P. 1
Η Φόνισσα

Η Φόνισσα

|Views: 3|Likes:
Published by Popi Sak

More info:

Published by: Popi Sak on Nov 20, 2011
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as DOC, PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

12/19/2012

pdf

text

original

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Η Φόνισσα

Α'
Μισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, την κεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας,
το λεγόμενον «φουγοπόδαρο», η θεια-Xαδοuλα, η κοινώς Iιαννοu η 4ράγκισσα, δεν εκοιμάτο, αλλ' εθυσία¸ε τον uπνο
πλησίον εις το λίκνον της ασθενοuσης μικράς εγγονής της. Oσον διά την λε¿ώ, την μητέρα του πάσ¿οντος βρέφους, αuτη
προ ολίγου εί¿εν αποκοιμηθή επί της ¿θαμαλής, πενι¿ράς κλίνης της.
O μικρός λu¿νος, κρεμαστός, ετρεμόσβηνε κάτe του φατνώματος της εστίας. 1ρριπτε σκιάν αντί φeτός εις τα ολίγα
πενι¿ρά έπιπλα, τα οποία εφαίνοντο καθαριώτερα και κοσμιώτερα την νuκτα. Oι τρεις μισοκαυμένοι δαυλοί, και το μέγα
ορθόν κοuτσουρον της εστίας, έρριπτον πολλήν στάκτην, ολίγην ανθρακιάν και σπανίeς βρέμουσαν φλόγα, κάμνουσαν
την γραίαν να ενθυμήται μέσα εις την νuσταν της την αποuσαν μικροτέραν κόρην της, την Kρινιώ, ήτις αν ευρίσκετο
τώρα εντός του δeματίου, θα υπε¡ιθuρι¸ε με τόνον λογαοιδικόν: «Aν είναι φίλος, να ¿αρή, αν είν' ε¿θρός, να σκάση...»
H Xαδοuλα, η λεγομένη 4ράγκισσα, ή άλλeς 4ραγκογιαννοu, ήτο γυνή σ¿εδόν εçηκοντοuτις, καλοκαμeμένη, με
αδροuς ¿αρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δuο μικράς άκρας μuστακος άνe τeν ¿ειλέeν της. Eις τους λογισμοuς της,
συγκεφαλαιοuσα όλην την ¸eήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν εί¿ε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Oταν ήτο
παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Oταν υπανδρεuθη, έγινε σκλάβα του συ¸uγου της και όμeς, eς εκ του ¿αρακτήρος
της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγ¿ρόνeς και κηδεμών αυτοu· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δοuλα τeν τέκνeν της·
όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεuτρια τeν εγγόνeν της.
Tο νεογνόν εί¿ε γεννηθή προ δuο εβδομάδeν. H μητέρα του εί¿ε κάμει βαριά λε¿eσιά. 1το αuτη η κοιμeμένη επί της
κλίνης, η πρeτότοκος κόρη της 4ραγκογιαννοuς, η Aελ¿αρώ η Tρα¿ήλαινα. Eί¿αν βιασθή να το βαπτίσουν την δεκάτην
ημέραν επειδή έπασ¿ε δεινώς· εί¿ε κακόν βή¿α, κοκκίτην, συνοδευόμενον με σπασμeδικά σ¿εδόν συμπτώματα. Kαθώς
εβαπτίσθη, το νήπιον εφάνη να καλυτερεuει ολίγον, την πρώτην βραδιάν, και ο βή¿ας εκόπασεν επ' ολίγον. Eπί πολλάς
νuκτας, η 4ραγκογιαννοu δεν εί¿ε δώσει uπνον εις του οφθαλμοuς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνοuσα
πλησίον του μικροu πλάσματος, το οποίον ουδ' εφαντά¸ετο ποίους κόπους επροçένει εις τους άλλους, ουδέ πόσα βάσανα
έμελλε να υποφέρη, εάν επέ¸η, και αυτό. Kαι δεν ήτο ικανόν να αισθανθή καν την απορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη
διετuπeνε κρυφίeς μέσα της: «Oε μου, γιατί να έλθη στον κόσμο κι αυτό;»
H γραία το ενανοuρι¸ε, και θα ήτον ικανή να είπη «τα πάθη της τραγοuδια» αποπάνe από την κοuνιαν του μικροu.
Kατά τας προλαβοuσας νuκτας, πράγματι, εί¿ε «παραλογίσει» αναπολοuσα όλ' αυτά τα πάθη της εις το πε¸όν. Eις εικόνας,
εις σκηνάς και εις οράματα, της εί¿εν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανeφελής και μάταιος και βαρuς.
O πατήρ της ήτον οικονόμος και εργατικός και φρόνιμος. H μάννα της ήτον κακή, βλάσφημος και φθονερά. 1τον μία
από τας στρίγλας της επο¿ής της. 1çευρε μάγια. Tην εί¿αν κυνηγήσει δuο-τρεις φοράς οι κλέφτες, τα παλληκάρια του
Kαρατάσου και του Iάτσου και τeν άλλeν οπλαρ¿ηγών της Μακεδονίας. 1πραçαν τοuτο διά να την εκδικηθοuν, επειδή
τους εί¿ε κάμει μάγια, και δεν επήγαιναν καλά οι δουλειές τeν. Eπί τρεις μήνας εσ¿όλα¸ον εν αργία, και δεν ημπόρεσαν
να κάμουν τίποτε πλιάτσικο, οuτε από Tοuρκους, οuτε από ¿ριστιανοuς. Ouτε η Kυβέρνησις της Kορίνθου τους εί¿ε
στείλει κανέν βοήθημα.
Tην εί¿αν κυνηγήσει τον κατήφορον, από την κορυφήν τ' Aï-Oανασοu, εις το οροπέδιον του Hροφήτου Hλία, με τας
πελeρίας πλατάνους και την πλουσίαν βρuσιν, κ' εκείθεν εις το Μεροβίλι, στο πλάγι του βουνοu, ανάμεσα εις τα ορμάνια
και τους λόγγους. Aυτή εδοκίμασε να κρυφθή εις μίαν λό¿μην βαθείαν, πλην εκείνοι δεν εγελάσθησαν. O θρους τeν
φuλλeν και τeν κλάδeν, ο ίδιος τρόμος της, όστις μετέδιδε τρομώδη κίνησιν εις κλώνας και θάμνους, την επρόδeκεν.
1κουσε τότε αγρίαν φeνήν:
A¿! μeρή τσοuπα, και σ' επιάσαμε!
Aυτή ανεπήδησε τότε μέσ' από τους θάμνους, κ' έτρεçεν eς φοβισμένη τρυγών με το πτερuγισμα τeν λευκών
πλατειών ¿ειρίδeν της. Aεν ήτο πλέον ελπίς να γλυτώση. Aλλοτε, την πρώτην φοράν ότε την εί¿ον κυνηγήσει, εί¿ε
κατορθώσει να κρυφθή, κάτe εις το Hυργί, επειδή το μέρος εκείνο εί¿ε πολλά μονοπάτια. Eδώ, στο Μεροβίλι, δεν
υπήρ¿ον δρομίσκοι και λαβuρινθοι, αλλά μόνον συστάδες δένδρeν και λό¿μαι απάτητοι. H τότε νεαρά Aελ¿αρώ, η μήτηρ
της 4ραγκογιαννοuς, επήδα eς δορκάς από θάμνου εις θάμνον, ανυπόδητος, επειδή προ πολλοu εί¿ε πετάçει τας εμβάδας
της από τους πόδας, όπισθεν της, την μίαν τeν οποίeν εί¿εν αναλάβει eς λάφυρον ο εις εκ τeν διeκτών και τ' αγκάθια
ε¿ώνοντο εις τας πτέρνας της, της έσ¿ι¸ον κ' αιμάτeνον τους αστραγάλους και ταρσοuς. Tότε, εν τη απελπισία, της ήλθε
μια έμπνευσις.
Eκείθεν του λόγγου, εις το πλάγι του βουνοu, ήτον εις και μόνος καλλιεργημένος ελαιών, καλοuμενος ο Hεuκος του
Μeραîτη. O γερο-Μeραîτης, ο πάππος του κτήτορος, εί¿ε μεταναστεuσει από τον Μιστράν εις τον τόπον αυτόν, περί τα
τέλη του άλλου αιώνος κατά την επο¿ήν της Aικατερίνης και του Oρλώφ. O φημισμένος πεuκος ίστατο εις το μέσον τeν
ελαιών, eς γίγας μεταçu νάνeν. Tο ¿ιλιετές δένδρον ήτον σκαφιδιασμένον κοντά εις την ρί¸αν, κάτe, εις τον γιγαντιαίον
κορμόν, τον οποίον δεν ημποροuσαν ν' αγκαλιάσουν πέντε άνδρες. Oι βοσκοί και οι αλιείς τον εί¿αν σκαφιδιάσει, του
εί¿αν σκά¡ει την καρδίαν, του εί¿αν κοιλάνει τα έγκατα, διά να λάβeσιν εκείθεν άφθονον δάδα. Kαι με την φοβεράν
πληγήν εις τα ίνας, εις τα σπλάγ¿να του, ο πεuκος επέ¸ησεν άλλα τρία τέταρτα αιώνος, μέ¿ρι του 1871. Kατά Iοuλιον του
έτους εκείνου, μέγαν τοπικόν σεισμόν ησθάνθησαν οι κατοικοuντες, εις απόστασιν μιλίeν, κάτe εις την παραθαλασσίαν.
Tην νuκτα εκείνην κατέρρευσεν ο γίγας.
Eις το κοίλeμα εκείνο, εντός του οποίου ηδuναντο να καθίσeσιν ανέτeς δuο άνθρeποι, έτρεçε να κρυβή η τότε
νεόνυμφος Aελ¿αρώ, η μήτηρ της σημερινής 4ραγκογιαννοuς. Tο μέσον ήτο άπελπι, και σ¿εδόν παιδαριώδες. Eκεί δεν
εκρuπτετο άλλeς, ειμή κατά φαντασίαν, με παιδικόν τρόπον, όπeς παί¸ουσι τον κρυφτόν. Oι διώκται βεβαίeς θα την
έβλεπον, θ' ανεκάλυπτον το καταφuγιόν της. Μόνον εκ τeν νώτeν ήτο αόρατος, αλλ' ό¿ι κατά πρόσeπον. Aμα οι τρεις
κλέφται έφθανον πέραν του πεuκου, θα την έβλεπον eς καρφeμένην εκεί.
Oι τρεις άνδρες έτρεçαν, το επροσπέρασαν, κ' εçηκολοuθησαν να τρέ¿ουν. Oι δuο εç αυτών ουδ' εστράφησαν οπίσe
να ιδοuν. Eφαντά¸οντο ότι η «τσοuπα» έτρε¿εν εμπρός. Μόνον την τελευταίαν στιγμήν, ο τρίτος εστράφη, οπeσοuν
σκοτισμένος, προς τα οπίσe, και εκοίταçε παντοu αλλοu, ό¿ι όμeς εις τον κορμόν του πεuκου. 1βλεπε και τον πεuκον
συλλήβδην, με τ' άλλ' αντικείμενα, ¿eρίς να φαντά¸εται ότι ο κορμός του εί¿εν κοιλίαν, και ότι εντός της κοιλίας
εκρuπτετο άνθρeπος. Kαι αν εγνώρι¸ε, και αν ηγνόει το κοίλeμα του γιγαντιαίου κορμοu, εκείνην την στιγμήν δεν
επέρασεν από τον νουν του. Eκοίτα¸ε να ιδή μη ανακάλυ¡η που το ¿άσμα της γης, το οποίον θα την εί¿ε καταπίει εç
άπαντος διότι καμμία πτυ¿ή γης ορατή δεν υπήρ¿εν όπου να κρυβή τις. Aι Aρυάδες, αι νuμφαι τeν δασών, τας οποίας
αυτή ίσeς επεκαλείτο εις τας μαγείας της, την επροστάτευσαν, ετuφλeσαν τους διώκτας της, έρρι¡αν πρασινeπήν α¿λuν,
¿λοερόν σκότος, εις τους οφθαλμοuς τeν και δεν την είδον.
H νεαρά γυνή εσώθη από τους όνυ¿ας τeν. Kαι όλον τον καιρόν uστερον εçηκολοuθησε να κάμνη μάγια, μάγια
εναντίον τeν κλεφτών, και να φέρνη εις αυτοuς πολλά «κεσάτια», ώστε πουθενά πλέον δεν υπήρ¿ε πλιάτσικο εeσότου,
έδeκεν ο Oεός και ησu¿ασαν τα πράγματα, και ο Lουλτάνος Μα¿μοuτ ε¿άρισε, καθώς λέγουν, τα «Aιαβολονήσια» εις την
Eλλάδα, κ' έκτοτε έπαυσαν να είναι ασuδοτα. Tην πλιατσικολογίαν διεδέ¿θη η φορολογία, και έκτοτε όλος ο περιοuσιος
λαός εçακολουθεί να δουλεuη διά την μεγάλην κεντρικήν γαστέρα, την «ώτα ουκ έ¿ουσαν».
*
* *

H Xαδοuλα η 4ράγκισσα, αν και πολu μικρά, ήτον γεννημένη τότε, και τα ενθυμείτο όλ' αυτά, τα οποία διηγείτο
αργότερα η μάννα της. `στερον, όταν εμεγάλeσε, κ' έγινε δεκαεπτά ¿ρόνeν, και ειρήνευσαν οπeσοuν τα πράγματα, κατά
τους ¿ρόνους του Kυβερνήτου, την υπάνδρευσαν οι γονείς της, και της έδeκαν άνδρα τον Iιάννην τον 4ράγκον, εκείνον
τον οποίον η σu¸υγος του επeνόμασεν αργότερον «τον Lκοuφον» και «τον Aογαριασμόν».
Tα δuο ταuτα παραγκώμια δεν του τα εί¿ε δώσει άνευ λόγου η σu¸υγός του, η Xαδοuλα. Lκοuφον τον εί¿εν ονομάσει,
ακόμη πριν τον υπανδρευθή, όταν τον ειρeνεuετο συνήθeς, με την παρθενικήν πονηρίαν της ¿eρίς να προγνeρί¸η ότι
αυτός θα ήτον η τu¿η της και ο καλός της επειδή, αντί φεσίου, εφόρει είδος μακροu σκοuφου, τεφροκοκκίνου, με κοντήν
φοuνταν. «Aογαριασμόν» τον eνόμασεν αργότερα, αφοu τον υπανδρεuθη, επειδή συνήθι¸ε πολλάκις την φράσιν, «αυτός·
είν' ο λογαριασμός», και διότι, άλλeς, δεν ηδuνατο ορθώς να λογαριάση οuτε ποσόν δι' ολίγους παράδες, οuτε δυο
ημεροκάματα. Aν έλειπεν αυτή, θα τον εγελοuσαν καθημερινώς· ποτέ δεν θα του έδιδαν σeστόν τον κόπον του εις τα
πλοία, εις το καρινάγιο ή εις τον αρσανάν, όπου ειργά¸ετο eς μαραγκός ή eς καλαφάτης.
Eί¿εν υπάρçει επί μακρόν ¿ρόνον μαθητής και κάλφας του πατρός της, εçασκοuντος την ιδίαν τέ¿νην. Oταν τον είδεν ο
γέρeν τόσον απλοïκόν, ολιγαρκή και μετριόφρονα, τον εçετίμησε, και απεφάσισε να τον κάμη γαμβρόν. Oς προίκα τοu
έδeκε μίαν οικίαν έρημον, ετοιμόρροπον, εις το παλαιόν Kάστρον, όπου εκατοικοuσαν ένα καιρόν οι άνθρeποι, προ του
21. Tου έδeκε κ' ένα ονόματι Μποστάνι, το οποίον ευρίσκετο ακριβώς έçe του ερήμου Kάστρου, επί τινός κρημνώδους
ακτής και απεί¿ε τρεις ώρας από την σημερινήν πολί¿νην. Oμοίeς κ' «ένα πινάκι ¿eράφι», εν αγριο¿ώραφον, το οποίον
αμφεσβήτει ο γείτονας eς ιδικόν του· οι δε άλλοι γείτονες έλεγον ότι και τα δuο ¿eράφια διά τα οποία εμάλeναν οι δuο
ήσαν καταπατημένα, και ήσαν «καλογερικά», ανήκοντα εις μίαν διαλυθείσαν Μονήν. Tοιαuτην προίκα έδeκεν ο γερο-
Lταθαρός εις την θυγατέρα του. Aλλeς αuτη ήτο μονα¿οκόρη. Aιά τον εαυτόν του, την συμβίαν και τον υιόν του, εί¿ε
κρατήσει τας δuο νεοδμήτους οικίας εις την νέαν πόλιν, τα δuο αμπέλια πλησίον ταuτης, δuο ελαιώνας, και ολίγα ¿eράφια
και όσα μετρητά εί¿εν.
*
* *

1eς εδώ εί¿αν φθάσει αι αναμνήσεις της 4ραγκογιαννοuς, την νuκτα εκείνην. 1τον η ενδεκάτη εσπέρα από του τοκετοu
της κόρης της. Tο θυγάτριον εί¿εν υποτροπιάσει πάλιν, κ' έπασ¿ε δεινώς. Eί¿εν έλθει άρρeστον εις τον κόσμον. Aπό την
κοιλίαν της μητρός του, η φθορά το εί¿ε παρακολουθήσει... Tην στιγμήν εκείνην, σπασμeδικός βή¿ας ηκοuσθη, και τα
çυπνητά όνειρα, αι αναμνήσεις, διεκόπησαν. Eκινήθη επί της πενι¿ράς στρeμνής, όπου ήτο ανακεκλιμένη, έκυ¡εν επί του
παιδίου, κ' επροσπάθησε να δώση εις αυτό πρό¿ειρον βοήθειαν. Eπλησίασεν εις το φeς του λu¿νου μικράν φιάλην.
Eδοκίμασε να δώση μίαν κουταλιάν, εις τα ¿είλη του μeροu. Tο μικρόν εγεuθη το ρευστόν, και μετά μίαν στιγμήν πάλιν
το εçέρασε.
H λε¿ώνα εκινήθη επί της ¿αμηλής και στενής κλίνης. 4αίνεται ότι δεν εκοιμάτο καλά. 1το μόνον ναρκeμένη, και
εί¿ε κλειστά τα βλέφαρα. 1νοιçε τα όμματα, ανεσηκώθη δυο ή τρεις δακτuλους άνe του προσκεφάλου, και ηρώτησε:
Hώς πάει, μάννα;
Hώς να πάη!... είπεν αυστηρώς η γραία· ησu¿ασε τώρα, και συ!... Tί θα κάμη!... δεν θα βήçη;
Hώς το βλέπεις, μάννα;
Hώς να το ιδώ;... Μeρό παιδί είναι... να, που ήρθε στον κόσμο κι αυτό!... επρόσθεσε με στρυφνόν και αλλόκοτον ήθος
η γραία.
Kαι μετ' ολίγον η λε¿ώνα απεκοιμήθη ησυ¿ώτερα. H γραία μόλις έκλεισεν ολίγον τα όμματα την ώραν του όρθρου,
μετά το τρίτον λάλημα του πετεινοu. Eçuπνησεν από την φeνήν της κόρης της, της Aμέρσας, ήτις ήλθε λίαν πρeί από τον
μικρόν οικίσκον, τον γειτονικόν ανυπομονοuσα να μάθη πώς είναι η λε¿ώνα και το μeρόν, και πώς εί¿ε περάσει την
νuκτα η μάννα της.
H Aμέρσα, η δευτερότοκος, ήτον ανuπανδρη, γεροντοκόρη ήδη, αλλά προκομμένη πολu, «μορφοδοuλα», ονομαστή δε
υφάντρια· ήτον μελα¡ή, υ¡ηλή, ανδρώδης, και τα προικιά της και τα στολίδια τα κεντητά, τα οποία μόνη της εί¿ε
κατασκευάσει, ευρίσκοντο κλεισμένα από ¿ρόνeν πολλών εις μεγάλην άκομ¡ον κασσέλαν, και τα έτρeγεν ο σκόρος και
το σαράκι.
Kαλημέρα!...Hώς είστε;...Hώς περάσατε;
Eσu' σαι, Aμέρσα;... Nα, πέρασε κι αυτή η νu¿τα.
H γραία μόλις εί¿εν εçυπνήσει, κ' έτριβε τα όμματα τραυλί¸ουσα. Hκοuσθη θόρυβος εις το πλαγινόν μικρόν ¿ώρισμα.
1τον ο Nταντής ο Tρα¿ήλης, ο σu¸υγος της λε¿ώνας, όστις εκοιμάτο εκείθεν του λεπτοu çυλοτοί¿ου, παραπλεuρeς ενός
άλλους κορασίου κ' ενός παιδίου μικράς ηλικίας, και εί¿εν εçυπνήσει την στιγμήν εκείνην. Eμά¸ευε τα εργαλεία του
σκεπάρνια, πριόνια, ροκάνια, και ητοιμά¸ετο να υπάγη στον ταρσανάν, ν' αρ¿ίση το μεροκάματον.
Aκοuς, τί σαμαντά κάνει! είπεν η γραία. Aεν μπορεί να μα¸ώçη τα σιδερικά του, ¿eρίς ν' ακουστή. Oποιος τον ακοuει,
θαρρεί τί γίνεται!...
«Iuφτικο σπίτι καίεται», είπεν ειρeνικώς γελώσα η Aμέρσα.
O θόρυβος τeν εργαλείeν, τα οποία ο Nταντής, ¿eρίς να είναι ορατός, όπισθεν του çυλοτοί¿ου, έρριπτεν ανά εν μέσα
στο ¸εμπίλι του σκεπάρνια, πριόνια, τριβέλια, κτλ. εçuπνησε και την λε¿ώ, την γυναίκα του.
T' είναι, μάννα;
Tί να είναι!...O Keνσταντής ρί¿νει τα σuνεργα του μες στο ¸εμπίλι!... είπε μετά στεναγμοu η γραία.
«Kαι βιο λογαριά¸εις;»...συνεπλήρeσε την παροιμίαν η Aμέρσα.
Hκοuσθη τότε η φeνή του Keνσταντή όπισθεν του μικροu διαφράγματος.
Eυπνήσατε, πεθερά;... έλεγε· πώς περάσατε;
Hώς να περάσeμε!... «Lαν την κόττα στο μuλο...» 1λα να πιης το ρακί σου.
O Nταντής εφάνη εις την θuραν του ¿ειμερινοu θαλάμου. 1το ευρuστερνος, με ά¿αριν τον κορμόν, «αîσκιeτος», όπeς
έλεγεν η γραία πενθερά του, και σ¿εδόν σπανός. H γραία έδειçεν εις την Aμέρσαν την μικράν φιάλην με το ρακί, εις το
μικρόν ράφι άνeθεν της εστίας, και της ένευσε να βάλη στο ποτηράκι, διά να πιη ο Keνσταντής.
Aεν έ¿ει κανένα σuκο;... ηρώτησε οuτος, άμα έλαβε το ρακοπότηρον από την ¿είρα της γυναικαδέλφης του.
Hου να βρεθή τέτοιο πράμα!... είπεν η γραία Xαδοuλα. «Lαράντα στα¿τοκοuλουρα» μας ¿ρειά¸οντ' εδώ, επρόσθεσεν,
εννοοuσα την σπατάλην ήτις συνήθeς γίνεται κ' εις τα πτe¿ότερα σπίτια, εν καιρώ ενσκή¡εeς τοιοuτου «αισίου
γεγονότος», οποίον είναι και η γέννησις κόρης.
Oέλεις εσu γαμπρό με μάτια; είπεν ενθυμηθείσα άλλην παροιμίαν η γυναικαδέλφη του, η Aμέρσα.
Tουλόου σ' μην τον θέλης τον σαστικό σου να' ναι στραβός; είπε ¿eρίς να πειρα¿θή, ο Nταντής... Eβίβα! Kαλή
σαράντιση!
K' έπιεν απνευστί το μικρόν ποτήριον.
Kαλό σας βράδυ!
Eφορτώθη την ¸εμπίλαν, κ' επήγε διά τον ταρσανάν.

Β'
Tο πυρ έφθινεν εις την εστίαν, ο λu¿νος ετρεμόφεγγεν εις το μικρόν φάτνeμα, η λε¿ώνα ελαγοκοιμάτο επί της κλίνης· το
βρέφος έβη¿εν εις το λίκνον, και η γραία 4ραγκογιαννοu, όπeς και τας προλαβοuσας νuκτας, ηγρuπνει επί της στρeμνής
της.
1τον περί το πρώτον λάλημα του πετεινοu, οπότε αι αναμνήσεις έρ¿ονται εν είδει φαντασμάτeν. Aφοu την
υπάνδρευσαν, και την «εκουκοuλeσαν», και την επροίκισαν με το σπίτι το ετοιμόρροπον εις το παλαιόν ακατοίκητον
Kάστρον, και με το μποστάνι το ¿έρσον εις την αγρίαν βορεινήν εσ¿ατιάν, και με το αγριο¿ώραφον το διαφιλονικοuμενον
από τον γείτονα και από το Μοναστήρι, η νεόνυμφος μετά του συ¸uγου της εκατοίκησεν εις το σπίτι της ανδραδέλφης της
της ¿ήρας, και άνοιçε νοικοκυριό με μικρά πράγματα. Tο προικοσuμφeνόν της, eς τόσον, έγραφε λεπτομερώς ότι της
εί¿αν δώσει τόσες φορεσιές ροu¿α, τόσα υποκάμισα, τόσες προσκεφαλάδες, όπeς και δuο ¿αλκώματα, ένα τηγάνι, μίαν
πυροστιάν, κτλ. Aκόμη και μα¿αιροπίρουνα και κουτάλια ανέγραφε το προικοσuμφeνον.
H ανδραδέλφη, αμέσeς την Aευτέραν, την επιοuσαν του γάμου, τα εçήλεγçεν όλα, και εuρεν ότι έλειπον εκ τeν εν τeν
καταλόγe δuο σινδόνια, δuο μαçιλάρια, εν ¿άλκeμα, καθώς και μία πλήρης φορεσιά. Aυθημερόν δε παρήγγειλε της
πενθεράς να φέρη τα ελλείποντα. H ιδιοτελής γραία απήντησεν ότι «τα όσα έδeσε, είναι καλώς δοσμένα, και είναι
αρκετά». Tότε η ανδραδέλφη έβαλε στα λόγια τον αδελφόν της· οuτος παρεπονέθη εις την νεόνυμφον, εκείνη δε του
απήντησεν: «Aν αγροικοuσε το συφέρο του, δεν θα εδέ¿ετο να του γρά¡ουν σπίτι στο Kάστρο, όπου μόνον τα στοι¿ειά
κατοικοuν· και τι τον eφελοuν τα σινδόνια και τα ποκάμισα, αφοu δεν ήτον ικανός να πάρη σπίτι κι αμπέλι κ' ελιώνα;»
Kατά την επο¿ήν του αρραβώνος, η Xαδοuλα εί¿ε δοκιμάσει τe όντι να σφυρίçη κάτι τοιοuτον στ' αυτιά του γαμβροu.
Aν και νέα πολu ήτον, αλλά, ¿άρις εις την φuσιν κ' εις τα μαθήματα της μητρός της, τα εκοuσια και τα ακοuσια, εί¿ε γίνει
πολu πονηρή, αναλόγeς της ηλικίας της. Aλλ' η μάννα της, μυρισθείσα το πράγμα, και φοβουμένη μήπeς αυτή, η μικρή
Lτριγλίτσα, καθώς eνόμα¸ε συνήθeς την κόρην της, του σηκώση τα μυαλά του γαμβροu, ώστε να πονηρέ¡η οuτος να
¸ητή προικιά περισσότερα, εçήσκησε τυραννικήν επιτήρησιν επί της κόρης και του αρραβeνιαστικοu, μη επιτρέπουσα την
ελα¿ίστην ιδιαιτέραν συνομιλίαν μεταçu τeν δuο. Tοuτο έκαμνε, προσ¿ήματι μεν διά την σεμνότητα:
Aεν έ¿e.... να μου σκαρώση κανένα πρeιμάδι... αυτή η Lτριγλίτσα! εί¿εν ειπεί.
Bλέπετε, την μεταφοράν του ρήματος την ελάμβανεν από το επάγγελμα της συντε¿νίας. («Lκαρώνe καράβι»
ισοδυναμεί με το «ναυπηγώ ναυν»)· αλλά πράγματι το έκαμνε, διά να μη αναγκασθή να δώση μεγαλυτέραν προίκα.
Μίαν εσπέραν, την παραμονήν του αρραβώνος, ότε ο γαμβρός μετά της αδελφής του εί¿ον έλθει εις την οικίαν να
συ¸ητήσουν τα περί προικός, ενώ ο γέρeν ναυπηγός υπηγόρευε το προικοσuμφeνον εις τον Aναγνώστην τον Lυβίαν,
¡άλτην της εκκλησίας, όστις εί¿ε βγάλει το ορει¿άλκινον καλαμάρι του από την ¸ώνην, την εκ πτεροu ¿ηνός πένναν από
την μακράν θήκην του καλαμαριοu, του ομοιά¸οντος πολu με πιστόλαν, και θέσας επί τeν γονάτeν το βιβλίον του
Aποστόλου, κ' επάνe εις το βιβλίον τεμά¿ιον ¿ονδροu ¿αρτίου, εί¿ε γρά¡ει καθ' υπαγόρευσιν του γέροντος «Eις τ' όνομα
του Hατρός και του Yιοu και του Aγίου Hνεuματος... υπανδρεue την κόρην μου Xαδοuλαν με τον Ieάννην 4ράγκον, και
της δίνe πρώτον την ευ¿ήν μου...», η Xαδοuλα ίστατο αντικρu της εστίας, δίπλα εις την τέμπλαν την στήλην τουτέστι
τeν στρeμάτeν, παπλeμάτeν και προσκεφαλαίeν την σκεπαστήν με μεταçeτήν σινδόνα, και επιστρεφομένην με δuο
τεραστίας προσκεφαλάδας ακίνητος και καμαρώνουσα, κατά το φαινόμενον, όπeς η τέμπλα... αλλ' όμeς ένευε κρυφά,
ανυπομόνeς, καίτοι με μεγάλην προφuλαçιν, ένευεν εις τον αρραβeνιαστικόν, ένευεν εις την ανδραδέλφην, να μη
δε¿θώσιν eς προίκα «σπίτι στο Kάστρο» και «¿eράφι στο Lτοιβeτό», αλλά ν' απαιτήσeσι σπίτι εις την νέαν πόλιν, και
αμπέλι κ' ελαιώνα εις την περιο¿ήν της νέας πόλεeς.
Eις μάτην. Ouτε ο γαμβρός, οuτε η ανδραδέλφη είδαν τ' απηλπισμένα νεuματα. Μόνον η γραία, η μήτηρ της, ήτις, αν
και αναγκασμένη ήτο να στρέφη τα νώτα προς την κόρην, διά ν' αντιμετeπί¸η φιλοφρόνeς την συμπεθέραν και τον
γαμβρόν, εί¿ε καθίσει όμeς με τοιοuτον τρόπον, ώστε να έ¿η μόνον την μίαν πλάτην γυρισμένην προς την νέαν αίφνης,
eς να την επληροφόρησεν αόρατον πνεuμα ότι κάτι έτρε¿εν, εστράφη αποτόμeς προς την θυγατέρα της, και είδε τ'
απηγορευμένα «καμώματά» της.
Hάραυτα ετόçευσε βλέμμα φοβεράς απειλής προς αυτήν.
E! μeρή Lτριγλίτσα! υπε¡ιθuρισε μέσα της. 1ννοια σου!...κ' εγώ σε σώ¸e.
Eυθuς όμeς κατόπιν, εσκέφθη ότι δεν θα εσuμφερε να κάμη λόγον δι' αυτό το πράγμα εις την κόρην της. Aιότι
εφοβήθη μην της δώση αφορμήν να παραπονεθή εις τον πατέρα της. Kαι τότε τα πράγματα θα εγίνοντο ¿ειρότερα
βεβαίeς. O γέρeν πιθανώς θα εκάμπτετο εις τας ικεσίας και τα κλαuματα τής μονα¿οκόρης, και θα έδιδε περισσοτέραν
προίκα. Oθεν εσιώπησεν.
H Xαδοuλα εθαuμασε πώς, ενώ η μήτηρ της ολοφάνερα την εί¿εν ιδεί να κάμνη τα ρι¡οκίνδυνα εκείνα νεuματα, διά
πρώτην φοράν εις την ¸eήν της, όταν ευρέθησαν μόναι, δεν της έδeκεν οuτε νυ¿ιές, οuτε τσιμπιές, οuτε δαγκeματιές,
πράγμα το οποίον, άλλeς, συ¿νά συνήθι¸ε. Lημειeτέον ότι η προικοδοσία της οικίας εις το παλαιόν ακατοίκητον ¿eρίον
εί¿ε τοuτο το ευλογοφανές, ότι πολλαί οικίαι εσώ¸οντο ακόμα εις το Kάστρον, ότι οικογένειαί τίνες συνήθι¸ον να
διατρίβeσι το θέρος εκεί, και ότι εις την φαντασίαν τeν ανθρώπeν υπήρ¿ε προκατάλη¡ις υπέρ του «Hαλαιοu Xeριοu»,
το οποίον επονοuσαν οι γεροντότεροι, και δεν εί¿αν συνηθίσει ακόμα οuτε εις την νέαν τάçιν τeν πραγμάτeν, οuτε εις
βίον ειρηνικόν, ¿eρίς επιδρομάς κλεφτών και πειρατών και της Tουρκικής αρμάδας, και η εγκατάστασις εις την νέαν
πόλιν δεν ενομί¸ετο οριστική, αλλ' υπήρ¿ε προσδοκία ότι οι άνθρeποι θα εβιά¸οντο και πάλιν να επανέλθουν εις τα
παλαιά, τα «μαθημένα» τeν. K' ενώ όλο το Kάστρον ανεπόλουν, και το Kάστρον ελυποuντο και το ερρέμβα¸ον, και το
εί¿ον εις το στόμα, δεν έπαυον όμeς να κτί¸eσιν οικοδομάς εις τον νέον συνοικισμόν όπeς αποδει¿θή διά μυριοστήν
φοράν ότι οι άνθρeποι συνήθeς άλλα σκέπτονται και άλλα κάμνουν, και ότι μιμοuνται αλλήλους μη¿ανικώς.
Ouτe λοιπόν, μετά δuο εβδομάδας από του αρραβώνος ετελέσθη ο γάμος. Ouτeς ηθέλησεν η πενθερά. Aεν της
ήρεσκεν, eς έλεγε, να έ¿η γαμβρόν αστεφάνeτον να συ¿νά¸η στο σπίτι, αφοu εί¿ε θάρρος από πριν, eς συντε¿νίτης και
παραγυιός του ανδρός της. Kαι η ανδραδέλφη, ¿ήρα, ηλικιeμένη, με ένα παίδα έφηβον, εργα¸όμενον επίσης εις το
ναυπηγείον, και εν άλλο παιδίον κ' εν κοράσιον ανήλικα, εδέ¿θη κατ' οίκον το νέον ανδρόγυνον. Eίτα, μετά εν έτος,
εγεννήθη το πρώτον παιδίον, ο Lτάθης, και δευτέρα η Aελ¿αρώ, ακολοuθeς ο Iιαλής, κατόπιν ο Μι¿άλης, ακολοuθeς η
Aμέρσα, μετ' αυτήν ο Μητράκης, και η τελευταία η Kρινιώ. Kατά τους πρώτους ¿ρόνους εφαίνετο να βασιλεuη ειρήνη
εντός της οικίας. Eίτα, όταν ήρ¿ισαν να μεγαλώνουν τα δuο πρώτα παιδιά της νuμφης, εί¿ον δε μεγαλώσει αρκετά και τα
δuο τελευταία της ανδραδέλφης, ήρ¿ισε πόλεμος εντός του οίκου. Tότε η 4ραγκογιαννοu, ήτις με την ηλικίαν και την
πείραν του κόσμου εγένετο πολu σοφeτέρα, εί¿εν αçιeθή, eς έλεγε μετριοφρόνeς, ν' αποκτήση κι αυτή ένα σπιτάκι δικό
της, ¿άρις εις την επιδεçιότητα της και την οικονομίαν της. Tην μίαν ¿ρονιάν ημπόρεσε μόνον να κτίση τέσσαρας τοί¿ους
λασποκτίστους, μικροuς και ¿αμηλοuς και να τους στεγάση· την δευτέραν ¿ρονιάν κατώρθeσε να πετσώση κατά τα τρία
τέταρτα το σπίτι, δηλ. να κατασκευάση μικρόν πάτeμα, με διάφορα σανίδια, ανόμοια παλαιά και νέα, και, ¿eρίς να ¿άση
καιρόν, ανυπομονοuσα, πότε να «çελευθερeθή» από την τυραννίαν της ανδραδέλφης, η οποία εγήρα¸ε κ' εγίνετο
παράçενη, εκουβαλήθη, κ' επήγε να εγκατασταθή, μα¸ί με τον σu¸υγον και τα τέκνα, εις την «γeνίαν» της, εις την
«φeλιάν» της, εις την «άκρην» της. Tην ημέραν εκείνην, όπeς έλεγεν η ιδία, ησθάνθη την μεγαλυτέραν ¿αράν εις την
«¸ήσιν» της.
Oλ' αυτά τα ενθυμείτο, και οιονεί τα ανέ¸η η 4ραγκογιαννοu, κατά τας μακράς εκείνας αíπνους νuκτας του
Iανουαρίου, ενώ ο βορράς ηκοuετο εκ διαλειμμάτeν να συρί¸η έçe, πλήττeν τας κεράμους, και κάμνeν να η¿ώσι τα
παράθυρα, οπότε ηγρuπνει παρά το λίκνον της μικράς εγγονής της. 1το ήδη τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυκτα, και ο πετεινός
ελάλησε και πάλιν. Tο θυγάτριον, το οποίον μόλις εί¿εν ησυ¿άσει προ μικροu, άρ¿ισε να βή¿η εκ νέου οδυνηρώς. Eί¿εν
έλθει ασθενικόν εις τον κόσμον, και προσέτι, φαίνεται ότι εί¿ε κρυώσει την τρίτην ημέραν, εις τα «κολυμπίδια», όταν το
εί¿αν λοuσει εντός της σκάφης, και κακός βή¿ας το εί¿ε κολλήσει. H 4ραγκογιαννοu απλήστeς από ημερών παρεμόνευε
να ίδη συμπτώματα σπασμών εις το μικρόν ασθενές πλάσμα επειδή τότε ήçευρεν ότι αυτό δεν θα εσώ¸ετο πλην
ευτυ¿ώς τοιοuτον πράγμα δεν έβλεπε. «Eίναι για να βασανί¸εται και να μας βασανί¸η», εί¿εν υπο¡ιθυρίσει, ¿eρίς κανείς
να την ακοuση, μέσα της.
Tην στιγμήν ταuτην, η 4ραγκογιαννοu άνοιçε τα κλειστά αγρυπνοuντα όμματα, κ' εκοuνησε το λίκνον. Lυγ¿ρόνeς
ηθέλησε να δώση το σuνηθες ρευστόν εις το πάσ¿ον μeρόν.
Hοιος βή¿ει; ηκοuσθη μία φeνή όπισθεν του μεσοτοί¿ου.
H γραία δεν απήντησεν. 1το Lάββατον εσπέρας, και ο γαμβρός της εί¿ε πίει ένα ρακί παραπάνe, πριν δειπνήση·
ομοίeς εί¿ε πίει, μετά το δείπνον, κ' ένα μεγάλο ποτήρι από λάκυρον κρασί, διά να çεκουρασθή από τα μεροκάματα όλης
της εβδομάδος. Aοιπόν, ο Nταντής, επειδή εί¿ε πίει αρκετά, αναλόγeς, eμιλοuσε μέσα στον uπνο του, ή μάλλον
παραμιλοuσε.
Tο μeρόν δεν εδέ¿θη την ρανίδα του ρευστοu εις το στόμα, αλλά την ελάκτισε με την γλeσσίτσαν του, εν τη ορμή του
βη¿ός, όστις εί¿εν αυçήσει λίαν αλγεινώς.
Lκασμός!... είπε πάλιν ο Keνσταντής, ο πατήρ τοu βρέφους, μέσα στον uπνο του.
Kαι πλαντασμός!... προσέθηκε μετ' ειρeνείας η 4ραγκογιαννοu.
H λε¿ώνα εçαφνίσθη μέσα στον uπνο της, ακοuσα ίσeς τον βή¿α του μικροu, και άμα τον αλλόκοτον βρα¿uν
διάλογον, όστις διημείφθη μέσe του çυλοτοί¿ου μεταçu του κοιμeμένου και της αγρυπνοuσης.
T' είναι, μάννα; είπεν ανασηκeθείσα η Aελ¿αρώ. Aεν είναι καλά το παιδί;
H γραία εμειδίασε στρυφνώς εις το τρομώδες φeς του μικροu λu¿νου.
Lα σ' ακοue, δυ¿ατέρα!...
Aυτό το «σα σ' ακοue, δυ¿ατέρα» ελέ¿θη με τόνον πολu αλλόκοτον. Aλλeς δεν ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην η νεαρά
μήτηρ ήκουε τοιοuτον τι εκ μέρους της μητρός της. Eνθυμείτο ότι και άλλοτε συνέβη, η γραία μεταçu γυναικών και
γραïδίeν της γειτονιάς, να εκφράση, μετά σείσματος εκφραστικοu της κεφαλής, εις ώρας καθ' ας εγίνετο λόγος περί της
μεγάλης πληθώρας τeν νεαρών κορασίeν, περί της σπάνεeς, περί του çενιτευμοu και τeν υπέρμετρeν απαιτήσεeν τeν
γαμβρών, περί τeν βασάνeν όσα υπέφερε μία ¿ριστιανή διά να αποκαταστήση «τ' αδuνατα μέρη», τουτέστι τα θήλεα, να
εκφράση, λέγe, παραπλήσια αισθήματα. Oταν μάλιστα η μήτηρ της ήκουε περί αρρώστιας μικρών κορασίδeν εί¿εν
ακουσθή, σείουσα την κεφαλήν, να λέγη:
Lα σ' ακοue γειτόνισσα!... «Aεν είναι ¿άρος, δεν είναι βρά¿ος;» επειδή συνήθι¸ε πολu συ¿νά να εκφρά¸εται με
παροιμίας λίαν εκφραστικάς. Kαι άλλοτε πάλιν την ήκουσαν να δογματί¸η ότι ο άνθρeπος δεν συμφέρει να κάμνη πολλά
κορίτσια, και ότι το καλuτερον είναι να μη πανδρεuεται κανείς. H δε συνήθeς ευ¿ή της προς τα μικρά κοράσια ήτο «να μη
σώσουν!... Nα μην πάνε παραπάνe!»
Kαι άλλοτε προέβη επί τοσοuτον ώστε να είπε:
Tι να σας πe!... 1τσι του 'ρ¿εται τ' ανθρώπου, την ώρα που γεννιώνται, να τα καρυδοπνίγη!...
Nαι μεν το είπεν, αλλά βεβαίeς δεν θα ήτο ικανή να το κάμη ποτέ... Kαι η ιδία δεν το επίστευε.

Γ'
Ouτe εί¿ον διαρρεuσει πολλαί νuκτες από του τοκετοu της Aελ¿αρώς της Tρα¿ήλαινας. Aφοu το μικρόν εβαπτίσθη, και
eνομάσθη Xαδοuλα, με τ' όνομα της μάμμης του το οποίον έκαμεν εκείνην να μορφά¸η σείουσα την κεφαλήν, και να
¡ιθυρί¸η «μην τu¿η και ¿αθή τ' όνομα!» πάλιν η γραία ηγρuπνει, αν και το μeρόν εφαίνετο να είναι οπeσοuν καλuτερα.
Aλλeς η αγρυπνία ήτο εν τη φuσει και τη ιδιοσυγκρασία της 4ραγκογιαννοuς, ήτις εσκέπτετο ¿ίλια πράγματα, και εί¿εν
τον uπνον δuσκολον. Oι λογισμοί και αι αναμνήσεις της, αμαυραί εικόνες του παρελθόντος, ήρ¿οντο αλλεπάλληλοι eς
κuματα μέσα εις τον νουν της, προ τeν οφθαλμών της ¡υ¿ής της.
Eί¿ε καρπογονήσει, λοιπόν, η Xαδοuλα τόσα τέκνα, και εί¿ε κτίσει μικρόν οσπίτιον διά να κατοικήση. Oταν ηuçανεν η
οικογένεια, τόσον ηuçανον και τα «φαρμάκια». Nαι, από τας ιδίας οικονομίας της εί¿εν αποκτήσει την μικράν οικίαν η
Iιαννοu, και ό¿ι από τα περισσεuματα του συ¸uγου της. O μάστρο-Iιάννης ο Lκοuφος, ή ο «Aογαριασμός», δεν ήçευρε,
πράγματι, να λογαριάση καλά οuτε πόσα μεροκάματα εί¿ε δουλέ¡ει, οuτε πόσα κάνουν τέσσαρα ή πέντε ή εç μεροκάματα
της εβδομάδος προς μίαν και 75 ή μίαν και 80 διότι τόσα έπαιρνεν eς τρίτης τάçεeς μαραγκός. Oταν ενίοτε, eς
καλαφάτης, επληρώνετο προς 2.35 ή 2.40, πάλιν δεν ήçευρε να τα λογαριάση.
Μόνον του ήρεσκε να τα πίνη, σ¿εδόν όλα, την Kυριακήν. Hλην ευτυ¿ώς η σu¸υγος του εί¿ε λάβη τα μέτρα της, κ'
έπαιρνεν αυτή τα λεπτά στα ¿έρια της το Lάββατον το βράδυ. 1 τα εισέπραττε κατ' ευθείαν από τον πρeτομάστορην, ό¿ι
άνευ έριδος και δυσκολίας επειδή ο πρeτομάστορης δεν ήθελε να της τα δώση προτιμών να τα εγ¿ειρίση εις τον
μάστρο-Iιάννην τον ίδιον, από τον οποίον μάλιστα εκράτει, καθώς και απ' όλους τους άλλους, δέκα ή δεκαπέντε λεπτά eς
έκτακτα ποσοστά, λέγeν «έ¿e κορίτσια, βρε αδερφέ, έ¿e κορίτσια!». Aλλ' η 4ραγκογιαννοu που να γελασθή! Aυτή του
έδιδε την μόνην λογικήν και την μόνην πρέπουσαν απάντησιν: «Eσu μονά¿α έ¿εις κορίτσια μάστορη; O άλλος κόσμος δεν
έ¿ουν;»
1, αν δεν κατώρθeνε να τα λάβη η ιδία από τον αρ¿ιναυπηγόν, η Iιαννοu τα ήρπα¸ε, «Lα ¿eρατά, σαν αλήθεια», από
τας ¿είρας του συ¸uγου της, αφοu εφρόντι¸ε πρώτον να τον «καλοκαρδίση» και να τον φέρη εις την κατάλληλον
¡υ¿ολογικήν θέσιν. 1, τέλος, τον άφηνε να κοιμηθή μισο¸αλισμένος, και τα έκλεπτεν από τα φορέματα του, την νuκτα
του Lαββάτου. Μόνον, την Kυριακήν πρeί, του έδιδε διά «¿αρτ¸ιλίκι» 40 ή πενήντα λεπτά.
Aοιπόν εί¿ε κτίσει τον οικίσκον από τας οικονομίας της, αλλά ποία ήτο η πρώτη βάσις του μικροu εκείνου κεφαλαίου;
Tην ώραν ταuτην, κατά την νuκτα της αγρυπνίας, διά πρώτην φοράν το εçeμολογείτο καθ' εαυτήν. Hοτέ δεν το εί¿ε ειπή
οuτε εις τον πνευματικόν της, εις τον οποίον άλλeς πολu μικρά πράγματα έλεγεν· ακριβώς εκείνα μόνον τα συνήθη
αμαρτήματα, όσα εκείνος ήçευρε προτοu να τα είπη αυτή· δηλαδή κακολογίαν, θυμοuς, γυναικείας κατάρας και τα
τοιαuτα. Hοτέ δεν το εί¿εν ομολογήσει εις την μητέραν της, εφ' όσον έ¸η εκείνη ήτις άλλeς ήτο η μόνη που το υπώπτευε
και το ήçευρε ¿eρίς να της τα είπη αυτή. Nαι, είναι αληθές, ότι εμελέτα και εί¿εν απόφασιν να της τα είπη κατά τας
τελευταίας στιγμάς της. Hλην δυστυ¿ώς η γραία, πριν αποθάνη, συνέβη να βeβαθή και να κeφαθή και να μείνη
αναίσθητη «σαν πράμα», όπeς περιέγραφε την κατάστασιν ταuτην η κόρη της, κ' έτσι δεν εδόθη ευκαιρία να της
ομολογήση το πταίσμα της.
Aκόμη ολιγώτερον, δεν το είπε ποτέ εις τον πατέρα της, οuτε εις τον σu¸υγον της. Iδοu ποίον ήτο το μυστικόν τοuτο.
Hρο του γάμου της η Xαδοuλα εί¿εν αρ¿ίσει να κλέπτη απ' ολίγα ολίγα εκ τeν ¿ρημάτeν του πατρός της, απ' ολίγους
παράδες, από μισόν γρόσι. Tόσον ολίγα, ώστε σ¿εδόν δεν το ησθάνθη οuτε το υπώπτευσεν εκείνος. Μόνον δuο φοράς
εί¿εν εννοήσει ο ίδιος ότι εί¿ε κάμει εσφαλμένον τον λογαριασμόν του μικροu θησαυροu του. Tον θησαυρόν τοuτον
απέθετεν εις μίαν κρuπτην, την οποίαν προ πολλοu εί¿εν ανακαλu¡ει η γραία, μετά ¿ρόνον δε ανεκάλυ¡ε και η κόρη.
Tότε προς καιρόν, η Xαδοuλα διέκο¡ε τας κλοπάς, διά να μη δώση λαβήν μεγαλυτέρας υπονοίας εις τον πατέρα της.
Aργότερα, πάλιν εçανάρ¿ισε να κλέπτη περισσότερα, αλλά δεν «έπιανε ¿αρτeσιά» εμπρός εις τας κλοπάς της μητρός της.
Auτη εί¿ε κλέ¡ει πολλά, αλλά με τέ¿νη και μέθοδον. 1κλεπτε τα περισσότερα από τας άλλας επι¿ειρήσεις, εις τας
οποίας εί¿ε κατά μέγα μέρος την δια¿είρισιν, καθώς από πώλησιν ελαίου και οίνου, προïόντeν τeν κτημάτeν της
οικογενείας, και ολίγα, σ¿εδόν όσα και η κόρη τους, από τα μεροκάματα του γέρου. Μετά ¿ρόνους, όταν άνοιçαν οι
δουλειές, κι ο γερο-Lτάθης έγινε μικροαρ¿ιναυπηγός εσκάρeνε βάρκες και καîκια μονα¿ός του, βοηθοuμενος από τον
υιόν και από τον παραγυιόν του, εις το προαuλιον της οικίας τότε η γραία ημπόρεσε να κλέ¡η αρκετά και από τα κέρδη
της ναυπηγικής τέ¿νης.
Tελευταίον, ολίγους μήνας προ του γάμου της, η Xαδοuλα εί¿ε κατορθώσει ν' ανακαλu¡η την κρuπτην όπου εί¿ε το
κομπόδεμα η μητέρα της. Eις μίαν οπήν του κατeγείου, ανάμεσα εις τα πιθάρια τα μισογεμάτα και τα βαρέλια τ' αδειανά,
ευρίσκετο μία πλατεία και μακρά λeρίς μαuρης μανδήλας, όπου η γραία εί¿ε δεμένα «σαν σκυλιά» εκατόν εβδομήντα
τόσα αργυρά τάλληρα, άλλα κολeνάτα, άλλα ρηγίνες, και άλλα τουρκικά, όλα κλεμμένα από τα κέρδη του γέρου και τα
προïόντα τeν κτημάτeν. H κόρη με φαιδράν έκπληçιν, και με συγκίνησιν τρομώδη, εμέτρησε τα τάλληρα, τα
σκυλοδεμένα, και είτα τα έβαλε πάλιν εις την οπήν τeν, ¿eρίς να τολμήση να τα πειράçη.
Aλλά την παραμονήν του γάμου, το βράδυ, την ώραν που ενu¿τeνεν όταν είδε την επιμονήν τeν γονέeν της, να μη
θέλουν να της δώσουν αρκετήν προίκα, και είδε την απονιάν της μητρός της παραφυλάçασα την ώραν οπότε η γραία
εçήλθε προς στιγμήν από την οικίαν δι' εν θέλημα, κατέβη με παλμόν καρδίας κρυφά στο κατώγι· έ¡αçε και ανεuρε το
κομπόδεμα, το σκυλοδεμένο, και το έλυσεν. Aυτήν την φοράν της εφάνησαν eσάν ολίγα. Kαιρόν δεν εί¿ε να τα μετρήση.
1σeς η γραία να εί¿εν αφαιρέσει μερικά εκ τeν ταλλήρeν, και εί¿ε κάμει ¿ρήσιν δι' αγνώστους σκοποuς. Tης ήλθεν η ιδέα
να πάρη το κομπόδεμα όλον, αυτοuσιον μα¸ί με την λeρίδα της παλαιάς μανδήλας της μητρός της, αλλ' εφοβήθη· έλαβε
μόνον οκτώ ή εννέα τάλληρα, καταρ¿άς τόσα, όσα εφαντά¸ετο ότι η απουσία τeν δεν θα επέφερε μεγάλην διαφοράν εις
τον όγκον και δεν θα ήτο αμέσeς επαισθητή, είτα έκαμε να το δέση· ακολοuθeς πάλιν το ήνοιçε, έλαβεν άλλα πέντε ή εç,
το όλον δεκαπέντε. Kατόπιν πάλιν, ενώ το έδενε, εκ νέου έκαμε κίνημα να το λuση, με σκοπόν να πάρη άλλα δuο ή τρία
ακόμη. Aίφνης τότε ήκουσε το βήμα της μητρός της έçe. Bιαστικά έδεσε το κομπόδεμα, και το έβαλεν εις την θέσιν του.
Oλίγας ημέρας μετά τον γάμον, η γραία ανεκάλυ¡ε την κλοπήν. Aλλά δεν ηθέλησε να είπη τίποτε εις την κόρην της.
1μεινεν ευ¿αριστημένη διότι εκείνη δεν τα επήρεν όλα. «Lτραβeμάρα εί¿εν!» είπε μεταçu τeν οδόντeν της.
Tο ποσόν εκείνο, το οποίον η Xαδοuλα εί¿ε κλέ¡ει κατά καιροuς από τους γονείς της, ανερ¿όμενον περίπου εις
τετρακόσια γρόσια, το νόμισμα της επο¿ής εκείνης, έκρυπτεν επί τόσα έτη επιμελώς. Aλλά διά να κτίση την οικίαν, το
ηuçησε με την ικανότητά της. 1το βεβαίeς εργατική και επιδεçία. Oσον της επέτρεπον αι μέριμναι της ανατροφής τόσeν
αλλεπαλλήλeν τέκνeν, εçενοδοuλευε. Hλην, εις τους μικροuς τόπους «δεν υπάρ¿ουσιν ειδικοί, αλλά πολυτε¿νίται» και
όπeς ένας μπακάλης κeμοπόλεeς είναι συγ¿ρόνeς και έμπορος ¡ιλικών, και φαρμακοπώλης, αλλά και τοκογλuφος, οuτe
και μία καλή υφάντρια, οποία ήτο η 4ραγκογιαννοu, ουδέν εκώλυε να κάμνη συγ¿ρόνeς και την μαμμήν ή την
¡ευδογιάτρισσαν, και άλλα επαγγέλματα ακόμη να εçασκή, ήρκει να είναι επιτηδεία. Kαι η 4ραγκογιαννοu ήτο
επιτηδειοτάτη μεταçu όλeν τeν γυναικών.
1διδε βότανα, έκαμνε κηραλοιφάς, εçετέλει εντριβάς, εθεράπευε την βασκανίαν, παρεσκεuα¸ε φάρμακα διά τας
πασ¿οuσας, διά τας ¿λeρeτικάς και αναιμικάς κόρας, διά τας εγκuους και τας λε¿οuς, και τας εκ μητρικών αλγηδόνeν
πασ¿οuσας. Με το καλάθιον υπό τον αγκώνα της αριστεράς ¿ειρός, ακολουθοuμενη από τα δuο τελευταία τέκνα της, τον
Aημητράκην, οκτώ ετών, και την Kρινιώ, εçαέτιδα, εçήρ¿ετο εις τους αγροuς, ανέβαινεν εις τα όρη, διέτρε¿ε φάραγγας,
κοιλάδας και ρεuματα, έ¡α¿νε να εuρη τα βότανα, όσα αυτή εγνώρι¸ε την αγριοκρομμuδα, την δρακοντιά, το τρίμερο
και άλλ' ακόμη τα έκοπτεν ή τα εçερρί¸eνεν, εγέμι¸ε το καλάθιον της, κ' επέστρεφε το βράδυ εις την οικίαν.
Με αυτά τα βότανα κατεσκεuα¸ε διάφορα μαντ¸οuνια, τα οποία εσuσταινεν eς αλάνθαστα ιατρικά κατά τeν ¿ρονίeν
πόνeν, του στήθους, της κοιλίας, τeν εντέρeν, κτλ. Tη βοηθεία όλeν αυτών τeν μέσeν, ολίγα κερδί¸ουσα, αλλ'
οικονόμος, κατώρθeσε, με τον καιρόν, να κτίση την μικράν φeλέαν της. Aλλ' οι νεοσσοί εί¿αν αρ¿ίσει να çεπετοuν ήδη,
να φεuγουν εις τα çένα!
Kατά την επο¿ήν εκείνην, ο πρώτος υιός της, εικοσαετής ήδη, ο Lταθαρός, εί¿ε çενιτευθή εις την Aμερικήν, αφοu δε
έστειλεν εν ή δuο γράμματα, εσιώπησε, και έκτοτε δεν εί¿ε δώσει σημείον ¸eής. Μετά τρία έτη, ο δεuτερος υιός της, ο
Iιαλής, εί¿ε μεγαλώσει κι αυτός, κ' εμβαρκαρίσθη.
Kαι οι δuο, εις τα μικρά τeν ¿ρόνια, εί¿ον δοκιμάσει την τέ¿νην του πατρός τeν, αλλ' οuτε ο εις οuτε ο άλλος
επρόκο¡αν πολu, ουδέ ηρκέσθησαν εις αυτήν. O Iιαλής, eς φιλόστοργος υιός και αδελφός, έγρα¡ε προς την μητέρα του
εκ Μασσαλίας, όπου εί¿εν υπάγει μ' ένα πατριώτικον καράβι, ότι απεφάσισε κι αυτός να υπάγη στην Aμερικήν, να ιδή τι
γίνεται ο μεγάλος αδερφός του ίσeς τον ανακαλu¡ει κάπου. Aλλά παρήλθον καιροί και ¿ρόνοι έκτοτε και οuτε ο εις οuτε
ο άλλος ηκοuσθησαν πλέον.
Tότε έλαβεν αφορμήν η μητέρα τeν να ενθυμηθή ένα παραμuθι του λαοu εκ τeν αστειοτέρeν, εν e γίνεται λόγος περί
στρώματος από μέλι, εις το οποίον εκόλλησαν διαδο¿ικώς και ο πρώτος αποσταλείς υιός της Iριάς, διά να συλλέçη και
φέρη εκείθεν το μέλι, και ο δεuτερος υιός, όστις εί¿ε σταλή διά να çεκολλήση τον πρώτον, και ο τρίτος, όστις εστάλη διά
να φέρη οπίσe και τους δuο, και ο Iέρος, όστις επήγε να ιδή τί γίνονται οι υιοί του· τέλος, αυτή η Iριά, η οποία εις το
uστερον απεφάσισε να υπάγη να ιδή, μακρόθεν όμeς διότι, eς γριά, εί¿ε τόσην πονηρίαν τί έγιναν ο Iέρος και τα
παιδιά και δεν εγuρισαν οπίσe από το «θέλημα», εις το οποίον τους εί¿ε στείλει, μόλις αυτή εγλuτeσε και δεν εκόλλησε.
Tότε στραφείσα προς τους τέσσαρας, κολλημένους τους είπεν: «A! αυτό σας μέλει; Eμένα δεν με μέλει!»
Eν τe μεταçu, ενώ ο Lταθαρός κι ο Iιαλής εί¿αν çενιτευθή εις την Aμερικήν, και εί¿αν φάγει λeτόν, ή εί¿αν πίει την
Aήθην, η Aελ¿αρώ, η πρώτη κόρη, πρeτότοκος μετά τους çενιτευμένους αδελφοuς της, εμεγάλeνεν, ολονέν εμεγάλeνε.
K' η Aμέρσα, σ¿εδόν τέσσαρα έτη μικροτέρα της αδελφής της, εμεγάλeνε κι αυτή εναμίλλeς με την Aελ¿αρώ, κι «έρι¿νε
μπόι»· εγίνετο ανδρώδης, μελα¡ή και ¸eηρά, κ' οι γειτόνισσες την eνόμα¸ον «το σερνικοθήλυκο». K' εκείνη η μικρά, το
Kρινάκι, ήτις δεν εί¿ε φευ! του κρίνου το ¿ρώμα, αν και φυσικά ισ¿νή, εδείκνυεν ήδη συμπτώματα αναπτuçεeς.
Hώς μεγαλώνουν, Oεέ μου! εσκέπτετο η 4ραγκογιαννοu. Hοίος κήπος, ποίον λιβάδι, ποία άνοιçις παράγει αυτό το
φυτόν! Kαι πώς βλαστάνει και θάλλει και φυλλομανεί και φουντώνει! Kαι όλοι αυτοί οι βλαστοί, όλα τα νεόφυτα, θα
γίνουν μίαν ημέραν πρασιαί, λό¿μαι, κήποι; Kαι οuτe θα εçακολουθή; Kαι πάσα οικογένεια εις την γειτονιάν, και εις την
συνοικίαν και εις την πόλιν εί¿αν από δuο έeς τρία κοράσια. Μερικαί εί¿ον τέσσαρα, άλλαι πέντε. Μία μητέρα εί¿εν εç
θυγατέρας ¿eρίς κανέναν υιόν, άλλη μία εί¿εν επτά κ' έναν υιόν, ο οποίος εφαίνετο προeρισμένος να φανή ά¿ρηστος.
Aοιπόν όλοι αυτοί οι γονείς, όλα τα ανδρόγυνα, όλαι αι ¿ήραι, ανάγκη πάσα και ¿ρέος απαραίτητον, να υπανδρεuσουν
όλας αυτάς τας κόρας και τας πέντε, και τας εç, και τας επτά! Kαι να δώσουν εις όλας προίκα. Hάσα πτe¿ή οικογένεια,
πάσα μήτηρ ¿ήρα, με δuο στρέμματα αγροuς, μ' ένα πενι¿ρόν οικίσκον, ταλαιπeρουμένη, çενοδουλεuουσα είτε
κολλήγισα άλλeν ευπορeτέρeν οικογενειών εις τα κτήματα, εις τας συκάς και τας μορέας συλλέγουσα φuλλα,
παράγουσα ολίγην μέταçαν ή τρέφουσα δuο ή τρεις αίγας ή αμνάδας γινομένη κακή με όλους τους γείτονας,
πληρώνουσα πρόστιμα διά μικράς ¸ημίας φορολογουμένη ασπλάγ¿νeς, τρώγουσα κρίθινον άρτον ποτισμένον με ιδρώτα
αλμυρόν ώφειλεν εç άπαντος «ν' αποκαταστήση» όλα τα θήλεα ταuτα, και να δώση πέντε, εç, ή επτά προίκας! O Oεέ
μου!
Kαι οποίας προίκας, κατά τα νησιeτικά έθιμα. «Lπίτι στα Kοτρώνια, αμπέλι στην Aμμουδιά, έλιeνα στο Aε¿οuνι,
¿eράφι στο Lτροφλιά». Aλλά κατά τους τελευταίους ¿ρόνους, περί τα μέσα του αιώνος, εί¿ε κολλήσει και άλλη ¡ώρα. Tο
«μέτρημα», εκείνο το οποίον εις Keνσταντινοuπολιν eνομά¸ετο «τρά¿eμα», συνήθειαν την οποίαν, αν δεν απατώμαι,
εί¿εν αφορίσει η Μεγάλη Eκκλησία. Oφειλεν έκαστος να δώση και μετρητήν προίκα. Aισ¿ιλίας, ¿ιλίας, πεντακοσίας,
αδιάφορον. Aλλeς, ας εί¿ε τας κόρας του να τας καμαρώνη. Aς τας έβα¸ε στο ράφι. Aς τα έκλειε στο δουλάπι. Aς τας
έστελνε στο Μουσείον.

Δ'
1eς εδώ εί¿ον φθάσει αι αναμνήσεις και οι λογισμοί της αγρυπνοuσης γραίας. Eλάλησε το δεuτερον ο πετεινός. Oα εί¿αν
περάσει δuο μετά τα μεσάνυ¿τα. Iανουάριος ο μην. Xρόνος η νuκτα. Bορράς εφuσα. H φeτιά εις την εστίαν έσβηνε. H
4ραγκογιαννοu ησθάνθη ρίγος εις την ρά¿ιν, και παγeμένους τους πόδας της. 1θελε να σηκeθή να φέρη ολίγα çuλα έçe
από τον πρόδομον, διά να τα ρί¡η εις την εστίαν, να çανά¡η το πυρ. Aλλ' ηργοπόρει· και ησθάνετο μικράν νάρκην, ίσeς
το πρώτον σuμπτeμα του εισβάλλοντος uπνου.
Tην στιγμήν εκείνην, τόσον παράeρα, ενώ εί¿ε κλειστά τα όμματα, εκροuσθη παραδόçeς η θuρα. H γραία εçαφνίσθη.
Aεν ήθελε να φeνάçη «ποιός είναι», διά να μην εçυπνήση την λε¿ώ, αλλ' απετίναçε την νάρκην της, διακοπείσαν ήδη
αποτόμeς διά του κρότου της θuρας τον οποίον εί¿εν ακοuσει, εσηκώθη σιγά, εçήλθε του θαλάμου. Hριν φθάση εις την
έçe θuραν, ήκουσε διακριτικήν, ¡ίθυρον φeνήν:
Μάννα!
Aνεγνώρισε την φeνήν της Aμέρσας. 1το η δευτερότοκος κόρης της.
Tί έπαθες, αρή;... Tί σου ήρθε, τέτοια ώρα;
Kαι ήνοιçε την θuραν.
Μάννα, επανέλαβε μετ' ασθμαινοuσης φeνής η Aμέρσα. Tί κάνει το κορίτσι;... μην πέθανε;
O¿ι...κοιμάται· τώρα ησu¿ασε, είπεν η γραία. Hώς σου ήρθε;
Eίδα στον uπνο μου πeς πέθανε, είπε με πάλλουσαν ακόμη φeνήν η υ¡ηλή γεροντοκόρη.
Aμμ' σαν εί¿ε πεθάνει, τά¿α τί; είπε κυνικώς η γραία...K' εσηκώθης... κ' ήρθες να ιδής;
H οικία της Iιαννοuς, όπου αuτη συνήθeς εκατοίκει μετά τeν δuο αγάμeν θυγατέρeν της καθότι προσeρινώς τώρα
διενυκτέρευε πλησίον της λε¿οuς έκειτο ολίγας δεκάδας βημάτeν βορεινότερα, παρέκει. Aυτή η οικία της Aελ¿αρώς εί¿ε
δοθή προικώα εις ταuτην, ήτο δε αυτή η παλαιά οικία, η κτισθείσα από τας οικονομίας της Xαδοuλας, και από τον πρώτον
πυρήνα τον οποίον εί¿ε σ¿ηματίσει από το κομπόδεμα τeν αειμνήστeν γονέeν της. `στερον, ολίγα έτη μετά τον γάμον
της Aελ¿αρώς, εί¿ε κατορθώσει η μήτηρ της ν' αποκτήση και δευτέραν φeλέαν, μικροτέραν και αθλιεστέραν της πρώτης,
εις την αυτήν συνοικίαν. Auο ή τρεις οικίαι ε¿ώρι¸ον την δευτέραν από της πρώτης.
Aπό εκείνην λοιπόν την νεόκτιστον οικίαν εί¿εν έλθει τόσον παράeρα η Aμέρσα, ήτις δεν εφοβείτο τα στοι¿ειά την
νuκτα, ήτο δε τολμηρά και αποφασιστική κόρη.
K' εσηκώθης;... κ' ήρθες να ιδής;
Eαφνίστηκα μες τον uπνο μου, μαννοuλα. Eίδα πeς πέθανε το κορίτσι, και πeς εσu εί¿ες ένα μαuρο σημάδι στο ¿έρι
σου.
Μαuρο σημάδι;...
1θελες, τά¿α, να σαβανώσης το κορίτσι. Kαι την ώρα που το σαβάνeνες, μαuρισε το ¿έρι σου... και πeς έβαλες, τά¿α,
το ¿έρι σου στη φeτιά, για να çεμαυρίση.
Μπα! αλαφροîσκιeτη! είπεν η γραία Xαδοuλα... K' έκαμες κουτουράδα, κ' ήρθες, τέτοιαν ώρα...
Aεν μποροuσα να ησυ¿άσe, μάννα.
Kαι δεν σ' ένοιeσε το Kρινιώ, που έφυγες;
O¿ι· κοιμάται.
Kι αν çυπνήση, κ' ιδή να λείπης από κοντά της, πώς θα της φανή;... Aε θα βάλη τις φeνές;... Oα τρελαθή, το κορίτσι!
Aι δuο αδελφαί εκοιμώντο τe όντι μόναι εις την μικράν οικίαν. H Aμέρσα ήτο άφοβος, κ' ενέπνεε πεποίθησιν, eς να
ήτο ανήρ. O πατήρ τeν εί¿εν αποθάνει προ πολλοu, οι δε επι¸ώντες υιοί διαρκώς έλειπον εις τα çένα.
Hάe πίσe, μάννα, είπεν η Aμέρσα... Aλήθεια, δεν εσυλλογίστηκα πeς μπορεί να çυπνήση το Kρινιώ, αυτήν την ώρα,
να τρομάçη, που θα λείπe.
Μποροuσες να μείνης κ' εδώ, είπεν η μητέρα· μόνο, μη çυπνήση άçαφνα το Kρινιώ, και πάρη φόβο.
H Aμέρσα εκοντοστάθη προς στιγμήν.
Μάννα, είπε, θέλεις να καθίσe εγώ 'δe, να πας εσu στο σπίτι;... για να çεκουραστής, να ησυ¿άσης.
O¿ι, είπεν, αφοu εσκέφθη προς στιγμήν η γραία. Tώρα, κ' η νu¿τα αυτή πέρασε. Auριο βράδυ, πηγαίνe εγώ στο σπίτι,
και κάθεσαι συ εδώ. Μόνο, τώρα πήγαινε. Kαλό çημέρeμα!
Oλος ο διάλογος εγίνετο εις μικρόν, στενόν πρόδομον, κατέμπροσθεν του θαλαμίσκου, όπου ηκοuοντο η¿ηροί και
πολu¿ορδοι οι ρογ¿αλισμοί του Keνσταντή. H Aμέρσα, ήτις εί¿εν έλθει çυπόλητη, μ' ελαφρότατον ά¡οφον βήμα, εçήλθε,
και η μήτηρ της εκλείδeσεν έσeθεν την θuραν.
H Aμέρσα έφυγε τρέ¿ουσα. Aυτή να φοβηθή τα στοι¿ειά, ήτις δεν εί¿ε φοβηθή τον αδερφόν της τον Μήτρον, τον
κοινώς καλοuμενον Μώρον ή Μοuρον ή Μοuτρον τον σκιάν εκείνον, τον τρίτον υιόν της μητρός της, τον οποίον η
τεκοuσα eνόμα¸ε συνήθeς «το σκυλί τ' Aγαρηνό!» τον κατά τρία έτη μεγαλuτερον αδελφόν της, όστις την εί¿ε
μα¿αιρώσει ήδη άπαç αλλ' αυτή τον εί¿ε σώσει, μη θέλουσα να τον παραδώση εις την εçουσίαν και θα την εμα¿αίρeνε
βεβαίeς και δευτέραν φοράν, εάν έμενεν έκτοτε ελεuθερος. Eυτυ¿ώς, εί¿εν αλλοu εçασκήσει τας φονικάς ορμάς του, εν
τe μεταçu, και εί¿ε κλεισθή εγκαίρeς εις τας βενετικάς ειρκτάς του παλαιοu φρουρίου, εις την Xαλκίδα.
Iδοu πώς συνέβη το πράγμα. O Μeρός ή Μοuρος ήτο φuσει ορμητικός και παράφορος, αν και εί¿ε πολu δεçιόν,
θηλυκόν νουν, όπeς έλεγεν η μάννα του νουν ο οποίος εγέννα. Hαιδιόθεν ήτο ικανός μόνος του, να πλάττη,
αυτοδίδακτος, πολλά eραία μικρά πράγματα· καραβάκια, προσeπίδας, αγαλμάτια, κοuκλες και άλλα ακόμη. 1το σκιάς
της γειτονιάς, ο σημαιοφόρος όλeν τeν μαγκών, και εί¿εν εις τους ορισμοuς του όλους τους αγυιόπαιδας, όλα τα
çυπόλυτα του δρόμου. Eί¿ε συνηθίσει ενeρίς την μέθην και την ασeτίαν, εçετέλει θορυβώδεις παιδιάς, διαδηλώσεις,
παιδικάς ο¿λαγeγίας, μα¸ί με τους μικροuς φίλους του· επροκάλει καυγάδες εις τον δρόμον, επετροβόλει όσους συνήντα
γέροντας και γραίας, όσους πτe¿οuς και αδυνάτους. Aεν άφηνε σ¿εδόν κανένα άνθρeπον απείρακτον.
Eί¿ε κλέ¡ει με το μάτι, από έναν διαβατικόν μα¿αιροποιόν, την τέ¿νην του. Eπροσπάθει ατελώς να κατασκευά¸η
μα¿αίρια. Eί¿ε μέγαν τρο¿όν εις την αυλήν, την σκεπαστήν από το μέγα ¿αγιάτι, και το κατώγι της οικίας σ¿εδόν το εί¿ε
μεταβάλει εις εργοστάσιον κ' ετρό¿ι¸εν όλα τα μα¿αίρια και τους çυραφάδες τeν αγυιοπαίδeν, και όταν δεν εί¿εν άλλα
να τρο¿ίση, ετρό¿ι¸ε το ιδικόν του. Eφιλοτιμείτο να το κάμη δίκοπον, αν και εç αρ¿ής δεν ήτον οuτe σ¿εδιασμένον.
Hροσέτι εδοκίμα¸ε να κατασκευά¸η κουμποuρες, πιστόλια, μικρά κανονάκια, και άλλα φονικά όργανα. Oλα τα λεπτά,
όσα εκέρδι¸εν από τις κοuκλες, τ' αγαλμάτια και τας προσeπίδας, και δεν τα έπινε, τα ηγόρα¸ε πυρίτιδα. Kαι ο ίδιος εί¿ε
δοκιμάσει να κατασκευά¸η εν τοιοuτον προïόν. Tας ημέρας του Hάσ¿α, και δuο εβδομάδας ακόμη ο¡ιμώτερα, ήτο φόβος
και τρόμος να τολμήση τις να περάση από την γειτονιάν, εις την οποίαν εβασίλευε διά του τρόμου ο Μοuτρος. Oι
πιστολισμοί έπιπτον αδιάλειπτοι.
Μίαν Kυριακήν, ο Μοuρος μεθυσμένος εί¿ε κάμει παραπολλάς αταçίας εις τον δρόμον. Auο ¿eροφuλακες ακοuσαντες
τα παράπονα πολλών ανθρώπeν, τον εκυνήγησαν διά να τον πιάσουν, και τον πάρουν «μέσα» ή «στην κα¸άρμα». Aλλ' ο
Μώρος, λίαν ευκίνητος, τους έφυγεν, εγuρισε και τους εμυκτήρισε μακρόθεν, και πάλιν τραπείς εις φυγήν, εκρuβη εις
μέρος απρόσιτον εις το μέσα μέρος του υπόστεγου ταρσανά ενός ναυπηγοu, εçαδέλφου του. Eίτα, επειδή οι δuο άνδρες
παρήτησαν την καταδίeçιν, ανέλαβε θάρρος κ' εçήλθεν εις τον δρόμον.
Tην ημέραν εκείνην, ο Μώρος, επειδή δεν εί¿ε çεμεθuσει ακόμα, κατήντησε να κυνηγήση εις τον δρόμον και την ιδίαν
μητέρα του, απειλών να την σφάçη. Hαρεπονείτο ότι η γραία τοu εί¿ε κλέ¡ει λεπτά από την τσέπην. Tην έφθασεν εις την
αυλήν της οικίας, όπου έτρε¿εν αuτη διά να κρυφθή, την άρπαçεν από τα μαλλιά, και την έσυρεν επί του εδάφους της
οδοu, εις διάστημα πενήντα βημάτeν.
Aυτή εί¿ε βάλει τας φeνάς, κ' εçήλθον οι γείτονες. 1τον ώρα εσπερινοu, μικρόν προ της δuσεeς του ηλίου. Eις τας
φeνάς τeν γειτόνeν, έφθασαν οι δuο ¿eροφuλακες, οίτινες από πριν κατε¸ήτουν τον Μοuρον, και μόνον κατά το
φαινόμενον εί¿ον παραιτήσει το κυνήγημα εç εναντίας μάλιστα ήσαν λίαν εçeργισμένοι εναντίον του ταραçίου. O
Μοuρος, άμα τους είδεν, άφησεν την μητέρα του κ' ετράπη εις φυγήν. 1τρεçε να κρυφθή εις την οικίαν, εç ανάγκης,
επειδή ευρέθη «στα στενά», και δεν έβλεπεν άλλο άσυλον πλέον μακρυσμένον αλλ' ασφαλέστερον.
H γραία, άμα εσηκώθη, καταμeλeπισμένη, πλήρης κονιορτοu, είδε τους ¿eροφuλακας, κι άρ¿ισε να τους ικετεuη.
Aφήστε τον, παιδιά! Hαλαβός είναι, δεν είναι τίποτε. Μην τόνε σκοτώνετε, παιδιά, με το καμτσί!
Tοuτο είπε διότι είδε τον έναν ¿eροφuλακα εçηγριeμένον, κρατοuντα εις την ¿είραν φοβερόν μαστίγιον. Oι δuο
άνδρες δεν έδeκαν προσο¿ήν εις τας ικεσίας της, αλλ' εçηκολοuθησαν να τρέ¿ουν προς καταδίeçιν του Μώρου.
Hαρεβίασαν το άσυλον, το κατώγι της οικίας, όπου εί¿ε το εργοστάσιόν του ο Μώρος. Eκεί εί¿ε τρέçει διά να κρυφθή, και
μόλις επρόφθασε να μανδαλώση την θuραν. Aλλ' η σανίς ήτο υπόσαθρος, κακώς προσαρμο¸ομένη, και ο Μώρος δεν εί¿εν
αγαπήσει τας ειρηνικάς τέ¿νας διά να φροντίση να την διόρθeση. Eκείνοι έσπασαν τον μικρόν σuρτην και εισήλθον.
O Μοuρος τα¿uς eς αίλουρος ανερρι¿ήθη εις την κλαβανήν, εις το πάτeμα. H κλαβανή ήτο σιμά εις τον βόρειον
τοί¿ον, ο δε βόρειος τοί¿ος ήτο εν μέρει θεμελιeμένος εις τον βρά¿ον, ο βρά¿ος εçεί¿ε, και παρεί¿ε πάτημα εις τους πόδας
του Μώρου τους γοργοuς, και αλλάς εσο¿άς επί του τοί¿ου εί¿ε σκά¡ει ο ίδιος κατά καιροuς, διά μόνeν τeν ποδών του.
Eπειδή φαίνεται ότι συνήθι¸ε πολu συ¿νά το είδος τοuτο της γυμναστικής.
H σανίς της καταρρακτής ήτο κλειστή. O Μeρός την ήνοιçε με ένα κτuπον της κεφαλής του και με μίαν προσπάθειαν
του αριστεροu του βρα¿ίονος. Eίτα eς ο κολυμβητής, ο αναδυόμενος εκ του κuματος, επήδησεν επάνe εις το πάτeμα,
έκλεισε μετά κρότου την κλαβανήν, κ' εφάνη ότι έθεσεν εν βάρος, ίσeς μικράν τινά κασσέλαν, επί της σανίδας.
Oι δuο ¿eροφuλακες, εν οργή και με πολλάς βλασφημίας, ήρ¿ισαν να ¡ά¿νουν εις το ισόγειον. Kατέσ¿ον όσα
μα¿αίρια και κουμποuρια εuρον εκεί, όπeς και τον τρο¿όν, και δuο αλλάς μικράς ακόνας και ητοιμά¸οντο να εçέλθουν
ίσeς διά να φuγουν, ίσeς και διά ν' ανέλθουν επάνe εις την οικίαν.
O Μοuτρος ή Μοuρτος, επάνe στο πάτeμα, ήτον πλήρης οργής, μεθueν ακόμη, και αφρισμένος. Eφuσα από μανίαν
και λuσσαν. Eκεί επάνe ευρέθη μόνη η αδελφή του η Aμέρσα, παιδίσκη δεκαεπτά ετών τότε, ήτις ετρόμαçεν άμα τον είδε
ν' αναρρι¿άται εις την κλαβανήν με τοιοuτον αλλόκοτον τρόπον. Eί¿εν ακοuσει κάτe τα βήματα και τας βλασφημίας τeν
δuο ¿eροφυλάκeν. 1κυ¡εν εις μικράν σ¿ισμάδα, μεταçu δuο σανίδeν του κακώς ηρμοσμένου πατώματος, ή εις ένα
ρό¸ον μιας σανίδος, ¿άσκοντα, κενόν, και είδε κάτe τους δuο ανθρώπους της εçουσίας, εις το φeς το εισδuον διά της
θuρας του κατeγείου, την οποίαν εί¿ον ανοίçει εκείνοι.
Μeρή! σ' έφαγα... τώρα θα πιe το αίμα σου! έκραçεν ο Μοuτρος, μη έ¿eν που αλλοu να çεθυμάνη και απειλών άνευ
αιτίας την αδελφήν του.
Lιώπα!...σιώπα! ε¡ιθuρησεν η Aμέρσα. He πe, Oεέ μου! Aυο «τα¿τικοί»! κάτe στο κατώι... ¡ά¿νουν... ¡ά¿νουν... Tί
γυρεuουν;
1βλεπε τους δuο ¿eροφuλακας ν' αποκομί¸ουν τα μικρά, άçεστα όπλα, τα έργα του αδελφοu της, eς και τον τρο¿όν
και τας ακόνας. Eίτα αίφνης τους είδε να κuπτουν προς την γeνίαν, όπου ίστατο ο υφαντικός ιστός την μητρός της, και
είδε τον έναν ¿eροφuλακα να λαμβάνη εις τας ¿είρας του την σαîτταν ή κερκίδα, ήτις θα του εφάνη ίσeς και αυτή eς
όπλον αφοu μάλιστα καλείται και σαîττα. O άλλος εδοκίμασε ν' αποσπάση από τον εργαλείον το αντίον, το μέγα
κυλινδροειδές çuλον, περί το οποίον τυλίγεται το νεοíφαντον πανίον· ίσeς δεν εί¿εν ιδεί παρόμοιον πράγμα εις την ¸eήν
του, κ' εφαντά¸ετο ότι και αυτό ίσeς θα ήτο καλόν διά να ¿ρησιμεuση eς όπλον.
H Aμέρσα, ιδοuσα αφήκε κραυγήν πεπνιγμένην. Hθέλησε να φeνάçη ν' αφήσουν το αντί και την σαγίττα, αλλ' ο ή¿ος
εçέπνευσεν εις το στόμα της.
Lκάσε, μeρή! έγρυçεν ο Μοuρτος. Tί λογιά¸εις; Tί γλέπεις και γελάς;
O Μοuρτος, εν τη μέθη του, εί¿εν εκλάβει eς γέλeτα την άναρθρον εκείνην κραυγήν της αδελφής του.
Μετ' ολίγα λεπτά, οι δuο ¿eροφuλακες, αφοu έρρι¡αν τελευταίον βλέμμα προς την κλαβανήν την οποίαν εί¿ον ιδεί
να κλείεται ακριβώς καθ' ην στιγμήν εισήρ¿οντο εις το ισόγειον εçήλθον. H Aμέρσα ανεσηκώθη. Tης εφάνη ότι ήκουσε
τριγμόν εις το κάτe σκαλοπάτι της εçeτερικής σκάλας, ήτις ήτο çυλίνη, σκεπαστή υπό το ευρu¿eρον ¿αγιάτι, το
υπόστεγον. 1τρεçε προς την θuραν.
Eφαντάσθη ότι οι δuο «τα¿τικοί», όπeς τους eνόμα¸εν, ανέβαινον την σκάλαν, και ίσeς θα παρεβία¸ον και την θuραν
της οικίας. 1κυ¡εν εις την κλειδότρυπαν, κ' επροσπάθει να ίδη κ' εννοήση τα συμβαίνοντα διά της μικράς οπής, επειδή το
μόνον παράθυρον της προσό¡εeς ήτο κλεισμένον, και δεν εί¿εν άλλο μέσον διά να ίδη.
O Μοuρος βλέπeν την Aμέρσα να τρέ¿η προς την θuραν, εφαντάσθη, εν τeν παραλογισμώ της μέθης του, ότι η
αδελφή του ήθελε ν' ανοίçη την θuραν και τον παραδώση εις τους ¿eροφuλακας. Tότε, τυφλός εκ μανίας, έσυρεν όπισθεν,
από τα νώτα της οσφuος του, τρο¿ισμένην μά¿αιραν την οποίαν εί¿ε, και ορμήσας εκτuπησε την αδελφήν του εις το
πλευρόν όπισθεν, κατά την δεçιάν μασ¿άλην.
Aισθανθείσα τον ¡υ¿ρόν σίδηρον, η Aμέρσα αφήκε σπαρακτικήν κραυγήν.
Oι δuο ¿eροφuλακες δεν εί¿ον ακόμη απομακρυνθή, αλλ' εί¿αν κοντοσταθή έçe της θuρας του ισογείου, eς να
εσυμβουλεuοντο τί να κάμουν. 1κουσαν την κραυγήν εκείνην του τρόμου, εκοίταçαν επάνe, κ' έτρεçαν.
Tότε ανέβησαν μετά κρότου την σκάλαν κ' έφθασαν εις το ¿αγιάτι. 1σεισαν βιαίeς την θuραν.
Eν ονόματι του Nόμου! Aνοίçατε!
Tην στιγμήν εκείνην ήλθεν εις τον ένα τeν ¿eροφυλάκeν η υπόνοια ότι ο ένο¿ος θα ηδuνατο ίσeς να δραπετεuση διά
της καταρρακτής και του ισογείου. Lτραφείς εις τον δεuτερον ¿eροφuλακα του λέγει.
1¿ε το νου σου, συ! Μη μας το στρί¡η από κατ' απ' το κατα¿υτό, απ' την καταρρή¿eση!...K' uστερις ποu να τον
¿αλεuουμε;
Tί κρένεις; είπεν ο δεuτερος, μη εννοήσας αμέσeς.
Aυτό που σου κρένe! επέμενεν ο πρώτος... Kάμε κείνο που σε ¿ουιά¸ουνε!
O δεuτερος ¿eροφuλαç, καίτοι νeθρός ολίγον, έτρεçε κάτe όσον τα¿uτερα ημπόρεσε, διά να κλείση την θuραν του
ισογείου, ή διά να παραμονεuση. Aλλ' ήτον ήδη αργά. O Μοuρος εν τe μεταçu εί¿ε ανοίçει την κλαβανήν, αποσuρας την
μικράν κασσέλαν την οποίαν εί¿ε βάλει επάνe της, και εί¿ε πηδήσει κάτe. 1τον υπέρ τα δuο μέτρα το u¡ος, αλλ' ο
Μοuρος ήτον ελαφρός, ευκίνητος, κάτe δε το έδαφος ήτο στρeμένον με πελεκοuδια και πριονίδια, κ' έφθασε κάτe όρθιος
και αβλαβής.
Tρέ¿eν eς άνεμος, ανέτρε¡ε τον ¿eροφuλακα, όστις έπεσε βαρuς έμπροσθεν της εçeτερικής σκάλας, κ' έφυγεν, ο
Μοuρτος, eς αστραπή. 1τρεçεν επάνe εις τα Kοτρώνια, εις την κατοικίαν τeν γλαυκών. 1το βρα¿ώδης λόφος υ¡οuμενος
υπεράνe, εκ τeν νώτeν της οικίας, όπου ήçευρεν όλα τα «κατατόπια» ο Μοuρτος. Ouτε κατώρθeσέ τις ποτέ, ¿eροφuλαç
ή άλλος να τον συλλάβη.
Tην ώραν που εί¿ε πηδήσει ο Μοuτρος από την καταρράκτην, παραδόçeς εί¿εν ενθυμηθή ίσeς διότι εί¿ε çεμεθuσει
ήδη από τα συμβάντα, ή εί¿ε «çεμουστώσει» όπeς θα έλεγεν ο ίδιος εί¿εν ενθυμηθή, λέγe, ότι αφοu εμα¿αίρeσε την
αδελφήν του, η μά¿αιρα τοu έπεσε από την ¿είρα, και έκειτο εις το πάτeμα. Tοuτο συνέβη ίσeς διότι του εί¿ον έλθει
τu¡εις και φόβος, την στιγμήν εκείνην διό και επιπολής μόνον εί¿ε θίçει με την λεπίδα την σάρκα της αδελφής του.
Kαθώς του ήλθεν η ιδέα να φuγη, κ' έτρεçε ν' ανοίçη την κλαβανήν, επειδή ενόησε πλέον ότι οι ¿eροφuλακες
ανέβαινον εις το πάτeμα, μη έ¿eν καιρόν να επανέλθη προς το μέρος της θuρας, διά να κu¡η και να αναλάβη την
μά¿αιραν, έτοιμος να πηδήση κάτe, εφώναçε προς την αδελφήν του:
Tο «¿αμπέρ'», μeρή!... Kοίταçε να κρu¡ης εκείνο το «¿αμπέρι»!
Tην έκφρασιν ταuτην επροτίμησε, διά να μη ακοuσουν οι ¿eροφuλακες το ομοιοτέλευτον «μα¿αίρι». Kατά την
φοβεράν στιγμήν, πταίστης και ένο¿ος, επεκαλείτο την φιλοστοργίαν της αδελφής του για να τον σώση, καθότι εί¿ε
πεποίθησιν εις αυτήν. H μά¿αιρα θα ήτο αιματeμένη, και θα έβλεπον το αίμα οι διώκται. Kαι συνιστών την απόκρυ¡ιν
του οργάνου, ήλπι¸ε την απόκρυ¡ιν του εγκλήματος.
Te όντι η Aμέρσα, ενώ το αίμα έρρεεν ήδη εκ της πληγής της, βλέπουσα ότι εç άπαντος θα παρεβιά¸ετο η θuρα, εκ
παλαιάς λεπτής σανίδος, μ' εσκeριασμένους σuρτας και μάνδαλα, σ¿εδόν λιποθυμοuσα ήδη, έκυ¡ε και ανέλαβε την
μά¿αιραν. Eίτα εσuρθη μέ¿ρι της γeνίας όπου ήτο μικρά τέμπλα, ήτοι σeρός εκ διπλeμένeν σινδόνeν, προσκέφαλeν και
στρeμνών.
1κρυ¡ε την αιματeμένην μά¿αιραν κάτeθεν όλου αυτοu του σeροu τeν οθονίeν, ετυλί¿θη αυτή με παλαιόν,
εμβαλeμένον, αλλά καθαρόν πάπλeμα, κ' εκάθισεν απάνe εις τον ¿αμηλόν σeρόν, όστις εβυθίσθη ακόμη ¿αμηλότερα.
1φερε την αριστεράν ¿είρα εις την μασ¿άλην της, κ' επροσπάθει να σταματήση το αίμα. Hαραδόçeς δεν εί¿ε δειλιάσει
όταν εί¿εν ιδεί το αίμα, αν και πρώτην φοράν της συνέβαινε το πάθημα. Tο όλον της εφαίνετο eς όνειρον. Μόνον έσφιγγε
τους οδόντας και ηπόρει πώς δεν ησθάνετο ακόμη πόνον. Aλλά μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, ησθάνθη οçείαν αλγηδόνα.
Tην ιδίαν στιγμήν, η θuρα εβυθίσθη προς τα έσe. O εις ¿eροφuλαç εισεπήδησε μετά κρότου εις το πάτeμα.
H Aμέρσα δεν ανεσήκeσε την κεφαλήν, έκυπτε, και ήτο τυλιγμένη έeς την μuτην εις το πάπλeμα.
Hοu είν' αυτός, ο σκιάς; έκραçεν απειλητικώς ο ¿eροφuλαç.
H Aμέρσα δεν απήντησεν.
O στρατιeτικός, όστις δεν εί¿εν αντιληφθή οuτε την φυγήν του Μοuρου, οuτε την ανατροπήν και πτώσιν του ιδίου
συστρατιώτου του, ίσeς διότι η στιγμή εκείνη συνέπεσεν ακριβώς με την παραβίασιν της θuρας, και ο εις κρότος έπνιγε
και εβώβαινε τον άλλον, εçήτασεν όλον τον πρόδομον όπου ευρίσκετο η Aμέρσα, είτα μετέβη δρομαίeς εις τον
¿ειμερινόν θάλαμον, είτα εις τον θαλαμίσκον. Kανένα δεν εuρε. Μόνον η κλαβανή ήτον ανοικτή.
Μετά μίαν στιγμήν, ανήρ¿ετο και ο δεuτερος ομόσκηνός του.
Tο 'στρι¡ε;
Tόδeκε απ' την καταρρή¿eση, ¿άμου...
Kαι τον ε¿οuιαçες;... Aεν τον επρόκαμες;
1φαγα κατραπακιά!... A! μα φευγάλα... Eφτά μίλια την ώρα!...
A¿! έκαμεν ο πρώτος ¿eροφuλαç, κάμπτeν τον λι¿ανόν της δεçιάς ¿ειρός, και φέρeν αυτόν εις το στόμα, eς διά να
τον δαγκάση, μετά σείσματος βιαίου της κεφαλής. Μας πρέπει για να μας τα çηλώσουνε!
O δεuτερος ¿eροφuλαç, θέλeν να κάμη τον αυστηρόν, απέτεινε τον λόγον προς την κόρην:
Iια ποu το 'βαλε ο αδερφός σου, μeρή; της είπεν.
H Aμέρσα δεν απήντησε. Hλην μέσα της με ακουσίαν ειρeνείαν ίσeς θα ε¡ιθuρισε με όλον τον δεινόν πόνον και την
αγeνίαν ην ησθάνετο: «Eσu çέρεις».
Tί κάθεσαι αυτοu, κορίτσι μου; είπεν ο ημερώτερος ο πρώτος ¿eροφuλαç. Μη σ' ε¿τuπησε, τίποτα;
H Aμέρσα ανένευσε.
T' εί¿ε και σ' ε¿άλευε;... Iuρευε να σε μα¿αιρώση;
Iιατί φώναçες; προσέθηκεν ο δεuτερος.
H Aμέρσα απήντησεν εις την ερώτησιν του πρώτου ¿eροφuλακος:
O¿ι!
Aλήθεια, μη σ' εμα¿αίρeσε; επέμενεν ο άνθρeπος.
H Aμέρσα με φυσικήν επιφώνησιν, είπεν:
O αδελφός μου, θελά με μα¿αιρώση!
Iιατί κάθεσ' αυτοu, τί έ¿εις; Eίσαι άρρeστη;
1¿e θέρμη!
H Aμέρσα δεν εί¿εν συλλογιστή ότι το πάτeμα, ή και η ¡άθα, θα εί¿αν ίσeς κηλιδeθή με αίμα. 1δη εί¿ε δuσει ο
ήλιος, και ήτο αμφιλuκη εντός της οικίας. Eκτός τοuτου το μέρος όπου εί¿ε πέσει η αιματeμένη μά¿αιρα, ευρίσκετο την
στιγμήν ταuτην εις την σκιάν, όπισθεν της μονοφuλλου θuρας, ανοικτής κατά τα δuο τρίτα, και φθανοuσης μέ¿ρι του
τοί¿ου, ώστε οι δuο άνδρες δεν είδον τας κηλίδας τας ερυθράς.
Iιατί εί¿ες βάλει μια φeνή; επέμενεν ο πρώτος ¿eροφuλαç.
Eί¿α πόνον και ¸άλη, είπεν η Aμέρσα.
Kαι την ιδίαν στιγμήν, eς διά να επικυρeθή ο λόγος της, της ήλθε πράγματι λιποθυμία. 1καμεν e¿! σφίγγουσα τους
οδόντας κ' έκυ¡ε κάτe. Oι δuο άνθρeποι της εçουσίας, συγκινηθέντες, εκοιτά¿θησαν, και ο πρώτος είπε:
Μα, ποu είν' η μάννα της;
Oς υπακοuουσα εις την πρόσκλησιν ταuτην, έφθασε τρέ¿ουσα η 4ραγκογιαννοu.
Nα εκείν' η γριά, που την τράβηç' απ' τα μαλλιά ο γυιός της, μες στο σοκάκι! είπεν ο δεuτερος ¿eροφuλαç.
Eίτε προσέθηκε:
Aεν μ' κρένεις, γερόντισσα, ποu είν' ο γυιόκας σου;
H 4ραγκογιαννοu δεν απήντησε κ' έτρεçε πλησίον της Aμέρσας. 1το επιτηδεία ιάτρισσα, και ήτο ικανή να περιποιηθή
την κόρην της.
*
* *

Oλα ταuτα ήρ¿οντο συ¿νά εις την μνήμην της Aμέρσας, κ' επανήλθον ακόμη και κατά τας μακράς ώρας της νυκτός, τας
εσπερινάς και ορθρίας, οπότε αuτη έ¿ανε τον uπνον της εις τον οικίσκον, πλησίον της κοιμeμένης Kρινιώς, της μικράς
αδελφής, ενώ η μήτηρ τeν αποuσα κατά τας αυτάς ώρας ηγρuπνει επί νuκτας τώρα, εις τον θάλαμον της λε¿οuς, εις την
οικίαν της άλλης, της μεγάλης κόρης της, και όταν επέστρε¡εν εις τον οικίσκον μετά την νυκτερινήν έçοδον, την οποίαν
εί¿εν επι¿ειρήσει, eς «αλαφροîσκιeτη» που ήτον, κατ' ακολουθίαν του ονείρου εκείνου, είδεν εις το αμυδρόν φeς της
κανδήλας, της καιοuσης εμπρός εις την μικράν παλαιάν και μαυρισμένην εικόνα της Hαναγίας, είδεν ότι η μικρά αδελφή
της, το Kρινιώ, εκοιμάτο ακόμη, και δεν εφαίνετο να εί¿ε σεισθή από την θέσιν της. Μόνον, άμα εισήλθεν η Aμέρσα, η
Kρινιώ, eς να ήκουσε τον μικρόν θρουν αμυδρώς μέσα εις τον uπνον της, εκινήθη ήρεμα, εστέναçε, κ' εγuρισεν από το
άλλο πλευρόν, ¿eρίς άλλeς να εçυπνήση.
Aλαφροîσκιeτη! τe όντι. H λέçις την οποίαν εί¿ε προφέρει αρτίeς η μήτηρ της, της επανήλθε πράγματι εις τον νουν,
την ώραν καθ' ην, με το τρίτον λάλημα του πετεινοu, επέστρε¡εν εις την οικίαν, πλησίον της κοιμeμένης μικράς αδελφής
της. Aλλ' ήτο άρα αυτή πράγματι «αλαφροîσκιeτη»; Aυτή της οποίας τα όνειρα, αι πλάναι και αι παρακροuσεις πολλάκις
συνέβη να σημαίνeσιν, ή να δηλώσι τι ή ν' αφήνeσι παράδοçον εντuπeσιν. Kαι αυτά τα ¡εuματά της, όσα έλεγε, εγίνοντο
ακοuσιαι αλήθειαι δι' αυτήν. Oπeς, φέρ' ειπείν, όταν, μετά το μα¿αίρeμα το οποίον εί¿εν υποστή από τον αδελφόν της,
απαντώσα εις τας εταστικάς ερeτήσεις του ¿eροφuλακος, έλεγεν: «Eί¿α πόνο και ¸άλη!» Kαι συγ¿ρόνeς άμα τe λόγe
αυτώ, της ήρ¿ετο αληθής λιποθυμία, eσεί ανeτέρα τις, δαιμονία θέλησις να ήθελε να καλu¡η το ¡εuδος της.
H Aμέρσα, κατεκλίθη εκ νέου πλησίον της αδελφής της και δεν εκοιμήθη. Aι αναμνήσεις εçηκολοuθουν να της
έρ¿eνται, ραγδαία, καίτοι ολιγώτερον τυραννικαί και μελανόπτεροι ή όσον εις την μητέρα της. Kαι κατά τας μακράς
εκείνας ώρας δεν έπαυσε ν' αναλογί¸εται καθ' εαυτήν την τu¿ην του αδελφοu της, του Μοuρου, όστις ευρίσκετο, τώρα εις
το δεσμeτήριον της Xαλκίδος.

Ε'
Aμα απήλθεν η Aμέρσα, η 4ραγκογιαννοu, ¸αρeμένη πλησίον της γeνίας, μεταçu της εστίας και του λίκνου, έ¿ασεν εκ
νέου τον uπνον της, και ήρ¿ισε να συνε¿ί¸η τους πικροuς και πόρρe πλανeμένους διαλογισμοuς της. Oταν λοιπόν
εçενιτεuθησαν εις την Aμερικήν οι δuο μεγαλuτεροι υιοί, και η Aελ¿αρώ εμεγάλeσεν, ανάγκη ήτο αυτή η μήτηρ να
φροντίση διά την αποκατάστασιν της κόρης, καθότι ο γέρeν, ο «Aογαριασμός», δεν διέπρεπεν επί δραστηριότητι. Aοιπόν
ηçεuρει όλος ο κόσμος τι σημαίνει μία μήτηρ να είναι συγ¿ρόνeς και πατήρ διά τας κόρας της, και να μην είναι
τουλά¿ιστον μήτε ¿ήρα. Oφείλει η ιδία και να υπανδρεuση και να προικίση και προçενήτρια και πανδρολόγισσα να γίνη.
Oς ανήρ οφείλει να δώση οικίαν, άμπελον, αγρόν, ελαιώνα, να δανεισθή μετρητά, να τρέçη εις του συμβολαιογράφου, να
υποθήκευση. Oς γυνή, πρέπει να κατασκευάση ή να προμηθευθή «προίκα», τουτέστι παράφερνα, ήτοι σινδόνας, ¿ιτώνια
κεντητά, μεταçeτάς εσθήτας με ¿ρυσοíφαντα ποδογuρια. Oς προçενήτρια πρέπει ν' ανι¿νεuση γαμβρόν, να τον κυνηγήση,
να τον αλιεuση, να τον ¸eγρήση. Kαι οποίον γαμβρόν!
1να eσάν τον Keνσταντήν, όστις ερρογ¿άλι¸ε τώρα, πέραν του μεσοτοί¿ου, εις τον πλαγινόν θαλαμίσκον, άνθρeπον
σπανόν, «αîσκιeτον», άγαρμπον. Kαι ο τοιοuτος να έ¿η «καπρίτσια», απαιτήσεις, πείσματα· σήμερον να ¸ητή τοuτο και
αuριον εκείνο· την μίαν ημέραν να ¸ητή τόσα, την άλλην περισσότερα και συ¿νά «να τον βά¸ουν στα λόγια» άλλοι
ιδιοτελείς ή φθονεροί, ν' ακοuη εντεuθεν κ' εκείθεν διαβολάς, ραδιουργίας, «μαναφοuκια» και να μη θέλη «να ταιριασθή».
Kαι να εγκαθίσταται μετά τον αρραβώνα στης πενθεράς το σπίτι, και να «σκαρώνη» έçαφνα «πρeιμάδι». Kι όλον τον
καιρόν «κόττα-πίττα».
Kι αυτόν τον γαμβρόν, με μυρίους κόπους, με ανεκδιήγητα βάσανα, μόλις, μετά πολuν καιρόν, να τον πείθη τις να
στεφανeθή επί τέλους. K' η νuφη να καμαρώνη, φέρουσα στολισμόν πολυτελή, καρπόν πολλής νηστείας και οικονομίας,
κ' η νuφη να μην έ¿η πλέον μέση, διά ν' αναδεικνuεται το πάλαι λιγυρόν ανάστημά της.
Kαι τρεις μήνας μετά τον γάμον να γεννά κόρην μετά τρία ακόμη έτη έναν υιόν μετά δuο έτη πάλιν κόρην αυτήν
την νεογέννητον, ¿άριν της οποίας ηγρuπνει τώρα τόσας νuκτας η γηραιά μάμμη.
Kαι δι' όλ' αυτά τα θυγάτρια να μέλλη να υποφέρη η μήτηρ τeν τόσα κι άλλα τόσα κι άλλα τόσα, από όσα έ¿ει
υποφέρει η μάννα της δι' αυτήν.
1μεινεν η καημένη, η ανδροκόρη, η Aμέρσα, ανuπανδρη (ας έ¿η την ευ¿ήν της). Eίδε την γλuκα. Te όντι, φρόνιμη
νέα. Tί θ' απήλαυεν από τα βάσανα του κόσμου; Kαι οuτ' ε¸ήλευε καν! Tί να ¸ηλέ¡η; 1βλεπε την μεγάλην αδελφήν της
και την ελυπείτο την εκαίετο.
Oσον διά την μικράν, την Kρινιώ, άμποτε κι αυτήν ο Oεός να την φeτίση! Oπeς και αν έ¿η, η μάννα της δεν έ¿ει
σκοπόν δεν βαστά πλέον, δεν αντέ¿ει να υποφέρη διά να την υπανδρεuση και το πολλοστημόριον όσeν διά την
μεγάλην αδελφήν της υπέφερε. Aλλά σας ερeτώ, έπρεπε πράγματι να γεννώνται τόσα κοράσια; Kαι αν γεννώνται, αçί¸ει
τον κόπον ν' ανατρέφeνται; «Aεν είναι», έλεγεν η 4ραγκογιαννοu, «δεν είναι ¿άρος, δεν είναι βρά¿ος;» Kαλuτερα «να μη
σώνουν να πάνε παραπάνe». «Lα σ' ακοue γειτόνισσα!»
Μεγάλην και ιεράν ανακοuφισιν ησθάνετο η πολυπαθής γυνή, όταν συνέβαινε, μετά της μικράς πομπής του ιερέeς,
προπορευομένου του Lταυροu, ν' ακολουθή βαστά¸ουσα εις τας ¿είρας της η ιδία, eς φιλεuσπλαγ¿νος και συμπονετική
οποu ήτον, το εν είδει λίκνου μικρόν φέρετρον. Hροέπεμπε το θυγάτριον μιας γειτόνισσας, ή μακρινής συγγενοuς, μέ¿ρι
του τάφου. Aεν ημποροuσε να καταλαμβάνη τι εμορμuρι¸εν ο ιερεuς μασών τας λέçεις με τους οδόντας του. «Oυδέν εστι
πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστι μητρός αθλιώτερον... Hολλάκις γαρ του μνήματος έμπροσθεν τους μαστοuς
συγκροτοuσι και λέγουσιν· O υιέ μου και τέκνον γλυκuτατον, ουκ ακοuεις μητρός σου τι φθέγγεται; Iδοu και η γαστήρ η
βαστάσασά σε. 1να τι ου λαλείς eς ελάλεις ημίν. Aλληλοuια!» Kαι πάλιν. «O τέκνον, τίς ποτέ μη θρηνήσει βλέπeν σου το
εμφανές, πρόσeπον ευμάραντον, το πριν eς ρόδον τερπνόν!»
Aλλά μεγάλeς ευφραίνετο όταν η μικρά πομπή, μετά δέκα λεπτών της ώρας δρόμον έφθανεν εις τα «Μνημοuρια».
Oραία εçο¿ή, παντοτινή άνοιçις, θάλλουσα βλάστη, αγριολοuλουδα, εμuρι¸ε κήπος. Iδοu ο περίβολος τeν νεκρών! O! ο
Hαράδεισος, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη, ήνοιγε τας πuλας διά να δε¿θή το μικρόν άκακον πλάσμα, το οποίον ηυτu¿ησε να
λuτρeση τους γονείς του από τόσα βάσανα. Xαρήτε, αγγελοuδια, που πετάτε γuρe-τριγuρe με τα φτερά σας τα
¿ρυσόλευκα, και σεις, ¡υ¿αί τeν Aγίeν, υποδε¿θήτε το!
Oταν επέστρεφεν εις την νεκρώσιμον οικίαν η γραία Xαδοuλα, διά να παρευρεθή την εσπέραν εις την παρηγορίαν,
παρηγορίαν καμμίαν δεν εuρισκε να είπη, μόνον ήτο ¿αρeπή όλη κ' εμακάρι¸εν το αθώον βρέφος και τους γονείς του. Kαι
η λuπη ήτο ¿αρά, και η θανή ήτο ¸eή, και όλα ήσαν άλλα εç άλλeν.
A! ιδοu... Kανέν πράγμα δεν είναι ακριβώς ό,τι φαίνεται, αλλά παν άλλο μάλλον το εναντίον.
Aφοu η λuπη είναι ¿αρά, και ο θάνατος είναι ¸eή και ανάστασις, τότε και η συμφορά ευτυ¿ία είναι και η νόσος υγίεια.
Aρα όλαι αι μάστιγες εκείνες, αι κατά το φαινόμενον τόσον άσ¿ημοι, όσαι θερί¸ουν τα άeρα βρέφη, η ευλογιά κ' η
οστρακιά κ' η διφθερίτις, και άλλαι νόσοι, δεν είναι μάλλον ευτυ¿ήματα, δεν είναι θeπεuματα και πλήγματα τeν πτερών
τeν μικρών Aγγέλeν, οίτινες ¿αίρουν εις τους ουρανοuς όταν υποδέ¿eνται τας ¡υ¿άς τeν νηπίeν; Kαι ημείς οι άνθρeποι,
εν τη τυφλώσει μας, νομί¸ομεν ταuτα eς δυστυ¿ήματα, eς πληγάς, eς κακόν πράγμα.
Kαι ¿άνουν τον νουν τeν οι ταλαίπeροι γονείς, και πληρώνουν τόσον ακριβά τους ημιαγuρτας ιατροuς και τα
τριeβολιμαία φάρμακα, διά να σώσουν το παιδί τους. Aεν υποπτεuονται ότι, όταν νομί¸ουν ότι «σώ¸ουν», τότε πράγματι
«¿άνουν» το τεκνίον. Kαι ο Xριστός είπεν, όπeς εί¿εν ακοuσει η 4ραγκογιαννοu να της εçηγή ο πνευματικός της, ότι
όποιος αγαπά την ¡υ¿ήν του, θα την ¿άση, κι όποιος μισεί την ¡υ¿ήν του, εις ¸eήν αιώνιον θα την φuλαçη.
Aεν έπρεπε τe όντι, αν δεν ήσαν τυφλοί οι άνθρeποι, να βοηθοuν την μάστιγα, την διά πτερών Aγγέλeν πλήττουσαν,
αντί να ¸ητοuν να την εçορκίσουν; Aλλ' ιδοu, τ' Aγγελοuδια δεν μεροληπτοuν οuτε ¿αρί¸ονται, και παίρνουν αδιακρίτeς
εις τον Hαράδεισον αγόρια και κοράσια. Hερισσότερα μάλιστα αγόρια πόσα ¿αδευμένα και μονα¿ογέννητα!
αποθνήσκουν άeρα. Tα κορίτσια είν' εφτά¡υ¿α, εφρόνει η γραία. Aυσκόλeς αρρeστοuν και σπανίeς αποθνήσκουν. Aεν
έπρεπεν ημείς eς καλοί ¿ριστιανοί, να βοηθώμεν το έργον τeν Aγγέλeν; O, πόσα αγόρια, και αρ¿οντόπουλα μάλιστα,
αρπά¸ονται άeρα. Aκόμη και τ' αρ¿οντοκόριτσα ευκολώτερον αποθνήσκουν αν και τόσον σπάνια μεταçu του φuλου
παρ' όσον τα απειράριθμα θηλυκά της φτe¿ολογιάς. Tα κορίτσια της τάçεeς ταuτης είναι τα μόνα εφτά¡υ¿α! 4αίνονται
eς να πληθuνeνται επίτηδες, διά να κολά¸ουν τους γονείς τeν, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη. A! όσον το συλλογί¸εται
κανείς, «¡ηλώνει ο νους του»!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Tην στιγμήν εκείνην, άρ¿ισε το θυγάτριον να βή¿η και να κλαυθμυρί¸η. H γραία αφοu εί¿ε συλλογισθή όλα τ'
ανeτέρe, όσον και αν εί¿εν εçαφθή από τα κuματα τeν αναμνήσεeν, ησθάνθη αίφνης ¸άλην, από τον σάλον οιονεί και
την ναυτίαν της ¸eής της και άρ¿ισε να ναρκώνεται, κ' ενuστα¸εν ακρατήτeς.
Tο μικρόν κοράσιον έβη¿ε κ' έκλαιε κ' εθορuβει «eς να ήτον μεγάλος άνθρeπος». H μάμμη του εσκίρτησεν, εστράφη,
κ' έ¿ανε πάλιν τον uπνον της.
H λε¿ώνα εκοιμάτο βαθέeς, και οuτε ήκουσε τον βή¿α και τα κλαuματα.
H γραία ήνοιçε βλοσυρά όμματα, κ' έκαμε ¿ειρονομίαν ανυπομονησίας και απειλής.
E! θα σκάσης; είπε.
Tης 4ραγκογιαννοuς άρ¿ισε πράγματι «να ¡ηλώνη ο νους της». Eί¿ε «παραλογίσει» επί τέλους. Eπόμενον ήτο, διότι
εί¿εν εçαρθή εις ανώτερα ¸ητήματα. 1κλινεν επί του λίκνου. 1¿eσε τους δuο μακροuς, σκληροuς δακτuλους μέσα εις το
στόμα του μικροu, διά να «το σκάση».
1çευρον ότι δεν ήτο τόσον συνήθεια «να σκά¸ουν» τα πολu μικρά παιδία. Aλλ' εί¿ε «παραλογίσει» πλέον. Aεν ενόει
καλά τί έκαμνε, και δεν eμολόγει εις εαυτήν τι ήθελε να κάμη.
Kαι παρέτεινε το σκάσιμον επί μακρόν· είτα εçάγουσα τους δακτuλους της από το μικρόν του οποίου εί¿ε κοπή η
αναπνοή, έδραçεν έçeθεν τον λαιμόν του βρέφους, και τον έσφιγçεν επ' ολίγα δευτερόλεπτα.
Aυτό ήτο όλον.
H 4ραγκογιαννοu δεν εί¿εν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνη το όνειρον της Aμέρσας, το οποίον αuτη ελθοuσα προ μιας
ώρας, μεταçu του δευτέρου και του τρίτου λαλήματος του πετεινοu, εί¿ε διηγηθή εις την μητέρα της!
Eί¿ε «¡ηλώσει» ο νους της!

ΣΤ'
Aφοu η Aμέρσα εί¿ε ¿άσει τον uπνον της, μετά την επάνοδον εκ της οικίας της λε¿ώνας και εί¿ε πλαγιάσει πάλιν, ¿eρίς
να κοιμηθή, εις το πλάγι της μικράς αδελφής της, επί μακρόν εçηκολοuθησε να σκέπτεται και πάλιν τον αδελφόν της, τον
δυστυ¿ή και ένο¿ον εκείνον. 1κτοτε, μετά το πήδημα από της κλαβανής και την απόδρασίν του, δεν τον εί¿εν ιδεί πλέον.
Oι ¿eροφuλακες τον κατε¸ήτουν επί ημέρας, αλλ' ουδαμοu τον εuρον.
Eυθuς τότε μετά τας ερeτήσεις τeν ¿eροφυλάκeν, εις τας οποίας απήντησεν όπeς απήντησεν η Aμέρσα, άμα
έφθασεν η μήτηρ εις την οικίαν, ηuρε την κόρην τυλιγμένην εις το πάπλeμα, κάτe νεuουσαν, και πολu ¿λeμήν εκ της
λιποθυμίας την οποίαν εί¿ε φέρει η ροή του αίματος.
Eις την ερώτησιν του ενός ¿eροφuλακος, εκείνου τον οποίον εί¿ε ανατρέ¡ει φεuγeν ο Μοuρος, "γερόντισσα, που είν'
ο γυιόκας σου", δεν εί¿εν απαντήσει η 4ραγκογιαννοu. Aλλ' ο άλλος, όστις εφαίνετο ανθρeπινώτερος, με ήρεμον τόνον
είπε:
Kοίταçε, κυρά, τί έ¿' η κόρη σου. Μας λέει πώς είναι άρρeστη.
Aρρeστη είναι! πώς να μην είναι! απήντησε μεθ' ετοιμότητος η 4ραγκογιαννοu. Eπήρε φρίçη απ' τα καμώματα
εκείνου του προκομμένου, του γυιοu μου... Kοιτάçτε, παιδιά!... ανίσeς τον πιάσετε, να μην τον τυραγνήσετε πολu...
Tον είδες πουθενά να τρέ¿η; Kατά ποu έκαμε;
Tον είδ' απ' αλάργα!... 1καμε κατά τα Hηγάδια, πέρα στ' Aλώνια.
H 4ραγκογιαννοu ε¡εuδετο διπλά. Aεν εί¿εν ιδεί τον Μοuρον, αλλ' ήτο βεβαία ότι αυτός θα ετράπη κατά την
διεuθυνσιν την αντίθετον ης αυτή έλεγε, κατά τα Kοτρώνια, άνeθεν της οικίας, προς ανατολάς, εκεί όπου ήτον μαθημένος
απ' τα μικρά του ¿ρόνια να κυνηγά τις κουκουβάγιες.
Oι δuο άνδρες απήλθον δρομαίοι. O εις, φεuγeν, έρρι¡ε τελευταίον φιλuποπτον βλέμμα οπίσe διά της ημιανοικτής
θuρας.
H Xαδοuλα έκλεισε την θuραν. Lυγ¿ρόνeς δε ήνοιçε το παράθυρον.
Μ' εμα¿αίρeσε, μάννα! εστέναçε μετά πόνeν η Aμέρσα, αισθανθείσα το ρεuμα του αέρος το εισρεuσαν διά του
ανοι¿θέντος παραθuρου πλησίον της, και συνελθοuσα εκ της λιποθυμίας.
Lυγ¿ρόνeς δε απέρρι¡ε το πάπλeμα, κ' εφάνη αιματeμένη η φανέλα την οποίαν εφόρει έçeθεν του υποκαμίσου.
O! α¿! ο φονιάς!... ο Oεός κ' η γης να τον εuρη! κατηράσθη ιδοuσα το αίμα η μάννα της.
Kαι άρ¿ισε να ¡αuη την κόρην, και να ¸ητή να σταματήση το αίμα, και να επιδέση την πληγήν. Aφήρεσε την φανέλαν,
εçέσυρε την ¿ερίδα του υποκαμίσου, κ' εφάνη ο δεçιός βρα¿ίeν της Aμέρσας, ισ¿νός και uπe¿ρος αλλά καλοδεμένος και
νευρώδης.
Tο τραuμα ήτο μάλλον επιπόλαιον, αλλ' ου¿ ήττον το αίμα έρρεε. H Xαδοuλα μετε¿ειρίσθη ό,τι ίσ¿αιμον εγνώρι¸εν,
ίσeς τον «αιμοστάτην» αν εί¿ε, κ' επέδεσε την πληγήν. Μετ' ολίγον έπαυσε το αίμα.
H Aμέρσα εί¿εν αδυνατήσει οπeσοuν, αλλ' ήτο ισ¿υρά, θαρραλέα και δεν εφοβείτο. Hράγματι μετ' ολίγας ημέρας,
¿άρις εις τας φροντίδας της μητρός της, επουλώθη το τραuμα.
H 4ραγκογιαννοu ποτέ δεν θα εκάλει τον ιατρόν. Aεν ήθελε να γνeσθή ότι ο υιός της εί¿ε μα¿αιρώσει την αδελφήν
του. Eις όλας τας καλοθελητρίας μεταçu τeν γειτονισσών, όσαι την ηρώτeν, πότε μετά προσποιητής αγανακτήσεeς, πότε
μετά γέλeτος βεβιασμένου, διέ¡ευσεν ότι ο Μοuρος εί¿ε τραυματίσει την κόρην της. Eνδιεφέρετο προ πάντeν να μάθη
αν ο Μι¿άλης θα εγλuτeνεν από τας ¿είρας τeν ¿eροφυλάκeν, και ας επήγαινεν εις το έλεος του Oεοu!
Te όντι, μετ' ολίγας ημέρας εβεβαιώθη ότι ο υιός της εμβαρκάρισε κρυφά την νuκτα, με εν πλοίον, eς ναuτης, κ'
έφυγεν από την νήσον. O γραμματεuς του Aιμεναρ¿είου ήτον βολικός και καλοπροαίρετος άνθρeπος, και δεν εδίστασε να
τον ναυτολόγηση. 1το δε τότε ο Μοuρος σ¿εδόν εικοσαετής, η δε Aμέρσα ήτο μόλις δεκαεπτά ετών.
Hαρήλθε ¿ρόνος εeσότου η οικογένεια λάβη ειδήσεις περί του φυγάδος. Tέλος, μετά έτος και πλέον, ηκοuσθη μία
αόριστος φήμη, ότι ο Μeρός διέπραçε φόνον εντός του πλοίου, με το οποίον αρμένι¸ε. Aι αδελφαί του, όταν το ήκουσαν,
εις τον κόσμον είπαν ότι δεν ηçεuρουν τίποτε, και ολο¡u¿eς ηu¿οντο να ήτο ¡ευδής η φήμη. Aλλ' η μήτηρ ενδομu¿eς
επίστευεν εις το αληθές της ειδήσεeς.
Oλίγας ημέρας uστερον, έλαβον επιστολήν φέρουσαν την τα¿υδρομικήν σφραγίδα Xαλκίδος. O Μι¿άλης έγραφεν από
τeν ειρκτών της πόλεeς εκείνης. Kατά σ¿ήμα πρeθuστερον, εçετραγώδει εν πρώτοις τα βάσανα του και τα πάθη του εις
τα βουδροuμια του βενετικοu φρουρίου. Eίτα, μετά συντριβής καρδίας, αλλά με διφορουμένας φράσεις και οιονεί μεταçu
τeν γραμμών, εçeμολογείτο ότι ίσeς να εφόνευσε πράγματι τον άνθρeπον, τον γέρο-Hορταîτην, τον λοστρόμον του
πλοίου, αλλά ¿eρίς καλά να το εννοήση, και ¿eρίς να το θέλη. (Hράγματι, δεν θα ήθελε να τον εί¿ε φονεuσει). O ε¿θρός
τον έβαλεν, αυτός δεν έπταιε τίποτε, το φονικό έγινε στον καυγάν επάνe. Aυτός εί¿εν ευρεθή «εις βρασμόν ¡υ¿ής».
Aπεδεί¿θη μάλιστα ότι η μά¿αιρα ήτον «του παθόν». 1σeς να εί¿εν αποσπάσει, αλλά δεν ενθυμείτο πώς, την μά¿αιραν
από την μέσην του θuματος. Aυτός επίστευεν ότι του την εί¿εν αρπάσει μάλλον από την ¿είρα.
Eίτα και πάλιν επανήρ¿ετο εις τα βάσανά του, όσα υπέφερε δuο μήνας τώρα, εις τας φυλακάς. Aκολοuθeς επεκαλείτο
την φιλοστοργίαν της μητρός του, και την εçώρκι¸ε «να σηκeθή, το δί¿eς άλλο να πάη να βρη την Hορταîτινα», την
¿ήραν του φονευθέντος και την θυγατέραν του, και να τας παρακαλέση μετά δακρueν, «να κάμη νόμο-τρόπο», να τας
καταφέρη όπeς αι ίδιαι ¸ητήσουν την αθώeσιν του φονέeς!
«Nα σηκeθής, μάννα, να μπαρκάρης, να πας πέρα, στην Hλατάνα, να την περικαλέσης, την Hορταîτινα, eς καθώς και
την κόρη της, την Kαρίκλεια, να τις καταφέρης να ¸ητήσουν να βγe αθώος, κ' εγώ να γίνe παιδί τους, να πάρe και την
Kαρίκλεια γυναίκα μου, ¿eρίς προίκα, και να ¸ήσουμε καλά κι αγαπημένα όλοι μας... Kαι να δουν πeς εγώ θα την αγαπώ,
την Kαρίκλεια, και πeς θα την έ¿e την πεθερά μου, να δουλεue σα σκλάβος να τις ¸eοθρέφe, με πολλά καλά, γιατί εγώ
είμαι άçιος και μπορώ να βγάλe λεπτά...». Hεραίνeν ο φονεuς, επανήρ¿ετο εκ τρίτου εις τα βάσανα του, και υπέσ¿ετο ότι,
άμα εçέλθη τeν φυλακών, θα φέρη πολλά eραία πράγματα και στολίδια, διά να προικίση τας δuο αδελφάς του, ακόμη και
κοuκλες και παιγνίδια διά τα μικρά κοράσια της μεγάλης αδελφής του, της Aελ¿αρώς.
Aοιπόν δεν είναι παράδοçον αν η 4ραγκογιαννοu δεν εδίστασεν. E¿ρεώθη ολίγα ¿ρήματα, δοuσα ενέ¿υρον ό,τι
ασημικόν εί¿ε, κ' εμβαρκάρισε, κ' επέρασε πέρα εις την αντικρινήν νήσον, εις το ¿eρίον Hλατάναν, κ' επήγε να εuρη την
Hορταîταιναν. Aλλά παράδοçον είναι ότι, με την ευγλeττίαν της την περιπαθή, με την στeμυλίαν της την γυναικείαν, με
τα ¿ίλια ¡εuματα όσα ήçευρεν ήτο δε τότε η 4ραγκογιαννοu 55 ετών, αλλ' ακμαία γυνή και με ¸eηροuς ¿αρακτήρας
κατώρθeσε να πείση την γραίαν, την ¿ήραν του φονευθέντος (σημειώσατε ότι η μήτηρ και η κόρη έδeκαν και çενίαν
ακόμη εις την μητέρα του φονέeς), να την πείση, λέγe, καταβάλλουσα τα έçοδα του ταçιδίου αυτή, ν' απέλθeσιν ομοu εις
την Xαλκίδα, με σκοπόν να ενεργήσeσιν από κοινοu πλησίον της Eισαγγελίας, του Aικαστηρίου και τeν Eνόρκeν υπέρ
της απαλλαγής ή της αθeώσεeς του υποδίκου. Oσον αφορά την κόρην, «την Kαρίκλειαν», αuτη εδήλeσεν ότι εκδίκησιν
δεν επι¸ητεί, επειδή «ο πατέρας της δεν έρ¿εται πίσe», μόνον ποτέ δεν θα θέληση τον φονέα eς άνδρα της· προτιμά να
μένη ανuπανδρη εις τον αιώνα.
Eπήγαν ομοu, αι δuο γραίαι, κ' έμειναν εις Xαλκίδα τρεις μήνας, κατοικοuσαι εις τρώγλην, εις ένα τουρκόσπιτον
κοντά εις τα Eβραίικα, παρά την Aνe Huλην του φρουρίου. Kαι καθημερινώς η Xαδοuλα επήγαινεν εις τας ειρκτάς, τας
πρeινάς ώρας, κατά την έçοδον τeν φυλακισμένeν, συνοδευομένη συνήθeς από την Hορταîταιναν, ήτις όμeς εκάθητο
αντικρu της ειρκτής κ' επερίμενε, μη θέλουσα να ιδή κατά πρόσeπον τον φονέα. Aιερ¿όμεναι έçe από τον μέγαν και
άκομ¡ον παλαιόν ναόν της Aγίας Hαρασκευής, έκαμναν τον σταυρόν τeν, και η μήτηρ έφερεν εις τον υπόδικον σιμίθια
και σuκα και σαρδέλες, και καπνόν διά την πίπαν του. Kαι μέσα εις την βαθείαν τσέπην του φουστανιοu της, κρυφά, εί¿ε
¿eμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί, προς παρηγορίαν του φυλακισμένου.
Aλλά δις ή τρις της εβδομάδος διά της Aνe Huλης του φρουρίου εçήρ¿οντο κ' έβλεπαν κρεμάμενα εκεί, εις τον
σκοτεινόν πυλώνα, την κνήμην του «1λληνος γίγαντος», και το «τσαροu¿ι του», τεραστίου μεγέθους, επιφυλαττόμεναι,
όταν θα επανέκαμπτον με το καλόν εις την πατρίδα, να διηγώνται κ' αι δuο το πράγμα εις τα εγγόνια τeν. Eίτα
διηυθuνοντο κατά την συνοικίαν Lουβάλαν, ή κατά τον Aγιον Aημήτριον, κ' επεσκέπτοντο τον Eισαγγελέα, όστις διά του
γραφέeς του τας απεδίeκε, και τους δικαστάς, οίτινες ενίοτε κατεδέ¿οντο να γελώσι μα¸ί τeν.
Tέλος όταν eρίσθη η δίκη, ε¸ήτησαν να πλησιάσουν τους ενόρκους, οίτινες εί¿ον έλθει, άλλοι φουστανελάδες, από τα
ορεινά ¿eρία, άλλοι βρακάδες, από τας νήσους και τα παραθαλάσσια. H 4ραγκογιαννοu υπέσ¿ετο ¿ιλίeν λογιών δώρα εις
όλους, και θα ήτον ικανή να τα δώση, αν εί¿ε· μοσ¿άτα κρασιά, eραία λάδια «κε¿ριμπάρι», αστακοουρές, παστά
κεφαλόπουλα, αυγοτάρα¿α, çερο¿τάποδα, εκλεκτά σuκα, και παν ό,τι ηδuνατο να παράγη η νήσος της.
Eις ένα τeν ενόρκeν, άνθρeπον κίτρινον και βή¿οντα, όστις εφαίνετο να πάσ¿η, υπεσ¿έθη αυτή να τον ιατρεuση, μ'
ένα μαντ¸οuνι που ήçευρεν. Oλ' αυτά δεν ίσ¿υσαν, και ο φονεuς κατεδικάσθη εις εικοσαετή δεσμά. Eναυάγησαν όλα τα
σ¿έδια, eς και αυτή η συμπεθεριά μεταçu της μητρός τοu φονέeς και της ¿ήρας τοu θuματος.
Tώρα ανάγκη ήτο να επιστρέ¡eσιν εις την πατρίδα, αλλά τα ολίγα ¿ρήματα τeν εί¿ον εçαντληθή, και όσα εί¿ον
κομίσει μεθ' εαυτόν και όσα εί¿ε στείλει εν τe μεταçu η Aμέρσα çενοδουλεuουσα και υφαίνουσα εις την πατρίδα. Aφοu η
4ραγκογιαννοu μάτην παρεκάλεσεν όσα πλοία έβλεπεν ετοιμα¸όμενα να πλεuσeσι προς τον Μαλιακόν κόλπον ή προς
την Iστιαίαν, να παραλάβeσιν τουλά¿ιστον την Hορταîταιναν, eς γεροντοτέραν και ασθενεστέραν αυτή διά τον εαυτόν
της εί¿ε το σ¿έδιον της όταν είδεν ότι οι διάφοροι κυβερνήται απήτουν ό¿ι μόνον τον ναuλον, αλλά να έ¿η και τρόφιμα η
επιβάτις, και αν την άφηναν εις την Lτυλίδα ή τους Oρεοuς, ας κάμη καλά να εuρη πλοίον διά την πατρίδα της
εçεμυστηρεuθη το σ¿έδιον της εις την Hορταîταιναν.
Eγώ, είπεν, είμαι ικανή να πάe στεριά, με τα ποδάρια μου, αποδώ eς την Aγίαν Aννα λένε πeς είναι δυο μέρες
δρόμος κ' εκεί θα βροuμε το τα¿uπλο, το δικό μας που θα μας γνeρίση ο καπετάν Hετσερέλος, ο τα¿υδρόμος, και θα μας
πάρη. Tα έçοδά μου στο δρόμο θα τα οικονομήσe μα¸εuοντας βότανα, ¿ορτάρια, κι αγριολά¿ανα, κι όποια ¿ριστιανή βρe
κ' έ¿η το παιδί της άρρeστο, ή τον άνδρα της, θα της κάμe ¡ευτογιατρικά να βοηθήσe τον άνθρeπό της, να την
υπο¿ρεώσe... Μπορείς εσu; Bαστοuν τα κότσια σου;
Tί θα κάμe; μπορώ, δεν μπορώ, απήντησεν η Hορταîταινα. Kαλuτερα να πάμε συντροφιά, όπeς ήρθαμε.
K' εçεκίνησαν. H Xαδοuλα έκαμεν όπeς είπε, μόνον πeς αργοπόρησαν περισσότερον εις τον δρόμον, ένεκα της
βραδυπορίας της Hορταîταινας. K' επέτυ¿ε μάλιστα υπέρ τας ελπίδας της. Oταν, μετά μίαν εβδομάδα, έφθασεν εις την
πατρίδα, εί¿ε και περρίσευμα από την επι¿είρησιν. 1φερεν εις την οικίαν της, εç όσeν της έδιδον δι' αμοιβήν τeν
εκδουλεuσεών της, έναν σάκκον με σίτον, eς μίαν οκάν τυρίου, δuο όρνιθας, ένα μάλλινο ¿ράμι, το οποίον της ε¿άρισαν,
και ολίγας δρα¿μάς μετρητά. Eκ τοuτeν επλήρeσε γενναιοφρόνeς και το ναuλον της Hορταîταινας, διά να υπάγη κι αυτή
εις την εστίαν της.
Oλα ταuτα τα ενθυμείται καλώς η Aμέρσα, επειδή η μάννα της δεν εί¿ε παuσει να τα διηγήται έκτοτε. Tώρα, εί¿ον
παρέλθει δώδεκα έτη, ο αδελφός της ευρίσκετο ακόμη εις τας φυλακάς, ο πατήρ της προ πολλοu εί¿εν αποθάνει, ο
Lταθαρός κι ο Iιαλής δεν επανήλθον ποτέ από την Aμερικήν, ο μικρός ο Iιeργάκης κ' εκείνος εί¿ε πάρει μεγάλα πέλαγα,
η Kρινιώ κι αυτή εί¿ε μεγαλώσει, η Aελ¿αρώ εί¿ε γεννήσει και πάλιν κόρην, κι αυτή, η Aμέρσα, εί¿ε μείνει γεροντοκόρη.

Ζ'
Aκρα σιγή και ησυ¿ία επεκράτησεν εντός του σκοτεινοu θαλάμου, μετά τον τελευταίον βή¿α και τον κλαυθμυρισμόν του
θυγατρίου, τα οποία τόσον αποτόμeς διεκόπησαν. H 4ραγκογιαννοu εί¿ε κu¡ει το πρόσeπόν της, και εί¿ε στηρίçει με τας
δuο ¿είρας το μέτeπον, και εί¿ε παuσει να σκέπτεται. Tης εφαίνετο ότι δεν έ¸η πλέον. Ouτε η πνοή της ηκοuετο. Hας
θόρυβος εί¿ε παuσει. Ouτε φλοç έβρεμεν εις την εστίαν, οuτε βόμβος ηκοuετο, και το ημίκαυστον φιτίλιον του λu¿νου
έφεγγε θλιβερώς. H μικρά κανδήλα προ πολλοu εί¿ε σβήσει εις το εικονοστάσιον, και αι μορφαί τeν αγίeν δεν εφαίνοντο
πλέον.
Aίφνης η λε¿ώνα εçuπνησε μετά τιναγμοu, εν μέσe, της άκρας ηρεμίας.
T' είναι μάννα; είπε.
H μήτηρ της βλοσυρά, και eς εν φρεναπάτη, την εκοίταçεν εις το φeς του λυ¿ναρίου.
T' είναι! είπε, τίποτα. Euπνησες;
Μου φάνηκε πeς κάτι είπες... πeς μ' εφώναçες, μες στον uπνο μου.
Eγώ;... ό¿ι. T' αυτιά σου κάμανε.
Tί ώρα να είναι, μάννα;
Tί ώρα; çέρe 'γe;... Tόσες φορές λάλησε και çαναλάλησε τ' ορνίθι.
Kαι συ δεν εκοιμήθης, μάννα;
E¿όρτασα τον uπνο καλά... Tρuπησε το πλευρό μου, είπεν η 4ραγκογιαννοu, ήτις δεν εί¿ε κλείσει όμμα. Oπου είναι θα
φέçη.
H λε¿ώνα ε¿ασμήθη, κ' έκαμε το σημείον του σταυροu επί του στόματος. Lυγ¿ρόνeς δε u¡eσε το βλέμμα προς το
μικρόν εικονοστάσιον, το οποίον αντίκρυ¸εν.
1¿ει σβήσει το καντήλι, μάννα· δεν το άναβες;
Aεν το αγροίκησα, θυγατέρα, είπεν η γραία· εκοιμώμουν βαθιά.
Kαι το παιδί κοιμάται, βλέπe, ήσυ¿α. Hώς το 'παθε;
Hσu¿ασε κι αυτό τώρα πλια, είπεν η γραία.
K' εμένα μου πονεί το βυ¸ί μου, είπεν η λε¿ώ· άρ¿ισε να κατεβά¸η πολu τώρα. 1θελα να ήτον çυπνητό να το βu¸αινα.
E! τι να γίνη...Oα βροuμε κανένα παιδί, είπεν η γραία.
Tί λες, μάννα;
H γραία δεν απήντησεν. 1θελε κάτι να είπη. Aεν ήçευρε τί να είπη.
Aεν κάνεις τον κόπο ν' ανά¡ης το καντήλι, μάννα;
Aν θέλης, σηκώσου συ κι άνα¡ε το· δεν έ¿e ¿έρια...
Hώς!
Hιάστηκε πλια το ¿εράκι μου.
Tί λες; Lε καλό σου, μάννα· εγώ που δεν έ¿e πάρει ευ¿ή, κάνει ν' ανά¡e το καντήλι;
Tην στιγμήν εκείνην, καθώς είπε «πιάστηκε το ¿εράκι μου», επανήλθεν πρώτην φοράν εις τον νουν της γραίας το
όνειρον της Aμέρσας.
Aεν ηδυνήθη να κρατηθή, και έπνιçεν εις τα στήθη της βαθuν λυγμόν.
Tί έ¿εις, μάννα;
Kαι η λε¿ώ επήδησε κάτe από την ¿αμηλήν κλίνην.
Aεν είναι καλά το παιδί;
4eναί και σπαραγμός και κλαuματα ηκοuσθησαν. H μήτηρ εuρισκε το θυγάτριόν της νεκρόν εντός του λίκνου.
Aπό τον θόρυβον, εçuπνησεν εις το διπλανόν ¿ώρισμα ο Keνσταντής, όστις εί¿ε ¿ορτάσει καλά τον uπνον.
T' είναι; έκραçε τρίβeν τους οφθαλμοuς.
E¿ασμήθη, ετανuσθη, ετινά¿θη, κ' έτρεçεν εις την θuραν του θαλάμου.
Bρε! τί κάνετε σεις;... Oα σηκώσετε τον κόσμο στο ποδάρι...Μήγαρις μας αφήνετε, μπάρεμ, να πάρουμ' ένα uπνο απ'
τις φeνές σας;
Kανείς δεν απήντησεν εις τας διαμαρτυρίας τοu Keνσταντή. H σu¸υγος του έκυπτε, πνίγουσα τους λυγμοuς της, επί
του λίκνου. H πενθερά του εκάθητο, συνάπτουσα τας ¿είρας, αινιγματώδης, σφίγγουσα τους οδόντας, με απλανές το
βλέμμα. Μετά τον πρώτον ακοuσιον λυγμόν της, δεν εί¿εν εκβάλει πλέον άλλην φeνήν.
Tι! ...πέθανε το παιδί; Bρε!...έκαμεν ο Keνσταντής, μείνας με ανοικτόν το στόμα.
Eίτα προσέθηκε:
Iια τοuτο έβλεπα κάτι ανάποδα όνειρα, ¸άβαλε!...
H Aελ¿αρώ, ανακu¡ασα προς στιγμήν από του λίκνου, συνέ¿ουσα τους λυγμοuς της, είπε:
Μάννα, δεν θα φέρης τα ρου¿άκια του, να τ' αλλάçουμε;... Hοu είν' η Aμέρσα;
H 4ραγκογιαννοu δεν απήντησε.
Hοu είναι η Aμέρσα, μάννα; επανέλαβε, ¡αuσασα τον αγκώνα της μητρός της η Aελ¿αρώ.
H 4ραγκογιαννοu ανετινά¿θη eς να την έθιçεν άκανθα ή κέντρον νάρκης.
H Aμέρσα, ποu είναι; στο σπίτι μας... απήντησε.
Aεν εί¿εν έρθει 'δe η Aμέρσα; Μου φάνηκε πeς άκουσα τη φeνή της μες στον uπνο μου, είπεν η λε¿ώνα.
Aς πάη να την φeνάçη, είπεν η γραία, νεuουσα με τον κανθόν του όμματος της προς τον γαμβρόν της.
Keνσταντή, πας να φeνάçης την Aμέρσα; είπεν η λε¿ώ προς τον σu¸υγόν της.
Hάe. Aκοuς, λέει!... O¿! κρίμα, ¸άβαλε!... Kαλά που το βαφτίσαμε κιόλας.
O Nταντής έκυ¡εν εις το πάτeμα του μικροu προδόμου εις το σκότος, ¡ηλαφών να εuρη τα παλιοπάπουτσα του να τα
φορέση. 1καμνε μικρόν θόρυβον, κροueν διάφορα ¸εuγη παλαιών τσόκαρeν προς άλληλα και επί τeν σανίδeν του
πατώματος.
Hοu είναι τα παλιοκατσάρια μου; είπε.
Tέλος εφόρεσεν εν ¸εuγος πατημένeν γυναικείeν εμβάδeν, τας οποίας εuρε, και αίτινες εκάλυπτον μόνον τους
δακτuλους τeν ποδών και μέρος του ταρσοu, αφήνουσαι έçe όλην την πτέρναν. Aλλον θόρυβον έκαμε διά ν' ανοίçη την
θuραν, μη ευρίσκeν εις το σκότος τον σuρτην οuτε το μάνδαλον. Aφοu ήνοιçε την θuραν, επανήλθεν αίφνης οπίσe.
Aκοuς, Aελ¿αρώ, είπε, της Aμέρσας μονά¿α να πe να 'ρθή και το Kρινιώ μα¸ί; Tί λες εσu, πεθερά;
Kαι η 4ραγκογιαννοu ανυπόμονος:
Hήγαινε τώρα, τί φέρνεις γuρο; Aς ερθή όποιος ερθή!
H Aελ¿αρώ εθρήνει ήρεμα κuπτουσα επί του λίκνου. O Nταντής πριν εçέλθη, έρρι¡ε βλέμμα εις το λίκνον και εις την
σu¸υγον του.
A¿! κρίμα, ¸άβαλε! είπε... K' έβλεπα κάτι όνειρα!... βρε παιδιά!
K' εçήλθε δρομαίος.

Η'
Tην εβδομάδα τeν Bαîeν, μίαν πρeίαν, απήλθεν η 4ραγκογιαννοu ολομόνα¿η εις την εçο¿ήν, προς της Μαμοuς το ρέμα.
1θελε να επισκεφθή τον μικρόν ελαιώνα, τον οποίον eς «¡υ¿ομοίρι» εί¿ε λάβει από μίαν εuπορον οπeσοuν κουμπάραν
της, αποθανοuσαν άκληρον, και εις την οποίαν εί¿ε προσφέρει εκδουλεuσεις. Tο ήμισυ του ελαιώνος τοuτου εί¿ε δώσει
eς προίκα εις την Aελ¿αρώ, το άλλο ήμισυ κατεί¿εν ακόμη η γραία.
Oλίγαι εβδομάδες εί¿ον παρέλθει από τα γεγονότα τα οποία διηγήθημεν. Oυδείς δυσανάλογος θόρυβος εί¿ε γίνει διά
το μικρόν θυγάτριον της Aελ¿αρώς της Tρα¿ήλαινας, το οποίον έθα¡αν την αυτήν ημέραν. H μήτηρ του βρέφους, αν και
είδε τα μέλανά τινα σημεία περί τον λαιμόν του μικροu παιδιοu, δεν θα ετόλμα ποτέ να κάμη λόγον, οuτε άλλος θα
επίστευε το έγκλημα της μητρός της. Hροφανώς το παιδίον εί¿εν αποθάνει από τον κοκκίτην.
O μόνος ιατρός, όστις υπήρ¿εν από ¿ρόνeν εις το ¿eρίον, ο φιλάνθρeπος Bαυαρός B., έτυ¿εν απών. Eί¿εν ακουσθή
και πάλιν ¿ολέρα εις την Aίγυπτον, και το υπουργείον τeν Eσeτερικών συνήθι¸ε ν' αποστέλλη κατ' εκλογήν τον ιατρόν
τοuτον εις την διεuθυνσιν του εν Aήλe λοιμοκαθαρτηρίου.
Aντ' αυτοu η Kυβέρνησις εί¿ε στείλει προσeρινώς eς υγειονόμον γηραιόν τινα ιατρόν, τον κ. Μ., όστις δεν εί¿ε
φθάσει ακόμη. Eν τe μεταçu υπήρ¿εν εις απόφοιτος της ιατρικής, διατρίβeν εν τη νήσe. Ouτος κληθείς υπό της
δημοτικής αστυνομίας όπeς βεβαιώση τον θάνατον, εκοίταçεν επιπολαίeς το πρόσeπον του νεκροu βρέφους, παρεπονέθη
διατί να μην τον φeνάçουν ενόσe τοuτο έ¸η κ' έδeκε το «ενταφιαστήριον», γρά¡ας «εκ σπασμώδους βη¿ός».
H γραία Xαδοuλα από της ημέρας εκείνης έ¸ησε ¸eήν τu¡εeν, ανησυ¿ίας, και μ' εçeτερικόν σ¿ήμα eς να εί¿ε τέφραν
επί της κόμης της ¡αράς, τόσον ελαφρώς κυπτήν και ακίνητον ετήρει την κεφαλήν της, και eς να εφόρει την μακράν
μαuρην μανδήλαν της eς σάκκον μετανοίας. Oταν εμβήκεν η Μεγάλη Lαρακοστή, άρ¿ισε να συ¿νά¸η εις την εκκλησίαν,
έκαμνε πολλάς και βαθείας γονυκλισίας, εμελέτα να εçομολογηθή, και ανέβαλλεν. Eνήστευεν άνευ ελαίου çηροφαγοuσα
τας πέντε ημέρας εκάστης εβδομάδος, και εί¿ε βαστάçει «τρίμερο» την πρώτην εβδομάδα και το μεσοσαράκοστον.
Eντρέπετο να βλέπη την κόρη της, την Aελ¿αρώ, και απέφευγε ν' αντικρuση το βλέμμα της.
Tην ημέραν λοιπόν εκείνην, της εβδομάδας τeν Bαîeν, έφθασεν η 4ραγκογιαννοu λίαν πρeί εις την κορυφήν του
υ¡ηλοu πετρώδους λόφου, του αντικρu¸οντος εκ δυσμών την πολί¿νην, και οπόθεν μελαγ¿ολικόν πίπτει το βλέμμα επί
του μικροu κοιμητηρίου, απλουμένου κάτe, επί υ¡ηλής θαλασσοπλήκτου λeρίδος γης, με τα λευκά μνήματα, και ευθuς
φεuγει ¸ητοuν φαιδρότητα και ¸eήν εις τα γαλανά κuματα, εις το ευρuν τριπλοuν λιμένα, και εις τα ¿λοερά, ¿αρίεντα
νησίδια, τα φράττοντα τοuτον εç ανατολών και μεσημβρίας. Eπάνe της κορυφής εκείνης ίστατο ερημικόν, άποπτον, eς
φανός την ημέραν λάμπeν, το εçeκκλήσιον του Aγίου Aντeνίου. H 4ραγκογιαννοu διήλθεν έçeθεν, ποιοuσα το σημείον
του Lταυροu, κ' ενώ εί¿ε σκοπόν να εισέλθη, την τελευταίαν στιγμήν εδίστασε, κ' εçηκολοuθησε τον δρόμο της. «Aεν
είμαι άçια», είπε μέσα της, «να μπe σ' ένα çeκκλήσι που τόσο συ¿νά λειτουργιέται... Aς πάe καλuτερα στον Aï-Iιάννη
τον Kρυφό».
Μετά τοuτο έφθασε εις τον ελαιώνα, επεθεώρησεν εν προς εν όλα τα ελαιόδενδρα διά να ιδή αν ήσαν φουκeμένα ήδη.
1το ήδη προς τα μέσα Aπριλίου, το δε Hάσ¿α ήρ¿ετο ό¡ιμον. Hαρεκάλει μέσα της τον Xριστόν «να δώση λαδάκι, για ν'
αναπλέ¡' η φτώ¿εια». Aπό δuο ετών, τe όντι, δεν εί¿αν καρπίσει οι ελιές, εί¿ε δε αναφανή και μία uπουλος ασθένεια,
φθείρουσα τον καρπόν, και μαυρί¸ουσα τους κλώνας τeν δένδρeν.
Aφοu έμεινεν επ' ολίγον εις τον ελαιώνα, εσηκώθη, στρέφουσα πολλάκις την κεφαλήν οπίσe, eς διά ν' απο¿αιρετίση
τα ελαιόδενδρα και απεμακρuνθη. 1φθασε κάτe εις το ρεuμα και ήρ¿ισε να το ανέρ¿εται, καθώς πολλάκις συνήθι¸ε.
4έρουσα το καλάθιον της υπό τον αριστερόν αγκώνα, κρατοuσα το μα¿αιράκι της με την ¿είρα την δεçιάν, έκυπτε
παντοu, εις όσα μέρη αυτή εγνώρι¸ε κ' έ¡α¿νε να εuρη καυκαλήθρες και ¸ο¿άρια και μυρόνια και άνηθον διά να γεμίση το
καλαθάκι της, να κάμη πίτταν το Lάββατον του Aα¸άρου, να φάγη αυτή κ' αι θυγατέρες της, αλλά να προσφέρη κ' εις τις
γειτόνισσες, από τας οποίας ¿άσιμον δεν εί¿εν.
Eκτός τeν αγριολα¿άνeν τοuτeν, τα οποία όλαι εγνώρι¸ον να συλλέγουν, η Xαδοuλα ήçευρεν άλλα βότανα, ¿ρήσιμα
eς φάρμακα διά τους ασθενείς, το τρίμερο, και την δρακοντιά και την αγριοκρομμuδα, ανάμεσα εις τας κομάρους και τας
πτέριδας, και παρά τας ρί¸ας τeν αγρίeν δένδρeν, και τους μuκητας και τας άκανθας και τας κνίδας, καθώς και το
πολυτρί¿ι εις τους μικροuς καταρράκτας του ρεuματος το οποίον λέγουν ότι είναι φάρμακον διά τας λε¿οuς τας
πυρεσσοuσας.
Aφοu συνέλεçεν ικανά βότανα και εκ του είδους τeν ιαματικών τοuτeν, τα οποία ετuλιçεν εις ¿eριστόν μανδήλι εντός
του καλαθίου, και η ώρα έκλινεν ήδη προς το δειλινόν, και ο ήλιος επλησία¸εν εις την κορυφήν του βουνοu· εντός του
ρεuματος βαθεία ήτο η σκιά, και ο θρους τeν βημάτeν της αντή¿ει eς δοuπος σκληρός εις το βάθος της ¡υ¿ής της.
H γραία ανήρ¿ετο ήδη υ¡ηλότερα, προς την απότομον κορυφήν του ρεuματος. Kάτe ε¿αράττετο βαθu το ποτάμιον, τ'
A¿ειλά το ρέμα, και όλην την βαθείαν κοιλάδα μετά ηρέμου μορμυρισμοu διέτρε¿ε το ρεuμα, κατά το φαινόμενον
ακινητοuν, λιμνά¸ον, αλλά πράγματι αενάeς κινοuμενον υπό τας μακράς βαθυκόμους πλατάνους· ανάμεσα εις βρuα και
θάμνους και πτέριδας, εφλοίσβι¸ε μυστικά, εφίλει τους κορμοuς τeν δένδρeν, έρπον οφιοειδώς κατά μήκος της κοιλάδος,
πρασινeπόν από τας ανταυγείας τας ¿λοεράς, φιλοuν και άμα δάκνον τους βρά¿ους και τας ρί¸ας, νάμα μορμuρον,
αθόλeτον, βρίθον από μικρά καβουράκια, τα οποία έτρε¿ον να κρυβώσιν εις το θόλeμα της άμμου, άμα κανέν
βοσκόπουλον, αφήνον τας ολίγας αμνάδας να βόσκουν εις την δροσεράν ¿λόην, ήρ¿ετο να κu¡η εις το ρεuμα, και
ανεσήκeνε πέτραν τινά διά να τα κυνηγήση. Tο λάλον, ασίγητον κελάδημα τeν κοσσuφeν αντή¿ει αρμονικόν εις το
δάσος, το περιστέφον όλην την δυτικήν κλιτuν, και ανέρπον εις την κορυφήν του Aναγuρου, έeς την Aετοφeλιάν επάνe
όπου ελέγετο ότι εις θαλασσαετός εί¿ε κατοικήσει επί τρεις γενεάς ανθρώπeν εκεί, και τέλος εçέλιπε ¿eρίς ν' αφήση
αετόπουλα. Eις την ερημeθείσαν φeλεάν του ευρέθη ολόκληρον μουσείον από τεράστια κόκκαλα θαλασσίeν όφεeν,
φeκών, καρ¿αριών και άλλeν εναλίeν θηρίeν, τα οποία εί¿ε çεφαντώσει κατά καιροuς ο μέγας και κραταιός όρνις τeν
θαλασσών, με το γρυπόν ράμφος του το κυανeπόν, και με το τεφρόν μεγαλοπρεπές πτέρeμα.
Eπάνe, εις την κορυφήν του ρεuματος, εις ένα ¸υγόν σ¿ηματι¸όμενον μεταçu δuο βουνών, ανάμεσα εις του Kονόμου
τα ρόγγια και εις τον Μικρόν Aνάγυρον, εκεί ευρίσκετο από παλαιόν καιρόν το αρ¿αίον, έρημον μονuδριον, ο Aις Iιάννης
ο Kρυφός. 1το πράγματι κρυφός, κείμενος όπισθεν του μικροu αυ¿ένος, καλυπτόμενος από τα δuο βουνά, και από πυκνήν
λό¿μην. Eίτε εκ του βορείου μέρους ήρ¿ετο τις, όπeς τώρα η 4ραγκογιαννοu από τ' A¿ειλά το ρέμα, είτε εκ του
μεσημβρινοu, εκ της τοποθεσίας της καλουμένης του Kονόμου τα ρόγγια, και αν εγγuτατα διήρ¿ετο πλησίον του παλαιοu
σεβάσματος, ήτο αδuνατον να υποπτεuση την uπαρçίν του, αν δεν εγνώρι¸ε καλώς τα μέρη, όπeς τα εγνώρι¸εν η
4ραγκογιαννοu.
O περίβολος και τα ολίγα κελλία ήσαν ερείπιον από πολλοu. O ναîσκος eρθοuτο ακόμη, αλλ' ήτον έρημος και
αλειτοuργητος. Tο καθολικόν εστεγά¸ετο ακόμη, αλλ' εις το άγιον βήμα η στέγη εί¿ε καταρρεuσει προς το βόρειον, αι δε
πλάκες της σκεπής και τα συντρίμματα εί¿ον καλu¡ει το θυσιαστήριον· υπήρ¿ε çuλινον τέμπλον, πάλαι ποτέ γλυπτόν και
¿ρυσeμένον, εφθαρμένον και δυσγνώριστον, αλλ' αι εικόνες έλειπον. Aι ολίγαι τοι¿ογραφίαι εί¿ον φθαρή από την
υγρασίαν, και τα πρόσeπα τeν Aγίeν δεν διεκρίνοντο πλέον.
Μόνον δεçιόθεν του ¿οροu υπήρ¿ε μια τοι¿ογραφία παριστώσα τον Aγιον Ieάννην τον Hρόδρομον μαρτυροuντα τον
Xριστόν· «1δε ο Aμνός του θεοu, ο αίρeν την αμαρτίαν του κόσμου». Tο πρόσeπον και η ¿ειρ του Bαπτιστοu, τεινομένη
και δεικνuουσα, διεκρίνοντο οπeσοuν καλώς. Tο πρόσeπον τοu Leτήρος λίαν αμυδρώς εφαίνετο επί του υγροu τοί¿ου.
Tον Aï-Iιάννην τον Kρυφόν επεκαλοuντο τον παλαιόν καιρόν όλοι όσοι εί¿ον «κρυφόν πόνον» ή κρυφήν αμαρτίαν. H
γραία Xαδοuλα εγνώρι¸ε την δοçασίαν ή το έθιμον τοuτο, και διά τοuτο ενθυμήθη να έλθη σήμερον εις τον παλαιόν,
έρημον ναîσκον, όπeς προσφέρη τας ικεσίας της. Hροέκρινε τον ναόν τον αλειτοuργητον, αφοu και εις την ενοριακήν
εκκλησίαν, όπου εσu¿να¸εν όλην την σαρακοστήν, ετόλμα μόνον να εισέρ¿εται μάλλον εις τον νάρθηκα, όπισθεν του ενός
φuλλου της γυναικείας πuλης, του κλεισμένου με τον σuρτην eς να ησθάνετο την ανάγκην να είν' ετοίμη προς φυγήν,
άμα την εδίeκέ τις! Kαι δεν εφοβείτο τόσον μη την διώçη ο Hαπανικόλας, ο αυστηρός και ασκητικός εφημέριος, ή ο κυρ
Aημητρός ο επίτροπος, όστις πάντοτε εγόγγυ¸ε και ήτο τρα¿uς προς τας γραίας, αίτινες επέμενον μη θέλουσαι ν'
ανέρ¿eνται εις τον γυναικeνίτην, και απήτουν να έ¿ουν διαρκώς μικρόν, περίφρακτον με σειράς στασιδίeν διαμέρισμα,
εις την βορειοδυτικήν γeνίαν του ναοu· αλλ' εφοβείτο τον Aρ¿άγγελον, τον αγριeπόν, όστις ήτο ¸eγραφισμένος
μεγαλeστί επί της βορείας πuλης του ναοu, με την ρομφαίαν του την φλογίνην εις την ¿είρα.
Eισήλθεν εις τον έρημον ναîσκον, άνα¡εν εν κηρίον, το οποίον εί¿εν εις το καλάθι της μα¸ί με ολίγα πυρεία, κ' έκαμε
τρεις στρeτάς γονυκλισίας εμπρός εις την τοι¿ογραφίαν την ημιεφθαρμένην. Eίτα, ανακυκλοuσα εις τον νουν την
έμμονον ιδέαν, ήτις της εί¿ε κολλήσει, ¿eρίς να την εκφρά¸η μεγαλοφώνeς, είπε με φeνήν, την οποίαν θα ηδuνατο ν'
ακοuση τις, αν παρίστατο μάρτυς της σκηνής εκείνης: «Aν έκαμα καλά, Aï-Iιάννη μου, να μου δώσης σημείο σήμερα...
να κάμe μία καλή πράçη, ένα ¡υ¿ικό, για να γαληνιάσ' η ¡υ¿ή μου κ' η καρδοuλα μου!...»

Θ'
Aφοu εί¿ε γεμίσει το καλάθι της, και ο ήλιος έκλινε πολu ¿αμηλά, καθώς εçήλθε του ερήμου ναîσκου, η γραία Xαδοuλα
εκίνησε να επιστρέ¡η εις την πολί¿νην. Kατήλθε πάλιν το ρέμα-ρέμα εις τα οπίσe, εστράφη δεçιά, άρ¿ισε ν' ανηφορί¸η
προς τον λόφον του Aγ. Aντeνίου, οπόθεν εί¿εν έλθει. Μόνον πριν φθάση ακόμη εις την κορυφήν του λόφου, εφ' ου
ίσταται το παρεκκλήσιον, και οπόθεν ανοίγεται μεγάλη θέα προς τον λιμένα και την πόλιν, είδεν εκεί δεçιά της ¿αμηλά εις
το βάθος μικράς κοιλάδος, ήτις καλείται της Μαμοuς το ρέμα, και τέμνει κατ' αμβλείαν γeνίαν την άλλην βαθείαν
κοιλάδα του A¿ειλά, τον ευρuν και καλώς καλλιεργημένον κήπον του Iιάννη του Hεριβολά, και είπε μέσα της:
«Aς πάe στον μπα¿τσέ του Iιάννη, να του γυρέ¡e κανένα μάτσο κρομμuδια, ή κανένα μαροuλι, να με φιλέ¡η... Tί θα
¿άσe;»
Lυγ¿ρόνeς, ανεπόλησεν την στιγμήν εκείνη, ό,τι προ ημερών εί¿εν ακοuσει· ότι η γυναίκα του Iιάννη του Hεριβολά
ήτον άρρeστη. Hννόει αν αuτη ευρίσκετο τώρα εις την καλuβην την εντός του κήπου, παρά την είσοδον, ή αν
ενοσηλεuετο εις την πόλιν. Aλλ' επειδή ο κηπουρός ο ίδιος θα ευρίσκετο εç άπαντος εδώ, (συνεπέρανεν, επειδή έβλεπεν
μακρόθεν ανοικτήν την θuραν του περιβόλου) εσυλλογίσθη να του πουλήση δοuλευσιν, με τα βότανα που εί¿ε στο
καλαθάκι της, υποσ¿όμενη αυτώ «μαντ¸οuνια» προς ίασιν της γυναικός του. Eίτα ευθuς πάλιν είπε καθ' εαυτήν:
«Tι δοuλε¡η να κάμη κανείς στη φτώ¿εια!... H μεγαλuτερη καλeσuνη που μποροuσε να τους κάμη θα ήτον να εί¿ε
κανείς στερφοβότανο να τους δώση. (Oε μ' σ¿ώρεσέ με!) Aς ήτον και παλληκαροβότανο! επέφερε. Iιατί κάνει όλο
κοριτσάκια, κι αυτή η φτe¿ιά!... Oαρρώ πeς έ¿ει πέντ' έçι eς τώρα. Aεν çέρe αν της έ¿η πεθάνει κανένα... απ' αυτά τα
εφτά¡υ¿α!»
Eί¿εν ερευνήσει, τe όντι, επί ¿ρόνους πολλοuς, εις τα βουνά και τας φάραγγας, όπeς εuρη «παλληκαροβότανο» διά
την κόρην της, αλλ' εκείνο το οποίον της εί¿ε δώσει δεν επέτυ¿εν· εç εναντίας, ενήργησε μάλλον eς «κοριτσοβότανο».
Kαι όμeς εις αυτήν άλλοτε, όταν της το έδeκεν η ανδραδέλφη της, εί¿ε τελεσφορήσει, διότι έκαμε τέσσαρας υιοuς, και
μόνον τρεις θυγατέρας. Oσον αφορά το «στερφοβότανο», ο πνευματικός της εί¿εν ειπεί προ ¿ρόνeν ότι είναι μεγάλη
αμαρτία.
Hριν φθάση εις την θuραν του κήπου, καθώς κατήρ¿ετο τον δρομίσκον της κλιτuος, είδεν ότι ο Iιάννης ο Hεριβολάς
δεν ευρίσκετο εντός του κήπου, αλλ' ήτο την στιγμήν εκείνην εις τον γειτονικόν αγρόν, τον οποίον εί¿ε φαίνεται
ενοικιάσει eς κολλήγας από τον γείτονα. O αγρός ήτον σπαρμένος κριθήν λίαν ¿λοά¸ουσαν και σπιθαμιαίαν ήδη, εκείτο
δε επί ¿αμηλοτέρου από τον κήπον επιπέδου, εις u¡ος γόνατος. O Iιάννης, σκυμμένος εις μίαν άκρην του αγροu, eς
φαίνεται, εβοτάνι¸εν, ήτοι εçερρί¸eνε τ' άσ¿ημα ¿όρτα και τα ¸ι¸άνια ανάμεσα εις το σπαρτόν, ενόσe ήτο ακόμη ενeρίς,
και ο ήλιος έδυεν ήδη. Eυρίσκετο πέραν της άλλης άκρας του κήπου, και όταν η Iιαννοu επλησίασεν εις την θuραν του
περιβόλου, δεν τον έβλεπε πλέον, κρυπτόμενον όπισθεν του πυκνοu φράκτου, εις ικανήν απόστασιν, ώστε δεν ημπόρεσε
να του φeνάçη μακρόθεν την καλησπέραν. Eκείνος, κuπτeν, όλος έκδοτος εις την εργασίαν του, οuτε την είδεν.
H γραία Xαδοuλα εισήλθε. Hλησίον της θuρας ήτον η καλuβη, ικανώς λευκά¸ουσα, με εçeτερικόν ό¿ι πολu ακμαίον
οuτε καθάριον. Eφαίνετο ότι προ πολλοu ¿ρόνου δεν εί¿εν ασβεστeθή, κ' εμαρτuρει περί της αρρeστίας της οικοκυράς.
Aταçία εργαλείeν, ¿όρτeν και δεμάτeν υπήρ¿εν έμπροσθεν ταuτης. H θuρα ήτο κλειστή. Tα δuο παράθυρα κλειστά.
Μόνον εις φεγγίτης με uαλον υπήρ¿ε προς τα άνe, αλλά διά να φθάση eς εκεί επάνe η 4ραγκογιαννοu, διά να στηλώση
το ανάστημά της και ίδη αν ήτον άνθρeπος μέσα, έπρεπε ν' ανέλθη τας δuο ή τρεις βαθμίδας, και να φθάση εις το μικρόν,
άφρακτον σανίδeμα, το καλοuμενον «¿αγιάτι».
Eνώ εδίστα¸εν, αν έπρεπε οuτe να κάμη, ή μάλλον ν' ανέλθη απλώς εις το ¿αγιάτι και να κροuση την θuραν, ήκουσε
φeνάς μικρών κορασίeν. Oλίγον παρέκει ήτον το πηγάδι με το μάγγανον, και δίπλα, η στέρνα, ¿αμηλή, βαθεία, με τας
ό¿θας μόλις ανε¿οuσας υπεράνe της επιφανείας της γης. Eπάνe εις αυτήν την κτιστήν ό¿θην, παρά το ¿είλος της στέρνας,
εκάθηντο δuο μικρά κοράσια, το εν eς πέντε ετών, το άλλο eς τριών ετών, και έπαι¸αν με μίαν καλαμιάν και με σπάγγον
και εν καρφίον δεμένον εις την άκρην, eς να ε¡άρευαν τά¿α εντός της στέρνας.
Nα!... μου έδeκε το σημείο ο Aις-Iιάννης, είπε μέσα της, σ¿εδόν ακουσίeς η 4ραγκογιαννοu, άμα είδε τα δuο
θυγάτρια... Tί λευθεριά θα της έκαναν της φτe¿ιάς, της Hεριβολοuς, ανίσeς έπεφταν μες στη στέρνα κ' εκολυμποuσαν!...
Nα ιδοuμε, έ¿ει νερό;
Hλησιάσασα, έκυ¡ε, και είδεν ότι η στέρνα ήτον σ¿εδόν γεμάτη· eς δuο τρίτα οργυιάς νεροu.
Tί τ' αφήνει εδώ, κείνος ο πατέρας τους, μικρά κορίτσια, είπεν πάλιν η 4ραγκογιαννοu. Tά¿α δεν μποροuν να πέσουν
και μονα¿ά τους μέσα;
1στρε¡εν ανήσυ¿ον βλέμμα προς την καλuβην. Aλλ' αυτή εί¿ε την ό¡ιν ότι δεν υπήρ¿εν άνθρeπος μέσα.
Eκοίταçε μετά περιεργείας τα δuο κοράσια. Tο μεγαλuτερον τοuτeν eραίον, çανθόν, αν και σ¿εδόν άνιπτον, έκαμνεν
eραίαν εντuπeσιν. Tο μικρότερο, ¿λeμόν, κακονδυμένον, εφαίνετο μάλλον να πάσ¿η από «¸οuραν», ήτοι παιδικόν
μαρασμόν.
Kοριτσάκια, είπεν η 4ραγκογιαννοu, τι εκάνετ' δe;... Hοu είν' η μάννα σας;
Tο μεγαλuτερον κοράσιον απήντησε:
Hίτι
Lτο σπίτι, ηρμήνευσεν η γραία. Μα ποu στο σπίτι; Eδώ ή στο ¿eριό;
Zεν είναι ¸e, είπεν πάλιν το μικρόν.
4αίνεται ότι εçετέλει εντολήν του πατρός της, μη θέλοντος να ενο¿λώσιν οι διαβάται την άρρeστην. Auτη, άλλeς,
ευρίσκετο πράγματι εντός της καλuβης, καίτοι τα παράθυρα ήσαν κλειστά, ίσeς διά να μην την βλάπτη ο εσπερινός αήρ
του ρεuματος. 4αίνεται ότι ο σu¸υγός της προ ολίγου μόνον εί¿ε κατέλθει εις τον γειτονικόν αγρόν, προς μικράν
συμπληρeματικήν εργασίαν, και εί¿εν οκνήσει ή νομίσει περιττόν να κλείση και την θuραν του περιβόλου του
λα¿ανοκήπου.
H γραία Xαδοuλα ηρώτησε και πάλιν:
K' είναι στο ¿eριό, η μάννα σας; Kαι σεις πώς είστε 'δe μονα¿ά σας;
Eίναι πατέλας ¸e, είπεν η μικρά.
Hοu;
Eκεί κάτe, έδειçεν η μικρά.
Kαι τι κάνει;
H παιδίσκη έσειε τους ώμους. Aεν ήçευρε τι να είπη.Tέλος επρόφερεν:
1¿ει ¸'λειά. (έ¿ει δουλειά)
Hώς σε λένε, κορίτσι μου;
Μένα; Μ'σοuδα (Μυρσοuδα).
Kαι την αδερφή σου;
Tοuλα (Aρετοuλα).
H 4ραγκογιαννοu εσκέφθη:
«Oα φeνάçουν, τά¿α;... O' ακουστή; Hοu ν' ακουστή!... Hρέπει να κάμe γλήγορα, προσέθηκε μέσα της. Aυτός, όπου
είναι, τώρα σε λίγο, θα 'ρθη δe, γιατί θα σουρουπώση, και δεν θα βλέπη να κάνη δουλειά εκεί κάτe... Kαι πρέπει να
φεuγe το γληγορώτερο, ¿eρίς να με ιδή, όπeς δεν με είδε eς τώρα».
Eδίστασε προς στιγμήν. Hσθάνθη μέσα της φοβεράν πάλην. Eίτα είπε, σ¿εδόν μεγαλοφώνeς: «Kαρδιά!... αυτό είναι
μια απόφαση».
Kαι δράçασα με τας δuο ¿είρας τα δuο κοράσια, τα ώθησε με μεγάλην βίαν.
Hκοuσθη μέγας πλαταγισμός.
Tα δuο πλάσματα έπλεαν εις το νερόν της στέρνας.
H μεγαλυτέρα κορασίς έρρηçεν οçείαν κραυγήν, ήτις αντή¿ησεν εις την μοναçιάν της εσπέρας.
Μα...!
Eç εμφuτου ορμής, η 4ραγκογιαννοu έστρε¡ε το πρόσeπον προς την λευκήν καλuβην, όπου μέ¿ρι τοuδε εί¿εν
εστραμμένα τα νώτα.
Kαι συγ¿ρόνeς ετοιμά¸ετο να φuγη, και συνάμα έστρεφε τον κανθόν του όμματος προς την στέρναν, διά να ιδή αν
διήρκει η αγeνία.
Aνέλαβε το καλάθι της, το οποίον εί¿ε αποθέσει καταγής, και απεμακρuνθη δuο βήματα.
Tα δuο μικρά πλάσματα ήσπαιρον μέσα εις το νερόν. H μικρά εί¿ε βυθισθή ήδη. H μεγαλυτέρα επάλαιε.
Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, η γραία ήκουσεν όπισθέν της κρότον θuρας ανοιγομένης, και ασθενή φeνήν.
Eστράφη. H θuρα της καλuβης εί¿εν ανοι¿θή. H άρρeστη γυνή, η μήτηρ τeν δuο κορασίeν, e¿ρά, και τυλιγμένη με
μαλλίνην σινδόνα, ομοία με φάντασμα, ίστατο εις το ¿άσμα της θuρας.
Tί είναι; είπε μετά τρόμου η πάσ¿ουσα γυνή.
Tότε η 4ραγκογιαννοu, με μεγάλην ετοιμότητα, καθώς ίστατο ορθία, δuο βήματα προς την στέρναν, έρρι¡ε το καλάθι
της κάτe, το οποίον εί¿ε αναλάβει αρτίeς, και άρ¿ισε να τρέ¿η, να πηδά, και να φeνά¸η:
Tα κορίτσια!... Tα κορίτσια!... Hέσανε μέσα!... Kοίταçε!... Aεν έ¿ετε το νου σας, ¿ριστιανοί;... Hώς κάμανε;... Kαι τ'
αφήνετε μονα¿ά τους, κοντά στη στέρνα, νερό γεμάτη!... Kαλά που βρέθηκα!... Nα, τώρα πέρασα κ' εγώ... O Oεός μ'
έστειλε!
K' ενώ τe άμα κu¡ασα, και αφαιρέσασα εν ακαρεί την φουστάνα της, μείνασα με την λεγομένην «μαλλίναν», την εν
είδει μεσοφορίου, απορρίπτουσα τας πατημένας ¿ονδράς εμβάδας, μείνασα με τας κάλτσας τας τρυπημένας εις την
πτέρναν, ερρίθη βαρεία, μετά πατάγου μέσα εις το νερόν της στέρνας.
H γυνή η άρρeστη εί¿εν αφήσει βρα¿νήν κραυγήν, κ' έτρεçε να κατέλθη τα δuο ή τρία λίθινα σκαλοπάτια της εισόδου,
παραπατοuσα και μόλις δυναμένη να βαδί¸η εκ της αδυναμίας. Hριν αuτη φθάση πλησίον της στέρνας, η Iιαννοu εί¿ε
πιάσει το μικρότερον κοράσιον, το οποίον της εφαίνετο μάλλον πνιγμένον ήδη, και το έσυρε βραδέeς προς τα έçe, με την
κεφαλήν πάντοτε επίστομα εις το νερό. Eίτα σηκώσασα το μικρόν σώμα, αφοu απέθεσε τοuτο επί της λιθίνης κρηπίδος,
έκυ¡ε κ' έπιασε την άλλην κορασίδα, την μεγαλυτέραν. Tην έδραçεν από το κράσπεδον του φορέματός της, και από τον
ένα πόδα, κ' ενώ ετράβα προς τα άνe το σώμα, η κεφαλή έμενε κάτe, όσον το δυνατόν μακροτέραν ώραν εντός του
νεροu.
Tέλος, η μήτηρ εί¿ε φθάσει πλησίον της σκηνής, και η 4ραγκογιαννοu έσυρεν αποφασιστικώς το σώμα προς τα έçe.
Aπέθηκε τοuτο πλησίον του άλλου σώματος.
Tα δuο μικρά πλάσματα εφαίνοντο αναίσθητα.
H 4ραγκογιαννοu μετά προσπαθείας, ¡άçασα με τους πόδας εις το νερόν, ανεuρεν επί της μεσημβρινής πλευράς το
στόμιον της στέρνας, το φραγμένον διά πλατείας σανίδος με υ¡ηλήν eς κοντάριον λαβήν, και πατήσασα τον ένα πόδα επί
της εσο¿ής εκείνης του τοί¿ου ανήλθε μετά κόπου εις την κρηπίδα όλη στά¸ουσα.
Eίδες! Aεν το εσυλλογίστηκα! ανέκραçεν επιδεικτικώς η 4ραγκογιαννοu. Tά¿α δεν έπρεπε να τραβήçe τον κόπανο
επάνe, να çεφράçe τη μποuκα, για ν' αδειάση μονομιάς η στέρνα, πριν πνιγοuν τα κοριτσάκια, τα καημένα!
1το αληθές, άλλeς, ότι δεν το εί¿ε σκεφθή. Hλην υπάρ¿ει υποκρισία και εν τη ειλικρινεία.
H 4ραγκογιαννοu ετίναçε τα κράσπεδα τeν ενδυμάτeν της, τα διάβρο¿α, και ρίπτουσα βλέμμα επί τα δuο αναίσθητα
σώματα, ήρ¿ισεν εν βία και σπουδή να λέγη:
Kρέμασμα ανάποδα θέλουνε... Xτuπημα με το καλάμι, για να çεράσουν μαθές!... Kαλά που είναι γλυκό το νερό... Hοu
είναι ο άνδρας σου, ¿ριστιανή μου;... 1τσι τ' αφήνουν, μικρά κορίτσια, μονα¿ά τους, να παί¸ουν με το νερό της στέρνας;...
Kαλά που ήρθα! O Oεός μ' έστειλε... Aπό τον Aνάγυρο έρ¿ομαι, απ' τον ελιώνα... Kαλά που ήτον η πόρτα του μπα¿τσέ
ανοι¿τή!... Hοu 'ναι ο άνδρας σου; Hοu 'ν' τος; O,τι μπήκα απ' την πόρτα, ακοue μπλοuμ! Tρέ¿e... Tί να ιδώ! Aεν
πρόφθασα... Ouτε ήçευρα πeς εισ' εδώ. Lε εί¿α στο ¿eριό πeς βρίσκεσαι... Eί¿α μάθει πeς ήσουν άρρeστη... Tην
τρομάρα που πήρα!... Tώρα, κρέμασμα ανάποδα, και γλήγορα... Aεν πιστεue να είναι καλά πνιγμένα... Hοu 'ναι... τος ο
άνδρας σου; Hοu 'ν' τος;
Kαι δράçασα μετά βίας το εν σώμα, το μικρότερον, περί του οποίου ήτο σ¿εδόν βεβαία ότι ήτον νεκρόν ήδη, το
μετέφερε πλησίον ενός δένδρου, διά να το κρεμάση ανάποδα, eς έλεγε.
Hοu είν' ένα σκοινάκι;... Nα, βλέπe ένα σπάγγον με καλαμιά! Kαλά, θα ¿ρειαστή.
1νευεν ανυπομόνeς εις την άρρeστην γυναίκα, να της φέρη πλησίον την καλαμιά, με την οποίαν έπαι¸αν προ μικροu
αι δuο κορασίδες.
H γυνή, ¸αλισμένη, παραλογισμένη, συμπλέκουσα τας ¿είρας εν απορία, εν τρόμe, εν αγeνία, με ασθενή φeνήν είπε:
Μα ποu 'ναι ο πατέρας τους;
Eμένα ρeτάς; είπεν η Iιαννοu.
Aεν φeνά¸εις;... Aεν μπορώ να σκοuçe, δεν έ¿e καρδίτσα, ¿ριστιανή μου... 1σeς να είναι αποκάτe, στο ¿eράφι.
H 4ραγκογιαννοu, αποθέσασα προς ώραν το μικρόν σώμα καταγής, εί¿ε τρέçη δuο βήματα, και λuσει την καλαμιάν με
τον σπάγγον, κ' επροσπάθει να τον λuση ή τον κό¡η, όπeς δέση δι' αυτοu τους πόδας της μικράς πνιγμένης εις τον κλώνα
της κερασέας, και κρέμαση το σώμα κατά κεφαλής.
Lυγ¿ρόνeς, απαντώσα εις την επίκλησιν της γυναικός, εφώναçε με αγρίαν, αλλόκοτον φeνήν:
Iιάννη!... Iιάννη!
H κραυγή αντή¿ησεν ανά την κοιλάδα. Aλλ' ο Iιάννης δεν εφαίνετο. H Iιαννοu έδεσε τους πόδας της μικράς, κ'
επροσπάθει να την κρέμαση, συγ¿ρόνeς δε επανέλαβε την κραυγήν της:
Iιάννη!.. Hοu είσαι;... 1λα!...Tα κορίτσια πέσανε μες στην στέρνα!...
«Kαλuτερα, που αργεί», έλεγε μέσα της.
Aεν ακοuει, θα πe, αυτός ο ¿ριστιανός; Tόσο ταμά¿ι, στη δουλειά! Tώρα νuκτeσε πλια... Iιάννη! Iιάννη!...
Lυγ¿ρόνeς συνησθάνθη ότι σ¿εδόν επροδίδετο, καθότι η γυνή ρητώς δεν της εί¿εν ειπεί ότι ο Iιάννης ειργά¸ετο στο
¿eράφι, αλλά μόνον η ιδία τον εί¿εν ιδεί, και αν της το ειπέ τις, η πνιγείσα παιδίσκη της το είπεν. Oθεν επέφερε:
Μα ποu είναι;... Lτο ¿eράφι, είπες; Kαι τί κάνει;... Hοιός να τρέçη, ¿ριστιανή μου, eς εκεί... Lυ είσαι άρρeστη
γυναίκα... Iιάννη!... Hοu είσαι, Iιάννη;
Tέλος ηκοuσθη φeνή, πέραν του ακρινοu φράκτου, από την εσ¿ατιάν ερ¿όμενη.
Tί είναι;... Hοιός φeνά¸ει;
Tρέçε, Iιάννη!... Tα κορίτσια πνιγήκανε! έκραçε με μέγαν κόπον η άρρeστη γυνή.
Μετά εν λεπτόν έφθασε τρέ¿eν ο Iιάννης.
H 4ραγκογιαννοu εν τe μεταçu εί¿ε κρεμάσει το μικρόν σώμα, είτα εσήκeσε και το σώμα το άλλο, της μεγαλυτέρας
παιδίσκης, και το ε¡ηλάφει με τας δuο ¿είρας, ¸ητοuσα να βεβαιeθή αν ήτο νεκρόν ήδη. Kαι συγ¿ρόνeς έρριπτε λοçόν
uπουλον βλέμμα προς την δuστηνον μητέρα, την e¿ράν και ριγοuσαν υπό την λευκήν, μαλλίνην σινδόνα της, κ' έσεισε
την κεφαλήν, ακουσίeς οικτείρουσα την γυναίκα εκείνην.
Oταν είδε μακρόθεν τον πατέρα, τον κηπουρόν, να τρέ¿η προς τα εδώ, εγuρισε το σώμα με την κεφαλήν κάτe, και το
εκράτει προσeρινώς οuτe διστά¸ουσα και έντρομος.
Tί είναι;... Tί τρέ¿ει; έκραçεν εν άκρα απορία ο Iιάννης.
Nα! καλά που βρέθηκα! εφώναçε προς τοuτον η 4ραγκογιαννοu... Hρ¿όμουν από τον Aνάγυρο, με το κοφίνι μου.
1λεγα να σου δώσe κανένα βότανο, απ' αυτά που μά¸eçα σήμερα στο ρέμα, για να κάμετε μαντ¸οuνι για τη γυναίκα
σου!... επειδή εί¿α μάθει πeς ήτον άρρeστη... Kαλά που βρέθηκε η πόρτα ανοι¿τή!... Μπαίνe μέσα... Aκοue, μπλοuμ!
την τρομάρα που πήρα! Tα δuο κορίτσια, καθώς έπαι¸αν με την καλαμιά, έπεσαν στην στέρνα... Kατά πeς φαίνεται, όσο
μπόρεσα να καταλάβe, εί¿αν πιάσει καυγά ποιά να κρατή την καλαμιά, για να βγάλη τά¿α τα ¡άρια... H μικρή ήθελε ν'
αρπάçη την καλαμιά απ' τη μεγάλη... Lπρώ¿νοντας η μεγάλη τη μικρή, την έρριçε μες στο νερό, και πιάνοντας η μικρή
την μεγάλη, κατά πώς φαίνεται, την ετράβηçε μα¸ί της μες στη στέρνα. (H 4ραγκογιαννοu εί¿ε αυτοσ¿εδιάσει την
ερμηνείαν ταuτην εκ του προ¿είρου, και εç εμπνεuσεeς). A¿! την τρομάρα που πήρα! Aκοue ένα μπλοuμ! Kαλά που
βρέθηκα! O Oεός μ' έστειλε... Aμμή, έτσι αφήνουνε, ¿ριστιανοί μου, μικρά κορίτσια, να παί¸ουν μονα¿ά τους κοντά στη
στέρνα, γεμάτη νερό!...
O Iιάννης ιδών τα δuο αναίσθητα σώματα εις τας e¿ράς ακτίνας της αμφιλuκης, τραβών τα μαλλιά του, δάκνeν τους
αρμοuς τeν δακτuλeν του, απήντησεν:
O!... τι αμαρτίες!... έ¿εις δίκιο, ¿ριστιανή μου! A¿!... και τι ήτον αυτό!... K' εγώ ήμουν κάτe στο ¿eράφι, κ' έβγα¸α τα
¿ορτάρια... και δεν ημποροuσα να ησυ¿άσe, το έρμο!... 1να σαράκι μ' έτρeγε!... Kαι δεν εσυλλογίστηκα πeς η στέρνα
ήτον γεμάτη. K' εί¿α ένα φόβο, μιαν υπο¡ία... έλεγα ν' αφήσe το βοτάνισμα, να 'ρθe, να τρέçe, στον μπα¿τσέ πίσe... K'
έλεγα, ο εçαποδώ κάτι μου σκαρώνει, κάτι μου μαγειρεuει... Kαι δε μου 'κανε καρδιά, ν' αφήσe τη δουλειά, το έρμο! O¿!
δίκιο έ¿εις, ό,τι και να πης, ¿ριστιανή μου. A¿! α¿! τι αμαρτίες;
Kαι εν πολλή αγeνία, ο κηπουρός συνειργάσθη εις τα πρό¿ειρα εναντίον του πνιγμοu μέσα, τα οποία συνίστα η
πολuπειρος 4ραγκογιαννοu.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
H γραία Xαδοuλα εç ανάγκης έμεινε καθ' όλην εκείνην την νuκτα εις την καλuβην, όπου εδοκίμασεν όλα τα σπάνια
και απερίγραπτα συναισθήματα της φόνισσας μεταβαλλομένης αίφνης εις ιάτρισσαν τeν ιδίeν θυμάτeν της. Με όλα τα
κρεμάσματα και τας εντριβάς, τα οποία εφήρμοσεν αuτη, τα δuο κοράσια απέθαναν. Tο πρeί έτρεçεν ο Iιάννης εις την
πολί¿νην διά να δώση είδησιν εις τας αρ¿άς, ενώ η 4ραγκογιαννοu μείνασα οπίσe εσυντρόφευε την άρρeστην μητέρα,
κλαίουσαν και οδυρομένην, εçασκοuσα και το έργον της παρηγορητρίας, σιμά εις το επάγγελμα της ιάτρισσας.
O ειρηνοδίκης και ο «εκπληρών τ' αστυνομικά» πάρεδρος ήλθον επί τόπου. H 4ραγκογιαννοu ανακρινομένη διηγήθη
την ¿θεσινήν εκδρομήν της, και την τυ¿αίαν διέλευσίν της από τον λα¿ανόκηπον. Eίτα επανέλαβε σ¿εδόν κατά λέçιν όσα
εί¿εν ειπεί εις τον πατέρα τeν δuο κορασίeν: «H μικρότερη ήθελε ν' αρπάçη την καλαμιά απ' την μεγαλuτερη.
Lπρώ¿νοντας η μεγάλη την μικρή την έρριçε μέσα στο νερό, και πιάνοντας η μικρή την μεγάλη, κατά πeς φαίνεται, την
ετράβηçε μα¸ί της μες στη στέρνα». Tαuτα εçέφερε μάλλον eς συμπερασμοuς η ανακρινομένη· διότι μόλις επάτησε το
κατώφλιον της θuρας, έλεγε, κι άκουσε ένα μπλούμ! και δεν επρόφθασε να προλάβη την καταστροφήν, μόνον επήρε
«μεγάλη τρομάρα».
O παρεπιδημών ιατρός, κ. Μ., ήλθεν, είδε τα πτώματα και συνέταçε την έκθεσίν του· απεφάνθη ότι τα δuο κοράσια
επνίγησαν εκ πτώσεeς εις το uδeρ.
Oυδεμία ένδειçις οuτε υπο¡ία υπήρ¿ε κατά της 4ραγκογιαννοuς. Tα δυο μικρά πλάσματα τα εδιάβασεν εις ιερεuς
ελθών, εις τον ναîσκον του Aγ. Aντeνίου, και τα έθα¡αν εκεί έçe, μεταçu σ¿οίνeν και θάμνeν, πλησίον εις την βορείαν
πλευράν του ναîσκου.

!'
Hαρήλθον αι εορταί του Hάσ¿α. Tην εβδομάδα του Oeμά, η γραία Xαδοuλα, βοηθουμένη από την μικράν κόρην της, την
Kρινιώ, έπλυνεν εντός της ευρείας αυλής του κυρ Aλεçάνδρου του Pοσμαή, γέροντος προκρίτου, όστις ήτο σuντεκνός
της, και της εί¿ε βαπτίσει σ¿εδόν όλα τα τέκνα. Eις το υπόστεγον μέρος της αυλής το καλοuμενον λαδαρειό, δίπλα εις την
πελeρίαν çυλίνην καροuταν, ομοιά¸ουσαν πολu με την Kιβeτόν του Nώε, όπeς την ¸eγραφί¸ουν, πλησίον εις το φρέαρ,
και όπου η αναθάλλουσα τεραστία μορέα εçέτεινε τους μεγάλους καταπρασίνους κλώνας της, eς ¿ιαστήν ευλογίαν
διδομένην σταυροειδώς εις αçίους και αναçίους, ο μικρός κήπος φραγμένος με δρuφακτα εçεδίπλeνε πολu¿ρeμα
μεθυστικά άνθη εις δρόσον γλυκασμοu και τρυφήν ομμάτeν δι' όλα του Oεοu τα πλάσματα· δίπλα εις την μικράν κάμινον
με την κτιστήν στέρναν τeν στεμφuλeν, εί¿εν η 4ραγκογιαννοu την μεγάλην, βαθείαν σκάφην της, παραπλεuρeς ταuτης
άλλην σκάφην η Kρινιώ, και ακοuραστοι αι δuο από δuο ημερών έπλυνον, εμπουγάδια¸αν, εçέβγαιναν, άπλeναν,
εστέγνeναν, εμά¸ευαν, και ακόμα δεν εί¿ον τελειώσει την καλήν τeν εργασίαν.
Tην δευτέραν ημέραν η 4ραγκογιαννοu εί¿εν ενο¿ληθή μεγάλeς από τα τρεçίματα, τους θορuβους, και τα καμώματα
ενός σμήνους μικρών παιδίeν και κορασίeν, τα οποία εισήλαυνον εντός της αυλής κ' εθορuβουν. L¿εδόν όλα τα παιδιά
της γειτονιάς, δέκα ή δεκαπέντε τον αριθμόν, εισέβαλλον εις την αυλήν, έτρε¿αν εδώ-εκεί, ε¿οροπηδοuσαν, εκυνηγοuντο
γuρe-γuρe εις την καροuταν, έπαι¸ον το κρυφτάκι, έκυπταν εις το φρέαρ, Nάρκισσοι διά να ιδοuν την σκιάν τeν εις το
uδeρ, με κίνδυνον να πέσουν μέσα, εçέβαλλον μεγάλας, ανάρθρους φeνάς, eς H¿οί, θυγάτρια κρυπτόμενα όπισθεν της
καροuτας, εις τα σκοτεινά στενώματα, όπου τα έθελγεν ο παιγνιώδης φόβος και όλα ταuτα με μεγάλην παιδικήν
αδιακρισίαν και φορτικότητα, μη αφήνοντα την φίλεργον γραίαν και την κόρην της να κάμουν ήσυ¿αι την εργασίαν τeν.
Auο πuλας εί¿εν η ευρεία αυλή, την μεγάλην και την μικράν. Kαι τας δuο τας εί¿ε κλείσει επανειλλημένeς η Iιαννοu
με τον μο¿λόν, ή με το μάνδαλον, ελπί¸ουσα να εuρη ησυ¿ίαν· κ' αι δuο ευρίσκοντο μετ' ολίγον ανοικταί εκάστοτε· τοuτο
διότι και οι ένοικοι ελάμβανον συ¿νά ανάγκην να εισέλθουν ή να εçέλθουν, και άλλοι εκτός τeν παιδίeν έçeθεν ήρ¿οντο,
συγγενείς ή φίλοι της οικίας. 1καμε παραστάσεις εις την σεβασμίαν γερόντισσαν, την οικοκυράν, ήτις επανειλημμένeς
εμάλeσε τα παιδία, όλeς αλυσιτελώς. Hαρεπονέθη εις δuο γειτόνισσες, μητέρας τινών εκ τeν θορυβοuντeν παιδίeν.
Auται της απήντησαν ότι «να κοιτά¸η τη δουλειά της, και να μην κάνη κουμάντο σε çένο βιό».
Kοντά το μεσημέρι, η Iιαννοu έστειλε την Kρινιώ στο σπίτι, διά να φέρη ¡eμί και φάβα, την οποίαν εί¿εν ειπή ότι θα
έβρα¸εν η Aμέρσα ήτις εί¿ε πάντοτε τον εργαλειόν της εις το σπίτι, και δεν συνήθι¸ε να λαμβάνη μέρος εις την πλuσιν
και άλλας εçeτερικάς εργασίας διά να γευματίσουν.
H 4ραγκογιαννοu έμεινε προς ώραν μόνη, εçακολουθοuσα να πλuνη. Tην ώραν εκείνην υπήρ¿ον εντός της αυλής
μόνον δuο ή τρία κοράσια, τα οποία δεν εθορuβουν κι αυτά ολιγώτερον από τα παιδία. Aφότου μάλιστα εί¿εν ιδρυθή εις
το ¿eρίον σ¿ολείον τeν θηλέeν, τα κοράσια εί¿ον μεγάλeς çυπνήσει. H κυρά δασκάλα πολλά γράμματα δεν τα
εδίδασκεν, ακόμη ολιγώτερα ¿ειροτε¿νήματα, αλλά μόνον τα εμάνθανε «να λάβουν θάρρος» και να μην κάνουν «σαν
σκιασμένα» και σαν «βουνίσια», και εκήρυττεν ότι ήτο καιρός πλέον να «¿ειραφετηθώσιν».
H 4ραγκογιαννοu τα εμάλeσεν επανηλειμμένeς, αλλ' αυτά δεν άκουαν. Tο εν μάλιστα θυγάτριον, μόλις επτά ετών,
της γειτόνισσας της Hροπαντίνας, η Eενοuλα, άρ¿ισε να περιγελά την γραίαν, με μιμικάς κινήσεις τeν ¿ειρών και του
στόματος.
Lτιγμήν τινά, τα δuο άλλα κοράσια έτρεçαν έçe της αυλής, η δε Eενοuλα, μείνασα, έκυπτεν εις το φρέαρ, κ' ε¸ητοuσε,
με μίαν βέργαν, να φθάση και ταράçη το νερόν. 1κυπτεν επιμόνeς, αλλ' η βέργα ήτο πολu κοντή και δεν έφθανε.
E! Oε μου, και να 'πεφτες μέσα, Eενοuλα! είπε με αλλόκοτον γέλeτα η 4ραγκογιαννοu. Tι λευθεριά θα 'κανες της
μάννας σου!
E! Lε μου, τσαί να 'μπεμπες μπέσα! εμιμήθη παρeδοuσα την φeνήν η Eενοuλα! Tσι λελυγιά τσάκαλες τση μπάμιας
σου!
Eί¿εν ανασηκeθή ολίγον, και πάλιν έκυ¡εν βαθuτερον ή πριν.
Tο στόμιον του πηγαδιοu, τετράγeνον, ήτο φραγμένον με σανίδας ανίσου πλάτους, ώστε αι πλευραί δεν εί¿ον το αυτό
u¡ος. H μικρά σανίς, εφ' ης έκυπτεν η Eενοuλα, ήτο ¿αμηλοτέρα τeν άλλeν τριών, φθαρμένη, ολισθηρά, φαγeμένη από
την προστριβήν του σ¿οινίου του κουβά, δι' ου ήντλουν uδeρ, με σκουριασμένα καρφία, σαπρά και κινουμένη. Kαθώς
έκυ¡εν η παιδίσκη, εστηρί¿θη όλη, με το βάρος του σώματος επί της αριστεράς ¿ειρός, επάνe εις αυτήν την σανίδα,
εγλίστρησεν, η σανίς ενέδeκεν, εçεκόλλησεν από την μίαν άκραν, και η Eενοuλα έπεσε κατακέφαλα μέσα εις το ¿άσκον
στόμα του φρέατος. Hκοuσθη πνιγμένη κραυγή, κτuπος, και είτα μέγας πλαταγισμός εις το uδeρ.
H επιφάνεια του νεροu ήτο μίαν και ημίσειαν οργυιάν κάτe του στομίου, το δε βάθος του νεροu πρέπει να ήτο μιας
οργυιάς.
Eç εμφuτου ορμής, η 4ραγκογιαννοu ηθέλησε να φeνάçη και να τρέçη εις βοήθειαν. Aλλά τη μεν κραυγήν της η ιδία
έπνιçεν εις τον λάρυγγα, πριν την εκβάλη, αι δε κινήσεις παρέλυσαν και το σώμα της επάγeσεν. Aλλόκοτος στο¿ασμός
της επήλθεν εις τον νουν. Iδοu ότι μόλις σ¿εδόν eς αστεïσμόν εί¿εν εκφέρει την ευ¿ήν, να έπιπτεν η παιδίσκη μέσα στο
πηγάδι, και ιδοu έγινεν! Aρα ο Oεός (ετόλμα να το σκεφθή;) εισήκουσε την ευ¿ήν της, και δεν ήτο ανάγκη να επιβάλη
πλέον ¿είρας, αλλά μόνον ήρκει να ηu¿ετο, και η ευ¿ή της εισηκοuετο.
Μετά μίαν στιγμή, έλαβεν απόφασιν να έλθη μέ¿ρι του στομίου του φρέατος, να κu¡η και να ιδή εις το βάθος. Eίδε
την αγeνίαν της μικράς κόρης, ασπαιροuσης μέσα εις το νερόν, είπε καθ' εαυτήν ότι, και αν ήθελε, δεν θα ηδuνατο να την
σώση. Aλλά βεβαίeς, αν επνίγετο... αυτήν θα κατηγόρουν! Nα κράçει τώρα βοήθειαν, ήτο αργά. Aργά ίσeς θα ήτο διά να
σeθή η μικρά, αλλά πιθανώς δεν θα ήτο αργά διά να δείçη αυτή την αθeότητα της. Kαι όμeς δεν απεφάσισε να κράçη.
Kαλuτερον θα ήτο, αν αμέσeς το εί¿ε κάμει. Aλλ' οποία κακή τu¿η! Hώς την επαίδευεν η αμαρτία! Aν ήτο τώρα η Kρινιώ
εδώ, πόσον ευκταίον θα ήτο! Eκείνη βεβαίeς θα ήτον ικανή να κατέλθη çυπόλητη εις το νερόν διότι το πηγάδι, όπeς
συνήθeς συμβαίνει, εί¿ε πατήματα εις τους εσeτερικοuς τοί¿ους, εσο¿άς εντός του κτιρίου τeν λίθeν, αν και ίσeς πολu
επικινδuνους και ολισθηράς και πιθανόν ήτο να κατώρθeνεν η Kρινιώ να σώση την μικράν κορασίδα. Tώρα όμeς ήτο
απελπισία και θάνατος!
Eις αυτάς τας στιγμάς, η 4ραγκογιαννοu εί¿ε λησμονήσει την πρώτην ιδέαν της ότι ο Oεός ηθέλησε να εισακουσθή
η ευ¿ή της και να πνιγή η παιδίσκη. Eίτα ευθuς πάλιν ο λογισμός οuτος της επανήλθεν εις τον νουν και ακουσίeς
εγέλασε πικρόν γέλeτα.
Eν ριπή οφθαλμοu απεφάσισε τι έπρεπε να κάμη.
«Aς πάe στο σπίτι, είπε μέσα της. θα προφασισθώ, επειδή το Kρινιώ αργεί να έλθη ίσeς να μην είν' έτοιμο το φαî
πeς πείνασα τά¿α πολu, κ' επροτίμησα να φάμε όλοι στο σπίτι, για να βγάλe απ' τον κόπο και το Kρινιώ, να κουβαλά».
Kαι εν ακαρεί, αφοu ετοποθέτησε την σκάφην με όσα ροu¿α εί¿ε μισοπλυμένα ακόμη όπισθεν της καροuτας, εις μέγα
çuλινον αμπάριον, το οποίον εκλείδeσε, κ' έβαλε το κλειδίον στην τσέπην της, εçήλθε τρέ¿ουσα από την αυλήν, διά της
μικράς πuλης, την έκλεισεν έçeθεν με το μάνδαλον, και απήλθεν.

!Α'
Aφοu το σώμα της Eενοuλας ανεσuρθη από το φρέαρ, πνιγμένον και νεκρόν, η γραία Xαδοuλα δεν ήτο πλέον ήσυ¿η,
κρυερός φόβος ήρ¿ισε να την κατατρu¿η... 1λεγεν ότι τώρα, αν και δεν έπταιε, δεν θα εγλuτeνε πλέον.
Te όντι, η εçουσία εί¿ε αρ¿ίσει να συλλαμβάνη υπο¡ίας. H σuμπτeσις ότι η γραία εκείνη εί¿εν ευρεθή
δευτεραγeνιστοuσα εις τον πνιγμόν τeν δuο κορασίeν του Iιάννη του Hεριβολά, εις της Μαμοuς το ρέμα όπου όλη η
υπόθεσις, καίτοι δεν προέκυ¡αν στοι¿εία ενο¿ής ή και νuçεις προς υπο¡ίαν, εί¿ε ·τι~ το παράδοçον και το αλλόκοτον,
και ότι αυτή πάλιν η γραία ευρίσκετο εις την αυλήν του γέροντος Pοσμαή, κατά τας ώρας περίπου ότε επνίγετο εις το
φρέαρ η μικρά Eενοuλα, η θυγάτηρ του Hροπαντή, παρεί¿ε νuçεις τινάς υπο¡ίας εις τον ειρηνοδίκην, όστις επέσυρε την
προσο¿ήν του παρέδρου, του «εκπληροuντος τ' αστυνομικά». Kαι τότε ο πάρεδρος, όστις eς δημόσιος κατήγορος
περιeρί¸ετο μόνον ν' αγορεuη, κατά τας συνεδριάσεις τeν ποινικών, λέγeν: «Kατά τις μαρτυρίες που είπαν οι μαρτuροι,
φαίνεται να έκαμε, ή φαίνεται να μην έκαμε την πράçιν», όλον δε τον άλλον καιρόν δεν ελάμβανεν αφορμήν ν' αναπτuçη
την δραστηριότητά του ή να τρο¿ίση την γλώσσαν του, απλώς απήντησεν ότι «αφοu έτσι το λέει ο ειρηνοδίκης, έτσι θα
είναι, κ' έτσι μου φαίνεται», και τότε οι δuο απεφάσισαν ν' ανακρίνeσιν αυστηρότερον την Xαδοuλαν, ¿ήραν Ieάννου
4ράγκου, κ' εν ανάγκη να την προσeποκρατήσeσι.
Kατά την πρώτην ανάκρισιν, ήτις εί¿ε γίνει επί ποδός κ' επιτοπίeς τότε ο ειρηνοδίκης και ο αστυνόμος δεν εί¿ον
συλλάβει ακόμη ρητάς υπο¡ίας, ή δεν τας εί¿ον ανακοινώσει προς αλλήλους (οπότε διά της συνεπινεuσεeς του ενός η
πεποίθησις του άλλου, eς πάντοτε συμβαίνει, εδεκαπλασιά¸ετο) η 4ραγκογιαννοu εν αταραçία εί¿ε καταθέσει τα
γνeστά ήδη γεγονότα, άνευ της εσeτερικής ¡υ¿ολογίας τeν· ότι δηλ. αυτή, εκεί που έπλυνε, «σαν απέρασε το μεσημέρι,
κ' επείνασε, κ' η κόρη της η Kρινιώ εί¿εν υπάγει στο σπίτι να φέρη το φαî, και σαν αργοuσε, κι αυτή εί¿ε παραπεινάσει
και την εί¿αν κατα¸αλίσει το πλήθος εκείνο τα παιδιά και τα κορίτσια, που ε¿αλνοuσαν τον κόσμον με τα παιγνίδια και τις
αταçίες τους μες στην αυλή, και γuρe-γuρe στο λαδαρειό, και γuρe-τριγuρe στην καροuτα, και στο πηγάδι σιμά· εις τας
φρονίμους νουθεσίας της αυτά, κακομαθημένα, την επεριγελοuσαν και την ηρέθι¸αν, και την έκαμνον να ¿άση την
υπομονήν όλα τ' ανeτέρe επεβεβαίeσε κ' η Kρινιώ, η κόρη της τότε αυτή, κατα¸αλισμένη και μη δυναμένη να σταθή
στα πόδια της απ' την πείνα, απεφάσισε να υπάγη στο σπίτι, διά να φάγουν όλοι μα¸ί εκεί, ν' απαλλάçη και την Kρινιώ
από τον περισσόν κόπον τής μεταφοράς του φαγητοu, κι αυτή να ησυ¿άση προς ώραν και να çαποστάση. Eçήλθε λοιπόν
της αυλής, κ' έκλεισε την θuραν με το μάνδαλον. Oταν, μετά το γεuμα, eς μίαν ώραν αργότερα, επέστρε¡αν εις την
αυλήν, μα¸ί με την Kρινιώ, κατ' αρ¿άς δεν υπώπτευσαν τίποτε, κ' επανέλαβον την εργασίαν τeν. O θόρυβος τeν παιδίeν
εί¿ε κοπάσει προς ώραν τότε. Oταν όμeς μετ' ολίγον ε¿ρειάσθη ν' αντλήσουν νερόν από το φρέαρ, τότε το «γιουρδέλι»,
ήτοι το άντλημα της Kρινιώς, προσέκρουσεν εις στερεόν σώμα εντός του uδατος, κι αυτή εν εκπλήçει και φόβe έκραçε
την μητέρα της. Tότε αι δuο ομοu ανεκάλυ¡αν το σώμα της μικράς κόρης επιπλέον, ή μάλλον βυθισμένον ήδη εντός του
uδατος».
H Kρινιώ ήτον εντελώς ειλικρινής βεβαιοuσα τ' ανeτέρe. O ειρηνοδίκης ήκουσεν ευμενώς την κατάθεσιν ταuτης.
Aλλ' όμeς έκαμε μορφασμόν εις την μητέρα της. Eκείνος ο μορφασμός εκείνα τα «μοuστρα» του ειρηνοδίκου δεν
της ήρεσαν, της 4ραγκογιαννοuς, ήτις ήτο λίαν πεπειραμένη, και τότε μεγάλη αγeνία την εκυρίευσεν.
Eις την οικίαν της Tρα¿ήλαινας της κόρης της, όπου ευρίσκετο μικρόν προ της δuσεeς του ηλίου, δεν έπαυε να
κοιτά¸η ανήσυ¿ος από το παράθυρο. Aιεuθυνε το βλέμμα προς την ιδίαν της μικράν οικίαν, ήτις καίτοι μη αντικρu¸ουσα,
αλλά πλαγίeς κειμένη, ήτο ορατή, επειδή εçεί¿ε πέραν τeν ολίγeν μεσολαβουσών οικιών, δuο ή τρεις πή¿ες προς τον
δρόμον. H Iιαννοu, αν και συ¿νά εκοίτα¸ε, δεν έβλεπε τίποτε.
H κόρη της η Aελ¿αρώ είδε την ανησυ¿ίαν της, κι άρ¿ισε να κοιτά¸η, όπeς η μήτηρ της, και αυτή. Tην ώραν της
δuσεeς του ηλίου, αίφνης μετά κρυφίου φόβου την έκραçε:
Μάννα! Μάννα!
Tί είναι;
1λα να ιδής!
Tί;
Aυο τα¿τικοί στέκονται και κοιτά¸ουν έçe απ' την αυλή, στο σπίτι σας...
H γραία Xαδοuλα εσηκώθη, και είδεν εκείνο το οποίον εφοβείτο. Auο «τα¿τικοί», ήτοι ¿eροφuλακες, όπeς εις τους
¿ρόνους του υιοu της, του Μώρου οπότε οuτος, προ δεκαπέντε ετών περίπου εί¿ε σuρει εκ της κόμης επί του
λιθοστρώτου της οδοu την μητέρα του, και εί¿ε μα¿αιρώσει την αδελφήν του ίσταντο παραμονεuοντες, κοιτά¸οντες
απλήστeς προς την οικίαν.
H 4ραγκογιαννοu είδε και επείσθη ότι μέγας και επικείμενος κίνδυνος την ηπείλει.
Hρέπει να πάρe τα βουνά, δυ¿ατέρα! είπεν αίφνης. Aν προφτάσe!
Iιατί, μάννα; είπεν εν αγeνία η Aελ¿αρώ.
Iιατί... με γυρεuουν για να με φυλακώσουν.
Aλήθεια;... Eσu το έρριçες, μάννα, το κορίτσι στο πηγάδι;
O¿ι, μάρτυς μου ο Oεός! Aυτό δεν το έκαμα, είπεν η 4ραγκογιαννοu...
Tότε;...
Lιώπα!
H αμαρτία σε κυνηγά, μάννα, είπε δειλώς η Aελ¿αρώ.
Lιώπα! Μουρλάθηκες; είπε βλοσυρά η μάννα της, υποπτεuσασα υπαινιγμόν τινά εις τον τόνον μεθ' ου eμίλει η κόρη
της.
Tί να πe κ' εγώ, η καημένη! είπε συμπλέκουσα τας ¿είρας εν αμη¿ανία, η Aελ¿αρώ.
A! αυτό μην το λες! ό¿ι! Aεν κάνει να το λες!
Kαι τρομερά, κατήλθε την σκάλαν να φuγη.
Hοu πας, μάννα;
Lτα βουνά, σου είπα!... Aώσε μου λίγο παçιμάδι.
H Aελ¿αρώ έτρεçε ν' ανοίçη το ερμάριον, κ' έλαβεν εκείθεν ολίγα παçιμάδια.
Aώσε μου και το καλάθι μου... κ' ένα μα¿αιράκι, επανέλαβεν εν άκρα βία η 4ραγκογιαννοu... Bάλε μου κ' ένα ¿ράμι
μάλλινο μέσα... και τη μανδήλα μου... τα παλιοτσόκαρά μου... Aώσε μου και το ραβδί μου... ¡άçε να το βρης!
H Aελ¿αρώ, εν άκρα σιγή και υπομονή, επροσπάθει να εκτελέση όλας τας ετοιμασίας ταuτας.
Hοu θα πας, μάννα; επανέλαβε κλαίουσα. O! καίετ' η καρδιά μου!
Μην κλαις!... Kάπου θα κρυφτώ, σε καμμιά τρuπα... Hσυ¿ία, εσείς φρόνιμα! eς που να περάση η οργή του Kυρίου.
Kαι λαβοuσα το καλάθιον και το ραβδίον της, κατήλθε σιγά. 1καμε τον σταυρόν της.
Aίφνης εκοντοστάθη εις την τρίτην βαθμίδα της σκάλας, και στραφείσα προς την Aελ¿αρώ, της είπε:
Eέρεις τί να κάμης;... Oα πάe απ' τον απάνe δρόμο, για να γλυτώσe, να μη με ιδοuν, τα σκυλιά... Kαι συ, αυτήν την
στιγμή, να τρέçης στο σπίτι... να καμeθής πeς δεν τους βλέπεις, τους τα¿τικοuς... και να φeνάçης της Aμέρσας αποκάτ'
απ' το δρόμο: «Aμέρσα, είναι απάνe η μάννα;»...
....'O¿ι, μη λες «είν' απάνe η μάννα»... μόνο να πης: «Aμέρσα, πώς είναι η μάννα, είναι καλuτερα; έ¿ει σηκeθή;... Lτο
στρώμα είν' ακόμα;» Iια να πιστέ¡ουν πeς βρίσκομαι απάνe στο σπίτι, και πeς είμαι άρρeστη... Iια να μην
υποπτευθοuν τίποτα, και με κυνηγήσουν τα σκυλιά!... Tρέçε, γλήγορα!
Eίτα προσέθηκε:
1¿ετε γεια... και καλή αντάμeση!...
Eυθuς uστερον εçήλθε κ' η Aελ¿αρώ, τρέ¿ουσα, μ' ελαφρόν βήμα, κι διευθuνθη προς την μητρικήν της οικίαν, να
εκτελέση την εντολήν.
*
* *

H 4ραγκογιαννοu επήρε τον απάνe δρόμον, κατά τα Kοτρώνια, με δρομαίον βήμα. Eις την τελευταίαν απή¿ησιν του
«καλή αντάμeση», το οποίον ευ¿ήθη εις την κόρην της, ακουσίeς προσέθηκε καθ' εαυτήν μετά πικράς ειρeνείας: «1
εσάς θ' ανταμώσe εδώ ή, τον αδελφό σας στην φυλακή θα πάe ν' ανταμώσe ή, στον άλλο κόσμο θ' ανταμώσe τον
πατέρα σας... κι αυτό είναι απ' τα τρία το σιγουρότερο!»
Kαθώς ανέβαινεν ασθμαίνουσα τον πετρώδη λόφον, «1λα Hαναγία μου, έλεγε μέσα της, ας είμαι κι αμαρτeλή». Eίτα
εις τα ενδόμυ¿α της ¡υ¿ής της είπε: «Aεν το έκαμα για κακό».
Μόλις επρο¿ώρησεν ολίγα βήματα, και εις τους τελευταίους σποραδικοuς οικίσκους της πολί¿νης, επάνe στους
βρά¿ους, καθώς εκατηφόρι¸ε να φθάση στον αιγιαλόν, βλέπει τον Kυριάκον, τον κλήτορα της αστυνομίας, με το φέσι του
με την κοντήν φοuνταν, ή «γαλίπαν», όπeς την έλεγαν, με τον καστανόν του στριμμένον μuστακα, και κρατοuντα εις την
¿είραν το κοντόν ρόπαλόν του, πέριç του οποίου εφαίνετο σκυταλοειδώς η επιγραφή «Iσ¿uς του Nόμου». Ouτος,
συνοδευόμενος από ένα γέροντα απόμα¿ον, με στρατιeτικήν στολήν, ήρ¿ετο από ένα πλάγιον δρομίσκον, διευθυνόμενος
εις τον αιγιαλόν, όπου κατήρ¿ετο και η 4ραγκογιαννοu, και μετά μικρόν εç άπαντος θα την έφθανον, ή θα της έπαιρνον
τα νώτα.
1σeς η παρουσία του Kυριάκου εκεί, μα¸ί με τον απόμα¿ον, να ήτο τυ¿αία. Aλλ' η ένο¿ος γυνή, eς τους είδεν,
εταρά¿θη, κ' ετά¿υνε το βήμα. Tης εφάνη δε ότι κ' εκείνοι το αυτό έκαμαν.
Tότε η Iιαννοu, καθώς έφθασεν εις τον αιγιαλόν, κατ' αγαθήν συγκυρίαν, αίφνης είδεν ενώπιόν της ανοικτήν την
θuραν μιας οικίας, λίαν γνeρίμου εις αυτήν, και ουδέ στιγμήν εδίστασε να υπερβή το κατώφλιον. Aμα εισήλθε,
τεταραγμένη, έβαλε το μάνδαλον και τον σuρτην.
Μαρουσώ, είσ' επάνe; έκραçεν με σιγανήν, αλλά συριστικήν φeνήν, ανερ¿ομένη την σκάλαν.
Μία γυνή κοντοuλα, ροδοκόκκινη, εçήλθεν από την θuραν ενός θαλάμου, κ' επαρουσιάσθη μειδιώσα, αλλά και
ανήσυ¿ος το βλέμμα.
Hοu σ' αυτόν τον κόσμο, θεια-Xαδοuλα; ηρώτησε.
Μην τα ρeτάς, παιδί μου... Μεγάλη συφορά μου επενέβηκε, ήρ¿ισε να λέγη η Iιαννοu.
Eίτα ανήσυ¿ος ηρώτησε:
Μην είν' εδώ ο κυρ Aναγνώστης;
O¿ι, δεν είν'εδώ· τόσο νeρίς δεν έρ¿εται, είναι στον καφενέ... A¿! θεια-Xαδοuλα κ' εγώ έλεγα πώς να κάμe να 'ρθe
στο σπίτι σου να σου πe τα τρέ¿οντα...
1μαθες τίποτα;
Tα έλεγαν τώρα το απόγευμα, ο αφέντης μου, μα¸ί με τον κουμπάρο μας τον Aïμερίτη, που ήρθε για να φουμάρη ένα
τσιμποuκι και να κουβεντιάσουν, όπeς συνηθί¸ουν.
Kαι τί λέγανε;
O ρηνοδίκης μα¸ί με τον αστυνόμο, θέλουν να σε συλλάβουν... 1λεγαν να στείλουν τους ¿eροφuλακες... L' έ¿ουν
uποπτη για το κοριτσάκι που πνίγηκε ¿θες μες στο πηγάδι.
O! τρομάρα μου...
K' έλεγα να 'ρθe να σου πe, για να κρυφτής, αν μπορέσης... Μα πώς βρέθηκες εδώ;
H 4ραγκογιαννοu διηγήθη ότι, αφοu, μετά την ¿θεσινήν ανάκρισίν της, εκατάλαβεν ότι ο ειρηνοδίκης άρ¿ισε να την
έ¿η «στην μποuκα του τουφεκιοu», ησθάνθη κι αυτή φόβον μη κακοπέση άδικα, και ότι από το σπίτι της κόρης της, της
Aελ¿αρώς, όπου έτυ¿ε να ευρίσκεται σήμερον το δειλινόν, εί¿εν ιδεί τους ¿eροφuλακας να κατασκοπεuουν το δικό της το
σπίτι· ότι απεφάσισε να φuγη στα βουνά· ότι, καθώς έτρε¿αν εδώ κάτe, κατά τον αιγιαλόν, σκοπεuουσα να πάρη το
κρυφόν μονοπάτι του βουνοu, οπίσe από τα Kοτρώνια, είδε τον Kυριάκον τον κλήτορα μα¸ί μ' ένα γερο-τα¿τικόν, να
έρ¿eνται κατόπιν της, αλλ' ότι κατά θείαν νεuσιν, ευρέθη κοντά στο σπίτι της Μαρουσώς, η οποία çεuρει καλά από
παλαιόν καιρόν «τα πάθια της», εφρόντισε να προσθέση, και ιδοuσα την θuραν ανοικτήν, έσπευσε να εισέλθη, όπeς εuρη
άσυλον.
1¿e κλειδώσει την πόρτα από μέσα, παιδάκι μου... απ' το σαστισμό μου, τι να κάμe! Μου ήτανε γραφτό να πάθe, τα
'παθα. 1τσι να '¿ης πολu καλό, Μαρουσώ μου, δεν κοιτά¸εις κρυφά, κρυφά από το παντ¸οuρι εκείνο;... να ιδής αν είναι ο
Kυριάκος κάτe ή έ¿ει τραβήçει;
H Μαρουσώ ήλθε προς το υποδει¿θέν παράθυρον, κ' εκοίταçε κατά τον δρόμον. Eίτα επιστραφείσα είπεν:
Eίναι παραπέρα, εκεί... Lτέκονται στο δρόμο μα¸ί μ' ένα γέρο απόμα¿ον... 1¿ουν πιάσει κουβέντα με τον γείτονα μας
τον ¡αρά, τον 4ραγκοuλη.
Kαι κοιτά¸ουν κατά δe;
Kοιτά¸ουν στην αμμουδιά, πέρα.
H γραία ήτο έμφοβος, κ' έφερε τας ¿είρας περί το πρόσeπον, eς διά να τραβήçη τα τσουλοuφια της, ή να σ¿ίση τα
μάγουλά της.
H Μαροuσα την ώκτειρε.
Aεν κάθεσαι, θεια-Xαδοuλα;... Μη φοβάσαι... O,τι είναι, θα περάση... Kάθισε, να σου κάμe καφεδάκι να πιης.
H Iιαννοu μετά δισταγμοu ερρίφθη επί τινος ¿αμηλοu σκαμνίου, εις τα πρόθυρα του μαγειρείου, όπου εγίνετο ο
διάλογος.
H οικία εφαίνετο ευποροuσης οικογενείας, και εί¿ε πολλά ¿eρίσματα, κ' επίπλeσιν ευπρεπή.
Aε θυμάσαι τα δικά μου, θεια-Xαδοuλα... είπε μυστηριeδώς η Μαροuσα, και το πρόσeπον της αφ' ό,τι ήτο έγινεν
ακόμη ερυθρότερον... Oυμήσου τί τρομάρες, τί βάσανα πέρασα τότε κ' εγώ! Kι ας είσαι καλά, πόσο μ' εβοήθησες! 1τσι
θα περάσουν και τα δικά σου.
Iιατί είπα εγώ πeς εσu çέρεις τα πάθια μου! Eπανέλαβεν η 4ραγκογιαννοu μετριόφρeν.
Eκείνα που λες, ήταν πάθια δικά μου, διώρθeσε φιλαλήθης η Μαρουσώ.
1¡ησε τον καφέν και τον εκένeσε.
O αφέντης μου, όπου είναι, θα 'ρθη... Hιε τον καφέ σου. Bοuτηçε και το ¡eμάκι, προσέθηκε κόπτουσα μεγάλην φέταν
¡eμίου.
H γραία άρ¿ισε να βουτά το ¡eμί και να το μασά ¿eρίς όρεçιν.
Hολu καλό να '¿ης, έλεγε. Aεν πάει κάτe, παιδί μου... Aπ' το ¿ολοσκασμό που έ¿e... 4αρμάκι βγά¸' ο ουρανίσκος μου.
Eίτε επέφερε:
Aεν κάνεις τον κόπο να κοιτάçης πάλι απ' το παραθυράκι, έçe;... Eίναι ακόμη ο Kυριάκος κάτe;
H Μαροuσα υπήκουσεν.
Eκεί είναι θεια-Xαδοuλα... 1πιασαν μεγάλην κουβέντα με τον 4ραγκοuλη.
Kαι τώρα, ποu να πάe;... Lαν έρθ' ο πατέρας σου;... Bασιλε¡' ο ήλιος... σουροuπeσε... θα νυ¿τώση.
H Μαροuσα εσκέφθη επί στιγμήν, είτα είπεν:
Eγώ έ¿e μεγάλην υπο¿ρέeση σε λόγου σου, θεια-Xαδοuλα... Hώς να το çε¿άσe!
Oυμάσαι; είπεν ακουσίeς μειδιώσα η γραία.
Kαι μπορώ να τ' αστο¿ήσe;... O,τι μπορέσe να κάμe, θα κάμe για σένα.
Aς είσαι καλά.
Μου φαίνεται πeς το καλuτερο είναι να σε κρu¡e εδώ τη νu¿τα, τώρα, πριν έλθη ο αφέντη μου.
Hοu;
Kάτe, στο μικρό κατeγάκι, στο σοφά... çέρεις;
A! είπεν η 4ραγκογιαννοu, eς να της ήλθε μία ανάμνησις.
Kαι τα μεσάνυκτα, σαν λαλήσει τ' αρνίθι...
E;...
Kοντά να φέçη, ό,τι ώρα νοιώσεις...
Kαλά!
Aν θέλης, σηκώνεσαι, και πας στο καλό, όπου σε φeτίση ο Oεός.
Aς είναι! είπε μετά στεναγμοu η γραία.
Tην άλλη νu¿τα πάλι, ανίσeς και δεν εuρης άλλο καταφuγιο εις μέρος πλιο κρυφό, και πλιο σίγουρο, έρ¿εσαι, και μου
ρί¿νεις ένα πετραδάκι σ' αυτό το παράθυρο, ή στο μικρό μπαλκονάκι κατά το γιαλό, κατεβαίνe, σου ανοίγe, και σε
κρuφτe πάλι στο κατeγάκι.
Kαλά!... Μα, για κοίταçε, έφυγε ο Kυριάκος;
H Μαροuσα επήγε πέραν του μεσοτοί¿ου, εις το παράθυρον προς τον δρόμον, αργοπόρησεν ολίγον, ίσeς διότι εί¿ε
σκοτεινιάσει πλέον και δεν διέκρινε καλώς έçe, και επανήλθε.
Aεν έφυγαν... εκεί είναι κ' οι τρεις.
Tώρα ένα πράμα δεν çέρe, είπε σuννους η 4ραγκογιαννοu. Aεν çέρe αν με είδε ο Kυριάκος να 'μβαίνe εδώ,
ή ό¿ι... Aν δεν μ' έ¿η ιδεί, και δεν μου κάνει καρτέρι, καλuτερα έ¿e να φuγe, να σας σηκώσe το βάρος από τώρα.
1λεγε τοuτο ειλικρινώς. Eστενο¿eρείτο, επόθει τον αέρα του βουνοu. Eκεί ησθάνετο ότι θα εuρισκεν άνεσιν, ήλπι¸ε
δε και ασφάλειαν.
O,τι κι αν είναι, δεν πρέπει να φuγης από¡ε, είπε προθυμοτέρα γινομένη η Μαροuσα, καθ' όσον εθερμαίνετο εκ της
αναμνήσεeς. Kάθισε, θεια-Xαδοuλα, από¡ε, στο κατeγάκι, για να με κάμης να θυμηθώ τα παλιά μου βάσανα. Oα μου
έρθουν, τά¿α σαν όνειρο στον uπνο μου;
1τσι τα θυμάται, πλιο, κανείς, παιδάκι μου, είπε με πονηράν αφέλειαν η γραία. A¿! κάθε αμαρτία έ¿ει και τη γλuκα
της.
Aλήθεια!... και πόση πίκρα φέρνει στο τέλος! συνεπλήρeσε μελαγ¿ολικώς η Μαρουσώ.
H οικία ήτο διπλή. Eκτός του κυρίeς κτιρίου, εί¿ε μικρόν παράρτημα προς βορράν, όπου ήτο το μαγειρείον, και υπό το
μαγειρείον ευρίσκετο «το μικρό κατeγάκι». Eκεί διά της καταπακτής και μικράς σκάλας eδήγησεν η Μαροuσα την çένην
της, πριν έλθη ο κυρ Aναγνώστης, ο οικοδεσπότης. Tης έφερεν άρτον, τεμά¿ιον κρuου βραστοu, υπόλοιπον του γεuματος,
τυρίον, νερόν, ποτήριον οίνου, και την εγκατέστησεν επάνe εις τον σοφάν του μικροu κατeγείου, του ¿ρησιμεuοντος eς
αποθήκη διαφόρeν οικιακών σκευών. Tης έστρeσεν ένα παλαιόν κιλίμι, μίαν τριμμένην τσέργαν, ένα μικρόν σινδόνι, της
έβαλε μίαν προσκεφαλάδα σκληράν, με γέμισμα από λινόçυλα, και της ευ¿ήθη καλήν νuκτα και «uπνον ελαφρόν».
Eλαφρός ή βαρuς, ο uπνος της 4ραγκογιαννοuς δεν ήτο δυνατό να ήτο εuκολος οuτε ευάρεστος, ευρισκομένης εις
τοιαuτην ταρα¿ήν και τοιοuτον τρόμον. Aλλά το περιβάλλον την έκαμε προς ώραν να λησμονή σ¿εδόν τα ενεστώτα και
την ιδίαν τρομεράν θέσιν της, και ν' αναπολή τα παρελθόντα. Eκείνο το οποίον μετριοφρόνeς η Iιαννοu εί¿εν ονομάσει
δις «τα πάθια της», η δε Μαροuσα ειλικρινώς εί¿εν αναγνeρίσει μάλλον eς «πάθια» και «βάσανα» ιδικά της, εί¿ε συμβή
προ οκτώ ή δέκα ετών.
O κυρ Aναγνώστης Μπενίδης, άτεκνος, εί¿ε λάβει eς ¡υ¿οκόρην την Μαροuσαν, και την εί¿εν αναθρέ¡ει όσον
αυστηρά ηδυνήθη η σu¸υγος του, ήτις ήτον αποθαμένη προ δέκα πέντε ετών. O κ. Μπενίδης ήτον εις τον καιρόν του το
σημαντικώτερον πρόσeπον του τόπου του. Eί¿ε διατελέσει δημογέρeν προ του Aγώνος, πληρεçοuσιος εις τας πρώτας
Lυνελεuσεις Tροι¸ήνος, Hρονοίας, Aργους, κτλ., δήμαρ¿ος προ του Lυντάγματος. Eίτα μετά το Luνταγμα διετέλεσεν eς
ανώτερος υπάλληλος εις πολλά μέρη. Tην Μαροuσαν, Eβραιοποuλαν, ή κατ' άλλους Tουρκοποuλαν, εί¿ε προσλάβει εις
ηλικίαν σ¿εδόν βρεφικήν, και την εί¿ε βαπτίσει.
Eίτα, όταν κατά τα τελευταία έτη, eς συνταçιοu¿ος απεσuρθη εις τον τόπον του, την υπάνδρευσε μ' ένα ανε¡ιόν του,
και της έδeκεν eς προίκα το μικρόν αυτό κολλητόν σπιτάκι, εις το ισόγειον του οποίου ευρίσκετο τώρα η
4ραγκογιαννοu, ικανά αγροτικά κτήματα, και ολίγα μετρητά, υποσ¿εθείς να της αφήση eς κληρονομίαν και την κυρίeς
οικίαν, και ό,τι άλλο ήθελεν ευρεθή παρ' αυτώ μετά θάνατον.
O γαμβρός, αφοu απέκτησεν εν τέκνον, έλειπεν όλον τον καιρόν. Eταçίδευε λοστρόμος με τα καράβια. 1τον
φημισμένος ναυτικός, αλλά σπάταλος και αçένοιαστος. Tώρα τελευταία, εί¿εν αργήσει τρία έτη να έλθη εις τον τόπον. Eν
τe μεταçu ο γηραιός κυρ Aναγνώστης εί¿ε ¿ηρεuσει, και η ¡υ¿οκόρη, κατά την απουσίαν του συ¸uγου υπηρέτει διαρκώς
εις την οικίαν τον θετόν πατέρα της, όπeς και παιδιόθεν ήτο συνηθισμένη. O σu¸υγος έγραφεν από καιροu εις καιρόν
επιστολάς, υποσ¿όμενος ότι θα έλθη, αλλά δεν ήρ¿ετο. Tο θυγάτριον της Μαροuσας ήτο ήδη τεσσάρeν ετών, και οuτε ο
πατήρ εί¿εν ιδεί ποτέ το τέκνον, οuτε αυτό εγνώρι¸ε την ό¡ιν του πατρός.
Kατ' εκείνον τον καιρόν, μα¸ί με την ανάπτυçιν του εμπορίου και της συγκοινeνίας, εί¿αν αρ¿ίσει να çανοίγουν κάπeς
και τα ήθη εις τον μικρόν, απόκεντρον τόπον. Eένοι ερ¿όμενοι από τα άλλα μέρη της Eλλάδος, τα «πλέον πολιτισμένα»,
είτε υπάλληλοι της κυβερνήσεeς, είτε έμποροι, εκόμι¸ον νέας, ελευθέρας θεeρίας περί όλeν τeν πραγμάτeν. Ouτοι την
αιδώ και την συστολήν eνόμα¸ον βλακείαν, την εγκράτειαν και την σeφροσuνην ευήθειαν. Tην διαφθοράν και την
λαγνείαν eνόμα¸ον «φυσικά πράγματα». H δuστηνος Μαροuσα, ήτις δεν εί¿ε γεννηθή εις τον τόπον, αρ¿ήθεν δεν ήτο
πολu αυστηρά οuτε σεμνοπρεπής, εί¿ε δε μικράν δόσιν ελαφρότητος.
Tον καιρόν εκείνον ευρίσκοντο εις την νήσον ένας γραμματεuς του ειρηνοδικείου, άγαμος, φουστανελάς· ένας
γραμματεuς του Aιμεναρ¿είου, βρακάς, αçιeματικός του οικονομικοu N. κλάδου, γεροντοπαλλήκαρο· ένας ενeμοτάρ¿ης
κομ¡ευτής, με λιγνήν μέσην και αγκιστροειδή μuστακα· ένας τελeνοφuλαç έ¿eν τριπλάσιον εισόδημα από τον μισθόν
του, και δuο ή τρεις πράκτορες çένeν εμπορικών οίκeν ή άλλοι μέτοικοι. Oλοι οuτοι εί¿ον παντοτινήν συντροφιάν με δuο
ή τρεις άλλους νεαροuς εμπορευομένους, κομ¡ευομένους, μ' «ελληνικοuρες» πολλές εις την γλώσσαν και με πολλάς
«προσρήσεις». Με τους τελευταίους τοuτους ηναγκά¸οντο να έρ¿eνται συ¿νά εις επαφήν πολλαί γυναίκες, και σώφρονες
άλλeς, του τόπου, ¿άριν τeν αφεuκτeν και ατελειώτeν ο¡eνισμάτeν, από τα οποία αδuνατον ν' απαλλαγή ποτέ ο
γυναικείος κόσμος.
Aπό τα τόσα βρό¿ια, τα οποία της εί¿αν ρί¡ει εις τον δρόμον της, από τας τόσας ελεπόλεις, τας οποίας της εί¿ον
στήσει περί τους τοί¿ους της όλοι οι ειρημένοι επι¿ειρηματίαι, δεν ηδυνήθη να γλυτώσει η Μαροuσα· και μετ' ολίγον
καιρόν αuτη, εν απουσία του συ¸uγου, ευρέθη έγκυος. Kαι το ενόησεν ότε ήτο ήδη δuο μηνών. Aλλά πριν το ανακαλu¡η
αuτη, όλη η γειτονιά, eς εικός, το ήçευρεν, ίσeς και προτοu να συμβή το πράγμα. Μόνον ο κυρ Aναγνώστης ευρίσκετο εν
αγνοία. «O κόσμος», όπeς είπε τότε η πονηρή Kοκκίτσα, μία γειτόνισσα, «το '¿ε τοuμπανο, κι αυτός κρυφό καμάρι».
Yπήρçαν κ' αι κακαί γλώσσαι, αίτινες είπον άνευ της ελα¿ίστης πιθανότητος, eς εικός, ότι ο κυρ Aναγνώστης
εφήρμο¸εν την πάλαιαν μέθοδον του Aαβίδ, και ότι διά νεαράς πνοής και θερμοu αίματος ε¸ήτει να «çανανιώση». Aλλ' η
ειρημένη Kοκκίτσα και δuο ή τρεις άλλαι γειτόνισσαι, αίτινες τα έλεγον σιγανά, κ' εγέλeν συριστικά μεταçu τeν,
ισ¿υρί¸οντο ότι, δήθεν «απ' το παιδί έ¿ουν πολλοί μερδικό»· ότι το κεφάλι πρέπει να είναι του γραμματικοu, του
φουστανελά με το τεράστιον φέσι και την μακροτάτην φοuντα, η μέση, θα είναι βέβαια του νeματάρ¿η, του σεβταλή, το
ένα το ποδάρι (στο λάκκο!) του γερο-κολασμένου, του βρακά, το ένα ¿έρι (μακρu ¿έρι!) του τελeνοφuλακα, και το άλλο
¿έρι (παστρικό ¿έρι!) του ¡ιλικατ¸ή, με τις 'λληνικοuρες.
Hρώτη η ρηθείσα Kοκκίτσα εί¿ε προσκληθή μυστηριeδώς από την Μαροuσαν (σημειeτέον ότι αuτη, όσον και αν
εφαίνετο απονήρευτη, εί¿εν εννοήσει ότι η Kοκκίτσα την υπeπτεuετο προ πολλοu, όθεν επροσποιήθη κι αυτή ευθήνην,
αναγκαστικήν εμπιστοσuνην διά να την κολακεuση, ελπί¸ουσα ότι θα την έπειθε, και διά δώρeν, να σιeπήση) εί¿ε
προσκληθή, λέγe, να λάβη γνώσιν του μυστηρίου. H Μαροuσα, «αδερφή να την κάμη, απ' το Oεό και στα ¿έρια της»,
έπεσε στον τρά¿ηλόν της και την ικέτευε να κάμη έλεος αν ηçεuρη τίποτε ¡ευτογιατρικά, διά να εçαφανισθή, ει δυνατόν,
ο καρπός της αμαρτίας, κι ο Oεός πλέον ας εγίνετο ίλεeς! Aιότι άλλeς αυτή βέβαια τί την ήθελε τέτοια ¸eή; θα έπεφτε
βέβαια, στον γιαλό να πνιγή, καθώς ήτον μάλιστα και σιμά, από κάτe απ' το σπίτι, η θάλασσα. H Kοκκίτσα την
καθησu¿ασε με λόγια παρηγορίας, και άρ¿ισε να εφαρμό¸η επ' αυτής διαφόρους αλοιφάς και έμπλαστρα, τα οποία
ουδόλeς ετελεσφόρουν.
Aευτέρα προσεκλήθη η Lταμάτe, πτe¿ή ¿ήρα, κ' η Kονδuλe η αδελφή της, αλβανόγλeσσοι αι δuο, καταγόμεναι από
μίαν τeν νήσeν του Lαρeνικοu. Auται εçήσκουν εντριβάς επί του σώματος της ατυ¿οuς γυναικός. Kαι τας τρεις με ό,τι
έκλεπτεν από τας οικονομίας του κυρ Aναγνώστη, τας αντήμειβε. K' εκείναι εμάκρυνον τας αλοιφάς, και παρέτεινον τας
εντριβάς, αλυσιτελώς πάντοτε.
Tην εσπέραν, ανερ¿όμεναι αι τρεις εις την αυλήν της κυρα-Oeμαής, ολίγα σπίτια παραμέσα, όπου ήρ¿οντο κ' η γρια-
Xιόνe, κ' η θεια-Kυράννe, όλαι μετανάστιδες εκ Μακεδονίας του 1821, τα έλεγαν μεταçu τeν. Aι τρεις πρώται έδιδον
καθ' εσπέραν τακτικήν αναφοράν εις την κυρα-Oeμαήν και εις τας δuο αλλάς γραίας· και όλαι μα¸ί ε¿ασκογελοuσαν.
Μάλιστα τα ό¡ιμα ελληνικά της Lταμάτeς, καθώς περιέγραφε την κατάστασιν της εγκuου («αυτή όλη κοντό είναι· και
τα πόδια της κοντή το έ¿ει!... θα μην το ρί¿νη, τά¿ατες!...») επέτεινον τους γέλeτάς τeν. Kαι εις τας εκθέσεις της
Lταμάτeς, η γραία Kυράννe επρόσθετε τα σ¿όλια της, με την Μακεδονικήν της διάλεκτον.
Aυτηνιές, σι λιέου, είνι παλιοφουράδες!... A¿ιλώνις, μαρή... Hοu στα ¿ουργιά, τα θ'κάμας! να του φτιάç' καμμιά
αυτ'νό, θε τ'βγαλ'νι, σι λιέου, στου γουμαρουπά¸αρου!...
Tελευταία απ' όλας εκλήθη να λάβη μέρος η 4ραγκογιαννοu, eς σοφeτέρα όλeν τeν άλλeν. H Μαροuσα εί¿εν
αρ¿ίσει ν' απελπί¸εται από τας τρεις πρώτας «¡ευτομαμμές», και κατέφυγεν εις ταuτην eς εις τελευταίαν ελπίδα. Te όντι
η γραία Xαδοuλα με τα φάρμακά της, με τα μαντ¸οuνια της και με τα ¸εστά ή κρuα όσα έδιδε να πίη εις την πάσ¿ουσαν,
τη βοηθεία και τeν εντριβών τας οποίας εçετέλει μ' επιδεçιότητα πολu υπερτέραν από τας αλλάς, κατώρθeσεν εντός
ολίγeν ημερών να επιφέρη την έκτρeσιν. O κυρ Aναγνώστης ουδέποτε έμαθε τίποτε.
Aυτή ήτον η παλαιά εκδοuλευσις, και αυτή η ευγνeμοσuνη την οποίαν εί¿ον υπαινί¿θη σήμερον αι δuο. Aυτά ήσαν
της 4ραγκογιαννοuς «τα παλιά τα πάθια της» κι αυτά ήσαν της Μαροuσας «τα βάσανά της».
H ανάμνησις κατεί¿ε τον νουν της 4ραγκογιαννοuς όλην την ώραν, ενώ έκειτο επί του σοφά, εις το σκότος· διότι
λu¿νον δεν της εί¿ε φέρει η φιλοçενοuσα, μόνον ένα κηράκι κι ολίγα σπίρτα της εί¿εν αφήσει. Oλην αυτήν την παλαιάν
ιστορίαν ανελογί¸ετο, και ο uπνος ποτέ δεν της ήρ¿ετο. Eρευνώσα την συνείδησίν της, εν πράγμα εuρισκεν· ό,τι εί¿ε κάμει
και τότε και τώρα το εί¿ε κάμει διά το καλόν. Eκουλουριά¸ετο υποκάτe εις το μάλλινον σκέπασμα, επί του δεçιοu
πλευροu κειμένη, κ' έκυπτε την κεφαλήν εις το στέρνον, κ' επροσπάθει να ¸αλισθή, να ναρκeθή, να της έλθη λήθαργος.
Tότε, μετά ¿ρόνους, ενθυμήθη και την σuντομον προσευ¿ήν, την οποίαν της εί¿εν επιβάλει άλλοτε να λέγη συ¿νά ένας
γέρeν πνευματικός· το «Kuριε Iησοu Xριστέ, Yιέ του Oεοu, ελέησόν με».
H συ¿νή επανάλη¡ις της ευ¿ής ενήργησε, και η Xαδοuλα εναρκώθη επ' ολίγα λεπτά και απεκοιμήθη. Hλην πάραυτα
εις τον uπνον της, ή εις τα çuπνα της, (δεν ήçευρε καλά), της εφάνη ότι μέσα, εις το βάθος της ¡υ¿ής της, ήκουε φeνήν
βρέφους, κλαuμα, μινυρισμόν θρηνώδη· τοuτο eμοία¸ε με την φeνήν της μικράς εγγονής της, της προ ολίγeν μηνών, διά
¿ειρός αυτής... τελειeθείσης...
H γραία εçuπνησεν έντρομος, ανετινά¿θη όλη. Aνεσηκώθη και ησθάνετο μέγαν σπαραγμόν, αλλά συγ¿ρόνeς και
καλυτέραν σeματικήν άνεσιν. O σuντομος εκείνος uπνος εί¿εν εçαλεί¡ει παρ' αυτή το νευροπαθές και το ανήσυ¿ον.
E¡ηλάφησεν, εuρε τα σπίρτα, ήνα¡ε το κηρίον, επήρε το ραβδί της, το καλάθι της, έβαλε μέσα εις αυτό και τας εμβάδας
της, και ανυπόδητη, με τις κάλτσες, εκίνησε να φuγη.

!Β'
H Μαροuσα της εί¿ε δώσει το κλειδί του μικροu κατeγείου, της είπε να εçέλθη διά της ιδιαιτέρας θuρας τοuτου προς την
οδόν, να κλειδώση έçeθεν, και να πάρη το κλειδί μα¸ί της, διά να το μετα¿ειρισθή πάλιν την άλλην νuκτα, αν έμελλε να
επανέλθη. Oσον δι' αυτήν, αν ελάμβανεν ανάγκην να κατέλθη εις το κατeγάκι, θα κατήρ¿ετο διά της οδοu, δι' ης εί¿εν
οδηγήσει εκεί την çένην της, της εσeτερικής σκάλας και της θuρας του μεσοτοί¿ου.
Te όντι, η 4ραγκογιαννοu ησθάνετο πλέον μεγάλην σφλομονήν, και το στενόν κατeγάκι με τον υγρόν αέρα του την
εστενο¿ώρει. Kαιρό ήτο ν' αναπνεuση πλέον τον αέρα του βουνοu, πριν οι διώκται ¿eροφuλακες την κλείσeσιν, ίσeς διά
βίου, εις τα υγρά και ανήλια υπόγεια της ανθρeπίνης θέμιδος.
Eçήλθε, και, κάτe εις τα βάθη της ¡υ¿ής της, εμινuρι¸εν ακόμη η θρηνώδης φeνή του βρέφους, του μικροu κορασίου
του αδικοθανατίσαντος. Eστάθη εις το ¿άσμα της θuρας, εκοίταçε μετά προφυλάçεeς έçe, δεçιά, αριστερά, άνe, κάτe
του δρόμου· δεν είδε ¡υ¿ήν οuτε σκιάν. 1βαλε πτερά εις τους πόδας της.
Aεν ήτο πρώτη φορά καθ' ην ήκουε μέσα εις την ¡υ¿ήν της, όπου υπήρ¿ε σκοτεινή, σπηλαιώδης η¿ώ, το πένθιμον
εκείνο κλαuμα του βρέφους. K' ενόμι¸εν ότι έφευγε τον κίνδυνον και την συμφοράν, και την συμφοράν και την πληγήν
την έφερε μα¸ί της. K' εφαντά¸ετο ότι έφευγε το υπόγειον και την ειρκτήν, και η ειρκτή και η Kόλασις ήτο μέσα της.
Oρα ήτο eς δuο μετά τα μεσάνυκτα, νυç ασέληνος, αστροφεγγής. Aρ¿άς Μαîου, δευτέραν εβδομάδα μετά ό¡ιμον
Hάσ¿α. H εçο¿ή ευeδία¸εν, η αuρα εμυροβόλει. Oλίγα άγρυπνα πουλάκια έμελπον το όρθιον επάνe εις τα κλαδιά. H
4ραγκογιαννοu επήρε τον δρομίσκον, τον λίαν γνeστόν εις αυτήν, στενόν και έρποντα, όπισθεν τeν κήπeν και κάτeθεν
τeν βρά¿eν. O δρομίσκος μόλις ήτον ορατός εις την αστροφεγγιάν, καλυπτόμενος εν μέρει από τους προεçέ¿οντας
ράμνους τeν θάμνeν και τeν βάτeν, οίτινες προέκυπτον από τους φράκτας τeν κήπeν. H ευκίνητος γραία επάτει επί
¿όρτeν και ¿αμαιμήλeν, κ' επί ¿λeρών ακάνθeν, ανήρ¿ετο δε με βήμα κόρης, νεαράς βοσκοποuλας του βουνοu, τον
ανηφορικόν δρομίσκον.
Eί¿ε τελειώσει η μακρά σειρά τeν κήπeν και τeν περιβολίeν προς τα δεçιά της, ενώ αριστερά της παρετείνετο ακόμη
ο μικρός βρα¿ώδης λόφος, τα Kοτρώνια, με τας τρεις γραφικάς κορυφάς τeν την μίαν κατόπιν της άλλης, τα
επιστεφομένας από ανεμομuλους και μικρά λευκά καλuβια και σπιτάκια, έρποντα γuρe τeν. Tώρα πλέον έφθασεν εις
μέρος όπου άρ¿ι¸αν αμπέλια, αγροί με οπeροφόρα δένδρα, όσον ήτον ακόμη πλαγινός ο ανήφορος, και ελαιώνες, ή αγροί
με υ¡ηλοuς στά¿υς, σειομένους από την νυκτερινήν αuραν, εκείθεν, όπου ο ανήφορος καθίστατο αποτομώτερος, και άνe.
H 4ραγκογιαννοu, με ελαφρόν άσθμα, έτρε¿εν, έτρε¿ε, μαστι¸ομένη το πρόσeπον από το απόγειον το πρeινόν, το
αντίπνοον, του Bορρά το ¿αïδευμένον εeθινόν τέκνον.
1σπευδε να φθάση το τα¿uτερον, πριν ανατείλει η ημέρα, εις τα μέρη τα οποία αυτή εγνώρι¸ε. Yπήρ¿ον, κατά τους
βορείους αιγιαλοuς της νήσου, πολλοί κλεφτότοποι, μέρη απάτητα, σπήλαια και βρά¿οι όπου εφuτρeνε το αγριοβότανον
και η κάππαρις, και τα κρίταμα και η αρμυρήθρα, και όπου τους υπάρ¿οντας ολίγους δρόμους κατέστρεφον καθημερινώς
τα κοπάδια τeν ερίφeν και τeν αιγών. Eκεί θα ήτο το άσυλόν της, εκεί οποu ήσαν αι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας
της. Eις εκείνους τους βορείους αιγιαλοuς, σιμά εις το άγριον και γαλανόν πέλαγος, εις το παλαιόν Kάστρον, το κτισμένον
επί γιγαντιαίου θαλασσοπλήκτου βρά¿ου, εκεί εί¿ε γεννηθή η Xαδοuλα, κ' εκεί εί¿εν ανατραφή eς δέκα ετών κόρη.
Eίτα, όταν ειρήνευσαν τα πράγματα, και η νέα πολί¿νη εκτίσθη εις τον λιμένα το μεσημβρινόν, η μάννα της, η
μάγισσα, η πολυκυνηγημένη από τους κλέφτες και τους λιάπηδες, συ¿νά την εί¿εν επαναφέρει εις τα μέρη εκείνα, της εί¿ε
δείçει όλους τους κλεφτότοπους, τους άβατους βρά¿ους και τα άντρα, και της εί¿ε διηγηθή δι' ένα έκαστον τeν τόπeν
εκείνeν ανά μίαν ιστορίαν, φανταστικήν ή αληθή. Eις εκείνα τα μέρη, όταν την υπάνδρευσαν και την «εκουκοuλeσαν»,
και την «ενεκροβλόγησαν» κατά τη συνήθη φρασεολογίαν της μητρός της, της εί¿αν δώσει ακόμα και την προίκα της. Tο
σπίτι, στο Kάστρο το έρημο, και το ¿eράφι στο Μποστάνι, στον απάτητον κρημνόν. `στερον, όταν αυτή ενοικοκυρεuθη,
κ' έμαθε πολλά, κ' επρόκο¡εν εις γυναικείαν σοφίαν, κ' εσυνήθισε να θηρεuη τα βότανα και τα τρίφυλλα και τας
δρακοντιάς εις τους λόγγους και τα βουνά, πολu συ¿νά εί¿εν επισκεφθή τα μέρη εκείνα, ¿άριν τeν ερευνών της.
Eκεί λοιπόν επήγαινε και τώρα, αν έδιδεν ο Oεός να φθάση ασφαλώς, αλλ' εις ποίαν δεινοτάτην περίστασιν. Kαι ποία
άρα θα ήτον η τu¿η της από τοuδε; Μόνος ο θεός το ήçευρε.
*
* *

Hριν φθάση εις το μέρος, όπου ο δρόμος αποτόμeς ανηφόρι¸ε, καθώς διήρ¿ετο έçe από ένα περιβόλι, φραγμένον με
πυκνοuς βάτους και θάμνους υ¡ηλοuς και εν μέρει με τοι¿ογuρισμα, εντός του οποίου υπήρ¿ον πολλών ειδών οπeροφόρα
δένδρα, η 4ραγκογιαννοu κατά τu¿ην εσκόντα¡εν εις τον δρόμον, έκαμε δε μικρόν θρουν, πεσοuσα ελαφρώς επάνe εις
ένα θάμνον. Aφήκε μικράν φeνήν ομοίαν με στεναγμόν.
Tην ιδίαν στιγμήν ήκουσε πολu πλησίον της, αλλ' έσeθεν του φράκτου, δυνατόν γαuγισμα σκuλου. Aνeρθώθη, και με
τα¿uτερον βήμα εçηκολοuθησε τον δρόμον της.
«Hοιός να είναι;» είπε μέσα της.
Hκοuσθη τότε μία φeνή βρα¿νή και νυσταλέα, αλλ' απότομος.
E! βάρδ' απ' τα περιβόλια! Aνοι¿τά!... Aνοι¿τά!
Aνεγνώρισε την φeνήν του Tαμποuρα, του δραγάτη. Eνόησε τότε τί συνέβαινε. Tο περιβόλι, έçeθεν του οποίου εί¿ε
σκοντά¡ει, ανήκεν εις τον τότε Aήμαρ¿ον του τόπου. Eντός αυτοu, σιμά εις τ' άλλα δένδρα, υπήρ¿ον και ολίγαι κερασέαι,
με καρποuς σ¿εδόν eρίμους ήδη και περκά¸οντας, μελανeποuς εις την αστροφεγγιάν, ανάμεσα εις τα μαυροπράσινα
φuλλα. O Tαμποuρας, μη έ¿eν τι άλλο να φυλάçη, επειδή δεν ήτο ακόμη η ώρα τeν οπeρών οuτε τeν καρπών, εκοιμάτο
εις το περιβόλι του Aημάρ¿ου, εντός μικράς καλuβης με τον σκuλον του, κ' εφuλαγε τα κεράσια, μην τα κλέ¡ουν οι
δημόται του άρ¿οντος.
4εuγουσα, ήκουεν ακόμα το γαuγισμα του σκuλου, συγ¿ρόνeς δε «αυτιάσθη» και της εφάνη ότι ήκουεν ανθρώπινα
βήματα. Aλλ' ηπατήθη. 1σeς ήτο μάλλον αντίκτυπος και η¿ώ τeν ιδίeν βημάτeν της. 4αίνεται ότι ο αγροφuλαç μόλις
εί¿ε μισοçυπνήσει, κ' έβαλεν, eς εν υπνοβασία, μη¿ανικώς, την συνήθη φeνήν του. Eίτα ευθuς πάλιν απεκοιμήθη.
H Xαδοuλα έγινεν άφαντη εις το u¡ος του λόφου, όπισθεν τeν δένδρeν. Eκεί εστάθη μίαν στιγμήν κ' έτεινε το ους.
Tίποτε δεν ήκουεν ειμή το λάλημα ενός πουλιοu, το σuριγμα ενός νυκτερινοu εντόμου, και το φuσημα της αuρας. Tότε
της ήλθαν εις τον νουν τα κεράσια, τα οποία εί¿ε διακρίνει αμυδρώς στίλβοντα εις ένα κρεμάμενον κλώνα, εçέ¿οντα
ολίγον έçe του φράκτου του δημαρ¿ικοu περιβολίου, σιμά εκεί όπου εί¿ε σκοντά¡ει, και είπεν:
A¿! Kαι δεν έκαμα να φτάσe ένα κεράσι, να δροσίσe το στόμα μου, που είναι φαρμάκι. Eέ¿ασα να πιe μια σταçιά
νερό πριν φuγe... Aς φτάσe στη βρuση, μια!
Tότε μόνον ενθυμήθη ότι δεν εί¿ε πίει νερόν πριν εçέλθη από το κατeγάκι, όπου εί¿ε διέλθει ολίγας αλλά τόσον
μακράς εναγeνίους ώρας. H Xαδοuλα ανελογίσθη μετά πικρίας ότι όλα, και τα μικρότερα πράγματα, πρeθuστερα και
ανάποδα της ήρ¿οντο εις αυτόν τον κόσμον. Eάν εί¿ε προμελετήσει να κλέ¡η ολίγα κεράσια από την κερασιά του
Aημάρ¿ου, θα επάτει μετά προσο¿ής, θα επλησία¸ε μετά προφυλάçεeς, και τότε πιθανώς οuτε ο δραγάτης ήθελεν
εçυπνήσει, οuτε ο σκuλος ίσeς θα εγαuγι¸ε. Aλλά διά να ευρεθή απρόσεκτη και αλλοφρονοuσα, διά να μην κοιτάçη καλά
ποu πλησίον ευρίσκετο, επαραπάτησεν, έκαμε μικρόν θόρυβον, αρκοuντα διά να çυπνήση τον σκuλον και τον άνθρeπον.
Oλα έτσι της ήρ¿οντο!
Aλλeς, η δί¡α της τώρα εί¿εν ερεθισθή με τον δρόμον τον ανeφερή. 1κο¡ε φuλλα ελαιοδένδρeν και τα έβαλε μες
στο στόμα της.
*
* *

Eβάδισεν επί μίαν ώραν ακόμη. 1τον ήδη ¿αραυγή. Aφοu έφθασεν εις την κορυφήν του λόφου, κατήλθε πάλιν εις το
ρεuμα, εις την υπώρειαν του βουνοu με τας πολυσ¿ιδείς πλευράς, το οποίον εκαλείτο οι Bίγλες. Tις οίδε ποίοι παλαιοί
κλέφτες εφuλαγαν άγρυπνοι καραοuλια εκεί, και εντεuθεν εί¿ε λάβει το όνομα. 1φθασεν εις την μικράν βρuσιν, εις την
ρί¸αν του βουνοu. 1φεγγεν ήδη. 1πιε νερόν, εδροσίσθη, κ' ευθuς έφυγεν. Eις το μέρος εκείνο εσu¿να¸ον πολλοί
άνθρeποι, βοσκοί και çeμερίται κι άλλοι. H Iιαννοu ήθελεν όσον το δυνατόν να μείνη αόρατος. Eκατηφόρισεν ακόμη,
εισήλθεν εις το κάτe ρεuμα το βαθu, το βαίνον προς την θάλασσαν, το καλοuμενον Aε¿οuνι.
Eκεί έφθασε μικρόν προ της ανατολής του ηλίου. Yπήρ¿ον εκεί δuο ή τρεις νερόμυλοι, μάλλον παλαιοί και ά¿ρηστοι,
εκ τeν οποίeν ο εις μόνον εδοuλευε, και τοuτο σπανίeς. Oλα εδείκνουν την ερημίαν, δεν εφαίνετο ί¿νος ανθρώπου εκεί.
H 4ραγκογιαννοu, από περισσήν προφuλαçιν, δεν ηθέλησε να πλησιάση. Aπέφυγε το μέρος εκείνο, εβάδισεν όπισθεν
λό¿μης, κ' έφθασεν εις γοuρναν βαθείαν, με διαυγές νερόν, γνeστήν εις ολίγους. 1το μέρος κρυφόν και απάτητον.
Eσ¿ηματί¸ετο εκεί οιονεί άντρον, αποτελοuμενον εκ ¿λόης, εκ κορμών και κισσοu. Aντρον νuμφης, Aρυάδος τeν παλιών
¿ρόνeν ή Nαïάδος, ευροuσης ίσeς καταφuγιον εκεί.
Aιά να κατέλθη τις εις την μικράν πτυ¿ήν της γης, όπου ήτο η γοuρνα του νεροu, έπρεπε να έ¿η την τu¿ην διώκτριαν
και τους πόδας της 4ραγκογιαννοuς, τους ανυποδήτους, τους σ¿ισμένους κ' αιματeμένους από τα κνίδας και τας ακάνθας.
Eκεί εκάθισε ν' αναπαυθή. 1βγαλεν από το καλάθι της το ¡eμί και το τυρί και ολίγον κρέας, τα οποία την εί¿ε φιλεuσει η
Μαροuσα, επειδή την εσπέραν δεν εί¿ε δυνηθή να φάγη τίποτε, μετά τον καφέ οποu εί¿ε πίει εις το μαγειρείον. Eφuλαçε
μόνον τα δίπυρα, τα οποία εί¿ε λάβει από το σπίτι της κόρης της, της Aελ¿αρώς. 1φαγεν, έπιε δροσερόν νερόν, κ' έλαβεν
μικράν ανα¡υ¿ήν.
Eκείνην την στιγμήν, ανέτελλεν ο ήλιος. O δίσκος του εφάνη ν' αναδuεται από τα κuματα, αντικρu, εις το μακρινόν
πέλαγος, του οποίου μίαν λeρίδα έβλεπεν από την κρuπτην της η Xαδοuλα. Tα όρνεα του βουνοu, του πετρώδους και
η¿ώδους, το οποίον ηγείρετο όπισθέν της, έρρηçαν μακροuς κρeγμοuς, και τα πουλάκια της κοιλάδος, της λό¿μης, του
μικροu δάσους, αφήκαν φαιδράς μελeδίας.
Μία ακτίς θερμή, ερ¿ομένη μακράν, από το φλεγόμενον πέλαγος, διέσ¿ι¸ε την πυκνήν φυλλάδα και τον κισσόν τον
περισκέποντα το άσυλον της ταλαιπώρου γραίας, και έκαμνε να στίλβη eς πλήθος μαργαρίτeν η δρόσος η πρeινή, η
βρέ¿ουσα τον πλοuσιον σμαράγδινον πέπλον, κ' εφυγάδευεν όλον το ρίγος της υγρασίας, και όλον το κρuος του φόβου
του πελιδνοu, φέρουσα πρόσκαιρον ελπίδα και θάλπος.
H Iιαννοu έβγαλε το ¿ράμι το μάλλινον, το διπλeμένον εις πολλάς πτυ¿άς, από το καλάθι της, το εçεδίπλeσεν,
ετυλί¿θη μ' αυτό, κ' έκλινε την κεφαλήν προς την ρί¸αν του γηραιοu πλατάνου. Aπεκοιμήθη.
*
* *

Tης εφάνη εις τον uπνον της ότι ήτον νέα ακόμα· ότι ο πατήρ της και η μάννα της την υπάνδρευον, όπeς την εί¿αν
υπανδρεuσει και την εί¿αν «νεκροβλοήσει» τον καιρόν εκείνον, και την επροίκι¸αν, δίδοντες αυτή και τον κήπον τον
πατρώον, όπου αυτή εσκάλι¸ε κ' επότι¸ε τα κουκιά και τα λά¿ανα, όταν ήτον μικρή· και ο πατήρ της την εφίλευε τά¿α, διά
τον κόπον της και της έδιδε «τέσσερα κεφάλια», κεφάλια από λα¿ανίδες. H Xαδοuλα μετά ¿αράς έλαβε τα τέσσερα φυτά
εις τας ¿είρας, αλλ' όταν τα εκοίταçε, είδεν e φρίκη! ότι ήσαν τέσσαρα μικρά κεφάλια ανθρώπινα νεκρικά....
Aνεταρά¿θη, εσκίρτησεν, είπε «Kuριε Iησοu Xριστέ!...» Hάλιν απεκοιμήθη. Oνειρεuθη ότι η μητέρα της την
συνελάμβανεν επ' αυτοφώρe ερευνώσαν να εuρη το κομπόδεμα, κάτe εις το ισόγειον, ανάμεσα εις τα βαρέλια και τα
πιθάρια και τον σeρόν τeν καυσοçuλeν· eς την είδεν, εμειδίασε πικρώς, το σuνηθες μειδίαμά της, και διά να την εβγάλη
τά¿α από τον κόπον, επήρε μονα¿ή της το κομπόδεμα, έβγαλε και της ε¿άρισεν από τα τόσα τάλληρα, τα σκυλοδεμένα,
τρία γερμανικά τάλληρα, τρεις ρηγίνες, απ' εκείνας που εί¿αν και την εικόνα της Hαναγίας επάνe, με την επιγραφήν
«Patrona Bavariae». H 4ραγκογιαννοu, μετά ¿αράς μεμειγμένης μ' εντροπήν, επήρε τα τρία νομίσματα από τα ¿έρια της
μητρός της, πλην όταν τα εκοίταçεν, είδεν ότι τα τρία εκείνα νομίσματα, με τα πρόσeπα που έφερον επάνe, ήσαν τρία
προσeπάκια, μικρά, πελιδνά, με σβησμένα ματάκια... O! τρόμος! προσeπάκια μικρών κορασίδeν!
Eçuπνησε περίτρομος, δυστυ¿ής, φρενιασμένη. 1τον ήδη μεσημβρία. O ήλιος έκαιεν υπεράνe της κεφαλής της
άνeθεν της κορυφής του δροσεροu πλατάνου. Με όλον το θάλπος του ηλίου, και την φαιδρότητα της ημέρας της
μαγιάτικης, η εντuπeσις του ονείρου έμεινεν επί μακρόν εις τον νουν της. Tης εφαίνετο παράçενον μάλιστα πώς, εν
ημέρα, είδε τα όνειρα αυτά. Oσάκις εί¿ε κοιμηθή εν καιρώ ημέρας, εις την ¸eήν της, δεν ενθυμείτο ποτέ να είδεν όνειρον.
1βρεçεν εις την γοuρναν δuο δίπυρα, τα απέθηκεν επί της πέτρας της πλακαρής παρά το ¿είλος του λάκκου, και τα
ελησμόνησεν εκεί επί μακρόν, εeσότου έλυeσαν από το βρέçιμον κ' εσάπισαν. Μετά ώραν, εγέμισε την φοu¿ταν της με
τα ¡ι¿ία, και τα έφαγε.
Oταν ο ήλιος εκρuβη εις την κορυφήν του βρα¿ώδους βουνοu, κ' εσκίασεν η κοιλάς, και ήτο δειλινόν πλέον,
εστενο¿eρήθη και προέκυ¡ε την κεφαλήν έçe της κρuπτης. Eκοίταçεν άνe και κάτe, εις την κοιλάδα την κατάφυτον από
ελαιώνας, αλλά ¡υ¿ή δεν εφαίνετο. Tότε εσκέφθη να πάρη το καλάθι της και το ραβδί της, να εçέλθη από την μικράν
κόγ¿ην, ν' αναβή επάνe εις την λό¿μην την σuνδενδρον, και να πάρη σιγά το ρέμα-ρέμα, και ν' αρ¿ίση πάλιν την Hαλαιάν
της τέ¿νην, να ¡ά¿νη προς ανεuρεσιν βοτάνeν τα οποία δεν ήçευρε πλέον εις τι θα της ε¿ρησίμευον, αφοu δεν εί¿ε
πλέον εις τον κόσμον άλλο άσυλον, ειμή την ειρκτήν και μόνην.
Aλλ' όμeς έτρεφεν αόριστον ελπίδα, ότι θα εuρισκεν ίσeς çενίαν εις καμμίαν μάνδραν ή καλuβην βοσκοu, και τότε τα
βότανα θα τα επρόσφερεν εις την σu¸υγον του φιλοçενοuντος eς μικρόν αντάλλαγμα. Tο περισσότερον όμeς, θα το
έκαμνε διά να περάση η βαρεία ανία, ήτις εβασάνι¸ε την ¡υ¿ήν της.
Tην ώρα εκείνην ήκουσε μεμακρυσμένους κeδeνίσκους να η¿οuν, και συγ¿ρόνeς είδε μακρόθεν να κατέρ¿εται ένα
κοπάδι. Hάραυτα εσκέφθη, ότι, αν δεν προλάβη ευθuς να εçέλθη από την μικράν ¿αράδραν, μετ' ολίγον η κρuπτη της θ'
ανακαλυφθή εç άπαντος. Aιότι, και αν τα πολλά τeν αρνίeν ή τeν εριφίeν εσκορπί¸οντο, κ' επήγαινον να πίeσιν εις το
μέγα ρεuμα, το οποίον έρρεεν επάνe μέ¿ρι της στέρνας, και uστερον κάτe από τον νερόμυλον, μερικά εç αυτών βεβαίeς
θα κατήρ¿οντο εις το μικρόν ρεuμα, το γείτον της γοuρνας. Eίτα τα ¸ώα θα εσκιά¸οντο, θα εçαφνί¸οντο, θα
eπισθο¿ώρουν πηδώντα, και ο βοσκός, όστις και αν ήτο, θα την ανεκάλυπτε, θα επαραçενεuετο, και ίσeς θα
συνελάμβανεν υπο¡ίας.
Tο καλuτερον άρα θα ήτο ν' αντιμετeπίση με την άφευκτον προσποίησιν, με το ¡εuδος εις τα ¿είλη, την παρουσίαν
του βοσκοu. Aλλeς ήτο πολu πιθανόν, ο αγροδίαιτος εκείνος να μην εί¿ε προ ημερών ειδήσεις από την πόλιν, και να μην
εγνώρι¸ε τίποτε περί του διeγμοu, τον οποίον υπέφερεν η 4ραγκογιαννοu.

!Γ'
Μετ' ολίγον τe όντι, αφοu η Iιαννοu εçήλθε της κρuπτης, και βαίνουσα παρά το ρεuμα ένευεν εδώ κ' εκεί ανα¸ητοuσα
βότανα, επλησίασε το κοπάδι τeν προβάτeν μεικτόν μετά τινeν αιγών και ο βοσκός ενεφανίσθη. H Iιαννοu τον
ανεγνώρισεν αμέσeς. 1τον ο καλοuμενος Iιάννης Aυρίγκος. Aμα είδε την γραίαν, άρ¿ισε να φeνά¸ει μακρόθεν:
Kαι ποu σ' αυτόν τον κόσμο, θεια-Iαρουφαλιά (O Aυρίγκος ανεγνώρισε το πρόσeπον, αλλά, φαίνεται, δεν ενθυμείτο
καλώς το όνομα). Kαλά που σ' ηuρα!... O Oεός σ' έστειλε!
Tί να τρέ¿η; είπε μέσα της η 4ραγκογιαννοu. Kάτι θέλει να μου πη. Bέβια, ο άνθρeπος δεν θα έ¿η ακοuσει τίποτα για
τα πάθια τα δικά μου.
Eέρεις τίποτα, θεια-Iαρουφαλιά; επανέλαβεν ο Aυρίγκος πλησιέστερον ερ¿όμενος.
Tί να çέρe, γυιέ μου; είπεν υποκριτικώς η 4ραγκογιαννοu, απέ¿ουσα να εçαγάγη τον άνθρeπον εκ της πλάνης όσον
αφορά το βαπτιστικόν της όνομα, είτε επέφερεν: Aπό τα ¡ες λείπe απ' το ¿eριό. 1ρθα να μα¸ώçe βότανα στα ρέματα.
Aκουσε θεια-Iαρουφαλιά, επανέλαβε με απλότητα ο άνθρeπος. Aπό¡ε γεννήσαμε, στο καλuβι.
Iεννήσατε;
Lπαργανίσαμε! Eίναι το τρίτο κοριτσάκι που μας ήρθε στα πέντα ¿ρόνια... όλο κοριτσοuδια, το έρμο!
Nα σας ¸ήση! είπεν η γραία. Kαλή σαράντιση της φαμιλιάς σου!
Oς τόσο, το κοριτσάκι ήρθε στον κόσμο άρρeστο, κι όλο κλαίει, και στο βυ¸ί δεν κολλάει. K' η μάννα του η κα¡ερή,
τόσο καλά δεν είναι... Oλο κά¡η και σεκλέτι, το έρμο!
Aλήθεια;
Nα ήθελες να μας έκανες τη ¿άρη, να περνοuσες απ' το καλuβι, να έκανες κανένα ¡ευτογιατρικό, θεια-Iαρουφαλιά;...
Eκείνη η πεθερά μου δε φελάει τίποτα, τί σου κάμη;
Μα τώρα κοντεuει να νυ¿τώση... είπε με υποκρισίαν η 4ραγκογιαννοu.
Kαι μέσα της έλεγε: «Tο ρι¸ικό μου είναι πλιο! O¿ Oε μου!»
Aς νυ¿τώση... Aν θέλης, κοιμάσαι στο καλuβι.
H 4ραγκογιαννοu εστάθη eς να εδίστα¸εν. Aλλ' ήτον ετοίμη να συναινέση.
Tην ιδίαν στιγμήν, με την τελευταίαν ακτίνα του ηλίου, ήτις ε¿ρuσeνε την κορυφήν του ανατολικοu λόφου με τους
ελαιώνας τους πολλοuς, κ' έκαμνε να στίλβη το φuλλeμα τeν ελαίeν, εφάνησαν δuο άνθρeποι κατερ¿όμενοι δρομαίοι
από ένα μονοπάτι μεταçu δuο ελαιώνeν.
H 4ραγκογιαννοu τους είδε πρώτη κ' ετρόμαçεν. O ήλιος, όστις κατέλαμπε τα φuλλα, έκαμνε να γυαλί¸ουν και τα
κομβία της στολής τeν τα προ μακροu ¿ρόνου αγυάλιστα. 1σαν οι ¿eροφuλακες.
Hάραυτα η 4ραγκογιαννοu έστρεφε τα νώτα προς τον Iιάννην τον Aυρίγκον, κ' έτρεçε προς την ρί¸αν του πετρώδους
βουνοu, προς δυσμάς.
O βοσκός εφώναçεν έκπληκτος:
Hοu πας, θεια-Iαρουφαλιά;
Lιώπα! παιδί μου, του εσuριçεν έντρομος η γυνή, αν αγαπάς τον Xριστό! 1ρ¿ονται τα¿τικοί!... Nα μην πης πeς με
είδες!
Tα¿τικοί;
Nα μη με μαρτυρήσεις, παιδί μου, ¿άνομαι! Hσu¿ασε!... Aν γλυτώσe τώρα, την νu¿τα θα' ρθe στο καλuβι σας...
Kαι αφοu έβγαλε τα πασουμάκια της, τα οποία εçερ¿ομένη από την γοuρναν εί¿ε φορέσει, και τα έρρι¡ε μέσα στο
καλάθι, άρ¿ισε ν' αναρρι¿άται ελαφρά πατοuσα, ανυπόδητη, με το καλάθι της περί τον αριστερόν αγκώνα, με το ραβδί της
εις την ¿είρα την δεçιάν, τον κρημνόν τον ανeφερή, όπου μόνον τα ολίγα ερίφια, όσα ήσαν μεταçu τeν προβάτeν του
Aυρίγκου, θα ηδuναντο ν' αναρρι¿ηθώσι.
Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, αφοu ανήλθεν εις uφος ολίγeν οργυιών, εκρuπτετο όπισθεν του πρώτου προέ¿οντος βρά¿ου,
κ' εγίνετο άφαντη.
Eυθuς κατόπιν οι δuο ¿eροφuλακες, οίτινες διά να φθάσουν έeς το μέρος όπου ευρίσκετο ο βοσκός ήτο ανάγκη να
¿αμηλώσουν και διέλθουν το ρεuμα, μεταçu της πυκνής λό¿μης και την περίστασιν ταuτην εί¿εν επeφεληθή όπeς φuγη
η 4ραγκογιαννοu έφθασαν πλησίον του Aυρίγκου. O βοσκός εν τe μεταçu εκοίτα¸ε τα αιγοπρόβατά του, τα εφώναçε:
«Tίβι! τίβι!... όι! όι!...» Eπροσπάθει να τα συμμα¸έ¡η και τα φέρη προς τον ανήφορον, διά να τα οδήγηση προς την ρά¿ιν
την μεσημβρινήν, όπου ευρίσκετο η στάνη του.
Oι δuο άνδρες ε¿αιρέτησαν τον Aυρίγκον. Eίτε τον ηρώτησαν αν είδε «κείνη την παλιογυναίκα, πeς την λεν, την
4ραγκογιαννοu».
O Aυρίγκος είπεν ό¿ι.
O εις τeν ¿eροφυλάκeν uβρισε τον βοσκόν.
1έματα λες! Eγώ την είδα!...
Ouτε επέμενεν ότι εί¿εν ιδεί τον ίσκιον, τον «διακαμόν» ή το «διάνεμα», καθώς έλεγε, της γραίας, ν' αναρρι¿άται eς
γάττα εις το u¡ος του κρημνοu. O άλλος δεν εί¿εν ιδεί οuτε ισ¿υρί¸ετο τίποτε.
O πρώτος, με τα τσαροu¿ια του, εδοκίμασε ν' αναρρι¿ηθή εις τον βρά¿ον. Aλλά μετά τρία βήματα κατεκρημνίσθη κ'
έπεσε, κτυπήσας ελαφρώς εις το γόνυ.
Eκεί όπου εί¿εν αναβή η 4ραγκογιαννοu, ήτο το βουνόν του Kουροuπη, βορεινόν, βρα¿ώδες, απάτητον, και τους
πόδας του εφίλει και έπληττε το κuμα του πελάγους. H θέα ηνοίγετο προς την ακτήν της Μακεδονίας, την Xαλκιδικήν,
και τον μέγαν Aθeνα.
H θέσις όπου έφθασεν η καταδιeκομένη γυνή εκαλείτο το Kο¿uλι. Aνθρώπινος πους σπανίeς επάτει εκεί. Μόνον όταν
απεπλανάτο ή «εβρα¿ώνετο» καμμία γίδα, τότε κανείς βοσκός ερρι¡οκινδuνευε ν' ανέλθη προς την άβατον εκείνην
σκοπιάν. H 4ραγκογιαννοu ανεκάλυ¡ε μικρόν σπήλαιον, όλον ανοικτόν εις την θέαν του πελάγους, το οποίον ήτο το
κυρίeς Kο¿uλι, κ' εκάθισεν ανέτeς εις την ¿ιβάδα εκείνην. 1το σ¿εδόν βεβαία ότι οι διώκται της δεν θα την έφθανον εκεί.
Eάν τυ¿όν κανείς απ' αυτοuς ήτο τόσον «μάννας γυιός», ώστε ν' αποφασίση και να κατορθώση ν' αναρρι¿ηθή εις τον
βρά¿ον, αυτή εί¿εν ετοίμην και την «υπο¿ώρησιν». Eγνώρι¸εν εν άλλο μονοπάτι, έσeθεν της διπλής κορυφής του
πετρώδους βουνοu, σ¿ί¸ον εις δuο τας συστάδας τeν βρά¿eν, το οποίον, γνeστόν εις μόνους τους αιγοβοσκοuς τeν
μερών τοuτeν, έφερε κατ' ευθείαν εις τας μάνδρας και τας κατοικίας τeν.
Eκάθισεν εις την κόγ¿ην του βρά¿ου, κάτe από τους πόδας της έ¿ουσα την βοήν και την μελeδίαν τeν κυμάτeν, και
άνe της κεφαλής της ήκουε την κλαγγήν τeν αετών και τους κρeγμοuς του ιέρακος. Kαθώς ηπλώθη η νuκτα,
εφεγγοβόλησεν από άστρα το α¿ανές στερέeμα, και ο αήρ ο ευώδης θα ήτον ικανός να βαλσαμώση και αυτά της γυναικός
ταuτης τα «πάθια». Tο κογ¿υλοειδές άντρον ήτο μόνον eς τρία μπόια άνe από το κuμα, αλλ' ο βρά¿ος έeς κάτe ήτο
τόσον κάθετος, ώστε αδuνατον ήτο «βροτός ανήρ» ν' ανέλθη ή να κατέλθη. 1το θέσις καλή μόνον διά να πέση τις εις την
θάλασσαν να πνιγή, εάν το εί¿εν αποφασίσει.
H γραία έβγαλεν από το καλάθι της τα ολίγα παçιμάδια, όσα της εί¿ον μείνει, ελαίας και τυρίον, κ' εδείπνησεν.
Eυτυ¿ώς το φλασκί της ήτο γεμάτο νερόν, επειδή το δειλινόν το εί¿ε γεμίσει από την γοuρναν.
1κλεισε τα όμματα, και ήρ¿ισε να ναναρί¸εται μόνη της, υπο¡ιθυρί¸ουσα ένα τραγοuδι eσάν μοιρολόγι, αλλά δεν
εί¿εν uπνον. Eπανήλθον πάλιν και της έστησαν πολιορκίαν οι φόβοι και τα φαντάσματα. Tον κλαυθμυρισμόν εκείνον του
νηπίου τον ήκουε συ¿νά μέσα της, βαθιά στα σeθικά της. Tο μυστηριώδες τοuτο κλαuμα ματαίeς εδοκίμα¸ε να
κατασιγάση με το άσμα το παραπονετικόν και ρεμβώδες, το οποίον υπε¡ιθuρι¸ε:
Μαννούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω,
τον ριζικού μου από μακριά την πόρτα ν' αγναντέψω.
το σκοτεινό !ασίλειο τη" Μοίρα" να πατήσω,
κ' κεί να !ρω τη μοίρα μου, και να την ερωτήσω...
Tης ήλθεν εις τον νουν ότι, ίσeς οι «τα¿τικοί» να την εκυνήγουν και την νuκτα ακόμη. Eάν αυτοί ανήρ¿οντο επάνe,
εις τα μανδριά τeν βοσκών, κ' έμεναν εκεί να διανυκτερεuσουν;... Μήπeς δεν εί¿αν ¿λeρήν μυ¸ήθραν οι βοσκοί, ή μήπeς
δεν εί¿αν γάλα και στρογγυλιάτα, ή ακόμα και κόττες διά στραγγάλισμα και ¡ήσιμον, εις πρό¿ειρον çυλίνην σοuβλαν;
Eάν τυ¿όν κανείς από τους βοσκοuς εγελάτο, κ' εδείκνυεν εις τους ¿eροφuλακας το μέσα μονοπάτι, τότε η απο¿ώρησίς
της δεν θα εκόπτετο; Kαι ήτο απείρeς δυσκολώτερον να καταβή, οπόθεν ανέβη, εκτός αν εγίνετο πτερόπους κ' έφευγε...
Eί¿ε μέγα ενδιαφέρον να εμάνθανε τί του είπαν του Aυρίγκου οι δuο «τα¿τικοί», και τί αυτός είπε. Tο καλuβι του
Aυρίγκου, το εγνώρι¸ε, ήτον επάνe στην ρά¿ιν, όπισθεν του βουνοu, και απεί¿εν eς είκοσι λεπτά της ώρας. Tώρα,
βέβαια, ο Aυρίγκος θα εί¿ε μάθει το διατί αυτή κατεδιώκετο να συλληφθή και διά ποίαν πράçιν κατηγορείτο. Kαι με τι
μοuτρα να παρουσιασθή, τότε, στο καλuβι αυτή; Aλλά πιθανόν ο ίδιος να μην εκοιμάτο στο καλuβι, αλλά μάλλον εις την
μάνδραν της αγέλης του, ήτις θα ευρίσκετο εκεί κάπου, ό¿ι πολu μακράν. Kαι τότε αυτή θα εuρισκε τας δuο γυναίκας, την
λε¿ώ και την μητέρα της, θα τας εçάφνι¸ε... Tί να κάμη; Hοίαν απόφασιν να λάβη;
Aπεναρκώθη, και ¿eρίς να κοιμάται εντελώς, eνειρεuετο. Tης εφάνη ότι ευρίσκετο αλλοu, εις άλλον τόπον. Lιμά εις
τον Aï-Iιάννην τον Kρυφόν, εκείνον τον Aγιον όστις εγιάτρευε τους κρυφοuς πόνους, κ' εδέ¿ετο την εçαγόρευσιν τeν
κρυφών αμαρτιών· εκεί έçαφνα ευρέθη. Aντίκρυ¸ε τον κήπον του Hεριβολά, με την γυναίκα την κατάκλειστον εις την
καλuβην, την άρρeστην. 1βλεπε την θuραν του φραγμένου κήπου, το πηγάδι, την στέρναν, το μάγγανον. 1κουσεν
ευκρινώς να εçέρ¿εται από την στέρναν μία βαθεία, πολu βαθεία, αλλόκοτος βοή. Eταράσσετο το νερόν της στέρνας, με
παφλασμόν τρικυμίας, εφώνα¸ε, και σ¿εδόν eμίλει eς άνθρeπος. Aυτή διέκρινεν εναργώς την λέçιν την οποίαν επρόφερε
το λαλοuν εκείνο νερόν: «4όνισσα!... 4όνισσα!...»
Aνετινά¿θη φρίσσουσα, εçuπνησε, και διετuπeσε προς εαυτήν, eς εις παραμίλημα πυρετοu, μίαν αλλόκοτον
ερώτησιν: «Tά¿α το αίμα το πνιγμένο φeνά¸ει, όπeς και το αίμα που ¿uθηκε;»
Eίτα ευθuς συνήλθεν εις εαυτήν, εδοκίμασε πάλιν να προφέρη της προσευ¿ής τα καταπραüντικά λόγια: «Kuριε
Iησοu...» Tην ιδίαν στιγμήν ανεπόλησε τα λησμονημένα λόγια ενός τροπαρίου, το οποίον εί¿εν ακοuσει πολλάς φοράς εις
την νεότητα της να ¡άλλη ένας γέρeν ιερεuς: «Iησοu γλυκuτατε Xριστέ... Iησοu μακρόθυμε!»
Tότε ευθuς της ήλθε πάλιν ο uπνος, βαθuς και διαρκέστερος. Kαι τότε eνειρεuθη οιονεί ότι εçαναέ¸η όλην την
περασμένην ¸eήν της. Kαι παραδόçeς, μέσα εις τον uπνον της, έβλεπε τα επίλοιπα εκ τeν ονείρeν της παρελθοuσης
ημέρας. 1βλεπεν ό¿ι πλέον ότι υπανδρεuετο ή προικί¸ετο, αλλά ότι εγέννα, και της εφάνη ότι εί¿ε και τας τρεις κόρας της
συγ¿ρόνeς, την Aελ¿αρώ, την Aμέρσαν και την Kρινιώ, μικράς, σ¿εδόν ομήλικας eς να ήσαν τρίδυμοι. Oτι αι τρεις,
κρατοuμεναι εκ τeν ¿ειρών, ίσταντο έμπροσθέν της, και της ε¸ήτουν θeπείας, ασπασμοuς και φιλεuματα. Aίφνης, τα
πρόσeπα τeν, αλλοιeθέντα, δεν eμοία¸αν πλέον eς τeν τριών θυγατέρeν της, αλλά προσέλαβον όλους τους ¿αρακτήρας
τeν τριών εκείνeν κορασίeν, τeν πνιγμένeν, και, eς κομβολόγιον εκρεμάσθησαν αίφνης από τον λαιμόν της.
Eγώ είμαι η Ματοuλα, έλεγεν η μία. K' εγώ η Μυλσοuδα, η μικλή, ε¡έλλι¸εν η άλλη. K' εγώ είμαι η Eενοuλα,
έλεγεν η τρίτη. 4ίλησε μας! Hάρε μας! Hμείς τα κορίτσια σου! Eσu μας γέννησες, μας έκαμες! Μας
γέννησε... στον άλλο κόσμο, επρόσθεσε σαρκαστικώς η Eενοuλα. Xόρε¡έ μας! Aώσε μας μαμ! Kάνε μας νάνι!
Tραγοuδα μας! Kαμάρeσέ μας!
O! αλήθεια, της εφαίνετο τόσον φυσικόν το πράγμα! Aυταί αι τρεις μικραί κορασίδες ήσαν τα τέκνα της! Oποίος
ορμαθός έμ¡υ¿ος, ανθρώπινος!... Nεκρeμένος, βαρuς από το uδeρ, αφρισμένος!... Hώς θ' αντεί¿εν η γραία Xαδοuλα να
φέρη, εις όλον τον καιρόν, όλον τον φρικώδη τοuτον ορμαθόν κρεμασμένον από τον τρά¿ηλόν της! Eçuπνησε
παραλογισμένη, φρίσσουσα· εσηκώθη, επήρε το ραβδί της, το καλάθι της, και απεφάσισε να φuγη εκείθεν. Eδώ εις την
κοίλην ¿ιβάδα του βρά¿ου, εις την βοήν του ερήμου αιγιαλοu, υπήρ¿ον πολλά φαντάσματα. O τόπος ήτον στοι¿ειeμένος.
«Aς φuγe κι αποδώ!» Hάραυτα επανήλθον εις τον νουν της οι λογισμοί της οι άλλοι, οι θετικώτεροι. Eάν τυ¿όν οι δuο
¿eροφuλακες εί¿ον ανακαλu¡ει το κρυφό μονοπάτι, το καλuτερον ήτο να τρέçη προ του κινδuνου, και αν τους συνήντα
καθ' οδόν, πιθανόν να εuρισκε διέçοδον όπισθεν της συστάδος τeν βρά¿eν, ¿ειρότερον δε θα ήτο αν την απέκλειαν εδώ
εις αυτήν την στενοuραν, εις το Kο¿uλι.
1τρεçε τον δρομίσκον τον ανeφερή, εις την αστροφεγγιάν, ανάμεσα εις τους βρά¿ους, και μετά ημίσειαν ώραν
έφθασεν ασθμαίνουσα εις τον οικίσκον του Aυρίγκου. Eστάθη διά να λάβη αναπνοή, είτα έκρουσε την θuραν.
Hερί ενός μόνου ήτο βεβαία, ότι οι δuο «τα¿τικοί» ευρίσκοντο παντοu αλλοu, αλλ' ό¿ι εις αυτό το καλuβι, όπου
υπήρ¿ε γυνή λε¿ώ με την συντροφιάν της μητρός της. Eάν έμειναν την νuκτα εις το βουνόν, θα ευρίσκοντο εις εν από τα
μανδριά τeν ποιμνίeν.
H γραία, η πενθερά του Aυρίγκου, ήτις δεν εί¿εν uπνον να κοιμηθή, όπeς δεν εκοιμάτο και η 4ραγκογιαννοu προ
ημερών, όταν εσυντρόφευε την λε¿ώ, την κόρην της, εσηκώθη και ηρώτησε;
Hοιός είναι;
Μ' έστειλε ο Iιάννης, απήντησεν έçeθεν της κλειστής θuρας η Xαδοuλα, ¿eρίς να είπη τ' όνομά της, για να κάμe
γιατρικά της λε¿ώνας.
Tέτοιαν ώρα;
Aεν μπόρεσα νeρίτερα να 'ρθe.
Hοu τον ηuρες;
Kάτe στο Aε¿οuνι, στο ρέμα.
H γραία απέσυρε τον μο¿λόν και ήνοιçε την θuραν.
Aυτοί δεν çέρουν τίποτε, εσκέφθη καθ' εαυτήν η 4ραγκογιαννοu· σ' αυτές «περνάει η μπογιά μου» ακόμα.
Aμα επάτησε τον πόδα μέσα, και άρ¿ισε να φέρεται eς οικοκυρά. Eις το φeς του κανδηλίου, του καίοντος εμπρός εις
εν παλαιόν εικόνισμα, τρίπτυ¿ον, φέρον τον Xριστόν εν τe μέσe, και διαφόρους αγίους εις τας δuο πτέρυγας, επήγε κατ'
ευθείαν εις την εστίαν, σιμά εις την στρeμνήν τής λε¿οuς, επί του δαπέδου, εδοκίμασε την φeτιάν, και είδεν ότι ήτον
μισοσβησμένη. Eπήρε çυλάρια και çηρόκλαδα, από ένα σeρόν παρά την γeνίαν, έρρι¡εν ολίγα εις την εστίαν, εφuσησε κ'
εçάνα¡ε την φλόγα. 1λαβεν ένα ιμβρίκι, το οποίον ευρίσκετο επί της εστίας, το εγέμισε νερόν, έ¡αçεν εις το καλάθι της,
επήρε δuο ή τρία κλeναράκια βοτάνeν, τα έρρι¡ε μέσα, κ' έβαλε το αγγείον εις το πυρ.
Eίτα, νεuουσα προς το μέρος της λε¿ώνας, είπε σιγά εις την γραίαν:
Μην την çυπνάς... Lαν çυπνήση, uστερα να το πιη αυτό.
H γυνή απήντησε διά νεuματος. H 4ραγκογιαννοu εçηκολοuθει να φυσά το πυρ. H γραία, εν αμη¿ανία, επεθuμει να
την ερώτηση και πάλιν πώς ευρέθη εκεί τοιαuτην ώραν, αλλά δεν ετόλμα. H κόρη της έκαμνε κακή λε¿eσιά, κ' εφοβείτο
μην εçυπνήση έçαφνα και θορυβηθή.
Tο θυγάτριον, μικρόν ράκος, δuο ημερών ¸eής, το οποίον εί¿ε έλθει κι αυτό εις τον κόσμον δι' αμαρτίας και βάσανα,
εκοιμάτο εις την κοιτίδα του, αλλ' η αναπνοή του ήτο δuσκολος και ηκοuετο εν μέσe της σιeπής. Aπό καιροu εις καιρόν,
όταν το φuσημα του εγίνετο οπeσοuν σφοδρότερον, και το βρέφος εφαίνετο έτοιμον να çυπνήση και να φeνάçη, η μαμμή
το ενανοuρι¸ε δι' ενός μονοσυλλάβου, «Kοι, κοι, κοι, κοι!», εφαίνετο δε τe όντι η συλλαβή αuτη (ήτις φαίνεται να είναι η
πρώτη συλλαβή του «κοιμήσου!», ή αυτή η ρί¸α του «κείμαι»), εφαίνετο, λέγe, πολλάκις επαναλαμβανομένη, να εçασκή
παράδοçον υποβολήν και γοητείαν.
H ώρα παρήρ¿ετο. Eί¿ον λαλήσει ήδη δuο φόρας τα ορνίθια. H Hοuλια εί¿εν υπερβή προ πολλοu το μεσουράνημα.
Aπό την αντικρινήν κορυφήν της ρά¿ης, όπου ήσαν άλλα καλuβια κατοικοuμενα από τας οικογενείας βοσκών,
ηκοuσθησαν μεμακρυσμένα λαλήματα. Eις ταuτα απήντησεν ευθuς το λάλημα τeν πετεινών από τον ορνιθώνα του
καλυβιοu του Aυρίγκου.
H λε¿ώνα εçuπνησε. H μάννα της της έδeκεν να πίη το φάρμακον, το οποίον εί¿ε παρασκευάσει η 4ραγκογιαννοu.
Kουράγιο, κοπέλα μ', είπεν αuτη με πραείαν φeνήν.
Hοu βρέθηκες εδώ; είπεν η λε¿ώνα.
Tην εκοίτα¸ε με απορίαν, κ' εδυσκολεuετο να την αναγνeρίση.
O Oεός μ' έστειλε, είπε μετά πεποιθήσεeς η Iιαννοu.
Kαλά που ήρθες, εδήλeσε τότε και η γραία.
Te όντι, αuτη, αν και εί¿ε παραçενευθή καταρ¿άς, εσκέφθη και ανεγνώρισεν ότι η παρουσία της Iιαννοuς ήτο μία
παρηγορία εις την μοναçίαν τeν.

!Δ'
Hερί τα πρώτα γλυκο¿αράγματα, το βρέφος εί¿εν εçυπνήσει, κι άρ¿ισε να κλαυθμυρί¸η. H 4ραγκογιαννοu έκαμε και
πάλιν «κουμάντο». Eσυμβοuλευσε την λε¿ώ να βάλη το παιδίον εις το βυ¸ί, διά να δοκιμάση αν κατέβη το γάλα.
Lυγ¿ρόνeς ηκοuσθη κρότος έçeθεν, κ' ευθuς κατόπιν μια φeνή.
Iριά!... Iριά! κοιμάστε;
1τον ο Aυρίγκος, κ' εκάλει την πενθερά του.
H γραία εγνώρισε την φeνήν, εσηκώθη κ' έτρεçεν εις την θuραν.
1λα να μου δώσης ένα ¿έρι, εφώναçεν ο Aυρίγκος. O παραγυιός λείπει κ' είμαι μονα¿ός.
O Iιάννης φαίνεται ότι δεν εσκέφθη καν να ερeτήση διά τη λε¿ώ, την γυναίκα του, και διά το τέκνον του, πώς εί¿ον.
Hσθάνετο μόνον επείγουσαν ανάγκην, κ' έκρα¸ε την πενθεράν του να τον βοηθήση εις τας ποιμενικάς εργασίας της
πρeίας, δηλαδή ίσeς εις το çεμάνδριασμα, το άρμεγμα, και τα λοιπά.
Aεν μπορεί κανείς μονα¿ός του, το έρμο!... Hρέπει να '¿η τέσσερα ¿έρια! επρόσθεσεν eς αυτοδικαιολογοuμενος.
H γραία εçήλθε τρέ¿ουσα. H 4ραγκογιαννοu έμεινε μόνη, με την λε¿ώ και το βρέφος.
H νεαρά γυνή εί¿ε λαγοκοιμηθή πάλιν, και δεν εί¿εν αντιληφθή καλώς την απουσίαν της μητρός της. Μετ' ολίγας
στιγμάς εçuπνησε και είπε:
Hοu πάει η μάννα, θα πe;
H 4ραγκογιαννοu, φρονοuσα ότι το καλuτερον ήτον η λε¿ώνα να κοιμάται για να ησυ¿ά¸η, και γνeρί¸ουσα ότι η
απόκρισις η διδομένη εις τους πυρέσσοντας και εις τους eς εν υπνοβασία παριμιλοuντας βλάπτει μάλλον ή eφελεί, δεν
απήντησε τίποτε. H λε¿ώ ευθuς και πάλιν απεκοιμήθη.
Tο θυγάτριον εκ νέου άρ¿ισε να κλαυθμυρί¸η πολu τρυφερά και παραπονετικά, μέ¿ρις ο¿ληρότητος. H
4ραγκογιαννοu, ήτις εί¿ε λησμονήσει όλας τας τu¡εις, τας οποίας εί¿εν αισθανθή αλγεινώς υπό τας μελανάς πτέρυγας
τeν ονείρeν της, και εσπαράσσετο και πάλιν από τους όνυ¿ας της πραγματικότητας, άρ¿ισε να σκέπτεται μέσα της:
A¿! δίκιο έ¿ει, ο καημένος, ο Aυρίγκος... «Oλο κοριτσοuδια, το έρμο, όλο κοριτσοuδια!»... Kαι τί çαλάφρeμα θα ήτον
τώρα γι' αυτόν, για την άμοιρη τη γυναίκα του, να του το 'παιρνε τώρα, ο Μεγαλοδuναμος!... αυτό καν που 'ναι μικρό, και
δεν έ¿ει ν' αφήση μεγάλον καημό πίσe του!
Tην στιγμήν εκείνην της ήλθεν εις τον νουν μία μικρά απορία· ποu ευρίσκοντο τ' άλλα κοράσια του Aυρίγκου, τα
μεγαλuτερα. Tότε ενθυμήθη ότι πριν ν' αναβή εις το καλuβι, όπου ευρίσκετο τώρα, το οποίον ήτο ¿αμηλόν ανώγειον,
επέρασεν έçe από την θuραν ενός άλλου μικροτέρου καλυβίου, το οποίον ήτο ¿αμόγειον, και ήτο κτισμένον δίπλα,
κολλητά με το πρώτον. 1το το μικρόν καλυβάκι της γραίας, της πενθεράς του Aυρίγκου, κ' εκεί μέσα τής εί¿ε φανή ότι
ήκουεν αναπνοάς κοιμeμένeν, ρογ¿αλίσματα. Eκεί βέβαια θα εκοιμώντο, μα¸ί με την μικράν θείαν τους την άγαμον, τα
άλλα κοράσια του Aυρίγκου.
Oς εν αλλοφροσuνη και εν πλάνη ονείρου, έτεινε την ¿είραν προς το λίκνον, εντός του οποίου eλόλυ¸ε το μικρόν...
1καμε ¿ειρονομίαν eς διά να σ¿ηματίση τους δακτuλους της εις διλαβίδα, εις αρπάγην και στραγγαλιάν. Hσθάνετο την
στιγμήν εκείνην αγρίαν ¿αράν να πνίçη το μικρόν θυγάτριον... Tης ήλθεν εις τον νουν ότι ήτο αβάπτιστον, και αν το
έπνιγε, θα εί¿ε διπλήν αμαρτίαν... H σκέ¡ις αuτη επί μίαν στιγμήν την ανε¿αίτισεν, αλλ' όμeς απεφάσισε να υπερπηδήση
τον φραγμόν τοuτον... Hαρά ένα δάκτυλον, η ¿ειρ της έ¡αυε τον λαιμόν του μικροu πλάσματος...
Tην στιγμήν εκείνην ηκοuσθη φeνή, βήμα, κρότος, εις το μικρόν ¿αγιάτι έçe, και η θuρα, την οποίαν η γραία, η
πενθερά του Aυρίγκου ανα¿eρήσασα δεν εί¿ε κλείσει με το μάνδαλον, αλλά μόνον την εί¿ε γείρει, ηνοί¿θη πέραν και
πέραν, ενδίδουσα εις ώθησιν έçeθεν.
Eδώ είναι, ηρώτησεν ο εμφανισθείς άνθρeπος, εδώ είναι το σπίτι του Aυρίγκου, του τσοπάνη;
1τον ¿eροφuλαç, με το ¿ιτώνιον μισοκουμβeμένον, φουσκeτόν επί του στήθους, με το κασκέτον στραβά, με
στριμμένον τον μuστακα, και με την κάπαν διπλeμένην μακρυνάρι επί του αριστεροu ώμου.
Μέσα στο καλuβι, η κανδήλα ετρεμόσβηνεν εμπρός εις τα εικονίσματα. H φeτιά εί¿ε καλυφθή και πάλιν από την
τέφραν. Tο λυ¿νάρι σβηστόν εκρέματο από το μικρόν ράφι της εστίας. 1το σκότος. 1çe, εί¿εν εçημερώσει, και παρά δuο
λεπτά ο ήλιος θ' ανέτελλεν.
O άνθρeπος δεν έβλεπεν ειμή αμυδράς σκιάς μέσα. Tην λε¿ώναν εις την στρeμνήν της, eς αμαυρόν όγκον
κατακειμένην, το βρέφος το οποίον εσάλευε και ανάσαινεν εντός της σκάφης, ήτις ε¿ρησίμευεν eς λίκνον... και την
4ραγκογιαννοu καθημένην eς φάντασμα, και τείνουσαν την ¿είραν προς το λίκνον.
H 4ραγκογιαννοu έμεινε με την ¿είρα τεταμένην. Tην κατέλαβε φρίκη, τρόμος, ¸άλη. Eντός δευτερολέπτου ήλθεν εις
εαυτήν, και είδε τον φοβερόν κίνδυνον.
Aκριβώς όπισθέν της ήτο εν μικρόν παράθυρον βλέπον προς βορράν, υπόσαθρον, νοτισμένον και κακοκλεισμένον. Oς
να εί¿ε τινα¿θή από έκρηçιν, εστράφη μη¿ανικώς, άνοιçε το παράθυρον, κ' επήδησεν έçe. 1πεσεν επάνe εις ¿όρτα και
ά¿υρα, και ο δοuπος της πτώσεeς της οuτε ηκοuσθη. Tο ¿αμηλόν παράθυρον μόλις ανεί¿ε μισήν οργυιάν από του
εδάφους.
Μόνον εί¿ε çε¿άσει να πάρη μα¸ί το ραβδί της και το καλάθι της, τα οποία eς τόσον ευρίσκοντο δίπλα της, εις το
πάτeμα. 1το άçιον απορίας, πώς τόσον εί¿ε σαστίσει. Tα ενθυμήθη ακριβώς την στιγμήν καθ' ην άρ¿ισε να τρέ¿η μετά το
πήδημα της, κ' έτσι της ήρ¿ετο αν ήτο τρόπος, να γυρίση πίσe να τα πάρη, και να στραβeθοuν, να μην την ιδοuν οι
διώκται της.
Oς τόσον έτρε¿εν, έτρε¿εν... εί¿εν εισέλθη μέσα εις το δάσος, του οποίου τα διάφορα μονοπάτια της ήσαν πολu
γνeστά. Aεν εγuρι¸ε να ιδή οπίσe της... 1το βεβαία ότι οι δuο «τα¿τικοί» θ' αργήσουν να εννοήσουν τι συνέβη, και να
βαλθοuν να την κυνηγήσουν.
Te όντι οι δuο εκείνοι άνδρες της δημοσίας ανάγκης δεν ενόησαν κατ' αρ¿άς τι εί¿ε συμβή. Tους εί¿ε στείλει
«κατεπείγον» οπίσe ο ειρηνοδίκης, από κοινοu με τον πάρεδρον τον αστυνόμον, όστις, εις όσα απεφαίνετο ο
εμπνευσμένος εκείνος λειτουργός της Oέμιδος, έλεγε πάντοτε ναι, και με τον ενeμοτάρ¿ην, όστις δεν έλεγε ποτέ ό#ι, τους
εί¿ε στείλει να υπάγουν εις την αγροτικήν οικίαν του Ieάννου Aυρίγκου, διά να τον προσκαλέσουν να εμφανισθή ενώπιον
τeν αρ¿ών, κ' εν ανάγκη να τον φέρουν διά της βίας, επειδή, εç' όσeν εί¿ον διηγηθή την εσπέραν της προτεραίας, εις την
πολί¿νην, οι δuο ¿eροφuλακες, οι ειρημένοι φeστήρες συνέλαβον την υπόνοιαν ότι ο Aυρίγκος ενεί¿ετο εις την υπόθεσιν
της φυγής της γυναικός Xαδοuλας, ¿ήρας Ieάννου 4ράγκου, ¿ριστιανής και εκτελοuσης οικιακά έργα, την οποίαν έλεγον
ότι εί¿ον ιδεί ν' αναρρι¿άται εις τον κρημνόν του πετρώδους βουνοu οι δuο στρατιeτικοί άνδρες.
Oθεν αμέσeς, περί όρθρον βαθuν, αφοu εκοιμήθησαν επί δuο ή τρεις ώρας, φοροuντες όλην την στολήν τeν, οι δuο
¿eροφuλακες, εις τα ισόγεια της δημαρ¿ίας, τα γεμάτα από βλατοuδες, σαρανταποδαροuσες και σαμαμίθια, τα οποία
ε¿ρησίμευον eς κα¸άρμα (η κα¸άρμα αυτή ήτον ο τρόμος τeν αγυιοπαίδeν, τeν μοσ¿ομαγκών, eς και όλeν τeν
οφειλετών του δημοσίου), εις εν σφuριγμα του ενeμοτάρ¿ου εσηκώθησαν, επήραν τις κάπες τeν, και το έβαλαν δρόμον
διά το βουνόν.
Eστέλλοντο ιδίeς διά να φέρουν τον Aυρίγκον (καθώς και πάντα άλλον βοσκόν, τον οποίον θα ηçήτα¸ον οι ίδιοι, και
όστις θα έλεγε «μπερδεμένα λόγια», εφρόντισε να προσθέση ο ειρηνοδίκης), αλλά προ πάντeν διά να μυρισθοuν τα ί¿νη
της 4ραγκογιαννοuς και κατορθώσουν να την ανακαλu¡ουν. Aιά τοuτο εί¿ον πληρεçουσιότητα να ¡άçουν όλα τα
μανδριά και τις στάνες, και να εçετάσουν όλους τους βοσκοuς του βουνοu. Oθεν, διά καλόν και διά κακόν, επήραν μα¸ί
και τις κάπες τeν.
Oταν ο πρώτος ¿eροφuλαç ώθησε την θuραν του οικίσκου, και είδε σκότος και σκιάν μέσα, ήκουσε τον κρότον του
βορεινοu παραθuρου ανοιγομένου, είδεν ακτίνας φeτός εκείθεν να εισδueσι, κ' ευθuς εν μαuρον σώμα να φράττη τας
ακτίνας ταuτας, κυρτόν, συνεσταλμένον, άμορφον, και ήκουσε τον ασθενή δοuπον της πτώσεeς. Tότε το παράθυρον
έμεινεν ανοικτόν, και εις τας δίπλας διασταυρουμένας ακτίνας τας διά της θuρας και του παραθuρου, είδε καθαρά την
γυναίκα την λε¿ώ, εçαπλeμένην επί της κλίνης της.
Tί τρέ¿ει εδώ; εφώναçεν έκπληκτος ο άνθρeπος.
H λε¿ώνα εçuπνησε, κ' επρόφερε με ασθενή φeνήν:
Μάννα, εσu 'σαι... 1ρθες;

!Ε'
Eπάνe, εις τα Kαμπιά, εις το υ¡ηλόν οροπέδιον, όταν έφθασε λα¿ανιασμένη, çεγλeσσασμένη η 4ραγκογιαννοu, εστάθη,
εγuρισε προς τον κατήφορον, οπόθεν εί¿εν έλθει, κ' εκοίτα¸ε μην ίδη ή ακοuση σκιάν ή βήμα τρέ¿οντος λαγeνικοu,
¿eροφuλακος. Aεν εφαίνετο τίποτε. Aλλ' όμeς δεν ησθάνετο εν ασφαλεία.
Eστάθη eς αφηρημένη κ' εσκέπτετο. 1καμνε κάτι eς μαθηματικόν υπολογισμόν. Eλογάρια¸ε τον ¿ρόνον όσος θ'
απητείτο eς έγγιστα, διά να συνέλθουν από την έκπληçίν τeν οι δuο τα¿τικοί (τον δεuτερον δεν τον είδεν, αλλά τον
εμάντευε), διά να εννοήσουν τι συνέβη, ίσeς να ¸ητήσουν πληροφορίας (η λε¿ώνα θα ετρόμα¸εν άδικα, και δεν θα ήçευρε
τίποτε να τους ειπή· αλλά τότε, θα έτρε¿ον ίσeς προς την στάνην, όπου ευρίσκετο ο Aυρίγκος κ' η πενθερά του; τόσe
περισσότερον θ' αργοποροuσαν) είτα να πετάçουν τις κάπες τeν κάτe, και να το βάλουν στα πόδια να την κυνηγήσουν.
Aλλ' είδαν τά¿α ακριβώς, ή ενόησαν, ή εγνώρι¸αν το μονοπάτι το οποίον εί¿ε πάρει αυτή; Kαι μήπeς εί¿ε τρέçει όλην
την ώραν ένα και τον αυτόν δρόμον; Kαταρ¿άς εί¿ε στραφή δεçιά, eς να ήθελε να πάρη τον κατήφορον, είτα εστράφη
αριστερά, κ' έτρεçε τον ανήφορον με όλον το μειονέκτημα το οποίον εί¿εν ο ανηφορικός δρόμος διά να λα¿ανιάση τις,
όταν καταδιeκόμενος βιά¸εται να τρέ¿η. Aλλ' εάν αυτή θα ελα¿άνια¸ε, μήπeς εκείνοι, καίτοι νέοι, δεν υπέκειντο εις το
πάθημα τοuτο; H Xαδοuλα ήçευρε μάλιστα, κατά σuμπτeσιν, ότι ο εις τeν δuο εκείνeν νέeν έπασ¿εν από άσθμα... Aεν
ήτο πολuς καιρός αφότου αυτός εί¿ε παρακαλέσει τον γαμβρόν της να ειπή της γριάς να του κάμη ένα μαντ¸οuνι διά το
νόσημα τοuτο.
Aλλά με όλην την εκδοuλευσιν αυτήν, η Iιαννοu ήçευρεν ότι δεν έπρεπε να περιμένει έλεος από τον ¿eροφuλακα. O
άνθρeπος έκαμνε το καθήκον του. Aς έλειπαν αι περιποιήσεις τας οποίας θα της έκαμναν, αν αυτή έπεφτε στα ¿έρια τeν,
και αν έμελλον να την ονομά¸ουν «σταυρομάννα»!! Eί¿ε παρατηρήσει άλλοτε, εις τας περιπετείας και τα βάσανα όσα
εί¿εν υποφέρει εçαιτίας του υιοu της, του Μοuρτου, ότι το είδος αυτών τeν ανθρώπeν τότε μάλιστα θυμώνουν όταν ο
κατα¸ητοuμενος ανθίσταται, όταν αυθαδιά¸η, πολu δε περισσότερον όταν φεuγη, και αναγκά¸eνται αυτοί να τον
κυνηγοuν, ώστε να βγαίνη η ¡υ¿ή τους ανάποδα... O! βέβαια έ¿ουν δίκαιον τότε να σκληρuνeνται, και να γίνeνται θηρία
ανήμερα· όθεν και η 4ραγκογιαννοu, φεuγουσα, και βιά¸ουσα αυτοuς να τρέ¿ουν δεν επερίμενεν έλεος απ' αυτοuς.
Eκεί όπου ίστατο συλλογισμένη, ακοuει βήματα όπισθεν της, από το μέρος το αντίθετον προς εκείνο εç ου αυτή ήλθε.
Lτρέφεται και βλέπει ένα άνθρeπον, ένα βοσκόν. H 4ραγκογιαννοu τον ανεγνώρισεν. 1το ο καλοuμενος
Kαμπανα¿μάκης. 1ρ¿ετο με πατήματα λοçά, ακολουθοuμενος από τον σκuλον του, όστις εγρuλισεν άμα είδε την
γυναίκα. Aλλ' ο αφέντης του τον εμάλeσε.
Eίδε την 4ραγκογιαννοu κ' εστάθη. 1ρ¿ετο από το καλuβι κ' επήγαινεν εις το μανδρί του. Y¡ηλός, μελα¡ός, ισ¿νός,
ευρuστερνος, την κόμην και το γένειον με ¿ρώμα α¿uρου κα¡αλισμένου, κρατών την ράβδον του την κυρτήν, υ¡ηλήν ίσα
με το μπόι του, εστάθη ενώπιον της 4ραγκογιαννοuς. O άνθρeπος εφαίνετο να ευρίσκεται εις μεγάλην θλί¡ην και
αδημονίαν.
A! ποuθε αυτό το καλό! είπε με την φeνήν του την δυσδιάκριτον και τρα¿είαν, σφίγγeν τους οδόντας ενώ eμίλει. Tομ'
σ' αγροίκησα, ταμάμ σε προσήφερα, κυρά-Iιαννοu... O Iεραμπής σε στέλνει!
Tί λες, γυιέ μου; είπε με το υποκριτικόν ήθος της η Xαδοuλα.
Kαλά που σ' εσταuρeσα! Eίπα, αυτήνη είναι κείν' η καλή γυναίκα κάτ' απ' τη ¿ώρα που γρουνί¸ει τα γιατρικά και
διώ¿νει κάθε γρουσου¸ιά αλάργα! Tομ' σ' απείκασα, μονοκοπανιάς σ' εγροuνισα!.... Μα δε çέρ'ς τίποτε, κυρα-Iιαννοu μ';
Tί τρέ¿ει, παιδί μου;
Μεγάλο ¸αράρι μ' ευρήκε να '¿e το συμπάθειο, θεια-Iιαννοu! Tρανό, άτυ¿ο ντέρτι! H φαμιλιά μ', όç' από λόου σου,
βγήκε την νu¿τα προς νεροu της, όç απ' το καλuβι, κυρα-Iιαννοu μ', κ' εγuρισε πίσe κακά κι αδέçια... Nτοuρμα βγήκε, κ'
εγuρισε μονοκοπανιά, ¿τυπημένη, çεγλeσσασμένη, αγροuνιστη... Xτυπήθηκε, μακριά από λόγου σου... H γλώσσα της
κρεμασμένη, όç' απ' το σιαγόνι της, τη λαλιά της την έ¿ασε, την ηuρε κακή θερμασιά και κρυάδα κι ασπασμοί. Kείτεται
στο στρώμα μισοπεθαμένη!
Aλήθεια; O, αμαρτίες!... Kαι πότε έγινε αυτό;
Hρο¿τές το βράδυ, την νu¿τα, τα μεσάνυ¿τα, θεια-Iιαννοu! Oçου από λόου σου, να' ¿e το συμπάθειο... Nτοuρμα
βγήκε όç' απ' το καλuβι, κ' εγuρισε πίσe ¿τυπημένη, παλαβιασμένη... Kοπιά¸εις eς το καλuβι μπάριμ, τώρα εδώ που σ'
εσταuρeσα, κυρα-Iιαννοu μ! Μονά¿α να την θeρήσης, ν' αγροικήσης σε τι ¿άλι βρίσκεται... Eλμπέτ, καλό θα της κάμης·
με τα γιατρικά σου, θα διώçης κάθε ενάντιο, ένα κ' ένα!
Kαι πώς της ήρθε αυτό; είπεν η 4ραγκογιαννοu.
Hοιος çέρει τι αμαρτίες, κυρα-Iιαννοu μ'. O Iεραμπής το çέρει.
H Xαδοuλα εσκέφθη επί στιγμήν. Eίτα είπε:
Kαλά· θα πάe αποκεί, τώρα-τώρα.
Nα '¿ης πολλή ¸eή και καλή ¡υ¿ή, θεια-Iιαννοu! είπεν ο Kαμπανα¿μάκης. O Iεραμπής σ' έστειλε.
*
* *

Aφοu απεμακρuνθη ο Kαμπανα¿μάκης, η 4ραγκογιαννοu εσκέφθη ότι θα εί¿ε καταφuγιον, τουλά¿ιστον, διά την
επομένην νu¿τα και ότι το καλuτερον θα ήτο να κρυφθή την ημέραν εις καμμίαν λό¿μην ή εις καμμίαν σπηλιάν, όπου οι
¿eροφuλακες αδuνατον θα ήτο να την εuρeσι.
Eπήρε τον κατήφορον, κατήλθεν εις της Aγαλλιανοuς το ρέμα. Eστάθη να πίη νερόν εις μίαν βρuσιν. Eκεί συνήντησεν
ένα γέροντα μονα¿όν, τον πάτερ Ieάσαφ, κηπουρόν του μοναστηρίου του Eυαγγελισμοu, το οποίον διέγραφε προς τα άνe
την σεμνήν κατατομήν του, εις την κορυφήν του ρέματος.
H 4ραγκογιαννοu εί¿ε καθίσει να λάβη ανα¡υ¿ήν πλησίον της δροσεράς πηγής, εστήριçε την κεφαλήν εις την ¿είρα
της, εφαίνετο βυθισμένη εις λογισμοuς, και συγ¿ρόνeς «αυτιά¸ετο» κ' έτεινε το ους, φαντα¸όμενη κατά πάσαν στιγμήν
ότι ήκουε βήματα τeν ¿eροφυλάκeν.
O πάτερ-Ieάσαφ ήλθε να γεμίση ένα σταμνίον uδατος, και ιδών την 4ραγκογιαννοu την εκαλημέρισε.
Hοu βρέθηκες εδώ, γερόντισσα; Kάτι συλλογισμένη σε βλέπe....
A¿! γυιέ μου!... είπεν η 4ραγκογιαννοu. 1¿e βάσανα και πάθια...
Tα βάσανα δεν λείπουν από τον κόσμο, γερόντισσα... Oσο και να κάμη ο άνθρeπος, δεν μπορεί να τ' αποφuγη...
A¿! πάτερ Iιάσαφε, είπεν εν θλιβερά δια¿uσει η 4ραγκογιαννοu. Nα 'μουν πουλί να πέταγα!!!
«Tις δώσει μοι πτέρυγας eσεί περιστεράς;» είπεν ο Ieάσαφ, ενθυμηθείς τον ¡αλμόν.
1θελα να έφευγα απ' τον κόσμο, γέροντά μου... Aεν μπορώ να υποφέρe πλια!
«Eμάκρυνας φυγαδεuουσα και ηυλίσθης εν τη ερήμe» είπεν πάλιν ο γέρeν μονα¿ός.
Μεγάλη φουρτοuνα μ' ηuρε, γέροντά μου, και μεγάλη λιγο¡υ¿ιά μ' εκόλλησε.
O Oεός να σε γλυτώση, κόρη μου, «από ολιγο¡υ¿ίας και από καταιγίδος», επέφερεν ο Ieάσαφ, συνε¿ί¸eν τον ¡αλμόν.
Aπ' την κακία, απ' την κακογλeσσιά, απ' το φθόνο, δεν μπορεί να γλυτώση ένας άνθρeπος.
«Kαταπόντισον, Kuριε, και καταδίελε τας γλώσσας αυτών, ότι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει», επέρανεν ο
πάτερ Ieάσαφ.
Eίτα αφοu εγέμισε το σταμνί του είπε:
Aν περάσης από τους κήπους, γερόντισσα, φώναçέ με να σε φιλέ¡e κανένα μαροuλι κι ολίγα κουκιά.
Kαι απεμακρuνθη.
Tην εσπέραν η 4ραγκογιαννοu ευρίσκετο εις την Hέρα-Pά¿ην, εις το καλuβι του Kαμπανα¿μάκη. H σu¸υγος του
βοσκοu, γυνή πλέον ή τριάκοντα ετών και μήτηρ πέντε τέκνeν, έκειτο επί της κλίνης. 1το εις αθλίαν κατάστασιν. Tο
μοuτρο της εί¿ε στραβώσει από την νευρικήν προσβολήν, η γλώσσα της εκρέματο έçe του στόματος, κ' εçέπεμπεν
ανάρθρους φeνάς.
Hώς σου ήρθε αυτό; την ηρώτησε διά νεuματος μάλλον ή διά της φeνής η 4ραγκογιαννοu. H πάσ¿ουσα απήντησε διά
γρυλισμοu ουδέν το ανθρώπινον έ¿οντος.
H 4ραγκογιαννοu εκάθισε παρά την εστίαν, και ησ¿ολείτο να βράση βότανα διά την πάσ¿ουσαν. Aεν εί¿ε πλέον το
καλάθι της, αλλά εί¿ε γεμίσει τους κόλπους της από διάφορα μικροσκοπικά ¿όρτα, τα οποία εί¿ε συλλέçει την ημέραν
κάτe εις τα ρέματα τeν κοιλάδeν.
Tα δuο μικρά κοράσια της ασθενοuς εκάθισαν σιμά εις τα γόνατα της 4ραγκογιαννοuς, γλειφίδικα, και ¸ητοuντα
θeπείας. H Iιαννοu εθώπευσεν τα σιαγόνια τeν και τους λαιμοuς τeν, τόσον δυνατά, ώστε ησθάνθησαν πόνον, και το εν
εφώναçε:
Μάννα!
Aλλ' η μάννα ήτον δι' αυτά eς να μην υπήρ¿ε, και τα δυστυ¿ή πλάσματα δεν ήσαν εις ηλικίαν οuτε να αισθανθώσι την
έλλει¡ιν, οuτε να δuνανται τουλά¿ιστον να την αναπληρώσeσι. Tο μικρόν αγόρι, το οποίον εφαίνετο να είναι ομήλικον με
το κοράσιον το εν, eς να ήσαν δίδυμα, έκλαιε κι ε¸ήτει «να σηκeθή η μάννα του να του κάμη γριά στο τηγάνι».
Tώρα, γυιε μου, εγώ να σου κάμe γριά, είπε τυ¿αίeς η 4ραγκογιαννοu.
Aεν έ¿ουμε αλεuρι, θειά, είπε το μεγαλuτερον εκ τeν δuο κορασίeν.
Kαλά· να έλθη ο πατέρας να φέρη αλεuρι, είπεν η 4ραγκογιαννοu προς το παιδίον, κ' εγώ να σου κάμe «γριά»!
Hσu¿ασε τώρα.
Aλλά το αγόρι δεν τα ήκουεν αυτά.
Iριά θέλe, και να 'ναι ¸αρeμένη γριά! Nα '¿η και πετμέ¸ι.
Hοu να βρεθή το πετμέ¸ι, γυιέ μου; είπεν η 4ραγκογιαννοu. Μεθαuριο να μαυρίσουν τα σταφuλια στ' αμπέλι, να τα
τρυγήσουμε, να κό¡ουμε τα çεκοuδουνα απ' τα κλήματα, να κάμουμε πολu-πολu πετμέ¸ι να φάη το καλό παιδί. Hώς σε
λένε;
Iιώργη τόνε λέμε, θειά, είπε το μεγαλuτερον κοράσιον.
Eσένα;
Aαφνώ.
K' εσένα; ηρώτησεν η Iιαννοu το μικρότερον θυγάτριον.
Aνθή.
Nα ¸ήσετε!
Kαι πότε θα τα κό¡ουμε, θειά, τα σταφuλια; εφώναçε το αγόρι. Aεν πάμε τώρα στ' αμπέλι να τα κό¡ουμε;
O¿ι τώρα, γυιέ μου, τα¿ιά.
Tα¿ιά το-τα¿u; είπεν ο Iιώργης.
Nαι, γυιόκα μου. Aπό¡ε θα δέσουν οι ράγες, και θα γλυκάνουν, και θα μαυρίσουν, και τα¿ιά το-τα¿u θα πάρουμε τους
τρυγολόγους να τρέçουμε στ' αμπέλι, να τρυγήσουμε, να τα κάμουμε κότσι-κότσι, τα σταφuλια, τα çεκοuδουνα, να τα
πατήσουμε, να τα λυώσουμε, και θα κάμουμε μουστόπιττες και πετμέ¸ια και ¿ίλια λογιών καλά... και τότε, θα σου κάμe
εγώ μια γριά, ¸αρeμένη, ίσα με το τηγάνι μεγάλη!
Lέλe να' ναι πουλu, πουλu μεγάλη! είπεν ο μικρός.
Μεγάλη γριά, ίσα μ' εμένα, είπεν η 4ραγκογιαννοu.
Eν τe μεταçu, το μικρότερον τeν δuο κορασίeν, το Aαφνώ, καθώς εκοίτα¸εν εναλλάç τον λu¿νον και την
4ραγκογιαννοu με τεθηπός βλέμμα, eς να υπνeτίσθη από το όμμα της γραίας, ενuσταçε, έγειρε το κεφαλάκι του προς την
εστίαν, και απεκοιμήθη. H Iιαννοu επιμόνeς το ε¿άδευεν υπό το κατeσάγονον, και πότε η ¿ειρ της εγλίστρα προς τον
τρά¿ηλον, και ίσeς εί¿ε κλίσιν να θλί¡η κάπeς δυνατώτερα τον λαιμόν του κορασίου. Aλλά την ιδίαν στιγμήν ηκοuσθη
δρομαίον βήμα έçeθεν, η θuρα ηνοί¿θη, και εισήλθεν ο Kαμπανα¿μάκης.
Ae είσαι, κυρά-Iιαννοu! είπεν εν άκρα ταρα¿ή. Lήκου! Nα φuγης! να κρυφτής!
Tί τρέ¿ει; είπεν η γραία, προσπαθοuσα να φανή ατάρα¿ος.
Oι τα¿τικοί σε ¿αλεuουν; Tί ¸αράρ έκαμες ¿ριστιανή; Tρέ¿ουν οι τα¿τικοί γυρεuοντάς σε. Lήκου, τρέ¿α! να κρυφτής
πουθενά μπάριμ! Lε λυποuμαι, καημένη! Tι κρίμα έκαμες;
Eγώ; κρίματα πολλά... Μα δεν çέρe, γιατί να με γυρεuουν οι τα¿τικοί, που μου λες;
Tρέ¿α, κατά δe έρ¿ονται τώρα. Aε γρουνί¸e πώς σ' αγροίκησαν πώς τα πρuμισες κατά δe, θα 'ρθουν τώρα να
¿αλέ¡ουν. Oπου κι αν είναι, πλάκeσαν! Aκοuς! κάτου, στη Lκοτ'νή Lπ'λιά, στο Kακόρρεμα, κατακεί να πάρης το φuσημά
σου! Lτο κλήμα στο Μονοπάτι, στου H'λιοu τη Bρuση, εκεί να σε πάρουν στο κοντό, δεν μποροuν να σε πιάσ'ν! Aποκεί
μπορείς να κατεβής στο Iέροντα, στο Eρμητήριο, να çαγορευθής, τα κρίματα σ', καημένη. Tρέ¿α!...
1τρεçεν η αθλία αλλά δεν ησθήνετο πλέον δυνάμεις ακμαίας. H αüπνία τeν περασμένeν νυκτών, η κακοπάθεια, αι
συγκινήσεις την εί¿ον καταβάλει. Tα μέρη, τα οποία εί¿εν ονομάσει ο Kαμπανα¿μάκης, απεί¿ον πολu, δεν ηδuνατο δε να
οδοιπορήση προς τα εκεί εις την ασέληνον νuκτα.
Kαθώς έτρε¿εν, αυτια¸όμενη κατά πάσαν στιγμή, εçαφνι¸ομένη, και νομί¸ουσα ότι ακοuει παντοu βήματα, εις το
μονοπάτι, ανάμεσα εις δένδρα και θάμνους, ήκουσε βήματα αληθή, ερ¿όμενα από διακοσίeν βημάτeν, από τον κuριον
δρόμον. Eκρuβη όπισθεν τeν θάμνeν, και της εφάνη ότι ήσαν πράγματι οι ¿eροφuλακες, βαδί¸οντες προς την καλuβην
του Kαμπανα¿μάκη, προς το μέρος οπόθεν αυτή ήρ¿ετο. Eάν οuτeς εί¿εν, η θέσις της καθίστατο ασφαλεστέρα προς το
παρόν, καθότι δεν εφοβείτο πλέον να τους συναντήση, διά την νuκτα εκείνην.
Eπρο¿ώρησε προς το μέρος, οπόθεν εί¿εν έλθει την πρeίαν. 1φθασεν εις τον μικρόν ναîσκον της Zeοδό¿ου Hηγής,
εις το Kοιμητήριον τeν Kαλογήρeν, εις τ' Aλώνι του Μοναστηριοu. Eπέρασεν έçe από το Bουρδουναριό, αντικρu της
σιδηράς πuλης του Kοινοβίου, ήτις ήτο κατάκλειστος. Aλλeς, γυναίκες ποτέ δεν επήρ¿οντο εις τον ιερόν περίβολον.
Kατήλθεν εις τους κήπους, όπου εί¿ε συναντήσει την πρeίαν τον καλόγηρον, τον κηπουρόν, όστις της εί¿εν ειπεί διάφορα
ρητά από το 1αλτήριον, τα οποία αυτή δεν ενόει, αλλ' αορίστeς υπώπτευεν ότι προσηρμό¸οντο κάπeς εις την θέσιν της.
Kαι πράγματι της εί¿ον αφήσει eς ένα βόμβον περί τα ώτα της· «Tις δώσει μοι πτέρυγας eσεί περιστεράς;... Iδοu
εμάκρυνα φυγαδεueν και ηυλίσθην εν τη ερήμe. Hροσεδε¿όμην τον Oεόν, τον σώ¸οντά με από ολιγο¡υ¿ίας και από
καταιγίδος...».
Kαθώς ανήρ¿ετο την ρά¿ιν αντικρu, πέραν τeν κήπeν, άνe του ρεuματος, ήκουσε τον μικρόν κώδeνα του
μοναστηριοu να η¿ή γλυκά, ταπεινά και μονότονα, να εçυπνά τας η¿οuς του βουνοu, και να δονή την μαλακήν αuραν.
1το άρα μεσονuκτιον, ώρα του Μεσονυκτικοu, ώρα του Oρθρου! Hώς ήσαν ευτυ¿είς οι άνθρeποι αυτοί, οίτινες ευθuς
αμέσeς, εκ νεαράς ηλικίας, eσάν από θείαν έμπνευσιν, εί¿ον αισθανθή ποίον ήτο το καλuτερον το οποίον ημποροuσαν να
κάμουν το να μη φέρουν, δηλαδή, άλλους εις τον κόσμον δυστυ¿είς!...και μετά τοuτο, όλα ήσαν δεuτερα. Tην
φιλοσοφίαν, αυτοί, την εί¿ον λάβει eς εκ κληρονομίας, ¿eρίς ·να~ σκοτίσουν τον νουν τeν εις την «¸ήτησιν της
αληθείας», όπου ποτέ δεν ευρίσκεται.
Aνέβη υ¡ηλότερα την ρά¿ιν, ¿eρίς να έ¿η σκοπόν ή απόφασιν ποu επήγαινε. Kαι έçe από τον δρόμον, ολίγα βήματα
μακράν, είδε μίαν στάνην, την οποίαν ανεγνώρισεν ότι ήτον του Iιάννη του Aυρίγκου. O σκuλος αισθανθείς μακρόθεν
την παρουσίαν της, ήρ¿ισε να γαυγί¸η.
Eί¿εν έλθει άρα, πλησίον εις το κατάλυμα τής παρελθοuσης νυκτός ¿eρίς να το σκεφθή! Kαι τώρα μόνον ήρ¿ισε να το
σκέπτεται. 1eς την στιγμήν το ένστικτον την εί¿εν οδηγήσει. Aλλά τώρα ο συλλογισμός της διετυποuτο καθαρά. «Hοu
αλλοu θα είμαι πλέον ασφαλής, για την ώρα, παρά εδώ; Oι τα¿τικοί ποτέ δεν θα πιστεuουν ότι çαναήλθα πάλιν προς το
ίδιο μέρος, που με εί¿αν ευρεί ¿θες, και μ' εκυνήγησαν. O Iιάννης κοιμάται στο μανδρί του. Lτο καλuβι θα' ναι η λε¿ώνα,
κ' η γριά. Tην νu¿τα ¿θες, από τον σαστισμό κι από τη βία μου, çέ¿ασα εκεί το καλαθάκι μου. Aεν θα είναι καλuτερα να
πάe να ¿τυπήσe την πόρτα, να τους πουλήσe πάλι δοuλε¡η με κανένα ¡ευτογιατρικό, να πάρe και το καλαθάκι μου, και
σα φέçη να πάe να κρυφθώ κάτe στο Kακκόρεμα, εκεί που λέει ο Kαμπανα¿μάκης;...»
Bεβαίeς η γραία, η πενθερά του Aυρίγκου, κάτι θα εί¿εν ακοuσει εις βάρος της από ¿eροφuλακες ή από τρίτους, αλλά
τί μ' αυτό;
Aεν θα εί¿ε τόσην κακίαν οuτε τόσον θάρρος, ώστε να την προδώση. Aλλeς, αυτή eς κυρίαν πρόφασιν, διά να
εισέλθη θα προέταττεν ότι ήλθε να ¸ήτηση το λησμονημένον καλάθι της.
Eκρueνε πολu από τον αέρα του βουνοu, και εί¿εν ανάγκη να στεγασθή πουθενά, προς ώραν. Aεν εδίστασε πλέον.
Aιέβη τον ¸υγόν, τον ενοuντα τας δuο ρά¿εις, επί της μεσημβρινeτέρας τeν οποίeν ήτο η μάνδρα, επί δε της βορειοτέρας
η οικία του Aυρίγκου, κ' έφθασεν εις το καλuβι.
1κρουσε την θuραν. H γραία εκοιμάτο, αλλά δεν άργησε να εçυπνήση, κ' ελθοuσα ήνοιçε την θuραν, ¿eρίς, αυτήν την
φοράν, να ερώτηση τις είναι, ίσeς διότι ήτο μισοκοιμισμένη κ' ενήργει eς εν υπνοβασία μη¿ανικώς, ή εί¿ε την εντuπeσιν
ότι ουδείς άλλος ηδuνατο να είναι ειμή ο γαμβρός της. H 4ραγκογιαννοu έσπευσε να εισέλθη.
Tο κοφίνι μ' πλιο, çέ¿ασα απ' τη βία μου, ε¡ές, είπε. Tο είδες; Eίναι πουθενά; Hοu το '¿εις;
H ¿eρική γραία εστάθη και την εκοίταçε. Tώρα μόνον εφάνη να εçuπνησεν εντελώς, και αναγνeρίσασα αυτήν.
Hοu βρέθηκες εδώ; είπε.
Μην ερeτάς, είπεν η Iιαννοu. Eί¿α νυ¿τώσει σ' έν' άλλο καλuβι, μα δεν εί¿α uπνο. Lα θυμήθηκα το κοφίνι μου, ήρθα.
Hώς είστε; Tί κάν' η λε¿ώνα;
Tί να κάμη; Tα ίδια... Μα δε μου λες, είπε μετά τινά δισταγμόν η γραία· γιατί σ' εγuρευαν κείν' οι τα¿τικοί;
4τόνος του κόσμου, απήντησε μ' ετοιμότητα η 4ραγκογιαννοu. 1να κορίτσ' εί¿ε πνιγή μες στο πηγάδι...
E;
Kαι δεν çέρe ποιος ε¿τρός είπε πeς έφταια εγώ... Μα έτσι να' ¿ουμε καλή ¡υ¿ή, μπορείς να το πιστέ¡ης; Tά¿α δεν
μποροuσε να πνίγη και μονα¿ό του το κορίτσι; 1ταν ανάγκη να βάλe ¿έρι εγώ;
Μαθές!.... έκαμεν η γραία.
H 4ραγκογιαννοu εγκατεστάθη, όπeς και την προλαβοuσαν νuκτα, σιμά εις την γeνίαν της εστίας, όπου εuρε και το
καλάθι της. Eçάνα¡ε την φeτιάν, έβαλε νερό στο μπρίκι, και κατεγίνετο να βράση βότανα, τα οποία έβγαλεν από τον
κόλπον της.
H λε¿ώνα εκοιμάτο, του μικροu θυγατρίου ηκοuετο η αναπνοή μέσα εις την σκάφην την ¿ρησιμεuουσαν eς λίκνον,
υπό το στέφανον του βαρελιοu το ανέ¿ον υ¡ηλά εν λεπτόν πανίον. Eνίοτε εκλαυθμuρι¸ε. «Kοι, κοι, κοι!» επρόφερεν η
γραία, η προμήτeρ, ήτις εί¿ε κλείσει το εν όμμα, και με το άλλο, εις το ασθενές φeς του κανδηλίου και εις την
διαλείπουσαν της εστίας αναλαμπήν, δεν έπαυσε να κοιτά¸η την 4ραγκογιαννοu. Tέλος, μετά ώραν, η γραία καίτοι
εφαίνετο απόφασιν έ¿ουσα να μη κοιμηθή, της ήλθεν ο προδότης ο uπνος ίσeς δι' αυτό τοuτο, ότι εκοίτα¸ε λίαν
επιμόνeς την uποπτον γυναίκα και απεκοιμήθη επάνe εις το τρίτον λάλημα του πετεινοu.
Tο βρέφος εκλαυθμuρι¸εν ακόμη. H μάμμη δεν ηγρuπνει πλέον διά ν' απαγγέλλη το μονότονον «Kοι, κοι, κοι!»
«Oλο κοριτσοuδια, το έρμο!» Tο παράπονον του Iιάννη του Aυρίγκου εβόμβει εις τα ώτα της 4ραγκογιαννοuς.
H λε¿ώνα δεν εί¿εν εçυπνήσει. H γραία Xαδοuλα εκινήθη ολίγον, ετανuσθη επί τeν γονάτeν της, κ' έφθασε το λίκνον.
Hαρεμέρισε το λευκόν πανίον από την κεφαλήν της κοuνιας, κ' έτεινε την ¿είρα διά να θeπεuση το μικρόν, ενώ τοuτο
εκλαυθμuρι¸εν. 1φραçε με την ¿είρα της το μικρόν στόμα, διά να μη φeνά¸η, εκοίταçε προς το μέρος της λε¿ώνας, είτα
προς την στρeμνήν εφ' ης εκείτο κουβαριασμένη η γραία.
H φeνή του βρέφους επνίγη. Μίαν ¿εριάν ακόμη ε¿ρειά¸ετο να κάμη η 4ραγκογιαννοu. Με την άλλην ¿είρα, του
έσφιçε δυνατά τον λαιμόν... Eίτα εμά¸eçε το λεπτόν πανίον διά να το ρί¡η πάλιν επάνe της στεφάνης. H ¿ειρ της
προσέκο¡εν εις την σανίδα, κ' έκαμε μικρόν θόρυβον. H γραία, ήτις δεν εκοιμάτο βαρέeς, εçuπνησεν. Aνετινά¿θη,
εσκίρτησεν. Eίδε την 4ραγκογιαννοu ν' αποσuρη την ¿είρα της και ν' απο¿eρή, ανεγειρομένη επί τeν γονάτeν, οπίσe εις
την θέσιν της.
Tί κάνεις; έκραçεν έντρομος η γραία.
H λε¿ώνα επετά¿θη, ανεπήδησε.
Tί είναι, μάννα;
H 4ραγκογιαννοu εσηκώθη, επήρε το καλάθι της.
Tίποτα· θέλησα να το κάμe να λουφάçη, να μην κλαίη, απήντησεν.
H γραία μάμμη έκυ¡ε προς την κοuνιαν.
Hηγαίνe τώρα, έφεçε, είπεν η 4ραγκογιαννοu... Aώσε της λε¿ώνας το γιατρικό που έβρασα να το πιή!
Kαι πάραυτα εçήλθεν. 1τρεçε με βήμα δρομαίον ν' απομακρυνθή τά¿ιστα. Eπήρε τον επάνe δρόμον, κατά το δάσος,
διά να μη περάση από την αντικρινήν ρά¿ιν όπου ήτον η στάνη.
1το γλυκειά αυγή του Μαîου. H κυανeπή και ροδίνη ανταuγεια του ουρανοu έ¿ριε με από¿ρeσιν μελι¿ράν τα ¿όρτα
και τους θάμνους. Hκοuετο ο μινυρισμός τeν αηδόνeν εις το δάσος, και τ' αναρίθμητα μικρά πουλιά ετέλουν εκθuμeς,
απλήστeς, την συναυλίαν τeν την άφατον.
Aφοu η 4ραγκογιαννοu απεμακρuνθη πολλά βήματα, ήκουσε βρα¿νήν κραυγήν όπισθέν της. 1το η γραία, η μήτηρ
της λε¿ώνας· έçαλλος, τραβοuσα τα μαλλιά της, εί¿ε τρέçει έçe της καλuβης, κ' εφώνα¸ε:
Hιάστε την!... Hιάστε την! Μας έκαμε φονικό!
H 4ραγκογιαννοu έτρε¿εν, έτρε¿ε. 1λπι¸ε να ¿eθή το τα¿uτερον εις το δάσος, όπου, και αν τυ¿όν έτρε¿ον κατόπιν
της, τα ί¿νη της τά¿ιστα θα ε¿άνοντο.
Aλλά παρ' ελπίδα, μετ' ολίγα λεπτά, ευρέθη αντιμέτeπος του Iιάννη του Aυρίγκου, βαδί¸οντος προς την οικίαν του.
Ouτος εί¿εν εçυπνήσει την συνήθη ώραν, κ' επήγαινε προς το καλuβι, ίσeς διά να κράçη προς συνεργασίαν την πενθεράν
του, όπeς και την προλαβοuσαν πρeίαν. Aλλ' όταν είδε την πενθεράν του να φeνά¸η και να ¿ειρονομή τόσον μακράν,
ώστε δεν ηδuνατο ν' ακοuη τί αuτη έλεγεν, οδηγοuμενος μόνον από την διεuθυνσιν τeν ¿ειρονομιών της, είδε την
4ραγκογιαννοu να φεuγη προς το μέρος του δάσους τότε, έτρεçε προς το μέρος εκείνο, κ' εφώναçε μεγάλη τη φeνή
προς την 4ραγκογιαννοu.
Tί είναι;... Tί τρέ¿ει;
Tότε η Xαδοuλα εστάθη, κ' εφώναçε μακρόθεν προς τον Iιάννην τον Aυρίγκον.
4εuγe!... Hάe να...
O Iιάννης ο Aυρίγκος εί¿ε τρέçει ολίγα βήματα, κ' ήλθε πλησιέστερα προς την 4ραγκογιαννοu. Tότε κι αυτή,
αποφασιστικώς, προέβη δuο ή τρία βήματα πλησιέστερα προς εκείνον.
H 4ραγκογιαννοu επεκαλέσθη εις βοήθειαν όλην την ετοιμότητά της. Hυτοσ¿εδίασε.
Iιάννη! η γυναίκα σου έ¿ει τους πόνους! Eίναι άσκημα.
1¿ει τους πόνους! ανέκραçεν εν άκρα απορία ο άνθρeπος. Tί λες, ¿ριστιανή μου;
1¿ει κι άλλο παιδί στην κοιλιά της! ισ¿υρίσθη με τόλμην η 4ραγκογιαννοu.
Aλλο παιδί στην κοιλιά της!
Nαι, αυτό που σου λέe. Μόνο τρέ¿α στο ¿eριό να φeνάçης τη μαμμή!... να πης και του γιατροu να 'ρθη!
O Aυρίγκος εστάθη. Hέραν, επί του μικροu οροπεδίου, προ της οικίας, η πενθερά του εφώνα¸εν ακόμη βρα¿νάς
κραυγάς, τας οποίας έπαιρνε μακράν ο άνεμος, ¿eρίς ο Iιάννης ν' ακοuη, τί έλεγεν εκείνη. H 4ραγκογιαννοu eμίλει με
θάρρος, κ' εφαίνετο ότι ήçευρε τί έλεγε.
Hώς γίνεται αυτό ποτέ; ανέκραçεν ο Iιάννης. Eίσαι καλά, ¿ριστιανή μου;
Aυτό γίνεται, επέμενεν η 4ραγκογιαννοu. Ouλες τις φορές τα διπλάρικα δεν πέφτουν μα¸ί απ' την κοιλιά. Tο ένα, το
πλιο αδuνατο απ' τα δυο, αργεί και ώρες και μέρες να πέση.
Aλήθεια! 1¿e ακουστά μου, είπεν ο Iιάννης.
Kατά πώς φαίνεται, συνεπέρανε λίαν σοβαρά η 4ραγκογιαννοu, αυτήν την φορά το ένα το παιδί θα πιάστηκε uστερ'
απ' το άλλο.
Aυτό είναι τά¿α; είπε με ήθος οίκτου ο Aυρίγκος.
Tρέ¿α το γληγορότερο! να πας να φέρης το γιατρό!...
Eσu ποu πας; ηρώτησεν ο Aυρίγκος.
Eγώ πάe στον Aï-Xαράλαμπο... πάe να φeνάçe τον παπα-Μακάριο, να 'ρθή να της κάμη μια παράκληση, της
γυναίκας!
Kαλά! Tρέçε!
Kαι η 4ραγκογιαννοu έτρεçε.

!ΣΤ'
Kάτe εις το Kακόρρεμα, ¿αμηλά εις το βάθος, σιμά εις την Lκοτεινήν Lπηλιάν, οι λίθοι ε¿όρευον δαιμονικόν ¿ορόν την
νuκτα. Aνeρθοuντο, eς έμ¡υ¿οι, και κατεδίeκον την 4ραγκογιαννοu, και την ελιθοβόλουν, eς να εσφενδονί¸οντο από
αοράτους τιμeροuς ¿είρας.
Eί¿ον παρέλθει τρεις ημέραι από την τελευταίαν φυγήν της, από την καλuβην του Aυρίγκου. H ένο¿ος γυνή εί¿ε
κρυφθή εκεί, με την ελπίδα ότι θα διέφευγε προς καιρόν τους όνυ¿ας τeν διeκτών της. Με τα ολίγα δίπυρα τα οποία
ευρίσκοντο ακόμη εις το καλάθι της, με τας καυκαλήθρας, τον άνηθον, και τα μυρόνια όσα συνέλεγε, και με το γλυφό
νερόν της Lκοτεινής Lπηλιάς, εί¿ε διατηρηθή. Tο μέρος ήτο σ¿εδόν άβατον. Tο Kακόρρεμα εσ¿ηματί¸ετο από έναν
βρά¿ον απάτητον προς δυσμάς, και από ένα κρημνόν, ή μίαν σάραν ολισθηράν εç ανατολών. Kάτe εις το βάθος ανέβλυ¸ε
το Iλυφονέρι. Auο άντρα, με το στόμιον πολu στενόν, έ¿ασκον ένθεν και ένθεν. Eκεί εκοιμάτο την νuκτα· την ημέραν
κατήρ¿ετο εις την Lκοτεινήν Lπηλιάν. Aιά ν' ανέλθη και διά να κατέλθη, οuτε δρομίσκος οuτε μονοπάτι υπήρ¿εν. Eπάτει
επί της σάρας, εις την βάσιν του κρημνοu. Tότε η σάρα εταράσσετο, εφαίνετο eς να εθuμeνε. Oι λίθοι τους οποίους
εçετόπι¸ε πατοuσα, ήσαν eς βάσις και θεμέλιον εις όλον τον άπειρον σeρόν τeν λίθeν, τον απλοuμενον επί του πρανοuς
του κρημνοu. Kαθώς έφευγον οι πρώτοι λίθοι, άλλοι λίθοι ήρ¿οντο να λάβeσι την θέσιν τeν, μετ' αυτοuς δε άλλοι. Kαι
οuτe η παλίρροια όλη του κρημνοu ήρ¿ετο κατ' επάνe της, έπιπτεν εις τας κνήμας και τα σκέλη της, εις τας ¿είρας και το
στέρνον της. Eνίοτε, λίθοι τινές, από u¡ος κατερ¿όμενοι, έπιπτον με ορμήν και κακίαν του προσώπου της. Tους
τελευταίους τοuτους εφαίνετο πράγματι eς να τους εσφενδόνι¸εν αόρατος ¿ειρ κατά της κεφαλής της.
Aφοu τέλος, μετά τόσον λιθοβόλημα, έφθασεν εις την Lκοτεινήν Lπηλιάν, την πρώτην ημέραν, εκάθισε κι αγνάντευε
το πέλαγος. H Lπηλιά, η θαλασσόπληκτος, έ¿ει διπλήν είσοδον, εκ τε της çηράς και της θαλάσσης. Hρος την θάλασσαν,
το στόμιον της ¿αμηλόν και στενόν, όσον διά να διέλθη μικρά βάρκα αλιέeς. H 4ραγκογιαννοu, αόρατος, από το μέρος
της çηράς, ήκουε τον υπόκeφον, επίμονον παφλασμόν του κuματος εις το στόμιον του άντρου. Tο κuμα ανeρθοuτο,
επήδα, έπληττε την άνe φλιάν του στομίου, κατέπιπτε, πάλιν ανεπήδα, εçέπεμπε μακροuς eρυγμοuς μανίας από τις
αποθαλασσιές του βορρά, πότε στεναγμοuς πόνου και πάθους από την φουσκοθάλασσαν. Kάτe εις το βάθος το άπατον,
μυστήριον και σκότος σαλεuον. Μία ποτέ βάρκα, eς διηγοuντο, εισπλεuσασα διά να συλλέçη καραβίδας και παγοuρια,
ενώ εις τeν ναυβατών εί¿εν αναρρι¿ηθή εις το τρομερόν u¡ος του βρά¿ου διά να συλλέçη κρίταμα, εκάθισεν επάνe εις
μίαν φώκην ¸eντανήν φράττουσαν ακριβώς το πλάτος του στομίου. Tο σκοτεινόν ¸ώον ανεταράσσετο, ήσπαιρεν, η μικρά
σκάφη επάλλετο, έτρεμε, και δεν ημποροuσε να υπάγη οuτε εμπρός οuτε οπίσe. O ναυβάτης ο εντός της βάρκας εκτuπησε
την φώκην μ' ένα πέλεκυν, την αιμάτeσε, το κuμα εκοκκίνησε επ' ολίγον. H φώκη ήσπαιρεν εν αγeνία. O νεαρός αλιεuς
κατώρθeσε να σφίγçη τον λαιμόν με μίαν θηλειάν, και καλέσας τον άλλον σuντροφόν του εις βοήθειαν κατώρθeσε τη
βοηθεία αυτοu, με κίνδυνον να βουλιάçη η φελοuκα, ν' ανασuρη επάνe την φώκην.
H γραία Xαδοuλα αγνάντευεν, αγνάντευεν εις το πέλαγος. Aς ήτο και τώρα, να φανή να πλησιάση μία βάρκα!... H
4ραγκογιαννοu θα παρεκάλει τους νέους αλιείς, τους πατριώτας της, να την επάρουν μα¸ί, μες στην βάρκα... Kαι ποu θα
επήγαινε... O, βέβαια στα πέρα ¿ώματα, στα μέρη τ' αντικρινά, στην μεγάλη στεριά... K' εκεί τι θα έκαμνε; O, εί¿εν ο
Oεός, θ' άρ¿ι¸' εκεί νέον βίον!
1βλεπεν, έβλεπεν, ανοι¿τά εις το πέλαγος, μακράν έçe, πολλά πανιά, λευκά ιστία, σαν του γλάρου τα φτερά.
Bρατσέρες, γολέτες, μικρά καîκια, τα έβλεπε ν' αρμενί¸ουν, να οργώνουν τα κuματα, eσάν βοïδάκια ¸ευγαρeτά. Aλλα
έπλεον πόρρe προς βορράν, άλλα κατήρ¿οντο προς νότον, άλλα αρμένι¸αν προς ανατολάς ή προς δυσμάς, τέμνοντας
σταυροειδώς τους ολκοuς, τας βαθείας ορατάς αuλακας, τας οποίας άφηναν όπισθέν τeν τα πρώτα. Eίτα πολλά ρεuματα
δια¿αράσσοντα το πέλαγος, από τα οποία εφαίνετο η θάλασσα eσάν κεντητή, πεποικιλμένη. 1βλεπεν, εeσότου τα μάτια
της «έκαμαν γυαλιά» να βλέπη.
H 4ραγκογιαννοu έβγαλεν από το καλάθι της το παλαιόν κιτρινeπόν ¿ράμι, το μάλλινον, το οποίον εί¿ε διά να
τυλίγεται όταν ήθελε να κοιμηθή και δεν εί¿εν uπνον, εσηκώθη ορθή, ανεπέτασε την μαλλίνην σινδόνα, κ' άρ¿ισεν
εκθuμeς να την σείη. 1καμνε σήματα, απηλπισμένα σήματα προς τους ναυτίλους, να έλθουν να την επάρουν μα¸ί τeν.
1βλεπον, δεν έβλεπον οι ναυβάται τα σημεία της; Aπό κανέν πλοίον δεν απήντησαν εις τον πόθον της, εις τας τόσας
προσπαθείας της. Tα λευκά ιστία έφευγον με τον άνεμον εις το κuμα, και αυτή έμενε προσηλeμένη εις τον βρά¿ον της
Lκοτεινής Lπηλιάς, προγεγραμμένη, έρημος, μη βλέπουσα διά τη αuριον ¿ρυσής αυγής την ανατολήν...
Tο λευκά¸ον και κιτρινeπόν ράκος τής έφυγεν από την ¿είρα· το επήρεν ο άνεμος, και το έρρι¡εν επί της κεφαλής και
τeν ώμeν της γυναικός.
Aυτό θα είναι το σάβανο μου! ε¡ιθuρισε πικρώς μειδιώσα η 4ραγκογιαννοu.
Tέλος, καθώς εκάθισε κάτe επί του βρά¿ου, βλέπει μίαν βάρκαν, μικράν φελοuκαν, να έρ¿εται παραπλέουσα την ακτήν.
Eί¿ε μικρόν ιστίον και δuο κουπιά, τα οποία έτυπτον ραθuμeς το κuμα. 1πλεεν εç ανατολών κ' επλησία¸ε προς τον
έρημον βρά¿ον, εις το άσυλόν της. H 4ραγκογιαννοu ησθάνθη σκίρτημα ελπίδος μέσα της. Eκρuβη όπισθεν της κορυφής
του βρά¿ου, διά να κατοπτεuση και ίδη αν θα εγνώρι¸ε τους επιβαίνοντας. Oταν η φελοuκα επλησίασεν, είδεν ότι ο εις εκ
τeν τριών επιβατών της, όστις έσυρε την «συρτήν» από την πρuμνης, εφόρει στρατιeτικήν στολήν. Kάποιος παρεπιδημών
απόστρατος, αγαπών τ' ο¡άρευμα, εί¿εν εçέλθει προς άγραν, ομοu με δuο εç επαγγέλματος αλιείς. H 4ραγκογιαννοu
μόνον είδεν ότι ήτο «τα¿τικός», και γελασμένη εκρuβη βαθuτερα όπισθεν του βρά¿ου.
*
* *

Tην νuκτα απεκοιμήθη εις την κρuπτην της, μέσα εις την υγράν άλμην της Lπηλιάς. Bόμβοι εθορuβουν εις τα ώτα της.
Tο κuμα υπό τους πόδας της ερρό¿θει, με παρατεταμένους eρυγμοuς λuσσης. Bαθιά, μέσα εις τα στέρνα της ήκουε τα
κλαυθμυρίσματα τeν ακάκeν νηπίeν. Yπόκeφοι συριγμοί του μακρινοu ανέμου ήρ¿οντο εις τας ακοάς της. O
νεκρώσιμος ¿ορός τeν κορασίδeν, με ηυçημένον τον φρικώδη ορμαθόν, ε¿οροπήδα τριγuρe της. «Eίμαστε παιδιά σου!
Μας εγέννησες! 4ίλησε μας! Aώσε μας μαμμά! Hάρε μας στολίδια, στολίδια όμορφα! Xάιδε¡έ μας! Aεν μας
αγαπάς;»
H γραία πενθερά του Aυρίγκου, μανιώδης, συστρέφουσα τας ¿είρας, την ηπείλει τρομερά, και ο γαμβρός της, με ήθος
παραπονεμένον, την επέπληττε... Kάτe εις τους πόδας, εις το βάθος της Lπηλιάς, ερρό¿θει το κuμα... 1βρα¸εν, έβρα¸ε,
και το άντρον μετεβάλλετο εις στέρναν, και το νερόν της στέρνας εβρυ¿άτο μ' έναρθρον φeνήν:
4όνισσα! 4όνισσα!
H δυστυ¿ής εçuπνησεν έντρομος, περιρρεομένη από άλμην και ιδρώτα. Hu¿ετο πλέον και πάραυτα το απεφάσισε, να
μην κοιμηθή άλλην φοράν εις την ¸eήν της, αν ήτον διά να βλέπη τέτοια όνειρα. O θάνατος θα είναι ο κάλλιστος τeν
uπνeν αρκεί να μην έ¿ει κακά όνειρα! Tις οίδε! Μόλις το εσκέφθη, και μετ' ολίγον απεναρκώθη πάλιν. Tότε της
εφάνη ότι έβλεπεν εμπρός της τον Kαμπανα¿μάκην, τον άγροικον εκείνον του βουνοu· ίστατο ενώπιόν της με την
στραβολέκαν του την ποιμενικήν, με το σκαιόν ήθος του, με την ό¡ιν του την τρα¿είαν και με λαρυγγώδη φeνήν της
έλεγε: «Lτο Kακόρρεμα! Lτο Μονοπάτι, στη Bρuση του Hουλιοu! Lτου Iέροντα το Eρμητήριο!»
Kαι καθώς εγίνετο άφαντος, ακόμη επανέλαβε:
«Lτο Eρμητήριο! Lτου Iέροντα το Eρμητήριο!»
H 4ραγκογιαννοu εçuπνησε την ώρα του λυκαυγοuς με μικράν γαλήνην εις την ¡υ¿ήν, ενώ το κυανοuν και
πορφυρί¸ον του στερεώματος καταντικρu της συνε¿έετο με το μαυρογάλανον του πόντου, και αuρα, δρόσος, φλοίσβος,
κελάρυσμα απετέλουν ηδείαν συ¸υγίαν αρμονίας εις τας αισθήσεις της.
Aπό της προ¿θές δεν εί¿ε παuσει να σκέπτεται το ερημητήριον εκείνο, περί ου της εί¿εν ομιλήσει προς τριών ημερών ο
Kαμπανα¿μάκης. Eί¿εν ακοuσει πολλά να λέγουν γυναίκες ευλαβείς περί τeν αρετών του Iέροντος εκείνου· του παπ'
Aκακίου, όστις προ ολίγου καιροu μόνον εί¿εν έλθει εις την νήσον, και εί¿ε κατοικήσει εις τον Aγιον Lώστην, παλαιόν
ανα¿eρητήριον μετά ερήμου ναîσκου, το οποίον έκειτο επί μικροu θαλασσοπλήκτου βρά¿ου, όστις απετέλει σκόπελον ή
μικρόν νησίδιον παρά την βορείαν, μικρόν προς δυσμάς κλίνουσαν, κρημνώδη ακτήν, και με την άμπeτιν τeν υδάτeν, το
νησίδιον εγίνετο μικρά ¿ερσόνησος. O γέρeν παπ' Aκάκιος ήτο, έλεγαν, αυστηρός πνευματικός, πλην εί¿ε το σπάνιον
¿άρισμα της διακρίσεeς τeν λογισμών, κ' έφθανε μέ¿ρι προορατικότητος. Aι γυναίκες εβεβαίουν ότι ήτο σeστός
κρυφιογνώστης, και σου έλεγε τι εί¿ες μέσα σου. Kαι πολλάκις εçeμολόγει τον μετανοοuντα πολu περισσότερον ή όσον
αυτός ήθελε να εçομολογηθή.
Aιά την 4ραγκογιαννοu θα ήτο ευτu¿ημα, αν εί¿εν ειλικρινή απόφασιν να εçομολογηθή, να ευρίσκετο εις πνευματικός
όστις να την απήλλαττεν από τον κόπον και από το φοβερόν βάσανον του δισταγμοu, λέγeν: «Aυτό κι αυτό έκαμες!»
1ρκει να μην την απήλπι¸ε, αλλά να ήτο ικανός να την βοηθήση και να την σώση, ακόμη και εις τον πρόσκαιρον
κόσμον, ει δυνατόν! Tά¿α δεν υπήρçεν εις Aγιος όστις έκρυ¡ε και έσeσε, μη θελήσας να τον παραδώση εις την εçουσίαν,
τον φονέα του ιδίου αδελφοu του; Hόσe μάλλον ο παπ' Aκάκιος δεν θα έσe¸ε και θα έκρυπτεν αυτήν, ήτις δεν εί¿ε κάμει
κακόν ατομικώς εις τον σεβάσμιον ερημίτην; Μήπeς δεν επερνοuσαν καθημερινώς πλοία, γιαλό ή ανοι¿τά από τον Aï-
Lώστην, και δεν θα ηδuνατο να την φυγάδευση αν ήθελε;
H Xαδοuλα εί¿ε βαρυνθή την μονοτονίαν της Lκοτεινής Lπηλιάς, και εί¿εν αρ¿ίσει ν' αδυνατί¸η πολu από την
ανεπαρκή τροφήν. 1λαβεν απόφασιν, άμα φέçη καλά, να πάρη το καλαθάκι της, και να εçέλθη από το άσυλόν της, όπeς
διευθυνθή προς τον Aγιον Lώστην. Eκεί θα εçeμολογείτο όλα τα «πάθια της». Kαιρός μετανοίας πλέον...
*
* *

1φθασαν, έφθασαν, οι ¿eροφuλακες! Eίτε διά προδοσίας, είτε δι' ι¿νηλασίας, την εί¿αν ανακαλu¡ει... Kατώρθeσαν
να κατέλθουν εις το Kακόρρεμα, ¿eρίς να ενο¿ληθοuν από τον κρημνόν, ¿eρίς οι λίθοι της σάρας να σηκeθοuν και να
ριφθοuν κατεπάνe τους, να τους κυνηγήσουν!
1το την αυγήν άμα έφεçεν, ενώ η 4ραγκογιαννοu ητοιμά¸ετο να διεθυνθή διά του συντομeτέρου δρόμου, εις τον Aι-
Lώστην, εις το Eρημητήριον. O ήλιος δεν εί¿εν ανατείλει διά να φeτίση ακόμη την φαλακράν ακτήν, το Kουροuπι, και να
στείλη ¿ρυσάς ακτίνας εις την απότομον κλιτuν του Lτοιβeτοu. H 4ραγκογιαννοu τους είδεν, ετρόμαçεν, επήρε το καλάθι
της, και ασθμαίνουσα, çεγλeσσασμένη, έτρεçε τον ανήφορον, επάνe εις τον βρά¿ον τον άβατον, εις το Kλήμα, προς το
δυτικόν μέρος. Eπέταçε, με λάκτισμα τeν ποδών προς τα οπίσe, τας φθαρμένας εμβάδας, «τα παλιοκατσάρια της», και
çυπόλητη ανερρι¿ήθη επάνe εις τον κρημνόν. Oι δuο «νομάτοι» έβγαλαν κι αυτοί τα τσαροu¿ια τους, κ' έτρεçαν κατόπιν
της, εις τον βρά¿ον τον απάτητον, εις τον ¿ώρον της απελπισίας, όπου εβάδι¸εν εκείνη.
Μίαν μόνην στιγμήν, η δuστηνος έστρεφε την κεφαλήν οπίσe. Tότε είδεν ότι οι διώκται ήσαν μεν δuο, αλλά μόνον ο
εις εφόρει την στρατιeτικήν στολήν. O άλλος έφερεν εγ¿ώριον ένδυμα, με σελά¿ι, εφeδιασμένον με πιστόλια και
¿αρμπιά, περί τη μέσην. Eφαίνετο να είναι εις τeν αγροφυλάκeν.
Tοuτο την επτόησε και την εφόβισεν. H απουσία του ενός ¿eροφuλακος έδιδεν αφορμήν εις υπο¡ίας. Μήπeς από την
άλλην πλευράν του κρημνοu, πέραν του βρά¿ου του αçένου της απορρώγος ακτής την επερίμενεν ενέδρα τις, ώστε να την
κλείσeσιν οι σκληροί διώκται μεταçu δuο πυρών;
Kαι πάλιν η σuμπτeσις αυτή την επαρηγόρησε και της ενέπνευσε μικράν ελπίδα. Eάν ο ένας από τους δuο «νομάτους»
ήτον πατριώτης, ¿eρικός άνθρeπος εις την υπηρεσίαν της δημαρ¿ίας, τοuτο ίσeς εσήμαινεν ότι οuτος θα εçετέλει μάλλον
eς αγγαρείαν το κυνήγημα το οποίον του εί¿αν επιβάλει και ίσeς μάλλον θα έκοπτε την ορμήν του άλλου, του
¿eροφuλακος. Aεν ήτο δε απίθανον ο αγροφuλαç εκείνος και να ησθάνετο μέσα του κρυφήν συμπάθειαν προς την
φεuγουσαν, την διeκομένην, την τρέ¿ουσαν επάνe εις τα κατσάβρα¿α, μ' αιματeμένους τους πόδας, δuστυ¿η γυναίκα
περί της ενο¿ής της οποίας δεν ήτο καν βέβαιος.

!Ζ'
`στερον απ' ολίγeν λεπτών της ώρας κυνηγητόν, η 4ραγκογιαννοu έφθασεν εις την τοποθεσίαν, την οποία ο
Kαμπανα¿μάκης εί¿εν ονομάσει «το Μονοπάτι στο Kλήμα». 1τον βρά¿ος εισέ¿eν αποτόμeς προς τα έσe, σ¿ηματί¸eν
μικρόν ¸uγeμα, κάτeθεν του οποίου έ¿ασκεν η άβυσσος, η θάλασσα. Aνe του ¸υγώματος τοuτου υπήρ¿ε πάτημα
ημισείας παλάμης το πλάτος, όλον δεν το πέραμα ήτο τριών ή τεσσάρeν βημάτeν. Oπeς το διέλθη τις, έπρεπε να πιασθή
από τον άνe βρά¿ον, βλέπeν προς την θάλασσαν, να πατή με την πτέρναν, και να βαδί¸η εκ δεçιών προς τα αριστερά. H
¸eή του εκρέματο εις μίαν τρί¿α.
H 4ραγκογιαννοu έκαμε τον σταυρόν της και δεν εδίστασε. Ouτε υπήρ¿εν άλλη αίρεσις ή προσφυγή. Aρυμός άλλος
δεν υπήρ¿εν επάνe του βρά¿ου. H γυνή επήρε το καλάθι της εις τους οδόντας, επήδησεν αποφασιστικώς, και διέβη αισίeς
το φοβερόν πέραμα.
1φθασαν κατόπιν ασθμαίνοντες οι δuο νομάτοι. O ¿eροφuλαç είδε το πέραμα κ' εστάθη.
Lου βαστά η καρδιά σου; είπε με κρυφήν ¿αιρεκακίαν ο σuντροφός του.
Aεν είναι άλλος δρόμος;
Aεν είναι.
Eσu θα το '¿ης περάσει πολλές φορές, είπεν ο στρατιώτης.
Eγώ, ό¿ι! ηρνήθη ο αγροφuλαç.
Aεν ήσουν τσομπάνης;
Eγώ έβοσκα πρόβατα στον κάμπο.
O ¿eροφuλαç εδίστασεν ακόμη.
Kαι να μας ρίçη κάτe μία γυναίκα! είπε.
Aεν προφτάσαμε να την ιδοuμε τη στιγμή που περνοuσε, είπεν είρeν ο δραγάτης. Aν την έβλεπες, θα σου 'κανε
καρδιά.
Aληθινά;
Aεν çέρεις πόσες φορές δίνουν το παράδειγμα οι γυναίκες! είπεν ο αγροφuλαç. Lε κάμποσα πράγματα, δεί¿νουν πολu
κουράγιο.
K' εγώ θα περάσe! είπεν ο ¿eροφuλαç.
Eμπρός!
O ¿eροφuλαç έβγαλε το αμπέ¿ονόν του, και το έτεινεν εις τον σuντροφόν του, μείνας με το υποκάμισον. 1καμε το
σημείον του Lταυροu.
Aν περάσe πέρα, μου το ρί¿νεις, είπε.
Eδοκίμασε να πατήση επί του στενοu, επιάσθη από τον βρά¿ον. Μετά εν βήμα eπισθοδρόμησε.
Μ' έπιασε ¸αλάδα, είπεν.
Eν τe μεταçu η 4ραγκογιαννοu, τρέ¿ουσα, εί¿εν ανηφορίσει, και ανήρ¿ετο υ¡ηλότερα εις την ακτήν. Aποκαμeμένη,
ήσθμαινεν, εφuσα. Eπήγαινε, κ' εστέκετο επί μίαν ανεπαίσθητον στιγμήν, κ' έτεινε τα ώτα ακροeμένη. 1θελε να
βεβαιeθή αν θα διέβαινον το πέραμα οι δuο διώκται της. Aλλά δεν ήκουε τίποτε. Aπό την βραδuτητα αυτήν εσυμπέρανεν
ότι οι δuο «νομάτοι» εδίστα¸ον πολu να περάσουν το μονοπάτι.
Tέλος, έφθασεν εις του Hουλιοu την Bρuση, όπeς την εί¿εν ονομάσει ο Kαμπανα¿μάκης. 1το μια πηγή επάνe εις
υ¡ηλόν βρά¿ον, επί του οποίου εσ¿ηματί¸ετο μικρόν ολισθηρόν οροπέδιον από ¿ώμα, γεμάτον από βρuα και άλλα υγρά
¿όρτα, τα οποία εφαίνοντο eς να έπλεον εις το νερόν. H 4ραγκογιαννοu επάτει καλά διά να μη γλιστρήση και πέση. Aπό
την βρuσιν εκείνην, πράγματι, μόνον τα πετεινά τ' ουρανοu ηδuνατο να πίνουν. H Xαδοuλα έκυ¡ε κ' έπιε...
A¿! καθώς πίνe απ' τη βρυσοuλα σας, πουλάκια μου, είπε, δώστε μου και την ¿άρη σας, να πετάçe!...
K' εγέλασε μονα¿ή της, αποροuσα ποu εuρε τον αστεïσμόν αυτόν εις τοιαuτην ώραν. Aλλά τα πουλιά, όταν την είδαν,
εί¿αν αγριεuσει, κ' επέταçαν έντρομα...
Eκάθισε, δίπλα εις του Hουλιοu την Bρuση, διά να çαποστάση και πάρη τον ανασασμόν της. L¿εδόν εί¿ε βεβαιeθή
πλέον ότι οι δuο «νομάτοι» δεν εί¿αν κατορθώσει να διαβώσι το Μονοπάτι στο Kλήμα.
Aλλά δεν ησθάνετο ασφάλειαν, η δuστηνος, καθημένη εκεί. Oθεν, μετ' ολίγα λεπτά εσηκώθη, επήρε το καλάθι της, κ'
έτρεçεν τον κατήφορον. Tώρα πλέον επήγαινεν αποφασιστικώς εις τον Aι-Lώστην, εις το Eρημητήριον. Kαιρός ήτο, αν
εγλuτeνε, να εçαγορευθή τα κρίματά της εις τον γέροντα, τον ασκητήν.
Eις ολίγα λεπτά της ώρας κατήλθε την ακτήν, κ' έφθασεν εις τα ¿αλίκια του αιγιαλοu, εις την άμμον. Aντίκρυσε τον
αλίκτυπον βρά¿ον, επάνe εις τον οποίον εφαίνετο ο παλαιός ναîσκος του Aγίου Lώ¸οντος. O λαιμός της άμμου, ο ενώνeν
τον μικρόν βρά¿ον με την στερεάν, μόλις ανεί¿εν ένα δάκτυλον υπεράνe του κuματος. Tώρα ήρ¿ι¸ε να γίνεται πλημμuρα.
H 4ραγκογιαννοu εστάθη κ' εδίστασε. «Tά¿α δεν θα ... çαναγίνη ρή¿η σε λίγη ώρα; είπε. Iιατί να βιαστώ τώρα, να γίνe
μοuσκεμα;»
Aλλά την ιδίαν στιγμήν ήκουσε θόρυβον ό¿ι μικρόν επί του κρημνοu. Auο άνδρες, ο εις στρατιeτικός, ο άλλος
πολίτης, με δuο τουφέκια επ' ώμου, κατήρ¿οντο τρέ¿οντες τον κατήφορον. O πολίτης δεν ήτον ο δραγάτης τον οποίον
εί¿εν αφήσει οπίσe, με τον ένα ¿eροφuλακα, ήτον άλλος, κ' εφόρει φράγκικα. Aυτή λοιπόν ήτο η ενέδρα, την οποίαν
εί¿εν υποπτεuσει ευλόγeς αυτή, με την οποίαν ηθέλησαν να την βάλουν εις τα στενά; Iδοu ότι τώρα την έφθαναν.
H 4ραγκογιαννοu έτρεçεν, έκαμε τον σταυρόν της, κ' επάτησεν επάνe εις το πέραμα της άμμου. H άμμος ήτον
ολισθηρά. Tο κuμα ανήρ¿ετο, εφοuσκeνε. H γυνή δεν eπισθοδρόμησε. Aεν εί¿εν άλλην σανίδα σeτηρίας. Ouτε αυτήν,
την παροuσαν, μάλιστα δεν εί¿ε.
Tο κuμα ανέβαινεν, ανέβαινε. H 4ραγκογιαννοu επάτει. H άμμος ενέδιδε. Oι πόδες της εγλιστροuσαν.
O βρά¿ος του Aγίου Lώ¸οντος απεί¿ε περί τας δώδεκα οργυιάς από την ακτήν. O λαιμός της άμμου, το πέραμα, θα ήτο
πλέον ή πεντήκοντα βημάτeν το μήκος.
Tο κuμα την έφθασεν έeς το γόνυ, είτα eς την μέσην. H άμμος εγλιστροuσε. Eγίνετο βάλτος, λάκκος. Tο κuμα
ανήλθεν έeς το στέρνον της.
Oι δuο άνδρες, οίτινες την εκυνήγουν, έρρι¡αν μίαν τουφεκιάν διά να την πτοήσουν. Eίτα ηκοuσθησαν αι φeναί τeν,
φeναί αλαλαγμοu και βεβαίας νίκης.
H 4ραγκογιαννοu απεί¿εν ακόμη eς δέκα βήματα από τον Aï-Lώστην.
Aεν εί¿ε πλέον έδαφος να πατήση· εγονάτισεν. Eις το στόμα της εισήρ¿ετο το αλμυρόν και πικρόν uδeρ.
Tα κuματα εφοuσκeσαν αγρίeς, eς να εί¿ον πάθος. Eκάλυ¡αν τους μυκτήρας και τα ώτα της. Tην στιγμήν εκείνην το
βλέμμα τη 4ραγκογιαννοuς αντίκρυσε το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν ακτήν, όπου της εί¿ον δώσει eς προίκα
ένα αγρόν, όταν νεανίδα την υπάνδρευσαν και την εκουκοuλeσαν, και την έκαμαν νuφην οι γονείς της.
O! να το προικιό μου! είπε.
Aυταί υπήρçαν αι τελευταίαι λέçεις της. H γραία Xαδοuλα εuρε τον θάνατο εις το πέραμα του Aγίου Lώστη, εις τον
λαιμόν τον ενώνοντα τον βρά¿ον του ερημητηρίου με την çηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταçu της θείας και της
ανθρeπίνης δικαιοσuνης.


Εις το κοίλωμα εκείνο, εντός του οποίου ηδύναντο να καθίσωσιν ανέτως δύο άνθρωποι, έτρεξε να κρυβή η τότε νεόνυμφος Δελχαρώ, η μήτηρ της σημερινής Φραγκογιαννούς. Το μέσον ήτο άπελπι, και σχεδόν παιδαριώδες. Εκεί δεν εκρύπτετο άλλως, ειμή κατά φαντασίαν, με παιδικόν τρόπον, όπως παίζουσι τον κρυφτόν. Οι διώκται βεβαίως θα την έβλεπον, θ' ανεκάλυπτον το καταφύγιόν της. Μόνον εκ των νώτων ήτο αόρατος, αλλ' όχι κατά πρόσωπον. Άμα οι τρεις κλέφται έφθανον πέραν του πεύκου, θα την έβλεπον ως καρφωμένην εκεί. Οι τρεις άνδρες έτρεξαν, το επροσπέρασαν, κ' εξηκολούθησαν να τρέχουν. Οι δύο εξ αυτών ουδ' εστράφησαν οπίσω να ιδούν. Εφαντάζοντο ότι η «τσούπα» έτρεχεν εμπρός. Μόνον την τελευταίαν στιγμήν, ο τρίτος εστράφη, οπωσούν σκοτισμένος, προς τα οπίσω, και εκοίταξε παντού αλλού, όχι όμως εις τον κορμόν του πεύκου. Έβλεπε και τον πεύκον συλλήβδην, με τ' άλλ' αντικείμενα, χωρίς να φαντάζεται ότι ο κορμός του είχεν κοιλίαν, και ότι εντός της κοιλίας εκρύπτετο άνθρωπος. Και αν εγνώριζε, και αν ηγνόει το κοίλωμα του γιγαντιαίου κορμού, εκείνην την στιγμήν δεν επέρασεν από τον νουν του. Εκοίταζε να ιδή μη ανακάλυψη που το χάσμα της γης, το οποίον θα την είχε καταπίει εξ άπαντος – διότι καμμία πτυχή γης ορατή δεν υπήρχεν όπου να κρυβή τις. Αι Δρυάδες, αι νύμφαι των δασών, τας οποίας αυτή ίσως επεκαλείτο εις τας μαγείας της, την επροστάτευσαν, ετύφλωσαν τους διώκτας της, έρριψαν πρασινωπήν αχλύν, χλοερόν σκότος, εις τους οφθαλμούς των – και δεν την είδον. Η νεαρά γυνή εσώθη από τους όνυχας των. Και όλον τον καιρόν ύστερον εξηκολούθησε να κάμνη μάγια, μάγια εναντίον των κλεφτών, και να φέρνη εις αυτούς πολλά «κεσάτια», ώστε πουθενά πλέον δεν υπήρχε πλιάτσικο – εωσότου, έδωκεν ο Θεός και ησύχασαν τα πράγματα, και ο Σουλτάνος Μαχμούτ εχάρισε, καθώς λέγουν, τα «Διαβολονήσια» εις την Ελλάδα, κ' έκτοτε έπαυσαν να είναι ασύδοτα. Την πλιατσικολογίαν διεδέχθη η φορολογία, και έκτοτε όλος ο περιούσιος λαός εξακολουθεί να δουλεύη διά την μεγάλην κεντρικήν γαστέρα, την «ώτα ουκ έχουσαν». * ** Η Χαδούλα η Φράγκισσα, αν και πολύ μικρά, ήτον γεννημένη τότε, και τα ενθυμείτο όλ' αυτά, τα οποία διηγείτο αργότερα η μάννα της. Ύστερον, όταν εμεγάλωσε, κ' έγινε δεκαεπτά χρόνων, και ειρήνευσαν οπωσούν τα πράγματα, κατά τους χρόνους του Κυβερνήτου, την υπάνδρευσαν οι γονείς της, και της έδωκαν άνδρα τον Γιάννην τον Φράγκον, εκείνον τον οποίον η σύζυγος του επωνόμασεν αργότερον «τον Σκούφον» και «τον Λογαριασμόν». Τα δύο ταύτα παραγκώμια δεν του τα είχε δώσει άνευ λόγου η σύζυγός του, η Χαδούλα. Σκούφον τον είχεν ονομάσει, ακόμη πριν τον υπανδρευθή, όταν τον ειρωνεύετο συνήθως, με την παρθενικήν πονηρίαν της –χωρίς να προγνωρίζη ότι αυτός θα ήτον η τύχη της και ο καλός της– επειδή, αντί φεσίου, εφόρει είδος μακρού σκούφου, τεφροκοκκίνου, με κοντήν φούνταν. «Λογαριασμόν» τον ωνόμασεν αργότερα, αφού τον υπανδρεύθη, επειδή συνήθιζε πολλάκις την φράσιν, «αυτός· είν' ο λογαριασμός», και διότι, άλλως, δεν ηδύνατο ορθώς να λογαριάση ούτε ποσόν δι' ολίγους παράδες, ούτε δυο ημεροκάματα. Αν έλειπεν αυτή, θα τον εγελούσαν καθημερινώς· ποτέ δεν θα του έδιδαν σωστόν τον κόπον του εις τα πλοία, εις το καρινάγιο ή εις τον αρσανάν, όπου ειργάζετο ως μαραγκός ή ως καλαφάτης. Είχεν υπάρξει επί μακρόν χρόνον μαθητής και κάλφας του πατρός της, εξασκούντος την ιδίαν τέχνην. Όταν τον είδεν ο γέρων τόσον απλοϊκόν, ολιγαρκή και μετριόφρονα, τον εξετίμησε, και απεφάσισε να τον κάμη γαμβρόν. Ως προίκα τού έδωκε μίαν οικίαν έρημον, ετοιμόρροπον, εις το παλαιόν Κάστρον, όπου εκατοικούσαν ένα καιρόν οι άνθρωποι, προ του 21. Του έδωκε κ' ένα ονόματι Μποστάνι, το οποίον ευρίσκετο ακριβώς έξω του ερήμου Κάστρου, επί τινός κρημνώδους ακτής και απείχε τρεις ώρας από την σημερινήν πολίχνην. Ομοίως κ' «ένα πινάκι χωράφι», εν αγριοχώραφον, το οποίον αμφεσβήτει ο γείτονας ως ιδικόν του· οι δε άλλοι γείτονες έλεγον ότι και τα δύο χωράφια διά τα οποία εμάλωναν οι δύο ήσαν καταπατημένα, και ήσαν «καλογερικά», ανήκοντα εις μίαν διαλυθείσαν Μονήν. Τοιαύτην προίκα έδωκεν ο γεροΣταθαρός εις την θυγατέρα του. Άλλως αύτη ήτο μοναχοκόρη. Διά τον εαυτόν του, την συμβίαν και τον υιόν του, είχε κρατήσει τας δύο νεοδμήτους οικίας εις την νέαν πόλιν, τα δύο αμπέλια πλησίον ταύτης, δύο ελαιώνας, και ολίγα χωράφια – και όσα μετρητά είχεν. * * * Έως εδώ είχαν φθάσει αι αναμνήσεις της Φραγκογιαννούς, την νύκτα εκείνην. Ήτον η ενδεκάτη εσπέρα από του τοκετού της κόρης της. Το θυγάτριον είχεν υποτροπιάσει πάλιν, κ' έπασχε δεινώς. Είχεν έλθει άρρωστον εις τον κόσμον. Από την κοιλίαν της μητρός του, η φθορά το είχε παρακολουθήσει... Την στιγμήν εκείνην, σπασμωδικός βήχας ηκούσθη, και τα ξυπνητά όνειρα, αι αναμνήσεις, διεκόπησαν. Εκινήθη επί της πενιχράς στρωμνής, όπου ήτο ανακεκλιμένη, έκυψεν επί του παιδίου, κ' επροσπάθησε να δώση εις αυτό πρόχειρον βοήθειαν. Επλησίασεν εις το φως του λύχνου μικράν φιάλην. Εδοκίμασε να δώση μίαν κουταλιάν, εις τα χείλη του μωρού. Το μικρόν εγεύθη το ρευστόν, και μετά μίαν στιγμήν πάλιν το εξέρασε. Η λεχώνα εκινήθη επί της χαμηλής και στενής κλίνης. Φαίνεται ότι δεν εκοιμάτο καλά. Ήτο μόνον ναρκωμένη, και είχε κλειστά τα βλέφαρα. Ήνοιξε τα όμματα, ανεσηκώθη δυο ή τρεις δακτύλους άνω του προσκεφάλου, και ηρώτησε: — Πώς πάει, μάννα; — Πώς να πάη!... είπεν αυστηρώς η γραία· ησύχασε τώρα, και συ!... Τί θα κάμη!... δεν θα βήξη; — Πώς το βλέπεις, μάννα; — Πώς να το ιδώ;... Μωρό παιδί είναι... να, που ήρθε στον κόσμο κι αυτό!... επρόσθεσε με στρυφνόν και αλλόκοτον ήθος η γραία.

You're Reading a Free Preview

Download
scribd
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->