ΚΑΛΕΝΤΗΣ

Γεννήθηκα σ' ένα χωριό της Κρήτης,
κοντά στα Χανιά.
Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος και η
μητέρα μου ονειροπόλα.
Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ
δύσκολα κι έτσι αναγκάστηκα από νωρίς να ψάχνω τα μονοπάτια της φυγής.
Τέλειωσα τη Γαλλική Σχολή στα Χανιά κι ύστερα ήρθα στην Αθήνα, για ν'
αλλάξω τον κόσμο.
Άρχισα τις επαναστάσεις μου και τελικά δεν στέριωσα πουθενά. Μια μέρα
είπα στον εαυτό μου: «Ζήσε για τη ζωή».
Κι αυτό τελικά έκαμα.
Κέρδισα κι έχασα πολλά σ' αυτή τη
μάχη. Αλλά αυτή είναι η ζωή.
Άρχισα να γράφω από τότε που πήγαινα στην Πρώτη Δημοτικού. Το πρώτο μου γραφτό ήταν ένα γράμμα στο
Θεό.
Η αλήθεια είναι πως έκαμα πολλές
και φιλότιμες προσπάθειες να ξεφύγω
από το κανάλι της τέχνης. Το 'νιωθα
πάντοτε βαρύ φορτίο στους ώμους μου.
Τελικά δεν τα κατάφερα.
Φαίνεται πως γεννιούνται μερικοί μερικοί μ' αυτή την περίεργη διαστροφή
στο κεφαλάκι τους.
Αλκυόνη Παπαδάκη

ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ



Η μπόρα
Το κόκκινο σπίτι
Το χρώμα του φεγγαριού
Σκισμένο ψαθάκι

Σειρά: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Είδος: ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Τίτλος: «ΑΜΑΝ... ΑΜΑΝ!»
Συγγραφέας: ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Επιμέλεια: ΝΙΚΟΣ Γ. ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Εξώφυλλο: ΚΕΛΛΥ ΜΑΤΑΘΙΑ-ΚΟΒΟ
Μακέτα εξωφύλλου: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑΚΗΣ
©1995
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Μαυρομιχάλη 5
Τηλ. 36.01.551, FΑΧ 36.23.553
10679 ΑΘΗΝΑ
ΙSΒΝ 960-219-059-0

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Αμάν... Αμάν!
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΚΑΛΕΝΤΗΣ

Σε κείνους που περιμένουν κάθε χρόνο ν' ανθίσουν οι νάρκισσοι. .

μπορείς να τον κάνεις να πετάξει τον αϊτό που σκαλίζεις.Μπάμπαδα! Πρώτον. .Να μη σ' ενδιαφέρει. μωρέ! Κάνε πίσω και παράτα με! Δικός μου δεν είναι. αυτός που θ' 9 .Μπαμπά. . Αυτό ήτανε το μόνο πάθος που κατάφερε να διατηρήσει στη ζωή του. .Τα μάτια του Σέβη ήταν καρφωμένα στη μεγάλη πέτρα που σκάλιζε ο πατέρας του . Ο Τάσος (Σούλια τον φωνάζανε οι περισσότεροι) σκάλιζε πέτρινες βρύσες. μαύρα σαν την καρδιά της νύχτας.κι εσύ κι ο άλλος.Δεν μπορείς να τον κάνεις να πετάξει τον αϊτό σου· τον έχεις εκεί φυλακισμένο. Καμιά φορά πουλούσε κάποια βρύση . Τα μάτια του Σέβη για μια στιγμή μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο· και σαν να πέρασε ένα σύννεφο από πάνω τους γεμάτο βροχή.κάτι πελώρια γυαλιστερά μάτια.αν του άρεσε ο πελάτης. Άι στα τσακίδια από 'δω! Κουμανταδόρο θα σε βάλω. . δε γουστάρω αυτά τα «μπαμπάκια» και τις «μπαμπακόφλουδες»! «Πατέρα» θα με λες ... Γιατί. σου έχω πει χίλιες φορές όταν δουλεύω να βγάζεις το σκασμό! Δεύτερον. Εγώ τον λυπάμαι.

Εγώ. τα περίεργα δέντρα που αντί για κλαδιά είχαν ανθρώπινα χέρια.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ αγόραζε την τέχνη του Σούλια έπρεπε να ήταν μερακλής και τσίφτης· ούτε φαντασμένος νεόπλουτος ούτε ξενέρωτος ανεμοδούρας. που πάει να πει και καλά. "είμαι ευτυχής που βρέθηκα 'δω χάμου και δροσίζομαι". Σάμπως από τις βρύσες περιμένω να φάω... Αυτόν που σκύβει να σβήσει την κάψα του και βγάζει εκείνο το "ααααχ" μέσ' από τα φυλλοκάρδια του. τα παγόνια με πρόσωπα νεράιδας. έτσι τις φτιάχνω. Παναγιά μου! Πάλι φασαρίες θα 'χουμε!» μπήκε στη μέση η μάνα. για να ξεθυμαίνω. η Δαμάσκα. . σ' αυτόνα πουλάω. 10 . δεν μου κάνει για πελάτης. Τα 'χω χεσμένα τα φράγκα του. Ο Σούλιας ανασηκώθηκε κι έκαμε μια κίνηση σαν για να του πετάξει το καλέμι. αυτόνα γουστάρω. Μα κανείς δε θα κατορθώσει να «γεννήσει» τους τρομερούς δράκους του Σούλια που βγάζανε φλόγες από το στόμα τους και περιστέρια από την κοιλιά τους.Πήγαινε από 'δω. τα λουλούδια που αντί για ανθοπέταλα είχαν κάτι τρομαγμένα μάτια με γυριστά ματοτσίνορα. τους αγγέλους που στα φτερά τους μπλέκονταν φίδια.» Πολλοί σκαλίσανε και θα σκαλίσουνε βρύσες σ' αυτόν τον μάταιο κόσμο. ούι. όταν δεν πίνει ο άλλος με τη χούφτα του το νερό από τη βρύση και δεν τ' αφήνει να κυλήσει στα στήθη του και να ευφρανθεί η ψυχή του..Δεν μπορείς να κάνεις τον αϊτό να πετάξει. ρε! Ουστ! «Ούι.. τις αρσενικές γοργόνες. ακόμα και μισοτιμής. συνέχιζε το χαβά του ο Σέβης. . «Ρε.

.Δε μ' αρέσουν εμένα οι κούκλες. η αδελφή της Δαμάσκας. μανάρι μου.. . Χτυπούσε με θόρυβο τα δάχτυλά της πάνω στο πλαστικό δισκάκι. πήγε και τον αγκάλιασε η Δαμάσκα και πέρασε τα δάχτυλά της στα κατσαρά κατάμαυρα μαλλιά του. Το άλλο παιδί. εσύ παραπονιάρικο. Κάθισε στην ποδιά μου.. καθισμένος στο πεζουλάκι αγωνιζότανε να στερεώσει ένα χέρι σε μια κούκλα που είχε βρει στα σκουπίδια... που καθάριζε φακές δίπλα στο νυχτολούλουδο. σαν να 'παιζε κομπολόι.. Ο Θεός να το 'κανε καθάρισμα. που είναι άγριο σαν το πουλάρι.. «Φαρμάκι έχεις στη γλώσσα σου.Τράβα τότε να διαβάσεις τα μαθήματά σου.. καλό μου. δύο χρόνια μικρότερος από τον Σέβη. Δεν είμαι κορίτσι! απάντησε θυμωμένα στη μάνα του. .. και συμπλήρωσε βγάζοντας τα γυαλιά της κι αναστενάζοντας βαθιά: «Πανάθεμά σε πια!» .Έλα 'δω. δαίμονα!» μουρμούρισε η Σιδερία. Όταν είσαι παρών.Ο Λέος δεν κάνει τίποτα.. και θα φας καλά! Πήρε το δισκάκι με τις φακές η Σιδερία. ΑΜΑΝ! . . ε. ο οχτάχρονος Λέος. «Ζέσταινε το φιδάκι το 11 .. Έλα 'δω το ξεπεταρούδι μου. Άγιος είναι αυτός.. . δηλαδή.. Γιατί δεν πας να παίξεις με τον αδελφό σου. Έλα 'δω. έπιασε τη μέση της και τράβηξε για την κουζίνα.. του 'πε η Σιδερία κι έκαμε πέρα το πλαστικό δισκάκι με τις φακές. μόνο να κεντρώνεις ξέρεις. Γιατί μου πικραίνεσαι..Άσε τον πατέρα σου ήσυχο. μέσα στο μισοσκόταδο.Έτσι να τον κάνεις εσύ. Μόνο εμένα βρίζετε.ΑΜΑΝ.

πού είσαι. να σταματάει σε μια θέση... «Να. Έλα. τα 'βαλε με την πόρτα και της έδωσε μια μούντζα! «Δεν μπορείτε να τη στερεώσετε μ' ένα τούβλο τη ριμάδα. Λέο μου.Πήγαινε να φας. Σούλια μου. είπε τη στιγμή που προσπαθούσε να μανουβράρει τον διπλόφαρδο πισινό της στη μισάνοιχτη σιδερένια πόρτα. Δεν πεινάω. στο διάολο κι εσύ». να σε φάει το καλοκαίρι». Έτσι. καλέ! φώναξε η Σιδερία που είχε προβάλει πάλι στην πόρτα. Θα σας ετοιμάσω φρέσκα αβγουλάκια. πουλάκια μου. «Ως πότε θα κουβαλάω λιθάρια στον ανήφορο η καψερή!» .. καλέ! Άκου «δεν πεινάω»! Ο χάρος του είναι το φαγητό αυτουνού του παιδιού! Σαν σαΐτα πετάχτηκε ο Λέος και κρύφτηκε πίσω από τα νυχτολούλουδα και τις λουΐζες. Έμασαν οι μέρες. . Αυτός θα κάθεται 'κει ώσπου να κηροσταλάξει.Ασ' τονα. βλέπεις να πολεμάς αυτά τα τέρατα. και στου βοδιού το 12 .. ελάτε να φάτε..» «Γιε μ'! Γιε μ'!» αναστέναξε η Δαμάσκα.Τράβα μέσα. έχουμε και τυράκι και σαλατούλα. . Ήταν ένα αδύνατο.Δε θέλω. μ' ένα κίτρινο διάφανο πρόσωπο.. μωρή. Δεν τον ξέρεις.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ χειμώνα. Λέο. Άιντε! Σκόλασε κι εσύ.Πού είναι το. κι άσε με! .. Μωρέ. για ν' αρωματίσει λίγο τον καημό της..Ελάτε και τα δυο σας. μωρέ! έκανε η Σιδερία.. καχεκτικό αγοράκι ο Λέος. . Δε φωτάει πια! . Φύλαξε την κούκλα και πάμε για φαγητό.. τάχα πως έψαχνε πίσω από τα βαρέλια με τις θεόρατες καμέλιες και τις σκουλαρικιές. κι έκοψε ένα φυλλαράκι λουϊζα και το μύρισε.

το παιδί.Να το! Να το. ώσπου να τρέξει η θεία του να τον πάρει αγκαλιά. κακομοίρη μου: αν σε φάει το φαλκονάκι.Σκάσε. αλλά δεν παράδινε τα όπλα έτσι εύκολα: άρχιζε τα κλάματα και τις υστερίες.Μην το φοβίζεις. το δηλητηριώδες φίδι. σου λέω! .. Είναι που είναι θαρραλέος. μωρή. τον άρπαξε από το γιακά και του αμόλησε δύο γερούς φούσκους. Όταν άκουγε ο Λέος για το φαλκονάκι. γρήγορα το σαβανάκι. μη μου πατήσεις τα φυτώρια..Να το. ΑΜΑΝ! κέρατο να μπεις.. ο μπαγάσας! Μόλις άκουσε τη φασαρία ο Σέβης.. στο μανίκι σου! . παράτησε το αβγό του κι έτρεξε στην αυλή. εγώ θα σε βρω! Βγες γρήγορα.Να το! Να το το φαλκονάκι! Λέο.Άι στο γεροδιάολο! άφρισε ο Σούλιας. Μέσα ρε. 13 . Πάλι τα ίδια αρχίσατε.. Έχει φίδια εκεί που είσαι! Βγες γρήγορα! Α. . Μα τίποτα εκείνος: . ρε! Αφού το βλέπω! Στη ράχη σου. δεν έφυγε! Στο μανίκι σου. κατουριόταν από το φόβο του κι έβγαινε από τις κρυψώνες· έβγαινε. .ΑΜΑΝ.Πάρε με! Πάρε με! Φοβάμαι το φαλκονάκι! Φοβάμαι. να το! Στο σβέρκο σου είναι! Έπεσε κάτω ο άλλος κι άρχισε να ουρλιάζει σαν να τον σφάζανε.. είπε ο Σούλιας. Δε βλέπεις πως το πιάνει τρεμική. στη ράχη σου τρέχει. Αυτό το έργο παιζότανε πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό.. .. κακιάς ώρας γέννημα! τσίριζε η Σιδερία. . πετώντας πέρα το καλέμι. και σηκώθηκε από το σκαμνί του.

Τι πάθατε πάλι! Αφησε το τηγάνι στο μάρμαρο η Δαμάσκα και βγήκε κι αυτή έξω.Σήκω. Ύστερα σήκωσε τον Λέο και τον κάθισε στα πόδια του. ν' αμολύσει η ψυχούλα σου. Πρήστηκε το μάγουλό του τού δόλιου. Σκούπισε τα μάτια σου και πήγαινε να φας..Κι αυτό παιδάκι είναι το καημένο...Δαμάσκα.Όχι. Αυτό ξέρω εγώ.. το παιδί. . αγόρι μου. .Αυτό το τέρας τα κάνει όλα..βης φταί. . 14 .Εγώ θα τ' αρχίσω... . ρε. γιε μ' . στα παλιά παλιά τα χρόνια. Αλλά κι εσύ δεν είσαι κανένας άγγελος.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ τσακίδια! Το φαλκονάκι είσαι εσύ σ' αυτό το σπίτι! Και ουδέν έτερον..Αμ' σε θέλω εγώ.ει. .κι εσύ μην τ' ακούς.. ... Πολύ αέρα έδωσες σε τούτο το γαϊδούρι και θα μας πηδήξει στο τέλος! Η ψείρα όταν παραφάει... βγαίνει στο γιακά. Να σου πω κι ένα παραμυθάκι. . Σούλια μου. .Φύγε! Φύγε κι εσύ! Δε σε θέλω! .Ο Σε. Προς τι αυτή η απονιά. άκου 'δω! Αν δεν μπορείς να βάλεις μια τάξη σ' αυτούς τους δύο.. ..Γιατί το χτύπησες.Σταμάτα να μυξοκλαίς! Άντρας είσαι. . Λοιπόν: Μια φορά κι έναν καιρό. ο Σε.Παίδα και κασίδα να σας φάει όλους εδώ μέσα. σ' αγαπάω.. . να τους πάρεις και να πάτε να πνιγείτε! Κατάλαβες. να ησυχάσω! Ο Σέβης είχε πέσει μπρούμυτα στο κρεβάτι κι έκλαιγε. τον χάιδεψε η μάνα του. άντρα μου. . γιόκα μου.

. 15 . Γιατί ανακατώνεις τη λάσπη. δε θα φύγουνε. Το ίδιο έγινε με όλα. . Γέμισε ο ουρανός περιστέρια. και τα 'χε αραδιάσει στη σειρά.. Δεν μπορούν να πετάξουν.Αμάν αμάν. . κι έφτιαχνε περιστέρια... «Όμορφα είναι...» Εκείνος την κοίταξε με παραπονεμένο βλέμμα και της έδειξε τα πουλιά. Ακουσέ με που σου μιλάω εγώ. δε βλέπεις. Σε μια στιγμή βγαίνει στην πόρτα η μάνα του η Μαρία και του λέει: «Τι κάνεις εκεί.. Όλοι είναι καλοί. καρδούλα μου. Ιησού. έπιασε το πρώτο. «Μπράβο» του είπε. το χάιδεψε. Ασε τώρα τα θεριά και τα πουλιά του πατέρα σου. ω του θαύματος. Όλους να τους αγαπάς. Λέρωσες τα ρούχα σου. μια φορά κι έναν καιρό. . Είναι κακός. όταν ο Χριστούλης ήταν μικρό παιδί. το φύσηξε με όλη του τη δύναμη και το άφησε στον αέρα. το ζέστανε στις χούφτες του. στη Ναζαρέτ.ΑΜΑΝ. μανάρι μου. Γιατί είναι κακός! Κι η θεία είναι κακιά.Μη λες τέτοια λόγια.Αυτό αρχίνιζα κι εγώ. .. γιατί τρέχουνε δάκρυα από τα ματάκια του Θεού. Και με όλη του τη δύναμη να τα φυσήξει. καμιά δεκαριά. ΑΜΑΝ! . Ένα ξεροκόμματο θα γένει.. Είχε φτιάσει πολλά. το περιστεράκι άνοιξε τα φτερά του και πέταξε ψηλά στον ουρανό.. Δεν τους αγαπάω. Κι ο Λέος. Που λες. Είναι κολλημένα στις πέτρες.Του πατέρα τα θεριά και τα πουλιά δεν πετάνε.Εκείνο με τα περιστέρια του Χριστού θέλω να μου πεις.Εγώ ξέρω γιατί δεν κινάνε. .. Και η Μαρία καμάρωνε και φιλούσε το γιο της. έπαιζε μια μέρα με τις λάσπες στην αυλή του σπιτιού του. Αλλιώς θα ξεραθεί η ψυχούλα σου. Και. αλλά ψεύτικα.» Θύμωσε τότε ο Ιησούς..

Γεννήθηκες άνθρωπος εσύ..Θα πετάξω μια μέρα ψηλά στον ουρανό. .Όχι. Κοίτα τα χέρια σου. Καλά. ούι. Ένας άγγελος είναι το παιδί μου εμένα! .. μέχρι να το κόψω! .. Αφού το λες εσύ. καλό μου.. Ζηλεύουνε την ομορφιά σου. Μη μου θυμώνεις. Οι άλλοι σηκώθηκαν· .. . το μεγαλύτερο παιδί της)· 16 .Πάλι με φωνάζανε «γύφτο» χτες στο σχολείο. καμάρι μου! Τι σου έκανα και δε μ' αγαπάς. Εσένα σ' έπλασε σκούρο ο Θεός. Δε με πιστεύεις. θα τον σκοτώσω! Θα του πιάσω το κεφάλι και θα του το στρίβω. εμένα άσπρη.Άχουου! Τι λέει το τρανό* μου και μου ραγίζει την καρδιά. κοίτα και τα δικά μου.. βρε! Ακου τι θα τους λες εσύ: Μαύρο είναι και το χαβιάρι. να το ξέρεις. . . Έλα τώρα μέσα να τελειώσεις το αβγουλάκι σου. μόλις μου ξαναπεί κανείς τίποτα τέτοιο.Κι εσένα πότε πότε δε σ' αγαπάω.Δε μοιάζουμε! Εσύ είσαι άσπρη. θα του το στρίβω. . ξανθιά· εγώ είμαι σκούρος. Πάει πλια.. . Θα δεις.. Αυτά είναι θεοτικά πράματα. Δεν είναι * Το μεγάλο (εννοεί.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Κι αν πάω. και «μαυρίκουλα». . η μάνα το πιστεύει. καλά. σου λέω.. μανάρι μου! Πού θέλεις να σου ορκιστώ. σαν τα πουλιά του Ιησού.. εγώ σου το λέω: δεν ξαναπάω.Ούι. το ξέρεις. Σαν να μην είσαι μάνα μου. σε ζηλεύουνε.Ψεύτρα! Οι άγγελοι είναι ξανθοί! . γι' αυτό σου τα λένε αυτά.. Θα γίνω πουλί. βρε.. στον ουρανό.Θα πετάξω.Καλά... μανάρι μου.Άντε. Δε γεννήθηκες πουλί. μα το τρώνε οι αρχοντάδες! Αυτοί..

. και μη φοβάσαι τίποτα..Έφτασα. .τις αρσενικές γοργόνες με τα 17 . Έφαγες.. . .ΑΜΑΝ. άντρα μου! Μια στιγμούλα μονάχα. . κι άγιοι μου Απόστολοι! Προς τι με βασανίζετε τόσο τη δόλια. μα δε μ' άφησε ο πατέρας σου. ο ξορκισμένος ο μεγάλος.. Έλα να πλύνεις τα χεράκια σου και να πας για ύπνο. Είχε σκοτεινιάσει για καλά. πού θα τα βάλεις. σου λέω... ΑΜΑΝ! όλοι τους ξανθοί. Η νύχτα έγερνε πάνω στο νυχτολούλουδο και ρέμβαζε. Ένα θαμπό μισοφέγγαρο φώτιζε αχνά τα σκαλιστά θεριά πάνω στις βρύσες . «Έμασαν οι μέρες». Τους πούλαγε ένας μια φορά στο παζάρι. Δε χόρταινες να τους κοιτάς! Ήθελα ν' αγοράσω ένα... Θεέ και Κύριε... Γι' αυτό σου λέω: εσείς να μάθετε γράμματα. Κάτι μαύροι άγγελοι με μπιρμπιλωτές χρυσές φτερούγες. να δω κι εκείνο το κούτσικο τι κάνει.Φοβάμαι σου λέω! τσίριξε ο Λέος. το καλό μου. Τόσα εικονίσματα έχεις. Λιονταράκι μου..Κάνε το σταυρό σου. Στο φως μου. μου είπε.Δεν είναι κακός. . Έλα 'δω. Ο τόπος εδώ δεν έχει φαλκονάκια. εντάξει.Δε θέλω! Φοβάμαι το φαλκονάκι! .. Οκτώβρης. .. Μην κλαις.Σταμάτα πια. .. να γίνετε άλλως πως! .Δαμάσκα! γάβγισε από μέσα ο Σούλιας. αγόρι μου! όρμησε η Σιδερία. Κουρασμένο είναι κι αυτό το δόλιο· από τα χαράματα στην οικοδομή.Είδες πως είναι κακός. Αυτός τα κάνει όλα. Θα σε πάρω μαζί μου. Έλα. Έχω διει εγώ και μελαχρινοί.Εγώ δε θέλω να γίνω Αλλωσπός! Πουλί θα γίνω· δε μου χρειάζονται τα γράμματα..Αχ. Ξάπλωσε κι έρχομαι.

πλεκόταν με τη λουΐζα. έξω από την Αθήνα. Που σημαίνει πως θα 'πρεπε να νιώθει ευτυχισμένο . Εκτός αν είχε σκούρο δέρμα. Και όλα μαζί πλέκονταν μες στο σκοτάδι. Κάποτε. τα φίδια. οι σκύλοι. Ήταν ένα θεόρατο νυχτολούλουδο που έπιανε όλο το δεξί μέρος του φράχτη. Τ' αλλόκοτα θεριά. Η οικογένεια του Σούλια πλάγιαζε νωρίς.. τους φουστανελοφόρους σατανάδες. Υπερτερούσαν οι γάτες και οι χελώνες. που είχαν μεγάλους κήπους.κι έκλεινε την κουβέντα. «θεοτικά».. Στον Πεταμά είχαν χτιστεί κάμποσα αυθαίρετα σπιτάκια. τα φίδια. εκεί προς το παραθυράκι της κουζίνας. Ένα πέτρινο σπιτάκι σε μια περιοχή εκτός σχεδίου. τους δράκους που 'βγαζαν περιστέρια από την κοιλιά τους. Κάθε παιδί σ' αυτό τον επίγειο παράδεισο είχε στη δικαιοδοσία του τουλάχιστον πέντε γατιά. οι χελώνες. κι ακολουθούσαν οι κότες.. Εκεί κάπου προς το παραθυράκι της κουζίνας ήταν και οι βρύσες του Σούλια. οι αμέτρητες γλάστρες. 18 . τα κουνέλια κι οι σκατζόχοιροι. όσες χελώνες του 'κανε κέφι και όσα πουλιά κατάφερνε να πιάσει με τις ξόβεργες. όπως έλεγε η Δαμάσκα . χρησίμευε για σκουπιδότοπος· οι γύρω συνοικίες πετούσαν εκεί ό. και δεν τα ξεχώριζες. Γι' αυτό πήρε αυτό το όνομα. Αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα. πάμπολλα φυτά και διάφορα είδη του ζωικού βασιλείου. οι πόθοι και οι καημοί των ανθρώπων. οι αλεπούδες.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ λοφία.εκτός αν. Πεταμά την έλεγαν την περιοχή. και σ' ένα σημείο.τι άχρηστο είχαν.. μάτια σαν κάρβουνο και στο κεφάλι του έπλεκε το σκοτάδι δαχτυλίδια.

Και ίδρωνε. Ίδρωνε και ανατρίχιαζε.. Προχωρούσε και ανάσαινε βαριά. Ο Σούλιας λαγοκοιμόταν και στριφογύριζε στο κρεβάτι του. κι ύστερα να παίρνει τον Λέο μαζί της για να τον παρηγορήσει.ΑΜΑΝ.. είχε στυλώσει. Η Δαμάσκα ροχάλιζε. Τον άφηνε πρώτα ν' αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της. Και ίδρωνε.. Τον έπαιρνε συχνά στο κρεβάτι της τον Λέο η Σιδερία. η Πανωραία. Σαν να 19 .. κατέβαζε το χέρι της. το 'χωνε στο βρακί του και τον χάιδευε.. να φτιάχνει δηλαδή έτσι το σκηνικό που να δείχνει ότι έφταιγε ο Σέβης.. είχε απλώσει το χέρι της και τον χάιδευε στα σκέλια. Κάτι έπρεπε όμως. Ώσπου ένιωθε ένα μούδιασμα στο κορμί της. Όταν ήταν πανσέληνος. Και σταματούσε ανάμεσα στα νυχτολούλουδα και στις σκουλαρικιές για να πάρει ανάσα. Ο Σέβης έβλεπε όνειρα πως πετούσε σαν τον αϊτό. Πολλές φορές. γερά στερεωμένα στη γη.. δεν άφηνε κανένα στη γειτονιά να κλείσει μάτι. Μπορεί και στον μισοξύπνιο της να είχε αφήσει χαλαρές τις ορέξεις της. αγκαλιά με τον μικρό. Ώσπου ένιωθε να πέφτει μια πάχνη στα μέλη της και να τ' ανατριχιάζει.. κι ύστερα σιγά σιγά.. Μπορεί και να ήταν ξύπνια.. και προχωρούσε. ΑΜΑΝ! Η νύχτα ψηλάφιζε τ' αστέρια και τα όνειρα. Μπορεί να το 'κανε στον ύπνο της..είχε μια μανία αυτή η σκύλα με το φεγγάρι. σαν σε όνειρο. Και η Σιδερία. Η σκύλα.. Πολλή ώρα. να καταλάβαινε και ο μικρός.. Κάθε τόσο φρόντιζε να τον κάνει να φοβάται. τον Λέο. τα πισινά της πόδια και γάβγιζε το φεγγάρι ... Και η νύχτα προχωρούσε· ψηλάφιζε τ' αστέρια και τα όνειρα.

Ώρες ώρες μύριζε τόσο έντονα το νυχτολούλουδο.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ του καλάρεσε. 20 . αχνό χαμόγελο. Σαν μια σταγόνα δροσιάς. μ' ένα διάφανο. που σου μάτωνε την ψυχή. γιατί μέσα στον ύπνο του γουργούριζε και χαμογελούσε...

Αλλά αυτηνής φρόντισε να της βγάλει εγκαίρως το εισιτήριο για τον παράδεισο η Σιδερούλα. τη Δαμασκηνή και τη Σιδερία. στ' όνειρό της. Το σπίτι δόθηκε προίκα στη Δαμασκηνή. Οι γονείς τους ήρθαν στην Αθήνα. Ο μελλοθάνατος πείστηκε να κάνει αυτή την κίνηση. πάλι. Σούλιας. Και τις δύο γυναίκες. πάλι. λίγο πριν ξεψυχήσει ο πατέρας της. Οι γονείς αγόρασαν εκείνο το χτήμα στον Πεταμά.άλλο αν αυτός ξεχαρμάνιαζε σκαλίζοντας πέτρινες βρύσες. Στη γειτονιά τον έλεγαν Πόρδο. Αλλά πάλι μεταξύ ύπνου και ξύπνου. γιατί ήταν σίγουρος ότι η μικρή του κόρη η Σιδερούλα δε θα 21 . ας πούμε στ' όνειρό της. την Αγγέλα. για συντομία τις αποκαλούσαν Πορδαμάσκες. πάλι μεταξύ ύπνου και ξύπνου. κατόπιν επιμονής του Σούλια.Αναστάσιος Πάρδος· για τους δικούς του. ας πούμε. έχτισαν σιγά σιγά το σπίτι και αντίο Καρδίτσα. Είχαν άλλη μια κόρη. Στον Πεταμά άφησαν και οι δύο τα κοκαλάκια τους. Οι Πορδαμάσκες κατάγονταν από ένα χωριό της Καρδίτσας. να της γράψει την επικαρπία. η Σιδερία κατάφερε με δόλιο τρόπο. Οικοδόμος στο επάγγελμα . ψάχνοντας μια καλύτερη τύχη για την οικογένεια. όταν αυτές ήταν ήδη της παντρειάς.

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ 'βλεπε ποτέ νυμφίο στο κρεβάτι της.. Κι έχω και πανωσάμαρο. Ήταν το όγδοο και χαϊδεμένο παιδί της μάνας του. Ο Σούλιας γεννήθηκε και μεγάλωσε σ' ένα αρβανιτοχώρι της Αττικής. Ας έκανε κι αλλιώς. «Αλλά την μπατζακώνα. Έπασχε από μια βασανιστική διάρροια.. τα σώματά τους ήταν ίδια και απαράλλαχτα. μάγος . Αλλά εκτός από τη διάρροια είχε βγάλει και κακό όνομα στον Πεταμά και στις γύρω περιοχές εξαιτίας της τραγικής εκείνης ιστορίας με την Αγγέλα. πρακτικός ή.» Οι Πορδαμάσκες ήταν και οι δύο ψηλές. Εκεί που δεν έμοιαζαν καθόλου οι δύο αδελφές ήταν στο χαραχτήρα. «Και καλά τη στεφανωτικιά» έλεγε.. Η Σιδερία ήταν καστανή μ' ένα μακρύ σαν πεπόνι πρόσωπο. χοντρές. ήταν ένας πατριώτης που θεώρησε * Ανύπαντρη γυναίκα. σανίδια φορτωμένος.. η Σιδερία το δεξί χέρι του αρχισατανά. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να φύγει κι αυτή από το χωριό γιατί ο πατέρας Πάρδος είχε κάψει αρκετούς . Έτσι ο Σούλιας ζαλώθηκε τις δύο γυναίκες δια βίου.σύμφωνα πάντα με τα όσα έλεγε ο κόσμος . σαράντα κολοκύθια.. Μόνο στο κεφάλι άλλαζαν. Κατά τον Σούλια.» Και συνέχιζε τραγουδώντας για την περίπτωση: «Είμ' ένας ψύλλος στο βουνό. χρώματος λεμονί λόγω της διάρροιας.γιατρός. Έπασχε από μια περίεργη αρρώστια που τη βασάνιζε και κανένας .τότε με τα κομματικά. Η Δαμασκηνή έφερνε προς το ξανθό.. 22 . Η Δαμάσκα ήταν μια αγία.δεν μπόρεσε να τη θεραπεύσει.* Ποιος πούστης διάολος μου τη σέρβιρε. είχε μάτια γκριζοπράσινα και στρογγυλό ρόδινο πρόσωπο.

μεταμόρφωνε σπανούς σε μαλλιαρά τέρατα. Έφυγαν όλοι. εξαφάνιζε σπυριά και κρεατοελιές. ήταν γνωστή σαν μάγισσα. εκτός από τη μάνα. και ποτέ για να βλάψει κανέναν.. Αναπαύτηκε σε ηλικία 110 χρονών και ως την τελευταία της μέρα (πέθανε καθιστή πίνοντας το καφεδάκι της στην αυλή του σπιτιού της) την επισκέφτονταν διάφοροι. αλλά ο πόνος δεν τους ξανάγγιξε. και όλοι ομολογούσαν πως έβλεπαν καλό από τις γητειές και τα ξόρκια της. Όπως και να είχε το πράγμα..ΑΜΑΝ. Και μάλλον έτσι πρέπει να είναι. ΑΜΑΝ! χρέος του να προσφέρει όλες του τις δυνάμεις για να καθαριστεί ο τόπος από τα λογής λογής μιάσματα. η Ευσεβία. Εκτός από τα μαγικά . Ο γερο-πατριώτης πέθανε νωρίς σχετικά και τα παιδιά πήραν διάφορους 23 . ακόμα και Αθηναίοι. ήταν ξακουστές και οι αλοιφές που έφτιαχνε από διάφορα βότανα. μετέτρεπε ανίκανους άντρες σε δεινούς γαμήκουλες. Θεράπευε εγκαύματα. θεράπευε τους κάθε λογής πόνους. όχι μόνο στο χωριό της αλλά και στην ευρύτερη περιοχή.πάντοτε με συνεργούς αγίους. που τα 'φτιαχνε πάντοτε τη νύχτα παρέα με τ' αστέρια και κρατώντας διάφορα μέταλλα. η Εψεβία όπως τη φώναζαν. Αυτή ισχυριζόταν ότι τα γέρικα δέντρα δεν μπορούν να μεταφυτευτούν. σάπισαν τα δόντια τους. η οικογένεια αναγκάστηκε να τα μαζέψει και να φύγει από το χωριό γιατί υπήρχε ο φόβος για το χειρότερο. Με τα ξόρκια της. έπεσαν. Άνθρωποι που τους είχε σταματήσει τον πονόδοντο. δεν εμπιστεύτηκε σχεδόν τίποτα σε κανέναν. Η γρια-Πάρδαινα. Από όλα αυτά τα χιλιάδες μυστικά που ήξερε η Ευσεβία. όπως έλεγε. δεν τον ξαναδοκίμασαν ποτέ στη ζωή τους· γέρασαν.

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

δρόμους και σκόρπισαν. Ο μόνος που πήγαινε πότε πότε στο
χωριό κι έβλεπε τη μάγισσα, και της πήγαινε και κανένα
φακελάκι καφέ, ήταν ο Σούλιας. Γι' αυτό και κληρονόμησε
ένα ελάχιστο μέρος, κάτι ψίχουλα, από τα μυστικά της. Ο
Σούλιας έκανε αυτές τις αραιές επισκέψεις όχι γιατί ήταν
ιδιαίτερα πονετικός, αλλά μέσα του είχε ένα φόβο: επιδίωκε
να έχει πάντοτε την ευχή της μάνας του γιατί έτρεμε τις
σκοτεινές δυνάμεις που είχε μέσα της. Η αλήθεια είναι πως
πολλές φορές η Ευσεβία του είχε δώσει την ευχή της, αλλά
φαίνεται πως δεν το 'κανε από καρδιάς.
Ίσως έφταιγε κι αυτή η τελευταία μέρα της γριάς. Όταν
ένιωσε, λέει, το Χάρο να 'ρχεται κοντά της, εκεί όπως ήταν
καθισμένη στην αυλή και απολάμβανε τον βαρύ γλυκό της,
φώναξε μια γειτόνισσα και την παρακάλεσε να μείνει κοντά
της για να της κλείσει τα μάτια. Σύμφωνα πάντα με τις
μαρτυρίες της γειτόνισσας, η Ευσεβία πριν ν' αφήσει την
ύστατη πνοή της σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και
καταράστηκε τους πέντε γιους και τις τρεις θυγατέρες της.
«Γέννησα κι ανάθρεψα οχτώ παιδιά», είπε. «Κανένα δε
βρίσκεται εδώ να με αποχαιρετήσει. Να σκορπιστούν σε
οχτώ ανέμους και να χαθούν.» Όπως κι έγινε. Άλλος πνίγηκε, άλλος αυτοκτόνησε, άλλη κάηκε, καθένας τελοσπάντων είχε ένα γρήγορο και αδόκητο τέλος. Ο Σούλιας ήταν
ο πιο τυχερός, αν μπορούμε βέβαια να την ονομάσουμε τύχη
αυτή. Ίσως ήταν εκείνα τα φακελάκια του καφέ που μέτρησαν. Ίσως η κούτα με τα λουκούμια - ποιος ξέρει...
Τα μυστικά που κληρονόμησε ο Σούλιας από τη μάνα του
ήταν ασήμαντα. Ήξερε, για παράδειγμα, να ξορκίζει τους
ποντικούς από το σπίτι, να υπνωτίζει τις οχιές όταν μπερδεύονταν στα πόδια του, να ξεματιάζει, να επικοινωνεί με
24

ΑΜΑΝ... ΑΜΑΝ!

κάτι περίεργους μυστικούς κώδικες με τα φυτά και τα ζώα
του, να μαρμαρώνει ένα άγριο σκυλί όταν ερχόταν καταπάνω του, να προβλέπει τον καιρό. Ποιος ξέρει και τι άλλο
ήξερε. Πολλές φορές, εκεί που καθότανε και σκάλιζε τις
πέτρες, ψιθύριζε διάφορα λόγια ακαταλαβίστικα. Άλλοτε
πάλι σηκωνότανε τη νύχτα κι έβγαινε στην αυλή κρατώντας
σίδερα, χτένια, κάρβουνα, κλαριά απήγανου, διάφορα.
Πάντως ό,τι και να ήξερε, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί
πως στάθηκε ικανό να του αλλάξει στο ελάχιστο τη ζωή
του. Ποτέ δεν είπε σε κανέναν τίποτα γι' αυτές του τις
γνώσεις. Η Ευσεβία, όταν του μάθαινε κάτι, τον έβαζε να
παίρνει όρκο βαρύ πως δε θα το βγάλει ποτέ από το στόμα
του. Κι ο Πάρδος τους φοβότανε πολύ τους όρκους.
Όταν κατέβηκε στην Αθήνα, νέο παιδί τότε, βρήκε αμέσως δουλειά γιατί και τα χέρια του έπιαναν και το μυαλό του
έκοβε. Σε λίγα χρόνια είχε γίνει άριστος χτίστης. Τις βρύσες έμαθε να τις φτιάχνει μόνος του. Έτσι για να ξεδίνει, για
να φεύγει ο νταλκάς από μέσα του.

Κοντά στο παραθυράκι της κουζίνας το φεγγάρι χάζευε το
μισοτελειωμένο θεριό της βρύσης. Είχε σώμα αλόγου, πρόσωπο
νεράιδας κι από το ένα πλευρό του φύτρωνε μια μεγάλη φτερούγα.
Κάτι σάλευε πίσω από τη λουΐζα - μια σαύρα ή ένα μολυντήρι.
Μια νυχτερίδα πέταξε με φόρα από τα κλαριά της ασημόλευκας
και κρεμάστηκε στις κληματόβεργες.
Ήταν κι εκείνο το τεράστιο νυχτολούλουδο που μεθούσε με
την ανάσα του τα τριζόνια.
Κι όλα μπερδεύονταν μέσα στα ξόρκια και στα μάγια της
νύχτας. Η φτερούγα του αλόγου, τα μεθυσμένα τριζόνια, τα
25

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

πελώρια μάτια του Σέβη, τ' αμαρτωλά δάχτυλα της Σιδερίας, οι
ξέμπαρκοι πόθοι του Σούλια και το πικρό δάκρυ που τρεμόπαιζε
στα ματόκλαδα της Δαμάσκας. Όλα μπερδεύονταν... Ποιος μπορούσε να τα ξεχωρίσει - και προς τι...
Αμάν αμάν καρδούλα μου. Μέθυσες κι εσύ από τα νυχτολούλουδα και σύρθηκες, σαν τις σαύρες και τα μολυντήρια, στα κλαριά της λουίζας. Βρε πώς κρεμάστηκες με φόρα σαν νυχτερίδα
στις κληματόβεργες... Αμάν αμάν καρδούλα μου... Για δες
πώς σε χαζεύει το φεγγάρι...
Αυτή η γυναίκα, η Σιδερία, είχε ένα πάθος με τα λουλούδια.
Τι ήθελες και δε θα το 'βρισκες στην αυλή της: λουλούδια σε
παρτέρια, λουλούδια σε γλάστρες, σε βαρέλια, σε ντενεκέδες,
σε κεσέδες, σε κονσερβοκούτια, λουλούδια παντού. Τα πιο
όμορφα ήταν τα χρυσάνθεμα. Μοβ, κίτρινα, κόκκινα, άσπρα,
μια πολύχρωμη πανδαισία. Καμάρωνε η Σιδερία. Καμάρωνε
και τους κρεμούσε χάντρες και σκόρδα για το κακό μάτι.
Τι τον έπιασε μια μέρα κείνον τον εξαποδώ τον Σέβη και,
την ώρα που η Σιδερία αναπαυόταν αφού είχε καταπιεί το
μεσημεριανό της ταβόρ, πήρε ένα μεγάλο μπουκάλι χλωρίνη
και το 'χυσε από λίγο λίγο σε όλα τα χρυσάνθεμα. Μόνο οι
χάντρες και τα σκόρδα απομείνανε στα ξερά κοτσάνια.
Και να μην μπορεί κανείς να εξηγήσει αυτή τη συμφορά.
Ούτε οι γείτονες, που κλήθηκαν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο, ούτε ο Σούλιας που ήξερε να συνεννοείται με τα φυτά.
«Ανεξήγητο!» «Αν ήταν σκουλήκι, θα ξεραίνονταν σιγά σιγά.
Να μπαρουτιάσουν έτσι από το βράδυ ως το πρωί;» Η άποψη
της Δαμάσκας ότι «ήταν σημάδι εκ Θεού», δεν έπεισε κανέναν.
Η Σιδερία έχυνε ποταμούς δακρύων και γενικά το σπίτι
έμοιαζε σαν να είχε λείψανο.
26

ΑΜΑΝ... ΑΜΑΝ!

Κανείς δε θ' ανακάλυπτε ποτέ την αληθινή αιτία για το
ξεψύχισμα σε μια νύχτα τόσων χρυσάνθεμων, αν δεν έβρισκε πίσω από ένα παρτέρι ο Λέος το άδειο μπουκάλι της
χλωρίνης.
- Πού το βρήκες αυτό, βρε; φώναξε ο Σούλιας και
όρμησε από το τραπεζάκι της αυλής που είχε καθίσει να
πάρει το βραδινό του.
- Εκεί πατέρα, πίσω από τα ξερά.
- Δαμάσκααα! Έλα 'δω! Εσύ μωρή άδειασες ένα μπουκάλι
χλωρίνη; Πού την έβαλες;
- Όχι, Σούλια μου. Ούτε που την άγγιξα.
- Σιδερία, εσύ ανακατεύτηκες με τη χλωρίνη;
- Εγώ; Δεν είμαστε καλά! Δεν ξέρεις πως με πειράζει στο
αναπνευστικό και δεν την πλησιάζω;
Εκείνη τη στιγμή γύρισε ο Σούλιας και κοίταξε τυχαία
τον Σέβη. Μέσα στα πελώρια μάτια του είδε γραμμένη με
κεφαλαία γράμματα την ενοχή του.
- Εσύ κωλόπαιδο, ε; Εσύ την έφκιαξες τη δουλειά!
- Όχι πατέρα. Δεν τα 'καψα εγώ τα χρυσάνθεμα.
Με τη δεύτερη χαστούκα ομολόγησε.
- Δεν το 'ξερα, καλέ... δεν το 'ξερα πως θα ξεραθούνε.
Μη με σκοτώσεις. Δεν το 'θελα.
- Δεν το 'θελες; Τότε γιατί το 'κανες; Να σου πω εγώ
γιατί, άχρηστε. Γιατί μας μισείς. Γιατί μας εγδικιέσαι. Γιατί
δε σ' αφήσαμε να ψοφήσεις. Γιατί σου δώσαμε ένα κομμάτι
ψωμί. Στο γερο-διάολο να πας καταραμένο. Γέννημα οχιάς.
Κι όλα αυτά συνοδεύονταν με τις ανάλογες κλωτσιές και
μπουνιές.
Η Σιδερία στεκότανε δίπλα κιτρινοπράσινη και απολάμβανε.
27

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

- Χτύπα το. Χτύπα το το φαλκονάκι. Σπάσ' του τα μούτρα. Λιάνισε το, Σούλια, πριν μας λιανίσει. Στ' ανάθεμα να
πάει. Στα τριπλοτσάκιδα. Διώχ' το, βρε Σούλια! Αυτή τη
στιγμή, κάλεσε το Εκατό να το πάει στ' ορφανοτροφείο.
Νισάφι πια!
Ο Λέος καθότανε σε μια γωνιά, κάτω από μια μεγάλη
ανθισμένη καμέλια. Έκρυβε το κεφάλι του πίσω από τα
φύλλα κι έκανε κάτι περίεργα σχήματα με τα χέρια και με
τη γλώσσα του.
- Αααα! Καλά σου κάνει! Αμέ! Εσύ δε μου χάλασες το
ποδήλατό μου; Εσύ δε μου 'σπασες τα στρατιωτάκια μου;
Καλά σου κάνει! Αμέ!
Κάθε φορά που δέρνανε τον Σέβη, ο μικρός κρυβότανε
πίσω από την καμέλια κι έκανε αυτά τα περίεργα σχήματα
με τα χέρια και τη γλώσσα του: «Γρρρ. Μπρρρ. Νααα. Αμέ!
Αμέ!» Ένιωθε μια παράξενη φούντωση όταν παρακολουθούσε αυτούς τους ξυλοδαρμούς. Σαν κάποιο χέρι να του
χάιδευε το πουλάκι του. «Γρρ. Μπρρρ. Αμέ! Αμέ!»
Μόνο η Δαμάσκα έτρεξε, όπως έκανε πάντα, ν' αρπάξει
τον Σέβη από τις χερούκλες του Σούλια.
- Αφησέ το, άντρα μου. Αμαρτία μεγάλη να το χτυπάς.
Ψυχούλα έχει κι αυτό.
Το μόνο που κέρδιζε κάθε φορά ήταν μερικές πατησιές
στους κάλους της και καμιά δυνατή σπρωξιά.
- Εσύ, τι ανακατεύεσαι;
Την περόνιασε με τη ματιά της η Σιδερία:
- Εσύ τον έκανες έτσι. Εσύ τον χάλασες. Μιλάς κι από
πάνω; Τι του φταίξανε τα χρυσάνθεμά μου;
- Σταμάτα πλιά. Φαρμάκι στάζει η γλώσσα σου. Εγώ θα
σου φυτέψω άλλα. Να το σκοτώσει θέλεις;
28

ΑΜΑΝ... ΑΜΑΝ!

- Να το σκοτώσει, ναι. Αυτό του πρέπει μετά από τέτοια
πράξη.
Ξέσπασε σε θρήνο η Δαμάσκα κι έφραξε με τη χούφτα το
στόμα της σαν να 'θελε να στομώσει τον καημό της.
- Γιε μ' γιε μ'.., Τι κακό έχω κάνει η δόλια!
- Πάγαινε μέσα, ρε, να μη σε βλέπω, συνέχισε ο Σούλιας.
Χάσου από τα μάτια μου, τέρας! Χάσου είπα!
Έτρεξε το παιδί κι έπεσε του θανατά στο κρεβάτι του. Κι
εκείνος άρπαξε το κρασοπότηρο που έπινε και το πέταξε
στο τσιμέντο.
- Άι σιχτίρ! Τούτο δεν είναι σπίτι, ρε! Κολαστήριο είναι!
- Αυτός τα κάνει, Σούλια μου, όλα. Αυτός ο κερατόσπορος. Ηρέμησε. Ηρέμησε, σε παρακαλώ, μη σ' ανέβει η
πίεση κι έχουμε άλλα. Ρίξε λίγο νερό στο πρόσωπό σου.
Πιες και μια γουλιά.
- Ασε με, ρε Σιδερία, κι εσύ! Ασε με!
Ο Σέβης έκλαιγε μέσα και κλοτσούσε τα κάγκελα του
κρεβατιού του.
- Μην κλοτσάς, αγόρι μου. Μην κλοτσάς και το σπάσεις
κι αυτό, γιατί μετά ποιος τους ακούει. Ησύχασε... Ησύχασε
να σε χαρώ.
Ύστερα από πολλή ώρα, κι αφού κόντεψε να σπάσει το
κρεβάτι και να γκρεμίσει τον τοίχο από τις κλοτσιές, ο
Σέβης ηρέμησε.
- Έλα, παλικάρι μου. Κάνε το σταυρό σου και ζήτησε
συγνώμη από την Παναγιά. Αλλη φορά το παιδί μου εμένα
δε θα ξανακάνει κακή πράξη.
Ήταν μισόγυμνος. Το κορμί του, χνουδωτό σαν το άγριο
ροδάκινο, άχνιζε. Έβραζε μέσα του το αίμα. Δε μιλούσε.
Κατάπινε μόνο χοντρές μπουκιές την πίκρα του και πνιγό29

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

τανε. «Ιχγκ... Ιχγκ...» Φούσκωνε το στήθος του και πεταγότανε, σαν από λόξιγκα δυνατό. Η Δαμάσκα πήγε στην
κουζίνα και του 'φερε ένα ποτήρι βυσσινάδα. Κι όπως του
πλησίασε το ποτήρι στο στόμα για να πιει, αντίκρισε τα
μάτια του και τρόμαξε: «Αμάν αμάν καρδούλα μου!» ψιθύρισε. «Μάτια λαίμαργα, ψυχή χαμένη...»
Εκείνη τη νύχτα ο Σέβης είδε στον ύπνο του πως ήταν ένα
μεγάλο γαλάζιο πουλί και πετούσε... Πετούσε ψηλά. Πάνω
από την πόλη και τους δρόμους, πάνω από τα σχολειά, πάνω
από τις εκκλησιές και τα σπίτια του Πεταμά. Πετούσε...
Πετούσε κι έκανε τσαλίμια με τις φτερούγες του στον ήλιο.
- Κι εσύ, Λέο μου, δεν έπρεπε να το δείξεις του πατέρα
σου το αδειανό μπουκάλι. Σε μένα έπρεπε να το φέρεις. Σ'
αρέσανε αυτά που γενήκανε απόψε στο σπίτι μας; Τ' αδέρφια πρέπει να ψυχοστηρίζονται, μάτια μου.
- Και πού ήξερα εγώ, καλέ... Καλά να πάθει, όμως. Είναι
κακός. Κι ο πατέρας το λέει και η θεία. Μαύρος και κακός
και εξαποδός. Αμέ αμέ...
- Ούι ούι μάνα μου! Λόγια φαρμακερά που λέει το κούτσικό μου! Δεν υπάρχουνε κακοί, μανάρι μου. Κακές είναι
μόνο οι πράξεις μας καμιά φορά. Κάνε το σταυρό σου και
πέσε να κοιμηθείς.
Πολλές φορές ο Σέβης, σε μεγάλους καβγάδες, είχε
σηκώσει χέρι στη θεία του:
- Στο διάολο πουτάνα!
Και να η κλοτσιά στο ξερό.
- Θα σου κάνω μήνυση, άτιμε. Χασάνη! Αύριο θα πάω
στο δικηγόρο μου. Έτσι θα σ' αφήσω νομίζεις;
30

ΑΜΑΝ... ΑΜΑΝ!

Ακόμη και τη Δαμάσκα κλοτσούσε αραιά και πού.
- Φύγε κι εσύ από μπροστά μου, μαλακισμένη!
- Ούι ούι, Παναγιά μου! Αμαρτία μεγάλη. Τη μάνα, καρδούλα μου; Ντροπής.
Τον Σούλια δεν τον είχε κλοτσήσει. Όχι γιατί δεν το
επιθυμούσε, αλλά τον έβλεπε έτσι σαν όρθια αρκούδα από
πάνω του και κατουριότανε.
Ο Λέος σε τέτοιες περιπτώσεις έδινε ρέστα. Τριβότανε
ανάμεσα στις δύο γυναίκες, τις αγκάλιαζε και τάχα μου
μιξόκλαιγε:
- Μανούλα μου! Μανούλα μου και θείτσα μου! Θείτσα
μου και μανούλα μου!
Εκείνες τις ώρες τις πονηρές, ο Λέος υποθήκευε συμπόνια και εισέπραττε αργότερα χαρτζιλίκι από τη θεία και
φιλιά από τη μάνα.
- Είδες εγώ θεία; Είδες πώς σ' αγαπάω; Δώσε μου ν'
αγοράσω σοκολάτα.
- Πάρε, αγόρι μου. Εσένα σου αξίζουνε πολλά. Δε μοιάζεις εσύ μ' εκείνον τον άλλο τον τρώιλα που μπλέχτηκε στα
πόδια μας.
- Μαμά, εγώ σε χτύπησα ποτέ;
- Την ευχή μου να 'χεις αγόρι μου. (Και δώσ' του φιλιά).
Αυτό μας έλειπε. Ν' αρχίσεις κι εσύ.
- Εμένα δε μ' αγαπάς περισσότερο από τον άλλο;
- Δύο παιδιά μου 'στειλε ο Θεός, Λέο μου, δύο στη μέση
έκανα κι εγώ η δόλια την καρδιά μου. Πάψε να μου βάζεις
σπιουνιές, να σε χαρώ!
Το χτήμα στον Πεταμά ο γερο-Νικήτας και η γυναίκα
31

γυναίκα. τα έχει όλα όπως τα λες. φούσκωνε και κορδωνόταν σαν βαρβάτος πετεινός. καρακάτσουλο πέθανε. Είχε καλή δουλειά. ετούτος ο κόντες Ραπανάκης που μας ξεφύτρωσε.Μωρέ. Αυτό βέβαια ήταν μια απλή φαντασίωση της Σιδερίας. Δεν είχε καμιά σχέση με την πραγματικότητα. γυναίκα. Δε μοιάζει ισκιωμένος άνθρωπος. καρακάτσουλο γεννήθηκε. Ασε που έχει ένα γυάλος πονηρό στο ματάκι του. πάσο. έχει τα κάλλη της. που ήταν η τρίτη. είχε αγοράσει οικόπεδο κοντά στον Πεταμά.. αλλά εντός σχεδίου 32 . .Δε μ' αρέσει. Μα κείνο το γυάλος στο ματάκι.» Έτσι τους τραγουδούσε η κυρα-Όλγα και τις έφτυνε. .Τύχη χρυσή είχε το κορίτσι μας και λέγε εσύ τις τρέλες σου. Εδώ μου κάθεται. Δε χρειάστηκε τίποτα.. .Σκατούλες! Αλλά αφού τον γουστάρετε μάνα και κόρη. σαν άγαλμα. δικό του βαφείο αυτοκινήτων. ένα πρόσωπο τριανταφυλλένιο κι ένα κορμάκι χυτό. βρε Νικήτα. Γιατί μόλις την είδε ο Πόλυς (Πολύκαρπος το κανονικό). Η άμοιρη. Λεβέντης είναι. «Όνομα και πράμα!» θαύμαζε ο Νικήτας. . Η όμορφη της παρέας ήταν η δεύτερη. τον χτύπησε κατακέφαλα ο έρως.Γιατί. ο Πόλυς ήταν σίγουρα νοικοκύρης. Κι η Σιδερία. . τσακίρικα. «Η μια κεντά τον ουρανό κι η άλλη το φεγγάρι κι η τρίτη η ομορφότερη κεντά τον Ιορδάνη. Κάτι μάτια πράσινα.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ του η Όλγα το αγόρασαν για να προικίσουν τις τρεις θυγατέρες τους. νέος. τι άλλο θέλεις. «Ετούτη η θυγατέρα μας. η Αγγέλα.» Κι έτσι έγινε. Δε χρειάζεται τίποτις άλλο. Ασχετα με το «πονηρό γυάλος» που είχε διακρίνει ο κυρΝικήτας στο ματάκι του. έχει την περιουσία του. δουλευταράς.

ΑΜΑΝ. του 'λεγε η κυρα-Όλγα.» Αυτό άρεσε ιδιαίτερα στην κυρα-Όλγα. συμπεριφέρεται και ο μουσαφίρης.. .ΑΜΑΝ! και τέλειωνε τον δεύτερο όροφο. Μα επειδή δεν ήταν μόνο άνθρωπος της τάξης αλλά και της λούφας. Κι ύστερα. Δεν το 'χε για καλό.Καλέ! Γεννήθηκε σου λέω με αναποδογυρισμένη την ψυχή. Με το ξερό βρακί να μου τη στείλεις τη θυγατέρα σου.. το 'κανε γαργάρα το γεγονός. Πρώτα λογάριαζε να παντρέψει τη Δαμασκηνή.Ο κόμπος στο χτένι δεν είναι η τρανή.ποτέ του δεν χώνεψε αυτόν τον «κόντε Ραπανάκη». . Γεννιέται ο άνθρωπος. που πανηγύριζε γιατί ξεφορτώθηκε ένα θηλυκό χωρίς καθόλου να το καταλάβει. Κατά την υποδοχή. η στερνή. «Μακάρι όλα τα κορίτσια του κόσμου τέτοια τύχη σαν της Αγγέλας μου!» Στους πανηγυρισμούς της γυναίκας του δε συμμετείχε ο Νικήτας . Νικήτα.Ε. «Δε θέλω τίποτα. που φώναζες στη μαμή. Ποιος θα τη λουστεί αυτή. δε γίνεται. Θα ξεχάσω νομίζεις. κυρΝικήτα. Κι αυτά που λες εσύ είναι παραμύθια. Είναι 33 . να το πετάξει στο ρέμα. Δεν του άρεσε καθόλου που άρχισαν τα παντρολογήματα από τη μέση. Αυτή είναι μυαλωμένη και θ' αποκατασταθεί. . το είδες στραβά. μόλις σου είπε πως είναι θηλυκό. Αυτή έχει όλο το ασκέρι των δαιμόνων μέσα της. Ξεφουρνισμένο το ψωμί. . δεν παίρνει να φουσκώσει. Εγώ το 'νιωσα πριν ακόμα την αντικρίσω. Έχει και τα καλά της. ο Νικήτας ήταν άνθρωπος της τάξης. δεν έχει μόνο ψεγάδια. μωρέ γυναίκα! Απ' όταν το γέννησες αυτό το κορίτσι.Αμάν. Μου λες. Το κακό σπυρί είναι η άλλη.

ο Πόλυς ιδιότροπος. Ο Νικήτας κούνησε το κεφάλι του. Τον τρίτο χρόνο οι άγγελοι γίνανε δύο και τα πράγματα δυσκόλεψαν. Ίδιος η μάνα του. 34 . Αν θέλει να 'ρθει καμιά να σε βοηθήσει. Παντρεύτηκε η Αγγέλα και πάνω στο χρόνο απόχτησε το πρώτο της αγόρι. δεν θα το επέτρεπα αυτό. Μοιάζετε. Ένας άγγελος κι αυτός. Αυτό είναι. αν ήμουν άντρας σου. Τότε ήταν που η κακή της μοίρα την οδήγησε ένα βροχερό απόγευμα του Γενάρη να πάρει τους αγγέλους της και να πάει να ζητήσει βοήθεια από την οικογένειά της. Απλώς. κατέβασε μια δύο κούπες κρασί και ξερόβηξε. Εγώ πάντως.Μοιάζουμε! Τρόπος του λέγειν.Ο έχων τα γένια να εύρει και τα χτένια. δύο μωρά. Δεν ήταν βέβαια και καμιά προκομμένη.Δεν μπορώ! Θ' αρρωστήσω! Σπίτι. Γι' αυτό παίρνεις πάντοτε το μέρος της. Πράττομεν αναλόγως. Μέχρι να σηκώσουν το ένα ποδάρι σαπίζει το άλλο. . έστριψε το μουστάκι του. Επομένως. Λίγα τα 'χεις αυτά. Οι άλλες είναι μουρόχαυλες. Ας έρθει μια σας να με βοηθήσει. βρείτε τα.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ εργατική και ξύπνια. . Κουραζότανε πολύ. όταν βλέπουμε να 'ρχεται ο άλλος καταπάνω μας και να δείχνει τα νύχια του.Από που 'σαι κλωναράκι. . εμείς δεν αρχινάμε το «Πάτερ ημών». Αλλά. Από κείνο το δεντράκι. ας έρθει. . Αλλά πάλι. μάνα και θυγατέρες είσαστε. Η κυρα-Όλγα είχε τα αρθριτικά της. Κάθε φορά για να σηκωθεί από την καρέκλα έκανε δέκα μανούβρες. δεν της έμενε καιρός ν' ασχολείται με τον Πόλυ κι εκείνος άρχισε λίγο λίγο τις γκρίνιες και τα καβγαδάκια. δε μου πέφτει λόγος. Να εισχωρήσει ξένος δάχτυλος στο οικογενειακό μου άσυλο. Δεν τις βλέπεις. δεν τα καταφέρνω.

.ΑΜΑΝ. Από γύρω γύρω μαζεύει ο καιρός... .και προς τι. Ήταν η ανόητη σαύρα που κρύφτηκε στη ρίζα του αλεξανδρινού. Έρχεται βροχή. πήρε παραμάσκαλα και τον έναν άγγελο και μπρος.Θα 'ρθω εγώ. ΑΜΑΝ! για βοήθεια ούτε λόγος. Ήταν η μικρή αράχνη που στήριζε μια μεταξωτή κλωστή σ' ένα φύλλο του γιασεμιού κι ύστερα κρεμόταν πάνω της και νανούριζε τους πόθους της. πετάχτηκε η Σιδερία.. αλλά εκείνο τον καιρό πήγαινε και στη μοδιστρική. άσε που ήταν πιο αργή από την Αγγέλα.. Ήταν οι κόμποι από το φαρμάκι στην ψυχή της Σιδερίας που έσταζαν πάνω στα κυκλάμινα και τα ξέραιναν. Ήταν ένα βουρκωμένο απόγευμα του Γενάρη. Ήταν η αγάπη της Δαμάσκας που άνοιγε τα μπουμπούκια της μπιγκόνιας.. Η Δαμασκηνή πάλι. Ήταν η αναπνοή του Λέου που τρεμόπαιζε στα φτερά της άσπρης πεταλούδας και δεν την άφηνε ν' αποκοιμηθεί. Μάζεψε τα ρουχαλάκια της σ' ένα ριγέ υφαντό σακούλι. 15 ..Βιαστείτε! φώναξε ο κυρ-Νικήτας. Ήταν όλ' αυτά ανακατωμένα. . Ήταν ο αναστεναγμός από τον ξεσταχιασμένο έρωτα του Σούλια που έκανε τις πέτρινες βρύσες να ιδρώνουν. Ποιος μπορούσε να τα ξεχωρίσει . γιατί φοβήθηκε τη σκιά της ερημιάς.. που δεν άντεχε πια να τσακώνεται με τη μάνα της και προσδοκούσε κάτι για ν' αλλάξει η ζωή της. Ήταν η φτερούγα από τ' όνειρο του Σέβη που καρφώθηκε σαν το σουγιά σε μια γινωμένη ρόγα σταφυλιού.

. Ένα σερμπέτι ειν' όλα.. Ένας καημός. Αμάν αμάν καρδούλα μου. Μια σταγόνα δροσιάς.. 36 ..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Αμάν αμάν καρδούλα μου! Ένας σεβντάς ειν' όλα. πάνω στο πολύχρωμο κεφάλι της νιογέννητης κάμπιας.

μωρή!» ήταν σαν να της έλεγε. Μην το παίρνεις και πάνω σου. γαβγίζει. «Φρόνιμα. Γιατί. πήρε το δικανό του και τη σκύλα του και ξεκίνησε για κυνήγι.Να λάβετε τα μέτρα σας. είχε καταντήσει η μάστιγα της γειτονιάς.Στο κυνήγι. κύριε Πάρδο. Μέχρι και την αστυνομία του είχαν φέρει του Σούλια.Καλά. Θα δω. θα πας.» . . Στην ανάγκη.» Και η σκύλα καταλάβαινε κι έβγαζε τη γλώσσα της και του 'γλειφε τα χέρια. . Ν' αποχωριστώ το ζωντανό μου γιατί έτσι το θέλησαν οι σπιούνοι. Θα κελαηδάει. «Σ' αφήνω εγώ. Μόνο τις νύχτες. Δεν μπορεί. Βρε δεν πάνε να χεστούνε. «Μην ακούς. να μην αφήνει κανένα να κοιμηθεί.Ναι. Αυτή η καφετιά γκέκικη σκύλα. να το απομακρύνετε. Σκυλί είναι. Τι θα κάνει.Τι να κάνω. που δεν έβλεπε το φεγγάρι. κυρ-αστυνόμε. κυρ-αστυνόμε. επειδή σεληνιάζεται το σκυλί σας.Σηκώθηκε αξημέρωτα ο Σούλιας. . η Πανωραία. 37 . Σούλια μου. Να της βουλώσω το στόμα ή να καταπιώ το φεγγάρι. . Κι ύστερα γύριζε και χάιδευε τη σκύλα στο κεφάλι. Θ' αρωτήσω κανένανε. ησύχαζε. φρόνιμα.» Και σκεφτότανε: «Αυτό έλειπε.

Τα 'πνιξε το χορτάρι. θάλασσες. απ' όταν θα γεννηθεί ο άνθρωπος. βουνά. . . «Ν'ακούσω γερακιού φωνή». άντρα μου. Δάση. Χωρίς κανείς να τον αναγκάσει. μάζευε μανιτάρια κι αγριοράδικα. «Τόση λευτεράδα έχει δοθεί στον άνθρωπο. όπως τα 'λεγε.. κοίταζε γύρω γύρω και χόρταινε η ψυχή του. Και πάει ο ζεβζέκης και χώνει το ξεροκέφαλό του σε μια τρύπα και καταδικάζεται.Ό. ανέβαινε ψηλά στα βουνά του χωριού του.Μείνε ήσυχος. Άλλωστε ποτέ δεν έτρωγε αυτά που χτυπούσε. τώρα θα πηγαίνω και τις καθημερινές! .Κοίτα να φέρεις καλαμπόκι για τις κότες και να ξελακκώσεις τα δέντρα πίσω. έπινε κανένα τσίπουρο. Σπάνια η Πανωραία έβγαζε και κανένα λαγό. «και φάλκο να λαλήσει. Αυτό θέτει σαν σκοπό της ζωής του. Πότε χτυπούσε κανένα πουλί... Το 'κανε πιο πολύ για να γυρνοβολάει στα βουνά και να παίρνει τον αέρα του. πότε δε χτυπούσε τίποτα.. άντρα μου. Δεν τα βλέπεις. . Θ' αργήσεις. Ο Σούλιας δεν το 'κανε τόσο για τους λαγούς ή για τα ψοφόπουλα. τη ζημιά 38 .» σκεφτότανε.Ε. Προς τι μου μανίζεις πρωί πρωί. πεδιάδες. «Τόση λευτεράδα λοιπόν. σιγοτραγουδούσε.τι θέλω θα κάνω! είπε απότομα ο Σούλιας και βρόντηξε την πόρτα. ύστερα καθότανε σε μια πέτρα. τόσο πλούτος. Όταν πήγαινε για κυνήγι.Καλά. επιδιώκει την καταδίκη του.. Για κοίτα ρε τόση λευτεράδα! Τόσο πλούτος! Και πάνε χαμένα! Λοιπόν. Μόνος του.. .» Γύριζε στις ρεματιές. Μα ξέρω πως μόνο τις Κυριακές πηγαίνεις.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . έτρωγε ελιές και παξιμάδι. Λοιπόν.Όχι.

Αυτός δύο γυναίκες είχε γνωρίσει στη ζωή του... Εκεί μέσα σαπίζουνε όλα και βρομάνε. Την Άννα (κοντοστούπα την έλεγε όταν ήθελε να την πειράξει) και τη Δαμασκηνή. ερχόταν τούμπα ο κόσμος όλος. όταν κατηφόριζε να φύγει μουρμούριζε κάποιο άσμα που του άρεσε ιδιαίτερα κι έδενε με το σκηνικό: «Να 'μουν το Μάη γάιδαρος.» Αυτή ήταν η γενικότερη φιλοσοφία του Σούλια για τις σχέσεις Θεού και ανθρώπου κι αυτά σκεφτότανε όσες φορές ανέβαινε στα βουνά και φούσκωναν τα στήθια του από τη «λευτεράδα». μίσησε πολύ τον άνθρωπο. όλο το χρόνο κόκορας και γάτος το Γενάρη. Πούτσες που λένε πως τον αγάπησε περισσότερο από τ' άλλα πλάσματά του. αν υπάρχει βέβαια. Εκείνη την ημέρα στο κυνήγι. και το «πλούτος». Μωρέ τον μίσησε και του 'δωσε το μυαλό για να τυραγνιέται.» Και γάιδαρος ο Σούλιας να ήτανε και κόκορας. Αλλιώς δεν εξηγείται η κατάσταση. Την Άννα. όπως τον άσο φίλτρο. Μια φαντασίωση ήταν το τραγουδάκι και τη φουμάριζε.. Κι αυτή η «λευτεράδα» που έλεγε. Το μυαλό είναι σκοτεινό σαν σπηλιάρι.. Εκείνο είναι που τα χαλάει όλα. τον Αύγουστο κριάρι. σπουδαία πράγματα δεν θα είχε κάνει ποτέ. Δεν ήταν τα γράδα του για μεγάλες επιδόσεις. ΑΜΑΝ! την κάνει το μυαλό. να κάνει την πλάκα του. καθώς θαύμαζε το έργο του Υψίστου και φιλοσοφούσε. Ο Θεός λοιπόν. του 'ρθε πάλι μπροστά του η 39 . Αν ήταν στα μεγάλα του κέφια. Κάθε φορά που την έφερνε στο μυαλό του. Να τυραγνιέται και να βλέπει ύστερα εκείνος. γινότανε οχιά δικέφαλη και του φαρμάκωνε την ψυχή.ΑΜΑΝ.

Να μάθω για τη ζωή της. θα την ανακαλύψω. η αναπνοή του. Ήμουνα νιος και γέρασα.. Αλλά τι να το κάνεις.... Το καπάκι μου. Όλα τ' άλλα. Τι μου χρώσταγε. «Τόσος καιρός πέρασε. Ποτέ δεν είναι αργά. Κι ύστερα σου λένε πως ο κόσμος είναι μικρός. Άσ' την αυτή. Όλ' αυτά τα χρόνια. το έργο του σίγουρα θα έμενε λειψό και άχαρο. το βελούδινο βλέμμα κι εκείνο το στιφό χαμόγελο. Να τη δω μια στιγμή κι ας είναι η τελευταία μου. Αυτή ήταν ο ήλιος του. την ασχημούτσικη. τα κατσαρά κοκκινωπά μαλλιά. Σκατά. Αν ο Ύψιστος δεν είχε πλάσει την Άννα. γιατί ο κερατάς να μην ψάξω μια φορά να βρω τα ίχνη της. Πουθενά. Η καρδιά του έσταζε ροσόλι για πάρτη της. με το αδύνατο κορμάκι. Κι η κυρά Δαμάσκα. η γυναικούλα. Δεν μπορεί να την κατάπιε η γης.η εικόνα που συμπλήρωνε πάντα το μεγαλείο του κόσμου. την ασχημούτσικη. μωρέ. Δεν είχε μάτια για καμιάν άλλη. Θα ψάξω. Τι ν' απόγινε αυτή η γυναίκα αλήθεια. θέλω.. Για τους άλλους είναι απέραντος. Ακόμη περισσότερο ερωτοχτυπημένη ήταν 40 .. να διαβώ. τη γνώρισε ο Σούλιας τον τρίτο χρόνο που κατέβηκε στην Αθήνα.... Μικρός είναι ο πούστης για όσους τον διαβαίνουνε καβάλα... Την Άννα την κοντοστούπα.» Πέρασε το τουφέκι στον ώμο του.. Την Άννα την κοντοστούπα.. Απέραντος κι έρημος. Αυτό θα κάνω τώρα. Διάβα μέρα. έριξε δυο βρισιές της Πανωραίας για εκτόνωση και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Η Άννα ήταν το ταίρι μου σ' αυτόν τον κόσμο. Κανείς δεν τη συνάντησε. θα μου πεις. Ένα δεν μπορώ να καταλάβω.. Στρατιώτης πιστός.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ εικόνα της Άννας .. θ' αρωτήσω. Δε ματακούστηκε. ο αέρας του. Να τη δω. Καλή μου στάθηκε.

που του μάραινε και του τσάκιζε όλα τα υπόλοιπα. Μια τόσο δυνατή επιθυμία. Και θα κρατούσε ίσως μια ολόκληρη ζωή. εγγόνια. την είχε περάσει από σαράντα κύματα. Έλιωνε στην αγκαλιά της. ήθελε να τη δοκιμάσει και σ' αυτό. ΑΜΑΝ! εκείνη. Δυο μαγκούφηδες να κοιτάμε ο ένας τον άλλο. Εγώ θέλω κόσμο γύρω μου.ΑΜΑΝ. Φύτρες. Η Άννα ήταν πάντοτε η πρώτη. δεν τα κατάφερε. μα δεν την ήθελε για γυναίκα του.Οι δυο μας. Κλαδιά και παρακλάδια. η μοναδική. Τη μοναδική! Ήθελε οικογένεια ο Σούλιας. τη γούσταρε. θα δυστυχήσω. Κι ο Σούλιας εκεί. Και τι δε μεταχειρίστηκε η άμοιρη για να συλλάβει. Την Άννα την κοντοστούπα. .. μηδέν στο πηλίκον. ένας τιποτένιος. Ρίζες. αν δεν έτρεφε μέσα του ο Σούλιας αυτή την καταραμένη επιθυμία να διαιωνίσει το είδος. θ' ανοίξουμε σπιτικό. Γύρισε γιατρούς. Θέλω παιδιά. Πριν τη χρίσει επίσημα κυρά του. δε γίνεται να προχωρήσουμε. την αγαπούσε. Μην κοιτάς τώρα που γλείφουμε τα μέλια και τα σορόπια. Πίστευε πως ο άνθρωπος είχε υποχρέωση ν' αφήσει απογόνους σ' αυτή τη γη.Αφού δεν πιάνεις παιδί. μωρή.. Αφού δε γίνεται αυτό μαζί σου. Κι η Άννα εκεί. . Άκουγε «Σούλιας» και γινότανε φλόγα. Ο έρωτας κράτησε πέντε χρόνια. αλλιώς ήταν ένας άχρηστος. Κώλωσε. γύρισε πραχτικούς. Θα 'ρθει μέρα που θα σ τ ο χτυπάω και θα σε 41 . Δεν είχε τα κότσια. Ακόμη και τον έρωτά του για την Άννα. η μεγάλη. Άνεμος. Σαν το μουλάρι. δισέγγονα. γύρισε μάγους. Την ασχημούτσικη. Πριν της παραδώσει την καρδιά του. Θέλω να καρπίσει ο σπόρος μου. Καπνός.

.Σιδερία.Γιε μ' γιε μ'. Τρέχα φώναξε και τα παιδιά να μαζευτούν. Που 'γινες δούλα απλήρωτη στους Πάρδους. Σ' ένα χρόνο παντρεύτηκε.. (Μαρμάρα ήταν η λέξη που χρησιμοποιούσε η μάνα του όταν αναφερότανε σε στείρα γυναίκα. Έρχεται. η Μαρμάρα. . Η ζωή μου. . Η Άννα η κοντοστούπα. ύστερα τα βαριά βήματα του Σούλια.) Στο τέλος την παράτησε. του ορκιζόταν πως αν την αφήσει θα πεθάνει. τα περάσαμε. Τ' άλλα είναι γκομενιλίκια. μα πίσω δεν έκανε. Έκλαψε.. παιδιά. Μαρμάρα γυναίκα εγώ δεν παντρεύομαι. Τι θέλεις να κάνω. τη Δαμάσκα. Πώς με πήρε η μέρα από κάτω σήμερα! . αδερφή. Ώρα την ώρα θα 'ρθει ο Σούλιας και δεν εζέστανα το φαγητό.. Τα ζήσαμε. η ασχημούτσικη.Αυτοί είναι οι άνθρωποι μου.Γάμος πάει να πει οικογένεια. από συνοικέσιο. και. Χεστήκαμαν! 42 . . έλεγε και κόμπαζε. υπέφερε. παράτα το πλεχτό και φέρε μου ένα προσάναμμα ν' ανάψω τη μασίνα. . Θ' αντέχεις να μ' ακούς.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ καθίζω στο σκαμνί. αλλά ποιος Σούλιας είναι πότε· ικανός να τις γνωρίζει. «Καρπούζι με τη βούλα». ώρα να σοβαρευτούμε.Η μοίρα σε πήρε από κάτω. Πρώτα ακούστηκαν τα γαβγίσματα της Πανωραίας. . αν δεν είχε φροντίσει πρώτα να την γκαστρώσει. Τίποτα ο Σούλιας. Άλλες βέβαια οι βουλές του Κυρίου.. Κι ούτε μ' αυτή θα 'φτανε στο μυστήριο. Τι σε πιάνει κωλοπιλάλα.Ε. Πονούσε κι αυτός. έπεσε στα πόδια του..

Η Δαμάσκα έκλαιγε κουλουριασμένη σε μια γωνιά σαν έμβρυο.Δεν τη σβάω. . Προς τι στενοχωριέσαι. μωρή.. Όλα του φταίγανε. Στο μυαλό του είχε κολλήσει η ιδέα να ψάξει για την Άννα. άντρα μου. δεν κατηγορούσε κανέναν.. Προσέχω. Έγερνε το κεφάλι της στον ίσκιο του Θεού κι απάγκιαζε.Καίει. άντρα μου. Τη σβας! . . . . Σούλια μου.Σβας τη φωτιά.Να ψήσω λίγο τυρί. Όταν άνοιγε καμιά φορά το στόμα της ήταν για να πει «ο Θεός είναι μεγάλος».Το τυράκι ψένω..Καίει η μασίνα. Με τον τραχανά θα το πιω. Τα χείλια του ήταν ζαρωμένα.. ΑΜΑΝ! Ο Σούλιας μπήκε μέσα σκοτεινός σαν φορτωμένο σύννεφο. .Τη σβας. Αυτό κάνεις. . . Κι η σαλατούλα σου.και της έδωσε μια σπρωξιά που την πέταξε στην άκρη της κουζίνας. . Το στόμα του πικρό.ΑΜΑΝ. όλα του βρομούσανε. Ποτέ της δεν έλεγε τίποτα. Πέρασε πρώτα να πλυθείς.Τι κάνεις εκεί. Δεν το 'ξερες πως θα πιω ένα ποτήρι κρασί.. μωρή. κι άλλα τέτοια παρόμοια. Η ψυχή του πηχτή σαν τη μούργα. 43 . .Καλώς τονα! Έτοιμο είναι το φαγητό.Καλά σου κάνει! της έλεγε η Σιδερία μετά που καθίσανε οι δυο τους στην κάμαρη. «ο Θεός ξέρει». την Παναγία σου. άντρα μου. .Εγώ. εγώ θα στο ψήσω. όλα τον τρυπούσανε σαν σακοράφες.. Να και το ψωμάκι σου.Πού είναι το φαγητό. Δεν τη βλέπεις. . να πάρεις μιαν ανάσα. .

. . θα 'λεγα ναι. θα 'ναι άλλα. πλιά! Σταμάτα! Έχει κι αυτό τα βάσανά του.. Να σηκωθείς επάνω και να του πεις: Φεύγα. Όταν μιλούσε η Δαμάσκα για τον άντρα της.Τι να του πω. . Ποια παιδιά του. Αλλά σε τι.. Κάθε καμινάδα καπνίζει τη δική της πίκρα. μωρή. κι αυτός «σβας τη φωτιά».Καλέ σιγά το σπίτι! . Μόνο εμείς νομίζεις είμαστε. Φεύγω θα μου πει. Να χαλάσω το σπίτι μου θέλω. Θου Κύριε. Κοτάει να μου πει τίποτα εμένα.Καλά σου κάνει! επέμενε η άλλη. Είδες εγώ. «σβας τη φωτιά». Μα τέτοιο ζώον που είσαι! Μη στεναχωρηθεί ο Σούλιας.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Δεν είμαστε νοικοκυρές..Τίποτα. Πού ξανακούστηκε να μας χορεύει σαν τις αρκούδες ένας Αρβανιταράς.. Κι αν δεν είναι αυτά.. Σε ποιόνα φωνάζεις. Από την αρχή δεν έπρεπε να του δώσεις τόσον αέρα. ρε! Έξω! Δικό μας είναι το σπίτι. Θα φωνάξει εκειός πιο δυνατά.Σταμάτα. Άλαλη είσαι.Άλλο είσαι εσύ. κυρά μου.. Μια χαρά κοπέλες! Ούτε κουτσές ούτε στραβές ούτε του δρόμου είμαστε. Δεν έχεις νεύρο. .. αδερφή. Δεν μπορείς να υπερασπίσεις τον εαυτό σου. μη θυμώσει ο Σούλιας. Ξερό δεντρί κι αυτό το δύστυχο. τις πίκρες του.Έτσ' είναι. Η φωτιά έκαιγε καμίνι. τον έκανε 44 . Και θα φύγει. Ορίστε.. . Αυτό θέλω εγώ. Δεν πάτησες ποδάρι από την αρχή. Δεν είχε άλλη αφορμή να βρει το χτήνος. . Και να είχε να μας κατηγορήσει σε τίποτα..Κι εσύ αν είχες καλή πολιτική θα 'σουνα κυρία τώρα. να τος τώρα ο Σούλιας στο σβέρκο μας να χορεύει καρσιλαμά. Στη δούλα σου. δηλαδή.. μην κλάσει ο Σούλιας. Σ' όλες τις οικογένειες το ίδιο γίνεται. Άκου. Δε νοιαζόμαστε για τα παιδιά του.

Να το τό όνειρο. οι δύο μικρές δίδυμες κουκουναριές φιλήθηκαν σταυρωτά και ψιθύρισαν: «Να το τό όνειρο. Ξέσκεπη θα 'σουνα. ΑΜΑΝ! πάντοτε ουδέτερο. πως χάριζαν στο Νοτιά.. που η Σιδερία φορτώθηκε στο ένα χέρι τη ριγέ σακούλα με τα υπάρχοντά της και στο άλλο τον μικρό άγγελο και κίνησε για το σπίτι του Πόλυ. που οι δυο μικρές δίδυμες κουκουναριές στον κήπο προσπαθούσαν να εξηγήσουν τ' όνειρό τους.. Σάμπως κι η κυρα-Όλγα δεν το 'χε δει αποβραδίς το όνειρο.Βγήκα. λέει. . Σα να μιλούσε για κανένα παιδί.. για να τον καλοπιάσουν. Όταν ήρθε η Αγγέλα εκείνο το δακρυσμένο απόγευμα να ζητήσει βοήθεια.» 45 . Φωνάζω τα κορίτσια να τ' αρωτήσω τι συμβαίνει και παρουσιάζεται πρώτη η Αγγέλα μας τελείως φαλακρή. Η δυνατή βροχή.. Δεν πήγε το μυαλό της παραπέρα. λέει.. ο Θεός είχε καθίσει σταυροπόδι κάτω από τη μεγάλη σκουλαρικιά κι έκανε παιχνίδι. «Αυτό». Κοιτάζω έντρομη και βλέπω πίσω της τη Σιδερία να φοράει ένα κόκκινο φουστάνι και να κρατεί σ' ένα μεγάλο δίσκο τα μαλλιά της αδερφής της. ξερόβηξε ο Νικήτας κι έστριψε το μουστάκι του.. «το είδες». όλα τα δροσερά κλαριά και τις κουκουνάρες τους. Είχαν δει.ΑΜΑΝ. Ήταν ένα πικρόχολο απόγευμα.. Νικήτα μου. Όταν άρχισε να νυχτώνει κι έπιασε δυνατή βροχή. . η κυρα-Όλγα χαμογέλασε. Εκείνο το βροχερό απόγευμα του Γενάρη. στην αυλή και βλέπω τη ροδιά μας κάρβουνο. «άστο». Αηδίες. Οι δυσκολίες της Αγγέλας. .Όνειρα.

Πού ξέρουν οι άνθρωποι και οι μικρές δίδυμες κουκουναριές να διαβάζουν τα μελλούμενα. τρεις. Αυτά τα καταραμένα ούζα ήταν η αρχή του κακού. ξερίζωσε τις μικρές δίδυμες κουκουναριές. Τίποτα δεν του άρεσε του Πόλυ μέσα 46 . που προερχόταν από την ιδιοσυγκρασία της Αγγέλας. Εκείνη την ώρα πάντα η Αγγέλα κοίμιζε τα μωρά της κι ο Πόλυς. φώναζε τη Σιδερία να του κάνει παρέα. δυο. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά στο σπίτι της Αγγέλας. αποφάνθηκε ο γερο-Νικήτας όταν έμαθε για τους τσακωμούς του ζευγαριού και ζήτησε από το γαμπρό του να του ομολογήσει την πάσαν αλήθεια. όσο την ήθελε ο Πόλυς που κατέτασσε τον εαυτό του στους μεγάλους πηδηχταράδες. Μια. Είχε κερδίσει τον πρώτο γύρο. Αυτή η ψυχρότητα. ο Θεός έτριβε τα χέρια του κάτω από την κόκκινη σκουλαρικιά.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Δεν πήγε το μυαλό τους παραπέρα. αρχίσανε να πετάνε σπίθες τα ματάκια. . Η Σιδερία μεγαλουργούσε.. .. για να μην ουζάρει μοναχός. Η φτωχή Αγγέλα δεν ήταν ποτέ τόσο θερμή στον έρωτα. τα παιδιά στην εντέλεια και ο Πόλυς να ουζάρει κάθε βράδυ στην βεράντα του πανευτυχής.. Κι είχε δίκιο ο γέρος. Την έγδυνε κι αυτή μάζευε το σεντόνι και σκεπαζόταν τη χαϊδολογούσε κι αυτή ζάρωνε σαν το σκουλήκι όταν το ακουμπάς μ' ένα ξυλάκι. ήταν η αιτία ν' αρχίσουν οι πρώτες γκρίνιες..Δε συμμετέχει. Το νοικοκυριό στην τρίχα. Την άλλη μέρα ένας μεθυσμένος τζογλαναράς Νοτιάς. Την άλλη μέρα. παραπονιόταν ο πηδηχταράς. .Αλίμονο από τον άντρα που δε σηκώνεται χορτάτος από το κρεβάτι του. «Νερουλή» την αποκαλούσε.

. «Τόσο έμορφη γυναίκα!» σκεφτόταν.. την παράλλη τ' αγγελόμορφα τέρατα που έκλαιγαν. Κάτι του λείπει πάντως. Ένιωθε τη μυρουδιά του ιδρώτα του να της σπάει τα μηλίγγια. Και τι να πει τώρα για το φαγητό. Τίποτα. Σ' αυτά την Αγγέλα δεν την έπιανε καμιά.Χριστός και Παναγιά! Αμπαρόριζα στον καπαμά. Στριφογύριζε στο στρώμα. Τη μια του 'φταιγε το πουλόβερ που του 'ξυνε το σβέρκο. σαν να 'χε πάθει ελαφρύ εγκεφαλικό! . Νόστιμο δεν είναι. κοκόνα μου... Ή ο καπαμάς.Εμ.Ματάκια ειν' αυτά..Σ' αρέσει το φαγητό.. όπου και ν' ακουμπούσε το κορμί της 47 ...ΑΜΑΝ. που δεν είχε αμπαρόριζα. Πόλυ. τίποτα δεν τον ευχαριστούσε......Εμ. . .. Γι' αυτήν κι αν ήτανε ζάχαρη! Πού να κοιμηθεί το βράδυ. την άλλη το κρεβάτι που ήταν σκληρό. Πώς κατάφερνε έτσι και χαμογελούσε. . ή ηλεκτρισμένα σύννεφα που μου ρίχνουν κεραυνούς. Χιχίριζε η Σιδερία λες και τη γαργαλούσαν είκοσι δάχτυλα μαζί. Αν είχε και λίγη αμπαρόριζα. Κι όλο ξίνιζε τα μούτρα του κι έφτυνε τα λόγια του. λαχάνιαζε. Ζάχαρη ήταν.... «Και να μην έχει συμμετοχή! Πού να το φανταζόμουνα ο καντέμης! Πίστευα πως στην αρχή αντιδρούσε έτσι επειδή ήταν αμεταχείριστη. Πιάστηκα αδιάβαστος.. Εκείνο το παιχνίδισμα των ματιών με τη Σιδερία την ώρα που κατέβαζε τα ουζάκια ήταν μια παρηγοριά..» Κι όλο γκρίνιαζε και μουρμούριζε. ΑΜΑΝ! στο σπίτι... Καλό. την αναπνοή του να πέφτει πάνω της και να γεμίζουν οι φλέβες της δυναμίτη.. που δεν είχε ψεγάδι. . Το χαμόγελο του ήτανε πάντοτε μισό. Η κάβλα με την εμορφιά ουδεμίαν σχέσιν έχει. Μωρέ τι παρηγοριά.

μέσα στην αγκαλιά της αδερφής της. αυτή ένιωθε σαν να της είχαν δώσει μπουνιές στο στομάχι κι αυτός άναβε το πορτατίφ και κάπνιζε.Αν κουράζεσαι. Στο κάτω κάτω δεν είμαι κανένας μαλάκας.. αν αυτή δε σέβεται το αίμα της. Ούτε ντρέπεται ούτε αισχύνεται.. . Δε θα το πω. τα στήθια της που ξεχείλιζαν από τις μπλούζες. μωρέ Πόλυ! Όλο εκεί είναι το μυαλό σου! Δε σ' απασχολεί τίποτ' άλλο. Πού να φύγει. . να σιδερώσει. Έχει τον τρικέφαλο σατανά η βρόμα μέσα της. Άσε με κι εσύ! Τα νεύρα μου! Κάτι έχουν τα νεύρα μου. Στο τέλος θα με βάλει σε μπελάδες.Δε θα κοιμηθείς. να βάλει μπρος και να ζυμώνει μουστοκούλουρα.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ βολή δεν έβρισκε.Τρελάθηκες.. Ξεκολλάει η σφήγκα από το μέλι. Τίποτα δεν είναι. . ο κώλος της που τούρλωνε λαίμαργος όπως έσκυβε να βγάλει τα ρούχα από το πλυντήριο.Δεν ξέρω. Ο άλλος πάλι πήγαινε φτιαγμένος στο κρεβάτι και γύρευε ν' αλαφρώσει στην Αγγέλα. Κι όταν με χίλια ζόρια τέλειωνε επιτέλους η ιεροτελεστία. Τι σε πιάνει και βρικολακιάζεις. .» 48 . Πολλές φορές σηκωνόταν περασμένα μεσάνυχτα να ποτίσει τα λουλούδια. η ξελιγωμάρα που έβλεπε στα μάτια της. εγώ τι φταίω. Δε θέλω να πεις πως αρρώστησες στο σπίτι μου. . . Θα μου περάσει. Στο νου του στριφογύριζε η Σιδερία.Όχι. Εδώ.. Ρε. «Βρε φωτιές που μ' άναψε αυτή η γυναίκα. Σιδερούλα.Ωχ.Μου 'φυγε ο ύπνος. να γυρίσεις στη μάνα. ήρθε να μου την ανάψει. . της έλεγε το πρωί αγγουροξυπνημένη η Αγγέλα.

Δεν ήθελε και πολύ. μου κάνεις τη χοντρή πουστιά και χώνεις στη μύτη μου την πουτάνα.. Τίποτα δεν έμεινε όρθιο. αλλά εντάξει. Δεν δήλωσα εγώ ποτέ όσιος Πατάπιος. Ο Θεός που είναι ψηλά.» Κάποιο βράδυ.. πάνω στη μοκέτα.. βλέπει και κρίνει..Παρθένα ήσουν κοκόνα μου.ΑΜΑΝ. Καμιά φορά. Μεσοβέζικα πράματα. Ο Πόλυς κι η Σιδερία κυλιόντανε από τη μιαν άκρη του χολ ως την άλλη και βογκούσαν. Μου 'ριξες καθ' οδόν την Αγγέλα. η κατάσταση ξεστράτισε για τα καλά. Ποιος φταίει τώρα. Τι έφταιγε αυτός αν η Αγγέλα δεν έβαζε αμπαρόριζα στους οργασμούς της. ξηγιόμουνα καθαρά κι ωραία.. . ΑΜΑΝ! Ο Πόλυς! Με τον μύστακά του. τον έπιανε το θρησκευτικό του κι έριχνε τις ευθύνες στο διάολο. όταν η Αγγέλα έπρεπε να μείνει στο νοσοκομείο μαζί με το μεγάλο παιδί που είχε αρπάξει μια πνευμονία. Δεν είχαν υπομονή να πάνε παραμέσα. Εσύ είσαι ο άντρας της ζωής μου. 49 . μού την άναψες μέσα στο σπίτι μου. Άνθρωπος είμαι με σάρκα και οστά. Κι ενώ εγώ. εντάξει. Σένιος και τσίφτης.. «Εσύ.. το καβουράκι του. να πούμε.. Αποκαΐδια γύρω γύρω και στάχτες. Ένα σπίρτο και πήρε φωτιά ο κόσμος όλος. . Ούτε σε ταβέρνες σύχνασα ούτε σε σκυλάδικα. Είπα τίποτα.Και να σου το 'λεγα. τι. διάολε. Κι ας φώναζε το μωρό που ζητούσε τη μάνα του κι ήταν έτοιμο να λιποθυμήσει από το κλάμα· κι ας καιγότανε το κοτόπουλο στο φούρνο· κι ας χτυπούσε το τηλέφωνο σαν δαιμονισμένο γιατί η Αγγέλα ανησυχούσε κι ήθελε να μάθει αν έφαγε το μωρό. Κυλίστηκαν στο χολ. Γιατί δεν το είπες. τις δερμάτινες μπότες του.

Μια μέρα θα φύγουμε από 'δω. Τώρα όμως.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ .Δεν ξέρω.. Εγώ χλεχλές δεν είμαι. Όλο την καταστροφή φέρνεις. Νόμιζα πως πάθατε τίποτα.Ε. δε θα το σηκώναμε. Φοράω πανταλόνια και τα τιμάω. . Θα ζήσουμε μαζί.Καλέ κάθε τέταρτο τηλεφωνούσα. Κοίτα 'δω. τότε πού παίζει ο διάολος.Και πώς το ερμηνεύεις δηλαδή αυτό το «σ' αγαπάω». . .Αν είναι τούτα. Κι εγώ σ' αγαπάω. Μου λες. .Ωχ κι εσύ. Τουτ' έστιν σε γουστάρω.Κι η αδερφή σου. Άφηνα το παιδί με τον ορό κι έτρεχα στο διάδρομο. .Τίποτα. Πρόσεξε μόνο μη μου την κάνεις και πάρει είδηση η άλλη. 50 . κουρεμός.Γιατί δεν απαντούσατε στο τηλέφωνο. . Παιδάκια είμαστε. τι να σου πω! Θα ήταν φορτωμένες οι γραμμές. Σιδερία. . έργα του Θεού. μωρό μου. . . Κόντεψα να τρελαθώ. Εδώ θα μείνουμε και θα σμίγουμε κρυφά. Εδώ θα ζήσουμε και οι τρεις. δε γίνονται αυτά που ονειρεύεσαι.Θα τα πάρουμε μαζί μας τα παιδιά. Στην περίπτωση που δεν υπήρχανε παιδιά. .. Αυτό τώρα που έγινε σε μας ήταν γραμμένο από το Θεό. . Αν χτυπούσε.Σε ξαναρωτάω: κι η αδερφή σου.Όταν αγαπάς πραγματικά δε σκέβεσαι κανέναν. Μπορείς να μου εξηγήσεις. Δε χτύπησε το τηλέφωνο. Δεν πάει να πει πως παίρνω φόρα και τα κάνω όλα αλιάδα.Σ' αγαπάω! .

Η Σιδερία. Είχα βάλει σκοπό μου την οικογένεια. άντρα μου. τάισε την Πανωραία. .. στολίστηκε. Νόμιζα πως χωρίς αυτήν ο άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Τι να το κάνω εγώ.Αχ. Σάμπως είμαι ο μοναδικός. Μπερδεύτηκα. Ποτέ δεν είναι αργά. Πολλά.. που είχε ξεσηκώσει αποβραδίς τη γειτονιά γιατί ήταν πανσέληνος. Πώς 51 . . έβαψε τα παπούτσια του. Αν είναι παντρεμένη. Μπούχτισα πλιά σε τούτο το σπιτικό. Δε μ' ωφελάει. Φαρμάκι είναι! . Στήριξα τις ελπίδες μου στον Λέο. Μια βολική προβατίνα που βρήκε καλό παχνί στα χέρια μου. και μπήκε βιαστικά στην κουζίνα. Δε βαριέσαι. Θα της πω πως έσφαλα και κείνη θα με καταλάβει.. Στην Αθήνα θα κατέβεις.Πολλά λες.. Θέλεις κι ένα παξιμαδάκι. Δε μπορεί να χάθηκε. Ένα ήσυχο ζωντανό είναι η Δαμάσκα.. Ένα φιδόδερμα ξεραμένο στον παλιότοιχο. Οι άλλοι όλοι είναι εκ του πονηρού. Και για πού με το καλό μου στολίστηκες.ΑΜΑΝ.. ΑΜΑΝ! Ο Σούλιας είχε πάρει την απόφαση εκείνη την ημέρα στο κυνήγι ν' ανακαλύψει την Άννα. ο Σέβης. Θα της ακουμπήσω την καρδιά μου και κείνη ξέρει να την αλαφρώσει. «Θα τη βρω» σκεφτότανε.Τι έγινε. . θα πέσω στα πόδια της να της ζητήσω συγνώμη. Και σηκώθηκε ένα πρωί. θα της πω. κυρα-Δαμάσκα.. Έβηξε ο Σούλιας κι έφτυσε ένα βραχνό «όχι».. Μόνη ελπίδα μου στη ζωή μου. δε θα την ενοχλήσω. Πού είναι ο καφές. «Θα ψάξω και θα τη βρω. Ζούφιο καρύδι μου φαίνεται κι αυτός. μωρή. Τέτοια κοπέλα. η Άννα. Τίποτα. Θα τη βάλω κορόνα κι αστέρι στη ζωή μου. Παραπάτησα κι εγώ σε τούτη τη ζωή. Δε θα πας στη δουλειά. .Έτοιμος είναι. Σούλια μου! Αρματωμένος σηκώθηκες. Αν έχει μείνει όμως λεύτερη.Σου σώθηκε η ζάχαρη.

Δε θα μου πεις. Και μέσα του έλεγε: «Άι παράτα με κι εσύ! Αυτό που με κόφτει εμένανε είναι να βρω την Άννα μου. τελείωσες. Τρύπες στο νερό έκανα τόσα χρόνια. Σαν να μ' είχε ναρκωμένο η μοίρα μου. Κι όταν γονατίσει ο άνθρωπος. Τώρα θ' αλλάξουνε τα πράματα. Την τρίτη έμαθε πού δούλευε η αδελφή της.» Την πρώτη μέρα δεν κατάφερε τίποτα... 52 . Αρκετά την έβαλα στη σαλαμούρα τη ζωή μου. Θα μπαλώσουμε απ' εδώ.» . Τίποτα δε γίνεται. κάθε μέρα στολισμένος.Να μη χολοσκάς.. .. Σούλια μου. Μα ως εδώ.Καλά. Το 'φερνα από 'δω. Θα βρω την Άννα και θ' αναστηθώ. Δε σου 'ρθε. Όχι. ήθελα οικογένεια! Σκατά στα μούτρα μου ήθελα! Μα δεν είναι εύκολο να παραδεχτεί κανείς αμέσως τη χασούρα του. Σου 'ρθε η καλή. μαλάκα. Όλα είναι τζόγος. Θα φτιάξουνε τα πράματα.Δεν πας πλια στη δουλειά. Όπως θέλεις. το πάλευα από 'κει. Δίνει παράτα. θα ξηλώσουμε απ' εκεί.Δε σου πέφτει λόγος. . κάτι θα γίνει. . Αρκετά χαράμισα τα χρόνια μου μαζί σου. τίποτα δε μου βγήκε. άντρα μου. άντρα μου. Μόνο που δεν ξέρω τι συμβαίνει και χολοσκάω η δόλια. Η αλήθεια είναι πως προσπαθούσα πάντα να βρω μια βολή σ' αυτό το δύστυχο τομάρι μου._____ ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ στραβώθηκα ο αρχιμαλάκας και χάλασα τη ζωή μου! Πώς άφησα να περάσουν τόσα χρόνια. όταν έχουν ψοφήσει τα σκέδια μέσα του και δεν ψάχνει πια. τότες παραδίνεται στο έλεος των κυμάτων.Πού πας. λέει. . η Μαρία. Σκόλασες. Βλέπεις. Χέσε μέσα. Σαν να βρισκόμουνα σε λήθαργο. Ούτε τη δεύτερη.

μπορεί και να το επιθυμώ ακόμα. Πάρδο. .. Ο Θεός θα σε πληρώσει γι' αυτό. .Μαρία μου! Δε θα σ' αναγνώριζα αν σ' έβλεπα στο δρόμο. Δε με γελάς εμένα.ΑΜΑΝ.Αν ήτανε.Την τύφλα σου γλιέπεις. . Πες μου! 53 . Δούλευε νοσοκόμα σε μια κλινική. Πότε έγινε αυτό. μωρή. Και μάρτυς μου ο Θεός. Την αδερφή μου μπορείς να τη γυρίσεις πίσω. Μαρία! . Γεράσαμε πρόωρα. Κάτι σοβαρό σ' απασχολάει. κύριε Πάρδο.. Τον πήρε ένας άγριος άνεμος και τον γυρόφερνε σαν το ξερό φύλλο στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. .. η δουλειά ιερή.Έσφαλα. Μαρία.Ιησούς Χριστός νικά! Ο Σούλιας! . Και τώρα μου πετάς ένα έσφαλα.. . άντρα μου. Εσύ την έθαψες. θα δουλεύανε κι οι δεσποτάδες. . . Εσύ άνοιξες το λάκκο της με τα χέρια σου.Εσύ το λες αυτό. αλλά αυτό θα επιθυμούσα.Άσ' τα αυτά. Κουράστηκε λίγο αλλά τη βρήκε τη Μαρία.. Δηλαδή.Τι είπες.Σφάλμα το λες εσύ αυτό. από την καλή ζωή. ΑΜΑΝ! . Σε γλιέπω. . Εσύ που κατηχάς τα παιδιά πως η δουλειά είναι ιερή. δεν ξέρω αν είχα τα κότσια να το κάνω.. Πάντως. Σκόλασα διαπαντός. και νομίζεις πως καθάρισες. Σε γλιέπω εγώ. Να γαμηθεί η δουλειά. Σούλια! Τα 'χασε ο Σούλιας. θες να σου πω κάτι. Εγώ αν σε συναντούσα πριν από λίγα χρόνια μπορεί και να σε σκότωνα. Έφευγαν οι πλάκες από τα πόδια του. Γιατί εγώ το λέω έγκλημα.Γεράσαμε.Δεν ξαναπάω στη δουλειά.

ένας στους χίλιους. όλοι πέσαμε στα πόδια της. Πέρασε ένας χρόνος και πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. «Κάποιοι.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Καθίσανε σ' ένα παγκάκι στον κήπο της κλινικής και ξετύλιγαν αργά αργά ένα κουβάρι πόνο.Όταν την άφησες την αδερφή μου. Μα ήμουνα νέος τότε.Μην είσαι άδικη. Χριστέ μου! Τρέχανε τα δάκρυα ποταμός από τα μάτια του Σούλια.. «Κώστας Νίνα». Κλείστηκε στο μοναστήρι και τι να στα πολυλογώ. Και τώρα παρουσιάζεσαι ξαφνικά... Κι εγώ την αγαπούσα. Τη σκότωσες. Εικόνισμα την είχα μέσα μου. Σ' αγαπούσε αληθινά.. πού να 'ξερα.. να μου σερβίρεις ένα «έσφαλα»! . τίποτα.. Σ' αγαπούσε.. . έλεγε συνέχεια ο Σούλιας και ξεφυσούσε τη μύτη του στο κάτασπρο μαντίλι. ξεθαμμένο παγκάκι. κόντεψε να μαραζώσει. γεμάτο χαραγμένα ονόματα. Έρημες. φίλοι. «Νίκος Αφρώ». Πού να 'ξερα... Και κάτι πληγωμένες με τόξα καρδιές. . ελάχιστοι δηλαδή. «Χρήστος Κική».. Σούλια. Μαρία. ύστερα από τόσα χρόνια. Μετά από λίγο καιρό αρρώστησε βαριά και πέθανε.Πού να 'ξερα! Ένα παλιό. Δεν έβαλα ποτέ στην καρδιά μου άλλη γυναίκα. αφού χόρτασες τη ζωή σου. Γνωστοί. χωρίς να ξέρουνε κολύ54 . . «Καλέ και τι νά 'ξερες εσύ!» σκέφτηκε μια περαστική κάργια που είχε καθίσει να ξαποστάσει εκεί κοντά τους σε μια νερατζιά.Πού να 'ξερα. Άγουρος. συγγενείς. Έβγαλε ένα κάτασπρο μαντίλι από την τσέπη του και ξεφυσούσε τη μύτη του. Σούλια.. άδειες καρδιές σαν ξεραμένα πουκάμισα φιδιού. πέφτουνε στα βαθιά νερά. Ύστερα αποφάσισε να κλειστεί σε μοναστήρι. Κανένα δεν άκουγε.

. μαυροΣούλια. μωρή.. Σιδερία.Δε σε κοιτάω. παλάβωσε αυτό. .. Στη θέση της καρδιάς σου. Αμ δε!» Χτύπησε δυνατά η κάργια τα φτερά της και πέταξε σ' ένα κυπαρίσσι στην άκρη του κήπου. . Όρθιο το φεγγάρι. Όπου βρεθώ. Τι να καταλάβω η δόλια! Αν πεις για τα παιδιά. Κι ο Λέος έτρωγε ξύλο. έτσι. Ποτέ δεν είχε τόση 55 . Γιατί στεκότανε. ποιός σου είπε πως οι μπούσουλες είναι ό.. . ξάπλα ο καπετάνιος. Αυτοί έτσι το κάνουν.Τι με κοιτάς. απάνω σου σκοντάφτω.τι καλύτερο..Τι να καταλάβω..Τίποτα. Έτσι δεν έλεγες πάντα. να ξέρεις πότε θα πάρεις μαζί σου την ομπρέλα. Γιατί ζούσε. Μια παλιοκάργια εκειδά στη νερατζιά. εκείνες τις ημέρες δεν την πλήρωνε μόνο ο Σέβης. Χα χα χα... . . . έβαλες ένα μεγάλο μπούσουλα. Καλέ.ΑΜΑΝ. βροχή στον Πεταμά.Βγάλε το σκασμό και χάσου από μπροστά μου.. Τα μάτια μου περιδιάβαινα στην κάμαρη... Δε θέλω να σε βλέπω. Καμιά σχέση με σένα. Το κατάλαβες. Ούτε να τον κοιτάξει. έφταιγε δεν έφταιγε.Τι ήταν αυτός ο θόρυβος. Κανείς δεν τολμούσε να του μιλήσει. Γιατί περνούσε. είπε ο Σούλιας και φύλαξε το μαντίλι του. Μια ζωή εσένα η μάνα σου η Ευσεβία σ' έμαθε να γνωρίζεις τον καιρό και να φυλάγεσαι.. ζεστός αέρας την επομένη. άντρα μου. Κόκκινα σύννεφα στη δύση. είναι το χούι τους.Πάει. Νόμιζες πως κι η μοίρα είναι "καιρός"! Μαύρα σύννεφα στην Πεντέλη. Να. Σούλια μου.. Να του μιλήσει. Οι μέρες που ακολούθησαν κύλησαν όλες σε βαριά καταιγίδα. ΑΜΑΝ! μπι..

το πουλάκι μου. Χωρίς τη Σιδερία. Όλη τη νύχτα. Μα ποιος τολμούσε να του κάνει ερωτήσεις. Η καρδιά ήταν τρυπημένη μ' ένα τόξο κι είχε μέσα της δύο κεφαλαία γράμματα. Μόνο που στο άλφα. το Παρδέικο θα είχε θρυμματιστεί προ πολλού. δε θα τα 'βγαζα πέρα εδώ μέσα. τ' όνομά του θα σκάλιζε.Λου και Σου γράφει. Λέος και Σέβης δηλαδή. Αλφα και Σίγμα. Ασε το ξύλο που έτρωγε με το λουρί η Πανωραία γιατί του 'παιρνε τ' αφτιά. . Εκείνες τις ημέρες είχε φέρει μια μεγάλη πέτρα και τη σκάλιζε. . σούζα μπροστά στη Σιδερία. Όχι. εκεί μέσα στην καρδιά. Ό. Την είχε χαράξει πολύ αχνά κι έμοιαζε πιο πολύ με λάμδα. έβλεπε εφιάλτες. Αν δεν ήσουνα κι εσύ.Τι γράφει. 56 . Τον Σέβη δε θέλει να τον βλέπει στα μάτια του.. Ακόμη και με το φεγγάρι καθότανε. Είδα κι έπαθα να το συνεφέρω. Αυτή η πέτρα δεν έμοιαζε με βρύση. βρε Σιδερία. .Είδες όμως. γιατί πέρασε από μπροστά του την ώρα που φαρμάκωνε. . . Είχε σκαλίσει ένα γυναικείο κεφάλι με μπούκλες και δίπλα μια καρδιά σαν αυτές που ήταν στο παγκάκι της κλινικής. δε φαινότανε καλά η μέσα γραμμίτσα του. Τη σκάλιζε ώρες. . Μ' όλους τα βάζει.Ας είσαι καλά. εμένα δεν κοτάει να μου μιλήσει. και δώσ' του πέντε φάσκελα στα μούτρα. Το καθίκι.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ τρικυμία. Έσπασε στο ξύλο εχτές το βράδυ το παιδί.Αυτό να το καταλάβετε καλά όλοι σας.Γιε μ' γιε μ' κουρκούτιανες κι εσύ. παίζουμε! Άσε τα ευχέλαια.τι και να 'χει. Να πας να φωνάξεις τον παπά να κάνουμε κανένα ευχέλαιο..

είπε πως είναι εξάδελφος 57 . Έτσι είναι. ρώτησε ο Σέβης όταν γύρισε από το σχολείο. . Η πέτρα πήγε κατευθείαν στο κοιμητήρι του μοναστηριού που άφησε την τελευταία της πνοή η Άννα. βλαμμένη. . Και τη σκέπασε η Δαμάσκα την πέτρα μ' ένα πολύχρωμο κουρέλι από μια παλιά της ρόμπα. την καινούργια βρύση. Εκείνος ξέρει. Δαμάσκα.ΑΜΑΝ. μάνα. . Πατέρας και γιος.Ποτές δε θα το πουλούσε αυτό ο Σούλιας.. .Γιατί τη σκεπάσατε.Τώρα που το λες. φόρτωσε την πέτρα κι έφυγε. Δύο φορές είδα να τρέχουνε τα ματάκια του. Όπως γράφουνε και στα μαγαζιά. η μοναχή. Αυτή η πέτρα. . . .. Η Άννα η κοντοστούπα.Έτσι διέταξε ο πατέρας σου. Ένα πρωί ήρθε ο Σούλιας μ' ένα τρίκυκλο. Κρυώνει.Μπράβο. μωρή Σιδερία.Να την πουλήσει μάλλον. εγώ το φοράω απ' όταν ένιωσα τον κόσμο. . δεν ξέρω πού να στρέψω το μυαλό μου! Ένα πράμα μόνο ξέρω καλά: εκείνο το ακάνθινο στεφάνι που φορέσανε στον Κύριο στα υστερνά του.. Δεν τον έβλεπες πώς το δούλευε. Λες να την πήγε τάμα σε καμιά εκκλησία. . Πού αλλού.Εγώ θα σου πω: Λέος και Σούλιας.. Βρήκε την ηγουμένη ο Σούλιας..Πού πάει. αγόρι μου.Δεν ξέρω πλια τι να πω. η ασχημούτσικη.. . σαν να 'χεις δίκιο. Μεγάλη η χάρη Του. σαν εικόνα έμοιαζε. ΑΜΑΝ! .Καρδιές θα πήγαινε στην εκκλησία.Αμάν αμάν καρδούλα μου! Θα το σκεπάσω μ' ένα πανί μην το δει τ' άλλο μου παιδί και πικραθεί.

58 . .Όχι. διάβασε πάνω της όλη την ιστορία της Άννας και χαμογέλασε . Αν ήταν παρών εκείνη τη στιγμή. Σας βεβαιώ. Ένας μικρός μαρμάρινος σταυρός. τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ της «κεκοιμημένης». την οποία δια χειρός μου εφιλοτέχνησα. αδελφέ μου. Δεν πρέπει να ταράζουμε τη γαλήνη της. Έβγαλε το σκούφο του ο Σούλιας. Είχε βρει την ευτυχία και το αληθινό νόημα της ζωής κοντά στον Κύριο.Πάμε. αγία ηγουμένη. πως ήρθε τώρα από τη Γερμανία κι επιθυμούσε να προσκυνήσει τον τάφο της. . που μύριζε μοσκολίβανο. Η αδελφή Άννα παρέδωσε το πνεύμα ήσυχα. Τίποτα δεν τάραζε τη σκέψη της. και πνίγηκε στους λυγμούς. Ξερόβηξε η ηγουμένη όταν την πρόσεξε. μοναχή μου! μουρμούρισε. λίγα κόκκινα γαρίφαλα και μια ξύλινη ξεθωριασμένη επιγραφή: ΑΝΝΑ ΜΟΝΑΧΗ. να τοποθετήσω αυτή την πλάκα.Θέλω. γονάτισε κι έκανε «ο σταυρό του.σιγά μην έδινε σημασία στην καλογριά. που στεκότανε λίγο πιο πέρα. Η γριά ηγουμένη.ένα κιτρινωπό μαραμένο χαμόγελο. . θα χάζευε με τον Σούλια που είχε κρύψει το πρόσωπό του στις παλάμες κι έκλαιγε σαν παιδί .Άννα μου. . έβγαλε το κομποσκοίνι της και κάτι ψιθύρισε στ' αφτί του Θεού της. Κι εκείνη η γριά ηγουμένη με το μαραμένο χαμόγελο τον οδήγησε στον τάφο της Άννας. με την άδειά σας βεβαίως. κύριε. δεν επιτρέπεται. Πάμε τώρα. Όλες οι μοναχές είναι το ίδιο μπροστά στον έναν και αληθινό τους Νυμφίο.

είχαν πλέξει τις φωλιές τους ανάμεσα στο Άλφα και στο Σίγμα. 59 . Με το πέρασμα του χρόνου.. Ποιος μπορούσε .ΑΜΑΝ. ΑΜΑΝ! Έχωσε μέσα σ' ένα σακί την ταφόπετρα ο Σούλιας και τη γύρισε στο σπίτι. εκεί ανάμεσα στα νυχτολούλουδα... Δύο μικρές αράχνες που αγαπήθηκαν.. που το βάζει ο Θεός στ' αφτί του και σεργιανάει στα σύμπαντα.και προς τι. Την άλλη μέρα έφτιαξε ένα μικρό βάθρο με τσιμέντο και την έστησε κάτω από το παράθυρο της κουζίνας. Ένα κόκκινο γαρίφαλο. Αμάν αμάν Αννούλα μου! Μοναχούλα μου! Ένα κόκκινο γαρίφαλο είναι κι η ζωή μας. Ποιος μπορούσε ποτέ να ξεχωρίσει το Άλφα από το Σίγμα στην πέτρινη καρδιά τον Σούλια. τα φυτά θέριεψαν τόσο πολύ που τη σκέπασαν...

Μετά την επίσκεψη στο μοναστήρι. Τριβότανε στα πόδια του σαν τη γάτα η Δαμάσκα.Αν δεν έβαζα εγώ μια τάξη εδώ μέσα. 60 .Δεν τον βλέπεις. στις πέτρες και στα ζώα του. σήμερα μου 'βαλε άριστα η κυρία. μωρή! Ίσα πέρα κι άσε με ήσυχο! . . Για όλα τ' άλλα ήταν ξένος. περαστικός. Κρατούσε το τετράδιο ο Λέος και το περιέφερε σαν τρόπαιο στην αυλή. Σούλια μου.Τ' ακούσαμε! Μπορείς να βγάλεις το σκασμό τώρα. Αλλοδαπό τον ανέβαζε. κάπνιζε ασταμάτητα κι έβρισκε μόνο παρηγοριά στα φυτά. Μιλούσε ελάχιστα. Βρέχει χιονίζει. στον κόσμο του αυτός.Ίσα. άλλαξε η ζωή του Σούλια.Πατέρα. . . Να στο δείξω.Θέλεις να σου κάμω μια σουπούλα να ψυχοπιαστείς. Κατέβασε ρολά. . . .Να σου στύψω. ισχυριζόταν η Σιδερία. Σωθήκαμε αν περιμέναμε από τον αλλοδαπό. Έβαλε μεντεσέδες και σύρτες και σφάλισε την ψυχή του. δυο πορτοκαλάκια να δροσιστεί το χειλάκι σου. θα είχαμε γίνει εμποροπανήγυρις. αλλοδαπό τον κατέβαζε.

Σουσάμι καβουρντισμένο ρίξε. ρόδια. Πάρτε να συγχωρέσετε την αδερφούλα μου. το σκέπαζε με ζάχαρη άχνη.Πάρτε. το ανακάτευε με ρεβίθι αλεσμένο. . κι εμένα! έσπρωχνε το πιάτο του ο Σέβης. Έβραζε στάρι. Ύστερα το μοίραζε στη γειτονιά μ' ένα κρυστάλλινο περίτεχνο πιατάκι. θεία.Ουστ στο διάολο απ' εδώ! Κι εσείς κι οι δάσκαλοι σας και τ' άριστά σας! Η Σιδερία ήταν απορροφημένη να στολίζει το δισκάκι με τα κόλλυβα. . .Α. Κάθε δυο τρεις μήνες έκανε πάντα αυτή την ιεροτελεστία. σταφίδες και αμύγδαλα. Ξεπατικωτούρα το 'κανες. Αμέσως κι εσύ! Το ζουμί από το σιτάρι άρεσε πολύ και στη Δαμάσκα. Πού να σας προφτάσω! Σούλια. . Τρώγανε ένα βαθύ πιάτο κόλλυβα κι έπιναν το ζουμί από το βρασμένο σιτάρι. ΑΜΑΝ! . .Κι εμένα. . το στόλιζε με ασημένια κουφετάκια και το πήγαινε στην εκκλησιά να το διαβάσει ο παπάς. .Φτου να μη σας ματιάσω! Δυο γυναίκες εδώ μέσα και μια δουλειά σωστή δεν ξετελεύετε.Κάτι λίγο. . δεν καβουρντίσαμε σουσάμι! Το ξεχάσαμε... Σιδερούλα.Ρίξε μου λίγη κανελίτσα ακόμη! φώναζε ο Λέος. Στα παιδιά άρεσε πολύ αυτή η διαδικασία. .Έχεις κι άλλο.. 61 . . Μόνο μη βάλεις κανέλες και αηδίες.ΑΜΑΝ.Άντε από 'κει ψεύτη.Μην ακούσεις τον άλλο να θελήσει κάτι. Δώσε μου το κύπελλό σου..Ρίξε μια τζούρα. ε ψεύτη! τον περιγελούσε ο Σέβης. θέλεις κι εσύ.

Κι άσε τη μάνα σου εκεί που βρίσκεται. Στο κομοδίνο της. Προσέξατε σκάλισμα.Αυτή η σιφονιέρα που βλέπετε. μαζί με τα διάφορα φάρμακα που έπαιρνε για τη διάρροια και την αϋπνία. βρυχήθηκε ο Σούλιας. Καμιά φορά. Γιατί ήταν το μόνο θέμα που είχε πάντα κάτι να πει. Πώς κρατάει ο Παντοκράτορας τα κεραμίδια και δεν πέφτουν να μας πλακώσουν.Ωχ. . Φύτρωσαν οι φρέζες. τον ξεναγούσε στα άνθη. Μια κούκλα! Και τι ψυχή! Αγία! Την έφαγε το κάθαρμα ο γαμπρός μου. .Η μάνα μου δεν έκανε ποτέ κόλλυβο χωρίς καβουρντισμένο σουσάμι. Σε τέτοιες περιπτώσεις γύριζε την κουβέντα αλλού. Στο κάτω κάτω αυτό γίνεται για την ψυχούλα της αδερφής μας. Συνήθως στα άνθη της.. τους έφτιαχνε 62 . Σ' αυτό το σημείο συνήθως τσάκιζε η φωνή της και βουρκώνανε τα μάτια της. μωρέ Σούλια! Πιες το χυλό σου 'κει χάμου και πάψε. στις βρύσες και τέλος στο δωμάτιό της.Εγώ έτσι ξέρω να το κάνω.. . .. Πουθενά δεν μπορούμε να σε βρούμε! .Πρόσεξες.. Αν τις πιάσει καμιά παγωνιά. Δαμάσκα.Χμ. Όλο χειροποίητο. είχε και μια μεγάλη φωτογραφία της Αγγέλας. Όποιον έμπαινε για πρώτη φορά στο σπίτι. πάνε. Δεν είναι προς τέρψιν. αυτός μόνο το γνωρίζει! Η Σιδερία δεν άκουγε ποτέ όσα δεν την βολεύανε στ' αφτιά. Τη χάσαμε στα 32 της.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . ήταν της μητέρας. η μακαρίτισσα η αδελφή μου. Είδατε. Κι από 'δω. Τόσο νωρίς. όταν είχε κέφι ο Σούλιας..

ΑΜΑΝ! μιαν αλοιφή που την είχε μάθει από τη μάνα του.». .Να σου πω ένα μυστικό. ύστερα παραμελούσε την κούρα και το κατασκεύασμα βρόμιζε. Είναι ανώτερη αυτή τη φορά. Η αλήθεια είναι πως η Ευσεβία.Προς τι. ως θρησκευόμενο άτομο. Έτσι.Η συνταγή δεν αλλάζει. δεν ξέρω. Αυτό ήταν σίγουρα αποτέλεσμα της κρέμας.ΑΜΑΝ.. Σαν χωριάτισσα του Μεσαίωνος. συνήθως τα στριφώματα κρέμονταν. αλλά κανείς δεν ήξερε αν η πονηρή μάγισσα είχε δώσει σωστά τη συνταγή στο γιο της. τηρούσε πάντα το «όστις έχει δύο χιτώνας κλπ. καλέ. που η μάνα της είχε πάντοτε μερίδιο από την κρέμα. Άλλο τώρα αν αυτή έβαζε τις πρώτες ημέρες. Σούλια. . κι ένα μαντίλι στο κεφάλι. Ορκίζεσαι πως δε θα μαρτυρήσεις. διέθετε προσωπάκι σχεδόν ατσαλάκωτο. 63 . Βάζεις και νιώθεις μια δροσιά στο πρόσωπο. Σιδερούλα μου.Πώς είσαι έτσι. εκτός από τον καφέ. . είπε ο Σέβης στη φίλη του την Πετρούλα. εκείνη τη μοναδική φορά που της πήγε. . Τι λέτε τώρα εσείς.. . άλλο πράγμα. και μια κούτα ραχάτ λουκούμια. ακόμα και στα εκατό τόσα της. Εξαφάνιζε λέει τις ρυτίδες κι έκανε το πρόσωπο αφράτο και λαμπερό. Φορούσε σκούρα ρούχα. Τα σινιαρίσματα είναι για τις κοπέλες. μοίραζε από δύο γερές κουταλιές αλοιφή σε μερικές γειτόνισσες και κρατούσε από ένα βαζάκι για την ίδια και την αδελφή της.Όχι όχι! επέμενε η Σιδερία. . Η Δαμασκηνή δεν έδινε σημασία στην εξωτερική της εμφάνιση.Αυτή τη φορά σου πέτυχε καλύτερα. Η Δαμασκηνή. Ίσως ψήθηκε καλύτερα στον ήλιο. Πήγαινε λίγο να σινιαριστείς.

πήγε αμέσως στη μάνα της. ... βλέπεις.. αλλά όταν την έλιαζε εκεί πέρα στο ελενίτ. Εκεί ντε..Λέγε. . . Πουφ! Βρομάς κατρούλες. αυτό δεν το είχα φανταστεί! Επί τρεις ημέρες.. αηδίασε η Πετρούλα.Με κάτουρα τη φτιάχνει ο πατέρας σου.. Έχωσα μέσα στο λεκανάκι την τσουτσούνα μου και κατούρησα λίγο..Έλα καλέ να σε φιλήσω. .. . . έτρεξε και ξεμονάχιασε τη Σιδερία. ο Σούλιας έβριζε κι 64 .Ορκίσου πως. . Δεν έχασε καιρό η άλλη. . να πεθάνεις. Επί τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. αν μαρτυρήσεις.Κατρούλες εγώ.Ορκίζομαι.Η αλοιφή που βάζει η μάνα σου στα μούτρα της έχει κάτουρα. έδερναν τον Σέβη οικογενειακώς. μουρμούρισε η σατανική Πετρούλα και κρυφά πίσω από την πλάτη της κρατούσε τα δύο μεγάλα δάχτυλα του δεξιού της χεριού καβάλα. Ακόμη κι η Δαμάσκα του 'ριξε δύο στον κώλο.. Είσαι καλά. Όλα τα περίμενα. Ύστερα την ανακάτεψα καλά καλά και κανείς δεν το κατάλαβε. Πού να την κρατήσει η Πετρούλα τέτοια καυτερή εξομολόγηση! Μόλις έφυγε ο Σέβης. έβρισκε καταφύγιο στο κρεβάτι της θείας του. Επί τρεις νύχτες ο Λέος. όποτε τους ερχότανε η «επαίσχυντος πράξις» στο μυαλό.Όχι. επωφελούμενος από την αναμπουμπούλα. πίσω από το πηγάδι. αλλά ότι θα 'βαζα τα κάτουρα αυτουνού του σατανά στα μούτρα μου. Και της ξέρασε το μυστικό. Ε.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . .. για να μην πιάσει ο όρκος.. καλέ.

Πέρασε. το παραμικρό.. . Ακόμη και στον ύπνο του. σου λέω. . Τι οινοπνεύματα. Γιατί το νέο κυκλοφόρησε σ' όλον τον Πεταμά και η κυρία Μαρίνα. δεσποινίς Σιδερία! Τι ήταν αυτό! Κόντεψα να γδάρω τα μάγουλά μου.ΑΜΑΝ.. Μη λες τέτοια λόγια. πεταγόταν ξαφνικά επάνω κι άρχιζε: . θα γίνει εδώ μέσα το Πορτατούρ.Καλέ. 65 . ΑΜΑΝ! έσπερνε κατάρες. (καθηγήτρια φιλολογίας στην οποία ο Σούλιας έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό.. Σούλια μου..Κοιμήσου.. Την έχει πεθάνει πια την αδερφή μου.Παίδα και ατσάλι να του 'ρθει στο κρανίο! Ανάθεμα την ώρα που το 'βαζα στο σπίτι μου! Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή. κατέπλευσε να πιει τάχα μου το καφεδάκι της μετά της Σιδερίας. και χρήστις της κρέμας). Αυτά κι άλλα χειρότερα... στολισμένη σαν φωταγωγημένη ναυαρχίδα.. κυρία Μαρίνα μου! Αυτά μας κάνει το τέρας. Έκανε μια ατσαλία.) Κι έγινε το «Πορτατούρ». Την είχε διαβάσει κάποτε στον Καζαμία και του έκανε εντύπωση. . .) Η φύτρα του διαβόλου! Να με κάμει σούργελο στη γειτονιά! . Εσύ κι η παστρίκω. αν μου πει.Αμαρτάνεις.Σκάσε. Εκεί που ροχάλιζε.Το κωλόπαιδο! Το απόρριμμα του κίονος! (Προφανώς θα εννοούσε του κυνός. (Μ' αυτή τη λέξη ο Σούλιας εννοούσε τη μεγάλη καταστροφή που έγινε στο Πορτ Αρθούρ κατά τον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο το 1904.. η αδερφή σου. άντρα μου. πάει τώρα. Παιδί είναι. Μα σου το λέω: αν μου πει κουβέντα η κυρα-Μαρίνα. τι σαπούνια.Αχ... Βρε το παλιόπαιδο! . γιατί εσύ φταις.

Και το αίμα μάγκωνε στις φλέβες της. να παραγγείλει και το σάβανό του.τι και να κάνεις. Εμένα τα λες. Και να πεις πως δεν του δείξαμε αγάπη..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Όσο για το γαμπρό μου. πως δεν άφησε αυτή τη «φοβερή» πράξη ατιμώρητη· πως δεν ήταν αυτός κανένα αντράκι της συμφοράς να τον ρεζιλεύει ένα μούλικο και να το δέχεται έτσι με σταυρωμένα τα χέρια. Μόλις άκουσε το πρώτο ροχαλητό του Σούλια η Δαμάσκα..Ξέρω. Αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα. .. Ο ιδρώτας της μύριζε βούρκο. του 'δωσε δύο κλοτσιές. Λυπήσου το! . Το βράδυ που έδωσε αναφορά στον Σούλια η Σιδερία για την επίσκεψη κι έβαλε και το σχετικό μπαχαρικό. Σχεδόν μεσάνυχτα.Εκεί θα μείνει το κωλόπαιδο όλη τη νύχτα για να μάθει πως εγώ δε σηκώνω αστειάκια. σηκώθηκε στο πόδι όλη η γειτονιά. Κολλούσε σαν δεμένο σιρόπι. έγινε πράγματι το «Πορτατούρ». . σηκώθηκε στις μύτες των 66 ... σίγουρα θα κατέληγε στο νοσοκομείο ο Σέβης. και προπάντων η κυρία Μαρίνα. Αν δεν έμπαινε στη μέση η Δαμάσκα.. δεσποινίς Σιδερία... Οι παλάμες της ήταν υγρές. δε θυσιαστή καμε. Μια πόρτα είμαστε.Όποιος του ανοίξει. Ήταν αργά.. ξέρω. . Ό. Αυτό ακριβώς ήθελε και ο Σούλιας: να τ' ακούσουν όλοι. Έκλαιγε ο Σέβης. ούρλιαζε σαν το σκυλί.Να το φάνε! Σκασίλα μου! Η Σιδερία είχε χουφτώσει με το ένα χέρι το πραματάκι του Λέου και με τ' άλλο το δικό της. Το γονίδιο δεν αλλάζει. από εγκεφαλικό θα πάει ο άνθρωπος.. Κι αφού τον ξυλοφόρτωσε γερά. τον πέταξε στην αυλή και κλείδωσε την πόρτα. .Θα το φάνε τα σκυλιά...

Επίτηδες έκανε πως ροχάλιζε. κι η Σιδερία με τον Πόλυ είχαν βουτήξει ως το λαιμό στο αμαρτωλό τους πάθος. . Κάθισε κι αυτή στο κατώφλι και το χάιδευε.Γιε μ' γιε μ'.ΑΜΑΝ. έβαλε ένα σκαμνί στο παραθυράκι της κουζίνας και πήδηξε στην αυλή. Κατά τα ξημερώματα. Ήταν τέλος καλοκαιριού. Πέρασε ένας χρόνος γεμάτος.. 67 . Έλα 'δω κάτω από την κουρελού. . . ΑΜΑΝ! ποδιών. γύρισε από τ' άλλο πλευρό κι αποκοιμήθηκε.. Και το πήρε στην αγκαλιά της. ένα περαστικό σύννεφο έριξε μερικές χοντρές σταγόνες βροχής. Το πολύ πολύ να παγώσει ο πισινός τους. Μόλις την είδε. ψιθύριζε. γιατί ήξερε πώς θ' αντιδράσει η Δαμάσκα.Κρυώνω.. βρε κουτό.Σσσους! Τσιμουδιά! Έλα 'δω.Φοβάμαι. . μωρό μου. Εγώ θα καθίσω εδωνά να σε κρατώ στην αγκαλιά μου. . Κρύψε τα χεράκια σου στα στήθια μου. «Οι δυο μαζί δεν έχουν κανέναν κίντυνο. Μη μιλάς και μας ακούσουν. μια νύχτα υγρή σαν τις παλάμες της Σιδερίας. πήγε να φωνάξει. Ο Σούλιας είχε καταλάβει τι γινόταν. .... Η μάνα είναι κοντά. Δεν ήταν κανένα κορόιδο κι ούτε μπορούσε να κοιμηθεί και να νιώθει έξω τον Σέβη να σκούζει.Μη φοβάσαι. τι φοβάσαι. Στο κάτω κάτω φοβόταν «μήπως πάθει τίποτα το χαμένο και βρω κανένα μπελιά». Το παιδί ήταν ζαρωμένο στο κατώφλι κι έτρεμε.» Όταν σιγουρεύτηκε πως έγινε αυτό που περίμενε.Ούι ούι.

. Αρχές του δεύτερου χρόνου. . Στ' ορκίζομαι. Στο χώμα. δεν την πλησιάζω πια.δεν ήταν και καμιά χαζή . .Πότε θα φύγουμε. Στο μπάνιο. Δεν αντέχω πια να τριγυρνάμε σαν τις άδικες κατάρες. κανείς δεν σου φταίει. Πίσω από τις πόρτες. και πάνω στη λύσσα τους ξεχάσανε μισάνοιχτες τις γρίλιες της μπαλκονόπορτας. Τους είχαν δει οι απέναντι.. «Άι στο καλό! Τρελάθηκα φαίνεται! Είναι δυνατόν να συμβαίνει ένα τέτοιο πράμα. Παντού. Κάμποσο καιρό δεν ήθελε να το πιστέψει και το 'διωχνε από το μυαλό της. Στην αποθήκη. .Αν είσαι εσύ φαντασιόπληκτη και άρρωστη στο μυαλό. όπως διώχνουμε ένα ενοχλητικό κουνούπι. Στα πεταχτά. φρεγάτα μου. αλλά της έκανε τέτοια σκηνή που δεν τόλμησε να του ξαναμιλήσει. Βγάλ' το αυτό από το μυαλουδάκι σου.Ποια άλλη. η Αγγέλα . σαν τους αφορεσμένους. 68 . Πράγματι.το κατάλαβε. . Σαν τις μύγες στον αέρα. κι έδωσε εντολή να του βάλουν ένα κρεβατάκι στο σαλόνι.Δε γίνεται.Εγώ σε θέλω μόνο δικό μου. οι δυο μας. Πάρε με από 'δω μέσα. Κάτι πήγε να πει στον Πόλυ.. Πόλυ. Να πάμε κάπου μακριά. Δεν μπορώ να σε μοιράζομαι με την άλλη.. Στο τσιμέντο. Εδώ θα βγάζουμε τα μάτια μας στα σκοτάδια.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Έσμιγαν μόλις έβρισκαν ευκαιρία. Ο Πόλυς δε φέρεται πούστικα στην κοινωνία. ένα βραδάκι που έλειπε η Αγγέλα στην πλατεία με τα παιδιά.» Ύστερα μπήκαν στο παιχνίδι κι οι καλοθελητάδες. Να πας να κοιταχτείς και να μην παίζεις με την υπόληψή μου.. που η Αγγέλα επέμενε να τα κοιμίζει στο δωμάτιό της. βρήκε αφορμή πως τον ενοχλούσαν τα παιδιά.

Τι έπαθε το κορίτσι μου έτσι ξαφνικά. Αντί να σου παραπονεθώ εγώ. ρώτα την άλλη σου θυγατέρα να σου πει. Αλλιώς δεν εξηγείται. Καθότανε στην πολυθρόνα. «Μπορεί και η αρρωστημένη φαντασία μου. ΑΜΑΝ! Κάτι πήγε να πει και στη Σιδερία.Διώχτε τα! Διώχτε τα! Κανείς δε με λυπάται. ρώτησε το γαμπρό ο κυρ-Νικήτας. ακούω και τα ρέστα. Ήταν τότε. Η Σιδερία φρόντιζε για όλα. που την έπιασε ο νευρικός κλονισμός και τη μεταφέρανε άρον άρον στην κλινική. Η θεραπεία ήταν βαριά. Κανείς δε με βοηθάει. . κυρ-Νικήτα. «Μπορεί και να είναι λόγια του κόσμου» σκέφτηκε.ΑΜΑΝ. Έπρεπε να μου το είχες πει.. Αν είναι έτσι. Η αδερφή μου. έφτιαχνε το σπίτι. Μα είναι δυνατόν. αλλά της πήρε τέτοιους φριχτούς όρκους κι έχυσε τόσα δάκρυα που την έκανε να κωλώσει. Περιποιόταν τα παιδιά. Κι αν δεν πιστεύεις εμένα. έβαζε το ρολόι για να μην περάσει η ώρα και ξεχάσει να δώσει τα φάρμακα στην άρρωστη. πάνω στο κρεβάτι της.. δεν υπάρχει Θεός!» Αργότερα. και πάτε να μου βγείτε κι από πάνω. τους είδε με τα ίδια της τα μάτια. Δεν υπάρχει Θεός. Δε θα περνούσε καλή ζωή στα χέρια σου. Για σαράντα μέρες έβλεπε μαύρα όρνια να κάθονται στο κορμί της και να ξεσκίζουνε τις σάρκες της. . .Αστεία λες τώρα. Εδώ πάει. «εκεί που μας χρώσταγαν μας πήραν και το βόδι». 69 . πως είχε χαλασμένα νεύρα η Αγγέλα. Βασίλισσα την είχα. της έδωσαν μια θεραπεία και την έστειλαν στο σπίτι. Μου την σπρώξατε ωραία ωραία. κοίταζε το κενό κι έτρεχαν από το στόμα της τα σάλια. Όταν έπαψε να βλέπει τα όρνια.

Ντράπηκε. κι ένα πρωί δεν άντεξε άλλο κι έσκασε.Αγάπη μου.. Κι ήταν 32 χρονών. Τα ' φτιαξε με μια νοσοκόμα. .Να φύγω.Και τα παιδιά.Τα παιδιά είναι δικά μου. «Ας περιμένω λίγο ακόμα μέχρι να σταθώ καλά στα πόδια μου. μπορείς να κρατήσεις σπίτι.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . . κατάπινε. Μετά το θάνατο της Αγγέλας. που την αγαπούσαν η αλήθεια πολύ. και ο Πόλυς τη βαρέθηκε τη Σιδερία. Μια ζωγραφιά! Την ώρα που βγάζανε τη νεκρή από το σπίτι. Τίποτα δεν είχε χαλασμένο. αγάπη μου! Πού μ' αφήνεις. Αυτό ξέρω εγώ. Εσύ μια άρρωστη γυναίκα. . ο Πόλυς έπεσε πάνω της κι έβγαζε τόσο σπαραχτικές φωνές. Σκέφτηκε να τα πει όλα στον πατέρα της αλλά δεν ήθελε. .Η κόρη μου ήταν μια χαρά. Κάτι τον βάραινε.. είπε της Σιδερίας να τα μαζέψει και να του αδειάσει τη γωνιά γιατί αποφάσισε να παντρευτεί. Θα τον στείλω στον τάφο. τι μου φταίει ο γέρος. κι ένα πρωί. Τριαντάφυλλο σκέτο.. Ξέρεις τι λες. είπε στη Σιδερία να φύγει.» Έκανε υπομονή και κατάπινε. 70 . έτσι στην ψύχρα. «Κι ύστερα.» Κατάπινε.. κάτι του καθότανε σαν κόμπος στο στομάχι και τον αναγούλιαζε. Θέλεις πάλι να ξανακυλήσεις. Δεν άντεχε και τις τύψεις του. Όταν συνήλθε λίγο η Αγγέλα κι άρχισε πάλι να στέκεται στα πόδια της. μια ώρα αρχύτερα. γιατί αυτήν στην ουσία είχαν γνωρίσει για μάνα τους. Πέρασαν δύο χρόνια. με την πρόφαση πως έπρεπε να μεγαλώσει τα παιδιά. που παραλίγο να ραγίσει ο καθρέφτης του σκρίνιου. η Σιδερία έμεινε στο σπίτι κυρά κι αφέντρα.. μπούκωσε.

έστω και κατάκοιτο οχτώ μήνες.ΑΜΑΝ. Θέλεις να σε σηκώσω να βλέπεις έξω τον κήπο μας. Η κυρα-Όλγα σε λίγους μήνες πέθανε . έσερνε τα πόδια του.Νεράκι. Έλα. η Σιδερία ήταν από πάνω του φύλακας-άγγελος. πως θα σου πετάξω βιτριόλι! Μετά από αυτό το φοβερό συμβάν.. Κατάφερε να τον κρατήσει στη ζωή. ένας σκελετωμένος γέρος σαν τη σκιά της κατάρας. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί η Δαμάσκα και συγκατοίκησαν όλοι μαζί. Αχ ο γέρος. πατέρα. προσοχή η Σιδερία. Ο κυρ-Νικήτας. ο κόσμος το 'χε τούμπανο κι αυτός κρυφό καμάρι. σύντροφος αχώριστος ως το τέλος της ζωής της.μετά το χαμό της κόρης της είχε αρρωστήσει βαριά.. η Σιδερία αρρώστησε. έδωσε μια μούντζα στους ορφανούς αγγέλους . Έλα να σου τρίψω λίγο τα ποδαράκια με κολόνια. βέβαια. Γκούχ ο γέρος. . τον πατερούλη μου εγώ! Έλα. το θησαυρό μου! Η γειτονιά είχε να το κάνει.«Όρσε κι εσείς! Με τις υγείες σας την καινούργια μαμά!» και ξαναγύρισε στο πατρικό. τα πένθη του και την ντροπή του για τη Σιδερία. όλα όσα έγιναν. Κανείς γέρος δεν απόλαυσε τόση περιποίηση και στοργή όσο ο κυρ-Νικήτας στα τελευταία του. κλαρίνο η Σιδερία. Μάζεψε τα υπάρχοντά της. 71 . που κανείς ποτέ δεν βρήκε ούτε την αιτία ούτε τη θεραπεία της.Θα σε σκοτώσω τέρας! Κτήνος! Ορκίζομαι στα κόκαλα της αδερφής μου. ΑΜΑΝ! . παρά τις διαπιστώσεις των γιατρών που ισχυρίζονταν κάθε φορά που τον έβλεπαν πως ήταν υπόθεση ωρών. που την έφαγες. Αυτή και η διάρροιά της. Όταν έχασε τελείως τις δυνάμεις του και κατάπεσε. Τότε άρχισε η ατέρμονη διάρροια. Γιατί.

. . Πληρώνουμε την καλοσύνη μας. Κι εσύ να μην το διώξεις. . Αυτά δε γίνονται με ψυχοπονιές... Κάθε ψυχούλα σ' αυτό τον κόσμο θέλει να της ανήκει η αγάπη.Μόλις πατήσει τα 18 να το διώξεις. Αν θα σ' έχει αφήσει βέβαια ως τότε ζωντανή. Μας μισεί λες και δεν το ψυχοπονέσαμε. ή για να πεταχτεί ως το νεκροταφείο και να θυμιατίσει την Αγγέλα.Καλά! Σημείωσε την ώρα που στο λέω.. αυτό θα φύγει από μόνο του. κλαψούριζε η Δαμάσκα.Δεν είναι έτσι όπως τα λες. Ιδίως αυτόν. Έτσι. Σούλια μου! Δεν το περίμενα πως θα μας το κάνει αυτό η Σιδερία. Δεν το βλέπεις πως δεν κολλάει εδώ μέσα. Εμπήκε ο κώλος μάγειρας. Αυτό πια είναι από τ' άγραφα. Στο τέλος τον κατάφερε να φέρει το συμβολαιογράφο και να της γράψει την επικαρπία του σπιτιού.Δεν αντέχω πλια! παραπονιόταν καμιά φορά η Δαμάσκα. 72 . ακόμα κι αυτόν που πήγαινε με πρόθεση να τον χαϊδέψει. . Ο Σέβης ήταν ένα αγριοπούλι. αδερφή.Τρελάθηκες. . Το παιδί μου θα διώξω.Αχ. Όπως ανήκει στα δέντρα ο ήλιος. Μάτωνε κι όποιον άλλον τον πλησίαζε.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Από το πλευρό του έφευγε μόνο για να πάει στην τουαλέτα.Έπρεπε να το περιμένεις. . πάτησε για καλά το ποδάρι της στο Παρδέικο κι εξελίχτηκε σε δερβέναγα. Σκατά θα μαγειρέψει. που δεν μπορούσε άνθρωπος να το μερέψει. Χτυπούσε στον τοίχο τις φτερούγες του και τις μάτωνε. Κατάλαβες. Δεν τα βγάζω πέρα μ' αυτό το πλάσμα! .

Έλα να σε χαρώ κι άσε τον Λέο να γράψει την αριθμητική του.Έλεγα η δόλια. Ακόμα δεν έχω χάσει την ελπίδα μου. που λες. Τα παλιά χρόνια. πως θα το κάνω του κήπου μου. . Κακή φύτρα είναι. Αυτό θα σου δώσει μια μέρα ένα ποτήρι νερό. Δεν ξέρει.Καλέ. Από τον Σέβη μην περιμένεις. Ο Θεός είναι μεγάλος. το ντύνανε παράξενα. .Αφού είναι βλάκας. . Πώς δεν περιμένω γιε μ'. του κόλλαγαν φτερά σαν την πεταλούδα. Δε λογαριάζει με το μυαλό. . Σέβη.ΑΜΑΝ. ΑΜΑΝ! . Βρομόσπορος.. μάλιστα! Ο Σέβης δεν ξέρει το ιστορικό του. κέρατα σαν το τραγί. Και πολύ καλά μάλιστα. πως θα μπολιάσω αυτό το δεντράκι.Άσε τις παλαβομάρες και κοίταξε να πορευτείς με τ' άλλο παιδί. Κάθισε στην ποδιά μου..Ξέρει. Για την Περπερούνα θα σου πω. όταν αργούσε ο Θεός να βρέξει και δεν μπόραγε η γη να καρπίσει.Πάψε εσύ! Είναι το τρανό μου παιδί ο Σέβης. Μυρίζεται με την καρδούλα του. στα μέρη τα δικά μας. δεν έχω βλάκικα παιδιά εγώ! Για διείτε τα ματάκια τους. Βρίσκανε τότε το πιο όμορφο κορίτσι. αποφάσιζαν να τον κάνουν να γελάσει.Έλα να σου πω μια ιστορία. . . . ουρά σαν το 73 . Αφού δεν κατάφερναν με τις προσευχές και τις λιτανείες να μαλακώσουν την οργή του Θεού. να σου πω μια ιστοριούλα.Τώρα. Σοφά σαν της κουκουβάγιας. Δεν ξέρει τι του ανήκει και τι δεν του ανήκει.Αυτά τα λες για να τον δικαιολογήσεις. οι άνθρωποι ήτανε πολύ δυστυχισμένοι. . .. μανάρι μου.Εσύ είσαι βλάκας! ούρλιαζε ο Λέος.. του βάφανε το πρόσωπο.

αν βρισκότανε κάπου εκεί θα είχε σκάσει στα γέλια. για να γελάσει ο Θεός. «Πρ. Η μαούνα Σιδερία. . Ύστερα από αυτό βέβαια. ονομαζότανε Περπερούνα. Ο κόσμος γύρω γύρω χτυπούσε παλαμάκια και φώναζε τραγουδιστά: «Περ Περ Περ Περπερούνα. έβγαζαν στην πλατεία μια Περπερούνα και τον έκαναν να γελάει.. Κάθε φορά που ο Θεός πείσμωνε κι ήθελε να τιμωρήσει τους ανθρώπους με την ξηρασία. σαν να 'σκασε λάστιχο φορτηγού.. Και τη νύχτα. να προσπαθεί να σηκωθεί αμολώντας ρυθμικές κλανιές από το ζόρι και τα νεύρα της.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ άλογο.» Σαν τα 'βλεπε ο Θεός αυτά.Και τη νύχτα.. ξεχνούσε το θυμό του και διάταζε τον ουρανό να βρέξει.» Κι ο Σέβης απέναντι να χτυπάει παλαμάκια και να φωνάζει: . να χορεύει και να καλάει τα σύννεφα να φέρουν τη βροχή.. την ώρα που ετοιμαζόταν να καθίσει στο τραπέζι. 74 . και είπε πως το 'κανε έτσι. αγόρι μου.Περ Περ Περπερού-να! Ακόμη και ο Σούλιας δεν μπόρεσε να κρατήσει τα γέλια του και του 'φυγε ένα πφφφ. Γέμιζε τότες πράσινο χορτάρι η γης και οι άνθρωποι χαιρόσαντε. Για δες πράματα που μ' αρωτάει το τρανό μου! Το βράδυ ο Σέβης τράβηξε την καρέκλα πίσω από τον κώλο της Σιδερίας. Τόσο αστεία ήταν η σκηνή. πρ. . Και πράγματι. δεν ταίριαζε να παραστήσει τον θυμωμένο. τον παίρνανε τα γέλια. Το κοριτσάκι αυτό.. και το 'βαζαν να τραγουδάει. μαζεύονταν όλοι στην πλατεία..Μόνο την ημέρα γελάει ο Θεός. πρ... με τα μπούτια της κατάρτια.

Κι έλαχε σε μένα τον καντέμη. .Λοιπόν. έλεγε αργότερα ο Σούλιας στη συμβία του. εγώ έπρεπε να την είχα σκοτώσει εδώ και χρόνια. για να δικάζει τους άλλους... . ανατρίχιασε η Δαμάσκα.Αγάπα τον πλησίον σου.. . Πάει να πει πως είναι του γούστου του. γιατί λυπήθηκα το μακαρίτη το γέρο που μου παράγγελνε: «Να τη συνδράμεις παιδί μου. ΑΜΑΝ! .Και γιατί διάλεξε αυτήν και μπαινοβγαίνει. Όταν τον τσακώσω να προσπαθεί να μου τη φέρει.. .» Κακώς. Κακώς τον άκουσα. και σταμάτα εσύ! . που είναι χειρότεροι κι από τους πεινασμένους λύκους. γιατί τότε δε θα σε γλίτωνε κανείς από τα χέρια μου. . Ποιος είναι. όταν δε μου στήνει ενέδρα.Τι λες. καλέ μου.Αγαπώ τον πλησίον μου. υπάρχουνε κάτι πλησίον. . όμως.Μη λες βαριές κουβέντες μανάρι μου. Δε φταίει εκείνη. Και λέγε εσύ. ο άσπιλος.Άκου 'δω εσύ! Τέτοια αστεία δεν κάνουνε! Ευτυχώς που δεν έπαθε τίποτα η θειά σου. Ο σατανάς μπαίνει μέσα της και την ξεγελάει. Από τότες που πληροφορήθηκα το ποιον της· δεν το 'καμα. .Καλά κάνω και λέω. Έπρεπε να την είχα σκοτώσει. να γίνει της γούνας μου μανίκι.. Μωρέ. Μεταμορφωμένος σατανάς.ΑΜΑΝ.Καταραμένο φίδι! βλαστημούσε η Σιδερία. αυτή τη γυναίκα. . Σούλια. Εγώ ξέρεις τι λέω. του γαμώ την Παναγία.Γιε μ' γιε μ'! Προς τι αφήνεις τη σκέψη σου ν' ανατα75 . Σιδερία. Πως είναι η ίδια ο σατανάς.. Στα χέρια σου την αφήνω. Μαύρη η ώρα που σε μάζευα εδώ μέσα και δε σ' άφηνα να ψοφήσεις σαν το σκυλί.

.. ψάχνοντας για ένα όνειρο εκατόφυλλο. Ποιος μπόρεσε ποτέ να βρει την άκρη ανάμεσα σ' όλα τούτα. Τα τριζόνια οργίαζαν. τώρα αυτά... προς τι. Ούι ούι καρδούλα μου! Κι αμάν αμάν! 76 . καρδούλα μου! Πώς το θυμήθηκες καλέ κι εσύ. καλέ. Πώς τα θυμήθηκες. και θυμήθηκε. . μαλακό σαν το παραγινωμένο σύκο. άντρα μου.. Από τις γρίλιες τρύπωνε η ευωδιά του διατσέντου. Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει: Τον πλησίον από τ' αγκαθωτά κλαριά μιας εκατόφυλλης τριανταφυλλιάς.κι άπλωσε το χέρι του στο βυζί της με διάθεση να συνεχίσει. Έτσι πλάστηκε ο κόσμος. Τις όρθιες ρώγες της Σιδερίας από τον δεμένο ανθό της λεμονιάς. καλέ.Θεοτικά είναι κι αυτά..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ράζει την ψυχούλα σου.. Τον πόθο του Σούλια από τον ιδρώτα στο μέτωπο της μοναξιάς. .. Ένα βυζί μουλιασμένο από τα χρόνια και τα βάσανα.. Δαμασκούλα . . να τριγυρνάς ξυπόλυτη και χαρμάνα.. Αυτά είναι πράματα θεοτικά. Ανθρωπος ήταν. Είχε δίκιο η Δαμασκούλα. Αλλά κι αν την έβρισκε. Πώς τα θυμήθηκε.Ούι ούι.. Αμάν αμάν. Η νύχτα ήταν γλυκιά σαν χούμελη..

ελεεινή κι αξιοθρήνητη. θες από την κακοτυχιά της. Ε.. ο γάμος δεν μπορούσε ν' αναβληθεί. Το μεγάλο όνειρο του Σούλια. οι προσκλήσεις. Ο Σούλιας κόντεψε να παραφρονήσει. τα πάντα. το Σάββατο προς το μεσημέρι τα αίματα αρχίσανε να τρέχουνε ποτάμι από τα σκέλια της Δαμάσκας.. κλαμένη. ήταν πλέον σερβιρισμένο στο πιάτο. παραμονή του γάμου κι όλα ήταν έτοιμα. Τι γύρευες να χώσεις τη μούρη σου μέσα στα τούλια και στα νυφικά. θες από τη συγκίνηση. Γιατί. 77 . Η Δαμάσκα μόνο ήξερε πώς στάθηκε στα πόδια της... η νύφη είχε μπει στον τέταρτο μήνα. Κίτρινη. «Δε μου πέρασε στιγμή από το μυαλό πως μπορεί να 'χε απομείνει ξέμπαρκος ο "ξενοδόχος" εκείνο το διάστημα κι έψαχνε κάποιον για να βγάλει το άχτι του. τη σύρανε στην εκκλησία σαν το λείψανο. ρε άπονε ξενοδόχε..Ημέρα Σάββατο. «Λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο» σκεφτόταν αργότερα. Εκεί που 'χε φτάσει το πράγμα. Πάει το παιδί. Και το σπουδαιότερο. Πιο άσκημη νύφη δεν πέρασε ποτέ από την ενορία του Πεταμά.» Θες από την κούραση. ξηγήθηκες έτσι.. Το σπίτι. οι μπουμπουνιέρες. έτυχε να του πέσει στα πόδια του το τομάρι μου. το νυφικό.

Αρβανιταράς με λοφίο. Σε λίγους μήνες. δε ρίχνει το παιδί. τι θα 'κανε. Περπατούσε σαν να του 'χαν χώσει σουγιά στη ράχη.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Χειρότερος ακόμη ήταν ο Σούλιας. εκλιπαρούσε τα εικονίσματα. Ούτ' ένα ματσάκι λουλούδια δεν αγόρασε να προσφέρει στη νύφη. μόλις συνήλθε η Δαμάσκα. δεν κώλωνε.. Τρύπια είναι. . . αυτός δεν ήταν από 'κείνους που το 'βαζαν κάτω. Τελοσπάντων. Κάποια μακρινή εξαδέλφη του Σούλια τους έφερε μια μικρή πέτρα. έταζε λαμπάδες και άρτους στους αγίους.Γαμώ την πουτάνα τη μοίρα μου! έβριζε ο Σούλιας. «Εμ. πανάθεμά σε! Μου 'βγαλες το πασαπόρτι για τον άλλο κόσμο! Έκλαιγε η Δαμάσκα. με ζήλο και υπομονή.» Έφτασε η κύηση με δόξες και τιμές στον τέταρτο μήνα.Με πέθανες. στέρεψε το πηγάδι!» σκεφτόταν. Δε θα φύτρωνε ο κερατόσπορος. 78 . ξαναφάνηκαν τα σημάδια της εγκυμοσύνης. Τι έχει. Τζίφος η δουλειά. Είναι η πέτρα που όταν την έχει η εγκυμονούσα πάνω της.Πάρ' το αυτό. που τον περίμενε έτοιμη να λιποθυμήσει. Ούτε τα μαλλιά του δεν έλουσε από τη μαυρίλα του. το ίδιο αποτέλεσμα. Τρίτη φορά. μωρή.» Κι έβαλε μπρος.. Σούλια. και να πάλι τα ίδια. η μήτρα σου. τυλιγμένη σ' ένα κουρελάκι. θα το τακτοποιήσω πάλι το ζήτημα. «Άτυχος πήγε να πνιγεί. Το κέρδος από όλη αυτή την ιστορία ήταν ν' αποχτήσει ζάχαρο από τη στενοχώρια του και νευροπίεση. . Είχε όμως μέσα του και μιαν ελπίδα: «Αφού πιάνει παιδί. Η βαστηχτήρα. γερμένη πάνω στον ώμο του γεροΝικήτα.

Αν είναι έτσι. Μπορεί. σε κάμποσους γιατρούς. δεν υπάρχει ελπίς.. σχεδόν γαλάζια. Αφού απέτυχε η πραχτική. εγώ καταδικάστηκα στη μαύρη κόλαση. Αμάρτησα και πρέπει να πληρώσω. Μια μικρή αγκαθωτή πέτρα. Πληρώνω την αμαρτία μου που έδιωξα την Άννα. Πολλά. τι θα σου προσφέρει η επιστήμη! Την πήγε όμως. «. Μην την ταλαιπωρείς τη γυναικούλα... Κάθισε σε μια πέτρα. .. Η μακαρίτισσα η μάνα σου την είχε δώσει στη δική μου που πάθαινε κι αυτή την ίδια δουλειά. Σαν να 'θελε να πετύχει στο φτερό την κακή του μοίρα.Χέσε την επιστήμη. Κι αυτός να μη γυρίζει τα μάτια του ούτε να τις κοιτάζει. Θε μου. ΑΜΑΝ! αν έχεις ακουστά. Πήρε την καραμπίνα κι έριξε δύο τουφεκιές στον αέρα. στην απελπισία του...Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει παιδί. εκεί που κυνηγούσε στα βουνά και στα λαγκάδια. έπιασε το κεφάλι του και σκεφτόταν.τίποτα. Σαν άντρας εδώ. εδώ κι ο παράδεισος.Αφού ούτε με τη βαστηχτήρα δεν το κράτησε. Την έβαλε στον κόρφο της η Δαμάσκα .. μα μη μου δίνεις σημασία.» Κι οι πέρδικες να φλυαρούνε και να κάνουνε τσαλίμια στα πόδια του. να σαλιαρίζω και να παραπονιέμαι.... Μια μέρα.ΑΜΑΝ.. .Να δούμε τι θα πει και η επιστήμη. Όλα. Τίποτα. Από κείνη την ημέρα δεν ξανάκανε συζήτηση για το 79 . έτσι για το γινάτι του. . σου ξεμολογιέμαι. τούτη τη στιγμή. . του είπαν. πως δίκαια με τυραγνάς. επέμενε η Σιδερία.Λένε πως εδώ είναι η κόλαση..

Αλλά εμείς. μπορούμε ν' ανταποκριθούμε. Μόνο η Δαμάσκα γύριζε σ' όλες τις θαυματουργές εικόνες κι έταζε. θα το ακούσετε προσεχτικά. Θα της πούμε να είναι αγόρι. Δεν την έκοφτε καθόλου αν ο Σούλιας ήταν άκληρος. Ήταν. στην Παναγιά τη Βρεφοκρατούσα. Σώζεις έναν άνθρωπο. Με το αζημίωτο φυσικά.τι έχω και δεν έχω δικά σας είναι. Δεν είστε ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο ζευγάρι που δεν μπορεί να τεκνοποιήσει.Αυτό που θα σας πω. δε θα είστε κι εσείς άκληροι και θα 'χουμε ένα χριστιανό να μας κάνει μια εξυπηρέτηση στα γεράματα. σύμφωνα με την επιθυμία του Σούλια. Ξέρω μια μαμή που προμηθεύει παιδιά.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ θέμα. στην Παναγιά την Πλατυτέρα. καθώς τρώγανε στην αυλή. Τι διαφορά έχει. Γιατί. η Παναγιά η Αρβανίτισσα που κανόνιζε. Στην πραγματικότητα. στην Παναγιά την Οδηγήτρια. Θα μας φέρει ένα μωρό και θα το μεγαλώσουμε 'δω χάμω σαν δικό μας. Ό. Στο λάκκο μου θα τα πάρω. . Θα ενεργήσουμε δι' άλλης οδού και θα διορθώσουμε το ζήτημα. γιατί έτσι νόμιζε πως θα δωροδοκήσει το Θεό και θα της συγχωρήσει την αμαρτία της για την Αγγέλα. σήκωσε το γιακά και σώπασε. 80 . Έταζε στην Παναγιά την Ελεούσα. όφελος δεν έβλεπε η Δαμάσκα. Λοιπόν. γιατί είναι προς το καλό όλων μας. Περάσανε πέντε χρόνια κι ένα βράδυ. φαίνεται. η Σιδερία τους ανακοίνωσε το σχέδιό της. Αυτή η πράξη είναι. η Σιδερία το είχε σκεφτεί αυτό. καλύτερη από το να χτίσεις εκκλησία. σου λέει. Έτσι. Θα βοηθήσω κι εγώ. δόξα τω Θεώ. Κούμπωσε το σακάκι της ψυχής του ως απάνω.

Εγώ θα το μεγαλώσω κορώνα στο κεφάλι μου.» .. «Μπορεί μ' αυτήν την πράξη να μου συχωρεθούνε κι εμένα οι αμαρτίες μου. Αλλά κι από το τίποτις. . Μακάρι να πεις το ναι.. ..Μα το σκέφτηκα κι αυτό. ΑΜΑΝ! . Μιλημένα τιμημένα. ρε σκύλα. μωρή!. Σιδερία. Εσύ τι λες. Εμείς οι τρεις κι η μαμή τέσσερις θα το ξέρουμε. ρε! Α. Δεν την μπορώ μωρέ ο μασκαράς την απραξία.τι αποφασίσεις. να το παραγγείλουμε κοριτσάκι. Μονάχα εμένα μη μ' ανακατέψεις καθόλου μ' αυτές τις σάχλες. Μετά θα φύγει δυο τρεις ημέρες κάπου.Τι λες. 81 .. ποτέ..ΑΜΑΝ. ο Σούλιας. Και δε σας κρύβω πως. Α. Η Δαμάσκα θα φορέσει μια ειδική ζώνη. Δικό σου παιδί δε θα είναι ποτέ. που θα μας την τακτοποιεί κάθε μήνα η μαμή και θα φαίνεται εγκυμονούσα.Σούλια μου. πώς με κατάντησες! «Ας πάει στο διάολο!» σκεφτότανε.. πριν να σας ανακοινώσω το σχέδιό μου.. Να το βλέπει ο κόσμος και να λέει. Προχώρα. τις εγκυμοσύνες και τα λοιπά. Σ' ευχαριστώ Μεγαλόχαρη που μας φώτισες να βρούμε αυτή τη λύση. άντρα μου. Όλα...Αν είναι έτσι. Δαμάσκα. Αυτή τη βουβαμάρα της αυλής μου δεν την μπορώ. Αφού δε θα ξέρει και κανείς πως θά 'ναι μούλικο.. ήρθα σ' επαφή με τη μαμή.. Σπίτι χωρίς παιδί είναι κουφό! Μουγκό!. σαν μακρινή βροντή.Άσε τις μαλακίες και μην παίρνεις φόρα.. και θα γυρίσει με το μωρό. Σούλια.. . Κανείς δε θα μάθει τίποτα. είπε βαριά...Ό. Θα το 'χω καλύτερα κι από δικό μου παιδί. «ο μπάσταρδος του Πάρδου». όταν έρθει η ώρα της. . τις ζώνες. Μεσοβέζικα πράματα. Εμένα θα με καλέσετε να δω το βρέφος στην κούνια του και να του συστηθώ σαν πατέρας.

Έλεγε ναι σε ό. Όλοι οι πελάτες της παράγγελναν ένα μωρό όμορφο. Προμήθευε μωρά σε ξελιγωμένες «μαρμάρες» κι επίδοξους μπαμπάκηδες. Σ' αυτές τις συναλλαγές της ήταν σαΐνι. ξανθό. σκουριασμένο από την πολυκαιρία.τι της ζητούσαν. κυρία Χρύσα.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Σ' αυτή την αυλή. πάσαρε το εμπόρευμα που έπεφτε στα χέρια της και η ύστατη επίκληση που άκουγε. Η Χρυσοβαλάντου πιάστηκε κορόιδο μόνο στους νταβατζήδες. Έβγαλε ένα μικρό. Την επομένη αγόρασε υφάσματα και νήματα κι ετοίμαζε τα μωρουδιακά.τι κι αν είναι. με προοπτική να γίνει γιατρός. Δεν ήταν κακός άνθρωπος η Χρύσα. Όταν γέρασε και είδε πως δεν είχε μία. αρχιτέκτων ή στη χειρότερη περίπτωση διευθυντής επιχειρήσεων. γιατί της τα είχαν φάει όλα οι νταβάδες. μόνο σέρνικας θα πατήσει. είναι. Τα νιάτα της τα πέρασε σε μπουρδέλο. Το πουλάκι μου! Κι άρχισε κιόλας η Δαμάσκα από κείνη τη στιγμή να τ' αγαπάει.Άκου. ήταν: «Πες μας. έξυπνο. Άλλα μουνιά εδώ μέσα δε μου χρειάζονται. όταν οι «γονείς» κρατούσαν πια στα χέρια τους το πανάθλιο βρέφος. δικηγόρος. κλειδάκι και ξεκλείδωσε μια μυστική πορτούλα της ψυχής της. Πίστευε πως έπαιζε 82 . τουλάχιστον γερό. Και την άφησε από τότε ορθάνοιχτη. Για το φύλο δεν δέχομαι κουβέντα. Τη φώναζαν Χρύσα. η Μαρμάρα! Να το παραγγείλει! Τι το πέρασες μωρή.Καλέ! Ατσάλι! Να σας ζήσει και να το καμαρώσετε όπως επιθυμείτε.Όπως θες εσύ. Τ' όνομά της ήταν Χρυσοβαλάντου. Έπιπλο. Ψυχούλα θα 'χει ό. . άρχισε τη συνεργασία με τους γύφτους.» .

ανάμεσα στα βρέφη. κι ο αρχιεπίσκοπος είναι μέγας μεσολαβητής μεταξύ Θεού και ανθρώπων.. «Δόξα τω Θεώ» αναστέναξε η Σιδερία. ιδίως γυναίκες. Τα δάκρυα της νύχτας. «Έλειψαν οι μάρτυρες. Γύρω στα ογδόντα. Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει . αλλά στον παρά δεν λέει όχι.» Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει: Το παγωμένο βλέμμα της Παναγιάς της Βρεφοκρατούσας. Γι' αυτό το 'δωσε μισοτιμής. Δίκιο είχε η Χρυσοβαλάντου. 83 .. Όσο για τη μίτζα. εξόν από μας.. τότε ποιο είναι «γιε μ'». που τα κουβαλάνε στις φτερούγες τους τα πουλιά. Ήταν και αρκετά μεγάλη τότε. Αν δεν είναι αυτό λειτούργημα. Ο Σέβης ήταν το τελευταίο βρέφος που πούλησε.. η Χρυσοβαλάντου πέθανε. Το «αχ!» των ανθρώπων από τις νυχιές του δειλινού πάνω στα όνειρα της ασημόλευκας. Λίγες ημέρες μετά την παράδοση του μωρού. να παίξουν με ζωντανές κουκλίτσες. Αμάν αμάν καρδούλα μου! Ξεχάστηκες στα όνειρα της ασημόλευκας και σε γέμισε νυχιές το δειλινό.. που το κουβαλάνε σε μια τσάντα οι μεταπράτες. Μεσολαβούσε. από τα δάκρυα του βρέφους.ΑΜΑΝ. που ήταν τις περισσότερες φορές έτοιμα να τινάξουν τα πέταλα. από την αγκαλιά της Χρυσοβαλάντου. Ήθελε να λαδώσει λίγο. ΑΜΑΝ! κομματάκι το ρόλο του Θεού. και στον πόθο που είχαν μερικοί άνθρωποι. για να εξασφαλίσει πρώτο στασίδι στον Παράδεισο..και προς τι. Τώρα δεν ξέρει κανείς τίποτα.

«Έλα τώρα κι Εσύ! Κάνε πως δεν καταλαβαίνεις. Ο δεύτερος ήταν στη φυλακή για φόνο.. ήξερε μόνο να πλέκει καλάθια και να λέει τη μοίρα. Το πραγματικό της όνομα. την άφησε ένα καλοκαίρι στο Άργος για μια ξανθιά.. κακούργο! Επίτηδες το παράτησες.* Ο πρώτος της άντρας. 84 . ε. * Μπαλαμός: ο λευκός. Ήταν γιατί το τσαντίρι έμπαζε νερά και τα πέντε παιδιά της Γιωργίας κρύωναν και πεινούσαν. Δεν τους βλέπεις πως γουστάρουν. στα είκοσι δύο της. αυτός που παντρεύτηκε στα 14. κι έκανε μαζί του τα τρία παιδιά. Μα δεν το 'λεγε ποτέ στους «μπαλαμούς». ήτανε Δούλου. το γύφτικο. Δε φοβάσαι το Θεό..Μόλις που αναπνέει. κλείνοντας το μάτι στο Θεό. Όταν παρουσιάστηκε η Χρυσοβαλάντου. το βρέφος ήταν έτοιμο να παραδώσει το πνεύμα.Ήταν γιατί ο χειμώνας εκείνος ήρθε πολύ βαρύς. Μεταξύ μας. Ήταν γιατί αυτή. στην άγραφη γλώσσα των Τσιγγάνων..» Ήταν για όλα αυτά και για τίποτ' απ' όλ' αυτά που πούλησε το μωρό στη Χρυσοβαλάντου. . Ήταν γιατί ο άλλος βρισκότανε στη φυλακή με ισόβια.

. Κι από γερή φύτρα.Όχι. το πονάω το σπλάχνο μου. . πεντάγερο είναι. : ' ' ' .Ωραία. . Καλή ψυχή να 'χεις. Στη Λούλου θα 'δινε 150. Μετάνιωσα.Άκου 'δω. . Και κλείσαμε. Εδώ. θα ψοφήσει. Από το τσαρδί μου δε θέλω να φύγεις πικραμένη. ' ' .000. δυστυχισμένο θα είναι το παιδί μου. . δεν το δίνω! Άλλαξα γνώμη.. Το λοιπόν. κυρα-απαυτή μου.Τι να πρωτοκάνω. κυρα-Χρύσα. Γιωργία. Κοίτα τ' άλλα. .Ούτε δραχμή. Κοίτα ομορφιές. ετούτο δε λέγεται παιδί. ΑΜΑΝ! . Πώς να της παρουσιάσω αυτό το ποντίκι.. Έλα πίσω. Μην το λες. Αυτό. . Έχω υπόψη μου κατιτίς.000.Όχι.Βάλε κάτι. Καλό πράμα σου λέω. ■ . Ντεν βλέπεις εδώ πόσα στόματα έχω. ' ' . θα σου δώσω τα μισά από την αρχική συμφωνία. . Ο πρώτος μπουτσαράς. ' ■ ■ ' - ' ■ ■ . ' ■ ■ ■ ' ■ " ■ ■ V - ■ ■ ■ . Πω πω! Κι έχω κλείσει με τους ανθρώπους! Η άλλη «γεννάει» μωρή. . - . κυρά μου! Άιντε. Την τύχη τη δικιά του δε θα την κόψω.. Ας πονάω εγώ. ώρα με την ώρα. Παρ' το να συχωρεθούν τα πεθαμένα σου. Γεια σου. Γιωργία. Α. Λοιπόν. 60..Βάλε κάτι ακόμα να πάρουμε κι εμείς κανένα κουτάκι γάλα. καλέ. αύριο. Αφού μου λες πως είναι και καλοί άνθρωποι. Αυτό θα γίνει καλύτερο αν καλοζωιστεί. καλό να δεις στη ζωούλα 85 "■ . Βάλε κάτι ακόμα και παρ' το. Ντεν βλέπεις. Σκάρτο πράμα μου δίνεις. εδώ κοίτα. Τι του λείπει. Θα τα βρούμε. αν είναι να μου το πάρεις τζάμπα. . Αρσενικό είναι. Εγώ θα βρω άλλο. Αμαρτία κάνεις.ΑΜΑΝ. Όπως θέλεις.Καλά. Καλέ. Η Χρυσοβαλάντου είχε πει στη Σιδερία 400.000.

δικόνε μας θα γένει. . . Μια μικρή τσαχπίνα Λούλου που ήξερε μόνο να πλέκει καλάθια και να λέει τη μοίρα.Έφερα. Πουλάκι μου! Γεμάτο πληγές είναι. Κοίτα χάλια! Πόσω μερώ είναι.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ σου. βρε! Σύγκαψε. βρε γυναίκες. Χαλάλι σου. Άιντε.Πέντε μερώ. . Η μάνα του μου 'στειλε και κουβερτούλα και πουκαμισάκι και πάνες. Κάθισε κάτω ανακούρκουδα κι άρχισε να κλαίει πικρά. Εξήντα πέντε. Έφερες καμιά κουβερτούλα να το τυλίξεις. . Καλορίζικο! . . άντρα μου. . που θα 'βγαινε γέρος από τη φυλακή. Δεν τα βλέπεις αυτά πως πεινάνε. Όλοι οι άνθρωποι στο Θεό ανήκουνε. . κλείνοντας το μάτι στο Θεό. ψυχούλα μου! Ελπίζω να μη μου μείνεις στο δρόμο και με κάψεις! Κι αφού πήρε τα λεφτά η Λούλου και παράδωσε το μωρό. Ήταν κι αυτός ο φονιάς. σίγουρα. Μια Λούλου ήταν.Πούθε θά 'ρθει. αυτό το παιδί. αλλά δέχομαι γιατί μου λες πως θα περάσει το σπλάχνο μου βασιλικά. Αχ. 86 .Με ρίχνεις.Γιατί με βρίσκεις στις καλές μου. εμείς θα το ποτίζουμε. μάτια μου.Το αγόρι μου! Το σπλάχνο μου! Το μωρό μου! Ήταν ο χειμώνας που ήρθε πολύ βαρύς. Ρωτήσατε από πού κρατάει η σκούφια του.Ζέστανε νερό να το πλύνουμε. Κακούργα! Μέσα στο σκατό το 'χεις.Απ' όπου και να κρατάει. Μπορεί να μην ήταν και τίποτ' απ' όλ' αυτά. ας πάει στην ευχή. στη δική μας σκούφια θα γίνει ράμα. Καλά υστερνά να έχεις. Εμείς θα το ταΐζουμε.

πετάχτηκε η Σιδερία.. . Το παιδί θα είναι υγιέστατο και από καλή σπορά. Σιδερία. 87 . Τη νύχτα ξεκούμπωνε τα λουριά. γιατί είχε πιστέψει και η ίδια πως τη βάραινε το παιδί. γι' αυτό ξηλωθήκαμε τόσα λεφτά.. Και διάφορες μυρουδιές της χτυπούσαν στη μύτη και κόντεψε πολλές φορές να λιποθυμήσει. Περπατούσε η Δαμάσκα καμαρωτή στον Πεταμά και κρατούσε τη μέση της. Γι' αυτό και το παιδί θα το πούμε Ευσέβιο. γρήγορα λίγο καρπούζι. Πώς μου μύρισε έτσι! . Να το ξεχάσετε. Τα λεφτά τα δώσαμε έτσι.Το θέμα των χρημάτων να μην το ξανααναφέρετε εδώ μέσα.Βρε. ΑΜΑΝ! . στην κατάσταση που είσαι. Τι να πεις. τοποθετούσε την κοιλιά σε μια πολυθρόνα κι ύστερα τη σκέπαζε προσεχτικά μ' ένα άσπρο σεντόνι. Στο κάτω κάτω. Μη μας πάθεις και τίποτα.. Η Χρυσοβαλάντου είχε κατασκευάσει μια γεμιστή ζώνη που τη στερέωνε η εγκυμονούσα με κάτι λουριά στη μέση της και κάθε μήνα της πρόσθετε και περισσότερη γέμιση. .. Ακόμη και ναυτίες είχε. Δεν αγοράσαμε τίποτις. .Φέρε μου. Κι ύστερα άδειασε το ποτήρι του κι έπιασε με τις παλάμες τα μάγουλά του. όλοι του λένε τύφλα! Το αστείο σε όλη την ιστορία ήταν η κοιλιά της Δαμάσκας. Άμα σκοντάψει τ' άλογο.Έχουνε γνώση οι φύλακες. για την ψυχή της κυρα-Ευσεβίας.Να σου φέρω καλέ. Και ζαλάδες. πως κατάντησα εγώ! Να κάθομαι με τις γυναικούλες και να κάνω τέτοιες κουβέντες.ΑΜΑΝ. Δεν αγοράζονται οι άνθρωποι.

και την ώρα που έτρωγαν πήρε το λόγο κρατώντας με το ένα χέρι την κοιλιά και με το άλλο το πιρούνι. Το κορίτσι κάνει κώλους. Είναι ντροπιάρης ο Σούλιας. . φτωχοί..» 88 . χωρίς τον κοίλαρό σου.Σκέπασε τηνα καλά μη σου πάθει μητρικά. Δύο άνθρωποι αγράμματοι. Τ' ακούς. ..Αντρα έχει μ' ένα μάτι και τον θέλει μαυρομάτη! είπε η Σιδερία και παραλίγο να πνιγεί από τα γέλια. Δαμάσκα! Πού πας. ή να πάμε τη μαξιλάρα στο γιατρό. Γερό να είναι. Όμως τις νύχτες. που ήταν κι αυτή έγκυος τότε. Αυτά δεν τα όρισες εσύ να γένονται έτσι. Εγώ θα τ' αγαπούσα το μωρό μου έτσι κι αλλιώς. Μα. «Συχώρεσέ με.Εγώ προτιμώ πάντως να είναι κοριτσάκι... Μια φορά ξεχάστηκε. . .Έι.Ο. μωρή. Προς τι να παρασταίνω την έγκυο.Αγόρι! Αγόρι κρατάς σίγουρα! Δε βλέπεις. Νόμιζε πως είναι αμαρτία. λένε. Δεν της άρεσε να παίζει αυτό το θέατρο. δε χαλάει το πρόσωπο. Στ' αγόρια. Ο Σούλιας φταίει. κορόιδευε ο Σούλιας. το παιδί. Κύριε. κυρα-Δαμάσκα. Από πίσω είσαι σανίδα. . της έλεγε η μάνα της Πέτρας. Και πώς να τα βάλουμε εμείς με τον κόσμο. Θε μου! Δε θέλει να κουβεντιάζει ο κόσμος πίσω από την πλάτη του. . Βασανισμένοι συχώρεσέ μας.Δεν άλλαξε καθόλου το πρόσωπό σου. πως ξεγελάει το Θεό.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Εγώ έχω γίνει σαν πατσάς. όταν ροχάλιζε ο Σούλιας. μωρή.τι θέλει ο Θεός. συχώρεσέ τονα κι αυτόν. Όταν σηκωνόταν να κατουρήσει πεταγότανε πάλι ο Σούλιας. η Δαμάσκα γύριζε από τ' άλλο πλευρό κι έκλαιγε. Κύριε.

. Αυτά τα πράματα είναι επικίντυνα. 89 . . Αρκετά πήγε η καρδούλα μου στην Κούλουρη. Φεύγω. ΑΜΑΝ! Την ημέρα που είχαν συμφωνήσει με τη Χρυσοβαλάντου να παραδοθεί το βρέφος. σαν να 'θελε να ξεπορτίσει από τ' αφτιά. να σε κεράσουμε για τα συχαρίκια. Και πού να πάει. κι ούτε με είδατε ούτε με ξέρετε. το ετοιμόψοφο μωρό. . Καλότυχο να είναι. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από τη ράχη της. Αλλά ύστερα άλλαξαν τα σχέδια. Ο Σούλιας έλειπε. τάχα μου πως πάει στην κλινική. Κι επειδή φοβόταν να είναι παρούσα όταν θα το αντίκριζαν..Αποκλείεται. . Σκέφτηκαν λοιπόν να πούνε πως την έπιασαν ξαφνικά οι πόνοι και δεν πρόφτασαν να τη μεταφέρουν. Τρέμανε τα πόδια της Σιδερίας κι η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά.ΑΜΑΝ. . ο Σούλιας έφυγε αξημέρωτα στο κυνήγι.Έλα μέσα. Η Χρυσοβαλάντου ήρθε πριν από το χάραμα. κυρία Χρύσα. Ευτυχώς που έτυχε εδώ μια γνωστή μας που ήξερε από γέννες. Το άνθος των ανθέων πήρατε. σαν αυτή που μεταφέρουν τα εργαλεία τους οι μαραγκοί.Σαν την κότα γέννησε. το 'δωσε γρήγορα γρήγορα στη Σιδερία από το φράχτη κι εξαφανίστηκε. Μας βοήθησε ο Θεός και πήγαν όλα καλά.Να σας ζήσει. εγώ τι να κάνω. κουβαλώντας μέσα σε μια λαστιχένια τσάντα. Η Δαμάσκα ήταν έτοιμη να σωριαστεί.Δε θέλω να είμαι παρών σε τέτοιες δοσοληψίες. Να μυήσουν κι άλλους στο μυστικό. Στην αρχή είχαν αποφασίσει να φύγει η Δαμάσκα από το σπίτι. Έφερε μέσα την τσάντα και την ακούμπησε πάνω στο διπλό κρεβάτι. .

. Άνοιξε τα ματάκια του και την κοίταξε.Άνοιξε το! Τι περιμένεις.. που ξεχείλιζαν από το πρόσωπό του και σκέπαζαν σαν μαύρο σύννεφο όλο το πληγιασμένο του σώμα. τυλιγμένα σε μια γαλάζια. . της ήρθε μια ζάλη δυνατή.Θε μου! ανέκραξε η Σιδερία κι έκανε δύο βήματα πίσω. Η Δαμάσκα παραπάτησε μια στιγμή. Σιδερούλα! Είναι βουρλισμένο το άτυχο! Είδες το δερματάκι του. Ένα κομμάτι κρέας μαυροκίτρινο. Δύο πελώρια γεμάτα τρόμο μάτια. Θε μου! .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Δύο μάτια τόσο μεγάλα. Ένα μαλλιαρό πράμα που σάλευε. Η ψυχή της γέμισε ξαφνικά σιρόπι κι έσταζε. Και το άνοιξε. Κάτι σαν κουνέλι. κάτι σαν σκοτάδι. . σκιάχτρο είναι! Τέρας! Θα πούμε στον κόσμο πως κακογέννησες. γεμάτο πληγές. Τι 'να τούτο 'δω. κάτι σαν τομάρι. Θα πάω να τη βρω να της το γυρίσω πίσω. ..Το μωρό μου! Το μωρό μου είναι.Βλέπω. ψέλλισε σαν χαμένη. . Κανείς δεν το 90 . Μας γέλασε η πουτάνα! Γι' αυτό δεν ήθελε να μπει μέσα. μωρή. Έσταζε αργά αργά πάνω στην ψυχούλα εκείνου του «κάτι σαν».Τι ευχαριστείς. Τα μάτια της τρέχανε. χνουδωτή κουβερτούλα. αλλά στάθηκε σιγά σιγά στα πόδια της. Αυτό δεν είναι παιδί. Δε βλέπεις. κάτι σαν φρίκη! .Ετούτος είναι ο γιος μου. έκανε το σταυρό της και το 'πιασε στην αγκαλιά της. Ζέστανε γαλατάκι να του δώσουμε. περίεργα. άπατα μάτια. Αυτό μου 'στειλε ο Θεός. Δύο μεγάλα.. Τα χείλια της ήταν ξερά.Τίποτα! ξεσπάθωσε η Σιδερία μόλις ξεκέρωσε.Σ' ευχαριστώ..

Ένας ύπνος γλυκός. Στο δεξί ποδαράκι είναι κολλημένα. . αν έρθει κανείς να τον κεράσουμε.Καλέ! Και το σκιάχτρο έσπασε. ανάδευε στα σγουρά του ματόκλαδα. τα φιλιά και τα κανακέματα. . Μικρό μικρό σου το 'δωσα.» αποκοιμήθηκε.. έλα πάρε και τούτο. Θε μου! Τίποτε δε θα μ' αφήσει.ΑΜΑΝ. . Οι ασημόλευκες προσκυνούσανε το χώμα.. Κούκλος θα γένει. να πέφτουνε βροχή πάνω από την ξύλινη κούνια. Τίποτα δεν άφηνε όρθιο. Ακόμη και το σκιάχτρο που είχαν βάλει στο περιβόλι για να φεύγουν τα πουλιά περιπλανιόταν σαν την κατάρα από 'δω κι από 'κει.. . Η Δαμάσκα δίπλα κουνούσε την κούνια με το πόδι της και τραγουδούσε: «Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά.Τι 'ναι αυτό που χτυπάει.» Εκείνη την ημέρα φυσούσε δυνατός αέρας. Θα μου ξυπνήσει το μωρό. μεγάλο φέρε μου το. Έτσι ήταν και το πρώτο παιδί της Αγγέλας όταν γεννήθηκε. λες κι άνοιγαν πανιά. Τι καιρός.. Σε λίγο το «κάτι σαν. Άγγελος! Και να τα γλυκόλογα.. Πρόσεξες τα δαχτυλάκια του. Σε λίγο καιρό θα δεις αυτό πώς θα γένει. Σιδερία. Έγειρε το κεφάλι του στο κεντημένο σεντονάκι κι αποκοιμήθηκε.Μην παίρνεις φόρα. ΑΜΑΝ! χάιδεψε για να ξεζαρώσει. 91 .. Περίμενε να 'ρθει ο Σούλιας. Κι εκείνα τα τεράστια αγιοκλήματα και τα γιασεμιά που σκέπαζαν τους φράχτες φούσκωναν. Δώσε μου και το καλό μου νυχτικό να ξαπλώσω κι εγώ. Οι πλαστικές γλάστρες της Σιδερίας κυλούσανε σαν κονσερβοκούτια γύρω γύρω στην αυλή.Βάλε στη φοντανιέρα τα κουφέτα. σαν γινωμένο κεράσι.

92 . βαριά όπως πάντα.. και το σκιάχτρο να περιφέρεται γύρω γύρω από το σπίτι και να χτυπάει. να κάθεται φρεσκοχτενισμένη και γελαστή στην άκρη του κρεβατιού. έφτυνε. δεν το είδατε το σκιάχτρο πως κίνησε. . μωρέ.Να κι η λεχώνα! Τι τρέχει μωρή. . Σούλια μου! Να μας ζήσει! . Εδώ έχουμε άλλα! . Κι ο αέρας να φυσάει έξω σαν το Σούλια και να καταριέται. . Κι ύστερα ο ξερόβηχας.Πέρασε μέσα να δεις μόνος σου. τα χείλια του τέντωσαν σαν σαΐτες.. . Είστε στα καλά σας. .. Τον καράγυφτο μου φέρατε για σπόρο μου.Τι να δούμε. . πως θέλω εγώ να κάνω κολιγιά με τους γύφτους.Για να δω κι εγώ τον τυχερό. . Καλά.Το Χριστό σας! Αμέσως να βρείτε αυτή τη ρουφιάνα που σας έκανε τα προξενιά να το πάρει από 'δω μέσα αυτό το πεσκέσι! Ποιος σας είπε. Σούλια.Να μας ζήσει. έπιασε τη φοντανιέρα και την πέταξε σαν μανιακός στο μωσαϊκό. Την Παναγία σας. Ε.Έρχεται! Τρέχα. Ο Σούλιας είχε καταπιεί την ψυχή του από την αγωνία. .Βρε τον κωλόκαιρο! Τα ρήμαξε όλα! είπε για να μη δείξει την ταραχή του.Ησού Χριστέ! Τι 'ναι τούτο. Τα μάτια του πετάχτηκαν από τις κόχες. να του ανοίξεις. άφριζε.Τι έγινε. με το καλό της νυχτικό και τις βελούδινες παντόφλες. γαμώ την τύχη μου τη μογγόλα! Έβριζε ο Σούλιας. Σιδερούλα μου. Μπήκε στην κάμαρη ο Σούλιας κι είδε τη Δαμάσκα.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Τα βήματα ακούστηκαν. στο τσιμέντο της αυλής. πουτάνες! Φτου.

Κοίταξε να σβήσεις αυτή τη φωτιά που μ' άναψες.ΑΜΑΝ. Σας έφερα. .Ασ' την. Αυτή όταν μου το παράδωσε ξέρεις τι μου είπε. το είπα της Δαμάσκας..Σαν αγγελούδι! Τώρα μάλιστα! Ξέρεις εσύ πολλούς άγγελους γύφτους.Μη φωνάζεις. Θα τα κανονίσω. άντρα μου. άντρα μου! εκλιπαρούσε η Δαμάσκα. Δε σου το είπα. Σαν αγγελούδι! . Πάψε.Ξέρω. Θα το γυρίσουμε πίσω. . ΑΜΑΝ! . Φτάνει να φύγει από 'δω μέσα αυτή η πληγή.Πάρδος και γύφτουλας δεν τακιμιάζει. Κανονικό. Θα τα κανονίσω εγώ.Αν διώξεις το παιδί από το σπίτι θα πάω να κρεμαστώ! Να το ξέρεις! . Μια χαρά είναι. Τι έχει το μωρούλι. . Εγώ φταίω.. Ο Ευσέβιος Πάρδος. μη σε μέλει. Μόλις το είδα. καλέ. λέει. Η Παναγιά μας το 'στειλε. Μα θα την ξεμαλλιάσω τη βρόμα. Για δες το πώς κοιμάται.Έπρεπε να το καταλάβω πως αυτή η μουστόγρια θα μου την έκανε τη ζημιά.. σε παρακαλώ. . εσύ φταις.Εγώ για καλό πήγαινα. τον ξεμονάχιασε η Σιδερία. 93 . Και δε με νοιάζει για τα λεφτά. . Πώς δεν ξέρω. Ας τα χάσω τα λεφτά. Σούλια. Προφήτης ήμαν. Ησύχασε. στα τρία μου. το άνθος των ανθέων...Την τύφλα σου ξέρεις. Θα της απαιτήσω να φέρει άλλο παιδί. . Κι εγώ της ίδιας γνώμης είμαι. που έδωσα πίστη σε δυο φυρομυαλισμένες. Δικά σου ήταν τα σχέδια. Όχι. . Κάμετε κουμάντο να γυρίσει από 'κει που 'ρθε το ταχύτερο δυνατό.Αυτός είναι ο γιος σου. Θα σου ανέβει η πίεση. Σε ικετεύω.Όχι.. . . Σιδερία! Γιατί. Σούλια.

. μαίας.. Αυτό το κεφάλαιο έκλεισε πλια δια παντός. κρατώντας στα γόνατά της μια λαστιχένια τσάντα. Ως εδώ και μη παρέκει.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Κι η Σιδερία έριξε μια ματιά και σταύρωσε τα χέρια της απελπισμένη. με την εντολή να παραγγείλει σ' έναν αγιογράφο μια μεγάλη εικόνα της Παναγίας των Αγγέλων.. .» Με τη δωρεά και τις λειτουργίες υπέρ αναπαύσεως ψυχής η Χρυσοβαλάντου ήταν σίγουρη πως είχε εξασφαλίσει ένα σκαμνάκι κοντά στα πόδια του Θεού. γεμάτη μοσκολίβανα και μαυριδερά αγγελάκια. Την είδα εγώ την τύχη μου.Γαρμπής είναι ο πούστης! μούγκρισε ο Σούλιας και στερέωσε το παραθυρόφυλλο. Τα υπόλοιπα χρήματα θα τα διαθέσεις για λειτουργίες υπέρ αναπαύσεως της ψυχής μου..Όοοοχι! Να σου λείπει. Τίποτα! Η Σιδερία μάταια προσπάθησε να βρει τη Χρυσοβαλάντου. πάτερ. . απ' όπου και δεν ξαναγύρισε ποτέ γιατί τη δεύτερη εβδομάδα έπαθε καρδιακή προσβολή και εξέπνευσε. Η γρια μεταπράτισσα είχε προαισθανθεί το θάνατό της και κάλεσε τον παπά του χωριού για να του αφήσει όλες τις οικονομίες της. που την είχε κοπανήσει αμέσως για το νησί της. «Επιθυμώ.Άχου! Πάει η μπιγκόνια μου η βασιλικιά! Πάει και τ' αλεξαντρινό! Καλέ και το ωραίον φύλλο έσπασε! Τίποτα δεν έμεινε. Το θάνατο της Χρυσοβαλάντου τον πληροφορήθηκε πολύ αργότερα η Σιδερία από μια κοινή γνωστή και χάρηκε ιδιαίτερα. Να κάθεται εκεί και να φουμάρει ανενόχλητη. να γράφει από κάτω με χρυσά γράμματα: Δωρεά Χρυσοβαλάντου Τσακίρη. 94 .

Σαν να ήταν όλες οι αμαρτίες της γραμμένες σ' ένα μπακαλοτέφτερο. Νάνι νάνι το παιδί μου. από τη μια μεριά οι «θυσίες» για το μωρό κι από την άλλη τα κόλλυβα και τα άνθη στον τάφο της Αγγέλας. οδεύει τώρα προς τον Κύριον. αγαπητοί μου χωριανοί».» Μετά από κανένα μήνα μαλάκωσε η οργή του Σούλια. ετοίμαζε το γάλα και το νερό για το μπάνιο. Όλα όσα έκανε πάντα η Σιδερία. Το «κάτι σαν» έγννε βρέφος. έλα να δεις την αγορίνα σου! Κοίτα πώς σαλεύει τα χεράκια! 95 .ΑΜΑΝ. τη χρέωνε στο Θεό.. . ομόρφυνε. είπε ο παπάς στην κηδεία της. το κλωνάρι της ψυχής μου. Το έργον της υπήρξε θεάρεστον.. ΑΜΑΝ! «Σήμερα. Πλήρης ημερών. Αιωνία σου η μνήμη.» Η Σιδερία έπλενε τις πάνες. πάχυνε και λίγο. κάθε σκατό που έβγαζε από τα πανιά. η Χρυσοβαλάντου. Σ' όλη της τη ζωή η κυρα-Χρύσα. την είχαν τόσο εξαγνίσει που πίστευε πως η θέση της στην άλλη ζωή σίγουρα θα ήταν στο Πάνθεον των Αγίων.. ο σγουρός βασιλικός μου. αξιομακάριστη αδελφή ημών Χρυσοβαλάντου. Ξεζάρωσε το δέρμα του.. Βοήθησε πλήθος γυναικών να φέρουν στον κόσμο τον πολυπόθητον καρπόν της κοιλίας των.Σούλια μου. και μαζί με κάθε προσφορά σάλιωνε το μολύβι της και τραβούσε μια γραμμή στα βερεσέδια. «έφυγε από κοντά μας μια καλή χριστιανή. γειάνανε οι πληγές του. όπως την ξέραμε όλοι. κάθε κατρούλα που έπλενε.» Έτσι. σιδέρωνε.. υπηρέτησε πιστά το Θεό. Η Δαμάσκα το κρατούσε ώρες ατέλειωτες και το κανάκευε: «Νάνι νάνι νάνι ο γιος μου. και την παραμικρή κίνηση..

. είπε η Δαμάσκα κι ακούμπησε το βρέφος στο κρεβάτι. Ήταν η κοιλιά που είχε κατασκευάσει η Χρυσοβαλάντου.Ωχ! Πιάσε λίγη βενζίνα από μέσα. όταν ο Σέβης είχε μεγαλώσει και τυραννούσε όλη τη γειτονιά με τα κατορθώματά του. βρε μπαγάσα. παραπονιόταν μια μέρα στη Σιδερία η φίλη της η καθηγήτρια: 96 .Κάψ' το και μη ρωτάς.. Σούλια μου. ρίχ' την εκεί χάμου να πάει στον άνεμο! . Μόνο όταν σε βλέπει χαμογελάει. Και δ ώ σ ' του κι έσπρωχνε με το κοντάρι.Στο διάολο! Στραβώθηκα. Χαμογελάει ο κερατάς! . Θα μου σβήσει τη φωτιά αυτό το πράμα! Κάτι κιτρινόμπλαβες ξεμαλλιασμένες φλόγες είχαν ξεπεταχτεί κι ένας μαύρος πυκνός καπνός..Βρε! Τι κάνεις.Είπα να κάψω τα σκουπίδια.Τι 'ναι. Μια από τις αγαπημένες ασχολίες της Σιδερίας ήταν ν' ανάβει φωτιά μέσα σε μια τεράστια βαρέλα στην άκρη του περιβολιού και να καίει τ' άχρηστα.. ..Όταν σε βλέπει.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ .Πάλι άναψες φωτιά. Και ξεκοίλιαζε. . . βρε Σιδερούλα μου.Άι. καλέ. . Πήξαμε στο χαρτικό με το μωρό. . Λίγα χρόνια αργότερα.Για περίμενε. Σε λίγο βγήκε μ' ένα μπόγο τυλιγμένο σ' εφημερίδες. . Έβγαζε το άχτι της. Κρατούσε ένα μεγάλο σιδερένιο κοντάρι και ανακάτευε τις φλόγες σαν τον Εωσφόρο στα καζάνια της Κόλασης.

Η μητέρα της ήταν μια γριά παράλυτη που την κάθιζε τ' απογεύματα σε μια πολυθρόνα στη βεράντα να πάρει τον αέρα της. Μόνο σε παρακαλώ. . . κάνας φονιάς. «Μην το πεις σε κανένα. Και κάθισε και της είπε με το νι και με το σίγμα την ιστορία του Σέβη.Είναι η κληρονομικότης. Η καθηγήτρια το είπε εμπιστευτικά στη μάνα της Πέτρας. δεν έχω ακούσει τίποτα. Σάμπως ξέρουμε. . κι η μάνα της Πέτρας το εμπιστεύτηκε στη φίλη της. Τι παιδί είναι αυτό! . δεσποινίς Σιδερία. Χάζεψε η άλλη. Είσαι μορφωμένος άνθρωπος και θα με καταλάβεις. Μπορεί η μάνα του να ήταν ιερόδουλος. Δεν υπάρχει λίγος σεβασμός πια. .» Κι η φίλη της μάνας της Πέτρας στη δική 97 . .Πω πω! Τώρα εξηγούνται όλα! Το γονίδιο.Όχι.Έχεις χίλια δίκια. Μπορεί να το 'σπειρε κάνας μέθυσος. πέντε τρίχες) μ' ένα φιόγκο σε στιλ αλογοουράς. Η κληρονομικότης που εμφωλεύει στο κύτταρο. μη βγει ποτέ από το στόμα σου. . Θέλω κι εγώ να σου εξομολογηθώ τον πόνο μου.Αυτό είναι! Σάμπως ξέρουμε πούθε κρατάει. δε θα φερότανε έτσι.ΑΜΑΝ. καλή μου. Δε θέλω να μπλέξω στο στόμα της Σιδερίας.Τι πλάσμα είναι αυτό. δεσποινίς Σιδερία! Έφερε το σκυλί και το άφησε μπροστά στα πόδια της μητέρας μου.Αν ήταν δικό μας παιδί. ΑΜΑΝ! . αφού της έριχνε πριν ένα ροζ παλ σάλι στους ώμους και της έπιανε τα μαλλιά (ποια μαλλιά δηλαδή..Καταλαβαίνεις την τρομάρα της μαμάς! Προχτές πάλι. πέρασε και της πέταξε μπανανόφλουδες στο πρόσωπο. Έχεις ακούσει για το γονίδιο..

το ντουμπλ φας .Μα σε ποιον μοιάζει ο γιος σου.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ της φίλη. «Μην ακουστεί. .Τα λαιμά του έχει. κάμε του ένα ζεστούλι.Το παιδί είναι ζεστό. στη μητέρα του αντρός μου. Έχετε κανένα τόσο μελαχρινό στην οικογένεια.» Ώσπου έγινε βούκινο στον Πεταμά.Όλο με τον κανακάρη σου ασχολείσαι.. και ο Σούλιας του είχε μεγάλη αδυναμία. τι στο διάολο κάνετε 'δω πέρα! . Η σαλαμάντρα είναι μια πολύχρωμη σαύρα. .Γερό να είναι κι ας μοιάζει σ' όποιον θέλει ο Θεός. Ο Σέβης είχε γίνει ένα πεντάμορφο αγόρι. Όσο μεγαλώνει. Έτσι ήταν κι αυτή η μακαρίτισσα. γιατί ο Πόρδος δεν αστειεύεται. και τη δούλευε. Η κυρα-Ευσεβία έπιανε τη σαλαμάντρα και σε όποιο παιδί πάθαινε «λαιμά» την περ98 . Σιδερία. Κι εσύ. κυρα-Δαμάσκα. που φέρει και το όνομά της. της έλεγαν μ' εκείνο το χαμόγελο. Δεν το είδατε. Έτσι 'ναι τα παιδάκια.Στη γιαγιά του μοιάζει. Καλέ. άντρα μου. Μια μάνα και μια παραμάνα. Η Δαμάσκα κοκκίνιζε κι έσκυβε το κεφάλι να μην τη δει ο Θεός που έλεγε ψέματα. Μη σκας. . μαυροτσούκαλο! Δε φαντάστηκε βέβαια ποτέ η Δαμάσκα πως όλος ο Πεταμάς ήξερε το μυστικό της.απόξω ροσόλι κι από μέσα φαρμάκι: . άιντε να ψάξεις για καμιά σαλαμάντρα. ίδιος ο πατέρας του είναι.. Ή το αντίθετο: . που εμφανίζεται συνήθως μετά τη βροχή. Όταν έβλεπαν τη Δαμάσκα να το τραβολογάει από το χεράκι για να το μαζέψει από το δρόμο.

αντικειμενικά κρίνοντας. Ο Σούλιας πανηγύριζε το γεγονός κι είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Και εννοούσε: «Πήγαινε πια στο κρεβάτι σου.ΑΜΑΝ.Κιτ! Κιτ! Αιντε πλια! Κιτ! Το «κιτ» το μεταχειριζότανε συχνά η Δαμάσκα. αλλά ζεστά και προστατευτικά: . Μέχρι βόλτα την έβγαζε στην πλατεία να την κεράσει χωνάκι. Έτσι πορευότανε η ζωή. ώσπου έγινε κάτι που ούτε ο διάολος ούτε ο Θεός το 'χαν γραμμένο στα τεφτέρια τους. Κάτι σαν προσταχτική δική της. Η αληθινή κοιλιά φούσκωνε και γυάλιζε κι έτριζε σαν ώριμο καρπούζι.Αυτό θα με κλείσει στη φυλακή! έψελνε η Σιδερία. Ξεφορτώσου με». ήταν ένα παιδί διαβολικό. 99 . να τη δουν όλοι και να δοξάσουν το έργο του. Αυτός. Λες και κανείς άλλος αρσενικός στη γη δεν είχε γαστρώσει τη γυναίκα του. Θα το σκοτώσω καμιά μέρα. Εκεί που οποιοσδήποτε άνθρωπος θα του 'ριχνε τουλάχιστον έναν ξεγυρισμένο φούσκο. αλλά πέρασε κι ο τέταρτος μήνας και το έμβρυο δεν έπεφτε. αυτή ύψωνε λίγο τη φωνή της κι έλεγε λίγο αυστηρά. Η Δαμάσκα έμεινε έγκυος.. βέβαια. ΑΜΑΝ! νούσε τρεις φορές γύρω από το κεφάλι του. Και καλά έμεινε έγκυος δεν ήταν η πρώτη φ ο ρ ά . δε γλιτώνει! Μόνο η Δαμάσκα δεν έχανε την υπομονή της. να την κάνει περιφορά σαν τον Επιτάφιο. Αυτό ήταν: ο πονόλαιμος εξαφανιζόταν. του ρήματος «κείτομαι».. Με τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μαζί του χωρίς να βγει από τα ρούχα του. . Την έβγαζε να τη δείξει. Ο Σέβης. που ούτε σαν αρραβωνιασμένη δεν της είχε κάνει τέτοια χάρη.

Αν δε σκεφτόμουν εγώ να κάνουμε τη θεάρεστη πράξη με τον Σέβη. Πέρασε τόσα δεινά. κάτασπρο και ξανθουλό. το γεγονός ήταν μεγάλο. Μάλιστα. έτσι τετράπαχο. ο Σούλιας ήταν ανένδοτος.. Μόλις τον είδε ο Σούλιας. δε θα γινότανε τίποτα. ανέκραξε γεμάτος ευτυχία: .» Λέων! Λέων! Αργότερα βέβαια το όνομα εξελίχτηκε σε Λέος.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Η Σιδερία ισχυριζόταν πως το θαύμα είχε γίνει ύστερα από δική της μεσολάβηση στον Πανάγαθο.» 100 .Αυτός είναι! Αυτός είναι ο γιος μου! Ένας. Ούτε φρου φρου ούτε αρώματα. κοίτα το πηγούνι του. όταν ήρθε η ώρα να τον βαφτίσουν. είχε μιαν αδυναμία στο μεγάλο. Τώρα ο Θεός είδε την καλοσύνη μας και μας ανταμείβει. στο σπίτι τα πράματα άλλαξαν ριζικά. Η Σιδερία έπεσε με τα μούτρα να μεγαλώσει το νέο βρέφος. «Αυτό έχει περισσότερη ανάγκη. Με τον ερχομό όμως του Λέοντος. «Και το όνομα αυτού. Ο Λέος.. βαθιά βαθιά. ν' αποχτήσω κι άλλο παιδί. το πουλάκι μου. Ύστερα από βάσανα και κίνδυνο μεγάλο να πεθάνει στη γέννα. η Δαμάσκα έφερε στον κόσμο τον δεύτερο γιο της. «Κοίτα το γέλιο του. Για τη Δαμάσκα. στη μια μεριά της ζυγαριάς ήταν ο Λέος και στην άλλη οι υπόλοιποι. αλλά λέων! Ο Λέων απο 'δω. αλλά απλό. Ίδια. που όλοι της έλεγαν πως της μοιάζει καταπληκτικά. του Λέου. Και πάλι η ζυγαριά προς το μέρος του Λέου έγερνε. .Έτσι το 'θελε η Παναγιά. Για τον Σούλια. ή Λέου. ο Λέων από 'κει. παιδί μου! Φτυστή η Σιδερία!» Η Δαμάσκα χάιδευε κι αγαπούσε το ίδιο και τα δύο παιδιά. θαυμαστό. .

ΑΜΑΝ! Όταν ήταν έγκυος προσευχόταν ν' αποχτήσει κορίτσι. αλλά πάντα ζεστά και προστατευτικά! . .» Μα δεν την άκουσε ο Θεός. Δε βλέπεις.. όταν το ποτήρι ξεχείλιζε. να φωνάζει λίγο άγρια. παρά τις πολλές και ποικίλες απόπειρες δολοφονίας που είχαν γίνει εις βάρος του από τον Σέβη.. γαλαζόπετρα του 'βαλε στη μύτη. στο πηγάδι αποπειράθηκε να τον ρίξει. Τελικά. πράγμα που ποτέ δεν το είχε απολαύσει όταν έπρεπε. νηστείες κλπ.. Κορίτσι το πέρασες.Κιτ! Κιτ! Άιντε πλια! Κιτ σου λέω! 101 .Αφού του αρέσουν.ΑΜΑΝ. κι είχε μέσα της κρυμμένο τον καημό. Κι επειδή ήταν χοντρό και ράθυμο παιδί και βαριόταν να τρέχει με τ' αγόρια. Και προπάντων ο Θεός! Περνούσε ο καιρός αλλά δεν κατάφερνε να καταχωνιάσει μέσα της αυτή την επιθυμία. . Φωτιές είχε βάλει κάτω από το κρεβάτι του. Σούλια μου. Κι όλο άφηνε τα μαλλιά του Λέου μακριά για να του κάνει μπουκλίτσες. ο Σούλιας να παίζει το ρόλο του Ιεχωβά κι η Δαμάσκα. με ασβέστη τον είχε πασαλείψει. όλο του φορούσε ριχτές ποδιές σαν κοριτσάκι. Η αλήθεια είναι ότι πολύ το ευχαριστιόταν η Δαμάσκα να ντύνει και να χτενίζει κούκλες. Σιγά μην έδινε ποτέ κανείς σημασία στις προτιμήσεις της Δαμάσκας. «Θα 'ναι καλύτερα για όλους μας. κάθε απόπειρα είχε μια ολόκληρη ιστορία. η Δαμάσκα έπαιζε μαζί του κουκλόπανα. που τέλειωνε με ξυλοδαρμούς.. κούκλες φτιάχνεις πάλι του παιδιού. Φυσικά.Μωρή. κατάφερε να επιζήσει ο Λέος. τιμωρίες. Η Σιδερία να καταριέται και να ωρύεται πως φταίει το γονίδιο. Θα μου το χαλάσεις στο τέλος.

«πρασάγγουρα» το 'λεγαν. Το ίδιο και ο πρασάγγουρας. μουρμούρισε ικετευτικά: . όπως της έτριβε η μάνα της Πέτρας το μέτωπο με κολόνια. να μην το 'βρει η οργή σου. Αν μου πάθει κακό το μικρό. αδιάλυτο όπως ήταν. Η Σιδερία είπε να μην τον πάνε πουθενά. αλλά η ράχη του γέμισε φουσκάλες που μάζεψαν υγρό την επομένη και μεταμορφώθηκαν σε φριχτές πληγές. Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει: Τα κόκκινα χείλη του Σέβη από το κόκκινο τριαντάφυλλο στα μαλλιά της Λούλου. Τελικά δεν έπαθε τίποτα ο Λέος. Τότε ήταν που ο Σούλιας άνοιξε τη μύτη του Σέβη από το πολύ ξύλο και τον έτρεχαν στο γιατρό γιατί δε σταματούσε με τίποτα το αίμα. που έκοψε σαν ξυράφι μέσα σε μια νύχτα τα μισά φυτά. Κύριε του ελέους! Γιατί μ' αφήνεις εδώ να παιδεύομαι. να τον αφήσουν να ψοφήσει .. Πήρε ο Σέβης ένα μπουκάλι απ' αυτό το φαρμάκι. Τα χοντρά μπούτια του Λέου από τους λιπαρούς πόθους της Σιδερίας. Την οργή του Θεού από το ντουμπλ φας χαμόγελο των γειτόνων. Τότε ήταν που η Δαμάσκα λιποθύμησε. Σε λίγες ημέρες ήταν μια χαρά.. και το 'χυσε με ταχύτητα φωτός στη ράχη του μικρού.και το εννοούσε. κι όταν συνήλθε.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Η πιο άγρια απόπειρα έγινε μια φορά που αγόρασαν ένα ισχυρό δηλητήριο για να ψεκάσουν τις μελιτζάνες και τις ντοματιές στο περιβόλι. Ευτυχώς. 102 . δεν πήγε στο στόμα του. πού θα το κρύψω το άλλο.Πάρε με. Είχε γεμίσει το χώμα από ένα πράσινο σκουλήκι.

ΑΜΑΝ. την έχει γητέψει.....και προς τι. σέρτικο χαρμάνι. Την έβαλες στο ναργιλέ σου και τη ρουφάς. σαν τη σαλαμάντρα. Όποιος καταφέρει να την περάσει δύο φορές πάνω από το κεφάλι του. καρδούλα μου. ΑΜΑΝ! Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει . Μια κραυγή είναι η ζωή του ανθρώπου· μια πολύχρωμη κραυγή. καρδούλα μου! Άιντε! Κιτ πλια! Κι αμάν αμάν. Κιτ... Εσύ δεν τη γήτεψες την κραυγή. 103 .

καθότανε στην αυλή. Τότε. μου λέει. ετούτο το θηργιό πάλι που φτιάνεις.Να μου λείπει! Όταν το είπα την άλλη φορά στο γιατρό μου πως βράζω και πίνω φύλλα κορτσάς.* έδωσε εντολή ο Σούλιας. Ούτε ξέρω πόσες «εκκενώσεις» είχα. Κείνο το γάλα που ήπια το πρωί με ξεθέωσε. . Σούλια μου. «Θηργιό» κι αυτό.ένας τεράστιος κώλος. με ανθρώπινα μάτια. Ο Σούλιας δεν απάντησε στην ερώτησή της ούτε καταδέχτηκε να σηκώσει τα μάτια του και να την κοιτάξει. Η Σιδερία έσκυβε και μαδούσε τα ξερά φύλλα από τα γεράνια . Η Δαμάσκα. Χάλια είμαι σήμερα. με την καφετιά μαντίλα της.Πάω να φάω κάτι για να πάρω τα φάρμακά μου. 104 .Τι 'ναι. .Βράσε της λίγη κορτσά. Σκάλιζε ένα φτερωτό ψάρι. μόνο που δε με πέταξε έξω.. . . και περνούσε σε μια κλωστή ξερά πιπερόνια. δίπλα στο νυχτολούλουδο. Σιδερία. αφού ξέρετε * Άγρια αχλαδιά. δεσποινίς Σιδερία. στηριγμένος σε δύο ξυλοπόδαρα με σαγιονάρες.Θέλεις. που το 'χε σκαλίσει ο Θεός.

Τόσα ξέρει ο αλμπάνης τόσα λέει. Ούτε και θα κάμει. . Ζαβό είναι το ζωντανό.Εν μέρει. Εσένα σου σταματάει. . . Κατευθεία στην κορτσά πάει.Καλά τα λες . . Όλα τα ζωντανά της γης νοιάζονται να γυρίσουν στη φωλιά τους.. ναι. Δεν παρακολουθεί το πρόγραμμα. Καλά το κατάλαβε η κυραδασκάλα. Πανέξυπνο παιδί αλλά είναι εκτός..Ο Λέος είναι μέσα. μωρή. . Αυτός δεν έκανε ποτέ φωλιά. Ώσπου μια μέρα θα παρασυρθεί από δαύτονα και θα γκρεμοτσακιστεί. . Πού είναι ο Λέος. Ο Σέβης θα κυνηγάει τον ίσκιο του μια ζωή. μωρέ Σούλια! Δεν ξέρεις τι λένε για τα πουλάκια. Σούλια μου. τι ζητάτε από μένα. Η φύση οδηγάει τα πλάσματά της. Ο Θεός να με βγάλει ψεύτη. Δε μου 'χει ξανατύχει τέτοια περίπτωση.. Τις άλλες που πήγα να ρωτήσω τη δασκάλα.Αυτό είναι.Ο άλλος.δεν έχασε την ευκαιρία η Σιδερία. Κάπου θα ξεχάστηκε.ΑΜΑΝ. Δεν τον υπολογίζω εγώ πλια αυτόν.Τότε να τον κατουρήσω τον κουράντε σου.. Πείνασα. Με τον ίσκιο του θα τσακώνεται και θα φιλιώνει. . ΑΜΑΝ! τη θεραπεία. Μελετάει. 105 .Αυτός δε νοιάζεται να μαζευτεί. . Πες του να 'ρθει κατά 'δω. να δει τη γίδα τι κάνει όταν την πιάσει κωλομπελάς. τώρα θα 'ρθει κι αυτός.Αχ. Πηγαίνετε να μου βάλετε κι εμένα φαγητό. αυτό που είπε. Τώρα.Κι ο άλλος. δεσποινίς. μου το είπε ξεκάθαρα: Καμιά σχέση με το σχολείο ο ανιψιός σας. Τελοσπάντων. το τσιρλιό μ' αυτό το γιατρικό. Λες και δεν έχει σπίτι το πουστόπαιδο. ... . Αλλά ο άνθρωπος ξεστράτισε από τη φύση και γι' αυτό πήγε στον άνεμο. Ναι ή όχι.

Σας το 'χω πει χίλιες φορές. σηκώθηκε η Δαμάσκα. ρε! Φοβάσαι. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο Σέβης μ' ένα ξεχαρβαλωμένο ποδήλατο.Με ποιον τσακώθηκες πάλι. .. πατέρα. .Εσύ το βιολί σου. λάσπες και σκατά πατεί. είπε η Σιδερία κι άρχισε να στύβει ένα λεμόνι στο λαπά της. καλέ. Όποιος τη νύχτα περπατεί.Η Πέτρα. Άντε τώρα να πλυθείς και να φας. .Δεν είδες πως νύχτωσε. Θα 'ρθει η σειρά του κι αυτουνού να φωλέψει. .Κι η θεία έχει τη χαρότριχα..τι έχει τη χαρότριχα να το φοβάστε.) . μούσκεμα στον ιδρώτα και με τα μάγουλα γεμάτα γρατσουνιές. . Καλά να πάθεις. Θα την κάμω εγώ να δει! Θ' αμολύσω την Πανωραία να τη φάει! . αναμαλλιασμένος. Σηκώθηκε κι ο Σούλιας από τα σκαλίσματα.. πέταξε ο Σέβης την 106 . Εγώ το φοβάμαι! Να το σκεπάσεις να μην το βλέπω! . να μαζευτείς στο τσαρδί σου.Αχ! Τι 'ναι αυτό.Ίσα πέρα. το φίδι κι ο χωροφύλακας. Δαμάσκα.Πάλι η Πέτρα! Αυτό δεν είναι. αδερφή. σύμφωνα πάντα με όσα πίστευε και διηγιόταν ο Σούλιας. Για καμαρώστε ένα παλικάρι! Μόνο ό. Απρίλης και φωλεύγου. Να το πάρεις απόφαση. Αυτή η βρομο-Πέτρα μ' έριξε από το ποδήλατο. (Τη χαρότριχα. Το παιδί πέρασε δίπλα από τη σκαλισμένη πέτρα και κοντοστάθηκε. πως έχεις ένα παιδί. την έχει ο λύκος..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Μάρτης ειν' και κελαϊδού. μανάρι μου. κορίτσι! Όλο με τ' αρσενικά γυρνάει.

. αγαπητέ μου.Έτσι μ' αρέσει.ΑΜΑΝ. Ακούς τι σου λέω.Σκάσε κι εσύ! Γιατί εσύ του δίνεις τον αέρα! Εσύ τ' άφηκες από την αρχή λάσκα την καλούμπα! Την άλλη μέρα κατά το απόγευμα ο Σέβης μαστόρευε το ποδήλατό του κι η Δαμάσκα στεκότανε εκεί κοντά και καμάρωνε τις φασολιές. όπως ακριβώς τεντώνεται η οχιά για να πετάξει το φαρμάκι της. . . ΑΜΑΝ! κουβέντα του γρήγορα σαν μαχαιριά και κρύφτηκε πίσω από την πλάτη της Δαμάσκας. Θα 'ρθεις κι εσύ. . . Διότι εγώ.Άκου να σου πω. Σπίτι που με σεβάστηκε και το σεβάστηκα.. Και τι αμολάει. Με τη Σιδερία δεν μπορείς εσύ να τα βάλεις. Εσύ δεν πρέπει να μιλάς.Χάσου από 'δω! φώναξε ο Σούλιας και μπήκε βιαστικά στην κουζίνα. κωλόπαιδο! τέντωσε το κεφάλι της η Σιδερία.Όχι. . Σιδερία! Πώς κάνεις έτσι.Γιατί ξεπεταρούδι μου. γιατί σ' έχω γραμμένο εκεί που ξέρεις. είμαι από σπίτι. Εμένα να μη μου κολλάς. . αγοραστέ! Κι ύστερα έδωσε μια στο κουτάλι και σκόρπισε το λαπά στο μουσαμά. . Θέλουνε στηρίγματα.. δύστυχη. .Αμάν αμάν καρδούλα μου! Τι πειραχτήρι είναι αυτό το παιδί! χαμογέλασε η Δαμάσκα. . Τόσο σου κακοφάνηκε.Για όνομα του Θεού.Κοίτα βρε! Θέριεψαν αυτές! Πρέπει να πάω στο ρέμα να κόψω καλάμια.. Μόκο εσύ! Αγοραστέ! Ε. 107 . το στόμα σου! Εν' αστείο σου είπε. αγόρι μου.

ψυχή μου. . Εκείνο το βράδυ έκλαψε πικρά η Δαμάσκα. «Παναγιά μου.Έτσι μ' αρέσει. Εγώ δεν μπορώ να σου προσφέρω τίποτα.Καλά. Το σόι σου σε καταδίκασε. Είναι άρρωστη η καψερή και δεν ξέρει πολλές φορές τι λέει. . Από την αρχή ως το τέλος. . . παιδάκι μου. πουλάκι μου. Γιατί.» .Γιατί. Μ' αγοράσατε. Εγώ! Ρωτάνε τα παιδάκια τέτοια πράματα. Αν δεν πηγαίνω με τα νερά της θ' ανοίξει την πόρτα και θα μας πετάξει όλους έξω. Θα πάρω το Λέο. Αυτό είναι έργο της αδερφής σου.Άσε τη θεία. μην έρχεσαι.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ .Εσύ 'σαι η μάνα μου.Δε θέλω να είσαι.Αχ. Τι σου 'καμα.Εγώ είμαι. . να μην άκουγα τέτοια λόγια! . αγόρι μου.Γιατί με είπε αγοραστό η θεία.Τι ρουφάς μωρή και βαλαντώνεις. που να κουφαινόμουνα η δόλια. Δε βλέπεις ότι πίνει κάθε μέρα τόσα χάπια. . . .. Με το σφυρί που κρατούσε ο Σέβης δε μαστόρευε πια το ποδήλατό του . «Πάρε με στη σκέπη σου και κρύψε με από την πληγωμένη ψυχή του παιδιού μου. φύλαξέ με!» σκεφτότανε.Ο Λέος είναι αγοραστός..το χτυπούσε με δύναμη και το κομμάτιαζε. καμάρι μου. δεν το κατάλαβες. .Το 'σπασες.Τίποτα! Έτσι μ' αρέσει! Κι έπεφτε η σέλα κομματιασμένη από το ποδήλατο. . Έτσι τα 108 .

Μάνα. γιε μου! Πάψε μη σ' ακούσει ο πατέρας σου. μου φέρθηκες σαν πατρυγιός. αν υπάρχει δηλαδή.. Να 'χει αυτή το πάνω χέρι μες στο σπίτι μου.» Γύρισε κι ο Σούλιας από τ' άλλο πλευρό. φταις. Και καλά. Την Άννα. Πάλι φταίχτης θα βγω. Εσύ. ένας άβγαλτος στη ζωή. Αυτό το χτήνος! Αυτή η μαινάς! «Παναγιά μου. από τα παιδιά μου.» . Ποιόνε πείραξε. Τότε νόμιζα πως χρειαζότανε κανείς ένα τσούρμο. Με το συμπάθιο πάντα. Τη σανίδα μου μέσα στο πέλαγο.. Μ' αδίκησες... ένα ζώο ήμουν.. «Φύλαξέ με από τον άντρα μου. Μα την Άννα. Αν ζούσε τώρα αυτή. Την καρδιά μου! Γιατί μου τη στέρησες. Αν υπάρχεις δηλαδή και δε μιλάω στο βρόντο.. Όλα θα μπορούσα ίσως να στα συχωρέσω. Ποιόνε πίκρανε. σκεπάστηκε ως τ' αφτιά και σκεφτότανε: «Εσύ.. Θε μου... Αυτόν τον αγαπάει. από το αίμα μου. Θε μου. Και είμαι σίγουρος πως και στην άλλη ζωή. φύλαξέ με!» έλεγε από μέσα της και σταυροκοπιόταν η Δαμάσκα. Θε μου. Το μόνο που επιθυμούσα ήταν να δημιουργήσω οικογένεια. θα ήταν αλλιώς. Εμένα συνέχεια με βρίζει..ΑΜΑΝ. . Ποιο πουλάκι του χαϊδεύει .. Εγώ τον είχα και τον άφησα να μου φύγει μέσ' από τα χέρια μου.. το μεμπτόν. θα 'ρτει μια στιγμή που θα μου ζητήσεις και τα ρέστα. Την Άννα μου. δηλαδή. Τι σου 'φταιξε αυτό το διαμάντι. Πού ήταν.. Θα είχα το δεκανίκι μου σ' αυτό τον κόσμο.. ΑΜΑΝ! εποίησε ο πατέρας σου.πώς το σκέφτηκες πάλι αυτό! 109 . γιατί η θεία παίρνει το Λέο στο κρεβάτι της και του χαϊδεύει το πουλάκι. αλλά εσύ φταις! Εγώ. Πού να 'ξερα.Για το Χριστό τον ένα. γιατί μου την άρπαξες. Έναν άνθρωπο χρειάζεται κανείς για να μη βουλιάξει στα βαθιά.

κοτζάμ παλικαράκι.Δεν το σκέφτηκα.Ναι.Παντού. Τη θεία μόνο αγαπάς .γι' αυτό κοιμάσαι και μαζί της.» σκεφτόταν η Δαμάσκα κι είχε χάσει τον ύπνο της.Ο Λέος είναι μικρός και λέει σάχλες. «Πώς. Θα κοιμάσαι στο κρεβάτι σου. Γελάμε. Τώρα είσαι μεγάλος πια. . .Ούι ούι γιε μ'! Τα παιδάκια δεν κάθονται να τα χαϊδεύουν εκεί πέρα.» Μόλις βρήκε ευκαιρία.Πού σε χαϊδεύει.. Παντού. Να μην το ξανακάμεις αυτό. . . ένας κρύος ιδρώτας! «Θεός φυλάξοι. θα μου ριχτεί.Εσύ Λέο.Όχι. . .. . Στην πλατούλα. Να της κάμω την παρατήρηση. . Είναι ντροπής.Ναι.Περνάω ωραία.. Το ξέρω. δε μ' αγαπάς εμένα. Μου το είπε ο Λέος. καλέ.. μάτια μου. Με 110 . Αν είναι δυνατόν.. θα τη σκοτώσει.. αγόρι μου. . Σ' αγαπάω. Στο μετωπάκι. Το Λέο ακούς. με χαϊδεύει. και δεν τα βγάζω πέρα με τη γλώσσα της. Σειότανε και λυγότανε ο Λέος λες και τον γαργαλούσανε οι κουβέντες του. σαν το Σέβη μας. «Να το πω στον Σούλια. . να το κάμω.Και στα ποδαράκια. σ' αρέσει. .Γιατί.. Θε μου! Τι να πράξω. ξεμονάχιασε τον Λέο και τον άρχισε στην ανάκριση. Και την έπιασε μια τρεμούλα τη Δαμάσκα. Αλλά μ' αρέσει να κοιμάμαι με τη θεία. . Πιο ζεστή είναι η αγκαλιά της από της μάνας.Και στο πουλάκι..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ...

. Η μια του συμπεριφέρεται σα θηλυκό και η άλλη το κωλομπαρίζει στο κρεβάτι.» Δε χρειάστηκε να ενεργήσει.Πάνω στην καλοσύνη και στη θυσία μου. την επόμενη μέρα που ο Λέος ζήτησε να κοιμηθεί με τη θεία. έδωσε τόπο στην οργή. Στο τέλος. Τι να πω ο κερατάς. Είπαν πολλά εκείνο το βράδυ.Θέλεις πάλι να σου χαϊδέψει του πουλάκι.ΑΜΑΝ.. Η φωτιά ήταν μεγάλη.. που άκουσε την κουβέντα.. Για καμιά διαστροφική. τους όσιους και τους μεγαλομάρτυρες να μεσολαβήσουν. ε. ένα τέτοιο φριχτό ψέμα για να τη συκοφαντήσει. Να φτύσω πάνω. Φούντωσε καβγάς τρικούβερτος. κοίτα με τι νόμισμα πληρώνομαι! Και ποια με περάσατε εμένα. ο Σέβης πετάχτηκε από το κρεβάτι του και φώναξε: . για να μη φτάσουν τα πράγματα στα άκρα. Ο Σούλιας. πράγμα που δεν το 'θελε ο Σούλιας. «Παναγιά μου. ΑΜΑΝ! ποιον τρόπο να ενεργήσω η δόλια.. Να φτύσω κάτω. Για καμιά πόρνη. Γιατί. 111 . Κι η Σιδερία έτρεμε σαν το ψάρι από το κακό της και καταριότανε τον Σέβη. δηλαδή.Ως εκεί και μη παρέκει. έβγαλε αμέσως το πόρισμα. Άναψε και κόρωσε μεμιάς. Πανάθεμα τη φύτρα σας! Το 'ξερα πως θα μου το κάνετε άχρηστο το παιδί. πρόφταξε τη φωτιά που πάει να μ' ανάψει!» μουρμούρισε η Δαμάσκα. φτύνω τα πόδια μου. Η Δαμάσκα είχε πέσει γονατιστή και παρακαλούσε όλους τους αγίους.. Πού να την κάνει ζάφτι η Παναγιά. όπως έλεγε. Σιδερία! βρυχιόταν ο Σούλιας. φτύνω το Θεό. που σοφίστηκε. . .

Αν δεν ψόφησες. μια έξυπνη κοπέλα! Τι δουλειά είχες. Μια μικρή σταγόνα αίμα έτρεξε από την ψυχή του. Έπρεπε να το είχα καταλάβει πως ήσουν ένα φίδι. και σε τίποτα .Ας δεχτώ πως ό. διάρροιες και ραδιουργίες.κοτζάμ παλικαράκι. Το γαρίφαλο κοίταξε μια στιγμή τον ήλιο με απορία και μαράθηκε.. με τα μάτια του σαν σουγιάδες. Και μην ανοίξεις το στόμα σου να ρουφιανέψεις πάλι. έκλεισε την αυλαία η Σιδερία απευθυνόμενη στο Σέβη. Μαύρο.. Με συκοφάντησες στ' αδέρφια μου. σε λυπήθηκα και νόμιζα πως θα σε κάνω άνθρωπο. μου κατάστρεψες τη ζωή. Να πας να ρουφιανεύεις τους γύφτους εκεί κάτω στα τσαντίρια. βρε. Κι αντί για ευχαριστώ. .ούτε στην 112 . Από τώρα και στο εξής όμως ο μικρός θα κοιμάται στο κρεβάτι του. καρφωμένα στο χάος. Αν πεις για τον Σέβη. γιατί θα σου χώσω ένα φαλκονάκι στο κρεβάτι σου να σε στείλει πακετάκι στον Ύψιστο.Όσο για σένα.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ .Ακου. Η Σιδερία ήταν όλο μούτρα. Τον πήρε παράμερα η Σιδερία και του είπε: . κύλησε σ' ένα γαρίφαλο και το 'βαψε κατακόκκινο. Πώς την πάτησα εγώ. Από κείνη τη μέρα τα πράματα χειροτέρεψαν. Σ' έβαλα στο σπίτι μου γιατί. ανάμεσα σ' ανθρώπους αξιοσέβαστους. Ακουσες. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει . Στεκότανε το παιδί μπροστά της κι άκουγε σαν χαζό. Με διέσυρες. θα τα πούμε αύριο. πουθενά δε χωρούσε.τι έγινε έγινε από άγνοια και δεν υπήρξε σκοπιμότης. εσύ. Εκεί 'ναι ο τόπος σου. Ήταν τότε στα δεκατρία ο Σέβης. αυτό σε μένα το οφείλεις. κίτρινο.

. που του παίρνει το μέρος και τον υποστηρίζει.Τι να πω εγώ. .. .. από τρικυμισμένες ψυχές. δηλαδή. Θα διορθωθεί. μα δεν το 'πα με την ψυχή μου. Δεν άκουσες τους καθηγητές. πως ο Σέβης μοιάζει με το φτωχό που 113 . Αυτοί τα ήμερα παιδιά τηράνε. Προπαντός σ' αυτά.» . «Το ανάθεμα είναι κακό. Τη μεγαλύτερη μερίδα του μαρτυρίου τη φύλαγε πάντα για κείνη. Ύστερα μοιρολογούσε μια ώρα. Όλη η αγάπη που του 'δινε.Κιτ. Σούλια μου. Δεν ξέρω πολλά πράματα. Θα δεις ότι θ' αλλάξει όταν μεγαλώσει. τόσο του βγάζει νύχια. εκείνη.Τι ξέρουν κι αυτοί.. δεν μπαίνει. Σούλια μου...Σούλια. Χαλινάρι σ' αυτό το παιδί. Αντί να της το αναγνωρίσει το καθίκι. και την έφτυνε στο πρόσωπό της. ΑΜΑΝ! οργή ούτε στην τιμωρία ούτε στα γλυκόλογα της Δαμάσκας. Θα δεις που θα γλυκάνει. οργή γεννάει. Είδες κι η καθηγήτρια. κοντεύει να τη στείλει τη γυναίκα στο Δαφνί. προς τι το χτυπάς συνέχεια. Η οργή. Άκου θ' αλλάξει! Αυτός κάθε μέρα κατρακυλάει.Δεν ευελπιστώ πια. πανάθεμά σε! του είπε μια μέρα που της πέταξε ένα πιρούνι και παραλίγο να της βγάλει το μάτι. Όσο βλέπει κάποιον να του φέρεται καλά.Σιγά σιγά. τι κατάλαβε. .. . θα γλυκάνει κι αυτό. πως τη λένε.ΑΜΑΝ. Χειρότερο τον κάνεις. Πού θα μ' έχει στείλει. γινότανε μέσα του χολή. που το πάει με το λάου λάου. Σηκώνουν ψηλά τα χέρια. Όλοι το ίδιο λένε. Εγώ πού θα είμαι τότες. .. σου λέει.Και η αφεντιά σου. Μα η καρδούλα μου μού λέει. .Στ' αρχίδια μου αν αλλάξει στα σαράντα του.

που όταν το δέσεις μ' ένα άλλο. Εμείς δεν το αναθρέψαμε. πόδι σου είναι..Παιδί μας είναι. βρε τζάνε μου. Μην κοιτάς εγώ.Εγώ δε ζω στα σύννεφα. Ξέρω πως ένα κι ένα κάνουν δύο. Στο τέλος είδες τι άκουσες. Ποια η διαφορά που δεν το γεννήσαμε. παρόλες και τίποτις άλλο! Τότες που τον κάλεσε η ανιψιά σου στο πάρτι της θυγατέρας της. μανάρι μου. αλλά κολλάει. Και μόνο κόκκινα πανιά βλέπουνε τα μάτια του. .Παρόλες. Είδες τον άλλον. . Μόνο σαν ξεχνιότανε στην άκρη του περιβολιού και 114 . Ετούτος! Ξεφυσάει συνέχεια σαν τον ταύρο.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ είναι περήφανος και δε ζητιανεύει. του νεύρου σου.Δε σου λέω για πόδια και για χέρια. Αν του δώσεις ελεημοσύνη. Γιατί δεν είναι βέβαια κανείς υποχρεωμένος ν' ανέχεται το διάολο τον τρικέρατο. του κακοφαίνεται. Ένα κουβαράκι νήμα είναι. Πως το άσπρο είναι άσπρο και το μαύρο μαύρο. Σμίγουνε τα χνότα του με τα δικά μας. θυμάσαι τι έκανε.Χμ! Όταν σου κοπεί το πόδι και σου βάλουνε ένα ξύλινο. Για μια ψυχούλα σου μιλάω. Τα μάτια του! Δύο νύχτες χειμωνιάτικες. Έχει τα κουσούρια του. τις αναποδιές του. φορτωμένες βροχή· δύο φτερά κορακίσια που έκαναν κόντρες με τ' αστέρια. Μα δεν είναι η συνέχεια της φλέβας σου. του αιμάτου σου. . που μου τον φορέσατε καπέλο κι έχω μια άλφα υποχρέωση. Η ψυχούλα δεν έχει φλέβες και νεύρα. . μαζί μας. συνεχίζεται.. . Οι άνθρωποι τον τιμήσανε και τον καλέσανε στο σπίτι τους για να μην κάθεται μονάχος εδώ χάμου σαν το όρνιο και 'κεινος μέχρι που έφτυνε στα κομμάτια της τούρτας για να χαλάσει τη γιορτή.

ό.. Ξέρω πώς το κάνουν. Τα πουλιά. .Τι αγναντεύεις.. είχαν γεμίσει τα περιβόλια του Πεταμά πρασάγγουρες..Μα εσύ δεν έχεις φτερά. πεπονιές. Όταν ερχόταν η ώρα κι έβγαιναν οι ζημιές στη φόρα. . ντοματιές. Έπεσαν σαν ακρίδες. Κατέβαζε. Όταν έμενε μόνος στο σπίτι. κάτι ψιθυρίζουν στον άνεμο και ξεκινάνε. τα κάδρα. για να μην πιάνει ο όρκος. Δεν ξέρω πώς έγινε. Ταξίδευε.τι έβρισκαν μπροστά τους. ΑΜΑΝ! κοιτούσε τα πουλιά. Ή σήκωνε το τραπεζομάντιλο και χάραζε το τραπέζι. . γαλήνευε η ψυχή του. άνοιγε τρύπες με τα εργαλεία του Σούλια στα ντουβάρια κι ύστερα τα κρεμούσε πάλι προσεκτικά. Μη σε γελάσει ο Μάρτης την αυγή και χάσεις την ημέρα.Να πεθάνεις.Ω. για παράδειγμα.ΑΜΑΝ.. και σε μια νύχτα είχαν καταβροχθίσει εκατοντάδες μελιτζανιές. Έφευγε μαζί τους. .Θα φτιάξω. Σέβη μου.Να πεθάνω. Ορκίζομαι.Εγώ. . Αλλά του είχε μάθει η Πέτρα το κόλπο με τα δάχτυλα. τεντώνουν το κορμί τους. . Έχω προσέξει.. 115 . Ή άνοιγε το μπαούλο κι έκανε ψαλιδιές στα ρούχα. .. Μαζεύουν τα πόδια τους. παρίστανε τον Άγιο Ονούφριο. αγόρι μου! Μη σκορπιέσαι στα όνειρα. .Θέλω κι εγώ να πετάξω σαν τα πουλιά. Πετούσε ψηλά στον ουρανό. Τη χρονιά που συνέβη το φοβερό γεγονός στο σπίτι του Πάρδου. έβγαζε όλη τη χολή από μέσα του και την έκρυβε όπου μπορούσε.

Μόνο για κατασκοπίες και ξολοθρεμούς χρησιμεύει η πρόοδος! Άνθρακες όλα. Μόνο τα χείλια του δε βάφει. κατέληγε ο Σούλιας. Και το αποτέλεσμα μηδέν. . άντρα μου.Κακή χρονιά. τόσο συχνά αποπατεί αυτό το παιδί. αστειευόταν η Δαμάσκα.Καλά.. . .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . . Να μη λέει ο κωλόκαιρος να βρέξει.Ούξις και ξερός. ανάποδη! έλεγε ο Σούλιας.. φορούσε παρδαλά πουκάμισα και φανταχτερά φουλάρια.Το κακό είναι. Αυτά εννοούσε ο Σούλιας όταν έλεγε «αλλού είναι τα τρωτά». Ο Λέος κουνιότανε και λυγιότανε σαν την ανεμόσκαλα. Σαπουνόφουσκες. Κι αυτή η ξηρασία. Μπας και κόλλησε την αρρώστια της Σιδερίας.Πάνε αυτά. Δύο φορές είχε μπει στο νοσοκομείο. . Αλλού είναι τα τρωτά. Δεν ξεγελιέται πλια ο Θεός..Κόσκινο της έχουν κάμει το άντερό της οι επιστήμονες. .Ούι ούι.. στον καμπινέ κατέφευγε και βαρούσε τη μαλακία του. βρε ζώον! Την παίζει. . Δεν κατάλαβες. .Τι αποπατεί. περάσανε.. Πονήρεψε. Αυτό δεν είναι τίποτα. η Σιδερία κόντεψε να πεθάνει από τη διάρροια.Πολύ λουσάδικο είναι αυτό το παιδί μου. τσάκιζε τη φωνή του. Ο Σέβης ήταν τότε 18 χρονών. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες. στολιζότανε με τις ώρες. .. έλεγε η Δαμάσκα. Μπήκε κι αυτός στα κόλπα. Τη χρονιά εκείνη την ανάποδη. πως μια μέρα θα τα βάψει! πρόσθετε με 116 ..Να ντύσουμε μια Περπερούνα.

μαλακίες και φανταχτερά φουλάρια. . καλέ! . .και δάγκωσε τα χείλια του. Τον ψυχρό σου! Όταν του 'βαζες τα κορδελάκια και τα φουρφούρια. ο Σέβης μάζεψε τα ρούχα του κι έφυγε.Σώπα. ... γεμάτη πρασάγγουρες..Σώπα. από την παρακάτω γειτονιά. να μην του ξεφύγει η συνέχεια: «. .Ουστ. για να ευφραίνει και να στολίζει ετούτο τον ψεύτη κόσμο..έναν κρεμανταλά μπασκετμπολίστα. ψυχή μου! Μπόρα είναι πάλι και θα περάσει. ΑΜΑΝ! βαθύ αναστεναγμό ο Σούλιας. αγόρι μου! Γύρνα πίσω. Όταν γύρισε στο σπίτι και του είπαν τα νέα.. Ύστερα από έναν τρομερό καβγά. παραξενεύτηκε..Έξω! Έξω! φώναζε κι η Σιδερία και ψιλοχέστηκε από το ζόρι και τα νεύρα της... δεν πάτε να χαθείτε! Σας σιχάθηκα όλους! Τίποτα δε μ' ενδιαφέρει πια! Εμένα η ζωή μου σταμάτησε από τότε που..Πού πας.ΑΜΑΝ. . Θα το αντικρίσω κι αυτό. Εδώ είσαι κι εδώ είμαι. άνυδρη. αρρώστιες. 117 .» Μια κακή χρονιά. που σείστηκαν τα θεμέλια του σπιτιού και ψόφησαν από το φόβο τους οι μισοί πρασάγγουρες. παράτα με! Ο Λέος είχε πάει βόλτα μ' ένα αγόρι που έκανε πολύ παρέα τον τελευταίο καιρό . βρε! Αλήτη! Δεν έχεις θέση πια εδώ μέσα! . Έξω από το σπίτι μου! Βέβηλε! Μόνο η Δαμάσκα έκανε το σταυρό της και τον κυνηγούσε ως έξω στο δρόμο.έμαθα πως η Άννα μου δεν υπάρχει πια.Στο διάολο κι εσύ. δεν ήξερες πού θα καταλήξει.. Αλλά.

Ο Σέβης να ξανάρθει. Συφιλιασμένο. Και μάλιστα από πολύ νωρίτερα.Αυτό ήταν η αφορμή... Θέλεις κι άλλο ψαράκι. Μάλλον δε στέκεται καλά στα μυαλά του.Έτσι όπως τα λες. είναι αυτή η βλαμμένη η μάνα σου. βρε θείτσα μου. Μπήκε στο σπίτι μας κι έφερε τον όλεθρο.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Είχε κάνει και πολύ χειρότερα. 118 ..Αποκλείεται. . . Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει: Το σφύριγμα του ανέμου στα γυμνά πλατάνια από τη λαχτάρα του Λέου για το γεροδεμένο αγόρι της κάτω γειτονιάς. Λες να ξανάρθει.Θα της περάσει. . έλεγε η Σιδερία και του καθάριζε το ψάρι. . πως ο Σέβης ήταν από 'δω περαστικός. ας μην το αναλύσουμε το θέμα. τα παραλές! Δεν είναι τόσο κακός.Καλέ και τον διώξατε γιατί πέταξε ένα πιάτο μακαρόνια στο μωσαϊκό. ..Αδερφό σου! Μμμ! Σιγά τον αδερφό.Κάκια και μούντζα να 'βρει στο διάβα του! Που θα μου πεις εμένα δεν είναι κακός. Κερατόσπορος. . Καλέ πώς πεινάω! Ελέφαντα τρώω! Καθάρισέ μου λίγο ψάρι ακόμα... Έχει κουκουλωθεί στο στρώμα και κλαίει τη μοίρα της. .Τελοσπάντων. . . Περίεργο αυτό το παιδί. . Καλέ αυτός επίτηδες τα 'κανε όλα για να τον διώξετε.Έλα. Έτσι έπρεπε να γίνει..Λέω. μην τον ανακαλύψει η αδερφή μου η ξύπνια και τον επαναφέρει. Εγώ την είχα προετοιμάσει.. βρε θείτσα. Η τελευταία ρανίς.Δεν τον ξέρεις καλά τον αδερφό μου. Το μόνο που μ' απασχολάει.

.. Ποιος μπόρεσε ποτέ ετούτα να τα ξεχωρίσει .. αφού δεν έχεις κάποιον να του τα χαρίσεις..ΑΜΑΝ. 119 ... Αμάν αμάν καρδούλα μου! Σμαραγδούλα μου! Σε γέλασε ο Μάρτης την αυγή κι έχασες την ημέρα... ΑΜΑΝ! Τα σμαραγδιά πετράδια στις ακρογιαλιές από τα όνειρα του Σέβη.και προς τι. Αμάν αμάν καρδούλα μου! Σμαραγδούλα μου! Τι σ' ωφελούνε τόσα πετράδια που μάζεψες από τις ακρογιαλιές.

θα πηγαίνουμε βόλτες.. Να φεύγω. Μάθε ακόμα πως θα σε θυμάμαι πάντα και θα μιλάω με τη σκέψη μου μαζί σου. Όταν το είδε η Πέτρα. έβαλε τα κλάματα. Και γουστάρω. που σου έσπασα το άσπρο σου δοντάκι και σου χάλασα τη μόστρα. ό. 120 . θέλω πάντα να φεύγω. Θέλω να με συγχωρήσεις για όλο το ξύλο που σου έχω δώσει. Θα παίζουμε. σάστισε στην αρχή.. Πέτρα. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί. Θυμάσαι 'κείνη τη φορά. Κι εγώ. Σαν να με καρφώνει στο ίδιο σημείο. θα τσακωνόμαστε. Δεν ξέρω για πού.Γειά σου. Ήταν το σημείωμα που άφησε χαράματα ο Σέβης στο παράθυρο της Πέτρας. Οι δρόμοι είναι ατέλειωτοι στη γη. Δικός σου. Σαν να με βαραίνει. «Πεντέξ». Αγαπημένη μου Πέτρα. σε χαιρετώ. Μάθε ότι ήσουν ο μοναδικός φίλος ως τώρα στη ζωή μου. δυο μέρες μετά το φευγιό του από το σπίτι.τι αγαπάω περισσότερο θέλω να το καταστρέψω. έβρισε κι ύστερα πήρε το μηχανάκι της κι έτρεχε σαν δαιμονισμένη στους δρόμους. Φεύγω. μπορεί πότε πότε να σου σπάω και το άσπρο σου δοντάκι.

Ρε ποντικομούρα! Θα στο φάω το γκομενάκι..Μη γαμήσω.Να δω τα δάχτυλά σου.. .Ορκίσου. Είναι ανάγκη να μάθω.) . . Σέβη. να οι μούντζες και τα κορναρίσματα στην Κηφισίας. Θέλω να μου πεις ξεκάθαρα και στα ίσια. Έτσι σκοτώνονται τα μαλακισμένα! αποφαίνονταν οι γιάπηδες. Και να οι κόντρες και τα ξεφωνητά. που θα μου παραστήσεις εμένα τον Πεντέξ. Τι ξέρεις για μένα. .Πέτρα. . . τρέχανε μαζί με τα μηχανάκια και κάνανε κόντρες στην Κηφισίας. Πέτρε! Είσαι για μια σοβαρή συζήτηση.. . Και ξέσπασαν στα γέλια. θέλω να μου πεις την αλήθεια. . Κολλητός. Ένα βραδάκι. .ΑΜΑΝ. μαλάκα! . 121 . τον κάποιον.Ορκίζομαι. λίγο πριν φύγει. Σαν να 'χε ποτιστεί ο κόσμος από τη μυρουδιά του και την έπνιγε..Τίποτα. Η φωνή του. . Ξηγήσου καθαρά.Άι κλάσε.Μέσα.Βλέπεις. Τα μάτια του. (Πεντέξ ήταν μια λέξη που συνήθιζε η Πέτρα και πήγαινε να πει. ΑΜΑΝ! Παντού υπήρχε ο ίσκιος του Σέβη. Και την άραξαν σε μια καφετερία κι άρχισαν να συζητάνε σοβαρά. . Για την ιστορία μου. Θέλω να πάρω μια θέση στον κόσμο.Έι.. ρε.Αφού είσαι φιλάρα.. Εσύ δεν μπορεί να μην έχεις ακούσει.

αλλά ήταν αργά. Η κυρα-τέτοια. συγγενείς. Αυτό έλειπε. Κι ύστερα. .Ακουσε. δεν υπάρχει κάποιος που μπορεί να σου δώσει πληροφορίες. Σαν κλέφτης αιστάνομαι. αδερφοξάδερφα και τα ρέστα. να είχα πέσει από τον ουρανό. «Αυτά είναι πράματα θεοτικά. .. Δε με είχαν προσέξει βέβαια πως ήμουν κάπου εκεί. Πεντέξ. Αν είσαι φίλος. Γονείς. για να τελειώνουμε. το ξέρεις πως δε θα μου πει την αλήθεια. οικογένεια. Πάντα μου ονειρευόμουνα να γινότανε λέει. Σαν λαθραίος. έπαθαν ταράκουλο. να της ζητήσω και πληροφορίες. Ξέρεις. Μακάρι να 'μουν στη θέση σου.Τη μάνα μου δε θέλω να τη στριμώξω. Επομένως. Επειδή είσαι μελαχρινός κι έχεις 122 . η μάνα σου.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Να ξεκινήσω από κάπου.Όσο για την άλλη.Λοιπόν. . η οποία πέθανε αμέσως μόλις σε τακτοποίησε. Έτσι αποφάσισαν να πάρουν ένα ξένο παιδί και να το παρουσιάσουν για δικό τους. την έχω χεσμένη.Γιατί δε ρωτάς τη μάνα σου. «Προς τι τ' ανακατεύεις. . θα μου πεις εσύ.. θεωρώ ευτυχείς τους ανθρώπους που δεν έχουν αυτούς τους ξενέρωτους δεσμούς γύρω από την ύπαρξή τους. Ο πατέρας σου ήθελε. Συνήθως.» Και μιμήθηκε ο Σέβης τη χαδιάρικη φωνή και το νάζι της Δαμάσκας. Μια φορά κάτι έλεγαν οι γέροι μου. δεν έκανε παιδιά.Προχώρα στο παρασύνθημα. μανάρι μου» θα μου απαντήσει. άκου. ντε και κου. . Να είχα φυτρώσει από ένα σπόρο που έπεσε κατά λάθος σε μιαν άγνωστη γη. . Όταν παρουσιάστηκα. αυτές οι σχέσεις είναι μόνο για μπέρδεμα. Την επιχείρηση την διεύθυνε μια γρια μαμή.

ρε. Το 'νιωθα από πριν αρχίσει να δουλεύει το μυαλό μου.Δεν είμαι καλή στην ψυχανάλυση. Δεν έχεις δίκιο να παραπονιέσαι. πώς λένε υποκατάστατο της ζάχαρης. Σου είπα ότι εγώ σε ζηλεύω. λες ένα «ευχαριστώ πολύ. Εμένα θ' άφηνε απέξω.. Και αυτά που γέννησε κι αυτά που δε γέννησε. Πιο πολύ με συμπονάει.. Από πριν αρχίσει η Σιδερία να πετάει μπηχτές. με τα μάτια της. Πώς λένε. σαν να φοβάται μην παρεξηγηθεί. . Αυτά και τέλος.Έλα. Πεντέξ. Όπως μπήκε ο Λέος. Όταν μαλώνει εμένα. Βλέπει πως οι άλλοι με κυνηγούν και μου δίνει άσυλο. γιατί δεν αντέχω. Βολέψου μ' αυτά που έχεις και σταμάτα να κουταλίζεις. Κι εγώ ένα υποκατάστατο είμαι. με την αφή μου. Δε σου αρέσει όπως είσαι. με το πετσί της. αλλά το 'νιωθα. Δεν ξέρω πώς και γιατί. ΑΜΑΝ! και μάτια που καίνε καρδούλες. Μην αρχίσουμε τώρα να το κάνουμε μελό. χάρηκα δια την γνωριμίαν» και γκαζώνεις. . Πώς να στο εξηγήσω.. Με νιώθεις. γαμώ το! Εγώ ήθελα να μπω στην ψυχή της όχι σαν φιλοξενούμενος αλλά σαν καταχτητής. Πώς να στο πω. για να καταλάβεις. Δεν ανήκεις πουθενά. 123 . . Και τις κότες και τα κουνέλια και τα σκυλιά και τα τζιτζίκια.. Την κάνεις γι' αλλού.. ρε. Αυτό είναι μια μαγκιά που δεν την κέρδισες με το σπαθί σου. σαν να σφίγγεται. Του μιλάει με τα χέρια της.Η κυρα-Δαμάσκα τ' αγαπάει όλα. .ΑΜΑΝ. υποθέτουν όλοι ότι σε πήρε η μαμή αυτή από κάποια γύφτισσα. Υποκατάστατο του καφέ. Η κυραΔαμάσκα σ' αγαπάει το ίδιο σαν να σ' έχει γεννήσει. Μοιράζει την ψυχή της σαν αντίδωρο. Σου χαρίστηκε. είναι αληθινή..Με φώτισες! Το ότι δεν ήμουν δικό τους παιδί το ήξερα πάντα. Πέτρα. Το 'νιωθα με το δέρμα μου. όλα σου λέω. Όταν μαλώνει τον Λέο. σαν να τρέμει μήπως έχει τύψεις αργότερα που πρόγκηξε ένα άμοιρο πλάσμα.

δεν ήθελε να δει ο Σέβης τα βουρκωμένα της μάτια. χαμηλόκωλη και κοντοπόδαρη. τάχα μου για να δέσει το κορδόνι του παπουτσιού της .Πάμε για μπίρες. ρε. Σε μένα όλα είναι διαφορετικά. Ανασηκώθηκε απότομα. Η Πέτρα. Εγώ το ξέρω από μωρό.Αυτός ο θεόργιστος ο Πέτρακας γύρισε τα ξημερώματα πάλι με τη μηχανή και ξύπνησε ακόμα και τα κουνέλια.Μη σε νοιάζει. Εγώ.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . αν κρατάνε τα κότσια του. Δεν ξέρει πού πάει.Βρε λες να 'χει τίποτα εργαλείο αντρικό. Μια σταλίτσα οργανάκι. Καθότανε σαν την κότα και του 'πιανε τα βυζάκια ο Πέτρακας. μαλάκα! Η Πέτρα έσκυψε το κεφάλι της κάτω από το τραπέζι.Αποκλείεται. αλλά ξέρει από πού ξεκίνησε.Γιατί. Κι εκείνο το χαμένο. θ' ανοίξει μια άβυσσος μπροστά μου.. Ο καθένας..Έχεις φράγκα. Καθαρίζω εγώ. . Χοντρουλή. με δύο γατίσια πονηρά ματάκια. Κι αυτή η πίσω είναι που με τρώει. . μπορεί να πει ένα «γεια και χάρηκα». Προχτές στρίμωξε τη μικρή κόρη της κυρα-Μαρίτσας. . Ήμαρτον Κύριε! Αυτός έχει τον ξορκισμένο μέσα του. Στα σκέλια του τον έχει. 124 . Ξέρει τι αφήνει πίσω του. Καλέ δεν τα μάθατε. που λένε. Τις πιάσανε πίσω από τη μάντρα του Πόρδου. . όταν έρθει η ώρα μου να πω «ευχαριστώ για τη φιλοξενία». εσύ δεν μπορείς να γκαζώσεις. και Πέτρακα όταν μιλούσαν μεταξύ τους. . την Κική. . Όλοι στον Πεταμά τη φώναζαν Πετρούλα όταν ήταν μπροστά η μάνα της. .Μέσα του. και μια άλλη πιο μεγάλη πίσω μου. Τίποτα δεν έχει. τι φτύνει.

.Στην Κόλαση. Δεν πειράζει. . .. «Είναι ζήτημα μουνιών». . .. Πού βγαίνουμε από 'δω..Πεντέξ. Σε μιαν άλλη βόλτα..Τι έτσι. λίγο αλλιώς.. . σκεφτότανε ο Πάρδος και ψέκαζε με μια βαριά ψεκαστήρα τους προσάγγουρες.Φοβάσαι. που είχαν βγει με το ένα μηχανάκι. Γουστάρω..Τι είπες.Εγώ να φοβάμαι. οδηγούσε η Πέτρα κι έτρεχε ως συνήθως σαν παλαβή. .Σ' αγαπάω. έλεγε η καθηγήτρια της φιλολογίας. Τι γυρεύεις μαζί μου. . . λέω ναι..Ναι. μωρό μου! Κι εκεί. Γουστάρεις.Να... . ρε Πεντέξ. . σου έχω πει πως είσαι ηλίθιος. .Σ' αγαπάω.ΑΜΑΝ. 125 . Η Πέτρα! Η Πετρούλα! Ο Πέτρακας! .Έι φιλάρα. που είμαι έτσι.Γιατί τώρα έπρεπε να είσαι με μια γκόμενα.αυτό μονάχα.Τι είπες. . ΑΜΑΝ! Διεστραμμένο είναι .. .Τίποτα. ...Γιατί.. Πειράζει ρε.. γυρίζει μια στιγμή η Πέτρα και του λέει γελώντας: . .. .Σ' αγαπάω.Τι είπες. ντε! . Φτιάχνομαι. όπως ήταν σ' ένα χωματόδρομο και σήκωναν σύννεφο της σκόνης.Γουστάρω είπα.Είναι ζήτημα ορμονών. Κοίτα μπροστά σου..

Ποιος μπόρεσε ποτέ ετούτα να τα ξεχωρίσει ...και προς τι. Το αχ του υάκινθου από το αχ της ερημιάς. Το αχ του γιασεμιού από το αχ της νοσταλγίας... 126 . μετράς τις χάντρες του και περιμένεις κάθε χρόνο ν' ανθίσουν οι νάρκισσοι.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει: Το αχ του νυχτολούλουδου από το αχ του αποχωρισμού.. Κι εσύ κάθεσαι στον ίσκιο της ασημόλευκας.. Αμάν αμάν καρδούλα μου! Ένα πολύχρωμο κομπολογάκι από αναστεναγμούς σου χάρισε η ζωή. Το αχ της ροδοδάφνης από το αχ του έρωτα.

Περπατούσε άσκοπα στους δρόμους της Αθήνας. εκείνο το τηγανόψωμο που του άρεσε.» Δύο νύχτες κοιμήθηκε στο υπόγειο της Ομόνοιας. το γεμιστό με φρέσκο κατσικίσιο τυρί. κάθε φορά που ο νους του γύριζε στο σπίτι του. «Πρέπει να συνηθίσω». Μερικοί ήταν μόνιμοι. Αλίμονο αν κάποιος καινούργιος πήγαινε να την πιάσει.εκείνου του γεμιστού με φρέσκο κατσικίσιο τυρί τηγανόψωμου..Ένα παλικαρόπουλο. Πολλοί. Αυτοί είχαν τη θέση τους. Πρέπει να τα καταφέρω. ένιωθε την ψυχή του να γεμίζει με τη μοσκοβολιά του τηγανόψωμου . Την πρώτη εβδομάδα κοιμόταν κι έτρωγε σ' έναν παλιό συμμαθητή του από το Γυμνάσιο. Μετά του κρέμασαν τα μούτρα. Πήρε τον μπόγο του κι έφυγε. σκεφτότανε. «Έρχονται δύσκολοι καιροί. Αλλοδαποί. Την ημέρα που έφυγε. Ήταν κι άλλοι εκεί. πρεζάκηδες. Πέρασαν χρόνια και.. είχε ζυμώσει η Δαμάσκα τηγανόψωμο. Ένα μαύρο αχαλίνωτο πουλάρι. πιο δροσερό κι από τα βλαστάρια της κυδωνιάς. Έκαναν φασαρία λες και υπεράσπιζαν το 127 . ακόμα και μικρά παιδιά. που σπίθιζαν σαν τσακμάκια τα πόδια του στο άγγιγμά τους με τη γη. πουτάνες.

Εδώ ειν' όλη η σαπίλα.Εγώ θα φύγω αύριο. . Μάζεψε κι αυτός από τα σκουπίδια ένα μεγάλο χαρτόνι και κάμποσες εφημερίδες.. Δε βλέπεις. ρε ομορφονιέ. Θα βρω δουλειά.Να σε ρωτήσω κάτι. Δεν ντρέπεσαι.Κατάσαρκα θα τις βάλεις. . . . Γύφτος είσαι. . πρώην μαέστρος. Η γυναίκα νάνος κάπνιζε ασταμάτητα. Δίπλα στον Σέβη κοιμότανε μια γυναίκα νάνος που ήταν έγκυος. Ένα κεφάλι καρφωμένο σε μια μπάλα. Ειν' εδώ γι' ανθρώπους καθωσπρέπει. ρε. Έσερναν μαζί τους χαρτόνια κι εφημερίδες και τ' άπλωναν αντί για στρώματα και κουβέρτες.Κι εγώ θα φύγω! Περιμένω τον καλό μου να τελειώσει κάτι δουλειές και θα 'ρθει να με πάρει.Όχι.Θα το φάω. τον συμβούλεψε να βάλει εφημερίδες στο στήθος και στη ράχη του. Εσύ. ρε. . ο Πολ.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ οικογενειακό τους άσυλο.Και τι έχεις εσύ! Πάρε και σπίρτα μη σε χάσουμε από πελάτη. είπε η γυναίκα νάνος μ' ένα χαμόγελο που βρομούσε ξινίλα και πέταξε τη γόπα της. Όλη η πουτανιά κι η σαπίλα. . τι θα το κάνεις.Τόσο πολύ καπνίζεις. νεαρέ.Ναι.Ορίστε.Θα κεράσεις. Θέλω να πω. σχεδόν στο μήνα της. με μια γενειάδα του Ιεχωβά κι ένα βλέμμα σαν μια τρύπα στην άβυσσο. Από τα λεφτά σου τ' αγοράζω. . . . τι κάνεις εδώ. Δεν υπάρχει καλύτερο θερμαντικό. Φωτιά έχεις. Όταν.. . 128 . Ένας αλκοολικός. όταν γεννήσεις το μωρό σου.

ε.Ένα όνομα που μ' έχει βάλει σε μπελάδες. τις πίκρες μου γλεντίζω.. που αν τον δεις θα πάθεις την πλακάρα σου. Αν γουστάρεις κι εσύ. Χαρμάνι να σου πετύχει.Ναζής! Τι όνομα είν' αυτό. ο Γιαραμπής ν' αναπάψει την ψυχούλα τους. Κοιμόταν εκεί σ' ένα μισοτελειωμένο διαμέρισμα. να πούμε. Κι άναψε άλλο τσιγάρο η γυναίκα νάνος.. Έναν παιδαρά. μέχρι στιγμής. Αυτή την ευκή μου 'δωσαν κι όπως βλέπεις έπιασε. ώσπου γνώρισε τον Ναζή.. . έφερναν παιδιά στον κόσμο και τους πέθαιναν.. Δεν έχεις κανένα δικόνε σου. θέλοντας να ξορκίσουν το κακό.Έχεις γκόμενο. Ο Ναζής ήταν κάποτε σπουδαίος οργανοπαίχτης και τρα129 .Είσαι ευχαριστημένος. με βάφτισαν αμέσως Ναζή. Σου ρίχνει και δύο πιθαμές. καρτούτσο στο καρτούτσο. Την άλλη μέρα έπιασε δουλειά σε μια οικοδομή. Έζησα και γέρασα. «Να ζεις» δηλαδή. Πιάσανε κουβέντα και. που λέει και το τραγουδάκι. γίνανε κολλητοί. Όταν γεννήθηκα εγώ. Καμία σχέση με ναζισμό. Εσύ. . μ' αρέσεις. Τον γνώρισε σε μια ταβέρνα που πήγαινε κι έτρωγε. . Πήγαινε να μαζέψεις τα πραματάκια σου κι έλα να μοιραστούμε το παλάτσο μου. Αλλά άντε τώρα να το εξηγείς στον καθέναν.. Αυτοί οι δύο που λες.Και γιατί να μην είμαι.ΑΜΑΝ. ΑΜΑΝ! . Τα βάσανά μου χαίρομαι.Δεν είχα.Μαγκάκι. Τώρα έχω. .Γιατί δε θα έχω. . Η μάνα μου ήταν σλάβικης καταγωγής κι ο πατέρας μου τούρκικης. . δηλαδή. . παρακαλώ.

όποιος μπορεί να τον γυρίζει. Αυτός ο κόσμος. Το μεροκαματάκι βγαίνει. Ύστερα το 'ριξε στο πιοτό και βρέθηκε δίχως να το καταλάβει στην απ' έξω.Δεν είμαι. Κουρμπάν. Όταν έχεις έστω κι έναν άνθρωπο δίπλα σου. .Μέχρι να με κρατάνε τα ποδαράκια μου δε φοβάμαι. Ναστράβα και μη φοβάσαι τίποτα. Γέμισε τα ποτήρια.τι είχαν ευχαρίστηση. Ποτέ σου. Δε χωράω πουθενά. να μην πληρώνεις το φόβο προκαταβολικά. μωρέ όσο θεριό και να 'ναι. Με το μάτι σου ραγίζεις την πέτρα. Άντε. Ξεχειλίζω σαν το ζυμάρι που φουσκώνει.. Ε. 130 . Κάτι θα σκεφτώ. Άσε να 'ρθει με το καλό η δυσκολία και την πληρώνεις τοις μετρητοίς. Θα σου πω ένα τραγουδάκι να γλυκάνει το τζιέρι σου: Βρε μη φοβηθείς τον άνθρωπο. Τι τρέχει πάλι κι είσαι χολωμένος. νέε. .. Θα μου πεις τι συμβαίνει. . έπαιζε μπαγλαμαδάκι και ψέλλιζε και κανένα τραγούδι.. Λούλα μου Μαρικούλα μου. γιαβρούμ.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ γουδιστής. Και χαράς τονα. Μπου ντουνιά μπιρ τσαρκί φελέκ.. λέει. έλεγε ο πατέρας μου. είναι σαν να 'χεις όλο τον κόσμο σύμμαχό σου. όταν θα γεράσω θα δούμε.Δεν ξέρω. Κάνε κουράγιο. γιατί μπορεί να σου τη σκάσει. είναι ένας τροχός. Έλα τώρα να σε μερέψω. Τώρα γύριζε τα βράδια στα μαγαζιά. Ναστράβα! Στη γλώσσα της μάνας μου πάει να πει στην υγειά σου. Ναζή! .Αμ δε σε βλέπω. έβγαζε το καπέλο του και μάζευε από τους θαμώνες ό. Ζωή είν' αυτή για σένα. Όταν τελείωνε η παράσταση. Κατάλαβες. Σκάω.Έχεις δίκιο... .

. να λάβει σωτηρία γιατί σ' αυτή τη συμφορά. Το βαπόρι απ' την Περσία..Όχι. «Σεκερίμ» της έλεγε.Μ' αρέσει αυτή η λέξη. Κοιτούσε τη ζωή στα μάτια και της χαμογελούσε. σε πιάσανε στις ξόβεργες μιαν αυγούλα.. αμάν αμάν. Κατάλαβες. Μη βλέπεις εμένα..Κάνεις κέφι να συνεχίσω. κρυφή πληγή αδύνατον.. . αμάν καρδούλα μου τσαχπινούλα μου. Αυτό μη μου το ζητάς.Τι πάει να πει σεκερίμ. αχ. . γιαβρούμ. Θα μου κάνεις και κανένα στριφτό. Μ' ένα χαμόγελο τόσο πλατύ. εσύ 'σαι η αιτία. . Κι εσύ τώρα προβαίνεις αγουροξυπνημένος από την ανατολή. ΑΜΑΝ! . κρυφή πληγή. να λάβει σωτηρία. 131 .ΑΜΑΝ. Ο Ναζής με το μπαγλαμαδάκι του. τα σάπια δόντια του και το καμπουριασμένο του κορμί. που δε χωρούσε στο πρόσωπό του. και μη με φέρνεις σε δύσκολη θέση. Κι άρχιζε πάλι ο Ναζής: Αχ. κι αυτή έγερνε στον ώμο του κι έλιωνε. Σεκερίμ! Μου 'φτιαξες το κέφι. .Πες μου και τ' άλλο.Ζάχαρη μου πάει να πει.. Άκου ετούτο: Αμάν αμάν αμάν καρδούλα μου. Είσαι μικρός ακόμη για τέτοιους νταλκάδες. σεκερίμ. Εγώ είμαι στη δύση.. Ναζή. Δεν το γουστάρω.Όχι αυτό τώρα. . αμάν αμάν. τζιβαέρι μου. τσαχπινούλα μου.

σ' αγαπώ γιατί είσαι ο Ευσέβιος. Στο τέλος πιάστηκαν στα χέρια. Ένας αλήτης είμαι. Πήγανε στην ταβέρνα και γίνανε τύφλα κι οι δυο.τι και να κάνεις οφείλω να σου σταθώ. Σ' αγαπώ.Δεν έπρεπε να φερθώ έτσι. Ο δρόμος ήταν έρημος. ό. Όνειρο είναι. συνάντησε ένα γύφτο με το φορτηγό του. Έγινα αντιληπτός. χωρίς να σε κρίνω. . κάτι που απάντησε ο Σέβης..Δεν αξίζω την αγάπη σου. σαν να πρόκειται να σε δικάσω. . σκέφτηκε πως θα μπορούσε να ήταν ο πατέρας του. 132 .... Έτσι όπως τον είδε μια στιγμή από πάνω του ο Σέβης..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Μια θάλασσα η ψυχή του Σέβη.. Μια τέτοια νύχτα με φουρτούνα. πότε σήκωνε μπουγάζι κι έβγανε αφρούς. . Ναστράβα! . Από 'κει κι εκεί. νέε! Άνθρωποι είμεθα. Δεν ορίζω τον εαυτό μου..Δεν είχα δίκιο σου λέω. Άρωμα! Έρχεται και σου μελώνει την ψυχή σαν αμανές. Έγινε ένα λάθος. Δεν είναι ρουλεμάν. καθώς γύριζε στο σπίτι. και άρχισε ο καβγάς. Εκείνο το βράδυ ο Ναζής δε βγήκε για δουλειά. Οι φίλοι δεν είναι για να δικάζουν ο ένας τον άλλον. . Και τον έκανε μαύρο στο ξύλο. Τι μου λες τώρα εμένα. Ξέχνα το τώρα. Εδώ ο ίδιος ο Θεός κάνει λάθη. Ούτε μάρτυρες ούτε αστυνομίες. μην το ψάχνεις. Ένας άχρηστος. όχι γιατί είσαι όπως με βολεύει εμένα. ρε μπαγλαμά. Πότε ήταν γαλήνια και πετούσανε πάνω της αγριοπούλια. να τη χρησιμοποιείς όπου χρειάζεται. όχι γιατί είσαι ο καλύτερος. Κάτι του είπε ο γύφτος γιατί περπατούσε στη μέση του δρόμου.Μην παίρνεις φόρα.Ωραία. Τι μου 'φταιξε ο άνθρωπος. Η αγάπη δεν είναι βίδα. Μπορεί να σου φερθώ και σένα άσχημα κάποια στιγμή. Από τη στιγμή που γίνεσαι κολλητός μου.

Όπου συναντήσεις φύτρα σαν τη δική σου. η κυραΔαμάσκα. Να της πεις χαίρω πολύ. Πάψε. Τα υπόλοιπα. Σέβη. Ά σ τ α τ' άλλα για κείνους που περιδιαβαίνουνε τη ζωή ωσάν να κάνουνε περίπατο στο πάρκο... Μάνα σου είναι η γυναίκα που σ' ανάθρεψε.. . .. Εκεί σε περιμένει η ζωή.. Πώς φύτρωσες.. δεν έχουμε περιθώρια για μαλακίες. Άντε! Ναστράβα! Ναστράβα κι όλα θα πάνε καλά. ΑΜΑΝ! . δεν μπορείς εσύ να το ξέρεις. Τι να αναλύσει βρε κανείς από τον πόνο.. Γούσταρες να την κοπανήσεις. Δεν υπάρχουν ούτε ρέστα ούτε βερεσέδια. είναι ως εκ περισσού. Μην κάνεις τον έξυπνο στη ζωή των άλλων. . Κοίταξε πέρα..Κι αυτός που βρίσκει το τραπέζι έτοιμο μη νομίσεις πως χορταίνει. ρίζωσε..Θέλω να βρω τη μάνα μου την πραγματική. Άκου: Όπου βρεις χώμα καλό.Έπρεπε να είναι για όλους το ίδιο.. τι κέρδισα. Μη γυρεύεις τώρα τίποτα περισσότερο. Πάρε το βλέμμα σου από τα πόδια σου.. τακίμιασε. ... Όχι ο ένας να βρίσκει στρωμένο τραπέζι μπροστά του κι ο άλλος να ψάχνει στα σκουπίδια για ένα ξεροκόμματο..Μάλιστα. από την πτώση. Εγώ σου μιλάω κι εσύ το χαβά σου. στο παρελθόν και πώς έγινε. Εν προκειμένω. έκαστος φροντίζει να σώσει το τομάρι του. ορθώς έπραξες εφόσον έτσι έκρινες.Εκεί αυτός. Μπροστά.. Μπορεί να 'χει μπροστά του τού πουλιού το 133 . στον ορίζοντα. . αγόρι μου. Χαμπάρι! Κι εγώ λοιπόν που την ξέρω τη ρίζα μου.. από το χαμό. να διαβάζεις τον κόσμο ανάποδα. οι άνθρωποι που γεννηθήκαμε πίσω από την πλάτη του Θεού...Άμα δεν ξέρεις τη ρίζα σου. να πούμε. Και καλά κάνει. Τι έγινε. . Σε κάθε θεομηνία.Να την κάμεις τι. Το ψαχνό μας ενδιαφέρει. Ένα έχω να σου πω. Κι εμείς οι ανεμοδαρμένοι.ΑΜΑΝ.

από πού του ανοίγεις τρύπα να περάσει μέσα σου. Γιατί ποτέ δεν ξεκίνησα για το κέρδος. Αυτό το κόσκινο. Και να σου πω και κάτι άλλο. Εγώ έχω μία. να μην το περιεργαστώ. Γιατί έχει δεχτεί πολλά. Από πού. Ο τζόγος. τα θέλει κανείς 134 .Χμ! Η ερημιά δε μετριέται με την παρέα. Κι ας ήξερα πάντα πως θα το πλήρωνα πανάκριβα αυτό μου το χούι. σεκερίμ! Ο τζόγος με φτιάχνει. Κόσκινο. την αμολάω όπου μου κάνει κέφι. Τη δικιά μου. Αυτό δεν κατάλαβα. αλλά πώς το δέχεσαι.. Μάθε λοιπόν πως εμείς ανοίγουμε τρύπα από την ψυχή. μια χαρά τα πάμε οι δυο μας. να μην το φιλήσω. εγώ δεν τ' αλλάζω μ' όλους τους θησαυρούς του πλανήτη. Για να ζυμώσει κι όχι τόσο για να φάει. ακόμα! . Την πάω από 'δω. Από το μυαλό. Τίποτα δεν άφησα ο κερατάς να μην το χαϊδέψω. Και να σου πω και κάτι. Μόνος σου έμεινες σαν την καλαμιά. Εσύ είσαι άγουρος ακόμα βέβαια και δεν μπορείς να καταλάβεις. δεν είναι τι έχεις μπροστά σου. Ξέρω να την κουλαντρίζω. η ψυχή μου είναι χιλιοτρυπημένη. τώρα που γέρασα. Γιατί η ουσία. Ένας έρημος γεροτζογαδόρος. . Μπορεί να 'χεις δέκα άτομα γύρω σου και να 'σαι φορτωμένος δέκα ερημιές.. της βγάζω τη γλώσσα. Από την τσέπη του παντελονιού.Και τι κατάφερες στο τέλος. μάτια μου. Στην ηλικία σου. Μια ήταν η μαγκιά μου: ήξερα πως θα χάσω κι έπαιζα. Κι αυτό είναι που μας κάνει να διαφέρουμε από τους υπόλοιπους. της τραγουδάω. την πάω από 'κει.. Γιατί τα 'χει δεχτεί όλα.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ γάλα κι ο ίδιος να ψοφάει από την πείνα. τη βγάζω περίπατο. Από τα νεφρά.. Εμένα. Πιστεύω πως είμαι ένας άρχοντας! Ένας άρχοντας που ήρθε στον κόσμο για να δει και να μάθει κι όχι για να κρίνει.

δεν ξέρω. Σε δυο χρόνια χωρίσαμε. να ξεκωλωθεί. Έτσι την έχω καταλάβει. Σε ματώνει η πουτάνα! . μετράω τις γυναίκες μου.Ωχ! Μπήκαμε στα δύσκολα. Δεν αξίζει όμως έτσι.Κι εμένα η φτιαξιά μου είναι να φεύγω. βρε! Αυτή είναι η γλύκα. με τη Χριστίνα. καρδούλα μου. Να τρως σιγά και ν' απολαμβάνεις κάθε μπουκιά. Δεν ήταν η φτιαξιά μου να στεριώσω. Να πετάω σαν τα πουλιά. Δεν προφταίνω να τελειώσω και με παίρνει ο ύπνος.Να σε ρωτήσω κάτι. γίνεται τίποτις. που μοιρά135 .. . . Να φάει.Ένα σεργιάνι είναι. Με τη Σταυρούλα. .. να καθίσεις σαν κύριος κι όχι σαν πεινάλας. Μια φορά μόνο.. όπως είπες πριν.. δε σε βλέπω. Κι εγώ δε στεριώνω. . Όταν έχω αϋπνία. Μια πορεία σε ανηφόρα. και να το ψιλοφουμάρει. Χωρίς έρωτα βρε. όπως οι άλλοι μετράνε πρόβατα. Καλή κακή φτιαξιά. Δεν ερωτεύτηκες ποτέ.Πώς δεν στέριωσες με καμιά. Να μεζάρεις. .Καθεμιά είχε τη χάρη της .τι να σου πω τώρα. Κι από μένα θα φύγεις μια μέρα. Όταν καθίσεις στο τραπέζι της ζωής. Βέεεβαια! Παντρεύτηκα τη Μάρθα.. με τη Μάρθα. να φάει. Πρέπει να φιλιώνει κάποτε κανείς μ' αυτό που είναι. Δε βγαίνει αλλιώς. Και μπορεί να με πληγώσεις κιόλας.Το 'κανα κι αυτό. .. Να μεζάρεις.Αμ. . . Μόνο που η ομορφιά είναι σαν το τριαντάφυλλο έχει αγκάθια.ΑΜΑΝ. Να την παντρευτείς. . Κι ας είμαι άγουρος.. Ένα σεργιάνι στην ομορφιά.. όπως λες. Ένα θα ξέρεις: πως υπήρξα ευτυχής που σε γνώρισα..Πιο πολύ ποια αγάπησες.Εγώ ξέρεις πώς την έχω δει τη ζωή... που λέει ο λόγος. Δεν μπορώ να μείνω πουθενά. με την Κατινιώ. ΑΜΑΝ! όλα μαζεμένα..

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ στηκα μαζί σου το κρασί μου. Δώσε βάση να δεις φιλοσοφία. για να κάνει πόδια. με δίχως ήλιο. αν δε φτάσεις στον πάτο.. 136 ... Κι όλο τον τάιζε ψωμί και χόρτα. δε θα μάθεις ποτέ. Δεν μπορώ να σ' αλυσοδέσω. Ώσπου δε χώραγε να μπει στην πόρτα. γνωρίζει εκ των προτέρων τι θα συμβεί.. τον ακάτεχο. άκου να σου πω ένα ποιηματάκι . Αν δεν κυλιστείς.. Ο μπαρμπα-Μπρίλιος είχε ένα γάλο. Μόνος σου θα μάθεις. Μπορεί να ταΐζει το γάλο του. Αλλά όλ' αυτά που σου λέω. για να κάνει πλάτη.Κατάλαβες. Πέρασμα δύσκολο. στην άλλη όχθη του ποταμού. Κι όλο τον τάιζε ψωμί και ρόδια. είναι ξέμπαρκες κουβέντες. σίγουρα ο κόσμος θα πήγαινε καλύτερα. πως κάνει αυτός παιχνίδι. Γιατί θέλει να φαγωθεί. που νομίζει πως. πολύ μεγάλο. Κι όλο τον τάιζε ψωμί κι αλάτι. Η αφεντιά μου. ο γάλος έφαγε τον μπαρμπα-Μπρίλιο! . επειδή ταΐζει το γάλο. αλλά το κάνει έτσι για την καβλάντζα του. Όποιος όμως μπαρμπα-Μπρίλιος είναι μάγκας. Κι αν οι άνθρωποι ήταν λίγο πιο περήφανοι και δε χαράμιζαν τη μισή ζωή τους προκειμένου ν' αλυσοδέσουν ο ένας τον άλλον. Και κάποια μέρα. Λοιπόν. αν δε σπάσεις τα μούτρα σου.. τον εξουσιάζει. βρε αδερφέ! Γουστάρει! Αλίμονο σε κείνον τον Μπρίλιο. σεκερίμ.το θυμάμαι από το δημοτικό. Η ζωή δε μαθαίνεται από δεύτερο χέρι. έχει περάσει προ πολλού απέναντι. με δυο λόγια.

θολό ποτάμι. Αν το περάσω γρήγορα το ποτάμι. Ναζή. το κατά δύναμη ο καθένας. . Ή τους άλλους που λένε πως δεν πλήγωσαν το διπλανό τους και πορεύονται τάχα στη ζωή άμεμπτοι. για να τα πούμε πιο καλά. Μην παίρνεις τα λόγια του τοις μετρητοίς... δεν έχει αποσκευές. Ακουγε. όλοι ετούτοι.. Γι' αυτό με βλέπεις βρεγμένο ως το κόκαλο. Μπάζει ο άνθρωπος. μας χωρίζει ένα ποτάμι. Το ξέρω. Εσύ κοίτα να χαράξεις τις δικές σου πατημασιές. τζιβαέρι μου! Ο Ναζής δεν είναι μπαμπούλας. Δε γίνεται να περάσεις χωρίς να μουσκευτείς. και τη χαρά κλέβουμε ο ένας του άλλου και με τον ξένο πόνο φτιαχνόμαστε και τους καλούς Σαμαρείτες παριστάνουμε για να κοροϊδέψουμε πρώτα απ' όλα τον εαυτό μας.Ένα βαθύ.Όχι. Εσύ στέκεσαι ακόμη στην άκρη κι ούτε τα παπούτσια σου δεν έχεις λύσει. Αυτοί οι ίδιοι είναι το σφάλμα... μάζευε. ΑΜΑΝ! παλικάρι μου! Είπα εκατό φορές πως θα πνιγώ. μην κωλώνεις. Μια μέρα θα περάσεις κι εσύ. με φοβίζεις. μάνα μου.. Αυτό το πέρασμα δεν το κάνει κανείς όποτε θέλει. . Δε θέλει να φοβίζει τα παιδιά.Όχι. Και προπαντός μην παρασύρεσαι από κείνους τους ηλίθιους. Ο βίος χωρίς σφάλματα είναι ανούσιος. Ένας τζογαδόρος είναι... . . ένας χασίκλας. Ψεύτες κι αγύρτες. .Έτσι που τα λες. Άντε καρδούλα μου. Και σφάλματα κάνουμε και τον διπλανό μας μαχαιρώνουμε. Το κάνει μόνο όταν είναι έτοιμος. παρατήρα. Μη βιάζεσαι. που σου λένε πως δεν έσφαλαν ποτέ. Ναστράβα! ... Κρίμα που δε θα με βρεις τότε εκεί. μα τελικά να κάνεις εκείνο που σου λέει η δική σου γνώση.Μπορεί και να σε βρω. Όταν. 137 . μάτια μου. Αν κάνεις σφάλμα.Δηλαδή.ΑΜΑΝ. θα σε βρω.

Δώσε μου να τραβήξω μια. δεν πήγα σχολείο. λες και προσπαθούσε να διαβάσει το μυστικό της. Με πλίθρα είναι χτισμένος.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ αγόρι μου. .. Μεγάλη σκέψη έχει για σένα.Καλέ παλικάρι. κάπνιζε. εσύ πολύ φουρτούνα έχεις. μπάζει από παντού.. είναι επικίντυνος. Εκεί είναι η διαφορά. . Κι όποιος παρουσιάζεται ως κόκορας και λέει διάφορα. να σου πω τη μοίρα σου. καλόπαιδο! Ένας λογισμός σε τρώει. Δε βαριέσαι. Μεγάλη αγωνία.Όχι. . .. Έλα καλέ να σε χαρεί η μανούλα σου.Όλοι για να θυμιατίζουμε τον εαυτό μας ζούμε τελικά.. Ένα πρόσωπο που αρχίζει από Μι. λεβέντη μου. Δεν πάει να 'λεγε ο Ναζής..Τίποτα. . 138 . .Ξέρεις γράμματα.. Πρόσωπο που αρχίζει από Μι. Όταν συναντούσε καμιά γυναίκα που του ταίριαζε για μάνα. σφύριζε. . τι λογής θυμίαμα του προσφέρουμε. Οι σελίδες λείπανε.Να το! Φαίνεται καθαρά στο χέρι σου. στους καταυλισμούς των τσιγγάνων. Έλα κι είσαι κι ομορφόπαιδο. . έκανε τάχα τον περαστικό κι έπιανε κουβέντα μ' όποιον έβρισκε εύκαιρο. τι σου είναι. γαμώ τη φάρα μου! Όχι σου είπα! . Αλλά ο σκοπός είναι.. Πολλές φορές ο Σέβης μετά τη δουλειά έπαιρνε το λεωφορείο κι έφτανε έξω από την πόλη. Ασήμωσε να δεις πράματα που θα σου πω! Α..Ορθώς το 'πιασες. Έκοβε βόλτες ένα γύρω στα τσαντίρια.Όχι. Τα γράμματα ήταν ξεθωριασμένα από τη βροχή. την κοίταζε βαθιά στα μάτια λες και περίμενε να τον αναγνωρίσει. Τι να διαβάσει.

«Μπρε το παλικάρι!» σκέφτηκε. δε χρειάζεται. «Άπονης μανούλας γέννημα είναι.Εσύ ψηλά θ' ανέβεις μια μέρα. Κάτι σαν σπίτι.Ε! Μι δεν είναι αυτό καλέ. όταν θα είσαι ψηλά. Με χόρτασες.ΑΜΑΝ.Έδωσες κανένα.Τίποτα.» 139 . Χριστός και Παναγιά! Πού να το δώσω. . Κατά το βουνό. το Δέλτα. στην ηλικία μου πρέπει να είναι. Ασήμωσε κάτι ακόμα να σου πω περισσότερα. Πού να ξέρω εγώ.Όχι. Έχεις παιδιά. .Προχώρα.Έχω τέσσερα. ... Τώρα αυτό. Παίξανε πονηρά τα μάτια της τσιγγάνας. . ..Τι βλέπεις.. . καλόπαιδο.. Τώρα.Αχ! Τι 'ναι τούτο καλέ. Σαν αεροπόρος.. Ένα κακό θα μάθεις.. Πρόσωπο από Δέλτα. .σα να την έκαψε η παλάμη του και την άφησε..Καλέ. . Είναι Δέλτα. Τον ίσκιο του μαζεύει κουβάρι..Ξέρεις καμιά από 'δω που να 'χει δώσει παλιά ένα αγόρι. φέρανε ένα γύρο στην ψυχή του Σέβη κι ύστερα φτερούγισαν πέρα. ΑΜΑΝ! . τι είναι. .Αυτό γεια σου. τι ψάχνει. Κάτι ψάχνεις.. . ... πολύ σε σκέφτεται εσένα.. Δε βλέπω καθαρά. . Πολύ φαρμάκι έχει η καρδούλα σου. σαν στεφάνι.Όχι. . τίποτα. Στον ουρανό σε βλέπω.. που μοιάζει σαν τριγωνάκι. Ψηλά σου λέω. .Τότε πώς το γνωρίζεις το Μι. Κι ύστερα τρόμαξε η τσιγγάνα ..Όχι.

τον κρύβω στην ψυχή μου. Μόνο να τον προσκυνάω θέλω. . Αυτή η μανία να χάνομαι.. Κι όμως. κουρνιάζω στη ζέστα του και δε νιώθω την ανάγκη να τον βλέπω. Την έχω μέσα μου φυλαγμένη σαν εικόνισμα.. Ναζή. . .. τη φίλη μου. Τσακώθηκα μ' αυτόν το χαμούρη τον εργολάβο.Σου έχω πει για την Πέτρα. Καλά! Όσο θυμάμαι και κείνη τη θεία μου! Η Πέτρα 140 . Πώς κρατήθηκα και δεν του 'σπασα τα μούτρα.. Φοβάσαι μη χάσεις αυτό που κέρδισες. Δεν πειράζει. θα φοβηθεί. Όποιον αγαπάω πολύ.. μη μετανιώσει και στο πάρει πίσω ο ίδιος που στο χάρισε.Φοβάσαι. δε θέλω να τη δω.. Αν σε δει έτσι.. σεκερίμ! .. δεν έπεσε δα η κυβέρνηση! Εργολάβοι υπάρχουνε πολλοί. Δεν ξέρω τι στο διάολο με πιάνει.Ξύπνα. Την αγαπώ την Πέτρα μου.. Όταν αποφάσισε να σηκωθεί. Νταλκά θα το βάλουμε.Τι να καλοπιάσω! Κάθε μέρα είναι σαν την προηγούμενη και χειρότερη. Σκόλασα από τη δουλειά. το πρόσωπό του ήταν γεμάτο καταχνιά.. καινούργιο κισμέτ. . Αυτό παθαίνω. Έχωσε το κεφάλι του στα σκεπάσματα και γύρισε από τ' άλλο πλευρό. .. πασά μου! Καλημέρα! Ο Σέβης δεν απάντησε.Άντε να νιφτείς... Το σέρβιρε σ' ένα μεγάλο δίσκο μαζί μ' ένα κομμάτι ψωμί και λίγο τυρί φέτα και το πήγε στο κρεβάτι του Σέβη. Την αγαπάω πολύ. Μια ζωή θα τρέχεις να κρύβεις και να κρύβεσαι. Ρίξε βρε ένα χαμόγελο να καλοπιάσεις την καινούργια μέρα. Γιατί είσαι κι εσύ απ' αυτούς που πορεύονται σ' αυτό τον κόσμο χωρίς καβούκι.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Πρωί πρωί ο Ναζής σηκώθηκε κι έβρασε το τσάι.. Καινούργια μέρα. Έτσι έκανε σχεδόν κάθε μέρα. . αγόρι μου..

Σε μένα. Μια φοβερή αράχνη που όταν σε δαγκώσει παίρνεις αμέσως μεταγραφή για την Κόλαση. Πού είναι τα σπίρτα. τι ήσουνα εσύ! Ο εκλεκτός του Θεού. Ασε να το κάνουν αυτό οι αργόσχολοι. ... σε μένα. Μην κατατρέχεις ποτέ ένα δυστυχή. στον Άλφα και στον Βήτα. αλλά δε θέλω ούτε κείνη να τη δω. βρέθηκαν να συμβούν όλ' αυτά.Ξέρεις. . . .Μην κρίνεις. πολλές φορές τη μισούσα. Όποιος είναι φτηνιάρης. βρε. πιο σοβαρές. Την αδικία της μοίρας μίσησες στο πρόσωπο αυτής της αγίας γυναικός. αφήνει τη μαϊμού απολυτή ν' αλωνίζει. Σου έχω πει την ιστορία με την Αγγέλα. ..Ποιες δουλειές. να πρωτοστατεί. Άλλοι κολυμπάνε στις 141 . Κρατάς τσακμάκι.Γιατί. Στον καθένα μας κρύβεται μέσα του μια μαϊμού..Διόλου παράξενο. καταπώς μου έχεις πει.ΑΜΑΝ. Δυστυχής ύπαρξις η Θεια-Ταραντούλα. . ε. Αμ' τα νυχτερινά χαϊδολογήματα με το Λέο..Την κυρα-Δαμάσκα! Αυτή. Ξέρεις ποια είναι η ταραντούλα. να άρχει.. Εμείς έχουμε άλλες δουλειές. γαμώ το.Τη σκότωσε την Αγγέλα η πουτάνα! .. είναι η μανούλα των Αγγέλων! .. που λες. . Μπορεί να 'ρθουν δύσκολοι καιροί. Πάλι χαθήκανε. Πού ξέρεις. ΑΜΑΝ! την έλεγε θεια-Ταραντούλα. Παράξενο. παράξενο. Διόλου. Όποιος είναι κύτταρο ακριβό. γιατί δεν ήταν αυτή η πραγματική μου μάνα. . Σε σένα.Να μερεμετίσουμε λιγάκι την ψυχή μας. της κάνει ένα κλουβί και την κλειδώνει. Σκέφτομαι και τη μάνα μου. ... που ξύνει τον κώλο της και ασχημονεί... να πούμε. Να σου πω κάτι.

Έστρωσε κι ένα κολλαριστό τραπεζομάντιλο στο τραπέζι. .Τι έχεις στο μυαλό σου.Έλα τώρα.Πού ξέρεις. Πάντως στο λέω.Άκου όφελος! Κανένα. . Δεν μπορώ να σου πω για την ώρα τίποτα. .. τίποτα δεν έλειπε. Κι όταν το πλησιάσουμε. γαμώ τον αντίχριστό του. τζιβαέρι μου! Ξέρεις τι είναι να σε ψήνει η αρμύρα του πελάγου. άναψε δύο κεριά. Χριστούγεννα! Τίποτα δεν έλειπε από το σπιτικό του Ναζή... . .Θα σ' ενημερώσω. το κρασί. οι κουραμπιέδες. Έτσι είναι. Ναζή: μόνο αν πετούσα στον ουρανό θα σωνόμουνα .Από μικρό παιδί χάζευα τα πουλιά. είπαμε.. Έφευγα μαζί τους. το πλαστικό δεντράκι με τα πολύχρωμα φωτάκια. Η γαλοπούλα.Εγώ θα προτιμούσα πάντως τις πισίνες. Έψαχνα να βρω έναν τρόπο για να πετάξω κι εγώ στον ουρανό. ..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ πισίνες κι άλλοι στα πέλαγα μαζί με τα σκυλόψαρα. Πλάκα μας κάνεις. Άσε με να το μελετήσω. Ταξίδευα.Θα δούμε. Ένα όστρακο κυνηγάμε. . για να το πάρουν τα κύματα και να το κυνηγάμε πάλι εξαρχής. βρε! Εμείς δεν πάμε για το όφελος. θα δούμε. . στολίστηκε και φώναξε τον Σέβη. Όνειρα. ..Παράτα μας. . τα μελομακάρονα.. κάνουμε πως δεν το είδαμε.. 142 . Να μου φτιάξεις φτερά.δε μ' ευχαριστεί το χώμα.. ρε Ναζή.Ποιο το όφελος. Κάτι έχω στο μυαλό μου.

βγάζει από την τσέπη του ένα διπλωμένο χαρτάκι και το δίνει με μιαν ελαφρά υπόκλιση στον μικρό. Θα τα βράσω κι ύστερα θα τα ζωγραφίσω με μαρκαδόρο.Υγιαίνετε.Τι είν' αυτό... Ναζή! Κι αφού γιόρτασαν όλες τις γιορτές της Χριστιανοσύνης κι αφού έπαιξε και τραγούδησε ο Ναζής όλα τα ρεμπέτικα. μάνα μου! . 143 .Χρόνια πολλά! Καλή Ανάσταση.Το εισιτήριό σας δια τους ουρανούς. .. .τι πεις εσύ. . νέε! Στις μεγάλες γιορτές προσφέρονται και δώρα... Έτσι έκανε η θεια-Ταραντούλα. Ναζή. τύφλα στο μεθύσι. Όλα πρέπει να γίνονται όπως αρμόζει.. .Ντύσου κν έλα να φάμε. να 'ρθει να δέσει η Ανάσταση. κι όλα ήταν όμορφα και όπως άρμοζε.Λάβετε.Ό. .ΑΜΑΝ. . . νέε.Στην υγειά σου. . σαν αρχιερέας στη μεσαία πύλη.. είπε. Επισκέψεις περιμένουμε.Γιατί να ντυθώ.Ξέρεις τι μου 'ρθε τώρα. σηκώνεται μια στιγμή επίσημα. . Χρόνια πολλά! . Ευσέβιε! Πλούσια τα ελέη!! Χρόνια μας πολλά! Έφαγαν κι ήπιαν του σκασμού. θανάτω θάνατον πατήσας. σεκερίμ! Χριστός ανέστη εκ νεκρών. Μιας που πήραμε φόρα. ΑΜΑΝ! . καλέ.Χριστός Ανέστη. Νομίζω. .Να βάψουμε κι αβγά. ο Σέβης. δε γιορτάζουμε και την Ανάσταση μαζί. έκανε και δύο «τσιγαράκια» ο Ναζής. Δώσε μου το άγιον φως και πιάσε μου και λίγο χορταράκι..Το καλάει η μέρα.

Υγιαίνετε.Σους! Τις οικονομίες μου τις έχω χεσμένες αν δεν εκπληρώσουν τ' όνειρό μας! Σε παρακαλώ. . Έχω κάτι οικονομίες στην Τράπεζα.. Ναζή! Δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό! Σ' ευχαριστώ για όλα. Πιστεύω να φτάσουν. Όσο για την πανοπλία.. αλλά μη σε νοιάζει.Ζήσε Μάη μου. Για μένα το κάνω πιο πολύ. οι οικονομίες σου. Πού να κοιμηθεί ο Σέβης από την ταραχή του εκείνο το βράδυ. Θα σου εξηγήσουν οι δάσκαλοι σου. Άνοιξε τα μάτια του ο Σέβης και παραλίγο να καταπιεί το δωμάτιο... . 144 .. Φοράνε κάτι μεγάλα πολύχρωμα φτερά και πετάνε. Θα μαζεύω τα λεφτά μου και σιγά σιγά θα τα καταφέρω. αϊτέ μου! .. ανόητε. Πώς γίνεται. μη γρουσουζεύεις με τις τσιριμόνιες σου.Τι θέλεις πάλι... Δε θέλω να μου τη στερήσεις.. Μη με ζαλίσεις με περαιτέρω ερωτήσεις. Ξέρεις τι κάνουν εκεί. Αϊτούς τους λένε.Δε σε καταλαβαίνω. κοιμάσαι..Μα. Είπα και τέλειωσε.Ναστράβα.. .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ .. στοιχίζει κομματάκι... Πετάνε αλήθεια σαν τα πουλιά.Η εγγραφή σου.. Ναζή! Μεγάλε Ναζή! Δικέ μου! Κι αγκαλιάστηκαν σφιχτά και φιλήθηκαν. .. Η μέρα που θα πετάξεις.Ναζή. αλλά την πανοπλία θα την αγοράσω εγώ. .Όχι..Μα. Και ξέρεις κάτι. στην αερολέσχη. Ναστράβα.. που λένε. πώς θα είναι εκεί. Ευσέβιε!.. .. θα είναι η ευτυχέστερη της ζωής μου... . .

Ναζή. Κοντεύει να ξημερώσει. Παράτα με τώρα να κοιμηθώ.. ακριβώς σαν τα πουλιά. . .Όταν θα τ' αποχτήσεις.Αυτά τα φτερά από τι είναι. 145 .Έλα. θα τα δεις...Σαν τα πουλιά.ΑΜΑΝ. . τζιβαέρι μου.. Γαμήσου τώρα. Δεν μπορώ να τα φανταστώ. . σεκερίμ. ΑΜΑΝ! ...

Έχω θείους εκεί πλούσιους. Θα 146 . σαν τη λεμονιά που δεν άντεξε στο χιόνι. Σαν την αράχνη την ταραντούλα. Τον Λέο δεν τον έβλεπαν πολύ. νανούριζε την κακή της μοίρα και ροχάλιζε σε ήχο πλάγιο δεύτερο. μια ύπουλη πνιχτή σιωπή. Άσε που την είχε ταράξει η διάρροια. Τα μάτια της είχαν βασιλέψει. Έβηχε κι έφτυνε και σκάλιζε τις πέτρες του. Μετά το μάθημα έβγαινε με την παρέα του κι ερχόταν αργά. Ο Σούλιας περισσότερο έβηχε παρά μιλούσε. ανάμεσα στ' αμέτρητα λουλούδια που οργίαζαν και μοσκομύριζαν στην αυλή.Μη σε νοιάζει. Φοιτούσε σε μια σχολή σχεδιαστών. ή Πόρδου. Λέο. Έκαναν μάλιστα σχέδια να φύγουν μαζί στην Αμερική.Στο σπίτι του Πάρδου είχε πέσει μια σιωπή. κι από την κορτιζόνη που την πότιζαν οι γιατροί μεταμορφώθηκε σε τετράφυλλη ντουλάπα. Κι η ψυχή της κουλουριάστηκε μέσα στην κόχη της. Η Σιδερία είχε αφοσιωθεί στους παπάδες και στα κόλλυβα. που έπλεκε τα δίχτυα της και παραμόνευε τα θύματά της. συνήθως μετά τα μεσάνυχτα όταν όλη η οικογένεια Πάρδου. . Τελευταία τα είχε φτιάξει με ένα αγόρι από τη σχολή και ζούσε τον μεγάλο του έρωτα. Η Δαμάσκα είχε ρίξει τα φύλλα της.

Για τον Λέο. αλλά φαίνεται δεν ευχαριστιόταν αρκετά. να καταλάβουν. ήταν αυτός . Έκανε ό.. δε θα χωρίσουμε ποτέ. Η Δαμάσκα και ο Σούλιας δεν κατάλαβαν ποτέ. σακάτευε ό. καλέ. Ήταν ένα κεφάλαιο που πονούσε πολύ η φωναχτή ανάγνωσή του.τι έκανε στο Λύκειο όπου δίδασκε. γαμώ την κοινωνία μου. Ο σπουδαιότερος λόγος που ο Σούλιας είχε κλειστεί τόσο πολύ στο τομάρι του και στο βήχα του.ο Λέος! «Λέων και πούστης. δεν άνοιγε κανείς ποτέ κουβέντα. Τι να κάνουμε σ' αυτό το κωλοχανείο.τι είχε να σακατέψει. Οι αναλύσεις άρχιζαν πάντα από τη βάση. Ο καφές της παρηγοριάς. σερβιριζόταν με αφορμή την αχαριστία του Σέβη.τι ήξερε. Δεν τη συζητούσαν ποτέ Καθένας ό. Συνήθως το λόγο τον είχε η καθηγήτρια. δεν ολοκλήρωνε. θα μας καταπιούν. εν πάση περιπτώσει. Κι εντάξει. που επειδή είχε απολέσει εκείνο τον καιρό τη μανούλα της. 147 . Εκεί η κοινωνία είναι διαφορετική. Την ιστορία αυτή του Λέου την ήξεραν στο σπίτι. πως την ιστορία του Σέβη την ήξεραν όλοι οι γείτονες απέξω κι ανακατωτά. Με γκώνει ο ρατσισμός τους. δεν έφτανε ως το τέλος. ΑΜΑΝ! συνεχίσουμε τις σπουδές μας.ΑΜΑΝ. Θα χαθούμε εδώ. Αλλά έκαναν πως δεν καταλάβαιναν. ότι ο Σέβης ήταν φυσικό παιδί της οικογένειας αλλά βγήκε αχάριστο και διαβολεμένο. ως το θάνατό τους. στα μπιρμπιλωτά φλιτζανάκια.. και του γύριζε ανάποδα η ψυχή. ή δε θέλησαν. ξέδινε με το να κρίνει και να ρυθμίζει τις ζωές και τις πράξεις των άλλων... ό.» σκεφτόταν. Οι γείτονες έρχονταν συχνά τ' απογεύματα και τους έκαναν παρέα.τι καταλάβαινε το φύλαγε για τον εαυτό του.

αναλάμβανε την υπεράσπιση η συνήγορος Σιδερία. Ξένοι πόνοι. . Οι καημένοι οι γονείς. Είδατε την καημένη τη μανούλα μου! Όταν ήταν μόνη της με τη Σιδερία. από αγάπη το κάνουν. μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα και να αναπτύξει τη θεωρία της κληρονομικότητας.Και αρχιμανδρίτης να ήταν το ίδιο μου κάνει. Καθηγήτρια είναι. Στο τέλος θα παθαίνατε κι εσείς κανένα εγκεφαλικό. Ξέρει τι λέει. δεν έχουν σεβασμό. Δεν είστε το μόνο θύμα. έλεγε η Δαμάσκα. Δεν είναι κακό το παιδί μου.Έρχεται κι αυτή εδώ πέρα και ρίχνει λάδι στη φωτιά. και τι εισπράττουν στο τέλος. Μη στενοχωριέστε.Τι σου κάνει η γυναίκα. . . Θα γυρίσει μια μέρα και τότε όλα θα ξεχαστούν. τα παρέχουν όλα. παρά την εκτίμηση που της είχε λόγω επαγγέλματος. Δεν μπορώ να την ακούω. Κάνουν τόσες θυσίες. Τη συνέχεια της ξεφτίλας μου έρχονται να παρακολουθήσουν. 148 . Την αχαριστία και την απονιά. Μόνο προβλήματα σας δημιουργούσε αυτό το παιδί. δεν έχουν αξίες. κύριε Πάρδο μου. . χάχαρα. Κατά κάποιον τρόπο. Όλοι αυτοί που μαζεύονται εδώ. δεν έδινε και τόση σημασία στα συμπεράσματά της.Ούτ' εμένα μ' αρέσει η γνώμη της. Καθένας να κοιτάει το σπίτι του. Λαβωμένο είναι. κούφια η ώρα. γλιτώσατε. την καμινάδα του. Συνεχώς κατηγοράει το παιδί. Ο Σούλιας.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ και συνέχιζε τ' απογεύματα το έργο της στην αυλή του Πάρδου. . Το διαπιστώνω δυστυχώς καθημερινά από τη θέση μου.Τα σημερινά παιδιά. κάτω από τη σκιά και το άρωμα του νυχτολούλουδου. τι νομίζεις.

Αν εμφανιστεί μια ωραία πρωία. . που βρήκαμε την ησυχία μας. Αχ. Στο κάτω κάτω έχουμε τον Λέο. πουλάκια μου περατάρικα! Αν δείτε τ' αγόρι μου. Μα πορευόμαστε κι οι δυο σε καταχνιά. Συμφωνείς.Όχι. Σούλια. Σ' αγαπώ Ναζή.ΑΜΑΝ.Η πόρτα μου έκλεισε γι' αυτόν. Αλλωνών αμαρτίες μας κυνηγήσανε και μας λαβώσανε.Καλά κάθεται εκεί που κάθεται. βλασταρούδι μου. περάστε του το φιλί μου στο λαιμό του για φυλαχτό.Ένα χαρτάκι που θα με πάει στα σύννεφα. Σούλια. πάει! Κάθε φορά που άκουγε αυτή τη δήλωση η Δαμάσκα. Δεν έκλεισε το σπίτι μας. Ευλογημένα τα βήματά σου. Δε φταίξαμε. ΑΜΑΝ! . Ποτέ δε θα σ' αφήσω. Και τι έκανα. . Μακάρι να 'κουγα ξανά στην αυλή μας τα βήματά σου. Σ' ευχαριστώ. Δε φταίξαμε. έμπαινε μέσα κι άρχιζε το μοιρολόι. Σιγά το πράμα! . πώς θ' αντιδράσεις. . έχει το μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα της χαράς. γιε μ'! Σε κρατούσα από το χεράκι πάντοτε. Να ξεκαθαρίσεις. Γαλήνη να σταλάζει στην ψυχούλα σου. Πέστε του πως χωρίς αυτό. αδερφή. είπε την άλλη μέρα ο Σέβης στον Ναζή. Γλυκιά να 'ναι η σκέψη σου.Τήρα 'κει χάμου το φαγητό σου και μην ξύνεις άλλες πληγές. . δε φωτάνε τα ματάκια μου.Γιε μ'. Δε σ' άφησα στιγμή. Δεν είναι καλύτερα τώρα. Μια αποδειξούλα σου έδωσα.Εκείνος που προσφέρει. γιε μ'! Αγόρι μου! Σου στέλνω την ευκή μου όπου κι αν βρίσκεσαι.Ήταν τα πιο ευτυχισμένα Χριστούγεννα της ζωής μου. αγόρι μου.. . Ένα χαρτάκι. δηλαδή. δεν πεταρίζει πλια η καρδούλα μου! . Ούτε καβγάδες ούτε προβλήματα. 149 .. Γιε μ'.

Έλα. . Μια ζωή για σας! Δαμάσκα.Εκεί είναι και φάτε. . όχι για μένα. δεν τη συμπονάς. γαλοπούλα γεμιστή.Χριστούγεννα είναι για τους άλλους. Εγώ την καρδιά μου δεν την έκανα ποτέ κλουβί για κανέναν.Χάσου. Σάματις μου δίνει λογαριασμό. μανάρι μου. είπα. . Κείνη τη δόλια που έκανε τόσο κόπο. . μανούλα μου. Η Σιδερία είχε φτιάξει μελομακάρονα. Ρόδα είναι η ζωή. .Χριστούγεννα είναι γιε μ'. .Δε μας σκέφτεσαι και μας λιγουλάκι. Άσχετα αν αυτή λόγω διάρροιας δε θα δοκίμαζε τίποτα.Ελάτε στο τραπέζι! είπε τελικά η Σιδερία. να φάμε. .Ξάπλωσε αυτό. «πλούσια τα ελέη». Δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο. Σούλια. γυρίζει. Σούλια μου. γιαβρούμ! Δε χωράει πουθενά.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ .Μεγάλη κουβέντα.Θα 'ρθει το παιδί μέρα που είναι! Θα το περιμένουμε. το φαγητό. που είσαι. σαλατικά διάφορα. . τι ώρα θα 'ρθει ο Λέος. τα πιο ευτυχισμένα για τον Σέβη.Φώναξέ το να. το Χριστό σου! Τι με τσιγκλάς κι εσύ. . από 'δω. . . Περίμεναν ως τις δύο. ήταν τα χειρότερα για το σπίτι του Σούλια. αναστέναζαν ως τις τέσσερις. Θα χαλάσει. Εκείνα τα Χριστούγεννα. Και πήγε η Δαμάσκα σιγά σιγά στο δωμάτιο και τον χάιδεψε με τη φωνή της.Πού ξέρω. 150 . Χάσου από 'δω! .Για σας τα φτιάχνω. άντρα μου. αγωνιούσαν ως τις τρεις.

Ο Λέος είχε πάει με το αγόρι του να κάνουνε οι δυο τους Χριστούγεννα στην Πάρνηθα. Πάω κι εγώ να ξαπλώσω..ΑΜΑΝ. Σιδερία. πήρε κι ένα μάτσο χαρτοπετσέτες για τις μύξες της και κουκουλώθηκε στον καναπέ.Άι στο διάολο. ο Σούλιας τις μετρούσε σαν να 'ταν πράξεις της Δαμάσκας. Μια οχιά διμούτσουνη είστε.. Αυτό δεν έρχεται..Για μένα πλια δεν ξεχωρίζετε. Δεν έχεις γονείς. Ζάρωσε σε μια κουρελού κοντά στη σβηστή σόμπα κι έτρωγε τα νύχια της. . φύλαξε τα φαγητά. όλοι σας! Κάθισε μόνη σου.. να φας με την οικογένειά σου. και το αντίθετο. δε σας είπα να μη δίνετε πουλερικά στη σκύλα. . 151 . Έβρεχε και φυσούσε ένα αεράκι.Μωρή. Δεν έχεις θεία. Κι έβρεχε. .. . Όταν του ζητούσαν το λόγο γι' αυτή την αντιμετώπιση.. Τις πράξεις της Σιδερίας.Τα χειρότερα Χριστούγεννα της ζωής μου! Όλη τη γαλοπούλα την έδωσα στην Πανωραία. Και μάζεψε η Δαμάσκα το τραπέζι. «Χάσου από 'δω μωρή!» είπε ο αέρας στη γιορτή. Έβρεχε ασταμάτητα.Ας καθίσουμε οι δυο μας. να σπάσει λίγο η παγωνιά.Πού ήσουνα καλέ χτες και δεν ήρθες τέτοια μέρα. Κανείς στο σπίτι του Σούλια δε σηκώθηκε να ρίξει ένα ξύλο στη σόμπα. Κι εκείνη τρόμαξε. Και μούλιαζε τη σιωπή. Τις έβλεπε ένα πράμα και τις δυο: σαν ένα τέρας με δυο κεφαλές. έλεγε: . ΑΜΑΝ! . σκέτο δηλητήριο. Σήκωσε μαύρα πανιά. σκέπασε μ' ένα αλουμινόχαρτο τα γλυκά.

στο δηλώνω και στο υπογράφω. .Καλέ! Ακόμα. «Μα τι στο διάολο κάνει τόση ώρα μέσα.. Αλλά τη μάνα σου και τον πατέρα σου θα τους ξεκάμεις. . .πετάξανε κάτι πράσινες και κίτρινες αγκαθωτές σπιθίτσες. Αυτά τώρα είναι ξεπερασμένα.. . Εγώ από κανένα δεν προσδοκάω καλό. «Δε θα το φχαριστήθηκε φαίνεται» σκέφτηκε η Σιδερία και γυάλισαν περίεργα τα μάτια της . Θα κάνω ένα μπάνιο και θα φύγω. Θέλεις λίγη ματζουράνα. 152 . Εγώ σε καταλαβαίνω..Ωχουου! Μη με ζαλίζεις τώρα! Έχω ένα φοβερό πονοκέφαλο! . Έτσι είναι η νεολαία τώρα.Ωχ. . θειτσούλα.. Αι σιχτίρ. βιάζομαι. ..Πιες μια ασπιρίνη. κωλόπαιδο! Σε μένα τα πουλάς. Δεν μπορούσες να βάλεις λίγο νερό στο κρασί σου.Εμένα δε με νοιάζει. Η μάνα σου είναι στην εκκλησιά. Στη λεκάνη έπεσες. Μη γίνεσαι κακιά. σημασία δε δίνει.Από τον καιρό θα είναι.Όχι. βρε αγόρι μου.Πού είναι ο μπαμπάς. . Με φίλους ήμουνα και τα πέρασα υπέροχα.» . Δεν ταυτίζεται με την περασμένη γενιά. άλλες εμπειρίες.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . μωρέ θείτσα μου! Εκεί είσαι ακόμα. Εκατό φορές να χεστεί ο άλλος. «Γαμιόσουνα. Μόνο από το Θεό. μια μέρα ήταν αυτή η ριμάδα. Αλλες απόψεις.Ο μπαμπάς! Πήρε την Πανωραία αξημέρωτα κι έφυγε.Μην κοιτάς τη μάνα σου που είναι ζώον και τον πατέρα σου που έχει αρβανίτικο κεφάλι.. και να το ξέρεις. Αλλά. Δε θα την περιμένεις.. τάχα αδιάφορη: .» σκέφτηκε η Σιδερία και συνέχισε.Έλα.

. Ένα πανέμορφο πουλί με χρυσαφιές φτερούγες πέταξε από τα σμύρνα των βράχων κι ανέβαινε στ' ασημένια σύννεφα. Για μια στιγμή.Και στον Λέο σου ν' αξιωθείς. όλο λιακάδα. Ούτε πουτάνα! Θε μου συχώρα με! Αμαρτωλή κατάντησα εδώ μέσα!» Τα δίκοπα μαχαίρια στην καρδιά της Δαμάσκας τα κάρφωναν οι γείτονες όταν τυχαίνανε τίποτα παντρολογήματα κι άρχιζαν οι ευχές: . για ποιον Λέο. Μια μέρα φωτεινή. ΑΜΑΝ! «Τόση ώρα τον πλένει και τον παρφουμαρίζει.τι χρειαζότανε για να ξεκολλήσεις εύκολα από τη γη. Κι εσείς όπως επιθυμείτε! .. Ντάλα άνοιξη. ό.. Ποια νυφούλα. δηλαδή δεν υπήρχε άλλο παιδί. Και δεύτερο. δεν είχε μυαλό. Νυφούλα με ούμπαλα. Ακούστηκε ένα σούρσιμο στα χαμόκλαδα σαν να περνούσε κοπάδι σαύρες κι ύστερα ένα φρρρστ δυνατό κι οι παπαρούνες που ήταν ένα γύρω στο χώμα ίδρωσαν από λαχτάρα κι έγειραν. κυρα-Δαμάσκα! Με μια καλή νυφούλα! Δίκοπο μαχαίρι αυτή η ευχή.και κοκκίνιζε ως τις φτέρνες... γιατί απευθυνότανε μόνο στον Λέο.. δεν 153 .ΑΜΑΝ. λες και πάγωσε η καρδιά της άνοιξης..Ευχαριστώ! απαντούσε η Δαμάσκα. Πρώτο. Δεν είχε κορμί. . Σας ευχαριστώ πολύ. μ' ένα ελαφρύ αεράκι. Ήταν Απρίλης που πέταξε για πρώτη φορά ο Σέβης. λες και σταμάτησε η αναπνοή του κόσμου.. Αρχές του Απρίλη.. λες και μάγκωσε ο χρόνος..

φρρρστ! Και πέταξε! Πέταξαν κι άλλοι πολλοί κείνη την ημέρα. ανόητε. Πού να τη χωρέσει η φτωχή μου καρδούλα! Γιούρια.. τέντωσε το κορμί του. . Να ξέρεις πως εγώ θα είμαι ευτυχισμένος. Όλα θα πάνε περίφημα . Ένα ξελογιασμένο μεγάλο φτερό. Γέμισε ο ουρανός «πουλιά».» Έτσι μου είπαν.Γιούρια. μη στεναχωρηθείς.Έλα! του φώναξε ο εκπαιδευτής. Αυτός γρήγορα θα πάει για πρωτάθλημα. που είχε πιει μια μπουκάλα τσίπουρο κι είχε καπνίσει απανωτά τρία «τσιγάρα» για να σταθεί στο ύψος της ημέρας. Όλα θα πάνε καλά. Τρέξε! . Δεν υπήρχε 154 .1. Οι δάσκαλοι σου είναι ενθουσιασμένοι. ηρέμησε. Αλλά μόνο ο Σέβης πετούσε για πρώτη φορά. Ναζή.Βρε τι είναι αυτά που λες... Γιούρια! Δεν υπήρχε εκεί πάνω ο Ναζής για τον Σέβη. . Μου το είπαν καθαρά: «Είναι μεγάλο ταλέντο ο γιος σας.. .. Φύγε! .Ησύχασε.2. Τι άλλο θέλεις. . σεκερίμ! Γιούρια! φώναζε σαν τρελός ο Ναζής.. Γιούρια.Αν κάτι δεν πάει καλά. αϊτέ μου.Πώς να την αντέξω τόση χαρά! χτυπιόταν ο Ναζής... έτρεξε.Ξεκίνα! Μην το σκέφτεσαι! 3. γιαβρούμ. βρε! Δικός μας είναι ο ουρανός! Και πήρε φόρα ο Σέβης. ο Σέβης ήταν καράβι ν' αρμενίσει. Όταν έφτασε η ώρα να πετάξει.. δείλιασε μια στιγμή. Δυο τρεις ημέρες πριν γίνει αυτή η πρώτη επίσημη πτήση. που έβαφε χρυσαφί το χαμόγελο του Θεού.ξέρει που σου μιλάει ο Ναζής.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ είχε υπόσταση. Ένα όνειρο ήταν.. .

Πρόσεχε! του φώναζε με το γουόκι-τόκι.Σεκερίμ. Ο Ναζής πηδούσε σαν παιδί. Χάθηκε! Τον βλέπεις εσύ. . Είναι ρεύματα του αέρα. . Είναι στον τόπο προσγειώσεως. όχι. .. μ' ακούς. έλεγε ένας παλιότερος. Θα τα καταφέρει. του 'τυχε εμπόδιο. σεκερίμ! Καρδούλα μου! Τα καταφέραμε! Τον επόμενο χρόνο ο Σέβης βγήκε πρωταθλητής. Μην απομακρύνεσαι! Πρόσεχε! . .εκεί είναι τα λημέρια μου. μ' ακούς. Ο χρυσαφής. Μ' ακούς.Τι 'ναι το θερμικό.Πού είναι. .Θα τα καταφέρει! Θα τα καταφέρει! ούρλιαζε ο Ναζής και κόντευε να σωριαστεί από την αγωνία. Πετούσε! . ο πιο άφοβος 155 . Αυτός δεν είναι... ο πιο σταθερός.Βρήκε θερμικό. Και τα κατάφερε.Πού πάει! αγωνιούσε ο εκπαιδευτής. ΑΜΑΝ! τίποτα. με το Θεό.Να τος! Να τος! φώναζε ο άλλος. Και σκούπιζε τα μάτια του. Ναζή! Δεν μπορώ να σου περιγράψω! Μόνο εκεί πάνω αιστάνομαι καλά . με τον ήλιο.Όχι. Ήταν ο καλύτερος. Σέβη. Άρχισε να κατεβαίνεις. .ΑΜΑΝ... Θα τα καταφέρει.Γαμώ τον αντίχριστό του! Λες να μου κάνει καμιά λαχτάρα.. Πέστε μου! . Ο πιο δυνατός. Κατεβαίνει! . Ήταν μόνος με τον ουρανό. λύθηκαν τα γόνατα του Ναζή. μην ανησυχείτε.Δεν μπορώ να σου πω. που ήταν φλογισμένα από τα θερμικά κι από τα δάκρυα της χαράς. Δηλαδή. . Σκούπιζε τον ιδρώτα του ο εκπαιδευτής.Σέβη.

Κι ο Ναζής καμάρωνε. δεν πρέπει ν' αφήνουμε να μας επηρεάζουν τα μικροπράγματα. μόνο τότε υπάρχω.. Με κυνηγάνε χίλιοι εφιάλτες. που λένε. Και φρρρστ! Πετούσε κι αυτός στον ουρανό.τι γουστάρω από το Θεό. έτσι θα αισθάνονται οι ψυχές.Εμείς οι πρωταθλητές! του 'λεγε σοβαρά και το πίστευε. Με πληγώνουν οι άνθρωποι. Και τι θέλω νομίζεις να σου φωνάξω! Ναστράβα Ναζή. πώς θα υποδεχόμαστε τα μεγαλεία μας! . Ξεδιπλώνει το μέσα μου. μπορώ να ζητήσω ό. γιαβρούμ. Ναζή. με πληγώνουν οι αναμνήσεις.Μόνο όταν πετάω. με πληγώνουν τα αισθήματα.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ αϊτός. περνάει σαν αστραπή από το μυαλό μου η εικόνα σου. Ναζή. Πρέπει συνεχώς την ψυχή μας να την έχουμε ντυμένη με τα γιορτινά της. Αλλά ξέρεις τι μου 'ρχεται να του πω. «Ο γιος σας!» του 'λεγαν. Αν υπάρχει Παράδεισος. Στη γη αισθάνομαι σαν αποπαίδι. Καμιά φορά.. Από 'κει πάνω. Ζω μέσα στο θαύμα. Μόλις βγω στον ουρανό όλα διαλύονται. Γεμίζει φως η ψυχή μου. και κυματίζει σαν σημαία. Ναστράβααα! Κάτι τέτοιες στιγμές ο Ναζής δεν μπορούσε ν' απαντήσει με λόγια. δεν είναι γιος μου». . Έπαιρνε το μπαγλαμαδάκι του και το 'ριχνε στο τραγούδι: Καρδιά μου που 'ζησες μ ε σ ' τους ντεκέδες με μόρτες και φουμάρισες τριζάτους ναργιλέδες 156 . Και ποτέ δεν διόρθωσε κανένα να πει «όχι. Πετούσε στον ουρανό με την ίδια ευκολία που περπατούσε στη γη. Αλλιώς. Βουλιάζει. Κορδωνόταν και φούσκωνε. χωρίς φτερά. Εμείς οι πρωταθλητές που λες. Βαραίνει η σκέψη μου. Ευχαριστώ! Τίποτ' άλλο.

Ναζή. .ΑΜΑΝ. Κι έπαιζε και φουμάριζε και τραγουδούσε. .Μαγεία. πώς αντέχεις τόσο ντέρτι πώς χωράς τόσο σεβντά. Οι θάλασσες μιλούν. ψυχούλα μου. έφυγε από την κορφή του Νυμφαίου και φτερούγισε πάνω από τη Ζάζαρη και τη Ρακίτας. Φιλεντέμ βρε και πάλι αμάν. «Οι λίμνες δεν είναι σαν τις θάλασσες. το Νυμφαίο. Φρρρρστ.. Αρχές φθινοπώρου. Οι λίμνες ονειρεύονται. Αμφιβάλλεις.. τη Ζάζαρη και τη Ρακίτας.. Και πέταξε πάλι ο Σέβης... Κι οι οξιές που σκέπαζαν τις πλαγιές του Νυμφαίου ήταν χρυσοκόκκινες.Ουουου! Και βέβαια θα πετύχουμε.. Τραγουδούν. Σκίζει ο μπαγάσας! Κι ύστερα του μιλούσαν τάχα αυστηρά: 157 . λες κι είχαν κρεμαστεί στα κλωνάρια τους όλα τα φεγγάρια του Αυγούστου.. Από 'κει ξεκίνησαν όλοι οι αϊτοί και πέταξαν πάνω από τις δύο λίμνες που είναι απέναντι από το βουνό.Ο Σέβης! Ο Σέβης! φώναζαν οι εκπαιδευτές..καρδιά μου ντε.» . Κι έστηνε αψίδες στην καρδιά του τη μόρτικη. Οι αγώνες για το πανελλήνιο πρωτάθλημα έγιναν σ' ένα βουνό της Μακεδονίας. σεκερίμ! Κοίτα! Μαγεία! . ΑΜΑΝ! πώς αντέ . Οι λίμνες έχουν μέσα τους μια παράξενη σιωπή. Αμάν αμάν. Ναζή. για να περάσουν μέσα τα μεγαλεία κι οι χαρές.Λες να πετύχω.

Δε γελιέται ο Ναζής. πρέπει να πάρουμε την πόζα μας. δε θέλω να παρουσιαστώ σα λέτσος. πώς είσαι έτσι. . Πεσκέσι μας. άκου να σου πω! Μας αξίωσε μια φορά ο Θεός να καθίσουμε πρώτο τραπέζι με τους επισήμους.Ακούς. Και. σεκερίμ! . Κάθε μέρα συμβαίνουν αυτά. Θα 'ρθουν φωτογράφοι. Υπουργός πας να ορκιστείς. Πάνω από διακόσιοι.Βρε και χίλιοι να πετάνε.Γιος σας είναι. . Κι εσείς καλό να 'χετε! Εκείνη τη φορά που ο Σέβης πήρε το πρωτάθλημα. άνθρωπέ μου. διάβολοι. Η νίκη στολισμένη με μαύρο ρεμπούμπλικο.. Μοναχογιός! . . Καταδική μας. Εγώ στην απονομή του επάθλου. τον ρώτησε μια κυρία που παρακολουθούσε το θέαμα.Και πώς είσαι βέβαιος για τη νίκη. τριβόλοι. Πώς θα του δείξουμε κι εμείς ότι τον τιμάμε.Δεν ξέρω τι λες εσύ. στο κάτω κάτω.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Δεν είναι αστεία πράγματα αυτά. δημοσιογράφοι. . μανδάμ. μαύρο σακάκι και βιολετιά κορδέλα στο λαιμό σεργιάνισε στις φλογισμένες πλαγιές του Νυμφαίου.Καλέ. . Γίναμε τρόπον τινα οι εκλεκτοί του. νέε.Γιος μου. μαύρο σακάκι και φιόγκο βιολετί στο λαιμό. γελούσε ο Σέβης. Μην ξεχνιέσαι! Μην απομακρύνεσαι! .Πολύ σας ευχαριστώ. Ευσέβιε αγόρι μου.Νενικήκαμε! χοροπηδούσε ο Ναζής. ο Ναζής τον συνόδεψε ντυμένος επίσημα: μαύρο ρεμπούμπλικο. τη νίκη εμείς την έχουμε υπό μάλης. χόρεψε πάνω από τη Ζάζαρη και τη Ρακίτας κι ύστερα ήρθε κι 158 . όπως αρμόζει στην περίπτωση. Ναστράβα! Ναστράβα. . ρε. Και δε γελάστηκε. Ξέρεις πόσοι πετάμε.Να τον χαίρεσε.

. Και πάνω στην κορφή του βουνού μια θάλασσα άσπροι νάρκισσοι. Τη Ζέτα τη γνώρισε ένα βράδυ που είχε βγει να διασκεδάσει με κάτι φίλους.. Καταδίκη τους. Στο Νυμφαίο οι οξιές ήταν καταπράσινες. ΑΜΑΝ! έγειρε στον ώμο του Ναζή και του Σέβη. 159 .Τι κάνει ο μαλάκας! Θα σκοτωθεί! χτυπιόταν ο εκπαιδευτής. Στους αγώνες που έγιναν εκείνη την άνοιξη. πεταχτούλα. που είχε φορέσει πάλι το ρεμπούμπλικο. αλλά όταν είδε τον Σέβη άρχισε να τον γλυκοκοιτάζει και να του τρίβεται. το μαύρο σακάκι και την βιολετιά κορδέλα στο λαιμό. Δεν τον αναγνωρίζω. Μάλιστα. «Αχ. . τα 'καμε και μούσκεμα. Για την πλάκα μου έβγαινα. καθόταν σ' ένα βράχο και κόντευε να καταπιεί τη γλώσσα του. Ποτέ δεν είχε δει πιο όμορφη τη γη. Μια θάλασσα άσπροι νάρκισσοι και στην καρδιά του Σέβη . Πεσκέσι τους. .. Άνοιξη.Δεν είσαι το κορίτσι του Μάρκου.. Μόλις σ' αντίκρισα. τσακιρομάτα. τη ρώτησε όταν βγήκαν την πρώτη φορά..ΑΜΑΝ. Ήταν όμορφη. Ούτε διάκριση δεν πήρε. ξανθούλα. . κατάλαβα πως εσύ θα μείνεις στην καρδιά μου και κανένας άλλος. Τα είχε μ' ένα παιδί από την παρέα. Κι ο Ναζής. δεν ήθελε δα και πολύ να ξελογιαστεί ο Σέβης. ο Σέβης δεν ήρθε πρώτος. ένα πουλάρι ξεσάλωτο. Τι γυρεύεις από μένα.Δεν έχω τίποτα μ' αυτόν... Λεπτούλα.μια θάλασσα που χτυπούσε το κύμα της και τ' άρωμά της και του μούδιαζε το μυαλό. απάνω στα ντουζένια του. κάποια στιγμή.. Τι έπαθε. Με σένα είναι άλλο πράμα.

Τα φτερά αυτά είναι η ζωή του. Συμβαίνουν κι αυτά..Θα σου χαρίσω τη νίκη μου.Α πα πα. Με τη φουστίτσα της τη μίνι.. Δε λυπόσαστε τα νιάτα του. γιαβρούμ. . . . Πάμε να φύγουμε.Γαμώ το! έφτυσε ο Σέβης και βγήκε σαν αερικό από τα φτερά του.Δεν ξέρεις ν' απαντήσεις.. Μακριά απ' αυτά τα διαβόλια. Σε λίγο θα στήσει σπίτι. και απάντησέ μου τώρα: εμένα ή αυτά. Προς Θεού. Σέβη.Όχι! Όχι! Μην επιμένετε! Ο Σέβης τώρα πρέπει να σοβαρευτεί. Αλλά όταν βρέθηκε εκεί πάνω. το φουλάρι της.Ναζή. δεν μπόρεσε να κουμαντάρει τα φτερά του. παρακαλώ. δηλαδή! .στα φιλιά και στα χάδια της Ζέτας.. . έσκυψε το κεφάλι ο Σέβης και κοκκίνισε. Κακώς τον ξεσηκώνετε τον Σέβη ν' ασχολείται μ' αυτά. σαν την καρδιά του νάρκισσου. Το κορμί του βάραινε. της είχε υποσχεθεί ο Σέβης. κορίτσι μου.Δεν πειράζει.. κύριε Νέζη.. Η καρδιά μου ακόμα χτυπάει. Ε. Εγώ σε θέλω. . Σέβη μου! Καλά.Πάμε.Τι να πω. ένα μικρό κίτρινο δάκρυ. Α πα πα! . Σκατά τα 'κανα! .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ σεκερίμ! Σεκερίμ!» κι έτρεξε ένα δάκρυ στα μάγουλά του. Εγώ θα τον σταματήσω.. Ήταν κι η Ζέτα μαζί τους. Πάμε. . Ήταν κολλημένο στη γη . Μίλα κι εσύ.. κόντεψα να μείνω. Έχουμε καιρό... .Ναζή. συγνώμη. Δεν ξέρεις εσύ. Δε θα λύσουμε εδώ πάνω όλα τα προ160 . ε. ζωντανό. αγόρι μου. . λοιπόν εγώ στο θέτω αλλιώς. Εσύ να 'σαι καλά. τις σκουλαρικάρες και τα ψεύτικα δαχτυλίδια της.

. .Κρίμα.Εντάξει. 161 . σημαίνει σε νοιάζομαι. ερωτεύτηκες. Πιπίλισέ το αυτό στο μυαλό σου να βγάλεις το νόημά του. Κι αγκαλιαστήκανε κι άρχισαν τις γλύκες και τα σοροπιάσματα.Ελάτε. αγόρι μου. είπε ο Ναζής καν σήκωσε το γιακά του σακακιού του. Σ' αγαπάω. Κρύωνε.Μ' αγαπάει. .. Χρειαζότανε κι αυτό. Πάμε.. Έχεις δίκιο. Μαζί του πετάω πιο ψηλά. δεν είναι μόνο το βαζάκι με το μέλι. δοξαστήκαμε! Όλα θα πάνε στο βρόντο.ΑΜΑΝ.Τώρα αισθάνομαι καλά κι εδώ κάτω.Έχει κι ο έρωτας φτερά. Κι ούτε είναι πρέπον. Δεν το κουνάω από 'δω. γιαβρούμ. Μα δε μου λες.Αγάπη.. Χριστέ μου! Με δαύτονε πετάς ψηλότερα κι από τους αϊτούς.. Ζέτα. . ΑΜΑΝ! βλήματα.. Ξεχνάς πώς ένιωθες εκεί πάνω. Τ' αγαπάω αυτό το κορίτσι. . Δεν το 'χω για τίποτα εγώ! . Εντάξει. Πάγωσαν οι παλάμες του. Δεν τη βλέπεις. Είσαι σίγουρος πως σ' αγαπάει.Όχι. . . Δε χρειάζομαι φτερά προς το παρόν.. σταμάτα! Δε θα ξαναπετάξω αφού το θέλεις.. Κάτι σαν φίδι κουλουριάστηκε στο λαιμό του. Αν προτιμάει αυτά. γιαβρούμ! Κρίμα! Δεν πρέπει να το εγκαταλείψεις το άθλημά σου. Λιώνει.. εγώ παίρνω το λεωφορείο και γυρίζω στην Αθήνα. Αλλά ξεχνάς τα όσα μου 'λεγες. εκείνη. Γίναμε πρωταθλητές. Ο Σέβης πρέπει ν' απαντήσει τώρα για να ξέρουμε πού βαδίζουμε. Και τι φτερά.

.Δεν ξέρω. Όσο τους ταΐζεις. Ναζή. καίνε και ρημάζουν.. έναν άνθρωπο να 'ναι αποφασισμένος να πνιγεί.. Δεν έχουν σταματημό. Η Ζέτα είναι άγγελος. Θυμάμαι. Εκείνη όχι. .Πολύ ωραία. ν' αρχίσω να γαμώ την τύχη μου τη ρουφιάνα. Εσύ 'σαι τ' αφεντικό. να πούμε. . Ζηλεύεις που την αγαπώ τόσο. Κάποτε θα σου τη φέρει.Τα λες αυτά γιατί ζηλεύεις. Μην ανακατεύεσαι. μπορεί να μου πρόσφερες πολλά. σου λέω. .Σταμάτα. σου λέω. σεκερίμ! Αυτοί που αρπάζουν... Όταν βλέπεις.. Έτσι νιώθω. τόσο διψάνε. . Η Ζέτα δε θα μου τη φέρει.. πως θέλεις πάντοτε να φεύγεις.τι πεις. . πως αυτό το κορίτσι δε σε νοιάζεται. Ό. Μήπως δεν αξίζει. Ναζή. Πάντως εγώ. αλλά στη ζωή μου είμαι 162 .. Όσο τους ποτίζεις. Μπουκάρουν καλπάζοντας στην ψυχή του άλλου..Λέγε ό.Το σκέφτηκα. γιαβρούμ. τόσο πεινάνε. Η Ζέτα θα γίνει μια μέρα γυναίκα μου. Λέω.. . δεν έχουν χορτασμό. νέε. Δεν μπορώ να κάνω πράγματα που δεν τα εγκρίνει.Άγγελος του σατανά θέλεις να πεις.Εντάξει..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ εδώ που τα λέμε. Σκέψου το καλύτερα. Πιάσε μου τσιγαρόχαρτο από το ντουλάπι. . Αξίζει.Τώρα θέλω να σταθώ εδώ. έστω κι αν ο λόγος μου πάει στον άνεμο. Εντάξει.. Τον εαυτό μου μπορεί να τον φοβάμαι καταβάθος.τι θέλεις. πήγαινε παραπέρα κι άναψε τσιγάρο. Πρόσεξε. στο λέω.. να ξεκινάς από πλευράς σου με μια τόσο μεγάλη θυσία.. Ναζή! Δε σου επιτρέπω! Μπορεί να μ' αγαπάς. φέρε μου και λίγο χόρτο. Ξέρεις τι μου 'λεγε κάποτε ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Μια μέρα μου 'λεγες. έστω κι αν δε με ρωτάς.. . Δε θέλω να την πληγώνω. Ψάξε το.

μα βλέπω πως δε χαμπαριάζεις.ΑΜΑΝ.. Σ' αγαπάω ο πούστης. που φεύγεις. . ο κωλόγερος.. .Αυτό θα το δούμε. . νέε! Δεν πονάω.Και βρήκες να τη χαρίσεις σ' αυτήν... ..Ζηλεύεις. Περαστικός ήμουνα. να μην έχω ανθρώπινα αιστήματα. Μη βιάζεσαι.Έτσι γουστάρω. Τελοσπάντων. σαν παντοκράτορας! Τι άλλο έκανες τότε από το ότι μου χαρίζεις την ψυχή σου... Εσύ δε μου 'λεγες πως αν δε φάω τα μούτρα μου δε θα μάθω.. Κανένα σκιάχτρο..Κοντά σου έμαθα όλη τη θεωρία της ζωής. Εγώ στο κάτω κάτω. . «ναστράβααα Ναζή!». βρε αφιλότιμε. κι εγώ αιστανόμουνα. Αυτό είναι όλο.. Μπορεί και να 'χεις δίκιο.Και τι είμ' εγώ. ΑΜΑΝ! ελεύθερος ν' αποφασίζω και να κάνω ό.Αυτό που νιώθω τώρα είναι διαφορετικό. που κάποιος μπορεί 163 . δε σου είπα πως θα μείνω κοντά σου σ' όλη μου τη ζωή. Ασε με τώρα να δω πώς είναι και στην πράξη. Δε σου χάρισα την ψυχή μου. . γαμώ το στανιό μου. Πολλά σου 'λεγα. Δεν ήταν ανάγκη να μου το υπενθυμίσετε.. όταν μου φώναζες από 'κει πάνω.Σώωωπα! Δε φανταζόμουνα. . Κι η αγάπη αγκυλώνει καμιά φορά. ρε. πονάω άσκημα. .τι θέλω. Ποτέ δεν ήμουν τόσο καλά. .Σου 'λεγα. . . δηλαδή..Το ήξερα αυτό. πως θα πονούσα τόσο για πάρτη σου! Προσπαθώ να σου δείξω την αλήθεια μπας και ξεγκαβωθείς.... Μα τώρα που είναι για να τα φας.Και ξεχνάς. Και μη σε πιάνει η κακία. Η ζωή δεν είναι μια κυρία. Πονάω που κατρακυλάς.

...Πάντως εγώ. αλλά δε μεγάλωσα στη γυάλα. Είμαστε φίλοι και δεν αξίζει Μία γυναίκα να μας χωρίζει.Δε θα σε προδώσω ποτέ! Σε θέλω! Μ' αρέσεις! Μόνο εσύ υπάρχεις στον κόσμο για μένα! Δε βλέπεις πώς σπαρταράει το κορμί μου στα χέρια σου..Σ' αγαπάω. Κι αυτή το καταλαβαίνει. . Αν έρθουν κάποτε τα πράματα ανάποδα και βρεθείς εκτός γηπέδου. Ποτέ δεν τελειώνουν όλα. παλιοκόριτσο. Δια χειραψίας. Στο αφιερώνω: Κάθισε βλάμη για να τα πούμε. γι' αυτό τη βλέπεις έτσι. . Πάνω στο αφράτο κορμί της Ζέτας ο Σέβης κορφολογούσε όλη την ομορφιά της γης. Αυτό το κορίτσι.Μην ανησυχείς. τρομάρα της. Εγώ ένα θέλω πάντως να θυμάσαι. Μπορεί να 'μαι μικρός. Η συζήτηση τελείωσε. Πιάσε το όργανο να δούμε τώρα πώς θα μελώσουμε τον νταλκά μας. Καινούργια μέρα. Μη νομίζεις.. δεν είναι κατιτίς το σπάνιο! Κατιτίς το εκλεκτόν! Μια χύμα γκόμενα είναι.. θα σε σκοτώσω. μη χάσεις την ψυχραιμία σου κι αρχίζεις να δίνεις κώλο στον πρώτο τυχόντα.Στο δεξί μου αρχίδι τι καταλαβαίνει η Ζέτα. Δε φελάει. Απόψε θέλω να 'ξηγηθούμε. . καινούργιο κισμέτ. Έτσι μαθαίνεται η ζωή. δεν μπορώ να το καταπιώ. 164 . ... .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ να σ τ η συστήσει κι εσύ να της πιάσεις το χεράκι και να πεις «χαίρω πολύ». Πώς βούτηξες έτσι ως το λαιμό στα μπούτια της... Αν με προδώσεις.Δεν τη χωνεύεις.

Χαράς το πράμα! Χαλάλι σου. Δε θέλω να τον στεναχωρήσω. Κι όταν φορτώθηκαν στο τρίκυκλο και τα φτερά.Τίποτα δε μέτρησε περισσότερο στη ζωή μου. που γύρναγε από 'δω κι από 'κει χωρίς σκοπό. Δεν έβρισκα βολή στη γη.Θα 'ρχομαι να σε βλέπω. .Δεν μπορώ να φύγω τώρα..Δε μ' αρέσει να περιμένω. . Μάζεψε μια μέρα τα υπάρχοντά του κι εγκαταστάθηκε στο σπίτι της Ζέτας. . όσο εσύ.Ένα όνειρο παιδιάστικο να βγω στον ουρανό. γεύση.Με συγχωρείς.Γεια.. . Είδες πως δε μ' αγαπάς όσο εγώ. . ΑΜΑΝ! . Να ξυπνάω και να νιώθω την ανάσα σου δίπλα μου.. Τι κάθεσαι μ' αυτόν τον ξεμωραμένο. Τι να κάνουμε. . Έτσι ήρθαν τα πράματα. Πριν σε γνωρίσω ήμουν ένα χαμένο. Κι άπλωσε τα χέρια της και τον τράβηξε στην αγκαλιά της. Έχουν σχήμα. Ζέτα. Περίμενε λίγο να συνηθίσει στην ιδέα ο Ναζής. . Τι ήταν για σένα τα φτερά... .Όπως αγαπάς.. 165 . Ναζή.Δε με φτάνει το κορμί σου. Ναζή..ΑΜΑΝ. Θέλω και την ψυχή σου. Προσπάθησε να χαμογελάσει ο Ναζής. Μπορούμε να τα βάλουμε μαζί του.. . . Ολόκληρη είμαι δική σου. γιαβρούμ. . Να νιώθω τη μυρουδιά του κορμιού σου. ο Ναζής μπήκε γρήγορα μέσα και σκούπισε τα μάτια του στο μανίκι της πιτζάμας του. Πού είσαι.Και τα φτερά.Θέλω να μείνουμε μαζί. Τώρα όλα έχουν νόημα γύρω μου.Ο έρως. νέε! Ο έρως ευθύνεται για όλα. βρε χαζούλικο! . Υπάρχω και υπάρχει κι ο κόσμος γύρω μου.

σαν να ήταν ο άλλος εκεί. έλεγε το πρωί που ετοίμαζε τον καφέ του. γιαβρούμ! φώναζε από το δωμάτιο... βρε καρδούλα μου.. Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει: Τα φτερά των αϊτών πάνω από τις λίμνες του Νυμφαίου από τα φτερά του έρωτα στα γυμνά κορμιά των ερωτευμένων. Σεκερίμ. 166 .Πιάσε μου ένα χαρτάκι. με μια φωνή κουρελιασμένη. . Που νόμισες πως ψόφησαν οι οχιές.. Άνοιξε το συρτάρι του να βρει τα τσιγάρα. Λες κι είμαι καμιά αρσακειάς! είπε μια στιγμή. σεκερίμ. κι αποκοιμήθηκες αμέριμνη πάνω στα σμύρνα και στα σκίνα. Φιλεντέμ κι αμάν αμάν. έπιασε το πρόσωπο του και ξέσπασε σε λυγμούς..και προς τι.Θα πιεις τσάι.Τι κάνω ο μαλάκας. που φωλιάζουν στα σμύρνα και στα σκίνα. από τις πολύχρωμες Ζέτες που κρύβονται στα μπράτσα των παλικαριών. Τα ρημαδιασμένα τα γυαλιά μου ψάχνω.. να ξεγελάει τη μοναξιά του. Του άρεσε να ξύνει τον πόνο του.. καρδούλα μου. ..Καλή τύχη... Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . .. Αυτό το έκανε για πολύν καιρό ο Ναζής. Ακόμα κοιμάσαι.. είπε πάλι με 'κείνη την κουρελιασμένη φωνή .. Σαν άκουσε το τρίκυκλο να φεύγει. Τις ναρκωμένες οχιές τοο χειμώνα. Πού είσαι βρε.

. γεμάτη αγκάθια. ήρθε μια στιγμή κι έσπασε το πουλάκι μου.Στην Αθήνα η Ζέτα βρισκόταν λίγα χρόνια. Τι ψυχολογικά προβλήματα. Μια μέρα που ήταν όλα μαύρα και φως δε φαινότανε πουθενά.Ψυχολογικά προβλήματα. .. στα 35 του. Τη δεύτερη την πήρε η γιαγιά της. Ο γιος μου δεν είχε στον ήλιο μοίρα. του ρουφούσαν την ψυχή τα τέσσερα αρπαχτικά που αράδιασε.. και την τρίτη την έδωσαν για υιοθεσία στην Αθήνα. Πατέρας δεν υπήρχε. τη Ζέτα. Μπήκε νωρίς στα βάσανα. Ήταν από την Πάτρα. Η πρώτη θυγατέρα ανέλαβε τις δουλειές . «Στο διάολο κι η μάνα κι οι θυγατέρες!» Πλύθηκε. Μετά από αυτό το γεγονός η γυναίκα του η Ασπασία αναγκάστηκε να μπει υπηρέτρια σ' ένα σπίτι. Αλλά πέσανε όλοι πάνω της και δεν την άφησαν ν' ανοίξει το στόμα της. διέγνωσαν οι ειδήμονες.Τι πάει να πει αυτό. τον σαράκιζε η νύφη μου μέρα νύχτα. «Τσιμέντο να γίνει» σκέφτηκε. έκανε το τσιγάρο του κι ήπιε το φυτοφάρμακό του. ρώτησε η μάνα του με μια φωνή πικρή. να πλένει και να φυλάει τη μικρότερη. Δεν την ήθελε αυτή την πράξη η Ασπασία. στολίστηκε.να μαγειρεύει. ήπιε ένα δυνατό φυτοφάρμακο κι αποχαιρέτησε τούτον τον μάταιο κόσμο. Η μάνα της είχε ακόμα τρεις θυγατέρες. 167 .

βρήκε το σπίτι της Αθηνάς. που τα πράγματα είχαν φτιάξει κάπως. . έγινε για να φας γλυκό ψωμί. ..Μ' αγαπάνε.Κι εσύ μπορούσες να μου δώσεις γλυκό ψωμί. Ήταν τότε 15 χρονών η Αθηνά.. . Δε σου περίσσευε μια φέτα. . . Χαρτί και καλαμάρι. . Μήπως δεν περνάς καλά. . .Δε θέλουν τη μικρή. Ό. κατέβηκε στην Αθήνα.Μα. παιδάκι μου. αυτή τους αρέσει.» Μα ποιος είχε όρεξη εκείνον τον καιρό ν' ασχολείται με τις αδυναμίες της Ασπασίας. Μ' ανάγκασε η γιαγιά σου και οι θείοι σου..Σους! Τελείωσε. Μετά από χρόνια. Τι θα το κάνεις εσύ. η Ασπασία είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Όπως μεγάλωσαν οι αδερφές μου θα 168 . Δε θέλω να μου κρατάς κακία.. «Το καλύτερό μου παιδί. δεν.τι έγινε... Τίποτα δε μου λείπει. Δεν ήθελα να σε δώσω.. Χρυσάφι σκέτο. .Πες μου.. την ξεμονάχιασε στο δρόμο και της τα είπε όλα. .Σους! Τσιμουδιά! Το παιδί πρέπει να πάει στην Αθήνα. Δεν είσαι τίποτα για μένα.Μα.. κορίτσι μου.Μη μου ραγίζεις την καρδιά..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Μήπως δε σ' αγαπάνε. Από τη βλακεία σου θα καταστρέψεις τη ζωή του. Σ' αυτή την τρίτη θυγατέρα.Να πάρουν τουλάχιστον τη μικρή.. Η μάνα σου είμαι. Καθεμιά κι η τύχη της...Με θυμάσαι καθόλου. καλή μου. την Αθηνά. Φύγε. σε παρακαλώ.

. Κι όταν τους έμπαινε πολύ στη μύτη. λούσα.Αυτή η βρόμα η θυγατέρα μου με σύγχυσε. και φούντωσες πρωινιάτικα. Χάθηκε πάλι. 169 . Η Τζαμπούρα.Δεν ντρέπεσαι. .. .Είδες μάνα την Τζαμπούρα. Δεν κοτάω να βγω πια έξω. Μαύρη η ώρα που σ' έφερνα στον κόσμο.Φύγε. μπορεί να μην είχε χαθεί κι ο πατέρας σου. Αυτές τι έχουν κορίτσι μου. .. . Διώροφο. ΑΜΑΝ! μεγάλωνα κι εγώ μαζί τους. έπαιρνε προαγωγή και γινότανε Τζαμπούρα. ως το θάνατό της. Καλέ όλη η Πάτρα κοντεύει να μάθει για την ελιά που έχει στον κώλο της! Κάθε φορά που γύριζε η Τζαμπούρα από την «εκπόρνευση». σε παρακαλώ! Δε θέλω να σε ξαναδώ! Κι έφυγε η Ασπασία.. αν δε γεννιόσουνα εσύ. μωρή. Γιατί.. Όσα χρόνια έζησε η Ζέτα στην Πάτρα με τη μάνα της και τις αδελφές της δεν τη φώναζαν βέβαια Ζέτα. Έκλαψε πικρά κι έφυγε. το ασχημότερο και το πιο αχώνευτο. Ζαμπία την είχαν βαφτίσει.Ποιος ξέρει με ποιον γυρνοβολάει και εκπορνεύεται.ΑΜΑΝ. Κι όλοι οι δικοί της. .. . Ασπασία. η μάνα της την έπιανε από το τσουλούφι και την ξυλοφόρτωνε. Σούργελο έγινες στην κοινωνία. Αυτό το υποκοριστικό το 'βγαλε μόνη της όταν το 'σκασε με τον πλασιέ κι ήρθε στην Αθήνα. επειδή ήταν το μικρότερο. Το δικό σου βάρος δεν άντεξε.Τι έχεις. μόρφωση.Μα εσύ έχεις τώρα όλα τ' αγαθά. Και ποτέ δε συγχώρησε τον εαυτό της γι' αυτή την πράξη. χρήματα.. το φώναζαν Τζαμπιώ.

όλα καλά. ένα πρωινό μπήκε στο αμάξι του κι έφυγαν. Όταν της κόλλησε ο νεαρός πλασιέ από την Αθήνα και της πρότεινε να την πάρει μαζί του.. Κι αν δε γινόσαντε όλα αυτά. τα ψεύτικα δαχτυλίδια της και την κρεατοελιά στον κώλο. την Τζαμπούρα! Η Ασπασία. επειδή φοβήθηκε πως στο τέλος μπορεί πράγματι να γινότανε κανένα κακό κι επειδή δεν άντεχε να σηκώσει και δεύτερη αμαρτία στην ψυχή της.. Αφού παντρεύτηκαν. Ακόμη και την αυτοκτονία του πατέρα της την είχε χρεωθεί στο μερτικό της.Χρυσή τύχη η Τζαμπιώ μου.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ο πισσοκόκαλος κι αυτός. που την ήξερε όλη η Πάτρα. Έτσι όπως ήταν. Έτσι διαλαλούσε σ' όλο τον κόσμο και μάλιστα κερνούσε και κουφέτα.Παντρεύτηκε εκείνο το παιδί που την απήγαγε κι έφυγαν στην Αυστραλία. . να ανακαλύψουν και να σφάξουν σαν τραγί αυτό το κάθαρμα. δεν ήθελε δεύτερη κουβέντα. Η γιαγιά. τις σκουλαρικάρες της. Ας είναι ευτυχισμένοι. 170 . δε θα 'κανα κι εγώ την υιοθεσία. . έτσι έλεγε πάντοτε: «Έκανα την υιοθεσία». Σχεδίαζαν να κατέβουν στην Αθήνα. Όταν αναφερότανε στο ιστορικό της Αθηνάς. Μακάρι κι όλα τα κορίτσια του κόσμου. Ακόμη και την υιοθεσία της Αθηνάς. οι θείοι και σύσσωμο το σόι απειλούσαν θεούς και δαίμονες. μια μέρα τους ανακοίνωσε πως έμαθε από σίγουρη πηγή ότι η Τσαμπούρα είχε φύγει στην Αυστραλία. Η Τζαμπούρα! Με τα μίνια της.

. του Αγίου Πούτσου! αποφάνθηκε πικρόχολα η 171 . Έχει συγγενείς στην Αυστραλία και τους δέχτηκαν με μεγάλες χαρές.Τι καλέ. που είχε γίνει ήδη Ζέτα. επισκέφτηκε την Ασπασία. .. κι όταν πας στην Αθήνα θα σου δώσω μια διεύθυνση που πολύ θα σ' ενδιαφέρει. Έχω τα δόντια μου. εκλεκτό παιδί. από την ημέρα που πάτησε το πόδι της στην Αθήνα έμενε σ' ένα υπόγειο στο Παγκράτι μαζί με τον πλασιέ. Αν το μάθουν οι θείοι της θα γίνει μεγάλο κακό! . Ο γαμπρός μου. Ο οικογενειακός φίλος δεν είχε μιλήσει στην Τζαμπούρα αλλά από περιέργεια την παρακολούθησε κι έμαθε την κατοικία της. μην πεις σε κανέναν τίποτα! έλεγε κι άδειαζε μια κανάτα νερό στο κεφάλι της.Μείνε ήσυχη. Πολύ καλά. ΑΜΑΝ! Το κακό έγινε όταν ένας Πατρινός φίλος της οικογένειας είχε πάει στην Αθήνα για δουλειές και συνάντησε την Τζαμπούρα τυχαία στο δρόμο. Χτες είχα γράμμα. . . .Τι νέα Ασπασία. Δόξα τω Θεώ. Ασπασία. Τι εννοείς. Μόλις γύρισε στην Πάτρα.Κουφετάκι δε θα πάρεις. ευχαριστώ.. . Ασπασία! είπε ο φίλος της οικογένειας πίνοντας το λικεράκι που του είχε προσφέρει για τα καλορίζικα. . Τι μαθαίνεις από την Τζαμπιώ.. Της είχε υποσχεθεί ότι θα την παντρευτεί μόλις έφτιαχναν τα οικονομικά τους. ...Εβίβα λοιπόν.ΑΜΑΝ. Εβίβα λοιπόν. Η Τζαμπούρα.Δηλαδή.Όχι.Καλά.Σε παρακαλώ. Η Ασπασία ήταν έτοιμη να πάθει συγκοπή.

θα έρθω και θα σε ξεκοιλιάσω στην Ομόνοια.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Ασπασία όταν της το είπαν. Αυτό έπρεπε να το σκεφτείς και να μου το ρωτήσεις πριν της ξεσηκώσεις τα μυαλά και την αρπάξεις από το σπίτι μου.Δε με νοιάζει που δε με παντρεύεται.. . Ώσπου ένα πρωί έσκασε μύτη κι η Ασπασία. Τώρα τα λες. Καλός κακός. Κι έφυγε η Ασπασία.. πάρε το λεωφορείο και. . παλικάρι μου. Αν δε σ' αρέσει. .. Σύμφωνοι.Γιατί με πιέζετε. μη γελαστείς και γυρίσεις στην Πάτρα γιατί είσαι χαμένη κι εσύ κι εγώ. Το μεσημέρι που ήρθε ο πλασιέ τον περιέλαβε κι αυτόν. Τώρα που η κόρη μου εκτέθηκε. αλλά δε μου φέρεται καλά.Καμία. Η Ζέτα στο κάτω κάτω. στη μαμά σου! Πού «στη μαμά της»! Γινότανε αυτό. Με τι προσόντα . Θα παντρευτείτε και μετά θα 'ρθετε στην Πάτρα. μ' αυτόν θα μείνεις .Αν δεν παντρευτείς την Τζαμπιώ μου σ' ένα μήνα.Αν σ' αρέσει κορίτσι μου. Τα λάθη. δεν αναγνωρίζονται. τι βοήθεια μπορεί να μου προσφέρει.Τζαμπιώ. 172 . Πέρασε κάμποσος καιρός και καμιά εξέλιξη στα οικονομικά. .και της είπε το παραμύθι με την Αυστραλία. Μέχρι που με χτύπησε προχτές. Και μη γυρίζεις την πλάκα από την άλλη.με την κρεατοελιά στον κώλο. πέρασε στο χέρι της τη μαύρη λουστρινένια τσάντα της κι έφυγε. μετά την απομάκρυνση από το ταμείο. πιστεύοντας πως είχε τακτοποιήσει το θέμα. . . Έφτιαξε τον κότσο της. Έψαχνε κι η Ζέτα να βρει καμιά δουλειά αλλά τζάμπα χαλούσε τα τακούνια της. Θα πούμε ότι δεν τη σήκωσε την κόρη μου το κλίμα της Αυστραλίας..

Πώς τα κατάφερα και δεν εξόκειλα. Εγώ δηλαδή που χήρεψα στα τριάντα..Εγώ.. τ' αδέρφια μου. . ... το σόι του αντρός μου.. Και μάζεψε τα πραματάκια της η Ζέτα σε μια βαλιτσούλα κι ετοιμάστηκε να φύγει. σου είπα! Μπρος! . δεν ταιριάζει. Η βρόμα! Μας χαντάκωσε όλους. Εεε! Πού πας! Εν' αστείο ήτανε! Αντε. Την είχε τρομπάρει κι η μάνα της . Δεν αστειεύομαι.πώς της ήρθε. Ένα βράδυ η Ζέτα . 173 ...ΑΜΑΝ. φεύγω! . Μια σταλιά σκατό και δεν μπορεί να κάμει ζάφτι το μουνάκι του. σηκώνομαι και φεύγω.... Προχωρούσε αργά. Μα εγώ το μυαλό μου δεν το είχα στο βρακί μου.Να φύγεις! της είπε. λέει.. βρε κουτό. Μπρος! Τι κάθεσαι.Αν δεν ορίσεις αυτή τη στιγμή την ημερομηνία του γάμου. σαν μεθυσμένη. Περπατούσε στο δρόμο και φανταζότανε πως άκουγε τα βήματά του ξοπίσω της.» Τις κόρες της! Τ' αδέρφια της! Το σόι του αντρός της! Και να.. τι ήμαν! Δεν είχα ψυχή εγώ.. τρεχάτος. και χιλιοπαρακαλούσε μέσα της να τη σταματήσει. γύρνα σπίτι μας. Αλλά βράχος η Ασπασία! Πάντα σκεφτόμουνα τις κόρες μου. λαχανιασμένος και να την έπιανε από τη μέση.. ΑΜΑΝ! «Ακούς εκεί! Ζέτα! Πουτάνα βέβαια και Τζαμπιώ.Φύγε.Τσακίσου. Τώρα. . τα ντεπόν κάθε βράδυ για να σταματήσει εκείνος ο φοβερός πονοκέφαλος που την έπιανε και της ξεκούφωνε το κρανίο. Και να πεις πως δε μου 'στησε ο δαίμονας παγίδες! Καν και καν μου ριχτήκανε..του κόλλησε άσχημα του πλασιέ.. λοιπόν! Μη χασομεράς! Κι έφυγε. Φεύγω. Δεν είχα σώμα. «Να 'ρχότανε.

κι ο Σέβης με τα μακριά ολόμαυρα μαλλιά του ν' ανεμίζουνε. Μια Κυριακή του Γενάρη. Έμεινε δύο μήνες σε μια φιλενάδα της. .Πού έμαθες καλέ να πλέκεις καλάθια. κυνήγησαν βατράχια... χωρίς λεφτά. έκοψαν βούρλα κι έπλεξε ο Σέβης ένα καλαθάκι για τις κλωστές της Ζέτας. σταμάτησαν σ' ένα ρέμα να ξεκουραστούν. Είχε βέβαια κάτι φλερτάκια. που είχε λιακάδα. τις πολύχρωμες χάντρες στο λαιμό και τα πέτσινα βραχιόλια στα χέρια του. κάτι δεσμούς της συμφοράς. . Βούτηξαν με τα παπούτσια στα νερά. Ώσπου. ο κόσμος όλος ήταν ένα πανηγύρι. δε στο είπα! Το άλλο Σάββατο παντρευόμαστε!» Αλλά τίποτα. Ο κόσμος όλος ένα πανηγύρι. Α. έτσι το 'λεγαν ένα πανάθλιο μηχανάκι που είχε ο Σέβης. να γκαζώνει και ν' αλωνίζει την οικουμένη. Τι με 174 .. Νόμιζα πως θα με δει εκείνη που με γέννησε και θα μ' αναγνωρίσει. Η Ζέτα με τα κολλητά παντελόνια της. ύστερα η φιλενάδα πήρε μετάθεση για την επαρχία και Κάθισε η Ζέτα στην γκαρσονιέρα μοναχή.Κάποτε σύχναζα στους καταυλισμούς των τσιγγάνων. Κι ο έρωτας στο τιμόνι του «σκερβελέ». με αθλητικά παπούτσια. αλλά όλ' αυτά από το κακό στο χειρότερο την οδηγούσαν.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Εγώ πλάκα σου 'κανα. Χωρίς δουλειά. μάζεψαν καλάμια κι έφτιαξαν ανεμόμυλους. Έτσι μου την είχε δώσει. Τελοσπάντων.. Βρέθηκε στα πόδια της ο Σέβης. τ' αθλητικά παπούτσια κι εκείνες τις ασήκωτες σκουλαρικάρες.. με πολύχρωμες χάντρες στο λαιμό. με κορδέλες στα μαλλιά και κόκκινα τριαντάφυλλα στα χείλη. ίσα για να τρώει κατιτίς. χωρίς παρηγοριά. Όταν πήγαιναν περίπατο με το «σκερβελέ»..

έκοψε φλοιούς από γέρικες ιτιές. ο Ναζής έκανε. Θα το κρατήσουμε για πάντα.. Όταν το τέλειωσε. τα θέλω κι αυτά κοντά μου να τα βλέπω.Και δε μου λες.» . 175 . . Ο Ναζής λέει. μάζεψε ξυλαράκια και χαρτονάκια κι έφτιαξε το πιο όμορφο καραβάκι που μπορούν να φτιάξουν ανθρώπινα χέρια. Α. Δεν έχω δει πιο όμορφο καράβι! Σ' ευχαριστώ! . . σου λέω! Δεν ξέρεις εσύ. του σκάλισε με το σουγιά και τ' όνομά του: «Η Λιακάδα του Χειμώνα.Να σου πω τι θέλω να μου φτιάξεις.Ω! χαμογέλασε εκείνη . να μιλάς μόνο για μένα. Είναι οι αναμνήσεις από το όνειρό μου. Να τις πουλήσουμε και ν' αγοράσουμε κανένα επιπλάκι. να ζεις μόνο για μένα. τώρα που το θυμήθηκα: Γιατί τις έχουμε αυτές τις φτερούγες ακόμα και μας πιάνουν το μισό σπίτι.Δε θέλω να μ' ευχαριστείς. .Μην το ξαναπείς αυτό. . μου τη σπάει αυτός ο γέρος! Κατάλαβε το: Θέλω ν' αγαπάς μόνο εμένα. . Ένα καραβάκι..Στο χαρίζω! είπε κι έσκυψε μπροστά της σαν να την προσκυνούσε. .. ΑΜΑΝ! ρώτησες.Ουφ! Άσε με πια καημένε! Όλο ο Ναζής είπε. η Ζαφείρα... να θυμόμαστε αυτή την εκδρομή. Και κάθισε ο Σέβης στην ακρορεματιά.και όλη η λιακάδα εκείνης της Κυριακής του Γενάρη ήρθε κι άραξε στα μάτια της. Ζέτα! Άκουσες. Αυτή μ' έμαθε να πλέκω καλάθια. πως το σπουδαίο είναι να υπάρχει κάποιος για να του προσφέρεις τα δώρα σου.ΑΜΑΝ.Σάμπως έτσι δε γίνεται. Δεν πρόκειται ποτέ να τα πουλήσω τα φτερά μου. Όσο ζω. Τα θέλω.. Μια γριά γύφτισσα.

Μακάρι. Τώρα δεν έχω μπροστά μου ένα παιδί.Μακάρι. Είμ' ευτυχισμένος. Κοτζάμ άντρακλα έχω. γιαβρούμ.. Ορίστε. Δεν είναι για τώρα.Δεν έχει σημασία που δε σε βλέπω συχνά. Κι έμειναν ώρα πολλή μαζί. θυμήθηκαν τα παλιά. . . Είδες που είχα δίκιο. ..Ναστράβα! . κουβέντιασαν. αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν πολλές φορές.. Με τον καιρό. Μπορεί να μη σου χρειαστεί και ποτέ.Ναστράβα.Γιατί όχι.. τα χαρίζω στη λεγάμενή σου. Μιλάς πάντα μέσα μου. σεκερίμ.Τα νέα σου. . δάκρυσαν. 176 . .Ξέρεις. Κι εγώ αυτό θέλω. Εγώ συνήθισα πια. Έχει κατιτίς καλό. Ταίριαξα μ' αυτό το κορίτσι. Την ευτυχία σου. . όχι γιατί δε σε σκέφτομαι. Πιάσε μου το σακουλάκι από το συρτάρι. Συνταγή θα μου δώσεις.Μμμ! Καλά ντε. γέλασαν. λεβέντη μου. Στην ευτυχία σου. οι επισκέψεις αραίωναν..Θα κεράσεις. . Ήπιαν το τσιγάρο τους. Πώς κάνεις έτσι! Στην αρχή πήγαινε συχνά ο Σέβης στο σπίτι του Ναζή. .Να μη στενοχωριέσαι. Στενοχωριέμαι γι' αυτό. Πώς τα περνάς. Φύλαξέ το αυτό που θα σου πω μέσα σου.Μια χαρά. αλλά δεν ξέρω πώς τα καταφέρνω. Σε κουβαλάω.Τι θα μου πεις.. . δεν έρχομαι συχνά. δε σε είπαμε και καμπούρη. Ναζή. Δεν μου μένει ποτέ καιρός. Όλα τ' άλλα. . Άκου τώρα και κάτι άλλο. .Αυτό μετράει.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ .

Αμέ. Πολιτικός μηχανικός και εργολάβος συνάμα. Περιπτωσάρα! Μου είπε πως θα με πάρει και στη δουλειά του. Κι όταν έφυγε και τον ξέβγαλε ως το δρόμο.Στο κάτω κάτω. την πρώτη φορά που πέταξες. Στέλιο τον λένε. Όχι δα! Και προσπάθησε να χαμογελάσει.ΑΜΑΝ.Πήρες τα λεφτά που σου 'στειλα. σεκερίμ! Έτσι θα 'μαι στο πλευρό σου πάντα και θα σου φωνάζω. Μη μου πεις ο γέρος. . γιαβρούμ.Όχι.. .Ναι.Α. Γνώρισα έναν υπέροχο τύπο. δεν είμαι κανένας αλμπάνης. θα θυμάσαι τότε που ήμαστε εκεί πάνω στο βουνό. Εγώ με τον Κώστα είχαμε γίνει φιλαράκια εδώ και πολύν καιρό. . Έχω βρει και τον κουμπάρο. 177 . δύο μήνες απομένουν.Όχι.Πώς τον γνώρισες. Ποιος είναι. Τελευταία μου γνώρισε και τον μπάρμπα του. ιστορία! Υπηρετώ με τον ανιψιό του.Θα με παντρευτείς μόλις τελειώσεις το στρατιωτικό. τι πρωταθλητές είμαστε. Αλλά μην ξοδεύεσαι. Φοβήθηκες. ΑΜΑΝ! . .Μη λυπάσαι σε παρακαλώ. Υπέροχος. Πώς τα πας με τη δουλειά.Κι ο ανιψιός τι κάνει. Θυμάσαι. Αν κάποτε βρεθείς άσχημα. Θα τον δεις. .Να λυπάμαι.Βέβαια. ε. . Ο Στέλιος τον έχει σαν παιδί του. Κι εγώ ήμουν εκεί και σου φώναζα: Γιούριααα! Γιούρια.. . . Δείλιασες μια στιγμή. Είναι παιδί του θείου. . Κάνε λίγη υπομονή. . .Τίποτα. δεν πρόφτασε να σκουπίσει το δάκρυ του και το είδε ο άλλος. τον Κώστα. . σου λέω. Μια σκέψη θα σου χαρίσω. .

. Ούτε ξενοκοίταζε ούτε έδινε δικαίωμα σε κανένα. Τα περισσότερα βράδια τα περνούσαν παρέα: ο Σέβης. . Ψηλός. δε θα κέρδιζαν ποτέ τη βασιλεία των ουρανών. Δεν τον έβλεπε σαν παρακατιανό.Καλά. Μια χαρά. ντυμένος πάντοτε ακριβά. διέθετε οπωσδήποτε μια άλφα αγωγή και συμπεριφερόταν συνήθως ευγενικά και με χαμόγελο σ' αυτά τα «σκαμνάκια».Στη μάνα σου δε θα πάμε.Κάνε λίγο υπομονή και θα 'ρθουν πολύ καλύτερες μέρες. . όπως αποκαλούσε το φτωχό λαό. Αλλά επειδή είχε σπουδάσει σε ακριβά σχολεία.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Δούλευε πωλήτρια σε μια κάβα. γύρω στα σαράντα. Τον συμπαθούσε πραγματικά. Πίστευε πως αυτοί που δε γεννήθηκαν πλούσιοι. Να σε δει η κυρα-Ασπασία και να τρίβει τα ματάκια της. Η αλήθεια ήταν πως όσο καιρό έλειπε ο Σέβης. η Ζέτα έδωσε ρέστα. γαλανομάτης. θα σε πάρω να πάμε στην Πάτρα. Βράχος ηθικής. που λες. Αυτός ήταν ο Στέλιος. ελαφρά γκριζομάλλης. . ο 178 . Εκείνο τον καιρό είχε δύο μεγάλες αδυναμίες: τη βότκα και τον ανιψιό του τον Κώστα. Ντεφαρίκι η Ζέτα. Δεν άπλωνε το χέρι του να τον ελεήσει για ν' απολαύσει το χειροφίλημα. Χρησίμευαν μόνο να πατήσουν στη ράχη τους οι εκλεκτοί και ν' αναρριχηθούν. Ο Σέβης ήταν μια εξαίρεση στον κανόνα.Μπορεί να πάμε κι από 'κει. Μόλις παντρευτούμε. Ανώτερη κι από τη μάνα της την Ασπασία. Όπως μου τη δώσει. γενναιόδωρος και φοβερά ερωτύλος. αριστοκράτης αναντάμ παπαντάμ.

Αυτό καταλαβαίνω εγώ. γιατί αλλιώς βρομάει και γίνεται εστία μολύνσεως. Όταν θέλεις κάτι. Σε θαυμάζω. Όλα. σε παραδέχομαι. .Ζεις στον κόσμο σου. . Φεύγοντας από τα μαγαζιά άφηνε χοντρά πουρμπουάρ στα γκαρσόνια και χάριζε λουλούδια στα κορίτσια. γενικώς και ανεξαιρέτως.. μη μου το χαλάς. Όταν ο εξευτελισμός. . όπως τον αποκαλείς. έχουν μια τιμή. τόσα λεφτά αφήνεις στο γκαρσόνι.Α.Τον βάζεις να παίξει στο παιχνίδι σου. απλώς θα το παζαρεύεις.. Κι αυτό που πρέπει να μάθει έγκαιρα ο καθένας.και η Ζέτα. Να επενδύει στην αχίλλειο πτέρνα του άλλου. είναι ακριβά πληρωμένος..Τρίχες! Ξενέρωτες θεωρίες θρησκευόμενου νεοσσού. ξέρεις.ΑΜΑΝ. πότε σε ντίσκο.το κορίτσι του Κώστα . αλλά με κάνεις ώρες ώρες και με πιάνουνε κρυάδες. Δεν καταλαβαίνεις εσύ. και καλά κάνεις από μια πλευρά. Πλήρωνε βέβαια ο Στέλιος και συγχρόνως ανέπτυσσε τη θεωρία του ότι το χρήμα χρησιμεύει μόνο για να ικανοποιεί τις επιθυμίες του ατόμου και πρέπει ως εκ τούτου να κυκλοφορεί.. όπως σκατά θέλεις πες το. ΑΜΑΝ! Κώστας. πότε σε μπαράκια. μεταλλάσσεται. φίλε! Η απόλαυση μου είναι να βλέπω αυτόν τον ταλαίπωρο να μου κάνει τη μετάνοια. είναι να κάνει έξυπνα και πονηρά παζάρια. Το απολαμβάνω. γίνεται μεγαλοψυχία. ανθρωπισμός. Πότε σε φαγάδικα ακριβά. ε.Ποτέ δε θα μπορέσω να σκέφτομαι έτσι. η Μάρω . . του είπε μια φορά ο Σέβης. . . Σέβη. υλικό ή πνευματικό. 179 . δωρεά. τον εξευτελίζεις. Ούτε θα το ζητάς ούτε θα το κυνηγάς ούτε θα το ζαχαρώνεις· θα το διαπραγματεύεσαι.Βρε Στέλιο. Πού τα βρίσκω ο κερατάς.

Αφήνεις πίσω σου ένα άρωμα ζωής. Το λέω αυτό όταν θέλω να σε ειρωνευτώ. Γιατί απλώς είναι άλλης κοπής. μάγκα. αλλά όποιος έχει μυαλό καταλαβαίνει ότι δεν είσαι. Εγώ τη γουστάρω. Εγώ σε γουστάρω. 180 . θα μ' έπιανε αναγούλα.Για τη Ζέτα τι γνώμη έχεις. Καμία σχέση. ότι είμαι και καλό παιδί. Κάτι σαν φουσάτο. θα σκεφτόταν ακριβώς όπως εγώ. Όχι. Και δε στο λέω για να σε πιάσουν πάλι οι κρυάδες.Τι πάει να πει ρε «καλό παιδί». γιατί.Καλό κομμάτι. εκτός από γραφικός. φίλε. . Αν μου τα ρίξει. .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Δε θέλω να σ' αλλάξω. Εμένα αν μ' έλεγαν καλό παιδί. Μαλάκας! Αφήνει δηλαδή τους άλλους να τον χρησιμοποιούν χωρίς να σηκώσει το πόδι του να τους δώσει μια κλοτσιά στα πισινά. αλλά τα πόδια σου είναι γεμάτα χώματα. Ανήκει όμως σε διαφορετικό πλανήτη από τον δικό σου. Για να στο πω πιο καθαρά: Όσο και να κάνει παρέα μαζί σου. αλλά ονειρεύεσαι ξύπνιος. Μπορεί να κοιτάς τον ουρανό. είναι καλό κομμάτι. που πάνω της εσύ προβάλλεις τις φαντασιώσεις σου και φτιάχνεσαι. Η ψυχή της είναι ωμή. Η Ζέτα. έχεις μέσα σου μια ορμή. Σου είπα. στην έφαγα. ποτέ δε θα μπορέσει ν' ασπαστεί το ευαγγέλιό σου. Σπάω πλάκα μαζί σας. Εσύ περιστασιακά μπορεί να δίνεις την εντύπωση του καλού παιδιού. Η Ζέτα είναι μια λευκή οθόνη.Μου λες όμως. . ξεβράκωτη. μη χαίρεσαι! Εδώ ολόκληρο στρατιωτικό και το αντιμετώπισε άψογα. . Πράττει όπως της υπαγορεύουν οι αισθήσεις της. αν είχε την ικανότητα να σκεφτεί. η κάβλα της.Δε θα το κάνει. Χρειάζεστε κι εσείς οι γραφικοί. Μπορεί να ονειρεύεσαι. Ξέρεις τι πάει να πει καλό παιδί. .

Από 'κει και πέρα. . μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Τα πάντα έχουν ημερομηνία λήξεως.τόσο γυμνά.. . Κάτι πρέπει να κάνω και πέρα απ' αυτά. να σου πω κάτι.Σε όλα πιστεύω. . . Εμένα δε μ' ενδιαφέρουν τα τυπικά. Χαλάλι σας. . Έχει αυτογνωσία. ξάπλα. . Όμως.Δηλαδή και η δική μας φιλία έχει ημερομηνία λήξεως. . Κάθισε 'κει και βάφε όσο θέλεις. . γιατί κάποτε 181 .Γράψου στο σύλλογο προστασίας της φώκιας Μονάχους Μονάχους! .. γαμήσι και φτου κι από την αρχή.ΑΜΑΝ. Αυτές είναι για σας τους αιθεροβάμονες. Εσύ πολύ απέχεις κι από τα δύο. Η δική σου μαλακία είναι υψηλών προδιαγραφών.Σου μιλάω σοβαρά κι εσύ γελάς. αλλά εμένα δε μ' αρέσει να τα βλέπω έτσι . Εγώ δύο τινά δεν μπορώ ν' ανεχτώ: την ασχετοσύνη και την ηλιθιότητα.Πιστεύεις στη φιλία.Υπάρχουν εξαιρέσεις. ΑΜΑΝ! . . φαί. Κι αυτή είναι η μαγκιά μου. πέταμα..Δε θα βρέθηκε ο κατάλληλος. Είναι μερικές φορές που νιώθω να φοβάμαι τον εαυτό μου. Το θέλει πολύ. Δεν είναι για σένα αυτός ο τρόπος ζωής. Δεν είναι για μένα αυτή η συνταγή: δουλειά.Μπορεί να 'χεις δίκιο. Μη στήνεις επικίνδυνες παγίδες στον εαυτό σου.Φυσικά.Μα τι να σου πω! Αφού είσαι σε φάση που δεν καταλαβαίνεις. . Δεν είναι ηλίθια.Και ποιος σ' εμποδίζει να τα μπογιαντίζεις.. τόσο μαυρόασπρα. ..Σκέφτομαι να παντρευτώ τη Ζέτα. Τώρα όμως είναι φρέσκια και νοστιμότατη. Τα χαίρομαι όσο είναι καταναλώσιμα.Δε λέω για τις εξαιρέσεις..

Εσύ θα με ζεις.. Ούτ' ένας δε βρέθηκε να σταθεί πλάι μου. Ως την ημέρα που του ζήτησα τη βοήθεια ερχότανε εδώ και μου πουλούσε μούρη. δάνεια από τοκογλύφους. Αργά ή γρήγορα θα το δεις. παλιοπούστηδες. Δε θα βγω. Ακάλυπτες επιταγές. Κάθισε τώρα εδώ και θα δούμε τι θα κάνουμε. που τους έφτιαξα. Πού είναι οι κολλητοί μου. πως ο Στέλιος τα είχε κάνει μπάχαλο με τις δουλειές του. Την έχω φτυσμένη τέτοια ζωή. καραγκιόζηδες! Κι έκοβε βόλτες ο Στέλιος με τις ώρες πάνω κάτω στο 182 .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ μπορεί να μην τα καταφέρεις να βγεις.. Μπουχός! Φτου σας όλοι. αλλού βρίσκεσαι κι αλλού πηγαίνεις. . κέρατα. γραμμάτια. Τον είδες. Τώρα πού είναι. Για ν' αποφύγει τα εντάλματα.. Σου ξέφυγε η κατάσταση. από τα δύσκολα.Ως πότε θα κρατήσει αυτό.. Ούτ' ένας. ρε Σέβη. . πήρε φόρα. Εξαφανίστηκε.ήταν το μόνο μέρος που δεν μπορούσαν να τον ανακαλύψουν. Ούτ' αυτό το μουνόπανο ο ανιψιός μου! Του είπα προχτές να πουλήσει το αμάξι του να κλείσουμε καμιά τρύπα κι αργότερα θα του πάρω άλλο σάμπως αυτό που έχει ποιος του το αγόρασε. Θα σας γαμήσω όλους. πού είναι.Τι θα κάνουμε. Οι φίλοι μου. Όταν ο Στελάρας ήταν στα χάι του. ρε. τρέχατε καθίκια να την αράζετε στα πόδια του. Ένα ωραίο πρωί βγήκε στη φόρα. Εγώ να πάθω αυτό το κάζο. ρε. . κρυβότανε στο σπίτι του Σέβη . Τον κυνηγούσανε σαρανταδώδεκα. Εσύ από αλλού έρχεσαι. Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται. δεν είχε τόπο να σταθεί. Πού είναι αυτοί που τους βοήθησα.Τα κάζα είναι για όλους.

Αυτή 'ναι η μάρκα του. . που τα έκανε μπάχαλο.. ..ΑΜΑΝ. . ο ρατσιστής.Ωραία! Το κόψαμε εμείς για να φουμάρει τις τσιγαρούκλες του ο Στέλιος. Στο τσιγάρο μόνο βρίσκει παρηγοριά. .. Δε βγαίνουμε! γκρίνιαζε η Ζέτα. . . Τι είμαι. .. 183 . Δεν τρώω εγώ τέτοια τυριά.Μα δεν μπορούμε! Δε βγαίνουμε! . με κάτι πανάκριβες γυαλιστερές πιτζάμες κι ένα τσιγάρο συνέχεια στο στόμα. Αν δεν του σταθούμε εμείς.Στέλιο. έχεις άλλα πράματα να σκεφτείς.Σκέτες πατάτες θα φάω. Τώρα μας έχει ανάγκη.Δεν μπορείς να του αγοράζεις φτηνότερα τσιγάρα. ο Στέλος ο γαλανομάτης. Αν ήμουν εγώ στη θέση σου το ίδιο δε θα 'κανες εσύ.Κάνε λίγη υπομονή.. το ξέρεις πως δεν έχω μία. .Θα μπορέσουμε. . Δεν τον βλέπεις σε ποια κατάσταση είναι. Μ' αυτά θα ασχολείσαι.. .Φέτα.Θέλεις λίγες πατάτες ακόμα.Δεν ξέρω ο πούστης. έκοβε βόλτες στο διαμέρισμα της Ζέτας σαν το λιοντάρι στο κλουβί κι έβριζε κι έπινε και φούμαρε τα ακριβά τσιγάρα που του αγόραζε ο Σέβης. με τα γκρίζα μαλλιά και τα πανάκριβα ρούχα. Κι ο Στέλιος ο ψηλός.Ρε. . Από αύριο και τα τσιγάρα μου εσύ θα μου τ' αγοράζεις. τι θα γίνει.Πάρε Στέλιο λίγο τυράκι. ΑΜΑΝ! μικρό δωμάτιο. Δεν ξέρω. .

Αλλά δεν άργησε να ενδώσει.. Αλλά πού είναι τα λεφτά. . Να πάω σπίτι μου! Να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου! Εν τω μεταξύ θα πουληθεί κείνο το κωλορετιρέ που έχω έτοιμο και θα καβατζάρω.Δε μ' ενδιαφέρει τι συμβαίνει στους άλλους. έκανε και κάτι άλλο πιο πραχτικό: όταν έμενε μόνος με τη Ζέτα. ήταν πάνω 184 . Και στη φυλακή να πας. όπως το 'λεγε το σπίτι που τον φιλοξενούσε. Όλα θα περάσουν. της τα 'ριχνε κανονικά.. Αλίμονο τώρα αν δεν ήξερε ένας κοτζάμ Στελάρας. Ο Στέλιος ο αριστοκράτης. Λίγος χρόνος μου χρειάζεται να μπορέσω να κινηθώ και να κανονίσω τις δουλειές μου.. δε σ' αφήνω. . Λοιπόν. . Τέτοια ξεφτίλα δε θα την αντέξω.Μαζί θα τα περάσουμε όλα. Εγώ τον εαυτό μου κοιτάζω. Κρατήσου μόνο. ο ερωτύλος. Συμβαίνουν αυτά στους ανθρώπους. που είχαν σηκώσει κυματάκι. Εκείνη στην αρχή το 'παιζε αδιάφορη.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ .. «μηχανικός και εργολάβος συνάμα». να στήσει ξόβεργες και να πιάσει ένα χαζοπούλι με μια κρεατοελιά στον κώλο! Ήταν τα γαλανά μάτια του Στέλιου. με τις γυαλιστερές πιτζάμες και κείνη τη βελούδινη ρόμπα με τα χρυσαφιά κρόσσια! Εκτός από το να βηματίζει στη «χαμοκέλα». Σε λίγο που θα με κλείσουν μέσα. θ' αυτοκτονήσω. Δεν είσαι ο μοναδικός. στο λέω και στο δηλώνω: αν πάω φυλακή. ήταν η βυσσινιά βελούδινη ρόμπα με τα χρυσαφιά κρόσσια που γαργαλούσε τις αισθήσεις. θα 'παιρνα μια παράτα.Κουράγιο φίλε! τον χάιδευε ο Σέβης σαν μικρό παιδί. Πώς. από το ν' απειλεί και να φουμάρει.Πώς ρε. Αν είχα τώρα λίγα λεφτά να πληρώσω το δικηγόρο.

πού ξέρεις. θα 'ρθεις μαζί μου.Γιατί ανοίγεσαι τόσο πολύ. ΑΜΑΝ! απ' όλα εκείνη η βροχερή Δευτέρα που σκυλοβαριόταν κι ήθελε κάτι να σκαρώσει ώσπου να τελειώσει η βάρδια της. τράβηξε τη Ζέτα στο κρεβάτι κι έγινε το «Πορτατούρ». Δε γίνεται να παρακολουθώ το δράμα του σαν θεατής. ο Στέλιος δεν ήξερε τίποτα.. Όταν είδε τι γινότανε.Δεν υπάρχει άλλη λύση.. . . . Ως την ημέρα που ήρθε το φορτηγάκι και πήρε τα φτερά από το σπίτι. Πρέπει να κάνω κάτι για το Στέλιο. Πριν σε γνωρίσω.Αφού το θέλεις εσύ. Στέλιο.... Αλλά μπορεί ν' αποδειχτεί σκάρτος κάποια στιγμή ο Στέλιος . έγινε έξω φρενών.Ζέτα.Ναι.Όταν καταφέρω να φύγω από 'δω. Δεν μπορώ να τον αφήσω να καίγεται έτσι. Για σένα τα φτερά είχαν μεγάλη αξία. Πήγα χτες στην αερολέσχη και βρήκα ένα παιδί που θέλει ν' αγοράσει τα φτερά μου. Ο Στέλιος πέταξε τη βελούδινη ρόμπα του. δεν ήξερα τον αληθινό έρωτα.ΑΜΑΝ.. .Δεν είναι ώρα τώρα για να καθίσω και να σκεφτώ τι μπορεί ν' αποδειχτεί. . .Όπως θες. τι με νοιάζει εμένα. . Ούτε η Ζέτα του είχε φανερώσει το μυστικό από φόβο μήπως εμποδίσει τον Σέβη και πάει πίσω η δουλειά.. το σκέφτηκα πολύ. Προέχει να σωθεί... Μ' αυτά τα λεφτά θα πληρώσουμε το δικηγόρο κι από 'κει και πέρα θα βρει την άκρη μόνος του ο Στέλιος.. 185 . . θα 'ρθω.

Ό.. Σε ντρέπομαι.Το 'κανα κιόλας! Περιττό να το συζητάς. την ώρα που έπλενε τα πόδια του κολλητού του. Τράβα τώρα στο δικηγόρο σου κι άσε το μπλα μπλα. . Όποιος δεν ένιωσε το σουγιά στη ράχη του. Το θέμα είναι να βγεις από το τέλμα και να πάρεις πάλι τη ζωή στα χέρια σου..Θα 'ρθει ώρα που θα με μισήσεις πολύ. 186 . .Φοβάσαι πως θα το μετανιώσω. . κράτα το για πάρτη σου.. Εκείνο που δεν άντεξες.. Αμάν αμάν καρδούλα μου. ρε! Πούστης είμαι! . Ποιος μπορεί ποτέ να τα ξεχωρίσει κάτι τέτοια . ρε κωλόπαιδο! Τι πήγες κι έκανες! Γέλασε ο Σέβης και τον χτύπησε χαϊδευτικά στον ώμο.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . εκείνο έκανε μέσα σου τους νάρκισσους ν' ανθίσουν. δε γνώρισε ποτέ την παγωνιά. Αμάν αμάν καρδούλα μου.Μα δεν είμαι εντάξει. ε... Δεν είμαι φίλος..Μην αρχίζεις τώρα τις θεωρίες σου.και προς τι. . Ποιος μπορεί ποτέ να ξεχωρίσει: Το σύνορο της προσφοράς από την ιδιοκτησία της προδοσίας.Μην το κάνεις αυτό. γαμώτο! Μη.τι και να 'σαι.. σου λέω! Με φέρνεις σε δύσκολη θέση! . Δεν είμαι από κείνα τα παιδάκια...

. θα γίνω σπουδαίος. καμάρι μου. καλέ.Για πού με το καλό. Εδώ είναι εσένα το σπιτάκι σου. ρώτησε η Δαμάσκα. οι γονείδες σου. Δεν μας έλειψε ποτέ το ψωμάκι εμάς. . Σούλια! Σούλια! Πού είν' αυτό. δεν είναι κοινωνία. Το νέο έπεσε ξαφνικά σαν μπόμπα στο σπίτι. Εδώ δεν κάνει κανείς προκοπή.Τι τον ψάχνω. Άλλοι είν' αυτοί που κυνηγούν την ξενιτιά. αλλά δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά. . 187 .Ναι. . .Φεύγω για Σικάγο. βρε Σιδερία. τι τον ψάχνεις. Το 'λεγε βέβαια πολύν καιρό πως θα ξενιτευτεί. μανάρι μου. Κεφάλι δεν αλλάζει. . Και μάλιστα μεγάλη.Στον κήπο είναι. . Εκεί μου είπε.Στο Τσικάγο πάει. Εκεί θα βρω την τύχη μου. όπου μπορεί κανείς να ζήσει ελεύθερα και να προοδεύσει». Λέο μου! Τόπο αλλάζει κανείς. η θεία σου.Θα πας εκδρομούλα. «διότι αυτή δεν είναι πατρίδα.Και πού πάει. όλα εδώ είναι. Θα βγάλω λεφτά.Ούι ούι. . Δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά ως το βράδυ εκείνο που μπήκε σαν σίφουνας κι άρχισε να ετοιμάζει τις βαλίτσες του.Ο Λέος τα κανόνισε κι έφυγε με το αγόρι του για το Σικάγο. Φεύγει το άλλο! Φεύγει σου λέω! Λιποταχτάει! .

Ναι. αγόρι μου.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Όταν μπήκε ο Σούλιας στο σπίτι ήταν κατακόκκινος σαν πιπεριά. Γονείς σου είναι. Αλλά αυτούς δεν τους πονάς μια στάλα. Φεύγεις.Τους πονάω. Στην έρημο γεννήθηκα. Γιος σου είναι. η αγάπη είναι η ίδια και στην παλιά και στη μοντέρνα εποχή. Εγώ εντάξει.. πουστόπαιδο. Σούλια μου! Μη μιλάς έτσι. μωρέ. . . Εδώ που τα λέμε. . Μόνο αυτή την πόρτα μη σκεφτείς να την ξαναχτυπήσεις ποτέ. . αλλά δεν μπορώ να θυσιάσω το μέλλον μου επειδή αυτοί είναι απροσάρμοστοι στη σημερινή εποχή..Δεν έχω γιους! Ούτε σπίτι έχω ούτε τίποτα απολύτως. Είχε ακούσει μέσες άκρες τη συζήτηση. Δεν τον άκουσες τον Αρβανίταρο. μάλιστα! Υπάρχουν πολλές! Μπας και νόμισες πως θα σε παρακαλέσω ν' αλλάξεις γνώμη. . βγήκε. να μην την ξαναχτυπήσεις.Ευκαιρίες για να γαμιέσαι.Ξανασκέψου το. Απελπίστηκα πια. Τέτοιες ευκαιρίες. σε καταλαβαίνω. Τρελάθηκες. αίμα σου.. .. Εκεί είναι το Τσικάγο και τράβα. στην έρημο περπάτησα και στην έρημο θα πεθάνω.Ασιχτίρ! . πατέρα. . Κι έδωσε μια και πέταξε το ποτήρι το νερό που του πρόσφερε η Σιδερία για να βρέξει τα χείλη του και να δροσίσει την οργή του. Λέο μου! τον πήρε με το καλό η Σιδερία. Έληξε το ζήτημα.Ουι. καλέ θεία.» 188 . Όποιος βγήκε από 'δω μέσα.Ε. τώρα. Τελείωσε! .Ποια αγάπη. ούι. «Αυτή την πόρτα.Τι λένε τούτες. Εκεί υπάρχουν άλλες ευκαιρίες. .

ΑΜΑΝ. 189 .Μάρτης γδάρτης. Και μέσα της έλεγε: «Από τα τρία το μακρύτερο..... Τι να σου κάμει κι η μασίνα. Μπάζουν κι οι πόρτες και τα παράθυρα. Τέτοια παγωνιά είχε χρόνια να την κάμει. . δεν ήμαστε τρωκτικά. να βρεις τον παράδεισό σου. Φύγαν τα παιδάκια μας. ε πουστάρα!» Τρεις μήνες πέρασαν από τότε που άφησε πίσω του ο Λέος τα «τρωκτικά» και το 'σκασε με τ' αγόρι του για το Σικάγο. ρήμαξε αυτό το σπίτι πλια. ΑΜΑΝ! . έλεγε η Σιδερία και κουβαλούσε ξύλα συνέχεια για τη σόμπα.. Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. Κανείς δεν το φροντίζει. . Όσα ρούχα και να φορέσω δε ζεσταίνομαι. Άντε λοιπόν μόνος σου. χορτάριασαν οι ψυχούλες μας. γείτονες. Κοντεύει να ξεραθεί. Μάρτης.Τον ξέρεις τώρα τον Πάρδο. βρε! Είναι δυνατό να γυρίσεις και να μη σ' αγκαλιάσει.Δεν έχω σκοπό να γυρίσω. Αλλά χωρίς τα τρωκτικά που είπες.. Παιδί του είσαι. Όπου να 'ναι θα φτερουγάνε μέσα οι νυχτερίδες. Γιε μ' γιε μ'! Σάματις δεν ερήμωσε και το μέσα μας. πουστάρα. Όταν είχες την ανάγκη μας.. Έτσι τα λέει. Δαμάσκα. Πάνω που φύτρωναν οι νεραγκούλες και οι φρέζες..Να τη ζήσεις και να τη χαρείς. Το είδες το νυχτολούλουδο. έπεσε το χιόνι και τις ξέκαμε. σόγια και δε συμμαζεύεται.Γιε μ' γιε μ'! μουρμούριζε η Δαμάσκα κι άπλωνε τα χέρια της πάνω στη σόμπα. δε μεγάλωσε κανείς. .. Τρομάρα σου! Μας αποκαλείς και τρωκτικά.. Αρκετά με γονείς. Σου το εύχομαι ολοψύχως. Θα ζήσω τη ζωή μου επιτέλους χωρίς τρωκτικά. οικογένειες. αυτός είν' ο παράδεισος για σένα. . Τώρα γίναμε.

«Φεύγουμε».. «Μάρτης γδάρτης». «Μάρτης γδάρτης». που έπεφτε πάνω στις νεραγκούλες και τις σκότωνε.. .. Και κάτι χακί πέτσινα γάντια. για να προστατευτούν οι κότες. Είχε στην τσέπη του ένα κουβάρι σπάγκο κι ένα μικρό σουγιαδάκι. Κι έκοψε με το σουγιαδάκι του το σπάγκο. .Τι έγινε πάλι κι αυτό... Και χιόνιζε. Είχε στην τσέπη του ένα κουβάρι σπάγκο κι ένα μικρό σουγιαδάκι. Ο Χάρος φορούσε ένα καναρινί αδιάβροχο με κουκούλα. πιο καυτά κι από τα κάρβουνα..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Κι έσταζαν τα δάκρυα. Έσκυβε και στερέωνε τις νάιλον σακούλες στις πορτοκαλιές και στις μανταρινιές..» Ύστερα έφυγε από το κοτέτσι. Τα παιδιά έχω για τα εγγόνια να τους πάω τα φρέσκα αβγά. Ξέρω κι εγώ... στο μαντέμι της μασίνας.. Χαιρετίσματα!» Φορούσε ένα καναρινί αδιάβροχο με κουκούλα και κάτι χακί πέτσινα γάντια.Καλέ. Όπου το στέλνει η απελπισία του πάει. Στάθηκε απέναντι στον Σούλια και του χαμογέλασε. Αμαρτία είναι. βρε Σιδερία.. Κάνε του ένα φασκόμηλο. 190 . «Περιμένεις μ' αυτό τον καιρό να επιζήσουν τα ξινά. Πάνε αυτά. Ένα πυκνό αγκαθωτό χιόνι. πού γυρνάει με τέτοιον ψοφόκαιρο. Δύο πορτοκαλιές και τέσσερις μανταρινιές. πήρε σακούλες νάιλον και σκέπαζε τα μικρά δεντράκια που είχε φυτέψει. «Την Παναγία σας κι εσάς! Τι σας θέλω. Χιόνιζε. Ο Σούλιας κατέβηκε στο κοτέτσι κι έβαλε ένα σανίδι μπροστά. Ένα πυκνό αγκαθωτό χιόνι. «Ξεκίνα» του είπε..Κάτω θα είναι. Μήπως ορίζει τα βήματά του. Άιντε να χαρείς. στο κοτέτσι. .

. Οι φρέζες ανοίξανε.ΑΜΑΝ. Θα πετάξει. .. έσπειρες. χάιδευε το φέρετρο η Δαμάσκα. . Παιδάκια ανάστησε. Με το στόμα ανοιχτό. Νοικοκύρης. Κλάδεψε το. Τίποτα δε μας έλειψε ποτέ. . Μη στεναχωριέσαι. Έτσι το θέλησε ο Θεός. που χιόνισε δύο φορές κι έκαψε όλα τα ξινά και τις νεραγκούλες. 191 . μα τίποτα δεν έμασες στη ζωή σου. το αλεξαντρινό πέταξε καινούργια φύλλα και τα ζουμπούλια στα παρτέρια μοσκοβολούσαν. λέγανε την άλλη μέρα στην κηδεία του. Θα πάω σε κανέναν απ' αυτούς που έχουνε τις μάντρες να του πω να 'ρθει να τις πάρει. Κανένας καρπός δε γλύκανε τα χειλάκια σου.Τον φάγανε οι γιοι του.Τι θα τις κάνουμε όλες αυτές τις πέτρες. Ύστερα σκούπιζε τα μάτια της κι έπιανε κουβέντα με τις γειτόνισσες. εμένα με σεβάστηκε. Φτάνει να φύγουν από 'δω. ετούτο (κι έδειχνε τη Σιδερία) το προστάτεψε. όργωσες. γεμάτο χιόνι. μπήκε ξαφνικά η άνοιξη. δε με πειράζει. Νταμάρι έχει γίνει η αυλή. δεν υπήρχε καλύτερος άνθρωπος από τον άντρα μου.Ήταν καλός άνθρωπος ο Σούλιας μου.. Δαμάσκα. το νυχτολούλουδο! Τόσο χρονώ λουλούδι να μου το κάμει έτσι ο παλιόκαιρος! .Όχι! Όχι! Εδώ θα μείνουν οι πέτρες του Σούλια μου. .. άντρα μου. .Ετούτο με νοιάζει.. Μετά από κείνο το Μάρτη το γδάρτη. Δούλεψες.Θ' ανοίξει πάλι. Σιδερία.Γιε μ' γιε μ'.. Και τίποτα να μη μου δώσει. ΑΜΑΝ! Τον βρήκε η Σιδερία πεσμένο δίπλα στην πιο μικρή μανταρινιά.

και με βασανίζεις. . Μια πληγή. καλέ. το πουλάκι μου. Σιδερούλα.Ποιο μωρό. . Τρελάθηκες. Το τραβάει το ποτηράκι η πιτούλα.Τα 'παιξες. . Έχεις εσύ κανένα μωρό. Το βλέμμα της Δαμάσκας χάθηκε στο χάος. μια μέρα που η Δαμάσκα είχε μαζέψει άγρια χόρτα και τα 'κοβε για να κάνει πίτα. Το ξέχασες. στο μωρό της.Ο Σούλιας. Μην το ξαναπείς αυτό. Κουβαλούσε μια λεκάνη νερό. να κάνει μπάνιο. Παράταιρη. Σιδερία! Μια «ψυχούλα» περίεργη. Θα συγκάψει. . Δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω.Ποιος θα πιει ρετσίνα. .Αχ. .Πρέπει να πλύνουμε το μωρό. Δεν είδες πώς είναι τα μπουτάκια του. δεν έγινε ολόκληρο μουλάρι και λάκισε.. μωρή. Η ψυχούλα του.. 192 . «Ωχ. Τα χείλια της πανιάσανε. . λέει.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Είναι σαν να τον βλέπω να κάθεται εκεί δα και να τις πελεκάει.Δεν πας να πάρεις και λίγη ρετσίνα για τον Σούλια. σου λέω.». . Παναγιά μου! Μη μου φορτώσεις άλλες στενοχώριες! Δεν αντέχω! Αν του 'στριψε τώρα αυτού του κνώδαλου. Ο Σούλιας δεν είναι θανών. Στο τέλος αυτής της άνοιξης. Η μισή φίδι κι η άλλη μισή πουλί. πάλι σε όνειρο βρίσκεσαι.Αδερφή. Ποιος άλλος. την έχω βάψει! Τι σου 'φταιξα. Σιδερία. Χριστέ μου. ανάμεσά τους τριγυρνά.Τον Σέβη. .. Ο Σέβης δε μεγάλωσε. Σε λίγες ημέρες πάλι τα ίδια.. γυρίζει ξαφνικά και λέει της Σιδερίας. Χριστέ μου. τι έπαθα η δόλια! Σαν όνειρο είδα.. Η μισή γοργόνα κι η άλλη μισή δράκος..

κι εσύ μου λες πως έχω εγώ το πρόβλημα. μωρή. . καθότανε στον καθρέφτη και χτενιζότανε με τις ώρες γιατί περίμενε τον αρραβωνιαστικό της να την πάει περίπατο.Εγώ είπα για μωρό. αγγελοκρούομαι ή εσύ που μ' αραδιάζεις αυτές τις αηδίες.Κι οι δύο έχετε πρόβλημα. Σαν καρακάτσουλο θα πάω.Το 'χασες τελείως.Πώς θα με δουν οι κουνιάδες μου. Δεν ξέρει τι λέει το δόλιο! Πάει. κύριε γιατρέ. Άχουου! Πάει τούτο! Τρελάθηκε. μάνα μου! Την ακούς. . ..Τον κακό σου και τον ψυχρό σου. . Σιδερία. Κάθε μέρα ζούσε όλο και περισσότερο μέσα στα όνειρά της. η Δαμάσκα χειροτέρευε.. σέρβιρε φαγητό και κυνηγούσε τα παιδιά να φάνε. βρε! Εγώ έπρεπε να σπουδάσω. Που θα μου πεις εμένα να εξεταστώ! Εδώ σου φέρνω την τρελή και σου εξηγώ πως βλέπει οράματα. να σε προφτάσουν πριν με πνίξεις κανένα βράδυ.Εγώ. .ΑΜΑΝ. .Ούι ούι. γιατρουδάκο! αγρίεψε η Σιδερία. Μιλούσε με τους πεθαμένους. Αν είναι αρχή. .. τα 'χασε! Όσο περνούσε ο καιρός. δε θα γλιτώσω. Μια μέρα της έφερε κρυφά ένα γιατρό στο σπίτι. γιε μ'. Σιδερία. Εγώ τίποτα δεν έχω.. Κρίμας το πτυχίο. Αύριο θα σε πάω στο ΙΚΑ.. Άρχισε να αγγελοκρούεται. . 193 . ΑΜΑΝ! Όταν συνήλθε η Δαμάσκα δε θυμότανε τίποτα. κακομοίρα! Δε σ' απόμεινε ντιπ μυαλό. Και πήγαν πράγματι. Να βάλω μια χτένα εδώ που πετάνε τα μαλλιά..Να πάμε στο ΙΚΑ αλλά για να εξεταστείς εσύ. Θα με πνίξεις εσύ στο τέλος. Τι θ' απογίνω η καψερή. Να κάνετε τις εξετάσεις που θα σας γράψω.

Χριστέ μου! Πάλι θα τα κάνει απέξω και θα μαζεύω κατρούλες! Όταν τα 'κανε απέξω. Δε σηκώνει τίποτα. ε. ορμούσε στην τουαλέτα η Σιδερία.Θα σε κλείσω στο ίδρυμα. . την ίδια περίπου ώρα. μανούλα μου. Εσύ ξέρω γιατί θέλεις να με διώξεις.Για να μάθεις να με βασανίζεις! Τι νόμισες πως είμαι εγώ. Έρχεται ο Λέος μου από το Τσικάγο. παλιόγρια. κι έτσι όπως την έβρισκε ξεβράκωτη. Όσο περνάει ο καιρός θα χειροτερεύει.Χριστός κι Απόστολος! Και απειλούσε τη Δαμάσκα: . . Πάλι σηκώνεσαι. Ιδού πως με κατάντησε η οικογένεια μου! Να γηροκομάω μια μαλακισμένη. Σιδερούλα. .. . . κυρία Σιδερία. Κάθισε κάτω. η Δαμάσκα έβαζε 194 .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Εγώ θελω» να είμαι στο σπιτάκι μου. της έδινε και καταλάβαινε.Να κατουρήσω γιε μ'. όπως να βάλει φωτιά. όχι.Πω πω! Δε μου λες γιατρέ. Μαζί με το Σούλια μου και τα παιδάκια μου..Τώρα δεν κατούραγες.Έρχεται το παιδί μου. . .Πού κίνησες μωρή με τα χτενάκια και τα φιογκάκια.. Τον άντρα μου έχεις βάλει στο μάτι.. . Πάρε και τούτη πάρε και την άλλη. κινδυνεύει η σωματική μου ακεραιότης. Πάω να τον υποδεχτώ. .Σκάσε! Κάθισε κάτω και μη μιλάς! Πού πας. σε παρακαλώ. Αχ.Άνοια. . Μόνο να την προσέχετε γιατί μπορεί να φύγει από το σπίτι ή να προκαλέσει καμιά ζημιά. Κάθε απόγευμα.Όχι στο ίδρυμα. Η δούλα σου.Όχι.

καλά λέω. . Μια δοκιμασία είναι και αυτή. . που έχει γίνει πια ο περίγελος της γειτονιάς. Εμ. Μας τηλεφώνησε πως έρχεται σήμερα από το Τσικάγο.Δεν ξέρω τίποτα.ΑΜΑΝ.. Αυτή τρελάθηκε και γλίτωσε.. και τρισαλί. ζωή 'ναι αυτή που ζει. Πρέπει να βάλω μέσον δηλαδή στο Θεό για να μ' ακούσει.Τι περιμένεις.Το Λέο μου περιμένω γιε μ'. Τη μαλάκισες κι ύστερα μου τη σέρβιρες εδώ χάμου να την χτυπάω στην κούτρα μου. να ησυχάσω κι εγώ.. τόσες ώρες όρθια εκεί. ένα ωραίο εγκεφαλικό σαν το Σούλια. Θε μου. για τέτοιες περιπτώσεις. εκεί. Δεν της έδινες. Να 'σαι καλά. τέκνο μου. δοκιμασία! Όλη μου η ζωή ήταν και τίποτ' άλλο. Και σκεφτόταν: «Τον ψόφο σου. Δεν έχει τίποτα η εκκλησία.Ευχαριστώ. Δεν έχει ανάγκη. Υπομονή και πίστη. Σκαστή θα πάω. Θα με φάει στο τέλος. . Εγώ δεν έχω πρόσωπο.Δέσποτα. δέσποτα. ακουμπούσε στην καγκελόπορτα και περίμενε. μου τάζει ότι θα προσεύχεται για μένα! Να μου 195 . κι αντί να μου πει φόρτωσέ την κορίτσι μου και φέρ' την να σ τ η ν τακτοποιήσω εγώ σε κανένα ευγήρειο. πήγαινε στο φράχτη.. κανένα ίδρυμα για τους απόρους να την κλείσω. . θα προσεύχεσαι. ΑΜΑΝ! τις χτένες και τις κορδέλες της. Έτσι μούρχεται πολλές φορές να την ποτίσω κανένα φαρμάκι κι ύστερα να πω ότι το πήρε μοναχιά της! Γιατί. δεν αντέχω! έλεγε στον παπά η Σιδερία. Εγώ θα προσεύχομαι για σένα. Κι έχεις και το ρασοφόρο. . Τι 'ναι αυτά τα πράματα. Καλό θα της έκανα της δύστυχης. Ακούς. Ακόμα δεν έμαθε ο Θεός ποια είναι η Σιδερία. Αλί σε μένα. κυρα-Δαμάσκα. Ακόμα τη δοκιμάζει.

Ρωτάς εμένα τι τραβάω. να μην ξημερωθώ. δεν έφερνε γύρα τον κόσμο όλον. . να τη μαλώσεις μια στιγμή . Ο Θεός να κάμει το καλύτερο.. Κρίμα είναι. Ένα μόμολο.. Διαβαίνει κανείς το Γολγοθά σαν κύριος. .Εσένα η μανούλα σου ήταν παλουκωμένη εκεί σε μια γωνιά. της έλεγε η καθηγήτρια.Αυτό είναι. βρε Σιδερία. Αν δεν της αγριέψω. θα με συντρίψει. . καλοί μου γείτονες! Βοήθεια. να ψωνίσει.. Μια γριά γυναίκα! . Μα πώς να το αντέξω τέτοιο φορτίο. Όταν έπρεπε να βγει από το σπίτι για δουλειές. τραγογένη!» .. Απόκαμε... που δεν είχε ανοίξει ποτέ το στόμα της παρά μόνο για να σκορπίσει χαμόγελα 196 .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ κι αν προσεύχεσαι.. Εγώ θυμάσαι πώς την είχα τη μανούλα μου! Σαν μπιμπλό! Σαν κούκλα! .Καλά. .Γιατί. να πληρώσει λογαριασμούς. Εδώ κοτζάμ Ιησούς και λύγισε.. εκεί μέσα έχει δεμένη και την Αγγέλα! Μας πήρε τους άντρες μας. σου λέει. Αλλά δεν το βλέπω το καλύτερο να 'ρχεται. Ένα άλαλο ήταν.άνθρωπος είσαι.Τι να σου πω. να μου κι αν δεν προσεύχεσαι. την κάθιζε σε μια πολυθρόνα και την έδενε με κάτι πέτσινες παλιές ζώνες του Σούλια.Βοήθεια. Και τα 'λεγε αυτά η κυρα-Δαμάσκα. η κακούργα. Αλλά να τη χτυπάς.Αν δε τη συμπονάω κι αν δεν την αγαπάω. τη χτυπάς.. να πάρει τη σύνταξή της. Πάλι μ' έδεσε αυτή η πουτάνα! Ξέρω εγώ! Μ' έδεσε για να πάει με τον άντρα μου! Να. Η Δαμάσκα θα μας στείλει όλους στον απάνω κόσμο κι αυτή θα ρεμβάζει εδώ δα στην καγκελόπορτα και θα περιμένει τ' αεροπλάνο από το Τσικάγο.

Θε μου» σκεφτόταν κάποτε η μάνα της Πέτρας. Άντε να 'χε πει και κανένα «κιτ» καμιά φορά κι αυτό όχι με κακία.. «Τι σκληρός που είσαι σε 'κείνους που σε αγάπησαν πολύ.» Κι αναστέναζε βαθιά..ΑΜΑΝ. «Τι σκληρός που είσαι. ΑΜΑΝ! και γλυκιές κουβέντες. 197 .

» Γιατί. . κάντε τα καλύτερα δεκαπέντε. σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς. από εκείνη που αναγκάζεται να μετρήσει στα δάχτυλα τους φίλους του.» Ξεκλείδωσε την πόρτα φωνάζοντας. θα φάμε. «Μονό αριθμό θα βάλετε. θα πιούμε. Έτσι δε λένε. «Θ' ανοίξουμε τη σαμπάνια εις υγείαν του Στέλιου. που δεν ανήκα στα δάχτυλα τα χεστέα. Κάτι κόκκινα κλειστά τριαντάφυλλα. Το κόκκινο του έρωτα και το μονό της αφοσίωσης.» Πριν φτάσει στο σπίτι μπήκε σ' ένα ανθοπωλείο κι αγόρασε μια μεγάλη ανθοδέσμη.. μια νταμιτζάνα κοκκινέλι και δύο αχνιστά κοτόπουλα.. Χαίρομαι που με μέτρησε. το πολύ! Τ' άλλα δάχτυλα. έτσι έλεγε ο Στέλιος: «Δεν υπάρχει χειρότερη ώρα για τον άνθρωπο. χεστέα. Δόξα τω Γιαραμπί. αν έχουν κέφι. κι ύστερα.Στέλιο! Στέλιο! Φτου ξελεφτερία! Κανείς.. Απόψε είναι μεγάλη γιορτή! Το φιλαράκι μου ξαναβρίσκει το δρόμο του.. Ο Σέβης γυρνούσε βιαστικός στο σπίτι μ' ένα μπουκάλι σαμπάνια. Ένας.Παρασκευή βραδάκι ήταν. θα πάμε να χορέψουμε. 198 . Έντεκα. Ή.» Έβγαλε από την τσέπη του κι ένα χαρτάκι και το καρφίτσωσε χαμογελώντας στην ανθοδέσμη: «Στο πιο όμορφο τριαντάφυλλο της γης. δύο.

ΑΜΑΝ... σαν μικρές φλόγες ξεπηδούσαν από το χαρτί και θέριευαν φούντωναν και του 'γλειφαν τα χέρια. Με παντοτινή αγάπη. δε γινόταν αλλιώς. Κι όπως έκανε ν' ακουμπήσει την ανθοδέσμη πάνω στο τραπεζάκι του χολ.. Έκανε και δυο τρία τσιγάρα και περίμενε. Κατέβασε κι άλλο νεροπότηρο κρασί. Ζέτα.. σαν να βρέθηκε κρεμασμένος από μια κλωστή στην άβυσσο.» Άνοιξε το κρασί και κατέβασε ένα νεροπότηρο. Κάτι μέσα του έλιωνε... Με συγχωρείς που δε βρήκα το θάρρος να σου μιλήσω. Κάτι γύρω του έλιωνε.. 199 . βλέπει ένα απλωμένο χαρτί με τα γράμματα της Ζέτας. Με το Στέλιο αγαπιόμαστε. Σέβη. Έσφιξε το κεφάλι του και προσπάθησε να κρατήσει με τις παλάμες το μυαλό του να μη σαλέψει. Χόρευαν τα γράμματα στα μάτια του. Τσαλάκωσε το σημείωμα και κάθισε στο κρεβάτι. Κάπου θα 'ναι κρυμμένοι και θα βγουν με φωνές και γέλια. Καθόλου έξυπνο. έκανε κι άλλα δυο τρία τσιγάρα. Δε γίνονται αυτά ούτε στα μυθιστορήματα.Κρυφτήκατε. Πιστεύω πως είσαι δυνατός και θα το ξεπεράσεις. Κρύο αστείο πάντως. Σ' ευχαριστούμε για όλα όσα έκανες. ρε πούστη! Όχι! Δεν είναι δυνατόν! Κάποιο αστείο θα σχεδιάσανε. ΑΜΑΝ! .. Η ώρα περνούσε. τη σκέψη. Σαν να 'φευγε το πάτωμα από τα πόδια του· σαν να 'φευγε το ταβάνι από το κεφάλι του. το πρόσωπο. Πολλές φορές το αποφάσισα αλλά δεν τα κατάφερα. ρε. Πρέπει να μας καταλάβεις. Μη μας κρατήσεις κακία. «Όχι.

έτσι όπως πετάς ένα χαλικάκι στη θάλασσα. να στήσει λίγο την ψυχή του.. Άρπαξε το τραπεζομάχαιρο. βούλιαζαν .. άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Όλα σκούραιναν μπροστά του. Κι έφτυνε.. κρασιά χυμένα παντού. Κατέβαζε με το νεροπότηρο το κρασί κι άρχισε να σπάει ό. Πλαφ! Και χάθηκε. Κομμάτια ξύλα.. τα ποτήρια. «Στο πιο όμορφο τριαντάφυλλο του κόσμου!» «Η Λιακάδα του Χειμώνα!» Μονο200 . το 'κρυψε στο πουκάμισό του. Προσπάθησε να μαζέψει λίγο τη σκέψη του. Έσπασε τον καθρέφτη του μπάνιου. Κι η άβυσσος να χάσκει μπροστά του.. Τίποτα δεν κατάφερνε.άβυσσος. τσαλαπάτησε μέχρι που το 'λιωσε το μικρό περίτεχνο καραβάκι που στόλιζε το κομοδίνο της Ζέτας. κοιτούσε τα μαδημένα τριαντάφυλλα και χαμογελούσε ... Φορούσε βυσσινιά μακριά ρόμπα με χρυσαφιά κρόσσια. Μέσα το σπίτι ένας σωρός ερείπια. Η κλωστή έσπασε.ένα κίτρινο στιφό χαμόγελο.. μαύριζαν. Μάσησε το χαρτάκι που έγραφε «Στο πιο όμορφο τριαντάφυλλο του κόσμου» κι έκανε εμετό. σπασμένα γυαλιά. τα τριαντάφυλλα. Σε λίγο δεν άντεξε. σαν γόπα. Μόνο δυο τρεις κύκλοι φάνηκαν στα πηχτά νερά. Μόνο η απόγνωση καθότανε σαν κυρία στο σιδερένιο κρεβάτι και φούμαρε.τι έβρισκε μπροστά του . έσπασε τις καρέκλες του χολ.. Και μασούσε. Και χώθηκε στα βουρκόνερα.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Ήπιε κι άλλο κρασί. Κι η κλωστή που τον κρατούσε να τρέμει και να κοντεύει να σπάσει.. «Ένας μαλάκας είμαι! Ένας ηλίθιος!» έλεγε και κλοτσούσε.τα πιάτα. Κι έσπαζε... Παρασκευή βράδυ.

Τον σκότωσα! είπε στην αστυνομία. .Πουτάνα! Εσένα έπρεπε να σκοτώσω! . Δεν έχω μάθει να κωλώνω. Κι ο Σέβης την κοιτούσε μ' ένα βλέμμα κομματιασμένο... ΑΜΑΝ! λογούσε καν χασμουριότανε. Τώρα λοιπόν.Όχι! Μην του ανοίγεις.Αργότερα θα 'χει κρυώσει το πράμα. Τώρα είναι πιωμένος..» Στις τρεις που έφτασε έξω από το σπίτι του Στέλιου.και πλημμύρισε ο τόπος αίματα. Το παιδαρέλι θα φοβηθώ. «Ουφ! Βαρέθηκα πια να ξεπουπουλιάζω όνειρα. Κουλουριάστηκε μια στιγμή κι ύστερα κυλίστηκε στο πάτωμα.Κάνε πέρα! Θ' ανοίξω! Θέλεις να ξεσηκώσει τη γειτονιά. . σου λέω. Α σ τ ο ν να χτυπάει! Θα νομίσει πως δεν είμαστε εδώ και θα φύγει... Κι έπεφτε στα πόδια του να τον εμποδίσει να φτάσει ως την πόρτα.Μηηη! πρόφτασε μόνο να πει . Στο κάτω κάτω κάποτε θα συναντηθούμε. . Ο Σέβης έπεσε πάνω του σαν μανιασμένος λύκος και του 'χωσε δύο απανωτές μαχαιριές στην κοιλιά. Η Ζέτα ούρλιαζε σαν τρελή. Φορούσε τις γαλάζιες ακριβές πιτζάμες του και στο μέτωπό του γυάλιζαν χοντρές σταγόνες ιδρώτα. η Ζέτα φώναζε: . . Τον σκότωσα γιατί δεν άντεξα την 201 .. Στέλιο! Θα 'χει πιει και θα μας κάμει κακό! Τον ξέρω! Μην ανοίγεις. σε παρακαλώ! .. σου λέω. Δώστε μου σας παρακαλώ ένα τσιγάρο.ΑΜΑΝ.Κάνε πέρα. να τελειώνουμε. Και άνοιξε. και χτυπούσε την πόρτα σαν μανιακός..

Ήμουν μεθυσμένος. . 202 . . .. Δεν μετανιώνω. . αλλά καταλάβαινα πολύ καλά τι έκανα. έτσι. .. . .Ναι. Ύστερα άναψε ένα τσιγάρο και του το 'βαλε στο στόμα. .Ο τύπος που μαχαίρωσες είχε άγιο. συγγενείς....Ζει. ρε! Γιατί χαντακώνεσαι. .Δε θέλω βοήθεια.Πού το στηρίζεις. ρε. φίλους. Πάντως είσαι και πολύ κωλόφαρδος να πούμε.Αν θέλεις μπορείς να ειδοποιήσεις τους δικούς σου. Τσιγγάνος είσαι. τίποτα. ..Τράβα τζούρα. Κατάθεση δίνεις..ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ προδοσία. .. .Ευσέβιο. .Όχι. το όργανο που ήταν δίπλα του του 'πιασε κουβεντούλα: . Καλύτερα να μισώ τον εαυτό μου παρά να τον λυπάμαι. έκανε ο Σέβης και μαρμάρωσε. Δεν έχω τίποτα. Ίσως δεν κατάλαβες τι έκανες..Εγώ πάω να σε βοηθήσω. . Την άλλη μέρα που τον συνόδευαν με χειροπέδες από το αστυνομικό τμήμα στο Μεταγωγών.Ήσουν μεθυσμένος όταν πήγες στο σπίτι του θύματος. Δεν έχω κανένα.Δεν έχεις οικογένεια. Δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο. Αυτός ο λογαριασμός δεν έκλεινε αλλιώς.Μπα! Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε εδώ το γνωστό «όνομα και πράμα».Πώς σε λένε.

. Ας τον έδερνα. κατάλαβε να σαλεύει μέσα του. . να ξεκουλουριάζεται σιγά σιγά. σαν φίδι. Έκλαιγε πολύ. Κι όπως έπινε γουλιά γουλιά τον πικρό καφέ.Δεν έχω λεφτά. Να κάνεις το σταυρό σου και με τα δύο σου τα χέρια. Γιατί. Θα πας μέσα για απόπειρα.Ναι. ΑΜΑΝ! . Θε μου.Κανέναν που να σε βοηθήσει δεν έχεις.μια ναυτία. Απ' αυτή την κόλαση δεν έχω πια γυρισμό.. Μόνο την άλλη μέρα κατά το σούρουπο ένιωσε ένα κύμα δυνατό να του χτυπάει το στομάχι . . Ούτε σκεφτόταν ούτε αισθανόταν τίποτα. Ένα απολίθωμα. Έχεις δικηγόρο. «Δεν έπρεπε. Ζήτησε να τον πάνε στην τουαλέτα κι άρχισε τον εμετό.Κάθε φτωχός κι η μοίρα του. . Την πρώτη μέρα στο Μεταγωγών ο Σέβης καθότανε χάμω στο τσιμέντο. . ας του τσάκιζα τα μούτρα! Δεν έπρεπε να προσπαθήσω να τον σκοτώσω. 203 . σαν αυτές που σκάλιζε ο Σούλιας.Θέλεις έναν καφέ. Και τι δε θα 'δινα να μην είχαν συμβεί όλ' αυτά! Να ήταν ένα όνειρο κακό.. τον ρώτησε κάποιος.Ζει και βασιλεύει. Πάντως φτηνά τη γλίτωσες.. .Όχι.. με δυνατούς λυγμούς. σαν να βρισκότανε στον ωκεανό. . Μια φιγούρα αλλόκοτη.. Γιατί να το κάνω.Θες να σου συστήσω ένα δικό μου. κρατούσε το κεφάλι του και μόνο δυνατά σφυριά ένιωθε να χτυπάνε το μυαλό του. Δεν ήθελα. ένας απέραντος πόνος. Τέλειωσαν όλα!» Κι έκλαιγε.. Γιατί μ' άφησες να φτάσω εκεί που έφτασα.Όχι. .ΑΜΑΝ.

ρε.. κακομοίρη... κρατώντας παραμάσκαλα ένα τριαντάφυλλο. θα τον είχε πραγματοποιήσει.. αφού δεν είχες τα κότσια. Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει: Τη μυρουδιά της προδοσίας από τη μυρουδιά της πληγής. ε. Εγώ δεν του κρατώ κακία.. Κι όμως. Ποιος μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει όλα ετούτα . Αν αυτός ήταν ο σκοπός του. Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα.Είναι υπέροχο παιδί.Έσπασες. Φεύγοντας από το δικαστήριο έλεγε στον ανιψιό του: . Αμάν αμάν καρδούλα μου! Εσύ περπάτησες γυμνή πάνω στη λάμα του μαχαιριού. Τι το 'θελες. του φώναξε το όργανο από το παραθυράκι.και προς τι. είπε με στόμφο.. Και πού 'σαι ακόμα. Δεν ήθελε βέβαια να με σκοτώσει. Το χρώμα της κόλασης από το χρώμα της φυλακής. Τον αναστεναγμό ενός τριαντάφυλλου από τον πόνο του έρωτα. ήρθε μάρτυρας υπεράσπισης ο Στέλιος.Είναι η χειρότερη τιμωρία που μπορούσα να του κάνω του τσόγλανου. που αναστέναζε. Πίσω είναι τα καλά. να το παίξεις παλικαράς. Τη λάμα τη μαχαιριού από τη λάμα του καημού. ρε συ. τον αγαπώ. Τον πλήγωσα πολύ και παραφέρθηκε. Παρακαλώ και το δικαστήριό σας να τον κρίνει επιεικώς. . μάγκα. 204 . παρ' όλο που προσπάθησε να με σκοτώσει. Στη δίκη του Σέβη.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Τσάκω ένα τσιγάρο τώρα και σταμάτα. Στενοχωρήθηκα που του 'ριξαν δύο χρόνια. κύριε πρόεδρε. Λίγο θερμόαιμος αλλά κύτταρο σπάνιο.

.Ποια! Τη Ζέτα.. κύριε εισαγγελέα μου..Καρντάσης. αλλά χαλάλι του. Άσε μας τώρα.Εσείς τι είστε.. Αυτό δεν δείχνει τον κακό του χαραχτήρα.. Καλό του 'κανα. Ξέρεις τι πουτανί είν' αυτό.Είναι το καλύτερο παιδί του κόσμου. ε..ΑΜΑΝ. Δε μ' απασχολεί το θέμα. . . 205 .Γι' αυτό του πήρες τη γυναίκα..Μου στοίχισε κομματάκι. Πάντως και 'κεινος ο παππούλης.. Κρυφό ταλέντο. .. Άντε καλέ. Μ' είχε ζαλίσει τότε στη χαμοκέλα. .. .Θα την παντρευτείς. . Τότε που όλοι εσείς μ' είχατε χέσει. . .Ο Ναζής.Κάτι περιπλέον. . Μπράβο του! Μόλις τον είδε ο Σέβης έβαλε τα κλάματα.Του πήρα τη γυναίκα! Δεν ήταν για τον Σέβη αυτή. Τη βρίσκω ερωτικά μαζί της. Γι' αυτό του την άρπαξα του μαλάκα του Ευσέβιου. .Γιατί έφυγε από την οικογένειά του. Εγώ αυτό ήρθα να σας πω.Αν δεν έβαζες αυτό το δικηγόρο θα 'τρωγε περισσότερο.. Σε κάποιον θα την κάνω πάσα. Κολλητός. Την αχαριστία του. . . κύριοι δικαστές. Πώς να σας εξηγήσω. Άσ' την ακόμα όμως... Ό. Του το χρωστούσα του κερατά. Συγγενής. αυτός στάθηκε δίπλα μου και μ' έσωσε.Τι «περιπλέον» δηλαδή.τι έκανε το 'κανε πάνω στην ταραχή του. Δεν πρέπει να κρίνετε αυστηρά και να καταδικάσετε έναν πρωταθλητή. . Ούτε μια φορά δε γύρισε να τον κοιτάξει όση ώρα μιλούσε. ΑΜΑΝ! . ντε. Μου είχε μιλήσει γι' αυτόν! Ίσως είναι ο μόνος άνθρωπος που νοιάζεται πραγματικά για τον Σέβη.

Ναι. Να ξανεμίζεται. Μόνο η αριθμητική τα φοβάται τα λάθη. Δεν ήξερα τίποτα εγώ για όλα αυτά που γενήκανε. Κάποτε τον φοβόμουνα πολύ το θάνατο.Αδυνάτισες πολύ. Όπου και να σε πάνε. Κόκκινη κλωστή δεμένη. Εντάξει.Εγώ δεν ξέρω την υπόθεση. . Είσαι καλά. Γέρασα κομματάκι. . . Να σου πω κάτι. . το γιαβρί μου.Δεν είχε οικογένεια ποτέ. γιαβρούμ.. .. . Ένα αδέσποτο του Θεού είναι. σεκερίμ.Θα 'ρχεσαι να με βλέπεις. Δεν ξέρω πού θα με πάνε. στην ανέμη τυλιγμένη. Θα τη βρούμε την άκρη.Όλα θα φτιάξουν. Ναζή! Μεγάλο λάθος! .Για τη συγκεκριμένη υπόθεση τι ξέρετε. 0α το διορθώσουμε πάλι. Θα δεις.Έκανα λάθος. Εγώ τον άνθρωπό μου ξέρω. Κόντυνε το νήμα. Πολύ καλά. Μην κάνει κρούστα μέσα σου και σε πνίξει...ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . . Όταν θα βγεις με το καλό από 'δω μέσα.. Θ' αλλάξει το κισμέτ. Γι' αυτό πληρώνει σήμερις μ' αυτό το νόμισμα. Αυτά θα σας τα πει ο ίδιος. Νιώθω σαν να ετοιμάζω τα μπαγκάζια μου για κάποιο μακρινό ταξίδι.Βεβαίως θα 'ρχομαι. Στο διάλειμμα της δίκης ο Ναζής έτρεξε κι αγκάλιασε τον Σέβη. Θ' αρχίσουμε πάλι το παραμύθι από την αρχή. αγόρι μου. Άφηνε το φαρμάκι να φεύγει. θα φορέσεις ξανά τα φτερά σου. . Τόσους μήνες να βρίσκεσαι στη φυλακή και να 'χω μαύρα μεσάνυχτα! Τυχαία το πληροφορήθηκα. Εσύ χωρίς αυτά δεν τα βγάζεις πέρα.. ε.Εντάξει. 206 .Ναι. σεκερίμ. Τώρα έχω πιάσει φιλίες μαζί του. Μόνο μη μου μαζέψεις τα κατακάθια στην ψυχή σου.

ο ένας πάνω στον άλλον. Ποιος ξέρει τι θα τους δίνουν εκεί μέσα. . Έτσι είπαμε. ΑΜΑΝ! Καλά είναι και 'δω χάμου. κι έκανε σχέδια για την εκδρομή στο Ναύπλιο.Μη λες τέτοια.. Πρέπει να του αγοράσω και σαπούνι. κοτόπουλο κοκκινιστό με πιπεριές.. . Πολλά. τον κερνούσαν οι άλλοι. Μόλις είχε ανάψει το τσιγαράκι του κι ετοίμαζε να παίξει κανένα σκοπό στον μπαγλαμά του.. 207 . Ήταν σ' ένα θάλαμο με 15 κρατούμενους. Εδώ που βρεθήκαμε.. όταν τον επισκέφτηκε ο Χάρος.. Τον Σέβη τον έστειλαν στις φυλακές του Ναυπλίου. Θέλω να 'ρχεσαι να με βλέπεις.. Όταν ξέμενε. Δεν ήταν τόσο έτοιμος η αλήθεια. Εκείνο το βράδυ του άρεσε πολύ «εδώ χάμου». «Να μην ξεχάσω τα σουσαμένια κουλουράκια που του αρέσουν.ΑΜΑΝ..» Ο Σέβης έπλεκε καλάθια στη φυλακή κι έβγαζε κουτσά στραβά τα τσιγάρα του.Ψηλά το κεφάλι. δύο πράματα έχουμε να σκεφτούμε: πρώτον πώς να επιβιώσουμε και δεύτερον πώς να μη μας πάρει η αποκάτω. δε λέω. Αυτές οι φιλίες που είχε πιάσει τελευταία με το θάνατο. Τα μπαγκάζια του. βρε αδερφέ... Ειδοποίησε αμέσως τον Ναζή και περίμενε κάθε φορά πως θα τον δει στο επισκεπτήριο. Δεν τον είδε ποτέ. πατριώτη.. Πολλά.. Είχε μαγειρέψει το φαγητό που του άρεσε. που τα ετοίμαζε για μακρινά ταξίδια. Και καμιά κονσέρβα. Αλλά ας πάμε. ρε μαγκίτη.Εγώ έχω κι άλλα... οι περισσότεροι γύφτοι. και παραπέρα. Πολλές φορές όταν έβλεπε κάποιον που τα 'χε φτύσει του 'δινε κουράγιο: ..

Δεν ξέρω τι λέτε εσείς. είναι αυτή η απραξία..Τώρα θα βρει ευκαιρία η κερά και θα δράσει.Τα παιδάκια σου. Για κανένα δεν αξίζει να καταστρέψει κανείς τη ζωή του. Τι σου χρωστάνε.Θα τη σφάξω την πουτάνα.. Να προσπαθείς να επιβιώσεις μέσα στο τίποτα. 208 .Ποια ζωή. . δεν τα σκέφτεσαι. Για άλλους είναι η ζωή.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Ο Ακύλλας είχε αφήσει τέσσερα μωρά στα τσαντίρια της Καλαμάτας και μια νέα γυναίκα που ξενοπηδιόταν.το χρυσόβουλο.Η χειρότερη τιμωρία που μπορεί να υποστεί ο άνθρωπος. Τελείωσε! .. Μια άσπρη οθόνη συνεχώς μπροστά σου.. γαμώ το! Φυραίνει την ψυχή. να πιλατεύει συνέχεια τον νταλκά του: .. Θα τη σφάξω και θα γυρίσω πάλι διαπαντός στο Κολέγιο. .. Ξεδίνω λιγάκι. πατριώτη. ρε. Παραλύει το μυαλό. . Εμείς.Μην τα λες αυτά. Ευτυχώς που πλέκω αυτά τα καλάθια. Κι ο Ακύλλας σε μια γωνιά. . Θα πάω και θα τη σφάξω την πουτάνα. πρέσβευε ο Θάνος. έχουμε κατουρήσει στο πηγάδι. ένας γυμναστής δύο μέτρα που είχε σπάσει τα μούτρα του γυμνασιάρχη του. Τι μου λες τώρα. φίλε. Τελείωσε! Αυτό το «τελείωσε» ήταν η σφραγίδα που έβαζε ο Ακύλλας σε κάθε κουβέντα του .Έτσι είναι. είναι πολύ δυσκολότερο από το να προσπαθείς να επιβιώσεις στο χειρότερο πρόβλημα. Λοιπόν. Αλλιώς θα μου 'στριβε.. Τελείωσε! . Κάνε το τσιγαράκι σου και μην αφήνεις το μυαλό σου να σαλτάρει.

Έτσι θα γίνει.Για μια γίδα ρουφιάνα που κλέψανε κάτι Τουρκόγυφτοι και τα φόρτωσαν κατόπιν όλα σε μένα. . θα της βγάλει τα 209 . παίρνω τα πίκουλα και τα πάω στη γιαγιά. Τελείωσε! Ο Μίχος ήταν ο μεγαλύτερος στο θάλαμο. Γιατί. το μαραφέτι! Ό. Είχε περάσει πολλά χρόνια στη φυλακή και θα περνούσε κύριος οίδε πόσα ακόμα. τη σφάζω. ρώτησε μια στιγμή ο Σέβης. Κατάλαβες. δε σήκωνε αντιρρήσεις. ρε. Πράγματι.Γιατί είσαι μέσα. Οι άλλοι τον φώναζαν «πατέρα».Εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. ξάπλωνε στο στρώμα κρατώντας πάντα το κοντρόλ μιας τηλεόρασης που με χίλια βάσανα είχε αποχτήσει ο θάλαμος. Πταισματάκι.Άσε κάτω.τι γουστάρεις εσύ θα βλέπουμε. θα σου πει μόνος του. με καίει το πάθος μου! Δε βλέπω! Δεν ακούω! Δεν κυβερνάω εγώ! Τελείωσε! ... Και δε θέλω αντιρρήσεις. Δεύτερο.Το μηχάνημα ανήκει στο θάλαμο. πατριώτη. . Μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει.Θάνο. γιατί ήταν καταδικασμένος ισόβια για διπλό φόνο. δεν λογάριαζε τίποτα. τρίτο.ΑΜΑΝ. της πατάω της κυράς ένα γαμήσι τρικούβερτο και. .Την Παναγιά να 'χει μπροστά του. Λοιπόν: Πρώτο... Σε τρεις μήνες βγαίνω.Αυτή την ερώτηση μην την κάνεις ποτέ εδώ μέσα. εγώ θα χειρίζομαι την εξουσία. αδερφέ μου. Η εξουσία στο Μίχο. όταν τον έπιανε το αλλιώτικο. . ΑΜΑΝ! . . Αν θέλει ο άλλος. Δικό σου είναι το μηχάνημα. Εντάξει. Και σκύβει στο αφτί του ως πιο παλιός ο Θάνος και του λέει: .

Για 210 . Τελείωσε! Ο Παναγιώτης ήταν ο μικρότερος. Ρε αυτό που κάνεις είναι κατάχρηση. Ήταν η πρώτη ερώτηση που έκανε ο «πατέρας» στον Σέβη όταν τον πήγαν στο θάλαμο. που πιάστηκε να κλέβει σε κάτι μποστάνια. .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ μάτια οσάκις τον πιάσει το γύφτικο. Το ξέρεις. Απαγορεύεται να πάω προς νερού μου. το μπάσταρδο! μουρμούριζε ο γυμναστής που κοιμότανε στα πόδια σχεδόν του Σέβη.Ναι. γράφ' τον στην αριστοκρατία. Αλλά όχι κι έτσι.Πάλι τελετουργεί. Μόλις έσβηνε το φως ο «πατέρας» κι έδινε εντολή για ύπνο.» . ζώον! Όλοι κάνουμε χρήση.Από τσαντίρια έρχεσαι για από οικισμό. . Σε δέκα λεπτά θα δεις που θα πάει στην τουαλέτα. ρε. . παρουσία όλου του στρατεύματος: «Συνελήφθης βασανίζων ανηλεώς το πέος σου! Πέντε μέρες φυλακή. .Και πριν από το προς νερού σου εσένα σε πιάνει αγκομαχητό. έπιανε δουλειά στο στρώμα του.Τι κάνω καλέ. . Και τι φωνάζει ο μπινές.Από οικισμό. Ξέρεις τι μου θυμίζει αυτός. . . γιατί το έπιασε επ' αυτοφώρω να την παίζει. Θα πάθει ο εγκέφαλός σου. αδερφέ μου. θα 'ρίχνε ισόβια του μαύρου του Παναγιώτη. .. . Ένα γυφτόπουλο 23 χρονώ. Κάποτε στο στρατό έβγαλε ο επιλόχας ένα ταλαίπωρο βλαχαδερό στην αναφορά.Χέστηκες.Αν ήταν εδώ ο επιλόχας σου.Ωραία! Ακύλλα.Γύφτος είσαι και του λόγου σου..

ήταν ο Μήτσος. Το 'χω για τους μπαλαμούς.Εντάξει ρε. φίλε.. ρε Ντέβα. έτσι θέλω να με λες. . Σεβάσμιε! Μην ψάχνεις και μην ανακατεύεσαι.. Μήτσο τον ήξεραν όλοι.Για να σφίξουν οι κώλοι. όπως τον έλεγε ο Θάνος.Θάνο. άκουσα πως ο «πατέρας» έχει τα μέσα. Δεν είσαι εσύ για χοντρό παιχνίδι.τι θέλει κάνει. Αυτό το Μήτσος το σιχαίνομαι. Εσύ.Μαχαίρωσα κάποιον. Ήθελα να τον καθαρίσω. Αλλά μια μέρα στον «αυλισμό»..τι πιο πολύτιμο είχε μαζί του . ρε πορδή.Να σου πω κάτι. . .τ' όνομά του! . ΑΜΑΝ! κλοπή είσαι. ο πατριώτης απ' εδώ. έτρεχα. Γιατί. Το 'πιασες.Έγινε.. για χασίς. . Είναι λέει το αφτί του διευθυντή. . γέρνει το κεφάλι στον ώμο του και του λέει: . Καινούργιο 211 . την ώρα του αυλισμού. Ο πιο κολλητός του «Σεβάσμιου». Ό.ΑΜΑΝ. όταν δεν ακούν οι άλλοι.Όχι. Σημείωσε Ακύλλα: Αριστοκράτης και πουλ μουρ. Έτσι με λέει κι η μάνα μου και τ' αδέρφια μου κι η κοπελιά μου. Αληθεύει. ο Ντέβα χάρισε στον Σέβη ό.Ξέρω 'γω ρε συ. Μούρη πουλάς. Το παραδέχομαι. ΟΛΑ! Αλλά η μαγκιά είναι να μη βλέπεις και να μην ακούς. για πιο βαρύ δε σου δείχνει. Εμένα τ' όνομά μου στα τσαντίρια είναι Ντέβα.Κάθισε κάτω.. . εκεί που κάθονταν στη λιακάδα και κάνανε τσιγάρο. . Όλα γίνονται εδώ μέσα. Εκείνο το πρωί στη λιακάδα. ή για τροχαίο.

Ευσέβιος. Δε θα 'τρεχα. παρακαλώ. Σ' αυτούς δε γίνονται. Δεκαοχτώ. είχα μαζί μου και τη Λέισα. Τώρα κάθομαι 'δω. σκέφτομαι τη Λέισα και κάνει καϊμάκι το μυαλό μου. Εσένα ποιο είναι το πραγματικό σου όνομα. Μαλάκας είμαι. πόσο σου ρίξανε.. δε λέω. Μίσος! Να μας εξοντώσουν! Σαπούνι αν μπορούσαν να μας κάνουν. το πεζό έγινε περιστεριώνας.. ρε φίλε. . βγάζουνε φουσκάλες. Διότι χωρίς να γρατσουνιστεί η σκατόγρια. Του κάθεται στο λαιμό. από γλέντι γύρναγα. .. Αλλά εδωνά οι δικαστές μόλις δούνε κανένα δικόνε μας. η φτώχεια τα τραβά αυτά.. Ελάχιστοι είναι αυτοί που το πιστεύουν πραγματικά. γιατί είμαστε διαφορετικοί.Δεν ξέρεις γιατί. Μου τη βιδώνει.Α! Είναι λίγο μεγάλη..Και δε μου λες. Και γιατί. . Το 'κανε ο διάολος και πέφτει απάνω μου κείνη η σκατόγρια με το «πεζό» της. . . εντάξει. Τη δουλειά μας κοιτάμε και τις οικογένειές μας. .Η αρραβωνιαστικιά μου. Καίγομαι! Και δεν περνάει ο γαμημένος ο καιρός! . Νεράγδα σκέτη! Έλα την Τετάρτη στο επισκεπτήριο να σου τη συστήσω. Κατάλαβες.Πόσω χρονώ είναι. Θα 'ρτεις.τι είναι διαφορετικό. . Τι πάει να πει «Σέβης». Ε! Αν συμβαίνουν και τα παρατράγουδα. μου ρίξανε είκοσι μήνες! Θα γινότανε ντε αυτό σ' άλλη χώρα. Θα φέρει και πορτοκάλια.. Μην κοιτάς που μερικοί κάνουν τους προοδευτικούς. ο κόσμος που ζούμε δεν το σηκώνει. Οι άλλοι το κάνουν για τη μόστρα. . Ό. 212 .Εδώ τώρα είναι η αδικία.Είναι όμορφη. Απλώς. Ποιον ενοχλάμε.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ήταν το αμάξι.

.Και να τους ρωτούσα δε θα μου 'λεγαν. .... Κι επειδής τα δυο ξαδέρφια ήτανε στα μαχαίρια γιατί συνοριζόντανε τον Παράδεισο.Εσύ. Τη μια για κλεψιές.Οι άλλοι το ξέρουν. Δε μου είπες. .Μπορεί να 'ναι κι έτσι. πώς να σ' το πω.. Με πιάνει το παράπονο γαμώ το! Βρε δίκιο έχει η μάνα μου. γιατί να είναι έτσι τα πράγματα.. . Εψέβιος. τον άπονο και τον ψεύτη. Κάποτε έψαχνα σαν τρελός να βρω την άκρη. . Άσε που μάλλον και οι ίδιοι δεν ξέρουν.Μόνο ο Θάνος... Κι εγώ αν αποφάσιζα να την πηδήξω.Αμέ! . ΑΜΑΝ! . θα μου στεκότανε.Δεν αρώτησες αυτούς που σε μεγάλωσαν.. .Η μάνα μου λέει.τι και να κάνουμε. ως παιδί. Εκείνη. Η μάνα μου ήταν νέα και κουκλάρα..Άκου. Κανείς δεν διάλεξε αυτόν που τον έσπειρε.. Αν θέλεις τη γνώμη μου.. Ντέβα. Όμορφη που 213 . πώς βρέθηκες στους μπαλαμούς. Εγώ να πούμε. .. Και κανείς δεν είναι ευχαριστημένος. .Τι κάνει η μάνα σου. Έλα όμως που αυτός έχασε τη δύναμη του.ΑΜΑΝ. Σε τούτον τον κόσμο. . δηλαδή. Ο πατέρας μου όλο του το βίος το πέρασε στη φυλακή. Ξέρεις τι τράβηξα εγώ. Κι εμείς τώρα ό. Δεν άφηνε κανέναν παραπονούμενο.Θες να σε φωνάζω εγώ έτσι. από κάτω είμαστε.Που λες Εψέβιος. την άλλη για νταιλίκια. πως εμάς τους Γύφτους μας έφτιαξε ο ξάδερφος του Θεού.Πού να ξέρω. . . ο δικός μας για να μπει στο μάτι του αλλουνού μας έπλασε καλύτερους κι ομορφότερους από τους μπαλαμούς. βρεθήκαμε που βρεθήκαμε. Δεν τα κατάφερα.

Σκάσε! .Τα ομορφότερα πράματα. . ίδια βυζιά.Έτσι είναι. . ρε.Σε τι. Δεν ξέρω να το ταιριάξω. .. Χριστέ μου! Να τη βλέπεις τα καλοκαίρια θεόγυμνη...Όχι.Είχες δίκιο. ίδια κορμοστασιά. για να τ' ακούς εσύ που λες πως έψαχνες γι' αυτή να που σε γέννησε. ίδια μπούτια. Ίδια μάτια.Σκάρε ρε. Ακούμπα. την ώρα που έστρωναν τις κουβέρτες για να κοιμηθούν.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ήτανε.. αλλά δε μου 'ρχονται τα λόγια. με ποιους μοιραστήκαμε το ψωμί μας. του είπε το βράδυ ο Ντέβα.Γι' αυτό που μου είπες για τα ομορφότερα πράματα! . Τι θα κέρδιζες αν την έβρισκες. στο διάολο! Τι 'ναι αυτά που λες. . ν' απλώνει την αρίδα της στο τσαντίρι και να μιρμιδίζει και το μεδούλι σου. Τι μ' αρέσει δηλαδή. 214 .Ωραία που τα λες. Ντέβα. ρε κωλόπαιδο! Αφού εσύ μου το 'μαθες. αλλά ποιους συναντήσαμε στην πορεία μας. . το χέρι σου στην καρδιά μού! Νιώθεις αυτά που θέλω να σου πω. Μ' αρέσει που τα μπερδεύω λίγο όταν τη γαμάω.. Εψέβιος. . . Αργότερα κατάλαβα πως αυτό που μετράει στη ζωή δεν είναι ποιοι μας γέννησαν. Ζαλίζομαι όταν μου 'ρχεται αυτή η εικόνα στο νου! . ο Σέβης τον αγκάλιασε σφιχτά και τον φίλησε. Την ημέρα που αποφυλακίστηκε ο Ντέβα. . Εψέβιος! Θέλω κι εγώ να σου πω πολλά.Άντε πνίξου. Αρραβωνιάστηκα τη Λέισα γιατί μοιάζει πολύ με τη μάνα μου.Την αλήθεια.. δεν τα λέμε με το στόμα και δεν τ' ακούμε με τ' αφτιά... Λιώνω.

Τέτοιο πουλί δεν το 'χω ξαναδεί.Αύριο μεθαύριο θα 'χουμε πανσέληνο. Τι όμορφο. ΑΜΑΝ! . κι έτρωγε το γιαουρτάκι της.ΑΜΑΝ. Περίμενε. Ντέβα. τελείωσες. Μπορεί να μη σε ξαναδώ ποτέ.Κατάλαβα. . όλα πετούν σαν τα πουλιά. Η Δαμάσκα καθότανε στην αυλή. . πάνω στα πυκνά κλαδιά του πεύκου. ρε μεγάλε! Γειά σου! . Εψέβιος. . Βραδάκι του Αυγούστου. Στ' ορκίζομαι. κρεμότανε ένα μεγάλο στρογγυλό φεγγάρι. και θα 'ρχεται πάντοτε στο νου μου η εικόνα του. θα λέω. Ω ρε. Θα περάσουν τα χρόνια. Ντέβα. κορίτσι μου. Κατάλαβες. Θα 'ρθεις καμιά φορά να με δεις. . μαστουρωμένη από τα χάπια που της είχε γράψει τελευταία ο γιατρός. Θα σε θυμάμαι όμως πάντα. εκείνη την ημέρα στην ακροποταμιά! Τι πουλί ήταν εκείνο! Και πάλι θα λαχταρά η καρδούλα μου. Η Σιδερία πότιζε με το λάστιχο τα λουλούδια.. . φιλάρα! Καλή κοινωνία. Σάματις ξέρω ο δρόμος πού θα με βγάλει.Δε θέλω να σου πω ψέματα...Γεια σου. λέω! Και λαχτάρησε η καρδούλα μου.Ναι. παρουσιάστηκε μπροστά μου ένα παραδεισένιο πουλί. Μην πετάξεις το κουτάλι. Όλα φεύγουν. Ευτυχώς που έδιωξα την Πανωραία και ησύχασε η γειτονιά. Πώς να στο δώσω να το καταλάβεις. Είναι σαν να βρέθηκα μια μέρα στην ακροποταμιά και 'κει που χάζευα. Στο βάθος του κήπου.Κοίτα να δεις που βγάζει νέα φυλλαράκια η γαρδένια! Δαμάσκα. Το ζήτημα είναι να μας αφήνουν αυτή τη λαχτάρα στην καρδιά..Καλή τύχη. Πρέπει να 215 .

έδωσε μια κλωτσιά στη γάτα τη Μηλίτσα που τριβότανε στα πόδια της.Πετρούλα! Πετρούλα! Έλα γιε μ' να δεις. Μέσα στα νερά.. Να. παραμονή της πανσελήνου. Μετά από κάμποση ώρα. . 216 . Κι όπως πήγε να σηκώσει το πιατάκι.Εδώ κοιμάται αυτό! Μέσα στα νερά! Έλα Παναγίτσα μου! Κι έσυρε τα πόδια της σιγά σιγά. Μην το ξεχάσω πάλι. Αχόρταγο ζώο! Μια από τις εφτά πληγές μου είσαι κι εσύ. Η γάτα την πλησίασε κι άρχισε να τρίβεται στα μάγουλά της. Τα πόδια της δεν την κρατήσανε . Δε σε τάισα.. Αυτό κοιμάται έξω. Στράβωσε το στόμα της και δεν ξαναγύριζε με τίποτα στη θέση του. ψι ψι ψι. ένιωσε μια ζάλη. σαν να έκρωζε. . αν άφησε καθόλου γιαούρτι αυτή η παλιόγρια θα στο δώσω. σήκωσε την ουρά της δυσαρεστημένη κι έφυγε.τι φύτευε με την πανσέληνο. Εκείνη την ώρα γύριζε η Πέτρα με το μηχανάκι της. Ψιτ! . Για περίμενε εδώ. Η Σιδερία δεν πέθανε εκείνο το βραδάκι του Αυγούστου. Κάθισε κάμποσο στο νοσοκομείο. πήγε κοντά της η Δαμάσκα. Πιο πολύ με τα νοήματα συνεννοούνταν.σαν να 'μπαινε σιγά σιγά σ' ένα μαύρο σύννεφο. μα δεν μπορούσε να μιλήσει. σαν να ρονρόριζε. κινούσε άνετα χέρια και πόδια. Ύστερα είδε πως δεν υπήρχε τίποτα να φάει. Αλλά της έμεινε μεγάλο κουσούρι. πάλεψε με το Χάρο και τον νίκησε. Είχε τα μυαλά της τετρακόσια. άνοιξε την καγκελόπορτα και βγήκε στο δρόμο. Έλα. Όταν ήθελε να αρθρώσει μια λέξη. Ο μακαρίτης ο Σούλιας ό. γινότανε θηρίο.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ κόψω τις καταβολάδες από το γιασεμί.

γύριζε αλλού το κεφάλι της. Στο διάολο . δίπλα δίπλα στις πολυθρόνες τους. ήταν που δεν μπορούσε να βρίσει τη Δαμάσκα. κι όταν έπεφτε πάνω σε άνθρωπο. (Ζέστη! Ζέστη!) ..» Κι όλο το δηλητήριο μαζευόταν στις κόχες των ματιών της. ήθελε να πει. που όταν έπεφτε πάνω στα φυτά τα ξέραινε. ή τον Λέο από το Τσικάγο. «Τι να την κάμω τέτοια ζωή! Πώς να τη σηκώσω!» Αλλά πάλι έβρισκε μια παρηγοριά και ξεχνιόταν με τα λουλούδια της. από το πολύ ν' ακούει αυτά τ' ανακατεμένα σύμφωνα και φωνήεντα.ήθελε να πει. Είχαν σταυρωμένα τα χέρια τους πάνω στις τεράστιες κοιλιές τους και κάνανε παρέα της συμφοράς. Ένα κιτρινοκόκκινο φωσφοριζέ δηλητήριο. «Εα ω! Εα ω ωή!» φώναζε η Σιδερία. Όταν την πιάνανε τα νεύρα της. Πολλές φορές ξεχνιόταν κι έβγαινε μισόγυμνη για να προϋπαντήσει τον Σέβη. Τα κωλομέρια της Δαμάσκας ήταν γεμάτα μελανιές. Χιο χιάο. Κι η άλλη. καθόντανε κι οι δύο στην αυλή. Τ' απογεύματα.. ΑΜΑΝ! «Καλύτερα να πέθαινα!» σκεφτότανε. Κάπου κάπου η Σιδερία έβγαζε εκείνες τις περίεργες κραυγές. «Χιο χιάο. ανάμεσα στις ανθισμένες τριανταφυλλιές και στις γιασεμιές. .Ιέχη! Ιέχη! έλεγε κι η Δαμάσκα.» Αυτό μόνο ξεκαθάριζες. 217 . Έλα δω μωρή. «Χιο χιάο. άρχιζε να τα μιμείται σαν παπαγάλος. γρύλιζε σαν μαϊμού και την χτυπούσε αλύπητα. τον έπιανε δυνατός πονοκέφαλος και ναυτία. Κι όπως περνούσε από τον καθρέφτη. Αυτό που της έσφιγγε περισσότερο την ψυχή. Μόνο τη Δαμάσκα δεν την έπιανε τίποτα.ΑΜΑΝ.Ιέχη! Ιέχη! έλεγε η Σιδερία.

. βγήκαν σήμερα στην αυλή οι Πορδαμάσκες.Οι καημένες οι Πορδαμάσκες! λέγανε οι γείτονες. (Θα φας. κάθισε ανακούρκουδα στην αυλή του Σούλια. οι πικρές. Φιλεντέμ και πάλι αμάν! 218 . Δεν τις ξεχώριζε πια κανείς. οι μουγκές. οι φοβισμένες Πορδαμάσκες! Οι χαϊδεμένες του Θεού. γρύλιζε η Σιδερία. ρωτούσε η Σιδερία...Καλέ. .Χιο χιάο.και προς τι. ανάμεσα στις ανθισμένες τριανταφυλλιές και στις γιασεμιές και κάνανε παρέα της συμφοράς.Χα χαχ.Χα χαχ. . Οι άμοιρες.) . (Στο διάολο.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . οι παράταιρες. Αμάν αμάν καρδούλα μου.. Μια μάζα. . γελούσε η Δαμάσκα.) . οι ζαβές. πήρε τα σύνεργά του και σκάλιζε Πορδαμάσκες. Ένα κουβάρι ξεχειλωμένο. επαναλάμβανε κι η Δαμάσκα. Ποιος είχε κέφι να τις ξεχωρίσει . Καθόντανε δίπλα δίπλα στις πολυθρόνες τους. οι ναζιάρες Πορδαμάσκες! Μια μέρα που ο Θεός δεν είχε δουλειά κι ήθελε να παίζει.Χιο χιάο. ανάμεσα στα ρόδα και στα πλατύφυλλα βασιλικά.

πήγε πρώτα στο σπίτι του Ναζή. Εδώ έμενε κάποιος κύριος. Τότε ήταν που τον πλησίασε εκείνη η γριά πουτάνα η Φωφώ. . 219 . Είχε μαζέψει κάτι λεφτουδάκια από τα καλάθια που έπλεκε στη φυλακή κι έτρεξε σ' ένα ουζάδικο στο Μοναστηράκι. Του άνοιξε μια κοπέλα μ' ένα μωρό στην αγκαλιά.Ναι. Εδώ μένω εγώ με τον άντρα μου. . Συγνώμη! είπε ο Σέβης κι έφυγε.Κάθισε. . παχιά Φωφώ. με κοκκινωπά αραιά μαλλιά.Με συγχωρείτε. σε μια γωνιά ολομόναχη. με ένα χνουδωτό άγριο δέρμα.Μόλις βγήκε ο Σέβης από τη φυλακή.. «Ναστράβα!» έλεγε μέσα του. Λάθος θα μου 'δωσαν τη διεύθυνση.Θέλεις παρέα. παλικάρι.. με χαλασμένα δόντια.. Πέταξε σε μια καρέκλα το σάκο με τα υπάρχοντά του και παράγγειλε ένα μπουκάλι ούζο. σαν τα κουκούτσια του κυδωνιού. και δύο μάτια στυφά. .. Ο Ναζής. Μια ψηλή.Δεν ξέρω τι μου λέτε. Ήταν Σάββατο μεσημέρι. Κάποιο λάθος κάνετε. Κι έπινε. . με χοντρά κρεμασμένα χείλια. που τα 'πινε πριν κι αυτή.

. Έτσι χορεύεται ο ζεϊμπέκικος. που αγκάλιασε την ψυχή του και τη χάιδεψε... . Που σήμαινε απλώς «τρου λαχτάρα».Βασανάκια. Βήμα και κόντρα. . Όταν άρχισαν τα όργανα.. Δε μου είπες. σου λέω. 'Ήπιαν ακόμα δύο μπουκάλια. Άσε. . Θα δω τι θα κάνω. Έτσι τον χόρεψαν κι αυτοί. Βήμα και πόνος καυτερός. ... Φέρε ποτήρι στο κορίτσι κι άλλο ένα μπουκάλι.Ίσα βρε και προχώρα! Αφού δεν έχεις πού να σταθμεύσεις... Βήμα και θάνατος. Και νταλκάς.Πίνε και μη ρωτάς. .Πού είσαι. σήκωσε η Φωφώ το σάκο. . . .Σεκλέτια έχεις.Όχι. τίποτα λιγότερο. Τι σε νοιάζει εσένα. Δε θα σε πάω στη Μεγάλη Βρετανία. μεσιέ. Ναστράδα! της είπε ο Σέβης.τι θες! του απάντησε. Όταν γύρισαν λαχανιασμένοι στο τραπέζι. 220 .Ό. .Πάμε.Ναι. Εγώ κάνω ερωτήσεις. όχι. χωρίς να πούνε σχεδόν τίποτα.. Βήμα και γλύκα. Και πήγαν.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ .Τρου λαχτάρα! Το «τρου λαχτάρα» το συνήθιζε πολύ η Φωφώ.Αυτές δεν είναι οι αποσκευές σου. σηκώθηκαν και ρίξανε κάτι ζεϊμπεκιές.Ίσα. Ένα βλέμμα ζεστό.Ε. Ένα ψωρόσπιτο έχω αλλά χωράνε όλοι οι καλοί. Και τον σκέπασε με το βλέμμα της. Τίποτα περισσότερο. . . και. . Βήμα και λυγμός.

. Νασάβα. Για ό. Μάγκα.Ακούμπα εδώ τα πραματάκια σου.Καλά! Φέξε μου και γλίστρησα. .Σκατά! Δεν ξέρεις ανάγνωση.Το γράφει κι αυτό το μέτωπό μου.Δε θα με ρωτήσεις γιατί ήμουνα στη φυλακή.Πώς το 'λεγες αυτό χτες στο μαγαζί. Πήγαινε να πλυθείς.. γιατί θέλω να περάσω στο μέρος.Ναστράβα! Έτσι έλεγε ο Ναζής.. ρε. σαν και σένα. Αύριο θα στα πλύνω όλα και θα στα τακτοποιήσω. .Και τι με κόφτει εμένα. 221 .Τι μέρος του λόγου ήταν αυτός. .. .Και τι λέει. Μου 'ρχεται εμετός. . . .Τελείωνε. τι κατεβάσαμε αδερφάκι μου! Τρου λαχτάρα.Κι εγώ μπορώ να διαβάσω το δικό σου μέτωπο. άνθρωποι μόνο σαν εμένα μπορούν να το διαβάσουν. Αλήθεια. από φυλακή δεν έρχεσαι. Πώς σε λένε. . Άι κοιμήσου τώρα κι αύριο τα λέμε. . κάπου στην πλατεία Βάθης.τι και νά 'σουνα δίκιο είχες εσύ.Αυτό που γράφει το μέτωπό σου. . ρε μόρτη.Το γράφει το μέτωπό μου.Μεγάλος. Δε συστηθήκαμε. τρου! . Πω πω. . ΑΜΑΝ! Ένα μικρό πεντακάθαρο δωμάτιο και μια κουζίνα. Και γρήγορα. . Του 'στρωσε σ' ένα ντιβανομπάουλο δίπλα στο κρεβάτι της και ξάπλωσαν.ΑΜΑΝ.. . Για χάρη του έπινα.Λέει πως είσαι μεγάλη! .

κακομοίρης. Από 'κει έβγαζε κάτι. Δεν κατάφερε μια ζωή να φυλάξει λεφτά. Τρου λαχτάρα! Λοιπόν. αλκοολικός . συνήθως έκαναν τα στραβά μάτια.Σέβη.Όπως θέλεις πάρ' το. Και καλά. Φαιναρέτη στο επίσημο.Φωφώ. . Φαιναρέτης στο επίσημο. Μόνο όταν της άνοιγε η όρεξη και πήγαινε και για δεύτερο της φώναζαν: 222 . Καμιά φορά τη χρησιμοποιούσαν οι μάγκες για τσιλιαδόρο.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . . Αραιά και πού σταύρωνε κανέναν ξεπεσμένο πελάτη. . Αρρωστος. Εσένα πώς σε λένε. Τελευταία το 'χε ρίξει στο πιοτό και στη μαύρη. Η Φωφώ ήταν αρκετά μεγάλη για να βγάζει πια χρήματα από τη δουλειά της.πάντα καθάριζε η Φωφώ. που ήξεραν το βίο και την πολιτεία της. Δεν ήταν και ποτέ καλή επαγγελματίας.Ευσέβιος. το 'κανε μετά χαράς.Χαίρω πολύ! . Εγώ δε χαίρω καθόλου. Δεν άντεχε να περάσει από πουθενά αδιάφορη. έμεινε σχεδόν ένα χρόνο ο Σέβης. γιατί συνήθως βρισκότανε στο δρόμο της κάποιος που είχε ανάγκη να του δώσει. πεινασμένος.Μμμ! Όπως λέμε το ξίδι γλυκάδι. Γιατί καταλαβαίνω πως έβαλα μπελά στο κεφάλι μου.Σέβη. Στο σπίτι της Φωφώς. Αν μπορούσε να κλέψει και κανένα μπουκάλι από τα μαγαζιά που τριγυρνούσε. όποιος σου πει ποτέ πως ο άνθρωπος όσο γερνάει βάζει περισσότερο μυαλό. Οι μαγαζάτορες της περιοχής. . Αυτός τη συντηρούσε.Τον κακό σου τον καιρό. Σεβαστιανό. . ε. δώστου μια χαστούκα εκ μέρους μου. . όταν έπαιζαν τον «παπά» ή άλλου είδους τέτοια παίγνια.

. Δε θα μπεις. . ένα μοβ σατέν κομπινεζόν. λίγο χαδιάρικα. . με τη μαδημένη γούνα της.. Μόλις έφτανε το τρένο. έπαιρνε μια παμπάλαιη άδεια βαλίτσα και την άραζε στο σταθμό του τρένου.Τι έσπρωχνες. Το 'παιρνε αλαμπρατσέτα τ' ονειράκι της.Καλά ντε! έλεγε και χαμογελούσε. το 'βαφε καρνάδο και το πήγαινε μια βόλτα ως το σταθμό. Έτσι «φτιαγμένη» όπως ήταν. έτρεχε μπροστά. Η Φωφώ με το μοβ σατέν κομπινεζόν. Χρόνια. να παίρνει ύφος κόμισσας και να περιμένει την αμαξοστοιχία. ζούσε το μεγάλο όνειρο της φυγής.ΑΜΑΝ. ρε! Τι με κοιτάς έτσι.Εδώ μέσα να μην ξαναπατήσεις! Τ' ακούς. .Σιγά! Που θα με πεις εμένα κλέφτρα! Βρε ξέρεις ποια ειμ' εγώ. Φωφάρα! Μπάστα! Κόντυνε το κουλό σου. Σε δυο τρεις ημέρες. η ίδια ιστορία.Λογαριασμό θα σου δώσω. κάνε μία έτσι. Ρώτα. Πολλές φορές το παράκανε. Όταν ήταν στις ανάποδές της έστηνε καβγά. ας ήταν και καλοκαίρι.Έι. έσπρωχνε κιόλας αν υπήρχε πολύς κόσμος. Αν δεν ξέρεις. το βέλο και την άδεια βαλίτσα. με τα χείλια της βαμμένα κατακόκκινα. Όταν «φτιαχνότανε» έβαζε ένα μαύρο τριμμένο καπελάκι με βέλο. να μάθεις! Εγώ είμαι η πρώτη κυρία στην περιοχή. Τότε την έβγαζαν έξω καροτσάκι. ΑΜΑΝ! . χαμένε! 223 .. πάλι εκεί τριγυρνούσε η Φωφώ. . γύριζε γρήγορα γρήγορα προς τα πίσω.. Όταν έβγαζες εσύ τη μούχλα από το στόμα σου. χαμένε! Ε. Άι. . λίγο ντροπιασμένα. του 'βαζε βέλο. κυρά μου. Κι όταν άνοιγε η πόρτα. έβριζε. λίγο πονηρά. μια μαδημένη συνθετική γούνα. γιατί όλ' αυτά τα 'λεγε μεγαλόφωνα και χαλούσε τη μόστρα του μαγαζιού. εγώ έπινα σαμπάνια στα καλύτερα σαλόνια.

Ποιος άλλος μπορούσε ν' αγαπάει καλύτερα την Καλίνα από μένα. Σκατά! Ά σ τ α τώρα.. Δεν ήμουν η μάνα της. Κανείς δε θέλω να μάθει αυτό το μέρος. ρωτούσε ο Σέβης. Έλιωσα τα παπούτσια μου να τρέχω στους σταθμούς.Σκατά. Εγώ πώς σου λέω τα δικά μου. Έτρωγε καλά. . 224 . Πάλι το 'χασα το τρένο. Αλλά αν θες να ξέρεις. . για την κόρη μου στο κάτω κάτω. Εκεί είναι οι φίλοι μου.Σιγά το πρόσωπο! Ο Σέβης δούλευε σ' ένα συνεργείο αυτοκινήτων κι η Φωφώ την περνούσε ζάχαρη.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Κι όταν περνούσε η μαστούρα και γυρνούσε σπίτι της. Και τι είχα ρε εγώ. Καλλιρόη στο επίσημο. Δεν ήμουν κυρία. οι δικοί μου. λέει. Τι το θέλω το δρομολόγιο.. η κόρη μου! Κάποτε πρέπει να τα καταφέρω να πάω. Η καλύτερη της! . Όταν ήταν τεσσάρω χρονώ μου την άρπαξε ο πατέρας της και την έστειλε να τη μεγαλώσουν οι δικοί του. Πολύ μακριά. Και τι σε νοιάζει εσένα. τη λένε Καλίνα.. έπινε. ρε.. . κατάλληλη να την κρατήσω εγώ. μην τα σκαλίζεις. πως δεν ήμουν..Θα με πάρεις μαζί σου.Μα πού ονειρεύεσαι να πας. Κοίτα την καμπούρα σου και μην ασχολείσαι με τη δική μου. . πετούσε τα βέλα και τις γούνες και γκρίνιαζε: .Δεν τις γουστάρω τις εξομολογήσεις.Θα μου πεις κάποια μέρα για την κόρη σου. Με περιμένουν εκεί..Τρου λαχτάρα. Ξέρεις. Το δικαστήριο αποφάσισε. είχε συχνά πυκνά και τη μαύρη της και σχεδόν δύο φορές την εβδομάδα ξεκινούσε για το σταθμό. ..

Σε θέλω! Όταν τελείωσαν. Πες μου. Πάντα μου τα σκατώνω. Εκείνη τον τράβηξε στο κρεβάτι της.Μια κουκλάρα είσαι! Και η πρώτη. ρε παίδαρε! Πώς σου φαίνομαι. γαμώ το! Δεν μπορώ να βάλω τα πράματα σε μια σειρά. Κι ύστερα. Είσαι το πιο γλυκό κορίτσι. Σε λίγο αποκοιμήθηκε. Για πες μου.ΑΜΑΝ. 225 .Σ' αρέσει. σου λέω! Ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι κι άπλωσε τα κρέατά της σαν να 'θελε να τα λιάσει. Πάλι τα σκότωσα. .. Τα βυζιά της κρεμόντανε σαν άδεια μανίκια. Ξεθάρρεψε η Φωφώ κι ανασηκώθηκε.. Όλες οι ζάρες του κορμιού της χαμογελούσανε. . άνοιγε ντροπαλά το πρώτο τριαντάφυλλο του Μάη. . . μου άρεσε πολύ. κάπου το μπέρδεψαν το πράγμα. τον έγδυσε κι άρχισε να τον χαϊδεύει και να τον φιλάει σ' όλο το κορμί του σαν μανιακή. Κι ούτε να εξηγείς σε μένα. που γύριζαν πιωμένοι κι οι δύο στο σπίτι.Εμένα. .. Είμαι καλή ακόμα. ΑΜΑΝ! Μια νύχτα. τη Φωφώ την έπιασαν τα κλάματα. Κι εκεί στις άκρες των χειλιών της. του 'λεγε και τον έσκιζε με τα νύχια της. ποιος σου είπε πως δεν το ήθελα κι εγώ.Τρου λαχτάρα! Δεν έπρεπε να γίνει αυτό! Εγώ σε βλέπω σαν παιδί μου.Μ' αρέσει... σ' αρέσει.. τη χάιδευε ο Σέβης.Μην κλαις. . για να σου πω την αλήθεια μου... Την αγκάλιασε και της έστρωσε με τα δάχτυλά του τα μαλλιά. κουκλάρα μου. Τα μαλλιά της ήταν κολλημένα στο μέτωπο. Άσε τις σειρές και τις ταξινομήσεις. Εμείς δεν παίζουμε εκεί.

Θα μοσκομυρίσει η γειτονιά... Ας είναι καλά. Ανέβηκε όλο στο κεφάλι της και την έπνιξε. «Μωρέ φόλα θα σου ρίξω! Δεν τη γλιτώνεις!» Στην πόρτα φάνηκε ξαφνικά η Δαμάσκα.» Φορούσε κάτι χοντρά πλαστικά γάντια. πίσω από τη δεύτερη γλάστρα. δόξα τω Θεώ».» ξανάκανε μέσα στη σύγχυσή της χωρίς να ξέρει σε ποιον μιλάει. βρωμόγατο!» έλεγε μέσα της. «το φυτώριο έγινε τέλειο.» Ήταν κι η γάτα η Μηλίτσα μαζί της και τριβότανε στα πόδια της.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Ο Σέβης σηκώθηκε προσεχτικά. άναψε ένα τσιγάρο κι έπινε γουλιά γουλιά. Πρέπει να παρακαλέσω την Πέτρα να μου φέρει λίγο. «Σε θέλω να 'ρχεσαι πάλι να μου τα κατουράς. «Ε.Φχ.. Έχουμε τόση υποχρέωση. έβγαζε τις μικρές ρίζες τα βασιλικά από το φυτώριο και τα φύτευε στις γλάστρες. . Έχω και τα κοράλια να μεταφυτέψω. Αν έλειπε αυτή. ανάμεσα σ' ένα πλατύφυλλο κι ένα σγουρό βασιλικό. δε θα τα βγάζαμε πέρα τότε που ήμαν στο νοσοκομείο. Ύστερα κάθισε στο ντιβανομπάουλο. Πάλι δε θα με φτάσει το χώμα.. πήγε στην κουζίνα και γέμισε ένα ποτήρι με κονιάκ... Κόχλασε το αίμα της Σιδερίας. την ώρα που φύτευε στις γλάστρες τα βασιλικά της. «Θα βγάλω και δυο τρεις ριζούλες για την κουμπάρα τη Μάρω.. Φχ. σκεφτότανε... εκεί.. Ήταν γυμνή από τη μέση και κάτω και πασαλειμμένη με σκατά. «Φχ. χωρίς να ξεχωρί226 . ρε Φωφώ!» σκεφτότανε.. δε σου είπα και τελείως ψέματα!» Ο Αρχάγγελος περίμενε τη Σιδερία ένα πρωινό του Απρίλη.. Φχ. έκανε η Σιδερία και κλώτσησε τη γάτα. «Φέτος. «Τρου λαχτάρα! Ναστράβα.. ρε μεγάλη! Τελικά.

ΑΜΑΝ... ΑΜΑΝ!

ζει ποιον ήθελε να διώξει από κοντά της. Κρατούσε στο ένα
χέρι μια ρίζα βασιλικό και με το άλλο πήγαινε ν' ανοίξει
μια λακκουβίτσα στο χώμα για να τη φυτέψει. «Φχ... Φχ...»
μουρμούρισε άλλη μια φορά.
Και σωριάστηκε.
Στην κηδεία της Σιδερίας, εκτός από την κουμπάρα τη
Μάρω, που είχε φροντίσει για όλες τις διαδικασίες, ήταν η
μάνα της Πέτρας, η Πέτρα και η καθηγήτρια.
Ο παπάς διάβασε γρήγορα γρήγορα τα γράμματα της
τελετής σαν να 'κανε αγγαρεία - ούτε καταλάβαινες τι
έλεγε. Το φέρετρο ήταν σκεπασμένο με λουλούδια από την
αυλή.
- Να τα πάρει μαζί της η άμοιρη! έλεγε η κουμπάρα η
Μάρω κι έκοβε ό,τι έβρισκε μπροστά της. Τ' αγαπούσε
τόσο!
- Κόψε και λίγο αγιόκλημα! φώναζε η μάνα της Πέτρας.
Λουΐζα έκοψες;
- Άσε τώρα τις λουΐζες. Βιολέτες πάνε καλύτερα.
- Στους νεκρούς έχω ακούσει βάζουν δεντρολίβανο στο
προσκεφάλι.
- Ναι, το ξέρω. Έμασα. Και τι δεν έχει η συχωρεμένη σ'
αυτή την αυλή! Της Παναγιάς τα μάτια!
«Δεύτε τελευταίον ασπασμόν.» Και κανείς δεν είχε έναν
κόμπο στο λαιμό όταν πλησίαζε ν' ασπαστεί. Η κουμπάρα η
Μάρω δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι της. «Έχω δύο
πλυντήρια για σίδερο και θέλω να ρίξω μια ματιά και σ'
εκείνη τη δύστυχη που έμεινε πίσω.»
Η μάνα της Πέτρας σκεφτότανε το φαγητό της κι η
καθηγήτρια ανησυχούσε μήπως δεν προλάβει την Τράπεζα
227

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

ανοιχτή να εξαργυρώσει την επιταγή της. Μόνο η Πέτρα
είχε δύο δάκρυα στην άκρη των ματιών. Κι αυτό, γιατί
θυμήθηκε τον Σέβη. «Γειά σου, θεία-Ταραντούλα. Καλό
ταξίδι. Κι αν δεις από 'κει πάνω τον προκομμένο μας, πες
του να πάει στο διάολο. Έτσι κάνουν οι φίλοι;»
«Μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων την ψυχήν της
δούλης σου Σώτερ ανάπαυσον»... Κρατούσε ο Αρχάγγελος
την ψυχή της Σιδερίας και την πρόσφερε βαριεστημένα στο
Θεό. Μια μικρούλα, χνουδωτή σαν την κάμπια ψυχή, που
ζάρωνε πάνω σ' ένα φύλλο βασιλικού.
- Τι 'ναι τούτο; είπε στον Αρχάγγελο ο Μεγαλοδύναμος
κι έβαλε τα γέλια.
- Έργο των χειρών σου, Κύριε! Η δούλη σου Σιδερία!
- Όλη η ατυχία σ' αυτό το σπίτι, βρε παιδί μου..., έλεγε
μέσα στο ταξί που γυρνούσαν η μάνα της Πέτρας.
- Ναι ναι, είδες; συμπλήρωνε η κουμπάρα η Μάρω. Με
το τσουβάλι τους την έστειλε ο Θεός. Κι ήταν καλοί άνθρωποι όλοι. Κανένα δεν πείραξαν ποτέ. Ιδίως η Δαμάσκα. Αγία
γυναίκα. Αλλά και η συχωρεμένη. Από τον κήπο στην
εκκλησιά. Αυτή ήταν η ζωή της.
«Ο αποθανών δεδικαίωται», σκέφτηκε η Πέτρα και παραλίγο να την πάρουν τα γέλια.
- Αυτό το σπίτι, πήρε το λόγο η καθηγήτρια, το 'κλεισαν
τα παιδιά. Αυτός ο ελεεινός ο Σέβης και ο άλλος, ο τοιούτος.
- Έτσι είναι. Η καλύτερη είσαι εσύ, δεσποινίς Ελένη, είπε
πάλι αναστενάζοντας η μάνα της Πέτρας - γιατί ήξερε πάνω
κάτω πώς κλείνουν ένα σπίτι τα παιδιά... Εσύ είχες το μυαλό
σου. Το καπελάκι σου στραβά, κι όπου γης και πατρίς.
228

ΑΜΑΝ... ΑΜΑΝ!

- Είχανε γνώση οι φύλακες, απάντησε η καθηγήτρια μ'
ένα πλατύ δηλητηριώδες χαμόγελο, γιατί κατάλαβε πού το
πήγαινε η άλλη. «Έτσι! Καλά σας έχω», σκέφτηκε, «παλιοσαρκαφιόρες! Τόσα χρόνια κάνατε το κομμάτι σας και μου
μοστράρατε τα μούλικά σας. Να τα στολίζετε και να ροβολάτε τα καροτσάκια στην πόρτα μου! Φάτε τα τώρα στη
μούρη!»
Κι έπεσε το δηλητηριώδες χαμόγελο από τα χείλια της.
Χύθηκε στη σκισμένη ταπετσαρία του αυτοκινήτου. Κύλησε...
- Τελοσπάντων. Αυτά είναι τυχερά..., έκλεισε τη συζήτηση η Μάρω. Τώρα με την άλλη, τι θα γίνει;
- Εδώ σε θέλω κάβουρα! είπε πάλι η μάνα της Πέτρας.
Εγώ δεν μπορώ να προσφέρω τίποτα.
- Ούτ' εγώ. Μεθαύριο γεννάει η νύφη μου και θ' αναλάβω
το εγγονάκι.
- Ναι, κυρα-Μάρω; Με το καλό. Και γιατί θα το αναλάβεις εσύ; Μάνα δεν έχει;
- Είναι εργαζόμενη. Τι να σου κάνει το κακόμοιρο...
«Μανούλα», μου λέει ο γιος μου, «αν δεν ήσουνα εσύ, δε θα
το αποφάσιζα». Τι να κάνω; Να μη σταθώ στα παιδιά μου;
Έβγαλε λίγο το κεφάλι της στο ανοιχτό παράθυρο, για να
διώξει από το μυαλό της την εικόνα του γιού της όταν ήρθε
ένα πρωί στο σπίτι και της δήλωσε: «Η Κατερίνα είναι
έγκυος. Κόψε όλες τις μαλακίες που ασχολείσαι και κανόνισε να αναλάβεις το παιδί!»
Όλες οι μαλακίες, ήταν ο σύλλογος Κυριών και Δεσποινίδων του Αγίου Αθανασίου, τα μαθήματα ζωγραφικής στο
πνευματικό κέντρο του Δήμου, οι κυριακάτικες εκδρομές
υπό την αιγίδα του πατρός Αντωνίου, πρωτοπρεσβύτερου
229

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

του ιερού ναού του Αγίου Αθανασίου, και οι ατομικές καλές
της πράξεις - όπως η παροχή βοήθειας στις Πορδαμάσκες
και σε άλλα άτομα της ενορίας με ειδικές ανάγκες.
«Δεν μπορώ ν' αλλάξω τη ζωή μου», του είχε πει. «Είναι
γεμάτες οι μέρες μου. Έχω και τον πατέρα σου που είναι
φιλάσθενος. Δε γίνεται ν' αναλάβω εγώ το μωρό.» Κι εκείνος: «Ακουσες τι σου είπα, γαμώ τον αντίχριστό σου γαμώ;
Θα 'χεις το εγγόνι σου. Θέλεις τίποτα καλύτερο απ' αυτό;»
Εκείνη επέμενε: «Χρήστο αγόρι μου, εγώ σε μεγάλωσα
εσένα, έκλεισε ο κύκλος μου. Η Κατερίνα θα μεγαλώσει το
δικό της παιδί. Κι εγώ δεν εργαζόμουνα; Με βοήθησε εμένα
κανείς;» «Εργαζόσουνα! Έραβες μια φούστα κάθε έξι μήνες.
Το... άντε να μην πω τώρα... έξυνες κι αυτό εξακολουθείς να
κάνεις πάντα.»
«Υπάρχουν και παιδικοί σταθμοί ε;» «Γαμώ την Παναγία
σας εδώ μέσα! Ωραία ! Αφού το θέλετε έτσι, δε θα ξαναπατήσω. Δε σας ξέρω, δε με ξέρετε. Χαίρετε!» Και τους κόλλησε την πόρτα στα μούτρα.
Έκλαψε η κυρα-Μάρω με μαύρο δάκρυ. Τη ροκάνιζε κι ο
«φιλάσθενος». «Δεν ντρέπεσαι μωρή; Να γυρνάς από 'δω κι
από 'κει και να μη δέχεσαι να δώσεις μια χείρα βοηθείας
στην οικογένειά σου; Τι ψυχή θα παραδώσεις; Τον είδες;
Έφυγε! Μας αρνήθηκε! Πάρε τον τηλέφωνο να του ζητήσεις
συγνώμη και να του πεις πως αναλαμβάνεις το μωρό.»
«Εντάξει, Χρήστο, το ξανασκέφτηκα. Ας γεννηθεί το παιδί
με το καλό και θα σας το μεγαλώσω εγώ.»
- Πότε είπες πως γεννάει η νύφη σου; πέταξε ξαφνικά η
μάνα της Πέτρας, «ξυπνώντας» τη.
- Πρώτα ο Θεός, αυτές τις ημέρες.
230

ΑΜΑΝ... ΑΜΑΝ!

- Πω πω! Ποιος τη χάρη σου! Θα 'χεις το εγγονάκι...
Μεγάλη ευτυχία αυτή, Μάρω μου!
Και μόνο που δεν δάκρυσε η μάνα της Πέτρας - γιατί
ήξερε πως εκείνη δε θα γευότανε ποτέ αυτή την ευτυχία.
- Δόξα τω Θεώ..., ξεροκατάπιε η κουμπάρα η Μάρω κι
έβγαλε τις καραμέλες από την τσάντα της για να διώξει την
πικρίλα που ξεχείλισε στο στόμα της. Καραμελίτσα;
Τη Δαμάσκα, φρόντισε ο πρωτοπρεσβύτερος του ιερού
ναού του Αγίου Αθανασίου, ύστερα από ασφυκτικές πιέσεις
της κουμπάρας της Μάρως, και την έκλεισαν στο Άσυλο
Ανιάτων.
- Κράτησε το κλειδί, κυρα-Μάρω, είπε η μάνα της
Πέτρας όταν πήραν τη Δαμάσκα και κλείδωσαν το σπίτι.
- Κράτησε το εσύ. Είσαι πιο κοντά. Αν κάποτε παρουσιαστεί κανείς από τους προκομμένους της, εσένα θα ρωτήσει.
Κλείδωσε δύο φορές η μάνα της Πέτρας και φύλαξε το
κλειδί στο κομοδίνο της.
- Γιε μ' γιε μ' ! έλεγε η γρια-Δαμάσκα όταν την πήγαιναν
στο Ασυλο. Πού με πάτε;
- Στην κλινική, κυρα-Δαμάσκα. Στην κλινική για να
γίνεις καλά.
- Πού είν' αυτό; Τι έγινε;
- Για ποιο λες;
- Η Σιδερούλα γιε μ'.
- Α! Θα 'ρθει κι αυτή. Μη στεναχωριέσαι...
Δύο μήνες είχαν περάσει από την ημέρα που έκλεισαν τη
Δαμάσκα στο Ασυλο Ανιάτων.
231

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Στο μικρό σπίτι του Πάρδου στρογγυλοκάθισε η σιωπή.
Έπλεξε τα δίχτυα της σαν την αράχνη και το σκέπασε. Μια
μεγάλη φαρμακερή αράχνη. Μια ταραντούλα...
Τα βασιλικά ξεράθηκαν, και τα νυχτολούλουδα και τα
κοράλια. Μόνο οι τριανταφυλλιές ήταν γεμάτες τριαντάφυλλα. Μόνο το νυχτοπούλι καθότανε στο παραθυράκι της
κουζίνας και κοίταζε κατάματα τη σιωπή.
Κι εκεί, στην κλειδωμένη καγκελόπορτα, ακουμπούσε η
ερημιά μ' ένα κομμάτι γιασεμί στ' αφτί και περίμενε, ώρες
ατέλειωτες, το αεροπλάνο από το Τσικάγο...
Τρεις ημέρες μετά την αναχώρηση της Δαμάσκας, η γάτα
η Μηλίτσα πήδηξε από το φράχτη και την άραξε στην αυλή
της Πέτρας.
- Είδες το άτιμο ζωντανό; έλεγε η μάνα της. Ούτε που το
νοιάζει. Μωρέ δεν έχουν Θεό οι γάτες! Όπου βρουν φαγητό,
εκεί προσκυνάνε.
Και της έβαλε να φάει μαζί με τη δική της, τη Βικτωρία.
- Μακάρι να ήταν μόνο οι γάτες..., συμπλήρωσε ύστερα
από πολλή σκέψη κι έσυρε το λάστιχο να ποτίσει την
κυδωνιά. Πέτρα, θ' αργήσεις απόψε;
- Ναι. Θέλεις τίποτα;
- Όχι παιδί μου, έτσι ρωτάω.
«Να σε δω θέλω!» σκέφτηκε. Μα πού να το πει... «Να σε
χορτάσω. Να φάμε μαζί, να τριφτούμε, να μιλήσουμε σαν
οικογένεια, σαν άνθρωποι...» Μα πού να το πει... Αναστέναξε μόνο κι έκλεισε τη βρύση.
- Έρημα σκοτάδια..., ψιθύρισε.
- Τι μουρμουράς, καλέ;
232

ΑΜΑΝ... ΑΜΑΝ!

- Τίποτα, παιδί μου. Αυτή η βρύση, λέω, στάζει. Χάλασε
φαίνεται.
- Φωφώ, είδα ένα κακό όνειρο απόψε...
- Ας έτρωγες ακόμη μια μερίδα κοκκινιστό, συλλάβησε η
Φωφώ που μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και προσπαθούσε να ξεθάψει τη φωνή της απ' αυτό τον ατέλειωτο βήχα
που τη βασάνιζε τα πρωινά.
- Είδα πως καιγότανε λέει το σπίτι μου κι εκεί, ανάμεσα
στις φλόγες, καθότανε η μάνα μου, αδύνατη σαν σκιάχτρο,
κι έκλαιγε. «Ούι ούι!» μου φώναζε. «Έλα γρήγορα! Έλα να
με πάρεις από 'δω! Δε βλέπεις πως καίγομαι;» Φορούσε
κόκκινο μαντίλι κι είχε στο στήθος της ένα μεγάλο χρυσό
σταυρό.
- Μμμ! μούγκρισε μέσα στο βήχα της η Φωφώ. Τρου
λαχτάρα! Θα 'ναι στα τελευταία της. Πήγαινε, ρε κωλόπαιδο, να τη δεις. Δεν ντρέπεσαι;
- Ξέρεις πόσες φορές έπνιξα μέσα μου την επιθυμία να τη
δω; Κάτι κακό θα της έχει συμβεί, ε;
- Το όνειρο έτσι εξηγιέται. Κάνε ό,τι θέλεις και παράτα
με. Θυμήθηκες να φέρεις καφέ;
- ...Λες να πάω σήμερα;
- Καφέ λέω, πήρες;
- Πήρα, γαμώ το μου. Απάντησέ μου σ' αυτό που σ'
αρωτάω.
- Να πας! Γιατί αν πεθάνει και δεν τη δεις, θα το 'χεις
βάρος στη συνείδησή σου. Έτσι την πάτησα εγώ. Μμμ,
ξεθυμασμένο καφέ σου δώσανε. Δε μοσκοβολάει. Και τι
μοσκοβολάει σήμερα; Ούτε το ψωμί ούτε ο καφές ούτε
τίποτα. Όλα ξεθυμάνανε πια. Εμένα που λες, με ειδοποίησαν
233

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

πως ξεψυχούσε η μάνα μου, αλλά εκείνη την ημέρα ήμουνα
καλεσμένη κάπου και είπα άσ' το, θα τη σκαπουλάρει πάλι
η γριά, πηγαίνω αργότερα. Αυτή όμως δεν τη σκαπούλαρε.
Πέθανε με το παράπονο στα χείλη που δεν ήμουν πλάι της.
Σκατά! Τρου λαχτάρα! Αρχίσαμε πάλι τις αναθυμιάσεις.
(Αναθυμιάσεις έλεγε πάντα η Φωφώ τις αναμνήσεις.) Τα
σιχαίνομαι αυτά. Κείνο που θέλω να σου πω είναι να ξεκουμπιστείς και να πας να τη δεις. Εγώ γέρασα, κι ακόμα κλαίω
πολλές φορές για τη μανούλα μου. Κι όχι γιατί πέθανε, γρια
ήταν τι θα 'κανε, αλλά γιατί δεν πρόφτασα να της πω ένα
γεια. Ένα γαμημένο γεια, ρε! Τι ψυχή είχε, και της το
στέρησα! Αντε. Πλύσου, ντύσου και ξεκίνα. Αφησέ μου
μόνο τίποτις φραγκάκια, για κανένα λικεράκι. (Λικεράκι
έλεγε τη μαύρη της.) Και πού είσαι... Επειδή η Φωφώ είναι
μεγάλη προφήτισσα, ένα σου λέω: Αν αποφασίσεις να μείνεις εκεί πέρα, με τις υγείες σου. Για μένα καλύτερα. Εγώ
βάρος σε είχα εδώ. Εμπόδιο μου στάθηκες και στη δουλειά
μου, αλλά και στα σχέδιά μου. Γιατί, αν δεν ήσουν εσύ, εγώ
θα είχα πάει τώρα στην κόρη μου και στους συγγενείς μου.
Ύστερα μπήκε στον καμπινέ κι έβηχε... Έβηχε πολλή
ώρα, ασταμάτητα, σαν νά 'θελε να κουκουλώσει μέσα στο
βήχα και στα φλέματα την πίκρα πως μπορεί να 'χανε τον
Σέβη.
- Και τι νόμισες, κωλόπαιδο; είπε αργότερα κι έβαλε
πάλι το μπρίκι για καφέ. Πως έχω την ανάγκη σου; Τρου
λαχτάρα! Η Φωφώ δεν έχει πίστη, ρε! Δε φωλιάζει! Δεν
κρεμιέται στ' αρχίδια κανενός!
- Τι γκρινιάζεις, καλέ; Εδώ είμαι. Έφυγα; Πιες μια κουταλιά σιρόπι να σου περάσει ο βήχας. Αν δεν κόψεις το
κωλοτσίγαρο, θα μείνεις καμιά φορά εκεί που βήχεις.
234

. όπως έδωσα και σε τόσους άλλους. Τι σου είμαι. Εγώ κανένα δεν αγαπάω εξόν από την Καλίνα μου. ΑΜΑΝ! .Θα πάω να δω τη μάνα μου. Σκατά στα μούτρα τους ολονών! Κι έβηχε. Έτσι δε με συμβουλεύεις. Νόμιζες πως θα σπάσουν τα πνευμόνια της. 235 .. Γιατί παίζεις τώρα αυτό το θέατρο. εδώ θα γυρίσω πάλι. Αν υπάρχει ανάγκη να μείνω. Θα το κλείσω το ρημάδι.. Αλλιώς. Και κανένας δε μ' αγαπάει εξόν απ' αυτή. Έβηχε ασταμάτητα. Ξέρω πως μ' αγαπάς. . θα το κλείσω το μέγαρο.Να μη γυρίσεις.. Αδερφή σου. πως θα σταματήσει η αναπνοή της. Κι εγώ δε σ' αγαπάω. έμοιαζε σαν να τα τραβούσε μια μια λέξη με σκοινί από βαθύ πηγάδι.. Άντε στα τσακίδια τώρα από 'δω! Θέλω να μαζέψω τα πράματά μου. Μάνα σου είμαι.. Σου είπα. Εσύ δε με στέλνεις. .ΑΜΑΝ. ρε! Σε νοιάζει. Δεν μπορώ να το κρατάω για να κοιμάται η αφεντιά σου! Να πας από 'κει που ξεκίνησες. Τι είσαι 'συ.Να μείνω. Και όλα αυτά που έλεγε. θα μείνω. Γκόμενά σου. Ένας αληταράς που του 'δωσα άσυλο.

Το μάτι του έπεσε στο χάλκινο πόμολο της πόρτας. Έλα μέσα να σου κάνω καφέ.. κατάλαβε αμέσως πως ήταν ακατοίκητο. . Προσπάθησε ν' ανοίξει την καγκελόπορτα. Πω πω χαρά που θα κάνει η Πέτρα όταν σε δει! 236 . Ήταν κλειδωμένη. «Πέθαναν όλοι». «Όχι. Καμιά καρέκλα στην αυλή.. θα το περάσω.Σέβη!! Δεν είναι δυνατόν! Τσίμπα με να δω πως είμαι ξύπνια! . Ή δεν έπρεπε να 'ρθω ποτέ! Τι μαλακία είν' αυτή που με δέρνει! Τώρα. Όταν έφτασε έξω από το σπίτι. λυγερός.Στη δουλειά της. Εργάζεται σ' ένα τεχνικό γραφείο. σκέφτηκε. Τα λουλούδια μισόξερα.» Έφυγε τρεχάτος και χτύπησε στο σπίτι της Πέτρας. τ' αγιοκλήματα στο φράχτη νυσταγμένα. . έμοιαζε μ' ένα μαύρο φτερό που κάνει τσαχπινιές στον ήλιο για να τον ξελογιάσει. Έτσι του φάνηκε.Φορούσε μαύρη μπλούζα. μπήκα στο λούκι. Δε γίνεται αλλιώς. Ψηλός. Σαν να 'χε ξεχάσει ο θάνατος κρεμασμένο απάνω το σακάκι του. Έλα να τα πούμε. τζιν τριμμένο παντελόνι. Ήταν όμορφος. γαμώ την τύχη μου! Έπρεπε να 'χω έρθει πιο μπροστά. μια σειρά χάντρες στο λαιμό κι είχε δεμένα τα μαλλιά του αλογοουρά.Πού είναι η Πέτρα.

«Τρου λαχτάρα!» έκανε να πει . Θα 'ρθω οπωσδήποτε. Σήμερα το πρωί ήρθα. .. πέθαναν όλοι. Έφυγε κι αυτός στην Αμερική.. τι της είστε. Δεν καταλαβαίνει τίποτα. . ..Πού είναι η μάνα μου.Όχι όλοι.Έλειπα στο εξωτερικό. Η Πέτρα θα σε περιμένει.Γιος της! Οι δύο νοσοκόμες κοιτάχτηκαν περίεργα σαν να 'λεγαν: «Τώρα ξεφύτρωσε ο γιος. . Κι ο Λέος πρέπει να ζει. Να ξανάρθεις από 'δω. .μόλις που κρατήθηκε. κύριε Πάρδο.Θα 'ρθω να πεις στην Πέτρα.ΑΜΑΝ. .» Ο Σέβης κατάλαβε.Δε θα τελειώσεις τον καφέ σου..Από τότε που πέθανε η Σιδερία. . Έχει πάθει μαλάκυνση. ... . Άνοιγε το στόμα του να ρωτήσει κι έτρεμε. . Η μάνα σου ζει..Τη Δαμασκηνή Πάρδου. φρόντισε η νονά σου και τη βάλαμε στο Άσυλο Ανιάτων.. . . Είναι πολύ άσχημα η μητέρα σας. Σέβη μου! Άργησες. αγόρι μου! Πού ήσουν τόσο καιρό. . Χρόνια τώρα δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Τα χέρια του ήταν παγωμένα. .Άργησες.Συγνώμη. Με το ζόρι κρατούσε τα δόντια του να μη χτυπάνε από την ταραχή.Προφτάσατε. Το κρεβάτι της Δαμάσκας ήταν σ' ένα μεγάλο θάλαμο 237 . ΑΜΑΝ! Μπήκε στο σαλόνι κι άδειασε το κορμί του σε μια πολυθρόνα.Ποια είπατε. αλλά είναι στο τέλος της.Πέ.Γιος της..

..Μάνα! . ..Μάνα. που πάνω τους σάλευαν κάτι περίεργα.Λέ-ο μω-ρό μου. ανθρωποειδή πλάσματα.Έλα καλέ... εδώ είμαι! Μη φοβάσαι! . Έβγαινε η φωνή από μέσα της και ψοφούσε πάνω στα χείλια της. .Μάνα! Η Δαμάσκα προσπάθησε με κόπο ν' ανοίξει τα μάτια της.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ μαζί με οχτώ άλλα κρεβάτια.Έχει πολύ πυρετό.Λέ-ο μου.Μάνα! Μάνα! Εγώ είμαι! Με γνωρίζεις. . . μουρμούριζε με κόπο η Δαμάσκα. Άνοιξε τα μάτια σου να τον δεις. . του είπε η νοσοκόμα. Κρατήσου σε παρακαλώ! . Καθίστε μαζί της. Θα γίνεις καλά.Ο Σέβης είμαι. Την τρίτη μέρα το πρωί. Δύο μέρες και δύο νύχτες ο Σέβης καθότανε δίπλα στη Δαμάσκα και της κρατούσε το χέρι. 238 .. Δε θ' αντέξει είπαν οι γιατροί.Μην την κουράζετε.. Λίγο πιο μπροστά είχε ανοίξει λίγο τα μάτια της και σαν να αναδεύτηκε στα χείλια της μια σκιά χαμόγελου. . Κάνε κουράγιο μάνα.Κρατήσου. τελείωσε στην αγκαλιά του. Είναι η τρίτη φορά που παθαίνει πνευμονία. Ο γιος σου ήρθε. αλλά μην την κουράζετε. Ο Σέβης την αγκάλιασε και τη φιλούσε στο μέτωπο.Λέ-ο μου. .. . μάνα! Κρατήσου! Είμαι κοντά σου! Μη φοβάσαι! .

Εδώ είναι το σπίτι μου. Και ξαφνικά. Σέβη. Θυμάμαι μικρός που παρακολουθούσα τον πατέρα μου. Ήμουν ένα κομμάτι από την ψυχή της. Εκείνη τη στιγμή. Έχεις προσέξει... και με ξέχασες τόσα χρόνια.. Η Πέτρα χοροπηδούσε και χτυπούσε παλαμάκια. είμαι σίγουρος πως με γνώρισε.. Έκλεισε. Ήτανε σαν να μου χάρισε την τελευταία σταγόνα της αγάπης της. ηρέμησα. είναι προέκτασή του. Ως τότε με βασάνιζε φριχτά αυτή η εκκρεμότητα. έλεγε αργότερα της Πέτρας. ρε συ. Το 'νιωθα να βγαίνει αυτό τελεσίδικα από μέσα μου. Μόνο που το κατάλαβα αργά. . αλλά θα μείνω.. πώς μπολιάζουν τα δέντρα. Όλες τις άλλες ημέρες νόμιζε πως ήμουν ο Λέος. . Δε μου είναι εύκολο.. 239 . ΑΜΑΝ! . πώς μπόρεσες. Σαν να μου λείπανε τα πόδια για να σταθώ σ' αυτόν το κόσμο. Το βλαστάρι αυτό ανήκει στο δέντρο. .Δε σε ξέχασα.Ζήτω! Ζήτω!. Η τρικυμία που είχα μέσα μου ξανάγινε γαλήνη. σου λέω. Από 'κει μεγαλώνει ένα καινούργιο βλαστάρι. Ήταν εκείνο το μισάνοιχτο βλέμμα της πριν ξεψυχήσει που γέμισε γλύκα την ψυχή μου. Γιατί μ' άφησες απ' έξω.. Πέτρα. ένιωσα μέσα μου να κλείνει κι ένας μεγάλος λογαριασμός.Γιατί δεν ήρθες να με βρεις σ' όλα τα δύσκολα που πέρασες. Πεντέξ. Κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει.Ναι. Ρε συ. Χαράζουν τον κορμό του παλιού δέντρου σε σχήμα ταφ. .ΑΜΑΝ. χώνουν μέσα το μπόλι και το δένουν σφιχτά με χόρτο. ο λογαριασμός. Τρέφεται με τους χυμούς του. Ήταν η μάνα μου. Τις καταλαβαίνουν μόνο τα μεγάλα παιδιά. Θα μείνεις εδώ τώρα.Την ώρα που της έκλεινα τα μάτια.. Εγώ είμαι βλαστάρι της Δαμάσκας. .Αυτές είναι άγριες ιστορίες. γαμώ το! Τόσο αργά.

.. Σ' όλη μου τη ζωή ήμουν ένας ναυαγός. . .Αμέ. Το μόνο που προσπαθούσα να ξεχωρίζω πάντα. Ένα κλειστό κουτάκι στην ψυχή μου όπου φύλαγα το διαμάντι μου. Μαλάκα. .Τι να βάζεις.Αρχίσαμε. Μπορούμε να συνεχίσουμε την κουβέντα μας από 'κει που την είχαμε αφήσει. . ..Αντε στο διάολο . Φύγαμε..Θα 'ρθεις να με βοηθήσεις να συμμαζέψουμε το σπίτι. καλέ. Πρόσεξε: Όχι τουρίστας. Εκδρομέας! Έτσι θα 'σαι πάντα. Πεντέξ.έτσι. Τ' αφήνω ως έχουν. ήταν μια σανίδα για να μη βουλιάξω. Τα όνειρά μου.Σε κρατούσα μέσα μου. για να ξέρεις. Μ' ένα δύο ανθρώπους μπορεί κανείς να αιστάνεται έτσι. . Για να μη χάσουν τη γεύση τους. . Κι 240 .Θα σου πλέξω μια καλαθούνα να μαζεύεις μέσα τα όνειρά σου. Τα ραπτικά σου. τα ξερογλείφω λίγο κι ύστερα τα χαρίζω στ' αστέρια. Βλέπεις κατεβασμένη τη σκάλα του πλοίου και ορμάς. Τα φτιάχνω για το κέφι μου.. δε χωράνε στις καλαθούνες σου. νιώθω σαν να μην είχαμε χαθεί ποτέ. Να 'ξερες πόσο σ' αγαπώ. δεν τα εξαργυρώνω ποτέ. . Μη με ρωτάς γιατί δεν ήρθα να σε βρω. Στο παντού. .. Και συ θα μου πλέξεις ένα καλαθάκι.Δεν είσαι ναυαγός. Ξέρεις πόσο σημαντικό ειν' αυτό. λες. Μια ύπαρξη χυμαδούρα στους αιθέρες. Πότε πότε λες και κάτι ουσιαστικό.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Πού πάμε. Καμιά σχέση. Πεντέξ..Άι πήδα μωρή. Θέ μου! Τα όνειρά μου ηλίθιε. Ένας εκδρομέας είσαι.Να και μια ενδιαφέρουσα προτροπή. Τώρα που σε βρήκα.Κατάλαβα. Μην το γυρίζεις στο μελό. Αδιάφορο.

ΑΜΑΝ. μπορεί να χάνω και τ' αβγά και τα καλάθια που λένε. που είμαστε λίγο. Ακόμα έχεις τέτοιους προβληματισμούς.. Φρουρώ τα πέντε πράγματά μου. αλλά έχω μέσα μου πέντε πράματα που δεν τα βάζω υποθήκη. αυτή η στάση δε βολεύει καθόλου την πιάτσα. αρκετοί. τον έχω εφτά φορές χεσμένο. Ακου να σου πω.Όποιος μεγάλωσε. που έλεγε κι η μάνα μου. ή έστω αν ήταν οι περισσότεροι. . Το παιχνίδι παίζεται απέναντι. τότε θα πήγαινε κατά διαβόλου το οικοδόμημα που έχουν στήσει οι ανθρωπορουφήχτρες.. φίλε. αγόρι μου! Κοψ' τη μαλακία.. Εμείς τρέχουμε ως αερικά και κυνηγάμε τον ίσκιο μας. Αυτοί τρέχουν ως ξόανα και κυνηγιούνται. Δεν πληρώνουμε το φόρο μας για τις επιλογές μας. Θα πάψεις ποτέ. . αλλά δε μας αφορά. ρε. . Αν ήταν όλοι σαν εμάς.. Και περπάτησαν μαζί λίγες στιγμές σε κείνα τα όνειρα που δεν εξαργυρώνονται για να μη χάσουν τη γεύση τους. εγώ και κάμποσοι άλλοι. γιατί έτσι μας αρέσει. είμαστε από 'δω μεριά. Δεν είμαστε εντάξει.. κι έπαψε να είναι μέσα του παιδί. .. .Τι θα γίνει με μας. Υπάρχει διαφορά επί της ουσίας. ΑΜΑΝ! ύστερα λες για μένα. Μπορεί πότε πότε να μπερδεύομαι. να είσαι παιδί. Μεγάλωσες. Αγκαλιάστηκαν και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Γι' αυτό κάθομαι ξεκομμένη από το πλήθος. μη νομίζεις. αυτό που τους απασχολεί είναι ποιος θα προλάβει να χώσει του άλλου την τρικλοποδιά. Ούι ουι. της είπε ο Σέβης και της σήκωσε τα μαλλιά από το πρόσωπο. Με 241 .Πώς θα το παλέψουμε λέω το ζήτημα. μωρή. όπως καταλαβαίνεις. δεν τα διαπραγματεύομαι. Εσύ. εκτός. Τώρα βέβαια.Τι υπαινίσσεσαι.Δεν είναι καλά.

Να παίζουμε το δικό μας παιχνίδι. αλλά όχι μακριά από τους άλλους. 242 .Κι εμένα τι με νοιάζει. . Εγώ δεν το ψάχνω πια. Ευλογημένο να 'ναι το γκέτο μας! Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες χωρίς καλά καλά να το πάρει είδηση. . .ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ λίγα λόγια και χωρίς συναισθηματισμούς. .. Σε νιώθω. Σε στέργω. Αυτό είν' όλο. Σε χαϊδεύω. Να φάει όποιος θέλει μόνος του τα συκώτια του και να φτάσει εκεί που έφτασα κι εγώ. Μ' αγαπάς. δε μας βγάζουν ποτέ χαρτί. Τόσα ρήματα κατάδικά μας. Εγώ στρίβω. Δε σηκώνεται κάποιος από την ωραία του βολή. Έτσι γίνονται αυτά. ρε! Να τα κλίνουμε μια ζωή. και το διασκεδάζω.. αυτό. Ζω αυτό που είμαι. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να 'μαστε μαζί. Με χαϊδεύεις.Μη χέσω! Έχουμε τα δικά μας αγαθά. φίλε. για να παρασταίνει στα βουνά το μοναχικό λύκο. Με νιώθεις. αρνιόμαστε να παίξουμε στην πράσινη τσόχα τους. Χαζός είσαι. Δε θέλω τα δικά τους τα χαρμάνια.Δε γίνεται. Θέλεις άλλες αγαθούκλες απ' αυτές. εγώ φουμάρω. έπαψε προ πολλού να μ' απασχολεί. Αυτό δεν είναι καλό. . Έτσι θα μάθουν κάτι κι αυτοί. Αφήνω τους άλλους να με ψάχνουν. Άρα μένουμε τελείως απέξω.Πρέπει να 'χεις παλούκι στον κώλο για να φτάσεις εκεί.Δημιουργούμε ένα γκέτο έτσι. Εγώ δε γίνομαι ούτε δάσκαλος ούτε ιεραπόστολος. Με στέργεις.Έτσι όμως. γιατί δεν καταδεχόμαστε να κρύψουμε άσους στο μανίκι μας. άρα δεν απολαμβάνουμε τα αγαθά. Σε πονώ. Με πονάς. Σε ποιον αρέσουμε και σε ποιον δεν αρέσουμε. Σ' αγαπώ. Φουμάρω τον δικό μου καπνό. Αυτοί είναι δρόμοι της πίκρας. . Μου κάνουν φλέματα στην ψυχή.

. Όχι. Κι είπα. εκεί που κανείς δε μου παραχωρούσε μια σπιθαμή γης...Θέλω πάλι να πετάξω. Τώρα μου 'ρθε που μ' έφτιαξες και μου φούσκωσες τα μυαλά με τις κουβέντες σου. Προχώρα.Ωχ! Μπαίνουμε στις ονειρώξεις. Τα πράγματα είναι πιο δύσκολα γιατί κουβαλάω μια διαφορετικότητα. Βλέπεις εμένα. μέχρι που έβλεπαν τ' απάνω κάτω. Ευσέβιε! . Ξέρεις τι πάει να πει αυτό. καν' τηνα. αυτοί είναι που θα σ' τη φέρουν χειρότερα. .. . γαμώ το! Εγώ δεν μπορώ να μη νοιάζομαι για τους άλλους. Κερνάω. Λέγε. Η Πέτρα. είναι μάταιο να προσπαθήσεις να τους πείσεις. δεν υπάρχει δεδικασμένο. φιλάρα! Να δίνεσαι. αλλά από άλλους δρόμους. Σ' όποιον αρέσω. Έσκαψα με τα δόντια μου και φυτεύτηκα.. η λάθος από γεννησιμιού μου. Να ξαναγίνω πρωταθλητής.Είσαι απόλυτη. Ξέρεις τι σκέφτηκα. Αμα κεφάρεις. Μην αναλώνεσαι.ΑΜΑΝ. . Μονάχη εγώ. Μόνη εγώ κι όλοι οι άλλοι εναντίον μου.Ναστράβα.Το μόνο που κερδίζεις. Πέτρα! Απόψε θέλω να φτύσω όλα τα κουκούτσια της ψυχής μου. . Και τα κατάφερα. ρε πούστηδες! Δε θα πέσω στο λάκκο που μου ετοιμάσατε! Είμ' εγώ. Αυτό έκανες βέβαια κι εσύ.Εβίβα. Αυτοί που δεν μπορούν να σ' ακολουθήσουν. μανάρι μου.. έπρεπε να βρω ένα μονοπάτι να πορευτώ. και μη φλυαρείς.Και δεν πετάς. όχι. . 243 . Πήγαν σ' ένα μπαράκι κι ήπιαν τόσο. ΑΜΑΝ! . Δεν υπάρχει έλεος για μένα. η στραβιά....Πάμε να πιούμε. είναι να κάνεις άσκοπους σταθμούς. . αλλά να μη σκορπιέσαι. Κι αν υποκριθούν μια στιγμή πως σε κατάλαβαν. ε. .

. . Στο είναι μας.. . . Θέλω να πετάξω.Στην αγάπη μας. φίλε. .. Πού ταξιδεύεις.Στις λιακάδες των ονείρων μας.Στις ραγισματιές της ψυχής μας.Τώρα εμείς. ρε. χτυπούσαν τα ποτήρια τους. Αυτή τη φορά δε θα με βγάλεις απέξω. .Σ' αυτό που σου είπα πριν. Εδώ είμαι.Όχι.Ει.. . .τι πεις. Δεν είμαι έτοιμος.. . . ηλίθιε! .. Ποιοι είμαστε.Στα ταξίδια μας.Στην πολύτιμη προσωπική μας μαλακία. Γελούσαν δυνατά.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Όχι ακόμα όμως. φιλάρα! . Και δ ω σ ' του πάλι τ' αγκαλιάσματα και τα γέλια κι οι εβίβες. Πρέπει να βρω χρήματα ν' αγοράσω τα εξαρτήματα. Βίρα τις άγκυρες! Μη χασομεράς.Γεια σου.Στα ντέρτια μας.Γεια σου και σένα! Στη φιλία μας! . υποθέτω..Στον ίσκιο μας... 244 . Σε ποιον άλλον. να πούμε. Στην ύπαρξή μας.Ό. δάκρυζαν.. Σε ποιον τις κάνουμε.Του 'χεις εμπιστοσύνη πως δε θα μας τη φέρει κι αυτός κάποτε.. στον ίσκιο μας. Γιατί κάνουμε αυτές τις κόντρες. Τον ίσκιο τον έχουμε αφήσει απέξω να κρατάει τσίλιες. . Θα τσοντάρω κι εγώ. αγκαλιάζονταν.

. Είναι λίγο μεταχειρισμένα αλλά σε πολύ καλή τιμή. Θέλεις να σου μιλήσω για τις πεταλούδες.Σκάσε και προχώρα.. .Όχι.Τι μελετάς... πάλι.Ως το τέλος του μήνα. Κάπου κάπου.. . . Μπορούμε τώρα να μαλακιστούμε εν πλήρει ανέσει. Τα περισσότερα βράδια κλεινότανε μέσα και διάβαζε.Καλά πάνε.. 245 . για ν' αγοράσουμε γρήγορα τα φτερά. Κι αν βγαίνει κατιτίς από 'κει.. .. Ο Σέβης ζούσε στο πατρικό του. . Μίλησέ μου για τις πεταλούδες.Ποιο τέλος του μήνα. . τα 'χω παίξει σου λέω. έπλεκε καλάθια και καλλιεργούσε στον κήπο λαχανικά που τα πουλούσε σ' έναν πάγκο στον κεντρικό δρόμο.Κατ' αρχάς θέλω να μου πεις πώς πάνε οι οικολογικές σου καλλιέργειες. Βρήκα κάποιον στη Λέσχη που πουλάει τα φτερά του. έβγαιναν έξω με την Πέτρα και τα 'πιναν. ρε. Πέτρα. . Θα σου συμπληρώσω εγώ.Πέρασε κάμποσος καιρός. Δεν δέχομαι.Πότε τ' αποκτάμε. .Μελετώ τα λεπιδόπτερα! Καλά. Μετά θα το ρίξουμε στη μαλακία. Την άλλη εβδομάδα. .

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ . Διπλευρικά γυνανδρόμορφα ονομάζονται.Τι σε νοιάζει. Άκου ονόματα. Το ξέρεις πως έχουν μάτια και στα φτερά. φίλε.Τελμπεχανάς κι αυτός σαν εσένα. γιατί μπορούν να βλέπουν μερικά σχέδια μυστικά πάνω τους που το ανθρώπινο μάτι δεν μπορεί να τα διακρίνει. Πολλές απ' αυτές είναι ερμαφρόδιτες..Στα βιβλία τα βρήκα. Και μη χειρότερα. . ε. πού τα βρήκες.. Δεν τρελαίνεσαι. . Αρκετά έχω στο κεφάλι μου. Του συλλόγου. Δαναΐς η Χρυσίπους! Η νύμφη με τα χρυσά πόδια.. Ύστερα θα μαζέψω όλα τα είδη και θα κάνω μια συλλογή. Σατούρνια. .Μπα σε καλό μου! Με βλέπω την άνοιξη με μιαν απόχη να τριγυρνώ στα οικόπεδα. παίζει ο ήλιος μαζί τους. Γνωρίζονται μεταξύ τους.. . . Δεν παίζει μόνο με τις πεταλούδες σου. ηλίθιε! Μ' όλη τη φύση παίζει.. Θα διαβάσω τα πάντα για τις πεταλούδες.Τίποτα δεν είναι ομορφότερο στη φύση από τις πεταλούδες. Χριστέ μου! .Καλέ..Δαναΐς η Χρυσίπους. . Τι περιμένεις. . με τα λέπιδα ασχολείται. . Εσπερία.Ξέρεις.Τι λες παιδάκι μου! Δικές μας δηλαδή. Ζέφυρος της Συμίδας. . Άκου κι άλλα. Τα ωραιότερα χρώματα στα φτερά τους δημιουργούνται από πολύπλοκα οπτικά φαινόμενα που οφείλονται στις διαθλάσεις και στις αντανακλάσεις του ηλιακού φωτός πάνω στα λέπιδα.. Η πεταλούδα με το θυρεό της χελώνας. Πώς την είπες αυτή με τα χρυσά πόδια. να πορωθείς. Κοινώς.Αυτή! Αυτή γουστάρω εγώ. μη με παραμυθιάζεις. Γαλάζιος Άδωνις. Αγλαΐς. Και βλέπω πάνω 246 .Λοιπόν. Σέβη σταμάτα.. Τελιγόνη. αγοράκι μου. Εγώ είμαι δίπλα σου.

.. Και σκούρος μοβ.Πέτρα.. Προς το μολυβί. Το βυσσινί της πίκρας... από το χρώμα της ψυχής μου. Προς το μολυβί. Σέρτικος και γλυκόπιοτος. αλλά όχι ακριβώς αυτό.... Πρέπει να πετάξω.Γαλαζοπράσινο...Όχι όχι..Ούτε.ΑΜΑΝ. Νοέμβρης. . Έτσι σ' αναγνωρίζω..Ένα βαθύ μοβ. Προς το μολυβί! Αμάν αμάν καρδούλα μου! Τ αγκάθια που σε ρήμαξαν. φορτωμένα δειλινό.. Κάτι μεγάλα δέντρα.. αλλά δεν μπορώ να το καθορίσω. ήταν αυτά που προσπάθησες να τους μάθεις να διακρίνουν τα χρώματα πάνω στα φτερά σου.. . . Μπορείς να μου πεις. Το σταχτί της ερημιάς.. που οι άλλοι δεν μπορούν να δουν με τα μάτια τους. .... .. ..Ίσως. Το χρυσαφί του χαμόγελου. Σέρτικος που είναι ο κόσμος...Σκούρο γαλάζιο ίσως. Το τριανταφυλλί του έρωτα.Θέλεις να πεις. Τελικά. τι χρώμα έχει τ' όνειρό σου..Όχι! Το βλέπω καθαρά μέσα μου αυτό το χρώμα. αυτό είναι πάντα το μεγάλο μου όνειρο. Ένα βαθύ μοβ... 247 ... δε γίνεται αλλιώς. ΑΜΑΝ! σου τα χρώματα. . .. Οι οξιές στο Νυμφαίο ήταν πάλι χρυσοκόκκινες. Κάτι παρόμοιο. Το γαλάζιο των ματιών εκείνης της βαρκάρισσας στη Μεγάλη Πρέσπα.. . βρε καρδούλα μου..... Το σμαραγδί του ονείρου..Και. .

. Όταν θα γυρίσουμε στην Αθήνα θα διαβάσω και θα σου πω. φιλάρα. .Δε θυμάμαι. Δε θέλω να με βάλεις στο παιχνίδι.Ασφαλώς. . θηλυκό κι αρσενικό μαζί. . Μόνο από 'κει μπορώ να στείλω χαιρετίσματα στον Ναζή.Εμένα τι θα μου στείλεις...Προσπαθώ να θυμηθώ πώς τη λένε εκείνη την πεταλούδα που τα πόδια της είναι χρυσαφιά και τα φτερά της έχουν καφετιές μεγάλες βούλες. . να μου λείπει! Εγώ είμαι ένας απλός θεατής της ψωνάρας σου.Όχι.. Μόνο όταν βρεθώ εκεί θα σβήσουν όλες οι άσκημες ημέρες που έζησα. ονειρεύονταν. Είναι κι αυτή όπως κάτι άλλες που μου 'λεγες. ..Τι σκέφτεσαι. Όπως τώρα τα δικά σου.Λες να τα καταφέρω. Ο Σέβης είχε πάρει μαζί του και την Πέτρα. ρε. Χαμογέλασε ο Σέβης. Κάτω οι λίμνες. 248 . μωρό μου. . η Ζάζαρη κι η Ρακίτας.. Θα σου βρω και μια.Κοίτα. Γιατί είσαι τόσο ωχρός.. .Μπράβο! Δαναΐς η Χρυσίπους! Πανέμορφο όνομα. να σου την κάνω δώρο.Όχι και φοβάμαι. .. . ηλίθιε! Αφού εκεί πάνω είναι ο δικός σου βιότοπος.Φοβάσαι. όχι. . Περίμεναν να φυσήξει το αεράκι για να ξεκινήσουν.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ Οι «αϊτοί» είχαν φτάσει στην κορφή του βουνού από νωρίς κι ετοιμαζόντανε για το πρωτάθλημα. .Δαναΐς η Χρυσίπους. Πέτρα..

σαν αστέρι που χύνεται μια καλοκαιριάτικη νύχτα.ΑΜΑΝ. . 3. Σέβη. Σέβη! Μ' ακούς. Ρισκάρει πάντα. Σέβη! Σέβη! . μόλις τέλειωσαν οι στροφές. γύρνα αμέσως στον τόπο προσγειώσεως! Μ' ακούς.5.Γιατί δεν ακούει. Είναι ο παλιότερος. ..Έχει πείρα. Ρισκάρει πολύ. Άπλωσε τα φτερά του και ανέβηκε στον ουρανό.Ή τρελάθηκε ο μαλάκας.. Έχει πείρα. «Αγόρι μου! Πόσο σ' αγαπώ!» Κι έπινε συνέχεια νερό από ένα θερμός που κρατούσε γιατί νόμιζε πως κάθε στιγμή θα λιποθυμήσει. η Πέτρα άνοιξε μια στιγμή τα μάτια της και κοίταξε τα νερά της Ρακίτας. Δεν τον διακρίνω πουθενά! έλεγε η Πέτρα κι έπινε νερό. είπε ο εκπαιδευτής. . 4...Γεια. 1. Γύρνα αμέσως! Μ' ακούς.. Κάτι γκρίζες αγριόπαπιες σηκώθηκαν σμάρι από τη λίμνη.. . ΑΜΑΝ! . ένα πελώριο φιλί. Πεντέξ! Γειαααα! «Αγόρι μου!» μουρμούριζε. φύγε! φώναξε δυνατά ο εκπαιδευτής.. Όπως έτρεχαν με το αυτοκίνητο και κατέβαιναν από το βουνό. 2..Θα σου στείλω. Και πέταξαν τρομαγμένες προς τη στεριά. Έτσι έκανε και στις δοκιμές. γαμώ το Χριστό μου.Σέβη! Σέβη! Ο Σέβης άρχισε να πέφτει γρήγορα προς τη μεριά της Ρακίτας. «Θε 249 . αλλά δεν υπακούει. ή έχει πάθει ζημιά! Δεν έχει κανέναν έλεγχο.Πεντέξ! Πεντέξ! Σε φωνάζουν! Τρέχα! . Σέβη. Φρρρρστ! Κι έφυγε ο Σέβης. .

. Ύστερα το πήρε και το κύλησε στα σκίνα και στις μυρτιές. 250 . Το αεράκι κρατούσε στη χούφτα του ένα φιλί κι έτρεχε σαν παλαβό στις πλαγιές του Νυμφαίου.» Νοέμβρης. χρυσαφί φιλί. Και το ξαναπήρε και το 'κρυψε μέσα στο δάκρυ ενός νάρκισσου.. «Είναι βαθύ μοβ! Βαθύ μοβ... Ανέβηκε ψηλά και το κρέμασε στα κίτρινα φύλλα μιας οξιάς.ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ μου!» σκέφτηκε. Προς το μολυβί. Ένα πελώριο.

Δ. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ . & Γ. ΣΙΤΑΡΑ Η ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΑΚΗ ΜΠΑΣΤΑ Η ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΛΕΝΤΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΛΛΥ ΜΑΤΑΘΙΑ-ΚΟΒΟ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 1995 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΛΕΝΤΗΣ . Η ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Χ.. ΑΜΑΝ! ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ LΕGΑΤΟ Ε.ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΛΚΥΟΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΑΜΑΝ..Ε.Π.

Ήταν η αγάπη της Δαμάσκας που άνοιγε τα μπουμπούκια της μπιγκόνιας. Και προς τι.. Ήταν η αναπνοή του Λέου που τρεμόπαιζε στα φτερά της άσπρης πεταλούδας και δεν την άφηνε να αποκοιμηθεί. γιατί φοβήθηκε τη σκιά της ερημιάς. Ήταν οι κόμποι από το φαρμάκι στην ψυχή της Σιδερίας που έσταζαν πάνω στα κυκλάμινα και τα ξέραιναν. .Ήταν η μικρή αράχνη που στήριζε μια μεταξωτή κλωστή σ' ένα φύλλο του γιασεμιού κι ύστερα κρεμότανε πάνω της και νανούριζε τους πόθους της. Ποιος μπορούσε να τα ξεχωρίσει.. Ήταν όλ' αυτά ανακατωμένα. Ήταν η ανόητη σαύρα που κρύφτηκε στη ρίζα του αλεξανδρινού. Ήταν ο αναστεναγμός από τον ξεσταχιασμένο έρωτα του Σούλια που έκανε τις πέτρινες βρύσες να ιδρώνουν. Ήταν η φτερούγα από τ' όνειρο του Σέβη που καρφώθηκε σαν το σουγιά σε μια γινωμένη ρόγα σταφυλιού.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful