Διήγημα: Οι «μεν» και οι «δε»

Πέταξε σιωπηλά μέσα στην νύχτα. Μόνος θεατής τα αστέρια που φώτιζαν το
δρόμο της με ασφάλεια. Προσγειώθηκε απαλά στο άλλοτε χωμάτινο δρόμο.
Η άσφαλτος την απωθούσε ακόμα και τώρα, επειδή δεν μπορούσε να νιώσει
την φύση στα πόδια της.

Είχε διαλέξει ετούτη την ώρα, γιατί δεν κυκλοφορούσε πολύς κόσμος στο
δρόμο. Οι περισσότεροι ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους μπροστά σε αυτά τα
κουτιά που τώρα ονόμαζαν τηλεόραση. Κάποιοι άλλοι ήταν μπροστά στο νέο
λαμπερό παιχνίδι που τώρα ονόμαζαν ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Δεν την ενθουσίαζαν αυτά, μόνος της σύμμαχος ήταν πάντα το δόρυ της.
Παρόλα αυτά ήξερε ότι ο κόσμος γύρω της είχε αλλάξει και εκείνη ήταν πλέον
μια φιγούρα στο πάνθεον της ιστορίας.

Φορώντας την μαύρη κάπα της περπατούσε αθόρυβα προστατεύοντας τον
εαυτό της από τα αδιάκριτα μάτια. Όχι ότι αν την παρατηρούσε κάποιος θα
έβλεπε κάτι. Ήταν αόρατη για τον περισσότερο κόσμο. Για αυτό είχε επιλέξει
την σημερινή μέρα που το κρύο είχε κρύψει τους κατοίκους στα σπίτια τους.

Περιπλανιόταν μόνη στα δρομάκια, ενώ έφερνε στο νου πως ήταν άλλοτε.
Αναπολούσε τις εποχές εκείνες που μπορούσε να το κάνει καθημερινά χωρίς
φόβο μην την ανακαλύψουν. Είχε ήδη παραβεί τις εντολές, αλλά αυτός ο
τόπος την καλούσε μανιασμένα.

Την προσοχή της τράβηξε μια παρέα που καθόταν σε ένα ταβερνάκι. Το
μαγαζί αν και μικρό ήταν γεμάτο. Οι παρέες ήταν πολλές, μα όταν πλησίασε
είδε ότι στην ουσία ήταν δυο. Κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλον σαν σε
στρατιωτικό σχηματισμό. Στην μέση άδεια τραπέζια τους χώριζαν. Πλησίασε
για να ακούσει τις φωνές καθαρότερα.

«Εγώ ξέρω…!» έλεγε ένας από την μια ομάδα.

®2012 Κλεοπάτρα Κομνηνού All Rights Reserved Worldwide

1

«Όχι! Εγώ ξέρω…!» απαντούσε κάποιος άλλος από την άλλη ομάδα.

Αυτή η εικόνα της μαύρισε την καρδιά. Προσπαθούσε να μπλοκάρει τις
φωνές, αλλά παρέμειναν ψίθυροι που την ακολουθούσαν.

«Τι κοιτάς;» την ρώτησε μια αντρική φωνή δίπλα της. Παρέμεινε σιωπηλή,
συγκεντρωμένη χωρίς να δείξει σημάδι αδυναμίας. Μόνο οι σκέψεις της
μαρτυρούσαν το ξάφνιασμα της. Μα πως με βρήκε; Της έπιασε το χέρι για
να την καθησυχάσει. Ήξερε ότι αν δε το έκανε εκείνη θα ξεκινούσε μάχη, έτσι
απλά. Ώστε ήταν μόνος του; Η ανακούφιση την κατέκλυσε. Αν πάλευαν τότε ο
πατέρας της θα το μάθαινε σίγουρα. Είχε δώσει σε όλους σαφή εντολή να μην
πλησιάζουν τους θνητούς.

Θα μπορούσε να τον ρωτήσει πολλά πράγματα αλλά αρκέστηκε στο να
παραμείνει σιωπηλή. Ήταν προφανές ότι δεν ήταν η μόνη που της έλειπε
ο τόπος. Όσο περνούσαν τα χρόνια, έτσι όπως τα μετρούσαν οι άνθρωποι
τουλάχιστον, τόσο ξεθωριασμένα τους θυμόντουσαν. Την δική τους σειρά είχε
πάρει κάποιος Άλλος, όπως είχε γίνει πολλές φορές μέσα στα χιλιάδες χρόνια
που υπήρχαν. Γύρισε το βλέμμα της, πάνω του και είδε ένα ίχνος λύπης στα
καστανά του μάτια.

«Τι κοιτάς;» ξαναρώτησε τόσο χαμηλά που αν ήταν άνθρωπος δίπλα της δε
θα άκουγε τίποτε. Ξαναγύρισε προς το μαγαζάκι. «Τους μεν και τους δε…»
αρκέστηκε να πει. «Κοίτα τους πως ρητορεύουν ο ένας ενάντια στον άλλον..»
πρόσθεσε απογοητευμένη.

Δεν έχει αλλάξει καθόλου. Έχουν περάσει τόσα χρόνια και ακόμα τους
συμπονά. Την έβλεπε να δαγκώνει το χείλος της ασυναίσθητα. Όταν έβαζε
κάτι στο μυαλό της δεν την σταματούσε τίποτε, ήταν πεισματάρα αλλά
μεθοδική. Ήξερε πότε έπρεπε να μιλήσει και πότε να πολεμήσει. «Τι σε κάνει
τόσο λυπημένη;» του ξέφυγε. Είχε την προσοχή της και συνέχισε, «η μεταξύ
τους έριδα; Νομίζω ότι ξέρεις αυτό τους το ιδίωμα. Είναι γνωστό ανά τους
αιώνες, άλλωστε…»

®2012 Κλεοπάτρα Κομνηνού All Rights Reserved Worldwide

2

Δίπλα τους η άσφαλτος ράγισε. Ο ήχος τον ξάφνιασε και δεν τελείωσε την
φράση του. Εστίασε στο βαθούλωμα, κάπου στο βάθος ακουγόταν ένα ρυάκι
να κυλάει. Την είχε θυμώσει άθελα του. Περίμενε το χτύπημα που ποτέ δεν
ήρθε.

«Ξέρεις ότι δεν ήταν πάντα έτσι!» Ήταν τόσο όμορφη όταν θύμωνε. Τα μάτια
της γυάλιζαν και το λευκό της δέρμα δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από την
λαμπρότητα των άστρων. «Με θλίβει, που κανένας δεν κάνει πίσω. Πώς να
δουν την λύση, όταν δεν συνειδητοποιούν ότι υπάρχει και η μέση οδός;»

Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, συνεχίζει να τους αγαπά. Όπως και εκείνος
άλλωστε. Για αυτό κατέβαινε κάτω όταν μπορούσε. Για να τους βλέπει και
να θυμάται το παρελθόν. Οι αναμνήσεις τους ήταν τόσο ζωντανές, όσο και
την ημέρα που τις βίωναν για πρώτη φορά. Παρέμειναν όρθιοι ο ένας δίπλα
στον άλλον. Εκείνη αμίλητη μετά το ξέσπασμα της. Το πρόσωπο της ήταν
κρυμμένο από την κουκούλα που φορούσε, αλλά εκείνος είδε το ένα και μόνο
δάκρυ που έχυσε για αυτούς.

«Είδα αρκετά για σήμερα. Πάμε πριν μας ψάξουν οι άλλοι.» είπε μετά από
ώρα ουδέτερα.

Λίγο πριν χαθούν στον Αττικό ουρανό, πίσω τους ήταν ένας γέροντας που
τους παρατηρούσε. Δεν τον είχαν καταλάβει. Στεκόταν πίσω τους, αόρατος σε
θνητούς και αθάνατους. Κοίταξε το σημείο που είχε καταστρέψει από το θυμό
της και χαμογέλασε. Μετά το βλέμμα τις έπεσε πάνω στους θαμώνες. «Κόρη
μου, θα την βρουν την λύση. Θα το καταλάβουν λίγο πριν είναι αργά…» είπε
και μετά εξαφανίστηκε.

®2012 Κλεοπάτρα Κομνηνού All Rights Reserved Worldwide

3