ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Δυο φίλοι

Ο ήλιος χάνεται πίσω από το ρωμαϊκό συνοικισμό, στέλνοντας τις χρυσοπόρφυρες ανταύγειες
δειλινού στα νερά του Τίβερη που καθρεφτίζουν το Αβεντίνο, ενώ στα στενά δρομάκια
χειροδύναμοι και επιδέξιοι σκλάβοι σέρνουν βιαστικοί τα χειράμαξά τους.
Στον ορίζοντα βαριά σύννεφα προμηνύουν καταιγίδα και ο άνεμος ανοιγοκλείνει με πάταγο τα
παραθυρόφυλλα των σπιτιών.
Στους πρόποδες του λόφου, μαρμαροχτισμένα αρχοντικά εντυπωσιάζουν τον ξένο. Ανάμεσά
τους, ένα κτίριο με σπάνιο και μεγαλοπρεπές προστύλιο προσελκύει την ιδιαίτερη προσοχή. Μια
ματιά στο εσωτερικό με την καλλιτεχνική και επιβλητική διακόσμηση κάνει αμέσως φανερή την
κοινωνική θέση του ιδιοκτήτη του.
Είναι η κατοικία του νέου στην ηλικία γερουσιαστή Πούμπλιου Λέντουλου Κορνέλιου, ο
οποίος σύμφωνα με τα κρατούντα της εποχής εκείνης εκτελούσε στη Γερουσία καθήκοντα
Νομοθέτου και Δικαστού, ως απόγονος παλαιάς οικογενείας Γερουσιαστών και Συμβούλων της
Δημοκρατίας. Η Αυτοκρατορία που είχε ιδρυθεί από τον Αύγουστο είχε περιορίσει τα δικαιώματα
της Γερουσίας, που δεν εξασκούσε πλέον καμιά άμεση επιρροή στη διακυβέρνηση της
αυτοκρατορίας, διατηρούσε όμως την κληρονομική διαδοχή των Τίτλων και των Αξιωμάτων στις
οικογένειες των Πατρικίων ώστε να διακρίνονται σαφώς οι τάξεις στην κοινωνική ιεραρχία.
Ένα βραδάκι του Μαΐου στην αίθουσα του φαγητού τελειώνουν το δείπνο τους, ενώ η
σύζυγος του Λέντουλου Λίβια, δίνει διαταγές σε μια νέα σκλάβα από την Τυρρηνία. Ο Αμφιτρύων
ένας άντρας περίπου τριάντα ετών με σοβαρή και περήφανη κατανομή, ντυμένος με χλαμύδα με
κόκκινη λωρίδα, προκαλεί το σεβασμό σε όσους τον πλησιάζουν.
Ο φίλος του, ώριμος άνδρας με πρόωρα ασπρισμένα μαλλιά, φορεί την πραγματική στολή του
γερουσιαστή και το πρόσωπό του ακτινοβολεί γλυκύτητα, καλοσύνη και εμπειρία.
Αφήνοντας τη νεαρή οικοδέσποινα στις ασχολίες της, οι δυο φίλοι αποτραβήχτηκαν στο
προστύλιο αναζητώντας λίγο οξυγόνο κάτω από την πνιγηρή ατμόσφαιρα ενός απειλητικού
ουρανού.
-Είναι αλήθεια αγαπητέ μου Πούμπλιε, άρχισε ο Φλαμίνιος, πως η κατάπτωσή σου είναι
ολοφάνερη. Πρέπει να συνέλθεις το συντομότερο. Συμβουλεύθηκες τους ειδικούς για την
περίπτωση της κόρης σου;
-Έκανα ό,τι είναι δυνατόν, μα δυστυχώς χωρίς αποτέλεσμα, απάντησε με πίκρα ο Πατρίκιος.
Γι' αυτό το λόγο άλλωστε έφερα τη φτωχή μου Λίβια στο σπίτι μας στον Τίβερη. Προσφύγαμε στον
καλύτερο γιατρό της πόλεως που μας βεβαίωσε ότι πρόκειται για αγιάτρευτη αρρώστια. Δεν
επέμεινε βέβαια στη διάγνωσή του, ίσως από οίκτο προς τη μικρή μας άρρωστη ή εξαιτίας της
απελπισίας μας, αλλά από τις παρατηρήσεις του συμπεραίνουμε ότι διέγνωσε 'λέπρα'.
-Αυτό είναι μια αυθαίρετη και ακατανόητη υπόνοια.
-Δεν έχουμε φυσικά καμιά υποψία σχετικά με την υγεία των προγόνων μας, αλλά όλοι ξέρουμε
πως η Ρώμη είναι γεμάτη σκλάβους φερμένους από όλα τα σημεία της γης, φορείς πολλών
ασθενειών, που τριγυρίζουν όμως ανάμεσά μας, αφού μας είναι τόσο αναγκαίοι και απαραίτητοι
στις οικιακές μας εργασίες.
-Είναι αλήθεια, συμφώνησε ο Φλαμίνιος με πίκρα.
Βαθιά σημάδια σκοτεινών προβλέψεων αυλάκωναν τα μέτωπα των δύο φίλων, ενώ οι πρώτες
σταγόνες της βροχής δρόσιζαν τις ανθισμένες τριανταφυλλιές ου αγκάλιαζαν τις θαυμάσιες
κολώνες του Περιστυλίου.
-Και ο μικρός Πλίνιος; ρώτησε ο Πούμπλιος, θέλοντας ν΄ αλλάξει συζήτηση.
Αυτός όπως ξέρεις, είναι πάντα γερός και γεμάτος θέληση. Η Καλπούρνια αγωνίζεται διαρκώς

για να ικανοποιεί τα καπρίτσια του, που είναι πολλά για τα δώδεκά του χρόνια. Πολλές φορές είναι
πεισματάρης, ανήσυχος, ανυπάκουος στις παρατηρήσεις του γέρο Παρμενίδη και στη γυμναστική
του πάει όποτε του αρέσει. Όμως, έχει μεγάλη κλίση στην ιππασία. Να σκεφτείς ότι τις προάλλες,
μια ημέρα ασκήσεων στο γήπεδο του Άρη, ξεφεύγοντας από την επιτήρηση του αδελφού του, πήρε
μέρος σε αρματοδρομία και κατάφερε να φθάσει μεταξύ των πρώτων. Όταν σκέπτομαι τα παιδιά
μας ο νους μου πάντα τρέχει στη μικρή σου Φλάβια Λεντούλια, γιατί γνωρίζεις ασφαλώς τα
μελλοντικά μου σχέδια για τη σύσφιγξη των δεσμών των οικογενειών μας.
Ο Πούμπλιος άκουγε σιωπηλός, και η ζήλια βασάνιζε την πατρική καρδιά του.
-Και όμως, είπε, παρόλα μας τα σχέδια, δε βλέπω εύκολη την πραγματοποίησή τους στο
μέλλον. Είναι αλήθεια πως η φτωχή μου κόρη, παρόλες μας τις φροντίδες μοιάζει με εκείνες τις
άτυχες υπάρξεις τις αποτραβηγμένες στο Βελάμπρο 1
- Ας έχουμε πάντα πίστη στη μεγαλοψυχία των Θεών.
-Των Θεών; επανέλαβε ο Πούμπλιος. Γύρω από το θέμα αυτό, πολλές σκέψεις με απασχολούν.
Προ καιρού, στο σπίτι σου, γνώρισα τον απελευθερωμένο σου σκλάβο Παρμενίδη, που μου μίλησε
για τα νεανικά του χρόνια, για το πέρασμά του από τις Ινδίες, για τις θρησκείες των Ινδιών και τις
περίεργες θεωρίες του γύρω από την αθανασία της ψυχής. Πιστεύεις αλήθεια, ότι μετά το θάνατό
μας, είναι δυνατόν να ξαναγυρίσουμε στη γη, σαν άνθρωποι με νέα υπόσταση;
-Κατ' ουδένα τρόπο, απάντησε κατηγορηματικά ο Φλαμίνιος. Ο Παρμενίδης έχει εξαίρετο
χαρακτήρα, μα πολλές φορές παρατραβάει τους παραλογισμούς του.
-Και όμως, φίλε μου, αρχίζω να σκέφτομαι πως ο σκλάβος σου έχει δίκιο. Πώς να εξηγήσουμε
τη δυσανάλογη εύνοια των Θεών σ' αυτό τον κόσμο; Γιατί ο πλούτος των αριστοκρατικών
συνοικισμών μας και η αθλιότητα στο Εσκυλίνο; Μόνο με την πίστη στους Θεούς δε μπορούμε να
απαντήσουμε στα ερωτήματα που μας βασανίζουν. Όταν βλέπω την κορούλα μου, με την
καταφαγωμένη και σαπισμένη σάρκα της, αναρωτιέμαι τι μεγάλο κακό να έχει άραγε κάνει το
φτωχό μου το κοριτσάκι στα επτά του χρόνια, για να αξίζει μια τόσο φοβερή τιμωρία, και σαν τι
χαρά θα μπορούσαν να προσφέρουν στους Θεούς οι θρήνοι και οι σπαραγμοί ενός μικρού παιδιού;
-Δε θα ταίριαζε καλύτερα να σκεφτούμε, πως γεννιόμαστε κουβαλώντας μαζί μας από πολύ
μακριά τις οφειλές μας προς τις δυνάμεις του Ουρανού;
Ο Φλαμίνιος Σεβήρος κούνησε με δυσπιστία το κεφάλι του και απάντησε, με σταθερότητα.
-Κακώς κάνεις να καλλιεργείς παρόμοιες σκέψεις. Στα σαράντα πέντε χρόνια μου, δε γνώρισα
καλύτερη από τη Θρησκεία των προγόνων μας. Οι διακρίσεις των κοινωνικών μας τάξεων
καθορίζονται ανάλογα με την αξία και την προσπάθεια του καθενός και όσο για τις ατυχίες μας,
είναι καλύτερα να πιστέψουμε ότι οι Θεοί δοκιμάζουνε τις ηθικές αρετές μας και την τόλμη μας,
παρά να ασπασθούμε τις ανόητες θεωρίες των Αιγυπτίων και των Ελλήνων, που άλλωστε τους
οδήγησαν στην εξαθλίωση και τη δουλεία. Ύστερα από τόσες θλιβερές αμφιβολίες, πρόσφερες
θυσία στο Βωμό;
-Πρόσφερα πολλές θυσίες στους Θεούς, σύμφωνα με τη συνήθεια και υπερηφανεύομαι όσο
κανείς άλλος για τις γενναιόφρονες παραδόσεις της οικογένειάς μου. Μα δεν είναι η κόρη μου, η
μόνη αιτία των σκέψεών μου. Μέρες τώρα, ένα συγκλονιστικό όνειρο με απασχολεί ολοκληρωτικά.
-Ένα όνειρο; Είναι δυνατόν ποτέ να κλονιστεί η σταθερότητα ενός Πατρίκιου από όνειρα και
φαντασίες;
Ο Πούμπλιος άκουσε την ερώτηση, μα έμοιαζε να βρίσκεται πολύ μακριά. Οι δυο φίλοι
ξάπλωσαν σ' ένα φαρδύ μαρμάρινο ανάκλιντρο σκεπασμένο με ανατολίτικα καλύμματα και
συνέχισαν τη συζήτησή τους ακούγοντας τη δυνατή βροχή να πέφτει στη λίμνη με παφλασμό.
-Υπάρχουν όνειρα τόσο ζωντανά, που δε μοιάζουν καθόλου με φαντασία, απάντησε τελικά ο
Πούμπλιος. Γυρίζοντας από μια συνεδρίαση της Γερουσίας, όπου συζητήθηκε ένα ζήτημα
εξαιρετικής ηθικής σημασίας, αισθάνθηκα εξουθενωμένος. Στο σπίτι, αναλογιζόμενος την ηθική
ευθύνη του δικαστή, πλησίασα το άγαλμα της Θέμιδος, που φυλάμε στο ιερό μας, και τότε ένα δέος
με κατέλαβε, μια ανυπέρβλητη δύναμη σφάλισε τα κουρασμένα μου βλέφαρα. Δεν κοιμήθηκα. Δεν
ξέρω αν ήταν όνειρο ή πραγματικότητα, αλλά ξέρω πως αναγνώριζα τοπία στα οποία ποτέ δεν έχω
πάει. Είδα τον εαυτό μου με τα διακριτικά του Πρεσβευτή της Δημοκρατίας στη εποχή του Σέργιου
1

Βελάμπρο- Συνοικία της παλιάς Ρώμης, βουτηγμένη στο βούρκο

Καταλίνα, που τον έβλεπα ολοκάθαρα δίπλα μου, καθώς και τον Κικέρωνα και τους αισθανόμουνα
σαν τις προσωποποιήσεις του κακού και του καλού. Ήμουνα βέβαιος ότι ζούσα στη μακάβρια
εκείνη εποχή της προδοσίας του Καταλίνα στη Γερουσία και ότι μετείχα μαζί του στην άνανδρη
απόπειρα εναντίον της μυστικής οργανώσεως της Δημοκρατίας. Ενέκρινα και συμμετείχα στα
σχέδιά του, και λόγω της κυβερνητικής επιρροής μου προήδρευα μυστικών συγκεντρώσεων όπου
διέταζα ασυγχώρητα εγκλήματα. Αστραπιαία ξανάζησα εμβρόντητος όλη την τραγωδία, νιώθοντας
στα χέρια μου τις κηλίδες από το αίμα και τα δάκρυα των αθώων, σ' ένα σκοτεινό και άθλιο
παρελθόν. Έβλεπα ότι έπαιζα πρωταρχικό ρόλο σε σωρεία από ατιμίες, αδικίες και εγκλήματα κατά
την Επανάσταση, που τελικά σύντριψε ο Κικέρων. Ω, φρίκη... Αποτρόπαιες σκηνές της εποχής
παρέλασαν μπροστά μου και ό,τι με ταπεινώνει περισσότερο στους οραματισμούς αυτού του
ένοχου παρελθόντος είναι ότι, υπερήφανος για το αξίωμά μου, επωφελήθηκα και διέπραξα σκληρές
αντεκδικήσεις εναντίον προσωπικών μου φίλων και οιουδήποτε δεν πειθαρχούσε στις διαταγές μου
ή έδειχνε επιείκεια για τους καταδικασμένους. Με αμείλικτη σκληρότητα διέταζα φρικαλεότητες
και γέμιζα τις φυλακές με εχθρούς τους οποίους βέβαια στερούσα από τις οικογένειες και τους
προσφιλείς τους. Και, εμπαίζοντας με τη βάρβαρη ψυχρότητά μου, παρηγορούσα εκείνους των
οποίων είχα διατάξει να βγάλουν τα μάτια παρουσία μου. Ω! αλίμονο σε μένα που σκόρπισα το
θάνατο, τη φρίκη και την εξαθλίωση σε τόσες ψυχές!.. Ήλθε η μέρα της εξοντώσεως του
αιμοβόρου φονιά... Ύστερα από σειρά γεγονότων που με απομάκρυναν από την Πρεσβεία,
καταδικασμένος από αμείλικτους δικαστές στην ποινή του απαγχονισμού, δοκίμασα όλη τη φρίκη
των βασανιστηρίων και του θανάτου...
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι οραματίσθηκα την απίστευτη στιγμή που περνούσα από τα μαύρα
νερά του Αχέροντα, στα σκοτεινά βάθη του AVERNO, όπου δεν εισχωρεί ακτίνα φωτός. Το πλήθος
των θυμάτων μου πολιόρκησε την ψυχή μου, ζητώντας δικαιοσύνη και αποκατάσταση.
Αγωνιούσαν, υπέφεραν, ολόλυζαν και οι κραυγές και οι λυγμοί τους διαπερνούσαν πέρα ως πέρα
την ψυχή μου.
Δε θυμάμαι για πόσο διάστημα υπέφερα αυτό το μαρτύριο. Μέσα στην ταραχή μου, μόνη
παρηγοριά θυμάμαι την ουράνια οπτασία της Λίβιας που με χάιδευε με τα λεπτά της χέρια.
Αισθανόμουνα ότι τη γνώριζα από μακρινές εποχές, γιατί αμέσως της έπιασα μ' εμπιστοσύνη τα
χέρια και αυτή με οδήγησε σ' ένα Δικαστήριο Ουράνιων Δικαστών με ασπρόμαλλα κεφάλια και
φυσιογνωμίες σεβάσμιες και σοβαρές. Μια ήρεμη ατμόσφαιρα με θωπευτικά φώτα, έκανε, δεν
ξέρω πώς, γνωστές σε όλους και τις πιο απόκρυφες σκέψεις μου. Σ' αυτή τη δίκη, η Λίβια πρέπει να
ήταν ο προστάτης μου άγγελος, γιατί ούτε στιγμή δεν έπαψε να χαϊδεύει το κεφάλι μου και να με
γαληνεύει, ώστε να δεχτώ την καταδίκη μου με καρτερία. Δε χρειάζεται να σου πω, πόσο
φοβισμένος και ξαφνιασμένος αισθανόμουνα μπροστά τους, όταν ο επί κεφαλής μου απηύθυνε το
λόγο.
-Πούμπλιε Λέντουλε, η θεία Δικαιοσύνη με την ευσπλαχνία της, αποφάσισε την επιστροφή
σου στο γεμάτο αγώνες γήινο κόσμο, για να ξεπλύνεις τις κηλίδες των κριμάτων σου, πληρώνοντας
με δάκρυα. Θα ζήσεις σε μα εξαιρετικά πνευματική εποχή και αν και θα γεννηθείς σε χρυσή κούνια,
θα αγωνιστείς με όλες τις αντιξοότητες για ν' ανοικοδομήσεις τη μαυρισμένη συνείδησή σου με τα
βάσανα και τα δάκρυα που καθαρίζουν και ξαναγεννούν. Θα είσαι δυναμικός και πλούσιος.
Έξυπνος και υγιής. Με θέληση και με ικανότητες που θα σου δοθούν από την ευσπλαχνία των θεών
σαν ευκαιρία αναγεννήσεως. Αν επωφεληθείς με ταπείνωση και αυταπάρνηση, που προετοιμάζουν
την ψυχή για την ανοχή, τη συγγνώμη, τη γλυκύτητα και την αγάπη, θα δεχθείς την ώρα των
βασάνων, τη φωνή της αλήθειας που αγιάζει. Γιατί θα έλθει στιγμή που θα υποχρεωθείς να
εγκαταλείψεις περιουσία και τίτλους στη ζωή αυτή, που ο καθένας πρέπει να ξεδιαλέγει και να
συναρμολογεί το καλό, βήμα προς βήμα, για να δημιουργεί τη μοίρα του. Στο πρόσωπο της Λίβιας
που θα σε ακολουθήσει στο θλιβερό δρόμο της νέας σου ζωής, θα βρεις το φίλο και τον προστάτη
που θα σε στηρίξει και θα σε βοηθήσει στις οδυνηρές δοκιμασίες. Το σπουδαιότερο όμως θα είναι,
το δικό σου σταθερό κουράγιο για ν' αντιμετωπίσεις όλα αυτά, γιατί έτσι θα δοκιμαστούν η πίστης
και οι πράξεις σου και θα επανορθωθεί το σκοτεινό και εγκληματικό παρελθόν σου!...
Η αγωνιώδης φωνή του Πατρικίου σκορπούσε συγκίνηση. Ο Φλαμίνιος Σεβήρος, που
θεωρούσε το φίλο του σαν αδελφό κα ήθελε να τον αποσπάσει από το φανταστικό κόσμο αυτού του

ονείρου που τόσο τον τάραζε και που διαφάνειά του, παρά τη μόρφωση κα τις πεποιθήσεις του
τάραξε και την δική του φαντασία, προσπάθησε πρώτα να ηρεμήσει ο ίδιος και μετά, με τη λογική,
την πείρα και την ευστροφία του, να καθοδηγήσει το φίλο του.
-Λοιπόν; Ρώτησε με γλυκύτητα, ποια συνέχεια είχε το όνειρό σου;
-Ύστερα από τις προτροπές και τις συμβουλές του σεβάσμιου και αυστηρού αυτού δικαστή,
έχασα τη μορφή της Λίβιας από κοντά μου, ενώ άλλα πρόσχαρα πρόσωπα, ντυμένα με κατάλευκα
πέπλα, με παρηγορούσαν χαμογελώντας μου με συμπάθεια και καλοσύνη, θερμαίνοντας την καρδιά
μου και ηρεμώντας τη σκέψη μου. Τότε αισθάνθηκα πως ξαναγύριζα στη γη. Και βρέθηκα σε μα
τελείως διαφορετική Ρώμη απ' την παλιά που γνώρισα. Νέοι ιππόδρομοι, πολυτελή θέατρα, λίμνες
περίτεχνες, παλάτια επιβλητικά της έδιναν καινούρια ομορφιά. Είδα τον πατέρα μου σκυμμένο
στους πάπυρους και τις περγαμηνές του να μελετά δίκες της Γερουσίας και αφού προσευχήθηκα
στους Θεούς, στο Βωμό τους σπιτιού μας, ένιωσα πως ξαναγύρισα στην πραγματικότητα. Ένα
συναίσθημα αγωνίας και ιλίγγου με κράτησε αποκοιμισμένο για απροσδιόριστο διάστημα και
ξύπνησα με υψηλό πυρετό, σαν η περιπλάνηση μου αυτή στους κόσμους του θανάτου, να μου
προκάλεσε οδυνηρή κόπωση. Δεν ξέρω τι εντύπωση σου προκαλεί η εκμυστήρευσή μου, όμως θα
επιθυμούσα πολύ να μάθω τη γνώμη σου και τα συμπεράσματά σου σχετικά.
Ο Φλαμίνιος προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση, απάντησε.
-Ξέρεις πόσο σέβομαι τους οιωνοσκόπους του Ναού, μα αυτό που σου συνέβη δε νομίζω ότι
είναι τίποτε άλλο, παρά ένα απλό όνειρο και μην ξεχνάς πως σαν πρακτικοί άνθρωποι, ποτέ δεν
πρέπει να αφήνουμε τη φαντασία μας να καλπάζει. Οι ευγενείς Έλληνες, με τις ονειροπολήσεις
τους κατάντησαν σκλάβοι, ενώ εμάς μας αξίωσαν οι θεοί, με κατακτήσεις και θριάμβους. Με την
καλοσύνη τους, μας προίκισαν με πρακτική σκέψη και θα ήταν ανήθικο εκ μέρους σου ν'
απαρνηθείς την οικογένεια και τους Τίτλους σου, παρασυρμένος από τη φαντασία σου.
Ο Πούμπλιος άκουσε με προσοχή το φίλο του, και ύστερα απάντησε με αγωνία.
-Φίλε μου, θα ήμουν ανάξιος της καλοσύνης των Θεών, αν έδινα τόση σημασία σ' ένα απλό
όνειρο, αλλά πρέπει να σου πω, ότι ακόμη δε στο διηγήθηκα ολόκληρο.
-Τι; Δεν τελείωσες ακόμη;
Μέσα του ένιωθε βαθιά θλίψη για την κατάσταση του φίλου του, και άρχισε ν' αμφιβάλλει για
τις λεπτομέρειες ενός τόσο μεγάλου ονείρου.
Ο Πούμπλιος σιωπηλός, τον τράβηξε στην άκρη του περιστυλίου, όπου βρισκόταν το ιερό της
οικογένειάς του, και ύστερα στο γραφείο και στην αίθουσα του αρχείου. Σε μια γωνιά, ήταν
ακουμπισμένες με τάξη περγαμηνές και πάπυροι, ενώ στις στοές κοσμούσαν ο κέρινές προτομές
των προγόνων του. Με δακρυσμένα μάτια και τρεμάμενη φωνή, αφού οδήγησε τον φίλο του
μπροστά σε μια προτομή, τον ρώτησε:
-Τον αναγνωρίζεις;
-Ναι. Είναι ο Πούμπλιος Λέντουλος Σούρα, προπάππος σου από πατέρα, που πριν σχεδόν ένα
αιώνα απαγχονίστηκε στην επανάσταση του Καταλίνα.
-Είναι ακριβώς ενενήντα τέσσερα χρόνια, από τότε. Παρατήρησε τη φυσιογνωμία αυτή και
πρόσεξέ με. Βλέπεις πόσο μου μοιάζει; Μήπως εδώ βρίσκεται το κλειδί του συνταρακτικού αυτού
ονείρου;
Ο Φλαμίνιος, επαληθεύοντας την απόλυτη ομοιότητα των δύο φυσιογνωμιών, ταραγμένος και
γεμάτος αμφιβολίες, θέλησε να αποδώσει το γεγονός στην κληρονομικότητα, μα ο φίλος του
προβλέποντας τις αντιρρήσεις του, τον πρόλαβε.
-Πριν σου ανοίξω την καρδιά μου αυτή τη νύχτα, πέρασα κι εγώ από το στάδιο των
αμφιβολιών αυτών. Βεβαίως η κληρονομικότητα εξηγεί την απόλυτη ομοιότητά μας, όμως επειδή
δεν καθησύχαζα, έστειλα ένα σκλάβο στο παλιό μας σπίτι στην Ταρμίνια, όπου βρίσκεται
φυλαγμένο το αρχείο του προπάππου μου, και μου το έφερε εδώ. Κοίταξε καλά ατούς τους
παπύρους. Είναι οι σημειώσεις του σχετικά με τα σχέδιά του στη Βουλή. Θα βρεις μέσα σ' αυτούς
αποφάσεις με καταδίκες θανάτου σαν αυτές που ονειρεύτηκα. Σύγκρινε αυτά τα γράμματα, δε
μοιάζουν με τα δικά μου; Τι ζωντανότερες αποδείξεις θέλουμε; Μέρες φλέγομαι από αγωνία.
Μήπως είμαι εγώ ο Πούμπλιος Λέντουλος Σούρα, ξαναγεννημένος;
Ο Φλαμίνιος έσκυψε το κεφάλι μπροστά σ' αυτές τις αδιάσειστες αποδείξεις που αφορούν

βέβαια, κυρίως όσους έχουν σκληρή καρδιά. Αλλά έχουμε ευθύνη απέναντι σ' εκείνους που
περιμένουν την ενεργό δράση μας και δεν πρέπει να ριψοκινδυνέψουμε στα δαιδαλώδη μονοπάτια,
αυτών των μυστηρίων. Η πείρα της ζωής με δίδαξε να μην παρασύρομαι σε τέτοιες έρευνες και, αν
και συμφωνώ μαζί σου και συμμετέχω στις ανησυχίες σου, θα σε συμβούλευα να μην εμπιστευθείς
σε άλλον τις σκέψεις σου αυτές και να αποφασίσεις ένα ταξίδι αναψυχής με την οικογένειά σου ως
την Παλαιστίνη, γιατί σε βλέπω πολύ καταπονημένο ψυχικά και σωματικά. Εκεί, το γλυκό κλίμα
μπορεί να βοηθήσει την κορούλα σου στην υγεία της και εσένα, να επανακτήσεις τις δυνάμεις σου.
Ποιος ξέρει; Ο νυν Πληρεξούσιος στην Ιουδαία, είναι φίλος μας. Μπορούμε να τακτοποιήσουμε τα
προβλήματα που δημιουργούνται. Μου είναι εύκολο να έχω την έγκριση του Αυτοκράτορα για την
παραίτησή σου από τη Βουλή, χωρίς να μειωθούν οι κρατικές σου απολαβές, καθ' όλη την
παραμονή σου στην Ιουδαία. Μπορείς να είσαι ήσυχος, γιατί εγώ θα αναλάβω υπεύθυνα όλα σου
τα καθήκοντα στη Ρώμη, φροντίζοντας και την περιουσία και τα συμφέροντά σου. Πώς σου
φαίνεται η ιδέα μου;
Η ελπίδα φώτισε τα μάτια του Πούμπλιου, που απάντησε:
-Η ιδέα είναι προκλητική και μεγαλόψυχη, όμως η υγεία της Λίβιας δε μου επιτρέπει να την
ασπασθώ.
-Γιατί;
-Περιμένουμε το δεύτερο βλαστάρι του σπιτιού μας.
-Α! Και πότε περιμένετε τον ερχομό του;
-Σε έξι μήνες περίπου.
-Τότε, θα σ' ενδιέφερε η πρότασή μου, για μετά τον ερχόμενο χειμώνα;
-Ναι.
-Εντάξει λοιπόν. Θα είσαι στην Ιουδαία, ακριβώς μετά από ένα χρόνο από σήμερα.
Έτσι έκλεισε μια συμφωνία, ύστερα από πολύωρη συζήτηση. Η βροχή είχε σταματήσει και τ'
αστέρια λαμποκοπούσαν σ' έναν ολοκάθαρο ουρανό. Ο θόρυβος των αμαξιών και οι φωνές των
αμαξάδων άρχισαν ν' ακούγονται στην αυτοκρατορική Ρώμη, όπου η ημέρα ανήκε μόνον στους
Πατρίκιους, που περιφέρονταν δικαιωματικά με τα αμάξια τους, και στους πεζούς.
Ο Φλαμίνιος αποχαιρέτησε συγκινημένος και έφυγε πάνω στο πολυτελές αμάξι του, που το
έσερναν χειροδύναμοι σκλάβοι.
Ο Πούμπλιος νιώθοντας έντονα μόνος, βγήκε στην ταράτσα με τη σκέψη προσηλωμένη στα
σοβαρά προβλήματα της ζωής και της ψυχής του.
Μόλις γλυκοχάραζε και οι πρώτες χλωμές ακτίνες του ήλιου αντίκριζαν τον ρωμαϊκό
συνοικισμό και τους ιερούς λόφους της δοξασμένης πόλεως. Θλίψη κυρίεψε την ευαίσθητη καρδιά
του, μα ο επίμονος χαρακτήρας του και ένα αίσθημα αυτοσυντηρήσεως και εγωισμού, κατάφεραν
να καταπραΰνουν τις αγωνιώδεις σκέψεις του και να στεγνώσουν τα κρυφά δάκρυά του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
Ένας σκλάβος

Από τα πρώτα χρόνια της Αυτοκρατορίας, η γυναίκα είχε παραδοθεί στην ακολασία και την
πολυτέλεια, εις βάρος των καθηκόντων της προς το σπίτι και την οικογένεια. Η ευχέρεια ν' αποκτά
σκλάβους για όλες τις δουλειές του σπιτιού, από τις πιο βαριές ως την ανατροφή και εκπαίδευση
των παιδιών, είχε προκαλέσει ηθική πτώση στις οικογένειες των Πατρικίων, ενώ η αφθονία των
ειδών πολυτελείας που έφθαναν από την Ανατολή, και η μόνιμη και η συνεχής οκνηρία, έκαμαν τις
Ρωμαίες Κυρίες, φιλάρεσκες και επιπόλαιες, απασχολημένες πάντα και μόνο με τον εαυτό τους, τις
τουαλέτες, τους καυγάδες και τους έρωτές τους. Έτσι οι οικογενειακές παραδόσεις είχαν τελείως
ξεπέσει, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Πολλά σπίτια αντιστάθηκαν σ' αυτή τη διαφθορά και

πολλές γυναίκες διατήρησαν τα παλιά έθιμα και αγωνίστηκαν να δημιουργήσουν μια νέα ευαίσθητη
και ευγενική γενιά.
Τέτοιες ήταν οι γυναίκες του Πούμπλιου και του Φλαμίνιου. Έξυπνες και ηθικές, απλές και με
κατανόηση.
Ο χειμώνας του 32 μ.Χ. είχε τελειώσει, δίνοντας τη θέση του στη χαρωπή άνοιξη. Η
λουλουδιασμένη φύση σκόρπιζε μαγευτικά αρώματα.
Μια ηλιόλουστη μέρα, η Λίβα και η Καλπούρνια, συζητούν στο σπίτι της πρώτης. Σε μια
γωνιά, τα δυο παιδιά της Καλπούρνιας ζωγραφίζουν αμέριμνα, ενώ οι κυρίες διορθώνουν μερικά
μάλλινα φορέματα, σχεδιάζοντας ταξίδι, και ψιθυριστά ανταλλάσσουν τα μυστικά και τις σκέψεις
τους.
Σε λίγο, τα δυο παιδιά περνούν στο διπλανό δωμάτιο.
-Τα μικρά σου δεν έχουν σήμερα τα καθημερινά μαθήματά τους; ρώτησε η Λίβια.
-Όχι, καλή μου. Σήμερα και ο Αγρίππας και ο Πλίνιος, αφιέρωσαν την ημέρα τους στη μικρή
μας άρρωστη. Μαντεύω πως ανησυχείς για την υγεία τους, μα οι υπόνοιές σου για τη Φλάβια, είναι
αβάσιμες.
-Δεν είναι αβάσιμες. Από τότε που ο γιατρός του Τίβερη, μας μίλησε για αθεράπευτη ασθένεια,
μόνο οι θεοί ξέρουν το μαρτύριο που περνάω. Είμαι όλο έγνοια και προφυλάξεις. Για να
απομονώσω τη μικρή και έτσι ν' απομονώσω και την τρομερή αρρώστια.
-Και πώς είσαι τόσο βέβαιη για το αλάνθαστο αυτής της διαγνώσεως;
Μήπως αποφάσισαν οι θεοί; Δεν ξέρεις ότι η ανθρώπινη επιστήμη σφάλλει πολλές φορές;
-Προ καιρού που τα παιδιά μου ήταν βαριά άρρωστα και οι γιατροί στάθηκαν ανίκανοι να τα
βοηθήσουν, κατέφυγα στην ουράνια δικαιοσύνη κάνοντας θυσίες στο ναό του Κάστορος και χάρις
στην πρόνοιά μου αυτή τα έσωσα από βέβαιο θάνατο. Τώρα που και εσύ εκτός από τη Φλάβια,
απόκτησες και το μικρό Μάρκο, σε συμβουλεύω να προσφύγεις στους Διδύμους Θεούς.
-Θα το κάνω οπωσδήποτε, πριν από το ταξίδι μας.
-Μια και το ανέφερες, αλήθεια τι σκέπτεσαι γι' αυτό το απρόοπτο ταξίδι;
-Το ξέρεις πως είμαι πάντα διατεθειμένη να κάνω το κάθε τι για τον Πούμπλιο και τη γαλήνη
του σπιτιού μας. Εδώ και πολύ καιρό, τον βλέπω καταβεβλημένο, ευέξαπτο, σιωπηλό, ενώ τον
ήξερα εύθυμο και διαχυτικό. Νευριάζει για το κάθε τι και με τον καθένα και, παρότι ξέρω πως αυτό
που τον αναστατώνει είναι η υγεία της Φλάβιας, δεν ξεχνώ πάντα ότι παρακουράζεται με τις
κυβερνητικές του εργασίες και την ευθύνη τους. Για όλ' αυτά, θα τον συνοδεύσω πρόθυμα στην
Παλαιστίνη, αλλά ιδιαίτερα λυπούμαι που, έστω και προσωρινά, θα στερηθώ εσένα και τις
συμβουλές σου.
-Πολύ μ' ευχαριστεί που σκέπτεσαι έτσι... Η αγάπη δίνει τη χαρά και την υποχρέωση στη
γυναίκα να διαβλέπει με τρυφερότητα και με αφοσίωση να καταπραΰνει τις ανησυχίες και τα
βάσανα του συντρόφου της. Ο Πούμπλιος είναι καλός και γενναιόκαρδος, αλλά σαν πατρίκιος είναι
από οικογενειακή παράδοση πολύ εγωιστής. Αυτοί οι άντρες χρειάζονται έξυπνες και τρυφερές
γυναίκες που χωρίς να τους εναντιώνονται, βρίσκουν το σωστό δρόμο για να φθάσουν στην καρδιά
τους και να τους προσφέρουν την ηθική τόνωση, της οποίας έχουν απόλυτη ανάγκη. Ξέρω από το
Φλαμίνιο, αλλά χωρίς λεπτομέρειες, τα περί της διαμονής σου στην Ιουδαία. Είναι αλήθεια ότι θα
μείνεις στην Ιερουσαλήμ;
-Ναι, κατ' επιθυμία του Πούμπλιου, θα μείνουμε στο σπίτι του θείου του Σάλβιο, ώσπου να
διαλέξουμε το κατάλληλο κλίμα για την υγεία της μικρής μας.
-Σωστά. Αλλά επειδή ξέρω πόσο άπειρη είσαι και επειδή σε αγαπώ, θεωρώ υποχρέωσή μου να
σ' ενημερώσω και να σε συμβουλέψω σχετικά με τους συγγενείς του ανδρός σου, με τους οποίους
θα ζήσεις τώρα, γιατί ήσουν πολύ νέα όταν συνέβησαν στον κοινωνικό μας κύκλο τα θλιβερά
γεγονότα εξ αιτίας των οποίων ο θείος του Πούμπλιου επαύθη από την κυβέρνηση των επαρχιών
και τώρα δεν είναι παρά ένας απλός υπάλληλος στον Έπαρχο της Ιουδαίας. Δε μοιάζει βέβαια στον
άνδρα σου που παρά τις αδυναμίες του, είναι αγνός και ειλικρινής.
Η γυναίκα του, νέα ακόμη και καλοδιατηρημένη, είναι αδελφή της Κλαύδιας, της γυναίκας του
Πιλάτου, στον οποίο ο Πούμπλιος θα φθάσε συστημένος κατόπιν εισηγήσεως της ανωτάτης αρχής
των επαρχιών.

Σε προειδοποιώ ότι εκεί οι συνθήκες είναι τελείως διαφορετικές από τις δικές μας και θα
ζήσεις σε κόσμο υποκριτικό και επικίνδυνο.
Χωρίς να θέλω να κατακρίνω κανένα, πρέπει να ξέρεις ότι ο Αυτοκράτορας υποχρεώθηκε να
απομακρύνει αυτούς τους ανθρώπους στο εξωτερικό, εξαιτίας των μηχανορραφιών τους στα
ιδιαίτερα της αυλής. Ας με συγχωρήσουν οι Θεοί γι' αυτά που λέω, αλλά ξέρω πως λόγω της
ρωμαϊκής καταγωγής σου και της κοινωνικής σου θέσεως, οι μακρινοί αυτοί πατριώτες, θα σου
επιφυλάξουν τιμές και δόξες στρώνοντας το δρόμο σου με ρόδα μοσχομύριστα, αλλά γεμάτα
φαρμακερά αγκάθια.
Γι' αυτό, πρόσεξε. Σε κανένα να μη δείξεις απόλυτη εμπιστοσύνη.
Η Λίβια που άκουγε με προσοχή, απορημένη, ρώτησε.
-Μα ο πραιτοριανός Σάλβιος, δεν είναι ηλικιωμένος;
-Κάνεις λάθος. Είναι λίγο νεώτερος από τον Φλαμίνιο, με ιπποτική προσποίηση και τρομερή
αλαζονεία.
-Πώς λοιπόν θα καταφέρω να εκπληρώσω τις υποχρεώσεις μου, χωρίς να βλάψω το σύζυγό
μου, ανάμεσα σε τέτοιες κοινωνικές δολιότητες;
-Ας εμπιστευθούμε τη θεία πρόνοια, καλή μου, απάντησε η Καλπούρνια με γλυκύτητα.
Κάποιος θόρυβος ανάγγειλε τον ερχομό του Πούμπλιου και του Φλαμίνιου που ρώτησε
πονηρά.
-Λοιπόν, τίνος την υπόληψη σχολιάζετε ράβοντας; Ο πατέρας μου έλεγε πως μια γυναίκα μόνη
σκέπτεται πάντα την οικογένειά της. Αν όμως βρεθεί με παρέα, σκέπτεται αμέσως... τους άλλους.
Όλοι γέλασαν και ο Πούμπλιος απευθύνθηκε στη Λίβια.
-Όλα είναι έτοιμα κατά την επιθυμία μας, καλή μου. Ο Αυτοκράτορας προθυμοποιήθηκε
ευγενώς να μας βοηθήσει με ιδιαίτερες εντολές για τρεις μέρες, μια άνετη γαλέρα θα μας περιμένει
κοντά στην Όστια, για το ταξίδι μας.
Η Λίβια χαμογέλασε ευχαριστημένη, ενώ από το δωμάτιο της Φλάβιας ξεπρόβαλαν δύο
χαρούμενα κεφάλια, που ο Φλαμίνιος τ' αγκάλιασε τρυφερά.
-Γιατί παλιόπαιδα το σκάσατε χτες από το μάθημα; Μου έγιναν παράπονα και είμαι πολύ
θυμωμένος από τη συμπεριφορά σας.
Και οι δύο έσκυψαν ντροπιασμένοι το κεφάλι.
-Μα πατέρα, απάντησε ο μεγαλύτερος, εγώ δεν φταίω. Όπως ξέρεις, ο Πλίνιος το έσκασε κι
εγώ αναγκάστηκα να τον ψάχνω.
-Δε ντρέπεσαι Αγρίππα; Νομίζω πως η ηλικία σου δε σου επιτρέπει να συμμετέχεις στις
πονηριές του αδελφού σου...
Η σκηνή θα συνεχιζόταν, μα η μητέρα τους μεσολάβησε κατευναστικά.
-Σωστά, σωστά, ο πατέρας έχει δίκιο, αλλά θα λύσουμε τις διαφορές μας στο σπίτι. Δε μας
παίρνει η ώρα για φιλονικίες.
Τα παιδιά την ευχαρίστησαν φιλώντας την και σε λίγο οι δύο οικογένειες αποχαιρετήθηκαν,
ενώ ο Φλαμίνιος, υποσχέθηκε να συνοδεύσουν τους φίλους τους ως την Όστια, την ημέρα της
αναχωρήσεώς τους.
Ύστερα από τρεις ημέρες πυρετικής βιασύνης και ετοιμασιών, συναντάμε τις δυο οικογένειες
σε μια θαυμάσια γαλέρα στις εκβολές του Τίβερη, στα νερά της Όστιας, όπου δεν υπήρχαν ακόμη
τα λιμενικά έργα που έκτισε αργότερα ο Κλαύδιος.
Ο Πλίνιος και ο Αγρίππας, από μικροί μαθημένοι στην κοινωνική ευγένεια, βοηθούσαν τη
μικρή τους φίλη, να βολευτεί στο εσωτερικό, η Λίβια και η Καλπούρνια ανέθεταν σε μια σκλάβα
την περιποίηση του μικρού Μάρκου και ο Φλαμίνιος συζητούσε και συμβούλευε τον Πούμπλιο.
-Ξέρεις ότι, οι υπήκοοι της Αυτοκρατορίας συχνά μας βλέπουν ζηλότυπα και με υποψία και
πάντα πρέπει να φερόμεθα σαν γνήσιοι Πατρίκιοι. Σε πολλά μέρη της Παλαιστίνης υπάρχουν
κακοποιοί και πρέπει να προσέξεις ιδίως κατά την πορεία σου προς την Ιερουσαλήμ. Μόλις
ξεμπαρκάρεις, να πάρεις μαζί σου πολλούς σκλάβους για την ασφάλεια της οικογένειάς σου, και σε
περίπτωση επιθέσεως, μη διστάσεις να μεταχειριστείς ακόμη και σκληρότητα.
-Συμφωνώ και θα ακολουθήσω τις συμβουλές σου, είπε ο Πούμπλιος και γυρίζοντας προς τον
επί κεφαλής του πληρώματος, ρώτησε.

-Λοιπόν, Άουλους, όλα έτοιμα;
-Μάλιστα εξοχότατε. Περιμένω τις εντολές σας. Και για το ταξίδι, να είσθε απολύτως ήσυχος,
γιατί μόνος μου διάλεξα τους καλύτερους Καρθογαίνιους για τα κουπιά.
Τότε άρχισαν οι αποχαιρετισμοί, θερμοί και αδελφικοί. Οι κυρίες αγκαλιάστηκαν με δάκρυα,
παρακαλώντας τους θεούς να τα φέρουν όλα ευνοϊκά.
Θεοί και άνεμοι ήλθαν σε βοήθειά τους και σε λίγο η πελώρια γαλέρα σπρωγμένη από ούριο
άνεμο, με τη σημαία της να ανεμίζει περήφανη και με την ηράκλεια δύναμη των σκλάβων που με
ρυθμό κρατούσαν τα κουπιά, απομακρύνθηκε στο πέλαγος, ατενίζοντας την Ιταλική ακτή σαν
πράσινη, μικροσκοπική λωρίδα.
Το ταξίδι κυλούσε ευχάριστα, όμως τα μαγευτικά τοπία της Μεσογείου δε μπορούσαν να
ξαλαφρώσουν την καρδιά του Πούμπλιου, που έμενε βυθισμένος στις σκέψεις του γύρω από τη νέα
ζωή και τα νέα καθήκοντα που τον περίμεναν
αν.
Πώς θα έβρισκε άραγε το θείο του Σάλβιο, που ήταν λίγο νεότερος από τον πατέρα του, αλλά
μεγαλύτερος από αυτόν τον ίδιο; Και τη γυναίκα του, την ελαφρόμυαλη και πεισματάρα εκείνη
Φούλβια, την ανεπιθύμητη στην οικογένεια εξ αιτίας των σκανδάλων της, που την οδήγησαν
μακριά από τη Ρώμη;
Πώς θα κατάφερνε να εξασφαλίσει στην οικογένειά του μια καλή διαμονή στην Ιουδαία με τις
αμφίβολες συγγένειες και φιλίες;
Όταν διέπλευσαν τη Μεσόγειο, φώναξε το σκλάβο της εμπιστοσύνης του και του είπε:
-Κομένιε, σε λίγο θα ξεμπαρκάρουμε, αλλά θα διανύσουμε μια απόσταση για να φθάσουμε
στην Ιερουσαλήμ. Ξέρω ότι θα μας περιμένουν αντιπρόσωποι της Διοικήσεως που θα μας
συνοδεύσουν για ασφάλεια, μα από σένα ζητώ να συγκεντρώσεις όλους τους σκλάβους υπό τας
διαταγάς σου και να φροντίσεις για την ασφαλή μεταφορά της οικογένειάς μου.
-Κύριε, μπορείς να υπολογίζεις στην αφοσίωση και την επαγρύπνησή μου, βεβαίωσε
συγκινημένος ο σκλάβος.
Την επομένη ο Πούμπλιος Λέντουλος με την ακολουθία του, ξεμπάρκαρε σ' ένα λιμανάκι της
Παλαιστίνης, όπου τους περίμεναν, ο απεσταλμένος του Έπαρχου, μερικοί αξιωματικοί και αρκετοί
Πραιτοριανοί στρατιώτες, υπό τον Σουλπίκιο Ταρκύνιο, με τα απαιτούμενα για ΄ένα άνετο ταξίδι ως
την Ιερουσαλήμ, και η συνοδεία ξεκίνησε.
Τα σιδερικά των αλόγων, τα ρωμαϊκά κράνη που γυάλιζαν στον ήλιο, οι εξεζητημένες
φορεσιές, τα στολισμένα αμάξια, τα υποζύγια, τα βαριά φορτωμένα κάρα, στη θριαμβευτική πορεία
τους, έμοιαζαν μάλλον σαν εκστρατευτικό σώμα παρά σαν μια οικογένεια που ταξίδευε.
Πλησιάζοντας στην Ιερουσαλήμ, συνέβη κάτι απρόβλεπτο. Κάτι έσχισε τον αέρα με συριγμό,
έπεσε στο αμάξι του γερουσιαστή και μια κραυγή ακούστηκε. Μια μικρή πέτρα τραυμάτισε ελαφρά
τη Λίβια στο πρόσωπο. Επανακολούθησε αναταραχή. Σκλάβοι και καβαλάρηδες πλησίασαν τους
κυρίους τους περίεργοι. Ο Σουλπίκιος, όρμησε με το άλογό του πίσω από ένα παιδί, περίπου δέκα
οκτώ ετών, που πανικόβλητο απομακρυνόταν. Το συνέλαβε και το έφερε μπροστά στους
ταξιδιώτες, για να υποστεί την αναγκαία τιμωρία.
Ο γερουσιαστής, αν και η καρδιά του, του υπαγόρευε υπομονή και γενναιοψυχία,
ακολουθώντας τις συμβουλές του Φλαμίνιου, αποφάσισε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον ένοχο
για να εμπνεύσει σεβασμό και φόβο σ' αυτούς που θα τον ακολουθούσαν κατά την παραμονή του
στην ξένη αυτή χώρα.
Διέταξε, λοιπόν, το ανελέητο μαστίγωμα του νέου για την ελαφρότητα του, μπροστά σε
δεκάδες τρομαγμένων σκλάβων και κάτω από ένα πυρακτωμένο ήλιο.
Οι σκλάβοι άκουγαν με δέος το βούρδουλα να σφυρίζει χαρακώνοντας το μισόγυμνο κορμί
του νέου, που βογκούσε και έχυνε πικρά δάκρυα.
Κανείς δεν τόλμησε να εναντιωθεί στην απάνθρωπη αυτή διαταγή, ώσπου η Λίβια φώναξε με
ικετευτική φωνή.
-Φτάνει πια, Πούμπλιε. Λυπάμαι που η θέση και τα δικαιώματά μας μας υπαγορεύουν τόσο
ανελέητα καθήκοντα.
Τότε ο Πούμπλιος διέταξε να σταματήσει το μαστίγωμα, αλλά όταν τον ρώτησε ο Σουλπίκιος

για τη μελλοντική τύχη του νέου, φώναξε έξαλλος.
-Στις γαλέρες.
Όλοι ανατρίχιασαν. Αυτό σήμαινε το θάνατο ή την αιώνια σκλαβιά.
Στο άκουσμα της καταδίκης του ο νέος, που μέσα του φούντωσε θύελλα εκδικήσεως, έπεσε
λιπόθυμος στα χέρια των στρατιωτών. Πρόφθασε όμως να ρίξει μια ματιά μίσους και υπέρτατης
περιφρονήσεως στο δικαστή του, ενώ η συνοδεία ξανάπαιρνε το δρόμο της , φθάνοντας στην
Ιερουσαλήμ, χωρίς άλλα επεισόδια.
Ο Σάλβιος Λέντουλος και η γυναίκα του Φούλβια Προκούλα, υποδέχθηκαν τους συγγενείς
τους με σπάταλες δεξιώσεις, όπου παρευρέθησαν ο Πιλάτος σαν αντιπρόσωπος του Τιβέριου και η
γυναίκα του.
Αν και τους απέδωσαν όλες τις τιμές, η Λίβια επηρεασμένη ίσως από την Καλπούρνια, ένιωθε
ότι το περιβάλλον δεν ήταν ειλικρινές και φιλικό και πικραμένη ανησυχούσε τρομερά. Με χαρά
έβλεπε ότι η μικρή της κόρη, παρά το κουραστικό ταξίδι, είχε αισθητά καλυτερεύσει. Όταν όμως,
την παρουσίασε στην περήφανη Φούλβια και πρόσεξε ότι η Πατρικία έδειξε την απέχθειά της χωρίς
καμιά λεπτότητα, απομακρύνοντας τη μοναχοκόρη της με ανόητες δικαιολογίες, την κυρίεψε βαθιά
θλίψη.
Μια ημέρα διαμονής σ' αυτό το σπίτι, ήταν αρκετή για να καταλάβει η φτωχιά, τι αγωνίες την
περίμεναν και σε τι θυσίες θα έπρεπε να υποβληθεί.
Μα δεν ήταν μόνο η οικογένεια του θείου τους που την ανησυχούσε. Στο πρόσωπο του
Πιλάτου, από την πρώτη στιγμή, ένιωσε ένα δυνατό και επικίνδυνο εχθρό. Κακές προαισθήσεις την
προπαρασκεύαζαν για σκληρές μελλοντικές δοκιμασίες. Σα γυναίκα, με τη διαίσθηση και την
εξυπνάδα της, μάντευε τις ψυχές και τους χαρακτήρες. Αντίθετα ο Πούμπλιος, ξένος προς τις
συγκινήσεις της γυναίκας του, σαν άνθρωπος του Κράτους, ένιωθε ηθική ικανοποίηση εκτελώντας
τα καθήκοντά του.
Την επομένη επισκέφτηκε τον Πύργο “Τόρρε Αντώνιο” όπου ήσαν εγκατεστημένα σώματα
ρωμαϊκού στρατού και παρακολούθησε την κίνηση των συμβούλων και των διδασκάλων στον
περίφημο Ναό της Ιερουσαλήμ.
Όταν γύρισε, ένας ταπεινός και σχετικά, νέος άνθρωπος του ζήτησε ακρόαση. Μάλλον από
πολιτική και όχι υπακούοντας στα αισθήματά του, τον δέχτηκε στο ιδιαίτερο γραφείο του.
-Αξιότιμε Γερουσιαστά, είμαι ο Αντρέ, γιος του Τζιώρας, απλός, πάμπτωχος δουλευτής, μα
πολλοί από τη φαμίλια μου έχουν αξιόλογες θέσεις στο Ναό και στο Δικαστήριο. Τόλμησα να έλθω
και να σας ζητήσω χάρη και ευσπλαχνία για το γιο μου Σαούλ, που εδώ και τρεις μέρες είναι
φυλακισμένος και καταδικασμένος στις γαλέρες... Ανακαλέστε, σας παρακαλώ αυτή τη διαταγή που
θα καταστρέψει το φτωχικό μου. Δεν έχω άλλο παιδί και σ' αυτό στηρίζω όλες μου τις ελπίδες. Ε
θέλω να πω πως είναι αθώος, αλλά είναι μικρός και άπειρος και σας ζητώ μεγαλοψυχία για την
παιδική ανοησία του. Σας υπόσχομαι ορκιζόμενος στους Νόμους, να τον οδηγήσω στο εξής στο
δρόμο του καθήκοντος που θα το εκτελεί με αυστηρότητα.
_Πώς τολμάς να κατακρίνεις τις δίκαιες αποφάσεις μου; Δε μπορώ να τις αλλάξω και απορώ
πώς ένας Ιουδαίος τολμά να αμφιβάλλει για την τιμή και τη συνείδηση ενός γερουσιαστή της
αυτοκρατορίας και να διαμαρτύρεται κατ' αυτόν τον τρόπο.
_Μα κύριε, είμαι πατέρας...
_Πώς λοιπόν κατάφερες να κάνεις ένα γιο αλήτη και άχρηστο;
_Δεν καταλαβαίνω τι είναι εκείνο που έκανε το γιο μου να εκτεθεί τόσο, μα σας ορκίζομαι ότι,
είναι το δεξί μου χέρι στις δουλειές του σπιτιού μας.
_Δε με ενδιαφέρουν τα αισθήματά σου. Η απόφασή μου πάρθηκε και είναι αμετάκλητη.
_Ο Αντρέ ντε Τζιώρας, πληγωμένος σαν πατέρας και σαν άνδρας, γεμάτος οργή και πόνο γι'
αυτή την τελική και αμετάκλητη άρνηση, κοίταξε τον Πούμπλιο Λέντουλο με μάτια βουρκωμένα
και με βαθιά αγανάκτηση.
Αδιαφορώντας για κάθε ανθρώπινο συμβιβασμό, είπε υπερήφανα:
-Γερουσιαστά, εγώ ήλθα με όλη μου την ευγένεια να ζητήσω τη συγνώμη σας, αλλά δέχομαι
την αμετάκλητη άρνησή σας. Θέλω να ξέρετε ότι με τη σκληρότητά σας, αγοράσατε έναν αιώνιο
και αδιάλλακτο εχθρό. Με τα προνόμια και τα δικαιώματά σας, μπορείτε να μ' εξουδετερώσετε για

πάντα ρίχνοντάς με στη φυλακή ή καταδικάζοντάς με σε άδικο θάνατο. Όμως, εγώ προτιμώ να
αντιμετωπίσω τον εγωισμό σας. Αυτή τη στιγμή φυτέψατε ένα ακάνθινο δέντρο, που το φρούτο
του, μια μέρα θα πικράνει χωρίς έλεος τη σκληρή και αναίσθητη καρδιά σας. Γιατί, η εκδίκησή μου
μπορεί να αργήσει, όμως θα είναι αλάνθαστη και καταχθόνια, σαν την άκαμπτη και κρύα ψυχή σας.
Και χωρίς να περιμένει απάντηση, συγχυσμένος, βγήκε από το δωμάτιο με σταθερό βήμα και
ψηλά το κεφάλι, σα να είχε πετύχει στο διάβημά του.
Υπερηφάνεια αλλά και στενοχώρια κατέλαβαν τον Πούμπλιο Λέντουλο. Θέλησε να διατάξει
την άμεση φυλάκιση του ανθρώπου που τόσο άφοβα του πέταξε κατά πρόσωπο τέτοιες φοβερές
αλήθειες και συγχρόνως αισθάνθηκε την επιθυμία να του φωνάξει και να του υποσχεθεί την
απελευθέρωση του παιδιού του και τη βοήθειά του προς αυτό.
Σαν πατέρας, δικαιολογούσε τον άνθρωπο αυτό που δίκαια θα τον θεωρούσε μια μοχθηρή και
άδικη ψυχή, μα τελικά η υπερηφάνεια νίκησε τα ανθρώπινα αισθήματά του και τα λόγια πνίγηκαν
μέσα του, πριν ακόμη ακουσθούν.
Αναστατωμένος από τη σκηνή, ξαναθυμήθηκε το περίεργο όνειρο που διηγήθηκε στο φίλο του
Φλαμίνιο και που στάθηκε η αφορμή του ταξιδιού του στην Ιουδαία. Ξαναείδε με τα μάτια της
ψυχής, τη συντριβή και τα δάκρυά του για όλες τις φρικαλεότητες, τις εκτροπές και τα εγκλήματα
που είχε διαπράξει στην προηγούμενη ζωή του. Αποφασισμένος, λοιπόν, βγήκε από το γραφείο του
και διέταξε ν' απελευθερώσουν αμέσως το νεαρό Σαούλ, για να τον στείλει στον πατέρα του και
έτσι να ανασκευάσει τη θλιβερή εντύπωση που προξένησε.
Οι διαταγές του, εκτελέστηκαν αμέσως, αλλά δυσάρεστη έκπληξη τον περίμενε, όταν τον
πληροφόρησαν ότι ο Σαούλ είχε εξαφανιστεί από τη φυλακή.
Φαντάστηκε ότι πρόκειται για απόδραση και αυτό ησύχασε τη συνείδησή του, γιατί το παιδί
ασφαλώς θα κατέφευγε στο σπίτι του πατέρα του.
Διέταξε λοιπόν τους αρμόδιους να μην προβούν σε καμιά δίωξη εναντίον του φυγάδος, στον
οποίο, εν καιρώ, θα γνωστοποιούσε το μετριασμό της ποινής του.
Δεν ήξερε ότι σ' όλες τις ρωμαϊκές επαρχίες, ομάδες κακοποιών, υπό την αιγίδα της κρατικής
μηχανής, εμπορεύονταν πουλώντας τους νέους κατάδικους στους επιτήδειους εμπόρους σκλάβων,
για τα σκλαβοπάζαρα των μεγάλων πόλεων όλου του κόσμου.
Πουλημένος, λοιπόν, κρυφά ο Σαούλ με τα νιάτα και το γερό κορμί, μαζί με πολλούς άλλους,
μπάρκαρε στο παλιό λιμάνι της Ιόππης για τη Ρώμη. Τον συναντάμε ύστερα από μήνες πάνω σε μια
μεγάλη εξέδρα κοντά στην αγορά, ανάμεσα σε ένα θλιβερό πλήθος εξαγριωμένων σκλάβων κάθε
φύλου και ηλικίας, μισόγυμνο, ξυπόλυτο, με μια πινακίδα κρεμασμένη στο λαιμό και με μάτια που
άστραφταν από μίσος, με ένα άσπρο μάλλινο σκούφο στο κεφάλι και με πόδια πασαλειμμένα με
γύψο, να διαφημίζεται προς πώληση μαζί με όλους τους άλλους, από έναν αγροίκο και
αποκρουστικό άνθρωπο, στο πλήθος που τον τριγύριζε.
-Πολίτες, φώναζε, με βροντερή φωνή. Κάντε μου τη χάρη να προσέξετε. Όπως ξέρετε, δε
βιάζομαι να πουλήσω το εμπόρευμά μου, γιατί δε χρωστάω σε κανέναν, μα αν είμαι εδώ, είναι γιατί
θέλω να εξυπηρετήσω εσάς τους αξιότιμους Ρωμαίους...
Και δείχνοντας πότε τον έναν και πότε τον άλλον άτυχο σκλάβο, συνέχιζε τα χοντρά και
υβριστικά του λόγια.
-Κοιτάξτε αυτόν το νέο.. Είναι δείγμα λαμπρής υγείας. Είναι πειθήνιος και γλυκός, υπακούει
με το πρώτο. Παρατηρήστε την κορμοστασιά του και σας βεβαιώνω για το γερό του οργανισμό. Ή,
-Προσέξτε αυτόν τον άνθρωπο... Μιλάει άπταιστα τα ελληνικά και είναι καλοκαμωμένος από
το κεφάλι ως τα πόδια.
Και συνέχισε να διαφημίζει το εμπόρευμά του με τέτοια πομπώδη λόγια, ώσπου έφτασε η
σειρά του νεαρού Σαούλ, που η φυσιογνωμία του θύμιζε μανιασμένη τίγρη.
-Κοιτάξτε καλά αυτόν το νέο. Μόλις έφτασε από την Ιουδαία και είναι το ωραιότερό μου
δείγμα υγείας, υπακοής και δυνάμεως. Είναι το καλύτερό μου εμπόρευμα στο σημερινό παζάρι.
Προσέξτε τα νιάτα του, αξιότιμοι Ρωμαίοι. Σας τον πουλώ σε χαμηλή τιμή.
Ο νεαρός σκλάβος, κοίταξε τον έμπορο με οργή και μίσος. Σκληρές επιθυμίες μελλοντικής
εκδικήσεως τον πλημμύριζαν. Το ύφος του εντυπωσίασε το πλήθος της πλατείας και όλοι
μαζεύτηκαν γύρω του.

Κάποιος πλησίασε τον έμπορο και του είπε χαμηλόφωνα.
-Φλάκους, το αφεντικό μου χρειάζεται ένα νέο κομψό και γερό για τις αρματοδρομίες των
παιδιών του. Ο νέος αυτός με ενδιαφέρει. Δε μειώνεις λίγο ακόμη την τιμή;
-Ας είναι, μουρμούρισε ο άλλος με εμπορικό ύφος. Το συμφέρον μου είναι να εξυπηρετώ την
αξιότιμη πελατεία μου.
Ο αγοραστής ήταν ο Βαλέριος Βρούτος, επιστάτης στο σπίτι του Φλαμίνιου Σεβήρου, που τον
είχε επιφορτίσει να βρει ένα νέο σκλάβο με καλή εμφάνιση, για να απασχολείται με τις
αρματοδρομίες των γιων του, στις μεγάλες ρωμαϊκές εορτές.
Έτσι λοιπόν, ο γιος του Αντρέ Τζιώρας, οδηγημένος από την τύχη με εχθρικά και ταπεινά
αισθήματα μίσους, μπήκε σκλάβος στο σπίτι του Σεβήρου, στην υπηρεσία των δυο γιων του, του
Πλίνιου και του Αγρίππα, πουλημένος σε εξευτελιστική τιμή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
Στο σπίτι του Πιλάτου
Η ξηρασία, κάνει την Ιερουσαλήμ ονομαστή για τη μελαγχολική της ομορφιά και τη μονοτονία
της. Στην εποχή του χριστού η όψη της ήταν σχεδόν ίδια με τη σημερινή, μόνο που μέσα σ' αυτόν
τον άγονο, στεγνό και ξερό ορίζοντα, υπήρχε στο λόφο Μίζπα μια γωνιά καταπράσινη και χαρωπή,
για να ακουμπήσει η ματιά του ξένου και να ξεκουραστεί.
Θα πρέπει όμως, ν' αναφέρουμε ότι κατά την εποχή εκείνη η πόλη βρισκόταν σε άνθιση. Οι
οικοδομήσεις του Ηρώδη είχαν νέο αισθητικό στυλ.
Η χαρακτηριστική προτίμηση του Εβραϊκού λαού στους λαξευμένους ζωηρόχρωμους
μονόλιθους είχε αντικατασταθεί από το Ελληνικό στυλ, με το οποίο και ανακαίνιζαν τα παλιά
κτίρια της ξακουστής πόλεως. Το περίλαμπρο όμως κόσμημά της ήταν ο Ναός τους, ολοκαίνουριος
κατά την εποχή του Χριστού, ξαναχτισμένος από τον Ηρώδη στο έτος 21 μ.Χ. Μόνον για να
χτιστούν τα προπύλαια, χρειάστηκαν οκτώ χρόνια και το όλο μεγαλοπρεπές έργο, έφθασε να
τελειώσει μόνον λίγο πριν κατεδαφιστεί τελείως. Στέγαζε την Αγορά, τα Δικαστήρια, το
Πανεπιστήμιο, και στις απέραντες αυλές του συγκέντρωνε καθημερινώς την πνευματική
αριστοκρατία των Εβραίων.
Εκεί διαδραματίζονταν όλες οι θεολογικές και πολιτικές μηχανορραφίες και θα ήταν ακριβές
αν λέγαμε, ότι στον ύψιστο αυτό Ναό, στεγαζόταν όλη η υπερηφάνεια και η αλαζονεία της φυλής.
Οι Ρωμαίοι εσέβοντο τη θρησκεία των ξένων λαών, δεν συμμετείχαν στις συζητήσεις και στα
σοφίσματά τους, στρατοπεδευμένοι όμως στον Πύργο “ΑΝΤΩΝΙΑ” που κυριαρχούσε στον
περίβολο του Ναού, κατόρθωναν να έχουν το συνεχή έλεγχο επί όλων των κινήσεων των ιερέων
και του λαού.
Ο Πούμπλιος Λέντουλος άρχισε να ασχολείται σοβαρά με την καθημερινή του εργασία.
Η θεαματική ξηρασία της Ιερουσαλήμ, σαν κάτι καινούργιο, τον μάγευε και τον ξεκούραζε
από τους κόπους και το άγχος που τον βασάνιζε στη Ρώμη.
Όσο για τη Λίβια, προσπαθώντας να μελετήσει όλα τα ξένα προς το χαρακτήρα της νέα
πρόσωπα που ζούσαν μαζί της, έστρεφε τις σκέψεις της και την καρδιά της προς τους μακρινούς
αγαπημένους της.
σαν από θαύμα, η μικρή Φλάβια καλυτέρευσε αισθητά. Οι πληγές άρχισαν να επουλώνονται
και σιγά-σιγά η υγεία ξαναγύριζε στο παιδικό κορμάκι.
Όμως η εχθρική στάση της Φούλβιας, που ζηλεύοντας την απλότητα και την εξαιρετική της
χάρη, δε δίστασε πολλές φορές να της πετάει κατάμουτρα με σαρκασμό και ειρωνεία, προσβλητικές
κουβέντες, την πλήγωνε βαθιά. Βέβαια, τίποτε απ' όλα αυτά δεν ήξερε ο Πούμπλιος, γιατί από
λεπτότητα απέφευγε να του εμπιστεύεται τις προσωπικές της απογοητεύσεις και δυσαρέσκειες.
Πάνω απ' όλα όμως, κάτι άλλο την ταπείνωνε περισσότερο μέσα σ' αυτό το περιβάλλον. Εδώ και

μια βδομάδα που έφθασαν στην πόλη, ο Πόντιος Πιλάτος αντίθετα με τις συνήθειές του, τους
επισκεπτόταν καθημερινά, προφασιζόμενος ότι οι συζητήσεις με τους νεοφερμένους του ήταν πολύ
ενδιαφέρουσες. αλλά η Λίβια με τη γυναικεία της διαίσθηση, ένιωθε τις μυστικές βλέψεις του
διοικητή και ανησυχούσε από τις θερμές ερωτικές ματιές και τα υπονοούμενά του.
Φαίνεται όμως, ότι και η Φούλβια, παρακολουθούσε με αγανάκτηση και ζήλια τη στάση του
Πιλάτου, που τις κάλυπτε με δόλια φιλία.
Ο Πούμπλιος και η Λίβια δεν κατάλαβαν δυστυχώς το βούρκο που τους τριγύριζε και
απειλούσε την ψυχική τους ηρεμία και έτσι μ' εμπιστοσύνη και αφέλεια ακολούθησαν το σκοτεινό
και θλιβερό μονοπάτι των δοκιμασιών που τους επιφύλασσε η Ιερουσαλήμ.
Ο Πιλάτος, προφασιζόμενος ευγένεια και καλοσύνη, διοργάνωσε στο μέγαρό του δεξίωση
προς τιμήν τους, όπου παρευρέθησαν ο Σάλβιος και ο Πούμπλιος με τους δικούς του.
Η Κλαύδια τους υποδέχθηκε με καλοσύνη και συμπάθεια.
Η Λίβια, παρ' ότι αυτό ξένισε το σύζυγό της, απέμεινε και πήρε μαζί της την κορούλα της,
θέλοντας να τη μεταχειριστεί σαν ασπίδα για να προφυλαχθεί από τις επικίνδυνες και ανήθικες
διαθέσεις του αμφιτρύωνα τους, που σα γυναίκα προμάντευε.
Το δείπνο σερβιρισμένο σύμφωνα με τα αυστηρά έθιμα της αυλής, ζάλισε τη Λίβια με την
επισημότητά του. Απλή όπως και η Καλπούρνια στις δεξιώσεις της, πάντα απέφευγε την περιττή
λαμπρότητα.
Μια πραγματική στρατιά από σκλάβους πήγαινε και ερχόταν για να περιποιηθεί τόσο λίγους
καλεσμένους. Αγγελιοφόροι προσφωνούσαν τα ονόματα των καλεσμένων, ενώ οι υπηρέτες
τοποθετούσαν τα πιάτα με συμμετρία.
Οι καλεσμένοι ξάπλωναν στα σκεπασμένα με χαλιά και πέταλα λουλουδιών ανάκλιντρα, ενώ
άλλοι υπηρέτες έφεραν τα κρέατα σε χρυσές πιατέλες και τα ψωμιά σε μαλαματένιες.
Οι δοκιμαστές αφού δοκίμασαν τα εξαίσια φαγητά, επέτρεψαν το σερβίρισμα, βεβαιώνοντας
την άριστη γεύση και ποιότητά τους.
Οι οινοχόοι τριγυρίζοντας τις σάλες, πρόσφεραν σε κύπελλα στολισμένα με πολύτιμους
λίθους, ένα παλιό εκλεκτό Φαλέρνο ανακατεμένο με αρώματα, ενώ οι σκλάβοι τους ακολουθούσαν
προσφέροντας σε αργυρά δοχεία ζεστό ή κρύο νερό. Κοντά στους καναπέδες, όπου οι καλεσμένοι
έγερναν αναπαυτικά, νεαροί σκλάβοι καλοντυμένοι, με σαρίκι στο κεφάλι και με πόδια και χέρια
γυμνά, ήταν επιφορτισμένοι, άλλοι με μακριά κλαδιά μυρτιάς να διώχνουν τις μύγες και άλλοι
γονατιστοί μπροστά στα πόδια των καλεσμένων να καθαρίζουν ντροπαλά τις βρωμιές της
λαιμαργίας και της ακολασίας τους.
Μετά το φαγοπότι, αφού οι αφοσιωμένοι και ταπεινοί σκλάβοι εξετέλεσαν δεκαπέντε
διαφορετικές εργασίες, τα σαλόνια λαμποκοπούσαν από εκατοντάδες δαυλούς και αντηχούσαν
ευχάριστη μουσική.
Καλοκαμωμένοι νεαροί σκλάβοι εκτελούσαν ερωτικούς και φιλήδονους εξωτικούς χορούς
προς χάριν των καλεσμένων.
Στα μεγάλα γλέντια της αυλής συνηθιζόταν το θλιβερό νούμερο των μονομαχιών, μα ευτυχώς,
κατά παράκληση της Λίβιας, παρελήφθη από το πρόγραμμα η σκηνή της ανθρώπινης αυτής
αιματοχυσίας.
Η νύχτα ήταν μία από τις πιο ζεστές και μετά το γλέντι όλοι κατέφυγαν στον ευρύτερο εξώστη,
όπου νεαρές σκλάβες έπαιζαν γλυκιά ανατολίτικη μουσική.
-Δεν περίμενα να συναντήσω στην Ιερουσαλήμ μια νύχτα Πατρικίων σαν αυτή, είπε
συγκινημένος ο Πούμπλιος στο διοικητή με ευγένεια και σεβασμό. Χάρις στην ευγενική σας
πρόσκληση, ξαναζώ το περιβάλλον της αυλής όπου οι ξενιτεμένοι Ρωμαίοι στρέφουν την καρδιά
και τη σκέψη τους.
-Βουλευτά μου, το σπίτι μου είναι δικό σας, απάντησε ο Πιλάτος με οικειότητα. Δεν ξέρω πώς
θα σας φανεί η πρότασή μου, αλλά θα με τιμούσατε ιδιαίτερα, αν δεχόσαστε να φιλοξενηθείτε εδώ,
μαζί με την οικογένειά σας.
Η κατοικία του Πραιτοριανού Σάλβιο, δε διαθέτει τις απαραίτητες ανέσεις και καθώς η
γυναίκα μου συγγενεύει με τη γυναίκα του θείου σας, με μεγάλη χαρά σας κάνω αυτή την
πρόσκληση χωρίς να παραβούμε τις κοινωνικές συνήθειές μας.

-Ω! φώναξε ο Σάλβιος που ήταν παρών στη συζήτηση. Εγώ και η Φούλβια δε συμφωνούμε
καθόλου μ' αυτή την πρόταση.
-Έτσι δεν είναι καλή μου; ρώτησε μ' εμπιστοσύνη τη γυναίκα του.
Προς έκπληξη όμως όλων των παρευρισκομένων, η Φούλβια απάντησε:
-Βεβαίως. Η Λίβια και ο Πούμπλιος είναι προσκεκλημένοι μας. Ξέρουμε όμως, ότι ο
κυριότερος λόγος του ταξιδιού τους είναι η υγεία της μικρής τους κι αυτό προέχει αυτή τη στιγμή.
Αν λοιπόν, η πρόταση αυτή μπορεί να βοηθήσει την άρρωστη, δεν έχουμε το δικαίωμα να τους
στερήσουμε την ελευθερία ν' αποφασίσουν. Και προχωρώντας βιαστικά προς το μαρμάρινο πάγκο
όπου αναπαυόταν η Φλάβια, είπε σκανδαλίζοντας όλους:
-Πράγματι αυτή η μικρή μας απασχολεί πολύ. Η καταξεσχισμένη επιδερμίδα της και οι
απαίσιες πληγές της θυμίζουν...
Δεν πρόφτασε να τελειώσει τη φράση της, όταν η Κλαύδια που, αντίθετα από την αδερφή της,
είχε λεπτή και ευγενική ψυχή, τη διέκοψε γιατί κατάλαβε τη λύπη που θα προκαλούσαν τα λόγια
της.
-Δε βλέπω τίποτε που να δικαιολογεί τέτοιους φόβους. Η Φλάβια είναι αρκετά καλά και το
κλίμα της Ιερουσαλήμ θα την κάνει τελείως καλά. Και παίρνοντας τη μικρή στην αγκαλιά της,
φίλησε το μελανό και πληγωμένο πρόσωπό της, για να διασκεδάσει την κακή εντύπωση των λόγων
της αδελφής της.
Η Λίβια κατακόκκινη και ταπεινωμένη από τα λόγια της Φούλβιας, δέχθηκε αυτή τη
λεπτότητα σα βάλσαμο και ο Πούμπλιος ξαφνιασμένος, έντυσε την πικρία και την αγανάκτησή του
με το προσωπείο της σοβαρότητας λέγοντας:
-Ναι, φίλοι μου. Η υγεία της κόρης μας υπήρξε ο κύριος σκοπός αυτού του μακρινού ταξιδιού
μας. Αφού έλυσα τα προβλήματα του Κράτους που με περίμεναν στην Ιερουσαλήμ, τώρα
λογαριάζω να μεταφερθώ σε μια από τις περιοχές του εσωτερικού, όπου η Φλάβια στον καθαρό
αέρα, θα ανακτήσει τις δυνάμεις της.
-Σωστή σκέψη, παρατήρησε ο Πιλάτος. Έξι χρόνια σ' αυτή τη χώρα, έχω επισκεφθεί όλες τις
επαρχίες και ξέρω το κλίμα τους. Η Γαλιλαία κατέχει την πρώτη θέση. Για ανάπαυση πηγαίνω
πάντα στην έπαυλή μου στα περίχωρα της Ναζαρέτ, κι απολαμβάνω την ήσυχη φύση της,
αναπνέοντας το δροσερό αέρα της απέραντης λίμνης. Βέβαια, είναι μακριά. Αλλά αν προτιμήσω τις
επαύλεις μου των κοντινών προς την πόλη προαστίων, δε θα βρω ησυχία από τους ραβίνους του
Ναού που πάντα και κάτι σου ζητούν. Και τώρα ακριβώς σκοπεύω να στείλω το Σουλπίκιο να
επιβλέψει μερικές επισκευές εκεί, ώστε να είναι όλα έτοιμα σε λίγο που θα πάω να αναπαυθώ.
Αφού λοιπόν η πρότασή μας για την Ιερουσαλήμ δε σας εξυπηρετεί, μήπως θα έχουμε την
ευχαρίστηση να σας φιλοξενήσουμε στην έπαυλή μας στη Ναζαρέτ;
-Ευγενικέ φίλε, σας ευχαριστώ, αλλά δεν επιθυμώ να σας ενοχλήσω, απάντησε ο Πούμπλιος.
Θα σας ήμουν όμως υποχρεωμένος, αν ο φίλος σας Σουλπίκιος κατάφερνε να βρει για μας στη
Ναζαρέτ, μια απλή και άνετη κατοικία, που θα τη διαμορφώσουμε σύμφωνα με τις ανάγκες και το
γούστο μας, και όπου θα μπορέσουμε να περάσουμε μερικούς ήσυχους μήνες.
-Με μεγάλη μου χαρά.
-Θαυμάσια, είπε η Κλαύδια με καλοσύνη, ενώ από τη σκέψη της Φούλβιας περνούσαν
φοβερές υποψίες. Θ καθοδηγήσω την καλή μου Λίβια στη φυσική αγροτική ζωή, όπου κανείς
αισθάνεται τόσο ωραία!...
-Φθάνει να μη μεταβληθείτε σε Εβραίες, είπε με ευστροφία ο Πούμπλιος, και όλοι γέλασαν
πρόσχαρα.
Ο Σουλπίκιος Ταρκύνιος, άνθρωπος της εμπιστοσύνης του διοικητή, άκουσε για τις εργασίες
που του ανέθεταν στη Ναζαρέτ και ενθαρρυμένος, με μια εκπλήττουσα ελευθερία, ρώτησε:
-Μια και γίνεται λόγος, μήπως, αλήθεια, ακούσατε τίποτε για τον Προφήτη της Ναζαρέτ,
αυτόν που κάνει μεγάλα και σπουδαία πράγματα;
-Τι είναι αυτά Σουλπίκιε; ειρωνεύτηκε ο Πιλάτος. Αγνοείς λοιπόν ότι, στην Ιουδαία, κάθε μέρα
γεννιόνται προφήτες; Μήπως είναι τίποτε άλλο οι αγώνες στο Ναό; Όλοι οι νομομαθείς, με τις
καινοτομίες τους, θεωρούνται εμπνευσμένοι από τον Ουρανό.
-Αυτός όμως για τον οποίο σας μιλώ, είναι τελείως διαφορετικός.

-Μήπως κατά τύχη ασπάσθηκες καμιά καινούργια θρησκεία;
-Όχι, ασφαλώς. Καταλαβαίνω το φανατισμό και την τύφλωση αυτών των άθλιων υπάρξεων,
αλλά εντυπωσιάστηκα από τη φυσιογνωμία ενός Γαλιλαίου, που προ καιρού πέρασε από την
Καπερναούμ. Στο κέντρο μιας πλατείας, είδα ένα πλήθος κόσμου καθισμένο σε πέτρινους πάγκους,
να τον ακούει εκστατικά, με θαυμασμό και συγκίνηση. Ακόμη κι εγώ σπρωγμένος από μια
μυστηριώδη δύναμη, εκάθησα να τον ακούσω. Από τη γαλήνια και ωραιοτάτη φυσιογνωμία του
ξεχυνόταν κάτι, που κατακτούσε τον όχλο που άκουγε σιωπηλός τις υποσχέσεις του για ένα αιώνιο
βασίλειο. Τα μαλλιά του, σαν αχτίδες φωτεινές στεφάνωναν το πρόσωπό του και τα γλυκά του
μάτια φεγγοβολούσαν στο δειλινό, σκορπώντας κύματα αγάπης, στοργής, συμπόνιας,
τρυφερότητας, πραότητας και αρετής. Ξυπόλυτος και φτωχός με ολοκάθαρη χλαμύδα, αιωρούμενος
μεταξύ γης και ουρανού, με τα λόγια του αναζωογονούσε την ελπίδα σε όλους τους βασανισμένους
που τον άκουγαν. Μιλούσε με περιφρόνηση για τις κατακτήσεις και τα μεγαλεία μας, έκανε πικρή
κριτική για τα έργα του Ηρώδη στη Σεβάστεια, βεβαιώνοντας ότι πάνω από τον Καίσαρα υπάρχει
ένας παντοδύναμος Θεός, ελπίδα όλων των δυστυχισμένων και απελπισμένων. Θεωρεί όλους τους
ανθρώπους αδέλφια, που πρέπει να είναι αγαπημένα και πρεσβεύει ότι, όλοι είμαστε παιδιά αυτού
του δικαίου και σπλαχνικού Θεού, που δεν τον γνωρίζουμε...
Η φωνή του Σουλπίκιου ακουγόταν συγκινημένη, ενώ το ακροατήριο παρασυρμένο τον
άκουγε με ενδιαφέρον.
Μα ο Πιλάτος, εγωιστής στο έπακρον, διαμαρτυρήθηκε.
-Όλοι αδέλφια; Αυτό πια ξεπερνάει τα όρια. Η διδασκαλία για ένα μοναδικό Θεό, δεν είναι
κάτι νέο, στη χώρα αυτή των αγράμματων. Όμως όλοι αδέλφια; Και οι σκλάβοι; Και οι υποτελείς
της Αυτοκρατορίας; Τι θα απογίνουν λοιπόν τα προνόμια των Πατρικίων; Και αυτό που αληθινά με
εκπλήσσει Σουλπίκιε, είπε με έμφαση, είναι πώς εσύ, ένας άνθρωπος πρακτικός και με θέληση,
ανακατεύτηκες με τον όχλο και παρασύρθηκες από τα ανόητα λόγια αυτού του πλάνου νέου
προφήτη. Δεν ξέρεις ότι η συγκατάθεση ενός αξιωματικού αυξάνει πολύ το γόητρο αυτού του
ανθρώπου;
-Κύριε, ούτε εγώ ο ίδιος δε μπορώ να εξηγήσω τον εαυτό μου εκείνο το δειλινό. Έβλεπα τις
θεωρίες του ανατρεπτικές και επικίνδυνες, αφού εξισώνει τους σκλάβους και τους κυρίους, μα
σκέφθηκα πως η χαρά και η ευτυχία που αντλούσαν κι αυτός κι οι οπαδοί του, από την ίδια τους τη
φτώχεια, είναι κάτι που αναμφισβήτητα δε μπορεί να φοβίσει τις επαρχιακές Αρχές. Εκτός αυτού
δεν απασχολεί τους χωρικούς, γιατί διδάσκει κατά τις ώρες της αναπαύσεως και τέλος τον νομίζω
ακίνδυνο, γιατί οι στενοί του μαθητές είναι ψαράδες, οι πιο αγράμματοι και ταπεινοί της λίμνης…
-Μα πώς αφέθηκες να παρασυρθείς από αυτόν τον άνθρωπο;
-Σ’ αυτό κάνετε λάθος, απάντησε προσεχτικά. Δε μου προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση, και δε
βλέπω τίποτε το υπερφυσικό, στην απλότητά του. Πιστεύω πως η επιστήμη της Αυτοκρατορίας θα
εξηγήσει το γεγονός που θα σας διηγηθώ και με αυτόν τον τρόπο θα απαντήσω και στην ερώτησή
σας.
Δεν ξέρω αν γνωρίζετε ένα παλιό αξιωματικό, αποσπασμένο στη Ναζαρέτ, τον Κοπόνιο, μα θα
σας διηγηθώ το γεγονός, όπως εγώ το είδα. Όταν ο νέος αυτός προφήτης τελείωσε την ομιλία του, ο
γνωστός μου αυτός, του παρουσίασε το μισοπεθαμένο παιδάκι του ικετεύοντάς τον, να το σώσει.
Τον είδα να στρέφει τα λαμπερά μάτια του στον ουρανό, σα να ζητούσε τη βοήθεια των θεών και
να ακουμπά τα χέρια του στο μικρό που είχε προσηλώσει τα μάτια του στον προφήτη. Αμέσως, σαν
νέες δυνάμεις να το ξαναζωντάνεψαν, άρχισε να κλαίει και να ζητά τα χάδια του πατέρα του.
-Μα ακόμη και αξιωματικοί προσφεύγουν στις ανοησίες των Ιουδαίων; Πρέπει να
επικοινωνήσω με τις αρχές της Τιβεριάδος σχετικά με αυτά τα γεγονότα, είπε ο κυβερνήτης,
φανερά οργισμένος.
-Πράγματι, το γεγονός είναι περίεργο, επικύρωσε επίσης οργισμένος ο Πούμπλιος.
-Η αλήθεια , φίλε μου, είναι, είπε ο Πιλάτος απευθυνόμενος προς αυτόν, πως σ’ αυτό τον τόπο
κάθε μέρα γεννιούνται θρησκείες. Ο λαός αυτός, είναι τελείως διαφορετικός από το δικό μας, χωρίς
σκέψη και πρακτικισμό.
Εδώ, είναι δύσκολο σ’ ένα κυβερνήτη να διαφυλάξει με αυστηρότητα το κύρος της
Αυτοκρατορίας, γι’ αυτό, υπακούοντας στις εντολές της κεντρικής κυβερνήσεως, παραβλέπω τα

μεμονωμένα γεγονότα και δίνω περισσότερη βαρύτητα στην εξέταση των αποφάσεων των ιερών
του Συνεδρίου, που αντιπροσωπεύουν τα όργανα της πραγματικής διοικήσεως και μαζί μας
μελετούν και λύνουν όλα τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα.
Η απάντηση ευχαρίστησε τον Πούμπλιο. Οι κυρίες επηρεάσθηκαν πολύ από τη διήγηση του
Σουλπίκιου, ως και η μικρή Φλάβια που άκουγε με όλη την παιδική της περιέργεια. Οι σκέψεις τους
άρχισαν να κλονίζουν την ευθυμία της βραδιάς και ο διοικητής είπε, για να αλλάξει ατμόσφαιρα. ?
Ωχ, αδελφέ! σε ένα αξιωματικό που κόντρα στο συμφέρον του, σκιάζει με τις διηγήσεις του την
ευθυμία μας, αρμόζει σκληρή τιμωρία?
-Ας κατεβούμε στον κήπο ν’ ακούσουμε μουσική, πρότεινε, και όλοι δέχτηκαν, με χαρά.
Αφού, τοποθέτησαν άνετα σ’ ένα δωμάτιο τη Φλάβια, χωρισμένοι σε τρεις ομάδες, σκόρπισαν
στον κήπο με τους αναμμένους δαυλούς και τη λάγνα τους μουσική.
Ο Πούμπλιος και Κλαύδια θαύμαζαν τη φύση κουβεντιάζοντας. Ο Σουλπίκιος ερωτοτροπούσε
με τη Φούλβια. Ο Σάλβιος Λέντουλος θαύμαζε τα έργα τέχνης και ο Πιλάτος πολλαπλασίαζε τις
ευγένειες και τις περιποιήσεις του προς τη Λίβια, προσπαθώντας σκόπιμα να απομακρύνεται από
τους άλλους.
Η ομορφιά, η χλωμάδα, η ευγένεια, η λεπτότης, η γοητεία και ο σεβασμός που επέβαλε η
παρουσία της, την έκαναν στα μάτια του τη βραδιά εκείνη πιο θελκτική από ποτέ και μεγάλωναν το
πάθος του.
-Ευγενικιά Λίβια, δε μπορώ άλλο, να σωπάσω μπροστά στη χάρη και την ομορφιά σας, άρχισε
συγκινημένος. Ξέρω πως η καρδιά σας απωθεί τα αισθήματά μου και λυπάμαι που δε συμμερίζεσθε
τον έρωτά μου. Αλλά νιώθω την ανάγκη να τον εκφράσω, κυριολεκτικά αφοσιωμένος και
υποταγμένος στη γοητεία σας.
-Σας βεβαιώνω ότι κι’ εγώ επίσης λυπάμαι που σας ενέπνευσα τέτοια αισθήματα, απάντησε με
αξιοπρέπεια. Νομίζω όμως, ότι τα λόγια σας δεν αρμόζουν σ’ ένα πατρίκιο με υπέρτατες
υπευθυνότητες σαν τις δικές σας και αναλογίζομαι τη φιλία και την εμπιστοσύνη που τρέφει ο
άντρας μου για σας.
-Μα στα ζητήματα της καρδιάς, ικέτευσε, τι σχέση έχουν τα καθήκοντά μας; Γι’ αυτά έχω
υψηλή αντίληψη και ξέρω να αντιμετωπίσω τη λύση όλων των προβλημάτων της αρμοδιότητάς
μου. Όμως, προσπαθώ να θυμηθώ πού σας έχω ξαναδεί. Όταν σας πρωτοσυνάντησα, μου φάνηκε
πως ξανάβλεπα μια λατρευτή και αξέχαστη οπτασία. Μια εβδομάδα τώρα, αγωνιώ και τυραννιέμαι.
Έκανα το παν για να αντισταθώ στα αισθήματά μου και να αποφύγω αυτή τη δυσάρεστη σκηνή,
αλλά ομολογώ πως μου είναι αδύνατον πια να συγκρατηθώ.
-Κάνετε λάθος, κύριε. Μεταξύ μας, κανένας άλλος δεσμός δε μπορεί να υπάρξει, πλην του
σεβασμού και των κοινωνικών μας σχέσεων. Αν θεωρείτε το λειτούργημά σας υψηλό, δεν πρέπει να
ξεχνάτε, ότι ο πολιτικός πρέπει να εκπληρώνει πάντοτε με ήθος τις υποχρεώσεις του και να
καλλιεργεί τις αρετές του έτσι, ώστε να προστατεύει την ίδια του τη συνείδηση από τη διαφθορά.
-Μα το πρόσωπό σας με έκανε να ξεχάσω όλες μου τις υποχρεώσεις. Πού τελοσπάντων σας
έχω ξαναδεί, ώστε να αισθανθώ για σας αμέσως τέτοια αφοσίωση;
-Ω! σωπάστε, για όνομα των θεών, ψιθύρισε κάτωχρη η Λίβια. Ποτέ δε σας ξαναείδα πριν
φθάσω στην Ιερουσαλήμ και ικετεύω τον ανδρισμό και τον ιπποτισμό σας να καταπνίξουν αυτά τα
αισθήματα που τόσο με πικραίνουν. Εσείς, ένας τόσο τυχερός σύζυγος, με μια αγνή και τίμια
γυναίκα, να μιλάτε έτσι!... Νομίζω πως είναι σωστή τρέλα!...
Και απότομα, εξουθενωμένη από τόσες συγκινήσεις νιώθοντας πως θα λιποθυμήσει, πρόλαβε
να στηριχτεί σ' ένα κοντινό δέντρο.
Ο διοικητής φοβούμενος τις συνέπειες, της έπιασε το λεπτό της χέρι για να τη βοηθήσει, αλλά
σ' αυτή την επαφή, η επαναστατημένη Λίβια ανέκτησε τις δυνάμεις της και ορθώνοντας σταθερά το
κεφάλι, ευχαρίστησε τυπικά, ενώ κατά καλή τύχη ο Πούμπλιος και η Κλαύδια ήλθαν να τους
συναντήσουν και, βέβαια, η συζήτηση στράφηκε γύρω από άλλα θέματα.
Όμως, η σκηνή αυτή που τάραξε τόσο τους πρωταγωνιστές της, δεν έμεινε μεταξύ τους. Η
Φούλβια και ο Σουλπίκιος την παρακολούθησαν κρυμμένοι πίσω από τα σκοτεινά χαμόκλαδα.
-Μπα!... ειρωνεύτηκε ο αξιωματικός, ώστε έχασες την αφοσίωση του Έπαρχου της Ιουδαίας;
Η Φούλβια, αναστατωμένη από ζήλια και οργή, δεν απάντησε.

-Δεν απαντάς; συνέχισε ο Σουλπίκιος, απολαμβάνοντας το θέαμα. Γιατί λοιπόν με αποφεύγεις
εμένα, που θέλω να σου προσφέρω την αληθινή μου αφοσίωση;
Η ερωτευμένη με τον Πιλάτο Φούλβια, σιωπηλή, παρακολούθησε τη σκηνή και ασυγκράτητη
οργή φούντωσε μέσα της όταν τον είδε να κρατά το αναίσθητο χέρι της Λίβιας και να της ψιθυρίζει
λόγια που δεν άκουγε, μα που μάντευε.
Όταν η Κλαύδια και ο Πούμπλιος έδωσαν τέλος στην αγωνία όλων, στράφηκε προς το συνοδό
της και είπε βραχνά:
-Θα υποκύψω σε όλες τις επιθυμίες σου, αν με βοηθήσεις. -Σε τι;
-Στο να γνωστοποιήσουμε στο γερουσιαστή, εν καιρώ, την απιστία της γυναίκας του.
-Μα πώς;
-Πρώτον, θα καταφέρεις ώστε να μην εγκατασταθεί ο Πούμπλιος στη Ναζαρέτ, αλλά πιο
μακριά, για να δυσκολευτούν οι σχέσεις της Λίβιας και του Διοικητή. Ύστερα θα μεσολαβήσω
προσωπικώς να υποδεχθείς για την ασφάλεια του γερουσιαστή στον παραθερισμό του, ώστε από τη
θέση σου αυτή να κατευθύνεις την επιτυχία του σχεδίου μας... Αν αυτό γίνει, θα ανταμείψω τις
καλές σου υπηρεσίες με την απόλυτη αφοσίωσή μου.
Ο Σουλπίκιος, άκουγε σιωπηλός και αναποφάσιστος, μα η συνοδός του αδημονώντας να
επισφραγίσει επί τόπου την ολέθρια αυτή συνεργασία, ρώτησε με σταθερή φωνή:
-Σε όλα σύμφωνοι;
-Απολύτως, απάντησε, ο αξιωματικός ήδη αποφασισμένος. Και σα να μην είχαν μόλις
συνομολογήσει αυτή την καταχθόνια συνθήκη, και οι δυο, σωστή προσωποποίηση του πείσματος
και της ασέλγειας, ενώθηκαν με τη συντροφιά, φορώντας τη μάσκα της φιλίας και της ευθυμίας.
Οι ώρες πέρασαν και η βραδιά τελείωσε με ευχαριστίες και ευγένειες όπως απαιτεί η
κοινωνική ετικέτα.
Η Λίβια, που αισθανόταν την ανάγκη να ξεκουραστεί, ύστερα από τέτοιες συγκινήσεις,
απέφυγε να μιλήσει στον Πούμπλιο για τη σκηνή του κήπου, με τη σταθερή απόφαση να μην
ερεθίσει τον άνδρα της και δημιουργήσει κοινωνικές ανωμαλίες και υποσχέθηκε στον εαυτό της, να
αποφύγει με κάθε θυσία το σκάνδαλο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Στη Γαλιλαία
Την επομένη, πρωί- πρωί η Φούλβια έχοντας καταστρώσει το καταχθόνιο σχέδιό της,
επισκέφθηκε τον Πούμπλιο, στο ιδιαίτερο γραφείο του.
-Γερουσιαστά μου, άρχισε, η συγγενική μας σχέση, μου δίνει το θάρρος να σε συμβουλεύσω σ'
ένα σοβαρό ζήτημα. Θεωρώ καθήκον σου να προφυλάξεις τη γυναίκα σου από τους ίδιους σου τους
φίλους, γιατί εχθές τελείως τυχαία, είχα την ατυχία να την παρακολουθήσω σε μια ιδιαίτερή της
αισθηματική συνομιλία με τον διοικητή...
Ο Πούμπλιος, σαν ευγενής άνθρωπος, εξεπλάγη από το χοντροειδές αυτό ύφος και με ευγένεια
απέκρουσε την προσβολή, εξαίροντας την ηθική της γυναίκας του, ενώ η Φούλβια άρχισε να
διηγείται τη σκηνή πλουτίζοντάς την με κάθε είδους κακοήθεις φανταστικές λεπτομέρειες. Εκείνος
με σθένος και οργή απέρριψε αυτές τις αποδείξεις, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στην αγάπη και
το χαρακτήρα της Λίβιας.
-Πολύ καλά, αγαπητέ μου. Βλέπω πως έχεις απεριόριστη καλοσύνη και αγάπη. Είναι πάντως
καλό για τους άνδρες, να μην απορρίπτουν τις συμβουλές μιας έμπειρης γυναίκας. Άλλωστε, την
απόδειξη ότι η Λίβια άρχισε να παίρνει τον πλατύ δρόμο της παρανομίας, θα την έχεις πολύ
σύντομα, όταν θα δεις ότι θα επιδιώξει την άμεση αναχώρησή σας για τη Ναζαρέτ, όπου ο
διοικητής θα προσπαθήσει να τη συναντήσει.
Και τελειώνοντας έτσι, αποσύρθηκε βιαστικά, αφήνοντας τον Πούμπλιο τρομαγμένο από το

ποταπό και δόλιο περιβάλλον της νέας τους ζωής. Ούτε μια στιγμή δεν αμφέβαλε για την
ανεκτίμητη γυναίκα του και η συνείδησή του επαναστατούσε μπροστά σ' αυτές τις πλεκτάνες και
τις συκοφαντίες.
Ένιωσε μεγάλη μοναξιά σ' αυτή τη χώρα, όπου διαισθανόταν ότι όλα συνωμοτούσαν εναντίον
τους και όπου δε συνάντησε συνετό και γενναιόκαρδο φίλο σαν το Φλαμίνιο, τον οποίο να μπορεί
να εμπιστευθεί τις σκέψεις και τις στενοχώριες του. Βυθισμένος στις σκέψεις του, σαν σε όνειρο,
άκουσε από ένα έμπιστο σκλάβο πως ο Σουλπίκιος Ταρκύνιος, ζητούσε ιδιαίτερη ακρόαση, και τον
δέχθηκε αμέσως. Ο αξιωματικός, μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα της επισκέψεώς του, πρότεινε
πονηρά.
-Αφού με τιμήσατε με την εμπιστοσύνη σας και με εξουσιοδοτήσατε για την ανεύρεση της
εξοχικής κατοικίας σας, ήλθα να σας προτείνω την ενοικίαση ενός μεγάλου κτήματος στα περίχωρα
της Καπερναούμ μιας ωραιότατης πόλεως που βρίσκεται στο δρόμο της Δαμασκού. Ξέρω πως
προτιμάτε τη Ναζαρέτ, αλλά σε ολόκληρη την περιοχή τα άνετα σπίτια είναι σπάνια και επιπλέον,
θα υποβληθείτε σε μεγάλα έξοδα για μετατροπές και επισκευές. Το σπίτι, όμως του Πατρικίου
φίλου μου Γάιου Γκράτους που σας προτείνω στην Καπερναούμ, είναι μια θαυμάσια έπαυλη με
όλες τις ανέσεις, μέσα σε οπωροφόρα δένδρα και με ήσυχο περιβάλλον. Επιπλέον ενοικιάζεται επ'
αόριστον.
Ο γερουσιαστής που άκουγε αφηρημένος, αφυπνίσθηκε ξαφνικά και σα να μιλούσε στον εαυτό
του “από την Ιερουσαλήμ έως τη Ναζαρέτ έχουμε εβδομήντα μίλια. Πού πέφτει η Καπερναούμ;”
ρώτησε.
-Πολύ μακριά από τη Ναζαρέτ.
-Καλά Σουλπίκιε. Με υποχρεώνεις με τις φροντίδες και την ευγένειά σου και δε θα ξεχάσω, εν
καιρώ, να σε ανταμείψω. Αποδέχομαι την πρότασή σου, γιατί δεν ενδιαφέρομαι για αγορά ακινήτου
στη Γαλιλαία, αφού θα επιστρέψω γρήγορα στη Ρώμη. Σου αναθέτω. λοιπόν, εν λευκώ, να
τακτοποιήσεις το ζήτημα, εμπιστευόμενος σε σένα και στην αντίληψή σου και σ' ευχαριστώ για
όλα.
Κρυφή ικανοποίηση άστραψε στα μάτια του Σουλπίκιου που αποχαιρέτησε με σεβασμό. Ο
Πούμπλιος με το κεφάλι στα χέρια, ξαναβυθίστηκε στους συλλογισμούς του. Η προσφορά του
Σουλπίκιου έφθανε την κατάλληλη στιγμή, γιατί έτσι θα εγκαθιστούσε την οικογένειά του, μακριά
από κάθε επιρροή του διοικητή της Ιουδαίας, απομακρύνοντάς την από κάθε κακογλωσσιά και
σώζοντας έτσι την υπόληψή του. Όσο όμως κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, τα απροσδόκητα
συκοφαντικά λόγια της Φούλβιας είχαν αρχίσει να σταλάζουν στην καρδιά του το δηλητήριό τους
και να του προκαλούν ανησυχία.
Την ίδια νύχτα, μετά το γεύμα, μόνος με τη Λίβια στον εξώστη του σπιτιού, είχε την όψη
στενοχωρημένη και την καρδιά ανήσυχη.
-Αγαπημένε μου, είπε η Λίβια, που κατάλαβε απ' την όψη του ότι κάτι δυσάρεστο τον
απασχολούσε, ήλπιζα το μακρινό αυτό ταξίδι να σε ξεκουράσει και να σε δυναμώσει, μα σε βλέπω
πολύ στενοχωρημένο και θλίβομαι. Σε παρακαλώ να επισπεύσεις την απομάκρυνσή μας από τη
Ιερουσαλήμ και σου ζητώ να πάμε σ' ένα μοναχικό, ήσυχο μέρος, μακριά από τους ανθρώπους
αυτούς που δε μας μοιάζουν και που οι συνήθειές τους και τα αισθήματα τους, είναι ξένα και
άγνωστα από τα δικά μας. Πότε λογαριάζεις να φύγουμε για τη Ναζαρέτ;
-Για τη Ναζαρέτ; επανέλαβε ο Πούμπλιος, με βραχνή και θυμωμένη φωνή σαν να τον κέντρισε
μια φαρμακερή σκέψη ζήλιας.
-Ναι. Έτσι δεν αποφάσισες χθες; ρώτησε εκείνη τρυφερά.
-Έχεις δίκιο αγάπη μου, είπε ο γερουσιαστής διώχνοντας τις κακές σκέψεις του, μα άλλαξα
γνώμη και τώρα λογαριάζω να εγκατασταθούμε στην Καπερναούμ.
Και πιάνοντας το χέρι της γυναίκας του, σα να ζητούσε παρηγοριά, ψιθύρισε.
-Λίβια, ό,τι μου μένει σ' αυτό τον κόσμο, είσαι εσύ... Τα παιδιά μας τα θεωρώ λουλούδια της
ψυχής σου, που μας τα χάρισαν οι θεοί για να είμαστε χαρούμενοι. Συγχώρησέ με αγάπη μου, που
τόσον καιρό σε παραμελώ απορροφημένος από ένα παράξενο και θλιβερό όνειρο, που γεννά πικρές
προφητείες. Αγαπώ την ευαίσθητη και τρυφερή ψυχή σου και φοβάμαι μη σε χάσω, ενώ θέλω να σε
κλείσω για πάντα στην καρδιά μου... Συγχώρεσέ με....

Και όπως, εκείνη τον κοίταζε έκπληκτη και απορημένη, της γέμιζε τα χέρια με φιλιά, ενώ
καυτά δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό του.
-Τι συμβαίνει Πούμπλιε; Κλαις; φώναξε αναστατωμένη.
-Ναι. σκοτεινές σκέψεις και οραματισμοί, μου προλέγουν το τέλος της ευτυχίας μας. Αλλά
είμαι άνδρας και είμαι δυνατός. Μη μου αρνιέσαι, αγάπη μου, τη βοήθειά σου. Αν διασχίσω μαζί
σου το μονοπάτι της ζωής ξέρω πως θα νικήσω ακόμη και το αδύνατο...
Τέτοιες εκδηλώσεις, δεν τις συνήθιζε ο Πούμπλιος, και η Λίβια ανατριχιάζοντας θυμήθηκε τη
χθεσινή νύχτα και τη θρασύτητα του Πιλάτου που με ευγένεια απέκρουσε. Έτσι, με τη συνείδηση
ήσυχη, παρέσυρε τον άνδρα της σε μια γωνιά του εξώστη, όπου άρχισε να παίζει σε μια παλιά
άρπα, τραγουδώντας σιγανά στη νύχτα, με μια φωνή που θύμιζε κελάηδημα πληγωμένου αηδονιού.
Ψυχή ταίρι της ψυχής μου
Λαμπερό λουλούδι της ζωής μου
Θεϊκό αστέρι που κατέβηκες
απ' του ουρανού τις ομορφιές...
Όταν εγώ αμάρταινα σ' αυτό τον κόσμο
διαβαίνοντας μοναχικός και λυπημένος
ήλθες εσύ κοντά μου
να ανθίσεις απ' αγάπη την καρδιά μου
Ήλθες με των θεών την ευλογία
στη μοναξιά μου, να μου φέρεις
με πρόσχαρους σκοπούς
τη Θεϊκή ευτυχία.
Σ' εσένα ανεκτίμητε θησαυρέ μου
αιώνια αφοσίωση χρωστώ
Ό,τι ονειρεύεσαι, θα στο χαρίσω
μοναδική μου αγάπη, θα στ' ορκιστώ.
Επρόκειτο για μια νεανική του σύνθεση, που της είχε αφιερώσει και που το μουσικό της
ταλέντο την κρατούσε πάντα για ειδικές περιστάσεις. Μετά την τελευταία στροφή, που την
τραγούδησε με θλίψη και ακαθόριστη αγωνία, ο Πούμπλιος την έκλεισε με δύναμη στην αγκαλιά
του, θέλοντας να φυλάξει για πάντα μέσα στο στήθος του το πολύτιμο αυτό κόσμημά του, που
έτρεμε μήπως το χάσει.
Τώρα, ήταν η Λίβια που έκλαιγε με αναφιλητά, ενώ τα φιλιά του στέγνωναν το ωραίο της
πρόσωπο. Ύστερα από τη σκηνή αυτή, ο Πούμπλιος ένιωσε χαρά, διαύγεια και ανακούφιση.
Η Λίβια σα να διάβασε τις σκέψεις του, ρώτησε:
-Γιατί δε γυρίζουμε το συντομότερο στη Ρώμη; Μαζί με τα παιδιά μας θα ξαναρχίζαμε τη
γνωστή μας ζωή, ξέροντας ότι ο αγώνας κι οι δυσκολίες βρίσκονται σε όλες τις χώρες της γης και
ότι κάθε χαρά σ' αυτό τον κόσμο, σημαίνει μια ευχή των θεών!...
Ο Πούμπλιος, σκέφθηκε πολύ πριν απαντήσει.
-Η πρότασή σου αγάπη μου, είναι σωστή και συνετή, τι θα έλεγαν όμως οι φίλοι μας στη
σκέψη ότι κάναμε τόσες θυσίες και ένα τόσο μακρινό ταξίδι για να παραμείνουμε σ' αυτή τη χώρα
μόνο για μια εβδομάδα; Και η μικρή μας; Ο οργανισμός της αντιδρά τόσο καλά σ' αυτό το κλίμα!...
Ας μείνουμε μ' εμπιστοσύνη και αγάπη. Θα επισπεύσω την αναχώρησή μας για την Καπερναούμ
και σε λίγο θα βρισκόμαστε στο ήσυχο περιβάλλον που επιθυμούμε.
Και τελικά έτσι έγινε. αντιδρώντας στο περιβάλλον του ο γερουσιαστής, τακτοποίησε τα της
μετακομίσεως, κλείνοντας τ' αυτιά του κι αδιαφορώντας για τις διαβολές της Φούλβιας, ενώ η
Λίβια, απομονωμένη στο μικρό και λατρευτό κόσμο των παιδιών της, απέφευγε το διοικητή που
δεν εγκατέλειψε την πολιορκία του. Μέσα στον κύκλο όλων αυτών των σκοτεινών ανθρώπων, μόνο
η ευγενής παρουσία της Κλαύδιας, γεννούσε την αληθινή συμπάθεια.
Δυο σκλάβες, η Άννα και η Σεμέλη, προσελήφθησαν από τον Πούμπλιο για τη διαμονή τους
στην Καπερναούμ, όχι γιατί δεν επαρκούσαν οι σκλάβοι που είχαν φέρει μαζί τους από τη Ρώμη,

αλλά γιατί γνώριζαν τη γλώσσα και τις συνήθειες του λαού. συστημένες από τους φίλους του
πραιτοριανού, έγιναν δεκτές από τη Λίβια με καλοσύνη και συμπάθεια.
ένας μήνας κύλησε με τις προετοιμασίες του ταξιδιού. Εν τω μεταξύ, ο Σουλπίκιος Ταρκύνιος,
φιλοτιμημένος από τις υλικές παροχές, κατάφερε να εμπνεύσει απόλυτη εμπιστοσύνη στο
γερουσιαστή, φροντίζοντας και οργανώνοντας το κτήμα της Καπερναούμ, με τρόπο που να
προκαλεί το θαυμασμό όλων.
τις παραμονές της αναχωρήσεώς τους ο Πούμπλιος Λέντουλος, παρουσιάστηκε στο γραφείο
του Πιλάτου για να τον αποχαιρετήσει. Ο διοικητής τον χαιρέτησε φιλικά και προσποιούμενος
χαρά, είπε:
-Αγαπητέ μου φίλε, με λύπη βλέπω πως οι συνθήκες σε οδηγούν στην Καπερναούμ. Με πολλή
χαρά θα σε φιλοξενούσαμε στο σπίτι μας στη Ναζαρέτ, αλλά, όσο θα μείνεις στη Γαλιλαία, αντί να
επισκέπτομαι την Τιβεριάδα, όπως συνηθίζω, θα προτιμάω τώρα το βορρά για να συναντιώμαστε.
Όταν πια ο Πούμπλιος ήταν έτοιμος να φύγει, άκουσε το διοικητή να του λέει συμβουλευτικά
και με καλοσύνη.
-Γερουσιαστά μου, όχι μόνον σαν υπεύθυνος για τους πατρίκιους στην επαρχία, αλλά και σαν
φίλος, δε μπορώ να σε αφήσω σ' ένα ξένο μέρος με μόνη συντροφιά τους έμπιστους σκλάβους σου.
Αποφάσισα, λοιπόν να διορίσω το Σουλπίκιο που είναι της απολύτου εμπιστοσύνης μου, ως
υπεύθυνο για την ασφάλειά σου. Επίσης, ένας αξιωματικός και μερικοί οπλίτες θα φύγουν μαζί σας
για την Καπερναούμ και θα τεθούν υπό τας διαταγάς σου.
Ο Πούμπλιος ευχαρίστησε με ευγένεια, αν και ο διοικητής δεν έχαιρε της συμπάθειάς του.
όταν οι ετοιμασίες συμπληρώθηκαν, η συνοδεία ξεκίνησε διασχίζοντας τα πράσινα βουνά της
Σαμάρειας. Επί αρκετές ημέρες διέσχιζαν πόλεις που τις έβρεχαν τα καθαρά νερά του Ιορδάνη
ποταμού. Μισό χιλιόμετρο πριν να μπουν στην Καπερναούμ, μέσα σε πυκνά δέντρα, κοντά στη
λίμνη της Γεννησαρέτ, μια επιβλητική έπαυλη περίμενε την οικογένεια Λέντουλου για
παραθερισμό.
Το κτήμα βρισκόταν σ' ένα ύψωμα γεμάτο με οπωροφόρα δένδρα των ψυχρών κλιμάτων, γιατί
πριν δυο χιλιάδες χρόνια, η Γαλιλαία που σήμερα είχε μεταμορφωθεί σε αμμώδη έρημο, ήταν ένας
πράσινος παράδεισος. Λουλούδια όλων των κλιμάτων στόλιζαν κάθε γωνιά της και η απέραντη
λίμνη της όπου χύνοντας τα κρυστάλλινα νερά του ιερού ποταμού της Χριστιανοσύνης ήταν ίσως η
πλουσιότερη σε ψάρια, λίμνη του κόσμου.
Πελώρια δένδρα που οι ρίζες τους γεύονταν το άρωμα της άγριας δάφνης και των
αγριολούλουδων, ορθώνονταν στις όχθες της. Σύννεφα από χαρούμενα πουλιά σκέπαζαν τα γαλανά
νερά της, που σήμερα είναι φυλακισμένα μέσα σε γυμνούς πυρωμένους βράχους.
Στο Βορρά, τα χιονισμένα βουνά του Χέρμον λουσμένα στον ήλιο, φάνταζαν σα χαρούμενες
άσπρες γραμμές, χωρίζοντας τα υψίπεδα του Γκολάν και της Περσίας και σχηματίζοντας έτσι ένα
σκαλοπάτι που προεκτεινόταν από την Καισάρεια του Φιλίππου προς το νότο. το πλούσιο πράσινο
και αύρες της λίμνης με τη χαμηλότερη στάθμη της Μεσογείου, μετρίαζαν τη ζέστη της περιοχής.
Ο Πούμπλιος και η Λίβια ένιωσαν να ξαναγεννιούνται σ' αυτόν τον καθαρό αέρα, αλλά
αντίθετα, η μικρή Φλάβια παρά τις ευοίωνες προβλέψεις, χειροτέρεψε. Το πληγιασμένο αδύνατο
κορμάκι της, καταρρακωμένο παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των ειδικών, δεν είχε τη δύναμη
ούτε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ύστερα από ενός μηνός διαμονή στην Καπερναούμ, είχαν
ακούσει πολλά για το Χριστό και τα έργα του. Υπακούοντας σε μια ενδόμυχη παρόρμηση, πολλές
φορές ο Πούμπλιος σκέφθηκε να καταφύγει στο θαυματουργό αυτόν και να ζητήσει τη συνδρομή
του για τη σωτηρία της κόρης του.
Πάντα, όμως ανέβαλε, νομίζοντας ότι θα ταπεινωθεί μπροστά στα μάτια των υποτελών της
Αυτοκρατορίας, λόγω της κοινωνικής και της πολιτικής του θέσεως και επειδή φοβόταν τις
συνέπειες που μπορούσε να προκαλέσει μια τέτοια ενέργεια. Επέτρεπε όμως στους σκλάβους του
να μετέχουν τα Σάββατα στις συγκεντρώσεις του προφήτη της Ναζαρέτ, καθώς και στην Άννα που
είχε αρχίσει να νιώθει συμπάθεια και πίστη για εκείνον που οι ταπεινοί ονόμαζαν “Δάσκαλο”. Γι
αυτόν οι σκλάβοι έπλεκαν εγκώμια, μα στο γερουσιαστή περισσότερη εντύπωση έκανε η
κολακευτική γνώμη του Σουλπίκιου.
Κάποια μέρα, η κατάσταση της μικρής έφθασε στο απροχώρητο. Οι πληγές σε όλο της το

σώμα πυορροούσαν και οι γονείς της κατάλαβαν ότι έφθανε το τέλος.
το βραδάκι, ο Σουλπίκιος θέλοντας να τους παρασταθεί, έμεινε πιο αργά, κουβεντιάζοντας
στον εξώστη με το γερουσιαστή.
-Φίλε μου, είπε απελπισμένος ο Πούμπλιος, τι γνώμη έχεις για τις φήμες που κυκλοφορούν
σχετικά με τον προφήτη της Ναζαρέτ; Επειδή δεν δίνω προσοχή στα λόγια του αγράμματου λαού,
θα ήθελα να ξανακούσω τις απόψεις σου γι αυτόν τον εξαιρετικό άνθρωπο.
-Α! Ναι, έκανε ο Σουλπίκιος, σα να προσπαθούσε να θυμηθεί. Οργισμένος με τη σκηνή που
είδα και σας διηγήθηκα στο σπίτι του διοικητή, όταν έχω ευκαιρία παρακολουθώ πάντοτε τις
ενέργειές του. Οι διδασκαλίες του είναι γεμάτες ακατάληπτες παραβολές και οι πράξεις του μας
θίγουν στην καρδιά. Ο λαός της Καπερναούμ τον θαυμάζει για τις υπερφυσικές δυνάμεις του και
γύρω του έχει σχηματισθεί μια ομάδα αφοσιωμένων μαθητών, που αδίστακτα θα τον ακολουθήσει
όπου και αν πάει.
-Μα, επιτέλους, τι διδάσκει στα πλήθη; ρώτησε ο Πούμπλιος με ενδιαφέρον.
-Έχει θεωρίες που αντιτίθενται στις παλιές δικές μας παραδόσεις όπως η θεωρία του για την
αγάπη προς τους εχθρούς μας και για την απόλυτη αδελφοσύνη μεταξύ όλων των ανθρώπων.
Προτρέπει τους ακροατές του να αναζητήσουν τη δικαιοσύνη όχι στο Δία, τον κύριο των θεών μας,
αλλά σε ένα φιλεύσπλαχνο και στοργικό πατέρα που μας παρακολουθεί από τον Όλυμπο και στον
οποίο οφείλουμε όλες τις κρυφές σκέψεις μας. Μιλάει μ' ενδιαφέρουσες παραβολές και αναφέρει
βασιλείς και πρίγκιπες φανταστικούς, που είναι αδύνατον να υπάρξουν ποτέ. Αλλά το χειρότερο
είναι, κατέληξε με έμφαση ο Σουλπίκιος, ότι αυτός ο παράξενος άνθρωπος, με τις αρχές του
φαντάζει στο λαό σαν πρίγκηπας που διεκδικεί προνόμια και δικαιώματα των Ιουδαίων, με τα
οποία ίσως μια μέρα θέλει να καταλάβει την αρχή.
-Και τι μέτρα εφαρμόζουν οι αρχές της Γαλιλαίας, μπροστά σε τέτοιες επαναστατικές ιδέες;
-Ήδη άρχισε να αντιδρά ο κύκλος του Αντίππα. Προ ημερών στην Τιβεριάδα είδα πολλούς ν'
αντιδρούν και να θέλουν να καταστήσουν γνωστά όλα αυτά, στις ανώτερες υπηρεσίες.
-Βλέπεις, λοιπόν, ότι πρόκειται για έναν απλό άνθρωπο του λαού, που ο φανατισμός των
Ιουδαϊκών ναών του δημιούργησε το πάθος των διεκδικήσεων. Υποθέτω ότι οι αρχές δεν έχουν να
φοβηθούν τίποτα από ένα τέτοιο ομιλητή, δάσκαλο της ταπεινοφροσύνης και της αδελφοσύνης.
Ακούγοντας όμως, από το δικό σου στόμα τις πράξεις του, σκέπτομαι πως ίσως δεν είναι μια
ύπαρξη τόσο κοινή όσο νομίζουμε.
-Επιθυμείτε ίσως να τον γνωρίσετε από κοντά; ρώτησε δειλά ο Σουλπίκιος.
-Όχι καθόλου, απάντησε με έπαρση ο Πούμπλιος. Κάτι τέτοιο θα μείωνε το κύρος μου
απέναντι στο λαό. Καλό θα ήταν όμως, οι ιερείς και οι ρήτορες της Παλαιστίνης να διδάσκονται
στην έδρα της Αυτοκράτορας και να ανανεώνουν τις γνώσεις τους σχετικά με τη ζωή, την κοινωνία
και την πολιτική.
Ενώ οι δύο φίλοι συζητούσαν για την προσωπικότητα του Ιησού, στο δωμάτιο της άρρωστης,
η Λίβια και Άννα παρακολουθούσαν με αγωνία τη μικρή και τις πληγές που έχουν σκεπάσει σχεδόν
ολόκληρη την επιδερμίδα της. Η Άννα, έξυπνη, απλή και γεμάτη καλοσύνη, υπήρξε για τη Λίβια,
μέσα σ' εκείνη την ολοκληρωτική έλλειψη ανθρώπων με χαρακτήρα, όχι μόνο πολύτιμη βοηθός
στις οικιακές εργασίες, μα σωστή όαση, που στο πρόσωπό της έβρισκε έναν άνθρωπο άξιο να του
εμπιστευθεί όλες τις αγωνίες και τα βάσανά της.
-Κυρία, έλεγε με πάθος η Άννα, που η καλοσύνη τη φώτιζε ολόκληρη, πιστεύω τόσο πολύ στο
δάσκαλο κα στα θαύματά του, ώστε είμαι βέβαιη πως αν του πηγαίναμε το παιδί θα έπαιρνε την
ευχή από τα χέρια του και θα θεραπευόταν αμέσως. Ποιος ξέρει;
-Δυστυχώς δε μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο, γιατί ξέρω ότι ο Πούμπλιος δε θα συμφωνούσε,
αλλά, πραγματικά, ποθώ να δω αυτόν το θαυμάσιο άνθρωπο που διαρκώς μου αναφέρεις.
-Και το τελευταίο Σάββατο κυρία, αποκρίθηκε η σκλάβα ενθαρρυμένη, ο προφήτης της
Ναζαρέτ, γιάτρεψε πολλά παιδάκια. Την ώρα που βγήκε από τη βάρκα του Σίμου, όλοι οι ακροατές
της Καπερναούμ και οι οδοιπόροι από το Κορατζίν και τα Μάγδαλα, περιμέναμε ανυπόμονοι ν'
ακούσουμε τη διδασκαλία του και τρέξαμε κοντά του για δεχθούμε την παρήγορη παρουσία του.
Μαζί μας ήταν πολλές μητέρες με τα παιδάκια τους που φλυαρούσαν κατά την ώρα της ομιλίας,
σαν σμήνος από πουλιά. Ο Συμεών κι άλλοι άρχισαν να τα μαλώνουν, αλλ' εκείνος, με απεριόριστη

στοργή και γλυκύτητα, είπε:
-Αφήστε τα παιδιά να έλθουν κοντά μου, γιατί το βασίλειο των Ουρανών τους ανήκει.
Τότε απλώθηκε απόλυτη ησυχία, και τα παιδιά τρέχανε στην αγκαλιά του και του φιλούσαν με
λατρεία το μανδύα του. Και πολλά άρρωστα και πληγιασμένα, που οι μητέρες τα έφεραν κοντά του,
τα γιάτρεψε, κυρία.
-Ω!, τι ωραίο είναι αυτό που μου λες!... Κι εγώ, με όλα τα υλικά μέσα στη διάθεσή μου, να μη
μπορώ να επωφεληθώ από τις ανώτερες δυνάμεις του διδασκάλου σου!...
-Λυπάμαι πολύ, κυρία. Πρέπει, όμως, να ξέρετε, ότι δεν είμαστε μόνον οι ταπεινοί που τον
ακολουθούμε. Πολλές κυρίες υψηλής κοινωνικής τάξεως της Καπερναούμ, γυναίκες υπαλλήλων
του Ηρώδη, παρακολουθούν τα θαυμάσια μαθήματα της λίμνης, ανακατεμένες με τους φτωχούς και
τους σκλάβους. Ο προφήτης δεν κάνει διακρίσεις, όλους τους προσκαλεί και τους προετοιμάζει για
τη βασιλεία και τη δικαιοσύνη του Θεού. αντίθετα από τους άλλους προφήτες που μας
παρουσιάζονται, αυτός αποφεύγει τους προνομιούχους της τύχης και επιζητεί τους απόκληρους που
θεωρεί αδελφούς, αγαπημένους της καρδιάς του.
Η Λίβια άκουγε με πολύ ενδιαφέρον τη διήγηση της πιστής σκλάβας της.
Απορροφημένες έτσι και οι δυο, δεν πρόσεξαν ότι η μικρή άρρωστη παρά τον υψηλό πυρετό
της, τους παρακολουθούσε με τη χαρακτηριστική παιδική περιέργεια.
Εν τω μεταξύ, ο γερουσιαστής, χαιρέτησε το Σουλπίκιο και πέρασε αγωνιώντας στο δωμάτιο
της κόρης του. Έσκυψε πάνω στο κρεβάτι της με βουρκωμένα μάτια, χάδεψε τα αδύνατα χεράκια
της και με βαθιά πίκρα τη ρώτησε:
-Τι θέλεις κοριτσάκι μου, για να κοιμηθείς ήσυχα σήμερα; Πες στον πατερούλη σου. Θα σου
φέρω ό,τι μου ζητήσεις. Θα σου αγοράσω πολλά- πολλά παιχνίδια, ό,τι και όσα επιθυμείς.
Οι δυο γυναίκες έσκυψαν κι αυτές πάνω από τη μικρή που βογκούσε από τους πόνους.
άφθονος ιδρώτας αγωνίας έλουζε το πληγωμένο σωματάκι. Με πολύ κόπο προσπαθούσε κάτι ν'
απαντήσει, ενώ ο πατέρας της γεμάτος οδύνη την προέτρεψε:
-Μίλησέ μου, κορούλα μου. Ό,τι μου ζητήσεις, θα το έχεις. Θα στείλω ειδικό απεσταλμένο στη
ρώμη, για να φέρει όλα τα παιχνίδια σου.
Τέλος, ύστερα από υπεράνθρωπη προσπάθεια, η μικρή ψιθύρισε με φωνή που μόλις
ακουγόταν:
-Πατέρα... εγώ θέλω... τον προφήτη... της Ναζαρέτ.
Ο γερουσιαστής χαμήλωσε ταπεινωμένος τα μάτια στο άκουσμα αυτής της απροσδόκητης
απαντήσεως, ενώ η Λίβια και η Άννα έκρυβαν κατάχλομες το πρόσωπό τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
Ο Μεσσίας της Ναζαρέτ

Την επομένη, πρωί- πρωί, βρίσκουμε τον Πούμπλιο σε σοβαρή συζήτηση με τη γυναίκα του,
που τρυφερά τον ικέτευε:
-Νομίζω, αγαπημένε μου, πως θα πρέπει για λίγο να παραβλέψεις το πρωτόκολλο που λόγω
της θέσεώς μας μας δεσμεύει και να απευθυνθείς σ' αυτόν τον υπεράνθρωπο, για το καλό του
παιδιού μας. Όλοι συζητούν τα θαύματά του και την απέραντη καλοσύνη του και είμαι βεβαία, ότι
θα συμμεριζόταν οπωσδήποτε την απελπιστική κατάστασή μας.
Ο γερουσιαστής άκουγε με προσοχή, αλλά αναποφάσιστος.
-Καλά Λίβια. Θα συμμορφωθώ με την επιθυμία σου παραβαίνοντας τις αρχές μου, γιατί
πραγματικά η αγωνία μας είναι σπαραχτική. Αλλά, για να κρατήσω τα προσχήματα, θα πάω μόνος
μου στην πόλη, δήθεν για εργασία, και θα περάσω από τις όχθες του ποταμού. Αν μου δοθεί η
ευκαιρία, θα του δείξω με πόση χαρά θα τον δεχθούμε στο σπίτι μας, για να βοηθήσει τη μικρή μας

άρρωστη.
-Ω! Ευχαριστώ, καλέ μου. Πήγαινε κι εγώ με τη βαθιά μου πίστη θα προσευχηθώ στους θεούς
να βοηθήσουν την ενέργειά μας. Ο Προφήτης αυτός που εμφανίζεται δυνατότερος από τους
γιατρούς, θα μάθει ότι και οι καρδιές των γερουσιαστών υποφέρουν και κλαίνε.
Στον Πούμπλιο δεν άρεσε η τόση πίστη και αφοσίωση της Λίβιας σ' αυτόν τον προφήτη και
την έβλεπε σα μητρική αδυναμία. Όμως δεν αντιμίλησε, γιατί γνώριζε καλά την απελπισία της
καθώς και τη δική του. Μόλις ο ήλιος άρχισε να γέρνει, προφασιζόμενος ένα μικρό περίπατο,
βγήκε στο θαυμάσιο τοπίο της λίμνης, κοντά στην παλιά φωτισμένη πηγή της πόλεως, που όλοι οι
ξένοι την επισκέπτονταν. Στο δρόμο του, συνάντησε περαστικούς και ψαράδες που τον
παρατηρούσαν με περιέργεια. Περπάτησε πολλή ώρα βυθισμένος σε σκέψεις, κάτω από ένα βαρύ
ουρανό, σε μια περιοχή πλούσια σε βλάστηση και αρώματα. Πού να βρισκόταν άραγε ο προφήτης
της Ναζαρέτ; Να ήταν αληθινές οι ιστορίες που αφορούσαν τα θαύματά του; Και η κοινωνική του
θέση; Οπωσδήποτε θα πρέπει να πρόκειται για απλοϊκό και αμόρφωτο άνθρωπο, αφού προτιμάει
την Καπερναούμ και τους ψαράδες, σκεπτόταν. Και ξαφνικά, αναρωτήθηκε, με ποιο τρόπο θα
μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί του; Σε ποια γλώσσα;
Στην κοιλάδα της Τιβεριάδος μιλούσαν την αραμαϊκή διάλεκτο και ασφαλώς σ' αυτή θα του
μιλούσε ο Ιησούς, όμως, αυτός, ποτέ δεν ασχολήθηκε με τις διαλέκτους του λαού. Λίγο- λίγο,
άρχισαν οι ανησυχίες και οι φόβοι του να καταπραΰνονται. ένας καταγάλανος ουρανός, ντυμένος
τη μαγεία του ηλιοβασιλέματος, παραχωρούσε τη θέση του στις σκιές του δειλινού που έφερνε τη
νύχτα.
Ο Πούμπλιος, χαμένος σε άβυσσο σκέψεων, απογνώσεως και αμφιβολιών, κάθισε σ' ένα
πέτρινο πάγκο, τέλεια εξουθενωμένος. Το παλιό όνειρο της Ρώμης ή καλύτερα η έκσταση αυτού
του ονείρου τον κατέλαβε και πάλι.
Σα να είχε προσωρινά εγκαταλείψει τη φυλακή του υλικού του σώματος, ξαναθυμήθηκε με
λεπτομέρειες όλες τις πράξεις της προηγούμενης ζωής του, και απορούσε πώς συγχρόνως ήταν σε
θέση να θαυμάζει τη γύρω φύση και τις ομορφιές της. Το λεπτό άρωμα της Γεννησαρέτ
ανακατεμένο με το άρωμα του πράσινου και της εξοχής, τον μάγευε. Ξάφνου, ελαφρά βήματα τον
πλησίασαν. Μέσα στο σούρουπο διέκρινε έναν άνθρωπο νέο με ακατανίκητη γοητεία, και ταπεινή
μεγαλοπρέπεια. Θείο μειδίαμα ακτινοβολούσε σ' ένα γαλήνιο και ωραίο πρόσωπο, με γλυκά
στοργικά μάτια και μακριά μεταξένια μαλλιά, χρυσωμένα από άγνωστο φως. Αναγνώρισε αμέσως
την ευγενικιά αυτή ύπαρξη και σπρωγμένος από μια υπεράνθρωπη δύναμη, έπεσε στα γόνατα, ενώ
πικρά καυτά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του που σπάνια είχαν κλάψει. Ήθελε να μιλήσει αλλά ο
ήχος δεν έβγαινε. τότε, με υπέρτατη γλύκα και καλοσύνη, ο Ναζωραίος κάθισε δεξιά του και του
μίλησε σε μια θαυμαστή διάλεκτο, ου την κατάλαβε αμέσως σα να ήταν η διάλεκτος των
πατρικίων, γιατί του δημιουργήθηκε η αξέχαστη εντύπωση ότι ήταν λόγια πνεύματος προς πνεύμα
και καρδιάς προς καρδιά.
-Γερουσιαστά μου, γιατί με αναζητάς μυστικά; Θα ήταν προτιμότερο να με ζητήσεις δημοσία
και σε ώρα της ημέρας και τότε, με μια και μόνη φορά, θα κέρδιζες για πάντα το μάθημα της
πίστεως και της ταπεινώσεως. Μα εγώ, που δεν ήλθα σ' αυτό τον κόσμο για να καταλύσω αλλά για
να συμπληρώσω, μια και με ζήτησες, έρχομαι μόνος μου σε σένα κι απευθύνομαι στη νεκρή καρδιά
σου.
Και καθώς ο Πούμπλιος δεν απαντούσε, αλλά έχυνε μόνο καυτά δάκρυα σκεπτόμενος την
κόρη του.
-Και... συνέχισε ο Ιησούς, δεν έρχομαι προς τον επιπόλαιο και περήφανο κρατικό λειτουργό,
που μόνον οι αιώνες των βασάνων του θα τον οδηγήσουν στους κόλπους του Πατέρα μου, αλλά
έρχομαι ν' ακούσω τις παρακλήσεις μιας φτωχής πατρικής καρδιάς. Έτσι φίλε μου, δε θα σώσουν
την καταδικασμένη από την επιστήμη μικρή σου κόρη τα δικά σου εγωιστικά αισθήματα, αλλά η
πίστη και η αγάπη της μητέρας της. Γιατί η πίστη απευθύνεται προς το Θεό, του οποίου μια μόνη
ακτίνα ενεργείας είναι αρκετή για να κατακρημνίσει όλα τα μνημεία της γήινης φιλοδοξίας.
Ο Πούμπλιος, μαγνητισμένος, με πρωτόγνωρες συγκινήσεις, νόμιζε πως ονειρευόταν.
-Όχι, φίλε μου, δεν ονειρεύεσαι, είπε ο δάσκαλος που διάβασε τη σκέψη του. Ύστερα από
πολλά χρόνια, που, παρακάμπτοντας το σωστό δρόμο, ακολούθησες το μονοπάτι των σφαλμάτων

και των παρεκτροπών, σήμερα που δίνεται η ευκαιρία ν' αναθεωρήσεις τον εαυτό σου και να
δημιουργήσεις μια ζωή σε νέα βάση. Μπορείς να επωφεληθείς τώρα ή ύστερα από χιλιάδες
χρόνια... αυτό εξαρτάται από τη δική σου βούληση. Γιατί είσαι υποχρεωμένος να παραδεχτείς πως
ο Θεός προσφέρει άπειρες ευκαιρίες, αλλά οι άνθρωποι ασκούν το δικαίωμα της ελευθέρας
θελήσεώς τους και μόνοι τους αποφασίζουν αν θα ακολουθήσουν το ρεύμα του καλού και της
αγάπης προς τους συνανθρώπους τους. Τούτη η στιγμή είναι αποφασιστική για την ψυχή σου. Εσύ
θα αποφασίσεις ν' αρνηθείς αυτή η στιγμή, κανείς δε θα σου εναντιωθεί. Από τότε που
σχηματίσθηκε αυτός ο πλανήτης, προ πολλών χιλιάδων ετών, σαν καλός ποιμένας των ανθρώπινων
ψυχών, προσπαθώ να συγκεντρώνω τα σκορπισμένα αρνάκια μου, και να τους χαρίζω τις αιώνιες
χαρές του βασιλείου του Θεού και της δικαιοσύνης του...
Ο γερουσιαστής, κοίταξε με προσοχή τον άνθρωπο αυτό, που προκαλούσε θαυμασμό, μα μαζί
και τρόμο. Ταπείνωση; Ποια ήταν τα διαπιστευτήρια του προφήτη για να μιλάει έτσι σ' ένα
γερουσιαστή της αυτοκρατορίας που είχε κάθε δικαίωμα άνω σε όλους τους υποτελείς;
για μια στιγμή θυμήθηκε την πόλη των Καισάρων, με τις δόξες και τους θριάμβους, με τα
μνημεία και τις αθάνατες, όπως πίστευε δυνάμεις της.
-Όλες οι δυνάμεις της Αυτοκρατορίας σου, είναι πολύ αδύνατες και όλα σου τα πλούτη άθλια,
πρόλαβε τους συλλογισμούς του ο Προφήτης. Οι πολυτέλειες των Καισάρων είναι εφήμερες
αυταπάτες, γιατί όλοι οι σοφοί και οι πολεμιστές θα κληθούν μιαν ημέρα και θα κριθούν στα
ουράνια δικαστήρια του Πατέρα μου. Κάποτε, οι δυνατοί αετοί σου θα σωριαστούν στη στάχτη. Οι
επιστήμες θα προοδεύσουν με την προσπάθεια πιο έντιμων αγωνιστών, οι αιώνες αυτοί της
αναλγησίας θα χαθούν, οι άδικοι νόμοι θα καταργηθούν και μόνο ένας νόμος θα επιζήσει από τα
ερείπια της ανθρώπινης αναρχίας. Ο νόμος της αγάπης, που από την αρχή της δημιουργίας
θεμελιώθηκε από τον Πατέρα μου. Τώρα, γύρισε στο σπίτι σου να συναισθανθείς την ευθύνη σου
για την τύχη που σου προσφέρω. Αν η ευτυχία του σπιτιού σου θεμελιώνεται με την αποκατάσταση
της υγείας του παιδιού σου, όπως πιστεύεις, να μην ξεχνάς ότι αυτό σου δημιουργεί σειρά
υποχρεώσεων προς τον Παντοδύναμο Πατέρα μας.
Ισχυρά συναισθήματα και σφοδρή συγκίνηση άφησαν άφωνο τον Πούμπλιο, που θέλησε ν'
αποσυρθεί. Τότε είδε το πρόσωπο του προφήτη να μεταμορφώνεται και με τα μάτια προς τον
ουρανό να προσεύχεται εντατικά, ενώ δάκρυα έβρεχαν το πρόσωπό του. Στην καρδιά της φύσεως,
στον ιερό αυτό χώρο των σκέψεων και της προσευχής, το σοβαρό και μελαγχολικό αυτό πρόσωπο
άστραφτε από ένα εσωτερικό φως.
Ο Πούμπλιος, σαν σε λήθαργο, έχασε την αίσθηση της ώρας. Θα ήταν εννέα το βράδυ, όταν
άρχισε να συνέρχεται. ένα θωπευτικό αεράκι έπαιζε με τα μαλλιά του και το φεγγάρι χρύσωνε τον
απέραντο καθρέφτη των νερών της λίμνης.
Φέρνοντας στο νου του όλες τις λεπτομέρειες της αξέχαστης αυτής συναντήσεως, ένιωσε
ταπεινωμένος και καταρρακωμένος για την αδυναμία του μπροστά σ' αυτόν τον περίεργο άνθρωπο.
Αλληλοσυγκρουόμενες σκέψεις τον αναστάτωναν. Μήπως και η Ρώμη δεν είχε τους μάγους της;
Γιατί κι αυτός ο άνθρωπος να μην ήταν πιστό αντίγραφο των μάγων που απασχολούσαν τη
ρωμαϊκή κοινωνία; Θ έπρεπε, λοιπόν, αυτός να απαρνηθεί τις παραδόσεις της οικογένειας και της
πατρίδας του και να γίνει ένας ταπεινός άνθρωπος, αδελφός όλων των υπάρξεων;
Γέλασε με τον εαυτό του όταν σκέφθηκε τις μηδαμινές προτροπές αυτού του μάγου, τις
ανάξιες λόγου. Όμως, από κάπου βαθιά μέσα του, τον τάραζαν επικλήσεις συγκινητικές. Μήπως ο
προφήτης δεν του υπογράμμισε ότι η θαυμαστή αυτή ευκαιρία θα ήταν μοναδική γι' αυτόν; Μήπως
δεν του υποσχέθηκε τη βέβαιη θεραπεία της κορούλας του χάρις στην πραγματική πίστη της
Λίβιας;
Παραπαίοντας μέσα σ' αυτές τις σκέψεις, άνοιξε προσεκτικά την πόρτα του σπιτιού του,
προχώρησε με αγωνία στο δωμάτιο της άρρωστης και ω! του θαύματος... Η κόρη του, εντελώς
ήρεμη αναπαυόταν στην αγκαλιά της μητέρας της. Κάποια υπεράνθρωπη δύναμη ανακούφισε τους
φριχτούς της πόνους και τα παιδικά ματάκια της, γλυκά κι ευτυχισμένα, φώτιζαν το χαρούμενο
προσωπάκι της.
Η Λίβια, κατασυγκινημένη, του περιέγραψε τη στιγμή, που η μικρή έλεγε πως ένιωθε στο
μέτωπό της, τη χαϊδευτική επαφή αόρατων χεριών και πως αμέσως, σαν ζωογονημένη από θεϊκές

δυνάμεις, ανακάθισε στο κρεβάτι της, πράγμα που από πολύν καιρό δεν μπορούσε να κάνει, έφαγε
και της πέρασε ο πυρετός και πως άρχισε να καλυτερεύει, κελαηδώντας μαζί με τη μανούλα της, με
την αφέλεια και τη χάρη των μικρών παιδιών.
Και τελειώνοντας η Λίβια, πρόσθεσε με ενθουσιασμό.
-Από τη στιγμή που έφυγες, εγώ και η Άννα προσευχόμαστε με πίστη μπροστά στην άρρωστη,
ζητώντας από τον προφήτη να εισακούσει την προσευχή μας και να δεχτεί την παράκλησή σου. Και
να, βλέπεις και μόνος σου, πόσο καλύτερα είναι το κοριτσάκι μας. Υπάρχει, αγάπη μου,
μεγαλύτερη ευτυχία από αυτή;
Α...Ο Ιησούς, θα πρέπει να είναι κατ' ευθείαν σταλμένος από το Δία σ' αυτόν τον κόσμο με
αποστολή αγάπης, αρωγής και ευσπλαχνίας για όλους τους ανθρώπους...
Η Άννα που άκουγε, έκθαμβη από το μεγαλείο του γεγονότος που μεσολάβησε, επενέβη
αυθόρμητα:
-Όχι, κυρία μου... Ο Ιησούς δεν έρχεται σταλμένος από το Δία. αυτός είναι ο υιός του Θεού,
του Πατέρα όλων μας, που βρίσκεται στους ουρανούς και είναι γεμάτος έλεος για όλα τα πλάσματά
του, όπως μας λέει ο Δάσκαλος. Ας κάνουμε λοιπόν μια ταπεινή προσευχή για να ευχαριστήσουμε
το Χριστό και τον Παντοδύναμο Θεό για το καλό που είδαμε.
Ο Πούμπλιος δυσαρεστήθηκε για την τόση εξοικείωση της γυναίκας του με την απλή αυτή
σκλάβα του σπιτιού και θεώρησε την επέμβασή της ως θρασύτητα. Η υπερβολή και ο
ενθουσιασμός της Λίβιας τον εκνεύρισαν και βάζοντας σε ενέργεια όλα τα εγωιστικά του
αποθέματα για να αποκαταστήσει την πειθαρχία μέσα στο σπίτι του, απευθύνθηκε στη σύζυγό του
ξαναπαίρνοντας το αλαζονικό και σκληρό ύφος του.
-Λίβια θεωρώ αναγκαίο να συγκρατείς τους ενθουσιασμούς σου. Άλλωστε, δε βλέπω να
συνέβη τίποτε το εξαιρετικό. Μήπως δεν παρέχουμε στην άρρωστή μας το καθετί; Μήπως
παραμελήσαμε καθόλου την ιατρική της περίθαλψη; Γιατί λοιπόν, να μην περιμένουμε βελτίωση;
Όσο για σένα, Άννα, είπε με κακία προς την ταπεινωμένη σκλάβα, κρίνω πως τελείωσε η αποστολή
σου σ' αυτό το δωμάτιο. αφού η μικρή καλυτέρευσε, η κυρία δε σου χρειάζεται, γιατί τη δική της
φροντίδα θα την αναλάβουν οι σκλάβοι που έφερε μαζί της από τη Ρώμη.
Η Άννα κρυφοκοίταζε το συσπασμένο από την πικρία αυτών των λόγων πρόσωπο της κυρίας
της, και , κάνοντας με σεβασμό μια μικρή υπόκλιση, βγήκε από το δωμάτιο όπου προσέφερε με
αδελφική αυταπάρνηση τις υπηρεσίες της.
-Τι σημαίνουν αυτά, Πούμπλιε; ρώτησε αναστατωμένη η Λίβια. Διάλεξες να φερθείς με τέτοια
οξύτητα, ακριβώς τώρα που θα έπρεπε να δείξουμε όλη μας την αναγνώριση σ' αυτό το
αφοσιωμένο πλάσμα;
-Με ανάγκασες με τα παιδιάστικα φερσίματά σου. Τι θα πούνε οι ταπεινές σκλάβες για την
κυρία που ανοίγει με τόση εμπιστοσύνη την καρδιά της; Αντιλαμβάνομαι τώρα με δυσαρέσκεια ότι
μας χωρίζουν μεγάλες διαφορές αντιλήψεων. Γιατί αυτή η υπερβολική εμπιστοσύνη στον προφήτη
της Ναζαρέτ, που δεν είναι καλύτερος από τους θαυματοποιούς της Ρώμης; Κι ύστερα, πού λοιπόν,
τοποθετείς εσύ τις οικογενειακές μας παραδόσεις, αφού δεν κατάφερες να διαφυλάξεις την πίστη
σου γύρω από το ιερό του σπιτιού μας;
-Όχι, αγαπημένε μου. Δε συμφωνώ με τις υποδείξεις σου. είμαι απολύτως πεπεισμένη ότι η
κόρη μας γιατρεύτηκε από αυτόν τον εξαιρετικό άνθρωπο. Τη στιγμή που ένιωσε να τη χαϊδεύουν
θεϊκά χέρια, είδα με τα μάτια μου το κρεβάτι της λουσμένο σε ένα υπερκόσμιο φως, που ποτέ δεν
είχα ξαναντικρίσει. Ωσότου, λοιπόν...
-Υπερκόσμιο φως; τη διέκοψε ανυπόμονος, ασφαλώς θα είχες λιποθυμήσει ύστερα από τόσους
κόπους. Εκτός αν σε επηρεάζουν τόσο πολύ οι ουτοπίες αυτού του φανατικού λαού, ανάμεσα στον
οποίον είχαμε την ατυχία να βρεθούμε.
-Όχι, καλέ μου. Δε λέω ανοησίες. Και παρόλο που ξέρεις ότι εσύ και οι σκέψεις σου είναι ό,τι
περισσότερο στον κόσμο αγαπώ και θαυμάζω, δε μπορώ να συμφωνήσω μαζί σου. Είμαι σίγουρη
ότι ο “Δάσκαλος” της Ναζαρέτ θεράπευσε τη Φλάβια και για την Άννα νομίζω πως είσαι άδικος και
πως ξέχασες τη μεγαλοψυχία που δείχνεις στους υπηρέτες του σπιτιού μας. Θα πρέπει πάντα να
θυμόμαστε τη μεγάλη της αφοσίωση προς εμένα και τη μικρή μας, στο έρημο αυτό μέρος. Δεν ξέρω
τι σκέπτεσαι, αλλά πιστεύω ότι η τίμια και αγνή διαγωγή της τιμά τις εργασίες του σπιτιού μας.

Ο γερουσιαστής εκτιμώντας την ανωτερότητα των αισθημάτων της γυναίκας του, μετανόησε
για την τραχύτητά του και υποχωρώντας, είπε:
-Πολύ καλά, Λίβια, θαυμάζω την ευγένεια ης καρδιάς σου και συμφωνώ να διατηρήσεις την
Άννα στην ατομική σου υπηρεσία. Για τη θεραπεία όμως, της κόρης μας, αμφιβάλλω. Αρνούμαι ότι
θεραπεύτηκε από το μάγο της Ναζαρέτ. Και να θυμάσαι πάντα, πως τα μυστικά σου, μόνον σε
μένα πρέπει να τα εμπιστεύεσαι. Ένας Πατρίκιος και μια Ρωμαία κυρία, ποτέ δεν ανοίγουν την
καρδιά τους σε ξένους ή στους σκλάβους.
-Ξέρεις, πόσο υπακούω στις διαταγές σου, είπε ευχαριστημένη η Λίβια, και με συγχωρείς που
έθιξα την ευαισθησία και τη μεγαλοψυχία σου.
-Όχι, αγάπη μου, αν ένας από μας πρέπει να ζητήσει συγνώμη, αυτός είμαι εγώ. Τούτη η χώρα
όμως, μου προκαλεί φρίκη και τρόμο. Χαίρομαι που αντέδρασε ο οργανισμός της μικρής μας, γιατί
αυτό σημαίνει τη γρήγορη επιστροφή μας στη ρώμη. Από αύριο θα αναθέσω στο Σουλπίκιο ν'
αρχίσει τις προετοιμασίες του γυρισμού.
Η Λίβια συμφώνησε με χαρά και μέσα της ευχαριστούσε τον Ιησού για τη θεραπεία της
Φλάβιας που την έβλεπε σα μια ευχή σταλμένη στη μητρική καρδιά της από τον Ουράνιο Πατέρα,
μέσω των άγιων και θαυματουργών χεριών του Δασκάλου.
Ο Πούμπλιος, πάλι, μειωμένος και ταπεινωμένος στην ανάμνηση της σκηνής που, σπρωγμένος
από ανεξήγητες δυνάμεις, έπεσε στα γόνατα κλαίγοντας και χωρίς φωνή, απέφευγε με κάθε τρόπο
να ξαναφέρει στο νου του την εξαιρετική εκείνη φυσιογνωμία που ασκούσε τόση επίδραση επάνω
του και έκρινε το ζήτημα της μικρής άρρωστης σαν ένας δειλός παρατηρητής και εξεταστής.
Βασανισμένος από μαρτυρικές κρυφές σκέψεις και αγωνίες, κατέφυγε στο ιερό του σπιτιού
του, όπου προσευχήθηκε στους θεούς ζητώντας προστασία και έπειτα αποσύρθηκε για να
αναπαυθεί ύστερα από μια τέτοια ταραχώδη μέρα.
Και αυτή όμως τη νύχτα, το παλιό όνειρο τον συντάραξε. Ξαναείδε τον εαυτό του πρόξενο
στην εποχή του Κικέρωνα, ξανάζησε τους βανδαλισμούς του Πούμπλιου Λέντουλου Σούρρα, την
απομάκρυνσή σου από την Πρεσβεία, τις κρυφές συγκεντρώσεις του Λούτσιου Σέργιου Καταλίνα,
τις επαναστατικές καταδιώξεις και πάλι τον εαυτό του στο δικαστήριο των σκληρών και σοβαρών
δικαστών που του είχαν αναγγείλει την επιστροφή του στη γη. Μπροστά σ' αυτούς τους δικαστές με
τους χιονάτους μανδύες, η καρδιά του χτυπούσε χωρίς ρυθμό, από αγωνία.
Ο ίδιος δικαστής σηκώθηκε και είπε με βροντερή φωνή.
-Πούμπλιε Λέντουλε. γιατί περιφρόνησες τη δοξασμένη στιγμή που σου προσφέρθηκε για να
εξαγοράσεις την ακτινοβόλο ώρα της απολυτρώσεως στην αιωνιότητα; Τη στιγμή αυτή, δυο δρόμοι
ανοίχτηκαν μπροστά σου. Ο δρόμος του σκλάβου του Χριστού και ο δρόμος του σκλάβου του
κόσμου. Στον πρώτο, ο αγώνας θα ήταν εύκολος και το φορτίο ελαφρύ. Αλλά εσύ, διάλεξες το
δεύτερο. Ετοιμάσου, λοιπόν, να τον ακολουθήσεις με θάρρος, γιατί σ' αυτόν δεν υπάρχει αρκετή
αγάπη που ελαφρώνει τον πόνο και ανακουφίζει τα βάσανα. Θα υποφέρεις πολύ και το φορτίο σου
θα είναι βαρύ, μα διάλεξες μόνος σου, με ελεύθερη βούληση και συνείδηση... Αν και σου δόθηκε η
μοναδική ευκαιρία, επέμεινες να ακολουθήσεις το πικρό μονοπάτι με τα οδυνηρά βάσανα. Χωρίς
να σε καταδικάζουμε, λυπόμαστε για τη σκληρότητα της ψυχής σου, μπροστά στην αλήθεια και το
φως. Οπλίσου με δύναμη, γιατί στο εξής ο αγώνας σου θα είναι πολύ μεγάλος.
Εκείνος άκουγε προσεκτικά και με δέος. Όταν ξύπνησε και συνειδητοποίησε την υλική ζωή
του, η ψυχή του ήταν βαριά από μια παράξενη θλίψη.
Πρωί- πρωί η Λίβια του έδειξε με χαρά τη Φλάβια τελείως θεραπευμένη. Οι κυανές πληγές της
είχαν εξαφανισθεί, αφήνοντας στη θέση τους μια λεία και δροσερή επιδερμίδα. Ήταν φανερό πως
μια άγνωστη θαυματουργή δύναμη είχε επενεργήσει και ο Πούμπλιος, ανακουφισμένος, την έσφιξε
με αγάπη και συγκίνηση στην αγκαλιά του.
-Πράγματι, Λίβια, είπε πιο ήσυχος τώρα, χθες τη νύχτα συναντήθηκα με τον επονομαζόμενο
“Δάσκαλο της Ναζαρέτ”, μα η λογική, οι γνώσεις και η ανατροφή μου, δε μου επιτρέπουν να
πιστέψω το αδύνατο. Και της διηγήθηκε με συντομία τη γνωστή μας συνάντηση, χωρίς όμως να
αναφέρει όσες από τις λεπτομέρειες τον εντυπωσίασαν. Η Λίβια άκουγε προσεκτικά αλλά επειδή
μάντευε τις αντιδράσεις του, αν και βέβαιη για την ανωτερότητα του Ιησού δεν εξέφραζε τις
σκέψεις της, για να αποφύγει άκαιρες δυσαρέσκειες.

Ευχαριστούσε με όλη τη μητρική καρδιά της, το θελκτικό, πράο και υπομονετικό Δάσκαλο και
ήλπιζε να κατορθώσει πριν γυρίσει στη Ρώμη, να γονατίσει και να φιλήσει τον ποδόγυρο της
χλαμύδας του, με ταπείνωση, αληθινή αγάπη, πίστη και αναγνώριση.
Ύστερα από τέσσερις χαρούμενες για όλους ημέρες, ένα ηλιόλουστο πρωινό, η Λίβια παίζει με
το μωρό της, που συμπληρώνει ένα χρόνο και δένει οδηγίες στην Ιουδαϊκής καταγωγής σκλάβα
Σεμέλη, που από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε υπηρεσία στο σπίτι, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον
για το μικρό Μάρκο, και της ανέθεσαν την ανατροφή του.
-Ω! κυρία, δυο άγνωστοι καβαλάρηδες έρχονται καλπάζοντας, είπε η σκλάβα, δείχνοντας από
το παράθυρο το φαρδύ χωματένιο δρόμο.
Η Λίβια πήγε αμέσως να ειδοποιήσει τον άνδρα της. Σε λίγο δυο κάθιδρα άλογα σταμάτησαν
στην πόρτα τους και ένας άνθρωπος με ρωμαϊκή φορεσιά συνοδευόμενος από έναν Ιουδαίο οδηγό,
ξεκαβαλίκεψε. Ήταν ο Κουιρίλιος, έμπιστος απελευθερωμένος σκλάβος του Φλαμίνιου Σεβήρου,
που σαν απεσταλμένος του κυρίου του, έφερνε στον Πούμπλιο και την οικογένειά του διάφορα νέα
και πολλά δώρα.
Η έκπληξη αυτή της αγάπης των ανεκτίμητων φίλων τους γέμισε ευχάριστες αναμνήσεις. Ο
ευγενής πατρίκιος, μαζί με τις καλές ειδήσεις και το σεβαστό χρηματικό ποσόν, έστελνε στους
μακρινούς του φίλους, θαυμάσια δώρα της Καλπούρνιας για τη Λίβια και τα δυο παιδιά.
Ο Πούμπλιος αφιέρωσε την ημέρα του γεμίζοντας αρκετές περγαμηνές με λεπτομερείς
αναφορές των γεγονότων της Ιουδαίας, για το φίλο του. Μεταξύ των άλλων ανέφερε την ευχάριστη
είδηση της θεραπείας της κόρης του, την οποία όμως, απέδιδε στο ήπιο και υγιεινό κλίμα της
Γαλιλαίας. Αλλά επειδή θεωρούσε το Φλαμίνιο σαν αδελφό στον οποίο μπορούσε να εμπιστευθεί
κάθε ανησυχία του και να του φανερώσει τα μύχια της ψυχής του, έγραψε σα συμπλήρωμα, ένα
μακρύ γράμμα σχετικό με τη Ρωμαϊκή Γερουσία και με την προσωπικότητα του Ιησού Χριστού.
Περιγράφοντας αυτήν την προσωπικότητα, δεν επέτρεψε στον εαυτό του κανένα συναισθηματισμό
και την εξέτασε κάτω από το πρίσμα της ανθρώπινης πλευράς της, τελειώνοντας με την αναγγελία
της προσεχούς, ίσως και ενός μηνός, επιστροφής τους στη Ρώμη.
Όταν αργά το ίδιο βράδυ, το ανδρόγυνο χαρούμενο ξαναδιάβαζε τα γλυκά λόγια των
αγαπημένων φίλων κι έπλαθε όνειρα για την επιστροφή του στη Ρώμη, παρουσιάζεται ο Σουλπίκιος
Ταρκύνιος, αναγγέλλοντας έναν αγγελιοφόρο του Πιλάτου.
Ο γερουσιαστής τους δέχτηκε στο ιδιαίτερο γραφείο του, όπου ο απεσταλμένος του λέει:
-Εξοχότατε. Ο διοικητής της Ιουδαίας σας αναγγέλλει την άφιξή του στην έπαυλή του στα
περίχωρα της Ναζαρέτ, όπου με χαρά περιμένει τις διαταγές και τα νέα σας.
-Χαίρομαι ιδιαίτερα κι αισθάνομαι υποχρεωμένος, απάντησε, ο Πούμπλιος. Ευτυχώς που η
Ναζαρέτ δεν είναι μακριά από την Ιερουσαλήμ, γιατί πρόκειται γρήγορα να επιστρέψω στη Ρώμη
και κρατικές υποχρεώσεις με αναγκάζουν να παραμείνω για λίγο εκεί.
Η ιδιαίτερη αυτή συνάντηση πήρε τέλος, αφού ανταλλάχτηκαν οι τυπικοί χαιρετισμοί.
Δυστυχώς, όμως, ο γερουσιαστής δεν αντελήφθη την περίεργη συμπεριφορά του Σουλπίκιου, που
τον κοίταζε ερευνητικά, ενώ η φαντασία του βυσσοδομούσε καταχθόνια σχέδια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Η απαγωγή
Στην εποχή του Χριστού, η Γαλιλαία ήταν ένας μεγάλος παραγωγικός κάμπος που
τροφοδοτούσε ολόκληρη την Παλαιστίνη. Η ονομαστή λίμνη της Γεννησαρέτ δε είχε τόση μικρή,
σαν τη σημερινή στάθμη, και όλοι οι κάμποι που συνόρευαν, ήταν ποτιστικοί, γιατί υπήρχαν
άπειρες πηγές, βαθιά τεχνητά αυλάκια και αντλίες που ανέβαζαν τα νερά ψηλά. Η πλούσια
βλάστηση έκανε την περιοχή να μοιάζει με παράδεισο οπωροφόρων δέντρων.
Το σιτάρι, το κριθάρι, τα λαχανικά, η φακή, τα σύκα και τα σταφύλια αποτελούσαν τα

κυριότερα προϊόντα της κι έδιναν στη ζωή την αφθονία. Στους λόφους που πλαισίωναν τους
απέραντους ελαιώνες, ευδοκιμούσαν οι φοίνικες και οι εκλεκτές χουρμαδιές που γέμιζαν την
Παλαιστίνη με τα πλούσια φρούτα τους. Η θάλασσα της Γαλιλαίας με την αφθονία των ψαριών της
έκανε ν' ακμάζει στην Καπερναούμ η αλιεία κι αυτό συνέτεινε σε μια ήσυχη και απλή ζωή. Μεταξύ
των κέντρων της Γαλιλαίας, η Καπερναούμ ξεχώριζε για την πνευματική ανάπτυξη των κατοίκων
της, που απλοί και χωρίς αξιώσεις δέχονταν το νόμο του Μωϋσή με πίστη και συνείδηση,
απέχοντας πολύ από το φαρισαϊσμό της Ιερουσαλήμ.
Η απλή αυτή φύση και αυθόρμητη αληθινή πίστη στάθηκε ο λόγος που οι τοποθεσίες της
Καπερναούμ υπήρξαν ο τόπος των πρώτων αθανάτων διδασκαλιών το Χριστιανισμού. Εδώ ο
Χριστός συνάντησε ευγενικές και αφοσιωμένες καρδιές, αυτόν τον τόπο διάλεξε ο πνευματικός
κόσμος για αφετηρία του Χριστιανισμού.
Σε όλες τις πόλεις της περιοχής υπήρχαν συναγωγές, όπου κάθε Σάββατο, ημέρα περισυλλογής
και αναπαύσεως, δίδασκαν τους νόμους. Στις μικρές αυτές συναγωγές μιλούσε όποιος ήθελε, αλλά
ο Ιησούς προτιμούσε να διδάσκει στο ύπαιθρο, στο ναό της φύσεως, όπου έτρεχαν ν' ακούσουν
όλοι οι ταπεινοί και οι σκλάβοι που παλιές συμφωνίες με τους κυρίους του, τους είχαν
παραχωρήσει την αργία του Σαββάτου.
Οι Ρωμαίοι καλλιεργούσαν τις παλιές αυτές παραδόσεις, με την ελπίδα, ν' αποκτήσουν τη
συμπάθεια των λαών που κατακτούσαν.
Μια εβδομάδα ύστερα από τα ευχάριστα νέα της Ρώμης, ένα Σάββατο απόγευμα, η Λίβια και η
Άννα συνομιλούν ιδιαιτέρως.
-Ναι, λέει η νέα κυρία στη σκλάβα, που είναι έτοιμη να βγει.
Σήμερα αν μπορέσεις, θέλω να ευχαριστήσεις εκ μέρους μου τον προφήτη και να του πεις, πως
χάρις στην καλοσύνη και τη μεγαλοψυχία του, αισθάνομαι ευτυχισμένη. Και πως θα προσπαθήσω
πριν φύγω για τη Ρώμη να τον γνωρίσω και να φιλήσω με βαθιά ευγνωμοσύνη τα άγια χέρια που
ξανάφεραν τη χαρά στο σπίτι μου.
-Δε θα το ξεχάσω, κυρία κι ελπίζω να επισκεφθείτε πριν φύγετε το σπίτι του Συμεών. Σήμερα,
συνέχισε εμπιστευτικά, ελπίζω να συναντήσω στην πόλη το γέρο θείο μου Συμεών, που ήλθε από
τη Σαμάρεια μόνο για να πάρει την ευχή και ν' ακούσει τη διδασκαλία του. Ίσως αγνοείτε τις
μεγάλες διαφορές που χωρίζουν τους Γαλιλαίους απ' τους Σαμαρείτες, μα ο δάσκαλος, πολλές
φορές στα μαθήματά του της αγάπης, επαίνεσε τους Σαμαρείτες για την ειλικρίνειά τους. Πάρα
πολλά θαύματα έκανε στη Σαμάρεια κι ο θείος μου έρχεται για να φιλήσει τ' άγια χέρια του, γιατί
είναι ένας από τους ευεργετημένους.
Η συγκινητική πίστη της γυναίκας αυτής του λαού μεγάλωνε την επιθυμία της Λίβιας να
γνωρίσει αυτόν τον θαυμάσιο άνθρωπο που έβρισκε το σωστό δρόμο για να φωτίζει, να θερμαίνει,
να γλυκαίνει και να καλλιεργεί τις αμόρφωτες και απλές καρδιές.
-Άννα, περίμενε λίγο, είπε ντροπαλά, πηγαίνοντας στο δωμάτιό της, και ακτινοβολούσε
ευτυχία για την πρώτη της αυτή χειρονομία Χριστιανικής αδελφοσύνης, έδωσε στη σκλάβα μερικά
νομίσματα, λέγοντας:
-Δώσε αυτά τα χρήματα στο θείο σου Συμεών εκ μέρους μου. Έκανε μακρύ ταξίδι για να δει
το Μεσσία, κι ασφαλώς του χρειάζονται.
`η Άννα ευχαρίστησε ευτυχής γι' αυτή τη δωρεά που της φάνηκε αληθινός θησαυρός και σε
λίγο, μαζί με τη Σεμέλη και άλλες φίλες, πήρε το δρόμο της Καπερναούμ, όπου το σούρουπο θα
έφθανε στη λίμνη η βάρκα του Σίμου, φέρνοντας τον Ιησού για να τον διδάξει.
Μόλις έφθασε στην πόλη, έτρεξε αμέσως σε μια φτωχική καλύβα, όπου ο γέρο Συμεών την
έσφιξε στην αγκαλιά του κλαίγοντας από χαρά. Οι καρδιές τους ανακουφίστηκαν από τη
γενναιόδωρη προσφορά της Λίβιας που στα μάτια τους αντιπροσώπευε σωστή περιουσία.
Ας ακολουθήσουμε τώρα τη Σεμέλη, που μόλις έφυγε η Άννα για να τρέξει στο καλύβι του
Συμεών, έτρεξε κι αυτή βιαστικά σ' ένα σπίτι κρυμμένο σε γέρικες ελιές, στην άκρη του έρημου
δρόμου. Χτύπησε συνθηματικά την πόρτα και μια καλοντυμένη κυρία τη δέχθηκε πρόθυμα.
-Ήλθε ο φίλος μας; ρώτησε ανυπόμονα.
-Ναι, σε περιμένει εδώ από χθες.
Και σε λίγο, ένα γνωστό μας πρόσωπο ήλθε να συναντήσει τη Σεμέλη, χαιρετώντας την με

διάχυση. Ήταν ο Αντρέ Τζιώρας, που έφθασε στην Καπερναούμ για να εκπληρώσει την εκδίκησή
του, με τη βοήθεια μιας έμπιστης φίλης, που με σατανικό σκοπό είχε πετύχει στην Ιερουσαλήμ, να
προσληφθεί ως σκλάβα στην υπηρεσία του Πούμπλιου Λέντουλου. Αφού σιγοκουβέντιασαν αρκετή
ώρα, η Σεμέλη είπε:
-Δεν υπάρχει αμφιβολία. Τα κατάφερα να έχω την απόλυτη εμπιστοσύνη των αφεντικών μου
και τη συμπάθεια του μικρού. Πρέπει να είσαι ήσυχος για το αποτέλεσμα, γιατί αφού ο
γερουσιαστής πρόκειται να ξαναγυρίσει σύντομα στη Ρώμη, αυτή νομίζω είναι η πιο κατάλληλη
στιγμή για να δράσουμε.
-Άτιμε... φώναξε ο Αντρέ, ώστε από τώρα σκέπτεται την επιστροφή; Πολύ καλά... Ο
αναθεματισμένος Ρωμαίος, ο θρασύς κατακτητής καταδίκασε για πάντα στη σκλαβιά το γιο μου,
χωρίς να συγκινηθεί καθόλου από τις πατρικές παρακλήσεις μου, αλλά θα πληρώσει ακριβά γι'
αυτό, γιατί ο γιος του θα γίνει σκλάβος του σπιτιού μου και όταν θα του παρουσιάσω την εκδίκησή
μου και τότε θα καταλάβει ότι είμαι κι εγώ άνδρας... Είσαι, λοιπόν, καθ' όλα έτοιμη Σεμέλη;
-Απολύτως, απάντησε αυτή, με ηρεμία που προκαλούσε έκπληξη.
-Εντάξει λοιπόν. Σε τρεις μέρες από σήμερα, θα είμαι εκεί με τα άλογα.
Και δίνοντάς της ένα μικρό δοχείο που εκείνη το έκρυψε στα φορέματά της, συνέχισε με
βραχνή φωνή.
-Είκοσι σταγόνες είναι αρκετές για ν' αποκοιμίσουν το παιδί για δώδεκα ώρες. Κατά τα
μεσάνυχτα να του το δώσεις ανακατεμένο με λίγο νερό και λίγο δυνατό κρασί και να περιμένεις το
σύνθημά μου. Χθες ήλθα και γνώρισα το σπίτι και τώρα ξέρω πού πρέπει να περιμένω. Εσύ να
σκεπάσεις καλά το κοιμισμένο παιδί, έτσι που αν το δει κανείς, να μη μπορεί να καταλάβει τι είναι
κι από πρόνοια, εγώ μεν θα έλθω ντυμένος με ρούχα Ρωμαίου, εσύ δε κοίταξε να βρεις να φορέσεις
καμιά από τις κάπες της κυρίας σου, ώστε να μην κατηγορηθεί κανένας από τη φυλή μας σε
περίπτωση που θα υπάρξει αυτόπτης μάρτυς. Μόλις με αντιληφθείς στο δρόμο έξω από το
περιβόλι, θα έλθεις και θα μου δώσεις το πολύτιμο φορτίο σου.
Και ευχαριστημένος από τον τρόπο που βρήκε για να εκδικηθεί, συμπέρανε:
-Αφού οι Ρωμαίοι σκλαβώνουν άσπλαχνα τα παιδιά μας, μπορούμε κι εμείς να σκλαβώνουμε
τους ανεπιθύμητους απογόνους τους... Οι άνθρωποι γεννιόνται σ' αυτόν τον κόσμο με ίσα
δικαιώματα.
Η Σεμέλη που άκουγε με προσοχή, είπε φοβισμένα.
-Κι εγώ τι θα γίνω; Δε θα ακολουθήσω το μικρό Μάρκο, την ίδια νύχτα;
-Κάτι τέτοιο, θα ήταν μεγάλη ανοησία. Εσύ πρέπει να μείνεις στην Καπερναούμ, ώστε να
χάσουν τα ίχνη του μικρού. Η φυγή σου θα ήταν μια σαφής απόδειξη κι εμείς δεν πρέπει να
αφήσουμε ίχνη της κατευθύνσεώς μας. Όπως ξέρεις, οι πλούσιοι συγγενείς μου στην Ιουδαία ίσως
μου εξασφαλίσουν μια καλή θέση στο Ναό της Ιερουσαλήμ και δε θέλω να μπλεχθώ με τη
δικαιοσύνη. Όσο για σένα, θα εξασφαλίσεις το μέλλον σου, γιατί θα αμειφθείς πολύ καλά για τη
σημερινή σου βοήθεια.
Η σκλάβα αναστέναξε, υποταγμένη στην εκδικητική αυτή ψυχή.
Το σούρουπο, οι σκλάβοι του Πούμπλιου, γύριζαν στο κτήμα κουβεντιάζοντας εύθυμα.
Η Σεμέλη δεν έδειχνε στεναχωρημένη, γιατί ο Αντρέ την είχε από καιρό προετοιμάσει να τον
βοηθήσει στο εκδικητικό του σχέδιο. Είχε πολλές υποχρεώσεις στην οικογένεια Τζιώρας, γι' αυτό
πίστευε, πως με τον τρόπο αυτό, ξεπλήρωνε μερικές από τις χρηματικές της οφειλές. Έπειτα
σχεδίαζε να φύγει για την Ιερουσαλήμ μόλις θα τελείωνε η υπόθεση της απαγωγής του μικρού,
ήσυχη ότι εξετέλεσε το καθήκον της, υποκύπτοντας στους εκβιασμούς του Αντρέ.
Την επομένη προετοίμασε τις λεπτομέρειες για την επιτυχία του σχεδίου και την καθορισμένη
ώρα ήταν πανέτοιμη.
Στα καθήκοντά της περιλαμβανόταν και το να μαζεύει τις κάπες από τα λουτρά κι έτσι, χωρίς η
Άννα να καταλάβει, εύκολα πέτυχε να πάρει μια κομψή από τις πολλές κάπες της κυρίας της, κατά
την υπόδειξη του συνενόχου της. Στο σπίτι του γερουσιαστή, ύστερα από πολύ καιρό, ζούσαν
ημέρες απόλυτης γαλήνης και έκαναν ευτυχισμένα όνειρα για το μέλλον.
Η Λίβια άρχιζε κιόλας να ετοιμάζει τις βαλίτσες της για την επιστροφή και μια τρυφερή
ηρεμία βασίλευε στις σχέσεις του ζεύγους.

Ο Πούμπλιος, είχε τελείως ξεχάσει το όνειρο που τον τάραξε ύστερα από τη συνάνησή του με
τον Προφήτη και τρομερά φιλόδοξος όπως ήταν, λόγω καταγωγής και θέσεως, πίστευε πως έπρεπε
να υπάρχουν διακρίσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα και δεν τον απασχολούσε τίποτε άλλο, από τη
σύντομη επιστροφή του στη Ρώμη.
Και όμως, αυτή τη νύχτα επρόκειτο να γκρεμιστούν όλα του τα όνειρα και να αλλάξει για
πάντα η τύχη του στη γη
Αν κανείς ήξερε, τη συνωμοσία, που το εκδικητικό πνεύμα του Αντρέ σχεδίαζε, θα άκουγε τρία
μακρινά σφυρίγματα μέσα στην ησυχία της νύχτας.
Σε μικρή απόσταση από το σπίτι, στο φαρδύ δρόμο που χώριζε το λιβάδι από τα οπωροφόρα
δένδρα, ένας άνδρας με ρούχα ρωμαϊκά, ξεκαβαλίκεψε από το αφρισμένο άλογό του. Σε λίγο, μια
πόρτα άνοιξε με προφύλαξη και μια γυναίκα με ρούχα πατρικίας, τρέμοντας από αγωνία ήλθε να
τον συναντήσει, παραδίνοντάς του ένα ογκώδες δέμα.
-Σεμέλη, είπε ο Αντρέ χαμηλόφωνα, αυτή η στιγμή αποφασίζει την τύχη μας. Άκουσε καλά τι
θα σου πω. Μην ξεχνάς πως η σιωπή είναι χρυσός και αν ποτέ δείξεις αχαριστία, να ξέρεις πως θα
πληρώσεις με τη ζωή σου την αποκάλυψη του μυστικού μας...
Και καλπάζοντας, χάθηκε στους σκοτεινούς δρόμους, κουβαλώντας μαζί του το απόκτημά του.
Η Σεμέλη, ανήσυχη τον παρακολούθησε για λίγο και στεναχωρημένη ξαναγύρισε τρεκλίζοντας
στο σπίτι. Κανείς απ' τους δυο τους δεν είχε αντιληφθεί ότι δυο μάτια κρυμμένα σε λίγων βημάτων
απόσταση πίσω από τα πυκνά χαμόκλαδα, παρακολούθησαν ολόκληρη τη σκηνή μέσα στη
νυχτερινή ησυχία, και δεν ήξεραν πως ένας συκοφάντης είναι χειρότερος από ένα κλέφτη. Ήταν ο
Σουλπίκιος, που γυρνώντας τυχαίως, στο θαμπό φως του φεγγαριού, έγινε μάρτυς όλης της σκηνής.
Όταν είδε από μακριά έναν άνδρα και μια γυναίκα να συναντιόνται σε τόσο ακατάλληλη ώρα,
χώθηκε στα πυκνά χαμόκλαδα για να τους αναγνωρίσει. Η αστραπιαία συνάντηση, δεν του έδωσε
την ευκαιρία παρά μόνο να ακούσει τις τελευταίες λέξεις “το μυστικό μας...”, από την απειλή του
Αντρέ. Όταν ο καβαλάρης απομακρύνθηκε, είδε μια γυναίκα να γυρίζει παραπατώντας στο σπίτι
και από την κάπα που αναγνώρισε αμέσως, πίστεψε πως ήταν η Λίβια. Με το διεστραμμένο
χαρακτήρα του και την κακοήθη σκέψη του, άρχισε να ταιριάζει γεγονότα, πρόσωπα και πράγματα.
Ξαναθυμήθηκε τη σκηνή στον κήπο του Πιλάτου και πίστεψε πως η Λίβια με την ομορφιά της
κατέκτησε σε λίγα λεπτά την καρδιά του. Τέλος, συνδυάζοντας την άφιξη του Πιλάτου στη
Ναζαρέτ, συμπέρανε, μονολογώντας:
“Ένας κυβερνήτης, όσο ψηλά κι αν στέκεται, δεν παύει να είναι άνδρας. Και ένας άνδρας, για
να συναντήσει τη γυναίκα που αγαπά, είναι ικανός να καλύψει μέσα σε μια νύχτα μια απόσταση
σαν αυτή που χωρίζει την Καπερναούμ από τη Ναζαρέτ. Δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία...”
“Τώρα, λοιπόν, πρέπει να αρχίσω να παρακολουθώ το ερωτευμένο μας ζευγάρι. Ιδιαίτερα με
παραξενεύει το γεγονός, πώς μια γυναίκα φαινομενικά τόσο σταθερή, άφησε να παρασυρθεί με
τόση ευκολία... Μα αφού ενδιαφέρομαι για τη Φούλβια, ας σκεφθώ τον καλύτερο τρόπο για να
ενημερώσω το φτωχό αυτό άνθρωπο, που αν και τόσο νέος και πλούσιος γερουσιαστής, είναι ένας
τόσο άτυχος σύζυγος...”
Και ενθουσιασμένος προκαταβολικά για τη στιγμή που θα αποκάλυπτε το μυστικό στον
Πούμπλιο, αποσύρθηκε με το σκοπό να ζητήσει στην Ιερουσαλήμ το αντίτιμο της πανουργίας του,
σύμφωνα με την υπόσχεση της Φούλβιας.
Η επομένη, επεφύλαξε μια τραγική έκπληξη στο γερουσιαστή και τη γυναίκα του.
Όταν το πρωί, αντελήφθησαν την απαγωγή του μικρού, σαν τρελοί κινητοποίησαν τις Αρχές
της Καπερναούμ, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Σκλάβοι της εμπιστοσύνης του Πούμπλιου Λέντουλου στάλθηκαν με διαταγές ν' ανιχνεύσουν
τα περίχωρα, ενώ η Λίβια έπεσε στο κρεβάτι άρρωστη από απόγνωση.
Η Σεμέλη, προφασιζόμεη βαθιά θλίψη και συμπαράσταση, βοηθούσε την Άννα στην
περιποίηση της κυρίας της. Το ίδιο απόγευμα, ο επιστάτης του κτήματος, Κομένιος, κατά διαταγή
του Πούμπλιου, συγκέντρωσε όλους τους σκλάβους του σπιτιού, για να παρακολουθήσουν τη
σκληρή τιμωρία των υπευθύνων, για τη νυχτερινή ασφάλεια του κτήματος, σκλάβων. Και έτσι ο
βούρδουλας έπεσε αλύπητος στα πλευρά τριών αθώων ρωμαλέων ανδρών, που ικέτευαν μάταια για
χάρη και ευσπλαχνία. Μόνο μπροστά στη σκληρή αυτή τιμωρία των αθώων, η Σεμέλη σκέφτηκε τη

φοβερή της πράξη, φοβισμένη όμως για τις συνέπειες, κατάφερε να καλύψει την ανοχή της και
προφυλάξει το τρομερό της μυστικό.
Αναστατωμένη από τους θρήνους η Λίβια, σηκώθηκε με κόπο και φωνάζοντας σε μια γωνιά
της βεράντας τον άνδρα της, που με απάθεια παρακολουθούσε την απάνθρωπη σκηνή, είπε
παρακλητικά:
-Φτάνει πια Πούμπλιε, η τιμωρία. αναρωτιέμαι μήπως οι θεοί μας τιμωρούν τόσο σκληρά,
επειδή είμαστε τόσο άπονοι και άδικοι με τους σκλάβους. Είναι και αυτοί, παιδιά υπάρξεων που
τους αγάπησαν πολύ. Ακόμα και μέσα στη μεγάλη συμφορά που μας βρήκε, σκέπτομαι πως είναι
μεγάλη τύχη για μας, το ότι λόγω κοινωνικής θέσεως, μπορούμε να κρατάμε κοντά μας τα παιδιά
μας. Σκέψου αυτούς τους φτωχούς και καταφρονεμένους, σκέψου το σπαραγμό της μητέρας που
βλέπει να της αρπάζουν το παιδί από την αγκαλά της αυτοί οι άτιμοι και ασυνείδητοι δουλέμποροι
και να το χάνει για πάντα...
-Βλέπω δυστυχώς, Λίβια, πως ο πόνος σε κάνει να παραλογίζεσαι. Πώς μπορείς να εξισώνεις,
τόσο μια Ρωμαία και μια σκλάβα; Δεν αναλογίζεσαι τη διαφορά που τις χωρίζει;
-Ω, πόσο απατάσαι καλέ μου. Ακόμα και τα ζώα έχουν πολύ ανεπτυγμένο το μητρικό αίσθημα.
Έστω και αν έχω άδικο, το συμπέρασμα είναι πως για ό,τι έγινε, μόνον εμείς φταίμε. Νομίζω πως
τα παιδιά είναι κάτι το ιερό που μας εμπιστεύονται οι Θεοί και καθήκον μας είναι να τα
παρακολουθούμε πάντα και να τα αγαπούμε. Αλλά όπως δε μπορώ να εξηγήσω την αιτία της
συμφοράς μας, άλλο τόσο δε μπορώ να θεωρήσω τους σκλάβους υπεύθυνους γι' αυτήν.
Και νιώθοντας να την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της, έπειτα από μια τόσο συγκλονιστική
ημέρα, έπεσε στο κρεβάτι με υψηλό πυρετό.
Ο Πούμπλιος πάλι, ξέροντας πολύ καλά πως η γυναίκα του είχε δίκιο, διέταξε να σταματήσει
το μαστίγωμα και αποσύρθηκε στο γραφείο του για να σκεφτεί.
ο ίδιο βράδυ, ο Σουλπίκιος του έδωσε αναφορά των άκαρπων ερευνών για τα ίχνη του Μάρκου
και τέλος αποχαιρετώντας τον, προς έκπληξη του Πούμπλιου, δυναμώνοντας τη φωνή, είπε
αινιγματικά:
-Γερουσιαστά μου, δε μπορώ να λύσω το μυστήριο αυτής της εξαφανίσεως, ίσως όμως να
μπορώ με τις προσωπικές παρατηρήσεις μου, να σας διαφωτίσω κάπως.
-Μα αν έχεις προσωπικά στοιχεία, φανέρωσέ τα λοιπόν, χωρίς φόβο.
-Τα στοιχεία μου δεν απολύτως εξακριβωμένα και επειδή υπάρχουν μερικά φάρμακα που αντί
να γιατρεύουν, ανοίγουν κι άλλες πληγές, θα προτιμούσα να σας εκθέσω τα στοιχεία μου αύριο το
βράδυ. Τώρα με περιμένει πολλή δουλειά στο γραφείο μου.
Και απολαμβάνοντας την κατάπληξη που προκάλεσαν τα λόγια του, πρόσθεσε με έμφαση:
-Αύριο, την ίδια ώρα, θα είμαι εδώ.
-Λοιπόν, εις αύριον, ψιθύρισε ο Πούμπλιος εξουθενωμένος και μένοντας μόνος, αφέθηκε
έρμαιο των φόβων και των ανησυχιών του.
Ακριβώς τώρα που υπολόγιζε να γυρίσει στη Ρώμη, τον βρήκε η απρόσμενη αυτή συμφορά,
που ήταν φοβερότερη από την αρρώστια της κόρης του.
Η απαγωγή του παιδιού του γεννούσε, για την οικογένειά του ζητήματα ηθικής φύσεως.
Πίστευε ότι δεν είχε εχθρούς στην Παλαιστίνη, γιατί εκτός του Σαούλ, που τον θεωρούσε πια
ελεύθερο στο πατρικό του σπίτι, ποτέ δεν ταπείνωσε κανέναν Ισραηλίτη και πάντα σεβόταν τις
συνήθειές τους. Ποια λοιπόν, υπήρξε η αφορμή αυτού του μυστηριώδους εγκλήματος; Θυμήθηκε
αφενός τις σοφές συμβουλές του Φλαμίνιου Σεβήρου, να δείχνει πυγμή αλλά και επιφυλακτικότητα
στην Παλαιστίνη, εξαιτίας του πλήθους των κακοποιών της και αφετέρου ζωντάνεψε στη σκέψη
του το συμβολικό όνειρο και η εικόνα του ηθικού και σκληρού δικαστή που προείπε τις συμφορές
που θα αντιμετώπιζε στο μέλλον αφού περιφρόνησε και αδιαφόρησε για τις σωτήριες αλήθειες του
Ιησού του Ναζωραίου.
Αποκαμωμένος, έγειρε το κεφάλι στο τραπέζι και με τραυματισμένη υπερηφάνεια, έκλαψε
πικρά διαισθανόμενος τις συνωμοσίες που εξύφαιναν εναντίον του σκοτεινές δυνάμεις, χωρίς να
έχει τη δύναμη να τις αναχαιτίσει.
Τη νύχτα, ζητώντας παρηγοριά, ένωσε τα δάκρυά του με τα δάκρυα της γυναίκας του.
-Αγαπημένε μου, για το ίδιο το καλό μας, ας μη χάνουμε τις δυνάμεις μας, σε παρακαλώ.

Επιτέλους, δε θα χαθούμε τελείως... Τον ενεθάρρυνε η Λίβια.
Με το κύρος μας και τα μέσα που είμαστε σε θέση να διαθέσουμε, θα ξαναβρούμε το
αγγελούδι μας. Θα αναβάλουμε για όσο χρειάζεται την επιστροφή μας στη Ρώμη, και εύχομαι οι
Θεοί, αναγνωρίζοντας την αγωνία μας και την αυταπάρνησή μας, να μας βοηθήσουν. Όμως, με
κανένα τρόπο δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τον αγώνα.
Η πιστή, τρυφερή γυναίκα, έκρυβε την εσωτερική της θύελλα και το μητρικό σπαραγμό της,
προσπαθώντας να οπλίσει το σύντροφό της με δύναμη και ελπίδα, πίστη και αυταπάρνηση και να
τον ανακουφίσει. Και πράγματι, η προσπάθειά της δεν πήγε χαμένη, γιατί ο γερουσιαστής
θαυμάζοντας το ψυχικό της κάλλος, είπε:
-Ναι, αγάπη μου,. Θα κάνω ό,τι περνά από τα χέρια μου και θα περιμένουμε και τη βοήθεια
των θεών.
Οι έρευνες δεν απέδωσαν ούτε την επομένη και το βράδυ ο Σουλπίκιος πιστός στην υπόσχεσή
του, παρουσιάστηκε στον Πούμπλιο που τον δέχτηκε με οικειότητα στο δωμάτιο του φαγητού,
όπου μετά το δείπνο άρχισαν να συζητούν καθισμένοι σε αναπαυτικά ανάκλιντρα.
-Χθες, είπε ο Πούμπλιος, μου έλεγες για κάποιες προσωπικές παρατηρήσεις γύρω από την
απαγωγή, που όμως μόνο... σήμερα θα μπορούσες να μου τις εκθέσεις... Λοιπόν;
-Α ναι, έκανε δήθεν έκπληκτος, ο υποτιθέμενος φίλος. Είναι αλήθεια πως ήθελα να σας
επιστήσω την προσοχή, σχετικά με μερικά θέματα και ίσως έτσι, ανακαλύψουμε κάποιο φως στο
μυστήριο του τραγικού αυτού συμβάντος. Μήπως έχετε κανέναν εχθρό στην Παλαιστίνη, που να
επιθυμεί την παράταση της παραμονής σας στα μέρη αυτά, που άλλωστε, δεν ταιριάζουν καθόλου
σε έναν πατρίκιο;
-Απολύτως κανένα. Υποθέτω ότι βρίσκομαι σε φιλικό περιβάλλον όσον αφορά τα διοικητικά
μου καθήκοντα και δεν ξέρω κανένα που να ενδιαφέρεται για την απουσία μου από τη Ρώμη. Θα με
ευχαριστούσες ιδιαιτέρως, αν γινόσουνα πιο σαφής στις εκφράσεις σου.
-Ανησυχώ, γιατί στην Ιουδαία, πριν λίγα χρόνια, συνέβη κάτι παρόμοιο με το δικό σας.
Διηγούνται ότι, ένας από τους προκατόχους του διοικητή μας, ερωτεύτηκε τρελά τη γυναίκα ενός
Ρωμαίου πατρίκιου και όταν πέτυχε να την κατακτήσει, έκανε το παν για να εμποδίσει τα θύματά
του να γυρίσουν στη βάση της Αυτοκρατορίας. Όταν είδε ότι με τις πλεκτάνες δεν τα κατάφερνε,
κατέφυγε στο έγκλημα. Έκλεψε το παιδάκι του ζεύγους και έκανε και πολλά άλλα κακουργήματα,
χωρίς μάλιστα να τιμωρηθεί, γιατί είχε την υποστήριξη της Γερουσίας.
Ο Πούμπλιος, άκουγε σαν να καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Από τη συγκίνηση, πότε το
αίμα του ανέβαινε στο κεφάλι και πότε μια κέρινη χλομάδα απλωνόταν στο πρόσωπό του, γιατί
καταλάβαινε τους πλάγιους υπαινιγμούς κατά της προσωπικής και της οικογενειακής του τιμής.
Ξαναθυμήθηκε τις κατηγορίες της Φούλβιας και, επειδή θεωρούσε τον αξιωματικό τίμιο σαν τον
εαυτό του, ήταν αδύνατο να πιστέψει ότι σκευωρούσε με τέτοια θηριωδία.
Ο συκοφάντης Σουλπίκιος, συνέχισε με ψεύτικη δειλία, ενώ πραγματικά απολάμβανε το
αποτέλεσμα των καταχθόνιων αποκαλύψεών του.
-Αναγνωρίζω, είπε, την απρέπεια των λόγων μου και σας ζητώ γι' αυτό όλη σας την εχεμύθεια
και ευμένεια. Γιατί σαν αφοσιωμένη και ειλικρινής ψυχή, σας άνοιξα την καρδιά μου, από μεγάλο
ενδιαφέρον προς εσάς που μου κάνατε την τιμή να μου χαρίσατε τη φιλία σας. Ποτέ δε θα
επιθυμούσα να φερθώ σα συκοφάντης σ' αντάλλαγμα της γενναιοδωρίας σας και της δικαιοσύνης
σας, μα θα σας διηγηθώ ό,τι είδα με τα ίδια μου τα μάτια, για να σας διευκολύνω στις έρευνες για
την ανακάλυψη του μικρού.
Και άρχισε να αραδιάζει με προσποιητή απλότητα, ένα κομπολόι συκοφαντιών διανθισμένων
με φαρμακερά υπονοούμενα, που η φαντασία του δημιουργούσε τροφοδοτημένη από αρκετά
ποτήρια κρασί που έπινε στο μεταξύ.
Αφού διηγήθηκε λεπτομερώς τη σκηνή στον κήπο του Πιλάτου και ο Πούμπλιος έκπληκτος
συνδύαζε τις αποκαλύψεις του, με αυτές της Φούλβιας, συνέχισε εκθέτοντας ό,τι παρατήρησε τη
νύχτα της απαγωγής και τόνισε την σύμπτωση της παραμονής του διοικητή στη Ναζαρέτ.
Ο γερουσιαστής πιστεύοντας αυτές τις αποκαλύψεις ειλικρινείς και αυθόρμητες, είδε την
ενοχή της γυναίκας του, σα γεγονός αναμφισβήτητο και με μεγάλο κόπο έκρυψε την έκπληξή του.
Μέσα του, ήθελε να πιστεύει, το τελείως αντίθετο. Σε όλη τη συζυγική ζωή τους η Λίβια

αποστρεφόταν την κοινωνική ζωή και δε ζούσε παρά μόνο για κείνον και τα πολυαγαπημένα παιδιά
της. Στη θερμή αγάπη της και στις σοβαρές και λογικές της σκέψεις, έβρισκε τη δύναμη να
υπερνικά τις δυσκολίες της ζωής και μόνο κοντά της γευόταν την ευτυχία και τη γαλήνη. Όμως,
αυτή η κατηγορία και όλες αυτές οι θλιβερές συμπτώσεις του γεννούσαν πικρές υποψίες που
κλόνιζαν τελείως την εμπιστοσύνη του. Μήπως αυτή δεν ήταν που πάντα επενέβαινε υπέρ των
σκλάβων όταν τους τιμωρούσε, σα να ήταν η ίδια ο αίτιος και δεν ήθελε να τιμωρούνται αθώοι;
Χθες ακόμη, δεν του πρότεινε την παράταση της παραμονής τους στην Παλαιστίνη, προσπαθώντας
δήθεν να τον παρηγορήσει, ενώ όπως αποδεικνύετο, ο σκοπός της ήταν να παραμείνει επ' αόριστον
στη χώρα αυτή για να ικανοποιεί τα ανομολόγητα πάθη της;
Μέσα στον ανεμοστρόβιλο των οδυνηρών αυτών σκέψεων κατάφερε τέλος να αναλογισθεί την
ευθύνη και τις υποχρεώσεις της κοινωνικής του θέσεως, την υπερηφάνεια, το όνομα και τις
παραδόσεις της οικογένειάς του και κυριαρχώντας στα αισθήματά του, βρήκε τη δύναμη να
απαντήσει:
-Σουλπίκιε, σ' ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και την ειλικρίνειά σου, αλλά πρέπει να σου
δηλώσω σχετικά με την ιδέα που έχεις για τη γυναίκα μου, πως με κανένα τρόπο δε δέχομαι κανένα
επιχείρημα που θα πλήγωνε την αγνότητα και την ευγένειά της, χαρίσματα που κανείς άλλος δε
γνωρίζει καλύτερα από μένα. Η συνομιλία που ανέφερες στον κήπο του Πιλάτου, έγινε με την
έγκρισή μου και οι παρατηρήσεις σου της νύχτας της απαγωγής δεν είναι αρκετά σαφείς και πρέπει
να ερευνηθούν. γι' αυτό, αν και σε ευχαριστώ για την προς το πρόσωπό μου αφοσίωση, από σήμερα
και στο εξής, η γνώμη σου για τη γυναίκα μου χαράζει ανάμεσά μας μια διαχωριστική γραμμή, που
ποτέ πια η εμπιστοσύνη μου δε θα τολμήσει να ξεπεράσει. Έτσι, σε απαλλάσσω από τα καθήκοντα
που σε κρατούσαν κοντά στην οικογένειά μου, γιατί η επιστροφή μας στη βάση της Αυτοκρατορίας
αναβάλλεται ώσπου να ξαναβρούμε το μικρό μας, ή να μάθουμε με βεβαιότητα πώς πέθανε και
γιατί θα ήταν άσκοπο να χάνεις τον καιρό σου στην Καπερναούμ. Θα παραιτηθείς λοιπόν, χωρίς
σκάνδαλα που θα ζημίωναν την επαγγελματική σταδιοδρομία σου και εγώ θα αναφερθώ στον
διοικητή για σένα, με τρόπο που δε θα θίξει καθόλου την υπόληψή σου. Βλέπεις λοιπόν, πως σαν
κρατικός λειτουργός σ' ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και την αφοσίωσή σου, μα σα φίλος, δε
μπορώ να κάνω το ίδιο.
Ο αξιωματικός, κέρωσε με την απρόσμενη απάντηση, μα βρήκε το θράσος να απαντήσει
ειρωνικά:
-Θα έλθει ώρα, Γερουσιαστά μου, που θα εκτιμήσεις την αφοσίωσή μου όχι μόνο ως
υπαλλήλου, αλλά και ως πραγματικού φίλου. Και αφού η καλύτερη αμοιβή σου για τη φιλία μου
είναι η άδικη περιφρόνηση, με μεγάλη μου ευχαρίστηση θα αποσυρθώ από τις εδώ υποχρεώσεις
μου.
Και χαιρέτησε, ενώ ο Πούμπλιος, σκυθρωπός και καταρρακωμένος, του ανταπέδωσε ξερά το
χαιρετισμό.
Στη μοναξιά του γραφείου του αναρωτιόταν, τι έπρεπε να κάνει. Αναγνώριζε πως κράτησε τη
σωστή στάση απέναντι στο Σουλπίκιο, αλλά μέσα του, οι τόσες θλιβερές συμπτώσεις είχαν
δημιουργήσεις αμφιβολίες για τη συμπεριφορά της Λίβιας. Τα πάντα στρέφονταν εναντίον της,
εμφανίζοντάς την σαν την απατηλή προσωποποίηση της αθωότητας. Στο τέλος, ταπεινωμένος,
πικραμένος, αναστατωμένος, τέλειο έρμαιο των πικρών διαλογισμών του, ακούμπησε το κεφάλι
του στις περγαμηνές και αναλύθηκε σε ποταμό δακρύων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
Το κήρυγμα στην Τιβεριάδα
Λίγες μέρες μετά τα γεγονότα που αφηγηθήκαμε, τίποτα δεν είχε αλλάξει στο σπίτι του

γερουσιαστή. Οι έρευνες έμεναν άκαρπες και οι δράστες ασύλληπτοι. Ο Σουλπίκιος Ταρκύνιος
διωγμένος, ξαναγύρισε στην Ιερουσαλήμ υπό τας διαταγάς του Πιλάτου, που είχε ήδη ειδοποιηθεί
σχετικά από τον Πούμπλιο Λέντουλο. Πρέπει να αναφέρουμε πως ο τελευταίος, παρέμεινε στην
Παλαιστίνη με απεριόριστα δικαιώματα, ως απεσταλμένος του Καίσαρος και της Βουλής, στον
οποίο όλες οι επαρχιακές αρχές καθώς και ο ίδιος ο διοικητής, όφειλαν υπακοή και πειθαρχία. Ο
Πιλάτος έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και συνέδραμε με καλή θέληση στις έρευνες για την τύχη του
μικρού Μάρκου, κινητοποιώντας υπαλλήλους της απολύτου εμπιστοσύνης του. Ήλθε μάλιστα και ο
ίδιος στην Καπερναούμ για να επιβλέψει τις ενέργειές τους.
Ο Πούμπλιος, ειλικρινά ευχαριστημένος, πιστεύοντας ότι τα γεγονότα θα διέψευδαν τη
συκοφαντική, κατά της γυναίκας του, κατηγορία, δέχθηκε την επίσκεψή του και τη συνδρομή του
με ευχαρίστηση και ευγένεια.
Η ζωή, όμως, στο σπίτι του, άλλαξε τελείως. του ήταν αδύνατο να ξαναζήσει με τη γυναίκα
του τις ήρεμες ευτυχισμένες εκείνες στιγμές του παρελθόντος. Προσπάθησε μάταια να ξαναβρεί
τον παλιό αυθορμητισμό και την εμπιστοσύνη στις σχέσεις τους, όμως ανάμεσά τους, είχε πια
ορθωθεί ένας τοίχος από υποψίες που τους χώριζε. Ρυτίδες αγωνίας χάραξαν το αγέρωχο πρόσωπό
του και όλοι, καθώς και η Λίβια τις απέδωσαν στην απόγνωσή του για την εξαφάνιση του παιδιού.
Κατά τις ώρες του φαγητού, αγωνιζόταν απεγνωσμένα να γαληνεύει την έκφρασή του και
απαντούσε μονολεκτικά και βιαστικά στις ερωτήσεις της.
Υποφέροντας φοβερά από τη μεταμόρφωση αυτή του συζύγου της, η Λίβια προσπαθούσε να
μαντέψει τις σκέψεις τους και την αιτία των δοκιμασιών του, μα εκείνος αποφασιστικά απέκρουε
κάθε προσφορά αγάπης και τρυφερότητας.
Σχεδόν δεν τον έβλεπε, παρά μόνον κατά την ώρα του φαγητού και μόλις τελείωνε, αυτός
αποσυρόταν στο αρχείο του, για να δουλέψει και να σκεφθεί.
Για το Μάρκο καμιά είδηση ως τώρα, δεν τους επέτρεπε την παραμικρή ελπίδα.
Ένα ήσυχο πρωινό, η Λίβια κουβεντιάζει με τη αφοσιωμένη Άννα που την αισθάνεται φίλη και
σε ερώτησή της σχετικά με την υγεία της, της απαντά:
-Νιώθω πολύ άσχημα, καλή μου Άννα... Τις νύχτες με κυριεύουν η αγωνία και τα κακά
προαισθήματα. Ο χαμός του μικρού με σπαράζει αλλά αυτό που περισσότερο με απασχολεί τώρα,
είναι η κατάσταση του Πούμπλιου. Πώς μπορώ να προβλέψω και να αποφύγω την αιτία των νέων
μου αυτών προαισθημάτων; Ο σύζυγός μου πάντα υπήρξε ειλικρινής, αγνός και γενναιόδωρος
άνθρωπος, ύστερα όμως από την απαγωγή του μικρού μας, δεν τον αναγνωρίζω. Άλλαξε τόσο πολύ,
υποφέρει τόσο από το χτύπημα, που φοβάμαι για την υγεία του.
-Βλέπω κυρία μου, το πόσο υποφέρετε. Και αν δεν είμαι παρά μια ταπεινή ύπαρξη χωρίς αξία,
θα προσευχηθώ και θα ζητήσω από το Θεό, να σας ξαναδώσει τη ψυχική σας γαλήνη και να σας
προστατεύει πάντοτε.
-Ταπεινή ύπαρξη χωρίς αξία; Μη μου το ξαναπείς αυτό, γιατί δεν είμαι από κείνους που
εκτιμούν τον άνθρωπο από τη θέση και τις τιμές που απολαμβάνει. Ρωμαία μοναχοκόρη, από γονείς
που μου κληροδότησαν αρκετή περιουσία και σύζυγος γερουσιαστή, βλέπεις πόσο υποφέρω από τις
πανουργίες και τις σκληρές δοκιμασίες αυτού του κόσμου. Ούτε οι προγονικοί μου τίτλοι, ούτε τα
νιάτα και ο πλούτος με βοήθησαν να απαλλαγώ από αυτές. Αν και εγώ είμαι μια πατρικία κι εσύ μια
σκλάβα, έχουμε τις ίδιες πονετικές καρδιές και τα ίδια τρυφερά κι αδελφικά αισθήματα η μία για
την άλλη. Συνεννοούμεθα με ειλικρίνεια και η φιλία αυτή αποτελεί και για τις δυο μας ένα φωτεινό
άσυλο σε όλες τις δυσκολίες της ζωής μας. Εγώ, αντίθετα από την ανατροφή που πήρα, θεωρώ
πάντοτε όλες τις υπάρξεις σαν αδέλφια, με κοινή προέλευση και δε με εντυπωσιάζουν οι δόξες και
τα αξιώματα σ' αυτό τον κόσμο. Μονάχα στα ευγενικά αισθήματα τοποθετώ όλες τις αξίες της
ζωής.
-Κυρία, φώναξε ενθουσιασμένη η Άννα, το ξέρετε πως ο Προφήτης μας έχει πει το ίδιο πράγμα
στα διδάγματά του;
Αχ, πόσο με συγκινείτε!...
-Ο Χριστός; ρώτησε η Λίβια με μάτια που έλαμπαν από χαρά.
Και αμέσως κάτι σαν παρηγοριά κι ελπίδα χύθηκε μέσα της.
-Ναι. γιατί αλήθεια κυρία μου, δεν αναζητάτε λίγη ανακούφιση στα θεία λόγια του; Σας

ορκίζομαι πως οι ομιλίες του, πλημμυρισμένες από αλήθεια και αγάπη, θα έχυναν βάλσαμο στις
θλίψεις σας και θα σας αναζωογονούσαν. αν θέλετε, μπορώ να σας πάω κρυφά στο σπίτι του
Συμεών για να ακούσετε τα θαυμάσια μαθήματά του και να πάρετε την ευχή του, χωρίς να
εκτεθείτε.
Αυτή η γεμάτη πρόνοια συμβουλή ευχαρίστησε τη Λίβια, αλλά στο τέλος είπε:
-Όχι. Ήθελα πριν γυρίσω στη Ρώμη ν' αναζητήσω το Χριστό και να του εκφράσω τη βαθιά μου
ευγνωμοσύνη για τη θεραπεία της Φλάβιας, αλλά εμποδίστηκα από την αντίδραση του ανδρός μου.
Τώρα όμως, άλλη μια φορά δυστυχής και εγκαταλελειμμένη, θα προστρέξω πάλι στη βοήθειά του,
για να γαληνέψω τη βασανισμένη καρδιά μου. Είναι, όμως, καθήκον μου, να τον συναντήσω
δημόσια, όπως όλες οι γυναίκες αυτού του τόπου. Σύζυγος του ανθρώπου που κατέχει την
υψηλότερη πολιτική θέση σ' αυτή την επαρχία, θα πάω φανερά στο Χριστό, για προστασία και
παρηγοριά.
-Και ο άνδρας σας, Κυρία; Δε σκέπτεσθε τις συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας;
-Θα προσπαθήσω ακόμη μια φορά να τον προσεγγίσω και να του πιστοποιήσω την απόφασή
μου. αν, όμως, με αποφύγει και πάλι ή δε συμφωνήσει, θα πάω χωρίς να ακούσω στο θέμα αυτό.
Θα ντυθώ τα φτωχικά ρούχα της περιοχής και θα πάω στην Καπερναούμ ως φιλοξενούμενη των
συγγενών σου. Την ώρα του κηρύγματος θα ακούσω τα λόγια του δασκάλου με ανάταση και αγάπη
και θα ενώσω την προσευχή μου με την προσευχή όλων των όμοια με μένα, δυστυχισμένων.
Αισθάνομαι τον τελευταίο καιρό πολύ μόνη και έχω ανάγκη από πνευματική και ψυχική
ανακούφιση για να ξεπεράσω τις σκληρές μου δοκιμασίες.
-Ο θεός να ευλογεί τις καλές σας προθέσεις, κυρία. Οι συγγενείς μου στην Καπερναούμ είναι
πάμπτωχοι και πολύ ταπεινοί, όμως ευγνώμονες, και με χαρά θα τεθούν στη διάθεσή σας, σα να
ήταν σκλάβοι σας.
-Για μένα ο μεγαλύτερος πλούτος είναι ο πλούτος της γαλήνης και των αισθημάτων. Δε θα
ζητήσω από τον Προφήτη άλλη χάρη. Η προς την κόρη μου ευσπλαχνία του, μου φθάνει. Θα πάω,
όμως κοντά του μόνο για την ψυχική μου γαλήνη. Ξέρω πως θα με αναγνωρίσει, παρά τα φτωχικά
μου φορέματα, αλλά ξέρω επίσης πως μπορεί να νιώσει μια καρδιά άτυχη, βασανισμένη και
θλιμμένη, έστω και αν χτυπά στο στήθος μιας Ρωμαίας.
Έτσι, συμφώνησαν να πάνε στην πόλη το απόγευμα του πρώτου Σαββάτου.
Μάταια προσπάθησε η Λίβια να πάρει την άδεια του αλαζονικού Πούμπλιου σχετικά με την
απόφασή της. Άπειρες φορές πάσχισε να μαντέψει τις σκέψεις του, γιατί η ψυχρότητά του την
απομάκρυνε και δεν έβρισκε το κουράγιο να τον συμβουλευτεί, όμως είχε πάρει την απόφαση να
βρει τον Ιησού οπωσδήποτε.
Στον έρημο αυτό τόπο, μόνο ο άνδρας της θα μπορούσε να καταλάβει την απόγνωσή της.
Εγκαταλελειμμένη, όμως, και σα γυναίκα και σα σύζυγος και σα μητέρα, αναγκαζόταν να
πάρει μόνη της αυτή την απόφαση με το θάρρος που της έδινε η τίμια και καθαρή συνείδησή της.
Το Σάββατο, ντυμένη όπως οι γυναίκες ης Γαλιλαίας για να μην αναγνωριστεί από το πλήθος
της λίμνης, ανάθεσε στον Κομένιο να ειδοποιήσει τον Πούμπλιο για την απουσία της κατά την ώρα
του φαγητού και με τη συντροφιά της Άννας ξεκίνησαν για την πόλη. Στο ταπεινό σπίτι των
ψαράδων όπου κατοικούσαν οι συγγενείς της Άννας, η Λίβια ένιωσε βαθιά ανακούφιση στο απλό,
φιλικό και ήρεμο αυτό περιβάλλον.
Ανάμεσα σε όλους που την υποδέχθηκαν με τα πιο ευγενικά αισθήματα, η πατριαρχική
φυσιογνωμία του γερο-Συμεών από τη Σαμάρεια, ξεχώριζε. Τα άσπρα μαλλιά του, το βαθύ βλέμμα
του, ο σεβασμός που επέβαλλε, μιλούσαν για τη θαυμαστή απλότητα του παλιού Εβραϊκού λαού,
και τα γεμάτα πίστη λόγια του, όταν διηγούταν τα έργα του Μεσσία της Ναζαρέτ, έβρισκαν το
δρόμο που αγγίζει τις χορδές της καρδιάς.
Της φαινόταν πως ανακάλυψε έναν καινούργιο κόσμο, του οποίου την ύπαρξη αγνοούσε μέχρι
τώρα. Έναν κόσμο απλό, ταπεινό και ειλικρινή, χωρίς περιττά στολίδια και κοινωνικές
υποδουλώσεις και χωρίς προλήψεις και κακοήθεις υποκρισίες.
Το απόγευμα, ανακατεμένη στο πλήθος των φτωχών και των άρρωστων, περίμενε με λαχτάρα
τη στιγμή που θα άκουγε τα εμπνευσμένα λόγια της αγάπης και της παρηγοριάς.
Το σούρουπο έβαφε τους γύρω λόφους με χρυσές ανταύγειες και ο ζέφυρος, αρωματισμένος

από τα λουλούδια και το πράσινο, ρυτίδωνε τα ήσυχα νερά της Τιβεριάδος.
Σ' ένα μακρινό σημείο του ορίζοντα, ξεχώρισε ένα σημαδάκι. Ήταν η βάρκα του Σίμου, που
έφερνε το δάσκαλο. Όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς αυτή και χαμόγελο ανυπομονησίας κι
ελπίδας φώτισε τα βασανισμένα πρόσωπα.
Η Λίβια παρακολουθούσε με προσοχή αυτό το ανώνυμο τυραννισμένο πλήθος.
Ταπεινοί εργάτες, ψαράδες, γυναίκες με πρόσωπα σκαμμένα από τα βάσανα, άρρωστοι,
απελπισμένοι, ηθικά ναυάγια της ζωής και πλήθος παιδιών με μελαγχολική και στερημένη όψη,
περίμεναν τη βάρκα να πλησιάσει. Καθισμένη δίπλα στο Συμεών, γεννούσε σεβασμό με τη γλυκιά
μορφή της και αν κανείς την πρόσεχε περισσότερο και ξεχώριζε το ρωμαϊκό προφίλ της, θα
μάντευε πως επρόκειτο για μεταμφιεσμένη νέα, που έφθασε από μακριά μαγεμένη από τη φήμη του
Μεσσία.
Όταν τέλος η βάρκα πλεύρισε και ο Χριστός κατευθύνθηκε στο γνωστό μέρος, η Λίβια
έκθαμβη δε μπορούσε να αποσπάσει το βλέμμα της από την απλή αλλά εμπνευσμένη μορφή, που
λαμποκοπούσε από υπερκόσμια ομορφιά, με τα μαλλιά να ανεμίζουν στους ώμους της.
Η διδαχή άρχισε.
Λόγια εξαιρετικής ωραιότητος, προορισμένα να επιζήσουν στην αιωνιότητα, έφερναν ρίγη
συγκινήσεως ακόμη και στις πιο σκληρές καρδιές.
“Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστί η βασιλεία των ουρανών.”
“Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται.”
“Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.”
“Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται.”
“Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται.”
“Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται.”
“Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται..”
“Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνησς, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών.”
“Μακάριοι εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ' ημών
ψευδόμενοι ένεκεν εμού.”
Και με απλά και παρήγορα λόγια, μίλησε για την ευσπλαχνία του Ουράνιου Πατέρα, για τα
επίγεια και τα ουράνια αγαθά, για την αξία της ανθρώπινης ευτυχίας, προσθέτοντας ότι δεν ήλθε
στη γη για τους ευτυχείς και τους πλούσιους, αλλά για να παρηγορήσει τους φτωχούς και τους
εγκαταλελειμμένους.
Το ανόμοιο πλήθος άκουγε μεθυσμένο τα ελπιδοφόρα αυτά λόγια του και ενώ οι ώρες
περνούσαν, ένα ζαφειρένιο φως έβαψε το τοπίο.
Οι μαθηταί του Ιησού έφερναν σε καλάθια λίγα ψωμιά που δεν επαρκούσαν όμως για το
πλήθος των ακροατών.
Τότε ο Χριστός τα ευλόγησε και εκείνα ως δια μαγείας πλήθυναν κι έφθασαν έτσι, για να
μοιραστούν σε εκατοντάδες ανθρώπων.
Όπως όλοι και η Λίβια πήρε το μερίδιό της και το ένιωσε σα φάρμακο που γιάτρεψε τους
σωματικούς και τους ψυχικούς της πόνους και της χάρισε εσωτερική δύναμη και γαλήνη.
Δακρυσμένη πρόσεξε πως ο δάσκαλος άκουγε προσεκτικά τις γυναίκες της Καπερναούμ που
ανάμεσά τους πολλές ζούσαν μια ζωή ανώμαλη κα άτακτη.
Ο γερο-Συμεών πήγε να τον συναντήσει και η Λίβια τον ακολούθησε σαν αυτόματο. Ο
Χριστός τους δέχθηκε με το γλυκό του χαμόγελο.
-Κύριε, ρώτησε ο Συμεών, τι πρέπει να κάνω για να έλθω μια μέρα στο Βασίλειό σου;
-Σου λέω αλήθεια ότι πολλοί θα έλθουν από ανατολή και δύση, αναζητώντας τις θύρες του
Ουρανού, μα μόνον εκείνοι που πάνω από κάθε επίγειο, θα αγαπήσουν βαθιά τον Ουράνιο Πατέρα
μας και τον πλησίον σαν τον εαυτό τους, αυτοί μόνον, λέγω, θα απολαύσουν τη δικαιοσύνη και τη
Βασιλεία του Θεού.
Και ατενίζοντας με στοργή κα αγάπη το πλήθος, συνέχισε με γλυκύτητα:
-Πολλοί επίσης από όσους βρίσκονται τώρα εδώ, θα διαλεχθούν για τη μεγάλη θυσία που
πλησιάζει!... Αυτοί θα με συναντήσουν στον Ουρανό, γιατί η θυσία τους θα αποτελέσει το αλάτι
της γης και το ήλιο μιας καινούριας μέρας!...

-Κύριε, είπε πάλι ο Συμεών, θα κάνω το παν για να είμαι ένας από τους εκλεκτούς σου.
Ο Χριστός κοιτάζοντάς τον με αγάπη ψιθύρισε:
-Μη βιάζεσαι Συμεών, γιατί πράγματι θα δεχθώ μια μέρα τη θυσία σου.
Και ρίχνοντας τη λαμπερή ματιά του στη Λίβια, που κυριολεκτικά ρουφούσε τα λόγια του, της
είπε:
-Πήγαινε, κόρη, και μην αμφιβάλεις. Όταν έλθει ο καιρός, θα δεχθώ και τη δική σου άγια
αυταπάρνηση.
Τα λόγια αυτά, λέχθηκαν με τέτοιο τρόπο, ώστε πολύ εύκολα η Λίβια κατάλαβε το βαθύ τους
νόημα για το μακρινό μέλλον.
Σε λίγο η συνάθροιση διαλύθηκε και ήταν πια νύχτα όταν η Λίβια και η Άννα έφθασαν στο
σπίτι ανακουφισμένες από τη θεϊκή επίδραση του Μεσσία. Μπαίνοντας, όμως, στο δωμάτιο η
Λίβια, αντίκρισε ένα σύζυγο με ύφος τρομερά ερεθισμένο και εκνευρισμένο. Αλλά προετοιμασμένη
και με σταθερή απόφαση να νικήσει την αντίστασή του, τον αντιμετώπισε με απίστευτη ψυχική
γαλήνη, άγνωστη γι αυτήν ως τώρα.
Ο Πούμπλιος, ανίκανος να συγκρατήσει την οργή του, της έριξε ένα σκληρό κι ερωτηματικό
βλέμμα, και τη ρώτησε ψυχρά:
-Λοιπόν, ποια μεγάλη ανάγκη, ανάγκασε την κυρία να απουσιάσει από το σπίτι σε ώρα
ακατάλληλη για μητέρες και κυρίες;
-Πούμπλιε, απάντησε ταπεινά, ξαφνιασμένη από τη σκληρή αυτή συμπεριφορά, αν και πολύ
προσπάθησα να σε συμβουλευτώ και να σου γνωστοποιήσω την απουσία μου, εσύ με απέφυγες.
Εγώ, όμως, είχα ανάγκη να συναντήσω το Μεσσία της Ναζαρέτ για να ανακουφίσω την ταραχή της
καρδιάς μου.
-Και έπρεπε να μεταμφιεστείς για τη συνάντηση αυτή; ρώτησε ειρωνικά. Για πρώτη φορά
συναντώ Πατρικία που χρησιμοποιεί τέτοια τεχνάσματα για να ανακουφίσει την καρδιά της. Δε
νομίζεις ότι πολύ περιφρονείς τις οικογενειακές μας παραδόσεις;
-Υπέθεσα ότι θα ήταν προτιμότερο να μην αποκαλυφθώ από το πλήθος των φτωχών στις όχθες
της λίμνης και καθόλου δε θέλησα να περιφρονήσω τις οικογενειακές παραδόσεις μας αλλάζοντας
εμφάνιση, αλλά αντίθετα πίστεψα ότι έτσι περιφρουρούσα το όνομά μας κι εσένα τον ίδιο που αυτή
τη στιγμή κατέχεις την ανώτερη θέση σ' αυτή την επαρχία της Αυτοκρατορίας.
-Και αν ακόμη πιστέψω πως τίποτ' άλλο δεν κρύβεται κάτω από αυτή τη μεταμφίεση, πάλι
έσφαλες. Γιατί, αν είχες την ανάγκη του προφήτη, εγώ έχω την εξουσία και μπορώ να ζητήσω την
παρουσία οποιουδήποτε στο σπίτι μου!
-Οποιουδήποτε; Μα ο Χριστός δεν ο οποιοσδήποτε. Και ποτέ δεν πρέπει να τον σκεφτούμε
σαν υποκείμενο στα δικαιώματά μας. Νομίζω ότι η θεραπεία της κορούλας μας, που όλα τα
ανθρώπινα μέσα στάθηκαν ανίσχυρα να την επιτύχουν, είναι κάτι για το οποίο πρέπει αιώνια να του
χρωστάμε ευγνωμοσύνη.
-Αγνοούσα ότι θαυμάζεις με τόση επιπολαιότητα τις επιτυχίες του Διδασκάλου της Ναζαρέτ.
Και πώς είσαι βεβαία ότι η θεραπεία της Φλάβιας είναι δικό του έργο; Και αν ακόμη αυτός ο
άνθρωπος ήλθε στον κόσμο σταλμένος από τους θεούς με υπερφυσικές δυνάμεις για τους
απλοϊκούς και αμόρφωτους ψαράδες της Γαλιλαίας και θεράπευσε την κόρη μας, θα μπορούσαμε
να τον θεωρήσουμε πολύ σκληρό και άσπλαχνο, αφού μας γιάτρεψε μια μικρή άρρωστη κόρη και
επέτρεψε στα μοχθηρά πνεύματα να μας στερήσουν από έναν υγιή γιο, που θα ήταν για μένα μια
λαμπρή κι ελπιδοφόρα κληρονομική συνέχεια.
-Πάψε Πούμπλιε, απάντησε ήρεμα η Λίβια που μια ανώτερη δύναμη την εμψύχωνε. Μην είσαι
τόσο περήφανος και κενόδοξος, γιατί οι θεοί μπορούν να μας τιμωρήσουν γι αυτό και μάλιστα με
σκληρότητα. Αν ο Χριστός θεράπευσε την πολυαγαπημένη μας κόρη, αρπάζοντάς την μέσα από την
αγκαλιά του θανάτου, ίσως επέτρεψε την εξαφάνιση του μικρού μας Μάρκου για να μας κάνει να
νιώσουμε συμπόνια και ευσπλαχνία για τους συνανθρώπους μας.
-Η κυρία εκτίθεται με την υπερβολική της ανοχή και συναδέλφωση με τους σκλάβους, είπε ο
Πούμπλιος τραχιά, σχεδόν με σκληρότητα. Αυτή σου η στάση με κάνει να σκέπτομαι ότι άλλαξες
πολύ αυτό το χρόνο, γιατί μετά την απομάκρυνσή σου από την κοινωνική στάθμη της Ρώμης,
βλέπω ότι οι ιδέες σου και τα αισθήματά σου έπεσαν σε χαμηλό επίπεδο που δεν αρμόζει σε

σεβαστή Ρωμαία κυρία και μάλιστα γυναίκα γερουσιαστή.
Η Λίβια άκουγε με αγανάκτηση τα άδικα λόγια του συζύγου της, που τόσο θυμωμένο δεν τον
είχε δει ποτέ ως τότε, αλλά την εμψύχωνε μια παράξενη δύναμη, σαν εκείνο το ευλογημένο από το
Χριστό κομμάτι του ψωμιού, να είχε προκαλέσει μια τεράστια αλλαγή μέσα της. Τα μάτια της
βούρκωσαν όχι από πληγωμένη υπερηφάνεια ούτε από τις άδικες κατηγορίες, μα από βαθύ οίκτο
για το δεσποτικό στις αποφάσεις του σύζυγό της, του οποίου μάντευε και συγχωρούσε την ψυχική
αγωνία, αλλά λυπόταν γιατί διαπίστωνε πως αυτός πια δε μπορούσε να τη νιώσει. Έτσι,
γαληνεμένη, προτίμησε να μη δικαιολογηθεί και απόμεινε σιωπηλή.
Ο γερουσιαστής κατάλαβε πολύ καλά πως παραφέρθηκε και τραβώντας προς την πόρτα είπε
ανοίγοντάς τη με θυμό.
-Ποτέ μου δεν έκανα πιο κουραστικό και άτυχο ταξίδι. Φαίνεται ότι πονηρά πνεύματα
κατευθύνουν τη ζωή μου στην Παλαιστίνη. Γιατί αν θεράπευσα μια κόρη, έχασα στο άγνωστο ένα
γιο και ακόμη αρχίζω να χάνω τη γυναίκα μου, ώσπου στο τέλος θα χαθώ κι εγώ για πάντα.
Και, χτυπώντας με πάταγο την πόρτα, κατευθύνθηκε στο γραφείο του, ενώ η γυναίκα του,
σωστό ράκος, ξαναζωντάνευε με τη σκέψη της το τοπίο της λίμνης και το Δάσκαλο που με μάτια
στυλωμένα στον ουρανό, προσευχόταν στον πατέρα του για τη σωτηρία του κόσμου.
Τότε, αισθάνθηκε ότι ο Χριστός αντελήφθηκε την παρουσία της, γιατί τον είδε να στρέφει το
βλέμμα προς τον ουρανό και να απλώνει προς αυτήν τα άγια χέρια του λέγοντάς της με άπειρη
γλυκύτητα:
-Κόρη, άφησε τα μάτια σου να κλάψουν για τις ατέλειες της ψυχής του συζύγου σου. Μην
περιμένεις τίποτ' άλλο σ' αυτό τον κόσμο, από δάκρυα και θλίψεις, γιατί μόνο με τους πόνους η
καρδιά φωτίζεται και ξαναγεννιέται!...
Θα περάσεις μεγάλες αγωνίες, πάντοτε όμως να ελπίζεις και να πιστεύεις στην ευσπλαχνία
μου, γιατί τη στιγμή που όλοι θα σε παραμερίσουν, εγώ θα σε καλέσω κοντά μου στο βασίλειο του
ουρανού όπου θα είσαι άξια να διαφυλάξεις το σύζυγό σου στους αιώνες.
Η Λίβια ένιωθε το Δάσκαλο να την ενθαρρύνει και να την παρηγορεί με γλυκά λόγια και
υποσχέσεις ευτυχίας, μα κάποιος θόρυβος διέλυσε ξαφνικά αυτό το φωτεινό της όραμα. Ήταν
βεβαία πως δεν είχε πέσει θύμα αυταπάτης και γι' αυτό φύλαξε με αγάπη μέσα στην καρδιά της, τα
γλυκά αυτά και παρήγορα λόγια, καθώς και την ήρεμη μορφή του Κυρίου στις καταπράσινες όχθες
της Τιβεριάδος, μέσα στην ομίχλη που θόλωνε τα βουρκωμένα μάτια της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
Η μεγάλη ημέρα του Γολγοθά
Από την ημέρα που ο Πούμπλιος Λέντουλος φιλονίκησε με τη γυναίκα του, κλείστηκε σε
απόλυτη και θλιβερή σιωπή. Υποψίες τον μαστίγωναν για τη διαγωγή εκείνης που μαζί της είχε
δέσει για πάντα τη ζωή του. Επηρεασμένος από τις συκοφαντίες της Φούλβιας και του Σουλπίκιου,
δε μπορούσε να δικαιολογήσει τη μεταμφίεσή της την ημέρα που συναντήθηκε με τον Ιησού.
Παράλληλα, όμως, επαναστατούσε και ο υπέρμετρος εγωισμός του στη σκέψη ότι ο σεβασμός που
λόγω της θέσεώς του, του οφειλόταν, καταρρακωνόταν με την απόφαση της γυναίκας του να
εξισωθεί με τον όχλο των φτωχών και καταφρονεμένων.
Αρκετός καιρός πέρασε κρατώντας και τους δύο σ' αυτή τη μελαγχολική απομόνωση. Η Λίβια
δεν ξαναπήγε ποτέ πια στην Καπερναούμ να ακούσει τα κηρύγματα του Μεσσία, αλλά αφοσιώθηκε
με πίστη και αγάπη σ' αυτά και μέσω της Άννας που πήγαινε τακτικά, προσπαθούσε να προσφέρει
την υλική βοήθειά της σε όποιον από τους πιστούς του Χριστού είχε ανάγκη.
Με βαθιά θλίψη παρακολουθούσε την ακατανόητη γι' αυτήν συμπεριφορά του Πούμπλιου και
είναι αλήθεια πως η ευαίσθητη καρδιά της δεν έτρεφε πια καμιά ελπίδα για επίγειες χαρές, αλλά

προσδοκούσε την ευτυχία από κείνο το βασίλειο του Θεού, όπου μόνον αγάπη, γαλήνη,
ανωτερότητα, ηρεμία και υπέρτατες ευτυχίες, σου προσφέρονται.
Πλησίαζε το Πάσχα του έτους 33 μ.Χ. Κατά την εποχή των εορτών, πλήθη από όλη την
Παλαιστίνη, συγκεντρώνονταν στην Ιερουσαλήμ για να πάρουν μέρος στις εορτές και να
προσφέρουν το φόρο της πίστεως στο μεγαλοπρεπή Ναό. Η αριστοκρατία του τόπου
αντιπροσωπευόταν επίσης, καθώς και τα πολιτικά κόμματα. Έτσι, οι έκτακτες υπηρεσίες των
εορτών ένωναν τις μεγάλες μάζες του Ιουδαϊσμού. Οι ρωμαϊκές αρχές με τη σειρά τους, έφθαναν
στην Ιερουσαλήμ, όπου έβλεπες κυρίως αξιωματικούς, λεγεωνάριους και εκλεκτούς της
Αυτοκρατορίας από τις πιο μακρινές επαρχίες. Δεν έλειπαν και οι διασημότεροι άνδρες της εποχής.
Πολλοί φίλοι, συμβούλεψαν τον Πούμπλιο να γυρίσει προσωρινά στην Ιερουσαλήμ και να εντείνει
τις ενέργειές του αυτήν ακριβώς την εποχή, που η συγκέντρωση τόσου πλήθους, του πρόσφερε
μεγάλες δυνατότητες για την ανεύρεση του μικρού του γιου. Ο Πούμπλιος δεν περιφρόνησε τη
συμβουλή και πριν η πόλη γεμίσει από περιηγητές και εμπόρους, βρισκόταν με την οικογένειά του
εκεί και, καθοδηγώντας τους έμπιστους σκλάβους του γνώριζαν τη φυσιογνωμία του Μάρκου,
φρόντιζε να σχηματίσει ένα μυστικό κλοιό, που θα επαγρυπνούσε γι' αυτόν σ' όλη τη διάρκεια των
εορτών.
Στην Ιερουσαλήμ, η κοινωνική ζωή δεν άλλαξε. Ο Πούμπλιος δεν εγκαταστάθηκε στο σπίτι
του θείου του Σάλβιου, αλλά σε μια ωραία έπαυλη, σ' ένα κεντρικό δρόμο, απ' όπου μπορούσε να
παρακολουθεί τις διερχόμενες λαϊκές μάζες. Ατέλειωτα καραβάνια ακολουθούμενα από πλήθος
πραιτοριανών στρατιωτών, διέσχιζαν τις πύλες της πόλεως. Η κοσμοπλημμύρα των ετερογενών
αυτών μαζών από κάθε τάξη, ηλικία και επαρχία με τις αντίθετες συνήθειες, παρουσίαζε μεγάλο
ενδιαφέρον.
Ο γερουσιαστής, μπροστά σ' αυτά τα πλήθη που γέμιζαν τους δρόμους, επεδίδετο σε
οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικής φύσεως συλλογισμούς, ενώ η Λίβια απομονωμένη,
προσπαθούσε να ανακουφιστεί κοντά στην αγάπη της μικρής της και στη συντροφιά της πιστής και
αφοσιωμένης σκλάβας της, που τώρα πια την έβλεπε σαν αληθινή φίλη.
-Κυρία, ξέρετε πως χθες, έφθασε στην πόλη και ο Μεσσίας; της έλεγε μια μέρα ιδιαιτέρως η
Άννα με μάτια που έλαμπαν από χαρά.
-Αλήθεια; ρώτησε με έκπληξη η Λίβια.
-Ναι. Τα πλήθη τον υποδέχθηκαν στην Ιερουσαλήμ με μεγάλες εκδηλώσεις. Η ανάσταση του
Λαζάρου στη Βηθάνια επεκύρωσε τις θεϊκές του δυνάμεις και στους πιο άπιστους αυτής της
πόλεως, που τον παραδέχθηκαν για γιο του Θεού και του επεφύλαξαν βασιλική υποδοχή. Όλα τα
παράθυρα στολίστηκαν με λουλούδια και τα παιδιά έστρωναν τους δρόμους με φοινικόφυλλα και
μοσχολούλουδα για να τιμήσουν το θριαμβευτικό του πέρασμα καθώς και τους μαθητάς του! Από
τις όχθες της Γεννησαρέτ ως εδώ, πολύς κόσμος ακολούθησε το Διδάσκαλο. Ένας προσωπικός μου
γνωστός που παρά τη μεγάλη του ηλικία, έκανε όλη αυτή τη μεγάλη διαδρομή μαζί του, μου έφερε
τα νέα.
-Αυτό το νέο, Άννα, είναι ιδιαίτερα ανακουφιστικό για μένα και αν μπορούσα θα πήγαινα ν'
ακούσω τα λόγια του Μεσσία, όπου και αν βρίσκεται. Μα ξέρεις τις δυσκολίες που αντιμετωπίζω.
Εσένα όμως σε απαλλάσσω από τις υποχρεώσεις σου στο σπίτι καθ' όλη τη διάρκεια της
παραμονής του στην Ιερουσαλήμ, για να επωφεληθείς από τις εορτές του Πάσχα και να ακούσεις τα
θεία κηρύγματά του.
Και δίνοντας στην Άννα χρήματα, είδε με πόση χαρά έφυγε για το λόγο των ελαιών όπου οι
προσκυνηταί έφθαναν κατά μάζες ν' ακούσουν το Χριστό, και όπου την περίμενε ο πάντα
ακούραστος γερο-Συμεών.
Στο σπίτι του Λέντουλου, δεν υπήρχε κανένα ενδιαφέρον για τις εορτές των Ιουδαίων, αλλά η
συγκέντρωση αυτού του πλήθους, έδινε στον Πούμπλιο ελπίδες για την ανεύρεση του χαμένου
παιδιού του και αυτός ήταν ο μόνος λόγος που τον κρατούσε στην Ιερουσαλήμ. Η κάθε μέρα όμως
μεγάλωνε την απογοήτευσή του, γιατί ο αγώνας απέβαινε μάταιος και οι έρευνες άκαρπες. Στο
άνετο σπίτι, οι ώρες κυλούσαν θλιβερές και ο θόρυβος των δρόμων έφθανε σα μακρινός αντίλαλος
ζωής. Ένα πρωινό, εμφανίζεται ξαφνικά η Άννα και αναστατωμένη, με δάκρυα στα μάτια, διηγείται
στην κυρία της, με όλες τις λεπτομέρειες, τη σύλληψη και τη φυλάκιση του Χριστού, που τον είχε

προδώσει ένας από τους ιδιαίτερους μαθητάς του, προς χάριν του πείσματος και της φιλοδοξίας των
ιερέων και των Φαρισαίων του ναού της Ιερουσαλήμ.
Πικραμένη η Λίβια σκέφθηκε, ότι έτσι που είχαν διαμορφωθεί οι σχέσεις της με το σύζυγό της,
δεν είχε πια το θάρρος να προστρέξει σ' αυτόν και να ζητήσει τη συνδρομή του για την προστασία
του Ιησού από τους φιλόδοξους και άδικους διώκτες του και από τις προσβολές τους, πράγμα που
αποτελούσε τον πιο διακαή πόθο της αυτή τη στιγμή. Στο γραφείο του γερουσιαστή, από το πρωί
πολύς κόσμος του ζητούσε ιδιαίτερη ακρόαση και εκείνη κατάλαβε ότι όλοι του εξέθεταν το ίδιο
ζήτημα, γιατί η φυλάκιση του Χριστού είχε επισύρει την προσοχή του κόσμου περισσότερο από τις
γιορτές του Πάσχα. Το πρόσωπό του, τα κηρύγματά του και τα έργα του, είχαν προκαλέσει το
ενδιαφέρον και την αγάπη του όχλου. Πολλοί ζητούσαν από το γερουσιαστή, να επέμβει υπέρ
αυτού στη δίκη, άλλοι πάλι, προσκείμενοι στους Φαρισαίους και τους ιερείς του Συνεδρίου, τον
καθιστούσαν προσεκτικό για τον κίνδυνο που έκρυβαν τα κηρύγματά του, που τα εμφάνιζαν σαν
ασυνείδητη επανάσταση κατά των πολιτικών δικαιωμάτων της Αυτοκρατορίας. Η Λίβια και πάλι
επιχείρησε να πλησιάσει τον Πούμπλιο. Ώρες περίμενε στο διπλανό δωμάτιο με την ελπίδα ότι
τέλος θα της διέθετε δύο λεπτά για να συζητήσουν. Μάταια όμως.
Ωστόσο και του Πούμπλιου η ανησυχία είχε κορυφωθεί με όσα άκουγε και μάθαινε, όταν
ξαφνικά έφθασε ο Σουλπίκιος Ταρκύνιος εκ μέρους του Πιλάτου και του ζήτησε να παρουσιαστεί
αμέσως στο Κυβερνείο για να αποφασίσουν για κάποιο σοβαρό ζήτημα. Ο Πούμπλιος αποδέχθηκε
την πρόσκληση, αμέσως. Έτσι, η Λίβια έχασε κάθε ελπίδα για να τη δεχθεί αυτή την ημέρα. Με
κακά προαισθήματα, άρχισε να προσεύχεται θερμά για κείνον που θεωρούσε σαν απεσταλμένο των
ουρανών και να ικετεύει το Θεό να λυτρώσει το γιο του από την καταδίωξη, την αχαριστία και τη
δολιότητα των ανθρώπων.
Ο Πούμπλιος, φθάνοντας στο επαρχιακό Κυβερνείο, στάθηκε έκπληκτος. Η απέραντη πλατεία
βούιζε από τους αλαλαγμούς του πλήθους.
Ο Πιλάτος τον οδήγησε σε μια αίθουσα όπου, ύστερ' από πρόσκληση του διοικητή, ήταν ήδη
συγκεντρωμένοι διαλεγμένοι πατρίκιοι, ο πραιτοριανός Σάλβιος, ανώτεροι υπάλληλοι και
στρατιωτικοί και μερικοί διάσημοι πολίτες Ρωμαίοι που κατά τύχη βρέθηκαν στην πόλη, και
απευθύνθηκε προς αυτόν.
-Γερουσιαστά μου, δεν ξέρω αν είχες την περιέργεια να γνωρίσεις στη Γαλιλαία έναν
εξαιρετικό άνθρωπο, που ο λαός συνήθιζε να τον αποκαλεί “Ιησού Ναζωραίο”. Αυτός ο άνθρωπος
είναι τώρα φυλακισμένος από τα μέλη του Συνεδρίου και η λαϊκή μάζα που τον υποδέχθηκε σ' αυτή
την πόλη με λουλούδια και δάφνες, τώρα, συγκεντρωμένη στην πλατεία, ζητά από τις επαρχιακές
αρχές να επιβεβαιώσουν την άμεση καταδίκη του, για να επικυρωθεί έτσι, η απόφαση των ιερέων
της Ιερουσαλήμ. Εγώ, πραγματικά, δε βρίσκω να φταίει σε τίποτε, εκτός του ότι προβλέπει
πράγματα που μου είναι άγνωστα και ακατάληπτα και μου κάνει εντύπωση η φτωχική του
εμφάνιση. Σήμερα τη νύχτα ακόμη, συνέχισε δείχνοντας τη γυναίκα του που μαζί με την αδελφή
της Φούλβια έπαιρνε μέρος στο συνέδριο, φαίνεται πως οι Θεοί θέλησαν να με διαφωτίσουν, γιατί
η Κλαύδια ονειρεύτηκε πως μια φωνή της συνιστούσε να μη θυσιάσω την προσωπικότητά μου στη
δίκη του δίκαιου αυτού ανθρώπου. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, ενεργώντας κατά συνείδηση, σας
συγκέντρωσα εδώ όλους τους εκλεκτούς πατρίκιους και Ρωμαίους της Ιερουσαλήμ, για να
μελετήσουμε από κοινού το ζήτημα με βάση τα συμφέροντα της Αυτοκρατορίας και της
δικαιοσύνης. Ποια λοιπόν, είναι σχετικά η γνώμη σου, εσένα που αυτή τη στιγμή αντιπροσωπεύεις
ανάμεσά μας τη Γερουσία και την Αυτοκρατορία;
-Η στάση σου, απάντησε ο γερουσιαστής συγκρατημένα αναλογιζόμενος την ευθύνη του,
δείχνει απόλυτη κρίση και λογική γύρω από τα Κυβερνητικά θέματα. Και, αναπολώντας το καλό
που είχε δεχθεί απ' το Μεσσία, όσο και αν το αρνιόταν η περηφάνια και ο εγωισμός του, συνέχισε.
-Γνώρισα στην Καπερναούμ από κοντά αυτό τον άνθρωπο και κανείς δεν τον θεωρούσε ούτε
συνωμότη ούτε επαναστάτη. Οι πράξεις του εκεί τον εμφάνιζαν σαν ένα θαυμάσιο, ανώτερο,
ευσπλαχνικό και δίκαιο άνθρωπο και ποτέ δε μου κατάγγειλαν ότι οι θεωρίες του στρέφονταν
εναντίον οποιασδήποτε κοινωνικής ή πολιτικής οργανώσεως της Αυτοκρατορίας. Εδώ, ασφαλώς,
κάποιος φαντάζεται ότι ο Ιησούς επιδιώκει να καταλάβει την εξουσία, κατεχόμενος από τις
φιλοδοξίες και τις αδικίες των ιερέων του ναού. Αλλά, αφού νιώθεις τόσους φόβους και

δισταγμούς, γιατί δεν τον στέλνεις να δικαστεί από τον Αντύπα, που είναι και ο αρμοδιότερος για τη
λύση αυτού του θέματος; Σαν αντιπρόσωπος της Γαλιλαίας, θεωρώ τον Ηρώδη σαν το μόνο
ενδεδειγμένο πρόσωπο για να δικάσει ένα συμπατριώτη του, αφού εσείς δεν έχετε τα απαραίτητα
στοιχεία για να αποφασίσετε τελικά, σωστά και δίκαια.
Όλοι, έκριναν την υπόδειξη σωστή και έτσι ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στον Ηρώδη
Αντύπα, συνοδευόμενος από μερικούς στρατιώτες, με αυστηρές διαταγές του Πιλάτου.
Στο παλάτι όμως του τετράρχη της Γαλιλαίας ο Ιησούς ο Ναζωραίος έγινε δεκτός με σκληρό
σαρκασμό. Επειδή μερικοί απλοϊκοί τον προσφωνούσαν “Βασιλέα των Ιουδαίων” και επειδή για
άλλους υπήρξε η ελπίς ορισμένων πολιτικών διεκδικήσεων, ο Δάσκαλος της Ναζαρέτ έγινε δεκτός
από τον πρίγκιπα της Τιβεριάδος σαν κοινός συνωμότης, ταπεινωμένος ΄και νικημένος. Ο Ηρώδης,
για να κάνει τον Πιλάτο να ντραπεί για τους φόβους του, διέταξε να συμπεριφερθούν στο
φυλακισμένο με τη μεγαλύτερη σκληρότητα και ειρωνεία. Τον έντυσε με τη λευκή χλαμύδα των
πριγκίπων, του έβαλε στο χέρι ένα βρώμικο καλάμι για σκήπτρο και στο κεφάλι ένα στέμμα από
αγκαθερό στεφάνι που καταπλήγωνε το μέτωπό του και τον άφησε στην κρίση του Πιλάτου,
ανάμεσα στους αλαλαγμούς του ξέφρενου πλήθους. Πολλοί Ρωμαίοι στρατιώτες τον κύκλωσαν για
να τον προφυλάξουν από τις βιαιότητες του ασυνείδητου όχλου και ο Χριστός, ντυμένος τη
βασιλική χλαμύδα, στεφανωμένος με αγκάθια και με το καλάμι, σα σύμβολο του επίγειου
βασιλείου του, στο χέρι, περίγελος της μάζας, έδειχνε ήρεμος αλλά απέραντα θλιμμένος. Όταν ο
Πιλάτος έμαθε πως ο Αντύπας παρέδωσε το φυλακισμένο και πάλι στην κρίση του, απευθύνθηκε
στους συμπατριώτες του λέγοντας:
-Φίλοι μου, οι προσπάθειές μας δεν απέδωσαν. Ακόμη και ο Ηρώδης μας ζητά να
επιβεβαιώσουμε την καταδίκη του Ναζωραίου. Αφού αυτός, σαν ανώτερη αρχή της Τιβεριάδος, του
φέρθηκε με απαράδεκτο σαρκασμό και τον παρέδωσε στα πλήθη σε αθλία κατάσταση, είναι
φανερό πως μας υποδεικνύει ότι είναι περιττό τόσο ενδιαφέρον εκ μέρους της διοικήσεώς μας.
Αυτό με θλίβει ιδιαίτερα, γιατί διαισθάνομαι ότι ο άνθρωπος αυτός είναι δίκαιος. Αλλά, τι πρέπει
να κάνουμε τελικά; Οι κραυγές του πλήθους έφθαναν ως την αίθουσα του Συμβουλίου. Ένας
βοηθός του διοικητή, ο Πολύβιος, άνθρωπος λογικός και τίμιος, μπήκε ωχρός και τρέμοντας
απευθύνθηκε στον Πιλάτο.
-Κύριε διοικητά, ο εξαγριωμένος όχλος απειλεί να καταλάβει το διοικητήριο, αν αμέσως δεν
επικυρώσετε την καταδικαστική απόφαση για τον Ιησού το Ναζωραίο.
-Μα, αυτό είναι τρομερό!... Επιτέλους, ποια είναι η στάση του προφήτη; Δε διαμαρτύρεται,
δεν προσφεύγει στα δικαστήρια;
-Πράγματι, διοικητά μου, ο φυλακισμένος δείχνει ακατανόητη γαλήνη, καρτερία και
αυταπάρνηση. Αφήνει να τον σέρνουν οι δήμιοί του με τη γλυκύτητα ενός αρνιού, υπομένει τα
πάντα και δε διαμαρτύρεται ούτε και γι' αυτούς τους διαλεχτούς μαθητάς του που τον απαρνήθηκαν
όλοι στη δύσκολη αυτή ώρα. Συγκινημένος από το μαρτύριό του, πήγα προσωπικά και του μίλησα.
Τότε με βεβαίωσε ότι αν ήθελε θα μπορούσε, μέσα σ' ένα λεπτό με τη βοήθεια των λεγεώνων των
αγγέλων του, να μετατρέψει την Ιερουσαλήμ σε σκόνη. Αλλά ο ουράνιος πατέρας του αποφάσισε
διαφορετικά γι' αυτόν υποβάλλοντάς τον στα φριχτά αυτά μαρτύρια και τις ταπεινώσεις, ώστε να
επαληθεύσουν όλα τα προβλεπόμενα από τις Γραφές. Όταν του υπέδειξα το δικαίωμά του να
προσφύγει στην εξουσία σας για μια νόμιμη δίκη, όπου θα αποδείκνυε την αθωότητά του, απάντησε
ότι αρνείται κάθε ανθρώπινη προστασία και εμπιστεύεται μόνο την προστασία του πατέρα του που
είναι στους ουρανούς.
-Εξαιρετικός άνθρωπος!... είπε ο Πιλάτος, προς έκπληξη των παρευρισκομένων. Τι θα
μπορούσαμε να κάνουμε, Πολύβιε, ώστε να αποτρέψουμε τον άδικο θάνατό του;
-Κύριε, αφού πρέπει να πάρουμε αμέσως μια απόφαση, προτείνω το μαστίγωμά του στην
πλατεία, με την ελπίδα να καθησυχάσουμε τη μανία της ασυνείδητης μάζας και να τον γλιτώσουμε
από το θάνατο.
-Μαστίγωμα; ρώτησε ο Πούμπλιος Λέντουλος, που η ιδέα των βασανιστηρίων του έφερνε
φρίκη.
-Ναι, φίλε μου, απάντησε ο κυβερνήτης. Ο Πολύβιος έχει δίκιο, γιατί επτά χρόνια που ζω στην
Ιουδαία, γνωρίζω καλά το λαό της και τις φοβερές αποφάσεις του, όταν αφηνιάζει και κυβερνάται

από τα πάθη του.
Διέταξαν, λοιπόν και ο Χριστός μαστιγώθηκε άσπλαχνα, ενώ το συγκεντρωμένο πλήθος
επεδοκίμαζε ουρλιάζοντας. Ο Πούμπλιος και μερικοί Ρωμαίοι έφυγαν από την αίθουσα του
Συνεδρίου και ακολούθησαν το μαστίγωμα, περίεργοι για τις αντιδράσεις της φανατικής αυτής
μάζας που δεν έδινε καθόλου την εντύπωση πως έφθασε στην Ιερουσαλήμ για τις χαρούμενες
γιορτές του Πάσχα, αλλά μόνο και μόνο για να βασανίσει, να ταπεινώσει και να θανατώσει το
Μεσσία της Ναζαρέτ, από τον οποίο μόνο ευεργεσίες είχε απολαύσει. Τόσο ήταν το λαϊκό μένος
εναντίον του, που πολλές φορές οι στρατιώτες χρειάστηκε να στρέψουν το μαστίγιο κατά του
πλήθους, για να το απομακρύνουν. Ο Πούμπλιος προσπάθησε να πλησιάσει τον Ιησού,
υποφέροντας και ο ίδιος από τα φοβερά του μαρτύρια. Εκείνο το ήσυχο, γλυκό και ευγενικό
πρόσωπο με τα φωτεινά, στοργικά και πράα μάτια, που είχε δει στις όχθες της Τιβεριάδος, ήταν
τώρα μουσκεμένο από ιδρώτα, καυτά δάκρυα και αίμα που κυλούσε από τις βαθιές πληγές που το
ακάνθινο στεφάνι είχε ανοίξει στο μέτωπό του. Και τα μαλλιά, ανακατεμένα και μουσκεμένα κι
αυτά, χύνονταν στους ώμους κυματίζοντας, καθώς το σώμα κλυδωνιζόταν σε κάθε δυνατό
μαστίγωμα. Όμως το βαθύ του βλέμμα ήταν πάντα ήσυχο, πράο, γλυκό και γεμάτο πικρή
μελαγχολία, σα να ατένιζε κάτι παρήγορο που απάλαινε τους σωματικούς πόνους και την ψυχική
δοκιμασία. Όταν για μια στιγμή αυτά τα μάτια στάθηκαν στο γερουσιαστή, αυτός χαμήλωσε
ταπεινωμένος τα δικά του, έκθαμβος από την υπεράνθρωπη μεγαλειότητα αυτού του βλέμματος,
και ξαναγύρισε βαθιά επηρεασμένος στην αίθουσα του Συνεδρίου. Σε λίγο, ο Πολύβιος πάλι ήλθε
να κάνει γνωστό στον κυβερνήτη ότι δυστυχώς ούτε η ποινή της μαστιγώσεως μπόρεσε να
κατευνάσει την οργή του πλήθους που αφηνιασμένο ζητούσε επίμονα τη σταύρωση του
κατηγορούμενου.
Επαναστατημένος και βαθιά θλιμμένος ο γερουσιαστής, ρώτησε τον Πιλάτο.
-Δεν υπάρχει κανένας κατάδικος στις φυλακές σας, που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον
προφήτη; Ίσως η σταύρωση ενός κακούργου να σταθεί αρκετή σήμερα, για να καθησυχάσει αυτό
το απάνθρωπο πλήθος. Γιατί οι μάζες είναι πάντα ευμετάβλητες και έτσι ίσως σώσουμε από το
θάνατο αυτό τον άνθρωπο που μπορεί να είναι μάγος ή μάντης, είναι όμως δίκαιος και
ευσπλαχνικός.
Ο Πιλάτος, αφού σκέφθηκε πολύ, στο τέλος αποφάσισε προς ανακούφιση όλων.
-Ναι, πολύ καλά!.. Έχουμε έναν αποδεδειγμένο κακούργο, ένα τρομερό πρόσωπο, γνωστό σε
όλους, το Βαρραβά, που πράγματι, θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον προφήτη της Ναζαρέτ σ'
αυτό τον ατιμωτικό θάνατο.
Και βγαίνοντας στον εξώστη, αφού επέβαλε κατά το δυνατόν σιωπή, διέταξε το λαό να
διαλέξει μεταξύ του κακούργου Βαρραβά και του αθώου Χριστού!...
Αναπάντεχα όμως, ο όχλος ξέσπασε σε κραυγές και βλασφημίες, φωνάζοντας:
− Το Χριστό!... Το Χριστό!... Χάρις στο Βαρραβά!... Καταδίκη, θάνατος στο Χριστό!...
Σταυρώστε τον, σταυρώστε τον!...
Έκπληκτοι και ανίσχυροι μπροστά σε τόσο ταπεινά, αχαλίνωτα, βάρβαρα και σκληρά
ένστικτα, οι Ρωμαίοι αναρωτήθηκαν τι θα έπρεπε να κάνουν και ο Πιλάτος αμήχανος ζητούσε από
το γερουσιαστή τη γνώμη του.
-Αν έπρεπε να αποφασίσω εγώ, φίλε μου, απάντησε ο Πούμπλιος, θα διέταζα να διαλύσουν με
το ιππικό το ασυνείδητο αυτό πλήθος και θα δίκαζα το Χριστό σύμφωνα με τη νομοθεσία μας, που
η δικαιοσύνη της δε θα επέτρεπε μια τέτοια καταδίκη. Αλλά η δική μου δικαιοδοσία δε μου δίνει το
δικαίωμα να αναμιγνύομαι σε παρόμοιες υποθέσεις και εκτός αυτού, εσείς έχετε μια πείρα ζωής
επτά ετών σ' αυτή τη χώρα. Νομίζω πως προσπάθησα και εξάντλησα κάθε μέσον για να αποτρέψω
βίαιες αποφάσεις. Ό,τι πρότεινα, αποδείχθηκε χωρίς αξία. Σαν άνδρας, εναντιώνομαι σ' αυτόν τον
έξαλλο όχλο και σ' αυτόν τον άδικο θάνατο. Σα Ρωμαίος όμως, ξέρω πως πρέπει να διατηρούμε μια
αρμονία ανάμεσα στην αυτοκρατορία και τις Ιουδαϊκές επαρχίες της και μπορώ να πω, πως η
ευθύνη αυτού του άδικου θανάτου, βαραίνει πια αποκλειστικά την άξεστη, αδαή και απελπισμένη
μάζα και τους σκληρούς και εγωιστές ιερείς που την κατευθύνουν.
Ο Πιλάτος προσπαθούσε κρατώντας το κεφάλι του, να σταθμίσει την αξία αυτών των
υποδείξεων, όταν λαχανιασμένος ξαναεμφανίστηκε ο Πολύβιος φωνάζοντας:

-Διοικητά, πρέπει αμέσως να αποφασίσετε. Πολλοί αρχίζουν να αμφιβάλουν για την πίστη σας
στον Καίσαρα και υποκινημένοι από τις διαμάχες των ιερέων του Ναού, θέτουν εν αμφιβόλω την
αξιοπρέπειά σας. Εκτός αυτού, ούτε λεπτό δεν πρέπει να καθυστερεί η απόφασή σας, γιατί ο
εξαγριωμένος όχλος ετοιμάζεται να παραβιάσει το κυβερνείο.
Κατακόκκινος από θυμό μπροστά σ' αυτές τις αδικίες, ο Πιλάτος φώναξε:
-Εντάξει, λοιπόν. Εγώ νίπτω τας χείρας μου από το αίμα του αθώου τούτου. Ο λαός της
Ιερουσαλήμ θα μείνει ευχαριστημένος..
Και αφού πρόφερε τα λόγια αυτά, που τον έκαναν πασίγνωστο στους αιώνες, συζήτησε λίγο με
τον κατάδικο και ύστερα διέταξε να παραμείνει για λίγο σε ένα κελί για να ηρεμήσει από τη χυδαία
και βάναυση μεταχείριση του όχλου, πριν οδηγηθεί στον τόπο του Γολγοθά, που στην Ιουδαϊκή
διάλεκτο σημαίνει “κρανίου τόπος”.
Ο λαός ικανοποιημένος από την επικύρωση της καταδίκης, άρχισε να καταλαγιάζει. Πολλοί
στρατιώτες ακολούθησαν τον κατάδικο που κάτω από ένα καυτερό ήλιο και μια ανυπόφορα
αποπνικτική ατμόσφαιρα, άρχισε να ανηφορίζει το λόφο της σταυρώσεως με αβέβαια βήματα,
φορτωμένος το σταυρό της αχαριστίας, που η τότε δικαιοσύνη προόριζε για τους κακοποιούς και
τους κακούργους. Όλοι τον είχαν εγκαταλείψει, καθώς και η κυβέρνηση των Ιουδαίων. Ο
γερουσιαστής από ένα παράθυρο του παλατιού παρακολουθούσε με θλίψη την εγκατάλειψη αυτού
του ανθρώπου, ακόμη κι από κείνους που πιστά τον ακολουθούσαν στις όχθες της λίμνης της
Καπερναούμ. Δε μπορούσε να ξεχάσει τη μαγνητική δύναμη της υπερκόσμιας αυτής
προσωπικότητας, που κάποτε τον είχε εντυπωσιάσει και εξουσιάσει. Με κατάθλιψη
παρακολουθούσε τη μακάβρια αυτή πομπή του μανιασμένου πλήθους που ακολουθούσε κατά
κύματα. Κοντά στο Δάσκαλο δεν υπήρχαν ούτε οι πρόσχαροι μαθηταί του, ούτε οι πολυάριθμοι
οπαδοί του. Μόνο λίγες γυναίκες- και ανάμεσά τους ξεχώριζε η θλιμμένη μορφή της μητέρας του
που αγωνιούσε- τον συνόδευαν και τον φρόντιζαν με καλοσύνη σ' αυτή την τελευταία πένθιμη
πορεία του.
Σε λίγο, η μεγάλη πλατεία ερήμωσε. Από μακριά, σαν αντίλαλος, έφθανε ο ήχος από το
χλιμίντρισμα των αλόγων και από το ανθρώπινο βουητό. Οι Ρωμαίοι, αφού παρακολούθησαν το
συνηθισμένο αυτό για την Παλαιστίνη θέαμα, συγκεντρώθηκαν σε μια αίθουσα του κυβερνητικού
μεγάρου συζητώντας για την ευκολία των μεταπτώσεων και μεταλλαγών των λαϊκών μαζών. Σε
λίγο η Κλαύδια έφερε γλυκά κρασιά και φρούτα, και η συζήτηση αλλάζοντας δρόμο, συνεχίστηκε
γύρω από τα προβλήματα των επαρχιών και τις διαφωνίες των αυλικών του Τιβέριου. Και ούτε για
μια στιγμή, δεν πέρασε από το νου των ανεύθυνων αυτών ανθρώπων, η σκέψη ότι με τη συνενοχή
τους, θα άναβε αυτή την ημέρα, στον ταπεινωτικό και άθλιο σταυρό του Γολγοθά, το φως της
ουράνιας δόξας για όλους τους επίγειους αιώνες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX
Η συκοφαντία θριαμβεύει
Αν εγκατέλειψαν το Χριστό οι μαθηταί και οι πιο στενοί οπαδοί του, υπήρχε ένας μεγάλος
αριθμός ταπεινών υπάρξεων που τον ακολουθούσε με γνήσια αφοσίωση. Από φόβο δεν
εκδηλώθηκαν μπροστά στον έξαλλο όχλο, πολλοί όμως και, μεταξύ αυτών, η Άννα και ο Συμεών,
παρακολούθησαν από κοντά το μαστίγωμα του Κυρίου, με δάκρυα και αγωνία προσευχόμενοι και
περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή την εκδήλωση της θείας δικαιοσύνης, που θα έσωζε το Μεσσία
εις πείσμα της κακίας και της αχαριστίας των ανθρώπων. Όμως οι ελπίδες τους εγκατέλειψαν όταν
τον είδαν, κάτω από το βάρος του σταυρού του, να παίρνει περπατώντας το δρόμο προς το λόφο
της τελευταίας ατιμώσεως, ύστερα από την οριστική καταδίκη του. Τότε η Άννα και ο θείος της,
αποφάσισαν να παρακαλέσουν τη Λίβια να τους βοηθήσει μέσω του Πούμπλιου και του

Κυβερνήτη. Αποσπάσθηκαν διακριτικά από το πλήθος και έφθασαν στην κατοικία του Λέντουλου,
όπου ο Συμεών περίμενε σε απόσταση, ενώ η Άννα αναζήτησε κλαίγοντας με λυγμούς την κυρία
της, που τη δέχτηκε έκπληκτη.
-Κυρία, ο προφήτης της Ναζαρέτ καταδικάστηκε και ήδη πήρε το δρόμο, ανάμεσα σε δυο
ληστές, για τον ατιμωτικό θάνατο της σταυρώσεως.
-Πώς; Μόλις προ ολίγου δε φυλακίσθηκε;
-Και όμως. Αυτή είναι η αλήθεια...Γι' αυτό, εγώ και ο θείος μου Συμεών ήλθαμε εξ ονόματος
όλων των ταπεινών, καταφρονεμένων και δυστυχισμένων που είδατε να παρηγορούνται από τα
γλυκά και φιλικά του λόγια, στις όχθες της Τιβεριάδος, να ζητήσουμε την προσωπική σας επέμβαση
στον Κυβερνήτη, για μιαν ύστατη προσπάθεια προς χάριν του.
-Μα είναι άραγε δυνατή, μια τέτοια καταδίκη, χωρίς έρευνα, στοιχεία και αποδείξεις; Ο λαός,
λοιπόν της Ιουδαίας δε ζει παρά μόνο με το νόμο της βαρβαρότητας; φώναξε η Λίβια φανερά
επαναστατημένη από τη φοβερή είδηση.
-Όπως σας είπα, έτσι ακριβώς συμβαίνει κυρία, και δεν πρέπει να χάνουμε ούτε λεπτό.
-Πριν, όμως, ενεργήσω με οποιοδήποτε τρόπο, Άννα, θα πρέπει να συμβουλευθώ τον άνδρα
μου, μουρμούρισε ενώ σκεπτόταν πού να ήταν άραγε ο Πούμπλιος. Μετά την πρωινή πρόσκληση
του Πιλάτου, δεν ξαναγύρισε στο σπίτι. Να είχε μήπως συμπράξει στην καταδίκη του Ιησού;
Αστραπιαία πέρασαν από τη σκέψη της όλα τα καλά που είχε δεχθεί η καρδιά της από τα άγια χέρια
του Δασκάλου και σαν να φωτίσθηκε από μια υπέρτατη δύναμη που παραγνωρίζει τα επίγεια, πήρε
την ηρωική απόφαση.
-Καλά, Άννα, θα έλθω μαζί σου να ζητήσω την προστασία του Πιλάτου για τον Ιησού. Θα
ξαναφορέσω τα φτωχικά φορέματα της Γαλιλαίας για να μην προσελκύσω την προσοχή. Και χωρίς
να σκεφθεί τις πιθανές συνέπειες της απελπισμένης αποφάσεώς της, η Λίβια σε λίγο,
φτωχοντυμένη, βρέθηκε στο δρόμο με το γερο-Συμεών και την ανιψιά του. Όταν πλησίαζαν στο
Κυβερνείο, η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. Δεν ήταν ριψοκίνδυνο να συναντήσει τον
κυβερνήτη εν αγνοία του συζύγου της; Πάλι όμως, μήπως δεν έκανε το παν για να τον προσεγγίσει
και να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη του αλλά χωρίς αποτέλεσμα; Και ο Πιλάτος; Θυμόταν ακόμη
ζωηρά και με φρίκη τη νύχτα των εξομολογήσεών του. Η λογική της δε συμφωνούσε και δεν
ενέκρινε την απόφαση που πήρε κατά παράκληση της σκλάβας της, στης οποίας το πρόσωπο
έβλεπε την αγωνιώδη παράκληση όλων των εγκαταλελειμμένων. Όμως, η καρδιά της επεδοκίμαζε
απόλυτα το διάβημά της αυτό προς χάριν του Ουράνιου απεσταλμένου, που είχε γιατρέψει τις
πληγές της κόρης της και είχε γαληνέψει την ψυχή της. Και ενώ πάλευε με αντιμαχόμενα
συναισθήματα θυμήθηκε το Χριστό όταν της μίλησε για πικρές θυσίες προς χάριν του. Μήπως
σήμανε η ιερή στιγμή για να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη της;
Ανακουφισμένη έτσι, με την ενδόμυχη ευχαρίστηση ότι ξεπλήρωνε ένα ευγενές καθήκον,
έτρεξε ήρεμη πια προς το Διοικητήριο, αφήνοντας τους συνοδούς της να την περιμένουν απόμερα
στην πλατεία. Ο καυτερός ήλιος, η αποπνιχτική και ανυπόφορη ζέστη, η αγωνία της γι' αυτή τη
συνάντηση με τον Κυβερνήτη, έκαναν την καρδιά της να χτυπά χωρίς ρυθμό.
Εδώ και μια ώρα, η συνοδεία είχε ξεκινήσει προς το Γολγοθά και το παλάτι ύστερ' από την
ταραχώδη μέρα, ήταν βυθισμένο σε ησυχία ύπνου.
Όταν η Λίβια έφθασε στην κυρία είσοδο, έβγαινε κατά τύχη ο Σουλπίκιος Ταρκύνιος κι εκείνη,
με την ανυποψίαστη αθωότητα κι εμπιστοσύνη, τον παρακάλεσε να ζητήσει εκ μέρους της μιαν
επείγουσα ακρόαση από το διοικητή με την πρόθεση να του μιλήσει για τη θλιβερή περίπτωση του
Ιησού του Ναζωραίου. Ο αξιωματικός, πιστεύοντας πια απόλυτα στις ιδιαίτερες σχέσεις της
γυναίκας αυτής και του διοικητή, την αναμέτρησε με το αυθάδες βλέμμα που τον χαρακτήριζε και
συμπέρανε πως η πραγματικά ευγενής πρόθεσή της, δεν ήταν παρά ένα πρόσχημα για να
συναντηθεί με τον εκλεκτό της χωρίς να γεννήσει υποψίες. Επειδή είχε τη σκέψη και την ψυχή
ποταπή και πρόστυχη και διευκόλυνε τον Πιλάτο στους παράνομους έρωτές του, σκέφτηκε ότι θα
ήταν καλό να καλύψει τη συνάντηση αυτή, μια και ήξερε πως ο Πούμπιος Λέντουλος βρισκόταν
ήδη στο παλάτι. Έτσι, οδήγησε τη Λίβια σε ένα ιδιαίτερο διαμέρισμα, όπου ο Πιλάτος δεχόταν τις
γυναίκες της ηδονής και διασκέδαζε μαζί τους μέσα σε μια ατμόσφαιρα πνιγμένη στα ανατολίτικα
αρώματα και στα ναρκωτικά. Η Λίβια, αν και παραξενεμένη από τη χλιδή και τη νωχέλεια του

περιβάλλοντος, περίμενε λίγο μονάχη, σχεδιάζοντας με αγωνία τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να
ικετεύσει υπέρ του Μεσσία. Αγνοούσε τελείως τις μηχανορραφίες που εξυφαίνονταν γύρω της και
που θα της κατέστρεφαν τη ζωή.
Έτσι, ούτε η ίδια, ούτε και ο Σουλπίκιος, δεν αντελήφθησαν τα πονηρά μάτια της Φούλβιας
που τους παρακολούθησαν από την πρώτη στιγμή στην είσοδο, ως αυτό το ιδιαίτερο διαμέρισμα.
Απορημένη και από την επίσκεψη και από τη μεταμφίεση της Λίβιας, διέσχισε φουριόζα και με
ασυγκράτητη ζήλια, σκοτεινούς, κρυφούς διαδρόμους, για να βεβαιωθεί κρυφοκοιτάζοντας πίσω
από τις κουρτίνες. Και όταν πια διαπίστωσε το γεγονός της παρουσίας της Λίβιας στο δωμάτιο αυτό
της ακολασίας, ευτυχής εκ των προτέρων, η ραδιούργα, για τη στιγμή που θα οδηγούσε τον
Πούμπλιο να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια την υποθετική μοιχεία της γυναίκας του,
ξαναγύρισε στη μεγάλη αίθουσα, όπου πρόφθασε τον ειδοποιημένο από το Σουλπίκιο για την
ανέλπιστη επίσκεψη Πιλάτο, να λέει στους συνδαιτυμόνες του:
-Φίλοι μου, σας ζητώ να μου επιτρέψετε ν' απουσιάσω λίγο για μια ιδιαίτερη και επείγουσα
συζήτηση, απρόοπτη και για μένα τον ίδιο. Ίσως, μετά την καταδίκη του Μεσσία της Ναζαρέτ, να
μου χτυπούν την πόρτα εκείνοι που δε βρήκαν την τόλμη να τον υπερασπιστούν δημόσια, στην
κατάλληλη στιγμή!... Για να δούμε!...
Και με την άδεια όλων, έφυγε και μπήκε στο ιδιαίτερο διαμέρισμά του, όπου τον περίμενε η
Λίβια, πιο ελκυστική από ποτέ, μέσα σ' εκείνα τα απλά φορέματα.
-Κύριε, είπε με τρεμάμενη από συγκίνηση φωνή η Λίβια, αν και χωρίς την άδεια του συζύγου
μου, πήρα το θάρρος να έλθω ως εδώ και να σας ικετεύσω να αθωώσετε τον προφήτη της
Ναζαρέτ!... Τι κακό μπορεί να έκανε αυτός ο ταπεινός, καλός, γενναιόδωρος και δίκαιος άνθρωπος
για να αξίζει ένα τόσο ταπεινωτικό θάνατο, ανάμεσα σε δυο ληστές; Επειδή τον γνώρισα
προσωπικά και είμαι βέβαιη ότι εμπνέεται από τον ουρανό, τολμώ να επικαλεστώ το πολιτικό
κύρος σας και τα ανώτερα αισθήματά σας, προς χάριν του κατηγορουμένου!...
-Κυρία, απάντησε ο Πιλάτος προσπαθώντας να την θέλξει με την υποκρισία του, έκανα το παν
για να αποφύγω το θάνατό του στο σταυρό διακυβεύοντας ακόμη και τη θέση μου του κυβερνήτη,
μα δυστυχώς όλα εις μάτην, γιατί το αδικαιολόγητο πάθος και η ακατανόητη οργή του θηριώδους
όχλου κατάφεραν να νικήσουν τη νομοθεσία μας.
-Ώστε, δεν υπάρχει πια καμιά ελπίδα γι' αυτόν; Θα πρέπει να υποστεί την τύχη ενός κοινού
κατάδικου, εις ανταπόδοση της αγάπης, της ευσπλαχνίας και της καλοσύνης που έσπειρε και
πρόσφερε στους συνανθρώπους του;
-Δυστυχώς έτσι είναι... Ανίσχυρος, μπροστά στην αλλοφροσύνη του εξαγριωμένου όχλου,
αναγκάστηκα να επικυρώσω την καταδίκη του παρά τη θέλησή μου, απάντησε με προσποίηση.
Η Λίβια έμεινε άφωνη, προσπαθώντας να σκεφθεί καμιά γρήγορη επανορθωτική λύση για το
ζήτημα που την απασχολούσε. Και ο Πιλάτος, καταπτοημένος από τους σκληρούς αγώνες αυτής
της θλιβερής μέρας, ζαλισμένος από την αρωματισμένη και πνιγηρή ατμόσφαιρα αυτού του
διαμερίσματος των απολαύσεων και μαγεμένος από την αγνή, υπερήφανη ομορφιά της γυναίκας
που στεκόταν μπροστά του, ξέχασε ό,τι ευγενικό υπήρχε μέσα του, και πόθησε όσο ποτέ να την
κατακτήσει. Τα βαθιά, αγνά σαν παιδικά, καλοσυνάτα μάτια της, τον αναστάτωσαν και μη
μπορώντας να συγκρατηθεί, ψέλλισε:
-Ευγενικιά μου Λίβια, ποτέ δεν ξέχασα τη γεμάτη μουσική έναστρη νύχτα που για πρώτη φορά
σας εξομολογήθηκα τον έρωτά μου. Ξέχασε και συ για λίγο αυτούς τους Ιουδαίους και άκουσε για
μια φορά ακόμη τα λόγια που βγαίνουν μέσα από την καρδιά μου και που μου τα εμπνέουν οι χάρες
και η λεπτή ομορφιά σου.
-Κύριε!... βρήκε τη δύναμη να τον απωθήσει με επιτίμηση. Αλλά, ο κυβερνήτης της άρπαξε με
θράσος τα χέρια, ενώ η Λίβια επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις της, αποτραβήχτηκε λέγοντας
θαρρετά!
-Ω!... η αναίδειά σας με καταπλήσσει. Έτσι φέρεται ένας άνδρας της θέσεώς σας σε μια
Ρωμαία κυρία και μάλιστα στη γυναίκα ενός γερουσιαστή της Αυτοκρατορίας; Αλλά, και όταν δεν
υπάρχουν τίτλοι, επιτρέπεται να λείπει ποτέ ο στοιχειώδης σεβασμός προς οποιαδήποτε γυναίκα
από έναν άνδρα που σέβεται τον εαυτό του;
-Ο Πιλάτος, συνηθισμένος στις εύκολες κατακτήσεις, πάγωσε μπροστά στην αξιοπρέπεια και

το θάρρος αυτής της γυναίκας. Η αντίστασή της τον ερέθιζε περισσότερο και επιθυμούσε να τη
δαμάσει και να την κατακτήσει με κάθε τρόπο. Όμως, μια ξένη προς τη θέλησή του δύναμη τον
συγκράτησε και έτσι η Λίβια βρήκε τον καιρό να αποσυρθεί, αφού του έριξε ένα πονεμένο και
περιφρονητικό βλέμμα, βαθιά πικραμένη για την προσβολή που δέχθηκε.
Πριν, όμως, ακόμη βγει από το δωμάτιο, η Φούλβια φρόντισε να βρει τον ανιψιό του συζύγου
της και να του ανακοινώσει τι συνέβαινε. Ο γερουσιαστής ένιωσε ισχυρό κλονισμό στη σκέψη πως
ίσως μπορούσε να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια την ενοχή της γυναίκας του, αλλά ακόμη δεν
ήθελε να πιστέψει σε παρόμοια κακοήθεια που την έβλεπε μόνο σαν πρόστυχη συκοφαντία της
Φούλβιας.
-Η Λίβια εδώ; ρώτησε έκπληκτος.
-Ναι, επέμεινε η Φούλβια. Επισκέπτεται τον Κυβερνήτη στο ιδιαίτερο διαμέρισμά του, χωρίς
να νοιάζεται καθόλου ούτε για την αδελφή μου, τη γυναίκα του, που η παρουσία της θεωρήθηκε
εδώ αναγκαία, ακριβώς για να τον συγκρατεί από τις ακολασίες του, που τόσα σκάνδαλα
δημιούργησαν στο παρελθόν.
-Ο Πούμπλιος Λέντουλος έκλεινε τα αυτιά του στις κατηγορίες που άκουγε, μη θέλοντας να
πιστέψει τίποτα απολύτως, αλλά δυστυχώς, όλες οι συμπτώσεις συνηγορούσαν υπέρ αυτών και το
φαρμάκι της δυσπιστίας άρχισε να τον δηλητηριάζει.
-Αν θέλεις, συνέχισε η Φούλβια, να επιβεβαιώσεις ο ίδιος την ελαφρότητα της γυναίκας σου,
ακολούθησέ με και θα σου δώσω το κλειδί του αινίγματος.
-Παραλογίζεσαι; Ένας άνθρωπος της κοινωνικής μου θέσεως, δεν ψάχνει ποτέ για τα μυστικά
ενός σπιτιού που δεν είναι δικό του.
-Καλά... Αφού δε θέλεις να προδώσεις τις αρχές σου, ας πλησιάσουμε σε ένα απ' αυτά τα
παράθυρα και θα εξακριβώσεις την αλήθεια των λόγων μου, αμέσως μόλις θα δεις τη Λίβια να
φεύγει από τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του Παλατιού.
Και σχεδόν τραβώντας τον από το χέρι, σωστό κουρέλι, τον τοποθέτησε πίσω από μια
κουρτίνα, όπου ύστερα από λίγο ο Πούμπλιος είδε να ανοίγει η πόρτα που του υπέδειξε και να
βγαίνει η Λίβια μεταμφιεσμένη και με φανερά σημάδια συγκινήσεως στο πρόσωπο, σα να
ντρεπόταν θανάσιμα γι' αυτό που είχε κάνει. Ο Πούμπλιος ένιωσε να γκρεμίζεται μέσα του κάθε
ιερός δεσμός, κάθε όνειρο κι ελπίδα. Μέσα σ' αυτό το λεπτό της ώρας είδε την κοινωνική του θέση
και τις παραδόσεις του προδομένες και το όνομά του ατιμασμένο από μια αχάριστη γυναίκα.
Τρελός από απελπισία είδε με τα μάτια της φαντασίας τα δυο παιδιά του να τον κοιτάζουν γλυκά.
Το ένα, βρισκόταν στο άγνωστο, αλλά η κόρη του ζητούσε την πατρική στοργή του. Αποφάσισε ότι
στο εξής αυτή θα αποτελούσε τον προορισμό και το νόημα της ζωής του.
-Τι έχεις να πεις τώρα; ρώτησε θριαμβεύοντας η Φούλβια.
-Νίκησες, απάντησε ξερά και με μεγάλη προσπάθεια γύρισε στο μεγάλο σαλόνι, όπου,
προφασιζόμενος αδιαθεσία, αποχαιρέτησε τους φίλους του.
-Γερουσιαστά, περίμενε λίγο. Ο κυβερνήτης δε γύρισε ακόμη, είπε κάποιος από τους
Πατρίκιους Ρωμαίους.
-Ευχαριστώ για την υπόδειξη, ελπίζω όμως να με συγχωρήσετε και να διαβιβάσετε στον
φιλόξενο αμφιτρύωνά μας τους χαιρετισμούς και τις ευχαριστίες μου. Και χωρίς χρονοτριβή
διέταξε να ετοιμάσουν το χειράμαξό του για να γυρίσει στο σπίτι του, να συγκεντρωθεί και να
αποφασίσει.
Ενώ ο Πούμπλιος τρομερά οργισμένος, αποσύρεται, η Λίβια φθάνει στην πλατεία για
γνωστοποιήσει στους φίλους της τις άκαρπες προσπάθειές της. Πολύ πικραμένη, είναι ανίκανη να
καταλάβει την ανοίκεια συμπεριφορά του κυβερνήτη στον οποίον κατέφυγε με τόση αγνότητα και
εμπιστοσύνη, κατορθώνει όμως να κρύψει τις προσωπικές της συγκινήσεις και λέει:
-Δυστυχώς, τα πάντα τελείωσαν. Η καταδίκη επικυρώθηκε και δεν υπάρχει καμιά ελπίδα. Δε
θα ξαναδούμε πια τον προφήτη της Ναζαρέτ να μας παρηγορεί στην Καπερναούμ. Η σημερινή
σταύρωσή του θα είναι η ανταμοιβή που του προσφέρει ο κόσμος της ύλης για την απέραντη
καλοσύνη του!...
-Ας γίνει, λοιπόν, το θέλημα του Πατρός που είναι στους ουρανούς, ξέσπασε σε λυγμούς η
Άννα.

-Παιδιά μου, είπε ο γέρος της Σαμάρειας, ο Μεσσίας ποτέ δεν μας έκρυψε την αλήθεια για τις
θυσίες και τα μαρτύρια που τον περιμένουν σ' αυτά τα μέρη. Πάντοτε μας δίδαξε ότι η βασιλεία του
δεν είναι αυτού του κόσμου. Με την πείρα των γηρατειών μου αναγνωρίζω την αλήθεια των λόγων
του, γιατί και οι τιμές και οι δόξες, τα νιάτα, τα πλούτη καθώς και οι παροδικές επιθυμίες της γης
δεν είναι παρά αυταπάτες που ο πόνος και ο χρόνος τις εξουδετερώνουν και συνεπώς δεν αξίζουν
τίποτα αφού το σώμα είναι φθαρτό. Η μοναδική πραγματικότητα είναι η επιβίωση της ψυχής μας σ'
αυτό το θαυμαστό βασίλειο, του οποίου την ομορφιά και το φως μας μετέδωσε τόσο ζωντανά στις
διδασκαλίες του εκείνος.
-Μα, δε θα τον ξαναδούμε, αυτόν, που μας παρηγορεί και θερμαίνει την καρδιά μας με την
ελπίδα; ρώτησε η Άννα απαρηγόρητη.
-Τι είπες παιδί μου; τη μάλωσε ο θείος της. Ξέχασες λοιπόν πως ο Δάσκαλος μας υποσχέθηκε
ότι η παρήγορη παρουσία του θα συντροφεύει πάντοτε όσους συνενωθούν σ' αυτό τον κόσμο στο
όνομά του; Μόλις ξαναγυρίσω στη Σαμάρεια, θα στήσω στην πόρτα της καλύβας μου ένα σταυρό
και θα συγκεντρώσω εκεί όσους πιστούς επιθυμούν να ακολουθήσουν το κήρυγμά του. Αλλά δεν
πρέπει να χάνουμε καιρό. Πάμε προς το Γολγοθά να πάρουμε ακόμη μια φορά την ευχή και την
ευλογία του.
-Θα ήμουν ευτυχής αν σας συνόδευα, αλλά βιάζομαι να γυρίσω στο σπίτι, να φροντίσω την
κόρη μου και να καλύψω την απουσία μου. Η σκέψη μου θα είναι συνεχώς κοντά στο Δάσκαλο και
στο σταυρό των βασάνων και του μαρτυρίου. Θα ζήσω κι εγώ την αγωνία του κι εύχομαι ο
Ουράνιος πατέρας να βοηθήσει όλους μας να υπομείνουμε με κουράγιο τη μεγάλη αυτή δοκιμασία.
-Να πας στο καλό, κυρία, είπε ο Συμεών με καλοσύνη, γιατί είσαι σύζυγος και μητέρα και οι
υποχρεώσεις σου είναι ιερές.
Κι έτσι ο Συμεών και η Άννα κατευθύνθηκαν προς το Γολγοθά, ενώ η Λίβια γύρισε βιαστικά
στο σπίτι της, φόρεσε τα καθημερινά της φορέματα και νιώθοντας την απόλυτη ανάγκη να
προσευχηθεί, κατευθύνθηκε στο δωμάτιό της.
Σε λίγο αντελήφθη ότι ο σύζυγός της γύρισε και αποσύρθηκε στο ιδιαίτερο γραφείο του,
κλείνοντας με ορμή την πόρτα πίσω του. Τότε σκέφθηκε ότι από μια γωνιά του παραθύρου, θα
μπορούσε να παρακολουθήσει την πορεία προς το Γολγοθά. Τη στιγμή αυτή ύψωναν τους τρεις
σταυρούς στο γυμνό και στερημένο από κάθε ομορφιά λόφο, που τον έψηνε ο ήλιος. Η Λίβια
προσευχόταν με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Στη φαντασία της ξαναζωντάνεψε με κάθε
λεπτομέρεια η βραδιά που άκουσε τον Ιησού να διδάσκει στη Γαλιλαία και η μορφή του με τα
μαύρα εκφραστικά μάτια, ορθώθηκε γαλήνια και φιλική μπροστά της. Έβλεπε με απελπισία, από
μακριά, τους τρεις σταυρούς και άκουγε τις φωνές και τις λοιδορίες του όχλου προς τον Κύριο,
όταν ξαφνικά μια πνοή παρηγοριάς την τύλιξε και με τη φαντασία της είδε το μεγάλο ξύλινο
σταυρό του μαρτυρίου του, λουσμένο σ' ένα υπερκόσμιο φως. Ένας μακρύς φωτεινός δρόμος ένωνε
τον Ουρανό με το Γολγοθά, απ' όπου κατέβαιναν λεγεώνες χαρούμενων πτερωτών υπάρξεων. Ο
λαός, κατά χιλιάδες, τριγύριζε το σταυρό του Διδασκάλου, που έμοιαζε με πηγή λαμπερών
ακτινοβολιών. Μαγνητισμένη από το ουράνιο αυτό φως, μεταφέρθηκε στην κορυφή του λόφου για
να του προσφέρει την αφοσίωσή της. Ναι!... Τον έβλεπε καθαρά τώρα ανάμεσα στους αγγέλους
του, ωραίο και θεοποιημένο, με τη ματιά στραμμένη θριαμβευτικά στο στερέωμα και θαμπωμένη
από την ακτινοβολία του, του ζήτησε γονατιστή τη δύναμη για αυταπάρνηση και φιλανθρωπία.
Νιώθοντας τη μεγαλύτερη συγκίνηση της ζωής της, πρόσεξε ότι ο Χριστός σταμάτησε το βλέμμα
του επάνω της, γεμάτο αγάπη και τα ήρεμα κι ευσπλαχνικά αυτά μάτια, αγνοώντας τα τρομερά
βασανιστήρια της σάρκας, μίλησαν στην καρδιά της μ' αυτά τα λόγια: “Κόρη, φύλαξε τις αιώνιες
αλήθειες του βασιλείου μου, γιατί σ' αυτή τη γη όλοι μας πρέπει έτσι να πεθαίνουμε”.
Δάκρυα στάλαξαν στο πρόσωπό της και παρακάλεσε ολόθερμα: “Χριστέ μου, δώσε μου τη
δύναμη, την καρτερία και το θάρρος να ακολουθήσω τα διδάγματά σου για να φθάσω μια μέρα στο
βασίλειό σου, όπου θριαμβεύει η αγάπη και η δικαιοσύνη”. Στο διάστημα αυτό, ο Πούμπλιος,
μόνος στο γραφείο του και βυθισμένος στην απελπισία, αγωνιζόταν να πάρει τις σωστές, κατά τη
γνώμη του, αποφάσεις. Στο ιερό των θεών του σπιτιού του, μάταια ζήτησε να βρει ανακούφιση και
καθοδήγηση. Στους υπερήφανους, εγωιστές και φιλόδοξους αυτούς θεούς που αποτελούσαν την
ενσωμάτωση των πλούσιων παραδόσεων της φυλής του, δε μπόρεσε να βρει την παρηγοριά που η

Λίβια δέχθηκε από το βλέμμα του Χριστού, με τη συγνώμη και την καλοσύνη του και,
φαρμακωμένος από τη ζήλια, αποφάσισε αμέσως να της δείξει την περιφρόνησή του. Ανοίγοντας με
ορμή την πόρτα του δωματίου της, την απέσπασε βίαια από τους οραματισμούς της φωνάζοντάς
την με βραχνή, βάρβαρη και απελπισμένη φωνή. Πρόσεξε τα δακρυσμένα μάτια της και ποτέ δεν
την είδε ωραιότερη από τη στιγμή αυτή. Οι συκοφαντίες όμως, που γι' αυτόν πια, αποτελούσαν
αλήθειες, τον έκαναν να θεωρήσει τα δάκρυά της σαν δάκρυα τύψεων και ψυχικής καταπτώσεως,
εξαιτίας της ενοχής της και του φόβου για τη σκληρή τιμωρία που την περίμενε.
Η Λίβια αποσπασμένη βίαια από το όραμά της, αμήχανη, μόλις μπόρεσε να διακρίνει το πυκνό
σκοτάδι που σκέπαζε την Ιερουσαλήμ, ν' ακούσει τις φοβερές μακρινές βροντές και να δει τις
εκτυφλωτικές αστραπές που έσχιζαν την ατμόσφαιρα προς όλες τις κατευθύνσεις.
-Λίβια, φώναξε ο γερουσιαστής προσπαθώντας να κυριαρχήσει τις συγκινήσεις του, τα δάκρυα
της μετάνοιας είναι άχρηστα πια. Σήμερα η τύχη μας ήδη κρίθηκε και κάθε δεσμός κοινής αγάπης,
έσπασε για πάντα, μεταξύ μας...
-Τι είναι αυτά;... μπόρεσε μόνο να ψιθυρίσει, με τρόπο που έδειχνε πόσο τρόμο της
προκαλούσαν τα λόγια του.
Κι ο Πούμπλιος, χλωμός από οργή:
-Ούτε μια λέξη παραπάνω δε δέχομαι να ακούσω. Είδα με τα ίδια μου τα μάτια την άτιμη
προσβολή σου και κατάλαβα πολύ καλά την αιτία των μεταμφιέσεών σου. Η κυρία θα με ακούσει
ως το τέλος χωρίς να αντιτάξει καμιά δικαιολογία, γιατί μια προδοσία σαν τη δική της αξίζει μόνο
τη δίκαιη τιμωρία του θανάτου. Όμως, δε θέλω να σε σκοτώσω. Η ηθική μόρφωσή μου δεν
εναρμονίζεται με το έγκλημα. Και όχι γιατί θα υπάρξει ίσως ελπίδα ευσπλαχνίας από μέρους μου
με τον καιρό, σε πιθανή σου μετάνοια, αλλά γιατί έχω μια κόρη και φοβάμαι μήπως η τιμωρία για
το έγκλημά μου πέσει επάνω της!...
Είμαι τίμιος άνθρωπος με υπόληψη για το όνομα και τις οικογενειακές μας παραδόσεις και δε
θα επιτρέψω στον εαυτό μου να κατέλθει στο επίπεδο του εγκληματία και μάλιστα του εγκληματία
πατέρα. Ύστερ' από την προσβολή σου, θα μπορούσα να σε εγκαταλείψω για πάντα όμως αν και
δεν αναγνωρίζω πια κανέναν ιδιαίτερο δεσμό μεταξύ μας, στο πρόσωπό σου εντούτοις, εξακολουθώ
να βλέπω τη μητέρα των άτυχων παιδιών μου. Μπροστά στις απτές αποδείξεις της ενοχής σου, από
σήμερα αδιαφορώ για την ηθική σου αξιοπρέπεια και σε διατηρώ σ' αυτό το σπίτι μόνο σαν
μητέρα, το φίλτρο και το ένστικτο της οποίας συνήθισα πάντοτε να εκτιμώ, ακόμη και στους πιο
αμόρφωτους και ταπεινούς ανθρώπους.
Τα ικετευτικά μάτια της αθώας κατηγορούμενης, φανέρωναν το σκληρό μαρτύριο μιας
ευαίσθητης και στοργικής καρδιάς. Και αφού της στέρησαν το δικαίωμα να απολογηθεί γι' αυτές τις
ανύπαρκτες κατηγορίες, έπεσε με βουβή ικεσία και ταπείνωση στα γόνατα, ενώ πικρά δάκρυα
κυλούσαν στα ωχρά της μάγουλα. Εκεί πεσμένη, σκέφτηκε το μαρτύριο του Ιησού και τα λόγια του
προς αυτήν και ήταν έτοιμη για τη θυσία. Της φαινόταν πως διατηρούσε ακόμη τη γεύση εκείνου
του ζωογόνου άρτου που ευλόγησε με τα άγια χέρια του κι ένιωθε καθαρή και πάνω από κάθε
μικρότητα αυτού του κόσμου. Την παρηγορούσε η ιδέα του Θείου Βασιλείου, όπου όλοι οι
πονεμένοι βρίσκουν θαλπωρή και αγάπη, και ξεχνούσε τις σκληρές της δοκιμασίες και τις
συκοφαντίες των οποίων υπήρξε θύμα. Παρά το γεγονός όμως, ότι δε δίστασε να ταπεινωθεί τόσο
πολύ, η αγανάκτηση του Πούμπλιου έφθασε στο κατακόρυφο.
-Σου έδωσα ό,τι πιο ωραίο, αγνό, τίμιο, καθαρό και ιερό είχα σ' αυτόν τον κόσμο και ήλπιζα να
ανταποκριθείς. Εσύ, όμως, δε δίστασες να σκορπίσεις το βούρκο ανάμεσά μας. Προτίμησες να
ακολουθήσεις την ακολασία των ανεύθυνων υπάρξεων της εποχής, παίρνοντας το μονοπάτι που
οδηγεί τη γυναίκα στην άβυσσο. Όμως, πρόσεξε καλά τα λόγια που θα σου πω και που εκφράζουν
την πιο φρικτή απογοήτευση της καρδιάς μου. Ποτέ πια δε θα απομακρυνθείς από το σπίτι και δε
θα παραμελήσεις τις μητρικές υποχρεώσεις σου. Μια ακόμη πράξη σου που θα εξαντλούσε τα
τελευταία όρια της υπομονής μου, δε θα σου άφηνε άλλα περιθώρια ζωής. Μη με αναγκάσεις
λοιπόν, να λερώσω τα τίμια χέρια μου με μια τέτοια πράξη. Αν εσύ περιφρόνησες τις οικογενειακές
μας παραδόσεις, εγώ τις κλείνω μέσα μου με αγάπη και επιθυμώ να τις καλλιεργώ μαζί με τις
προσφιλείς μου αναμνήσεις. Μπορείς να σκέπτεσαι και να αισθάνεσαι όπως σου αρέσει, μα δε θα
ανεχθώ να περιγελάς δημόσια τα συναισθήματά μου, γιατί και η υπομονή έχει κάποτε τα όριά της.

Νομίζω ότι δίκαια επιθυμώ να λυτρωθώ από τις ελαφρότητές σου και στο εξής στο σπίτι αυτό, δε
θα κρατάς παρά τη θέση σκλάβας με μητρική απασχόληση, η οποία και σε γλιτώνει από το θάνατο.
Δε θα έχεις, βέβαια, κανένα δικαίωμα να επεμβαίνεις στην ανατροφή της κόρης μου, που είμαι σε
θέση να την καθοδηγήσω χωρίς τη συνδρομή σου. Επίσης θα ψάχνω για το χαμένο παιδί μας, που
ίσως είχε αυτή την τύχη πληρώνοντας για τις ανομίες σου, ως την τελευταία στιγμή της ζωής μου.
Στα παιδιά μου θα συγκεντρώσω όλη την αγάπη που φύλαγα για σένα. Δε θα με ξαναζητήσεις με
την οικειότητα της συζύγου, αφού με τις ψευτιές σου δε στάθηκες άξια να είσαι, αλλά με το
σεβασμό που μια σκλάβα οφείλει στον κύριό της.
Η Λίβια άκουγε άφωνη τα σκληρά αυτά λόγια. Πολύ θα ήθελε, όπως άλλοτε να του ανοίξει την
καρδιά της, αλλά γνώριζε πολύ καλά το δεσποτισμό του και κατάλαβε ότι κάθε προσπάθεια θα
έμενε χωρίς αποτέλεσμα. Ένιωθε πολύ δυστυχισμένη, απομονωμένη και παραγνωρισμένη. Στην
απελπισία της άρχισε να σκέπτεται πώς, ο ουράνιος Πατέρας, με την απέραντη καλοσύνη, δεν
έβλεπε τις καλές της πράξεις και την υποδειγματική της αφοσίωση στο σύζυγο και τα παιδιά της;
Και πώς δε μάντευε ότι η καρδιά της ολόκληρη ήταν δοσμένη με πίστη κι ελπίδα στο βασίλειο της
απέραντης δικαιοσύνης του, και ότι ήταν πολύ ξένη προς την υλική ζωή; Άλλωστε, αν τόλμησε τη
βιαστική επίσκεψη στον Πιλάτο, χωρίς την άδεια του συζύγου της, δεν το έκανε μόνο και μόνο με
τον υψηλό σκοπό να σώσει τον Ιησού από τον ατιμωτικό θάνατο της σταυρώσεως; Πού λοιπόν
βρισκόταν τώρα, αυτή η υπερκόσμια βοήθεια για να διαλευκάνει τις θλιβερές συμπτώσεις που
ύφαναν τις εναντίον της συκοφαντίες και να αποκαταστήσει την αδικία; Ήταν αθώα. Ήθελε να το
φωνάξει, μα η φωνή δεν έβγαινε και μόνο πύρινα δάκρυα έλουζαν το πρόσωπό της. Χωρίς να ξέρει
πώς, βρέθηκε πάλι, νοερά, μπροστά στο σταυρό του μαρτυρίου. Μια παρήγορη αύρα χάιδευε και
γιάτρευε τις πληγές που οι κατηγορίες του Πούμπλιου είχαν ανοίξει στην καρδιά της. Βαθιά μέσα
της, μια φωνή της θύμισε ότι κι ο Δάσκαλος της Ναζαρέτ, ήταν επίσης αθώος, δίκαιος, καλός και
υπομονετικός και όμως πέθανε στο σταυρό υβριζόμενος, βάναυσα βασανισμένος από κείνους που
είχε βοηθήσει με την αγάπη και την ευσπλαχνία του, εγκαταλελειμμένος και προδομένος από όσους
πιο πολύ αγάπησε. Όλοι τον πλήρωσαν με αχαριστία, σκέφθηκε κι αυτό της έδωσε δύναμη να
αντέξει και να νικήσει τις φοβερές δοκιμασίες της. Οι αγωνιώδεις αυτές σκέψεις δεν κράτησαν
περισσότερο από ένα λεπτό και ο Πούμπλιος Λέντουλος συνέχισε απελπισμένος.
-Θα περιμένω δύο μέρες ακόμη αναζητώντας το παιδί μου και έπειτα θα γυρίσω στην
Καπερναούμ, όπου θα παραμείνω όσο χρειαστεί σ' αυτή τη θλιβερή κατάσταση. Η κυρία μπορεί
στο εξής να αρκεστεί στη θέση όπου την τοποθέτησα, γιατί διαφορετικά δε θα διστάσω να της
προσφέρω την έσχατη τιμωρία.
Και ανοίγοντας την πόρτα, που έτριξε από τους εκκωφαντικούς κρότους των κεραυνών και της
καταιγίδας, είπε με ύφος τρομερό.
-Λίβια, η πικρή αυτή ώρα, επισφραγίζει τον επ' άπειρο χωρισμό μας. Μην προσπαθήσεις να
παραβιάσεις τα σύνορα που θα μας χωρίζουν για πάντα μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, γιατί αυτό θα
σημάνει τον αμετάκλητο θάνατό σου.
Η πόρτα έκλεισε πίσω του με πάταγο που τον σκέπασαν οι βροντές της καταιγίδας. Η
Ιερουσαλήμ εσείετο από καταστρεπτικό σεισμό και από κυκλώνα που στο πέρασμά του, άφηνε
ερείπια, ερημιά και θάνατο.
Ολόμονη η Λίβια, έκλαψε πικρά και με λυγμούς που ξεκαθάριζαν τις αυταπάτες της, όπως η
κατακλυσμιαία βροχή καθάριζε την ατμόσφαιρα.
Ναι!... ήταν μονάχη, αδικημένη και απερίγραπτα άτυχη. Δε μπορούσε πια να υπολογίζει στην
προστασία του συζύγου της ούτε στη στοργή της κόρης της. Μα, ένας ήρεμος άγγελος, ο
προστάτης της, θα την φρουρούσε αδιάκοπα με αγάπη και θα της παραστεκόταν πάντα με στοργή,
ως την απολύτρωση. Και, πράγματι, βρισκόταν κοντά της το φωτεινό εκείνο πνεύμα, που στάλαζε
στην ψυχή της το βάλσαμο της ελπίδας και την έκανε να καταλάβει πως ο θησαυρός της πίστεώς
της θα την ένωνε με το Χριστό της αυταπαρνήσεως και του λυτρωμού, όταν θα έφθανε στο
βασίλειο της δικαιοσύνης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X
Ο Απόστολος της Σαμάρειας
Την επομένη, ο Πούμπλιος Λέντουλος, ενέτεινε τις έρευνες μεταξύ του πλήθους των
επισκεπτών της Ιερουσαλήμ, υποσχόμενος για ανταμοιβή σε όποιον θα του έφερνε το παιδί του,
ένα μεγάλο χρηματικό ποσόν. Η Σεμέλη, καθώς και οι υπόλοιπες σκλάβες, είχε υποβληθεί σε
αυστηρή ανάκριση, ύστερα από το μαστίγωμα των υπεύθυνων για τη νυχτερινή φρούρηση του
σπιτιού, γιατί ο γερουσιαστής δεν ενέκρινε τις σωματικές τιμωρίες για τις γυναίκες. Κατάφερε
προσποιούμενη απόλυτη αθωότητα να μην αφήσει καμιά ενοχοποιητική υποψία, όμως,
υποχρεώθηκε μαζί με τις άλλες δύο σκλάβες, που έρχονταν σε άμεση επαφή με το μικρό να
συνεργαστεί με τους σκλάβους και να ερευνά τις πλατείες και τα δρομάκια κάθε μέρα, με μια μικρή
μόνο διακοπή αναπαύσεως λίγων ωρών. Σ' αυτές τις ώρες η Σεμέλη έβλεπε φίλους και πιο πολύ
σύχναζε στο κτήμα το Αντρέ, που καλλιεργούσε ελαιόδενδρα και αμπέλια σε μικρή απόσταση από
το κέντρο.
Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν μια ζωηρή της συζήτηση με τον απαγωγέα του μικρού και της
γυναίκας του, ένα βράδυ στο σπίτι τους, ενώ το παιδάκι κοιμάται σε μια γωνιά του δωματίου.
-ώστε ο γερουσιαστής όρισε μια τόσο μεγάλη χρηματική αμοιβή για κείνον που θα βρει το
παιδί του; ρωτά ο Αντρέ ντε Τζιώρας με θαυμασμό.
-Ναι, αλήθεια, απαντά η Σεμέλη σκεπτική. Είναι πραγματικά ένα τόσο μεγάλο ποσόν, που
κανείς δε μπορεί να το κερδίσει δουλεύοντας σ' αυτό τον κόσμο.
-αν δεν υπήρχε η δίκαια σφοδρή μου επιθυμία για εκδίκηση, θα ήταν ευκαιρία να
σφετερισθούμε αυτό το σεβαστό ποσόν, είπε ο Αντρέ με το θρασύ μειδίαμά του. Όμως όχι, δε
χρειαζόμαστε τέτοια χρήματα και κυρίως τίποτε δε θέλουμε από τους αναθεματισμένους
Πατρικίους.
Η Σεμέλη άκουγε αδιάφορη, σχεδόν σαν ξένη, μα ο συνομιλητής της έψαχνε την ένοχη
φυσιογνωμία της, με την ελπίδα να αποκαλύψει τις απόκρυφες σκέψεις της και για να τη
βολιδοσκοπήσει, είπε κάνοντας τον αδιάφορο:
-Σεμέλη, τι νέα έχεις από το Μπετζαμίν;
-Αλίμονο, ο αρραβωνιαστικός μου ο Μπετζαμίν, ακόμη δεν αποφάσισε για το γάμο, γιατί
συναντούμε αναρίθμητες δυσκολίες. Όπως ξέρεις, δουλεύουμε και οι δυο, με την ελπίδα να
αγοράσουμε εκείνο το σπιτάκι στη Βηθάνια... Μόλις το καταφέρουμε θα παντρευτούμε αμέσως.
-Εύχομαι και ελπίζω με τον καιρό να αποκτήσετε ό,τι ποθείτε για την ευτυχία σας, είπε
αινιγματικά σα να έβρισκε κάποια λύση. Όσο για μένα, να μην αμφιβάλλεις ότι θα κάνω το παν για
να σε βοηθήσω σαν πατέρας.
-Ευχαριστώ πολύ, τώρα όμως πρέπει να φύγω γιατί πέρασε η ώρα.
-Όχι ακόμη. Περίμενε μια στιγμή. Θα σου δώσω να δοκιμάσεις ένα παλιό κρασί που άνοιξα
σήμερα, για να γιορτάσουμε το γεγονός ότι είχαμε την τύχη να επιζήσουμε μετά το χθεσινό
κυκλώνα.
Και τρέχοντας, μπήκε στην αποθήκη των κρασιών, γέμισε από το βαρέλι ένα κύπελλο με
κεχριμπαρένιο κρασί και αφού στάλαξε με προφύλαξη μερικές σταγόνες από ένα μικρό φιαλίδιο,
μονολόγησε:
-Α! Σεμέλη, θα μπορούσες να ζήσεις, αλλά αυτή η πλουσιοπάροχη αμοιβή σε καταδικάζει σε
θάνατο!... Μπετζαμίν... ο γάμος είναι θεσμός φριχτής φτώχειας!... Ένα τέτοιο ποσόν είναι
πειρασμός και για τους πιο τίμιους. Όταν πέρασαν οι πρώτες δυσκολίες της απαγωγής, ήμουνα
ήσυχος, όμως τώρα μπαίνει στη μέση το χρήμα κι αυτό πολλές φορές οδηγεί στο θάνατο!... Σε έξι
ώρες, φτωχιά μου φιλενάδα, θα μπεις στο σκοτεινό βασίλειο!... Τι μπορώ άλλο να κάνω; Δε μου
μένει παρά να σου ευχηθώ καλό ταξίδι!... Έτσι, κανείς πια σ' αυτό τον κόσμο δε θα ξέρει πως στο
σπίτι μου υπάρχει ένας σκλάβος με το ευγενικό αίμα της αριστοκρατίας της ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας...

Σε λίγο, η Σεμέλη, αφού ήπιε το παλιό κρασί, έφευγε ευχαριστώντας ενώ το βλέμμα του
συνενόχου της την παρακολούθησε ως τη στροφή του δρόμου. Κανείς πια δε θα κέρδιζε το μεγάλο
χρηματικό ποσόν, που ο Πούμπλιος πρόσφερε από απελπισία. Το ίδιο βράδυ η Σεμέλη ένιωσε
ξαφνικά άρρωστη και έπεσε στο κρεβάτι. Ρίγη και ιδρώτας έλουζαν ένα πρόσωπο ντυμένο ήδη τη
χλομάδα του θανάτου.
Φώναξαν την Άννα, που είχε πια γυρίσει στις οικιακές ασχολίες της, για να την περιποιηθεί,
αλλά τη βρήκε να πεθαίνει μέσα σε αγωνία και τρόμο.
-Άννα... εγώ πεθαίνω... όμως έχω... βαριά τη... συνείδηση.... ανησυχώ...
-Σεμέλη τι είν' αυτά; Ας έχουμε πίστη στον ουράνιο πατέρα μας και ας εμπιστευθούμε στον
Ιησού που χθες ακόμη μας παρηγορούσε ενώ υπέφερε πάνω στο σταυρό.
-Νιώθω... πως είναι... αργά... ψιθύρισε η Σεμέλη χαροπαλεύοντας. Εγώ... μονάχα... ήθελα... μια
συγχώρηση...
Μα η διακεκομμένη βραχνή φωνή έσβησε και ένας δυνατός λυγμός σκέπασε τις τελευταίες
λέξεις. Ύστερα το πρόσωπο συσπάστηκε και μελάνιασε και η καρδιά της έπαψε να χτυπά. Η Άννα
θλιμμένη, προσευχήθηκε για τη σωτηρία της ψυχής της φίλης της, καταλαβαίνοντας από τα
τελευταία της λόγια, πως κάτι σοβαρό θα βάραινε τη συνείδησή της.
Ο γιατρός που βεβαίωσε το θάνατο, τον απέδωσε σε καρδιακό νόσημα και έτσι το μυστικό του
Αντρέ ντε Τζιώρας, θάφτηκε μαζί με τη Σεμέλη. Η Λίβια και η Άννα, αν και παραξενεμένες από τα
τελευταία λόγια της Σεμέλης, πίστευαν ότι η μετάβαση στην άλλη ζωή, είναι κάτι αναπόφευκτο και
προγεγραμμένο.
Έπειτα και από το θλιβερό συμβάν, ο Πούμπλιος επέσπευσε την επιστροφή τους στην
Καπερναούμ. το ταξίδι στάθηκε κοπιαστικό αλλά ευτυχώς, κανείς από τους σκλάβους δεν κατάλαβε
τη διάσταση των δύο συζύγων, γιατί με το να κρατούν τα προσχήματα, εξακολουθούσαν να
απολαμβάνουν το σεβασμό τους, αν και ο μεταξύ τους χωρισμός ήταν πια γεγονός βέβαιο και
οριστικό.
Λίγες μέρες μετά το γυρισμό τους στη χαρούμενη και φιλόξενη αυτή πόλη, όπου ο Ιησούς
κήρυξε γλυκά και θεία λόγια, ο γερουσιαστής ετοίμασε μακροσκελή αλληλογραφία για πολλά μέλη
της Βουλής και για το φίλο του Φλαμίνιο Σεβήρο και έστειλε τον Κομένιο στη Ρώμη, σαν κομιστή
της απολύτου εμπιστοσύνης του. Αποστρεφόμενος την Παλαιστίνη, όπου τον βρήκαν τόσες
σκληρές δοκιμασίες και όπου όμως ήταν υποχρεωμένος να παραμείνει, δεμένος με τη μυστηριώδη
εξαφάνιση του παιδιού του, ζητούσε από το Φλαμίνιο την προσωπική του επέμβαση, ώστε ο θείος
του Σάλβιος, να ξαναγυρίσει στη βάση του στη Ρώμη, θέλοντας έτσι να απαλλαγεί από την
παρουσία της Φούλβιας, γιατί διαισθανόταν πως η σκοτεινή αυτή γυναίκα, είχε μια ολέθρια
επίδραση στην τύχη της οικογενειακής του ζωής. Συγχρόνως, γεμάτος απέχθεια για την
προσωπικότητα του Πιλάτου, γνωστοποιούσε στο μακρινό του φίλο πολυάριθμα διοικητικά
σκάνδαλα, που μετά την εορτή του Πάσχα, αποφάσισε να διορθώσει με μεγάλη σκληρότητα.
Υποσχόταν να γνωρίσει από κοντά τις ανάγκες της επαρχίας για να μάθουν οι ρωμαϊκές αρχές τις
ατασθαλίες της διοικήσεως, ώστε στη δεδομένη ευκαιρία να μετατεθεί ο διοικητής σε άλλο τομέα
της Αυτοκρατορίας, και διαβεβαίωνε ότι σύντομα θα απαριθμήσει όλες τις αδικίες του Πιλάτου στη
δημόσια ζωή, σύμφωνα με τις συνεχείς διαμαρτυρίες που έφθαναν σ' αυτόν, από όλες τις γωνιές της
επαρχίας.
Στο τέλος, παρακαλούσε το φίλο του, να φροντίσει ώστε να του σταλεί ένας καλός δάσκαλος
για την κόρη του, χωρίς να αναφέρει το οικογενειακό του δράμα, αλλά μόνο την απαγωγή του
Μάρκου, που την πρόβαλε σαν αιτία της παρατάσεως επ' αόριστον της παραμονής του στη χώρα
αυτή.
Ο Κομένιος, υπακούοντας στις διαταγές του κυρίου του μπάρκαρε με μεγάλες προφυλάξεις και
ύστερ' από λίγο διαβίβαζε στη Ρώμη την αναφορά του. Στην Καπερναούμ, η ζωή είχε αφοσιωθεί
στο ογκώδες αρχείο του, στα πρακτικά, στις μελέτες και στις προσευχές του, κάνοντας σχέδια για
τη μόρφωση της κόρης του και για τη μελλοντική του δράση και προσπαθώντας έτσι να ανορθώσει
το πεσμένο ηθικό του. Όσο για τη Λίβια, γνωρίζοντας καλά τον υπερήφανο και αλύγιστο
χαρακτήρα του ανδρός της και αναγνωρίζοντας ότι οι ατυχείς συμπτώσεις επιβεβαίωναν απολύτως
την ανύπαρκτη ενοχή της, προσπαθούσε να βρει ανακούφιση στις προσευχές και στη λεπτή ψυχή

της έμπιστης και αφοσιωμένης Άννας. Τα βάσανα που περνούσε, άφηναν βαθιά ίχνη στο πρόσωπό
της με τα σκαμμένα μάγουλα και τις έντονες ρυτίδες. Όμως, τα λαμπερά της μάτια ακτινοβολούσαν
Στην Καπερναούμ, οι πιστοί οπαδοί του Ιησού, οργάνωσαν αμέσως μια μεγάλη κοινότητα. Πολλοί
από αυτούς έγιναν αφοσιωμένοι απόστολοι των δογμάτων του, της αυταπαρνήσεως, της θυσίας και
της απολυτρώσεως. Μερικοί εκήρυτταν και δίδασκαν όπως και εκείνος στη δημόσια πλατεία, ενώ
άλλοι γιάτρευαν τους άρρωστους εν ονόματί του. Άνθρωποι αμόρφωτοι που πίστευαν ότι η Ιουδαία
αποτελούσε ολόκληρο τον κόσμο, κατά περίεργο τρόπο είχαν δεχθεί άνωθεν πνοή και έμπνευση και
δίδασκαν με ευφράδεια και σαφήνεια τα κηρύγματά του. Οι απόστολοι αυτοί, στάθηκαν οι
πρόδρομοι του γραπτού Ευαγγελίου που έμεινε στον κόσμο για πάντα σα φωτεινός ουράνιος φάρος
των ψυχών όλης της Γης. Όλοι, όσοι ασπάστηκαν την καινούρια ιδεολογία, έκαναν τον απολογισμό
των σφαλμάτων τους δημόσια, για να δείξουν πως η χριστιανική κοινωνία πρέπει να είναι απλή και
ταπεινή. Και για να μη ξεχαστεί ποτέ ο φιλόστοργος προφήτης και τα μαρτύρια της απολυτρώσεώς
του στο Γολγοθά, καθιέρωσαν τη λατρεία του Σταυρού, πιστεύοντας ότι αυτό θα αποτελούσε την
πιο υψηλή τιμή προς τη μνήμη του Ιησού του Ναζωραίου. Και για τη Λίβια και την Άννα επίσης,
που μέχρι τότε αντιπροσώπευε το μέσον τιμωρίας όλων των κακούργων, στάθηκε αντικείμενο
λατρείας και σεβασμού. Η Άννα, μαζί με τους άλλους δυστυχισμένους, εξακολουθούσε να πηγαίνει
στις όχθες της λίμνης και να ακούει τους απόστολους του Κυρίου, που συνέχιζαν τη θεία του
αποστολή και πολύ συχνά, έβλεπε κανείς τους παλιούς συντρόφους του Μεσσία να περιέρχονται
διδάσκοντας την ύπαιθρο με το σκοπό να παρηγορούν και να διαδίδουν τη νέα ιδεολογία. Απλοί,
φτωχοί άνθρωποι, με παλιά ρούχα και χονδροειδή σανδάλια, διέσχιζαν δύσβατους τόπους με
αυταπάρνηση, κηρύσσοντας τις αλήθειες του Χριστού με φανερή τη θεϊκή επίδραση στην απλοϊκή
εμφάνισή τους. Είχε περάσει ένας μήνας από το Πάσχα του έτους 33 μ.Χ. όταν ένα ζεστό
απόγευμα, ο γερουσιαστής αναζήτησε τη γυναίκα του και της είπε:
-Λίβια θέλω να σου κάνω γνωστό ότι πρόκειται να ταξιδέψω σαν ειδικός απεσταλμένος του
Αυτοκράτορα για κρατικές υποθέσεις και θα μείνω μακριά απ' το σπίτι, περίπου δύο μήνες. Επειδή
το ταξίδι είναι μακρινό και θα είμαι υποχρεωμένος να παραμείνω σε διάφορες ενδιάμεσες πόλεις,
πριν καταλήξω στην Ιερουσαλήμ, δε μου είναι δυνατό να σε πάρω μαζί, ούτε και την κόρη μου, της
οποίας σου αναθέτω την επιτήρηση. Όπως ήδη σου έχω ανακοινώσει, τίποτε πια δεν υπάρχει
μεταξύ μας που να σου δίνει το δικαίωμα να ενδιαφέρεσαι για τις προσωπικές μου υποθέσεις,
θεωρώ όμως αναγκαίο να σου επαναλάβω, ότι σ' αυτό το σπίτι, θα παραμείνεις αποκλειστικά και
μόνο για να επιβλέψεις και να προφυλάξεις την κόρη μας από κάθε κίνδυνο κατά την απουσία μου,
μέχρις ότου φθάσει από τη ρώμη ο γέρος δάσκαλος που ζήτησα από το Φλαμίνιο. Θέλω να πιστεύω
ότι θα εκτιμήσεις την εμπιστοσύνη μου και θα ανταποκριθείς στα μητρικά σου καθήκοντα με την
τιμιότητα και το ζήλο που σου αναγνώριζα άλλοτε και ελπίζω να αποφύγεις κάθε ένοχη ενέργεια
που θα κηλίδωνε για πάντα την υπόληψη της κόρης μου.
-Πούμπλιε!... προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό της κατά των άθλιων συκοφαντιών τώρα
που τον έβλεπε κάπως ήρεμο, όμως δεν της έδωσε καθόλου την ευκαιρία, γιατί απομακρύνθηκε
ξαφνικά κλεισμένος στην υπερήφανη σκληρότητά του και αφήνοντάς την τελεσίδικα μόνη, για
άλλη μια φορά. Μετά μια εβδομάδα έφυγε για το ταξίδι του, που το αποφάσισε επιθυμώντας να
διασκεδάσει τις πίκρες του, να αναζητήσει το παιδί του και να απαριθμήσει τα σφάλματα και τις
αδικίες της διοικήσεως του Πιλάτου, ώστε να μπορέσει να τον απομακρύνει από τη διοίκηση της
Παλαιστίνης. Παίρνοντας όμως αυτή την απόφαση, έκανε ένα μεγάλο σφάλμα αφήνοντας τη
γυναίκα και την κόρη του εκτεθειμένες στους κινδύνους μιας περιοχής, όπου τους έβλεπαν σαν
παράσιτα και μάλιστα τώρα που ο έμπιστος και πραγματικός του φίλος Κομένιος, απουσίαζε στη
Ρώμη.
Η Λίβια όμως, σα γυναίκα, είχε τη διαίσθηση περισσότερο ανεπτυγμένη και είδε το σύζυγό της
να φεύγει με κακά προαισθήματα, παρότι είχαν δοθεί αυστηρές διαταγές εκ μέρους του στους
σκλάβους, για την εκτέλεση των εργασιών του σπιτιού και για την περιφρούρηση και προστασία
των δικών του.
Στην Τιβεριάδα, τον πρώτο σταθμό του ταξιδιού του Πούμπλιου, ο Ηρώδης του επιφύλαξε
ενθουσιώδη υποδοχή, καθώς και σε όλους τους άλλους σταθμούς της μακρινής διαδρομής του.
Στην πόλη της Τιβεριάδος, ο Σουλπίκιος Ταρκύνιος, που μαζί με τον Αντύπα βρισκόταν και αυτός

σε αποστολή, δοκίμασε έκπληξη όταν είδε τον Πούμπλιο Λέντουλο να φθάνει και να γίνεται
πανηγυρικά δεκτός. Αμέσως αφού κατάφερε να μη γίνει αντιληπτός από το γερουσιαστή,
επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, όπου τον συναντούμε σε ιδιαίτερη συζήτηση με το διοικητή.
-Ξέρετε ότι ο γερουσιαστής Λέντουλος, έλεγε ευχαριστημένος γιατί μετέδιδε μια
ενδιαφέρουσα είδηση ο Σουλπίκιος, αποφάσισε να κάνει μακρινό ταξίδι σε ολόκληρη την επαρχία;
-Τι; ρώτησε ξαφνιασμένος ο Πιλάτος.
Μάλιστα είναι αλήθεια. Τον άφησα στην Τιβεριάδα, από όπου θα φύγει για τη Σεβάστεια και
σύμφωνα με το πρόγραμμα του ταξιδιού του, που το έμαθα χάρις σε ένα φίλο, δεν πρόκειται να
γυρίσει στην Καπερναούμ πριν από σαράντα ημέρες.
-Τι να σκαρώνει άραγε ο γερουσιαστής με ένα τέτοιο κουραστικό ταξίδι, χωρίς να υπάρχει
λόγος; Μήπως πήρε καμιά μυστική διαταγή της αυτοκρατορίας; ρώτησε ο Πιλάτος σκεπτόμενος
την άδικη πολιτική του στην επαρχία και φοβούμενος δυσμένεια. Σε λίγο όμως, ο άνθρωπος
υπερίσχυσε του κυβερνητικού και συνέχισε πονηρά.
-Και δεν τον συνοδεύει η γυναίκα του; Δεν πιστεύω να έχει τόσο κουράγιο ώστε να την αφήσει
μόνη, εκτεθειμένη στους κινδύνους τόσων κακοποιών που δρουν σ' αυτή τη χώρα...
-Επειδή ήξερα ότι αυτό θα σας ενδιέφερε, φρόντισα μέσω ενός φίλου μου της προσωπικής
φρουράς του ταξιδιώτη και έμαθα πως η κυρία έμεινε στην Καπερναούμ περιμένοντας την
επιστροφή του, με τη συντροφιά της κόρης της.
-Υποθέτω Σουλπίκιε, ότι δεν αγνοείς τη συμπάθειά μου γι' αυτή την εκλεκτή ύπαρξη που
αναφέραμε.
-Ξέρω πολύ καλά τη συμπάθειά σας. Εγώ, άλλωστε, δεν ήμουνα αυτός που την οδήγησα προ
ολίγου καιρού, στο ιδιαίτερο διαμέρισμά σας;
-Ναι, έχεις δίκιο!...
-Γιατί λοιπόν, δεν επωφελείσθε για μια προσωπική επίσκεψη στην Καπερναούμ;
-Ω, μα το Δία Σουλπίκιε, είσαι σπουδαίος. Έχω μια πρόσκληση από τον Κιούζα κι άλλους
ανώτερους υπαλλήλους του Αντύπα γι' αυτή την πόλη κι αυτό μου επιτρέπει να σκεφτώ την
πρότασή σου. Αλλά, γιατί μου κάνεις ένα τέτοιο υπαινιγμό; Τι σκέπτεσαι;
-Κύριε, είπε ο αξιωματικός με υποκρισία, πρώτ' απ' όλα σκέπτομαι την προσωπική σας
διασκέδαση και ύστερα, δε σας κρύβω ότι κι εγώ τρέφω μεγάλη συμπάθεια για μια σκλάβα του
σπιτιού, την Άννα, που η αθώα ομορφιά της με προκαλεί περισσότερο από κάθε άλλης γυναίκας
που γνώρισα στη Σαμάρεια.
-Μπά; Τι είναι αυτό πάλι; Δε σε είδα ποτέ ερωτευμένο και νομίζω πως πέρασε πια η εποχή των
νεανικών ερώτων. Έτσι λοιπόν, δεν ευχαριστεί μόνον εμένα αυτό το ταξίδι, είπε ο Πιλάτος φανερά
χαρούμενος.
Κι αμέσως αποφάσισε και κατέστρωσε με κάθε λεπτομέρεια το ταξίδι του.
-Σουλπίκιε, είπε, θα μείνεις μόνον όσο σου χρειάζεται για να ξεκουραστείς λίγο. Και μεθαύριο,
θα γυρίσεις κατ' ευθείαν στην Καπερναούμ να κάνεις γνωστή στην Κιούζα την επίσκεψή μου και
αμέσως μετά, θα επισκεφθείς την κατοικία του γερουσιαστή, θα συναντήσεις τη γυναίκα του και με
προφύλαξη θα της ανακοινώσεις την απόφαση του ταξιδιού μου και θα της αναφέρεις την ημέρα
της αναχωρήσεώς μου και της εκεί αφίξεώς μου. Ελπίζω έτσι απερίσκεπτα καθώς είναι
εγκαταλελειμμένη από το σύζυγό της, ότι θα σπεύσει να με συναντήσει προσωπικά και να
διασκεδάσει με τη συντροφιά μου. Αφού τόσον καιρό μοναδική της συντροφιά έχει τους
αμόρφωτους αυτούς Γαλιλαίους, νομίζω πως θα της κάνει καλό να ξαναθυμηθεί τις διασκεδάσεις
της ρωμαϊκής αυλής.
-Πολύ καλά διοικητά μου. Οι διαταγές σας θα εκτελεστούν κατά γράμμα. Και ο Σουλπίκιος,
έφυγε ενθουσιασμένος προκαταβολικά με τη σκέψη πως θα κατακτούσε τη νεαρή σκλάβα που τόσο
προκαλούσε τις αισθήσεις του και που δεν του δόθηκε ο καιρός να κατακτήσει όταν ήταν στην
προσωπική υπηρεσία του Λέντουλου. Εκτελώντας τις διαταγές που είχε λάβει, σε τέσσερις μέρες,
έφερνε στην Καπερναούμ, στον Κιούζα και τις πολιτικές αρχές, την είδηση της επισκέψεως του
Πιλάτου, που τη δέχθηκαν με πολλή χαρά. Δε συνέβη, όμως, το ίδιο και στην κατοικία του
Πούμπλιου, όπου έγινε δεκτός με επιφύλαξη από όλους τους σκλάβους. Ο Μάξιμος που
αντικαθιστούσε τον Κομένιο, χωρίς όμως να διαθέτει ούτε την πείρα ούτε την ισχύ του, τον

δέχθηκε με ευγένεια και δεν αρνήθηκε να φωνάξει την Άννα όταν ο Σουλπίκιος του το ζήτησε,
λέγοντάς του ότι την ήθελε προσωπικώς για να πετύχει τη λύση ορισμένου προβλήματος. Όταν
όμως ο αναιδής αξιωματικός άρχισε να την κοιτάζει πρόστυχα, η σκλάβα τον ρώτησε με σεβασμό
αλλά πολύ ψυχρά, σε τι όφειλαν αυτή την αναπάντεχη επίσκεψή του. Αυτός απάντησε, πως είναι
ανάγκη να μιλήσει ιδιαιτέρως στην κυρία της και συνέχισε εξομολογούμενος με χυδαιότητα τις
προθέσεις του και κάνοντας άκοσμες και αθέμιτες προτάσεις, χαμηλόφωνα. Η όμορφη, τίμια και
αγνή Άννα, χλωμή σαν πεθαμένη, τον άκουσε με υπομονή για ν' αποφύγει το σκάνδαλο και όταν
τελείωσε, του είπε αυστηρά και με αξιοπρέπεια:
-Κύριε αξιωματικέ, θα ειδοποιήσω την κυρία μου, ώστε να σας δεχθεί εντός ολίγου. Όσο για
μένα, σας βεβαιώνω πως δε με κρίνατε σωστά, γιατί δε μοιάζω καθόλου με το είδος που υποθέσατε.
Και αποφασιστικά κατευθύνθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού και έκανε γνωστό στη Λίβια, ότι
ο Σουλπίκιος της ζητούσε μια προσωπική συνάντηση.
Η Λίβια έμεινε έκπληκτη όχι μόνο από την επίσκεψη, αλλά περισσότερο από το ύφος και την
υπερβολική χλομάδα της σκλάβας της, που μη θέλοντας να προδοθεί μουρμούρισε:
-Κυρία, ο αξιωματικός φαίνεται βιαστικός και καλό θα είναι να μη χάσετε καιρό.
Όταν η Λίβια τον δέχθηκε, ο Σουλπίκιος κάνοντας βαθιά υπόκλιση είπε:
-Κυρία, έχω την τιμή να παρουσιαστώ σε σας, σταλμένος από το διοικητή της Ιουδαίας, για να
σας αναγγείλω την άφιξή του στην Καπερναούμ κατά τις αρχές της προσεχούς εβδομάδος. Υποψίες
αναστάτωσαν τη σκέψη της Λίβιας και η αγωνία ζωγραφίστηκε στα μάτια της, αλλά κατόρθωσε να
συγκρατηθεί και απάντησε σύμφωνα με την εθιμοτυπία.
-Σας ευχαριστώ για την ευγένειά σας, αλλά πρέπει να σας πω ότι ο σύζυγός μου ταξιδεύει και
κατά την απουσία μου το σπίτι μας δε δέχεται επισκέψεις.
Και ένευσε με ευγένεια για να τον κάνει να καταλάβει ότι έπρεπε να αποσυρθεί. Αυτό εξόργισε
αφάνταστα το Σουλπίκιο, που χωρίς όμως να το εκδηλώσει, χαιρέτησε επαναλαμβάνοντας τις
υποκλίσεις του με σεβασμό. Η ενοχή της Λίβιας αποτελούσε γι' αυτόν αναμφισβήτητο γεγονός και
τόσο εξεπλάγη από το ύφος της, που αποσύρθηκε αποστομωμένος και αμήχανος. Έξω, συνάντησε
έναν προσωπικό του φίλο, στρατιώτη της φρουράς του σπιτιού, και του είπε με προσποιητό
ενδιαφέρον:
-Οκτάβιε, ίσως σε λίγες μέρες να είμαι πάλι εδώ και ονειρεύομαι να ξαναβρώ σ' αυτό το σπίτι
το σπάνιο κόσμημα της ευτυχίας και των ελπίδων μου...
-Τι κόσμημα είναι αυτό; ρώτησε περίεργος ο συνομιλητής του.
-Η Άννα...
-Μείνε ήσυχος. Δεν είναι δύσκολη η δουλειά που μου ζητάς.
-Όμως, άκουσέ με καλά, είπε ο Σουλπίκιος μαντεύοντας πως η Άννα με κάθε τρόπο θα
προσπαθούσε να τον αποφύγει. Η Άννα συνηθίζει να απουσιάζει συχνά και περιμένω από τη φιλία
σου να μην παραλείψεις να μου το ανακοινώσεις όταν αυτό θα συμβεί.
-Μπορείς να υπολογίζεις στην αφοσίωσή μου.
Εν τω μεταξύ, μέσα στο σπίτι, η Λίβια με βαριά καρδιά εμπιστεύθηκε στην πιστή της φίλη τις
θλιβερές υποψίες και τους φόβους της, τους περασμένους και τους τωρινούς, και η Άννα με τη
σειρά της, της διηγήθηκε τις αυθάδειες του Σουλπίκιου. Τελειώνοντας η Λίβια, είπε πόσο
προσπάθησε να αποφύγει το σκάνδαλο, μα και πόσο την κατέτρεξαν οι περιστάσεις και την έφεραν
σε αδιέξοδο απέναντι του συζύγου της, του οποίου έχασε για πάντα την αγάπη, την τρυφερότητα,
την προστασία και κυρίως την εμπιστοσύνη και ότι ούτε σ' αυτή την περίπτωση ξέρει τι πρέπει να
κάνει, γιατί αν στείλει αγγελιοφόρο να του αναφέρει το γεγονός και να ζητήσει την προστασία του,
ίσως εκείνος φανταστεί πως μετανόησε για τα περασμένα ανύπαρκτα βέβαια, σφάλματά της
πιεζόμενη από τις φοβέρες του, ή πάλι αν δεν το ειδοποιήσει αντιλαμβάνεται τι σκάνδαλο και τι
εντύπωση θα του προκαλέσει η είδηση όταν μάθει ότι ο κυβερνήτης επωφελήθηκε της απουσίας
του και έφθασε στην Καπερναούμ “Έτσι δε μου μένει τίποτ' άλλο, καλή μου Άννα, συνέχισε, παρά
να καταφύγω στον Ιησού να με καθοδηγήσει στο ζήτημα αυτό, για να έχω πάντα τη συνείδησή μου
αναπαυμένη. Αλλά δε με απασχολεί τόσο η προστασία του εαυτού μου, όσο της κόρης μου. Γιατί
κατά περίεργο τρόπο, εδώ που έζησε ο Χριστός και αποκάλυψε το φως στους ανθρώπους, αντί οι
άνθρωποι να είναι καθαροί και αμόλυντοι, μας περιτριγυρίζουν πολλοί κακοποιοί. Όπως ξέρεις, το

μικρό μου παιδάκι έχει εξαφανιστεί, ίσως και δολοφονηθεί. Η καρδιά μου μου λέει ότι ζει. Αλλά
πού και πώς; Μάταια και άκαρπα το αναζητήσαμε παντού. Τώρα η διαίσθησή μου με ειδοποιεί ότι
πρέπει να φυλάξω την κορούλα μου από καταχθόνιες παγίδες!...
Η Άννα, που γνώριζε πολύ καλά την κυρία της και ήταν βέβαιη για την ηθική και την
καλοσύνη της, άκουγε κλαίγοντας την εκμυστήρευσή της και συμμεριζόταν την αγωνία της, γιατί
φοβόταν και η ίδια την ερημιά στην οποία ήταν εκτεθειμένη η ευγενής αυτή ύπαρξη. Σε κάποια
στιγμή, τα λαμπερά της μάτια, έδειξαν πως μια λύση που θα βοηθούσε την κυρία της, γεννήθηκε
στο μυαλό της.
-Κυρία είπε, το ξέρω πως οι σκέψεις σας είναι φρόνιμες και σωστές, σας καταλαβαίνω
απόλυτα και επιθυμώ να κάνουμε το παν για να σώσουμε τη Φλάβια. Έχω ένα σχέδιο, αν μου το
επιτρέπετε. Επειδή δε νομίζω πως υπάρχει ασφάλεια για μας, οπουδήποτε στην Καπερναούμ, γιατί
δεν φεύγουμε οι τρεις μας για τη Σαμάρεια; Εκεί, στο σπίτι του θείου μου Συμεών, η σεβαστή του
ηλικία, θα μας προστατεύσει από κάθε κίνδυνο.
-Μα η Σαμάρεια, Άννα, βρίσκεται πολύ μακριά...
-Ακριβώς από ένα τέτοιο μέρος έχουμε ανάγκη, κυρία. Είναι βέβαια, μακριά, αν όμως
ξεκουραστούμε λίγο στη Ναίμ, και αλλάξουμε τα ζώα μας εκεί με άλλα ξεκούραστα, σε δυο μέρες
θα φθάσουμε στην κοιλάδα του Σηκοάν, όπου βρίσκεται το σπίτι του θείου μου. Στο Μάξιμο δε
χρειάζεται να εξηγήσετε, αλλά μόνο να ανακοινώσετε την απόφασή σας. Και αν γυρίσει ο κύριος
θα μάθει, αν θέλει, την αλήθεια και την τιμιότητά σας, εξετάζοντας τα γεγονότα μόνος του.
-Νομίζω αλήθεια ότι αυτή είναι μια σωστή ιδέα και είναι η μοναδική λύση που μου
προσφέρεται. Εκτός κάθε άλλου, εμπιστεύομαι τον Ιησού που δε θα μας εγκαταλείψει στις
δύσκολες στιγμές μας. Γι' αυτό είμαι βέβαιη. Από τώρα θα αρχίσουμε να ετοιμάζουμε το ταξίδι μας.
Εσύ θα πας στην πόλη όχι μόνο για να βρεις ζώα που θα μας πάνε μέχρι τη Ναίμ, αλλά και για να
φέρεις κάποιον από τους συγγενείς σου, να μας συντροφεύσει. Έτσι, θα φύγουμε χωρίς
επισημότητα, ώστε να μην κινήσουμε την προσοχή και να προφυλαχθούμε έτσι από κάθε κακό. Να
μη λογαριάσεις τα έξοδα. Ευτυχώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε κάθε μας ανάγκη.
Έτσι λοιπόν, συμφωνήθηκε και ρυθμίστηκε η μετακίνηση αυτή.
Την παραμονή της αναχωρήσεως, η Λίβια ανακοίνωσε την απόφασή της στο σκλάβο που
αντικαθιστούσε τον Κομένιο, μ' αυτό τον τρόπο.
-Μάξιμε, έχω ιδιαίτερους λόγους που με αναγκάζουν να φύγω αύριο για τη Σαμάρεια, όπου θα
παραμείνω με την κόρη μου για λίγο. Θα πάρω μαζί μου την Άννα κι από εσένα περιμένω τη
συνδρομή και την αφοσίωση που πάντα είχες για τους κυρίους σου.
Ο Μάξιμος υποκλίθηκε με σεβασμό, κάπως έκπληκτος για την απόφαση της κυρίας του, την
οποίαν όμως δεν είχε το δικαίωμα να συζητήσει και είπε:
-Στις διαταγές σας, κυρία. Περιμένω να διαλέξετε τους σκλάβους που επιθυμείτε να σας
συνοδεύσουν.
-Όχι Μάξιμε. Δε θα κάνω επίσημο ταξίδι με ακολουθία, αλλά ένα απλό ταξίδι με φιλικά
πρόσωπα της Καπερναούμ. Θέλω να φροντίσεις για την απόλυτη ασφάλεια του σπιτιού μας κατά
την απουσία μου και αν γυρίσει ο κύριος απρόοπτα, θα ήθελα να του ανακοινώσεις την απόφασή
μου, ακριβώς όπως σου την εξήγησα.
Την επομένη, πριν ξημερώσει, έφευγε από την Καπερναούμ μια ταπεινή συνοδεία που την
αποτελούσαν η Λίβια, η κορούλα της, η Άννα και ένας σεβάσμιος γέρος, συγγενής της Άννας.
Κάνοντας το γύρο της λίμνης, ακολούθησαν την πορεία των νερών του Ιορδάνη που κατεβαίνουν
ήρεμα ως τη Νεκρά θάλασσα. Αφού ξεκουράστηκαν λίγο στη Ναίμ, άλλαξαν ζώα και
ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο, έφθασαν το απόγευμα στην κοιλάδα του Σηκοάν και
ξεκαβαλλίκεψαν μπροστά στο σπίτι του Συμεών που τους δέχθηκε κλαίγοντας από χαρά.
Ο γερο- Συμεών παρά την ηλικία του, είχε αναπτύξει στην περιοχή σπουδαία κίνηση,
διαδίδοντας τα κηρύγματα του προφήτη της Ναζαρέτ. Ανάμεσα σε πυκνές ελιές, είχε στήσει ένα
μεγάλο βαρύ και ακατέργαστο σταυρό, κοντά του ένα μεγάλο τραπέζι και γύρω του πολλούς
πάγκους όπου κάθονταν οι πιστοί και ρουφούσαν τα παρήγορα λόγια του.
Επί πέντε μέρες οι γυναίκες πέρασαν απόλυτα ήρεμες στο απλό αυτό περιβάλλον της αγάπης.
Κάθε απόγευμα, στο καταπράσινο αυτό γραφικό τοπίο, ο Συμεών μόνος, χωρίς τη γυναίκα του που

την είχε πάρει ο Θεός, και χωρίς τα παιδιά του που είχαν κάνει τις οικογένειές τους σε μακρινά
χωριά, με τη θεία χάρη που τον φώτιζε στα βαθιά γεράματά του και τη σεβάσμια γαλήνη του,
διηγιόταν με γλύκα και ποιητικότητα επεισόδια από τη ζωή του Χριστού και συνάρπαζε με τις
ωραίες διηγήσεις του και τις απλές προσευχές του. Ο λαός της Σαμάρειας έφτανε στη γωνιά αυτή
της αγάπης, για να δεχθεί από το στόμα του την παρηγοριά του Μεσσία και έκλαιγε από συγκίνηση
και ανακούφιση σα να βρισκόταν ακόμη μπροστά στον ίδιο το Διδάσκαλο. Επειδή δεν υπήρχαν
τότε τα γραπτά Ευαγγέλια που γράφτηκαν μόνο αργότερα από τους αποστόλους, όλοι οι κήρυκες
κατέγραφαν τα μαθήματα του Χριστού μόνοι τους ή με τη βοήθεια των γραμματικών της εποχής,
συγκεντρώνοντας έτσι υλικό για τις αναγκαίες διδασκαλίες στις δημόσιες συναθροίσεις των
συναγωγών.
Και ο Συμεών, αν και χωρίς συναγωγή, ακολούθησε την ίδια τακτική.
Με τη χαρακτηριστική υπομονή του, έγραφε ό,τι ήξερε για τον Ιησού το Ναζωραίο και
συγκέντρωνε κάθε ανάμνηση των ανώνυμων εκείνων αποστόλων του Χριστιανισμού που
περνούσαν από το χωριό του, καθώς κήρυτταν διασχίζοντας από άκρου εις άκρον την Παλαιστίνη.
Το έκτο απόγευμα από τον ερχομό των φιλοξενουμένων του και ενώ το ηλιοβασίλεμα έβαφε
το τοπίο με κόκκινους και σμαραγδένιους τόνους, κάτω από το γαλαζοπράσινο ουρανό ο Συμεών
μπροστά σε μια συνάθροιση βασανισμένων υπάρξεων κάθε τάξεως, εξηγούσε με απλά λόγια που
θύμιζαν στη Λίβια έντονα την αξέχαστη συνάντησή της με τον Ιησού στην Καπερναούμ:
-Ω, αδελφοί μου!... Θα έπρεπε να βλέπαμε την ηρεμία και την καρτερία του Κυρίου κατά τις
τελευταίες του στιγμές. Με βλέμμα στραμμένο προς τον ουρανό σα να απολάμβανε την Ουράνια
μακαριότητα στο βασίλειο του Πατέρα του, συγχωρούσε με καλοσύνη όλες τις αδικίες. Μόνον ένας
από τους αγαπημένους μαθητές βρισκόταν κοντά του μπροστά στο σταυρό και παρηγορούσε τη
μητέρα του!... Από όλους εμάς που τον ακολουθούσαμε, ελάχιστοι ήταν παρόντες την τελευταία
θλιβερή στιγμή, γιατί βέβαια εμείς, αν και τον λατρεύαμε και λαχταρούσαμε να δοκιμάσουμε τα
ίδια μαρτύρια, φοβόμαστε να εκδηλωθούμε μπροστά σ' αυτό τον αγριεμένο όχλο και, σαν αδύνατοι
άνθρωποι, τρέμαμε για την ασφάλειά μας. Πότε- πότε, κάποιος από τους θρασείς δημίους του
πλησίαζε και με το σπαθί του ξέσκιζε το ήδη καταπληγωμένο κορμί του. Κάποια στιγμή, τον είδα
να στρέφει τα λαμπερά του μάτια από το στερέωμα και να ατενίζει οικτίροντας το μαινόμενο
πλήθος. Στρατιώτες μεθυσμένοι τον μαστίγωσαν για άλλη μια φορά, χωρίς ο παραμικρός
στεναγμός να ξεφύγει από τα χείλη του, μόνον αγκαλιάζοντας με το γλυκό του βλέμμα το τοπίο,
από το λόφο της θυσίας έως κάτω στην πόλη, αγωνιούσε και πονούσε για όλους τους άθλιους
υβριστές και βασανιστές του. Τότε, πραγματικά, ντράπηκα για τη δειλία και την αναλγησία μας...
Η αλλόφρονη μάζα πηγαινοερχόταν γύρω από το σταυρό με άγριες φωνές, ύβρεις και
βαναυσότητες, ενώ χοντρές σταγόνες ιδρώτα κυλούσαν από το βασανισμένο μέτωπο. Ο Χριστός
όμως, που διέβλεπε το μέλλον της ανθρώπινης μοίρας, ξανασήκωσε τα μάτια στον ουρανό και
φώναξε με καλοσύνη αφήνοντας την υστερνή πνοή του:
-Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι.
Ο γερο- Συμεών εξιστορούσε τις αναμνήσεις του με κομμένη από τα δάκρυα φωνή, ενώ η
ομήγυρης άκουγε με βαθιά συγκίνηση. Ύστερα, για να ξεκουραστεί εκείνος, άρχισαν άλλοι αδελφοί
να κηρύττουν και ένας από αυτούς, είπε ξαφνικά:
-Αδελφοί μου, πριν αποσυρθούμε, ας θυμηθούμε ότι ο Μεσσίας καθημερινώς μας
επαναλάμβανε να επαναγρυπνούμε και να προσευχόμαστε, γιατί οι λύκοι τριγυρίζουν το ποίμνιο
των προβάτων σ' αυτό τον κόσμο.
Ο Συμεών συγκεντρωμένος στο σταυρό, οραματιζόταν βουρκωμένος τις τελευταίες
δραματικές εικόνες και, τέλος, κλείνοντας τη βραδιά είπε:
-Πολύ σωστά, παιδιά μου, ο αδελφός μας υπενθύμισε την ανάγκη της επαγρυπνήσεως και της
προσευχής. Σήμερα βλέπω το σταυρό να λάμπει, σημάδι όπως διαισθάνομαι, ότι η στιγμή των
θυσιών πλησιάζει. Από το λαμπερό ξύλο φτάνει στα αυτιά μου με σιγανή φωνή ένα φιλικό μήνυμα
που μου λέει: “Συμεών, δίδαξε το παράδειγμα της δικής σου αφοσιώσεως και θυσίας στο ποίμνιό
σου, καθώς και την ταπείνωση και την αυταπάρνηση. Να περιμένεις με κατάνυξη και να
προσεύχεσαι γιατί έρχεται η ευτυχισμένη στιγμή που θα περάσεις στο βασίλειό μου, αλλά
προφύλαξε το κοπάδι των αρνιών σου από τις επιθέσεις των καταχθόνιων άγριων λύκων που

τριγυρίζουν ανάμεσά σας στη γη. Να ξέρεις όμως ότι επειδή ο καθένας θα κριθεί κατά τα έργα του,
και για τους κακούς θα έλθει η ώρα της τιμωρίας...”. Δάκρυα έβρεχαν το ήρεμο και γλυκό πρόσωπό
του, με το στοργικό και γεμάτο θέληση βλέμμα. Και σηκώνοντας προς τον έναστρο ουρανό τα
σκελετωμένα χέρια του, προσευχήθηκε με θέρμη. “Κύριε, συγχώρησε τις ανθρώπινες αδυναμίες
μας, γιατί οι απαιτήσεις της ύλης μας παρασύρουν πολλές φορές σε άθλια και ταπεινά αισθήματα...
Ευλόγησε τις καθημερινές συγκεντρώσεις μας και καθοδήγησέ μας ώστε όλοι να φθάσουμε
μπροστά σου με καθαρή σκέψη και ψυχή, γεμάτη αγάπη και καλοσύνη όπως μας δίδαξες. Και αν
έφθασε η ώρα των θυσιών μας, βοήθησέ μας με την απέραντη ευσπλαχνία σου, ώστε να
υπομείνουμε τα μαρτύρια και να μη λυγίσουμε κάτω από τη θλιβερή αδυναμία της σάρκας”.
Με τη συγκινητική αυτή προσευχή, η συνάθροιση τελείωσε και όλοι ξαναγύρισαν σκεφτικοί
στις φτωχικές καλύβες τους. Όμως, ο γέρος της Σαμάρειας δεν κατόρθωσε να κοιμηθεί καθόλου τη
νύχτα εκείνη, γιατί συλλογιζόταν τη Λίβια και την ανιψιά του και τους λόγους που τις ώθησαν να
ζητήσουν την προστασία του. Ανησυχούσε για την ευθύνη του και είχε την εντύπωση ότι κάποιος
τον παρακαλούσε από τον αόρατο κόσμο γι' αυτές.
Στην Καπερναούμ, το ίδιο αυτό απόγευμα, έφθανε με πομπή και κουστωδία ο Πιλάτος και
γινόταν ενθουσιωδώς δεκτός από τον Ηρώδη Αντύπα.
Αμέσως, συνεπής στον πραγματικό λόγο του ταξιδιού του, έστειλε το Σουλπίκιο στο σπίτι του
γερουσιαστή και σε λίγο έμαθε με έκπληξη ότι και οι δυο ποθητές υπάρξεις είχαν φύγει για ένα
ταξίδι στη Σαμάρεια. Ο διοικητής συνηθισμένος στις εύκολες κατακτήσεις, απόρησε με την
αντίσταση αυτής της γυναίκας και μέσα του θαύμασε την ευγένεια και τον ηρωισμό της. Κατέληξε,
όμως, στην απόφαση ότι ήταν αδικαιολόγητο και ταπεινωτικό γι' αυτόν να επιμείνει άλλο, αφού
λόγω της υψηλής κοινωνικής του θέσεως, πολλές ωραίες γυναίκες έπεφταν στα πόδια του και
μπορούσε ανάμεσά τους να διαλέξει όποια ήθελε. Όταν όμως, εξέθεσε αυτές τις σκέψεις του στον
αξιωματικό, αυτός που ήταν εκ των προτέρων βέβαιος για την κατάκτησή του και δεν του άρεσε να
παραιτηθεί τόσο εύκολα, απάντησε:
-Αν έχω την έγκρισή σας, διοικητά μου, θα φύγω για τη Σαμάρεια, να πληροφορηθώ σχετικά,
και θα πάρω μαζί μου έξι στρατιώτες, για την επιβολή της τάξεως σε όποιο μέρος σταθμεύσουμε.
-Σουλπίκιε, για ό,τι αφορά εμένα, δε βρίσκω τις ενέργειες αυτές αναγκαίες.
-Ω, μα τώρα, εγώ σας ζητώ ταπεινά την άδεια για τις ενέργειες αυτές, γιατί αν εσείς δεν
ενδιαφέρεστε πια, εγώ νιώθω τον εαυτό μου σκλαβωμένο από μια γυναίκα που με κάθε μέσο πρέπει
να την κατακτήσω, είπε ανυπόμονος, ενώ βρώμικες σκέψεις τον αναστάτωναν.
-Έχει καλώς, απάντησε δυσαρεστημένος ο Πιλάτος, σα να παραχωρούσε κάποια χάρη σε έναν
έμπιστο σκλάβο. Έχεις την άδειά μου. Επιτέλους, ο έρωτας ενός Ρωμαίου πρέπει να νικήσει κάθε
αντίσταση των σκλάβων αυτής της χώρας. Μπορείς να φύγεις με τους έξι στρατιώτες της
εμπιστοσύνης σου, αλλά να μην ξεχάσεις ότι πρέπει σε τρεις μέρες να βρισκόμαστε στη Ναζαρέτ.
Δε σου αρκούν δυο μέρες;
-Μα... είπε ο Σουλπίκιος διστακτικά και με κακία, αν βρω αντίσταση;
-Γι' αυτό ακριβώς σου επιτρέπω να πάρεις μαζί σου άντρες σου. Να αποδίδεις πάντοτε τις
αρμόζουσες τιμές στους Πατρικίους, σε όσους όμως δεν είναι με την άδειά μου θα έχεις το
δικαίωμα να εφαρμόσεις τη δικαιοσύνη της μεγάλης μας δυνάμεως κατοχής.
Τα ξημερώματα, επτά τολμηροί ιππείς ξεκινούσαν για τη Σαμάρεια, αλλάζοντας άλογα σε κάθε
σταθμό. Ο Σουλπίκιος αναστατωμένος από σατανικές σκέψεις και ποταπούς πόθους, ξεκίνησε προς
το άγνωστο, με την ακλόνητη απόφαση να πετύχει το σκοπό του, χωρίς όμως να συλλογιστεί και τα
μέσα που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει.
Και τώρα, ας ξαναγυρίσουμε στο ταπεινό καλύβι του γερο- Συμεών, όπου ύστερα από ένα λιτό
γεύμα, μάζεψε τις σημειώσεις και τις περγαμηνές του, προσευχήθηκε θερμά και όταν ο ήλιος
έγερνε στη δύση του, φώναξε τους φιλοξενούμενούς του και τους είπε σοβαρά:
-Παιδιά μου, ό,τι είδα χθες την ώρα της προσευχής μου και ό,τι άκουσα χθες, αλλά και όλη τη
νύχτα σήμερα, είναι για μένα μια ειδοποίηση ότι δε θα αργήσω να φθάσω στο βασίλειο του Κυρίου.
Πριν, όμως, σημάνει αυτή η ώρα, μια παρόρμηση που με ηρεμεί, μου λέει ότι πρέπει να σας
προφυλάξω από κάθε κίνδυνο. Γι' αυτό, σας ζητώ να με ακολουθήσετε. Και αμέσως σηκώθηκε,
έσπρωξε μερικές πέτρες στον τοίχο, έκαμε ένα άνοιγμα και είπε με απόλυτη γαλήνη.

-Ας μπούμε εδώ.
-Μα θείε, είπε η Άννα, είναι άραγε αναγκαίες τόσες προφυλάξεις;
-Κόρη μου, μην κρίνεις ποτέ τις αποφάσεις εκείνων που γέρασαν στη δουλειά και στα βάσανα.
Η σημερινή μέρα νομίζω ότι θα είναι για μένα η αποφασιστική, ίσως η τελευταία της ζωής μου. Δε
μπορεί ο Ιησούς να εξαπατά τη διαίσθησή μου.
-Ω, φώναξε κλαίγοντας με λυγμούς η Άννα, δεν το πιστεύω δεν είναι δυνατόν ο Δάσκαλος να
μας στερήσει από την παρήγορη παρουσία σου!...
Η Λίβια ακολούθησε συγκινημένη κρατώντας τη μικρή της από το χέρι.
-Ναι, για μας τους σκλάβους, είπε ο Συμεών ατενίζοντας προς τον ουρανό, μόνο μια θέληση
υπάρχει. Η θέληση του Θεού. Ας γίνει λοιπόν το θέλημά Του.
Έτσι και οι τέσσερις, μπήκαν σε μια στοά που μετά από λίγα μέτρα, κατέληγε σε ένα πέτρινο
καταφύγιο.
-Πάνε είκοσι χρόνια, συνέχισε ο γερο- Συμεών, που δεν ανοίγω αυτό το καταφύγιο σε κανένα.
Εδώ έχω εναποθέσει τις ιερές αναμνήσεις της γυναίκας μου και για μένα αντιπροσωπεύει τον τάφο
των ονειροπολήσεων μου. Σήμερα όμως, αφού σκέφθηκα πολύ, το άνοιξα αποφασιστικά, το
καθάρισα και το εφοδίασα με τα αναγκαία για να ξεκουραστούμε μια μέρα ασφαλισμένοι, ως τη
νύχτα. Το καταφύγιο αυτό κρύβεται από τα βράχια και τα ελαιόδενδρα που αποτελούν τη ζεστή
γωνιά των προσευχών μας και αν και φαίνεται πληκτικό, έχει τόσο καθαρό αέρα, όσο και το σπίτι
μας. Να μείνετε εδώ ήσυχες και αν εγώ δεν γυρίσω το βράδυ, ξέρετε με τι τρόπο θα πρέπει να
μετακινήσετε τις πέτρες για να ξαναμπείτε στο δωμάτιό μου. Κάτι μου λέει πως περνάμε κρίσιμες
στιγμές, και έχω χρέος να σας προφυλάξω. Από εδώ, μπορείτε να παρακολουθείτε κάθε θόρυβο και
κάθε κίνδυνο.
-Κανείς άλλος δεν ξέρει την ύπαρξη αυτού του καταφύγιου; ρώτησε η Άννα ανήσυχη.
-Κανείς, εκτός από το Θεό και τα παιδιά μου που βρίσκονται μακριά.
Η Λίβια τον ευχαρίστησε με ειλικρίνεια και βαθιά συγκινημένη, του είπε:
-Εγώ που γνώρισα τη συκοφαντία και την κακία του κόσμου, δικαιολογώ τους φόβους σας,
Συμεών. Ποτέ δε θα ξεχάσω την πατρική σας προστασία.
-Μην ευχαριστείς εμένα, που δεν αξίζω τίποτα, κυρία. Ας ευχαριστήσουμε τον Ιησού που με
τις πολύτιμες εμπνεύσεις του, μας προστατεύει στις σκληρές ώρες των δοκιμασιών μας. Και
βγάζοντας από τη χλαμύδα του ένα μικρό ξύλινο σταυρό, της τον έδωσε λέγοντας:
-Μόνον ο Θεός ξέρει αν πλησιάζει και ποια θα είναι η τελευταία μας ώρα στη γη αυτή. Αν μου
συμβεί κάτι, φύλαξε αυτό το σταυρό που με ευγνωμοσύνη και ειλικρίνεια σου προσφέρω σαν
ανάμνηση ενός ταπεινού σκλάβου.
Και ενώ η Λίβια και η Άννα έκλαιγαν απελπισμένες, αυτός συνέχισε:
-Μην κλαίτε. Αν αυτό αποτελεί την υπέρτατη στιγμή που ο Χριστός μας καλεί κοντά του πριν
από τους άλλος, να μην ξεχνάτε ότι μια μέρα όλοι θα συγκεντρωθούμε στο βασίλειο της αγάπης και
της ευσπλαχνίας, όπου οι δυστυχισμένοι βρίσκουν παρηγοριά... Ας έχουμε πίστη στη θεία πρόνοια
και αν το μαρτύριό μου έχει αποφασιστεί, είπε αποτεινόμενος στη Λίβια, σας εμπιστεύομαι την
Άννα, σαν την πιο αγαπημένη μου κόρη, γιατί αφότου ασπάστηκα τα διδάγματα του Μεσσία, τα
παιδιά μου με εγκατέλειψαν χωρίς να καταλάβουν τις προθέσεις της ψυχής μου, ενώ η Άννα, αν και
νέα, ένιωσε μαζί μου το γλυκό εσταυρωμένο της Ιερουσαλήμ!... Και συ Άννα, αν και νέα, είπε
χαϊδεύοντας το μέτωπο της ανιψιάς του, να αγαπάς την κυρία σου σα την πιο ταπεινή της σκλάβα.
Τη στιγμή εκείνη δυνατός θόρυβος και φασαρία από βαρύ κροτάλισμα πετάλων στα βράχια
που φανέρωνε το πλησίασμα πλήθους αλόγων, έφθασε ως το καταφύγιο. Ο γέρος αποχαιρέτησε με
ένα νεύμα, ενώ οι δυο γυναίκες γονάτισαν και με δάκρυα φίλησαν τα σκελετωμένα χέρια του.
Βιαστικός, πέρασε τη μικρή στοά ξαναβάζοντας τις πέτρες με μεγάλη τάξη και προσοχή. Σε λίγα
λεπτά, ο Σουλπίκιος Ταρκύνιος με τους συντρόφους του, άνοιγαν την πόρτα της καλύβας του κι
αμέσως κατάλαβε ότι ένιωσε σωστά τη θεϊκή προειδοποίηση την ώρα της κατανυκτικής προσευχής
του. Ο αξιωματικός, προσπαθώντας να κρύψει την εντύπωση που του προξένησε η μεγαλειώδης
εμφάνιση του γέροντα με τα αγέρωχα ήρεμα μάτια και τα μακριά λευκά γένια, απευθύνθηκε προς
αυτόν, χωρίς την παραμικρή φιλοφρόνηση και μάλιστα με θράσος.
-Γέροντά μου, έμαθα πως ονομάζεσαι Συμεών και πως φιλοξενείς μια κυρία υψηλής τάξεως

που ήλθε από την Καπερναούμ μαζί με την έμπιστη σκλάβα της. Έφθασα εδώ, σταλμένος από την
ανωτάτη διοίκηση, για να μιλήσω ιδιαιτέρως με τις κυρίες αυτές!...
-Απατάσθε, αξιωματικέ, απάντησε ταπεινά ο Συμεών. Πράγματι η γυναίκα του γερουσιαστή
Λέντουλου πέρασε από τα μέρη αυτά και μόνον επειδή έτυχε να συνοδεύεται από μια ανιψιά μου,
μου έκανε την τιμή να ξεκουραστεί στο καλύβι μου για λίγες ώρες.
-Πρέπει όμως να ξέρεις πού βρίσκονται αυτή τη στιγμή.
-Δε μπορώ να το πω.
-Κάνεις πως δεν το ξέρεις;
-Ξέρω πάντοτε ότι πρέπει να αγνοώ κάθε τι, που η γνώση του θα μπορούσε να προκαλέσει
κακό στους συνανθρώπους μου, είπε ο γέρος με τόλμη.
-Αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, αντιμίλησε ο Σουλπίκιος οργισμένος που διαπίστωνε πως
αποκάλυψαν τις μύχιες σκέψεις του. Άρα, ξεμωραμένε, ξέρεις πού βρίσκονται αυτές οι γυναίκες και
το κρύβεις από γεροντικό πείσμα.
-Όχι, δεν είναι αυτό. Ξέροντας ότι όλοι στον κόσμο είμαστε αδέλφια, έχω υποχρέωση να
προστατεύω του αδύνατους από τη βία των δυνατών.
-Μα εγώ δεν τις αναζητώ για να τους κάνω κανένα κακό και σε παρακαλώ να προσέχεις τις
υποδείξεις σου που με προσβάλλουν και που δίκαια, γι' αυτές και μόνο, σου αξίζει τιμωρία.
-Αξιωματικέ, απάντησε ο Συμεών με απόλυτη ηρεμία, αν καταφέρνεις να ξεγελάς τους
ανθρώπους, ποτέ δε θα μπορέσεις να ξεγελάσεις το Θεό σχετικά με τα ποταπά μύχια αισθήματά
σου. Ξέρω την αιτία που σε έφερε στα μέρη μας και λυπούμαι για το εγκληματικό σου θράσος. Η
συνείδησή σου είναι σκοτεινή και οι σκέψεις σου βρώμικες, αλλά κάθε στιγμή ο Θεός, με την
απέραντη καλοσύνη του, σου προσφέρει την ευκαιρία να απολυτρωθείς. Ξέχασε το σκοπό που σε
οδήγησε εδώ και διάλεξε το δρόμο του Θεού, γιατί ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί με το καλό που θα
κάνει, όπως και να καταστραφεί με τις κακές του πράξεις και τις ακολασίες που τον σπρώχνουν στο
έγκλημα...
-Αναθεματισμένε γέρο... είπε ο Ταρκύνιος κατακόκκινος από θυμό, ενώ οι στρατιώτες
θαύμαζαν τη γαλήνη και την τόλμη του γέροντα της Σαμάρειας. Σωστά με πληροφόρησαν ότι είσαι
ο μεγαλύτερος μάγος της περιοχής! Απορώ πώς τολμάς να φέρεσαι έτσι στους απεσταλμένους της
Αυτοκρατορίας. Δεν ξέρεις, παλιόγερε, ότι με μια μου λέξη μπορώ να σε κάνω σκόνη; Με ποιο
δικαίωμα περιπαίζεις την εξουσία;
-Με το δικαίωμα του Θεού, που μας δίδαξε να αγαπάμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας...
Αν είσαι απεσταλμένος της αυτοκρατορίας και δε σέβεσαι και δεν ακολουθείς παρά μόνο το νόμο
της βίας και του εγκλήματος, εγώ σέβομαι και ακολουθώ μια δύναμη υπέρτερη της δικής σου, τη
δύναμη της καλοσύνης, της ευσπλαχνίας και της αγάπης. Η δύναμη αυτή είναι του Θεού, του
οποίου η δικαιοσύνη στέκει πάνω από τους ανθρώπους και τα έθνη!
Παρόλη την οργή του, ο Σουλπίκιος βλέποντας το θάρρος και την ηθική του γέρου, απάντησε
με υποκρισία:
-Ας είναι. Εγώ δεν ήλθα εδώ για να δω τις μαγικές δυνάμεις σου και να ακούσω το
θρησκευτικό φανατισμό σου. Για τελευταία φορά σε ρωτώ. Θέλεις να με πληροφορήσεις πού
βρίσκονται οι φιλοξενούμενές σου;
-Όχι δε μπορώ. Εγώ έχω λόγο και τον σέβομαι.
-Εμπρός, πιάστε τον, διέταξε τους στρατιώτες, χλωμός από οργή και τελείως νικημένος στη
μονομαχία του διαλόγου. Ο γερο- Συμεών, ο χριστιανός της Σαμάρειας, δέχτηκε τις πρώτες
κακοποιήσεις χωρίς την παραμικρή αντίσταση ή διαμαρτυρία. Ενώ τον χτυπούσαν με τη λόγχη, ο
Σουλπίκιος είπε με σαρκασμό!
-Πού βρίσκονται, λοιπόν οι δυνάμεις του Θεού σου που δε σε προστατεύουν; γιατί δε μας
σκοτώνει προς χάριν σου; Ω, μια τιποτένια θεϊκή Αυτοκρατορία!... Και με χλευασμούς και
καγχασμούς, οι στρατιώτες εξακολούθησαν να τον βασανίζουν υπακούοντας στις διαταγές του
αρχηγού τους.
Ο Συμεών, όμως, με τη φλογερή του πίστη, είχε προετοιμαστεί για το μαρτύριό του. Με
δεμένα τα χέρια, ξέροντας ότι ζούσε τις τελευταίες ώρες της επίγειας ζωής του, απάντησε με τη
συνηθισμένη του ηρεμία.

-Αξιωματικέ, ακόμη και αν είχα την εξουσία του Καίσαρα, ποτέ δε θα διέταζα το θάνατο
οποιουδήποτε στη γη. Είμαι από κείνους που αρνούνται το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας,
γιατί ο νόμος λέει “ου φονεύσεις” χωρίς να μας αιτιολογεί με ποιο δικαίωμα ένας άνθρωπος θα
μπορούσε να σκοτώσει τον αδελφό του σε οποιαδήποτε περίπτωση... Η μόνη μας προστασία σ'
αυτό τον κόσμο, μας δίνεται από το Θεό, γιατί αυτός μας δίνει τη ζωή και μόνον αυτός μπορεί να
αποφασίζει για την τύχη μας.
Ο Ταρκύνιος, μισώντας το αδάμαστο αυτό θάρρος κι αυτή τη γαλήνη, είπε σε έναν από τους
στρατιώτες του:
-Μάρκιε, να φρουρείς προσεκτικά τον άξεστο αυτό μάγο και αν επιχειρήσει να σου ξεφύγει,
ρίξε του το ακόντιο.
Και άρχισε μαζί με τους συντρόφους του να ψάχνουν στο σπίτι και στην αυλή απ' όπου με
ύβρεις και με πετροβόλημα έδιωξαν μια γριά σκλάβα και ύστερα πήραν από το δωμάτιο του
Συμεών τις σημειώσεις του Ευαγγελίου, τις περγαμηνές και ό,τι αποτελούσε γι' αυτόν τις
προσφιλέστερες αναμνήσεις και τα κατέστρεψαν μπροστά του χωρίς οίκτο, με σαρκασμούς και
ειρωνεία. Παρ' όλα αυτά όμως, δεν κατόρθωσαν να κλονίσουν την εκνευριστική γι' αυτούς ηρεμία
του. Αφού επί ώρες ο Σουλπίκιος ερευνούσε στο σπίτι και κατέστρεφε το κάθε τι με την ελπίδα να
αναγκάσει το σεβάσμιο γέρο να ομολογήσει, στο τέλος ξαναγύρισε στο δωμάτιο της ανακρίσεως
και του είπε:
-Συμεών, κάνε αυτό που σου ζητώ και θα σου δώσω την ελευθερία σου.
-Με ένα τέτοιο αντίτιμο, είναι προτιμότερος ο θάνατος.
Ποιος μπορεί να νιώσει ελευθερία, όταν έχει προκαλέσει κακό σε άλλους; απάντησε πάντα με
το ίδιο θάρρος.
Ο Ταρκύνιος τρίζοντας τα δόντια, ξεφώνισε:
-Άθλιε!... Μήπως φαντάζεσαι ότι δεν ξέρω πώς να σου αποσπάσω την αλήθεια;
Και ρίχνοντας μια ματιά στον πελώριο σταυρό που υψωνόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, στράφηκε
με βραχνή φωνή στους στρατιώτες.
-Δέστε τον στο σταυρό σαν το μάγο δάσκαλό του, διέταξε. Ο Συμεών παραδόθηκε χωρίς
αντίσταση ευχαριστώντας από τα βάθη της καρδιάς του τον Ιησού που τον προειδοποίησε και
κατάφερε να σώσει τις δυο αυτές υπάρξεις που τις θεωρούσε σα δικές του πραγματικές κόρες.
Αμέσως τον έδεσαν στη βάση του σταυρού. Σουρούπωνε και ο Συμεών σκέφτηκε ότι το μαρτύριο
του Χριστού ήταν μεγαλύτερο από το δικό του και σε πόνο και σε διάρκεια. Με θερμή προσευχή
ζητούσε από τον ουράνιο Πατέρα τη δύναμη να αντέξει με θάρρος και αυταπάρνηση το μαρτύριό
του, και τον παρακαλούσε να προστατεύει τα παιδιά του.
Ήταν η ώρα που, όπως κάθε σούρουπο οι δυστυχισμένοι της ζωής έφθαναν για τη
συγκέντρωσή τους και ο Συμεών τους είδε να πλησιάζουν. Οι στρατιώτες, όμως, κατά διαταγή του
αρχηγού τους, τους σταμάτησαν και τους υπέβαλαν σε ανάκριση σχετικά με το γέρο που
μισόγυμνος μπροστά τους, δεμένος στο σταυρό, μαστιγωνόταν για να μαρτυρήσει και όλοι χωρίς
καμιά εξαίρεση, αρνήθηκαν ότι τον γνωρίζουν. Αυτή η αχαριστία εισχώρησε σα φαρμακερό αγκάθι
βαθιά στην ψυχή του και τον έκανε να αισθανθεί αφάνταστο πόνο, ενώ δεν υπέφερε σχεδόν
καθόλου από το βάναυσο και ανελέητο μαστίγωμα. Η αδυναμία αυτή δεν κράτησε παρά
δευτερόλεπτα και ξαναπαίρνοντας τις δυνάμεις του, συνέχισε με πίστη τις φλογερές του προσευχές.
“Και σένα Κύριε, σε εγκατέλειψαν! Αν και υπήρξες αγνός και αθώος ποιμένας του Θεού,
υπέφερες πικρά από την προδοσία. Πώς λοιπόν μπορώ εγώ, ο σκλάβος σου ο άθλιος και
αμαρτωλός, ν' αρνηθώ τα μαρτύρια της απολυτρώσεως;
Ο περίβολος είχε γεμίσει από πλήθος που ο Σουλπίκιος είχε τοποθετήσει σε ημικύκλιο στους
πάγκους για να παρακολουθήσει τα βασανιστήρια, σαν προειδοποίηση για όσους θα τολμούσαν να
αρνηθούν τη δικαιοσύνη της Αυτοκρατορίας. Το μαστίγωμα ξανάρχισε, όμως στο τρίτο χτύπημα ο
στρατιώτης σταμάτησε και είπε στον αξιωματικό χαμηλόφωνα.
-Ένα φως στην κορφή του σταυρού μου παραλύει τις δυνάμεις.
Οργισμένος ο Ταρκύνιος τον αντικατέστησε με άλλον και ύστερα με άλλο και άλλο στρατιώτη,
γιατί παρά τις διαταγές του, επαναλήφθηκε η ίδια σκηνή με όλους, ώσπου στο τέλος, χάνοντας την
υπομονή του, άρπαξε το μαστίγιο ο ίδιος και με άγριο μένος, άρχισε να το κατεβάζει στο κορμί του

γερο- Συμεών που σπαρταρούσε λουσμένος στον ιδρώτα και στο αίμα. Τα γέρικα κόκαλα έτριζαν
και θρυμματίζονταν σε κάθε χτύπημα και τα χείλη ακούραστα ψιθύριζαν προσευχές και
παρακλήσεις για να συντομευθεί το μαρτύριό του. Οι παρόντες, αν και αρνητές από φόβο, κοίταζαν
δακρυσμένοι την άγρια αυτή σκηνή. Το μέτωπο έγειρε και φάνηκε καθαρά πως το τέλος ήταν πολύ
κοντά. Ο Ταρκύνιος σταμάτησε και πλησιάζοντας το σταυρό, είπε στο γέροντα:
-Θα μαρτυρήσεις τώρα;
Και ο πιστός Συμεών που επί εβδομήντα χρόνια είχε μάθει να υποφέρει τα βάσανα του
κόσμου..
-Ο Χριστιανός... οφείλει... να πεθαίνει... για το Χριστό... για το... καλό... και για... την...
αλήθεια..., κατάφερε να ψελλίσει.
-Πέθανε λοιπόν, άθλιε! Φώναξε ο μαινόμενος αξιωματικός και αρπάζοντας το σπαθί, το έχωσε
στο δυνατό στήθος του γέρου.
Το αίμα ξεπήδησε άφθονο και ο Συμεών κατάλαβε ότι έφθασε το τέλος. Αμέσως αισθάνθηκε
δυο διάφανα χέρια να του χαϊδεύουν τα μαλλιά. Έκλεισε τα μάτια και η σκηνή μπροστά του
άλλαξε. Δεν έβλεπε τον ίδιον ουρανό, ούτε τους δημίους του, αλλά ένα απαλό φως τον τύλιξε και
αρμονικές μελωδίες αόρατων μουσουργών έφθασαν στ' αυτιά του. Οι μελωδίες αυτές μαζί με
όμορφες αγνές υπάρξεις, παρηγορούσαν με το μειδίαμά τους όλους τους άτυχους και τους
βασανισμένους του κόσμου.
Ο γερο-Συμεών νόμιζε ότι γνώριζε το τοπίο που έβλεπε και το τοποθετούσε κάπου στην ωραία
Καπερναούμ. Φαντάστηκε ότι με κάποιο μυστηριώδη τρόπο βρέθηκε στη Γαλιλαία με τα πλούσια
λουλούδια της και τον ωραίο της ουρανό, έτοιμος να δεχθεί την ευχή του Μεσσία. Φωτεινά πουλιά
κελαηδούσαν στα πυκνά δέντρα αυτού του παραδείσου ή της ουράνιας Εδέμ. 2
Προσπάθησε να καταστείλει τις συγκινήσεις που του προκαλούσε η λάμψη της ελπιδοφόρας
αυτής γης, που έμοιαζε να είναι το “βασίλειο του Κυρίου”. Για μια στιγμή θυμήθηκε τη γη, τις
τελευταίες ασχολίες του, τα βάσανα και το μαρτύριό του και μια κόπωση τον εξουσίασε. Όμως, μια
φωνή που θα την αναγνώριζε ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες, μίλησε βαθιά μέσα του: “Συμεών, ήλθε ο
καιρός να ξεκουραστείς. Ησύχασε από τις πίκρες και τα βάσανα, γιατί έφθασες στο βασίλειο του
Πατέρα μου, όπου στο εξής θα απολαμβάνεις την ατελείωτη ευσπλαχνία του”. Και νόμισε ότι
κάποιος τον αγκάλιασε με στοργή και τρυφερότητα, σα να χύθηκε πάνω του βάλσαμο και γαλήνεψε
την ταλαιπωρημένη ψυχή του, έκλεισε τα μάτια, ενώ μια αγγελική μορφή γιάτρευε με τα χάδια της
του πόνους του γερο- σκλάβου.
Στη γη όμως, στη Σαμάρεια και στην κοιλάδα του Σηκοάν, κοντά στο σπίτι του Συμεών,
πλήθος κόσμου παρακολουθούσε με φρίκη τη σκηνή που ο Σουλπίκιος, αν και ήξερε ότι το
σπάθισμά του ήταν θανατηφόρο, σαν να τον οδηγούσαν όλες οι δυνάμεις της κολάσεως,
εξακολουθούσε με άγριο πάθος, να μαστιγώνει το πτώμα του γέροντα, που δεμένο στο σταυρό με
το μέτωπο γερμένο κι ακίνητο αιμορραγούσε ολόκληρο. Βρίζοντας για να προξενήσει εντύπωση
στην τρομαγμένη μάζα.
-Κοιτάτε, φώναζε, με τι τρόπο πρέπει να πεθαίνουν όλοι οι μάγοι και οι πονηροί εγκληματίες.
Παλιόγερε, πάρε ακόμη μια ανάμνηση από τα χέρια μου στην κόλαση.
Και το μαστίγιο έπεφτε αλύπητα στην αιμόφυρτη αυτή σάρκινη μάζα που ακόμη ως χθες το
πρωί υπήρξε η σεβάσμια και γεμάτη θεϊκή φλόγα μορφή του γερο-Συμεών.
Ξάφνου, ο σταυρός σείστηκε από τη βάση του και έπεσε στη γη, χτυπώντας δυνατά το κεφάλι
του Ταρκύνιου και ρίχνοντάς τον κατά γης, με τα μυαλά χυμένα, χωρίς να προλάβει να βγάλει ούτε
αναστεναγμό. Πώς συνέβη αυτό; Μήπως από τους τρανταγμούς του μαστιγίου ή από ισχυρές
αόρατες δυνάμεις που θέλησαν να τιμωρήσουν το βέβηλο αξιωματικό; Όλοι έτρεξαν στο πεσμένο
κορμί του λύκου κι ένας στρατιώτης έψαξε την καρδιά του που σιγά- σιγά αδύνατα και αραιά,
έσβηνε με τους τελευταίους παλμούς της. Ο δήμιος με το στόμα ανοιχτό, απ' όπου πια δεν έβγαιναν
φωνές και κατάρες, αλλά αφροί και αίμα, και με μάτια ορθάνοιχτα στους τελευταίους σπασμούς
της φρίκης, ατένιζε μιαν ατελείωτη φάλαγγα από αποτρόπαια τέρατα. Οι στρατιώτες αμήχανοι από
αυτή την εξέλιξη και τρομοκρατημένοι από το φως του σταυρού που το θεώρησαν σαν
προειδοποίηση, δεν ήξεραν τι να κάνουν, όταν εμφανίστηκε στη σκηνή η Λίβια τρέμοντας και
2

Λέξη που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Εμμανουήλ

χλωμή από σύγχυση.
Η Άννα και η Λίβια μέσα στο καταφύγιο, ένιωσαν τον κίνδυνο και με φλογερές προσευχές
ικέτευαν τον Ιησού να επέμβει. Έφθαναν στα αυτιά τους οι φωνές και η αναταραχή και οι ώρες
περνούσαν. Στο τέλος αποφάσισαν να βγουν αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Φθάνοντας στην
πόρτα, δοκίμασαν φρίκη αντικρίζοντας το άμορφο πτώμα του Συμεών και λίγο πιο πέρα το πεσμένο
πτώμα του Σουλπίκιου με το κεφάλι ανοιχτό και καταματωμένο. Η σκλάβα με λυγμούς έτοιμη να
λιποθυμήσει, στάθηκε αμήχανη και χαμένη, ενώ η Λίβια με τη χαρακτηριστική της ενεργητικότητα,
κατάλαβε αμέσως τι συνέβη και ότι αυτό ισορροπούσε την κατάσταση και δίνοντας τη μικρή της
κόρη στη σκλάβα, φώναξε:
-Άννα, ζητώ όλο σου το θάρρος στην κρίσιμη αυτή στιγμή και μην ξεχνάς ότι ο Χριστός μας
όπλισε με καρτερία για τις σκληρές δοκιμασίες. Κουράγιο, λοιπόν, κράτησε τη Φλάβια κι εγώ θα
προσπαθήσω να αποκαταστήσω την ησυχία και την τάξη. Και βιαστικά, διευθύνθηκε προς το
πλήθος, ωραία και επιβλητική, με βλέμμα φλογερό και αγαναχτισμένο και μορφή σκληρή, σαν
εκδικητικός άγγελος που έφτασε στην κατάλληλη στιγμή. Πλησίασε το σταυρό, παρακάλεσε τον
Ιησού να της δώσει θάρρος και αισθάνθηκε μια υπεράνθρωπη δύναμη να τη στυλώνει. Από τη
σκέψη πέρασε ο σύζυγός της, η κοινωνική του θέση, το σκάνδαλο που θα προκαλούσαν τα
γεγονότα, όμως η θυσία και ο άγιος θάνατος του Συμεών στάθηκε απαράμιλλο παράδειγμα γι'
αυτήν, που αποφάσισε ότι ο Ιησούς θα πρέπει να στέκεται πάνω από όλα τα επίγεια, σα σύμβολο
της αλήθειας, της αγάπης και της αιώνιας ευτυχίας. Έτσι, ξέχασε αμέσως κάθε τι το προσωπικό.
Ένας από τους στρατιώτες που γνώριζε ποια στεκόταν μπροστά του, είπε με σεβασμό:
-Κυρία, οφείλω να σας ανακοινώσω τα ονόματά μας για να μας χρησιμοποιήσετε αν το
νομίσετε αναγκαίο.
-Δε μου χρειάζονται ονόματα, στρατιώτες, απάντησε με θάρρος. Ευχαριστώ για το σεβασμό
σας, αλλά λυπούμαι που έξι στρατιώτες και τόσο πλήθος, επιτρέψατε αυτή την αναίσχυντη
ανανδρία, που η θεία δικαιοσύνη την τιμώρησε ήδη μπροστά στα μάτια σας.
Η μάζα με τις γνωστές μεταπτώσεις της, συμβαίνει κάποτε, από δύο λόγια, να μεταπηδήσει
παρευθύς από το έγκλημα και την ακολασία, στη σιωπή και στην προσφορά. Έτσι, η Λίβια
κατάλαβε αμέσως πως η σιωπή που ακολούθησε τα λόγια της, της έδινε στα χέρια τα ηνία της
καταστάσεως και απευθύνθηκε με θάρρος προς τους στρατιώτες του Σουλπίκιου:
-Ας μεταφέρουμε τα πτώματα για να αποκαταστήσουμε την τάξη και την ησυχία.
-Κυρία, απάντησε αυτός με σεβασμό, νομίζω πως πρέπει να σταλεί αγγελιοφόρος στην
Καπερναούμ για να ενημερωθεί ο Ύπατος Αρμοστής επί των γεγονότων.
-Στρατιώτη, εγώ δεν επιτρέπω καμιά απομάκρυνση πριν ταφούν αυτά τα πτώματα, είπε
γαλήνια. Δε θα επαναληφθεί σ' αυτό το σπίτι ο βανδαλισμός και η άνανδρη αυτή σκηνή που ο
κυβερνήτης με τα ταπεινά αισθήματά του, επέτρεψε. Αισθάνομαι την υποχρέωση να προστατεύσω
εγώ την ειρήνη των αγαθών ψυχών, έστω και πληρώνοντας γι' αυτό, γιατί έχω ένα χρέος να
ξεπληρώσω προς το σεβάσμιο αυτόν απόστολο που δολοφονήθηκε με τη σύμπραξη της κρατικής
αρχής και με την εγκληματική σας ασυνειδησία.
-Δεν επιθυμείτε να συμβουλευτείτε σχετικά, τις αρχές της Σεβάστειας;
-Όχι, με κανένα τρόπο, απάντησε με τόλμη. Άδικα περιμέναμε κάποια προστασία υπέρ των
ταπεινών, αλλά η Ιουδαία στενάζει κάτω από την τυραννία ενός καταχθόνιου και σκληρού
κυβερνήτη. Τουλάχιστον για σήμερα θα ζητήσω τη βοήθεια του Ιησού για να αντιμετωπίσω σωστά
τη διεφθαρμένη αρχή που μπόλιασε με τη διαφθορά της όλους τους τοπικούς διοικητές.
Οι Ρωμαίοι στρατιώτες, εντυπωσιασμένοι από τη γαλήνη και την αυτοκυριαρχία της,
τοποθέτησαν κατά διαταγήν της το σώμα του Συμεών πάνω στο πελώριο τραπέζι των προσευχών
και την ίδια στιγμή, όλοι αυτοί που πριν από λίγο τον είχαν απαρνηθεί από φόβο, μαζεύτηκαν
ευλαβικά γύρω από αυτό, φιλώντας τα καταματωμένα χέρια του και σκεπάζοντάς το με λουλούδια,
φριχτά μετανιωμένοι για την ανανδρία και τη λιποψυχία τους. Νύχτωνε, αλλά ακόμη ο ορίζοντας
ήταν φωτεινός. Μια υπερκόσμια δύναμη ενθάρρυνε τη Λίβια και την καθοδηγούσε σχετικά με το
πώς έπρεπε να ενεργήσει. Σε λίγο με τη βοήθεια πολλών Σαμαρειτών οι βαριές πέτρες που άνοιγαν
προς τη στοά τραβήχτηκαν και λίγο πιο πέρα οι στρατιώτες άνοιξαν καθ' υπόδειξή της, έναν ρηχό
τάφο για το Σουλπίκιο. Η Λίβια τύλιξε μόνη της το ταλαίπωρο γεροντικό κορμί σ' ένα καθαρό

σεντόνι και γονατιστή στον ταπεινό πάγκο, σα φιγούρα αγγέλου, άρχισε να προσεύχεται με
κατάνυξη. Πίσω της, όλοι μαζί και οι στρατιώτες γεμάτοι δέος, γονάτισαν και προσευχήθηκαν, μαζί
της με κατάνυξη πριν να τον μεταφέρουν και τον τοποθετήσουν στη στοά.
-Αδελφοί μου, είπε η Λίβια, ας στρέψουμε τη σκέψη και την ψυχή μας προς τον Ιησού. Χριστέ
μου, γλυκέ και θείε Δάσκαλε, σήμερα φεύγει για τους ουρανούς ο άξιος αυτός απόστολός σου, που
ύστερα από τη δική σου θυσία, στάθηκε για μας η μόνη προστασία, παρηγοριά και ελπίδα. Από την
πίστη και το θάρρος του αντλούσαμε δύναμη. Αφού, όμως, Εσύ έκρινες ότι έφτασε η ώρα να
ξεκουραστεί κοντά σου και να βασανιστεί στο σταυρό, ακριβώς όπως κι εσύ και με την ίδια γαλήνη
και αυταπάρνηση, δέξου τον, Κύριε, στο φωτεινό βασίλειό σου της ειρήνης και της αγάπης.
Πέρασε στη μακαριότητα με βάσανα και ηθική τόλμη και με την πίστη που μας δίδαξες...
Προστάτεψέ τον, Κύριε, και βοήθησέ μας να επωφεληθούμε από το εξαίσιο παράδειγμά του. Και
αν κάποτε μας θεωρήσεις άξιους του ίδιου μαρτυρίου, δυνάμωσε τη θέλησή μας, την αντοχή και
την πίστη μας, για να πεθάνουμε τίμια και με χαρά για την αλήθεια των αρχών σου... Χριστέ μου,
Εσένα, που ήλθες σ' αυτό τον κόσμο σαν ελπίδα και ενθάρρυνση των βασανισμένων, σε
παρακαλούμε όπως συγχώρεσες τους τυράννους σου, να συγχωρήσεις και τον κακούργο αυτόν που
καταπατώντας τους νόμους σου της αδελφοσύνης και της αγάπης, βασάνισε έναν αθώο, αλλά
κατατροπώθηκε από τη δικαιοσύνη σου. Βοήθησέ μας, Κύριε, να εννοήσουμε και να εκτελέσουμε
σωστά τα διδάγματά σου!...
Όταν η Λίβια τελείωσε την προσευχή, ξεσκέπασε το λατρευτό σώμα του Συμεών και φίλησε
για τελευταία φορά τα σεβάσμια χέρια του, κλαίγοντας με λυγμούς. “Στο καλό δάσκαλέ μου,
προστάτη και φίλε μου. Εύχομαι ο Θεός να σε δεχθεί κοντά του και η θυσία σου να χρησιμεύσει σε
όλους μας σα φωτεινό παράδειγμα.”
Και ενώ οι στρατιώτες κατέβαζαν το σώμα του Σουλπίκιου στο νωπό χώμα, ο ευγενικός γέρος
τοποθετήθηκε με κάθε σεβασμό και τρυφερή αγάπη στο τελευταίο καταφύγιό του, κάτω από τη
δροσερή σκιά των ελαιών και το θωπευτικό αεράκι της κοιλάδας. Όταν όλα τακτοποιήθηκαν, η
Λίβια αποχαιρέτησε τους κυβερνητικούς στρατιώτες και φρουρούμενη από πιστούς, πέρασε την
υπόλοιπη νύχτα βυθισμένη σε λυπηρές σκέψεις, συντροφιά με την Άννα και την κόρη της. Τα
ξημερώματα ξεκίνησε για την Καπερναούμ, συνοδευόμενη από ένα γείτονα του Συμεών, και
ακολούθησε άλλους δρόμους και μονοπάτια για να αποφύγει τα αντίποινα των αρχών. Ύστερα από
μακρύ και κοπιαστικό ταξίδι έφτασαν στο ήσυχο σπίτι της, όπου η Λίβια αφού καλοπλήρωσε τον
πιστό σύντροφο του ταξιδιού της, αποσύρθηκε στο δωμάτιό της και αμέσως τοποθέτησε σε μια
πολύτιμη βάση το μικρό ξύλινο σταυρό που της πρόσφερε ο Συμεών λίγες ώρες προ του
μαρτυρικού θανάτου του.
Πέρασαν μερικές μέρες. Άγρια οργή κατέλαβε τον Πόντιο Πιλάτο, όταν πληροφορήθηκε με
λεπτομέρειες τα διαδραματισθέντα. Βέβαιος ότι θα αντιμετώπιζε ισχυρούς εχθρούς στα πρόσωπα
του Πούμπλιου Λέντουλου και της γυναίκας του, ετοίμασε καταχθόνια εκδίκηση. Τρομοκρατία και
βία εξαπολύθηκε στην περιοχή, με καταπιέσεις, αδικίες και άγριες δολοφονίες εις βάρος του λαού
της κοιλάδος, που έφθασαν ως τη Σεβάστεια. Έτσι πλήρωσαν οι κάτοικοι της περιοχής το θάνατο
του αξιωματικού Σουλπίκιου Ταρκύνιου.
Ας γυρίσουμε όμως, πάλι στην Καπερναούμ, όπου σε λίγες μέρες ο γερουσιαστής επέστρεψε
από το ταξίδι του. Η Λίβια αμέσως τον ενημέρωσε για ό,τι συνέβη κατά την απουσία του. Όσο
άκουγε σιωπηλός την εξιστόρηση, ένιωθε να φουντώνει μέσα του άγριος θυμός και επανάσταση
όχι μόνο για την πολιτική του Ύπατου Αρμοστή της Ιουδαίας, αλλά και για το άτομό του Ύπατου
Αρμοστή της Ιουδαίας, αλλά και για το άτομό του το ίδιο, για το οποίον αισθανόταν μεγάλη
αντιπάθεια και αποφάσισε, χωρίς ούτε στιγμή να διστάσει, να τον καταστρέψει όπως θα έκανε για
το μεγαλύτερο εχθρό του. Ίσως ο αναγνώστης υποθέσει ότι ο περήφανος Ρωμαίος θα έδειχνε
κάποια αλλαγή στα αισθήματά του απέναντι στη γυναίκα του, που για τις παρανομίες και τις απάτες
της πίστευε ακράδαντα ότι κρατούσε τις πιο χειροπιαστές αποδείξεις. Δυστυχώς, αν και
ανθρωπιστής δε μπόρεσε να δαμάσει την υπερηφάνειά του και όταν άκουσε τα τελευταία της λόγια
που ειπώθηκαν με πολλή συγκίνηση σα να επιζητούσε ταπεινά μ' αυτά, τη στοργή και την
υποστήριξη εκείνου που αποτελούσε το φως της καρδιάς της, απάντησε με αυστηρότητα:
-Λίβια, διαρκώς παρακαλώ τους θεούς για την ηθική σου αναγέννηση. Η στάση σου στην

περίπτωση αυτή με ευχαριστεί και φανερώνει την προσπάθειά σου για εξιλέωση ύστερα απ' ό,τι
είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Ξέρεις πολύ καλά ότι σα σύζυγος δεν υπάρχεις πια για μένα. Σ'
ευχαριστώ όμως, σα μητέρα των παιδιών μου, γιατί αν δε στάθηκες στο ύψος σου την εποχή που η
άψογη στάση σου θα σε καθιστούσε ευτυχισμένη, τουλάχιστον συνήλθες την εποχή που σου
προσφέρθηκε σαν ευκαιρία για να κερδίσεις τη ζωή σου. Καθυστερημένα απαρνήθηκες τον άτιμο
αυτόν άνθρωπο, αλλά εδραίωσες την εμπιστοσύνη μου για τη μητρική στοργή σου και αυτό μου
είναι αρκετό. Τα λόγια αυτά, ξερά και υπεροπτικά, έπεισαν τη Λίβια ότι πια ο χωρισμός τους μέσα
στο ίδιο σπίτι θα διαρκούσε επ' άπειρον και καταρρακωμένη από το νέο αυτό κλονισμό,
αποσύρθηκε στο δωμάτιό της όπου γονατιστή προσευχήθηκε μπροστά στο σταυρό. Κάποια στιγμή,
μια απαλή ακτινοβολία τύλιξε το ταπεινό ενθύμιο του Συμεών και μια γλυκιά φωνή της ψιθύρισε:
-Κόρη, μη ζητάς την ευτυχία στη γη όπου κάθε ευκαιρία της διαλύεται σα σύννεφο από τους
καταστρεπτικούς ανέμους της αδύνατης, σκληρής και καταχθόνιας υλικής φύσεως του ανθρώπου
και όπου μόνον το ακάνθινο στεφάνι του μαρτυρίου σε περιμένει. Όταν, όμως, φθάσει η ώρα να
έλθεις στο βασίλειο του θείου ελέους, το άπλετο φως του θα ανθίσει τις ιερές ελπίδες της ψυχής
σου.
Αυτό το φαινόμενο, δεν ξάφνιασε καθόλου τη Λίβια. Είχε ακούσει και πιστέψει στην
ανάσταση του Ιησού και ήξερε με βεβαιότητα ότι η παρήγορη αυτή φωνή ήταν η φωνή του Συμεών
που για να την παρηγορήσει γύριζε από το φωτεινό βασίλειο.
Επί πολλές βδομάδες ο Λέντουλος δεχόταν επισκέψεις Σαμαρειτών που του ζητούσαν να
ενεργήσει για να ακυρωθούν οι άδικες αποφάσεις του Πιλάτου που εγκατεστημένος, παρά τις
συνήθειές του, στο παλάτι του της Σαμάρειας, διέταζε ανηλεώς την εκτέλεση και τη φυλάκιση
αθώων για να εκδικηθεί το θάνατο εκείνου που θεωρούσε τον πιστότερο αυλικό του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και γύρισε ο Κομένιος από τη Ρώμη, φέρνοντας μαζί του έναν
περίφημο παιδαγωγό για τη μικρή Φλάβια. Ο Φλαμίνιος έστελνε στον Πούμπλιο πολλά
ενδιαφέροντα νέα. Για τον Πραιτοριανό Σάλβιο Λέντουλο, τον πληροφορούσε ότι κατόπιν της
αιτήσεώς του, οι ανώτερες αρχές της Αυτοκρατορίας είχαν διατάξει την επιστροφή του στη Ρώμη
και του ζητούσε ιδιαιτέρως την αποστολή στοιχείων με θετικά γεγονότα, σχετικά με τη διοίκηση
του Πιλάτου στην Ιουδαία, με το σκοπό να πετύχει η Γερουσία τη μετάθεσή του.
Έτσι, σε λίγο, ο Κομένιος ξαναγύρισε στη Ρώμη, φέρνοντας στο Φλαμίνιο όλα τα αποδεικτικά
στοιχεία των ατασθαλιών και των εγκλημάτων του Πιλάτου στη Σαμάρεια. Αν λάβουμε υπ' όψιν τις
αποστάσεις και τη γραφειοκρατία της Αυτοκρατορικής Διοικήσεως, θα δικαιολογήσουμε το ότι
μόνο κατά το έτος 35 μ.Χ. ο Ύπατος Αρμοστής της Ιουδαίας, μετακλήθηκε επιτέλους στη Ρώμη
αντικατασταθείς και τοποθετήθηκε στη Βιέννη, όπου μετά τρία χρόνια στερήσεων και πικριών,
αυτοκτόνησε βασανισμένος από τυραννικές τύψεις.
Ο Πούμπλιος Λέντουλος παρέμεινε στη Γαλιλαία με την ελπίδα να ανακαλύψει τα ίχνη του
παιδιού του και με αποκλειστική του ασχολία τις μελέτες του, τις διοικητικές του αποφάσεις και
την ανατροφή της κόρης του, που προικισμένη με εξαιρετική εξυπνάδα, εξεδήλωνε από πολύ
μικρή, ζωηρή κλίση για τη φιλολογία.
Η Λίβια, έχοντας πάντοτε υπό την προστασία της την Άννα, προσευχόταν μαζί της στο σταυρό
του Συμεών και ενώνοντας τις παρακλήσεις τους, ζητούσαν την αρωγή του Θεού για να υποφέρουν
και να υπομένουν με θάρρος τις επίγειες αντιξοότητες.
Μάταια η οικογένεια Λέντουλου περίμενε στο κτήμα της Καπερναούμ επί δέκα συνεχή χρόνια
που κύλησαν μέσα στη σιωπή και τη θλίψη, την επιστροφή του χαμένου μικρού Μάρκου. Ούτε ο
χρόνος, ούτε η τύχη τους χαμογέλασε. Εν τω μεταξύ, ο γερουσιαστής ετοίμαζε την κόρη του για να
εμφανιστεί στον κόσμο ενώ η Λίβια και η Άννα είχαν με πίστη στηρίξει τις ελπίδες τους στις
ουράνιες δυνάμεις.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful