Πραλίνες, δίπλες και φιλότιμο

Μερικές ώρες απέμεναν πριν τα Χριστούγεννα. Ο περισσότερος κόσμος είχε ήδη κάνει τα ψώνια
του, που ήταν περιορισμένα σε σχέση με πέρυσι λόγω κρίσης. Και παρόλο που το υστέρημα φέτος
ήταν λιγοστό, αρκετοί αυτοσχεδίαζαν για να κάνουν ευτυχισμένους τους δικούς τους ανθρώπους.
Μέσα σε όλο αυτόν τον συφερτό ένα συγκεκριμένο ζευγάρι, που μπορεί να ήταν σαν τα άλλα ή
μπορεί και όχι, μονοπωλούσε το ενδιαφέρον μας ετούτο το κρύο απόγευμα.

Βρίσκονταν έξω από ένα γνωστό ζαχαροπλαστείο κοιτάζοντας τις βιτρίνες με όλα τα
χριστουγεννιάτικα γλυκίσματα. Ο άνδρας βέβαια δεν ενδιαφερόταν για αυτά, οπότε προχώρησε
λίγο πιο πέρα σε ένα νέο μαγαζί, που είχε μόλις ανοίξει, και πουλούσε αποκλειστικά πραλίνες.
Μόλις εντόπισε την ποικιλία που πίστευε ότι θα αγοράσει έκανε νόημα στην σύζυγο του και
εισήλθαν στο μαγαζί.

Το μαγαζί ήταν μικρό, αλλά όλοι του οι χώροι είχαν γυάλινα ράφια γεμάτα από διαφόρων ειδών
πραλίνες. Ο Μίμης με το που πάτησε το πόδι του στο μαγαζί ένιωσε την σοκολάτα να τον καλεί.
Πλησίασε τον πάγκο με τον νεαρό πωλητή, που το πρόσωπο του ήταν γεμάτο σκουλαρίκια και
τα μαλλιά του ήταν βαμμένα σε μία απόχρωση του πράσινου, με μία ιδέα από μαύρο στους
κροτάφους - πόσο τρομακτικός και παράταιρος φαινόταν σε ένα μαγαζί σαν κι αυτό. Κι όμως, ο
Μίμης πήγαινε κοντά του λες και τον καλούσαν οι Σειρήνες της λαιμαργίας.

“Μπορώ να σας βοηθήσω, κύριε;” είπε ευγενικά ο νεαρός, εκπλήσσοντας τον Μίμη.

“‘Οχι, δηλαδή...ναι...” απάντησε εκείνος. “Ξέρετε, έχετε τόσες πολλές που δεν μπορώ να
αποφασίσω...”

Ο νεαρός ήρεμος και με ένα χαμόγελο που φώτισε τα γκρίζα του μάτια, που ήταν τονισμένα με
μαύρο μολύβι, έπιασε έναν δίσκο που βρισκόταν ακριβώς από πίσω του και τον έφερε προς το
μέρος του. “Νομίζω πως αυτές εδώ είναι ό,τι πρέπει για σας”, του είπε και του πρόσφερε μία για
δοκιμή.

Ο Μίμης έκλεισε τα μάτια, την έφερε κοντά στο στόμα και λίγο πριν φανεί η γλώσσα του, τη μύρισε
πριν τη δοκιμάσει. “Τι έχει μέσα αυτή;” ρώτησε με απορία.

“Είναι μία από τις πιο εκλεκτές μας πραλίνες: Έχει έναν μοναδικό συνδυασμό από μους λευκής
σοκολάτας και γέμιση πορτοκάλι, με επικάλυψη σοκολάτας γάλακτος”, τόνισε ευγενικά ο νεαρός.

Ο Λεωνίδας - έτσι έγραφε πάνω το ταμπελάκι που φορούσε ο νεαρός στο πέτο - έκανε ένα βήμα
®2011 Κλεοπάτρα Κομνηνού & Σπύρος (aka The_Stranger) All Rights Reserved Worldwide.

1

προς τα πίσω, κρατώντας τον δίσκο στα χέρια του. Πάντα τον εντυπωσίαζε το γεγονός ότι όλοι
οι καθώς πρέπει τύποι μετατρέπονταν σε μικρά παιδιά στην θέα αυτού του μικρού γλυκίσματος.
Μην αντέχοντας άλλο να την κοιτάζει απλά, ο Μίμης τοποθέτησε την πραλίνα με προσεχτικές και
αργές κινήσεις πάνω στη γλώσσα του και έκλεισε αργά-αργά το στόμα του, αφήνοντας τη γέμιση
να κατακλύσει κάθε ορατό και αόρατο σημείο της στοματικής του κοιλότητας.

Στο μεταξύ η Χρυσούλα, που όλη αυτήν την ώρα στεκόταν λίγο πιο μέσα από την πόρτα της
εισόδου και κοιτούσε αδιάφορα, έκανε αισθητή την παρουσία της. “Έλα Μίμη μου, τελείωνε, έχουμε
κι αλλού να πάμε”, γκρίνιαξε ναζιάρικα.

Ο Μίμης βρισκόταν ακόμα υπό την επήρεια της πραλίνας, όμως ο Λεωνίδας βλέποντας την
ανυπομονησία της, ατάραχος της απηύθυνε το λόγο: “Για εσάς, θα συνιστούσα αυτές εδώ:
Επικάλυψη bitter σοκολάτας και κρεμώδης γέμιση από γκανάζ πορτοκαλιού”, πρότεινε δείχνοντας
μία γυάλινη προθήκη, από την οποία πήρε προσεκτικά στο χέρι του μία πραλίνα και της την
προσέφερε.

Εκείνη ακριβώς την στιγμή η Χρυσούλα πρόσεξε τον νεαρό καλύτερα. Παρόλο που δεν
το περίμενε, πήρε σαν υπνωτισμένη την σοκολάτα από το δίσκο και του χαμογελάσε. Τον
ευχαρίστησε δαγκώνοντας την πραλίνα, κόβοντάς τη στη μέση και πασαλείβοντας τα χείλη της με
την γέμιση από πορτοκάλι. Η έκφραση στα μάτια της έδειχνε ότι της άρεσε πολύ.

“Βάλτε μου ένα κιλό από αυτές, είναι καταπληκτικές”, είπε διακόπτοντας την στιγμή απόλαυσης της
Χρυσούλας ο Μίμης, που μόλις είχε συνέλθει από το γλυκό σοκ.

“Βεβαίως, κύριε”, συμφώνησε ο Λεωνίδας και άρχισε να γεμίζει ένα τετράγωνο κουτί.

“Μίμη μου να πάρουμε και μερικές από αυτές;” ψιθύρισε στον άνδρα της, χαϊδεύοντας του
παράλληλα το μάγουλο.

“Βάλτε μας και από αυτές ένα κιλό, άρεσαν στη γυναίκα μου - και ξέρετε, δεν της αρέσουν και
πολύ αυτά”, τόνισε με νόημα ο Μίμης, και ο Λεωνίδας αρκέστηκε σε ένα καταφατικό νεύμα, την
ώρα που γέμιζε ακόμα το πρώτο κουτί. Τι περίεργο ζευγάρι, σκεφτόταν όσο ετοίμαζε τα κουτιά.
Εκείνος ψηλός και λίγο ατσούμπαλος και εκείνη κοντή αλλά γλυκιά στο πρόσωπο. Έμοιαζαν να
επιβεβαιώνουν αυτό που λένε για τα ετερώνυμα που έλκονται.

Ο Μίμης αρκετά χαρούμενος με την αγορά των πολύτιμων του γλυκισμάτων, πήρε την σακούλα
που του έδωσε ο Λεωνίδας, του χαμογέλασε λέγοντας ένα μελωδικό “Καλά Χριστούγεννα” και
πήρε την γυναικά του από το χέρι. Σειρά είχαν οι αγαπημένες της δίπλες. Όση τρέλα είχε αυτός με
®2011 Κλεοπάτρα Κομνηνού & Σπύρος (aka The_Stranger) All Rights Reserved Worldwide.

2

τις πραλίνες, άλλη τόση και ίσως περισσότερη, είχε η αγαπημένη του με αυτές. Το ζαχαροπλαστείο
το είχε “σταμπάρει” από καιρό. Συγκεκριμένα, από τότε που διάβασε στο ειδικό αφιέρωμα
ενός περιοδικού lifestyle ότι έχει τις καλύτερες της Αθήνας. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να μην τις
δοκιμάσει. Είχε κανονίσει από μέρες την συγκεκριμένη βόλτα σε αυτή την γειτονιά της πόλης. Πού
να το φανταζόταν ότι τελικά αυτή θα της έβγαινε ξινή...

Η Χρυσούλα μπήκε φουριόζα στο μαγαζί, σέρνοντας από πίσω της τον Μίμη, που είχε ακόμα
το μυαλό του στις πραλίνες. Μετρούσε τα απογεύματα που θα τις απολάμβανε και κρυφά μέσα
του ήξερε ότι θα επέστρεφε μετά από μερικές μέρες για ανεφοδιασμό. Για την ώρα έπρεπε να
συνοδεύσει τη σύζυγό του στο σαφάρι της τέλειας δίπλας.

΄”Καλησπέρα σας”, είπε χαμογελώντας στην πωλήτρια, “διάβασα ότι φτιάχνετε τις καλύτερες
δίπλες της Αθήνας και ήρθα να τις δοκιμάσω”. Η πωλήτρια, μία όμορφη νεαρή κοπέλα, όχι
παραπάνω από 24 ετών, σάστισε προς στιγμήν από τον ενθουσιασμό της πελάτισσας και τελικά
ψέλλισε ένα ντροπαλό “μάλιστα”, δείχνοντας με το χέρι της ένα τεράστιο ταψί γεμάτο από αυτές.

“Μπορώ να δοκιμάσω μια;” είπε κοιτώντας τις ονειροπόλα. Αν κάτι είχε πάρει από τον πατέρα της
ήταν η τρελά του για τις δίπλες. Όταν η κρούστα έσπασε στο στόμα της, τη θέση του μυαλού της
πήρε η γλυκά του μελιού. Ηδονιζόταν ξεδιάντροπα μπροστά στην κοπέλα αλλά δεν την ένοιαζε
καθόλου. “Βάλτε μου δύο κιλά”, είπε αποφασιστικά. “Ή μάλλον”, το ξανασκέφτηκε, “βάλτε μου σε
δύο κουτιά από ένα κιλό”. Έπρεπε να πάει και στον πατέρα της ένα κουτί, στο κάτω-κάτω εκείνος
την μύησε στον θαυμαστό κόσμο των μελισσών. Δεν ήταν δίκαιο να της κρατήσει όλες για τον
εαυτό της, ειδικά έτσι νόστιμες που ήταν.

Καθώς η πωλήτρια γέμιζε τα κουτιά, η Χρυσούλα αναρωτήθηκε πώς και δεν είχε μιλήσει τόση ώρα
ο Μίμης, να πει ένα “ποιος θα τα φάει βρε αγάπη μου δύο κιλά δίπλες;” ή κάτι τέτοιο. Γύρισε και τον
κοίταξε. Έμοιαζε εντελώς χαμένος, με το βλέμμα του καρφωμένο σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Το
οποίο ήταν... η πωλήτρια;!; Κι όμως, εκεί έμοιαζε να οδηγεί η ματιά του.

“Μίμη;”, του φώναξε. Καμία απάντηση. “ΜΙΜΗ!”.

Εκείνος σα να ξυπνούσε από όνειρο, γύρισε προς το μέρος της και τα γαλάζια του μάτια
καρφώθηκαν πάνω της. “Τι κάνεις εκεί, Μίμη;”, τον ρώτησε καχύποπτα.

Ζαλισμένος ακόμα, δεν είπε τίποτα. “Σου μιλάω, Μίμη, τι κάνεις εκεί;”.

Της έριξε ένα έκπληκτο βλέμμα. “Τι να κάνω βρε αγάπη μου, περιμένω να τελειώσεις να πάμε στο
σπίτι”, απάντησε τελικά. Η απάντησή του την εξόργισε. “Μα καλά, δεν ντρέπεσαι βρε ξεδιάντροπε;
®2011 Κλεοπάτρα Κομνηνού & Σπύρος (aka The_Stranger) All Rights Reserved Worldwide.

3

Μπροστά μου;”

***
Λίγη ώρα αργότερα...

Έπινα τον καφέ μου, δηλαδή προσπαθούσα αν η Σούλα δίπλα μου έβγαζε τον σκασμό. Από την
ώρα που βγήκαμε από το ζαχαροπλαστείο γλώσσα δεν έλεγε να βάλει μέσα της.

Αχ…Τι μπήκαμε εκεί μέσα; Για να μου τα κάνει τσαρούχια; Την ξέρω εγώ όταν την πιάσει το
μανιάτικο της δε με ξεπλένει ούτε ο Ατλαντικός. Για τέτοιο γινάτι. Και μου το έλεγε η συχωρεμένη
η μανούλα μου, «Μίμη παιδί μου μην μπλέξεις μαζί της. Εσύ γόνος ευκατάστατης οικογένειας τι
δουλειά έχεις με την Μάνη; Δεν μπορούσες να βρεις καμία από Εκάλη;»

Της έφερα μεγάλες αντιρρήσεις για να γίνει ο γάμος. Δε το μετανιώνω, αλλά αυτά τα κολλήματα της
γυναίκας μου. Φευ! Ώρες ώρες νιώθω ότι δε με καταλαβαίνει καθόλου. Ένα κουτί πραλίνες θέλησα
να αγοράσω ο άνθρωπος και τελικά πήραμε δύο! Μετά της έκανα το χατήρι για εκείνες τις δίπλες
που λιγουρεύτηκε, έτσι για το καλό του Νέου Χρόνου. Τόσα χρόνια μαζί δεν έχει καταλάβει ότι
έχω μεγάλη αδυναμία στην σοκολάτα; Θέλω τον χρόνο μου είναι η αλήθεια αλλά με τόσες γεύσεις
πώς να διαλέξω; Θόλωσε το μυαλό μου. Ευτυχώς, που ο πωλητής μου πρότεινε μια ποικιλία που
αποδείχτηκε ένας γευστικός θάνατος. Μετά ήμουν λίγο αφηρημένος το παραδέχομαι, αλλά πως να
επανέλθεις στην πραγματικότητα, όταν έχεις βιώσει την απόλυτη εξύψωση; Ειλικρινά, δεν μπορώ
να καταλάβω πως της ήρθε ότι η πωλήτρια μοιάζει στην Μαριτίνη.

Τι την σκέφτηκα πάλι για να τζοχαδιάζομαι; Της το έχω πει χίλιες φορές, για μένα αυτή η γυναίκα
είναι πεθαμένη. Δεν θέλω ούτε να την σκέφτομαι. Με παράτησε σύξυλο στα σκαλιά της εκκλησίας
και κλέφτηκε με την κουμπαρα! Εμένα έναν δίμετρο κούκλο, κατά γενική ομολογία. Μιλάμε για
τέτοια ρεζιλίκια. Αυτό βέβαια η συχωρεμένη η μητέρα μου το έκανε γαργάρα. Ε βέβαια μην
χάσει την επιστήθια φίλη της. Α ρε μάνα! Α ρε μάνα! Εσύ και τα συνοικέσια σου με την κόρη του
Ευσταθίου.

Να πιω μια ακόμα γουλιά καφέ να πάνε τα φαρμάκια κάτω. Αχ...Απόλαυση. Που είσαι ρε πατέρα
που πίναμε το καφεδάκι μας μαζί κάθε απόγευμα στο καφενείο στην πλατεία; Πάντα μου έλεγες
ότι ο καφές είναι ιεροτελεστία. Στο τέλος αφήναμε πάντα το καλύτερο βέβαια. Γιατί μια πραλίνα
πρέπει να την τρως και να μουδιάζει ο ουρανίσκος σου από την γλύκα. Τι θυμήθηκα πάλι ο
μπαγάσας. Αυτές ήταν εποχές. Να κάθεσαι με την ησυχία σου μετά το πέρας της δουλειάς και να
απολαμβάνεις το δυνατό άρωμα του καφέ. Τι φραπέδες και μαλακίες! Είναι αυτοί καφέδες τώρα;

Ο πατέρας μου ήξερε από καλά χαρμάνια. Στην πόλη ο παππούς του είχε καφεκοπτείο, ένα από
®2011 Κλεοπάτρα Κομνηνού & Σπύρος (aka The_Stranger) All Rights Reserved Worldwide.

4

τα καλύτερα του πάνω μαχαλά. Τα έχασαν όλα το είκοσι δύο. Μπορεί να ήρθαν στην Ελλάδα,
αλλά το δαιμόνιο της οικογένειας τον ακολούθησε και εδώ. Επένδυσε στα μπαχαρικά και έκανε
μεγάλη περιουσία στην Νέα Φιλαδέλφια. Εκείνος παρέμεινε ένας απλός άνθρωπος παρόλο που η
μάνα μου μεγαλοπιάστηκε. Ευτυχώς που εμένα με ανέλαβε ο ίδιος και δεν πήρα τα χούγια της. Η
αδερφούλα μου η Μαίρη, όμως είναι κυρία μη μου άπτου σαν την μητέρα της. Η γυναικούλα μου
δεν την πάει μια, και δεν έχει και άδικο. Ώρες ώρες ούτε εγώ αντέχω τις υστερίες της.

Ελπίζω να της περάσει ο θυμός δεν θέλω να περάσουμε τα Χριστούγεννα μαλωμένοι. Ετοιμάζω
ένα πάρτυ έκπληξη για την γιορτή της. Έχω φέρει από τον εξωτερικό τον μικρό της αδερφό που
σπουδάζει και εκείνη δε το ξέρει. Αχ...βρε Σούλα. Τι κάνω για σένα...

***
Μωρέ το ήξερα εγώ ότι κάτι θα πάει στραβά σήμερα. Το έλεγε και το ωροσκόπιό μου: «Ο
ανάδρομος Ερμής επηρεάζει αρνητικά τις σχέσεις σας με τους δικούς σας ανθρώπους».

Μα είναι δυνατόν; Ανάδρομος Ερμής χριστουγεννιάτικα; Καταστροφή σκέτη, με το που ανοίγεις
το στόμα σου σε παρεξηγεί ο άλλος. Και γι’αυτό του έλεγα: «Σίγουρα θες να έρθεις κι εσύ;
Μήπως να πάω μόνη μου; Αφού εσύ τα βαριέσαι αυτά». Αλλά επέμενε να έρθει, να «πιάσει λίγο
χριστουγεννιάτικο πνεύμα», έτσι είπε. «Στο κάτω-κάτω, δεν κατάλαβα, μήπως έχεις τίποτα κρυφό
να κάνεις και δε με θέλεις στα πόδια σου;». Ανάδρομος Ερμής, παιδί μου.

Γι’αυτόν τα Χριστούγεννα δε σημαίνουν τίποτα. Μεγάλωσε μες στα λούσα, δώρα έπαιρνε κάθε
μέρα, δεν περίμενε τα Χριστούγεννα. Εγώ, πάλι, κάνω σαν μικρό παιδί. Όλα αυτά, οι φωτεινοί
αγιοβασίληδες, οι χιονάνθρωποι, τα έλατα, τα κάλαντα, τρελαίνομαι. Αυτός τίποτα. Συνήθως αυτά
τα χριστουγεννιάτικα ψώνια τα κάνω μόνη μου, αλλά σήμερα επέμενε να έρθει μαζί. Τώρα που το
σκέφτομαι, μάλλον είχε καλό λόγο. Βέβαια, αυτό είναι. Γι’αυτό δεν έφερε την παραμικρή αντίσταση
όταν του είπα να έρθουμε εδώ φέτος για ψώνια, αντί για το εμπορικό κέντρο. Ήθελε να κάνει τη
βρωμοδουλειά του. Χριστουγεννιάτικα, το κάθαρμα, τίποτα δε σέβεται! Αλλά έτσι είναι αυτός,
αναίσθητος. Ίδιος η μάνα του.

Αλλά έπρεπε να το καταλάβω νωρίτερα. Βέβαια, τον είδα εγώ, γραμμή στις πραλίνες έτρεξε. Και
πού ήξερε γι’αυτό το καινούργιο μαγαζί; Αυτός ούτε εφημερίδες δε διαβάζει, αποκλείεται να το
άκουσε έτσι τυχαία. Όλα προσχεδιασμένα τα είχε το γαϊδούρι, κι εγώ κοιμόμουν τον ύπνο του
δικαίου, κατάλαβες; Μ’έπιασε κορόιδο το καθίκι.

Και όταν τους είδα εκεί να χαριεντίζονται, μου παρίστανε τον ανήξερο... Μα για πόσο ηλίθια με
περνάει, τέλος πάντων; Μάτια έχω και βλέπω, το κατάλαβα αμέσως ότι ήταν αυτή. Νόμιζα ότι δεν
®2011 Κλεοπάτρα Κομνηνού & Σπύρος (aka The_Stranger) All Rights Reserved Worldwide.

5

την είχε ξαναδεί από τότε, αλλά προφανώς μου έριχνε στάχτη στα μάτια ποιος ξέρει πόσο καιρό.
Όλες αυτές οι έκτακτες «συναντήσεις με πελάτες», τα «εταιρικά γεύματα» που προέκυπταν από το
πουθενά, τώρα ξέρω τι ήταν όλα αυτά.

Δικαιολογίες για να πάει να τη δει. Και να που σήμερα αποθρασύνθηκε τελείως: Ήρθε να τη
δει μαζί με μένα! Δηλαδή ούτε τα προσχήματα; Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω! Και πώς την
κοίταζε... Το ξέρω εγώ αυτό το βλέμμα. Δε με έχει κοιτάξει ποτέ έτσι εμένα. Μόνο τα γκατζετάκια
του και το φαΐ κοιτάζει με τέτοιο βλέμμα, λυσσασμένο, να γυαλίζει το μάτι του, κι από κάτω αυτό
το χαμόγελο,το σαρδόνιο χαμόγελο, σαν να φωνάζει «επιτέλους επιβεβαιώνομαι σαν άνδρας, το
έριξα το γκομενάκι». Αλλά με αυτήν; ΑΥΤΗΝ; Τη Μαρι-πώς-τη-λένε; Μετά από όλα όσα του έκανε;
Που τον άφησε σύξυλο στην εκκλησία τη μέρα του γάμου και τον έκανε ρεζίλι σε όλη την κοσμική
Αθήνα; Τόσο βλάκας πια;

Κακώς ασχολούμαι. Άλλη στη θέση μου θα του είχε ήδη ζητήσει διαζύγιο. Αλλά όχι, αγόρι μου. Όχι
έτσι εύκολα να σου ανοίξω το δρόμο για να πας να ζήσεις μαζί της. Θα σου βγάλω την πίστη. Θα
φτύσεις το γάλα που βύζαξες. Θα σου πάρω σπίτια, αυτοκίνητα, γκατζετάκια, τα πάντα. Να δούμε
μετά τι θα σε κάνει. Και μακάρι να σου κάνει πάλι τα ίδια, να σε κάνει πάλι ρεζίλι και να γελάει όλη
η Αθήνα πίσω από την πλάτη σου. Κι εγώ να γελάω μπροστά στα μούτρα σου. Γελοίε. Κοίτα τον,
τρώει και τις πραλίνες. ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΤΣΟΥΝ, ΗΛΙΘΙΕ.

Για κοίτα εκεί απέναντι...Αυτός δεν είναι...Θεέ μου, ο Παύλος! Έχω να τον δω από το σχολείο!
Κοίτα εκεί κοστουμιά... Πάντα το έλεγα ότι αυτό το παιδί θα πετύχει στη ζωή του. Και το
λουστρίνι...Όνειρο! ΑΣΟΕΕ δεν είχε μπει αυτός; Να δεις, κάτι μεγάλο θα έχει γίνει. Θα έχει καμιά
δική του εταιρεία – αυτοδημιούργητος, όχι σαν τον βλάκα που κληρονόμησε όλη του την περιουσία
από τον πατέρα του. Ή μπορεί να είναι χρηματιστής, να διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια εκατομμυρίων.
Για να δω...Χμμμμ, δε βλέπω δαχτυλίδι από εδώ που είμαι. Θα πάω από εκεί να το δω καλύτερα,
λες να με θυμάται;

Θα θυμάται άραγε που μια μέρα μετά το σχολείο είχαμε κανονίσει ραντεβού, αλλά δεν εμφανίστηκε
ποτέ, και τον περίμενα με τις ώρες κάτω από τη βροχή, έγινα μούσκεμα, και την επόμενη μέρα
πήγε και είπε σε όλο το σχολείο ότι είχαμε πάει στο γκαράζ του σπιτιού του και με είχε πηδήξει,
ψέματα, για να εντυπωσιάσει τους φίλους του, και από τότε όλο το σχολείο τσούλα με ανέβαζε,
πουτάνα με κατέβαζε, και δε μου ξαναμίλησε ποτέ;

«Να σου πω, πάω λίγο να δω έναν παλιό φίλο από το σχολείο. Άμα θες γύρνα μόνος σου σπίτι, θα
πάρω ταξί εγώ, εντάξει;»

“Ποιον φίλο γλυκιά μου;” ΌΠΑ!;! Τι κουλό ήταν αυτό ε; Δε θα πας πουθενά! Για αυτό μωρή μου τα
®2011 Κλεοπάτρα Κομνηνού & Σπύρος (aka The_Stranger) All Rights Reserved Worldwide.

6

έκανες τσουρέκια μέσα στο μαγαζί; Έχεις γκόμενο; Θα σε τσουρομαδήσω!

®2011 Κλεοπάτρα Κομνηνού & Σπύρος (aka The_Stranger) All Rights Reserved Worldwide.

7