You are on page 1of 38

Σύμβαση ΕΛΛΑΔΑΣ- ΑΡΜΕΝΙΑΣ

ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘ. 30141
(ΦΕΚ Α΄ 103/2.5.2002)
Κύρωση της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της
Αρμενίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής
αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
Άρθρο πρώτο
Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση
μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αρμενίας για την αποφυγή της
διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους
εισοδήματος και κεφαλαίου, που υπογράφηκε στο Ερεβάν την 12η Μαίου 1999, το κείμενο της
οποίας σε πρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής:
ΣΥΜBΑΣΗ
Μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αρμενίας για την
αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους
φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου
η Ελληνική Δημοκρατία
και
η Δημοκρατία της Αρμενίας
επιθυμώντας να συνάψουν Σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την
αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου και
επιβεβαιώνοντας την προσπάθεια τους να προωθήσουν και να ενισχύσουν τις οικονομικές,
επιστημονικές, τεχνικές και πολιτιστικές σχέσεις μεταξύ των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών,
Συμφώνησαν τα ακόλουθα:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
1

Με την Ανακοιν. Υπ. Εξωτερ. Φ.0544/ΑΣ 506/Μ.4994/2003, ΦΕΚ Α 224/25.9.2003 ,ορίζεται ότι:
"Η Σύμβαση αυτή τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την ημερομηνία της τελευταίας από τις
γνωστοποιήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 (Σημ. δηλαδή την 18η Ιουλίου 2002) οι δε
διατάξεις αυτής έχουν εφαρμογή:
α) όσον αφορά στους φόρους τους παρακρατούμενους στη πηγή, κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του
Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί εκείνο στο οποίο αυτή η Σύμβαση τίθεται σε
ισχύ, και
β) όσον αφορά στους λοιπούς φόρους για διαχειριστικές χρήσεις που αρχίζουν κατά ή μετά την
πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί εκείνο στο οποίο αυτή η
Σύμβαση τίθεται σε ισχύ".

1

Άρθρο 1
ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ
Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται επί προσώπων που είναι κάτοικοι του ενός ή και των
δύο Συμβαλλομένων Κρατών.
Άρθρο 2
ΚΑΛΥΠΤΟΜΕΝΟΙ ΦΟΡΟΙ
1. Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που
επιβάλλονται για λογαριασμό ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ή των τοπικών αρχών αυτού,
ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιβάλλονται.
2. Φόροι εισοδήματος και κεφαλαίου θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο
συνολικό εισόδημα, στο συνολικό κεφάλαιο, ή σε στοιχεία του εισοδήματος ή του
κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επιβάλλονται στην ωφέλεια που
προκύπτει από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, καθώς και των φόρων επί της
υπεραξίας που προκύπτει από την ανατίμηση του κεφαλαίου.
3. Οι υφιστάμενοι φόροι στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση είναι
ειδικότερα:
α) Στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας:
i) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των φυσικών προσώπων,
ii)ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των νομικών προσώπων, (εφεξής αναφερόμενος
ως «Ελληνικός φόρος»).
β) Στην περίπτωση της Δημοκρατίας της Αρμενίας:
i) ο φόρος επί των κερδών,
ii) ο φόρος εισοδήματος,
iii) ο φόρος επί της περιουσίας,
iv) ο φόρος επί γαιών,
(εφεξής αναφερόμενος ως «Αρμενικός φόρος»).
4. Η Σύμβαση εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς
παρόμοιους φόρους που επιβάλλονται μετά την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης επί
πλέον, ή σε αντικατάσταση των υφιστάμενων φόρων. Οι αρμόδιες αρχές των
Συμβαλλομένων Κρατών θα γνωστοποιούν η μια στην άλλη οποιεσδήποτε σημαντικές
αλλαγές έχουν επέλθει στις αντίστοιχες φορολογικές νομοθεσίες τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 3
ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
1. Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, εκτός αν το κείμενο απαιτεί διαφορετικά:
α)οι όροι «ένα Συμβαλλόμενο Κράτος» και «το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος»
υποδηλώνουν την Ελληνική Δημοκρατία ή την Δημοκρατία της Αρμενίας, όπως η έννοια
του κειμένου απαιτεί,
β)ο όρος «Ελληνική Δημοκρατία» περιλαμβάνει το έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας
και το τμήμα της θάλασσας, του θαλάσσιου βυθού και του υπεδάφους του κάτω από τη
Μεσόγειο θάλασσα, επί των οποίων η Ελληνική Δημοκρατία έχει κυριαρχικά δικαιώματα,
σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, προς το σκοπό εξερεύνησης, εξόρυξης ή εκμετάλλευσης
των φυσικών πόρων αυτών των περιοχών,

2

γ)ο όρος «Δημοκρατία της Αρμενίας» περιλαμβάνει το έδαφος της Δημοκρατίας της
Αρμενίας συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, επί των οποίων η Δημοκρατία της
Αρμενίας ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα και δικαιοδοσία σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και
την εσωτερική νομοθεσία,
δ)ο όρος «πρόσωπο» περιλαμβάνει ένα φυσικό πρόσωπο, μια εταιρεία και οποιαδήποτε
άλλη ένωση προσώπων,
ε)ο όρος «εταιρεία» σημαίνει οποιαδήποτε εταιρική μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα
ή οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με μια
εταιρική μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα,
ζ) οι όροι «επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους» και «επιχείρηση του άλλου
Συμβαλλόμενου Κράτους» υποδηλώνουν αντίστοιχα μια επιχείρηση που ασκείται από
κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μια επιχείρηση που ασκείται από κάτοικο
του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,
η)ο όρος «υπήκοος» υποδηλώνει:
i)οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός Συμβαλλόμενου
Κράτους,
ii) οιοδήποτε νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους σε
ένα Συμβαλλόμενο Κράτος,
θ) ο όρος «διεθνείς μεταφορές» υποδηλώνει οιαδήποτε μεταφορά με πλοίο ή
αεροσκάφος, εκτός αν το πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί δρομολόγια αποκλειστικά μεταξύ
τοποθεσιών μέσα σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος,
ι) ο όρος «αρμόδια αρχή» υποδηλώνει:
i) στην Ελληνική Δημοκρατία, τον Υπουργό Οικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο
αντιπρόσωπό του,
ii) στην Δημοκρατία της Αρμενίας, τον Υπουργό Οικονομικών και Οικονομίας ή τον
εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.
2.Οσον αφορά στην εφαρμογή της Σύμβασης οποιαδήποτε στιγμή από ένα
Συμβαλλόμενο Κράτος, οποιοσδήποτε όρος ο οποίος δεν προσδιορίζεται σ’ αυτή θα έχει,
εκτός αν η έννοια του κειμένου απαιτεί διαφορετικά, την έννοια που έχει κατά τη στιγμή
της εφαρμογής σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους όσον αφορά στους φόρους
στους οποίους εφαρμόζεται η Σύμβαση, οποιασδήποτε έννοιας κατά τους εφαρμοζόμενους
φορολογικούς νόμους αυτού του Κράτους υπερισχύουσας εκείνης της έννοιας που δίδεται
σ’ αυτό τον όρο σύμφωνα με άλλους νόμους του Κράτους αυτού.
Άρθρο 4
ΚΑΤΟΙΚΟΣ
1.Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, ο όρος «κάτοικος τους ενός Συμβαλλόμενου
Κράτους» υποδηλώνει οιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τους νόμους αυτού του
Κράτους, υπόκειται σε φορολογία σ’ αυτό λόγω της κατοικίας του, τόπου καταχώρισής
του, τόπου διαμονής του, τόπου διοίκησης των δραστηριοτήτων του ή άλλου κριτηρίου
παρόμοιας φύσης, και περιλαμβάνει επίσης αυτό το Κράτος και οποιαδήποτε τοπική αρχή
του. Αυτός ο όρος όμως δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που υπόκειται σε
φορολογία στο Κράτος αυτό όσον αφορά σε εισόδημα από πηγές αυτού του Κράτους ή
κεφάλαιο που βρίσκεται σ’ αυτό το Κράτος.
2.Αν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος
και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, τότε η κατάστασή του καθορίζεται ως εξής:
α) θεωρείται ότι είναι κάτοικος μόνο του Κράτους στο οποίο έχει μόνιμη οικογενειακή
εστία, αν έχει μόνιμη οικογενειακή εστία και στα δύο Κράτη, θεωρείται ότι είναι κάτοικος
του Κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς
(κέντρο ζωτικών συμφερόντων),

3

β) αν το Κράτος στο οποίο έχει το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του δεν μπορεί
να προσδιορισθεί, ή αν δεν έχει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Κράτη,
θεωρείται κάτοικος μόνο του Κράτους στο οποίο έχει την συνήθη διαμονή του,
γ) αν έχει συνήθη διαμονή και στα δύο Κράτη ή σε κανένα από αυτά θεωρείται
κάτοικος μόνο του Κράτους του οποίου είναι υπήκοος,
δ) αν είναι υπήκοος και των δύο Κρατών ή κανενός από τα δύο, οι αρμόδιες αρχές των
Συμβαλλομένων Κρατών διευθετούν το ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.
3. Αν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 ένα πρόσωπο εκτός από φυσικό
πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών, τότε το πρόσωπο αυτό
θεωρείται κάτοικος μόνο του Κράτους στο οποίο βρίσκεται η έδρα της καταχώρησής του.
Στη περίπτωση που η έδρα της καταχώρησης του εν λόγω προσώπου βρίσκεται και στα δύο
Συμβαλλόμενα Κράτη, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών διευθετούν το
ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.
Άρθρο 5
ΜΟΝΙΜΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
1. Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» υποδηλώνει
ένα καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου οι εργασίες μιας
επιχείρησης διεξάγονται εν όλω ή εν μέρει.
2. Ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» περιλαμβάνει ειδικότερα:
α) τόπος διοίκησης,
β) υποκατάστημα,
γ) γραφείο,
δ) εργοστάσιο,
ε) εργαστήριο,
ζ) ορυχείο, πηγή πετρελαίου ή αερίου, λατομείο ή οποιοδήποτε άλλο τόπο εξερεύνησης,
εκμετάλλευσης ή εξόρυξης φυσικών πόρων.
3. Ένα εργοτάξιο ή ένα έργο κατασκευής, ή εγκατάστασης ή δραστηριότητες εποπτείας
συνδεόμενες με αυτά συνιστά μόνιμη εγκατάσταση μόνο αν το εργοτάξιο ή το έργο
κατασκευής ή εγκατάστασης διαρκεί περισσότερο από εννέα μήνες.
4. Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου, ο όρος «μόνιμη
εγκατάσταση» θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει :
α) τη χρήση διευκολύνσεων αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή
παράδοση αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση,
β) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση
αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση,
γ) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση
αποκλειστικά με σκοπό την επεξεργασία από άλλη επιχείρηση,
δ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με
σκοπό την αγορά αγαθών ή εμπορευμάτων, ή τη συλλογή πληροφοριών, για την
επιχείρηση,
ε) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με
σκοπό την άσκηση για την επιχείρηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας βοηθητικού ή
προπαρασκευαστικού χαρακτήρα,
ζ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, αποκλειστικά με
σκοπό την άσκηση ενός συνδυασμού δραστηριοτήτων από τις αναφερόμενες στις
υποπαραγράφους α) έως ε) , εφόσον η συνολική δραστηριότητα του εν λόγω καθορισμένου
τόπου η οποία προκύπτει από αυτόν τον συνδυασμό είναι βοηθητικού ή
προπαρασκευαστικού χαρακτήρα.
5. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, όταν ένα πρόσωπο- εκτός
από ανεξάρτητο πράκτορα για τον οποίο έχει εφαρμογή η παράγραφος 7- ενεργεί για

4

λογαριασμό μιας επιχείρησης και έχει εξουσιοδότηση, βάσει της οποίας ενεργεί
συστηματικά, σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος για να συνάπτει συμβόλαια στο όνομα της εν
λόγω επιχείρησης, αυτή η επιχείρηση θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο Κράτος
αυτό όσον αφορά σε οποιεσδήποτε δραστηριότητες αναλαμβάνει το εν λόγω πρόσωπο για
την επιχείρηση, εκτός αν οι δραστηριότητες αυτού του προσώπου περιορίζονται σ’ εκείνες
που αναφέρονται στην παράγραφο 4 οι οποίες, και αν ακόμη ασκούνται μέσω
καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν αυτόν τον
καθορισμένο τόπο μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου.
6.Ανεξάρτητα με τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου, μία ασφαλιστική
εταιρεία του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, εκτός από την περίπτωση της αντασφάλισης,
θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος εάν συλλέγει
ασφάλιστρα στα εδάφη του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μέσω ενός προσώπου, εκτός
από ανεξάρτητο πράκτορα.
7. Μια επιχείρηση δεν θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση σ’ ένα Συμβαλλόμενο
Κράτος απλά και μόνο επειδή διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το Κράτος μέσω μεσίτη, γενικού
αντιπροσώπου επί προμηθεία ή άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφόσον τα εν λόγω
πρόσωπα ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαίσια της δραστηριότητάς τους.
8. Το γεγονός ότι μια εταιρεία που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους
ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρεία που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ή
διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το άλλο Κράτος (είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλο
τρόπο), δεν καθιστά την καθεμία από τις εταιρείες μόνιμη εγκατάσταση της άλλης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
Άρθρο 6
ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΌ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ
1.Εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από ακίνητη
περιουσία (συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος από γεωργία ή δασοκομία) που
βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο
Κράτος.
2. Ο όρος «ακίνητη περιουσία» θα έχει την έννοια που ορίζεται από τη νομοθεσία του
Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω περιουσία. Ο όρος περιλαμβάνει
σε κάθε περίπτωση περιουσία παρεπόμενη της ακίνητης περιουσίας, τα ζώα και τον
εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται στην γεωργία και δασοκομία, δικαιώματα στα οποία
εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού δικαίου για την έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία
ακίνητης περιουσίας, και δικαιώματα από τα οποία απορρέουν πληρωμές μεταβλητές ή
σταθερές ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση, ή δικαιώματα εκμετάλλευσης,
μεταλλευτικών κοιτασμάτων, πηγών και άλλων φυσικών πόρων. Πλοία, πλοιάρια και
αεροσκάφη δεν θεωρούνται ακίνητη περιουσία.
3.Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε εισόδημα που προέρχεται από την
άμεση χρήση, εκμίσθωση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής χρήση ακίνητης περιουσίας.
4.Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 έχουν επίσης εφαρμογή στο εισόδημα από
ακίνητη περιουσία μίας επιχείρησης και στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία που
χρησιμοποιείται για την παροχή ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών.
Άρθρο 7
ΚΕΡΔΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
1.Τα κέρδη μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σ’
αυτό το Κράτος εκτός αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος

5

μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό. Αν η επιχείρηση διεξάγει
εργασίες ως ανωτέρω, τότε τα κέρδη της επιχείρησης μπορούν να φορολογούνται στο άλλο
Κράτος αλλά μόνο ως προς το τμήμα αυτών που αποδίδεται στην μόνιμη εγκατάσταση.
2.Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3, αν μια επιχείρηση ενός
Συμβαλλόμενου Κράτους διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας
μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, τότε στο κάθε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος
αποδίδονται στη μόνιμη αυτή εγκατάσταση τα κέρδη τα οποία υπολογίζεται ότι θα
πραγματοποιούσε αν ήταν μια διαφορετική και χωριστή επιχείρηση που ασχολείται με τις
ίδιες ή παρόμοιες δραστηριότητες κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και
συναλλάσσεται εντελώς ανεξάρτητα με την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη
εγκατάσταση.
3.Κατά τον προσδιορισμό των κερδών μιας μόνιμης εγκατάστασης αναγνωρίζονται
προς έκπτωση δαπάνες που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της μόνιμης
εγκατάστασης, περιλαμβανομένων των πραγματοποιούμενων για τους σκοπούς της μόνιμης
εγκατάστασης διαχειριστικών και γενικών διοικητικών εξόδων, είτε στο Κράτος που
βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού. Ωστόσο, καμία έκπτωση δεν θα επιτρέπεται
όσον αφορά στα ποσά, εάν υπάρχουν, τα καταβαλλόμενα (εκτός από τις αποδόσεις των
πραγματικών δαπανών) από τη μόνιμη εγκατάσταση προς το κεντρικό κατάστημα της
επιχείρησης, υπό μορφή δικαιωμάτων, αμοιβών ή άλλων παρόμοιων καταβολών, σε
αντάλλαγμα για τη χρήση ευρεσιτεχνίας ή άλλων δικαιωμάτων ή υπό μορφή προμήθειας,
για παροχή ειδικών υπηρεσιών ή για διαχείριση ή, εκτός των περιπτώσεων των τραπεζικών
επιχειρήσεων, υπό μορφή τόκων που προκύπτουν από δανεισμό χρημάτων στη μόνιμη
εγκατάσταση.
Ομοίως, δεν λαμβάνονται υπόψη, κατά τον προσδιορισμό των κερδών μίας μόνιμης
εγκατάστασης, ποσά που έχουν χρεωθεί (εκτός από τις αποδόσεις των πραγματικών
δαπανών), από τη μόνιμη εγκατάσταση προς το κεντρικό κατάστημα της επιχείρησης, υπό
μορφή δικαιωμάτων, αμοιβής ή άλλων παρόμοιων καταβολών σε αντάλλαγμα για τη χρήση
ευρεσιτεχνίας ή άλλων δικαιωμάτων, ή υπό μορφή προμήθειας για παροχή ειδικών
υπηρεσιών ή για διαχείριση, ή, εκτός των περιπτώσεων των τραπεζικών επιχειρήσεων υπό
μορφή τόκων που προκύπτουν από δανεισμό χρημάτων στο κεντρικό κατάστημα της
επιχείρησης.
4. Εφόσον συνηθίζεται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να καθορίζονται τα κέρδη που
αποδίδονται σε μία μόνιμη εγκατάσταση με βάση τον καταμερισμό των συνολικών κερδών
της επιχείρησης στα διάφορα τμήματά της, οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εμποδίζουν
αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος να προσδιορίζει τα φορολογητέα κέρδη με βάση αυτόν τον
καταμερισμό, όπως συνηθίζεται. Η υιοθετηθείσα όμως μέθοδος καταμερισμού πρέπει να
είναι τέτοια ώστε το αποτέλεσμα να είναι σύμφωνο με τις αρχές που περιέχονται σε αυτό το
άρθρο.
5.Κανένα κέρδος δεν θεωρείται ότι ανήκει στη μόνιμη εγκατάσταση λόγω απλής
αγοράς αγαθών και εμπορευμάτων από την μόνιμη εγκατάσταση για λογαριασμό της
επιχείρησης.
6.Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, τα κέρδη που αποδίδονται στη
μόνιμη εγκατάσταση προσδιορίζονται με την ίδια μέθοδο κάθε χρόνο εκτός αν υπάρχουν
βάσιμοι και επαρκείς λόγοι για το αντίθετο.
7.Σε περίπτωση που στα κέρδη περιλαμβάνονται στοιχεία εισοδήματος τα οποία
αντιμετωπίζονται χωριστά σε άλλα Άρθρα αυτής της Σύμβασης, τότε οι διατάξεις αυτών
των Άρθρων δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος Άρθρου.
Άρθρο 8
ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

6

1.Κέρδη προερχόμενα από την εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές
φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο είναι νηολογημένα τα πλοία ή
από το οποίο έχουν εφοδιασθεί προσωρινά ναυτιλιακά έγγραφα.
2.Κέρδη που αποκτά μία επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την
εκμετάλλευση αεροσκάφους σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το
Κράτος.
3.Κέρδη ή εισόδημα που προκύπτει από την εκμετάλλευση πλοίων ή αεροσκαφών σε
διεθνείς μεταφορές περιλαμβάνει εισόδημα από χρήση, συντήρηση ή εκμίσθωση
εμπορευματοκιβωτίων (περιλαμβανομένων των ρυμουλκών και του απαραίτητου
εξοπλισμού για την μεταφορά των εμπορευματοκιβωτίων) σε σχέση με τη μεταφορά
αγαθών ή εμπορευμάτων σε διεθνείς μεταφορές.
4.Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 έχουν επίσης εφαρμογή στα κέρδη που
πραγματοποιούνται από συμμετοχή σε «POOL» σε κοινοπρακτικής μορφής εκμετάλλευση
ή σε πρακτορείο που λειτουργεί σε διεθνές επίπεδο.
Άρθρο 9
ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
1.Αν
α)επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση,
στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο μίας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ή
β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο
κεφάλαιο μιας επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μιας επιχείρησης άλλου
Συμβαλλόμενου Κράτους, και σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές επικρατούν ή
επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορικές ή οικονομικές σχέσεις τους όροι
οι οποίοι διαφέρουν από εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων,
τότε οποιαδήποτε κέρδη τα οποία θα είχαν πραγματοποιηθεί από μια από τις επιχειρήσεις,
αλλά, λόγω αυτών των όρων, δεν έχουν πραγματοποιηθεί, μπορούν να συμπεριλαμβάνονται
στα κέρδη αυτής της επιχείρησης και να φορολογούνται ανάλογα.
2. Αν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος περιλαμβάνει στα κέρδη μιας επιχείρησης αυτού του
Κράτους - και φορολογεί ανάλογα - κέρδη για τα οποία μια επιχείρηση του άλλου
Συμβαλλόμενου Κράτους έχει φορολογηθεί σ’ αυτό το άλλο Κράτος και τα περιληφθέντα
κατ’ αυτόν τον τρόπο κέρδη είναι κέρδη τα οποία θα είχαν πραγματοποιηθεί από την
επιχείρηση του πρώτου - μνημονευθέντους Κράτους αν οι όροι που επικρατούν μεταξύ των
δύο επιχειρήσεων ήταν οι ίδιοι με εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων
επιχειρήσεων, τότε αυτό το άλλο Κράτος προσαρμόζει ανάλογα το ποσό του φόρου που
έχει επιβληθεί μέσα σ’ αυτό το Κράτος επί εκείνων των κερδών. Κατά τον καθορισμό μιας
τέτοιας προσαρμογής, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι λοιπές διατάξεις αυτής της
Σύμβασης και οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών συμβουλεύονται η μια την
άλλη αν κριθεί απαραίτητο.
Άρθρο 10
ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ
1.Μερίσματα που καταβάλλονται από εταιρεία που είναι κάτοικος ενός
Συμβαλλόμενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να
φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
2.Τέτοια μερίσματα μπορούν όμως, επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο
Κράτος του οποίου η εταιρεία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος και σύμφωνα
με τους νόμους αυτού του Κράτους, αλλά αν ο δικαιούχος των μερισμάτων είναι κάτοικος
του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν
υπερβαίνει το 10% του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων.

7

Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία το
τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.
Η παρούσα παράγραφος δεν επηρεάζει τη φορολογία της εταιρείας όσον αφορά στα κέρδη
από τα οποία καταβάλλονται τα μερίσματα.
3. Ο όρος «μερίσματα» όπως χρησιμοποιείται σ’ αυτό το Άρθρο, υποδηλώνει εισόδημα
από μετοχές, μετοχές «επικαρπίας» ή δικαιώματα «επικαρπίας», μετοχές μεταλλείων,
ιδρυτικούς τίτλους ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη, που δεν αποτελούν
απαιτήσεις από χρέη, καθώς επίσης και εισόδημα από εταιρικά δικαιώματα το οποίο
υπόκειται στην ίδια φορολογική μεταχείριση με το εισόδημα από μετοχές σύμφωνα με τους
νόμους του Κράτους του οποίου είναι κάτοικος η εταιρεία που διενεργεί τη διανομή.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των
μερισμάτων, που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο
άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου η εταιρία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι
κάτοικος, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, ή παρέχει ανεξάρτητες
προσωπικές υπηρεσίες σ’ αυτό το άλλο Κράτος μέσω καθορισμένης βάσης που βρίσκεται
σ’ αυτό, και η συμμετοχή (holding) σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα μερίσματα,
συνδέεται ουσιαστικά μ’ αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’ αυτή
τη περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Άρθρου 7 ή του Άρθρου 14, ανάλογα με
την περίπτωση.
5.Αν μια εταιρεία που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους πραγματοποιεί
κέρδη ή αποκτά εισόδημα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αυτό το άλλο Κράτος δεν
μπορεί να επιβάλλει φόρο στα μερίσματα που καταβάλλονται από την εταιρεία, εκτός αν
αυτά τα μερίσματα καταβάλλονται σε κάτοικο αυτού του άλλου Κράτους ή η συμμετοχή
(holding) σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά με
μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό το άλλο Κράτος, ούτε
μπορεί να υπαγάγει τα μη διανεμόμενα κέρδη σε φόρο επί μη διανεμόμενων κερδών, ακόμη
και αν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα μη διανεμόμενα κέρδη αποτελούνται εν όλω ή εν
μέρει από κέρδη ή εισοδήματα που προκύπτουν σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
Άρθρο 11
ΤΟΚΟΙ
1.Τόκοι που προκύπτουν σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο
του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
2. Αυτοί οι τόκοι μπορούν, όμως επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος
στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, αλλά αν ο
δικαιούχος των τόκων είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτος ο φόρος που
επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 10% του ακαθάριστου ποσού των
τόκων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία
το τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.
3. Ο όρος «τόκοι» όπως χρησιμοποιείται σ’ αυτό το Άρθρο, υποδηλώνει εισόδημα από
απαιτήσεις από χρέη κάθε είδους είτε εξασφαλίζονται με υποθήκη ή όχι, είτε παρέχουν ή
όχι δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, και ειδικότερα, εισόδημα από κρατικά
χρεόγραφα και εισόδημα από ομολογίες με ή χωρίς ασφάλεια, περιλαμβανομένων των
δώρων (premiums) και βραβείων που συνεπάγονται τέτοιου είδους χρεόγραφα ή ομολογίες
καθώς επίσης και οιοδήποτε εισόδημα που έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με
εισόδημα από τόκους σύμφωνα με τη νομοθεσία ή τους κανονισμούς του Συμβαλλόμενου
Κράτους στο οποίο προκύπτει το εν λόγω εισόδημα. Πρόστιμα για καθυστερημένη
πληρωμή δεν θεωρούνται ως τόκοι σύμφωνα με την έννοια αυτού του Άρθρου.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των
τόκων, που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο
Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν οι τόκοι, μέσω μόνιμης εγκατάστασης σ’

8

αυτό, ή αν παρέχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες
από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό, και η απαίτηση χρέους σε σχέση με την
οποία καταβάλλονται οι τόκοι συνδέεται ουσιαστικά μ’ αυτήν την μόνιμη εγκατάσταση ή
την καθορισμένη βάση. Σ’ αυτή τη περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Άρθρου 7
ή του Άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.
5. Τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος όταν ο
καταβάλλων είναι το ίδιο το Κράτος, μία τοπική αρχή ή κάτοικος του Κράτους αυτού. Αν,
όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τους τόκους, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κάτοικος ενός
Συμβαλλόμενου Κράτους, έχει σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μόνιμη εγκατάσταση ή
καθορισμένη βάση σε σχέση με την οποία προέκυψε η οφειλή για την οποία καταβάλλονται
οι τόκοι, και αυτοί οι τόκοι βαρύνουν αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη
βάση, τότε οι εν λόγω τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος που βρίσκεται η
μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.
6. Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντα και του
δικαιούχου ή μεταξύ αυτών και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των τόκων,
λαμβανομένης υπόψη της απαίτησης από το χρέος για την οποία καταβάλλονται,
υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντα και του
δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις αυτού του Άρθρου έχουν εφαρμογή
μόνο στο τελευταίο αναφερθέν ποσόν. Σ’ αυτή τη περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των
πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με τους νόμους του καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους,
λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.
Άρθρο 12
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
1. Δικαιώματα που προκύπτουν σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε
κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο
Κράτος.
2. Τέτοια δικαιώματα μπορούν όμως, επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο
Κράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, αλλά αν ο
εισπράττων είναι ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον
τρόπο δεν υπερβαίνει το 5% του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμάτων. Οι αρμόδιες αρχές
των Συμβαλλομένων Κρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής
αυτού του περιορισμού.
3. Ο όρος «δικαιώματα» όπως χρησιμοποιείται σ’ αυτό το Άρθρο σημαίνει, πληρωμές
κάθε είδους που εισπράττονται ως αντάλλαγμα για τη χρήση, ή το δικαίωμα χρήσης,
οποιουδήποτε δικαιώματος αναπαραγωγής, φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής
εργασίας, περιλαμβανομένων των κινηματογραφικών ταινιών, και ταινιών ή
μαγνητοταινιών για τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές εκπομπές, οποιασδήποτε ευρεσιτεχνίας,
εμπορικού σήματος, σχεδίου ή προτύπου, μηχανολογικού σχεδίου, μυστικού τύπου ή
διαδικασίας παραγωγής, ή για τη χρήση , ή το δικαίωμα χρήσης, βιομηχανικού, εμπορικού
ή επιστημονικού εξοπλισμού, ή για πληροφορίες που αφορούν σε βιομηχανική, εμπορική ή
επιστημονική εμπειρία.
4. Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των
δικαιωμάτων, που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο
άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν τα δικαιώματα, μέσω μόνιμης
εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, ή παρέχει σ’ αυτό το άλλο Κράτος ανεξάρτητες
προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό, και το δικαίωμα ή το
περιουσιακό στοιχείο σε σχέση με το οποίο καταβάλλονται τα δικαιώματα συνδέεται
ουσιαστικά με αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’ αυτή τη
περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Άρθρου 7 ή του Άρθρου 14, ανάλογα με την
περίπτωση.

9

5. Δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος όταν ο
καταβάλλων είναι αυτό το ίδιο το Κράτος, μία τοπική αρχή ή κάτοικος αυτού του Κράτους.
Αν, όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τα δικαιώματα, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κάτοικος
ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διατηρεί σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μόνιμη
εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση σε σχέση με την οποία προέκυψε η υποχρέωση
καταβολής των δικαιωμάτων και τα δικαιώματα αυτά βαρύνουν τη μόνιμη εγκατάσταση ή
την καθορισμένη βάση, τότε τα εν λόγω δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν στο
Κράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.
6. Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντα και του
δικαιούχου ή μεταξύ αυτών των δύο και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσόν των
δικαιωμάτων, λαμβανομένης υπόψη της χρήσης ή του δικαιώματος χρήσης ή των
πληροφοριών για τα οποία καταβάλλονται τα δικαιώματα, υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα
είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου, ελλείψει μίάς τέτοιας
σχέσης, οι διατάξεις του παρόντος Άρθρου έχουν εφαρμογή μόνο στο τελευταίο αναφερθέν
ποσόν. Σ’ αυτή τη περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος της καταβολής φορολογείται σύμφωνα
με τους νόμους του καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπόψη και των
λοιπών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.
Άρθρο 13
ΩΦΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
1. Ωφέλεια που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την
εκποίηση ακίνητης περιουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 6 και βρίσκεται στο άλλο
Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
2. Ωφέλεια από την εκποίηση κινητής περιουσίας που αποτελεί τμήμα της
επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης που έχει μια επιχείρηση ενός
Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή κινητής περιουσίας που
ανήκει σε καθορισμένη βάση την οποία κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους
διαθέτει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για τον σκοπό της παροχής ανεξάρτητων
προσωπικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της ωφέλειας από την εκποίηση μιας τέτοιας
μόνιμης εγκατάστασης (μόνης ή με ολόκληρη την επιχείρηση) ή τέτοιας καθορισμένης
βάσης, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
3. Ωφέλεια από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές
ή κινητής περιουσίας που συνδέεται με την εκμετάλλευση τέτοιων πλοίων ή αεροσκαφών,
φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο τα κέρδη που προκύπτουν από
την εκμετάλλευση αυτών των πλοίων ή αεροσκαφών φορολογούνται σύμφωνα με τις
διατάξεις του Άρθρου 8.
4. Ωφέλεια από την εκποίηση οποιασδήποτε περιουσίας εκτός από εκείνη που
αναφέρεται στις παραγράφους 1,2 και 3, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος
του οποίου είναι κάτοικος ο εκποιών την περιουσία.

Άρθρο 14
ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
1. Εισόδημα που αποκτά κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι
επαγγελματικών υπηρεσιών ή άλλων δραστηριοτήτων ανεξάρτητου χαρακτήρα
φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος εκτός αν διατηρεί κατά συνήθη τρόπο μια
καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για τον σκοπό άσκησης των
δραστηριοτήτων του. Αν έχει μια τέτοια καθορισμένη βάση, το εισόδημα μπορεί να
φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αλλά μόνο κατά το τμήμα εκείνο που
αποδίδεται σ’ αυτήν την καθορισμένη βάση.
2. Ο όρος «επαγγελματικές υπηρεσίες» περιλαμβάνει ιδιαίτερα ανεξάρτητες
επιστημονικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές, εκπαιδευτικές ή διδακτικές δραστηριότητες

10

καθώς επίσης και τις ανεξάρτητες δραστηριότητες ιατρών, δικηγόρων, μηχανικών,
αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων, λογιστών και ελεγκτών.

Άρθρο 15
ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 16, 18 και 19, μισθοί, ημερομίσθια και
άλλες παρόμοιες αμοιβές που αποκτά κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι
εξαρτημένης απασχόλησης φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος εκτός αν η
απασχόληση ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος. Αν η απασχόληση ασκείται έτσι, η
αμοιβή που αποκτάται από αυτήν μπορεί να φορολογείται στο άλλο Κράτος.
2. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, αμοιβή που αποκτάται από
κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι εξαρτημένης απασχόλησης που ασκείται
στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος φορολογείται μόνο στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος
εάν:
α) ο δικαιούχος της αμοιβής βρίσκεται στο άλλο Κράτος για περίοδο ή περιόδους που
δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 183 μέρες σε μία περίοδο δώδεκα μηνών η οποία αρχίζει ή
τελειώνει στο οικείο οικονομικό έτος, και
β) η αμοιβή καταβάλλεται από, ή για λογαριασμό, εργοδότη που δεν είναι κάτοικος
του άλλου Κράτους, και
γ) η αμοιβή δεν συνδέεται εύλογα με τις δραστηριότητες μίας μόνιμης εγκατάστασης
ή μίας καθορισμένης βάσης που έχει ο εργοδότης στο άλλο Κράτος.
3. Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου, αμοιβή που
αποκτάται έναντι εξαρτημένης απασχόλησης που ασκείται σε πλοίο ή αεροσκάφος σε
διεθνείς μεταφορές, μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο
φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευση του πλοίου ή του αεροσκάφους σύμφωνα
με τις διατάξεις του Άρθρου 8.

Άρθρο 16
ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ
Αμοιβές διευθυντών και άλλες παρόμοιες πληρωμές που αποκτώνται από κάτοικο ενός
Συμβαλλόμενου Κράτους υπό την ιδιότητα του ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή
οποιουδήποτε παρόμοιου οργάνου μίας εταιρείας που είναι κάτοικος του άλλου
Συμβαλλόμενου Κράτους μπορεί να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

Άρθρο 17
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΕΣ
1. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15, εισόδημα που αποκτάται από
κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ως πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας,
όπως καλλιτέχνης θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεόρασης ή μουσικός ή ως
αθλητής από την άσκηση αυτών των προσωπικών δραστηριοτήτων του στο άλλο
Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορούν να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
2. Αν εισόδημα από την άσκηση προσωπικών δραστηριοτήτων από πρόσωπο που
παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή έναν αθλητή υπό την ιδιότητα του αυτή, δεν περιέρχεται
στο ίδιο το πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή στον ίδιο τον αθλητή αλλά σε
άλλο πρόσωπο, αυτό το εισόδημα μπορεί, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 7, 14
και 15, να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο ασκούνται οι
δραστηριότητες του προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή του αθλητή.

11

3. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, εισόδημα που αποκτά ένα
πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή ένας αθλητής από τις δραστηριότητες που
αναφέρονται στην παράγραφο 1 ασκούμενες μέσα στα πλαίσια πολιτιστικών ή αθλητικών
ανταλλαγών που έχουν συμφωνηθεί από τις Κυβερνήσεις των δύο Συμβαλλομένων Κρατών
και δεν πραγματοποιούνται με σκοπό το κέρδος, εξαιρείται από τη φορολογία στο
Συμβαλλόμενο Κράτος που ασκούνται αυτές οι δραστηριότητες.

Άρθρο 18
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ
Με τις επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 19, συντάξεις και άλλες
παρόμοιες αμοιβές που καταβάλλονται σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι
προηγούμενης εξαρτημένης απασχόλησης φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος.

Άρθρο 19
ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
1.α) Μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές, εκτός από σύνταξη, που
καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή μια τοπική αρχή αυτού σ’ ένα φυσικό
πρόσωπο έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν προς το Κράτος αυτό ή την τοπική αρχή,
φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος.
β) Εντούτοις, αυτοί οι μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές
φορολογούνται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αν οι υπηρεσίες παρέχονται μέσα
στο Κράτος αυτό και το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος αυτού του Κράτους και:
i) είναι υπήκοος αυτού του Κράτους, ή
ii) δεν έγινε κάτοικος αυτού του Κράτους αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό παροχής
των υπηρεσιών.
2.α) Οποιαδήποτε σύνταξη που καταβάλλεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή μία
τοπική αρχή αυτού ή από φορείς που συστήθηκαν από το Κράτος αυτό ή την τοπική αρχή
αυτού, σ’ ένα φυσικό πρόσωπο έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν προς το Κράτος αυτό
ή προς την τοπική αρχή φορολογείται μόνο σ’ αυτό το Κράτος.
β) Μια τέτοια σύνταξη όμως, φορολογείται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος
αν το φυσικό πρόσωπο είναι υπήκοος και κάτοικος του Κράτους αυτού.
3. Οι διατάξεις των Άρθρων 15, 16, 17 και 18 εφαρμόζονται σε μισθούς,
ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές και συντάξεις έναντι υπηρεσιών που
παρασχέθηκαν σε σχέση με επαγγελματική δραστηριότητα που διεξάγεται από ένα
Συμβαλλόμενο Κράτος ή τοπική αρχή αυτού.

Άρθρο 20
ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ
1. Αμοιβές τις οποίες κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους λαμβάνει για
διεξαγωγή έρευνας ή μελέτης ανώτερου επιπέδου ή για διδασκαλία, κατά τη διάρκεια μίας
περιόδου που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, σε πανεπιστήμιο, ερευνητικό ίδρυμα ή σε άλλο
παρόμοιο οργανισμό ανώτατης ή ανώτερης εκπαίδευσης ή έρευνας στο άλλο
Συμβαλλόμενο Κράτος αναγνωρισμένο από αυτό το άλλο Κράτος, δεν φορολογείται σε
αυτό το άλλο Κράτος.
2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του Άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή σε
εισόδημα από έρευνα, εάν αυτή η έρευνα αναλαμβάνεται όχι για το δημόσιο συμφέρον
αλλά για ιδιωτικό όφελος ενός συγκεκριμένου προσώπου ή προσώπων.

12

Άρθρο 21
ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ
Χρηματικά ποσά τα οποία σπουδαστής ή μαθητευόμενος ο οποίος είναι ή ήταν αμέσως πριν
την μετάβασή του στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου
Κράτους και ο οποίος βρίσκεται στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος αποκλειστικά και μόνο
για το σκοπό της εκπαίδευσης ή εξάσκησης του λαμβάνει για το σκοπό της συντήρησής,
εκπαίδευσης ή εξάσκησής του δεν φορολογούνται σε αυτό το Κράτος, με την προϋπόθεση
ότι τα καταβαλλόμενα αυτά ποσά προκύπτουν από πηγές που βρίσκονται εκτός αυτού του
Κράτους.

Άρθρο 22
ΑΛΛΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ
1. Εισοδήματα κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, οπουδήποτε και αν
προκύπτουν, που δεν αντιμετωπίζονται με τα προηγούμενα άρθρα αυτής της Σύμβασης
φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό.
2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται επί εισοδήματος , με εξαίρεση το
εισόδημα από ακίνητη περιουσία όπως ορίζεται στη παράγραφο 2 του Άρθρου 6, αν ο
δικαιούχος αυτού του εισοδήματος που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους,
διεξάγει επιχείρηση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης που
βρίσκεται σ’ αυτό, ή ασκεί σ’ αυτό το άλλο Κράτος ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες
από μία καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό, και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση
με την οποία καταβάλλεται το εισόδημα συνδέεται ουσιαστικά με αυτή τη μόνιμη
εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σε μια τέτοια περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις
του Άρθρου 7 ή του Άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Άρθρο 23
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
1. Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από ακίνητη περιουσία όπως αναφέρεται στο Άρθρο
6, η οποία ανήκει σε κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και βρίσκεται στο άλλο
Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
2. Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από κινητή περιουσία που αποτελεί τμήμα της
επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης την οποία μία επιχείρηση του ενός
Συμβαλλόμενου Κράτους έχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή από κινητή περιουσία η
οποία συνδέεται με καθορισμένη βάση την οποία διαθέτει κάτοικος του ενός
Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για τον σκοπό άσκησης
ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
3. Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από πλοία ή αεροσκάφη σε διεθνείς μεταφορές ή από
κινητή περιουσία που συνδέεται με την εκμετάλλευση τέτοιων πλοίων ή αεροσκαφών,
φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο τα κέρδη προκύπτουν από την
εκμετάλλευση πλοίων ή αεροσκαφών φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του
Άρθρου 8.
4. Όλα τα άλλα στοιχεία κεφαλαίου κατοίκου του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους
φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος.

13

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΜΕΘΟΔΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΛΕΙΨΗ
ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

Άρθρο 24
ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
1. Αν κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους αποκτά εισόδημα ή κατέχει
κεφάλαιο, το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης, μπορεί να
φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, το πρώτο – μνημονευθέν Κράτος
αναγνωρίζει:
α) ως έκπτωση από το φόρο εισοδήματος αυτού του κατοίκου, ποσό ίσο προς το φόρο
εισοδήματος που καταβλήθηκε σε αυτό το άλλο Κράτος,
β) ως έκπτωση από το φόρο κεφαλαίου αυτού του κατοίκου, ποσό ίσο προς το φόρο
κεφαλαίου που καταβλήθηκε σε αυτό το άλλο Κράτος.
Μία τέτοια έκπτωση όμως και στις δύο περιπτώσεις δεν υπερβαίνει, εκείνο το τμήμα του
φόρου εισοδήματος ή του φόρου κεφαλαίου, όπως υπολογίσθηκε πριν να δοθεί η έκπτωση,
το οποίο αντιστοιχεί, ανάλογα με την περίπτωση, στο εισόδημα ή στο κεφάλαιο το οποίο
μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
2. Αν, σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, μία απαλλαγή, ή
μείωση, από τους φόρους που καλύπτονται από αυτή τη Σύμβαση, παρέχεται σ’ αυτό το
Κράτος, ο φόρος που θα είχε καταβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης, αλλά
λόγω μίας τέτοιας απαλλαγής ή μείωσης δεν έχει καταβληθεί, θεωρείται ότι έχει
καταβληθεί για τους σκοπούς της παραγράφου 1.
3. Αν καταβάλλονται μερίσματα από μία εταιρεία που είναι κάτοικος του ενός
Συμβαλλόμενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, η πίστωση
φόρου θα λαμβάνει υπόψη (πλέον του οποιουδήποτε φόρο που πιστώνεται σύμφωνα με
τις διατάξεις της παραγράφου 1) το φόρο τον καταβλητέο από την εταιρεία σε σχέση με
τα κέρδη από τα οποία καταβάλλονται τα μερίσματα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 25
ΜΗ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ
1. Οι υπήκοοι του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν θα υπόκεινται στο άλλο
Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτή
διαδικασία, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις
σχετικές διαδικασίες στις οποίες υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν οι υπήκοοι του άλλου
Κράτους κάτω από τις ίδιες συνθήκες, ειδικότερα όσον αφορά την κατοικία. Ανεξάρτητα
από τις διατάξεις του Άρθρου 1, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης σε πρόσωπα τα οποία
δεν είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών.
2. Πρόσωπα άνευ υπηκοότητας που είναι κάτοικοι του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους
δεν θα υπόκεινται σε κανένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, σε οποιαδήποτε φορολογία ή
οποιαδήποτε σχετική με αυτή διαδικασία, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής
από τη φορολογία και τις σχετικές διαδικασίες στις οποίες υπόκειται ή μπορεί να υπαχθεί ο
υπήκοος του εν λόγω Κράτους κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
3. Η φορολογία που επιβάλλεται σε μόνιμη εγκατάσταση την οποία μια επιχείρηση του
ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος δεν επιβάλλεται
κατά τρόπο λιγότερο ευνοϊκό σ’ αυτό το άλλο Κράτος από τη φορολογία που επιβάλλεται
14

σε επιχειρήσεις αυτού του άλλου Κράτους που διεξάγουν τις ίδιες δραστηριότητες. Η
διάταξη αυτή δεν ερμηνεύεται ότι υποχρεώνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να χορηγεί σε
κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους οποιεσδήποτε προσωπικές εκπτώσεις,
απαλλαγές και μειώσεις για φορολογικούς σκοπούς λόγω προσωπικής κατάστασης ή
οικογενειακών υποχρεώσεων τις οποίες χορηγεί στους δικούς του κατοίκους.
4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του Άρθρου 9, της παραγράφου
6 του Άρθρου 11 ή της παραγράφου 6 του Άρθρου 12, τόκοι, δικαιώματα και άλλες
πληρωμές που καταβάλλονται από μία επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε
κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, για το σκοπό του υπολογισμού των
φορολογητέων κερδών της εν λόγω επιχείρησης, αναγνωρίζονται ως έκπτωση με τους
ίδιους όρους σαν να είχαν καταβληθεί σε κάτοικο του πρώτου - μνημονευόμενου
Κράτους. Ομοίως, οποιαδήποτε χρέη μιας επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους
προς κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, για το σκοπό του υπολογισμού της
φορολογητέας περιουσίας αυτής της επιχείρησης, αναγνωρίζονται ως έκπτωση με τους
ίδιους όρους σαν να είχαν συμφωνηθεί με κάτοικο του πρώτου - μνημονευόμενου Κράτους.
5. Επιχειρήσεις του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, των οποίων το κεφάλαιο εν όλω ή εν
μέρει ανήκει ή ελέγχεται, άμεσα ή έμμεσα, από ένα ή περισσότερους κατοίκους του άλλου
Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος σε
οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτή διαδικασία η οποία είναι διάφορη
ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές διαδικασίες στις οποίες
υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους.
6. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 2, έχουν
εφαρμογή σε φόρους κάθε είδους και μορφής.

Άρθρο 26
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΟΥ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ
1. Αν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες του ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων
Κρατών έχουν ή θα έχουν γι’ αυτό ως αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας η οποία δεν
είναι σύμφωνη με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης, μπορεί, ανεξάρτητα από τα μέσα
θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία αυτών των Κρατών, να θέσει
την υπόθεσή του υπόψη της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι
κάτοικος ή, αν εφαρμόζεται γι’ αυτό το πρόσωπο η παράγραφος 1 του Άρθρου 25, της
αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι υπήκοος. Η υπόθεση αυτή
πρέπει να τεθεί υπόψη μέσα σε τρία χρόνια από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης
καταλογισμού του φόρου η επιβολή του οποίου δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της
Σύμβασης.
2. Η αρμόδια αρχή προσπαθεί, αν η ένσταση θεωρηθεί απ’ αυτήν ως βάσιμη και η ίδια
δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική λύση, να επιλύει τη διαφορά με αμοιβαία συμφωνία με
την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους με σκοπό την αποφυγή φορολογίας
που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμβασης. Οποιαδήποτε συμφωνία επιτευχθεί
εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις προθεσμίες που ορίζονται στην εσωτερική νομοθεσία των
Συμβαλλομένων Κρατών.
3. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών προσπαθούν να επιλύουν με
αμοιβαία συμφωνία οποιεσδήποτε δυσχέρειες ή αμφιβολίες ανακύπτουν ως προς την
ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης. Μπορούν επίσης να συμβουλεύονται η μία την
άλλη για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από τη
Σύμβαση.
4. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ
τους απευθείας, ή μέσω μίας μικτής επιτροπής αποτελούμενης από τις ίδιες ή τους

15

αντιπροσώπους τους, με σκοπό την επίτευξη μιας συμφωνίας κατά την έννοια των
προηγούμενων παραγράφων.
Όταν κρίνεται σκόπιμο για την επίτευξη συμφωνίας να λάβει χώρα προφορική
ανταλλαγή απόψεων, αυτή η ανταλλαγή μπορεί να γίνει μέσω μίας Επιτροπής
αποτελούμενης από αντιπροσώπους των αρμόδιων αρχών των Συμβαλλομένων Κρατών.

Άρθρο 27
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
1. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών ανταλλάσσουν πληροφορίες οι
οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Σύμβασης ή των
εσωτερικών νομοθεσιών των Συμβαλλομένων Κρατών σε σχέση με τους φόρους που
καλύπτονται από τη Σύμβαση στο μέτρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν είναι
αντίθετη με τη Σύμβαση. Η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιορίζεται από το Άρθρο 1.
Όλες οι πληροφορίες που λαμβάνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρούνται ως απόρρητες
κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την εσωτερική
νομοθεσία του Κράτους αυτού και αποκαλύπτονται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές
(συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που σχετίζονται
με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση
προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Τα πρόσωπα
αυτά ή οι αρχές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τους ως άνω σκοπούς. Μπορούν
να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία ή
σε δικαστικές αποφάσεις.
2. Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ερμηνεύονται ότι
επιβάλλουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος την υποχρέωση:
α) να λαμβάνει διοικητικά μέτρα αντίθετα με τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική
αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,
β)
να παρέχουν πληροφορίες που δεν μπορούν ν’ αποκτηθούν σύμφωνα με τη
νομοθεσία ή κατά τη συνήθη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου
Κράτους,
γ)
να παρέχει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε συναλλακτικό,
επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή παραγωγική
διαδικασία, ή πληροφορία, η αποκάλυψη της οποίας θα ήταν αντίθετη με κανόνα δημόσιας
τάξης (ordre public).

Άρθρο 28
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΞΗ
1. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν να παρέχουν αμοιβαία βοήθεια και
υποστήριξη στην είσπραξη των φόρων μαζί με τους τόκους, τα έξοδα, τις
προσαυξήσεις, ποσά που πρέπει να συνεισπραχθούν και πρόστιμα που δεν έχουν
ποινικό χαρακτήρα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό ως «φορολογικές αξιώσεις».
2. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου έχουν εφαρμογή σε όλους τους φόρους που
εισπράττονται από ή για λογαριασμό της Κυβέρνησης του ενός Συμβαλλόμενου
Κράτους.
3. Για τους σκοπούς αυτού του άρθρου:
i) ο όρος «αιτούν Κράτος» σημαίνει το Συμβαλλόμενο Κράτος το οποίο κάνει
αίτηση για αμοιβαία βοήθεια σχετικά με την είσπραξη των φόρων,
ii) ο όρος «επιστρατευόμενο Κράτος» σημαίνει το Συμβαλλόμενο Κράτος προς το
οποίο απευθύνεται η αίτηση για αμοιβαία βοήθεια σχετικά με την είσπραξη των φόρων.
4. Οι αιτήσεις για βοήθεια από την αρμόδια αρχή του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους
για είσπραξη φορολογικών αξιώσεων περιλαμβάνουν ένα πιστοποιητικό από αυτή την
16

αρχή το οποίο θα πιστοποιεί ότι, σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους αυτού, οι
φορολογικές αξιώσεις θα έχουν οριστικοποιηθεί.
Για τους σκοπούς αυτού του άρθρου, μία φορολογική αξίωση είναι οριστική όταν
ένα Συμβαλλόμενο Κράτος έχει το δικαίωμα σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία
να εισπράξει αυτή τη φορολογική αξίωση και ο φορολογούμενος δεν έχει άλλα
δικαιώματα για αναστολή της είσπραξης. Οποιεσδήποτε ενέργειες που αμφισβητούν
την ύπαρξη ή το σύνολο των φορολογικών αξιώσεων και/ή την νομιμότητα των
οργάνων είσπραξης υποβάλλονται μόνο στην αρμόδια αρχή του αιτούντος Κράτους.
Στην περίπτωση που μία νόμιμη ενέργεια λαμβάνεται αντίθετα προς τα
προαναφερόμενα, το επιστρατευόμενο Κράτος μόλις πληροφορηθεί αυτό είτε από το
αιτούν Κράτος ή από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αναστέλλει την εφαρμογή της
διαδικασίας έως την έκδοση μίας εκτελεστέας απόφασης.
5. Το όργανο το επιτρέπων την εκτέλεση της αίτησης η οποία διαβιβάσθηκε από το
αιτούν Κράτος γίνεται αποδεκτό, αναγνωρίζεται, συμπληρώνεται ή αντικαθίσταται από
ένα όργανο που επιτρέπει την εκτέλεσή της στο έδαφος του επιστρατευομένου
Κράτους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, και θεωρείται ως αξίωση αυτού του Κράτους.
6. Μία φορολογική αξίωση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους η οποία γίνεται
αποδεκτή για είσπραξη από την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους
εισπράττεται από το άλλο Κράτος σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς που
εφαρμόζονται για την είσπραξη των εν λόγω φόρων αυτού του άλλου Κράτους. Η εν
λόγω «φορολογική αξίωση» δεν απολαμβάνει κανένα προνόμιο στο επιστρατευόμενο
Κράτος και αυτό δεν υποχρεούται να εφαρμόσει μέτρα εκτέλεσης που δεν
προβλέπονται από τους νόμους και τους κανονισμούς του αιτούντος Κράτους.
7. Ποσά που εισπράττονται από την αρμόδια αρχή του ενός Συμβαλλομένου
Κράτους σύμφωνα με αυτό το άρθρο αποδίδονται στο αιτούν Κράτος. Ωστόσο,
οποιοδήποτε έξοδο προκύπτει κατά την είσπραξη των φόρων βαρύνει το
επιστρατευόμενο Κράτος. Οποιεσδήποτε επιπλέον προσαυξήσεις για ληξιπρόθεσμες
πληρωμές επιβαλλόμενες σύμφωνα με τη νομοθεσία του επιστρατευόμενου Κράτους
αποδίδονται στο αιτούν Κράτος.
8. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών με αμοιβαία συμφωνία καθορίζουν
τις απαραίτητες διαδικασίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του Άρθρου.
Άρθρο 29
ΜΕΛΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ
ΚΑΙ ΠΡΟΞΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Τίποτα σ’ αυτή τη Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογικά προνόμια των μελών των
διπλωματικών ή των προξενικών αποστολών τα οποία προβλέπονται από τους γενικούς
κανόνες του διεθνούς δικαίου ή από διατάξεις ειδικών συμφωνιών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 30
ΘΕΣΗ ΣΕ ΙΣΧΥ
1. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη γνωστοποιούν το ένα στο άλλο την ολοκλήρωση των
νομικών διαδικασιών για τη θέση σε ισχύ αυτής της Σύμβασης.
2. Η Σύμβαση αυτή τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την ημερομηνία της
τελευταίας από τις γνωστοποιήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι διατάξεις
αυτής έχουν εφαρμογή:

17

α) όσον αφορά στους φόρους τους παρακρατούμενους στη πηγή, κατά ή μετά την
πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί εκείνο το οποίο
αυτή η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ, και
β) όσον αφορά στους λοιπούς φόρους, για διαχειριστικές χρήσεις που αρχίζουν κατά ή
μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί εκείνο στο
οποίο αυτή η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ.

Άρθρο 31
ΛΗΞΗ
1. Η παρούσα Σύμβαση παραμένει σε ισχύ μέχρι να καταγγελθεί από ένα Συμβαλλόμενο
Κράτος.
2. Καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη μπορεί να επιδώσει στο άλλο Συμβαλλόμενο
Κράτος, μέσω διπλωματικής οδού, έγγραφη γνωστοποίηση της καταγγελίας κατά ή πριν
την τριακοστή ημέρα του Ιουνίου οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους από το πέμπτο έτος
που ακολουθεί εκείνο στο οποίο τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση. Σ’ αυτή τη περίπτωση, η
παρούσα Σύμβαση παύει να έχει εφαρμογή:
α) όσον αφορά τους παρακρατούμενους στην πηγή φόρους, κατά ή μετά την πρώτη
ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί εκείνο στο οποίο
επιδόθηκε η γνωστοποίηση της καταγγελίας, και
β) όσον αφορά του λοιπούς φόρους, για διαχειριστικές χρήσεις που αρχίζουν κατά ή
μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί εκείνο στο
οποίο επιδόθηκε η γνωστοποίηση καταγγελίας.
ΣΕ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ οι υπογράφοντες νόμιμα εξουσιοδοτημένοι γι’
αυτό, υπέγραψαν τη παρούσα Σύμβαση.
Έγινε στην Ερεβάν την δωδεκάτη Μαίου του 1999 σε δύο πρωτότυπα, στην Ελληνική,
Αρμενική και Αγγλική γλώσσα, και τα δύο κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
Σε περίπτωση διάστασης ερμηνείας, το αγγλικό κείμενο υπερισχύει.
Για την Ελληνική Δημοκρατία
Υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας

Για την Δημοκρατία της Αρμενίας
Υφυπουργός Οικονομικών
και Εθνικής Οικονομίας

18

CONVENTION
between the Hellenic Republic and the Republic of Armenia for the avoidance of double
taxation and the prevention of fiscal evasion with respect to taxes on income and on
capital
the Hellenic Republic
and
the Republic of Armenia
desiring to conclude a Convention for the avoidance of double taxation and the prevention of
fiscal evasion with respect to taxes on income and on capital and confirming their endeavor
to promote and strengthen the economic, scientific, technical and cultural relations between
both Contracting States,
have agreed as follows:

CHAPTER 1
SCOPE OF THE CONVENTION
Article 1
PERSONS COVERED
This Convention shall apply to persons who are residents of one or both of the Contracting
States.
Article 2
TAXES COVERED
1.
This Convention shall apply to taxes on income and on capital imposed on behalf of a
Contracting State or local authorities thereof, irrespective of the manner in which they are
levied.
2.
There shall be regarded as taxes on income and on capital all taxes imposed on total
income, on total capital, or on elements of income or of capital, including taxes on gains
from the alienation of movable or immovable property, as well as taxes
on
capital
appreciation.
3.

The existing taxes to which the Convention shall apply are in particular:
a)

In the case of the Hellenic Republic:

19

i)
ii)
b)

the income and capital tax on natural persons;
the income and capital tax on legal persons;
(hereinafter referred to as “Hellenic tax”).

In the case of the Republic of Armenia:
i)
ii)
iii)
iv)

the profit tax;
the income tax;
the property tax;
the land tax;
(hereinafter referred to as “Armenian tax”).

4.
The Convention shall apply also to any identical or substantially similar taxes, which
are imposed after the date of signature of the Convention in addition to, or in place of, the
existing taxes. The competent authorities of the Contracting States shall notify each other of
any significant changes, which have been made in their respective taxation laws.
CHAPTER

II

DEFINITIONS
Article 3
GENERAL DEFINITIONS
1.

For the purposes of this Convention, unless the context otherwise requires:

a)
the terms “a Contracting State” and “the other Contracting State” mean the
Hellenic Republic or the Republic of Armenia as the context requires;
b)
the term “Hellenic Republic” comprises the territory of the Hellenic Republic
and the part of the sea, the sea-bed and its subsoil under the Mediterranean Sea, over which
the Hellenic Republic, in accordance with international law, has sovereign rights for the
purpose of exploration, extraction or exploitation of the natural resources of such areas;
c)
the term “Republic of Armenia” comprises the territory of the Republic of
Armenia including internal waters, over which the Republic of Armenia exercises its
sovereign rights and jurisdiction in accordance with international law and internal
legislation;
d)
persons;

the term “person” includes an individual, a company and any other body of

e)
the term “company” means any body corporate or any entity which is treated
as a body corporate for tax purposes;
f)
the terms “enterprise of a Contracting State” and “enterprise of the other
Contracting State” mean respectively an enterprise carried on by a resident of a Contracting
State and an enterprise carried on by a resident of the other Contracting State;
g)
the term “national” means:

20

i)

any individual possessing the nationality of a Contracting State;

ii)

any legal person created as such under the laws in force in a
Contracting State;

h)

the term “international traffic” means any transport by a ship or aircraft,
except when the ship or aircraft is operated solely between places in a
Contracting State;

i)

the term “competent authority” means:
i)
ii)

in the Hellenic Republic, the Minister of Finance or his authorised
representative;
in the Republic of Armenia, the Minister of Finance and Economy or
his authorised representative.

2.
As regards the application of the Convention at any time by a Contracting State, any
term not defined therein shall, unless the context otherwise requires, have the meaning that it
has at that time under the law of that State for the purposes of the taxes to which the
Convention applies, any meaning under the applicable tax laws of that State prevailing over
a meaning given to the term under other laws of that State.
Article 4
RESIDENT
1.
For the purposes of this Convention, the term “resident of a Contracting State” means
any person who, under the laws of that State, is liable to tax therein by reason
of
his
domicile, place of registration, residence, place of management or any other criterion of a
similar nature, and also includes that State and any local authority thereof. This term,
however, does not include any person who is liable to tax in that State in respect only of
income from sources in that State or capital situated therein.
2.
Where by reason of the provisions of paragraph 1 an individual is a resident of both
Contracting States, then his status shall be determined as follows:
a)
he shall be deemed to be a resident only of the State in which he has a
permanent home available to him; if he has a permanent home available to him in both
States, he shall be deemed to be a resident only of the State with which his personal and
economic relations are closer (centre of vital interests);
b)
if the State in which he has his centre of vital interests cannot be determined,
or if he has not a permanent home available to him in either State, he shall be deemed to be a
resident only of the State in which he has an habitual abode;
c)
if he has an habitual abode in both States or in neither of them, he shall be
deemed to be a resident only of the State of which he is a national;
d)
if he is a national of both States or of neither of them, the competent
authorities of the Contracting States shall settle the question by mutual agreement.

21

3.
Where by reason of the provisions of paragraph 1 a person other than an individual
is a resident of both Contracting States, then it shall be deemed to be a resident only of the
Contracting State in which its place of registration is situated. In case that the place of
registration of such person is situated in both Contracting States, the competent authorities of
the Contracting States shall settle the question by mutual agreement.
Article 5
PERMANENT ESTABLISHMENT
1.
For the purposes of this Convention, the term “permanent establishment” means a
fixed place of business through which the business of an enterprise is wholly or partly
carried on.
2.

The term “permanent establishment” includes especially:
a)
a place of management;
b)
a branch;
c)
an office;
d)
a factory;
e)
a workshop;
f)
a mine, an oil or gas well, a quarry or any other place of exploration,
exploitation or extraction of natural resources.

3.
A building site or construction or installation project, or supervisory activities in
connection therewith constitutes a permanent establishment only if it lasts more than 9
months.
4.
Notwithstanding the preceding provisions of this Article, the term “permanent
establishment” shall be deemed not to include:
a)

the use of facilities solely for the purpose of storage, display or delivery of
goods or merchandise belonging to the enterprise;

b)

the maintenance of a stock of goods or merchandise belonging to the
enterprise solely for the purpose of storage, display or delivery;

c)

the maintenance of a stock of goods or merchandise belonging to the
enterprise solely for the purpose of processing by another enterprise;

d)

the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of
purchasing goods or merchandise or of collecting information, for the
enterprise;

e)

the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of
carrying on, for the enterprise, any other activity of a preparatory or
auxiliary character;

f)

the maintenance of a fixed place of business solely for any combination of
activities mentioned in sub-paragraphs a) to e), provided that the overall

22

activity of the fixed place of business resulting from this combination is of a
preparatory or auxiliary character.
5.
Notwithstanding the provisions of paragraphs 1 and 2, where a person - other than an
agent of an independent status to whom paragraph 7 applies - is acting on behalf of an
enterprise and has, and habitually exercises, in a Contracting State an authority to conclude
contracts in the name of the enterprise, that enterprise shall be deemed to have a permanent
establishment in that State in respect of any activities which that person undertakes for the
enterprise, unless the activities of such person are limited to those mentioned in paragraph 4
which, if exercised through a fixed place of business, would not make this fixed place of
business a permanent establishment under the provisions of that paragraph.
6.
Notwithstanding the preceeding provisions of this Article, an insurance enterprise of
a Contracting State shall, except in regard to reinsurance, be deemed to have a permanent
establishment in the other Contracting State if it collects premiums in the territory of the
other Contracting State through a person other than agent of an independent status.
7.
An enterprise shall not be deemed to have a permanent establishment in a
Contracting State merely because it carries on business in that State through a broker,
general commission agent or any other agent of an independent status, provided that such
persons are acting in the ordinary course of their business.
8.
The fact that a company which is a resident of a Contracting State controls or is
controlled by a company which is a resident of the other Contracting State, or which carries
on business in that other State (whether through a permanent establishment or otherwise),
shall not of itself constitute either company a permanent establishment of the other.
CHAPTER III
TAXATION OF INCOME
Article 6
INCOME FROM IMMOVABLE PROPERTY
1.
Income derived by a resident of a Contracting State from immovable property
(including income from agriculture or forestry) situated in the other Contracting State may
be taxed in that other State.
2.
The term “immovable property” shall have the meaning which it has under the law of
the Contracting State in which the property in question is situated. The term shall in any case
include property accessory to immovable property, livestock and equipement used in
agriculture and forestry, rights to which the provisions of general law respecting landed
property apply, usufruct of immovable property and rights to variable or fixed payments as
consideration for the working of, or the right to work, mineral deposits, sources and other
natural resources; ships, boats and aircraft shall not be regarded as immovable property.
3.
The provisions of paragraph 1 shall apply to income derived from the direct use,
letting, or use in any other form of immovable property.

23

4.
The provisions of paragraphs 1 and 3 shall also apply to the income from immovable
property of an enterprise and to income from immovable property used for the performance
of independent personal services.
Article 7
BUSINESS PROFITS
1.
The profits of an enterprise of a Contracting State shall be taxable only in that State
unless the enterprise carries on business in the other Contracting State through a permanent
establishment situated therein. If the enterprise carries on business as aforesaid, the profits
of the enterprise may be taxed in the other State but only so much of them as is attributable
to that permanent establishment.
2.
Subject to the provisions of paragraph 3, where an enterprise of a Contracting State
carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated
therein, there shall in each Contracting State be attributed to that permanent establishment
the profits which it might be expected to make if it were a distinct and separate enterprise
engaged in the same or similar activities under the same or similar conditions and dealing
wholly independently with the enterprise of which it is a permanent establishment.
3.
In determining the profits of a permanent establishment, there shall be allowed as
deductions expenses which are incurred for the purposes of the permanent establishment,
including executive and general administrative expenses so incurred, whether in the State in
which the permanent establishment is situated or elsewhere. However, no such deduction
shall be allowed in respect of amounts, if any, paid (otherwise than towards reimbursement
of actual expenses) by the permanent establishment to the head office of the enterprise, by
way of royalties, fees or other similar payments in return for the use of patents or other
rights, or by way of commission, for specific services performed or for management, or,
except in the case of a banking enterprise, by way of interest on moneys lent to the
permanent establishment.
Likewise, no account shall be taken, in the determination of the profits of a
permanent establishment, for amounts charged (otherwise than towards reimbursement of
actual expenses), by the permanent establishment to the head office of the enterprise, by way
of royalties, fees or other similar payments in return for the use of patents or other rights, or
by way of commission for specific services performed or for the use of patents or other
rights, or by way of commission for specific services performed or for management, or,
except in the case of a banking enterprise by way of interest on moneys lent to the head
office of the enterprise.
4.
Insofar as it has been customary in a Contracting State to determine the profits to be
attributed to a permanent establishment on the basis of an apportionment of the total profits
of the enterprise to its various parts, nothing in paragraph 2 shall preclude that Contracting
State from determining the profits to be taxed by such an apportionment as may be
customary; the method of apportionment adopted shall, however, be such that the result shall
be in accordance with the principles contained in this Article.
5.
No profits shall be attributed to a permanent establishment by reason of the mere
purchase by that permanent establishment of goods or merchandise for the enterprise.

24

6.
For the purposes of the preceding paragraphs, the profits to be attributed to the
permanent establishment shall be determined by the same method year by year unless there
is good and sufficient reason to the contrary.
7.
Where profits include items of income which are dealt with separately in other
Articles of this Convention, then the provisions of those Articles shall not be affected by the
provisions of this Article.
Article 8
SHIPPING AND AIR TRANSPORT
1.
Profits derived from the operation of ships engaged in international traffic shall be
taxable only in the Contracting State in which the ships are registered or by which they are
documented.
2.
Profits derived by an enterprise of a Contracting State from the operation of aircraft
in international traffic shall be taxable only in that State.
3.
Profits or income derived from the operation of ships or aircraft in international
traffic includes income derived from the use, maintenance or rental of containers (including
trailers and related equipment for the transport of containers) in connection with the
transport of goods or merchandise in international traffic.
4.
The provisions of paragraph 1 and 2 shall also apply to profits from the participation
in a pool, a joint business or an international operating agency.
Article 9
ASSOCIATED ENTERPRISES
1.

Where
a)
an enterprise of a Contracting State participates directly or indirectly in the
management, control or capital of an enterprise of the other Contracting State, or

b)
the same persons participate directly or indirectly in the management, control
or capital of an enterprise of a Contracting State and an enterprise of the other Contracting
State,
and in either case conditions are made or imposed between the two enterprises in
their commercial or financial relations which differ from those which would be made
between independent enterprises, then any profits which would, but for those conditions,
have accrued to one of the enterprises, but, by reason of those conditions, have not so
accrued, may be included in the profits of that enterprise and taxed accordingly.
2.
Where a Contracting State includes in the profits of an enterprise of that State - and
taxes accordingly - profits on which an enterprise of the other Contracting State has been
charged to tax in that other State and the profits so included are profits which would have
accrued to the enterprise of the first - mentioned State if the conditions made between the

25

two enterprises had been those which would have been made between independent
enterprises, then that other State shall make an appropriate adjustment to the amount of the
tax charged therein on those profits. In determining such adjustment, due regard shall be had
to the other provisions of this Convention and the compenent authorities of the Contracting
States shall if necessary consult each other.
Article 10
DIVIDENDS
1.
Dividends paid by a company, which is a resident of a Contracting State to a resident
of the other Contracting State may be taxed in that other State.
2.
However, such dividends may also be taxed in the Contracting State of which the
company paying the dividends is a resident and according to the laws of that State, but if the
beneficial owner of the dividends is a resident of the other Contracting State, the tax so
charged shall not exceed 10 per cent of the gross amount of the dividends.
The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the
mode of application of this limitation.
This paragraph shall not effect the taxation of the company in respect of the profits out of
which the dividends are paid.
3.
The term “dividends” as used in this Article means income from shares, “jouissance”
shares or “jouissance” rights, mining shares, founders’ shares or other rights, not being debtclaims, participating in profits, as well as income from other corporate rights which is
subjected to the same taxation treatment as income from shares by the laws of the State of
which the company making the distribution is a resident.
4.
The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the
dividends, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other
Contracting State of which the company paying the dividends is a resident, through a
permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent
personal services from a fixed base situated therein, and the holding in respect of which the
dividends are paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base.
In such case the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.
5.
Where a company which is a resident of a Contracting State derives profits or income
from the other Contracting State, that other State may not impose any tax on the dividends
paid by the company, except insofar as such dividends are paid to a resident of that other
State or insofar as the holding in respect of which the dividends are paid is effectively
connected with a permanent establishment or a fixed base situated in that other State, nor
subject the company’s undistributed profits to a tax on the company’s undistributed profits,
even if the dividends paid or the undistributed profits consist wholly or partly of profits or
income arising in such other State.
Article 11
INTEREST

26

1.
Interest arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting
State may be taxed in that other State.
2.
However, such interest may also be taxed in the Contracting State in which it arises
and according to the laws of that State, but if the beneficial owner of the interest is a resident
of the other Contracting State, the tax so charged shall not exceed 10 per cent of the gross
amount of the interest. The competent authorities of the Contracting States shall by mutual
agreement settle the mode of application of this limitation.
3.
The term “interest” as used in this Article means income from debt-claims of every
kind, whether or not secured by mortgage, and whether or not carrying a right to participate
in the debtor’s profits, and in particular, income from government securities and income
from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds
or debentures as well as any income that is treated as interest under the law or regulations of
the Contracting State in which such income arises. Penalty charges for late payment shall not
be regarded as interest for the purpose of this Article.
4.
The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the
interest, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting
State in which the interest arises, through a permanent establishment situated therein, or
performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein,
and the debt-claim in respect of which the interest is paid is effectively connected with such
permanent establishment or fixed base. In such case, the provisions of Article 7 or Article
14, as the case may be, shall apply.
5.
Interest shall be deemed to arise in a Contracting State when the payer is that State
itself, a local authority or a resident of that State. Where, however, the person paying the
interest, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a
permanent establishment or a fixed base in connection with which the intebtedness on which
the interest is paid was incurred, and such interest is borne by such permanent establishment
or fixed base, then such interest shall be deemed to arise in the State in which the permanent
establishment or fixed base is situated.
6.
Where, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial
owner or between both of them and some other person, the amount of the interest, having
regard to the debt-claim for which it is paid, exceeds the amount which would have been
agreed upon by the payer and the beneficial owner in the absence of such relationship, the
provisions of this Article shall apply only to the last-mentioned amount. In such case, the
excess part of the payment shall remain taxable according to the laws of each Contracting
State, due regard being had to the other provisions of this Convention.
Article 12
ROYALTIES
1.
Royalties arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting
State may be taxed in that other State.
2.
However, such royalties may also be taxed in the Contracting State in which they
arise and according to the laws of that State, but if the recipient is the beneficial owner of the

27

royalties the tax so charged shall not exceed 5 per cent of the gross amount of the royalties.
The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the
mode of application of this limitation.
3.
The term “royalties” as used in this Article means payments of any kind received as
a consideration for the use of, or the right to use, any copyright of literary, artistic or
scientific work including cinematograph films and films or tapes for television or radio
broadcasting, any patent, trade mark, design or model, plan, secret formula or process, or for
the use of, or the right to use, industrial, commercial or scientific equipment, or for
information concerning industrial, commercial or scientific experience.
4.
The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the
royalties, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting
State in which the royalties arise, through a permanent establishment situated therein, or
performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein,
and the right or property in respect of which the royalties are paid is effectively connected
with such permanent establishment or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or
Article 14, as the case may be, shall apply.
5.
Royalties shall be deemed to arise in a Contracting State when the payer is that State
itself, a local authority or a resident of that State. Where, however, the person paying the
royalties, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a
permanent establishment or a fixed base in connection with which the obligation to pay the
royalties was incurred and the royalties are borne by that permanent establishment or fixed
base, then such royalties shall be deemed to arise in the State in which the permanent
establishment or fixed base is situated.
6.
Where, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial
owner or between both of them and some other person, the amount of the royalties, having
regard to the use, right or information for which they are paid, exceeds the amount which
would have been agreed upon by the payer and the beneficial owner in the absence of such
relationship, the provisions of this Article shall apply only to the last-mentioned amount. In
such case, the excess part of the payments shall remain taxable according to the laws of each
Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Convention.
Article 13
CAPITAL GAINS
1.
Gains derived by a resident of a Contracting State from the alienation of immovable
property referred to in Article 6 and situated in the other Contracting State may be taxed in
that other State.
2.
Gains from the alienation of movable property forming part of the business property
of a permanent establishment which an enterprise of a Contracting State has in the other
Contracting State or of movable property pertaining to a fixed base available to a resident of
a Contracting State in the other Contracting State for the purpose of performing independent
personal services, including such gains from the alienation of such a permanent

28

establishment (alone or with the whole enterprise) or of such fixed base, may be taxed in
that other State.
3.
Gains from the alienation of ships or aircraft operated in international traffic or
movable property pertaining to the operation of such ships or aircraft shall be taxable only in
the Contracting State in which the profits derived from the operation of the ships or aircraft
are taxable according to the provisions of Article 8.
4.
Gains from the alienation of any property other than that referred to in paragraphs 1,2
and 3, shall be taxable only in the Contracting State of which the alienator is a resident.
Article 14
INDEPENDENT PERSONAL SERVICES
1.
Income derived by a resident of a Contracting State in respect of professional
services or other activities of an independent character shall be taxable only in that State
unless he has a fixed base regularly available to him in the other Contracting State for the
purpose of performing his activities. If he has such a fixed base, the income may be taxed in
the other State but only so much of it as is attributable to that fixed base.
2.
The term “professional services” includes especially independent scientific, literary,
artistic, educational or teaching activities as well as the independent activities of physicians,
lawyers, engineers, architects, dentists, accountants and auditors.
Article 15
DEPENDENT PERSONAL SERVICES
1.
Subject to the provisions of Articles 16,18 and 19, salaries, wages and other similar
remuneration derived by a resident of a Contracting State in respect of an employment shall
be taxable only in that State unless the employment is exercised in the other Contracting
State. If the employment is so exercised, such remuneration as is derived therefrom may be
taxed in that other State.
2.
Notwithstanding the provisions of paragraph 1, remuneration derived by a resident of
a Contracting State in respect of an employment exercised in the other Contracting State
shall be taxable only in the first-mentioned State if:
a)
the recipient is present in the other State for a period or periods not exceeding
in the aggregate 183 days in a period of twelve months commencing or ending in the fiscal
year concerned, and
b)
the remuneration is paid by, or on behalf of, an employer who is not a resident
of the other State, and
c)
the remuneration is not reasonably connected with the activities of a
permanent establishment or a fixed base which the employer has in the other State.

29

3.
Notwithstanding the preceding provisions of this Article, remuneration derived in
respect of an employment execised aboard a ship or aircraft operated in international traffic
may be taxed in the Contracting State in which the profits from the operation of the ship or
aircraft are taxable according to the provisions of Article 8.
Article 16
DIRECTORS’ FEES
Directors’ fees and other similar payments derived by a resident of a Contracting
State in his capacity as a member of the board of directors or any similar organ of a company
which is a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.
Article 17
ARTISTES AND SPORTSMEN
1.
Notwithstanding the provisions of Articles 14 and 15, income derived by a resident
of a Contracting State as an entertainer, such as a theatre, motion picture, radio or television
artiste, or a musician, or as a sportsman, from his personal activities as such exercised in the
other Contracting State, may be taxed in that other State.
2.
Where income in respect of personal activities exercised by an entertainer or a
sportsman, in his capacity as such accrues not to the entertainer or sportsman himself but to
another person, that income may, notwithstanding the provisions of Articles 7, 14 and 15, be
taxed in the Contracting State in which the activities of the entertainer or sportsman are
exercised.
3.
Notwithstanding the provisions of paragraphs 1 and 2, the income derived by an
entertainer or a sportsman from the activities referred to in paragraph 1 exercised within the
framework of cultural or sport exchanges agreed to by the Governments of the Contracting
States and carried out other than for the purpose of profit, shall be exempt from tax in the
Contracting State in which these activities are exercised.
Article 18
PENSIONS
Subject to the provisions of paragraph 2 of Article 19, pensions and other similar
remuneration paid to a resident of a Contracting State in consideration of past employment
shall be taxable only in that State.
Article 19
GOVERNMENT SERVICE
1.

a)
Salaries, wages and other similar remuneration, other than a pension, paid by
a Contracting State or a local authority thereof to an individual in respect of services
rendered to that State or authority shall be taxable only in that State.

30

b)
However, such salaries, wages and other similar remuneration shall be taxable
only in the other Contracting State if the services are rendered in that State and the
individual is a resident of that State who:
i)
ii)
2.

is a national of that State; or
did not become a resident of that State solely for the purpose of
rendering the services.

a)
Any pension paid by, or out of funds created by, a Contracting State or a local
authority thereof to an individual in respect of services rendered to that State or
authority shall be taxable only in that State.
b)
However, such pension shall be taxable only in the other Contracting State
if the individual is a resident of, and a national of, that State.

3.
The provisions of Articles 15,16, 17 and 18 shall apply to salaries, wages and other
similar remuneration and to pensions in respect of services rendered in connection with a
business carried on by a Contracting State or a local authority thereof.
Article 20
PROFESSORS AND RESEARCHERS
1.
Remuneration which a resident of a Contracting State receives for undertaking study
or research at a high level or for teaching, during a period not exceeding two years, at a
university, research institute or other similar establishment for highest or higher education or
research in the other Contracting State accredited as such by that other State, shall not be
taxable in that other State.
2.
The provisions of paragraph 1 of this Article shall not apply to income from research
if such research is undertaken not in the public interest but for the private benefit of a
specific person or persons.
Article 21
STUDENTS
Payments which a student or business apprentice who is or was immediately before visiting
a Contracting State a resident of the other Contracting State and who is present in the firstmentioned Contracting State solely for the purpose of his education or training receives for
the purpose of his maintenance, education or training shall not be taxed in that State,
provided that such payments arise from sources outside that State.
Article 22
OTHER INCOME
1.
Items of income of a resident of a Contracting State, wherever arising, not dealt with
in the foregoing Articles of this Convention shall be taxable only in that State.

31

2.
The provisions of paragraph 1 shall not apply to income, other than income from
immovable property as defined in paragraph 2 of Article 6, if the recipient of such income,
being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State
through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State
independent personal services from a fixed base situated therin, and the right or property in
respect of which the income is paid is effectively connected with such permanent
establishment or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or Article 14, as the
case may be, shall apply.
CHAPTER

IV

TAXATION OF CAPITAL
Article 23
CAPITAL
1.
Capital represented by immovable property referred to in Article 6, owned by a
resident of a Contracting State and situated in the other Contracting State, may be taxed in
that other State.
2.
Capital represented by movable property forming part of the business property of a
permanent establishment which an enterprise of a Contracting State has in the other
Contracting State or by movable property pertaining to a fixed base available to a resident of
a Contracting State in the other Contracting State for the purpose of performing independent
personal services, may be taxed in that other State.
3.
Capital represented by ships and aircraft operated in international traffic and by
movable property pertaining to the operation of such ships or aircraft, shall be taxable only
in the Contracting State in which the profits derived from the operation of the ships or
aircraft are taxable according to the provisions of Article 8.
4.
All other elements of capital of a resident of a Contracting State shall be taxable only
in that State.
CHAPTER

V

METHODS FOR ELIMINATION OF DOUBLE TAXATION
Article 24
ELIMINATION OF DOUBLE TAXATION
1.
Where a resident of a Contracting State derives income or owns capital, which, in
accordance with the provisions of this Convention, may be taxed in the other Contracting
State, the first - mentioned State shall allow:
a)

as a deduction from the tax on the income of that resident, an amount
equal to the income tax paid in that other State;

32

b)

as a deduction from the tax on the capital of that resident, an amount equal
to the capital tax paid in that other State.

Such deduction in either case shall not, however, exceed that part of the income tax
or capital tax, as computed before the deduction is given, which is attributable, as the case
may be, to the income or the capital which may be taxed in that other State.
2.
Where in accordance with the law of a Contracting State, an exemption from, or a
reduction of, taxes covered by this Convention is granted in that State, the tax which would
have been paid according to the provisions of the Convention but for such exemption or
reduction, shall be deemed to have been paid for the purposes of paragraph 1.
3.
Where dividends paid by a company, which is a resident of a Contracting State to a
resident of the other Contracting State, the credit shall take into account (in addition to any
tax creditable under the provisions of paragraph 1 the tax payable by the company in respect
of the profits out of which such dividends are paid.
CHAPTER

VI

SPECIAL PROVISIONS
Article 25
NON - DISCRIMINATION
1.
Nationals of a Contracting State shall not be subjected in the other Contracting State
to any taxation or any requirement connected therewith, which is other or more burdensome
than the taxation and connected requirements to which nationals of that other State in the
same circumstances, in particular with respect to residence, are or may be subjected. This
provision shall, notwithstanding the provisions of Article 1, also apply to persons who are
not residents of one or both of the Contracting States.
2.
Stateless persons who are residents of a Contracting State shall not be subjected in
either Contracting State to any taxation or any requirement connected therewith, which
is
other or more burdensome than the taxation and connected requirements to which nationals
of the State concerned in the same circumstances are or may be subjected.
3.
The taxation on a permanent establishment, which an enterprise of a Contracting
State has in the other Contracting State, shall not be less favourably levied in that other State
than the taxation levied on enterprises of that other State carrying on the same activities. This
provision shall not be construed as obliging a Contracting State to grant to residents of the
other Contracting State any personal allowances, reliefs and reductions for taxation purposes
on account of civil status or family responsibilities which it grants to its own residents.
4.
Except where the provisions of paragraph 1 of Article 9, paragraph 6 of Article 11,
or paragraph 6 of Article 12, apply, interest, royalties and other disbursements paid by an
enterprise of a Contracting State to a resident of the other Contracting State shall, for the
purpose of determining the taxable profits of such enterprise, be deductible under the same
conditions as if they had been paid to a resident of the first-mentioned State. Similarly, any

33

debts of an enterprise of a Contracting State to a resident of the other Contracting State shall,
for the purpose of determining the taxable capital of such enterprise, be deductible under the
same conditions as if they had been contracted to a resident of the first-mentioned State.
5.
Enterprises of a Contracting State, the capital of which is wholly or partly owned or
controlled, directly or indirectly, by one or more residents of the other Contracting State,
shall not be subjected in the first-mentioned State to any taxation or any requirement
connected therewith which is other or more burdensome than the taxation and connected
requirements to which other similar enterprises of the first-mentioned State are or may be
subjected.
6.
The provisions of this Article shall, notwithstanding the provision of Article 2, apply
to taxes of every kind and description.
Article 26
MUTUAL AGREEMENT PROCEDURE
1.
Where a person considers that the actions of one or both of the Contracting States
result or will result for him in taxation not in accordance with the provisions of this
Convention, he may, irrespective of the remedies provided by the domestic law of those
States, present his case to the competent authority of the Contracting State of which he is a
resident or, if his case comes under paragraph 1 of Article 25, to that of the Contracting State
of which he is a national. The case must be presented within
three years from the first
notification of the action resulting in taxation not in accordance with the provisions of the
Convention.
2.
The competent authority shall endeavour, if the objection appears to it to be justified
and if it is not itself able to arrive at a satisfactory solution, to resolve the case by mutual
agreement with the competent authority of the other Contracting State, with a view to the
avoidance of taxation, which is not in accordance with the Convention. Any agreement
reached shall be implemented notwithstanding any time limits in the domestic law of the
Contracting States.
3.
The competent authorities of the Contracting States shall endeavour to resolve by
mutual agreement any difficulties or doubts arising as to the interpretation or application of
the Convention. They may also consult together for the elimination of double taxation in
cases not provided for in the Convention.
4.
The competent authorities of the Contracting States may communicate with each
other directly, including through a joint commission consisting of themselves or their
representatives, for the purpose of reaching an agreement in the sense of the preceding
paragraphs.
When it seems advisable in order to reach agreement to have an oral exchange of
opinions, such exchange may take place through a Commission consisting of representatives
of the competent authorities of the Contracting States.

34

Article 27
EXCHANGE OF INFORMATION
1.
The competent authorities of the Contracting States shall exchange such information
as is necessary for carrying out the provisions of this Convention or of the domestic laws
of the Contracting States concerning taxes covered by the Convention insofar as the taxation
thereunder is not contrary to the Convention. The exchange of information is not restricted
by Article 1. Any information received by a Contracting State shall be treated as secret in the
same manner as information obtained under the domestic laws of that State and shall be
disclosed only to persons or authorities (including courts and administrative bodies) involved
in the assessment or collection of, the enforcement or prosecution in respect of, or the
determination of appeals in relation to, the taxes covered by the Convention. Such persons or
authorities shall use the information only for such purposes. They may disclose the
information in public court proceedings or in judicial decisions.
2.
In no case shall the provisions of paragraph 1 be construed so as to impose on a
Contracting States the obligation:
a)

to carry out administrative measures at variance with the laws and
administrative practice of that or of the other Contracting State;

b)

to supply information which is not obtainable under the laws or in the
normal course of the administration of that or of the other Contracting
State;

c)

to supply information which would disclose any trade, business, industrial,
commercial or professional secret or trade process, or information, the
disclosure of which would be contrary to public policy (ordre public).
Article 28
COLLECTION ASSISTANCE

1.
The Contracting States undertake to lend assistance and support to each other in the
collection of taxes, together with interest, costs, surcharges, sums to be collected in common
and fines not being of a penal character, referred to in this Article as a “revenue claim”.
2.
The provisions of this Article shall apply to all taxes collected by or on behalf of the
Government of a Contracting State.
3.

For the purposes of this Article:
a) the term “applicant State” means the Contracting State which makes a request for
assistance concerning the collection of taxes;
b) the term “requested State” means the Contracting State to which a request for
assistance concerning the collection of taxes is made.

35

4.
Requests for assistance by the competent authorities of a Contracting State in the
collection of a revenue claim shall include a certification by such authority that, under the
laws of that State, the revenue claim has been finally determined.
For the purposes of this Article, a revenue claim is finally determined when a Contracting
State has the right under its internal law to collect the revenue claim and the taxpayer has no
further rights to restrain collection. Any proceedings contesting the existence or the amount of
the revenue claim and/or the legality of the collection instrument are brought only before the
competent authority of the applicant State. In case that a legal action is taken against the
above mentioned, the requested State as soon as it is informed either by the applicant State or
by the person concerned suspends the enforcement procedure until the issue of an executory
judgement.
5.
The instrument permitting the enforcement of the claim which is forwarded by the
applicant State shall be accepted, recognized, supplemented or replaced by an instrument
authorizing its enforcement in the territory of the requested State, in accordance with the law
of, and shall be treated as a claim of, the requested State.
6.
A revenue claim of a Contracting State that has been accepted for collection by the
competent authority of the other Contracting State shall be collected by the other State in
accordance with the laws and regulations applicable to the collection of the said taxes of that
other State. The said “revenue claim” shall not be given preference in the requested State and
the latter shall not be required to take enforcement measures provided for in the laws and
regulations of the applicant State.
7.
Amounts collected by the competent authority of a Contracting State pursuant to this
Article shall be forwarded to the applicant State. However, any cost incurred in providing tax
collection assistance shall be borne by the requested State. Any extra charges of overdue
payment imposed in accordance with the legislation of the requested State are attributed to
the applicant State.
8.
The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle
the procedure necessary for the implementation of the provisions of this Article.
Article 29
MEMBERS OF DIPLOMATIC MISSIONS AND CONSULAR POSTS
Nothing in this Convention shall affect the fiscal privileges of members of diplomatic
missions or consular posts under the general rules of international law or under the
provisions of special agreements.

C H A P T E R VII
FINAL PROVISIONS

36

Article 30
ENTRY INTO FORCE
1.
The Contracting States shall notify to each other that the legal requirement for the
entry into force of this Convention have been complied with.
2.
The Convention shall enter into force on the thirtieth day after the date of the latter of
the notifications referred to in paragraph 1 and its provisions shall have effect:
a)

in respect of taxes withheld at source, on or after the first day of January
of the calendar year next following that in which this Convention enters into
force; and

b)

in respect of other taxes, for taxable years beginning on or after the first day
of January of the calendar year next following that in which this Convention
enters into force.
Article 31
TERMINATION

1.

This Convention shall remain in force until terminated by a Contracting State.

2.
Either of the Contracting States may give to the other Contracting State, through
diplomatic channels, written notice of termination on or before the thirtieth day of June in
any calendar year from the fifth year following that in which the Convention entered into
force. In such event, this Convention shall cease to have effect:
a)

in respect of taxes withheld at source, on or after the first day of January
of the calendar year next following that in which the notice of termination is
given; and

b)

in respect of other taxes, for taxable years beginning on or after the first day
of January of the calendar year next following that in which the notice of
termination is given.

IN WITNESS WHEREOF the undersigned, duly authorised thereto, have signed this
Convention.
Done at Yereran on May 12,1999 in two originals, in the Greek, Armenian and English
languages, each text being equally authentic.
In case of divergence of interpretation, the English text shall prevail.
For the Hellenic Republic

For the Republic of Armenia

37

Άρθρο δεύτερο
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως και της Σύμβασης που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων
του άρθρου 30 αυτής.
Παραγγέλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και
την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Αθήνα, 2 Μαίου 2002
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

38