ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

Έγκλημα και τιμωρία
Μετάφραση: Σωτήρης Παταντζής

DeAgostini Hellas 2(XX) ISBN 960-8039-53-3
Τμήμα εξυπηρέτησης πελατών: 94.90.730

ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
ΦΙΟΝΤΌΡ ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΣΚΥ
ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ
Μετάφραση ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΤΑΝΤΖΗ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ 

Μια μέρα, πάρα πολύ ζεστή, στις αρχές του Ιουλίου, ένας νέος βγήκε το βράδυ
απ' το δωματιάκι που είχε νοικιασμένο στο στενό δρομάκι Σ., κατέβηκε τη σκάλα
και, αργά-αργά, τράβηξε αναποφάσιστα κατά τη γέφυρα Κ.
Τα κατάφερε να μην τον τρακάρει στη σκάλα η σπιτονοικοκυρά του. Το δωμάτιο
του ήτανε στη σοφίτα ενός ψηλού σπιτιού, που είχε πέντε πατώματα, κι έμοιαζε
περισσότερο με ντουλάπι παρά με κατοικία. Η σπιτονοικοκυρά του, που τον είχε
και οικότροφο, καθότανε στο κάτω πάτωμα. Έτσι, όταν έβγαινε έξω, ήτανε
υποχρεωμένος να περνά μπροστά από την κουζίνα, που η πόρτα της έμενε
πάντοτε σχεδόν ορθάνοιχτη, αντίκρυ απ' τη σκάλα. Κάθε φορά που περνούσε από
κει, ένιωθε ένα φόβο άρρωστο, που τον έκανε να ντρέπεται και να ζαρώνει τα
φρύδια του. Χρωστούσε κάμποσα λεφτά στη σπιτονοικοκυρά του και φοβότανε
μήπως βρεθεί μύτη με μύτη μαζί της.
Όχι πως ήτανε φοβητσιάρης. Ούτε κι ένιωθε πως γονάτισε - ίσα-ίσα μάλιστα.
Ωστόσο, εδώ και κάμποσο καιρό, βρισκότανε σε μια νευρική υπερένταση, που
έφτανε τα όρια της υποχονδρίας. Ζούσε τόσο πολύ κλεισμένος στον εαυτό του
και σε μια τόσο ολοκληρωτική απομόνωση, ώστε φοβότανε να συναντήσει όχι
μονάχα τη σπιτονοικοκυρά του, αλλά και κάθε άνθρωπο.
Μ' όλο που τον είχε συντρίψει το βάρος της μιζέριας του, η φτώχεια έπαψε στο
τέλος να τον βαραίνει. Είχε παρατήσει τις δουλειές που θα του εξασφάλιζαν το
καθημερινό του ψωμί και δε φρόντιζε να το βγάλει με κανέναν άλλο τρόπο. Στην
πραγματικότητα η σπιτονοικοκυρά του δεν τον τρόμαζε καθόλου – οσαδήποτε
σχέδια κι αν κατάστρωνε εναντίον του. Το να τον σταματά όμως στο
κεφαλόσκαλο, ν' ακούει τη συνηθισμένη της φλυαρία για πράγματα που δεν τον
ενδιέφεραν, να του ξαναθυμίζει μ' επιμονή πως πρέπει να πληρώνει το νοίκι και
να βρίσκεται στην ανάγκη να καταφεύγει σε διάφορες δικαιολογίες, να της ζητά
συγνώμη, να της λέει ψέματα... Α, όχι! Καλύτερα θα ήτανε να ξεγλιστρήσει,
πατώντας σα γάτα στις σκάλες, και να χαθεί στο δρόμο δίχως να τον ιδεί κανείς.
Αυτή τη φορά μάλιστα, μόλις βρέθηκε έξω, παραξενεύτηκε κι ο ίδιος με το φόβο
που τον έκανε να νιώθει η σπιτονοικοκυρά του.
"Να σχεδιάζεις τέτοια δουλειά και να σε πιάνει τόση ταραχή με το τίποτα!",
σκέφτηκε χαμογελώντας παράξενα. "Χμ... Αλήθεια, η τύχη του ανθρώπου
βρίσκεται στα χέρια του και την αφήνει να του ξεγλιστρήσει, μόνο και μόνο από
τη δειλία του... Αυτό πια πρέπει να το πάρουμε σαν αξίωμα, θα 'θελα να ξέρω, τί
είναι εκείνο που φοβούνται πιο πολύ οι άνθρωποι. Το να κάνουν ένα βήμα προς
τα μπρος, να πούνε δυο λόγια για το πιστεύω τους - αυτό σίγουρα θα το
φοβούνται πάνω απ' όλα. Εξ άλλου, μου φαίνεται πως φλυαρώ πολύ. Και,
ακριβώς, επειδή φλυαρώ δεν κάνω τίποτε, ή καλύτερα επειδή δεν έχω κάνει

τίποτε φλυαρώ. Τον τελευταίο μήνα συνήθισα να φλυαρώ, γιατί ήμουνα
αναγκασμένος να μένω ολόκληρες μέρες κλεισμένος στο καβούκι μου και να
σκέφτομαι... να σκέφτομαι για όλα και για τίποτα. Για να ιδούμε... Γιατί πάω εκεί
πέρα; Είμαι, στ' αλήθεια, ικανός να κάνω αυτό το έγκλημα; Είναι δυνατό να το
'χω βάλει σα σκοπό μου σοβαρά; Όχι δεν είναι σοβαρό.
Βαυκαλίζομαι με μια φαντασίωση κι αυτό με διασκεδάζει. Ένα παιγνίδι, ναι!
Μάλλον για παιγνίδι πρόκειται".
Στο δρόμο έκανε ζέστη τρομερή και η ατμόσφαιρα ήτανε αποπνικτική. Ο
σαματάς από τον συνωστισμό των ανθρώπων - τους έβλεπες-, οι ασβέστες που
υπήρχαν παντού, οι σκαλωσιές, τα τούβλα, η σκόνη και κείνη η χαρακτηριστική
μπόχα του καλοκαιριού, που την ξέρουν καλά οι κάτοικοι της Πετρούπολης, όσοι
δεν έχουν τα μέσα να πάνε το καλοκαίρι εξοχή - όλες αυτές οι δυνατές
εντυπώσεις κλόνισαν άσχημα τα νεύρα του που, και δίχως αυτές, ήτανε κιόλας
αρκετά κλονισμένα. Οι ανυπόφορες μυρουδιές απ' τις ταβέρνες, που αφθονούν σ'
αυτό το μέρος, οι μεθυσμένοι που συναντά κανείς σε κάθε βήμα του, ακόμα και
τις εργάσιμες ημέρες, συμπλήρωναν αυτόν τον θλιβερό και αποκρουστικό
πίνακα. Μια αίσθηση αηδίας πέρασε σαν αστραπή στα λεπτά χαρακτηριστικά του
νέου. Πραγματικά, ήτανε πολύ καλοφτιαγμένος, με υπέροχα σκούρα μάτια,
καστανά μαλλιά, λίγο πιο ψηλός απ' το κανονικό, με κορμί λεπτό και λυγερό.
Γρήγορα, όμως, φάνηκε σα να βυθίζεται σε μια ονειροπόληση ή για την ακρίβεια
σα να πέφτει σ' ένα είδος χαύνωσης, κι εξακολουθούσε να προχωρεί δίχως να
βλέπει τίποτα τριγύρω και χωρίς, εξ άλλου, να 'χει και καμμιά όρεξη να ιδεί
τίποτα. Πού και πού μονάχα μίλαγε μόνος του, κατά τη συνήθεια που, καθώς το
παραδεχότανε κι ο ίδιος, είχε αποχτήσει. Καταλάβαινε τώρα πως σκοτείνιαζε
κάπου-κάπου το μυαλό του και πως ένιωθε μεγάλη αδυναμία. Εδώ και δυο μέρες
δεν είχε φάει τίποτα σχεδόν.
Ήτανε τόσο άθλια ντυμένος, ώστε κάθε άλλος, όσο και να το 'χε συνηθίσει πια,
θα ντρεπότανε να βγεί στο φως της ημέρας ντυμένος με τέτοια κουρέλια. Είναι
αλήθεια πως η γειτονιά αυτή δεν ήτανε από κείνες όπου παραξενεύεσαι όταν ιδείς
έναν κακοντυμένο.
Η πλατεία της Σαναγοράς εκεί κοντά, τα ιδιόρρυθμα σπίτια και τα μαγαζιά που
στιβάζονταν σ' εκείνους τους δρόμους και τα σοκάκια του κέντρου της
Πετρούπολης, δημιουργούσανε μια τόσο παρδαλή εικόνα, με κάθε λογής
σουλούπι, έτσι που κανένας πια δεν απορούσε για το ντύσιμο του άλλου. Η ψυχή
όμως αυτού του νέου ξεχείλιζε από μια περηφάνεια τόσο άγρια ώστε, παρ' όλη τη
νεανική του ευαισθησία, δε ντρεπότανε να βγεί με τα κουρέλια του στο δρόμο. Το
πράγμα άλλαζε όταν τύχαινε να συναντήσει κανένα γνωστό του ή κανέναν απ'
τους παλιούς συμμαθητές του, που γενικά δεν του άρεσε να κάνει παρέα μαζί
τους. Ωστόσο ένας μεθυσμένος που τον πήγαιναν, άγνωστο γιατί και πού, μέσα σ'
ένα μεγάλο άδειο αραμπά, του φώναξε ξαφνικά καθώς περνούσε: "Ε, συ με το
γερμανικό καπέλο!", ουρλιάζοντας με όλη του τη δύναμη και δείχνοντας τον με
το δάχτυλο.
Ο νέος σταμάτησε απότομα και, με μια κίνηση νευρική, έφερε το χέρι στο καπέλο

του. Ήτανε ένα καπέλο ψηλό και στρογγυλό, που το είχε αγοράσει από του
Τσίμερμαν, τριμμένο όμως από την πολυκαιρία, κοκκινισμένο, γεμάτο τρύπες και
λεκέδες, με πεσμένα τα μπορ, που κρέμονταν στο πλάι κατά τον πιο αξιοθρήνητο
τρόπο. Ωστόσο, εκείνο που ένιωσε δεν ήτανε καθόλου ντροπή. Ήτανε μάλλον
τρόμος.
"Καλά το φοβόμουνα", μουρμούρισε μες στην ταραχή του. "Το σκέφτηκα αυτό,
να όμως που έγινε κάτι χειρότερο! Μια τέτοια ανοησία, το πιο ασήμαντο
πραματάκι του κόσμου, μπορεί να χαλάσει όλη τη δουλειά! Ναι, τούτο δω το
καπέλο με κάνει να ξεχωρίζω πολύ... Είναι γελοίο και γι' αυτό το λόγο το
προσέχει ο άλλος... Μόνο μια τραγιάσκα θα ταίριαζε με τα κουρέλια μου, ή
καλύτερα μια οποιαδήποτε στραπατσαρισμένη παλιορεπούμπλικα κι όχι τούτο δω
τ' ακατονόμαστο πράμα. Κανένας δε φορεί τέτοιο καπέλο. Ξεχωρίζει από ένα
βέρστι μακριά και ο καθένας ύστερα θα το θυμάται... Ναι, κάποιος θα το θυμηθεί
και ύστερα ορίστε το πειστήριο του εγκλήματος... Ενώ, τώρα ακριβώς, πρέπει να
περνάω όσο το δυνατόν πιο απαρατήρητος. Οι λεπτομέρειες, οι λεπτομέρειες εδώ είναι όλη η ουσία... Αλλά, ακριβώς, κάτι τέτοιες λεπτομέρειες μπορούν να
καταστρέψουνε τα πάντα...".
Δεν είχε να προχωρήσει πολύ, ήξερε ακόμα και πόσα βήματα έπρεπε να κάνει
από την πόρτα του σπιτιού του: Εφτακόσια τριάντα ακριβώς. Τα είχε μετρήσει
από τότε ακόμα που το σχέδιο του βρισκότανε στην κατάσταση του ονείρου.
Εκείνο τον καιρό, μάλιστα, δεν πίστευε πως μπορεί να γίνουνε πραγματικότητα
κάτι τέτοια όνειρα.
Ερεθιζότανε μονάχα απ' την τερατώδη αλλά γοητευτική παρατολμία τους. Από
τότε, όμως, πέρασε ένας μήνας κι άρχισε να βλέπει τα γεγονότα από μια άλλη
οπτική γωνία, διαφορετική. Παρ' όλο που στους μονολόγους του δεν έπαυε να
κατηγορεί τον εαυτό του, για έλλειψη δραστηριότητας και για
αναποφασιστικότητα, είχε συνηθίσει, άθελα του σχεδόν, να βλέπει το "τερατώδες
όνειρο" σα μια πράξη που αξίζει να την κάνει κανείς, αν και εξακολουθούσε να
'χει ελάχιστη εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Τώρα, θα έκανε την "πρόβα" της
δουλειάς και η ταραχή του μεγάλωνε με το κάθε βήμα.
Λιπόψυχα και μ' ένα νευρικό τρεμούλιασμα προχώρησε σ' ένα τεράστιο κτίριο,
που από τη μια μεριά είχε το κανάλι και απ την άλλη την οδό... Στο σπίτι αυτό,
που ήτανε χωρισμένο σε μικρά διαμερίσματα, έμεναν εργαζόμενοι όλων των
επαγγελμάτων: Σιδεράδες, ράφτες, μάγειροι, διάφορες κατηγορίες Γερμανοί,
κοινές γυναίκες, μικροϋπάλληλοι, κι έβλεπες ανθρώπους να πηγαινοέρχονται και
να μπαινοβγαίνουν απ' την μια κι απ' την άλλη πόρτα και να διασχίζουν τις δυο
αυλές του σπιτιού. Το ακίνητο είχε τρεις-τέσσερις θυρωρούς. Ο νέος χάρηκε
πολύ που δε συνάντησε κανέναν απ' αυτούς. Αφού πέρασε την πόρτα, προχώρησε
αμέσως κατά τη δεξιά σκάλα, χωρίς να τον ιδεί κανείς. Ήτανε σκοτεινή και στενή
αυτή η σκαλίτσα υπηρεσίας, που την ήξερε πια και που ήτανε φτιαγμένη έτσι,
ώστε να μην μπορεί να πει πως δεν του άρεσε: Μέσα σε τούτο το σκοτάδι ένιωθε
πως δεν διατρέχει κίνδυνο ούτε κι απ' το πιο αδιάκριτο βλέμμα.

"Αφού φοβάμαι τώρα τόσο πολύ τί θα γινότανε αν τύχαινε κι ερχόμουνα εδώ για
να το κάνω στ' αλήθεια;", είπε μέσα του, δίχως να το θέλει, μόλις έφτασε στο
τέταρτο πάτωμα. Εκεί, κάτι απολυμένοι φαντάροι, που έκαναν τώρα τον
αχθοφόρο, του 'φραζαν το δρόμο: Μετακόμιζαν τα έπιπλα ενός διαμερίσματος,
όπου έμενε – το ήξερε - ένας Γερμανός υπάλληλος με την οικογένεια του.
"Φεύγει, λοιπόν, ο Γερμανός. Συνεπώς, για κάμποσο διάστημα, δε θα υπάρχει
άλλος κάτοικος σ' αυτό το πλατύσκαλο, εκτός απ' τη γριά. Καλό είναι να
ξέρουμε... για κάθε ενδεχόμενο", είπε πάλι μέσα του, και χτύπησε στην πόρτα της
γριάς. Το χερούλι αντήχησε τρεμουλιαστά, λες και ήτανε καμωμένο όχι από
μπρούντζο, αλλά από λαμαρίνα. Έτσι είναι όλα σχεδόν τα χερούλια στις πόρτες
των μικρών διαμερισμάτων, σ' αυτού του είδους τα ακίνητα.
Ο ιδιαίτερος ήχος του χερουλιού, που τον είχε ξεχάσει, του θύμισε κάτι που το
'φέρε στο νου του ολοκάθαρα... Και, ξαφνικά, ανατρίχιασε - σε τέτοια
υπερένταση βρίσκονταν τα νεύρα του αυτή τη φορά! Σε λίγο η πόρτα μισάνοιξε
σιγά και η γυναίκα, που καθότανε εκεί μέσα, κοίταξε προσεχτικά και με
ολοφάνερη δυσπιστία τον παρείσακτο μέσα απ' το μισάνοιχτο θυρόφυλλο: Μες
στο μισοσκόταδο μονάχα τα μικρά ματάκια της γυάλιζαν. Καθώς όμως είδε πως
υπήρχε κόσμος στο κεφαλόσκαλο, σιγουρεύτηκε και άνοιξε την πόρτα διάπλατα.
Ο νέος πέρασε το κατώφλι και προχώρησε σ' ένα σκοτεινό χωλ, που κοβότανε
στα δυο από ένα χώρισμα. Πίσω απ' αυτό υπήρχε μια κουζινίτσα πολύ μικρή. Η
γριά στεκότανε μπροστά του, αμίλητη, και τον κοίταζε ερωτηματικά. Ήτανε μια
γριούλα κοντή και ξερακιανή, καμμιά εξηνταριά χρονών, με μάτια διαπεραστικά,
αγριωπά στην έκφραση, και με μια μύτη κοντή και σουβλερή. Το κεφάλι της
ήτανε ξεσκέπαστο και τα γκριζωπά μαλλιά της γυάλιζαν απ' το πολύ λάδι. Ένα
φανελένιο κουρέλι περιτριγύριζε τον αδύνατο, μακρουλό λαιμό της, που έμοιαζε
με πόδι κότας. Παρ' όλη τη ζέστη, κρεμότανε στους ώμους της μια γούνα
ξεφτισμένη και λερωμένη. Κάθε τόσο έβηχε και βόγγαγε. Φαίνεται πως ο νέος
την κοίταζε πολύ παράξενα, γιατί στα μάτια της παρουσιάστηκε ξαφνικά η ίδια
εκείνη έκφραση δυσπιστίας.
"Φοιτητής Ρασκόλνικωφ, ήρθα στο σπίτι σας πριν από ένα μήνα", βιάστηκε να
ψιθυρίσει ο νέος, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση, θυμήθηκε πως έπρεπε να της
φερθεί ευγενικά.
"Το θυμάμαι, παιδί μου, θυμάμαι πολύ καλά πως έχετε ξαναρθεί", απάντησε η
γριά, προφέροντας την κάθε λέξη καθαρά και χωρίς να πάψει να τον κοιτάζει
φιλύποπτα.
"Ναι... Και ξανάρχομαι τώρα για μια παρόμοια μικροδουλίτσα", συνέχισε ο
Ρασκόλνικωφ, λίγο ταραγμένος και κατάπληκτος με τη δυσπιστία που του 'δειχνε
η γριά.
"Ίσως να 'ναι έτσι πάντοτε, στο κάτω-κάτω", σκέφτηκε μ' ένα δυσάρεστο
συναίσθημα. "Μόνο που την άλλη φορά δεν το πρόσεξα".
Η γριά σώπασε σα να σκεφτότανε. Ύστερα, του 'δείξε την πόρτα της κάμαρας και
τραβήχτηκε από μπροστά του λέγοντας:
"Περάστε, παιδί μου".

Η κάμαρα όπου τον έμπασε ήτανε μικρή και ταπετσαρισμένη με κίτρινο χαρτόνι.
Στα παράθυρα υπήρχαν γεράνια και μεταξωτές κουρτίνες. Εκείνη την ώρα ο
ήλιος που βασίλευε πλημμύριζε το δωμάτιο με άπλετο φως.
"Έτσι θα λάμπει, σίγουρα, ο ήλιος και εκεί", είπε άθελα από μέσα του ο
Ρασκόλνικωφ. Και με μια γρήγορη ματιά εξέτασε ολόκληρο το δωμάτιο, για να
το χαράξει όσο γινότανε πιο βαθειά στη μνήμη του. Αλλά δεν είχε τίποτα το
εξαιρετικό τούτο το δωμάτιο. Όλη κι όλη η επίπλωση του, που ήτανε ξύλινη και
παλιά, ήτανε ένα ντιβάνι πλατύ από ξύλο με ράχη αψιδωτή, ένα οβάλ τραπέζι
κοντά στο ντιβάνι, ένα τραπεζάκι τουαλέτας με ένα καθρέφτη κρεμασμένο στο
χώρισμα, ανάμεσα στα δυο παράθυρα, μερικά καθίσματα γύρω-γύρω και δυοτρεις πίνακες με κορνίζες παλιωμένες. Παράσταιναν κάτι Γερμανιδούλες, που
κρατούσαν στα χέρια τους πουλιά. Αυτή ήτανε όλη κι όλη η επίπλωση. Σε μια
γωνιά, μπροστά σε μια μικρή εικόνα, έκαιγε ένα καντήλι.
Παντού βασίλευε απόλυτη καθαριότητα. Τα έπιπλα και το πάτωμα ήτανε
περασμένα με κερί και γυάλιζαν. "Βλέπει κανείς πως έχει περάσει από εδώ η
Ελισάβετ", σκέφθηκε ο Ρασκόλνικωφ. Σ' ολόκληρο το διαμέρισμα δεν θα
μπορούσες να βρεις ίχνος σκόνης.
"Μονάχα κάτι τέτοιες γριές, κακές και χήρες, ζούνε σε τόση καθαριότητα",
συνέχισε μέσα του ο Ρασκόλνικωφ, κοιτάζοντας λοξά με περιέργεια ένα παραβάν
από βαμβακερό ύφασμα, που έκρυβε μια πόρτα. Απ' αυτή έμπαινες σε μια
μικρότερη καμαρούλα, όπου βρισκότανε το κρεβάτι και ο κομμός της γριάς και
όπου αυτός δεν είχε μπεί ποτέ. Αυτά τα δυο δωμάτια ήτανε όλο κι όλο το
διαμέρισμα.
"Τί θέλετε;", ρώτησε ξερά η γριά, που μπήκε κι αυτή στο δωμάτιο και στάθηκε
μπροστά στον επισκέπτη της, για να τον εξετάζει καλύτερα κατάφατσα.
"Σας φέρνω κάτι για ενέχυρο. Να το...", της είπε κι έβγαλε από την τσέπη του ένα
παλιό πλακουτσωτό ρολόι ασημένιο.
Στο καπάκι του ήτανε χαραγμένη η υδρόγειος και η αλυσίδα του ήτανε
ατσαλένια.
"Μα το άλλο ενέχυρο πάει πια. Η προθεσμία έληξε εδώ και τρεις ημέρες".
"Θα σας πληρώσω τους τόκους ενός μηνός ακόμα, κάνετε λίγη υπομονή".
"Θα κάνω υπομονή, παιδί μου, αν θέλω, αλλά απ' αυτή τη στιγμή είμαι ελεύθερη
να το πουλήσω".
"Τι δίνετε για τούτο το ρολόι, Αλιόνα Ιβάνοβνα;".
"Χμ. Μου φέρνετε όλο κάτι ψευτοπράγματα που δεν αξίζουν δεκάρα. Το ξέρετε,
φίλε μου, ότι την άλλη φορά σας έδωσα δυο ρούβλια, για ένα δαχτυλίδι που
μπορεί να τ' αγοράσει κανείς καινούργιο με ενάμισυ;".
"Δώστε μου τέσσερα ρούβλια και θα το πάρω πίσω. Είναι ενθύμιο του πατέρα
μου τούτο το ρολόι, θα πάρω πολύ γρήγορα χρήματα".
"Αν θέλετε, σας δίνω ενάμισυ ρούβλι και τους τόκους θα τους πληρώσετε
προκαταβολικά...".
"Ενάμισυ ρούβλι!", φώναξε ο νέος.
"Αν θέλεις άφησε το, αν δεν θέλεις παρ' το".

Η γριά του το 'δώσε. Εκείνος το πήρε, κι ήτανε τόσο μεγάλη η ταραχή του, ώστε
ετοιμάστηκε να φύγει. Αμέσως όμως άλλαξε γνώμη, καθώς σκέφτηκε πως δεν
είχε να πάει πουθενά αλλού. Εξ άλλου είχε έρθει και για κάποιον άλλο σκοπό.
"Δώστε τα μου", έκανε απότομα.
Η γριά έψαξε στην τσέπη της, για να πάρει τα κλειδιά και μπήκε στο άλλο
δωμάτιο, πίσω από το παραβάν. Μόλις έμεινε μόνος του στην κάμαρα, έστησε τ'
αυτί του με περιέργεια κι άρχισε να κάνει με το μυαλό του διαφόρους
υπολογισμούς και συνδυασμούς. Την άκουσε ν' ανοίγει τον κομμό, "θα πρέπει να
'ναι το πάνω-πάνω συρτάρι", είπε μέσα του. "Τα κλειδιά, λοιπόν, τα βάζει στη
δεξιά της τσέπη...
Είναι όλα μαζί περασμένα σ' έναν ατσαλένιο κρίκο... Και υπάρχει ένα κλειδί τρεις
φορές μεγαλύτερο απ' τ' άλλα με μύτη δαντελλωτή, που, φυσικά δεν είναι του
κομμού... Συνεπώς, θα υπάρχει κι άλλη μια κρυψώνα ή κανένα χρηματοκιβώτιο...
Περίεργο! Όλα τα χρηματοκιβώτια έχουν τέτοια κλειδιά... Τί σιχαμένα, ωστόσο,
είναι όλα αυτά!".
Η γριά ξαναγύρισε.
"Λοιπόν, γιόκα μου. Έχουμε και λέμε... δέκα καπίκια για κάθε ρούβλι και για
κάθε μήνα, μας κάνουν δέκα πέντε καπίκια για το ενάμισυ ρούβλι, που πρέπει να
τα κρατήσω, αφού παίρνω τον τόκο προκαταβολικά. Επί πλέον, πρέπει να
προσθέσουμε ακόμα είκοσι καπίκια για δυο ρούβλια που σας δάνεισα Έχουμε,
λοιπόν, το όλον τριάντα πέντε καπίκια. Συνεπώς έχετε να παίρνετε για το ρολόι
ένα ρούβλι και δεκαπέντε καπίκια το όλον. Να, πάρτε τα".
"Μα πώς! Ένα ρούβλι και δέκα πέντε καπίκια θα πάρω τώρα;".
"Ακριβώς".
Ο νέος δεν επέμεινε και πήρε τα λεφτά. Κοίταξε τη γριά και δεν βιαζότανε να
φύγει. Φαινότανε σα να 'θελε να πει ή να κάνει κάτι ακόμα, αλλά ούτε και ο ίδιος
έδειχνε να ξέρει τι ακριβώς ήτανε αυτό.
"Αλιόνα Ιβάνοβνα. αυτές τις μέρες ίσως να σας φέρω ακόμα κάτι... κάτι
ασημένιο... Μια πολύ όμορφη σιγαροθήκη-, όταν θα μου την επιστρέψει κάποιος
φίλος μου...".
"Καλά, τα ξαναλέμε τότε, γιόκα μου".
"Χαίρετε... Και είσαστε πάντοτε μόνη σας στο σπίτι; Δε σας κρατάει ποτέ η
αδελφή σας συντροφιά;", ρώτησε όσο πιο αδιάφορα μπορούσε, καθώς
προχωρούσε κατά το χωλ για να φύγει.
"Τι σας νοιάζει εσάς για την αδελφή μου;".
"Ω! Δε με νοιάζει καθόλου. Μη νομίζετε δηλαδή... Χαίρετε, Αλιόνα Ιβάνοβνα!".
Βγήκε έξω και η ταραχή του όλο και μεγάλωνε. Καθώς κατέβαινε τη σκάλα,
σταμάτησε πολλές φορές σα να θυμότανε κάτι που τον άφηνε άναυδο. Τέλος
έφτασε στο δρόμο και φώναξε:
"Ω, θεέ μου! Τί φοβερά που είναι όλα αυτά! Μπορεί ποτέ... είναι ποτέ δυνατόν
εγώ... Όχι, είναι μια βλακεία, ένας παραλογισμός, πρόσθεσε αποφασιστικά. Μα,
στ' αλήθεια, λοιπόν, μου πέρασε απ' το μυαλό μια τόσο απαίσια ιδέα; Τί φρίκη

που μπορεί να κλείνει η καρδιά μου μέσα της! Το χειρότερο απ' όλα είναι η
βρωμιά.
Είναι βρώμικη, σιχαμένη, αηδιαστική όλη αυτή η ιστορία... Και να σκέφτεται
κανείς πως έναν ολόκληρο μήνα!...".
Δεν έβρισκε πια ούτε λόγια ούτε επιφωνήματα, που να μπορούν να εκφράσουνε
τα συναισθήματα που τον συγκλόνιζαν. Η απέραντη αηδία, που άρχισε να
βασανίζει και να σφίγγει την ψυχή του, καθώς πήγαινε στη γριά, έπαιρνε τέτοια
ένταση και τέτοια έκταση, που δεν ήξερε πια πώς θα γλύτωνε από την αγωνία
της.
Προχωρούσε, βαδίζοντας πάνω στο πεζοδρόμιο σα μεθυσμένος, δίχως να
καταλαβαίνει ότι σκόνταφτε πάνω στους διαβάτες. Στον επόμενο δρόμο συνήλθε.
Καθώς περπατούσε, κοιτάζοντας τριγύρω, είδε πως βρισκότανε μπροστά σ' ένα
καπηλειό. Η είσοδος ήτανε στο πεζοδρόμιο και υπήρχε μια στενή σκάλα που
έβγαζε κάτω, στο υπόγειο.
Τη στιγμή εκείνη έβγαιναν από μέσα δυο μεθυσμένοι, κρατώντας ο ένας τον
άλλο, ενώ ταυτόχρονα βρίζονταν. Ο Ρασκόλνικωφ, δίχως να το σκεφθεί καθόλου,
κατέβηκε τα σκαλιά. Δεν είχε ποτέ του ξαναμπεί σε καπηλειό, τώρα όμως το
κεφάλι του βούιζε. Εξ άλλου, ένιωθε να τον βασανίζει και μια δίψα φλογερή.
Λαχταρούσε να πιεί δροσερή μπίρα, ωστόσο, απέδιδε αυτή την ξαφνική αδυναμία
του στην πείνα.
Κάθισε σε μιαν άκρη, σκοτεινή και βρώμικη, κοντά σ' ένα τραπέζι λιγδιασμένο
και παράγγειλε μπίρα. Ήπιε λαίμαργα το πρώτο ποτήρι. Ένιωσε αμέσως μεγάλο
ξαλάφρωμα και οι σκέψεις του έγιναν καθαρότερες. "Όλα αυτά είναι βλακείες",
είπε μέσα του, κι αναφτερώθηκαν οι ελπίδες του. "Δεν υπάρχει λόγος ν' ανησυχώ.
Η αδιαθεσία ήτανε, απλούστατα, φυσική. Μια μπιρίτσα, λίγη γαλέτα, και σε μια
στιγμή θα έχω ξαναβρεί όλη τη δύναμη του μυαλού μου, όλη τη διαύγεια των
ιδεών μου, τη σταθερότητα των αποφάσεων μου. Πφ! Όλα αυτά είναι ολότελα
ασήμαντα".
Ωστόσο, ένιωθε αόριστα πως, κι αυτή ακόμα η αισιόδοξη διάθεση προς το
καλύτερο, ήτανε κάτι το αρρωστημένο.
Εκείνη την ώρα η ταβέρνα είχε πολύ λίγο κόσμο. Εκτός από τους δυο
μεθυσμένους, που είχε συναντήσει στη σκάλα, βγήκε ξωπίσω τους και κάποια
παρέα από πέντε άντρες, που έσερναν μαζί τους και μια κοπέλλα, υπό τους ήχους
ενός ακορντεόν.
Όταν έφυγαν, απλώθηκε στην ταβέρνα ησυχία και ένιωθες πως υπήρχε
μεγαλύτερη απλοχωριά. Ήτανε εκεί μέσα ένας μισομεθυσμένος, που στεκότανε
μπροστά σ' ένα ποτήρι μπίρα και φαινότανε να 'ναι μικροαστός. Ο διπλανός του,
ένας ψηλός και χοντρός άντρας, που φορούσε κοντογούνι και είχε γκρίζα
γενειάδα, ήτανε στουπί στο μεθύσι και μισοκοιμότανε στον πάγκο. Κάθε τόσο
όμως, σα να ξυπνούσε, άρχιζε να τρίζει ξαφνικά τα δάχτυλα του, απλώνοντας τα
χέρια κι έκανε με το κορμί του ρυθμικές κινήσεις χωρίς, ωστόσο, να σηκώνεται
από τον πάγκο. Ύστερα, μουρμούριζε ένα σαχλό τραγουδάκι, προσπαθώντας να
θυμηθεί τα λόγια του που ήτανε αυτού εδώ του γούστου:

έτσι άξαφνα. αμέσως μόλις τους πρωτοδούμε και μάλιστα πριν ακόμα ανταλλάξουμε λέξη μαζί τους. Ήτανε τόσο αποπνιχτική η ατμόσφαιρα.Ένα χρόνο χάιδευα. τη γυναικούλα μου. Όλα αυτά βρωμοκοπάγανε φριχτά. όταν ξαναξύπναγε: Περνώντας απ' την Ποντιτζέσκαγια ξανάβρα το πουλί μου. θα γινόσουν τύφλα στο μεθύσι μέσα σε πέντε λεφτά. Υπήρχε εκεί μέσα κι ένα άλλο άτομο ακόμα. υπήρχαν στρογγυλά κομματάκια αγγούρι. Μερικές φορές. ο σιωπηλός σύντροφος του... Αργότερα. που φαινότανε σα συνταξιούχος μικροϋπάλληλος. καθώς είπαμε.. Ή ακόμα έλεγε. . Πίσω απ' τον πάγκο.. Ο καταστηματάρχης βρισκότανε στο διπλανό δωμάτιο. Ταυτόχρονα ένιωθε μια πυρετώδη λαχτάρα να ξανασυνδεθεί με τους άλλους. στεκότανε ένα παιδί που θα 'τανε δεκατεσσάρων χρονών. Κάποια αλλαγή φαινότανε να 'γίνε μέσα του. . μικρότερο. κρατούσε μια στάση εχθρική και δύσπιστη. χωρίς μανίκια.. Απολάμβανε όμως την ευτυχία του ολομόναχος. κόκκινα. χωρίς γραβάτα. που τον πέρασε απομονωμένος μέσα σε μια νοσηρή υπερδιέγερση. Φορούσε ένα σακάκι χωριάτικο. να μας ενδιαφέρουν. έστω και για μια μόνο στιγμή. Καθότανε παράμερα. τον κατέβαλε τόσο πολύ. έπρεπε να κατεβεί κάμποσα σκαλιά. Για να 'ρθει εδώ μέσα. μ' όλη τη βρωμιά που είχε αυτό το περιβάλλον. Ένα χρόνο χάιδευα. παξιμάδια και ψάρι κομμένο σε μικρές-μικρές φέτες.ιδίως τον τελευταίο καιρό. Αυτήν ακριβώς την εντύπωση έκανε στον Ρασκόλνικωφ εκείνος που καθότανε παράμερα κι έμοιαζε με συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο. ολότελα άγνωστους μας. σερβίριζε τους πελάτες. που είχες την εντύπωση ότι τον αέρα μόνο ν' ανάσαινες. Φαινότανε κι εκείνος κάπως ταραγμένος. Στη μόστρα. κι άφηνε το βλέμμα του να πλανιέται τριγύρω του. φοβερά λιγδιασμένο. Γι' αυτό μ' αληθινή ευχαρίστηση καθυστερούσε τώρα σε τούτο το βρωμομάγαζο. απέφευγε να κάνει παρέα με τους ανθρώπους.. Τώρα όμως κάτι τον τραβούσε ξαφνικά προς τους ανθρώπους. ώστε αποζητούσε τώρα ν' αναπνεύσει σ' έναν καινούργιο κόσμο. Έβλεπες πρώτα-πρώτα τις καλογυαλισμένες μπότες του με τα πλατειά. τυχαίνει να συναντήσουμε ανθρώπους. κι είχανε τόσο ποτιστεί τα πάντα απ' τη μυρουδιά του κρασιού. Σ' όλες του τις εκρήξεις. τη γυναικούλα μου. θυμήθηκε πολλές φορές αυτή την πρώτη συνάντηση που την απέδιδε σ' ένα είδος προαισθήματος. ρεβέρια. γιλέκο μαύρο από σατέν. Ένα άλλο. οποιονδήποτε. έπινε από καιρό σε καιρό με μικρές γουλιές. παρουσιαζότανε όμως πολύ συχνά στην κύρια αίθουσα. Τούτος ο οδυνηρός μήνας. κι όλο του το μούτρο γυάλιζε σα λαδωμένος συρτής. 2  Ο Ρασκόλνικωφ δεν ήτανε συνηθισμένος να βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος και. που αρχίζουν.

κάτω απ' τα πρησμένα βλέφαρα του. γεροδεμένος. Ίσως να 'χε και μυαλό και εξυπνάδα. μολονότι η εμφάνιση σας είναι απέριττος. όμως. όχι συνηθισμένον να πίνει. πολύ τολμηρός αν σας απηύθυναν τον λόγον δια μίαν αξιοπρεπή συζήτησιν. είχε ξυριστεί για τελευταία φορά πριν από πολύν καιρό. κοιτάζοντας επίμονα τον Ρασκόλνικωφ. Στο τέλος. αλλά γεμάτα ζωηρότητα.. σπουδάζω. εντελώς ιδιαίτερη εντύπωση σου 'κάνε το βλέμμα του. Μαρμελάντωφ . βλέπω σε σας έναν άνθρωπον με καλήν μόρφωσιν. που φλογιζότανε από ένα είδος ενθουσιασμού. διέκρινες στα μάτια του κάτι που μπορούσε μια χαρά να είναι και τρέλλα. όσο και στη μόρφωση. Είχε κουμπωθεί μ' αυτό σίγουρα. Εγώ πάντοτε σέβομαι την μόρφωσιν.σίγουρα γιατί και κείνος τον κοίταζε επίμονα και φαινότανε πως το 'θελε πάρα πολύ ν' ανοίξει κουβέντα μαζί του. που είχε η ομιλία του. φαινόταν μια χιλιοτσαλακωμένη κολλαρίνα. Τους άλλους. φαινότανε ανήσυχος.".αυτό είναι τ' όνομα μου. εγώ. δε νόμιζε πως είχε καμμιά υποχρέωση να τους απευθύνει το λόγο. με τα κουμπιά κομμένα. φουσκωμένο πρόσωπο του ήτανε κίτρινο ή μάλλον πρασινωπό. Διότι. γιατί ήθελε να είναι μέσα στα όρια της ευπρέπειας. κατά πως φαίνεται. του είπε δυνατά και σταθερά: "Θα ήμην. Ξυριζότανε σαν καλός δημόσιος υπάλληλος. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ. Ωστόσο. που βρίσκονταν στην ταβέρνα. με ανάστημα μέτριο. κοκκινωπά. Ήτανε ένας άνθρωπος που θα είχε περάσει τα πενήντα. σαν ανθρώπους που βρίσκονται πολύ πιο κάτω απ' αυτόν. Ανασκάλευε τα μαλλιά του και από καιρό σε καιρό έσφιγγε με απελπισία το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια. κύριε. Μονάχα ένα κουμπί ψευτοστεκότανε ακόμα. και τα μικρά ματάκια του γυάλιζαν. έτσι ξαφνικά κι απότομα. ένιωσε και πάλι μέσα του εκείνη .Δεν άφηνε από τα μάτια του τον υπάλληλο . λιγδιασμένη και μουσκεμένη απ' το πιοτό. Έτσι.». Οι κινήσεις του και οι τρόποι του είχανε τη σφραγίδα της γραφειοκρατικής επισημότητας. Το αλκοολικό. με αραιά γκρίζα μαλλιά στο γυμνό του κεφάλι. "Όχι. Μου επιτρέπετε να σας ερωτήσω αν είσαστε υπάλληλος. Φορούσε μια παλιά μαύρη ρεντικότα. τόσο στην κοινωνική θέση.επίτιμος σύμβουλος. Ωστόσο. Κάτω απ' το γιλέκο του.. κι απ' το γεγονός ότι ένας ξένος του απηύθυνε το λόγο. Παρ' όλη τη λαχτάρα που ένιωθε τώρα δα να βρει μια οποιαδήποτε παρέα. όπως επίσης και τον ταβερνιάρη. φέρω τον τίτλον του συμβούλου. αλλά από μερικές απότομες εκλάμψεις. ο υπάλληλος τους κοίταζε με το συνηθισμένο του τρόπο με κάποια πλήξη και μ' ένα είδος περιφρονητικής ακαταδεξίας. ξεκουρελιασμένη. αλλά. που τα 'χασέ κάπως μ' αυτόν τον παράξενα πομπώδη τόνο. με την πρώτη κουβέντα που του είπε αυτός ο άγνωστος. λόγω της πείρας μου. ακουμπώντας τους τρύπιους αγκώνες του πάνω στο λιγδιασμένο και μουσκεμένο τραπεζάκι. «Άλλωστε. όταν αύτη συνοδεύεται από αισθήματα καλά. γιατί τα μάγουλα και το σαγόνι του ήτανε σκεπασμένα τώρα από γκρίζα και σκληρά γένια.

καθώς φαίνεται. "η φτώχεια δεν είναι κακό ελάττωμα . Επιτρέψατε μου να σας κάνω ακόμα μίαν ερώτησιν κι ας πούμε πως είναι από απλή περιέργεια. όμως. για να γίνει το πράγμα ακόμη πιο ταπεινωτικό.. Κύριε. Τον άνθρωπο.αυτό είναι αλήθεια. Πραγματικά. η μακρά και αδιάλειπτος πείρα!". για ν' ακούσει αυτό το "ψώνιο". κι ήρθε και κάθισε δίπλα στον Ρασκόλνικωφ. . ή μάλλον παρακολουθήσατε μερικά μαθήματα. σα να 'θελε να παινέψει τα πνευματικά του χαρίσματα. ούτε είχε πλυθεί: Τα χέρια του. Ξενυχτήσατε καμμιά φορά στο Νέβα. Ήτανε μεθυσμένος. Κι έχουν δίκιο.". με κατάμαυρα νύχια. ουδείς κατόρθωσε να την διατηρήσει. Γνωρίζω επίσης ότι και η μέθη δεν είναι αρετή. μέσα στις μαούνες που κουβαλάνε άχυρο. αγαπητέ μου κύριε.". έφερε το δάχτυλο στο μέτωπο του. Έπεσε πάνω στον Ρασκόλνικωφ με τέτοια λαιμαργία. εγώ κοιμάμαι εκεί μέσα πέντε μέρες τώρα. έβλεπες ακόμα άχυρα. έσπασε στο ξύλο την σύζυγόν μου. κολλημένα δω και κει πάνω στα ρούχα του και στα μαλλιά του.. γιατί στην εξαθλίωση εμείς οι ίδιοι πρώτα-πρώτα είμαστε έτοιμοι ν' ατιμάσωμεν τον εαυτόν. μιλούσε όμως καθαρά και ζωηρά. ώσπου να βρεί τα λόγια του. Λεμπεζιάντνικωφ. "Υπήρξατε φοιτητής. "Όχι. φώναξε ο υπάλληλος.. Πού και πού μονάχα κόμπιαζε. Όλοι εκεί μέσα φάνηκαν σα να προσέχουν. η εξαθλίωσις. κάπως βαριεστημένα όμως. ώστε θα 'λέγε κανείς πως κι αυτός επίσης δεν είχε μιλήσει μ' άνθρωπο εδώ κι ένα μήνα. που πέφτει στην εξαθλίωση. μας. Στη φτώχεια διατηρείτε ακόμα την ευγένεια των εμφύτων αισθημάτων σας! Στην εξαθλίωση. που την ένιωθε πάντοτε. ή πρώην φοιτητής". η εξαθλίωσις είναι ένα κακό ελάττωμα. δεν τον κυνηγάνε πια με το ραβδί. "'Ε. άρχισε να λέει σε τόνο επίσημο σχεδόν.". Τα παιδιά χασκογελούσαν πίσω απ' τον πάγκο. Καθότανε λίγο πιο πέρα και χασμουριότανε τεμπέλικα. προ μηνός. "Πού θέλετε να καταλήξετε μ' αυτό.τη δυσάρεστη αίσθηση αποστροφής. Αλλά. κοκκινωπά. Ήτανε ολοφάνερο πως εδώ και πέντε μέρες ούτε τα ρούχα του έβγαλε. λοιπόν.. Επιτρέψατε μου όμως. πήρε το πιατελάκι και το ποτήρι του. Και. είναι πολύ διαφορετική από μένα. απ' το πάνω πάτωμα. "Φοιτητής. ο κ. κύριε. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ.". Καταλαβαίνετε. την κουβέντα του. προ πάντων. λοιπόν. Εντεύθεν πηγάζει και η κρασοκατάνυξις. "Το σκέφτηκα! Η πείρα. "Αγαπητέ κύριε". Σηκώθηκε τρεκλίζοντας. Ο καταστηματάρχης κατέβηκε επίτηδες. το ήπιε κι άρχισε να σκέφτεται. Γέμισε το ποτήρι του. Και η σύζυγος μου. κάθε φορά που ένας ξένος πλησίαζε ή έκανε πως ήθελε να τον πλησιάσει. δε μου 'τύχε ποτέ". ήτανε πολύ βρώμικα. με ύφος όμως βαρυσήμαντο. αλλά με τη σκούπα.

Έτσι προσπαθούν πάντοτε να δικαιωθούν στα μάτια των μπεκρήδων συντρόφων τους και είναι δυνατό να κερδίσουν την εκτίμηση τους. είπατε κύριε. ξέρετε εκ των προτέρων. "Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος και γιατί δεν ξέρετε πού ν' ακουμπήσετε το κεφάλι σας. βγήκα κι εγώ να πάω κάπου. Μα. ένας από τους πιο χρήσιμους και τους πιο καλοπροαίρετους πολίτες. Επιτρέψατε μου. ότι το διάβημα που κάνετε δεν πρόκειται να 'χει κανένα αποτέλεσμα... Ξέρει πάρα πολύ καλά πως δε θα του τα δώσω πίσω. με κανένα τρόπο δεν πρόκειται να σας δανείσει λεφτά. είσαστε πέρα για πέρα σίγουρος. "Και για ποιο λόγο να πάτε. Ξέροντας εκ των προτέρων ότι δεν πρόκειται να σας δανείσει. πριν από ένα μήνα. τί θέλετε να πείτε μ' αυτό το "δίχως καμμιά ελπίδα. θέλοντας και μη. ο Μαρμελάντωφ...Σίγουρα. Λέτε πως δε ματώνει η καρδιά μου βλέποντας το άσκοπον μπεκρολόγημά μου. αλήθεια. σας ερωτώ. καμμίαν απολύτως". Γιατί δεν πας στην υπηρεσία σου. σας ερωτώ. (διότι η κόρη μου έχει κάρτα κοινής γυναικός και ζει απ' αυτή τη δουλειά). βιάστηκε να δηλώσει με ψεύτικη αταραξία.". πρέπει να πάρεις την απόφαση και να πας κάπου.. Και όμως. θα με δάνειζε.". μου εξήγησε την άλλη φορά ότι στην εποχή μας ακόμα και η επιστήμη το απαγορεύει να λυπόμαστε τον άλλο και ότι έτσι γίνεται στην Αγγλία. απευθυνόμενος στον Ρασκόλνικωφ. που είναι ενημερωμένος πάνω στις σύγχρονες ιδέες. Γιατί. ήτανε από πολύν καιρό γνωστός εδώ μέσα. δηλαδή. ότι αυτός ο άνθρωπος.. ξεκινάτε και πηγαίνετε για. δίχως να 'χετε καμμιά ελπίδα.".. "Θέλω να πω. λέτε πως δεν πονούσα.".. στουπί στο μεθύσι. Και για ποιο λόγο. πρόσθεσε ανοίγοντας μια παρένθεση και κοιτάζοντας το νέο κάπως ανήσυχα. . "Τί αστείος τύπος!" είπε τ' αφεντικό δυνατά.. και σωριάστηκα κάτω. "Δεν έχει σημασίαν αυτό. όπου το λόγο έχει η πολιτική οικονομία. ενώ τα δυο παιδιά του μαγαζιού ξέσπασαν σ' ένα συγκρατημένο γέλιο πίσω απ' τον πάγκο και το αφεντικό χαμογελούσε. Όταν ο κ. ιδίως σ' αυτούς που τους κακομεταχειρίζονται στα σπίτια τους και τραβάνε εκεί το διάβολο τους. είπε ο Ρασκόλνικωφ. Επειδή θα με λυπότανε. "Γιατί δεν πηγαίνω στην υπηρεσία μου. νέε μου. απάντησε ο Μαρμελάντωφ. χωρίς να 'χετε την παραμικρή ελπίδα. οπουδήποτε! 'Όταν η μοναχοκόρη μου πήγε δια πρώτην φοράν να πάρει την κάρταν της. Η συνήθεια αυτή γίνεται ανάγκη σε μερικούς μπεκρήδες. Παραδείγματος χάριν. σα να τον είχε αυτός ρωτήσει.. Καθώς φαίνεται μάλιστα. αφού είσαι υπάλληλος. Σας έτυχε να ζητήσατε ποτέ δανεικά λεπτά. Λεμπεζιάντνικωφ χτύπησε την σύζυγόν μου. Ο καθένας αναγκάζεται στο τέλος να πάει κάπου! Γιατί έρχεται μια ώρα που.".. "Γιατί δεν πηγαίνω στην υπηρεσία μου. κύριε. ξέροντας πολύ καλά και εκ των προτέρων.. θα δεχότανε να με δανείσει. "Μου 'τυχε. ο κ. η αδυναμία του για τα παχιά λόγια τον έσπρωχνε να στήνει κουβέντα στην ταβέρνα με χίλιους δυο αγνώστους."". "Αλλά γιατί δε δουλεύεις. με τα ίδια του τα χέρια. Λεμπεζιάντνικωφ. λοιπόν.".

είμαι από γεννησιμιού μου κτήνος".. Για ποιο σκοπό. "Έτσι είναι το φυσικό μου. βλέπετε. ακριβώς. πρέπει να το πω πιο ζωντανά και πιο πρωτότυπα. γιατί απ' τα μικρά της χρόνια ήτανε μαθημένη στην καθαριότητα και είναι πολύ αδύνατο το στήθος της κι έχει προδιάθεση για τη φθίση. περιμένοντας με ακόμα μεγαλύτερη αξιοπρέπεια να σταματήσουν τα χάχανα. Το είδα απ' την πρώτη στιγμή που . "Έ. Έχουμε τρία μικρά παιδιά και η Κατερίνα Ιβάνοβνα δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ. τέλος πάντων. η Κατερίνα Ιβάνοβνα. Αλλά όχι!.. εκείνη όμως έχει μεγάλη καρδιά και. αναστηλώνοντας το κορμί του. Γιατί δεν είναι μια και δυο που με λυπήθηκαν. Επιτρέψατε μου. με όλη της τη μεγαλοψυχία είναι άδικη. έκανε τ' αφεντικό μ' ένα χασμουρητό. αυτό θα ήτανε τρόπον τινά εις την ιεραρχίαν των πραγμάτων. Και όμως. ας παραδεχτούμε ότι είμαι ένα χαμένο κορμί. που λέτε. ήτανε καταδίκη της και όχι δικιά μου! Κι όμως μένουμε σ' ένα σπίτι πολύ κρύο. νεαρέ μου". Δε λέω τα παπούτσια της. αλλά τις κάλτσες της. Πίνω για να πονάω διπλά". το καταλαβαίνω καλά! Πώς θα μπορούσα να μην το καταλάβω. Μπορείτε. συνέχισε ο ρήτορας ατάραχα. γιατί όντως με μαλλιοτραβάει. Όλα αυτά είναι ανώφελα. βλέποντας με ταύτην την στιγμήν. πίνω γιατί βρίσκω στο πιοτό τη δυνατότητα να πονάω και να λυπάμαι. σφουγγαρίζει. Εκείνη. "Ίδε ο άνθρωπος!". λούζει τα μικρά. νέε μου.. λέγω. Το ξέρετε. τουλάχιστο. Αχ! Αν με λυπότανε! Κύριε.. αλλά είναι το φυσικό μου.. "ας παραδεχτούμε ότι όντως εγώ είμαι γουρούνι. όταν με βουτάει απ' τα μαλλιά και με τραβάει. αλλά. μόνο για μια φορά!.."Καμμίαν σημασίαν. η σύζυγος μου.. Όχι. το ξέρετε πως ήπια ακόμα και τις κάλτσες της. είναι απαραίτητο ο κάθε άνθρωπος να βρίσκει κάπου μια γωνίτσα όπου να τον πονάνε. Δεν πτοούμαι από εμπαιγμούς.. Ο Ρασκόλνικωφ δεν είπε λέξη. καθώς ξανάκουσε να ξεσπάζουν και πάλι τα γέλια.. συνέχισε.. κύριε. αλλά τολμάτε να πείτε. Το χειμώνα άρχισε να βήχει και να που τώρα φτύνει αίμα. τις κάλτσες της τίς ήπια! Τη μάλλινη πελλερίνα της. Τέλος πάντων. αγαπητέ μου κύριε. τόσο περισσότερο τα καταλαβαίνω. όμως. θεέ μου! Αν ήτανε. λοιπόν". να το βεβαιώσετε κατηγορηματικώς ότι δεν είμαι ένα γουρούνι.. "Σώπα!". κόρη ανωτέρου αξιωματικού. "Αχ. "μου φαίνεται ότι διαβάζω εις το πρόσωπον σας κάτι σα θλίψιν. Ο Μαρμελάντωφ χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι. Ας το παραδεχτούμε. την ήπια κι αυτή! Και της την είχαν κάνει δώρο πριν απ' το γάμο μας.. είναι καλοαναθρεμμένη. διότι τα γνωρίζουνε οι πάντες και "ουδέν κρυπτόν ό μη φανερόν γενήσεται". Και. λόγω της καλής ανατροφής της. Κι όσο περισσότερο πίνω. Δεν τα βλέπω αυτά με περιφρόνησιν αλλά με ταπεινοφροσύνην. Αλλά. έχει ευγενικά αισθήματα.". Πλένει. τολμάτε. επέμενε με ακόμα μεγαλύτερη αξιοπρέπεια. η Κατερίνα Ιβάνοβνα. είναι σωστή κυρία. Εγώ είμαι η προσωποποίησις του κτήνους... που ξεσήκωσαν στο μαγαζί τα τελευταία του λόγια. "Νεαρέ".. Κι έγειρε το κεφάλι του με απελπισία πάνω στο τραπέζι. όμως. τί να τα λέμε τώρα.. μ' όλο που κι εγώ ο ίδιος το καταλαβαίνω ότι κατά βάθος με λυπάται. Και. Όχι μπορείτε.

περήφανη και δυσκολομεταχείριστη.. Την πρώτην φοράν είχε παντρευτεί από αίσθημα έναν αξιωματικόν του πεζικού. κλεισμένο σ' ένα μπαούλο και μάλιστα τώρα τελευταία το 'δείξε στη σπιτονοικοκυρά. άφησε λυγμούς και κτυπούσε τα χέρια της με απελπισίαν. της πρόσφερα το χέρι μου. Μάθετε. διότι αϊ αναμνήσεις της είναι το μόνο που της απομένει σήμερα. την έδερνε κιόλας. αλλά στο ζήτημα της περηφάνειας δεν κάνει συμβιβασμούς.. "Τήν παντρεύτηκα χήρα με τρία μικρά παιδιά. άλλωστε την ξέρουν. "Μπορείτε να κρίνετε εις ποίον σημείον δυστυχίας είχε φτάσει δια να δεχτεί μία γυναίκα σαν κι αυτή.. βέβαια. έμεινε ολομόναχη σε μιαν απομακρυσμένην και αγρίαν περιοχήν. θα σφουγγαρίσει η ίδια το πάτωμα και θα φάει μόνο μαύρο ψωμί. το 'χει ως τα σήμερα. λοιπόν. Και τότε εγώ. λοιπόν. Οι δικοί της της γύριζαν τις πλάτες... αισθανότανε την ανάγκη να επιδειχτεί σε κάποιον και να θυμηθεί τις παλιές καλές ημέρες. αλλά διότι ψάχνω να βρω έναν άνθρωπο ευαίσθητον και μορφωμένον.. όχι. ως είμαι εις θέσιν να γνωρίζω από δοκουμέντα αδιάσειστα και λεπτομερή. καλοαναθρεμμένη και από καλό σπίτι. Διότι.μπήκατε εδώ μέσα και δι' αυτό σας μίλησα αμέσως. Στο τέλος. όμως. Μετά τον θάνατον του συζύγου της. αλλά το δέχτηκε! Δεν ήξερε πού ν' ακουμπήσει το κεφάλι της. Παρ' όλο που τρώγεται κάθε μέρα με τη σπιτονοικοκυρά. κι όταν ο κ.. πέρασε από στρατοδικείον και ύστερα πέθανε. Τον αγαπούσε σαν τρελλή. εκείνος όμως απέκτησε το πάθος της χαρτοπαιξίας. . λοιπόν. Όλα τ' άλλα έγιναν καπνός.. Και ύστερα.. χμ. όπου την συνήντησα τότε. ήτανε περήφανη. και παρ' όλον ότι δεν τον άφηνε κι εκείνη απεριποίητον. ε. Το τιμητικόν δίπλωμα. διότι αυτό τουλάχιστον της επιτρέπει να βλέπει νοερά τον εαυτό της ευτυχισμένον. Ε. είναι μια γυναίκα που θυμώνει εύκολα. Ευρίσκετο εις τοιαύτην τρομεράν αθλιότητα που δε μπορώ να σας την περιγράψω. δεν ανέχθηκε την προστυχιά του Λεμπεζιάντνικωφ. Έτσι. δεν το κάνω καθόλου δια να εξευτελιστώ μπροστά σ' αυτούς εδώ τους τεμπέληδες που.. εγώ που ήμουν επίσης χήρος και είχον απ' την πρώτην μου σύζυγον ένα κοριτσάκι δεκατεσσάρων χρονών. το δέχτηκε! Έκλαψε.. τον θυμάται και σήμερα ακόμα με δάκρυα και όλο με κατηγορεί. αν σας διηγούμαι την ιστορίαν της ζωής μου. παρ' όλον ότι μέχρι σήμερον έχω γνωρίσει όλας τας αποχρώσεις της αθλιότητας. και το μετάλλιο το πουλήσαμε. Δεν την κατακρίνω γι' αυτό.. παρά πολύ περήφανη. ναι. πάει πολύ καιρός. κύριε. Λεμπεζιάντνικωφ την χτύπησε δι' αυτόν τον λόγο. κλέφτηκε μαζί του και έφυγε από το σπίτι των γονέων της. Ναι. να πάρει εμένα άντρα της. πράγμα που μ' ευχαριστεί. δεν την κατακρίνω. μη δυνάμενος να βλέπω τοιαύτην δυστυχίαν. έπεσε στο κρεβάτι περισσότερον διότι πληγώθηκε η περηφάνειά της και πολύ ολιγώτερον ένεκα των κτυπημάτων που της είχε δώσει. Το μετάλλιο. κάνοντας την σύγκρισιν μ' εκείνον. ότι η σύζυγος μου σπούδασε σ' ένα πολύ καλό και αριστοκρατικό παρθεναγωγείον της επαρχίας και πως όταν βγήκε από κει χόρεψε με σάλι μπροστά στον κυβερνήτη κι όλους τους άλλους επισήμους και της δώσανε γι' αυτό χρυσούν μετάλλιον με τιμητικόν δίπλωμα.

. προτιμώ να το αποσιωπήσω. Και στο μεταξύ... διότι ξύπνησε μέσα μου η αληθινή μου φύσις. Να μην ξέρεις πού ν' ακουμπήσεις το κεφάλι σου. τον βασιλέα των Περσών. η Κατερίνα Ιβάνοβνα.. ξεπέσαμε σ' αυτή εδώ την μεγαλοπρεπή πρωτεύουσαν. τότε. Όπως καταλαβαίνετε.. Χμ. Επί πλέον ο κρατικός σύμβουλος Κλόπστοκ.. είναι γυναίκα απότομη... να κερδίσει αρκετά με μιαν εργασίαν τιμίαν. τον έχετε ακουστά. Αλλά.. αν και έχει καλά αισθήματα.. Αργότερον. λοιπόν. όταν μεγάλωσε.Καταλαβαίνετε. τα ολίγα βιβλία που μπόρεσα ν' αποχτήσω. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο. Το τί τράβηξε από την μητριάν της. δεν το καταλαβαίνετε ακόμα.. ζούμε σε μία τρώγλη.. ο Ιβάν Ιβάνοβιτς. Λεμπεζιάντνικωφ της δάνεισε την "Φυσιολογίαν" του Lewis.. Βρήκα κι εδώ μίαν θέσιν. αλλά και την απέπεμψε σκαιώς.. Τώρα. χμ!.. μια φτωχή αλλά τίμια κοπέλλα. Διότι. τότε. Η Σόνια το διάβασε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και μάλιστα ανέγνωσε και εις ημάς μεγαλοφώνως μερικά αποσπάσματα. Διότι. ωχ. εδώ κι ενάμισυ χρόνο. που κοσμείται υπό πλήθους μνημείων. "Και. Προ τεσσάρων ετών προσεπάθησα να της μάθω γεωγραφίαν και παγκοσμίαν ιστορίαν. ένας γιακάς δεν ήτανε στα μέτρα του και τον είχε στραβοκόψει. χωρίς ν' αγγίξω τούτο δω (άγγιξε τη μπουκάλα). έλεγε. ναι. Όχι μόνο δεν της πλήρωσε ακόμα μισή ντουζίνα πουκάμισα μεταξωτά που του 'ράψε. Αυτές είναι όλες κι όλες “αι πνευματικαί της αποσκευαί”. έφταιγα εγώ που την έχασα. το 'ριξα και γω στο πιοτό... στης σπιτονοικοκυράς μας Αμαλίας Φιοντόροβνα Λιπεβέσχελ και δεν έχω ιδέαν με τί ζούμε και με τί πληρώνουμε.. Ωστόσο. Μάλιστα! Αλλά.. οξύθυμη και αρπάζεται γρήγορα. όπως γίνεται συνήθως με αυτήν την αρρώστια: "Η βρωμοτεμπέλα.. επειδή. Ε. γιατί να τα θυμόμαστε τώρα όλα αυτά. ζουν και πολλοί άλλοι νοικάρηδες σαν και μας. αν είναι τιμία κι αν δεν έχει τίποτα ιδιαίτερα προσόντα. Σόδομα και Γόμορρα. Τώρα. κύριε. μεγάλωνε το κορίτσι μου. Διότι είμαι αισθηματικός άνθρωπος εγώ. δεν υπάρχουν πλέον!. βρίζοντας την και χτυπώντας την με κλωτσιές. πίνει κι όλο ξάπλα . κύριε. Και πάλι πρέπει να μην αφήνει ούτε στιγμούλα τη δουλειά της.. τάχα. καταλαβαίνετε τί σημαίνει αυτό. Τη βρήκα και την έχασα πάλι. Στο μεταξύ τα μικρά λυσσάνε στην πείνα. Κι όταν έχασα την θέσιν μου. διάβασε μερικά ρομαντικά βιβλία και εσχάτως ο κ. την εξής ερώτησιν: Μπορεί κατά την γνώμην σας. Σταματήσαμεν εις τον Κύρον.. εξεπλήρωσα το καθήκον μου τιμίως και ευσυνειδήτως. δαγκώνοντας τα χέρια της κι αρχίζουν να φαίνονται κάτι κοκκινίλες στα μαγουλά της. Κι ένα χρόνο ολόκληρο. ύστερα από κάτι διοικητικές αλλαγές που έγιναν... τώρα. καθώς κι εγώ ουδέποτε υπήρξα δυνατός σ' αυτά τα μαθήματα κι επειδή δεν είχα καλά διδαχτικά δια να συμπληρώσω τας ελλείψεις μου. το ξέρετε. τρώει. 'Όχι.. Εκεί μέσα. έμειναν οι σπουδές μας στη μέση. που είχα απ' τον πρώτον μου γάμον. δεν κατόρθωσα να την συγκινήσω. απευθύνομαι προς υμάς κύριε και σας κάνω. Αυτή την φοράν. Δεν πρόκειται να βγάλει πάρα πάνω από δεκαπέντε καπίκια την ημέρα.. η Σόνια δε μορφώθηκε καθόλου. χωρίς να φταίω εγώ καθόλου. έτσι εντελώς εμπιστευτικώς. ύστερα από πολλές συφορές και περιπλανήσεις.

δεν την ανεχότανε πια στο σπίτι (και αυτή η ίδια χρησιμοποίηοε τη Ντάρια Φραντσόβνα). ξάπλωσα και γω και. Πέστε μου. και χώνευα το πιοτό". Πραγματικά η σπιτονοικοκυρά μας Αμαλία Φεντόροβνα. Λεμπεζιάντνικοχρ.... Στην αρχή αυτός ο ίδιος πήγαινε να καταφέρει τη Σόνια. να βάζει ένα μαντήλι στο κεφάλι της και να βγαίνει έξω. Ακούω. πήρε το μεγάλο και πράσινο γυναικείο σάλι μας (γιατί έχουμε ένα μάλλινο γυναικείο σάλι που το χρησιμοποιεί όλη η οικογένεια). δίχως να πεί λέξη. πήγε ολόισια στην Κατερίνα Ιβάνοβνα κι άφησε αμίλητα μπροστά της πάνω στο τραπέζι τριάντα ρούβλια. Κι ύστερα ήρθε η σειρά και του κ. Ο Μαρμελάντωφ σώπασε. όλο το βράδυ.. να πλησιάζει στο κρεβάτι της μικρής μου Σόνιας και να μένει γονατιστή στα πόδια της. χλευαστικά. ο χαρακτήρας της Κατερίνας Ιβάνοβνα: Μόλις αρχίσουν τα παιδιά της να κλαίνε. κύριε".. είπε η Κατερίνα Ιβάνοβνα... ύστερα από μια παύση. τα πλακώνει αμέσως στο ξύλο. λοιπόν. το ρούφηξε και στο λαρύγγι του ακούστηκε ένα γουργουρητό: "Από τότε. χμ.. "Εχ!". γέμισε γρήγορα το ποτήρι του. λέει δεν της εφέρθημεν με τον δέοντα σεβασμό) από τότε. διότι. Τότε. Ήμουνα τύφλα στο μεθύσι. βλέπετε. άρχισε να κάνει τον .. ξαφνικά όμως. "Μα την πίστη μου είναι πρώτης τάξεως θησαυρός και στ' αλήθεια αξίζει τον κόπο να την κρατήσει κανείς". Ήτανε πέντε η ώρα και περισσότερο. παρά στ' αλήθεια. ύστερα από μερικά λυπηρά περιστατικά και την καταγγελία ορισμένων κακών ανθρώπων (την μεγαλύτερη ζημιά την έκανε αυτή η Ντάρια Φραντσόβνα. και οι δυο μαζί-ναι.. μ' ένα προσωπάκι πάντοτε χλωμό.. Μόλις μπήκε μέσα. τη Σόνια μου να μιλάει και να λέει (Είναι πολύ υπομονετική και απαντάει με μια φωνή τόσο γλυκιά.. Κατερίνα Ιβάνοβνα. Βλέπω. νεαρέ. ρουφηγμένο): "Μα. τί μπορούσε να τρώει και να πίνει τη στιγμή που τα μικρά δεν είχανε βάλει μπουκιά στο στόμα τους τρεις ημέρες. και γω ήμουνα σωριασμένος κάτω. για τη Σόνια έκανε αυτόν τον καυγά με την Κατερίνα Ιβάνοβνα.. ήμουνα στην ίδια πάντοτε κατάσταση. "Έτσι είναι... βρήκε τον τρόπον να τη νουθετήσει τρεις φορές με τη μεσολάβηση της σπιτονοικοκυράς. Γύρισε μετά τις οχτώ. Και είδα τότε. συνέχισε.. διατί να το κρύψω.. αρρώσταινε βλέποντας τα μικρά της να κλαίνε απ' την πείνα κι αυτό το είπε πιο πολύ σα βρισιά... Ύστερα. που είναι γυναίκα με κακούς σκοπούς και πολύ γνωστή εις την αστυνομίαν. είχε καημούς μεγάλους. τη Σόνια να σηκώνει την πελλερίνα της. Εγώ. Αλλά.είναι!". και οι δυο μαζί. Και μονάχα οι αδύνατοι ώμοι της και το κορμάκι της σιγότρεμαν σπασμωδικά. "από κείνον τον καιρό. σιωπηλή κι αυτή. είδα την Κατερίνα Ιβάνοβνα να σηκώνεται. τύλιξε μ' αυτό το κεφάλι και το πρόσωπο της κι έπεσε στο κρεβάτι με το πρόσωπο γυρισμένο κατά τον τοίχο.. λοιπόν.". είναι ξανθούλα. Ύστερα αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένες. η κόρη μου Σόνια Σεμιόνοβνα αναγκάστηκε να δηλωθεί και δι' αυτόν τον λόγον δεν ήτο πλέον δυνατόν να μένει μαζί μας.. έστω κι απ' την πείνα. ξαπλωμένος. λοιπόν. Ύστερα. σα να κόπηκε η φωνή του.. Αλλά μην την κατηγορείτε κύριε! Δεν ήτανε στα καλά της όταν τα 'λέγε αυτά... πώς είναι δυνατό να κάνω εγώ αυτή τη δουλειά. η Ντάρια Παύλοβνα. και να τα φιλά και να μην λέει να σηκωθεί..

. Τον ξέρετε τον εξοχώτατο Ιβάν Αθανάσιεβιτς.. κι έτσι άρχισε ο καυγάς.. Αυτός ο Καπερναούμωβ είναι κουτσός και τραυλός.... "την άλλη φορά μ' απογοήτευσες.. πώς έκαναν απ' τον ενθουσιασμό τους!".. του τα 'πε για τα καλά. η Σόνια όμως έχει το δικό της δωμάτιο που χωρίζει απ' τ' άλλο μ' ένα μεσότοιχο. δεδομένου ότι ο αξιωματούχος αυτός πιστεύει εις τας συγχρόνους θεωρίας περί διοικήσεως και αγωγής. που τραυλίζουν κιόλας!. τον Ιβάν Αθανάσιεβιτς. διότι δε θα μου το επέτρεπε ποτέ να το κάνω στην πραγματικότητα. Ξαναγύρισα στο σπίτι κι όταν τους είπα πως θα ξανάπιανα υπηρεσία και θα 'παιρνα μισθό. Καθώς έφερε στο νου του. μόνο βρισιές ακούς. "Ε.. καλέ μου κύριε.. Τώρα.. η μικρή μου Σόνια έρχεται και μας βλέπει. ευαρεστηθείς να με ακούσει μέχρι τέλους. φαινότανε εύθυμος και το πρόσωπο του ήτανε σα ν' άστραφτε. λοιπόν. Μένει στον ράφτη Καπερναούμωβ που της έχει νοικιάσει ένα δωμάτιο.. Εκείνη τη στιγμή όρμησε μέσα στην ταβέρνα μια παρέα μπεκρήδες. Και η σύζυγος του επίσης τραυλίζει. Αλλά η Κατερίνα Ιβάνοβνα δε το χώνεψε.. Μα τότε δεν ξέρετε κανέναν άνθρωπο του θεού. και η Κατερίνα Ιβάνοβνα και η μικρή μου Σόνια. Είναι σωστό κερί. έλεγαν στα παιδιά να μην κάνουν θόρυβο: "Σσστ! Ο Σεμιόν Ζαχάριτς γύρισε απ' τη δουλειά του κουρασμένος κι . Χμ!. ύψωσα τα χέρια μου κατά τον ουρανό και πήγα στην αυτού εξοχότητα. Όχι. Όταν μένεις ξαπλωμένος σα σκύλος. είπε. και μόλις πάτησαν στο κατώφλι άρχισε να παίζει μια λατέρνα που την είχανε νοικιάσει για την περίσταση. Βοηθά την Κατερίνα Ιβάνοβνα και της δίνει τα απαιτούμενα. φαινότανε περισσότερο εξαντλημένος.". Μπορείς να πηγαίνεις". κύριε. Τ' αφεντικό και τα τσιράκια του έτρεξαν γύρω απ' τους καινούργιους πελάτες. Κηρός που τήκεται ενώπιον του Κυρίου. έλεγε... "Από τότε πάνε πέντε βδομάδες... Μαρμελάντωφ". Τώρα. Φαινότανε πολύ ταραγμένος. πήρα τα κουρέλια μου. Ο Μαρμελάντωφ σταμάτησε πάλι. Φίλησα το μέρος που πατούσαν τα πόδια του. αλλά όσο πιο πολύ μεθούσε τόσο μεγαλύτερη γινότανε η φλυαρία του. περπατούσαν στα νύχια τους.. ναι.σπουδαίο.. Πολύ φτωχοί άνθρωποι. Εδάκρυσεν μάλιστα.. Ο Ρασκόλνικωφ τον άκουγε με προσοχή. ενώ ένα παιδάκι εφτά χρονών τραγουδούσε με τρεμουλιάρικη φωνή το "Μικρό χωριουδάκι". σηκώθηκα. Εκείνο το πρωί.αυτά ακριβώς ήτανε τα λόγια του . θεέ και Κύριε. λοιπόν. εξακολούθησε τη διήγηση του. χωρίς να τους δώσει καμμιά προσοχή.. θα σε ξαναπάρω στη δουλειά υπ' ευθύνην μου ... Όλοι τους μένουν στο ίδιο δωμάτιο. "άνθρωπος μορφωμένος να ζω σ' ένα σπίτι που έχει τέτοιες. όταν νυχτώνει συνήθως. γινόμενοι κιόλας. Ναι!. έχει πολυμελή οικογένειαν κι όλα του τα παιδιά τραυλίζουν σαν κι αυτόν..και να το θυμάσαι αυτό. Τώρα. ότι τα είχε καταφέρει να ξαναπάρει τη θέση του.. νοερά βεβαίως. ήτανε σα να βρέθηκα ξαφνικά στον παράδεισο.. Όταν το 'μαθαν και οι δυο το νέο. Ο Μαρμελάντωφ. "Πως μπορώ εγώ".

δεν είναι σωστό. Τ ακούτε. Όχι! Παρασερνότανε και η ίδια απ' τις φαντασιοπληξίες της. Τ' ακούτε. Μόλις πριν από οχτώ ημέρες είχανε γίνει μαλλιά-κουβάρια με την Αμαλία Φιοντόροβνα και να που την κάλεσε αμέσως για καφέ! Έμειναν δυο ώρες μαζί και τίς άκουγα που έλεγαν σιγανά. Παρ' όλο που έχετε αυτό το μικροελαττωματάκι να πίνετε. για να με ντύσουν του κουτιού. πράγμα που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ. μάρτυς μου ο θεός! Και δεν την κατακρίνω εγώ γι' αυτό που έκανε. Μπότες. Εκείνο το απογευματάκι πήγα και ξάπλωσα αμέσως μετά το φαγητό. Ο Μαρμελάντωφ σταμάτησε. υπέροχο πουκάμισο από χασέ. ένα άσπρο γιακαδάκι. τ' ακούτε. μόνο μ' έντεκα και πενήντα! "Την πρώτη φορά που γύρισα απ' το γραφείο το μεσημέρι. πριν από έξη μέρες. Και μη φανταστείτε πως το 'κάνε μόνο για να κάνει τον καμπόσο. με κολλαρίνα . Προηγουμένως. καταλαβαίνετε. μου κοπάνησε και μια τσιμπιά στο μάγουλο. το χρυσούλι μου.μια γυναίκα νέα πάλι κι όμορφη. μια και μου δίνετε το λόγο σας πως δε θα το ξανακάνετε και αφού δεν πάει καθόλου καλά η υπηρεσία μας δίχως εσάς. "Ναι. θα 'ρχομαι μόλις νυχτώνει για να μη με δει κανείς".όλα σε πολύ καλή κατάσταση. Και από πού τα ξετρύπωσαν εντεκάμισυ ρούβλια. τα 'βγάλε απ' το μυαλό της. Άφησε τους άλλους να περιμένουν και μπροστά σ' όλον τον κόσμο έπιασε τον Σεμιόν Ζαχάριτς απ' το χέρι και τον έμπασε στο γραφείο του".) σας ξαναπαίρνω κι ελπίζω τώρα να κρατήσετε το λόγο σας".. "δεν μπορώ να 'ρχομαι εδώ συχνά. όμως οι γυναίκες ξέρουν να τα βολεύουν με το τίποτα: Ένα καλό χτενισματάκι.. ολομόναχοι. έλεγε. δε μπόρεσα ποτέ μου να το καταλάβω. . παρηγοριότανε μ' αυτά.με είπε χρυσό της. σα να γύρευε να χαμογελάσει. μου 'φερναν καφέ και μου 'φτιαχναν και κρέμα! Τα κατάφεραν να βρουν αληθινή κρέμα. Σεμιόν Ζαχάριτς". Προτού φύγω για το γραφείο. ήτανε ντυμένη σα να επρόκειτο να πάει κάπου επίσκεψη. δεν είχε φουστάνι να βάλει απάνω της. δεν έκανε τίποτ' άλλο από το να μας κουβαλάει λεφτά. καταλαβαίνετε. Τ' ακούτε. είπε ο Εξοχώτατος. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα δεν κρατήθηκε. Και η γυναίκα μου πρόσθεσε: "Βέβαια. ναι ο Σεμιόν Ζαχάριτς ξαναπήγε στη θέση του και παίρνει τώρα μισθό. Παρουσιάστηκε ο ίδιος στον Εξοχώτατο και ο Εξοχώτατος τον δέχτηκε. (τ' ακούτε. Κι όμως. Τώρα. μου λέει". "Χρυσούλι μου". "Για την ώρα". αλλά το σαγόνι του έτρεμε. λοιπόν. Ε. μανσέτες και βλέπεις άξαφνα μπροστά σου ένα καινούργιο πρόσωπο . Όχι τίποτα σπουδαία πράγματα. όλα εντάξει. Η μικρή μου Σόνια. "δε ξεχνάω τις υπηρεσίες που μου προσφέρατε ως τώρα. Στην πραγματικότητα όλα αυτά ήτανε ψέματα. θα το πιστέψετε. "Χρυσούλι μου εσύ!". μου λέει! Κι είμαστε οι δυο μας. σούπα και κρέας παστό με ραδίκια. τώρα όμως. βεβαίως. σας το λέω εγώ. Τ ακούτε. είκοσι τρία ρούβλια και σαράντα καπι'κια. είδα πως η Κατερίνα Ιβάνοβνα είχε ετοιμάσει δυο λογιών φαγιά. δεν την κατακρίνω καθόλου! 'Όταν της πήγα τον πρώτο μου μισθό.αναπαύεται!". τί ομορφιά μπορεί να έχω εγώ και τί σόι σύζυγος μπορεί να είμαι.

τώρα. "Σου 'δώσε. κοντά στη γέφυρα της Αιγύπτου. Τα 'βάζε με τον εαυτό του. με άτιμη πονηριά. Ο Ρασκόλνικωφ ήτανε όλος αυτιά. και να σας σκοτίζω λέγοντας σας όλες μου τις οικογενειακές αθλιότητες. έκαναν εκείνον που τον άκουγε να τα χάνει.. τριάντα καπίκια. λοιπόν. έκλεισε τα μάτια του κι ακούμπησε βαριά τον αγκώνα του πάνω στο τραπέζι. φώναξε ο Μαρμελάντωφ... έχασα τη θέση μου. τούτη η μπουκάλα με δικά της λεφτά αγοράστηκε".... πως θα τραβούσα το κορίτσι μου απ' την ατίμωση και θα το ξανάφερνα στην οικογενειακή θαλπωρή. "Έψαξε και βρήκε τριάντα καπίκια.. Για μένα. Έτσι όπως δεν κοιτάζουνε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο. έκανα του κόσμου τα όνειρα: Έλεγα πως θα ξανάχτιζα το σπιτικό μου. την άλλη μέρα κιόλας. το είδα με τα μάτια μου. αναστηλώνοντας το κορμί του. Όπου μόνο λύπηση αισθάνονται για τους ανθρώπους. Γιατί τα νιώθω όλα αυτά πολύ βαθιά.. το πιοτό που είχε μπροστά του και μαζί με όλα αυτά η άρρωστη αγάπη του για τη γυναίκα του και την οικογένεια του. μόνο που με κοίταξε. και να τί παλιοκούρελα μου 'δωσαν εις αντάλλαγμα. όμως δεν είναι καθόλου για γέλια. τα χάλια του Μαρμελάντωφ.Ωστόσο κρατήθηκε.". αλλά εκεί ψηλά. όταν δε σε μαλώνουν καθόλου! Ναι. Κι αμέσως ξεκαρδίστηκε στα γέλια. "Και σήμερα". φώναξε κάποιος απ' την παρέα που είχε μπει πριν από λίγο.. δεν είναι έτσι αγαπητέ κύριε. κύριε.. όμως. σα νυχτερινός κλέφτης. ξάφρισα όλο το υπόλοιπο του μισθού που της έδωσα και να πού έφτασα τώρα!.. που είναι υποχρεωμένη να .. για να πιω. "ίσως όλα αυτά να είναι για γέλια.". πως θα 'ντυνα τα παιδιά μου. Ο Μαρμελάντωφ χτύπησε το μέτωπο με τη γροθιά του. όπως νομίζουν και οι άλλοι. πως θα έκανα τη γυναίκα μου να βρεί τη γαλήνη της. ένιωθε όμως κάτι σαν αδιαθεσία. του είπε. Ύστερα όμως από πέντε λεφτά η έκφραση του προσώπου του άλλαξε. είπε ο Μαρμελάντωφ. άφησα ενέχυρο τη στολή μου σε μια ταβέρνα. βλέπετε. Κι όσο κράτησε εκείνη η ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. δηλαδή πριν από πέντε μέρες ακριβώς. Ε. έκλεψα απ' τη γυναίκα μου. όπου κλαίνε γι' αυτούς. Τέλειωσαν όλα πια!... μα δεν τους καταδικάζουν ποτέ! Και τότε είναι ο πόνος σου ακόμα πιο μεγάλος. Και πολλά άλλα ακόμη. όλη αυτή τη νύχτα. αυτά είχε όλα κι όλα. Κατερίνα Ιβάνοβνα. το κλειδί του μπαούλου της. απευθυνόμενος αποκλειστικά στον Ρασκόλνικωφ. Τούτη δω η ταβέρνα. Δεν είπε τίποτα. κύριε.. ύστερα απ' όλα αυτά τα όμορφα όνειρα. με τις πέντε νύχτες που πέρασε μέσα σε μαούνες. Στο χέρι μου ήτανε. (Ο Μαρμελάντωφ τινάχτηκε. Κοιτάξετε με όλοι σας! Πέντε μέρες τώρα έχω παρατήσει το σπίτι μου. κοίταξε τον Ρασκόλνικωφ με προσποιημένη πονηριά κι αναίδεια και έβαλε τα γέλια. ψάχνουν να με βρουν. έσφιξε τα δόντια του. σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε επίμονα το συνομιλητή του)... "πήγα στη Σόνια και της ζήτησα λεφτά για να μεθύσω! Χα! Χα! Χα!". Της χρειάζονται. που μπήκε σε τούτη δω την ταβέρνα. "Να. της χρειάζονται. αγαπητέ κύριε".. "Αγαπητέ κύριε. Και.

Μ' όλον . γελούσαν σαν τους άλλους. λες. πλησιάστε και σεις! Ελάτε μπεκρήδες. Συχωρούνται και τώρα οι αμαρτίες σου.. δεν εμπνέω σε κανέναν οίκτο! Πρέπει να σταυρωθώ.. Ακούστηκε ένα δυνατό γέλιο. όταν είναι να περάσεις μια λακκουβίτσα νερά.".. "Και γιατί να σε λυπηθούν εσένα. της ξάφρισα αυτά τα τριάντα καπίκια για να μεθύσω. Ακόμα κι εκείνοι. να καρφωθώ σ' ένα σταυρό κι όχι να παραπονιέμαι. σάμπως να 'χε ακούσει μόνο αυτές τις λέξεις απ' τον ταβερνιάρη. καθώς θα με σταυρώνετε! Τότε θα πορευθώ εγώ ο ίδιο: προς το μαρτύριο μου. παιδάκια που δεν ήτανε δικά της. όμως λυπηθείτε με και λίγο. θα μας καλέσει και μας! "Εμπρός. Νομίζεις λοιπόν ταβερνιάρη. γιατί δε διψάω για χαρά. Πρέπει ν' αγοράσει φούστες κολλαριστές. αλλά για λύπη και για δάκρυα. μαζί με βλαστήμιες. όλους θα τους κρίνει. καλούς και κακούς. Αυτός που όλα τα καταλαβαίνει! Αυτός είναι ο Μόνος.. που θυσιάστηκε για να βοηθήσει μικρά παιδάκια... λυπόσαστε ή όχι. Θέλησε να ξαναγεμίσει το ποτήρι του. που θυσιάστηκε για την κακιά και φθισικιά μητριά της. Σε συχώρεσα την πρώτη φορά. καταλαβαίνετε τί πάει να πεί να είναι καθαρή. είσαστε κατ' εικόνα και ομοίωσιν του κτήνους.. θα μας λυπηθεί όμως Εκείνος που λυπάται όλους. Σταυρώστε με. χωρίς καμμιά ντροπή. που ξαναγύρισε κοντά τους. Κι όταν θα ξεμπερδέψει με όλους. Είναι ο Κριτής. σηκώθηκε όρθιος με τα χέρια υψωμένα και μέσα σε αληθινή έκσταση είπε. με λυπόσαστε τώρα. Ναι ή όχι. Πείτε το μου. όταν πήγα και την είδα. που σου προστατεύουν το πόδι.". Το 'νιώσε η καρδιά μου πριν από λίγο. λοιπόν. σ' έχω συχωρέσει για πρώτη φορά... Κι όμως. ένα σιχαμένο μπεκρή. Κοκκίνισε. Και μεθάω! Είμαι κιόλας μεθυσμένος! Ποιος λοιπόν θα λυπηθεί έναν άνθρωπο σαν και μένα: Σεις. Με καταλαβαίνετε. Και θα τη συγχωρήσει τη Σόνια μου. Το καταλαβαίνετε. εγώ. Και θα μας πει: "Είσαστε γουρούνια.. τον πόνο και τα δάκρυα.. Η μπουκάλα ήταν άδεια. Πού είναι κείνη η κόρη που λυπήθηκε τον επίγειο πατέρα τηζ.κρατά όλους τους κανόνες της καθαριότητας.". Και θα προχωρήσουμε εμείς. Ε. εκείνη η φτωχή κοπέλλα. που δεν είχανε ακούσει όλον το μονόλογο του. βλέποντας μόνο το σουλούπι του άλλοτε υπαλλήλου. και δεν απέστρεψε απ' αυτόν το πρόσωπο της με φρίκη.. Αλήθεια.. θα παρουσιαστεί εκείνη την ημέρα και θα πει': "Πού είναι.. φώναξε άξαφνα ο Μαρμελάντωφ. αλλά δεν υπήρχε άλλο. "Λύπηση! Γιατί η λύπηση. σοφούς και ασήμαντους. Κι όλους. Τον πόνο γύρευα εγώ να βρω στον πάτο της. ελάτε αισχροί!". Πρέπει ν' αγοράσει πομάδες. το ξέρω πάρα πολύ καλά πως θα τη συγχωρέσει. δε γίνεται αλλιώς. ο πατέρας της. "Γιατί να με λυπηθούνε. Χε! Χε! Χε!". κύριε. όλους θα τους συχωρέσει. πως η μπουκάλα μου 'φέρε καμμιά ανακούφιση. γιατί αγάπησες πολύ. φώναξε ο ταβερνιάρης.. Και φέρνοντας τα χείλη μου στο πιοτό τα βρήκα και τα δυο. Και θα της πει: "Έλα.". Στοιχίζει αυτή η καθαριότητα. μποτινάκια σικ. θα τη συγχωρέσει..

Και με φοβίζει ακόμα. δεν ξέρω και γω τι θα κάνουν. Η οικία Κόζελ! Ο ιδιοκτήτης είναι κλειδαράς. Έχεις ιδεί πώς ανασαίνουνε εκείνοι που έχουνε αυτή την αρρώστια. Διαμένω εις την οικίαν Κόζελ. σα να είχε ξεχάσει όλα όσα υπήρχαν γύρω του. Όσο για ξύλο. που ήτανε πολύ πιο αδύνατος στα πόδια παρά στη γλώσσα κι έπεφτε με όλο του το βάρος πάνω στον Ρασκόλνικωφ. "Το παρακάνει!". πλησιάστε!".. όσο προχωρούσε προς τα πάνω. Καιρός είναι πια. "Για δες μούτρο!". μόνο και μόνο γιατί κανένας απ' αυτούς δεν πίστευε πως είναι άξιος για τη βασιλεία των Ουρανών. Άφησε το κορμί του να πέσει σ' ένα πάγκο. Όσο πλησίαζε ο μπεκρής στο σπίτι του. ναι.. αμέσως ύστερα όμως. τόσο γινότανε σκοτεινότερη....".. δεν έχω ιδέα. δεν το φοβάμαι αυτό. Κύριε. ότι όχι μόνον δε μου κάνει κακό το ξύλο. δεν το φοβάμαι. Μάθετε. Οδήγησε με". Η σκάλα. Τα λόγια του έκαναν κάποια εντύπωση. στο βάθος της αυλής. και θα κλαίμε.. "Δε φοβάμαι αυτή τη στιγμή την Κατερίνα Ιβάνοβνα". ξέσπασαν σα βροχή τα γέλια και οι βρισιές.. ενίοτε. Και θα τους απαντήσει: "Τους δέχομαι.τούτο. Φοβάμαι ακόμα που θα κλαίνε τα μικρά. στο πιο ψηλό μέρος της σκάλας το σκοτάδι ήτανε πυκνό. θα κόντευε η ώρα έντεκα και παρ' όλο που αυτή την εποχή δεν υπάρχει ουσιαστικά νύχτα στην Πετρούπολη. Δεν είναι αυτό. που είχανε να διατρέξουν.Δε δίνω δεκάρα για τα μαλλιά μου.. οι λογικοί. Διότι και γω ο ίδιος νιώθω την ανάγκην του. Να όμως το σπίτι.. Πάμε στην Κατερίνα Ιβάνοβνα". άρχισαν να σκαρφαλώνουν τα τέσσερα πατώματα. "Αεί χάσου μωρέ παλιογραφιά!". και μεις θα πέσουμε στα πόδια του.. βυθισμένος σε μια βαθιά ονειροπόληση. Ας μου τίς βρέξει.. Κι όλο τέτοια. Γιατί αν η Σόνια δεν τους πήγε τίποτε να φάνε. και η ανάσα της.. τους δέχομαι. ελθέτω η βασιλεία σου!".. τότε. Και θα μας ανοίξει την αγκαλιά του. Με φοβίζουν ακόμα και οι κοκκινίλες που έχει στα μάγου λα της... ψέλλισε κατασυγκινημένος. φρόνιμοι άνθρωποι.... ένας Γερμανός πλούσιος. Αφού πέρασαν την αυλή. μεγάλην ευχαρίστησιν. αλλά μου προξενεί.. ας ξαλαφρώσει η καρδιά της. η καπνισμένη πορτούλα που έβλεπε προς τη σκάλα ήτανε . Όχι. Κύριε! Δέχεσαι κι αυτούς εδώ.. χωρίς να κοιτάζει κανέναν. Και η Κατερίνα Ιβάνοβνα ακόμα θα καταλαβαίνει.. και θα τα καταλαβαίνουμε όλα...". τόσο πιο πολύ πλημμυριζότανε από ανησυχία και φόβο... θα σας πω μάλιστα πως είναι καλύτερα να μου τα τραβήξει. Ο Ρασκόλνικωφ από πολλή ώρα τώρα αισθανότανε την επιθυμία να φύγει και μάλιστα το 'χε σκεφτεί κι ο ίδιος να προσφέρει τη βοήθεια του στον Μαρμελάντωφ. θα φωνάξουν: "Μα.. κύριε".. θα 'ναι καλύτερα. Και τότε οι φρόνιμοι άνθρωποι.. φοβάμαι όμως τα μάτια της.. ήτανε διακόσια με τριακόσια βήματα πάνω-κάτω. "συνοδεύσατε με. Στο πάνω-πάνω πάτωμα. "Πάμε..... καλύτερα θα 'ναι.. "ούτε και με νοιάζει που θα με μαλλιοτραβήξει.... είπε ξαφνικά ο Μαρμελάντωφ στον Ρασκόλνικωφ. λογικοί άνθρωποι.. σηκώνοντας το κεφάλι του.. κατάκοπος. Η απόσταση. τα μάτια της. εξαντλημένος.. Για μια στιγμή έγινε σιωπή. κύριε.

Φαινότανε βυθισμένη σε μια αποχαύνωση. Πού και πού. πίσω απ' αυτό βρισκόταν το κρεβάτι. μόνο που βρισκότανε στο πέρασμα. πριν από δυο χρόνια γιατί τώρα δεν έφτανε ούτε ως τα γόνατα της. σ' ένα σιδερένιο κηροπήγιο. σίγουρα. ένα χρόνο μεγαλύτερο. καθώς φαίνεται. Τα μάτια της έλαμπαν σα να 'χε πυρετό..ορθάνοιχτη. με το κεφάλι ακουμπισμένο στο ντιβάνι. Ήτανε μια γυναίκα λεπτή. Η πόρτα. φορούσε όλο κι όλο ένα παλιομεσοφόρι κουρελιασμένο και είχε ρίξει στους ώμους της μια ρόμπα λειωμένη που θα της την έφτιαξαν. Είχε ακόμα τα θαυμάσια καστανά μαλλιά της. Το μεγαλύτερο απ' όλα.. που είχε μπροστά του ένα τραπέζι ξύλινο. Ο Ρασκόλνικωφ αναγνώρισε αμέσως την Κατερίνα Ιβάνοβνα. Η ατμόσφαιρα εκεί μέσα ήτανε αποπνιχτική. που είχε μήκος δέκα βήματα. χαρτιά. χωρίς να βλέπει και χωρίς ν' ακούει τίποτα. Περπατούσε πέρα-δώθε στη μικρή της καμαρούλα. Γελούσαν κάτι άντρες δυνατά . Από μέσα. Ο Ρασκόλνικωφ δεν την έκανε παρά πάνω από τριάντα χρονών και πραγματικά αυτή και ο Μαρμελάντωφ δεν ήτανε και πολύ ταιριασμένο ζευγάρι. κλουβιά μπορείς να πεις. έτρεμε σε μια γωνιά κι έκλαιγε! Καθώς φαίνεται το είχανε δείρει. ήτανε ακουμπισμένο το κερί. αλλά δεν άνοιγε κανένα παράθυρο. Από τ' άλλα δωμάτια έρχονταν κύματα καπνού. Μέσα σ' αυτό το δωμάτιο βασίλευε ακαταστασία κι έβλεπες δώθε-κείθε πεταμένα κάθε λογής πράγματα και ιδίως ρουχαλάκια μικρών παιδιών. ενώ ταυτόχρονα κοίταζε έντρομα τη μητέρα της με τα μεγάλα μαύρα μάτια της. Ο Μαρμελάντωφ. Ένα κερί φώτιζε μια καμαρούλα πολύ φτωχικιά. ούτε τους άκουσε που ήρθανε. άβαφτο και χωρίς τραπεζομάντηλο. που της έφερναν βήχα. με τα χείλη φρυγανισμένα. με τα χέρια σταυρωμένα σφιχτά στο στήθος της. Φαινότανε να του μιλάει σιγανά. αλλά δεν είχε κλείσει την πόρτα. Στο δωμάτιο... αρκετά ψηλή και ομορφοκαμωμένη.. που έβγαζε στα πάρα μέσα δωμάτια. κουρελιασμένο. για να το μωρώξει. ήτανε μισάνοιχτη. Στην άκρη του... ένα παιδί έξη χρονών. Στεκότανε όρθιο στη γωνιά και είχε αγκαλιάσει το μικρότερο αδελφάκι της με το αδύνατο και κοκκαλιασμένο της μπράτσο. Σου έκανε άσχημη εντύπωση το πρόσωπο της με τη χτικιάρικη και αναστατωμένη έκφραση. ψηλό και λιγνό σαν κερί. κουβαριασμένο. Στο βάθος. είχε δικό του δωμάτιο. υπήρχαν δυο καρέκλες όλες κι όλες κι ένα ντιβάνι σκεπασμένο με μουσαμαδένιο ντιβανόπανο. ακούγονταν φωνές και φασαρία. που χρησίμευε σαν παραβάν. . Το μικρότερο κοριτσάκι. Το αγοράκι. ένα κορίτσι εννέα χρονών. το βλέμμα της όμως ήτανε σκληρό κι επίμονο. Σίγουρα. καθώς σιγότρεμαν επάνω του οι τελευταίες ανταύγειες του σπαρματσέτου που κόντευε να τελειώσει.τόσο πολύ κόκκινα ήτανε. πέταγαν κι από κάνα βρωμόλογο. φοβερά αδυνατισμένη. κοιμότανε καθιστό στο πάτωμα.έπιναν τσάι κι έπαιζαν.. αλλά τα μαγουλά της έμοιαζαν πραγματικά σα δυο κηλίδες . καθώς φαίνεται. που αποτελούσανε το διαμέρισμα της Αμαλίας Λιπεβέσχελ.Δεν τους πρόσεξε. ανασαίνοντας κοφτά και ακανόνιστα. που φαίνονταν ακόμα μεγαλύτερα πάνω στο αδύνατο και κατατρομαγμένο πρόσωπο της. Από τη σκάλα ερχότανε μια μυρουδιά άσχημη. ήτανε απλωμένο ένα σεντόνι τρύπιο. η πόρτα όμως έμενε ορθάνοιχτη.

". προσπαθώντας να καταλάβει τί ερχότανε να κάμει αυτός εδώ. . ξαφνικά προς τον Ρασκόλνικωφ. "Και τούτα δω τα ρούχα δεν είναι τα δικά του. τον άρπαξε απ' τα μαλλιά και τον έσυρε μέσα στο δωμάτιο. ούρλιαξε γυρίζοντας. κύριε". Ο Μαρμελάντωφ τη διευκόλυνε.". ορμώντας προς την αδελφούλα του καταταραγμένο. ξαφνικά. η κολασμένη μας ζωή! Και του λόγου σου δεν ντρέπεσαι να βγαίνεις από τις ταβέρνες. Τέλος. χωρίς να του δώσει καμμιά προσοχή. μπουσουλώντας πίσω της υπάκουα. πήγε ν' ανοίξει την πόρτα του διπλανού διαδρόμου και. Ο Ρασκόλνικωφ βγήκε έξω βιαστικά. φώναξε τυφλωμένη απ' τη μανία. με τον τρόπο . πόσα έχεις στην τσέπη σου. Υπήρχαν ακόμα δώδεκα ρούβλια στο μπαούλο!. ε. ξεκούμπωτες. Γέλαγαν. από την πείνα! (κι έδειχνε τα παιδιά. άλλος με το τσιγάρο στα χείλη κι άλλος με την πίπα. Τέντωναν τα κεφάλια τους. Δεν υπήρχε όμως ούτε καπίκι στις τσέπες του. φώναξε καθώς τον τράβαγε η γυναίκα του απ' τα μαλλιά Μια φορά. όμως. δε με πονάει. Α-αχ. γονάτισε στο κατώφλι κι έσπρωξε μπροστά τον Ρασκόλνικωφ. δεν είναι τα ρούχα σου! Πού είναι τα ρούχα σου.. "Τί τα 'κάνες τα λεφτά. η μεσιανή πόρτα είχε ανοίξει διάπλατα και στο άνοιγμα στέκονταν οι περίεργοι και κοίταζαν. Ο Μαρμελάντωφ άπλωσε αμέσως και τα δυο του χέρια πειθήνια. δείξε τα μου! Κι αυτά εδώ. μάλιστα. "Μαζί τα πίνατε. θα πεθάνουμε από την πείνα. Ληστή! Τέρας!. "μου ξαναγύρισες. κοροϊδευτικά και κυνικά. Στο μεταξύ. μάλιστα. με μια εμφάνιση ξετσίπωτη σχεδόν. στάθηκε αφαιρεμένα μπροστά του και παράτησε για μια στιγμή τις σκέψεις. φώναξε η δύστυχη γυναίκα με απελπισία. γιατί το δωμάτιο των Μαρμελάντωφ ήτανε ενδιάμεσο. έμπηξε μια φωνή καθώς είδε τον άντρα της γονατισμένον μπροστά στο κατώφλι. ε.. θα νόμισε πως πήγαινε σε κανέναν απ' τους διπλανούς τους. ακούστηκε ένα γαύγισμα λυσσασμένο: Ήτανε η Αμαλία Λιπεβέσχελ. Η μεγαλύτερη έτρεμε σαν καλαμόφυλλο. "Α-αχ!". βλέποντας έναν άγνωστο. δαγκώνοντας τα δάχτυλα της). προπάντων. του στούμπισε και το μέτωπο στο πάτωμα. για να τη διευκολύνει στο ψάξιμο της τσέπης του.. που μπήκε στη μέση για ν' αποκαταστήσει την τάξη. Ετοιμάζονταν. άλλους με εσώρουχα. να μπουν μέσα στο δωμάτιο. Μίλα!". βλέποντας τον Μαρμελάντωφ να τον σέρνει η γυναίκα του απ' τα μαλλιά και ακούγοντας τον να φωνάζει πως αυτό του κάνει καλό. "Ω. Μετά τη σκέψη αυτή. Το αγοράκι που στεκότανε στη γωνιά δεν κρατήθηκε. Μαζί μεθύσατε! Έξω από δω!". χωρίς να πεί λέξη. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα. Η μικρούλα που κοιμότανε ξύπνησε κι άρχισε να κλαίει. Πού είναι τα λεφτά. και άλλους με χαρτιά της τράπουλας στα χέρια.Ο Μαρμελάντωφ αντί να μπεί μέσα. Σίγουρα. Πού είναι τα λεφτά. την έπιασε λύσσα. Το 'πιάσε τρεμούλα κι έβαλε τις φωνές. φώναξε εκείνη..". θεέ μου! Είναι δυνατό να τα ήπιε όλα. Ξαφνικά. "Αυτό μου κάνει καλό. "Όλα τα ήπιε! Όλα!". Έβλεπες μερικούς με ρόμπες του σπιτιού. Ρίχτηκε απάνω του για να τον ψάξει.

όταν βρέθηκε στη σκάλα. αναφώνησε ξαφνικά δίχως να το θέλει.. πολύ αργά. φουκαριάρα Σόνια! Σε τί επάγγελμα σ' έσπρωξαν! Και το κέρδος το 'χουνε αυτοί! Γιατί. θα σήμαινε πως δεν υπάρχουν πια φραγμοί και πως έτσι πρέπει να είναι!" 3  Ξύπνησε την άλλη μέρα. ρίχνοντας από πάνω τον παλιό φοιτητικό του μανδύα κι έχοντας στο κεφάλι του ένα μικρό μαξιλαράκι. βαδίζοντας στο δρόμο και χαμογελώντας σαρκαστικά: "Αυτή η καθαριότητα στοιχίζει ακριβά.της. εξακολούθησε.". νευριασμένος και η κάμαρα του του φάνηκε σιχαμένη. ύστερα από έναν ύπνο γεμάτο εφιάλτες. αλλά το συνήθισαν το πράμα πολύ γρήγορα. βέβαια. τόσο χαμηλοτάβανη. με τη διαταγή να της αδειάσει τη γωνιά από αύριο κιόλας. Είχε μάκρος έξη βήματα και αξιοθρήνητη εμφάνιση με την κίτρινη και σκονισμένη ταπετσαρία της. μ' άλλα λόγια το ανθρώπινο γένος. ένα τραπέζι στη γωνιά. "Αν. ο άνθρωπος δεν είναι πρόστυχος. ήτανε κακόκεφος. πολύ πλατύ. που το ανασήκωνε. Ο ύπνος όμως αυτός δεν του ξανάδωσε τις δυνάμεις του.". μερικά δάκρυα. που όλα τα συνηθίζει στο τέλος". Κοιμότανε κει πάνω. Ο άνθρωπος είναι τόσο πρόστυχος. αυτό θα σήμαινε πως όλα τ' άλλα είναι μόνο προλήψεις. έχουν κέρδος! Έχυσαν. όπου υπήρχαν κάτι βιβλία και τετράδια. σκέφτηκε. Ανάλογη ήτανε και η επίπλωση της: Τρεις σπασμένες παλιοκαρέκλες. ακόμα κι αν μπορούσε. . όπως και να το κάνεις. Έκανε όμως τη σκέψη πως ήτανε αδύνατο πια να τα ξαναπάρει. "Η Σόνια έχει ανάγκη ν' αγοράσει πομάδες". Ξυπνώντας. "Αυτοί έχουν τη Σόνια τους. ο άνθρωπος στο σύνολο του δηλαδή. πρόφτασε να χώσει το χέρι στην τσέπη του και να βγάλει όσα λεφτά μπόρεσε να πιάσει από τα ψιλά που του 'μειναν όταν χάλασε το ρούβλι στην ταβέρνα. περιλούζοντας δηλαδή τη δύστυχη γυναίκα με βρισιές και φοβερίζοντας την. "Τί βλακεία ήτανε αυτή που έκανα. Έμοιαζε σαν κλούβα. ώστε ένας άντρας λίγο ψηλός. κουρελιασμένο. Έκανε με το χέρι του μια κίνηση αδιαφορίας και τράβηξε για το σπίτι του. Τον χρήσιμο ποιούσε τώρα για ντιβάνι ο Ρασκόλνικωφ. προτού βγεί έξω.. δε θα τα ξανάπαιρνε. και τέλος έναν ασουλούπωτο σοφά. που από τη σκόνη τους καταλάβαινες ότι πάει πολύς καιρός χωρίς να τ' ανοίξει κανένας. "Κι αν είπα τώρα μια βλακεία. στην πραγματικότητα. αλλά ύστερα. που ήτανε παντού σκισμένη. δίχως να γδυθεί πολλές φορές. χώνοντας από κάτω κάθε λογής εσώρουχα. Αχ. θα είχε πάντοτε το φόβο μη χτυπήσει το κεφάλι του στην οροφή. 'Άλλωστε. ενώ εγώ έχω ανάγκη από λεφτά". για εκατοστή φορά. Άρχισε να σκέφτεται. Χμ! Δίχως τα δικά μου λεφτά θα 'μεναν αύριο όλοι τους νηστικοί!. το μετάνοιωσε και ήθελε να γυρίσει πίσω. ξύλινο και βαμμένο. που έπιανε όλον σχεδόν τον τοίχο και το μισό δωμάτιο και είχε ένα σκέπασμα βαμβακερό. Τ' ακούμπησε κρυφά στο περβάζι του παραθύρου. χωρίς σεντόνια. φόβοι ολοκάθαρα φανταστικοί. Ο Ρασκόλνικωφ.

Ήτανε από κείνες τις χωριατοπούλες που η γλώσσα τους πάει ροδάνι. σε παρακαλώ". μοναδική υπηρέτρια και μαγείρισσα του σπιτιού. Τι τής έκανα. Του λόγου σου. Σου φέρνω τσάι. είναι. "Η σπιτονοικοκυρά ακούς! Χμ!". "Δεν την πληρώνεις και δεν της αδειάζεις τη γωνιά. αντί σαλάμι. της είπε. ψάχνοντας στις τσέπες του (είχε κοιμηθεί ντυμένος).. που είχε ακόμα μέσα λίγο τσάι και του άφησε δυο κομματάκια κιτρινισμένη ζάχαρη.. η Ναστάσια κάθισε κοντά του. όμως. πρόσθεσε δυνατά. "Είναι πάνω από εννέα η ώρα. Η σούπα είναι πολύ καλή". "Ναστάσια. Τον νευρίαζε και τον ενοχλούσε ακόμα και κείνη η γυναίκα που συγύριζε κι ερχότανε καμμιά φορά να ρίξει μια ματιά και στην κάμαρα του. αλλά γύρισες αργά. Το πρόσωπο του Ρασκόλνικωφ σκοτείνιασε "Στην αστυνομία. Έτσι γίνεται με μερικούς μονόχνωτους. Μπροστά στο σοφά ήτανε ένα μικρό τραπέζι. παρ' όλη την αναγκαστική νηστεία του.". δεν ήτανε και πολύ δυσαρεστημένη από μια άποψη με τη στάση του νοικάρη τους. Είχε αποτραβηχτεί απ' όλους τους ανθρώπους.. Το βλακόμουτρο!". όπως είμαι και γω. τί κοιμάσαι έτσι. "θα περάσω σήμερα να την ιδώ και θα της μιλήσω". Ο Ρασκόλνικωφ άνοιξε τα μάτια του. Όταν του 'φέρε τη σούπα. Να μου πάρεις ακόμα και λίγο σαλάμι. "Αλήθεια πάνω στην ώρα μου 'ρχεται κι αυτό. γιατί έπαψε ολότελα να του συγυρίζει το δωμάτιο και μόνο μια φορά κάθε οχτώ ημέρες τύχαινε να πιάσει στα χέρια της τη σκούπα. μούγκρισε ο Ρασκόλνικωφ ανάμεσα στα δόντια του.. "Όσο για βλακόμουτρο. Είδε τη Ναστάσια και τον έπιασε τρεμούλα. Αυτή ήρθε και τον ξύπνησε τώρα. είπε. Δεκαπέντε μέρες τώρα η σπιτονοικοκυρά του έπαψε να του στέλνει φαγητό και. ο ξεπεσμός αυτός του έδινε μια ευχαρίστηση. σήκω. Φτιάξαμε χθες λαχανόσουπα και είναι πρώτης τάξεως. "Η Πρασκόβια Πάβλοβνα θέλει να σε πάει στην αστυνομία". και έπιασε τη φλυαρία. του φώναξε. στο σοφά. Η Ναστάσια. με ύφος ανθρώπου που υποφέρει. κι άρχισε ο Ρασκόλνικωφ να την τρώει. ρώτησε αργά-αργά κι ανασηκώθηκε στο ντιβάνι του. δεν είχε σκεφτεί ακόμα να πάει και να εξηγηθεί μαζί της. "και πήγαινε να μου αγοράσεις λίγο ψωμί. να. πάρε. απ' το φτηνότερο που υπάρχει". θα ψοφήσεις απ' την πείνα". "Θα σου φέρω το ψωμί αμέσως αλλά. "Η σπιτονοικοκυρά μου το στέλνει το τσάι. σαν τη χελώνα που μαζεύεται στο καβούκι της. στην ψυχική κατάσταση όμως που βρισκότανε τώρα ο Ρασκόλνικωφ. όταν το μυαλό τους περιστρέφεται πάντοτε γύρω από κάποια σκέψη.". Σου είχα φυλάξει χθες το βράδυ. θέλεις. Έβαλε μπροστά του τη ραγισμένη τσαγιέρα της. δε θα 'θελες καλύτερα μια λαχανόσουπα.καθαρά και βρώμικα.". Δε γινότανε να ξεπέσει κανείς πιο χαμηλά. αυτό της έκανες!" "Α. που να πάρει ο διάβολος! Αυτό μου 'λείπε τώρα". που είσαι . "Έλα.

"Ναι. με τα ψιλά και λίγο κυρτά γράμματα της. Τί να τα κάνεις μερικά καπίκια. "Ναστάσια. απρόκοφτε. Άλλοτε πήγαινες κι έκανες μαθήματα σε παιδιά. Για μένα. θα μου τα δώσεις τουλάχιστον. ήτανε από τη μητέρα του. "Τουλάχιστον.". Καλά το υποψιαζότανε. "Μπας κι ήθελες να πάρεις καμμιά περιουσία. ώστε στο τέλος ζαλιζότανε και η ίδια. μόνο φύγε. "Γράμμα. "Μια δουλειά".. φώναξε ο Ρασκόλνικωφ με ταραχή. μπόρεσε να πει στο τέλος. το άνοιξε. Αυτή τον έμαθε να διαβάζει και να γράφει.τόσο έξυπνος..". "Για τ' όνομα του θεού! Τρέχα γρήγορα και φέρε μου το". φύγε. απάντησε ανόρεχτα και ξερά ο Ρασκόλνικωφ. Τέλος. Γιατί τώρα δεν κάνεις τίποτα. μια περιουσία".".". Η Ναστάσια έβαλε τα γέλια. κουνώντας τόσο πολύ το κορμί της πέρα δώθε. Ήτανε μεγάλο και βαρύ . σα ν' απαντούσε σε δικές του σκέψεις. φτύνει τα μούτρα του". "Όπως αγαπάς!". γιατί κάθεσαι ολημερίς κλεισμένος εδώ μέσα. χτες που έλειπες". "Τί δουλειά. για τ' όνομα του θεού! Να τα τρία καπίκια σου. με φωνή παράξενη και σώπασε για λίγο. για τ' όνομα του θεού!". Έδωσα όμως απ' την τσέπη μου τρία καπίκια στο διανομέα. εξακολούθησε αγριεμένα. να μείνει μόνος με το γράμμα. της είπε.. Δεν ήθελε να τ' ανοίξει μπροστά στην υπηρέτρια. φύγε γρήγορα.". "θεέ μου!". που έμενε στην επαρχία Ρ. Κι εξ άλλου τα βαριέμαι. "Σκέφτομαι". ύστερα από μια μικρή παύση. Χλώμιασε παίρνοντας το στα χέρια του. Από καιρό τώρα δεν έπαιρνε γράμματα. "Τί κάνεις. Δίσταζε και μάλιστα φαινότανε σα να φοβάται κάτι. απάντησε σοβαρά. "Ε. Από ποιον. Το γράμμα έφτασε σ' ένα λεφτό. Ύστερα στάθηκε και κοίταζε κάμποση ώρα τη διεύθυνση. έφερε το γράμμα με μια γρήγορη κίνηση στα χείλη του και το φίλησε. Να πάω ή να μην πάω για το ψωμί. Το γράμμα έτρεμε ανάμεσα στα χέρια του. "Κάτι κάνω". βγαίνει τίποτα μ' αυτά που σκέφτεσαι. αλλά τη στιγμή αυτή ήτανε κάτι άλλο που του 'σφίγγε την καρδιά.". "Α! Το ξέχασα! Ήρθε κι ένα γράμμα για σένα.". Ένιωσε μια επιθυμία.". σιγά! Στ' αλήθεια με τρομάζεις .. "Όποιος φτύνει. "Τα μαθήματα δεν πληρώνονται. Γνώρισε αμέσως τον αγαπημένο γραφικό χαρακτήρα της μητέρας του. Είναι για φτύσιμο". 'Όταν έφυγε η Ναστάσια. "Από ποιον δεν έχω ιδέα. "Δε μπορείς να κάνεις μαθήματα όταν δεν έχεις μπότες.". Ήτανε τύπος εύθυμος και με το παραμικρό που θα της έλεγες τρανταζότανε από ένα γέλιο σιγανό. όπως έλεγες.δεν τίς αποχτάνε έτσι τις περιουσίες.

μαζί μου και ότι από δω και μπρος δε θα ξαναχωριστούμε πια. αλλά δεν ήτανε έτσι και τώρα σου λέω όλη την αλήθεια. ακόμα και με τα πόδια. σίγουρα θα τα παράταγες όλα και θα ερχόσουνα εδώ. Τα λεφτά αυτά (τώρα μπορώ πια να στο πω. αγαπημένε μου Ρόντια. θα στα πω όμως όλα με τη σειρά. βιάζομαι να σου πω ότι μπορούμε σήμερα να πούμε πως έχουμε λίγη τύχη. Αλλά δε θα επεκταθώ πολύ σ' αυτές τις οδυνηρές λεπτομέρειες. για τη μακρόχρονη κι αθέλητη σιωπή μου. από έναν έμπορα του τόπου μας. αναγκάστηκα να περιμένω να εξοφληθεί το χρέος πρώτα. και μου ζητούσες πιο συγκεκριμένες πληροφορίες. Συνεπώς. πάνω από ένα μήνα. Αν σου έγραφα όλη την αλήθεια. εσύ είσαι το παν για μας. καθώς του παραχώρησα το δικαίωμα να εισπράττει αυτός τη σύνταξη μου. που έλαβες πέρυσι. ε.– δυο πυκνογραμμένες κόλλες με ψιλούτσικα γραμματάκια. Γενικά. δε μπορούσε να παρατήσει τη θέση της. όταν μπήκε πέρυσι στο σπίτι τους σα δασκάλα. Φυσικά. εγώ και η Ντουνιά. του έγραφε η μητέρα του. όλη μας η ελπίδα. δε μπόρεσα να σου στείλω τίποτα. Τα δεκαπέντε ρούβλια. γιατί ξέρω το χαρακτήρα σου και τα αισθήματα σου: Δε θ' άφηνες εσύ να προσβάλλουν την αδελφή σου. αλλά τί μπορούσα να κάνω. δε θα μου θυμώσεις πολύ. όλη μας η πίστη για το μέλλον. για να μάθεις το πώς έγινε και το τί σου είχαμε κρύψει ως τώρα. Εσένα μόνον έχουμε πια στον κόσμο. τα βάσανα της τέλειωσαν. αγαπημένε μου Ρόντια) τα είχε πάρει κυρίως για να στείλει σε σένα τα εξήντα ρούβλια. είχε πάρει εκατό ρούβλια προκαταβολή. Τί μπορούσα όμως να σου απαντήσω τότε. τα είχα δανειστεί. νομίζω πως θα μπορέσω να σου στείλω κάτι. Σβιντριγκάιλωφ της φερνότανε στις αρχές με πολλή χοντροκοπιά και της έλεγε στο τραπέζι κάθε λογής αγένειες και ειρωνείες. δόξα τω θεώ. Είχε πληρώσει γραμματόσημο διπλό. "Αγαπημένε μου Ρόντια". Σου είπαμε ψέματα και οι δυο μας. γιατί ο θεός ευδόκησε ν' αλλάξει όλη η κατάσταση προς το καλύτερο και γιατί πρέπει να μάθεις πόσο σ' αγαπά η Ντουνιά και τί ασύγκριτη καρδιά έχει. Αλλά. Ξέρεις πόσο σ' αγαπώ. που θα της τα κράταγαν λίγα-λίγα κάθε μήνα απ' το μισθό της. θα το φανταζόσουνα ότι η αδελφή σου μένει τώρα. Υπέφερα και γω γι' αυτό και πολλές νύχτες δε μπόρεσα να κλείσω μάτι καθώς το σκεφτόμουνα. που είναι η σύνταξη μου. Κι εγώ η ίδια ήμουνα αναστατωμένη. οι Σβιντριγκάιλωφ. "Πριν από μήνες μου έγραψες πως είχες μάθει από κάπου ότι τη Ντουνιά την κακομεταχειρίζονταν τ' αφεντικά της. καθώς το ξέρεις. Τώρα. δεν ήξερα τότε όλη την αλήθεια! Το χειρότερο απ' όλα ήτανε. που σου 'στειλα πριν από τέσσερις μήνες. σου γράψαμε πως είναι από κάτι παλιές οικονομίες της Ντουνιάς. πράγμα που έγινε. προτού να εξοφληθεί το χρέος. Είναι καλός άνθρωπος και ήτανε φίλος του πατέρα σου. Δόξα τω θεώ. . πως η Ντουνιά. Το γεγονός είναι ότι ο κ. Και πρώτα-πρώτα. στο διάστημα αυτό. μια και όλα αυτά τέλειωσαν. τον Αθανάση Ιβάνοβιτς Βαχρούσιν. για να μη σε αναστατώσω ανώφελα. γιατί σου λείπουν τα μέσα να ζήσεις και ότι σταμάτησαν και τα μαθήματα σου καθώς και οι άλλοι σου πόροι! "Πώς μπορούσα να σε βοηθήσω με τα εκατόν είκοσι ρούβλια το χρόνο. όμως. "πέρασαν δυο μήνες δίχως να σου γράψω. Πόσο πόνεσα όταν έμαθα ότι έχεις παρατήσει το Πανεπιστήμιο πολλούς μήνες. Κι ύστερα. Έτσι.

αν και αλληλογραφούσαμε συχνά. Ξέρεις. Εξ άλλου. πως θα την ανταμείψει και. Κι ύστερα. την έβριζε μια ώρα ολόκληρη και στο τέλος διέταξε να τη στείλουνε στην πόλη. Να φανταστείς ότι από πολύν καιρό αυτός ο μανιακός είχε πάθος για τη Ντουνιά. Μπορείς να φανταστείς το τί τράβηξε η Ντουνιά! Να παρατήσει αμέσως τη θέση της. δεν ήτανε δυνατόν. στον κήπο. παρ' όλο που η Μάρθα Πετρόβνα. που θα μπορούσε ξαφνικά να υποψιαστεί. Ίσως πάλι να πήγαινε να ρίξει στάχτη στα μάτια των άλλων. δίνοντας της του κόσμου τις υποσχέσεις. μέσα σ' ένα κάρο ξέσκεπο. φέρνονταν στη Ντουνιά με σεβασμό και καλοσύνη. αναγκάστηκε να κάνει δεκαεφτά βέρστια δρόμο. τι' έγινε ύστερα. Η Μάρθα Πετρόβνα δεν ήθελε ν' ακούσει τίποτε κι έφτασε ως το σημείο να χτυπήσει τη Ντουνιά. δίχως να τα ταχτοποιήσουν κάπου. ακόμα και στις πιο κρίσιμες περιστάσεις. ξέρεις πόσο φρόνιμη είναι και τι σταθερό χαρακτήρα έχει. κυρίως. σε μια στιγμή που αυτός ικέτευε τη Ντουνιά.Μ' ένα λόγο. Έβρεχε με τ' ασκί και η Ντουνιά. με όλες αυτές τις χοντροκοπιές και τις κοροϊδίες. Απέφυγε μάλιστα να μου τα γράψει όλα αυτά. Σβιντριγκάιλωφ βρισκότανε υπό την επήρεια του Βάκχου. ανακατωμένα. Κρίνε τώρα και μόνος σου. Έγινε τότε εκεί. όχι μονάχα για το χρέος. Ίσως να ντρεπότανε για τον ίδιο του τον εαυτό και να τρόμαζε. αλλά παρανόησε τα πράγματα και κατηγόρησε τη Ντουνιά. για να μη λυγίσει. οπότε θα γίνονταν μαλλιά κουβάρια μες στο σπίτι. για να μη με στενοχωρήσει. αλλά και γιατί δεν ήθελε να λυπήσει τη Μάρθα Πετρόβνα. όπου είχαν πετάξει όλα της τα πράματα. τί μπορούσες να κάνεις. εσώρουχα. ιδίως όταν ο κ. "Για διάφορους λόγους η Ντουνιά δε μπορούσε να φύγει απ' αυτό το απαίσιο σπίτι. προτού περάσουν έξη βδομάδες. αν μπορούσα ν' απαντήσω στο γράμμα σου. κατά την παλιά του συνήθεια που είχε αποκτήσει στο στρατό. μέσα σ' ένα χωριάτικο κάρο. Βρισκόμουνα και γω σε απόγνωση. την αδερφή σου. Στο τέλος όμως δε μπόρεσε να κρατηθεί και είχε το θράσος να κάνει στη Ντουνιά ανοιχτά ανήθικες προτάσεις. ταπεινωμένη και καταντροπιασμένη. θα ξέσπαγε σε βάρος της Ντουνιάς μεγάλο σκάνδαλο . Έναν ολόκληρο μήνα ειπώθηκαν για μας στην πόλη . πως θα τα παρατήσει όλα και θα φύγει μαζί της σ' ένα άλλο χτήμα του ή και στο εξωτερικό. βλέποντας πως ένας άνθρωπος σαν κι αυτόν. Να καθίσω πάλι και να γεμίσω το γράμμα μου με άχρηστες λεπτομέρειες τη στιγμή που σκιζότανε η καρδιά μου απ' τον πόνο. Η Ντουνιά μπορεί να υποφέρει πολλά κι έχει αρκετό θάρρος. στο σπίτι μας. μια τρομερή σκηνή. έτρεφε τόσο παράλογες ελπίδες. γιατί θα λυπόσουνα πολύ. δεν είχα τη δύναμη να το κάνω. η γυναίκα του Σβιντριγκάιλωφ. Εξ άλλου μου το είχε απαγορεύσει η Ντουνιά. αλλά το 'κρύβε κάτω από τους χοντρούς τρόπους κι απ' την περιφρόνηση που της έδειχνε. το λιγότερο. Και γι' αυτό χωρίς να το θέλει κι ο ίδιος. ηλικιωμένος και οικογενειάρχης. γινόταν έξαλλος με τη Ντουνιά. βέβαια. ρούχα. με την υποψία ότι αυτή ήτανε η αιτία όλων. Δεν τόλμησα να σου πω την αλήθεια.δε μπορεί ποτέ να πέρναγε ανώδυνα αυτό το πράγμα. Η Μάρθα Πετρόβνα έπιασε κατά τύχη τον άντρα της στον κήπο. καθώς και όλα τ' άλλα μέλη της οικογένειας. θα αγανακτούσες και θα πικραινόσουνα. Αλλά. η θέση της γινότανε πολύ δύσκολη. μαζί με το χωρικό. που πήρα πριν από δυο μήνες. Το πολύ-πολύ να χειροτέρευες ακόμα περισσότερο τα πράγματα.

για να παρακαλέσει την Παναγία Παρθένα να της δώσει δύναμη ν' αντιμετωπίσει τούτη τη δοκιμασία και να κάνει το καθήκον της. διέδωσε την ιστορία αυτή όχι μονάχα στην πόλη μας. Εξ άλλου. όταν έφυγε η Ντουνιά. "Για όλα αυτά φταίει η Μάρθα Πετρόβνα. Το γράμμα αυτό. και δίχως αυτό. Και σήμερα ακόμα δε μπορώ να το ξαναδιαβάσω. έδωσε στη Μάρθα Πετρόβνα πολλές και ολοφάνερες αποδείξεις για την αθωότητα της αδελφής σου: Κυρίως ένα γράμμα που η Ντουνιά αναγκάστηκε να γράψει και να στείλει στον Σβιντριγκάιλωφ πολύ πριν η Μάρθα Πετρόβνα τους πιάσει στον κήπο. στον καθένα που θα 'βρίσκε μπροστά της. Η Ντουνιά όμως άντεξε περισσότερο από μένα. Φλύαρη καθώς είναι. που το 'βρίσκε καλό να πηγαίνει παντού. μουτζουρώνοντας με κατράμι την πόρτα του σπιτιού μας. όπως τ' ομολόγησε κι η ίδια. του θύμιζε πως ήτανε παντρεμένος και οικογενειάρχης και του 'λέγε τί ποταπό που ήτανε εκ μέρους του να βασανίζει και να κάνει δυστυχισμένη μια φτωχή κοπέλλα. πώς μου 'δίνε κουράγιο και με παρηγορούσε! Είναι σωστός άγγελος! Αλλά. Ακόμα και οι σπιτονοικοκυραίοι μας. Έτσι. Ύστερα. δέχτηκε "για δεύτερη φορά ένα χτύπημα". Τώρα όμως. τα βάσανα μας τέλειωσαν: Ο κ. Μ' ένα λόγο. καθώς της αρέσει να διηγείται τις υποθέσεις του σπιτιού της και ιδίως να κάνει τα παράπονα της για τον άντρα της. με την ευσπλαχνία του θεού. Αρρώστησα απ' το κακό μου. είχε μείνει στα χέρια του Σβιντριγκάιλωφ. Αλλά ούτε και μεγαλόφωνα δίσταζαν να τα πουν μπροστά μας. το γράμμα αυτό ήτανε τόσο ευγενικό και τόσο συγκινητικό. χωρίς να μου έρθουν δάκρυα στα μάτια. Τους ξέρει όλους εδώ και ερχότανε στην πόλη κάθε τόσο και λιγάκι. Όλοι μας οι γνωστοί μας γύριζαν την πλάτη. την άλλη μέρα. πήγε κατ' ευθείαν στην εκκλησία. ζήτησαν να τους αδειάσουμε το σπίτι. ώστε έκλαψα διαβάζοντας το. δεν της έμεινε η παραμικρή αμφιβολία για την αθωότητα της Ντουνιάς. Εκεί μέσα η Ντουνιά τον κατηγορούσε ζωηρά και με αγανάχτηση. αντίθετα. "Η Μάρθα Πετρόβνα τα 'χασέ. που ήξερε πολύ περισσότερα απ' όσα νόμιζε κι ο ίδιος ο Σβιντριγκάιλωφ. που. απ' τα περιφρονητικά βλέμματα που μας έριχναν κι απ' τα ψιθυρίσματα που έκαναν στο πέρασμα μας. αμέσως μόλις βγήκε απ' την εκκλησία. επειδή ασφαλώς λυπήθηκε την Ντουνιά. όπου η Ντουνιά αρνιότανε να πάει στο ραντεβού που της όριζε. που ήτανε Κυριακή. για την ανάξια συμπεριφορά του προς τη Μάρθα Πετρόβνα. Να την έβλεπες πώς τα υπέφερε όλα αυτά. Προχώρησαν μάλιστα τόσο πολύ. πράγμα που δεν είναι καθόλου ωραίο. ήρθε στο σπίτι . όπως συμβαίνει πάντοτε σ' αυτές τις περιπτώσεις. Σβιντριγκάιλωφ μεταμελήθηκε και. ήτανε αρκετά δυστυχισμένη και ανυπεράσπιστη. ώστε εγώ και η Ντουνιά δε μπορούσαμε πια να πατήσουμε το πόδι μας στην εκκλησία. όλοι τους έπαψαν και να μας χαιρετούν ακόμα. τη δικαιολογία της Ντουνιάς την ενίσχυσαν και οι μαρτυρίες του υπηρετικού προσωπικού.ένα σωρό κουτσομπολιά. αλλά και σ' ολόκληρη την περιφέρεια. και είχα μάθει από σίγουρη πηγή ότι μερικοί ιδιωτικοί και διοικητικοί μικροϋπάλληλοι είχανε αποφασίσει να μας εξευτελίσουν κατά πρόστυχο τρόπο. να κατηγορεί και να ρεζιλεύει το όνομα της Ντουνιάς. αγαπημένε μου Ρόντια.

του προσφέραμε καφέ και την άλλη μέρα κιόλας έστειλε ένα γράμμα. Κι όχι μονάχα αυτό. σε μια έκρηξη αληθινής μετάνοιας. δε θα μπορούσες να εκτιμήσεις την κατάσταση σωστά Να πώς έγιναν τα πράγματα: "Ο Πιότρ Πετρόβιτς Λούζιν. χωρίς να σταματήσει πουθενά και. αγαπημένε μου Ρόντια. είναι μακρινός συγγενής της Μάρθας Πετρόβνα. ούτε με τη Ντουνιά.μας. Ωστόσο. Είναι άνθρωπος πολύ ευκατάστατος. Άλλωστε. τον δεχτήκαμε καθώς πρέπει. Γενικά. Αμέσως. αποκατέστησε ολότελα την τιμή της Ντουνιάς και η ντροπή όλης αυτής της ιστορίας έπεσε σαν ανεξάλειπτη κηλίδα στον άντρα της. θα διαβάσει η Μάρθα Πετρόβνα το γράμμα. κι έχυσε ποτάμια δάκρυα. πήρε μπάλα ολόκληρη την πόλη κι έτρεξε σ' όλους τους γνωστούς της. Αν και έγινε δίχως τη δική σου συγκατάθεση. όπου με μεγάλη ευγένεια ζητούσε τη Ντουνιά και γύρευε απάντηση κατηγορηματική και γρήγορη. Μας διαβίβασε με τη Μάρθα ΙΊετρόβνα την επιθυμία του να μας γνωρίσει. προς τον Σβιντριγκάιλωφ. Βέβαια. δε θα θυμώσεις γι' αυτό ούτε με μένα. ότι παρουσιάστηκε ένας γαμπρός για τη Ντουνιά μας κι εκείνη έδωσε τη συγκατάθεση της. αλλά έτσι είναι ο χαρακτήρας της Μάρθας Πετρόβνα. όταν θα μάθεις ότι μας ήτανε αδύνατο να τ' αναβάλουμε. διάφορα σπίτια πρότειναν στη Ντουνιά να την πάρουν για μαθήματα. στο τάδε μέρος. όλοι άρχισαν να της δείχνουν ξαφνικά ιδιαίτερη εκτίμηση. ο μέλλων γαμπρός. Φυσικά. Καθόρισε λοιπόν κάτι σαν πρόγραμμα: Την περίμεναν στο κάθε σπίτι απ' τα πριν. έτσι σκληρά που του φέρθηκαν του θεότρελλου. λέγοντας τα καλύτερα λόγια για τη Ντουνιά. Και στην κάθε ανάγνωση μαζεύονταν ακόμα κι εκείνοι που το είχανε ακούσει αρκετές φορές στα σπίτια τους ή σε τίποτα συγγενείς τους. αφού δεν ήσουνα εδώ. έχει όμως παρουσιαστικό αρκετά καλό και μπορεί ν' αρέσει ακόμα στις γυναίκες. γιατί το κάθε λεπτό του είναι πολύτιμο. που κοντεύω ν αρχίσω να τον λυπάμαι. τα χάσαμε στην αρχή: Μας ήρθε τόσο απότομα και δεν το περιμέναμε. τόσο πολύ. Είναι άνθρωπος πολυάσχολος και πρέπει να φύγει σε λίγο για την Πετρούπολη. Όπως είναι αυτονόητο. θα αλλάξει τη μοίρα μας. είναι σαρανταπεντάρης. πράγμα που βιάζομαι να σου ανακοινώσω. επέτρεψε μάλιστα να πάρουν και αντίγραφο του (πράγμα που κατά την αντίληψη μου ήτανε άστοχο). Κατά τα άλλα. είναι άνθρωπος σοβαρός και αξιοπρεπέστατος. παρακαλώντας την να τη συχωρέσει. γιατί μερικοί το θεωρούσαν προσβολή που προτιμούσε άλλους. αλλά καθότανε κι έδειχνε και διάβαζε σ' όλο τον κόσμο το ίδιο το γράμμα της Ντουνιάς. Η γνώμη μου είναι ότι έγιναν όλα αυτά με υπερβολή. τον κυριότερο ένοχο. γυρίζοντας σ' όλα τα σπίτια. αλλά αρνήθηκε. Καθίσαμε όλη την ημέρα οι δυο μας για να το σκεφτούμε και να το κουβεντιάσουμε. Έτσι αυτό συνετέλεσε πολύ στο να γίνει το αναπάντεχο που. Όλο εκείνο το πρωινό. έχει δυο θέσεις ταυτοχρόνως και αρκετή περιουσία κιόλας. Αναγκάστηκε να κάνει επισκέψεις σ' όλους τους γνωστούς της στην πόλη. που έπαιξε σπουδαίο ρόλο σ' αυτή την υπόθεση. φεύγοντας απ' το σπίτι μας. κι ήξεραν όλοι ότι την τάδε ημέρα. αυλικός σύμβουλος τώρα. αγκάλιασε τη Ντουνιά. μπορούμε να πούμε. μόνο που θα . Μάθε. εξυμνώντας την αγνότητα των αισθημάτων και της διαγωγής της αδελφής σου.

δεν υπάρχει. όσο πιο ευτυχισμένη θα είναι η Ντουνιά. "Μπορεί να υπάρχουν βέβαια δυσαρμονίες στους χαρακτήρες. Μην κρίνουμε έναν άνθρωπο από την εξωτερική του εμφάνιση. παρ' όλο που είμαι σίγουρη πως θα σου κάνει καλή εντύπωση. "Στό λέω αυτό για κάθε ενδεχόμενο. δεν έχουμε κανένα λόγο ν' αμφιβάλλουμε γι' αυτό. μερικές παλιές συνήθειες ή και διαφωνίες στις ιδέες (πράγματα που παρατηρούνται και στα πιο ευτυχισμένα αντρόγυνα). Είναι μια κοπέλα θετική. θέλω να σε προειδοποιήσω. γιατί.πράγμα που δε θ' αργήσει να γίνει.. Φυσικά. και ότι εχθρεύεται τις προλήψεις. η Ντουνιά μου είπε ότι στηρίζεται στον εαυτό της . αλλά για το ζήτημα αυτό. ούτε από μέρους του. λέει. όπως το συνηθίζεις. είχε πάρει την απόφαση να διαλέξει για γυναίκα του μια νέα. Στην πρώτη του κιόλας επίσκεψη μας είπε πως είναι άνθρωπος θετικός. Είπε κι άλλα ακόμα. όσο κι αν η καρδιά της φλογίζεται από αισθήματα . μου φάνηκε κάπως απότομος στην αρχή. μας είπε ότι και πριν να γνωρίσει τη Ντουνιά. Και μένα.την ξέρω εγώ πολύ καλά. παρασυρμένος από κάποια προκατάληψη που δύσκολα επανορθώνεται και εξαλείφεται ύστερα. Αλλά η Ντουνιά.σίγουρα αυτό θα είναι.. αν πρόκειται οι παρά πέρα σχέσεις τους να είναι ειλικρινείς και τίμιες. υπομονετική και μεγαλόψυχη. παρ' όλο που δε μπορεί κανείς να πει ότι έχει μεγάλη μόρφωση. μια εντύπωση που σχηματίζει κανείς με την πρώτη ματιά. λέει. Δεν κατάλαβα βέβαια πολλά πράγματα. Έπειτα. Ξέρεις καλά το χαρακτήρα της αδελφής σου. δίχως προίκα. δεν πρόκειται για κανέναν μεγάλο έρωτα. έχει και μια ψυχή ευγενικιά. αν τύχει και του βρείς κάτι που δε θα σου αρέσει με την πρώτη ματιά. λόγου χάρη. Στη δεύτερη επίσκεψη του. είναι ένας άνθρωπος από τους πιο αξιοσέβαστους. ο άντρας δεν πρέπει να χρωστάει τίποτα στη γυναίκα του και είναι πολύ καλύτερα να τον βλέπει σαν ευεργέτη της. Αλλά κι αυτός θα φροντίζει για την ευτυχία της. όταν πια του είχαμε πει το ναι. ο Πιότρ Πετρόβιτς. όταν θα τον ιδείς στην Πετρούπολη . πολλά. Πρέπει να προσθέσω ακόμα ότι όλα αυτά δεν τα . Πολλές ενδείξεις με κάνουν να πιστεύω ότι. πρέπει να τον προσέξει πολύ και να 'ναι επιφυλαχτικός για να μην πέσει έξω. να μην τον κρίνεις απότομα και βιαστικά. για να γνωρίσει κανείς έναν οποιονδήποτε άνθρωπο. ούτε από μέρους της Ντουνιάς. αγαπημένε μου Ρόντια. λόγος ν' ανησυχούμε καθόλου. Ίσως όμως να είναι έτσι φαινομενικά. γιατί περιαυτολογεί ως ένα βαθμό και του αρέσει να τον ακούν οι άλλοι. αν και πρέπει να ομολογήσω πως έγιναν πολύ βιαστικά τα πράγματα. πάνω στην κουβέντα. μπορεί όμως να μου φάνηκε έτσι γιατί είναι ντόμπρος . κατά την έκφραση του. που να έχει όμως περάσει από μεγάλη φτώχεια. είναι άγγελος σωστός και πιστεύει πως έχει καθήκον να κάνει τον άντρα της ευτυχισμένο. Ρόντια. όλα θα τ' αντέξει. η Ντουνιά όμως εξήγησε ότι είναι έξυπνος και φαίνεται καλός άνθρωπος. είναι άνθρωπος αρκετά έξυπνος και υπολογιστής και ασφαλώς θα το καταλαβαίνει ότι η συζυγική του ευτυχία θα είναι τόσο πιο σίγουρη. 'Άλλωστε.μπορούσε να τον πάρει κανείς για στριμμένο και ακατάδεχτο. αλλά δε νομίζω πως αυτό είναι μεγάλο ελάττωμα. εκτός του ότι είναι έξυπνη. δεν υπάρχει αίσθημα. αλλά σε πολλά σημεία είπε ότι συμφωνεί με τις "πεποιθήσεις της καινούργιας γενιάς".

'πε ακριβώς. του χρειαζότανε ένας γραμματέας. αλλά η Ντουνιά δεν έχει στο νου της τίποτ' άλλο. Φάνηκε πολύ επιφυλακτικός και είπε ότι. μια και δε σε γνωρίζει ακόμα). . που θα 'πρεπε να τη βλέπουμε σα δώρο του θεού. Είναι απόλυτη ανάγκη να 'ρθει στην Πετρούπολη . Εμένα ωστόσο μου φάνηκαν κάπως χοντροκομμένα και το είπα αργότερα στη Ντουνιά. Ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου από πολύν καιρό και τώρα τελευταία κέρδισε μια μεγάλη δίκη. Η υπόθεση έχει σταματήσει εδώ για την ώρα. θυμωμένα μάλιστα. αγαπημένε μου Ρόντια. που επιβάλλουν την παρουσία του εκεί πέρα και θέλει ν' ανοίξει στην Πετρούπολη δικηγορικό γραφείο. Έχει κάτι σπουδαίες υποθέσεις. ιδίως για τη λαχτάρα μας να σε ιδούμε μια μέρα συνεταίρο του. Πάνω σ' αυτό όμως διατύπωσε μερικές επιφυλάξεις. Δεν βλέπω τίποτα το απίθανο σ' αυτό και παρά τη σημερινή επιφυλακτικότητα του Πιότρ Πετρόβιτς (επιφυλακτικότητα πολύ δικαιολογημένη. ούτε και γω του είπαμε τίποτα για την ελπίδα μας ότι θα σε βοηθήσει. με την καλή επίδραση που ξέρει να ασκεί στο μέλλοντα σύζυγο της. θα έφευγε για την Πετρούπολη. ούτε η Ντουνιά. θα προτιμούσε. δε θα σου αφήνουν τον καιρό να δουλέψεις στο γραφείο του. γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα μπροστά στα εικονίσματα και το πρωί μου είπε ότι αποφάσισε να παντρευτεί. θα μπορέσει οπωσδήποτε να σου φανεί πολύ χρήσιμος. με πυρετώδη βιασύνη. αποφεύγουμε να μιλάμε για τα όνειρα μας μπροστά τον Πιότρ Πετρόβιτς. έμεινε άγρυπνη όλη τη νύχτα και. σηκώθηκε κι έφερνε βόλτες πέρα-δώθε όλη τη νύχτα. εκείνη όμως μου απάντησε. Έτσι.έχει μια σημαντική υπόθεση στον Άρειο Πάγο. Σίγουρα. λέει. φτάνει μονάχα να είναι ικανός γι' αυτή τη δουλειά (λες και δεν είσαι συ ικανός).ήτανε φανερό ότι του ξέφυγαν με τη ζωηρή συζήτηση και προσπάθησε να τα μπαλώσει ύστερα και να διασκεδάσει την εντύπωση που έκαναν. η Ντουνιά είναι απόλυτα σίγουρη πως θα τα καταφέρει να πραγματοποιήσει τους σκοπούς της. σχετικά με τις πανεπιστημιακές σου σπουδές που. Επίσης. νομίζοντας πως εγώ είχα αποκοιμηθεί. κατά τη γνώμη του. Πριν από μερικές ημέρες κατάστρωσε. ένα σχέδιο για το μέλλον σου. Και η Ντουνιά κι εγώ έχουμε τη γνώμη ότι θα μπορούσες από τώρα κιόλας ν' αρχίσεις την καριέρα σου και να θεωρείς το μέλλον σου απόλυτα εξασφαλισμένο. Αχ! Να γινότανε τουλάχιστον αυτό! Θα 'τανε μια επιτυχία. Έπειτα δεν τα είχε καλοσκεφτεί . Είπαμε κιόλας σχετικά μ' αυτό το ζήτημα δυο λόγια στον Πιότρ Πετρόβιτς. όπως σου τα γράφω εγώ. πιο πολύ να δίνει το μισθό σ' έναν δικό του άνθρωπο παρά σ' έναν ξένο. φυσικά. αλλά με τρόπο πιο ευγενικό και όχι τόσο απότομο. αφού μάλιστα σπουδάζεις και συ νομικά. Φυσικά. έχω ξεχάσει όμως τα λόγια που μεταχειρίστηκε. Αλλά προτού να πάρει την απόφαση της. Και γω συμφωνώ πέρα για πέρα μαζί της και δέχομαι όλες τις απόψεις κι όλες τις ελπίδες της. Λέει πως θα μπορέσεις κατόπιν να γίνεις βοηθός και συνεταίρος ακόμα του Πιότρ Πετρόβιτς. πως δεν έχουνε σημασία τα λόγια. "Όπως σου ανέφερα. Τέλος. Το πιστεύει. δίνοντας σου τα χρήματα που θα σου χρειάζονται. αλλά οι πράξεις και έχει δίκιο. ο Πιότρ Πετρόβιτς. βέβαια. Η Ντουνιά μόνο αυτό έχει στο νου της. Είναι άνθρωπος θετικός κι ίσως να το 'βλέπε άσχημα και να του φαίνονταν όλα αυτά χίμαιρες.

"Να λοιπόν τί λογαριάζει να κάνει η Ντουνιά για σένα. δηλαδή γεροντίστικες ιδιοτροπίες). εγώ και η Ντουνιά τ' αποφασίσαμε να 'ρθούμε στην Πετρούπολη. Κι αν δεν προλαβαίνουμε. ίσως μάλιστα σε καμμιά βδομάδα. θα στενοχωρηθεί περισσότερο.τι και να κάνει δε μπορεί να τ' αρνηθεί αυτό στη Ντουνιά). Απλώς θα σου δίνει ένα μισθό που θα κερδίζεις με τον ιδρώτα σου. Δεν πρόκειται να σου δίνει καμμιά βοήθεια. Για ορισμένους λόγους (που δεν έχουνε καμμιά σχέση με τον Πιότρ Πετρόβιτς. πολυαγαπημένε μου Ρόντια. ότι για να κρίνει έναν άνθρωπο. πως και μονάχα γι' αυτό θα παντρευότανε τον Πιότρ Πετρόβιτς. εγώ όμως θ' αρνηθώ. πάντως όμως πολύ σύντομα. Αυτή τη φορά δε σου γράφει κι αυτή τίποτα στο γράμμα μου. Εξαρτάται από τις διαθέσεις του Πιότρ Πετρόβιτς. Επιφυλάχτηκε λοιπόν να σχηματίσει τη γνώμη του για σένα. να γίνει αμέσως ύστερα απ' την Πεντηκοστή. πρώτα-πρώτα γιατί είναι κάτι που θα γίνει μόνο του στο μέλλον και. Γιατί. Ο δεύτερος λόγος. αν γίνεται. που δεν του μιλήσαμε γι' αυτό. που θα μας ανακοινώσει αμέσως μόλις εγκατασταθεί στην Πετρούπολη. Μου λέει να σε αγκαλιάσω και να σε φιλήσω πολύ. Και γω είμαι πέρα για πέρα σύμφωνη μαζί της. είναι ότι θέλαμε να είσαι μαζί του. Μου δόθηκε πολλές φορές στη ζωή μου η ευκαιρία να διαπιστώσω ότι οι γαμπροί δε συμπαθούν και πολύ τις πεθερές τους. Για ορισμένους λόγους θέλει να γίνει ο γάμος όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Από τώρα κιόλας. ασφαλώς. σαν ίσος προς (σο. Δε θα 'θελα να τους στενοχωρήσω στο παραμικρό κι εννοώ να μείνω εντελώς ανεξάρτητη: Ένα κομμάτι ψωμί πάντοτε θα το 'χω εξασφαλισμένο με παιδιά σαν και σένα και τη Ντουνιά. να μείνω στο σπίτι μας όπως και τώρα και να μην πάω μαζί τους. ή να σου κάνει ρουσφέτι. πριν απ' τη Σαρακοστή. "Αχ! Με τί χαρά θα σε σφίξω στην αγκαλιά μου! Η Ντουνιά πετάει απ' τη χαρά της. ως τα σήμερα. Ρόντια μου. Αν είναι δυνατό θα μείνω κάπου κοντά και στους δυο σας. απάντησε. Με παρακάλεσε μόνο να σου πω πως έχει τόσα και τόσα να σου πει. γιατί. ώστε δε τ' αποφασίζει να πιάσει την πέννα στο χέρι της. λοιπόν. πολύ περισσότερο μάλιστα αφού μπορείς να γίνεις το δεξί του χέρι. πολυαγαπημένο μου παιδί. στ' αστεία. . την ημέρα που θα σε γνωρίσει. στην πρώτη σας συνάντηση που θα γίνει πολύ σύντομα. που θα σε ξαναδεί και είπε μια φορά. άλλο είναι εντελώς προσωπικοί μου. και γι' αυτό δεν έκανε καθόλου κουβέντα. Είναι άγγελος η Ντουνιά. Είναι αυτονόητο. σου φύλαξα για το τέλος το καλό νέο: Μάθε. Είμαι απόλυτα σίγουρη πως θα είναι αρκετά ευγενικός και θα έχει τη λεπτότητα να με παρακαλέσει να μη χωριστώ από την κόρη μου. ότι σε λίγο θα ξαναβρεθούμε όλοι μαζί και θ' αγκαλιαστούμε και οι τρεις.όσον καιρό θα είσαι στο Πανεπιστήμιο. Πότε. δε μπορεί να πεί κανείς τίποτα. μετά το γάμο τους. πιστεύω πως θα είναι ίσως πολύ καλύτερα. μέσα σε λίγες γραμμές. θα στο προτείνει ο ίδιος δίχως ανώφελες εισηγήσεις (ό. Δεν του μιλήσαμε καθόλου γι' αυτό. ύστερα από χωρισμό τριών χρόνων. "Θα σου πω κάτι. Δεν το ξέρω. έπρεπε πρώτα-πρώτα να τον ιδεί ο ίδιος από κοντά. Όταν η Ντουνιά του μιλούσε για σένα με ενθουσιασμό.

αλλά τριάντα ρούβλια. πολυαγαπημένε μου Ρόντια. καθισμένος στα γόνατα μου. Αγάπα την αδελφή σου Ντουνιά. σε φιλώ ώσπου να συναντηθούμε και σου δίνω τη μητρική μου ευχή. ίσως. όσο γινότανε λεπτομερέστερα: Το ταξίδι δε θα μας στοιχίσει πολύ ακριβά. Σου είπα όλη μας την ιστορία κι ένας θεός ξέρει με πόσα γεγονότα είναι γεμάτη! Τώρα. τότε που ζούσε ακόμα ο πατέρας σου. Αν είναι έτσι θα προσευχηθώ για σένα. σίγουρα. Ρόντια μου. Απ' την πόλη μας ως τον σιδηροδρομικό σταθμό έχουμε να κάνουμε μόνο ενενήντα βέρστια και συμφωνήσαμε μ' ένα γνωστό μας αγωγιάτη. λογαριάζω να σου στείλω αυτές τις ημέρες όσο πιο πολλά λεφτά μπορέσω. Ρόντια. λοιπόν. η φερεγγυότητα μου μεγάλωσε ξαφνικά. τις πρώτες μέρες τουλάχιστον. και συ. ένιωσε ένα πνίξιμο και μια στενοχώρια μέσα σ' . Από κει θα ταξιδέψουμε μια χαρά στην τρίτη θέση. Ρόντια μου."Αν και θ' ανταμώσουμε. Και να ξέρεις ότι σ' αγαπάει απέραντα. κι όλη την ώρα που διάβαζε αυτό το γράμμα. πολύ περισσότερο κι απ' τον εαυτό της τον ίδιο. Είναι άγγελος. αγάπα τη όσο σ' αγαπάει κι εκείνη. που είναι τόσο πολύ της μόδας σήμερα. Φτάνει να 'σαι ευτυχισμένος και θα 'μαστέ ευτυχισμένες και μεις. τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλα του Ρασκόλνικωφ. θα σου έστελνα περισσότερα. θα τα καταφέρω κατά πάσαν πιθανότητα να σου στείλω όχι εικοσιπέντε. ωστόσο πρέπει να πληρώσουμε τα εισιτήρια μας ως την Πετρούπολη και δε μπορούμε να είμαστε χωρίς πεντάρα όταν θα φτάσουμε. το πρόσωπο του χλώμιασε και συσπάστηκαν τα χαρακτηριστικά του από ένα τρεμούλιασμα. δηλαδή να μας μεταφέρει με κάτι γνωριμίες που έχει. όπως πρώτα. Φοβάμαι μήπως τρύπωσε στην ψυχή σου η ασέβεια. όταν ήσουνα μικρός. Καθίσαμε και κάναμε με τη Ντουνιά τους λογαριασμούς. Χτύπαγε η καρδιά του δυνατά και οι σκέψεις στριφογύριζαν πυρετικά μες στο μυαλό του. Ο Πιότρ Πετρόβιτς προσφέρθηκε ν' αναλάβει αυτός ένα μέρος απ' τα έξοδα του ταξιδιού. σου λέω. ζάρωσε τα χείλη του. Έτσι. τις αποσκευές μας. Μουντζούρωσα δυο μεγάλες κόλλες χαρτί και δεν μου μένει άλλος χώρος. και πιστεύεις στη θεία Πρόνοια. θα μπορέσω. Άφησε το κεφάλι του να πέσει στο βρώμικο και ισχνό μαξιλάρι του κι άρχισε να σκέφτεται. είσαι το παν για μας. θυμίσου πόσο ευτυχισμένοι ήμαστε τότε' Γεια σου. Προσεύχεσαι πάντοτε στον καλό θεό. "Φτάνουν όμως αυτά. θυμίσου. ενώ ένα βαρύ. χολερικό και γεμάτο κακία χαμόγελο. πώς ψέλλιζες τις προσευχές σου. Από δω και μπρος ο Αθανάση Ιβάνοβιτς θα δέχεται να μου προκαταβάλει μέχρι εβδομηνταπέντε ρούβλια απ' τη σύνταξη μου. Στο τέλος. Από τότε που έμαθαν όλοι ότι ο Πιότρ Πετρόβιτς θα παντρευτεί τη Ντουνιά. που θα μας πάει ως το σταθμό. αν δεν φοβόμουνα τα έξοδα που έχουμε να κάνουμε στο ταξίδι. Σε σφίγγω στην αγκαλιά μου και σου στέλνω χίλια φιλιά. 'Όταν όμως το τέλειωσε. Δική σου ως τον τάφο ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ ΡΑΣΚΟΛΝΙΚΟΒΑ Απ' τις πρώτες γραμμές. Έτσι. ή μάλλον καλή αντάμωση. πολυαγαπημένο μου παιδί. η ελπίδα μας και η παρηγοριά μας για το μέλλον. να σου στείλω εικοσιπέντε και τριάντα ακόμα ρούβλια.

γιατί η μητέρα έκανε λόγο στο γράμμα της γι' αυτή τη "νέα γενιά". που έχει μια περιουσία (ας πούμε που έχει κιόλας μια περιουσία. που δε ζήτησαν τη συμβουλή μου και τ' αποφάσισαν χωρίς να με ρωτήσουν. λόγου χάριν στο να με κάνει να συμπαθήσω τον κ. Τράβηξε κατά το νησί Βασιλιέφσκυ. Λούζιν. όχι Ντουνιά. Ήθελε μήπως να δώσει έτσι τον χαρακτήρα του ή απέβλεπε σε κάτι μακρινότερο. το βλέπω ολοκάθαρα και τα ξέρω όλα .. αυτός ο γάμος δε θα γίνει. Αλλά. είχε πάρει πια την απόφαση μες στο κεφάλι του. που έμοιαζε με ντουλάπι ή μπαούλο. που συμφωνεί με τις ιδέες της νέας γενιάς (όπως το γράφει η μητέρα) και που φαίνεται καλός. που έχει δυο θέσεις. κατά πως το συνήθιζε. πιο επιβλητικό έτσι). που δε μπορεί παρά και ο γάμος του ακόμα να γίνει με την ταχύτητα ταχυδρομικής άμαξας . όπως παρατηρεί κι η ίδια η Ντουνιά. θα το ιδούμε αν υπάρχει ή όχι τέτοιος τρόπος. 4  Το γράμμα της μητέρας του τον βασάνιζε. περπατούσε χωρίς να προσέχει τίποτα στον δρόμο του. Κατά βάθος. Την είχε ξεχάσει αυτή τη λεπτομέρεια. σα να είχε εκεί πέρα κάποια δουλειά πολύ επείγουσα. "Είναι ολοφάνερο".που έχεις να μου πεις. αδελφή μου Αβντότια Ρομάνοβνα. μέσα απ' τη λεωφόρο Β. Ντουνιά.. Πολλοί τον έπαιρναν για μεθυσμένο. λοιπόν. "Όχι. Αυτό μας έλειπε! Φαντάζονται πως δεν υπάρχει πια τρόπος να τα χαλάσουνε. "Και βρήκανε μια δικαιολογία εκπληκτική' "Είναι τόσο δραστήριος. κι ας πάει στο διάβολο ο κύριος Λούζιν". Σχετικά όμως με το βασικό. αυτές οι πονηριές! Είμαι περίεργος ακόμα να ξεκαθαρίσω και κάτι άλλο: Μέχρι . Αχ. μονολογώντας από μέσα του ή και δυνατά καμμιά φορά. μ' ένα χαμόγελο. που πηγαινοερχόσουνα πέρα-δώθε στην κάμαρα και τί ζήτησες στις προσευχές σου απ' την Παναγία του Καζάν. Σου αρέσει. vc' παντρευτείς έναν άνθρωπο θετικό. Ξέρω τί σκέφτηκες ολόκληρη εκείνη τη νύχτα. Είναι τόσο τραχύ: ο ανήφορος του Γολγοθά!.. Άρπαξε το καπέλο του και βγήκε χωρίς να φοβάται αυτή τη φορά μήπως συναντήσει κανένα στη σκάλα. πάρθηκε η απόφαση οριστικά. μητέρα. από την πρώτη κιόλας στιγμή που διάβαζε το γράμμα. τόσο πολυάσχολος άνθρωπος" ο Πιότρ Πετρόβιτς". σα να χαιρότανε προκαταβολικά για τον θρίαμβο που θα σημείωνε η απόφαση του. πράγμα που παραξένευε πολύ τους διαβάτες. Έτσι. το κεφαλαιώδες ζήτημα. Το βλέμμα του και οι σκέψεις του αποζητούσαν ένα χώρο ανοιχτό.. Χμ. και την είχε πάρει οριστικά: "Όσο ζω εγώ.για να μην πούμε ατμομηχανής. "Όχι..αυτό το κίτρινο δωμάτιο. δεν απόμεινε πια μέσα του ο παραμικρός δισταγμός. Αυτό το φαίνεται είναι έξοχο! Και η Ντουνιά θα παντρευτεί αυτό το φαίνεται! Έξοχα! Έξοχα! "Είμαι περίεργος να μάθω.. μουρμούριζε ανάμεσα στα δόντια του. είναι πιο σοβαρό. δε με ξεγελάτε εμένα! Κι από πάνω να μου ζητάνε συγνώμη. που η εικόνα της κρέμεται στο δωμάτιο της μητερούλας.

λέγοντας πως εκείνη θ' αρνηθεί να μείνει μαζί τους! "Τί περιμένει λοιπόν. Στα εκατόν είκοσι ρούβλια που παίρνει .. που λέει κι η παροιμία. Κι εκείνες. τί λέτε γι' αυτό. έτσι έγινε . Λούζιν. η σπαγκοροσύνη του. "Κυρίως είναι "ένας άνθρωπος με πολλές δουλειές που φαίνεται καλός": Να σκεφτεί κανείς μονάχα ότι ανέλαβε να τους μεταφέρει τις αποσκευές με δικά του έξοδα! Πώς θα ήτανε δυνατό να μην είναι καλός. όμως κύριε Λούζιν. Και γιατί η μητέρα πάει να κάνει τέτοιες τρέλλες. και ότι οι πραγματικοί καρποί θα έλθουν ύστερα. Το σοβαρότερο σε όλα αυτά δεν είναι η τσιγκουνιά του.. Από μερικές ενδείξεις. θ' άφησε να του ξεφύγουν μερικές λέξεις και θα της το 'δώσε να το καταλάβει καλά. λέει. Και φαίνεται αυτό από το γράμμα: Η μαμά τον βρήκε κάπως ψυχρό και απλοϊκή καθώς είναι είπε τις παρατηρήσεις της στη Ντουνιά. ή κάνουν πως δεν το βλέπουν. έτσι είναι: Πορεύεται κανείς όπως μπορεί. Δεν το βλέπουν τάχα αυτό. βλέπετε το πράγμα σα μια επιχείρηση με δυο μερίδια και πρέπει να συμμετέχουν οι εταίροι κατά τις ίδιες αναλογίες: Πρέπει συνεπώς να μοιράζονται τα έξοδα: "Ο ένας το ψωμί. θα 'παιρναν έναν αγωγιάτη και θα ταξίδευαν μ' ένα κάρο. Το πιστεύω! Και ποιος δε θα γινότανε έξω φρενών. η μνηστή του και η μητέρα της. ύστερα απ' αυτό. έστω και για λίγον καιρό στις αρχές. Του λόγου σας. κατά τη νοοτροπία σας είναι μια υπόθεση καθαρά εμπορική. Πρόκειται για τη μνηστή σας.. αυτός ο θαυμάσιος κ. Βέβαια. ο άλλος το αλάτι κι ο ταμπάκος χώρια". Δε βαριέσαι! Είναι μόνο ενενήντα βερστιάκια! Ύστερα "θα ταξιδέψουμε μια χαρά.χίλια βέρστια. Με τί θα 'ρθει στην Πετρούπολη. παρ' όλο που η μητέρα πάει να μου ρίξει στάχτη στα μάτια. ή μήπως η καθεμιά κατάλαβε τί γινότανε μες στην καρδιά και στο μυαλό της άλλης κι έτσι ήτανε πια τα λόγια περιττά..ποίου σημείου ήτανε ειλικρινείς μεταξύ τους εκείνη την ημέρα κι εκείνη τη νύχτα κι όλον τον άλλο καιρό ύστερα. σκεπασμένο με ψαθί (ξέρω πολύ καλά τί σημαίνει αυτό γιατί την έχω κάνει έτσι τη διαδρομή αυτή). Χμ! Με τί λογαριάζει ύστερα να ζήσει στην Πετρούπολη. Και σου λένε κιόλας ότι είναι ευχαριστημένες! Πώς να μην πείς ότι όλα αυτά είναι οι αρχές ακόμα. Και σίγουρα το ξέρατε ότι για να γίνει αυτό το ταξίδι η μητέρα προεξόφλησε τη σύνταξη της. όταν πάρθηκε πια η απόφαση και είναι περιττά τα λόγια. Ειπώθηκαν στ' αλήθεια όλα αυτά τα λόγια μεταξύ τους. Με τρία ρούβλια στην τσέπη ή με δυο "χαρτάκια". Σίγουρα. και της "απάντησε θυμωμένα". όταν το πράγμα είναι ολοφάνερο και δεν χρειάζονται ερωτήσεις. αλλά κυρίως ο τόνος που έχουν όλα αυτά . τα λουλούδια. εκείνη η γριά. Σίγουρα.ως ένα βαθμό τουλάχιστον. Φυσικά. μόλις θα γίνει ο γάμος. στην τρίτη θέση" . όπως τα λέει. Φαίνεται όμως ότι ο επιχειρηματίας μας βγήκε κερδισμένος στο σημείο αυτό: Οι αποσκευές θα στοιχίσουνε λιγότερο από τα έξοδα του ταξιδιού και μάλιστα μπορεί να τις στείλει και τζάμπα. κατάλαβε ότι θα ήτανε αδύνατο να μείνει μαζί με τη Ντουνιά μετά το γάμο της. Κι εκείνη στενοχωρήθηκε.ένας τόνος που δείχνει ότι υπάρχει ολόκληρο πρόγραμμα προς εφαρμογή. σε τί υπολογίζει. φυσικά.

Παρ' όλο που μαντεύουν την άλλη όψη του νομίσματος. έτσι είναι πλασμένη. είναι πολύ μεγάλη. "Θά 'θελα πολύ να μάθω αν ο κύριος Λούζιν είναι παρασημοφορημένος.σύνταξη. θα προτιμούσε καλύτερα να τρώει ξερό ψωμί και να πίνει μονάχα νερό... πρέπει ασφαλώς να πιστέψουμε. όχι για χάρη ενός κυρίου Λούζιν! Όχι! Η Ντουνιά που ήξερα εγώ δεν ήτανε έτσι και. αυτή και η μητέρα. Εδώ και δυόμισυ χρόνια. Και να που τώρα φαντάστηκαν. απ' όπου πρέπει ν' αφαιρεθούν και τα δανεικά που της έδωσε ο Αθανάση Ιβάνοβιτς. Πλέκει όλο το χειμώνα σάλια και γάντια δίχως δάχτυλα. Ήσουνα είκοσι χρονών την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε. Κρύβουν και με τα δυο τους χέρια το πρόσωπο τους μπροστά στην αλήθεια. Εμένα μου λες! Έτσι κάνουν πάντοτε αυτές οι ρομαντικές ψυχές . βλέπουν μόνο το καλό και όχι το κακό. ας πούμε πως αυτό του "ξέφυγε". Δεν υπάρχει φόβος να το ξεχάσει και την ημέρα του γάμου. Στοιχηματίζω πως έχει στη μπουτονιέρα του το παράσημο της Αγίας Άννας και ότι το φορεί όταν τον καλούν σε δείπνο τίποτα επίσημα πρόσωπα ή εμπορευόμενοι. πάρα πάνω από τα εκατόν είκοσι που είναι η σύνταξη της. σίγουρα. παρά να πουλήσει την ψυχή της. Ύστερα απ' όλα αυτά. παρ' όλα αυτά.. Φαίνεται λοιπόν ότι. ποτέ δε λένε απ' τα πριν αυτό που θα 'πρεπε να πουν. "Και.και να τα διακηρύσσει όλα αυτά στην πρώτη κιόλας συνάντηση τους! Έστω. Η Ντουνιά όμως.όπως μας τίς δίνει ο Σίλλερ. Αγαπητή μου Ντουνιά. Η Ντουνιά. ως τη στιγμή που η εικόνα που έφτιαξαν γι' αυτόν τον άνθρωπο θα 'ρθει η ίδια για να τους στραπατσάρει τα μούτρα. θα με παρακαλέσει να δεχτώ". καλά για τη μητέρα. Η μητερούλα μου γράφει στο γράμμα της ότι η Ντουνιά "αντέχει πολύ". Αφού μπόρεσε κι άντεξε τον Σβιντριγκάιλωφ κι όλες τις άλλες συνέπειες. η Ντουνιά όμως.. την καρακάξα με φτερά παγωνιού. αν και είναι μάλλον υπολογιστής (κι έτσι δεν είναι δυνατόν να του ξέφυγε τίποτα αλλά είχε ακριβώς το σκοπό να εξηγηθεί απ' την αρχή). μονάχα αυτό ακριβώς σκεφτόμουνα. Τους αρέσει να στολίζουν. σε ξέρω εγώ πολύ καλά. να τους κάνει κήρυγμα για τα πλεονεκτήματα των γυναικών. θα πρέπει να περάσει όλη τη ζωή της δίπλα σε τέτοιον άντρα! Αυτή όμως. Είναι θλιβερό να μένεις σε Σβιντριγκάιλωφ. ότι θα μπορέσουν ν' αντέξουν και τον κύριο Λούζιν. Αυτό το 'ξερά. υπολογίζει στα ευγενικά αισθήματα του κυρίου Λούζιν: "θα το προτείνει ο ίδιος. τέλος πάντων. Ξέρω όμως ότι με τα σάλια βγάζει μόνο άλλα είκοσι ρούβλια το χρόνο. Είναι σκληρό να σέρνεσαι για διακόσια ρούβλια σ' όλη σου τη ζωή από επαρχία σ' επαρχία . δε θα 'χει αλλάξει σήμερα καθόλου. Και μόνο που το σκέφτονται τρομάζουν. Δε θα δεχόταν να την ξεπουλήσει ακόμα κι αν της έδιναν ολόκληρο το ΣλέσβιχΧολστάιν. που τις παίρνεις μέσα από τη φτώχεια και για την ευγνωμοσύνη που πρέπει να αισθάνονται προς τον ευεργέτη σύζυγο τους . Είχα καταλάβει πια το χαρακτήρα σου. ας πάει να γ. πως η ικανότητα της στο ν' αντέχει βάσανα. κουράζοντας τα έρημα ματάκια της. Το κατάλαβε πολύ καλά αυτό το μούτρο κι ωστόσο. Το ξέρω εδώ και δυόμισυ χρόνια. "Τί να πεις. ως την τελευταία στιγμή. ότι μπορεί ν' αντέξει η Ντουνιά πολλά βάσανα. Δε θα ξε-πούλαγε ποτέ την ελευθερία της για τις ανέσεις.

παρά να βρωμίσει την ψυχή και τα αισθήματα της. Βγάζουμε στο παζάρι την ελευθερία μας.κάνοντας την γκουβερνάντα. αντίθετα. που δεν έχει τίποτα κοινό μαζί του. αυτός είναι στο πρώτο πλάνο. Το ξέρεις. μια περιφρόνηση. Την εκτιμήσατε. αγαπημένες και άδικες καρδιές! Μα τί. Για ένα αγαπημένο της πρόσωπο. Λούζιν. σφυρηλατούμε μια δικιά μας θεολογική ερμηνεία της συνείδησης. σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις.. ψάξατε να ιδείτε ποιο είναι το συμφέρον σας. Λούζιν ήτανε από καθαρό χρυσάφι ή σκαλισμένος ολόκληρος πάνω σε διαμάντι. Γι' αυτή μόνον ο Ρόντια της υπάρχει. Γι' αυτόν μονάχα πρόκειται. Τί σημαίνει αυτό. Ακόμη κι αν ήτανε να γλυτώσει έτσι το θάνατο. ίσως και δόξα ακόμα στα τέλη της ζωής του! Και η μητέρα. κάθε μέσο που θα χρησιμοποιήσουμε για την επιτυχία του είναι καθαγιασμένο. τη γαλήνη μας και την ίδια τη συνείδηση μας . επιδιώκουμε να εκμηδενίσουμε ακόμα και τα αισθήματα μας. αποχτάμε τη βεβαιότητα ότι έτσι πρέπει να 'ναι. το πρώτο παιδί της. που θα υπάρχει όσο θα υπάρχει και ο κόσμος. Πρέπει να του εξασφαλίσουμε την ευτυχία του και την ελευθερία του. ύστερα. ο κανακάρης της. όμως. που θα είσαι αναγκασμένη να περάσεις τη ζωή σου μαζί με τον κ. γιατί όχι.. να του βρούμε σ' ένα γραφείο μια θέση συνεταίρου και κατόπιν θα γίνει πλούσιος. "Δεν υπάρχει βέβαια αίσθημα".. μόνο και μόνο για προσωπικό της όφελος. ναι. Γιατί λοιπόν τ' αποφάσισε τώρα... δεν αντιστοιχεί αυτό το πράγμα με τη μοίρα εκείνης της κοπέλας που επιδίδεται στην πορνεία και "πρέπει να είναι καθαρή. θα καταντήσουμε να δεχτούμε τη μοίρα της Σόνιας. θα πουλήσει τα πάντα! Ω. η Ντουνιά δε θα δεχότανε ποτέ να γίνει νόμιμη παλλακίδα του. Πώς να μη θυσιάσει για έναν τέτοιο πρωτότοκο γιο την κόρη της. δένοντας τη ζωή της μ' έναν άνθρωπο. ένα αίσθημα αηδίας. ούτε η εκτίμηση και. της αιώνιας Σόνιας. Ας γκρεμιστεί η ζωή μας. "Ω. οπωσδήποτε. Βλέπετε σεις καμμιά διαφορά. φτάνει μόνο να είναι ευτυχισμένοι οι αγαπημένοι μας. Κι ακόμα. έστω και μια κόρη σαν τη Ντουνιά. Είναι λογικό αυτό το πράγμα. Ακόμα κι αν ο κ. γράφει η μητέρα. Έτσι είμαστε και το πράγμα είναι ολοφάνερο σαν το φως της ημέρας. Πού βρίσκεται το αίνιγμα.". Κοιτάξατε τις δυνάμεις σας. ότι η τύχη της Σόνιας δεν είναι καθόλου χειρότερη από τη δικιά σου. για τη δικιά της αποκατάσταση. αφού ο σκοπός είναι καλός. θα πουλιότανε! Να λοιπόν τι είναι το αίνιγμα: θα πουληθεί για τον αδελφό της και για τη μητέρα της. Ξέρω όμως πως η αδελφή μου θα προτιμούσε να κάνει το νέγρο σε φυτείες ή να δουλεύει σα Λεττονός σε Γερμανούς τσιφλικάδες της Βαλτικής. . πάλι δε θα πουλιότανε. αφού δεν έχει καμμιά θέση εδώ ο έρωτας. για έναν άνθρωπο που θα τον λάτρευε. θ' αποχτήσει φήμη. λοιπόν. Μα τότε. παρμένη από την ηθική διδασκαλία των Ιησουιτών και καθησυχάζουμε για λίγον καιρό.τα πάντα. υπάρχει από τώρα κιόλας μια απέχθεια. να τον βοηθήσουμε να βγάλει το Πανεπιστήμιο. που δε θα τον εκτιμάει καθόλου. Εκτιμήσατε καλά και οι δυο σας την έκταση της θυσίας σας. Ντουνιά. της Σόνιας Μαρμελάντωφ. και ότι. Είναι ολοφάνερο ότι υπάρχει στη μέση ο Ροντιόν Ρωμάνοβιτς Ρασκόλνικωφ και κανένας άλλος. "Το πράγμα είναι ολοφάνερο: Η Ντουνιά δε θα πουλιότανε ποτέ για τον εαυτό της.

Τώρα. που ένιωθε πως είναι αναπόφευκτη. Ντουνιά. το γράμμα της μητέρας του τον χτύπησε άξαφνα σαν κεραυνός. αν οι ώμοι σου δε μπορέσουν να κρατήσουν τέτοιο βάρος και μετανιώσεις. βέβαια. Ίσως μάλιστα να είναι χειρότερη. Κάθεσαι και ζεις εις βάρος τους. όπως και να το κάνουμε. Κι εξ άλλου. απίθανου και άγριου ερωτήματος. λοιπόν. πιο άσχημη. γυρεύοντας επιταχτικά μιαν απάντηση. γιατί δεν είσαι βέβαια εσύ Μάρθα Πετρόβνα. Μπας και βλέπεις τον εαυτό σου σαν ολύμπιο θεό και νομίζεις πως μπορείς να καθορίζεις τη μοίρα τους. πιο ποταπή γιατί. Τα ξέρουμε αυτά τα παραμύθια. . τί κάνεις. πόσα δάκρυα θα κρύβεις. Και τί θ' απογίνει η μητέρα. Ντουνιά! Αργότερα. λοιπόν.. ούτε και τη δικιά σου. δεν ήτανε καινούργια γι' αυτόν. Άλλωστε. δε θα το ανεχθώ!". Τα λεφτά που σου στέλνουν τα εξοικονομάνε προεξοφλώντας μια ετήσια σύνταξη εκατόν είκοσι ρουβλιών και παίρνοντας προκαταβολή από τους Σβιντριγκάιλωφ. Πώς τίς υπερασπίζεσαι εσύ. τί κατάρες θα κάνεις. τον περικύκλωναν.Το καταλαβαίνετε ότι η καθαριότητα ενός Λούζιν αντιστοιχεί ακριβώς προς την καθαριότητα της Σόνιας. εσύ θα έχεις σα σκοπό την παραπανήσια άνεση. έπρεπε ασφαλώς να κάνει κάτι. Ξαφνικά. Πώς θα τους αφιερώσεις όλη σου τη ζωή. τί θα συμβεί στην αδελφή σου μέσα σε δέκα χρόνια.. νιώθοντας κάτι σαν ηδονή. Πάει πολύς καιρός που αναμοχλευόταν μέσα του αυτή η ιστορία. εσύ για να το εμποδίσεις να γίνει. τώρα καιρός για κλαψουρίσματα και για πόνους που τους υποφέρεις παθητικά. τί σκεφτήκατε. του ξέσχιζαν την καρδιά. Και η αδελφή σου. Το μαντεύεις. "Αλήθεια. μητερούλα! Κι όσο ζω εγώ. Γιατί σ' αυτή την περίπτωση πρέπει πρώτα απ' όλα να σκεφθούμε το παρόν. Τί θα γίνει αργότερα όταν θα τα ιδεί όλα ξεκάθαρα. Σε δέκα χρόνια η μητέρα σου θα έχει στραβωθεί ολότελα με τα σάλια που πλέκει και με τα δάκρυα που μπορεί να χύνει. που μεγάλωνε και τώρα τελευταία άρχισε να συμπυκνώνεται και να παίρνει τη μορφή ενός τρομακτικού. θα τους το απαγορεύσεις. αλλά για το παρόν. τί μπορεί να γίνει η αδελφή σου σ' αυτά τα δέκα χρόνια. ενώ γι' αυτούς εκεί το ζήτημα ήταν να μην ψοφήσουνε απ' την πείνα! Στοιχίζει ακριβά. μπροστά στους Σβιντριγκάιλωφ και τους Αθανάση Ιβάνοβιτς Βαχρούσιν. Αφού αποδείχθηκε πως τα προβλήματα ήτανε άλυτα. Αλλά και γω. "Δε θα γίνει! Αλλά εσύ.". θα 'χει μείνει πετσί και κόκκαλο απ' τη νηστεία. Τον έτρωγαν από πολύν καιρό. δεν είχανε τίποτα το αναπάντεχο. εδώ δεν πρόκειται για το μέλλον. αυτό το πράγμα δε θα γίνει. Ντουνιά. Για σκέψου λίγο. αυτή η καθαριότητα. Τί μπορείς να τους υποσχεθείς εσύ για να 'χεις αυτό το δικαίωμα που θέλεις να ασκήσεις. όλα αυτά τα ζητήματα. Από τώρα κιόλας είναι ανήσυχη και βασανίζεται. για μένα. όταν θα τελειώσεις τις σπουδές σου και θα βρεις μια θέση. τί πίκρες. που πυρπολούσε την καρδιά και το μυαλό του. Αυτοβασανιζότανε έτσι μ' αυτές τις ερωτήσεις και αυτοερεθιζότανε. Με ποιο δικαίωμα. όλο σου το μέλλον. Δεν τη θέλω τη θυσία σου. συνήλθε και σταμάτησε. Τί θλίψεις που θα έχεις τότε. όχι. αυριανέ μου εκατομμυριούχε. Δεν ήτανε.

γυρεύοντας να βρει' κάτι. είχε πάνω της κάτι το παράξενο που του χτύπησε αμέσως στα μάτια. να ζήσω. χωρίς να το θέλει κι ο ίδιος στην αρχή. "να δεχτώ τη μοίρα όπως έρχεται μια για πάντα. φαινότανε ολότελα διαφορετική από τα όνειρα. Το αίμα χτυπούσε δυνατά στα μηνίγγια του και τα μάτια του θόλωσαν. με μια μορφή καινούργια. πρέπει ν' αρνηθώ ολόκληρη τη ζωή". καμμιά εικοσαριά βήματα μακρύτερα. φώναξε άξαφνα με λύσσα. κουνώντας τα χέρια της κατά τρόπο κωμικό.. Αλλά δεν ανατρίχιαζε τώρα επειδή του ξαναρχότανε αυτή η σκέψη. είπε καθώς θυμήθηκε ξαφνικά την ερώτηση που του έκανε χθες ο Μαρμελάντωφ. "γιατί ο κάθε άνθρωπος. όσο γινότανε γρηγορότερα. Με κάθε θυσία να πάρει μια απόφαση. είδε μια γυναίκα που βάδιζε μπροστά του. να παραιτηθώ απ' το δικαίωμα που έχω και γω να δράσω. δεν ήτανε καθόλου ίδια με τη χθεσινή. Και την καταλάβαινε απόλυτα αυτή τη μεταμόρφωση. πίσω. του παρουσιαζότανε μόνο σαν όνειρο.. Στην αρχή. στο δρόμο όμως του 'τύχε μια μικροπεριπέτεια.και αμέσως μάλιστα. Ξαφνικά ανατρίχιασε: Παρουσιάστηκε στο μυαλό του μια σκέψη που την είχε κάνει και χθες. λόγου χάρη. μισοκουμπωμένο. δίχως ομπρέλα και δίχως γάντια. ενώ τώρα.. Έτρεξε προς τα εκεί όσο μπορούσε γρηγορότερα. που φαινότανε όμως κι αυτό παράξενα βαλμένο. "Το καταλαβαίνετε. Καθώς κοίταζε τον πάγκο. πως θα του ξαναρχότανε και την περίμενε. πρέπει οπωσδήποτε να έχει κάποιο μέρος όπου να μπορεί να πάει". που του απέσπασε την προσοχή. Αισθανότανε την επιθυμία να καθίσει κάπου κι έψαχνε για κανένα παγκάκι. καταλαβαίνετε τί πάει να πεί να μην έχεις πού να πας.. αλλά όλο και ισχυρότερα ύστερα. μια οποιαδήποτε απόφαση. εντελώς άγνωστη του. Και το 'χε συνηθίσει να περπατάει έτσι.. κύριε. το προαισ0ανότανε. που έπεφτε όμως στραβά . χωρίς κανένα κάλυμμα στο κεφάλι. Η διαφορά είναι ότι εδώ κι ένα μήνα. και στη μέση.. σαν ανεμόμυλος. Καμμιά εκατοστή βήματα πιο πέρα έβλεπε ένα παγκάκι. και σχεδόν με αποστροφή. Φορούσε ένα παλιό μεταξωτό φουστάνι. απειλητική. Κοίταξε τριγύρω του βιαστικά. Ήξερε πολύ καλά. δεν την πρόσεξε καθόλου. Περνούσε τη στιγμή εκείνη τη λεωφόρο Κ. Πρώτα-πρώτα. και να πνίξω μέσα μου το κάθε τι. Του γεννήθηκε ξαφνικά η επιθυμία να μάθει τί ακριβώς ήτανε αυτό το τόσο έντονα παράξενο. που είχε απάνω της εκείνη η γυναίκα. Αυτή όμως η γυναίκα.. ν' αγαπήσω!". ελαφρό. όπως δεν πρόσεχε ως τώρα κι όλα τα πράγματα που παρουσιάζονταν μπροστά του.". που βάδιζε μπροστά του. Γύρω στο λαιμό της είχε ρίξει ένα μικρό σάλι. "Διαφορετικά. να γυρίζει στο δωμάτιο του και να μη θυμάται καθόλου από ποιους δρόμους πέρασε.. κάτι τι που σιγά-σιγά συγκέντρωσε ολόκληρη την προσοχή του επάνω της. θα πρέπει να ήτανε μια κοπέλα πολύ μικρή: Περπατούσε με τέτοια ζέστη. και χθες ακόμα. ξεσκισμένο εκεί που άρχιζε η φούστα: ολόκληρη λουρίδα είχε ξεκολλήσει και κρεμότανε σαλεύοντας πέραδώθε. Τύχαινε πολλές φορές. Άλλωστε τούτη εδώ η σκέψη.

Το θέαμα ήτανε τόσο τερατωδώς παράξενο. σε κάτι δεντράκια στην άκρη του δρόμου. . με ρόδινα χείλη στολισμένα με ένα μουστάκι και ντυμένος κομψότατα. Έβλεπε μπροστά του μια κοπελίτσα νεώτατη. βάδιζε με αστάθεια.". Σβιντριγκάιλωφ! Τί γυρεύεις εδώ. δίχως να σκεφτεί πως ο χοντρός κύριος θα μπορούσε να τα βάλει με δυο σαν κι αυτόν. στο στήριγμα. "Πώς τολμάς. Ο Ρασκόλνικωφ θύμωσε τρομερά: τον έπιασε ξαφνικά μια μανία να προσβάλει μ' έναν οποιονδήποτε τρόπο αυτόν τον χον-τρο-λιμοκοντόρο. Την έφτασε. τη στιγμή που πλησίαζε στο παγκάκι. κατά πάσαν πιθανότητα. κάποιος κύριος. Είχε βάλει το 'να πόδι πάνω στ' άλλο. αλλά με πρόσωπο κάπως φλογισμένο και λίγο πρησμένο. Παράτησε για μια στιγμή την κοπέλα και τον πλησίασε. με πρόσωπο ροδοκόκκινο. "Τί θα πεί αυτό. Ήτανε φαίνεται πεθαμένη στην κούραση. ρώτησε ο κύριος αυστηρά. προσπαθώντας ωστόσο να μην τον πάρει χαμπάρι. που αναρωτήθηκε μήπως έκανε λάθος. Προσέχοντας την καλύτερα. κάποιος τον άρπαξε από πίσω με δύναμη: Ήτανε ένας αστυνομικός που μπήκε στη μέση. ζαρώνοντας τα φρύδια του και παίρνοντας ένα ύφος ακατάδεχτης κατάπληξης. δεκάξη το πολύ χρονών. που καταλάβαινες αμέσως ότι θα 'θελε να πάει και κείνος κοντά στην κοπέλα με ορισμένους σκοπούς. Τώρα. με τις γροθιές σφιγμένες. έγειρε το κεφάλι της πίσω. παχουλός. Μόλις έφτασε εκεί. σωριάστηκε στην άκρη του πάγκου. τρεκλίζοντας και γέρνοντας πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη. παρά στεκότανε μπροστά της όρθιος. για να του αφήσει ελεύθερη τη θέση. Αυτός ο δρόμος είναι πάντοτε σχεδόν έρημος. κατάλαβε αμέσως πως ήτανε τύφλα στο μεθύσι. "Να στρίβεις από δω. Του έριχνε άγριες ματιές. όμως. ούτε κάθισε. αδύνατη. Το πράγμα ήτανε ολοφάνερο! Ο κύριος αυτός θα ήτανε καμμιά τριανταριά χρονών. Φαινότανε να μην καταλαβαίνει τίποτα. ωραία. "Ε. παλιάνθρωπε!". μ' αυτή τη ζέστη δεν περνούσε από κει ψυχή.". ούτε ήθελε να φύγει. κι έκλεισε τα μάτια. με μαλλιά ξανθά. και περίμενε ανυπόμονα τη στιγμή που θα έφευγε αυτός ο κουρελιάρης. γεροδεμένος. αλλά του χάλαγε τη δουλειά ο Ρασκόλνικωφ. στη μία μετά το μεσημέρι. Εκείνη τη στιγμή. Την είχε ιδεί κι αυτός από μακριά και πήγαινε κοντά της. αυτό θα πεί". Ωστόσο. του λόγου σου. Ο Ρασκόλνικωφ όρμησε κατά πάνω του. θα 'λεγες. δεν το πολυκαταλάβαινε ότι βρισκότανε στο δρόμο. όπου φαινότανε ένας αφρός λύσσας. φώναξε σφίγγοντας τις γροθιές του και δείχνοντας μ' ένα χαμόγελο τα δόντια του.από τη μια μεριά. δίχως να ξέρει τί απόφαση να πάρει. είχε σταθεί παράμερα. Ο Ρασκόλνικωφ. ίσως και δεκαπέντε. δείχνοντας περισσότερο απ' όσο έπρεπε τις γάμπες της και. Επί πλέον. καμμιά δεκαπενταριά βήματα πιο πέρα. Και σήκωσε το μπαστούνι του.

Έμενε τώρα το κορίτσι.το λέω για του λόγου σου. θα σας δείξω κάτι". Ο αστυφύλακας. αλλά την πρόσεξε και κείνος στο δρόμο. για πρώτη φορά. .. "πάρτε ένα αμάξι και πηγαίνετε την σπίτι της. να της έστησαν καμμιά παγίδα. "Είναι παιδάκι ακόμα. θα την πέταξαν στο δρόμο. Δεν ξέρω από πού βγήκε και ποια είναι.. "Α. Έσκυψε από πάνω της για να την εξετάσει από κοντύτερα και στο πρόσωπο του φάνηκε μια ειλικρινής συμπάθεια. κύριοι! Παρακαλώ να λείπουν οι καυγάδες σε δημόσιο χώρο. "Α. Ποιος είσαστε σεις. πως δεν ξέρει τί κάνει και τώρα έχει μια τρομερή επιθυμία να την πλησιάσει."Ε. Ο Ρασκόλνικωφ κοίταξε τον αστυνομικό επίμονα. "θα φωνάξω έναν αμαξά και θα σας συνοδεύσω εγώ ο ίδιος. Είναι φανερό ότι δεν το φόρεσε η ίδια.. Και τώρα κοιτάξτε και κείνον τον ομορφονιό. δεσποινίς". Οι σκοποί του χοντρού κυρίου ήταν ολοφάνεροι. "Κοιτάξτε. Και τώρα περιμένει να φύγω. "Ελάτε μαζί μου.. Και πιάνοντας τον αστυφύλακα από το χέρι. χέρια αντρικά. πιάνοντας τον από το μπράτσο.. ότι την έντυσαν. με το βαρύ θολωμένο βλέμμα της κι έκανε μια κίνηση με το χέρι της. Δεν τον γνωρίζω.". Δεν χωράει αμφιβολία. ξανάπε ο αστυφύλακας αφού πήρε τα λεφτά. Πού μένετε. είναι τύφλα στο μεθύσι. Τώρα δα περπατούσε στο δρόμο. δε χωράει αμφιβολία. Πώς να την πάμε σπίτι της. που κατάλαβε αμέσως περί τίνος πρόκειται. Τί συμβαίνει.. Πού πρέπει να σας πάω.. να την πάρει έτσι.. όπως είναι σ' αυτήν την κατάσταση. Κοιτάξτε πώς είναι ξεσχισμένο το φουστάνι της και πώς το έχει βάλει. αλλά δε φαίνεται να είναι από τις δηλωμένες. Είδε πως είναι μεθυσμένη. πιστέψτε με. Έτσι είναι. Ύστερα. βλέποντας τα κουρελιασμένα ρούχα του. πρόσθεσε γυρίζοντας κατά τον χοντρό κύριο. είπε κουνώντας το κεφάλι του. τον πήγε κοντά στο παγκάκι. Δεσποινίς. ψέλλισε η κοπέλα. Πώς να την πάρουμε από τα νύχια του τη φτωχούλα. παρατάτε με.. ακούτε. άρχισε να σκέφτεται.. κολλιτσίδες!". Την ξεγέλασαν. Τον είδα με τα μάτια μου που την παραμόνευε και την ακολουθούσε. "Εσάς ακριβώς χρειαζόμουνα.. και με μια έκφραση αρκετά έξυπνη. "Καλά που ήρθατε". με τις γκρίζες φαβορίτες του. Και την έντυσαν χέρια που δεν ξέρουν να το κάνουν αυτό.. τί κρίμα!". Να τος! Τραβήχτηκε λίγο πιο πέρα και κάνει πως στρίβει τσιγάρο..". που ήμουν έτοιμος ν' αρπαχτώ μαζί του. Για σκεφτείτε και σεις". Η μικρή άνοιξε τα μάτια της. σίγουρα. σα να 'θελε να τους διώξει από κοντά της. κάνοντας την ίδια χειρονομία. Το πιθανότερο είναι να την μέθυσαν. του είπε. καταλαβαίνετε. είπε ο Ρασκόλνικωφ. και να την πάει κάπου. Πού μένετε. "Ακούστε". Αλλά του χάλασα τη δουλειά. Είμαι πρώην φοιτητής και λέγομαι Ρασκόλνικωφ . τους κοίταξε και τους δυο αποβλακωμένα. Είχε μια φυσιογνωμία αγαθού στρατιωτικού. Να μάθουμε μόνο τη διεύθυνση της". ψάχνοντας τις τσέπες του και βγάζοντας είκοσι καπίκια που βρίσκονταν εκεί μέσα.." ρώτησε αυστηρά τον Ρασκόλνικωφ. δε γελιέμαι εγώ. αν σ' ενδιαφέρει να το μάθεις". "Δεσποινίς. τον βλέπω για πρώτη φορά.

Κατόπιν. "Το κυριότερο είναι να μην την αφήσουμε να πέσει στα χέρια αυτουνού του παλιανθρώπου". με οίκτο και αγανάκτηση μαζί. "Είναι ικανός ν' ασελγήσει απάνω της κι έτσι που είναι ακόμα! Το τί γυρεύει. δεσποινίς. Ίσως να 'χε κι αυτός κορίτσια που "τα παίρνει κανείς για δεσποινίδες καθώς πρέπει".". "Το να μην του την αφήσουμε είναι εύκολο πράγμα". Ο λιμοκοντόρος την ακολούθησε. επιτιμητικά. Κούνησε πάλι το κεφάλι του. "Να μας έλεγε. δεν είναι δύσκολο να το ιδεί κανείς. "Αχ... δήλωσε αποφασιστικά ο αστυφύλακας με τα μεγάλα μουστάκια. Για κοιτάξτε το φουστάνι της. δε χωράει αμφιβολία. είπε πάλι.. κάνοντας την ίδια χειρονομία. Δε φεύγει. Περπατούσε γρήγορα. Μόλις έφτασε σε τούτο το παγκάκι. "Σας το είπα. "Μην ανησυχείτε. ε"."Δεν είναι καλό αυτό! Είναι ντροπή. τουλάχιστον. κοιτάζοντας τον πάλι επίμονα απ' τα νύχια ως την κορφή. "Εδώ ακριβώς είναι η δυσκολία". Η κοπέλα άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Δεσποινίς! Δεσποινίς!". θα την έπαιρνε κανείς για δεσποινίδα καθώς πρέπει. είπε σκεφτικά ο αστυφύλακας. αλλά με βήματα κλονισμένα πάντοτε. Την ίδια στιγμή ο Ρασκόλνικωφ ένιωσε κάτι να τον κεντρίζει κι όλα μέσα του αναποδογυρίστηκαν αστραπιαία. αλλά από την αντικρυνή δεντροστοιχία. ντροπή!". πρόσθεσε βιαστικά ο Ρασκόλνικωφ. πραγματικά. να εκεί στη λεωφόρο. με όλες τις προλήψεις της μόδας. Ο Ρασκόλνικωφ μιλούσε δυνατά κι έδειχνε με το δάχτυλο τον χοντρό κύριο. έλεγε αναστενάζοντας. είναι καταξεσκισμένο!. Δεν του γέμισε κι αυτός το μάτι .. θεέ μου! Είναι. κοίταξε προσεχτικά σα να συνερχόταν σιγά-σιγά κι ύστερα σηκώθηκε και ξαναπήρε τον ίδιο δρόμο. ύστερα όμως άλλαξε γνώμη και περιορίστηκε να ρίξει μια περιφρονητική ματιά στο φοιτητή. σα να 'θελε να διώξει κάποιον. φώναξε στον αστυφύλακα "Ακούστε!".. τον ρώτησε. αλλά με αντίθετη τώρα κατεύθυνση. με όλη την προσποίηση της ψευτομόρφωσης. Βλέποντας την. σκύβοντας και πάλι από πάνω της.". τί ακολασία βλέπει σήμερα κανείς!".ένας κουρελής και να δίνει λεφτά! "Τη συναντήσατε πολύ μακριά από δω. βαδίζοντας πίσω τους. περπατούσε μπροστά μου τρεκλίζοντας. Πόσο έχει προοδεύσει σήμερα η ακολασία! Ίσως να είναι από καμμιά καλή οικογένεια. πού κάθεται!.". είπε στον Ρασκόλνικωφ. "Μπα! Οι αδιάντροποι! Τί μου κολλάνε. Αυτός τον άκουσε κι έκανε αμέσως πως ξαναθυμώνει. απομακρύνθηκε αργά-αργά καμμιά δεκαριά βήματα και πάλι ξαναστάθηκε. μουρμούρισε πάλι. σωριάστηκε κάτω". δε θα την αφήσω ρούπι". "Ε. .. χωρίς να την αφήνει καθόλου απ' τα μάτια του. Υπάρχουν πολλές τέτοιες οικογένειες σήμερα.. ντροπή αυτά που γίνονται στον κόσμο σήμερα! Μια μπουκιά παιδί και να μεθάει! θα την αποπλάνησαν. ο παλιάνθρωπος!". που έπεσε στην εξαθλίωση. Έσκυψε πάλι από πάνω της.. "Αχ.

. "Είναι παράξενο! Βγήκα για .. Καθώς φαίνεται.. Στο σημερινό ή στ' αυριανό. "Πάνε τα είκοσι καπίκια μου". "Δε βαριέσαι! Τί σημασία έχει. δεν υπάρχει πια καμμιά ανησυχία. χρονών. Τί ανακατευόσαστε σεις. Γιατί να παραστήσω τώρα τον προστάτη της. θα βρεθεί μια Ντάρια Φραντσόβνα. θα τη διώξει ίσως.. Οι σκέψεις του. Λίγες τέτοιες περιπτώσεις έχουμε ιδεί.. είπε οργισμένα ο Ρασκόλνικωφ όταν έμεινε μόνος. να τα ξεχάσει όλα κι ύστερα να ξυπνήσει και ν' αρχίσει μια ζωή ολότελα καινούργια. το τέλος. αν του αφήσει την κοπέλα. Αλλά. Κάθισε στο άδειο παγκάκι. κι έτσι θα τελειώσει αυτή η ιστορία.. (έτσι γίνεται πάντα με τις κοπέλες που έχουν πολύ τίμιες μανάδες και κάνουν τις βρωμοδουλειές τους στα κρυφά) και ύστερα. θα κλάψει και ύστερα θα το μάθει η μητέρα της.. θα 'θελε να μην καταλαβαίνει τίποτα.. Ένα ποσοστό: Αλήθεια.. ολότελα καθησυχαστικές κάτω απ' την επιστημονική τους αμφίεση... "θα συνέλθει. Έχω το δικαίωμα ν' ανακατεύομαι.". Αμέσως ύστερα το νοσοκομείο. στο διάβολο σίγουρα. είπε κοιτάζοντας την άδεια γωνιά του πάγκου.. για ν' ανακουφίζονται. "Ε.Ο αστυφύλακας γύρισε. πρέπει να πηγαίνει κάθε χρόνο κάπου.. ύστερα ξανά το νοσοκομείο. κι όταν γίνει δεκαοχτώ. συλλογίστηκε ξαφνικά. θα τη μαστιγώσει άγρια κι εξευτελιστικά. το πολύ.. "Κακόμοιρο κοριτσάκι".. πού πηγαίνω λοιπόν.". Στην αρχή θα τη χτυπήσει. Και πώς το τόλμησα να δώσω αυτά τα είκοσι καπίκια..".". Αν υποθέσουμε πως δε θα την διώξει. Τι με νοιάζει εμένα. και σε δυο-τρία χρόνια θα είναι σακατεμένη. Ο Ρασκόλνικωφ χασκογέλασε. Απ' τη στιγμή που γίνεται λόγος για ποσοστό. φτερούγιζαν δώθε κείθε ασυνάρτητα. πήρε τον Ρασκόλνικωφ για τρελλό ή και για κάτι άλλο.". Τι σας νοιάζει εσάς. Κι ύστερα άρχισε να παρακολουθεί το λιμοκοντόρο και την κοπέλα. αν περνούσε και η Ντουνιά μ' έναν οποιονδήποτε τρόπο σ' αυτό το τόσο τοις εκατό. Δε πα να φαγωθούνε οι άνθρωποι μεταξύ τους ολοζώντανοι. Αφήστε τη ήσυχη! Ας γλεντήσει (κι έδειξε το λιμοκοντόρο).. Τί ανακατεύτηκα τώρα εγώ σ' αυτή τη δουλειά.. έκανε ο φρουρός της δημοσίας τάξεως. παρά τα παράξενα τούτα λόγια. Άλλωστε. ίσως να μην ήσουνα και τόσο ήσυχος. "Εχ! εχ... Φαίνεται πως ένα τόσο τοις εκατό. δεκαεννιά.. θα πάρει άλλα τόσα κι από τον άλλο. Αλλά. ένιωθε πολύ μεγάλο βάρος στην καρδιά του. οι άλλοι και να μην τους γίνονται εμπόδιο. που θα πάρει μυρουδιά τί γίνεται και η μικρή μας θ' αρχίσει να κυλιέται από δω κι από κει. Αν όμως ήτανε καμμιά άλλη λέξη. τότε.. ακόμα χειρότερο. του 'κάνε κόπο κείνη τη στιγμή να σκέφτεται οτιδήποτε. Ο αστυφύλακας γούρλωσε τα μάτια του και δε μπορούσε να συνέλθει απ' την κατάπληξη του.. καθώς λένε. "Αφήστε τη.. έχουνε φτιάξει κάτι όμορφες. κουνώντας τα χέρια του.. λεξούλες. "Μα. Μήπως ήτανε και δικά μου. εχ!".. ασφαλώς.

η ιδέα να πάω στον Ραζουμίχιν. Φαινότανε σα να 'χει πάντοτε μέσα του κάτι που τον έτρωγε. . Ήτανε σκληρός με τον εαυτό του. στις ιδέες κι έβλεπε τις δικές τους ιδέες και τα δικά τους ενδιαφέροντα. έφυγα. το θυμάμαι. όσο ανάποδα κι αν του 'ρχονταν τα πράγματα. Πήγαινα στο νησί Βασιλιέφσκυ. δεν είχε σχεδόν συμφοιτητές. ήτανε δύσκολο να φερθεί και διαφορετικά στον Ραζουμίχιν. σαν πράγματα κατώτερης ποιότητας. ξάπλωσε κάτω με μια γροθιά έναν αρχιφύλακα. Ήτανε πολύ φτωχός κι είχε μια περηφάνεια ελάχιστα κοινωνική. Απορούσε κι ο ίδιος! Ο Ραζουμίχιν ήτανε ένας από τους παλιούς συμφοιτητές του στο Πανεπιστήμιο. Παρασυρόταν μερικές φορές κι έκανε τρέλλες. Ήξερε ένα σωρό μεριές. Η εξωτερική του εμφάνιση τράβαγε αμέσως την προσοχή με το ψηλόλιγνο κορμί του.κάποιο λόγο. πέρασε ολόκληρο χειμώνα. έβρισκαν πως έπαιρνε ένα περιφρονητικό ύφος όταν κοίταζε κι αυτούς και τους άλλους ανθρώπους. αλλά μπορούσε και να μη βάζει γουλιά στο στόμα του. Αμέσως μόλις διάβασα το γράμμα. Με τον Ραζουμίχιν. όποια ατυχία και να τον έβρισκε. Ήτανε ένα παιδί που ξεχείλιζε από ευθυμία. σα να τους ξεπερνούσε όλους στο μυαλό. δουλεύοντας βέβαια πάντοτε.. στις διασκεδάσεις τους ή σε οτιδήποτε άλλο. Οι καλύτεροι απ' τους συμφοιτητές του τον παραδέχονταν και όλοι τους τον αγαπούσαν. Μια φορά. Καμμιά φορά έκανε φασαρίες και παράσταινε τον αντρειωμένο.". δεν έκανε παρέα με κανέναν απ' αυτούς. μ' όλο που μερικές φορές φαινότανε λίγο αφελής. Μερικοί συμφοιτητές του. όπου θα μπορούσε να βγάλει κάνα λεφτό. άγνωστο για ποιο λόγο. δεν πήγαινε να τους ιδεί και δεν του άρεσε να δέχεται τις επισκέψεις τους. Τα περίεργο είναι πως. Δεν ήτανε κανένας βλάκας. άλλοτε όμως ήξερε να κάθεται φρόνιμα. πολύ διαχυτικό και καλό μέχρι απλοϊκότητας. δούλευε λυσσασμένα και είχε κερδίσει την εκτίμηση των συμφοιτητών του γι' αυτό. Εξ άλλου. γιατί κοιμάται. Δεν έπαιρνε ποτέ μέρος στις συγκεντρώσεις τους. στις γνώσεις. αλλά κανείς δεν τον αγαπούσε. ωστόσο. που ήτανε κοντά δυο μέτρα ψηλός. που είχε βγεί έξω με την παρέα του. το κακοξυρισμένο του πρόσωπο και τα μαύρα του μαλλιά. λέει. τον καιρό που παρακολουθούσε τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο. υπήρχε βάθος και αξιοπρέπεια. Μπορούσε να πίνει τρομακτικά. Μα πώς έγινε και μου ήρθε. περισσότερο από όλους τους άλλους. Ήτανε πολύ φτωχός και συντηριότανε μόνος του. κάνοντας χίλιες δυο μικροδουλειές. 'Άλλωστε όλοι τους δεν άργησαν να του γυρίσουν τις πλάτες. δίχως ν' ανάψει καθόλου φωτιά στην κάμαρα του κι έλεγε πως αυτό του ήτανε κι ευχάριστο. στις κουβέντες τους. Ο Ραζουμίχιν είχε και τούτο το αξιοσημείωτο: Δεν το 'βάζε κάτω. είχε συνδεθεί με φιλία ή μάλλον ήτανε πιο εκδηλωτικός μαζί του. Μια νύχτα.. Μπορούσε να κοιμάται στις σοφίτες. Δεν είναι παράξενο. στον Ραζουμίχιν. που κρατούσε τους άλλους σε απόσταση. έτσι ξαφνικά. ν' αντέχει στην πιο άγρια πείνα και στο πιο τρομερό κρύο. σα να ήτανε όλοι τους παιδιά. Αλλά κάτω απ' αυτή τη φαινομενική απλοϊκότητά του.

σα να . είχε αναγκαστεί να παρατήσει κι αυτός το Πανεπιστήμιο. Πίστευε όμως πως αυτό θα γινότανε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και αγωνιζότανε μ' όλες του τις δυνάμεις να βολέψει την κατάσταση. ένιωθε μάλιστα πως τουρτούριζε. "Χμ. Το ερώτημα. αναρωτιότανε με κατάπληξη. η καρδιά του κατακλύστηκε από αηδία. Σκεφτότανε κι έτριβε το μέτωπο του.. συνέχισε το δρόμο του. Αλλά όχι τώρα.". αυτή η επίσκεψη στον Ραζουμίχιν είναι βλακώδης. Εκεί πάνω στη φριχτή του τρώγλη ωρίμασε το σχέδιο του γι' αυτό.". "θα πάω στον Ραζουμίχιν. όταν αυτό θα 'χει τελειώσει και θ' αρχίσουν όλα απ' την αρχή. παρ' όλο που τον είδε. "Πραγματικά". θα πάω στο σπίτι του. μετά απ' αυτό. σύμφωνοι. εδώ κι ένα μήνα. σα να είχε πάρει μόλις πριν από λίγο μια οριστική απόφαση. του κατέβηκε ξαφνικά μια παράξενη ιδέα. Ο Ραζουμίχιν.. Αλήθεια. αποφεύγοντας να ενοχλήσει το φίλο του.. πιο ήσυχα τώρα. σχεδόν αυθόρμητα.".". Η νευρική του τρεμούλα έγινε ένα είδος εμπύρετης ταραχής. "Ώστε στ' αλήθεια θα γίνει αντό. σκεφτότανε ο Ρασκόλνικωφ. Ας υποθέσουμε πως μου βρίσκει μαθήματα. Και ξαφνικά. παράξενο.. για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του. Και. ύστερα από πολλούς δισταγμούς. για ποιο λόγο πήγαινε αυτή τη στιγμή στον Ραζουμίχιν. το κάθε τι που συναντούσε μπροστά του..". Με τέτοια τρομερή ζέστη... καμμιά δουλειά ή τίποτα μαθήματα. αύριο. σε τι μπορεί να μου φανεί χρήσιμος τώρα. πως μοιράζεται μαζί μου το τελευταίο του καπίκι – αν υποθέσουμε πως το 'χει σε βαθμό που να μπορεί να μ' αγοράσει τα παπούτσια και τα ρούχα που θα μου επιτρέψουν να δίνω μαθήματα. που φαινότανε ωστόσο από τα πιο συνηθισμένα πράγματα. Κι άρχισε να περπατάει έτσι στην τύχη. στη σκέψη όμως αυτή. Έφυγε απ' το παγκάκι και προχώρησε σχεδόν τρέχοντας.. Έψαχνε με αγωνία να βρεί κάποιο κακό σημάδι για τον εαυτό του σε τούτο το διάβημα. Κι ύστερα. "Μετά απ' αυτό. τον συγκλόνιζε πολύ περισσότερο απ' όσο νόμιζε κι ο ίδιος.κανείς πολύ καλύτερα όταν κρυώνει. συνήλθε. "πριν από λίγο ακόμα. Αλλά.. να ξαναπάει στο σπίτι του. Μπορεί ποτέ να στηρίξω όλες μου τις ελπίδες μόνο στον Ραζουμίχιν. "Είναι δυνατό να πιστέψω πως μπορώ να τα ταχτοποιήσω όλα με τη βοήθεια του Ραζουμίχιν... Τί θα έκανα μ' αυτές τις πενταροδεκάρες... πάνω σε καινούργιες βάσεις. Τώρα. άρχισε να εξετάζει.. Πριν από δυο μήνες είχανε συναντηθεί κατά τύχη στο δρόμο.. φώναξε και πετάχτηκε από το παγκάκι αναπηδώντας.. Ήθελε να γυρίσει προς τα πίσω. Ο Ρασκόλνικωφ είχε να πάει στο σπίτι του πάνω από τέσσερις μήνες και ο Ραζουμίχιν δεν ήξερε ούτε τη διεύθυνση του. και σα να υποχωρούσε σε μια εσωτερική ανάγκη. λογάριαζα να πάω στον Ραζουμίχιν για να του ζητήσω να μου βρει κάτι. σχεδόν συνειδητά. Αυτές μου χρειάζονται εμένα. θα πάω στον Ραζουμίχιν. αλλά ο Ρασκόλνικωφ γύρισε αλλού το κεφάλι του και μάλιστα πέρασε στ' απέναντι πεζοδρόμιο για να μην τον ιδεί. Μπορεί ποτέ να είναι έτσι." είπε ξαφνικά από μέσα του. εκείνος κρύωνε! Κάνοντας μια προσπάθεια.

κοίταζε μέσα από το φράχτη.σ' αυτά στηλώνονταν περισσότερο τα βλέμματα του.ζητούσε μ' έναν οποιονδήποτε τρόπο κάτι που να του αποσπάσει την προσοχή. με καβαλάρηδες και αμαζόνες. πάνω-κάτω: "Είκοσι στον αστυφύλακα και τρία στη Ναστάσια. ο πίνακας είναι τερατώδης. Είδε πως είχε τριάντα καπίκια. Στεκόταν μερικές φορές μπροστά σε καμμιά βίλα. τα νοσηρά όνειρα. αλλά αμέσως ύστερα. πέρασε τη γέφυρα κι έστριψε κατά τα Νησιά. παρ' όλο που μονάχα ένα ποτήρι πήρε. βέβαια. μένουν πάντοτε πολύ βαθιά στη μνήμη μας και προκαλούν ένα απρόβλεπτο αποτέλεσμα στον. Στις άρρωστες καταστάσεις τα όνειρα διακρίνονται συχνά για την εξαιρετική τους ζωντάνια. ξέχασε αμέσως για ποιο λόγο τα 'χε βγάλει από την τσέπη του. τόσο λεπτές και ανεπάντεχες αποχρώσεις και αγγίζουν τόσο πολύ την καλλιτεχνική τελειότητα. τον έπιασε αμέσως. Όταν τον ξανάπιανε η ανατριχίλα. όταν όμως έφτασε στο νησάκι Πετρόφσκι. στάθηκε εξαντλημένος απ' την κούραση. Βγήκε τότε απ' το δρόμο.. ο διάκοσμος όμως και όλη η εξέλιξη της παράστασης έχουν τέτοια αληθοφάνεια. έφαγε λίγη πίτα γεμιστή κι ήπιε ένα ποτήρι βότκα. στους ασβέστες και στα πελώρια και βαριά σπίτια που του πλάκωναν την ψυχή. για τα δυνατά χρώματα τους και την υπερβολική ομοιότητα τους με την πραγματικότητα. σκέφτηκε. Σε λίγο όμως. Μερικές φορές. βγήκε στον Μικρό Νέβα. Τα πόδια του έγιναν βαριά και του ήρθε τρομερή νύστα. ούτε βρώμα. έστω κι αν είναι καλλιτέχνης σαν τον Πούσκιν ή τον Τουργκένιεφ. Το θυμήθηκε μονάχα όταν πέρασε μπροστά από κάποιο εστιατόριο. Κάπου-κάπου. Είχε πολύ καιρό να πιει βότκα και. κι ένιωσε την επιθυμία να φάει κάτι. πέρασε ολόκληρο το νησάκι Βασιλιέφσκυ. κάποιο λόγο για να λογαριάζει έτσι τα λεφτά που του έμειναν. Τα όνειρα αυτού του είδους. έβλεπε στα μπαλκόνια και στις βεράντες γυναίκες με ωραίες τουαλέτες και παιδιά που έτρεχαν στον κήπο. Αλλά δεν τα κατάφερνε και κάθε τόσο ξανάπεφτε στην ονειροπόληση του. έχοντας. Πιο πολύ απ' όλα όμως πρόσεχε τα λουλούδια . Ξαναπήρε το δρόμο για το σπίτι του. για το γράμμα της μητέρας. έδωσα σαρανταεπτά ή πενήντα καπίκια στους Μαρμελάντωφ". στα νησάκια. Σε μια στιγμή σταμάτησε κι άρχισε να μετράει τα λεφτά του. Εδώ. ξαναξέχναγε κι αυτό που σκεφτότανε και το μέρος ακόμα όπου βρισκότανε. διασταυρωνότανε στο δρόμο με πολυτελέστατα αμάξια. ώστε εκείνος που βλέπει το όνειρο δε μπορεί ποτέ να το αναπλάσει ξύπνιος. που ήτανε συνηθισμένα στη σκόνη των δρόμων. μαγέρικο μάλλον. πριν ακόμα χαθούν από τα μάτια του. Ωστόσο. χώθηκε μέσα στους θάμνους. . οι καινούργιες του εντυπώσεις έχασαν τη γοητεία τους και του 'φερναν έναν αρρωστημένο εκνευρισμό. χωμένη στην πρασινάδα. Τους κοίταζε με περιέργεια κι αμέσως ύστερα τους ξεχνούσε. Συνεπώς. οργανισμό του ατόμου. σήκωνε το κεφάλι του για να κοιτάξει τριγύρω του. Έτσι. Μπήκε μέσα. δεν υπήρχε ούτε ζέστη αποπνικτική.. είκοσι τρία. Η πρασινάδα κι η δροσιά απάλυναν στην αρχή την κούραση των ματιών του. ούτε ταβέρνα. ξάπλωσε στο γρασίδι κι αποκοιμήθηκε αμέσως. κλονισμένο κιόλας.

το τοπίο είναι όπως ακριβώς το διατήρησε στη μνήμη του: θα 'λεγες μάλιστα ότι στην ανάμνηση του ήτανε πιο θαμπό απ' όσο είναι τώρα. φώναζαν εκεί μέσα. που το βλέπει στ' όνειρο του. που γινότανε για την ψυχή της γιαγιάς του. Ήτανε πάντοτε γεμάτη κόσμο. όπου ζέχνουν άλογα πολύ γερά και μεταφέρουν εμπορεύματα και κρασοβάρελα. βρίσκεται μια ταβέρνα. πηγαίνοντας περίπατο με τον πατέρα του. Είναι όλοι τους μεθυσμένοι και τραγουδάνε. χωρίς κορνίζες τα περισσότερα. τυλιγμένο με μια πετσέτα. εκεί κάτω. και με το γερο-παπά της που έτρεμε το κεφάλι του. Μες στο πλήθος υπάρχουν διάφοροι μικροαστοί με τα κυριακάτικα τους. του είχανε πεί όμως πως είχε ένα μικρότερο αδελφό και κάθε φορά που ερχότανε στο κοιμητήρι. σφιγγόταν πάνω στον πατέρα του κι έτρεμε όλο το κορμί του. ενώ μπροστά στην πόρτα της ταβέρνας βρίσκεται ένα κάρο. Στη μέση του νεκροταφείου υπάρχει μια πέτρινη εκκλησία. σταυροκοπιότανε πάνω απ' το μνήμα του. όπου αναπαυότανε ο νεώτερος αδελφός του. Ο καιρός είναι συννεφιασμένος. έβλεπες πάντοτε μεθυσμένους. Και τώρα. Της πήγαιναν τότε πάντα ένα άσπρο πιάτο με κόλλυβα. τα πασπάλιζαν με ζάχαρη και στη μέση σχημάτιζαν ένα σταυρό με σταφίδες. που σκεπαζόταν με μια πλάκα. στη μικρή τους πόλη. αλλά κάρο παράξενο: Είναι ένα από κείνα τα πελώρια τετράτροχα. στο βάθος του ορίζοντα. Δίπλα στον τάφο της γιαγιάς του. που πέθανε σε ηλικία έξη μηνών. περνάει ένας δρόμος. Μια παράξενη λεπτομέρεια του τραβάει την προσοχή: Καθώς φαίνεται γίνεται αυτή την ώρα πανηγύρι. με πράσινο τρούλλο. αυτός και ο πατέρας του. πέρασμα μάλλον. Η μικρή πόλη φαίνεται ολοκάθαρα σα να την έχεις στην παλάμη σου και τριγύρω δεν υπάρχει ούτε ένα δεντράκι. φαίνεται ο μαύρος λεκές ενός μικρού δάσους.Ο Ρασκόλνικωφ είδε ένα όνειρο τρομαχτικό. γυναίκες του λαού με τους άντρες τους και κάθε είδους άνθρωποι του σκοινιού και του παλουκιού. έξω απ' τη πόλη. να τί είδε στον ύπνο του: Περπατούνε τώρα κι οι δυο τους. με τα παλιά της εικονίσματα. . 'Όταν τους συναντούσε. άσχημη εντύπωση και μάλιστα τον φόβιζε όταν περνούσε από κει. Λίγα μέτρα πιο πέρα απ' τον τελευταίο κήπο της πόλης. και περνάνε μπροστά απ' την ταβέρνα. Του άρεσε πολύ εκείνη η εκκλησία. μια πολύ μεγάλη ταβέρνα. έλεγαν τραγούδια άσεμνα και πολλές φορές καυγάδιζαν. που είναι πάντα σκεπασμένος με σκόνη μαυριδερή. σε μια μέρα γιορτάσιμη. πάντα. που βρωμοκοπούσαν και είχανε μια φάτσα τόσο σιχαμένη. ήτανε ένας μικρότερος. Τα 'φτιαχναν με ρύζι βρασμένο. Κοντά στην ταβέρνα. έχει πάει περίπατο με τον πατέρα του. Κάπου. έβγαζε το καπέλο του και προσκυνούσε. η ατμόσφαιρα πνιγηρή. Λίγο μακρύτερα ο δρόμος στρίβει και καμμιά τρακοσαριά βήματα πιο πέρα είναι το κοιμητήρι. στο δρόμο που πάει προς το κοιμητήρι. Τριγύρω. Κι αυτόν επίσης δεν τον είχε γνωρίσει και δεν είχε την παραμικρή ανάμνηση. βλαστήμαγαν. Κρατάει τον πατέρα του απ' το χέρι και κοιτάζει με τρόμο κατά κει. γελούσαν. όπου πήγαινε μια-δυο φορές το χρόνο στη λειτουργία. που του 'κάνε. πολύ μακριά. Είναι εφτά χρονών και κατά το βραδάκι. από την παιδική του ηλικία. Είχε πεθάνει από πολλά χρόνια και δεν τη γνώρισε.

"Μην τη λυπόσαστε καθόλου. άρπαξε τα γκέμια κι έγειρε όλο το κορμί του προς τα μπρος. "Μ' αυτό το ψοφίμι θα μας πας. θα σας πάω όλους". . και σκιζότανε η καρδιά του μπροστά σ' αυτή τη σκληρότητα.". με πουκάμισα κόκκινα και θαλασσιά και με τα κοντογούνια τους ανάρριχτα στους ώμους. μωρέ Μικόλκα. με τραγούδια και μπαλαλάικες κάτι ρωμαλέοι μουζίκοι. ξαναφώναξε ο Μικόλκα. Φορεί ένα φουστάνι κόκκινο.Πάντα του άρεσε να βλέπει τα πελώρια άλογα. του ερχότανε να βάλει τα κλάματα και τότε η μητέρα του τον αποτράβαγε απ' το παράθυρο. φωνάζει ένας απ' αυτούς.έχουν ζέψει στο βαρύ εκείνο κάρο ένα αλογάκι ψαρί.παράξενο. Ανέβηκαν όλοι στο κάρο του Μικόλκα. Παίρνουν μαζί και μια χοντρή κοκκινομάγουλη γυναίκα. ας ανεβούμε". άρχισαν να βγαίνουν με φωνές. Αλλά τα λόγια του τα υποδέχθηκαν οι άλλοι με γέλια και φωνές.". "Εμπρός τότε. σου 'στρίψε. να ζέψεις αυτή τη φοραδίτσα σε τέτοιο κάρο. ανεβείτε. "Θα τρέξει τώρα". Ξαφνικά. Είχανε κιόλας ανεβεί επάνω έξη κι ήθελαν να βάλουν κι' άλλους. "Σας πάω όλους! Ανεβείτε!". Τραγανίζει φουντούκια και γελάει. τύφλα στο μεθύσι. γελώντας και λέγοντας αστεία. απολαμβάνοντας προκαταβολικά την ηδονή που θα χτύπαγε τη φοραδίτσα. "Εμπρός. γιατί δεν αξίζει ούτε το χορτάρι που τρώει. "Ανεβείτε! Ανεβείτε! όλοι σας". να προχωράνε ήσυχα-ήσυχα. Εμπρός. βαμβακερό. θα στην κάνω εγώ να πάει καλπάζοντας!". Και πηδώντας πάνω στο κάρο πρώτος. σέρνοντας πίσω τους ολόκληρο βουνό. πρόσθεσε πάνω απ' το κάρο. Λέω να τη σκοτώσω. ρε παιδιά. "Καθίστε. για να τραβήξουν ένα φορτίο με ξύλα ή σανό και βούλιαζαν οι ρόδες του κάρου ως τον άξονα στις λάσπες του χαλασμένου δρόμου. φώναξε η παρέα. "Ο ντορής μας έφυγε νωρίς σήμερα με τον Ματβέι". "και τούτη δω η φοράδα είναι για μένα βάρος. Τα χτύπαγαν τότε οι μουζίκοι με το καμουτσί. δίχως να δείχνουν την παραμικρή κούραση. λες και το φορτίο τους τα ξεκούραζε αντί να τα κουράζει. μερικές φορές μάλιστα στη μουσούδα και στα μάτια. Και παίρνει στα χέρια του το καμουτσί. "Τον ακούσατε. μωρέ. βαράτε!". πάρτε όλοι σας από ένα καμουτσί και ετοιμαστείτε!". σκελετωμένο. "Ε. με τη μακριά χαίτη και τα χοντρά τους πόδια. έγινε μεγάλη φασαρία: Απ' την ταβέρνα. Τώρα όμως . "Μα το θεό. "Αυτή έχει να τρέξει δέκα χρόνια!". θα την τρέξει!". με βήμα ρυθμικό. τούτο το ζωντανό θα 'χει είκοσι χρόνια στην πλάτη του". από κείνα τα ψωράλογα που τα 'χε ιδεί πολλές φορές να σκοτώνονται. μπόλια κεντημένη με χάντρες και βαριά ποδήματα από κετσέ. κάποιος νέος με δυνατό σβέρκο και κάτι μούτρα χοντρά και κόκκινα σαν καρότο.

"Θα το αποτελειώσεις. πραγματικά. Άφησε τους τους βλάκες. Ανεβείτε κι άλλοι. μην αντέχοντας πια τα χτυπήματα. φωνάζει ένας νέος απ' το πλήθος. Η φοραδίτσα τραβάει με όλες τις δυνάμεις της. ακούγεται ένα πλατύ γέλιο που έπνιξε τη φωνή του Μικόλκα: Η φοραδίτσα. "Πού ξανακούστηκε να σούρει τέτοιο κάρο ένα αλογάκι σαν κι αυτό. Λαχάνιαζε. Χτυπάνε το κακόμοιρο τ' αλογάκι. παίρνουν αμέσως από ένα καμουτσί για να βοηθήσουν τον Μικόλκα. Ακούστηκε το χούγιασμα του αλόγου. ρε παιδιά. που πέφτουν βροχή στην πλάτη της. θα το δείτε!". μπαμπά!". Το δύστυχο το ζώο ήτανε κιόλας σε κακά χάλια. "Πέστε κι ένα τραγουδάκι. . απάντησε ο πατέρας του. Το παιδί όμως ξεφεύγει απ' τα χέρια του πατέρα του και. χτυπάει με το μαστίγιο. ρε παιδιά". μην κοιτάς κατά κει". κι έπειτα ξανατράβαγε. σα να πίστευε στ' αλήθεια πως ήτανε δυνατό να τρέξει καλπάζοντας. Μόλις που κατορθώνει να κάνει λίγα βήματα! Σέρνει τα πόδια της στο έδαφος. που κλωτσάει! Δυο παιδιά προχώρησαν από το πλήθος.". φωνάζει ο Μικόλκα. "Ανέβα. Μες στη λύσσα του. ανεβείτε όλοι! θα την κάνω να καλπάσει. θα την κάνω τ' αλατιού". σα χαμένο.τι θέλω. φωνάζει ένας γέρος απ' το πλήθος. μωρέ αγριάνθρωπε. που είχαν ανεβεί στο κάρο. ούρλιαζε ο Μικόλκα. στα μάτια! Μαστιγώστε τη στα μάτια!".τι βρεθεί μπροστά του. καθώς τη δέρνουν με τρία καμουτσίκια. άρπαξαν από ένα μαστίγιο κι άρχισαν να χτυπάνε τη φοράδα κι απ' τα δυο πλευρά. πάμε από δω". τρέχει προς το αλογάκι. Ακόμα κι ο γέρος δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. φωνάζει ο Μικόλκα. αλλά κάθε άλλο παρά καλπάζει. πρόσθεσε ένας άλλος. φωνάζει ένας απ' αυτούς που ήτανε στο κάρο. "Είναι μεθυσμένοι και κάνουν βλακείες. βογγάει απ' τα χτυπήματα. Κι ήτανε πραγματικά αστείο: ένα άλογο. άρχισε μ' όλη την ανημποριά της να κλωτσάει. "Είσαι ή δεν είσαι χριστιανός. "Και θα ψοφήσει. ανεβείτε όλοι σας". φωνάζει το παιδάκι στον πατέρα του. που άνοιξε η όρεξη του μ' αυτό το θέαμα. Ξαφνικά. μωρέ". Λίγο ακόμα και θα σωριαζότανε κάτω. Ένα ψοφαλογάκι σαν κι αυτό να τραβήξει τέτοιο βάρος καλπάζοντας! Δυο παιδιά. έτοιμο να σωριαστεί. σταματούσε για μια στιγμή. Δικό μου είναι και θα το κάνω ό. Και χτυπάει.". "Πάμε. "θα σας πάω όλους. "Τί ανακατεύεσαι του λόγου σου. "Βαράτε τη στη μουσούδα. Και ήθελε να το τραβήξει απ' αυτό το μέρος. "Βαράτε την ώσπου να ψοφήσει!". "Μπαμπά! μπαμπά!". δέρνει πια το ζώο με ό. οπωσδήποτε!". "Αφήστε. ν' ανεβώ και γω".Γελάνε κι όλοι γύρω και. ο Μικόλκα όμως θυμώνει και μες στο θυμό του χτυπάει με όλη τη δύναμη του τη φοραδίτσα. "τι κάνουν εκεί πέρα. Τα γέλια διπλασιάζονται στο κάρο και στο πλήθος. είπε ένας τρίτος. πώς να μη γελάσεις.

Αλλά την πολιορκούν έξη μαστίγια. που να σε πάρει ο διάβολος!". "Περιουσία μου είναι!". "Εφτάψυχη είναι!". "θα τη λειώσει!". Και με όλη του τη δύναμη. ουρλιάζει ένας άλλος. κι ύστερα συνέχεια και ρυθμικά. φωνάζει ο Μικόλκα. "Δε θ' αντέξει πολύ. φωνάζουν τριγύρω. τραβάει. φωνάζει. ακούγονται κάτι φωνές απ' το πλήθος. στριφογυρίζει τα χέρια του. Και η χοντρή τραγανίζει πάντα τα φουντούκια της χασκογελώντας. και παίρνει απ' το βάθος του κάρου ένα σιδερένιο λοστό. "Α. προσπαθεί να κλωτσήσει.". στην πλάτη του δύστυχου ψωράλογου. ορμάει κατά το γέρο με την άσπρη γενειάδα που κουνάει το κεφάλι του και κατακρίνει πέρα για πέρα αυτό το πράγμα. που δεν μπορεί να τη σκοτώσει με τη μία. οι στιγμές της είναι μετρημένες". Παρατάει το καμουτσί. κατεβάζει το στυλιάρι στην πλάτη της φοράδας. εκείνο όμως της ξεφεύγει και τρέχει πάλι κοντά στο άλογο. Ωστόσο κάνει απότομα ένα πήδημα και. "Μαστιγώστε! Μαστιγώστε τη. καταμεσίς στα μάτια! Κλαίει. Το πιάνει απ' τη μια άκρη με τα δυο του χέρια και το σηκώνει με δύναμη πάνω απ' τη φοράδα. ορμάει προς τα μπρος και βλέπει που το μαστιγώνουν στα μάτια. το παιδί τρέχει κοντά στο άλογο. λοιπόν! Γιατί σταθήκατε. Και παίρνοντας φόρα. κάθεται στα πισινά της και προσπαθεί και πάλι να τραβήξει. Το χτύπημα αντηχεί υπόκωφα. φωνάζει. . συγκεντρώνοντας όλες της τις δυνάμεις. Η φοραδίτσα τρεκλίζει. ακούγεται το ντέφι και σφυρίγματα σε κάθε αντιστροφή. "Τσεκουριά της χρειάζεται! Έτσι μόνο μπορούν να την ξεμπερδέψουν αμέσως". Πετάει το στυλιάρι. σκύβει και σηκώνει απ' το βάθος του κάρου ένα μακρύ και βαρύ στυλιάρι. λέει ένας άλλος θεατής. ουρλιάζει ο Μικόλκα με φωνή πνιγμένη απ' τη λύσσα." "Θα τη σκοτώσει!". ξανασκύβει. Φουσκώνει η καρδιά του. μωρέ!". Στο μεταξύ. που έχει εξαντληθεί πια αλλά.Κι όλοι όσοι βρίσκονταν στο κάρο άρχισαν να λένε ένα τραγούδι με βρωμόλογα. ύστερα για τέταρτη. "Φυλαχτείτε!". λένε τριγύρω. Ο Μικόλκα λυσσάει απ' το κακό του. σα να της έκοψαν και τα τέσσερα πόδια. για μια ακόμα φορά. κυλάνε τα δάκρυα. τραβάει ό-πωςόπως. για να σύρει το κάρο. Ο Μικόλκα ξανασηκώνει το στυλιάρι και κοπανάει άλλη μια με όλη του τη δύναμη. έρχεται όμως και δεύτερο χτύπημα με το λοστό στην πλάτη της και σωριάζεται καταγής. της δίνει ένα τρομερό χτύπημα με το λοστό. αλλά δεν το νιώθει καθόλου. Το στυλιάρι σηκώνεται ξανά και πέφτει για τρίτη φορά. τη χολέρα! Κάνετε πέρα. Ένας απ' αυτούς που ανεβοκατέβαζαν τα μαστίγια τον χτυπάει ξυστά στο πρόσωπο. Είναι έτοιμη πια η φοραδίτσα να σωριαστεί κάτω. "Αχ. μουγκρίζει ο Μικόλκα λυσσασμένα. Μια γυναίκα πιάνει από το χέρι το παιδί και γυρεύει να το τραβήξει πέρα.

. Είναι ολοφάνερο τώρα.. που έψαχνε από πολλή ώρα να το βρει.. Λυπάται.... έλεγα μέσα μου πως η ατιμία αυτή. Τί μου συμβαίνει τώρα. Το καημένο το μικρό τα 'χει χαμένα... δεν είσαι χριστιανός". γύρισε η . όταν πήγα να κάνω κείνη την πρόβα. "Δόξα σοι ο θεός! Ήτανε όνειρο". ο πατέρας του. Δεν κοιμόμουνα χτες. "Και όμως.. φωνάζει ο Μικόλκα και πηδάει πάνω απ' το κάρο ξεφρενιασμένος. του λέει με λυγμούς. Πάμε από δω".. ανοίγει δρόμο μεσ' απ' το πλήθος. βγάζει ένα βαθύ στεναγμό και ψοφάει. ραβδιά.". Ο Μικόλκα στέκεται όρθιος στο πλάι κι αρχίζει να τη χτυπάει ανώφελα με το λοστό στη ραχοκοκκαλιά: Η φοραδίτσα τεντώνει τη μουσούδα της.. Έτρεμε σα φύλλο μονολογώντας. κοκκινωποί και αναμαλλιασμένοι. Με τους αγκώνες πάνω στα γόνατα έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. λοιπόν. παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. τί μας νοιάζει εμάς. "Είναι μπεκρήδες και διασκεδάζουν. αυτή η βρωμιά.τι βρεθεί μπροστά τους: Καμουτσιά. το πιάνει επί τέλους και το τραβάει έξω απ' το πλήθος. "Δικιά μου ήτανε!"... είπε ο πατέρας. "είναι δυνατό. "Μα. Κάτι μαντράχαλοι. Ας γυρίσουμε στο σπίτι μας". πάμε.. στυλιάρια και ορμάνε κατά πάνω στο ζώο που ξεψυχάει. Κάτι του κόβει την ανάσα και τα λόγια του βγαίνουν σαν κραυγές απ' το σφιγμένο του στήθος. φωνάζουν απ' το πλήθος. είπε και κάθισε κάτω απ' το δέντρο. ήξερα πως δε θα το άντεχα χτες. ελάτε να την αποτελειώσουμε!". Με το τσεκούρι! Κύριε! Είναι ποτέ δυνατό. "Ε. κοντανασαίνοντας. "Πάμε.". αλήθεια.. φωνάζει ο Μικόλκα με το λοστό στο χέρι και με τα μάτια κοκκινισμένα. του λέει. ενώ ξανακάθισε κάτω. Όλο του το κορμί ήτανε κατατσακισμένο και η ψυχή του γεμάτη ταραχή και σκοτάδι. τόσο πρόστυχη. Μπήγει μια κραυγή. να της λειώσω το κρανίο. "Γιατί να μη θέλει να τρέξει.. που είναι τόσο πρόστυχη. Ύστερα. Την ίδια στιγμή. Ξύπνησε μούσκεμα.. πέφτοντας σε μια χαύνωση βαθιά.. τί έπαθα λοιπόν. "Μα. ρίχνεται ξαφνικά με λύσσα πάνω στον Μικόλκα με τις γροθιές σφιγμένες. θα έκλεβα. φώναξε.". ακούστηκαν τότε να λένε πολλές φωνές απ' το πλήθος. αγκαλιάζει τη νεκρή και ματωμένη μουσούδα του ζώου και το φιλεί στα μάτια και στα χείλη. "Ψόφησε!". Τόσο τρομαχτικό όνειρο!".. να τη χτυπήσω στο κεφάλι. Χτες ακόμα. με τα μαλλιά λουσμένα στον ιδρώτα. αρπάζουν ό.. συνέχισε. θα έσπαγα κλειδαριά. το στήθος του όμως είναι σφιγμένο. αλλά και μόνο που το σκέφτηκα. κατεβαίνοντας τη σκάλα. μπήγει μια κραυγή και ξυπνάει. "θεέ μου!".". είναι δυνατό να πάρω ένα τσεκούρι. που δεν έχει να χτυπήσει και τίποτ' άλλο. Χτες κατάλαβα πολύ καλά πως δε θα βάσταγα να το κάνω. θα έτρεμα και θα κρυβόμουνα πλημμυρισμένος ολόκληρος στο αίμα. τί είναι αυτό.. Μήπως μου μπαίνει τώρα κάνας πυρετός. θα βουτιόμουνα στο γλιτσερό και χλιαρό αίμα. Ανασήκωσε το κορμί του με τρόμο. "Μπαμπά! Γιατί. Προσπαθεί να πάρει ανάσα. Το παιδί αγκαλιάζει τον πατέρα του. καθώς φαίνεται. γιατί το σκότωσαν το δύστυχο αλογάκι.."Εμπρός. Γιατί αμφιταλαντευόμουνα ως τα τώρα.

Θα 'τανε εννέα η ώρα πάνω κάτω όταν πέρασε την σαναγορά.καρδιά μου. Ήτανε χλωμός. Το ίδιο έκαναν και οι πελάτες. συνωστίζονταν κάθε λογής κουρελιάρηδες και μικροπουλητάδες. το καλύτερο που είχε να κάμει θα ήτανε να γυρίσει στο σπίτι του. ποτέ!. λόγω της ψυχικής μου κατάστασης και διαφόρων περιστατικών. όνειρο". να γίνει αυτή την ώρα. καθώς και για τα γειτονικά σοκάκια. σαν τα μαθηματικά . δεν ήτανε τίποτα το εξαιρετικό. θα 'λέγε κανείς πως το απόστημα που ωρίμαζε έναν ολόκληρο μήνα στην καρδιά του. στις βρωμερές και αηδιαστικές αυλές των σπιτιών της σαναγοράς. πέρασε από την σαναγορά όπου δεν είχε καμμιά δουλειά να πάει. τα κουρέλια του δεν . δε θα το άντεχα. το πυρωμένο ηλιοβασίλεμα. Όχι. τα πόδια και τα χέρια του είχανε μεγάλη ατονία. Τριγύρω απ' τα μαγέρικα. αυτός όμως. είναι ξεκάθαρα σαν το φως της ημέρας. απ' αυτά τα μάγια. Ο Ρασκόλνικωφ είχε ιδιαίτερη προτίμηση γι' αυτό το μέρος. "Κύριε".. ποτέ. τα μάτια του έκαιγαν. ωστόσο ο Ρασκόλνικωφ δεν έπαψε ύστερα να το βλέπει σαν οιωνό των πεπρωμένων του. Όλοι οι μαγαζάτορες και οι υπαίθριοι πουλητές έκλειναν τα μαγαζιά τους. λεπτό το λεπτό. Σηκώθηκε όρθιος. έσπασε τώρα. τον κόκκινο ήλιο. "γιατί εκείνη η συνάντηση... μάζευαν και έδεναν τα εμπορεύματα τους. δε θα τ' αποφάσιζα. Ένιωθε πως είχε αποτινάξει από πάνω του το βρωμερό βάρος. λοιπόν". σα να απορούσε που βρισκότανε εδώ και τράβηξε κατά τη γέφυρα Τ. που τον πλάκωνε τόσον καιρό και η ψυχή του ξαλάφρωνε ξαφνικά και ξαναβρήκε τη γαλήνη της.. ταράχτηκε από κάποιο περιστατικό.". Πώς γίνεται λοιπόν κι ως τώρα. Δε θα μπορούσα να το κάνω. τις ώρες που έβγαινε από το σπίτι του χωρίς κανένα σκοπόν. ότι όλα αυτά που αποφάσισα τούτον τον μήνα. τόσο σημαντική και τόσο αποφασιστική για μένα. Είχε την εντύπωση ότι τον παραμόνευε εκείνη η συνάντηση. ήτανε όμως ολότελα περιττός. ολότελα εξαντλημένος. "δείξε μου το σωστό δρόμο και θα τ' απαρνηθώ εκείνο το καταραμένο μου. θεέ μου.. για να ξαναγυρίσουν στα σπίτια τους... Ο κύκλος που έκανε. σημείο το σημείο. "Γιατί. Είναι αλήθεια ότι δεκάδες φορές του έτυχε να γυρίζει σπίτι του δίχως να θυμάται από ποιο δρόμο είχε περάσει. δε θα το άντεχα! Ακόμα κι αν παραδεχτούμε ότι όλοι μου οι υπολογισμοί είναι σωστοί πέρα για πέρα. δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο. δεν ήτανε και πολύ μεγάλος. Αργότερα όταν ξανάφερε στο μυαλό του την εποχή εκείνη και όλα όσα έγιναν σ' αυτές τις μέρες. Αυτό καθ' εαυτό. από τη φριχτή υποβολή. αναρωτιόταν πάντοτε. δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει αποφασιστικά τη μοίρα μου.". Περνώντας τη γέφυρα. κοίταξε αμίλητα και ήρεμα το Νέβα. του φάνηκε πως ανάσαινε πιο εύκολα τώρα. Ωστόσο. κοίταξε γύρω του χαμένα.. στα ισόγεια. χωρίς ποτέ του να καταλάβει γιατί. λευτερώθηκε από τις μαγείες. πάγωσα από τη φρίκη.. προσευχήθηκε. Παρ' όλη του την αδυναμία δεν ένιωθε καθόλου κούραση.. Να τί ήτανε: Πεθαμένος πια απ' την κούραση.. σαν τους ανθρώπους που έχουν δεισιδαιμονίες.ακόμα και τότε.. η λευτεριά! Τώρα. Εδώ. από τον πιο σύντομο δρόμο. εκείνη ακριβώς τη στιγμή της ζωής μου όπου. Η λευτεριά.

σιρίτια. εκείνης της γριάς τοκογλύφου. θα σας έπαιρνε για μικρό παιδάκι.. "Λόγω τιμής. χήρας παρέδρου. Εκείνη τη στιγμή στεκότανε αναποφάσιστα μπροστά στο μικροπωλητή και τη γυναίκα του και τους άκουγε προσεχτικά. Δούλευε γι' αυτή νύχτα και μέρα. Η δουλειά είναι πολύ καλή. τριάντα πέντε χρονών πάνω-κάτω. μικρότερη αδελφή της Αλιόνας Ιβάνοβνα. παρ' όλο που δεν υπήρχε τίποτα το εκπληκτικό σ' εκείνη τη συνάντηση. βαμβακερά μαντήλια και διάφορα άλλα ψιλικά. Ετοιμάζονταν να γυρίσουν στο σπίτι τους. είπε η γυναίκα του μικροπωλητή. έτσι άξαφνα. έτρεμε μπροστά της και μερικές φορές καθότανε και την έδερνε κιόλας. "Σεις θα τ' αποφασίσετε. Όταν την είδε ο Ρασκόλνικωφ. "Ναι. πλημμυρίστηκε από ένα αίσθημα παράξενο.. ή απλώς Ελισάβετ. πάντοτε δισταχτικά. όπου ο Ρασκόλνικωφ είχε πάει χθες για να βάλει το ρολόι του ενέχυρο και να κάνει την πρόβα του. "Αχ! Πόσο την τρέμετε αυτή την Αλιόνα Ιβάνοβνα". ετοιμαζότανε να φύγει. Αργότερα. "Θα σας προσφέρουμε και τσάι". αγαθή. Κι αυτή τον γνώριζε λιγάκι. Το μάθαινε ξαφνικά. είπε κι ο άντρας της. "Καλά. όπως τη φώναζαν όλοι. κρατώντας ένα πακέτο στα χέρια της.". Ελισάβετ Ιβάνοβνα". το μάθαινε . Από πολύ καιρό ήξερε όλα τα σχετικά μ' αυτή την Ελισάβετ. "Ακούστε με που σας λέω: Ελάτε στο σπίτι μας χωρίς να της ζητήσετε την άδεια. ακούγοντας σας κανείς. "Ώστε λέτε να 'ρθω. Ο Ρασκόλνικωφ. Αυτοί της έλεγαν κάτι με εντελώς ιδιαίτερη θέρμη. Μια παγωμένη ανατριχίλα πέρασε απ' τη ραχοκοκκαλιά του.. δίχως να υπάρχει φόβος να σκανδαλιστεί κανείς. δεν είναι πραγματική σας αδελφή και το βλέπετε πώς σας μεταχειρίζεται". μπαίνοντας στη μέση. Ήτανε η Ελισάβετ Ιβάνοβνα. πουλούσαν σε δυο πάγκους κλωστές. είπε δυνατά ο μικροπωλητής. Στη γωνιά ακριβώς της παρόδου Κ. μπορεί να πεισθεί και η ίδια η αδελφή σας γι' αυτό". Η κατάπληξη που ένιωσε στην αρχή γινότανε σιγά-σιγά τρόμος. Φαινότανε σα να δίσταζε να πάρει την απόφαση. "Ελάτε αύριο κατά τις εφτά. Ήτανε μια γυναίκα ψηλή. "Αύριο κατά τις εφτά. ενώ ταυτόχρονα φλυαρούσαν με μια γνωστή τους. κάτι σα βαθιά κατάπληξη. Είχε κοντύνει ανεπαίσθητα το βήμα του και προσπαθούσε να μη χάσει τίποτα απ' τη συζήτηση. με μια φωνή συρτή. δειλή κι αδέξια. θα είναι δω και οι άλλοι". Πρώτα-πρώτα. Την είχανε για ηλίθια σχεδόν και η αδελφή της τη μεταχειριζότανε σα σκλάβα. έκανε η Ελισάβετ σκεφτικά.τραβούσαν κανενός την κακόβουλη προσοχή και μπορούσε να περπατάει ντυμένος γελοία. Και αργά-αργά. τους προσπέρασε κείνη τη στιγμή και δεν άκουσε περισσότερα. ένας υπαίθριος πωλητής με τη γυναίκα του. που τους είχε πλησιάσει. "Αύριο. θα 'ρθούν και κείνοι και θ' αποφασίσετε". μη λέτε και μια φορά τίποτα στην Αλιόνα Ιβάνοβνα". απάντησε η Ελισάβετ. θα 'ρθώ"..

Είχε δυο πράγματα που θα μπορούσαν να μπουν ενέχυρο: Το παλιό ασημένιο ρολόι. ρούχα κι εσώρουχα γυναικεία. καθώς είπαμε. πολύ ήσυχη και πολύ φοβισμένη. η τάδε γριά που σκόπευε να σκοτώσει.τόσο ανεπάντεχα. Οπωσδήποτε. ο Ποκόρεβ. . θα βρισκότανε ολομόναχη εκεί μέσα. η Ελισάβετ. 6  Αργότερα. Πέρασε πολύς καιρός χωρίς να πάει στο σπίτι της. θα 'τανε πολύ δύσκολο να το ξέρει απ' την προηγούμενη ημέρα με τόση ακρίβεια και δίχως τον παραμικρό κίνδυνο. Επειδή έκριναν πως δεν τους συμφέρει να τα πάνε στην αγορά. Ήτανε μια υπόθεση απλούστατη. χωρίς κανένα ξεχωριστό ενδιαφέρον. φεύγοντας για το Χάρκοβο. για την περίπτωση που θα ήθελε ποτέ να βάλει κάτι ενέχυρο. ζητούσαν μια πωλήτρια. Συνεπώς η γριά. δεν ήτανε ποτέ δυνατό να το περίμενε ότι θα παρουσιαζότανε μ' αυτόν τον τρόπο που του προσφέρθηκε τώρα. χωρίς να προχωρήσει σε έρευνες και ερωτήσεις επικίνδυνες. θα βρισκόταν ολομόναχη στο σπίτι της. γιατί ήτανε πολύ τίμια κι έλεγε πάντοτε τη σωστή τιμή . η αδελφή και η μοναδική σύντροφος της γριάς. Μπήκε μέσα σαν καταδικασμένος σε θάνατο. πως αύριο.μια σειρά από πολλές περίεργες επιδράσεις και συμπτώσεις. Η Ελισάβετ έκανε αυτήν ακριβώς τη δουλειά και είχε μεγάλη πελατεία. ούτε και μπορούσε άλλωστε να σκεφτεί. που του το είχε δώσει η αδελφή του για να τη θυμάται. Τον περασμένο χειμώνα. την τάδε ώρα ακριβώς. θα μάθαινε ο Ρασκόλνικωφ για ποιο λόγο ακριβώς ο μικροπωλητής και η γυναίκα του είχανε προσκαλέσει στο σπίτι τους την Ελισάβετ. στις εφτά το βράδυ. του 'δώσε εντελώς τυχαία τη διεύθυνση της γριάς Αλιόνας Ιβάνοβνα. Ο Ρασκόλνικωφ όμως είχε γίνει τώρα τελευταία προληπτικός κι έμειναν μέσα του για πολλά ακόμα χρόνια ανεξίτηλα τα ίχνη αυτής της δεισιδαιμονίας. πως όλα τώρα αποφασίστηκαν οριστικά. πουλούσε κάτι πράγματα. είχε πάντοτε την τάση να βλέπει τη συνδρομή παράξενων και ακατανόητων γεγονότων . Τη θυμήθηκε αυτή τη διεύθυνση πριν από ενάμισυ μήνα. κι ένα μικρό χρυσό δαχτυλίδι με τρεις κόκκινες πετρούλες. Άλλωστε. για να βάλει μπρος το σχέδιο του. σ' όλη αυτή την ιστορία. αλλά με όλη του την ύπαρξη ένιωσε ξαφνικά πως δεν είχε πια ούτε την ελευθερία να κρίνει. Δε σκεφτότανε τίποτα πια. δεν θα ήτανε στο σπίτι. γιατί τότε είχε μαθήματα και τα κατάφερνε να τα βγάζει πέρα. ένας φίλος του φοιτητής. που είχε πέσει σε μεγάλη φτώχεια. Από δω ως το σπίτι του δεν απόμεναν πια παρά μονάχα μερικά βήματα. τότε που χωριστήκανε. Χρόνια ολόκληρα να την περίμενε μια τόσο ευνοϊκή ευκαιρία. ενθύμιο του πατέρα του. Και γενικά μίλαγε πολύ λίγο κι ήτανε. Κάποια οικογένεια. ότι την άλλη μέρα. ούτε βούληση. στις εφτά ακριβώς.δεν έκανε παζαρέματα.

που δεν ήτανε φυσικά και τίποτα το εξαιρετικό. Ύστερα. τον παρακάλεσε να του στείλει αυτή την Ελισάβετ στο σπίτι του. Η γριά είχε κάμει τη διαθήκη της.λπ. ενώ ο αξιωματικός που τον άκουγε. "Είναι σπουδαία". Πήρε τα δυο ρούβλια που του 'δώσε και. και τον απασχολούσε πάρα πολύ. πως η γριά είχε μια αδελφή. που τη λέγανε Ελισάβετ. καθότανε ένας φοιτητής. ενώ η Ελισάβετ είχε μπόι ένα και ογδόντα. με πολλή προσοχή ως το τέλος. αλλά δεν περιφρονεί καθόλου και το ενέχυρο που κάνει ένα ρούβλι. κάθησε κι άρχισε να σκέφτεται. μπήκε σ' ένα μικρομάγαζο της κακιάς ώρας. Ζήτησε τσάι. ήρθε κάτι να του την ενισχύσει ακόμα περισσότερο: Ο φοιτητής άρχισε να διηγιέται στο φίλο του χίλιες δυο λεπτομέρειες σχετικά μ' αυτήν την Αλιόνα Ιβάνοβνα. Μια παράξενη ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό του. Την έδερνε αδιάκοπα και την έκανε ό. κι ένας αξιωματικός.τι ήθελε. "μαζί της όλο και κάτι μπορεί να οικονομήσει κανείς. που ούτε τον γνώριζε ούτε θυμότανε να τον έχει ιδεί ποτέ. Έχει εξυπηρετήσει πολλούς φίλους μας. Ξαφνικά ο Ρασκόλνικωφ άκουσε τον φοιτητή να μιλάει στον αξιωματικό για μια γριά τοκογλύφο. να πετύχει δυο ανθρώπους που μιλούσαν ακριβώς γι' αυτό το άτομο. παρ' όλο που ήτανε κοντούλα και σιχαμένη. πριν ακόμα διώξει απ' το μυαλό του εκείνη την εντύπωση. Επίσης πούλαγε διάφορα ραψίμια της. χωρίς να πάψει να γελάει. γιατί ήθελε να του μαντάρει κάτι εσώρουχα.Αποφάσισε να πάει το δαχτυλίδι στην τοκογλύφο. 'Όταν έφτασε στο σπίτι της γριάς. και να του δίνει τη διεύθυνση της. Η Ελισάβετ ήξερε τους όρους της διαθήκης: Δε . είναι όμως μεγάλη γκαμήλα". φώναξε ο φοιτητής. έλεγε. ενώ ταυτόχρονα έκανε τη μαγείρισσα και την πλύστρα του σπιτιού. Δεν τολμούσε ν' αναλάβει καμμιά παραγγελία και καμμιά δουλειά χωρίς την άδεια της. αλλά από άλλη μάνα. Είναι πλούσια σαν Εβραίος και μπορεί να δανείσει με μιας πέντε χιλιάδες ρούβλια. Σ' ένα άλλο τραπέζι. Έτσι τα 'μαθέ όλα τα σχετικά με μιας: Η Ελισάβετ ήτανε μικρότερη αδελφή της γριάς. που την έλεγαν Αλιόνα Ιβάνοβνα. σφουγγάριζε σε σπίτια κι έδινε όλα της τα κέρδη στην αδελφή της. πριν ακόμα μάθει τίποτα για το άτομο της. "Το 'χεις ξαναϊδεί τέτοιο φαινόμενο. Αλλά. το λιγότερο. έτσι όπως βγαίνει το κλωσσοπούλι απ' τ' αυγό. ένιωσε γι' αυτή τη γυναίκα μια ακατανίκητη αποστροφή. Σύμπτωση βέβαια. Δούλευε μέρα-νύχτα για την αδελφή της. όχι πολύ μακρύτερα. η συζήτηση στράφηκε γύρω απ' την Ελισάβετ. Ο Ρασκόλνικωφ δεν έχανε ούτε λέξη απ' τη συζήτηση τους. με την πρώτη κιόλας ματιά. Έδινε το ένα τέταρτο της αξίας του ενέχυρου κι έπαιρνε τόκο πέντε κι επτά ακόμα τοις εκατό το μήνα κ. Είπε ακόμα. χήρα παρέδρου. Ο φοιτητής μιλούσε γι' αυτή με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Κι άρχισε να λέει πως είναι κακιά και ιδιότροπη και πως μια μέρα μόνο να καθυστερούσες να της πας τα λεφτά το 'χανες το ενέχυρο. γυρίζοντας σπίτι του. Του φάνηκε λίγο παράξενο: Τη στιγμή που αυτός ερχότανε από το σπίτι της. Είχανε παίξει μια παρτίδα μπιλιάρδο και τώρα έπαιρναν το τσάι τους. Ο φοιτητής ήτανε αστείρευτος σ' αυτό το θέμα.".

Εκείνο όμως που έκανε το φοιτητή ν' απορεί ήτανε το ότι η Ελισάβετ βρισκότανε. πάντοτε σχεδόν. "Φυσικά στ' αστεία το είπα. από τη διάλυση. είναι βλαβερή σε όλους. χίλια ωραία έργα ή να πάνε μπροστά άλλες τόσες θαυμάσιες πρωτοβουλίες. Δεν αξίζει περισσότερο από μια ψείρα ή μια κατσαρίδα. γιατί αυτή η βρωμόγρια είναι .. ζώο. από την καταστροφή. Ήτανε ανύπαντρη. ρώτησε ο αξιωματικός γελώντας. ε. δίχως την παραμικρή τύψη". Δίνεις ένα μόνον νεκρό και κερδίζεις χιλιάδες ζωές . πως αξίζει και λιγότερο ακόμα. είπε ο φοιτητής ζωηρά. αλλά πολύ καθαρή. όπως. Έχει ένα προσωπάκι τόσο αγαθό και τόσο ωραία μάτια! Απόδειξη. Τί παράξενο ήταν κι αυτό! "Στάσου. "Θα σου άρεσε δηλαδή. που. παίρνεις τα λεφτά της και μπορείς ύστερα ν' αφιερώσεις τη ζωή σου στο γενικό καλό της ανθρωπότητας μ' αυτά τα χρήματα: Δε νομίζεις. Άκου να σου πω κάτι. 'Άλλωστε. "Προχώρα. Εκατοντάδες και χιλιάδες υπάρξεις θα μπορούσαν να μπουν σ' ένα δρόμο καλό. καταλαβαίνω". λες και είναι φαντάρος ντυμένος γυναικεία. Τη σκοτώνεις. θα σωθούν χιλιάδες άλλες ζωές από το τέλμα και την αποσύνθεση. τί σημασία μπορεί να έχει στην κοινή ζυγαριά η ζωή αυτής της φθισικιάς. για ν' αναπαυθεί η ψυχή της γριάς. μάλιστα. πεισματάρα. Είναι τόσο ήρεμη και τόσο γλυκεία. Όλα τα λεφτά θα πήγαιναν στο μοναστήρι της επαρχίας Ν. που άκουγε και κοίταζε τον ξαναμμένο φίλο του προσεχτικά. απάντησε ο αξιωματικός. "Άκου τώρα τη συνέχεια. Κι όλα αυτά. με τα λεφτά της γριάς. καρέκλες και τέτοια. Ο αξιωματικός ξέσπασε και πάλι σε γέλια ο Ρασκόλνικωφ οίκος ανατρίχιασε. που δε λέει ποτέ της όχι. δεκάδες σπίτια θα μπορούσαν να σωθούν από την εξαθλίωση. με παπούτσια πάντοτε ξεχειλωμένα. που δεν είναι χρήσιμη σε κανέναν. αλλά πρόσεξε: Από τη μια μεριά έχουμε μια γριά. από τ' αφροδίσια νοσήματα. θα 'λεγα. είπε πάλι ο φοιτητής ξαναμμένος. Την καταραμένη τη γριά στ' ορκίζομαι πως είμαι ικανός να τη σκοτώσω και να τη ληστέψω. για στάσου! Εσύ μας λες ότι είναι τέρας". "Έχει ένα χρώμα μπρούντζινο. ότι θα εξαλειφθεί ολότελα αυτό το μικροεγκληματάκι απ' τις χιλιάδες καλές πράξεις που θα κάνεις.ζήτημα δηλαδή καθαρής αριθμητικής. που προορίζονται για το μοναστήρι.. "Επειδή είναι έτσι παράξενη. και χάνονται κατά χιλιάδες. θα μπορούσαν να γίνουν ή να βελτιωθούν εκατό. έχει ένα χαμόγελο αληθινά γοητευτικό". έγκυος. Με μια μονάχα ζωή. παρατήρησε ο αξιωματικός. Με τα λεφτά της γριάς. Κι ύστερα. μεθαύριο θα πεθάνει φυσικά. ότι αρέσει πολύ στους άντρες. λοιπόν. Απ' την άλλη μεριά έχουμε δυνάμεις νέες. Η Ελισάβετ ανήκε στην τάξη των μικρονοικοκυράδων κι όχι στην κάστα την δημοσιοϋπαλληλική. στραβοκάνα. ψηλοχαρχάρα. κακιά και άρρωστη. βλάκα. από τη διαφθορά. δροσερές. ασουλούπωτη.". ηλίθιας και κακιάς γριάς.". "Μα. αλλά δεν είναι κι εντελώς τέρας. θα σου κάνω μια ερώτηση σοβαρή". εκτός από μερικά κινητά πράγματα. Καταλαβαίνεις.θα κληρονομούσε ούτε μονόλεφτο. Καταλαβαίνεις. σ' όλα τα μέρη του κόσμου. που δεν ξέρει και η ίδια γιατί ζεί και που αύριο. αντίθετα. που χάνονται επειδή δεν έχουν τα μέσα να συντηρηθούν.

όχι δίχως ευχαρίστηση. οι ίδιες ακριβώς σκέψεις. αφού δεν τ' αποφασίζεις να το κάνεις. φώναξε με θυμό. "Κοιμάται του καλού καιρού!".. Το τσάι. Τρέφεται με την ζωή του πλησίον της: Είναι ένα άγριο θηρίο.". Περίμενε. άλλωστε. φυσικά. Αν δε γινότανε αυτό. δε μπαίνει ζήτημα δικαιοσύνης. Τέλος. σου λένε. ένιωσε και πάλι εκείνα τα ρίγη του πυρετού. Μιλάω από την άποψη της δικαιοσύνης. Ο Ρασκόλνικωφ βρισκότανε σε φοβερή ταραχή. "αλλά μ' αυτό που λες. Κερί δεν είχε. τα λόγια αυτά δεν είχανε τίποτα το ασυνήθιστο. που του 'τύχε να τις ακούσει πολλές φορές. Τελευταία δάγκωσε πάνω στη λύσσα της το δάχτυλο της Ελισάβετ και παρά λίγο να της το κάψουνε". "Όχι. παρατήρησε ο αξιωματικός. "Όχι. Είπε τότε. είναι η σειρά μου να ρωτήσω. θα σου κάνω μια ακόμα ερώτηση. κινδυνεύουμε να πνιγούμε σ' έναν ωκεανό προλήψεων. όταν μπήκε στο δωμάτιο του το πρωί. Εκείνη η ασήμαντη κουβέντα. Αλλά. Δεν πρόκειται για μένα τώρα. η συνείδηση". μια βουλή της μοίρας. Πάμε τώρα να παίξουμε άλλη μια παρτίδα". "Το καθήκον. να συμφωνήσουμε πάνω σ' αυτές τις λέξεις. βρασμένο δεύτερο χέρι. με διαφορετική μορφή και για διαφορετικό θέμα. Την ίδια στιγμή που γεννιότανε μέσα του αυτή η σκέψη.βλαβερή στην ανθρωπότητα. ήτανε πάλι απ' τη δικιά της τσαγιέρα. ένα σημάδι. φίλε μου. παραβιάζεται η φύση".. κατά τη γνώμη μου. Και σε λίγο. Του 'φέρνε τσάι και ψωμί. ν' ανάψει φως. . την αλλάζουμε. σχετικά με τη γριά. Άκου εσύ". ότι θα μπορούσε να ξαπλώσει στο ντιβάνι του. που τον έπιασαν και πρωτύτερα...". Το ζήτημα είναι. Στο μεταξύ σκοτείνιασε. "Ε. μπορεί κανείς να πεί. δε θα υπήρχε ούτε ένας μεγάλος άνθρωπος. αλλά για πες μου: θ' αναλάβαινες εσύ ο ίδιος να σκοτώσεις αυτή τη γριά. Η σύμπτωση αυτή του φαινότανε πάντοτε παράξενη. γιατί να του τύχει να παρακολουθήσει μια συζήτηση όπου γινότανε λόγος για την ίδια ακριβώς γριά. Ήτανε κουβέντες και ιδέες νέων. Η Ναστάσια τον ξύπνησε με πολύ κόπο. κατά τις δέκα. Δε μπόρεσε ποτέ του να θυμηθεί αν εκείνη τη στιγμή είχε σκεφτεί κάτι. θα εξασκούσε μια επίδραση τρομακτική στα κατοπινά γεγονότα: θα 'λέγε κανείς πως αυτό ήτανε κάτι. δεν της αξίζει να ζεί". "Για λέγε". Αν δε γίνει αυτό.. ήρθε ο ύπνος. Βέβαια.. λοιπόν. Γυρίζοντας από την σαναγορά. ούτε σκέφτηκε.. απλώς. ρίχτηκε στο ντιβάνι του κι έμεινε έτσι ακίνητος μια ολόκληρη ώρα. "Σίγουρα. τη διευθύνουμε. γιατί το 'φέρε έτσι η τύχη ν' ακούσει ο Ρασκόλνικωφ αυτή τη συζήτηση κι αυτές τις ιδέες τη στιγμή που παρουσιάστηκαν και στο δικό του μυαλό. Ναι ή όχι. "Εύκολο είναι να λες λόγια και να κάνεις το ρήτορα. "Δεν κάνει τίποτ' άλλο απ' το να κοιμάται!". Άκου". βαρύς σα μολύβι και τον έλειωσε.. "Χμ! Τη φύση. Κοιμήθηκε περισσότερο απ' το συνηθισμένο και χωρίς να ιδεί όνειρα.

του είπε ύστερα από μια μικρή παύση. "θα σε χτυπήσει λίγος αέρας και θα σου κάνει καλό. Εκείνος ανασηκώθηκε στο ντιβάνι του καθιστά κι έμεινε με τα μάτια στυλωμένα κάτω. Κατέβηκε απ' το ντιβάνι. ρώτησε η υπηρέτρια..". που κυλάει κελαρυστά πιο πέρα. Όταν τελείωσε το φαγητό του. και σα να τον άρπαξε κάποιος απ' το ντιβάνι Περπατώντας στα νύχια των ποδιών του. Και γυρίζοντας. "Κι άλλο θα κοιμηθείς.". στην Αίγυπτο. της είπε κουρασμένα και. σε κάποια όαση.. πήρε ένα κομμάτι ψωμί και το κουτάλι κι άρχισε να τρώει. στο δρόμο". κι ύστερα έφυγε. άκουσε ολοκάθαρα να χτυπάει ένα ρολόι: Αναπήδησε. κοίταξε απ' το παράθυρο. αλλά κανένας θόρυβος δεν . Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. τον κοίταξε με οίκτο. κι όταν κατάλαβε τί ώρα ήτανε πάνω-κάτω. έφυγε. Η Ναστάσια άρχισε να τον σκουντά θυμωμένα.Ανασηκώθηκε με κόπο. έκανε μια βόλτα στην κάμαρα του και πάλι ξάπλωσε. δεν θα 'ναι φαίνεται καλά". κλείνοντας τα μάτια του. αλλά αυτή τη φορά δε μπόρεσε ν' αποκοιμηθεί κι έμεινε έτσι ακίνητος. Η Ναστάσια έσκυψε από πάνω του. Το τσάι δεν το είχε αγγίξει. Τις πιο πολλές φορές έβαζε με το νου του πως βρισκότανε εκεί κάτω. Τον πονούσε το κεφάλι του. είπε. σήκωσε το κεφάλι. σε μια κατάσταση απόλυτης διαύγειας. "Θέλεις τσάι. Ο Ρασκόλνικωφ ήτανε ακόμα ξαπλωμένος. οι γκαμήλες είναι ξαπλωμένες ειρηνικά. "Φύγε!".". δίχως να της απαντήσει. Εκείνος πίνει μόνο νερό από ένα αυλάκι. Το καραβάνι αναπαύεται. φώναξε κοιτάζοντας τον με αγανάχτηση. "Είσαι ή δεν είσαι άρρωστος. "Μα το θεό. Ο πονοκέφαλος του περνούσε. γύρισε κατά τον τοίχο. θα φας τουλάχιστον τίποτα. Τριγύρω.". Έφαγε τρεις-τε'σσερις κουταλιές χωρίς όρεξη και σχεδόν μηχανικά. Εκείνη στάθηκε ακόμα λίγο. ξαπλωμένος μπρούμυτα και με το πρόσωπο χωμένο στο μαξιλάρι. Ξαναγύρισε στις δύο φέρνοντας του σούπα. "Μήπως είσαι άρρωστος. Δεν της απάντησε. "Αργότερα". Σκεφτότανε αδιάκοπα και οι ονειροπολήσεις του ήτανε παράξενες. τί έπαθες και το βράζεις. "Μωρέ. τη μισάνοιξε σιγά-σιγά και κάθισε στο κεφαλόσκαλο ν' αφουγκραστεί. του λέει η Ναστάσια. πήδησε απ' το στρώμα του.".". προχώρησε κατά την πόρτα.. "Αργότερα". Αλλά ούτε κι αυτή τη φορά πήρε απάντηση.. σήκωσε τα μάτια και κοίταξε κάμποσο το τσάι και τη σούπα. φοινικιές. Όλοι οι άλλοι τρώνε. Ύστερα. στην Αφρική. "Καλύτερα να πήγαινες να κάνεις μια βόλτα έξω. της είπε με αδύνατη φωνή. ξανατεντώθηκε στο ντιβάνι. σε κύκλο. Και την έδιωξε κουνώντας το χέρι του. που έχει ένα χρώμα υπέροχα γαλάζιο και κυλάει παγωμένο ανάμεσα σε πετραδάκια πολύχρωμα σε μια πεντακάθαρη και χρυσαφένια άμμο! Ξαφνικά. Αφού πέρασαν μερικά λεπτά. Πόσο τον δροσίζει εκείνο το νερό.

αληθινό σακίκανένας δε θα μπορούσε να φανταστεί πως το χέρι του κρατούσε ένα οποιοδήποτε αντικείμενο. απλώς. πάνω στο σανιδάκι. δουλειά που γινότανε μέσα σε λίγα λεφτά. Την είχε βρεί. που βρίσκονταν στο συρτάρι του τραπεζιού του. τις δυο άκρες της. τυλιγμένες μ' ένα χαρτάκι. έπρεπε να τον κρατάει με το χέρι του και ήτανε αρκετό αυτό για να τον προσέξουν. 'Άλλωστε. Μετά τον ύπνο και τη χαύνωση τον έπιασε μεγάλη βιασύνη. μέσα απ' την τσέπη του. έχωσε τα δάχτυλα του στη χαραμάδα. που σχηματιζότανε ανάμεσα στο "τούρκικο" ντιβάνι του και στο πάτωμα. μια σανίδα πλανισμένη. πυρετώδης και κάπως άτακτη. που είχε προετοιμάσει από καιρό και το 'κρύψε εκεί κάτω. και ύστερα τα τύλιξε με προσοχή και . Τη θηλιά αυτή την είχε επινοήσει εδώ και δεκαπέντε μέρες. δεν ήτανε καθόλου ενέχυρο. έβαλε πάνω σ' αυτή τη σανίδα μια λαμαρίνα. Έψαξε κάτω απ' το προσκέφαλο του κι έβγαλε από ένα σωρό εσώρουχα. ήτανε μια πολύ έξυπνη επινόηση του: Η θηλειά αυτή προοριζότανε για τον μπαλντά. καταλειωμένο.Του φαινότανε παράξενο και τερατώδες. η καρδιά του όμως χτυπούσε πάντα τόσο δυνατά και γρήγορα. που μπόρεσε να κοιμηθεί έτσι συνέχεια απ' τα χτες. για μην τον αφήσει να κουνιέται πέρα-δωθε. δίχως να ξεχάσει τίποτα. οι προετοιμασίες δεν ήτανε καθόλου πολύπλοκες.. που ήτανε από χοντρό και στέρεο βαμβακερό ύφασμα (το μοναδικό γερό του ρούχο). όπου υπήρχε κάποιο επιπλοποιείο. ένα βρώμικο παλιό πουκάμισο. τα 'δέσε και τα δυο μαζί γερά. Ήτανε αδύνατο να βγεί έξω στο δρόμο μ' ένα μπαλντά στο χέρι. έψαξε στην αριστερή γωνιά και τράβηξε το ενέχυρο. σ' όλο το δρόμο. Στην πραγματικότητα. ώστε το ράψιμο δε φαινότανε καθόλου απέξω. θα περνούσε στη θηλιά που έφτιαξε το σίδερο του μπαλντά και θα 'τανε ήσυχα-ήσυχα κρεμασμένος κάτω απ' τη μασχάλη του. Αφού εφάρμοσε τη λαμαρίνα. που είχε το πάχος και το μέγεθος μιας ταμπακιέρας. Και καθώς το παλτό του ήτανε φαρδύ . Κατόπιν. και έσχισε απ' αυτό μια λουρίδα που είχε πλάτος πέντε πόντους και μάκρος είκοσι. που τη βρήκε κι αυτή στο δρόμο. θα 'λέγε κανείς πως όλοι μέσα σ' αυτό το σπίτι είχανε κοιμηθεί. Όταν τέλειωσε η δουλειά αυτή. Συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις για να τα οργανώσει όλα. Αν τον έκρυβε πάλι κάτω απ' το παλτό του. που ανάσαινε με δυσκολία.. Πρώτα-πρώτα. Ενώ τώρα. που είχε χώσει εκεί. Από πολύ καιρό είχε ετοιμάσει τη βελόνα και την κλωστή. Όσο για τη θηλιά. Τα χέρια του έτρεμαν. Αφού τη δίπλωσε στα δύο. κατά τον καλύτερο τρόπο. καθώς έκανε αυτή τη δουλειά.ακουγότανε στη σκάλα. περνώντας μια κλωστή σταυρωτά. χωρίς να κάνει και χωρίς να προετοιμάσει τίποτα. εντελώς τυχαία. έπρεπε να φτιάξει μια θηλειά και να τη ράψει στο παλτό του. τα κατάφερε όμως τόσο καλά. κάτω απ' την αριστερή μασχάλη. θα κρατούσε το ξύλινο χέρι του μπαλντά. έβγαλε το πλατύ καλοκαιρινό παλτό του. ίσως να χτύπησε έξη το ρολόι που ακούστηκε.. που ήτανε λεπτότερη. κι άρχισε να ράβει από μέσα. Και όμως. όταν ξαναφόρεσε το παλτό του. Χώνοντας το χέρι του στην αριστερή τσέπη του παλτού του. Ήτανε. σε μια απ' τις περιπλανήσεις του μέσα σε μια αυλή.

Παρ' όλη την εναγώνια πάλη που γινόταν μέσα του δε μπόρεσε ποτέ του. τουλάχιστον αμέσως. έστησε τ' αυτί. Αν όμως χρειαζόταν τη στιγμή εκείνη τον μπαλντά. να το πιστέψει ότι θα 'φτάνε στο σημείο να πραγματοποιήσει τα σχέδια του. σα γάτος. όταν θα 'ρχότανε η στιγμή. δεν είχε παρά να μπεί ήσυχα-ήσυχα στην κουζίνα. Με την ευκαιρία. προτίμησε τελικά τον μπαλντά. πως το αντικείμενο ήτανε ξύλινο. Κάθε φορά που την κατσάδιαζε η σπιτονοικοκυρά. αλλά δεν είχε καμμιά εμπιστοσύνη ούτε σ' αυτό. Η λαμαρίνα είχε προστεθεί για να δώσει στο αντικείμενο βάρος και για να μην καταλάβει η γριά. πρέπει να σημειώσουμε. θα 'ρχιζε να ψάχνει. Είχε επίσης κι ένα εργαλείο. δεν τον απασχολούσε καθόλου αυτή η λεπτομέρεια. αφήνοντας πάντοτε την πόρτα ορθάνοιχτη. που να 'ναι δύσκολο να ξεδιπλωθεί το χαρτί. σίγουρα θ' αρνιότανε να πραγματοποιήσει το σχέδιο του. δεν είχε πια και τον καιρό. Μόλις το 'πιάσε στα χέρια του. Έμενε τώρα το σημαντικότερο απ' όλα: Να κλέψει απ' την κουζίνα τον μπαλντά. Όσο για το πού θα 'βρίσκε τον μπαλντά. ούτε κυρίως στις δυνάμεις του. είχανε το χαρακτηριστικό ότι. Από τη στιγμή που το . όσο περισσότερο οριστικές γίνονταν. Κι αυτό το 'κάνε για ν' αποσπάσει λίγο την προσοχή της γριάς και να εκμεταλλευθεί την κατάλληλη στιγμή. σαν κλαδευτήρι. ακατόρθωτο. πήρε το καπέλο του κι άρχισε να κατεβαίνει τα δεκατρία σκαλιά προσεχτικά και αθόρυβα. Το ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει μπαλντά. θα 'βάζε τις φωνές κι αμέσως θα γεννιόνταν υποψίες ή τουλάχιστον μια αφορμή για να διατυπωθούν υποψίες. ως την τελευταία λεπτομέρεια. να προσπεράσει και να περιμένει ώσπου να ξαναφύγει. η Ναστάσια δε βρισκότανε ποτέ στο σπίτι. το 'χε αποφασισμένο από πολύ καιρό. βέβαια. τα βράδια προ πάντων. Όρμησε κατά την πόρτα. παράλογο. γιατί θα το 'βρίσκε τερατώδες.κομψότητα μέσα σε άσπρο πεντακάθαρο χαρτί και με τέτοιον τρόπο. Ύστερα. "Έξη περασμένες. Πραγματικά. Ο Ρασκόλνικωφ. 'Άλλοτε έτρεχε στους γειτόνους κι άλλοτε στα μαγαζιά. γιατί ήτανε το ευκολότερο. ότι όλες οι αποφάσεις που είχε πάρει σχετικά μ' αυτό το σχέδιο. όταν αυτή θα προσπαθούσε να λύσει το πακέτο. ήτανε γι' αυτό ακριβώς το λόγο. λοιπόν. Αλλά κι αν το πίστευε. άκουσε ξαφνικά κάποιον να φωνάζει στην αυλή: "Είναι περασμένες έξη!". έτσι που να μην απομένει πια καμμιά αμφιβολία για τη δουλειά. Έμεναν όμως αξεδιάλυτα ακόμα ένα σωρό ερωτήματα κι αμφιβολίες. τόσο πιο τερατώδεις και παράλογες του φαίνονταν. σε μια ώρα (όταν όλα θα είχανε τελειώσει) θα ξαναγύριζε και θα τον έβαζε στη θέση του. Υπήρχαν όμως και μερικές αμφιβολίες: Αν υποθέσουμε πως ξεμπέρδευε σε μια ώρα και όταν θα πήγαινε να βάλει τον μπαλντά στη θέση του είχε ξαναγυρίσει η Ναστάσια. 'Άλλωστε. κι αν τα κανόνιζε όλα. 'Έπρεπε. Έτσι. Ω θεέ μου!". Όλα όμως αυτά ήτανε μικρολεπτομέρειες μπροστά στις οποίες η σκέψη του αρνιότανε να σταθεί. ούτε για μια στιγμή. και να πάρει τον μπαλντά.

ένα ερώτημα: Γιατί ανακαλύπτονται και αποκαλύπτονται τόσο εύκολα όλα σχεδόν τα εγκλήματα και γιατί βρίσκονται τόσο εύκολα τα ίχνη όλων σχεδόν των δολοφόνων. περνάει. Κι αμέσως. Δε μπορούσε.το 'χε σκεφτεί εξ άλλου και πρωτύτερα τον απασχολούσε. ο κυριότερος λόγος βρισκότανε πολύ λιγότερο στο ότι ήτανε φυσικά αδύνατο ν' αποκρυφτεί το έγκλημα και περισσότερο στον ίδιο τον ένοχο: Όλοι οι εγκληματίες. την ώρα ακριβώς που η λογική και η φρόνηση τους είναι απαραίτητες.". είχε αναλύσει ως την τελευταία λεπτομέρεια τη λύση που έδινε σ' αυτό το πρόβλημα από την ηθική του πλευρά. ανάμεσα στ' άλλα. λόγου χάρη να το φανταστεί ότι θα ερχότανε μια στιγμή που δε θα σκεφτόταν πια. συνοδεύεται πάντοτε από ένα είδος αρρώστιας. Η ηθικολογική ερμηνευτική του μέθοδος ήτανε ακονισμένη σαν ξυράφι και ακόμα κι ο ίδιος δεν είχε πια καμμιά αντίρρηση μέσα στη συνείδηση του. έφτυσε αηδιασμένος και τα 'χε βάλει με τον εαυτό του. Ύστερα.τέτοια ήτανε η εντύπωση του. . "Μωρέ δεν πάω να κάνω μια δοκιμή". με μια δύναμη υπερφυσική· δίχως να μπορεί να του προβάλει την παραμικρή αντίρρηση. όποιοι κι αν είναι. Παρ' όλα αυτά. κι όχι στ' αλήθεια. είχε επενεργήσει μέσα του κατά τρόπο μηχανικό σχεδόν: Ήτανε σα να τον έπιασε κάποιος απ' το χέρι και τον ανάγκασε να τον ακολουθήσει αναπόφευκτα. τυφλά. Αρχικά . Ακόμα και την τελευταία πρόβα του (δηλαδή την επίσκεψη του για να εξερευνήσει τα κατατόπια) την είχε κάνει έτσι. έτσι απλά κι αποφασιστικά. "αφού έτσι κι αλλιώς όλα αυτά είναι ονειροπολήματα. απ' τη φύση του. Το ζήτημα είναι να μάθει κανείς αν η αρρώστια αυτή γεννάει το έγκλημα ή μήπως το ίδιο το έγκλημα. δεν αισθανότανε πως είχε ακόμα τις δυνάμεις να το λύσει. πλούσια σε στοιχεία τόσο ανεπάντεχα. είπε μεσάτου. πιάνουν τον άνθρωπο ακριβώς όπως τον βρίσκει και μια αρρώστια. έβγαλε σιγά-σιγά διάφορα και περίεργα συμπεράσματα. θα 'λέγε κανείς πως πιάστηκε η άκρη του σακακιού του στα γρανάζια μιας ρόδας που άρχισε να τον τραβάει επάνω της. Η χτεσινή ημέρα. που θα σηκωνόταν και θα πήγαινε κει πέρα. αρνιόταν να πιστέψει τον ίδιο τον εαυτό του κι έψαχνε πεισματικά και ψηλαφώντας να βρεί αντιρρήσεις έξω απ' τον εαυτό του. Αυτό το ζήτημα όμως. Αλλά αυτή ακριβώς η απόφαση του φαινόταν απραγματοποίητη . μόνο δοκιμαστικά. Ο Ρασκόλνικωφ είχε καταλήξει στην πεποίθηση ότι αυτή η έλλειψη της λογικής και η μείωση της θέλησης. Πάνω σ' αυτό. Η αρρώστια αυτή συνεχίζεται με την ίδια μορφή και κατά τη στιγμή του εγκλήματος και λίγον καιρό μετά ακόμα. όσο και αποφασιστικά. αναπτύσσονται προοδευτικά και φθάνουν στο κορύφωμα της έντασης τους λίγες στιγμές πριν απ' την εκτέλεση του εγκλήματος. τη στιγμή που κάνουν το έγκλημα τους. όπως κάθε άλλη αρρώστια. σκεφτότανε μόνο το ουσιώδες κι άφηνε τις λεπτομέρειες γι' αργότερα. Κατά τη γνώμη του.πήρε απόφαση. χάνουν τη θέληση τους και την κρίση τους. σαν να τον εξανάγκαζε κάποιος και να τον έσερνε απ' αυτή τη μεριά. και τίς αντικαθιστούν με μια βλακεία παιδιάστικη. Ωστόσο. Ανάλογα με τον άνθρωπο.

"Πώς περίμενα". Εκείνος κοίταζε αλλού. Η στενοχώρια του ήτανε πολύ μεγάλη. Κοίταξε τριγύρω του: ..". να διαπιστώσει αν η πόρτα της κάμαρας της ήτανε καλά κλεισμένη. δεν το 'θελε ακόμα περισσότερο. Η δουλειά όμως χάλασε. που παρουσιάζει η υπόθεση. όσο θα κρατούσε η δουλειά. ούτε η θέληση του. Γιατί ήμουνα τόσο σίγουρος γι' αυτό το πράγμα. "Τι ευκαιρία που έχασα! Και την έχασα μια για πάντα!". Ν' ανεβεί πάλι στο δωμάτιο του. δυο βήματα πιο πέρα. Η εκτέλεση όμως αργούσε. θα προσθέσουμε μόνον ότι οι καθαρά υλικές δυσκολίες. κατά το σκοτεινό σπιτάκι του φύλακα. έτσι που να μη μπορεί να τον ιδεί όταν θα 'μπαίνε στην κουζίνα για να πάρει τον μπαλντά. ανατρίχιασε ολόκληρος. Κι αυτό. έλεγε.. γιατί εκείνο που λογάριαζε να κάνει "δεν ήταν έγκλημα. "πώς το περίμενα ότι αυτήν ακριβώς τη στιγμή η Ναστάσια θ' απουσίαζε απ' την κουζίνα. "Φτάνει".έχουμε άλλωστε προτρέξει πάρα πολύ από τα γεγονότα. έκρινε πως αυτές οι ηθικές αναστατώσεις δεν μπορούσαν να συμβούν σ' αυτόν προσωπικά. έπαιζαν εντελώς δευτερεύοντα ρόλο στο μυαλό του. Να βγεί στο δρόμο. χωρίς κανέναν απολύτως σκοπό. ώσπου πέρασε το πλατύσκαλο. έριξε μέσα μια λοξή ματιά για να βεβαιωθεί μήπως κατά την απουσία της Ναστάσιας βρισκότανε εκεί μέσα η ίδια η σπιτονοικοκυρά ή.Φτάνοντας σ' αυτά τα συμπεράσματα. Ας αφήσουμε κατά μέρος τη σειρά των σκέψεων που τον οδήγησαν σε τούτο το απόλυτο συμπέρασμα . Βλέποντας τον σταμάτησε τη δουλειά της. στην υπόθεση που σχεδίαζε και πως. απλούστατα. τα γεγονότα πήρανε μια στροφή ολότελα διαφορετική.. προκειμένου να ιδώ και τις παραμικρότερες λεπτομέρειες του εγχειρήματος μου". έτσι άσκοπα. Αλλά. φαντασθείτε την κατάπληξη του όταν διαπίστωσε ξαφνικά πως η Ναστάσια ήτανε μέσα στην κουζίνα και μάλιστα έκανε κάποια δουλειά: Έβγαζε από ένα πανέρι κάτι ασπρόρουχα και τ' άπλωνε σε σχοινιά. τον έφερε σε αδιέξοδο προτού ακόμα κατεβεί τη σκάλα: Φτάνοντας στο πλατύσκαλο της κουζίνας.. που η πόρτα της ήτανε. αν δεν ήτανε. δεν το 'θελε. μουρμούριζε όρθιος. Ένα από τα πιο ασήμαντα περιστατικά. δε θα τον εγκατέλειπαν ούτε η λογική. Μέσα του έβραζε μια λύσσα βλακώδης και άγρια. "να διατηρήσω τον έλεγχο της θέλησης και της λογικής μου και όταν φτάσει εκείνη η στιγμή. Γιατί. όλες αυτές οι δυσκολίες θα ξεπεραστούν. κάτω απ' τον πάγκο. Κι ήτανε γυρισμένος. Ξαφνικά. ορθάνοιχτη. Στάθηκε κάτω απ' την εξώπορτα δισταχτικά. του ερχότανε να πάρει στην κοροϊδία τον ίδιο του τον εαυτό. Πίστευε όλο και λιγότερο πως οι αποφάσεις του ήτανε οριστικές κι όταν έφτασε η ώρα. και προσπέρασε σα να μην είδε τίποτα. Μέσα στο σπίτι του φύλακα.". σκέφθηκε καθώς περνούσε την εξώπορτα. όπως πάντα. Πάει πια ο μπαλντάς. κάτι του γυάλισε. γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε. Μες στο θυμό του. που η πόρτα του ήτανε επίσης ανοιχτή.

Κάτι περισσότερο μάλιστα. από την πίσω πόρτα. σχεδόν δεν ήτανε τρομαγμένος. έμπαινε κείνη τη στιγμή στην αυλόπορτα. παρά μόνο λάσπη. Η σκέψη αυτή πέρασε σαν αστραπή απ' το μυαλό του. βρώμα και ακαθαρσία. "Όχι. να η αυλόπορτα. έχωσε τα δυο του χέρια στις τσέπες και βγήκε έξω: Κανένας δεν τον είχε ιδεί! "'Όταν λείπει το μυαλό. αλλά ταυτόχρονα έπρεπε να κάνει και κύκλο: Ήτανε καλύτερα να μπεί απ' την άλλη μεριά. σίγουρα στην αυλή θα είναι. Προηγουμένως. καθόλου μάλιστα. γιατί έχει αφήσει την πόρτα του ορθάνοιχτη!". τον πέρασε στη θηλειά του παλτού του. Η τύχη τον βοήθησε τη στιγμή που θα περνούσε το κατώφλι. που βρισκότανε στο βάθος ενός μαγαζιού. Δεν είναι δυνατόν! Σίγουρα θα πηγαίνει μπροστά!".Ψυχή! Πλησίασε πατώντας στα νύχια του. είδε πως η ώρα ήτανε εφτά και δέκα. όσο γινότανε. Προχώρησε στο δρόμο αργά-αργά και με ύφος αδιάφορο. Πήρε πολύ κουράγιο απ' αυτή τη σύμπτωση. "Σίγουρα. θα 'τανε ένας ανακαινισμός για την Πετρούπολη ευχάριστος και χρήσιμος. έτσι κι εκείνοι που τους πάνε για εκτέλεση. Δεν κοίταζε τους διαβάτες. τον απασχόλησε ζωηρότατα η σκέψη ότι έπρεπε να φτιαχτούν γιγαντιαία σιντριβάνια σ' όλες τις πλατείες. γιατί οι άνθρωποι στις μεγάλες πόλεις επιζητούν. ανάμεσα από δυο κούτσουρα. πιο απαρατήρητος. όταν τύχαινε να τα φέρει στο μυαλό του όλα αυτά. λες και ήτανε βαλτό. Αμέσως. προσπαθούσε μάλιστα να μη σηκώνει τα μάτια του σε άνθρωπο για να περάσει. χωρίς να βιάζεται καθόλου. Εφτάμισυ κιόλας. . το αντικαθιστά ο διάβολος". "Τί. "Δεν είναι μέσα! Αλλά δε θα 'χει πάει και πολύ μακριά. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αν διευρύνουν τον καλοκαιρινό κήπο ως το Πεδίο του Άρεως και τον ενώσουν με τον κήπο των ανακτόρων του Μιχαήλ. ούτε σιντριβάνια. θυμήθηκε τότε το πέρασμα του από τη σαναγορά κι αμέσως το μυαλό του ξαναγύρισε στην τωρινή κατάσταση: "Τί βλακεία!" είπε μέσα του. να το σπίτι. Τη στιγμή αυτή απασχολούσαν το μυαλό του κάτι παράξενες σκέψεις. Εκείνη τη στιγμή ξαναθυμήθηκε το καπέλο του: "θεέ μου! Και να σκέφτεται κανείς ότι προχτές είχα λεφτά και δεν πήγα να τ' αντικαταστήσω μ' ένα κασκέτο!". και τον έκρυβε ολόκληρο. Μια βλαστήμια βγήκε απ' τα τρίσβαθα της ψυχής του. Να όμως που πλησίασε στο μεταξύ. αλλά την έσβησε γρήγορα-γρήγορα μόνος του. Ρίχνοντας μια ματιά σ' ένα ρολόι του τοίχου. Έπρεπε να βιαστεί. λιγότερο από ανάγκη και πιο πολύ γιατί τους αρέσει. για να μη δώσει υπόνοιες. φορτωμένο με σανό. κατέβηκε δυο σκαλιά και φώναξε το φύλακα σιγανά. Κάπου σήμανε ένα ρολόι. καλύτερα να μη σκέφτομαι καθόλου!". Ένα τεράστιο κάρο. να μένουνε σε γειτονιές όπου δεν υπάρχουν ούτε κήποι. Όρμησε μ' ένα πήδημα προς τον μπαλντά (γιατί μπαλντάς ήτανε) και τον τράβηξε κάτω απ' τον πάγκο. Ύστερα τον απασχόλησε το πρόβλημα. όπου βρισκότανε. έλεγε πως θα ήτανε πολύ τρομαγμένος. για να δροσίζεται θαυμάσια η ατμόσφαιρα. πριν ακόμα βγεί από κει μέσα. όχι όμως για πολύ. ακριβώς μπροστά του. Καθώς περνούσε από το πάρκο Γιουσούπωφ. γαντζώνονται νοερά από το κάθε τι που συναντούν στο δρόμο τους". σκέφτηκε μ' ένα παράξενο χαμόγελο. Αλλά τώρα. Σιγά-σιγά.

Πνιγότανε.. αλλά δεν γύρισαν να τον κοιτάξουν. Ο Ρασκόλνικωφ. "Βέβαια καλύτερα θα 'τανε να μην υπήρχανε κι αυτοί εδώ. χλωμός.. ανασήκωσε πάλι το χερούλι του μπαλντά κι ετοιμάστηκε. ή στα αλήθεια ακούστηκε αυτός ο τόσο ανεπαίσθητος θόρυβος. που ανέβαινε στης γριάς. χτυπούσε όλο και δυνατότερα.. Ύστερα έριξε μια τελευταία ματιά τριγύρω του. Εκεί. που ήτανε ακατοίκητο.. ήτανε πολύ κοντά στην πόρτα. να η πόρτα. Σιγή θανάτου βασίλευε κει μέσα. Σταμάτησε μια στιγμή. θα φερνότανε με μεγαλύτερη ακόμα δυσπιστία. χωρίς ν' απαντήσει καθόλου σ' αυτή την ερώτηση. είναι κι αυτό ακατοίκητο.. αλλά επειδή αυτή τη στιγμή ήτανε ολομόναχη. Ο Ρασκόλνικωφ όμως δε σήκωσε καθόλου το κεφάλι του. κατά πάσαν πιθανότητα: Το επισκεπτήριο. Αλλά. δε σύνασσε κανέναν. δεν έλεγε να ηρεμήσει. από πάνω τους. είναι δυο πατώματα ακόμα.. Ήξερε λίγο τις συνήθειες της Αλιόνας Ιβάνοβνα και ξανακόλλησε τ' αυτί του στην πόρτα.. Να όμως και το τέταρτο πάτωμα. που χτυπούσε δυνατά. λες και το 'κάνε επίτηδες. Άπλωσε το χέρι του αργά-αργά κατά το κορδόνι του κουδουνιού και το τράβηξε. Δε θα 'τανε καλύτερα να περιμένω ώσπου να ηρεμήσει η καρδιά μου. Έστησε τ' αυτί του ακόμα μια φορά κατά τη σκάλα κι αφουγκράστηκε πολλή ώρα προσεχτικά. Καμμιά απάντηση! Η γριά βρισκότανε μέσα σίγουρα.". να η αντικρινή κατοικία. πήρε τ' αυτί του το ανάλαφρο σούρσιμο ενός χεριού που σερνόταν προσεχτικά στο συρτή. υπήρχαν ^άτι μπογιατζήδες και δούλευαν.. πέρασε απ' το μυαλό του η σκέψη: "Δε θα 'τανε καλύτερα να φύγω. Βρισκότανε κιόλας πάνω στη σκάλα. Όλες οι πόρτες κλειστές. Είναι κι αυτή άδεια. πράγμα δύσκολο να το δεχθεί κανείς.. Ύστερα από μισό λεπτό το ξανατράβηξε ακόμα δυνατότερα. Η σκάλα. αλλά κανένας δεν τον είχε ιδεί.. δεν είχε τη δύναμη να κάνει τέτοιο πράγμα.. κανέναν δε συνάντησε. Άρχισε να σκαρφαλώνει τα σκαλιά. που ήτανε καρφωμένο στην πόρτα. δεξιά. άκουσε από την άλλη μεριά του κάρου φωνές και φασαρία. ενώ ταυτόχρονα πασπάτευε τον μπαλντά και τον ανασήκωνε για μια φορά ακόμα! Ανέβαινε σιγά-σιγά. "Μήπως είμαι πάρα πολύ. ήτανε ανοιχτά. το διαμέρισμα που βρίσκεται ακριβώς κάτω απ' της γριάς. καθώς και το θρόισμα φουστανιού πάνω στην . Όπως κι αν είναι. έστησε τ' αυτί του για ν' ακούσει τίποτα απ' το διαμέρισμα της γριάς. Εκείνη την ώρα πολλά παράθυρα. αλλά.Έτσι. Η σκάλα όμως ήτανε έρημη αυτή την ώρα..". που έβλεπαν κατά την απέραντη και τετράγωνη αυλή.. Στο τρίτο πάτωμα.. το 'χαν πάρει. βρήκε τον καιρό να τρυπώσει στην αυλή και να γλιστρήσει δεξιά. Σε μια στιγμή. σκέφτηκε. με προφυλάξεις κι αφουγκραζότανε κάθε στιγμή.. μόλις μπήκε μέσα το κάρο. σκέφτηκε με μεγάλη ταραχή. δεν άντεξε πια. κι εξακολούθησε ν' ανεβαίνει. Είχανε τάχα τόσο πολύ ακονισθεί οι αισθήσεις του. Αλλά η καρδιά του. κρατώντας την αναπνοή του και σφίγγοντας με το ένα του χέρι την καρδιά του. θα πρέπει λοιπόν να μετακόμισαν οι νοικάρηδες. Αντίθετα. "Είναι πολύ καχύποπτη.". Μόνο στο δεύτερο πάτωμα.".

αλλά μαλακά τώρα. για να μη δώσει την εντύπωση πως κρυβότανε. καθώς θα βρισκότανε ολομόναχη μαζί του. με τ' αυτί κολλημένο στην πόρτα.. άρπαξε την πόρτα και την τράβηξε προς το μέρος του.". Βλέποντας την να στέκεται όρθια στο κατώφλι και να του φράζει το πέρασμα. στο φως. αλλά δεν άφησε και την πετούγια και παρά λίγο να τη σύρει μαζί με την πόρτα στο κεφαλόσκαλο. σας έφερα κείνο το ενέχυρο που σας υποσχέθηκα την τελευταία φορά. Τον κοίταζε με προσοχή αγριεμένα και καχύποπτα. Η γριά έκανε να το πάρει και να το εξετάσει. όπως την άλλη φορά. Αλιόνα Ιβάνοβνα".. τί θέλετε. τρομοκρατήθηκε σχεδόν και θα το 'βάζε στα πόδια αν η σιωπή της γριάς κρατούσε μισό λεπτό ακόμα.. είμαι γνωστός σας. έκανε ένα βήμα κατά πίσω και κάτι πήγε να πεί. Και σπρώχνοντας την απότομα. Του φάνηκε μάλιστα πως διέκρινε στο βλέμμα της γριάς κάτι σαν ειρωνεία. ..... Μετά από λίγο. Να. κι αφουγκραζότανε κι αυτός. επίτηδες. άκουσε που τραβούσαν από μέσα το συρτή. "Ελάτε. αμέσως όμως ξανακάρφωσε τα μάτια της απάνω του. Η γλώσσα της λύθηκε. "Σας φέρνω κείνο το πράγμα. 7  Η πόρτα μισάνοιξε σιγά-σιγά. Αλιόνα Ιβάνοβνα. χωρίς την παραμικρή νευρικότητα. Τη στιγμή εκείνη. Ποιος είσαστε. Η γριά τρομοκρατήθηκε. που δεν τον υπάκουε. "θεέ μου! Μα. για να μην αλλάξει γνώμη η γριά και την ξανακλείσει. Ο Ρασκόλνικωφ κουνήθηκε και μουρμούρισε κάτι δυνατά. σα να τα μάντεψε όλα. ο Ρασκόλνικωφ. θα τη θυμότανε τούτη τη στιγμή με απόλυτη ακρίβεια. Ένιωσε πως τα 'χάνε... Δε μπορούσε να καταλάβει πώς έγινε και κινήθηκε με τόση πονηριά τη στιγμή που το μυαλό του σταματούσε μερικές στιγμές και το κορμί του δεν το ένιωθε καθόλου. δεν τράβηξε την πόρτα προς το μέρος της. τόσο πολύ βαθιά χαράχτηκε στη μνήμη του. χτύπησε το κουδούνι για τρίτη φορά. η φωνή του όμως. καθώς φαίνεται. Ύστερα.". Εκείνη. Αργότερα. Αλλά πάμε καλύτερα εκεί. και καρφώθηκαν ξανά επάνω του δυο μάτια διαπεραστικά και καχύποπτα απ' το βάθος του μισοσκόταδου. Πέρασε ένα λεπτό. ο Ρασκόλνικωφ έχασε την ψυχραιμία του και παρά λίγο να χαλάσει όλη η δουλειά από ένα σφάλμα του...πόρτα. Κάποιος στεκότανε πίσω απ' την πόρτα. μπήκε μέσα δίχως αυτή να τον καλέσει. Επειδή φοβήθηκε μήπως τρομάξει η γριά. Τί ζητάτε. Και άπλωσε το χέρι του με το ενέχυρο. κι επειδή ήξερε πως η έκφραση του και το παρουσιαστικό του δεν θα την καθησύχαζαν καθόλου. Η γριά έτρεξε πίσω του. ήτανε κοφτή και τρεμουλιάρικη. άρχισε να της λέει όσο πιο αδιάφορα μπορούσε. "Καλησπέρα. αλλά φάνηκε σα να μη μπορούσε να μιλήσει και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. προχώρησε ολόισια κατά πάνω της..

με φωνή σπασμένη. ψιθύρισε ξαφνικά ο Ρασκόλνικωφ με κακία. Κοιτάξτε τη!".. Άφησε τον Ρασκόλνικωφ για μερικές στιγμές. γυρίζοτας για μια στιγμή κατά τον Ρασκόλνικωφ. άσπρα. πλησίασε στο παράθυρο. ξαναβρήκε τις δυνάμεις του. Δεν είχε πια καμμιά δύναμη. "Μα. γιόκα μου. αμέσως μόλις άφησε τον μπαλντά να πέσει. Τα μαλλιά της. από τη μεριά που ήτανε το φως (όλα τα παράθυρα του σπιτιού της ήτανε κατάκλειστα. να πάω σε κανένα άλλον.". Εκείνος ξεκούμπωσε το παλτό του κι έβγαλε τον μπαλντά απ' τη θηλιά.. Ξαφνικά. "Τι χλωμός που είσαστε! Και τα χέρια σας τρέμουν! Μήπως βγήκατε τώρα δα από ζεστό λουτρό. Πώς να μην είμαι χλωμός. παρά την αποπνικτική ζέστη που έκανε). "Μα. "Μα. "Χμ! Δε μου μοιάζει γι' ασημένια. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν και πάλι.. Ένιωσε μια τρομερή εξάντληση στα χέρια του και του φαινότανε ότι από στιγμή σε στιγμή μούδιαζαν και γίνονταν βαριά σα μολύβι. τον σήκωσε με τα δυο του χέρια. φώναξε η γριά.."... Σας μίλησα γι' αυτήν την περασμένη φορά". Έβγαλε ολότελα τον μπαλντά απ' το παλτό του. όπως πάντα. η ασημένια.."Μα.. με μια κίνηση μηχανική. Τότε ο Ρασκόλνικωφ τη χτύπησε με όλες του τις δυνάμεις για δεύτερη και τρίτη φορά. τι' πάθατε και με κοιτάτε έτσι σα να μη με γνωρίζετε. εξακολουθούσε να κρατάει το ενέχυρο. όπως το συνήθιζε. ανακατωμένα και πασαλειμμένα με λάδι. τον άφησε να πέσει πάνω στο κεφάλι της. Η γριά άπλωσε το χέρι της. και δεμένα από το σβέρκο της με μια ξεδοντιασμένη χτένα. Στο ένα της χέρι.. και δίχως καμμιά προσπάθεια. ξεσκούφωτη. έτσι άξαφνα. ρώτησε κοιτάζοντας επίμονα τον Ρασκόλνικωφ ακόμα μια φορά και ζυγίζοντας το αντικείμενο στα χέρια της. . γιατί ήτανε πολύ κοντούλα. ήτανε πλεγμένα κοτσίδα. "Εκείνο το πράγμα. αραιά. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ. Μια ασημένια σιγαροθήκη. έτσι ξαφνικά. σα να του ξέφυγαν. τη βρήκε ακριβώς στην κορυφή. Καθώς προσπαθούσε να τη λύσει. χωρίς όμως να τον τραβήξει όλον έξω. Δεν έπρεπε να χάσει πια ούτε στιγμή. τί είναι τούτο. "Πάρτε το αν το θέλετε.. ψιλή σαν ποντικοουρά. Τί είναι αυτό. άρχισε να στριφογυρίζει το μυαλό του.". τί σας ήρθε να την τυλίξετε έτσι δα!". Τον κρατούσε με το δεξί χέρι κάτω απ' το παλτό του.. από μόνα τους.. γυρίζοντας του τις πλάτες. "Έχω πυρετό". η απάντηση όμως που της έδωσε φάνηκε να την έπεισε: Πήρε το ενέχυρο. Ο μπαλντάς. Η γριά ήτανε. πήρε κουράγιο με τον αποφασιστικό τόνο που είχε η φωνή του επισκέπτη της. χωρίς να ξέρει τί κάνει.. αφού δεν έβαλα τίποτα στο στόμα μου". Ωστόσο. ρώτησε κοιτάζοντας το ενέχυρο. αλλιώς. γιατί. ταμπακιέρα. Η γριά άλλαξε στάση: Καθώς φαίνεται.. Κι είναι καλοτυλιγμένη βλέπω". Φοβότανε μήπως του πέσει ο μπαλντάς.". Τα 'πε αυτά τα λόγια δίχως να τα σκεφθεί. δεν έχω καιρό για χάσιμο". πρόσθεσε με δυσκολία.

Νευριασμένος σήκωσε ακόμα μια φορά τον μπαλντά για να το κόψει επάνω στο κορμί της γριάς. Τράβηξε αμέσως τα κλειδιά. καθώς την εξέτασε από πολύ κοντά. ξαναγύρισε κοντά στο πτώμα. τον σήκωσε άλλη μια φορά πάνω απ' την γριά. υπήρχε ένα μεγάλο κρεβάτι. ήτανε ποτισμένο με αίματα. δίπλα στην πεθαμένη κι άρχισε αμέσως να ψάχνει τις τσέπες της. διέκρινε στο λαιμό της γριάς ένα κορδόνι. έτρεξε αμέσως κατά την κρεβατοκάμαρα. Κοντά στον τρίτο τοίχο ήτανε ο κομμός. Ύστερα. Έκανε να τ' αγγίξει με το δάχτυλο του. Αντίκρυ. αλλά κρατήθηκε: Έφτανε που το 'βλέπε με τα μάτια του. αλλά δεν τον άφησε να πέσει. να τα παρατήσει όλα και να φύγει. Ήτανε πάρα πολύ αργά πια για να φύγει. κοντά στον τοίχο. Αργότερα. και πάντοτε στην κορφή. Διατηρούσε όλη του την πνευματική διαύγεια. Ακούμπησε τον μπαλντά στο πάτωμα. Επί πλέον.. πολύ συνετός. θυμήθηκε ότι ήτανε πολύ προσεχτικός. για να την αφήσει να πέσει. αμέσως μόλις άκουσε το τρίξιμο του. Το τράβηξε. Σκύβοντας από πάνω της. σκεπασμένο μ' ένα πάπλωμα. ότι φυλαγόταν πολύ μη λερωθεί. κι έσκυψε πάνω απ' το πρόσωπο της: Ήτανε πεθαμένη. Τα μάτια της ήτανε γουρλωμένα σα να 'θελαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους. Του ξανάρθε. Μόλις τα πήρε. ξαφνικά. πήρε τον μπαλντά. Στο πάτωμα είχε σχηματισθεί μια λίμνη από αίμα. Δεν υπήρχε καμμιά αμφιβολία. Γέλασε σαρκαστικά με τον ίδιο τον εαυτό του. προσπαθώντας να μη λερώσει τα χέρια του με το αίμα που κύλαγε. δεν ένιωθε ούτε ζαλάδα. ούτε ίλιγγο. Ήτανε ένα δωμάτιο πολύ μικρό και είχε ένα μεγάλο εικονοστάσι. Του φάνηκε πως ίσως να ζούσε ακόμα η γριά. Δεν τόλμησε όμως να το κάνει και με πολλή δυσκολία. Όπως και τότε ήτανε όλα περασμένα σ' έναν ατσάλινο κρίκο. . που ήτανε ντυμένο με κομμάτια μεταξωτά. πέρασε σ' όλο του το κορμί μια ανατριχίλα. το τράβηξε. Άρχισε από τη δεξιά τσέπη. γεμάτο με εικονίσματα. Μόνο τα χέρια του έτρεμαν ακόμα. Δεν είχε γελαστεί: Ήτανε πορτοφόλι. δίχως να λιανίσει και το πτώμα. Ο Ρασκόλνικωφ τραβήχτηκε λίγο προς τα πίσω. στο μέτωπο της και στο πρόσωπο της φαίνονταν οι σπασμοί της επιθανάτιας αγωνίας. Το αίμα χύθηκε σαν από ποτήρι που τ' αναποδογυρίζεις και το κορμί της σωριάστηκε στο πάτωμα. Αφήνοντας τον κομμό και τα κλειδιά. Παράξενο! Αμέσως μόλις έκανε να βάλει το κλειδί στην κλειδαριά αυτού του επίπλου. πεντακάθαρο. τα κατάφερε να το κόψει ύστερα από δυο λεπτά. είδε πως το κρανίο της ήτανε ολότελα σπασμένο και μάλιστα πλακουτσωμένο από τη μια μεριά. ήτανε πεθαμένη. αλλά ήτανε γερό και δεν κόπηκε. όταν ξαφνικά σφηνώθηκε στο κεφάλι του μια άλλη εναγώνια σκέψη. απ' αυτή που την είδε την τελευταία φορά να βγάζει τα κλειδιά της. Αυτό όμως κράτησε μονάχα μια στιγμή. Ξαφνικά. γεμίζοντας αίματα τον μπαλντά και τα χέρια του. πως μπορούσε ίσως να συνέλθει.. πέφτοντας προς τα μπρος.πάντοτε με την ανάποδη του μπαλντά.

Πήρε βιαστικά και ξαναμμένα τα κλειδιά κι άρχισε να τα δοκιμάζει. άρχισε να σκουπίζει στη κόκκινη γαρνιτούρα της γούνας τα αίματα των χεριών του. ένα χρυσό ρολόι γλίστρησε απ' τη γούνα. ότι δεν ταίριαζε. Για κάνα δυο λεπτά. Πάνω-πάνω. Πραγματικά. Ο Ρασκόλνικωφ το πέταξε στην τσέπη του δίχως να εξετάσει το περιεχόμενο του. ξέροντας πως οι γριές συνηθίζουν να χώνουν τις κασέλες τους σ' αυτό το μέρος. απλώθηκε και πάλι βαθιά σιωπή. άλλαξε γνώμη: "θεέ μου! Τρελλάθηκα. που είχε μάκρος πάνω από μια πήχη. θυμήθηκε και σκέφτηκε ότι εκείνο το μεγάλο κλειδί με τα δόντια. ο ένας από κυπαρισσόξυλο κι ο άλλος από χαλκό. κάτω από ένα άσπρο πανί. αναποδογύρισε ολόκληρη τη βαλίτσα και είδε πως ανάμεσα στα κουρέλια. Ο Ρασκόλνικωφ. καθώς φαίνεται. όπου ίσως να βρίσκονταν όλα τα αξίας αντικείμενα. Πρώτα-πρώτα. εκτός από κουρέλια. συγκρατώντας την ανάσα του. ήτανε μια γούνα από λαγοτόμαρο. γιατί οι κάτοχοί τους δεν μπόρεσαν να τα πάρουν πίσω. Ύστερα. όπου βρισκότανε η γριά. ότι δεν ήτανε αυτό που έπρεπε ένα κλειδί. Αλλά δεν πρόφτασε να μαζέψει πολλά. Αμέσως. δε φαινότανε τίποτ' άλλο. Άκουσε ξαφνικά μες στο δωμάτιο. ήτανε ενέχυρα που έμειναν στην Αλιόνα Ιβάνοβνα. ήτανε γονατισμένος κοντά στην κασέλα. . με καπάκι κυρτό. ντυμένο με κόκκινο δέρμα και καρφωμένο με ατσάλινα καρφάκια. καρφίτσες γραβάτας κλπ. λιγδιασμένο. Μαζί μ' αυτά ήτανε κι ένα παλιό πορτοφόλι. τα 'χώσε στις τσέπες του παντελονιού του. που κρεμότανε μαζί με τα μικρά. που έκλεινε με ατσάλινη μπορντούρα. Αλλά αμέσως ο θόρυβος σταμάτησε. Όχι πως έτρεμαν πάρα πολύ τα χέρια του. Καθώς όμως άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα κουρέλια. Χωρίς να καθυστερήσει άλλο. έψαξε κάτω απ' το κρεβάτι. Ξαφνικά. δίχως να ξεδιπλώσει κανένα ή ν' ανοίξει καμμιά θήκη. ξαναγύρισε τρέχοντας στην κρεβατοκάμαρα. καθώς και μια μικρή εικόνα από σμάλτο. από δέρμα ζαρκαδιού. σκέφτηκε. είπε με τρόμο. Όλα τους. Ξάφνου όμως. άκουσε ολοκάθαρα μια πνιγμένη κραυγή. ένα μεταξωτό φουστάνι. υπήρχαν διάφορα χρυσά αντικείμενα. "Αφού είναι κόκκινη. κι ωστόσο εξακολουθούσε να παλεύει. με κόκκινη γαρνιτούρα. ένα σάλι και στο βάθος. λόγου χάριν. Άλλα βρίσκονταν μέσα στη θήκη τους και άλλα ήτανε καλοτυλιγμένα με εφημερίδα και δεμένα με σπάγκους. Ξαφνικά. Έριξε τους σταυρούς πάνω στο πτώμα της γριάς και παίρνοντας τώρα τον μπαλντά μαζί του. αλλά έκανε λάθος διαρκώς: Έβλεπε. κάτι βήματα. υπήρχε εκεί κάτω ένα κασελάκι. Κοκκάλωσε από τον τρόμο.Στο κορδόνι κρέμονταν δυο σταυροί. Το κλειδί με τα δόντια έπιανε. χωρίς επιτυχία όμως: Δεν έπιαναν στην κλειδαριά. δεν έπρεπε να είχε καμμιά σχέση με τον κομμό (τη σκέψη αυτή την είχε κάμει και την τελευταία φορά) αλλά θα ήτανε καμμιάς κασέλας. Παρατώντας τον κομμό. ή μάλλον κάτι σα βογγητό σιγανό και λαχανιαστό. σκουλαρίκια. Υπήρχαν εκεί μέσα βραχιόλια.". Σίγουρα ήτανε μια παραίσθηση του. το αίμα δε θα φαίνεται καλά".

σα μια ονειροπόληση σχεδόν. Μερικές στιγμές αποξεχνιόταν ή. με μια τρεμούλα σιγανή και ρυθμική. Σιγά-σιγά όμως το μυαλό του βυθιζότανε σε μια αφηρημάδα. αρκετά μακριά απ' το πρόσωπο της. Σωριάστηκε κάτω στο πάτωμα. Ούτε καν στην κρεβατοκάμαρα. Βούτηξε την κόψη του μπαλντά μες στο νερό. για να το πούμε καλύτερα. αλλά δεν έβγαλε καμμιά φωνή. και τ' άπλωσε αργά-αργά κατά τον Ρασκόλνικωφ. αν μπορούσε να ιδεί. ενώ στο πρόσωπο της φάνηκε ένας σπασμός. Ήτανε άσπρη σαν πανί και φαινότανε πως δεν είχε τη δύναμη να φωνάξει. όλες τις δυσκολίες. κι έσκισε πέρα για πέρα το πάνω μέρος του μετώπου ως το βρεγματικό κόκκαλο σχεδόν. είναι έτοιμα να μπήξουν τις φωνές. από την κοφτερή μεριά. μ' ένα μεγάλο μπόγο στα χέρια της. τινάχτηκε επάνω. Κοιτάζοντας κατά την κουζίνα είδε σ' ένα σκαμνί έναν κουβά με νερό και σκέφτηκε να πλύνει τα χέρια του και τον μπαλντά. αλλά άφωνα πάντοτε. . Με κανένα τρόπο δεν ήθελε πια να πλησιάσει στην κασέλα. Καταμεσίς στο δωμάτιο.Άξαφνα. Οπισθοχωρούσε αργά-αργά και κουβαριάστηκε στην άκρη. βλέποντας κάτι που τα τρομάζει. και κοίταζε με απέραντη κατάπληξη την πεθαμένη αδελφή της. αλλά ύστερα τον πέταξε κι έτρεξε κατά το χωλ. αλλά από φρίκη και αηδία γι' αυτό που έκανε. από λεπτό σε λεπτό. έτσι όπως γίνονται τα χείλη των παιδιών όταν. πήρε ένα κομμάτι σαπούνι. άρχισε να τρέμει ολόκληρη σαν φύλλο. σα να μην είχε πνοή να φωνάξει. όλη την απελπισία κι όλα τα εμπόδια που απέμεναν ακόμη να ξεπεράσει. που ήτανε εντελώς αναπάντεχος γι' αυτόν. τότε σίγουρα θα παρατούσε' απ' τα τώρα κάθε απόπειρα και θα πήγαινε από μόνος του να παραδοθεί. Η αηδία προ πάντων μεγάλωνε μέσα του και την ένιωθε όλο και περισσότερο. ίσως και τα εγκλήματα που είχε ακόμα να διαπράξει. Καθώς τον είδε να 'ρχεται. ιδίως μετά το δεύτερο φόνο. όρμησε κατά πάνω της σηκώνοντας τον μπαλντά. Ήτανε τόσο αγαθιάρα η δύστυχη. ξεχνούσε το ουσιώδες και απασχολιότανε με ασήμαντες λεπτομέρειες. Τα χείλη της συσπάστηκαν με πόνο. που ήτανε σ' ένα ραγισμένο πιατελάκι ακουμπισμένο στο παράθυρο. Ο Ρασκόλνικωφ έπιασε χαμένα τον μπόγο της. ώσπου να μπορέσει να ξεγλιστρήσει από δω και να γυρίσει στο σπίτι του. που δεν άπλωσε καν το χέρι της για να φυλαχτεί. Σήκωσε τα χέρια της κι έκανε ν' ανοίξει το στόμα της. έστω και από μακριά. Ο μπαλντάς την βρήκε κατακέφαλα. όχι από φόβο. Ο Ρασκόλνικωφ. όμως. με τα μάτια στηλωμένα επάνω του. παρ' όλο που αυτήν ακριβώς την κίνηση ήτανε φυσικό να κάνει τη στιγμή που ο μπαλντάς βρισκόταν πάνω από το πρόσωπο της. άρπαξε τον μπαλντά και όρμησε έξω απ' την κρεβατοκάμαρα. Τα χέρια του ήτανε γλιτσιασμένα απ' το αίμα. στεκότανε όρθια η Ελισάβετ. για να τον απομακρύνει από κοντά της. Αν αυτή τη στιγμή βρισκότανε σε κατάσταση να βλέπει και να καταλαβαίνει καλύτερα τη θέση του. Ο τρόμος τον κυρίευε όλο και περισσότερο. Βιαζότανε να φύγει από δω μέσα. κι άρχισε να πλένει τα χέρια του και τον ίδιο τον κουβά. Σήκωσε μόνο λίγο το αριστερό της χέρι.

Ετοιμάστηκε τότε να βγεί. Ξανάκλεισε την πόρτα και περίμενε.". θεέ μου! Δεν είδε ύστερα την Ελισάβετ. δε φαινότανε ψυχή. ξαφνικά. Μια σκοτεινή σκέψη τον πλημμύριζε βυθίζοντας τον σε αγωνία: Η σκέψη πως τρελλαινότανε και πως αυτή τη στιγμή δεν είχε τη δύναμη ούτε να σκεφθεί λογικά. δε χρειάζεται αυτό! Να φύγω πρέπει! Να φύγω!". χρησιμοποιώντας το ίδιο σαπούνι. επιθεώρησε το παλτό του. τίποτα δε φαινότανε απέξω. πήγε κοντά στο παράθυρο και για κάμποση ώρα εξέταζε προσεχτικά τον μπαλντά. ανοίγοντας την πόρτα. στάθηκε μια στιγμή καταμεσίς στο δωμάτιο. μια πόρτα άνοιξε στο επάνω πάτωμα με πάταγο και κάποιος άρχισε να κατεβαίνει σιγ ο μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι. Δεν είχε κανένα ίχνος. Στο τέλος. σκέφτηκε απότομα. για κάθε ενδεχόμενο.". στη γριά! Πώς το μάντεψε. Αφού έγινε κι αυτό. Τέλος. προαισθάνθηκε αμέσως ότι ο άνθρωπος αυτός ερχότανε εδώ. έστησε τ' αυτί του πάνω απ' τη σκάλα. Έβρεξε ένα πανί και τίς καθάρισε. Μόνο οι μπότες του είχανε λίγες κηλίδες. τράβηξε τον μπαλντά. πως δεν έκανε. ίσως. Αφουγκράστηκε κάμποση ώρα. ό. που ήτανε καταματωμένο. ότι ίσως να υπήρχαν μερικές λεπτομέρειες εντελώς εξόφθαλμες. καθόλου. Γιατί δε μπορεί να μπήκε. Τράβηξε πάλι το συρτή και. Έρχονταν από πολύ μακριά ακόμα. στο βάθος. Αλλά. η εξώπορτα απ' όπου έμπαινε κανείς στο χωλ. όλα σώπασαν. Στην αμηχανία του. έπαψαν απότομα. Τη στιγμή όμως που έβαζε το πόδι του στο πρώτο σκαλί. δυο άνθρωποι φώναζαν δυνατά και μάλωναν με βρισιές: "Ποιοί να 'ναι αυτοί. Καταλάβαινε άλλωστε ότι δεν μπορούσε να ιδεί καλά. Ύστερα. καθώς φαίνεται. που δεν την είχε ξανανιώσει ως τώρα στη ζωή του.". Αργότερα θυμήθηκε ξεκάθαρα ότι απ' την πρώτη κιόλας στιγμή που τ' άκουσε. απ' το κάτω μέρος της σκάλας ίσως. όταν. ίσως. τεντωμένο σ' όλο το μάκρος της κουζίνας. Εκεί κάτω. Εκεί όμως τον περίμενε μια τρομάρα τέτοια. Περίμενε με υπομονή. δίχως συρτή! Η γριά δεν την ξανάκλεισε πίσω της επίτηδες... Τι ήτανε κείνο το τόσο ιδιαίτερα σημαντικό . όσο του επέτρεπε το λιγοστό φως της κουζίνας. ούτε να υπερασπίσει τον εαυτό του.Όταν καθαρίστηκε καλά. Όρμησε κατά την πόρτα κι έβαλε το συρτή. Πώς δεν του πέρασε λοιπόν απ' το μυαλό πως από κάπου θα είχε μπεί για να βρίσκεται μέσα. άκουσε κάτι βήματα. το ξύλο όμως ήτανε υγρό ακόμα.τι έπρεπε να κάνει σε μια τέτοια στιγμή. μουρμούρισε τρέχοντας κατά την πόρτα. στο τέταρτο πάτωμα. κάτω απ' την εξώπορτα. Με την πρώτη ματιά. ήτανε μισάνοιχτη. έπλυνε πρώτα το σίδερο. Ύστερα τα σκούπισε όλα μ' ένα πανί που στέγνωνε κρεμασμένο σ' ένα σκοινί. το παντελόνι και τις μπότες του. που δεν τίς έβλεπε εκείνος. "Τι πάθανε όλοι τους και κάνουν τόση φασαρία. Είχανε χωρίσει εκείνοι οι δύο. από τους τοίχους. Στεκότανε ακίνητος και κοίταζε μη πιστεύοντας στα μάτια του: Η πόρτα. βέβαια. αφήνοντας μια χαραμάδα πλατιά σαν την παλάμη ενός χεριού! Όλη αυτή την ώρα έμενε ξεκλείδωτη. κι ύστερα κάθισε κι έτριβε τρία ολόκληρα λεπτά το ξύλο του. "θεέ μου! Πρέπει να φύγω' Να φύγω'. αυτή η ίδια πόρτα που είχε χτυπήσει και κείνος κι απ' όπου είχε μπεί μέσα. "Όχι.

Κάποιος άλλος πλησίαζε.Ακούγεται η λαχανιασμένη του ανάσα. όταν τους χώριζε μονάχα το πάχος της πόρτας και αφουγκραζότανε. Δεν ήτανε καθόλου απίθανο. κρατώντας την ανάσα του. δε θα 'τανε. μαζεύτηκε αμέσως πίσω απ' την πόρτα κι έστησε αυτί. Ο άγνωστος χτύπησε και δεύτερη φορά. ούρλιαξε βραχνιασμένα. τις καταραμένες! θα τον έχουν πάρει για καλά!". άρχισε να τραβάει το κορδόνι δέκα φορές συνέχεια. Ο Ρασκόλνικωφ μπόρεσε επί τέλους να κάνει ένα πήδημα και να χωθεί βιαστικά στο διαμέρισμα. Σκέφτηκε για μια στιγμή να στηρίξει το συρτή με το χέρι του. Ήτανε τώρα ο ένας αντίκρυ στον άλλο. Ο επισκέπτης έπιασε το κορδόνι και το τράβηξε με δύναμη. όπως βρισκότανε κι αυτός πριν από λίγο με τη γριά. Άρχισε πάλι να τα χάνει. Έστησε τ' αυτί για λίγα δευτερόλεφτα. ξένος και θα ερχότανε εδώ να την αράζει πολύ συχνά. Ο άγνωστος όμως άρχισε να μιλάει κι έτσι ο Ρασκόλνικωφ ξα-ναβρήκε ξαφνικά τις αισθήσεις του. Να 'τον όμως που ανεβαίνει ακόμα και ο θόρυβος γίνεται πιο δυνατός.που είχανε αυτά τα βήματα. Ο άνθρωπος αυτός. Έφτασε τώρα στο τρίτο πάτωμα! Ο Ρασκόλνικωφ ένιωσε ξαφνικά να κοκκαλώνει. Ο Ρασκόλνικωφ δεν τον άκουσε αμέσως που ήρθε. συλλογίστηκε. έλεγε πως από στιγμή σε στιγμή θα γλίστραγε πραγματικά. Ο επισκέπτης ανάσανε πολλές φορές με δυσκολία. Μόλις αντήχησε ο μεταλλικός ήχος του κουδουνιού. περίμενε λίγο και. του φάνηκε σα να σάλεψε κάτι στο δωμάτιο.. θα μας σκοτώσουν. κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Όταν τέλειωσε μ' αυτό. έτσι όπως γίνεται στα εφιαλτικά όνειρα όταν μας κυνηγούν εχθροί: Είναι πολύ κοντά μας. "Τί διάβολο! Κοιμούνται ή μήπως τίς στραγγάλισαν τις καρακάξες". αλλά ο άλλος θα το καταλάβαινε. όμοια. μάλλον αργά. αργά-αργά. νευριάζοντας άρχισε να χτυπάει με όλη του τη δύναμη το χερούλι της πόρτας.. φώναξε ο νεοφερμένος καμπανιστά και πρόσχαρα. "Ε. όλα αυτά έμοιαζαν με όνειρο. ανοιχτέ! Α.. κι ωστόσο μένουμε σαν καρφωμένοι στη θέση μας. Ο Ρασκόλνικωφ κοίταζε με τρόμο το συρτή να χοροπηδάει και. πιο δυνατός. ακούγοντας με προσοχή. ζαλιζότανε. Και. στη λύσσα του. "θα πρέπει να είναι χοντρός και ψηλός". Ήτανε βαριά. Ο επισκέπτης άρχισε ν' ανεβαίνει το τέταρτο πάτωμα. . Στ' αλήθεια. Ο άνθρωπος αυτός έφτασε στο πρώτο πάτωμα. έχοντας παραλύσει απ' τον τρόμο. γριά-στρίγκλα! Ελισάβετ Ιβάνοβνα! Ασύγκριτη ομορφιά. Ο άγνωστος είχε φτάσει κι αυτός μπροστά στην πόρτα. μη μπορώντας να σαλέψουμε τα πόδια ή τα χέρια μας. σφίγγοντας στο χέρι του τον μπαλντά. σίγουρα. "θα πέσω". δίχως θόρυβο σύρτωσε.". σκέφτηκε ο Ρασκόλνικωφ. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν κάτι βήματα βιαστικά και ανάλαφρα. "Είναι δυνατό να μην είναι κανένας μέσα. Ύστερα έπιασε το συρτή και. που εξακολουθούσε να χτυπάει το κουδούνι. όσο πιο δυνατά μπορούσε. Αλιόνα Ιβάνοβνα. "Καλησπέρα Κοχ!". ύστερα από τέτοιο τράνταγμα. προχωρώντας κατά τον πρώτο επισκέπτη. ξαφνικά.

". Πάει να πεί ότι μια τουλάχιστον από τις δυο είναι μέσα στο σπίτι. Δε μένει άλλο παρά να φύγω και να ξαναγυρίσω. Άρχισαν να κατεβαίνουν και οι δυο. Και κούνησε ακόμα μια φορά το πόμολο της πόρτας. "Κι εγώ την ήθελα. απάντησε ο Κοχ. Συνεπώς. μουχλιάζει εδώ μέσα. Κοντεύω να σπάσω την κλειδαριά".. Την ήθελα". αυτός εδώ θα πρέπει να είναι πολύ νέος".". Παράξενο! θα 'πρεπε μάλιστα να πω πως είναι τρομερά ανόητο. να 'ρθει να τίς ξυπνήσει εκείνος".Αλλά. Κι άρχισε να τραντάζει την πόρτα μανιασμένα.. λοιπόν. Αλλά.". Πάμε να φύγουμε".". "Στάσου! Μείνε συ εδώ και πάω εγώ να τον φωνάξω". πάμε!". Πού στην οργή να πήγε η γριά. αγαπητέ μου". πού με ξέρεις. γιατί τότε να μου δώσει ραντεβού. Καταλαβαίνεις.". Συνεπώς ή έχουν και οι δυο λιποθυμήσει ή. στο καφενείο "Γκαμπρίνους".". Ακούς το τρίξιμο που κάνει ο συρτής. φώναξε ξαφνικά ο νέος."Κρίνοντας απ' τη φωνή του. "Αυτό σημαίνει πως δεν είναι κλειδωμένη. είπε μέσα του ο Ρασκόλνικωφ. "Δε ρωτάμε το θυρωρό.. "Αλήθεια!".. "Εσύ. Δεν μπορώ να καταλάβω. να ρωτήσουμε!. "Τί.". λοιπόν. έκανε ο Κόχ κατάπληκτος. "Ε. Κι έκανα τόσο δρόμο! Μα. Διάβολε. είναι εδώ και δεν ανοίγουν". "Χμ!." "Πώς! Δεν καταλαβαίνεις. Όλο το χρόνο δε σαλεύει καθόλου. Χτύπησες το κουδούνι. Αν έβγαιναν και οι δυο θα είχανε κλείσει απέξω την πόρτα με το κλειδί και όχι από μέσα με το συρτή. "Τί διάολο πάθανε. "Ώστε δεν είναι μέσα. "Καλά λες. "Ε. "Τί να κάνω τώρα. Μα. αλλά απλώς συρτωμένη. πού στο διάβολο να πήγε. Και να την ξαφνικά που μας το στρίβει!". "Στάσου!".. "Για κοίτα δω! Βλέπεις πως παίζει η πόρτα με το σπρώξιμο.". αφού δεν πάει ποτέ της πουθενά. "Τί να τον ρωτήσουμε. τράνταξες την πόρτα και δεν άνοιξαν.". την πονάνε τα πόδια της. "Πού πήγε και πότε θα γυρίσει". "Στάσου!". "Α-ααα!". για να 'χουνε κλείσει από μέσα με το συρτή.. Να! Ακούς το θόρυβο που κάνει ο συρτής. "Ε. είναι και μέσα.". . Η γριά-στρίγκλα μου είχε ορίσει και την ώρα. "Μη χτυπάς! Κάτι το ύποπτο συμβαίνει. "Να πάρει ο διάβολος! Δε γίνεται τίποτα.. καλά τώρα! Δε σου πήρα τρεις παρτίδες συνέχεια στο μπιλιάρδο χθές.. πρέπει να . ξανάπε ο νέος. όμως. "Ώστε μέσα είναι!". ε. "Γιατί να μείνω εγώ.. "Πάμε να βρούμε το φύλακα πιο καλά.".

Ο Ρασκόλνικωφ στεκότανε όρθιος κι ασάλευτος. τράβηξε ακόμα μια φορά το κορδόνι πολύ σιγά. Ο Κοχ άρχισε να νευριάζει. "Τί να κάνω. Ησυχία! Ξαφνικά. "Ρε. Ετοιμάστηκε να γυρίσει πίσω και να ξαναμπεί στο διαμέρισμα. Την ώρα που χτυπούσαν την πόρτα και κουβέντιαζαν. "Αυτοί είναι!". να η σωτηρία! Μερικά σκαλιά μπροστά του. Τα είχε ολότελα χαμένα και μάλιστα ετοιμαζότανε να χτυπηθεί μαζί τους. στα δεξιά.. Τα βήματα του έσβησαν. βρισκόταν ένα . όταν ακούστηκε μεγάλη φασαρία στο κάτω πάτωμα. θεέ μου!". Εδώ συμβαίνει οπωσδήποτε κάτι το ύποπτο. κι ακούστηκε ένας μονάχα χτύπος του κουδουνιού. Ολότελα απελπισμένος πια προχώρησε ίσα κατά πάνω τους. Πού να τρυπώσει. κουβεντιάζοντας μεταξύ τους δυνατά. είπε για μια στιγμή. στο κάτω-κάτω". θα ήτανε τρεις-τέσσερις.. γιατί θα θυμηθούν πως με είδανε!". αλλά το κλειδί βρισκότανε από μέσα και δεν μπορούσε να ιδεί τίποτα. για να βεβαιωθεί ότι ήτανε κλεισμένη μόνο με το συρτή. χάνοντας την υπομονή του. όταν θα 'μπαιναν μέσα. "Ας γίνει κι έτσι". Πέρναγε η ώρα. "Εγώ. ξεφυσώντας σα βόδι. οπω-σδή-πο-τε". Ο Ρασκόλνικωφ τράβηξε το συρτή και μισάνοιξε την πόρτα. άρχισε να κατεβαίνει και κείνος βιαστικά. φώναξε πολύ ζωηρά ο νέος και κατέβηκε τη σκάλα τρέχοντας. όλα χάθηκαν! Αν μ' αφήσουν να περάσω. δίχως να σκεφθεί τίποτ' άλλο ξανάκλεισε όσο μπορούσε καλύτερα πίσω του την πόρτα και όρμησε προς τη σκάλα. και πάλι είναι όλα χαμένα. φώναξε. Κι εγκαταλείποντας τη θέση του. σφίγγοντας τον μπαλντά. δε πάει στο διάβολο. "Ας γίνει ό. σκέφτηκε πολλές φορές να τελειώνει μια και καλή και να τους φωνάξει απ' το άλλο μέρος της πόρτας. Και σε λίγο.". προσεχτικά και φρόνιμα. Ξαφνικά. Οι κραυγές τέλειωσαν με κάτι σα στριγκλιά και οι τελευταίοι θόρυβοι ακούγονταν πια στην αυλή. το δαιμονισμένο! Πιάστε τον!". απαλά-απαλά. απ' τ' αριστερά προς τα δεξιά. . Είχε κιόλας κατεβεί δυο-τρία πλατύσκαλα. τόσο το καλύτερο". Μερικές φορές έτσι του ερχότανε να τους βρίσει. "Όσο γρηγορότερα. Την κούναγε πέρα-δώθε."Δεν ξέρεις καμμιά φορά τί γίνεται. λεπτό το λεπτό και κανένας δεν ερχότανε. Ο Ρασκόλνικωφ ξεχώρισε την καμπανιστή φωνή του νεαρού. πάω για ανακριτής. πολλοί άνθρωποι άρχισαν ν' ανεβαίνουν με μεγάλο θόρυβο τη σκάλα. ξέρεις. Τέλος. Την ίδια όμως στιγμή. Δεν υπήρχε πουθενά κανένα μέρος να κρυφτεί. κάνοντας μεγάλο σαματά με τις μπότες του στη σκάλα. έγινε ησυχία. και δεν απόμενε παρά μονάχα ένα πάτωμα. έσκυψε να κοιτάξει απ' την κλειδαρότρυπα. Κάποιος πετάχτηκε από ένα διαμέρισμα του κάτω πατώματος μπήγοντας μια κραυγή κι άρχισε να κατρακυλάει στη σκάλα ξεσκούφωτος: "Μίτκα! Μίτκα! Μίτκα! Μίτκα! Α. Ύστερα άρχισε να κουνάει την πόρτα απ' την πετούγια. "Α. Ο Κοχ έμεινε μόνος του. που να σε πάρει ο διάβολος!". Κόντευαν τώρα να συναντηθούν.τι θέλει! Αν με σταματήσουν.

Όχι! Μπορεί να μ' έβρισκε καμμιά συφορά! Κι αν πέταγα κάπου τον μπαλντά κι έπαιρνα κανένα αμάξι. κατέβηκε γρήγοραγρήγορα. παρ' όλο που είχε να κάνει ακόμα καμμιά εκατοστή βήματα ως τη στροφή. Εκείνη την ώρα δεν είχε σχεδόν συναίσθηση τι του γίνεται. 'Άλλωστε. Ωστόσο. πως δε θα τον υποψιάζονταν πάρα πολύ. ήτανε γεμάτο κόσμο εκείνο το δρομάκι και χάθηκε σαν κόκκος άμμου μες στο πλήθος. εκείνοι θα είχανε φτάσει στο διαμέρισμα. Ψυχή στη σκάλα! Ούτε και στην εξώπορτα υπήρχε κανείς! Δρασκέλισε βιαστικά το κατώφλι και μόλις βγήκε στο δρόμο έστριψε αριστερά. θα μπορούσανε να τον προσέξουν ευκολότερα. Όχι! όχι! Κακό! κακό!". Τα είχε χαμένα. ήτανε απόλυτα σίγουρος. Κι ωστόσο. δεν είχε καλά-καλά συνέλθει. Ήτανε το διαμέρισμα εκείνο όπου δούλευαν οι μπογιατζήδες που. χωρίς να τον πάρει κανένας μυρουδιά. παρ' όλο που μόλις στεκότανε στα πόδια του. Ίσως μάλιστα να το υποψιάζονταν πως τρύπωσε στο άδειο διαμέρισμα. Τρόμαξε βλέποντας εκεί πέρα λίγο κόσμο. ενώ μόλις πριν από λίγες στιγμές ήτανε κλεισμένη. Δεν είχε τη δύναμη να σκεφτεί: "Αντί να τον ξαναβάλω στην παλιά . είχανε φύγει. έκανε έναν κύκλο και γύρισε στο δωμάτιο του από άλλο δρόμο. πως θα καταλάβαιναν αμέσως ότι ο δολοφόνος βρισκότανε πριν από λίγο εκεί μέσα και πως τα κατάφερε να κρυφτεί κάπου και να το σκάσει κάτω απ' τη μύτη τους.. Σκέφτηκε να ξαναγυρίσει πίσω στο ίδιο δρομάκι. Κι όσο προχωρούσε τόσο χειροτέρευε η κατάσταση του. Όλες όμως αυτές οι αγωνίες τον είχανε εξαντλήσει τόσο πολύ. πως θα τα 'χασαν βλέποντας την πόρτα ανοιχτή. Σίγουρα. σου 'στρίψε.". ύστερα όμως. δεν τολμούσε να βαδίσει πιο γρήγορα. Το πάτωμα φαινότανε φρεσκοβαμμένο και καταμεσίς στο δωμάτιο βρισκότανε ένας κουβάς. έστριψαν και ανέβηκαν στο τέταρτο πάτωμα μιλώντας δυνατά. παρουσιάστηκε μπροστά του ένα σοκάκι και χώθηκε κει μέσα. Όταν δρασκέλισε το κατώφλι της εξώπορτας του σπιτιού. πατώντας στα νύχια του. Και όμως αυτό ήτανε ένα απ' τα σοβαρότερα προβλήματα που είχε να λύσει: 'Έπρεπε να ξαναβάλει τον μπαλντά στη θέση του. σα να το 'καναν επίτηδες. πως θα κοίταζαν τώρα τα πτώματα. Ο Ρασκόλνικωφ όρμησε μέσα απ' την ανοιχτή πόρτα σαν αστραπή και κόλλησε στον τοίχο.διαμέρισμα άδειο με την πόρτα ανοιχτή. Ο ιδρώτας έπεφτε στο πρόσωπο του σε χοντρές σταγόνες. Περίμενε μερικές στιγμές και ύστερα. μισοπεθαμένος. Επί τέλους. Ήξερε καλά. Κατάλαβε τότε πως είχε μισοσωθεί. "Αν χωνόμουνα σε καμμιά πόρτα και περίμενα εκεί. Ύστερα. αυτοί θα βγήκανε πριν από λίγο έξω ξεφωνίζοντας.. την ώρα που εκείνοι ανέβαιναν τη σκάλα. όταν ξαφνικά θυμήθηκε τον μπαλντά. Ήτανε καιρός. συνήλθε. Ο λαιμός του ήτανε μούσκεμα. αυτή τη στιγμή. στη σκάλα. πως αυτή τη στιγμή. Γιατί οι άλλοι είχανε φτάσει κιόλας στο πλατύσκαλο. "Ε. φτάνοντας στην αποβάθρα. δίπλα σ' ένα δοχείο με μπογιά και σε μια γωνιά μια μεγάλη ταβανόβουρτσα. Βρισκότανε κιόλας στη σκάλα. ώστε μόλις που στεκότανε στα πόδια του. του φώναξε κάποιος καθώς έβγαινε στο κανάλι.

Κοίταξε με κατάπληξη τον εαυτό του και τριγύρω του την κάμαρα. αλλά το κρύο αυτό ήτανε κι απ' τον πυρετό που τον είχε πιάσει από πολλή ώρα όταν κοιμότανε. "Αχ! Είναι πάλι οι μεθυσμένοι που βγαίνουν από τις ταβέρνες". που έκανε τα δόντια του να χτυπάνε δυνατά κι όλα τα μέλη του να τραντάζονται. Άνοιξε την πόρτα και αφουγκράστηκε. αλλά δεν του πέρναγε απ' το μυαλό η σκέψη να σηκωθεί. Έτσι. Μια τρομερή παγωνιά τον πλημμύρισε. κατά τις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Κάτι ουρλιαχτά τρομαχτικά έφταναν ως τ' αυτιά του απ' το δρόμο . Δεν αποκοιμήθηκε. θα ήτανε καθώς φαίνεται μέσα στο σπίτι του. Κάπου-κάπου. Ύστερα.".". Κάθισε στο ντιβάνι και τότε τα θυμήθηκε όλα. Του ήρθε τέτοιο ρίγος. Δε μπορούσε όμως να ολοκληρώσει καμμιά. αργότερα. μπαίνοντας μέσα και πώς ρίχτηκε στο ντιβάνι του. όπως ακριβώς τον είχε βρει. σαν ημέρα. πετώντας τον στην αυλή ενός οποιουδήποτε σπιτιού". ώστε προχώρησε και άνοιξε την πόρτα. όχι κλειδωμένη. Αν έμπαινε κείνη τη στιγμή κανένας μες στην κάμαρα του. Συνεπώς. Αλλά είχε χάσει τόσο πολύ την ικανότητα να σκέφτεται λογικά. ούτε κι αυτή τη φορά ήτανε μέσα. Στο τέλος. κάτω απ' τον πάγκο. ανέβηκε στην κάμαρα του δίχως να συναντήσει κανέναν. θα πεταγότανε επάνω βάζοντας τις φωνές.. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ  Έμεινε έτσι ξαπλωμένος κάμποση ώρα. καλύτερα θα είναι να τον ξεφορτωθώ. και να τον κρύψει ανάμεσα στα κούτσουρα. αλλά έμεινε βυθισμένος σε μια χαύνωση. "θα είναι δύο περασμένες!". μπόρεσε να ξαναβάλει τον μπαλντά στη θέση του. ρίχτηκε στο ντιβάνι του με τα ρούχα. φαινότανε να ξυπνάει και για λίγα λεπτά έβλεπε πως η νύχτα ήτανε προχωρημένη. πρόσεξε πως ήτανε η νύχτα φωτεινή.. Κι άξαφνα πετάχτηκε επάνω. Βρισκόταν ξαπλωμένος στο ντιβάνι του ανάσκελα. Έτσι. ίσως ν' άπλωνε ήσυχα-ήσυχα το χέρι του και να του 'δίνε τον μπαλντά. αλλά χωρίς να βγάλει καν . Μέσα στο κεφάλι του σάλευαν σκιές και κομματιασμένες σκέψεις. Αλλά ο θυρωρός. σα να τον άρπαξε κάποιος από το ντιβάνι: "Τί.. Περασμένες κιόλας δύο.τ' άκουγε κάθε βράδυ άλλωστε κάτω απ' το παράθυρο του. Αν ο θυρωρός τον ρώταγε: "Τί θέλετε. όχι μονάχα δίχως να γδυθεί. Η πόρτα της σπιτονοικοκυράς του ήτανε κλειστή. Δεν καταλάβαινε πώς μπόρεσε να μην κλείσει την πόρτα του με το συρτή. και μάλιστα. Η πόρτα του θυρωρείου ήτανε κλειστή. δε μπορούσε να σταθεί σε καμμιά. Όλα όμως πήγανε καλά. ο φύλακας. άξαφνα. Όλο το σπίτι ήτανε βυθισμένο σε βαθύν ύπνο.του θέση. όσες προσπάθειες κι αν έκανε γι' αυτό. σκέφτηκε. ήρθανε ξανά στη μνήμη του όλα! Στην αρχή νόμισε πως είχε τρελλαθεί. Μπαίνοντας στην κάμαρα του. βυθισμένος ακόμα στον πρόσφατο λήθαργο του..

ούτε ζημιά". σκεφτότανε. Μηχανικά πήρε το παλιό φοιτητικό παλτό του. Και καθώς δεν είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Κρύψιμο είναι αυτό. "Αν έμπαινε κανένας μέσα. θυμήθηκε πως το πορτοφόλι και τα χρυσά αντικείμενα. τα ξανακοίταξε τρεις φορές συνέχεια. τώρα. "Αλλά. ζεστό. Τουρτουρίζοντας από το κρύο. Ύστερ' από πέντε λεφτά πετάχτηκε πάλι επάνω και ξανάσκυψε με τρόμο στα ρούχα του. Τα 'βγάλε γρήγορα-γρήγορα και τα πέταξε πάνω στο τραπέζι. έψαξε ακόμα και τις ραφές. "Αυτά τα .". Είχε αρκετό φως κι άρχισε να εξετάζει βιαστικά τον εαυτό του. Τα 'χώσε αμέσως σε μια τρύπα. βέβαια.. "Πώς μπόρεσα ν' αποκοιμηθώ. έλεγε πως θα 'βρίσκε μόνο λεφτά.". όπου κρέμονταν κάτι ξέφτια. ένα παλτό χειμωνιάτικο. Είναι αλήθεια ότι δε λογάριαζε πως θα 'χει τέτοια πράγματα. κάτω απ' τη μασχάλη. κοιτάζοντας χαμένα τη γωνιά. Έτρεξε κατά το παράθυρο. όπου η τρύπα φούσκωνε τώρα πιο πολύ. τί θα 'λέγε. από τα νύχια ως την κορφή. Αλλά ξαφνικά. μουρμούρισε με απελπισία. κι αναποδογύρισε μάλιστα τις τσέπες του για να βεβαιωθεί πως δεν έμεινε τίποτα μέσα. κάτω απ' το χαρτόνι της ταπετσαρίας: "Καλά είναι εκεί. "Τί έκανα. κι έτσι δεν είχε προετοιμάσει απ' τα πριν το μέρος όπου θα τα 'βάζε. Πήρε ένα μεγάλο σουγιά κι έκοψε αυτά τα ξέφτια. εκτός από μερικές σταγόνες πηγμένο αίμα στο κάτω μέρος του παντελονιού του. καθώς φαίνεται. το λογικό μου μ' εγκαταλείπει!". αφού δεν έκανα τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο. ανάμεσα στ' άπλυτα ρούχα. Δεν το σκέφτηκε ούτε και τώρα δα που έψαχνε τα ρούχα του! Μα. Πραγματικά. πώς είναι δυνατόν. αλλά κουρελιασμένο. Δεν είχε σκεφτεί ακόμα να τα πάρει και να τα κρύψει κάπου. α-ναρρίγησε όλο το κορμί του απ' τον τρόμο: "θεέ μου!". Τί θα κάνω τώρα. για να ιδεί μήπως υπήρχαν τίποτα ίχνη στα ρούχα του. Τίποτα δεν έκανα. Έφερε άνω-κάτω τα κουρέλια του. Τέτοιο ενοχοποιητικό στοιχείο. Ξαφνικά. και το 'ρίξε επάνω του. που τα 'χώσε κάτω απ' το μαξιλάρι του. γδύθηκε ολόκληρος για να ξαναψάξει τα ρούχα του. Ούτε γάτα. Ξαναβυθίστηκε αμέσως στον ύπνο και στο παραλήρημα κι έχασε τις αισθήσεις του. τίποτα! Ακόμα και τη θηλιά που έραψα στο παλτό μου. Δεν υπήρχε όμως κανένα ίχνος. "Έτσι κρύβονται τα πράγματα. βρίσκονταν ακόμα στις τσέπες του. Πως ήμουνα μεθυσμένος. που είχε πάρει απ' την κασέλα της γριάς. Αφού τα 'βγάλε όλα. ξέχασα να την ξηλώσω! Το ξέχασα! Πώς μπόρεσα να ξεχάσω τέτοιο πράμα.". όπου κρέμονταν κάτι κομμάτια απ' τη σχισμένη ταπετσαρία.". που είχε κυλήσει τώρα στο πάτωμα και βρισκότανε δίπλα στο προσκέφαλο του. Έτσι κρύβονται τα πράγματα.το καπέλο του. Χώρεσε ακόμα και το πορτοφόλι. αλλά. Δεν έπρεπε όμως να την κάνει έτσι αυτή τη δουλειά. Τράβηξε αμέσως τη θηλιά και την ξέσχισε σε μικρά-μικρά κομματάκια. που βρισκότανε σε μια καρέκλα. τα πήγε σε μια γωνιά του τοίχου.. Κάθισε εξαντλημένος στο ντιβάνι του κι αμέσως του ξανάρθε εκείνη η αβάσταχτη ανατριχίλα. σκέφτηκε με ανακούφιση.

ακόμα και η ικανότητα του να κάνει μια απλή σκέψη. απ' τα ξέφτια. Καθώς φαίνεται. να πάει να τα πετάξει για να μην τα ιδεί κανένας και να το κάνει γρήγορα αυτό... γιατί το πορτοφόλι ήτανε υγρό ακόμα. Με τί να τα κάψω. έχω ακόμα και την πνευματική μου διαύγεια και τη μνήμη μου. και μπορούσε να τα ιδεί αμέσως καθένας που θα 'μπαίνε μέσα. είναι δυνατό να παρουσιάστηκε κιόλας η τιμωρία. αυτή είναι η τιμωρία!". φώναξε πάλι χαμένα. η πεποίθηση αυτή γινότανε μέσα του αβάσταχτο μαρτύριο. σκέφτηκε ενθουσιασμένος. "Συνεπώς θα πρέπει να υπάρχουν αίματα μέσα στην τσέπη. τα ξέφτια. όταν το 'βαλα εκεί μέσα".. που έκοψε από το παντελόνι του. Εκείνη τη στιγμή μια ηλιαχτίδα έπεσε πάνω στην αριστερή του μπότα: Στην κάλτσα. "Όλη η άκρη της κάλτσας μου είναι ποτισμένη στο αίμα!". "Να τα βάλω στη σόμπα. τον εγκατέλειψαν. εκμηδενίστηκαν. του φάνηκε πως είδε μερικά ίχνη. όσο το δυνατό πιο γρήγορα. δε μ' εγκατέλειψε ολότελα το λογικό μου. Πραγματικά. πάνω στο πάτωμα. Δεν έχω σπίρτα. Και το βλέμμα του άρχισε να πλανιέται και πάλι με προσοχή οδυνηρή τριγύρω του. Κι αμέσως ξέσχισε τη φόδρα της αριστερής του τσέπης. Τότε του κόλλησε μια ιδέα παράξενη: Ίσως όλα του τα ρούχα να ήτανε γεμάτα αίματα.".έτσι. γιατί οι αισθήσεις του αδυνατούσαν. Πραγματικά. χωρίς καμμιά αργοπορία!". "Τί να κάνω όμως τώρα μ' αυτά. Πολλές φορές τινάχτηκε στο ντιβάνι του. Τα 'χε μαζέψει όλα αυτά και τα κρατούσε στα χέρια του. σ' όλα τα μέρη για να ιδεί μήπως ξέχασε τίποτα. από τούτη δω τη φόδρα της τσέπης. ακόμα και η μνήμη του. "Μα. τ( έπαθα λοιπόν. αλλά δε μπόρεσε. δίχως να προσέξει. όρθιος καταμεσίς στην κάμαρα του.ξεσχισμένα κομματάκια δε μπορούν να δημιουργήσουν καμμιά υπόνοια . βρίσκονταν ακόμα εκεί. Μα. τί λοιπόν. έλεγε ενώ ξανακαθότανε στο ντιβάνι.. Πολλές φορές. μουρμούριζε όρθιος καταμεσίς στο δωμάτιο του. μια στιγμιαία ζάλη!". Πώς να γλυτώσω απ' αυτή την κάλτσα. το κεφάλι του έγειρε ξανά στο μαξιλάρι: Τον ξανάπιασε εκείνο το ανυπόφορο ρίγος και ξανακουκουλώθηκε με το παλτό του.". ίσως να υπήρχαν επάνω τους του κόσμου οι κηλίδες που δεν τίς έβλεπε. μου φαίνεται". Αμέσως θυμήθηκε πως το πορτοφόλι ήτανε ματωμένο. δίχως καμμιά αργοπορία.. "Μα. στη σόμπα θα πρωτοψάξουν. θα πάτησε. Να τη! Να τη! Ναι. που δε μπορούσε να τίς προσέξει. του ξαναρχότανε αυτή η οδυνηρή σκέψη "πως έπρεπε αμέσως. που την έβλεπε να ξεπροβάλλει από μια τρύπα. καλύτερα να πάω να τα πετάξω'".. πιο γρήγορα. στο πάτωμα. αφού μπόρεσα να κάνω αυτούς τους συλλογισμούς!". τουλάχιστον. Όχι. γυρεύοντας να σηκωθεί. σε κείνη τη λιμνούλα το αίμα.". Η πεποίθηση ότι όλα. ήτανε ματωμένη. υπήρχαν αίματα στη φόδρα! "Άρα. ενώ ένας στεναγμός χαράς ξέφυγε απ' τα βάθη του στήθους του. Είναι δυνατό ν' άρχισε κιόλας. Αμέσως αναποδογύρισε την τσέπη του. ώρες ολόκληρες. "Και πρέπει να το κάνω αμέσως κιόλας. γιατί η σκέψη του είχε συσκοτιστεί. Να τα κάψω. "Ήτανε μια εξασθένιση από τον πυρετό. . Αντί όμως γι' αυτό.

που δεν είχε πάρει καθόλου τα μάτια της από πάνω του.". σα να κρατάει στα χέρια του κανένα θησαυρό!". "Για ιδές! Μάζεψε όλα τα κουρέλια και κοιμάται με δαύτα. συνέχισε η Ναστάσια με συμπόνια. Και λέγοντας αυτά. Ο θυρωρός γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του. Ναι. κι έκανε μεταβολή για να φύγει.Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τον ξύπνησε ολότελα.. έτσι κλειδαμπαρώνεται αυτός! Φοβάται μην τον κλέψουνε! Άνοιξε. Χτυπούσε η καρδιά του τόσο δυνατά που τον πονούσε. βλέποντας τον να βγάζει τα πόδια του έξω απ' το κρεβάτι. έριξε μια ματιά τριγύρω του.". την κάλτσα και τη φόδρα της τσέπης του! Είχε κοιμηθεί μ' αυτά. σαν παλιόσκυλο! Έλα άνοιξε! Είναι περασμένες δέκα!".". είναι ολοφάνερο για ποιο γραφείο πρόκειται". Γιατί είναι και ο θυρωρός. Ο Ρασκόλνικωφ τα 'χώσε όλα με μια κίνηση αστραπιαία κάτω απ' το παλτό του και την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. του είπε δίνοντας το. Εκείνος του 'δώσε αμίλητα ένα γκρίζο χαρτί. λοιπόν. ποιος έβαλε το συρτή από μέσα. αυτοί ήτανε. "Μήπως είσαι καταπουντιασμένος. παλιο-τυφλοπόντικα! Ξύπνα!"..". "Μη σηκώνεσαι".". χτυπώντας την πόρτα με γροθιές. έκανε μια ανδρική φωνή. Αυτή του 'ρίξε μια ματιά παράξενη. "Ροχαλίζει μέρες ολόκληρες. "Στην αστυνομία. είπε η Ναστάσια. Σας ζητάνε. Τα 'μαθαν όλα! Ν' αντισταθώ ή να τους ανοίξω. απάντησε η υπηρέτρια "Μπα. Ορίστε! Όλο ροχαλίζει!". δίχως να τ' ανοίγει. Τινάχτηκε και κάθισε στο ντιβάνι. "Ξέρω γω. Πηγαίνετε". έγειρε λίγο το κορμί του προς τα μπρος και ξεσύρτωσε. πρόσθεσε η Ναστάσια. "Και τότε. "Τί θέλουν. "Από χθες έχεις συνέχεια πυρετό". Ο θυρωρός με τη Ναστάσια. "Σας ζητάνε στην αστυνομία. Παρ' όλο που εκείνη τη στιγμή δεν ήτανε σε κατάσταση να συνειδητοποιήσει με . Ο Ρασκόλνικωφ κοίταξε το θυρωρό προκλητικά και οργισμένα. "Από ποιο γραφείο. "Αν είσαι άρρωστος. "Ίσως να μην είναι μέσα". λοιπόν! Είσαι ζωντανός ή πεθαμένος. Τί κρατάς στα χέρια σου. που μπορούσε να ξεσυρτώσει χωρίς να σηκωθεί απ' το κρεβάτι του. Δεν είναι και βιάση. "Άνοιξε. Γιατί. την έπιασε το νευρικό και σπασμωδικό της γέλιο. Τον κοίταξε με προσοχή. φώναξε η Ναστάσια.".". "Αυτή είναι η φωνή του θυρωρού! Τί γυρεύει εδώ. "Είναι ειδοποίηση απ' το γραφείο". μην πηγαίνεις. Ο Ρασκόλνικωφ δεν της απάντησε και κρατούσε στα χέρια του το χαρτί. διπλωμένο στα δύο και σφραγισμένο με βουλοκέρι. Έτσι κι αλλιώς με πήρε ο διάολος. Μισοσηκώθηκε. Η κάμαρα του ήτανε τόσο στενή. Ο Ρασκόλνικωφ κοίταξε: Στο δεξί του χέρι κρατούσε τα ξέφτια που έκοψε από το παντελόνι του.

σκέφτηκε με φοβερή ανησυχία. "Όλα αυτά είναι υποθετικά. το ίδιο μου κάνει. αλλά για τον εαυτό του τον ίδιο. Ας χαθώ. Πρέπει να την φορέσω τούτη δω την κάλτσα". "Όπως αγαπάς". αλλά καθώς σκέφτηκε πως δεν είχε άλλες κάλτσες. "Όχι. σκέφτηκε σταματώντας. και στο τέλος το κατάλαβε! Ήτανε μια συνηθισμένη ειδοποίηση από το αστυνομικό τμήμα της συνοικίας. ένιωθε πως δεν φέρνονται έτσι σ' έναν άνθρωπο που έρχονται για να τον πιάσουν. "Τί σημαίνει πάλι αυτό.". εντελώς τυπικά πράγματα". σχετικά. την ξαναφόρεσε. Εγώ δεν έχω καμμιά δοσοληψία με την αστυνομία. Την έβγαλε.". "Ε. "Ίσως να επωφεληθούν απ' την απουσία μου για να κάνουν έρευνα". Άνοιξε τότε τρέμοντας το χαρτί και άρχισε να το διαβάζει. σκέφτηκε ξαφνικά. "Το χειρότερο είναι πως βρίσκομαι σχεδόν σε παραλήρημα. τα τούβλα. είπε μέσα του. Με τη λάσπη και το τρίψιμο έγιναν μουντά. ώστε έκανε μια κίνηση αδιαφορίας και συνέχισε το δρόμο του. "Είναι κόλπο! Πάνε να με τραβήξουν ως το τμήμα με κόλπο και ύστερα θα με πιάσουν. Μόλις όμως την έβαλε στο πόδι του. "Θα 'παιρνες λίγο τσάι.. "Υπάρχουν ίχνη. Συνεπώς η Ναστάσια δε μπόρεσε να διακρίνει τίποτε από μακριά! Δόξα σοι ο θεός!".". μα πάρα πολλές. μουρμούρισε καθώς σηκωνότανε. Μπορεί να μου ξεφύγει καμμιά κουταμάρα.. Το διάβασε πολλές φορές. στις εννέα και μισή. Γέλασε αλλά αμέσως ύστερα τον έπιασε απελπισία. τα ίχνη θα εξαφανιστούν". Στριφογύριζε το μυαλό του και τον πονούσε το κεφάλι του απ' τον πυρετό. Στη σκάλα θυμήθηκε πως είχε αφήσει τα κλεμμένα στην τρύπα. Έκανε να γονατίσει για να προσευχηθεί. Ήτανε όμως τέτοια η απελπισία του και. περίσσεψε".. "Θα πάω". σκέφτηκε. Και γιατί ακριβώς σήμερα. αμέσως όμως χαμογέλασε. όχι για την προσευχή. είναι πάνω απ' τις δυνάμεις μου. θέλεις. "Αν είναι να χαθώ. οι ασβέστες να τη πάλι εκείνη η μπόχα απ' τα . Λύγιζαν τα γόνατα του.δεν έβρεξε καθόλου αυτές τις τρεις ημέρες. τα κατάφερα να τη φορέσω τελικά!". καθώς προχωρούσε προς τη σκάλα. Στο δρόμο έκανε ζέστη ανυπόφορη . όπου τα έκρυψε χθες. σκεφτότανε μέσα του.. Όπως και να 'ναι. τώρα κιόλας".ακρίβεια τα πράγματα. Η σκέψη αυτή πέρασε σαν αστραπή απ' το μυαλό του και μόλις που τον άγγιξε. "θεέ μου! Ας τελειώσουν όλα πια. Τον καλούσαν να παρουσιαστεί σήμερα στο γραφείο του αστυνόμου. Να η σκόνη πάλι. για να εξετάσει καλύτερα τα ξέφτια και την κάλτσα. θα πάω να σου φέρω. "'Όταν κολλήσει επάνω της περισσότερη σκόνη.. αλλά δε διακρίνονται καθαρά. να που τη φόρεσα. Ντύθηκε βιαστικά. "Εγώ λέω ότι δε μπορείς να κατεβείς ούτε τη σκάλα". το κορμί του όμως έτρεμε ολόκληρο. "Να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα!". ο κυνισμός του. μπορεί να πεί κανείς. ας πάει στα κομμάτια. θα πάω εκεί. την τράβηξε απότομα με αηδία και τρόμο. το γρηγορότερο!". κάνοντας μου διάφορες ερωτήσεις". θα πάω εκεί. Η Ναστάσια έφυγε πίσω απ' το θυρωρό. δεν αντέχω. "Είναι απ' το φόβο μου". Ο Ρασκόλνικωφ έτρεξε αμέσως στο φως.. "Όχι.

έριξε μια ματιά. που ακολούθησε χθες. σκέφτηκε ο Ρασκόλνικωφ.μαγαζιά και τις ταβέρνες. πριν από λίγο όμως είχε μεταφερθεί σε άλλο μέρος. που σου 'φέρνε ναυτία. "Είσαστε φοιτητής. Έλαμπε ο ήλιος και τον στράβωνε τόσο πολύ που δε μπορούσε να κοιτάξει. πολλοί αστυνομικοί και ένα σωρό άτομα. Συνεπώς. αλλά είχε περάσει πολύς καιρός από τότε. γύρισε αλλού τα μάτια του. γιατί για τίποτα δε δίνει φράγκο". Μπαίνοντας στην εξώπορτα. "Θα μπω μέσα.". Οι κουζίνες απ' όλα τα διαμερίσματα και των τριών πατωμάτων. που έρχονταν για υποθέσεις τους. εδώ είναι το γραφείο". οι Φινλανδοί πλανώδιοι πωλητές. δείχνοντας του με το δάχτυλο μπροστά. κατά το σπίτι. μ' ένα βιβλίο στο χέρι: "Αυτός θα πρέπει να είναι ο θυρωρός. Απευθύνθηκε σ' έναν απ' αυτούς. Ακόμα και η πόρτα του γραφείου ήτανε ορθάνοιχτη.. ενώ το μυαλό του στριφογύριζε . στον τρίτο όροφο ενός κατακαίνουργιου κτιρίου. μπορεί και να ομολογήσω".. Το τμήμα βρισκότανε κάπου διακόσια πενήντα μέτρα μακριά από το δωμάτιο του. Ο γραφιάς τον κοίταξε χωρίς να δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον. γεμάτη πόνο και αγωνία. Στο δεύτερο γραφείο ήτανε κάτι γραφιάδες. "Απ' αυτόν εδώ δεν πρόκειται να μάθω τίποτα. Κι εδώ μέσα η ζέστη ήτανε αποπνικτική κι επί πλέον σου ερχότανε στη μύτη μια δυνατή μυρουδιά από φρεσκοπερασμένες λαδομπογιές. Φτάνοντας στην στροφή του δρόμου. οι μεθυσμένοι που τους συναντάς στο κάθε βήμα σου. μόλις λίγο πιο καλοντυμένοι απ' αυτόν. το τελευταίο γραφείο. περιμένοντας τη σειρά τους. Μια τρομερή ανυπομονησία τον έσπρωχνε να προχωρεί όλο και περισσότερο. έβλεπαν κατά τη σκάλα και έμεναν όλη σχεδόν την ημέρα ανοικτές. Αφού περίμενε λίγο. τα ξεχαρβαλωμένα αμάξια. "Αν με ρωτήσουν. στην τύχη. Ήτανε ένας άνθρωπος ολότελα αποχαυνωμένος και το βλέμμα του έδειχνε πως είχε κάποια έμμονη ιδέα στο μυαλό του. Δεν ήθελε να ζητήσει από κανέναν πληροφορίες. άντρες και γυναίκες. "Ν' απευθυνθείτε στο γραμματέα". πρώην φοιτητής. τον ρώτησε. απότομη και γεμάτη βρωμόνερα. και την ίδια στιγμή.. σκεφτότανε ανεβαίνοντας το τρίτο πάτωμα. αφού έριξε μια ματιά στο χαρτί. "Τί θέλεις. Η σκάλα ήτανε στενή. του είπε ο γραφιάς. Όλα τα δωμάτια εκεί μέσα ήτανε μικρά και χαμηλοτάβανα. έκρινε καλό να περάσει στο επόμενο γραφείο. Ο Ρασκόλνικωφ έτυχε να ξαναπάει μια φορά παλιότερα. σκέφτηκε καθώς πλησίαζε στο αστυνομικό τμήμα. Ο Ρασκόλνικωφ του έδειξε την κλήση που είχε πάρει. "Ναι. θα πέσω στα γόνατα και θα του τα πω όλα!.. με βιβλία κάτω απ' τη μασχάλη τους. Από πάνω ως κάτω ανεβοκατέβαιναν πορτιέρηδες. Έβγαζαν μια μυρουδιά αποπνικτική. Κανένας δεν τον πρόσεχε. Απέξω στέκονταν ένα σωρό μουζίκοι..". Κι ανέβηκε απάνω. είδε στα δεξιά μια σκάλα απ' όπου κατέβαινε ένας μουζίκος." του λέει. που είχαν κάτι το παράξενο στην όψη τους. ."..πράγμα πολύ συνηθισμένο που συμβαίνει στον καθένα όταν έχει πυρετό και βγαίνει έξω απότομα μια μέρα ηλιόλουστη.

Αγωνιζότανε να προσκολληθεί σε κάποια σκέψη. ενώ το μεταξωτό φουστάνι της θρόιζε. παρ' όλο που η καρέκλα βρισκότανε δίπλα της. φακιδιάρα. κι εξακολούθησε ν' απασχολείται με τη γυναίκα που είχε το πένθος. ανοιχτό. πιάνοντας το μισό σχεδόν δωμάτιο. αλλά το σκληρό κι ευκίνητο πρόσωπο του. Και το μυαλό του επίσης. δεν κάθεσθε. Ήτανε νεώτατος. που ήτανε πολύ περιποιημένα. Ήτανε θαλασσί. Ξαφνικά. Αυτός του 'ρίξε μια γρήγορη ματιά και είπε: "Περιμένετε". πολύ χοντρή. με πένθος. Ανάμεσα στο πλήθος ήτανε και μερικές γυναίκες. φτωχοντυμένη. "Λουίζα Ιβάνοβνα. Το κοινό εδώ ήτανε πιο καλοντυμένο απ' αυτό που υπήρχε στο προηγούμενο γραφείο.". με κάποια εκζήτηση μάλιστα. καθότανε μπροστά σ' ένα γραφείο. πολύ φανταχτερό. πρόσθεσε.. Πέταξε στο τραπέζι το πηλήκιο του.Μπήκε και σ' αυτό το γραφείο (το τέταρτο) που ήτανε στενό και γεμάτο κόσμο. απάντησε εκείνη και κάθισε ήσυχα-ήσυχα. που περπατούσε ανασηκώνοντας τους ώμους με το κάθε βήμα. "Σίγουρα. εικοσιδύο χρονών. Τι κρίμα να μη φυσάει καθόλου εδώ μέσα". και έγραφε κάτι που της υπαγόρευε εκείνος. Μια άλλη. να καταλάβει κάτι από τώρα κιόλας. που ήτανε στολισμένο με μια κονκάρδα και κάθισε σε μια . Σιγά-σιγά. "Μια οποιαδήποτε ανοησία.. αλλά η κυρία φαινότανε σα να ενοχλείται που έπιανε τόσο χώρο κι απέπνεε τόσα αρώματα. παρ' όλο που χαμογέλασε με μια έκφραση άτολμη και ταυτόχρονα αδιάντροπη. μπήκε μέσα ορμητικά ένας αξιωματικός με ύφος λεβέντικο. που έδειχνε και κάποια ανησυχία.". Φοβότανε πως δε θα μπορούσε να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του. Το κεφάλι μου γυρίζει όλο και περισσότερο. είπε στη χοντρή με το κοκκινωπό πρόσωπο και το φανταχτερό φόρεμα. που να του είναι ολότελα αδιάφορη. αντίκρυ στο γραφιά... Καθότανε παράμερα και φαινότανε να περιμένει.. δεν είναι γι' αυτό". σα να μην τολμούσε να καθίσει. "Πνίγεται κανείς. Μια απ' αυτές. Ανάσαινε τώρα πιο ελεύθερα. με κατακόκκινο πρόσωπο.. που βρισκότανε εκεί. τούτος εδώ ο γραμματέας τον ενδιέφερε πάρα πολύ. έλαμπαν πολλά δαχτυλίδια και στο γιλέκο του κρέμονταν αλυσίδες χρυσές. Προσπαθούσε να μαντέψει κάτι απ' τη φυσιογνωμία του. φορούσε ένα φόρεμα πολυτελείας. Τέλος. Έβγαζε ένα κύμα από αρώματα. η γυναίκα με το πένθος τέλειωσε την κατάθεση της και σηκώθηκε. αλλά δεν το κατόρθωνε. Ήτανε ντυμένος με τη μόδα. και το στήθος της είχε μια καρφίτσα μεγάλη σαν πιατελάκι. που στεκότανε ακόμα όρθια. τον έκανε να φαίνεται μεγαλύτερος. και χώριζε τα παρφουμαρισμένα του μαλλιά με χωρίστρα. γαρνιρισμένο με άσπρη δα-ντέλλα κι απλώθηκε σα μπαλόνι γύρω από το κάθισμα. που κατέβαινε ως το σβέρκο του σχεδόν. κάνα-δυο γαλλικά και τα κατάφερε αρκετά καλά. η παραμικρή απροσεξία και μπορώ να προδοθώ! Χμ!. Ο Ρασκόλνικωφ έδωσε το χαρτί του στο γραμματέα. Είπε μάλιστα μ' έναν ξένο. Στα δάχτυλα του. "Ich danke". έπαιρνε θάρρος κι έσπρωχνε τον εαυτό του να ξαναβρεί το ηθικό του και να συγκεντρώσει το μυαλό του. 'Άλλωστε. Ήτανε τρομερά αναστατωμένος.

απάντησε ο Ρασκόλνικωφ. ο Ρασκόλνικωφ έκανε την ανοησία να κοιτάξει τον αξιωματικό κάμποση ώρα κατάματα. Και κείνη δεν τόλμησε πια να ξανακαθίσει μπροστά του. . πετάχτηκε απάνω και του 'κάνε μια βαθειά υπόκλιση. που να το πάρει αυτός για προσβολή. με εντελώς ξεχωριστή επισημότητα. δεν πρόκειται γι' αυτό". Είχε κάτι μακριά κοκκινωπά μουστάκια.".. απάντησε κουτσά-στραβά ο Ρασκόλνικωφ. δεν το αισθανόταν πια.πολυθρόνα. υψώνοντας τη φωνή του και παίρνοντας ύφος ακατάδεχτο. ανασηκώνοντας το κεφάλι του απ' τα χαρτιά. με κλήση. Ποια λεφτά.. "Σου γράφουμε να 'ρθεις στις εννέα και τώρα είναι περασμένες δέκα". "Τί γυρεύεις εσύ. έτσι έξαφνα.". Είμαι φοιτητής και δεν επιτρέπω να μου βάζουν τις φωνές κατάμουτρα". ο αξιωματικός όμως δεν της έδωσε την παραμικρή προσοχή. και τόσο πολύ. συνεπώς. σκέφθηκε ο Ρασκόλνικωφ. ούτε καν χαμήλωσε τα μάτια του μπροστά στο κεραυνοβόλο του βλέμμα. "Μη φωνάζεις!" "Δε φωνάζω.. Τα χαρακτηριστικά του ήτανε εξαιρετικά λεπτά. "Διαβάστε!".". είχε ένα τουπέ που ερχότανε σε αντίθεση με τα κουρέλια του. "Και σεις βρισκόσαστε σε ανακριτικό γραφείο". είπε βιαστικά ο γραμματέας. Κοίταξε τον Ρασκόλνικωφ λοξά και μάλιστα κάπως αγριεμένα: Ήτανε πραγματικά πολύ κακοντυμένος.. "Κι εκτός του ότι φωνάζετε. Να λείπουν οι προστυχιές". "Σκασμός! Βρίσκεσαι σε ανακριτικό γραφείο. Κι αναρρίγησε απ' τη χαρά του. Είχε κι αυτός θυμώσει. Σεις μου φωνάζετε κατάμουτρα. φώναξε ο αξιωματικός. "Συνεπώς. άρρωστος. Ένιωθε ανέκφραστη κι απέραντη ανακούφιση. φώναξε ο Ρασκόλνικωφ. που πετάγονταν οριζόντια κι απ' τις δυο μεριές του προσώπου του. χωρίς κι ο ίδιος να το περιμένει και μάλιστα έβρισκε μια ευχαρίστηση σ' αυτή την οργή. "Μόλις πριν από ένα τέταρτο της ώρας μου 'φεραν την κλήση". ώστε για ένα λεπτό δε μπόρεσε να αρθρώσει λέξη και μονάχα κάτι φουσκαλίτσες σάλιο ξέφυγαν από τα χείλη του.. Πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο. εξοχώτατε. Ήτανε ο βοηθός του αστυνόμου. καπνίζετε κιόλας. Πραγματικά. φώναξε ολοφάνερα κατάπληκτος που ένας κουρελιάρης σαν κι αυτόν. που αρπαζότανε όλο και περισσότερο δίχως κανένα λόγο. χωρίς όμως καμμιά άλλη έκφραση εκτός από κάποια αλαζονεία. Ορίστε!". "Δε φτάνει δηλαδή που ήρθα. με πυρετό!"..". φερνόσαστε χειρότερα από κάθε άλλον". έκανε σπρώχνοντας προς τον Ρασκόλνικωφ ένα τετράδιο και δείχνοντας του σ' ένα σημείο. Μιλάω πολύ καθώς πρέπει. "Τα λεφτά. Το βάρος που τον συνέτριβε. "Και ποια ώρα σου είπανε να 'ρθεις. Μόλις τον είδε η κυρία. "Με κάλεσαν. Τον καλέσαμε για τα λεφτά. αλλά παρά την εμφάνιση του. "Είναι ο φοιτητής". Ο αξιωματικός θύμωσε τόσο πολύ.

Αλέξανδρε Γρηγορίεβιτς. ρώτησε τον γραμματέα.. "Τί λεφτά είναι αυτά. χήρας δικαστικού παρέδρου.. σαν αστραπόβροντο. διάβαζε. την ίδια στιγμή. επιείκειας και θριάμβου ταυτόχρονα. αισθανότανε μια χαρά ανέκφραστη. δε χρωστάω σε κανέναν". άκουγε. Και μας κάνεις και τον καμπόσο". Δείχ' τη του.να τί πλημμύριζε τούτη τη στιγμή ολόκληρη την ύπαρξη του. η κυρία . Δεν χρειάζονταν πια προβλέψεις. απαντούσε. δεν είχε πάψει να τον κοιτάζει μ' ένα βλακωδέστατο χαμόγελο. ο Ρασκόλνικωφ. Από τη χήρα Ζαρνίτσυν. Άρπαξε εκείνο το χαρτί ανυπόμονα. εντελώς μηχανικά. Αλλά. δεν πληρώνεις τα λεφτά που χρωστάς. Έπεσε λοιπόν σαν κεραυνός πάνω στη δόλια "κυρία με την τουαλέτα" που. να μην πωλήσετε και να μην κρύψετε τα περιουσιακά σας στοιχεία. είναι σπιτονοικοκυρά μου. τί σημασία είχε για τον Ρασκόλνικωφ το γραμμάτιο και η δήλωση. υψώνοντας τη φωνή του μ' έναν τρόπο που δε φαινότανε φυσικός.. Στεκόταν εκεί πέρα όρθιος. ξέσπασε μέσα στο γραφείο κάτι. άμεσης.έστω και στοιχειώδη.. .". αναλαμβάνετε την υποχρέωση να μη φύγετε από την πρωτεύουσα. Ο ευέξαπτος αξιωματικός τα είχε ολοφάνερα χαμένα. έχει το δικαίωμα να πουλήσει την περιουσία σας και να ενεργήσει εναντίον σας τα προβλεπόμενα υπό του νόμου. σα να είχε να κάμει με πρωτάρη που του δίνει το πρώτο μάθημα: "Λοιπόν. απ' τη στιγμή που μπήκε εκείνος μέσα στο γραφείο. Άξιζε τον κόπο ν' απασχοληθεί μ' αυτό το ζήτημα ή και να του δώσει την παραμικρή προσοχή. Ο γραμματέας τους κοίταζε χαμογελώντας.. ολοκάθαρα ζωώδους. που μας το έστειλε για να πάρουμε τη σχετική δήλωση σας". Ο αξιωματικός ήτανε ακόμη αναστατωμένος από την προσβολή που του έγινε. ή θα δηλώσετε εγγράφως πότε ακριβώς θα μπορέσετε να τα πληρώσετε. "Μα. πρόστιμα κλπ. δε. Όσο για τον πιστωτή. νεαρέ μου." Ο γραμματέας τον κοίταζε μ' ένα χαμόγελο οίκτου. Ή θα τα καταβάλετε με όλα τα έξοδα.". Σου 'χουν κάμει μήνυση. "Αυτό δεν είναι δική μας δουλειά' Εδώ μας ήρθε διαμαρτυρημένο ένα γραμμάτιο για εκατόν δεκαπέντε ρούβλια που υπογράψατε της κυρίας Ζαρνίτσυν. Αλλά. "Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά". ούτε μέτρα προφυλαχτικά για το μέλλον. "Να κάνεις τη δήλωση που σου ζητάνε.Καθώς έλεγε αυτά τα λόγια. αν δεν εξοφλήσετε πρώτα το χρέος σας. ούτε αμφιβολίες και ερωτηματικά." "Και τί σημασία έχει αν είναι σπιτονοικοκυρά σας. το γραμμάτιο μεταβιβάστηκε στον αυλικό σύμβουλο Τσεμπάρωφ. πώς τα βλέπεις τώρα. Ήτανε μια στιγμή ολοκληρωτικής χαράς.". Ο Ρασκόλνικωφ όμως δεν τον άκουγε πια. Ταυτοχρόνως... ρωτούσε κιόλας. Έβραζε το αίμα του και ζητούσε ολοφάνερα ευκαιρία για να επανακτήσει το γόητρο του που κλονίστηκε. "Είναι κάτι λεφτά που σας ζητάνε να πληρώσετε για ένα γραμμάτιο. Το διάβασε και το ξαναδιάβασε αλλά δεν κατάλαβε τίποτα. απάντησε τέλος. το αίσθημα ότι τη γλύτωσε για τα καλά . ψάχνοντας να βρεί τί σήμαινε αυτό το αίνιγμα. Η βαθιά ικανοποίηση του θριάμβου. "Μα.

παλιό. εγκώ δε φταίει τίποτα. δεκαπέντε ρούβλια chtraf! (αποζημίωση). μόνο ήρτε ένας μεθυσμένος . έρχεται το Καρλ κι αυτός αμέσως ρίχνεται κατά πάνω στο Καρλ. Ακόμα και το χαρτί που κρατούσε ο Ρασκόλνικωφ. Αλλά εσύ. είπε ο γραμματέας βιαστικά... να γελάσει πολύ δυνατά. "Ηλία Πετρόβιτς". επεμβαίνοντας. το χαβά σου! Παλιό. Κοίταξε κατάπληκτος την καλοντυμένη γυναίκα. "Κανένα skandal (σκάνδαλο). είχε φύγει στο μεταξύ). Παράξενο όμως! Όσο οι βρισιές που της έλεγε γίνονταν χειρότερες.. παλιό.και να σας πω το πώς και τί κυρ-αστυνόμε μου. χτες το βράδυ. πως δεν υπήρχε τρόπος πια να κρατηθεί ο αξιωματικός όταν τύχαινε να ξεσπάσει.. σε σπίτι καθώς πρέπει. ντεν είναι καλό. γιατί ήξερε από πείρα... νομίζεις. κυρ-αστυνόμε μου κι έβαλα φωνές κι εγκώ. ότι δεν πρόκειται να τ' ανεχτώ. ντεν είναι τρόποι αυτό και τότε παίρνει ένα μπουκάλα και ντόοτου να κυνηγάει όλο το κόσμο από πίσω. να σε κλείσω μέσα. τόσο πιο καλοσυνάτη έκφραση έπαιρνε το πρόσωπο της και τόσο πιο γοητευτικό ήτανε το χαμόγελο της προς τον αξιωματικό. κυρ-αστυνόμε μου". αλλά και με απόλυτη σιγουριά για τα Ρωσικά της. Αλλά. λέει. κυρ-αστυνόμε μου. "Τί έγινε πάλι στο σπίτι σου. man muss (πρέπει) να του πληρώνουμε. .λιγκάκι μόνο.. τον βουτάει από το Rock (φράκο). το 'σπάσε ganz (όλο). Και ήρθε επί τέλους η σειρά της: "Ντεν έγκινε κανένα φασαρία στο δικό μου σπίτι. Άκουγε μ' ευχαρίστηση και μάλιστα του 'ρχόταν να βάλει τα γέλια. τον λέω. θ' αργήσω. είχε αρχίσει να τρέμει όταν ξέσπασαν οι αστραπές και οι βροντές του αξιωματικού.". σταμάτησε αμέσως. Καυγάδες πάλι και μεθοκοπήματα. και πάει το πιάνο. μούγκρισε άξαφνα αναστατωμένος (η γυναίκα με το πένθος. Τότε το Καρλ. πως του το 'σκίσε sem Rock . περιμένοντας ανυπόμονα να της επιτρέψει να πεί κι αυτή μια λέξη. ούτε και καβγάς. Ε. να γελάσει. το σπίτι μου είναι πολύ εντάξει."Α! Εδώ είσαι πάλι εσύ. κυρ' αστυνόμε μου κι εγκώ ντεν τέλει skandal στο σπίτι. παρά λίγο να του πέσει απ' τα χέρια. Όσο για τη λουσάτη κυρία. είπε με έντονη γερμανική προφορά. γκουί. τίποτα skandal.. οργιάζεις μες στους δρόμους. γκουί.. τραβάει και είναι αλήθεια. παλιό.. Βάζει φωνές.. Κατάλαβε γρήγορα περί τίνος πρόκειται και η ιστορία αυτή άρχισε να του φαίνεται διασκεδαστική. κοπανάει κι εμένα πέντε καστούκια. Αλλά ήρτε πολύ-πολύ μεθυσμένο και λέει δώσε άλλες τρεις μπουκάλες και τότες σηκώνει πόδι του και παίζει πιάνο με το πόδι κι αυτό το πράμα ντεν είναι καθόλου gut (καλό) σ' ένα σπίτι καθώς πρέπει. κρίνοντας πως ήτανε προτιμότερο να περιμένει μια στιγμή. Έχεις γίνει πια το αίσχος όλης της συνοικίας. Άλλαζε πόδι σαν το άλογο επί τόπου κι έκανε αδιάκοπα υποκλίσεις. Γκουί... Εκείνος όμως. Όλα του τα νεύρα τα δονούσε αυτή η επιθυμία να μπήξει τα γέλια. του πρήζει μάτι. τέτοια και τέτοια!". Αυτό. Τότε φωνάζει εγκώ το τυρωρός το Καρλ. ανοίγκει παράθυρο που είναι κατά το κανάλι κι αρχίζει να φωνάζει σα γκουρούνι. που της τα έψελναν δίχως τσιριμόνιες. Ντροπής! Ντεν επιτρέπεται τσιθίζεις έτσι σα γκουρούνι στο παράθυρο. σε προειδοποίησα δέκα φορές.. πρήζει μάτι και της Εριέττας. Αυτό ντεν είναι κατόλου εβγκενικό. Στο είχα πεί.

. ή μάλλον πρώην φοιτητή. Ένας άλλος πάλι. Ήτανε ο ίδιος ο διοικητής του τμήματος. θα σε τσουβαλιάσω. Η Λουίζα Ιβάνοβνα άρχισε να χαιρετάει προς όλες τις κατευθύνσεις.. κάθε μέρα μας κάνουν του κόσμου τα παράπονα εναντίον του.. αξιότιμη κυρία Λουίζα Ιβάνοβνα. Τ ακούς. με πρόσωπο πρόσχαρο και δροσερό. έλα. φτάνει! Σου το 'πα τόσες φορές ότι. ταλαντεύοντας με χάρη τους ώμους του. πριν από οκτώ ημέρες. ο Νικοντίμ Φόμιτς.. ένας συγγραφέας. είπε φιλικά κι εγκάρδια ο Νικοντίμ Φόμιτς στον βοηθό του Ηλία Πετρόβιτς. τη γυναίκα και την κόρη ενός ανωτέρου δημοσίου υπαλλήλου. στρίβε από δω! Και. είναι σαν να λέμε συγγραφέας. να τί έχω να σου πω για τελευταία φορά". Πφ! Όσο για σένα.". Ντεν είναι εν τάξει πελάτης. δέχτηκε από ένα "καθώς πρέπει σπίτι" πέντε ρούβλια για το σχίσιμο του φράκου του. κι όλο skandal μας κάνει. φοιτητή ήθελα να πω...". κι απ' την άλλη μεριά μας . πρόσθεσε ρίχνοντας μια περιφρονητική ματιά στον Ρασκόλνικωφ. πολύ πυκνές. εξακολούθησε ο αξιωματικός. Ο αστυνόμος του 'ρίξε μια γρήγορη ματιά κι εκείνος του 'κάνε ένα ελαφρό νόημα με το κεφάλι. "θα γράψω εναντίον σου μια σάτιρα". Σ' έκαναν μπαρούτι πάλι βλέπω . Αλλά μόλις έφτασε εκεί. "Λοιπόν. όπως το λέμε περί δια γραμμάτου. μια οικογένεια αξιοσέβαστη. κοιτάξτε τούτον δω τον κύριο συγγραφέα. Έφαγε κι ύστερα δεν ήθελε να πληρώσει. είπε στον ταβερνιάρη.. γκράψω μεγκάλο satire (σάτυρα) για σένα στο εφημερίντα. τέτοιοι είναι όλοι αυτοί οι συγγραφείς. "Μάλιστα. Ορίστε! Τέτοια κουμάσια είναι οι συγγραφείς!". πάλι μπουμπουνητά και αστραπές. ανεμοστρόβιλους και τυφώνες.".. καθώς μεταφερότανε με τα χαρτιά του στο άλλο γραφείο. κυρ-αστυνόμε μου. πρόσεχε. τράκαρε με τα πισινά της έναν όμορφο αξιωματικό. δεν πληρώνει τα χρέη του. Όσο για σένα. "Είναι να μη γίνεις μπαρούτι. οι φιλόλογοι και φοιτητάδες. Η Λουίζα Ιβάνοβνα του 'κάνε γρήγορα-γρήγορα μια υπόκλιση ως το πάτωμα και βγήκε απ' το γραφείο με βηματάκια πηδηχτά. τον πέταξαν με τις κλωτσιές από ένα ζαχαροπλαστείο. Τ' ακούς.". αλλά κατόλου εβγκενικό πελάτης. αφού δε ντράπηκε. κυρ' αστυνόμε μου.. και χαιρετώντας έτσι πήγε ως την πόρτα με μικρά-μικρά βηματάκια προς τα πίσω. στολισμένο με δυο ξανθές φαβορίτες. στο καθώς πρέπει σπίτι σου. Έναν άλλον. αρνείται ν' αδειάσει το ξένο δωμάτιο. "Έχουμε πάλι κεραυνούς. γιατί μπορώ γράφω ό. ένας φιλόλογος. απάντησε ο Ηλίας Πετρόβιτς με μια αρχοντική ανεμελιά. "Ορίστε. "Ηλία Πετρόβιτς". μέσα σ' ένα σπίτι καθώς πρέπει.τι θέλω στο εφημερίντες".". Να. Ώστε.. λέει. Σε παρακολουθώ..Βγκάζω και του ντίνω πέντε ρούβλιο κυρ-αστυνόμε μου για το sein Rock. έλα. με εξαιρετική ευγένεια.". "Έλα. είπε πάλι ο γραμματέας με βαρυσήμαντο ύφος. "Αν ξαναγίνει τέτοιο σκάνδαλο. "Προχθές πάλι έγινε άλλη μια τέτοια ιστορία μ' έναν από δαύτους σε κάποια ταβέρνα.σ' άκουγα από τη σκάλα". έβρισε χυδαιότατα πάνω σ' ένα καράβι. υπογράφει γραμμάτια.. Εγκώ. "Α.

. θα θυμώσατε όπως φαίνεται και σεις και δε μπορέσατε να συγκρατηθείτε. παρ' όλο που αυτός έκανε πως ψαχουλεύει τα χαρτιά του και του 'δείχνε μια αδιαφορία περιφρονητική.κάνει τον καμπόσο και θίγεται γιατί καπνίζουμε μπροστά του! Ορίστε. ε. είπε απότομα και θριαμβευτικά ο Ηλίας Πετρόβιτς. που μ' άρεσε. είμαι απολύτως σύμφωνος μαζί σας". Δεν έχω ιδέαν περί τίνος πρόκειται. "Με συγχωρείτε.. αλλά περιμένω να πάρω κάτι χρήματα. . Μένω στο σπίτι της.". απευθυνόμενος όχι στο γραμματέα.. "Η φτώχεια δεν είναι ελάττωμα.αν και δεν ήμουνα ερωτευμένος μαζί της. αλλά τί μπορώ να της πληρώσω.. άρχισε να λέει με μεγάλη άνεση. από τότε που ήρθα απ' την επαρχία. αλλά σε ξέρω τώρα πια καλά. τον λέγαμε υπολοχαγό-μπαρούτι". είχα δώσει μια υπόσχεση να παντρευτώ την κόρη της.. γιατί δεν έχω σήμερα τα μέσα να συντηρηθώ. ευχαριστημένος που ικανοποιήθηκε το γόητρο του.". προσπαθώντας ταυτόχρονα ν' απευθύνεται και στον Ηλία Πετρόβιτς.. θα πληρώσω.. με μια λέξη η νεότης. σας βεβαιώ. Ο Ηλίας Πετρόβιτς είναι πάρα πολύ καλός άνθρωπος. γιατί να μην τ' ομολογήσω. με το παραμικρό αρπάζεσαι.. "Επιτρέψατε μου να σας εξηγήσω απ' την πλευρά μου και γω. Ο Ρασκόλνικωφ ένιωσε ξαφνικά την επιθυμία να πεί κάτι που να τους είναι εξαιρετικά ευχάριστο. κύριε αστυνόμε". θα μου στείλουν μερικά λεφτά και. δηλαδή. με συγχωρείτε. αγαπητέ μου. εδώ και τρία χρόνια τώρα... εξουθενωμένος από τη μιζέρια (είπε ακριβώς αυτή τη λέξη: "εξουθενωμένος"). κοιτάξτε τον! "εν όλη του τη μεγαλοπρέπεια"!". που μένουν στην επαρχία. Παίρνει φωτιά με το πρώτο. μου 'κάνε τότε αβέρτα πίστωση και πέρναγα καλά. "Και τί σύνταγμα ήτανε εκείνο. "Αυτό δεν είναι δικιά μας δουλειά".. γυρίζοντας κατά το Νικοντίμ Φόμιτς. "Δεν σας ζητάμε λεπτομέρειες τόσο πολύ ιδιωτικής φύσεως. Δε μένει τίποτα απ' αυτόν . Διέκοψα τις σπουδές μου. Είμαι ένας φοιτητής φτωχός και άρρωστος..".... Υπόσχεση προφορική βεβαίως. αρπάζεται και πάει πια. Ο Ρασκόλνικωφ όμως τον σταμάτησε και συνέχισε τη διήγηση του με θέρμη. αλλά μουτρωμένος ακόμα. κύριε. Ήμουνα όμως πάρα πολύ επιπόλαιος και.. παρατήρησε πάλι ο γραμματέας. συνέχισε εγκάρδια. στην αρχή. φώναξε ο Ηλίας Πετρόβιτς. "ελάτε λίγο στη θέση μου. η σπιτονοικοκυρά μου. θέλω να πω. παρ' όλο που ξαφνικά άρχισε να μιλάει με πολλή δυσκολία. γυρίζοντας κατά τον Ρασκόλνικωφ. αλλά θύμωσε τόσο πολύ που έχασα τα μαθήματα μου κι έχω να την πληρώσω έξη μήνες. Έχω τη μητέρα μου και την αδελφή μου. αλλά σωστό μπαρούτι.. ώστε έπαψε πια να μου στέλνει φαγητό.. "Σας παρακαλώ. αν τον προσέβαλα κατά οποιονδήποτε τρόπο.. Η σπιτονοικοκυρά μου είναι μια πολύ καλή γυναίκα... "Έχετε άδικο. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ. και στην αρχή. ζητάει να της πληρώσω αυτό το γραμμάτιο.. Ήτανε μια μικρούλα. Είμαι έτοιμος να ζητήσω συγγνώμη. αλλά στον Νικοντίμ Φόμιτς. Κρίνετε και μόνος σας!".εκτός από μια χρυσή καρδιά! Στο σύνταγμα. Μπαρούτι μου.. Τώρα.. ούτε έχουμε τον καιρό να τίς ακούσουμε".

είπε ο γραμματέας στον Ρασκόλνικωφ. να της υπογράψω αυτό το γραμμάτιο για εκατόν δεκαπέντε ρούβλια . του φερότανε πιο ακατάδεχτα και πιο περιφρονητικά.. μου κάνει μήνυση!. "Γράψτε".. με τη σειρά. δε θα 'βρίσκε για να τους πει ούτε μια έξη ανθρώπινη . οι υπαστυνόμοι. να σας τα διηγηθώ και εγώ όλα..είναι τα ίδια της τα λόγια.. είπε περιφρονητικά ο Ηλίας Πετρόβιτς. Κάτι ολότελα καινούργιο γινότανε μέσα του. κύριε.". αντί να έχει αστυνομικούς.παράξενο!. ούτε πως τον ένοιαξε καθόλου που θριάμβευε ο υπαστυνόμος. "Όλες αυτές οι λεπτομέρειες είναι ιδιωτικής φύσεως. μου είπε φιλικότατα. με όλες του τις αισθήσεις...μιας μοναξιάς σκληρής κι απέραντης. μουρμούρισε ο Νικοντίμ Φόμιτς. . πώς έχει η υπόθεση και.τόσο πολύ είχε αδειάσει ξαφνικά η καρδιά του... ένα φαινόμενο απρόβλεπτο και άνευ προηγουμένου.."Επιτρέψατε μου.. τα γραφεία κι όλα τ' άλλα. Πλημμυρίστηκε η ψυχή του απότομα από τη σκοτεινή αίσθηση της μοναξιάς . που δεν έχω ούτε να φάω.. οι Γερμανίδες. σ' ένα λεπτό. τα ψευτοφιλότιμα. απ' τη στιγμή που τους έκανε την εξομολόγηση. "Ω! το παρακάνεις". όπως και πρώτα. επιτρέψατε μου. Πώς του δημιουργήθηκε αυτή η διάθεση.". εμείς δεν έχουμε καμμιά δουλειά". Πριν από ένα χρόνο αυτή η κοπέλα πέθανε από τύφο. Ο Ρασκόλνικωφ σχημάτισε την εντύπωση ότι ο γραμματέας. Και τώρα. αλλά θα με περίμενε. το παραδέχομαι.κι ο ίδιος έπαψε ξαφνικά να ενδιαφέρεται για τη γνώμη που θα σχημάτιζαν για το άτομο του.. θα εξακολουθούσε να μου κάνει όση πίστωση ήθελα και πως ποτέ μα ποτέ . που δε δίνω πια μαθήματα.. αν τούτο το γραφείο. κάτι που μάλλον δεν το καταλάβαινε. όχι για τις αισθηματικές του υποθέσεις. μόλις θα της υπέγραφα αυτό το χαρτί. Ένιωθε κάτι σα ντροπή. ρώτησε αυτός πολύ απότομα. σ' αυτούς τους αστυνομικούς υπαλλήλους. "θα σας υπαγορεύσω". αλλά με παρακαλεί. αλλά . κι εγώ έμεινα νοικάρης. και δεν μας ενδιαφέρουν". Ω! Τι σημασία είχαν τώρα οι ντροπές. ώσπου να την πληρώσω μόνος μου. Αν αυτή τη στιγμή τον καταδίκαζαν να τον κάψουν ζωντανό.δε θα χρησιμοποιούσε αυτό το γραμμάτιο. Αν έκανε τον κόπο να σκεφτεί λιγάκι. Με το ότι είσαστε ερωτευμένος και μ' όλα τ' άλλα τραγικά περιστατικά. λέει. Επιτρέψατε μου ακόμα κάτι: Μου δήλωσε κατηγορηματικώς ότι. Και η αλλαγή αυτή έγινε μέσα του αστραπιαία. πως μου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Τώρα. δεν θα κλονιζότανε καθόλου. Τί να πεί κανείς γι' αυτό το πράγμα. κι όταν η σπιτονοικοκυρά μου ήρθε να μείνει στο διαμέρισμα που έχει σήμερα. κάτι που δεν το 'ξερέ ως τότε.. τα γραμμάτια. αν και είναι εντελώς ανώφελο να σας τα διηγηθώ. Αισθανότανε όμως ολοκάθαρα. αντίθετα. γέμιζε ξαφνικά με τους πιο στενούς του φίλους.γιατί τόσο έκρινε πως ήτανε το χρέος μου. ενώ καθότανε στο γραφείο του κι άρχιζε να γράφει. μου είπε. λοιπόν. "Τί να γράψω. σίγουρα θ' απορούσε που μπόρεσε να τους μιλήσει έτσι πριν από λίγο και μάλιστα να τους ανακατέψει στα αισθήματα του. μπροστά στον Ηλία Πετρόβιτς. "Πρέπει να υπογράψετε τη δήλωση και ν' αναλάβετε την υποχρέωση. πως από δω και μπρος του ήτανε απαγορευμένο να μιλήσει ξανά σ' αυτούς εδώ τους ανθρώπους. Όχι πως ντροπιάστηκε για τις αισθηματικές του διαχύσεις. και είναι ζήτημα αν θα 'δίνε καμμιά προσοχή στην καταδίκη του.

Ήτανε οχτώ παρά τέταρτο ακριβώς.". "Δε θα 'τανε καλύτερα να το σκεφτώ πρώτα ένα λεφτό. αυτός κάθισε μισή ώρα κάτω σ' ένα κοσμηματοπωλείο. αδέλφια του. ακούμπησε τους αγκώνες του στο γραφείο και έσφιξε το κεφάλι του ανάμεσα στα δυο του χέρια. Ύστερα.. ακόμα και αν δεν ήταν αξιωματικοί της αστυνομίας. "Μα. καλύτερα να το κάνω δίχως να σκεφτώ καθόλου! Να το πετάξω πια από πάνω μου αυτό το βάρος!". είπε ο γραμματέας. Του ήρθε τότε ξαφνικά μια παράξενη ιδέα: Να σηκωθεί αμέσως. όταν έφυγε από τον κοσμηματοπώλη για να πάει στη γριά. που τους άφησε μπροστά στην πόρτα και μάλιστα δεν είχανε προφτάσει να φύγουν. Του φαινότανε σα να του 'μπηξαν κάποιο καρφί στην κορφή του κρανίου. όλα είναι όλο αντιφάσεις. να πάει στον Νικοντίμ Φόμιτς και να του εξιστορήσει. να πάει μαζί του στο δωμάτιο του. Και τότε ακόμα δε θα 'βρίσκε κανένα λόγο να τους μιλήσει. γιατί θα παραήτανε πονηρό. το τί έγινε χθες το βράδυ. τη στιγμή που έμπαινε μέσα: Ήτανε με τρεις φίλους του. γιατί να φωνάξουν το φύλακα.". Συνεχίστε!". κοντά στην εξώπορτα. κοιτάζοντας τον Ρασκόλνικωφ με περιέργεια. αλλά στενοί συγγενείς του. και να του δείξει τα πράγματα που είχε κρύψει στην τρύπα του τοίχου. θα τους αφήσουμε ελεύθερους και τους δυο. εσείς δε μπορείτε να γράψετε και πέφτει η πέννα απ' τα χέρια σας". αλλά αντί να σηκωθεί και να φύγει. "Μάλιστα. "Αυτό ήτανε όλο. γυρίζει το κεφάλι μου. Τώρα. είπε μέσα του. προτού ν' ανεβεί στης γριάς. έμεινε καρφωμένος στη θέση όπου βρισκότανε: Ο Νικοντίμ Φόμιτς μιλούσε μ' έξαψη με τον Ηλία Πετρόβιτς κι έφτασαν στ' αυτιά του τούτα δω τα λόγια τους: "Δε μπορεί να είναι έτσι. με κάθε λεπτομέρεια. .λπ. Ή από πονηριά. Ο γραμματέας άρχισε να του υπαγορεύει τον τύπο της δηλώσεως. παρά μια αντίληψη ή κάποια ιδέα: Μια αίσθηση άμεση. Και το πιο οδυνηρό ήτανε πως αυτό το πράγμα ήτανε πιο πολύ αίσθηση. αναλαμβάνω την υποχρέωσιν. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ξανανιώσει ένα τόσο παράξενο και φοβερό αίσθημα. "Είσαστε άρρωστος. Για να καταγγείλουν έτσι τον ίδιο τους τον εαυτό. όταν ρώτησε πού έμενε η γριά. Όσο για τον Κοχ. στη γωνιά της ταπετσαρίας. κρίνε και μόνος σου". υπογράψτε".. θα 'κάνε ερώτηση αν πήγαινε με το σκοπό να τη σκοτώσει.όπως έκανε πριν από λίγο. μη μεταβιβάσω ουδέ εκχωρήσω περιουσιακά μου στοιχεία κ. όπως προβώ εις την εξόφλησιν αυτού την τάδε ημερομηνίαν. όπως μη εγκαταλείψω την πόλιν ταύτην. που σηκώθηκε κιόλας απ' τη θέση του για να βάλει μπροστά το σχέδιο του. όμως. Πρώταπρώτα. Ο Ρασκόλνικωφ του 'δώσε την πέννα.". Κι ύστερα το φοιτητή Πεστριάκωφ. Ξαφνικά. "Όχι. που χρησιμοποιούν σ' αυτές τις περιπτώσεις: "Μη δυνάμενος να εξοφλήσω το παρόν γραμμάτιον. Όχι. Ήτανε τόσο δυνατός αυτός ο πειρασμός. σε καμμιά περίσταση της ζωής του. αλλά και για οτιδήποτε άλλο. Για σκέψου το: Αν ήτανε αυτοί οι δολοφόνοι. Ο γραμματέας πήρε το χαρτί και ασχολήθηκε με άλλους ανθρώπους. η πιο σκληρή απ' όσες είχε νιώσει στη ζωή του ως τότε. τον είδανε δυο θυρωροί και μια γυναίκα.

ο δολοφόνος τα κατάφερε να κατεβεί τη σκάλα και να τους ξεγλιστρήσει μ' έναν οποιονδήποτε τρόπο. γεμάτο μ' ένα υγρό κίτρινο. αρκετά απότομα. Εκείνο το σπίτι είναι αληθινή κιβωτός του Νώε". "Όταν έγραφε τη δήλωση. "Κανείς λοιπόν δεν είδε το δολοφόνο. "Στο δρόμο". Καταθέτουν ότι χτύπησαν την πόρτα και ότι τη βρήκανε κλειστή. Κι αντίκρυ του. "Όχι. λέει.". ήτανε ο Νικοντίμ Φόμιτς που τον κοίταζε επίμονα. "Κατά τις οχτώ το βράδυ". "Εδώ ακριβώς είναι ο κόμπος: Δε χωράει αμφιβολία. δεν είναι και τόσο φανερό". αλλά ύστερα από τρία λεπτά.. τη βρήκανε ανοιγμένη'". "Άρρωστος. ρώτησε ο Νικοντίμ Φόμιτς. "Και πού πήγατε. κοντά στον άρρωστο.. επαναλάμβανε ο Νικοντίμ Φόμιτς με θέρμη. Επιτρέψατε μου να σας κάνω αυτή την ερώτηση". Είσαστε άρρωστος.". παρατήρησε ο γραμματέας. "Και από τότε είσαστε άρρωστος. χα!". ταχτοποιώντας κι αυτός τα χαρτιά του. "Πώς να τον ιδούν. μαζί με τους άλλους. Αλλά δεν έφτασε ως την πόρτα. στεκότανε ένας άλλος μ' ένα νεροπότηρο κίτρινο. Αριστερά.". ο δολοφόνος ήτανε μέσα και είχε κλείσει με το συρτή. τότε πώς βγαίνει απ' τα λεγόμενα τους αυτή η αντίφαση. Όταν συνήλθε. Φυσικά. το πράγμα είναι φανερό". Σ' αυτό το χρονικό διάστημα. είδε πως τον είχανε βάλει σε μια καρέκλα. ενώ ξανακαθότανε και βυθιζόταν στα χαρτιά του. "Άρρωστος. είπε ο γραμματέας.." "Ποια ώρα. όταν ξαναγύρισαν με το φύλακα. "Από χθες. ψέλλισε ο Ρασκόλνικωφ. αν ο Κοχ δεν έκανε τη βλακεία να πάει και κείνος στο φύλακα. "Βγήκα".". Ο Ρασκόλνικωφ πήρε το καπέλο του και προχώρησε κατά την πόρτα. Σηκώθηκε απ' την καρέκλα."Μα.". να κάνει λειτουργία. που άκουγε απ' τη θέση του τη συζήτηση. Να μια απάντηση καθαρή και σύντομη! .. χα. υποστήριζε ο Ηλίας Πετρόβιτς. φώναξε ο Ηλίας Πετρόβιτς.". μόλις όμως είδε πως άρχισε να συνέρχεται. θα πάει. είχε πάει κι εκείνος. τί λοιπόν. όταν αυτός λιποθύμησε. για στάσου. Ο Κοχ σταυροκοπιέται με τα δυο του χέρια: "Αν είχα μείνει. δε μπορούσε καλά-καλά να κρατήσει την πέννα στο χέρι του". εκεί θα πεταγότανε ο δολοφόνος και θα με σκότωνε με το μπαλντά".". ξαναγύρισε στη θέση του. "Μα. "Και βγήκατε χτες έξω. Κάποιος τον κρατούσε απ' τα δεξιά. "Το πράγμα είναι φανερό. λέει. Και θα τον έβρισκαν ασφαλώς.

μια αλυσιδίτσα διπλωμένη σ' εφημεριδόχαρτο.κάποιο παράσημο ασφαλώς. . Αλλά. σ' ένα τέταρτο ίσως. μπροστά στο βλέμμα του Ηλία Πετρόβιτς. μια ανταύγεια λογικής. Ο Νικοντίμ Φόμιτς ήθελε να προσθέσει κάτι ακόμα. "Έρευνα! Έρευνα! θα γίνει αμέσως έρευνα!". δε σας κρατάμε άλλο". 'Έπρεπε να το καταφέρει αυτό. Καθώς έβγαινε έξω. παρ' όλο που ήτανε εξουθενωμένος. είπε τέλος ο Ηλίας Πετρόβιτς. απάντησε ο Ηλία Πετρόβιτς τονίζοντας περίεργα τις λέξεις του. τέσσερις μικρές κοσμηματοθήκες από δέρμα. Ήτανε όλα-όλα οχτώ κομμάτια: Δυο μικρά κουτάκια.Ο Ρασκόλνικωφ. σώπασαν όλοι τους. αρχίσει η ανάκριση εναντίον του. προχωρώντας βιαστικά προς το δωμάτιο του. θεέ μου' Πώς μπόρεσε να τ' αφήσει όλα αυτά σε κείνη την κρυψώνα. όσο του έμεναν ακόμα μερικές δυνάμεις. άσπρος σαν πανί.. Συνεπώς. τούς έβρισκα στο δωμάτιο μου. Περπατούσε γρήγορα και σταθερά και.. που είχανε σκουλαρίκια ή κάτι τέτοιο. Κι αυτό ήτανε παράξενο. τυλιγμένο κι αυτό σ' εφημεριδόχαρτο . σώπασε. απ' τα νύχια ως την κορφή. είχε το φόβο μήπως σε μισή ώρα. προσπαθώντας να μη φαίνονται. βγήκε από την κάμαρα του. "Πάει καλά. Αλλά. αλλά καθώς έπεσε το βλέμμα του στο γραμματέα που τον κοίταζε πολύ επίμονα. 2  "Κι αν η έρευνα έχει γίνει κιόλας. Φοβότανε μήπως τον παρακολουθήσουν. Ξεχώριζε η φωνή του Νικοντίμ Φόμιτς που διατύπωνε κάτι ερωτήματα. "Οι ληστές! Με υποψιάζονται'". έβαλε το χέρι του κι άρχισε να τα βγάζει και να τα χώνει στις τσέπες του. Ύστερα. απαντούσε κοφτά και σύντομα χωρίς να χαμηλώσει τα μαύρα και φλογισμένα μάτια του. "Αυτό δε-λέ-ει-τί-πο-τα". Αν αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Έτρεξε στη γωνιά. Μαζί με τ' άλλα πήρε και το πορτοφόλι. έπρεπε με κάθε θυσία να εξαφανίσει τα πειστήρια." Να όμως το δωμάτιο του. αφήνοντας αυτή τη φορά την πόρτα του ορθάνοιχτη. Ήτανε και κάτι άλλο ακόμα. δεν τα κοίταξε. είχε πλήρη συνείδηση της καταστάσεως του. πρόφτασε ν' ακούσει πως η συζήτηση ξανάρχισε με ζωηρότητα. πού να τα πάει. Ο Ρασκόλνικωφ αποσύρθηκε. Τα μοίρασε όλα στις τσέπες του παλτού του και στη δεξιά τσέπη του παντελονιού που έμενε ακόμα. Ξαφνικά. Κανένας δεν είχε έρθει για έρευνα. Όταν έφτασε στο δρόμο. Τον κυρίεψε πάλι ο τρόμος. συνήλθε ολότελα. έλεγε από μεσάτου σιγά.

σ' αυτά τα επικίνδυνα μέρη.". Εξάλλου. Κι έτσι θα γινότανε. Δε θα 'τανε καλύτερα να πάω κάπου πολύ μακριά. θα τα 'θαβα όλα. σκεφτότανε. στην πλατεία. φροντίζοντας. απλωνότανε ο μακρύς και ασοβάτιστος τοίχος του διπλανού τετραώροφου σπιτιού. κυρίως. θα βουλιάξουν τα πειστήρια και μαζί μ' αυτά και όλη η υπόθεση". είδε ξαφνικά στ' αριστερά του την είσοδο μιας αυλής που ήτανε περιτριγυρισμένη από ψηλούς τοίχους. Γιατί να τα ρίξω στο νερό. φαινότανε αυτή τη στιγμή πολύ δύσκολο. Τέλος του καρφώθηκε η ιδέα πως θα ήτανε. έτσι στενοχωρημένος κι αναστατωμένος. Τα πράγματα έγιναν αλλιώς: Βγαίνοντας από τη λεωφόρο Β. κι αμέσως μετά την εξώπορτα. έβρισκε κάτω ακριβώς απ' τα σκαλιά τίποτα πλύστρες που έπλεναν τα ρούχα τους. στο δάσος. Έχασε μισή ώρα προσπαθώντας να εκτελέσει αυτό το παράλογο σχέδιο! Ασφαλώς. ίσως και περισσότερο. Δεν ήτανε ύποπτο να κατεβαίνει ένας άνθρωπος κάτω επίτηδες και να στέκεται για να πετάξει κάτι στο νερό. οι προκυμαίες ήτανε γεμάτες κόσμο και μπορούσαν να τον ιδούν από παντού. πλανιότανε κατά μήκος του καναλιού της Αικατερίνης και εξέτασε πολλές φορές τα σκαλιά απ' όπου κατέβαινε κανείς ως την επιφάνεια του νερού . Ένα τέταρτο της ώρας. χωρίς να του περάσει απ' το μυαλό νωρίτερα αυτή η σκέψη. μες στο παραλήρημα του. "Ή έτσι μου φαίνεται. αυτό θα 'γίνε γιατί το κατάστρωσε στον ύπνο του. του ήρθε ξαφνικά μια άλλη σκέψη: "Γιατί στο Νέβα. υπήρχε ένα ξύλινο περίφραγμα πού . κολυμπούσαν πάνω στο νερό. Κι ύστερα. "Γιατί λοιπόν γίνεται αυτό. Εκεί υπήρχε λιγότερος κόσμος. μισή ώρα τώρα. η ιδέα αυτή του φάνηκε αλάνθαστη. σα να μην είχανε ν' ασχοληθούν με τίποτ' άλλο εκτός απ' αυτόν. αντί να βουλιάξουν. Παρ' όλο που ένιωθε ότι δεν ήτανε σε κατάσταση να τα εκτιμήσει όλα αυτά σωστά και ξεκάθαρα. αν οι δερμάτινες θήκες. Τράβηξε κατά το Νέβα. 'Άλλοτε. να τον προσέξουν. Είχε γίνει τρομερά αφηρημένος και ξεχνούσε εύκολα . κάτω από κανένα δέντρο. θα 'βρισκα κει πέρα ένα μέρος μοναχικό. παράλληλα σ' αυτόν τον τοίχο. Αλλά. Και ξαφνικά απόρησε: Πώς μπόρεσε να τριγυρίζει. το να τα ξεφορτωθεί. θα τον πρόσεχαν λιγότερο. Έτσι είχε αποφασίσει χθες το βράδυ. Από τώρα κιόλας όσοι τον συναντούσαν στο δρόμο. Έπρεπε να βιαστεί.όπου υπήρχαν τέτοια σκαλιά. θα 'τανε πιο εύκολο και.το 'ξερέ. απ' τη λεωφόρο Β. οπωσδήποτε. καλύτερα να πάει να τα πετάξει κάπου στο Νέβα.Το 'χε αποφασίσει από κάμποση ώρα: "θα τα ρίξω όλα στο κανάλι. Αλλά δεν ήτανε γραφτό να φτάσει ως τα Νησιά. θα 'τανε μακρύτερα από τον τόπο του εγκλήματος. τον κοίταζαν προσεχτικά. να σημαδέψω το δένδρο". Αλλά δεν μπορούσε να γίνει ούτε λόγος για πέταμα. Στο δρόμο όμως. σε μια στιγμή που βρισκότανε σε παραλήρημα. Δεξιά. βέβαια. ας είναι και στα Νησιά ακόμα. Και θα τίς έβλεπαν όλοι. Αριστερά. στις στιγμές εκείνες που ξανάβρισκε τη μνήμη του και του ερχότανε να σηκωθεί και να πάει "να τα ξεφορτωθεί όλα το γρηγορότερο". αμέσως μόλις έμπαινες στην εξώπορτα. ίσως. άλλοτε αραγμένες βάρκες. σίγουρα.".

την ανασήκωσε. που μπορούσε να γίνει. Και πάνω από το λούκι μια ταμπέλα όπου ήτανε γραμμένη ανορθόγραφα. Όταν όμως έφτασε στη λεωφόρο Κ. είπε μέσα του. εκτός κι αν δρασκέλιζε την πόρτα πράγμα.λπ. Αλλά και πάλι υπήρχε χώρος στην τρύπα. Ήτανε ακουμπισμένη στον εξωτερικό τοίχο. Ύστερα. Παντού σχεδόν. θα 'τανε κάποιο μαγαζί καθώς φαίνεται. Απ' έξω όμως. όπου προχθές είχε συναντήσει κείνη τη μεθυσμένη κοπέλα. κανένα καροποιείο. Κι άρχισε να γελάει! Ναι. κανείς δε θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο Ρασκόλνικωφ είχε έρθει και μπήκε εδώ μέσα. "θα τα ξεφορτωθώ μια και καλή όλα και θα φύγω". αμαξάδικα.. θυμότανε πολύ καλά αργότερα πως είχε αφήσει ένα γελάκι νευρικό. άλλωστε. Βγήκε τότε έξω και τράβηξε κατά την πλατεία. Συνεπώς. Μακρύτερα. κανένα σιδεράδικο. Κάτω απ' την πέτρα ήτανε μια τρύπα. Έσπρωξε όμως λίγο χώμα και το πατήκωσε στις άκρες. πάνω-κάτω. Για μια στιγμή τον ξαναπλημμύρισε εκείνη η δυνατή. Και γι' αυτό ακριβώς έπρεπε να βιαστεί. όταν ξαφνικά είδε μια μεγάλη πέτρα. απελέκητη. "θα τα πετάξω κι ύστερα θα φύγω". εικοσιπέντε κιλά. Έσκυψε πάνω απ' την πέτρα. η ανυπόφορη σχεδόν χαρά που είχε νιώσει και στο αστυνομικό τμήμα. ανάμεσα στην πόρτα και στο λούκι που δεν απείχαν μεταξύ τους παρά πάνω από δυο βήματα. Πάει. όλο το έδαφος ήτανε μαύρο απ' την καρβουνόσκονη. κι αν ακόμα τα 'βρισκαν. αθόρυβο. ανασήκωσε την πέτρα και κατάφερε να την ξαναβάλει στη θέση της: Μόλις που διακρινότανε λιγάκι πως είχε ανασηκωθεί. εργαστήρια. ή κάτι τέτοιο. το γέλιο του κόπηκε απότομα. φαινότανε πάνω απ' το περίφραγμα η γωνιά κάποιου πέτρινου υπόστεγου. Αμέσως. τίνος θα 'ρθει ποτέ η ιδέα να ψάξει κάτω απ' αυτή την πέτρα. στο βάθος της αυλής. παρατεταμένο. πέταξε εκεί μέσα όλα όσα είχε στις τσέπες του και πάνω-πάνω το πορτοφόλι. Αδύνατο πια να καταλάβει κανείς τίποτα. τέλειωσε! Δεν υπάρχουν πια αποδείξεις!". χαμηλού και καπνισμένου. που θα ζύγιζε. Αλλά. και ακριβώς εκείνη τη στιγμή πρόσεξε κοντά στην πόρτα ένα λούκι. όχι πολύ βαθιά. κ. δε μπορούσε να τον ιδεί κανείς. "θάφτηκαν τα πειστήρια! Τίνος.προχωρούσε ολόισια κάπου είκοσι βήματα. σαν κι αυτά που βλέπουμε συχνά σε κτίρια όπου βρίσκονται βιοτεχνίες. Ήτανε ένα μέρος ερημικό. Έριξε μια ματιά τριγύρω του και είχε χώσει κιόλας το χέρι του στην τσέπη. από την είσοδο και πέρα. ποιος θα σκεφτότανε ποτέ πως τα 'βαλα εγώ. κουνώντας την μ' όλες του τις δυνάμεις. την έπιασε γερά από πάνω με τα δυο του χέρια και. κι ύστερα έστριβε απότομα. θα βρίσκεται εκεί από τότε που χτίστηκε εκείνο το σπίτι και θα μείνει λέει άλλο τόσο ακόμα. "Να πού πρέπει να τα πετάξω!" είπε άξαφνα. γεμάτο μ' ένα σωρό πεταμένα παλιοπράματα. Το πεζοδρόμιο βρισκόταν πίσω απ' τον τοίχο κι άκουγες απ' την άλλη μεριά τα βήματα των περαστικών που ήτανε πάντοτε πολλοί σ' αυτό το μέρος. όπως γίνεται πάντοτε σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Μη βλέποντας κανέναν στην αυλή. πέρασε το κατώφλι της εξώπορτας. και πως γελούσε έτσι σ' όλο το διάστημα που πέρναγε την πλατεία. η φράση: "Απαγορέβετε ι ίσοδως". .

'Όταν θα γίνω καλά. αλλά σα να ήτανε κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να το κάνει και που δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά. χωρίς καν να τα κοιτάξεις. ήσουνα έτοιμος να πετάξεις τα χρυσαφικά και το πορτοφόλι στο νερό. "Ναι. το 'κάνε δίχως να διστάσει. Μια . Ίσως μάλιστα να είχε πάρει αυτή την απόφαση απ' το προηγούμενο κιόλας βράδυ. σπαράζει η καρδιά μου. αλλά δεν ήξερε τί να κάνει. βασανιζόμουνα. απ' τη στιγμή ακριβώς που έψαχνε στην κασέλα κι έβγαζε από κει μέσα τις θήκες με τα ενέχυρα. Ήθελε πάρα πολύ να ξεχαστεί. τα 'ξερέ όλα αυτά και τα θυμότανε.. όχι δεν πρόκειται καθόλου γι' αυτό. τον έκανε να ζαλιστεί πάλι και τον πλημμύρισε με μια οδυνηρή κατάπληξη: "Αν όλα αυτά τα 'κάνες έχοντας υπ' όψη σου κάποιο λόγο και όχι έτσι ηλίθια. Το 'ξερέ. δίχως να το ψιλοκοσκινίσει. αλλά τί θα γίνει αν δε γιατρευτώ ποτέ μου. μ' έναν οποιοδήποτε τρόπο. Δε δίνω πεντάρα για δαύτους. Του φάνηκε ξαφνικά πως θα 'νιώθε ανυπόφορη αηδία να ξαναπεράσει κοντά απ' αυτό το παγκάκι. κατάληξε με βεβαιότητα.. σύρθηκα σα σκουλήκι μπροστά σ' αυτόν τον αηδιαστικό Ηλία Πετρόβιτς! Δε βαριέσαι όμως. τί να επιχειρήσει. Όλες του οι σκέψεις τριγύριζαν τώρα γύρω από ένα βασικό σημείο. Ω θεέ μου! Πόσο εξουθενώνουν όλα αυτά!". ξεφούσκωσα σα μπαλόνι.. ύστερα από δυο μήνες.Του ήρθανε τώρα άλλες σκέψεις.. Ναι. ούτε και με νοιάζει που ταπεινώθηκα μπροστά τους. έτσι είναι. σκέφτηκε ξανά με μια λύσσα ασυγκράτητη. αυτό είναι. Ναι. εντελώς αναπάντεχο και τρομερά απλό. Περπατούσε χωρίς να σταματάει. "Έγινε γιατί είμαι πολύ άρρωστος". δεν ξέρω ούτε κι ο ίδιος πια τί κάνω. Κι όταν τη νύχτα πήρε την απόφαση να τα πετάξει στο νερό. Και τώρα. ας μείνουμε εδώ κι ας πάει στο διάβολο η καινούργια ζωή! Τί ηλίθια που είναι όλη αυτή η ιστορία. προχθές. θεέ μου! Σήμερα. δε θα σπαράζω πια. τόσο ταπεινή.. άλλωστε. όπου είχε καθίσει για να σκεφτεί όταν η κοπέλα έφυγε και πως θα του ήτανε εξίσου δυσάρεστο να ξανασυναντήσει κείνον το μουστακαλή αστυφύλακα που του είχε δώσει τότε τα είκοσι καπίκια.. "Αφού φτάσαμε εδώ. Γιατί.. από ένα σημείο που το καταλάβαινε πολύ καλά ότι είναι βασικό. πώς έγινε τότε και δεν κοίταξες ως τώρα τί είχε μέσα κείνο το πορτοφόλι. πώς αγνοείς ακόμα τί κέρδος σου απέφερε αυτή η δουλειά. σταμάτησε: Ένα καινούργιο ερώτημα. Ξαφνικά. κι όλον αυτόν τον καιρό. "βασανίζομαι..". "Ας πάει στο διάβολο".". ακριβώς αυτή τη στιγμή. "Ας πάει στο διάβολο". πριν από λίγο. Χθες. που για χάρη της τραβάς όλα αυτά τα μαρτύρια κι έκανες ενσυνείδητα μια πράξη τόσο άνανδρη. αυτό. Τί σημαίνει αυτό. Δεν είναι αυτό. Περπατούσε κοιτάζοντας δώθε-κείθε αφαιρεμένα και με κακία.". από πριν και δεν ήτανε γι' αυτόν κάνα καινούργιο ζήτημα. τόσο πρόστυχη. αν είχες χαράξει ξεκάθαρα έναν ορισμένο σκοπό. είπα του κόσμου τα ψέματα. ήτανε ολομόναχος απέναντι σ' αυτό το βασικό πρόβλημα για πρώτη φορά.

".". "Πώς είναι δυνατό να βρίσκεσαι σε τέτοια χάλια. Του άνοιξε ο ίδιος. Οι κινήσεις τους. "Εδώ κάθεται. Αν τύχαινε να του μιλήσει κανένας. Δεν έχει σημασία. αμέσως μόλις πέρασε το κατώφλι του Ραζουμίχιν. άπλυτος. πηγαίνω. "Δεν αξίζει τον κόπο". τραβώντας το χέρι του. θα τον έφτυνε κατάμουτρα. ή έτσι στην τύχη. Του 'πιάσε το σφυγμό. "Δεν αξίζει τον κόπο". φώναξε κοιτάζοντας το φίλο του απ' τα νύχια ως την κορφή... Ήτανε κάτι σαν απέραντη αηδία. δεν έχω καθόλου ανάγκη από μαθήματα.. αξύριστος. Μα την πίστη μου. σκέφτηκε. Σταμάτησε ξαφνικά. Το πρόσωπο του έδειχνε μεγάλη απορία. ξανάπε ο Ρασκόλνικωφ. τον αηδίαζαν. Ύστερα σώπασε κι άφησε ένα σφύριγμα. θα ήθελα... πως θα πήγαινα να τον ιδώ ύστερα απ' αυτό. Ανέβηκε στο πέμπτο πάτωμα όπου καθότανε ο Ραζουμίχιν. Δεν έχω πια μαθήματα. στάσου λοιπόν. είπε. μια φυσική σχεδόν αποστροφή. "Εσύ!". "Είσαι άρρωστος για τα καλά. στο νησάκι Βασιλιέφσκυ. δεν παραμιλάω. να λοιπόν. "Όχι.". πριν από τρεις ημέρες. το ξέρεις.. γεμάτη μίσος. όταν βγήκε στην προκυμαία του Μικρού Νέβα. κοντά στη γέφυρα. Βρισκότανε στο δωματιάκι του κι έγραφε εκείνη τη στιγμή... Έλεγα. δε μπορώ τώρα να κάνω επισκέψεις.καινούργια ακαθόριστη αίσθηση τον πλημμύριζε όλο και περισσότερο. μια αηδία επίμονη. "ήρθα.. και κάτι παντόφλες στα ξεκάλτσωτα πόδια του. Εξ άλλου. άγρια. εσύ παραμιλάς!".. Ο Ρασκόλνικωφ σηκώθηκε. το βάδισμα τους.. Όλοι οι διαβάτες του φαίνονταν σιχαμεροί. "Μα. σε τούτο δω το σπίτι". Ανεβαίνοντας στού Ραζουμίχιν δεν το σκέφθηκε καθόλου πως θα βρισκότανε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Γιατί δηλαδή. Ο Ραζουμίχιν φορούσε μια ρόμπα τόσο πολύ τριμμένη. τα πρόσωπα τους. "Κάθισε λοιπόν! Φαίνεσαι κουρασμένος!".. διαπίστωνε ξαφνικά πως του ήτανε φοβερά ανυπόφορο να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με οποιονδήποτε στον κόσμο. Φούντωνε μέσα του η κακία. παρατήρησε ο Ραζουμίχιν. Λίγο ακόμα και θα τον έπνιγε η οργή κατά του ίδιου του εαυτού του. που φαίνονταν πια οι κλωστές. στηλώνοντας τα μάτια του στον Ρασκόλνικωφ. η κομψότητα σου ξεπερνάει ακόμα και τη δική μου". θεότρελλε!".. "Στάσου. "Γεια σου". για κάθε τι που τον περιτριγύριζε και που συναντούσε στο δρόμο του. την άλλη μέρα.. Είχανε να ιδωθούνε τέσσερις μήνες.. . Ο Ρασκόλνικωφ τράβηξε το χέρι του απότομα. Ε.. ο Ραζουμίχιν κατάλαβε ξαφνικά πως ο επισκέπτης του ήτανε άρρωστος. Να γιατί ήρθα. έκανε απότομα και τράβηξε κατά την πόρτα. Κι όταν ο Ρασκόλνικωφ κάθισε στο ντιβάνι που ήτανε σκεπασμένο με μουσαμά τρισχειρότερο απ' το δικό του. Ήρθα στον Ραζουμίχιν δίχως να το θέλω! Το ίδιο που έγινε και την άλλη φορά! Περίεργο όμως! Ήρθα γιατί το ήθελα. "Τί σημαίνει αυτό.". Τώρα. Ήτανε αναμαλλιασμένος. θα τον δάγκωνε. πρόσθεσε κοιτάζοντας τα κουρέλια του Ρασκόλνικωφ.

υπάρχει όμως στα παλαιοβιβλιοπωλεία κάποιος Χερουβίμωφ. σκέφτηκα αμέσως πως θα μπορούσες να μου φανείς χρήσιμος.. Για στάσου. Δε θα τον άλλαζα ούτε με πέντε παραδόσεις. Α! Σε παρακαλώ. ούτε τις υπηρεσίες. αλλά εγώ. φυσικά. Άκου: Μαθήματα δεν έχω ούτε και γω και δε δίνω δεκάρα για δαύτα.  2 .. Αν σου αρέσει.. Ο ίδιος δεν ξέρει ούτε την αλφαβήτα. θα τα τεντώσει σα λάστιχο ο Χερουβίμωφ και θα τα κάνει έξη. Βγάζει κάτι επιστημονικά φυλλάδια που πουλιούνται σαν ψωμοτύρι. σε βεβαιώ πως υπάρχουν βλάκες πολύ μεγαλύτεροι από μένα. λοιπόν. Να. τον ενθαρρύνω. γιατί στο διάβολο ήρθες. θα μεταφράσουμε ένα έργο που γράφει για τη φάλαινα.τι μου κατεβεί και παρηγοριέμαι με τη σκέψη πως αυτά που γράφω έτσι θα είναι                                                              1  Έργο του Ζ.. Ρουσώ. πάρε αμέσως το κείμενο. Δε θα σ' αφήσω να φύγεις έτσι". Απ' αυτά. γιατί είσαι ο καλύτερος απ' όλους. σε σπίτια εμπορευομένων. ν' αρχίσω. Τώρα όμως βλέπω πως δεν έχω ανάγκη από τίποτα. Όλη η υπόθεση είναι στον τίτλο. επηρεασμένος από τον Ρουσώ. Ήρθα γιατί δεν ξέρω κανέναν άλλον από σένα. Πρώτα-πρώτο.. Έλεγες πάντοτε πως είμαι βλάκας. δηλαδή ο πιο έξυπνος και μπορείς να κρίνεις. ό. "Για περίμενε μια στιγμή.. Τόσο που τίς περισσότερες φορές γράφω. ακούς."Τότε. Εγώ. Μόλις σε είδα να μπαίνεις μέσα.. Ίσα-ίσα μάλιστα. θα πάρεις άλλα τρία.. κατά τη γνώμη μου.. Μ' αυτό που κάνεις είναι για μένα προσβολή σχεδόν. ούτε τη συμπάθεια κανενός.. φίλε μου.αυτό μας έλειπε τώρα! Λοιπόν.    Ρώσος συγγραφέας του 18ου αϊ.. λοιπόν. 'Όταν το τελειώσεις. Άφησε με ήσυχο". είναι βλακωδέστατος τσαρλατανισμός: Διαπραγματεύεται το θέμα αν η γυναίκα είναι ή όχι ανθρώπινο πλάσμα! Φυσικά. που αξίζει όσο κι' ένα μάθημα. Κατόπιν. άκου. τσίμπησα τα έξη προκαταβολή. δε φέρνω καμμιά αντίρρηση . Ε... λόγου χάριν τούτα δω τα δυο μεγάλα τυπογραφικά και το γερμανικό πρωτότυπο που. μη νομίσεις πως σου κάνω καμμιά χάρη. αποδείχνει κατά τρόπο θριαμβευτικό ότι πράγματι είναι ανθρώπινο πλάσμα! Ο Χερουβίμωφ το βγάζει γιατί το γυναικείο ζήτημα είναι στην ημερησία διάταξη. Ο εκδότης μου παρακολουθεί τη μόδα. Δε θέλω απολύτως τίποτα. είμαι τζόρας στην ορθογραφία. θέλεις να μεταφράσεις το δεύτερο τυπογραφικό του "Είναι ανθρώπινον πλάσμα η γυνή. έχουμε επισημάνει στο δεύτερο μέρος των "Confessions" 1 κάτι σαχλαμάρες που σκυλοβαριέσαι να τίς διαβάζεις . Αυτά τα δύο τυπογραφικά. κι εγώ το μεταφράζω. γιατί κάποιος σφύριξε στον Χερουβίμωφ ότι ο Ρουσώ είναι κάτι σαν τον Ραντίτσεφ2.. Μήπως τρελλάθηκες για τα καλά. 'Όταν τελειώσει αυτή η δουλειά. που να μπορεί να με βοηθήσει. "Ε.θα τίς μεταφράσουμε κι αυτές. είμαι και κουμπούρας στα γερμανικά. φυσικά. Είμαι ολομόναχος. Ζ.". κι αυτό μου αρκεί. Να δουλειά με φούντες! Για τη μετάφραση μου παίρνω έξη ρούβλια το τυπογραφικό. θα πάρω δηλαδή το όλον δεκαπέντε ρούβλια. πάρε χαρτί και πέννα και δέξου τα τρία μου ρούβλια. θα του κολλήσουμε κι έναν τίτλο χτυπητό που θα πιάνει μισή σελίδα και θα το πουλήσουμε πενήντα καπίκια. Ύστερα.. βρε σαχλέ! Είσαι ολότελα παλαβός! Αυτό είναι και δε μου το βγάζεις με τίποτα απ' το μυαλό.

Γύρισε και κοίταξε. Ο Ραζουμίχιν τον κοίταζε με κατάπληξη καθώς έφευγε. τί διάβολο έχεις ανάγκη. Μπορεί να είναι και χειρότερα. Εσύ θα με κάνεις να χάσω το μυαλό μου στο τέλος!. Έτριζε τα δόντια του με λύσσα.κόρη της καθώς φαίνεται με καπελάκι και με πράσινη ομπρέλα. προχώρησε καμμιά δεκαριά βήματα και ύστερα γύρισε κατά το Νέβα. Πού να το ξέρεις όμως. ενώ γύρω του οι άνθρωποι τον κορόιδευαν και γελούσαν. ψέλλισε ο Ρασκόλνικωφ. τον χτύπησε δυνατά με το καμουτσί του.. με μαντήλα στο κεφάλι της. καθώς και μια κοπελίτσα . "Κάνας πορτοφολάς θα είναι!".. γιατί παρά λίγο να τον πατήσουν τ' άλογα. από μεταφράσεις.". κατάλαβε πως κάποιος του 'βάζε λεφτά στο χέρι. "Κωμωδία παίζεις..περπάταγε. καταμεσίς στη γέφυρα.. Στη γέφυρα του Νικολάου ξανάρθε ακόμα μια φορά στα συγκαλά του. που κατέβαινε κιόλας τη σκάλα. μάλλον δυσάρεστο. κοιτάζοντας αγριεμένα και αποβλακωμένα το αμάξι που απομακρυνότανε και ξύνοντας τη ράχη του. παρ' όλο πού του φώναξε τρεις φορές να προσέξει. Ήτανε φανερό ότι τα είκοσι καπίκια του τα δώσανε γιατί τον λυπηθήκανε για την καμουτσικιά που έφαγε. Τί διάβολο. Λοιπόν. Μόλις όμως έφτασε στη γωνιά του δρόμου ξαναγύρισε απότομα πίσω.".. Ο Ρασκόλνικωφ πήρε αμίλητα το γερμανικό κείμενο και έφυγε χωρίς να πεί λέξη. ανέβηκε στο δωμάτιο του Ραζουμίχιν. από κάποιο μικροεπεισόδιο. άφησε πάνω στο τραπέζι το γερμανικό κείμενο και τα τρία ρούβλια και ξανάφυγε δίχως να πει πάλι λέξη.καλύτερα απ' το πρωτότυπο.". Καθώς όμως στεκότανε όρθιος κοντά στο κιγκλίδωμα. Εκείνος εξακολούθησε να κατεβαίνει αμίλητα. εκεί όπου περνούσαν όχι οι πεζοί. "Ε! Για πες μου: Πού κάθεσαι. από κείνους τους φτωχοδιακονιάρηδες που γυρίζουνε στους δρόμους ζητώντας ελεημοσύνη πενταροδεκάρες. Στεκότανε μπροστά του μια μεσόκοπη γυναίκα απ' την τάξη των εμπόρων. δίχως να το καταλαβαίνει. "Δεν έχω ανάγκη. τί διάβολο σ' έπιασε. ώστε τινάχτηκε μ' ένα πήδημα στα κάγκελα του γεφυριού . "Τότε. "Τα 'χει κοπανήσει για τα καλά!". Ο Ρασκόλνικωφ βρισκότανε κιόλας στον δρόμο. ." του φώναξε από πάνω ο Ραζουμίχιν. "Είναι κι αυτό ένα κόλπο όπως τ' άλλα". μούγκρισε ο Ραζουμίχιν έξω φρενών πια. Καμμιά απάντηση. σίγουρα θα τον είχαν πάρει για ζητιάνο. Σφίγγοντας στο χέρι του τα είκοσι καπίκια. Από το ντύσιμο του και την όψη του.". για ποιο λόγο ήρθες τότε. Ο Ρασκόλνικωφ τα πήρε κι αυτές συνέχισαν το δρόμο τους. "Να πάρει η οργή! Παρασταίνουνε τον μεθυσμένο και ρίχνονται επίτηδες κάτω απ' τ' αμάξια για να παίρνουν ύστερα αποζημίωση!". θύμωσε τόσο πολύ μ' αυτό το χτύπημα.". Κάποιος αμαξάς που οδηγούσε ένα αρχοντικό αμάξι. αλλά τ' αμάξια. δέχεσαι ή δε δέχεσαι.. "Μα.

κοιτάζοντας προς τ' Ανάκτορα. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα συννεφάκι και
τα νερά ήτανε γαλανά σχεδόν - πράγμα πολύ σπάνιο για το Νέβα. Ο τρούλλος της
μητρόπολης, που δεν τον βλέπεις από κανένα άλλο μέρος καλύτερα παρά μονάχα
απ' αυτή τη γέφυρα, λαμποκοπούσε θαυμαστά στην πεντακάθαρη ατμόσφαιρα
και μπορούσες να διακρίνεις όλα του τα στολίδια. Αλάφρωσε ο πόνος του και
ξέχασε την καμουτσικιά που είχε φάει. Τον απασχολούσε τώρα μια σκέψη, μια
ανησυχία ακαθόριστη. Είχε στυλωμένο επίμονα το βλέμμα του σ' αυτό το τοπίο,
που του ήτανε πολύ γνωστό. Άλλοτε, τότε που πήγαινε ακόμα στο Πανεπιστήμιο
και προ πάντων όταν γύριζε στο σπίτι του, στεκότανε πολλές φορές σ' αυτή εδώ
την ίδια θέση για ν' απολαύσει το θαυμάσιο τούτο θέαμα. Και κάθε φορά που το
'βλέπε, ένιωθε μια εντύπωση αινιγματική - πλημμυριζότανε από μια αίσθηση
παγωνιάς, μπροστά σε τούτο το θεσπέσιο πανόραμα. Όλη αυτή η πομπώδης
λαμπρότητα του φαινόταν άψυχη και στείρα. Απορούσε και ο ίδιος κάθε φορά μ'
αυτή την πένθιμη και αινιγματική εντύπωση, αλλά μην έχοντας εμπιστοσύνη
στον εαυτό του, άφηνε γι' αργότερα την επεξήγηση εκείνης της εντυπώσεώς του.
Τώρα, θυμήθηκε ξαφνικά με απόλυτη ακρίβεια όλα τα ερωτήματα που έβαζε τότε
στον εαυτό του, όλες τις αμφιβολίες που τον πολιορκούσαν. Και του φάνηκε πως
δεν ήτανε καθόλου τυχαίο που τα θυμήθηκε. Μήπως δεν ήτανε παράξενο και το
ότι στάθηκε στην ίδια αυτή θέση, σαν άλλοτε, σα να πίστευε στ' αλήθεια πως
μπορούσε να κάνει τις ίδιες σκέψεις που έκανε άλλοτε, να ενδιαφερθεί για τα ίδια
θέματα και για τα ίδια θεάματα που τον συγκινούσαν τότε... ως τώρα τελευταία;
Λίγο ακόμα και θα το 'βρίσκε γελοίο, παρ' όλο που τον έκανε να νιώθει έναν πόνο
που του έσφιγγε την καρδιά.
Είχε την αίσθηση πως όλο του πια το παρελθόν, όλες του οι ιδέες, τα
προβλήματα, τα ζητήματα και τα παλιά του αισθήματα, βρίσκονταν κάτω απ' τα
πόδια του, στο βάθος μιας αδιαπέραστης αβύσσου, ακριβώς σαν το θέαμα που
ξετυλιγότανε μπροστά στα μάτια του τώρα, και σαν το εαυτό του τον ίδιο μ' όλα
τ' άλλα γύρω του. Του φαινότανε πως πέταγε πια σε ύψη άπειρα και πως τα πάντα
χάνονταν από μπροστά του.
Με μια κίνηση που έκανε, άθελα του, κατάλαβε πως στη σφιγμένη χούφτα του
κρατούσε ακόμα το νόμισμα των είκοσι καπικιών. Άνοιξε την παλάμη του, το
κοίταξε και το πέταξε στο ποτάμι. Ύστερα, έκανε μεταβολή και γύρισε στο
δωμάτιο του. Του φαινότανε πως αυτή τη στιγμή, έκοψε και τον τελευταίο δεσμό,
που τον ένωνε ακόμα με τον κόσμο των ζωντανών.
Έφτασε στο δωμάτιο του κατά το βράδυ, δηλαδή είχανε κυλήσει έξη ολόκληρες
ώρες από τότε που έφυγε. Πώς και από ποιους δρόμους γύρισε δεν το 'ξερε ούτε ο
ίδιος.
Γδύθηκε ανατριχιάζοντας σαν άλογο ξεθεωμένο απ' την κούραση, ξάπλωσε στο
ντιβάνι, έριξε απάνω του το παλτό του και βυθίστηκε αμέσως στον ύπνο.
Ξύπνησε ξαφνικά από μια τρομερή κραυγή, που ακούστηκε μες στο πνιχτό
σκοτάδι, θεέ μου!
Τί κραυγή ήτανε κείνη! Ποτέ του δεν είχε ιδεί και δεν είχε ακούσει τέτοιο
κολασμένο σαματά, τέτοια ουρλιαχτά, τέτοιους λυγμούς, τριξίματα δοντιών,

χτυπήματα και κατάρες! Δε μπορούσε να φαντασθεί τόση σκληράδα και
αγριότητα.
Τρομοκρατήθηκε και μισοσηκώθηκε στο ντιβάνι του. Ένιωθε την καρδιά του να
σταματάει και το μαρτύριο αυτό να μεγαλώνει από στιγμή σε στιγμή. Τα
χτυπήματα, όμως, οι λυγμοί και οι βρισιές ακούγονταν όλο και πιο δυνατά. Και,
ξαφνικά, αναγνώρισε με απέραντη κατάπληξη τη φωνή της σπιτονοικοκυράς του.
Ούρλιαζε, βογγούσε σπαραχτικά, λαχανιασμένα και τόσο πολύ γρήγορα, που δεν
κατόρθωνε να καταλάβει τί έλεγε: Καθώς φαίνεται, τους ικέτευε να πάψουν να
την χτυπάνε γιατί κάποιος την έδερνε αλύπητα.
Η φωνή εκείνου που τη χτυπούσε έτσι ήτανε τόσο τρομερά οργισμένη και γεμάτη
λύσσα, ώστε γινότανε κάτι σα βραχνή κραυγή. Αλλά κι αυτός μούγκριζε κάτι που
δεν μπορούσες να το ξεχωρίσεις, έτσι πνιγμένη καθώς ήτανε η ανάσα του.
Ξαφνικά, ο Ρασκόλνικωφ ανατρίχιασε: Τη γνώρισε εκείνη τη φωνή, ήτανε του
Ηλία Πετρόβιτς! "Ο Ηλίας Πετρόβιτς είναι εδώ μέσα και χτυπάει τη
σπιτονοικοκυρά! Την κλωτσοπατάει, της χτυπάει το κεφάλι στα σκαλιά, είναι
ολοφάνερο! Το καταλαβαίνει κανείς απ' τους λυγμούς της, από τα χτυπήματα. Τί
συμβαίνει λοιπόν; Γιατί αναστατώθηκαν έτσι όλοι;".
Απ' όλα τα πατώματα, ο κόσμος στριμωχνότανε στη σκάλα, ακούγονταν φωνές,
ξεφωνητά, χτυπούσαν οι πόρτες, έτρεχαν άνθρωποι, ανέβαιναν... "Μα, γιατί; Για
ποιο λόγο; Πώς μπορεί να 'γίνε τέτοιο πράγμα!", έλεγε ο Ρασκόλνικωφ,
πιστεύοντας στ' αλήθεια πως τρελλαινότανε. Μα, όχι! Τ' άκουγε ολοκάθαρα!
Συνεπώς, στο δωμάτιο του θα έρχονται! Έτσι είναι! "Γιατί όλα αυτά... γίνονται
σίγουρα... για κείνο που έγινε χτες! θεέ μου!".
Θέλησε να βάλει το συρτή στην πόρτα, αλλά το χέρι του δε σηκώθηκε. Άλλωστε,
ήτανε κι ανώφελο! Ο τρόμος πάγωνε την ψυχή του, βασάνιζε και μαρμάρωνε τα
κόκκαλά του... Μα, να που έπαψε σιγά-σιγά αυτός ο σαματάς, αφού κράτησε
δέκα ολόκληρα λεπτά! Η σπιτονοικοκυρά βογγούσε κι αναστέναζε ακόμα, ο
Ηλίας Πετρόβιτς εξακολουθούσε να την απειλεί και να τη βρίζει... Τέλος σώπασε
κι αυτός, δεν τον άκουγε πια. Να 'φύγε τάχα; θεέ μου! Ναι, να που η
σπιτονοικοκυρά πηγαίνει στο διαμέρισμα της, κλαίγοντας ακόμα με λυγμούς... να
που η πόρτα της κλείνει δυνατά... Οι άνθρωποι σκορπίζουν και φεύγουν απ' τη
σκάλα, ξαναγυρίζοντας στα δωμάτια τους. Αναστενάζουν, κουβεντιάζουν ζωηρά,
φωνάζει ο ένας τον άλλο δυνατά κι άλλοτε πάλι χαμηλώνουν τη φωνή τους και
μιλούν ψιθυριστά, θα πρέπει να 'τανε πολλοί -όλο σχεδόν το σπίτι θα είχε
μαζευτεί. Μα, πώς είναι δυνατό; Και γιατί είχε έρθει εδώ ο Ηλίας Πετρόβιτς;
Ο Ρασκόλνικωφ ξανάπεσε εξαντλημένος στο ντιβάνι του, απ' τη στιγμή όμως
εκείνη, δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Έμεινε έτσι ξαπλωμένος μισή ώρα. Ποτέ ως
τώρα στη ζωή του δεν είχε νιώσει τέτοιο μαρτύριο, τέτοιον ανυπόφορο τρόμο.
Ξαφνικά, η κάμαρα του φωτίστηκε από ένα δυνατό φως: Έμπαινε μέσα η
Ναστάσια μ' ένα κερί και μ' ένα πιάτο σούπα. Τον κοίταξε προσεχτικά και καθώς
είδε πως δεν κοιμότανε, ακούμπησε το κηροπήγιο πάνω στο τραπέζι κι άρχισε να
τοποθετεί αυτά που είχε φέρει: ψωμί, αλάτι, ένα πιάτο, κουτάλι.
"Νηστικός από τα χθες, μου γυρίζει όλη τη μέρα με τέτοιο πυρετό!".

"Ναστάσια... γιατί τη χτύπησαν τη σπιτονοικοκυρά;".
Εκείνη τον κοίταξε κατάπληκτη.
"Ποιος τη χτύσησε τη σπιτονοικοκυρά;".
"Τώρα δα... πριν από μισή ώρα... Ο Ηλίας Πετρόβιτς, ο υπαστυνόμος, στη σκάλα.
Για ποιο λόγο τη χτύπησε τόσο πολύ; Και... γιατί ήρθε εδώ;".
Η Ναστάσια τον κοίταξε πολλή ώρα αμίλητα. Εκείνος ένιωσε κάτι σα δυσφορία
γι' αυτό, σαν τρόμο μάλιστα.
"Ναστάσια, γιατί δε λες τίποτα;", ρώτησε φοβισμένα.
"Είναι το αίμα!", είπε εκείνη, σα να μιλούσε μόνη της.
"Το αίμα; Ποιο αίμα;", ψιθύρισε ο Ρασκόλνικωφ, οπισθοχωρώντας κατά τον
τοίχο, κατακίτρινος.
Η Ναστάσια εξακολουθούσε να τον κοιτάζει αμίλητα.
"Κανένας δε τη χτύπησε τη σπιτονοικοκυρά", απάντησε με μια φωνή αυστηρή
και σίγουρη.
Εκείνος την κοίταξε με κομμένη ανάσα.
"Τ άκουσα με τ' αυτιά μου... δεν κοιμόμουνα... ήμουνα καθιστός..." ψέλλισε ο
Ρασκόλνικωφ ακόμα πιο φοβισμένα... "Τ άκουγα πολλή ώρα... Ο υπαστυνόμος
ήρθε... Βγήκανε όλοι από τα σπίτια τους στη σκάλα...".
"Κανένας δεν ήρθε. Το αίμα όμως φωνάζει μέσα σου. 'Όταν δε μπορεί να βγεί
έξω, μπουκώνει το συκώτι κι αρχίζει τότε ο άνθρωπος να βλέπει φαντάσματα...
θα φας;".
Ο Ρασκόλνικωφ δεν απάντησε. Εκείνη στεκότανε ακόμα δίπλα του. Δε μιλούσε
και τον κοίταζε επίμονα.
"Διψάω, Ναστάσια".
Κατέβηκε και ύστερα από δυο λεπτά ξαναγύρισε φέρνοντας του νερό σ' ένα
άσπρο, πήλινο κανάτι. Ο Ρασκόλνικωφ θυμότανε αργότερα πως ήπιε μόνο μια
γουλιά και όλο τ' άλλο χύθηκε στο στήθος του. Ύστερα, λιποθύμησε.


Ωστόσο, δεν ήτανε ολότελα αναίσθητος όσον καιρό κράτησε η αρρώστια του.
Βρισκότανε σε μια κατάσταση ημιαναισθησίας με πυρετό και παραλήρημα.
Αργότερα, θυμήθηκε πολλά πράγματα. 'Άλλοτε του φαινότανε πως ήτανε
περιτριγυρισμένος από ένα σωρό ανθρώπους που ήθελαν να τον πάρουν και να
τον πάνε κάπου, που συζητούσαν ζωηρά γι' αυτόν και τσακώνονταν μεταξύ τους.
'Άλλοτε πάλι βρισκόταν ξαφνικά ολομόναχος στην κάμαρα του, όλοι είχαν φύγει,
τον φοβόνταν και μονάχα πού και πού μισάνοιγαν λίγο την πόρτα του για να τον
κοιτάξουν, να τον φοβερίσουν, να κάνουν συμβούλια μεταξύ τους εναντίον του,
να τον κοροϊδέψουν, να τον εξοργίσουν. Θυμότανε πως είχε ιδεί πολλές φορές τη
Ναστάσια στο προσκέφαλο του. Είχε προσέξει επίσης κι έναν άντρα που θα

πρέπει να του ήτανε πολύ γνωστός, αλλά δεν κατόρθωνε να θυμηθεί ποιος είναι
και λυπότανε τόσο πολύ γι' αυτό, ώστε του 'ρχονταν δάκρυα. Μερικές φορές
νόμιζε πως βρίσκεται κρεβατωμένος ένα μήνα τώρα.
Άλλες πάλι, του φαινότανε πως όλα έγιναν μέσα σε μια μέρα. Αλλά αυτό - αυτό
το είχε ξεχάσει ολότελα! θυμότανε μόνο κάθε τόσο ότι ξεχνούσε κάτι που δεν
έπρεπε να το ξεχνάει. Σκιζόταν η καρδιά του όταν το θυμότανε αυτό,
βασανιζότανε, βογγούσε, τον πλημμύριζε ξαφνικά ένας τρόμος ακατασίγαστος.
Ανασηκωνότανε τότε στο κρεβάτι του, ήθελε να το σκάσει, αλλά πάντα
βρισκότανε κάποιος που τον κρατούσε με δύναμη. Ύστερα, ξανάπεφτε στο
λήθαργο του. Τέλος συνήλθε εντελώς.
Αυτό έγινε ένα πρωί κατά τις έξη. Εκείνη την ώρα, όταν έκανε καλό καιρό,
έπεφτε πάντοτε στον δεξιό τοίχο μια μακρουλή λουρίδα ήλιου, φωτίζοντας τη
γωνιά που ήτανε κοντά στην πόρτα. Η Ναστάσια στεκότανε πάνω απ' το κρεβάτι
του μαζί μ' έναν άντρα που ο Ρασκόλνικωφ δεν τον γνώριζε καθόλου και που τον
κοίταζε πολύ περίεργα. Ήτανε ένας νέος που φορούσε καφτάνι, είχε ένα γενάκι
και φαινόταν σαν εισπράκτορας. Απ' τη μισάνοιχτη πόρτα κοίταζε η
σπιτονοικοκυρά. Ο Ρασκόλνικωφ ανασηκώθηκε.
"Ποιος είναι ο κύριος, Ναστάσια;", ρώτησε δείχνοντας της τον νέο που στεκότανε
δίπλα της.
"Να! Συνήλθε!", έκανε η υπηρέτρια.
"Συνήλθε!", είπε και ο νεαρός υπάλληλος.
Η σπιτονοικοκυρά, που κοίταζε απ' τη μισάνοιχτη πόρτα, μόλις τον είδε να
συνέρχεται, έκλεισε αμέσως κι' έφυγε. Ήτανε πολύ άτολμη και δεν της άρεσαν
καθόλου οι συζητήσεις και οι εξηγήσεις. Σαράντα χρονών, χοντρή και
στρουμπουλή, με μαύρα φρύδια και μαύρα μαλλιά, είχε όλη εκείνη την καλοσύνη
που αποχτάει κανείς με το πάχος και την τεμπελιά, κατά τα άλλα όμως ήτανε
αρκετά χαριτωμένη.
Η ντροπαλοσύνη της δεν είχε όρια.
"Ποιος... είσαστε σεις;", ρώτησε πάλι ο Ρασκόλνικωφ γυρίζοντας κατά τον
υπάλληλο.
Εκείνη τη στιγμή όμως άνοιξε η πόρτα διάπλατα και μπήκε μέσα ο Ραζουμίχιν,
σκύβοντας το κεφάλι του για να μην τρακάρει, έτσι ψιλολέλεκας καθώς ήτανε.
"Σωστή καμπίνα καραβιού", φώναξε απ' το κατώφλι. Όλο χτυπάω το κεφάλι μου
μπαίνοντας. Κι ύστερα σου λένε πως αυτό το πράγμα ονομάζεται διαμέρισμα!
Λοιπόν αδερφάκι; Συνήλθες; Το 'μαθα τώρα δα απ' την Πατσένκα!".
"Συνήλθε πριν από λίγο", είπε η Ναστάσια.
"Ναι, συνήλθε", έκανε σαν ηχώ και ο υπάλληλος.
"Μα, σεις ποιος είσαστε;", ρώτησε απότομα ο Ραζουμίχιν γυρίζοντας προς το
μέρος του. "Εγώ ονομάζομαι Ραζουμίχιν, είμαι φοιτητής, αρχοντόπαιδο και ο
κύριος από δω είναι φίλος μου. Σεις ποιος είσαστε;".
"Εγώ είμαι υπάλληλος στον έμπορο Τσελοπάγιεφ, κι ήρθα για δουλειά εδώ".
"Καθίστε παρακαλώ σ' αυτήν την καρέκλα".
Ο Ραζουμίχιν κάθισε στο άλλο κάθισμα, στην απέναντι άκρη του τραπεζιού.

"Έκανες πάρα πολύ καλά που συνήλθες, φίλε μου", συνέχισε γυρίζοντας κατά τον
Ρασκόλνικωφ. "Τέσσερις μέρες τώρα δεν άνοιξες το στόμα σου, ούτε ήπιες, ούτε
έφαγες τίποτα. Είναι αλήθεια πως σου δώσαμε λίγο τσάι με το κουταλάκι και σου
'φερα δυο φορές τον Ζοσίμωφ - τον θυμάσαι τον Ζοσίμωφ; Σ' εξέτασε
προσεχτικά και είπε πως δεν είχες τίποτα, πως απλώς σου 'ρθε μία έτσι,
κατακέφαλα να πούμε.
Πρόκειται, λέει, για νευρικό κλονισμό που προήλθε από υποσιτισμό, η αρρώστια
όμως, αυτή καθ' εαυτή, δεν είναι τίποτα, θα φύγει όπως ήρθε. Ο Ζοσίμωφ είναι
άσσος σ' αυτά. Έχει κιόλας < κάνει κρότο με μερικούς που θεράπευσε. Λοιπόν...
Να μη σας κρατάω άλλο εσάς", πρόσθεσε γυρίζοντας κατά τον υπάλληλο, "θα
είχατε την καλοσύνη να μας πείτε τον σκοπό της επισκέψεως σας. Ξέρεις
Ρόντια... Είναι η δεύτερη φορά που σε ζητάνε απ' αυτό το μαγαζί. Μόνο που την
πρώτη, είχε έρθει ένας άλλος. Ποιος ήτανε αυτός που ήρθε πριν από σας;"
"Θα θέλετε, ασφαλώς, να πείτε για κείνον που ήρθε πριν από τρεις μέρες. Ήτανε
ο Αλέξης Σεμιόνοβιτς, υπάλληλος κι αυτός στο ίδιο μαγαζί".
"Η γλώσσα του όμως κόβει αυτουνού περισσότερο - τί λέτε;".
"Ναι, είναι άνθρωπος πιο σοβαρός από μένα".
"Δε μπορούμε να σας συγχαρούμε γι' αυτό, τέλος πάντων. Συνεχίστε".
"Να περί τίνος πρόκειται", άρχισε να λέει ο υπάλληλος γυρίζοντας κατά τον
Ρασκόλνικωφ: "Εκ μέρους του Αθανάση Ιβάνοβιτς Βαχρούσιν που, καθώς
πιστεύω, θα 'χετε ακούσει τ' όνομα του πολλές φορές, κατετέθη στο γραφείο μας
μία επιταγή, κατόπιν παρακλήσεως της μητέρας σας. Αν έχετε συνέλθει τώρα,
είμαι επιφορτισμένος να σας μετρήσω το ποσόν των τριάντα ρουβλίων, τα οποία
έλαβε ο Σεμιόν Σεμιόνοβιτς από τη μητέρα σας - έχετε λάβει σχετική
ειδοποίηση,".
"Ναι... θυμάμαι... Βαχρούσιν...", είπε ο Ρασκόλνικωφ σκεφτικά.
"Τ' ακούτε; Ξέρει τον έμπορα Βαχρούσιν", φώναξε ο Ραμουζίχιν. "Είναι δυνατόν
λοιπόν να μην έχει ξαναβρεί τις αισθήσεις του; Εξάλλου, βλέπω πως και η δικιά
σας γλώσσα δουλεύει καλά. Πάμε λοιπόν... Είναι πάντοτε ευχάριστο να ακούει
κανείς σοφά λόγια".
"Ε, λοιπόν αυτός ο Βαχρούσιν Αθανάση Ιβάνοβιτς, τη παρακλήσει της μητέρας
σας, ήτις μητέρα σας είχε αποστείλει και άλλοτε δι' αυτού χρήματα, δεν αρνήθηκε
κι αυτή τη φορά να δώσει εντολή στον Σεμιόν Σεμιόνοβιτς να σας μετρήσει
τριάκοντα ρούβλια, εν αναμονή καλυτέρου τινός ποσού".
"Μα το θεό, αυτό το "να σας μετρήσει τριάκοντα ρούβλια" ήτανε το πιο εύγλωττο
σημείον του λογιδρίου σας. Πολύ μου άρεσε επίσης και κείνο το "ήτις μητέρα
σας".
Λοιπόν, κατά τη γνώμη σας, έχει ή δεν έχει συνέλθει τώρα;"
"Για μένα είναι αρκετό να μπορεί να βάλει την υπογραφή του".
"Θα την κουτσοβάλει. Έχετε κάνα κατάστιχο;".
"Ορίστε, εδώ είναι το κατάστιχο".
"Δώστε το μου. Έλα, Ρόντια. Ανασηκώσου λιγάκι, θα σε κρατήσω εγώ. Γράφε:

Ρασκόλνικωφ. Πάρε την πέννα, φίλε μου. Τα λεφτά μας είναι κάτι πάρα πάνω
από απαραίτητα".
"Δε μου χρειάζονται λεφτά", είπε ο Ρασκόλνικωφ σπρώχνοντας την πέννα.
"Τί έκανε λέει; Δε σου χρειάζονται λεφτά;".
"Δεν υπογράφω".
"Μα, πρέπει να υπογράψεις ότι τα έλαβες".
"Δε μου χρειάζονται λεφτά!".
"Δεν του χρειάζονται λεφτά, ακούς! Ε, λοιπόν, φίλε μου λες ψέματα και είμαι
μάρτυρας!.. Μην ανησυχείτε, σας παρακαλώ εσείς. Απλώς, μια ιδιοτροπία του
είναι. Καθώς βλέπετε, τα 'χει ακόμα χαμένα. Άλλωστε, κάτι τέτοια τα κάνει
ακόμα κι όταν είναι στα καλά του... Σεις είσαστε άνθρωπος λογικός. θα τον
βοηθήσουμε, ή μάλλον θα βοηθήσουμε το χέρι του και θα υπογράψει. Ελάτε,
βοηθήστε και σεις...".
"Δεν πειράζει, ξανάρχομαι άλλη φορά".
"Α μπα... Γιατί να κάνετε τον κόπο; Είσαστε είπαμε λογικός άνθρωπος. Έλα,
Ρόντια, μην τον κρατάς άλλο τον κύριο, περιμένει, καθώς βλέπεις".
Κι άρχισε να οδηγεί το χέρι του Ρασκόλνικωφ, με μεγάλη σοβαρότητα.
"Άφησε με, θα υπογράψω μόνος μου", φώναξε αυτός.
Πήρε την πέννα και υπέγραψε. Ο υπάλληλος του μέτρησε τα λεφτά και έφυγε.
"Μπράβο! Και τώρα φίλε μου, θέλεις να φας;".
"Ναι", απάντησε ο Ρασκόλνικωφ. "Έχετε σούπα;".
"Έχει μείνει απ' τα χθες", απάντησε η Ναστάσια που παρακολουθούσε τη
συζήτηση.
"Σούπα με ρύζι και πατάτες;".
"Με ρύζι και πατάτες".
"Ε, βέβαια, με τι άλλο θα 'ναι! Φέρ' τη και δώσε μας και τσάι".
"Πηγαίνω".
Ο Ρασκόλνικωφ κοίταζε τριγύρω του με βαθιά κατάπληξη, χαμένα και
τρομαγμένα. Αποφάσισε να σωπάσει και να περιμένει για να ιδεί τι θα γινότανε.
"Μου φαίνεται πως πέρασε το παραλήρημα μου", σκεφτότανε. "Όλα αυτά
φαίνονται να είναι πραγματικά".
Ύστερ' από λίγο, η Ναστάσια ξαναγύρισε με τη σούπα και είπε πως θα 'φερνε
αμέσως και το τσάι. Μαζί με τη σούπα παρουσιάστηκαν και δυο κουτάλια, δυο
πιάτα και όλα τα σχετικά: Αλατιέρα, πιπεριέρα, μουστάρδα και κάτι ακόμα, που
είχε πολύν καιρό να παρουσιαστεί: Ένα καθαρό τραπεζομάντηλο.
"Ναστάσια", είπε ο Ραζουμίχιν, "δε θα 'κάνε άσχημα η Πρασκοβία Πάβλοβα αν
μας έστελνε και δυο μπιρίτσες. θα τίς πίναμε πολύ ευχαρίστως".
"Αλήθεια, τον προσέχεις εσύ τον εαυτούλη σου πολύ", μουρμούρισε η υπηρέτρια,
πηγαίνοντας να εκτελέσει την παραγγελία.
Ο Ρασκόλνικωφ εξακολουθούσε να κοιτάζει γύρω του χαμένα, αλλά με άγρυπνη
προσοχή. Στο μεταξύ, ο Ραζουμίχιν είχε καθίσει δίπλα του, πάνω στο ντιβάνι. Με
αδεξιότητα αρκούδας, ανασήκωσε με το αριστερό του χέρι το κεφάλι του
Ρασκόλνικωφ που, ωστόσο, δεν είχε καμμιά ανάγκη βοήθειας, ενώ με το δεξί, του

'φέρε στο στόμα μια κουταλιά σούπα, αφού πρώτα τη φύσηξε πολλές φορές, για
να μην καεί ο άρρωστος. Αλλά η σούπα, μόλις που ήτανε λίγο χλιαρή. Ο
Ρασκόλνικωφ έφαγε μια κουταλιά με λαιμαργία, ύστερα δεύτερη και τρίτη. Ο
Ραζουμίχιν όμως, αφού τον τάισε μερικές κουταλιές, σταμάτησε απότομα και
είπε πως, για να του δώσει κι άλλο, έπρεπε να ρωτήσει πρώτα τον Ζοσίμωφ.
Η Ναστάσια μπήκε μέσα με δυο μπουκάλια μπίρα.
"Θέλεις τσάι;".
"Ναι".
"Τρέχα γρήγορα να φέρεις τσάι Ναστάσια, γιατί μου φαίνεται ότι ως προς το
τσάι, μπορούμε ν' αγνοήσουμε την Ιατρική Επιστήμη. Α, να και η μπίρα!".
Κάθισε πάλι στην καρέκλα του, τράβηξε προς το μέρος του τη σούπα κι άρχισε
να καταβροχθίζει το βραστό βοδινό σα να 'χε να φάει τρεις ημέρες.
"Φίλε μου Ρόντια, πρέπει να ξέρεις πως τώρα τελευταία, τρώω εδώ, στο σπίτι
σου", μουρμούρισε, όσο του επέτρεπε το μπουκωμένο του στόμα που ήτανε
γεμάτο κρέας.
"Τα κερνάει όλα η σπιτονοικοκυρά σου, η Πατσένκα, που μου έχει ιδιαίτερη
αδυναμία... Φυσικά, δε βλέπω τίποτα το ανάρμοστο σ' αυτό και, για να το πούμε
έξω απ' τα δόντια, δε διαμαρτύρομαι καθόλου. Να όμως η Ναστάσια με το τσάι.
Είναι πολύ προκομμένη! Ναστάσια, θέλεις μπίρα;".
"Άντε βρε σαχλαμάρα!".
"Τσαγάκι;".
"Α, για το τσάι, δε λέω όχι".
"Βάλε λοιπόν και πιες! Στάσου, θα σε σερβίρω εγώ. Κάθισε σιο τραπέζι".
Σαν αληθινός οικοδεσπότης γέμισε αμέσως ένα φλιτζάνι τσάι και κατόπιν άλλο
ένα. Ύστερα, παράτησε το φαγητό του και κάθισε στο ντιβάνι. Όπως και
προηγούμενα πέρασε το αριστερό του μπράτσο κάτω απ' το κεφάλι του
Ρασκόλνικωφ, τον ανασήκωσε λιγάκι και του 'δώσε να πιεί τσάι με το κουτάλι.
Και πάλι φύσαγε την κάθε κουταλιά με εξαιρετική προσοχή, λες και σ' αυτό το
φύσημα βρισκότανε όλη η σωτηρία του αρρώστου.
Ο Ρασκόλνικωφ σώπαινε και δεν έφερνε καμμιά αντίρρηση παρ' όλο που ένιωθε
πως είχε τη δύναμη ν' ανασηκωθεί και να χρησιμοποιήσει τα χέρια του, όσο
χρειαζότανε για να κρατήσει το κουτάλι ή το φλιτζάνι. Ίσως μάλιστα να
μπορούσε ακόμα και να περπατήσει. Αλλά, από μια παράξενη πονηριά, σχεδόν
ζωώδη, του καρφώθηκε ξαφνικά η ιδέα να κρύψει για την ώρα τις δυνάμεις του,
να υποκριθεί και στην ανάγκη να κάνει πως δεν καταλαβαίνει τίποτα απολύτως,
για ν' ακούει και να κατασκοπεύει το κάθε τι που γινότανε γύρω του. Εξάλλου,
δεν τα κατάφερνε να υπερνικήσει την αηδία του. Αφού δοκίμασε καμμιά δεκαριά
κουταλιές, τράβηξε απότομα το κεφάλι του, έσπρωξε το κουτάλι με το χέρι του
σαν κακομαθημένο παιδί κι άφησε πάλι το κεφάλι του να πέσει στο μαξιλάρι
αναπαυτικά - σε αληθινό και πουπουλένιο μαξιλάρι με κελύφι πεντακάθαρο. Την
πρόσεξε και αυτή τη λεπτομέρεια και απόρησε πολύ.

"Η Πατσένκα, πρέπει να μας στείλει, σήμερα κιόλας, λίγο φραγκοστάφυλο να
φτιάξουμε μια σουμάδα για τον άρρωστο", είπε ο Ραζουμίχιν, καθώς
ξανακαθότανε στη θέση του και ξαναριχνότανε στη σούπα και στη μπίρα.
"Πού θα το βρει το φραγκοστάφυλο;", ρώτησε η Ναστάσια, κρατώντας το
πιατελάκι με τα πέντε δάχτυλα της ανοιχτά και ρουφώντας το τσάι της,
περνώντας το μέσα από το κομματάκι τη ζάχαρη που είχε βάλει στο στόμα της.
"Το φραγκοστάφυλο θα το βρεί στον μπακάλη, αγαπητή μου. Ξέρεις, Ρόντια, εδώ
έχει γίνει μια ολόκληρη ιστορία που δεν την έχεις υπ' όψη σου. Όταν το 'σκασες
απ' το δωμάτιο μου σαν κλέφτης, δίχως να μου πείς πού έμενες, θύμωσα τόσο
πολύ, ώστε αποφάσισα να ψάξω να σε βρω για να σε τιμωρήσω. Άρχισα να σε
κυνηγάω την ίδια μέρα κιόλας. Το τί τρεχάματα έκανα και το πόσους ρώτησα, δε
λέγεται! Είχα ξεχάσει τη σημερινή σου διεύθυνση, κι εξάλλου δε θα μπορούσα
ποτέ μου να τη θυμηθώ, αφού ποτέ μου δεν την ήξερα. Όσο για το παλιό σου
δωμάτιο, θυμάμαι μόνο πως βρισκότανε στις Πέντε Γωνιές, στην οικία
Χαρλάμοβ. Έψαξα πάρα πολύ να βρω το σπίτι αυτού του κυρίου Χαρλάμοβ,
πολύ περισσότερο μάλιστα, γιατί δε λέγεται Χαρλάμοβ αλλά Μπουκ. Πώς μπορεί
να γελαστεί κανείς με τα ονόματα! Είχα πραγματικά θυμώσει. Την άλλη μέρα
πήγα στο γραφείο διευθύνσεων. Και, σκέψου: Μέσα σε δυο λεπτά μου δίνουν τη
διεύθυνση σου. Σ' έχουν γραμμένο".
"Γραμμένο!
"Μάλιστα! Και να σκεφτεί κανείς πως δεν μπορούσανε να βρουν τη διεύθυνση
του στρατηγού Κομπέλιεβ σε κάποιον που τη ζητούσε μπροστά μου. Αλλά, ας μη
χανόμαστε σε τέτοιες λεπτομέρειες. Δεν πρόφτασα να πατήσω το πόδι μου εδώ
μέσα κι έμαθα αμέσως όλα τα σχετικά με σένα, ναι, όλα φίλε μου, όλα τα ξέρω
και μαρτυράς μου η Ναστάσια. Γνώρισα επίσης και τον Νι-κοντίμ Φόμιτς, μου
'δειξαν τον Ηλία Πετρόβιτς, έπιασα σχέσεις μς τον θυρωρό, με τον κ. Ζαμιότοβ
Αλέξανδρο Γρηγορίεβιτς, τον γραμματέα του αστυνομικού τμήματος, και τέλος
με την Πατσένκα, που είναι και ο "λαγός" στην όλη υπόθεση. Ρώτα και τη
Ναστάσια από δω, τα ξέρει όλα".
"Την τύληξες με τις γαλιφιές σου και ζαχαρώνεις μαζί της", μουρμούρισε η
Ναστάσια γελώντας πνιγμένα.
"Εσύ να μου κάνεις τη χάρη και ν' αφήσεις τη ζάχαρη για το τσάι σου, Ναστάσια
Νικηφόροβνα".
"Α, το ζωντανό!", φώναξε άξαφνα η Ναστάσια, ξεσπώντας σε γέλια. "Είμαι
Πετρόβνα, μωρέ, και όχι Νικηφόροβνα", πρόσθεσε, ξαφνικά, όταν σταμάτησε το
γέλιο της.
"Καλά, το σημειώνουμε για το μέλλον. Λοιπόν, που λες, φίλε μου, για να μη
χανόμαστε σε άσκοπα λόγια, ήθελα να φέρω εδώ μέσα ηλεκτρικό ρεύμα για να
ξεριζώσω μια και καλή τις προλήψεις που υπάρχουνε εδώ, αλλά η Πατσένκα
έκανε πολύ περισσότερα απ' αυτό. Τί τα θέλεις, φίλε μου, δε φανταζόμουνα ποτέ
πως θα 'τανε τόσο χαριτωμένη! Τί λες και συ;".
Ο Ρασκόλνικωφ σώπαινε, παρ' όλο που δεν έπαψε να κοιτάζει τον Ραζουμίχιν
επίμονα και με αγωνία.

"Και μάλιστα", συνέχισε ο Ραζουμίχιν χωρίς να νοιάζεται καθόλου για τη σιωπή
του Ρασκόλνικωφ και σα ν' αναφερότανε σε μια απάντηση που του 'δωσαν, "είναι
γυναίκα απολύτως καθώς πρέπει από κάθε άποψη".
"Α, το ζωντανό", φώναξε πάλι η Ναστάσια, που φαίνεται πως αυτή η κουβέντα
της έδινε μια ευχαρίστηση ανεξήγητη.
"Το δυστύχημα, φίλε μου, είναι πως δεν τα κατάφερες να τη φέρεις βόλτα ευθύς
εξ αρχής. Δεν έπρεπε να της φερθείς έτσι. Είναι, πώς να στο πω... αλλόκοτος
χαρακτήρας. Αλλά, θα μιλήσουμε αργότερα για τον χαρακτήρα της... Πώς
μπόρεσες λόγου χάρη να τη φέρεις στο σημείο και να τολμήσει να πάψει να σου
στέλνει φαγητό; Ή ακόμα να σου κοινοποιήσει κείνο το γραμμάτιο; Τρελλός
είσαι που κάθεσαι και υπογράφεις γραμμάτια; Αμ αυτός ο γάμος που λογάριαζες
να κάνεις, όταν ζούσε ακόμα η κόρη της Ναταλία Γιεγκόροβνα; Τα ξέρω όλα.
Βλέπω όμως πως αυτό είναι μια ευαίσθητη χορδή σου και πως εγώ είμαι
γάιδαρος. Με συγχωρείς. Αλλά, σχετικά με τις βλακείες, τί λες; Δε νομίζεις πως η
Πρασκοβία Πάβλοβνα είναι λιγότερο βλάκας απ' όσο θα μπορούσε να υποθέσει
κανείς με την πρώτη ματιά;".
"Ναι", ψιθύρισε ο Ρασκόλνικωφ, κοιτάζοντας αλλού και καταλαβαίνοντας ότι
καλύτερα θα ήτανε να τον αφήσει να συνεχίσει.
"Συμφωνείς ε;", φώναξε ο Ραζουμίχιν, που ευχαριστήθηκε πολύ καθώς πήρε
επιτέλους απάντηση. "Είναι κι έξυπνη, έτσι; Αλλόκοτη γυναίκα σου λέω. Εγώ, τί
να σου πω αγαπητέ μου, σε βεβαιώ πως πάει να μου φύγει το μυαλό.
Έχει πατήσει τα σαράντα, παραδέχεται όμως μόνο τα τριανταέξη κι έχει κάθε
δικαίωμα να λέει πως είναι τόσο. Κι εξάλλου, σου τ' ορκίζομαι, η κρίση μου είναι
καθαρώς πνευματική και απορρέει μόνο από μεταφυσικά δεδομένα: Το τί
ακριβώς συμβαίνει μεταξύ μας, είναι για μένα πραγματική άλγεβρα και δεν το
καταλαβαίνω καθόλου. Κι έπειτα, όλα αυτά είναι ανοησίες. Όσο για τη
σπιτονοικοκυρά σου, βλέποντας πως δεν πήγαινες πια στο Πανεπιστήμιο, πως δεν
είχες ούτε μαθήματα ούτε ρούχα και αφού, μετά το θάνατο της κόρης της, δε
μπορούσε να σε βλέπει πια σα συγγενή της, τα χρειάστηκε η γυναίκα. Κι επειδή
του λόγου σου, αντί να ζείς όπως πρώτα, καθόσουνα και κοπροσκύλιαζες,
σκέφτηκε να σε πετάξει έξω. Το 'χε βάλει από καιρό στο νου της, αλλά φοβότανε
για το γραμμάτιο. Επί πλέον, την είχες διαβεβαιώσει ότι η μητέρα σου θα την
πλήρωνε".
"Ήτανε ατιμία από μέρους μου, που είπα αυτό το πράγμα... Η μητέρα μου
ζητιανεύει σχεδόν. Έλεγα ψέματα, για να μη με διώξει και για να με ταΐζει
ακόμα", είπε ο Ρασκόλνικωφ, δυνατά και ξεκάθαρα.
"Όσο γι' αυτό, έκανες πολύ καλά. Το κακό είναι πως κατέφυγε στον κύριο
Τσεμπάροβ, που είναι δικηγόρος και επιχειρηματίας. Χωρίς αυτόν, δεν θα
τολμούσε να κάνει τίποτα η Πατσένκα, γιατί είναι πολύ δειλή για κάτι τέτοιο.
Εκείνος όμως δεν είχε τέτοιου είδους δειλίες και η πρώτη ερώτηση που της έκανε
ήτανε, φυσικά, τούτη δω: Υπάρχει καμμιά ελπίδα να εξοφλήσει το χρέος του ο
νοικάρης σας;

. "Με την ψυχή σου! Δεν ήσουνα στα λογικά σου". αφού σώπασε και κείνος μια στιγμή και δίχως να γυρίσει το κεφάλι του. Τώρα είμαστε φίλοι αχώριστοι. Τί κουνιέσαι έτσι. Σου 'πρηξα το συκώτι". Είναι πολύ καλό παιδί. Καθώς καταλαβαίνεις. "Μα. Ακούς.. να του πω και γω δυο κουβέντες. "Βλέπω.". και σου μιλάω τώρα έτσι γιατί σ' αγαπώ στ' αλήθεια. αλλά έγινε το αντίθετο.".. Δεν πήγε στράφι που κάθισες και τα εξομολογήθηκες όλα στην Πατσένκα. παρ' το. ρώτησε ο Ρασκόλνικωφ.. αλλά στο μεταξύ. ξέρω πια όλα τα σχετικά με σένα απόξω κι ανακατωτά. Εγγυήθηκα για σένα. Εκείνος το θέλησε.". φυσικά. παρ' όλο που παίρνει σύνταξη μόνο εκατόν είκοσι ρούβλια.ιδίως εκείνη τη φορά που σου 'φερα τον Ζαμιότοβ". ο επιχειρηματίας καλοστρώνεται στο τραπέζι του και κοιτάει πώς να κλαμπουκίσει το μεγαλύτερο κομμάτι. "πως έκανα βλακεία πάλι. δίχως να ντραπεί καθόλου. τί έχεις λοιπόν. ζήτησε την εξόφληση του νομοτύπως. αν είναι ανάγκη. τίμιος κι ευαίσθητος. Διαφορετικά. είπε ύστερ' από λίγο. Ο Ρασκόλνικωφ.. "Ζαμιότοβ..Απάντηση: Μάλιστα. του πετάξαμε στα μούτρα καμμιά δεκαριά ρούβλια και του πήραμε πίσω το χαρτί. . Μας αρκεί ο λόγος σου. από πού θα μάθαινα τόσα πράγματα για την αφεντιά σου.. "Παραμιλούσα. Καλέσαμε τον Τσεμπάροβ. φίλε μου". Ο Ραζουμίχιν ακούμπησε το γραμμάτιο στο τραπέζι. προσπάθησα. Έχω σκίσει και την υπογραφή σου δεόντως". Παραχώρησε λοιπόν η σπιτονοικοκυρά σου το γραμμάτιο σ' εκείνον τον Τσεμπάροβ. Κοίτα να ιδείς τί γίνεται: Όταν ένας άνθρωπος. Τότε. Γιατί τον έφερες. εγώ. του 'ριξε μια ματιά και δίχως να πει τίποτα γύρισε κατά τον τοίχο. Και τώρα τελευταία μετακόμισα σ' αυτήν εδώ τη συνοικία. γιατί μιλήσαμε πολύ για σένα. πάθαινες κρίσεις με την παρουσία μου . Και.από τους καλύτερους. Πήγαμε δυο φορές μαζί και στης Λουίζας. Ο Ρασκόλνικωφ είχε γυρίσει απότομα και στύλωσε τα μάτια του στον Ραζουμίχιν. τον καιρό που σ' έβλεπε σα μέλος της οικογενείας της. Όταν τα 'μαθα όλα αυτά. Νόμιζα πως θα ξέσκαγες λιγάκι με τη φλυαρία μου. νευριάζεις. ανοίγει την καρδιά του. Γιατί. Τον γραμματέα του αστυνόμου. μάλιστα. γιατί η μητέρα του. Τη θυμάσαι τη Λουίζα.. Ήθελε να σε γνωρίσει. Πάνω σ' αυτό βασίστηκαν. για να 'χω τη συνείδηση μου ήσυχη. θα προτιμήσει να μείνει νηστικιά για να εγγυηθεί για το Ρόντια και η αδελφή του θα πουληθεί σα σκλάβα. μπαίνοντας εγγυητής εγώ ότι θα πλήρωνες. προς είσπραξιν και η αφεντιά σου. Να. "Ναι. τη Λουίζα Ιβάνοβνα.". αποκαταστάθηκαν αρμονικές σχέσεις ανάμεσα σε μένα και στην Πατσένκα κι έτσι σταμάτησα την υπόθεση "εν τη γενέσει" της που λέμε. "Εσύ ήσουνα που δε σε γνώριζα στο παραλήρημα μου. για να βοηθήσει τον αδελφό της. φίλε. "ου έχω την τιμή να σου παρουσιάσω.". ακόμα και ο Ραζουμίχιν φάνηκε σα να πληγώθηκε. στο είδος του. βλεπόμαστε κάθε μέρα σχεδόν. "Και τί έλεγα.

Μη φοβάσαι. ή ό. Όρθιος.". "Τί έλεγα. Ζητούσες επίσης και τα ξέφτια του παντελονιού σου. που έπρεπε να είναι εδώ από πολλή ώρα. όσο θα λείπω εγώ. Στο μεταξύ. καταμεσίς στο δωμάτιο του. Μονάχα τότε ησύχασες. για το νησάκι Κρεστόβσκι. μάλιστα. λες και το κάνω επίτηδες! Ενώ πριν από ένα λεπτό ακόμα το θυμόμουνα!". τα μοσκοβολισμένα.. ο Ρασκόλνικωφ πέταξε την κουβέρτα του και πετάχτηκε απ' το κρεβάτι σαν τρελλός. που ήτανε γεμάτα δαχτυλίδια. άνοιξε την πόρτα κι έστησε τ' αυτί της. Έλα. θα κοιτάξω και για τον Ζοσίμοβ. Μόλις η Ναστάσια έκλεισε την πόρτα. Μίλησες όμως για κάποιο μπουλντόγκ. τον κατεργάρη!". Φρόντισε να του δίνεις να πίνει τίποτα.τι του κατεβεί. με τα κάτασπρα χέρια του. τί ήτανε αυτή η δουλειά που ήθελα να κάνει. αλλά δεν υπήρχε τρόπος για να βγάλουμε άκρη. θα πω και ο ίδιος στην Πατσένκα τί πρέπει να γίνει.... για κάτι σκουλαρίκια. Και συ. Παρ' όλο που τον έκαιγε η ανυπομονησία. τον βοηθό του αστυνόμου. λέει ό. Πού να το ξέρω. "Τη λέει Πατσένκα! Α. Ήτανε πολύ περίεργη να μάθει τί θα της έλεγε: Δε χωράει αμφιβολία. Σηκώθηκε και πήρε το καπέλο του.. Να που το ξέχασε κιόλας! "Θεέ μου! Ένα μονάχα πες μου: Τα ξέρουν όλα ή δεν ξέρουν τίποτα ακόμα.τι άλλο θελήσει. Ανάφερες επίσης τον Νικοντίμ Φόμιτς και τον Ηλία Πετρόβιτς."Τί θα πεί τί έλεγες. δεν είπες τίποτα για την πριγκίπισσα σου.. όσον καιρό θα είμαι κρεβατωμένος. Ο άνθρωπος που παραμιλάει. Ναστάσια. .. Ύστερα. την είχε καταγοητεύσει ολότελα ο Ραζουμίχιν. Να που το ξέχασα κι αυτό. Ωρβουάρ!". Αλλά. Ίσως να τα ξέρουν και να κάνουν τον ανήξερο για να με ψωνίζουν. δίχως να μπορούμε να την πάρουμε από πάνω σου. ώσπου ν' απομακρυνθούν και οι δυο. για να μπορέσει να κάνει τη δουλειά του. κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ! Αναρωτιόμαστε τί μπορεί να ήτανε αυτά τα ξέφτια. κοίταζε τριγύρω του με βασανιστική απορία. Και κρατούσες αυτή τη βρωμιά στα χέρια σου εικοσιτέσσερις ώρες. Ακόμα θα 'ναι κάπου. αλλά δε μπόρεσε να κρατηθεί και κατέβηκε βιαστικά. Τί να κάνω τώρα.. περίμενε.. Επί πλέον έδειχνες ζωηρότατο ενδιαφέρον για την κάλτσα σου κι όλο μας έλεγες παραπονιάρικα: "Δώστε μου την κάλτσα μου!". κάτω απ' την κουβέρτα σου. να 'ρχεσαι να τον βλέπεις όσο το δυνατό περισσότερο. για αλυσιδίτσες ρολογιού. Ο ίδιος ο Ζαμιότοβ έψαξε σ' όλες τις γωνιές και σου 'φέρε με τα χέρια του τη βρωμόκαλτσά σου. Εξάλλου. γιατί είναι έντεκα περασμένες. έκανε η υπηρέτρια όταν εκείνος έφυγε. Και τώρα δουλειά! Πάρε τα τριανταπέντε ρούβλια.. μη χάνουμε άδικα την ώρα μας τώρα. θα 'ρθουν ξαφνικά και θα μου πουν πως τα 'ξεραν από καιρό και καμώνονταν πως δεν τα ξέρουν. για κάποιο θυρωρό. είναι καιρός να κοιτάξουμε και τη δουλειά μας". Ύστερα. "Κοίτα τον που επιμένει! Φοβάσαι μην πάει και σου ξέφυγε κανένα μυστικό. Κρατάω τα δέκα και μέσα σε δυο ώρες θα σου δώσω λογαριασμό τί τα 'κάνα.

. Τότε.. τώρα ήμουνα άρρωστος. αφουγκράστηκε.. πού να πάω. Όχι! Τα μπερδεύω . δε θα με βρουν!. δε θα μπόρεσε να προσέξει τίποτα. Άνοιξε τα μάτια και είδε τον Ραζουμίχιν. όπως τα πέταξε... αλλά το γραφείο διευθύνσεων.. Τσάι. Βρίσκομαι ακόμα σε παραλήρημα ή μήπως γίνονται αυτά στ' αλήθεια. Ξύπνησε. βρισκότανε στο ντιβάνι του..". που έκαιγε στα στήθη του.. Όχι! Δεν ήτανε αυτό... που ήτανε και πρωτύτερα νοσηρές και ασυνάρτητες.. Ούτε κι αυτό ήτανε. Ο .. Πήγε στη θερμάστρα. Αν όμως φυλάνε το σπίτι.. Νομίζουν πως είμαι άρρωστος!. ενώ τώρα. που είχε αντικαταστήσει τώρα το κουρελιάρικο παλτό του. Αν συναντήσω αστυνομικούς.. που στεκότανε στην πόρτα. Πραγματικά. Αχ! θυμάμαι. την άνοιξε κι έψαξε στις στάχτες: Τα ξέφτια απ' το παντελόνι του και η φόδρα της ξεσκισμένης τσέπης. γιατί ήρθε εδώ ο Ζαμιότοβ. Ναι. αναστέναξε βαθιά κι αποκοιμήθηκε. εδώ είναι κι αυτό!. κι ευχάριστο μάλιστα.την προηγούμενη φορά μου είχανε στείλει πρόσκληση! Τότε. Τί είναι αυτό.Πήγε κατά την πόρτα.. διστάζοντας να μπεί μέσα. Να φύγω το γρηγορότερο!.. Αλλά όχι. σα να 'θελε να σβήσει έτσι τη φωτιά.. "Χμ!. έψαξε προσεχτικά χώνοντας το χέρι του μέσα. και να τους στείλω όλους στο διάβολο! Πρέπει να πάρω και το γραμμάτιο!. κάτω απ' την κουβέρτα. Οι σκέψεις του. όρμησε στη γωνιά. Άρπαξε το μπουκάλι.. η μπίρα του 'φέρε μια δυνατή ζαλάδα κι ένιωσε ένα ρίγος ελαφρό. όπου είχε μείνει ακόμα ένα ποτήρι μπίρα και τη ρούφηξε μονοκοπανιάς με ευχαρίστηση. Συνεπώς. την άνοιξε. όπου η ταπετσαρία είχε μια τρύπα. Πού είναι η πρόσκληση. ναι!.. Αλλά... Αλλά μέσα σ' ένα λεπτό. ακούγοντας να μπαίνει κάποιος στο δωμάτιο του. ήτανε ακόμα εκεί.. θα με ανακαλύψουν! θα με ανακαλύψει ο Ραζουμίχιν! Καλύτερα να φύγω ολότελα μακριά. κανένας δεν κοίταξε στη θερμάστρα. στην Αμερική.. θα πάρω τα λεφτά και θα φύγω. σίγουρα ο Ζαμιότοβ... στις πλάτες του. θα νοικιάσω αλλού δωμάτιο. Δε βλέπω πουθενά μπότες! Μου τίς πήρανε! Τις κρύψανε! Καταλαβαίνω. διπλώθηκε ακόμα περισσότερο στο μαλακό καπλατισμένο πάπλωμα.. Ο Ζαμιότοβ! Η αστυνομία! Γιατί όμως με καλούνε στην αστυνομία. Α. Ξαφνικά. έχει μείνει και μισό μπουκάλι μπίρα... ώσπου σε λίγο τον πήρε ένας γλυκός ύπνος. Δεν τους περνάει καθόλου απ' το μυαλό πως μπορώ να περπατήσω! Χε! χε! χε! Το διάβασα στα μάτια τους πως τα ξέρουν όλα! Δεν έχω παρά να κατεβώ τη σκάλα. θυμήθηκε την κάλτσα. Και πού είναι τα ρούχα μου. Ξάπλωσε κι έριξε την κουβέρτα από πάνω του. μουρμούρισε καταρρέοντας.. θα μου χρησιμέψει εκεί πέρα! Τι άλλο να πάρω ακόμα. άρχισαν τώρα να μπερδεύονται όλο και περισσότερο."Τί συμβαίνει λοιπόν. που ανέφερε ο Ραζουμίχιν. κάνοντας έναν ύπνο βαθύ και ευεργετικό.. ενώ ξανακαθόταν στο ντιβάνι. σα να βρήκε τη μνήμη του. ήτανε όμως τόσο τριμμένη και τόσο βρώμικη που. Α! Να το παλτό μου! Δεν το πρόσεξαν αυτό! Να και λεφτά πάνω στο τραπέζι! Δόξα σοι ο θεός! Να και το γραμμάτιο.Πρέπει να φύγω. Έχωσε το κεφάλι του ηδονικά στο προσκέφαλο.. Έτσι φαίνεται θα είναι!. κοίταζα προσεχτικά την άκρη της κάλτσας μου. πολύ παγωμένη!".. Να φύγω οπωσδήποτε!. Αλήθεια όμως.

Ρασκόλνικωφ πετάχτηκε στο ντιβάνι του απότομα και τον κοίταξε με ύφος
ανθρώπου που αγωνίζεται να θυμηθεί κάτι.
"Μπα! Δεν κοιμάσαι; Να 'μαι λοιπόν που γύρισα! Ναστάσια, φέρε το πακέτο!",
φώναξε ο Ραζουμίχιν στην υπηρέτρια, που στεκότανε κάτω... "Τώρα θα σου
δώσω λογαριασμό...".
"Τί ώρα είναι;", ρώτησε ο Ρασκόλνικωφ, ρίχνοντας τριγύρω του ένα
τρομοκρατημένο βλέμμα.
"Μα την πίστη μου, τον πήρες για τα καλά! Νύχτωσε, θα κοντεύει έξη.
Κοιμήθηκες δηλαδή έξη ώρες συνέχεια!".
"Θεέ μου! Πώς μπόρεσα;".
"Ε, κι ύστερα; Κοιμήσου με την ψυχή σου! Δε βιάζεσαι για τίποτα. Δε
φαντάζομαι να έχεις κανένα ραντεβού! Έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας.
Περίμενα τρεις ώρες να ξυπνήσεις. Μπήκα δυο φορές εδώ μέσα, αλλά
κοιμόσουνα. Πήγα επίσης δυο φορές στον Ζοσίμοβ. Δεν τον βρήκα στο σπίτι του,
αλλά δεν έχει σημασία αυτό. Θα 'ρθεί!... Χρειάστηκε ν' απουσιάσω λιγάκι και για
κάτι προσωπικές μου υποθέσεις. Γιατί σήμερα το πρωί μετακόμισα, τα
μετακόμισα όλα, και το θείο μου ακόμα. Γιατί έχω κι ένα θείο τώρα. Στο διάβολο
όμως! Ας αρχίσουμε τη δουλειά. Φέρε το δέμα εδώ, Ναστάσια. θα τ' ανοίξουμε
αμέσως. Όμως... Πώς αισθάνεσαι, φίλε μου;".
"Καλά, δεν είμαι άρρωστος πια... Έμεινες πολύ εδώ μέσα Ραζουμίχιν;".
"Αφού σου λέω πως περίμενα τρεις ώρες να ξυπνήσεις;".
"Όχι τώρα, πριν".
"Τί πριν;".
"Πόσον καιρό έρχεσαι δω μέσα;".
"Μα, στα είπα όλα με το νι και με το σίγμα χθες, δεν το θυμάσαι;".
Ο Ρασκόλνικωφ άρχισε να σκέφτεται. Όλα αυτά που έγιναν, του φαίνονταν σαν
όνειρο. Δε μπορούσε να θυμηθεί τίποτα μόνος του και κοίταξε τον Ραζουμίχιν
ερωτηματικά.
"Χμ!...", έκανε εκείνος. "Τα ξέχασες! Πριν από λίγο μου φάνηκε πως δεν ήσουνα
εντελώς καλά... Αλλά τώρα βλέπω πως ο ύπνος σου 'κάνε καλό... Αλήθεια, η όψη
σου είναι καλύτερη... Μπράβο! Ας δουλέψουμε, όμως, ας δουλέψουμε τώρα. Θα
τα θυμηθείς αμέσως όλα. Κοίτα κατά δω, αγαπητέ μου".
Άρχισε να λύνει ένα πακέτο, που έδειχνε ότι τον ενδιέφερε περισσότερο απ' τ'
άλλα.
"Ξέρεις, φίλε μου, το 'χα μαράζι στην καρδιά μου να σε ιδώ και σένα επί τέλους
μια μέρα ντυμένον σαν άνθρωπο. Λοιπόν, ας αρχίσουμε απ' τα πάνω. Το βλέπεις
τούτο δω το κασκέτο;" είπε τραβώντας από το πακέτο ένα καπέλο αρκετά
όμορφο, αν και φτηνότατο και συνηθισμένο. "Στάσου να στο προβάρω, μια
στιγμή".
"Όχι τώρα, αργότερα", έκανε ο Ρασκόλνικωφ, κάνοντας τον πέρα απότομα.
"Α, όλα κι όλα φίλε μου Ρόντια, μην επιμένεις. Πιο αργά θα είναι πολύ αργά - δε
θα 'κλεινά όλη τη νύχτα μάτι από την έγνοια μου, γιατί τ' αγόρασα στα
κουτουρού, δίχως να ξέρω τα μέτρα σου. Α! Σου πάει θαύμα!", φώναξε

θριαμβευτικά, αφού του το δοκίμασε. "Κουτί σου 'ρχεται! Το καπέλο, φίλε μου,
είναι το ουσιαστικότερο εξάρτημα της ενδυμασίας, δείχνει, να πούμε, ποιος είσαι.
Ο φίλος μου ο Τολστιάκοβ, είναι υποχρεούμενος να βγάζει το καπέλο του κάθε
φορά που θα βρεθεί σε δημόσιο χώρο, όπου οι άλλοι φοράνε το δικό τους. Όλοι
νομίζουν πως το κάνει από δουλοπρέπεια, ενώ αυτός ο φουκαράς το βγάζει μόνο
και μόνο γιατί ντρέπεται να έχει μια τέτοια πελαργοφωλιά στο κεφάλι του - είναι,
βλέπεις, πολύ ντροπαλός!... Έλα δω Ναστάσια. Κοίτα τούτα δω τα δυο καπέλα:
Το καβουράκι απ' τη μια μεριά (έψαξε και βρήκε σε μια γωνιά το παλιό
στραπατσαρισμένο καπέλο του Ρασκόλνικωφ) και τούτο το πολύτιμο κόσμημα
της πιλοποιίας απ' την άλλη! Και μάντεψε αν μπορείς, Ρόντια, τί πλήρωσα γι'
αυτό; Ε, Ναστάσια;", είπε γυρίζοντας κατά την υπηρέτρια, καθώς είδε πως ο
Ρασκόλνικωφ σώπαινε. "Είκοσι καπίκια, το λιγότερο", απάντησε εκείνη.
"Τον κακό σου τον καιρό", της φώναξε ο Ραζουμίχιν θυμωμένα, "με είκοσι
καπίκια ούτε εσένα δε μπορεί ν' αγοράσει κανείς σήμερα. Έσκασα γι' αυτό
ογδόντα καπίκια και τούτο γιατί ήτανε λίγο φορεμένο. Και μάλιστα, τ' αγόρασα
με τη συμφωνία, μόλις θα σου στραπατσαριστεί, να περάσεις από κει του χρόνου
και θα σου δώσουν ένα άλλο - εντελώς δωρεάν, λόγω τιμής. Και τώρα, ας
περάσουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως λέγαμε στο Γυμνάσιο. Πριν απ' όλα,
σε προειδοποιώ ότι είμαι περήφανος για τούτο δω - κι άπλωσε μπροστά στον
Ρασκόλνικωφ ένα παντελόνι γκρίζο, από ύφασμα ψιλό, καλοκαιριάτικο – ούτε
τρυπίτσα, ούτε λεκές, πολύ εμφανίσιμο, αν και φορεμένο, και στον ίδιο
χρωματισμό με το γιλέκο, όπως το απαιτεί η μόδα. Κι εξάλλου, τα φορεμένα είναι
πολύ καλύτερα απ' τ' αφόρετα, πιο μαλακά, πιο βολικά. Κατά τη γνώμη μου,
Ρόντια, μπορείς να πας μπροστά, σ' αυτόν τον κόσμο, φτάνει μόνο ν' ακολουθείς
πάντοτε την εποχή: Όταν δε ζητάς σπαράγγια το Γενάρη, όλο και θα μένουν λίγα
ρούβλια στο πορτοφόλι σου. Αυτό ακριβώς έγινε με τούτα δω τα ψώνια: Έχουμε
καλοκαίρι και ψώνισα καλοκαιρινά. Το φθινόπωρο θα χρειαστείς πιο ζεστά
ρούχα κι έτσι θα μπορείς να τα ξεφορτωθείς αυτά - πολλώ μάλλον αφού ως τότε
θα 'χουνε γίνει κουρέλια από μόνα τους, λόγω φυσικών αιτίων, αν όχι λόγω
υπερβολικής χρήσεως. Λοιπόν, μάντεψε τώρα πόσα πλήρωσα για όλα αυτά κατά
τη γνώμη σου; Δυο ρούβλια και είκοσι καπίκια! Και να λάβεις υπ' όψη σου ότι
αγοράστηκαν όλα με τη συμφωνία να μπορείς του χρόνου, μόλις σου χαλάσουνε,
να τ' αντικαταστήσεις εντελώς δωρεάν! Έτσι πουλάει πάντοτε το παλιατζίδικο
του Φεντιάγεφ. Πληρώνεις μια φορά για όλη σου τη ζωή, δεδομένου ότι δε θα
'χεις πια ποτέ την όρεξη να ξαναπατήσεις εκεί μέσα. Και τώρα, ας περάσουμε
στις μπότες. Πώς τίς βρίσκεις; Φαίνεται αμέσως πως είναι φορεμένες, αλλά
μπορούν να σε ικανοποιήσουν απολύτως για δυο μήνες γεμάτους, γιατί είναι
πράμα ευρωπαϊκό: Τίς πούλησε κάποιος γραμματικός της Αγγλικής Πρεσβείας
την περασμένη βδομάδα. Είναι ζήτημα αν τίς είχε φορέσει έξη μέρες, είχε όμως
μεγάλη ανάγκη από λεφτά. Τιμή: Ένα ρούβλι και πενήντα καπίκια. Είναι ή δεν
είναι πρώτης τάξεως δουλειά;."
"Μπορεί να μην είναι στα μέτρα του", παρατήρησε η Ναστάσια. "Δεν είναι στα
μέτρα του, ακούς! Και τούτο δω τί είναι;". Και τράβηξε αμέσως απ' την τσέπη

του τη μια από τις χιλιοτρυπημένες και τσαλακωμένες μπότες του Ρασκόλνικωφ.
"Έλαβα τα μέτρα μου και πήρανε το νούμερο του από τούτο δω το τέρας. Όλη η
δουλειά έγινε με πολλή ευσυνειδησία. Όσο τώρα για τα εσώρουχα, τα κανόνισα
με τη σπιτονοικοκυρά σου. Να λοιπόν τρία πουκάμισα από ύφασμα χοντρό, αλλά
με μοντέρνο μπλαστρόν. Έχουμε λοιπόν και λέμε: Ογδόντα καπίκια το κασκέτο,
δυο ρούβλια και εικοσιπέντε τ' άλλα πράγματα, μας κάνουν το όλον εννέα
ρούβλια και πενηνταπέντε καπίκια. Ορίστε και τα σαρανταπέντε καπίκια ρέστα.
Έτσι λοιπόν, Ρόντια, είναι τώρα του κουτιού γιατί, κατά τη γνώμη μου, το παλτό
σου όχι μόνον φοριέται ακόμα, αλλά έχει κι έναν αέρα λίαν αριστοκρατικόν - να
τί θα πει να ράβεται κανείς στού Σάρμερ! Για κάλτσες και λοιπά, σ' αφήνω να
φροντίσεις μόνος σου... Μας μένουν ακόμα εικοσιπέντε ρούβλια και δεν έχεις ν'
ανησυχείς ούτε για την Πατσένκα, ούτε για το νοίκι σου: Πίστωσις απεριόριστος.
Και τώρα, φίλε μου, να μου επιτρέψεις να σ' αλλάξω τα εσώρουχα, γιατί δεν
αποκλείεται καθόλου όλη σου η αρρώστια να φωλιάζει εκεί μέσα".
"Άφησε με, δε θέλω!", φώναξε ο Ρασκόλνικωφ, που άκουσε αηδιάζοντας όλη την
εξιστόρηση, που του έκανε με ψεύτικο χιούμορ ο Ραζουμίχιν, για την αγορά των
ρούχων...
"Α, όχι, δε γίνεται αυτό φίλε μου. Τζάμπα δηλαδή έσπασα εγώ τα πόδια μου; Έλα
καλή μου Ναστάσια, μην κάνεις πως ντρέπεσαι και βοήθησε με! Α, έτσι
μπράβο!".
Και, παρά την αντίσταση του Ρασκόλνικωφ, του άλλαξε τα εσώρουχα. Εκείνος,
ξανάπεσε στο προσκέφαλο του και έμεινε αμίλητος δυο λεφτά.
"Θα τρομάξουν να ξεκολλήσουνε από δω μέσα", σκεφτότανε.
"Με τί λεφτά αγοράστηκαν όλα αυτά;", ρώτησε τέλος κοιτάζοντας κατά τον
τοίχο.
"Με τί λεφτά; Έλα Χριστέ και Παναγιά; Με τα δικά σου. Ένας υπάλληλος ήρθε
το πρωί από τον έμπορο Βαχρούσιν, σου τα στέλνει η μητέρα σου, δεν το
θυμάσαι;".
"Τώρα θυμάμαι...", ψιθύρισε ο Ρασκόλνικωφ, αφού σκέφτηκε κάμποση ώρα
βασανισιτκά.
Ο Ραζουμίχιν τον κοίταξε κατσουφιάζοντας και με κάποια ανησυχία. Η πόρτα
άνοιξε. Μπήκε μέσα ένας άνθρωπος ψηλός, με παχειές πλάτες, που φαινότανε να
ξέρει λίγο τον Ρασκόλνικωφ.
"Ζοσίμοβ! Επί τέλους ήρθες!", φώναξε ο Ραζουμίχιν χαρούμενος.


Ο Ζοσίμοβ ήτανε ψηλός και παχουλός, με πρόσωπο γεμάτο, πολύ χλωμό και
καλοξυρισμένο. Τα μαλλιά του, ξανθά, που πλησίαζαν προς το άσπρο, στέκονταν
ολόρθια στο κεφάλι του. Φορούσε γυαλιά και γύρω από ένα δάχτυλο του, που
ήτανε σα λουκάνικο, είχε ένα χοντρό χρυσό δαχτυλίδι. Ήτανε εικοσιεφτά χρονών.
Το πλατύ, ελαφρό και καλορραμμένο παλτό του, το ανοιχτόχρωμο
καλοκαιριάτικο παντελόνι του και όλα γενικά επάνω του, έδειχναν αμέσως πως
ήτανε ντυμένος με την τελευταία λέξη της μόδας. Το πουκάμισο του ήτανε
πεντακάθαρο και στην τσέπη του γιλέκου του κρεμότανε μια αλυσιδίτσα
ρολογιού ολόχρυση. Ήτανε αργός στις κινήσεις του, φλεγματικός σχεδόν, παρ'
όλο που έκανε προσπάθειες να φαίνεται απλός. Η κομπορρημοσύνη του άλλωστε
φαινότανε κάθε στιγμή, όσο κι αν προσπαθούσε να την κρύψει. Όλοι όσοι τον
γνώριζαν έβρισκαν πως είναι ανυπόφορος, παραδέχονταν όμως πως ήξερε καλά
τη δουλειά του.
"Αγαπητέ μου, πήγα δυο φορές στο σπίτι σου... Ξέρεις συνήλθε!", φώναξε ο
Ραζουμίχιν.
"Το βλέπω, το βλέπω. Λοιπόν; Πώς αισθανόμαστε τώρα;", ρώτησε ο Ζοσίμοβ τον
Ρασκόλνικωφ κοιτάζοντας τον επίμονα στο πρόσωπο, ενώ καθότανε στα πόδια
του, στην άκρη του ντιβανιού, όσο πιο άνετα μπορούσε.
"Τα βλέπει όλα μαύρα πάντοτε", εξακολούθησε ο Ραζουμιχιν. "Τώρα δα, καθώς
του αλλάζαμε τα εσώρουχα, παρά λίγο να βάλει τα κλάματα".
"Είναι πολύ φυσικό, έπρεπε να τ' αφήσετε αυτό γι' αργότερα, αφού δεν ήθελε... Ο
σφυγμός του είναι καλός. Το κεφάλι όμως θα πονάει ακόμα, ε;".
"Είμαι καλά, εντελώς καλά", είπε ο Ρασκόλνικωφ, κάπως οργισμένα. Είχε
ανασηκωθεί άξαφνα στο ντιβάνι, ενώ τα μάτια του άστραφταν, αμέσως όμως
ξανάπεσε στο προσκέφαλο του και γύρισε κατά τον τοίχο. Ο Ζοσίμοβ τον κοίταξε
με προσοχή.
"Πολύ καλά!... όλα πάνε προς το καλύτερο", είπε κάπως νωθρά. "Έφαγε τίποτε;".
Ο Ραζουμίχιν του εξιστόρησε τι έδωσε στον άρρωστο και τον ρώτησε τι άλλο
μπορούσε να του δίνει.
"Οτιδήποτε. Σούπα, τσάι... Φυσικά, δε θα του δώσεις μανιτάρια, ούτε αγγούρι,
ούτε βοδινό. Μην τα πολυλογάμε τώρα".
Αντάλλαξε μια ματιά με τον Ραζουμίχιν.
"Τα καταπότια και τα φάρμακα δε χρειάζονται πια. θα ξανάρθω να τον ιδώ. Θα
μπορούσα, βέβαια, να τον εξετάσω και σήμερα, αλλά...".
"Αύριο το βραδάκι λέω να τον βγάλω έναν περιπατάκο", είπε ο Ραζουμίχιν. "θα
πάμε στον κήπο Γιουσούπωφ κι ύστερα στο "Παλαί ντε Κρυστάλ"".
"Εγώ νομίζω ότι θα 'τανε καλύτερα να τον αφήσουμε στην ησυχία του αύριο...
Ωστόσο, ένας μικρός περίπατος... εκείνη την ώρα, θα ιδούμε".

"Τι κρίμα! Και σήμερα ακριβώς κάνω τα εγκαίνια της καινούργιας μου κατοικίας,
που είναι δυο βήματα μακριά από δω: Να μπορούσε να 'ρθει! Ας έμενε και
ξαπλωμένος στο ντιβάνι... Εσύ θα 'ρθείς;", έκανε άξαφνα ο Ραζουμίχιν,
γυρίζοντας κατά τον Ζοσίμοβ. "Πρόσεχε μη με ξεχάσεις, μου το υποσχέθηκες".
"Καλά, μόνο που θα 'ρθω λίγο αργά. Τί θα μας προσφέρεις;".
"Ψιλοπράματα! Τσάι, κρασί, ρέγγες. θα 'χουμε ακόμα και μια κρεατόπιτα. Ε,
μεταξύ μας θα 'μαστέ".
"Ποιοί άλλοι θα είναι;".
"Μερικοί από τη γειτονιά, όλοι τους σχεδόν καινούργιες γνωριμίες, εκτός από ένα
γερο-θείο μου που, από ορισμένες απόψεις, είναι κι αυτός καινούργιος. Χθες
μόλις ήρθε στην Πετρούπολη για δουλειές του. Βλεπόμαστε μια φορά κάθε πέντε
χρόνια".
"Τί δουλειά κάνει;".
"Μούχλιασε όλη του τη ζωή σε μια επαρχία, σαν διευθυντής ταχυδρομείου...
Παίρνει τώρα μια συνταξούλα, είναι εξήντα χρονών, δεν αξίζει τον κόπο να
μιλάμε γι' αυτόν. Τον αγαπάω, όμως. θα είναι επίσης και ο Πορφυρής
Σιμεόνοβιτς, ο ανακριτής της περιοχής, νομομαθής. Τον ξέρεις νομίζω".
"Είναι κι αυτός συγγενής σου;".
"Από τους πιο μακρινούς... Μα, γιατί ζάρωσες τα μούτρα σου; Επειδή δηλαδή τα
τσουγκρίσατε κάποτε δε θα 'ρθεις;".
"Α, μπα, ούτε και τον λογαριάζω καθόλου".
"Τόσο το καλύτερο λοιπόν, θα έχω ακόμα φοιτητές, έναν καθηγητή, έναν
υπάλληλο, έναν μουσικό, έναν αξιωματικό, τον Ζαμιότοβ...".
"Για πες μου, σε παρακαλώ, τί κοινό μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σε σένα, ή
μάλλον σ' αυτόν... (κι έδειξε μ' ένα νόημα τον Ρασκόλνικωφ) και σ' έναν
οποιονδήποτε τύπο σαν τον Ζαμιότοβ;".
"Ω! Τί ψείρας είσαι καημένε. Κι όλα αυτά, για ζητήματα αρχών! Κάθεσαι πάνω
στις αρχές σου, λες και είναι τίποτα σούστες και ποτέ δε θα τολμήσεις να κάνεις
κάτι που σ' αρέσει. Εμένα, μου φτάνει να 'ναι ο φίλος μου καλός άνθρωπος, δε
ζητάω περισσότερα - αυτή είναι η δική μου αρχή. Και ο Ζαμιότοβ είναι πολύ
καλός άνθρωπος".
"Ναι, αλλά λαδώνεται...".
"Κι ύστερα; Τί με νοιάζει εμένα αν λαδώνεται; Δεκάρα δε δίνω. Τί μας
ενδιαφέρει εμάς;", φώναξε άξαφνα ο Ραζουμίχιν θυμωμένος. Μήπως σου τον
παίνεψα εγώ που λαδώνεται; Σου είπα μόνο ότι είναι καλός άνθρωπος, στο είδος
του. Αν καθίσουμε να κρίνουμε έτσι όλους τους ανθρώπους, αναρωτιέμαι αν θα
'μένε κανένας καλός στο τέλος. Είμαι σίγουρος πως και για το δικό μου μούτρο
δε θα 'δίνε κανένας ούτε ένα ψητό κρεμμύδι - έστω και αν προσθέταμε μαζί και
το δικό σου μούτρο".
"Λίγο είπες... εγώ θα έδινα και δύο".
"Εγώ μονάχα ένα... Ο Ζαμιότοβ είναι ένα παλιόπαιδο, και θα μου δοθεί η
ευκαιρία να του τραβήξω τ' αυτιά, γιατί πρέπει να τον παίρνουμε με το καλό κι
όχι να τον κάνουμε πέρα. Δε διορθώνεται ο άνθρωπος με το άγριο και πολύ

περισσότερο ένα παλιόπαιδο. Με το παλιόπαιδο πρέπει να είναι κανείς διπλά
πονηρός. Σεις όμως, με τις δήθεν προοδευτικές βλακείες σας, δεν καταλαβαίνετε
τίποτα απολύτως. Δε σεβόσαστε την ανθρώπινη φύση και κάνετε ζημιά στον ίδιο
τον εαυτό σας... Ε, λοιπόν, αφού θέλεις να το μάθεις, εμείς οι δυο έχουμε μια
δουλειά".
"Θα χαρώ πολύ να την ακούσω".
"Πρόκειται για κείνο το ζωγράφο, πάλι, θέλω να πω τον μπογιατζή. Πρέπει να
βρούμε τρόπο να τον βγάλουμε απ' τη δύσκολη θέση του, αν και δε διατρέχει πια
κανένα κίνδυνο. Η υπόθεση έχει ξακαθαρίσει τώρα. Απλώς να σπρώξουμε
μονάχα λίγο τη δουλειά".
"Μα, για ποιο μπογιατζή μιλά;".
"Πώς! Δε σου το είπα αυτό; Όχι; Α... Αλήθεια, μόνο την αρχή σου έκανα... Είναι
για κείνη την υπόθεση, της γριάς τοκογλύφου, που ήτανε χήρα δημοσίου
υπαλλήλου. Ε, λοιπόν, έμπλεξαν τώρα σ' αυτή την υπόθεση έναν μπογιατζή...".
"Α, ναι. Άκουσα να μιλάνε γι' αυτό τον φόνο... Είναι μάλιστα μια υπόθεση που μ'
ενδιαφέρει... μέχρις ενός σημείου... και διάβασα αυτά που γράφουν σχετικά οι
εφημερίδες. Για λέγε...".
"Σκότωσαν και την Ελισάβετ", πετάχτηκε άξαφνα η Ναστάσια, γυρίζοντας κατά
τον Ρασκόλνικωφ.
Όλη αυτή την ώρα στεκότανε στο δωμάτιο και
παρακολουθούσε τη συζήτηση, ακουμπισμένη στην κάσα της πόρτας.
"Την Ελισάβετ;", ψιθύρισε ο Ρασκόλνικωφ, με πνιγμένη φωνή.
"Ναι, την Ελισάβετ, που μεταπούλαγε διάφορα πράγματα, την ξέρεις, ε;
Ερχότανε εδώ. Σου είχε μάλιστα μπαλώσει ένα πουκάμισο".
Ο Ρασκόλνικωφ γύρισε κατά τον τοίχο. Το βλέμμμα του διάλεξε και στυλώθηκε
σε ένα άσπρο λουλούδι, που μαζί με άλλα ανθάκια ήτανε σχεδιασμένο αδέξια
στην κιτρινισμένη και βρώμικη ταπετσαρία. Άρχισε να το εξετάζει, να μετράει
πόσα πέταλα είχε και πόσα δοντάκια, πόσες καφετιές γραμμούλες υπήρχανε σ'
αυτά τα πέταλα. Ένιωθε πως τα μέλη του ξύλιαζαν σα να μην ήτανε δικά του,
αλλά δεν έκανε καμμιά προσπάθεια, για να τα κουνήσει κι εξακολουθούσε να
κοιτάζει επίμονα το λουλουδάκι.
"Λοιπόν; Τί έγινε μ' αυτόν τον μπογιατζή που λες;", έκανε ο Ζοσίμοβ,
διακόπτοντας με ολοφάνερη δυσαρέσκεια τη φλυαρία της Ναστάσιας που
αναστέναξε βαθιά και σώπασε.
"Ε, να... Τον έμπλεξαν κι αυτόν στο έγκλημα", εξακολούθησε ο Ραζουμίχιν
ζωηρά.
"Υπάρχουν τίποτα επιβαρυντικά στοιχεία εις βάρος του: Και ποια;".
"Χμ! Επιβαρυντικά στοιχεία! Για να πούμε την αλήθεια, υπάρχει μόνο μια
ένδειξη, που δεν είναι όμως ένδειξη. Κι αυτό ακριβώς πρέπει ν' αποδείξουμε. Το
ίδιο δηλαδή που έγινε και με τους άλλους δυο, που τους υποψιάστηκαν και τους
έπιασαν... αυτούς τους... πώς τους λέγανε... τον Κοχ και τον Πεστριάκωφ. Το τι
βλακείες έκαναν, δε λέγεται. Σε πιάνει αηδία να το σκέφτεσαι, έστω κι αν δε σου
πέφτει λόγος. Μπορεί μάλιστα ο Πεστριάκωφ να 'ναι μαζί μας απόψε... Αλήθεια,
Ρόντια, ήξερες εσύ τίποτα γι' αυτό το έγκλημα; Έγινε πριν απ' την αρρώστια σου,

ακριβώς την προηγούμενη μέρα που λιποθύμησες στην αστυνομία, σε μια στιγμή
που κουβεντιάζανε γι' αυτό".
Ο Ζοσίμοβ κοίταξε περίεργα τον Ρασκόλνικωφ, αλλά αυτός δε σάλεψε καθόλου.
"Το ξέρεις Ραζουμίχιν πως έχεις τη μανία να χώνεις παντού τη μύτη σου;", είπε ο
Ζοσίμοβ.
"Δεν έχει σημασία, πάντως θα τον βγάλουμε τον άνθρωπο", φώναξε ο
Ραζουμίχιν, χτυπώντας με δύναμη τη γροθιά του στο τραπέζι. "Σ' όλη αυτή την
ιστορία, τι νομίζεις πως με πειράζει περισσότερο; Όχι τόσο η στραβομάρα τους.
Δεν είναι κακό να γελαστεί κανείς. Τα λάθη είναι χρήσιμα, γιατί μ' αυτά
πλησιάζουμε στην αλήθεια. Όχι, εκείνο που με εξοργίζει είναι ότι, παρ' όλο που
έχουν κάνει λάθη, εξακολουθούν ακόμα να σέβονται απεριόριστα τα ίδια τους τα
λάθη. Εκτιμώ τον Πορφυρή αλλά... Να πάρει η οργή, τί είναι πρώτα-πρώτα
εκείνο που τους έκανε ν' ακολουθήσουν στραβό δρόμο; Η πόρτα ήτανε
κλεισμένη. Όταν ο Κοχ και ο Πεστριάκωφ ξαναγύρισαν μαζί με τον θυρωρό, τη
βρήκαν ανοιχτή! Άρα ο Κοχ και ο Πεστριάκωφ έκαναν το φόνο! Να ποια είναι η
λογική τους!".
"Ε, καλά, μην παίρνεις φωτιά. Απλώς τους έπιασαν, δε μπορούσαν να κάνουν
διαφορετικά. Αλήθεια, έτυχε να τον γνωρίσω αυτόν τον Κοχ. Φαίνεται πως
αγόραζε απ' τη γριά τα ληξιπρόθεσμα ενέχυρα".
"Ναι, είναι λωποδύτης. Αγοράζει επίσης και γραμμάτια - μεγάλη μάρκα. Ας πάει
στο διάβολο! Δε θυμώνω γι' αυτόν καθώς καταλαβαίνεις. Γυρίζουν όμως τα
συκώτια μου με τη ρουτίνα τους, την ξεπερασμένη, την αμαθέστατη, τη
βλακώδη... Κι όμως υπάρχει η δυνατότητα ν' ανοίξουν έναν καινούργιο δρόμο μ'
αυτή την υπόθεση. Μόνο τα ψυχολογικά δεδομένα μπορούν να τους βάλουν στο
σωστό δρόμο. "Έχουμε, σου λένε, γεγονότα". Μα, τα γεγονότα δεν είναι το παν!
Το μισό μέρος όλης της υποθέσεως βρίσκεται ακριβώς στο πώς θα ερμηνεύσεις
αυτά τα γεγονότα".
"Και ξέρεις εσύ να τα ερμηνεύσεις;".
"Ξέρω και παραξέρω. Και δε μπορείς να μη μιλήσεις όταν κάτι σου λέει μέσα
σου ότι δεν είναι έτσι, όταν καταλαβαίνεις πως μπορείς να βοηθήσεις στην
υπόθεση, όταν... Τίς ξέρεις εσύ τις λεπτομέρειες;".
"Περιμένω πάντα να μου πεις γι' αυτόν τον μπογιατζή".
"Ναι, βεβαία. Άκου να ιδείς: Την τρίτη ημέρα ακριβώς μετά το φόνο, ενώ
προχώραγαν ψηλαφίζοντας ακόμα με τον Κοχ και τον Πεστριάκωφ παρ' όλο που
αυτοί οι δυο ανέφεραν και την παραμικρή κίνηση τους - πρέπει βλέπεις να
βεβαιωθούν κιόλας- παρουσιάστηκε ξαφνικά ένα γεγονός εντελώς αναπάντεχα
κάποιος Ντούσκιν, ένας χωριάτης που έχει ταβέρνα, απέναντι ακριβώς από το
σπίτι του εγκλήματος, πήγε στον αστυνόμο και παράδωσε μια κοσμηματοθήκη με
κάτι σκουλαρίκια, λέγοντας του μια ιστορία απίθανη.
"Προχτές το βράδυ, λέει, μετά τις οχτώ - σημείωσε καλά την ημέρα και την ώραήρθε ο μπογιατζής Νικολάι, που συχνάζει στο μαγαζί μου και μου 'φέρε ένα
κουτάκι με κάτι σκουλαρίκια χρυσά και με παρακάλεσε να του δανείσω δυο
ρούβλια, δίνοντας μου αυτά τα πράγματα για ενέχυρο. Όταν τον ρώτησα από πού

τα πήρε, μου απάντησε πως τα βρήκε στο πεζοδρόμιο Δεν του είπα τίποτ' άλλο (ο
Ντούσκιν πάντοτε μιλάει) και του 'δωσα ένα ρούβλι, γιατί, είπα μέσα μου, αν δε
του το δώσω εγώ, θα πάει να το βάλει ενέχυρο σε κανέναν άλλον για να πιεί.
Καλύτερα λοιπόν να βρίσκεται στα δικά μου χέρια το πράμα. Έτσι, θα 'ναι
σιγουρεμένο, κι αν κάνει πως διαδίδεται ότι το 'χει κλεμμένο, θα τρέξω και θα το
πω στην αστυνομία...".
"Φυσικά, όλα αυτά είναι παραμύθι για μικρά παιδιά. Αυτός ο Ντούσκιν λέει
ψέματα σαν υπαίθριος οδοντογιατρός, τον ξέρω καλά Είναι κλεφταποδόχος, κι αν
σούφρωσε από τον Νικολάι ένα πράμα που αξίζει τριάντα ρούβλια, δεν είχε
καθόλου υπ' όψη του να το πει στην αστυνομία. Απλούστατα, Το 'κανε τώρα γιατί
φοβήθηκε. Αλλά ας πάει στο διάβολο ο Ντούσκιν! Ας παρακολουθήσουμε μόνο
την κατάθεση του:
"Αυτόν, λέει, τον χωρικό, τον Νικολάι Ντεμέντιεφ, τον ήξερα από τα μικρά μου
χρόνια, είμαστε και οι δυο από το Ριαζάν, που είναι στην περιφέρεια Ζαρασκ.
Από τότε, ξέραμε πως ο Νικολάι τα 'τσουζε πάντοτε, χωρίς να είναι μπεκρής, και
πως έκανε τον μπογιατζή μαζί με τον Ντμίτρι - είναι πατριωτάκια αυτοί οι δυο.
Μόλις του 'δωσα το ρούβλι το χάλασε αμέσως, κοπάνισε δυο ποτήρια απανωτά κι
έφυγε παίρνοντας τα ρέστα του. Εκείνη την ώρα, δεν είδα να 'ναι μαζί του και ο
Ντμίτρι. Την επομένη, ακούσαμε να λένε πως σκοτώσανε με μπαλντά την Αλιόνα
Ιβάνοβνα και την αδελφή της Ελισάβετ που τίς γνωρίζαμε. Και τότε, μου πέρασε
η υποψία για τα σκουλαρίκια, γιατί το ξέραμε πως η μακαρίτισσα δάνειζε λεφτά
μ' ενέχυρο. Πήγα το λοιπόν να ιδώ και γω στο σπίτι κι άρχισα να ψωνίζω για να
μάθω τί γίνεται. Και το πρώτο-πρώτο που ρώτησα ήτανε τούτο: Εδώ είναι ο
Νικολάι; Και ο Ντμίτρι μου απάντησε ότι ο Νικολάι τα 'χε κοπανίσει και γύρισε
σπίτι τα χαράματα μεθυσμένος, έμεινε δέκα λεπτά εκεί κι ύστερα ξανάφυγε. Ο
Ντμίτρι δεν τον ξανάδε από τότε και συνέχισε τη δουλειά μόνος του. Το
διαμέρισμα όπου δούλευαν είναι στο πρώτο πάτωμα κι είχε μια πόρτα προς τη
σκάλα που οδηγεί στο σπίτι των θυμάτων. Μόλις τα 'μαθα όλα αυτά, δεν είπα
τίποτα σε κανέναν - μιλάει ο Ντούσκιν πάντοτε- αλλά συγκεντρώνω όλες μου τις
πληροφορίες για το φονικό και ξαναγυρίζω σπίτι, με τις ίδιες υποψίες πάντοτε...
Όπου, σήμερα το πρωί στις οχτώ - δηλαδή την τρίτη μέρα, καταλαβαίνεις; βλέπω τον Νικολάι να μπαίνει στο μαγαζί μου, όχι νηστικός βέβαια αλλά ούτε
και πάρα πολύ πιωμένος, σε κατάσταση πάντως που να καταλαβαίνει μια
συζήτηση Κάθεται στον πάγκο αμίλητος. Εκείνη τη στιγμή, εκτός απ' αυτόν,
μονάχα ένας πελάτης ήτανε στο μαγαζί μου, κάποιος ξένος. Ένας άλλος τακτικός
θαμώνας, κοιμότανε στον πάγκο και ήτανε ακόμα τα δυο παιδιά που έχω για το
σερβίρισμα. "Μήπως είδες τον Ντμίτρι;", τον ρωτάω. "Όχι, μου λέει, δεν τον
είδα". "Δεν πέρασες καθόλου από δω;". "Έχω από προχθές να περάσω". "Απόψε
πού κοιμήθηκες;". "Στο Σάμπλ, στους Κολομένσκυ".
"Και τα σκουλαρίκια που μου 'δωσες την άλλη φορά πού τα βρήκες;". "Στο
πεζοδρόμιο τα βρήκα", μου λέει μ' ένα ύφος παράξενο και δίχως να με κοιτάζει.
"Μήπως άκουσες να λένε πως το ίδιο βράδυ, την ίδια ώρα, έγινε στην ίδια σκάλα
το και το;". "Όχι, μου λέει, τίποτα δεν άκουσα".

"Μ' άκουγε με γουρλωμένα μάτια και ξαφνικά έγινε κάτασπρος σαν το πανί. Την
ώρα που του 'λεγα τα καθέκαστα για το έγκλημα, τον βλέπω να παίρνει το καπέλο
του και να ετοιμάζεται να σηκωθεί. Προσπαθώ τότε να τον κρατήσω. "Περίμενε,
Νικολάι", του λέω. "Δεν πίνεις ένα;". Αμέσως κάνω νόημα στο ένα παιδί να πάει
να σταθεί στην πόρτα και γω φεύγω από τον πάγκο. Την ίδια στιγμή, να σου και
βλέπω τον φιλαράκο να το σκάζει μπροστά στα μάτια μου, να ορμάει έξω
τρέχοντας και να στρίβει στη γωνιά του δρόμου - μόλις που πρόφτασα να τον
ιδώ. Από τότε, δε μου 'μείνε πια καμμιά αμφιβολία πως αυτός το έκανε το
έγκλημα".
"Έτσι φαίνεται", είπε ο Ζοσίμοβ σιγανά.
"Περίμενε, άκου και το τέλος. Φυσικά, κινητοποιήθηκε ολόκληρη η αστυνομία
για να βρεί τον Νικολάι. Έπιασαν τον Ντούσκιν, έκαναν έρευνα στο σπίτι του
καθώς και στού Ντμίτρι, τα 'φεραν όλα άνω-κάτω στους Κολομένσκυ, αλλά
μονάχα προχτές κατάφεραν να κλείσουνε τον Νικολάι στη φυλακή: Τον έπιασαν
σ' ένα χάνι... Φαίνεται πως μόλις μπήκε εκεί μέσα, έβγαλε το ασημένιο του
σταυρουλάκι και το 'δώσε για ένα καραφάκι βότκα. Λίγα λεπτά πιο ύστερα, μια
γυναικούλα πήγε στον στάβλο ν' αρμέξει και τί βλέπει από μια χαραμάδα: Ο
Νικολάι είχε δέσει το ζουνάρι του σ' ένα δοκάρι, είχε φτιάξει θηλιά και είχε
σκαρφαλώσει σ' ένα κούτσουρο προσπαθώντας να περάσει τη θηλιά στο λαιμό
του. Μπήγει αμέσως τις φωνές και τρέχει ο κόσμος. "Τί ήθελες να κάνεις;", του
λένε. "Πηγαίνετε με στον τάδε αστυνόμο", τους λέει αυτός, "και θα τα
ομολογήσω όλα". Τότε, τον πήγανε με όλες τις οφειλόμενες στους ανθρώπους της
σειράς του τιμές, στον αστυνόμο που τους είπε, δηλαδή στον δικό μας. Τον
ρωτάνε για την ταυτότητα του, το επάγγελμα του, την ηλικία του. Εικοσιδυό
χρονών, απαντάει.
Ερώτησις: "Εκεί που δούλευες με το Ντμίτρι, δεν είδες κανέναν στη σκάλα την
τάδε ή την τάδε ώρα;".
Απάντησις: "Βέβαια, περνούσε κόσμος, αλλά δε δίναμε καμμιά προσοχή". "Δεν
ακούσατε τίποτα, κανένα θόρυβο;". "Όχι, τίποτα το ιδιαίτερο δεν ακούσαμε".
"Εσύ όμως, Νικολάι, έμαθες κείνη την ημέρα πως την τάδε ώρα είχανε σκοτώσει
και ληστέψει μια τάδε χήρα και την αδελφή της;". "Δεν έμαθα τίποτα απολύτως,
ούτε και μου πέρασε καθόλου απ' το μυαλό. Από τον Αθανάση Πάβλιτς το
πρωτάκουσα, προχτές, στην ταβέρνα του". "Και από πού τα πήρες τα
σκουλαρίκια;". "Τα βρήκα στο πεζοδρόμιο". "Γιατί την άλλη μέρα δεν πήγες να
δουλέψεις με τον Ντμίτρι;". "Γιατί είχα μεθύσει". "Πού μέθυσες;". "Στο τάδε
μέρος". "Γιατί το 'σκασες από του Ντούσκιν;". "Γιατί φοβήθηκα". "Τί
φοβήθηκες;" "Μήπως με περάσουνε από δίκη". "Πώς μπόρεσες να φοβηθείς
τέτοιο πράγμα αφού ήξερες πως δεν ήσουνα ένοχος σε τίποτα;", θέλεις, πίστεψε
το, θέλεις μην το πιστεύεις, Ζοσίμοβ, η ερώτηση αυτή έγινε έτσι όπως στη λέω,
το ξέρω από σίγουρη πηγή, μου τη μεταφέρανε αυτολεξεί. Πώς τη βρίσκεις;".
"Μα, όχι και τόσο... υπάρχουν αποδείξεις".
"Δε μιλάω για αποδείξεις τώρα, αλλά για κείνη την ερώτηση, για τον τρόπο με
τον οποίο καταλαβαίνουν οι άνθρωποι τις υποχρεώσεις τους. Αλλά, ας πάει στο

τί σ' έπιασε.". στο διάδρομο και κοντά στην πόρτα της γωνίας του τοίχου. του 'δώσε ένα ρούβλι. από αγάπη μπορώ να πω. βγαίνει η γυναίκα του πρώτου και μας βρίζει και τους δυο. "Φοβόμουνα". πέφτουμε πάνω στον θυρωρό που ήτανε εκεί με κάτι κυρίους.". από κάτω. δεν τη βρήκα στο πεζοδρόμιο αυτή τη θήκη". τί έγινε ύστερα. Όσο για την δολοφονία επιμένει στα λεγόμενα του: "Δεν ξέρω τίποτα απολύτως."Και γιατί εξαφανίστηκες από εκείνη την ημέρα. δε θυμάμαι τώρα ποιους. Μόλις είδε τα σκουλαρίκια. με είχε βουτήξει κι αυτός από τα μαλλιά. Είχα τότε αρπάξει τον Ντμίτρι από τα μαλλιά. Τότε. Δεν το κάναμε αυτό με κακία. κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Γιατί ρωτάς. που λες. Το ξετυλίγω και βλέπω πως είχε μέσα σκουλαρίκια. όμως. και με κοπάναγε. ενώ ταυτόχρονα ανασηκώθηκε με κόπο στο ντιβάνι του| ακουμπώντας το ένα του χέρι.". "Τί να γίνει ύστερα. "Λοιπόν. Ύστερα. Και ρίχτηκε πάλι στο προσκέφαλο του. τους είπε. πήρε το καπέλο του. Ύστερα. τα μου. Ο Ντμίτρι. Τί έπαθες εσύ. Έτρεξα ξωπίσω του.. την τρίτη μέρα το 'μαθα". απ' αυτό πήγε να τα κοπανήσει". είπε τέλος ο Ραζουμίχιν κοιτάζοντας ερωτηματικά τον Ζοσίμοβ. που στο τέλος τα ομολόγησε όλα!". είχαμε δουλέψει όλη την ημέρα. με το πρόσωπο γυρισμένο κατ τον τοίχο. τόσο πολύ. φαίνεται. "Πίσω από την πόρτα. "Τίποτα".". ο Ντμίτρι κι εγώ". Εκείνος. φώναξε ξαφνικά ο Ρασκόλνικωφ ρίχνοντας μια θολή. Ήτανε οχτώ η ώρα κι ετοιμαζόμαστε να φύγουμε όταν ο Ντμίτρι πιάνει ένα πινέλο και μου λερώνει με μπογιά τα μούτρα. Αλλά του έπλασε κι ένα παραμύθι λέγοντας του πως τα είχε βρεί στο πεζοδρόμιο. Τότε ακριβώς. για να γελάσουμε. γιατί εγώ και ο Ντμίτρι είχαμε αρπαχτεί και κυλιόμαστε κάτω φράζοντας τους το πέρασμα.. αλλά έτσι. Πίσω από την πόρτα. Ήτανε κάτι διπλωμένο με χαρτί. "αλλά μέσα στο διαμέρισμα όπου δουλεύαμε. κι έτρεξε στον Ντούσκιν που. "Πώς τη βρήκες δηλαδή. Όλοι τους έμειναν για μια στιγμή σιωπηλοί. πατάω σ' ένα κουτάκι. περίμενα και τον Ντμίτρι να ξαναγυρίσει. έρχεται κι ο άλλος θυρωρός που με βρίζει κι αυτός. τον είχα πετάξει κάτω και του 'δινα γροθιές. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ. τόσο σιγά.διάβολο κι αυτό! Τον πίεσαν. γιατί έπρεπε να τακτοποιήσω τα πράγμα-.. ο Ντμίτρι μου ξέφυγε και πετάχτηκε στο δρόμο." "Να πώς: Ο Ντμίτρι κι εγώ. μόνος. Τον κυνήγησα κι έτρεχα πίσω του ξεφωνίζοντας σαν άγριος. αλλά βγαίνοντας απ' τη σκάλα στην αυλή. Κι ενώ ταχτοποιούσα.. ύστερα έρχεται ένας κύριος που πέρναγε κείνη τη στιγμή το κατώφλι της αυλόπορτας με μια κυρία και μας βρίζει κι αυτός. παράτησε αμέσως και δουλειά και τον Ντμίτρι. καθώς ξέρουμε. "Θα είχε. ο θυρωρός αρχίζει να μου λέει του κόσμου τις βρισιές. ρώτησε ο Ραζουμίχιν. Για συνέχισε. περίτρομη ματιά κατά τον Ραζουμίχιν. Ήτανε πίσω από την πόρτα. αποκοιμηθεί και ονειρευότανε". . "Όχι. αλλά δε μπόρεσα να τον πιάσω και ξαναγύρισα στο διαμέρισμα. Το κοιτάζω. "Ναι. που μόλις τον άκουσε άλλος.". που ανασηκώθηκε κι αυτός απ' την καρέκλα του.

"Γιατί σκεφτόμουνα ένα πράμα". φωνάζουν.". σ' ερωτώ: Η ψυχική αυτή κατάσταση. Πώς δε βλέπεις ότι όλα αυτά που είπε στην ανάκριση είναι πέρα για περά αλήθεια. Και τα σκουλαρίκια. είναι δυνατό να μη βλέπεις. "Μα. ο Πεστριάκωφ. Και τώρα. ο ίδιος ομολόγησε πως είπε ψέματα την πρώτη φορά". . μια φορά είναι ενδείξεις. "Πως θα με περνούσαν από δίκη..".. όλα αυτά συμβιβάζονται καθόλου με τον μπαλντά. επιβάλλεται να γίνει σχετική ανάκριση". Τ' άκουσες καλά. δηλαδή οι φωνές τους. με την ληστεία. δηλαδή οχτώ-δέκα μάρτυρες δηλώνουν ομόφωνα ότι ο Νικολάι είχε ρίξει τον Ντμίτρι καταγής και τον κτυπούσε από πάνω με γροθιές. που είσαι και γιατρός και πρέπει να γνωρίζεις καλά τον άνθρωπο. ή ο Νικολάι μόνος του. κυλιούνται κατάχαμα ο ένας πάνω στον άλλο.. τι συμπεράσματα νομίζεις ότι έβγαλαν απ' όλα αυτά. Πρέπει να παραδεχτείς ότι αυτά τα σκουλαρίκια. την πόρτα ορθάνοιχτη. για να βρεθούνε ύστερα στα χέρια του Νικολάι θα 'φτασαν ως αυτόν με κάποιο τρόπο. ο άλλος θυρωρός. κυνηγιούνται σαν παιδιά και τρέχουνε στο δρόμο. άκου με προσοχή: Ο θυρωρός. με την πονηριά. με το αίμα. πριν από πέντε ή δέκα. Κι αυτό είναι γεγονός! Δε φαντάζομαι να νομίζεις πως θα τον αφήσουν ελεύθερο τον μπογιατζή σου". Τα σκουλαρίκια. πως τίς λήστεψαν αυτοί. Υπάρχουν ενδείξεις. που εξαφανίστηκαν την ίδια ημέρα και την ίδια ώρα από την κασέλα της γριάς. πρόσεξε τούτο: Εκεί πάνω. χτυπιούνται. Τώρα. "Τί θέλεις να νομίζω.και ξαφνικά φεύγουν αφήνοντας πίσω τους τα δυο κορμιά. κάτω απ' την εξώπορτα.όπως βγαίνει από τα πτώματα που ήτανε ζεστά ακόμα. "Αρπάζεσαι και ξεστρατίζεις. Πριν από λίγο σκότωσαν. "Είναι δυνατόν εσύ. "Πώς έφτασαν στα χέρια του.. η γυναίκα του πρώτου θυρωρού. με την προνοητικότητα. φώναξε ο Ραζουμίχιν. ξέροντας ότι από στιγμή σε στιγμή θ' ανεβούν επάνω άνθρωποι.". απ' αυτά τα δεδομένα τί είδους άνθρωπος είναι αυτός ο Νικολάι. το πολύ. ο Κοχ. ενώ αυτός τον τράβαγε απ' τα μαλλιά και τον κοπάναγε και κείνος. Οποιεσδήποτε κι αν είναι αυτές. Συνεπώς. Και τώρα. τα πτώματα ήτανε ζεστά όταν ακόμα τα βρήκανε! Ας υποθέσουμε ότι τίς σκότωσαν αυτοί. Πάτησε στο κουτί και το μάζεψε από κάτω". για να χρησιμοποιήσω την ίδια την έκφραση των μαρτύρων. Γι' αυτούς δεν υπάρχει πια ούτε σκιά αμφιβολίας". αυτή είναι ολόκληρη η ιστορία. γελάνε και οι δυο τους ξεκαρδιστικά. με την αγριότητα. Πώς. όλοι αυτοί. Κυλιούνται και οι δυο μπροστά στην πόρτα και φράζουν το πέρασμα: Τους βρίζουν από παντού και κείνοι. "σα μικρά παιδιά"."Γιατί πήγες να κρεμαστείς. Να. "Πέρα για πέρα αλήθεια! Και όμως.". λεπτά . ο δικηγόρος Κριούκοβ που μόλις είχε κατεβεί από τ' αμάξι και περνούσε κείνη τη στιγμή το κατώφλι μαζί με μια κυρία.". βάζουν τα γέλια. ο τσακωμός τους. ή έστω πήρανε μέρος κατά έναν οιονδήποτε τρόπο στη ληστεία. με τα μούτρα πασαλειμμένα. "Τι πράμα. που σου έχουνε δοθεί χίλιες δυο ευκαιρίες να μελετήσεις τη φύση του. του 'πεσαν πραγματικά στα χέρια καθώς το 'πε. ο έμπορος που βρισκότανε κείνη τη στιγμή στο θυρωρείο. "Άκουσέ με. αυτοί του απήγγειλαν κιόλας κατηγορία για δολοφονία. τα γέλια τους.

Τα σκουλαρίκια αυτά τ' άφησε να πέσουν εκεί μέσα ο πραγματικός δολοφόνος. συνεπώς στοιχείο αμφισβητήσιμο. Να μου επιτρέψεις να σου κάνω και γω μια ερώτηση· Πώς το εξηγείς εσύ αυτό το γεγονός: Πώς εξηγείς το ότι βρήκε τα σκουλαρίκια. το μόνο που απομένει για την υπεράσπιση του. "Ναι. Ακόμα ούτε κι ο Κοχ με τον Πεστριάκωφ τους πρόσεξαν. Τί να εξηγήσω. Μπορεί τα σκουλαρίκια που βρέθηκαν την ίδια μέρα και την ίδια ώρα στα χέρια του Νικολάι ν' αποτελούν πραγματικά ένα σοβαρό στοιχείο εις βάρος του. Τι νομίζεις όμως.. καθώς το βεβαιώνουν ομόφωνα δέκα μάρτυρες!". είναι ολοφάνερος και χαραγμένος .. αλλά. "κι αυτό ακριβώς είναι το λυπηρό. όταν ανέβαιναν για να πάνε στης γριάς. Να η ουσία του ζητήματος. τραβώντας επάνω τους την προσοχή όλων. Συνεπώς. Αλλά πρέπει να λάβουμε υπ' όψη μας και τα γεγονότα που δικαιολογούν τον κατηγορούμενο. αγαπητέ μου. που εξηγείται απόλυτα με τις δηλώσεις του κατηγορουμένου. δεν είναι δυνατόν. Τους φτάνει ότι βρήκανε την κοσμηματοθήκη και ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να κρεμαστεί. δεν προσέξαμε και δε θυμόμαστε καλά αν υπήρχαν ή όχι εργάτες μέσα εκείνη την ώρα"". που ανατρέπει όλα τ' αντικειμενικά ενοχοποιητικά στοιχεία. είπε ποιος τα είχε βάλει ενέχυρο στη γριά και το πρόσωπο αυτό απέδειξε πως ήτανε δικά του". είναι παράξενο! Φυσικά. αλλά καθώς περνούσαμε. Καταλαβαίνεις.. όμως." Ο δρόμος. Ξέχασα να σε ρωτήσω κάτι: Πώς αποδείχνεται ότι η κοσμηματοθήκη με τα σκουλαρίκια προέρχεται πραγματικά απ' την κασέλα της γριάς. να γιατί παθιάζομαι. αν και η μαρτυρία τους τώρα δεν αξίζει μεγάλα πράγματα. που πρέπει ν' ακολουθήσει η ανάκριση. αλλά. "Είναι γεγονός ότι κανένας δεν τον είδε". στοιχείο. που το πρόσωπο του σκοτείνιασε. ή θα είναι ικανοί να δεχτούν ένα τέτοιο γεγονός .Παρατάνε τη λεία τους και τρέχουνε να κάνουν τρέλλες στο δρόμο σα μικρά παιδιά. "Χμ!.". γελάνε ξεκαρδιστικά. λένε. που τα γνώρισε. σε μια απλή ψυχική διάθεση . Έστω. πως το διαμέρισμα εκείνο ήτανε ανοιχτό. Το πράγμα είναι ολοφάνερο.".". "Είδαμε.". τουλάχιστον.. "Βέβαια.σα γεγονός αναμφισβήτητο. Και δεν μπορεί ν' αποδειχθεί αυτό το πράγμα κατά κάποιον τρόπο. "Αυτό αποδείχτηκε". απάντησε ο Ραζουμίχιν στενοχωρημένα.που βασίζεται αποκλειστικά στο ψυχολογικούς αδύνατον. "Δεν υπάρχει "αλλά". πολύ περισσότερο μάλιστα αφού αυτά δεν μπορούν ν' αμφισβητηθούν. Ο δολοφόνος ήτανε επάνω όταν ο Κοχ και ο Πεστριάκωφ χτύπησαν την πόρτα.χαραγμένος απ' αυτήν ακριβώς την κοσμηματοθήκη. απάντησε δυσαρεστημένα ο Ραζουμίχιν. μια και είναι γνωστός ο χαρακτήρας της δικαιοσύνης μας: θα δεχτούν. "πράγμα που δε θα έκανε αν δεν θεωρούσε τον εαυτό του ένοχο". το βλέπω πως παθιάζεσαι. "Ο Κοχ. "Πώς το εξηγώ. Για στάσου όμως. Όχι.. είναι μια γερή απόδειξη αυτό. οποιαδήποτε και αν είναι αυτά. δε θα το δεχτούν. αν πραγματικά τα βρήκε έτσι όπως λέει. είναι το ότι γρονθοκοπιόνταν και γελούσανε δυνατά.. .".. "Πολύ δυσάρεστο! Ακόμα μια ερώτηση: Δεν έτυχε να ιδεί κανένας τον Νι-κολάι τη στιγμή που ο Κοχ και ο Πεστριάκωφ ανέβαιναν τη σκάλα..

με φυσιογνωμία αυστηρή και επιφυλακτική. Τον κοίταζε κι εκείνος δίχως να σαλεύει καθόλου. που ήτανε ξαπλωμένος στο άθλιο ντιβάνι του. μια και δεν του απέμενε κανένας άλλος τρόπος σωτηρίας. Μπορεί και να τον είδε κάποιος. Κρύφτηκε πίσω απ' την πόρτα όταν ο θυρωρός και οι δυο άλλοι ανέβαιναν στο τέταρτο πάτωμα. . Τέλος. "Εχ! πήγε να φωνάξει ο Ραζουμίχιν". αν δεν τον προλάβαινε ο Ραζουμίχιν που πετάχτηκε χωρίς να τον ρωτήσουν. αργάαργά πάλι. τον Πεστριάκωφ και τον θυρωρό τρυπώνοντας στο άδειο διαμέρισμα. η λογική των πραγμάτων.". γυρίζοντας κατά τον Ζοσίμοβ. η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένα καινούργιο πρόσωπο που κανένας απ' τους τρεις παρόντες δεν το γνώριζε. αλλά δεν τον πρόσεξε. δε χωράει αμφιβολία. το αναπαράστησες με τη φαντασία σου πολύ καλά.. έτσι όπως τα εξέθεσες. Περνάει τόσος και τόσος κόσμος απ' αυτή την πόρτα! Όσο για την κοσμηματοθήκη του έπεσε απ' την τσέπη του την ώρα που στεκότανε πίσω απ' την πόρτα και δεν το κατάλαβε. "Μα. γιατί λοιπόν. Στην αρχή στάθηκε στο κατώφλι και κοίταξε ολόγυρα με μια κατάπληξη. γδυτός και άνιφτος. "Καλά το σχεδίασες. Γιατί. άρχισε να εξετάζει τον αχτένιστο κι αξύριστο Ραζουμίχιν...". μ' επιτηδευμένη κι επιβλητική εμφάνιση. 5  Ήτανε ένας μεσόκοπος. Και ο δολοφόνος βγήκε απ' το διαμέρισμα και κατέβηκε και κείνος. Πολύ καλοβαλμένα. παρακαλώ. Ωστόσο. που δεν την έκρυβε καθόλου και γι' αυτό γινόταν πιο προσβλητική και μ' ένα ύφος σα να 'λέγε: "Πού ήρθα κι έπεσα λοιπόν. γιατί είχε άλλες έννοιες τότε στο μυαλό του. Στη σκάλα κρύφτηκε από τον Κοχ.. μυρίζουν πολύ θέατρο θα έλεγε κανείς". αγαπητέ μου. Ύστερα. Με κάποια δυσπιστία και μάλιστα με προσποιητό φόβο και στενοχώρια κοίταζε τη στενή και χαμηλοτάβανη "καμπίνα" του Ρασκόλνικωφ. όταν όλοι πια είχανε σκορπίσει και δεν απέμενε κανείς κάτω απ' την εξώπορτα. την ίδια στιγμή.Ήτανε κλεισμένος από μέσα με το συρτή. δίχως να κουνιέται καθόλου από τη θέση του.". Αλλά. Με την ίδια έκπληξη κοίταξε γύρω του και ύστερα στύλωσε το βλέμμα του στον Ρασκόλνικωφ. την ώρα που ο Νικολάι και ο Ντμίτρι κυνηγιόσαντε στο δρόμο. είπε ευγενικά: "Ο φοιτητής ή πρώην φοιτητής Ροντιόν Ρομάνοβιτς Ρασκόλνικωφ. Περίμενε ώσπου να σβήσει ο θόρυβος από τα βήματα τους και τότε κατέβηκε ήσυχα-ήσυχα τη σκάλα. Η κοσμηματοθήκη δείχνει ξεκάθαρα ότι ο δολοφόνος στάθηκε εκεί! Αυτό είναι όλο!". Ο Κοχ έκανε τη βλακεία να κατεβεί κάτω. "Γιατί όλα αυτά είναι πολύ έντεχνα συνδυασμένα. που τον κοίταζε με ενοχλητική περιέργεια. τη στιγμή ακριβώς που ο Νικολάι και ο Ντμίτρι είχανε φύγει από κεί. Ο Ζοσίμοβ κούνησε αργά-αργά το κεφάλι του και ίσως ν' απαντούσε. είναι κάτι πάρα πάνω από πιθανή". με τα μαλλιά ανακατωμένα.

τι γυρεύετε.". η αμηχανία τους έγινε ολοφάνερη. "Πώς! Είναι δυνατόν να μη λάβατε καμμία είδηση ως τώρα. σαν ελατήριο. Στο τέλος.". κι ύστερα τον κοίταζε με κατάπληξη. και περίμενε σ' αυτή τη λίγο άβολη θέση. το κοίταξε καλά-καλά και το ξανάβαλε στην τσέπη του ψαχουλευτά. "ότι η επιστολή που ταχυδρομήθηκε προ δέκα. λες και του έκαναν πριν από λίγο μια οδυνηρή εγχείρηση ή τον είχανε ανακρίνει με βασανιστήρια. Τρουπώστε και καθίστε!". "Νόμιζα και λογάριαζα". Παραμέρισε μια καρέκλα εξοικονομώντας λίγο χώρο ανάμεσα στο τραπέζι και στα γόνατα του. ο Ρασκόλνικωφ είμαι. αν όχι προ δεκαπέντε ημερών. το πρόσωπο του ήτανε πολύ χλωμό και φαινότανε σα να πονούσε αβάσταχτα. και είχε τα μάτια του καρφωμένα επίμονα στον νεοφερμένο. Τί θέλετε. ψέλλισε εκείνος. "Ακούστε. Κι όταν ο Ζοσίμοβ είπε "αυτός είναι ο Ρασκόλνικωφ". συγκρατήθηκε όμως και απευθύνθηκε γρήγορα-γρήγορα και πάλι στον Ζοσίμοβ. είναι ξαπλωμένος στο ντιβάνι. χωρίς να λέει λέξη. και σεις και η Ναστάσια. Στο πρόσωπο του Λούζιν φάνηκε μια έκφραση λύπης. ώσπου να "τρουπώσει" .". ανασηκώθηκε απότομα. "Αν έχετε να πείτε τίποτα. αντί να του απαντήσει. Τί θρονιαστήκατε στο κατώφλι. Ο Ρασκόλνικωφ. "Αυτός είναι ο Ρασκόλνικωφ". Και χασμουρήθηκε μ' ένα χασμουρητό που κόντεψε να τον ξεμασελιάσει και που δεν είχε τελειωμό. είπε άξαφνα ο Ραζουμίχιν διακόπτοντας τον. γιατί στεκόσαστε στην πόρτα."Να τος.. παρ' όλο που το βλέμμα του ήτανε ολότελα άδειο από κάθε σκέψη." άφησε άναυδο τον κύριο με το σοβαρό παρουσιαστικό. μάλιστα. Ο νεοφερμένος όμως. Ελάτε.". Τώρα που είχε αποτραβήξει πια το βλέμμα του από κείνο το περίεργο αν-θάκι της ταπετσαρίας. κάθισε στο ντιβάνι και ψέλλισε με μια φωνή προκλητική αλλά λαχανιαστή κι αδύνατη. μουρμούρισε ο Ζοσίμοβ δείχνοντας τον άρρωστο με το κεφάλι του.. τον κοίταξε δίχως ν' απαντήσει αποβλακωμένα και σκεφτικά. που κάθε άλλο παρά αυτό περίμενε. το άνοιξε. άρχισε σιγά-σιγά να του τραβάει όλο και περισσότερο την προσοχή πρώτα. "Πιότρ Πετρόβιτς Λούζιν. Ελπίζω ότι τ' όνομα μου δε σας είναι εντελώς άγνωστο". Ύστερα. "Ναι. καθίστε και πέστε το. Ο Ζοσίμοβ και ο Ραζουμίχιν τον κοίταξαν με ακόμα μεγαλύτερη περιέργεια. Ο Ρασκόλνικωφ όμως. σα ν' άκουγε πραγματικά για πρώτη φορά αυτό το όνομα. με δυσπιστία και μάλιστα με κάποιο φόβο. προχωρήστε! Να και μια καρέκλα εκεί. έψαξε και τράβηξε ένα πελώριο και στρογγυλωπό χρυσό ρολόι με καπάκι. Του λόγου σας όμως. ρώτησε ο Πιότρ Πετρόβιτς και φαινόταν σα να τα είχε χάσει λίγο. έπεσε αργά-αργά στο μαξιλάρι του. Στο μεταξύ ο Ρασκόλνικωφ έμενε ακόμα ξαπλωμένος στο ντιβάνι του ανάσκελα. Ναστάσια κάνε πιο πέρα! Άφησέ τον να περάσει. έχωσε αργά-αργά το χέρι του στην τσέπη του γιλέκου του. Η οικειότητα που είχε αυτό το "του λόγου σας τι γυρεύετε. έπλεξε τα χέρια του πίσω απ' το κεφάλι του κι άρχισε να κοιτάζει το ταβάνι σκεφτικά. Έκανε να γυρίσει κατά τον Ραζουμάχιν.

είναι ο γιατρός που τον εξέτασε κι εγώ είμαι συμφοιτητής του Ρόντια.". Και ξαναχασμουρήθηκε. Ο Λούζιν γύρισε και τον κοίταξε ερωτηματικά. "Σας ευχαριστώ.ο επισκέπτης τους σ' αυτό το πέρασμα. κάτι το ξεχωριστό. και τώρα του κάνω τη νταντά. ωστόσο". "Ξέρω. "Είσαστε ο μέλλων γαμπρός.τι έχετε να πείτε". έκαμε ζωηρά ο Ραζουμίχιν. όταν ακόμα βρισκόμουνα κοντά της. άρχισε να λέει ο Λούζιν... απάντησε άξαφνα ο Ρασκόλνικωφ φουρκισμένα και ανυπόμονα. τίποτα. Στο μεταξύ ο Ρασκόλνικωφ.". Όταν έφτασα εδώ. ίσως γιατί αυτός εδώ ο κακοντυμένος ξυπολιάς του παρουσιάστηκε σα φοιτητής. "Ο Ρόντια ήτανε άρρωστος πέντε μέρες και είχε παραληρήματα τρεις μέρες. "Η μητέρα σας. Όταν έφτασε στην καρέκλα κάθισε... είχε αρχίσει να σας γράφει ένα γράμμα.. τον τίτλο του "μέλλοντος γαμπρού" που του πέταξε κατάμουτρα με αγένεια. Αλλά. το ξέρω. Ανασήκωσε το κεφάλι του στο μαξιλάρι για να τον βλέπει πιο καλά. Ο Πιότρ Πετρόβιτς προσβλήθηκε ασφαλώς. ο Πιότρ Πετρόβιτς είχε στην όλη του εμφάνιση κάτι που έκανε εντύπωση. απ' το πρωί". κάτι που δικαιολογούσε. Πραγματικά. Έτσι μου ξεφεύγει. είπε ο Πιότρ Πετρόβιτς γυρίζοντας κατά τον Ζοσίμοβ. μόνο του".. αλλά τώρα συνήλθε και μάλιστα έφαγε με όρεξη. που είχε γυρίσει λίγο προς το μέρος του για να του απαντήσει. συνέχισε ο Ραζουμίχιν. συνεχίστε. Η οικειότητα του ήτανε τόσο ανοιχτόκαρδη. Ήτανε τέτοια η στιγμή. ξέρω". "μπορεί μάλιστα να τον κάνετε να ξεσκάσει". Η σιωπή κράτησε ένα λεπτό.. θα 'λέγε κανείς.. Δε μπορούσε να καταλάβει καλά-καλά τί σήμαινε αυτό. σκοντάφτοντας. Καλά.. Ο Λούζιν σήκωσε τους ώμους..". αλλά σώπασε. "Μην ενοχλείσθε. "Η μητέρα σας.. "Όχι". Πρώτα-πρώτα. "Χμ!. Συνεχίστε και πείτε ό. πρώην φοιτητής επίσης.. έβλεπε κανείς ολοκάθαρα ότι ο Πιότρ Πετρόβιτς κοίταξε να επωφεληθεί απ' τις λίγες μέρες που θα 'μένε στην πρωτεύουσα για να γίνει ωραιότερος και να . Μη δίνετε λοιπόν καμμιά προσοχή σε μας και μην ενοχλείσθε καθόλου. άφησα επίτηδες να περάσουν λίγες μέρες για να είμαι απολύτως βέβαιος πως θα είσαστε εντελώς ενημερωμένος. με μεγάλη μου κατάπληξη.". ρίχνοντας φιλύποπτες ματιές κατά τον Ραζουμίχιν. είπε ο Ραζουμίχιν. ώστε ο Πιότρ Πετρόβιτς άλλαξε κι άρχισε να αισθάνεται τώρα πιο άνετα. άρχισε ξαφνικά να τον εξετάζει επίμονα και με μεγάλη περιέργεια σα να μην πρόφτασε να τον ιδεί καλά την πρώτη φορά ή σα να του 'κάνε εντύπωση κάτι καινούργιο που του 'βρίσκε. Από δω. "Πάει πολλή ώρα που ξαναβρήκε τη μνήμη του. Μήπως όμως κάνω κακό στον άρρωστο με την παρουσία μου και την κουβέντα μου. απάντησε νωθρά ο Ζοσίμοβ.. "Τίποτα. Κι είναι αρκετό αυτό". που δεν υπήρχε τρόπος ν' αρνηθεί ο επισκέπτης κι έσπευσε να χωθεί σ' εκείνο το στενό πέρασμα.

Το πρόσωπο του ήτανε πολύ νεανικό και μάλιστα ευχάριστο. "Λυπούμαι πολύ που σας βρίσκω σ' αυτή την κατάσταση".".φρεσκαριστεί κάπως. Τα εσώρουχα του. περιμένοντας τη μνηστή του .. πολύ ανοιχτόχρωμο. που μόλις τα 'χε αγοράσει. "Αν ήξερα πως είσαστε άρρωστος. στο λαιμό του είχε μια γραβάτα από βατίστα. το πήρε απόφαση να μη δώσει για την ώρα σημασία σ' όλες αυτές τις παραξενιές. Στο ντύσιμο του κυριαρχούσαν τα φωτεινά χρώματα που κάνουν πιο νέο τον άνθρωπο. το σπουδαιότερο. Ο Ρασκόλνικωφ έκανε μια κίνηση και. είπε διακόπτοντας τη σιγή με δυσκολία. Μπορεί να είχε κάτι το δυσάρεστο και αντιπαθητικό η επιβλητική. βλέπετε. Λούζιν όμως δε θύμωσε και. περίμενε. Ο κ. ξανάφησε το κεφάλι του να πέσει στο μαξιλάρι κι άρχισε πάλι να κοιτάζει το ταβάνι σκεφτικά. σοβαρή και αρκετά ωραία φυσιογνωμία του. θέλησε να πει κάτι. έτσι που να μην του φαίνονται καθόλου τα σαράντα του χρόνια. πάρα πολύ λεπτή με ροζ γραμμούλες και. δηλαδή τη μητέρα σας και την αδελφή σας. δεν είχανε τίποτα το γελοίο επάνω του. από στιγμή σε στιγμή. αφού τον κοίταξε καλά-καλά. Αφήνω τις άλλες μου ασχολίες που εύκολα μπορείτε να μαντέψετε. όλα φαίνονταν τέλεια. αλλά αυτό πήγαζε από άλλα αίτια. Περιμένω την οικογένεια σας. θα μπορούσε να του συγχωρηθεί στην παρούσα περίσταση. Ο Πιότρ Πετρόβιτς σταμάτησε. που ήτανε κουρεμένες σαν κοτολέτες και πύκνωναν με χάρη γύρω από το φρεσκοξυρισμένο και γυαλιστερό πηγούνι του. σα στολίδι. που μόλις άρχιζαν ν' ασπρίζουν. θα ερχόμουνα νωρίτερα. και μόνο απ' το γεγονός πως απέφευγε να τα φορέσει αλλά τα κρατούσε απλώς στο χέρι του. Αυτός ο σκοπός φαινότανε ακόμα και στο κομψότατο και κατακαίνουργιο καβουράκι του: Ο Πιότρ Πετρόβιτς του φερνόταν με υπερβολικό σεβασμό και το κράταγε πολύ προσεχτικά στα χέρια του. έχω τόσες και τόσες ασχολίες! Επί πλέον. Φορούσε ένα ωραίο καλοκαιρινό σακάκι.πράγμα που ήτανε αθωότατο και απολύτως φυσικό. Ο Ρασκόλνικωφ. Όλα του τα ρούχα φαίνονταν σα να βγήκανε μόλις κείνη τη στιγμή από το ράφτη. ήτανε πολύ φίνα. παντελόνι θερινό. καθώς φαίνεται. κατά πώς φάνηκε. έ. μόνο που παραήτανε καινούργια κι έδειχναν ολοκάθαρα ότι έγιναν για κάποιο σκοπό. ούτε και του 'διναν κείνο το ανόητο ύφος που προσδίδουν συνήθως τα κατσαρωμένα μαλλιά και σε κάνουν να φαίνεσαι σα Γερμανός νεόνυμφος. υπερβολική ίσως. Πλαισιωνόταν και στις δυο μεριές ωραία από φαβορίτες καστανές. αλλά επειδή ο άλλος δεν έλεγε τίποτα συνέχισε: . και που ήθελε να την ενισχύσει ακόμα πιο πολύ με την εξωτερική του εμφάνιση. γνήσια "Ζουβέν". ανοιχτό καφέ. μ' ένα φαρμακερό χαμόγελο. όλα αυτά ταίριαζαν μια χαρά στο πρόσωπο του και στο σώμα του. γιλέκο στο ίδιο χρώμα. Το ίδιο πράγμα έδειχναν κι εκείνα τα υπέροχα μωβ γάντια του. Ακόμα και η ιδέα που φαινότανε να έχει για τον εαυτό του. και μια δίκη πολύ σημαντική στην οποία είμαι υποχρεωμένος να παραστώ δικηγόρος ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το πρόσωπο του έδειξε κάποια συγκίνηση. Ακόμα και τα μαλλιά του.. Αλλά. αφού στο κάτω-κάτω ήτανε μελλόνυμφος. καλοχτενισμένα και κατσαρωμένα στον κουρέα.

"Λες ψέματα! Δεν υπάρχει τέτοια στάση". Όλοι αυτοί οι νεωτερισμοί. στην οικία Μπακαλέγιεβ". Η πεποίθησίς μου είναι λοιπόν ότι βλέπει και μαθαίνει κανείς περισσότερα παρακολουθώντας τη νέα μας γενιά. ξενοδοχείο είναι. "Όχι μακριά από δω. Και ομολογώ ότι πολύ το χαίρομαι". "Ναι. "Με συγχωρείτε. "Από την άποψη την πλέον σοβαρή. είπε ο Ραζουμίχιν διακόπτοντας τους. ρώτησε ο Ρασκόλνικωφ.. απάντησε ο Πιότρ Πετρόβιτς. Μπορεί να κάνω λάθος."... που χάρηκε πολύ επειδή τον ρώτησαν. τα 'χει νοικιάσει ο έμπορος Γιούσιν. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ.". υπάλληλος υπουργείου. "Αυτό είναι αλήθεια"... Κι επειδή τα χρειαζόμαστε για μικρό χρονικό διάστημα. "Από ποια άποψη..".. εξακολούθησε γυρίζοντας κατά τον Ρασκόλνικωφ... να πούμε.. έχουν φτάσει βέβαια και στην επαρχία.. βρήκα κιόλας το πραγματικό. στης κυρίας Λιπεβέχσελ. "Εγώ. "Είναι στη λεωφόρο Βοζνεσένσκυ". θέλω να πω το. όχι. είχα δέκα χρόνια να 'ρθω στην Πετρούπολη. με περισσότερη κριτική αίσθηση... έτσι εντελώς βιαστικά..". μια στάση ζωής πιο πρακτική. Είναι πολύ καλός νέος και προοδευτικός. μελλοντικό σπίτι μας". ώστε μου φάνηκε πως. "Ποιο πράγμα. "Είναι κάτι που αποχτιέται πολύ δύσκολα και δεν πέφτει απ' τον ουρανό. "Πού.". τα δυο δωμάτια που έπιασα είναι πολύ καθαρά. "Η ερώτηση σας είναι αόριστη. αφού μάλιστα βρίσκομαι τόσο λίγο εδώ". απάντησε ο Πιότρ Πετρόβιτς. μπορεί να . Γίνονται βρώμικα πράγματα: Ένας διάβολος ξέρει τί μούτρα κάθονται κεί μέσα. σα να θυμότανε κάτι. Μήπως τον γνωρίζετε. Πάνε διακόσια χρόνια τώρα που ξεμάθαμε να καταπιανόμαστε πρακτικά με τις δουλειές. Ιδέες. ξέρετε.. είπε αργά-αργά ο Ρασκόλνικωφ.. "Τα δυο πατώματα της είναι ξενοδοχείο. "Το επισκευάζουν τώρα και. "Για κλάματα όμως: Βρώμικες και μολυσμένες τρώγλες και μαζί με τ' άλλα πολύ ύποπτες.. "Ναι! Αντρέι Σεμιόνοβιτς Λεμπεζιάντνικωφ. "Φυσικά. κάπως ταραγμένος. περιμένοντας να επιδοκιμάσουν τα λόγια του.. δεν είναι καθόλου ακριβό". Ρωτήσατε έτσι. του Αντρέι Σεμιόνοβιτς Λεμπεζιάντνικωφ".". απάντησε ο Ραζουμίχιν.. είπε βαριεστημένα ο Ζοσίμοβ. εγώ δε μπόρεσα να συγκεντρώσω όλες αυτές τις πληροφορίες. στο διαμέρισμα ενός νέου μου φίλου.. πρέπει να βρίσκεται στην Πετρούπολη.. Έχω πάει εκεί". αλλά για να τις ιδεί κανείς καθαρότερα και ολοκληρωμένα. οι μεταρρυθμίσεις. "Κατά τα άλλα όμως. Ήμουνα άλλοτε κηδεμόνας του. "Ναι.".Από στιγμή σε στιγμή! Έψαξα και τους βρήκα. οι νέες ιδέες. Απ' αυτούς μαθαίνει κανείς πολλά καινούργια πράγματα".". πιστεύω όμως ότι ανακαλύπτω έτσι μια άποψη πιο καθαρή.".. ένα σπίτι". ρώτησε ο Ρασκόλνικωφ με αδύνατη φωνή. δε λέω όχι. Ο Πιότρ Πετρόβιτς τους κοίταξε όλους.. την ουσιώδη να πούμε". Το νορα όμως. "Λεμπεζιάντνικωφ. για την ώρα.. είμαι κι εγώ σε πανσιόν. Κι εγώ ο ίδιος βρέθηκα σ' αυτό το μέρος για βρωμοδουλειά. Μου αρέσει να κάνω παρέα με νέους.

υπάρχει κιόλας κάτι που είναι γεγονός: Διαδόθηκαν ιδέες καινούργιες. Αγαπώντας μονάχα τον εαυτό σου. Έρχεται λοιπόν η επιστήμη και σου λέει: "Αγάπα. Και αυτό. Η αντίληψη αυτή δε συμβιβάζεται με την ξυπολησιά. δεν πιάνει κανέναν". είπε ο Ζοσίμοβ επεμβαίνοντας βιαστικά. δεν είναι κοινοτοπίες! Ως τώρα. αλλά πρέπει να είμαστε δίκαιοι: Ο ενθουσιασμός αυτός δείχνει πως -το 'χουμε πάρει ζεστά και πως οι εξωτερικές συνθήκες δεν είναι εντελώς όπως θα έπρεπε να είναι. χρήσιμες. αντί για τις παλιές ρομαντικές ονειροπολήσεις..". Κάναμε λίγα. γιατί όλα σ' αυτόν τον κόσμο στηρίζονται στο ατομικό συμφέρον. όχι χάρις στην ιδιωτική και ατομική . "και η έφεση προς το καλό υπάρχει. τόσο πιο πολύ στέρεα είναι τα θεμέλια της και το κοινό έργο εμφανίζεται οργανωμένο κοινωνικά. μ' άλλα λόγια όσο περισσότερα ολόκληρα παλτά βρίσκονται σ' αυτή. "θα συμφωνείτε και σεις.". Συνεπώς. "Όχι. ρώτησε ο Πωτρ Πετρόβιτς που δεν άκουσε καλά. αποχτώντας ένα αγαθό αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό μου. συνέχισε ο Πιότρ Πετρόβιτς. φαντάζομαι". ρίχνοντας ένα φιλικό βλέμμα προς τον Ζοσίμοβ. Στα λόγια του υπήρχε κιόλας κάποιος τόνος θριάμβου και παρά λίγο να προσθέσει: "νεαρέ μου". τον εαυτό σου. Πρακτικό πνεύμα όμως. έστω και μόνον στον τομέα της επιστήμης και της οικονομίας". εξακολούθησε ο Λούζιν με άκαιρη. απάντησε ο Πιότρ Πετρόβιτς με ολοφάνερη ευχαρίστηση. "Κοινοτοπίες!". το αποχτώ ταυτόχρονα και για όλους τους άλλους. "Δεν είναι έτσι. Η πολιτική οικονομία προσθέτει πως όσο περισσότερες ατομικές επιχειρήσεις δημιουργούνται στην κοινωνία.". πρώτα απ' τους άλλους. "Βέβαια.. "Τον αγαπώ την πλησίον μου αλλά τί βγαίνει απ' αυτό. θα κάνεις τις δουλειές σου όπως πρέπει και θα σου μείνει το παλτό σου ολόκληρο". Κι απ' αυτό βγαίνει ότι ο πλησίον μου παίρνει από μένα κάτι παραπάνω από το μισό παλτό. ακόμα και τίμιοι άνθρωποι υπάρχουν. Αφήνω κατά μέρος τα μέσα. είπε ξαφνικά ο Ρασκόλνικωφ.υπάρχουνε πολλές". μου έλεγαν: "Αγάπα τον πλησίον σου". λόγου χάριν. δεν υπάρχει. υπάρχουν ενθουσιασμοί. πως υπάρχει μια πορεία προς τα μπρος ή μια πρόοδος. αποκοπήκαμε οριστικά από το παρελθόν. παρ' όλο που έχουν πέσει εδώ του κόσμου οι λωποδύτες. γιατί δεν είχαμε τον καιρό να κάνουμε περισσότερα. κατά την ταπεινή μου γνώμη. Φορεί μπότες'."Πρέπει να παραδεχθείτε. "Όλα αυτά είναι πολύ σωστά". Αλλά δεν πήρε απάντηση. όπως λένε. υπάρχουν ξεστρατίσματα. πρόσθεσε γυρίζοντας κατά τον Πιότρ Πετρόβιτς. Η λογοτεχνία μας ωρίμασε. "Δε συμμερίζομαι τη γνώμη σας". εξακολούθησε γυρίζοντας κατά τον Ραζουμίχιν. Κι αυτό. έστω και σε νηπιακή κατάσταση. Μ' ένα λόγο. βιασύνη. ίσως. είναι κάτι". Βγαίνει πως πρέπει να μοιράσω μαζί του το παλτό μου κόβοντας το στα δύο. διαδόθηκαν ορισμένα έργα νέα και χρήσιμα. γιατί καθώς λέει και η ρούσικη παροιμία: "Όποιος κυνηγάει πολλούς λαγούς. Κατά την άποψη μου. "Είπατε τίποτα. οπότε θα μείνουμε κι οι δύο γυμνοί. πολλές απαίσιες προλήψεις εξοστρακίστηκαν. "Τα 'χει μάθει όλα απ' έξω για να μας κάνει τον σπουδαίο".

"Τίποτα". ρώτησε ο Ζοσίμοβ. ώσπου να βρεί το δρόμο της. αλλά εξαιτίας της γενικής προόδου. Ο Πιότρ Πετρόβιτς ετοιμαζότανε να σηκωθεί. Τέλος. Τι' κουράγιο που σου το 'χε. . που στο τέλος τα βρώμισαν όλα! Αρκετά λοιπόν!". αλλά κι όταν ακούω άλλους να μιλούν γι' αυτά τα πράγματα. "Ο Πορφυρής δε λέει ποτέ τι σκέφτεται. κυρίως. είπε ξερά ο Ραζουμίχιν διακόπτοντας τον. Τι' αποφασιστικότητα!". "Κύριε!".". παραδέχθηκε ο Ραζουμίχιν. ας σταματήσουμε εδώ.. όλες αυτές οι αυτοπαρηγοριές και οι ατέλειωτες κοινοτοπίες μ' έχουν αηδιάσει.. εσείς νομίζετε πως θα 'τανε πολύ καλό να μας επιδείξετε τις γνώσεις σας. Όλη αυτή η φλυαρία. είχα ένα σκοπό. παρακαλώ. Και συνέχισε απότομα την κουβέντα του με τον Ζοσίμοβ. "Ελπίζω".γενναιοδωρία. Τα ονόματα μερικών άλλων ήτανε γραμμένα στα χαρτάκια που περιτύλιγαν τ' αντικείμενα. "Παρακαλώ. δυστυχώς όμως άργησε. "Συγνώμη". "δε φαντάζομαι να θέλετε να πείτε πως εγώ. Αρκετά όμως". Σας εύχομαι. Ήθελα μόνο να μάθω τι είδους άνθρωπος είσαστε γιατί. το έγκλημα αυτό είναι το πρώτο του. ωστόσο. ανακρίνει όλους αυτούς που έβαζαν ενέχυρο στη γριά". "Σίγουρα. προφανέστατα. άρχισε να λέει με πληγωμένη αξιοπρέπεια ο Λούζιν. Φυσικά. "επειδή κι εγώ επίσης δεν έχω. Αν. "Ε. τώρα τελευταία άρχισαν να γίνονται ενθουσιώδεις οπαδοί της κοινής υποθέσεως πολλοί καταφερτζήδες. κάποιος απ' τους πελάτες της τη σκότωσε". τόσο πολύ ώστε κοκκινίζω όχι όταν μιλάω εγώ. Εξ άλλου σκόπευε να φύγει σε δυο λεπτά.". απάντησε κοφτά ο Ραζουμίχιν.τι κι αν άγγιξαν το παραμόρφωσαν τόσο πολύ. Και δεν χρειάζεται πολύ μυαλό για να καταλάβουμε ότι.. "Ανέφερε μερικούς ο Κοχ. πολύ μυαλό. Εγώ ισχυρίζομαι ότι ο δολοφόνος δεν είναι ούτε έμπειρος ούτε επιδέξιος και ότι. Σ' αυτό ακριβώς γελιόσαστε όλοι σας.. ξέρετε. "Ναι. ο παλιάνθρωπος. Η ιδέα είναι απλή.". Ο Πιότρ Πετρόβιτς είχε την εξυπνάδα να δεχτεί αμέσως την εξήγηση που του 'δώσε ο Ραζουμίχιν. είπε γυρίζοντας κατά τον Ρασκόλνικωφ. Είναι πολύ ανθρώπινο και δεν σας κατακρίνω γι' αυτό. Υπόθεσε ότι πρόκειται για έναν ικανότατο παλιάνθρωπο και θα ιδείς αμέσως πως όλα γίνονται απίθανα. "ότι η σημερινή γνωριμία μας θα γίνει ακόμα στενότερη όταν θα σηκωθείτε. Αρχίζοντας αυτή τη συζήτηση. "Και πώς τους ξέρει. γιατί.. Ο Ρασκόλνικωφ ούτε γύρισε να τον κοιτάξει.". "Τους ανακρίνει. αντίθετα. Και ό. "Ασφαλώς". ρώτησε ο Ρασκόλνικωφ πολύ δυνατά. "Αυτός που το 'κάνε θα πρέπει να είναι μεγάλο μούτρο και πολύ έμπειρος. απάντησε ο Ραζουμίχιν διακόπτοντας τον. αυτό ακριβώς δεν συμβαίνει". Πώς θα μπορούσα. είπε ο Ζοσίμοβ κατηγορηματικά. τρία χρόνια τώρα..". είναι και μερικοί που πήγανε από μόνοι τους αμέσως μόλις το 'μαθαν". λοιπόν.. τον πάρεις για άπειρο. καλήν ανάρρωσιν". λόγω των περιστατικών που γνωρίζετε..

"Ξέρετε τίποτα λεπτομέρειες. Αλλά και τί δε μπορεί να κάνει η τύχη. Αλλού πάλι σκοτώνουν ένα γραμματέα της Πρεσβείας μας στο εξωτερικό. Παίρνει αντικείμενα που άξιζαν είκοσι ή τριάντα ρούβλια το καθένα. με τη μόνιμη απουσία κάθε πρακτικού πνεύματος στις οικονομικές μας σχέσεις". "Ναι.. Από τους γείτονες. Ήτανε ολοφάνερο πως επιθυμούσε να τους αφήσει καλή εντύπωση και η ματαιοδοξία του κυριάρχησε στη λογική του. να πούμε. τουτέστιν το όλον πρόβλημα που τίθεται.. έκανε ο Ραζουμίχιν. για να του κλέψουν τα λεφτά ή και γι' άλλους λόγους. που τυπώνουν πλαστά χαρτονομίσματα! Στη Μόσχα πάλι βλέπεις και πιάνουν μια ολόκληρη συμμορία από παραχαράκτες που έφτιαχναν ομολογίες του τελευταίου δανείου: ένας από τους κυριότερους ενόχους. "Τί θέλετε να πείτε δηλαδή. πιο μυστικούς. "Πώς να το εξηγήσουμε. αρχάριος! Τα 'χασε. δεν έχουν χρυσά αντικείμενα για να τα βάλουν ενέχυρο.". "Μιλάτε ασφαλώς για την τελευταία δολοφονία εκείνης της γριάς χήρας δημοσίου υπαλλήλου..γιατί οι άνθρωποι του λαού καθ' όσον ξέρω. Αφήνω κατά μέρος το γεγονός ότι τα τελευταία πέντε χρόνια η εγκληματικότητα αυξάνει συνεχώς στην κατώτερη τάξη. "Ξέρετε.βγαίνει το συμπέρασμα πως μονάχα η τύχη του τον γλύτωσε.". είπε ο Ζοσίμοβ. "Δεν μπορώ να πω ότι ξέρω λεπτομέρειες. Και τα κατάφερε να ξεφύγει όχι από δικούς του υπολογισμούς. Είναι αρχάριος. εκείνο όμως που μ' ενδιαφέρει σ' αυτή την υπόθεση είναι τα παρεπόμενα.". Πάρα πέρα βλέπεις ανθρώπους με ιδέες προοδευτικές.τότε πώς να εξηγήσουμε αυτή την αποχαλίνωση που ενδημεί σ' ένα μεγάλο μέρος των πλέον καλλιεργημένων μας στρωμάτων. ακούσατε τίποτα γι' αυτό. ίσως. γεμίζει μ' αυτά τις τσέπες του και ψάχνει στην κασέλα της γριάς. ανθρώπους της καλύτερης κοινωνικής τάξεως. απλούστατα. Είχε σηκωθεί κιόλας όρθιος και κρατούσε στα χέρια του τα γάντια και το καπέλο του. βρισκότανε ένα κουτί με χίλια πεντακόσια ρούβλια σε κέρματα . Αφήνω επίσης κατά μέρος τις λεηλασίες και τους εμπρησμούς που συνεχίζονται παντού αδιάκοπα.". τί απάντησε εκείνος ο καθηγητής που λέτε στη Μόσχα όταν τον ρώτησαν γιατί παραχάραξε τις ομολογίες. Να σκεφτείς μονάχα ότι δε μπόρεσε. αλλά προτού να φύγει ήθελε σώνει και καλά να πεί ακόμα μερικά σοφά λόγια. "Όλοι πλουτίζουν με κάθε μέσο! . Βλέπεις ένα πρώην φοιτητή που ληστεύει ταχυδρομικό αμάξι μες στον δημόσιο δρόμο.". αλλά εντελώς τυχαία". παράλληλα. Εκείνο που μου φαίνεται πολύ παράξενο είναι ότι η εγκληματικότητα αυξάνει και στις ανώτερες σφαίρες με τον ίδιο ρυθμό. τη στιγμή που στο πάνω συρτάρι του κομμού. ανάμεσα στα κουρέλια. ρώτησε ο Πιότρ Πετρόβιτς γυρίζοντας κατά τον Ζοσίμοβ και θέλοντας ν' ανακτευθεί στη συζήτηση.".".χώρια τα χαρτονομίσματα! Δεν ήξερε να κλέψει. "Και βέβαια άκουσα. Αν κι αυτή η γριά τοκογλύφος σκοτώθηκε από κάποιον που ανήκει στην ανώτερη τάξη . σου λέω. "Εξηγείται. "Πολύ συντελούν σ' αυτό οι οικονομικές αναστατώσεις". είναι καθηγητής της παγκοσμίου ιστορίας. Μόνο να σκοτώσει τα κατάφερε.. να προβλέψει τα εμπόδια που θα του παρουσιάζονταν! Και πώς την έκανε τη δουλειά.

". "Της θεωρίας μου. όταν έρθει η ώρα.. Ωστόσο.... "Η ιδέα για την οργάνωση της οικονομίας δεν είναι ως την ώρα προτροπή για δολοφονία. φώναξε ο Ραζουμίχιν. "Πώς διαστρέφετε έτσι τη σκέψη μου... αλλά έμεινα επίτηδες για να ιδώ ως πού θα πήγαινε .. κύριε".". ώστε έτσι. και..". "Κύριε!. απάντησε ο Ζοσίμοβ.". ανάσαινε με δυσκολία. "Βγάλετε τα συμπεράσματα της αρχής που διακηρύξατε πριν από λίγο και θα ιδείτε πως απ' αυτή βγαίνει ότι μπορούμε να στραγγαλίζουμε τους ανθρώπους".. και υποψιάζομαι ότι.. αυτό το βέλος... να ζούμε εις βάρος των άλλων... πως είσαστε εξαιρετικά ευτυχής που είναι πάμφτωχη. "Και όμως η ηθική! Υπάρχουν και νόμοι.". άρχισε να λέει ύστερα από μια μικρή παύση ενώ προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να συγκρατηθεί... παρ' όλο που πνιγότανε απ' τη λύσσα του. αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας δηλώσω ότι οι φήμες που έφτασαν ως τα αυτιά σας ή μάλλον που σας διαβιβάστηκαν είναι εντελώς αβάσιμες.". "όταν ήρθα εδώ μέσα πρόσεξα την παράξενη υποδοχή που μου κάνατε..". εξακολούθησε αγέρωχα ο Λούζιν. Δε θυμάμαι επί λέξει τα λόγια του. γιατί ανησυχείτε σεις..".". Ο Λούζιν χλώμιασε και δάγκωσε τα χείλη του.". "Μια λέξη μόνο αν έχετε το θράσος να πείτε για τη μητέρα μου ακόμα... με μια λέξη. μου φάνηκε σα γυναικούλα κάπως έξαλλη με ιδέες ρομαντικές. "Ξέρετε κάτι. Κι αν υποθέσουμε μόνον ότι.. Ακούστε. "Α. "Μα. "πως είπατε στην αρραβωνιαστικιά σας.. το πάνω χείλος του έτρεμε ελαφρά. ο καθένας δείχνει τί είναι ικανός να κάμει... ούρλιαξε ο Ρασκόλνικωφ. ελάχιστα έξοδα και δίχως κόπο! Συνηθίσαμε να κάνουμε μια ζωή άνετη..". μία μόνο.Ήθελα και γω να πλουτίσω γρηγορότερα".". και για να της το χτυπάει πως του είναι υποχρεωμένη.. Κι ύστερα... γιατί είναι καλύτερα να παντρεύεται κανείς μια γυναίκα δίχως δεκάρα για να 'χει πάντοτε αυτός το λόγο. "Για τ' όνομα του θεού!". "Όχι. μου ήτανε αδύνατο να υποθέσω ότι θα διαστρέβλωνε τόσο πολύ τα πράγματα με τη φαντασία της και τελικά.. να τρώμε μουσκεμένο παξιμάδι. "Είναι ή δεν είναι αλήθεια". αλλά η ουσία τους ήτανε ότι ήθελε να κάνει γρήγορα περιουσία με.. φώναξε ο Λούζιν. με μια λέξη. Ο Ρασκόλνικωφ ήτανε κατακίτρινος. "Ξέρεις κάτι. "Είναι η πρακτική εφαρμογή της θεωρίας σας". "Σ' όλα υπάρχει μέτρο". "Τί σ' έπιασε.. τη στιγμή μάλιστα που σας έδινε τη συγκατάθεση της.. φώναξε ο Ρασκόλνικωφ διακόπτοντας τον με φωνή που έτρεμε από την οργή και όπου διέκρινε κανείς κάτι σαν άγρια χαρά. "Τί πράγμα.. φώναξε ο Λούζιν οργισμένα και κομπιάζοντας. δεν είναι αυτό". Με συγχωρείτε. είπε ο Ρασκόλνικωφ επεμβαίνοντας ξαφνικά.. η μητέρα σας... Ανεξαρτήτως αυτού και παρ' όλα της τ' άλλα χαρίσματα.. τελικά να.. ενώ ανασηκώθηκε στο μαξιλάρι του και τον κοίταζε με μάτια που πετούσαν φλόγες. θα σας πετάξω απ' τη σκάλα με κλωτσιές".

Σίγουρα.. είπε ο Ραζουμίχιν κουνώντας το κεφάλι του με αμηχανία. "Δεν πρέπει να τον νευριάζουμε. "Τόσο το χειρότερο. Πάντως... Μας τα χάλασε όλα ίσως. Μπορούσε να καταλάβει κανείς.". κάτι έχει μέσα στο κεφάλι του... δεν υπάρχει φόβος να του ξαναμπεί πυρετός". δε σας επιτρέπω να. "Μα. "Αν δοκίμαζε καμμιά ευχάριστη και δυνατή συγκίνηση! Να τί του χρειάζεται! Πριν από λίγο είχε ξαναβρεί τις δυνάμεις του... "Πώς φέρνεσαι έτσι.. 'Όταν έμεινε μόνος του ο Ρασκόλνικωφ. Από τη συζήτηση τους φαίνεται καθαρά πως θα παντρευτεί την αδελφή του Ρασκόλνικωφ και πως ο Ρόντια το 'μαθε από κάποιο γράμμα που έλαβε προτού αρρωστήσει". Πρόσεξες όμως πόσο αδιάφορος είναι για όλα. μπορούμε να τον αφήσουμε μόνο του σ' αυτή την κατάσταση. "Μα.". φώναξε ο Ρασκόλνικωφ... "Δεν είμαι άρρωστος!". "Θα 'τανε ακόμα χειρότερα αν δεν φεύγαμε". μόνος. "θα μ' αφήσετε επί τέλους δήμιοι. ίσως να 'ναι αυτός ο κύριος Πιότρ Πετρόβιτς. Ξέρεις. "Ναι. ενώ ο Ραζουμίχιν σηκώθηκε τώρα για να τον αφήσει να χαιρετήσει τον Ζοσίμοβ που από κάμποση ώρα του έκανε νόημα ν' αφήσει ήσυχο τον άρρωστο. "Άφησε με! Αφήστε με όλοι σας!".. δίχως ν' αποτελειώσει τη φράση του. μόνος!"..". πως έφευγε πληγωμένος βαθύτατα. Εκείνη όμως δεν έλεγε να φύγει.". Και βγήκε έξω. είπε ο Ζοσίμοβ που είχε φτάσει κιόλας στη σκάλα. "Καλά.". "Ποιος διάβολος τον έφερε αυτή τη στιγμή εδώ. . είπε ο Ζοσίμοβ κάνοντας νόημα με το κεφάλι του στον Ραζουμίχιν.. θέλω να μείνω μόνος. Έπεσε λιπόθυμος όταν τ' άκουσε". Δε σας φοβάμαι! Κανέναν δε φοβάμαι! Κανέναν! Έξω από δω. Μονάχα μ' ένα πράγμα γίνεται έξω φρενών: Μ' αυτή τη δολοφονία. ναι. "Ναι.. άρχισε να κοιτάζει την υπηρέτρια νευριασμένα και με ανυπομονησία. αλλά τώρα. "Πάμε".". Ο Λούζιν όμως είχε κιόλας βγεί έξω. περνώντας ξανά ανάμεσα στο τραπέζι και την καρέκλα. αυτό είναι!". ξανάπε ο Ζοσίμοβ επιμένοντας.. πως δεν ανοίγει για τίποτα το στόμα του. "Πάμε". Το είδα και γω πολύ καθαρά. φώναξε ο Ρασκόλνικωφ.αυτό.. Θα μπορούσα να συγχωρήσω πολλά σ' έναν άνθρωπο άρρωστο… και συγγενή μου. αυτό φοβούμαι. τί έχει. Ο Ραζουμίχιν σκέφτηκε μια στιγμή και ύστερα έτρεξε πίσω του. Μ' ενδιαφέρει πολύ και θα ξαναπεράσω να μάθω νέα του σε μισή ώρα. Γιατί τον τρόμαξαν πολύ με τούτη τη δολοφονία στο αστυνομικό τμήμα. την ίδια μέρα που άρχισε η αρρώστια του.". Τον ενδιαφέρει και τον ανησυχεί αυτό το ζήτημα. "Σ' ευχαριστώ! θα σε περιμένω στην Πατσένκα και θα τον προσέχω μέσω της Ναστάσιας". θα μου τα διηγηθείς αυτά με λεπτομέρειες απόψε και θα σου πω ύστερα κάτι... συμφώνησε ο Ραζουμίχιν.. Ο Λούζιν αποτραβήχτηκε σηκώνοντας με προσοχή το καπέλο ως το ύψος του ώμου του τη στιγμή που έσκυβε για να περάσει το κατώφλι. "Άει στο διάβολο!". κάποια επίμονη ιδέα τον βασανίζει.. ακόμα κι από τη σκυφτή πλάτη του.

Αλλά ποιος να φανταζότανε πως θα το 'σκαγε. όπως και χτες."Θα πάρεις τώρα τσάι. Καταλάβαινε πως ήτανε αδύνατος ακόμα. Οι κινήσεις του ήτανε ακριβέστατες. κοίταξε τα λεφτά που ήτανε πάνω στο τραπέζι. αμέσως. Με ποιόν τρόπο. διαφορετικά δε θα ξαναγύριζε στο δωμάτιο του.. πετάχτηκε αμέσως επάνω. γιατί δεν ήθελε να ζει έτσι". Δεν απέμενε πια τίποτα απ' το μισότρελλο παραλήρημα που τον βασάνιζε πριν από λίγο. Την απόδιωχνε αυτή τη σκέψη γιατί ήτανε πολύ βασανιστική. Ήτανε οχτώ η ώρα και βασίλευε ο ήλιος. Αφού ντύθηκε καλά με τα καινούργια ρούχα. σύρτωσε την πόρτα. Ένα λεφτά αργότερα βρισκότανε κιόλας στο δρόμο. Άφησε με. έλυσε το πακέτο που του έφερε ο Ραζουμίχιν και που το είχε ξαναδέσει με τους σπόγγους κι άρχισε να ντύνεται. Δεν ήξερε και μάλιστα ούτε και σκέφτηκε καθόλου πού θα πήγαινε. Πώς θα τέλειωνε όμως. είχε σκύψει και φύσαγε το σαμοβάρι της σπιτονοικοκυράς.". Δεν είχε την παραμικρή ιδέα κι ούτε το σκεφτότανε καθόλου. ένιωσε μια μικρή ζαλάδα: Κάτι σαν άγριος δυναμισμός έλαμψε ξαφνικά στα φλογισμένα μάτια του και στο αδυνατισμένο και κατάχλωμο πρόσωπο του.. Και γύρισε απότομα κατά τον τοίχο. Σκέφτηκε λίγο κι ύστερα τα 'βαλε στην τσέπη του. αλλά ένιωθε μια έντονη ψυχική παρόρμηση που έφτανε ως την μακαριότητα. Η Ναστάσια έφυγε. Παράξενο όμως! θα 'λέγε κανείς πως ηρέμησε. ολότελα. ως την έμμονη ιδέα. ούτε απ' τον πανικόβλητο τρόμο που τον κατείχε τις τελευταίες μέρες. Πριν να φτάσει εκεί. "οτιδήποτε και να γίνει". "Αργότερα! θέλω να κοιμηθώ τώρα.". Ήτανε εικοσιπέντε ρούβλια. Εξάλλου ήλπιζε πως δε θα σωριαζότανε στο δρόμο. μια και καλή. Πήρε και τα ρέστα απ' τα δέκα ρούβλια που ξόδεψε ο Ραζουμίχιν για να αγοράσει τα ρούχα κι ύστερα ξεσύρτωσε σιγά-σιγά την πόρτα και βγήκε απ' την κάμαρα του. Κατεβαίνοντας τη σκάλα έριξε μια ματιά απ' την πόρτα της κουζίνας που ήτανε ορθάνοιχτη: Η Ναστάσια με τις πλάτες γυρισμένες προς το μέρος του. Κι αυτό του έδινε κουράγιο και σιγουριά. Για πρώτη φορά τώρα βρισκότανε σε μια παράξενη και απροσδόκητη ηρεμία. ξαφνικά. Ένα μόνο ήξερε: Πως "έπρεπε να τελειώνει πια μ' αυτό. σήμερα κιόλας". Η ατμόσφαιρα ήτανε αποπνιχτική. σήμερα κιόλας. Ένιωθε μόνο πως έπρεπε ν' αλλάξουν όλα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. μουρμούριζε. μπροστά σ' ένα μικρό . με σιγουριά και αποφασιστικότητα. Δεν τον κατάλαβε καθόλου. "Σήμερα. εκείνος όμως ανάσαινε λαίμαργα τον βρωμερό και πηγμένο στη σκόνη αέρα που έβλαψε η μεγαλούπολη Στην αρχή. τον ρώτησε. Από παλιά συνήθεια ξαναπήρε το δρόμο όπου περιδιάβαζε άλλοτε και τράβηξε κατ' ευθείαν για την σαναγορά. ξεκάθαρες κι έδειχναν αποφασιστικότητα και δραστηριότητα. επαναλάβαινε με απόγνωση. 6  Μόλις όμως βγήκε εκείνη.

". "Μου αρέσει να τραγουδάνε με λατέρνα. παρά για τραγούδια του δρόμου. "Πώς τον λένε."..". Εκείνος τον κοίταξε με απέραντη κατάπληξη. Το παιδί τον ξανακοίταξε με τον ίδιο τρόπο. βρίσκεις μάλιστα εκεί μέσα και πριγκήπισσες.. "Εσύ. "Εδώ μαζεύονται του κόσμου οι εμπορευόμενοι".. Η μικρή έπαψε απότομα το τραγούδι της στην πιο ψηλή και την πιο συγκινημένη νότα. κι έχει μπιλιάρδο. έλεγε το τραγούδι της περιμένοντας να της πετάξουν δυο καπίκια απ' το μαγαζί. στο πεζοδρόμιο.. φωνάζοντας στον οργανοπαίχτη: "Φτάνει!". εξωχότατε". μήπως κατά τύχην είσαι από το Ζαρασκ. τότε που τα πρόσωπα των περαστικών είναι πρασινωπά και αρρωστιάρικα.ψιλικατζίδικο.. καταλαβαίνετε. ένας μικροπωλητής με τη γυναίκα του. συνέχισε ο Ρασκόλνικωφ.. στη γωνιά. Χμ!". "Σας αρέσουν τα τραγούδια του δρόμου. Θυμήθηκε το μέρος. μ' έναν τρόπο όμως σα να μιλούσε για κάθε άλλο. αντίκρυ του. είδε έναν νέο με κατάμαυρα μαλλιά που έπαιζε στη λατέρνα ένα σκοπό πολύ ρομαντικό και συνόδευε το τραγούδι μιας κοπελίτσας δεκαπέντε χρονών. Κι αμέσως πέρασε στην απέναντι μεριά του δρόμου.. που στεκόταν όρθια. ακόμα καλύτερα. όταν το μαλακό χιόνι πέφτει ολόισα. "Εμείς. "Τον λένε όπως τον βαφτίσανε". .. εξοχώτατε.". Ο Ρασκόλνικωφ στάθηκε μαζί με δυο-τρεις άλλους που άκουγαν το τραγούδι. κοίταξε τριγύρω του και είπε σ' ένα παιδί που φορούσε κόκκινο πουκάμισο και χασμουριότανε μπροστά στην πόρτα ενός αλευράδικου: "Δεν ήτανε κεί πέρα. "Και κεί πάνω τί είναι. Δεν ξέρω τίποτα λοιπόν και να με συμπαθάτε. Αλλά δεν τους είδε τώρα εκεί. μέσα απ' το χιόνια. Ο Ρασκόλνικωφ προχώρησε ολόισα μπροστά του και βγήκε στη γωνιά της σαναγοράς. Είναι περιφέρεια ο τόπος μας. απάντησε το παιδί κοιτάζοντας τον Ρασκόλνικωφ περιφρονητικά σχεδόν. Και όταν λάμπουν τα φώτα του γκαζιού. ψιθύρισε ο κύριος τρομαγμένος και απ' την ερώτηση και απ' το παράξενο παρουσιαστικό του Ρασκόλνικωφ." ρώτησε απότομα ο Ρασκόλνικωφ έναν μεσόκοπο διαβάτη που στεκότανε δίπλα του κι άκουγε. στο πεζοδρόμιο. Ταβέρνα. δίχως την παραμικρή πνοή ανέμου. δε μένουμε σ' επαρχία. Από ποια επαρχία. προπάντων στην υγρή. Με μια φωνή σπασμένη και καμπαρετζούδικη αλλά αρκετά καλή και δυνατή. Και προχώρησαν κι οι δυο τους στο παρά κάτω μαγαζί. την υγρή και κρύα βραδιά του φθινοπώρου. "Εμένα μου αρέσουν". "Δεν ξέρω. με κρινολίνο. και ήτανε ντυμένη σαν κοκότα. γάντια κι ένα ψάθινο καπέλο στολισμένο με φτερά κατακόκκινα. έβγαλε από την τσέπη του πέντε καπίκια και τ' ακούμπησε στο χέρι της. στο ίδιο μέρος όπου εκείνος ο μικροπωλητής και η γυναίκα του κουβέντιαζαν τότε με την Ελισάβετ. στη θλιμμένη.". Ή. με συγχωρείτε. "Είναι καφενείο. Ταξίδευε όμως μόνο τ' αδερφάκι μου κι εγώ καθόμουνα στο σπίτι. κοντογούνι. στάθηκε. Όλα όμως ήτανε παλιά και στραπατσαρισμένα.

σα να 'τανε "να πεταχτούν ως τη γειτόνισσα". Υπάρχει εκεί πέρα ένα μεγάλο κτίριο που στεγάζει μόνο μπιραρίες. γινότανε κείνη τη στιγμή μεγάλος σαματάς: Κάποιος γρατζούναγε κιθάρα. Σε δυο-τρεις μεριές. πήρε το δεξιό πεζοδρόμιο και τράβηξε κατά τη λεωφόρο Β.". άλλες καθισμένες στα σκαλιά. Λίγο πιο πέρα. Ο Ρασκόλνικωφ στάθηκε κοντά στην πιο μεγάλη παρέα των γυναικών. Στάθηκε μια στιγμή και ύστερα. άλλες πάνω στο πεζοδρόμιο κι άλλες στέκονταν όρθιες κουβεντιάζοντας.". αφού σκέφτηκε. Κάτι τον έσπρωχνε να πιάσει κουβέντα με όλο τον κόσμο. υπήρχαν όμως και δεκαεφτάρες. Μες στα χαχανητά και τις φωνές. χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει γιατί. εστιατόρια και ταβέρνες. τραγουδούσαν κι είχαν έρθει σε μεγάλα κέφια. έλεγε η λεπτή φωνή εκείνου που τραγουδούσε. Ο Ρασκόλνικωφ σκύβοντας μπροστά στην είσοδο και κοιτάζοντας κατά μέσα.. άκουγε σκυθρωπός και βυθισμένος στις σκέψεις του. βρισκόσουνα σε κέντρα διασκεδάσεως. παπούτσια από προβιά και ήτανε ξεσκούφωτες.Ο Ρασκόλνικωφ πήγε στην απέναντι μεριά της πλατείας. πάνω στο πεζοδρόμιο και προ πάντων μπροστά στις πόρτες υπογείων όπου. με το φόρεμα τους μόνο και χωρίς καπέλο. είχε μαζευτεί ένα μπουλούκι. Βγαίνοντας από τη σαναγορά μπήκε σ' ένα στενό δρομάκι. κοιτάζοντας τα πρόσωπα τους. ακουγόταν μια λεπτή φωνούλα που συνοδευότανε από κιθάρα και κάποιος που χόρευε ξεφρενιασμένα. όταν τον έπιανε αηδία. όλοι τους χωριάτες. Ο Ρασκόλνικωφ ένιωσε μιαν ακατακίνητη επιθυμία να τ' ακούσει κείνο το τραγούδι. καταμεσίς στο δρόμο. Όμορφε και χεροδύναμέ μου μη με δέρνεις άδικα!. είπε από μέσα του. Μπροστά στην πόρτα στριμώχνονταν ένα τσούρμο γυναίκες. κάτι τον τράβαγε σ' αυτό το μέρος "για να σιχαθεί ακόμα περισσότερο". είχανε μαζευτεί παρέες-παρέες. Τρύπωσε κι αυτός εκεί μέσα. Το τραγούδι κι όλος αυτός ο σαματάς που ερχότανε απ' το υπόγειο τράβηξε την προσοχή του Ρασκόλνικωφ. φορούσαν τσίτινα φουστάνια. σα να είχανε μονάχα αυτόν το σκοπό όλες του οι σκέψεις. Εκεί. "Γελάνε! Είναι μεθυσμένοι! Γιατί να μη μεθύσω κι εγώ σα γουρούνι. ένας μεθυσμένος φαντάρος με το τσιγάρο στο στόμα. Τον τελευταίο καιρό. "Αν πήγαινα κεί μέσα'. χτυπώντας τα τακούνια του στο ρυθμό του τραγουδιού. . Κι ένας που ήτανε στουπί στο μεθύσι είχε τεντωθεί ξάπλα. μάλλον ύποπτα. Ένας κουρελής βριζότανε με κάποιον άλλο κουρελή. κατεβαίνοντας δυο σκαλιά. Μιλούσαν όλες τους με βραχνιασμένη φωνή. οι μουζίκοι όμως δεν του 'διναν καμμιά προσοχή: Είχανε μαζευτεί σε μικρές μικρές ομάδες και κουβέντιαζαν για τις δουλειές τους. Κάθε τόσο έβγαιναν από κεί γυναίκες. Πολλές φορές είχε ξαναπεράσει απ' αυτό το δρομάκι που βγάζει απ' την πλατεία στη λεωφόρο Σαντόβαγια. αλλά όλες τους σχεδόν είχανε μάτια μαυρισμένα από το ξύλο. κλυδωνιζότανε βλασφημώντας δυνατά: θα 'λέγε κανείς πως κάπου ήθελε να μπει' αλλά είχε ξεχάσει πού. Σ' ένα απ' αυτά. Μερικές φαίνονταν πάνω από σαράντα χρονών. στη γωνιά. ντυμένες πολύ πρόχειρα.. Τώρα πήγαινε προς τα εκεί χωρίς να σκέφτεται τίποτα.

". "Θα ζητήσεις τη Ντουκλίντα". Α. "Ακούστε κύριε!". τί ήθελα να κάνω εδώ.. "εγώ θα το 'θελα πολύ να πέρναγα μαζί σας μερικές ωρίτσες. χίλια χρόνια. "πού διάβασα το τί αισθάνεται ο καταδικασμένος σε θάνατο. να ζήσει όμως!". "Θεέ μου! Πόσο αλήθεια είναι αυτό! Πόσο αλήθεια. τί όμορφη που είσαι!". Και είναι άθλιος όποιος τον λέει άθλιο επειδή είναι άθλιος". όλη του τη ζωή. ενώ τριγύρω του θα υπάρχει άβυσσος. σε μια κορφή. να ζήσει μονάχα και τίποτ' άλλο! Αδιάφορο πώς. Ο Ρασκόλνικωφ έβγαλε από την τσέπη του όσα έτυχε να πιάσει στη χούφτα του: Δεκαπέντε καπίκια. βλογιοκομμένη. σκεφτότανε ο Ρασκόλνικωφ φεύγοντας από εκεί. Ο Ρασκόνλικωφ γύρισε και κοίταξε με περιέργεια εκείνη που είχε μιλήσει. Εκείνη χαμογέλασε. πού το 'χω διαβάσει". Ήτανε νέα και η μόνη απ' όλες που δε φαινότανε αποκρουστική. μοναξιά αιώνια που θα τη δέρνει αιώνια η καταιγίδα. με μια φωνή αρκετά καθαρή και όχι βραχνιασμένη ακόμα. Εμένα μου φαίνεται πως θα πέθαινα απ' τη ντροπή μου!"..". "Πώς σε λένε. είναι Κύριε! Ο άνθρωπος είναι άθλιος. Ήτανε μια γυναίκα τριαντάρα. πρόσθεσε σε λίγο. "Ξέρετε. σ' ένα βράχο που να χωράνε ίσα-ίσα τα πόδια του. Ο Ρασκόλνικωφ έκανε να συνεχίσει το δρόμο του. καλέ μου κύριε". ναι!. ρώτησε μια απ' τις γυναίκες. μια ώρα πριν πεθάνει. Μα πώς μπορούν και ζητιανεύουν έτσι."Δε θα περάσετε. του λέει ντροπαλά. αυτός έχει βγεί από νοσοκομείο!".. κύριε. τί καλός που είσαστε!". "Ορίστε τρόποι!"... Να διαβάσω εφημερίδες. αιώνια σκοτάδια.. Αν. "Και συ είσαι ομορφόπαιδο". θα προτιμούσε να ζει έτσι. είπε μια από τις άλλες γυναίκες δείχνοντας την Ντουκλίντα με το κεφάλι. παρατήρησε μια άλλη γυναίκα με φωνή μπεκρούς. μπορούσε να ζήσει κάπου. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ γυρίζοντας και κοιτάζοντας την. "Μωρέ.". Ο Ζοσίμοβ είπε πως το διάβασε στις εφημερίδες!. Το κοπλιμέντο της άρεσε πολύ. παρά να πεθάνει αμέσως! Να ζήσει. Είχε πεί τις επικρίσεις της με αταραξία και σοβαρότητα. λέει. "Αχ. αλλά ντρέπομαι να σας το πω. ωκεανός. "Μα. Μπήκε σ' έναν άλλο δρόμο: "Μπα! Το "Παλαί ντε Κρυστάλ!". φώναξε η κοπέλα βλέποντας τον να φεύγει. "Μμ! Όμορφος! Πετσί και κόκκαλο!". Κάτι είχε πει ο Ραζουμίχιν γι' αυτό το "Παλαί ντε Κρυστάλ". του είπε. αν έπρεπε να μείνει σε μια σπιθαμή τόπο.. Αλλά. ωραίε μου ιππότη. "Τί είναι. έξη καπικάκια για να πιω ένα ποτήρι!". Δώστε μου. "Ω. . με καταμπλαβισμένο όλο της το πρόσωπο και πρησμένο τ' απάνω χείλος της.". ολόκληρη την αιωνιότητα.

Κι άλλη ακόμα πυρκαγιά εις προάστιον της Πετρουπόλεως. Οι Αζτέκοι. Ακαριαίος θάνατος εμπόρου λόγω υπερβολικής χρήσεως οινοπνευματωδών. Παραμέρισε τις εφημερίδες και γύρισε προς το μέρος του. Έτρεμαν νευρικά τα χέρια του καθώς ξεφύλλιζε τις εφημερίδες. από την ημέρα που πήγατε στης Λουίζας Ιβάνοβνα . . μου έλεγε πως δεν είχατε συνέλθει ακόμα. τη λίγο φθαρμένη ρεντικότα του και το ελαφρά στραπατσαρισμένο πουκάμισο του. Το πράγμα. 'Άλλη πυρκαγιά εις προάστιον της Πετρουπόλεως. τουλάχιστον. Ήτανε εύθυμος ."." είπε μέσα του. καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι. με τις αλυσιδίτσες του. "θέλετε βότκα. άδειους σχεδόν. Ίζλερ. ωστόσο.". "Δώσε μου τσάι. "Το ξέρω πως ήρθατε". Μάσιμο. Πυρκαγιά εις προάστιον της Πετρουπόλεως. χτες ακόμα ο Ραζουμίχιν. Ξέρετε πως ο Ραζουμίχιν είναι ξετρελλαμένος μαζί σας. εδώ είναι'". το θυμόσαστε.". Μήπως θέλετε και καμμιά βότκα. Μπάρτολα. . "Μου το είπανε. Ξαφνικά. Και φέρε μου τις εφημερίδες. Κάθισε κι άρχισε να ψάχνει: "Ίζλερ. Ο Ρασκόλνικωφ νόμισε πως γνώρισε ανάμεσα τους τον Ζαμιότοβ.. Ο Ρασκόλνικωφ ήξερε πολύ καλά πως ο Ζαμιότοβ θα τον πλεύριζε. Ίζλερ. ρώτησε μπαίνοντας σ' ένα καφενείο πολύ ευρύχωρο και μάλιστα ευπρόσωπο. Τον κοίταξε: Ήτανε ο Ζαμιότοβ. με ευθυμία και καλοσύνη. Πάρτε τις σημερινές.σ' αυτής που προσπαθούσατε να την υπερασπίσετε την άλλη φορά. Ίζλερ. ωστόσο μπόρεσε να διαβάσει τα γεγονότα ως το τέλος κι άρχισε να ψάχνει γρήγορα-γρήγορα για τα νεώτερα στα επόμενα φύλλα. ρώτησε το γκαρσόνι. τις παλιές. θα πάρεις καλό πουρμπουάρ".". Οι Αζτέκοι. Ακούμπησαν μπροστά του τις παλιές εφημερίδες και το τσάι. Αλλά από τόσο μακριά δε μπορούσε να ιδεί καλά. ήταν ολοφάνερο."Έχετε εφημερίδες. με τη χωρίστρα του που χώριζε τα μαύρα κατσαρωμένα και παρφουμαρισμένα του μαλλιά. άρχισε να λέει κατάπληκτος και μ' ένα τόνο που έδινε την εντύπωση πως γνωρίζονταν από πολύν καιρό. Α να. Ίζλερ. Ψάξατε μάλιστα να βρείτε και την κάλτσα μου.".. Μια γυναίκα έπεσε από τη σκάλα. "Μπα! Σεις εδώ. "Και τί με νοιάζει. κάποιος ήρθε και κάθισε δίπλα. Κάνατε νοήματα στον υπολοχαγό-Μπαρούτη αλλά εκείνος δεν έπαιρνε χαμπάρι. Στα χείλη του πλανιότανε ένα χαμόγελο σαρκαστικό. Γιατί δεν καταλάβαινε.". στο τραπέζι του. ο ίδιος ο Ζαμιότοβ. Το σκουρόχρωμο πρόσωπο του φαινότανε ξαναμμένο λίγο απ' τη σαμπάνια που είχε πιει'. Δυο-τρεις πελάτες έπιναν τσάι. ε. Τί παράξενο! Το ξέρετε πως είχα έρθει στο δωμάτιο σας. Ίζλερ . "Μάλιστα κύριε.. Μάσιμο. που είχε πέντε μεγάλους χώρους. Πιο πέρα. των πέντε τελευταίων ημερών.. με το συνηθισμένο του παρουσιαστικό: Με τα δαχτυλίδια του πάντοτε.χαμογελούσε. απάντησε. Οι Αζτέκοι. σε μια άλλη αίθουσα ήτανε μια παρέα τρεις-τέσσερις κι έπιναν σαμπάνια. με το κομψό γιλέκο του. Ίζλερ. να τα "διάφορα γεγονότα". Μα. Βρήκε επί τέλους εκείνο που ζητούσε κι άρχισε να διαβάζει: Οι γραμμές χοροπηδούσαν μπροστά στα μάτια του.μπα που να πάρει ο διάβολος! Α.

κύριε Ζαμιότοβ. "Χμ! εγώ. λοιπόν.. Έτσι το 'πα. με βρίσκετε περίεργο.". Εγώ. "Για λάδωμα..". "Στοιχηματίζω ότι πάντοτε θα βρισκόσαστε σε παραλήρημα!". Τα χείλη του ζάρωσαν πάλι από ένα χαμόγελο ειρωνικό.".". αλλά απ' την κατάπληξη του. Γιατί θέλετε σώνει και καλά να μου την πλήρωσαν άλλοι. Γιατί είσαστε πάντοτε τόσο. ξέρετε.. Δεν έπρεπε να βγείτε έξω". αγαπητέ μου. είσαστε ένας άνθρωπος μορφωμένος. Πρόσθεσε χτυπώντας τον στον ώμο. Έχετε ελευθέρα είσοδο στα πιο ευχάριστα μέρη. ε. Κάνεις λάθος.. ε. δε διαβάζω για τις πυρκαγιές". Ας το πούμε με τη λέξη που πρέπει.". "έτσι από αγάπη το 'πα και για να γελάσουμε". Καθώς το 'λέγε αυτό. Διαβάζετε εφημερίδες. Ομολογήστε όμως. "Δε μ' ενδιαφέρουνε οι πυρκαγιές". "Ω! Τί παράξενος που είσαστε!". "Μάλιστα. Και πάνω σ' αυτό ο Ρασκόλνικωφ ξέσπασε σ' ένα σπασμωδικό γέλιο. "Έχω βγάλει το γυμνάσιο". "Το γυμνάσιο. Αυτός.."Τί εκρηκτικός που είναι!". "Εμείς οι ίδιοι την πληρώσαμε.". όχι γιατί ψυχράθηκε. τί χαριτωμένο αγοράκι που είσαστε!". "Ακούστε. "Σεις πού το ξέρετε. περίεργο. κοίταζε το Ζαμιότοβ αινιγματικά. "Δεν το είπα αυτό για να σας στενοχωρήσω. . έκανε λίγο προς τα πίσω. ε. εντελώς τυχαία... Ώστε. νεαρέ μου. γλυκό μου σπουργιτάκι! Έχει και σπουδαία χωρίστρα το παιδί. είσαστε περίεργος".". "Τί παράξενος άνθρωπος που είσαστε!. "Αλλά δεν πειράζει καλό μου παιδί. Όλα τα εκμεταλλευόσαστε εσείς"..". Μήπως δεν είχα το δικαίωμα να σας ρωτήσω. Ποιος την κερνάει τώρα τη σαμπάνια που πίνατε. "Σας φαίνομαι παράξενος. γραμματισμένος. "Ναι. ομορφονιέ μου!. "Όλο για πυρκαγιές γράφουν". ξαναείπε πολύ σοβαρά.. "Ναι. "Όχι. συνέχισε κλείνοντας το μάτι στον Ζαμιότοβ.". έ. κατάμουτρα στον Ζαμιότοβ. είπε ο Ρασκόλνικωφ γελώντας σαρκαστικά.. "'Όχι ο φίλος σας ο Ραζουμίχιν". "Την περνάτε όμως ζάχαρη. σωστό πλουσιόπαιδο! Αχ. σου φαίνομαι παράξενος. Δεν πειράζει". "Παραλήρημα. "Δε μ' ενδιαφέρει καθόλου. απάντησε ο Ζαμιότοβ με κάποια περηφάνεια. Διαβάζω εφημερίδες". Τί κάνετε εδώ. ότι είχατε μεγάλη φαγούρα να μάθετε τί διάβαζα στις εφημερίδες". Ω. στην υπόθεση της γριάς". όπως έλεγε κι ο μπογιατζής όταν γρονθοκοπάναγε τον Μίτκα. "Ο Μπαρούτης. δαχτυλίδια. Είναι φανερό πως είσαστε ακόμα πολύ άρρωστος. ίσως να ξέρω περισσότερα κι από σας".

Σώπασαν και οι δύο. Τι' σημασία έχει αυτό.. Το σοβαρό και ατάραχο πρόσωπο του Ρασκόλνικωφ άλλαξε με μιας και. χωρίς να πάψουν καθόλου να κοιτάζονται έτσι σ' αυτό το χρονικό διάστημα. Εμπρός. πολύ κοντά στο πρόσωπο του Ζαμιότοβ. "θα κρυώσει". "Στυλώστε το λοιπόν τ' αυτιά σας". Καταλαβαίνετε τώρα. Η σιγή κράτησε κάμποσο."Γενικά. Σαν αστραπή πέρασε απ' το μυαλό του και θυμήθηκε με διαύγεια την αίσθηση που είχε δοκιμάσει τότε. "Ε..". "Έχει τη σημασία ότι πρόκειται πάντοτε για κείνη τη γριά". ότι έψαξα να βρω τις λεπτομέρειες για το θάνατο της γριάς και μάλιστα ότι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ήρθα εδώ μέσα". είπε ο Ζαμιότοβ και σταμάτησε σα να του πέρασε απότομα μια σκέψη απ' το μυαλό. ψιθύρισε ο Ζαμιότοβ. είπε στο τέλος μουρμουριόταν σχεδόν. (μισόκλεισε τα μάτια και στάθηκε λίγο). λοιπόν!". θέλετε να μάθετε τί έψαχνα να βρω. Κι αυτό γεννάει υποψίες.. καθώς θυμόσαστε. να ξεραθεί στα γέλια κάτω απ' τη μύτη τους! "Ή τρελλός είσαστε. ξέσπασε σ' ένα νευρικό γέλιο. όταν στεκότανε όρθιος πίσω απ' την πόρτα.". χωρίς ν' αποτραβήξει το πρόσωπο του από το πρόσωπο του Ρασκόλνικωφ. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ μουρμουριστά πάλι και χωρίς να κλονιστεί καθόλου από το ξεφωνητό του Ζαμιότοβ. φώναξε ξαφνικά νευριασμένα και μη ξέροντας πια τί να υποθέσει.. να τους προσβάλει. "Όλα αυτά είναι παλαβομάρες!". Για την ώρα. Όχι. ε. να τους βγάλει τη γλώσσα. ότι είχα την περιέργεια να διαβάσω. τότε που μιλάγατε γι' αυτή. Ή.". Τί άλλο. μ' έκανε να λιποθυμήσω την άλλη φορά στο αστυνομικό τμήμα. απάντησε ο Ζαμιότοβ οργισμένα. ή . ξαφνικά.".". "Ή. λοιπόν. Φαινότανε σα να ξέχασε ολότελα τον Ζαμιότοβ. λέγετε". ε.. Είχε νιώσει τότε ξαφνικά την επιθυμία να τους βρίσει χυδαία. . φέρνοντας το πρόσωπο του. "Γιατί δεν πίνετε το τσάι σας. "Γιατί να τα στυλώσω. "για την ίδια γριά που. που θα 'λέγε κανείς πως ήτανε ανίκανος να το συγκρατήσει. "τι μπορεί να με νοιάζει εμένα τί διαβάζατε εσείς. και χοροπηδούσε ο συρτής και φώναζαν οι άλλοι δυο απ' έξω και προσπαθούσαν ν' ανοίξουν βρίζοντας. Ο Ρασκόλνικωφ ύστερα από το απότομο και σπασμωδικό εκείνο γέλιο. να γελάει. Ακούμπησε τον αγκώνα του στο τραπέζι και στήριξε το κεφάλι του στο χέρι του. Τί σημαίνει αυτό το "καταλαβαίνετε". ή μάλλον όχι! "Ομολογώ". Κοιτάτε πόσες εφημερίδες είπα να μου φέρουνε. ότι βρήκα. "Μα τί. "Τίποτα.". ότι έψαξα. να τους χλευάσει και να γελάει.". τρομοκρατημένος σχεδόν. ούτε κι αυτό δεν είναι! "Καταθέτω και σεις σημειώνετε" να τη η σωστή έκφραση! Έτσι. "Για λέγετε λοιπόν". φίλτατέ μου. καταθέτω ότι διάβασα. με τον μπαλντά στο χέρι. έγινε ξαφνικά σκεφτικός και μελαγχολικός. Εκείνο που φάνηκε ακόμα πιο παράξενο στον Ζαμιότοβ ήτανε ακριβώς η σιγή που κράτησε ένα λεπτό.. είπε ο Ζαμιότοβ. λέγετε το. σας δηλώνω ότι.". "Θα σας το πω αργότερα. Ο Ζαμιότοβ τον κοίταξε επίμονα χωρίς να κινηθεί καθόλου..

είναι καιρός που έγινε αυτό! Πάει τώρα ένας μήνας που το διάβασα". σ' ολόκληρη τη ζωή του. Φτάνει ένας μονάχα απ' αυτούς να πιεί λίγο παρά πάνω και να φλυαρίσει κι αμέσως όλη η δουλειά γίνεται μπουρλότο.". ρώτησε ο Ζαμιότοβ. απάντησε ήσυχα-ήσυχα ο Ρασκόλνικωφ. Τί πράγμα.. ας υποθέσουμε ότι τα κατάφερνε καθένας τους ν' ανταλλάξει από ένα εκατομμύριο. ήτανε απατεώνες. πενήντα τόσοι άνθρωποι γι' αυτή τη δουλειά! Μα. Ας υποθέσουμε ότι οι ατζαμήδες πετύχαιναν. "Για μένα είναι αυτονόητο. Σεις.. Καθένας. Το πρόσωπο του ξαναπήρε σε μια στιγμή την ειρωνική έκφραση που είχε και πριν. Να διατρέχω τέτοιους κινδύνους για εκατό ρούβλια! Να παρουσιαστώ μ' ένα πλαστό χαρτονόμισμα και πού. Πού και πού ένα παγωμένο ρίγος πέρναγε στη ραχοκοκκαλιά του. Κι ύστερα. δημιούργησε υπόνοιες και όλη η υπόθεση βούλιαξε εξαιτίας αυτού του ηλιθίου. ε. Είχανε φτιάξει ολόκληρη εταιρεία κι έβγαζαν πλαστά χαρτονομίσματα". "Τώρα τελευταία διάβαζα στα "Νέα της Μόσχας" ότι έπιασαν μια συμμορία παραχαράκτες στη Μόσχα. καθώς κοίταξε τον Ζαμιότοβ. ακούς."Ε. "Αλλά τί ήτανε.". έφαγε μια μπουκιά ψωμί και. Το τσάι μου. δε θα μπορούσα. "Αυτοί.". Ας είναι. Παιδαρέλια. ατζαμήδες κι όχι απατεώνες! Να μαζευτούν. Καλύτερα να πάει να κρεμαστεί. κάτι τέτοιες βρωμοδουλειές δίνουν και παίρνουν". μπορείς ν' αναθέσεις τέτοια δουλειά στον πρώτο τυχόντα. είμαι απολύτως σίγουρος γι' αυτό. Σε τέτοιες δουλειές τρεις είναι πολλοί και πάλι πρέπει ο καθένας να 'ναι για τον άλλον πιο σίγουρος κι από τον εαυτό του τον ίδιο. δε θα τα χάνατε. σεις τώρα. αυτό είναι απαράδεχτο!". "Ώστε λοιπόν. για πείτε μου. Φυσικά. Έφερε το φλιτζάνι στα χείλη του. τους ατζαμήδες! Εμπιστεύονται ανθρώπους που δεν είναι σίγουροι και τους στέλνουν ν' αλλάξουν τα πλαστά χαρτονομίσματα στην Τράπεζα! Μα. Εξακολούθησε να πίνει το τσάι του. Εκείνοι όμως δε μπόρεσαν ν' ανταλλάξουν τα πλαστά. Μπορεί να κρατήσει αυτό το πράγμα σ' όλη τη ζωή τους. Όχι! Εγώ θα τα 'χανα αμέσως. πρόσθεσε χαμογελώντας χλευαστικά. Μα. είναι δυνατό. άρχισε να λέει αδιάφορα. Α. "Ου. φάνηκε σα να 'ρχεται πάλι στην πραγματικότητα και ν' αποτινάζει το λήθαργο του. "Να. "Πώς το εννοείτε δηλαδή αυτό το πράγμα. κατά τη γνώμη σας. "Εγώ δε θα φερνόμουνα έτσι".". θα μπορούσατε να συγκρατηθείτε. Στο γκισέ μιας Τράπεζας. θα εξαρτάται από τους άλλους.". Υπάρχουν περιπτώσεις που δεν μπορεί να συγκρατηθεί κανείς". Ο Ρασκόλνικωφ αισθάνθηκε και πάλι μια τρομερή επιθυμία να του βγάλει τη γλώσσα. "Σήμερα. "Να τί θα 'κάνα για ν' ανταλλάξω το χαρτονόμισμα: θα μέτραγα και θα ξαναμέτραγα το λιγότερο .". "Το ότι έτρεμαν τα χέρια του. είπε ο Ζαμιότοβ. πήρε πέντε χιλιάδες ρούβλια και τα χέρια του έτρεμαν Μέτρησε τις τέσσερις πρώτες χιλιάδες και την πέμπτη την πήρε αμέτρητη γιατί κοίταζε μονάχα πώς να τα χώσει στην τσέπη του και να το σκάσει όσο το δυνατό γρηγορότερα. Τέλος πάντων. Ο πρώτος που παρουσιάστηκε στο γκισέ. Εγώ.

Πώς μπορεί να μην είναι ένοχος. Και πάνω σ' αυτό θα του έπλαθα ένα παραμύθι. ντε!". θα 'λεγα. "Τον πρόδωσαν! Πηγαίνετε λοιπόν να τον πιάσετε. Και όμως. για να μην πηγαίνουμε πιο μακριά. θα 'πιάνα τη δεύτερη χιλιάδα. δεν τα κατάφερε να κλέψει. φώναξε κοροϊδεύοντας τον Ζαμιότοβ με άγρια χαρά. έχω τώρα μια αμφιβολία". θα το γύριζα από δω κι από κει για να ιδώ μήπως είναι πλαστό. ελέγχοντας την υδάτινη γραμμή στο κάθε χαρτονόμισμα. τους υποψιαζόμαστε. Στην πράξη θα τα βρίσκατε μπαστούνια. όρεξη και θα θέλατε πολύ να μάθετε πώς θα ενεργούσα εγώ σ' . Ο Ρασκόλνικωφ ζάρωσε τα φρύδια του και κοίταξε επίμονα τον Ζαμιότοβ. όχι σεις και γω. θα την μέτραγα πρώτα κι ύστερα θα τράβαγα από τη μέση της δεσμίδας ένα χαρτονόμισμα των δέκα ρουβλίων. Κοιτάξτε τώρα. θα το εξέταζα καλά-καλά στο φως. Ο δολοφόνος γλύτωσε ως εκ θαύματος. εσείς". Σ' αυτό κι ένα παιδάκι ακόμα μπορεί να σας τη φέρει – φτάνει να το θέλει μονάχα". όταν θα έφτανα στην τρίτη χιλιάδα. Εσείς. "Αυτά όμως είναι λόγια. Και θ' άφηνα την τρίτη χιλιάδα για να ξαναπάρω τη δεύτερη . λέτε. ύστερα όμως τους τσιμπάμε στις ταβέρνες. θ' άνοιγα την πόρτα. "Έχετε. είπε γελώντας ο Ζαμιότοβ. αλλά και πάλι θα ξαναγύριζα. Για σας. "Έννοια σας και θα τον πιάσουμε". Ο Ρασκόλνικωφ θύμωσε. Βλέποντας τους να σκορπάνε έτσι τα λεφτά. Δεν είναι όλοι τόσο πονηροί. το ρίχνει στη σπατάλη. έχασε είκοσι πέντε ρούβλια γιατί της πάσαραν ένα χαρτονόμισμα πλαστό". Να τι θα 'κάνα εγώ!". σας παρακαλώ". Είναι ολοφάνερο πως το έγκλημα το έκανε ένας τρομερός κακούργος που τα 'παίξε κορώνα-γράμματα. ξέρετε. "μου φαίνεται ότι δε μέτρησα καλά την έβδομη εκατοντάδα. "Είναι γεγονός ότι όλοι ενεργούν μ' αυτόν τον τρόπο". κυνηγήστε τον. Κατά τη γνώμη μου. Βρε θα τον κυνηγάτε χρόνια. εκείνη εκεί. Ώσπου ο ταμίας θα γινότανε μπαρούτι και δε θα 'ξερε πώς να με ξεφορτωθεί. ναι. θα του 'λεγα. "Ποιος. εμπιστοσύνη". στη δεύτερη χιλιάδα. "Το φόνο τον καταφέρνουν σχετικά επιδέξια. "με συγχωρείτε θα 'λεγα" και θα τους ζητούσα ακόμα μια μικροπληροφορία. Σεις θα τον πιάσετε. Κι όταν θα μέτραγα και την πέμπτη χιλιάδα. θα το κοίταζα κάμποση ώρα στο φως και ύστερα θα του 'λεγα με κάποια αμφιβολία: "Δώστε μου ένα άλλο. "Αού! Πολύ τρομερά τα λέτε". τον πρόδωσαν τα γεγονότα". πάρτε τούτο το παράδειγμα: Σκότωσαν μια γριά στη συνοικία μας. είναι να μάθετε ποιος ξοδεύει πολλά λεφτά. "μια συγγένισσά μου. θα 'φευγα στο τέλος. Ύστερα. φαίνεται. όσο εσείς. Ξέρετε τί λέω εγώ. Φυσικά. Άλλοτε. τα χέρια του έτρεμαν. θα τράβαγα στην τύχη ένα χαρτονόμισμα. Ύστερα. εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία.τέσσερις φορές την πρώτη χιλιάδα. αλλά και ο πιο τέλειος κακούργος δε μπορεί να είναι σίγουρος για τον εαυτό του. δε μπόρεσε να προχωρήσει ως το τέλος. "Δεν έχω. "μια στιγμή". Δε θα πηγαίνατε βέβαια στην ταβέρνα.κι έτσι θα το πήγαινα ως το τέλος. απάντησε ο Ζαμιότοβ. δεν είχε λεφτά και ξαφνικά. μέρα μεσημέρι.

"Με τρομάζατε επίτηδες με κάνατε να το πιστέψω". . τα είπε αυτά τα λόγια ψιθυριστά και τραβήχτηκε ξαφνικά από κοντά του." ψιθύρισε ξαφνικά. για δυο. ήτανε έτοιμη να ξεκολλήσει. σε σημείο που ο Ζαμιότοβ ένιωσε τούτη τη φορά να τον διαπερνάει ένα ρίγος.". "Τό θέλετε πολύ. Έπειτα θα 'φευγα. θα σήκωνα την πέτρα. δίχως να χάσω ούτε λεπτό. ήτανε έτοιμη να εκτιναχθεί από τα χείλη του. ε. βιάστηκε ν' απαντήσει ο Ζαμιότοβ. άρχισε να λέει ο Ρασκόλνικωφ. Τα μάτια του Ρασκόλνικωφ πέταγαν αστραπές. και κοιτάζοντας τον κατάματα.". μέχρι είκοσι κιλά. Η φοβερή λέξη. Μίλαγε ξανά μουρμουριστά. Πέταξε το πουλάκι". "Μα είναι δυνατό. Κύλησε έτσι μισό λεπτό. και θα 'χωνα κει μέσα τα κοσμήματα και τα λεφτά. Στο πρόσωπο του φάνηκε ένα χαμόγελο. μάλιστα. καθόλου! Τώρα. ολοκάθαρα θορυβημένος. όπως την άλλη φορά ο σύρτης της πόρτας. δίχως να ξέρει γιατί. 'Ήξερε τί έκανε. ψιθύρισε έτσι που μόλις ακούστηκε η φωνή του.αυτή την περίπτωση. άντε πια να ψάξετε. θα είχα επισημάνει απ' τα πριν καμμιά μεγάλη πέτρα. "Είσαστε τρελλός". ούτε θα ζύγωνα καθόλου να τα πάρω. αν δεν τη συγκρατούσε ο Ρασκόλνικωφ. δίχως όμως να βγάζει μιλιά. απάντησε εκείνος αδίσταχτα και σοβαρά. Να λοιπόν τί θα έκανα". "Πάρα πολύ". "Ωραία. αλλά δε μπορούσε να συγκρατηθεί. όχι μακριά από την μάντρα και που θα βρισκότανε σε κείνη τη θέση από τότε ίσως που χτιζότανε το σπίτι. Έσκυψε όσο μπορούσε προς το μέρος του Ζαμιότοβ κι άρχισε να σαλεύει τα χείλη του. φώναξε ο Ζαμιότοβ. Ο Ρασκόλνικωφ τον κοίταξε με κακία. "Επιτέλους. ψυχρά και χλευαστικά. πλησιάζοντας πάλι το πρόσωπο του στο πρόσωπο του Ζαμιότοβ. θα 'λέγε μάλιστα κανείς πως το βλέμμα του κι η φωνή του είχανε τώρα μια υπερβολική σοβαρότητα.". "Και βέβαια θα μ' ενδιέφερε". που θα 'χε από κάτω φυσικά μια γούβα.". Ο Ζαμιότοβ τον κοίταξε χαμένα κι έγινε άσπρος σαν πανί. για τρία.". Το πιστέψατε. είχε γίνει κατακίτρινος και το πάνω του χείλος άρχισε να τρέμει. "Καθόλου". πιαστήκατε! Πιάστηκε το σπουργιτάκι μας! Συνεπώς. δίχως δισταγμούς. "Δεν είναι έτσι. Ε. απάντησε ο Ζαμιότοβ που. το πιστεύω λιγότερο από κάθε άλλη φορά". σε κάνα περιβόλι περιμαντρωμένο (ή κάτι παρόμοιο). ρώτησε τσατισμένος. "Καθόλου. είπε τέλος. θα πήγαινα σ' ένα ερημικό μέρος. Και αμέσως ύστερα συνήλθε. Για ένα χρόνο. "Κι αν αυτός που σκότωσε τη γριά και την Ελισάβετ είμαι εγώ. "Να τί θα έκανα: θα έπαιρνα τα λεφτά και τα κοσμήματα κι έπειτα βγαίνοντας από κει. "Ομολογήστε ότι το πιστέψατε". Ύστερα θα ξανάβαζα την πέτρα στη θέση της και θα πάταγα γύρω-γύρω το χώμα για να μη φαίνεται τίποτα. το είχατε πιστέψει προηγουμένως αφού τώρα το πιστεύετε "λιγότερο από κάθε "άλλη φορά".

"Τι χρωστάω."Ώστε δεν το πιστεύετε.. είπε απλώνοντας κατά τον Ζαμιότοβ το χέρι του που έτρεμε και ήτανε γεμάτο χαρτονομίσματα. Τον άρπαξε γερά απ' τους ώμους.. Παρά λίγο να χτυπήσω τη Ναστάσια εξ αιτίας σου!. αλλά σε λίγο τίς έχανε πάλι με την ίδια ταχύτητα. Τέλος πάντων. Ο Ρασκόλνικωφ. χωρίς να το υποψιαστεί καθόλου. Το πρόσωπο του έκανε κάτι σπασμούς σα να τον είχε βρεί πριν από λίγο κρίση επιληψίας. ξανάβρισκε όλες του τις δυνάμεις με τον παραμικρό ερεθισμό. Τί γυρεύεις στο "Παλαί ντε Κρυστάλ. Πού τα βρήκα. ως και στην αποθήκη πήγα. Κόκκινα και μπλε χαρτονομίσματα. "Μου το 'σκασες απ' το κρεβάτι! Και γω έφαγα τον κόσμο για να σε βρω. είκοσι πέντε ρούβλια όλα μαζί. Και όμως ξέρετε πολύ καλά πως είμαι εντελώς αδέκαρος. Και η εξάντληση του όσο πήγαινε και μεγάλωνε.. Έλα γκαρσόν". Ομολόγησε τα όλα. Ηλίθιε!. Τη στιγμή που δε μπορείς ούτε τα πόδια σου να πάρεις κι είναι τα μούτρα σου άσπρα σαν πανί και λαχανιάζεις. "Μόνος σου. αναστάτωσε όλες του τις σκέψεις σχετικά μ' ένα σημείο και τόν έκανε ν' αποκρυσταλλώσει γνώμη μια για πάντα. "Τριάντα καπίκια όλα κι όλα". Κοίτα πόσα έχω". φώναξε στο σερβιτόρο και σηκώθηκε με το καπέλο στα χέρια. μια αληθινή οργή που έκανε τα μάτια του ν' αστράψουν απειλητικά. Και τώρα. Μόλις ο Ρασκόλνικωφ άνοιξε την πόρτα.". έκανε ο Ρασκόλνικωφ. Είχανε φτάσει και οι δυο σ' ένα βήμα απόσταση ο ένας απ' τον άλλον και μονάχα όταν κόντευαν πια να τσουγκρίσουν τα κεφάλια τους ιδωθήκανε. μούγκρισε έξω φρενών. Λέγε". Ως και κάτω απ' το ντιβάνι έψαξα. "Άφησε με να περάσω". Μα τότε για ποιο πράγμα μιλάγατε την ώρα που έφευγα από το τμήμα. ε. ύστερα όμως τον έπιασε μια οργή. "Πάρε κι άλλα είκοσι για πουρμπουάρ. Και θέλησε να τον κάνει πέρα. στάθηκε κάμποση ώρα ακόμα στην ίδια θέση. . να που σε βρίσκω! Ρόντια τί σημαίνει αυτό.". Όταν ο Ζαμιότοβ έμεινε μόνος του. αρκετά! Assez cause Καλή αντάμωση και χάρηκα". "Ο Ηλίας Πετρόβιτς είναι ηλίθιος!". Ο Ραζουμίχιν όμως έγινε έξω φρενών. από κάτι σαν υστερία ανάκατη με ένα είδος έντονης χαράς. βυθισμένος στις σκέψεις του. απάντησε ήσυχα-ήσυχα ο Ρασκόλνικωφ. Τώρα.. Βγήκε έξω ανατριχιάζοντας από μια αίσθηση παράξενη. Αναμετρήθηκαν με το βλέμμα για μια στιγμή και ο Ραζουμίχιν τα είχε ολότελα χαμένα απ' την κατάπληξη του. Και το ολοκαίνουργιο κοστούμι μου πού το οικονόμησα. είπε εκείνος που έφτασε τρέχοντας. Πες μου όλη την αλήθεια. ήτανε όμως σκυθρωπός και τρομερά εξαντλημένος. έπεσε πάνω στον Ραζουμίχιν που έμπαινε κείνη τη στιγμή. Βάζω στοίχημα πως έχετε ανακρίνει κιόλας τη σπιτονοικοκυρά μου. Και γιατί ο υπολοχαγός Μπαρούτης με ανάκρινε ύστερα από την λιποθυμία μου. "Αυτό σημαίνει ότι σας βαρέθηκα όλους θανάσιμα και θέλω να μείνω μόνος μου".". είπε αποφασιστικά.". "Α! Εδώ μου είσαι. Ακούς.

απολαμβάνοντας προκαταβολικά το φαρμάκι που θα 'χύνε και τελείωσε μέσα σ' έναν παροξυσμό. Είμαι ένας αγροίκος. πώς θα μπορέσω να γλυτώσω απ' την παρουσία σου. δεν υπάρχει λόγος να ξαναγυρίσεις εκεί πάνω! θα σου οικονομήσω μια πολύ ωραία και μαλακιά πολυθρόνα . "Άκουσε Ραζουμίχιν". μπουνταλάς. πώς θα πάψεις να με προσέχεις και να με περιποιείσαι. αν δεν ήσουνα ηλίθιος. Τολμάς να πείς "άφησε με να περάσω". Ο Ραζουμίχιν δίστασε λίγο.πρόσθεσε βιαστικά κι άφησα εκεί τον μπάρμπα μου να τους υποδεχθεί. ίσως κιόλας να έχουν πάει . Αλλά και σ' αυτό ακόμα αντιγράφετε ξένους συγγραφείς! Δε βρίσκει κανείς επάνω σας την παραμικρή εκδήλωση προσωπικής ζωής. άρχισε να λέει αργά-αργά ο Ρασκόλνικωφ φαινομενικά απόλυτα ήρεμος. "Δεν καταλαβαίνεις πως δεν έχω απολύτως καμμιά όρεξη να παρακολουθώ τις καλοσύνες σου.. "Περίμενε!". σκέφτηκε για μια στιγμή. ξανάπε μουγκρίζοντας ξαφνικά. Είμαι αχάριστος. Συνεπώς. Δεν πιστεύω σε κανέναν από σας. Μπορεί εγώ να το 'θελα πολύ να πεθάνω. Τί λύσσα είναι αυτή που σ' έχει πιάσει να κάνεις καλοσύνες σε ανθρώπους που δεν σκοτίζονται καθόλου για δαύτες."Να σ' αφήσω. Πες μου σε παρακαλώ. λοιπόν. θα σε αρπάξω. πάει καλά. Παραδέχομαι πως είσαι έξυπνος. Συνεπώς. όπως προηγουμένως με τον Λούζιν. για την αγάπη του θεού! Και ποιο δικαίωμα έχεις να με κρατήσεις με το ζόρι. "Ε. Έτσι και σας βρει καμμιά αναποδιά. Τουλάχιστον δε βλέπεις πως έχω τελείως τα λογικά μου όταν σου μιλάω. Άσε με λοιπόν. αντί να χαζεύεις άσκοπα στα πεζοδρόμια. αν δεν ήσουνα ηλίθιος. πήγαινε τότε στο διάβολο!". Είχε αρχίσει ήρεμα. σύμφωνοι. θα ερχόσουνα στο σπίτι μου απόψε. Τί λύσσα είναι αυτή που σ' έπιασε να παιδεύεις τους ανθρώπους! Σε βεβαιώ πως όλα αυτά καθυστερούν την καλυτέρευση της υγείας μου γιατί με κρατούν σε διαρκή εκνευρισμό. αφήστε με ήσυχο! Αφήστε με! Αφήστε με!". ούτε τόση δα ανεξαρτησία. Ξέρεις πως απόψε έχω καλεσμένους μερικούς φίλους για τα εγκαίνια του σπιτιού μου. Ε. τί ήρθες και μου κόλλησες από τότε που άρχισε η αρρώστια μου. Δε σου 'δωσα να καταλάβεις αρκετά σήμερα πόσο με βασανίζεις και πόσο φορτικός μου γίνεσαι. καθώς ο Ρασκόλνικωφ πήγαινε να φύγει.. Σε κείνους που επί τέλους υποφέρουν όταν τους τίς προσφέρεις. ηλίθιος με πατέντα. ξέρεις τι' θα σου κάνω τώρα αμέσως. όμως αφήστε με ήσυχο όλοι σας. κοίτα Ρόντια. είπε σκεφτικά σχεδόν. μετάφραση κάποιας ξένης γλώσσας. κι άφησε το μπράτσο του Ρασκόλνικωφ. με κομμένη την ανάσα.έχουν οι . καθόσαστε και την κλώθετε όπως κλώθει η κότα το αυγό της. ούρλιαξε ακόμα πιο λυσσαμένα όταν είδε πως ο Ρασκόλνικωφ έκανε να φύγει. πράγμα που δεν σ' εμποδίζει καθόλου να είσαι βλάκας. Είσαστε κρέας ωμό και στις φλέβες σας αντίς για αίμα τρέχει γαλατάκι.. "θα τ' ακούσεις όλα τώρα. ύστερα απ' αυτό που έκανες. τέλος πάντων. θα σε δέσω σαν πακέτο και θα σε πάω στο δωμάτιο σου όπου θα σε κλειδώσω". Μια που βγήκες. Η πρώτη σας φροντίδα σε κάθε περίσταση είναι να φανείτε όσο το δυνατόν λιγότερο άντρες! Περίμενε! Περίμενε φιλαράκο μου". "Άκουσε με! Σου δηλώνω πως είσαστε όλοι σας φαφλατάδες και κακομοιριασμένοι φανφαρόνοι.. Πες μου.

δε θέλω να σε ξέρω πια! Ε! Στάσου. που να σε πάρει ο διάβολος! Καλά.. Μίλα.. θα 'ρθεις ε.. Να το θυμάσαι!". Οικία Ποντσικόβ. Και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. τρίτο πάτωμα". Σταμάτησε καταμεσίς. θα σε ξαπλώσω καλύτερα κάπου. λοιπόν... θα πάρεις τσάι. "Ο διάβολος να με πάρει!". Έλα.". Ρόντια. Όταν άφησε τον Ραζουμίχιν ένιωσε τέτοια εξάντληση ώστε μόλις που μπόρεσε να συρθεί ως εδώ. τί βλάκας που είμαι! Μήπως οι τρελλοί δε μιλάνε λογικά. Πώς τον άφησα μόνο του αυτή τη στιγμή. διαμέρισμα του υπαλλήλου Μπαμπούσκιν". "Σε είδε. διαμέρισμα Μπαμπούσκιν. το ίδιο φοβάται". "Ναι". Και ο Ζοσίμοβ. Χίλιες φορές και μένα μου 'ρθε να φτύσω τους ανθρώπους. ακούμπησε στα κάγκελα τους αγκώνες του κι έβλεπε πέρα...". "Στοιχηματίζω πως θα 'ρθεις!". Ο Ρασκόλνικωφ τράβηξε ολόισια κατά τη γέφυρα Χ. Ήθελε πολύ να καθίσει κάπου. "Μου μίλησε"...σπιτονοικοκυραίοι μου. . "Όχι".. Έκανε μια κίνηση που έδειχνε στενοχώρια και ξαναγύρισε με μεγάλα βήματα στο "Κρυστάλ" για να ρωτήσει το γρηγορότερο τον Ζαμιότοβ.. "Και αυτό ακόμα δεν το ξέρεις. Δε μπορείς να κουμαντάρεις τον εαυτό σου. Ραζουμίχιν". Κι έτρεξε πίσω του. νούμερο 427... Είναι ικανός να πάει να πνιγεί! Αεί στα κομμάτια. αλλά ύστερα τρέχα και πάλι κοντά τους. Μα. ή να ξαπλωθεί καταμεσίς στον δρόμο. Όχι. μου φαίνεται πως είσαι ικανός να καθίσεις να στις βρέξουνε κιόλας. είπε δυνατά. καθώς μου φάνηκε. Χτύπησε με το δάχτυλο το μέτωπο του. του φώναξε ο Ραζουμίχιν. "Δε θα 'ρθω. "Εγώ. "Μιλάει λογικά κι ωστόσο θα 'λεγε κανένας πως... "Για τί πράγμα. έκανα μια γκάφα! Δε μπορώ να τον αφήσω μόνο του!".. έκανε μια κίνηση αδιαφορίας μπήκε μέσα αλλά σταμάτησε στη σκάλα.. να 'σαι μαζί μας τουλάχιστον. Οικία Ποντσικόβ. Μην το ξεχνάς. θα 'χουμε παρέα.". Ο Ραζουμίχιν τον κοίταζε ανήσυχα να φεύγει. "Αλλιώς. μη το λες αν δε σ' αρέσει να το πεις. μόνο και μόνο για να υποχρεώσεις κάποιον". πολύ μακριά. "Με είδε". Οικία Ποντσικόβ. κύριε Ραζουμίχιν. "Ε.. όχι!. θα 'ρθει και ο Ζοσίμοβ. νούμερο 427.. κι αν..". "Πραγματικά. φώναξε ο Ραζουμίχιν χάνοντας την υπομονή του. Ο Ρασκόλνικωφ πήρε τη λεωφόρο Σαντόβαγια κι έστριψε στη γωνία. "Σου μίλησε.. στάσου! Είναι εδώ ο Ζαμιότοβ.. Ο Ρασκόλνικωφ έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε. Ντρεπόμαστε και ξαναγυρίζουμε ανάμεσα στους ανθρώπους. "Κολοκύθια!". αλλά τα ίχνη του είχανε χαθεί. Τέλος.

σε λίγο όμως βγήκε ξανά στην επιφάνεια και την έσερνε αργά-αργά το ρεύμα. Ακούστηκε ο πάταγος που έκανε το κορμί της καθώς έπεφτε στα βρώμικα νερά. με τη φούστα της να πλέει φουσκωμένη πάνω στα νερά. Είχε καρφώσει το βλέμμα της επάνω του αλλά. αμέσως. οι περαστικοί. φώναξε πάλι η ίδια γυναίκα. ανασηκώθηκε. Ένιωσε πως κάποιος ήρθε και στάθηκε δίπλα του. φώναξαν πολλοί άνθρωποι.. ακούστηκε μια γυναικεία κλαψουριστή φωνή. "Έχει πιεί έναν κόρακα! Ναι. Στο τέλος. σήκωσε το δεξί της πόδι. στα δεξιά του. "Δεν θα γίνει τίποτα". τρίβοντας ασυναίσθητα τα βρεγμένα ρούχα της..". Ο κόσμος έτρεξε στη γέφυρα και μαζεύτηκε γύρω απ' τον Ρασκόλνικωφ. Την ξάπλωσαν στις πλάκες της προκυμαίας. εκεί κάτω. Δεν έβγαλε μιλιά. Βούλιαξε. Πετάχτηκα για μια στιγμή στον μπακάλη. "γιατί . πρόσθεσε. Γύρισε και είδε πως ήτανε μια ψηλή γυναίκα μ' ένα μαντήλι στο κεφάλι. έναν κόρακα ήπιε!"..". έμεινε καθιστή κι άρχισε να φταρνίζεται και να ξεφυσάει δυνατά. Δε δυσκολεύτηκε πολύ να τη φτάσει γιατί το ρεύμα την είχε φέρει πολύ κοντά στην όχθη Την έπιασε με το δεξί του χέρι απ' το φουστάνι. δεν έβλεπε τίποτα ούτε και ξεχώριζε κανέναν. Το πλήθος σκόρπισε. βγάζοντας τη χλαίνη και τις μπότες του. "Μια γυναίκα πνίγεται! Μια γυναίκα πνίγεται!".. καθόμαστε δίπλα-δίπλα. Αλλά δεν χρειαζότανε πια η βάρκα: Ένας αστυφύλακας είχε κατεβεί τα σκαλιά που βγάζουν στην προκυμαία του καναλιού και από κεί. Οι δύο αστυφύλακες έμειναν να φροντίσουν την απελπισμένη και κάποιος φώναξε πως έπρεπε να την πάνε στο Τμήμα. "Όχι. Ο Ρασκόλνικωφ παρακολουθούσε όλη αυτή την αναστάτωση με μια παράξενη απάθεια και αδιαφορία. άρχισαν να στριφογυρίζουν στα μάτια του κόκκινες κουλουρίτσες. να. Αηδίασε. με την πλάτη απ' έξω. τα σπίτια σάλευαν και έγερναν. "Μια βάρκα! Μια βάρκα". καλοί μου άνθρωποι! Σώστε τη!". φώναζαν πολλοί από το πλήθος. "θεέ μου! Βοήθεια. Απότομα. πιάστηκε με τ' αριστερό από το σκοινί που του έριξε ένας συνάδελφος του κι έβγαλε την απελπισμένη γυναίκα απ' το κανάλι. καβάλησε και ύστερα κάνοντας το ίδιο και με τ' αριστερό. οι προκυμαίες. ρίχτηκε στο κανάλι. ψιθύρισε μονολογώντας. δεν αξίζει τον κόπο. ακούμπησε τον δεξιό αγκώνα της στα κάγκελα.. και μάτια κοκκινισμένα και βαθουλωτά. Σε λίγο άνοιξε τα μάτια της.Τα νερά του καναλιού σκοτείνιαζαν και θα "λέγε κανείς πως ο Ρασκόλνικωφ τα κοίταζε προσεχτικά. με χλωμό πρόσωπο. καθώς φαίνεται. Πήγε να κρεμαστεί και μόλις που προφτάσαμε να της βγάλουμε τη θηλιά. στην άκρη. Οι προκυμαίες γέμισαν θεατές. δίπλα στην Αφροσινιούσκα τώρα. λιπόσαρκο.. ρίχτηκε στο κανάλι. είχανε αρχίσει να στριφογυρίζουνε και να χοροπηδάνε. με το κεφάλι και τα πόδια βυθισμένα ντο νερό. τα πάντα. "Θεέ μου! Είναι η Αφροσινιούσκα μας!". σαν πάπλωμα. είναι σιχαμερό μες στο νερό. τ' αμάξια. είπα στην υπηρέτρια να την προσέχει και να που έγινε το κακό! Είναι γειτονοπούλα μας. τινάχτηκε και γλύτωσε έτσι τη λιποθυμία γιατί βρέθηκε απότομα μπροστά σ' ένα φριχτό θέαμα. Ξαφνικά. το δεύτερο σπίτι.

Δεν ήθελε να σκέφτεται. Χα! Χα! Να έχω τέτοιο τέλος όμως! Αλλά θα είναι το τέλος. Ταλαντεύτηκε για μια στιγμή τελικά όμως ανέβηκε τα τελευταία σκαλιά και μπήκε μέσα. Από το βράδυ του φόνου δεν είχε ξαναπεράσει από κεί. Στο κάθε πλατύσκαλο σταμάταγε και κοίταζε τριγύρω του με περιέργεια. να το τέταρτο. όπου δούλευαν ο Νικολάι και ο Ντμίτρι. έπρεπε να προχωρήσει ολόισια και να στρίψει στο δεύτερο δρόμο αριστερά! Αλλά. Φτάνει μόνο ο αστυνόμος. Ξαφνικά. Κι έπειτα.". φεύγοντας από τη γέφυρα. Να το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου. ξεβαμμένη και ξεσχισμένη. Βάδιζε κοιτάζοντας το έδαφος.Ήτανε πολύ σκοτεινά στη στενή και απότομη εκείνη σκάλα. Δύο μόνο εργάτες υπήρχαν εκεί μέσα. Ο Ρασκόλνικωφ το είδε με κατάπληξη. έκανε αποφασιστικά και. "Ας πάω. χωρίς να ξέρει το γιατί. γιατί όχι. Φανταζότανε. Να το τρίτο πάτωμα. του φάνηκε πως κάποιος του ψιθύρισε στ' αυτί κάτι. Σήκωσε το κεφάλι του και είδε πως βρισκότανε μπροστά στην πόρτα εκείνου του σπιτιού.. Ακόμα και η αγωνία του έφυγε και δεν απέμενε μέσα του τίποτα από κείνη την έκρηξη ενεργητικότητας που τον έκανε να βγεί από το δωμάτιο του για να "ξεμπερδέψει μ' αυτό". Δίστασε για μια στιγμή: Η πόρτα ήτανε ορθάνοιχτη υπήρχε κόσμος μέσα και ακούγονταν φωνές. σταμάτησε.. βγάζοντας την παλιά που ήτανε κίτρινη. ίσως για να τ' αναβάλει κάπως και να κερδίσει λίγο χρόνο. . "Στο κάτω-κάτω.. γιατί ο Ζαμιότοβ δεν ήτανε στο Τμήμα. Ούτε κι εγώ το ξέρω. Μπήκε μέσα.". Στη θέση της υπήρχε τώρα απόλυτη απάθεια. Είναι όμως πραγματικά μια λύση. Κόλλαγαν στον τοίχο μια άσπρη ταπετσαρία με κάτι λουλούδια μωβ. Τον κυρίεψε μια ανεξήγητη και ακατανίκητη λαχτάρα. ύστερα πήρε την πρώτη σκάλα δεξιά και άρχισε ν' ανεβαίνει τα πολύ γνωστά σκαλοπάτια που έφερναν στο τέταρτο π"-τωμα. μπήκε σ' ένα δρομάκι κι έκανε έναν κύκλο δύο δρόμους μακρύτερα.. είμαι τόσο κουρασμένος. είπε. Αλλά τώρα ήτανε ένα δωμάτιο με γυμνούς τοίχους χωρίς κανένα έπιπλο: θέαμα παράξενο! Προχώρησε προς το παράθυρο και κάθισε στο πρεβάζι του. στην ίδια θέση.. αφού πέρασε πρώτα το κατώφλι. είναι για νοίκιασμα". δυο παιδιά και το ένα ήτανε πιο μεγάλο απ' το άλλο. Βρίσκονταν κάτι εργάτες εκεί που το επιδιόρθωναν κι αυτό..". θα τους το πω ή δε θα τους το πω. Δε βαριέσαι! Δυο μέτρα γης μου πέφτουνε και μένα. θα δώσω ένα τέλος γιατί το θέλω εγώ. Αλλά. Δεν πάει στο διάβολο!. ίσως και με τα πτώματα ακόμα ξαπλωμένα κάτω. σκεφτότανε καθώς βάδιζε αργά-αργά και πολύ κουρασμένα στην προκυμαία του καναλιού. Δεν το περίμενε αυτό. "Είναι κι αυτό μια λύση!".. ακριβώς μπροστά του. τράβηξε κατά το μέρος όπου βρισκότανε το αστυνομικό τμήμα.. "Εδώ είναι!". σκέφτηκε. προτού να φτάσει στην πρώτη στροφή. πως θα έβρισκε όπως το είχε αφήσει τότε.. "Κλειστό και η πόρτα του μπογιατισμένη. Συνεπώς. ίσως χωρίς κανέναν συγκεκριμένο σκοπό.λοιπόν να περιμένω.. Στο κεφαλόσκαλο του πρώτου ορόφου είχανε βάλει ένα παράθυρο ολότελα καινούργιο "Δεν υπήρχε τότε". Τα γραφεία είναι ανοιχτά ως τις εννέα!. Η καρδιά του ήτανε άδεια και κλεισμένη. Για να πάει στο Τμήμα.

Ποιος είσαστε. τέτοια είναι. του φάνηκε πολύ μικρή Κοίταξε τριγύρω του και ξαναγύρισε στο παράθυρο. σωστό φιγουρίνι!". Και ντύσιμο. "Το φιγουρίνι. τι να σου πω αδερφέ μου. πιτσιρίκο μου. "Έρχεται ένα πρωί στο σπίτι μου". Έτσι καθώς την είδε χωρίς έπιπλα. "Τί αίματα. Ο Ρασκόλνικωφ έστησε τ' αυτί του κι άκουγε. τα γυναικεία όμως. να τίς είχα κι ας πάει και το παλιάμπελο!". "Μα. Δεν τον πρόσεξαν αθόλου κι έλεγαν τα δικά τους. συμφώνησε κι ο μεγαλύτερος με σιγουριά. Κι εξάλλου έπρεπε ν 'ρθείτε με τον θυρωρό". θα το βάψουν. καλοστολισμένη.".  .". "Τι είναι αυτά τα νάζια που μας κάνεις. σκότωσαν τη γριά και την αδελφή της εδώ μέσα. τί θέλετε.". "Και τί δεν έχει αυτό το "Πίτερ" 3. εξακολούθησε ο Ρασκόλνικωφ. ένα μόνο σου λέω: Σα φιγουρίνι. Είναι για να δείχνουν πώς ντύνονται οι γυναίκες και οι άντρες. "Τί γυρεύετε σεις εδώ. μπήκε στο Χωλ. Ο μεγαλύτερος απ' τους εργάτες τον κοίταξε λοξά. είχανε αργήσει φαίνεται και τώρα δίπλωναν τα ταπετσόχαρτα κι ετοιμάζονταν να φύγουν για τα σπίτια τους. ο ίδιος τσίγκινος ήχος. "Πραγματικά. "από δω και μπρος θέλω να είμαι ολότελα δικιά σου". "Για πες μου. Ο Ρασκόλνικωφ ξαναγύρισε στην κάμαρα. Στεκότανε κι άκουγε και ξαναθυμότανε. Οι ταπετσέρηδες. εκτός απ' αυτά τα δυο. Σχέδια. Τά 'χουνε φτιάξει έτσι οι κατεργάρηδες που τα κοιτάς και λες αμάν.. τί είναι το φιγουρίνι. Ακούστηκε το ίδιο κουδούνισμα. του κουτιού. "Μα. "Το 'πλυναν το πάτωμα. είπε με θαυμασμό ο μικρός. "πολύ νωρίς. της λέω. σηκώθηκε. Το ξανατράβηξε δεύτερη και τρίτη φορά. έπιασε το κορδόνι του κουδουνιού και το τράβηξε. "Τίτο Βασίλιτς". να πούμε. "Τη μάνα σου και τον πατέρα σου μόνο δεν έχει". γαρνιρισμένα με γούνα. Ο Ρασκόλνικωφ. Τα πιο πολλά απ' τ' αντρικά κοστούμια είναι σακάκια κοντά. σα να λυπόταν μ' αυτές τις αλλαγές.". Ήτανε λίμνη ολόκληρη τα                                                              3   Ονομασία της Πετρουπόλεως που τη χρησιμοποιούσαν μόνο τα κατωτέρα λαϊκά στρώματα. μου απαντάει.". "Θέλω να νοικιάσω ένα διαμέρισμα". Ο Ρασκόλνικωφ σηκώθηκε και μπήκε στην κάμαρα όπου βρισκότανε τότε ο κομμός και η κασέλα. τον ρώτησε ξαφνικά.". ρώτησε ο μικρότερος που έβλεπες πως ήτανε τσιράκι του "μάστορα". έλεγε ο μεγαλύτερος στον μικρότερο. φώναξε ο εργάτης πηγαίνοντας προς το μέρος του. είναι κάτι χρωματιστές φωτογραφίες που παίρνουνε από το εξωτερικό οι ράφτες με το ταχυδρομείο κάθε Σάββατο. Να."Μήπως έχει αίματα.Στενοχωρήθηκε πολύ μ' αυτό χωρίς να ξέρει για ποιο λόγο: Κοίταζε εχθρικά την καινούργια ταπετσαρία.. είπε "και ήρθα να το ιδώ".". "Δεν νοικιάζονται νυχτιάτικα τα διαμερίσματα. χωρίς να του δώσει απάντηση. όλα τα βρίσκεις".

". με ξέρει". απάντησε ο Ρασκόλνικωφ. πρώην φοιτητής. Ο θυρωρός κοίταξε τον Ρασκόλνικωφ με περιέργεια.". Ο Ρασκόλνικωφ τα είπε όλα αυτά αδιάφορα και σκεφτικά. "Καλά. είπε ξαφνικά ο τεχνίτης μπαίνοντας στη μέση. "Μήπως πήγες στην αστυνομία. μια χωριάτισσα. "Είναι ώρα να φεύγουμε. και κάθομαι στην οδό Σχίελ. Πάμε τότε στο αστυνομικό τμήμα και θα σου το πω εκεί". Αλιόσα! Πρέπει να κλείσουμε". "Πάμε στο αστυνομικό τμήμα και θα τα πω όλα". "Θέλεις να το μάθεις. Κι άρχισε να χτυπάει το κουδούνι έτσι. με τα μάτια στυλωμένα στο δρόμο που σκοτείνιαζε.".". χωρίς να γυρίσει να τους κοιτάξει. .". έξω στον δρόμο.". "Ποιο διαμέρισμα. Ήτανε δυο θυρωροί. "Ναι!". θυρωρός!". Οι εργάτες κοιτάχτηκαν αποσβολωμένοι. "Εκείνο όπου δουλεύουμε. είπε ο μεγαλύτερος απ' τους εργάτες πλησιάζοντας. ζαρώνοντας τα φρύδια του. "Τί ήρθατε να κάνετε στο διαμέρισμα. ένας τεχνίτης με ρόμπα και μερικοί άλλοι ακόμα. Κι αμέσως ύστερα. Ο Ρασκόλνικωφ δεν απάντησε και καρφώθηκε εκεί. Ακριβώς μπροστά στην είσοδο του σπιτιού. "Τί να ιδείς δηλαδή εκεί μέσα.". "Από κεί έρχομαι. Τί θέλετε. τον ρώτησε ο ένας απ' τους πορτιέρηδες.αίματα". να φύγουμε τότε". Εκεί είναι κι αυτός. "Ποιος είσαστε σεις. "Τί θέλετε. "Για σταθείτε! Δεν τον πάμε στην αστυνομία. εκεί ήτανε πριν από λίγο. φώναξε ο εργάτης που άρχισε ν' ανησυχεί. "Και ο βοηθός του αστυνόμου. διαμέρισμα αριθμός 14. είχανε μαζευτεί κάμποσοι που χάζευαν κοιτάζοντας τους διαβάτες.". "Ήρθε να ιδεί το διαμέρισμα". είπε ο μεγαλύτερος.". Ζητήστε πληροφορίες από τον θυρωρό. "Εγώ. "Ήθελα να το ιδώ". Τί θέλετε. ρώτησε με ύφος απειλητικό. που κόντεψε να σπάσει το κορδόνι. ανάμεσα τους.". "Ναι.". μας είπε. "Εκεί είναι". Πάμε. μας είπε. Βγήκε πρώτος και κατέβηκε αργά-αργά τη σκάλα. αργήσαμε. "Είμαι ο Ροντιόν Ρομάνοβιτς Ρασκόλνικωφ.". σκεφτικά.". "Είναι ακόμα όλοι εκεί. "Ε. φώναξε μόλις πέρασε το κατώφλι. "Μπα! Τί σόι άνθρωπος είσαι του λόγου σου. Και επέμενε κιόλας!". σώπασε.". "Έγινε δω μέσα φόνος και ήρθα για να το νοικιάσω". "Γιατί έπλυναν το αίμα.

καμμιά διακοσαριά βήματα από κει που βρισκότανε. ένας πελώριος μουζίκος. Ένα φαναράκι έλαμπε στο δρόμο.". Για ποιο λόγο θα φοβόμουνα εγώ. "Τί έρχεσαι και μας σκοτίζεις. πρόσθεσε ο τεχνίτης.. "Σε πάει τρεις και πέντε να 'ρθεις στην αστυνομία.. "Είναι απατεώνας!". φώναξε η χωριάτισσα. "Αφού είναι απατεώνας.. Τι τρέχει.. "Αφού ήρθε γι'αυτό το ζήτημα. με την χλαίνη ανάρριχτη στους ώμους και με μια αρμαθιά κλειδιά στη ζώνη.. Καταμεσής στον κόσμο ήτανε σταματημένο ένα αμάξι. "Μήπως είναι μεθυσμένος. Κι αρπάζοντας τον Ρασκόλνικωφ από τον ώμο. τον πέταξε πέρα. Γιατί είχε πάρει πια την απόφαση του να πάει στην αστυνομία και ήξερε πως σε λίγο θα 'χουν τελειώσει όλα! .".. του είπε ο Ρασκόλνικωφ σαρκαστικά. στρίβε!. τί έπαθες και μας κολλάς. "Μα. "Ρε τί καθόσαστε και χάνετε τα λόγια σας με δαύτονε. "Πάμε!". "Ναι! Πρέπει να τον πάμε". Εσύ όμως. τον κοίταξε προσεχτικά και είπε ήσυχα κι αδιάφορα. Ο Ρασκόλνικωφ έστριψε δεξιά και τράβηξε ολόισια κατά κει που είχε μαζευτεί ο κόσμος. "Αχ. Δεν πρόκειται να διορθωθεί με κανένα τρόπο. λίγο πιο μακριά. "Εμπρός.". αναρωτιότανε ο Ρασκόλνικωφ. είπε ο άλλος θυρωρός. τί διάβολο θέλεις. Είχε σταθεί καταμεσίς στο πεζοδρόμιο. Χμ. κοιτάζοντας γύρω του σα να περίμενε από κάποιον μια τελική απόφαση. στον δρόμο. "Εμένα. είδε στο σκοτάδι μαζεμένον πολύ κόσμο που γινόταν όλο και περισσότερος. Και είναι γνωστό το τί τον περιμένει". πάει να πει' πως κάτι του τριβελίζει το κεφάλι. είπε η χωριάτισσα. σ' ένα σταυροδρόμι. Τα πάντα ήτανε βουβά και νεκρά σαν τις πέτρες πού πάταγε. "Για ποιο λόγο.". είπε ο εργάτης.". Αλλά δεν ήρθε από πουθενά καμμιά απάντηση.". γι' αυτόν μόνο. "Παράξενο τομάρι!". συνέχισε εκείνος με μεγαλύτερη σιγουριά. ναι! Ο κόσμος έχει γίνει πολύ παράξενος σήμερα". είπε ο ψηλός φύλακας. "Θα πάω ή δε θα πάω. "Έπρεπε να τον πάμε στην αστυνομία". ξαναρώτησε ο θυρωρός που άρχισε τώρα να θυμώνει στα σοβαρά. Ξαφνικά. στην άκρη του δρόμου. νεκρά γι' αυτόν. κι άκουσε ζωηρές φωνές και κραυγές.". Πραγματικά απατεώνας είναι!".Ο Ρασκόλνικωφ του 'ρίξε μια ματιά πάνω απ' τον ώμο του.". είπε ο εργάτης. τους κοίταξε όλους σιωπηλά και απομακρύνθηκε. στο τέλος όμως τα κατάφερε να κρατηθεί στα πόδια του. Φαινότανε σα να 'θελε στ' αλήθεια ν' αγκιστρωθεί από το κάθε τι που έβλεπε μπροστά του και γέλασε σαρκαστικά κάνοντας αυτή τη σκέψη. Κόντεψε να κουτρουβαλιαστεί καταγής. ε..".

τρεις κρατάω τ' άλογα. Καταγής ήταν ξαπλωμένος ένας άνθρωπος σε αφασία.. Και να πείς πως έτρεχαν τ' άλογα μου. Ήτανε φανερό ότι τον τσαλαπάτησαν τ' άλογα για τα καλά. εκείνος. φώναξε. θεούλη μου! Τι συφορά!". εκείνος όμως ήρθε κι έπεσε ολόισα κάτω απ' τα πόδια τους. είπε ένας τρίτος... Δεν απέμεινε λοιπόν παρά να μεταφέρουν τον τραυματισμένο στο τμήμα και στο νοσοκομείο. Τράβηξαν προς τα μπρος. "πού να το φανταστώ. Το αίμα κύλαγε απ' το κεφάλι του κι' από το στραπατσαρισμένο. να πείς πως δεν του φώναξα. Ήτανε κακοντυμένος. Όλοι μιλούσαν.. δεν παρέλειψαν να το λάβουν αυτό υπ' όψη τους. είχε σταθεί ένα κομψό αρχοντικό αμάξι ζευγμένο σε δυο γερά γκρίζα άλογα. Ο αμαξάς τα είχε χαμένα και κάθε τόσο έλεγε: "Τί συφορά. Πλήθος κόσμου στριμωχνότανε τριγύρω. τον ακούσαμε όλοι".. οι αστυνομικοί. Ο Ρασκόλνικωφ άνοιξε όπως μπορούσε δρόμο μεσ' απ' το πλήθος και είδε επί τέλους γιατί είχε γίνει όλη αυτή η αναστάτωση και μαζεύτηκαν τόσοι περίεργοι. ωστόσο. φώναζαν. τα ζώα φοβήθηκαν ακόμα περισσότερο κι έτσι έγινε το κακό!". . πίσω απ' τους αστυνομικούς που έφραζαν το πέρασμα. αναστέναζαν. Όλος ο κόσμος το είδε κι αν λέω ψέματα εγώ. Ήτανε φανερό πως το αμάξι ανήκε σε κάποιον πλούσιο. "Πραγματικά! Φώναξε και μάλιστα τρεις φορές". Τον είχανε πατήσει πριν από λίγο τ' άλογα. κάποιο σπουδαίο πρόσωπο. Δεν ήτανε κανένας μέσα και είχε κατεβεί κι ο ίδιος ο αμαξάς απ' τη θέση του και στεκότανε όρθιος κοντά στ' αμάξι. φώτιζε κάτι που βρισκότανε στο πλακόστρωτο. δεν φαινότανε πάρα πολύ τρομαγμένος ούτε και πολύ θλιμμένος. θα είναι ψεύτες κι όλοι οι άλλοι. ακόμα και την ημέρα. είπε ένας άλλος. έκανε ο αμαξάς. του ξαναφωνάζω δυο.. που θα τον περίμενε κάπου.7  Καταμεσής στον δρόμο. το λιωμένο και άμορφο πρόσωπο του.. Πήγαινα αργά-αργά.. κανονικά. κοντά στις ρόδες. καταματωμένος. έτοιμος να σωριαστεί κάτω. "Θεέ μου!". Αλλά κανένας δεν ήξερε την ταυτότητα του. Κάποιος είπε από το πλήθος: "Αλήθεια λέει!". "Τρεις. Τον βλέπω να περνάει τον δρόμο τρεκλίζοντας.. τρεις. σκύβοντας. Κρατούσαν τ' άλογα από τα χαλινάρια. αλλά με ρούχα "κυρίου". Ο αμαξάς. Του φωνάζω μια φορά. Ένας απ' αυτούς κρατούσε στα χέρια του ένα φαναράκι και.. Τ' άλογα είναι νέα και αλαφροΐσκιωτα. Ή επίτηδες το 'κάνε ή ήτανε τύφλα. Όλοι ξέρουμε όμως ότι το μάτι του μεθυσμένου είναι θολό. Φυσικά. Στο μεταξύ ο Ρασκόλνικωφ γλίστρησε ανάμεσα στον κόσμο και πήγε πολύ κοντά.

με τα χέρια σταυρωμένα σφιχτά πάνω στο στήθος της μονολογώντας και βήχοντας. Τον σήκωσαν για να τον μεταφέρουν. Γρήγορα έναν γιατρό! θα πληρώσω εγώ. Εκεί κάθεται όλη του η οικογένεια. Ήτανε καταταραγμένος. πέρα-δώθε στην καμαρούλα της. απ' το παράθυρο ως τη θερμάστρα και πάλι πίσω.. γιατί αλλιώς κινδυνεύει να πεθάνει πριν να φτάσει στο νοσοκομείο". Οι αστυνομικοί ξένοιασαν μαθαίνοντας ποιος ήτανε ο χτυπημένος. άκουγε αυτά που έλεγε η μητέρα στην αδελφή του -όπως κάνουν πάντα όλα τα . που εξακολουθούσε να βρίσκεται σε αφασία.. πρόσθεσε γρήγορα-γρήγορα. τους έδωσε τη διεύθυνση του και σα να επρόκειτο για τον ίδιο τον αδελφό του. Ο Ρασκόλνικωφ τους συστήθηκε. όπως πάντα. "Τον ξέρω! Τον ξέρω!". έχει γυναίκα. Στρίψτε!. πολύ σοβαρό.. θα περάσει πολλή ώρα. Έτσι. παιδιά. Την παρακολουθούσε πάντοτε λοιπόν με τα μεγάλα. Τουρλώνοντας τα χείλη του και με τα μάτια γουρλωμένα. Το παιδί. Ήτανε μεθυσμένος. Πρέπει να του κρατάμε το κεφάλι ψηλά!. θα πληρώσω εγώ! Να του κάνουν τουλάχιστον εδώ τα απαραίτητα. εκεί είναι! Τρία σπίτια πιο μακριά".. μια κόρη. το φαναράκι του αστυνομικού έπεσε πάνω στο πρόσωπο του δυστυχισμένου τραυματία. και δείχνοντας στους άλλους τον δρόμο. Από δω. Για να τον πάμε στο νοσοκομείο. είναι μπεκρής. έξυπνα μάτια της κι έκανε προσπάθεια για να καταλάβει εκείνα που της έλεγε. φώναξε βγαίνοντας μπροστά-μπροστά. με τα ποδαράκια του τεντωμένα. Ανεβείτε τη σκάλα. Ο Ρασκόλνικωφ τον γνώρισε. Η γυναίκα του Μαρμελάντωφ. Εδώ και κάμπο-σον καιρό. Βρήκε μια ευκαιρία κι έχωσε στο χέρι του αστυνομικού μερικά λεφτά. άρχιζε να βηματίζει. "Να.. έστηνε κουβέντα με το μεγαλύτερο κοριτσάκι της. έκανε ό.. στην οικία Κόζελ. σίγουρα θα βρούμε κανένα γιατρό! θα πληρώσω.. ασφαλώς. να. με τα πέλματα του γυρισμένα κατά την πόρτα και τις φτέρνες του τη μια κοντά στην άλλη. μπράβο. Αυτή τη στιγμή η Πολιά έγδυνε το μικρό της αδελφάκι. στο σπίτι.Ξαφνικά. "μένει στο σπίτι ενός πλούσιου Γερμανού. κρατώντας το κεφάλι του χτυπημένου προσεχτικά. να του δώσουν τις πρώτες βοήθειες. Κάθεται πολύ κοντά από δω. με το κορμί στητό κι ασάλευτο.". Παρ' όλο που αυτή δεν ήτανε παρά πάνω από δέκα χρονών και δεν καταλάβαινε ακόμα πολλά πράγματα. μόλις έβρισκε ενός λεπτού ησυχία. θα σας ικανοποιήσω".τι μπορούσε για να μεταφέρουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο σπίτι του τον Μαρμελάντωφ.. Παρουσιάστηκαν πολλοί που προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν. καθότανε αμίλητα σε μια καρέκλα. ένιωθε πολύ καλά ότι η μητέρα της την είχε ανάγκη.. η Κατερίνα Ιβάνοβνα. που ήτανε όλη την ημέρα άρρωστο κι ετοιμαζότανε να το βάλει στο κρεβατάκι του. και γύριζε στο σπίτι του. ψιθύριζε... Ο Ρασκόλνικωφ βάδιζε πίσω τους. Δεν έλεγε εξάλλου τίποτα το παράνομο κι οπωσδήποτε το να μεταφέρουν τον τραυματία στο σπίτι του ήτανε πιο απλό. "Είναι υπάλληλος εκτός υπηρεσίας και λέγεται Μαρμελάντωφ. Τράβηξε από την τσέπη του λεφτά και τα 'δείξε στον αστυνομικό. του Κόζελ. Τον ξέρω. την Πολιά. θα πληρώσω. ενώ εδώ. περιμένοντας να του αλλάξουν τα ρούχα που θα πλένονταν τη νύχτα.

Έλα.". "Ο μπαμπάς σου είχε τίτλο που ισοδυναμεί με τον βαθμό του συνταγματάρχη. φώναξε κοιτάζοντας τον προθάλαμο που είχε γεμίσει κόσμο και τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να μπουν μέσα κουβαλώντας κάτι. εγώ όμως αρνήθηκα. "Πού να τον βάλουμε. γκουχ. γκουχ γκουχ.. Τί είναι αυτό που φέρνουν.. σε βλέπουμε κιόλας σαν κυβερνήτη. "Τότε λοιπόν που λες... ενώ την έπνιγε και πάλι ο βήχας. "κι όταν με είδε η πριγκίπισσα Μπεζεμέλνυ στον τελευταίο. Κοίτα μπάλωσε αυτή την τρύπα. θεέ μου! Τί 'ναι πάλι τούτο. θα μεγαλώσει πιο πολύ. κι όταν. γκουχ. ζωή καταραμένη". με το κεφάλι από δω!". Λύντα". σαν κυβερνήτη μας σε βλέπουμε".αυτή με στεφάνωσε αργότερα όταν παντρεύτηκα τον μπαμπά σου μόλις με είδε λοιπόν. κάτι σαν έπαρχος. φώναξε φτύνοντας και σφίγγοντας το στήθος της. είπε. πρόσθεσε γυρίζοντας κατά τη μικρότερη κόρη της.. είπε ο Ρασκόλνικωφ. έλεγα να τα 'πλενα όλα μαζί για να μην έχω πλύσιμο δυο νύχτες συνέχεια. . ήτανε ντυμένο με πραγματικά κουρέλια και περίμενε τη σειρά του όρθιο. γκουχ.. Είχε θυμώσει τρομερά ο παππούς σου. Έτοιμο είναι το νερό.". αχ. Η πόρτα που έβγαζε στη σκάλα ήτανε ανοιχτή . ένα σκαλί ακόμα είχε ν' ανεβεί για να γίνει κυβερνήτης. δώσ' μου το νυχτικούλι του και τα καλτσάκια. έλεγε καθώς πηγαινοερχότανε στην κάμαρα..". αλίμονο. γκουχ. δε θα το χωρούσε ο νους σου τί ευτυχισμένη και λαμπρή ζωή που κάναμε με τον μπαμπά σου και τί δυστυχία έφερε σε μένα και θα φέρει σε όλους σας αυτός ο μπεκρής"... Δε φάνηκε ακόμα ο μπεκρούλιακας. "Τί τρέχει... Πολιά. κουρελιάστηκε. ακόμα μικρότερο... "Δε μπορείς να το πιστέψεις. Εδώ και μια βδομάδα η Κατερίνα Ιβάνοβνα είχε αδυνατίσει περισσότερο ακόμα και οι κόκκινες κηλίδες στα μαγουλά της ζωήρεψαν όσο ποτέ. κάπως εκείνη η καμαρούλα από τη μπόχα της τσιγαρίλας που ερχότανε απ' τ' άλλα δωμάτια κι έκανε τη δυστυχισμένη φθισικιά να βήχει ασταμάτητα. είχε έρθει από την Πετρούπολη ο νεαρός πρίγκιπας Τσεγκολσκόι που χόρεψε μαζί μου μια μαζούρκα και την άλλη μέρα ήθελε να 'ρθει να ζητήσει το χέρι μου. γκουχ. βάλε τις κάλτσες στην άκρη. Ω.'". ρωτάει αμέσως: "Αυτή η χαριτωμένη κοπέλα δεν είναι κείνη που χόρεψε με το σάλι στις εξετάσεις του Παρθεναγωγείου.. "εσύ θα κοιμηθείς απόψε δίχως νυχτικό.". θεέ μου.δεν υπήρχε άλλος τρόπος για ν' αερίζεται.. γκουχ... γκουχ. θα τα πλύνουμε όλα μαζί. Γκουχ. κοντά στο παραβάν. ρώτησε ένας αστυνομικός κοιτάζοντας τριγύρω του. Πολιά. γιατί αν την αφήσεις γι' αύριο θα.. πάρε μια βελόνα και μοντάρισε την όπως σου 'χω πεί. λέγοντας του με τα πιο ευγενικά λόγια πως η καρδιά μου ήτανε από καιρό δοσμένη σ' άλλον. Το δεύτερο κοριτσάκι. χορό που έγινε στο σπίτι του αρχηγού των ευγενών .μικρά παιδιά όταν τα γδύνουν για να τα κοιμήσουν. Κι αυτός ο άλλος... γκουχ. Λίγδα έχει πιάσει το πουκάμισο του. Κι όταν εγώ. ήτανε ο μπαμπάς σου. γκουχ. Αχ. "Στο ντιβάνι! Ξαπλώστε τον στο ντιβάνι. Αφού όλοι έτρεχαν στο σπίτι και του 'λεγαν: "Ιβάν Μιχαήλιτς.

έβαλε ένα μαξιλάρι κάτω απ' το κεφάλι του συφοριασμένου. εκείνη έπλενε τα εσώρουχα και ύστερα τ' άπλωνε σ' ένα σκοινί να στεγνώσουν για να τα βάλουν καθαρά την άλλη μέρα το πρωί. τον πάτησε ένα αμάξι. γιατί είχανε φτάσει στο σημείο να μην έχουν ρούχα για ν' αλλάξουν. Τη βούτηξε στο νερό κι άρχισε να πλένει το ματωμένο πρόσωπο του Μαρμελάντωφ.για θυμηθείτε. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα κοκκάλωσε.. "Για τ' όνομα του θεού.. "τρέχα γρήγορα στη Σόνια. ησυχάστε.. Εκεί. σας βεβαιώ. δεν είναι πεθαμένος. όταν οι άλλοι κοιμόνταν.. Το νυχτερινό πλύσιμο το 'κάνε η ίδια η Κατερίνα Ιβάνοβνα.. εγώ τον έφερα εδώ. φώναξε η Κατερίνα Ιβάνοβνα. την Πολιά. δίχως να τα χάνει. Μην ανησυχείτε. Στο μεταξύ ο Ρασκόλνικωφ είχε στείλει κάποιον για τον γιατρό που έτυχε να κάθεται στο παρακάτω σπίτι. εγώ θα πληρώσω.. Πήρε λοιπόν τη λεκάνη. "μην ανησυχείτε. Και δώστε μου μια πετσέτα. δεν πειράζει. Ας περιμένουμε να ιδούμε τί θα πεί ο γιατρός". Δεν ξέ-βουμε ακόμη αν είναι πληγωμένος βαριά.. στη γωνία. Έχετε νερό. "Έστειλα να φέρουν τον γιατρό". "Περνούσε τον δρόμο. μη χτυπιόσαστε έτσι". Θα συνέλθει. θα συνέλθει. σφίχτηκε απάνω της κι έτρεμε ολόκληρη. ορμώντας κατά τον άντρα της. ήτανε μια λεκάνη πήλινη γεμάτη νερό που την είχε ετοιμάσει για να πλύνει τη νύχτα τα εσώρουχα των παιδιών και του αντρός της. να τρέχει δώθε κείθε. Ο Ρασκόλνικωφ κατάλαβε αμέσως ότι η γυναίκα αυτή δεν ήτανε καθόλου από κείνες που πέφτουν κάτω λιπόθυμες με το παραμικρό. Άφησε της παραγγελία ότι πάτησαν τον πατέρα . της είπε γρήγοραγρήγορα. ένα πανί. Στο μεταξύ ο Ρασκόλνικωφ είχε βρει' μια πετσέτα. "Αχ! Το περίμενα πως θα γινότανε κάτι τέτοιο". Πληγωμένος είναι. θα πληρώσω!". Δάγκωνε τα χείλη της που έτρεμαν κι έπνιγε τις κραυγές που πήγαιναν να βγουν από το στήθος της. πράγμα που δε σκέφτηκε κανείς. Ο καθένας τους είχε απομείνει μόνο με μια αλλαξιά.. αφού ξάπλωσε τον Μαρμελάντωφ. "Πολιά". σε μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα. τουλάχιστον δυο φορές τη βδομάδα και κάποτε συχνότερα. πήγε κοντά στην Κατερίνα Ιβάνοβνα. Κι αμέσως. Το κοριτσάκι. φώναξε η Κατερίνα Ιβάνοβνα. άρχισε να τον γδύνει. ξεχνώντας τα δικά της βάσανα. Έτσι. Αλλά η Κατερίνα Ιβάνοβνα δε μπορούσε να υποφέρει τη βρωμιά. Αν δε τη βρεις στο σπίτι της. Έχω ξανάρθει στο σπίτι σας . παρά να βλέπει τη βρώμα να βασιλεύει στο σπίτι της. η Λύντα. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα έτρεξε στο παράθυρο. έγινε κατακίτρινη και της κόπηκε η ανάσα."Τον χτύπησε ένα αμάξι στον δρόμο! Ήτανε μεθυσμένος!". φώναξε κάποιος από τον προθάλαμο. Προτιμούσε να δουλεύει έτσι πάνω απ' τις δυνάμεις της τη νύχτα. γρήγορα. τέλος πάντων. προσπαθώντας να την καθησυχάσει. αλλά παρά λίγο να σωριαστεί κάτω απ' το βάρος της. Ώσπου ν' ανοιγοκλείσεις τα μάτια. έμπηξε μια κραυγή και όρμησε προς τη μεγάλη της αδελφούλα. έλεγε στην Κατερίνα Ιβάνοβνα. Ο Ρασκόλνικωφ. όπως της είπε ο Ρασκόλνικωφ.

. Ύστερα. "αφού το άντρα σας ήτανε μετυσμένο. έτρεξαν απ' τα διαμερίσματα τους. mein Gott! (θεέ μου)". "Ω.της άλογα και να 'ρθει εδώ αμέσως. άλογο θα χτυπούσε. έπεσε πάνω στην κυρία Λιπεβέχσελ που έμαθε το δυστύχημα και ερχότανε ν' αποκαταστήσει την τάξη... Στο μεταξύ είχε μαζευτεί τόσος πολύς κόσμος που δε χώραγε να πέσει κάτω ούτε μήλο.. φώναξε χτυπώντας τα χέρια της. σας παρακαλώ να σκεφτόσαστε πριν ανοίγετε το στόμα σας". Εγκώ είμαι το ιντιοκτήτρια εντώ".χαρά που τη νιώθουν όλοι οι άνθρωποι. τη φοβόνταν λίγο την Κατερίνα Ιβάνοβνα. γκουχ. "Αμαλία Λουντβίγκοβνα. . Δε μένει παρά να μπείτε μέσα. Ακόμα και σ' αυτή την περίπτωση δε μπόρεσε να στερηθεί τη χαρά που της έδινε αυτό το πράγμα. φώναξε το αγοράκι που καθότανε στην καρέκλα. Όλες σχεδόν οι νοικάρισσες της κυρίας Λιπεβέχσελ.. Κάνε γρήγορα.". κοιτάζοντας με γουρλωμένα μάτια. Έπρεπε να το πηγκαίνετε στο spital (νοσοκομείο).. Έξω! Σεβαστείτε τουλάχιστον τον θάνατο!". Καθώς φαίνεται. "Εγκώ είπα σας μία για πάντα. κι ετοιμάσθηκε ν' ανοίξει την πόρτα για να τους κατσαδιάσει. με τα πόδια του τεντωμένα προς τα μπρος.. Φτάνοντας όμως στο κατώφλι. χωρίς εξαίρεση. Είμαι το Αμαλία Ιβάν".. Και με το τσιγάρο στο στόμα κιόλας! Γκουχ. "Αμαλία Λουντβίγκοβνα. "Τί τον κοιτάτε σαν κανένα αξιοθέατο. προσπαθώντας να κρατήσει σε κάποια απόσταση τον κόσμο που ανεβοκατέβαινε στη σκάλα ασταμάτητα. φώναξε σε όλους. "Τί. μπαμπουλώσου με τούτη τη μαντήλα". Πολιά! Να. Η γυναίκα αυτή ήτανε μια Γερμανίδα τρομερά καυγατζού και οξύθυμη. Την έπνιξε ο βήχας. της σπιτονοικοκυράς. Κι αμέσως ύστερα ξαναβυθίστηκε στη σιωπή του. Στην αρχή στάθηκαν στην πόρτα και ύστερα πλημμύρισαν το δωμάτιο. με κείνη την παράξενη ευχαρίστηση που παρατηρεί κανείς πως νιώθουν ακόμα και οι πιο στενοί συγγενείς και φίλοι μπροστά στη συφορά που έρχεται να πλήξει τον συνάνθρωπο τους .. Μιλούσε πάντοτε ακατάδεχτα στη σπιτονοικοκυρά της για να την "κρατάει σε απόσταση". ακούστηκαν πίσω απ' την πόρτα φωνές που έλεγαν πως υπάρχουν και νοσοκομεία και πως δεν ήτανε καθόλου σωστό να ταράζουν ανώφελα την ησυχία ενός ολόκληρου σπιτιού. κοκκαλωμένο και ασάλευτο. Νάτος κιόλας ένας με το καπέλο στο κεφάλι. Οι νοικάρηδες έφευγαν ο ένας πίσω απ' τον άλλο. Δεν είναι σωστό να πεθάνουμε κιόλας... οσοδήποτε ειλικρινής και αν είναι η λύπη και η συμπόνια τους. μη ξαναλέτε ποτέ εμένα Αμαλία Λουντβίγκοβνα. αλλά η κατσάδα που τους έβαλε είχε τ' αποτελέματά της. φώναξε η Κατερίνα Ιβάνοβνα. "Τα πόδια σου να χτυπάνε στο κεφάλι!".". αμέσως μόλις γυρίσει. άρχισε να λέει μ' έναν τόνο ακατάδεχτο η Κατερίνα Ιβάνοβνα.. γκουχ. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα οργίστηκε: "Αφήστε τον τουλάχιστον να πεθάνει ήσυχος!". χωρίς να βγάλετε και το καπέλο σας. Οι αστυφύλακες έφυγαν εκτός από έναν που έμεινε για λίγο εκεί...

ακούμπησε το μέτωπο της στην κάσα του και φώναξε σπαραχτικά. Τη στιγμή εκείνη ο ετοιμοθάνατος συνήλθε και βόγγηξε. Όλον αυτόν τον λόγο τον απήγγειλε με εξαιρετική ευφράδεια που όσο πήγαινε και μεγάλωνε. "Πρέπει να τον γδύσουμε!. αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Ο Μαρμελάντωφ τη γνώρισε. αύριο κιόλας. ξέσπασε ένα γέλιο πίσω απ' την πόρτα. Απ' το στόμα του έτρεχε λίγο αίμα και το μέτωπο του είχε ιδρώσει. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα τον κοίταζε λυπημένα αλλά αυστηρά και απ' τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα τραβήχτηκε προς το παράθυρο. Εκείνη ξαναγύρισε κοντά του και στάθηκε όρθια πάνω απ' το μαξιλάρι του. "Ωχ! τρισκαταραμένη ζωή!". και θυμάται πάντοτε τον Σεμιόν Ζαχάροβιτς που τον είχε τιμήσει πολλές φορές με την εύνοια του. Και να είσαστε σίγουρη. "Θεέ μου! Βράζει το στήθος του! Τί αίματα. Άρχισε τότε να γυρεύει με τα μάτια. στύλωσε το βλέμμα του στον Ρασκόλνικωφ που στεκότανε όρθιος πάνω απ' το προσκέφαλο του. Ο πρίγκιπας με γνωρίζει πολύ καλά. Λεμπεζιάτνικωφ. Σεμιόν Ζαχάροβιτς". τι αίματα!". κι επειδή εγώ δεν είμαι από κείνους που σας ψευτοκολακεύουνε.. κάπως ανήσυχα. αφού σώπασε λίγο. Τους παράτησε μόνος του. Διαφορετικά. να ένας νέος μεγαλόψυχος -κι έδειξε τον φοιτητή Ρασκόλνικωφ. Ο βήχας όμως διέκοψε απότομα την ευγλωττία της Κατερίνας Ιβάνοβνα. αν και δε μπορώ να καταλάβω για ποιο λόγο δε σας αρέσει αυτό το όνομα. Ο Μαρμελάντωφ άνοιξε τα μάτια και χωρίς να γνωρίζει ακόμα κανέναν. έχοντας συναίσθηση της άτυχης αδυναμίας του για το πιοτό. θ' αρπαχτούνε πάλι απ' τα μαλλιά!".. Σας παρακαλώ λοιπόν να κλείσετε αμέσως την πόρτα και να μην επιτρέψετε σε κανέναν να πατήσει εδώ μέσα.. "Έναν παπά!". σα να την είχε πιάσει θέρμη και τον κοίταζε επίμονα με τα παιδιάστικα έκπληκτα . Σώπασε. ξανάπε ο ετοιμοθάνατος. αλλά Αμαλία Λουντβίγκοβνα.". Τώρα όμως. πολύ βαθιά και κατά διαλείμματα. Τουρτούριζε σε μια γωνιά. θα σας λέω πάντοτε Αμαλία Λουντβίγκοβνα. "Πάνε να τον φέρουν". Όλος ο κόσμος το ξέρει πως ο άντρας μου είχε πολλούς φίλους και προστάτες.."Δεν είσαστε Αμαλία Ιβάν. από ευγενική περηφάνια. Ανάσαινε με δυσκολία. Τα μάτια του στυλώθηκαν ύστερα στη μικρή Λύντα (που της είχε ιδιαίτερη αδυναμία). σας βεβαιώ ότι. χωρίς να καταλαβαίνει καθόλου. Ο Σεμιόν Ζαχάροβιτς τον ξέρει από μικρό παιδί. ψέλλισε με φωνή βραχνή. του φώναξε η Κατερίνα Ιβάνοβνα.που έρχεται να μας βοηθήσει. Γύρισε λίγο αν μπορείς. κοιτάζοντας τριγύρω του ανήσυχα και φοβισμένα. απ' τα μικρά μου χρόνια. σαν τον κ. Είναι πλούσιος κι έχει μεγάλες σχέσεις. που γελάει αυτή τη στιγμή πίσω απ' την πόρτα (πραγματικά. θα σας καταγγείλω στον γενικό Διοικητή. ενώ ταυτόχρονα ακούστηκε και μια φωνή: "Να τες.. "Έναν παπά!". Αμαλία Λουντβίγκοβνα. Ο Μαρμελάντωφ ησύχασε λιγάκι. Το βλέπετε με τα μάτια σας τί έπαθε ο Σεμιόν Ζαχάροβιτς: θα πεθάνει. Αφήστε τον τουλάχιστον να πεθάνει εν ειρήνη. έλεγε με απελπισία. Δεν αναγνώρισε τον Ρασκόλνικωφ κι έστρεφε το βλέμμα του όλο προς το μέρος του..Η Κατερίνα Ιβάνοβνα έτρεξε κοντά του.

" τον ρώτησε εκείνος. καθώς φαίνεται.. του έπιασε τον σφυγμό..Ξυπόλητη!". με άσπρα μαλλιά.μάτια της. Ο γιατρός του παραχώρησε αμέσως τη θέση του.πράγμα που φαινότανε πως το ευχαριστούσε πολύ. Τον είχε φέρει ένας αστυφύλακας που ήτανε κάτω. οργισμένα. "Δόξα σοι ο θεός! Να ο γιατρός". σήκωσε και τ' αγοράκι από την καρέκλα.". Το κοριτσάκι έτρεμε ασταμάτητα. "Θα πεθάνει αμέσως". κάπου τριάντα βήματα. κατατσακισμένο. Ο Ρασκόλνικωφ παρακάλεσε τον γιατρό να περιμένει λίγο ακόμη. σήκωνε το χέρι του μαζί με τη μητέρα κι έκανε μακριούς σταυρούς. "Δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα. μια τρομερή κλωτσιά αλόγου. α. "Ξέρεις πολύ καλά γιατί είναι ξυπόλητη.. βέβαια. εξέτασε το κεφάλι του προσεχτικά. πήγε στη γωνιά. "Ας δοκιμάσουμε ωστόσο την αφαίμαξη". "Α. Στα δεξιά. φώναξε ο Ρασκόλνικωφ με ανακούφιση. ξυπόλητη! Ξυ. Ήθελε να πεί κάτι.. ψέλλισε ο Μαρμελάντωφ δείχνοντας την με ταραχή.". που κοίταζε γύρω του δύσπιστα.. Μόνο κάτι λέξεις κοφτές και δυσκολοξεχώριστες μπορούσε να προφέρει. Αλλά είναι τελείως άχρηστη. "Τί λέτε δηλαδή. Μπορούμε. υπήρχε ένα σημάδι μπλάβο και κιτρινωπό. στο μέρος ακριβώς της καρδιάς. Ο γιατρός μπήκε μέσα. "Εκείνο που μου κάνει κατάπληξη είναι αν συνήλθε". Ας είναι.. Αριστερά. αφού αντάλλαξε μαζί του μια ματιά που εσήμαινε πολλά. Και το βλέμμα του είχε καρφωθεί έντρομο στα γυμνά πόδια της μικρής. "Ούτε η παραμικρή! Είναι έτοιμος να ξεψυχήσει.". Σας προειδοποιώ όμως ότι είναι ολότελα περιττή".. Επιπλέον. Βγήκανε όλοι έξω.". Χμ.. ξεκούμπωσε το καταματωμένο πουκάμισο κι έγδυσε το στήθος του τραυματισμένου. Εκείνος σήκωσε τους ώμους του και έμεινε. Η εξομολόγηση κράτησε πάρα πολύ λίγο. Είναι αμφίβολο αν ο ετοιμοθάνατος κατάλαβε πολλά πράγματα.... καταξεσχισμένο. με τη βοήθεια της Κατερίνας Ιβάνοβνας. "Ξυ. "Έστω. Ο αστυφύλακας του εξήγησε πως βρέθηκε στις ρόδες ενός αμαξιού που τον έσυρε στο λιθόστρωτο. Ο κόσμος που είχε μαζευτεί στον προθάλαμο παραμέρισε και στο κατώφλι παρουσιάστηκε ένας γερός παπάς. τον μάλωσε η Κατερίνα Ιβάνοβνα. Πήγε κοντά στον άρρωστο.". έχει και μια πολύ σοβαρή πληγή στο κεφάλι. κρατώντας στα χέρια του το δισκοπότηρο με τα Άχραντα Μυστήρια. Ήτανε ένα νοικοκυρεμένο γεροντάκι. Γερμανός. κοντά στη σόμπα. στον δρόμο. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν πάλι κάτι βήματα. με τα γόνατα γυμνά.. είχανε σπάσει πολλά πλευρά. .. να του κάνουμε μια αφαίμαξη. Ύστερα. γονάτισε κι έβαλε και τα παιδιά να γονατίσουν μπροστά της. Ο γιατρός ζάρωσε τα φρύδια του. "Τί είναι πάλι.... είπε ο γιατρός πολύ σιγά στον Ρασκόλνικωφ. "Πάψε!".. Το αγοράκι.. Σε πέντε-έξη λεπτά θα πεθάνει οπωσδήποτε. Ολόκληρο το στήθος του ήτανε μπλάβο. σκύβοντας και ακουμπώντας το μέτωπο του στο πάτωμα . Η Κατερίνα Ιβάνοβνα πήρε τη Λύντα.

μέσα σ' αυτή την κάμαρα που ήτανε γεμάτη αθλιότητα. Είχε ξεχάσει το μακρύ μεταξωτό φουστάνι της. χωρίς να τολμήσει να περάσει το κατώφλι. αμαρτάνετε". Πέταξε το σάλι της. Κοίταζε γύρω της χαμένα. τρομαγμένο. Η μητέρα της την έβαλε να γονατίσει και κείνη δίπλα της. θάνατο και απελπισία. Φορούσε ένα φουστάνι πάμφτηνο. της είπε ο παπάς κουνώντας το κεφάλι του. καθώς φαίνεται. Τέλος ακούστηκαν κάτι ψιθυρίσματα από το πλήθος κι έφτασαν καθώς φαίνεται και μερικές λέξεις στ' αυτιά της. Στο μεταξύ. έψαξε με το βλέμμα για τη μητέρα της και πήγε κοντά της λέγοντας: "Έρχεται! Τη βρήκα στον δρόμο!". "Κι αυτά εδώ. λιγνή. αλλά δεν περνούσαν το κατώφλι για να μπουν μέσα. που είχε πάει να φωνάξει την αδελφή της. Μονάχα ένα αποκέρι φώτιζε εκείνη τη σκηνή. Κάτω από κείνο το καπέλο που το φορούσε στραβά. την ομπρέλα του ήλιου.". αλλά όχι για μας!". και το αστείο ψάθινο καπέλο της. τον παπά. χλωμό. τ' άσπρα μποτίνια της. "Εχ! Εχ! Είναι φιλέσπλαχνος. νόμισε πως είχε καθήκον να της πεί μερικά λόγια παρηγορητικά. με θαυμάσια γαλάζια μάτια. Να 'χετε ελπίδα στη βοήθεια του Υψίστου". Κοίταζε επίμονα το κρεβάτι. του είπε εκείνη διακόπτοντας τον ξερά και οργισμένα. ξανθούλα. "Αμαρτάνετε. που τ' αγόρασε από τα παλιατζίδικα και που τα χτυπητά του χρώματα και το γελοίο του μάκρος ήτανε πολύ ακατάλληλα για την περίσταση αυτή. Ο παπάς. Ξέχασε το πελώριο κρινολίνο της που έπιανε όλη την πόρτα. Ανάμεσα στον κόσμο γλίστρησε δειλά-δειλά κι αθόρυβα μια νέα. Τότε η Πολιά. προτού να φύγει. πέρασε το κατώφλι αποφασιστικά και μπήκε μέσα στο δωμάτιο. ενώ του έδειχνε τα μικρά παιδιά. κοντούλα. είχε ανοιχτεί και πάλι απ' τους περίεργους. που δεν της χρησίμευσε σε τίποτα αφού είχε νυχτώσει. η πόρτα που έβγαζε στ' άλλα διαμερίσματα. Ήτανε νοικάρηδες που έτρεξαν απ' όλα τα πατώματα. κυρία μου. δίχως να καταλαβαίνει τίποτα. τί θα τα κάνω. Είχε σταθεί στον προθάλαμο. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα ξαναγύρισε κοντά στο ντιβάνι του αντρός της. Ήτανε κι αυτή κακοντυμένη. Η εξομολόγηση και η μετάληψη τελείωσαν.Η Κατερίνα Ιβάνοβνα δάγκωνε τα χείλη της για να συγκρατήσει τα δάκρυα της. με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια γουρλωμένα απ' τη φρίκη. Η ξαφνική εμφάνιση της ήτανε μάλλον παράξενη. που ήτανε στολισμένο με κατακόκκινα φτερά. κουρέλια. Λαχάνιαζε κι εκείνη απ' το τρέξιμο. Έσκυψε τότε το κεφάλι της. έβλεπες ένα προσωπάκι αδύνατο. . Προσευχόταν κι αυτή και ταυτόχρονα συμμάζευε κάθε τόσο το νυχτικούλι του παιδιού και βρήκε τον τρόπο να ρίξει στις πλάτες του κοριτσιού ένα σαλάκι που τράβηξε απ' τον κομό χωρίς να σηκωθεί και χωρίς να σταματήσει να προσεύχεται. Οι θεατές πλήθαιναν όλο και πιο πολύ στον προθάλαμο. Η Σόνια ήταν δεκαοχτώ χρονών. αλλά ήτανε στολισμένη συμφωνά με τους κανόνες που επικρατούσαν στον κόσμο της και με σκοπούς έκδηλα ξετσίπωτους. άνοιξε ζωηρά δρόμο ανάμεσα στον κόσμο που ήτανε στον προθάλαμο και μπήκε μέσα σκασμένη σχεδόν –τόσο πολύ είχε τρέξει. αρκετά νόστιμη. "Ο θεός είναι φιλέσπλαχνος. Αλλά και πάλι στάθηκε κοντώ στην πόρτα.

σα να μην την αναγνώριζε πια.. δεν είναι αμαρτία. Δεν είναι ανάγκη!. μαζί με τα ρούχα των παιδιών. Ήθελε κάτι να της πεί ακόμα και σάλευε τη γλώσσα του με κόπο. ακουμπώντας στο ένα του χέρι. Ποιος είναι. την είδε .."Κι αυτό εκεί. θα τα στέγνωνα όλα στο παράθυρο και μόλις χάραζε θ' άρχιζα να τα μπαλώνω. εγώ έπρεπε να ξενυχτήσω ως το πρωί πλένοντας του το βρωμοπουκάμισο. "Ίσως να σας δώσουν μια αποζημίωση. δεν την είχε ξαναϊδεί ντυμένη έτσι. "Γιατί θα μου δώσουν αποζημίωση. του ταχτοποιούσε τα μαξιλάρια και κάνοντας τα όλ' αυτά. συχώρεσα. όπου στεκότανε η Σόνια.". Όλα τα 'πίνε! Μας έγδυνε.". Να τον συχωρέσω! Σήμερα. Ποτέ ως τώρα. τη γνώρισε. Είναι αμαρτία. κατόρθωσε ν' ανασηκωθεί λίγο στο ντιβάνι... φώναξε η Κατερίνα Ιβάνοβνα δείχνοντας τον ετοιμοθάνατο.. τρομαγμένα. Ο Μαρμελάντωφ. "Πάψε!. που πλανιότανε στο δωμάτιο. Γιατί λοιπόν να καθόμαστε και να μιλάμε εδώ μέσα για συχώρεση. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα. σκούπιζε τον ιδρώτα και το αίμα που έτρεχε απ' το κεφάλι του. ο μπεκρής! Ο άνθρωπος που μας ζούσε! Μόνο στενοχώριες μου 'δίνε. ψελλίζοντας λέξεις ακατάληπτες. Να πώς περνάω εγώ τις νύχτες μου. κουβέντιαζε ταυτόχρονα με τον παπά.Ο παπάς έσκυψε το κεφάλι του αμίλητα. θα πεθάνει! Δόξα σοι ο θεός! Να γλυτώσω από δαύτον!". Και ξαφνικά.". Η Κατερίνα Ιβάνοβνα εξακολουθούσε να περιποιείται τον πληγωμένο. "Δεν καταλάβατε". Εκείνος όμως. Έφτυσε στο μαντήλι της που το 'φέρε ύστερα μπροστά στα μάτια του παπά. Πήγαινε στις ταβέρνες κι έπινε τα λεφτά που χρειαζόμαστε για να συντηρηθούμε κι εγώ και τα παιδιά. "Μη σηκώνεσαι. ψυχομαχώντας. στυλώθηκε σε μια σκοτεινή γωνιά. κυρία μου. παπούλη! Αυτά είναι λόγια παχιά και τίποτα παρά πάνω.. του φώναξε αμέσως μ' έναν τρόπο που δε σήκωνε άλλη κουβέντα. Ο ίδιος πήγε κι έπεσε στα πόδια των αλόγων. Το μαντήλι ήτανε γεμάτο κηλίδες αίμα. άλλωστε.. Μόλις τ' άκουσε λοιπόν αυτό. Ύστερα. αν δεν τον έλιωναν τ' άλογα. βραχνά και πνιγμένα. Προσπάθησε να σηκωθεί.". Ένας φοβερός βήχας τη σταμάτησε. όρμησε προς το μέρος του με μανία σχεδόν: "Ε. του φώναξε η Κατερίνα Ιβάνοβνα. με τα μάτια του κατά την πόρτα. θα γύριζε στο σπίτι μεθυσμένος. ψέλλισε άξαφνα.. να τρέφετε τέτοια αισθήματα". Του 'δινε να βρέξει τα χείλη του. "Πρέπει να τον συγχωρέσετε στην ώρα του θανάτου. εκείνοι που άθελα τους σας έκαναν να χάσετε τον άνθρωπο που σας ζούσε".. μεγάλη αμαρτία. "Ποιος είναι κει. Ξέρω τί θέλεις να πείς. Κοίταξε μερικές στιγμές την κόρη του. Κι εξάλλου. γιατί δεν έχει άλλο. δεν έπαιρνε καθόλου τα μάτια του από την Κατερίνα Ιβάνοβνα που είχε σκύψει πάλι από πάνω του. Κι ενώ αυτός θα πήγαινε να ροχαλίσει. μ' ένα βλέμμα επίμονο και παράξενο. καταλαβαίνοντας πως ήθελε να της ζητήσει συχώρεση. με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια. απάντησε η Κατερίνα Ιβάνοβνα οργισμένα. Και ο ετοιμοθάνατος σώπασε. ενώ ταυτόχρονα έδειχνε. Την ίδια όμως στιγμή το βλέμμα του. μη σηκώνεσαι!". ενώ με το αριστερό της χέρι έσφιγγε δυνατά το στήθος της.

Συχώρεσε με!"... "Μπα. τη στιγμή που του λένε ότι του έδωσαν χάρη! Στη μέση της σκάλας συναπαντήθηκε με τον παπά που κατέβαινε. Η Σόνια έβγαλε μια αδύνατη κραυγή κι έτρεξε κοντά στον πατέρα της. λερώθηκα. γέμισα αίματα". "Γι' αυτόν τέλειωσαν όλα πια". Όρμησαν. Και θέλησε να της απλώσει το χέρι.. Είναι φθισικιά· Κάνετε κάτι γι' αυτήν. ασφαλώς. "Πέθανε!". παιδί μου.. την κηδεία ενός φίλου που δεν υπάρχει πια. Κατέβαινε γρήγοραγρήγορα.. Και βγήκε έξω βιαστικά. έπεσε ξαφνικά πάνω στον Νικοντίμ Φόμιτς. πρόσθεσε σαρκαστικά. Εκεί όμως. τον ανασήκωσαν και τον ξάπλωσαν πάλι στο ντιβάνι. τσακισμένη. Είναι είκοσι ρούβλια. Από κείνο το βράδυ γίναμε φίλοι.". είπε ο Ρασκόλνικωφ παράξενα. χωρίς να λογαριάζει καθόλου την κατάσταση. τον αγκάλιασε κι έμεινε σ' αυτή τη στάση σα μαρμαρωμένη. ώσπου να 'ρθει κι η δικιά της σειρά ν' αποχαιρετήσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα της. μου φαίνεται. Ήτανε κάτι σαν το αίσθημα που νιώθει ο καταδικασμένος σε θάνατο.. Και πώς θα ταΐσω τα παιδιά μου αύριο. Αμέσως όμως .. δειλή. Ο Ρασκόλνικωφ έκανε τόπο να περάσει και τον χαιρέτησε σιωπηλά. συμβάλω κάπως κι εγώ για.. κούνησε το κεφάλι του και κατέβηκε τη σκάλα. Με τι θα τον θάψω. εσάς ιδίως Κατερίνα Ιβάνοβνα. είσαστε καλός άνθρωπος". "Εγώ όμως τι θα κάνω τώρα. σεις είσαστε γεμάτος αίματα!". Να.. Ο Ρασκόλνικωφ πήγε κοντά της.. θα ξαναπεράσω αύριο. είπε ο Νικοντίμ Φόμιτς βλέποντας κάτω απ' το φως του φαναριού το γιλέκο του Ρασκόλνικωφ που είχε πολλούς. ο Νικοντίμ Φόμιτς όμως τον γνώρισε αμέσως. Από την ημέρα που έγινε εκείνη η σκηνή στο Τμήμα δεν ξαναϊδωθήκανε. Ύστερα χαμογέλασε. Χαίρετε!". στο κάτω-κατω." έκανε. Έχασε όμως έτσι το στήριγμα του και σωριάστηκε κάτω απ' το ντιβάνι. Μην τη βασανίζετε τη δύστυχη γυναίκα. Εσείς. που έμαθε το δυστύχημα κι ερχότανε να ιδεί πώς έχουνε τα πράγματα. μ' ένα λόγο θα ξαναπεράσω. Ξεψύχησε στα χέρια της. με τα μούτρα στο πάτωμα.. κοιτάζοντας τον κατάματα. να περιμένει με τα λούσα της καρτερικά. "την περασμένη βδομάδα ο μακαρίτης μου διηγήθηκε με λεπτομέρειες ολόκληρη τη ζωή του. μ' όλο το κακό του πάθος για το πιοτό. φώναξε. αν μπορείτε. "Σόνια. "Ήρθε κι ο γιατρός και ο παπάς όλα είναι εντάξει. Μέσα του ξεχείλιζε μια συγκίνηση που τον πλημμύρισε άξαφνα σα δυνατό κύμα. "Μα.. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ... φώναξε η Κατερίνα Ιβάνοβνα βλέποντας το πτώμα του άντρα της.. Επιτρέψατε μου λοιπόν τώρα να. Από κείνο το βράδυ έμαθα πόσο αφοσιωμένος ήτανε σε όλους σας. ταπεινωμένη. ανοίγοντας δρόμο μέσα απ' το πλήθος ως τη λα[---].. "Κατερίνα Ιβάνοβνα". εγώ. "Ναι. του. λεκέδες φρέσκο αίμα. πόσο σας εκτιμούσε και σας αγαπούσε. Αλλά τελείωνε πια. κι αν μπορούν αυτά να σας ανακουφίσουν κάπως. Σας βεβαιώ πως μιλούσε για σας με μεγάλο θαυμασμό κι εκτίμηση.εκεί. της είπε. Απέραντος πόνος ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του...

η Σόνια". Πάντοτε. θα μ' αγαπάς. "Πιο πολύ απ' όλους!". Όταν μου το είπε η Σόνια.άκουσε πίσω του κάτι βήματα βιαστικά. είδε τη μικρή να φέρνει κοντά το πρόσωπο της και να του δίνει ένα παιδιάστικο φιλί με τα παχιά της χείλη. ολότελα σα μεγάλη αυτή τη φορά. "Πιο πολύ απ' όλους αγαπούσε τη Λύντα". "Δυστυχισμένε μου πατερούλη!". Κάποιος έτρεχε να τον φτάσει. αλλά ξέραμε πως την ευχαριστούσε αυτό το πράγμα και ο πατερούλης το 'ξερέ. "Η μεγάλη μου αδελφή. πώς σας λένε. πρόσθεσε με περηφάνια. άπλωσε τ' αδύνατα χέρια της και τον έσφιξε πολύ δυνατά. Η μαμά θέλει να με μάθει γαλλικά. Και το χαμόγελο της έγινε ξαφνικά σοβαρό. Αντί για κάθε άλλη απάντηση. Ήτανε η μικρή Πολιά. είπε σε λίγο. Πήγαινε να κάνει κάποιο θέλημα που. Ένιωθε κάτι σα βαθιά χαρά καθώς την κοίταζε. είπε η μικρή ζωηρά. ένα σκαλί πιο πάνω. και πού καθόσαστε. Απ' την αυλή.". Πολιά!"". μ' εκείνο το ιδιαίτερα σοβαρό ύφος που παίρνουν τα παιδιά. απάντησε με το ίδιο σοβαρό ύφος και δίχως να χαμογελάει. "Την αγαπάς την αδελφή σου τη Σόνια. "Και ο μπαμπάς. Σας αγαπούσε. "Τί συμφορές μας βρήκανε σήμερα!". αλλά όμορφο προσωπάκι που του χαμογελούσε βλέποντας τον με χαρά παιδιάστικη. ερχότανε μια ωχρή ανταύγεια. όλο και κάτι θα της έφερνε.. "Ποιος σ' έστειλε.". "Την αγαπούσε γιατί είναι πολύ μικρούλα και γιατί είναι και άρρωστη.. "Το 'ξερά πως σ' έστειλε αυτή". Η μικρή κατέβηκε βιαστικά το τελευταίο πάτωμα και σταμάτησε πολύ κοντά του. ανασηκώνοντας το δακρυσμένο πρόσωπο της και σκουπίζοντας τα δάκρυα με την ανάστροφη της παλάμης της. Γύρισε. "Και η μαμά μ' έστειλε. όταν θέλουν να "μιλήσουν σα μεγάλοι".". "Και μένα. της έδινε πολύ μεγάλη χαρά. γιατί είναι καιρός πια να μορφωθώ και γω". Ο Ρασκόλνικωφ κοίταζε το αδύνατο. τον ρώτησε γρήγορα-γρήγορα και πνιγμένα. ήρθε κοντά και η μαμά και μου λέει κι αυτή: "Τρέξε. άφησε το κεφαλάκι της ν' ακουμπήσει στον ώμο του κι άρχισε να κλαίει σιγανά.".". "Προσευχές ξέρεις.". "Η μαμά δεν έλεγε τίποτα. που ερχότανε φωνάζοντας τον: "Ακούστε! Ακούστε!". σφίγγοντας το πρόσωπο της όλο και πιο πολύ απάνω του. πρόσθεσε ξαφνικά. Ο Ρασκόλνικωφ ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της και την κοίταξε σα μαγεμένος. Εμάς τις άλλες μας μάθαινε να διαβάζουμε κι εμένα μου 'κάνε γραμματική και κατήχηση". . "Ακούστε. Ύστερα. καθώς φαινότανε. απάντησε το κοριτσάκι χαμογελώντας ακόμα πιο χαρούμενα. χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει το γιατί.

Το ήξερα πως θα περνούσε. κι αν ακόμα έμενε μακρύτερα. Σαν τον πνιγμένο που αρπάζεται από το άχυρο. επειδή είμαι μεγάλη. Ούτε κι ο ίδιο το 'ξερέ. οπωσδήποτε. τη δύναμη και θα ιδείτε με ποιόν έχετε να κάνετε. έστω και σ' ένα χώρο όπου θα μπορώ μόνο τα πόδια μου να πατήσω. Ίσως να βιάστηκε λιγάκι για να βγάλει τέτοιο συμπέρασμα. από πολύν καιρό."."Και βέβαια ξέρω. συχώρεσε και ευλόγησε την αδελφούλα μου Σόνια" και ύστερα τούτη: "θεέ μου. μακριά τα φαντάσματα!. "Ε. του φαινότανε πω θα μπορούσε να ζήσει.. ενώ περνούσε γρήγορα γρήγορα τη γέφυρα. καλά. μια που το θυμήθηκα: Η οικία Ποτσίνκοβ είναι δυο βήματα από δω. φτάνει πια. όταν βγήκα απ' το δωμάτιο μου. μακριά οι παράλογοι φόβοι.. "Θα προσεύχομαι γι" σας σε όλη μου τη ζωή". Η ζωή μου δεν έφυγε μαζί με της γριάς! Εκείνη βρίσκεται τώρα στον άλλο κόσμο. θα πήγαινα στού Ραζουμίχιν. Αλλά. Δεν είμαι ζωντανός αυτή τη στιγμή. ξανάρχισε να γελάει και πέφτοντας απάνω του τον έσφιξε πολύ δυνατά στην αγκαλιά της. Ο Κόλιας και η Λύντα τίς λένε δυνατά μαζί με τη μαμά.. γιατί ο πρώτος μας μπαμπάς είναι πεθαμένος κι αυτός που είχαμε τώρα ήτανε ο δεύτερος. Πέντε λεπτά αργότερα. είπε με θέρμη η μικρή που.. στο μέρος ακριβώς απ' όπου έπεσε εκείνη η δύστυχη. γριά μου! Άφησε τους άλλους ήσυχους! Εγώ ξαναβρήκα τώρα το λογικό μου και το φως. δεν έχει σημασία. όταν ξαναβρέθηκε στον δρόμο. Προσευχηθείτε καμμιά φορά και για μένα! "Για τον δύστυχο τον Ροντιόν" να λέτε -τίποτ' άλλο". Και. πως η ζωή υπήρχε ακόμα γι' αυτόν... σα να μιλούσε με κάποια σκοτεινή δύναμη και να την προκαλούσε. "Είμαι πολύ αδύνατος αυτή τη στιγμή. Η δύναμη! Η δύναμη είναι απαραίτητη.. για κάθε ενδεχόμενο". μαζί με τη ζωή της γριάς. "Μακριά οι παραισθήσεις.. φώναξε αποφασιστικά.. λέω τις προσευχές μόνη μου. Ας το πληρώσω με το κεφάλι μου. τη θέληση. εμένα με λένε Ροντιόν. "Φτάνει!". Πρόσθεσε περήφανα. σε τόνο θριάμβου. συχώρεσε και ευλόγησε τον άλλο μας μπαμπά". δίχως δύναμη δεν κάνεις απολύτως τίποτα. Ο Ρασκόλνικωφ της είπε τ' όνομα του. Η περηφάνια και η σιγουριά μεγάλωναν μέσα του από στιγμή σε στιγμή έτσι που ένα λεπτό μονάχα ήτανε αρκετό για να τον κάνει άλλον άνθρωπο Τί έγινε λοιπόν και σημειώθηκε μέσα του μια τέτοια αλλαγή.. αλλά πιστεύω πως η αρρώστια πέρασε. "Δεν τ' αποφάσισα να ζήσω. είπε άξαφνα. βρισκότανε στη γέφυρα. Η μικρούλα έφυγε κατενθουσιασμένη. Λέμε όμως και για τον πρώτο προσευχές". πως δεν χάθηκε ι ζωή του. αλλά δεν το σκεφτότανε καθόλου αυτό. Ήτανε περασμένες δέκα. Οι δυο μας τώρα!". η δύναμη αποχτιέται με τη δύναμη -κι αυτό είναι ακριβώς εκείνο που δεν ξέρε ο κόσμος". Εγώ. "Μικρή μου Πολιά. "Και όμως ζήτησα να προσευχηθούν για τον δυστυχισμένο Ροντιόν". Ας κερδίσει το στοίχημά του. Η ζωή υπάρχει. απότομα.. Λένε το "Χαίρε Μαρία" και ύστερα μια άλλη: "θεέ μου.. Έτσι το 'πάμε. πρόσθεσε με περηφάνια και σιγουριά. Και. της έδωσε τη διεύθυνση του και της υποσχέθηκε πως θα ξαναερχόταν την άλλη μέρα. πρόσθεσε χαμογελώντας .

μπορεί όμως να είναι και απρόσκλητος. είπε ο Ζοσίμοβ γυρίζοντας κατά τον Ραζουμίχιν. Μήπως και μεις δε λέμε ψέματα.σκονάκι". "Αυτός.". Ο Ζοσίμοβ ήρθε τρέχοντας κοντά στον Ρασκόλνικωφ μ' ένα είδος λαιμαργίας: Ήτανε ολοφάνερη και κάπως παράξενη η περιέργεια του. Για σήμερα. Ε.. Αφού το λες κι ο ίδιος πως αισθάνεσαι αδυναμία. Κάθησε μια στιγμή να σου φέρω τον Ζοσίμοβ. Το δωμάτιο του Ραζουμίχιν ήτανε αρκετά ευρύχωρο και είχανε μαζευτεί εκεί μέσα καμμιά δεκαπενταριά άτομα. Ο Ρασκόλνικωφ ζήτησε τον Ραζουμίχιν.. "Πρέπει να πάτε να ξαπλώσετε αμέσως".. γιατί δε θα μπορούσες να το φαντασθείς. Δε θα το ξεχάσετε.με τα παιδιαρίσματα του. Γι' αυτό. .. Σε λίγο όμως το πρόσωπο του γαλήνεψε πάλι. εδώ που τα λέμε. t Και ήπιε το φάρμακο επί τόπου. Εξάλλου ας πάνε όλοι τους στο διάβολο! Δεν ξέρω τί να τους κάνω τώρα κι ύστερα θέλω να πάρω λίγο αέρα. Ποιος είναι αυτός ο κατσαρομάλλης που βγήκε τώρα δα και κοίταξε. Στην οικία Ποντσικόβ. λοιπόν άσ' τους να τα λένε. Έλα όμως αύριο σπίτι μου.. θα τους αφήσω με τον θείο μΟυ. αν είναι ανάγκη". Ένιωθε πως ήτανε πολύ ευδιάθετος. "Άκου". "ήρθα μόνο για να σου πω ότι κέρδισες το στοίχημα και ότι είναι αλήθεια πως κανείς δεν ξέρει τί μπορεί να του συμβεί. δυο υπηρέτριες της σπιτονοικοκυράς δούλευαν γρήγορα γύρω από δυο μεγάλα σαμοβάρια και ταυτόχρονα κουβάλαγαν μποτίλιες. παρ' όλο που πολύ δύσκολα μέθαγε. Δυο λεπτά ακόμα και.". Όσο για να μπω μέσα. Ίσως κάποιος φίλος του θείου μου.. Βρήκε πολύ εύκολα το σπίτι του Ραζουμίχιν. Με την πρώτη ματιά καταλάβαινες αμέσως πως ήτανε αρκετά πιωμένος. "Και οι καλεσμένοι σου. ε. "θα ιδούμε πώς θα είσαι αύριο. Η πόρτα που έβλεπε κατά το κεφαλόσκαλο ήτανε ορθάνοιχτη κι ακουγόταν φωνές και ζωηρές συζητήσεις. καλησπέρα και αντίο. Αυτή τη φορά όμως το μεθύσι του ήτανε ολοφάνερο. Είναι ένα . ήξεραν κιόλας τον καινούργιο νοικάρη και ο πορτιέρης τον οδήγησε αμέσως Απ' τη μέση της σκάλας ακουγότανε η φασαρία και η κουβέντα πολλών ανθρώπων. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ. Τα πιατικά ήτανε απ' την κουζίνα της σπιτονοικοκυράς. Είναι ένας άνθρωπος πραγματικά πολύτιμος -κρίμα που δε μπορείς να τον γνωρίσεις σήμερα. "Παίρνω και δυο. "Καλά θα κάνεις να τον συνοδεύσεις". δε μπορώ. θ' αρπαζόμουνα με δαύτους. Ο Ρασκόλνικωφ σταμάτησε στον προθάλαμο. ήρθες πάνω στην ώρα. πιάτα και δίσκους φορτωμένους με ορντέρβ. Τί βλακείες λένε! Δε μπορείς να φαντασθείς τί είναι ικανός να σου ξεφουρνίσει ένας άνθρωπος! Αλλά. δεν είναι άσχημα: Βλέπω .". δε θα τη βρουν αργότερα αυτή την ευκαιρία. που μου φαίνεται πως θα πέσω κάτω. βιάστηκε να δηλώσει ο Ρασκόλνικωφ.. σίγουρα. Αισθάνομαι τέτοια αδυναμία. που ήρθε αμέσως τρέχοντας και κατευχαριστημένος. Φίλε μου. Πίσω απ' το χώρισμα. είπε αφού εξέτασε στα πεταχτά τον Ρασκόλνικωφ. Και καλά θα κάνετε να πάρετε για τη νύχτα κάτι που σας έχω ετοιμάσει.. "Θα σε πάω εγώ στο σπίτι σου. Πού στο διάβολο να ξέρω.

. Καμμιά φορά έχει καλά αισθήματα. τον έκανες ν' ανατριχιάσει!' Να σκεφτείς μονάχα πως τον ανάγκασες να ξαναπιστέψει τη φοβερή βλακεία του! Και ξαφνικά χραπ! Του τη φέρνεις: "Άρπα τη. Η αρρώστια δούλευε μέσα σου εδώ και ένα μήνα: Το βεβαιώνει ο Ζοσίμοβ.. "θα στα πω. Το φαντάζεσαι. αυτή τη στιγμή είμαι λιγάκι μεθυσμένος. Έτσι. Όσο περισσότερο ζούμε.. το πρόσεξα τότε που πήγαμε στης Λουΐζας.. για τρελλό.. το γεγονός λοιπόν είναι ότι αυτή η σκέψη.. γιατί ήτανε ολοφάνερη βλακεία. δεν τολμούσε κανένας τους να την πεί ανοιχτά. το γεγονός είναι ότι. Ναι. αλλά δεν πειράζει. Κι ο Πορφυρής επίσης θέλει πολύ να σε γνωρίσει.. αδερφέ μου. " Έχασα τότε τις αισθήσεις μου γιατί μ' έπνιξε η ζέστη και η μυρουδιά απ' τις λαδομπογιές". τόσο πιο πολλά μαθαίνουμε. και κείνος!.". Τρίτον. τώρα που φεύγαμε.... Κατάλαβα έτσι πέρα για πέρα την υπόθεση.. τούτο δω το βόδι. Του τα έψαλα λιγάκι αυτουνού του Ζαμιότοβ. ασφαλώς θα γελάς με τις αλλόκοτες ιδέες που του κατεβαίνουν στο κεφάλι. σχετικά με σένα. αν δεν είσαι τρελλός. όλα γιατί είναι όλοι τους ηλίθιοι.. "Ορίστε! Κάθεται ακόμα και δίνει εξηγήσεις! Μα. σκόνη τον έκανες! Πραγματικά βρήκε τον δάσκαλο του. Δηλαδή. είπε ο Ρασκόλνικωφ.".. Μα. Μα. είπε ο Ραζουμίχιν γελώντας. Μου είπε να σου πιάσω κουβέντα στον δρόμο και να σε βάλω να μιλάς κι ύστερα να του πω τι έλεγες. Τον τρόμαξες στην αρχή. Δεύτερον.. όπως επίσης την κατάλαβε κι ο Ζαμιότοβ. μόλις βγήκανε στον δρόμο. έγινε σκόνη τώρα. "Ξέρεις τι μου σφύριξε στ' αυτί ο Ζοσίμοβ.. έχει ψώνιο τώρα τελευταία με τις ψυχικές παθήσεις και. λοιπόν. που η ειδικότητα του είναι η χειρουργική. . Ο Ρασκόλνικωφ άκουγε με απληστία. "Α!. καταλαβαίνεις. Η κυριότερη αιτία ήτανε αυτός ο Ηλίας Πετρόβιτς! Του κόλλησε η ιδέα από τότε που λιποθύμησες στην αστυνομία και ύστερα ντρεπότανε κι ο ίδιος που έκανε τέτοια υπόθεση: Το ξέρω καλά. γιατί μ' έπαιρναν. Μωρέ ήτανε αριστούργημα! Τον έλιωσες. φίλε μου..". κι έτσι έσκασαν όλα σα σαπουνόφουσκα και τελείωσαν μια για πάντα. κι αυτό μεταξύ μας.". "Στα είπε όλα ο Ζαμιότοβ.. σχημάτισε μια γνώμη τελική ύστερα από την κουβέντα που έκανες με τον Ζαμιότοβ σήμερα.. Τί κρίμα που δεν ήμουνα εκεί! Σε περίμενα στο σπίτι μου με αγωνία. με δυο λόγια Ρόντια. κι έκανε πολύ καλά. αλλά το μάθημα που του 'δωσες σήμερα στο "Κρυστάλ".".. σήμερα όμως ξεκαθάρισαν όλα. δεν ήτανε μόνο η λαδομπογιά... "Δε φτάνω ούτε στο νυχάκι του". σε παρακαλώ.. Πρώτα-πρώτα είσαι τρεις φορές εξυπνότερος από δαύτον. Είχε πολύ λυθεί η γλώσσα του Ραζουμίχιν από το πιοτό. ή πως κοντεύεις να τρελλαθείς. "Όλα. Για σένα το λέει αυτό. φιλαράκο μου!".. εννοείται. λέει τώρα. γιατί έχει την ιδέα πως είσαι τρελλός.μια αξιοσημείωτη αλλαγή από τότε που τον είδα. ήτανε πραγματικά ριζωμένη μέσα τους. μη δείξεις πως το ξέρεις: Παρατήρησα πως είναι πολύ καχύποπτος. ιδίως απ' τη στιγμή που έπιασαν τον μπογιατζή. ήτανε το άκρον1 άωτον της τελειότητας. γιατί λοιπόν είναι τόσο ηλίθιοι.". Α! Δε μπορείς να φαντασθείς πώς έγινε.". καταλαβαίνεις. αυτό το παλιόπαιδο ο Ζαμιότοβ.

μην τους λογαριάζεις καθόλου!".".. είπε από μέσα του..". Είμαι λίγο μεθυσμένος. Εκείνο που του έκανε κατάπληξη στην αρχή. "Μα. Τότε ο Ραζουμίχιν σκέφτηκε πως ίσως ο Ζοσίμοβ να είχε δίκιο. που είναι γνωστά όλα τα περιστατικά φαίνεται ολοκάθαρα γιατί σ' ενδιαφέρει αυτό το πράγμα. θα σε συνοδεύσω.. θα είσαι μάρτυρας. μ' ένα λόγο. αλλά βλέπεις. Γεια σου!". "Τί έχεις. κάποιος υπάλληλος πέθανε. κατακόκκινο φτερό. και. ποιος είναι λοιπόν εδώ μέσα. Την άνοιξε κι έμεινε καρφωμένος στο κατώφλι.. είδα εκεί πέρα ακόμα ένα πλάσμα μ' ένα. Πρώτος άνοιξε διάπλατα την πόρτα ο Ρασκόλνικωφ. "Παράξενο! Ίσως να 'ναι η Ναστάσια". Γιατί λοιπόν δεν το περίμενε καθόλου να τίς ιδεί. αλλά θέλω να σου σφίξω το χέρι εδώ και να σ' αποχαιρετήσω εδώ. "Μα. Εξάλλου. με φίλησε τώρα δα ένα πλάσμα. Κοίτα! Κοίτα!".. τώρα. Πόσο σε είχε εκνευρίσει τότε και πώς είχε συνδεθεί όλη υπόθεση με την αρρώστια σου!." φώναξε ο Ραζουμίχιν. γιατί.. Ραζουμίχιν". που βρισκότανε ακόμα εκεί μπροστά τους και που τους είχε διηγηθεί με κάθε . είπε ο Ρασκόλνικωφ.. έρχομαι από το σπίτι ενός πεθαμένου. Σα να τα παραλέω. δε με νοιάζει. τάχα.. Έλα. αλλά. μου φαίνεται. που να πάρει ο διάβολος. είπε ο Ραζουμίχιν.. Τί έχεις. Είμαι τόσο λυπημένος. πλησιάζοντας στην πόρτα. πραγματικά. αλλά δεν πρόκειται γι' αυτό. ζαλίζομαι. του 'χει κολλήσει αυτή η ιδέα. αλλά. έχουμε ν' ανεβούμε τη σκάλα.. τί έχεις Ρόντια.. είναι το ότι μονάχα γι' αυτό το ζήτημα έδειχνες ενδιαφέρον."Δηλαδή. Υπάρχει φως στην κάμαρα μου. δε βλέπεις.. "Τί είναι. δώσ' μου το χέρι σου.. Εξακολούθησαν ν' ανεβαίνουν τη σκάλα.. "Άκου. ούτε καν τίς σκέφτηκε. Τους έδωσα όλα μου τα λεφτά.. άκουσαν θόρυβο και κουβέντες στο δωμάτιο... "Εχ! Τον αναστάτωσα με τη φλυαρία μου".. από κει κάτω.. που. "Γυρίζει λίγο το κεφάλι μου. "Τίποτα. "Ποτέ δεν έρχεται η Ναστάσια στο δωμάτιο μου τέτοια ώρα. όχι κι εντελώς τρελλό.. τόσο λυπημένος! Σα γυναίκα... "Τί είναι αυτά που λες. "Το ξέρω πως θα μπούμε μέσα μαζί.. νιώθω μεγάλη αδυναμία.. Γεια σου!". "Μα. πως όπου να 'ναι φτάνουν.. Πάμε.". εκτός απ' αυτό. έχει λύσσα με τις ψυχικές παθήσεις. Είχανε φτάσει πια στο προτελευταίο πλατύσκαλο. κι αν ακόμα είχα σκοτώσει άνθρωπο. αλήθεια! Κοίτα! Τί είναι αυτό. Ξαφνικά." ρώτησε ο Ραζουμίχιν τρομαγμένος. θα μπούμε μαζί μέσα". Όσο για σένα. στο ξαναλέω.. Μέσα απ' την χαραμάδα".. Εκείνες όλη αυτή την ώρα που περίμεναν ρωτούσαν τη Ναστάσια. Η μητέρα του και η αδελφή του κάθονταν στο ντιβάνι του και τον περίμενε μιάμιση ώρα. αυτή θα κοιμάται τώρα. κοντά στην πόρτα της σπιτονοικοκυράς και.. αλλά. "θέλω να σου μιλήσω ανοιχτά. μπορούσε να διακρίνει κανείς πως υπήρχε φως στην κάμαρα του Ρασκόλνικωφ.". φίλε μου. παρ' όλο που σήμερα κιόλας είχε μάθει πως έρχονται γρήγορα... κράτησε με λίγο.".

καθώς έκριναν απ' τα λεγόμενα της... όταν αυτός ξανάνοιξε τα μάτια του.λεπτομέρεια. είπε ο Ραζουμίχιν στη μητέρα και στην αδελφή. έκανε ένα βήμα. Εκείνος όμως έμεινε ψυχρός σαν πτώμα. Έκλαιγαν και οι δυο τους όλη αυτή την ώρα της αναμονής. δεν είναι τίποτα". Αναστάτωση.". όπως τον χαρακτήρισε το ίδιο κιόλας βράδυ η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα Ρασκόλνικωφ. "Δεν είναι τίποτα. Εκείνος. "Θεέ μου τί να του συμβαίνει. αυτός ο "δυναμικός νεαρός". υποφέροντας φριχτά για τον αγαπημένο τους. Πιάνοντας τη Ντουνιά απ' το χέρι τόσο απότομα ώστε παρά λίγο να της στραμπουλίξει τον καρπό. Δε μπόρεσαν να σηκωθούν. Η μητέρα και η αδελφή κοίταζαν τον Ραζουμίχιν με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη. την ανάγκασε να σκύψει για να ιδεί και η ίδια πως πραγματικά ο αδελφός της "συνήλθε".. μικροπράγματα. συνέρχεται. Κραυγές ενθουσιασμού και χαράς υποδέχτηκαν τον Ρασκόλνικωφ Όρμησαν και οι δύο απάνω του. βογγητά. κραυγές τρόμου... σα να τον είχε στείλει η θεία πρόνοια. Είχανε μάθει απ' τη Ναστάσια πόσο παραστάθηκε στην αρρώστια του Ρόντια τους. Και τα χέρια του δε σηκώθηκαν για να τις αγκαλιάσει. κουβεντιάζοντας ιδιαιτέρως με τη Ντουνιά. που είχε σταθεί στο κατώφλι. Τρόμαξαν όταν έμαθαν πως το 'σκάσε σήμερα απ' το σπίτι και με παραλήρημα μάλιστα. πως είχε γίνει ολότελα καλά! Νερό! Να. βρισκόταν ξαπλωμένος στο ντιβάνι. Ο Ραζουμίχιν.! Συνήλθε κιόλας".. "Μια λιποθυμία. έπιασε τον άρρωστο με τα δυνατά του μπράτσα και σε λίγο. . Μια σκέψη ξαφνική και ανυπόφορη τον χτύπησε σαν κεραυνός. όλα τα καθέκαστα για τον Ρασκόλνικωφ. Ο γιατρός είπε πριν από λίγο ότι πάει πολύ καλύτερα. όρμησε μέσα. τον γέμιζαν φιλιά. κλαίγοντας και γελώντας μαζί. τρέκλισε και σωριάστηκε στο πάτωμα λιπόθυμος. Η μητέρα του και η αδελφή του τον έσφιγγαν στο στήθος τους.

"Θα μείνω εγώ κοντά του". μανούλα."..".. Ρόντια. Η μητέρα τρόμαξε με το βλέμμα του. ύστερα την άλλη. θα ξενυχτίσω εδώ. αλλά το ξέρει πως φτάσαμε... μαζί μ' αυτόν". Έχω εκεί τον θείο μου για να τους κάνει τον πρόεδρο". την είχε την καλοσύνη.. έλεγε θυμωμένα. "Γύρισε πίσω σπίτι. "Σταθείτε!". Έχετε έρθει καιρό. Ντουνιά. ξανασφίγγοντας τα χέρια του Ραζουμίχιν. είπα στον Λούζιν ότι θα τον πετάξω με κλωτσιές από τη σκάλα και τον έστειλα στον διάβολο"... Το βλέμμα αυτό. πως ο Πιότρ Πετρόβιτς είχε την καλοσύνη να σου κάνει επίσκεψη σήμερα. είπε ο Ρασκόλνικωφ κάνοντας μια κίνηση με το χέρι του που έδειχνε θυμό. "δε θα τον αφήσω ούτε λεπτό. απάντησε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. Αλλά. "Μη με βασανίζεις!". Ρόντια". κάτι το παρανοϊκό σχεδόν. "Όλο με διακόπτετε και θολώνει το μυαλό μου. ας βγούμε από δω μέσα. άρχισε να λέει η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. και για μια στιγμή τίς κοίταξε κατάματα αμίλητα πρώτα τη μια. έδειχνε ένα δυνατό αίσθημα που έφτανε ως τον πόνο. "Του κάνουμε πολύ κακό. "Απόψε.. είπε με φωνή σπασμένη. "Όχι. Είναι ολοφάνερο".. αύριο κιόλας.. "Δε θέλω!. έστω και για μια στιγμή". Αλλά και πάλι ο Ρασκόλνικωφ τη διάκοψε. "Μα. Είδατε καθόλου τον Λούζιν.. Ρόντια. "Αύριο.. άσ' τους να γκαρίζουν και να βρίζουν όσο θέλουν.". πρόσθεσε με κάποιο φόβο η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. "Πώς θα μπορέσω ποτέ να σας το ξεπληρώσω.". Η Αβντότια Ρομάνοβνα ήτανε χλωμή και το χέρι της έτρεμε στη χούφτα του αδελφού της. Δε θέλω!. Τίς έπιασε και τις δύο απ' το χέρι. για τίποτα στον κόσμο δε θα φύγω πια από κοντά σου. μουρμούρισε η Ντουνιά τρομαγμένη. ύστερα από τριών χρονών χωρισμό. "Πάμε.. δείχνοντας τον Ραζουμίχιν. κι ας παν στον διάβολο οι καλεσμένοι μου. ενώ ταυτόχρονα είχε και κάτι το επίμονο. Έκανε με το χέρι του νόημα στον Ραζουμίχιν να σταματήσει τις ατέλειωτες και ασυνάρτητες παρηγοριές που έλεγε στη μητέρα του και στην αδελφή του. .". είπε ο Ρασκόλνικωφ.. "Ναι.ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ  1  Ο Ρασκόλνικωφ ανασηκώθηκε και κάθησε στο ντιβάνι. φώναξε ο Ραζουμίχιν. στο πλάι σου. "Μη με βασανίζετε! Φτάνει! Πηγαίνετε … Δεν αντέχω πια!".". στο βάθος του. Ρόντια. είπε κλαίγοντας η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. να μη μπορέσω να τον ιδώ λιγάκι. "Το τραίνο είχε μεγάλη καθυστέρηση. Μάθαμε. Η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα άρχισε να κλαίει.

. "Αχ! Ας φύγουμε καλύτερα!". "Παραμιλάει!"."." έκανε η μητέρα της τρομαγμένη.. έξω φρενών. ξανάπε ο Ρασκόλνικωφ με μεγάλο κόπο.. απάντησε ζωηρά η Αβντότια Ρομάνοβνα. από αύριο κιόλας.. Στ' αλήθεια. να του γράψεις ένα γράμμα. φώναξε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. πρόσθεσε γλυκά. "Με ποιο δικαίωμα..... Και γι' αυτό πρέπει. αλλά αμέσως συγκρατήθηκε. Η Αβντότια Ρομάνοβνα. είναι αλήθεια.. "Ώστε.. Και γι' αυτό αύριο κιόλας. "Δε μπορώ να το κάνω αυτό". .. δεν θα τολμούσε. "Καλά. ολότελα εξαντλημένος. φώναξε η Ντουνιά πληγωμένη.". Τα μαύρα μάτια της άστραφταν. Ρητόρευε εδώ μέσα. θα πάψω να σε βλέπω πια σαν αδελφή μου. ψιθύρισε στον Ραζουμίχιν. Η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα ήτανε αναστατωμένη. Πηγαίνετε". Ή εμένα.. "Πάμε. "Θεέ μου!". Παντρεύεσαι τον Λούζιν για χάρη μου. τα λέμε αύριο. λοιπόν. "Ντουνιά". Τύραννε!". μούγκρισε ο Ραζουμίχιν.". "Σου 'στρίψε.. Ναστάσια. Αμέσως όμως σταμάτησε ρίχνοντας μια ματιά στη Ντουνιά.. "Τ' ακούς. ε. "Διαφορετικά. Εγώ.. και να τα διαλύσεις. σκέψου το λίγο αυτό που λες". Ξάπλωσε στο ντιβάνι και γύρισε κατά τον τοίχο. συνέχισε ο Ρασκόλνικωφ με κόπο. Ίσως να μην είσαι σε θέση να τα κουβεντιάσουμε αυτή τη στιγμή. Όχι. αύριο.. Αλλά όσο παλιάνθρωπος κι αν είμαι. Μα. Σήμερα όμως πραγματικά τον πέταξε έξω. Πάψε... εκείνος θύμωσε. απάντησε επίσης ψιθυριστά ο Ραζουμίχιν. μαμά. Ας βγούμε έξω. πάμε τουλάχιστον στο πλατύσκαλο. πηγαίνοντας κοντά στην κόρη της.. με τα μάτια στυλωμένα στον αδελφό της. φώναξε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. δε βλέπεις. ας είμαι παλιάνθρωπος. Αλλά εγώ δεν τη δέχομαι αυτή τη θυσία. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα τρομαγμένα. με απόγνωση."Ρόντια! Τι λες. αυτός ο γάμος είναι ατιμία.. αλλά έφυγε με την ουρά στα σκέλια. "Αδελφέ μου. είπε η Ντουνιά λυπημένα.. Αύριο. εσύ δεν πρέπει να χαλάσεις. συνοδέψτε εσείς τη Ντουνιά". το 'πες σοβαρά αυτό το πράγμα. να κόψεις κάθε σχέση με τον Λούζιν και να μην ξανακούσω πια να γίνεται λόγος για δαύτον!". Ρόντια!". "Και θα τα κάνετε μούσκεμα". Η Αβντότια Ρομάνοβνα κοίταξε τον Ραζουμίχιν περίεργα. φώτισε μας". Ε. περίμενε τη συνέχεια. "Δεν έχω καθόλου παραλήρημα. θα μείνω κάπου εδώ. "Δε μπορώ να φύγω από δω. θα μου το διαβάσεις το πρωί και θα τελειώσουν όλα -έτσι. Αλήθεια λέει. ή τον Λούζιν. Ο Ρασκόλνικωφ δεν απάντησε κι ίσως να μην είχε τη δύναμη ν' απαντήσει. φτάνει ο ένας. "Ντουνιά κι εσύ είσαι θυμωμένη. για τίποτα στον κόσμο. Κι ο Ραζουμίχιν ανατρίχιασε με τη ματιά που του 'ρίξε.. Αντίο. αδελφέ".. είσαι κουρασμένος".". Ντουνιά. θα του 'χει φύγει αυτή η λόξα.... "δεν τον θέλω αυτόν τον γάμο..". Φυσικά.". "Παραμιλάω.. μας έκανε επίδειξη των γνώσεων του. είπε ο Ραζουμίχιν με φωνή βραχνιασμένη απ' το πιοτό.

δεν είναι δυνατόν να μείνει μόνη της η Αβντότια Ρομάνοβνα σε τέτοιο βρωμόσπιτο. Μην την λαβαίνετε υπ' όψη σας. δε μπορώ!". Δε μπορούσε τέλος πάντων αυτό το μούτρο ο Πιότρ Πετρόβιτς να σας βρεί κάνα δωμάτιο της προκοπής. . αλλά τους τράβαγε τα χέρια όλο και περισσότερο κατά πάνω του. παρ' όλο που δεν ήτανε από φυσικού της δειλή. "Θα πάω να ιδώ τη σπιτονοικοκυρά". Όσο για την Αβντότια Ρομάνοβνα. Δε μπορώ να τον αφήσω σ' αυτή την κατάσταση. "παρά λίγο να μας αρχίσει στο ξύλο κι εμένα και τον γιατρό! Καταλαβαίνετε. Τώρα όμως. ένα σκαλί πιο κάτω."Σας τ' ορκίζομαι". Αν εκείνη τη στιγμή του λέγανε να πέσει με το κεφάλι κάτω στη σκάλα. Εξάλλου. το χέρι σα μέγκενη και καταβρόχθιζε με τα μάτια την Αβντότια Ρομάνοβνα. την ώρα που ήμουνα κάτω και τον πρόσεχα. ξέρετε. βρισκότανε σε μια υπερδιέγερση και το πιοτό που ήπιε του την ξανάδωσε στο κεφάλι με πολύ μεγαλύτερη δύναμη.". "Αχ! Τί είναι αυτά που λέτε!". χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς κανέναν δισταγμό. παρ' όλο που είχε πιεί το καταπέτασμα. Και τώρα πάλι θα το ξανασκάσει. Ο Ραζουμίχιν ήτανε πολύ ταραγμένος Μισή ώρα πιο πριν. Κάθε τόσο. χωρίς να ντρέπεται καθόλου. τράβαγαν από τον πόνο τα δάχτυλα τους μέσα από την κοκκαλιάρικη χερούκλα του. Και. Για σκεφτείτε λιγάκι πού πέσατε. με την κάθε κουβέντα. Τον ίδιο τον γιατρό! Κι αυτός υποχώρησε για να μην τον νευριάσει περισσότερο. όταν βγήκανε στη σκάλα. Τη στιγμή που τα 'λεγαν αυτά. όταν έφερνε στο σπίτι τον Ρασκόλνικωφ. είπε με πείσμα η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. Πρόνοια. ή μπορεί να κάνει τίποτα κακό στον εαυτό του". μαζί με τη μητέρα της. αν τον εκνευρίσετε λίγο ακόμα. θα το 'κανε αμέσως. "Κι ύστερα. παρακολουθούσε με κατάπληξη και με τρόμο μάλιστα τα βλέμματα του που άστραφταν και μονάχα η απέραντη εμπιστοσύνη που της είχε μεταδώσει γι' αυτόν τον τρομερό νέο η Ναστάσια. τους έσφιγγε... Στεκότανε ανάμεσα τους πιάνοντές τες από τα χέρια και προσπαθούσε να τίς πείσει εκθέτοντας τα επιχειρήματα του με καταπληκτική ειλικρίνεια. γιατί ήτανε αναστατωμένη έχοντας πάντα το μυαλό της στον Ρόντιά της. δε σταμάταγε η γλώσσα του καθόλου. εκείνος όμως. παρέβλεπε όμως τα στραβοπατήματα του κι εξακολουθούσε να τον βλέπει σαν τη θεία. καταλάβαινε πολύ καλά πως δεν ήτανε εύκολο να του ξεφύγουν τώρα. Ύστερα τα κατάφερε να ντυθεί και να μου το σκάσει. ακριβώς μπροστά στην πόρτα της σπιτονοικοκυράς. όπως το παραδεχότανε κι ο ίδιος. την συγκρατούσαν να μην το βάλει στα πόδια. είχε όμως πολύ κέφι και το μυαλό του ήτανε ξεκάθαρο σχεδόν. έβλεπε βέβαια τις παραξενιές του και πόναγε το χέρι της από το σφίξιμο. Εξάλλου. Η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. τα 'χω κοπανήσει λιγάκι και γι' αυτό την είπα τώρα τούτη τη βαριά κουβέντα. ασφαλώς. στέκονταν στο πλατύσκαλο. για να γίνεται πιο πειστικός. Η Ναστάσια τους φώτιζε. "θα την παρακαλέσω να μας φιλοξενήσει εμένα και τη Ντουνιά απόψε σε μια γωνιά. εξακολούθησε ψιθυριστά. όχι μόνο δεν το καταλάβαινε.

Σε περίπτωση που δε θα είναι καλά. Εγώ θα μπορούσα να μείνω. καταλαβαίνετε.". Ποιος του χρειάζεται περισσότερο αυτή τη στιγμή. γιατί είσαστε άγγελος!" φώναξε ο Ραζουμίχιν με ακράτητο ενθουσιασμό. γιατί δεν πρέπει να γυρίζετε στους δρόμους μόνες σας εδώ στην Πετρούπολη μας. Αν κρίνουμε απ' την κατάσταση του. είναι ο γιατρός.. θα πεταχτώ πάλι μαζί του σε σας. "Αδύνατον ν' απευθυνθείτε στη σπιτονοικοκυρά -θα ήτανε η μεγαλύτερη ανοησία". τί καλύτερο θα μπορούσαμε να περιμένουμε. Ακούστε με... Σείς ή ο γιατρός. σ' οποιαδήποτε κατάσταση κι αν βρισκότανε. . να τί θα κάνω: Η Ναστάσια θα μείνει για την ώρα κοντά του και γω θα σας πάω στο σπίτι σας.. σίγουρα.: ας τ' αφήσουμε αυτά. κι εγώ επίσης είμαι ένας ηλίθιος. ανέβα αμέσως επάνω και να μείνεις κοντά του με το φως. Και για σας μπορεί να ζηλέψει. Έτσι. θα πάρω τον Ζοσίμοβ. "Να! Σεις.. δεν πίνει. Η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. Τέλος πάντων. μαμά. θα βάλω κα τον Ζοσίμοβ να κοιμηθεί στης σπιτονοικοκυράς για να τον έχω πρόχειρο. "Πάμε! Ναστάσια. με καταλαβαίνετε. αν δεν κοιμάται κλπ. θα τον κάνετε να εξαγριωθεί κι ένας θεός μονάχα ξέρει τί μπορεί να γίνει τότε. αν κοιμάται. ήξερες πολύ γρήγορα με τί άνθρωπο είχες να κάνεις. αν θέλετε να το μάθετε. δε μεθάει ποτέ του αυτός.. Κατά τη γνώμη μου. δεν έφερε πια αντίρρηση. "Δεν έχει σημασία που είσαστε μητέρα του.. που είναι όλοι τους μεθυσμένοι. Εμπρός. .. άλλο ο γιατρός και άλλο εγώ. σας ορκίζομαι ότι θα σάς φέρω αμέσως κοντά του. γυρίζοντας θα πεταχτώ μια στιγμούλα εδώ και σας δίνω τον λόγο μου ότι μέσα σε ένα τεταρτάκι θα 'ρθω να σας δώσω την αναφορά μου και να σας πω πώς είναι. τον γιατρό που τον κουράρει. θα γυρίσω σ' ένα τεταρτάκι". αν όμως είναι καλά θα πάτε να κοιμηθείτε. η πιο ιδιότροπη γυναίκα του κόσμου. Ο Ραζουμίχιν είχε το χάρισμα να δείχνει αμέσως ποιος είναι..Καθησύχασε όμως ολότελα ύστερα από δέκα λεπτά. είναι στο σπίτι μου τώρα. "Πάμε..". είμαι σίγουρη. γιατί. ξεμέθυστος. Πηγαίνετε λοιπόν σπίτι. ακούστε! Ύστερα θα γυρίσω αμέσως στο δωμάτιο μου γιατί έχω καλεσμένους. Είναι ιδιότροπη. λέγετε Μου 'χετε ή δε μου 'χετε εμπιστοσύνη.. θα τα κάνει όλα αυτά που μας υποσχέθηκε. όπως και να το κάνουμε. Ελάτε! Έχετε εμπιστοσύνη σε μένα. Όσο για να μείνετε στης σπιτονοικοκυράς είναι εντελώς αδύνατο. θα τον φέρω να ιδεί τον Ρόντια κι ύστερα χωρίς καθυστέρηση. θα μπορέσει όμως να τα κάνει όλ' αυτά που λέει.. στον προθάλαμο. από γιατρό. γιατί είναι ανόητη. σεις. Τί να τα λέμε τώρα. Εγώ.. εσείς όμως όχι. κι ούτε θα με πάρει χαμπάρι.. θα ζηλέψει. είπε. για την Αβντότια όμως. Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε μια ώρα θα έχετε δυο φορές νέα του και θα τα έχετε μάλιστα από γιατρό.". Εξάλλου. Ύστερα. Ως τώρα ανάστησε τον Ρόντιά μας. θα ξενυχτήσω εδώ. για την Αβντότια Ρομάνοβνα. Η μητέρα ωστόσο. δε θα το δεχότανε. μ' όλο που δεν μεταπείστηκε ολότελα. για να πείσει την Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. "Ύστερα.. γιατί... Ο Ραζουμίχιν τίς έπιασε και τις δυο από το μπράτσο και τίς κατέβασε από τη σκάλα. είπε η Αβντότια Ρομάνοβνα. δεν έπαψε ν' ανησυχεί: "Είναι βέβαια δραστήριος κι εξυπηρετικός. Κι αν είναι αλήθεια πως θα δεχτεί ο γιατρός να ξενυχτήσει εδώ.

. το άκρον άωτον της προόδου. φώναξε η μητέρα. κατά τη γνώμη τους. επειδή πλανιέμαι. είναι το μοναδικό προνόμιο που έχει ο άνθρωπος απέναντι στ' άλλα ζώα..". Είμαι άνθρωπος.. Του 'δωσε επίσης κι ένα φάρμακο.. Αυτός ο Ζοσίμοβ είχε φοβηθεί σε μια στιγμή ότι τρελλάθηκε. Να γιατί δεν πρέπει να τον εκνευρίζετε. Και δεν είναι μεθυσμένος σαν κι εμένα! Ούτε και γω θα είμαι τότε μεθυσμένος. Καθόλου! Μου αρέσει να τους ακούω να τίς λένε.. είπε διακόπτοντας τις σκέψεις της. ο Ζοσίμοβ θα σας τα πει όλα.". που τίς μάντευε. είμαι στουπί στο μεθύσι. Γιατί με παρασύρανε με τις κουβέντες τους. Λένε όλο βλακείες! Λίγο ακόμα και θα τους έσπαζα στο ξύλο. Κηρύσσουν την ολοκληρωτική κατάργηση της προσωπικότητας -όλο αυτή την καραμέλα πιπιλίζουν! Πρέπει. Ωστόσο. "Σας παρακαλώ". αμέσως μόλις θα σας πάω σπίτι θα τρέξω εδώ κοντά. "Είναι δυνατό να είπε τέτοιο πράγμα ο γιατρός. λέτε τώρα ότι είμαι μεθυσμένος".. είχα κάνει όρκο να μην ανοίξω μαζί τους συζήτηση. αλλά δεν συμβαίνει. Αχ! Καλύτερα να ερχόσαστε αύριο!. μη δίνετε σημασία. Ε.".. λοιπόν. θα το πιστέψετε. να μοιάζουμε με τον εαυτό μας όσο το δυνατόν λιγότερο! Ναι.".. την είδα. Καθώς φαίνεται δε θα κοιμηθώ καθόλου απόψε. Κουταμάρες. να είναι όμως πραγματικά δικά σου και να σε φιλήσω τότε.. στο κανάλι.. Να θυμώνετε με όλο τον κόσμο... το είχα προαισθανθεί πέρυσι.. οι βρωμιάρηδες. γιατί τα κοπάνησα τόσο πολύ. Φούσκωσε μου όσα παραμύθια θέλεις. "Το είπε. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα διακόπτοντας τον φοβισμένα. μια ορισμένη εποχή. "Αυτό όμως είναι ανόητο! θέλω να πω. Από τη στιγμή που σας είδα την έφαγα κατακούτελα. ο Ραζουμίχιν όμως πήρε πιο μεγάλη φόρα με τη διακοπή: "Χμ! Τι φανταζόσαστε δηλαδή.. ρώτησε και η Αβντότια Ρομάνοβνα κατατρομαγμένη. Δεν κατακτήσαμε ποτέ καμμιά αλήθεια.. Αν όμως μπορούσατε να φαντασθείτε πόσο σας αγαπώ και τις δυο!. με το δικό μας το μυαλό. δεν είμαι άξιος σας. "Νομίζετε πως φέρνομαι έτσι επειδή αυτοί λένε κουταμάρες. Πάντως. Αλλά. Σε μια ώρα.. σου λένε. είμαι εντελούς ανάξιος για σας. αλλά πάνω στην ώρα ήρθατε και σεις. Το θέλω. Τέλος πάντων. δεδομένου ότι παρουσιαστήκατε μπροστά μου σα να πέσατε από τον ουρανό. τίποτα δεν προ-αισθάνθηκα. "Τί είναι αυτά πού λέτε.. χωρίς να πλανηθούμε προηγουμένως δεκατέσσερις φορές.".. Παραλογίζομαι... Με την πλάνη φτάνουμε στην αλήθεια. πρώτα απ' όλα ν' απαλλαγούμε απ' τον εαυτό μας. Άφησα τον θείο μου να προεδρεύει. όχι δεν συμβαίνει καθόλου. αυτό είναι. Το . Είμαι φίλος του συνεπώς και δικός σας φίλος.. Μόνο που δεν ξέρουμε να πλανιόμαστε πρωτότυπα. έτσι που να τον ακολουθούν εκείνες με πολλή δυσκολία. Τα παχιά και ψεύτικα λόγια. καλά κάναμε που φύγαμε. Και να λέγανε τουλάχιστον κάτι το πρωτότυπο... αλλά δεν είναι απ' αυτό. δίχως να παίρνει αυτός χαμπάρι τίποτα. με μένα όμως όχι!. μούγκρισε ακόμα δυνατότερα. Αλλά. μια σκόνη. και περπατώντας στο πεζοδρόμιο με πολύ μεγάλες δρασκελιές. θα ρίξω δυο κουβάδες νερό στο κεφάλι μου και θα μου περάσει. ίσως μάλιστα κι εκατόν δεκατέσσερις."Καταλαβαίνω.. Μη γελάτε και μη θυμώνετε!. δεν είμαι μεθυσμένος από το πιοτό. Και δεν είναι αυτό καθόλου αξιοκατάκριτο.

. κύριε Ραζουμίχιν".". Δεν είναι σωστά έτσι που τα λέω. απάντησε η δύστυχη Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. "Ποτέ! Δεν πρόκειται να σηκωθώ ποτέ. τη ζωή όμως μπορείς να τη χαντακώσεις . "Ναι. σας λέω και γω πως ύστερα απ' αυτό ο μέλλων σύζυγος σας είναι ένας παλιάνθρωπος".. "Αχ.. σας παρακαλώ. και σεις επίσης το δικό σας.. στο μυαλό.". ανάξιος σας και μεθυσμένος. στον πολιτισμό. λογικής και. σηκωθείτε"... δώστε το μου. "Έχω δίκιο.. λοιπόν.. ύστερα απ' αυτό. στις εφευρέσεις. έτσι είναι.. είπε σοβαρότατα η Αβντότια Ρομάνοβνα. έχετε δίκιο.". φώναξε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. με μια λέξη δεν το είπα επειδή σας. είπε ο Ραζουμίχιν μετανιώνοντας... Γι' αυτό το πράγμα.".έχουμε τόσα και τόσα παραδείγματα. Στη δεύτερη αποδείχνεις πως είσαι παπαγάλος. "Ναι. Κοκκινίζω και δεν είμαι άξιος να σας αγαπώ. Γι' αυτό γονάτισα και γω. "Ακούστε. είπε και η Ντουνιά που γελούσε. σ' όλα. φοβερά τρομαγμένη. φτάνει! Πάμε! Είμαι ένας δυστυχισμένος βλάκας. μούγκρισε ο Ραμουζίχιν σφίγγοντας και κουνώντας τα χέρια των δύο γυναικών. Χμ! θα ήτανε πολύ πρόστυχο από μέρους μου. Κι αμέσως έμπηξε μια κραυγή πόνου -τόσο δυνατά της έσφιξε το χέρι ο Ραζουμίχιν. στα ιδανικά. είσαστε. γονατιστός". "Δώστε μου το χέρι σας. χωρίς καμμιά εξαίρεση. Και γονάτισε καταμεσής στο πεζοδρόμιο.. στους πόθους του φιλελευθερισμού. αγνότητας. γιατί δεν τολμάω.. σ' όλα. τελειότητας". Ε. δε θα το πω. τελειώνετε. Χμ! Ας είναι. άρχισε να λέει η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. πηγή καλοσύνης. "Ναι. θεέ μου! Εγώ δεν ξέρω τίποτα απ' αυτά". Στην πρώτη αποδείχνεις ότι είσαι άνθρωπος. είμαστε ακόμα στην πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου στις επιστήμες. ναι. ε. "Σηκωθείτε. αν δε μου δώσετε πρώτα τα χέρια σας! Α. Όλοι μας. "ξεχνάτε ότι. Να και η πανσιόν σας. τί είναι αυτά που κάνετε. ξεχάστηκα"..να πλανιέται ένας άνθρωπος με τον| δικό του τρόπο. δε θα γίνει αυτό.. αυτή τη στιγμή. Και να σκέφτεται κανείς πως είσαστε και αρραβωνιαστικιά του! Γιατί είσαστε αρραβωνιαστικιά του. Πού βρισκόμαστε σήμερα. έτσι μπράβο! Και τώρα.. ... φώναξε ο Ραζουμίχιν καταμαγεμένος. που ευτυχώς ήταν έρημο κείνη την ώρα. "αλλά μη μου θυμώνετε γι' αυτό που είπα! Το είπα έτσι από ειλικρίνεια και όχι επειδή. είχε πέρα για πέρα δίκιο ο Ροντιόν να τον πετάξει έξω τον Πιότρ Πετρόβιτς σας! Πώς τόλμησε να σας φέρει σε τούτο το βρωμόσπιτο. Είναι σωστό σκάνδαλο! Ξέρετε τι σόι άνθρωποι κάθονται εδώ μέσα. Ναι είπατε. θέλω να σας φιλήσω τα χέρια εδώ. Τότε. αν και δε συμφωνώ μαζί σας σ' όλα τα σημεία". "Ελάτε. σ' όλα! Μας αρέσουν οι γνώσεις που μας προσφέρονται μασημένες! Δεν τα λέω σωστά. Η αλήθεια δε χάνεται. όχι όμως χωρίς να τρομάξει κι αυτή. στην πείρα. είναι προτιμότερο σχεδόν απ' την αλήθεια που θ' αναμασάει· από κάποιον ξένο. στον στοχασμό. το γονάτισμα όμως μπροστά σας είναι καθήκον καθενός που δεν είναι ολότελα κτήνος.

θα ξανάρθω με τον Ζαμιότοβ. μητέρα".". αλλά γιατί. γιατί και γω επίσης λέω βλακείες.κάθε άλλο παρά αυτό περίμενα να βρω. "Όχι. σε βεβαιώ.τι κι αν είπα. Στο οχτώ. . Αλλά. ένας τιποτένιος. πρόσθεσε σταματώντας απότομα τη στιγμή που ετοιμάζονταν ν' ανεβούν τις σκάλες. στο νούμερο τρία. συχωρεμένος να 'μαι. πράγμα που δε συμβαίνει καθόλου με τον Πιότρ Πετρόβιτς.. Τι άγριος που ήτανε! θα 'λέγε κανείς πως δυσαρεστήθηκε που μας είδε. Μπορεί να λέμε βλακείες. θα ξαναγυρίσω φέρνοντας σας νέα και μισή ώρα αργότερα. φτάνει τώρα. Κοίταζε δειλά την κόρη της στα μάτια προσπαθώντας να διαβάσει εκεί μέσα τις σκέψεις της και είχε κιόλας μισοπαρηγορηθεί που η Ντουνιά έπαιρνε το μέρος του Ρόντια.. δεν είδες καλά γιατί όλο έκλαιγες. Μπορούμε να βασιζόμαστε σ' αυτόν. Κι όλα όσα έκανε ως τώρα για τον αδελφό μου. "Οι φίλοι που έχω στο σπίτι μου μπορεί να είναι μεθυσμένοι. Είναι βλάκας! Μπορεί ποτέ ένας τέτοιος άνθρωπος να είναι. Εμπρός. Να. αλλά μια μέρα θα κατακτήσουμε την αλήθεια. Με συγχωρείτε. Παρ' όλο που τους έβρισα απόψε και μάλιστα πολύ άσχημα. αλλά είναι τίμιοι άνθρωποι. καταλάβαμε όλοι μας αμέσως πως δεν ήτανε απ' τον δικό μας κόσμο. Ντουνιά! Ένας θεός ξέρει αν θα ξαναγυρίσει! Πώς τ' αποφάσισα εγώ ν' αφήσω τον Ρόντια μου.. κυρίες μου"... Πού μένετε εσείς. απάντησε η Ντουνιά βγάζοντας το καπέλο και τη σάρπα της. "Αχ. ένας τσαρλατάνος -αυτό πια είναι κάτι που φαίνεται από μια ώρα μακριά. είναι ένας ρουφιάνος. πρόσθεσε. εκεί.. πάμε τότε. "Ησύχασε. Γεια σας! Έφυγα!".. Δάκρυα φάνηκαν στα μάτια της.". "Θεέ μου! Τί θα γίνει Ντουνιά. μητέρα. τον εκτιμώ δίχως να τον αγαπάω. μ' όλο που ήτανε πολύ πιωμένος. Είχε καταβληθεί πολύ απ' την αρρώστια -απ' αυτή πηγάζουν όλα!". έστω και στο ελάχιστο άξιος σας... ένας τσιφούτης. ούτε γιατί βιάστηκε να μας πλασάρει τις γνώσεις του... να κλειδωθείτε καλά και να μην αφήσετε κανέναν να μπεί μέσα. "Αχ. Λοιπόν. απλούστατα. δεν είναι αυτό. Ακόμα κι αυτόν τον Ζαμιότοβ. Είναι αλήθεια πως με συχωρέσατε. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα κοιτάζοντας την κόρη της ανήσυχα και φοβισμένα. Σ' ένα τέταρτο της ώρας. Ωχ! θεέ μου! Κοιτάξετε. δε βρίσκεται στον σωστό δρόμο αυτός. "Είμαι σίγουρη πως αύριο θα 'χει αλλάξει γνώμη". Δεν το περίμενα καθόλου να τον βρω έτσι . θα το ιδείτε.Αλλά από την πρώτη στιγμή που μπήκε μέσα. έγινε κάποιο σκάνδαλο. Γιατί αυτό σήμαινε πως τον είχε κιόλας συγχωρέσει.".. Σε ποιο νούμερο. τους εκτιμώ. γιατί τον είδαμε να μας έρχεται με το μαλλί φρεσκοκατσαρωμένο απ' τον κουρέα. έχω ξανάρθει εδώ μέσα. γιατί είναι πολύ περίεργο ζωντανό! Ακόμα λοιπόν κι αυτόν τον άξεστο Ζαμιότοβ τον εκτιμώ γιατί είναι τίμιος και ξέρει τη δουλειά του. Όχι. Ό. είπε η μητέρα της. γιατί βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο. θέλοντας ν' ακούσει πώς θα το 'παίρνε η κόρη της. Ξέρω τον διάδρομο. Ο θεός ο ίδιος μας τον έστειλε αυτόν τον άνθρωπο. Όχι. ένας συμφεροντολόγος. Εσείς πιστεύετε πως είναι έξυπνος. αυτή η αρρώστια! Κάτι τρέχει εδώ! Και πώς σου μίλησε Ντουνιά".

Κι έκοψε αμέσως τη συζήτηση. Η Αβντότια Ρομάνοβνα ήτανε πολύ όμορφη κοπέλα. Εξάλλου. σε μερικές στιγμές."Και γω. περιμένοντας κι αυτή. γεροδεμένη. πεταγόταν λίγο προς τα μπρος όπως και το σαγόνι της. γεμάτη αυτοπεποίθηση.. αυτό που έκανε. εκεί. ο Ραζουμίχιν ήτανε αστείος με το ξαφνικό του πάθος για την Αβντότια Ρομάνοβνα που τ' ομολόγησε μες στο μεθύσι του. σίγουρα θα συγχωρούσε τον Ραζουμίχιν γι'. αλλά και την Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. Ήτανε χλωμή. λίγο πιο ανοιχτόχρωμα από το αδελφού της. Ήτανε η μοναδική ανωμαλία σ' αυτό τ' ωραίο πρόσωπο. όχι μονάχα την Αβντότια Ρομάνοβνα. Το στόμα της ήτανε μικρό και το κάτω χειλάκι. έλεγε αλήθεια όταν φλυαρώντας τους είπε. ίσως. φαινότανε πολύ πιο νέα. στη σκάλα.. Αυτό το πήγαινε-έλα είχε γίνει συνήθειο στην Αβντότια Ρομάνοβνα. Θα προσθέσουμε σ' αυτή την παρένθεση ότι η συντήρηση αυτή είναι ο μόνος τρόπος για να μη χάσει κανείς την ομορφιά του γερνώντας. το νεανικό και ξέγνοιαστο γέλιο! Ήτανε πολύ φυσικό λοιπόν να χάσει αμέσως τα μυαλά του ο Ραζουμίχιν. Τα μάτια της. Το πρόσωπο της έλαμπε από υγεία και φρεσκάδα. αλλά ταυτόχρονα της έδινε μια ιδιαίτερη αποφασιστικότητα και μάλιστα κάποια υπεροψία. όχι όμως αρρωστιάρα. θα ζήλευε. αυτή όμως ήτανε σωστή καλλονή. παρά εύθυμη. λυγερή. Η έκφραση της ήτανε πιο πολύ σοβαρή και σκεφτική. απέραντη καλοσύνη. Ύστερα κάθησε και περίμενε με αγωνία την επιστροφή του Ραζουμίχιν. Έμοιαζε με τον αδελφό της στο πρόσωπο. είχε σταυρώσει τα χέρια στο στήθος της και βημάτιζε πέρα-δώθε στο δωμάτιο. ξέρω καλά πως αύριο. γιατί ήτανε πολύ λεπτό το ζήτημα. με τα χέρια σταυρωμένα. ο ανοιχτόκαρδος. Γιατί κι αυτή. Γύρω απ' τα μάτια . Τα μαλλιά της άρχιζαν ν' ασπρίζουν και να γίνονται πιο αραιά. Αλλά. που ήτανε τίμιος και δυνατός σα μυθικός ιππότης και δεν είχε ξαναδεί ποτέ του τέτοια ομορφιά. Είχε καστανά μαλλιά. πως η Πρασκόβια Ιβάνοβνα. όταν δίσταζε να πάρει μια απόφαση και η μητέρα της φοβότανε σ' αυτές τις περιπτώσεις να της διακόψει τις σκέψεις. την έσφιξε στην αγκαλιά της δυνατά. ο φλογερός. Η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα φοβήθηκε να προχωρήσει περισσότερο αυτή τη στιγμή. χωρίς όμως αυτό ν' αφαιρεί τίποτα από την απαλότητα και τη χάρη που είχανε οι κινήσεις της. Η Ντουνιά πήγε και τη φίλησε κι η μητέρα της. πράγμα που φαινότανε στην κάθε κίνησή της. μ' όλο που ήτανε σαραντατριών χρονών. κατακόκκινο. Παρακολουθούσε προσεχτικά την κόρη της που. τη δροσιά των αισθημάτων και την αγνή θέρμη του κορμιού. απάντησε η Αβντότια Ρομάνοβνα διακόποτντάς την. ο απλός Ραζουμίχιν. ψηλή. μαύρα σχεδόν και αστραφτερά έδειχναν περηφάνια και. βυθισμένη στις σκέψεις της. όποιος την έ-ι βλέπε τούτη τη στιγμή ιδιαίτερα που βημάτιζε στο δωμάτιο σκεφτική και λυπημένη. το χαρούμενο. όπως συμβαίνει με πολλές γυναίκες που διατηρούν ως τα πρόθυρα των γερατειών την ψυχική τους καθαρότητα. πάνω στο μεθύσι του. θα πεί τα ίδια. χωρίς να πεί λέξη. Αλλά πόσο ταίριαζε σ' αυτό το προσωπάκι το χαμόγελο. Βέβαια. ακόμα κι αν δεν λάβαινε υπ' όψη του πως είναι μεθυσμένος. σχετικά με αυτό το ζήτημα". η σπιτονοικοκυρά.

"Τί δραστήριο και τί καλό παιδί!".πράγμα. ώσπου να γυρίσω. Ήτανε η ίδια η εικόνα της Ντουνιάς με είκοσι χρόνια πάρα πάνω εκτός από την έκφραση του κάτω χείλους που δεν ήτανε έτσι τουρλωτό σ' αυτήν. Και όρμησε έξω. τα 'χε καταφέρει να κουβαλήσει μαζί του και τον Ζοσίμοβ. ενώ ξανάρχιζε να βηματίζει πέρα-δώθε στο δωμάτιο. Μπορούσε να κάνει πολλές παραχωρήσεις. Ωστόσο. είπε βιαστικά όταν του άνοιξαν την πόρτα. απευθυνότανε αποκλειστικά στην Πουλχερία Αλεξάνδροβνα . πιστεύοντας αυτή φορά στην υπόσχεση που τους έδωσε. Σχετικά με τον άρρωστο είπε ότι για την ώρα η κατάσταση του είναι ικανοποιητική. Έμεινε δέκα λεπτά ακριβώς και κατόρθωσε να πείσει και να καθησυχάσει εντελώς την Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. Αυτός δέχτηκε αμέσως ν' αφήσει το γλέντι για να πάει να ιδεί τον Ρασκόλνικωφ. Μόλις μπήκε μέσα. Δεν είπε ούτε μία λέξη έξω από το θέμα του και δεν έδειξε την παραμικρή επιθυμία να πιάσει στενότερες και διαρκέστερες σχέσεις με τις δυο γυναίκες. "Κοιμάται του καλού καιρού με ύπνο ειρηνικό και ήρεμο και ο θεός να δώσει να κοιμάται έτσι δέκα ώρες. το καθήκον της και οι βαθύτερες πεποιθήσεις δεν το ξεπερνούσε αυτό το σημείο σε καμμιά περίπτωση. πρόσεξε την εκθαμβωτική ομορφιά της Αβντότιας Ρομάνοβνας. έφερε όμως χίλιες δυο αντιρρήσεις στο να επισκεφθούν τις γυναίκες γιατί δυσπιστούσε πολύ. γιατί είδε πως πραγματικά οι δυο γυναίκες τον περίμεναν σαν προφήτη. Είκοσι ακριβώς λεπτά μετά την αναχώρηση του Ραζουμίχιν ακούστηκαν στην πόρτα δυο ελαφρά και γρήγορα χτυπήματα. αλλά προσπάθησε να μην την προσέχει καθόλου και όσο κράτησε η επίσκεψη. ήτανε όμως επιφυλακτικός κι έπαιρνε ύφος βαρυσήμαντο. Κατά . Η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα ήτανε μια γυναίκα ευαίσθητη και άτολμη όχι όμως ως την υπερβολή. στον διάδρομο. Τα λόγια του έδειχναν ζωηρότατο ενδιαφέρον για τον άρρωστο. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα πολύ χαρούμενη. Το πρόσωπο της όμως εξακολουθούσε να είναι ωραίο. "Δε θα μπω μέσα. Τώρα θα πάω να πάρω τον Ζοσίμοβ και θα σας πει τί συμβαίνει. Οι δύο γυναίκες περίμεναν. αλλά ως ένα σημείο πάντοτε. Η Ναστάσια είναι κοντά του και της είπα να μη φύγει καθόλου. Ύστερα να πέσετε να κοιμηθείτε γιατί είσαστε πεθαμένες στην κούραση καθώς βλέπω".της υπήρχαν από καιρό τώρα μικρές ρυτίδες που έγιναν απ' τις πολλές λύπες και στενοχώριες. Και. Αυτός ήτανε -ξαναγύρισε κιόλας. Μόλις διακυβεύονταν η τιμή της. πραγματικά. δεν άργησε να ικανοποιηθεί και μάλιστα να κολακευτεί η φιλαυτία του. ακόμα και αντίθετες με τις πεποιθήσεις της. βλέποντας τον Ραζουμίχιν μεθυσμένο. ακούστηκαν βήματα στον διάδρομο και ξαναχτύπησε η πόρτα. Πριν ακόμα περάσει καλά-καλά μια ώρα. απάντησε κάπως θερμά η Αβντότια Ρομάνοβνα. δε μου μένει καιρός". που του έδινε μια βαθιά ψυχική ικανοποίηση. "Φαίνεται θαυμάσιος χαρακτήρας". όπως γίνεται πάντοτε με τους γιατρούς που είναι είκοσι εφτά χρονών και που τους συμβουλεύονται για μια σοβαρή περίπτωση.

από τους πιο βρωμερούς μάλιστα.. Βάδιζαν αμίλητα ώσπου έφτασαν κοντά στο σπίτι του Ρασκόλνικωφ. να σας φέρω νέα". "Αν το ξαναπείς ακόμη μια φορά. φροντίδων. δεν οφείλεται μόνο στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες κάτω απ' τις οποίες έζησε τους τελευταίους μήνες. Καταλαβαίνεις. αλλά είχε και άλλες αιτίες. Κι όταν τον άφησε ο Ραζουμίχιν.". "Ήτανε. στον δρόμο. Επειδή η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα τον ρώτησε ανήσυχα και φοβισμένα μήπως υπάρχουν τίποτα συμπτώματα τρέλλας. καλοτρώς κι όλο παχαίνεις. προϊόν πολλών και συνθέτων υλικοψυχικών επιδράσεων. παραχαϊδεύεις τον εαυτούλη σου. Βέβαια. πρωί-πρωί. από τον εαυτό του. "Θα τα πούμε αύριο. Εγώ δεν είμαι γάιδαρος. ανέπτυξε λεπτομερέστατα τη θέση του. Ο Ραζουμίχιν στεκότανε μπροστά του όρθιος. απ' αυτά γιατί παρακολουθούσε τώρα εντατικά αυτόν τον τόσο ενδαφέροντα κλάδο της ιατρικής). χαιρέτησε σοβαρά και μαζί εγκάρδια και έφυγε ακούγοντας ευχές. είπε ο Ραζουμίχιν βγαίνοντας μαζί με τον Ζοσίμοβ. αγαπητέ μου. ούρλιαξε ο Ραζουμίχιν πηδώντας ξαφνικά κατά πάνω του και αρπάζοντας τον από τον λαιμό. μεθύστακα!". ορισμένων ιδεών και τα λοιπά. του 'ρίξε μια επίμονη ματιά και ξαφνικά ξέσπασε σε δυνατά γέλια. εκτός απ' τ' άλλα σου ελαττώματα. Βγήκε έξω ενθουσιασμένος από την επίσκεψη του και. Έσφιξε μάλιστα και το χεράκι που του άπλωσε η Αβντότια. "Όχι. θέλεις να κάνεις . είπε ο Ζοσίμοβ ξερογλείφοντας τα χείλη του. απέφευγαν να του προξενήσουν ορισμένες καινούργιες ταραχές. αλλά δεν έπρεπε να ξεχνούν ότι ο άρρωστος "είχε σχεδόν ως τα σήμερα παραλήρημα και. Καταλαβαίνεις. ταραχών. Ύστερα.".φυσικά. φώναξε ο Ζοσίμοβ παλεύοντας. ψυχικής φύσεως.". είσαι και φουστανάκιας. γιατί δεν κάθομαι να ονειρεύομαι βλακείες".. βυθισμένος σε μαύρες σκέψεις. διεπίστωνε στον άρρωστο κάτι σαν έμμονη ιδέα. "Αύριο θα 'ρθω. φόβων. όταν βρέθηκαν οι δυο τους έξω. "Σίγουρα είμαι γαϊδούρι". να πούμε. εφ' όσον. "αλλά του λόγου σου δεν είσαι καλύτερο". με τα χέρια κρεμασμένα. και είπε με ταραχή: "Άκου. είπε ενώ το πρόσωπο του σκοτείνιαζε. κάτι που έδινε την εντύπωση μονομανίας (ήξερε. θερμά λόγια ευγνωμοσύνης και ικεσίες. αλλά. θα τον αποτράβαγε από τις σκέψεις του και θα είχε ευεργετική επίδραση επάνω του". για την ώρα πρέπει να πέσετε να κοιμηθείτε αμέσως". Εκεί ο Ραζουμίχιν διέκοψε τη σιωπή τους. λέει. της απάντησε με ήρεμο και ανοιχτόκαρδο χαμόγελο πως αυτά που είχε πεί μεταβιβάστηκαν κατά πολύ εξογκωμένο τρόπο. Είπες αξιολάτρευτο. Κατά βάθος είσαι λέρα.. φώναξε κουνώντας τον από τον γιακά και κολλώντας τον πάνω στον τοίχο. "Άφησε με λοιπόν.τη διάγνωση του. "Αξιολάτρευτο.. "Τί αξιολάτρευτο που είναι αυτό το κορίτσι!". είσαι καλό παιδί.. σηκώθηκε. η ασθένεια του πελάτη του. ο ερχομός των δικών του θα του 'κάνε πολύ καλό. πρόσθεσε με ύφος βαρυσήμαντο. πολύ περισσότερο. Κι όταν με μια λοξή ματιά είδε πως η Αβντότια Ρομάνοβνα τον άκουγε με μεγάλη προσοχή.

". φίλε μου. Και μαζί με όλα αυτά έχουμε και τ' αναστενάγματα. με μια άγρια αγνότητα. "Μήπως της έχεις δώσει τίποτα υποσχέσεις.. θα μου κάνεις μια πολύ μεγάλη χάρη και δε θα το ξεχάσω αυτό ποτέ μου. γιατί την τύλιξες. λιώνει σαν το κεράκι. Κοιμάσαι στα πούπουλα (γιατρός. Της φτάνει μόνο να 'χει δίπλα της έναν που να την γλυκοκοιτάζει. "Γιατί δεν υπάρχει τρόπος -αυτό είναι όλο. Της έχω πάρει κι ένα αισθηματικό τραγουδάκι -γνήσια ρωσικό: "Κλαίω με μαύρα δάκρυα. άρχισε να της εκθέτεις τους κανόνες του διαφορικού λογισμού. έχεις να κάνεις με την ίδια τη σεμνότητα. Τέλος πάντων.. "Τότε.". το ξέρω. Να. Είναι μια ευκαιρία για να γνωριστείς πιο στενά μαζί της. γιατί εκεί σε πάνε ακριβώς. "Όχι.".. ούτε να σου περνάει καθόλου απ' το μυαλό αυτό το πράγμα.. Εξάλλου. "Μα. δεύτερος Ρουμπινστάιν. στο όνομα όλων των διαβόλων του σύμπαντος. Γλύτωσε με από δαύτη.. Καμμιά γραφτή υπόσχεση ίσως. είσαι τύφλα στο μεθύσι. γιατρός είσαι.". Όσο γι' αυτή. λοιπόν. βρες μια αρρώστια.. Και ψοφάει για αισθηματικά τραγούδια απ' αυτά αρχίσαμε εμείς. Έχει κι ένα πια-κι κι όπως ξέρεις το κοπανάω λίγο. "Δεν πήγα καθόλου να την τυλίξω. δεν είναι καθόλου τέτοια που φαντάζεσαι: Ο Τσεμπάροβ νόμισε ότι.. Πες της όποια σαχλαμάρα σου 'ρχεται στο νου -φτάνει μονάχα να κάθεσαι κοντά της και να της μιλάς.. "Ε. Εδώ φίλε μου.. άρχισε να γελάει ακόμα περισσότερο.. απολύτως τίποτα απ' αυτά! 'Άλλωστε. Αλλά.. φίλε μου. δε θα μετανοιώσεις"..". στο υπογράφω. Ε. Εγώ.. Δεν ξέρω πώς να σου δώσω να το καταλάβεις. που να πάρει η οργή!". "Εδώ. Έχει κάτι επάνω της. "Μα το θεό. λιώνει κυριολεκτικά. ίσως μάλιστα να τυλίχτηκα εγώ με τη βλακεία μου. σε ικετεύω. μια δύναμη ρουφηχτή. παρακαλώ) κι ωστόσο σηκώνεσαι τη νύχτα για να πας σ' έναν άρρωστο. αν μπορώ να το πω έτσι". Όχι. με τη δειλία.. θα κοιμηθώ στην κουζίνα. "Γιατί.. "Δεν υπάρχει τρόπος να την παρατήσω έτσι". τί θα κάνω δηλαδή. Εσύ είσαι βιρτουόζος του πιάνου. "Σε βεβαιώ πως δεν έχεις να πολυκουραστείς. στην βρώμα.". σε βεβαιώ. να πού ήθελα να φτάσω: θα μείνεις στης σπιτονοικοκυράς απόψε· τρόμαξα να την καταφέρω. Ο Ζοσίμοβ. πολύ λίγο τη νοιάζει αν είσαι συ ή εγώ. Παραχαϊδεύεις τόσο πολύ τον εαυτό σου που δε μπορώ να καταλάβω πια πώς μπορείς να είσαι ταυτόχρονα καλός γιατρός και μάλιστα αφοσιωμένος. ό. Είναι μπουκιά και συχώριο! Επί πλέον.".. δε θα σηκώνεσαι. βέβαια. τότε παράτα τη". Δεν αστειεύομαι καθόλου. Ύστερα από τρία-τέσσερα χρόνια. Μήπως της είπες ότι θα την παντρευτείς.τι και . τίποτα.. εσύ είσαι πολύ γερός στα μαθηματικά και τα διαβάζεις ακόμα και σήμερα.πάντοτε το κέφι σου κι αυτά εγώ τα λέω βρώμα. μαιτρ.. δεν πρόκειται γι' αυτό. άρχισε να της κάνεις μια οποιαδήποτε θεραπεία και στ' ορκίζομαι πως δε θα μετανιώσεις. δε νομίζω τίποτα". Όχι γι' αυτό που νομίζεις. τίποτα.

της μίλαγα δυο μέρες συνέχεια για την Πρωσική Γερουσία (γιατί κάτι έπρεπε να της λέω). διάβαζε. Ε. Εδώ είναι για σένα το τέλος του κόσμου. Ουφ! Τί διαβολο-φλυαρία είναι αυτή που μ' έπιασε! Είναι όμως ώρα να ξαπλώσουμε! Άκου. γράφε. ο ομφαλός της γης.. Έτσι κι έτσι θα παντρευτείς! Τί αργά. θα έχεις πια στο σπίτι της όλες τις ανέσεις. η άγκυρα.. Σε σκέφτηκα λοιπόν. είσαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο. Μπορείς μάλιστα να τη φιλήσεις κιόλας. ή οτιδήποτε ξύπνα με αμέσως. τόσο απραγματοποίητο. Το πρωί εκείνο τριβέλιζαν στο μυαλό του χίλιες δυο ανησυχίες που δε μπόρεσε να τις προβλέψει. πως είχε νιώσει ένα αίσθημα που αγνοούσε ως τώρα και που δεν έμοιαζε καθόλου με αυτά που είχε αισθανθεί άλλοτε. μένε καθιστός. θα 'χεις τις τηγανιτούλες σου. τα μπουρεκάκια σου. Να κάνεις μόνο ότι δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτή κι αυτό είναι αρκετό. Ποτέ δε φαντάστηκε πως μπορούσε να ξυπνήσει έτσι. θα σε κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό και μπορεί ν' αναστενάζει μια ολόκληρη χρονιά. λόγου χάριν. ταιριάζετε. Αν έχεις όρεξη. βλακωδώς και ξαφνικά. το βραδινό σου σαμοβάρι. βρε παιδί μου. τί γρήγορα -το ίδιο δεν είναι για σένα. βάλθηκε να ζηλεύει και να βρίζει τον αρρα-βωνιαστικό της κοπέλας μπροστά της. "Ε. σκεφτικός κι ανήσυχος. φίλε μου. Μόλις όμως απιστώσεις πως έχει παραλήρημα. τί να σου πω τώρα για να καταλάβεις. τις ζεστές σου παντοφλίτσες. τα γλυκαναστενάγματά σου. θα το ιδείς και μόνος σου. μα γιατί. 2  Την άλλη μέρα ο Ραζουμίχιν ξύπνησε κατά τις οχτώ. Φτάνει μονάχα μην της πεις κουβέντα για έρωτα! Είναι τόσο ντροπαλή. ώστε αισθανότανε ντροπή και βιάστηκε να σκεφτεί άλλα πρακτικά ζητήματα.να λες. το ήσυχο λιμανάκι. ή λίγο πυρετό λόγου χάριν. το ζεστό σου κρεβατάκι. τί θα την κάνω τότε. αλλά πολύ προσεχτικά". λοιπόν. οι βάσεις του σύμπαντος επί τριών ιχθύων. Το πεπρωμένο σε καλεί εδώ. γι' αυτή θα 'ναι το ίδιο. θα 'σαι δηλαδή σα να 'χεις πεθάνει και ταυτόχρονα θα ζείς -μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. ήτανε όλο αχ και βαχ και λιώσιμο. πέρα από κείνα που του πρόσφερε "αυτή η τρισκαταραμένη χτεσινή ημέρα". Εγώ. που θα την πιάσουνε σπασμοί. "Και. Ταυτόχρονα έβλεπε πολύ καθαρά πως το όνειρο που φούντωσε μέσα του ήτανε από τα πιο απίθανα πράγματα που μπορούσε να φανταστεί. Δεν φαντάζομαι όμως να γίνει τέτοιο πράγμα". θυμότανε με κάθε λεπτομέρεια τη χτεσινή μέρα και καταλάβαινε πως του είχε συμβεί κάτι τελείως ασυνήθιστο.". δίχως καν να ξέρει ποιες είναι οι σχέσεις της μαζί του . καμμιά φορά μου τυχαίνει να ξυπνάω τη νύχτα και θα πεταχτώ να του ρίξω μια ματιά. ξάπλωσε. Τη μεγαλύτερη αηδία ένιωθε όταν θυμότανε πώς είχε φερθεί την προηγούμενη μέρα σαν "παλιό μασκαράς και πρόστυχος" όχι μόνο γιατί μέθυσε. ανέβα και συ να τον ιδείς μια φορίτσα. θα είσαι σα στο δικό σου.

. είχε άλλο κουστούμι απ' αυτό. την ώρα που ετοιμαζότανε πρόσεξε όσο ποτέ το ντύσιμο του. Ωστόσο. σα να το 'κάνε επίτηδες. ύστερ' από λίγο. Ο Ραζουμίχιν κοκκίνισε μόλις το σκέφτηκε.. Όσο για τα εσώρουχα. πώς μπορούσε να ξέρει ο άνθρωπος τί λογής σπίτι ήτανε. Στης Ναστάσιας βρήκε σαπούνι κι έλουσε τα μαλλιά του. και φυσικά όλα μένα είναι χαμένα πια. βέβαια. Τί ήτανε αυτός ο χθεσινός μεθύστακας. ήτανε δυνατό να δοθεί σ' έναν ανάξιο άνθρωπο. "Ένας άνθρωπος προ πάντων σαν και μένα. Έπειτα ψάχνει να τους βρεί καλύτερο διαμέρισμα. Μα.και ποιος είναι καλά-καλά αυτός ο άνθρωπος. Ε.. καταταπεινωμένος. δε μπορεί κανείς να πάρει ένα σφουγγάρι και να σβήσει τις παλιανθρωπιές του. Από μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια και αυτή η αλήθεια βγήκε στη φόρα ολόκληρη. θα ζητήσω συγνώμη δίχως να κάνω νύξη. έτριψε τον λαιμό του κι έπλυνε όσο μπορούσε καλύτερα τα χέρια του.. Βούρτσισε λοιπόν με προσοχή τα ρούχα του. και. .. Α. είχε αποδείξει "τη βρωμιά της ζηλόφθονης καρδιάς του".. όχι βέβαια πως ήτανε τίποτα ατιμίες.. τον ξέρουμε τον εαυτό μας λίγο. Ωστόσο. θα κοκκορευόμαστε τώρα γιατί είμαστε έντιμοι. δεν ήτανε σωστό να παραμείνει κυνικά ατημέλητος και βρωμιάρης.. Όταν όμως ήρθε η στιγμή ν' αποφασίσει αν έπρεπε να ξυριστεί ή όχι (Η Πρασκόβια Παύλοβνα είχε πολύ καλά ξυράφια από τον μακαρίτη τον άντρα της. λοιπόν...... τόσο αγροίκος. Αναμφισβήτητα θα το σκεφτούν. Πλύθηκε λοιπόν εκείνο το πρωί πολύ προσεχτικά. τον κύριο Ζαρνίτσιν) αρνήθηκε αγριεύοντας. πόσο ταπεινά ήτανε όλα αυτά! Ωραία δικαιολογία ότι είχε μεθύσει! Αυτό το ηλίθιο άλλοθι τον ντρόπιαζε ακόμα πιο πολύ.. μπροστά σ' εκείνη την κοπέλα. ούτε και να ξαναμιλήσει γι' αυτές. πόνεσε το χέρι του κι έσπασε ένα τούβλο. ας παραδεχτούμε ότι είναι έντιμος γιατί.. από αγάπη προς το χρήμα. Ο καθένας φέρνεται σαν τίμιος άνθρωπος και κάτι παραπάνω μάλιστα.. είχε κάνει και η αφεντιά του μερικά παραστρατήματα (το θυμότανε πολύ καλά). Ποιος ζήτησε τη γνώμη του. θα παρουσιαστώ δίχως να πω κουβέντα. με τρόπους ταβερνόβιου. κι αν ακόμα είχε ίσως δεν θα το φορούσε "επίτηδες". Εξάλλου. Άρα ο άνθρωπος κάτι θα άξιζε. λοιπόν. καυγατζής και παινεψιάρης. Ε.. Έδωσε μια δυνατή γροθιά στη θερμάστρα. ο Ραζουμίχιν δεν το ανεχότανε να είναι βρώμικα. δε θα γίνει αυτό ποτέ!".. και ξαφνικά. "Είναι δυνατόν να κάνεις μια τόσο κυνική και γελοία σύγκριση.. Επιτρεπότανε ποτέ σ' αυτόν. τον Ραζουμίχιν να κάνει τέτοιο όνειρο.". Και η πανσιόν. Ε.". τέλος πάντων. Άρα δεν πρέπει να τίς σκέφτομαι. Ποιο δικαίωμα είχε αυτός να τον κρίνει μ' έναν τρόπο τόσο επιπόλαιο και βιαστικό. Δηλαδή. όχι. τόσο βρομιάρης.. θυμήθηκε κάτι άλλο ακόμα ξεκάθαρα: Στη σκάλα παινεύτηκε πως τάχα τον αγαπάει η σπιτονοικοκυρά για να ζηλέψει η Αβντότια Ρομάνοβνα. έστω και για μια στιγμή.. Ένα πλάσμα σαν την Αβντότια Ρομάνοβνα. "Τα γένια μου θα μείνουν όπως είναι! Μπορεί να τους περάσει από το μυαλό η σκέψη ότι ξυρίστηκα για. αυτό πια παραπήγαινε. "Βέβαια. Στο κάτω-κάτω δεν είχε το δικαίωμα να πληγώσει την αξιοπρέπεια των άλλων που τον κάλεσαν να πάει στο σπίτι τους όταν μάλιστα είχαν την ανάγκη του. μούγκρισε από μέσα του.

"Το ίδιο ακριβώς είπες και στις γυναίκες".. Ο Ραζουμίχιν του είπε πως κοιμότανε σαν ψόφιος. Οι μονομανείς τη σταγόνα το νερό στην κάνουνε ολόκληρον ωκεανό.. μεταξύ άλλων είπα. Και μια μέρα το 'πνίξε. μόνο που δεν έκανε καλά να τα πει όλα αυτά. "Θα έλθουν. πώς θέλεις να τον γιατρέψει. δίπλα στην Αβντότια Ρομάνοβνα. Αλήθεια αυτός ο Ζαμιότοβ. Έχουμε λοιπόν κι εδώ έναν φουκαρά κουρελή. ελπίζω". "Σίγουρα θα 'χουν να μιλήσουν για τα οικογενειακά τους. Ε. εδώ". δεν θα σ' άφηνα να κάνεις χτες τέτοια συζήτηση. μ' αυτές τις ιστορίες που διηγιόσουνα για τον ελαιοχρωματιστή..που δε μπορούσε να υποφέρει τις κοροϊδίες ενός νιάνιαρου οχτώ χρονών όταν κάθονταν στο τραπέζι. "Δεν είμαι εξομολόγος. Και χτες τον κάναμε και του ανέβηκε ο πυρετός. ένα γουρούνι. που τον κάνει σκουπίδι ένα αστυνομικό κτήνος. αλήθεια.". τουλάχιστον. όταν δεν διευθύνει κανείς τον άρρωστο του.. Πάνω σε κάτι τέτοιους μονόλογους τον πέτυχε ο Ζοσίμοβ που είχε περάσει τη νύχτα του στο σαλόνι της Πρασκόβιας Παύλοβνας.οπωσδήποτε όμως.... Μα είναι εντελώς ανόητο! Εσύ ο ίδιος. δείρε με αν θέλεις! Μα πες μου... εξηγούνται τώρα απ' αυτά που μας είπε χτες ο Ζαμιότοβ.. όταν μ' έφερες να τον ιδώ μου είπες ότι πρόκειται για μονομανή. εσύ όμως. Αυτό ακριβώς το σημείο πρέπει να είναι.". σίγουρα. όλες οι χίμαιρες είναι πραγματικότητα γι' αυτούς … Απ' όσα θυμάμαι.. δεν έχω καιρό για χάσιμο"... . Εγώ θα αποχωρήσω. "Να πάρει ο διάβολος. Χμ! Άντε τώρα να τα βάλεις όλ' αυτά. στον δρόμο. "Το ξέρω πως ήτανε βλακεία μου.. Είχε γυρίσει στο σπίτι του και ήρθε να ρίξει μια ματιά στον άρρωστο... θα 'ρθω και θα ξαναφύγω. η αφετηρία της αρρώστιας του. Σκοτίστηκα! Και θα φερθώ ακόμα χειρότερα. θυμάμαι μια περίπτωση ενός υποχονδριακού -ήτανε κάπου σαράντα χρονών. "Αν το πιστεύω.. άσ' τα. ένας γλεντζές. πρόσθεσε. το τί σκέψεις πέρναγαν απ' το μυαλό του. όχι διάβολε! θα μείνω το λοιπόν αυτό που είμαι. Σ' έναν υποχονδριακό σαν κι αυτόν εδώ! Δίχως αμφιβολία τον βρήκε εκείνη η κρίση γιατί πληγώθηκε η εγωπάθεια του. πως φοβόμουνα ότι έχει μια τάση προς την παραφροσύνη". έχεις δίκιο. "Αν τον βρω. εσύ δηλαδή. "Πάντως είναι κάτι που με ανησυχεί". Ωραίο θέμα για συζήτηση όταν μπορεί να έχασε τα λογικά του απ' αυτήν την υπόθεση! Αν ήξερα τί ακριβώς έγινε τότε στο τμήμα κι αν ήξερα ποιος παλιάνθρωπος του έκανε την προσβολή να τον υποπτευθεί! Χμ.. συνέχισε ο Ραζουμίχιν ζαρώνοντας τα φρύδια του. είναι καλό παιδί. Είναι ανυπόφορα φλύαρος".". απάντησε ο Ραζουμίχιν μαντεύοντας τον σκοπό της ερώτησης του. φυσικά. Ξέρεις αν θα πάει αυτός σπίτι τους ή αν εκείνες θα έρθουν εδώ. ένας βρωμιάρης. Ο Ζοσίμοβ δεν άφησε να τον ξυπνήσουνε και υποσχέθηκε να ξαναπεράσει κατά τις έντεκα. στην αρχή της αρρώστιας του. τα μισά... ήμουνα φέσι και είπα κάμποσες ανοησίες.. και μάλιστα του πετάει κατάμουτρα τέτοιου είδους υποψίες! Σε ποιόν. να μη μιλάμε γι' αυτές καλύτερα. το πιστεύεις στ' αλήθεια. έχεις περισσότερα δικαιώματα". σα γιατρός. "Χτες βράδυ.

"Μα, σε ποιους τα είπε; Σε μένα και σε σένα".
"Και στον Πορφυρή".
"Και τί πειράζει που τα είπε στον Πορφυρή;".
"Μια και το 'φέρε η κουβέντα, για πες μου, έχεις καμμιά επιρροή στη μάνα και
στην κόρη; Να τους πείς να είναι πολύ προσεχτικές μαζί του σήμερα".
"Όλα θα πάνε καλά", απάντησε δισταχτικά ο Ραζουμίχιν.
"Και τί έπαθε μ' αυτόν τον Λούζιν και τα έχει έτσι μαζί του; Ο κύριος αυτός έχει
λεφτά και φαίνεται πως καλαρέσει στο κορίτσι... που συν τοίς άλλοις είναι και
πανί με πανί. Ε;".
"Και τί σε νοιάζει εσένα;", φώναξε νευριασμένος ο Ραζουμίχιν. "Πού θέλεις να
ξέρω αν είναι πανί με πανί ή όχι; Να τίς ρωτήσεις ο ίδιος, αν θέλεις τόσο πολύ να
το μάθεις...".
"Οου! τί βλάκας είσαι μερικές φορές! Φαίνεται πως κρατάει ακόμα το μεθύσι
σου. Γεια σου, ευχαρίστησε εκ μέρους μου την Πρασκόβια Παύλοβνα για τη
φιλοξενία της. Κλειδώθηκε στο δωμάτιο της και το πρωί που της φώναξα
καλημέρα πίσω από την πόρτα ούτε μου απάντησε. Κι όμως είχε σηκωθεί οπό τις
εφτά, της φέρανε από το χωλ το σαμοβάρι που της ετοιμάσανε στην κουζίνα...
αλλά δεν καταδέχτηκε να την ιδούμε".
Στις εννέα ακριβώς ο Ραζουμίχιν έκανε την εμφάνιση του στην πανσιόν
Μπακαλιέγεφ. Οι δυο γυναίκες τον περίμεναν από πολλή ώρα με νευρική ανυπομονησία. Είχανε σηκωθεί από τις εφτά, αν όχι νωρίτερα. Μπήκε μέσα με
πρόσωπο σκοτεινιασμένο σαν τη νύχτα, χαιρέτησε αδέξια, και αμέσως θύμωσε με τον εαυτό του βέβαια. Είχε όμως λογαριάσει δίχως τον ξενοδόχο. Η
Πουλχερία Αλεξάνδροβνα ρίχτηκε σχεδόν απάνω του, πήρε τα χέρια του στα δικά
της και μόνο που δεν τα φίλησε. Γύρισε και κοίταξε δειλά την Αβντότια
Ρομάνοβνα, μα πάνω στο αγέρωχο πρόσωπο της απλωνόταν τη στιγμή εκείνη
τέτοια έκφραση ευγνωμοσύνης και φιλίας, υπήρχε ένας σεβασμός τόσο
αναπάντεχος κι απόλυτος στο βλέμμα της, ώστε ο Ραζουμίχιν θα μπορούσε πιο
εύκολα ν' αντιμετωπίσει τις βρισιές και τα ειρωνικά βλέμματα που περίμενε,
παρά τούτη την υποδοχή που τον έκανε να μην ξέρει πια πώς να σταθεί. Ευτυχώς
που είχανε μπόλικα θέματα να συζητήσουν κι αρπάχτηκε απ' αυτό.
Όταν η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα έμαθε πως ο Ρασκόλνικωφ κοιμότανε ακόμα
και πως "όλα πήγαιναν καλά", είπε ότι ήτανε καλύτερα που ήρθανε έτσι τα
πράγματα "γιατί ήτανε ανάγκη, πολύ μεγάλη ανάγκη" να μιλήσει προηγουμένως
με τον Ραζουμίχιν.
Έγινε ύστερα κουβέντα για το πρωινό και του είπανε ότι τον περίμεναν για να το
πάρουν μαζί. Η Αβντότια Ρομάνοβνα χτύπησε το κουδούνι. Παρουσιάστηκε τότε
ένας λιγδιάρης κουρελής και του παρήγγειλαν να σερβίρεις επί τέλους το τσάι
σερβιρίστηκε, αλλά τόσο βρώμικα και αηδιαστικά, που οι, δυο γυναίκες
καταντροπιαστήκανε. Ο Ραζουμίχιν ήτανε έτοιμος να τα βάλει πάλι με την
πανσιόν, θυμήθηκε όμως τον Λούζιν, σώπασε και βρέθηκε σε αμηχανία. Έτσι
μόλις η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα άρχισε να του κάνει απανωτές ερωτήσεις
χάρηκε πολύ και ξαναβρήκε όλη του την άνεση.

Για ν' απαντήσει σ' όλα αυτά μιλούσε συνέχεια τρία τέταρτα, αλλά τον
σταματούσαν κάθε τόσο για να του κάνουν καινούργιες ερωτήσεις. Κατάφερε
ωστόσο -από κείνα που ήξερε- να διηγηθεί τα πιο ενδιαφέροντα και τι κυριότερα
απ' τη ζωή του Ρασκόλνικωφ εδώ κι έναν χρόνο. Τέλειωσε με την αρρώστια και
έδωσε πολλές λεπτομέρειες της, φροντίζοντας όμως να αποσιωπήσει ένα σωρό
πράγματα που δεν έπρεπε σε καμμιά περίπτωση να μάθουν, όπως τη σκηνή που
έγινε στο τμήμα και τ' αποτελέσματα της. Εκείνες άκουγαν άπληστα τα λόγια
του, όταν όμως ο Ραζουμίχιν νόμισε πως τελείωσε και ικανοποίησε τις
ακροάτριές του, αποδείχτηκε πως γι' αυτές δεν είχε αρχίσει ακόμα καλά-καλά...
"Πείτε μου, πείτε μου, τί σκεφτόσαστε;... Ω, με συγχωρείτε, δεν ξέρω ακόμα το
όνομα σας", είπε γρήγορα-γρήγορα η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα.
"Ντμίτρι Προκόφιτς".
"Να λοιπόν, Ντμίτρι Προκόφιτς, θα ήθελα να μάθω πώς... πώς βλέπεις γενικά
τώρα τα πράγματα, δηλαδή πώς να σας το εξηγήσω για να με καταλάβετε
καλύτερα... Να, πώς είναι γενικά... τί αγαπάει και τί δεν αγαπάει; Είναι πάντοτε
έτσι ευέξαπτος; Ποιες είναι οι επιθυμίες του, τα όνειρα του, μάλλον αν μου
επιτρέπεται να σας ρωτήσω κάτι τέτοιο; Τι μπορεί σήμερα να τον επηρεάσει;
Κοντολογίς θα ήθελα να ξέρω...".
"Αχ μανουλίτσα, πώς να απαντήσει κανείς σε τόσες ερωτήσεις μαζεμένες;",
παρατήρησε η Ντουνιά.
"Θεέ μου, θεέ μου, τα ρωτάω όλα αυτά γιατί δεν περίμενα να τον ιδώ έτσι,
Ντμίτρι Προκόφιτς".
"Είναι πολύ φυσικό", απάντησε ο Ραζουμίχιν. "Εγώ δεν έχω μητέρα, αλλά έχω
έναν θείο που έρχεται και με βλέπει μια φορά τον χρόνο και κάθε φορά δεν με
αναγνωρίζει ούτε και στο πρόσωπο. Κι όμως είναι πολύ έξυπνος άνθρωπος. Στα
τρία χρόνια που έχετε να τον ιδείτε, άλλαξαν τόσα και τόσα πράγματα! Τί να σας
πω: Δεκαοχτώ μήνες τώρα που γνωρίζω τον Ρόντια, είναι κατσούφης, θλιμμένος,
εγωιστής και ακατάδεχτος. Τον τελευταίο καιρό -ίσως κι από παλιότερα- έγινε
υποχονδριακός και καχύποπτος. Έχει μεγάλη καρδιά και είναι καλός. Δεν του
αρέσει όμως να δείχνει τα αισθήματα του και προτιμάει να φέρνεται σκληρά,
παρά ν' αφήσει να φανεί το τί γίνεται μες στην καρδιά του. 'Άλλοτε πάλι, δεν
είναι καθόλου υποχονδριακός, αλλά μόνο ψυχρός και αναίσθητος, σε σημείο που
να φαίνεται απάνθρωπος, σα να είχε μέσα του δυο χαρακτήρες αντίθετους, που
διαδέχονται ο ένας τον άλλο. Μερικές φορές μένει αμίλητος σχεδόν! Δεν έχει
ποτέ καιρό κι όλος ο κόσμος τον ενοχλεί κι όμως κάθεται ολόκληρες ώρες
ξαπλωμένος, δίχως να κάνει τίποτα. Δεν ειρωνεύεται καθόλου, όχι γιατί του
λείπει το πνεύμα, αλλά γιατί δε θέλει να χάνει τον καιρό του με τέτοιες ανοησίες.
Δεν ακούει ποτέ ως το τέλος αυτά που του λένε οι άλλοι και δεν ενδιαφέρεται
ποτέ για κάτι που, σε μια στιγμή, μπορεί να ενδιαφέρει όλον τον κόσμο. Έχει
πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και νομίζω πως δεν έχει άδικο. Τί άλλο
μπορώ να σας πω γι' αυτόν... Σίγουρα ο ερχομός σας θα του κάνει πολύ καλό".
"Ο θεός να δώσει", είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα, που είχε στενοχωρηθεί
πολύ με τα λόγια του Ραζουμίχιν.

Στο τέλος, ο Ραζουμίχιν τόλμησε να κοιτάξει κατάματα την Αβντότια
Ρομάνοβνα. Όσο μιλούσε, της έριχνε κάπου-κάπου μια ματιά λοξή στα πεταχτά
και ξαναγύριζε αλλού τα μάτια του. Η Αβντότια Ρομάνοβνα, πότε καθότανε
μπροστά στο τραπέζι και πότε σηκωνότανε κι έφερνε τις συνηθισμένες βόλτες
της πάνω-κάτω στο δωμάτιο με σταυρωμένα τα χέρια και τα χείλη σφιχτά,
κάνοντας από καιρό σε καιρό καμμιά ερώτηση, χωρίς να σταματήσει το πήγαιν'
έλα. Φαινότανε συλλογισμένη.
Το συνήθιζε κι αυτή να μην ακούει ως το τέλος αυτά που της λέγανε οι άλλοι.
Φορούσε ένα ελαφρό φουστανάκι κι είχε δεμένο στον λαιμό της ένα διάφανο
άσπρο μαντήλι. Από πολλές λεπτομέρειες, ο Ραζουμίχιν έβγαλε το συμπέρασμα
πως οι δυο γυναίκες ζούσανε πολύ φτωχικά. Αν η Αβντότια Ρομάνοβνα ήτανε
ντυμένη σα βασίλισσα, σίγουρα δεν θα τον έκανε τόσο συνεσταλμένο, ενώ τώρα,
ίσως γιατί ήτανε έτσι φτωχικά ντυμένη και γιατί καταλάβαινε όλη την έκταση της
φτώχειας της, είχε απλωθεί μες στην καρδιά του η ατολμία. Φοβότανε για την
κάθε του κίνηση, για την κάθε του έκφραση, πράγμα που τον έκανε να νιώθει
ακόμα πιο δυσάρεστα, αφού και από φυσικού του δεν είχε καμμιά εμπιστοσύνη
στον εαυτό του.
"Μας είπατε αρκετά περίεργες λεπτομέρειες σχετικά με τον χαρακτήρα του
αδελφού μου... και μάλιστα χωρίς καμμιά προκατάληψη. Καλό είναι αυτό, γιατί
φανταζόμουνα πως τον θαυμάζετε", είπε χαμογελώντας η Αβντότια Ρομάνοβνα.
"Έχω τη γνώμη όμως πως πρέπει να υπάρχει μια γυναίκα στη ζωή του", είπε με
κάποιο δισταγμό.
"Δεν είπα τέτοιο πράγμα και δεν αποκλείεται να έχετε δίκιο, μόνο που..."
"Τι;".
"Δεν αγαπάει κανέναν, ίσως μάλιστα να μην αγαπήσει κανέναν ποτέ", είπε ο
Ραζουμίχιν κοφτά.
"Τον νομίζετε ανίκανο ν' αγαπήσει;".
"Ξέρετε, Αβντότια Ρομάνοβνα πως μοιάζετε και σεις πολύ με τον αδελφό σας, σε
όλα;".
Την πέταξε έτσι, εντελώς απροσδόκητα αυτή την κουβέντα, καθώς όμως
θυμήθηκε τι είχε πει τώρα δα για τον αδελφό της, ταράχτηκε και έγινε
κατακκόκινος. Η Αβντότια Ρομάνοβνα δεν κατάφερε να μη χαμογελάσει
κοιτάζοντας τον.
"Νομίζω πως και οι δυο σας κάνετε λάθος μιλώντας έτσι για τον Ρόντια", είπε η
Πουλχερία Αλεξάνδροβνα, κάπως πειραγμένη. Δε λέγω για τα τωρινά, Ντουνιά.
Όσα γράφει ο Πιότρ Πετρόβιτς σ' εκείνο το γράμμα του... και που τα
φανταζόμαστε κι εμείς, μπορεί βέβαια να μην είναι αλήθεια, αλλά δε
φανταζόσαστε Ντμίτρι Προκόφιτς τί φαντασιόπληκτος και τί... πώς να το πω... τί
ιδιότροπος είναι. Από τότε ακόμα που ήτανε δεκαπέντε χρονών, δεν είχα καμμιά
εμπιστοσύνη στον χαρακτήρα του. Τον θεωρώ ακόμα ικανόν να κάνει πράγματα
που ούτε μπορεί να τα βάλει ο νους του ανθρώπου. Και, για να μην πηγαίνουμε
μακριά, το ξέρετε ότι πριν από δεκαοχτώ μήνες με καταστενοχώρησε, με
βασάνισε και παρά λίγο να με στείλει στον τάφο με την ιδέα που του κόλλησε να

παντρευτεί εκείνη τη γυναίκα... πώς τη λέγανε; Την κόρη της Ζαρνίτσιν, της
σπιτονοικοκυράς του;".
"Ξέρετε σεις τίποτα λεπτομέρειες γι' αυτή την ιστορία;", ρώτησε η Αβντότια
Ρομάνοβνα.
"Νομίζετε", συνέχισε με θέρμη η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα, "ότι θα τον
σταμάταγαν τότε τα δάκρυα μου, τα παρακάλια μου, η αρρώστια μου κι ο
θάνατος μου ίσως; Νομίζετε πως μπορούσε να τον συγκινήσει η φτώχεια μας; θα
ξεπερνούσε με όλη του την ησυχία κάθε εμπόδιο. Μπορεί όμως, είναι ποτέ
δυνατό να μη μας αγαπάει καθόλου;".
"Ποτέ δε μου 'πε τίποτα γι' αυτό", απάντησε ο Ραζουμίχιν. "Κάτι άκουσα όμως
μέσες-άκρες από την (δια την κυρία Ζαρνίτσιν, που δε λέει και πολλά λόγια. Και
αυτά που έμαθα, για να πω την αλήθεια, μου φαίνονται λίγο παράξενα..."
"Τί μάθατε;", ρώτησαν και οι δυο γυναίκες μαζί. "Ω! Τίποτα το σημαντικό. Ξέρω
μόνο πως ο γάμος, που είχε αποφασιστεί και που μονάχα ο θάνατος της τον
εμπόδισε, δεν άρεσε καθόλου στην κυρία Ζαρνίτσιν. Εξάλλου λένε πως η νύφη
δεν ήτανε καθόλου όμορφη, ή μάλλον βεβαιώνουν πως ήτανε άσχημη... και
φιλάσθενη, και... παράξενη... αλλά, κατά τα άλλα πρέπει να είχε μερικά
χαρίσματα, γιατί αλλιώς αυτός ο γάμος θα 'τανε ακατανόητος... Δεν είχε καθόλου
προίκα -ο Ρόντια, άλλωστε, δε θα λογάριαζε καθόλου την προίκα... Αλλά, γενικά,
σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, είναι δύσκολο να κρίνει κανείς".
"Είμαι σίγουρη πως η κοπέλα αυτή θα είχε τα προτερήματα της", είπε η Αβντότια
Ρομάνοβνα.
"Ο θεός να με συχωρέσει, αλλά χάρηκα για το θάνατο της, χωρίς να ξέρω ποιος
από τους δυο θα 'βγαίνε ζημιωμένος, αν γινότανε αυτός ο γάμος", είπε η
Πουλχερία Αλεξάνδροβνα.
Ύστερα, με μεγάλες προφυλάξεις, με κομπιάσματα και ρίχνοντας λαθραίες ματιές
στη Ντουνιά, που ήτανε ολοφάνερο ότι δεν της άρεσε αυτό, άρχισε να
ξαναρωτάει τον Ραζουμίχιν για τη σκηνή που έγινε χτες ανάμεσα στον Ρόντια και
στον Λούζιν. Την απασχολούσε πιο πολύ από κάθε άλλο αυτό το περιστατικό,
την τρόμαζε και της έφερνε ρίγος. Ο Ραζουμίχιν της τα είπε πάλι με κάθε
λεπτομέρεια, αλλά αυτή τη φορά κατηγόρησε ανοιχτά τον Ρασκόλνικωφ, ότι
πρόσβαλε προμελετημένα τον Πιότρ Πετρόβιτς, χωρίς να επιμείνει πολύ στην
αρρώστια του για να τον δικαιολογήσει.
"Το 'χε σκεφτεί προτού ν' αρρωστήσει", πρόσθεσε.
"Έτσι νομίζω και γω", είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα, με συντριβή. Αλλά
απόρησε πολύ ακούγοντας τον Ραζουμίχιν να μιλάει τώρα για τον Πιότρ
Πετρόβιτς συγκρατημένα και μάλιστα με κάποιο σεβασμό. Την ίδια απορία
έδειχνε και η Ντουνιά.
"Ώστε αυτή είναι η γνώμη σας για τον Πιότρ Πετρόβιτς;", ρώτησε η Πουλχερία
Αλεξάνδροβνα.
"Δε θα μπορούσα να 'χω διαφορετική γνώμη για τον μέλλοντα σύζυγο της κόρης
σας", απάντησε ο Ραζουμίχιν σταθερά και με θέρμη. "Και δεν το λέω αυτό από
ταπεινή ψευτοευγένεια, αλλά γιατί... γιατί... ε, λοιπόν... γιατί τον διάλεξε

ελεύθερα η Αβντότια Ρομάνοβνα. Κι αν τον έβρισα χτες τόσο πολύ, το 'κάνα
γιατί ήμουνα σιχαμερά μεθυσμένος και, επί πλέον, γιατί... τα είχα χαμένα... ναι,
τα είχα χαμένα... ήμουνα τρελλός, ολότελα... και σήμερα είμαι
καταντροπιασμένος".
Κοκκίνισε και σώπασε. Η Αβντότια Ρομάνοβνα κοκκίνισε και κείνη, αλλά ούτε
κι αυτή είπε τίποτα. Δεν άνοιξε καθόλου το στόμα της από τη στιγμή που ήρθε η
κουβέντα για τον Λούζιν.
"Ξέρετε, Ντμίτρι Προκόφιτς", άρχισε να λέει η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα... "θα
μιλήσω ανοιχτά στον Νμίτρι Προκόφιτς, ε Ντουνιά;"
"Και βέβαια, μαμά", είπε η Ντουνιά χωρίς δισταγμό.
"Να, περί τίνος πρόκειται", βιάστηκε να πεί η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα, σα να
'χε φύγει από την καρδιά της ένα μεγάλο βάρος για τον πόνο της. "Σήμερα, πρωίπρωί, πήραμε ένα γράμμα από τον Πιότρ Πετρόβιτς, σαν απάντηση στο
σημείωμα που του στείλαμε για να του αναγγείλουμε τον ερχομό μας. Έπρεπε
βέβαια να 'ρθει χτες το βράδυ στον σταθμό να μας παραλάβει, όπως το είχε
υποσχεθεί, αλλά αντίς γι' αυτά μας έστειλε έναν υπηρέτη για να μάς δείξει τον
δρόμο αυτού εδώ του σπιτιού και μας παρήγγειλε μ' αυτόν ότι θα περνούσε να
μας ιδεί σήμερα το πρωί. Αλλά αντίς και γι' αυτό, λάβαμε σήμερα το πρωί ένα
γράμμα... Ορίστε, καλύτερα να το διαβάσετε μόνος σας, υπάρχει εδώ ένα ζήτημα
που με ανησυχεί πάρα πολύ... θα το ιδείτε μόνος σας ποιο είναι αυτό το σημείο...
και... θέλω να μου πείτε ειλικρινά τη γνώμη σας, Ντμίτρι Προκόφιτς. Εσείς τον
ξέρετε τον Ρόντια καλύτερα απ' τον καθένα και θα μπορέσετε να μας
συμβουλέψετε επίσης καλύτερα απ' τον καθένα. Σας προειδοποιώ ότι η Ντουνιά
την πήρε κιόλας την απόφαση της από την πρώτη στιγμή, εγώ όμως δεν ξέρω τί
απόφαση να πάρω και σας περίμενα".
Ο Ραζουμίχιν ξεδίπλωσε το γράμμα που είχε χτεσινή ημερομηνία και διάβασε το
παρακάτω:
Αγαπητή Πουλχερία Αλεξάνδροβνα,
Έχω την τιμήν να σας πληροφορήσω ότι, λόγω ωρισμένων εντελώς απροβλέπτων
εμποδίων, δεν κατώρθωσα να σας υποδεχθώ εις τον σταθμόν και δι' αυτόν τον
λόγον απέστειλα εκείνον τον ικανώτατον υπηρέτην. Θα στερηθώ επίσης της τιμής
να σας επισκεφθώ αύριον το πρωί, διότι έχω κάτι επείγουσες υποθέσεις εις τον
Άρειον Πάγον και διότι δεν επιθυμώ να παρενοχλήσω την μητρικήν συνάντησιν
μετά του υιού σας, καθώς και της Αβντότια Ρομάνοβνα μετά τον αδελφού της. Θα
έχω λοιπόν την τιμήν να σας επισκεφθώ εις το διαμέρισμα σας και να σας υποβάλω
τα σέβη μου αύριο το βράδυ, εις τας οκτώ ακριβώς και, επί τη ευκαιρία, θα λάβω
το θάρρος να σας απευθύνω μίαν παράκλησιν, μίαν θερμήν παράκλησιν θα έλεγον:
Να μην παρευρίσκεται κατά την συνάντησιν μας και ο Ροντιόν Ρομάνοβιτς,
δεδομένου ότι με εξύβρισε κατά τρόπον χυδαίον και άνευ προηγουμένου, όταν τον
επεσκέφθην κατά την διάρκειαν της ασθενείας του. Εκτός αυτού, έχω να συζητήσω
μαζί σας ένα ζήτημα επί του οποίου θα ήθελα να γνωρίζω τας προσωπικός σας
απόψεις. Έχω την τιμήν να σας προειδοποιήσω από τούδε ότι εάν, παρά την

παράκλησίν μου, συναντήσω τον Ροντιόν Ρομάνοβιτς, θα είμαι υποχρεωμένος ν'
αποσυρθώ αμέσως, και την ευθύνην περί αυτού θα φέρετε υμείς. Σημειώνω το
ανωτέρω δια την περίπτωσιν καθ' ην ο Ροντιόν Ρομάνοβιτς, όστις εφαίνετο τόσον
ασθενής κατά την διάρκειαν της επισκέψεως μου και μετά παρέλευσιν δύο ωρών
επανεύρε πλήρως την υγείαν του, θα ήτο δυνατόν να σας επισκεφθεί εφ' όσον είναι
εις θέσιν να εξέρχεται. Περί αυτού εβεβαιώθην ιδίοις όμμασιν, διότι τον είδαν εις
την οικίαν μέθυσου τινός όστις παρεσύρθη υπό των αλόγων αμάξης και συνεπεία
τούτου απέθανε. Εις την κόρην του ανωτέρω, μίαν νέαν δεδηλωμένης διαγωγής,
έδωσε χθες είκοσι πέντε περίπου ρούβλια με την πρόφασιν να πληρώσει τα έξοδα
της κηδείας, πράγμα το οποίον με κατέπληξε σφόδρα, καθ' όσον γνωρίζω μετά
πόσης δυσκολίας συγκεντρώσατε αυτό το ποσόν...
Επί τούτοις, εκφράζων την ιδιαιτέραν μου εκτίμησιν προς την αξιότιμον Αβντότια
Ρομάνοβνα, παρακαλώ υμάς όπως δεχθείτε τα αισθήματα της βαθύτατης
αφοσιώσεώς μου.
Ταπεινός σας υπηρέτης
Π. ΛΟΥΖΙΝ
"Τί να κάνω τώρα, Ντμίτρι Προκόφιτς;", είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα,
έτοιμη να βάλει τα κλάματα. "Πώς μπορώ να πω του Ρόντια να μην έρθει; Χτες,
επέμενε τόσο πολύ να διαλύσουμε τον αρραβώνα με τον Πιότρ Πετρόβιτς και
τώρα να που έρχεται αυτός και μου απαγορεύει να δεχτώ τον Ρόντια! Μόλις το
μάθει, θα έρθει επίτηδες... και τότε, τί θα γίνει;".
"Να κάνετε ό,τι αποφάσισε η Αβντότια Ρομάνοβνα", απάντησε ήσυχα-ήσυχα ο
Ραζουμίχιν.
"Αχ, θεέ μου!... Η Ντουνιά λέει... Ένας θεός μονάχα ξέρει τί ακριβώς λέει, αφού
δε μου ανακοινώνει τους σκοπούς της. Κατά τη γνώμη της, θα ήτανε καλύτερα κι
όχι μόνο θα ήτανε καλύτερα, αλλά επιβάλλεται οπωσδήποτε να βρίσκεται εδώ και
ο Ρόντια απόψε στις οχτώ, και να συναντηθούν οι δυο τους... Εγώ θα προτιμούσα
να μην του δείξουμε το γράμμα, αλλά με τρόπο και με τη δική σας βοήθεια να
τον εμποδίσουμε να έλθει... γιατί είναι τόσο οξύθυμος... Κι ύστερα, δεν
καταλαβαίνω τί σημαίνει αυτός ο πεθαμένος μέθυσος και για ποια κοπέλα
πρόκειται, ούτε πώς μπόρεσε ο Ρόντια να της δώσει τα τελευταία του λεφτά
που...".
"Που με τόση δυσκολία εξοικονόμησες, μητέρα", πρόσθεσε η Αβντότια
Ρομάνοβνα.
"Δεν ήτανε στα καλά του χθες", απάντησε ο Ραζουμίχιν σκεφτικά. "Να ξέρατε τι
έκανε χτες σ' ένα καφενείο... αν και τα κατάφερε πολύ καλά... Χμ! Πραγματικά,
κάτι μου είπε και μένα χτες το βράδυ, την ώρα που γυρίζαμε στο σπίτι, αλλά δεν
κατάλαβα λέξη... Είναι αλήθεια όμως ότι χθες, ούτε και γω ήμουνα στα καλά
μου...".
"Το καλύτερο απ' όλα, μαμά, είναι να πάμε μόνες μας στον Ρόντια και μετά, σε
βεβαιώ, θα ιδούμε τί μας μένει να κάνουμε. Εξ άλλου, αχ θεέ μου, αργήσαμε.

Περασμένες δέκα!", πρόσθεσε ρίχνοντας μια ματιά στο όμορφο χρυσό ρολογάκι
της που κρεμότανε στον λαιμό της με μια λεπτή βενετσιάνικη αλυσιδίτσα και
ερχότανε σε χτυπητή αντίθεση με όλο το άλλο ντύσιμο της. "Δώρο αρραβώνων",
σκέφτηκε ο Ραζουμίχιν.
"Αχ! Πέρασε η ώρα, πέρασε. Ντουνιά!", είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα
τρομαγμένα, "θα νομίσει πως είμαστε ακόμα θυμωμένες απ' το χτεσινό,
βλέποντας πως δεν πήγαμε. Αχ, θεέ μου!".
Μιλώντας έριξε επάνω της βιαστικά ένα σάλι και φόρεσε το καπέλο της. Και η
Ντουνιά επίσης άρχισε να ντύνεται. Ο Ραζουμίχιν πρόσεξε πως τα γάντια της
ήτανε όχι μόνο παλιά αλλά και τρύπια. Ωστόσο, η ολοφάνερη φτώχεια που είχε
το ντύσιμο τους, έδινε και στις δυο την κρυφή και ιδιόμορφη εκείνη αξιοπρέπεια
των ανθρώπων που ξέρουν να φορούν φτωχικά ρούχα. Ο Ραζουμίχιν κοίταζε με
θαυμασμό τη Ντουνιά και καμάρωνε στη σκέψη ότι θα τη συνόδευε. "Εκείνη η
βασίλισσα, σκεφτότανε, που μπάλωνε τις κάλτσες της στη φυλακή σίγουρα θα
ήτανε πολύ περισσότερο βασίλισσα εκείνη τη στιγμή, παρά όταν βρισκότανε στις
δόξες και στον θρόνο της".
"Θεέ μου!", φώναξε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. "Ποιος θα μου το 'λέγε θα
φοβόμουνα να συναντήσω το παιδί μου, τον πολυαγαπημένο μου Ρόντια, όπως το
φοβάμαι αυτή τη στιγμή; Γιατί... φοβάμαι, Ντμίτρι Προκόφιτς", πρόσθεσε.
"Μη φοβάσαι τίποτα, μαμά", είπε η Αβντότια Ρομάνοβνα φιλώντας την. "Έχε του
εμπιστοσύνη, όπως του έχω κι εγώ".
"Αχ, θεέ μου! Και εγώ του έχω εμπιστοσύνη, αλλά δε μπόρεσα να κλείσω μάτι
απόψε", είπε η δύστυχη. Βγήκανε και οι τρείς από το σπίτι.
"Ξέρεις, Ντουνιά, μόλις αποκοιμήθηκα λίγο, κατά τα χαράματα, είδα στον ύπνο
μου κείνη την καημένη Μάρθα Πετρόβνα... Ήτανε ντυμένη στα κατάλευκα... με
πλησίασε, μου 'πιάσε το χέρι και κούναγε το κεφάλι κοιτάζοντας με τόσο
αυστηρά, σα να με μάλωνε... Είναι καλό τάχα; Αχ, θεέ μου. Εσείς Ντμίτρι
Προκόφιτς το ξέρετε ότι η Μάρθα Πετρόβνα είναι πεθαμένη;".
"Όχι, δεν το ξέρω. Ποια είναι αυτή η Μάρθα;".
"Πέθανε ξαφνικά. Και, φανταστείτε ότι...".
"Αργότερα, μαμά", είπε η Ντουνιά μπαίνοντας στη μέση. "Ο κύριος δεν ξέρει
ακόμα ποια είναι αυτή η Μάρθα Πετρόβνα".
"Α! Δεν την ξέρετε; Νόμιζα πως θα τα είχατε μάθει! Με συγχωρείτε, Ντμίτρι
Προκόφιτς, το μυαλό μου είναι άνω κάτω αυτές τις ημέρες. Πραγματικά, σας
βλέπω σα σταλμένο από τη θεία Πρόνοια και γι' αυτό είχα την εντύπωση ότι
ξέρατε όλες μας τις υποθέσεις. Σας θεωρώ άνθρωπο του σπιτιού μας ..Μη
θυμώσετε που μιλάω έτσι. Αχ, θεέ μου! Μα, τί έχει το δεξί σας χέρι; Είσαστε
χτυπημένος;"
"Ναι, χτύπησα λίγο", ψέλλισε ο Ραζουμίχιν τρισευτυχισμένος.
"Μιλάω πολύ ανοιχτόκαρδα και καμμιά φορά η Ντουνιά με μαλώνει... Αλλά, θεέ
μου, τί τρώγλη είναι αυτή όπου κάθεται! Να ξύπνησε τάχα; Για πείτε μου και
σείς, Ντμίτρι Προκόφιτς, τί πρέπει να κάνω; Πώς να του φερθώ;".

"Μην τον ρωτάτε πολύ, όταν τον βλέπετε να ζαρώνει τα φρύδια του. Και,
προπαντός, μην τον πολυρωτάτε για την υγεία του: Δεν του αρέσει αυτό το
πράγμα".
"Αχ, Ντμίτρι Προκόφιτς, είναι φοβερό για τις μανάδες. Αλλά, να η σκάλα... Τι
φριχτή σκάλα!".
"Ησύχασε, χρυσή μου μαμά, είσαι κατακίτρινη!", είπε η Ντουνιά χαϊδεύοντας τη.
"Να ιδείς που θα χαρεί πολύ όταν σε ιδεί κι άδικα βασανίζεσαι" πρόσθεσε ενώ τα
μάτια της αστράφτανε.
"Σταθείτε, θα πάω πρώτα να ιδώ αν ξύπνησε".
Ο Ραζουμίχιν προχώρησε μπροστά και οι δυο γυναίκες ανέβηκαν σιγά-σιγά πίσω
του. 'Όταν έφτασαν στο τέταρτο πάτωμα είδανε πως η πόρτα της
σπιτονοικοκυράς ήταν μισάνοιχτη και μες στο μισοσκόταδο κάτι μικρά, μαύρα
και ζωηρά μάτια τις παρακολουθούσαν και τις δυο. Μόλις διασταυρώθηκαν τα
βλέμματα τους, η πόρτα ξανάκλεισε απότομα με τέτοιο πάταγο, ώστε η
Πουλχερία Αλεξάνδροβνα κόντεψε να βγάλει μια κραυγή απ' την τρομάρα της.


"Καλά πάει, καλά πάει!", φώναξε ο Ζοσίμοβ, βλέποντας τις δυο γυναίκες να
'ρχονται. Βρισκότανε μέσα πριν από δέκα λεπτά και είχε ξανακαθήσει στην ίδια
θέση, όπως και χτες, στη γωνία, πάνω στο ντιβάνι. Ο Ρασκόλνικωφ στεκότανε
στη άλλη γωνία, αντίκρυ. Ήτανε ντυμένος και μάλιστα είχε πλυθεί και χτενιστεί
με προσοχή, πράγμα που είχε πολύ καιρό να κάμει. Ξαφνικά, όλο το δωμάτιο
γέμισε. Η Ναστάσια όμως τα κατάφερε να τρυπώσει πίσω απ' τους επισκέπτες κι
έμεινε για ν' ακούσει τη συζήτηση. Πραγματικά ο Ρασκόλνικωφ ήτανε καλά
σχεδόν, σε σύγκριση προπάντων με τη χτεσινή ημέρα, ωστόσο, εξακολουθούσε
να είναι κατάχλωμος, σκυθρωπός και αφηρημένος, θα 'λέγε κανείς πως ήταν
πληγωμένος ή πως είχε περάσει πριν από λίγο έναν δυνατό σωματικό πόνο: Τα
φρύδια του ήτανε ζαρωμένα, τα χείλη του σφιγμένα, το βλέμμα του φλογισμένο.
Μιλούσε λίγο με το στανιό, σα να εκπλήρωνε μια υποχρέωση και κάπου-κάπου οι
κινήσεις του έδειχναν κάποια ταραχή. Ένας επίδεσμος μόνο του 'λείπε στο χέρι ή
σε κανένα δάχτυλο για να συμπληρωθεί η ομοιότητα του μ' έναν άνθρωπο που
έχει ένα οδυνηρό απόστημα ή που πληγώθηκε στο χέρι -κάτι τέτοιο, τέλος
πάντων. Ωστόσο, το κατάχλωμο εκείνο πρόσωπο φωτίστηκε για μια στιγμή όταν
μπήκαν μέσα η μητέρα του και η αδελφή του, αλλά αυτό δεν έκανε τίποτ' άλλο
παρά να προσθέσει μια έκφραση συμπυκνωμένου πόνου στη θλιβερή αποκοσμιά
που απλωνόταν στο πρόσωπο του. Έσβησε πολύ γρήγορα αυτό το φώτισμα κι
έμεινε μόνο ο πόνος. Ο Ζοσίμοβ, που πρόσεχε τον ασθενή του με τον ιδιαίτερο
εκείνο ζήλο του νεαρού γιατρού, είδε, όχι δίχως απορία, ότι τη στιγμή που
έμπαιναν μέσα οι δικοί του, φάνηκε σα να 'παίρνε μια μυστική και οδυνηρή

απόφαση, σα να βρισκότανε μπροστά σ' ένα καινούργιο μαρτύριο που έπρεπε να
το υποστεί. Δεν έδειξε καθόλου τη χαρά που θα 'πρεπε να νιώσει φυσιολογικά μ'
αυτή την επίσκεψη. Αργότερα μάλιστα διαπίστωσε με την κάθε λέξη που έλεγαν
στην κουβέντα τους, ότι φαινότανε σα να ερεθίζεται και να ξαναφουντώνει η
πληγή του. Ταυτόχρονα όμως, απορούσε βλέποντας τον να διατηρεί σχετικά την
αυτοκυριαρχία του και να ελέγχει τα αισθήματα του, ενώ χτες ήτανε τυπικά
μανιακός και γινότανε έξω φρενών με την παραμικρή κουβέντα.
"Ναι", είπε φιλώντας τρυφερά τη μητέρα του και την αδελφή του, "τώρα το
βλέπω και γω πως είμαι σχεδόν καλά... Και δεν το λέω αυτό όπως εχτές",
πρόσθεσε, γυρίζοντας κατά τον Ραζουμίχιν και σφίγγοντας του το χέρι εγκάρδια.
"Και γω απόρησα που τον βρήκα έτσι", είπε ο Ζοσίμοβ, ευχαριστημένος που τους
είδε, γιατί σ' αυτά τα δέκα λεπτά, είχανε εξαντληθεί όλα τα θέματα είχανε να
πούνε οι δυο τους. "Αν εξακολουθήσει έτσι, σε τέσσερις ημέρες, θα είναι εντελώς
όπως πρώτα, δηλαδή όπως ήτανε πριν από κάνα δυο μήνες... ίσως και τρείς. Γιατί
η αρρώστια αυτή χρονολογείται από πολύ καιρό, ε; Το παραδεχόσαστε τώρα ότι
φταίγατε και σείς ο ίδιος;", πρόσθεσε μ' ένα επιφυλαχτικό χαμόγελο, σα να
φοβότανε μήπως τον εξοργίσει πάλι.
"Πολύ πιθανό", απάντησε ο Ρασκόλνικωφ ψυχρά.
"Το λέω αυτό", συνέχισε ο Ζοσίμοβ, "γιατί η αποκατάσταση της υγείας σας,
εξαρτάται από σας τον ίδιο, κατά μεγάλο μέρος. Τώρα που μπορώ να μιλήσω
μαζί σας, θα ήθελα να σας πείσω ότι είναι απαραίτητο να εξετάσετε τις πρώτες
αιτίες, τις ριζικές, να πούμε, που προϋπήρξαν απ' την αρρώστια σας. Τότε, θα
γίνετε πραγματικά καλά, διαφορετικά μπορεί και να χειροτερέψει η κατάσταση
σας. Ποιες είναι αυτές οι αιτίες, δεν το ξέρω, σείς όμως, πρέπει να τις γνωρίζετε.
Είσαστε έξυπνος άνθρωπος και ασφαλώς θα τίς προσέξατε ο ίδιος. Μου φαίνεται
πως η αρχή της αρρώστιας σας συμπίπτει με τη διακοπή της φοιτήσεως σας στο
Πανεπιστήμιο.
Δεν πρέπει να μείνετε δίχως απασχόληση. Νομίζω λοιπόν πως μια εργασία που
θα έχει απολύτως ξεκαθαρισμένο σκοπό, θα ήτανε για σας σωτήρια".
"Ναι, ναι... Έχετε πέρα για πέρα δίκιο... θα γυρίσω στο Πανεπιστήμιο όσο το
δυνατόν γρηγορότερα και τότε όλα θα πάνε μια χαρά...".
Ο Ζοσίμοβ, που άρχισε να δίνει αυτές τις σοφές συμβουλές λίγο και για να κάνει
εντύπωση στις γυναίκες, απόρησε όταν, σηκώνοντας τα μάτια του, είδε στο
πρόσωπο του μια ειρωνεία ολοφάνερη. Αλλά αυτό δεν κράτησε παρά μονάχα μια
στιγμή, γιατί η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα άρχισε να ευχαριστεί τον Ζοσίμοβ,
ιδιαίτερα για την επίσκεψη που τους έκανε χτες το βράδυ.
"Τί; Ήρθε στο σπίτι σας χτες το βράδυ;", ρώτησε ο Ρασκόλνικωφ κάπως
ανήσυχα...
"Μα, δεν πέσατε να κοιμηθείτε ύστερα από τέτοιο ταξίδι;".
"Αχ, Ρόντια! Όλα έγιναν πριν από τις δύο τα μεσάνυχτα. Η Ντουνιά και γω δεν
κοιμόμαστε ποτέ πριν απ' τις δύο μετά τα μεσάνυχτα".
"Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω", είπε ο Ρασκόλνικωφ, σκύβοντας τι κεφάλι
του.

είπε μέσα της. "Γι' αυτόν..". Η Αβντότια Ρομάνοβνα.".. ε... "πέστε πως είσαστε ο πρώτος μου πελάτης. δε λέω τίποτα". έκανε. "δε φαντάζεσαι πόσο. "Αχ. είπε ο Ραζουμίχιν ψιθυριστά. και μάλιστα του τυχαίνει ν' αγαπήσει μερικούς απ' αυτούς αληθινά. "Με πόση ευγένεια κι απλότητα έδωσε διακριτικότατα τέλος στην παρεξήγηση με την αδελφή του. δυστυχισμένες ήμαστε χτες η Ντουνιά και γω. φώναξε άξαφνα. που κοίταξε τον αδελφό της ανήσυχα. Τώρα της πρωτομίλαγε μετά τον χτεσινό τσακωμό τους. βρίσκουμε κείνη τη γυναίκα... το πρόσεξε. Στο πρόσωπο της μητέρας φάνηκε μια χαρά ανέκφραστη γι' αυτή την άφωνη και οριστική συμφιλίσωση των παιδιών της. "Και τί ωραία που το 'κάνε!". άπλωσε ξαφνικά το χέρι του προς την αδελφή του..". "Ε. να τον φιλήσω. Αλλά. Γιατί λοιπόν φοβάμαι. μάλιστα. και. "Ξέρει να φέρεται καλά"."Αφήνοντας κατά μέρος το ζήτημα της αμοιβής σας -θα μου επιτρέψετε να κάνω αυτόν τον υπαινιγμό. Τώρα όμως που πάνε αυτά. αμέσως μόλις βγήκαμε απ' το τραίνο και ξαφνικά να.. είπε ο Ζοσίμοβ χαμογελώντας βεβιασμένα. Αλλά.. Αν ήτανε πιο προσεχτικός. εγώ όμως φοβάμαι!. μπορώ να σου το πω. Ναστάσια! Αυτή μας είπε πως ήσουνα άρρωστος από θέρμες και το 'σκασες χωρίς την άδεια του γιατρού και βγήκες. "Δεν τολμώ σχεδόν να μιλήσω για σένα. να κλάψω από χαρά. σπεύδοντας ν' απαντήσει στην παρατήρηση του. "Δεν ξέρω πώς με θεωρήσατε άξιο τόσο ιδιαίτερης προσοχής. θα 'βλεπε πως ο φίλος του δεν είχε καθόλου αισθηματολογικές διαθέσεις. Και λέγοντας αυτά. φώναξε ο Ραζουμίχιν. θεέ μου! Μιλάει με τρυφερότητα. "αν και μονάχα σκοτούρες και βρισιές είχε από μένα". είναι καλύτερα ντυμένος! Αχ. με παραλήρημα έξω στο δρόμο. ενώ στριφογύριζε απότομα στην καρέκλα του. για κάτι τέτοια τον αγαπώ". μάλιστα στενοχωριέμαι που δεν το καταλαβαίνω σας το λέω ειλικρινά"! "Ελάτε τώρα. Φαντάσου. θεέ μου! Τί κακοντυμένος! Ακόμα και ο Βάσια. ο ψυχογιός του Αθανάση Ιβάνοβιτς... περάσανε και είμαστε ξανά ευτυχισμένες. μητέρα".". όπου έψαχναν να σε βρουν! θυμήθηκα αμέσως τον . πώς θα 'θελα να ριχτώ στον λαιμό του. γυρίζοντας κατά τον Ζοσίμοβ. Όταν λοιπόν ένας γιατρός έχει να κάνει με τους πρώτους του πελάτες. Αλήθεια. φοβάμαι. πρόσθεσε ο Ρασκόλνικωφ δείχνοντας τον Ραζουμίχιν. τί αισθηματολογίες είναι αυτές σήμερα. να τη! Καλημέρα. να.. απλώνοντας μόνο το χέρι του αυτή τη στιγμή και κοιτάζοντας την κατά πρόσωπο! Και τί όμορφα που είναι τα μάτια του κι ολόκληρο το πρόσωπο του! Είναι ομορφότερος κι από τη Ντουνιά!.. μην εκνευριζόσαστε".. εξακολούθησε ο Ρασκόλνικωφ σα να 'λέγε μάθημα που το είχε μάθει το πρωί απ' έξω. "Για στάσου. Ίσα-ίσα.... Α.. δεν το καταλαβαίνω. Το χαμόγελο του όμως έδειχνε αληθινή συγκίνηση αυτή τη φορά. "Μονάχα σήμερα μπόρεσα να καταλάβω πόσο θα βασανίστηκες περιμένοντας με να γυρίσω". ερχόμαστε εδώ τρέχοντας για να σε σφίξουμε στην αγκαλιά μας. "Ορίστε βλακείες!". τους περιποιείται σαν πραγματικά του παιδιά... υπερβολικός πάντοτε. χωρίς να πει' λέξη. Η Ντουνιά άρπαξε αμέσως το χέρι του και το 'σφίξε θερμά με χαρά κι ευγνωμοσύνη. Ρόντια!". όμως.

"Αλλά. μην ανησυχείς μητέρα. ψιθύρισε ο Ρασκόλνικωφ. σκέφτηκε ο Ρασκόλνικωφ. "Σε παραλήρημα. εξακολούθησε. είπε ο Ζοσίμοβ επεμβαίνοντας. "Ναι. αλλά σταμάτησε απότομα γιατί θυμήθηκε πως ο Πιότρ Πετρόβιτς είναι ένα θέμα αρκετά επικίνδυνο. μ' όλο που "όλοι τους τώρα ήτανε απόλυτα ευτυχισμένοι". "Βλέπουμε να γίνεται μια πράξη κατά τρόπο άψογο. ναι. ρώτησε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα αναστατωμένη.". Γιατί πήγα εκεί κάτω. χτες που βρισκόμουνα κάπως σε παραλήρημα. "τα θυμάμαι όλα. "Πάλι καλά που με παίρνει για τρελλό ή σχεδόν τρελλό".. σκεφτότανε η Ντουνιά. είπε ο Ραζουμίχιν διακόπτοντάς τον.. Δε μπορώ να καταλάβω καθαρά".. "Είναι φαινόμενο πολύ γνωστό".. Είναι κάτι ανάλογο με τα όνειρα". αλλά να: Γιατί το 'κάνα αυτό. τι άλλο ήθελα να σας πω. Βγήκε λοιπόν έξω στην αυλή κι έπεσε στο πηγάδι.. "Μα..". όλα αυτά βέβαια είναι πολύ λυπηρά".και είχε και κείνος θέρμες. που ήτανε φίλος του πατέρα σου -δεν τον θυμάσαι εσύ Ρόντια. Μέσα σε δεκάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες είναι . τόσο αδιάφορα. κάποιον υπάλληλο. είπε κατάπληκτη η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. βρέθηκα μπροστά σ' έναν πληγωμένο. είπε η Ντουνιά κοιτάζοντας τον Ζοσίμοβ κάπως ανήσυχα. τόσο αφηρημένα όμως. θέλαμε να συναντήσουμε όσο γινότανε γρηγορότερα τον Πιότρ Πετρόβιτς. Ρόντια. Σε παρακαλώ. "Μας απαντάει σα να το κάνει από υποχρέωση. συ τα θυμάσαι όλα".. απάντησε εκείνος. κάπως ανήσυχα. εντελώς ολομόναχες". το αίτιον όμως της πράξεως. Όσο για τον απόλυτα ισορροπημένο άνθρωπο. "Μήπως γίνεται το ίδιο και με τους ανθρώπους που είναι καλά. νομίσαμε και μείς πως η κατάσταση σου ήτανε πολύ άσχημα. η αφετηρία της. "με την έννοια ότι όλοι μας σχεδόν είμαστε πραγματικά και συχνότατα παράφρονες. δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να πεί κανείς. Γιατί είπα τόσα πράγματα. "Το αίμα.. και σένα Ντουνιά.". συμφιλιώνεται μαζί μου. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ. ναι. "Δεν είναι τίποτα.. "Μόλις σηκώθηκα.. Υπάρχει όμως τούτη η διαφορά: 'Ότι οι άρρωστοι είναι λίγο πιο τρελλοί από μας· εδώ ακριβώς πρέπει να γίνει η διάκριση. "Τί συμβαίνει λοιπόν. "Α.". απ' όπου μόνο την άλλη μέρα τον βγάλανε. ζητάει συγγνώμη σα να κάνει κάποια αγγαρεία ή σα να λέει κάποιο μάθημα απ' έξω".τραγικό θάνατο του υπολοχαγού Ποταντσίκωφ. ώστε η Ντουνιά γύρισε και τον κοίταξε με κατάπληξη.".. βρίσκονται σε αποδιοργάνωση και εξαρτώνται από διάφορες νοσηρές εντυπώσεις. με μια επιδεξιότητα εκπληκτική. γιατί είμαστε ολομόναχες. μητέρα. Μα.. Τα είπε όλα αυτά με φωνή που σερνότανε κλαψιάρικα. με κάθε λεπτομέρεια. τώρα μόλις ντύθηκα". ήθελα να 'ρθω αμέσως. για να μας βοηθήσει λιγάκι. ξέχασα χτες να πω στη Ναστάσια να . "Αλήθεια".. "Η παρατήρηση είναι σωστή". γιατί το λες αυτό.". κάνοντας μεγάλη προσπάθεια να συγκεντρώσει τις αναμνήσεις του. αλλά με καθυστέρησε το ζήτημα των ρούχων μου.. Φυσικά. Ποιο αίμα.πλύνει το αίμα. μη νομίσετε πως δε θα ερχόμουνα να σας ιδώ και πως περίμενα να 'ρθείτε σεις πρώτα".

Πραγματικά.. Ντουνιά. όλα αυτά είναι κουταμάρες!". θα γίνεις δυστυχισμένη κι αν το περάσεις. σε τιμάει αυτό. Το 'νιωθαν όλοι τους. Γέμισα λοιπόν αίματα.. με τρία πεινασμένα ορφανά. Εξ άλλου. "Δεν πειράζει. λοιπόν. πρέπει πρώταπρώτα να 'χεις το δικαίωμα να το κάνεις.. ιδίως γιατί ήξερα πώς εξοικονόμησες αυτά τα λεφτά. της απάντησε μ' ένα πικρό χαμόγελο. αν δεν είσαστε ευχαριστημένα". κατάληξε ξερά κι απότομα. "Α! ναι..... πρόσθεσε ταραγμένα και μετανιώνοντας που είχε θυμώσει. Έκανα χτες κάτι ασυγχώρητο. "Ε. si vous n' etes pas contents" 4. τόσο περισσότερο φοβισμένη γινότανε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. έκανε ο Ρασκόλνικωφ σα να ξύπναγε. όσο πιο πολύ σώπαινε.... η δύστυχη. αλλά και πάλι η εξαίρεση δεν είναι απόλυτη. Είμαι σίγουρη πως ό. κατσούφιασαν όλα τα πρόσωπα. μουρμούρισε κοιτάζοντας την με μίσος σχεδόν και χαμογελώντας σαρκαστικά. "Τι'.. και συ καλές προθέσεις". τα 'δωσα χτες.". δεν ήμουνα στα καλά μου. καθώς βοηθούσα να τον πάμε σπίτι του. σκεφτότανε ο Ρασκόλνικωφ ανασηκώνοντας τα μάτια του και βλέποντας τη μητέρα του και την αδελφή του. Έτσι. Για να βοηθήσεις τον άλλο. Όλα τα λεφτά που μου έστειλες. Αλήθεια. θα προχωρήσεις ως ένα σημείο: Αν δεν το περάσεις. στη γυναίκα του. "Έτσι δεν είναι. "Να μην είσαι τόσο σίγουρη".  . μπορεί να είσαι ακόμα πιο δυστυχισμένη.".. Εν τάξει. είπε η μητέρα του ευχαριστημένη.ζήτημα αν υπάρχει ένας. βλέπω. το παραδέχομαι. Έχεις.. απάντησε η Ντουνιά σταθερά. chiens. "Ήθελα μόνο να σου ζητήσω συγγνώμη μητέρα". σκέφτηκε άξαφνα ο Ρασκόλνικωφ. τίς αγαπούσα μόνον όταν δεν τίς έβλεπα". Τί έγινε μ' αυτόν που πάτησαν τ' άλογα. για την κηδεία. μ' ένα παράξενο χαμόγελο στα χλωμά του χείλη και φαινότανε σα να μην προσέχει τίποτα. Ακολούθησε σιγή. τόσο το καλύτερο για σένα!. μητέρα... "Συνεπώς.                                                              4   "ψοφήστε σκυλιά. Ο Ρασκόλνικωφ καθόταν βυθισμένος σε βαθιά ονειροπόληση. Κάποια σκέψη στριφογύριζε μες στο μυαλό του.. Εξ άλλου. Με τη λέξη "τρελλός" που είπε απρόσεχτα ο Ζοσίμοβ φλυαρώντας γύρω από τ' αγαπημένο του θέμα. είναι φθισικιά. αλλιώς: "Crevez. "Θα 'λεγε κανείς πως με φοβούνται". Και συ η ίδια θα τα 'δίνες αν ήξερες. πραγματικά.".. είπε ο Ραζουμίχιν.τι κάνεις εσύ είναι καλό". δεν είχα κανένα δικαίωμα να το κάνω. Όλη αυτή η συζήτηση είχε κάτι το δραματικό -όπως και η σιωπή τους και η συμφιλίωση τους και η συγγνώμη που ζήτησε. Έμεινε χήρα. Ρόντια. τίποτα δεν έχουνε στο σπίτι τους. "θα 'πρεπε να το καταλάβω. "Μπα. υπάρχει και μια κοπέλα. Σε διέκοψα και προηγουμένως". Χαμογέλασε.. δεν είναι έτσι". "Όχι.

"Ποια Μάρθα Πετρόβνα. αφού μπόρεσε να κρατήσει εφτά χρόνια. "Συνεπώς. Αλλά. Από τι πέθανε.. της φερνότανε με μεγάλη επιείκεια. "Α!. θυμάμαι.".. Α! Αλήθεια. θα 'λέγε κανένας πως τον συγχωρείς". για ποιο λόγο κάθεσαι και κάνεις τώρα αυτά τα κουτσομπολιά. "Μα. Πέθανε λοιπόν ε. "Το είχε συνηθίσει πια. πέθανε". Αυτό κράτησε εφτά χρόνια.. αν λογαριάσουμε τον χαρακτήρα της. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα. ψιθύρισε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. δεν ήξερα τί άλλο να πω». Αλλά. Ξέρεις. σε φοβόμαστε". Ρόντια. η Μάρθα είπε να ζέψουν τ' αμάξι για να πάει στην πόλη.".. καθώς φαίνεται. "Αχ. σα να ξύπνησε. ανεβαίνοντας τη σκάλα έκανε το σταυρό της –τόσο πολύ είχε φοβηθεί".. είπε ο Ζοσίμοβ.. θυμώνοντας εντελώς αναπάντεχα.". ναι. η κυρία Σβιντριγκάιλωφ. "Όχι... "Η μητέρα μάλιστα. Έφαγε. είπε η Ντουνιά κοιτάζοντας τον αδελφό! Της αυστηρά και κατάματα. δεν ήτανε και τόσο τρομερός."Ξέρεις. τί σημασία έχει αυτό. Ρόντια. "Αυτό έγινε το πρωί". Το πρόσωπο του Ρασκόλνικωφ συσπάστηκε. είπε ξαφνικά ο Ρασκόλνικωφ. έμεινε στον τόπο από συγκοπή. "Δεν είναι καθόλου περίεργο". για να μην αργήσει. Με φοβόσαστε όλοι εδώ μέσα. ρώτησε ο Ρασκόλνικωφ γυρίζοντας κατά την αδελφή του. πρόσθεσε αναπηδώντας ξαφνικά. «Α! χρυσέ μου.. μόλις μπήκε στο νερό.". "Μετά το φαγητό. μητέρα. σα να τον έπιαναν σπασμοί. Φαντάσου! Εκείνος ο απαίσιος άντρας της ήτανε αιτία του θανάτου της.. "Πραγματικά. είναι απαίσιος άνθρωπος.". πήγε κατ' ευθείαν στο μπάνιο.. "Όχι. Ήτανε πάντα υπομονετικός και ευγενικός μαζί της. δε μπορώ να φανταστώ απαισιότερο άνθρωπο". "Χμ!. "Έτσι ζούσαν πάντοτε. απάντησε η Ντουνιά τρέμοντας σχεδόν... είπε άξαφνα η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. Λένε πως την έσπαζε στο ξύλο".". η Μάρθα Πετρόβνα. γιατί πάντα το συνήθιζε σ' αυτές τις περιπτώσεις να πηγαίνει στην πόλη.".". είπε ο Ρασκόλνικωφ κάνοντας μια γκριμάτσα που έμοιαζε με χαμόγελο.". "Είναι δυνατόν.. ενώ ζάρωνε τα φρύδια της και βυθιζότανε σε σκέψεις. "Μετά το ξύλο. είπε η Ντουνιά. "Και την είχε χτυπήσει πολύ. λένε. την ίδια μέρα που σου έστειλα το γράμμα μου.. . με πολλή όρεξη". πρόσεχε πολύ τον εαυτό της και μπανιαριζότανε.". "Από θάνατο ξαφνικό. Στο σπίτι τους έχουνε μια πηγή με κρύο νερό και κεί συνήθως έκανε τα μπάνια της κάθε μέρα.. όχι. συνέχισε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα βιαστικά. Ντουνιά. θα 'χασέ άξαφνα την υπομονή του. σου έγραψα τόσα πολλά γι' αυτή στο τελευταίο γράμμα μου!". το αντίθετο μάλιστα. α. "Μα. τί λοιπόν. θεέ μου! Η Μάρθα Πετρόβνα. και αμέσως μετά το φαγητό.

"Μα..". πόσα και πόσα θα 'χουμε να πούμε! Ήμουνα τόσο πολύ ευτυχισμένη και δε μου αποφάνηκε καθόλου το ταξίδι. Ξαναβρεθήκαμε μαζί και δε λέμε τίποτα. μορφωμένος."Αχ! Τί είναι αυτά που λες. πέστε τουλάχιστον κάτι. Χαιρέτησε κι έφυγε. "Πολύ". τί έχεις... έκανε ο Ραζουμίχιν.". μητέρα!". εξαίρετος.". Ντουνιά.. "Αν και κουταμάρα.. Εμπρός. αλλά ούτε απλώς να κουβεντιάσει με κανέναν. "θα 'χουμε όλον τον καιρό να τα πούμε". "Ναι. τράβηξε ολόισα κατά την πόρτα. ρώτησε άξαφνα την αδελφή του χαμογελώντας. Μη θυμώνεις. Αλλά να κι ένας άλλος εξαιρετικός άνθρωπος". του φώναξε ο Ραζουμίχιν.. "Δε θυμάμαι πια πού τον γνώρισα. πριν απ' την αρρώστια μου. Ντουνιά. ψιθύρισε ταραγμένα η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. "Τί κάνεις εκεί. "Δόξα σοι ο θεός!". Ο Ρασκόλνικωφ ξανακάθησε κι άρχισε να κοιτάζει γύρω του σιωπηλά.". ενώ σηκωνότανε απ' το ντιβάνι. Γιατί το είπες τώρα αυτό. λοιπόν. ώστε για μια στιγμή αποξεχάστηκε ολότελα σχεδόν. "Αλλά πρέπει να πηγαίνω. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. ότι όχι μονάχα δε θα μπορούσε πια να μιλήσει μ' ανοιχτή καρδιά. Εμπρός! Μιλάτε! Ελάτε να κουβεντιάσουμε. Αλλά. αν σας βρω εδώ". απάντησε η Ντουνιά. μουρμούρισε εκείνος ταραγμένα.. Είναι αλήθεια πως καθώς ερχόμαστε. φώναξε άξαφνα. απάντησε εκείνος. "Φτάνει. γιατί και γω ακόμα ήμουνα έτοιμος να υποθέσω ότι. "Φοβήθηκα μήπως ξανάρχιζαν τα χθεσινοβραδινά!".. καθώς τα 'λέγε αυτά.. Ρόντια. "Ω! Είσαι ένα κτήνος που.. "Τί θαυμάσιος άνθρωπος!".. τόσο το καλύτερο. Η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα χαμογέλασε γλυκά και ο Ρασκόλνικωφ ξέσπασε σε δυνατά γέλια.. υπέροχος. σ' όλο το ταξίδι έλεγα από μέσα μου στο τραίνο: Όταν θα ξανανταμώσουμε. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα κάνοντας τον σταυρό της."." ρώτησε δύσπιστα η Αβντότια Ρομάνοβνα. Και τώρα είμαι ευτυχισμένη... Ρόντια". έξυπνος". "Πέστε. Νομίζω όμως ότι κάπου τον είχα συναντήσει. καλλιεργημένος. "Τίποτα. Ντουνιά! Είμαι ευτυχισμένη και μόνο που σε ξαναείδα. Και ξαφνικά άρχισε να γελάει. Και. "Τί πληκτικοί που είσαστε όλοι!". ενώ σηκώθηκε επάνω τρομερά συγχυσμένος και κατακόκκινος. . δεν έχεις δίκιο.. μια κουταμάρα θυμήθηκα".. πιάνοντας τον απ' το χέρι. Σηκώθηκε και χωρίς να κοιτάξει κανέναν. Ίσως να ξανάρθω. "Σ' αρέσει.. Όλοι τον έβλεπαν με κατάπληξη. σε παρακαλώ... ταράχτηκε πιο πολύ και χλώμιασε: Η ψυχή του πλημμύρισε και πάλι από κείνη τη φοβερή αίσθηση του θανάσιμου κρύου. ενώ της έσφιγγε το χέρι δίχως να την κοιτάζει. τί λέω. πρόσθεσε δείχνοντας με το κεφάλι τον Ραζουμίχιν. Ντουνιά.". "Πού πας. είπε άξαφνα ο Ρασκόλνικωφ με απότομο τρόπο και με μια ζωηρότητα που δεν είχε δείξει ως τώρα. μουρμούρισε ο Ζοσίμοβ. Έβλεπε και πάλι ξεκάθαρα ότι είπε ένα φοβερό ψέμα. κάτι! Γιατί σωπαίνετε έτσι. Ήτανε τόσο έντονη η εντύπωση που του έκανε αυτή η βασανιστική σκέψη.

νομίζω πως θα την αγαπούσα περισσότερο. ναι. τη φίλησε και ξαναγύρισε για να καθήσει στη θέση του. ρίχνοντας ματιές κατά τη Ντουνιά και τον Ραζουμίχιν. Μεσημέριασε. "Εκείνη. "Είναι πολύ ακριβό ρολόι". συνέχισε ξαναπαίρνοντας το ονειροπαρμένο ύφος του και χαμηλώνοντας τα μάτια. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα κατασυγκινημένη. Αλήθεια.. "Εμένα μου αρέσει έτσι που είναι".δουλειά". που τα 'χασε με την αναπάντεχη αλλαγή της κουβέντας και με τον τόνο που είχε η φωνή του καθώς έλεγε αυτά τα λόγια. "Αχ! θυμάσαι. δεν ήτανε μόνο ανοιξιάτικο παραλήρημα". είπε η Ντουνιά ζωηρά. α! Πολύ χοντρό για γυναικείο". σκέφτηκε ο Ραζουμίχιν και χάρηκε δίχως κι ο ίδιος να ξέρει γιατί. "Είναι δώρο της Μάρθας Πετρόβνας".. παιδί μου". ναι. "Δεν έχεις καμμιά δουλειά. πρόσθεσε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. Ούτε και τα θυμάμαι καλά-καλά. ξαναπέφτοντας στην ονειροπόληση του.. Ύστερα σώπασε κι άρχισε να τρώει τα νύχια του. "Ναι. Τι διάολο τώρα καθόμαστε και μιλάμε γι' αυτά. ο Λούζιν δε χάρισε ακόμα τίποτα στη Ντουνιά". Ήτανε κάτι σαν ανοιξιάτικο παραλήρημα δηλαδή.. μου φαίνεται όμως ότι έγινε γιατί ήτανε πάντοτε άρρωστη.. το θυμάμαι. ναι. Δηλαδή. Κι όσα συμβαίνουν γύρω μου έχω την εντύπωση πως γίνονται κάπου αλλού και όχι εδώ". είπε ο Ρασκόλνικωφ. Μια μέρα εκεί που άρχισε να μου μιλάει γι' αυτό. απάντησε η Ντουνιά. της άρεσε να ελεεί τους ζητιάνους και το μόνο που σκεφτότανε ήτανε να πάει σε μοναστήρι. γιατί σωπαίνετε πάλι. "Μπα! Κι εγώ νόμιζα πως είναι δώρο του Λούζιν". αλλά δεν άκουσε ή δεν καταλάβαινε καλά τα λόγια της. Α. α....."Έχω και γω . Επειδή έφυγε ο Ζοσίμοβ πρέπει να φύγεις και συ. Ντουνιά! Μα. "Ώστε δεν είναι δώρο του αρραβωνιαστικού". έβαλε τα κλάματα. μητέρα.. Και κουτσή ακόμα να 'τανε από πάνω και καμπούρα. "'Όχι. Τί ώρα είναι. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. "Υπέφερε πάντοτε. Ήτανε ένα κορίτσι αρρωστιάρικο". Ω! Τί όμορφο ρολόι έχεις. είναι τόσο παλιά.. "Χμ! Ναι. ναι. εσάς τώρα. κάθησε. Όλα τώρα πια για μένα είναι πράγματα ενός άλλου κόσμου. (Χαμογέλασε συλλογισμένα). Μονάχα εγώ μιλάω εδώ μέσα!". που ήμουνα και γω ερωτευμένος και ήθελα να παντρευτώ. Όχι.... "Την αγαπάς ακόμα!". Τους κοίταξε προσεχτικά. "Όχι. "Α. Ύστερα. Δε θα πας πουθενά." πρόσθεσε στενοχωρημένα. Τώρα... σηκώθηκε βυθισμένος σε βαθιά ονειροπόληση." είπε άξαφνα στη μητέρα του.. δεν ξέρω και γω γιατί την αγάπησα.". Αλλά και σείς γιατί με ρωτάτε. πήγε κοντά στη μητέρα του. . είπε η Ντουνιά. το θυμάμαι πολύ καλά.. Ο Ρασκόλνικωφ κοίταξε την αδελφή του επίμονα. Σας κοιτάζω σα να βρισκόσαστε χιλιάδες βέρτσια μακριά μου.. θέλεις να πείς για κείνη.. "Να. Τι να σας πω όμως τώρα.

. που τους έβλεπε ύστερα από τρία χρόνια... Παντρεύομαι μόνο για τον εαυτό μου. που έπρεπε να κανονιστεί σήμερα.. Ο Πιότρ Πετρόβιτς αρραβωνιάστηκε μαζί μου μ' έναν τρόπο που μ' έκανε να ιδώ αμέσως τί γυρεύει από μένα. Προέρχονται.. Συνεπώς δεν τον κοροϊδεύω. Και εγώ το σκέφτηκα. "'Ως ένα ορισμένο σημείο. Βέβαια.. γιατί από τα δυο κακά διαλέγω το μικρότερο. "Σωστό φέρετρο! Είμαι σίγουρη πως η μελαγχολία σου οφείλεται κατά το ήμισυ στο δωμάτιο σου". Αν παντρευτείς τον Λούζιν θα πάψω την ίδια στιγμή να σε βλέπω σαν αδελφή μου". Ρόντια' Πάλι τα χτεσινά. Ω! Οι ταπεινοί χαρακτήρες! Αγαπούν σα να μισούν. Εγώ μπορεί να είμαι παλιάνθρωπος. "Και γιατί λες πως είσαι παλιάνθρωπος. εσύ όμως δεν πρέπει να γίνεις. το δωμάτιο μου έχει συντελέσει πολύ. "Θα τα κάνεις όλα. απάντησε εκείνος αφηρημένα. πρόσθεσε ξαφνικά.". γιατί μου είναι δύσκολο να ζήσω μόνη μου.".. κόντευαν να γίνουν γι' αυτόν πράγματα ανυπόφορα.". Είχε γίνει και κείνη κατακόκκινη και τα μάτια της πέταγαν φωτιές απ' τον θυμό. "Η εγωίστρια! Δε θέλει να παραδεχτεί πως της αρέσει να κάνει ευεργεσίες. "όλα αυτά πηγάζουν από ένα λάθος σου. ναι. Ωστόσο είχε μαζί τους μια επείγουσα υπόθεση. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα καταστενοχωρημένη. "Ψέματα λέει". Αλλά. αλλά νομίζω πως είναι καθήκον μου να σου υπενθυμίσω ότι δε θ' αλλάξω γνώμη: Ή εγώ ή ο Λούζιν. βλέποντας την σα διέξοδο.. τί παράξενη σκέψη που έκανες τώρα δα". "Φυσικά σου ζητώ συγγνώμη για τα χτεσινοβραδινά. "παντρεύομαι τον Πιότρ Πετρόβιτς. "Α. ελπίζω όμως ότι θα με εκτιμήσει. "Μ' ένα λόγο" εξακολούθησε η Ντουνιά. Γιατί χαμογελάς. Ύστερα. μπορεί να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. αν ήξερες μητέρα. Πόσο. Είμαι διατεθειμένη να εκτελέσω πιστά κάθε τι που περιμένει από μένα. . περί τίνος πρόκειται. Γιατί γελάς πάλι. Δε μπορώ να το υποφέρω αυτό! Το ίδιο έλεγες και χτες. Αυτό όμως δεν ήτανε η κυριότερη αιτία για να πάρω την απόφαση μου". απάντησε η Ντουνιά αποφασιστικά και όχι λιγότερο ξερά.".". ο φιλικός τόνος που είχε πάρει η κουβέντα του επειδή δεν είχανε βρεί ένα οποιοδήποτε θέμα για να μιλήσουν. Λίγο ακόμα και οι δικοί του. "Ρόντια.". νομίζω. χαμογελώντας παράξενα. "Αδελφέ". πόσο τους σιχαίνομαι όλους'".. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα για να σπάσει τη θλιβερή σιωπή. Ντουνιά". μ' έναν οποιονδήποτε τρόπο -το 'χε αποφασίσει σήμερα το πρωί. την ώρα που ξύπνησε. Το σκέφτηκα απόψε και ανακάλυψα πού βρίσκεται το λάθος σου. Δε συμβαίνει καθόλου τέτοιο πράγμα. "Το δωμάτιο μου. θα χαρώ βέβαια πολύ αν μπορώ να φανώ χρήσιμη στους δικούς μου.."Τί παλιοδωμάτιο που έχεις. από την υπόθεση που κάνεις ότι θυσιάζομαι για κάποιον. ρώτησε εκείνος γελώντας φαρμακερά. άρχισε να λέει ξερά και αυστηρά.. σκεφτότανε ο Ρασκόλνικωφ τρώγοντας τα νύχια του με αληθινή μανία.. "Να. Ρόντια". Και χάρηκε που θυμήθηκε τώρα αυτή την υπόθεση.

.. γιατί κοκκινίζεις πάλι. του ζητήσαμε μια συμβουλή". είπε ο Ραζουμίχιν. Εκείνος. είπε αργά-αργά. συνεπώς φέρνεσαι οπωσδήποτε άσχημα και χαίρομαι που μπορείς να κοκκινίζεις ακόμα τουλάχιστον". Ρόντια. αλλά προτού το ξεδιπλώσει. είπε η Ντουνιά. αλλά τα πρόφερε με δυνατή φωνή και κοίταξε για μια στιγμή την αδελφή του με αμηχανία. γιατί δεν περίμεναν ν' ακούσουν τέτοιο πράγμα. σκόπιμα.. δείξτε στον Ρόντια το γράμμα του Πιότρ Πετρόβιτς". τί έχεις. Ή μήπως δεν άκουσα καλά. και χωρίς ν' απευθύνεται σε κανέναν: "Είναι δικηγόρος. είναι βία! Αν κάνω κακό... ακόμα κι αν είχες δίκιο και ήμουνα πραγματικά αποφασισμένη να κάνω αυτή την ατιμία. Τί βλακεία! Δεν είναι τίποτα.. όχι. είπε κοφτά ο Ραζουμίχιν. Δε σκότωσα ακόμα κανέναν!.". "Μητέρα. δε λέω ψέματα!. Ναι: Με ποιο τρόπο θα βεβαιωθείς σήμερα ότι μπορείς να τον εκτιμήσεις και ότι κι αυτός. "Έτσι ακριβώς συντάσσονται ως τα σήμερα οι δικαστικές πράξεις". χάνοντας κάθε ψυχραιμία. Τι με κοιτάς έτσι. φώναξε η Ντουνιά. "Εμείς του το δείξαμε. το πήρε με μεγάλη περιέργεια. Προς τί όλη αυτή η φασαρία. μου παρουσιάζεις τα πράγματα όπως σε συμφέρει.. Μια ζαλάδα μου ήρθε.. μιλάει μάλλον με. Όλοι τους κουνήθηκαν. σα να του ήρθε άξαφνα κάποια καινούργια σκέψη. Είπες μου φαίνεται: Σήμερα. Γιατί κιτρίνισες. Έτσι δεν το 'πες. Αλλά. "Το διάβασες και συ. "Παράξενο!".. από γυναικείο πείσμα. "Ναι". σήμερα κιόλας. έχει πελατεία.. όπως λες εσύ. Ευτυχώς θα μου δοθεί η ευκαιρία να βεβαιωθώ γι' αυτό το πράγμα. Ήτανε σα να τα 'λέγε στον ευατό του μόνον..."Και συ. κάτι καταπληκτικό!" άρχισε να λέει. χρυσέ μου.. τί ήθελα να πω. δε νομίζεις ότι θα 'τανε πολύ σκληρό από μέρους σου να μου μιλάς έτσι.. γύρισε και κοίταξε τη Ντουνιά κατάπληκτος. Δεν είναι λιποθυμία. αφού σκέφτηκε λίγο. χωρίς να βεβαιωθώ πως μ' εκτιμάει και μ' αγαπάει. "Δεν είναι αλήθεια..". ευφράδεια κι όμως γράφει σαν αγράμματος!". σ' εκτιμάει. λες ψέματα... Λες ψέματα.. Παντρέψου με όποιον θέλεις!". Ένας τέτοιος γάμος δεν είναι ατιμία. "Θεέ μου! Τον έκανε να λιποθυμήσει". Ντουνιά. "Είναι το ύφος των δικαστηρίων". Ρόντια. ξαναδίνοντας το γράμμα στη μητέρα του. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα χαμένα. "αναρωτιέμαι όμως γιατί να εξοργίζομαι. Ρόντια. "Δε θα τον παντρευτώ.. Δεν είναι δυνατό να εκτιμάς τον Λούζιν.. "Να. φώναξε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. το κάνω μόνο στον εαυτό μου. Τον είδα και κουβέντιασα μαζί του. Η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα του το 'δώσε με χέρια που έτρεμαν. "Όχι. Χμ! ναι. δε θα τον παντρευτώ αν δεν είμαι σίγουρη πως θα μπορέσω και γω να τον εκτιμήσω. Γιατί απαιτείς από μένα ηρωισμό που ίσως να μην τον έχεις και συ...". . Όλο λιποθυμίες βλέπετε εσείς. Είναι δεσποτισμός αυτό το πράγμα. "Έτσι γράφουν όλοι".". Συνεπώς πουλιέσαι για λεφτά.

Κάθε άλλο. περηφανεύεται όμως πως άνοιξε μόνος του τον δρόμο του. Υπάρχει εδώ μια έκφραση που λέει ότι "την ευθύνην θα φέρετε υμείς" και που είναι βαρυσήμαντη και ολοκάθαρη. δε λέω όχι. Η έκφραση αυτή του Λούζιν είναι το ίδιο προσβλητική αν την είχε γράψει αυτός εδώ (έδειξε τον Ραζουμίχιν) ή ο Ζοσίμοβ ή ένας οποιοσδήποτε από μας. "Λοιπόν. αλλά πραγματικά για την κηδεία και όχι "εις νέαν δεδηλωμένης διαγωγής" (χτες την είδα για πρώτη φορά).". "κατάλαβα πολύ καλά πως η έκφραση αυτή ήτανε κάπως αφελής: Ίσως να μην τα καταφέρνει και πολύ καλά στο γράψιμο. Και δε νομίζω πως σ' εκτιμάει πάρα πολύ. ακόμα πιο ανήσυχη με τον τυπικό τόνο που πήραν ξαφνικά τα λόγια του.".. αν αυτή η απαίτηση του Πιότρ Πετρόβιτς δε σε θίγει και αν δε θίγεται και η Ντουνιά. τώρα. Χτες έδωσα λεφτά σε μια φθισικιά και τσακισμένη χήρα. αν έρθεις εσύ.. δείχνουν ξεκάθαρα τις προθέσεις του και μια βιασύνη μάλλον απλοϊκή Είναι έξυπνος άνθρωπος αλλά δε φτάνει να 'ναι έξυπνος κανείς για να φερθεί έξυπνα Όλα αυτά μας δίνουν την εικόνα του ανθρώπου.. ενώ εκείνος σας κάλεσε να 'ρθείτε στην Πετρούπολη. αλλά πρώτα-πρώτα εσύ. "Είναι γραμμένο σε γλώσσα δικανική και δε μπορείς να γράψεις διαφορετικά σ' αυτή τη γλώσσα .. είναι και η απειλή ότι θα φύγει αμέσως αν έρθω γω. Όλα αυτά διατυπωμένα και πάλι σε ύφος δικαστηριακό. Ρόντια. μια συκοφαντία για μένα. Αλλά θα σε απογοητεύσω λίγο: Υπάρχει εδώ μέσα και άλλη μια έκφραση ακόμα. αυτό είναι ακριβώς ύφος ενός ανθρώπου του νόμου. θύμωσες μου φαίνεται.. γιατί η μόνη παρατήρηση που βρήκα να κάνω σ' αυτό το γράμμα ήτανε πολύ επιπόλαιη και θα νομίζεις ότι λέω επίτηδες αυτές τις βλακείες για να σε ειρωνευτώ.. Το ύφος του μ' έκανε να σκεφτώ κάτι που δε μου φαίνεται καθόλου περιττό σε τούτη την περίπτωση. Τι λες λοιπόν. απάντησε η Ντουνιά ζωηρά.. "Όπως βλέπεις ο Πιότρ Πετρόβιτς ζητάει να μην έρθεις απόψε στο δωμάτιο μας και λέει πως θα φύγει. "Ο Πιότρ Πετρόβιτς δεν το κρύβει πως μορφώθηκε λίγο."Των δικαστηρίων. ούτε και ύφος πολύ γραμματισμένου. "Για να 'ναι περήφανος θα 'χει ασφαλώς τους λόγους του. "Αυτό δε θα το αποφασίσω φυσικά εγώ." είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. Σκέφτηκες πάρα πολύ λογικά. Το συνηθισμένο ύφος των δικαστικών υποθέσεων". Και μάλιστα δεν περίμενα ". "Όχι". Ντουνιά. παρατήρησε η Αβντότια Ρομάνοβνα κάπως ψυχραμένη με τον καινούργιο τόνο που χρησιμοποιούσε ο αδελφός της..".". όχι "με την πρόφαση να πληρώσει τα έξοδα της κηδείας". Βλέπω ολοκάθαρα πως βιάζεται να με συκοφαντήσει και να με βάλει να τσακωθώ μαζί σας. Η απειλή αυτή σημαίνει πως θα σας παρατήσει αμέσως. Τι αποφασίζεις. αλλά στην ίδια τη χήρα. κατά . Στο λέω για το καλό σου γιατί ειλικρινά θέλω το καλό σου. ναι. Ρόντια. Η Ντουνιά δεν απάντησε. θα 'ρθεις.ίσως να βγήκε κάπως πιο χοντρό απ' όσο ήθελε... Δεν είναι ύφος εντελώς αγράμματου. Την απόφαση της την είχε παρμένη πια και δεν περίμενε παρά να 'ρθει το βράδυ. πολύ πρόστυχη μάλιστα. "Τι θα πει "τι αποφασίζω". λοιπόν. Ναι. Έπειτα.

Ο Ρασκόλνικωφ δεν τη γνώρισε αμέσως. Δε μου αρέσει να λέω ψέματα και να υποκρίνομαι. Βλέποντας το δωμάτιο γεμάτο κόσμο. Εγώ θα κάνω ό. Κοιτάζοντας τη με προσοχή. Καλύτερα να πούμε όλη την αλήθεια. μόνη της! θυμήθηκε ακόμα ότι δε διαμαρτυρήθηκε καθόλου για την έκφραση "δεδηλωμένης διαγωγής". Όλοι γύρισαν προς το μέρος της με κατάπληξη και περιέργεια. με μια έκφραση φωτεινή αλλά κάπως τρομαγμένη. τόσο πολύ ταπεινωμένο. μια ομπρέλα.. το περιβάλλον και τα ρούχα που φορούσε. ήτανε τέτοια όμως η στιγμή. βιαστικά. Και τη . "Αποφάσισα. ντυμένη σεμνά. Την ίδια στιγμή σκέφτηκε ότι η μητέρα του και η αδελφή του ήξεραν πως υπήρχε μια κοπέλα "δεδηλωμένης διαγωγής". Διαμαρτυρήθηκε για τις συκοφαντίες του Λούζιν και είπε πως την είδε για πρώτη φορά κείνο το βράδυ. "Α!. θύμωσε. γρήγορα σαν αστραπή. "Θα 'ρθω". Τώρα. Σείς είσαστε!". 4  Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε σιγά-σιγά και μπήκε μέσα μια κοπέλα κοιτάζοντας γύρω της φοβισμένα. να σε παρακαλέσω. φώναξε κατάπληκτος ο Ρασκόλνικωφ και ξαφνικά ταράχτηκε και κείνος. με τρόπους σεμνούς κι ευγενικούς. πρόσθεσε γυρίζοντας κατά τον Ραζουμίχιν. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. Πιότρ Πετρόβιτς!". έβλεπε μια νέα. είδε πως ήτανε ένα δυστυχισμένο και ταπεινωμένο πλάσμα. Όλα αυτά πέρασαν μπερδεμένα μέσα απ' το μυαλό του. Ήτανε η Σόνια Σεμιόνοβνα Μαρμελάντωφ.δεύτερο λόγο.. Την είχε ιδεί χτες για πρώτη φορά. μητέρα". Ρόντια. πρόσθεσε ξερά. να όμως που ερχόταν τώρα στο δωμάτιο του. κρατούσε όμως πάλι.τι νομίζετε σείς πως είναι καλύτερο". να σε παρακαλέσω θερμά να 'ρθεις και συ σ' αυτό το ραντεβού -θα 'ρθεις. "Η Ντουνιά έχει πάρει την απόφαση της και είμαι κι εγώ απολύτως σύμφωνη". "Και σας επίσης. όπως και χτες. μετά το γράμμα που τους έστειλε ο Λούζιν.".. Φορούσε ένα καθημερινό φορεματάκι κι ένα παλιό καπέλο περασμένης μόδας. με φυσιογνωμία πολύ νεανική. "Και για μένα θα είναι μια ανακούφιση. παιδιάστικη σχεδόν. "Καλώ και τον κύριο. Κι' αν θέλεις να θυμώσεις τώρα. ας γίνει όπως τ' αποφασίσατε".. που το λυπήθηκε άξαφνα. σας παρακαλώ να βρισκόσαστε στο σπίτι μας στις οχτώ". ταράχτηκε πολύ. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα. τα 'χασέ ακόμα περισσότερο. ώστε στη μνήμη του αποτυπώθηκε μια εικόνα ολότελα διαφορετική. Ντουνιά. φτωχικά μάλιστα. έσκυψε το κεφάλι της και έκανε να γυρίσει για να φύγει. "Πολύ καλά.

ήρθα μόνο για ένα λεπτό". Τρόμαξε τόσο πολύ μ' αυτή τη σκέψη που σηκώθηκε αμέσως απότομα και γύρισε κατά τον Ρασκόλνικωφ καταταραγμένη.. ακούγοντας να τη συστήνουν. από το σπίτι της. και κατόπιν να περάσετε από το σπίτι μας.. Η Σόνια. στο νεκροταφείο του αγίου Μητροφάνους. "Κάνετε μου τη χάρη να καθήσετε. . πολύ κοντά στην πόρτα..". δε μπόρεσε ν' αποστερήσει απ' τον εαυτό της τούτη τη μικρή ικανοποίηση. Το χλωμό πρόσωπο του Ρασκόλνικωφ έγινε κατακόκκινο. δεν είχε να στείλει κανέναν άλλο. απάντησε ο Ρασκόλνικωφ καθώς σηκωνότανε. Θα ερχόσαστε εκ μέρους της Κατερίνας Ιβάνοβνας.. αφού το χρησιμοποιούσε σαν κρεβάτι και βιάστηκε να της δείξει το κάθισμα του Ραζουμίχιν. Έβλεπε κανείς πως δε μπορούσε κι η ίδια να το χωνέψει ότι καθότανε δίπλα τους. αυτό μου είπε να σας πω. θέλησε να σηκώσει τα μάτια της.. μες στον πανικό της. Η Σόνια κάθησε τρέμοντας σχεδόν από τον φόβο της και κοίταξε δειλά τις δυο γυναίκες. "Ήρθα. να της κάνετε. Κοίταξε πάλι δειλά και χαμένα τις δυο γυναίκες και ξαφνικά χαμήλωσε τα μάτια της. "Κάθησε εσύ εδώ". λέει. "Μητέρα. "έχω κάτι να σας πω. σηκώθηκε για να της κάνει τόπο να μπει'. της είπε γρήγορα γρήγορα σταματώντας την με το βλέμμα. εκεί που καθότανε πριν από λίγο ο Ζοσίμοβ.. θυμήθηκε όμως ότι το ντιβάνι ήτανε κάτι το πολύ προσωπικό του. βέβαια. Έρχομαι εκ μέρους της Κατερίνας Ιβάνοβνας. Και της πρόσφερε μια καρέκλα. κι ωστόσο. έκανε μια κίνηση για να ξαναφύγει.. όπου καθότανε ο Ζοσίμοβ. όχι εκεί. "Δε σας περίμενα καθόλου".. σοβαρά κι ερευνητικά... Η Σόνια ξανακάθησε. ένιωσε κάτι που τον αναστάτωσε. πρόσθεσε απότομα. αλλά ταράχτηκε ακόμα περισσότερο. Η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα κοίταξε τη Σόνια και μισόκλεισε τα μάτια της. θα προσπαθήσω. Μου είπε να σας θερμοπαρακαλέσω να 'ρθείτε αύριο το πρωί στη νεκρώσιμη ακολουθία. και σταμάτησε κι αυτός απότομα. "με συγχωρείτε που σας ενόχλησα. να εδώ. φαινόταν αναστατωμένος και άστραψαν τα μάτια του.. καθήστε.. Η Ντουνιά κάρφωσε το βλέμμα της ολόισα πάνω στο πρόσωπο της δύστυχης κοπέλας κι άρχισε να την κοιτάζει επίμονα.. είπε στον Ραζουμίχιν βάζοντας τον στο ντιβάνι.. "Βέβαια.". Ίσως να βιαζόσαστε... καθήστε εδώ.. Σας μίλησα γι' αυτόν". την τιμή. Κάνετε μου τη χάρη να καθήσετε". ο Ραζουμίχιν που καθότανε στη μια από τις τρεις καρέκλες του Ρασκόλνικωφ. Παρακαλώ. καταταραγμένος. Τα 'χασέ βλέποντας τον Ρόντια να την κοιτάζει επίμονα και προκλητικά. αλλά κάνετε μου τη χάρη..στιγμή που. η κόρη εκείνου του δυστυχισμένου που τον έλιωσαν τα άλογα χτες μπροστά στα μάτια μου. είπε κομπιάζοντας στον Ρασκόλνικωφ. είπε αποφασιστικά. "είναι η Σόνια Σεμιόνοβνα Μαρμελάντωφ. να φάτε κάτι. Στο τέλος τα 'χασε ολότελα και σώπασε. Όταν ήρθε η Σόνια. παραχωρήστε μου δυο λεπτά". Σας παρακαλώ... Στην αρχή ο Ρασκόλνικωφ της έδειξε μια θέση στην άκρη του ντιβανιού.

. Έτσι είναι ο χαρακτήρας της. φαινότανε πολύ μικρότερη από την ηλικία της. είναι για σήμερα." ρώτησε ο Ρασκόλνικωφ. όλα πήγαν καλά. Δε μπορούσες να πείς πως ήτανε ωραία. δε θα μπορούσαμε να τον κηδέψουμε.".. τα μάτια της όμως ήτανε τόσο καθαρά κι έδιναν μια τόσο αγαθή και αγνή έκφραση στο πρόσωπο της όταν ζωήρευαν. Δε γίνεται αλλιώς. θα τον πάνε στο νεκροταφείο σήμερα.". που ένιωθες να σε τραβάνε δίχως να το θέλεις. την ξέρετε". ένα μεζέ. Μου είπε να σας ευχαριστήσω πολύ για τη βοήθεια που μας δώσατε χτες. "Γιατί. Και η μητέρα μου το λέει ότι μοιάζει με φέρετρο". καταλαβαίνω."Ήθελα να σας ρωτήσω".. δε στοιχίζουν έτσι ακριβά. "πώς τα πήγατε σήμερα. Μόνο οι νοικάρηδες θύμωσαν". "Θα κάνει λοιπόν τραπέζι.. με μια μυτούλα σουβλερή κι αυτή.. Αν δεν ήσαστε σεις. "Σας παρακαλεί να μας κάνετε την τιμή να παρευρεθείτε αύριο στη νεκρώσιμη ακολουθία κι ύστερα να περάσετε από το σπίτι για το τραπέζι της παρηγοριάς". Μα. "Όχι. Η Κατερίνα Ιβάνοβνα δεν το 'θελε στην αρχή... είναι μια παρηγοριά για κείνη. Μήπως είχατε τίποτα φασαρίες. κοριτσάκι σχεδόν. στη μορφή της και σ' όλο της το παρουσιαστικό. ο Ρασκόλνικωφ την κοίταζε προσεχτικά. "Ναι. την ώρα του εσπερινού. Με την αστυνομία.. και θα μείνει ως αύριο στο παρεκκλήσι. Και η Κατερίνα Ιβάνοβνα το θέλει πολύ να γίνει αυτό το τραπέζι.". Κάμποση ώρα τώρα είχε μείνει κατάπληκτη με τη φτώχεια που βασίλευε στην κάμαρα του Ρασκόλνικωφ και τώρα της ξέφυγαν αυτά τα λόγια . αλλά έκανε μια προσπάθεια και συγκρατήθηκε. Καθώς μιλούσε.".. με μια φωνή που έμοιαζε με γρήγορο μουρμούρισμα.. 'Άλλωστε η αιτία του θανάτου ήτανε ολοφάνερη και δε μας ανησύχησε κανείς. θέλω να πω... αντί να του απαντήσει.. "Μας δώσατε όλα τα λεφτά σας χτες!". Είχε ένα προσωπάκι χλωμό κι αδύνατο. τί κοιτάζετε έτσι το δωμάτιο μου. Είδαμε λοιπόν πως θα μας μείνει κάτι και για το τραπέζι της παρηγοριάς.. Ακόμα. είχε και τούτο το χαρακτηριστικό γνώρισμα: Παρ' όλο που ήτανε δεκαοχτώ χρονών. κάνει ζέστη τώρα και η μυρουδιά.. με χαρακτηριστικά κάπως ακανόνιστα. "Το φέρετρο θα είναι πάρα πολύ απλό. "Ώστε. τώρα βλέπει και η ίδια πως δε γίνεται αλλιώς. ενώ ταυτόχρονα χαμήλωνε ξανά τα μάτια της κι άρχιζαν να ξανατρέμουνε τα χείλη της και το σαγόνι της. όπως και το σαγόνι της. "Καταλαβαίνω. επιμένοντας να συνεχίσει τη συζήτηση..". κι όλα θα είναι απλά. πράγμα που μερικές φορές έκανε ορισμένες της κινήσεις φαίνονται αστείες.".. "Γιατί έμεινε πολλές ώρες το λείψανο. Έτσι. λίγο σουβλερό... Άρχισαν να τρέμουν ξαφνικά τα χείλη της και το σαγόνι της. χαμηλώνοντας και πάλι τα μάτια της.. "Μα πώς τα 'βγαλε πέρα η Κατερίνα Ιβάνοβνα με τόσο λίγα λεπτά και θέλει από πάνω να κάνει και τραπέζι παρηγοριάς. Καθήσαμε πριν από λίγο και τα λογαριάσαμε με την Κατερίνα Ιβάνοβνα. είπε ο Ρασκόλνικωφ γυρίζοντας βιαστικά κατά τη Σόνια... Βέβαια. είπε άξαφνα η Σόνια.

Δεν τον χρειαζόσαστε τώρα αμέσως. Αχ! Πάλι είπα αντίο. Και συ. ξαναδώσ' το μου"."." "Αχ. το ξέχασες. Αντίο. Όχι! Όχι! θα 'ρθείτε και σεις Ντμίτρι Προκόφιτς να φάμε μαζί.. Πού να το φανταζόμουνα. χτες που ήμαστε στο τραίνο.. δε μου αρέσει να λέω αντίο. "Ναι. υποκλίθηκε γρήγορα-γρήγορα και φοβισμένα ενώ το πρόσωπο της πήρε μια έκφραση πονεμένη. χάρηκα πολύ. που βγήκαμε έξω.. "Ναι. Καλά δε λέω.. "Δε φαντάζομαι να φάτε χωριστά. μητέρα. ναι. Τον κοίταξε για λίγο αμίλητα και ξανάρχονταν στο μυαλό της όλα όσα της είχε πεί ο πατέρας της για τον Ρασκόλνικωφ. Ή μήπως σας τον στερώ.. Και της έσφιξε με δύναμη τα δάχτυλα. Ο Ραζουμίχιν έκανε μια μικρή υπόκλιση λάμποντας απ' τη χαρά του. "Ωραία λοιπόν!". τη χαιρέτησε με μια ευγενική υπόκλιση. ε.. Η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα θα 'θελε να χαιρετήσει και τη Σόνια αλλά δεν τα κατάφερε και βγήκε βιαστικά απ' το δωμάτιο. "Αντίο Ντουνιά". Ρόντια. είπε η Πουλχερία Αλεξάνδροβνα μόλις βρέθηκε στον δρόμο.. Έτσι.. του είπε. είπε στον προθάλαμο ο Ρασκόλνικωφ. "Εξ άλλου έχω δουλειά".". Εσύ όμως μείνε ένα λεπτό. Η Αβντότια Ρομάνοβνα. Η Σόνια τα 'χασε καθώς είδε πως το πρό