ΖΕΟΛΙΘΟΙ

Οικογένεια ανόργανων, κρυσταλλικών, υλικών με πόρους μοριακών διαστάσεων οι οποίοι
απαντώνται είτε στη φύση (φυσικοί), είτε ως προιόν εργαστηριακής σύνθεσης (συνθετικοί). Αποτελούνται
από αργυλοπυριτικές δομικές μονάδες, τετράεδρα AlO4 ή SiO4, οι οποίες δημιουργούν ένα καλά ορισμένο
πλέγμα ενός, δύο ή και τριών διαστάσεων (1D, 2D, 3D framework) με ενωμένα συστήματα καναλιών,
διάκενων και μίκρο και μέσο-πόρων. Το μέγεθος των πόρων των ζεόλιθων είναι της τάξης των 3-15 Å
αποτρέποντας την είσοδο σε μόρια με μεγαλύτερο μέγεθος στα κανάλια της πορώδους δομής τους. Για το
λόγο αυτό οι ζεόλιθοι είναι γνωστοί και ως μοριακά κόσκινα (molecular sieves). Χαρακτηρίζονται από την
ικανότητα να αποβάλλουν και να προσλαμβάνουν νερό με αντιστρεπτό τρόπο και να ανταλλάσσουν τα
κατιόντα της δομής τους [1,2]. Κατέχουν εξαιρετικές ιδιότητες όπως της ανταλλαγής ιόντων, υψηλή ειδική
επιφάνεια και καταλυτική ενεργότητα καθιστώντας τους κατάλληλα υλικά για βιομηχανικές εφαρμογές [3].
Εκτός από το είδος του πλέγματος ενός ζεόλιθου, και η χημική του σύσταση είναι σημαντική στον
καθορισμό των ιδιοτήτων του. Ο γενικός τύπος που περιγράφει τη χημική τους σύσταση είναι [4]:

M ym/+m [( SiO2 ) x (AlO2− ) y ] zH 2O

(1)

Το M συμβολίζει ένα κατιόν με φορτίο m, ενώ z είναι ο αριθμός των μορίων του νερού. Το άθροισμα
(x+y) είναι ο συνολικός αριθμός των τετραέδρων Si και Al που υπάρχουν στη μοναδιαία κυψελίδα.
Οι ζεόλιθοι πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια όπως αυτά διατυπώθηκαν από τον Pauling [5]. H
μικρότερη δυνατή αλλά βασική δομή των ζεόλιθων, είναι ένα τετράεδρο το οποίο αποτελείται από ένα
μικρό κατιόν π.χ Si, το οποίο συνδέεται (Σχ. 1) με τέσσερα άτομα οξυγόνου (πρώτη αρχή κατά Pauling).

Σχήμα 1: Η βασική δομική μονάδα από τη οποία αποτελείται ο ζεόλιθος. Ένα τετράεδρο το οποίο αποτελείται από ένα
κατιόν (π.χ Si) ενωμένο με τέσσερα Ο.

Στο Σχ. 2 παρουσιάζονται ενδεικτικά μεγέθη πόρων (Å) για διαφορετικές δομές ζεόλιθων, ενώ στο
Σχ. 3 ενδεικτικά οι μικροδομές των ζεόλιθων MFI και FAU. Η δομή του MFI περιλαμβάνει ένα τριών
διαστάσεων πλέγμα που αποτελείται από ευθύγραμμα και ζιγκ- ζαγκ κανάλια τα οποία επικοινωνούν
μεταξύ τους με διασταυρώσεις (intersections). Τα ανοίγματα των καναλιών είναι ~5.3×5.6 Å και ~5.1×5.5
Å αντίστοιχα [6]. Η μοναδιαία κυψελίδα του αποτελείται από 4 τμήματα ευθύγραμμων καναλιών μήκους

Dr. Χημ. Μηχ. Μπάιμπος Θεόδωρος

(4×4.6 Å), 4 τμήματα ζιγκ-ζαγκ καναλιών μήκους (4×6.6 Å) και 4 διασταυρώσεις (4×5.4 Å) [7]. Τα δύο
ειδών διαφορετικά κανάλια και οι διασταυρώσεις αυτών, αποτελούν τα πιθανά σημεία ρόφησης μορίων
στον MFI. Στον FAU (Σχ. 3β) κάθε γωνία αναπαριστά ένα άτομο πυριτίου (Si) ή αλουμινίου (Al) ενώ κάθε
γραμμή μια γέφυρα οξυγόνου (O). Ο FAU προκύπτει, έπειτα από την ένωση οκτώ κελιών σοδαλίτη μεταξύ
τους με εξαμελείς γέφυρες O. Οι κρύσταλλοι του FAU διαθέτουν κελιά διαμέτρου ~13Å τα οποία

Μέγεθος πόρων (Å)

επικοινωνούν μεταξύ τους με ανοίγματα πόρων μεγέθους ~7.4Å.

Τύποι ζεολιθικών πλεγμάτων
Σχήμα 2: Σύγκριση του μεγέθους των πόρων ζεόλιθων διαφορετικών δομικών πλεγμάτων [8].

(a)

(b)
Κελί Σοδαλίτη

Γέφυρα Οξυγόνου

Σχήμα 3: a) Σχηματική αναπαράσταση του MFI (κάθετα, ζιγκ-ζαγκ κανάλια, διασταυρώσεις) και των πιθανών σημείων
ρόφησης [9], β ) Σκαρίφημα της δομής του ζεόλιθου FAU [10]. (Τα Ι, Ι’, ΙΙ και ΙΙΙ απεικονίζουν τις πιθανές θέσεις των
Νa+.

Η βάση δεδομένων της Διεθνούς Ένωσης Ζεόλιθων (International Zeolite Association- IZA [11])
περιέχει κρυσταλλογραφικά δεδομένα και πληροφορίες για τη δομή 170 και πλέον διαφορετικών τύπων
ζεόλιθων. Μέχρι σήμερα περίπου 17 δομές έχουν βρει βιομηχανική εφαρμογή και ενδιαφέρον [12]. Η IZA
έχει οργανώσει μία βάση δεδομένων και έχει θεσπίσει ένα διεθνές κώδικα ονομασιών με χρήση τριών
γραμμάτων για τις διαφορετικές δομές τόσο των φυσικών όσο και των συνθετικών ζεόλιθων. Κάθε κωδικός
2

Dr. Χημ. Μηχ. Μπάιμπος Θεόδωρος

(π.χ. FAU, LTA, BEA, MFI, κ.ά.) αντιστοιχεί και σε διαφορετική τοπολογία πλέγματος. Οι κωδικές αυτές
ονομασίες συνήθως είτε προέρχονται από τα τρία πρώτα γράμματα του ονόματος του ζεόλιθου είτε από
κωδικές ερευνητικές φράσεις.
Ένας σημαντικός και χαρακτηριστικός αριθμός των ζεόλιθων, είναι ο λόγος των ατόμων πυρίτιο προς
αλουμίνιο (Si/Al ή x/y) του πλέγματος. Ο λόγος αυτός μπορεί να ρυθμιστεί και η τιμή του να επηρεάσει
σημαντικά, ιδιότητες του ζεόλιθου όπως την ικανότητά του για ιοντοανταλλαγή, την αγωγιμότητά του, την
αλληλεπίδρασή του με ροφημένα μόρια, την υδροφιλικότητα ή την υδροφοβικότητα του. Αύξηση του
ποσοστού σε Al, αυξάνει τον αριθμό των ανταλλάξιμων κατιόντων μέσα στο πλέγμα (δεδομένου ότι
αυξάνεται και ο αντίστοιχος των πρόσθετων κατιόντων Μ για την εξισορρόπηση του φορτίου), ενώ τότε ο
ζεόλιθος χαρακτηρίζεται ως υδρόφιλος. Ένας τέτοιος ζεόλιθος, μπορεί να χρησιμοποιηθεί π.χ ως
παράγοντας ξήρανσης σε ρεύμα ατμού πλούσιου σε υγρασία. Αντίθετα, υδρόφοβοι ζεόλιθοι υψηλού λόγου
Si/Al χρησιμοποιούνται για την απορρόφηση οργανικών μορίων από ρεύματα υψηλής υγρασίας ή νερό.
Ουσιαστικά, αλλάζοντας κανείς τον λόγο Si/Al ενός ζεόλιθου, μεταβάλλει την ροφική εκλεκτικότητά του
απέναντι σε μόρια διαφορετικής πολικότητας.

Ιδιότητες ζεόλιθων
Οι ζεόλιθοι είναι γνωστοί για την ικανότητα τους να αποβάλλουν και να προσλαμβάνουν νερό κατά
περίπου το 30% του βάρους τους, ενώ μπορούν να ανταλλάσσουν κατιόντα μέσω ιοντοανταλλαγής χωρίς
να παρατηρείται σημαντική αλλοίωση της δομής τους. Το ποσοστό του νερού που αποβάλλεται (π.χ υπό
κενό σε υψηλή θερμοκρασία) είναι ένα πρώτο καλό δείγμα της ροφητικής του ικανότητας, αφού από τον
κενό χώρο που θα προκύψει λόγω της απώλειας των μορίων του νερού, μπορεί να αναπληρωθεί κατά τη
ρόφηση άλλων μορίων [13].
Σε μία σειρά από άρθρα ο Barrer ασχολήθηκε με τη θερμοδυναμική και τη χημεία της διάχυσης των
ζεόλιθων, τη ρόφηση και την ικανότητα ιοντοενναλαγής που παρουσιάζουν [14]. Άλλοι όπως ο Meier [15],
Meier et Olson [16], μελέτησαν τη χημεία και τις καταλυτικές ιδιότητες των φυσικών ζεόλιθων. Για
γενικότερη γνώση της επιστήμης των ζεόλιθων, ο Dyer [17] έγραψε βιβλίο που καλύπτει την σημασία των
ζεόλιθων τόσο στον τομέα της επιστήμης όσο και της τεχνολογίας. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να επισημανθεί
πως όλες οι παραπάνω αναφορές εστιάζουν κυρίως στους συνθετικούς ζεόλιθους παρά τους φυσικούς.

Φυσικοί ζεόλιθοι - Εφαρμογές
Οι φυσικοί ζεόλιθοι είναι κρυσταλλικά, ένυδρα αργιλοπυριτικά, τεκτοπυριτικά ορυκτά που περιέχουν
αλκάλια και αλκαλικές γαίες. Απαντώνται στην φύση ως ανόργανα ορυκτά, τα οποία βρίσκονται κοντά σε
ηφαιστειογενείς περιοχές. Οι ποικιλία των φυσικών ζεόλιθων προκύπτει από τις διαφορές στον τρόπο με
τον οποίο ενώνονται τα τετράεδρα μεταξύ τους σε μία, δύο ή τρεις διαστάσεις, καθώς και από τα
3

Dr. Χημ. Μηχ. Μπάιμπος Θεόδωρος

διαφορετικά ιόντα που βρίσκονται στο πλέγμα τους. Χαρακτηρίζονται από μικρού μεγέθους πόρους και
κανάλια (3×10-4 - 4×10-4 μm), και συνολική ειδική επιφάνεια της τάξης των 35-45 m2/gr [18].
O πρώτος ζεόλιθος (στιλβίτης) περιγράφηκε το 1756 από τον Cronstedt, έναν Σουηδό μεταλλειολόγο,
ο οποίος έδωσε το όνομά τους από τις ελληνικές λέξεις ζεο και λίθος δηλαδή οι λίθοι (πέτρες) που ζέουν
(βράζουν). Το όνομα ουσιαστικά προήλθε έπειτα από την παρατήρηση του Cronstedt, πως κατά τη
θέρμανσή του συγκεκριμένου ορυκτού, αποτέλεσμα ήταν η αναταραχή του και η εκπομπή ατμού, χωρίς
ωστόσο να παρατηρούνται αλλαγές στη κρυσταλλική του δομή [19]. Σήμερα είναι γνωστά περίπου 50
διαφορετικά είδη φυσικών ζεόλιθων [20], εκ των οποίων τα εννέα παρακάτω έχουν βρει τις κυριότερες
βιομηχανικές εφαρμογές:
Analcime (Na[AlSi2O6]H2O),

Chabasite(Ca2[A4Si8O24]12H2O),

Laumontite (Ca4[Al8Si16O48]16H2O),

Clinoptilolite (Na6[Al6Si30O72]20H2O),

Erionite (K2,Ca,Mg,Na)4.5 [Al8Si27O72]28H2O),

Heulandite (Ca4[Al8Si28O72]24H2O),

Faujasite (Na13Ca12Mg11 [Al59Si133O384]235H2O),

Mordenite (Na8[Al8Si40O96]28H2O) και

Phillipsite (0.5 Ca, Na, K)6 [Al6Si10O32]12H2O).
Χιλιάδες τόνοι ηφαιστειακής τέφρας εξορύσσονται κάθε χρόνο από χώρες πλούσιες σε τέτοια
κοιτάσματα όπως οι Η.Π.Α, η Ιαπωνία, η Ιταλία η Βουλγαρία, το Μεξικό, η Κορέα και η Γερμανία [19].
Στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή του Βόρειου Έβρου έχουν εντοπιστεί κοιτάσματα του
Clinoptilolite (Κλινοπτιλόλιθος). Η εξόρυξη και η επεξεργασία του γίνεται από την «Ν. Αλεξανδρίδης και
ΣΙΑ Ο.Ε» σε συνεργασία με το Τμήμα Γεωπονίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σε μία
έκταση εξακοσίων στρεμμάτων στην περιοχή των Πετρωτών [21]. Ο Κλινοπτιλόλιθος έχει την ιδιότητα να
δεσμεύει ανόργανες και οργανικές ουσίες, υψηλά ποσοστά από μέταλλα και οργανομεταλλικές ουσίες, ενώ
εμπλουτίζει τα νερά με οξυγόνο [22]. Επίσης, καταπολεμά των ευτροφισμό των φυκιών, τα οποία
καταναλώνουν μεγάλη ποσότητα οξυγόνου από το νερό και μειώνουν την ανάπτυξη φυτοπλαγκτού, ενώ δεν
έχει αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον γιατί δεν καθιζάνει. Τέλος, τα τελευταία χρόνια αρκετή
επιστημονική έρευνα έχει γίνει για εφαρμογή του Κλινοπτιλόλιθου σε τσιμέντο (ως πρόσθετο υλικό) με
πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα όσον αναφορά τη βελτίωση των μηχανικών ιδιοτήτων του [23].
Παρόλα τα δικά της κοιτάσματα, η Ελλάδα το 2008 εισήγαγε 20.000 τόνους ζεόλιθου ενώ 60.000 το
2009. Η ποσότητα αυτή, κατά 50% χρησιμοποιείται στη Λάρισα στις γεωργικές καλλιέργειες, γιατί αυξάνει
την παραγωγή και βελτιώνει την ποιότητά της. Μικρότερη ποσότητα χρησιμοποιείται στις ζωοτροφές, όπου
αναμειγνύεται σε ποσοστό 1.5−5% με την τροφή, περνάει στο στομάχι του ζώου και αυξάνει την παραγωγή
κρέατος αλλά και τη ποιότητά του. Στις γαλακτοκομικές αγελάδες διαπιστώθηκε ότι αύξησε κατά 19% την
παραγωγή γάλακτος ενώ εξαφάνισε και τις ασθένειες, καθώς δεσμεύει μύκητες και βακτήρια σε ποσοστό
50-92%. Με την προσθήκη του Ελληνικού Φυσικού Ζεόλιθου (ΕΛΦΥΖΕ) στα γεωργικά εδάφη βελτιώνεται
το ριζικό σύστημα των φυτών και αυξάνεται η παραγωγή κατά 29%-57% στο σιτάρι, 34% στο ρύζι, 50%
4

Dr. Χημ. Μηχ. Μπάιμπος Θεόδωρος

στο καλαμπόκι και 52% στην ντομάτα. Μάλιστα, στην ντομάτα βελτιώθηκαν και τα ποιοτικά
χαρακτηριστικά της κατά 4% στα διαλυτά στερεά και 26% στη βιταμίνη C.
Δύο εξαιρετικές ανασκοπήσεις τόσο των ιδιοτήτων όσο και των εφαρμογών των φυσικών ζεόλιθων
έχουν δοθεί από τους Sand [24] και Tsitsishvili [25]. Ανάμεσα στις εφαρμογές, επιγραμματικά ξεχωρίζουν,
η δέσμευση επικίνδυνων βαρέων μετάλλων από βιομηχανικά λύματα μέσω ιοντοανταλλαγής, η χρήση τους
ως πρόσθετα σε υλικά κατασκευών (τσιμέντο), σε εφαρμογές ενέργειας και ιατρικής.

Συνθετικοί ζεόλιθοι- Εφαρμογές
Η ιστορία των συνθετικών ζεόλιθων ξεκινάει στις αρχές της δεκαετίας του ’40, όταν ο R.M.Barrer
συνέθεσε για πρώτη φορά υλικά με δομή ανάλογη με αυτή των φυσικών ζεόλιθων. Στη συνέχεια
ακολούθησαν οι D.W.Breck και R.M.Milton (1949) της εταιρείας ‘Union Carbide’ οι οποίοι συνέθεσαν για
πρώτη φορά στο εργαστήριο το συνθετικό ζεόλιθο φωγιασίτη (FAU) και το συνθετικό ζεόλιθο Α (LTA) με
σκοπό τη χρήση τους σε τεχνολογίες εξευγενισμού-καθαρισμού αερίων και σε καταλυτικές διεργασίες [26].
Αν και από τότε ανακαλύφθηκαν πολλές διαφορετικές δομές, οι παραπάνω ζεόλιθοι εξακολουθούν να
προσελκύουν το ακαδημαϊκό και ερευνητικό ενδιαφέρον, καθώς επίσης και τις εμπορικές επενδύσεις. Στη
δομή των ζεόλιθων Α και Χ (λόγω χαμηλού λόγου Si/Al) περιέχεται το μεγαλύτερο ποσοστό κατιόντων από
κάθε άλλη δομή και για το λόγο αυτό αποτελούν έξοχους ιοντοανταλλάκτες. Οι παραπάνω ζεόλιθοι έχουν
χαμηλή περιεκτικότητα σε πυρίτιο και για αυτό ονομάζονται και Low-Silica ή Al-Rich.
Έκτοτε, έχει πραγματοποιηθεί εκτεταμένη έρευνα όσον αφορά τη σύνθεση και το χαρακτηρισμό των
διαφόρων τύπων ζεόλιθων και είναι πολλές οι πηγές στη βιβλιογραφία [27,28,29,30,31] στις οποίες
συνοψίζεται η γνώση η οποία έχει αποκομιστεί μέχρι σήμερα.
Μέχρι στιγμής έχουν κρυσταλλωθεί και ταυτοποιηθεί πάνω από 170 διαφορετικές δομές συνθετικών
ζεόλιθων. Ο Breck τo 1964, για πρώτη φορά κατέγραψε τη σύνθεση του ζεόλιθου Υ. Ο νέος αυτός ζεόλιθος
χαρακτηριζόταν από τιμές του λόγου Si/Al μεταξύ ~1.5-3.8, περίπου και παρόμοια τοπολογία δικτυώματος
με τους ζεόλιθο Χ και τον ορυκτό φωγιασίτη. Χαρακτηριστικό του αποτελούσε το γεγονός, ότι μειούμενου
του ποσοστού Al στο πλέγμα του ζεόλιθου, αυξανόταν η θερμική του σταθερότητα. Το γεγονός αυτό άνοιξε
το δρόμο για την εξέλιξη των διεργασιών μετατροπής των υδρογονανθράκων, οι οποίες βασίστηκαν στη
χρήση του ζεόλιθου Υ. Ο παραπάνω ζεόλιθος αποκαλείται και ζεόλιθος μέσης περιεκτικότητας σε πυρίτιο
(Intermediate Silica Zeolites).
Στην τρίτη κατηγορία ζεόλιθων ανήκουν όλοι όσοι χαρακτηρίζονται από υψηλούς λόγους Si/Al (~10100 ή και μεγαλύτερους). Για πρώτη φορά, καταγράφηκαν σε έρευνες των Εργαστηρίων Έρευνας και
Ανάπτυξης της πετρελαϊκής εταιρίας Mobil στις δεκαετίες του ’60 & του ’70, και το πιο δημοφιλές
παράδειγμα αυτής της κατηγορίας αποτελεί ο ζεόλιθος ZSM-5 [32,33] της δομής MFI.
Λόγω των ιδιαίτερων φυσικοχημικών ιδιοτήτων τους οι συνθετικοί ζεόλιθοι έχουν βρει πληθώρα
εφαρμογών. Σύμφωνα με στοιχεία του 2007 [34] η παγκόσμια παραγωγή ζεόλιθων άγγιζε τα πέντε
5

Dr. Χημ. Μηχ. Μπάιμπος Θεόδωρος

εκατομμύρια τόνους ανά έτος υπό τη μορφή σκόνης ή δισκίων. Το μεγαλύτερο ποσοστό (~70%) των
παραγόμενων συνθετικών ζεόλιθων χρησιμοποιείται στη βιομηχανία απορρυπαντικών (Σχ. 4).

Σχήμα 4: Εφαρμογές συνθετικών ζεόλιθων.

Εφαρμογές-Ιοντοανταλλαγή
Ιοντοανταλλαγή είναι η διαδικασία κατά την οποία κάποια υλικά μπορούν να εγκλωβίσουν ή να
απελευθερώσουν ιόντα. Σε μια τέτοια διαδικασία, ένα ιόν απελευθερώνεται και τη θέση του την παίρνει ένα
άλλο που εγκλωβίζεται. Υποθέτοντας ότι ο ζεόλιθος είναι σε ισορροπία με την υδατική φάση, τρεις είναι οι
κύριες ιδιότητες σε εφαρμογές ιοντοανταλλαγής: η κινητική, η ικανότητα ανταλλαγής ιόντων και η
εκλεκτικότητα κατιόντος. Η κινητική συνίσταται στο χρόνο που απαιτείται για το «νέο» ιον να «ταξιδέψει»
μέσα στο διάλυμα και να αντικαταστήσει το ήδη υπάρχον. Η ικανότητα ανταλλαγής αναφέρεται στην
ικανότητα που παρουσιάζει ο ζεόλιθος να υφίσταται αντικατάσταση των ιόντων της δομής του με άλλα που
βρίσκονται στο διάλυμα. Η εκλεκτικότητα κατιόντος ουσιαστικά είναι η «προτίμηση» που μπορεί να έχει
ένας ζεόλιθος σε συγκεκριμένα κατιόντα.
Σήμερα ο ζεόλιθος Α (LTA) χρησιμοποιείται ευρέως στα απορρυπαντικά ως μαλακτικό για την
ανταλλαγή των αλάτων ασβεστίου και μαγνησίου που περιέχονται στο νερό πλύσης από άλατα νατρίου που
περιέχονται στη δομή του ζεόλιθου. Η χρήση των ζεόλιθων έχει ενισχυθεί τελευταία, τόσο στα
απορρυπαντικά, όσο και στα λιπάσματα. Με τρόπο αντίστοιχο όπως και στα απορρυπαντικά, οι ζεόλιθοι
παίζουν το ρόλο των υποκαταστατών των φωσφορικών αλάτων που περιέχονται στα λιπάσματα και τα
οποία ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για το φαινόμενο του ευτροφισμού στα επιφανειακά ύδατα.

Εφαρμογές-Καταλύτες
Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως οι ζεόλιθοι και μάλιστα κυρίως αυτοί που έχουν υψηλό λόγο
Si/Al στο πλέγμα τους, είναι υλικά πολλά υποσχόμενα για χρήση τους στην ετερογενή κατάλυση.
6

Dr. Χημ. Μηχ. Μπάιμπος Θεόδωρος

Καταλύτες υψηλής εκλεκτικότητας μπορούν να προκύψουν ελέγχοντας (α) τον αριθμό των ατόμων
αλουμινίου στο πλέγμα και άρα τον αριθμό των ενεργών κέντρων, (β) την ελευθερία πρόσβασης σε αυτά τα
κέντρα και (γ) τη παρουσία επιπλέον ενεργών μετάλλων η ύπαρξη των οποίων αυξάνει και την ενεργότητα
του ζεόλιθου.
Η χρήση των ζεόλιθων ως καταλυτών έχει μεγαλύτερη αξία (οικονομική) κυρίως για τη βιομηχανία
και εξαρτάται από την ικανότητα πρόσβασης των μορίων στους πόρους των ζεόλιθων. Σημαντικός αριθμός
χημικών αντιδράσεων καταλύεται από ζεόλιθους, τα κατιόντα των οποίων έχουν αντικατασταθεί από
πρωτόνια και τα οποία ενισχύουν την οξύτητα των υλικών αυτών. Τόσο η οξύτητα όσο και η καταλυτική
ενεργότητα των ζεόλιθων μπορεί να ενισχυθεί μέσω της ισόμορφης υποκατάστασης των αργιλίων και των
πυριτίων των τετραέδρων τους από άλλα μέταλλα όπως B, Ga, Fe, Cr, Ge καθώς και μέσω της εισαγωγής
συγκεκριμένων κατιόντων (με ιοντοανταλλαγή) ή στοιχείων όπως είναι το S, Te και το Se ή και μετάλλων
όπως είναι ή Pt στο εσωτερικό της δομής τους [35]. Οι παραπάνω χαρακτηριστικές ιδιότητες των ζεόλιθων
(υψηλή ενεργότητα και οξύτητα) αξιοποιούνται σήμερα σε πολλές αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα
κυρίως στα διυλιστήρια πετρελαίου [36].

Εφαρμογές–Ρόφηση, Διαχωρισμός
Σε ζεόλιθους από τους οποίους έχει απομακρυνθεί το νερό, ευνοείται η ρόφηση άλλων μορίων,
αρκετά μικρών ώστε να χωράνε στις κοιλότητες του ζεολιθικού πλαισίου και να καταλαμβάνουν τις θέσεις
του. Το μέγεθος του πόρου του ζεόλιθου, επιτρέπει στα μικρότερα μόρια να χωράνε να περάσουν στο
εσωτερικό του, ενώ μεγαλύτερα να αποκλείονται. Σε περίπτωση ανταγωνιστικής ρόφησης μεταξύ
διαφορετικών μορίων, τόσο η πολικότητα των μορίων αυτών, όσο και η ισχύς της ηλεκτροστατικής
αλληλεπίδρασης μεταξύ μορίου-κατιόντος πλαισίου, θα καθορίσουν ποιό θα υπερισχύσει. Τα ροφημένα
είδη μπορούν να απομακρυνθούν με αύξηση της θερμοκρασίας, με μείωση της πίεσης, αντικατάστασή τους
από άλλα μόρια, ή συνδυασμό όλων των παραπάνω.
Για παράδειγμα, το φυσικό αέριο κατά την άντλησή του από το υπέδαφος είναι κορεσμένο σε
υγρασία, η οποία πρέπει να απομακρυνθεί πριν την υγροποίησή του. Γι’ αυτό το λόγο το παραπάνω ρεύμα
διαβιβάζεται σε κλίνες οι οποίες είναι πληρωμένες με δισκία ζεόλιθων που ροφούν εκλεκτικά τα μόρια του
νερού. Τα κορεσμένα σε υγρασία δισκία των ζεόλιθων στη συνέχεια αναγεννώνται με θέρμανση σε υψηλή
θερμοκρασία και επαναχρησιμοποιούνται. Η συνεχής λειτουργία της παραπάνω διεργασίας διασφαλίζεται
με τη χρήση δύο ή περισσοτέρων κλινών πληρωμένων με δισκία ζεόλιθων. Η μία κλίνη χρησιμοποιείται
στο τμήμα της διεργασίας όπου λαμβάνει χώρα η ρόφηση των μορίων του νερού στους ζεόλιθους, τη
στιγμή που η άλλη κλίνη αναγεννάται. Τέλος, τα τελευταία χρόνια υπάρχει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον
για την χρήση τους ως αισθητήρες υδρογοναναθράκων [37,38,39]. Η βασική ιδέα της χρήσης των ζεόλιθων
σε εφαρμογές αισθητήρων, είναι ότι τα μόρια (ανάλογα με το μέγεθός τους) περνάνε στο εσωτερικό του
ζεόλιθου και κατόπιν αλληλεπιδρούν με τα τοιχώματα της εσωτερικής δομής του ζεόλιθου. Η ισχύς της
7

Dr. Χημ. Μηχ. Μπάιμπος Θεόδωρος

αλληλεπίδρασης αυτής εξαρτάται από τη πολικότητα των μορίων. Η χρησιμότητα των ζεόλιθων στη
τεχνολογία αισθητήρων οφείλεται στη δυνατότητα αλληλεπίδρασης των κατιόντων του πλαισίου τους με τα
ροφημένα μόρια.

Βιβλιογραφία
[1] D.M. Ruthven, Principles of adsorption and adsorption processes, Wiley, New York, (1984)
[2] A. Dyer, Stud. Surf. Sci. Catal.,157, 181, (2005)
[3] DW Breck. Zeolite molecular sieves: structure. New York: Wiley Chemistry and Uses, (1971)
[4] J. Weitkamp, Solid State Ionics, 131, 175, (2000)
[5] L. Pauling, J. Am. Chem. Soc. 51, 1010, (1929)
[6] Baerlocher, Ch.; Meier, W. M.; Olson, D. H. Atlas of Zeolite Framework Types, 5th rev. ed.; Elsevier:
Amsterdam, (2001), http://www.izastructure. org
[7] Richards, R. E.; Rees, L. V. C. Langmuir, 3, 335, (1987)
[8] S.M. Auerbach. et al., Carrado K.A., and Dutta P.K., Handbook of Zeolite Science and Technology; Marcel
Dekker Inc., New York, U.S.A., (2003)
[9] R. Krishna, T.J.H. Vlugt, B. Smit, Chemical Engineering Science 54, 1751, (1999)
[10] C. Beauvais, X. Guerrault, F.-X. Coudert, A. Boutin, J. Phys. Chem. B, 108, 399, (2004)
[11] www.iza-online.org
[12] T. Maesen, in: J. Cejka, H. van Bekkum, A. Corma, F. Schüth (Eds.), 3rd Ed, Studies in Surface Science and
Catalysis, 168, Elsevier, Amsterdam, 1, (2007)
[13] R.M. Barrer, Zeolites and Clay Minerals as Sorbents and Moleculur Sieves. Academic Press Inc., London, (1978)
[14] R.M Barrer,. & J. A. Davis, Proceedings of Royal Society of London, 322A, (1971)
[15] W. M Meier, Society of Chemical Industry, London, 10, (1968)
[16] W. M Meier, & D. H Olson, In Advances in Chemistry Series, No. 101. American Chemical Society,
Washington, DC, (1971)
[17] A. Dyer, An Introduction to Zeolite Molecular Sieves. John Wiley and Sons, Chichester, 5, (1988)
[18] F.A. Mumpton, editor, Mineralogy and geology of natural zeolites. New York: Reprint of Mineralogical Society
of America’s Reviews in Mineralogy, (1993)
[19] F.A. Mumpton, In Natural Zeolites Occurrence, Properties and Use. International Conference on the Occurrence,
Properties, and Utilization of Natural Zeolites, Pergamon Press Ltd., Sand, L. B., and Mumpton, F. A. (Eds.), 3,
Tucson, Arizona, June., (1976)
[20] D.V. Soldatov, J.A. Ripmeester, In Nanoporous Materials IV; Elsevier Science BV: Amsterdam, 156, 37, (2005)
[21] http://www.agrotypos.gr/index.asp?mod=articles&id=8868
[22] J.H Koon, & W. J. Kaufman, J . Water Poll. Cont. Fed., 47, 448, (1974)
[23] de Gennaro R, P. Cappelletti, G. Cerri, M. de’ Gennaro, M. Dondi, S.F. Graziano, et al., Appl. Clay Sci., 37, 115,
(2007)
[24] L.B. Sand, F.A. Mumpton (Eds.), Natural Zeolites: Occurrence, Properties, Use, Pergamon Press, Oxford, (1978)
[25] G.V. Tsitsishvili, T.G. Andronikashvili, G.N. Kirov, L.D. Filizova, Natural Zeolites, Ellis Horwood, New York,
(1992)
[26] F. Di Renzo, F.O. Fajula, Stud. Surf. Sci. Catal., 157, 1, (2005)
[27] R.M Barrer, Hydrothermal Chemistry of Zeolites; Academic Press, London, (1982)
[28] A. Dyer, An Introduction to Zeolite Molecular Sieves; Wiley, New York, (1988)
[29] S. Bhatia, Zeolite Catalysis: Principles and Applications; Boca Raton: CRC Press, Florida, U.S.A., (1990)
[30] R.Szostak, Handbook of Molecular Sieves, Van. Nostrand, Reinhold, New York, (1992)
[31] Ch.Baerlocher, W.M. Meier and D.H. OlsonAtlas of Zeolite Framework Types, Amsterdam: Elsevier, (2001)
[32] W.L. Kranich, Y. H. Ma, L. B. Sand, A. H. Weiss and Zwiebel., Advanced Chemical Series, 101, 502, (1971)
[33] R. J. Argauer, M. Kensington, and G. R. Landolt, US Patent 3702886, (1972)
[34] T. Maesen, Stud. Surf. Sci. Catal., 168, 1, (2007)
[35] A. Julbe, Stud. Surf. Sci. Catal., 157, 135, (2005)
[36] A. Corma, A. Martinez, Stud. Surf. Sci. Catal., 157, 337,(2005)
[37] T. Baimpos, D. Kouzoudis, V. Nikolakis, Sci. Adv. Mater. 2, 215, (2010)
[38] L. Gora, J. Kuhn, T. Baimpos, V. Nikolakis, F. Kapteijn, E.M. Serwicka, , Analyst, 134, 2118, (2009)
[39] T. Baimpos, P. Boutikos, V. Nikolakis, D. Kouzoudis, Sens. Actuators A 158, 249, (2010)

8

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful