ΠΡΟΣ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ

ΤΕΝΝΕΣΣΗ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ
ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Γουίλλυ (Κορίτσι)
Τομ (Αγόρι)

(Σιδηροδρομική γραμμή σ' ένα ύψωμα στα περίχωρα μιας μικρής πόλης του Μισσισσιππή. Ένα από
εκείνα τα μουντά, χειμωνιάτικα πρωινά που είναι σπάνια σ' αυτά τα μέρη. Ο αέρας υγρός και
παγωμένος. Πέρα από τις γραμμές του τρένου ένα μεγάλο, κίτρινο σπίτι που μοιάζει τραγικά
εγκαταλειμμένο. Κάποια από τα παράθυρα του πάνω ορόφου είναι καρφωμένα με σανίδες, και ένα
μέρος της στέγης έχει καταρρεύσει. Το τοπίο επίπεδο. Στο βάθος αριστερά, μια ταμπέλα, «ΤΖΙΝ
ΤΖΕΗΚ», μερικοί τηλεφωνικοί στύλοι και λίγα γυμνά δέντρα. Ο ουρανός γαλακτώδης. Κάθε τόσο
ακούγονται κοράκια να κρώζουν, σαν να σχίζεται βίαια ύφασμα. Η Γουίλλυ περπατάει με προσοχή
πάνω στη ράγα, ισορροπώντας με τα χέρια στην έκταση. Στο ένα χέρι κρατάει μια μπανάνα και στο
άλλο μια παλιά κούκλα με βρόμικα, ξανθά μαλλιά. Είναι αξιοπρόσεχτη φιγούρα, αδύνατη και
περίεργα ντυμένη. Φοράει μακρύ φόρεμα από μπλε βελούδο με βρόμικο, δαντελένιο γιακά και στρας.
Στα πόδια της, τσαλαπατημένα, ασημένια, παιδικά παπούτσια, στολισμένα με μεγάλες αγκράφες. Τα
μπράτσα και τα δάχτυλά της γεμάτα με αστραφτερά, ψεύτικα κοσμήματα. Στο παιδικό πρόσωπό της
έχει πασαλείψει ρουζ κι έχει βάψει απαίσια τα χείλη της. Είναι περίπου δεκατριών χρόνων και έχει
έντονη επάνω της την παιδικότητα και την αθωότητα, παρ' όλο το μακιγιάζ της. Γελάει συχνά και
δυνατά και μ' ένα είδος πρώιμης, τραγικής εγκατάλειψης. Το αγόρι, ο Τομ, στέκεται κάτω από το
ύψωμα και την κοιτάζει. Φοράει χοτλέ παντελόνι, μπλε πουκάμισο και από πάνω πουλόβερ. Στο χέρι
του κρατάει έναν κόκκινο χαρταετό με πολύχρωμη ουρά)
ΤΟΜ: Γεια σου. Πώς σε λένε;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Μη μου μιλάς - Θα πέσω. (Προχωρεί ταλαντευόμενη. Ο Τομ την κοιτάζει άφωνος και
γοητευμένος. Η Γουίλλυ ταλαντεύεται όλο και πιο πολύ. Μιλάει λαχανιασμένα) Κράτα μου -νά, την
κούκλα μου- σε παρακαλώ.
ΤΟΜ: (Ανεβαίνει στο ύψωμα) Δώσ' τη.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Δεν θέλω να-μου σπάσει-άμα πέσω. Λες να-τα καταφέρω-για πολλή-ώρα;
ΤΟΜ: A, μπα.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Τώρα-αρχίζω-να πέφτω! (Ο Τομ προσπαθεί να τη βοηθήσει) Όχι, μη μ' αγγίζεις! Δεν
κάνει-να-με βοηθήσεις. Πρέπει να-τα καταφέρω-μόνη μου! Ωχ, πέφτω! Δεν ξέρω τι έχω-πάθει.
Βλέπεις-το ντεπόζιτο εκεί-κάτω;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Από κει ξεκίνησα. Είναι το-πιο πολύ που έχω κάνει-χωρίς να πέσω ούτε μια φορά.
Θέλω να πω-αν καταφέρω-να φτάσω-ως εκείνο το-στύλο-του τηλεφώνου! Ωχ! Πέφτω! (Χάνει
εντελώς την ισορροπία της και κυλάει κάτω από το ύψωμα)
ΤΟΜ: (Τώρα στέκεται πιο ψηλά) Χτύπησες;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Έγδαρα λίγο το γόνατό μου. Καλά έκανα και δεν φόρεσα μεταξωτές κάλτσες!
ΤΟΜ: (Κατεβαίνει από το ύψωμα) Βάλε λίγο σάλιο. Για να σου περάσει το
τσούξιμο.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Εντάξει.

ΤΟM: Έτσι κάνουνε τα ζώα. Γλείφουνε τις πληγές τους.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ξέρω. Τη μεγάλη ζημιά την έπαθε το βραχιόλι μου. Του 'φυγε ένα διαμάντι. Πού να
πήγε;
ΤΟΜ: Δεν θα το βρεις μέσα στις στάχτες.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Μην είσαι σίγουρος. Άστραφτε πολύ.
ΤΟΜ: Δεν ήταν αληθινό διαμάντι.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Πού το ξέρεις;
ΤΟΜ: Το φαντάζομαι. Γιατί, αν ήταν αληθινό, δεν θα περπάταγες πάνω στις γραμμές του τρένου με
μια σπασμένη κούκλα στο ένα χέρι και μια σάπια μπανάνα στο άλλο.
ΓΟΥΙΛΛΥ: A, μην είσαι τόσο σίγουρος. Μπορεί να το κάνω από παραξενιά μου. Δεν μπορείς να
ξέρεις. Πώς σε λένε;
ΤΟΜ: Τομ
ΓΟΥΙΛΛΥ: Εμένα Γουίλλυ. Έχουμε κι οι δύο αγορίστικα ονόματα.
ΤΟΜ: Εσύ γιατί;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Με περιμένανε να τους βγω αγόρι. Είχαν ήδη ένα κορίτσι. Την Άλβα. Που ήταν
αδελφή μου. Γιατί δεν είσαι στο σχολείο;
ΤΟΜ: Νόμιζα πως θα είχε αέρα κι ήρθα να περάξω τον αετό μου.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Γιατί το νόμισες;
ΤΟΜ: Γιατί ο ουρανός είναι πολύ άσπρος.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Κι αυτό σημαίνει ότι θα έχει αέρα;
ΤΟΜ: Ναι.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Κατάλαβα. Ο ουρανός είναι σαν να τον έχουνε σκουπίσει -ε;
ΤΟΜ: Ναι.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Είναι ολόασπρος. Σαν άγραφο χαρτί.
ΤΟΜ: Α-χα.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Αλλά δεν έχει αέρα.
ΤΟΜ: Όχι
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ο αέρας θα είναι πολύ ψηλά, γι' αυτό δεν τον νιώθουμε. Θα είναι ψηλά, στη σοφίτα:
θα φυσάει και θα ξεσκονίζει τα έπιπλα εκεί πάνω!
ΤΟΜ: Α-χα. Εσύ γιατί δεν είσαι στο σχολείο;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Σταμάτησα. Πρόπερσι το χειμώνα.
ΤΟΜ: Σε τι τάξη ήσουνα;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Στην πέμπτη.
ΤΟΜ: Την Πρέστον είχες δασκάλα;
ΓΟΥΙΛΛΥ:Ναι. Μου 'λεγε ότι τα χέρια μου ήταν βρόμικα, αλλά ότι ήταν από τις στάχτες, επειδή
έπεφτα συνέχεια από τρένου.
ΤΟΜ: Είναι πολύ στριμμένη.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Όχι, απογοητευμένη είναι, γιατί δεν παντρεύτηκε. Η κακομοίρα, φαίνεται δεν της
δόθηκε ευκαιρία. Γι' αυτό της έμεινε να κάνει τη δασκάλα σ' όλη της τη ζωή. Στην Πέμπτη
αρχίσαμε Άλγεβρα, κι εγώ δεν καταλάβαινα τι διάολος είν' αυτός ο άγνωστος Χι. Γι' αυτό
σταμάτησα.
ΤΟΜ: Ναι, αλλά δεν θα μορφωθείς περπατώντας πάνω στις γραμμές του τρένου.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ούτε εσύ πετώντας αετό. Άλλωστε...
ΤΟΜ: Τι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Αυτό που χρειάζονται τα κορίτσια είναι κοινωνική μόρφωση. Κι αυτά όλα τα έμαθα
από την αδελφή μου, την Άλβα. Ήταν η αδυναμία όλων.
ΤΟΜ: Των μηχανικών;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Μηχανικών, θερμαστών, ελεγκτών. Ακόμα και του αποθηκάριου. Είχαμε μια πανσιόν
για σιδηροδρομικούς. Κι η Άλβα ήταν η Ατραξιόν. Ωραία; Χριστέ μου, σαν σταρ του σινεμά ήτανε!
ΤΟΜ: H αδελφή σου;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ναι. 'Ενας απ' αυτούς, όποτε ερχότανε, της έφερνε ένα μεγάλο, κόκκινο κουτί σε
σχήμα καρδιάς γεμάτο σοχολατάκια και καραμέλες. Υπέροχο;

ΤΟΜ: Ναι. (Ακούγεται κρώξιμο των κορακιών στον παγωμένο αέρα)
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ξέρεις πού είναι η Άλβα τώρα;
ΤΟΜ: Στο Μέμφις;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Όχι.
ΤΟΜ: Στη Νέα Ορλεάνη;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Όχι
ΤΟΜ: Στο Σαιν Λούις;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Δεν θα το βρεις.
ΤOΜ: Ε, πού είναι; (η Γουίλλυ δεν απαντάει αμέσως)
ΓΟΥΙΛΛΥ: (Πολύ σοβαρά) Στο οστεοφυλάκιο.
ΤΟΜ: Τι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Στο οστεοφυλάκιο, στο νεκροταφείο, εκεί που πάνε τους πεθαμένους. Δεν
καταλαβαίνεις;
ΤΟΜ: Ναι. Πολύ άγριο αυτό.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Και δεν ξέρεις τίποτα ακόμα, φιλαράκο. Σ' εκείνο το κίτρινο σπίτι κάναμε φοβερά
γλέντια.
ΤΟΜ: Φαντάζομαι.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Με ό,τι μουσική βάζει ο νους σου.
ΤΟΜ: Μουσική; Τι μουσική;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Πιάνο, γραμμόφωνο, κιθάρες. Αλλά τώρα το σπίτι είναι μουγγό. Ακούς κανέναν ήχο να
έρχεται από κει;
ΤΟΜ: Όχι. Δεν μένει κανένας;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Μόνο εγώ. Βάλανε μία μεγάλη ταμπέλα.
ΤΟΜ: Που λέει, τι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: (Μεγαλόφωνα, αλλά κομπιάζοντας λιγάκι) “ΠΡΟΣ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ”
ΤΟΜ: Κι εσύ μένεις εκεί μέσα;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Α-χα.
ΤΟΜ: Τι έγινε, πού πήγαν οι άλλοι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Η μαμά το 'σκασε μ' έναν μηχανικό των σιδηροδρόμων. Μετά απ' αυτό διαλυθήκαν
όλα. (Μακρυνό σφύριγμα τρένου) Ακούς αυτό το σφύριγμα; Είναι το Εξπρές... Το πιο γρήγορο τρένο
στη γραμμή Σαιν Λούις-Νέα Ορλεάνη-Μέμφις. Ο γέρος μου το 'ριξε στο ποτό.
ΤΟΜ: Και πού είναι τώρα;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Χάθηκε. Μάλλον πρέπει να τον δηλώσω στην “Υπηρεσία Εξαφανισθέντων”. Αυτό
έκανε κι εκείνος όταν χάθηκε η μαμά. Και μετά μείναμε η Άλβα κι εγώ. Αλλά σε λίγο καιρό η Άλβα
έπαθε φυματίωση. Είδες τη Γκρέτα Γκάρμπο στην “Κυρία με τις Καμέλιες”; Το έπαιζε πέρσι τη
άνοιξη στο “Άστρον”. Πήγε από αυτό που πέθανε κι η Άλβα. Φυματίωση.
ΤΟΜ: Ναι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Μόνο που η Γκρέτα Γκάρμπο πέθανε ωραία. Με βιολιά γύρω της και τέτοια. Και
βουνά τ' άσπρα λουλούδια. Κι όλοι οι παλιοί εραστές της ήρθανε να τη δούνε -πολύ καλή σκηνή!
ΤΟΜ: Ναι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Αλλά οι εραστές της Άλβας αξαφανιστήκανε.
ΤΟΜ: Ναι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Όπως τα ποντίκια όταν βουλιάζει καράβι. Έτσι έλεγε η Άλβα. Ω, αυτή δεν πέθανε
όπως στις ταινίες!
ΤΟΜ: Α, μπα;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ρώταγε, “Πού είναι ο Άλμπερτ;”, ή “Πού είναι ο Κλέμενς;”. Χαμένοι όλοι. Κι εγώ της
έλεγα ψέματα, “Σου στέλνουν χαιρετίσματα” της έλεγα. “Θα έρθουν αύριο”, της έλεγα. “Πού είναι
ο κύριος Τζόνσον;”, με ρώταγε. Ο κύριος Τζόνσον ήταν ο αποθηκάριος, ο πιο σπουδαίος κύριος
που είχαμε στην πανσιόν μας. “Πήρε μετάθεση στη Γκρενάντα”, της έλεγα, “αλλά σου στέλνει
χαιρετίσματα”. Καταλάβαινε πως της έλεγα ψέματα.
ΤΟΜ: Ναι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: “Είδες πώς μου ξεπληρώνουν όσα έκανα γι' αυτούς”, μου έλεγε. “Εξαφανιστήκανε σαν

τα ποντίκια όταν βουλιάζει το κατάβι!” Εκτός από τον Σίντνεϋ.
ΤΟΜ: Σίντνεϋ;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Εκείνος που μας έφερνε σοκολάτες.
ΤΟΜ: A!
ΓΟΥΙΛΛΥ: Εκείνος μόνο της έμεινε πιστός.
ΤΟΜ: Καλό αυτό.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Αλλ' αυτηνής δεν της άρεσε καθόλου ο Σίντνεϋ. Έλεγε ότι τα δόντια
του ήτανε σάπια και βρόμαγε το στόμα του.
ΤΟΜ: Ωχ!
ΓΟΥΙΛΛΥ: Δεν πέθανε όπως στο σινεμά. Στο σινεμά πεθαίνεις και γύρω σου
παίζουνε βιολιά.
ΤΟΜ: Όμως στην Άλβα δεν παίζανε.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Όχι. Ούτε καν το κωλογραμμόφωνο! Είπαν ότι απαγορεύεται από
τον κανονισμό του νοσοκομείου. Στο σπίτι όλο τραγούδαγε.
ΤΟΜ: Ποιος; H Άλβα;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Έκανε απίθανα πάρτι. Και πάντα έλεγε τ' αγαπημένο της τραγούδι.
(Κλείνει τα μάτια και τεντώνει μπροστά τα χέρια με λαγνεία, όπως χάνουν οι
επαγγελματίες τραγουδιστές του μπλουζ. Η φωνή της είναι εξαιρετικά
υψηλότονη, καθαρή, αισθαντική)
«Είσαι το μόνο μου αστέρι
στο γαλανό μου ουρανό
πάμε μαζί χέρι-χέρι
σε μέρος πιο φωτεινό»
Κι αυτά που φοράω, δικά της ρούχα είναι. Εγώ τα κληρονόμησα. Ό,τι είχε η
Άλβα είναι τώρα δικό μου. Εκτός απ' το χρυσό κολιέ της.
ΤΟΜ: Γιατί; Αυτό τι έγινε;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Δεν το 'βγαζε ποτέ από πάνω της.
ΤOΜ: A!
ΓΟΥΙΛΛΥ: Κληρονόμησα και τους γκόμενους της αδελφής μου. Τον Άλμπερτ
και τον Κλέμενς -ως και τον αποθηκάριο.
ΤΟΜ: Ναι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Τότε είχαν εξαφανιστεί όλοι. Μάλλον φοβόντουσαν μήπως μπούνε σ'
έξοδα. Όμως τώρα ξαναφάνηκαν, όλοι τους, όπως τα σαλιγκάρια μετά τη
βροχή. Με βγάζουν έξω τα βράδια. Πρέπει εγώ τώρα να γίνω δημοφιλής. Στα
πάρτι και στους χορούς και σ' όλες τις γιορτές των σιδηροδρομικών. Κοίτα
δω!
ΤOΜ: Τι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Μπορώ και χορεύω ανατολίτικο! (Στέκεται μπροστά του και
κουνάει μπρος-πίσω το στομάχι της σπασμωδικά)
ΤOΜ: Ο Τομ Γουώτερς είπε...
ΓΟΥΙΛΛΥ: Τι;
ΤΟΜ: Ξέρεις.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Τι να ξέρω;
ΤΟΜ: Ότι τον πήρες στο σπίτι σου και χόρεψες μπροστά του γυμνή.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Αχ! Το μαλλί της κούκλας μου θέλει λούσιμο. Αλλά φοβάμαι να τη
βάλω κάτω απ' τη βρύση, γιατί φοβάμαι μη φύγει η κόλλα απ' το κεφάλι της,
εκεί που της είχε ανοίξει το κρανίο. Νομίζω ότι της έχει φύγει το περισσότερο
μυαλό. Κι από τότε κάνει αηδίες. Λέει και κάνει τα πιο παλαβά πράγματα.
ΤΟΜ: Γιατί δεν το κάνεις και σ' εμένα;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ποιο; Να σου βάλω κόλλα στο κεφάλι;
ΤΟΜ: Όχι. Αυτό που 'κανες στον Τομ Γουώτερς.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Γιατί τότε ένιωθα μοναξιά, ενώ τώρα δεν νιώθω μοναξιά. Αυτό, αν

θες, πες το και στον Τομ Γουώτερς. Πες του ότι κληρονόμησα όλους τους
γκόμενους της αδελφής μου. Τα 'χω φτιάξει με σπουδαία πρόσωπα. Κοίτα τι
άσπρος είναι ο ουρανός! Σαν άγραφο χαρτί. Στην πέμπτη τάξη κάναμε
ζωγραφική. H δεσποινίς Πρέστον μας έδινε μια κόλλα ιχνογραφίας και μας
έλεγε να ζωγραφίσουμε ό,τι θέλαμε.
ΤΟΜ: Κι εσύ τι ζωγράφιζες;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Θυμάμαι μια φορά ζωγράφισα τον πατέρα μου που έτρωγε
κατακέφαλα ένα μπουκάλι. Της Πρέστον της άρεσε πολύ και είπε, «Νά ο Τσάρλι
Τσαπλιν με το στραβό του καπέλο!» «Όχι, δεν είναι ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο
πατέρας μου είναι, και δεν είναι καπέλο, είναι μπουκάλι που το τρώει
κατακέφαλα!»
ΤΟΜ: Κι εκείνη τι είπε;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ε, οι δάσκαλοι δεν έχουνε χιούμορ.
«Είσαι το μόνο μου αστέρι
στο γαλανό μου ουρανό...»
Ο διευθυντής του σχολείου έλεγε ότι φταίει το περιβάλλον του σπιτιού μου,
επειδή μπάζαμε σιδηροδρομικούς και μερικοί κοιμόντουσαν με την αδελφή
μου.
ΤOΜ: Ήταν αλήθεια αυτό;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Η Άλβα ήταν η Ατραξιόν μας. Τώρα το σπίτι είναι πολύ άδειο.
ΤΟΜ: Κι εσύ μένεις ακόμα εκεί;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ε, βέβαια.
ΤΟΜ: Μόνη σου;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Α-χα. Δεν θα 'πρεπε, αλλά εγώ μένω. Το σπίτι είναι για κατεδάφιση,
αλλά εγώ δεν βρίσκω να 'χει τίποτα. Χτες το γυρόφερνε απ' έξω μια
υπάλληλος της Πολεοδομίας. Την κατάλαβα απ' το καπέλο της. Δεν ήταν αυτό
που λέμε «σικάτο».
ΤΟΜ: Ναι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ναι. Σαν καθίκι ήτανε. Η Άλβα ήξερε από σικάτα πράγματα. Ήθελε
να γίνει σχεδιάστρια σε μεγάλους οίκους στο Σικάγο. Τους έστειλε και σχέδιά
της - αλλά δεν έγινε τίποτα.
«Είσαι το μόνο μου αστέρι
στο γαλανό μου ουρανό...»
ΤΟΜ: Κι εσύ τι έκανες - με την υπάλληλο;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ήμουνα στον απάνω όροφο. Έπεσα μπρούμυτα στο πάτωμα κι έχανα
σαν να μην ήτανε κανένας στο σπίτι.
ΤΟΜ: Και φαΐ πού βρίσκεις;
ΓΟΥΙΛΛΥ: A, δεν ξέρω. Άμα έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, όλο και κάτι βρίσκεις
εδώ κι εκεί. Νά, αυτή η μπανάνα, τέλεια είναι. Την είχανε πετάξει στον
σκουπιδοτενεκέ πίσω από το καφενείο. (Τρώει την υπόλοιπη μπανάνα και
πετάει το φλούδι)
ΤΟΜ: (Με μορφασμό) Εσύ όλα τέλεια τα βρίσκεις. Και την Πρέστον;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Όχι, αυτή όχι. Αυτή σου δίνει ένα κομμάτι χαρτί και σου λέει,
«Ζωγράφισε ό,τι Θέλεις». Κι εγώ μια φορά ζωγράφισα - αυτό σ' το είπα. Θα
πεις στον Τομ Γουώτερς κάτι που θα σου πω;
ΤΟΜ: Τι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Να του πεις ότι ο αποθηκάριος μού αγόρασε ένα ζευγάρι γοβάκια.
Θα τα βάζω όταν με πάνε να χορέψουμε στο καζίνο του Μουν Λέηκ. Θα χορεύω
όλο το βράδυ και θα γυρνάω στο σπίτι τα ξημερώματα τύφλα στο μεθύσι. Θα
κάνουμε βραδινά πάρτι με όλα τα μουσικά όργανα, τρομπέτες, τρομπόνια,
κιθάρες! Ναι! Ναι! (Σηκώνεται ξαναμμένη) Κι ο ουρανός θα είναι άσπρος όπως
τώρα.

ΤΟΜ: (Εντυπωσιασμένος) Ναι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Α-χα. (Χαμογελάει αόριστα και στρέφει αργά προς το μέρος του)
Άσπρος σαν άγραφο χαρτί... (Ενθουσιασμένη) Κι εγώ θα ζωγραφίζω πάνω του!
ΤΟΜ: Ναι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Αμέ!
ΤΟΜ: Τι θα ζωγραφίζεις;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Εμένα να χορεύω! Με τον αποθηκάριο! Με τα γοβάκια μου! Ναι!
Ναι! Με γαλλικά τακούνια, ψηλά σαν τηλεγραφόξυλα! Και θα παίζουνε τ'
αγαπημένο μου τραγούδι!
ΤΟΜ: Ποιο;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Εκείνο που άρεσε και στην Άλβα. (Λαχανιασμένα και με πάθος)
«Είσαι το μόνο μου αστέρι
στο γαλανό μου ουρανό...» Θα...
ΤΟΜ: Τι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Θα φοράω και μπουτονιέρα.
ΤΟΜ: Τι είν' αυτό;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Λουλούδι, που το καρφιτσώνεις στο φόρεμά σου όταν βγαίνεις
επίσημα. Τριαντάφυλλα! Βιολέτες! Κρινάκια του αγρού! Κι όταν γυρνάς στο
σπίτι είναι μαραμένα, αλλά τα βάζεις σε μια κούπα με νερό και ζωντανεύουνε.
ΤΟΜ: Μπα;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Έτσι έκανε η Άλβα. (Παύση. Ακούγεται σφύριγμα τρένου) Το
Εξπρές...
ΤΟΜ: Τη σκέφτεσαι πολύ την Άλβα, ε;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Όχι τόσο πολύ. Πότε πότε. Δεν πέθανε όπως γίνεται στις ταινίες. Οι
γκόμενοί της είχαν εξαφανιστεί. Και δεν υπήρχανε βιολιά να της παίζουνε.
Πάω πίσω τώρα.
ΤΟΜ: Πού;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Στο ντεπόζιτο.
ΤΟΜ: Ναι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: Θα το ξανακάνω. Μπορεί να σπάσω και ρεκόρ. Η Άλβα έσπασε ρεκόρ
κάποτε. Σ' ένα μαραθώνιο χορού, στο Μόμπάίλ. Στην Αλαμπάμα. Να πεις στον
Τομ Γουώτερς όλα αυτά που σου είπα. Δεν χάνω τον καιρό μου με άντρες που
δεν έχουνε πείρα. Τώρα βγαίνω με γνωστούς παράγοντες των σιδηροδρόμων,
κυρίους με πολύ καλούς μισθούς. Δεν με πιστεύεις;
ΤΟΜ: Όχι. Τα πιο πολλά τα βγάζεις απ' το μυαλό σου.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Αν ήθελα, θα μπορούσα να σ' το αποδείξω. Αλλά δεν αξίζεις τέτοιο
κόπο. (Φτιάχνει τα μαλλιά της κούκλας) Θα ζήσω πολύ, πολύ καιρό σαν την
αδελφή μου. Κι όταν πάθω κι εγώ φυματίωση, θα πεθάνω σαν κι εκείνη - ίσως
όχι όπως στο σινεμά, με βιολιά να παίζουνε - αλλά θα πεθάνω με τα
μαργαριταρένια μου σκουλαρίκια και το χρυσό κολιέ μου από το Μέμφις...
ΤΟΜ: Ναι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: (Εξετάζοντας προσεκτικά την κούκλα) Και μετά, νομίζω
ΤΟΜ: Τι;
ΓΟΥΙΛΛΥ: (Χαρούμενα, αλλά μ' ένα ελάχιστο κόμπιασμα) ...Κάποια άλλη θα
κληρονομήσει όλους μου τους γκόμενους. Ο ουρανός είναι άσπρος.
ΤΟΜ: Ναι, βέβαια.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Κάτασπρος, σαν άγραφο χαρτί. Πάω πίσω τώρα.
ΤΟΜ: Γεια σου.
ΓΟΥΙΛΛΥ: Ναι. Γεια σου. (Αρχιζει τη διαδρομή της προς τα πίσω με
γκροτέσκες χειρονομίες για να μη χάσει την ισορροπία της. Χάνεται. Ο Τομ
σαλιώνει το δάχτυλό του και δοκιμάζει κατά πού φυσάει ο αέρας. H Γουίλλυ
ακούγεται από μακριά να τραγουδάει)

«Είσαι το μόνο μου αστέρι
στο γαλανό μου ουρανό...»
(Μικρή παύση. Η σκηνή αρχίζει να σκοτεινιάζει)
«...πάμε μαζί χέρι χέρι σε μέρος πιο φωτεινό!»
ΤΕΛΟΣ

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful