Γιάννης Βοῦλτος

Συνοπτικὴ θεματολογικὴ παρουσίαση τῆς ποίησης
τοῦ Μίμη Κωστήρη
Μελέτη

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ
ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ
Δεκέμβριος 2011

16

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ
Γιάννης Βοῦλτος
Συνοπτικὴ θεματολογικὴ παρουσίαση τῆς ποίησης τοῦ Μίμη Κωστήρη
Μελέτη
Τεῦχος 16 - Δεκέμβριος 2011
ISSN: 1792 - 4189
Μηνιαία ψηφιακὴ ἔκδοση
τοῦ ἠλεκτρονικοῦ περιοδικοῦ «Λογοτεχνικὰ Ἐπίκαιρα»
Συντακτικὴ ἐπιμέλεια: Θοδωρὴς Βοριᾶς
Ἠλεκτρονικὴ δ/νση: http://logotexnika-epikaira.blogspot.com
e-mail: logotexnika.epikaira@gmail.com
e-mail τοῦ συγγραφέα: joe04@otenet.gr
Ἐπιτρέπεται ἡ ἐλεύθερη διακίνηση στὸ διαδίκτυο.
Ὁ συγγραφέας μερίμνησε γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τῶν κειμένων καὶ τὴν κατοχύρωση τῶν
πνευματικῶν δικαιωμάτων τοῦ ἔργου.

1

Γιάννης Βοῦλτος
Συνοπτικὴ θεματολογικὴ παρουσίαση τῆς ποίησης τοῦ Μίμη Κωστήρη

Ὁ Μίμης Κωστήρης γεννήθηκε στὴν Πάτρα τὸ 1939. Ἔχει δημοσιεύσει
δύο ποιητικὲς συλλογές: «Τῆς Γῆς τὰ Οὐσιαστικά» (ἐκδ. Χαραμάδα) τὸ
2007 καὶ «Ἄγρυπνες Ὧρες» (ἐκδ. Χαραμάδα) τὸ 2009. Χαρακτηριστικὰ
ὀλιγογράφος δημιουργός, διυλίζει ἐξαντλητικὰ στὸν ψυχισμό του ὅ,τι
πρόκειται νὰ ἀποτυπώσει στὸ χαρτὶ καὶ σὲ δεύτερο χρόνο ἐκλέγει μὲ
περίσσια αὐστηρότητα ὅ,τι προτίθεται νὰ δημοσιεύσει.
Ὁ Κωστήρης ἐντάσσεται στὴν περιοχὴ τῆς κοινωνικῆς καταγγελίας. Ἀπὸ
τὴν ποίησή του ἀναφαίνεται μὲ ἐνάργεια ἡ ἀγωνία γιὰ τὴν πορεία τοῦ
σύγχρονου κόσμου καὶ πιὸ πολὺ τοῦ λαοῦ του. Γράφει σὲ μιὰ γλώσσα ἁπλή,
δίχως ἐπιτήδευση. Τὸ ὕφος του εἶναι λιτό, ὑποβλητικὸ μὲ σπάνιες ἐξάρσεις
γλαφυρότητας καθὼς ὁ ποιητὴς χρησιμοποιεῖ καίρια μόνο τὰ ἀπαραίτητα
σχήματα λόγου. Πρόκειται γιὰ ποίηση μεστὴ καὶ πυκνὴ σὲ νοήματα.
Τὸ θέμα ποὺ κυριαρχεῖ στὸν ποιητικὸ λόγο τοῦ Μίμη Κωστήρη εἶναι ἡ
Παρακμή. Ἡ πνευματική, ἠθικὴ καὶ συναισθηματικὴ παρακμὴ τοῦ ἀνθρώπου τῶν καιρῶν μας.
Ὁ Κωστήρης προβάλει μὲ τὴν ποιητική του στάση τὴν ἀποξένωση ἀπὸ τὴν
ἀλλοτρίωση τοῦ homo technologicus. Καταγγέλλει τὴν ἀποβλάκωση, τὴν
ἄχαρη καὶ παθητικὴ ζωὴ μπροστὰ σ’ ἕναν τηλεοπτικὸ δέκτη, τὸν πνευματικὸ καὶ αἰσθητικὸ θάνατο:

2

ΣΤΑΥΡΟΙ
Κεραῖες ὑψώνονταν πάνω ἀπ’ τὶς ταράτσες / Ἕνα δάσος πυκνὸ / μέχρι πέρα
μακρυὰ / ὅσο πήγαινε τὸ μάτι / ὅσο ἁπλωνόταν ἡ ἄχαρη πόλη // Σταυροὶ
ἔλεγες σὲ ἀπέραντο νεκροταφεῖο // Στὶς πολυκατοικίες μέσα / θαμμένοι οἱ
ζωντανοὶ…
Κατακρίνει συστηματικὰ τὴ συσσώρευση ὑλικῶν ἀγαθῶν ὡς ἄμεσα
ὑπεύθυνη γιὰ τὴ δημιουργία ἀκόμη μεγαλύτερου κενοῦ στὴν ἀνθρώπινη
ψυχή, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἐξορία ἀπὸ τὸν πνευματικὸ κόσμο:
Ἐσώρευε στὸ σπίτι του πράγματα // Στὴν ἀρχὴ ἀπὸ εὐχαρίστηση /
Ὕστερα ἀπὸ ἀπόγνωση // Σπιθαμὴ δὲν ἄφησε ἀκάλυπτη [ΤΑ
ΠΡΑΓΜΑΤΑ]
Καγχάζει μπροστὰ στὴν ἀγωνία τῆς ἐπωνυμίας προβάλλοντας τὴ
ματαιότητα στὴν ἀδυσώπητη ροὴ τοῦ χρόνου. Στηλιτεύει τὴ φαυλότητα,
τὴν ἐπίφαση, τὴ διάρρηξη τῶν δεσμῶν μὲ τὶς ρίζες. Χλευάζει τὴν
πνευματικὴ δειλία, τὸν ἀστισμό, τὴν ὑποταγή, ἀντιπροτείνοντας παράλληλα
τὴν ἀνατροπή, τὴ δικαιοσύνη, τὸ φῶς:
Τώρα ρίψασπις / παίζοντας τῆς ἰδιοκτησίας τὰ κλειδιὰ / περιφέρεις τὴν
ἀστική σου συνείδηση / στοὺς ὑποταγμένους δρόμους // Ἄχ! Ἀλλιῶς σοῦ
ἔπρεπε / κιοτή μου νὰ ζήσεις [ΠΑΡΑΔΟΣΗ].
Κατακεραυνώνει τὴν ὑποκρισία, τὴν ἐξαπάτηση, τὸ ξεπούλημα τῶν
πάντων. Ἀπαντᾶ μὲ τὴν ἀναπόληση τῆς ἁπλότητας τοῦ παρελθόντος ὡς τὸ
κλειδὶ γιὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας. Περιγράφει τὴν
καθημερινὴ ἀνία, τὴ σωματικὴ καὶ πνευματικὴ ἀπόσταση μεταξὺ τῶν
ἀνθρώπων εἰδικὰ στοὺς χαλεποὺς τούτους καιρούς. Ἐπικρίνει τὴ μάταιη
συσσώρευση τοῦ περιττοῦ ὡς ὑπέρτατη ἀξία τῆς ἐποχῆς μας.
Μεῖζον ζήτημα γιὰ τὸν ποιητὴ ἀποτελεῖ ἡ καταρράκωση τῆς αἰσθητικῆς
τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Ἀντιδρᾶ σχεδὸν ἐπιθετικὰ στὴν πνευματικὴ καὶ
ἠθικὴ βαρβαρότητα ποὺ ἔχει ἐπικρατήσει καὶ ἐν τέλει ἀναρωτιέται ἂν οἱ
θυσίες τοῦ παρελθόντος προσέφεραν κάτι οὐσιαστικό:

3

Τὴν αἰσθητική μου πληγώνουν / Μὲ πυροβολοῦν μὲ νεκρὲς λέξεις / Μὲ
ἀνοίκιες συμπεριφορὲς μὲ πλήττουν / Τὰ Ἅγια βεβηλώνουν [ΑΔΙΚΑΙΩΤΟΙ]
Ἡ ποίηση τοῦ Κωστήρη παρουσιάζει τὴν ὑπεροψία νὰ συντρίβεται μὲ τὸν
πιὸ ἐπώδυνο τρόπο, τὸν ἐγκλωβισμὸ στὴν καταναλωτικὴ ἐποχή, τὴ ματαιότητα τῆς ὕπαρξης -μὲ ἀντιστάθμισμα ὅμως ἐδῶ τὴ χαρὰ καὶ τὴ μετάδοση
τῆς ζωῆς.
Καταγγέλλεται ἐπίσης ἀπὸ τὸν ποιητὴ ἡ παρηκμασμένη τέχνη, ἡ στερούμενη περιεχομένου καὶ αἰσθητικῆς, ἡ εὔπεπτη γιὰ τὶς μάζες ποὺ ἔχουν
μετατραπεῖ σὲ ἀγέλες.
Στηλιτεύεται λοιπὸν ἀπροκάλυπτα ἡ πνευματικὴ καὶ αἰσθητικὴ κατάπτωση
τοῦ σύγχρονου Ἕλληνα καὶ εὐρύτερα ἡ πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ ἔνδεια
τῆς ἐποχῆς μας. Στὴν Ἑλλάδα τοῦ «εἶμαι ὅ,τι δηλώσω» ὁ Κωστήρης δὲν
ἀναγνωρίζει μέσα στὶς καλλιτεχνικὲς συντεχνίες παρὰ μόνο ἐλάχιστους, μὲ
τὴν ἀπόλυτη καὶ οὐσιαστικὴ ἔννοια τοῦ ὄρου:
Ὁ τελευταῖος ποιητὴς / πέθανε χτὲς τὸ βράδυ / Λίγο πρὶν τὸ τέλος ψέλλισε
// Δὲν μποροῦσα ἄλλο νὰ βλέπω… [ ΕΛΛΕΙΨΗ]
Ὁ ποιητὴς καταγγέλλει συνακόλουθα τὴν κενότητα τοῦ βίου καὶ διατρανώνει ὅτι ἡ ἐπίπλαστη ὑλικὴ εὐημερία καὶ ὁ ἐφησυχασμὸς οὔτε διαρκοῦν
οὔτε λυτρώνουν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ὁδηγοῦν στὴν ὀδύνη τῆς κρυμμένης πίσω
τους μοναξιᾶς ἰδιαίτερα στὸ σύγχρονο ἀστικὸ περιβάλλον:
ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ
Ἀγοράσαμε / καινούρια ἔπιπλα // Συνδυάζουν / καλαισθησία / καὶ ἄνεση /
Ἰδιαίτερα ὁ καναπὲς // Ἀναπαυτικὰ / θὰ κάθεται / τὰ βράδια / ἡ μοναξιά
μας.
Σὲ μιὰ προσπάθεια διαφυγῆς ἀναζητᾶ τὶς ὀάσεις τῶν μικρῶν διεξόδων
στὶς σύγχρονες ἀφιλόξενες πόλεις. Κατὰ τὸν ποιητὴ ἡ ἀπόλαυση τῶν ἁπλῶν
καθημερινῶν πραγμάτων δίνει τὸ οὐσιαστικὸ νόημα στὴ ζωὴ ἀπέναντι στὴ

4

ματαιοπονία ἐπίτευξης τῆς ὑλικῆς εὐημερίας, καθὼς τὰ πραγματικὰ κέρδη
τοῦ βίου εἶναι συναισθηματικά, ἠθικὰ καὶ πνευματικά:
Τρεφόταν / μὲ ψωμὶ τοῦ ἥλιου / μὲ γάλα ἀνθέων // Μεθοῦσε / μὲ μυρωδιὲς
βροχῆς [ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ]
Στιγματίζει ἐπιπλέον τὴν προβολὴ ἀτόμων μηδαμινῶν ὡς προσώπων τῆς
ἡμέρας, τὴν ἀπληστία τοῦ ἀνθρώπου ποὺ συντελεῖ στὴν καταστροφὴ τοῦ
περιβάλλοντός του καὶ τοῦ ἴδιου στὸ βωμὸ τῆς δῆθεν προόδου καὶ τελικὰ
καταδεικνύει πεσιμιστικὰ πὼς ὁ ἄνθρωπος μένει ἀπροστάτευτος ἀπὸ τὶς
ἐπιβουλὲς τῆς φαυλότητας καὶ τῆς χυδαιότητας, τῆς ἡμιμάθειας καὶ τῆς
ἀποχαύνωσης:
Σφαλίσαμε τὰ σπίτια μας / νὰ μὴν εἰσβάλουν οἱ ἐχθροὶ // Ξεχάσαμε ὅμως
ἀνοιχτῆ / τοῦ μυαλοῦ τὴν πύλη [ΚΕΡΚΟΠΟΡΤΑ]
Ἑπόμενο ποσοτικὰ στὸ ἔργο τοῦ Κωστήρη εἶναι τὸ θέμα τῆς Ποίησης ἢ
ὅπως ἔχουμε ἐθιστεῖ νὰ λέμε τῆς Ποίησης γιὰ τὴν Ποίηση.
Ὁ ποιητὴς ἐπιδιώκει τὴν κατάθεση τῆς ψυχῆς του μὲ τρόπο γαλήνιο καὶ
γήινο:
Ἤθελε νὰ ἀναπαυθεῖ / ἐν εἰρήνῃ σὲ πυκνοὺς στίχους [ΕΠΙΘΥΜΙΑ]
Ἔτσι ξεκινᾶ ὀπτιμιστικά. Εἶναι ὀπαδὸς φανατικὸς τοῦ φωτός. Ἡ κατάληξη
ὅμως εἶναι διαφορετική:
ΤΟΠΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ
Πῆγε νὰ γράψει ἕνα ποίημα ἀπὸ ἥλιο / Ὅλη τὴ μέρα μάζευε βότσαλα
λέξεις / ἐπίθετα στιλπνά, χαρούμενα // Ἤθελε νὰ τὸ χαρίσει στὴν μάνα
του / Ν’ ἀνοίξει ἡ ψυχούλα της // Δὲν μπόρεσε / Σκόνταψε στῆς γῆς τὰ
οὐσιαστικὰ.
Ἀντλεῖ τὴν ἔμπνευσή του ἀπὸ τὰ ἁπλὰ καθημερινὰ πράγματα διακρίνοντας
τὴν ποιότητα στὴν ὀλιγάρκεια:
Στὸ λευκὸ φόρεμα τῆς σερβιτόρας / σ’ ἕνα καρβέλι ψωμὶ / σὲ δακρυσμένα
μάτια / στὴν ἀφίσα ποὺ ἰριδίζει [ΟΙ ΣΠΟΡΟΙ]

5

Ὁ Κωστήρης ἀγωνιᾶ γιὰ τὴν τύχη τῆς πνευματικῆς δημιουργίας μετὰ
τὴ δημοσιοποίησή της. Δείχνει νὰ βιώνει τὴν ἀπώλεια, προτοῦ ὁ στίχος
ἐλεύθερος πλέον γίνει κοινὸ κτῆμα «Στὴ βουὴ τῆς Ἀγορᾶς» καὶ ἐκλιπαρεῖ:
Θεέ μου σῶσε τοὺς στίχους μου! [ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ]
Ἀγωνιᾶ ὅμως πολὺ περισσότερο γιὰ τὴν ἔκθεση τῆς ψυχῆς στὴν ἀνάγνωση:
ΑΔΥΝΑΜΙΑ
Δὲν ἄντεξε // Ἔβαλε τὴν σάρκα καὶ τὸ αἷμα του / σὲ βιβλίο // Τώρα
ἄλλοι / φυλλομετροῦν τὴν ψυχή του.
Ἡ ἁπλότητα γιὰ τὸν ποιητὴ εἶναι τὸ ὕψιστο ἀγαθὸ κι ὁ ἴδιος ὀφείλει νὰ
εἶναι ἐλεύθερος, ἀποξενωμένος πλήρως ἀπὸ τὸ χυδαῖο. Ἡ δημιουργία πρέπει
πρώτιστα νὰ ἀποτελεῖ διήθηση τῆς ἀνθρώπινης ἀξίας καὶ κατόπιν
ἁπλόχερη μετάδοση τοῦ ἔργου.
Τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο τὸν ἀντικρίζει ὡς σκυταλοδρόμο ποὺ καλεῖται νὰ
μεταλαμπαδεύσει τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ κληρονομιά. Ἔτσι μιλᾶ γιὰ τὴ
μετάδοση μὲ λιτὰ μέσα τῆς οὐσίας «τοῦ θαύματος» τῆς ὕπαρξης στοὺς
μεταγενέστερους:
Ἐντρυφώντας σὲ ἀρχαία ἀποστάγματα / ἕνα δέντρο φυτεύω γιὰ κείνους πού
’ρχονται [ΧΑΡΙΤΟΣ ΦΩΣ]
Ἢ: Κι ὅ,τι περιούσιο ἀπέκτησα / μυστικοὺς κώδικες καὶ πολύτιμα / ἀποστάγματα ἀνθέων // σὲ φτωχοὺς στίχους / θὰ κληροδοτήσω… [ΥΠΟΘΗΚΗ]
Ἡ ποίηση μὲ τὸ μαγικὸ ταξίδι τῶν λέξεων καὶ τὴν περιπέτεια τῆς γραφῆς
ἀποτελεῖ γιὰ τὸν ποιητὴ τὴν ἀντίσταση καὶ τέλος τὴ λύτρωση ἀπὸ τὸ
ἀναπόφευκτο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Παράλληλα ὁ ἴδιος ἀντιμετωπίζει τὸ ἀδιέξοδο τῆς σύγχρονης ζωῆς μὲ τὸ ἔργο του ποὺ λαμβάνει
ὅμως μιὰ μορφὴ δυναμικὴ γιὰ νὰ χρησιμεύσει ὡς τὸ μοναδικὸ ὅπλο
πνευματικῆς ἐπιβίωσης. Προσδιορίζει ἐπίσης τὴ θέση τῆς δημιουργίας του
σὲ περιοχὲς μελαγχολίας καὶ τὴν ἴδια τὴν ποίηση ὡς τέχνη τοῦ μόχθου καὶ
τῶν καθημερινῶν μικρῶν θανάτων τῆς ψυχῆς.

6

Οἱ στίχοι γιὰ τὸν ποιητὴ εἶναι ἑπομένως καὶ ὀδυνηρὴ κατάθεση ψυχῆς.
Κάποιες φορὲς τὸ μήνυμα εἶναι ἀπαισιόδοξο. Ἡ ἀξία τῆς ποίησης τίθεται
ὑπὸ ἀμφισβήτηση στὸν παρόντα χρόνο. Ἡ αἴσθηση τῆς ματαιότητας
εἰσβάλλει στὴν ποιητικὴ σκέψη καὶ θέτει σὲ διακύβευση ἀκόμα καὶ τὴ ἴδια
τὴν ποιητικὴ δημιουργία:
Στὸ σκοτάδι / ὅλη τὴ νύχτα ἔγραφα / ἔγραφα // Τὸ πρωὶ τίποτα δὲν εἶχε
μείνει/ Λευκὸ τὸ χαρτὶ μὲ κοιτοῦσε [ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΩΡΕΣ]
Ἡ ἀξία τῆς ποίησης ἔγκειται γιὰ τὸν Κωστήρη στὴ θαλπωρὴ ποὺ
προσφέρει σὲ ἀντιποιητικοὺς τόπους καὶ χρόνους, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅμως
πὼς ὁ ποιητὴς θὰ βρίσκεται μάχιμος στὸ δικό του «περιθώριο» καὶ θὰ
παλεύει μὲ τὰ φτωχά του μέσα νὰ παραστήσει τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου:
Κι ἐσὺ στὴν παρανομία περνᾶς // Τὶς νύχτες βγαίνεις κρυφά / καὶ στιχάκια
γράφεις στοὺς τοίχους [ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ]
Τρίτος θεματολογικὰ ἀκολουθεῖ ὁ Θάνατος. Ὁ Κωστήρης τὸν μελετᾶ
στωικὰ καὶ μιλᾶ γιὰ τὴν ἐξοικείωση τοῦ ἀνθρώπου μαζί του. Μνημονεύει
τοὺς νεκρούς μας παρουσιάζοντάς τους νὰ παρέχουν ἠθικὴ καὶ συναισθηματικὴ στήριξη στὸ δύσκολο δρόμο τῶν ζώντων:
Ἀπ’ τὸ στόμα τῶν ἀποθαμένων / ἕνα κόκκινο γαρύφαλλο βγαίνει / Τὸ
παίρνουν οἱ θεοὶ / γιὰ νὰ σταλάξουν ἐλπίδα / στὴν πληγή μας [ΠΟΥ
ΠΑΝΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥΝΤΑΙ]
Πραγματοποιεῖ τὴν ἐσχατολογική του θεώρηση μέσω τῶν πνευματικῶν
κληροδοτημάτων τους καὶ παράλληλα προσδιορίζει τὴ θέση τους στὴν
ἀνθρώπινη ψυχή. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ εὐρηματικότατη μεταφορὰ μιᾶς
καθημερινῆς σκηνῆς τῆς παιδικῆς ἡλικίας -ὀνειρικὰ- στὴ μοίρα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης:
ΑΚΟΜΑ
Τελευταία τὸ ἴδιο ὄνειρο βλέπω // Ὁ πατέρας νὰ μὲ καλεῖ / ἀπ’ τὸν
ἀνοικτὸ τάφο // «Ἔλα ἄργησες… / Πρέπει νὰ κλείσω…» // Κι ἡ μητέρα
πάντα πονόψυχη / νὰ τὸν μαλώνει // «Ἄφησε τὸ παιδὶ ἔξω νὰ παίξει…»

7

Ἀκολουθεῖ ἡ μεταφυσική του:
Ἀναπαυμένο τὸ σῶμα / ἀγκαλιάζεται / μὲ τὸ γενέθλιο χῶμα // Ἡ ψυχὴ
ὅμως γυμνὴ / πῶς νὰ βιώσει / τόση περιπλάνηση [ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ]
Τρία ἀκόμη θέματα -σὲ μικρότερη ὅμως ἔκταση- θὰ μποροῦσαν νὰ ἐντοπιστοῦν στὴν ποίηση τοῦ Μίμη Κωστήρη.
Πρῶτο τὸ θέμα τῆς Ἀναπόλησης.
Ὁ Κωστήρης ἀναπολώντας τὰ περασμένα, στιγμὲς καὶ τόπους [ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ] ἐπαναφέρει τὶς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν ἀκμὴ τῆς γενέτειρας πόλης
του στὸν 20ο αἰώνα [ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΣΗ] καὶ καταλήγει στὴ βασανιστικὴ
καὶ δύσκολη μνήμη τῆς νεότητας [ΑΝΑΣΚΑΦΗ].
Δεύτερο αὐτὸ τῆς Φύσης.
Ὁ ποιητὴς ἐπιζητεῖ τὴν λυτρωτικὴ ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ φυσικὸ
περιβάλλον καὶ τὶς ρίζες του γιὰ νὰ ἀποκαθάρει τὶς αἰσθήσεις ἀπὸ τὴ
μόλυνση τῶν καιρῶν στὰ ἀστικὰ περιβάλλοντα [ΕΚ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ
ΗΧΩΝ]. Ἔτσι ἡ φύση ἐπιδρᾶ εὐεργετικὰ στὴν εὐαισθητοποιημένη
ψυχοσύνθεσή του [ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ].
Ἀντιθέτως ἡ διασαλευμένη σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὶς φυσικὲς εἰκόνες ὡς
ἀρχέγονα σύμβολα τὸν ὁδηγεῖ στὴν παρακμὴ καὶ στὴν ἀλλοτρίωση.
[ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ].
Τρίτο καὶ τελευταῖο τὸ θέμα τὸ σχετικὸ μὲ τὴν Ὕπαρξη.
Ὁ Κωστήρης παρατηρεῖ καίρια πὼς ἰδίως σὲ στιγμὲς ὀδύνης διαφαίνεται
στὴ μεγαλοσύνη τοῦ ἀνθρώπου τὸ σπέρμα τῆς ἀναγέννησής του [ΣΕ
ΜΕΙΖΟΝΑ ΚΛΙΜΑΚΑ].
Παραδέχεται τὴν κατάτμηση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καὶ τὴν ἀποδέχεται ὡς
φυσικὴ ἀναγκαιότητα, ἀλλὰ καὶ ὡς φαινόμενο ἔξαψης τῆς ποιητικῆς
φαντασίας σὲ μιὰ ἀτέρμονη ἀναζήτηση [ΑΙΝΙΓΜΑ]. Μιλᾶ γιὰ τοὺς
μάταιους ἀγῶνες τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ τὰ μεσσιανικὰ ὁράματά του [ΕΛΠΙΔΑ ΦΩΤΟΣ], ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ πάθη του ποὺ εἶναι ὡς φαίνεται ἀέναα

8

[ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟ ΑΝΕΟΡΤΑΣΤΟ].
Τέλος συνομιλεῖ μὲ ἔργα τῶν ὁμοτέχνων του γιὰ τὴ θεωρητικὴ ἀναζήτηση
-ἐπὶ τὸ πλεῖστον μάταιη- ἀπάντησης σὲ καίρια ἐρωτήματα τοῦ βίου
[ΛΕΞΕΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ].

Μίμης Κωστήρης
Ὁ Μίμης Κωστήρης γεννήθηκε στὴν Πάτρα τὸ 1939, ὅπου καὶ
διαμένει. Διατηροῦσε μέχρι τὸ 2000 τεχνικὸ γραφεῖο ὡς τεχνολόγος
μηχανικός. Ποιήματά του ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ
καὶ ἔχουν βραβευθεῖ σὲ ποιητικοὺς διαγωνισμούς. Ἡ ποίησή του ἔχει
παρουσιαστεῖ ἀπὸ τὸ Συμπόσιο Ποίησης τῆς Πάτρας.
Διατηρεῖ διαδικτυακὴ ποιητικὴ ἰστοσελίδα στὴ διεύθυνση: http://
kostiris.blogspot.com
Βιβλία του:
«Τῆς Γῆς τὰ Οὐσιαστικά» Χαραμάδα, 2007
«Ἄγρυπνες Ὧρες» Χαραμάδα, 2009

Γιάννης Βοῦλτος
Ὁ Γιάννης Βοῦλτος γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1969.
Σπούδασε Ἀρχαιολογία στὴν ἴδια πόλη καὶ εἰδικεύτηκε στὴ
Βυζαντινὴ Τέχνη. Ἐργάζεται ὡς φιλόλογος στὴ δημόσια
ἐκπαίδευση.
Ποιήματά του ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ ἀνθολογίες, περιοδικὰ καὶ
ἰστοσελίδες τοῦ διαδικτύου καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά.
Ὁ ἴδιος ἔχει μεταφράσει ἀγγλόφωνη, γαλλόφωνη καὶ ἰταλόφωνη
ποίηση. Τὸ ποιητικό του ἔργο ἔχει παρουσιαστεῖ ἀπὸ τὸ Συμπόσιο
Ποίησης τῆς Πάτρας.
Προσωπική του ἰστοσελίδα: http://voultos.blogspot.com/
Βιβλία:
«Μυστράς», Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῶν ὑστεροβυζαντινῶν ναῶν του»,
ἐκδόσεις Ἰδιομορφή, Σπάρτη 2005.
«Παραθήκη», (Ποιήματα 1990-2007), Πάτρα 2007.
«Ἀνθρωποθυσία» (Ποιήματα), Ἐκτὸς Ἐμπορίου, Ναύπακτος
2010.