλίδωμα και με το σκαμνί στα δύο πισινά του πόδια στηριγμένο λικνιζόταν νωχελικά μπρος πίσω. γράμματα αλλά και σκανταλιές. Αλλά κι όταν ακόμη έλουζε τη γη το φως της μέρας και άστραφτε το σύμπαν κάτω από του Πανύμψηστου τον θόλο. βαρύθυμα. στο θρόισμα της μεγάλης κουκουναριάς. βουβή. σαν να την είχανε καταραστεί και η πανούκλα την είχε ξεκληρίσει.Στις ηλιόλουστες ημέρες κοκκίνιζαν με το λιόγερμα οι κεραμοσκεπές. Αλλά και στον πόλεμο ή όταν αργότερα ο φόβος πάτησε στα μέρη τους. με το αγαπημένο κιλιμάκι της γιαγιάς στους ώμους μόλις έπεφτε το αγιάζι ή σχεδόν γδυτός τις γλυκές νύχτες της άνοιξης.

αυτά που προορίζονταν κυρίως για το νοικοκυριό ή το τραπέζι. Στον εκλεκτό καφέ που προμήθευε στον καδή αλλά και σε άλλα διαλεκτά καλούδια οφειλόταν η μαγιά της φιλίας που γεννήθηκε με τον καιρό ανάμεσά τους και στάθηκε σωτήρια σε κρίσιμες στιγμές στους δρόμους της ζωής του. που αναγκάστηκαν όλοι οι Αϊβαλιώτες διωγμένοι από τους Tούρκους να εγκαταλείψουν την πόλη και από θαύμα ο παππούς χάρη στις γνωριμίες του κατάφερε να περισώσει από τον εκτοπισμό τα γυναικόπαιδα της οικογένειάς του. ο θείος Μάρκος. να θρυμματίζονται και να σβήνουν. κι ας τον χώριζε από αυτήν ούτε ένας χρόνος. Αρχηγός της οικογένειας ήταν ο παππούς του ο κυρ Μανόλης. ιδιαίτερα στη Μυτιλήνη. Ίσως γιατί ήταν δυσβάσταχτη η σύγκριση του σήμερα με τότε. κυβερνούσε κάποτε από τον καφενέ του λιμανιού. στο λιμάνι. Ρωμιοί και χριστιανοί ορθόδοξοι. Τότε. έφταναν μέχρι τον Σουλινά και την Τραπεζούντα. Όμως με το πέρασμα του χρόνου έπιανε τον εαυτό του να απωθεί τα περασμένα. όμως εκείνος δήλωνε ότι εμπορευότανε καφέ· ίσως γιατί μ’ αυτόν συντρόφευε χιλιάδες ψυχές σε πίκρες και χαρές. οι αναμνήσεις να τρεμοπαίζουν. Εμπορευόταν τα ελέη του Θεού. έχαιραν εκτίμησης στην αγορά. Η οικογένειά του ήταν γνωστή σε όλες τις Κυδωνιές και τα Μοσχονήσια. εξηγούσε αμήχανα αλλά και σκεφτικός ο παππούς στον εγγονό. δυο πελώρια καραβόσκαρα λόβερ που όργωναν κατά μήκος τα τούρκικα νερά στο Αιγαίο. μια και 3 . σε ώρες δουλειάς ή σε στιγμές ραστώνης. είχε στα καλά τα χρόνια ένα βυρσοδεψείο με σαράντα χέρια στη δούλεψή του. Ίσως γιατί οι μήνες του φαίνονταν αιώνες. Ο πιο μικρός αδελφός. Ο δευτερότοκος αδελφός του παππού.δεν άλλαξε στον μικρό του κόσμο. απόφοιτος της Ευαγγελικής σχολής της Σμύρνης. το στερνοπαίδι κατά τον παππού για τα δώδεκα χρόνια που τον χώριζαν από εκείνον. Δαιμονιζόταν. ο Ηλίας. το ’17. όταν κατ’ επανάληψη επίμονα εκείνος τον τσιγκλούσε για το ασυνήθιστο παρατσούκλι. ήταν έφορος στο γυμνάσιο· αξίωμα που έκανε υπερήφανη την οικογένεια. ο κύριος Ιωακείμ. τόπο ευλογημένο από τα φυσικά χαρίσματά του και τα παμπάλαια προνόμια του σουλτάνου από το 1770. σε όσους τόπους είχαν αλισβερίσια. όπως όλοι οι συντοπίτες του. «Μπορεί γι’ αυτό να τον φώναζαν ο Αλή Μπαμπάς και οι σαράντα κλέφτες». Ο άλλος αδελφός. αν εξαιρούσε ότι για ένα διάστημα είχε σταματήσει να πηγαίνει στο σχολείο. Σε δύσκολους καιρούς ο ίδιος μεγάλωνε προστατευμένος σε κουκούλι. δεν μπορούσε να χωνέψει πως η λησμονιά σκέπαζε στα μουλωχτά την προηγούμενη ζωή του. Αν χρειαζόταν. παίζοντας ακατάπαυστα πότε το μπεγλέρι και πότε τάβλι.

δεν ευτύχησε κι απόμεινε στο ράφι. Γέννησε πρόωρα ένα αρσενικό και κολυμπώντας μες στο αίμα πήγε να ψάξει για τον αδικοχαμένο. λεβέντης καϊκτσής στη δούλεψη του θειου του. ζούσε υπό τη σκέπη και τη φροντίδα του μεγάλου αδελφού του. όπως αποκαλούσε κυρίως αυτός το Αϊβαλί ή δεν δίσταζε σχεδόν προσβλητικά να διορθώνει όποιον αποξεχνιόταν και ξεστόμιζε έναν τέτοιο βαρβαρισμό. χρειάστηκε να πιαστούν στα χέρια. επιστρατευμένος δυο φορές. στις δύσκολες στιγμές. Ο Γιάννης τους. προτού πήξει το αίμα ξεψύχησε στην αγκαλιά τους. τον Γιάννη. μήτε που τις ξαναείδαν. με όλες τις κακουχίες και τις περιπέτειες να έχουν αφήσει ίχνη στο πρόσωπο και στο κορμί του. Ανύπαντρος ο Ιωακείμ. μια δρασκελιά δα ήταν το νησί απέναντί τους. Όμως το μεγάλο κακό χτύπησε μάνα και γονιό αλλού κι αλλιώς. σαν τα γάργαρα νερά καταπώς ισχυρίζονταν μόνο η μάνα της και οι μοίρες που την είχανε μοιράνει. Τον επόμενο μετακόμισαν στο Λονδίνο. πήραν την προίκα τους και μίσεψαν με την υπόσχεση ότι δεν θα τους ξεχνούσαν. Παρ’ όλα αυτά ο κόσμος τούς λογάριαζε σαν μια οικογένεια. Μαζί τους κάθε τόσο τα ’βαζε με τους Τούρκους _συνήθως τους τελωνειακούς_ καμιά φορά παράτολμα ρισκάροντας και τη ζωή του. Τα άλλα δύο αδέλφια είχαν μικροπαντρευτεί και ζούσαν χωριστά με τα παιδιά και τα εγγόνια τους. κράτησαν στη ζωή τον εγγονό. Όλοι τους θαύμαζαν για το θάρρος και τα κατορθώματά τους. η Ανδρομάχη. έναν άλλον αέρα απέναντι στην εύπορη και μορφωμένη κοινωνία των Κυδωνιών. Η τρίτη. γιατροί και άγιοι. εκτοπισμένος το ’17. μπήκαν σύνορα ανάμεσά τους και στράβωσαν οι δουλειές. αφού ήταν γνωστό ότι στις μεγάλες αποφάσεις. Παππούς και γιαγιά. Οι δύο κόρες καλοπαντρεύτηκαν Χιώτες. να οδύρεται και να χτυπιέται. Ο κυρ Μανόλης είχε αποκτήσει με τη γυναίκα του την Ερατώ τρεις κόρες και μετά από μύρια παρακάλια στην Παναγιά και άλλα τόσα μαντζούνια από τα πέρατα της Ανατολής επιτέλους τον πολυπόθητο διάδοχο. Φαινόταν άλλωστε κι από το πώς στηνόταν η οικογένεια ζερβά και δεξιά του σε επίσημες στιγμές και περιστάσεις γιορτινές ή πώς ακολουθούσαν τον βηματισμό του πλάι ή πίσω του στη βόλτα μετά την πρωινή λειτουργία της Κυριακής στον Αϊ-Γιάννη ή στις γιορτές της χριστιανοσύνης. Κάποτε που αποφάσισαν για άλλη μια φορά να χτυπήσουν το καΐκι που κουβαλούσε καπνά για το τούρκικο μονοπώλιο τα πράγματα ήρθαν ανάποδα. Άφησε τη γυναίκα του ετοιμόγεννη στον τελευταίο μήνα να κλαίει. από τον φόβο της Ερατώς μήπως και τους έβρισκε κι άλλο κακό και έφευγε ξαφνικά αβάφτιστο να πάει να βρει τους δικούς 4 . Παρά το βαρύ τους πένθος τον βάφτισαν πριν της ώρας του. είχε κρυφά από την οικογένεια πάρε-δώσε με κοντραμπατζήδες.αντλούσε κύρος πρόσθετο. Τον ίδιο χρόνο λευτερώθηκαν τα νησιά. προχωρημένος σαραντάρης στον πόλεμο του ’14. Μαχαιρωμένο τον έφεραν στο σπίτι. κουμάντο έκανε ο κυρ Μανόλης.

όλοι μαζί με γείτονες. Πιο νηφάλιος από όλους ο παππούς δεν είχε κρύψει από τον εγγονό τον δικό του καημό. να μάθω δυο κολλυβογράμματα κι αργότερα όσα τούρκικα χρειάζονταν για τις δουλειές μου.. μαντεύοντας μπερεκέτια σαν να ’τανε η ίδια η μοίρα επί γης ενσαρκωμένη. Ο μικρός Μανόλης έζησε και είπαν όλοι «θέλημα Θεού». Κανείς όμως δεν φανταζόταν ότι κάποτε από Μανόλης θα γινότανε Μεχμέτ.. 5 . Η γιαγιά έβλεπε στον νιόφερτο τον Γιάννη της μωρό. Να μάθεις γράμματα και να με ξεπεράσεις ».του. Τον τραβούσε απ’ τις τιράντες και τον έφερνε στα γόνατά του.σου λέω εγώ να μη μου μοιάσεις. Στο σπιτικό του κυρ Μανόλη άρχισε η ζωή να κλώθεται και να υφαίνεται γύρω από τον εγγονό του. Κι όσο μεγάλωνε ο εγγονός.. ξεχνούσε το επιβλητικό ύφος του αφέντη και χαμηλόφωνα του εξομολογιόταν: «Γιε μου. αφήνοντας αραιά και πού έναν βαθύ αναστεναγμό κι ένα «αχ. τα ανεκπλήρωτα όνειρά του.» κι έσερνε τη γλώσσα του κάτω από το παχύ μουστάκι «. Είδα προκοπή γιατί η ζωή μου τα έφερε δεξιά κι όχι γιατί είχα προκόψει ο ίδιος. πού είσαι» να της ξεφεύγει.. μπορεί και με μια πίκρα στο βλέμμα. Ο νονός του οραματιζόταν τον λόγιο επαναστάτη που σαν σύγχρονος Ρήγας θα ύψωνε τη σημαία της λύτρωσης από τον οθωμανικό ζυγό. Γιάννη μου. Το λάδωσε ο Ιωακείμ και του ’δωσε το όνομα του παππού του. Χρειάσθηκε να μπω από μικρός στη δούλεψη ξένων. Η ανύπαντρη κόρη της έβρισκε αναπάντεχα το αντίδοτο στο δηλητήριο που τη φαρμάκωνε απ’ τη μητρότητα που δεν είχε γνωρίσει. απ’ όσο μπορούσε ο Μεχμέτ να θυμάται σε βάθος χρόνου. αντράκι να ξαναμεγαλώνει γύρω από τη βράκα της. εγώ δεν στάθηκα τυχερός. Καθένας τους όμως ακουμπούσε πάνω του σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες.. παιδί. τις προσωπικές προσδοκίες. Μέχρι και η βυζάστρα που είχαν άρον άρον επιστρατεύσει έκανε στις κουβέντες της με τη δούλα προβλέψεις για λογαριασμό του. γνωστούς και φίλους εν χορώ του ευχόντουσαν και τον συμβούλευαν να μοιάσει του συνονόματου παππού του. με ύφος γλυκό. Λοιπόν. Έπεσαν όλοι να τον αναθρέψουν σύμφωνα με όσα πίστευαν για το καλύτερό του..

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful