ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Μεταβατική Έδρα Πολυγύρου
ΠΡΟΣΦΥΓΗ
A.M. του Θ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός _________ αρ.__.
ΚΑΤΑ
1.- Του Ν.Π.Δ.Δ.-Ο.Τ.Α. 2ου βαθμού με την επωνυμία «ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ
ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ», που εδρεύει στον Πολύγυρο Χαλκιδικής κι
εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Νομάρχη Χαλκιδικής.
2.- Της εγγραφής μου στους βεβαιωτικούς καταλόγους ετών 2000-2003 του καθ’
ου η προσφυγή ν.π.δ.δ. για την επίδικη εισφορά, που χώρησε βάσει των ______ και
_______ αποφάσεων του νομαρχιακού του συμβουλίου.
--------------------------------------.Θεσσαλονίκη, _______
Ι.
1.- Η καθ’ής η παρούσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χαλκιδικής (από τούδε:
Ν.Α.Χ.) με ενέγραψε στους βεβαιωτικούς καταλόγους της ετών

και

ως

υπόχρεο με Κωδικό Αριθμό ________ για εισφορά κατόχου β’ κατοικίας εντός του
Νομού Χαλκιδικής, βάσει των αποφάσεων _________ και __________ του
Νομαρχιακού Συμβουλίου Χαλκιδικής.
2.- Ειδικότερα, με το με αρ.πρωτ. ________ έγγραφό της καθ’ής η παρούσα
προς εμέ (το οποίο όμως μου απεστάλη ταχυδρομικώς και το παρέλαβα μόλις
το 1ο 15νθήμερο του μηνός Μαρτίου _____!), εκλήθην να καταβάλλω αθροιστικά
την επίδικη εισφορά που επιβλήθηκε εις βάρος μου για τα έως άνω έτη, ως κατόχου
δεύτερης κατοικίας στο νομό Χαλκιδικής (45 τ.μ., αποκλειστικής κυριότητας νομής και
κατοχής μου, στον οικισμό «______ » της παραλίας Δ.Δ. _________ του
Καποδιστριακού Δήμου ________). Το ύψος της επίδικης εισφοράς ανέρχεται σε

2

44,02 € για καθένα από τα ως άνω έτη, δηλ. 44,02 € Χ 48 μήνες (4 έτη Χ 12 μήνες) =
176,08 €, ποσόν το οποίο κλήθηκα να καταβάλω με το ως άνω ενημερωτικό έγγραφο
του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης του καθ’ ου η προσφυγή
ν.π.δ.δ. (Ν.Α.Χ.).
3.- Ειδικότερα, το ως άνω ενημερωτικό σημείωμα, που, όπως προανέφερα, μου
εστάλη ταχυδρομικώς και το παρέλαβα μέσα Μαρτίου

, συνοδευόταν από το με

αρ. πρωτ. ________ γενικό ενημερωτικό του αυτού ως άνω Προϊσταμένου και από
το από _______ «Νομαρχιακό Πρόγραμμα Διαχείρισης Ανταποδοτικών Τελών Β’
Κατοικίας της Ν.Α.Χ. έτους _____», και αιτιολογούσε την επιβολή, αναδρομικά από
το έτος

, της επίδικης εισφοράς «σύμφωνα με τις διατάξεις του εδ.δ’ της παρ.1

του άρθρου 49 του ΠΔ 30/96, των άρθρων 82 και 83 του ΠΔ 30/96, του εδ.β’ της
παρ.1 του άρθρου 20 του Ν.2344/95».
ΙΙ.
Επειδή το Σύνταγμα, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το ψήφισμα της 6ης –
4-2001 της Ζ΄Αναθεωρητικής Βουλής (Φ.Ε.Κ. Α΄84) στο άρθρο 4, μεταξύ άλλων,
ορίζει ότι: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου… 5. Οι Έλληνες πολίτες
συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους…»
και στο άρθρο 102 ότι: «1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους
οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των
οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση
των τοπικών υποθέσεων… 2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική
και οικονομική αυτοτέλεια… 5. Το Κράτος λαμβάνει τα νομοθετικά, κανονιστικά και
δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της οικονομικής
αυτοτέλειας και των πόρων που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση της αποστολής
και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης…».
Επειδή, περαιτέρω, με το Π.Δ. 30/1996 (Φ.Ε.Κ. Α΄21) κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο
κείμενο νόμου με τίτλο «Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης» οι ισχύουσες
διατάξεις

για

τη

Νομαρχιακή

Αυτοδιοίκηση,

όπως

τροποποιήθηκαν

και

συμπληρώθηκαν με τους νόμους 2218/1994 (Φ.Ε.Κ. Α΄90), 2240/1194 (Φ.Ε.Κ.
Α΄153), 2273/1994 (Φ.Ε.Κ. Α΄233), 2284/1995 (Φ.Ε.Κ. Α΄14), 2297/1995 (Φ.Ε.Κ.
Α΄113), και 2307/1995 (Φ.Ε.Κ. Α΄113) και τα Π.Δ. 428/1994 (Φ.Ε.Κ. Α΄242), 60/1995
(Φ.Ε.Κ. Α΄47), 61/1995 (Φ.Ε.Κ. Α΄47) και 62/1995 (Φ.Ε.Κ. Α΄47). Ειδικότερα, στο
άρθρο 1 του ως άνω νομοθετήματος (Π.Δ. 30/1996) ορίζεται ότι: «1. Συνιστώνται, ως
δεύτερη βαθμίδα οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις

3

(Ν.Α.). 2. Οι Ν.Α. είναι αυτοδιοικούμενα κατά τόπο νομικά πρόσωπα δημοσίου
δικαίου. 3. Οι Ν.Α. έχουν προορισμό την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική
ανάπτυξη της περιφέρειάς τους», στο άρθρο 49 παρ.1 ότι: «Το νομαρχιακό
συμβούλιο ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Ν.Α. εκτός από αυτές που ανήκουν στο
Νομάρχη ή στις νομαρχιακές επιτροπές. Το νομαρχιακό συμβούλιο είναι αρμόδιο
ιδίως για: α. … δ. Την επιβολή φόρων, τελών, εισφορών και δικαιωμάτων…», στο
άρθρο 55 παρ.3 ότι: «…Οι κανονιστικού περιεχομένου αποφάσεις του συμβουλίου
δημοσιεύονται, ολόκληρες, με ανάρτηση σε εμφανές μέρος του καταστήματος της
Ν.Α. Για τις δημοσιεύσεις συντάσσεται αποδεικτικό από υπάλληλο της Ν.Α.», στο
άρθρο 82 ότι: «1. Τα έσοδα της Ν.Α. είναι: α. Τακτικά, που προέρχονται από: (1)
φόρους, τέλη, δικαιώματα και εισφορές… (6) τέλη, δικαιώματα και εισφορές
ανταποδοτικού χαρακτήρα… 2. Με απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου μπορεί να
επιβάλλονται τέλη, δικαιώματα ή εισφορές για υπηρεσίες ή έργα που συμβάλλουν στη
βελτίωση της ποιότητας ζωής, στην καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και στην
ανάπτυξη της περιφέρειας της Ν.Α. Τα τέλη, τα δικαιώματα και οι εισφορές αυτές
έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα. Το ύψος των τελών ή εισφορών, οι υπόχρεοι στην
καταβολή τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια ορίζονται με την απόφαση του
νομαρχιακού συμβουλίου…», στο άρθρο 83 ότι: «1. Η επιβολή, βεβαίωση και
είσπραξη των φόρων…και εισφορών των Ν.Α. γίνεται σύμφωνα με τις αντίστοιχες
διατάξεις που ισχύουν για τους δήμους, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως…» και στο
άρθρο 86 ότι: «1. Για την επίλυση των φορολογικών διαφορών και αμφισβητήσεων,
για τη βεβαίωση ή την επιστροφή ή την ανάκληση δηλώσεως … οποιουδήποτε
αυτοτελούς φόρου … εισφοράς … μεταξύ Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και
φορολογουμένων … εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Ν. 505/1976 … όπως
ισχύει κάθε φορά».
Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις, που πρέπει να ερμηνευθούν σε συνδυασμό,
συνάγεται ότι οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ως Ο.Τ.Α. β΄ βαθμίδας έχουν
προορισμό την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιφέρειάς τους.
Η επίτευξη του ως άνω σκοπού, που αφορά ολόκληρο (το σύνολο) τον πληθυσμό
των οργανισμών αυτών, προϋποθέτει: α) την άρτια και αποδοτική οργάνωση των
υπηρεσιών τους, β) την εκτέλεση των αναγκαίων έργων βασικής υποδομής και
κοινής ωφέλειας και γ) την εξασφάλιση των απαιτούμενων μέσων παροχής (γενικών
και ειδικών) υπηρεσιών προς το σύνολο των πολιτών που κατοικούν ή διαμένουν
στις περιφέρειές τους. Για την υλοποίηση, όμως, του προαναφερομένου σκοπού
απαιτείται, όπως είναι φυσικό, η ύπαρξη και εξασφάλιση των απαραίτητων επαρκών
πόρων (εσόδων). Προς εξεύρεση των αναγκαίων πόρων προβλέφθηκε από τις

4

σχετικές διατάξεις που ρυθμίζουν τα της ίδρυσης και λειτουργίας των Νομαρχιακών
Αυτοδιοικήσεων, η δυνατότητα επιβολής σε βάρος των πολιτών των περιφερειών
τους τελών, δικαιωμάτων και εισφορών με απόφαση αρμόδιου συλλογικού τους
οργάνου (νομαρχιακό συμβούλιο). Τα επιβαλλόμενα, όμως, τέλη, δικαιώματα και
εισφορές που περιλαμβάνονται μεταξύ των τακτικών εσόδων των συγκεκριμένων
Ο.Τ.Α. έχουν κατά τις σχετικές διατάξεις (άρθρο 82 παρ.2 του Π.Δ. 30/1996)
ανταποδοτικό χαρακτήρα. Πρόκειται δηλαδή, για μονομερώς επιβαλλόμενες
χρηματικές υποχρεώσεις, η καταβολή των οποίων, κατά πάγια νομολογία του
Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ
2839/1989, 3850/1985, 950/1981, 3113/1980, 79/1979 κ.α., Δ.Πρ. Πειρ. 4047/1991),
συνδέεται με την παροχή ειδικής ωφέλειας στον υπόχρεο, ήτοι την απόλαυση
δημόσιας υπηρεσίας ή δημοσίου πράγματος και διέπονται από την αρχή αντιστοιχίας
μεταξύ της υποχρέωσης και παροχής, σύμφωνα με την οποία πρέπει να υπάρχει
αναλογία ανάμεσα στο κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας και στα απαιτούμενα
τέλη, δικαιώματα ή εισφορές, χωρίς να απαιτείται η αναλογία αυτή να εκφράζεται με
απόλυτη λογιστική ισοσκέλιση των δύο κονδυλίων (εσόδων και εξόδων) αλλά με μια
κατά προσέγγιση αναλογική σχέση, η οποία υπόκειται και στις διαφοροποιήσεις από
την επαλήθευση ή μη των προβλέψεων.
Εξάλλου, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για το χαρακτηρισμό τελών, δικαιωμάτων ή
εισφορών ως ανταποδοτικών, η πραγματική παροχή υπηρεσίας εκ μέρους του
ν.π.δ.δ., αρκεί τα έσοδα από τα ως άνω τέλη, δικαιώματα ή εισφορές να
διασφαλίζουν την ετοιμότητα του δημόσιου φορέα για την παροχή υπηρεσίας (ΑΕΔ
5/1984, ΣτΕ 649/1981), ούτε αντίκειται στην έννοια της ανταποδοτικότητας η μη
χρησιμοποίηση της υπηρεσίας για την οποία έχει επιβληθεί το ανταποδοτικό τέλος,
δικαίωμα ή εισφορά (ΣτΕ 2411/1962).
Περαιτέρω όμως, η επιβολή τελών, δικαιωμάτων και εισφορών ανταποδοτικού
χαρακτήρα

από

το

προαναφερόμενο

συλλογικό

όργανο

της

Νομαρχιακής

Αυτοδιοίκησης σε βάρος ορισμένης κατηγορίας διοικουμένων (πολιτών) με βάση
συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και όχι του συνόλου αυτών, που
κατοικεί ή εδρεύει στην περιφέρειά της, εφόσον δεν υπαγορεύεται από κανόνες
γενικού ή ειδικού δημοσίου συμφέροντος, αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 4
παρ.1 του Συντάγματος δεδομένου ότι εισάγει αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση κατ’
αυτών έναντι των υπολοίπων, ενόψει μάλιστα και του επιδιωκόμενου μ’ αυτήν
σκοπού (υπηρεσίες ή έργα που συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, στην
καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και στην ανάπτυξη της περιφέρειάς της), που
αποβλέπει στην χρήση (απόλαυση) από το σύνολο του πληθυσμού της, χωρίς καμία
απολύτως διάκριση, των συγκεκριμένων υπηρεσιών.

5

Επειδή, με τις προαναφερόμενες 114/28-12-1999 και 65/13-7-2000 αποφάσεις του
νομαρχιακού

συμβουλίου

της

Νομαρχιακής

Αυτοδιοίκησης

Χαλκιδικής,

αποφασίστηκε η επιβολή σε βάρος των κατόχων δεύτερης κατοικίας στην περιφέρειά
της, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 82 και 83 του Π.Δ. 30/1996,
εισφοράς ανταποδοτικού χαρακτήρα για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, την
ανάγκη εκτέλεσης έργων κοινής ωφελείας (επισκευή και συντήρηση οδικών δικτύων
που περιήλθαν στην αρμοδιότητα της Ν.Α. Χαλκιδικής, προστασία και καθαρισμός
των ακτών, περιορισμός της ηχορύπανσης, εξοπλισμός του Τμήματος Αυθαιρέτων
με σύγχρονα μεταφορικά μέσα κλπ) και γενικότερα για την ανάπτυξη της διοικητικής
της περιφέρειας, Ως βάση υπολογισμού της ως άνω εισφοράς ελήφθη υπόψη το
εμβαδόν των συγκεκριμένων ακινήτων, το δε ποσό αυτής ορίσθηκε σε 15.000 δρχ
(44,02 €) για το μέχρι των 50 τ.μ. εμβαδόν αυτών και σε 300 δρχ. το τ.μ. για κάθε
τ.μ.

που

υπερέβαινε

το

ως

άνω

εμβαδόν.

Στη

συνέχεια,

με

βάση τις

προαναφερόμενες αποφάσεις του συλλογικού οργάνου του καθ’ ου η προσφυγή
ν.π.δ.δ., επιβλήθηκε σε βάρος μου ως κατόχου β’ κατοικίας (εμβαδού 45 τ.μ.) στο
νομό Χαλκιδικής, σωρευτικά (!) για τα έτη 2000 έως 2003 εισφορά συνολικού ποσού
176,08 Ευρώ (4 έτη=48 μήνες Χ 44,02 €), για την είσπραξη της οποίας το καθ’ ου η
προσφυγή προέβη στην εγγραφή της στους οικείους βεβαιωτικούς καταλόγους έτους
2000, και ενημέρωσε αυτήν με το _________ έγγραφο της αρμόδιας υπηρεσίας του
για την υποχρέωση καταβολής της.
Επειδή ζητώ την ακύρωση της προσβαλλόμενης εγγραφής μου στους βεβαιωτικούς
καταλόγους των ως άνω ετών του καθ’ ου η προσφυγή ν.π.δ.δ., προβάλλω δε κατ’
αρχήν, ότι οι __________ και ___________ αποφάσεις του νομαρχιακού συμβουλίου
της Ν.Α.Χ., με τις οποίες επιβλήθηκε η επίδικη εισφορά αποκλειστικά και μόνο στους
κατόχους δεύτερης κατοικίας στο νομό Χαλκιδικής για έργα που συμβάλλουν στη
βελτίωση της ποιότητας ζωής και την εξυπηρέτηση των πολιτών και τα οποία από τη
φύση τους απευθύνονται και εξυπηρετούν όλους τους κατοίκους του ως άνω νομού
είτε είναι κάτοχοι πρώτης κατοικίας είτε δεύτερης εξοχικής ή μη, εισάγουν
αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος της συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών
και ως εκ τούτου αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 4 (παρ.1 και 5) του
Συντάγματος.
Επειδή, ως δικαιολογητικός λόγος για την επιβολή με απόφαση του νομαρχιακού
συμβουλίου της Ν.Α. εισφοράς ανταποδοτικού χαρακτήρα, είναι η παροχή
υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων που συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής,

6

την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και γενικότερα στην ανάπτυξη της
διοικητικής της περιφέρειας. Πρόκειται, δηλαδή, για το αντίτιμο (αντάλλαγμα) των
παρεχομένων υπηρεσιών ή των έργων κοινής ωφελείας που απευθύνονται στο
σύνολο των κατοίκων της Ν.Α. χωρίς τη θέσπιση οποιωνδήποτε διακρίσεων, όσον
αφορά τη χρήση (απόλαυσή) τους απ’ αυτούς. Επομένως, η επιβολή με τις
προαναφερόμενες αποφάσεις του ως άνω συλλογικού οργάνου του καθ’ ου η
προσφυγή ν.π.δ.δ. της επίδικης εισφοράς σε βάρος αποκλειστικά και μόνο των
κατόχων β’ κατοικίας στη διοικητική της περιφέρεια για την αντιμετώπιση των
προαναφερομένων αναγκών και την εκτέλεση έργων κοινής ωφελείας που
χρησιμοποιούνται ή μπορούν να χρησιμοποιηθούν από όλους τους κατοίκους της
(μόνιμους και μη), εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπόχρεων καταβολής της
(που διαμένουν τέσσερις μήνες περίπου ανά έτος στην περιφέρειά της) έναντι των
λοιπών κατοίκων της, η οποία αντίκειται (προσκρούει) στην αρχή της ίσης
μεταχείρισης όπως αυτή θεσπίζεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και δεν
μπορεί να δικαιολογήσει την επιλεκτική επιβολή της η αύξηση του πληθυσμού τη
Ν.Α. Χαλκιδικής κατά του θερινούς μήνες, λαμβανομένου υπόψη και του ότι στην εν
λόγω αύξηση συμμετέχουν, κατά τα κοινώς γνωστά, και οι τουρίστες ή παραθεριστές,
που δεν είναι κάτοχοι (ιδιοκτήτες) β’ κατοικίας στην περιφέρειά της. Εξάλλου και υπό
την εκδοχή της εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση της αρχής της ‘αειφορίας’ της
ανάπτυξης, δεν είναι επιτρεπτή η επιβολή της ως άνω εισφοράς σε συγκεκριμένη
κατηγορία διοικουμένων με βάση ορισμένα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα,
δεδομένου ότι η προστασία των οικοσυστημάτων και η αποκατάσταση των ήδη
διαταραχθέντων από αυτά, συνιστά υποχρέωση του συνόλου των κατοίκων τους και
όχι ορισμένης κατηγορίας αυτών.
Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, έχει ήδη κριθεί (βλ. 1395/2003 ΜονΔιοικΠρωτ
Θες/νίκης, Μεταβατική Εδρα Πολυγύρου, Τμ.Ε’) ότι εφόσον η εγγραφή του δήθεν
«υπόχρεου» στους οικείους βεβαιωτικούς καταλόγους του καθ’ ου η προσφυγή
ν.π.δ.δ. για την επίδικη εισφορά χώρησε βάσει των προαναφερομένων (κανονιστικού
περιεχομένου)

αποφάσεων

του

νομαρχιακού

συμβουλίου

του,

που,

όπως

προεκτέθηκε, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η εγγραφή είναι μη
νόμιμη και ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί.
Επειδή έχω έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσας.
Επειδή η παρούσα προσφυγή αρμοδίως εισάγεται στο Δικαστήριό Σας και είναι
νόμιμη, βάσιμη και αληθής, ασκείται δε εμπρόθεσμα, αφού το ενημερωτικό σημείωμα

7

που μου απέστειλε η Ν.Α.Χ. ταχυδρομικώς στις αρχές Μαρτίου _____, το παρέλαβα
με το ταχυδρομείο μόλις το 1ο 15νθήμερο του μηνός Μαρτίου _______ και αυτό
μπορεί να διαπιστωθεί από το Δικαστήριό Σας διατάσσοντας την Ν.Α.Χ. να
προσκομίσει με το υπόμνημα και τα σχετικά έγγραφά της αντίγραφο του Βιβλίου
Εξερχόμενης Αλληλογραφίας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
και για όσους θέλουν προστεθεί μέχρι τη συζήτηση της παρούσας προσφυγής,
και με τη ρητή επιφύλαξη παντός άλλου νομίμου δικαιώματός μου,

ΖΗΤΩ:
Να γίνει δεκτή η προσφυγή μου.
Να ακυρωθεί-εξαφανισθεί-μεταρρυθμιστεί η εγγραφή μου στους βεβαιωτικούς
καταλόγους ετών ________ του καθ’ ου η προσφυγή ν.π.δ.δ. για την επίδικη
εισφορά, που χώρησε βάσει των ___________ και __________ αποφάσεων του
νομαρχιακού του συμβουλίου.
Να καταδικασθεί το καθ’ ού η προσφυγή στην πληρωμή των δικαστικών μου
εξόδων.
Αντίκλητό

μου

διορίζω

τον

___________,

δικηγόρο

_________,

οδός

_______αρ.____, τηλ. ____________.
Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful