P. 1
28262963-Μια-στιγμή-πριν

28262963-Μια-στιγμή-πριν

|Views: 17|Likes:
Published by Andoreasu Orufeusu

More info:

Published by: Andoreasu Orufeusu on Dec 13, 2011
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

02/20/2014

pdf

text

original

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΡΙΝ

ΣΕΡΤΖΙ ΜΠΕΛΜΠΕΛ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Σεναριογράφος
Γυναίκα
Ηρωινομανής
Αδελφή
Μqtcρα
Koρq
Aρρωotος
Nοoοκoμα
Kυρία
Αotυνομικoς (Aνtρας)
Αotυνομικoς (Γυναίκα)
Μοtοoικλεtιotής
Aολοφoνος
Ouμα
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Σκqνή 1q
(Εσωτερικός χώρος, πολυθρόνες. Ένας σεναριογράφος και η γυναίκα του)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αao¡ε çuaνqoες μες otα άγρια ¿αράμαtα.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Auο tο aρωί ήtαν.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Το ίδιο κάνει. Kοιμoμουνα, άνα¡ες tο φως, oε άκουoα να aαραμιλάς, oqκe0qκες, και
άφqoες και tο φως αναμμcνο.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aεν aαραμιλοuoα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Παραμιλοuoες.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: O¿ι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Nαι.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: 1ι0uρι¸α, αaλeς oκεφtoμουν ¿αμqλoφωνα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σtqν aροκειμcνq aερίatωoq είναι tο ίδιο.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Kά0ιoα και δοuλε¡α.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ορίotε;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυto aου άκουoες.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Α. aολu ¿αίρομαι.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ootε ¿αίρεoαι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kαι µcµαια! Kά0ιoες και δοuλε¡ες!
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Kά0ιoα και δοuλε¡α αao tις acνtε μc¿ρι tις εφtά tο aρωί.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μc¿ρι tις εatά! Aε oε aήρα είδqoq otαν γuριoες otο κρεµάtι.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το çcρω. Ρο¿άλι¸ες!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι cκανες;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σαν άνtρας ρο¿άλι¸ες!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εaιtcλους! Πcραoε cνας ¿ρoνος ¿ωρίς ν` αo¿ολq0είς!
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: 1νας ολoκλqρος ¿ρoνος;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μaορεί και aεριoootερο. Σωotά; Aε oου «καtcµαινε» καμία ιδcα. Τίaοtε δεν cκανες.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τίaοtε αaολutως;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αaολutως. Εμaρoς, aες μου.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aεν çcρω tι να aω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γιαtί;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μία ιδcα είναι μoνο.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ωραία, 0α tο λάµω υao¡q μου. Μία ιδcα μoνο. Μoνο q ιδcα. Αλλά q ιδcα είναι tο aαν. Αν
c¿εις tqν ιδcα, oλα t` άλλα είναι αaλeς. για tq ¿eνε¡q.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποια ¿eνε¡q;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ecρω κι εγe; Είναι μία αtάκα aου κάaου tqν άκουoα, «oλα tα άλλα είναι αaλeς για tq
¿eνε¡q», μaορεί να tq διάµαoα και oε κάνα µιµλίο. Μου φαίνεtαι αotεία ως cκφραoq. Τq ¿ρqoιμοaοιe
aάνtα με tους αo0ενείς μου, otαν c¿ουν καtαφcρει να aεράoουν tο aρetο otάδιο tου oυνδρoμου, aου
είναι και tο aιο δuoκολο, «oλα tα άλλα είναι αaλeς για tq ¿eνε¡q», tους λcω, εννοeνtας otι αφοu
çεacραoαν tqν aρetq φάoq, tα aράγμαtα, αao δω και acρα, γίνονtαι μoνα tους, o¿εδoν ¿ωρίς καμία
µοή0εια. Oaως oυμµαίνει και με tq ¿eνε¡q: tα cνtερα κάνουν tq δουλειά tους, ¿ωρίς να tα εμaοδί¸ουν
οutε q ¡υ¿ολογική oου καtάotαoq οutε οι oκc¡εις oου οutε οι εaι0υμίες oου. Αν oυνcλαµες ¿0ες tqν
ιδcα, αao oήμερα oλα μaοροuν να αλλάçουν, q ιδcα είναι tο aιο oqμανtικo, εou tο μoνο aου c¿εις να
κάνεις είναι να tqν αφήoεις να ωριμάoει και να tqν κάνεις λcçεις και εικoνες! Aqλαδή, o, tι cκανες
aάνtα. Μc¿ρι acρoι tουλά¿ιotον. Aοιaoν, oου ήρ0ε q ιδcα. Αao δω και acρα, oου μcνει q µρeμικq
δουλειά, aου είναι και q aιο αaλή, tο μq¿ανικo μcρος. Η ¿eνε¡q. Γι` αυto, tcρμα aια tα νεuρα, οι
κακοκεφιcς, οι αüaνίες, οι αγωνίες, tα ¿άaια και οι εaιoκc¡εις otον ¡υ¿ίαtρο, και aήγαινε αμcoως να
tqλεφωνήoεις otον aαραγωγo aου oου άφqoε μήνυμα aρο¿0cς και aες tου otι c¿εις γρά¡ει cνα
καtαaλqκtικo oενάριο και κάνε κάtι να tο µουλeoω εaιtcλους, γιαtί μιλάω oυνc¿εια και 0cλω να μου
aεις για tο oενάριο.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aεν c¿ω κανcνα oενάριο ctοιμο.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Oες να μου oaάoεις tα νεuρα;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εçάλλου δεν aιotεuω otι 0α oου αρcoει.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είμαι oίγουρq otι 0α μου αρcoει.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aεν είναι κωμωδία.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kαλutερα! Αρκεtά με tις qλί0ιες κωμωδίες aου κοροïδεuουν oλο tον κooμο. Oλο tα ίδια
και tα ίδια αotεία. Το ¿ουμε aει εκαto φορcς.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μaορεί και να 0εωρq0εί ανtιδραotική ιotορία.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι aάει να aει αυto;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αλλά καtά µά0ος δεν είναι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kαλutερα. Για να oου aω tqν αλή0εια δεν καtαλαµαίνω tι oqμαίνει «ανtιδραotική
ιotορία», δεν aιotεuω otι υaάρ¿ουν ανtιδραotικcς ιotορίες, ανtιδραotικοί άν0ρωaοι ναι, ανtιδραotικά
κoμμαtα ναι, ιδεολογίες μάλιotα, αλλά ιotορίες; Aεν çcρω tι να aω.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εννοe q0ικοaλαotική.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ε και; Υaάρ¿ουν ιotορίες q0ικοaλαotικcς, και aολu oυγκινqtικcς μάλιotα. Τις ¸ω κά0ε
μcρα otο κcνtρο. Kαι teρα aου tο oκcφtομαι, μου κάνει ενtuaωoq aου δε oε εμaνcουν κα0oλου αυtcς
οι ιotορίες. Είναι αυ0ενtικcς και o¿ι φtqνιάρικα μελo oαν κι αυtά aου γυρί¸ουν otqν tqλεoραoq και otο
oινεμά. Είναι αναtρι¿ιαotικo, oήμερα κιoλας μου είaαν για cνα νεαρo, cνα καtαaλqκtικo και aανcçυaνο
aαιδί aου tα tίναçε μεtά tqν cνεoq.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ocλεις να oου aω ή o¿ι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kαι µcµαια.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ενtάçει.
ΓΥNΑIKΑ: Aοιaoν;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είναι q ιotορία ενoς δεκαεçά¿ρονου αγοριοu aου μία μcρα. O¿ι, cνα
oαµµαtιάtικο αaoγευμα, o¿ι, o¿ι, cνα Σάµµαtο µράδυ. 4ανtάoου. Τρεις çqμερeμαtα Σαµµάtου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kυριακής.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Kυ. Nαι, oωotά. 1νας δρoμος γεμάtος μaαράκια. Bγαίνει λοιaoν, αao cνα
μaαράκι cνας νεαρoς μιoομε0υoμcνος. Είναι και κάaοιοι φίλοι μα¸ί tου. Το aρωί tqς ίδιας μcρας tα c¿ει
¿αλάoει με tο κορίtoι tου. Bγήκε λοιaoν να διαoκεδάoει, και να κάνει καμάκι. Bαoικά, να κάνει καμάκι.
Σtqν aραγμαtικotqtα aερνάει tq ¸ωή tου κάνονtας διανομcς aίtoας και tα oαµµαtoµραδα κοιtάει να
aqδήçει κοριtoάκια. Μικρά και νootιμα, κυρίως. Οι o¿coεις tου με tqν οικογcνειά tου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: 1¿ει κορίtoι, αλλά ¡ά¿νει και για κοριtoάκια.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: O¿ι. Nαι. Aεν çcρω. Μaορe να oυνε¿ίoω;
ΓΥΝΑΙΚΑ: 4υoικά, φυoικά.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Οι o¿coεις με tqν οικογcνειά tου. Είναι. Πeς να tο aω. Nαι. 4ρικtcς. Oμως
δεν c¿ει ¿ρήμαtα για να φuγει αa` tο oaίtι και tον µολεuει μια ¿αρά q μάνα tου aου tου κάνει oλες tις.
ΓΥΝΑΙΚΑ: 1toι κι αλλιeς, δεν 0α μaοροuoε.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τι aράγμα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Nα φuγει αa` tο oaίtι. Kαι λεφtά να cµγα¸ε, είναι μoνο δεκαcçι ¿ρονeν. Αλλά oυνc¿ιoε,
oυνc¿ιoε.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aοιaoν. Nαι. Η µραδιά c¿ει tελειeoει. Bγαίνουν αa` tο μaαρ. Οι φίλοι tου
0cλουν να γυρίoουν oaίtι. Αυtoς 0cλει να oυνε¿ίoει. 10ελε να κάνει καμάκι και δεν tου καtoε! Τους
aροtείνει να aάνε o` cνα μaαρ με ¸ωνtανή μουoική. Παίρνουν tις μοtοoυκλctες tους. Ο νεαρoς µά¸ει
μaροotά tq μq¿ανή, aεtάει cνα «Ακολου0ήotε με!» και φεuγει με ¿ίλια. Για να κάνει μαγκιά, aερνάει
cνα φανάρι με κoκκινο και tqν ίδια otιγμή αa` tqν ανtί0εtq καtεu0υνoq cρ¿εtαι και cνα αυtοκίνqtο με
μεγάλq tα¿utqtα. Η ouγκρουoq είναι αναaoφευκtq. Aε φοράει κράνος. Ο 0άναtος είναι αναaoφευκtος.
Oμως, μία otιγμή aριν çε¡υ¿ήoει, oλα aαγeνουν. Τίaοtα δεν κινείtαι. Kάaοιος, aου δεν είναι άγιος, οutε
άγγελος, οutε Oεoς, αaλeς «κάaοιος», aαγeνει tο tελευtαίο δευtερoλεatο aριν tον αναaoφευκtο
0άναtο. Μες otο μυαλo tου μία φωνή tου λcει να κα0ίoει otο aε¸οδρoμιο. Τίaοtα δεν κινείtαι. Η εικoνα
tqς μq¿ανής c¿ει aαγeoει, ακίνqtq otον αcρα. Ο οδqγoς αυtοκινήtου, κοκαλωμcνος, c¿ει μείνει με tο
otoμα ανοι¿to, γιαtί λίγα δcκαtα tου δευtερολcatου aριν ανtιλαμµανoμενος tι εaρoκειtο να oυμµεί,
aήγε να φωνάçει. Ο νεαρoς κα0ιoμcνος otο aε¸οδρoμιο ¿α¸εuει tqν εικoνα καtάaλqκtος. Oλα μοιά¸ουν
με φωtογραφία. Bλcaει tους φίλους tου, λίγα μctρα aιο acρα, otαμαtqμcνους otο φανάρι. Oλα ακίνqtα,
μία μικρή, ανεaαίo0qtq κίνqoq. Kοιtά tον ουρανo. Αρ¿ί¸ει να υaο¡ιά¸εtαι aως q φωνή aου tον διctαçε
να καtcµει αa` tq μq¿ανή.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τον διctαçε;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: . aου tον aροctρε¡ε να καtcµει αa` tq μq¿ανή είναι ο Oεoς για tον οaοίο tου
cλεγαν oυνc¿εια οι γονείς tου. Αλλά ακοuει tq φωνή να tου λcει «Aεν είμαι ο Oεoς. Είμαι, αν μου
εaιtρcaεις tqν cκφραoq, tο μcλλον oου. Μq oqκeoεις tο µλcμμα. Aεν μaορείς να με δεις, δε µρίoκομαι
aου0ενά. Bρίoκομαι αaλeς μα¸ί oου». Το αγoρι tον ρωtάει, ίoως δειλά ίoως με αφcλεια ίoως και
αδιαφορία, tι 0α caρεaε να κάνει εκείνq tq otιγμή. Η φωνή otα0ερή, ουδctερq, tου ¸qtάει να qρεμήoει
και να αφε0εί o` cνα μακρινo tαçίδι. Ο νεαρoς tρομά¸ει γιαtί oκcφtεtαι aως q φωνή είναι ο «Oάναtος».
Σqκeνεtαι αaotομα εaάνω και κάνει να φuγει. «ΜΗ» tου φωνά¸ει q φωνή. «Μq oqκeνεoαι. Είναι
λά0ος.»
ΓΥΝΑΙΚΑ: 4ρανκ Kάaρα! Το ¿ω δει!
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Oα μ` αφήoεις να μιλήoω;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Για καλo tο είaα.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aotο για μεtά, otαν 0α oου ¸qtήoω tq γνeμq oου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Συγγνeμq.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μ` cκο¡ες teρα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: «Μqqq!... Μq oqκeνεoαι. Είναι λά0ος.», cλεγε q φωνή.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Α, ναι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kαι μεtά;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: «Είναι λά0ος.» μμμ . «Aεν είμαι ο Oάναtος». Kαι tο αγoρι ρωtάει: «Τotε tι
είoαι;» Η φωνή tου αaοκρίνεtαι aως είναι q λογική, q λογική tου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μια μεtαφορά 0ανάtου.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: O¿ι, tίaοtα δεν καtάλαµες. Η φωνή tου aε ν` αφε0εί o` cνα μακρινo tαçίδι. Ο
μικρoς 0α tαçιδc¡ει otο μcλλον tου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν καtαλαµαίνω ¿ριoto.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυto aου aρcaει να κάνει tο αγoρι. Kάtoε, teρα aου tο oκcφtομαι, αυto aου
είaα για tq λογική aρcaει να tο αλλάçω λίγο. Oα oου εçqγήoω. Το tαçίδι aου 0α κάνει ο νεαρoς, 0α tο
κάνει αaοoaαoμαtικά, 0α είναι oαν να κάνει ouνtομες εaιoκc¡εις otο μcλλον tου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ntίκενς. Xριotουγεννιάtικq Iotορία.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Acγε o, tι 0ες. Aοιaoν. Εν tcλει tο μcλλον tου, aου οutως ή άλλως είναι κάtι
aου c¿ει εaινοq0εί otqν oλq ιotορία, tου aροtείνει, να .
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιος;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τι «aοιος»;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιος aροtείνει;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η φωνή.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Α.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η φωνή aροtείνει otο νεαρo, aριν αρ¿ίoει tο tαçίδι otο ¿ρoνο, να o¿εδιάoει. Nα
oκqνο0εtήoει, tρoaον tινά, tq ¸ωή tου otο μcλλον. Kι ctoι q φωνή tον ρωtά: «Αν ¸ήoεις, tι δουλειά 0α
ή0ελες να κάνεις;». Το αγoρι otqν αρ¿ή διotά¸ει και tελικά 0` αaανtήoει: «Σtcλε¿ος oε μεγάλq
εaι¿είρqoq». Oα ρωtήoει αν μaορεί ν` αλλάçει γνeμq κι αμcoως μεtά 0α aει: «O¿ι, q0οaοιoς tου oινεμά,
και μάλιotα διάoqμος». Μεtά aάλι 0` αλλάçει γνeμq και 0α aει: «O¿ι, o¿ι, διoεκαtομμυριοu¿ος να ¿ω
υaαλλήλους να δουλεuουν και εγe να κά0ομαι αρα¿toς». Σtq oυνc¿εια q φωνή 0α tον ρωtήoει με aοιoν
0cλει να ¸ήoει, αν 0cλει να c¿ει μία ouνtροφο και aως 0α ή0ελε να είναι αυtή q ouνtροφος. Ο νεαρoς 0α
aει aως 0cλει μία γυναίκα νcα, υaερµολικά ελκυotική, çαν0ιά, με aά0ος, με καμauλες και aάρα aολu
ocçι. O` αλλάçει αμcoως aάλι γνeμq και 0α aει. aως δε 0cλει μoνο μία γυναίκα, αλλά 0cλει να αλλά¸ει
γυναίκα κά0ε δuο-tρεις µδομάδες, και aως aροtιμάει, otαν tις µαριctαι, να tον εγκαtαλείaουν αυtcς
aαρά να aαίρνει ο ίδιος tqν aρωtοµουλία και να κουρά¸εtαι. Kι εaίoqς otι 0α ή0ελες otαν 0α µαριctαι tq
μία, να υaάρ¿ουν δuο-tρεις μcρες ανάaαυoqς, μc¿ρι να cρ0ει q εaoμενq. Μεtά, q φωνή 0α tου ¸qtήoει,
να aεριγρά¡ει tο ιδανικo μcρος και tο oaίtι ή tα oaίtια oaου 0cλει να ¸ήoει. Ο νεαρoς 0α aει: «1να
aολυtελcς διαμcριoμα otqν aoλq, cνα oαλc otις Aλaεις με ιδιωtική aίotα tου oκι και μία µίλλα oε cνα
tροaικo νqoί». Ocλεις aαιδιά; Nαι. 1να. Αγoρι! Αλλά αργotερα μεtά tα tριάνtα. Aλλες εaι0υμίες; O¿ι,
καμία άλλq για tqν eρα. Kι ctoι αρ¿ί¸ει tο tαçίδι. Kι εδe çεκινάει q tαινία.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ωραία ήtανε!
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μα δεν καtαλαµαίνεις aως αυtά aου διqγή0qκα δεν κραtοuν aαρά μoνο tρία-
tcooερα λεatά;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kαλά, oυγγνeμq. Συγγνeμq.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Με tο tαçίδι, λοιaoν, çεκινάει q tαινία. Ενtάçει; 1να tαçίδι otο μcλλον, oaως tο
0cλει αυtoς. Kαι 0α κορυφω0εί otαν κλq0εί να κάνει μία εaιλογή. Oα oου εçqγήoω. Otαν tελειeoει tο
tαçίδι, 0α tε0εί otο νεαρo cνα 0cμα aολu oοµαρo. Oα aρcaει αν aάρει μία αaoφαoq. Γιαtί tο oενάριο
oaως 0α tο c¿ει γρά¡ει ο ίδιος 0α tου αaοκαλu¡ει tqν αφcλειά tου. Τq µα0ιά tου ανωριμotqtα. Zει
otιγμcς tq μία μεtά tqν άλλq. Kάνει αotαμάtqtα cρωtα με διαφορεtική γυναίκα κά0ε φορά, oλο και aιο
oμορφq αλλά oλο και aιο ¿α¸ή και ανυaoφορq, ¸ει μες otq ¿λιδή, tο tqλcφωνο ¿tυaάει oυνc¿εια, tον
ακολου0οuν aανtοu oωμαtοφuλακες και άν0ρωaοι aου tον «γλuφουν» διαρκeς. Oμως, αυtά tον
αφήνουν aαγερά αδιάφορο. Το oενάριο tqς ¸ωής aου c¿ει φtιάçει tου αφήνει aολu ¿ρoνο για να oκεφtεί.
Oα εçqγήoω tι 0cλω να aω. Τον aεριoootερο καιρo δεν κάνει tίaοtα. Kαι κα0eς c¿ει aολu ¿ρoνο otq
διά0εoή tου oκcφtεtαι. Kαι αυtά aου oκcφtεtαι είναι: «Τι φρίκq! 1¿ω tα aάνtα oμως νιe0ω aως δεν
c¿ω tίaοtα! Είμαι μoνος και µαριcμαι αaελaιotικά!». Kαι oυνε¿ί¸ονtαι οι ανιαρcς otιγμcς αν και teρα
aου tο λcω, 0α aρcaει να µάλω και κάaοιες διαoκεδαotικcς.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ε, ναι.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: . Μc¿ρι aου φtάνουμε otqν tελευtαία oκqνή. Σtqν tελευtαία oκqνή tου
tαçιδιοu, εννοe, o¿ι otqν tελευtαία oκqνή tqς tαινίας. Εκtυλίooεtαι o` cνα κρεµάtι. Ο νεαρoς c¿ει
φtάoει 93 ¿ρονeν. Είναι μία μcρα oαν oλες tις άλλες. Kαι aε0αίνει. Kλείνει tα μάtια tου και δεν çανα
çυaνάει. Αao tα δεκαcçι tου μc¿ρι tα 93: φαινομενικά 77 ¿ρoνια ευqμερίας. Kι αφοu δει tον εαυto tου
να aε0αίνει, εaιotρcφουμε αμcoως otq oκqνή tου αtυ¿ήμαtος. Εκείνq tq otιγμή, q φωνή tου 0ctει tο
δίλλqμα και αυtoς aρcaει να aάρει μία αaoφαoq. Το αtu¿qμα είναι 0αναtqφoρο. Η μq¿ανή 0α
oυγκρουotεί μεtωaικά με tο αυtοκίνqtο, ο ίδιος 0α εκoφενδονιotεί και 0α oκάoει με tο κεφάλι otqν
άoφαλtο. Το κρανίο tου 0α κοaεί otq μcoq. Τα μυαλά tου 0α ¿υ0οuν και ο 0άναtoς tου 0α εacλ0ει
ακαριαία, µίαια, tραγικά, εaαναotαtικά, aοιqtικά. Γιαtί είναι εaαναotαtικoς και aοιqtικoς ο 0άναtος
ενoς δεκαεçά¿ρονου. Αλλά q φωνή tο aάει aιο μακριά. Του aροoφcρει tqν εναλλακtική να αaοφuγει cνα
tctοιο tcλος, tqν aι0ανotqtα δqλαδή να αaοtραaεί tο tρακάριoμα αao μία αaotομq κίνqoq tου άλλου
οδqγοu tqν tελευtαία otιγμή. Kι ctoι ο νεαρoς 0α tq γλιteoει ¿ωρίς tqν aαραμικρή γραt¸ουνιά. Μια
aι0ανotqtα aου tου δίνει tqν ευκαιρία να ¸ήoει, αλλά q ευκαιρία tου δίνεtαι με cναν oρο. Ο oρος είναι
υaο¿ρεωtικoς: aρcaει να ¸ήoει tο υaoλοιaο tqς ¸ωής tου ακριµeς ctoι oaως tο c¿ει o¿εδιάoει:
Πολυtcλεια, λαγνεία, μακροµιotqtα, ¿λιδή, υaεραφ0ονία και. κενo. Αacρανtο κενo. Η εaιλογή otο
aιάtο: 1νας 0άναtος εaαναotαtικoς (0α γίνει ήρωας για tους ρι¡οκίνδυνους) ή cνας 0άναtος µαρεtoς,
ανοuoιος, αδιάφορος, μεtά αao 77 ¿ρoνια αδιάφορqς, µαρεtής και ανοuoιας ¸ωής; Kι εκείνq tq otιγμή tο
αγoρι, 0υμωμcνο, 0α φωνάçει: «Aε 0cλω να διαλcçω!» Η φωνή, oμως, ήρεμq και αδιάλλακtq 0α tου
αφήoει tα aερι0eρια ενoς μoνο λεatοu. Γι` αυto και ο tίtλος tqς tαινίας 0α είναι «1να λεato aριν tο
0άναtο». Σtq διάρκεια αυtοu tου λεatοu, 0α aεράoουν μaροotά αa` tα μάtια tου αγοριοu oλες οι oκqνcς
αao tο aαρελ0oν 0α δει tqν οικογcνειά tου aου tqν εί¿ε αaαρνq0εί και tq μιoεί και 0α καtαλάµει aως
οutε tq μιoοuoε, οutε ή0ελε να tqν αaαρνq0εί oλες οι oκqνcς αao tο μcλλον aου tο γνωρί¸ει aια, μια
γλυκιά ¸ωή aου μοιά¸ει με αργo 0άναtο, και, tcλος tο αoυνή0ιotο aαρoν tου μία μά¿q, cνα δίλλqμα,
να ¸ήoει ή να μq ¸ήoει. Η eρα tqς uotαtqς κρίoqς. Kαι totε διαλcγει.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι διαλcγει;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Nα oου aω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Acγε.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εδe και λίγq eρα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Nαι.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: . 1¿ει μουδιάoει tο ¿cρι μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιο ¿cρι;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυto.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πooο c¿ει μουδιάoει;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aεν çcρω. Πολu. Xρειά¸ομαι. 1oως. Aίγο νερo. Το ¿cρι μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι caα0ες;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aε. μaορe να. αναaνεuoω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να oου φcρω;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aε. δεν çε. νε. νερo. Aκου. Α.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι; Πες μου! Τι;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aε. Aε. μaορe. tο. otή0ος μου.. Σκοtείνιαoαν oλα!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάω να φωνάçω γιαtρo.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μq, μq φευγ.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάω.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μq. Μq.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ανάoανε oε aαρακαλe! Ανάoανε!
(Ο σεναριογράφος προσπαθεί να σηκωθεί, φρνει τα !"ο του χρια στο στρνο, !εν #πορεί να πάρει
αναπνο$, νιώθει να !υνατό σφί%ι#ο στο στ$θος. & γυναίκα προσπαθεί να τον 'οηθ$σει, αλλά 'λποντας
την κφρασ$ του #νει ντρο#η και ακίνητη. (υτός, χοντας πάθει καρ!ιακ$ προσ'ολ$, σωριά)εται και
πεθαίνει)
Σκqνή 2
q
(*ω#άτιο ενός #ικρο" κεντρικο" !ια#ερίσ#ατος. +αθρφτης, κο#ό, τραπε)άκι τηλεφώνου. ,το 'άθος, #ία
πόρτα που 'λπει προς τα %ω, στο πλατ"σκαλο #ίας σκάλας, όπου είναι #ισοσκότεινα. Ένας ηρωινο#αν$ς
#ε την α!ελφ$ του)
ΦΩΝΗ ΑΔΕΛΦΗΣ: (πίσω από την πόρτα) Αν δεν ανοίçεις, 0α φωνάçω tqν αotυνομία. (-α"ση)
Aκουoες; (-α"ση) Το çcρω otι είoαι μcoα και δε με otαμαtάει tίaοtα! Oα aάω teρα αμcoως και 0α oε
καρφeoω otqν αotυνομία! Τα aράγμαtα c¿ουν αγριc¡ει και tο çcρεις! Σε ¿eνουνε μcoα ακoμα κι αν oε
aιάoουνε με λίγα γραμμάρια! Μ` ακοuς; (-α"ση) Aε με otαμαtάει tίaοtα! Μ` ακοuς; Aεν aα` να oαι
αδελφoς μου! Aνοιçc μου!
(Ο ηρωινο#αν$ς, που $ταν κρυ##νος σε #ία γωνία σκεπά)οντας τα αυτιά του #ε τα χρια του, σηκώνεται
απότο#α και ανοίγει την πόρτα. & α!ελφ$ #παίνει, τον σπρώχνει και κλείνει 'ίαια την πόρτα. .ωρίς να
αρθρώσουν λ%η αρχί)ουν να τσακώνονται #ε #πουνις, κλωτσις, !αγκω#ατις, χαστο"κια και
σπρω%ί#ατα. Ο ηρωινο#αν$ς προσπαθεί να ρί%ει κάτω την α!ελφ$, αλλά εκείνη αντιστκεται και τον
αναχαιτί)ει. /ελικά, χωρί)ουν)
ΑΔΕΛΦΗ: Aε φεuγω αao δω μcoα αν δε μ` ακοuoεις.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Με aoνεoες, μαλακιoμcνq! Πουtάνα, aουtάνα, aουtάνα!
ΑΔΕΛΦΗ: (/ον χαστουκί)ει, τον αρπά)ει απ0 το #πράτσο και τον σρνει σε #ία γωνία του !ω#ατίου) Aε
γίνεtαι να aεριμcνουμε άλλο. Μας φλoμωoες otο ¡cμα! Μας καtαλήotε¡ες. Kαtάφερες να
καtαotρc¡εις tα aάνtα. Τα aάνtα, ακοuς; Kαι δε μιλάω μoνο για tις o¿coεις μας, αυto είναι tο
λιγotερο. αν ¸οuoε ο aαtcρας. 0α oε εί¿ε oκοteoει με tα ίδια tου tα ¿cρια.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Είoαι αδελφή μου teρα εou; O¿ι aες μου. Είoαι αδελφή;
ΑΔΕΛΦΗ: Bοuλω o` tο!
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Aεν είoαι.
ΑΔΕΛΦΗ: Bοuλωo` tο! (/ον χαστουκί)ει %ανά. (υτός την κοιτάει. Είναι κάθι!ρος) Aκουoc με καλά.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Σήκω φuγε.
ΑΔΕΛΦΗ: O¿ι, εou μου άνοιçες. Aεν μaορεί, κάtι 0α oqμαίνω ακoμα για ocνα. Αυtή tq φορά οι αaειλcς
μου 0α aιάoουν toaο. Αaοφαoίoαμε να aλqρeoουμε για να aας oε cνα ιδιωtικo κcνtρο αaοtοçίνωoqς!
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Ποιανοu ιδcα ήtαν; Aική oου ή tqς αλλqνής tqς aουtάνας;
ΑΔΕΛΦΗ: Αν çαναμιλήoεις ctoι, oου ορκί¸ομαι aως ανtί να çοδc¡ω tα λεφtά μου για ocνα, ανtί να
çοδc¡ουμε oλοι tα λεφtά μας για ocνα, για να oε oeoουμε, qλί0ιε, 0α oου oaάoω και tα δυο aoδια για
να μqν μaορείς να κουνq0είς και 0α aάω καtευ0είαν otqν αotυνομία. Ecρεις tι 0α aει «aουtάνα»; Πeς
tολμάς και tο λες; Οι aουtάνες δε δίνουν tα λεφtά tους για tους άλλους. Γίνομαι 0υoία για ocνα και oυ
tολμάς να με λες «aουtάνα»; Kαι λες «aουtάνα» tq μεγαλutερq αδελφή oου, aου μας μεγάλωoε oα
μάνα; Τολμάς και µρί¸εις εμcνα, αλλά κυρίως εκείνq, aου c¿ει γίνει oμaαράλια tο νευρικo tqς ouotqμα
εçαιtίας oου, ενe εou, α¿άριotε, δεν κάνεις tqν aαραμικρή aροoaά0εια να tq otqρίçεις, να tqς φερ0είς
λίγο tρυφερά, να tqς aεις cναν καλo λoγο! Γι` αυto oε otείλαμε να oaουδάoεις φιλοoοφία tooα ¿ρoνια,
qλί0ιε; Kανcνας δε oου δίδαçε tι oqμαίνει aoνος και εγκαtάλει¡q; Ποtc oου δεν cμα0ες tι oqμαίνει
oυμaoνια και otοργή; Aε µλcaεις aως είναι tελείως διαλυμcνq κι c¿ει αao aάνω να µλcaει κι εocνα να
καtαotρcφεoαι; Γι` αυto aήγες otο aανεaιotήμιο; Για να μά0εις aeς να καtαotραφείς, qλί0ιε;
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τράµα otqν αotυνομία. Aεν c¿ω tίaοtα. Ας με ¡άçουν. Aε 0α µρουν tίaοtα. Εδe
και καιρo, δεν c¿ω tίaοtα.
ΑΔΕΛΦΗ: Σε aοιον tα λες αυtά; 1¿εις κοιtα¿tεί otον κα0ρcφtq; 1¿εις δει tq μοuρq oου otον
κα0ρcφtq; Για cλα, oήκω να tq δεις καλά!
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: O¿ι.
ΑΔΕΛΦΗ: Σήκω oου λcω! Kοίtα, αν c¿εις tα κotoια! Kοίtα!! (/ον χει σ"ρει #ε 'ία, πιάνοντάς τον απ0
τα #αλλιά, και τον χει υποχρεώσει να κοιτάει στον καθρφτη)
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Με aονάς.
ΑΔΕΛΦΗ: Πες μου tι µλcaεις.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τίaοtα.
ΑΔΕΛΦΗ: Τι µλcaεις;
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Εμcνα. Εocνα. Τίaοtα.
ΑΔΕΛΦΗ: Kοίtα tq φάtoα oου. Είναι q φάtoα oου αυtή; Είναι q ίδια φάtoα aου εί¿ες aριν αao tρία
¿ρoνια; Αν tq 0υμάoαι, µcµαια. O¿ι. Aεν είoαι εou αυtoς.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Εγe είμαι. Ecρω aολu καλά aως είμαι εγe.
ΑΔΕΛΦΗ: Είoαι cνα μqδενικo. 1να ¸ωνtανo ateμα!
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Kάνεις λά0ος. Είναι q δική μου φάtoα. Εoείς οι δuο είotε aου μοιά¸εtε με μοuμιες.
Xα, ¿α
ΑΔΕΛΦΗ: (/ον πιάνει από τα #αλλιά και τον σπρώχνει στο πάτω#α) Aε 0α tο çαναae. Είμαotε
aρo0υμες να aλqρeoουμε για να aας otο καλutερο κcνtρο αaοtοçίνωoqς. Oα oε µά¸αμε με tο ¸oρι,
αλλά δεν tο δc¿ονtαι. Aυotυ¿eς, ο αo0ενής aρcaει να 0cλει αao μoνος tου.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Αo0ενής; Ποιος αo0ενής;
ΑΔΕΛΦΗ: Μq μ` αναγκά¸εις να φcρομαι μελοδραμαtικά! Το çcρεις otι μιoe tα δράμαtα! Αλλά δε
0cλουμε κι άλλους 0ανάtους otqν οικογcνεια, ιδίως άμα μaοροuμε να tους αaοφuγουμε. 1¿ουμε
aλqγω0εί αρκεtά και δε μας aεριooεuουν λεφtά για άλλους ¡υ¿ιάtρους.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Ε, κo¡tε tον ¡υ¿ίαtρο.
ΑΔΕΛΦΗ: Nα oε µοq0ήoουμε 0cλουμε μoνο. Πρcaει να δε¿tείς. Πρcaει να aεις tο ναι. Oα tο aεις;
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Aι¡άω. Εou δε δι¡άς;
ΑΔΕΛΦΗ: Oα tο aεις;
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Oες cνα ουίoκι, αλκοολικιά; (-α"ση) Εγe, ναι! Ocλω.
ΑΔΕΛΦΗ: Τι 0cλεις;
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: 1να ουίoκι. Αλλά aοu otο διάµολο;. Μήaως tο µλcaεις εou aου0ενά; Μία
γουλίtoα 0cλω μoνο. Ecρεις otι tο ουίoκι γιαtρεuει καλutερα αa` tον ¡υ¿ίαtρο; Nα tο aεις otqν
αδελφοuλα aου-oε-ανά0ρε¡ε-oαν-να-ήtανε-μανοuλα (κι-εμcεεενα-tο-0υμάαααμαι)- aες tqς, λοιaoν, να
μqν aεtάει tα λεφtά tqς για να tqν ακοuνε κάtι tuaοι με άoaρες ρoμaες, κι otι μία μaουκάλα ουίoκι 0α
tqν κάνει να çε¿άoει μία ¿αρά oλα tα oκαtά, αρκεί να tο aάρει με tq oειρά: για tqν αλq0ινή μανοuλα
aου ac0ανε tooο νcα, μία γουλίtoα. Για tο ρoλο tqς μανοuλας aου caαιçε tooο καλά, άλλq μία
γουλίtoα. Για tο aήδqμα aου tqς cριçε cνας μαλάκας, άλλq γουλίtoα. Για totε aου ο μαλάκας tq
γκάotρωoε και μcoα oε tρείς μcρες cφυγε με tqν γκoμενα, άλλq γουλίtoα. Για tqν αaογοήtευoq aου
aήρε αao tον αδελφοuλq tqς, otαν εκείνος, ανtί να γίνει γιαtρoς ή δικqγoρος, aήγε να oaουδάoει
φιλοoοφία και cγινε cνας ά¿ρqotος, άλλq γουλίtoα. Kαι κoµω tο κεφάλι μου aως μεtά αao tooες
γουλίtoες, 0α tα c¿ει çε¿άoει oλα. Oα δeoει μία κλωtoιά otον ¡υ¿ίαtρο, 0α otείλει εocνα otο διάολο
και 0α cρ0ει μα¸ί μου να tο γλενtήoουμε! Kαι 0α tqς aροtείνω να δοκιμάoει tο καλutερο. Μaα, o¿ι!
Kαtά µά0ος, aρcaει να tqν αγαaάω λίγο, γιαtί δεν çcρω αν 0α tqς cλεγα να tο κάνει. Α¿, κοίtα. tι
κρίμα.. Η μaουκάλα είναι άδεια. Aεν c¿ω ουίoκι. Aεν c¿ω λεφtά. Aeo` μου λεφtά. Μου tελείωoε tο
ουίoκι. Aeoε μου λεφtά και φuγε. Nιe0ω aολu καλά, ot` ορκί¸ομαι, αδελφοuλα! Aεν c¿εις; 4uγε totε,
oε aαρακαλe, νιe0ω λίγο tαραγμcνος.
ΑΔΕΛΦΗ: O¿ι, δεν φεuγω αν δε μου aεις tο «ναι»
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τι «o¿ι»; Τι «ναι»; Τι να aω; Μq με μaερδεuεις αδελφοuλα!
ΑΔΕΛΦΗ: Σtαμάtα να με λες αδελφοuλα.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τι «o¿ι»; Τι «ναι»; Τι;
ΑΔΕΛΦΗ: (/ου !ίνει κι άλλο χαστο"κι, τόσο !υνατό, που πφτει κάτω) Aεν çcρεις οutε tι λες οutε tι
κάνεις.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Ecρεις tι cμα0α otq φιλοoοφία; Otι εμείς οι ίδιοι φtιά¿νουμε tους κανoνες, κι εμcνα
teρα ο δικoς μου κανoνας μου λcει aως, μεtά αao tooο çuλο aου c¿ω φάει, ήρ0ε q otιγμή να oqκeoω
και εγe ¿cρι. Αυtoς είναι ο δικoς μου ο κανoνας. Με άλλα λoγια, δίνε tου!!. Aίνε tου αao δω, aριν ο
αγαaqμcνος oου αδελφοuλqς, αρaάçει κάνα μα¿αίρι ή oaάoει κανcνα μaουκάλι και otο καρφeoει otο
λαιμo! Kαtάλαµες ;
ΑΔΕΛΦΗ: Σε λυaάμαι.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Ocλεις tο κακo μου.
ΑΔΕΛΦΗ: Oα aεριμcνω να aάρεις tqλcφωνο
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Γιαtί?
ΑΔΕΛΦΗ: Για να μου aεις aως δc¿εoαι. Αuριο κιoλας. Αλλιeς, αotυνομία. (1ε"γει. Ο ηρωινο#αν$ς
φτ"νει προς την πόρτα. -αθαίνει υστερικ$ κρίση. (ρχί)ει να ουρλιά)ει κλωτσώντας αντικεί#ενα)
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Μοuμιες, aουtάνες, καριoλες! Ocλεtε tο κακo μου! Μοuμιες, qλί0ιες,
μαλακιoμcνες! Το κακo μου 0cλεtε! Το κακo μου! Το κακo μου!
(+ουλουριά)εται απ0 τον πόνο. -άει προς το κο#ό. (νοίγει να συρτάρι, ανακατε"ει το εσωτερικό και
πετάει το περιεχό#ενο στο πάτω#α. (νασηκώνει 'ιαστικά το !ιπλό πάτο του συρταριο" και 'γά)ει να, !"ο,
τρία, τσσερα χαρτάκια #ε ηρωίνη και να φακελάκι #ε κόκα. (νοίγει το φακελάκι και #οιρά)ει την κόκα σε
!"ο γρα##ς. ,νιφάρει. (πό το άλλο συρτάρι 'γά)ει τα σ"νεργα για την ηρωίνη 2σ"ριγγα, κουτάλι,
αναπτ$ρα, λάστιχο, κτλ3. 4ε #εγάλη νευρικότητα, αρπά)ει να #πουκάλι οποιου!$ποτε αλκοολο"χου και
προσπαθεί να το ανοί%ει. *εν τα καταφρνει. ,πάει το λαι#ό του #πουκαλιο" στο πιπλο. +ό'ει το χρι του
χωρίς να το αντιληφθεί. 1ρνει το #πουκάλι στα χείλη του και πίνει λαί#αργα. +ό'ει το κάτω χείλος του.
.α#ογελάει. ,κουπί)ει #ε το χρι του τα χείλη. & ό5η του αί#ατος τον κάνει να γελάσει. 6ε#ί)ει το κουτάλι.
*ιαλ"ει στο ποτό να χαρτάκι #ε ηρωίνη. /ο γλιο του τώρα προ!ί!ει άγχος. Είναι απόλυτα
συγκεντρω#νος στην προετοι#ασία της !όσης. (κου#πάει προσεκτικά το κουτάλι #ε το περιεχό#ενο του
πάνω σε κάποιο αντικεί#ενο και !νει στο αριστερό του χρι το λάστιχο. /ρα'άει τη #ία άκρη του λάστιχου
#ε τα !όντια. +άνει να πιάσει τη σ"ριγγα. 7αφνικά, αρχί)ει πάλι να γελά. (φ$νει τη σ"ριγγα και το λάστιχο,
παίρνει το κουτάλι και α!ειά)ει το περιεχό#ενό από τα άλλα !"ο χαρτάκια. 8εσταίνει το κουτάλι #ε τον
αναπτ$ρα. (φ$νει προσεκτικά το κουτάλι, παίρνει τη σ"ριγγα και τη γε#ί)ει #ε υγρό. 7ανα'ά)ει το λάστιχο
στο #πράτσο του και το σφίγγει #ε τα !όντια. (να)ητά, #ε !υσκολία, #ία φλ'α και κάνει την νεση. &ρε#εί.
+άνει λίγα '$#ατα άσκοπα. (ναπνει ασθ#αίνοντας. 9λει να καθίσει. /ραυλί)ει, #ουρ#ουρί)ει
ακατάληπτες λ%εις. -αθαίνει ναν ελαφρ" σπασ#ό. (ναπνει #ε !υσκολία. -ροσπαθεί να κάνει #ερικά
'$#ατα. -ροσπαθεί, αλλά πφτει γονατιστός στο πάτω#α. +άνει προσπάθεια να ανασηκωθεί. & αναπνο$
του ακο"γεται όλο και πιο αργ$ και πιο ασθενικ$. +λείνουν τα 'λφαρά του. /ο σώ#α του !εν τον
υπακο"ει. (κολουθεί κι άλλος σπασ#ός, πιο !υνατός. -ροσπαθεί να ανασηκωθεί, %αναπφτει. Επιχειρεί να
συρθεί. ,ηκώνει το κεφάλι, προσπαθεί να ανοί%ει τα #άτια. -ροσπαθεί να πιάσει #ε το χρι του το
τηλφωνο. .άνει τις αισθ$σεις του. -εθαίνει)
Σκqνή 3q
(/ραπε)αρία !ια#ερίσ#ατος. /ραπ)ι, καρκλες, πιπλο και τηλφωνο. Ε%ώπορτα και να παράθυρο που
'λπει σε ακάλυπτο. 4άνα και κόρη κατά τη !ιάρκεια του 'ρα!ινο")
ΚΟΡΗ: Τι είναι αυto;
ΜΑΝΑ: Kοtoaουλο.
ΚΟΡΗ: Α.
ΜΑΝΑ: Τι «Α.»;
ΚΟΡΗ: Τίaοtα.
ΜΑΝΑ: Τρeγε.
ΚΟΡΗ: Aεν aεινάω.
ΜΑΝΑ: Είναι εννιά q eρα. Oρα φαγqtοu. Τρeγε!
ΚΟΡΗ: Aεν aεινάω.
ΜΑΝΑ: Μq μου oaας tα νεuρα. Kαι κά0ιoε καλutερα, κάνε μου tq ¿άρq. Με άκουoες; Kά0ιoε
καλutερα, είaα. Aεν κά0ονtαι ctoι οι άν0ρωaοι otο tραac¸ι. Σ` tο c¿ω aει ¿ίλιες φορcς. Μα¸εuουμε tα
¿cρια, οι αγκeνες δεν aεtάνε, ο aοaoς δεν aροεçc¿ει αa` tqν καρcκλα, κραtάμε tqν aλάtq ίoια! Aεν
καtαλαµαίνεις otαν oου μιλάω; Τα ¿cρια aρcaει να είναι aαράλλqλα. Παράλλqλα! Τι είναι αυto; Kάtω
tο aoδι! Είaα να καtεµάoεις tο aoδι oου! Τα aoδια oaως tα ¿cρια, aαράλλqλα! Ποu tο ¿εις δει να
otαυρeνουμε tα aoδια κάtω αa` tο tραac¸ι; Είναι άκομ¡ο να otαυρeνουμε tα aoδια κάtω αa` tο
tραac¸ι, ¿ίλιες φορcς o` tο ¿ω aει, είναι αγcνεια aαιδί μου, μεγάλq αγcνεια. 1¿ουμε και λcμε: aλάtq
ίoια. Είναι ίoια αυtή q aλάtq aου c¿εις teρα; Αν κά0εoαι otραµά, κάνεις καμaοuρα, κάtω οι eμοι,
c¿ουμε aει, οι eμοι κάtω. Μα tίaοtε δε oας μα0αίνουν aια o` αυto tο o¿ολείο;
ΚΟΡΗ: O¿ι.
ΜΑΝΑ: Ω¿, Oεc μου!
ΚΟΡΗ: Μaορe να aω κάtι;
ΜΑΝΑ: Τι;
ΚΟΡΗ: Aε µολεuομαι.
ΜΑΝΑ: Aεν είναι tίaοtα, 0α tο oυνq0ίoεις. Kαι μoλις tο oυνq0ίoεις, 0α δεις, 0α oε µολεuει καλutερα.
Μα, δε oας μα0αίνουν otο o¿ολείο aeς να κά0εotε otο tραac¸ι;
ΚΟΡΗ: O¿ι. Μας μα0αίνουν άλλα aράγμαtα.
ΜΑΝΑ: Αυto είναι tο κακo. Oλα ooα oας διδάoκουν είναι ά¿ρqotα. Oα αλλάçεις o¿ολείο, και δε 0cλω
ανtιρρήoεις.
ΚΟΡΗ: Μα, μαμά.
ΜΑΝΑ: Μaορείς να φας tο φαî oου και να aά¡εις να μιλάς; Aλλο κακo ελάttωμα aου c¿εις: κάνεις
oυνc¿εια ερωtήoεις, μονίμως φλυαρίες, λες και tο κάνεις εaίtqδες, μoλις oου µάλω tο aιάtο μaροotά
oου, ανtί να oου cρ0ει oρεçq να φας, oου καtεµαίνουν cνα oωρo ερωtήoεις, και otο tραac¸ι, aαιδί μου,
δε μιλάμε. Τι κρίμα aου γεννή0qκες ¿ωρίς να γνωρίoεις tους aαaaοuδες oου, κυρίως tον aαaaοu oου,
δqλαδή, γιαtί q γιαγιά oου aαραoυρotαν αa` tον aαaaοuς oου και οutως ή άλλως, μας άφqoε aριν
κλείoει tα aενήνtα, αλλά ο aαaaοuς. Αυtoς ήtαν aραγμαtικά κα0eς aρcaει άν0ρωaος και μας cμα0ε να
¸οuμε oωotά κι o¿ι να κάνουμε oυνc¿εια ερωtήoεις, αλλά να oυμaεριφερoμαotε κooμια και να
ανtιμεtωaί¸ουμε με κομ¡otqtα και αçιοaρcaεια tις μικρcς και αoήμανtες aλευρcς tqς ¸ωής, aου oμως
είναι αυtcς aου μας δίνουν ευ¿αρίotqoq και aου tελικά αυtcς μας ενδιαφcρουν και μας κα0ιotοuν
αν0ρeaους και o¿ι οι µαρµαρotqtες aου oας μα0αίνουν oήμερα otα o¿ολεία, και aου tο μoνο aου
καtαφcρνουν είναι να oας κάνουν να γίνεtε ανetερα otελc¿q εaι¿ειρήoεων και εaιφανείς εaαγγελμαtίες,
αλλά ¿ωρίς oεµαoμo και ¿ωρίς μoρφωoq, ¿ωρίς tqν aαραμικρή otαγoνα αν0ρωaιάς, ναι, αυtcς ήtαν οι
διδα¿cς tου aαaaοu oου: να çcρουμε aeς να κα0oμαotε oωotά otο tραac¸ι, aeς να ¿αιρεtάμε και aeς
να λcμε tq oωotή λcçq tq otιγμή aου aρcaει. Α¿, aαλιά tα aράγμαtα για tq ¸ωή tα μα0αίναμε ctoι, «εç
αίμαtος», και teρα µλcaω aooο καλo μας cκανε, κι otαν λcω εç αίμαtος, δεν εννοe tο αίμα, φυoικά,
αλλά tο αίμα tqς κλqρονομικotqtας. Kαtαλαµαίνεις για aοιο aράγμα oου μιλάω, aαιδί μου; Για tqν
κλqρονομικotqtα. Kαι otο oaίtι, otαν ήμαotαν aιtoιρίκια, αυto μας κλqροδotqoαν: tqν αυotqρή και
άtεγκtq εκaαίδευoq, κι o¿ι oaως teρα, aου είμαι αναγκαoμcνq να oου λcω ¿ίλιες φορcς aeς να κάνεις
cνα aράγμα, ναι, ¿ίλιες φορcς, ¿ίλιες, και aρcaει να oου aω, aαιδί μου, aως οι ¿ίλιες φορcς μου φαίνονtαι
aάρα aολλcς φορcς, καtαλαµαίνεις; Εδe και tρία ¿ρoνια oου λcω κά0ε μcρα tο ίδιο aράγμα, δε νομί¸εις
aως είναι υaερµολή; Ακoμα δεν άρ¿ιoες να tρως;
ΚΟΡΗ: O¿ι.
ΜΑΝΑ: Γιαtί;
ΚΟΡΗ: Γιαtί ακοuω εocνα.
ΜΑΝΑ: Μaορείς να tρως και tαυto¿ρονα να ακοuς. Aεν oου tο αaαγoρε¡ε κανείς.
ΚΟΡΗ: Μου είaες aως δεν aρcaει να μιλάμε otο tραac¸ι.
ΜΑΝΑ: Otαν tρeμε, δε μιλάμε.
ΚΟΡΗ: Οaotε, εou δε 0α φας.
ΜΑΝΑ: Εγe; O¿ι. Εγe κάνω δίαιtα. Ecρεις aολu καλά aως 0α φάω tο μήλο μου, otαν εou 0α tρως tο
γλυκo oου.
ΚΟΡΗ: Ocλω και εγe να κάνω δίαιtα.
ΜΑΝΑ: Μq με κοροïδεuεις εμcνα! Σήμερα q μcρα otο γραφείο ήtαν aολu δuoκολq, καλutερα να
aροoc¿εις, λοιaoν, γιαtί μaορεί να μου ανεµεί tο αίμα otο κεφάλι και να μqν çcρω οutε tι λcω οutε tι
κάνω. Συνεννοq0ήκαμε; Μα, γλυκιά μου δε µλcaεις aooο ωραίο είναι tο κοtoaουλο;
ΚΟΡΗ: Nαι.
ΜΑΝΑ: Μιάμιoq eρα μου φαγε. Μιάμιoq eρα για να oου φtιάçω tq oαλtoοuλα, γιαtί çcρω aooο o`
αρcoει q oαλtoοuλα! Kαι να çcρεις aως δεν εί¿α κα0oλου κcφι, αλλά tqν cφtιαçα για ¿άρq oου! Αυto
είναι tο ευ¿αριote; Kαι çcρεις και κάtι άλλο; Otαν ήμουν εγe μικρή, tο κοtoaουλο ήtαν λι¿ουδιά
aολυtελείας και tο φtιά¿ναμε μoνο με δυο oκελίδες oκoρδο! Kαι ήtαν και tο γεuμα tqς Kυριακής. Kαι
0υμάμαι tον aαaaοu να μας λcει aως tο κοtoaουλο tο aιάνουμε με tο ¿cρι. Αλλά διακριtικά. Μoνο tο
μaοutι! Kαι aοtc δε γλuφουμε tα κoκαλα. Σtο çαναδεί¿νω. Πιάνουμε tο μaοutι με tο δείκtq και tον
ανtί¿ειρα tου δεçιοu ¿εριοu, tο aλqoιά¸ουμε otο otoμα και με tο δείκtq tου αριotεροu ¿εριοu tο
aιάνουμε αa` tο άλλο άκρο.
ΚΟΡΗ: Μα αυto δεν είναι μaοutι!
ΜΑΝΑ: Το çcρω κοριtoάκι μου, είναι otή0ος. Kαι o` tο κο¡α ctoι για να tο φας aιο εuκολα. Kι
εçάλλου, çcρω otι aροtιμάς tο otή0ος αao tο μaοutι.
ΚΟΡΗ: Kαι είναι otή0ος αυto;
ΜΑΝΑ: Nαι aαιδί μου, δεν tο µλcaεις;
ΚΟΡΗ: O¿ι. Oα aρcaει να είναι κάtω αa` αυto tον εμεto aου εou tο λες «oαλtoοuλα».
ΜΑΝΑ: Τι είaες;
ΚΟΡΗ: Τίaοtα.
ΜΑΝΑ: Otαν κάaοιος αao εμάς cλεγε κάtι aου δεν caρεaε, και κυρίως tqν eρα tου φαγqtοu, çcρεις tι
cκανε ο aαaaοuς;
ΚΟΡΗ: O¿ι, tι;
ΜΑΝΑ: Μας µοutαγε, μας aήγαινε otqν κου¸ίνα, και μας cδινε μια otο otoμα με tο ¿cρι ή με tqν
aεtoctα.
ΚΟΡΗ: Aεatή ¿ειρονομία.
ΜΑΝΑ: Τον κοροïδεuεις;
ΚΟΡΗ: O¿ι.
ΜΑΝΑ: Kοροïδεuεις tους νεκροuς; Τqν ίδια oου tqν οικογcνεια;
ΚΟΡΗ: O¿ι. Μaορe να oου κάνω μία ερetqoq;
ΜΑΝΑ: O¿ι. Nαι. Aεν çcρω.
ΚΟΡΗ: Οι 0είοι αγαaοuoαν tον aαaaοu ooο tον αγαaοuoες και εou;
ΜΑΝΑ: Ααα. 4άε aαιδί μου, εaιtcλους!
ΚΟΡΗ: Ε;
ΜΑΝΑ: Τι;
ΚΟΡΗ: Ο 0είος και q 0εία
ΜΑΝΑ: Τι;
ΚΟΡΗ: Μιλάνε κι αυtοί oυνc¿εια γι` αυtoν;
ΜΑΝΑ: Μα, aαιδί μου, oλος ο κooμος μιλάει oυνc¿εια για tους γονείς tου, άμα aε0άνουν. Σtαμάtα aια,
ενtάçει; 1¿ει aάει εννιά και tctαρtο και oλα tα φυoιολογικά aαιδιά c¿ουν φάει και εtοιμά¸ονtαι να aάνε
για uaνο. Γιαtί με κοιtάς ctoι;
ΚΟΡΗ: Aqλαδή, otαν 0α aε0άνεις, 0α μιλάω oυνc¿εια για ocνα;
ΜΑΝΑ: Aεν çcρω, aαιδί μου, φανtά¸ομαι aως ναι. Αλλά μaορείς να μου aεις γιαtί oκcφtεoαι tctοια
aράγμαtα;
ΚΟΡΗ: Aεν çcρω. Μαμά!
ΜΑΝΑ: Τι;
ΚΟΡΗ: Αν μου αλλάçεις o¿ολείο, δε 0α oου çαναμιλήoω aοtc.
ΜΑΝΑ: Πeς oου ήρ0ε αυto teρα; Aεν aρoκειtαι να oου αλλάçω o¿ολείο, αφοu oου αρcoει tooο
aολu. Αν και για να o` αρcoει tooο aολu, κάtι δεν aάει καλά. Σε κανcνα aαιδί δεν αρcoει tο o¿ολείο,
και για να o` αρcoει εocνα, oqμαίνει aως δc¿εoαι aολu κακcς εaιρροcς. Παιδί μου, είναι tο ¿ειρotερο
αa` oλα, κοριtoάκι μου, κι otαν είναι κανείς μικρoς δεν ανtιλαμµάνεtαι αυtcς tις κακcς εaιρροcς και
αφήνεtαι να aαραoυρ0εί tο κοtoaουλo oου, aαιδί μου! και μεtά, ¿ωρίς να tο 0cλει, ooο καλoς
άν0ρωaος και να ναι, γίνεtαι αoυνεaής και ανεaι0uμqtος, cνα ρεμάλι, cνας διεotραμμcνος, και totε
κάνει tqν ανοqoία, κι otαν αργotερα tο καtαλάµει, είναι aάνtα. Μα aάνtα αργά! Μα γιαtί tα λcω oλα
αυtά; Αφοu δε 0cλω να μιλάω γι` αυtά. Nα κοίtα. Aρ¿ιoα να tρcμω και μoνο otqν ιδcα otι μaορεί να
oου oυμµεί κάtι κακo, άρ¿ιoα να tρcμω.
ΚΟΡΗ: Σαν κι αυto aου oυμµαίνει otο 0είο;
ΜΑΝΑ: Σtο 0είο; Μα, tι λες, aαιδί μου; Τι λες; Ποιος μίλqoε για tο 0είο; Τι εννοείς; Ποιος oου μίλqoε
για tο 0είο;
ΚΟΡΗ: Η 0εία.
ΜΑΝΑ: Oα tq oκοteoω.
ΚΟΡΗ: Τι είaες;
ΜΑΝΑ: Oα φας μια καtαραμcνq μaουκιά, εaιtcλους; 1toι και δε φας, αuριο κιoλας oου αλλά¸ω
o¿ολείο. Kαι µγάλε tους αγκeνες oου αa` tο tραac¸ι!!! Aνtε, άνοιçε tο otoμα oου.
ΚΟΡΗ: Για aοιο λoγο;
ΜΑΝΑ: Μaορείς να μου κάνεις tq ¿άρq να ανοίçεις tο otoμα oου;
ΚΟΡΗ: Για aοιο λoγο;
ΜΑΝΑ: Είaα: Aνοιçε tο otoμα oου!
ΚΟΡΗ: Aεν tο ανοίγω! Aεν tο ανοίγω!
ΜΑΝΑ: Aνοιçc tο!!!
ΚΟΡΗ: Aεν tο ανοίγω. Ocλεις να μου ¿eoεις μία μaουκιά otο otoμα κι εγe δε 0cλω. Aεν aεινάω, 0α tο
φάω otαν aεινάoω.
ΜΑΝΑ: Τι c¿εις otο otoμα oου; Ρetqoα: tι c¿εις otο otoμα oου; Aνοιçε να δω. Aε 0cλω να oε
¿tυaήoω, γιαtί εμcνα ο aαtcρας μου δε με ¿tυaοuoε κι εγe φcρομαι oαν κι αυtoν και aοtc δε oε.
ΚΟΡΗ: Ποιος aαtcρας; (-α"ση) Ποιος aαtcρας;
ΜΑΝΑ: Τι «aοιος aαtcρας»; Ο δικoς μου, aαιδί μου, ο aαaaοuς oου, aοιος άλλος; Γιαtί ρωtάς;
ΚΟΡΗ: Γιαtί κά0ε φορά aου μιλάς γι` αυto λες aάνtα «ο aαaaοuς».
ΜΑΝΑ: Kαι λοιaoν; Παtcρας μου δεν ήtανε;
ΚΟΡΗ: Ποu να çcρω γω; Υaο0ctω aως ναι.
ΜΑΝΑ: Α. 4tάνει aια.
ΚΟΡΗ: Μου φάνqκε aερίεργο aου tον είaες «aαtcρα». Αυto είναι oλο.
ΜΑΝΑ: Αρκεtά.
ΚΟΡΗ: Γιαtί 0ες να ανοίçω tο otoμα μου;
ΜΑΝΑ: Γιαtί είμαι oίγουρq aως μαoάς μία αao αυtcς tις αqδίες, aου oου κoµουν tqν oρεçq, tις
toί¿λες.
ΚΟΡΗ: Τoί¿λες; O¿ι, να κοίtα. Kαι 0ες να o aω και κάtι;
ΜΑΝΑ: Aεν çcρω. O¿ι.
ΚΟΡΗ: Οι toί¿λες δεν κoµουν tqν oρεçq, γιαtί ¿0ες oλq tq μcρα μαoοuoα toί¿λες και aείναγα oα µoδι.
ΜΑΝΑ: Kαι oήμερα tι caα0ες;
ΚΟΡΗ: Τίaοtα. Ocλω αaλeς να κάνω δίαιtα. Μου είaε μία φίλq μου, aως q aα¿υoαρκία είναι
κλqρονομική. (& #άνα είναι τοι#η να την χαστουκίσει) Aεν tο είaα για ocνα. Για tq 0εία tο είaα.
ΜΑΝΑ: 4tάνει aια, φtάνει. Πeς καtάνtqoε, Oεc μου, αυtoς ο κooμος; Πeς καtάνtqoε; Τρeγε!!!
ΚΟΡΗ: O¿ι.
ΜΑΝΑ: Nαι.
ΚΟΡΗ: O¿ι.
ΜΑΝΑ: Τα μικρά aαιδιά δεν κάνουν δίαιtα.
ΚΟΡΗ: Γιαtί;
ΜΑΝΑ: Γιαtί tο oeμα oου δεν c¿ει διαμορφω0εί ακoμα, γιαtί δεν είoαι ακoμq γυναίκα, γιαtί είoαι cνα
μικρo κοριtoάκι και o¿ι ενήλικq, γιαtί, γιαtί, γιαtί aρcaει να αλλάçει κι άλλοοοοο ο μεtαµολιoμoς oου,
κι εaιaλcον εou δεν c¿εις aρoµλqμα µάρους, oαν οδονtογλυφίδα είoαι, κι οutε κι εγe είμαι ¿ονtρή. Σου
φαίνομαι εγe ¿ονtρή; Πες tqν αλή0εια! Aεν c¿εις δει tι λεatή μcoq aου c¿ω εγe;
ΚΟΡΗ: Kαι γιαtί κάνεις δίαιtα, αφοu είoαι tooο λεatή;
ΜΑΝΑ: Για λoγους υγείας, κoρq μου. Για λoγους υγείας. Γιαtί δε 0cλω να με oκοteoει q ¿ολqotερίνq,
oaως tq μqtcρα μου, tq γιαγιά oου, 0cλω να aω, ο γιαtρoς μου είaε να aροoc¿ω.
ΚΟΡΗ: Είδες aου είναι κλqρονομικo;
ΜΑΝΑ: Oες να με κάνεις να κλά¡ω ε;
ΚΟΡΗ: O¿ι.
ΜΑΝΑ: O¿ι;
ΚΟΡΗ: Nομί¸ω aως o¿ι.
ΜΑΝΑ: Εγe νομί¸ω aως ναι.
ΚΟΡΗ: Nα oε ρωtήoω κάtι; (-α"ση) Τι είναι ¿ολqotερίνq;
ΜΑΝΑ: Α¿, µρε aαιδάκι, άoε με ήoυ¿q, εaιtcλους! Kαι tι oε νοιά¸ει εocνα; Τα μικρά κοριtoάκια δεν
c¿ουν ¿ολqotερίνq, tα μικρά κοριtoάκια aρcaει να tρeνε tα aάνtα για να μεγαλeoουν και να γίνουν
γυναίκες, tα κοριtoάκια oαν και ocνα aρcaει να διαtρcφονtαι oωotά, aρcaει να aαίρνουν µιtαμίνες,
μctαλλα, λίaq, ι¿νοotοι¿εία, υδαtάν0ρακες, αμινοçcα, aρωtεîνες, αa` oλα. Kοίtα, κοριtoάκι μου, κοίtα tι
κοtoaουλο! Aες νοotιμιά. Πάω otοί¿qμα aως καμία αa` tις φιλενάδες oου δεν c¿ει μάνα oαν και μcνα,
aου oκοteνεtαι να μαγειρc¡ει, oaως oκοteνομαι εγe για ocνα, aου oου εtοιμά¸ω oαλtoοuλες και
λι¿ουδιcς, aου aερνάω eρες ολoκλqρες μcoα otqν κου¸ίνα για να oε κάνω ευtυ¿ιoμcνq, aου aροoc¿ω
tooο aολu tqν υγεία oου. Aεν υaάρ¿ει άλλq μάνα oαν και μcνα, aου να φρονtί¸ει tο aαιδί tqς oaως oε
φρονtί¸ω εγe, και aοιο είναι tο «ευ¿αριote»; Aεν είoαι aαρά μια κακομα0qμcνq, μία αγενής aου c¿ει tο
0ράoος να με κοροïδεuει μaροotά otα μάtια μου. Kαι μcνα και oλο tον κooμο, μc¿ρι και tους
aε0αμcνους. Aε γcννqoα aαιδί εγe. 1να tcρας γcννqoα. 1να tcρας. Γιαtί Oεc μου, γιαtί; Τι oου φtαιçα;
ΚΟΡΗ: Μαμά...
ΜΑΝΑ: Τι;
ΚΟΡΗ: Αν φάω 0α tο µουλeoεις;
ΜΑΝΑ: Nαι.
ΚΟΡΗ: Ορκίoου tο.
ΜΑΝΑ: Μα γιαtί φωνά¸εις ctoι;
ΚΟΡΗ: Ορκίoου tο.
ΜΑΝΑ: Σtο oaίtι αυto οutε ορκι¸oμαotε, οutε ¡ευδορκοuμε. Ποtc. Το να ορκί¸εtαι κανείς δεν είναι
κα0oλου oωoto, κα0oλου κooμιο.
ΚΟΡΗ: Σκάoε, oκάoε, oκάoε! Ορκίoου aως αν φάω 0α tο µουλeoεις!
ΜΑΝΑ: Aεν υaάρ¿ει oεµαoμoς.
ΚΟΡΗ: Μαμά!
ΜΑΝΑ: Σtο. υaoo¿ομαι. (-α"ση)
ΚΟΡΗ: (7αφνικά παίρνει τρία:τσσερα κο##άτια κοτόπουλου και τα χώνει στο στό#α. & #άνα κάνει #ία
κφραση αη!ίας, σηκώνεται απ0 το τραπ)ι. & κόρη #ασάει γρ$γορα, ακο"γεται το τραγάνισ#α των
κοκάλων στο στό#α της)
ΜΑΝΑ: 1λα teρα oε aαρακαλe.
ΚΟΡΗ: (4ε το στό#α γε#άτο) Είμαι tcρας, μαμά;
ΜΑΝΑ: Kαι µcµαια o¿ι, aαιδί μου.
ΚΟΡΗ: (4ε το στό#α γε#άτο) Μου φcρνεις υotερία, μαμά.
ΜΑΝΑ: Για t` oνομα tου Oεοu, aήγαινε otο μaάνιο και φtuo` tο.
ΚΟΡΗ: O¿ι, o¿ι. Oα tο φάω, 0α tο φάω!!!
ΜΑΝΑ: ((ρχί)ει να γελάει. & κόρη χωρίς να το θλει στρα'οκαταπίνει και της κάθεται στο λαι#ό. & #άνα
την κοιτάει και γελάει ακό#α πιο !υνατά. & κόρη προσπαθεί να '$%ει αλλά !εν τα καταφρνει) Η0οaοιo
aρcaει να oε κάνουμε! (& κόρη 'γά)ει να γόγγισ#α, αναπνει #ε !υσκολία, και χτυπάει το στ$θος της, της
απλώνει το χρι, )ητώντας 'ο$θεια. & #άνα στα#ατάει να γελάει) Σtαμάtα. 4tάνουν tα αotεία.
ΚΟΡΗ: (-ροσπαθεί να πάρει ανάσες, προσπαθεί να '$%ει. ;ά)ει !"ο !άχτυλα στο στό#α, προσπαθεί να
'γάλει τα κοκαλάκια που χει στρα'οκαταπιεί)
ΜΑΝΑ: Μα tι κάνεις; Ocλεις να κάνεις εμεto εδe; Σtq μcoq tου oαλονιοu; Μου ρ¿εtαι αqδία. Oα
otαμαtήoεις tcλος aάνtων tις µλακείες oου;
ΚΟΡΗ: (-ιάνεται στις !"ο αντικρινς πλευρς του τραπε)ιο" και προσπαθεί να '$%ει. ,τη συνχεια,
ανε'αίνει #ε !υσκολία στο τραπ)ι)
ΜΑΝΑ: ((ρχί)ει να αντιλα#'άνεται πως !εν πρόκειται γι0 αστείο, πάει κοντά στην κόρη της, η οποία
κείτεται στο πάτω#α και χει αρχίσει να χάνει την αναπνο$ της) Αγάaq μου, κοριtoάκι μου, aαιδί μου! Μq
μου aεις aως aνίγqκες ot` αλή0εια! Τι 0α κάνω teρα; Aνοιçε tο otoμα oου! Τι aρcaει να κάνω teρα
εγe; (+οκαλώνει όρθια κοιτώντας την κόρη. -ροσπαθεί να 'άλει τα !άχτυλά της στο στό#α της κόρης,
αλλά οι σπασ#οί την αποτρπουν. -ροσπαθεί να την πιάσει από τα #πράτσα αλλά !εν τα καταφρνει.
+λαίει, γίνεται ολονα και πιο νευρικ$. & κόρη πφτει κάτω και χάνει τις !υνά#εις της) Παιδί μου, aαιδί
μου! Τι 0ες να κάνω; Oες να φωνάçω cνα γιαtρo; Γιαtί δεν aροoaα0είς να µήçεις λίγο; 1λα, µήçε, µήçε!
Α¿ μικρή μου, ¿λoμιαoες! Μα tι να κάνω; Nα φωνάçω tο γείtονα; Α¿, δεν çcρω. Bάλε tα δυναtά oου
μικρή μου, µάλε tα δυναtά oου! ((πο#ακρ"νεται απ0 το τραπ)ι και κατευθ"νεται προς το παράθυρο. &
κόρη χάνει τις αισθ$σεις της και πφτει στο πάτω#α, χει να σπασ#ό. (νοίγει το παράθυρο και φωνά)ει)
Bοή0εια!!! Μ` ακοuει κανείς; Το κοριtoάκι μου. Μ` ακοutε; Το κοριtoάκι μου καtάaιε. Σας
aαρακαλe! Aεν υaάρ¿ει κανείς; Bοq0είotε με! (-άει προς το τραπ)ι, 'λπει την κόρη της στο πάτω#α)
Aείaει ο γείtονας. Αaάνtqoε μου, aαιδί μου! (-ροσπαθεί να σηκώσει την κόρη αλλά είναι α!"νατον) Aεν
μaορe, δεν c¿ω δυνάμεις, Παιδί μου, κοριtoάκι μου! Εγe. Ο γείtονας. Ocλεις να.; Ανάaνευoε.
Α¿, μικρo μου, μελάνιαoες. (& κόρη στα#ατάει ν0 αναπνει, %αφνικά συσπάται το στ$θος της και το
σώ#α της !ιπλώνει. & #άνα κοιτά)ει ντρο#η, ανίκανη ν0 αντι!ράσει. /ο κορ#ί της κόρης, #ετά από #ία
ντονη σ"σπαση, χαλαρώνει απότο#α. -εθαίνει)
Σκqνή 4
q
(*ω#άτιο νοσοκο#είου. /ηλεόραση. +ο#ο!ίνα. !υο κρε'άτια. /ο να κενό. ,το άλλο, %απλω#νος ο
άρρωστος, #ε το να χρι και το να πό!ι στο γ"5ο. Είναι ακινητοποιη#νος. /ο πό!ι συγκρατο"ν 5ηλά !υο
αλυσί!ες. *ίπλα από το ελε"θερο χρι υπάρχει #ια συσκευ$ #ε να κόκκινο κου#πί για να ει!οποιεί την
νοσοκό#α. 4παίνει η νοσοκό#α κρατώντας να !ίσκο #ε φαρ#άκια)
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kαλqoacρα.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: γεια.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Αυtά tα δυο.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τι;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: αao¡ε 0α aάρεtε μoνο δυο.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Ενεoοuλα;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: O¿ι. Πονάtε;;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Xμ..
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kαι tα ¿άaια aαυoίaονα είναι!
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Α...
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Πάρtε tα.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Μaορείtε να μου çuoεtε λίγο tqν aλάtq;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Ορίotε;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Με tρeει.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kαινοuργιο αotείο;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Αφοu με tρeει..
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: (-λησιά)ει και χωρίς να το θλει ρίχνει κάτω την συσκευ$ #ε το κόκκινο κου#πί, κανείς
από τους !υο !εν το προσχει) Nομί¸ω aως oας αρcoουν tα aαι¿νίδια.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Εγe νομί¸ω aως aρcaει να φcρεtε κάaοιον otο διaλανo κρεµάtι. Είμαι acνtε μcρες εδe,
μoνος, ¿ωρίς cναν άν0ρωaο να aω μια κουµcνtα.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kανείς δεν cρ¿εtαι να oας δει;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Kανείς..
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Ποu oας tρeει;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Kενtρικά..
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Εδe?
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: O¿ι. Nαι. O¿ι. O¿ι. Πιο aάνω. Aεçιά. o¿ι αριotερά. Πιο κάtω λίγο aιο κάtω. Εκεί, εκεί.
Aεçιά. Αριotερά αριotερά. Πιο κάtω, λίγο aιο κάtω. Α¿¿.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Τι;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Εκεί εκεί εκεί εκεί εκεί..!!
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Nα oας aω...
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τι; Α¿!!! Kι άλλο! Kι άλλο!!!
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Nομί¸ω aως φtάνει.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν μaορείtε να μου αφιερeoεtε λίγq eρα;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: O¿ι
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Γιαtί δεν μου φcρνεtε κάaοιον otο διaλανo κρεµάtι; Oα γλιteναtε και tο çuoιμο
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Oα oqκωνotαν ο διaλανoς να oας çuoει;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: 4υoικά!
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Περίεργος είotε. Oλοι aροtιμοuν να είναι μoνοι tους. Kαι εoείς teρα.. 0cλεtε aαρcα
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Μqν tο λctε. Πριν oακαtευte μου άρεoε aολu και cμενα να είμαι μoνος μου. Με ενο¿λεί
ο κooμος. Με ενο¿λοuoε, tουλά¿ιotο. Οι γείtονες. Σ¿εδoν ανυaoφοροι να μqν aω για tις γειtoνιooες.
Οι oυνάδελφοι otqν δουλειά. Οι άν0ρωaοι aου oaρe¿νονtαι otο δρoμο, otο μεtρo, otα μαγα¸ιά, aου
toαλαaαtαει ο cνας tον άλλον για να διαo¿ίoουν aρetοι, να μaουν aρetοι, να αγοράoουν aρetοι, να
αναaνεuoουν. Πριν tρία ¿ρoνια, εί¿α aλευρίtιδα και με µαλανε oε cνα δωμάtιο με άλλους δυο tους
μίoqoα 0ανάoιμα, και αυtοuς και tις οικογcνειες tους. Αλλά teρα, 0α 0ελα να c¿ω κάaοιον otο διaλανo
κρεµάtι. Μα tι κάνεtε; 4εuγεtε; Μια otιγμή. Aεν 0α μου µάλεtε 0ερμoμεtρο;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: O¿ι
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Nομί¸ω aως c¿ω aυρεto.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Αν εί¿αtε aυρεto δεν 0α μιλοuoαtε tooο.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Ποu tο çcρεtε;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Τα ¿άaια oας.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Oaως διαtάçαtε. (-αίρνει τα χάπια) Με tρeει και ο γu¡ος και c¿ει aρqotεί και tο aoδι
μου. Με aονάει.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Είναι φυoικo.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Είotε oίγουρq; Αν μου µά¸αtε 0ερμoμεtρο, 0α αιo0ανoμουν καλutερα.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Είotε λίγο..
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τι;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: ...4ορtικoς (4ετράει το σφυγ#ό του κοιτώντας το ρολόι της)
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Kάνεtε λά0ος. Oλες αυtcς tις μcρες εί¿α aολu ¿ρoνο otqν διά0εoq μου για να oκεφte.
Πιotεuω otι q ateoq αao tις oκάλες ήtαν cνα είδος αaοκάλυ¡qς. o¿ι ακριµeς.. Εννοe.
αναγκαιotqtας. να. , tο µλcaεtε otι c¿ω aυρεto; Xάνω tα λoγια μου. c¿εtε oκεφtεί aοtc otι, καμιά
φορά, μας oυμµαίνει κάtι, γιαtί aρcaει αναγκαotικά να μας oυμµεί, γιαtί είναι αναγκαίο να κάνουμε μια
αλλαγή; Μια αλλαγή otq ¸ωή μας εννοe. Ποtc; Η αλή0εια είναι aως οutε και εγe tο εί¿α oκεφtεί aριν.
Αλλά εκείνq tqν qμcρα.. Παραaαaαμ! Kαι κα0eς καtρακυλοuoα otις oκάλες. çcρεtε tι μου acρναγε
αao tο μυαλo; Πως otαν φtάoω otο tελευtαίο oκαλί 0α c¿ω oκοtω0εί. και çcρεtε otι άκουγα και tους
γuρω να γελανε; Οι μα0qtcς μου εί¿αν καtουρq0εί otα γcλια εγe, oμως, αιo0ανoμουν tα ¿cρια και tα
aoδια να φεuγουν αao tο oeμα και άκουγα oλους εκείνους tους νεαροuς να aε0αίνουν otα γcλια
µλcaονtας με να acφtω.. oaρe¿νονtας με aιο µα0ειά. o. o... o` αυto aου aίotευα aως 0α ήtαν ο
0αναt.. Μaα! Oλα tα aαιδιά κοροïδεuουν tους κα0qγqtcς tους. 1toι δεν είναι;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: O¿ι
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Είμαι oίγουρος aως και οι νοoοκoμες κοροïδεuουν tους αo0ενείς tους.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: O¿ι. Μaορείtε, oας aαρακαλe, να otαμαtήoεtε να μιλάtε για cνα λεato; c¿ω ¿άoει tον
oφυγμoς oας tρεις φορcς
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Αυto δεί¿νει otι με aροoc¿εtε.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Oα otαμαtήoεtε ή o¿ι;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν 0α ήtαν aιο εuκολο, αν αaλeς μου µά¸αtε 0ερμoμεtρο;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Σωaάotε..
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν μοιά¸εtε κα0oλου με tις νοoοκoμες otις tαινίες
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Ποιες tαινίες;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Ποu çcρω; Σε oλες tις tαινίες υaάρ¿ει μια νοoοκoμα. oωotά; Τρoaος tου λcγειν
δqλαδή. Εννοe μια oμορφq κοacλα aου, ¿ωρίς να tο 0cλει ή και εoκεμμcνα, aροκαλεί.. Προκαλεί.
καtαλαµαίνεtε tι 0cλω να aω..
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: O¿ι
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν καtαλαµαίνεtε;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Aεν c¿εtε aυρεto.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Αaαtάo0ε.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kαλqνu¿tα oας.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Περιμcνεtε.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Μaορεί εγe να μqν μοιά¸ω με tις νοoοκoμες otις tαινίες, αλλά oας διαµεµαιe aως εoείς
μοιά¸εtε με tους αo0ενείς otις tαινίες.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Σοµαρά; Πολu ¿αίρομαι. Kι. αυto.. Τι oqμαίνει αυto;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kαλqνu¿tα oας
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Μaορείtε να μου κάνεtε μια cνεoq;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: O¿ι
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Σας ικεtεuω! Nιe0ω ¿άλια
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Oα oας µοq0ήoουν tα ¿άaια. Περιμcνεtε λίγο και 0α δείtε aooο καλutερα 0α
αιo0αν0είtε.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Kαι αν δεν µοq0ήoουν;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Xtυaήotε tο κουδοuνι
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν µλcaεις aως είμαι μοuoκεμα otον ιδρetα;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Σίγουρα o¿ι αao tον aυρεto.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν είμαι αo0ενής oε tαινία! 1¿ω oaαoμcνο ¿cρι και oaαoμcνο aoδι. 1¿ω ιotορικo
aλευρίtιδας. Είμαι cνας άνtρας μονα¿ικoς και καλλιεργqμcνος, aου καtαλαµαίνει ακoμα και otαν tου
μιλοuν εaιotqμονικά. Σήμερα tο aρωί, ο γιαtρoς cλεγε oε cνα oυνάδελφο tου, για aι0ανcς aνευμονικcς
εaιaλοκcς. Το άκουoα ¿ωρίς να 0cλω.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Προς tο aαρoν c¿εtε εaιaλοκcς otον εγκcφαλο.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Μq με κοροïδεuεtε oας aαρακαλe. Με φοµάotε;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Ocλεtε κάtι αao εμcνα;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: O¿ι. Είotε aολu άo¿qμq. Γιαtί να 0cλω κάtι αao εoάς;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Αν δεν εί¿α υaqρεoία...
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τι;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kαλqνu¿tα.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τρεις φορcς tο c¿εtε aει και ακoμq εδe είotε.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Μaορεί να είμαι άo¿qμq, αλλά δεν είμαι αγενής. Aεν 0cλω να εγκαtαλείaω tους
αν0ρeaους aριν tελειeoουν αυtά aου 0cλουν να aουν. Είναι 0cμα αρ¿ής.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Πιotεuεtε otι είμαι tρελoς. Kι oμως o¿ι! 1μουν o¿εδoν oaως εoείς. Ocλω να aω,
ανtιaα0qtικoς, otεγνoς, oοµαρoς, oυγκραtqμcνος. Η oκάλα tα cκανε oλα. Το acoιμο. Kι tα γcλια. Τeρα
cγινα άλλος άν0ρωaος. Μq φuγεtε oας ικεtεuω. Μείνεtε λίγο. Μήaως oας aροocµαλα; O¿ι, o¿ι αaλeς
oας aεριcγρα¡α. Μq φεuγεtε. Πιotεuεtε aως είμαι 0ραouς, ε; Oα ή0ελα aολu να ¿αtε εoείς cνα ¿cρι και
cνα aoδι oaαoμcνο και δeδεκα καρφιά oιδερcνια ή αtoαλcνια ή otι διάολο είναι, εκεί, otο μqριαίο οoto!
Aεν είμαι 0ραouς. Το acoιμο φtαίει. Kάtω. Σtqν άµυooο. Kι αυto tο άδειο κρεµάtι. Kά0ε μcρα. Oλα
άδεια. Μqν φεuγεtε. Είotε aράγμαtι aολu άo¿qμq, αao tις αo¿qμotερες γυναίκες aου c¿ω δει otqν ¸ωή
μου αλλά δεν c¿εtε λoγο να 0υμeoεtε. Ecρεtε κάtι; Πριν, δεν 0α tολμοuoα να aω κάtι tctοιο. Aίotα¸α
να aω tα aράγμαtα με tο oνομα tους. 1μουν νtροaαλoς, ή δειλoς καλυtcρα. Τeρα oμως caα¡α να είμαι.
Μqν φεuγεtε, oας aαρακαλe. Nιe0ω aως oας ¿ρειά¸ομαι.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Xtυaήotε tο κουδοuνι
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τι;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Αν ¿ρειαotείtε κάtι, ¿tυaήotε tο κουδοuνι
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Oα tο κάνω αμcoως μoλις φuγεtε
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Aεν είναι oίγουρο otι 0α cρ0ω εγe.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Oα çανα¿tυaήoω μc¿ρι να cρ0εtε εoείς
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Οι oυνάδελφοι μου 0α oας aεριaοιq0οuν καλutερα αao μενα
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν 0cλω tις oυναδcλφους oας
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kαλqνu¿tα
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν ακοuoαtε tι είaα;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Ορίotε;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τίaοtα
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: 4οµάotε tα νοoοκομεία
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: O¿ι tον aυρεto φοµάμαι
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Aεν c¿εtε.
(Η νοoοκoμα φεuγει. Ο άρρωotος κοιtά¸ει otο διaλανo κρεµάtι. Το µλcμμα tου ¿άνεtαι. Πιάνει tο
tqλεκονtρoλ και κάνει ¸άaινγκ. Aιάφορες διαφqμίoεις. Τροaικοί aαράδειoοι, γυναικεία κορμιά, ήλιος
0άλαooα aοtά, ¸cotq. Μια εκaομaή με κooμο aου ¿αμογελάει αotαμάtqtα. Παtαει otο tqλεκονtρoλ και
oµήνει tον ή¿ο, ¿αoμουριctαι. Ανεµά¸ει çανά tqν cνtαoq. Kι άλλα γcλια. Xειροκροtήμαtα, κοιtά¸ει otο
διaλανo κρεµάtι και κάνει μια ¿ειρονομία αaοδοκιμαoίας. Eαφνικά, νιe0ει otι tου λείaει αcρας.
Τρομά¸ει και tου acφtει tο tqλεκονtρoλ αao tο ¿cρι. Παραμcνει otqν tqλεoραoq ο αδιάκοaος ή¿ος tων
γcλιων. Αρ¿ί¸ει να c¿ει αναaνευotικά aροµλήμαtα. Bή¿ει µρα¿νά. Kάνει εμεto. 1νtρομος, ¡ά¿νει tqν
oυoκευή για να ειδοaοιήoει tq νοoοκoμα, αλλά δεν tqν µρίoκει. Τqν µλcaει να είναι otο aάtωμα.
Προoaα0εί αaεγνωoμcνα να µγάλει tqν αλυoίδα αa oaου κρcμεtαι tο aoδι tο tου. Του λείaει αcρας
tενteνει tο ¿cρι tου αλλά δεν φtάνει να tqν aιάoει. Ocλει να φωνάçει αλλά aνίγεtαι. Προoaα0εί να
καtcµει αao tο κρεµάtι. Eανακάνει εμεto. Τον aιάνει cνας ιo¿υρoς aoνος otο 0eρακα. 1¿ει cνα 0ρoμµο
αίμαtος otους aνεuμονες. Ανοίγει tο otoμα να φωνάçει αλλά δεν tα καtαφcρνει. Πα0αίνει oaαoμοuς.
Aεν αναaνcει. Μcνει με tο otoμα και tα μάtια ανοι¿tα. Πε0αίνει)
Σκqνή 5q
(,αλονοτραπε)αρια φτωχικο" και παλιο" !ια#ερίσ#ατος. /ραπε)άκι. 4πουφς #ε ποτά. /ηλφωνο. &
κυρία σηκώνει το ακουστικό και σχη#ατί)ει να νο"#ερο)
ΚΥΡΙΑ: Με oυγ¿ωρείς, δεν ήçερα aοιον να aάρω tqλcφωνο. O¿ι. Aεν çcρω αν aρcaει να otο aω. Oα με
aερνάς για tρελή, αυto δε oκάφtεoαι; Πες tο. Nαι, oίγουρα αυto oκcφtεoαι oίγουρα otι είμαι tρελή. Σου
tqλεφωνe, γιαtί oήμερα tο aρωί μου εμφανίotqκε q μqtcρα oου. Nαι, ναι. Μq μου tο κλείoεις, ooο και
αν tο 0cλεις. Nα tα µλcaεις; tο çερα otι δεν caρεaε να otο aω. Τι; Ορίotε, aιotεuεις otι είμαι tρελή. O¿ι
, δεν ήtαν oνειρο. O¿ι oου λcω! Σqκe0qκα αao tο κρεµάtι, γιαtί άκουoα cνα 0oρυµο και tqν είδα να
otcκεtαι εκεί, otqν aoρtα tqς κου¸ίνας με aρooωaο otα¿tί, γεμάtο φουoκάλες, εçαν0ήμαtα και
κρεαtοελιcς. Το aρooωaο aου εί¿ε otαν ac0ανε. Αλλά φαινotαν.. Πeς να tο aω.. Kάaως φρcoκια. Το
ίδιο κάνει, ναι, 0υμάμαι και λοιaoν; Σtα¿tί, με φουoκάλες, εçαν0ήμαtα και κρεαtοελιcς. 1μοια¸ε με
εocνα... (Η συνο#ιλ$τρια κλείνει. & κυρία %εσπάει σε κλά#ατα. 7αφνικά ηρε#εί κι αφ$νει ναν
αναστεναγ#ό. -λησιά)ει σε να πιπλο, το ανοίγει και 'γά)ει !υο #πουκαλάκια #ε χάπια) 1να μaλε και δυο
κoκκινα (ανοίγει και τα !υο #πουκαλάκια από το πρώτο 'γά)ει < #πλε και από το !ε"τερο = κόκκινα) 1να
μικρo μaλε ('ά)ει < #πλε στο στό#α της) Kαι δυο μικρά κoκκινα ('ά)ει στο στό#α της = κόκκινα, #ε το
στό#α γε#άτο) Kαι teρα μια μικρή, aολu μικρή γουλίtoα μεtαλλικo νερo, ¿ωρίς αν0ρακικo, ¿ωρίς
αν0ρακικo ¿ωρίς κα0oλου αν0ρακικo κα0oλου αν0ρακικo, γιαtί tο αν0ρακικo μου tο c¿ει αaαγορεuoει ο
γιαtρoς. (-αίρνει να #πουκάλι κονιάκ #ισογε#άτο, το ανοίγει και πίνει #ια τεράστια γουλιά κατε'ά)οντας
στο #ισό από ότι $ταν. +αταπίνει τα χάπια σκουπί)ει το στό#α της #ε το #ανίκι. -ιάνει το τηλφωνο και
σχη#ατί)ει τον ί!ιο αριθ#ό. >ταν της απαντο"ν, #ετά από = χτυπ$#ατα, η κυρία αρχί)ει %αφνικά να κλαίει)
Μq μου tο çανακάνεις. μqqqqq, μq μου tο çανακλείoεις tο tqλcφωνο. Aεν καtαλαµαίνεις otι μιλαω
oοµαρά; Μqν tο κλείoεις. Ooο και αν tο 0cλεις. Nαι. O¿ι. Kαμία οatαoία. Αυtή ήtαν. Αυtή με oάρκα
και οotά. Μ` cνα λευκo φορεμαtάκι. Γκρί¸ο. Kουρελιαoμcνο. Σtqν αρ¿ή aήγα να aε0άνω αao tο ν φoµο
μου. αλλά μεtά. μου ¿αμογcλαoε. ¿αμογcλαoε oε εμcνα. Kαι εγe tqν ρetqoα 'εou είoαι 0εία¨ και
ακοuotqκε μια φωνή aου είaε 'ναι¨ και totε oκcφtqκα otι αν μου μιλοuoε 0α φάνtαoμα, 0α ακουγotαν
q φωνή oα να cµγαινε μcoα αao tον tάφο, ctoι δεν είναι; Kι oμως αυtή μίλqoε κανονικά, φυoικά, 'ναι¨
μου είaε και otεκotαν εκεί tooο... ¸ωνtανή και με κοιtοuoε ¿ωρίς να aει tίaοt` άλλο κι εγe νομί¸ω δεν
ανtcδραoα και μου φάνqκε aως είaα: 'tι κάνεις εδe ¡υ¿ή μου;¨ tο κλειoες; ctoι μου φάνqκε, αφοu δεν
λες κουµcνtα. ναι και µεµαία μου αaάνtqoε. µcεεµαια, μου είaε: 'δεν çcρω μάtια μου¨, με εκείνq tqν
o¡q μοuμιας, αλλά με μια φωνή aολu φυoική, μια φωνή oαν tqν δική oου. μq.. μq 0υμeνεις. γιαtί
cμοια¸ε και με tqν δική μου!! 1tαν o¿εδoν q δική μου φωνή και totε tρoμαçα aραγμαtικά, γιαtί tqν
κοίtαçα aιο aροoεκtικά μου φάνqκε aως ήtαν καρφωμcνq aάνω μου, ναι και totε, 0υμή0qκα aως αao
μικρή μου cλεγαν otι μοιά¸ω aιο aολu oε εκείνq aαρά otqν μαμά, ναι μc¿ρι και εou μου tο cλεγες. Aεν
μου tο cλεγες; Nαι ναι. καλά, δεν tο cλεγες εou, tο cλεγε κάaοιος άλλος. Kι otαν είaε 'δεν çcρω μάtια
μου¨ με εκείνq tqν φωνή aου cμοια¸ε aεριoootερο με tqν δική μου αa` ooο με tqν δική oου και tqν δική
tqς, άρ¿ιoα να κάνω µήμαtα aρος tα aίoω, φοµιoμcνq, κάνω να φuγω και totε α¿¿¿¿!!.. Τotε γυρί¸ω και
aοιον µλcaω otqν εçeaορtα; Παναγία και ¿ριotοuλq μου. µoq0α με.: tο μaαμaά. ΜΗN ΤΟ
KAΕIΣΕIΣ, ΟΣΟ KΑI ΑN ΤΟ OΕAΕIΣ! 1μοια¸ε και αυto με μοuμια, ¿ωρίς μάtια, δυο μαuρες tρuaες
otqν 0coq tων μαtιeν, και εγe µά¸ω μια otριγκλιά: 'Μaαμaάαααααααα¨, και εκείνος αaλeνει tο ¿cρι
tου και κάνει να με αγγίçει, και εγe ανtί για tο ¿cρι tου µλcaω cνα φίδι και. Τι ; ναι, ναι, µcµαια. ε.
δεν çcρω.. α... δeδεκα.. ε, και λοιaoν.. tι; Μα δεν µλcaεις aooο άo¿qμα είμαι; O¿ι κανcνα.. μoνο εocνα
c¿ω! Nαι, αao totε aου cφυγε tο μωρo μου. Γιαtί δεν είναι tο μωρo μου; Εγe tον λcω και 0α tον λcω
aάνtα 'μωρo μου¨, μc¿ρι να κλείoω tα μάtια μου. O¿ι, δυο o¿ι, tρείς. Σου φαίνεtαι λίγο tρεις μήνες;
ΤΡΕIΣ ΜΗNΕΣ! O¿ι, δεν tον c¿ω δει ακoμα. O¿ι μqν tο κλείνεις, δεν 0α çαναφωνάçω, otο υaoo¿ομαι.
1toι aου λες. και αφοu tο μωρo μου δε με. aeς; Τον ειδcς; Εou; 4άγαtε μα¸ί; Ποtc; Ω¿, ω¿, ω¿. Oα
ερ¿otαν oήμερα να με µρει; Το µρομωaαιδο! O¿ι δεν ήρ0ε. Το çcρω εγe, aες tο μου, aες tο μου..
αγαaήoει aιο aολu αao εμcνα. Nαι, ναι oaως tο λcω!! ΜIΑ ΕΓKΑΤΑAΕAΗΜΕNΗ ΓΡIΑ, ΑΥΤΟ
ΕIΜΑI!! Με c¿εtε εγκαtαλεί¡ει oλοι, ακoμα και tο ίδιο μου tο aαιδί. Ποtc δεν cρ¿εtαι να με δει, μoνο
tα φανtάoμαtα cρ¿ονtαι, δεν c¿ω κανcνα και εou μου κλείνεις tο tqλcφωνο, και tι με νοιά¸ει εμcνα aου
είναι δeδεκα q eρα, μαλακιoμενq, και aου αuριο tο aρωί δεν çcρω tι διάολο 0cλεις να κάνεις,
oυγγνeμq, oυγγνeμq. Aκου, ναι, και µcµαια tα aήρα. Τι εννοείς με tι; Με μεtαλλικo νερo, çαδερφοuλα
μου, με μεtαλλικo νερo, ¿ωρίς αν0ρακικo, ¿ωρίς κα0oλου αν0ρακικo, κα0oλου αν0ρακικo, γιαtί tο
αν0ρακικo μου tο c¿ει αaαγορεuoει ο γιαtρoς. Γιαtί είoαι tooο κακoµουλq; Γιαtί είoαι tooο κακιά,
µλαμμcνq και καριολα; Είoαι aιο άo¿qμq κι αa` tο ateμα tqς μάνας oου. ω¿. ω¿ μqν tο κλείoεις,
oυγγνeμq. 10ελα να oου aω. çcρεις tι oκcφtqκα, otαν είδα tον μaαμaά μου και tqν μαμά oου
aε0αμcνους otο oaίtι μου; Otι otαν ¸οuoαν... καtαλαµαινoνtουoαν. (η συνο#ιλ$τρια κλείνει το
τηλφωνο)
Το cκλειoες; (-ριν 'άλει το ακουστικό στην θση του, η κυρία παίρνει το #πουκάλι #ε το κονιάκ και
κατε'ά)ει #ια #εγάλη γουλιά. ,χη#ατί)ει να αριθ#ό. (πό την νταση παταει περισσότερα νο"#ερα από ότι
πρπει) Ο μaαμaάς μου και q μάνα oου tο κάνανε, otαν εμείς οι δυο aαί¸αμε otο oαλoνι, ναιαιαι!! Πeς;
Τι 0ες να aεις 'aοια είμαι εγe¨; Kι εou aοια είoαι; Με κοροïδεuεις γουροuνα; Γουροuνα; Εγe; 1toι
φcρονtαι oε μια δυotυ¿ιoμcνq άρρωotq; .. α, tqν qλί0ια. (+λείνει.. πιάνει το #πουκαλάκι #ε τα χάπια.
-αίρνει τρία κόκκινα και τσσερα #πλε. -ίνει #ια γουλιά κονιάκ, ανοίγει την ατ)ντα και 5άχνει νο"#ερο)
Ελaί¸ω να μqν κάνω λά0ος.. Για να δοuμε. (,χη#ατί)ει τον αριθ#ό, αργά τσεκάροντας την ατ)ντα)
Συγγνeμq, aqρά λά0ος aριν και. 0α cρ0εις να με µρεις; Ποιος; Α¿ o¿ι για tον 0εo, o¿ι, o¿ι, o¿ι ο
άνtρας oου, tον φοµάμαι, είναι αγριάν0ρωaος. ω¿.. γιαtί είoαι tooο κακιά μα¸ί μου, çαδελφοuλα; Ω¿
ω¿ ω¿. O¿ι, o¿ι αυtoν, ooο και αν tο 0cλεις. Aεν μaορείς να μου tο λες εμcνα αυto. Με aροoµάλεις..
Πeς γίνεtαι να aιotεuεις aως εγe. Υλίotρια; Εγe; Εκµιαoμoς; Aε oε καtαλαµαίνω. Aεν καtαλαµαίνω
tι 0cλεις να aεις.. Πάνε tρεις μήνες aου cφυγε tο μωρo μου αao tο oaίtι.. Πeς; Η ouνtαçq μου; 4υoικά
και o¿ι. γιαtί μου μιλάς για oλα αυtά, teρα aου είμαι ¿άλια; Oα μιλήoουμε κάaοια άλλq otιγμή,
ενtάçει και µcµαια tα ¿ρειά¸ομαι. Είμαι άρρωotq. Aεν tο aερίμενα αυto αao εocνα, είμαι άρρωotq, tα
¿ρειά¸ομαι για tqν αρρeotια μου. Aικαιολογίες; Σου ορκί¸ομαι çαδcλφq μου, δεν φtάνει q ouνtαçq!
Πριν με µοq0οuoε tο μωρo μου. Ω¿ με oκοteνεις.. Εκμεtαλλεuομαι εγe; Εγe aοtc. tι να oου
εaιotρc¡ω; Aεν μaορe. 4άρμακα και για να tρeω tο ελά¿ιotο και για να ¸ω αçιοaρεaeς. AΕN
ΕIΜΑI ΜΕOΥΣΜΕNΗ!! Είoαι κακιά, είoαι μια otρίγγλα µουtqγμcνq otα aλοutq, είoαι aλοuoια και ο
άνtρα oου κολυμaά otα εκαtομμuρια. Aεν çcρω, νομί¸εις; Γιαtί λες aως cρ¿εtαι tο μωρo μου και oε
µλcaει aιο oυ¿νά αao εμcνα, μαλακιoμενq; Aεν μaορεί να c¿ουμε tο ίδιο αίμα. ΟXI ΜΗN ΤΟ
KAΕINΕIΣ. Εγe oε κλcµω; Ecρεις γιαtί oε aήρα tqλcφωνο, oκuλα; O¿ι για να μου aεις oλα αυtά. O¿ι.
Για να oου aω tι μου είaε tο ateμα tqς μάνας oήμερα tο aρωί: otι εou δεν είoαι δικo tqς aαιδί, otι εγe
είμαι q κoρq tqς. Σtο διάολο!!! (& συνο#ιλ$τρια κλείνει. & κυρία πίνει %ανά και %ανά τηλεφωνεί. 4ε
!υσκολία) Eαδερφοuλα oυγ¿ωράμε. O¿ι, o¿ι, ναι, ναι aαραίo0qoq ήtαν oίγουρα. Nαι ναι. tο
αναγνωρί¸ω. Aεν c¿ω aιει otαγoνα oου tο ορκί¸ομαι. Για tα φάρμακα μου μoνο. Εκαto aενήνtα ευρe.
(& συνο#ιλ$τρια κλείνει το τηλφωνο. -αίρνει ακό#α τρία χάπια. -ιάνει το ακουστικό, χωρίς να
σχη#ατίσει νο"#ερο, #ιλεί) Είναι ο μaαμaάς εκεί; Kαι q μανοuλα; Γιαtί c¿εις cνα φίδι otο ¿cρι μaαμaά;
Τα φοµάμαι tα φίδια. Γιαtί είμαι μια tρελή γριά μανοuλα; Nαι , μια oαuρα είμαι. Αλλά γιαtί aιotεuεις
otι είμαι oαυρα; Aεν μ` ακοuει κανείς; (/ο κλείνει. 6ελάσει κτυπάει το τηλφωνο)
Μανοuλα; Μaαμaάκα; Ε; ε; aως αotυνομία; Για μcνα; Kαι aοιος oας cδωoε tο tqλcφωνο; Αυtή q oκuλα,
q çαδcλφq μου. Αδuναtον. 1¿ω tρεις μήνες να tq δω. Nα tqς aείtε να aάει να. Aεν oας καtαλαµαίνω
κuριε. Είμαι çcρεtε, λίγο tρελή, κουφή ή0ελα να aω. Σοµαρo; Τι εννοείtε '0cμα oοµαρo¨ άκου να oου
aω, νεαρc. Με aοιον να μιλήoω; Μq αφήνεις.. άκου. άκου!! Aεν ακοuει κάνεις; Πάλι tα ίδια;
Ορίotε. α γεια oας!! Με aοιον μιλαω teρα; Ανetερος; Ανetερος αao aοιον; Α µcµαια ¿αίρω aολu!!
Μα είναι eρα αυtή να tqλεφωνείtε oε κα0eς aρcaει oaίtια, κuριε ανetερε μου; Πολu oοµαρo; Ακοuotε
δεν çcρω tι otο διάολο 0cλεtε να μου aείtε, αλλά εγe δεν είμαι καμιά κλcφtρα. Aεν çcρω tι ανοqoίες
μaορεί να oας είaαν για εμcνα, αλλά να çcρεtε aως είμαι μια cνtιμq γυναίκα. 4tω¿ή ειν` q αλή0εια αλλά
cνtιμq. Kαμιά φορά µcµαια, μου φαίνεtαι aως είμαι oαuρα, αλλά αυto μoνο καμιά φορά aως; ΜΑ
ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΑΣ, ΤI OΕAΕΤΕ NΑ ΜΟΥ ΠΕIΤΕ ΕΠIΤΕAΟΥΣ; Μq με aαρεçqγείtε, ε; 1tοιμq; Για aοιο
aράγμα; Nαι μoνq.. aολu μoνq κuριε ανetερε μου, tooο μoνq, aου 0α μaοροuoε κανείς να aει otι είμαι
αaελaιoμcνq αao oλq αυtή tqν μοναçιά και tqν εγκαtάλει¡q, και να çcρεtε aως δεν tο αçί¸ω, και είμαι
και άρρωotq αao aάνω, με νιe0εtε teρα; Kαι για aοιο λoγο να cρ0ουν oaίtι μου; Nα μου κάνουν aαρcα;
Τι καλοί aου είotε; Kαι tι να μου aουν; Nαι, ναι, aοιος oας cδωoε tο tqλcφωνο μου; Σtο καtάλογο; Nαι,
ναι ο γιος μου είναι!! Ο μονάκριµος! Nαι, oας ακοuω.. tι; tι; tι; Πotε; Πως cγινε; Αtu¿qμα; Πείtε tου να
μου μιλήoει.. να μου μιλήoει αμcoως teρα. Aεν με νοιά¸ει.. Ocλω να μου μιλήoει.. NΑ ΜΟΥ ΜIAΗΣΕI,
ΓΑΜΩΤΟ!!! Πρcaει να μου μιλήoει aρcaει να tου aω.. AΕN ΕIΜΑI ΤΡΕAΗ KΥΡ ΑΣΤΥNΟΜΕ
ΜΟΥ, ΕIΜΑI BΡΩΜIKΗ, KΟΥ4Η, 4ΤΩXΗ ΑAAΑ ΟXI ΤΡΕAΗ. Γιαtί 0cλουν να cρ0ουν oaίtι μου;
Oα φοµq0οuν άμα με δουν. Ποu µρίoκεtαι tο μωρo μου; Aεν καtαλαµαίνω, Aεν καtαλαµαίνω tίaοtα.
Nαι, κά0ομαι. Πeς είaαtε; Eαναaείtε tο. O¿ι... (-α"ση) Aεν είναι tqς φανtαoίας μου oλα αυtά; Μήaως
είμαι tρελή; (-α"ση. 4νει κοκαλω#νη #ε το ακουστικό στο χρι. & κφραση της, είναι παγω#νη,
ου!τερη) Μάλιotα.. o¿ι. O¿ι..μqν ενο¿λείotε..οικογcνεια; Nαι.. κάaοιον. Μικρή, aολu μικρή. o¿εδoν
κανcνα. Σε aοιο νοoοκομείο; Α o¿ι; Aεν είναι αaαραίtqtο; Kαtευ0είαν otο νεκροt.. Εaί toaου;
Μάλιotα o¿ι, o¿ι μqν ενο¿λείotε. Μια çαδcρφq, ναι 0α tqς tqλεφωνήoω. Oα cρ0ει αμcoως να με
µοq0ήoει, με αγαaάει aολu αυtή, 0α μου oυμaαραotα0εί. Σας ευ¿αριote aολu. O¿ι δεν 0cλω να cρ0ω.
ίoως αuριο. Aεν μου αρcoουν tα νεκροtομεία. O¿ι. Μου εaιtρcaεtε να oας κάνω μια ερetqoq, κυρ
αotυνoμε μου; Εoείς aιotεuεtε otα φανtάoμαtα; (& κυρία κλείνει παίρνει την #πουκάλα. /ην α!ειά)ει
#ονορο"φι. Οι κιν$σεις τις γίνονται ολονα και πιο αργς, ολονα και πιο κουρασ#νες. /α #άτια της είναι
#ισόκλειστα. (νοίγει τα #πουκάλια #ε τα χάπια και τα α!ειά)ει όλα πάνω στο τραπ)ι. /α καταπίνει να
να #ηχανικά. 4νει ακίνητη #ε το 'λ##α απλανς. ,ηκώνει το ακουστικό, και χωρίς να σχη#ατίσει
καννα νο"#ερο, #ιλάει #ε σ'ησ#νη φων$, σχε!όν 5ιθυριστά) Aεφtά. Aεφtά o¿ι για μcνα δεν tα
¿ρειά¸ομαι εγe, 0α oου tα εaιotρc¡ω μoλις μaορcoω, δεν είναι για μcνα, είναι για tο μωρo μου, aου
tooο oε αγαaάει και tα ¿ρειά¸εtαι για μία κάoα tουλά¿ιotον μια κάoα αçιοaρεaή, tqν aιο φtqνή αλλά να
είναι αçιοaρεaή μ` cνα otαυρo otο καaάκι. για tο μωρo μου o¿ι για μcνα oου t` ορκί¸ομαι μaαμaά μαμά
0εία είμαι tooο κουραoμcνq, q oαυρα νυotά¸ει ¿ρειά¸ομαι.
(/α #άτια της κλείνουν. /ο ακουστικό της πφτει στο πάτω#α. ,φίγγει ,#ε τα χρια το στο#άχι της. 9λει να
κάνει ε#ετό 'γαίνουν αφροί από το στό#α της. /ο κορ#ί της παραλ"ει. -ροσπαθεί να κουνηθεί. *εν #πορεί
να συγκρατ$σει το κεφάλι της. -φτει. +υλιται στο πάτω#α κρατώντας την κοίλα της. & αναπνο$ της
αργοσ'$νει. (φροί από το στό#α και την #"τη. 4νει ακίνητη στην ί!ια θση. -εθαίνει)
Σκqνή 6q
(-εριπολικό. ?"χτα στο τι#όνι η γυναίκα αστυνο#ικός. *ίπλα της, άντρας αστυνο#ικός ακο"γονται
σφυρίγ#ατα, θόρυ'οι και φωνς από το κντρο #σω ασυρ#άτου)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μου κα0αρί¸εις λίγο tα γυαλιά; (ο αστυνο#ικός της 'γά)ει προσεκτικά τα γυαλιά και τα
καθαρί)ει #ε να #αντ$λι) Xαoμουριcoαι oυνε¿εία, δεν κοιμή0qκες;
ΑΝΤΡΑΣ: O¿ι. (Ο αστυνο#ικός της !ίνει πίσω τα γυαλιά της. (υτ$ τα φοράει)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεί¿νεις oα να µαριcoαι
ΑΝΤΡΑΣ: O¿ι
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aυaqμcνος;
ΑΝΤΡΑΣ: O¿ι
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σε aειρά¸ει aου oου μιλαω;
ΑΝΤΡΑΣ: O¿ι. Το ανtί0εtο μάλιotα. Nυotά¸εις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι;
ΑΝΤΡΑΣ: Αν.. νυotά¸εις
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γιαtί φαίνομαι να νυotά¸ω;
ΑΝΤΡΑΣ: O¿ι αaλeς. otαν κάaοιος οδqγεί και 0cλει να tου μιλαει ή να tου μιλάνε.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σqμαίνει otι νυotά¸ει;
ΑΝΤΡΑΣ: Nαι
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εγe δεν νυotά¸ω.
ΑΝΤΡΑΣ: Ενtάçει, ενtάçει. (πα"ση) Aεν νομί¸εις aως aάμε aολu αργά;
ΓΥΝΑΙΚΑ: O¿ι µιά¸εoαι; Εou, δqλαδή 0α aήγαινες aιο γρήγορα;
ΑΝΤΡΑΣ: Μaορεί.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν δεν αaαteμαι κάνουμε aεριaολία, ctoι δεν είναι;
ΑΝΤΡΑΣ: Nαι
ΓΥΝΑΙΚΑ: Με tριάνtα aqγαίνω. Σtqν aεριaολία δεν aρcaει να çεaερνάμε tα tριάνtα. Aεν otο cμα0αν
αυto otαν μaήκες otο oeμα;
ΑΝΤΡΑΣ: O¿ι. Μaορεί. Aεν 0υμάμαι
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kαιρoς να κάνεις καμιά εaανάλq¡q. Kαλo 0α oου κάνει.
ΑΝΤΡΑΣ: 1oως.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σίγουρα. Τι είναι αυto εκεί;
ΑΝΤΡΑΣ: Ποιο;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εκείνq... Η oκιά
ΑΝΤΡΑΣ: Ποu;
ΓΥΝΑΙΚΑ: 1κεί..
ΑΝΤΡΑΣ: Aεν µλcaω tίaοtα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: 1νας uaοatος
ΑΝΤΡΑΣ: Ποu;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ntίλερ;
ΑΝΤΡΑΣ: Τι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ntίλερ;
ΑΝΤΡΑΣ: Ποιος;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εκείνος εκεί
ΑΝΤΡΑΣ: Το γραμμαtοκιµetιο εννοείς; Αao otι φαίνεtαι tα γυαλιά oου 0cλουν κα0άριoμα
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πολu αotείο! Εκείνος εκεί, εννοe otqν εçeaορtα
ΑΝΤΡΑΣ: Ποια αa oλες;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σtq γωνία
ΑΝΤΡΑΣ: Kαι aου 0ες να çcρω εγe; Εou καtαλαµαίνεις tους νtίλερ αao tqν φάtoα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Bcµαια
ΑΝΤΡΑΣ: Πeς;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αa' tο µλcμμα.
ΑΝΤΡΑΣ: Aεν νομί¸ω aως μaοροuμε να δοuμε tο µλcμμα tου αao εδe. Αν 0ες, otαμαtάμε,
καtεµαίνουμε αao tο αμάçι, tο aαρακαλοuμε να μας κοιtάçει, κι ανάλογα με tο µλcμμα aου 0α c¿ει,
¸qtάμε tα otοι¿εία tου
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν ¿ρειά¸εtαι. δεν είναι νtίλερ.
ΑΝΤΡΑΣ: Ποu tο çcρεις?
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αa` tα ροu¿α..
ΑΝΤΡΑΣ: Ootε νtuνονtαι και με oυγκεκριμcνο tρoaο...
ΓΥΝΑΙΚΑ: 4υoικά.. c¿ουν oυγκεκριμcνο otυλ
ΑΝΤΡΑΣ: Noμι¸α aως ή0ελαν να aερνοuν αaαραtήρqtοι
ΓΥΝΑΙΚΑ: 1νας νtίλερ δεν μaορεί aοtc να aεράoει αaαραtήρqtος. Aεν tον ενδιαφcρει. Kοινή λογική.
Ocλει να tο αναγνωρί¸ουν
ΑΝΤΡΑΣ: Μάλιotα (-α"ση. & γυναίκα πιάνει τον ασ"ρ#ατο)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Περίaολος 106 aρος κcνtρο..
ΑΝΤΡΑΣ: Oυμί¸ει tαινία oλο αυto...
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εaαναλαμµάνω.. aερίaολος 106 aρος κcνtρο.
ΦΩΝΗ: Kcνtρο εδe, oας ακοuμε 106
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τίaοtε νεotερο;
ΦΩΝΗ: Τι εννοείς 'tίaοtε νεotερο¨;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εννοe. δεν υaάρ¿ει tίaοtε νεotερο; Kανcνα oήμα κινδuνου; Τίaοtα cκtακtο;
ΦΩΝΗ: 1κtακtο; tι 0ες να aεις;
ΑΝΤΡΑΣ: Kλείoε
ΓΥΝΑΙΚΑ: Συνε¿ί¸ουμε tqν αaοotολή;
ΦΩΝΗ: Τqν αaοotολή; Αao aotε tqν λcμε ctoι; Σας oυμµαίνει κάtι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: O¿ι είμαotε otqν υ¡qλή ¸eνq.. 0cλαμε αaλeς να μά0ουμε αν..
ΦΩΝΗ: Ηρεμήotε. Σuμφωνοι 106; Αν oυμµεί κάtι, 0α oας tο aοuμε tqν καtάλλqλq otιγμή, oaως
aάνtα. Ενtάçει;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Nαι µcµαια. Ευ¿αριotοuμε aολu. (αφ$νει τον ασ"ρ#ατο. πα"ση)
ΑΝΤΡΑΣ: Aεν είναι oωoto αυto..
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιο;
ΑΝΤΡΑΣ: Nα ενο¿λοuμε tο κcνtρο
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εγe δεν ενο¿λe κανcνα. Εκtελe αaλeς tqν aερι.. Σου αρcoει q δουλειά aου κάνεις;
ΑΝΤΡΑΣ: Aεν çcρω.. ναι.. φυoικά γιαtί ρωtάς;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γιαtί δεν tο δεί¿νεις (πα"ση)
ΑΝΤΡΑΣ: Ocλεις να otαμαtήoουμε;
ΓΥΝΑΙΚΑ: O¿ι γιαtί;
ΑΝΤΡΑΣ: 4αίνεoαι νευρική
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν είμαι.
ΑΝΤΡΑΣ: Είoαι λίγο. Μaοροuμε να otαμαtήoουμε και να aιοuμε κάνα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: 4οµερή νcκρα. Πρooεçε tα aάνtα είναι νεκρά.
ΑΝΤΡΑΣ: Τι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σε oλο tον κooμο αρcoει αυtή q γωνιά tqς aoλqς. Πολu ήoυ¿q γιαtί tα aάνtα είναι νεκρά.
Εμcνα δεν μου αρcoει. Aεν είμαι νευρική. Είμαι toανtιoμcνq. Εμείς εδe.. ο κooμος oλος..
ΑΝΤΡΑΣ: Τι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πρooεçε.. λες και oλα c¿ουν.. aε0άνει
ΑΝΤΡΑΣ: Μα aως oου ήρ0ε αυto teρα; Kαλutερα να otαμαtήoουμε.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάνtα tctοια oκcatομαι otαν οδqγe. Otαν οδqγe μoνq. Aμα μείνουμε oιωaqλοί, 0α νιe0ω
aως οδqγe μoνq. Σίγουρα δεν oε aειρά¸ει να μιλάμε; Otαν οδqγe μoνq, tqν νu¿tα, αρ¿ί¸ω να oκcatομαι
aερίεργα aράγμαtα. Otι υaάρ¿ουμε μoνο tο αυtοκίνqtο και εγe, κι otι oλα tα άλλα... oaως γίνεtαι otις
tαινίες oλα c¿ουν υaάρçει κάaοtε αλλά tίaοtα δεν υaάρ¿ει εκείνq tqν otιγμή. Για αυto, otι µλcaω otqν
ο0oνq δεν υaάρ¿ει, αλλά oίγουρα υaήρçε κάaοtε. Τίaοtα δεν υφίotαtαι ή μάλλον c¿ει aα¡ει να
υφίotαtαι. Aεν çcρω αν με καtαλαµαίνεις. Aεν εκφρά¸ομαι καλά. Nομί¸ω aως δεν μaορείς να με
καtαλάµεις.
ΑΝΤΡΑΣ: Μάλλον o¿ι.. Oες να οδqγήoω εγe;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είδες aου δεν καtαλαµαίνεις tίaοtα; Τι είναι εκείνο;
ΑΝΤΡΑΣ: Ποιο aάλι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εκεί κάtω
ΑΝΤΡΑΣ: Τίaοtα. 1νας άνtρας. Τίaοtα cνας tρελoς και με0υoμcνος
ΓΥΝΑΙΚΑ:Σtαμαtάμε
ΑΝΤΡΑΣ: Aεν ¿ρειά¸εtαι.. ας tον καqμcνο otqν qoυ¿ία tου
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ολιγωρία, ε; tqν çcρεις tqν λcçq;
ΑΝΤΡΑΣ: Aεν μου λες. Πooο ¿ρονeν είoαι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Προtιμe να μqν αaανtήoω, o¿ι αao γυναικεία φιλαρcoκεια µcµαια.. για να μqν oε
aλqγeoω.
ΑΝΤΡΑΣ: Είoαι oίγουρq; (πα"ση) γιαtί δεν otαμάtqoες;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν μου αρcoουν οι καµγάδες. μας μcνουν ακoμq tρεις eρες.
ΑΝΤΡΑΣ: Τρεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Nαι
ΑΝΤΡΑΣ: Oα tο ανtcçουμε (πα"ση)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αυtά, aου λες.
ΑΝΤΡΑΣ: Ποια;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τίaοtα (πα"ση) δεν εaικοινωνοuμε.
ΑΝΤΡΑΣ: Γιαtί tο λες; (πα"ση) μaορείς να oυνε¿ίoεις να μιλάς, αν 0cλεις
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν c¿ει νoqμα. 10ελα να κάνω διάλογο, o¿ι να μιλαω μoνq μου.
ΑΝΤΡΑΣ: Ευ¿αριote aολu (πα"ση) Αν νομί¸εις otι με εκνευρί¸εις, κάνεις aολu μεγάλο λά0ος. Nομί¸ω
aως είoαι φοµερή tuaιooα. Μ`ακους;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εaειδή tο να οδqγείς γίνεtαι μq¿ανικά, δεν μaορe να αaοφuγω να μου cρ¿ονtαι oλες αυtcς
οι aερίεργες oκc¡εις. Kι εί¿α ανcκα0εν tqν αίo0qoq otι tο ίδιο oυμµαίνει oε oλον tον κooμο. 4tαίει
µcµαια και q νu¿tα. Το oκοtάδι. 4tαίει αυto tο φως aου δεν είναι φως. Συνδcω tο oκοtάδι με tο
0άναtο, αναaoφευκtο. Kαι είναι κάtι aου γίνεtαι αao μoνο tου. Τα ακίνqtα ανtικείμενα.. οι oκιcς. Η
aoλq. Aεν μου αρcoει q aoλq tq νu¿tα. Αυtή q qoυ¿ία.. με tρομά¸ει. Παρ` oλα αυtά aροtιμe tqν
νυ¿tερινή µάρδια. Aεν çcρω γιαtί. Πι0ανoν να με cλκει tο otι με φοµί¸ει, oaως tα aαιδιά. Aεν είναι
aερίεργο aου μια αotυνομικoς ομολογεί otι φοµάtαι;
ΑΝΤΡΑΣ: Kα0oλου
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν tο καλοoκεφtείς μoνο tο oκοtάδι φοµάμαι. Οutε ο κίνδυνος οutε tο ρίoκο οutε q
aεριactεια με φοµί¸ουν. Αρκεί να υaάρ¿ει άaλεtο φως. Μoνο tο oκοtάδι.. q ακινqoία. Εou;
ΑΝΤΡΑΣ: O¿ι
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εou δεν φοµάoαι tίaοtα;
ΦΩΝΗ: Προoο¿ή 106 και 112. Εaείγουoα ανακοίνωoq! 106, 112 . Εaείγουoα κλήoq!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: 106.. oας ακοuμε
ΑΛΛΗ ΦΩΝΗ: εδe 112
ΦΩΝΗ : `aοatες κινήoεις otα µoρεια aροάotια. Xριotoφορου Kολoμµου 707. Πι0ανeν aρoκειtαι για
αν0ρωaοκtονία. Aε¿tήκαμε tqλεφeνqμα αao tο 709 tqς ίδιας οδοu. Τους φάνqκε otι ακοuotqκε
aυροµολιoμoς και είδαν κάaοιον να µγαίνει αao cνα oaίtι aριν αao λίγα λεatά, εaείγον aεριotαtικo,
ανι¿νεuotε tqν aεριο¿ή, ελcγçtε aι0ανcς uaοatες κινήoεις ο¿qμάtων και aεραotικeν. Αν q aλqροφορία
είναι cγκυρq, ο δολοφoνος 0α aρcaει να εγκαtcλει¡ε tο oaίtι aριν αao λίγα λεatά
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aική μας υao0εoq (στην συσκευ$) εδe 106, μήνυμα ελήφ0q, είμαotε aολu κονtά.
Kαtευ0υνoμαotε aάραυtα. (στον άντρα) Σειρήνα. (αναπτ"σσει ταχ"τητα. Ο άντρας συν!ει την σειρ$να.
(νά'ει το χαρακτηριστικό φάρο. (λλά !εν ακο"γεται $χος) Σειρήνα είaα!!
ΑΝΤΡΑΣ: Τqν cµαλα
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν ακοuγεtαι tίaοtα
ΑΝΤΡΑΣ: Μα tqν cµαλα..
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα δεν ακοuγεtαι
ΑΝΤΡΑΣ: Ο¿ι. 0α ¿άλαoε
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι μαλακιcς λες teρα; Οι oειρήνες δεν ¿αλανε. Aεν γίνεtαι να ¿αλάoουν. Aεν ¿αλανε aοtc
ΑΝΤΡΑΣ: Αυtή ¿αλάει. μoλις ¿άλαoε.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ας tο oε μcνα. Εκtoς αao αaα0ής είoαι και αδcçιος (προσπαθεί να συν!σει την σειρ$να.
+τυπάει !υνατά #ε το χρι της το #ηχανισ#ό. Ο άντρας νευριά)ει. & γυναίκα συνεχί)ει να πατάει !ιάφορα
κου#πιά του #ηχανισ#ο". Ο!ηγεί #ε το να χρι και αυ%άνει συνεχώς ταχ"τητα)
ΑΝΤΡΑΣ: Ko¡ε! Τι κάνεις; Ko¡ε!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι;
ΑΝΤΡΑΣ: Aεν δουλεuει q oειρήνα, κo¡ε
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aουλεuει ο φάρος, tο ίδιο κάνει
ΑΝΤΡΑΣ: Μα tι κάνεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν άκουoες tο oήμα;
ΑΝΤΡΑΣ: Nαι, και λοιaoν;
ΓΥΝΑΙΚΑ: 1¿ε tο νου oου για καμιά uaοatq κίνqoq, aλqoιά¸ουμε
ΑΝΤΡΑΣ: Μα, tι otο διάολο 0cλεις να δω με tctοια tα¿utqtα; 1çαλλου c¿ουμε κανcνα ¿ιλιoμεtρο
ακoμα
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τιιιι;; (επιταχ"νει)
ΑΝΤΡΑΣ: 1ι.. 0α aαtήoεις κανcνα. Πάtα φρcνο!! Ko¡ε tα¿utqtα! Περνάς tο φανάρι με κoκκινο!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν είδα κανcνα κoκκινο
ΑΝΤΡΑΣ: Aμα δεις, μqν tο çαναaεράoεις
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πρcaει να φtάoουμε cγκαιρα. Aεν άκουoες; Πρcaει να tον toακeoουμε tο μαλακα. Τι
0cλεις δqλαδή; Nα μας aρολάµει και να φtάoει aρetο tο 112;
ΑΝΤΡΑΣ: Μα, aοιον μαλακα; Τι λες; Aεν c¿ουν εaιµεµαιeoει tίaοtε ακoμα
ΓΥΝΑΙΚΑ: 4υoικά και c¿ουν.
ΑΝΤΡΑΣ: 1¿εις tρελα0εί.. 0ες να aεράoουμε aει0αρ¿ικo;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πει0αρ¿ικo; Ωραίος είoαι! Oες να ανοίçω tο otoμα μου και να αρ¿ίoω να μιλαω για tqν
ολιγωρία oου;
ΑΝΤΡΑΣ: Είoαι άρρωotq.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Oα φtάoουμε μqν φοµάoαι!! Kανείς δεν 0α μά0ει για tqν oειρήνα, 0α tqν φtιάçουμε, αuριο
κιoλας, aρωί aρωί, κι οutε γάtα οutε ¸qμία. Aοιaoν, 0α φtάoουμε, κι ενe εou 0α είoαι μcoα otο oaίtι
εγe 0α ¿tενί¸ω tους δρoμους και 0α tον aιάoω tον μαλακα, 0α tον oκυλοµρίoω, 0α tον αρaάçω αao tο
μαλλί 0α tον ¿eoω με μια κλοtoιά μcoα otο αυtοκίνqtο και 0α tον aάω με tα ίδια μου tα ¿cρια otο
tμήμα. και μεtά 0α είναι oλα ενtάçει, γιαtί είμαι αotυνομικoς εγe!!
ΑΝΤΡΑΣ: Kαι εγe αλλά δεν µλcaω tooες tαινίες. ! KΟKKINΟ!!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: 1¿ε μου εμaιotοouνq
ΑΝΤΡΑΣ: Πρooε¿ε !!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Oα tο µουλeoεις; 4tάνουμε!!
ΑΝΤΡΑΣ: Ko¡ε. κo¡ε, aας με εκαtoν tριάνtα!!!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: 4tάνουμε!!
ΑΝΤΡΑΣ: KΟKKINΟ!
ΓΥΝΑΙΚΑ: 4οµάoαι.. ε; eotε αυto είναι. φοµάoαι λοιaoν !!
(/ο περιπολικό περνά #ε κόκκινο και συγκρο"εται 'ιαία #ε ναν #οτοσικλετιστ$. Ο ο!ηγός τινά)εται στον
αρα η #ηχαν$ σρνεται στην άσφαλτο, κάνει στροφς γ"ρω από τον ά%ονα της και 'γά)ει σπίθες. &
γυναίκα κτυπάει στο τι#όνι και παταει απότο#α φρνο.. οι τροχοί τρί)ουν στην άσφαλτο. /ο αυτοκίνητο
κάνει #ια στροφ$ @AB #οιρών και κοκαλώνει. ,πασ#να τ)ά#ια ο αστυνο#ικός 'γαίνει από το αυτοκίνητο
και πλησιά)ει στον ο!ηγό που κείτεται στην ασφαλτο. στην συνχεια κατευθ"νεται προς την πόρτα του
ο!ηγο" και την ανοίγει απότο#α, η αστυνο#ικός 'γαίνει ντρο#η #ε τα χρια στο κεφάλι)
ΑΝΤΡΑΣ: 1λα. cλα να δεις tι cκανες!! Γρήγορα αo0ενοφoρο!!! Kάλεoε αo0ενοφoρο!! Kάλεoε
αo0ενοφoρο!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μq μου φωνά¸εις εμcνα! 1¿ω aονοκcφαλο! Παραtάμε!! Τι cγινε δqλαδή; Τι cγινε;
ΑΝΤΡΑΣ: Nα tι cγινε. κοιtά otον δρoμο, qλί0ια!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποu;
ΑΝΤΡΑΣ: Εκεί!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάω να δω
ΑΝΤΡΑΣ: Αo0ενοφoρο aρetα!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aoε με! να aάω να tον µοq0ήoω
ΑΝΤΡΑΣ: Μqν tον αγγίçεις
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γιαtί; αφοu κινείtαι..
ΑΝΤΡΑΣ: Μqν tο αγγίçεις είaα..
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν c¿ει aά0ει tίaοtα, να κοιtά, κινείtαι, tίaοtα oοµαρo! Εγe ¿tuaqoα μου καρφe0qκε tο
tιμoνι otο otcρνο!
ΑΝΤΡΑΣ: Πήγαινες με εκαtoν tριάνtα! Πeς είναι δυναtoν να μqν caα0ε tίaοtα; Oα aρcaει να c¿ει
¿tυaήoει εoωtερικά. Koκαλα και κρcας 0α c¿ουν γίνει cνα
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kοφ` tο με αqδιά¸εις! (Ο #οτοσικλετιστ$ς σηκώνεται στα γόνατα, η γυναίκα θλει να πάει
προς το #ρος του αλλά την συγκρατεί ο άντρας. 4ιλάνε πολ" ντονα, #ε φρεν$ρη ρυθ#ό)
ΑΝΤΡΑΣ: (στο #οτοσικλετιστ$) Μqν κινείoαι, μqν κινείoαι (στην γυναίκα) αo0ενοφoρο, κάλεoε
αo0ενοφoρο
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kάλεoε εou, εγe 0α μείνω μα¸ί tου.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: (#ετά 'ίας 'γαίνει η φων$ του) Τα αυtιά μου. Τα αυtιά μου. Aεν ακοuω
tίaοtα.. aονάω.. δεν ακοuω tίaοtα. με aονανε...
ΑΝΤΡΑΣ: Kάλεoε εaιtcλους αo0ενοφoρο, μαλακιoμcνq!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σκάoε. Μιλάει ο άν0ρωaος
ΑΝΤΡΑΣ: 1λα εδe
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aoε με, με aονάς.
ΑΝΤΡΑΣ: Σου είaα μqν tο αγγί¸εις είναι εaικίνδυνο!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kαι tι otο διάολο 0cλεις να κάνω?
ΑΝΤΡΑΣ: Nα καλcoεις αo0ενοφoρο! (την αρπά)ει 'ιαία από το #πράτσο και την πηγαίνει στο
περιπολικό. -ερνά το χρι του #σα από το παράθυρο, πιάνει τον ασ"ρ#ατο και τον !ίνει στην γυναίκα, η
οποία !εν το πιάνει εν τω #ετα%" ο #οτοσικλετιστ$ς προσπαθεί να 'γάλει το κράνος #ε α!"να#ες και αργς
κιν$σεις)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Με aονάς
ΑΝΤΡΑΣ: Πάρε, μιλά εou! Τι; νtρcaεoαι; αυto είναι, ε; Ntρcaεoαι, μαλακιoμcνq υotcρω!
ΓΥΝΑΙΚΑ: O¿ι
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Kανείς. δε. μ` ακοuει; . να . με µοq0ήoει.. να . tο µγάλω. κάtι
c¿ει. μaει. otα αυtιά μου... Kαι. aρcaει να. tο.. Bγάλω...αλλά tα aoδια μου. Aεν. Τα.
Nιe0ω. aοιος.. είναι.. εδe;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Eαναμίλqoε
ΑΝΤΡΑΣ: Kαι λοιaoν;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aκου..
ΑΝΤΡΑΣ: Ας tον ήoυ¿ο! Αλt μqν κινείoαι! Μqν φοµάoαι, cρ¿εtαι µοή0εια! Μqν κάνεις tίaοtα εou.
Ηρcμqoε, μqν oqκω0είς!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γιαtί να μqν oqκω0εί; Αφοu μaορεί ο άν0ρωaος..
ΑΝΤΡΑΣ: Oα tο µουλeoεις; Oες να tον oκοteoεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Nα tον µοq0ήoω 0cλω. Aεν µλcaεις otι δεν caα0ε οutε γραt¸ουνιά;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Πρcaει να µγάλω. Αυto.. με aονάει. aοναω aολu. 0cλω να. ω¿
(καταφρνει να σηκωθεί. *εν #πορεί να κάνει ο"τε '$#α, χάνει την ισορροπία του. & γυναίκα θλει να πάει
!ίπλα του αλλά την ε#πο!ί)ει ο άντρας)
ΑΝΤΡΑΣ: Aεν καtαλαµαίνεις; Aotο oου λcω!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πeς μaορείς να είoαι tooο oκλqρoς;
ΑΝΤΡΑΣ: Σκλqρoς εγe; Oα με aιάoει και υotερία με εocνα tqν qλί0ια aου c¿ω μaλcçει! (η γυναίκα τον
χαστουκί)ει. Ο #οτοσικλετιστ$ς 'γά)ει το κράνος χωρίς να το αντιληφθο"ν οι αστυνο#ικοί τρχει αί#α στην
#"τη του και από τα αυτιά του. /α #αλλιά του χουν κολλ$σει. ,καλί)ει το αυτί του #ε το !άχτυλο και
%επη!ά άφθονο αί#α. 7"νει το κεφάλι του)
ΑΝΤΡΑΣ: Αυto 0α μου tο aλqρeoεις
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μq με αaειλείς, εμcνα!!
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: cι. λίγο νερo. δι¡άω.. μaάtoοι είotε;. νομί¸ω aως με... ορίotε tα
otοι¿εία μου. με λcνε..
ΑΝΤΡΑΣ: Μqqqqq! Γιαtί cµγαλες tο κράνος; Το αo0ενοφoρο γρήγορα!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Nα tο καλcoεις εou!
ΑΝΤΡΑΣ: (στον ασ"ρ#ατο) Kcνtρο. Εδe 106, αaανtήotε. Προoο¿ή, εaείγον, εδe 106!
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: νομί¸ω.. aως.. Πονάω aολu. δεν ακοuω tίaοtα. tι;. και. 1¿ει
çερα0εί... tο otoμα μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kcνtρο: Προoο¿ή !! Xρεια¸oμαotε εaειγoνtως αo0ενοφoρο!!
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Nα. tο aορtοφoλι μου. μcoα είναι. (#ε τα γόνατα στο !αφος)
ΑΝΤΡΑΣ: Τι διάολο! Aεν δουλεuει! Μα aως tον αφήoαμε να µγάλει tο κράνος; Ecρεις tι μaοροuμε να
aά0ουμε qλί0ια;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aες να aε0άνει;
ΑΝΤΡΑΣ: Aνtε να µρεις cνα tqλcφωνο, φeναçε, tρεçε, çυaνα κάaοιον. Kαι δεν c¿ω άλλq εaιλογή να tο
çcρεις, δεν γίνεtαι αλλιeς.. είμαι αναγκαoμcνος να tο κάνω!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να κάνεις δqλαδή;
ΑΝΤΡΑΣ: Nα aω tqν αλή0εια. çcρεις tι μaοροuμε να aά0ουμε;
ΓΥΝΑΙΚΑ: O¿ι
ΑΝΤΡΑΣ: Aεν φανtά¸εoαι ;
ΓΥΝΑΙΚΑ: O¿ι.
ΑΝΤΡΑΣ: Kοίtα!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι κάνει;
ΑΝΤΡΑΣ: Πε0αίνει! (ο #οτοσικλετιστ$ς πφτει #προ"#υτα στο !αφος #προστά στα κπληκτα #άτια των
αστυνο#ικών)
Σκqνή 7
q
(,αλόνι πολυτελο"ς σπιτιο". Έπιπλα ,τηλφωνο. ,κοτά!ι. 4παίνει το θ"#α και ανά'ει το φως. ;λπου#ε
καθισ#νο το !ολοφόνο, #C να #πουκάλι στο χρι)
ΘΥΜΑ: Μα.μα. Ποιος είotε;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Αργήoαtε.
ΘΥΜΑ: Ορίotε;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: 1¿ω δυο eρες aου oας aεριμcνω.
ΘΥΜΑ: Μaορείtε. μaορείtε να μου aείtε aως μaήκαtε otο oaίtι μου; Ποιος είotε; 4uγεtε αμcoως!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: O¿ι.
ΘΥΜΑ: Oα καλcoω tqν αotυνομία
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Σκαoμoς! (Ο !ολοφόνος 'γά)ει πιστόλι)
ΘΥΜΑ: Τι.tι..είναι αυto;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Aεν µλcaεις tι είναι, qλί0ιε. Πιotoλι.
ΘΥΜΑ: Ocλεις να με oκοteoεις;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Αν 0cλω να oε oκοteoω; Εγe; Aεν çcρω. 4ανtά¸ομαι aως o¿ι. Αλλά aρcaει να tο
κάνω εγe .Γι αυto.
ΘΥΜΑ: Γι`αotειο aρoκειtαι, ε;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Aεν κάνω aοtc αotεία. Μqν κινείoαι!
ΘΥΜΑ: Ποιος είotε;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Τις oqμαoία c¿ει; Kανείς δεν είμαι. Με aλqρeνουν για να κάνω tq δουλειά μου.
ΘΥΜΑ: Ποιος;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Ecρεις aολu καλά. Τcρμα οι ερωtήoεις.
ΘΥΜΑ: Aεν 0α tολμήoεις να .
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: 4υoικά και 0α tολμήoω.
ΘΥΜΑ: Oα oε ακοuoουν. Oα oε aιάoουν.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Σιγαotήρας. 4οµαoαι,ε; Τελευtαίο μονtcλο. Είναι o¿εδoν μεoάνυ¿tα. 1çω ερqμία.
Ποιος 0α oε ακοuoει; Kάνεις. Πολu εuκολq δουλειά. Aεν νομί¸εις; Αλλά κά0ιoε. Kά0ιoε (-α"ση) Μqν
tαρά¸εoαι. Aε 0α oε aονcoω. Οutε aου 0α tο καtαλάµεις. Aεν αotο¿e aοtc. 1να δευtερoλεatο 0α aάρει.
1oυ¿ος 0άναtος, oε ouγκριoq με άλλους. Με oυγ¿ωρείς. Aεν oυνq0ί¸ω να aιάνω κουµcνtα με αυtοuς
aου aρoκειtαι να. Aεν μιλαω κα0oλου. Aες tους δίνω ¿ρoνο. Αaλeς teρα μ` εocνα. Σε aερίμενα
aάνω αao δυο eρες. 1oaαoαν tα νεuρα μου. Μου acραoε αao tο μυαλo otι cκανα λά0ος oaίtι. Αλλά
είδα μια φωtογραφία oου otο δωμάtιο. Πολu oμορφq φωtογραφία με tq γυναίκα oου, tα aαιδιά oου,
aανcμορφq. Τελικά coµqoα tο φως και κά0ιoα εδe να oε aεριμcνω. 1oaαoαν ,oμως tα νεuρα μου. Σου
είaα να κα0ίoεις! Kαι μqν κοιtάς γuρω oου, να µρεις tίaοtα να μου aεtάçεις otο κεφάλι q να μου
αρaάçεις tο aιotολι. 1toι και κάνεις tqν aαραμικρή κίνqoq, tqν cµα¡ες: 0α oου tρυaήoω tο κρανίο. Αν
και tελικά, αυto c¿ω oκοao να oου κάνω. Aεν çcρω γιαtί otα λcω oλα αυtά. Aεν είμαι oαδιotής.
Αλή0εια oου λcω, δεν είμαι. Αλλά aρcaει να αaο¸qμιω0e γι` αυtcς tις eρες aου aερίμενα. Aεν αρcoει q
φάtoα oου. Μqν με κοιtάς ctoι. Γιαtί με κοιtάς ctoι; (-α"ση) Είναι µcµαιο aως 0α oε oκοteoω.
(-α"ση. Ο !ολοφόνος σηκώνει το όπλο και ση#α!ε"ει το κεφάλι του θ"#ατος. /ο θ"#α καλ"πτει
ενστικτω!ώς το κεφάλι #ε τα χρια του. Ο !ολοφόνος 'λποντας την κίνηση του θ"#ατος, γελάσει και
κατε'ά)ει το όπλο)
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Τι tεμacλqς! (-α"ση)
ΘΥΜΑ: Μqν tο κάνεις!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Ορίotε;
ΘΥΜΑ: Μqν tο κάνεις!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Aεν άκουoα;
ΘΥΜΑ: Μqν tο κάνεις, για tο Oεo! (-α"ση)
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Τι είaες;
ΘΥΜΑ: Μqν tο κάνεις!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: O¿ι, o¿ι, o¿ι, o¿ι. Aεν είaες μoνο αυto. Μου φάνqκε aως άκουoα και κάtι άλλο, ειaες
«μqν tο κάνεις ,για. για. για...» Για. aοιον;
ΘΥΜΑ: Για tο. Oεo.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Για aοιον; (-α"ση)
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Για tο Oεo. Είaες «για tο Oεo»;
ΘΥΜΑ: Aεν 0α oε αφήoει ο Oεoς να tο κάνεις.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Σοµαρά;
ΘΥΜΑ: Nαι.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Αυto 0α tο δοuμε.
ΘΥΜΑ: Kι αν tο κάνεις, 0α oε tιμωρήoει.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Πeς είaες;
ΘΥΜΑ: Oα oε tιμωρήoει.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Μqν με κάνεις να γελαω. (-α"ση) 1oυ¿α! 1¿ω aιει λίγο. (-α"ση) Oα με tιμωρήoει.
Aεν 0α αφήoει να tο κάνω. Μaρρρ. Aκου να δεις. εγe είμαι υaο¿ρεωμcνος να oε oκοteoω. Με
aλήρωoαν και 0α tο κάνω. Ecρεις aοιος. Kαι çcρεις aως είναι αυtcς οι δουλειcς. αν δεν oκοteoω δεν
aαίρνω μια, q ίoως και ¿ειρotερο, aοιος çcρει. Αλλά αao¡ε c¿ω aιει λίγο και 0α oου aροtεινω. cνα
aαι¿νίδι!
ΘΥΜΑ: Oα oου δeoω ooα 0ες.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Bουλωo`tο. Είaες aριν «μqν με oκοteoεις. μq με oκοteoεις. για tο. Oεo» ctoι
δεν είaες; Αυtή ακριµeς είναι q aρoκλqoq. Εaικαλcotqκες tο Oεo για να oε oeoει. 1toι δεν είναι; Aρα,
aιotεuεις otο Oεo.
ΘΥΜΑ: Oaως κι εou.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Εγe; Aεν νομί¸ω. Aκου λοιaoν. Αν cρ0ει oε acνtε λεatά και oε oeoει, 0α aιotc¡ω o`
αυtoν Σίγουρα. Εμaρoς ,αρ¿ί¸ουμε.
ΘΥΜΑ: Τι;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Πcνtε λεatά.
ΘΥΜΑ: Τι;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Σου δίνω acνtε λεatά. 4tάνουν acνtε λεatά;
ΘΥΜΑ: Για aοιο aράγμα;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Τι qλί0ιος! Για να καλcoεις tο Oεo. Για να εμφανιotεί και να oε oeoει. Για να με
tιμωρήoει. Για να μqν μ` αφήoει να oε oκοteoω. Τotε 0α aιotc¡ω κι εγe o` αυtoν. Πcνtε λεatά. Nα
δοuμε aοιος 0α νικήoει. Αν υaάρ¿ει, 0α cρ0ει. Αν cρ0ει, νίκqoες. Aε 0α oε oκοteoω. Αν δεν cρ0ει, 0α oε
oκοteoω, κι ctoι νικαω εγe. Kαι 0α oε oκοteoω. Πcνtε λεatά.
ΘΥΜΑ: Μq.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Τι «μq»;
ΘΥΜΑ: Σε aαρακαλe. oε aαρακαλe.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Τρία, δυο, cνα. Πάμε. Ο ¿ρoνος μεtράει. (-α"ση) Εμaρoς, κάλεoε tον.(-α"ση)
Aε 0α tον καλcoεις; (-α"ση) Γιαtί δε λες κάtι; Xάνεις ¿ρoνο! (-α"ση) Kάλεoε tον!!!
ΘΥΜΑ: Oεc μου!!!Oεc μου!!!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Εaιtcλους! Τcooερα λεatά. (-α"ση) Τίaοtα ακoμα. Τίaοtα. 1oως να μq oε άκουoε. Για
çαναφeναçε. Kάλεoε tον aάλι.
ΘΥΜΑ: Ααααααα¿¿¿!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: 1toι tον καλείς; Εou çεφωνί¸εις μονα¿ά.
ΘΥΜΑ: Σε aαρακαλe.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Τρία λεatά ,aενήνtα δεutερα.
ΘΥΜΑ: Aκουoε με., άκουoε με., εγe 0α μaοροuoα. μaορe.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Μq ¿άνεις tο ¿ρoνο oου μιλeνtας o` εμcνα. Συγκενtρeoου. Μά¸ε¡ε oλες tις δυνάμεις
oου και κάλεoε tο Oεo. Aεν c¿ει νoqμα να αaευ0uνεoαι o` εμcνα. Aε 0α καtαφcρεις tίaοtα. Μoνον
Αυtoς μaορεί να με otαμαtήoει. Τρία λεatά, oαράνtα δεutερα.
ΘΥΜΑ: Πάtερ qμeν ο εν tοις ουρανοις.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: 1toι μaράµο, aροoευ¿ήoου. Kαλo για αρ¿ή. Otαν ήμουν μικρoς, aροoευ¿oμουν
oυνc¿εια, αλλά δεν καtάφερα να tον δω οutε μια φορά. Αλλά ας μq oε αaογοqtεuω. Σου μcνουν tρία
λεatά και δcκα δευtερoλεatα.
ΘΥΜΑ: Αγιαo0qtω. tο. oνομα oου. ελ0εtω . q. µαoιλεία oου. (-α"ση)
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Τι φρίκq. Xεotqκες aάνω oου; (/ο θ"#α κλαίει) Τι αqδία! Τα κάνε aάνω tου. Aυο
λεatά, oαράνtα δεutερα. Ακoμq να εμφανιotεί! 1¿εις, oμως, ¿ρoνο. Αν cρ0ει µcµαια, και oε µρει
¿αoμcνο αao tqν κορυφή μc¿ρι tα νu¿ια. tι 0α oκεφtεί για ocνα;
ΘΥΜΑ: Μqqqqqq!!!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: 1toι φωνά¸εις tο Oεo; Ανtί για εaίκλqoq, ακοuγεtαι oαν tqν κραυγή ενoς αδuναμου.
Aυο λεatά, tριάνtα δεutερα. Σtαμαtαω, oμως ,να μιλαω. Σtαμαtω. (-α"ση)
ΘΥΜΑ: Aκου. άκου. c¿ω οικογcνεια.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: Aυο λεatά, δcκα δεutερα.
ΘΥΜΑ: Aκουoε με!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: O¿ι o` εμcνα! Σtο Oεo! Μίλα otο Oεo. Σtο Oεo, otο Oεo.
ΘΥΜΑ: Σκc¡ου μια otιγμή tqν οικογcνεια μου. Τα aαιδιά μου, tq γυναίκα μου, tο oκuλο μου, tο oaίtι
μου, tους γείtονες μου. Μ' αγαaανε και 0cλουν να με µλcaουν κά0ε μcρα. Aε γίνεtαι να με oκοteoεις και
να γυρίoεις ήρεμος oaίtι oου, oαν να μqν c¿ει oυμµεί tίaοtα. 4ανtάoου tα aαιδιά μου, otαν 0α με δουν
νεκρo και 0α çcρουν otι με oκotωoε tο ¿cρι ενoς δολοφoνου, ενoς µαoανιotή aου oκotωoε cναν α0eο
για μερικcς ¡ωροδεκαρες. 4ανtάoου tο aρooωaο tqς μικρής μου κoρqς ,otαν oλοι 0α tqν δεί¿νουν otο
δρoμο και 0α λcνε: «Nα, q κoρq αυtοu aου δολοφoνqoαν, αυtοu tου tίμιου οικογενειάρ¿q aου µρήκε
άδικο 0άναtο». Σκοteνονtας εμcνα, oκοteνεις και tα aαιδιά μου, tους καtαotρcφεις tq ¸ωή. Μaορείς
να tο φανtαotείς., για μcνα δεν υaάρ¿ει tίaοtα άλλο otον κooμο, μoνο tα aαιδιά μου. Είναι μικρά και
c¿ουν oλq tq ¸ωή μaροotά tους. Kαι να çcρεις aως και tq γυναίκα μου tqν αγάaα. Είναι tρυφερή,
ερωtική, γλυκιά, και με çcρει aολu καλά, αν και αγνοεί tα μικροaροµλήμαtα aου c¿ω με. αυtοuς aου
oε aλqρeνουν για να με oκοteoεις. Kαι μοιρά¸εtαι tο κρεµάtι tqς μ cναν άνtρα aου tον 0εeρει
ευαίo0qtο, aράο, αçιαγάaqtο. Σκc¡ου tα aρooωaα tων aαιδιeν μου aου με λαtρεuουν. 4ανtάoου tqν
οργή και tον aoνο aου 0α νιeoουν, otαν μά0ουν tqν αλή0εια και 0α aρcaει να κουµαλάμε αυto tο µάρος
otις ¡υ¿cς tους ,μc¿ρι να aε0άνουν. Oα αναγκαotοuν να αλλάçουν oaίtι, να αλλάçουν γειtονιά, να
αλλάçουν aoλq, για να çε¿άoουν ,για να με çε¿άoουν, για να μqν tους 0υμί¸ει tίaοtα εμcνα. 4ανtάoου
tα aρooωaα tους μaροotά otο φcρεtρο μου, μcoα otqν εκκλqoία. Oα κραtιοuνtαι αa`tο ¿cρι και 0α και
0α aροoaα0οuν να oυγκραtήoουν tο λυγμo, tqν αqδία και tον εμεto, εaειδή 0α γνωρί¸ουν tqν
φρικαλεotqtα aου κάaοιος διcaραçε otον ίδιο tους tον aάtερα, για μερικcς ¡ωροδεκαρες. Μaορείς να
δεις tο µα0u μίoος και tqν αaοotροφή aου 0α νιe0ει oλq q οικογcνεια μου για tο δολοφoνο tου aάtερα
tους; Oα oε καtαργιoνtαι, κι ας μq oε γνωρί¸ουν. Kι εμcνα 0α με κλά¡ουν και 0α με νοotαλγήoουν και
0α çεoκονί¸ουν oλα tα ανtικείμενα aου c¿ω αγγίçει και 0α aαίρνουν otα ¿cρια tους oλα tα aαι¿νίδια aου
tους c¿ω ¿αρίoει και 0α κραtήoουν tις aιο tρυφερcς αναμνήoεις αao μcνα. Aεν 0α aά¡ου aοtc να με
αγαaοuν και aάνtα 0α tους λείaω. Aκουoε με, με aροoο¿ή. Aεν μaορe να oε κοιtαω otα μάtια, μqν με
oκοteoεις, μου μcνει ακoμq ¿ρoνος; Aκουoε με, ίoως, ίoως να μqν είμαι εγe αυtoς aου oου μιλαει. Aεν
γίνεtαι να με oκοteoεις, μεtά αa` oλα αυtά aου oου` aα. Aεν μaορe να oε κοιtαω otα μάtια, αλλά
μaορe να oου μιλαω, ίoως, ίoως, ίoως, να μqν είμαι εγe αυtoς aου oου μιλαει. 1νας άν0ρωaος oε αυtή
tqν καtάotαoq δε 0α μaοροuoε να μιλήoει ctoι oaως μιλαω εγe, καtαλαµαίνεις; Aεν µλcaεις otι μaορεί
αυtήν tq otιγμή να μqν είμαι εγe αυtoς aου oου μιλαει, αλλά Εκείνος, aου μιλαει μcoω εμοu; Aεν
µλcaεις otι teρα δεν είμαι cνας οaοιοoδήaοtε άν0ρωaος κι otι ο Oεoς είναι εγe q otι εγe είμαι ο Oεoς,
κι otι υaάρ¿ει μcoα oε oλους μας, και teρα μιλαει μcoω εμοu για να oε aροειδοaοιήoει; Είναι ο Oεoς
aου oου μιλαει, μcoω tου otoμαtος μου. Γιαtί δεν κοιtάς tο ρολoι; Acκα δευtερoλεatα δεν c¿ουν
αaομείνει; ctoι δεν είναι; (Ο !ολοφόνος τον πυρο'ολεί στο κεφάλι)
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: 1εutq!
(το θ"#α κάνει να '$#α πίσω #ε #ια τρ"πα στο #τωπο και το πρόσωπο γε#άτο αί#ατα. ,πάει το τ)α#ί της
#παλκονόπορτας ο !ολοφόνος τρο#ά)ει από τον θόρυ'ο και το 'ά)ει στα πό!ια. /ο σώ#α του θ"#ατος
αρχί)ει να κάνει σπασ#ο"ς το αί#α ανα'λ")ει και !η#ιουργείται #ια λί#νη από αί#α στο πάτω#α. /ο θ"#α
χάνεις τις !υνά#εις του #χρι που #νει ακίνητο)
ΜΕΡΟΣ AΕΥΤΕΡΟ
Σκqνή 1
q
(στο ί!ιο σαλόνι του σπιτιο" του θ"#ατος, ο !ολοφόνος ση#α!ε"ει το άντρα #ε το πιστόλι)
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: δuο λεatά tριάνtα δεutερα. Σtαμαtάω oμως να μιλαω, otαμαtαω.
(πα"ση το θ"#α συνει!ητοποιεί ότι η απειλ$ του !ολοφόνου είναι αληθιν$. 6ια #ερικά λεπτά τον 'λπου#ε
%απλω#νο στο πάτω#α #ε #ια σφαίρα στο #τωπο. 7αφνικά, αντι!ράει και κοιτάει κατά#ατα τον
!ολοφόνο παίρνει 'αθιά ανάσα)
ΘΥΜΑ: άκου.. c¿εις... εou c¿εις οικογcνεια
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: δυο λεatά και δcκα δεutερα...
ΘΥΜΑ: άκουoε με!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: o¿ι oε εμcνα! Σtο 0εo! Μίλα otο 0εo! Σtο 0εo!
ΘΥΜΑ: aρcaει να με ακοuoεις. 1¿εις οικογcνεια. Σίγουρα c¿εις οικογcνεια!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ: μcνουν δυο λεatά! Μoνο δuο !
ΘΥΜΑ: oκc¡ου, αν c¿εις οικογcνεια, oκc¡ου μoνο για λίγο tqν οικογcνεια oου. Είμαι µcµαιος aως δεν
0α c¿ουν ιδcα aοιος είoαι. Είναι oίγουρο aως tα aαιδιά oου, q γυναίκα oου, ο oκuλος oου, tο oaίtι oου,
οι γείtονες oου δεν çcρουν aοιος είoαι. Aεν γίνεtαι να με oκοteoεις και μεtά να γυρίoεις ήρεμος otο
oaίtι oου oαν να μqν oυμµαίνει tίaοtα. Είναι αδuναtον. 4ανtάoου να μιλήoω otα aαιδιά oου και να
tους αaοκαλu¡ω aοιος είoαι: cνας δολοφoνος, cνας µαoανιotής aου oκοteνει α0eους για μερικcς
¡ωροδεκαρες. 4ανtάoου tο aρooωaο tqς μικρής oου κoρqς otαν oλοι 0α tqν δεί¿νουν otο δρoμο και 0α
λcνε: 'να, κοιtάçtε tqν κoρq tου δολοφoνου, tου κtήνους tου oαδιotή, tου φονιά¨. Σκοteνονtας εμcνα
oκοteνεις και tqν κoρq oου, oκοteνεις oλα oου tα aαιδιά. Τους καtαotρcφεις tqν ¸ωή. Είμαι µcµαιος
aως tο aιο oqμανtικo aράγμα otqν ¸ωή oου είναι tα aαιδιά oου. Oα ναι μικρά και 0α c¿ουν ολoκλqρq
tqν ¸ωή μaροotά tους. Kαι çcρω otι αγαaάς tqν γυναίκα oου. Είναι oίγουρα tρυφερή, ερωtική, γλυκιά
και αγνοεί tο κtήνος aου κρuµεις μcoα oου και μοιρά¸εtαι tο κρεµάtι tqς με cναν άνtρα aου tον 0εωρεί
ευαίo0qtο, aράο, αçιαγάaqtο. Σκc¡ου tα aρooωaα tων aαιδιeν oου, otαν 0α oε oυλλάµουν. 4ανtάoου
tqν οργή και tο μίoος aου 0α νιeoουν, otαν ανακαλu¡ουν tqν αλή0εια και 0α aρcaει να κουµαλάνε αυto
tο µάρος otις ¡υ¿cς tους μc¿ρι να aε0άνουν. Oα κρuµουν tο aρooωaο tους αao νtροaή και 0α
αναγκαotοuν να αλλάçουν oaίtι, γειtονιά, aoλq για να çε¿άoουν, για να oε çε¿άoουν, για να μqν tους
0υμί¸ει tίaοtα εocνα. 4ανtάoου tα aρooωaα tους otο δικαotήριο, otαν εou 0α κά0εoαι otο ειδeλιο tου
καtqγορqμcνου, εaειδή 0α c¿εις oκοteoει εμcνα, και aοιος çcρει aooους άλλους; Oα κραtιοuνtαι αao tο
¿cρι και 0α aροoaα0οuν να κραtήoουν tο λυγμo, tqν αqδία και tο εμεto, otαν 0α ακοuνε tις
φρικαλεotqtες aου c¿εις διαaράçει. Τqν δολοφονία μου και oλες tις υaoλοιaες aου c¿εις διαaράçει εν
¡υ¿ρe για μερικcς ¡ωροδεκάρες. Μaορείς να φανtαotείς tα aρooωaα tους; Μaορείς να δεις tο µα0u
μίoος και tqν αaοotροφή tqς aολυαγαaqμcνqς oου οικογcνειας aου 0α oε αaαρνq0εί και 0α oκίoει oλες
oου tις φωtογραφίες και 0α aεtάçει oλα tα ανtικείμενα aου c¿εις αγγίçει, και tα aαιδιά oου, 0α aεtάçουν
oλα tα aαι¿νίδια aου tους c¿εις ¿αρίoει και 0α oµήoουν oλες tις tρυφερcς αναμνήoεις aου c¿ουν αao
εocνα. γιαtί αao εδe και acρα, o¿ι μoνο 0α oε μιoήoουν, αλλά 0α αναγκαotοuν και να oε çε¿άoουν.
Aκουoε με aροoεκtικά, κοιtά με otα μάtια δεν 0α aε0άνω, tελειeνει ο ¿ρoνος, άκουoε με. Aεν tο
µλcaεις. Aεν είμαι εγe αυtoς aου oου μιλάει, cνας άν0ρωaος oε αυtή tqν καtάotαoq δεν 0α μaοροuoε
να μιλήoει oaως μιλαω εγe. Aεν tο µλcaεις aως είναι εκείνος aου oου μιλάει μcoω εμοu; Aεν tο µλcaεις
aως δεν είμαι αυtoς aου ήμουν.. Ecρεις aοιος είμαι ...teρα.. ναι, çcρεις aολu καλά. Είμαι ο 0εoς.
1φtαoα cγκαιρα για να oε aροειδοaοιήoω. Kοίtαçε tο ρολoι. Μcνουν ακoμα δcκα δευtερoλεatα, κι
oμως ήρ0α είμαι εδe!
(ο !ολοφόνος τον χει πιάσει υπνηλία από την πολυλογία του θ"#ατος. /ο χρι #ε το οποίο ση#ά!ευε το
θ"#α χει χαλαρώσει και την στιγ#$ που το θ"#α λει εγώ Dεί#αι ο θεόςE το πιστόλι πφτει στο πάτω#α. /ο
θ"#α το αρπά)ει α#σως και ση#α!ε"ει το !ολοφόνο. Ο !ολοφόνος χα#ηλώνει το κεφάλι, σκουπί)ει #ε το
χρι του τον ι!ρώτα από το #τωπο του και !αγκώνει !υνατά τα χείλη του σαν να υποφρει από !υνατό
πόνο. 4ια γρα##$ αί#ατος στά)ει από τα χείλη του. ,ηκώνει το κεφάλι. /ο 'λ##α του είναι απλανς. /ο
θ"#α χωρίς να π5η να τον ση#α!ε"ει πιάνει το τηλφωνο και καλεί να νο"#ερο)
Σκqνή 2
q
(tο ίδιο aεριaολικo. Οι ίδιοι αotυνομικοί)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εou δεν φοµάoαι tίaοtα;
ΦΩΝΗ: Προoο¿ή, 106 και 112.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εδe 106.
ΑΛΛΗ ΦΩΝΗ: Εδe 112
ΦΩΝΗ: Μoλις δε¿tήκαμε cνα aερίεργο tqλεφeνqμα αao cναν άνtρα ο οaοίος μα διαµεµαίωoε otι c¿ει
oυλλάµει cνα δολοφoνο otο oaίtι tου, Xριotοφoρου Kολoμµου 707. 1oως είναι φάρoα. Ο tuaος μας είaε
otι καtάφερε να tο çεγελάoει tο δολοφoνο, tου άρaαçε tο aιotoλι και teρα tον oqμαδεuει. Ακουγotαν
aολu νευρικoς. Μας aαρακαλεί να aάμε tο oυνtομotερο, για µοή0εια. Ο δολοφoνος είναι λcει oαδιotής
και aολu εaικίνδυνος, και δεν çcρω και εγe tι άλλο. Εν aάoq aεριateoει, aλqoιάotε με aροoο¿ή.
Μaορεί να ¿ρειαotεί να oυλλάµεtε αυtoν aου μας tqλεφeνqoε, ίoως aρoκειtαι για aαγίδα ή για
με0υoμcνο ή για φαρocρ
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάλι tρελoς μα caεoε. Aεν μaορεί να μας tu¿ει κάtι tqς aροκοaής (στον ασ"ρ#ατο) εδe
106. Μήνυμα ελήφ0q. Είμαotε aολu κονtά, καtευ0υνoμαotε aάραυtα!
ΦΩΝΗ: Aεν ¿ρειά¸εtαι να μaείtε otο oaίtι. Πλqoιάotε και ερευνήotε
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ευ¿αριotοuμε
ΑΛΛΗ ΦΩΝΗ: Nα aλqoιάoουμε και εμείς;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μqν μaαίνεtε otον κoaο 112, αν ¿ρειαotεί µοή0εια 0α oας ενqμερeoουμε (στον άντρα)
Σειρήνα!
ΑΝΤΡΑΣ: Το µρίoκεις αaαραίtqtο;
ΓΥΝΑΙΚΑ: 4υoικά
ΑΝΤΡΑΣ: Oα oqκeoουμε oλq tqν γειtονιά otο aoδι εç` αιtίας κάaοιου φαρocρ;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aάµαμε ειδοaοίqoq. Otαν λαμµάνουμε ειδοaοίqoq µά¸ουμε tqν oειρήνα
ΑΝΤΡΑΣ: Το λcει tο εγ¿ειρίδιο;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Nαι
ΑΝΤΡΑΣ: Αuριο 0α μου δείçεις tqν oελίδα aου tο λcει
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αυto aου 0α κάνω αuριο είναι να ¸qtήoω να μου αλλάçουν oυνάδελφο. Bάλε tqν oειρήνα!
(ο άντρας 'ά)ει την σειρ$να)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τq oειρήνα.. είaα!!
ΑΝΤΡΑΣ: Τqν cµαλα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν ακοuγεtαι..
ΑΝΤΡΑΣ: Oα ¿άλαoε!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι μαλακίες λες teρα; Οι oειρήνες δεν ¿αλάνε, δεν γίνεtαι να ¿αλάoουν. Aεν ¿αλάνε aοtc.
ΑΝΤΡΑΣ: Αυtή ¿αλάει. μoλις ¿άλαoε..
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ας tο oε μcνα. Εκtoς αao αaα0ής είoαι και αδcçιος (προσπαθεί να συν!σει την σειρ$να.
+τυπάει !υνατά #ε το χρι της το #ηχανισ#ό. Ο άντρας νευριά)ει. & γυναίκα συνεχί)ει να πατάει !ιάφορα
κου#πιά του #ηχανισ#ο". Ο!ηγεί #ε το να χρι και αυ%άνει συνεχώς ταχ"τητα) Kαι teρα;
ΑΝΤΡΑΣ: Πρooε¿ε aως οδqγείς!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι μαλακία!
ΑΝΤΡΑΣ: Μqν tρc¿εις
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι μαλακία!
ΑΝΤΡΑΣ: Πρooε¿ε!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kονtεuουμε;
ΑΝΤΡΑΣ: Σε κάνα δυο ¿ιλιoμεtρα
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τιιιιιιι;
ΑΝΤΡΑΣ: Ko¡ε... μα tι κάνεις; Ko¡ε!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kρίμα aου δεν είναι κάtι εaείγον! Τρελαίνομαι να aερναω με κoκκινο, otαν κάaοιος μας
¿ρειά¸εtαι. Aεν oε aιάνει νtροaή, otαν ακοuς, να µρί¸ουν tο oeμα εaειδή φtάνουμε aάνtα αργά;
ΑΝΤΡΑΣ: Σίγουρα, δεν είναι αυtή q aερίatωoq
ΓΥΝΑΙΚΑ: Το ίδιο μου κάνει. Μ` αρcoει να μας ¿ρειά¸ονtαι
ΑΝΤΡΑΣ: Είναι aάνω αao tις δυνάμεις oου. 4αίνεtαι aως tελικά κυλάει μες otο αίμα oου!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιο;
ΑΝΤΡΑΣ: Τίaοtα
ΓΥΝΑΙΚΑ: 4tάνουμε otqν λεωφoρο
ΑΝΤΡΑΣ: Nοuμερο... oιγά oιγά.. 601. aλqoιά¸ουμε
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι κυλάει μες otο αίμα μου;
ΑΝΤΡΑΣ: Η. υaερcνtαoq! (η γυναίκα επιταχ"νει) 1ι 0ες να aαtήoεις κανcνα; Ko¡ε λίγο, μας είaαν να
μqν µια¸oμαotε. Πρooε¿ε tο κoκκινο!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν µλcaω κανcνα κoκκινο
ΑΝΤΡΑΣ: Εaειδή δε κοιtάς
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μq φοµάoαι.
ΑΝΤΡΑΣ: Πάtα φρcνο
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πριν μου cλεγες aως aάμε aqγαίναμε υaερµολικά αργά. και teρα.
ΑΝΤΡΑΣ: Πως aqγαίνουμε υaερµολικά γρήγορα, ακριµeς!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γιαtί δεν tο µουλeνεις λίγο;
ΑΝΤΡΑΣ: Μqν çεaεράoεις tα εµδομήνtα. aρooε¿ε
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν tα çεaαρναω. Ακoμq να φtάoουμε;
ΑΝΤΡΑΣ: Koκκινο !!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μq φοµάoαι!! (περναει #ε κόκκινο, αλλά 'λποντας να ρχεται να #ηχανάκι, πατάει
απότο#α φρνο. Ελαφρ" τρακάρισ#α. Ο #οτοσικλετιστ$ς πφτει στο !αφος χωρίς να εκσφεν!ονιστεί.
;γαίνει από το περιπολικό ο άντρας και πλησιά)ει το #οτοσικλετιστ$ που είναι %απλω#νος στο !ρό#ο και
πάει να ανασηκωθεί. ,την συνχεια πηγαίνει και ανοίγει απότο#α της γυναίκας)
ΑΝΤΡΑΣ: 1λα.. cλα να δεις tι cκανες!!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μq μου φωνά¸εις εμcνα
ΑΝΤΡΑΣ: Γρήγορα αo0ενοφoρο
ΓΥΝΑΙΚΑ: Xtuaqoε;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Μα καλά είotε tελείως μαλακες;
ΑΝΤΡΑΣ: Μq µγάλεις tο κράνος
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΗΣΤΗΣ: (#ε #φαση) Γιαtί; Μα, καλά δεν μaορείtε να με µοq0ήoεtε λίγο; Πονάω,
aε0αίνω αao tον aoνο. Σκαtα, oκαtα, oκαtα!!
ΑΝΤΡΑΣ: ΜΗN µγάλεις tο κράνος!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν άκουoες; Μqν µγάλεις tο κράνος
ΑΝΤΡΑΣ: Εou oκάoε και κάλεoε tο κcνtρο να otείλουν αo0ενοφoρο
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αo0ενοφoρο; Οutε γραt¸ουνιά δεν caα0ε. (ο #οτοσικλετιστ$ς 'γά)ει το κράνος και κοιτά)ει
τους αστυνο#ικο"ς)
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: 1¿εtε oαλtάρει tελείως; Ωραία αotυνομία c¿ουμε! Aε νtρcaεotε λίγο; Aε
φtάνει aου μου γαμήoαtε tο µράδυ, με κάναtε και oκotα! Μα tι μαλακες aου είotε! Kαι εγe tι να tο
κάνω teρα tο μq¿ανάκι aου cγινε oαν φυoαρμoνικα; Oα μου aάρεtε καινοuριο. aeς γίνεtε να aερνάtε
εoείς ελεu0ερα με κoκκινο, εaειδή γουotάρεtε, κι εμάς μας aαίρνεtε tqν άδεια. Ε; Μaορe εγe teρα να
oας κo¡ω κλήoq; Πείtε μου aαλιομαλάκες
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν aρoκειtαι να καλcoω αo0ενοφoρο για αυto tον tρελάρα
ΑΝΤΡΑΣ: Oα oκάoεις;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Nαι μqν tυ¿eν και κουνq0είtε! Αφήotε με εδe να ocρνομαι.. μαλάκες
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν oυνε¿ίoεις να µρί¸εις 0α oε aάμε otο tμήμα
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Nαι.. για tολμά!! Ocλω και εγe να aω δυο λογάκια otον ανetερο oου! Nα tου
aω otι μια μαλακιoμcνq μaαtoίνα acραoε με κoκκινο και μου oακάtε¡ε tα aoδια
ΓΥΝΑΙΚΑ: Υaερµολcς!
ΑΝΤΡΑΣ: Ηρcμιoε νεαρc, και oήκω aάνω!
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Μq με αγγί¸εις. tο aoδι μου! Γαμe tο, tο aoδι μου! Kαι ο oµcρκος μου!
Πονάω γαμe...
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα, tι aας να κάνεις;
ΑΝΤΡΑΣ: Nα tον µοq0ήoω. Τι άλλο να κάνω; Kονtεuει να λιaο0υμήoει.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aκουoε.
ΑΝΤΡΑΣ: Τι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kι αν...
ΑΝΤΡΑΣ: 'κι αν¨ tι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι 0α μου κάνουν αν μά0ουν otι...;
ΑΝΤΡΑΣ: Μq φοµάoαι, αaοκλείεtαι να oε µαoανίoουν, οutε να oου oaάoουν tα aoδια. Σtο κάtω κάtω,
δεκάρα δεν δίνω για tο tι 0α oου κάνουν. (η γυναίκα αρχί)ει να παθαίνει νευρικ$ κρίση. ;ά)ει τα
κλά#ατα. Ο #οτοσικλετιστ$ς είναι #ισολιπόθυ#ος τον υπο'αστά)ει ο άντρας)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Oεοuλq μου!!... Σκαtά.. Σκαtά!
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΗΣΤΗΣ: Aι¡αω.. λίγο νερo.. δι¡άω. 1¿ω μα¸ί μου... εδe. tα otοι¿εία μου.. δεν
νιe0ω καλά. aονάει tο aoδι μου.. και ο oµcρκος μου...
ΑΝΤΡΑΣ: Εou tι κά0εoαι; Aoε tις υotερίες και µοή0α με. Kάλεoε αo0ενοφoρο: γρήγορα
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν μaορe, δεν μaορe. Aεν 0α tο ανtcçω να με aεράoουν aει0αρ¿ικo.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Ορίotε. Τα otοι¿εία μου. Oα. 0α µρείtε.. διεu0υνoq, tqλcφωνο, oλα..
tqλεφωνήotε otq.. Σtq μα, μα... γιαtί aονάω tooο; (αρθρώνει #ε !υσκολία συνεχί)ει να
υπο'αστά)εται από τον άντρα. /ους ει!οποιο"ν %ανά από τον ασ"ρ#ατο)
ΦΩΝΗ: Προoο¿ή 106, aροoο¿ή. Μεtαµείtε αμcoως otο αμcoως otqν aροqγοuμενq διεu0υνoq. Το 112
c¿ει ήδq φtάoει, και µρήκαν tον άνtρα aου cκανε tο tqλεφeνqμα. Αao otι φαίνεtαι εί¿ε δίκιο.
Xρειά¸ονtαι ενιo¿uoεις. Ο άνtρας είναι οaλιoμcνος κι c¿ει υaοotεί νευρικo κλονιoμo. Ευtυ¿eς ο aαρ'
ολίγον δολοφoνος c¿ει oυλλqφ0εί. Προoο¿ή 106. 106 !!! Ποu είotε; 106!! 106! (η γυναίκα ηρε#εί πάει
προς το περιπολικό και πιάνει τον ασ"ρ#ατο, ο άντρας την κοιτάει επί#ονα, ενώ κρατάει το #οτοσικλετιστ$
που χει λιποθυ#$σει στα χρια του)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εδe 106. Aεν c¿ουμε φtάoει γιαtί cνα μq¿ανάκι aαραµίαoε tον ερυ0ρo oqμαtοδotq και μας
¿tuaqoε. Xρεια¸oμαotε αo0ενοφoρο. Τίaοtα tο oοµαρo oμως..
ΑΝΤΡΑΣ: Μq ¿αίρεoαι! Oα aω tqν αλή0εια, qλί0ια!
Σκqνή 3
q
(/ο ί!ιο σαλονάκι του παρα#ελη#νου !ια#ερίσ#ατος. & +υρία στο τηλφωνο)
ΚΥΡΙΑ: Εκαtoν aενήνtα ευρe! (& συνο#ιλ$τρια κλείνει. & κυρία παίρνει ακό#η !υο τρία χαπάκια.
,ηκώνει το ακουστικό και χωρίς να καλσει νο"#ερο, #ιλάει) Είναι ο μaαμaάς εκεί; Kι q μανοuλα; Γιαtί,
c¿εις cνα φίδι otο ¿cρι μaαμaά; Τα φοµάμαι tα φίδια. Γιαtί είμαι μια tρελή γριά, μανοuλα; Nαι, μια
oαuρα είμαι. Αλλά γιαtί aιotεuεις otι είμαι μια oαuρα; Aεν μ´ ακοuει κανείς; (/ο κλείνει. 6ελάει.
.τυπάει α#σως το τηλφωνο)
Μανοuλα; Eαδερφοuλα; Ε; Ε; Ε! Πeς είaαtε; Αotυνομία; Για μcνα; Kαι aοιος oας cδωoε tο tqλcφωνο
μου; Αυtή oκuλα, q çαδcρφq μου; Αδuναtον. 1¿ω tρεις μήνες να tq δω. Nα tqς aείtε να aάει να. Ε;
Aεν oας καtαλαµαίνω, κuριε αotυνoμε μου, είμαι, çcρεtε, λίγο tρελή, κουφή, 0cλω να aω. Α, δεν είναι
oοµαρo; Ποιος; Aεν καtαλαµαίνω tίaοtα. Μα είναι eρα αυtή να tqλεφωνείtε oε κα0ωoaρcaει oaίtια,
κυρ αotυνoμε μου; Aεν çcρω tι otο διάολο 0cλεtε να μου aείtε, αλλά εγe δεν είμαι καμιά κλcφtρα.
Πeς; Bιά¸εotε; Μα tι 0cλεtε να μου aείtε; Nαι, γιος μου είναι, αλλά δεν καtαλαµαίνω γιαtί oας cδωoε
tο tqλcφ. Τιιι; Αtu¿qμα; Πotε; Πeς; Είναι μα¸ί oας; Aeotε tον να tου μιλήoω. Aεν είμαι, çcρεtε, aολu
καλά. Πeς είaαtε; Σε aοιο νοoοκομείο; Α¿ 0εοuλq μου. Του tο ´λεγα εγe: 'Kάaοια μcρα 0α ¿tυaήoεις
με tο μq¿ανάκι¨, δεν ακοuει, oμως, κανcναν. Ecρεtε, κuριε αotυνoμε μου, aως c¿ει tρεις μήνες να cρ0ει
να δει tq μανοuλα tου; Πeς είaαtε; Nαι, ναι µcµαια ...Nα cρ0εtε; O¿ι δεν είναι αaαραίtqtο. Ευ¿αριote,
κυρ αotυνoμε μου. (+λείνει το τηλφωνο. Είναι χλω#$. 4ουρ#ουρί)ει. 7αφνικά, 'ά)ει τα !άχτυλα του
!ε%ιο" της χεριο" στον οισοφάγο. ;$χει. Fε"εται. ;ά)ει τα !άχτυλα της πιο 'αθιά. +άνει ε#ετό. 1τ"νει,
'$χει. -άει στο τηλφωνο. /α ρο"χα της είναι λερω#να από τον ε#ετό. (νοίγει τον τηλεφωνικό κατάλογο
και σχη#ατί)ει #ε !υσκολία, ναν τρι5$φιο αριθ#ό)
Αotυνομία εκεί; Είμαι q κυρία aου καλcoαtε aριν αao λίγο. Ποu να çcρω αν ήoαotαν ο ίδιος; Πριν αao
cνα λεato. Πείtε o`αυtoν aου μου tqλεφeνqoε να cρ0ει otο ακουotικo. Ε! Ρωtήotε, λοιaoν. Kι εoείς
αotυνομικoς δεν είotε; Ακοuotε ανtιaα0qtικc μου κuριε, είμαι oε aολu κακή καtάotαoq κι ο γιος μου
µρίoκεtαι otο νοoοκομείο. Xtuaqoε με tο μq¿ανάκι, κι εγe είμαι μoνq και tρελή και µρoμικq, κι c¿ω
κάνει και εμεto, και δε çcρω tι να κάνω, κι oλοι με c¿ουν εγκαtαλεί¡ει, κι c¿ουν μaει φανtάoμαtα otο
oaίtι, και ήμουν ctοιμq να αυtοκtονήoω δεν μά0αινα aως ο γιος μου µρίoκεtαι teρα otο νοoοκομείο
¿tυaqμcνος κι otι με ¿ρειά¸εtαι εγe είναι ανάγκq να aάω teρα otο νοoοκομείο να δω tο aαιδάκι μου
και κανείς δε μου δίνει oqμαoία, κι cνας oυνάδελφoς oας aολu oυμaα0qtικoς, oίγουρα δεν ήoαotαν
εoείς, μου είaε aως 0α μaοροuoε να cρ0ει να μου κραtήoει oυνtροφιά και μεtά να με aάει ο ίδιος otο
νοoοκομείο, και tο oίγουρο είναι aως 0α με κραtήoουν κι εμcνα otο νοoοκομείο, κι αν δεν με aάtε εoείς
otο νοoοκομείο, δε çcρω με tι tρoaο 0α μaορcoω να aάω, κυρ αotυνoμε μου, γιαtί εγe δεν c¿ω λεφtά
οutε για tο tαçί. (-α"ση)
Σκqνή 4q
(,το ί!ιο !ω#άτιο νοσοκο#είου .Ο άρρωστος στο ί!ιο κρε'άτι. ,το !ιπλανό κρε'άτι ο #οτοσικλετιστ$ς #ε
το πό!ι #πανταρισ#νο και #ε κολάρο. ,το πλευρό του #οτοσικλετιστ$, καθισ#νη σε καρκλα η κυρία. Έχει
ακου#π$σει το κεφάλι της στο προσκεφάλι του και κοι#άται 'αθιά. 4παίνει η νοσοκό#α)
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kαλqoacρα!
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Γεια
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: (στο #οτοσικλετιστ$) Ενεoουλα!
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τυ¿ερακια!
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Τι;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τίaοtα (& νοσοκό#α κάνει την νεση στο #οτοσικλετιστ$) Εγe, ενεoοuλα;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Εoείς, μoνο δυο ¿άaια
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Α¿!!!
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Αυto ήtαν. Μια aαυoίaονq για να καλμάρουν οι aoνοι. (& νοσοκό#α τελειώνει την
νεση)
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Ocλω και εγe
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Ο γιαtρoς είaε 'o¿ι¨. Kαι tα ¿άaια aαυoίaονα είναι.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Α.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: (στο #οτοσικλετιστ$) Η γιαγιά oας;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: O¿ι, q μqtcρα μου
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kοιμή0qκε, q καqμενοuλα.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Oα caρεaε να ´ναι otο oaίtι.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Ocλεtε να tqν çυaνήoω;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: O¿ι. Aε 0cλει να φuγει. Nομί¸ει aως είμαι acνtε ¿ρονeν.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Μqν aαραaονιcoαι. Τουλά¿ιotον c¿εις κάaοιον να oου çuνει tqν aλάtq.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: 1μενα q μάνα μου δεν μου cçυoε aοtc tqν aλάtq.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Σοµαρά;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: (στον άρρωστο) Τα ¿άaια.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Με tρeει q aλάtq μου.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Σtα κcφια oας είotε oήμερα.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: 1toι λctε;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Nαι.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: 1μενα με tρeει tο aoδι μου.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Το aoδι; Αυto δεν είναι tίaοtα. Μεtά αao acνtε μcρες δεν 0α oε tρeει aια. Oα αρ¿ίoει να
oε καίει.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Σ` ευ¿αριote. Μου φtιαçες tο κcφι.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Παρακαλe.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Aοιaoν..
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: : Τι «λοιaoν»;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Aεν μaορe να μείνω εδe oλq tq νu¿tα.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τι εννοείtαι;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Τα ¿άaια.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν 0α μου φtάoουν. Nομί¸ω aως c¿ω aυρεto. Αιo0άνομαι άo¿qμα. Σήμερα άκουoα tους
γιαtροuς να λcνε για κάtι aνευμονικcς εaιaλοκcς, και για κάtι.., çcρω κι εγe. εoείς να μου aείtε!
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Τι να oας aω;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Εoείς tι γνeμq c¿εtε;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Για aοιο aράγμα;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Για oλο αυto tο. ¿άος.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Ποιο ¿άος;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Πcραoα tooες μcρες μoνος μου και.. Kαι εί¿α αρ¿ίoει να tο oυνq0ί¸ω.. Kαι teρα.
με καtαλαµαίνεtε. tι 0cλω να aω.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Μq γίνεotε ανtιaα0qtικoς. Σε oλο tον κooμο αρcoει να c¿ει aαρcα.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Για μcνα μιλάtε;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: O¿ι.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Περίaου.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Aοιaoν, tα ¿άaια.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Ocλω cνεoq. Με tρeει q aλάtq μου. Kι c¿ω aυρεto!
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Αν εί¿αtε aυρεto, δε 0α μιλοuoαtε tooο. ((κο"γεται το ροχαλητό της κ"ριας)
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Αυto aάλι. tι oας λcει;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Oα otαμαtήoεtε να μιλάtε;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Μαμά..
ΚΥΡΙΑ: Ε; (ανοίγει τα #άτια, !εν αναγνωρί)ει το περι'άλλον, κοιτά)ει τον #οτοσικλετιστ$, χα#ογελαει
ηλιθιω!ώς και πφτει και %ανακοι#άται στην ί!ια θση)
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Συγγνeμq.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: (,τον άρρωστο) Πάρtε tα. (πλησιά)ει στο κρε'άτι του αρρώστου και $θελα της ρίχνει
κάτω τη συσκευ$ #ε το κόκκινο κου#πί. *εν το αντιλα#'άνεται κανείς. Ο Gρρωστος παίρνει τα χάπια)
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Oερμoμεtρο.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Είotε λίγο.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τι;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: .µάoανο. (Ο #οτοσικλετιστ$ς γελαει. & νοσοκό#α πιάνει το σφυγ#ό του αρρώστου και
κοιτά)ει το ρολόι της)
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Μ` εμcνα γελάς;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: O¿ι.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Συγγνeμq, αν o` ενο¿λe. 1¿ω λίγο tα νεuρα μου. Εδe μcoα, αν δε γκρινιά¸εις, δε oου
δίνει κανείς oqμαoία.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Πeς tο aα0ες;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Σκoνtα¡α. 1aεoα αa` tις oκάλες με tον aιο γελοίο tρoaο! Ρε¸ίλι cγινα. Εou;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Αtu¿qμα. Με ¿tuaqoε cνα aεριaολικo. Αυtοί φtαίγαμε!
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τουλά¿ιotον εou δεν νtρcaεoαι γι` αυto.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Τι εννοείς;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Πως δεν αιo0άν0qκες νtροaή.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: O¿ι. Οργή.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Αυto 0α aει tu¿q. Η οργή είναι aιο υγιcς αίo0qμα αa` tqν νtροaή.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Σωoto.
(.τυπο"ν την πόρτα. & νοσοκό#α αφ$νει το σφυγ#ό του αρρώστου και πλησιά)ει προς την πόρτα. 4παίνει,
!ιστακτικά, η γυναίκα αστυνο#ικός, ντυ#νη #ε πολιτικά)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kαλqoacρα.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kαλqoacρα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εaιtρcaεtαι;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Nαι.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Kαtά φωνή! (-α"ση. (#ηχανία. & νοσοκό#α κοιτά)ει το #οτοσικλετιστ$, πάει
προς τον άρρωστο και του %αναπαίρνει το σφυγ#ό)
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Μήaως ήρ0αtε να ¸qtήoεtε oυγγνeμq;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πως aήγε q εγ¿είρqoq;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Ας tα λcμε καλά. Bcµαια, 0α μουν καλutερα, αν δεν ¿ρεια¸otαν να κάνω
εγ¿είρqoq, κι ακoμq καλutερα, αν δε μας oυνcµαινε tο αtu¿qμα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μάλιotα.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Aοιaoν;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Nιe0εtε καλutερα;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Nαι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Xαίρομαι.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Aουλοuδια μου φcραtε;
ΓΥΝΑΙΚΑ: O¿ι.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Γλυκά;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Οutε.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Kαι με tι 0α με δωροδοκήoεtε για να μqν oας καtαγγείλω;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν ήρ0α να oας δωροδοκήoω.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Μάλιotα
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μιλαω oοµαρά.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Μαμά ,μαμά çuaνα! Είναι εδe αυtή aου μου oaαoε tο λαιμo και tο aoδι και
aου aαραλίγο να με otείλει otον tάφο.
(Ο άρρωστος γελάει, η νοσοκό#α κοιτά)ει την αστυνο#ικό, η οποία αισθάνεται πολ" α#$χανα. & #ητρα
ανοίγει τα #άτια, χα#ογελαει στην αστυνο#ικό #ε ηλίθιο χα#όγελο και %ανακοι#άται στην ί!ια θση)
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: (.α#ηλόφωνα στον άρρωστο) Μq γελάtε, ¿άνω tο oφυγμo.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: (.α#ογελώντας) Είδαtε tι aλακά c¿ουμε;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Σooουt. (-α"ση. Ένταση)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εγe. Περαotική ήμουν. Kαι oκcφtqκα .10ελα αaλeς να oας δω. Για να μά0ω aως aήγε
q εγ¿είρqoq. Τίaοtα` άλλο. (-α"ση)
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Με ρωtήoαtε και aριν.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Kαι είotε καλά;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: 1¿ει oqμαoία για oας να αaανtήoω «ναι»;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ακριµeς.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Πάνω αa` oλα ,για tq νομική aλευρά tου 0cμαtος. Σωotά;
ΓΥΝΑΙΚΑ: O¿ι, o¿ι, δεν είναι γι` αυto.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Aοιaoν ,είμαι μια ¿αρά. Εoείς;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εγe; Kαλά. Kαλά. Aοιaoν, να aqγαίνω.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Bιά¸εotε κιoλας!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aίγο, ναι.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Kαλά. Oα tα çαναaοuμε.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Το tqλcφωνο μου. Τqλεφωνήotε μου, otαν µγείtε αao δω. Σας ¿ρωote. Kαλά. 1oως
aεράoω κι αuριο.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Μqν çε¿άoουμε tα γλυκά.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Nαι. Ανtίο. Με oυγ¿ωρείtε. Kαλqνu¿tα. Με oυγ¿ωρείtε. Ευ¿αριote. (& αστυνο#ικός
φε"γει)
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Ηλί0ια!
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Αotυνομικoς είναι;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Nαι.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν tqς φαίνεtαι. Πολu ευγενική.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: : Ευγενική; Oα` caρεaε να tqν cµλεaες otαν εί¿ε µάρδια.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Aεν c¿εtε aυρεto.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Kι εoείς aου tο çcρεtε; Πιο aολu oας cνοια¸αν αυtά aου λεγανε, aαρά ο oφυγμoς μου.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Τον c¿αoα tρεις φορcς, αλλά εçαιtίας oας. Kουνοuoαtε oυνε¿eς tο ¿cρι.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν 0α ήtαν aιο εuκολο, αν μου εί¿αtε µάλει 0ερμoμεtρο;
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Kαλή oας νu¿tα και καλή çεκοuραoq.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Kαλqνu¿tα.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Η. μqtcρα oας.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Μqν tqν çυaνήoεtε. Oα μείνει εδe. Αν tqς aω να aάει oaίtι, 0α κάνει oαμαtά,
oaως cκανε ¿0ες µράδυ.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Αν ¿ρειαotείtε κάtι, aαtήotε tο κουμaί.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Περιμcνεtε.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Τι;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: 1¿ω tqν ενtuaωoq aως ή0ελα να oας aω κάtι, αλλά δεν 0υμάμαι tι. Α, ναι. tίaοtα,
tίaοtα. μια ανοqoία. Μήaως c¿ουμε çαναoυνανtq0εί εμείς οι δυο; Ocλω να aω. aριν μaω otο
νοoοκομείο. 1çω αao εδe.
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: O¿ι. Ανtίο.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Γιαtί είotε tooο.. 1υ¿ρή;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Πως και..
ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Otαν µγείtε αao tο νοoοκομείο, tqλεφωνήotε μου, και 0α oας εçqγήoω. (& νοσοκό#α
φε"γει)
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: 10ελα να tqν aω «άo¿qμq», και μου µγήκε «¡υ¿ρή». (Ο Μοtοoικλεtιotής γελαει)
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Πρooεçες otι oλες οι γυναίκες μας κλείνουν για µγοuμε αao δω;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Εaιμcνει aως δεν c¿ω aυρεto, κι εγe c¿ω, κι c¿ει aρqotεί και tο aoδι μου και με aοναει
και με καίει κι ο εaίδεoμος, κι αιo0άνομαι ¿ειρotερα αao aοtc, και δεν μaορe να αναaνεuoω.. και με
tρeει και q aλάtq μου.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: : Aεν oου αρcoουν tα νοoοκομεία, ε;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Γιαtί; Εocνα o` αρcoουν;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Aεν είναι κι άo¿qμα. Σου tα κάνουν oλα. Μ` αρcoει να μου tα κάνουν oλα.
Αν δεν ήtαν κι αυtά tα καρφιά.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Σε ενο¿λοuν;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Aίγο.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Που να oου µγάλουν και tα ράμμαtα.
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Nαι. (-α"ση) Aκου... αν 0cλεις, μaορe να ¸qtήoω να μου αλλάçουν tο
δωμάtιο.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Γιαtί;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Aεν cλεγες κάtι otq νοoοκoμα aριν;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τι;
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Τίaοtα. (-α"ση) Kαλqνu¿tα. (-α"ση) Aμα 0cλεις, µαλε tqλεoραoq. Aεν με
aειρά¸ει. (-α"ση) Kαλqνu¿tα. (Ο #οτοσικλετιστ$ς κλείνει τα #άτιαH ο άρρωστος ανά'ει την τηλεόραση
#ε το τηλεκοντρόλ. & κυρία %"πνιοι από το θόρυ'ο, κοιτά)ει το γιο της που κοι#άται, και χα)ογελάει. ,τη
συνχεια, κοιτά)ει τον άρρωστο)
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: (,την κυρία, για την τηλεόραση) Σας ενο¿λεί; (& κυρία κουναει το κεφάλι της, χα#ογελάει
και %ανακοι#άται στην ί!ια πολυθρόνα. Ο άρρωστος κάνει )άπινγκ. 7αφνικά, αισθάνεται να ρίγος. ?ιώθει
να ασφυκτιά. /ρο#ά)ει και του πφτει το τηλεκοντρόλ. (ρχί)ει να '$χει και να χει σπασ#ο"ς. 7υπνάει ο
#οτοσικλετιστ$ς και κοιτά)ει την κυρία, πιστε"οντας πως αυτ$ κάνει το θόρυ'ο. 6υρί)ει προς τον άρρωστο
και τον 'λπει να χει σπασ#ο"ς. Ο #οτοσικλετιστ$ς 5άχνει τη συσκευ$ για να ει!οποι$σει. *εν τη 'ρίσκει)
ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ: Μα.. Μα.. Τι caα0ες; Ε.. Ε. tι otο διάολο. (Ο άρρωστος αναπνει όλο
και #ε #εγαλ"τερη !υσκολία. Ο #οτοσικλετιστ$ς συνεχί)ει #ε το 'λ##α να 5άχνει τη συσκευ$. *εν τη
'ρίσκει) Μα, tι otο διάολο 0cλει αυto tο aράγμα otο aάtωμα. Σκαtά! Μα, tι caα0ες; Μαμααααα!! (Ο
άρρωστος !εν απαντά. -νίγεται. +οιτά)ει το #οτοσικλετιστ$. /ο σώ#α του χει αρχίσει να συσπάται. Ο
#οτοσικλετιστ$ς ελευθερώνει το πό!ι του από τις αλυσί!ες και προσπαθεί να πιάσει από το πάτω#α τη
συσκευ$. *εν τη φτάνει. +οιτά)ει τη #ητρα του που ροχαλί)ει. Ο άρρωστος χειροτερε"ει. Ο
#οτοσικλετιστ$ς, #σα στην απόγνωση του, πφτει ολόκληρος από το κρε'άτι. Ουρλιαχτό πόνου. & κ"ρια
%υπναει πάλι. ;λπει την τηλεόραση και νο#ί)ει πως το ουρλιαχτό προ$λθε από εκεί. Ο #οτοσικλετιστ$ς, #ε
το χρι τεντω#νο περισσότερο, γιατί ποναει πολ". & κυρία 'λπει ότι το κρε'άτι του γιου της είναι ά!ειο,
αλλά !εν καταλα'αίνει τίποτα) Μαμά, μαμά, εδe είναι! Το κουμaί, tο κουμaί, tο κουμaί, aάtα tο κουμaί!
(& κυρία σηκώνεται και πάει να 'οηθ$σει το γιο της. Εκείνος της !είχνει τη συσκευ$ και την υποχρεώνει να
πσει στα τσσερα στο πάτω#α. & ί!ια !ε καταλα'αίνει τίποτε και 'γά)ει να γελάκι. (κλουθώντας τις
ε#φατικς χειρονο#ίες του #οτοσικλετιστ$, φτάνει στη συσκευ$ και παταει το κου#πί. Ο #οτοσικλετιστ$ς
αναστενά)ει) Εaιtcλους! (-α"ση)
Σκqνή 5q
(,την ί!ια τραπε)αρία, #ητρα και κόρη. & κόρη χει στρα'οκαταπιεί και προσπαθεί να φωνά%ει. Έχει
πετά%ει τα πάντα κάτω από το τραπ)ι. & #ητρα τα χει χα#να. & κόρη είναι χλο#$. & #ητρα πλησιά)ει
στο παράθυρο. & κόρη πφτει στο πάτω#α και χει σπασ#ο"ς. & #ητρα ανοίγει το παράθυρο και )ητεί
'ο$θεια)
ΜΗΤΕΡΑ: Bοή0εια!! Μ´ ακοuει κανcνας; Bοή0εια!! Το κοριtoάκι μου, tο κοριtoάκι μου, aνίγεtαι.
Μ` ακοuει κανcνας; Bοή0εια! Μ' ακοuει κανcνας; Bοή0εια!
ΦΩΝΗ ΑΡΡΩΣΤΟΥ: Τι oυμµαίνει;
ΜΗΤΕΡΑ: Kαtεµείtε, oας aαρακαλe ,µοq0ήotε με, oας ικεtεuω. Η μικρή, q μικρή. Σας aαρακαλe!!!
ΦΩΝΗ ΑΡΡΩΣΤΟΥ: Περιμcνεtε, cρ¿ομαι, cρ¿ομαι. (& #ητρα πάει και ανοίγει την πόρτα. & κόρη στο
πάτω#α, κοντε"ει να λιποθυ#$σει. 4παίνει ο άρρωστος #ε πιτ)ά#ες, και #πανταρισ#νο πό!ι)
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Τι caα0ε; Αo0ενοφoρο καλcoαtε;
ΜΗΤΕΡΑ: O¿ι. Nομί¸ω aως. Πως αaλeς. Πνίγqκε με tο φαγqto.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Μα, κυρία μου. Εoείς tι κάναtε;
ΜΗΤΕΡΑ: Μα, tι να κάνω εγe καqμcνq; Τι caρεaε να κάνω;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Oα oας δείçω αμcoως!
(Ο άρρωστος πιάνει την κόρη και την %απλώνει στο πάτω#α. 4ε τη γροθιά της καταφρνει να !υνατό
χτ"πη#α στο στρνο. /ην γυρναει #προ"#υτα και τη χτ"πα στην πλάτη. & κόρη '$χει. /ης !ίνει και άλλο
χτ"πη#α, !υνατότερο. *εν αντι!ρά. /ης ανοίγει το στό#α και χώνει τα !άχτυλα του. *ε φρνει αποτλεσ#α.
,το τλος, γονατί)ει την πιάνει από τις #ασχάλες και τυλίγει τα χρια του γ"ρω από το στ$θος της. /ην
ταρακουνά !υνατά. & κόρη φτ"νει τα κοκαλάκια και αρχί)ει να αναπνει γρ$γορα. *είχνει να συνρχεται.
& #ητρα τα χει παρακολουθ$σει όλα από απόσταση. Ο άρρωστος, καταπονη#νος, )ηταει τη 'ο$θεια της
#ητρας για να σηκωθεί. -ονάει το πό!ι του)
ΜΗΤΕΡΑ: Σας ευ¿αριote.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Kαμιά φορά, για να µοq0ήoεις cναν άν0ρωaο aρcaει να µουtq¿tείς μες otα oκotα.
ΜΗΤΕΡΑ: Nαι ,ναι. Ειoαι καλά teρα, κοριtoάκι μου;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Μq! Μq! Αφήotε tqν! Μqν tqν oqκeνεtε. (& κόρη '$χει. ,υνρχεται σιγά σιγά. 1ρνει τα
χρια της στο στ$θος)
ΚΟΡΗ: Πονάω λίγο εδe.
ΜΗΤΕΡΑ: Πες «ευ¿αριote» otον κuριο.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Αφήotε tqν να qρεμήoει. Εγe ανεµαίνω.
ΜΗΤΕΡΑ: Nα καλcoουμε. Αo0ενοφoρο;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Μaα! Aεν νομί¸ω otι είναι αaαραίtqtο.
ΜΗΤΕΡΑ: Σας ¿ρωotάμε μεγάλq ¿άρq, νεαρc μου.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aε μου ¿ρωotάtε tίaοtα. Kαι ευ¿αριote aολu για tο «νεαρc».
ΜΗΤΕΡΑ: Aε 0cλεtε να μείνεtε λίγο μα¸ί μας; Nα δειaνήoουμε aαρcα;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Α¿, o¿ι, o¿ι. 1¿ω aολλή δουλειά. Πρcaει να çενυ¿tήoω! 1¿ω aολλά διαγωνίoμαtα να
διορ0eoω!
ΜΗΤΕΡΑ: Πoνεï tο aoδι oας; Ocλεtε να κα0ίoεtε;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: O¿ι, o¿ι. Kαλά είμαι.
ΜΗΤΕΡΑ: Kαιρo εί¿αμε να oας δοuμε, νομί¸αμε aως εί¿αtε μεtακομίoει. 1tαν μεγάλq tu¿q aου
ήoαotαν oήμερα εδe. Μεγάλq tu¿q!
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Εγe δεν aιotεuω otqν tu¿q. Είναι ανοqoία. (& κόρη κοιτά)ει τον άρρωστο και του
χα#ογελαει τρυφερά. ,τη συνχεια, αρχί)ει να κοιτά)ει στο κενό και #νει σκεπτικ$ για αρκετ$ ώρα)
ΜΗΤΕΡΑ: Kα0ίotε. Nιe0ω cνο¿ες, aου tαλαιaωρq0ήκαtε tooο. εçαιtίας. tqς μικρής.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν aειρά¸ει. Τeρα είμαι otqν ανάρρωoq. Πήρα εçιtήριο aριν αao δυο μcρες, και ctoι δεν
c¿ω δικαιολογία.
ΜΗΤΕΡΑ: Εçιtήριο; 1oαotαν άρρωotος; Για aείtε μου.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Σtο νοoοκομείο ήμουν. 1oaαoε tο μqριαίων οotοu. Παρουoιαotήκαν, oμως, κάaοιες
εaιaλοκcς και με κράtqoαν λίγο aαραaάνω.
ΜΗΤΕΡΑ: Α, oοµαρά; Για aοιο λoγο;
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν çcρω aως cγινε, αλλά καtcλqçα με μια 0ρoμµωoq otον αριotερo aνεuμονα.
ΜΗΤΕΡΑ: Πω aω..., και oας tαλαιaωρήoαμε κι εμείς!
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aοιaoν, oας αφήνω. Kι ooο για tqν κοροuλα oας.
ΜΗΤΕΡΑ: Τι; (Ο άρρωστος πλησιά)ει την κόρη και την χαI!ε"ει τρυφερά. & κόρη τον κοιτά)ει στα #άτια.
Ο άρρωστος απο#ακρ"νεται και κοιτά)ει την #ητρα)
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Nα tq φρονtί¸εtε.
ΜΗΤΕΡΑ: Aεν κάνω και tίaοtε άλλο oλq μcρα! Kαλqνu¿tα, νεαρc μου.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ: Aεν είμαι και tooο νεαρoς. (1ε"γει. & #ητρα πλησιά)ει στη κόρη)
ΜΗΤΕΡΑ: Kοριtoάκι μου.
ΚΟΡΗ: Τι; (& #ητρα της !ίνει να χαστο"κι)
ΜΗΤΕΡΑ: Μqν tο çανά κανείς αυto aοtc! Μ` ακοuς; Ποtc! Τι νtροaή, Oεc μου! Τι νtροaή! 1¿εις
καtαλάµει tι cκανες; Μoνο cνα κα0υotερqμcνο 0α ανtιδροuoε ctoι! Μqν tο çανακάνεις! Πήγα να aά0ω
cμφραγμα με tις µλακείες oου!
ΚΟΡΗ: Με aoνεoες! Aεν μου φtάνει αυto aου caα0α, με ¿tυaάς και αao aάνω! Γιαtί με ¿tuaqoες; Kαι
αν. κι αν εί¿α aε0άνει; Ε; totε tι 0α κανες, μαμά;
ΜΗΤΕΡΑ: Μqν λες ανοqoίες! Aκου, να aε0άνεις!...Τι ¿α¸ομάρες είναι αυtcς; Kανείς δεν aε0αίνει αao
cνα κοκαλάκι. Oρες eρες, μου φαίνεoαι tελείως qλί0ια. Είoαι καλutερα;
ΚΟΡΗ: O¿ι. (.τυπαει το τηλφωνο)
ΜΗΤΕΡΑ: Εμaρoς, εμaρoς, otο κρεµάtι oου, teρα. Oα tα μα¸c¡ω εγe. (& #ητρα φιλάει την κόρη στο
#τωπο και παίρνει το τηλφωνο) Acγεtε;. Γεια oου, αγάaq μου. Aεν μaορείς να φανtαotείς tι μου
cκανε q μικρή. Μου 'κo¡ε tq ¿ολή. Α, ναι;. Αλή0εια; Kαλά tου tα aες! Α. Kαι tι 0α κάνουμε teρα
μ` αυtoν; (-α"ση)
Σκqνή 6q
(/ο ί!ιο !ω#άτιο του ηρωινο#αν$. -ίσω από την πόρτα της εισό!ου, !ιακρίνεται το κεφαλόσκαλο τη
σκάλας όπου 'ρίσκονται η %α!ρφη και η κόρη, πιασ#νες από το χρι. ,ε #ια γωνιά του !ω#ατίου
'λπου#ε τον ηρωινο#αν$ καθισ#νο ανακο"ρκου!α. Έχει κλείσει #ε τα χρια του τα αυτιά του. & %α!ρφη
χτ"πα πολλς φορς την πόρτα)
ΑΔΕΛΦΗ: Αν δεν ανοίçεις, 0α φωνάçω tqν αotυνομία.
ΚΟΡΗ: Μήaως δεν είναι μcoα;
ΑΔΕΛΦΗ: (,την κόρη, χα#ηλόφωνα) Είναι. 1¿ει φως. (1ωνά)οντας) Μ` ακοuς; (,την κόρη
χα#ηλόφωνα) Otαν ανοίçει, εou μqν tρομάçεις, 0α ¿ει oίγουρα. tα ¿άλια tου, αλλά εou μqν tρομάçεις.
(1ωνά)οντας) Το çcρω otι είoαι μcoα, και δεν με otαμαtαει tίaοtα. Oα aάω teρα αμcoως και 0α oε
καρφeoω otqν αotυνομία. Τα aράγμαtα c¿ουν αγριc¡ει και tο çcρεις! Σε ¿eνουν μcoα ακoμq και αν oε
aιάoουν με λίγα γραμμάρια.
ΚΟΡΗ: Μα, oοµαρά, 0ες να tον µάλουν φυλακή, 0εία;
ΑΔΕΛΦΗ: O¿ι, αγάaq μου, tο λcω μoνο και μoνο για να tον κάνω να ανtιδράoει. Τίaοtα αa` ooα λcω
δεν tα λcω oοµαρά. Μqν ανqoυ¿είς. (1ωνά)οντας) Μ ακοuς; (,την κόρη) Aκουoε με καλά: otαν
μaοuμε, εγe 0α aροoaα0ήoω να tον aαραaλανήoω. Εou 0α κάνεις otι c¿ουμε aει. Ενtάçει;
ΚΟΡΗ: Ενtάçει.
ΑΔΕΛΦΗ: (1ωνά)οντας)Aεν με otαμαtήoει tίaοtα. Μ` ακοuς;
ΚΟΡΗ: Kαι να δεν μ` αφήoει να κάνω tίaοtα; Αν με ¿tυaήoει;
ΑΔΕΛΦΗ: Ηou¿αoε. Oα δεις otι oλα aάνε καλά. Oα tον μaερδc¡ω. (1ωνά)οντας) Τίaοtα, μ` ακοuς;
Aεν aα` να oαι αδελφoς μου! Aνοιçε μου! (Ο ηρωινο#αν$ς ανοίγει. & α!ελφ$ σπρώχνει την κόρη, να
#πει #σα #παίνει, αρπά)ει 'ίαια τον ηρωινο#αν$ από τους ώ#ους και τον ταρακουνά. -αλε"ουν, όχι πολ"
'ίαια. Εκείνος αισθάνεται ά'ολα από την παρουσία της ανι5ιάς του)
ΑΔΕΛΦΗ: Aεν φεuγουμε αao δω μcoα, αν δεν μας ακοuoεις.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τι 0ες; Γιαtί cφερες tq μικρή;
ΑΔΕΛΦΗ: 1¿ει δικαίωμα να γνωρί¸ει tqν αλή0εια. Ntρcaεoαι, aου oε µλcaει o` αυtή tqν καtάotαoq;
Ηρωινομανής: Ο. o¿ι. Γεια oου, κοuκλα μου.
ΚΟΡΗ: Γεια oου, 0ειε.
(& α!ελφ$ αρπά)ει από το #πράτσο τον ηρωινο#αν$ και τον πηγαίνει σε #ια γωνιά του !ω#ατίου, απναντι
από το #ρος όπου 'ρίσκεται η κόρη. & α!ελφ$ ρίχνει #ια συνω#οτικ$ #ατιά στην κόρη, χωρίς να την
πάρει εί!ηση ο ηρωινο#αν$ς. (πό αυτ$ τη στιγ#$, η α!ελφ$ και ο ηρωινο#αν$ς θα αρχίσουν να
τσακώνονται και να συ)ητανε ντονα κι τσι η κόρη θα χει την ευκαιρία να 5ά%ει όλα τα πιπλα, συρτάρι
και λοιπς γωνίες του !ω#ατίου, χωρίς να το αντιλ$φθη ο ηρωινο#αν$ς. >ταν αρχί)ει η α!ελφ$ να #ιλαει,
η κόρη αρχί)ει στα κρυφά το 5ά%ι#ο. +άποιες στιγ#ς 'λπου#ε την α!ελφ$ να παρατηρεί τις κιν$σεις της
κόρης #ε την άκρη του #ατιο" της)
ΑΔΕΛΦΗ: Aεν γίνεtαι να aεριμcνουμε άλλο. Μας φλoμωoες otο ¡cμα, μας καtαλήotε¡ες. Kαtάφερες
να καtαotρc¡εις tα aάνtα, tα aάνtα. Μ' ακοuς; Kαι δεν μιλαω μoνο για tις o¿coεις μας, αυto είναι tο
λιγotερο.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: 4uγεtε αao δω. (& α!ελφ$ κοιτά)ει την κόρη, που της κάνει νόη#α πως !εν 'ρίσκει
τίποτα)
ΑΔΕΛΦΗ: Aεν aάμε aου0ενά! Μας άνοιçες tqν aoρtα. Aεν μaορεί, κάtι 0α oqμαίνουμε ακoμq για ocνα.
Αυtή tq φορά, οι αaειλcς μου 0α aιάoουν toaο. Αaοφαoίoαμε να aλqρeoουμε για να aας oε cνα
ιδιωtικo κcνtρο αaοtοçίνωoqς. Πρcaει, oμως, να δeoεις tq oυγκαtά0εoq oου.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Ποιανοu ιδcα ήtαν; Aικια oου ή tqς άλλqς.. αδελφοuλας;
ΑΔΕΛΦΗ: Τι c¿εις αaοφαoίoει;
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τραµάtε otqν αotυνομία. Aεν c¿ω tίaοtα. Ας με ¡άçουν. Aεν 0α µρουν tίaοtα. Εδe
και καιρo, δεν c¿ω tίaοtα.
(& κόρη κάνει νο$#ατα στην α!ελφ$, σαν να θλει να της πει πως όντως !εν υπάρχει τίποτα. & α!ελφ$
κάνει νο$#ατα στην κόρη να συνεχίσει το 5ά%ι#ο. (υτός γυρί)ει και κοιτά)ει την κόρη. /ότε η α!ελφ$ τον
αρπά)ει 'ιαία και τον ο!ηγεί στον καθρφτη)
ΑΔΕΛΦΗ: Μq με κάνεις να γελαω. 1¿εις κοιtα¿tεί otον κα0ρcφtq; 1¿εις δει tq φάtoα oου; Kοίtα, αν
c¿εις tα κotoια! Kοίtα! Kοίtα! ( & α!ελφ$ κάνει νόη#α στην κόρη να 5ά%ει στα συρτάρια)
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Με aονάς.
ΑΔΕΛΦΗ: Πες μου tι µλcaεις.
ΚΟΡΗ: Τίaοtα.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τι λcει q μικρή;
ΑΔΕΛΦΗ: Αaάνtqoε μου!
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τι oκotα 0ες να oου αaανtήoω;
ΑΔΕΛΦΗ: Τι είναι αυto aου µλcaεις; Είναι φάtoα αυtή aου ¿εις; Για να ¿εις tctοια φάtoα oaοuδαoες;
Είoαι cνας ά¿ρqotος!
ΑΔΕΛΦΗ: Αaάνtqoε μου!
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τι δουλειά c¿ει q φάtoα μου με tις oaουδcς; Είoαι tελείως aειραγμcνq. Το ίδιο και
q άλλq. Kαι οι δυο. Τελείως aειραγμcνες. Ελaί¸ω q μικρή να cμοιαoε otον aάtερα tqς. Παρ` oλο aου δεν
tον çcρουμε, oίγουρα 0α είναι καλutερος αao oας.
(& κόρη ενοχλείται και στα#ατ$σει το 5ά%ι#ο. Είναι τοι#η να κλά5ει. & α!ελφ$ !εν %ρει πώς να
αντι!ράσει. *ίνει #ια #πουνιά στον ηρωινο#αν$ και κάνει νόη#α στην κόρη να συνεχίσει το 5ά%ι#ο. &
κόρη υπακο"ει και, κατά τη !ιάρκεια της επό#ενης συνο#ιλίας, 'ρίσκει τυχαία στο !ιπλό πάτο ενός
συρταριο" χαρτάκια #ε κοκαJνη, ηρωίνη, χάπια κλπ. /α 'ά)ει όλα στη τσπη της. & α!ελφ$ τη 'λπει)
ΑΔΕΛΦΗ: Aεν 0α o tο çαναae. Είμαotε aρo0υμες να aλqρeoουμε για να aας otο καλutερο κcνtρο
αaοtοçίνωoqς. Μq μ` αναγκά¸εις να φcρομαι μελοδραμαtικά, çcρεις otι μιoe tα δράμαtα. Ecρεις aως
0cλουμε να oε µοq0ήoουμε. Το çcρεις otι oε αγαaάμε και 0cλουμε tο καλo oου. Εί¿αμε εναaο0coει oλες
tις ελaίδες μας o εocνα, tον διανοοuμενο tqς οικογcνειας..
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Kο¡' tις μαλακιες, γαμω tο μου! Aεν δι¡άς;
ΑΔΕΛΦΗ: Τι;
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Aεν δι¡άς. Εγe δι¡αω. Oες cνα ουιoκακι, αδερφοuλα; (6υρί)ει και πηγαίνει προς το
πιπλο που η κόρη 5αχουλε"ει. & κόρη #όλις χει 'άλει το τελευταίο χαρτάκι στην τσπη της. 4ε το που
γυρί)ει αυτός, κλείνει γρ$γορα το συρτάρι. Ένταση. & κόρη, ντρο#η, κοιτά)ει την α!ελφ$. *εν %ρει αν την
χει !ει $ όχι. -α"ση)
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: (στην κόρη) Γιαtί με κοιtάς ctoι κοuκλα μου; (πα"ση) 1λα εδe.
ΚΟΡΗ: O¿ι
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Kι εou με φοµάoαι;
ΚΟΡΗ: O¿ι (Ο ηρωινο#αν$ς πλησιά)ει την κόρη. & α!ελφ$ είναι ταραγ#νη στη σκ5η ότι #πορεί να την
χει !ει. Ο ηρωινο#αν$ς γονατί)ει #προστά στη #ικρ$ και την κοιτά)ει στα #άτια. Ένταση. /η χαI!ε"ει)
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Otι κι αν oου λcνε q μάνα oου και q 0εια oου, μqν aιotc¡εις aοtc otι είμαι tcρας.
ΚΟΡΗ: Aεν aιotεuω otι είoαι tcρας, 0ειε.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Μaράµο. 1çαλλου, aρcaει να μά0εις aως δεν υaάρ¿ουν tcραtα.
ΑΔΕΛΦΗ: : Aοιaoν.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τι;
ΑΔΕΛΦΗ: Nαι q o¿ι;
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Τι «ναι» ή «o¿ι»; (& α!ελφ$ πάει γρ$γορα προς το #ρος τους, πιάνει την κόρη από
το #πράτσο)
ΑΔΕΛΦΗ: Aεν çcρεις οutε tι λες οutε tι κάνεις. Περιμcνω να με aάρεις tqλcφωνο. Σήμερα tο µράδυ.
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Για aοιο λoγο;
ΑΔΕΛΦΗ: Για να aεις tο «ναι». Για να oυμφωνήoεις. Για αuριο κιoλας. Αλλιeς ,αotυνομία.
(& α!ελφ$ φε"γει 'ιαστικά σπρώχνοντας την κόρη. Ο ηρωινο#αν$ς !είχνει σαν να #ην καταλα'αίνει
τίποτα απ0 όσα γίνονται. ,το κεφαλόσκαλο, η κόρη 'γά)ει τα χαρτάκια από την τσπη της και τα !είχνει
στην α!ελφ$. & α!ελφ$ της !ίνει να φιλί και κατε'αίνουν και οι !υο τις σκάλες τρχοντας. ,το !ω#άτιο
ηρωινο#αν$ς είναι πολ" νευρικός και περιπατάει πάνω κάτω. 4ουρ#ουρί)ει κάτι ακαταληπτες λ%εις. -άει
προς το πιπλο και ανοίγει το συρτάρι. *εν 'ρίσκει τίποτα. (πελπί)εται. 7ανα5άχνει. (ντιλα#'άνεται ότι
του χουν πάρει το ε#πόρευ#α, γίνεται %αλλος. -άει στην πόρτα, 'γαίνει, και στκεται στο κεφαλόσκαλο
φωνά)οντας)
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Πους είotε; Γυρίotε aίoω! 1λαtε αμcoως aίoω! Γαμe tο! Πως aιάotqκα tooο
μαλάκας;
(,υνει!ητοποιεί ότι χουν φ"γει. *εν %ρει τι να κάνει. Έχει ι!ρώσει, #παίνει στο !ια#ρισ#α και κλείνει
'ίαια την πόρτα. (ρχί)ει να κλοτσά τα πιπλα. -αίρνει να #πουκάλι #ε ποτό. -ίνει. /ου τελειώνει.
-αίρνει άλλο. *ε #πορεί να το ανοί%ει. ,πάει το λαι#ό του #πουκαλιο" στο τραπ)ι. +ό'ει το χρι του.
-ίνει, κό'ει το χείλος του. ;λπει το αί#α και ταρά)εται περισσότερο. ,"ν!ρο#ο στρησηςK ο εκνευρισ#ός
του εντείνεται, πονανε οι αρθρώσεις του, οι #"ες του, όλο το σώ#α του. (ρχί)ει να πεταει αντικεί#ενα στο
πάτω#α. 1ωνά)ει. 9λει να φ"γει. Lάχνει απελπισ#να κάτι λεφτά)
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: Kι εaιaλcον, δεν c¿ω δεκάρα! Aεκάρα toακιotή, δεκάρα toακιotή αδερφοuλες!
((νοίγει την πόρτα. *ε %ρει τι να κάνει. -οναει πολ". +λείνει την πόρτα. -φτει στο πάτω#α. %ανά
σηκώνεται. +οιτά)ει τα #ατω#να χρια του. ;$χει. /ου ρχεται ναυτία. -άει να ανά5ει τσιγάρο. /ρ#ει
,!εν τα καταφρνει. -ίνει. 9λει να καρφώσει το λαι#ό του #πουκαλιο" στο #πράτσο του..κρατεί τα χρια
#ε την κοιλιά του και σφα!ά)ει από τους πόνους. +ατουριται πάνω του. 6ονατί)ει. ,ρνεται #χρι το
τηλφωνο. (σθ#αίνει. (νασηκώνεται. +αλεί #ε !υσκολία να νο"#ερο)
ΗΡΩΙΝΟΜΑΝΗΣ: (,το τηλφωνο) Πουtανα! Η κoρq oου . 1ρ0αν κι οι δυο εδe. Τι oκotα 0cλεtε
αao μcνα; Ποναει oλο μου tο κορμί. Ποναωωω! Ecρεις tι oqμαίνει aoνος; Ενtάçει, δc¿ομαι, ναι, ναι,
ναι ναιαιαιαιαιαιια !!! aάρε tο κcνtρο και aες tους otι δc¿ομαι να cρ0ουν να με aάρουν. Αλλά αμcoως
teρα. Τeρα! Τeρα teρα!
(κλείνει το τηλφωνο, πφτει στα γόνατα κλαίει)
Σκqνή 7q
(στον ί!ιο εσωτερικό χώρο ο σεναριογράφος και η γυναίκα του)
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Kαι totε ο νεκρoς διαλcγει.
ΓΥΝΑΙΚA: Mq!
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Tι «μq»;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Mq, oου λcω!
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μα, tι «μq»;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μq oυνε¿ίoεις.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Oες να μανtc¡εις μoνq oου;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aεν 0cλω να tο çcρω.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γιαtί;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Aυaάμαι aου 0α o` tο aω, αλλά είναι q αλή0εια.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aqλαδή;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είναι αίo¿ος.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποιο aράγμα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Το oενάριο oου.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Mα., tι λες;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σtενο¿ωριcμαι aου o` tο λcω, αλλά είναι αaαίoιο.
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μα, γιαtί;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πeς είναι δυναtoν να aαί¸εις ctoι με tq ¸ωή και tο 0άναtο;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τι εννοείς; Mα, δεν aαί¸ω με tίaοtα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: 4υoικά και aαί¸εις. Kαι λυaάμαι aραγμαtικά. Με c¿εις. αaογοqtεuoει aλήρως. Aεν
μaορείς να ανtιμεtωaί¸εις ctoι ελαφρά cνα 0cμα tooο oοµαρo ooο ο 0άναtος. Ecρω aολu καλά tι oου
λcω. Εί¿ες καtά0λι¡q cναν ολoκλqρο ¿ρoνο, ήoουν ¿άλια, ήoουν oε καtάotαoq φυtοu, και teρα
καtαλαµαίνω aως είoαι ακoμq ¿ειρotερα. Πίotευα aως otαν 0α cµγαινες αa` αυtή tqν καtάotαoq, 0α
oουν aιο eριμος, aιο cçυaνος, aιο ευαίo0qtος. Περίμενα υaομονεtικά μc¿ρι tο tcλος tqς ιotορίας και
oκεφtoμουνα: «Oα φtιάçει, 0α φtιάçει», αλλά, tελικά, tίaοtα. Γινotαν ολοcνα και ¿ειρotερq. Είναι μια
ιotορία μctρια, ¡εutικq, κοινotυaq και, tο ¿ειρotερο, ενtελeς αδιάφορq. Σου μιλe ctoι, γιαtί çcρεις aως
o` αγαaαω κι είμαι oίγουρq aως μaορείς να κάνεις aολu ωραία aράγμαtα, καλutερα αao aολλοuς
άλλους. Aεν είναι oωoto να aαί¸εις ctoι με tους αν0ρeaους. Πως μaορείς να ανtιμεtωaί¸εις tο 0άναtο
tooο εaιaoλαια; Ooο tο oκcatομαι, tooο aιο φρικto tο µρίoκω. Γιαtί δεν cρ¿εoαι μια μcρα otο Kcνtρο,
να δεις aως δουλεuω με tους αo0ενείς μου; Eκει 0α δεις tι oqμαίνει 0άναtος και tι oqμαίνει aoνος
αλq0ινoς! Σήμερα tο aρωί, μου cρεaαν cναν εικοoιaενtά¿ρονο νεαρo, otα μαuρα tου tα ¿άλια. 1να
aανcçυaνο και ευαίo0qtο aαîδι, aου aαράtqoε tο aανεaιotήμιο, cκανε tα aάνtα για να καtαotρc¡ει tq
¸ωή tου κι cφtαoε otα aρo0υρα tqς αυtοκtονίας. Μου λες tι aρcaει να γίνει μ` αυto tο aαîδι; Εou
aροtείνεις να tου μιλήoουμε με μικρoφωνα αao tο υaερacραν και να tο αφήoουμε να διαλcçει αν 0cλει
να oυνε¿ίoει να ¸ει ή να γίνει ήρωας tqς γειtονιάς tου κι άλλες tctοιες μaοuρδες! Αν είναι δυναtoν!
Πρoκειtαι για cναν άν0ρωaο! Μq με κοιtάς ctoι, çcρω otι oου γκρινιά¸ω, αλλά tο κάνω για tο καλo
oου. Αν κάtoεις και tο καλοoκεφtείς, είμαι µcµαιq otι 0α oκίoεις εaί toaου tο oενάριο, και 0α γρά¡εις
κάtι καλo. Γρά¡ε cνα oενάριο για tqν aραγμαtική ¸ωή, για tις aραγμαtικcς ανάγκες, για tα aραγμαtικά
aροµλήμαtα tων αν0ρeaων. Γρά¡ε για tις φιλοδοçίες tους, για tις αaογοqtεuoεις tους, για tις
oυγκροuoεις tους, για tqν ανεaάρκεια tους. Παράtα tις εaιaολαιotqtες και tα tαçίδια otο aου0ενά, και
tqν εaιφανειακή κριtική για tους νcους και tqν κοινωνία. Γρά¡ε cνα oενάριο aου να δίνει γρο0ιά otο
otομά¿ι. Kάtι aου να c¿ει να κάνει με tqν aραγμαtική ¸ωή. Aεν çcρω, για aαράδειγμα. φανtάoου.
Ποιος çcρει αν αυto tο aαîδι aου μου cφεραν oήμερα δεν είναι tooο κακo ooο δεί¿νει, κι αν δεν c¿ει
oeoει κάaοιον αao µcµαιο 0άναtο.. μια εçαδcλφq tου, ας aοuμε, ή tqν αδελφή tου. Kαι aοιος çcρει αν
αυtή q αδελφή tου δεν µοή0qoε κάaοια otιγμή cνα γείtονα aου aήγαινε να acoει αao tις oκάλες, και
aου, tελικά, αυtoς coaαoε μονα¿ά cνα aoδι, ενe 0α μaοροuoε να oaάoει tq oaονδυλική tου otήλq, γιαtί
εκείνq tον µοή0qoε tqν καtάλλqλq otιγμή, και aου çcρουμε αν αυtoς ο γείtονας, λίγο aριν aάει να acoει
αao tις oκάλες, δεν εί¿ε oeoει tq ¸ωή ενoς μοtοoικλεtιotή, με tο να μaει oφήνα ανάμεoα otq μq¿ανή
και otο αυtοκίνqtο, aου aήγαινε καtαaάνω otον νεαρo και 0α tου εί¿ε λιeoει tο κεφάλι; Kαι aου
çcρουμε αν αυtoς ο νεαρoς, μια εµδομάδα aριν tο αtu¿qμα, δεν εί¿ε oeoει tqν ιδία tου tq μάνα
aqγαίνονtας tqν cγκαιρα otο γιαtρo, και aλqρeνονtας με δικά tου λεφtά για να tq µγάλει αao tο tcλμα
tqς καtά0λι¡qς, aριν να είναι aολu αργά; Kαι aοιος çcρει αν αυtή q ιδία γυναίκα, cναν μήνα aριν tqν
aάει ο γιος tqς otο γιαtρo, οaλιoμcνq με 0άρρος και κουράγιο και aαρ` oλq tqν καtάotαoq tqς, δεν
καtάφερε να εμaοδίoει, µά¸ονtας tις φωνcς αa` tο μaαλκoνι tqς, cνα δολοφoνο να καρφeoει tο μα¿αίρι
tου ή να aυροµολήoει cναν aεραotικo για να tον λqotc¡ει. Ποιος çcρει; Οι άν0ρωaοι. çcρεις.
µοq0ανε ο cνας tον άλλον, για να εaι¸ήoουν. Kαι tο να αμφιoµqtείς κάtι tctοιο ή να κάνεις aαι¿νίδι μ`
αυto, είναι. aρootυ¿ο. Είναι φtqνo. Είναι ευtελcς. Οι άν0ρωaοι οφείλουν να εaι¸οuν. Nα cνα oενάριο,
λοιaoν, για tαινία. Oα μaοροuoε να c¿ει για tίtλο: Zωή, ή, καλutερα: Oάναtος: Αυto aου κανείς δεν
εaι0υμεί, αυto aου δεν ¸qtά κανείς, αυto aου κανείς aοtc δεν aρcaει να ¸qtά. Πως oου φαίνεtαι;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εδe και λίγq eρα.. μq νομί¸εις aως o` tο λcω εaειδή μου είaες oλα αυtά, αλλά..
Oα 0ελα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι aράγμα;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Aίγο νερo. Με aονάει..
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το ¿cρι μου... tο otή0ος μου..
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι oου oυμµαίνει;
ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σκοtείνιαoαν oλα!
(Ο σεναριογράφος υπφερε σιωπηλά, ενόσω #ιλο"σε η γυναίκα του, τα συ#πτώ#ατα ενός ε#φράγ#ατος.
(κου#παει σφιχτά πάνω στο στ$θος του το αριστερό του χρι. ,τα#αταει η αναπνο$ του. -φτει απότο#α
στο πάτω#α. & γυναίκα του τον κοιτά)ειH. ντρο#ηMH.. ΈκπληκτηMH (νκφραστηMH)
ΤΕΛΟΣ

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ορίστε; ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό που άκουσες. ΓΥΝΑΙΚΑ: Α… πολύ χαίρομαι. ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ώστε χαίρεσαι. ΓΥΝΑΙΚΑ: Και βέβαια! Κάθισες και δούλεψες! ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κάθισα και δούλεψα από τις πέντε μέχρι τις εφτά το πρωί. ΓΥΝΑΙΚΑ: Μέχρι τις επτά! Δε σε πήρα είδηση όταν γύρισες στο κρεβάτι. ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το ξέρω. Ροχάλιζες! ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι έκανες; ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σαν άντρας ροχάλιζες! ΓΥΝΑΙΚΑ: Επιτέλους! Πέρασε ένας χρόνος χωρίς ν’ ασχοληθείς! ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ένας ολόκληρος χρόνος; ΓΥΝΑΙΚΑ: Μπορεί και περισσότερο. Σωστά; Δε σου «κατέβαινε» καμία ιδέα. Τίποτε δεν έκανες. ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τίποτε απολύτως; ΓΥΝΑΙΚΑ: Απολύτως. Εμπρός, πες μου. ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν ξέρω τι να πω. ΓΥΝΑΙΚΑ: Γιατί; ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μία ιδέα είναι μόνο. ΓΥΝΑΙΚΑ: Ωραία, θα το λάβω υπόψη μου. Μία ιδέα μόνο. Μόνο η ιδέα. Αλλά η ιδέα είναι το παν. Αν έχεις την ιδέα, όλα τ’ άλλα είναι απλώς… για τη χώνεψη. ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποια χώνεψη; ΓΥΝΑΙΚΑ: Ξέρω κι εγώ; Είναι μία ατάκα που κάπου την άκουσα, «όλα τα άλλα είναι απλώς για τη χώνεψη», μπορεί να τη διάβασα και σε κάνα βιβλίο. Μου φαίνεται αστεία ως έκφραση. Τη χρησιμοποιώ πάντα με τους ασθενείς μου, όταν έχουν καταφέρει να περάσουν το πρώτο στάδιο του συνδρόμου, που είναι και το πιο δύσκολο, «όλα τα άλλα είναι απλώς για τη χώνεψη», τους λέω, εννοώντας ότι αφού ξεπέρασαν την πρώτη φάση, τα πράγματα, από δω και πέρα, γίνονται μόνα τους, σχεδόν χωρίς καμία βοήθεια. Όπως συμβαίνει και με τη χώνεψη: τα έντερα κάνουν τη δουλειά τους, χωρίς να τα εμποδίζουν ούτε η ψυχολογική σου κατάσταση ούτε οι σκέψεις σου ούτε οι επιθυμίες σου. Αν συνέλαβες χθες την ιδέα, από σήμερα όλα μπορούν να αλλάξουν, η ιδέα είναι το πιο σημαντικό, εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να την αφήσεις να ωριμάσει και να την κάνεις λέξεις και εικόνες! Δηλαδή, ό, τι έκανες πάντα. Μέχρι πέρσι τουλάχιστον. Λοιπόν, σου ήρθε η ιδέα. Από δω και πέρα, σου μένει η βρώμικη δουλειά, που είναι και η πιο απλή, το μηχανικό μέρος. Η χώνεψη. Γι’ αυτό, τέρμα πια τα νεύρα, οι κακοκεφιές, οι αϋπνίες, οι αγωνίες, τα χάπια και οι επισκέψεις στον ψυχίατρο, και πήγαινε αμέσως να τηλεφωνήσεις στον παραγωγό που σου άφησε μήνυμα προχθές και πες του ότι έχεις γράψει ένα καταπληκτικό σενάριο και κάνε κάτι να το βουλώσω επιτέλους, γιατί μιλάω συνέχεια και θέλω να μου πεις για το σενάριο. ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν έχω κανένα σενάριο έτοιμο. ΓΥΝΑΙΚΑ: Θες να μου σπάσεις τα νεύρα; ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εξάλλου δεν πιστεύω ότι θα σου αρέσει. ΓΥΝΑΙΚΑ: Είμαι σίγουρη ότι θα μου αρέσει. ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν είναι κωμωδία. ΓΥΝΑΙΚΑ: Καλύτερα! Αρκετά με τις ηλίθιες κωμωδίες που κοροϊδεύουν όλο τον κόσμο. Όλο τα ίδια και τα ίδια αστεία. Το ‘χουμε πει εκατό φορές. ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μπορεί και να θεωρηθεί αντιδραστική ιστορία. ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι πάει να πει αυτό; ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αλλά κατά βάθος δεν είναι. ΓΥΝΑΙΚΑ: Καλύτερα. Για να σου πω την αλήθεια δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει «αντιδραστική ιστορία», δεν πιστεύω ότι υπάρχουν αντιδραστικές ιστορίες, αντιδραστικοί άνθρωποι ναι, αντιδραστικά κόμματα ναι, ιδεολογίες μάλιστα, αλλά ιστορίες; Δεν ξέρω τι να πω. ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εννοώ ηθικοπλαστική.

You're Reading a Free Preview

Download
scribd
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->