ΚΩΝ/ΝΟΣ Γ.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Άπαντα

0

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Βιογραφία

5

ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων
1. Θάνατοι
2. GALA
3. Χαμόγελο
4. Ζωές
5. Άνοιξη
6. Νύχτα
7. Μυγδαλιά
8. Νοσταλγία
9. Αγάπη
10. Θάλασσα

12
12
13
15
16
17
18
19
20
21
22
23

Νηπενθή
1. Οι Στίχοι Μου
2. Γυρισμός
3. Ευγένεια
4. Δον Κιχώτες
5. Πολύμνια
6. Ποιητές
7. Μπαλάντα

23
24
25
26
27
28
29

Η Σκιά Των Ωρών

30

1. Δέντρο
2. Χαρά
3. Σε παλαιό συμφοιτητή
4. Στροφές
5. Το φεγγαράκι απόψε...
6. Γραφιάς
7. Αθήνα
8. Πάρε τα δώρα...
9. Πεθαίνοντας

30
31
32
33
36
37
38
39
40

1

41

Νοσταλγικά
1. Μόνο
2. Δρόμος
3. Η ψυχή μου
4. Ύπνος
5. Αφιέρωμα
6. Τώρα που μήτε ο έρωτας
7. Εσπέρα
8. Μοναξιά
9. Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...
10. Του αδελφού μου

41
42
43
45
46
47
48
49
50
51
52

Ελεγεία και Σάτιρες
1. Υστεροφημία
2. Τελευταίο Ταξίδι
3. [Ο κήπος είμαι...]
4. [Ολα τα πράγματα...]
5. [Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ...]
6. Επιστροφή
7. Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί...
8. [Δέντρα μου...]
9. [Μικρά -- Χωρίς τίτλο]
10. Οι Αγάπες
11. Κριτική
12. [Ενα ξερό δαφνόφυλλο...]
13. Παιδικό
14. [Θέλω να φύγω πια...]
15. Βράδυ
16. [Ω, Βενετία...]
17. [Σα δέσμη από τριαντάφυλλα...]
18. Ωδή σε ένα παιδάκι
19. Ηλύσια
20. Ιστορία
21. [Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες...]
22. [Ποια θέληση Θεού μας κυβερνάει...]
23. Ανδρείκελα
24. [Τι να σου πώ...]
25. Τάφοι
26. Επίκλησις
2

52
53
54
55
56
57
58
59
60
62
63
64
65
66
67
68
69
70
72
73
74
75
76
77
78
79

ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ 8.] 28.. ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ 5.. ΦΥΓΗ 7. Ιδανικοί Αυτόχειρες 16. Ωχρά Σπειροχαίτη 9.. Στο Αγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο 2.. Δημόσιοι Υπάλληλοι 6.] 11. ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ 2. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΧΑΡΕΣ 6. Δελφική Εορτή 10. Φθορά 80 81 82 Ηρωική Τριτολογία 1.. Υποθήκαι 8. [Οταν άνθη εδένατε. Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ 4. Η πεδιάς και το νεκροταφείον 12. Διάκος 2. Δικαίωσις 17. Byron 82 83 84 Σάτιρες 85 1. Εις Ανδρέαν Κάλβον 3.. ΚΑΘΑΡΣΙΣ 9. 5. Αισιοδοξία 19. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 3.27. Oλοι μαζί. [Oταν κατέβουμε τη σκάλα. Ο Μιχαλιός 7. Αποστροφή 4. Κανάρης 3. Μικρή ασυμφωνία εις Α μείζον 13.. Κυριακή 18.] 85 86 89 90 91 92 93 94 95 96 97 98 99 100 101 102 103 104 105 106 ΠΕΖΑ 1. Πρέβεζα 20. Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο 15. [Επρόδωσαν την αρετή. Σταδιοδρομία 14. Η ΖΩΗ ΤΟΥ 107 109 110 111 116 121 123 125 127 3 ..

. Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΒΙΚΕΝΤΙΟΥ 21...” 7.ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ 1. 4. SPLEEN 18.. LES MORTES M' ECOUTENT. 9. ΙΝFINI...IL UNE CHOSE.. ΤΩΡΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ. ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ 16.. 12. TU SOUFFRES TOUS LES MAUX. ΕΠΙΤΑΦΙΟ 15. ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ 11. AINSI J' AI DANS MA BELLE PIPE.. ΜΙΚΡΟΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΣΤ' ΑΣΤΕΙΑ 19. 13. “MAMAN!..... 2.JE VOUDRAIS. ΟΙ ΤΡΕΙΣ 17. SIE LIEBTEN SICH BEIDE. SAG. ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ! ΠΟΛΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ! 10. Ο ΤΟΙ QUI SUR MES JOURS. 6. ULTIMA 24.. ΣΤΟΝ FRANCIS JAMMES 22. 14...... FAIS QUE JE T' OUBLIE... 20. 5. ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑΚΙ 23. Ν' ΕST . ΕΠΙΛΟΓΟΣ 4 128 129 130 131 132 133 134 135 136 137 138 139 140 141 142 143 144 145 146 147 148 150 151 152 . ΟΙ ΡΑΘΥΜΟΙ 3.. WO IST DEIN SCHΟNES LIEΒCHEN. ΟΙ ΣΚΙΕΣ 8.

Το Φεβρουάριο του 1928 ο Καρυωτάκης αποσπάται στην Πάτρα και τον Ιούνιο στην Πρέβεζα. πίνει ήρεμος το γάλα που του προσφέρει η σπιτονοικοκυρά του.Πολυδούρη. τη Λευκάδα. συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής. Το πρωί της 21. ξαναφεύγει. Αφού πήρε το δίπλωμα της Νομικής Σχολής των Αθηνών. Η ελεύθερη φύση του δεν μπορούσε να δεχθεί την γραφειοκρατία της κρατικής μηχανής. Το 1924 ταξιδεύει στο εξωτερικό. την Αθήνα. περιγράφοντας την αθλιότητα που κυριαρχεί σ' αυτήν την πόλη (χαρακτηριστικό το ποίημα ΠΡΕΒΕΖΑ). Τον ίδιο χρόνο εκδίδει μαζί με τον φίλο του Αγη Λεβέντη (με τα ψευδώνυμα Μίμης Χλαπάτσας και Νίκος Τσαπατσούλιας. Ο πατέρας του ήταν νομομηχανικός κι έτσι στα παιδικά του χρόνια αναγκάστηκε να αλλάζει συνέχεια τόπο διαμονής. Tο Φεβρουάριο του 1919 εκδίδει την πρώτη του συλλογή: "Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων". Πέρασε από το Αργοστόλι. την όποια και καυτηριάζει όποτε μπορεί (χαρακτηριστικό το πεζό: ΚΑΘΑΡΣΙΣ).Η Ζωή του Καρυωτάκη Γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1896 στην Τρίπολη. "Ελεγεία και Σάτιρες". Στη διάρκεια αυτών των μεταθέσεων γνωρίζει την ανία και τη μιζέρια της επαρχίας. Από το 1912 δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα παιδικά περιοδικά. την Καλαμάτα. αντίστοιχα) το σατιρικό περιοδικό "Η Γάμπα". Το Δεκέμβριο του 1927 κυκλοφορεί η τελευταία του συλλογή. Στις 20 Ιουλίου πηγαίνει στο Μονολίθι και γυμνός πέφτει στην θάλασσα προσπαθώντας επί δέκα ώρες . 5 . Γι' αυτό και μετατέθηκε πολλές φορές διωκόμενος από ανωτέρους του. μάταια όμως γιατί ήταν καλός κολυμβητής. μέχρι και από τα Χανιά. Από εκεί στέλνει απελπισμένα γράμματα σε συγγενείς και φίλους. Το 1921 κυκλοφορεί τη δεύτερη συλλογή του τα "Νηπενθή". Εκείνο τον καιρό συνδέεται με την ποιήτρια Μ. γυρνώντας σπίτι του. που παρά την επιτυχία του κυκλοφόρησε μόνο σε έξι τεύχη γιατί η αστυνομία απαγόρευσε την έκδοσή του. στην Ιταλία και τη Γερμανία. πράγμα που τον στιγματίζει. Πολλοί ισχυρίζονται ότι οι σχέσεις τους ήταν ερωτικές. διορίστηκε υπάλληλος στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης.να πνιγεί. η οποία τυγχάνει αδιάφορης ή υποτιμητικής κριτικής. τη Λάρισα.

Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. λυπούμαι τα αδέλφια μου. θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου. το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους. [Υ. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Αθήνας. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης.Γ.Κ.Κ.Γ. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε. καθώς εγώ. οδός Μονής Προδρόμου. στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη. έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους. η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις. όπου φυτεύει μια σφαίρα στην καρδιά του. χωρίς τις περσότερες.Γ. Κ. εδερνόμουν με τα κύματα. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου. ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. κάποτε. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. χωρίς να καταλάβω πώς. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου. Σ' αυτούς απευθύνομαι. για να προδιαθέσει την οικογένειά μου. Κ. Ημουν άρρωστος. Στην τσέπη του βρίσκεται το τελευταίο σημείωμά του : ΣΗΜΕΙΩΜΑ Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. πάροδος Αριστοτέλους.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. 6 . Ηπια άφθονο νερό. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. όταν μου δοθεί η ευκαιρία. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. την έσχατη πικρία. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες. Πληρώνω για όσους.αγοράζει ένα περίστροφο και πάει σ' ένα καφενεδάκι. αλλά κάθε τόσο. Ορισμένως. να μπορώ να τις αισθανθώ. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά.

Καρυωτάκη (από τη Συκιά της Κορινθίας) και της Τριπολιτσιώτισσας Κατήγκως Αθ. Σκάγιαννη. έως το 1916 1913 (17 ετών) Ερωτεύεται τη Χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη· ο δεσμός τους θα συνεχιστεί. πιάνει μοναχικό δωμάτιο στη Νεάπολη -. τη Νίτσα.Κ στην Τρίπολη· δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Κ. Καλαμάτα. Λάρισα.Γ.. 7 . περνά τα παιδικά χρόνια σε διάφορες πόλεις: Λευκάδα. Λόγω των μεταθέσεων του πατέρα. 1909 (13 ετών) Στην Πάτρα. Παρνασσός κ.Αρχή φιλίας με τον Άγη Λεβέντη.Επιτρέφοντας στην Αθήνα. και το 1899 θα αποκτήσει έναν αδελφό. έως το Σεπτέμβριο 1913 -. 1910 (14 ετών) Αύγουστος: Μνημονεύεται σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των Παίδων 1912 (16 ετών) Στα Χανιά.Αρχή συνεργασίας με λαϊκά περιοδικά της Αθήνας: Ελλάς. Έχει μια αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του. για Νομικά. το Θάνο. τουλάχιστον ως το 1922 -Αποφοιτά (“λίαν καλώς”) από το Γυμνάσιο Χανίων -Σεπτέμβριος: Στην Αθήνα.ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ 1896 30 Οκτωβρίου Γέννηση Κ. 1914 (18 ετών) Παραθερίζει στα Χανιά -. έως το 1911.Πρώτοι στίχοι -. Αργοστόλι.α. με διακοπές.

Νοέμβριος: Κατατάσσεται στη Φοιτητική Φάλαγγα -Ο πατέρας του απολύεται ως αντιβενιζελικός· θα αποκατασταθεί στα 1917. το σατιρικό περιοδικό Η Γάμπα -.Παύει να δημοσιεύει. 8 .Παίρνει άδεια δικηγόρου μα δε βρίσκει πελάτες -.1915 (19 ετών) Γάμος Άννας Σκορδύλη -. μα εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και παίρνει αναστολή. 1917 (21 ετών) Δεκέμβριος: Πτυχιούχος Νομικής (“λίαν καλώς”) 1918 (22 ετών) Επισκέπτεται τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη -Επιστρατεύεται.Πρώτη συνεργασία στο Λόγο (Κων/πόλεως) -Βραβεύεται από το Νουμά σε διαγωνισμό ποιημάτων για παιδιά.Σεπτέμβριος: Εκδίδει με τον Άγη Λεβέντη. 1916 (20 ετών) Ιανουάριος: Απαγγέλει τρία ποιήματά του στο σύλλογο “Αρμονία” -.Φεβρουάριος: Εκδίδει τη συλλογή Ο πόνος του Ανθρώπου και των Πραγμάτων -. με επαινετικά σχόλια του Βλάση Γαβριηλίδη.Οκτώβριος: Κατάσχεση του τίτλου της Γάμπας -. ως το 1919 -.Μάρτιος: Δύο ποιήματά του δημοσιεύονται στην εφημερίδα Ακρόπολη.Αρχή φιλίας με το Χαρίλαο Σακελλαριάδη -.Μάρτιος: Διάλεξή του περί Ερεντιά στο Σύλλογο εμποροϋπαλλήλων Αθηνών -. με ποιητική μετάφραση -. -.Ιούνιος: Πρώτη πρωτότυπη συνεργασία στο Νουμά.Αυγουστος: Στη στήλη αλληλογραφίας του Νουμά δημοσιεύεται ανώνυμα “Ο Μιχαλιός” με τίτλο “Στρατός” -. 1919 (23 ετών) Ιανουάριος: Πρώτη συνεργασία στο νουμά.Νοέμβριος: Αναλαμβάνει υπηρεσία στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης ως Γραμματεύς Α' του Υπουργείου Εσωτερικών -.

Πιθανώς αρχίζει να χρησιμοποιεί ναρκωτικά -.Πρώτη συνεργασία στο περιοδικό Παιδική Χαρά. τη θεατρική επιθεώρηση Πελ-Μελ (δεν ανεβάστηκε) -.Ένα ποίημά του συμπεριλαμβάνεται στην Ανθολογία των Νέων Ποιητών μας του Φ.Σεπτέμβριος: Μετατίθεται στη Νομαρχία Κυκλάδων (Σύρος) -. από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις -. Πρόνοιας και Αντιλήψεως -.Αύγουστος: Εξετάσεις στον Άρειο Πάγο (“λίαν καλώς”) -.Γράφει το “Υστεροφημία” -.Αύγουστος: Εκδίδει τα Νηπενθή -. με τον Σακελλαριάδη και με μουσική του εξαδέλφου του Θόδωρου Δ.Γράφει. για λόγους υγείας.Πρώτη συνεργασία στον Έσπερο (Σύρου) -. Οι Νέοι. με δίμηνη αναρρωτική άδεια -. αν και της έχει δηλώσει πως πάσχει από σύφιλη -. με την πληροφορία πως ο ποιητής κατάγεται από την Κρήτη.Γράφει το φαντεζίστικο μονόπρακτο Ο Άρρωστος (σήμερα χαμένο) -Σεπτέμβριος: Απαλλάσεται.Δεκέμβριος: Μετατίθεται στη Νομαρχία Αττικής -.Μάιος: Βραβεύεται στον Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό για την ανέκδοτη συλλογή Τραγούδια της Πατρίδας· ποιήματά της θα περιληφθούν στα Νηπενθή -Ιούλιος: Στην Κρήτη. μα ο δεσμός του με τη Σκορδύλη φαίνεται να συνεχίζεται -.Γιοφύλλη.Πρώτη 9 .Οκτώβριος: Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν. 1923 (27 ετών) Απρίλιος: Διορίζεται έκτακτος υπάλληλος του Υπουργείου Υγιεινής. 1922 (26 ετών) Απρίλιος: Η Μαρία Πολυδούρη ερωτεύεται τον Καρυωτάκη.Δημοσιεύει “Το καύκαλο” -.Τρία ποιήματά του συμπεριλαμβάνονται στην ανθολογία του Τέλλου Άγρα. 1921 (25 ετών) Ιούνιος: Πρώτη συνεργασία στη Μούσα -.1920 (24 ετών) Φεβρουάριος: Στρατεύεται -.Γράφει το “Τραγούδι παραφροσύνης” [=“Ωχρά σπειροχαίτη”] -. Καρυωτάκη.Νοέμβριος: Μετατίθεται στη Νομαρχία Άρτης όπου ασκεί χρέη νομάρχη -.

Βενετία) -Σκέπτεται να παραιτηθεί από τη δημόσια υπηρεσία και να γίνει παραγγελιοδόχος -.Νοέμβριος: Προϊστάμενος του Β' Γραφείου Εποπτείας Εγκαταστάσεως Προσφύγων.Σεπτέμβριος: Δημοσιεύει το “Ιδανικοί Αυτόχειρες” -. Παρακολουθεί τις Δελφικές Εορτές -.Νοέμβριος: Απολογείται για άγνωστο πειθαρχικό αδίκημα -. Διάλογοι και ποιήματα για παιδιά. 1924 (28 ετών) Φεβρουάριος: Μετέχει στη συλλογική σύνταξη του περιοδικού Εμείς -.Αυλωνίτου.συνεργασία στη Νέα Ζωή (Αλεξάνδρειας) -.Ιούνιος: Προάγεται σε εισηγητή στη Νομαρχία Αττικής -.Τρία ποιήματά του συμπεριλαμβάνονται στην Εκλογή Νεοελληνικών Ποιημάτων του Γ. 1925 (29 ετών) Σεπτέμβριος: Τοποθετείται στο Τμήμα Κοινωνικής Υγιεινής ως Γραμματέας του Ιατροσυνεδρίου (= Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβουλίου) 1926 (30 ετών) Ιανουάριος: Κατάργηση του Υπουργείου Υγιεινής -Φεβρουάριος: Τοποθετείται στη Διεύθυνση Υγιεινής του Υπουργείου Εσωτερικών -. Ρώμη.Ε. Λιψία) και την Ιταλία (Νεάπολη.Αύγουστος: Επανίδρυση του Υπουργείου Υγιεινής -.Οκτώβριος: Ταξιδεύει στη Ρουμανία -Δεκέμβριος: Τοποθετείται στο Τμήμα Αγαθοεργών Ιδρυμάτων -Πρώτη Συνεργασία στην Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος -Δύο ποιήματά του περιλαμβάνονται στην ανθολογία των Ι.Ο υπουργός Μιχ. 1927 (31 ετών) Μάιος: Πρώτη συνεργασία με τη Νέα Εστία.Οκτώβριος: Διορίζεται μόνιμος εισηγητής στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγιεινής -.Δεκέμβριος: Εκδίδει το Ελεγεία και Σάτιρες -.Χάρη.Μ Παναγιωτόπουλου και Π.Αύγουστος: Ταξιδεύει στη Γερμανία (Βερολίνο. Κύρκος του επιβάλλει πρόστιμο ίσο 10 .

Φεβρουάριος: Δημοσιεύει το άρθρο “Ανάγκη Χρηστότητος: Το Δημοσιουπαλληλικόν Ζήτημα” -.21 Ιουλίου: Αφού προσπάθησε να πνιγεί στη θάλασσα.Απρίλιος: Ταξιδεύει στο Παρίσι για "απονενοημένες" ιατρικές εξετάσεις -. 1928 (32 ετών) Ιανουάριος: Εκλέγεται Γενικός Γραμματέας του Δ.Υ. Χόφμαν.” -. Γραμματέας της Ε.Μετέχει ενεργά στην Οικονομική Επιτροπή της Συνομοσπονδίας Δημοσίων Υπαλλήλων Ελλάδος: συνεργάζεται για τη σύνταξη.18 Ιουνίου: Φθάνει στην Πρέβεζα.Αποσπάται στη Νομαρχία Πατρών -. 11 .A.Δ. γιατί δεν επήγε εμπρόθεσμα στην Πάτρα -. αρχίζοντας την επ' αμοιβή συνεργασία του στο Περιοδικόν της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας -.προς το ήμισυ του μισθού του -.. προγραμματικής προκήρυξης και στη μελέτη για σοβαρές οικονομικές περικοπές στον Κρατικό Προϋπολογισμό -.Τελειώνει τα “Αισιοδοξία” και “Όταν κατέβουμε. αυτοκτονεί με πιστόλι.Σ.T.Παραιτείται από Γεν. της Ενώσεως Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών -.Μάιος: Μετατίθεται στη Νομαρχία Πρεβέζης -.Μεταφράζει το διήγημα “Ο Χαρτοπαίκτης” του E. και αναλαμβάνει υπηρεσία στην Πάτρα -. Κύρκος του επιβάλλει πρόστιμο ίσο προς τις αποδοχές του δέκα ημερών.. ελπίζοντας ότι ως τα τέλη του μηνός θα έχει μετατεθεί στην Αθήνα -Καθαρογράφει έξι πεζογραφήματα. και γράφει το: “Η ζωή του” καθώς και το ποίημα “Πρέβεζα” -.Μάρτιος: Ο Μιχ.Μετακινείται στο Τμήμα Λοιμοδών Νόσων.Α.

χεράκια. 12 . και τον καημό δεν είπατε που γράφω· μάτια. στόματα. ω. κι ο λόγος σας εδιάλεξε για τάφο. χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων· ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε και διψασμένα εμείνατε ποτήρια. χεράκια. που' χατε πολλά να ειπείτε. στόματα. ιστορήστε μου τον πόνο κάποιας ώρας. στόματα. κάποιου τόπου μάτια. ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια· ω. Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα κι απ' τη χαρά ζεστά των φιλημάτων. που' χατε πολλά να ειπείτε.ΠΟΙΗΜΑΤΑ Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων ΘΑΝΑΤΟΙ Είναι άνθρωποι που την κακήν ώρα την έχουν μέσα τους. ιστορήστε μου τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου. στόματα.

τη λέξη τη λυπητερή θα βρω που ακόμα δεν ειπώθη. φίλοι ωχροί. όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό και μέσα μας τον άδη. ελάτε στο δικό μου περιβόλι. με φρίκη το φεγγάρι αποτραβά τ' ασημοδάχτυλά του. όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή στο μαύρο μας το δάκρυ θα καθρεφτίσει τ' απαλό της φως. φίλοι ωχροί. Οι μπάγκοι μας προσμένουν. κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου. Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό κι εμείς θαν το γλεντήσουμε το βράδυ. Κι όταν βγει το πρώτο ρόδο στ' ουρανού την άκρη.GALA Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα Μαυροντυμένοι απόψε. Κλαίει παρακάτου η βρύση. Μαυροντυμένοι απόψε. μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ για ναν το ζήσουμ' όλοι. ελάτε στο δικό μου περιβόλι. Από τα σπίτια που είναι σα βουβά. Τ' αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς το μάτι ανοιγοκλείνει προτού δακρύσει. Γιομάτοι δέος ορθοί θα σηκωθούμε. τον πόνο του θα ειπεί καθε αδερφός κι όλοι σκυφτοί θ' ακούμε Κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο κι αβρό που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι. Ο κόσμος τω δεντρώνε ρέβει ορθός. 13 .

14 .μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ για ναν το ζήσουμ' όλοι.

ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει. 15 . Κι η κόρη αποσταμένη στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι. Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι· απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει. Δεν βρέχει πια.εδάκρυσε. γιομάτα ως ανασαίνει. ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι.ΧΑΜΟΓΕΛΟ Χωρίς να το μάθει ποτέ. Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη· κι έτσι βαθιά. στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ' Απρίλη Ξεφεύγουνε απ' το σύννεφον αχτίδες και κρύβονται στα μάτια της· τη βρέχει μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.

.. όμοια πιστές στ' αγαπημένα χείλη γυναικός. από τη σκέψη μιας περαστικής που. καθώς μες στα ποτάμια φέγγει ο ουρανός.. Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές απ' τα ρουμπίνια χείλη γυναικός ως κρέμονται στα εικονοστάσια εμπρός τα τάματα. δεν είδε τις ζωές που σβηούν σιγά σαν την ψυχή καντήλας αυγινής. Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές. 16 . εντός τους το σφαλούν αιώνια κι αξεχώριστα.. Που διάβηκαν αμφίβολα. που δεν τις υποψιάζεται κανείς. κι είναι όμοια ταπεινές.. που στη γης θα γείρουνε. κι ενώ κυλούν σαν ποταμάκια. καθώς στους ουρανούς ήλιοι κυλούν. θαμπά σαν άστρα κάποιας ώρας αυγινής. θαμπά. θα σβήσουν σιωπηλές Που δεν τις υποψιάζεται κανείς. την ιδέα μιας λυγερής (κι αυτή δεν υποψιάστη). Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως.. Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως αγάπης γαλήνης.. έτσι όπως ακολουθάνε σιωπηλές και σκοτεινές και ξένες και θλιβές το βήμα.ΖΩΕΣ Κι έτσι πάνε και σβήνουνε όπως πάνε. Που διάβηκαν αμφίβολα. οι καρδιές ασημωτές.. για να τρέχει τόσο χαρωπά.

Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα. Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία. Και πάνε.. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας. όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα. της δεντροστοιχίας οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους. Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους τα χέρια. Και η θύμηση τής νιότης παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία. προς τ' άστρα σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.ΑΝΟΙΞΗ Ετσι τους βλέπω εγώ τους κήπους. ατελείωτο σα βάσανο. Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της στου βάλτου το θολό νερό. πένθιμη πομπή λες. 17 . Το κυπαρίσσι..

ΝΥΧΤΑ Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή. 18 . Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες τη νύχτα την αστρόφεγγη που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε και παίζουν οι λατέρνες. Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε αποσταμένοι οι έρωτες κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε τον πόνο που κρατάνε Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι σκυμμένο προς τα δάκρυα του κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων το δρόμο της θα πάρει Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει χλωμό και μυστηριώδικο κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε και λείψανο να βγαίνει. Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε οι λησμονιές γλυκύτατες· οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους και οι άνθρωποι θ' ακούνε Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι το πάρκον ανατρίχιασε την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε να πάει στη χλόη να γείρει. Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους κι αυτοί λέν πως έτριξε· δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται μελλοντικούς θανάτους.

Εχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει κι είν' έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει· μα η κάθε μέρα. θα της πέσουν φύλλα και τα κλαράκια της θε ν' απομείνουν ξύλα. 19 .. της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει· όσα δεν έχουν πέσει. Κι αλοίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση.ΜΥΓΔΑΛΙΑ Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπιέται.. Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ' αγάπη τόση.. Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω τη μυγδαλιά που 'χει στον κήπο μου φυτρώσει. Αχ. η κάθε αυγή τηνε μαραίνει και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει..

Τα μάτια που κρεμούν -.. κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα. λες. Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά -. οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί. Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι.ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ Μεσ' από το βάθος των καλών καιρών οι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε.τα χάιδεψες μια νύχτα· και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύει μια συφορά παλιά και να ξυπνά.. Θα στήσουνε μακάβριο το χορό οι θύμησες στα περασμένα γύρω· και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.πόσος καιρός! -. 20 .ήλιοι χλωμοί -το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει. δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι. ας κλαις.

Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης. Και με είδε μια αχτίδα Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.ΑΓΑΠΗ Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι. πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη! Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι δεν έιμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος. 21 . εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος. κι ελύγισα σαν από τρυφερότη.

22 . πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο -κάποια παράξενη θωριά.μπλαβό εκεί μακριά. Κι είναι θεριό η θάλασσα.ΘΑΛΑΣΣΑ Ομως τα στήθια που τα ταράζει κάποιο θανάσιμο πάθος δεν θα γαληνέψουν Τα σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ασημένια στο μολυβένιον ουρανό σαν τα χτυπά του ήλιου το φως· σαν τα χτυπά ο αγέρας φεύγουνε πίσω απ' το βουνό. Το παρδαλό της χρώμα δίνει της -.

το πάθος μάταια χύνω του φλαούτου· είμαι γι' αυτούς ανίδεος ρήγας που έχασε την αγάπη του λαού του. απ' το αίμα μου.Νηπενθή ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΟΥ Δικά μου οι στίχοι. Πηγαίνουν με χαμόγελο πικρό. το πλοίο σου φέρε μου να πλένε 23 . Ομως ρωτιούνται ακόμα σαν τι λείπει και πλήττουνε και λιώνουν πάντα οι γιοί μητέρα που γνωρίσανε τη Λύπη Το γέλιο του απαλότερου σκοπού. μα τα λόγια σαν κομμάτια τα δίνω από την ίδια μου καρδιά. Τον ουρανόν ορίζουν. Θνητέ· Λήθη. Μιλούνε. ζώνη ναν τα 'χουν όταν θα νυχτώσω. αφού τη ζωήν ανιστορίζω τόσο. Κει ρεύουνε και σβήνουν και ποτέ δεν παύουνε σιγά-σιγά να κλαίνε. τη γη. Αλλού κοιτώντας διάβαινε. παιδιά. σα δάκρυα τους τα δίνω από τα μάτια. Ηλιο και μέρα και ήλιο τους φορώ.

ΓΥΡΙΣΜΟΣ
Γέλιο των θεών, Σαρωνικέ, πάντα μεγάλε, που δρομείς,
του πλοίου μας ευλογία,
όμοια γαλήνη σου βαθιά κι όμοια βαθιά θ' ακούαμε μεις
εδώ την τρικυμία.
Κάτου απ' την πάχνη αναρριγά, με του κορμιού της την ογρή
νωχέλεια, περιστέρα
η Αθήνα, κι ηδονεύεται και σαν νυμφίον εκαρτερεί
τον ήλιον από πέρα.
Είναι, που αιθρίασεν, ο ουρανός χήτη του Πήγασου, ξανθή
του Παρθενώνα μοίρα,
ποτήρι και ξανάστροφα το κρεμεί ο Δίας για να χυθεί
τ' ονειροφώς πλημμύρα.
Άσωτο φτάνω εγώ παιδί πάλι σε σας, να λυγιστώ
στην αύρα σα λουλούδι,
χώμα, ουρανέ και θάλασσα της Αττικής, που σας χρωστώ
τα πάντα, το Τραγούδι!

24

ΕΥΓΕΝΕΙΑ
Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πέ τονε τραγούδι.
Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
-- για μπάλσαμο -- και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.
Λέγε στους θεούς “να σβήσω!”
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις ημέρες σου όντας
θα σου 'ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς “να σβήσω!”
με λέγε το γελώντας.
Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.

25

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ
Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.
Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,
ο Σάντσος λέει “δε σ' το 'λεγα;” μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: “Σάντσο, τ' άλογό μου!”
Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν' απαρνηθούν τις πρώτες.
Τους είδα πίσω να 'ρθουνε -- παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι' ανύπαρχτο βασίλειο -και σαν πορφύρα νιώθωντας χλευαστικιά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!
.

26

Κάποια μεσάνυχτα θα σε αγαπήσω.ΠΟΛΥΜΝΙΑ Ψεύτικα αισθήματα ψεύτη του κόσμου! Μα το παράξενο φως του έρωτός μου φέγγει στου σκοτεινού δρόμου την άκρη: Με το παράπονο και με το δάκρυ. και τη βασίλισσα λέξη του κόσμου. δίχως το χρώμα. Τα μάτια σου θαν τα φιλήσω. Σάμπως να λιώνουνε χέρια κερένια. Μούσα. Λάμπει το βλέμμα της απ' την ασθένεια. 27 . και περιμένει. και το παράξενο φως του έρωτός μου. Κι είναι σαν αίνιγμα. να 'βρω γυρεύοντας μες στα νερά τους τα χρυσονείρατα και τους θανάτους. κόρη χλωμόθωρη μαυροντυμένη. Στ' άσαρκα μάγουλα πως έχει μείνει πίκρα το νόημα γέλιου που σβήνει! Είναι το αξήγητο το μικροστόμα δίχως το μίλημα.

που σας επήραν σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν 28 . κι η καλωσύνη αν χύνεται των άστρων. αργυρή δροσοσταλίδα. βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας. πληγωμένες πεταλούδες. ανθάκια μου χλωμά.. Χτυπιούνται. κρατώντας... που κατεβαίνει. Βιολέτες κι ανεμώνες.. των ανθρώπων η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει. περνάει από κοντά σας και δε βλέπει τον πόνο σας ωραίο. σα λίβας. για να χαϊδέψει τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας. πικροί ξενιτεμένοι! Ανθάκια μου χλωμά.ΠΟΙΗΤΕΣ Πώς σβήνετε . δε σας φτάνει. κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει μ' όλα τριγύρω τ' άλλα λουλουδάκια. Το φώς. στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι. της ημέρας. ταπεινοί καθώς είστε. Ολούθε πνέει. που σας επήραν σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν. ξεχασμένες στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια. Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν.

και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί.” 29 . νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί: “Ποιος άδοξος ποιητής” θέλω να πούνε “την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι. παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή. Οι Ουγκό με “Τιμωρίες” την τρομερή των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε. Κανένας όμως δεν ανιστορεί και το έρεβος εσκέπασε βαρύ τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε. μαραίνονται οι Βερλαίν· τους απομένει πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή. Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε. Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί. η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη. Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που' ναι. σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί. στην τραγική απάτη τους δομένοι πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί. Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι.ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΑΔΟΞΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι.

Δέντρο θα στέκομαι. τα δείλια. όμοια να κοιτάζω τη θύελλαν ή τον ουρανό γαλάζιο. Είναι ζωή. το φέρετρο όπου λύπη. 30 . θα λέω.Η Σκιά Των Ωρών ΔΕΝΤΡΟ Με αδιάφορο το μέτωπο και πράο. τις αυγές θα χαιρετάω. χαρά τελειώνουνε του ανθρώπου.

την ψυχούλα τους στάζουν άγρια κρίνα κι ανοίγει. στης γης η ερωτοπάλη που τη λειώνει. Είναι βαθιά τα μάτια σου όπως να 'βρα το δρόμο της ζωής μου. ρόδο αιμάτινο. η χαρά μου. φεύγει μια ελαφίνα.στα μαλλιά σου πνέει -. Θα ευώδιασαν οι τάφοι. Τη βλέπω -. Γελάει το χλόισμα σαν τον έρωτά μου.την αύρα. τον Απρίλη. Και δίπλα που ξαπλώσαμε δω χάμου. Πια δεν πονώ μηδέ την ανεμώνη. κλίνες γάμου. καθώς ορμάω για να σου πιω τα χείλη.ΧΑΡΑ Ελπίζω το λουλούδι και απ' τα σχίνα. 31 . Το πεύκο παίζει αβρό με την αχτίνα. Παλμός του δάσους.

32 . ταξιδιώτης. με τ' όνειρο που εσβήστη. με την ελπίδα μου. το κρασί τους θα' ναι αλλιώτικο. Τριγύρω θα 'ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας. Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας. και θα 'ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα. που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε και με την πίκρα κάποτε της πείνας. Θα πάω προς την ταβέρνα. Δε θα 'ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης. παρά περαστικός. Θα λείπεις. το σαμιώτικο που επίναμε για να ξαναζητήσω.ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΗ Φίλε. Θ' ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα. Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης. όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω. η καρδιά μου τώρα σα να εγέρασε. Μ' άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου κι άλλοι το σπίτι θα 'χουν της Ειρήνης.

κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιά ξινίζει το κρασί. να περάσει. να φύγει. σένα. αφού μονάχα όταν περνώ 33 . Αν ένας φίλος μου 'μεινε. Φτωχός τώρα ξαπλώνομαι. μιαν εύκολη σοφία ν' ακούσω εδώ που πλάτανος γέρος μου τη θροεί. ήλιος φαιδρός απ' τ' ανοιχτό παράθυρο είχε μπει. είκοσι χρόνια παίζοντας. (2) Απ 'όλα θέλω ελεύτερος να πλέω στα χάη του κόσμου.ΣΤΡΟΦΕΣ (1) Είκοσι χρόνια παίζοντας αντί χαρτιά βιβλία. (3) Για τη ζωή σου μου 'λεγες. μονάχο να 'χω βιός μου. για την αγάπη μας που κλαίει τον ίδιο θάνατό της. Κι όταν ζητήσει ο θάνατος τα πλούτη ποχω μάσει. (4) Τι χάνω εγώ τις μέρες μου τη μία κοντά στην άλλη. πικρία μου απέραντη. κι ενώ μια ογρή στα μάτια σου περνούσε αναλαμπή. έχασα τη ζωή. για το χαμό της νιότης.

κυλάει το γέλιο μου μέλι και χλεύη.Ποιητή. Μα στο βιβλίο σου ολάνοιχτο. (8) -.την κόρη ζωή δεμένη ν' αγαπήσουν. (5) Η νύχτα μας εχώρισεν από όσους αγαπάμε πριν μας χωρίσει η ξενιτιά. με νέα ρετσίνα ολόγεμο βλέπω τη ζωή χρυσή. δέντρα μου. καθώς πηγαίνω χάμου εγώ κι απάνω το φεγγάρι. (6) Λεύκες. που εγέρασες και νέος ποτέ δεν ήσουν. μα ύστερα σφύρα να φεύγουμε όλο. τρελέ. γιγάντιοι καρφωτοί στα πλάγια εδώ του δρόμου.το βλέμμα από κρουστάλλι. στάσου λίγο. (Να 'ναι όλοι εκεί στο μόλο. τρελέ.) Σφύρα. (7) Χαρά! Η χαρά! Στα νέα χαρά παιδιά! Τραβούνε -. Σκιές εμείνατε σκιών που ρέουν στο μέτωπό μου. εστέρξατε ο βοριάς τα φύλλα σας να πάρει.ωραίοι μαύροι ληστές -. αλλά δεν παύεις να σφυροκοπάς 34 . κι αν φτάσουμε όπου πάμε. στα φύλλα του αύρα πνέει. καράβι αργήσαμε.

κι εσύ που στρέφοντας. Αντίο. Μπρούτζινος γύφτος -. σκοτεινό δρόμο μ' είδες! (10) Μπρούτζινος γύφτος -.τράλαλα! -δίνει κλοτσιά στον ήλιο! 35 .Κόρη.τράλαλα! -τρελά πηδάει κει πέρα. ξανθές ερώτων νέων ελπίδες. δουλεύω ανώφελα. όταν χαθήκανε όλες πάλι να παίρνω το βαθύ.των ήχων τα στεφάνια -. μα η στείρα τι ωφελά και σιωπηλή του αχάτινου ματιού σου υπερηφάνια. (9) Αντίο! Αντίο! Με τα ουράνια μάτια σας και με βιόλες στο λαιμό. χαρούμενος που εδούλευε τον μπρούτζον όλημερα και που 'χει τη γυναίκα του χτήμα του και βασίλειο. εφύγατε.

τα μαλλιά θα μου ραντίζουν. Το πέλαγο χρυσάφι αναλυτό. Οι παλάμες μου θα 'χουνε γενεί δυο περιστέρια· Θ' ανέβουν -.ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ ΑΠΟΨΕ. να το φεγγάρι! 36 . Κι απάνω μου θα παίζει το τρελό τρελό φεγγάρι. Διαμάντι θα πατώ λαμπρό χαλίκι.ασημένια δυο πουλιά -με φεγγάρι -. Θα βάλω τ' όνειρό μου σε καϊκι ν' αρμενίσει. Και θε να κλαίω. Το γύρω φως ως θαν τη διαπερνά.. με φεγγάρι τους ώμους. ένα βαρύ μαργαριτάρι. Και θα γελώ. η καρδιά μου βαρύ μαργαριτάρι. Ολο θα σπάει το κύμα ρουμπινί στα πόδια μου σκορπίζοντας αστέρια..θα γεμίσουν.δυο κούπες -.. Το φεγγαράκι απόψε στο γιαλό θα πέσει. Και να..

) Διπλώνοντας το στήθος μου. γυρεύω αναπνοή στη σκόνη των χαρτιών μου.ΓΡΑΦΙΑΣ Οι ώρες μ' εχλώμιαναν. (Απ' τ' ανοιχτό παράθυρο στον τοίχο αντικρινά ο ήλιος γλιστράει και παίζει. (Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς. θολώσανε τα μάτια μου και ο νους. γυρτός που βρέθηκε ξανά στο αχάριστο τραπέζι. Σα να 'χουν βγει σε τάφο.) 37 . όμως ακόμη γράφω. (Σφύζει γλυκά και ακούγεται χιλιόφωνα η ζωή στα ελεύθερα του δρόμου.) Απόκαμα.

. Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα. Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέρα πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη..ΑΘΗΝΑ Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη η Αθήνα στον Απρίλη σαν εταίρα. 38 . Στα σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα. όντας πουλάκια το ένα τ' άλλο κυνηγούνε τ' Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας. και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει. Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ' αγέρι ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε. Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι. Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης.

και αρρώστησεν ο Μάρτης στην καρδιά μου. που εγέλα την αυστηρή μου βλέποντας την όψη.ΠΑΡΕ ΤΑ ΔΩΡΑ.. Στα μάτια μου το χέρι θα περάσεις. Σου ετοίμασα τη μαύρη κάμαρά μου. και πάρε του καημού σου τη γαλήνη.. Στον κήπο μου αρρώστησεν ο Μάρτης. να φτάσεις. 39 . Όλα θε να σ' αρέσουν· έχω κόψει το ρόδο. το βραδινό μου δέος για ν' απαλύνει. στο παράθυρο. Πάρε απαλά τον οίκτο σου. Πάρε του πόνου σου τη σμύρνα κι έλα. Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να 'ρτεις.

φτωχή καρδιά. χολή τα πάθη σου όλα. στην ατονία εσπέρας εαρινής. τι θα πεις. στο αγέρι τι θα πεις. 40 . στη χλωμή δύση αγνάντια. ψυχή μου ονειροπόλα την ώρα την υπέρτατη που θε να θυμηθείς μ' ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια -μάταιη ψυχή. θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη· όταν.ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ Μάταιη ψυχή. φτασμένη απάνω στον ορίζοντα. ω. στενή καρδιά. την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς. θα ιδείς μίση να φεύγουν οι έρωτες. όταν ανέβει από τα εξαίσια τ' άνθη της ζωής μύρον η απαγοήτευση. ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη. στο πέλαγο.

Μόνο η νύχτα δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να 'ναι. όπως εχωρίζαμε τα βράδια.Νοσταλγικά ΜΟΝΟ Αχ.ω. να παίζουνε τ' αστέρια εκεί σαν μάτια και σα να μου γελάνε. 41 . να σβήσουν. αγαπούλες! -η ζωή να μου τα πάρει. να φύγουνε. Ολα έπρεπε να γίνουν. άλλοτε που ευώδα. χορού γύρος. Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι ν' αφήσω κάποιο δείλι. Τα ωραία κι απλά κορίτσια -. για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι. να με βαραίνει στείρος. Ακόμη ο πόνος. όλα έπρεπε να 'ρθουν καθώς ήρθαν! Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν. Ετσι. Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια.

Κι όλο μακραίνουνε πύργοι. Αεροσαλεύουνε κρίνοι και χέρια. χαμόγελα μες στους χειμώνες. μάτια τ' αστέρια Είναι και ανάμεσα σ' όλα η Αγάπη: Στο πρωτοφίλημα κόρη που εντράπη. Μόνος απόμεινα κι έρημος πάω. παλάτια. κλαίνε τα μάτια.ΔΡΟΜΟΣ Τώρα μακραίνουνε πύργοι. Κλαίνε μου οι θύμησες. Πόσο τ' ανέβασμα του άχαρου δρόμου! Στρέφω κοιτάζοντας προς τ' όνειρό μου: Μόλις και φαίνονται οι άσπρες εικόνες. Τώρα θανάσιμη νύχτα με ζώνει. παλάτια. 42 . Τ' άνθη.. Κλαίνε μου οι θύμησες. Μέσα μου ογκώνονται οι άφραστοι πόνοι.. κλαίνε τα μάτια. Ηλιοι τα πρόσωπα. Μ' είδαν. προσπέρασαν όσοι αγαπάω.

Και πάντα να τον αγαπούν. Το χείλος. μήτε τ' όνομά του εδώ δε φτάνει! Να ζει.για να αναμετρηθεί. δεν ανθεί. Κι όπως τα δέντρα ολόγυρα σιωπούν. το σφίγγει στα ωχρά χέρια κλαίοντας όλη.ευγενική παρθένα -. έτσι ποτέ για εκείνον που τη χάνει. Την ώρα που γεμίζουν ίσκιο οι θόλοι. Αχ.σαν αυτή -.αλίμονο! -. σηκώνεται και πάει στο περιβόλι. Μην έχει τάχα -.πεθάνει. ενώ. ετάφη. για να 'βρει ένα σκοτάδι πιο βαθύ. καθισμένη σε πέτρα το κοιτά. Βαριά στη ζωή της έπεσε η αυλαία κει δεν μπορεί καλά να θυμηθεί.Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ (1) Παλιό η ψυχή μου γράμμα είναι κι εγράφη σε μια παρθένα ωραία -. Ενα συρτάρι εβένινον εκεί των αναμνήσεων κρύβει το χρυσάφι. σέρνεται προς την πένθιμη αλέα. μόνο ξέρει. δεν είναι πια τα μάτια της ωραία. (2) Με τον καιρό που πρόσχαρη ήταν νέα -. με βλέφαρα κλειστά. Επειτα. το φευγαλέο της όραμα κρατά.που για λύπη ερωτική το μοναστήρι εδιάλεξεν. 43 . Το τότε κι αν η μοίρα ήταν κακή. Τι τώρα κι αν ασπρίζουνε οι κροτάφοι. ποτέ δε θα 'ρθουν άνθρωποι να πουν.

Δικό σου λέω. κι έτσι θ' απομείνει. Ενας ακόμη θα 'σουνα νεκρός. που λησμονήθηκε κοιτώντας προς τα περασμένα. σε παρατούν ο κόσμος. δάκρυα. 44 . ψυχή μου. το βράδυ. όπως εκείνη. είναι μαράζι όσα. συλλογίζεται και αργεί χαμένην ευτυχία να νοσταλγεί. ψυχή μου. ο καιρός. στα ρόδα κατεβαίνει και μοιράζει. η κόρη που τη σβήνει ολοένα κάποιος έρωτας πικρός.(3) Είσαι. Σαν αδερφούλα η κόρη αυτή σου μοιάζει που γέρνει. Κατάμονη σε μι' άκρη. αν οι νεκροί δεν είχαν τη γαλήνη. την αυγή.

θα αφήσουνε τον ύπνο τους αηδόνια. για τον ήλιο της Κυριακής. αγριαπιδιές. κρυφά θα μας μιλούνε για τα χρυσά καλύβια. θα μας διηγιέται -.ΥΠΝΟΣ Θα μας δοθεί το χάρισμα και η μοίρα να πάμε να πεθάνουμε μια νύχτα στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας. για τα καλά τα χρόνια μας που πάνε. σκύβοντας. Και γαλανό σαν κύμα τ' όνειρό μας θα μας τραβάει σε χώρες που δεν είναι. Τα ρόδα θα κινήσουν απ' τους φράχτες. Και τα κορίτσια του χωριού μας. θα στέκουνε τριγύρω και. Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια γλυκά. Θα μας χαϊδεύει ως όνειρο το κύμα. Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια που όλη τη μέρα έκλαψαν κι απόστασαν. κι όπως αργά θα κλείνουμε τα μάτια. Κι απάνωθέ μας θε να φεύγουν.σαν παραμύθι την πίκρα της ζωής. 45 . για τις ολάσπρες γάστρες. στον ουρανό. Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια γλυκά. Για να μας κάνουν αρμονία τον ύπνο. τ' αστέρια και τα εγκόσμια. χωρίς να το γρικούμε θα γελάμε. και θα 'ρθουν να μας γίνουν προσκεφάλι. Αγάπες θα' ναι στα μαλλιά μας οι αύρες. Και το φεγγάρι θα κατέβει στα πόδια μας λαμπάδα την ώρα που στερνά θα κοιμηθούμε στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας. Το χέρι μας κρατώντας η κυρούλα. η ανάσα των φυκιών θα μας μυρώνει. και κάτου απ' τα μεγάλα βλέφαρά μας.ωχρή -.

Ακούαμε. Και ωραία τα μάτια σου εφωσφόριζαν γαλάζα. Θρίσμα το αντίο. 46 . κι εχάθηκες. Δεν θυμούμαι καλά. το χείλο σου είναι βρύση. μα οι κρόταφοί σου ρόδα πλέον ωραία. δεσμώτες που την ελευτερία τους εκερδίζαν. Από το παραθύρι η πεταλούδα πάντα θα πετάξει. πέρασαν χρόνια.ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ασημένιο το μέτωπο.. Και τα αισθήματα.. τη μελωδία σαν έπαθλο χαρίζαν. Λάλο ή βουβό. δυο νέα τριαντάφυλλα τρεμίζανε στα βάζα. Το πιάνο καθώς άνοιγες. ελάφια κουρασμένα εμέ τα χρόνια. πώς είχες όμως λέω και τραγουδήσει· εξόν αν εκελάηδησαν αηδόνια. Η πεταλούδα πάντα θα πετάξει αφήνοντας στα δάχτυλα τη γύρη. Επάλευαν τα χέρια σου. το χέρι σου μετάξι. εκερδίζαν· τα πλήκτρα υποχωρούσανε· τις νότες.

. Βάλετε πάλι στο πικρό χείλος μου την αχτίδα. Οι άγγελοι να διατάζουνε. α. σαν πάχνη. πέρασαν καλοσύνη. Ο νους μου σάμπως ξύπνημα τη χαραυγή. Και στο χλωμό μου μέτωπο για λίγο κάμετε ώστε χίμαιρες. τ' όνειρο που μαδώ. κι έφυγαν ουρανός. Ακόμα με συνέπαιρνε γλυκιά μια συλλογή όταν το νέο Φθινόπωρο με μαραμένα φύλλα εράντιζε τη γη. στα μάτια την ανθρώπινη και θεία σταλαγματιά. σα νέφη. Α. Και η Μούσα μού άγγιζε τα μαλλιά. φέρετε την ελπίδα. κι από τα τέμπλεα δώστε οι θεοί να μου γελούν. Ύστερα. και να κράταες άνθος τ' όνειρό μου. χαμένη τώρα πια. Μια πεταλούδα επέταγε και την ακολουθούσα· ήταν η απάρθενη ζωή μου. Τώρα που μήτε ο έρωτας μήτε η φιλία της φέρνει.. Α. ωραίος καπνός. Δώστε μου τα παιδιάτικα χρόνια μου πόχουν γίνει στην ηρεμία του δειλινού χρυσός. της νιότης μου καρπός! Χορδή η καρδιά μου δέχονταν το Μάρτη ανατριχίλα. τα χρόνια που 'ρθανε χαρά. στο κορύφωμα του απελπισμένου δρόμου. σα ζωή! 47 . πώς τα χρόνια σαν καπνός εχάθηκαν. η μια. οραματισμοί σαν άστρα να κυλούν. πώς η λύπη μου κατά τα περασμένα στρέφει! Όμοια και η νύχτα πάντοτε γυρίζει στο πρωί. ας ήτανε ανατέλλοντα τα μάτια σου να ιδώ. η ζωή του κόσμου.ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΗΤΕ Ο ΕΡΩΤΑΣ. πώς η ώριμη θλίψη μου κατά καιρούς τα περασμένα γέρνει. Εξωτικό μπλάβο πουλί. πρώτη αγαπούλα. μήτε κι αυτό το μίσος μου παρηγοριάν.

Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα.. Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα.. το στερνο ρόδο θα 'χανε η σέρα και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.ΕΣΠΕΡΑ Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα. Σύννεφο από πέρα μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει με μοχθηρή σπουδή μοιραία μητέρα). στη λιμνούλα και στη σέρα που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα.. Τ' άστρα ζυγώνανε. Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα. Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη γινόταν άστρο. 48 ... Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη στον κήπο. από πέρα. Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη. καημοί ....

Σαλεύει θλιβερό το κυπαρίσσι. ποτέ δε θαν το πουν τα σκαλοπάτια. Πώς ξεχειλά σα δάκρυον. τ' αγέρι κι η νυχτιά ναν τις γιομίσει. αδερφούλες μου. Ποτέ του γυρισμού το γλυκοτράγουδο. Πού πήγατε. αδερφούλες μου. μέσα στ' όνειρο θα 'ρθει κάποια από σας να ξυπνήσει. με βλέπει αντίκρυ ο σκύλος και σωπαίνει. που ενοστάλγησε τα δάχτυλα. η αράχνη τον καημό μου τον υφαίνει. Τις κάμαρες θ' ανοίξω που στοιχειώσανε. η αγάπη στα μεγάλα μου τα μάτια! 49 . Στην άρπα. Τι να 'φταιξα και ασπρίζουν στο τρισκόταδο. Τα χέρια μου. Ανε με πάρει ο ύπνος. αδερφούλες μου. τ' αδειανά σας τα κρεβάτια. όπως δένω κι όπως θλιβομαι.ΜΟΝΑΞΙΑ Μεσάνυχτα και λείπετε. σαν τάφοι. κι απόμεινα μονάχη μες στο σπίτι μας και ξένη.

το λουλούδι στον κήπο της καρδιά μου μαραθεί. το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί· κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ -καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου σα βλέπω το μεγάλο ουρανό.ΚΙ ΑΝ ΕΣΒΗΣΕ ΣΑΝ ΙΣΚΙΟΣ.. πριν ανοίξει.. πουλάκι με σπασμένα τα φτερά· κι αν έχει. κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου. κι αν έχασα για πάντα τη χαρά. η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη. και ογραίνοντας την άμμο το πρωί. μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι. μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή! 50 . Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ' όνειρό μου.

ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΜΟΥ Είσαι άντρας. θα σου 'λεγα πως όλοι μ' εμισήσαν. μη ξέροντας σε ποιους πηγαίνω τόπους. να περάσεις τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος ν' ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν αυτόν που τόσο σου 'ναι αγαπημένος. μα έσβησαν. Κι ως είσαι λατρεμένος αδελφός μου. για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε. και βλέποντας μακριά. για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε ικέτη. Ομως ο ίδιος πάντα μένω· τα χρόνια που περάσανε με άφησαν παράξενο παιδάκι γερασμένο.. σιγανά θα σου μιλούσα. Και δεν ποθώ πια τίποτε αδελφέ μου· τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν και τα 'δωκα. τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν. πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα. τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίασαν φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι. Ω.. μη ξέροντας ποιοι τόποι μ' εκρατήσαν. 51 . θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου. πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις τις έγνοιες της ζωής που σ' εκερδίσαν να 'ρθεις απο 'κει πέρα. κατά τη δύση. Καλέ μου. ροδόφυλλα του ανέμου. θε να σου 'λεγα. για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι. διωγμένος κάθε μέρα απ' τους ανθρώπους. για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη.

καθώς τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη. στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει. πάλι θα μας αφήσει. Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική.Ελεγεία και Σάτιρες ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών. κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός 52 . Αν έρθει πάλιν η άνοιξη. No κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου. Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε. Το θάνατο μας καρτερεί το λαμπρό φως του ήλιου. κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.

να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου. αλαργινό καράβι μου. με τα χρυσά σου φώτα! Να 'μουν στην πλώρη σου ήθελα. καράβι. μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω. Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει. στου απείρου και στης νυχτός την αγκαλιά. δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω! 53 .ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ Καλό ταξίδι. για να κοιτάζω γύρου σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

. στη σκιάδα του. που σώπασαν τ' αηδόνια του και πνίγεται στα φίδια.[Ο ΚΗΠΟΣ ΕΙΜΑΙ.. τη νύχτα. η αγάπη επερπατούσε Ο κήπος είμαι που έμεινε χρόνια πολλά στην ίδια θέση. 54 . που με κρυφομιλήματα και ψίθυρο φιλιών.] Ο κήπος είμαι που άλλοτε με τ' άνθη του ευωδούσε κι εγέμιζε με χαρωπό τιτίβισμα πουλιών. που αντί λουλούδια τώρα πια στ' αγκάθια έχει ταφεί. μάταια προσμένοντας κάποιαν επιστροφή.

αυτή μονάχα. και γράφω με το δάκτυλο σταυρούς. πια δε μπαίνει. Ηταν ευτυχισμένη τότε η ώρα. κι έμεινε το παράθυρο κλειστό. ούτε ο ήλιος. Ολα τα πράγματά μου αναθυμούνται μιαν ώρα που περάσαμε μαζί. σ' εκείνη το ρολόι ακόμα ζει. που σημαίνει.. κι όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς. βράδυ και πρωί. ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.] Ολα τα πράγματά μου έμειναν όπως να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς. Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος. σ' εκείνη τα βιβλία μου λησμονούνται. σε ξέρω ποιος χαράζει τους σταυρούς. Δεν ξέρω δω ποιος είναι τώρα ο τόπος. Εχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα.[ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΟΥ. Κανένας.. 55 . Το ερημικό μου σπίτι αντιβοεί στην ώρα κείνη ακόμα.

με το χρυσίο χαμόγελο του μαραμένου βρύου. που το σαλεύει μοναχό η πνοή του Σεπτεμβρίου. Σκλάβο πουλί. τη μυστικιά. ω φύση. μ' ένα χορτάρι ανάμεσα στις πλάκες όλες της αυλής. θα 'ρθω κάποτε φέρνοντας το σταυρό μου. και πόσο. μηδέ η ριπή μ' εχτύπησε του ωκεάνιου ανέμου. αλίμονο! πόσο η ψυχή μου ταπεινή λάτρισσα στο παραμικρό γίνεται μάντεμά σου. και θα 'ναι πάντα ονειρευτή η ώρα με τ' αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου! 56 . ω φύση. τη δυνατή. ποτέ μου. Θα' ναι το χώμα σου ελαφρό. βουερά. τ' ανώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερά και δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ. τώρα που η βραδιά θα πέσει φθινοπωρινή. το καθετί περσότερο μου λέει την ομορφιά σου! Με μιαν ακρούλα σύννεφου ταξιδεμένου με καλείς. Μα πάντα.ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ Εγώ δεν επλανήθηκα σε δάση απάρθενα. Και τη φωνή σου ακούγοντας.

που εβάρυνε.] Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ. χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε. που σβήνουμε όλοι. πέρα στον ορίζοντα σειρήνα. ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή. πολύ νέοι. το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά.[ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ. όσο αν γελά η αχτίνα του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. με βήμα τσακισμένο τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός. καθημερνό θάνατο. μα θάνατο. στο έρμο νησί. με χολή μόνο. και μας άφησεν εδώ. Κι είμαστε νέοι. Με μάτι βλέπουμε αδειανό. σ' ένα βράχο. στο χείλος του κόσμου... Η ζωή διαβαίνει. σχεδόν παιδιά! 57 . υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός. νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί. φεύγουμ' έτσι νέοι. σαν ξένο. για μας η ζωή θα φέρει. μια νύχτα. δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη! Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος. τι να 'χω.

και βαθιά να γίνονται τα χάη. Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει.ΦΥΓΕ. στο απόλυτο Μηδέν. εκεί. που με πηγαίνουν. της μάνας γης. που βλέπω να πληθαίνει απάνω η νύχτα. που μόνον μια λέξη σου ήταν. στη ζωή. όπως είμαι ναυαγός.. στην Απεραντοσύνη. 58 .. η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη! Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός νερά. Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας. και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνων Φύγε. Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ. για μένα σαν παιάνας. κι είμαι άνθος που φυλλορροεί στο χέρι σου και πάει Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε. Φύγε κι άσε με μοναχό.

ω ερημικά. τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε. θλιμμένα μου στοιχεία. Κι αφού ταιριάζει. 59 . σύντροφο θα μ' έχετε και φίλο. Αύριο.] Δέντρα μου.[ΔΕΝΤΡΑ ΜΟΥ. στη σκοτεινή. όταν θα μ' έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει. θα πάω μακριά. δέντρα ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη. βαθιά δεντροστοιχία μαζί πηγαίνουμε. ω δέντρα μου να μένω απ' όλα πίσω τα θαλερά και τα εύθυμα στα πλάση. μαζί και η μέρα θα μας έβρει.. μεθαύριο. το φως για να χαρείτε. μα όταν. φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο.. αργότερα. εγώ λιγότερο γι' αυτό δε θα σας αγαπήσω.

μια σκιά μ' ακολουθεί από πάνω σαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού. μια καμαρούλα φτωχική. ενώ για μένα η εβδομάδα ετελείωσε και μόνο. ή ακόμη που το εβάρυνε και η δρόσος της αυγής.ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ] Καθώς βαδίζω. στο δείλι. Είναι μαζί μου όπου να πάω. μόνο ήθελα να σπάσει εμέ η καρδιά κι ανάλαφρη να πέσει καταγής. μια βαθιά πολυθρόνα. έγνοιες μικρές.[ΜΙΚΡΑ -. μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει! ***** Λύπη ας ερχόταν η χαρά. ω. ***** Μίσθια δουλειά. παθητικά ν' ανέβουνε τραγούδια που για τη χαρά ή τον απαλό του έρωτα ψάλλουν πόνο. φεύγοντας πρωί. ***** Σάββατο βράδυ: ανοίγουνε στο δρόμο σα λουλούδια οι απλές καρδιές. και γυρίζοντας έκοψα μια γιρλάντα. Μόνο είδα. όπως το ροδοπέταλο που θύελλα έχει αρπάσει. μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει. και λύπες άθλιες. τάφοι που πάντα με ανοιχτή χρονολογία προσμένουν. μαζί μου ό.τι να κάνω. στην πόρτα μου τολύπες τα ρόδα. ***** Ενα σπιτάκι απόμερο. με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα. άλυτοι γρίφοι που μιλούν μονάχα στον εαυτό τους. ***** Σύμβολα εμείναμε καιρών που απάνω μας βαραίνουν. στον ελαιώνα. σωροί χαρτιών. γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους ***** 60 . και δεν αφήνει ούτε να δω τον ήλιο του θεού.

61 .Αλογα μαύρα. που οι άνθρωποι θα δούνε να παίζει. να συντρίβεται με την οπλή του αλόγου. φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου. θίασος ιπποδρομίου. Κι είμαι ένας κλόουν τραγικός. πετούνε οι σκέψεις τώρα.

οι άνθρωποι. σαν εκείνα που αλλάζαμε. πολιτείες. και γύρω μου θα καθίσουν βαθιά λυπημένες. ένα θάνατο πάρε και δώσε. κοίτα. Ενα θάνατο πάρε και δώσε. θα πετούνε στην κάμαρα μέσα. και πια δε μπορούμε.” Θα τελειώσουν. 62 . ”Οι θεοί μας εγέλασαν. “Αδελφέ” θα μου πουν “δέντρα φεύγουνε μες στη θύελλα. αβέβαιο ταξίδι. το δάκρυ.. “Τα χρυσά πού 'ναι τώρα φθινόπωρα. Εμείς. και μήτε θα βλέπω τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους που γεμίζανε φως τη ζωή μου. πού να επήγαν χωριά. μυροφόρες. Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα θα βραδιάζει.. θ' απομείνουν βουβές. Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους. δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας. Σα φιλί. έναστρο ουρανό. Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν. κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου. στα πόδια σου αφήνουμε. συναγμένο από χρόνια. γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε το σκληρό μας. πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση. Επάνω μου γέρνοντας. τα τραγούδια στο κύμα. Οταν πίσω και πέρα μακραίνανε.[ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ] Θα 'ρθουν όλες μια μέρα. Πού οι νυχτιές με τον άπειρον.

κι όλη σου τη ζωή κοιτάζοντας.[ENA ΞΕΡΟ ΔΑΦΝΟΦΥΛΛΟ. ήρεμα θα γελάσεις. θ' ανοίξεις το παράθυρο για τελευταία φορά. 63 . Με το δέντρο δίχως φύλλωμα θα παρομοιωθείς. που το χειμώνα απάντησε στο δρόμου εκεί τη μέση. και θ' απογυμνωθείς..] Ενα ξερό δαφνόφυλλο την ώρα αυτή θα πέσει. Κι αφού πια τότε θα' ναι αργά νέες χίμαιρες να πλάσεις ή ακόμη μια επιπόλαιη και συμβατική χαρά. το πρόσχημα του βίου σου..

Ακούγεται να φτάνει σαν τελευταία κραυγή. στα βάθη της νυχτός. δεν είναι αχός ανθρώπινος. κάποιου πόχει πεθάνει.ΚΡΙΤΙΚΗ Δεν είναι πια τραγούδι αυτό. 64 .

καθώς άστρα και κρίνο. έτσι θα γίνω τώρα καλός. θα μου γλυκάνει και την καρδιά. Τ' αστέρια εκεί θα δω.ΠΑΙΔΙΚΟ Τώρα η βραδιά.” 65 . θα νιώσω οι άνθρωποι πόσο είναι κακοί. ”Ας με χτυπούν πάντα κι ακόμα. Θα 'μαι το χώμα που το πατούν. αστράκια τ' άλλα παιδάκια θα τ' αγαπώ. γλυκιά που φτάνει. Κλαίοντας θα πω: “Άστρα μου. ”Άστρα.

όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι. στο φοβερό στερέωμα. Να μην υπάρχει τίποτε. στα βλέμματα. Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου. στη νύχτα.. ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου. στην απόγνωση των τόπων. ελέυθερο. θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα.] Θέλω να φύγω πια από δω. θεέ μου. Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει.. τίποτε πια. ωραία να 'ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε. στα λόγια των ανθρώπων. θέλω να φύγω πέρα. 66 . μα λίγη χαρά και ικανοποίησις να μένει. κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει. απλό στοιχείο. γενναίο.[ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΠΙΑ. σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο. στην ωρυγή του ανέμου.

και το βράδυ που πέφτει ολοένα στην πόλη. στ' ουρανού τον καθρέφτη. στη ζωή μου τώρα όλη. ένα τραίνο που θα 'ρχεται από μια άγνωστη χώρα. οι καμπάνες που σβήνουν. τ' ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα. στων ανθρώπων την όψη.ΒΡΑΔΥ Τα παιδάκια που παίζουν στ' ανοιξιάτικο δείλι μια ιαχή μακρυσμένη -τ' αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη ψιθυρίζει και μένει. τα χαμένα όνειρά μου. η αδειανή κάμαρά μου.. 67 ..

που επερπάτησα στη μυθική πλατεία του Αγίου Μάρκου. εφήμερος η λύπη μας. κορόνα στη λαμπρότητα της Αδριατικής.[Ω ΒΕΝΕΤΙΑ. Γέφυρα των Στεναγμών. μπρος στο παλάτι των Δουκών.. ω θύμηση ανεξάλειπτη μιας εκθαμβωτικής νύχτας.. ω αιώνια παράδοση του κάλλους και πηγή! 68 . ακούοντας να σφυρηλατούν τις ώρες μία μία τα χάλκινα ομοιώματα των δύο στρατιωτών -πόσο πλάγι σου φαίνονται μικρά και χωρίς βάθος τα αισθήματα που μας κρατούν ακόμη εδώ στη γη.] Ω Βενετία. Ριάλτο. Μέγα Κανάλι. αταίριαστο το πάθος. πόλις από χρυσάφι κι από σμάλτο.

για ποιες αγάπες για ποιο ταξίδι ονειρευτό. Για ποιον ανέλπιστη χαρά.. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό.[ΣΑΝ ΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ. Ηλεκτρισμένη από φιλήματα θα 'λεγες την ατμόσφαιρα. Η σκέψις. λεπτότατη στους δρόμους ευωδιά. Έχω κάτι σπασμένα φτερά. 69 . στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη. τα ποιήματα.. Στα χέρια το παλτό. βάρος περιττό. Και στην καρδιά αιφνίδια καλοσύνη.] Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα είδα το βράδυ αυτό. Κάποια χρυσή.

Στην άδεια ζαρντινιέρα τα παιχνίδια σου βάνω. το χαμόγελο που είχες. (Κλυδωνίζεται τώρα. Άξαφνα βλέπω να 'μαι ο τελευταίος. χωρίς αιτία γελάω. ο μόνος.ΩΔΗ Σ' ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ Άρη. Η μαϊμού σου καβάλα στο προβατάκι πάνω. και το πηγαίνει ο Χρόνος το πατρικό μου σπίτι.) Ευτυχίζω σε σένα τις ερχόμενες τύχες. Ύστερα η πεταλούδα με τα φτερά μεγάλα. μπαίνω παντού. ως τα θεμέλια φρίττει. και τα δώρα γυρεύουν τα χεράκια που σαλέυουν σαν κρίνοι. σωπαίνουν. Ερημικά. 70 . μαζί με σένα έφυγαν όλοι τώρα. την άγνοια του κόσμου. τα δωμάτια. οι σκάλες. πρωτογνώριστα μέρη. μιλάω λόγια πικρά στους τοίχους. Ούτε κανείς πια ξέρει αν πάλι θ' ανατείλουν τα παιδικά σου μάτια. Αφρόντιστα έχουν μείνει τα έπιπλα. θέλοντας να ξυπνήσω τους κοιμισμένους ήχους. Ανοιγοκλείνω τις πόρτες.

ω παρήγορο φως μου! 71 .ω άγγελε παραστάτη.

ή σαν απλά χαμόγελα σε χείλη. να πηγαίνουνε με τ' όνειρο οι ψυχές και με το πάθος. (Χώμα στο χώμα γίνονται τα σώματα. σαν ήλιοι δύουν οι ψυχές. συσπείρονται στρεβλωμένα.) Μα κείθε απ' τον ορίζοντα.) και φαίνονται στο βάθος τριαντάφυλλα κρατώντας. (Τα σώματα κυλούν χάμου. πατούνε μόνες των. εκόπηκαν στα δύο. τη χλόη σαν ανοιχτό βιβλίο. που ελύγισαν. 72 . τον ουρανό που φόρεσαν. αργά.) Κι έφυγαν οι ψυχές.ΗΛΥΣΙΑ (Τόσο πολύ τα σώματα κουράστηκαν.

σα δυο ξερά φύλλα στο χώμα. Επειτα εχώρισαν ακόμα. κάποιο φθινοπωρινό δείλι. πέρα. Επειτα θα γύρουνε ως κάτου και θα περάσουνε στο χώμα. σκύβοντας. φιλεί τα δεσμά του. με ωχρό στόμα. Επειτα εσώπασαν τα χείλη. και στην καρδιά τους εγέρασαν. στ' ανοιξιάτικο δείλι. Τώρα καθένας.ΙΣΤΟΡΙΑ Δεκάξι χρονών εγέλασαν. 73 . Εκίνησαν τότε σα φίλοι.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.ΚΙΘΑΡΕΣ Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. ήχους παράξενους ξυπνάει στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες. χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε. στίχους. κι η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε. στην ενθύμηση πονούμε. Μας διώχνουνε τα πράγματα. Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις. Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις. Ο άνεμος όταν περνάει. στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει. Στο σώμα. μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες. 74 . Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη.

ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήμα των άδειων ημερών που τώρα ζούμε σαν από μια κακή. με απορία.] Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει. που δε συντρίβει μα τιμωρεί. χωρίς έρμα. ακούνε στην έρημη βοή. 75 .. Οι άνθρωποι φεύγουν. παλιά συνήθεια. όταν πλησιάζουν. εχάσαμεν τη χρυσή πανοπλία. αόριστου κινδύνου. Κοιτάζουνε με φόβο. και μόνο το συναίσθημα κρατούνε του μακρινού. Θα βρούμε τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου. Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσεις.. ή. κι αδιάκοπα πιέζει. Χωρίς πίστη κι αγάπη. στέκουν για λίγο πάνω μας. έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες. μάταιη και κούφια σα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα. και μόνο το μεγάλο ερώτημά μας ολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει. εγίναμε το λάφυρο του ανέμου που αναστρέφει το πέλαγος. Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου. Είναι στον ουρανό μια σιδερένια μια μεγάλη πυγμή.[ΠΟΙΑ ΘΕΛΗΣΗ ΘΕΟΥ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΑΕΙ.

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ
Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.
Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.
Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.
Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...

76

[ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ...]
Τι να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.
Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με τιο πρόσωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,
είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...
Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

77

ΤΑΦΟΙ
Ελένη Σ. Λάμαρη, 1878-1912
Ποιήτρια και μουσικός.
Επέθανε με τους φριχτώτερους πόνους στο σώμα
και με τη μεγαλύτερη γαλήνη στην ψυχή.
ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Πόση ησυχία δωπέρα βασιλεύει!
Οι τάφοι λες κι αυτοί χαμογελούνε,
ενώ με κεφαλαία σιγά μιλούνε
οι νεκροί γράμματα, βαθιά στα ερέβη.
Από κει, στην καρδιά μας που ειρηνεύει,
με απλά θέλουνε λόγια ν' ανεβούνε.
Μα το παράπονο, ή ό,τι κι αν πούνε
-- τόσο έφυγαν μακριά -- δε χρησιμεύει.
Είναι όλος, να, διασταυρωμένα δύο
ξύλα ο Μαρτζώκης. Να ο Βασιλειάδης,
ένα μεγάλο πέτρινο βιβλίο.
Και μια πλάκα στη χλόη μισοκρυμμένη
-- έτσι τώρα τη συμβολίζει ο Άδης -να η Λάμαρη, ποιήτρια ξεχασμένη.

78

ή τη γαλήνη.ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ Ζοφερή Νύχτα. Δωσ' μου λίγο καιρό. Σα μορφασμό θα πάρω στη μορφή μου τη χαρά που στα στήθη έχουν οι άλλοι. ω Νύχτα αιώνων! 79 . Νύχτα μεγάλη! Θα καταβάλω όλη τη θέλησή μου. ξέρω. η ψυχή για να μη δειλιά μονάχη και για να λησμονεί τη σκέψη εκείνη. Το πάθος όχι. πλησιάζεις. Και τότε κάποια πρόφαση θα μείνει (σημαίας κουρέλι από χαμένη μάχη). Με ζητούνε τα νύχια σου. θέλω ν' αντικρίσω μια φορά. Κι ύστερα πάρε με πίσω και καλά τύλιξε με. το ίνδαλμά του μόνο. Στ' απλωμένα φτερά σου με σκεπάζεις. Στα χνώτα σου βλέπω που ωχριούν άνθη και φώτα.

τα ρίγη. ο ουρανός εγράφη..] Οταν άνθη εδένατε στα τεφρά μαλλιά σας. στην άκρη του χείλους ένα στάχυ βάζοντας με πικρία τόση -είχε πια νυχτώσει. τους γρύλλους. 80 . την βαθιάν ακούγοντας σιωπή. κι όταν στο κρυστάλλινο βλέμμα.[ΟΤΑΝ ΑΝΘΗ ΕΔΕΝΑΤΕ. Κι όταν εκινήσατε λυτρωμένα χέρια πάνω από τ' αστέρια. είχαν όλοι φύγει. άλλο δρόμο. κι όταν εφορέσατε το λαμπρό στεφάνι -είχατε πεθάνει. Οταν άλλο επήρατε πρόσταγμα. που ανεστράφη. σκύβοντας τον ώμο.. κι ήρθατε σε χώρα πιο μεγάλη τώρα -οι άνθρωποι με τα έξαλλα πρόσωπα. και μες στην καρδιά σας αντηχούσαν σάλπιγγες.

και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.ΦΘΟΡΑ Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων. 81 .

Εκελαδούσαν πουλιά. Τ' άνθη ευωδιούσαν. η φύση σάμπως γλυκά να ομίλει.” 82 . Κι είπε απορώντας: “Πώς να πεθάνω. γελούσε ο κάμπος με το τριφύλλι. Ως την εφίλει το πρωινό θάμπος. πετώντας όλο πιο πάνω. Πράσινο λάμπος.Ηρωική Τριτολογία ΔΙΑΚΟΣ Μέρα τ' Απρίλη.

(Ηρωες χρόνοι!) Και πώς εμίλει με το φιτίλι.ΚΑΝΑΡΗΣ Κάποιοι δαιμόνιοι τον είχαν στείλει. Κι είχε θείο χέρι που φλόγα κράταε κι ευλόγα. Εγινε αχείλι κόσμου που επόνει. μήνυμα κρύο μαύρου θανάτου. με το τρομπόνι! Το πέρασμά του. 83 .

BYRON Ενοιωσεν ότι του ήταν οι στίχοι άχαρη τύχη και ματαιότη. Κι ο Μπάιρον ξέρει πώς να το ζήσει το θέιο Τραγούδι. 84 . αλλά. ένδοξη νιότη. Θα ορμήσει ανδρών λουλούδι. στα τείχη. Γίνονται οι γέροι γαύροι. Η ορμή του η πρώτη πια δεν αντήχει.

Το φως σου. Λευτεριά. πόσα δολάρια κάνει σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.Σάτιρες ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Λευτεριά. Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη. Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι. όταν σε παρομοιάσουν με το προτραίτο του Dorian Gray. δαγκάνει τους ουρανούς το στέμμα σου. όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη σαν έπαθλο του αγώνος. και μοχθούνε. που θα διαβάσουν οι γενεές. Λευτεριά. λογαριάζουν. Λευτεριά. σε νοσταλγούνε. ρημαγμένοι κήποι. πολλές οι αμαρτίες. χωρίς να καίει. νεκροί που η καθιέρωσις του λείπει. θα σ' αγοράσουν έμποροι και κονσόρτια κι εβραίοι. 85 . Λευτεριά σχίζει. και τη ζωή τους εξακολουθούνε. Λευτεριά. μακρινά δάση. τυφλώνει το λαό σου.

σοβαρά.ΕΙΣ ΑΝΔΡΕΑΝ ΚΑΛΒΟΝ Ω μεγάλε Ζακύνθιε. Αλλά το θείον έναυσμα η φωνή σου δεν είναι τώρα πλέον. αν προτιμάς. όταν εγράφη πύρινος. Ως ήλιος. Το πεπαλαιομένον σου τραγούδι κράτει. 'Η. ω γέροντα. παραίτησον μας. η αστραπή των όπλων (και η αρετή σου). εσάρωσεν από τα ιδανικά σου. Κράτει. χείμαρρος. Φύγε. γνώριμον κλέος. των ωδών σου τα μέτρα. εστάθη πάνω εις γυμνά χωράφια. την επιτύμβιον πλάκα. Της δουλείας τα βάρβαρα σκοτάδια κατεξέσχισεν. όσα μαστίγια 86 . τους αγώνες εκάλυπτον εκτεταμένους. την Ελλάδα. αναβάν τον Ολυμπον. την οικουμένην. υψηλά. ταραγμένος. Μας έρχεται μακρινός και παράταιρος ήχος τυμπάνου. εις ανθισμένα ερείπια. Ολόκληρος αιών. εξύμνησον αντίς γεγυμνωμένων ξιφών. λοιπόν.

Αλλά τι λέγω. αμή την εξουσίαν και του λαού τον τράχηλον. και δε βλέπουν στο πλάγι τους το παιδάκι που στέκει να γελά τον αγώνα των. Τις δάφνες του Σαγγάριου η Ελευθερία φορέσασα. δούλη στρατώνος. του λαού την απόφασιν. Ιππους δεν επιβαίνουσι. φοβεράν. ακολουθούσι. όταν την εύκολον λείαν αποκομίσει. μεγάλα προπορεύονται έντομα. με φορτίο ελαφρότερο. περιφρονούσα. διστάζει. ιδού. Θρήνησε. γοργά από μίαν χείρα σ' άλλην περνά και σύρεται.προς θρίαμβον επισείονται των καφενείων. μικρότερα άλλα. μέγα φέροντα βάρος. μάχονται οι ήρωες μέσα εις τα ντάνσιγκ. νεκράν όπου σκυλεύουν 87 . Καθώς. κι έπειτα σε μια γραμμήν ελίσσεται πλήθος μυρμύγκων. άτεγκτον. θρήνησε την πατρίδα. φεύγει. και δεν βλέπουν ότι ύψωσε τώρα το πέλμα ούτω τη χώρα νέμεται η στρατιά της ήττης.

αλλοφρονούντα τέκνα της,
ω Ανδρέα Κάλβε.
Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχήν έχουν οι μάζαι,
ιδιοτελή καρδιάν,
και παρειάν αναίσθητον
εις τους κολάφους.

88

ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ
Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.
Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ' όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.
Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ' αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.
Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη “Valenzia”, σκαμπρόζες.
Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας “δια τα μητέρας”.
Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ' άδειο σας κεφάλι!
Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι' αυτό προνομιούχα...

89

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ...
Ολοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.
Μια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία
έγινε της ζωής μας ο σκοπός.
Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας,
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.
Αφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά
και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.
Ανυπόφορη νομίζουμε πρόζα
των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.
Μόνο για μας υπάρχουν του Θεού
τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.
Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,
ανεβήκαμε στ' άστρα τ' ουρανού.
Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ' τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του “περιβάλλοντος”, της “εποχής”.

90

ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν σαν στήλες δύο δύο μές στα γραφεία. (Ηλεκτρολόγοι θα 'ναι η Πολιτεία κι ο Θάνατος. του ώμους σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι. 91 . σκέπτονται το συνάλλαγμα. σαν κορντισμένοι Παίρνουν κάστανα. το βράδυ στο οχτώ. “Συν τη παρούση αλληλογραφία έχομεν την τιμήν” διαβεβαιώνουν. χωρίς αιτία. μουτζουρώνουν αθώα λευκά χαρτιά.) Κάθονται στις καρέκλες. όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους. Και μονάχα η τιμή τους απομένει. σκέπτονται τους νόμους. που τους ανανεώνουν.

σα να παρακαλούσε: “Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω”. σ' ένα σημείο. Εκάρφωνε πέρα.Ο ΜΙΧΑΛΙΟΣ Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη. στο νοσοκομείο. Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία με το Μαρή και με τον Παναγιώτη. Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι. Δεν μπόρεσε να μάθει καν το “επ' ώμου”. Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος. Τον άλλο χρόνο. άσε με να γυρίσω στο χωριό μου”. μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης. μα του άφησαν απέξω το ποδάρι: Ηταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος. Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης. Ολο εμουρμούριζε: “Κυρ Δεκανέα. σα να 'λέγε. 92 . το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο. αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.

του δίνουν όψη ν' αρέσει. Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής. στον πλατύ κόσμο μια θέση. όταν [οι] άνθρωποι διαφιλονικούν τη σάρκα σου και το αίμα. με το ψέμα. πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά. Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό. όταν ακούσεις ανθρώπους. Οταν ακούσεις ποδοβολητά λύκων. Ασε τα γύναια και το μαστροπό Λαό σου. Ρώμε Φιλύρα. ο Θεός μαζί σου! Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά και κράτησε την πνοή σου.ΥΠΟΘΗΚΑΙ Οταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς. που νικούν με την πειθώ. Οταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό. Οταν έχεις μια παιδική καρδιά και δεν έχεις ένα φίλο. 93 . Του δίνουν λόγια χρυσά. Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό. μπορούνε με χείλιους τρόπους. στη μπουτονέρια σου φύλλο. κράτησε σκήπτρο και λύρα.

Το λογικό.. και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού. κωμωδία! -..τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη. έπειτα να κλειδώσει. το ένστικτο ν' αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.. την άχλη.ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ Ηταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά βιβλία. γελώντας αινιγματικά. Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη. τα παιδικά μας γέλια. 94 . με τόση επιμονή. Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα. τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια.. βάρος.Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη. . η φίλη που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά. που ανοίξαμε για να 'μπει σαν κυρία η Τρέλα στο κεφάλι μας. παλιά ιστορία. όταν.ω. μας έδινε τα χείλη κι έβλεπε το ενδεχόμενο. στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος. οι αιματόχαρες εικόνες τους. Κρατούμε την παρόρμηση. ωραίο κι ό. ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία -. που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή.το θάμπωμα. Εκείνος. Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά. την άβυσσο που ερχόταν. τ' όνειρο.

Ο Αισχύλος πάλι εξύπνησε την ηχώ των Φαιδριάδων. Κάποιος γυπαετός έσχισε τον αιθέρα. στου Προμηθέα τον πόνο έδωσαν ιδιαίτερο. Ένας λυγμός εκίνησε τ' απίθανα αυτά πληθη... operateurs. η ομήγυρις διελύθη. 95 .ΔΕΛΦΙΚΗ ΕΟΡΤΗ Στους Δελφούς εμετρήθηκε το πνεύμα δύο Ελλάδων. γραφικότατο τόνο. Κι όταν. χωρίς να πέση η αυλαία. τίποτε δεν ετάρασσε την ιερή εκεί πέρα σιγή. Kodak. Lorgnons.

[ΕΠΡΟΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ. σ' ότι. 96 . Δέντρα τη δαχτυλοδειχτούν. είναι η ζωή πια σκοτεινή κι ανέφικτη σα θρύλος. του τελευταίο διαβάτη είδα τη σκιά.. Νύχτα βαθιά. ακόμη θα την άκουσαν οι σκύλοι κι αλυχτούνε. Ανοιξα τις αραχνιασμένες κάμαρες. Καμία ελπίς. Αν άλλοτε αντιφέγγιζε στο νου. Με πνέυμα οργής έσπρωξα το κρεβάτι. είναι πικρία στο χείλος. Με χρήμα παίρνεται η καρδιά κι αποτιμάται ο φίλος.] Επρόδωσαν την αρετή κι ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι. στα μάτια.. επιγραφή την έχουνε τα σπίτια κι είναι τάφοι. Κι εφώναξα στριγγά στην ησυχία: “Δυστυχία!” Η φρικτή λέξη με φωτιά στον ουρανόν εγράφη. Οι άνθρωποι δεν ακούνε. Απ' το παράθυρο. αστέρια την κοιτούνε.

(Ωραίο. Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε. μόνο κάποιο χαρτί σ' όλη τη φύση. και γρήγορα. κι οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια τον ουρανό που σύννεφα περνούνε. Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων κι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου. Μα το χαριτωμένο περιβόλι αίμα και δάκρυα το' χουνε ποτίσει. ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα. σκοτεινιάζει.) 97 . Άλλο δε βρίσκει ο άνεμος.Η ΠΕΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΝ (Πίναξ Ημιτελής) Έχει πια δύσι ο ήλιος του χειμώνα. σα θέατρο. φρικτό και απέριττο τοπίον! Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου. ταράζει μόνο τ' αγκάθια στην πεδιάδα όλη. τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.

κύριε Μαλακάση. κύμβαλον αλαλάζον. μισητό σκήνωμα. την περιποιημένη φάτσα. την υπεροπτική γκριμάτσα από τη μια μεριά να βάλει της ζυγαριάς. κύριε Μαλακάση. το παράστημά σας. το θελκτικό μειδίαμά σας. συντριμμένο βάζον. θανάτου άθυρμα. εγώ. το monocle που σας βοηθάει να βλέπετε μόνο στο πλάι και μόνο αυτούς να χαιρετάτε όσοι μοιάζουν αριστοκράται.ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ Α ΜΕΙΖΟΝ Α! κύριε. κι από την άλλη πλάστιγγα να βροντήσω κάτου. 98 . ποιος τελευταίος θα γελάσει. ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει. Α! κύριε. μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο ίδια τον ένα και τον άλλο. Τους τρόπους.

Θηρεύοντας πράγματα αιώνια. Αλλά. με τη δύση του ηλίου. θ' αφήσω να φύγουν τα χρόνια. θα πηγαίνω στου Βασιλείου. η σιωπή μου μια σημασία. Θα φύγουν.Μαλάμου” και δίπλα σ' αυτό τ' όνομά μου. στην πάλη. Την ψυχή και το σώμα πάλι στη δουλειά θα δίνω. “Κλεαρέτη Δίπλα . Τα λόγια μου θα' χουν ουσία.ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ Τη σάρκα. το αίμα θα βάλω σε σχήμα βιβλίου μεγάλο. και θα 'ναι η καρδιά μου σα ρόδο που επάτησα χάμου. “Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες” θα γράψουν οι εφημερίδες. Εκεί θα βρίσκω όλους τους άλλους λογίους και τους διδασκάλους. 99 .

θα 'ναι ζήτημα ύψους. έρωτες. αγώνες για το ψωμί και το αλάτι. Σ' όλα τα κλίματα. Σύμβολα ζωής υπερτέρας. (Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος. 100 . σ' όλα τα πλάτη.ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους. Α! πρέπει τώρα να φορέσω τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι. πλήξη. Ετσι. λευκές άκανθες ολόγυρα σ' ένα Αμάλθειο κέρας. πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!) Ονειρο ανάγλυφο. πολύ θ' αρέσω. σκέπτομαι. Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε. Η ευτυχία μου. Οι ορίχοντες θα μ' έχουν πνίξει. μετουσιωμένα. θα 'ρθω κοντά σου κατακορύφως. με πλαίσιο γύρω το ταβάνι. ρόδα αναλλοίωτα.

τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει. Στέκονται στο παράθυρο. “όλα τελείωσαν” ψιθυρίζουν “τώρα”. παίρνουν τα παλιά. Ηταν η ζωή τους. τα δάκρυα. ο ίδρως. απλό. αδιαφορία. τα παιδιά. πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος. Oλα τελείωσαν. βαθύ. κοιτάνε τα δέντρα. ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος. καθώς ταιριάζει. πέρα τη φύση. Βλέπουν τον καθρέφτη. σύντομο. συγχώρηση γεμάτο για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει. Το σημείωμα να το. τραγωδία. η νοσταλγία των ουρανών. το φρικτό γέλιο των ανθρώπων. η ερημιά των τόπων. τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε. λένε. 101 . Θεέ μου. βλέπουν την ώρα. φυλαγμένα γράμματά τους. κι έπειτα σέρνουν για τελευταία φορά τα βήματά τους.ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα. διαβάζουν ήσυχα..

Υστερα. το φτυάρι θα με ραίνει ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια. θα του κρατούν τον ίσο. τα μάτια μου θα κλείσω.πρώτη φορά -. “Καληνύχτα. Οταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο. Τα χάχανα του κόσμου. και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου. Θα ξαπλωθώ. και του ανέμου το σφύριγμα.σε τέσσερων τον ώμο. το φως χαιρέτισέ μου” θα πω στον τελευταίο που θ' αντικρύσω. 102 .ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ Τότε λοιπόν αδέσποτο θ' αφήσω να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου. και του βίου μου την προσπάθεια αμείβοντας. η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει -.

ένα τραγούδι του θανάτου.ΚΥΡΙΑΚΗ Ο ήλιος ψηλότερα θ' ανέβει σήμερα που 'ναι Κυριακή. Ασε τον κόσμο στη χαρά του κι έλα. Φυσάει το αγέρι και σαλεύει μια θημωνιά στο λόφο εκεί. 103 . κοίταξε τ' άνθη στο περβόλι. να σου πω. Πέρα τα σύννεφα σκορπάνε και μεγαλώνει ο ουρανός.. κι όλοι θα 'χουν ανάλαφρη καρδιά: κοίτα στο δρόμο τα παιδιά. Τώρα καμπάνες που χτυπάνε είναι ο θεός αληθινός. Τα γιορτινά θα βάλουν. ψυχή μου. σαν τραγουδάκι χαρωπό.

τους ανθρώπους να διασκεδάση. κι ας τραγουδήσουμε. σοβαρά.σημαίες στον άνεμο χτυπούν -ήρωες σταυροφόροι. σωτήρες του Σωτήρος. τα παντελόνια μας και. και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράση. οι ξένοι βλέπουνε περίεργα. Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού θριάμβου. με πουλιά. Ας υποθέσουμε πως του καπέλλου ο γύρος άξαφνα εφάρδυνε. του βορρά. έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα. μα εστένεψαν. 104 . ξέσπασμα κραυγής -τους πυρρούς δαίμονες. κολλούν. Για να μας δεχθή κάποια λαίδη τρυφερά. -. ψηλά. και. χιλιάδες άλογα κινούν. Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα. Πηγαίνουμε -. της δύσης.ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει στο μαύρο αδιέξοδο. σε χώρες άγνωστες. Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει από εκατό δρόμους. με το φως τ' ουρανού. με του πτερνιστήρος το πρόσταγμα. στα έγκατα της γης. στην άβυσσο του νου. ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα. στα όρια της σιγής.το τραγούδι να μοιάση νικητήριο σάλπισμα.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει για να ζυγίση μια “ελλειπή” μερίδα. μεγάλα ονόματά τους. Φρουρά. με σεμνούς τρόπους. Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης. Εξηκονταρχία Πρεβέζης. μέσα στους ανθρώπους αυτούς. ασήμαντοι δρόμοι με τα λαμπρά. Περπατώντας αργά στην προκυμαία. γύρω η θάλασσα. Σιωπηλοί. κ' ύστερα “δεν υπάρχεις!” Φτάνει το πλοίο. κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.ΠΡΕΒΕΖΑ Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια. θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι. θάνατος μες στους θανάτους. Θάνατος οι λεροί.” λες. Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα. Βάσις. Αν τουλάχιστον. ο ελαιώνας. θλιμμένοι.. που αγαπιούνται καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια. κι ακόμη ο ήλιος. 105 . Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα. θάνατος οι γυναίκες. θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία. Υψωμένη σημαία.. “Υπάρχω. ένας επέθαινε από αηδία.

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι. αυστηροί. μ' ένα χαμόγελο στ' ανύπαρκτα τους χείλη. τις βίλλες του Posillipo θα ιδούμε. Κύριε.. το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου. Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε.— 106 . Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε.[ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΑΛΑ. Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε..] Οταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε. πού να πάμε. Κύριε. ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες. και το τερραίν του Παραδείσου όπου θα παίζουν crieket οι οπαδοί σου. αόριστοι φίλοι. με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες. Αν πάρη ένα τριαντάφυλλο ή αφίση χάμου. γνώριμοι. θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει. Αν έρθη κανείς την πλάκα μας να χτυπήση. Περνάει η μέρα μας. η άλλη ξημερώνει. και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.

Θυμόμουν. όμως. Γι' αυτό δεν έτρεμε καθόλου το χέρι τού παράξενου ποιητή όταν ήρθε μια μέρα να ταράξει τον ύπνο των αιώνων που κοιμόμουν μέσα στο μαύρο μου κασονάκι. Αντίκρυ μου άσπριζε το κρεβάτι. Eτσι κανένας δε θα' θελε να υποθέσει πως ένα καύκαλο μέσα στην οστεοθήκη του είναι κάτι παραπάνω από ό. καθαρά ένα κρεβάτι. απάνω σ' ένα βιβλίο που έτυχε να' ναι κάτι εύθυμα τραγούδια αγάπης.τι μπορούσε να χωρέσει στο στενό του κύκλο το βλέμμα μου. Αλλά δεν ήταν αυτό. Κάποια αράχνη εσάλευε απάνω στο μηλίγγι μου κ' είχε γίνει το όνειρό μου. ένοιωσα να με σηκώνουν.τι πιστεύεται κοινά.ΠΕΖΑ ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ Δημοσιεύτηκε στο "Ο Λόγος" (Κωνσταντινουπόλεως) το Νοέμβριο του 1920.στη ζωή τ' όνομα τους ήταν γλυκό σαν το φως . όξω από την εκκλησία του νεκροταφείου. Γιατί το ξεκουραστικό κρεβάτι του θανάτου δεν το θυμάται ένα καύκαλο σαν εμένα παρά μόνο για να νοσταλγήσει τη ζωή. κ' ύστερα από λίγην ώρα εβρέθηκα στο τραπέζι της μελέτης του ποιητή μου. εσκέφτηκα. Τις δύο μικρές σπηλιές στη βάση του μετώπου μου . Εκοίταζα το ημερολόγιο στον τοίχο για να ιδώ πόσα χρόνια εβάστηξε ο ύπνος μου. όταν ένιωσα από το θόρυβο πως κάποιος 107 .τις γιόμιζε η νύχτα του ασυνείδητου. Τώρα θυμόμουν καθαρά ένα κρεβάτι. Οι θύμησές μου ολοένα εζωήρευαν με το να το βλέπω. Πάει τόσος καιρός από τότε.. Γράφτηκε πιθανότατα τον Ιούνιο του 1920 όταν ο ποιητής νοσηλευόταν στο ΣΤ' Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών.. που δεν ήταν βέβαια βολετό να το διευθύνω όπου ήθελα. Με το δίκιο τους θα κουράστηκαν οι δικοί μου να πληρώνουν τόσα χρόνια τώρα το μισό νοίκι που εξασφάλιζε τη θέση μου στην αυλή της εκκλησίας. Ξυπνώντας έξαφνα. Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τι. Δεν ήταν το κρεβάτι της τελευταίας μου αρρώστειας.. Ύστερα επέρασε θαμπό από τη μνήμη μου κάτι άλλο. Σιγουρα θα ήρθε η ώρα του χωνευτηρίου. Μ' ετύλιξαν σε μιαν εφημερίδα.. Στην αρχή μ' άφησαν ήσυχο να κοιτάζω ό. Οι άνθρωποι νομίζουνε πως τα ξέρουν όλα.

Αν εκοιμήθηκε.τι πιστεύεται κοινά. Δεν ξέρω γιατί ένιωσα κάτι σαν ένα αίσθημα υπεροχής να με κυριεύει. Το πρωί βρέθηκα μέσα στην οστεοθήκη μου. Ο ποιητής μ' έδειξε λέγοντας: "Να σου συστήσω τον κύριο. έβγαλε το καπέλο του και μου το φόρεσε. που το' χε διαβάσει στην οστεοθήκη. το χέρι του δεν ήταν όμοια σταθερό όπως όταν άνοιγε το μάυρο μου κουτί. Όλη τη νύχτα τον άκουγα να στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Εγώ τους εκοίταζα σοβαρά. Θα με πετούσε στο δρόμο. Μ' άφησε στο πεζούλι του παραθύρου κ' έκλεισε. Δυο ολόκληρες ώρες αναγκάστηκα να τους ακούω.εμπήκε στην κάμαρα. Χωρίς άλλο θα μ' έφερε στη θέση μου ο ίδιος εκείνος τύπος με τα παράξενα γούστα. πέφτοντας λοξά απάνω μου.Ο άλλος υποκλίθηκε χωρικά.. μόνε συλλογιζόμουνα τι απλοϊκοί που 'ναι οι άνθρωποι να νομίζουνε πως τα ξέρουν όλα και να μη θέλουνε ποτέ να παραδεχτούνε πως ένα καύκαλο μπορεί να 'ναι κάτι παραπάνω από ό. στο νεκροταφείο. 108 . για τα βιβλία τους. κ' είπε τ' όνομά μου. μετά τα μεσάνυχτα. Άνοιξε το παράθυρο. Τώρα ακουμπώ το σαγόνι μου στοχαστικά στο κόκκαλο του χεριού και σκέφτομαι την περιπέτειά μου. μού 'δωσε μιαν όψη παράξενα ζωντανή. όπως ταιριάζει.. Μου φαίνεται πως βλέπω ακόμα το βιβλίο με τα εύθυμα ερωτικά τραγούδια και το ημερολόγιο με την τραγικά προχωρημένη ημερομηνία. Τα λόγια τους θα μου 'φέρναν πικρό το χαμόγελο στα χείλη. σ' όσους έζησαν τη ζωή. Εφύγανε Αργά. Δε με πείραζε καθόλου ένα τέτοιο φέρσιμο. να κοιτούνε αυτούς που θα τη ζήσουν. εγύρισε μονάχος ο ποιητής. θα 'κανε πολύ ταραγμένο ύπνο. σα να μην ήταν το κρανίο ενός ανθρώπου όμοιου μ' αυτούς η μπάλα εκείνη της φρίκης που τη ήξεραν τόσο κόντά τους. Με πήρε στα χέρι του. για κάθε τι. Το κατάλαβα από την έκφραση του φίλου μου αυτό. Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Το κρεβάτι μ' έκαμε να μισοθυμηθώ μια μικρή ιστορία που ενόμιζα πως είχα κατορθώσει να ξεχάσω ολότελα. Άναψε κ' ένα τσιγάρο και το σφήνωσε στα δόντια μου.". Μιλούσανε για τις γυναίκες τους. Περσότερο όμως συλλογιέμαι το κρεβάτι. Το φως. Ήταν ένας φίλος του απαγωγέα μου. Καθώς άναβε η λάμπα. Ύστερα αρχίσανε να γελάνε. αν δεν εκάρφωνα πιο μαύρο και πιο βαθύ το βλέμμα μου στο μεταξύ των ματιών του.

Παιχνίδι φιλαρέσκειας. Μεσάνυχτα.) Κι άλλοτε η θάλασσα. Τα μάτια και τ' αστέρια. Το χαίρε. Η γλυκιά μεταμέλεια στο ρπόσωπο που φωτιζόταν ολοένα. Τα φιλιά.. Η τελευταία. Και η νύχτα που ερχόταν σιγά σιγά για να μην τη νιώσουμε.η οποία το εμπιστεύτηκε στη Μυρτιώτισσα. Ρομαντισμός..) Aλλες φορές η αυγή αναπάντεχη και προδοτική.) Α! Το δάσος πέρα. Τίποτε. (Τίποτε. Παιδικότητες. (Είναι εδώ. (Ψέματα. Ο φλοίσβος μα τις υποσχέσεις του. Τίποτε απ' όλα δεν είχε ειπωθεί. Τα χέρια ωχρά. Η ψυχή. Ενα τραπεζάκι κάτω από τ' απόμερο πεύκο.[Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ] Από αυτόγραφο του ποιητή προφανώς δοσμένο από τον ίδιο στην Μαρία Πολυδούρη -. Πού είναι.) 109 . Τα λόγια που έλειπαν. Από δρομάκια το κουραστικό γύρισμα. Εφυγε. Θα' ρθει. Είναι εκεί. Η βοή του βραδινού ανέμου στα κλαδιά. Τα πλοία που έφευγαν στον ορίζοντα παίρνοντας τα όνειρά μας. Η μοναξιά στο απέρναντο. Το πιθανότερο είναι να γράφτηκε στα 1922. Ψέματα. Τελευταία. (Eφυγε.. Δε θα' ρθει πια. Εκεί πάνω στο βράχο τ' άφθονα και ανεξήγητα δάκρυα.. Εγωισμός. Περιέργεια. Οι πρώτοι θόρυβοι της ημέρας. Αυταπάτη.

θα θυμάμαι. Πλησιάζοντας με κλειστά μάτια τη βελούδινη.Θ. Τερατώδη νήπια τα έργα. σκοτεινή στεφάνη τους. θα νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνες και θ' αναπνέω το άρωμά τους. Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις. αλλά εγώ. Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την Αχαριστία. θα με τυλίγουν με ανθρώπινη περίσκεψη. Είναι καθαρογραμμένο με μελάνι από τη μια όψη ενός φύλλου 31Χ21 εκ. Τα σεληνοφώτιστα βράδια. ένα άγαλμα που γύρω του θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά. Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1929. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα. Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία. μονάχος θα περπατώ στους καμπυλωτούς δρόμους. Το χειρόγραφο σώζεται σήμερα στο αρχείο του Γ. Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου. τα παραπλανητικά χαμόγελα και την προδοτική αδιαφορία. Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια. χωρίς να σκέπτομαι. 110 . Θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια. Και μέσα σε δάσος από μάσκες. 8-9. Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της Αχαριστίας. Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος. χωρίς να εκφράζω τίποτε άλλο. χωρίς να βλέπω. θα βυθίζομαι στο χώμα. Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές. γέρνοντας ολοένα περσότερο. ο κήπος μου θα 'ναι γεμάτος από θεσπέσια δείγματα του είδους. Θα είμαι ολόκληρος μια πικρή ανάμνησις. θα πυκνώνουν. εργαστήρια κιβδηλοποιών. θα κερδίζουν τη γη και τον αέρα. κατάλληλος ο τόπος. και οι αύρες θα πνέουν. Γ' . υπάρχουν στις γυάλες. θα μπερδεύονται μεταξύ τους. Οι εγκέφαλοι. Ευνοϊκοί είναι οι καιροί.Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Αλεξανδρινή Τέχνη". Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση. ζήτησε να ζήσεις. Καρυωτάκη. μετρώντας αυτά τα λουλούδια. Οι ώρες θα περνούν. θα πλέκονται στα μαλλιά μου. θα γυρίζουν τ' άστρα.

Κάποτε. Όλα ήταν τα ίδια. Εβγήκε έξω. όσα δεν έτρεχαν. σ' ένα μπαλκόνι. πιο πέρα. Ακόμα και η πλάκα που πατούσε ήταν ίδια. με τις θαμπές. των χαρακτηριστικών τους. ή ακόμη τίποτε άλλο. τρώγοντας κάθε στιγμή κάτι από τη φτωχή τους ύπαρξη. Ο κόσμος έκανε βόλτες ή καθόταν στο καφενείο. Ο Χρόνος όμως εδούλευε ελεύθερα ανάμεσα τους. γύρω στα μαρμάρινα τραπέζια. αμφίβολες γραμμές. το βαπόρι πέρασε από το λιμάνι μιας επαρχιακής πόλεως όπου είχε ζήσει μικρός. Για να συνέλθει χρειάστηκε ένα στριγγό σφύριγμα. Τα παιδιά. Επίστευε όμως ότι ο Χρόνος υπήρχε στο διάστημα. Ήταν Κυριακή. που ανέβαινε για να απλώσει τους αετούς. και ο αρχιμουσικός ακόμα. Το καράβι έφευγε. υψωμένες παράλληλα προς το νερό του αναβρυτηρίου. και οι μουσικοί. Είχε αρκετές αποδείξεις. με τις φωτεινές γραμμές της σιλουέτας τους. που ενόμιζε ότι κρατούσε με τη μπαγκέτα του το Χρόνο. Τίποτε δεν άλλαξε. σαν απόντες. σα να περίμενε τους μικρούς του φίλους. Έμεινε εκεί αρκετή ώρα. Είχαν χάσει το ένα τρίτο του όγκου τους. σ' ένα μακρινό ταξίδι του. Μια μακαριότης επλανάτο πάνω σ' όλα. παρακολουθούσαν τις κινήσεις του αρχιμουσικού. δένοντας βιαστικά βιαστικά χάρτινες σημαιούλες. και τα κορίτσια. Μόνο που είχαν μικρύνει. Οι καρέκλες του ζαχαροπλαστείου σε τρεις σειρές. Είδε το πατρικό του σπίτι. 111 . και οι δυο γέροι. όπως και τότε. Είχαν απελπιστικά μικρύνει. ή για να κηρύξει πετροπόλεμο. Στην πλατεία η μπάντα έπαιζε κάποια ιταλική όπερα. Την ταράτσα. θέλοντας να θυμηθεί την παιδική του ζωή. αφηρημένος. Τον κήπο. δεν είχαν τίποτε αντιληφθεί.ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ Ι Δεν ήξερε αν ήταν μικρόβιο ή αόρατος κακοποιός. Αλλά αυτό έγινε συμμετρικά. κ' έτσι οι άνθρωποι που κάθονταν ακίνητοι και σιωπηλοί.

κρυστάλλινη. και οι νότες αυτές δημιουργούσαν την ατμόσφαιρα της περασμένης εποχής. τα γεμάτα συγκρατημένο ερωτισμό χαμόγελα.χρηματομεσιτών και μαρκησίων . που επαναλαμβάνονταν σε κάθε φράση. και το κρανίο τους εβάραινε τη γη. Οι τέσσερις γυναίκες σκελετοί. Η παραίσθησις ήταν πλήρης. Εκατό ολόκληρα χρόνια επροχώρησαν.καπνεμπόρων. Εσφίγγονταν τόσο. με ηλεκτρικά γράμματα που άναβαν κι έσβηναν. που τα μέτωπά τους ακουμπούσαν κάποτε στα χείλη των καβαλιέρων και η στεφάνη του κρινολίνου ανασηκωνόταν. σα ν' αναγνώριζαν το λάθος τους. 112 . περίεργες εστάμπες που είχαν διατηρηθεί άθικτες στην προθήκη ενός μουσείου. χωρίς βέβαια να το υποπτευθούνε. τα πιο εξαϋλωμένα. άρχισαν να χορεύουν μενουέτο. για να μπορέσουν να ξαναγυρίσουν και να βρούν την προσωπικότητά τους. Υποχρεωτικό ένδυμα ορισμένης εποχής. γεμάτες εμπιστοσύνη. με πράσινες και χρυσές περούκες. και τέσσερα ζεύγη. Κυρίες. Ανεπανόρθωτα γελαστεί. με πουδραρισμένα μαλλιά. τα νοσταλγικά βλέμματα. ήταν γραμμένο: ΑΠΟΚΡΕΩ 2027. Παρακολουθούσε τώρα τις κινήσεις τους. θανάσιμα κομψοί. Το κομμάτι θα περιείχε βέβαια δυο τριες μαγικές νότες. Οι χορευτές έχασαν το λογαριασμό τους. Οι καβαλιέροι σταματούσαν. ενώ ψηλά. με μεταξωτά ροζ ή ουρανιά κρινολίνα. κ' έπειτα επέστρεφαν με μελαγχολική χάρη. Παραμερίζοντας όλοι. Τα μικρά. έβλεπε κανείς πως είχαν γελαστεί.ΙΙ Ύστερα θυμόταν έναν χορό μεταμφιεσμένων. Ενώ έπρεπε να υπολογίσουν ακριβώς πόσα χρόνια είχαν υποχωρήσει προς το παρελθόν. γρήγορα βήματα. οι κομψές υποκλίσεις. έπεφταν ημίγυμνες. συνεχή. Έπειτα έγινε το πιο απροσδόκητο. στα χέρια των δουκών . επήγαιναν προς τους αντρικούς. εσχημάτιζαν ένα κύκλο στο κέντρο της αιθούσης.

Μπορεί την πρώτη φορά να ήταν όνειρο. πνίγοντας ένα γέλιο. αλλά νομίζω μετά τις γραμμές του τραμ που θα συναντήσετε"”. άγνωστο σε ποιο μέρος και πότε ακριβώς. Ο άνθρωπος τον οποίον είχε ρωτήσει τον κοίταζε για μια στιγμή χωρίς ν' απαντήσει. Τον ρωτούσε πάλι. αλλά μετά τις γραμμές που θα συναντήσετε”.ΙΙΙ Άλλοτε συνέβαινε κάτι περίεργο. όλα. Συνήθως αυτό γινόταν με την ομιλία πάνω στα κοινότερα θέματα. κ' έπειτα έβγαζε το καπέλο του κ' εσκούπιζε το μέτωπότου. κ' έφευγε βιαστικά. Ζητούσε λ. σκυμμένος. να πληροφορηθεί για ένα δρόμο που δεν ήξερε. Έπειτα. έλεγε μέσα του: “Να ιδείς που τώρα θ' ακούσω: "Δεν ξέρω. είχε την εντύπωση ότι το πράγμα αυτό έγινε ή ελέχθηκε προηγουμένως. αλλά συγχρόνως σαν αστραπή περνούσε από το νου του η σκέψις ότι α υτή η μικρή ιστορία είχε ξαναγίνει. η δεύτερη ερώτησή του. και ότι τώρα επαναλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο. Ολοφάνερο όμως ότι τώρα ή τότε κάποιος ήθελε να παίξει μαζί του. Του φαινόταν πολύ παράξενο.χ. απαντούσε ο άγνωστος σαν ηχώ της σκέψεώς του. η σιωπή του άλλου. 113 .Ακούγοντας μια φράση ή παρακολουθώντας ένα ασήμαντο γεγονός. συνεχίζοντας τη σκέψη του. Η πληροφορία που ζήτησε. “Δεν ξέρω. όλα απαράλλαχτα.

αρχίζοντας από τα πιο απλά και τολμώντας τα αδύνατα. να ιδούμε τους μεγαλόσχημους κυρίους π ου γέμισαν τον κόσμο με σαπουνόφουσκες. Δεν αποθαρρυνόταν. και αγόρασε χημικά όργανα. έκανε σειρές πειραμάτων. Μέσα στο υδρογόνο ή το οξυγόνο. Προσπαθούσε να βρει ένα λάθος στα δεδομένα της. ο Χρόνος. κι από το λάθος αυτό να βγάλει το νέο στοιχείο. Επούλησε κάποιο σπίτι που είχε. Ανέλυε τις ουσίες. Να ιδούμε τι θα γίνουν οι τόκοι και τα επιτόκια τού απέναντι τοκογλύφου. Χαμογελούσε πονηρά στη σκέψη ότι κανένας δεν τον παρακολουθεί τον ίδιο. σε μικρή βέβαια αναλογία. μπορούσε να υπάρχει. Όλοι. 114 . Γεμάτος χαρά επανελάμβανε το πείραμα που απέτυχε. συλλογιζόταν μόνο πώς να τα βολέψουν. ήλεγχε τους τύπους που παραδέχτηκε η επιστήμη.IV Εμελέτησε. Παρακολουθούσε τη ζωή από την εφημερίδα. Κλεισμένος ολημέρα σ' ένα υπόγειο. Όταν όμως θα τελειοποιούσε την εφεύρεσή του και θα περιόριζε το Χρόνο μέσα σ' ένα γυαλί του εργαστηρίου του. Να ιδούμε με ποια ημερομηνία θα βγάζουν τις εφημερίδες τους. σκυμμένοι στις δουλίτσες τους.

Έτσι περνούνε οι ώρες. έτσι περνούνε οι μέρες κάθε ευτυχισμένου ονειροπόλου. Και ο Χρόνος δεν υπάρχει. ακίνητος μέσα στους τέσσερις τοίχους. μωβ. σα να το φυλλομετρά το αόρατο χέρι του Θεού. Αυτός όμως προτιμά το βελούδινο μαύρο που προεκτείνεται στο δωμάτιο όταν νυχτώσει. 115 . Ροζ. πράσινο. Τίποτε δεν αλλάζει από όσα τον περιστοιχίζουν. δειγματολόγιο σε σχήμα βιβλίου. το κοιτάζει για μια στιγμή κ' έπειτα το επιστρέφει με όλη του την καρδιά.V Τώρα η ιστορία αυτή έχει τελειώσει. ν' αλλάζει χρώματα. Βλέπει το φωτεινό εκείνο τετραγωνάκι.. Έχει το συναίσθημα ότι επραγματοποίησε το μεγάλο σκοπό της ζωής του.. Στο απομονωτήριο του ασύλου που βρίσκεται. μπλε. Μένει ολομόναχος. Αν μπαίνει από το φεγγίτη λίγο φως. η νύχτα και η μέρα τού είναι το ίδιο αδιάφορες. σαν παλιά λιθογραφία στην κορνίζα της.

αγγελικά πλασμένος! Δ. Έπειτα από τριάντα χρόνων υπηρεσία. Σκυμμένος από το πρωί ως το βράδυ στο παρθενικό βιβλίο του. έχει να διατρέξει όλους τους βαθμούς. 553 -555 (μαζί με το “Φυγή”). Ι. Γραφεύς στο πρωτόκολλο. 62. 15 Ιουλίου 1929. Πάντα έκανε τη δουλειά του ευσυνείδητα. με πείσμα. ηθικός. περνούσε τους αριθμούς και αντέγραφε τις περιλήψεις. θέλοντας να εκφράσει τον εαυτό του. σχεδόν με κέφι.ΤΡΕΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΧΑΡΕΣ Όμορφος κόσμος. Γ'. Αν έσκυβε κανείς πάνω στην απλή και ίσια γραμμούλα. Κάποτε. Σολωμός Νέα Εστία. Αυτή η ουρά δεν είχε θέση εκειμέσα. ΚΑΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ Είναι ένας αγαθός γεροντάκος. έτσι σαν απόπειρα φυγής. μετά την καταχώριση ενός εισερχομένου ή ενός εξερχομένου. όμως την τραωούσε βιαστικά. 116 . θα διάβαζε την ιστορία του καλού υπαλλήλου. ετράβαγε μια γραμμή που έβγαινε από την τελευταία στήλη και προχωρούσε προς το περιθώριο.

Ελάχιστα πρακτικός άνθρωπος. έφυγαν. Όταν περάσει τα τελευταία σπίτια. Τάρταρος. θ' αφήσει πάντα να ξεφύγει ψηλά με ορμή το μπαστούνι του. νικέλινη λαβή. μ' ένα παγωμένο βλέμμα. Ο κύριος Διευθυντής τότε. Ένα πρωί. Αυτός έμεινε εκεί. τ' όνομά τους: Πηνειός. παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο. Οι προϊστάμενοί του τον θεωρούσαν απαραίτητο. Ήρθαν άλλοι αργότερα. Το τέταρτο ποτηράκι γίνεται ποταμόπλοιο. Και μέσα στους κύκλους τα σημεία του απείρου. Είχε αποκτήσει μια φοβερή. Τίμιος. με παχιά. είχε αξιώσεις ευπατρίδου. γυρίζοντας δαιμονισμένα το μπαστούνι του με την ωραία. αντίκρυ στα μεγάλα. μπαίνοντας στην υπηρεσία. Κ' έμεινε εκεί.Νέος ακόμη. του απάντησε στον ενικό. Κ' έμεινε εκεί. μαύρα γράμματα. εχαιρέτησε με συγκαταβατικό χαμόγελο του συναδέλφους του. Από τα πυκνά δέντρα. Γάγγης. με το οποίο ταξιδέυει σε θαυμάσιους. Κοιτάζει εκστατικός μπροστά του. τον εκάρφωσε πάλι στη θέση του. επέθαναν. Μ' όλη τη φτωχική του εμφάνιση. ιδεολόγος. Τώρα. επήρε το θάρρος. Μισσισσιππής. 117 . Όλα έχουν γραμμένο πάνω απ' την κάνουλα. Έτυχε να καθίσει σ' αυτήν την καρέκλα.. γφρεσκοβαμμένα βαρέλια. βιαστικός βιαστικός. άγνωστους κόσμους. πίθηκοι σκύβουν και τον χαιρετάνε. μοιραία ειδικότητα. Γράφει κύκλους μέσα στο άπειρο. εγέλασε μάλιστα ανοιχτόκαρδα και τον χτύπησε στον ώμο. βγαίνοντας κάθε βράδυ από το γραφείο. Είναι ευτυχής. επειδή ο Διευθυντής του τού μίλησε κάπως φιλικότερα. Μετά τον περίπατο τρυπώνει σε μια ταβέρνα. έτσι σαν απόπειρα λυτρωμού. Κάθεται μόνος.

Και ο νεκρός ακόμη περιμένει με τόση αξιπρέπεια.φριχτή συμφωνία -. μια γκριμάτσα οίκτου προς τον εαυτό της. Τώρα παρακαλούσε να στεγασθεί. Τώρα η αποθήκη φωτίζεται από ένα κερί. κ' ήρθε από κει ζητώντας ψωμί για τα παιδιά της. που πέθανε λίγες ώρες μετά την εγκατάστασή τους. 118 . Κάποιο δέμα τυλιγμένο με καθαρό άσπρο πανί έχει τοποθετηθεί προσκετικά. ξύλα βαλμένα στη γραμμή. παραστέκει για τελευταία φορά το μωρό της. άλλο τα μαλλιά της. με φανταστικούς τοίχους. Έμεινε ξαπλωμένη με τα παιδιά της ως το μεσημέρι. Και καθώς δεν ήθελε να καταλάβει. Την άλλη μέρα. εξηγούσε τα λόγια της. Άλλο τραβούσε το φουστάνι της.. Ήρθε πολλές φορές ακόμη. Οι άλλες γυναίκες τη μακαρίζουν. πέντε πέντε. Σ' αυτές τις φωλιές ακινητούσαν ή εσάλευαν πένθιμα σκιές ανθρώπων. Τριάντα οικογένειες προσφύγων που έμεναν εκειμέσα είχαν χωρίσει τα νοικοκυριά τους πρόχειρα. κάθετα προς τον τοίχο. Όλα μαζί -. Ο άντρας της επέθανε σ' ένα χωριό. Κάτι σαν ψεύτικο γέλιο. κασέλες. Κάποιος που ήξερε τη γλώσσα της τής είπε ότι δεν υπήρχε πουθενά θέσις. Η μητέρα. ξαλαφρωμένη.. χωρίς να κλαίει. Τ' αδέλφια του παίζουν έξω στον ήλιο. η ίδια ιστορία.II. Μπόγοι. Είναι σχεδόν ευτυχής. Τα ρούχα της δεν είχαν ούτε σχήμα ούτε χρώμα. την έβγαλαν έξω στο διάδρομο. Ήταν Αρμένισσα. Τρεις τρεις. ΕΝΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ Δεν ξέρω τι φορούσε στο κεφάλι. γιατί θα μπορέσει από αύριο να πιάσει δουλειά. Καθένα έκλαιγε ή εφώναζε με ιδιαίτερο τρόπο. Στάθηκε μπροστά μας με ορθάνοιχτα μάτια. ήταν σα να ψιθύριζαν παραμύθια ή να προσπαθούσαν σιγά ν' αποτινάξουν το σκοτάδι. Αυτή όμως είχε ξεχάσει την παρτιτούρα της σ' ένα κομψό γραφειάκι από acajou. τα μαχητικά τετράγωνα της τελευταίας αμύνης. εσχημάτιζαν τετράγωνα. χάμου. κουβέρτες απλωμένες. σκορπισμένοι ανάμεσα σε ρυπαρά ρούχα και υπολείμματα επίπλων.εκοίταζαν τη μητέρα τους όπως οι μουσικοί το μαέστρο. Εμπήκε στο γραφείο κρατώντας στην αγκαλιά δυο παιδιά και σέρνοντας τέσσερα. Επιτέλους την έριξαν σε μια αποθήκη. Είναι το μικρότερο από τα έξι παιδιά της Αρμένισσας. Ένα αγόρι ως τριών χρονών έτρεμε με κάτι παράξενα αναφιλητά.

ΙΙΙ. ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ BOVARY

Στη μέση της γιορτής προχωρούσε αργά. Καθώς όλοι
βιάζονταν γύρω της, ήταν σαν ένα μαύρο στίγμα σε πανί
κινηματογράφου. Συντροφιές από νέους περνούσαν. Άλλοι την
έβλεπαν κ' εξακολουθούσαν το δρόμο τους, άλλοι της
εσφύριζαν ένα κομπλιμέντο, άλλοι της έλεγαν διστακτικά μια
φράση περιμένοντας απάντηση. Όπου ο συνωστισμός ήταν
μεγαλύτερος, η τόλμη ελευθερώνοταν και δεν αρκούσαν τα
λόγια. Κάποιος εστάθηκε γελώντας μπροστά της, πρόσωπο με
πρόσωπο, ώρα πολλή. Ναύτες επέρασαν δίπλα, κι όλοι
επρόσεξαν να την σπρώξουν. Κάτι σκοτεινοί τύποι την
ακολουθούσαν βήμα προς βήμα.
Ένιωθε τον εαυτό της κέντρο όλου αυτού του πλανόδιου
ερωτισμού. Χωρίς να το καταλάβει επηρεαζόταν από την άγρια
θέληση τόσων ανδρών. Εκνευρισμένη ακόμη από τον θόρυβο,
τη ζέστη και την προσπάθεια να προχωρεί, στάθηκε σ' ένα
κύκλο ανθρώπων. Σε λίγο κάποιος ήρθε σιμά της. Δεν τον
έβλεπε, αισθανόταν όμως να σφίγγεται ολοένα πάνω της.
Έπεφτε απότομα, ύστερα έμενε ακίνητος, ύστερα πάλι πλησίαζε,
ακριβώς όπως ο λεπτοδείχτης, στα μεγάλα ρολόγια του δρόμου,
προχωρεί με αραιά πηδήματα προς τον ωροδείχτη. Το σώμα της
τώρα, που το προστάτευε μόλις ένα λεπτό φόρεμα, ήταν
ολόκληρο πάνω στο δικό του. Μουδιασμένη, εκμηδενισμένη,
έκλεισε τα μάτια, κ' έγειρε ελαφρά. Αυτός τότε, αρπάζοντας με
βία το χέρι της, της μίλησε. Εγύρισε και τον είδε. Αλήτης.
Κόκκινο, ζαρωμένο πρόσωπο, μάτια αναμμένα, γένια πυρρά. Τα
ρούχα του, ξεβαμμένα, είχαν ένα κοκκινωπό χρώμα. Έσκυψε το
κεφάλι της κοκκινίζοντας. Ήταν λοιπόν ο Έρως;
Εσυνέχισε το δρόμο της χωρίς ν' απαντήσει. Την έσπρωχνε
μέσα στο πλήθος. όταν απομακρύνθηκαν στάθηκε και το είπε να
την οδηγήσει όπου ήθελε. Αυτή θα τον ακολουθούσε σε μικρή
απόσταση. Εκοίταξε δύσπιστος, αλλά επροχώρησε. Έφτασαν σε
δρόμους ερημικούς. Εβγήκαν έξω από την πόλη. Τώρα
περπατούσαν δίπλα σ' ένα φράχτη. Ήταν πανσέληνος. Η ευωδιά
των κήπων εγέμιζε τα στήθη της. Μέσα στη σιωπή ακούονταν οι
γρύλοι και τα γρήγορα βήματα των δύο ανθρώπων. Εγύριζε και
την έβλεπε συχνά. Το πρόσωπό του φωτιζόταν από το φεγγάρι,
παίρνοντας μια ξένη έκφραση. Και η σιλουέτα του, με τα παλιά,
119

σχισμένα ρούχα, καθώς επήγαινε κουτσαίνοντας λίγο, είχε
κάποιον αλλιώτικο, βιβλικό χαρακτήρα. Έφταναν σ' ένα δάσος.
“Εδώ” είπε ο άντρας βραχνά.
Από τα μάτια της επέρασαν την ίδια στιγμή εικόνες
παιδικών αναμνήσεων. Οι χαλκομανίες με τα ξανθά αγγελούδια
που κρατούσαν γιρλάντες από τριαντάφυλλα και χαμογελούσαν,
φυλακισμένα στα φύλλα ενός βιβλίου. Οι βασίλισσες και οι
ιππότες των παραμυθιών. Το μωβ φορεματάκι της πρώτης
κούκλας. Ο θάνατος του αδελφού της...Ύστερα, όταν
μεγάλωσε, τα χρόνια που πέρασε μονάχη με την μητέρα της.
Έχανε κανείς τον αριθμό τους μέσα σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Και οι ενοικιαστές. Έχανε κανείς τη σειρά τους...
Ο άλλος ήταν ευτυχής. Σαν πράγμα αφέθηκε στα χέρια
του. Την έσχισε σα χαρτί και την πέταξε χάμου με θυμό
ασυγκράτητο, με την πρωτόγονη ορμή της διψασμένης του
νιότης. Στις ακούσιες και άτονες αρνήσεις της, στις σβησμένες
λέξεις που επρόφερε όχι η ίδια αλά το φύλο της, στην ένστικτο
υποχώρηση της σάρκας της, αυτός είχε ν' αντιτάξει βλαστήμιες
και βρισιές, που εσκέπαζαν, εξιλέωναν με χυδαιότητα όλες τις
άσεμνες κινήσεις του. Σκληρό, παγωμένο το στόμα του, με μια
αποπνικτική ανάσα, αληθινή πληγή, εσφράγιζε αιματηρά τους
ώμους, τα χείλη, το αγνό μέτωπο. Είχε την εντύπωση ότι κάπου
αλλού συνέβαινε αυτή η φριχτή ιστορία, κ' έκλεισε τα μάτια της.
Επέρασαν ώρες. Η αυγή έσκυβε στο ίνδαλμά της. Το
πελιδνό σώμα της γυναίκας έλαμπε σαν άστρο διαρκώς
περσότερο. Μέσα στα δάκρυά της εκοίταξε γύρω έκπληκτη.
Εζήτησε να ντυθεί. Δεν ήθελε να την αφήσει. Της μιλούσε τώρα
με τρυφερότητα. Ύστερα άρχισε να τραγουδάει. Της είπε κάτι
σαν αστείο. Τέλος σηκώθηκε και, χωρίς λόγο, επήδηξε τρεις
φορές όσο μπορούσε πιο ψηλα, ξεφωνίζοντας ασυνάρτητες
λέξεις. Σε λίγη ώρα την αγκάλιασε πάλι. Ήταν ευτυχής.

120

ΦΥΓΗ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Νέα Εστία", Γ', 62, 15
Ιουλίου 1929. Το χειρόγραφο σώζεται ακόμη. Με τον ίδιο τίτλο
είχε δημοσιεύσει στη Νέα Ζωή (Αλεξάνδρειας) ανάλογο ποίημα.
Ι
Αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο. Γύρω
δεν υπάρχει ατμόσφαιρα, αλλά τείχη που στενεύουν διαρκώς
περισσότερο, τέλματα στα οποία βυθίζομαι ολοένα. Αναρχούμαι
από τις αισθήσεις μου.
Η παραμικρότερη υπόθεση γίνεται τώρα σωστή περιπέτεια.
Για να πω μια κοινή φράση, πρέπει να τη διανοηθώ σ' όλη της
την έκταση, στην ιστορική της θέση, στις αιτίες και τα
αποτελέσματά της. Αλγεβρικές εξισώσεις τα βήματά μου.
ΙΙ
Είμαι ο Φαίδων ριγμένος στη λάσπη. Θαυμαστό βιβλίο, που
οι έννοιές του δε θα το σώσουν από τον άνεμο και τη βροχή,
από τα στοιχεία και τους ανθρώπους.
ΙΙΙ
Στο χυδαίο αυτό καρναβάλι, εφόρεσα αληθινή πορφύρα,
στέμμα από καθαρό, ατόφιο χρυσάφι, ύψωσα ένα σκήπτρο
πάνω από τα πλήθη, κ' επήγαινα ακολουθώντας την εσωτερική
μου φωνή. Έχανα τη συνείδηση του περιβάλλοντος, αλλά
επήγαινα σαν υπνοβάτης, ακολουθώντας την εσωτερική μου
φωνή. Οι παλιάτσοι έτρεχαν μπροστά μου ή εχόρευαν γύρω
δαιμονισμένα. Εφώναζαν, εχτυπούσαν. Αλλά εγώ επήγαινα
βλέποντας τα σύννεφα και ακολουθώντας την εσωτερική μου
φωνή. Δυσκολότατα επροχωρούσα. Με τους αγκώνες άνοιγα
τόπο, αφήνοντας πίσω μου ράκη. Αποσταμένος, ματωμένος,
στάθηκα κάπου. Στον ήλιο έσπαζαν οι καγχασμοί των άλλων. Κ'
ήμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σαν τσακισμένο δέντρο,
άκουσα για τελευταία φορά την εσωτερική μου φωνή.

121

Πού πηγαίνω. Οι χωρικοί που στέκονται απορημένοι. Πού ν' αφήσω το βάρος του εαυτού μου. Δεν μπορώ να συμφιλιωθώ με του κήπους. παίρνω το μεγάλο. Περπατώ ολόκληρες μέρες. Για να δώσω τροφή στους λογισμούς μου. Δύο φορές δε θα ιδώ το ίδιο πράγμα. Τα σπίτια τους είναι παλάτια παραμυθιού.ΙV Και τώρα έχασα την ήρεμο ενατένιση. Οι κατσίκες τους δε μηρυκάζουν σκέψεις. δημόσιο δρόμο. Χτυπώ το πόδι και φεύγω. Όταν γυρίσω το κεφάλι. Τα βουνά με ταπεινώνουν. ξέρω πως θ' αντικρίσω το φάσμα του εαυτού μου. έχουν την άγνοια και την υγεία. 122 .

Άγρια περιστέρια ζυγίζονταν στις κεραίες. είχε αρχίσει το τραγούδι της. Παιδί ακόμα. τα λευκά σύννεφα. Είδα πολλά λιμάνια. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή. Άνθρωποι σκεφτικοί. εσωτερική αιτία. κρεμαστές σκάλες. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. εταξίδευα με τα καράβια που περνούσαν. Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος. αργών κυμάτων. 123 . τα βουνά αντίκρυ. εξωτικά. Και τ' όνομά της είναι ένα θαυμαστικό. Κουρασμένα πλοία. μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των μεγάλων. Ύστερα ενύχτωσε. εσκεπτόμουν το ρυθμό του φλοίσβου της. Ένας κόσμος γεννιόταν γύρω μου.ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ Ι Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. για να σπάσουν απαλά. με ονόματα περίεργα.ο ουρανός. Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Οι αύρες μού άγγιζαν τα μαλλιά. Μια κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα. ανέβαιναν σταθερά τις απότομες. βουβά. φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί. Άστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. το ανοιχτό πέλαγος -ένα τεράστιο μάυρο παραπέτασμα. ώριμοι από την άλμη. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά. Όλα τ' άλλα -. Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές. και άπλωναν πλησιάζοντας. η μακρινή βοή της. Εσάλευαν σαν από κάποια μυστική. ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους.

(Σπίτια μαύρα. σηκώνονται και παίζουν μεταξύ τους. Είναι εκεί. 124 . κ' έρχεται μπροστά μας. Αναιμικά. άσπιλη. Ο νέος νομάρχης. εξόριστα δέντρα του δρόμου. ποτά γυναικών 32. αιώνια. Βρίσκει η νοσταλγία μας διέξοδο και ο πόνος μας την έκφρασή του. Με τη βαθύτητά της μυκτηρίζει. Με το πλατύ της γέλιο σκεπάζει την ασχήμια της. Δίπλα εξύπνησαν για να πάρουν το τρένο.) Στον άνεμο ανοίγει ένα παράθυρο.ΙΙ Έζησε κανείς θλιβερά πράγματα. επροσφώνησε τους υπαλλήλους. Στην πλατεία οι λούστροι. Η ψυχή του εμπόρου πεθαμένη και περπατεί. Η ψυχή της κοσμικής κυρίας φορεί τα πατίνια της. η ψυχή του ανθρώπου λούζεται στην αγνότητα της θαλάσσης. απέραντη. κουρασμένοι να κάθονται. Ποτά ανδρών 10 δρ. κλειστά. Η “μαντάμα” μετράει απογοητευμένη τις μάρκες της. Όλα ξεχνιούνται.50 δρ. με μονόκλ..

. ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου. κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου. τρια πανύψηλα.” Έπρεπε να σκύψω. αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της.. να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: “Δούλος σας. διεθνείς οιωνούς. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ενα και. Επέρασα τρεις πόρτες. να σκύψω. χαίδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ . θα οσφραινόμουν. να κυλώ και να φθάσω. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. παφ -. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Κανάγιες! Το ψωμί της εξορίας με τρέφει.” Έπρεπε πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα. με 125 .παφ. κύριε Βήτα. να ξεδιπλωσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχθώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. κύριε Εισαγγελεύ. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει. κιτρινωπά τείχη. να σκύψω. αυτός ο Άλφα. Στην αρχή δεν θα υπήρχα. Και. Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων.. Αν όμως αργούσε. μέσα σε πολυτελή γραφεία. θα έγραφα εγώ την απάντηση: “Ο αυτόνομος οργανισμός μας. “έχετε λίγη σκόνη” να είπω “κύριε Άλφα”. Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: “σύμφωνος”. Θα είχα τρόπους λεπτούς. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαρας μου. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς. Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. αέρινους. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: “πεντακόσιες χιλιάδες”. Αν μου την εχάριζε. παφ. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος. Βέβαια.ΚΑΘΑΡΣΙΣ Δημοσιεύτηκε μετά το θάνατο του ποιητή στα Ευρισκόμενα. Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά. Αλλα πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. παφ. να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: “Άχ. κύριε μου”.. μια μέρα.

ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. ξερά χόρτα. χαμηλά. τα βουνά.. 126 . Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα..ριγμένες επάλξεις. έχασα τα ίχνη σας. σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό. την πεδιάδα. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστριες. τη θάλασσα. Με ήβρε η νύχτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. τρίτο κύκλο.

στραμμένος προς τον ουρανό καθρέφτης. σα να' χε βαθιά αναστενάξει . βιαστικά βιαστικά. μια εντύπωση ευχάριστη. καθώς άλλοτε. γεμάτο διαγραφές.5 εκ. στην ατμόσφαιρα αληθινού ίσως νοσοκομείου. ένιωθε γύρω του μια καθαρότητα. Κι αυτό ήταν η ζωή και ο θάνατος του φίλου μου. Ξυπνώντας. με το φόβο της πετριάς που θα τις διέλυε. προσθήκες και παραπομπές. διορθώσεις.) Κάποιο πρωί. Ύστερα ερχόταν η μνήμη κρατώντας στο ένα χέρι τα φίδια του παρελθόντος και στο άλλο τη σκοτεινή απαντοχή.Η ΖΩΗ ΤΟΥ Βρέθηκε σε χειρόγραφο. Η εντύπωση εκείνη διαρκούσε λίγα δευτερόλεπτα. στο πίσω μέρος ενός άγραφου υπηρεσικαού εντύπου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. μπαίνοντας σαν γενεές η μία στη θέση της άλλης. αφού ανέπνευσε βαθιά. και χρονολογημένο Ιούνιος 1928. γραμμένο με μολύβι και μάλλον δυσανάγνωστο.ένιωθε πάντα μια σύντομη χαρά. 127 . (Εδώ υπάρχει μια σιωπή μεγάλη. όση χαρά του είχε απομείνει. Καθώς κάποιο αόρατο χέρι να κρατούσε στο βυθό τα φύλλα και τα νεκρά ξύλα και τον πηλό που θ' ανέβαιναν σε λίγο στην επιφάνειά της. κάτι σαν ατμόσφαιρα νοσoκομείου. σε γαλάζιο χαρτί διαστάσεων 30Χ22. δεν κατόρθωσε να ξυπνήσει. χωρίς να πάρουν σχήμα. ένα κενό που θα μπορούσε να χωρέσει όλες τις πλαδαρές φιγούρες της πραγματικότητος. η σκέψη του μπορούσε τώρα να λαμποκοπά. λίμνη όπου πράσινες και χρυσές πλάκες φωτός απλώνονταν κι έσβηναν ασύλληπτες.

'ενα χαμόγελο. μια γλυκιά θύμηση του νου -δεν είναι γύρω ούτ' ένα πάθος. ή ένα ωραίο λάθος. θριαμβευτικό -. κάτου απ' την όψη τ' ουρανού -. ένα βιβλίο. ή ένα μεγάλο μυστικό -α! που οι ψυχές να το αγαπάνε και να γελούν εδώ στη γης. μια παρθένα. (Francis Viele . υπέρτερο.Griffin) Toυ κόσμου πια δεν είναι ουτ' ένα πράγμα σ' εμάς αγαπητό -. ένα δάκρυ.ένα τραγούδι..μια δόξα.ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ Ν' ΕST .. που να το βλέπουμε και να 'ναι δικαιολογία της ζωής 128 . ένα φυτό -ιερό δεν είναι σε μιαν άκρη.IL UNE CHOSE.

Λοιπόν εμπρός. -.Χι! χι! χι! Απογοητευμένος! -. κι απομείνανε γι' αυτό -. -. Να πεθάνουμε τώρα ελάτε. δυο περίεργοι ερωτευμένοι αναβάλανε τέτοιο ζηλευτό θάνατο. και στ' άνθη απάνω καθιστοί. Έτσι το βράδυ κείνο απάνω στη χλόη.Περσότερο ειρωνεύεστε.Ωραίο το σπάνιο. Αν θέλετε. αν αγαπάτε. κύριε. Ο τόπος θαυμάσιος και ο καιρός. Αλλά προπάντων εραστής άψογος. θαρρώ.χι! χι! χι! -.Σπάνια η πρόταση. Ανέκαθεν ιδεαλιστής. ορισμένως. πεθαίνουμε μαζί. -.Ίσως. Πάψετε.καταγοητευμένοι.ΟΙ ΡΑΘΥΜΟΙ (Paul Verlain) -. παρά όσο κάνετε τον τρυφερό. 129 .Μπα! Και η μοίρα μας έγινε πεζή. -.

” Είναι η φλόγα στάχτη κρύα. είναι τάφος η καρδιά μου. που σ' εθέρμαινε κι εζούσες. η αγάπη τι έχει γίνει. 130 .. της καρδιάς η φλόγα εκείνη. κι είναι οι στίχοι σαν υδρία με την τέφρα του έρωτά μου. WO IST DEIN SCHΟNES LIEΒCHEN.SAG. (Heinrich Heine) “Πες.. στα τραγούδια σου που υμνούσες.

Με μίσος αλλάζανε βλέμματα. Πεθάνανε πια και δεν έμαθαν: εμίσησαν. φύγανε μες στ' όνειρο μόνο ειδώθηκαν..SIE LIEBTEN SICH BEIDE. κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν. ή αγαπηθήκαν. (Heinrich Heine) Αγάπαγαν ο ένας τον άλλονε. μα δίχως γι' αυτό να μιλήσουν. Εχώρισαν έπειτα. 131 ..

η καταφρόνια! Αρκεί μόνο που όσες φορές το χέριμου σε αδράζει. μόνο οι νεκροί μ' ακούνε. Κανένα δε ζηλοφθονώ.. ολοένα πιο τερπνά αντηχείς..LES MORTES M' ECOUTENT. τριγύρω το ακατάλυτο μίσος. ω λύρα μου απολλώνια. 132 . (Jean Moreas) Μέσα στους τάφους κατοικώ. οι ανίδεοι και οι αχάριστοι τη δάφνη μου κρατούνε οργώνω κι άλλοι χαίρονται το κάρπισμα του αγρού μου. Η οδύνη τι με νοιάζει. εχθρός πάντα θανάσιμος θα μείνω του εαυτού μου.

κυρία. εψιθύρισε τρυφερά. -. άξαφνα ορθή χάμου τον κορσέ της επατεί: -. Α..Ήταν όνειρο.JE VOUDRAIS.” (Paul .. καθώς. λέει.. Χριστέ μου. και φρεναπάτη.jean Toulet) -. δεν άκουσα ποτέ μου. πώς είχατε γυμνωθεί! 133 . -.Να πεθάνει κανείς από χαρά..Αλλ' εκείνη. θέλω τώρα.“MAMAN!.Να πεθάνω.

pauvre Lelian. που άλλο δεν είναι πιο φριχτό. Εμένα διάβηκε η ζωή όλη ένα δάκρυ. με κρασί. ούτ' έτσι ωραίο σαν το δικό σου. που ταπεινά καθώς οι γρύλλοι ετραγουδούσες. Ερίκε Χάινε. να 'ρθω εκεί πέρα. 134 . στα χέρια μου το μέτωπο σου γείρε και πραύνε. κρατάς αυλό στο στόμα.ΟΙ ΣΚΙΕΣ (Comtesse Mathieu de Noailles) Όταν πια θα' μαι κουρασμένη εδώ να ζω μόνη και ξένη χρόνους αβίωτους. Κι άλλο πια τώρα δε μου μένει. παρά. δεύτερος Παν. Βερλαίν. πάντα είσαι άοπλος και θείος εσύ. θεοί μου αγαπημένοι. Fancois Villon. Και τέτοιο αν είχες ριζικό. σκιά μου φίλη. απ' το πρωί έως την εσπέρα. πόσο η ψυχή μου θα σ' επόνει. όταν σε πρόσμενε η αγχόνη κι έκλαιαν οι Μούσες! Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα. μεθώντας με οίστρο. θα πάω να δω τη χώρα που' ναι οι ποιητές και καρτερούνε με το βιβλίο τους.

ω ρόδα νεκρικά.jean Toulet) Για να ξεχάσω το άπειρο. ω φύλλα κίτρινα. 135 . κι εκείνη που εβημάτιζε σε πάρκα ερημικά. το κύμα το απαλό. τώρα θ' αναπολώ τη χρυσή μέθη του έαρος.ΙΝFINI... (Paul . αγάπη. FAIS QUE JE T' OUBLIE.

Spire) Ο πατέρας μου ήξερε λατινικά. μικρούλα μου. Ας γυαλίσουμε τα παπούτσια μας. καταλαβαίνεις. Αγαπούσαμε πολύ τα δάκρυα.. Ας ανάψουμε τη φωτιά μας. τους νικημένους. 136 . την αγάπη. ας γυαλίσουμε τα παπούτσια μας. υπηρέτες και ιπποκόμο. ένα άλογο. Καταλαβαίνεις. ένα τουφέκι. ας τινάξουμε τα βιβλία μας. μικρή μου.ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ! ΠΟΛΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ! (Andre . η μητέρα μου έπαιζε πιάνο κι επήγαινε σ' επισκέψεις. ας βουρτσίσουμε τα ρούχα μας. κι ας πλύνουμε τα πιάτα.. Καταλαβαίνεις. τον ουρανό και τους διαβάτες. Καταλαβαίνεις. καταλαβαίνεις. Είχα ένα παιδαγωγό.

τι ζέστη. 137 . ξεκουμπώνοντας με νάζι τα χυδαία ντεκολτέ τους.ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ (Laurent Tailhade) Κυριακή. Θεέ μου. δε φοβούνται. Ξεφωνίζει κάθε αγόρι. διασκεδάζουν την ευγενική τους πλήξη. βράζει!” βεβαιώνουν οι κυρίες. Σ' ένα βαπόρι στριμώχτηκαν μπουρζουάδες. κι επιπόλαιες κι γελοίες. διευκολύνουν τους εμέτους. Τα σκυλιά δε λογιαράζουν ο Σηκουάνας πόχει πνίξει. ξεμυξίζουν οι μάμαδες. “Ω.

λάμπεις και με φυλάσσεις. (Jean Moreas) Εσύ που μόνη από από ψηλά. όπως ο έναστρος ουρανός βέλη ρίχνει στα βάθη νυχτερινής θαλάσσης. ω θεσπεσία ποίησις.. το νερός και το κλήμα.τι λατρεύουν οι άλλοι. με κάποιο αιθέριο ντύμα τύλιξε την καρδιά μου. να μεγαλώνω σαν το δρυ.. Να μεγαλώνω πάντοτε. να γίνω τώρα ο άνεμος. κι έπειτα να τελειώσω σα μια φωτιά μεγάλη. δεσπόζοντας τα πάθη. ο άγριος κρίνος της άμμου. 138 .Ο ΤΟΙ QUI SUR MES JOURS. στα πόδια μου να νοιώσω ό.

αντιπερνάς. παιδικό. αφού όλα γύρω γίνονται μονάχα για να δίνουν στα ποιήματα σου μια αφορμή! 139 . Μην το πιστεύεις.. (Jean Moreas) Η μοίρα σου πάντα σκληρή. μέσα στην τρικυμία τη λύρα κρούεις.. αναγελάς. Έχουνε ο Απόλλωνας για σένα κι οι Μούσες έπαθλο ιερό. Ποιητή. Άφησε να γεννιούνται αυτού κοίταξε εκεί να σβήνουν οι ενάρετοι και οι πονηροί.TU SOUFFRES TOUS LES MAUX. οι άνθρωποι θα 'λεγαν πως είναι οι στίχοι σου ένα παιχνίδι μάταιο. μέσα στη θύελλα τέρπεσαι. μα εσύ τη δυστυχία περιφρονείς.

(Francis Carco) Στην ωραία. βιβλία με φούμαρα. 140 . τη δόξα.. το χρήμα και το συνάλλαγμα. Νεκρός. συμποσιαστών. χειρόφραφα. στίχους. Χαρτιά έβαλα για προσάναμμα στη φωτιά..AINSI J' AI DANS MA BELLE PIPE. φαρμακερή μου πίπα εφούμαρα τις τελευταίες αναμνήσεις μου. Μα θα 'χω λησμονήσει τα πλήθη των αστών. θα 'μαι σαν άθλιο ακταστάλαγμα στη μνήμη φίλων.

που δεν τον συλλογίστηκα ποτέ μου. γλέντι αληθινό. κι επήγαινα παιχνίδι κάθε ανέμου.ΕΠΙΤΑΦΙΟ (Mathurin Regnier) Περνούσε η ζωή μου. 141 . Τώρα παραξενεύομαι γιατί ο θάνατος να με συλλογιστεί. δίχως μετάνοια μήτε χαλινό.

Γι 'αυτήν είχε τότε καλογερέψει ο Πέτρο Αμπαγιάρ. όλες ανοίξεως όνειρα τερπνά. η Αρεμβουργίς του Μαιν. τρόμοι των φύλλων. σε ποιο μέρος της γης. το σοφό Μπουριντάν για να μουσκέψει. Άλλος κανείς όμοια στον έρωτα δεν θα δουλέψει. κι ύστερα η Θαΐς. η Βεατρική. η εμορφία τους δε έδυσεν ακόμη. κι η καλή Ιωάννα από την Λορραίνη. Κι η βασίλισσα που έκανε τη σκέψη κι έρηξε στο Σηκουάνα. η ωραία από τη Ρώμη. με τη φωνή της τη γλυκά ακουσμένη. ρόδον αυγής. Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά. Πρίγκιψ. τάχα θα τις έβρετε πουθενά. Ηχώ απαλή. η Σπαρτιάτισσα η Ελένη. η Βέρθα. 142 . αν τις αναζητείτε τώρα. σκιά σε λίμνη. η εξαδέλφη της με τη χρυσή κόμη. Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά. Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά. αληθινά. Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά. Πού 'ναι η αγνή και φρόνιμη Ελοΐς. η ανάμνηση τους ζωηρή απομένει.ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ (Francois Villon) Πέστε μου που. τάχα θα υπάρχουν σε καμιά χώρα. είναι η Φλώρα. Η ρήγισσα Λευκή. ροδοσύννεφα πρωινά. η Αλκιβιάδα.

--Έχω χτήματα πολλά. κρώζοντας καθένα: Δικοί σας οι δυο. Στο πρόσωπο βλέπουν ο ένας τον άλλο. Από τη σάλα το αίμα τ' αναβάτου. δάση. Από βαθιές πληγές το αίμα ρέει ζεστό. κι από τους χαλινούς.Από μια κόρη τρυφερά αγαπούμαι. μα πόσο με φοβίζει ο θάνατός μου! Και καθώς με τ' άλογα προχωρούνε. έφτασε κάτου. Τους μοιράζονται. τ' άλογο σκύβει να το εισπνεύει. Οι τρεις ιππείς πηγαίνουν πλάι πλάι. σπίτια. 143 . και λένε μ' αναστεναγμό μεγάλο: -. Αγάλι αγάλι τ' άλογο πηγαίνει. ο ένας στον άλλο γέρνει κι ακουμπάει. τρία κοράκια γύρω τους πετούνε.ΟΙ ΤΡΕΙΣ (Nicolaus Lenau) Αφού κι η τελευταία εχάθη μάχη. γι' αυτό τώρα πεθαίνοντας λυπούμαι. αλλά το αίμα τρέχει και πληθαίνει. κι η νύχτα έτσι νωρίς θα με σκεπάσει. --Δεν έχω πάρεξ το θεό του κόσμου. τρεις ίππείς επιστέφουμε μονάχοι. κι ο τρίτος εμένα.

ούτε ο λαός. που τους παιδαγωγούς φεύγει. πως πολύ πολύ τον αγαπούν. αν το θελήσει. η πόρτα όταν ανοίγει. οι ιέρακες. 144 . χωρίς ένα χαμόγελο. αλλά από τώρα γέρο. Προστρέχοντας. Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί. τέχνη ρωμαϊκή. δε θα μπορέσουν το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν' αφαιρέσουν. Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου. περιφρονεί.SPLEEN (Charles Baudelaire) Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα. κι αυτός. ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική. ούτε οι κυρίες ημίγυμνες. ούτε η αγέλη των σκυλιών. Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του. αλλά χωρίς ισχύ. και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί μ' όσες μπαλάντες απαγγέλει ο γελωτοποιός του. και με τα αιμάτινα λουτρά. να δώσουνε θερμότητα σ' αυτό το πτώμα που έχει μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει. πλούσιον. το κυνήγι. σέρνεται σκελετός. που είν' έτοιμες να πουν. νέον.

θα γίνουνε μειδίαμα σου. Των ποιητών τα φέρετρα παιχνιδάκια.ΜΙΚΡΟΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΣΤ' ΑΣΤΕΙΑ (Tristan Corbiere) Φύγε τώρα. Φύγε τώρα. Φωσφωρισμούς θ' αφήνουν τα βαθιά σου άδεια μάτια. στοχάσου. κομμωτή κομμητών! 145 . είναι κι αθύρματα νεκροθαπτών. Φύγε τώρα. μυοσωτίδες. κομμωτή κομητών! Χόρτα στον άνεμο και τα μαλλιά σου. Το βαρύ πια μην κάνεις. Κρίνοι. άνθη των τάφων. φωλιές των ερπετών. κομμωτή κομμητών! Δοξάρια σιωπηλά τα κόκαλά σου.

146 . πέτα. πες του από μέρος μου το χαίρε... στο φως. κι ένα τριαντάφυλλο αν ιδείς. τραγούδι μου. (Από το γερμανικό του Heinrich Heine) Τώρα ανοιξιάτικο καθώς ανάβρυσες απ' την καρδιά μου. Ως τη χαρά της εξοχής την ηχηρή χαρά σου φέρε. πέτα τριγύρω και μακριά μου.ΤΩΡΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ.

Μιρέγια. ώσπου να σπάσει το τρυφερό κλωνάρι του τεντώνει. Όμως αν έρθει της αγάπης η ώρα. 147 .. Και βλέποντας το έτσι λαμπρό. από γαλλική μετάφραση) Λέει: Σ' αγαπώ· δεν τρώω. Πάνου στο βράχο για να φτάσει και στην αγάπη.Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΒΙΚΕΝΤΙΟΥ (Του Frederic Mistral. ιδέ το χόρτο εκείνο που το ζυγώνουν τα κύματα τώρα. κι όταν ελεύτερο βρεθεί. μια χαρά. Μιρέγια.. δυο μόνο ανθάκια έχει μικρά κι είναι. το ένα το λούλουδο μονάχο θα πάει κοντά σε κάποιο βράχο τα πέταλα στον ήλιο για ν' απλώσει. Μιρέγια. τ' άλλο για να 'βρει. νεκρό κι ωραίο θε να συρθεί. Φυτρώνει στα ρηχά νερά. δεν πίνω. τ' άλλο λουλούδι ερωτικό κάνει ν' ανέβει απ' το βυθό. κι ας πεθάνω! Είμαστε μόνοι. ένα φιλί στο ταίρι του να δώσει. Ένα φιλί.

σαν εγεννήθηκαν. Α. Με σκέψεις διαφορετικές όμοια συγκινημένοι. Όμως κανείς από τους δυο μη λησμονεί μια μέραν όμορφη. φίλε. γέρνοντας σα μύρο να αιστανθώ να πνέει από ένα κίτρινο σωρό παλιών γραμμάτων 148 . αιώνια δυνατή. και ακροαζόμουν σάμπως πουλιού κελάηδημα την πόρτα σου να ηχά. κι είναι το σπίτι ένα φτωχό πάτωμα μοναχά.. τη μέρα όπου εδώκαμε τα χέρια στη φιλία. να περιμένω στα σκαλιά πάλι το πρώτο αστέρι. Σα γένια κρέμεται ο κισσός. Φίλε. οι στίχοι θα γεράσουν. θα 'ρθω ενώ τα βλέφαρά μου θα φιλεί τ' αγέρι.. το γκρίζο νιώθαμε ουρανό πάνω μας να βαραίνει. διψώντας να χαθώ σε πελαα μακρινά. μα σ' ήβρα καθώς σ' έβλεπα πάντα στα ονείρατά μου. εκεί που εκλάψαμε θα 'ρθουν άνθρωποι να γελάσουν. θα 'ρθω. γλυκιά σαν φθινοπωρινή. Μελισσουργούς ακούγαμεν να κελαδάνε θεία. θυμάμαι. α. Ω Jammes. στον κήπο χλόη ψηλώνει. ανθεί μια δάφνη. εκεί που δίχως τον πιλότο βάρκες τριγυρνούνε. καθώς καλάμι που 'ναι στο κύμα μέσα ολόγερτο και κλαίει αγαλινά. και πάλι θα' ρθω. άνεμοι ας τη ρημάζουνε και πόνοι και υετοί. Εσύ. τ' αμάξια να περνούνε. εγώ. σβήνανε τα δυο σκυλιά πεσμένα χάμου. Ρεύανε.ΣΤΟΝ FRANCIS JAMMES (Από το γαλλικό του Charles Guerin) Το σπίτι σου όλο. Ήταν Βαΐων Κυριακή όλη μελαγχολία. Έβλεπε το παράθυρο στοχαστικά το Μάη να τες οι πίπες σου. πριν από πολύν καιρό κοντά σου ερχόμουν. και μια βιτρίνα αντανακλάει μες στα βιβλία τωνποιητών τον κάμπο που γελάει. μια γαζία. και πάνου απ 'το χαμόγελο το μελαγχολικό σαν κίσσα το καπέλο σου ήταν μαύρο και λευκό. θα 'ρθω σπίτι σου πάλι να κοιμηθώ. συντρίμμι από έρωτα. με το πρόσωπό σου μοιάζει. Φαίνεται ο τοίχος της αυλής χρυσός από τα βρύα. καμπάνες να βουίζουνε. Πρώτη φορά την άνοιγα. μια πεύκη το σκεπάζει σαν την καρδιά σου αιώνια νέα.

λαμπρό σα φως ηλίου. την ημέρα εκείνην όπου πέρασα το κατώφλι σου. Απόψε. λησμονημένου τόπου. κι ενώ οι αφροί μού πλένανε. Φίλε μου. επήγαινα.τον έρωτα που σώζεται στην τέφρα των πραγμάτων. χιόνια. τον ορίζοντα πλατύ. παράξενου. και με πετράδι εχάραζα. οι άνεμοι. τον ουρανό και στην ακρογιαλιά. ενώ του ήλιου που χάνονταν η δόξα ήταν χυμένη στη θάλασσα. Είναι το παραθύρι σου κορνίζα που κρατεί βίλες. φωνή απόμακρου. τα μαλλιά. φλεβάτο καθώς χέρι. Δίχως πατρίδα μια ψυχή βαθιά μου όλο πεθαίνει. Στον κήπο ποιήματα σιγά διαβάζεις κάθε Μάη και το γαλάζιο τ' ουρανού στην υδροχοή κυλάει. το σπίτι αρμονικό. σαν το χαλίκι μ' έσερνε του ονείρου μου η ορμή. μιαν απ 'τις φρικτά που υπόφερα βραδιές. οϊμέ! Καλύτερα να λέει κανείς για χτες. Αύριον. τα κύματα με φώναζαν. θα ξανάρθω ποτές. χωράφια. 149 . παιδί του Βιργιλίου.

και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει. γλυκές. μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές. 150 .Eschenbach) Ένα ποιηματάκι! Πες μου. πώς μπορεί τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί.ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑΚΙ (Από το γερμανικό της Marie von Ebner. Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει. Τίποτε.

Θα 'χεις πολύ. Τ' αδέρφι μου τη βλέπει διαβαίνοντας και μουρμουρίζει: “Αυτός”. στο δρόμο εκεί να ορθώνεται. τη θάλασσα περσότερο. στο φως. αδερφέ αγαπήσει μόλους και νησιά. τ' αγέρι· εγώ τα ωραία τραγούδια. Despax Βρέχει. τα βιβλία. τη μοναξιά.ULTIMA (Από το γαλλικό του Emile despax) Στο Fred. Ονειρεύομαι. Μα θα 'χουμε και οι δύο τόσο υποφέρει! 151 . Θαρρώ πλατάνι ναν τη σκέπει. μια προτομή μαρμάρινη.

για θάνατο νυστάζω! 152 . τ' όνειρο πάει κι αυτό. Αχ! πάει κι αυτή που μ' έθρεφεν ελπίδα η πιο μεγάλη· μάταιο σαν άλλα ονείρατα. Γιρλάντα η δόξα εμάδησε κι είναι οι γιορτές φυγάτες.ΕΠΙΛΟΓΟΣ (Από το γαλλικό του Georges Rodenbach) Φθινόπωρο είναι. να. Κι αφού πια τώρα ενύχτωσε -. ω προσπάθεια ευγενική. σεμνή προσπάθεια να περάσουμε και το Έργο μας να μείνει.. περνούμε. σβήνεις. Μόνο πικρία μένει σ' εκείνον που 'χε ονειρευτεί πολύ να μην επέθανε και λίγο να σωθεί και κάπως ναν τον αγαπούν χρόνοι.. τέλος οι ίδιοι εμείς για να 'ρθουν αύριο περνούμε τέλος οι ίδιος εμείς για να 'ρθουν αύριον άλλοι. ένα βουητό. και ο χρόνος όλο σβήνει! Η νιότη σβήνει. Όλα περνούν. οι πόθοι μας περνούν. καιροί διαβάτες! Αλίμονο! Με ρόδο τον εαυτό μου παρομοιάζω. με ρόδο που μαραίνεται και γίνεται χλωμό! Αίμα δεν τρέχει· θα 'λεγε κανείς πως φυλλοροώ. βρέχει. που μόνο εσέ θα σκεφτούμε πεθαίνοντας.

153 .

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful