Το ΠΔ 60/2007

Προσαρμογή της Ελληνικής
Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας
2004/18/ΕΚ "περί συντονισμού των
διαδικασιών σύναψης δημοσίων
συμβάσεων έργων, προμηθειών και
υπηρεσιών"
Παρουσίαση και Κείμενα
Ειρήνη Νικολάου- Παναγιώτης Σκουρής- Ελένη Τροβά

Δικηγορική εταιρία Σκουρής Τροβά και Συνεργάτες

Τεκμήρια
Αθήνα
Δεκέμβριος 2007

Με αφορμή την προσαρμογή του ελληνικού δικαίου στην οδηγία 2004/18/ΕΚ
«περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων,
προμηθειών και υπηρεσιών» με το πδ 60/2007 προχωρούμε σε μια πρώτη
παρουσίαση και ανάλυση του περιεχομένου της οδηγίας και κατ’ επέκταση του πδ
60/2007 (Α Μέρος). Αυτή ίσως είναι και η πρώτη μας σημαντική παρατήρηση σε
σχέση με την προσαρμογή του εθνικού δικαίου στο κοινοτικό: ότι δηλαδή πλέον
γίνεται με πανομοιότυπο τρόπο. Το κείμενο του διατάγματος ακολουθεί την
οδηγία πλήρως με αναφορά στα άρθρα του στα επί μέρους άρθρα της οδηγίας. Στο
προεδρικό διάταγμα παραλείπεται το προοίμιο της οδηγίας, το οποίο βέβαια έχει
μεγάλη σημασία καθώς αφορά το αιτιολογικό της μέρος.
Στη συνέχεια παρατίθεται το προεδρικό διάταγμα κωδικοποιημένο (Β Μέρος) με
ειδικό πίνακα περιεχομένων για διευκόλυνση του αναγνώστη.
Στο παρόν δόθηκε έμφαση στη νομολογία, ενώ η βιβλιογραφία δίδεται ενδεικτικά
στο τέλος για επιβοήθηση του θεωρητικού. Περιορισμένη είναι η αναφορά στο πδ
59/2007 που αφορά στους εξαιρούμενους τομείς. Ελπίδα και φιλοδοξία μας είναι
2

σύντομα να προχωρήσουμε σε μια σε βάθος παρουσίαση του συνόλου της
συγκεκριμένης ύλης λαμβάνοντας υπόψη και τις παρατηρήσεις που θα μας γίνουν
από την ηλεκτρονική δημοσίευση.
Η συγκεκριμένη παρουσίαση επιτρέπει την ηλεκτρονική παραπομπή με ευκολία
στις διευθύνσεις που μνημονεύονται ειδικά ενώ φιλοδοξεί να κάνει

μια

οικολογική προσέγγιση αφού επιφυλάσσεται για έντυπη παρουσίαση μετά τη σε
βάθος ωρίμανση της θεωρητικής επεξεργασίας.
Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τους συνεργάτες μας Ήρα
Βασλαμάκη, Μελίζα Κοτζάμπαση και Τάσο Κατσαφυλλούδη για τη βοήθεια τόσο
στις βιβλιογραφικές αναφορές όσο και στην οργανωτική πλευρά της προσπάθειας.
Ελπίζουμε να είναι εύχρηστο και περιμένουμε με ενδιαφέρον τις παρατηρήσεις
σας στις ηλεκτρονικές μας διευθύνσεις.
Σας ευχόμαστε Καλή Χρονιά
Δεκέμβριος 2007

Ειρήνη Νικολάου nikolaou@justar.gr
Ελένη Τροβά trova@justar.gr
Παναγιώτης Σκουρής skouris@justar.gr
3

4

Πίνακας Περιεχομένων
Το ΠΔ 60/2007 ................................................................................................................1
Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας
2004/18/ΕΚ "περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων
συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών" ...........................................1
Παρουσίαση και Κείμενα............................................................................................1
Πίνακας Περιεχομένων ..........................................................................................................5
Α. Μέρος................................................................................................................................8
Εισαγωγικό σημείωμα ............................................................................................................9
Η πράξη προσαρμογής της εθνικής έννομης τάξης στην οδηγία 2004/18/EK του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.........................................................................................9
Η πράξη προσαρμογής της εθνικής έννομης τάξης στην οδηγία 2004/17/EK του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.......................................................................................10
Οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση των νέων οδηγιών.......................................................10
Η σημασία των ερμηνευτικών προσεγγίσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ............................12
Η σημασία της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) .............12
Οι δημόσιες συμβάσεις στον καιρό της παγκοσμιοποίησης...................................................13
Α. To ευρωπαϊκό οικονομικό δίκαιο και το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων......................14
Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων ..........15
Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων ....................................................................16
Οι ειδικότεροι τομείς του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων ...............................................17
1. Το δίκαιο της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων – buying green .....................17
2. Οι διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων.................................................................20
4. Οι συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων και οι Συμπράξεις ιδιωτικού και δημοσίου
τομέα (ΣΔΙΤ)........................................................................................................................21
5. Η αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων .............21
6. Τεχνολογία πληροφοριών και επικοινωνιών στις δημόσιες συμβάσεις ..............................22
SIMAP .................................................................................................................................22
Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση...............................................................................................22
Ανταλλαγή πληροφοριών .....................................................................................................23
Ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί ..............................................................................................23
7. Το Κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις................................................................24
8. Το κοινοτικό δίκαιο της καταπολέμησης της διαφθοράς και της απάτης ...........................25
Β. Η νομική βάση της οδηγίας 2004/18 – .............................................................................27
Οι επιδιωκόμενου σκοποί και οι αρχές που διέπουν την οδηγία 2004/18/EK .......................27
Οι αρχές που διέπουν την οδηγία 2004/18/EK ......................................................................28
1. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης ή της απαγόρευσης των διακρίσεων...................................29
2. Η αρχή της διαφάνειας......................................................................................................31
3. Η αρχή της αναλογικότητας..............................................................................................33
4. Η αρχή της υποχρεωτικής αιτιολόγησης των βλαπτικών πράξεων.....................................34
5. Η αρχή της περιοριστικής ερμηνείας των παρεκκλίσεων...................................................34
6. Η αρχή τη αμοιβαίας αναγνώρισης............................................................................35
Γ. Η προσαρμογή των κρατών μελών στο κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων ........36
Η εξέλιξη των πράξεων προσαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη.......................................37
1. Πράξεις προσαρμογής στην Οδηγία 93/37/EK..................................................................38
5

2. Πράξεις προσαρμογής στην Οδηγία 93/36/ΕΚ..................................................................39
3. Πράξεις προσαρμογής στην Οδηγία 92/50/EK..................................................................40
4. Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στο κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων
όπως ισχύει σήμερα (οδηγία 2004/18) ..................................................................................40
Δ. Οι βασικές καινοτομίες της Oδηγίας 2004/18...................................................................41
1. Η αποσπασματική ρύθμιση των προγενέστερων οδηγιών και η δομή των διατάξεων της
ενιαίας οδηγίας 2004/18 .......................................................................................................41
2. Η καταπολέμηση της απάτης και της δωροδοκίας.............................................................42
3. Ηλεκτρονικά και παραδοσιακά μέσα σε ισότιμη βάση ......................................................43
4. Ο ανταγωνιστικός διάλογος ..............................................................................................43
Ε. Η σημασία του προσδιορισμού της έννοιας της αναθέτουσας αρχής.................................44
1. Η έννοια της αναθέτουσας αρχής στις διατάξεις των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις 44
2. Η έννοια της αναθέτουσας αρχής στη νομολογία του ΔΕΚ ...............................................46
3. Η έννοια του οργανισμού δημοσίου δικαίου στη νομολογία του ΔΕΚ...............................48
4. Δημόσιες και διοικητικές συμβάσεις.................................................................................50
ΣΤ. Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας...................................................................................53
1. Το αντικείμενο της οδηγίας ..............................................................................................53
2. Τα κατώτατα όρια εφαρμογής της.....................................................................................54
3. Συμβάσεις που εξαιρούνται ή ανατίθενται κατ' αποκλειστικότητα ...................................55
Ζ. Η ρύθμιση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ για τις διαδικασίες ανάθεσης...................................55
ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ .......................................56
Κριτήρια ανάθεσης των συμβάσεων .....................................................................................56
Κανόνες δημοσιότητας και διαφάνειας .................................................................................57
4. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ......................................58
Η ανοικτή διαδικασία ...........................................................................................................58
Η κλειστή διαδικασία ...........................................................................................................58
Η διαδικασία διαπραγμάτευσης ............................................................................................58
5. ΟΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ.................................................60
Η. Προς ένα ενιαίο κοινοτικό δίκαιο της ανάθεσης και της εκτέλεσης των δημοσίων
συμβάσεων...........................................................................................................................61
1. Η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και ο ελεύθερος ανταγωνισμός και οι διατάξεις για
τις δημόσιες συμβάσεις ........................................................................................................61
2. Η διαπραγματευτική υπεροχή του κράτους στις συναλλακτικές του δραστηριότητες ........62
3. Το κοινοτικό δίκαιο των συμβάσεων προς την εγκαθίδρυση μιας ενιαίας αγοράς .............62
4. Η πρόσφατη κοινοτική προσπάθεια για θέσπιση κοινών ουσιαστικών κανόνων για το
δίκαιο των συμβάσεων .........................................................................................................63
Θ. Η αποτελεσματική δικαστική προστασία και το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων ..........66
1. Ένα κοινοτικό ατομικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας και ένα πλήρες σύστημα
δικαστικής προστασίας.........................................................................................................66
2. Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των
νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων εφαρμογής των διαδικασιών
προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, έργων και
υπηρεσιών ............................................................................................................................67
3. Η δικαστική προστασία για τους εξαιρούμενους τομείς ....................................................71
4. Το ελληνικό δίκαιο προσαρμογής .....................................................................................71
5. Η αρχή της αποτελεσματικότητας.....................................................................................72
6. Η πρόταση της Επιτροπής του 2006..................................................................................74
Ι. Οι συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων και οι Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού
Τομέα (ΣΔΙΤ).......................................................................................................................76
1. Η έννοια της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων ...................................................77
2. Οι ΣΔΙΤ............................................................................................................................80
6

3. Η παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας.................................................................................80
4. Οι πηγές του κοινοτικού δικαίου των συμβάσεων παραχώρησης και των ΣΔΙΤ ................82
5. Η ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής.......................................................................82
6. Το Πράσινο Βιβλίο για τις ΣΔΙΤ.......................................................................................83
7. Η νομολογία του ΔΕΚ για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων.........................83
8. Η ρύθμιση της οδηγίας 2004/17 για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων...........85
9. Το εθνικό δίκαιο προσαρμογής: ο Ν. 3389/05...................................................................85
10. Η δικαστική προστασία για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων .....................90
ΙΑ. Οι συμβάσεις που δεν καλύπτονται από την οδηγία 2004/18 ..........................................93
1. Υποχρέωση συμμόρφωσης με τους κανόνες της Συνθήκης ...............................................94
2. Υποχρέωση εφαρμογής του εθνικού δικαίου εφόσον η σύμβαση δεν παρουσιάζει
ενδιαφέρον για την εσωτερική αγορά ...................................................................................95
3. Κανόνες που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που μία σύμβαση παρουσιάζει ενδιαφέρον
για την εσωτερική αγορά......................................................................................................96
Υποχρέωση τήρησης κανόνων δημοσιότητας ...................................................................96
Μέσα δημοσιότητας .........................................................................................................96
Περιεχόμενο της δημοσιοποίησης.....................................................................................97
Διαδικασία ανάθεσης........................................................................................................97
Δικαστική προστασία- προσφυγές ....................................................................................97
Ενδεικτική Βιβλιογραφία......................................................................................................99
Ελληνική ..............................................................................................................................99
Ελληνική Ηλεκτρονική βιβλιογραφία .................................................................................111
Ξένη...................................................................................................................................112
Ηλεκτρονικές Παραπομπές.................................................................................................116
Β. Μέρος............................................................................................................................117
ΠΔ 60/2007 ........................................................................................................................118
Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ "περί
συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και
υπηρεσιών", όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2005/51/ΕΚ της Επιτροπής και την Οδηγία
2005/75/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2005
(ΦΕΚ Α 64 16.3.2007)........................................................................................................118
ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΡΘΡΩΝ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ...................................................119
ΠΔ 60/2007........................................................................................................................125

7

Α. Μέρος

8

Εισαγωγικό σημείωμα
Οι τέσσερις ευρωπαϊκές οδηγίες για τις διαδικασίες σύναψης των δημόσιων συμβάσεων, που
εφαρμόζονταν μέχρι σήμερα, αντικαταστάθηκαν από δύο νέες οδηγίες, οι οποίες τέθηκαν σε
ισχύ τον Απρίλιο του 2004 (και θα έπρεπε να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη
μέλη το αργότερο έως τις 31 Ιανουαρίου 2006). Η ενσωμάτωση των οδηγιών αυτών εν τέλει
έλαβε χώρα στα μέσα του 2007 από την εθνική έννομη τάξη.
Πρόκειται για τις οδηγίες:
Α. Οδηγία 2004/18/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης
Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων,
προμηθειών και υπηρεσιών από τις οδηγίες αυτές αφορά τις δημόσιες συμβάσεις έργων,
προμηθειών και υπηρεσιών
και
Β. Οδηγία 2004/17/EK1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης
Μαρτίου 2004 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του
ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών.
Οι νέες αυτές νομοθετικές διατάξεις συμβάλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση ενός
ανανεωμένου και ενοποιημένου ρυθμιστικού πλαισίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η πράξη προσαρμογής της εθνικής έννομης τάξης στην οδηγία 2004/18/EK του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
Το ΠΔ 60/2007 Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας
2004/18/ΕΚ "περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων,
προμηθειών και υπηρεσιών", όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2005/51/ΕΚ της Επιτροπής
και την Οδηγία 2005/75/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης
Νοεμβρίου 2005 αποτελεί εναρμόνιση του εθνικού δικαίου με την Οδηγία 2004/18/EK του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού
των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Η
ερμηνευτική προσέγγιση αυτής της πράξης προσαρμογής στο κοινοτικό δίκαιο απαιτεί μια σε
βάθος γνώση τόσο του συνολικού κοινοτικού πλαισίου κανόνων που διέπουν τις δημόσιες
συμβάσεις, όσο και των θέσεων των κοινοτικών οργάνων σε σχέση με τους κανόνες αυτούς.
Για την ερμηνεία του διατάγματος αυτού, το οποίο παρατίθεται στο β’ μέρος του παρόντος,
έχει ήδη εκδοθεί μία σειρά εγκυκλίων2.

1

Ήδη αναφορά για τις οδηγίες αυτές στη νομολογία του ΔΕΚ στις Αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου
2007, C-507/2003, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, της 11ης Οκτωβρίου 2007, C-241/06, Lämmerzahl
GmbH, της 18ης Ιουλίου 2007, C-399/05 Επιτροπή κατά Ελλάδος, της 18ης Ιανουαρίου 2007, C220/2005, Jean Auroux κλπ., της 11ης Μαΐου 2006, C-340/2004, Carboterno SpA, της 9ης
Φεβρουαρίου 2006, C-226 και C-228/2004.

9

Η πράξη προσαρμογής της εθνικής έννομης τάξης στην οδηγία 2004/17/EK του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
Την ίδια περίοδο η ελληνική έννομη τάξη ενσωμάτωσε και την οδηγία 2004/17/ΕΚ με το πδ
59/2007 (ΦΕΚ Α΄ 63/16.03.2007) Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της
Οδηγίας 2004/17/ΕΚ "περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς
του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών", όπως
τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε.
Οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση των νέων οδηγιών
Ήδη από το 2000 κατατέθηκαν δύο προτάσεις3 για αμοιβαία τροποποίηση των προϊσχυουσών
οδηγιών με αναλυτική αιτιολογία. Μετά από εκτενείς διαβουλεύσεις η ολοκλήρωση των
διαδικασιών ευοδώθηκε αρκετά χρόνια αργότερα.
Οι προτάσεις συνοδεύθηκαν από αναλυτική αιτιολογική έκθεση όπου παρατίθενται οι λόγοι
οι οποίοι καθιστούσαν αναγκαία την τροποποίηση των οδηγιών αυτών ιδίως δε την
ενοποίηση των οδηγιών 93/36, 93/37 και 92/50 σε μία ενιαία οδηγία. Οι λόγοι συνοψίζονται
αφενός στην ανάγκη απλούστευσης και αφετέρου στην ανάγκη τροποποίησης του νομικού
πλαισίου.
Η Επιτροπή ειδικότερα αναφέρει:
«Η ανάδυση της κοινωνίας των πληροφοριών, η σταδιακή αποδέσμευση του κράτους από
ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες καθώς και η αυξανόμενη δημοσιονομική αυστηρότητα
οδηγούν την Επιτροπή να προτείνει τροποποιήσεις του υφιστάμενου νομικού πλαισίου. Οι
τροποποιήσεις αυτές επιδιώκουν τον τριπλό στόχο του εκσυγχρονισμού, της απλούστευσης
και της ευελιξίας· εκσυγχρονισμός για να ληφθούν υπόψη οι νέες τεχνολογίες και οι
μεταβολές του οικονομικού περιβάλλοντος, απλούστευση των κανόνων που μερικές φορές
είναι υπερβολικά αναλυτικοί και πολύπλοκοι και ευελιξία για να δοθεί απάντηση στις
κατηγορίες περί υπερβολικής ακαμψίας των διαδικασιών, που δεν ανταποκρίνονται στις
ανάγκες των αγοραστών του δημοσίου».
Η Επιτροπή έκρινε ότι επτά ήταν τα θέματα που απαιτούσαν σοβαρές παρεμβάσεις:

2

Αναφέρονται εδώ ως χαρακτηριστικά παραδείγματα η Εγκύκλιος 13 ΥΠΕΧΩΔΕ/Αριθ. Πρωτ.
Δ17α/01/87/ΦΝ 437/6-6-2006 και η Εγκύκλιος Ε.18 ΥΠΕΧΩΔΕ/Αριθ. Πρωτ. Δ17γ/05/106/Φ.8γ/13-72006.
3

α) Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ TOY ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ KAI TOY ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ περί
συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών και έργων,
Βρυξέλλες, 30.8.2000 COM(2000) 275 τελικό/2
β) Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ TOY ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ KAI TOY ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ περί
συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας και των
μεταφορών Βρυξέλλες, 31.8.2000 COM(2000) 276 τελικό/2 2000/0117 (COD)

10

1. Η εισαγωγή μηχανισμών ηλεκτρονικών αγορών και ρυθμίσεις για τις συνέπειες των
μηχανισμών αυτών όσον αφορά τη συντόμευση των προθεσμιών της διαδικασίας ανάθεσης
2. Η εισαγωγή μιας νέας υποθετικής περίπτωσης διαδικασίας με διαπραγμάτευση η οποία θα
επιτρέπει, για τις ιδιαίτερα πολύπλοκες συμβάσεις, τη διενέργεια ενός «διαλόγου» μεταξύ της
αναθέτουσας αρχής και των διαφόρων υποψηφίων, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι θα
πραγματοποιείται προκήρυξη διαγωνισμού και ότι θα τηρείται η αρχή της ίσης μεταχείρισης
3. Η δυνατότητα που παρέχεται στους αγοραστές του δημοσίου να συνάψουν τις λεγόμενες
συμφωνίες «πλαίσια», των οποίων δεν καθορίζονται όλοι οι όροι και βάσει των οποίων
μπορούν να συναφθούν συμβάσεις χωρίς να εφαρμόζεται για την εκάστοτε σύμβαση το
σύνολο των υποχρεώσεων της οδηγίας
4. Η αποσαφήνιση των διατάξεων όσον αφορά τις τεχνικές προδιαγραφές χάρη στις οποίες
εξασφαλίζεται η ύπαρξη πραγματικού ανταγωνισμού μέσω της συμμετοχής του μεγαλύτερου
δυνατού αριθμού προσφερόντων και, ιδίως, καινοτόμων επιχειρήσεων
5. Η ενίσχυση των διατάξεων που αφορούν τα κριτήρια ανάθεσης και την επιλογή
6. Η απλούστευση των κατώτατων ορίων
7. Η εισαγωγή ενός κοινού λεξιλογίου για τις δημόσιες συμβάσεις
Από το προοίμιο της οδηγίας 2004/18 εξάλλου είναι φανερό ότι σκοπός της έκδοσης της
οδηγίας αυτής ήταν η προσαρμογή προς τη νομολογία του ΔΕΚ. Η οδηγία σύμφωνα με την
παρ. 1 του σκεπτικού της βασίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως στη νομολογία
σχετικά με τα κριτήρια ανάθεσης, η οποία διασαφηνίζει τις δυνατότητες των αναθετουσών
αρχών να ικανοποιούν τις ανάγκες του ενδιαφερομένου κοινού, συμπεριλαμβανομένου του
περιβαλλοντικού ή κοινωνικού τομέα, υπό τον όρο ότι τα κριτήρια αυτά συνδέονται με το
αντικείμενο της σύμβασης, δεν παρέχουν απεριόριστη ελευθερία επιλογής στην αναθέτουσα
αρχή, μνημονεύονται ρητώς και τηρούν τις θεμελιώδεις αρχές που αναφέρονται στην παρ. 2
του σκεπτικού.

11

Η σημασία
Επιτροπής

των

ερμηνευτικών

προσεγγίσεων

της

Ευρωπαϊκής

Τα τελευταία χρόνια και με βάση τα πορίσματα της νομολογίας η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή προχωρεί σε εκτεταμένη παρουσίαση του τρόπου εφαρμογής και ερμηνείας
των κανόνων του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων. Η Επιτροπή ερμηνεύει
συστηματικά το περιεχόμενο των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις και αναφέρεται
στον ακριβή τρόπο μεταφοράς των κρατών μελών.
Η στάση αυτή της Επιτροπής περιορίζει ουσιαστικά την ευχέρεια του εθνικού
νομοθέτη στο στάδιο της προσαρμογής, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τον εθνικό
δικαστή να διαφοροποιηθούν στην προσέγγισή τους, χωρίς όμως να τους δεσμεύει. Σε
συνδυασμό με τη λεπτομερειακή θέσπιση κανόνων για το σύνολο των ζητημάτων που
σχετίζονται με το δίκαιο των δημοσιών συμβάσεων καθώς και με την υιοθέτηση της
άμεσης εφαρμογής πολύ συχνά διαπιστώνει κανείς ότι το κοινοτικό δίκαιο και οι κατ'
ιδίαν ρυθμίσεις του επιτρέπουν ιδιαίτερα περιορισμένες αποκλίσεις από τις
προβλέψεις του και οδηγούν σταδιακά τα κράτη μέλη σε ένα ενιαίο ταυτόσημο
σύστημα κανόνων.
Ενόψει της τροποποίησης των παλαιότερων οδηγιών η Επιτροπή εξέδωσε το Πράσινο
Βιβλίο το 1996 με τίτλο: «Οι δημόσιες συμβάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση:
κατευθύνσεις και προβληματισμοί για το μέλλον» (Com 96 583 τελικό της 27
Νοεμβρίου 1996).
Στην ίδια περίοδο η Επιτροπή επεξεργάσθηκε το καθεστώς των συμβάσεων
παραχώρησης και των ΣΔΙΤ όπως θα δούμε αναλυτικά παρακάτω καθώς και το
καθεστώς των συμβάσεων, όπου οι σχετικές οδηγίες δεν εφαρμόζονται.
Στην πραγματικότητα η Επιτροπή μέσω της διαδικασίας αυτής προέβη σε μια
προσεκτική συστηματοποίηση των πορισμάτων της νομολογίας του Δικαστηρίου των
τελευταίων ετών η οποία προχωρούσε με γρήγορους ρυθμούς. Παράλληλα προώθησε
και κάποιες θέσεις που αναφέρονται ιδίως στην κοινωνία της πληροφορίας.
Παραμένει πάντως άξιο λόγου το γεγονός ότι ενώ η διαδικασία για την τροποποίηση
των δύο οδηγιών από το έτος 2000 ήταν σε εξέλιξη, η Επιτροπή προχωρούσε σε
έκδοση άλλων ερμηνευτικών εγγράφων για ζητήματα που θίγουν και οι υπό
τροποποίηση οδηγίες.
Η σημασία της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών
Κοινοτήτων (ΔΕΚ)4
Το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων έτυχε συστηματικής ερμηνείας από το ΔΕΚ, αν
και όχι το ίδιο εκτεταμένης, από τα πρώτα χρόνια. Αρχικά η νομολογία περιορίσθηκε
σε αποφάσεις σχετικές με τη μη προσαρμογή των κρατών μελών ή την καθυστέρησή
τους να ενσωματώσουν τους κοινοτικούς κανόνες δικαίου. Σταδιακά προχώρησε σε
μια ενότητα αποφάσεων που αφορούν στη μη εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού
δικαίου των δημοσίων συμβάσεων ιδίως με την παράλειψη δημοσίευσης
προκηρύξεων και τις απ' ευθείας αναθέσεις. Αμέσως μετά αντιμετώπισε και το
ζήτημα της καταστρατήγησης της εφαρμογής των κανόνων των δημοσίων
συμβάσεων, οδηγώντας ακόμη και σε τροποποιήσεις των οδηγιών, ρήτρες των
οποίων επέτρεπαν τη σχετική καταστρατήγηση. Εν συνεχεία το ΔΕΚ προχώρησε σε
περισσότερο εκτεταμένη ερμηνευτική προσέγγιση των οδηγιών, χαράζοντας αρχές
4

βλ. και την ιστοσελίδα του http://curia.europa.eu/el/index.htm

12

ερμηνείας και προσδιορίζοντας την τελολογία των κανόνων των δημοσίων
συμβάσεων5. Η νομολογία του ΔΕΚ δεν περιορίσθηκε όμως στην ανάπτυξη του
υφιστάμενου περιεχομένου των οδηγιών αλλά προχώρησε και σε διαπλαστικό έργο
καλύπτοντας τομείς που δε ρυθμίζονταν από τις προγενέστερες οδηγίες μέσω της
ερμηνείας της Συνθήκης και των γενικών αρχών. Ουσιαστικής σημασίας ήταν
εξάλλου ο ρόλος της νομολογίας ως προς την παρεχόμενη δικαστική προστασία κατά
την ερμηνεία των οδηγιών που αναφέρονται στην αποτελεσματική δικαστική
προστασία.
Θα μπορούσε, τέλος, να διαπιστώσει κανείς ότι στην παρούσα φάση το ΔΕΚ
προχωρεί σε εξαιρετικά εκτεταμένη ερμηνεία με κύριο άξονα την επέκταση της
άμεσης εφαρμογής και τον περιορισμό της ευχέρειας διαφοροποίησης των κρατών
μελών κατά την προσαρμογή τους. Επίσης στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να ενταχθεί η
νομολογία που αφορά τον εννοιολογικό προσδιορισμό της αναθέτουσας αρχής, ο
οποίος πλέον παρακολουθεί την εξέλιξη του κρατικού φαινομένου και των
μεταμορφώσεών του στη σύγχρονη Ευρώπη. Στο έργο του αυτό το ΔΕΚ ενισχύθηκε
και με τη νομολογία του Πρωτοδικείου, γεγονός που έχει οδηγήσει σε έναν
εντυπωσιακό αριθμό αποφάσεων με αντικείμενο τις δημόσιες συμβάσεις. Το γεγονός
αυτό βέβαια δεν μπορεί παρά να δημιουργεί κάποιους προβληματισμούς ως προς την
ασφάλεια δικαίου που απαιτείται σε ένα τόσο σοβαρό τομέα όπως αυτός των
δημοσίων συμβάσεων.
Συχνά σε διαφοροποίηση με το γράμμα του κοινοτικού δικαίου το ΔΕΚ προωθεί μια
ερμηνεία η οποία οφείλει να τύχει αφομοίωσης από τα κράτη μέλη και τα δικαστήριά
τους και παράλληλα να γίνει γνωστή στους πολίτες της Ένωσης. Τούτο είναι συχνά
ιδιαίτερα δυσχερές καθώς τα κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη προσαρμοσθεί με τις
διατάξεις των ίδιων των οδηγιών ή/και των λοιπών κοινοτικών κανόνων ή ακόμη δεν
τους έχουν κατανοήσει σε βάθος. Αποτέλεσμα αυτού είναι συχνά για το ίδιο ζήτημα
να υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις διαφορετικές μεταξύ τους ακόμη και για ζητήματα
μεγάλης σημασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η νομολογία του ΣτΕ για
τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων ιδίως όσον αφορά στην υπαγωγή αυτού
του συμβατικού τύπου στο καθεστώς αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της
οδηγίας 89/665 παρά την έκδοση της απόφασης Μακεδονικό Μετρό που δεν
επιτρέπει πλέον καμία αμφιβολία σχετικά με το θέμα αυτό.
Οι δημόσιες συμβάσεις στον καιρό της παγκοσμιοποίησης
Σύμφωνα με τη ρητή αναφορά του άρθ. 5 της οδηγίας 2004/18, κατά τη σύναψη
δημοσίων συμβάσεων από τις αναθέτουσες αρχές, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις
σχέσεις τους εξίσου ευνοϊκούς όρους με εκείνους που παρέχουν στους οικονομικούς
φορείς τρίτων χωρών κατ' εφαρμογή της συμφωνίας περί δημοσίων συμβάσεων που
συνήφθη στο πλαίσιο των πολυμερών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης.
Μετά από αρκετά χρόνια συζητήσεων και θεωρητικών αντεγκλίσεων το ζήτημα αυτό
ρυθμίζεται σαφώς.

5 Βλ. και ΔΕΚ Απόφαση της 18ης Ιουλίου, C-382/05, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας,
ΔΕΚ Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria και Telefonadress, ΔΕΚ
Διάταξη της 30ης Μαΐου 2002, C-358/00, Buchhändler-Vereinigung, ΔΕΚ Απόφαση της 10ης
Νοεμβρίου 2005, C-29/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας, ΔΕΚ Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου
2005, C-458/03, Parking Brixen, της 21ης Ιουλίου 2005, C-231/03, Coname κλπ.

13

Α. To ευρωπαϊκό οικονομικό δίκαιο και το δίκαιο των δημοσίων
συμβάσεων
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται σε ένα εκτενές πλέγμα διατάξεων με οικονομικό
περιεχόμενο, το οποίο δομείται συστηματικά ήδη από τη Συνθήκη. Το κοινοτικό
δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων αποτελεί μέρος του οικονομικού κοινοτικού
δικαίου και ρυθμίζεται στο πλαίσιο της Συνθήκης. Το οικονομικό κοινοτικό δίκαιο
αποτελείται, εκτός από το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, από το δίκαιο της
εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και το δίκαιο της δικαστικής
προστασίας κατά το στάδιο της ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων, το δίκαιο της
προστασίας των καταναλωτών, το δίκαιο των διευρωπαϊκών δικτύων κοκ.
Το οικονομικό κοινοτικό δίκαιο βασίζεται στη γενική ρύθμιση της Συνθήκης και
εξειδικεύεται σε επιμέρους διατάξεις αυτής κατά το ειδικότερο αντικείμενό του. Η
Συνθήκη κατοχυρώνει την ελευθερία εγκατάστασης των προσώπων και την ελεύθερη
παροχή υπηρεσιών χωρίς διακρίσεις στην Κοινότητα και θέτει τις βασικές διατάξεις
της οικονομικής πολιτικής της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πλέον ρητά
κατοχυρώνει την υποχρέωση των κρατών μελών και της κοινότητας να δρα σύμφωνα
με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό που
ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων και σύμφωνα με την υποχρέωση
θέσπισης μιας οικονομικής πολιτικής, που βασίζεται στον στενό συντονισμό των
οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών, στην εσωτερική αγορά , καθώς και στον
καθορισμό κοινών στόχων, η οποία ασκείται σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας
της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό.
Στη Συνθήκη καθιερώνεται εξάλλου η υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν
μέτρα καταπολέμησης της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της
Κοινότητας και υποχρεούνται να συντονίζουν τη δράση τους που αποβλέπει στην
προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας (βλ. σχετικά άρθρο 280
ΣυνθΕΚ).
Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποτελεί σε μεγάλο βαθμό νεωτερική βάση του
οικονομικού κοινοτικού δικαίου, εφόσον καθιστά τη διαφάνεια, το μέγιστο
μορμολίκειο της κρατικής δράσης.
Το οικονομικό κοινοτικό δίκαιο βασίζεται εξάλλου στην κατοχύρωση του
δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης επαγγελματικής ανάπτυξης ως
θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης. Τούτο προκύπτει από τη
συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων της ΕΣΔΑ και των γενικών αρχών του
κοινοτικού δικαίου καθώς και των συνταγματικών παραδόσεων των κρατών μελών.
Το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου κατοχυρώνει το σεβασμό της
περιουσίας κάθε φυσικού ή και νομικού προσώπου και απαγορεύει τη στέρηση της
ιδιοκτησίας παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους του νόμου
και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου. Η κατοχύρωση του δικαιώματος της
περιουσίας και της ελεύθερης επαγγελματικής ανάπτυξης συνιστά τον ακρογωνιαίο
λίθο της οικονομίας της αγοράς αλλά και το βασικό οχυρό των πολιτών απέναντι στις
διεθνείς οικονομικές μονάδες και την κρατική εξουσία. Ως εκ τούτου το όλο δίκαιο
των δημοσίων συμβάσεων δεν δύναται παρά να ερμηνεύεται υπό το φως του
δικαιώματος αυτού.
14

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και το δίκαιο των δημοσίων
συμβάσεων
Το άρθρο ΣΤ των Κοινών διατάξεων της Συνθήκης του Μάαστριχτ καθιερώνει το
σεβασμό της Ένωσης για την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της, των οποίων
τα κυβερνητικά συστήματα βασίζονται στις δημοκρατικές αρχές. Η Ένωση σέβεται
τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την
Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που
υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 και προκύπτουν από τις κοινές
συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού
δικαίου.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 130 Υ.2 η εμπορική πολιτική της Κοινότητας
συμβάλλει στο γενικό στόχο της ανάπτυξης και της εδραίωσης της δημοκρατίας και
του κράτους δικαίου, καθώς και στο στόχο του σεβασμού των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών.
Βασισμένο στη Συνθήκη και στην ΕΣΔΑ, το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων θα
μπορέσει να αποτελέσει τον κορμό ενός κοινοτικού οικονομικού δικαίου με
κατοχυρωμένα μια σειρά ατομικών δικαιωμάτων και δομημένο με βάση την κοινή
βούληση του συνόλου των εταίρων.
Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο
ενδιαφέρει τους χρήστες ενδεικτικά στο μέτρο που θίγονται δικαιώματά τους, όπως
αυτό της ιδιοκτησίας (απαλλοτριώσεις), το δικαίωμά τους στο φυσικό και
ανθρωπογενές περιβάλλον, το δικαίωμα του ιδιωτικού βίου, το δικαίωμα στην
πρόσβαση στις υποδομές και την ελεύθερη κυκλοφορία, σειρά κοινωνικών
δικαιωμάτων, όπως η προστασία της μητρότητας, της παιδικής ηλικίας, των ατόμων
με ειδικές ανάγκες και της τρίτης ηλικίας, το δικαίωμα στη σωματική ακεραιότητα
καθώς και το δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας.
Επομένως, αν και η Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής για τις συμβάσεις
παραχώρησης δημοσίων έργων6 θεωρεί ότι η προστασία των ιδιωτών αφορά τους
θιγόμενους από μια ανάθεση μιας σύμβασης παραχώρησης ιδιώτες ή από την επιλογή
συνεταίρου επιχείρησης κλπ, θα πρέπει να θεωρείται ότι το ζήτημα της προστασίας
των θεμελιωδών δικαιωμάτων σχετίζεται πρωτίστως με τους χρήστες των υποδομών
και δευτερευόντως με τους ανταγωνιστές, οι οποίοι τυγχάνουν της προστασίας του
κοινοτικού δικαίου εξ άλλων διατάξεων της Συνθήκης και ιδίως από την ελευθερία
εγκατάστασης και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών.

6

Ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις συμβάσεις παραχώρησης στο
κοινοτικό δίκαιο [Επίσημη Εφημερίδα C 121, 29.04.2000]

15

Ενόψει των ανωτέρω θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι κατά τη σύναψη των δημοσίων
συμβάσεων υπεισέρχεται ένας ακόμη κρίσιμος παράγων: ο χρήστης – καταναλωτής
των υπηρεσιών που παρέχονται από τα έργα που αποτελούν αντικείμενο
εκμετάλλευσης.
Παρά το γεγονός ότι ο χρήστης δε συμβάλλεται ευθέως στη σύναψη της σύμβασης,
αποτελεί καταλυτικό παράγοντα, στο μέτρο που από αυτόν εξαρτάται η
ανταποδοτικότητα του έργου και η αποπληρωμή του συμβατικού ανταλλάγματος του
αναδόχου. Η διασφάλιση των θεμελιωδών του δικαιωμάτων συντελεί τόσο στην
διασφάλιση της κοινοτικής νομιμότητας όσο και στην ανταποδοτικότητα του έργου
υποδομής.
Με τον τρόπο αυτό τα κοινοτικού ενδιαφέροντος έργα υποδομής δημιουργούν τους
χρήστες υποκείμενα των υποδομών αυτών, η ταυτότητα των οποίων διαμορφώνεται
στο πλαίσιο του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου και είναι αυτή του Ευρωπαίου Πολίτη.
Αν δηλαδή, τα διευρωπαϊκά δίκτυα συνενώνουν τα κράτη μέλη με προσβάσεις
ελευθερίας, οι χρήστες είναι οι φορείς αυτής της ελευθερίας. Με διττό τρόπο συνεπώς
επιτυγχάνεται ο στόχος της Συνθήκης: αφενός τη διαμόρφωση του ενιαίου
ευρωπαϊκού χώρου, αφετέρου τη διαμόρφωση του ευρωπαίου πολίτη.
Τα θεμελιώδη δικαιώματα που διασφαλίζει δια των υποδομών ο χρήστης, πέραν των
όσων απολαμβάνει ως καταναλωτής, είναι κυρίως η ελευθερία και η ισότητα
πρόσβασης στα διευρωπαϊκά δίκτυα.
Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων
Όπως προαναφέραμε το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων αποτελεί μέρος
του οικονομικού κοινοτικού δικαίου, και δομείται συστηματικά στο πλαίσιο της
Συνθήκης. Περαιτέρω βασίζεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα διατάξεων, το οποίο δεν
βρίσκεται αποκλειστικά στις οδηγίες που αναφέρονται ειδικά στις διαδικασίες
σύναψής τους. Θεμελιώδης είναι εξάλλου και ο ρόλος του στη ρύθμιση ενός γενικού
πλαισίου αρχών, το οποίο εφαρμόζεται στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.
Εκτός από τις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων το κοινοτικό δίκαιο
μεριμνά και για την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στις δημόσιες
συμβάσεις, αλλά και στο δίκαιο των συμβάσεων παραχώρησης δημοσίων έργων,
υπηρεσιών, οι ΣΔΙΤ κοκ. Επίσης περιλαμβάνει και τους ειδικούς κανόνες που
εφαρμόζονται στις συμβάσεις που δεν υπάγονται στις ειδικές οδηγίες που διέπουν τις
διαδικασίες συνάψεως των δημοσίων συμβάσεων.
Περαιτέρω αντικείμενό του αποτελεί εξάλλου και το σύνολο των τεχνικών θεμάτων
που άπτονται των διαδικασιών δημοσιότητας και της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.
Η σταδιακή πρόοδος στον τομέα αυτό, όπου δε γίνεται διάκριση μεταξύ δημοσίων
και ιδιωτικών συμβάσεων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να θεωρείται μέρος
του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων και το κοινοτικό δίκαιο των
συμβάσεων εν γένει με τρόπο που να μπορεί κανείς πλέον να κάνει λόγο για ένα
ουσιαστικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων.

16

Μέρος του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων θα πρέπει να θεωρείται και
το δίκαιο της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τις οικείες
οδηγίες το οποίο προηγείται πάντα της σύναψης δημοσίων συμβάσεων.
Μπορεί κανείς συνεπώς να μιλά σήμερα για ένα ενιαίο πλαίσιο ουσιαστικού και
δικονομικού δικαίου δημοσίων συμβάσεων, το οποίο συστηματοποιείται σταδιακά
και διέπει το σύνολο της οικονομικής ζωής.
Οι ειδικότεροι τομείς του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων
Στο σημείο αυτό θα παραθέσουμε τις κυριότερες όψεις του δικαίου των δημοσίων
συμβάσεων.
1. Το δίκαιο της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων – buying
green
Ο μελετητής του ευρωπαϊκού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων μέχρι πρόσφατα δεν
θα προσέγγιζε μεθοδολογικά την ανάλυσή του ενοποιώντας το δίκαιο του
περιβάλλοντος και ιδίως το δίκαιο της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων
με το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων αυτό καθ' εαυτό. Πράγματι σε κανένα σημείο
το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις δημόσιες συμβάσεις δεν ορίζει ως
προαπαιτούμενο για τη νομιμότητά τους την εκτίμηση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων (όταν και όποτε αυτή απαιτείται), ούτε και η νομολογία του ΔΕΚ έθεσε
ευθέως μέχρι σήμερα τέτοιου είδους αρχή. Όμως σταδιακά οι νομικές υποχρεώσεις
μεταβάλλονται. Αναφορά συγκεκριμένη για τη σχέση τόσο των πηγών δικαίου όσο
και των διαδικασιών έγινε αρχικά στο Πράσινο Βιβλίο - Οι Δημόσιες Συμβάσεις στην
Ευρωπαϊκή Ένωση της 27/11/1996 (Com (96) 583 τελικό) και τούτο για να γίνει
μνεία σε Σύσταση του ΟΟΣΑ. Ακόμη όμως και αυτό αποτέλεσε μία έμμεση
αναφορά, χωρίς να συνδεθούν ευθέως οι οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις με
εκείνες που ρυθμίζουν την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Σήμερα εκτός από τις αναφορές στο προοίμιο της οδηγίας 2004/18 (παρ. 5 και 33)
υπάρχουν και ρητές διατάξεις. Ειδικότερα η παρ. 5 αναφέρει ότι σύμφωνα με το
άρθρο 6 της Συνθήκης, οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να
εντάσσονται στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και
δράσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 αυτής, ιδίως προκειμένου να προωθείται η
αειφόρος ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, η οδηγία διευκρινίζει με ποιο τρόπο οι
αναθέτουσες αρχές μπορούν να συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος και
στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, ενώ ταυτόχρονα εγγυάται στις αρχές αυτές
τη δυνατότητα να επιτυγχάνουν, για τις συμβάσεις τους, την καλύτερη σχέση
ποιότητας/τιμής.
Οι οδηγίες 2004/17/ΕΚ (άρθρο 35) και 2004/18/ΕΚ (άρθρο 23) επιτρέπουν στις
αναθέτουσες αρχές, σε «ενδεδειγμένες περιπτώσεις», δηλαδή σε συμβάσεις η
εκτέλεση των οποίων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το περιβάλλον, να ζητούν
από τους υποψηφίους να αποδείξουν την τεχνική τους ικανότητα να εφαρμόσουν
ορισμένα μέτρα περιβαλλοντικής διαχείρισης για συμβάσεις δημοσίων έργων και
υπηρεσιών.

17

Παράλληλα εφαρμόζεται το γενικό πλαίσιο των οδηγιών για την εκτίμηση των
περιβαλλοντικών επιπτώσεων και δημοσιεύεται σειρά σχετικών εγγράφων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόσφατο έγγραφο της Επιτροπής
«Αγοράστε Οικολογικά - Ένα εγχειρίδιο για τις δημόσιες συμβάσεις και οικολογικά
θέματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 20057».
Το συγκεκριμένο εγχειρίδιο απευθύνεται πρωτίστως στους δημόσιους φορείς, οι
οποίοι ως μεγάλοι καταναλωτές στην Ευρώπη μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά
στην αειφόρο ανάπτυξη. Παράλληλα όμως στοχεύει και στη σχετική ενημέρωση των
ιδιωτών. Το σύνολο των δημοσίων φορέων στα κράτη μέλη καλούνται να εισαγάγουν
γενικές απαιτήσεις για την ενεργειακή απόδοση ή τη δυνατότητα ανακύκλωσης.
Οι δημόσιες συμβάσεις εν γένει βασίζονται στη σχέση προσφοράς και ζήτησης, με
έμφαση στην καλύτερη αξιοποίηση των χρημάτων και στην αμερόληπτη δράση,
δηλαδή την αξιολόγηση των ανταγωνιστών με σεβασμό στις αρχές της ισότιμης
μεταχείρισης και της διαφάνειας. Στο πλαίσιο αυτό όπως προαναφέραμε δεν
αποκλείεται να λαμβάνονται υπόψη και περιβαλλοντικές παράμετροι, ιδίως κατά την
εξέταση της τεχνικής καταλληλότητας των διαγωνιζόμενων.
Η επιλογή του «αντικειμένου» της σύμβασης τελεί υπό ορισμένες εγγυήσεις.
Χρήσιμη είναι πάντως, όπως αναφέρεται στο εγχειρίδιο η επιλογή οικολογικού
τίτλου για τη σύμβαση και η ανάλυση της αγοράς για την ανίχνευση των
περιβαλλοντικά φιλικών εναλλακτικών λύσεων. Η υποχρέωση σύνταξης Μελέτης
Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) για ορισμένες κατηγορίες έργων
επισημαίνεται ρητά.
Το εγχειρίδιο σημειώνει ότι οι οδηγίες 2004/17/ΕΚ (άρθρο 35) και 2004/18/ΕΚ
(άρθρο 23) επιτρέπουν ρητά στις αναθέτουσες αρχές να επιλέγουν μεταξύ
προδιαγραφών που βασίζονται σε τεχνικά πρότυπα ή σε απαιτήσεις που βασίζονται
στην απόδοση.
Αν προδιαγραφές που καλύπτουν περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά προϊόντων ή
υπηρεσιών χρησιμοποιούνται σε δημόσιες συμβάσεις, οι εταιρίες πρέπει να παρέχουν
αποδείξεις είτε ότι μπορούν να συμμορφωθούν με τα πρότυπα αυτά. Σε περίπτωση
που δεν ακολουθούν τις ίδιες μεθόδους, ότι πληρούν τα οριζόμενα επίπεδα απόδοσης.
Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να απορρίπτονται οι προσφορές τους. Ενίοτε
είναι πάντως δυνατός ο ορισμός υψηλότερου επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας
υπό τον όρο της μη διάκρισης.
Ως προς τα οικολογικά σήματα, που βασίζονται σε ανάλυση όλου του κύκλου ζωής
του προϊόντος, οι οδηγίες 2004/17/ΕΚ (άρθρο 35) και 2004/18/ΕΚ (άρθρο 23)
επιτρέπουν ρητά τη χρησιμοποίηση των βασικών προδιαγραφών τους. Τα προϊόντα
και οι υπηρεσίες που φέρουν οικολογικό σήμα θεωρείται ότι πληρούν τις τεχνικές
προδιαγραφές. Ωστόσο δεν επιτρέπεται να τεθούν απαιτήσεις για εταιρίες ώστε να
κατέχουν ή να συμμορφώνονται (πλήρως) με κάποιο οικολογικό σήμα, ενώ θα πρέπει
να δίνονται και άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

7

Λουξεμβούργο, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 2005- 39σ.21Χ 29.7 cm

18

Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να ζητήσουν την κατασκευή ενός προϊόντος από ένα
συγκεκριμένο υλικό, τηρουμένων των διατάξεων της Συνθήκης (μη διακριτική
μεταχείριση, ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και υπηρεσιών). Ομοίως, μπορούν
να συμπεριλάβουν απαιτήσεις για τις μεθόδους παραγωγής στις προδιαγραφές για
οικολογικές συμβάσεις (π.χ. ΑΠΕ, τρόφιμα από βιολογική καλλιέργεια).
Ως προς τα στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε αποκλεισμό διαγωνιζόμενου, δύο
είναι τα στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ληφθεί υπόψη η
συμπεριφορά εταιριών εις βάρος του περιβάλλοντος. Οι περιπτώσεις, όπου ο
οικονομικός φορέας έχει καταδικασθεί τελεσίδικα με απόφαση που επηρεάζει την
επαγγελματική του δεοντολογία ή έχει αποδειχθεί ένοχος για σοβαρό επαγγελματικό
παράπτωμα.
Σχετικά με τα κριτήρια επιλογής, μεταξύ άλλων, σημαντικό ρόλο δύναται να παίζει η
περιβαλλοντική τεχνική ικανότητα (π.χ. ελαχιστοποίηση αποβλήτων, αποφυγή
διαρροής ουσιών που μολύνουν, μείωση του κόστους καυσίμων κ.ά.). Πρακτικά,
αυτή αφορά ερωτήματα, όπως το αν η υποψήφια εταιρία απασχολεί ή έχει πρόσβαση
σε τεχνικούς με την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία για να χειρισθούν τα
περιβαλλοντικά ζητήματα της σύμβασης, αν κατέχει ή έχει πρόσβαση στον
απαραίτητο τεχνικό εξοπλισμό για την προστασία του περιβάλλοντος ή αν διαθέτει τα
σχετικά ερευνητικά και τεχνικά μέσα που διατίθενται για την κάλυψη των
περιβαλλοντικών πτυχών. Χρήσιμο εν προκειμένω εργαλείο για την ενσωμάτωση των
περιβαλλοντικών κριτηρίων είναι ο φάκελος με τις υλοποιηθείσες συμβάσεις που
καταδεικνύουν την προηγούμενη εμπειρία των συμμετεχουσών εταιριών.
Για την αξιολόγηση της ποιότητας των προσφορών είναι δυνατή η χρήση
προκαθορισμένων κριτηρίων ανάθεσης, που έχουν δημοσιευθεί εκ των προτέρων.
Βάσει των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων υπάρχουν δύο επιλογές για τις
αναθέτουσες αρχές. Έχουν τη δυνατότητα είτε να συγκρίνουν προσφορές βάσει μόνο
της χαμηλότερης τιμής είτε να επιλέξουν την ανάθεση στην «πλέον συμφέρουσα
οικονομικά» προσφορά. Η δεύτερη αυτή επιλογή υποδηλώνει ότι και άλλα κριτήρια
ανάθεσης θα ληφθούν υπόψη, συμπεριλαμβανομένων και περιβαλλοντικών.
Οπωσδήποτε πάντως θα πρέπει να πληρούνται τέσσερις προϋποθέσεις: α) τα κριτήρια
ανάθεσης πρέπει να συνδέονται με το αντικείμενο της σύμβασης· β) τα κριτήρια
ανάθεσης πρέπει να είναι συγκεκριμένα και να ποσοτικοποιούνται αντικειμενικά· γ)
τα κριτήρια ανάθεσης πρέπει να έχουν κοινοποιηθεί προηγουμένως· δ) τα κριτήρια
ανάθεσης πρέπει να σέβονται το κοινοτικό δίκαιο8.
Σε ό,τι αφορά στην προσφερόμενη τιμή, χρήσιμος είναι ο «υπολογισμός κόστους
καθ’ όλο τον κύκλο ζωής», στον οποίο, πέρα από την τιμή αγοράς,
συμπεριλαμβάνονται όλες οι δαπάνες που θα προκύψουν κατά τη διάρκεια ζωής του
προϊόντος ή υπηρεσίας.
Εκτιμάται επίσης ότι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να συμπεριληφθούν
στους όρους εκτέλεσης των συμβάσεων, εφόσον έχουν δημοσιευθεί και είναι
σύμφωνοι με το κοινοτικό δίκαιο (π.χ. μεταφορά προϊόντων και εργαλείων στο χώρο
δραστηριοτήτων, παράδοση αγαθών εκτός ωρών κυκλοφοριακής αιχμής,
8

Βλ. και ΔΕΚ Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-513/99, Concordia Bus, ΔΕΚ
Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2003, C-448/01, Wienstrom.

19

ανακύκλωση συσκευασιών κ.ά.). Πάντως, οι όροι των συμβάσεων δεν πρέπει να
παίζουν ρόλο στον καθορισμό του υποψηφίου που θα αναλάβει τη σύμβαση, γεγονός
που σημαίνει ότι οποιοσδήποτε υποψήφιος πρέπει, καταρχήν, να μπορεί να
ανταποκριθεί σε αυτούς. Δεν πρέπει να αποτελούν καλυμμένες τεχνικές
προδιαγραφές, κριτήρια επιλογής ή ανάθεσης.
Μπορεί συνεπώς κανείς να διαπιστώσει τη σταδιακή συστηματική ρύθμιση των
ζητημάτων προστασίας περιβάλλοντος και να τη θεωρήσει ως συνεκτικό μέρος του
δικαίου των δημοσίων συμβάσεων.
2. Οι διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων
Η νομοθετική δραστηριότητα της Κοινότητας επικεντρώνεται κατά πρώτο λόγο σε
αυτές καθ’ εαυτές τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Οι προγενέστερες
οδηγίες για τις διαδικασίες σύναψης των δημόσιων συμβάσεων, που εφαρμόζονται
σήμερα, αντικαταστάθηκαν από δύο νέες οδηγίες, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ τον
Απρίλιο του 2004 (και θα πρέπει να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη
μέλη το αργότερο έως τις 31 Ιανουαρίου 2006). Η μία από τις οδηγίες αυτές αφορά
στις δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (2004/18) και η άλλη
στις δημόσιες συμβάσεις στους τομείς των υδάτων, της ενέργειας, των μεταφορών
και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (2004/17). Ο διαχωρισμός οφείλεται στον
ιδιάζοντα χαρακτήρα και τις ιδιομορφίες που παρουσιάζουν οι συγκεκριμένες
συμβάσεις που συνάπτουν φορείς που δραστηριοποιούνται στους τομείς της
ύδρευσης, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, τομείς δηλαδή
που αφορούν σε αγαθά κοινής ωφέλειας και οι οποίοι παραδοσιακά έχουν αποτελέσει
αντικείμενο αποκλειστικού, μονοπωλιακού ελέγχου από πολλά κράτη μέλη. Οι
νομοθετικές αυτές διατάξεις θα συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός ανανεωμένου και
ενοποιημένου ρυθμιστικού πλαισίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι οδηγίες αυτές έχουν
ήδη ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο με τα πδ 60/2007 και 59/2007.
Βασικός σκοπός των οδηγιών αυτών ήταν η απλούστευση και ο εξορθολογισμός των
διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Επίσης, όπως ξεκάθαρα προκύπτει
έχουν περιλάβει κα τις βασικές αρχές της νομολογίας του ΔΕΚ στον τομέα αυτό. Οι
οδηγίες αυτές επιβάλλουν για τις δημόσιες συμβάσεις, των οποίων η αξία υπερβαίνει
τα κοινοτικά κατώτατα όρια, κοινούς κανόνες που αφορούν τη δημοσίευση των
προκηρύξεων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι δημόσιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ της ανοικτής ή της
κλειστής διαδικασίας και, υπό όρους που καθορίζονται ρητά στις οδηγίες για τις
δημόσιες συμβάσεις, να καταφύγουν σε διαδικασία διαπραγμάτευσης, με ή χωρίς
προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης, ή ακόμη και σε διαδικασία ανταγωνιστικού
διαλόγου.
Οι συμβάσεις μπορούν να ανατίθενται με κριτήριο είτε μόνον τη χαμηλότερη τιμή
είτε την πιο συμφέρουσα οικονομικά προσφορά. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω εάν
επιλεγεί η δεύτερη περίπτωση, η ανάθεση μπορεί να στηριχτεί σε κριτήρια όπως η
ποιότητα, η τιμή, οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές παράμετροι, το κόστος χρήσης
κ.λπ. Οπωσδήποτε όμως τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να γνωστοποιούνται με

20

κατάλληλο τρόπο στους ενδιαφερόμενους, ώστε να εξασφαλίζεται ο σεβασμός των
αρχών της ισότιμης μεταχείρισης και της διαφάνειας.
3. Οι συμβάσεις που δε διέπονται από την οδηγία 2004/18
Με την Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής της 23ης Ιουνίου 2006 σχετικά με
το κοινοτικό δίκαιο που εφαρμόζεται στο πέρασμα των συμβάσεων που δεν
υποβάλλονται ή υποβάλλονται μερικώς στις οδηγίες «δημόσιες συμβάσεις» (2006/C
179/02) δόθηκαν οι ερμηνευτικές κατευθύνσεις που είχαν ήδη διαμορφωθεί από τη
νομολογία του ΔΕΚ9 για τις συμβάσεις που δεν εμπίπτουν στο εύρος των κοινοτικών
οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις.
4. Οι συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων και οι Συμπράξεις
ιδιωτικού και δημοσίου τομέα (ΣΔΙΤ)
Τέλος, στη νέα νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις περιλαμβάνονται διατάξεις και
σχετικά με ένα ειδικότερο είδος δημοσίων συμβάσεων ήτοι τις συμβάσεις
παραχώρησης και οι ΣΔΙΤ. Και το ζήτημα αυτό θα αναλυθεί κατωτέρω σε ειδική
ενότητα και για το λόγο αυτό χάριν συντομίας στο σημείο αυτό θα αναφερθεί απλώς,
ότι τα βασικότερα κείμενα που έχουν εκδοθεί είναι το Πράσινο βιβλίο σχετικά με τις
συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων
συμβάσεων και των συμβάσεων παραχώρησης10, η Ερμηνευτική ανακοίνωση της
Επιτροπής σχετικά με τις συμβάσεις παραχώρησης στο κοινοτικό δίκαιο 11 και η
Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την
Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών,
της 12ης Μαΐου 2004, με τίτλο «Λευκό Βιβλίο σχετικά με τις υπηρεσίες κοινής
ωφέλειας »12.
5. Η αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά τη σύναψη δημοσίων
συμβάσεων
Συμπληρωματικά με τις οδηγίες που ρυθμίζουν την ανάθεση των δημοσίων
συμβάσεων και για να επιτευχθεί η ουσιαστική και αποτελεσματική εφαρμογή τους
έχουν εκδοθεί αντιστοίχως δύο Οδηγίες που ρυθμίζουν τα σχετικά με την
αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά τη σύναψη τόσο συμβάσεων δημοσίων
9

Ειδική αναφορά γίνεται στο κείμενο της Επιτροπής στις Αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου
2000, C- 324/98 Telaustria, της 21ης Ιουλίου 2005, C- 231/03 Coname, της 13ης Οκτωβρίου
2005, C-458/03, Parking Brixen, της 3ης Δεκεμβρίου 2003, C-59/00 Bent Mousten
Vestergaard, της 20ης Οκτωβρίου 2005, C- 264/03 Επιτροπή κατά Γαλλίας, της 27ης
Οκτωβρίου 2005, C- 234/03, Contse, της 27ης Οκτωβρίου 2005, C- 525/03, Επιτροπή κατά
Ιταλίας, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C- 470/99, Universale Bau AG, της 23ης Μαρτίου 2006,
C-174/03 Impresa Portuale di Cagliari,, της 2ης Ιουλίου 2002, C-50/00 Union de Pequenos
Agricultores, της 15ης Οκτωβρίου 1987, 222/86 Heylens, της 5ης Μαρτίου 1996, C-46/93 και
48/93, Brasserie du Pecheur, και της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C- 327/00, Santex.
10

COM(2004) 327 τελικό

11

Επίσημη Εφημερίδα C 121, 29.04.2000

12

COM(2004) 374 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].

21

έργων, υπηρεσιών και προμηθειών όσο και συμβάσεων στους εξαιρουμένους τομείς.
Το καθεστώς των οδηγιών αυτών ήδη έχει δώσει αφορμή για εκτενείς συζητήσεις. Θα
πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σύμφωνα με
τη νομολογία του ΔΕΚ για την αποτελεσματική προστασία στις συμβάσεις που δεν
διέπονται από τις οδηγίες για την αποτελεσματική δικαστική προστασία.
6. Τεχνολογία πληροφοριών και επικοινωνιών στις δημόσιες συμβάσεις
Δεδομένου ότι έως σήμερα, η έλλειψη σαφών κοινοτικών κανόνων έχει αποτελέσει
εμπόδιο στην καθιέρωση της ηλεκτρονικής σύναψης δημόσιων συμβάσεων στην
Ευρώπη, καταβάλλεται προσπάθεια να προωθηθεί μια νέα δέσμη νομοθετικών
μέτρων σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται
συγκεκριμένοι κανόνες για την ηλεκτρονική σύναψή τους. Εκτιμάται ότι οι δημόσιες
συμβάσεις είναι ένας τομέας στον οποίο η χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών
και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) μπορεί να προσφέρει ιδιαίτερα πλεονεκτήματα. Οι
παραδοσιακές διαδικασίες για τις δημόσιες συμβάσεις είναι χρονοβόρες και
πολύπλοκες και απαιτούν πολλούς πόρους. Επομένως, η χρήση της ΤΠΕ στις
δημόσιες συμβάσεις μπορεί να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα, την ποιότητα και
τη σχέση κόστους/απόδοσης των δημόσιων συμβάσεων. Οι ρυθμίσεις αυτές
προσδοκάται ότι θα δώσουν ώθηση στη διάδοση των ηλεκτρονικών δημόσιων
συμβάσεων στην Ευρώπη. Ειδικότερα, όπως αναλύεται αμέσως κατωτέρω, ρυθμίσεις
σχετικά με τη χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών στις
δημόσιες συμβάσεις περιλαμβάνονται τόσο στα κείμενα των οδηγιών όσο και σε
ανεξάρτητα νομοθετήματα.
SIMAP
Το πρώτο βήμα για τη διευκόλυνση των ενδιαφερομένων φορέων έγινε με τη
δημιουργία ενός δικτυακού τόπου αποκλειστικά για τις δημόσιες συμβάσεις, το
λεγόμενο σύστημα πληροφόρησης για τις δημόσιες συμβάσεις (SIMAP)13, το οποίο
έχει τεθεί εξαρχής στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου. Ο δικτυακός αυτός τόπος
προσφέρει στους επαγγελματίες των προμηθειών του δημοσίου πληροφορίες σχετικά
με τις δυνατότητες σύναψης συμβάσεων που υπάρχουν σε διεθνές και ευρωπαϊκό
επίπεδο, καθώς και σχετικά με το προφίλ των αγοραστών τριάντα περίπου χωρών. Ο
δικτυακός τόπος SIMAP προτείνει ειδικά εργαλεία, όπως την υπηρεσία ηλεκτρονικής
ειδοποίησης μέσω του Διαδικτύου, και παρουσιάζει τους κανόνες και τις διαδικασίες
τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Ενημερώνει επίσης τους οικονομικούς
παράγοντες σχετικά με τα μέσα προσφυγής που υπάρχουν στα κράτη μέλη σε
περίπτωση παράβασης των κοινοτικών κανόνων που αφορούν τις δημόσιες
συμβάσεις.
Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση
Προς την κατεύθυνση της διευκόλυνσης και απλούστευσης των διαδικασιών σύναψης
των δημοσίων συμβάσεων και την ουσιαστική εφαρμογή τους η Κοινότητα έχει
εκδώσει κανόνες για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Έτσι με σκοπό τη βελτίωση
των δημόσιων υπηρεσιών, καθώς και την ενίσχυση των δημοκρατικών διαδικασιών
και των διαδικασιών στήριξης των δημόσιων πολιτικών έχει εκδοθεί η Ανακοίνωση
13

http://simap.eu.int/

22

της Επιτροπής της 26ης Σεπτεμβρίου 2003 προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή
των Περιφερειών - Ο ρόλος της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης («eGovernment») για
το μέλλον της Ευρώπης [COM(2003) 567 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην
Επίσημη Εφημερίδα].
Ανταλλαγή πληροφοριών
Όσον αφορά στην ανταλλαγή πληροφοριών η νέα οδηγία θέτει τα ηλεκτρονικά και τα
παραδοσιακά μέσα σε ισότιμη βάση.
Στο πλαίσιο της αρχής της διαφάνειας, η κοινοτική νομοθεσία καθιστά υποχρεωτική
τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης των προκηρύξεων
διαγωνισμών των οποίων η αξία υπερβαίνει ορισμένα κατώτατα όρια. Τα όρια αυτά
ποικίλλουν ανάλογα με το είδος της σύμβασης. Οι προκηρύξεις δημοσιεύονται14,
δωρεάν για τους αγοραστές στις 20 επίσημες γλώσσες της Ένωσης, στο Συμπλήρωμα
S της ΕΕ.
Οι παράγοντες της αγοράς όμως είναι καταρχάς ελεύθεροι να επιλέξουν τα μέσα
επικοινωνίας που θα χρησιμοποιούν στις διαδικασίες. Τούτο σημαίνει ότι τα
ηλεκτρονικά και τα παραδοσιακά μέσα τίθενται σε ισότιμη βάση. Σε περίπτωση
χρήσης ηλεκτρονικών μέσων ωστόσο παρέχεται στην αναθέτουσα αρχή η ευχέρεια να
μειώσει τη σχετική προθεσμία.
Σε σχέση με την ηλεκτρονική δημοσίευση μιας προκαταρκτικής προκήρυξης μάλιστα
η νέα οδηγία επιτρέπει τη μείωση της προθεσμίας παραλαβής των προσφορών κατά
επτά ημέρες στην περίπτωση των ανοικτών και κλειστών διαδικασιών. Το ίδιο ισχύει
και για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής στις περιπτώσεις διαδικασιών
διαπραγμάτευσης και ανταγωνιστικού διαλόγου. Η προθεσμία αυτή δύναται να
μειώνεται περαιτέρω κατά πέντε ημέρες όταν τα έγγραφα της σύμβασης είναι
διαθέσιμα στο Διαδίκτυο, στην περίπτωση των ανοικτών και κλειστών διαδικασιών.
Με τις ρυθμίσεις της νέας οδηγίας εγκαθιδρύεται μια νέα τεχνική αγοράς, το
επονομαζόμενο δυναμικό σύστημα αγοράς το οποίο βασίζεται αποκλειστικά σε
ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας.
Ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί
Σημαντικό βήμα προς την ηλεκτρονική σύναψη των δημοσίων συμβάσεων συνιστά
και η διαδικασία των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών. Οι αναθέτουσες αρχές, έχουν
τη δυνατότητα να προσφεύγουν για τη σύναψη μιας σύμβασης σε ηλεκτρονικούς
πλειστηριασμούς15. Από την οδηγία καθορίζονται οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις
διενέργειάς του.

14

Βάση δεδομένων TED

15

Ειδικά για κάποιες συμβάσεις όπως είναι ορισμένες συμβάσεις υπηρεσιών και έργων, λ.χ.
σχεδιασμός του έργου, επειδή αφορούν παροχές διανοητικής εργασίας τέτοια ευχέρεια δε
δίνεται από την οδηγία.

23

Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός αφορά είτε μόνο τις τιμές, εφόσον η σύμβαση
ανατίθεται με βάση την κατώτερη τιμή, είτε τις τιμές ή/και τις αξίες των στοιχείων
των προσφορών, εφόσον η σύμβαση ανατίθεται με βάση την πλέον συμφέρουσα από
οικονομική άποψη προσφορά. Η συγγραφή υποχρεώσεων στις περιπτώσεις αυτές θα
πρέπει άνευ ετέρου να περιλαμβάνει κάποιες συγκεκριμένες πληροφορίες16.
Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της οδηγίας για τη διαδικασία διενέργειας του
ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οι αναθέτουσες αρχές πριν προβούν στον
ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, διενεργούν μια πρώτη αξιολόγηση των προσφορών.
Ταυτόχρονα, με ηλεκτρονικά μέσα, καλούν τους προσφέροντες που έχουν υποβάλει
παραδεκτές προσφορές να συμμετάσχουν. Η πρόσκληση προσδιορίζει την
ημερομηνία και την ώρα έναρξης του πλειστηριασμού και, ενδεχομένως, τον αριθμό
των φάσεων. Αναφέρει επίσης το μαθηματικό τύπο βάσει του οποίου καθορίζεται η
αυτόματη κατάταξη, περιλαμβάνοντας τη στάθμιση των κριτηρίων ανάθεσης. Κατά
τη διάρκεια κάθε φάσης, οι συμμετέχοντες γνωρίζουν την αντίστοιχη κατάταξή τους
έναντι των υπόλοιπων συμμετεχόντων των οποίων δεν γνωρίζουν την ταυτότητα.
Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ολοκληρώνεται είτε σε προκαθορισμένη ημερομηνία
και ώρα είτε μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας από την υποβολή της
τελευταίας προσφοράς είτε όταν ολοκληρωθεί ο αριθμός των φάσεών του.
7. Το Κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις
Οι κανόνες που προαναφέρθηκαν (διατάξεις για τις νέες τεχνικές ηλεκτρονικών
αγορών, όπως η ηλεκτρονική δημοπρασία ή τα δυναμικά συστήματα αγορών)
περιλαμβάνονται στο κείμενο των Οδηγιών (ιδίως βλ. Τμήμα τέταρτο, Κανόνες
δημοσιότητας και διαφάνειας της Οδηγίας 2004/18) αλλά συμπληρώνονται με τις
Οδηγίες για το Κοινό Λεξιλόγιο στις δημόσιες συμβάσεις 17. Ειδικότερα, για τη
διευκόλυνση της καταχώρισης προσκλήσεων για υποβολή προσφορών στην Επίσημη
Εφημερίδα έγινε προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος
ταξινόμησης για την περιγραφή του αντικειμένου των δημόσιων συμβάσεων. Προς
την κατεύθυνση αυτή εκδόθηκαν ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2195/2002 του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 2000 περί
κοινού λεξιλογίου για τις δημόσιες συμβάσεις (CPV) [Επίσημη Εφημερίδα L 340,
16.12.2002], ο οποίος τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2151/2003 της
Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 2003 [Επίσημη Εφημερίδα L 329, 17.12.2003]. Η
βάση δεδομένων TED εξασφαλίζει τη δημοσίευση των προκηρύξεων των δημόσιων
συμβάσεων που υπόκεινται στις ευρωπαϊκές οδηγίες στην Επίσημη Εφημερίδα, σειρά
S. Από τις 20 Δεκεμβρίου 2003, η βάση TED χρησιμοποιεί τους κωδικούς που
θεσπίζουν οι ανωτέρω αναφερόμενοι Κανονισμοί. Οι κωδικοί αυτοί θα καταστούν

16 Ιδίως πρέπει να περιλαμβάνονται τα προσδιορίσιμα ποσοτικά στοιχεία (σε αριθμούς ή
ποσοστά) τα οποία αφορά ο πλειστηριασμός και τα ελάχιστα απαιτούμενα όρια των αξιών
που μπορούν να υποβάλλονται, τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη διεξαγωγή του
πλειστηριασμού και τις τεχνικές προδιαγραφές της σύνδεσης.
17

Βλ. http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/l22008.htm

24

υποχρεωτικοί με την υιοθέτηση της αναθεώρησης των ευρωπαϊκών οδηγιών18. Στους
τομείς που έχουν ιδιαίτερη σημασία για το άνοιγμα του τομέα των δημόσιων
συμβάσεων η Επιτροπή προωθεί την τυποποίηση όχι μόνον σε ευρωπαϊκή, αλλά και
σε παγκόσμια κλίμακα. Απώτερος σκοπός της Επιτροπής είναι ήδη με την κατάρτιση
των τυποποιημένων εντύπων και του Κοινού Λεξιλογίου να βελτιωθεί η ποιότητα των
πληροφοριών για τις δημόσιες συμβάσεις και να καταστεί ευκολότερη η μετάφραση,
η διαβίβαση, η ανάγνωση και η κατανόησή τους. Η ΕΕ εξάλλου ενθαρρύνει τα κράτη
μέλη να χρησιμοποιούν περισσότερο τις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών
(ΤΠΕ) στις διαδικασίες σύναψης των δημόσιων συμβάσεων καθώς με τον τρόπο αυτό
συντομεύονται οι προθεσμίες και περιορίζονται τα διοικητικά έξοδα. Απώτερος
στόχος είναι βέβαια η εξασφάλιση της κατά το δυνατό ευρύτερης συμμετοχής των
οικονομικών φορέων στις διαδικασίες ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων.
8. Το κοινοτικό δίκαιο της καταπολέμησης της διαφθοράς και της
απάτης
Η Συνθήκη χρησιμοποιεί τον όρο «απάτη» που αποδίδει τον όρο fraude, ο οποίος δεν
ταυτίζεται με την απάτη όπως είναι γνωστή στο ελληνικό αστικό ή το ποινικό δίκαιο.
Η απάτη είναι έννοια του κοινοτικού δικαίου που συνδέει την σχέση των
οικονομικών συμφερόντων με τα όργανα της Κοινότητας, όπως τούτη προσδιορίζεται
με το άρθρο 280 ΣυνθΕΚ. Πρέπει να τονισθεί ότι η απάτη και η διαφθορά είναι όροι
συγγενείς αλλά δεν ταυτίζονται. Οι όροι αυτοί διαφοροποιούνται περαιτέρω και από
τη διαφάνεια, η οποία είναι και ως όρος και ως νομική έννοια διακριτή και
διαφορετική.
Τούτο βεβαίως δεν εμπόδισε τη δημιουργία μεταγενέστερα όρων όπως η
«ευρωαπάτη» αλλά και της θέσπισης εξειδικευμένων οργάνων για την αντιμετώπιση
του φαινομένου. Το 1997 είχε ήδη διαπιστωθεί σε κοινοτικό επίπεδο η αναγκαιότητα
δημιουργίας μιας αυτόνομης πολιτικής κατά της ευρωαπάτης και για το λόγο αυτό η
Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
εκθέτοντας τα κύρια στοιχεία μιας ολοκληρωμένης πολιτικής κατά της διαφθοράς.
Η πάταξη της διαφθοράς αποτελεί πλέον ζητούμενο σύμφωνα με το άρθρο 280
ΣυνθΕΚ (πρώην άρθρο 209 Α) σύμφωνα με το οποίο:
«…2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολέμησης της απάτης κατά των
οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, με εκείνα που λαμβάνουν για την
καταπολέμηση της απάτης κατά των ιδίων οικονομικών συμφερόντων…».
Πέραν αυτού όμως στη Συνθήκη έχει πλέον εισαχθεί ένα ευρύτερο πλέγμα
διατάξεων, όπως για παράδειγμα το άρθ. 255 ΣυνθΕΚ καθώς και η 41η Δήλωση της
Συνθήκης του Άμστερνταμ για τη διαφάνεια και την πρόσβαση στα έγγραφα και την
καταπολέμηση της απάτης 19. Σημαντικό μέρος ειδικών διατάξεων αφορά το
καθεστώς των ενισχύσεων.
18

Για τη δημοσίευση των προκηρύξεων βλ. και
http://ted.europa.eu/?&time=http://ted.europa.eu/Exec?Template=TED/homepage.htm&Data
Flow=hRead.dfl&hpt=ALL&StatLang=EL
19

Ν. 2691/1999, Κύρωση της Συνθήκης του Άμστερνταμ που τροποποιεί τη Συνθήκη για την
Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένες

25

Το προαναφερθέν άρθρο 255 ΣυνθΕΚ κατοχυρώνει την πρόσβαση στα έγγραφα του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για κάθε φυσικό ή
νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει καταστατική έδρα σε ένα κράτος μέλος. Με τον
τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ευχέρεια εντοπισμού της απάτης και της διαφθοράς με
ευκολία. Κατά συνέπεια η διαφάνεια είναι προαπαιτούμενο για την καταπολέμηση
της διαφθοράς, χωρίς ωστόσο να υφίσταται εννοιολογική ταύτιση μεταξύ των
εννοιών, όπως προκύπτει άλλωστε και από τη Δήλωση αρ. 4120.
Από τη νομολογία του ΔΕΚ έχει προκύψει ένα σύστημα αρχών ιδίως σε σχέση με το
ζήτημα της σύγκρουσης συμφερόντων. Οι αρχές αυτές κυρίως αναφέρονται στην
άρση της διαφθοράς και της εφαρμογής τους στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.
Τα πορίσματα αυτά της νομολογίας επηρέασαν τον κοινοτικό νομοθέτη κατά τη
θέσπιση των νέων οδηγιών. Τούτο προκύπτει από το ίδιο το προοίμιο της οδηγίας
2004/1821, ενώ στο άρθρο 45 της οδηγίας ένα σύνολο κριτηρίων ποιοτικής επιλογής
τίθενται με σκοπό τη διασφάλιση των αναθετουσών αρχών ως προς την προσωπική
κατάσταση του υποψηφίου με στόχο την αποφυγή της απάτης.

συναφείς πράξεις, καθώς και των σχετικών πρωτοκόλλων και των δηλώσεων που
περιλαμβάνονται στην Τελική Πράξη (ΦΕΚ Α'47 12.3.1999) Η Συνθήκη αυτή τέθηκε σε ισχύ
την 1η Μαΐου 1999 με την Ανακοίνωση Υπ. Εξωτερικών Φ.0546/26/ΑΣ 276/Μ.4770 (ΦΕΚ Α
87).
20

«41. Δήλωση σχετικά με τις διατάξεις για τη διαφάνεια, την πρόσβαση στα έγγραφα και
την καταπολέμηση της απάτης
Η Διάσκεψη θεωρεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, όταν
δρουν στα πλαίσια της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και
Χάλυβα και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας,
θα πρέπει να εμπνέονται από τις διατάξεις στον τομέα της διαφάνειας, της πρόσβασης σε
έγγραφα και της καταπολέμησης της απάτης οι οποίες ισχύουν στο πλαίσιο της Συνθήκης
περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας».
21

«(43) Θα πρέπει να αποφεύγεται η ανάθεση δημόσιων συμβάσεων σε οικονομικούς φορείς
που έχουν συμμετάσχει σε εγκληματική οργάνωση ή που έχουν κριθεί ένοχοι δωροδοκίας ή
απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή
νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οσάκις απαιτείται, οι αναθέτουσες
αρχές θα πρέπει να ζητούν από τους υποψηφίους/τους προσφέροντες τα σχετικά έγγραφα και,
εάν έχουν αμφιβολίες σχετικά με την προσωπική κατάσταση ενός υποψηφίου/προσφέροντος,
μπορούν να ζητούν τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
Οι εν λόγω οικονομικοί φορείς θα πρέπει να αποκλείονται όταν περιέρχεται σε γνώση της
αναθέτουσας αρχής απόφαση σχετική με τα προαναφερθέντα αδικήματα η οποία έχει εκδοθεί
σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και έχει ισχύ δεδικασμένου. Εάν το εθνικό δίκαιο περιέχει
διατάξεις προς τον σκοπό αυτόν, η μη τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας ή της
νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων όσον αφορά τις παράνομες συμπράξεις, η οποία έχει
διαπιστωθεί με τελεσίδικη απόφαση ή με απόφαση έχουσα ισοδύναμα αποτελέσματα, μπορεί
να θεωρείται ως αδίκημα το οποίο θίγει την επαγγελματική ακεραιότητα του οικονομικού
φορέα ή ως σοβαρό παράπτωμα.»

26

Β. Η νομική βάση της οδηγίας 2004/18 –
Οι επιδιωκόμενου σκοποί και οι αρχές που διέπουν
την οδηγία 2004/18/EK
Η ΣυνθΕΚ δεν περιλαμβάνει μία συγκεκριμένη διάταξη, η οποία να ρυθμίζει ειδικά τα
σχετικά με τις συμβάσεις δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Τούτο όμως σε
καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι οι συμβάσεις αυτές δεν υπόκεινται στους κανόνες και τις
αρχές της Συνθήκης. Πρέπει να σημειωθεί ότι το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών
συνδέεται άμεση με την άσκηση δραστηριοτήτων οικονομικού χαρακτήρα ή την
προμήθεια αγαθών. Εκ του αντικειμένου τους λοιπόν τούτες υπόκεινται στις διατάξεις της
Συνθήκης, αλλά και στις βασικές αρχές που έχουν διαμορφωθεί από το ΔΕΚ σε σχέση με
το τομέα αυτό. Οπωσδήποτε και επί των συμβάσεων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις της
Συνθήκης που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος (άρθρο 6 ΣυνθΕΚ), το
δικαίωμα εγκαταστάσεως (άρθρα 43 επ. ΣυνθΕΚ) και τις υπηρεσίες (άρθρα 49 επ.
ΣυνθΕΚ), τα οποία και θα παρατεθούν αμέσως κατωτέρω. Η οδηγία 2004/18 βασίζεται ως
εκ τούτου στη Συνθήκη και αποτελεί ειδική έκφανση της ελευθερίας εγκατάστασης. Η
συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Συνθήκη ΕΚ) επιβάλλει στους
αγοραστές του δημοσίου να τηρούν τις αρχές για την ίση μεταχείριση των
επιχειρηματιών, τη διαφάνεια των διαδικασιών προσκλήσεων υποβολής προσφορών, την
επιβολή πραγματικών συνθηκών ανταγωνισμού, την ελευθερία παροχής υπηρεσιών και
την αμοιβαία αναγνώριση σε όλη την επικράτεια της Ένωσης.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση η οικονομική σημασία των δημοσίων
συμβάσεων για την εσωτερική αγορά είναι πολύ μεγάλη22. Ενόψει μάλιστα της
διεύρυνσης της ΕΕ σε 25 κράτη μέλη, από τον Μάιο του 2004, αυξήθηκαν ακόμη
περισσότερο οι διασυνοριακές ευκαιρίες για τους οικονομικούς παράγοντες. Για το
λόγο αυτό οι δημόσιες συμβάσεις έχουν αποτελέσει πόλο έλξης του ενδιαφέροντος
της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός το οποίο με τη σειρά του έχει ως αποτέλεσμα να
παρατηρείται στο πεδίο αυτό μία αξιοσημείωτη νομοθετική δραστηριότητα.
Η Ένωση θεωρεί ότι η απουσία ανοικτού και αποτελεσματικού ανταγωνισμού που
παρατηρείτο πριν από την κοινοτική νομοθετική δραστηριότητα στον τομέα αυτό
υπήρξε ένα από τα προφανέστερα και πλέον αναχρονιστικά εμπόδια στην
ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς23. Αναφέρεται ότι εκτός από το επιπλέον
κόστος που συνεπάγεται για τις αναθέτουσες αρχές, η έλλειψη ενδοκοινοτικού
22

Το 2006, οι δημόσιες συμβάσεις ανήλθαν σε περισσότερα από 1.500 δισ. ευρώ, δηλ. στο
16% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕγχΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).
http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/l22009.htm
Βλ. και Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς: "Λευκή Βίβλος" που υποβάλλει η Επιτροπή
στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Μιλάνο, 28-29 Ιουνίου 1985) COM(85) 310, Ιούνιος 1985, σε
http://europa.eu/documents/comm/white_papers/index_el.htm.
23

http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/l22009.htm όπου αναφέρεται ότι: «Προτού
νομοθετήσει η Κοινότητα στον τομέα αυτόν, μόνο το 2% των δημόσιων συμβάσεων που
συνάπτονταν στην Κοινότητα ανετίθετο σε επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη εκτός εκείνου
που προκήρυσσε το διαγωνισμό»

27

ανταγωνισμού σε ορισμένους βασικούς κλάδους (λόγου χάριν στις τηλεπικοινωνίες)
αποτελούσε τροχοπέδη στην ανάπτυξη ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, ανταγωνιστικών
στις παγκόσμιες αγορές. Όσον αφορά στις δημόσιες συμβάσεις, το άνοιγμα στον
ανταγωνισμό προϋποθέτει πρωτίστως τη δημιουργία κινήτρων για τις δημόσιες αρχές
και τους φορείς που διαθέτουν ειδικά αποκλειστικά δικαιώματα ώστε να συνάπτουν
συμβάσεις με διαδικασίες διαγωνισμού. Για το σκοπό αυτό η Κοινότητα αποφάσισε
να προχωρήσει σε συντονισμό και την απλούστευση των εθνικών διαδικασιών
σύναψης συμβάσεων. Επιπλέον καταβάλλεται η προσπάθεια να προωθηθεί μία
ευρύτερη συμμετοχή των επιχειρήσεων σε διαγωνισμούς για δημόσιες συμβάσεις.
Συγκεκριμένα μπορούμε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε στην ανάπτυξη μιας
ολόκληρης σειράς εργαλείων προκειμένου να διευκολυνθεί άρα και να αυξηθεί η
συμμετοχή των προμηθευτών. Η πολιτική αυτή βασίζεται στη σκέψη, ότι το
πραγματικό άνοιγμα της εσωτερικής αγοράς δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά
μόνον εφόσον όλες οι επιχειρήσεις έχουν ίσες ευκαιρίες συμμετοχής σε διαγωνισμούς
για τις συμβάσεις αυτές.
Παρατηρείται ότι η έντονη παρεμβατική τάση της Ένωσης και ο περιορισμός που
εισάγεται στην πραγματικότητα με τις διατάξεις αυτές στην αρχή της ελευθερίας των
συμβάσεων αποτέλεσε επιλογή της Ένωσης καθώς κρίθηκε ότι η πολιτική αυτή ήταν
sine qua non προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότητα πρόσβασης χωρίς διακρίσεις
στις συμβάσεις που συνάπτει το κράτος ως αναθέτων φορέας. Σε σύγκρουση όμως με
τις παραδοχές της Κοινότητας βρίσκεται η σκέψη, ότι το δίκαιο των δημοσίων
συμβάσεων εκκινεί και βασίζεται στις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης, οι οποίες
αναλύονται κατωτέρω. Χαρακτηριστικότερη από αυτές είναι η αρχή του ελεύθερου
ανταγωνισμού και της ανοικτής οικονομίας, όπως αυτές εξειδικεύονται μέσα από την
αρχή της διαφάνειας, της ισότητας, της ελευθερίας εγκατάστασης, της ελευθερίας
παροχής υπηρεσιών και της αμοιβαίας αναγνώρισης σε όλη την επικράτεια της
Ένωσης. Προκειμένου ωστόσο να υπάρξει πραγματικό έδαφος εφαρμογής των αρχών
αυτών, προϋποτίθεται η ύπαρξη μιας ανοιχτής αγοράς, χωρίς περιορισμούς και
ανεξέλεγκτες αποκλίσεις από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων.
Οι αρχές που διέπουν την οδηγία 2004/18/EK
Η ανάθεση των συμβάσεων που συνάπτονται στα κράτη μέλη για λογαριασμό του
κράτους, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης ή περιφερειακής διοίκησης και άλλων
οργανισμών δημοσίου δικαίου, υπόκειται στην τήρηση των αρχών της Συνθήκης,
ιδίως στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, στην αρχή της
ελευθερίας της εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Επίσης
σημαντικές είναι και οι αρχές που απορρέουν από αυτές, όπως η αρχή της ίσης
μεταχείρισης, η αρχή της αποφυγής των διακρίσεων, η αρχή της αμοιβαίας
αναγνώρισης, η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της διαφάνειας 24. Το κοινοτικό
δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων διέπεται από μια σειρά γενικών αρχών που
κατευθύνουν τον ερμηνευτή στην προσέγγιση των οδηγιών και των οικείων
ρυθμίσεων των διατάξεων προσαρμογής. Οι αρχές αυτές αποτελούν ιδίως
νομολογιακές κατασκευές του ΔΕΚ και έχουν τη βάση τους στις γενικές διατάξεις της
Συνθήκης καθώς και στους ευρύτερος σκοπούς της ΕΕ. Είναι κανόνες που
συναντήθηκαν σε ορισμένα κράτη μέλη σε προγενέστερο στάδιο και υιοθετήθηκαν
24

Βλ. ήδη και την παρ. 2 του σκεπτικού της οδηγίας 2004/18 αλλά και το ειδικό άρθρο 2
αυτής με το συγκεκριμένο τίτλο.

28

νομολογιακά. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διαπίστωση του συγκερασμού των
συμπερασμάτων της θεωρίας και της νομολογίας των κρατών μελών, η οποία
διαπιστώνεται ακόμη και σε επίπεδο χρήσης συγκεκριμένων όρων. Βασική
παρατήρηση συνιστά το ότι η διατύπωση γενικών αρχών έχει ως στόχο την επίτευξη
του ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά και σε κάποιο βαθμό τον περιορισμό του.
Η συστηματική και πάγια διατύπωση αυτών των αρχών από τη νομολογία του ΔΕΚ
αποτέλεσε τη βάση για τη διαμόρφωση κοινών παραδοχών για όλο το εύρος των
δημοσίων συμβάσεων και οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση στην υιοθέτηση μιας
ενιαίας οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις, η οποία απεικονίζει το αδιαίρετο και την
ανάγκη συνολικής αντιμετώπισής τους.
1. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης ή της απαγόρευσης των διακρίσεων
Βασισμένη στην ίδια τη Συνθήκη η αρχή της ίσης μεταχείρισης απαγορεύει όχι μόνον
την πρόδηλη διάκριση λόγω ιθαγένειας αλλά και οποιαδήποτε συγκεκαλυμμένη
μορφή διακρίσεως, η οποία κατ’ εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει
στο ίδιο ή ανάλογο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα η αρχή της ίσης μεταχείρισης
βασίσθηκε στα άρθρα 43 (πρώην 52) και 49 (πρώην 59) της Συνθήκης από τα οποία
το ΔΕΚ συνήγαγε την αρχή ότι «η γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης, ιδιαίτερη
έκφραση της οποίας αποτελεί η απαγόρευση των διακρίσεων με βάση την ιθαγένεια,
είναι μία από τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με την αρχή
αυτή, «…ανάλογες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο,
εκτός αν η διαφορετική αντιμετώπιση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους»25.
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ η αρχή της ίσης μεταχείρισης παρά το
γεγονός ότι δεν προβλέπεται ευθέως από τις οδηγίες των δημοσίων συμβάσεων,
εντούτοις το καθήκον τήρησής της από τον αναθέτοντα φορέα ανταποκρίνεται στην
ίδια την ουσία τους26.
Σύμφωνα εξάλλου με τη νομολογία του ΔΕΚ, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν
περιορίζεται μόνο στον καθορισμό όρων πρόσβασης σε μια οικονομική
δραστηριότητα που να μην εισάγουν καθ’ εαυτοί διακρίσεις. Επιβάλλεται περαιτέρω

25

ΔΕΚ Απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C-21 και C-34/2003, Fabricom SA, σκ. 27, ΔΕΚ
Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C-434/2002, Arnold Andre, σκ. 68, ΔΕΚ Απόφαση της
14ης Δεκεμβρίου 2004, C-21-/2003, Swedish Match κλπ., σκ. 70), ΠΕΚ Απόφαση της 17ης
Μαρτίου 2005, T-160/2003, AFCon, σκ.91.
Σχετικά βλ. και τις αποφάσεις του ΔΕΚ της 8/10/1980 C-810/79, Ubertschar, της 14ης Ιουνίου
2007, C-6/05 Medipac-Kαζαντζίδης AE, της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria και
Telefonadress, της 13ης Οκτωβρίου 2005, C-458/03, Parking Brixen, της 21ης Ιουλίου 2005,
C-231/03, Coname και της 27ης Οκτωβρίου 2005, C-234/03 Contse
26

ΔΕΚ Απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C-21 και C-34/2003, Fabricom SA, σκ. 26, ΔΕΚ
Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-315/2001 GAT, σκ. 73, ΔΕΚ απόφαση της 12ης
Δεκεμβρίου 2002, C-470/1999, Universale Bau, σκ. 91, ΔΕΚ Απόφαση 17ης Σεπτεμβρίου
2002, C-513/1999, Concordia Bus Finland, σκ. 81, ΔΕΚ Απόφαση της 25ης Απριλίου 1996,
C-87/1994, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκ. 51, ΔΕΚ Απόφαση της 22ης Ιουνίου 1993, C243/1989, Storebaelt, σκ. 33

29

και η λήψη από τις δημόσιες αρχές όλων των μέτρων που είναι σε θέση να
εξασφαλίσουν την άσκηση αυτής της δραστηριότητας27.
Στη συνέχεια το ΔΕΚ με αφορμή τη νομολογία που ανέπτυξε για τις δημόσιες
συμβάσεις διατύπωσε τη θέση ότι: «Η αρχή της ίσης μεταχείρισης της οποίας τα άρθρα
52 και 59 της Συνθήκης συνιστούν συγκεκριμένη έκφραση, απαγορεύει όχι μόνον την
πρόδηλη διάκριση λόγω ιθαγενείας, αλλά και οποιαδήποτε συγκεκαλυμμένη μορφή
διακρίσεως, η οποία κατ’ εφαρμογήν άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει στην
πραγματικότητα στο ίδιο αποτέλεσμα».
Σε άλλη περίπτωση το ΔΕΚ έκρινε 28 ότι:
«1) Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλλόντων προσφορές, την οποία
προβλέπει η οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον
συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, δεν
παραβιάζεται για τον λόγο και μόνο ότι η αναθέτουσα αρχή επιτρέπει τη συμμετοχή σε
διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών των οργανισμών στους
οποίους η ίδια ή άλλες αναθέτουσες αρχές καταβάλλουν επιδοτήσεις οποιασδήποτε
φύσεως, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στους οργανισμούς αυτούς να υποβάλλουν
προσφορές σε τιμές οι οποίες υπολείπονται σημαντικά των τιμών που προσφέρουν οι
λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία, που δεν λαμβάνουν τέτοιες επιδοτήσεις.
2) Το γεγονός και μόνο ότι η αναθέτουσα αρχή επιτρέπει σε τέτοιους οργανισμούς τη
συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών δεν
συνιστά ούτε συγκαλυμμένη διάκριση ούτε περιορισμό που να αντιβαίνουν στο άρθρο
59 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ).».
Στην πρόβλεψη της υποχρέωσης ανάπτυξης ελεύθερου ανταγωνισμού βασίσθηκε η
υιοθέτηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των προσφερόντων. Σύμφωνα με την
αρχή αυτή κρίσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση μιας προσφοράς είναι η εφαρμογή
της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Υπό αυτό το πρίσμα επιβάλλεται να λαμβάνεται
μέριμνα από την αναθέτουσα αρχή, ώστε όλοι οι υποβάλλοντες προσφορές να
διαθέτουν τις ίδιες ευκαιρίες κατά το στάδιο της ανάθεσης μίας σύμβασης 29. Επίσης
επιβάλλεται η διασφάλιση της δυνατότητας αντικειμενικής σύγκρισης των
υποβληθεισών προσφορών30. Τούτο επιτυγχάνεται με τη σαφή δημοσιοποίηση των
κρίσιμων κριτηρίων ανάθεσης μιας σύμβασης, με τα οποία θα πρέπει να
συμμορφώνονται όλες οι προσφορές31.

27

Βλ. σχετικά ΔΕΚ Απόφαση της 26 Φεβρουαρίου 1992, C- 357/89, Raulin.

28

ΔΕΚ Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-94/99, ARGE Gewässerschutz κατά
Bundesministerium für Land- und Forstwirtschaft.
29

ΔΕΚ Απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C-21 και C-34/2003, Fabricom SA, σκ. 29, ΔΕΚ
Απόφαση της 25ης Απριλίου 1996, C-87/1994, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκ. 54.
30

ΔΕΚ Απόφαση της 25ης Απριλίου 1996, C-87/1994, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκ. 70.

31

ΔΕΚ Απόφαση της 25ης Απριλίου 1996, C-87/1994, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκ. 88.

30

Ειδικότερα θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης των
διαγωνιζομένων στο πλαίσιο ανάθεσης μίας δημόσιας σύμβασης εκφράσθηκε με την
απόφαση του ΔΕΚ της 22.6.1993 C-243/89 Επιτροπή κατά Δανίας. Με την απόφαση
αυτή η αρχή της ίσης μεταχείρισης συνδέθηκε με τη βάση της τότε ισχύουσας
οδηγίας 71/305/ΕΟΚ. Την αρχή της ίσης μεταχείρισης διατύπωσε, μεταξύ άλλων, το
ΔΕΚ και στην απόφαση της 5/12/1989 Επιτροπή κατά Ιταλίας C-3/88 και έκτοτε
παγίως32. Στο πλαίσιο της αρχής αυτής όπως αναφέραμε και ανωτέρω με εκτενή
αναφορά στη σχετική νομολογία, οι αναθέτουσες αρχές οφείλουν να ελέγχουν αν
όλες οι προσφορές είναι σύμφωνες προς τις προδιαγραφές της συγγραφής
υποχρεώσεων, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενική σύγκριση των προσφορών.
Εξάλλου στο πλαίσιο της ίδιας αρχής οι αναθέτουσες αρχές δεν δικαιούνται να
λαμβάνουν υπόψη τους τροποποίηση αρχικών προσφορών συγκεκριμένων
υποψηφίων σε βάρος των ανταγωνιστών.
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, της οποίας ειδική έκφραση αποτελεί το άρθρο 49
ΕΚ, δεν απαγορεύει μόνον τις εμφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αλλά και κάθε
μορφή συγκεκαλυμμένης διακρίσεως, η οποία, μέσω της εφαρμογής άλλων κριτηρίων
διακρίσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα 33.
Με τη νομολογία αυτή το ΔΕΚ προσέδωσε στην αρχή της ίσης μεταχείρισης
διαστάσεις που πολύ απέχουν από το να περιορίζονται στην ενδεχόμενη διάκριση
λόγω ιθαγένειας.
2. Η αρχή της διαφάνειας
Η προμνημονεφθείσα απόφαση του ΔΕΚ της 25/4/1996 C- 87/1994, Επιτροπή κατά
Βελγίου συνέδεσε την αρχή της ίσης μεταχείρισης ευθέως με την αρχή της
διαφάνειας. Βασικό ζητούμενο είναι η διασφάλιση του ότι όλοι οι υποψήφιοι έχουν
σε όλα τα στάδια του διαγωνισμού ίσες ευκαιρίες όταν υποβάλλουν τις προσφορές
τους34. Επίσης επιβάλλεται στις αναθέτουσες αρχές η υποχρέωση να προσδιορίζουν
με σαφήνεια τα κριτήρια ανάθεσης της σύμβασης 35. Συναφής είναι και η υποχρέωση
διασφάλισης της απαραίτητης δημοσιότητας, ο οποίος καθιστά δυνατό το άνοιγμα της
αγοράς στον ανταγωνισμό καθώς και τον έλεγχο του αμερόληπτου χαρακτήρα των
διαδικασιών διαγωνισμού36.
32

ΔΕΚ Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, C-6/05 Medipac-Kαζαντζίδης AE, ΔΕΚ Απόφαση
της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria και Telefonadress, ΔΕΚ Απόφαση της 13ης
Οκτωβρίου 2005, C-458/03, Parking Brixen και ΔΕΚ Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005,
C-231/03, Coname.
33

βλ. ΔΕΚ Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 22/80, Boussac Saint-Frères, σκέψη 9 και
ΔΕΚ Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 8.
34

βλ. σχετικά και ΔΕΚ Απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C- 21 και C-34/2003, Fabricom SA,
σκ.29
35

ΔΕΚ Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2003, C-448/2001, Wienstrom, σκ.52.

36

ΔΕΚ Απόφαση της 2ης Ιουνίου 2005, C-394/2002, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκ. 46, ΔΕΚ
Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/1998, Telefonadress, σκ.62

31

Η αρχή της διαφάνειας, που καθίσταται εξαιρετικά σημαντική λόγω της επέκτασης
της διαφθοράς στις δημόσιες υπηρεσίες, διασφαλίζει τον ελεύθερο ανταγωνισμό και
την τήρηση της ίσης μεταχείρισης. Δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε ήδη, η Συνθήκη
περιλαμβάνει ειδικές ρυθμίσεις για την εξάλειψη της απάτης, η διαφάνεια συνιστά
πλέον αρχή αναγόμενη στην ίδια τη Συνθήκη. Η εν λόγω υποχρέωση διαφάνειας που
βαρύνει την αναθέτουσα αρχή συνίσταται στη διασφάλιση, υπέρ όλων των
ενδεχομένων αναδόχων, προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας που να καθιστά δυνατό
το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών στον ανταγωνισμό καθώς και τον έλεγχο του
αμερόληπτου χαρακτήρα των διαδικασιών διαγωνισμού37. Συνεπώς εκτός από τη
γνώση των διαγωνιζομένων, η διαφάνεια απαιτεί την αμεροληψία της αναθέτουσας
αρχής. Συνιστά δηλαδή αμφίπλευρη ιδιότητα. Εφαρμόζεται σε όλα τα διαδικαστικά
στάδια38 ακόμη και όταν δεν προβλέπεται ρητά και στις περιπτώσεις ακόμη που δεν
εφαρμόζονται συνολικά οι κοινοτικές οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις, όπως είναι
οι περιπτώσεις των συμβάσεων παραχώρησης υπηρεσιών κλπ.
Η διαφάνεια αποτελεί σήμερα θεμελιακή έννοια του συνολικού πλαισίου κανόνων
που διέπει το καθεστώς της ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων κατά το δίκαιο της
ΕΕ και κατ’ επέκταση και τα εθνικά δίκαια. Θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ως
γενική αρχή του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων. Θεωρείται πάντως ότι συνιστά
σκοπό του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων και στόχο στον οποίο αυτό
αποβλέπει39. Συνεπώς η διαφάνεια ρυθμίζει και τον τρόπο ερμηνείας των κανόνων
των δημοσίων συμβάσεων.
Από τα προαναφερθέντα φαίνεται ότι η διαφάνεια στο δίκαιο των δημοσίων
συμβάσεων αφορά τη διαδικαστική ορατότητα που απαιτεί το ΔΕΚ ερμηνεύοντας
τους κανόνες και τη Συνθήκη η οποία πηγάζει από την αρχή της ίσης μεταχείρισης
και για μεν τους υποψηφίους συνιστά γνώση των διαδικασιών και των κανόνων που
διέπουν την ανάθεση ενώ για τις αναθέτουσες αρχές απαιτεί αμεροληψία.
Η νομολογία του ΔΕΚ έχει επισημάνει ότι η αρχή της διαφάνειας αποτελεί την
συνέπεια της αρχής της ίσης μεταχείρισης, την πρακτική αποτελεσματικότητα της
οποίας επιδιώκει να εξασφαλίσει κατοχυρώνοντας τη δημιουργία συνθηκών
ανταγωνισμού χωρίς στρεβλώσεις. Η υιοθέτηση της αρχής αυτής δεν αναιρεί πάντως
τον διόλου αυτονόητο χαρακτήρα της στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας. Η
αρχή της διαφάνειας δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζεται ως αρχή έντονα
περιοριστική της συμβατικής ελευθερίας των κρατών και των αναθετουσών αρχών εν

37

ΔΕΚ Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria Verlags GmbH, σκ. 62 πιο
κάτω.
38

Βλ. αντί πολλών ΠΕΚ Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2003, Τ- 183/00, Strabag Benelux
σκ. 39 Βλ. επίσης ΔΕΚ Απόφαση της 15ης Απριλίου 1996, C- 87/94, Επιτροπή κατά Βελγίου.
39

Βλ. ΔΕΚ Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1992, C-24/91, Επιτροπή κατά Ισπανίας, όπου
τονίζεται ότι ουσιώδης σκοπός της οδηγίας είναι η καθιέρωση διαφάνειας που να επιτρέπει
την ισότητα συμμετοχής στις συμβάσεις και την ανάπτυξη πραγματικού ανταγωνισμού.

32

γένει. Η νομολογία του ΔΕΚ ως προς το ζήτημα της διαφάνειας στις δημόσιες
συμβάσεις είναι ιδιαίτερα πλούσια40.
Η διαφάνεια αποτελεί ιδιαίτερη όψη των σχέσεων των αναθετουσών αρχών και των
ιδιωτών και δεν διέπει τους κανόνες της οικονομικής ζωής εν γένει. Αποτελεί
συνεπώς αίτημα συνεχόμενο με την οικονομική δράση του κρατικού φαινομένου
όπως αυτή αναπτύσσεται μέσω των αναθετουσών αρχών. Σε σχέση με το δίκαιο των
δημόσιων συμβάσεων η «διαφάνεια» συνιστά προδήλως έκφραση του ελεύθερου
ανταγωνισμού και της σταδιακής μεταστροφής του κράτους σε «συνήθη»
αντισυμβαλλόμενο και συμμέτοχο της οικονομικής ζωής.
3. Η αρχή της αναλογικότητας
Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου που
εφαρμόζεται και στις δημόσιες συμβάσεις και διέπει όχι μόνον τη συνολική δράση
αλλά ακόμη και την διακριτική ευχέρεια των αναθετουσών αρχών.
Ιδιαίτερη έκφραση της αρχής της ίσης μεταχείρισης είναι η αρχή της
αναλογικότητας, η οποία ομοίως ανάγεται στη Συνθήκη. Σύμφωνα με την αρχή αυτή,
ανάλογες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο εκτός
αν η διαφορετική αντιμετώπιση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, κάθε επιλεγόμενο μέτρο πρέπει να είναι συγχρόνως
αναγκαίο και πρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού41. Η νομολογία
του ΔΕΚ αναγνωρίζει την αρχή της αναλογικότητας παγίως ως μία από τις γενικές
αρχές του κοινοτικού δικαίου η οποία ισχύει και για τις εθνικές αρχές κατά την
εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου42.
Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί επομένως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου
που εφαρμόζεται και στις δημόσιες συμβάσεις και διέπει όχι μόνον τη συνολική
δράση αλλά ακόμη και την διακριτική ευχέρεια των αναθετουσών αρχών. Έκφραση
των αρχών αυτών αποτελεί και η υποχρέωση αναγνώρισης των τεχνικών
προδιαγραφών, πιστοποιητικών, τίτλων και εγγράφων, που απαιτούν οι αναθέτουσες
αρχές, για την επιλογή κατάλληλου αναδόχου σύμβασης.

40

ΔΕΚ Απόφαση της 18ης Απριλίου 2007, C-507/03, ΔΕΚ Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου
2007, C-6/05 Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, της 14ης Ιουνίου 2007, C-5/2005, MedipacKαζαντζίδης AE, ΔΕΚ Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria και
Telefonadress, ΔΕΚ Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2005, C-458/03, Parking Brixen, ΔΕΚ
Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, C-231/03, Coname, ΔΕΚ Απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005,
C-21/03 και C-34/03,της 3ης Μαρτίου 2005, ΠΕΚ Απόφαση της 18ης Απριλίου 2007, T195/05, Deloitte Business Advisory NV.
41

Βλ. σχετικά και ΠΕΚ Απόφαση της 19 Ιουνίου 1997, Τ-260/94, Air Inter SA.

42

Σχετικά βλ. ΔΕΚ Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, C-265/87, Schroeder, ΔΕΚ Απόφαση
της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-127/92 κλπ

33

Έκφραση των ίδιων αρχών αποτελεί και η υποχρέωση αιτιολόγησης της δυσμενούς ή
απορριπτικής απόφασης που λαμβάνει κάθε αναθέτουσα αρχή στο πλαίσιο
διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων η οποία απορρέει και από τις γενικές
αρχές του διοικητικού δικαίου ορισμένων κρατών μελών.
Επί τη βάσει αυτών των αρχών αναπτύχθηκε και εξειδικεύθηκε η νομολογία κατά
περίπτωση ερμηνεύοντας τις οδηγίες με τρόπο που συνάδει στο σκοπό τους. Θα
μπορούσε δηλαδή να διαπιστώσει κανείς τη σαφή υιοθέτηση της τελολογικής
μεθόδου από το ΔΕΚ κατά τη θέσπιση γενικών αρχών αλλά και στο στάδιο της
ειδικότερης επεξεργασίας των κανόνων των οδηγιών που τίθενται.
Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας η Επιτροπή διατύπωσε στην Ερμηνευτική
της Ανακοίνωση τη θέση ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει το δικαίωμα να απαιτήσει,
κατά την επιλογή των υποψηφίων, τεχνικές, επαγγελματικές ή χρηματοοικονομικές
ικανότητες δυσανάλογες και υπερβολικές σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης
παραχώρησης ή μιας ανάλογης μορφής σύμπραξης μεταξύ του δημοσίου και του
ιδιωτικού τομέα.
4. Η αρχή της υποχρεωτικής αιτιολόγησης των βλαπτικών πράξεων
Έκφραση των ίδιων αρχών αποτελεί και η υποχρέωση αιτιολόγησης της δυσμενούς ή
απορριπτικής απόφασης που λαμβάνει κάθε αναθέτουσα αρχή στο πλαίσιο
διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων η οποία απορρέει και από τις γενικές
αρχές του διοικητικού δικαίου ορισμένων κρατών μελών. Η υποχρέωση αιτιολογίας
συνδέεται άμεσα με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αφού
αποτελεί το κριτήριο επί τη βάσει του οποίου θα εξεταστεί η ίδια η νομιμότητα της
δυσμενούς απόφασης. Κατά τη στοιχειοθέτηση της απόφασής της η ίδια η
αναθέτουσα αρχή έχει τη δυνατότητα να ελέγξει η ίδια τη νομιμότητα της πράξης της
πριν ακόμη την έκδοσή της. Η υποχρέωση αιτιολογίας έχει πολύ σημαντικό ρόλο στο
κοινοτικό δίκαιο, στο μέτρο που καθιερώνεται από την ίδια τη ΣυνθΕΚ και
επιβάλλεται, αντίθετα με τα όσα ισχύουν στο εθνικό δίκαιο των περισσότερων
κρατών μελών, και στον κοινοτικό νομοθέτη.
5. Η αρχή της περιοριστικής ερμηνείας των παρεκκλίσεων
Σύμφωνα με την αρχή της στενής ή περιοριστικής ερμηνείας των παρεκκλίσεων, οι
διατάξεις που εισάγουν παρεκκλίσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά43. Κατά την
πάγια νομολογία του ΔΕΚ, εκτός του ότι οι διατάξεις που αφορούν παρεκκλίσεις
πρέπει να ερμηνεύονται στενά, το βάρος αποδείξεως του ότι συντρέχουν οι έκτακτες
περιστάσεις ή λόγος εισαγωγής παρεκκλίσεως φέρει όποιος τις επικαλείται. Έκφανση
αυτής της ερμηνευτικής αρχής αποτελεί πλέον και η πάγια νομολογία του ΔΕΚ, η

43

Σχετικά βλ. ΔΕΚ Απόφαση της 10/3/1987, C-199/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, ΔΕΚ
Απόφαση της 18ης Μαΐου 1995, C-57/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας κλπ.

34

θέση ότι οι διατάξεις που εισάγουν παρεκκλίσεις θα πρέπει να θεωρούνται ως
περιοριστικά αναφερόμενες44.
Εξάλλου ιδιαίτερη έκφραση της αρχής της περιοριστικής ερμηνείας των
παρεκκλίσεων αποτελεί η αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κοινοτικού
δικαίου η οποία εκφράσθηκε ρητά στην απόφαση του ΔΕΚ της 12ης Ιουλίου του
2001 C-399/98 Ordine degli Architetti delle Province di Milano e Lodi, Piero De
Amicis, Consiglio Nazionale degli Architetti, Leopoldo Freyrie.
Η αρχή αυτή συνιστά οδηγό για την ερμηνεία των ποικίλων συμβατικών
μορφωμάτων και συνδυασμών που επιτυγχάνει η νομική φαντασία, ιδίως για
συμβάσεις που είναι δυνατό να υπαχθούν την κατηγορία των συμβάσεων
παραχώρησης δημοσίων έργων.
Από το σύνολο των προαναφερομένων προκύπτει ότι στο πλαίσιο της αρχής της
πρακτικής αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου οι νομικές κατασκευές που
κατατείνουν σε μη υπαγωγή στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, ή στην
περιορισμένη εφαρμογή τους, ερμηνεύονται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, έστω
και καθ’υπέρβαση της γραμματικής ερμηνείας, όπως έκανε η προαναφερθείσα
απόφαση.
6. Η αρχή τη αμοιβαίας αναγνώρισης
Και η αρχή αυτή αποτελεί καρπό της νομολογίας του ΔΕΚ. Η έννοιά της
αποσαφηνίσθηκε σταδιακά επί τη βάσει της νομολογίας, η οποία αφορά την
κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων και των υπηρεσιών. Σύμφωνα με την
αρχή αυτή ένα κράτος μέλος είναι υποχρεωμένο να δέχεται τα προϊόντα και τις
υπηρεσίες που παρέχονται από οικονομικούς φορείς άλλων χωρών της Κοινότητας,
στο μέτρο που τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες πληρούν εξίσου τους θεμιτούς
στόχους τους οποίους επιδιώκει το κράτος μέλος προορισμού.
Η Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής της ΕΕ45 αναπτύσσει τη θέση αυτή επί τη
βάσει της εκτενούς νομολογίας που αναφέρεται σε παραπομπές και καταλήγει ότι η
εφαρμογή της αρχής αυτής στις συμβάσεις παραχώρησης και τις ανάλογες μορφές
συμπράξεων μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα σημαίνει, ειδικότερα, ότι
το κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιείται η παροχή υποχρεούται να δεχθεί τις
τεχνικές προδιαγραφές, τους ελέγχους, καθώς επίσης και τους τίτλους, τα
πιστοποιητικά και τα προσόντα που απαιτούνται σε άλλο κράτος μέλος, στο μέτρο
που αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα με εκείνα τα οποία απαιτούνται από το κράτος
μέλος στο οποίο πραγματοποιείται η παροχή.

44

Σχετικά βλ. και ΔΕΚ Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1993, C-71/92, Επιτροπή κατά
Ισπανίας.
45

Βλ. ανωτέρω, όπου και αναλυτική αναφορά της Ερμηνευτικής Ανακοίνωσης αυτής.

35

Γ. Η προσαρμογή των κρατών μελών στο κοινοτικό δίκαιο των
δημοσίων συμβάσεων
Τα κράτη μέλη έφεραν ιδιαίτερη αντίσταση στην ενσωμάτωση του δικαίου των
δημοσίων συμβάσεων, ήδη από την περίοδο ισχύος της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ, είτε
καθυστερώντας την ενσωμάτωσή της στην οικεία εκάστοτε έννομη τάξη, είτε με την
πλημμελή προσαρμογή σε αυτή. Μετά από μια δέσμη αποφάσεων του ΔΕΚ που
καταδίκαζε κράτη μέλη για τη μη προσαρμογή, το Δικαστήριο προχώρησε στην
ανάπτυξη κανόνων που αφορούν την ορθή προσαρμογή στην οδηγία. Δεδομένης της
εμμονής των κρατών μελών να παραβαίνουν τις σχετικές υποχρεώσεις τους,
πρόσφατα προχώρησε σε περισσότερο εκτεταμένη υιοθέτηση της άμεσης εφαρμογής
των κανόνων της οδηγίας46.
46

Ως προς το ζήτημα της πλημμελούς προσαρμογής το ΔΕΚ υπήρξε σαφές. Με την απόφαση
του ΔΕΚ της 11/8/1995 C-433/93 Eπιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της
Γερμανίας κρίθηκε ότι δεν αρκούν οι διοικητικής φύσεως κανόνες για την μεταφορά μιας
οδηγίας και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καταδικάσθηκε διότι παρέβη τις
υποχρεώσεις της από τη Συνθήκη ΕΚ μη θεσπίζοντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών τις
νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις (εγκύκλιοι), που ήταν αναγκαίες για τη
συμμόρφωσή της προς τις επιταγές της οδηγίας 88/295/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την
τροποποίηση της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως
συμβάσεων κρατικών προμηθειών και την κατάργηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας
80/767/ΕΟΚ και της οδηγίας 89/440/ΕΟΚ για την τροποποίηση της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ
περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων.
Το ΔΕΚ τόνισε ειδικά ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας μέσω απλής
διοικητικής πρακτικής είναι ανεπαρκής. Με αφορμή τη σχετική δίκη επαναλήφθηκε ότι ο
σκοπός των κοινοτικών οδηγιών είναι η προστασία του υποβάλλοντος προσφορά από την
αυθαιρεσία των αναθετουσών αρχών σύμφωνα και με την απόφαση της 20/9/1988, C-31/87
Beentjes, και δηλώθηκε ότι τέτοια προστασία αποστερείται ο υποβάλλων προσφορά όταν δεν
μπορεί να προβάλλει έναντι της αναθέτουσας αρχής τις παραβάσεις τους ενώπιον των
εθνικών δικαστηρίων και ως εκ τούτου τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεταφέρουν τις
οδηγίες στην εθνική τους νομοθεσία με τρόπο ώστε οι ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά
τους και ενδεχομένως να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (σχετικά και οι
Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα M. Elmer παρ. 6). Με την ίδια απόφαση σημειώθηκε
εξάλλου ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν τα κατάλληλα μέτρα
προσαρμογής και δεν έκανε δεκτό το επιχείρημα για το άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών,
σημειώνοντας ότι μόνον σε ιδιάζουσες περιπτώσεις, ιδίως στην περίπτωση που ένα κράτος
μέλος παρέλειψε να λάβει τα απαιτούμενα εκτελεστικά μέτρα ή θέσπισε μέτρα μη σύμφωνα
με την οδηγία, έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο στους πολίτες το δικαίωμα να επικαλούνται
ενώπιον των δικαστικών αρχών μια οδηγία κατά του παραβαίνοντος τις υποχρεώσεις του
κράτους μέλους.
Την υποχρέωση σαφήνειας κατά τη μεταφορά μιας οδηγίας τονίζει και η ΔΕΚ Απόφαση της
17ης Νοεμβρίου 1993, C-71/92, Επιτροπή Ισπανίας.
Η πρόσφατη νομολογία του ΔΕΚ για τις δημόσιες συμβάσεις επιφύλασσε όμως και άλλες
εκπλήξεις. Με αφορμή την οδηγία 92/50 κρίθηκε με τη ΔΕΚ Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου
1998, C-76/97, ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα μπορούν να επικαλούνται ενώπιον εθνικού
δικαστηρίου τις απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς διατάξεις μιας οδηγίας έναντι
οποιασδήποτε δημοσίας αρχής, που υποχρεούται να εφαρμόσει νομοθετικές, κανονιστικές ή

36

Η Επιτροπή από το 1998 στο έγγραφό της 11/3/1998 Δημόσιες Συμβάσεις στην
Ευρωπαϊκή Ένωση (COM 98, 143) έθεσε ευθέως, τόσο το ζήτημα της υποχρεωτικής
πλήρους ενσωμάτωσης των κανόνων του κοινοτικού δικαίου όσο και την ανάγκη
δημιουργίας ενιαίου πλαισίου για τις δημόσιες συμβάσεις 47.
Θα μπορούσε να διαπιστωθεί κατά συνέπεια ότι ένα μεγάλο μέρος των οδηγιών που
αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις έχει κριθεί ότι τυγχάνει άμεσης εφαρμογής, ενώ
διατηρείται περιορισμένη αμφιβολία για κάποιες διατάξεις. Η τάση της ερμηνείας
τείνει προς την επέκταση της άμεσης εφαρμογής των οδηγιών σε σχέση με το δίκαιο
των δημοσίων συμβάσεων.
Η εξέλιξη των πράξεων προσαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη
Είναι γεγονός ότι από τη μακροχρόνια εφαρμογή των διατάξεων, τον τρόπο με τον
οποίο ερμηνεύονται από τη νομολογία του ΔΕΚ αλλά και τις πραγματικές
οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στα κράτη
μέλη, προκύπτουν με την πάροδο του χρόνου ποικίλα ζητήματα, στα οποία το
νομοθετικό έργο της κοινότητας πρέπει να προσαρμοστεί. Ως εκ τούτου ο σχετικός
τομέας του κοινοτικού δικαίου έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως μέχρι να λάβει τη
διοικητικές διατάξεις του εθνικού δικαίου που είναι ασύμβατες προς την οδηγία, ακόμη και
όταν αυτή δεν έχει ακόμη μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη του οικείου κράτους.
Επομένως, ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου τις διατάξεις
της οδηγίας 92/50 στο μέτρο που αυτές είναι απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς σαφείς,
οσάκις μια αναθέτουσα αρχή κράτους μέλους συνάπτει δημόσια σύμβαση παροχής
υπηρεσιών μη λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις αυτές, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η
σύναψη αυτή συντελέστηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο
που προβλέπεται από την οδηγία αυτή.
Με τη ΔΕΚ Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C-76/97, ως διατάξεις απαλλαγμένες
αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς θεωρήθηκε ότι είναι οι περιλαμβανόμενες στον τίτλο Ι της
οδηγίας καθώς και τον τίτλο ΙΙ - VI αυτής και θα πρέπει να γίνει δεκτό, σύμφωνα με τη
νομολογία, ότι θεωρούνται πλέον ως διατάξεις άμεσης εφαρμογής. Η νομολογία αυτή
ξεκαθάρισε ειδικά μια πλήρη ενότητα διατάξεων της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, η οποία μπορεί να
τύχει άμεσης εφαρμογής ρητά. Δεδομένου ότι ανάλογου περιεχομένου διατάξεις
περιλαμβάνονται και στις τρεις οδηγίες των δημοσίων συμβάσεων θα μπορούσε να
υποστηριχθεί ότι οι αντίστοιχες διατάξεις τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής.
47

Την τήρηση των κανόνων που θέτει το κοινοτικό δίκαιο από τα κράτη μέλη εξετάζουν και
άλλοι διεθνείς εταίροι ιδίως για τη χρηματοδότηση έργων.
Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ενόψει της χρηματοδότησης έργων απαιτεί την τήρηση
των σχετικών οδηγιών από τα κράτη μέλη. Υπό την έννοια αυτή, η αντίσταση των κρατών
μελών στην προσαρμογή του δικαίου τους στις οδηγίες αυτές κάμπτεται σταδιακά ενόψει της
κοινοτικής χρηματοδότησης δια της οδού αυτής. Σχετικά με το ζήτημα αυτό βλ. σε
http://www.eib.org/pub/divers/tenders.htm .
Εξάλλου για μια συνολική παρουσίαση στο ζήτημα της προσαρμογής των κρατών μελών της
ΕΕ βλ. και την αναλυτική μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου βλ. και
http://europa.eu.int/comm/dg01/proc2.doc.

37

μορφή που έχει σήμερα. Έτσι, της έκδοσης της Οδηγίας 2004/18, η οποία είναι το
βασικό νομοθέτημα που διέπει και καθορίζει τις έννομες σχέσεις (υποχρεώσεις,
δικαιώματα, διαδικασίες) που διαμορφώνονται στο πλαίσιο των δημοσίων – κατά το
κοινοτικό δίκαιο- συμβάσεων, προηγήθηκαν άλλα σχετικά κοινοτικά νομοθετικά
κείμενα. Τις εξελίξεις του κοινοτικού δικαίου άλλωστε ακολουθεί και το εθνικό
δίκαιο συστηματικά.
Ειδικότερα,
Η Οδηγία 2004/18/ΕΚ όπως ισχύει σήμερα αποτελεί την εξέλιξη τριών
προγενέστερων Οδηγιών οι οποίες ρύθμιζαν ξεχωριστά η καθεμία τα σχετικά με το
συντονισμό των διαδικασιών για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών,
προμηθειών και έργων48.
1. Πράξεις προσαρμογής στην Οδηγία 93/37/EK
Μεταξύ των οδηγιών, οι οποίες καταργούνται με την 2004/18, ήταν η Οδηγία
93/37/EK του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 περί συντονισμού των διαδικασιών
για τη σύναψη δημόσιων έργων49. Για την προσαρμογή στην Οδηγία 93/37/ΕΟΚ
48

Για το καθεστώς των προηγουμένων οδηγιών και της ερμηνείας τους βλ. Πράσινο Βιβλίο
της ΕΕ COM (96) 583 final, 27.11.1996, το οποίο υπάρχει σε όλες τις γλώσσες στο δίκτυο σε
http://europa.eu.int/comm/dg15/en/publproc/green/index.htm.
Για τη διαδικασία προσαρμογής και της θέσης της Επιτροπής και της 15ης Διεύθυνσης της
ΕΕ βλ. το SPECIAL SECTORIAL REPORT N° 1: PUBLIC PROCUREMENT Brussels,
November 1997, σε http://europa.eu.int/comm/dg15/en/publproc/sector/publrep.htm#22. Στο
συγκεκριμένο έγγραφο αναφέρονται και οι βασικές προοπτικές εξέλιξης της κοινοτικής
νομοθεσίας.
Εξάλλου, εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το έγγραφο της Επιτροπής Public Procurement :
Commission
Communication
outlines
policy
priorities
της
11/3/1998
σε
http://europa.eu.int/comm/dg15/en/publproc/comm/pubcomm.htm
στο
οποίο
γίνεται
αναλυτική μνεία για τις τάσεις εξέλιξης του δικαίου της ΕΕ στο ζήτημα των δημοσίων
συμβάσεων, καθώς και το αναλυτικό Έγγραφο της Επιτροπής Public Procurement in the
European Union - Commission Communication COM (98) 143, 11/3/1988 σε
http://europa.eu.int/comm/dg15/en/publproc/comm/pubel.pdf. To έγγραφο αυτό λαμβάνει
υπόψη του και την τροποποιητική οδηγία 97/52 ΕΟΚ και είναι ιδιαίτερης σημασίας καθότι
αναφέρεται στις εξελίξεις που θα λάβουν χώρα στο μέλλον και στις υφιστάμενες τάσεις στην
ΕΕ.
Εξάλλου, αναλυτικές οδηγίες για την εφαρμογή και ερμηνεία της οδηγίας αυτής θα βρει
κανείς
μέσω
του
συστήματος
SIMAP
στο
http://simap.eu.int/EL/pub/src/welc93ome_EL.htm, καθώς και για την οδηγία 93/36/ΕΟΚ και
της 92/50/ΕΟΚ σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Αξίζει να σημειωθεί και το ειδικό συνέδριο
που έλαβε χώρα πρόσφατα Electronic procurement and follow up to the Green Paper
Brussels conference 8-9 December 1997, σε http://www.rics.org.uk/division/brusselsreport.html .
49

H οδηγία 93/37/ΕΟΚ αποτέλεσε κωδικοποίηση της προγενέστερης οδηγίας 71/305/ΕΟΚ, η
οποία είχε επανειλημμένα τροποποιηθεί. Σχετικά βλ. και στο δίκτυο http://europa.eu.int/eurlex/el/lif/dat/1993/el_393L0037.html. Η οδηγία 71/305/ΕΟΚ τροποποιήθηκε με την οδηγία

38

ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 14ης Ιουνίου 1993 περί συντονισμού των διαδικασιών για
τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων η Ελλάδα εξέδωσε το π.δ. 23/ 93
«Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας για τα Δημόσια Έργα προς τις διατάξεις των
οδηγιών 71/304, 71/305, 78/669, 89/440, και 89/665 της ΕΟΚ» (ΦΕΚ 8/93 Α), όπως
τροποποιήθηκε με το πδ 85/95 (ΦΕΚ 52 Α) «Τροποποίηση και συμπλήρωση του
Π.Δ.. 23/1993» και με το π.δ 92 της 3/8.3.95 «Τροποποίηση και συμπλήρωση του
Π.Δ. 23/1993». Το πδ αυτό καταργήθηκε με το πδ 334/200 άρθρο 37, (ΦΕΚ Α'279
21.12.2000), «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας για τα δημόσια έργα προς τις
διατάξεις της Οδηγίας 93/37/Ε.Ο.Κ».
2. Πράξεις προσαρμογής στην Οδηγία 93/36/ΕΚ
Η δεύτερη Οδηγία ήταν η 93/36/ΕΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 περί
συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημόσιων προμηθειών 50. Για
80/767/ΕΟΚ, καθώς και την 89/440/ΕΟΚ, με σκοπό την ενσωμάτωση των συμφωνιών της
GATT.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι συνεχείς μεταβολές των οδηγιών που αναφέρονται στις
δημόσιες συμβάσεις δημιούργησε την ανάγκη κωδικοποίησής τους με τις οδηγίες 93/37/ΕΟΚ
και 93/36/ΕΟΚ, αν και ήδη υπήρξαν οι εδώ αναφερόμενες τροποποιήσεις, οι οποίες θα
απαιτήσουν αργά ή γρήγορα νέα επίσημη κωδικοποίηση.
Η οδηγία 93/37 τροποποιήθηκε με την οδηγία Οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 1997 περί τροποποιήσεως των
οδηγιών 92/50/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 93/37/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών
σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, συμβάσεων δημοσίων προμηθειών και
συμβάσεων δημοσίων έργων, αντιστοίχως, η οποία εφαρμόζεται από τις 13 Οκτωβρίου 1998.
50

Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία Οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 1997 περί τροποποιήσεως των
οδηγιών 92/50/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 93/37/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών
σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, συμβάσεων δημοσίων προμηθειών και
συμβάσεων δημοσίων έργων, αντιστοίχως, η οποία εφαρμόζεται από τις 13 Οκτωβρίου 1998.
Σχετικά βλ. στο δίκτυο σε http://europa.eu.int/eur-lex/el/lif/dat/1997/el_397L0052.html.
Ιδιαίτερης σημασίας για το ζήτημα της άμεσης εφαρμογής της τροποιητικής οδηγίας
97/52/ΕΚ είναι η ΔΕΚ Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-27/98, Metalmeccanica
Fracasso SpA, Leitschutz Handels- und Montage GmbH και Amt der Salzburger
Landesregierung für den Bundesminister für wirtschaftliche Angelegenheiten, η οποία, με
αφορμή την ερμηνεία του άρθρου 18 παρ. 1 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με
την οδηγία 97/52/ΕΚ, έκρινε ότι ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον των εθνικών
δικαστηρίων το άρθρο αυτό, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ, καθώς αρκεί η
διαπίστωση ότι δεν απαιτείται η εφαρμογή κανενός είδους ειδικού μέτρου για την
ικανοποίηση των απαιτήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 18. pαρ. 1 της οδηγίας
93/37/ΕΟΚ, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ. Η σημασία της απόφασης αυτής
είναι ουσιώδης για το σύνολο των τροποποιήσεων που έλαβαν χώρα και για τις τρεις οδηγίες.
Η οδηγία αυτή ερμηνευόταν ενόψει της ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 22ας
Δεκεμβρίου 1994 σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των
συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της
Ουρουγουάης (1986-1994), καθ' όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της
(94/800/EK), σε http://europa.eu.int/eur-lex/el/lif/dat/1994/el_394D0800.html, με την οποία
εγκρίθηκαν η συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, καθώς και

39

την προσαρμογή της Οδηγίας 93/36/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 14ης Ιουνίου
1993 περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων
προμηθειών εκδόθηκε το Π.Δ 370 της 11/14 Σεπτεμβρίου 1995, (ΦΕΚ Α199)
«Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας περί προμηθειών του Δημοσίου προς το
Κοινοτικό Δίκαιο, ειδικότερα προς τις διατάξεις της Οδηγίας του Συμβουλίου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης 93/36/ΕΕ της 14ης Ιουνίου 1993 περί συντονισμού των
διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών» όπως τροποποιήθηκε
με το ΠΔ 105/2000,ΦΕΚ Α 100/17.3.2000. Διατάξεις προσαρμογής περιέχει και ο ν.
2286/1995 «Προμήθειες του δημοσίου τομέα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων», (ΦΕΚ
Α19).
3. Πράξεις προσαρμογής στην Οδηγία 92/50/EK
Τέλος, η Τρίτη Οδηγία ήταν η 92/50/EK του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 για το
συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών51. Σε
εναρμόνιση με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 18ης Ιουνίου 1992
για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών
εκδόθηκε το Π.Δ 346 της 30.9/12.10.98 (ΦΕΚ Α 230) «Προσαρμογή της Ελληνικής
Νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών προς τις διατάξεις της οδηγίας
92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουλίου 1992» (το οποίο έχει τροποποιηθεί με το
ΠΔ 101/2003 και το ΠΔ 18/2000 ΦΕΚ Α 15/3.2.2000) μετά από καταδίκη της Ελλάδας
για παράλειψη εναρμόνισης. Eίναι αξιοσημείωτο ότι μέχρι το χρόνο προσαρμογής η
Ελλάδα επιχειρούσε να εφαρμόζει τη σχετική οδηγία μέσω μιας Εγκυκλίου για την
προσωρινή εφαρμογή της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ κατά τις αναθέσεις μελετών του Ν.
716/77, την με αριθμό Δ11δ//0/8/116/40/27.8.93.
4. Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στο κοινοτικό δίκαιο των
δημοσίων συμβάσεων όπως ισχύει σήμερα (οδηγία 2004/18)
Με το ΠΔ 60/2007 η ελληνική νομοθεσία προσαρμόζεται στο ισχύον κοινοτικό
δίκαιο για τις δημόσιες συμβάσεις, ήτοι στην Οδηγία 2004/18 όπως ισχύει σήμερα.
Τα ΠΔ προσαρμογής τα οποία είχαν εκδοθεί σε συμμόρφωση με τις τρεις κοινοτικές
οδηγίες που προΰπαρχαν καταργούνται με το διάταγμα αυτό (βλ. άρθρο 77). Με το
ΠΔ 60/2007 η εθνική νομοθεσία προσαρμόζεται στην ενιαία πλέον οδηγία η οποία
διέπει συνολικά το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και
υπηρεσιών. Από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εξαιρούνται οι τομείς του ύδατος,
της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (βλ. σχετικά άρθρο
9). Οι τομείς αυτοί διέπονται από το ΠΔ. 59 (ΦΕΚ Α΄ 63/16.03.2007) 52.
οι συμφωνίες που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 1, 2 και 3 της συμφωνίας, οι αποφάσεις
και δηλώσεις των υπουργών καθώς και το μνημόνιο συμφωνίας για τις δεσμεύσεις σχετικά με
τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, που περιλαμβάνονται στην τελική πράξη του Γύρου της
Ουρουγουάης, και τα κείμενα των συμφωνιών και των πράξεων που μνημονεύονται και
επισυνάπτονται στην απόφαση αυτή, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται ως παράρτημα
4 η Συμφωνία για τις Δημόσιες Συμβάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ).
51 Για τις τροποποιήσεις της Οδηγίας αυτής βλ. ανωτέρω υποσ. 4
52 Με το ΠΔ 59/2007 η Ελληνική Νομοθεσία Προσαρμόζεται στις διατάξεις της Οδηγίας
2004/17/ΕΚ "περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του
ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών", όπως
τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε.

40

Δ. Οι βασικές καινοτομίες της Oδηγίας 2004/18
Η οδηγία 2004/18 χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο καινοτομιών οι οποίες πρέπει να
επισημανθούν ειδικά. Οι καινοτομίες αυτές βασίσθηκαν ιδίως στα πορίσματα της
νομολογίας του ΔΕΚ, αλλά και στις εξελίξεις της οικονομικής ζωής. Παραμένει
πάντως γεγονός ότι η οδηγία δεν προχώρησε στο βαθμό που τούτο θα ήταν δυνατό σε
συνάρτηση και με τη νομολογία του ΔΕΚ ώστε να εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή
ασφάλεια δικαίου.
1. Η αποσπασματική ρύθμιση των προγενέστερων οδηγιών και η δομή
των διατάξεων της ενιαίας οδηγίας 2004/18
Η αποσπασματική ρύθμιση στην οποία προέβαιναν οι προγενέστερες οδηγίες δεν
ευνοούσε τη σαφήνεια ως προς τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων.
Παράλληλα δε από την εφαρμογή των τριών οδηγιών προέκυψε και η ανάγκη για
απλούστευση και εκσυγχρονισμό κάποιων ειδικών ζητημάτων53. Εξάλλου, οι οδηγίες
αυτές παρουσίαζαν κενά και ασάφειες όσον αφορά στις ρυθμίσεις για τις συμβάσεις

Βλ. σχετικά και http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/l22010.htm όπου γίνεται και παραπομπή
στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2083/2005 και την Οδηγία 2005/51/ΕΚ με τα οποία
τροποποιήθηκε η αρχική οδηγία. Πριν από την έκδοση του ΠΔ και για την υποβοήθηση των
ενδιαφερομένων φορέων στην κατανόηση και ορθή εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας είχε
εκδοθεί η Εγκύκλιος Αριθ. Πρωτ. Δ17γ/06/19/Φ.Ν 417.1 της 31 Ιανουαρίου 2006 με θέμα :
“ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2004/17/ΕΚ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΩΝ,
ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΥΔΑΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ”.
53 Βλ. Οδηγία 2004/18 Προοίμιο αριθμός (1) όπου και αναφέρεται :
1) Με την ευκαιρία νέων τροποποιήσεων των οδηγιών 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης
Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων
υπηρεσιών(5), 93/36/EOK του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των
διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών(6) και 93/37/EOK του
Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη
συμβάσεων δημοσίων έργων(7), που είναι αναγκαίες προκειμένου να εκπληρωθούν τα αιτήματα
απλούστευσης και εκσυγχρονισμού που διατύπωσαν τόσο οι αναθέτοντες φορείς όσο και οι
οικονομικοί φορείς στο πλαίσιο των απαντήσεών τους στην Πράσινη Βίβλο που εξέδωσε η
Επιτροπή στις 27 Νοεμβρίου 1996, ενδείκνυται, για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωσή τους σε
ενιαίο κείμενο. Η παρούσα οδηγία βασίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως στη
νομολογία σχετικά με τα κριτήρια ανάθεσης, η οποία διασαφηνίζει τις δυνατότητες των
αναθετουσών αρχών να ικανοποιούν τις ανάγκες του ενδιαφερομένου κοινού,
συμπεριλαμβανομένου του περιβαλλοντικού ή κοινωνικού τομέα, υπό τον όρο ότι τα κριτήρια
αυτά συνδέονται με το αντικείμενο της σύμβασης, δεν παρέχουν απεριόριστη ελευθερία
επιλογής στην αναθέτουσα αρχή, μνημονεύονται ρητώς και τηρούν τις θεμελιώδεις αρχές που
αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 2.

41

παραχώρησης54. Το γεγονός αυτό εκτίμησε η Ευρωπαϊκή Ένωση και
προσανατολίστηκε προς την έκδοση μιας Ενιαίας Οδηγίας η οποία σε ένα πρώτο
μέρος δίνει με ενιαίο τρόπο για όλες τις δημόσιες συμβάσεις (έργων, προμηθειών και
υπηρεσιών) τους ορισμούς των βασικών εννοιών και τις βασικές αρχές που διέπουν
τη σύμβαση.
Με τον τρόπο αυτό και τη συστηματική δομή των διατάξεων διευκολύνονται οι
ενδιαφερόμενοι φορείς στην ερμηνεία και εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων.
Παράλληλα αίρονται κατά πολύ ασάφειες και αμφιβολίες που παρουσιάζονταν λόγω
της ύπαρξης των τριών χωριστών Οδηγιών. Η ανάγκη για την κωδικοποίησή τους σε
ενιαίο κείμενο με κοινές ως επί το πλείστον ρυθμίσεις ήταν επιτακτική και για το
λόγο ότι μεγάλο ποσοστό από τις συμβάσεις που συνάπτουν οι αναθέτουσες αρχές
μπορεί να παρουσιάζουν μεικτά στοιχεία συμβάσεων υπηρεσιών, έργων και
προμηθειών και να μην είναι ευχερές να υπαχθούν σε ένα και μόνο είδος.
2. Η καταπολέμηση της απάτης και της δωροδοκίας
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις επιβάλλει αυστηρούς
όρους συμμετοχής στις δημόσιες συμβάσεις. Οι όροι αυτοί αποσκοπούν στην
επαλήθευση της ικανότητας των οικονομικών φορέων να συμμετάσχουν σε μια
σύμβαση με βάση κριτήρια σχετικά με τη χρηματοοικονομική επάρκεια και τις
τεχνικές και επαγγελματικές τους γνώσεις ή ικανότητες.
Οι όροι συμμετοχής αποσκοπούν επίσης στην αποτελεσματική καταπολέμηση της
απάτης και της δωροδοκίας. Αποκλείεται συστηματικά της συμμετοχής σε δημόσια
σύμβαση κάθε οικονομικός φορέας ο οποίος έχει καταδικαστεί για συμμετοχή σε
εγκληματική οργάνωση ή για δωροδοκία, για απάτη και για νομιμοποίηση εσόδων
από παράνομες δραστηριότητες. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ζητήσει από έναν
υποψήφιο κάθε έγγραφο που θα πιστοποιεί το ηθικό του ποιόν ή/και την οικονομική
του κατάστασή. Για το σκοπό αυτό μπορεί να απευθυνθεί στις αρμόδιες εθνικές αρχές
ή στις εθνικές αρχές άλλου κράτους μέλους.
Μπορεί να αποκλειστεί από τη συμμετοχή σε δημόσια σύμβαση κάθε οικονομικός
φορέας ο οποίος:
·

·
·
·

τελεί υπό πτώχευση, εκκαθάριση, παύση δραστηριοτήτων, αναγκαστική
διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό (ή έχει κινηθεί εναντίον του σχετική
διαδικασία)·
έχει καταδικαστεί για αδίκημα σχετικό με την επαγγελματική του διαγωγή·
έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα (π.χ. ψευδείς δηλώσεις)·
δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή των
εισφορών κοινωνικής ασφάλισης ή την πληρωμή των φόρων και τελών.

54

Έως την έκδοση της Οδηγίας 2004/18, από τις τρεις οδηγίες μόνον η Οδηγία 93/37 όριζε
ένα ειδικό καθεστώς για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων.

42

3. Ηλεκτρονικά και παραδοσιακά μέσα σε ισότιμη βάση
Όπως ήδη αναφέρθηκε καθότι αφορά στην ανταλλαγή πληροφοριών, η νέα οδηγία
προωθεί τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης
δημοσίων συμβάσεων, θέτει δε τα ηλεκτρονικά και τα παραδοσιακά μέσα σε ισότιμη
βάση.
4. Ο ανταγωνιστικός διάλογος
Σύμφωνα με τους ορισμούς που δίδει η οδηγία 2004/18:
"Ανταγωνιστικός διάλογος" είναι η διαδικασία στην οποία κάθε οικονομικός φορέας
μπορεί να ζητήσει να συμμετάσχει και στην οποία η αναθέτουσα αρχή διεξάγει διάλογο
με τους υποψηφίους που έχουν γίνει δεκτοί στη διαδικασία αυτή προκειμένου να βρεθούν
μία ή περισσότερες λύσεις που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της, και
βάσει της οποίας ή των οποίων οι υποψήφιοι που επελέγησαν καλούνται να υποβάλλουν
προσφορά.
Για το σκοπό της προσφυγής στη διαδικασία του πρώτου εδαφίου, μια δημόσια σύμβαση
θεωρείται "ιδιαίτερα πολύπλοκη", εφόσον οι αναθέτουσες αρχές:
- δεν είναι αντικειμενικά σε θέση να καθορίσουν, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος
3, σημεία β), γ) ή δ), τα τεχνικά μέσα τα οποία θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις
ανάγκες και τους στόχους τους, ή/και
- δεν είναι αντικειμενικά σε θέση να προσδιορίσουν τη νομική ή/και χρηματοοικονομική
οργάνωση ενός σχεδίου.
Μια αναθέτουσα αρχή μπορεί να προσφύγει στον ανταγωνιστικό διάλογο για
πολύπλοκες συμβάσεις όταν δεν είναι σε θέση να καθορίσει τα τεχνικά μέσα τα οποία
θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της ή δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει
τη νομική ή/και χρηματοοικονομική οργάνωση ενός σχεδίου. Τα μεγάλα έργα
υποδομών φαίνεται ότι προσφέρονται γι' αυτό το είδος διαλόγου.
Η αναθέτουσα αρχή δημοσιεύει προκήρυξη διαγωνισμού που περιλαμβάνει τα
κριτήρια ανάθεσης. Η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής
είναι 37 ημέρες. Η αναθέτουσα αρχή καλεί, κατόπιν, ταυτόχρονα και εγγράφως, τους
επιλεγέντες υποψηφίους (τρεις τουλάχιστον) σε διάλογο. Οι συζητήσεις είναι
δεσμευτικές, μπορούν να διεξάγονται σε πολλές φάσεις και συνεχίζονται μέχρι την
εξεύρεση λύσεων (τεχνικών ή/και οικονομικών-νομικών). Η αναθέτουσα αρχή
διασφαλίζει την ίση αντιμετώπιση και προστατεύει τις εμπιστευτικές πληροφορίες.
Στο τέλος του διαλόγου, οι υποψήφιοι υποβάλλουν την τελική προσφορά τους.
Μπορούν να προβαίνουν σε διευκρινίσεις χωρίς να τροποποιούν τα βασικά στοιχεία
της σύμβασης. Η αναθέτουσα αρχή αναθέτει τη σύμβαση σε συνάρτηση με τα
ορισθέντα κριτήρια ανάθεσης και με βάση την πλέον συμφέρουσα από οικονομική
άποψη προσφορά.

43

Ε. Η σημασία του προσδιορισμού της έννοιας της αναθέτουσας αρχής
Στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου η έννοια της δημόσιας σύμβασης προσδιορίζεται
υποκειμενικά με βάση το κριτήριο της σύναψης της σύμβασης από μια «αναθέτουσα
αρχή» κατά την ορολογία της Οδηγίας. Από τη διατύπωση και τους ορισμούς που
δίνονται από τις κοινοτικές οδηγίες για την έννοια της «αναθέτουσας αρχής» και τον
τρόπο με τον οποίο το ΔΕΚ ερμηνεύει και εφαρμόζει τις διατάξεις αυτές προκύπτει
ότι υπάρχει μια τάση αυξημένης παρέμβασης της κοινότητας στο σύνολο των
συναλλαγών που διενεργούν τα κράτη και οι διάφοροι φορείς που συμπράττουν στις
κρατικές δράσεις. Ο συσχετισμός των συναλλαγών αυτών με τυχόν ενάσκηση
δημόσιας εξουσίας δε φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα εν προκειμένω. Συχνά οι
φορείς φέρουν ένδυμα ιδιωτικού δικαίου. Μπορούμε στο σημείο αυτό να αναφέρουμε
χαρακτηριστικά ότι η νομολογία παρακολούθησε τις εξελίξεις της οικονομικής ζωής
των τελευταίων δεκαετιών, και την ολοένα μεγαλύτερη ενασχόληση του κράτους με
την ιδιωτική οικονομική δράση55.
Προκειμένου να προσδιοριστεί το αν μια σύμβαση αποτελεί ή όχι δημόσια σύμβαση
το κοινοτικό δίκαιο εφαρμόζει το λειτουργικό κριτήριο και όχι συνδυασμό
λειτουργικών και οργανικών κριτηρίων όπως συμβαίνει κατά βάση στο ηπειρωτικό
δίκαιο.
1. Η έννοια της αναθέτουσας αρχής στις διατάξεις των οδηγιών για τις
δημόσιες συμβάσεις
Η έννοια της αναθέτουσας αρχής είναι κρίσιμη για την εφαρμογή των κανόνων που
διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις καθώς μέσω αυτής προσδιορίζεται υποκειμενικά το
εύρος εφαρμογής των σχετικών Οδηγιών. Σύμφωνα λοιπόν με τον ορισμό που δίνεται
στην Οδηγία 2004/18 (βλ. άρθρο 1, παράγραφος 9):
«Ως "αναθέτουσες αρχές" νοούνται: το κράτος, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, οι
οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις μίας ή περισσότερων από αυτές τις αρχές
ή ενός ή περισσότερων από αυτούς τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
Ως "οργανισμός δημοσίου δικαίου", νοείται κάθε οργανισμός:
α) ο οποίος έχει συσταθεί με συγκεκριμένο σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού
συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στον βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα.
β) ο οποίος έχει νομική προσωπικότητα, και
γ) η δραστηριότητα του οποίου χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το
κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, ή η
διαχείριση του οποίου υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς αυτούς, ή
του οποίου περισσότερο από το ήμισυ των μελών του διοικητικού, του διευθυντικού ή
του εποπτικού συμβουλίου του, διορίζεται από το κράτος, τις αρχές τοπικής
αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου»

55

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό βλ. ΔΕΚ Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-81/98,
Alcatel Austria κλπ κατά Bundesministerium für Wissenschaft und Verkehr, σκ. 20.

44

Οι κατάλογοι των οργανισμών και των κατηγοριών οργανισμών που πληρούν τα
κριτήρια του άρθρου 1 παρ. 9 περιλαμβάνονται στο παράρτημα III της Οδηγίας56.
Φυσικά, όπως αναφέρεται και στη συγκεκριμένη διάταξη της Οδηγίας, η εγγραφή
στον πίνακα έχει ενδεικτικό και μόνο χαρακτήρα. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να
αναφέρουμε ότι και το ΠΔ 60/2007, με το οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο
η Οδηγία 2004/18, στην παράγραφο 9 του άρθρου 2 δίνει ακριβώς τον ίδιο ορισμό με
την Οδηγία.
Περαιτέρω, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι αντίστοιχοι ορισμοί των
προϊσχυσασών Οδηγιών 93/36, 93/37 και 92/50 περί συντονισμού των διαδικασιών
για τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών περιείχαν
παρόμοιους ορισμούς για τις αναθέτουσες αρχές. Το γεγονός αυτό αναμφισβήτητα
οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το κοινοτικό δίκαιο στη εξέλιξή του επιδεικνύει μία
συνέπεια ως προς την αντιμετώπιση του προσδιορισμού της έννοιας της αναθέτουσας
αρχής. Σύμφωνα με όσα προαναφέραμε το ζήτημα αυτό είναι κρίσιμο ιδίως στο
μέτρο που καθορίζει την εφαρμογή του συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου σε μία
σύμβαση57.
Προκειμένου ωστόσο να καταστεί ομοιόμορφη η εφαρμογή των κοινοτικών
κανόνων, με την στην Οδηγία 93/36 εισήχθη ο όρος «οργανισμοί δημοσίου δικαίου»
στη θέση των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που προέβλεπαν οι
προγενέστερες Οδηγίες. Τον όρο αυτό διατηρεί και η Οδηγία 2004/18, η οποία
ωστόσο τους προσδιορίζει με μεγαλύτερη λεπτομερή, προβαίνοντας σε λεπτομερή
καταγραφή των συστατικών τους στοιχείων, τα οποία αναφέρονται:
α) στο σκοπό του οργανισμού που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του γενικού
συμφέροντος, χωρίς να έχει εμπορικό ή βιομηχανικό χαρακτήρα,
β) στη νομική του φύση, αφού ορίζεται ότι ο οργανισμός πρέπει να έχει νομική
προσωπικότητα,
γ) στον τρόπο λειτουργίας, διοίκησης ή χρηματοδότησης τους όταν μια από αυτές τις
παραμέτρους επηρεάζεται σημαντικά (με χρηματοδότηση ή επιχορηγήσεις, με
διορισμό των μελών των οργάνων διοίκησης ή διεύθυνσης ή γενικότερα από τον
έλεγχο της διαχείρισης από το κράτος, τους δημόσιους φορείς, τις αρχές τοπικής
αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις έχουν σωρευτικό χαρακτήρα58.

56

Βλ. σχετικά και ΔΕΚ Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-283/2000, Επιτροπή κατά
Ισπανίας, σκ. 72, ΔΕΚ Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-373/2000, Adolf Truly, σκ.
66, ΔΕΚ Απόφαση της 22ης Μαίου 2003, C-18/2001, Korhonen, σκ. 48 και 59.
57

Βλ. ΔΕΚ Απόφασή της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C-323/96, Επιτροπή κατά Βελγίου, σχετικά
με την υπαγωγή στην έννοια της αναθέτουσας αρχής του φλαμανδικού κοινοβουλίου του
Vlaam Raad, ότι η έννοια της αναθέτουσας αρχής έχει πανομοιότυπο περιεχόμενο στις
οδηγίες. Θα πρέπει να θεωρείται ότι η ερμηνευτική προσέγγιση της έννοιας είναι ενιαία για
το σύνολο των οδηγιών που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις.
58

ΔΕΚ Απόφαση της 15ης Μαΐου 2003, C-214/2000, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκ.54, ΔΕΚ
Απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-237/1999, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκ, 50 και 60,
ΔΕΚ Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-44/1996, Mannesmann Austria, σκ. 6 και 29,
ΔΕΚ Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1998, C-360/1998, BFI Holding, σκ. 61-62.

45

Πολύ σημαντικός στη διαμόρφωση της έννοιας της αναθέτουσας αρχής ήταν και ο
ρόλος της νομολογίας του ΔΕΚ, της οποίας τα βασικά σημεία παρουσιάζονται
αμέσως κατωτέρω.
2. Η έννοια της αναθέτουσας αρχής στη νομολογία του ΔΕΚ
Όπως αναφέρουμε αμέσως ανωτέρω ο κοινοτικός νομοθέτης από πολύ νωρίς έδειξε
τη σαφή βούλησή του να διευρύνει τον όρο της αναθέτουσας αρχής. Οι σχετικές
διατάξεις των οδηγιών λοιπόν καλύπτουν ένα κύκλο προσώπων που ξεκινά από τις
«κλασσικές» κρατικές δημόσιες αρχές, εκτείνεται στους αποκαλούμενους
«οργανισμούς δημοσίου δικαίου» και καταλήγει σε ορισμένες περιπτώσεις να
συμπεριλάβει ακόμη και τρίτα πρόσωπα που δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια του
βασικού ορισμού και δεν έχουν δημόσιο ή κρατικό χαρακτήρα.
Η επιλογή αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με την πάγια θέση του ΔΕΚ, το οποίο
θεωρεί ότι το κρίσιμο στοιχείο για την υπαγωγή μιας σύμβασης στις περί δημοσίων
συμβάσεων διατάξεις δεν είναι η τυπική ένταξη του φορέα που συναλλάσσεται στη
δημόσια διοίκηση. Αντιθέτως για την ερμηνεία της έννοιας του κρατικού ή δημοσίου
φορέα γίνεται επίκληση λειτουργικών κριτηρίων59. Με τον τρόπο αυτό κρίνει το
ΔΕΚ ότι εξυπηρετείται καλύτερα η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας και της
εξάλειψης των εμποδίων στην ελεύθερη παροχή των εμπορευμάτων60. Στη
θεμελίωση των λειτουργικών κριτηρίων ερμηνείας συνέβαλε σημαντικά η απόφαση
του ΔΕΚ της 20ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση Beentjes61. Σύμφωνα με την
ερμηνεία της τότε ισχύουσας Οδηγίας περί δημοσίων έργων 71/305/ΕΟΚ που έκανε
το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, η έννοια του δημοσίου πρέπει
να καθορίζεται βάσει λειτουργικών κριτηρίων. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε
ότι «οργανισμός του οποίου η σύνθεση και οι αρμοδιότητες προβλέπονται από το νόμο
και ο οποίος εξαρτάται από τη δημόσια εξουσία με το διορισμό των μελών του, την
εγγύηση για την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις πράξεις του και τη
χρηματοδότηση των συμβάσεων δημόσιων έργων, με τη σύναψη των οποίων είναι
επιφορτισμένος, πρέπει να θεωρείται ότι υπάγεται στο δημόσιο, έστω κι αν τυπικά δεν
59

Βλ. ενδεικτικά και ΔΕΚ Απόφαση της 20/9/1988, C–31/87, Gebroeders Beentjes BV κατά
Staat der Nederlanden, ΔΕΚ Απόφαση της 17/12/1998, C- 353/96, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας,
ΔΕΚ Απόφαση της 17/9/1998, C- 323/96, Επιτροπή κατά Βελγίου, ΔΕΚ Απόφαση της
15/1/1998, C-44/96, Μannesmann Anlagenbau Austria AG κλπ, ΔΕΚ Απόφαση της
10/11/1998, C-360/96 Gemeente Arnhem, Gemeente Rheden και BFI Holding BV, ΔΕΚ
Απόφαση της 12/12/2002, C-470/1999, Universale Bau, ΔΕΚ Απόφαση της 15/5/2003, C214/2000, Επιτροπή κατά Ισπανίας,
60

ΔΕΚ Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C 470/99, Universale Bau, σκ. 51: «Έτσι, το
Δικαστήριο έκρινε ότι ο συντονισμός σε κοινοτικό επίπεδο των διαδικασιών συνάψεως των
δημοσίων συμβάσεων αποβλέπει στην εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη παροχή των
υπηρεσιών και την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και, συνεπώς, στην προστασία των
συμφερόντων των εγκατεστημένων σε κράτος μέλος επιχειρηματιών οι οποίοι επιθυμούν να
παραδώσουν αγαθά ή να παράσχουν υπηρεσίες στις αναθέτουσες αρχές που είναι
εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2000,
C-380/98, University of Cambridge, Συλλογή 2000, σ. Ι-8035, σκέψη 16, και της 1ης
Φεβρουαρίου 2001, C-237/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-939, σκέψη 41»).
61

ΔΕΚ Απόφαση της 20ης Σεπτεμβρίου 1988, C-31/87, Gebroeders Beentjes B.V. κατά Staat
der Nederlanden.

46

ανήκει σε αυτό»62. Έχει επίσης κριθεί ότι κρίσιμο στοιχείο είναι η επιρροή που ασκεί
το κράτος στην εκπλήρωση της αποστολής ενός οργανισμού δημοσίου δικαίου. Εάν
λοιπόν συγκεκριμένη δραστηριότητα χρηματοδοτείται και ασκείται υπό τον έλεγχο
και την επιρροή του δημοσίου, θεωρείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των
οδηγιών63. Υπό το πρίσμα της ερμηνείας αυτής το δημόσιο περιλαμβάνει και τους
οργανισμούς που, μολονότι είναι τυπικά ανεξάρτητοι από τις αναθέτουσες αρχές,
αποτελούν στην πραγματικότητα ένα «μέσο» των αρχών αυτών, το οποίο εξαρτάται
απόλυτα από αυτές και με τη βοήθεια του οποίου ενεργούν. Με άλλα λόγια, η έννοια
του όρου «αναθέτουσες αρχές» δεν εξαρτάται από την υπόσταση του επίμαχου
φορέα. Κρίσιμο είναι το αν ικανοποιεί τις «ανάγκες γενικότερου συμφέροντος»64 65,

62

Σχετ. με τα λειτουργικά κριτήρια βλ. και τη ΔΕΚ Απόφαση της 17/9/1998 C-323/96
Επιτροπή κατά Βελγίου. Η απόφαση αυτή έκρινε το ζήτημα σχετικά με την υπαγωγή στην
έννοια της αναθέτουσας αρχής του φλαμανδικού κοινοβουλίου του Vlaam Raad, τονίζοντας
ότι σύμφωνα και με τη νομολογία Beentjes, η έννοια του κράτους πρέπει να ερμηνεύεται με
λειτουργικά κριτήρια και στην έννοια αυτή κατά συνέπεια υπάγεται και το νομοθετικό
όργανο.
Ειδικότερα το ΔΕΚ αποφάνθηκε ότι: "26. Κατά τον ορισμό της αναθέτουσας αρχής, ο οποίος
έχει πανομοιότυπο περιεχόμενο στις δύο οδηγίες, για τον σκοπό εφαρμογής κάθε μιας από τις
οδηγίες αυτές «ως ”αναθέτουσες αρχές” νοούνται το κράτος, οι οργανισμοί τοπικής
αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις που συγκροτούνται από έναν ή
περισσότερους από τους προαναφερόμενους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή
οργανισμούς δημοσίου δικαίου». 27. Η έννοια του κράτους στην οποία αναφέρεται η διάταξη
αυτή καλύπτει κατ' ανάγκην όλα τα όργανα που ασκούν νομοθετική, εκτελεστική ή δικαστική
εξουσία. Το ίδιο ισχύει για τα όργανα που, εντός ενός κράτους με ομοσπονδιακή διάρθρωση,
ασκούν τις εξουσίες αυτές σε επίπεδο ομόσπονδης οντότητας. 28. Εξάλλου, στην απόφαση της
20ής Σεπτεμβρίου 1988, 31/87, Beentjes (Συλλογή 1988, σ. 4635, σκέψεις 11 έως 13), το
Δικαστήριο, αφού τόνισε ότι η έννοια του κράτους κατά το άρθρο 1, στοιχείο β´, της οδηγίας
71/305 πρέπει να ερμηνεύεται με λειτουργικά κριτήρια, θεώρησε ότι υπάγεται στην έννοια αυτή
μια τοπική επιτροπή αναδασμού, παρά το ότι ο οργανισμός αυτός δεν ήταν τυπικά ενταγμένος
στις διοικητικές μονάδες του κράτους. Έτσι, θα ήταν ασυνεπές να μη γίνει δεκτό ότι ένα
νομοθετικό όργανο υπάγεται στην έννοια του κράτους κατά τις κοινοτικές οδηγίες περί
συμβάσεων δημοσίων έργων, όταν έχει θεωρηθεί ότι, για τον σκοπό εφαρμογής μιας από τις
οδηγίες αυτές, υπάγεται στην έννοια αυτή ένας οργανισμός που δεν είναι τυπικά ενταγμένος
στην κρατική διοίκηση. "
63

ΔΕΚ Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-283/2000.

64

Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ ελλείψει ειδικού ορισμού, η έννοια αυτή ερμηνεύεται σε
όλη την Κοινότητα, αυτοτελώς και ενιαίως, με βάση τα συμφραζόμενα της διατάξεως και τον
σκοπό που επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση (βλ. μεταξύ άλλων ΔΕΚ Απόφαση της
27ης Φεβρουαρίου 2003, C-373/2000, Adolf Truley, σκ. 35 και 45, όπου και διαπιστώνεται
ότι αποτελεί αυτοτελή έννοια κοινοτικού δικαίου. Bλ. επίσης ΔΕΚ Απόφαση της 19ης
Σεπτεμβρίου 2000, C-287/98, Linster, σκ. 43, ΔΕΚ Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2000, C357/98, Yiadom. Σύμφωνα με το ΔΕΚ ενόψει του διπλού σκοπού της αναπτύξεως του
ανταγωνισμού και της διαφάνειας, ο όρος «οργανισμού δημοσίου δικαίου» πρέπει να
λαμβάνεται υπόψη υπό την ευρεία του έννοια. Συνιστούν δε ανάγκες γενικού συμφέροντος
που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα, ανάγκες που αφενός εξυπηρετούνται
κατά κανόνα κατά τρόπο διαφορετικό από την προσφορά αγαθών ή υπηρεσιών στην αγορά
και τις οποίες, αφετέρου, για λόγους που άπτονται του γενικού συμφέροντος, επιλέγει να
ικανοποιήσει το ίδιο το κράτος ή επί των οποίων επιθυμεί να διατηρήσει καθοριστική
επιρροή (βλ. ΔΕΚ Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C- 373/2000, Adolf Truley σκέψη
50 και ΔΕΚ Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1998, C-360/93, BFI Holding, σκ. 50 και 51, και

47

όπως τονίζεται και στην Οδηγία. Έχει επίσης κριθεί ότι προκειμένου να ενταχθεί
ένας οργανισμός στην έννοια του «οργανισμού δημοσίου συμφέροντος» δεν είναι
απαραίτητο να έχει ως αποκλειστικό του σκοπό την εξυπηρέτηση αναγκών δημοσίου
συμφέροντος66. Έτσι θεωρείται άνευ σημασίας το γεγονός ότι ένας οργανισμός εκτός
από την ειδική αποστολή που συνίσταται στο να ικανοποιεί ανάγκες γενικού
συμφέροντος, είναι ελεύθερος να ασκεί και άλλες δραστηριότητες εμπορικού ή
βιομηχανικού χαρακτήρα67.
3. Η έννοια του οργανισμού δημοσίου δικαίου στη νομολογία του ΔΕΚ
Έχουμε ήδη προαναφέρει ότι η εισαγωγή του όρου «οργανισμός δημοσίου δικαίου»
από τον κοινοτικό νομοθέτη αποσκοπούσε στη διεύρυνση της έννοιας της
αναθέτουσας αρχής. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι
και η νομολογία του ΔΕΚ εισήγαγε ερμηνευτικά κριτήρια για την έννοια του
οργανισμού δημοσίου δικαίου. Για την ερμηνεία της έννοιας του οργανισμού
Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του ΔΕΚ της 15ης Νοεμβρίου 1998 C-44/96
Μannesmann Anlagenbau Austria AG κλπ 68. Ακριβώς όπως ισχύει και για την

ΔΕΚ Απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, C-223 και C-260/99, Agorá και Excelsior, σκ. 37). Οι
προϋποθέσεις υπό α, β και γ έχουν σωρευτικό χαρακτήρα (C-223/99 και 260/99 σκέψεις 26,
C-44/96, Mannesmann Anlagenbau Austria κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. Ι-73, σκέψη 21,
αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 1998, C-360/96, BFI Holding, Συλλογή 1998, σ. Ι-6821,
σκέψη 29· της 10ης Μαΐου 2001, C-223/99 και C-260/99, Agorà και Excelsior, Συλλογή
2001, σ. Ι-3605, σκέψη 26, και Adolf Truley, προπαρατεθείσα, σκέψη 34. C-18/2001, σκέψη
33).
65

Δραστηριότητες οργανισμών που έχει κριθεί ότι εξυπηρετούν ανάγκες γενικού
συμφέροντος:
-Η ταφή των νεκρών και οι δραστηριότητες των εργολάβων κηδειών μπορούν να θεωρηθούν
ως δραστηριότητες που εξυπηρετούν πράγματι ανάγκη γενικού συμφέροντος (ΔΕΚ Απόφαση
της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C 373/2000, σκ. 50 επ.).
-Οι δραστηριότητες που αποσκοπούν στη διοργάνωση εκθεσιακών ή συνεδριακών
εκδηλώσεων και άλλων παρεμφερών πρωτοβουλιών. In concreto ωστόσο κρίθηκε ότι οι
δραστηριότητες του συγκεκριμένου οργανισμού είχαν εμπορικό χαρακτήρα. (ΔΕΚ Απόφαση
της 10ης Μαίου 2001, C-223/99 και 260/99 σκ. 33-40 και 42-43).
-Οι δραστηριότητες δημόσιας υπηρεσίας χωροταξίας και κατασκευών (ΔΕΚ Απόφαση της 1ης
Φεβρουαρίου 2001, C- 237/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκ. 1, 25, 45, 46. )
-Η αποκομιδή και επεξεργασία των οικιακών απορριμμάτων (ΔΕΚ Απόφαση της 10ης
Νοεμβρίου 1998, C- 360/96, σκέψη 52).
- Η αγορά, πώληση και εκμίσθωση ακινήτων καθώς και η οργάνωση και παροχή υπηρεσιών
διαχειρίσεως ακινήτων και άλλων παρεπομένων υπηρεσιών που καθιστά αναγκαίες η
διαχείριση των εν λόγω αγαθών και ειδικότερα η απόκτηση υπηρεσιών μελέτης και
κατασκευής στο πλαίσιο οικοδομικού σχεδίου που αφορά την κατασκευή συγκροτημάτων
γραφείων και ενός κλειστού χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων.
66

ΔΕΚ Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-470/1999, Universale Bau, σκ. 55.

67

ΔΕΚ Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-44/1996, Mannesmann Austria, σκ. 25.

68

Σύμφωνα με την παρ. 20 της απόφασης αυτής, «ως οργανισμός δημοσίου δικαίου νοείται
ένας οργανισμός που δημιουργήθηκε ειδικά για να ικανοποιήσει ανάγκες γενικού συμφέροντος,
που δεν έχουν εμπορικό ή βιομηχανικό χαρακτήρα, που έχει νομική προσωπικότητα και τελεί σε

48

αναθέτουσα αρχή έτσι και ο οργανισμός δημοσίου δικαίου ερμηνεύεται με βάση
λειτουργικά κριτήρια. Ειδικότερα στη ΔΕΚ Απόφασης της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C470/99 Universale Bau, σκ. 53 επ. αναφέρεται: «Το Δικαστήριο έκρινε, επομένως,
ότι, βάσει των στόχων αυτών, η έννοια του οργανισμού δημοσίου δικαίου που
χρησιμοποιεί το άρθρο 1, στοιχείο β´, της οδηγίας 93/37 πρέπει να ερμηνεύεται βάσει
λειτουργικών κριτηρίων… Αυτό συνεπάγεται ότι, για να εξακριβωθεί αν μια
επιχείρηση πληροί την προϋπόθεση του άρθρου 1, στοιχείο β´, δεύτερο εδάφιο,
πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 93/37, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι δραστηριότητες
στις οποίες όντως επιδίδεται».
Η εφαρμογή των Οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις και στους οργανισμούς
δημοσίου δικαίου δε γίνεται χωρίς εξαιρέσεις. Ρητώς εξαιρούνται οι οργανισμοί που
έχουν συσταθεί για την ικανοποίηση αποκλειστικά βιομηχανικών ή εμπορικών
αναγκών69. Στην προκειμένη περίπτωση οι ανάγκες αυτές καλύπτονται από τους εν
λόγω οργανισμούς με την προσφορά αγαθών ή υπηρεσιών σε αγορές, όπου η
πρόσβαση είναι ανοιχτή υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού σε άλλους δημόσιους
ή ιδιωτικούς οικονομικούς φορείς.
Για την ερμηνεία της διάταξης αυτής προτάσσεται η αρχή της ασφάλειας δικαίου,
σύμφωνα με την οποία ένας κοινοτικός κανόνας πρέπει να είναι σαφής και η
εφαρμογή του να μπορεί να προβλεφθεί από όλους όσους αφορά.
Ως εκ τούτου στις περιπτώσεις που μια αναθέτουσα αρχή παράλληλα με την
ικανοποίηση αναγκών γενικού συμφέροντος ασκεί και άλλου είδους δραστηριότητες
που έχουν εμπορικό ή βιομηχανικό χαρακτήρα γίνεται δεκτό ότι υπάγεται στην

στενή σχέση εξαρτήσεως προς το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους
οργανισμούς δημοσίου δικαίου. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να ισχύουν σωρευτικά».
69

Δραστηριότητες με εμπορικό και βιομηχανικό χαρακτήρα:

Στην ευρύτερη κατηγορία των αναγκών γενικού συμφέροντος εμπίπτουν και δραστηριότητες
οι οποίες έχουν βιομηχανικό και εμπορικό χαρακτήρα (μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες
αποφάσεως BFI Holding, σκέψη 36, και Agorà και Excelsior, σκέψη 32). Ο κοινοτικός
νομοθέτης ωστόσο επέλεξε να μην περιλάβει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις
δημόσιες συμβάσεις τις δραστηριότητες αυτές. Ο διαχωρισμός αυτός προέρχεται από τη
διάκριση του γαλλικού δικαίου….Για το ζήτημα αν οι δραστηριότητες ενός οργανισμού
έχουν εμπορικό και βιομηχανικό χαρακτήρα κρίσιμο είναι υπό ποιες προϋποθέσεις ο
συγκεκριμένος οργανισμός ασκεί τις δραστηριότητές του (C 373/200 σκέψη 66). Το ΔΕΚ
έχει κρίνει ότι αν ο συγκεκριμένος οργανισμός δρα υπό συνθήκες ανταγωνισμού, η ύπαρξη
ενός τέτοιου ανταγωνισμού μπορεί να συνιστά ένδειξη ότι πρόκειται για ανάγκη γενικού
συμφέροντος έχουσα βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα πρέπει ωστόσο να λαμβάνονται
συναφώς υπόψη και τα πραγματικά και νομικά δεδομένα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση
BFI Holding, σκέψεις 48 και 49 και C-18/01 σκέψη 49 ). Η έννοια ωστόσο των αναγκών
γενικού συμφέροντος δεν αποκλείει κατ' αρχήν ανάγκες που εξυπηρετούνται ή θα μπορούσαν
να εξυπηρετηθούν από ιδιωτικές επιχειρήσεις. (C-373/2000, σκέψη 59, 60 και 61 και ….βλ.
από εκεί παραπομπές). Κρίσιμο είναι περαιτέρω αν ο οργανισμός δρα υπό κανονικές
συνθήκες αγοράς, αν ο σκοπός του είναι κερδοσκοπικός και αν φέρει τις συνδεόμενες με την
άσκηση της δραστηριότητάς του ζημίες. Εφόσον οι προύποθέσεις αυτές πληρούνται το ΔΕΚ
θεωρεί ότι δεν είναι πολύ πιθανόν ότι οι ανάγκες που επιδιώκει να ικανοποιήσει ο οργανισμός
να μην έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα C-18/01 σκέψη 51.

49

έννοια της αναθέτουσας αρχής και ότι διέπεται από τις σχετικές διατάξεις του
κοινοτικού δικαίου70.
Παρατηρείται συνεπώς ότι η πρόσφατη νομολογία του ΔΕΚ παρακολουθεί τις
εξελίξεις της οικονομικής ζωής των τελευταίων χρόνων, και την ολοένα μεγαλύτερη
ενασχόληση του κράτους με την ιδιωτική οικονομική δράση. Παράλληλα μπορεί
κανείς να εντοπίσει και μία τάση να επεκταθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η έννοια
της αναθέτουσας αρχής και του οργανισμού δημοσίου δικαίου71, άρα και η εφαρμογή
των Οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις. Τούτο προκύπτει και από την απόφαση του
ΔΕΚ της 10/11/1998 C-360/96 Gemeente Arnhem, Gemeente Rheden και BFI
Holding BV.
Στην υπόθεση αυτή κρίθηκε ότι είναι δυνατό Ανώνυμη Εταιρία να αποτελεί
αναθέτουσα αρχή, έστω και αν ιδιωτικές επιχειρήσεις εξυπηρετούν ή θα μπορούσαν
να εξυπηρετήσουν τις ίδιες ανάγκες που η ίδια εξυπηρετεί. Έχει επίσης κριθεί
άλλωστε ότι το καθεστώς ιδιωτικού δικαίου ενός φορέα δε συνιστά κριτήριο ικανό να
αποκλείσει το χαρακτηρισμό του ως αναθέτουσα αρχή 72. Η απουσία ανταγωνισμού
κατά το ΔΕΚ δε συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό ενός φορέα
ως οργανισμού δημοσίου δικαίου και κατά συνέπεια ως αναθέτουσας αρχής.
Κρίσιμο στοιχείο σε σχέση με την ένταξη ενός φορέα στην έννοια της αναθέτουσας
αρχής αποτελεί η εξασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των οδηγιών για
τις δημόσιες συμβάσεις, αλλά και για τη δικαστική προστασία κατά το στάδιο της
ανάθεσής τους73.
4. Δημόσιες και διοικητικές συμβάσεις
Οι θέσεις αυτές της νομολογίας του ΔΕΚ παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς
επεκτείνουν την έννοια της αναθέτουσας αρχής σε νομικά πρόσωπα που λειτουργούν
με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Με τον τρόπο αυτό διευρύνεται η εφαρμογή
του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων και πέραν της παραδοσιακής για το ελληνικό
δίκαιο έννοιας της κρατικής δράσης. Τα αναγκαία κατά την ελληνική νομοθεσία,
νομολογία και θεωρία στοιχεία που πρέπει να πληροί μια σύμβαση για να υπαχθεί
στην έννοια της δημόσιας (διοικητικής) σύμβασης και να διέπεται συνεπώς από τις
ειδικές διατάξεις του δημοσίου δικαίου παραλλάσσουν πλέον υπό το πρίσμα αυτό.
Έτσι καταρχάς πληθαίνουν οι νομικές μορφές υπό το μανδύα των οποίων γίνεται
δεκτό ότι το κράτος δραστηριοποιείται ως αναθέτων φορέας (οργανική έννοια της
δημόσιας υπηρεσίας). Σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο στην έννοια αυτή
εντάσσονται και οι ανώνυμες εταιρείες ανεξάρτητα από το αν διέπονται από το
70

ΔΕΚ Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-44/96 Μannesmann Anlagenbau Austria AG
κλπ.
71

Βλ., μεταξύ άλλων ΔΕΚ Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, C-380/98, University of
Cambridge, σκ. 16
72

ΔΕΚ Απόφαση της 15ης Μαΐου 2003, C-214/2000, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκ. 55.

73

ΔΕΚ Απόφαση της 15ης Μαΐου 2003, C-214/2000, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκ. 56.

50

δημόσιο ή το ιδιωτικό δίκαιο, ανεξάρτητα δηλαδή από το αν επιδιώκουν τους
σκοπούς τους με ενάσκηση δημόσιας εξουσίας.
Με τη μέθοδο αυτή πάντως διευρύνεται και η λειτουργική έννοια της δημόσιας
υπηρεσίας, καθώς η αναφορά στις ανάγκες γενικού συμφέροντος που γίνεται στην
κοινοτική Οδηγία ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να περιλαμβάνει πολλές
δραστηριότητες που κατά το ελληνικό δίκαιο αφορούν σε ιδιωτικές συναλλαγές του
κράτους και παραμένουν εκτός δημοσίου δικαίου74. Η εξαίρεση των δραστηριοτήτων
με εμπορικό και βιομηχανικό χαρακτήρα δεν περιορίζει στην πραγματικότητα
σημαντικά το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών καθώς ως εξαίρεση ερμηνεύεται στενά
και είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που γίνεται δεκτό ότι συντρέχει.
Τέλος, το κοινοτικό δίκαιο παραβλέπει τελείως το τρίτο κριτήριο της ελληνικής
θεωρίας για τις δημόσιες συμβάσεις, δηλαδή την απαίτηση να διέπεται έστω και εν
μέρει η κατάρτιση και εκτέλεση της σύμβασης από κανόνες δημοσίου δικαίου ή η
σύμβαση να περιέχει όρους που επιτρέπουν στο συμβαλλόμενο δημόσιο νομικό
πρόσωπο να επεμβαίνει μονομερώς στις συμβατικές σχέσεις και να δημιουργούν με
τον τρόπο αυτό ένα εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς75.
Το κριτήριο αυτό, το οποίο είναι ιδίως απαραίτητο για το χαρακτηρισμό ως
διοικητικών μεταξύ άλλων και των συναλλακτικών συμβάσεων ή της παραχώρησης
της αποκλειστικής χρήσης δημοσίων ακινήτων, δεν έλαβε υπόψη του ο κοινοτικός
νομοθέτης στις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις. Αντιθέτως κατά την κοινοτική
νομολογία όπως αναφέρθηκε η απουσία ανταγωνισμού κατά το ΔΕΚ δε συνιστά
απαραίτητη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό ενός φορέα ως οργανισμού δημοσίου
δικαίου και κατά συνέπεια ως αναθέτουσας αρχής76. Η ύπαρξη ενός εξαιρετικού
συμβατικού καθεστώτος που οφείλεται στην εκμετάλλευση της διαπραγματευτικής
υπεροχής του ενός συμβαλλομένου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την
επίκληση και εφαρμογή των παρεμβατικών, προστατευτικών διατάξεων του
κοινοτικού αστικού δικαίου και ιδίως εκείνων που σχετίζονται με τη σύναψη
συμβάσεων. Η παρατήρηση αυτή έχει σημασία ιδίως διότι το κοινοτικό περί
συμβάσεων δίκαιο δε διακρίνει μεταξύ ιδιωτικών και δημοσίων συμβάσεων αλλά
εφαρμόζεται ενιαία στις συμβάσεις κατά τρόπο που ενδέχεται να ανακύψουν
ζητήματα συγκρούσεων και αναοριοθετήσεων του ιδιωτικού και του δημοσίου
δικαίου. Τούτο κατά κύριο λόγο θα επηρεάσει τη συναλλακτική δράση της
διοίκησης, στην οποία κατά το ελληνικό δίκαιο έχουν εφαρμογή οι κανόνες του
ιδιωτικού δικαίου, καθώς το κράτος διαπραγματεύεται και συμβάλλεται κατ’ αρχήν
ως ιδιώτης. Υπό την έννοια αυτή μετέχει δηλαδή στην οικονομική ζωή στο ίδιο
επίπεδο με του ιδιώτες με βάση σχέσεις νομικής ισότητας ενώ οι σύγχρονες τάσεις
του κοινοτικού δικαίου υπάγουν πολλές μορφές της στις περί δημοσίων συμβάσεων
διατάξεις.

74 Βλ. χαρακτηριστικά ΔΕΚ Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C 373/2000, Adolf
Truley, σκ. 50 επ.), όπου η ταφή των νεκρών και οι δραστηριότητες των εργολάβων κηδειών
θεωρήθηκαν ως δραστηριότητες που εξυπηρετούν πράγματι ανάγκη γενικού συμφέροντος.
75 Βλ. σχετικά ΣτΕ 120/1987, 3709/1987, 4617/1988, ΑΠ 7/2001, ΣτΕ 2931/1994 και ΣτΕ
4704/1987, ΑΕΔ 10/1992 όπου γίνεται δεκτό τι για το χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως
διοικητικής δεν αρκεί η συνδρομή του στοιχείου του δημόσιου σκοπού.
76 Βλ. ανωτέρω για τη διάκριση συναλλακτικής και κυριαρχικής διοίκησης.

51

Η απόκλιση αυτή μεταξύ των ορίων του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου των
δημοσίων συμβάσεων δεν είναι άνευ σημασίας δεδομένου ότι κάθε κράτος μέλος
βασίζει στις παραδοχές της δικής του έννομης τάξης τις σχετικές έννοιες και ανάλογα
προβαίνει σε νομική υπαγωγή. Εξ αυτού του λόγου θα πρέπει να διαπιστωθεί μια
προωθούμενη συνεχώς αβεβαιότητα ως προς το ζήτημα. Στο μέτρο αυτό το ΔΕΚ και
το κοινοτικό δίκαιο εν γένει θα πρέπει είτε να θέσει υπό επανεξέταση τα όρια
ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου συνολικά, είτε να περιορίσει σε εξαιρετικά μεγάλο
βαθμό την ελευθερία των συμβάσεων.

52

ΣΤ. Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας
1. Το αντικείμενο της οδηγίας
Σύμφωνα με το τους ορισμούς του άρθ. 1 της οδηγίας 2004/18:
«Οι "δημόσιες συμβάσεις" είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας οι οποίες συνάπτονται
γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσοτέρων
αναθετουσών αρχών και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων, την προμήθεια
προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.».
Ο ορισμός αυτός προσδιορίζει το σύνολο των συμβατικών, τύπων στις οποίες αφορά
η οδηγία αυτή και έχει ως κύριο σκοπό να προσδιορίσει με το οργανικό κριτήριο
οπότε δημόσια θεωρείται η σύμβαση που συνάπτει αναθέτουσα αρχή κατ’
αντιδιαστολή με τις ιδιωτικές συμβάσεις.
Κατόπιν ορίζονται οι συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών που αφορούν στο
ειδικό πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας.
«Οι "δημόσιες συμβάσεις έργων" είναι δημόσιες συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο
είτε την εκτέλεση, είτε συγχρόνως τη μελέτη και την εκτέλεση, εργασιών που αφορούν
μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι ή ενός έργου, είτε ακόμη
την πραγματοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, ενός έργου το οποίο ανταποκρίνεται στις
επακριβώς οριζόμενες από την αναθέτουσα αρχή ανάγκες. Ως "έργο", νοείται το
αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού που
προορίζεται να πληροί αυτό καθαυτό μια οικονομική ή τεχνική λειτουργία.».
«Οι "δημόσιες συμβάσεις προμηθειών" είναι δημόσιες συμβάσεις άλλες από αυτές που
αναφέρονται στο σημείο β), οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την αγορά, τη
χρηματοδοτική μίσθωση, τη μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα
αγοράς, προϊόντων.».
Διευκρινιστικά αναφέρεται ότι: Δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο την
προμήθεια προϊόντων και καλύπτει, παρεμπιπτόντως, εργασίες τοποθέτησης και
εγκατάστασης, θεωρείται ως "δημόσια σύμβαση προμηθειών".
«Οι "δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών" είναι δημόσιες συμβάσεις, πλην των δημόσιων
συμβάσεων έργων ή προμηθειών, που έχουν ως αντικείμενο την παροχή των
υπηρεσιών που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ.».
Διευκρινιστικά αναφέρεται εξάλλου ότι: Δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ως
αντικείμενο ταυτοχρόνως προϊόντα και υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα
ΙΙ, θεωρείται ως "δημόσια σύμβαση υπηρεσιών", εφόσον η αξία των συγκεκριμένων
υπηρεσιών υπερβαίνει την αξία των προϊόντων που περιλαμβάνονται στη σύμβαση.
Διευκρινιστικά αναφέρεται τέλος ότι: Δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο
υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ και η οποία δεν περιλαμβάνει
δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι παρά μόνο παρεμπιπτόντως σε
σχέση με το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, θεωρείται ως δημόσια σύμβαση
υπηρεσιών.
Τέλος ορίζονται οι υπαγόμενες στην οδηγία συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων
έργων.
Η "σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων" είναι μια σύμβαση η οποία παρουσιάζει
τα ίδια χαρακτηριστικά με μια δημόσια σύμβαση έργων, εκτός από το γεγονός ότι το

53

εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης του
έργου είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.
2. Τα κατώτατα όρια εφαρμογής της
Η οδηγία 2004/18 εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και
υπηρεσιών των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός Φ.Π.Α είναι ίση προς ή ανώτερη από
τα ακόλουθα κατώτατα όρια:
·

·

·

137.000 ευρώ για δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών που
συνάπτονται από κεντρικές κυβερνητικές αρχές (υπουργεία, εθνικά δημόσια
ιδρύματα)·
211.000 ευρώ για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών που
συνάπτονται από τις αναθέτουσες αρχές, οι οποίες δεν είναι κεντρικές
κυβερνητικές αρχές· οι οποίες έχουν ως στόχο ορισμένα προϊόντα του τομέα
της άμυνας και συνάπτονται από τις κεντρικές κυβερνητικές αρχές· οι οποίες
έχουν ως αντικείμενο ορισμένες υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης (Ε&A),
τηλεπικοινωνιών, παροχής καταλύματος και εστίασης, σιδηροδρομικών και
υδάτινων μεταφορών, διάθεσης προσωπικού, επαγγελματικής κατάρτισης,
έρευνας και ασφάλειας, ορισμένες νομικές κοινωνικές και υγειονομικές
υπηρεσίες, υπηρεσίες αναψυχής, πολιτιστικές και αθλητικές υπηρεσίες·
5.278.000 ευρώ για τις δημόσιες συμβάσεις έργων.

Κάθε δύο έτη η Επιτροπή επαληθεύει τα κατώτατα όρια. Ο υπολογισμός της αξίας
τους βασίζεται στο μέσο όρο της καθημερινής τιμής του ευρώ, εκφρασμένης σε
ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ). Ο εν λόγω μέσος όρος υπολογίζεται για τους
24 μήνες οι οποίοι λήγουν την 31η Αυγούστου για πραγματική αναθεώρηση την 1η
Ιανουαρίου.
Για τα κράτη μέλη που δεν έχουν υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα, η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή δημοσιεύει κάθε έτος στην Επίσημη Εφημερίδα τα ισόποσα των
εφαρμοστέων κατώτατων ορίων τα οποία και αναθεωρούνται κάθε δύο έτη αρχής
γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2004. Αξίζει πάντως να παρατηρήσει κανείς ότι η
Επιτροπή μέσω της ερμηνευτικής ανακοίνωσης για την οποίο γίνεται λόγος στο
τελευταίο κεφάλαιο του παρόντος επιδιώκει να καλύψει σύμφωνα και με τη
νομολογία του ΔΕΚ το σύνολο των συμβάσεων τουλάχιστον στο μέτρο που αφορά
τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και τις διαδικασίες δημοσιότητας.
Ως προς το ζήτημα του κατωτάτου ορίου θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ΔΕΚ
προβαίνει και ως προς το ζήτημα αυτό σε ερμηνεία των αναθέσεων σύμφωνα με το
σκοπό του κοινοτικού δικαίου. Προκειμένου να προσδιοριστεί η αξία του
αντικειμένου μιας συμβάσεως θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία της
συμβάσεως δημοσίου έργου υπό το πρίσμα ενός δυνητικού διαγωνιζόμενου,
συνυπολογιζομένων, επομένως, όχι μόνο όλων των ποσών που οφείλει να καταβάλει
η αναθέτουσα αρχή, αλλά και του συνόλου των προερχομένων από τρίτους εσόδων77.

77

ΔΕΚ Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C-220/05, Jean Auroux κ.λπ.

54

3. Συμβάσεις που εξαιρούνται ή ανατίθενται κατ' αποκλειστικότητα
Εξαιρούνται από το πεδίο της οδηγίας σύμφωνα με το τρίτο τμήμα της:
·
·
·
·

·
·

οι δημόσιες συμβάσεις που καλύπτονται από την οδηγία «ειδικοί τομείς» και
οι συμβάσεις που συνάπτονται με σκοπό τη διάθεση ή την εκμετάλλευση
δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων
οι δημόσιες συμβάσεις που κηρύσσονται απόρρητες ή αφορούν ουσιώδη
συμφέροντα ενός κράτους
οι δημόσιες συμβάσεις που συνάπτονται δυνάμει διεθνών κανόνων
οι δημόσιες συμβάσεις που αφορούν τις ακόλουθες υπηρεσίες: την αγορά ή τη
μίσθωση υφιστάμενων κτισμάτων· την αγορά, την ανάπτυξη, την παραγωγή ή
τη συμπαραγωγή ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων· τις υπηρεσίες διαιτησίας
και συμβιβασμού· την αγορά, την πώληση και τη μεταβίβαση
χρηματοπιστωτικών μέσων τις υπηρεσίες που παρέχονται από κεντρικές
τράπεζες· τις συμβάσεις εργασίας· τις υπηρεσίες Ε&ΤΑ τα προϊόντα των
οποίων δεν ανήκουν αποκλειστικά στην αναθέτουσα αρχή και δεν
χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από αυτήν
οι δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών που ανατίθενται βάσει αποκλειστικού
δικαιώματος
οι συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών

Τα κράτη μέλη μπορούν να παραχωρούν κατ' αποκλειστικότητα (τέταρτο τμήμα) σε
προστατευόμενα εργαστήρια το δικαίωμα συμμετοχής στις διαδικασίες ανάθεσης
ορισμένων δημόσιων συμβάσεων ή να προβλέπουν την εκτέλεση των συμβάσεων
αυτών στο πλαίσιο προγραμμάτων προστατευμένων θέσεων εργασίας όταν η
πλειονότητα των ενδιαφερόμενων εργαζομένων είναι άτομα με ειδικές ανάγκες.
Ζ. Η ρύθμιση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ για τις διαδικασίες ανάθεσης
Η ανάθεση της σύμβασης θα πρέπει να πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικών
κριτηρίων που εξασφαλίζουν την τήρηση της αρχής της διαφάνειας, της αρχής της
αποφυγής των διακρίσεων και της αρχής της ίσης μεταχείρισης και εγγυώνται την
αξιολόγηση των προσφορών υπό συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού. Συνεπώς,
ενδείκνυται να γίνεται δεκτή η εφαρμογή δύο μόνο κριτηρίων ανάθεσης Αυτά είναι
είτε τα κριτήρια της "χαμηλότερης τιμής" είτε της "πλέον συμφέρουσας από
οικονομική άποψη προσφοράς» σύμφωνα με ρητή αναφορά του προοιμίου της (46)
οδηγίας 2004/18.
Το γενικό πλαίσιο κανόνων για τις διαδικασίες ανάθεσης αναφέρει εν συντομία η
οδηγία στο προοίμιο ως εξής
«Προκειμένου να εξασφαλίζεται ο σεβασμός της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τη
διάρκεια της ανάθεσης των συμβάσεων, ενδείκνυται να προβλεφθεί η παγιωμένη βάσει
νομολογίας υποχρέωση να διασφαλίζεται η απαραίτητη διαφάνεια ώστε να επιτρέπεται σε
κάθε προσφέροντα να ενημερώνεται σε λογικά πλαίσια για τα κριτήρια και τους τρόπους
που θα εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό της από οικονομική άποψη πλέον
συμφέρουσας προσφοράς. Εναπόκειται, συνεπώς, στις αναθέτουσες αρχές να αναφέρουν
τα κριτήρια ανάθεσης καθώς και τη σχετική στάθμιση που δίνεται σε καθένα από αυτά τα
κριτήρια, και τούτο εγκαίρως ώστε οι προσφέροντες να την γνωρίζουν για την κατάρτιση
55

των προσφορών τους. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να εφαρμόζουν παρέκκλιση από
την αναφορά της στάθμισης των κριτηρίων ανάθεσης σε πλήρως δικαιολογημένες
περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να μπορούν να αιτιολογούν, όταν η στάθμιση αυτή δεν
μπορεί να καταρτισθεί εκ των προτέρων, λόγω ιδίως της πολυπλοκότητας της σύμβασης.
Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να αναφέρουν τη φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας αυτών
των κριτηρίων.
Όταν οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν να αναθέσουν τη σύμβαση στην πλέον συμφέρουσα
από οικονομική άποψη προσφορά, αξιολογούν τις προσφορές προκειμένου να
προσδιορίσουν εκείνη που παρουσιάζει την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής. Για τον
σκοπό αυτόν, καθορίζουν τα οικονομικά και ποιοτικά κριτήρια τα οποία, στο σύνολό
τους, πρέπει να επιτρέπουν τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική
άποψη προσφοράς για την αναθέτουσα αρχή. Ο καθορισμός αυτών των κριτηρίων είναι
συνάρτηση του αντικειμένου της σύμβασης, στο μέτρο που τα κριτήρια αυτά πρέπει να
επιτρέπουν την αξιολόγηση του επιπέδου επίδοσης που παρουσιάζεται από κάθε
προσφορά σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης, όπως αυτό ορίζεται στις τεχνικές
προδιαγραφές, καθώς και τη μέτρηση της σχέσης ποιότητας/τιμής κάθε προσφοράς.
Για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης, τα κριτήρια ανάθεσης θα πρέπει να επιτρέπουν
τη σύγκριση των προσφορών και την αντικειμενική αξιολόγησή τους. Εάν πληρούνται
αυτές οι προϋποθέσεις, τα οικονομικά και ποιοτικά κριτήρια ανάθεσης, όπως εκείνα που
αφορούν την ικανοποίηση των περιβαλλοντικών απαιτήσεων, μπορούν να επιτρέπουν
στην αναθέτουσα αρχή να ικανοποιήσει τις ανάγκες του σχετικού δημόσιου φορέα, όπως
αυτές εκφράζονται στις προδιαγραφές της αγοράς. Με βάση τις ίδιες αυτές προϋποθέσεις,
η αναθέτουσα αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί κριτήρια που αποβλέπουν στην ικανοποίηση
κοινωνικών απαιτήσεων που ανταποκρίνονται ιδίως στις οριζόμενες στις προδιαγραφές
της αγοράς ανάγκες κατηγοριών πληθυσμού, οι οποίες μειονεκτούν ιδιαιτέρως και στις
οποίες ανήκουν οι δικαιούχοι/χρήστες των έργων, προμηθειών και υπηρεσιών που
αποτελούν αντικείμενο της σύμβασης».

ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
Κριτήρια ανάθεσης των συμβάσεων
Τα κριτήρια στα οποία βασίζονται οι αναθέτουσες αρχές για να αναθέσουν τις
δημόσιες συμβάσεις τους είναι:
·
·

αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή ή
όταν η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη
προσφορά, διάφορα κριτήρια που συνδέονται με το αντικείμενο της
σύμβασης.
Ορισμένα παραδείγματα κριτηρίων: η ποιότητα, η τιμή, η τεχνική αξία, τα
αισθητικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά,
τα περιβαλλοντικά
χαρακτηριστικά, το κόστος λειτουργίας, η αποδοτικότητα, η εξυπηρέτηση
μετά την πώληση και η τεχνική συνδρομή, η ημερομηνία παράδοσης, η
προθεσμία εκτέλεσης.

Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να διευκρινίζει τη σχετική στάθμιση κάθε κριτηρίου.

56

Κανόνες δημοσιότητας και διαφάνειας
Οι δημόσιες συμβάσεις των οποίων τα ποσά υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια της
οδηγίας υπόκεινται σε υποχρέωση πληροφόρησης και διαφάνειας καθ' όλη τη
διάρκεια της διαδικασίας. Η υποχρέωση αυτή μεταφράζεται κυρίως με τη δημοσίευση
προκηρύξεων οι οποίες συντάσσονται με βάση τα τυποποιημένα έντυπα της
Επιτροπής78. Ειδικότερα, διακρίνουμε:
·
·

·

·

τη γνωστοποίηση της δημοσίευσης προκαταρκτικής προκήρυξης (μη
υποχρεωτική)
την
προκαταρκτική
προκήρυξη
(μη
υποχρεωτική).
Αφού αποστείλει τη γνωστοποίηση της δημοσίευσης μιας προκαταρκτικής
προκήρυξης, η αναθέτουσα αρχή δημοσιεύει η ίδια την εν λόγω
γνωστοποίηση σε «προφίλ αγοραστή» ή την αποστέλλει στην Υπηρεσία
Επίσημων
Εκδόσεων
των
Ευρωπαϊκών
Κοινοτήτων
Η δημοσίευση αυτή είναι υποχρεωτική όταν η αναθέτουσα αρχή επιθυμεί να
μειώσει την προθεσμία παραλαβής των προσφορών
την προκήρυξη σύμβασης ή την προκήρυξη διαγωνισμού (υποχρεωτικές).
Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να δημοσιεύσει η ίδια την εν λόγω προκήρυξη σε
εθνικό επίπεδο και οφείλει να την αποστείλει στην ΥΕΕΕΚ. Η δημοσίευση
από την ΥΕΕΕΚ γίνεται δωρεάν. Η προκήρυξη δημοσιεύεται εκτενώς σε μία
επίσημη γλώσσα της Ένωσης και περίληψή της μεταφράζεται στις υπόλοιπες
γλώσσες
την ανακοίνωση σχετικά με τις συναφθείσες συμβάσεις και σχετικά με τα
αποτελέσματα διαγωνισμών (υποχρεωτικές).

Οι προκηρύξεις που αποστέλλονται από τις αναθέτουσες αρχές στην Επιτροπή
μπορούν να διαβιβάζονται είτε με παραδοσιακά είτε με ηλεκτρονικά μέσα.
Υποδείγματα εντύπων καθώς και διευκρινίσεις σχετικά με τους τρόπους διαβίβασης
διατίθενται στο σύστημα πληροφόρησης για τις δημόσιες συμβάσεις ( SIMAP ).
Οι αναθέτουσες αρχές γνωστοποιούν το συντομότερο δυνατόν τις αποφάσεις που
λαμβάνουν σχετικά με την ανάθεση μιας σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων και των
περιπτώσεων παραίτησης. Για κάθε σύμβαση καταρτίζει λεπτομερή πρακτικά. Το
συντομότερο δυνατόν, ανακοινώνει επίσης:
·
·

σε κάθε απορριφθέντα υποψήφιο τους λόγους της απόρριψής του·
σε κάθε υποψήφιο του οποίου η προσφορά είναι έγκυρη, τα πλεονεκτήματα
της εγκριθείσας προσφοράς καθώς και το όνομα του οικονομικού φορέα * που
επελέγη.

Οι ανταλλαγές και η αποθήκευση πληροφοριών μεταξύ των διαφόρων εμπλεκομένων
σε μια σύμβαση εγγυώνται την πληρότητα των στοιχείων και την εμπιστευτικότητα.
Η αναθέτουσα αρχή δεν γνωρίζει το περιεχόμενο των προσφορών παρά μόνο μετά
την λήξη της προθεσμίας υποβολής. Η χρήση ηλεκτρονικών μέσων, η οποία δεν
επιτρέπει διακρίσεις, επιταχύνει τις διαδικασίες. Οι μηχανισμοί ηλεκτρονικής
78

ΔΕΚ της Απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C-433/1993, Επιτροπή κατά Γερμανίας, ΔΕΚ
Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1995, C-359/1993, Επιτροπή κατά Ολλανδίας, ΔΕΚ Απόφαση
της 20ης Σεπτεμβρίου 1988, C-31/1987, Gebroeders Beentjes.

57

παραλαβής των προσφορών επιτρέπουν κυρίως τη χρήση της ηλεκτρονικής
υπογραφής , εγγυώνται την αυθεντικότητα, την πληρότητα και την εμπιστευτικότητα
των στοιχείων και μπορούν να εντοπίσουν τις ενδεχόμενες περιπτώσεις απάτης.
4. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
Υπάρχουν διαφορετικές διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων: η ανοικτή
διαδικασία, η κλειστή διαδικασία, η διαδικασία διαπραγμάτευσης και ο
ανταγωνιστικός διάλογος για τον οποίο έγινε ήδη λόγος.
Η ανοικτή διαδικασία
Στην ανοικτή διαδικασία, κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας μπορεί να
υποβάλει προσφορά.
Μετά τη δημοσίευση προκήρυξης, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής της προσφοράς
είναι 52 ημέρες. Σε περίπτωση δημοσίευσης προκαταρκτικής προκήρυξης, η
προθεσμία αυτή μπορεί να μειωθεί σε 36 ημέρες. Σε καμία περίπτωση η προθεσμία
παραλαβής μιας προσφοράς δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 22 ημέρες.
Η κλειστή διαδικασία
Στην κλειστή διαδικασία, κάθε οικονομικός φορέας μπορεί να ζητήσει να
συμμετάσχει αλλά μόνον εκείνοι που προσκαλούνται μπορούν να υποβάλουν
προσφορά.
Η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής είναι 37 ημέρες από τη
δημοσίευση της προκήρυξης. Η αναθέτουσα αρχή προσκαλεί, κατόπιν, ταυτόχρονα
και εγγράφως, τους επιλεγέντες υποψηφίους να υποβάλουν την προσφορά τους. Οι
προσφέροντες πρέπει να είναι πέντε τουλάχιστον. Η προθεσμία παραλαβής των
προσφορών είναι σαράντα ημέρες από την ημερομηνία της πρόσκλησης. Σε
περίπτωση δημοσίευσης προκαταρκτικής προκήρυξης, μπορεί να μειωθεί σε 36
ημέρες. Η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής μιας προσφοράς δεν μπορεί να είναι
μικρότερη από 22 ημέρες. Κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, η
αναθέτουσα αρχή μπορεί να ορίσει ελάχιστη προθεσμία 15 ημερών (10 ημερών εάν η
προκήρυξη είναι ηλεκτρονική) για τις αιτήσεις συμμετοχής και 10 ημερών για την
παραλαβή των προσφορών.
Η διαδικασία διαπραγμάτευσης
Σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης, οι αναθέτουσες αρχές συζητούν με τους
οικονομικούς φορείς σχετικά με τις επιλογές τους και διαπραγματεύονται μαζί τους
όρους της σύμβασης.
Η διαδικασία διαπραγμάτευσης με δημοσίευση
δικαιολογείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

προκήρυξης

διαγωνισμού

έπειτα από άλλη διαδικασία στην οποία διαπιστώθηκε η υποβολή μη κανονικών
προσφορών, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η νέα διαδικασία δεν τροποποιεί τους
αρχικούς όρους της σύμβασης·
58

σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν πρόκειται για συμβάσεις των οποίων η φύση ή
διάφοροι αστάθμητοι παράγοντες δεν επιτρέπουν το συνολικό προκαθορισμό των
τιμών·
στον τομέα των υπηρεσιών, για παροχές διανοητικής εργασίας που δεν επιτρέπουν τη
χρήση ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας·
για έργα που εκτελούνται αποκλειστικά για σκοπούς έρευνας ή πειραματισμού.
Η διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού
δικαιολογείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
για κάθε είδος σύμβασης: στην περίπτωση κατά την οποία δεν υποβλήθηκε καμία
προσφορά ύστερα από ανοικτή ή κλειστή διαδικασία· όταν η σύμβαση μπορεί να
ανατεθεί μόνο σε συγκεκριμένο οικονομικό φορέα για λόγους τεχνικούς,
καλλιτεχνικούς ή σχετικούς με την προστασία αποκλειστικών δικαιωμάτων· σε
περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης οφειλόμενης σε απρόβλεπτα γεγονότα·
για τις συμβάσεις προμηθειών: όταν τα σχετικά προϊόντα κατασκευάζονται
αποκλειστικά για σκοπούς Ε&ΤΑ· για συμπληρωματικές παραδόσεις εντός μέγιστου
χρονικού διαστήματος τριών ετών εφόσον η αλλαγή προμηθευτή θα υποχρέωνε την
αναθέτουσα αρχή να προμηθευτεί υλικό με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά· για
τις προμήθειες που είναι εισηγμένες και αγοράζονται σε χρηματιστήριο πρώτων
υλών· για την αγορά προμηθειών υπό ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους από οικονομικό
φορέα που έπαυσε οριστικά τις εμπορικές του δραστηριότητες ή από τους συνδίκους
ή τους εκκαθαριστές μιας πτώχευσης, ενός δικαστικού συμβιβασμού ή ανάλογης
διαδικασίας·
για τις συμβάσεις υπηρεσιών, όταν η σχετική σύμβαση έπεται διαγωνισμού·
για τις συμβάσεις έργων και υπηρεσιών: εντός του ορίου του 50 % του ποσού της
αρχικής σύμβασης, για τα συμπληρωματικά έργα ή τις υπηρεσίες που δεν
περιλαμβάνονταν στην αρχικώς κατακυρωθείσα μελέτη και τα οποία κατέστησαν
αναγκαία λόγω μη προβλέψιμων περιστάσεων· για νέα έργα ή υπηρεσίες που
συνίστανται στην επανάληψη παρόμοιων εργασιών ή υπηρεσιών που ανατέθηκαν
στον οικονομικό φορέα ανάδοχο της αρχικής σύμβασης για τρία έτη κατ' ανώτατο
όριο.
Στις διαδικασίες διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, η
ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής είναι 37 ημέρες από την
ημερομηνία της προκήρυξης του διαγωνισμού. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, η
αναθέτουσα αρχή μπορεί να ορίσει ελάχιστη προθεσμία 15 ημερών (10 ημερών εάν η
προκήρυξη είναι ηλεκτρονική). Η αναθέτουσα αρχή καλεί, ταυτόχρονα και
εγγράφως, τους επιλεγέντες υποψηφίους (τρεις τουλάχιστον) να διαπραγματευθούν.
Η πρόσκληση περιλαμβάνει όλα τα έγγραφα της σύμβασης, την προθεσμία
παραλαβής των προσφορών, τη διεύθυνση διαβίβασης και τη γλώσσα ή τις γλώσσες
σύνταξης. Αναφέρεται επίσης η σχετική στάθμιση των κριτηρίων ανάθεσης της
σύμβασης.

59

Η διαδικασία του ανταγωνιστικού διαλόγου αποτελεί διαδικαστική καινοτομία για
την οποία έγινε λόγος πιο πάνω.
5. ΟΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Η συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό δεν μπορεί να περιορίζεται στην επικράτεια (ή
μέρος της επικράτειας) ενός κράτους μέλους ή με βάση τη νομική μορφή των
συμμετεχόντων. Μπορούν να διοργανώνουν διαγωνισμούς στον τομέα των
υπηρεσιών και διαγωνισμούς με πριμοδοτήσεις συμμετοχής:
·
·
·

οι κεντρικές κυβερνητικές αρχές με κατώτατο όριο το ποσό των 137.000
ευρώ·
οι υπόλοιπες αναθέτουσες αρχές με κατώτατο όριο το ποσό των 211.000
ευρώ·
όλες οι αναθέτουσες αρχές με κατώτατο όριο το ποσό των 211.000 ευρώ όταν
οι διαγωνισμοί έχουν ως στόχο ορισμένες υπηρεσίες Ε&ΤΑ, τηλεπικοινωνιών,
παροχής καταλύματος και εστίασης, σιδηροδρομικών και υδάτινων
μεταφορών, διάθεσης προσωπικού, επαγγελματικής κατάρτισης, έρευνας και
ασφάλειας, ορισμένες νομικές κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες,
υπηρεσίες αναψυχής, πολιτιστικές και αθλητικές υπηρεσίες.

Η αναθέτουσα αρχή δημοσιεύει προκήρυξη διαγωνισμού η οποία έχει καταρτιστεί
σύμφωνα με τους κανόνες των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Οι
ανταλλαγές και η αποθήκευση πληροφοριών εγγυώνται την πληρότητα και την
εμπιστευτικότητα των στοιχείων. Η αναθέτουσα αρχή δεν γνωρίζει το περιεχόμενο
των προσφορών παρά μόνο μετά την λήξη της προθεσμίας υποβολής.
Τα κριτήρια ανάθεσης είναι σαφή, δεν εισάγουν διακρίσεις και εξασφαλίζουν
πραγματικό ανταγωνισμό. Η κριτική επιτροπή απαρτίζεται αποκλειστικά από φυσικά
πρόσωπα ανεξάρτητα από τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό. Όταν απαιτείται από
τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό να διαθέτουν ένα συγκεκριμένο επαγγελματικό
προσόν, το ένα τρίτο των μελών της κριτικής επιτροπής τουλάχιστον πρέπει να
διαθέτει το προσόν αυτό. Η κριτική επιτροπή είναι αδέσμευτη κατά τη λήψη
απόφασης: εξετάζει τις μελέτες και τα σχέδια με βάση τα κριτήρια ανάθεσης. Η
ανωνυμία των συμμετεχόντων τηρείται μέχρι την τελική απόφαση.

60

Η. Προς ένα ενιαίο κοινοτικό δίκαιο της ανάθεσης και της εκτέλεσης των
δημοσίων συμβάσεων

1. Η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και ο
ανταγωνισμός και οι διατάξεις για τις δημόσιες συμβάσεις

ελεύθερος

Η εφαρμογή των αρχών, στις οποίες βασίζεται το κοινοτικό δίκαιο περί δημοσίων
συμβάσεων (αρχή της διαφάνειας, της ισότητας, της ελευθερίας εγκατάστασης, της
ελευθερίας παροχής υπηρεσιών και της αμοιβαίας αναγνώρισης σε όλη την
επικράτεια της Ένωσης) προϋποθέτουν της ύπαρξη μιας ανοικτής αγοράς
προκειμένου να βρουν πραγματικό έδαφος εφαρμογής. Η αγορά αυτή θα πρέπει να
είναι χωρίς περιορισμούς και ανεξέλεγκτες αποκλίσεις από την αρχή της ελευθερίας
των συμβάσεων. Το κράτος όσο ελκυστικός και αν είναι ως αντισυμβαλλόμενος,
εργοδότης, «αναθέτων φορέας» κατά τους ορισμούς των οδηγιών, δεν παύει να
συνάπτει συμβάσεις στο πλαίσιο της ανοικτής αγοράς της Κοινότητας. Για το λόγο
αυτό και δεν είναι αυτονόητο γιατί δε θα μπορεί να αντιμετωπίζεται και αυτό το ίδιο
το κράτος υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας. Η αρχή αυτή επιβάλλει την επιλογή
των όρων, των διαδικασιών, των προϋποθέσεων και των προσόντων, τα οποία θα
οδηγήσουν στη σύναψη μιας σύμβασης με έναν συγκεκριμένο ανάδοχο. Τούτο
σημαίνει ότι η συναλλαγή θα γίνεται με βάση τους κοινούς περί συμβάσεων κανόνες.
Το επιχείρημα της εξυπηρέτησης αναγκών γενικού συμφέροντος και της άρσης της
συμβατικής ελευθερίας για το λόγο αυτό υποχωρεί στις περιπτώσεις της
συναλλακτικής δράσης της διοίκησης όπου το κράτος διαπραγματεύεται ισότιμα με
τον αντισυμβαλλόμενό του.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να ενισχύσει την επιλογή της για την υιοθέτηση
ενός αυστηρά τυπικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων αναφέρει ότι πριν την
κοινοτική νομοθετική πρωτοβουλία στον τομέα αυτόν, μόνο το 2% των δημόσιων
συμβάσεων που συνάπτονταν στην Κοινότητα ανετίθετο σε επιχειρήσεις από άλλα
κράτη μέλη εκτός εκείνου που προκήρυσσε το διαγωνισμό79. Η εν λόγω απουσία
ανοικτού και αποτελεσματικού ανταγωνισμού θεωρήθηκε ότι συνιστούσε ένα από τα
προφανέστερα και πλέον αναχρονιστικά εμπόδια στην ολοκλήρωση της εσωτερικής
αγοράς. Εκτός από το επιπλέον κόστος που συνεπάγεται για τις αναθέτουσες αρχές, η
έλλειψη ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού σε ορισμένους βασικούς κλάδους (λόγου
χάριν στις τηλεπικοινωνίες) αποτελούσε τροχοπέδη στην ανάπτυξη ευρωπαϊκών
επιχειρήσεων, ανταγωνιστικών στις παγκόσμιες αγορές. Αναφέρεται δε ότι «Το
πραγματικό άνοιγμα της εσωτερικής αγοράς δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά
μόνον εφόσον όλες οι επιχειρήσεις έχουν ίσες ευκαιρίες συμμετοχής σε διαγωνισμούς
για τις συμβάσεις αυτές.». Οι σκέψεις ωστόσο αυτές και τα σχετικά επιχειρήματα θα
μπορούσαν βάσιμα να υποστηριχθούν και για τις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ
ιδιωτών, συμβάσεις με μεγάλα οικονομικά αντικρίσματα και οι οποίες ουδόλως είναι
υποχρεωτικό να συνάπτονται έπειτα από διεξαγωγή διαγωνισμού. Σε αυτές το
άνοιγμα των αγορών και η εξασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού
επιτυγχάνεται με διατάξεις με σημαντικά λιγότερο παρεμβατικό περιεχόμενο.
Συγκεκριμένα, για τις συμβάσεις που συνάπτουν ιδιώτες η κοινοτική νομοθεσία
περιλαμβάνει λίγους και συγκεκριμένους περιορισμούς κατά βάσιν με σκοπό την

79

Βλ. κείμενο επιτροπής

61

προστασία του καταναλωτή80, εφόσον πληροί τα κριτήρια του πράγματι ασθενούς
αντισυμβαλλομένου (σύναψη σύμβασης υπό όρους για τους οποίους δε μπορούσε να
διαπραγματευτεί κλπ). Σπανιότερα θεσπίζονται οδηγίες για ορισμένα συγκεκριμένα
είδη συμβάσεων, για τα οποία τίθενται συνήθως minimum προστασίας από τα οποία
τα κράτη μέλη συχνά αποκλίνουν θέτοντας αυστηρότερους κανόνες 81.
2. Η διαπραγματευτική υπεροχή του κράτους στις συναλλακτικές του
δραστηριότητες
Έτσι, στο «ιδιωτικό κοινοτικό δίκαιο των συμβάσεων» η «διαπραγματευτική ισχύς»
των επιχειρήσεων και ο περιορισμός της καταχρηστικής εκμετάλλευσης από μέρους
τους των αντισυμβαλλομένων τους82, σε επίπεδο κοινοτικής νομοθεσίας
επιτυγχάνεται σήμερα με το δίκαιο για την προστασία του καταναλωτή. Στο πλαίσιο
αυτού όμως δεν επιβάλλονται στους ιδιώτες επιχειρηματίες ο τρόπος και οι
διαδικασίες επιλογής των αντισυμβαλλομένων τους αλλά οι όποιοι περιορισμοί
τίθενται (πολύ συγκεκριμένοι και φειδωλοί) προσανατολίζονται στη μη
καταχρηστική εκμετάλλευσης της διαπραγματευτικής υπεροχής τους όταν αυτή
θεωρείται ότι υπάρχει στην πραγματικότητα. Σε ό,τι αφορά τις δημόσιες συμβάσεις
η «διαπραγματευτική υπεροχή» του κράτους δεν είναι καθόλου δεδομένη άλλωστε
όταν συναλλάσσεται με μεγάλες εργοληπτικές επιχειρήσεις για παράδειγμα και δεν
τίθεται κανένα ζήτημα προστασίας τους ως ασθενών αντισυμβαλλομένων. Πολλώ
μάλλον όταν πρόκειται για μια ανώνυμη εταιρεία η οποία σε εθνικό επίπεδο διέπεται
από τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου.
3. Το κοινοτικό δίκαιο των συμβάσεων προς την εγκαθίδρυση μιας
ενιαίας αγοράς
Το κοινοτικό δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων και το γενικότερο περί συμβάσεων
κοινοτικό δίκαιο διαφοροποιούνται καθώς φαίνεται σε κάποια σημαντικά σημεία
ταυτίζονται όμως ως προς τους σκοπούς τους καθώς αποβλέπουν στην εγκαθίδρυση
μιας ενιαίας αγοράς και στην εύνοια του ανταγωνισμού.

80

Εξάλλου, ο νόμος 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή όπως ισχύει σήμερα
διέπει και τις συμβατικές σχέσεις των καταναλωτών με τον ιδιωτικό τομέα όσο και με τις
επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής του δημοσίου τομέα και των οργανισμών τοπικής
αυτοδιοίκησης (άρθρο 1 παρ.3).
81

Βλ. http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/l33158.htm . Το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής
ένωσης έως σήμερα εντοπίζεται ιδίως στα κείμενα για την προστασία του καταναλωτή,
http://ec.europa.eu/consumers/cons_int/safe_shop/fair_bus_pract/cont_law/index_en.htm, σε
θέματα συνεργασίας των κρατών μελών στη δικαστική προστασία σε υποθέσεις αστικού
δικαίου, βλ. http://ec.europa.eu/justice_home/fsj/civil/fsj_civil_intro_en.htm και κάποια
κείμενα για συγκεκριμένες συμβάσεις όπως λχ οι συμβάσεις διανομής και εμπορικής
αντιπροσωπείας, οι συμβάσεις για τη χρονομεριστική μίσθωση γιατί στους τομείς αυτούς
παρουσιάστηκε επιτακτική ανάγκη εναρμόνισης.
82

Ότι η ύπαρξη εξουσιαστικής θέσης του κράτους στη σύμβαση που συνάπτεται είναι
απαραίτητη προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό της ως δημόσιας βλ. ανωτέρω.

62

Η έως σήμερα πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο τρόπος με τον οποίο
διαμορφώνονται πλέον οι τοπικές αγορές υπό τη σκιά των λιγοστών ισχυουσών
διατάξεων του κοινοτικού δικαίου περί συμβάσεων σε μια ενιαία αγορά με την
επέκταση πολλών επιχειρήσεων σε άλλα κράτη μέλη, αποδεικνύει στην πράξη το
πραγματικό άνοιγμα των αγορών στο οποίο αποσκοπεί η Κοινότητα με τις Οδηγίες
για τις Δημόσιες Συμβάσεις μπορεί να επιτευχθεί και με άλλους μηχανισμούς πέραν
από τον αυστηρό περιορισμό των συμβαλλομένων στις διαδικασίες σύναψης των
συμβάσεών τους.
4. Η πρόσφατη κοινοτική προσπάθεια για θέσπιση κοινών ουσιαστικών
κανόνων για το δίκαιο των συμβάσεων
Θα πρέπει ωστόσο στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι προς την κατεύθυνση της
εγκαθίδρυσης της ενιαίας αγοράς αποβλέπει η Επιτροπή και με μια σειρά άλλων
δραστηριοτήτων της που κατατείνουν στη θέσπιση ενός Κοινού Πλαισίου Αναφοράς
για τις συμβάσεις. Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπισε το ζήτημα που
σχετίζεται με τις διαφορετικές νομικές καταβολές των χωρών των συμβαλλομένων
μερών, οι οποίες θα μπορούσαν να δυσχεράνουν τη σύναψη συμβάσεων μεταξύ
συμβαλλομένων που προέρχονται από διαφορετικά κράτη μέλη. Έτσι η Ευρωπαϊκή
Ένωση εντοπίζοντας το ζήτημα αυτό ήδη το 2001 εξέδωσε την «Ανακοίνωση της
Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 11ης Ιουλίου 2001,
για το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων [COM (2001) 398 τελικό - Επίσημη
Εφημερίδα C 255 της 13.09.2001].». Με την ανακοίνωση δρομολογήθηκε μία
διαδικασία διαβούλευσης και συζήτησης. Στη συνέχεια εκδόθηκε η «Ανακοίνωση της
Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 12ης Φεβρουαρίου
2003,ένα συνεκτικότερο ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων, Σχέδιο Δράσης»83. Ο
προβληματισμός της Επιτροπής επικεντρώνεται στο αν και κατά πόσον πιθανές
αποκλίσεις του δικαίου των συμβάσεων των κρατών μελών μπορεί να επηρεάσουν τις
διασυνοριακές συμβάσεις και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Ειδικότερα δε αν η ύπαρξη διαφορετικών δικαίων περί συμβάσεων αποθαρρύνει τις
διασυνοριακές συναλλαγές ή αυξάνει το κόστος αυτών84. Με το σχέδιο δράσης αυτό
προτείνεται σε επίπεδο κοινοτικό ένα μείγμα από ρυθμιστικά και μη ρυθμιστικά
μέτρα για την επίλυση των προβλημάτων που εντοπίστηκαν κατά το στάδιο των
διαβουλεύσεων. Επίσης αποφασίσθηκε να εκπονηθεί, κατόπιν έρευνας και με τη
συνδρομή όλων των ενδιαφερόμενων μερών, ένα «κοινό πλαίσιο αναφοράς» για το
δίκαιο των συμβάσεων. Οι προθέσεις της Επιτροπής στο στάδιο αυτό δεν είναι η
δημιουργία ενός ενιαίου αστικού κώδικα, νομικά δεσμευτικού για τα κράτη μέλη.
Αντίθετα σκοπείται να παρασχεθούν βέλτιστες λύσεις ως προς την κοινή ορολογία
και τους κανόνες, δηλαδή τον προσδιορισμό θεμελιωδών εννοιών και αόριστων
εννοιών όπως «σύμβαση» ή «ζημία» καθώς και των εφαρμοστέων κανόνων π.χ. σε
περίπτωση μη εκτελέσεως των συμβάσεων. Με τον τρόπο αυτό γίνεται δεκτό ότι θα
αρθούν αντιφάσεις που παρατηρούνται και θα βελτιωθεί η ποιότητα των ισχυουσών
διατάξεων. Παράλληλα θα προσαρμοστούν οι ισχύοντες κανόνες στις οικονομικές
και εμπορικές εξελίξεις που δεν είχαν προβλεφθεί κατά την έκδοσή τους και θα
πληρωθούν κενά της κοινοτικής νομοθεσίας τα οποία προκάλεσαν προβλήματα στην
83

Βλ.http://ec.europa.eu/consumers/cons_int/safe_shop/fair_bus_pract/cont_law/analyticaldoc
_el.pdf για τις αντιδράσεις σχετικά με το σχέδιο δράσης.
84

http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/l33158.htm

63

εφαρμογή της. Το κοινό πλαίσιο αναφοράς μέλει να αποτελέσει τη βάση περαιτέρω
προβληματισμών ως προς την έκδοση μη δεσμευτικής πράξεως στον τομέα του
ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων.
Σύμφωνα με το σχέδιο δράσης ο πρώτος τομέας με τον οποίο συστηματικά θα
ασχοληθεί η Επιτροπή ήταν η αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου για τα θέματα
του καταναλωτή. Η επιλογή αυτή έγινε, ώστε να τεθούν οι βάσεις για την έκδοση της
νέας οδηγίας που εκδόθηκε για την προστασία των καταναλωτών 85, η οποία
αποτελούσε προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τις δραστηριότητες της
Επιτροπής εκδόθηκαν τελικά έως σήμερα δύο εκθέσεις της Επιτροπής ήτοι:
1)Η Έκθεση της Επιτροπής: Πρώτη ετήσια έκθεση σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο
των συμβάσεων και την αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου [COM(2005) 456
τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].» και
2) η « Έκθεση Επιτροπής, Δεύτερη έκθεση προόδου για το ΚΠΑ, COM(2007)447
τελικό»86.
Σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την αναθεώρηση του
κεκτημένου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει εκδώσει μια σειρά από Ψηφίσματα87,
με τα οποία μνημονεύεται καταρχάς ότι η ενιαία εσωτερική αγορά δεν μπορεί να
καταστεί πλήρως λειτουργική, αν δεν πραγματοποιηθούν περαιτέρω βήματα προς την
εναρμόνιση του αστικού δικαίου. Περαιτέρω δε σημειώνεται ότι παρά το γεγονός ότι
η Επιτροπή αρνείται ότι στόχος της με το ΚΠΑ είναι η δημιουργία ενός πλήρους
ευρωπαϊκού αστικού κώδικα, η πρωτοβουλία αυτή της Επιτροπής προς τα εκεί
κατατείνει. Για το λόγο αυτό άλλωστε το Κοινοβούλιο επισημαίνει ορισμένα
διαδικαστικά ζητήματα αλλά και κάποια θέματα ουσιαστικού δικαίου που
προκύπτουν. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται η ανάγκη για στενότερη συνεργασία
της Επιτροπής με το Κοινοβούλιο για το θέμα προκειμένου να εκδοθεί μια ή
περισσότερες δεσμευτικές πράξεις.
85

Ν. 3587/2007, ΦΕΚ Α 152/10.7.2007 Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 2251/1994
"Προστασία των καταναλωτών", όπως ισχύει-Ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 149). Βλ και
http://ec.europa.eu/consumers/cons_int/safe_shop/fair_bus_pract/cont_law/progress05_el.pdf
http://ec.europa.eu/consumers/cons_int/safe_shop/fair_bus_pract/cont_law/index_en.htm
86

Βλ.σχετικά
http://ec.europa.eu/consumers/cons_int/safe_shop/fair_bus_pract/cont_law/index_en.htm και
Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο: Το ευρωπαϊκό
δίκαιο των συμβάσεων και η αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου: πορεία προς τα
εμπρός [COM(2004) 651 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα],
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο - Ένα
συνεκτικότερο ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων - Σχέδιο δράσης [COM(2003) 68 τελικό Επίσημη Εφημερίδα C 63 της 15.03.2003]
Τα συμπεράσματα των εκθέσεων της Επιτροπής χρησιμοποιήθηκαν για να τροφοδοτήσουν
την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής για την επισκόπηση του κεκτημένου για θέματα του
καταναλωτή που εκδόθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2007.
87

EE C 158 της 26.6.1989, σελ.400, EE C 205 της 25.7.1994, σελ.518, EE C 140 Ε της
13.6.2002, σελ.538, ΕΕ C 76 Ε της 25.3.2004, σελ.95, 2005/2022 (ΙΝΙ)

64

Εν όψει αυτών των δεδομένων, πραγματικών και νομικών, τίθεται το ζήτημα της
ανάγκης πραγματικής εναρμόνισης των δικαίων των κρατών μελών ιδίως στον τομέα
των συμβάσεων που αποτελούν και το θεμέλιο της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς.
Άλλωστε οι συναλλακτικές συμβάσεις του κράτους τουλάχιστον δεν αποτελούν
τίποτε άλλο παρά μια κατηγορία των συμβάσεων αυτών. Δεδομένου όμως ότι
ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, διαχωρίζουν το ιδιωτικό από
το δημόσιο δίκαιο - με αντίστοιχο διαχωρισμό των συναπτομένων συμβάσεων- και σε
παρόμοιο διαχωρισμό προβαίνει και το κοινοτικό δίκαιο σήμερα (βλ. κατωτέρω), η
δημιουργία ενός κώδικα με αρχές που θα καταλαμβάνουν όλα τα είδη συμβάσεων
(δημόσιες και μη) θα προκαλέσει ενδεχομένως ευρύτερους προβληματισμούς και
συζητήσεις. Τα όρια εφαρμογής και η σχέση των γενικών περί συμβάσεων διατάξεων
και των ειδικών για τις δημόσιες συμβάσεις μέλλουν να οδηγήσουν σε συζητήσεις
αντίστοιχες με αυτές που έχουν απασχολήσει την ελληνική έννομη τάξη για τα όρια
ΑΚ και διατάξεων για τις δημόσιες συμβάσεις.
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι με τις διατάξεις αυτές και τη θέσπιση ενός
κοινού ευρωπαϊκού κώδικα, ο οποίος σημειώνεται ότι θα αφορά και τις λεγόμενες
δημόσιες συμβάσεις, θα γίνει το πρώτο βήμα για τη διευκόλυνση των διασυνοριακών
συναλλαγών και θα αρθεί η αμηχανία που μπορεί να υπάρχει σήμερα στη σύναψη
συμβάσεων με αντισυμβαλλομένους από άλλα κράτη μέλη εξαιτίας των
διαφορετικών νομικών καταβολών. Επί τη βάσει μιας κοινής νομοθετικής πολιτικής
που δε επιδέχεται αμφισβητήσεων και εφόσον θα περιληφθούν και διατάξεις σχετικές
με την προστασία του πράγματι ασθενούς αντισυμβαλλόμενου τελεί υπό
αμφισβήτηση για ποιο λόγο θα πρέπει τα κράτη να εξακολουθούν να περιορίζονται
στη σύναψη συμβάσεων στην οποία προβαίνουν με την ιδιότητά τους ως
επιχειρηματιών, «ιδιωτών» αντισυμβαλλομένων και χωρίς να ασκούν καμία
διαπραγματευτική εξουσία.
Παρατηρείται συνεπώς ότι το κοινοτικό δίκαιο έχει μια τάση διεύρυνσης της έννοιας
της δημόσιας σύμβασης όπως αυτή νοείται κατά το εθνικό δίκαιο. Η απόκλιση αυτή
μεταξύ των ορίων του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων
δεν είναι άνευ σημασίας δεδομένου ότι κάθε κράτος μέλος βασίζει στις παραδοχές
της δικής του έννομης τάξης τις σχετικές έννοιες και ανάλογα προβαίνει σε νομική
υπαγωγή. Συγχρόνως δε η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσει νέους ανεξάρτητους
μηχανισμούς και νομοθετικές πράξεις που βασίζονται όμως σε διαφορετικές βάσεις
και αρχές από το περί δημοσίων συμβάσεων δίκαιο. Δεδομένου ότι με τις
παράλληλες αυτές δραστηριότητες της Κοινότητας επιδιώκονται οι ίδιοι σκοποί, ήτοι
η εύρυθμη λειτουργία των διασυνοριακών συναλλαγών, η εύνοια του ανταγωνισμού
και το άνοιγμα της αγοράς που θα βασίζεται στην αρχή της ισότητας, της μη
διάκρισης και της ασφάλειας των συναλλαγών, και τα όρια μεταξύ τους δε
διαχωρίζονται σαφώς είναι εύλογα τα ερωτήματα που τίθενται για το μέλλον των
σχετικών ρυθμίσεων και των μεταξύ τους σχέσεων και συσχετισμών88. Επί τη βάσει
αυτή διαπιστώνεται μια έντονη αβεβαιότητα ως προς το ζήτημα. για την άρση της
οποίας το ΔΕΚ και το κοινοτικό δίκαιο εν γένει θα πρέπει είτε να θέσει υπό
επανεξέταση τα όρια ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου συνολικά, είτε να περιορίσει σε
εξαιρετικά μεγάλο βαθμό την ελευθερία των συμβάσεων.
88

Ο ΑΠ (ΑΠ 104/39, ΑΠ τμ. Α΄264/59, ΕΕΝ, 1959, 03, ΑΠ Ολ. 447/59 ΕΕΝ 1960.24.)έχει
επανειλημμένως αρνηθεί την ύπαρξη ιδιότυπων διοικητικών συμβάσεων σε αντίθεση με τη
νομολογία του ΣτΕ

65

Θ. Η αποτελεσματική δικαστική προστασία και το
δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων
H κοινοτική έννομη τάξη δεν περιορίσθηκε να ρυθμίσει το καθεστώς των δημοσίων
συμβάσεων στο πλαίσιο των οικείων οδηγιών89 που αφορούν τη σύναψή τους. Από το
1989 θέσπισε ιδιαίτερη οδηγία για τις διαδικασίες προσφυγών που αφορούν τις
δημόσιες συμβάσεις, αρχικά για τις συμβάσεις έργων και προμηθειών και κατόπιν με
τροποποίηση της οδηγίας, επεκτάθηκε και στις υπηρεσίες. Από τα μέσα της δεκαετίας
του 80, η διαπίστωση της ανάγκης για διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής
προστασίας κατέστη ορατή και θεσμοθετήθηκε στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου
των δημοσίων συμβάσεων.
Ο κοινοτικός νομοθέτης πλέον ρητά επιδιώκει την εφαρμογή των κανόνων που θέτει,
θεσπίζοντας και το πλαίσιο δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων από τη μη
τήρησή τους, καθιερώνοντας σταδιακά ένα ενιαίο δικονομικό σύστημα. Το σύστημα
αυτό βασίζεται στις γενικές αρχές του δικαίου των ευρωπαϊκών κρατών και τις κοινές
συνταγματικές παραδόσεις καθώς και τις διατάξεις της Σύμβασης των Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα πλαίσιο παροχής κοινοτικής
δικαστικής προστασίας σύμφωνα με ένα εξειδικευμένο και ορθολογικό σύστημα
κανόνων. Ενώ λοιπόν η αρχική προσέγγιση του κοινοτικού δικαίου υπήρξε
αποσπασματική και ως προς το ζήτημα της παροχής έννομης προστασίας στο πλαίσιο
του κοινοτικού δικαίου περιοριζόταν από τις διατάξεις της Συνθήκης, σήμερα πλέον η
τάση της ερμηνείας τείνει προς τη δημιουργία ενός δομημένου συστήματος,
ανατρέποντας την αρχική θέση του κοινοτικού δικαίου και επεκτείνοντας τη σφαίρα
επιρροής του στο δικονομικό καθεστώς και των κρατών μελών.
1. Ένα κοινοτικό ατομικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας και ένα
πλήρες σύστημα δικαστικής προστασίας
Σε σχέση με τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το ΔΕΚ με
αφορμή ερώτημα υποβληθέν από το Bundesvergabeamt σε σχέση με το αν υφίσταται
ατομικό δικαίωμα προσφυγής ενώπιον αρχών ή δικαστηρίων σύμφωνα με την οδηγία
89/665/ΕΟΚ, στην παρ. 22 της απόφασής C- 76/97 τόνισε, κάνοντας μνεία στην
απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-54/96, (σκέψη 40), ότι εναπόκειται στην
έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, να προσδιορίσει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο
να αποφαίνεται επί διαφορών στο πλαίσιο των οποίων διακυβεύονται ατομικά
δικαιώματα απορρέοντα από την κοινοτική έννομη τάξη. Απαραίτητη προϋπόθεση
για τούτο αποτελεί πάντως ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευθύνη της διασφαλίσεως
αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων αυτών90. Με την επιφύλαξη αυτή, το
89

Για τις απόψεις της Επιτροπής βλ. και το Πράσινο Βιβλίο της ΕΕ COM (96) 583 final,
27.11.1996 σε http://europa.eu.int/comm/dg15/en/publproc/green/contents.htm.
90

Βλ. επίσης ΔΕΚ Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C- 15/2004, Koppensteiner, σκ. 34
και ΔΕΚ Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1999, C-81/98, Alcatel Austria κλπ., σκ. 49

66

Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επεμβαίνει για να επιλύει ζητήματα
αρμοδιότητας που μπορούν να ανακύψουν στην οργάνωση των εθνικών δικαστηρίων
από τον νομικό χαρακτηρισμό ορισμένων εννόμων καταστάσεων που στηρίζονται
στο κοινοτικό δίκαιο.
Είναι προφανής η κρίση του Δικαστηρίου ότι υφίσταται ατομικό δικαίωμα, το οποίο
απορρέει από την εν λόγω Οδηγία. Θα πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι, όπως
προκύπτει και από τη σκέψη 7 της προμνημονευθείσας απόφασης C-54/96, το
Δικαστήριο δεν έκρινε επί ερωτήματος που αφορούσε ειδικά στην ύπαρξη ατομικού
δικαιώματος. Έτσι η απόφαση C-76/97 αν και φαινομενικά επανέλαβε τη διατύπωση
της προηγούμενης στο ίδιο ζήτημα, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι απάντησε έμμεσα
στο ερώτημα για την ύπαρξη ατομικού δικαιώματος, το οποίο απορρέει από την
κοινοτική έννομη τάξη.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πέραν των θέσεων της Επιτροπής και των κανόνων που
τίθενται σε επίπεδο οδηγιών, το κοινοτικό δίκαιο, όπως ερμηνεύεται από το ΔΕΚ,
καθιερώνει ρητά την ύπαρξη ατομικού91 δικαιώματος που απορρέει από την
κοινοτική έννομη τάξη για τη δικαστική προστασία σε σχέση με τις δημόσιες
συμβάσεις. Το δικαίωμα αυτό, σαφώς συνταγματικής φύσεως, προκύπτει από
κοινοτική οδηγία κατ' αρχήν και όχι από την ίδια τη Συνθήκη.
2. Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για
το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών
διατάξεων εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της
σύναψης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών
Με την οδηγία του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 για το συντονισμό των
νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των
διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών
και δημοσίων έργων (89/665/EOK), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 της οδηγίας
92/50/ΕΟΚ θεσπίσθηκε το καθεστώς της αποτελεσματικής διαδικασίας προσφυγών
για τη διασφάλιση του καθεστώτος των δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με τις
οδηγίες 93/37/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ και ορίσθηκε τόσο η υποχρέωση των
κρατών μελών να ρυθμίζουν διαδικασίες διοικητικών προσφυγών όσο και δικαστικών
διαδικασιών κατά των αποφάσεων των αποφαινομένων επί των προσφυγών αυτών
οργάνων. Ειδικότερα κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΚ βασικός σκοπός της
Οδηγίας αυτής είναι να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή των οδηγιών περί
συντονισμού των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων92. Η αντίστοιχη
υποχρέωση των κρατών μελών επιβάλλεται σε όλες τις αρχές τους,
συμπεριλαμβανομένων και των δικαστικών στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους93.
Ειδικότερα σε σχέση με τις προσφυγές της η Οδηγία προβλέπει επιλογή ανάμεσα σε
δύο λύσεις. Η μία από αυτές έγκειται στην απονομή της αρμοδιότητας για την
91

Ο όρος αυτός δίδεται από τη μετάφραση του Δικαστηρίου στα ελληνικά. Συνήθως γίνεται
χρήση του όρου «θεμελιώδες».
92

ΔΕΚ Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C-503/2004 Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκ. 35, ΔΕΚ
Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-470/1999 Universale Bau κλπ., σκ. 71.
93

ΔΕΚ Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C- 15/2004, Koppensteiner, σκ. 33, ΔΕΚ
Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999, C-258/97, HI, σκ. 25.

67

εκδίκαση των προσφυγών αυτών από δικαιοδοτικά όργανα. Κατά τη δεύτερη λύση η
αρμοδιότητα αυτή απονέμεται καταρχάς σε όργανα που δε συνιστούν δικαστικές
αρχές. Σε αυτήν την περίπτωση όμως επιβάλλεται οι αποφάσεις που λαμβάνουν τα
όργανα αυτά να μπορούν να αμφισβητηθούν ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου94.
Η οδηγία εξαίρει την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών και τη
θέσπιση επειγουσών διαδικασιών προς αποφυγή περαιτέρω ζημιών ή ενόψει
δυνατότητας επανόρθωσης της επαπειλούμενης ζημίας95. Οι αποφάσεις των
αναθετουσών αρχών πρέπει να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών
προσφυγών, ενώ η διαδικασία προσφυγής πρέπει να είναι ελεύθερη για οποιοιδήποτε
πρόσωπο έχει συμφέρον να του ανατεθεί δημόσια σύμβαση 96. Έχει επίσης κριθεί ότι
η μη συμμετοχή συγκεκριμένου οικονομικού φορέα στη διαδικασία ανάθεσης της
σύμβασης αυτής δεν περιορίζει το δικαίωμα να ασκήσει την προσφυγή της Οδηγίας,
εφόσον αποδειχτεί ότι με απόφαση της αναθέτουσας αρχής, η οποία λαμβάνεται κατά
παράβαση κοινοτικού ή εθνικού κανόνα δικαίου, στερείται του δικαιώματος να λάβει
μέρος στο διαγωνισμό97. Οι ελάχιστες προϋποθέσεις, στις οποίες πρέπει να
ανταποκρίνονται οι διαδικασίες προσφυγής προσδιορίζονται από την ίδια την
Οδηγία98, ενώ η δυνατότητα πρόσβασης στην προσφυγή αυτή δεν επιτρέπεται να
εξαρτάται από οποιαδήποτε άλλη διαδικαστική προϋπόθεση99.

94

ΔΕΚ Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999, C-258/97, HI, σκ. 17, ΔΕΚ Απόφαση της 4ης
Φεβρουαρίου 1999, C-103/1997, Köllensperger, σκ. 20.
95

βλ. σχετικά ΔΕΚ Απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2005, C-26/03, Stadt Halle κλπ., σκ. 7,
ΔΕΚ Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, C-212/2002, Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκ. 20, ΔΕΚ
Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-230/02, Grossmann Air Service, σκ. 36, ΔΕΚ
Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-315/01, GAT, σκ. 52, ΔΕΚ Απόφαση της 19ης Ιουνίου
2003, C-249/01, Hackermüller, σκ. 22, ΔΕΚ Απόφαση της 15ης Μαΐου 2003, C-214/2000,
Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκ. 49, ΔΕΚ Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2003, C-57/01,
Μακεδονικό Μετρό, σκ. 68, ΔΕΚ Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-470/1999
Universale Bau κλπ., σκ. 74, ΔΕΚ Απόφαση της 18ης Ιουνίου 2002, C-92/2000, HI, σκ. 37,
ΔΕΚ Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1999, C-81/98, Alcatel Austria κλπ., σκ. 33 και 34 και
34.
96

βλ. ΔΕΚ, Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2005, C-129/2004, Sofibail κλπ., σκ. 17, ΔΕΚ
Απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2005, C-26/03, Stadt Halle κλπ., σκ. 40, ΔΕΚ, Απόφαση της
24ης Ιουλίου 2004, C-212/2004, Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκ. 24, ΔΕΚ Απόφαση της 12ης
Φεβρουαρίου 2004, C-230/2002, Grossmann Air Service, σκ. 26, ΔΕΚ Απόφαση της 19ης
Ιουνίου 2003, C-410/01, Asfinag, σκ. 27, ΔΕΚ Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-249/01,
Hackermüller, σκ. 18.
97

ΔΕΚ Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-230/2002, Grossmann Air Service, σκ. 39
επ.
98

ΔΕΚ Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-315/01, GAT, σκ. 45, ΔΕΚ Απόφαση της 27ης
Φεβρουαρίου 2003, C-327/00, Santex, σκ. 47.
99

ΔΕΚ Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-410/01, Asfinag, σκ. 31 επ.

68

Σημαντικό βήμα γίνεται και με την κατοχύρωση τόσο του δικαιώματος
αποζημίωσης100, όσο και της υποχρέωσης εκτέλεσης των διοικητικών και δικαστικών
αποφάσεων101. Ειδικά σε σχέση με την υποχρέωση αποζημίωσης θα πρέπει να
σημειωθεί ότι τούτη δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της άσκησης
προσφυγής μετά τη σύναψη σύμβασης, ιδίως για όσο χρόνο η κρίσιμη σύμβαση δεν
έχει πλήρως εκτελεστεί102. Κατά συνέπεια ο έλεγχος πιθανής παράβασης θα πρέπει να
εξασφαλίζεται στους ενδιαφερόμενους για όσο χρόνο η σύμβαση συνεχίζει να
εκτελείται. Σύμφωνα με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μετά την πλήρη
εκτέλεση της σύνβασης θεμελιώνεται μόνο δικαίωμα αποζημίωσης. Για το λόγο αυτό
άλλωστε η οδηγία προβαίνει σε διάκριση μεταξύ του σταδίου που προηγείται και
αυτού που έπεται της διαδικασίας ανάθεσης της σύμβασης103.
Σαφής είναι κατά την οδηγία η διάκριση των δικαιοδοτικών και των διοικητικών
αρμοδιοτήτων αλλά και των ιδιομορφιών των εννόμων τάξεων των κρατών μελών,
λόγω των διαφορετικών νομικών συστημάτων. Έτσι δεν τυγχάνει αυτονόητη η
ακυρωτική αρμοδιότητα και διασφαλίζεται υποχρεωτικά η υποχρέωση των κρατών
μελών να τη θεσπίζουν. Στην προσπάθεια σύνθεσης των πρακτικών και μεθόδων των
διαφόρων νομικών συστημάτων, η οδηγία επιχειρεί να αποτελέσει καταλύτη,
προβαίνοντας σε εγκαθίδρυση κάποιων κοινών αρχών και κανόνων. Κατοχυρώνει για
το λόγο αυτό την υποχρέωση έγγραφης αιτιολογίας των αποφάσεων των διοικητικών
αρχών, και την ανεξαρτησία από την αναθέτουσα αρχή του αρμόδιου για την
προσφυγή φορέα ή αρχής. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι η συμφιλίωση των νομικών
συστημάτων της ευρωπαϊκής ηπείρου που επιχειρείται με την οδηγία δεν είναι ότι το
απλούστερο. Η νομολογιακή επεξεργασία των σχετικών διατάξεων, όπως συνοπτικά
περιγράφεται ανωτέρω, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Με την οδηγία 89/665
αφού διαπιστώθηκε η ανεπάρκεια των εθνικών συστημάτων των κρατών μελών να
διασφαλίσουν την εκπλήρωση του σκοπού των οδηγιών 93/37/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και
92/50/ΕΟΚ, καθιερώθηκε η υποχρέωση να επιτρέπεται σε κάθε θιγόμενο
ενδιαφερόμενο να συνάψει δημόσια σύμβαση να αμφισβητήσει τις αποφάσεις της
αναθέτουσας αρχής τόσο ενόψει της νομιμότητάς τους σε σχέση με το κοινοτικό όσο
και σε σχέση με το εθνικό δίκαιο χωρίς διακρίσεις και με τρόπο αποτελεσματικό.
Όπως προαναφέρθηκε οι δικαιούμενοι να ασκήσουν τέτοιου είδους διαδικασίες
αμφισβήτησης ορίζονται με ευρύτατο τρόπο, επιτρέπεται όμως στα κράτη μέλη να
επιβάλλουν στον ενδιαφερόμενο να γνωστοποιεί προηγουμένως την πρόθεσή του να
αμφισβητήσει διαδικασίες ασκώντας προσφυγή. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει
και αναφορά στο ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ και η έννοια της
απόφαση της αναθέτουσας αρχής, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί η προσφυγή
της Οδηγίας 89/665, τυγχάνει ευρείας ερμηνείας. Ενόψει αυτού περιλαμβάνονται σε
αυτή πραγματικά όλες οι αποφάσεις της αναθέτουσας αρχής που λαμβάνονται κατά

100

ΔΕΚ Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, C-236/95, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκ. 15,
ΔΕΚ Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-315/2001, GAT, σκ. 54.
101

ΔΕΚ Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C-503/2004, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκ. 42.

102

ΔΕΚ Απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, C- 20 και 28/2001, σκ. 38.

103

ΔΕΚ Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-81/1998 Alcatel Austria κλπ., σκ. 37.

69

τη διαδικασία των διαγωνισμών για την ανάθεση δημόσιας σύμβασης104 και κάθε
απόπειρα των κρατών μελών να περιορίσουν το εύρος της κρίνεται ότι είναι αντίθετη
με τις διατάξεις της Οδηγίας105 .
Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το
συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων εφαρμογής
των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων
προμηθειών, έργων και υπηρεσιών
έχει ως στόχο την εξασφάλιση της
αποτελεσματικής εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας 2004/18/ΕΚ για το
συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και
υπηρεσιών, προβλέποντας την υποχρέωση των κρατών μελών να καθιερώσουν
αποτελεσματικές και γρήγορες εθνικές διαδικασίες προσφυγής σε περίπτωση
παράβασης αυτών των διατάξεων.
Με την οδηγία αυτή ρυθμίζεται τόσο το καθεστώς των διοικητικών προσφυγών τις
οποίες υποχρεούνται να θεσμοθετούν οι αναθέτουσες αρχές ενόψει των διαδικασιών
ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων όσο και το καθεστώς της δικαστικής προστασίας που
δικαιούται να απολαμβάνει κάθε ενδιαφερόμενος. Οι διαδικασίες πρέπει να είναι
ταχείες και αποτελεσματικές και να διασφαλίζουν τη μη διάκριση μεταξύ των
ενδιαφερομένων. Διασφαλίζει εξάλλου την κατοχύρωση επιδίκασης δικαστικής
αποζημίωσης, τη δυνατότητα ακύρωσης των παρανόμων πράξεων καθώς και την
αποτελεσματική εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Κατά συνέπεια το κοινοτικό
δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων ως όλο ρυθμίζει ευθέως και με τρόπο συστηματικό,
τόσο τις διαδικασίες για την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων όσο και το καθεστώς
της αμφισβήτησης των διαδικασιών ανάθεσης αυτών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει στο πλαίσιο αυτής της διαπίστωσης, η αντιμετώπιση της δικαστικής
προστασίας στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου όχι πλέον περιστασιακά αλλά ως
αυτόνομο σύστημα δικαστικής προστασίας.
Στις διαδικασίες αυτές έχει πρόσβαση κάθε πρόσωπο που ενδιαφέρεται ή
ενδιαφέρθηκε να αναλάβει την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης και
το οποίο ζημιώθηκε ή κινδυνεύει να ζημιωθεί από κάποια εικαζόμενη παράβαση.
Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές κατά παράβαση του κοινοτικού
δικαίου περί δημόσιων συμβάσεων πρέπει να αποτελούν αντικείμενο
αποτελεσματικών και γρήγορων προσφυγών. Οι διαδικασίες προσφυγής σε όλα τα
κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα:
· λήψης προσωρινών ασφαλιστικών μέτρων (όπως είναι η αναστολή της
διαδικασίας σύναψης της επίμαχης δημόσιας σύμβασης)·
· ακύρωσης των παράνομων αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών,
οικονομικών και χρηματοδοτικών διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις και
περιέχονται στα έγγραφα δημοπράτησης·

104

ΔΕΚ Απόφαση της 2ης Ιουνίου 2005, C-15/2004, Koppensteiner, σκ. 29 επ, ΔΕΚ
Απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2005, C-26/03, Stadt Halle, σκ. 22 επ., ΔΕΚ Απόφαση της 18ης
Ιουνίου 2002, C-92/2000, HI, σκ. 30 και 31, ΔΕΚ Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, C81/1998, Alcatel Austria, σκ.31 επ.
105

βλ. για παράδειγμα ΔΕΚ Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-327/2000, Santex, σκ.
66.

70

·

καταβολής αποζημίωσης στα πρόσωπα που υπέστησαν ζημία από κάποια
παράβαση.

3. Η δικαστική προστασία για τους εξαιρούμενους τομείς
Ανάλογη ρύθμιση με αυτή της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ που αφορά τις δημόσιες
συμβάσεις, έγινε και για τις συμβάσεις των εξαιρουμένων τομέων σε σχέση με την
οδηγία 93/38/ΕΟΚ, οπότε με την οδηγία 92/13/ΕΟΚ106 του Συμβουλίου της 25ης
Φεβρουαρίου 1992 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και
διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις
διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων, οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς
του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών καθιερώθηκαν
ανάλογα δικαιώματα με αυτά της οδηγίας 89/665. Η οδηγία των εξαιρουμένων
τομέων διαφέρει πάντως ουσιαστικά από την οδηγία των έργων και προμηθειών, στο
μέτρο ιδίως που προβλέπει ιδιαίτερη διαδικασία συμβιβασμού (άρθρα 9-11 αυτής),
την οποία διεξάγει η ίδια η Επιτροπή. Κατά τούτο, η κατά τρία έτη νεώτερη οδηγία,
υποδηλώνει τη συνεχώς αυξανόμενη τάση της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων της
Επιτροπής για τη διασφάλιση της τήρησης των κανόνων των οδηγιών. Υποδηλώνει
επίσης και μια τάση ευελιξίας, η οποία εκφράζει τη βούληση αποτελεσματικότητας
εκ μέρους των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι διατάξεις της οδηγίας αφορούν τέσσερα βασικά θέματα :
· την προσαρμογή στους τομείς της ύδρευσης, της ενέργειας, των μεταφορών
και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (οι γνωστοί ως «ειδικοί» τομείς) των
ένδικων μέσων που προβλέπει η οδηγία 89/665/ΕΟΚ, η οποία αφορά τα
εθνικά ένδικα μέσα σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών, έργων
και υπηρεσιών που συνάπτουν οι δημοπρατούσες αρχές·
· μια διαδικασία ελέγχου την οποία μπορούν να χρησιμοποιούν οι αναθέτοντες
φορείς·
· έναν διορθωτικό μηχανισμό ο οποίος ενισχύει τις δυνατότητες δράσης της
Κοινότητας σε περιπτώσεις προφανούς και κατάφωρης παράβασης·
· μια διαδικασία συμβιβασμού σε κοινοτικό επίπεδο.
4. Το ελληνικό δίκαιο προσαρμογής
Τα κράτη μέλη προέβαλαν συνεπή αντίσταση στην ενσωμάτωση της σχετικής
οδηγίας 107. Η ελληνική νομοθεσία προσαρμόσθηκε στην οδηγία αυτή με το νόμο
2522/97, «Δικαστική προστασία που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων
έργων και κρατικών προμηθειών και υπηρεσιών σύμφωνα με την οδηγία

106

Οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, περί συντονισμού των
νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των
κοινοτικών κανόνων όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων των φορέων που
δραστηριοποιούνται στους τομείς της ύδρευσης, της ενέργειας, των μεταφορών και των
τηλεπικοινωνιών [Επίσημη Εφημερίδα L 76 της 23.03.1992]
107

Η Ελλάδα καταδικάσθηκε από το ΔΕΚ με την απόφαση της 19.6.1996 C-236/95.

71

89/665/ΕΟΚ» (ΦΕΚ 178/8.9.97 Α), μετά από μακρά περίοδο διαφορών με την
Επιτροπή.
Το ελληνικό δίκαιο προσαρμόσθηκε και στην οδηγία 92/13/ΕΟΚ με σοβαρή
καθυστέρηση πάντως, υιοθετώντας και για τους εξαιρούμενους τομείς διαδικασίες
ανάλογες με αυτές του ν. 2522/97 με το νόμο 2854/2000.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προσαρμογή στο κοινοτικό δίκαιο στην πράξη βρήκε
αρκετές δυσκολίες ιδίως με αφορμή τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων
όπου για χρόνια τα εθνικά δικαστήρια θεωρούσαν ότι δεν υπάγονται στο εύρος της
οδηγίας και της εθνικής πράξης προσαρμογής. Η νομολογία αυτή άλλαξε αρκετά
χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης Μακεδονική Μετρό C- 57/01 της 23ης
Ιανουαρίου 2003.
5. Η αρχή της αποτελεσματικότητας
Η οδηγία 89/665 θέτει ένα γενικό πλαίσιο κανόνων για την αποτελεσματική
δικαστική προστασία. Έγινε αναφορά και ανωτέρω σχετικά με το ότι τα κράτη μέλη
υποχρεούνται να θεσπίσουν διατάξεις, οι οποίες να επιτρέπουν σε κάθε
ενδιαφερόμενο να μπορεί να ασκήσει προσφυγές κατά των βλαπτικών για τα
συμφέροντά του πράξεων των αναθετουσών αρχών, οι οποίες παράλληλα συνιστούν
και παραβάσεις κοινοτικού ή εθνικού κανόνα δικαίου. Υπό την έννοια αυτή ο
βασικότερος στόχος είναι η διαφύλαξη της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας
κατά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων.
Ειδικότερα κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΚ επιβάλλεται στα κράτη μέλη να
μεριμνούν, ώστε να μην καθίσταται με τα μέτρα που λαμβάνουν στην πράξη αδύνατη
ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη
τάξη108. Ακριβώς υπό την έννοια αυτή έχει κριθεί ότι οι πιθανότητες ευδοκίμησης
προσφυγής ακυρώσεως, η οποία θα ασκηθεί μετά ή παράλληλα με την προσφυγή της
οδηγίας 89/665 δε συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων που η αρμόδια αρχή
δύναται ή οφείλει να λαμβάνει υπόψη της109.
Η Οδηγία ωστόσο δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η προσφυγή
κατ’ αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής πρέπει να ασκείται εντός της ταχθείσας προς
τούτο προθεσμίας και ότι οι θιγόμενοι ενδιαφερόμενοι που επικαλούνται πλημμέλεια
της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως, προς στήριξη της προσφυγής τους, πρέπει
να προβάλουν την εν λόγω πλημμέλεια εντός της ίδιας προθεσμίας, διότι άλλως θα
απωλέσουν το σχετικό δικαίωμά τους, με αποτέλεσμα ότι, αν παρέλθει η προθεσμία
αυτή, δεν είναι δυνατή ούτε η προσβολή της εν λόγω αποφάσεως ούτε η προβολή της
εν λόγω πλημμέλειας, εφόσον η επίμαχη προθεσμία είναι εύλογη110. Ωστόσο έχει
108

ΔΕΚ Απόφαση της 9ης Απριλίου 2003, C-424/2001, CS Communications, σκ.31, ΔΕΚ
Απόφαση της 18ης Ιουνίου 2002, C-92/2000, HI, σκ. 67, ΔΕΚ Απόφαση της 11ης Ιουλίου
2002, C-62/2000, Marks and Spencer, σκ. 34, ΔΕΚ Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C255/2000, Grundig Italiana, σκ. 33
109

ΔΕΚ Απόφαση της 9ης Απριλίου 2003, C-424/2001, CS Communications, σκ. 29.

110

ΔΕΚ Απόφαση της 2ης Δεκεμβρίου 2002, C-470/99, Universale-Bau σκέψη 79, ΔΕΚ
Απόφασης της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-327/00, Santex, σκέψη 50.

72

επίσης κριθεί ότι οι προθεσμίες αυτές δε θα πρέπει να θίγουν την πρακτική
αποτελεσματικότητα της Οδηγίας, η οποία αποσκοπεί στο να διασφαλιστεί ότι οι
παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών αρχών υπόκεινται στην άσκηση
αποτελεσματικών και όσο το δυνατό ταχύτερων προσφυγών111. Κάθε λοιπόν
εξειδικευμένη περίπτωση, όπου εθνικός δικονομικός κανόνας καθιστά αδύνατη ή
υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, εξετάζεται αυτοτελώς 112.
Κατά συνέπεια έχει κριθεί ότι αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται από εθνικό
κανόνα κατά τα ανωτέρω μπορεί να αντίκειται στην αρχή της αποτελεσματικότητας
113
.
Η αποδοχή της προθεσμίας συνδέεται άμεσα με την αρχή της αποτελεσματικότητας
στο μέτρο που όπως έχουμε προαναφέρει σκοπός της Οδηγίας είναι πέρα από την ίδια
της εξασφάλιση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οι σχετικές προσφυγές
να είναι κατά το δυνατό ταχείες114. Τούτο είναι άλλωστε σύμφωνο και με την αρχή
της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπου μετά την ολοκλήρωση της ανάθεσης και
την έναρξη της εκτέλεσής της η σύμβαση θεωρείται νόμιμη με τις επιφυλάξεις που
έχουν αναφερθεί και ανωτέρω.
Η απόλυτη εκπλήρωση του επιδιωκόμενου με την οδηγία 89/665 σκοπού θα
διακυβευόταν αν οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες μπορούσαν νομίμως να
επικαλεστούν, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας διεξαγωγής του διαγωνισμού,
παραβάσεις των κανόνων συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, υποχρεώνοντας με τον
τρόπο αυτόν την αναθέτουσα αρχή να επαναλάβει ολόκληρη τη διαδικασία προς
θεραπεία των παραβάσεων αυτών.
Ενόψει της διασφάλισης της αποτελεσματικής εφαρμογής της οδηγίας αυτής όμως το
δικαστήριο θεωρεί ότι η θέσπιση εθνικών αποκλειστικών προθεσμιών
περιλαμβανομένων των λεπτομερειών εφαρμογής τους, δεν πρέπει να είναι, αυτές
καθ’ εαυτές, ικανές να καταστήσουν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την
άσκηση των δικαιωμάτων τα οποία, ενδεχομένως, έλκει ο ενδιαφερόμενος από το
κοινοτικό δίκαιο.
Εφόσον συμβεί τούτο και η εφαρμογή ενός κανόνα καθιστά πρακτικά αδύνατη την
άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει στον ενδιαφερόμενο το κοινοτικό δίκαιο
ειδικότερα όσον αφορά στις παρανομίες που μπορούν να διαπιστωθούν λόγω της
συμπεριφοράς μιας αναθέτουσας αρχής μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας για την
υποβολή των προσφορών η διάταξη θεωρείται ότι αντιβαίνει στην οδηγία 89/665115.
Για το λόγο αυτό έχει επίσης κριθεί ότι οι τυχόν βλαπτικές για συμμετέχοντα σε
διαγωνισμό αποφάσεις πρέπει να γνωστοποιούνται εγκαίρως στον ενδιαφερόμενο,
111

ΔΕΚ Απόφαση της 2ης Δεκεμβρίου 2002, C-470/99, Universale-Bau σκ. 76

112

ΔΕΚ Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-312/1993, Peterbroek, σκ. 14.

113

ΔΕΚ Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-327/2000, Santex, σκ. 57.

114

βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ Απόφαση της 18ης Μαρτίου 2004, C-314/2001, Siemens Österreich,
σκ. 48.
115

ΔΕΚ Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-327/2000, Santex.

73

ώστε να μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται
από την Οδηγία116.
Εάν κατά την εξέταση του ανωτέρω ζητήματος προκύψει ότι ο εθνικός κανόνας
περιορίζει την αποτελεσματική δικαστική προστασία το εθνικό δικαστήριο οφείλει να
δώσει στο εσωτερικό δίκαιο, το οποίο πρέπει να εφαρμόσει, ερμηνεία κατά το δυνατό
σύμφωνη προς τον σκοπό της οδηγίας 89/665117. Αν μια τέτοια ερμηνεία, σύμφωνη
προς τον σκοπό της οδηγίας 89/665, δεν είναι δυνατή, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να
αφήσει ανεφάρμοστες τις εθνικές διατάξεις που αντιβαίνουν στην εν λόγω οδηγία118.
Στο σημείο αυτό και σε συνάρτηση με την αρχή της αποτελεσματικότητας χρήζει
αναφοράς και η αρχή της ισοδυναμίας. Σύμφωνα με αυτήν τα κράτη μέλη οφείλουν
να μεριμνούν, ώστε οι εφαρμοστέοι εθνικοί κανόνες να μην είναι λιγότεροι ευνοϊκοί
από αυτούς που αφορούν σε παρόμοια ένδικα βοηθήματα της εσωτερικής έννομης
τάξης119.
6. Η πρόταση της Επιτροπής του 2006
Το Μάιο του 2006 η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση120 για τη βελτίωση της
αποτελεσματικότητας των μέσων προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων
συμβάσεων, τα οποία διαθέτουν οι επιχειρήσεις, όταν κρίνουν αντικανονική την
ανάθεση κάποιας δημόσιας σύμβασης, ειδικά στο στάδιο που οι παραβάσεις μπορούν
ακόμη να επανορθωθούν. Η πρόταση έχει ως στόχο να επιβάλει στις αναθέτουσες
αρχές την υποχρέωση να προβλέπουν μια αναβλητική προθεσμία μεταξύ της
ημερομηνίας ανακοίνωσης της κατακύρωσης του διαγωνισμού και της ημερομηνίας
σύναψης της σύμβασης121. Τούτο θα μπορεί να πραγματοποιείται είτε με την
κοινοποίηση της απόφασης κατακύρωσης σε περίπτωση τυπικής διαδικασίας
116

ΔΕΚ Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, C-212/2002, Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκ. 20 επ

117

ΔΕΚ Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C-111/1997, Evo Bus Austria GmbH, σκ. 18,
ΔΕΚ Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C-76/1997, Walter Tögel, σκ. 25, ΔΕΚ Απόφαση
της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-54/1996, Dorsch Consult, σκ. 43.
Ειδικότερα για το ζήτημα της σύμφωνης με το κοιντικό δίκαιο ερμηνείας βλ. αντί πολλών
ΔΕΚ Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/1992, Fancini Dori, sk. 26, ΔΕΚ Απόφαση της
16ης Δεκεμβρίου 1993, C-334/1992, Wagner Miret, σκ. 20, ΔΕΚ Απόφαση της 13ης
Νοεμβρίου 1990, C-106/1989, Malreasing, σκ.8.
118

ΔΕΚ Απόφαση της 2ης Ιουνίου 2005, C-15/2004, Koppensteiner, σκ. 39.

119

ΔΕΚ Απόφαση της 9ης Απριλίου 2003, C-424/2001, CS Communications, σκ. 31.

120

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Μαΐου
2006, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον
αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της
σύναψης δημόσιων συμβάσεων [COM(2006) 195 τελικό/2 - Δεν έχει δημοσιευθεί στην
Επίσημη Εφημερίδα] [COD/2006/0066]
121

βλ. σχετικά και ΔΕΚ Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, C-212/2000, Επιτροπή κατά
Αυστρίας.

74

σύναψης είτε με τη δημοσίευση μιας ανακοίνωσης κατακύρωσης σε περίπτωση
απευθείας ανάθεσης. Αυτή η αναβλητική προθεσμία, δηλαδή η περίοδος του
«παγώματος»122, αφορά τις δημόσιες συμβάσεις που καλύπτονται από την οδηγία
2004/18/ΕΚ και την οδηγία 2004/17/ΕΚ, οι οποίες ρυθμίζουν το συντονισμό των
διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των
μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών . Η πρόταση έχει επίσης ως στόχο την
εστίαση του διορθωτικού μηχανισμού στις περιπτώσεις σοβαρής παράβασης.
Την πρόταση αυτή αξίζει να μελετήσει κανείς με προσοχή. Παράλληλα αξίζει να
μελετήσει την Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής123 του 2006 σχετικά με το
κοινοτικό δίκαιο που εφαρμόζεται στο πέρασμα των συμβάσεων που δεν
υποβάλλονται ή υποβάλλονται εν μέρει στο καθεστώς των οδηγιών για τις δημόσιες
συμβάσεις κατά το μέρος που αφορά στη παρεχόμενη δικαστική προστασία.

122

Για την ορθή εφαρμογή της Οδηγίας 89/665/ΕΚ έχει εκδοθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ η από 13
Ιουλίου 2006, Αριθ Πρ. Δ17γ/05/106/Φ.8γ Εγκύκλιος στην οποία γίνεται ειδική αναφορά στο
ζήτημα της τήρησης περιόδου αναμονής πριν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων
έργων και μελετών.
123

Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής της 23ης Ιουνίου 2006 σχετικά με το κοινοτικό
δίκαιο που εφαρμόζεται στο πέρασμα των συμβάσεων που δεν υποβάλλονται ή υποβάλλονται
μερικώς στις οδηγίες «δημόσιες συμβάσεις» [Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη
Εφημερίδα]
Η παρούσα ανακοίνωση ( DE ) ( EN ) ( FR ) αφορά τις συμβάσεις που καλύπτονται μερικώς
από τις οδηγίες «δημόσιες συμβάσεις» (2004/17/Εκ και 2004/18/ΕΚ).

75

Ι. Οι συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων και οι Συμπράξεις
Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ)
Όταν η οδηγία 71/305/ΕΟΚ, αφού τροποποιήθηκε με την οδηγία 89/440/ΕΟΚ, εισήγαγε
στο κοινοτικό λεξιλόγιο την έννοια της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων124,
πολλοί μπορούσαν να υποψιασθούν ότι στην ενιαία αγορά που ξεκινούσε ο ρόλος της θα
ήταν καθοριστικός. Η χρηματοδοτική ικανότητα της Κοινότητας, και μετέπειτα Ένωσης,
δεν ήταν ικανή να καλύψει το σύνολο των μελών της ενόψει της διαμόρφωσης των
κοινών υποδομών. Όταν αργότερα το Τείχος του Βερολίνου κατέρρεε, τα ευρωπαϊκά
κράτη αναζήτησαν ανενδοίαστα συνεταίρους. Η Κοινότητα συνέπραξε δραστικά
προτείνοντας τη συνεργασία ιδιωτών και δημοσίου, αλλά και ένα κατάλληλο μέσο για την
πραγματοποίησή της: τη σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων.
Με τη σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων θα μπορούσαν επιτέλους τα κράτη να
εξεύρουν συμμάχους από τον σε άνθιση τότε και πλήρη ευφορία κόσμο του καπιταλισμού
για να δημιουργήσουν έργα ικανά να κινούν τις οικονομίες τους, να περιορίζουν την
ανεργία, να ξανασχεδιάζουν την εικόνα τους, να δίδουν την αίσθηση, ή και την
ψευδαίσθηση, ότι η ιστορία έχει το λόγο και ότι το τέλος της, που με τόσο ζήλο
ευαγγελίζονταν εκείνα τα χρόνια κάποιοι, δεν είχε επέλθει.
Η αρχική ρύθμιση προέβλεπε ότι δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας
71/305/ΕΟΚ ο συγκεκριμένος συμβατικός τύπος, ο οποίος όμως ορίσθηκε και
περιγράφθηκε επαρκώς. Το άρθρο 3 παρ. 1 της οδηγίας προέβλεπε ότι οι διατάξεις
της δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις που ονομάζονται «παραχωρήσεις έργων»,
δηλαδή στις συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται ανάμεσα σε μια δημόσια
αναθέτουσα αρχή και έναν εργολήπτη, στις οποίες η αντιπαροχή για τα εκτελούμενα
έργα έγκειται, σε ορισμένες περιπτώσεις, στη χορήγηση του δικαιώματος
εκμετάλλευσης του έργου για μια ορισμένη χρονική περίοδο χωρίς καταβολή αμοιβής
(επί παραδείγματι η είσπραξη τέλους διοδίων σε έναν αυτοκινητόδρομο για ορισμένη
χρονική περίοδο), και σε άλλες περιπτώσεις, στη χορήγηση αυτού του δικαιώματος
εκμετάλλευσης σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής. Ο ορισμός της νέας αυτής
έννοιας δόθηκε συνεπώς, κατ’ αρχήν, για να εξαιρεθεί του πεδίου εφαρμογής της
οδηγίας, σύντομα όμως έμελλε τα πράγματα να μεταβληθούν.
Η κρισιμότητα του αιτήματος δημιουργίας κοινοτικών υποδομών κατέστησε το
διάλογο παράγοντα προόδου, διαμορφώνοντας μια ουσιαστική παραδοχή για την
άσκηση εξουσίας. Η αποδοχή αυτή του διαλόγου συνεχίστηκε στο πλαίσιο των
συμβάσεων παραχώρησης δημοσίων έργων που εξυπηρετούν τον αυτό σκοπό μέχρι
πρόσφατα, οπότε και εκδόθηκε η Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής
(12.4.2000) για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων, η οποία προκλήθηκε
και ολοκληρώθηκε μέσα από διαδικασίες διαλόγου. Ο διάλογος στο πλαίσιο αυτό
συνεχίσθηκε με το Πράσινο βιβλίο σχετικά με τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού
124

Συνοπτική αναφορά στην διαδικασία εισδοχής στο κοινοτικό δίκαιο της σύμβασης
παραχώρησης δημοσίων έργων βλ. και στην πρόσφατη απόφαση του ΔΕΚ της 7ης
Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria Verlags GmbH, Telefonadress GmbH και Telecom
Austria Ag.

76

τομέα και το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων και των συμβάσεων
παραχώρησης125. Ανάλογο διάλογο προωθεί και το ΔΕΚ με την Επιτροπή και τα
κράτη μέλη διαμορφώνοντας μια ίδια θέση όσον αφορά την συνολική αντιμετώπιση
της δημιουργίας του ευρωπαϊκού χώρου είτε θέτοντας κανόνες για την αειφόρο
ανάπτυξη, είτε εξορθολογίζοντας τη σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων, είτε
δικαιολογώντας τη διακοπή της χρηματοδότησης έργων από κοινοτικούς πόρους
λόγω της παράβασης των κανόνων της νομιμότητας. Το δίκαιο των συμβάσεων
παραχώρησης και των συμπράξεων του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα είναι ως εκ
τούτου πρωτίστως νομολογιακό.
1. Η έννοια της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων
Η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων είναι ένας επίκαιρος συμβατικός τύπος, ο
οποίος συνδέεται με τις σύγχρονες εξελίξεις της οικονομικής ζωής και της ανάγκης
της συμμετοχής των ιδιωτικών κεφαλαίων για την κατασκευή μεγάλων έργων
υποδομής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα επί μέρους κράτη μέλη. Από την άποψη
αυτή, η αντιμετώπιση των κρατών μελών έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη των
μεγάλων έργων υποδομής που δημοπρατούνται σε κάθε κράτος μέλος.
Με το όνομα σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων είναι δυνατό να θεωρήσουμε
ότι καλύπτεται κάθε είδους σύμβαση, πλέγμα συμβάσεων, εταιρία ή και μονομερής
πράξη που έχει ως αποτέλεσμα την κατασκευή έργων σύμφωνα με την μνεία της
κοινοτικής οδηγίας126 με εργολαβικό αντάλλαγμα είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα
εκμετάλλευσης του έργου είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή
αμοιβής. Παρά την σύνδεση της κοινοτικής νομοθεσίας της σύμβασης παραχώρησης
με την σύμβαση έργου όπως ορίζεται σε αυτήν η νομολογία έχει επεκτείνει το
περιεχόμενο της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων και σε περισσότερο
πρωτότυπες συμβατικές σχέσεις.
Συνεπώς θα πρέπει εξαρχής να τονισθεί ότι η αναφορά στο συγκεκριμένο συμβατικό
όνομα «σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων» αφορά κάθε συμβατικό τύπο ή
άλλη νομική κατασκευή που κατατείνει στο αυτό αποτέλεσμα και είναι δυνατό να
υπαχθεί στο εύρος της κοινοτικής νομοθεσίας. Ετσι πχ οι Συμπράξεις Δημοσίου και
Ιδιωτικού τομέα127 που αφορούν έργα θα υπάγονται στην έννοια της σύμβασης
παραχώρησης δημοσίων έργων, αν το συμβατικό αντάλλαγμα καταβάλλεται εν όλω ή
εν μέρει από τρίτους χρήστες.

125

Βρυξέλλες, 30.4.2004, COM(2004) 327 τελικό

126

93/37/ΕΟΚ και μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004.
Βλ. Ειδικά και την απόφαση του ΔΕΚ της 11ης Ιανουαρίου 2005, C-26/03, Stadt Halle, RPL
Recyclingpark Lochau GmbH κατά Arbeitsgemeinschaft Thermische Restabfall- und
Energieverwertungsanlage TREA Leuna, ΔΕΚ Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C324/98, Telaustria Verlags GmbH, Telefonadress GmbH κλπ.
127

Σύμφωνα με το ν. 3389/2005 που παρατίθεται πιο κάτω.

77

Κύριο χαρακτηριστικό της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων είναι ότι το
εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται σε παραχώρηση εν μέρει ή έν όλω του δικαιώματος
εκμετάλλευσης κατασκευασθέντος έργου για συγκεκριμένο χρόνο. Ο ανάδοχος, εκτός
από τον κίνδυνο της μελέτης και της κατασκευής, αναλαμβάνει και τον κίνδυνο της
χρηματοδότησης και της εκμετάλλευσης για το συγκεκριμένο αυτό χρόνο. Παραμένει
αδιάφορο αν το αντάλλαγμα για τη διαχείριση του έργου εισπράττεται από τον ανάδοχο ή
την παραχωρούσα αναθέτουσα αρχή. Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει το αν το
αντάλλαγμα αυτό καταβάλλεται από τους χρήστες του έργου ή είναι δυνατό να
καταβάλλεται και με διαφορετικό τρόπο. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ενδιαφέρον
δεδομένης της απόπειρας υιοθέτησης στην Ελλάδα των λεγομένων «σκιωδών διοδίων».
Πρόκειται για διόδια τέλη, που όμως δεν εισπράττονται από τους χρήστες αλλά
καταβάλλονται από την αναθέτουσα αρχή στον ανάδοχο παραχώρησης σύμφωνα με το
αγγλοσαξονικό πρότυπο. Ανάλογος προβληματισμός αναπτύχθηκε και στο γαλλικό δίκαιο
με αφορμή συμβάσεις που τα ανταλλάγματα κατέβαλλε η διοίκηση και όχι ευθέως οι
χρήστες.
Κατά την άποψή μας η καταβολή των τελών θα πρέπει να γίνεται από τους χρήστες,
δεδομένου ότι η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων αφορά την αντί εργολαβικού
ανταλλάγματος παροχή του δικαιώματος εκμετάλλευσης ή το δικαίωμα αυτό σε
συνδυασμό με καταβολή αμοιβής. Η έννοια της εκμετάλλευσης, όπως και στο κοινοτικό
δίκαιο ομοίως και στο εσωτερικό, ενέχει το στοιχείο του επιχειρηματικού κινδύνου στον
οποίο συμμετέχει ο ανάδοχος παραχώρησης και της ανταποδοτικότητας του έργου που
κατασκεύασε προς εκμετάλλευση, έστω και εν μέρει. Αν η ανταποδοτικότητα αυτή δεν
υφίσταται, τότε η σύμβαση δεν είναι σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων, αλλά
σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια του πδ 334/2000 με εργολαβικό αντάλλαγμα
καταβαλλόμενο σε περιοδικές παροχές από την αναθέτουσα αρχή. Προς την κατεύθυνση
αυτή συνάδει και ο σκοπός του κοινοτικού δικαίου εφόσον οι κανόνες της σύμβασης
παραχώρησης δημοσίων έργων είναι ελαστικότεροι από τους κανόνες των δημοσίων
έργων αυτοτελώς. Οι παραλλαγές στον τρόπο καταβολής του συμβατικού εργοληπτικού
ανταλλάγματος δεν θα ήταν ορθό, ως εκ τούτου να μεταβάλλουν το νομικό χαρακτηρισμό
της σύμβασης με συνέπεια την εφαρμογή ηπιότερου καθεστώτος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει εξάλλου στο πλαίσιο του προβληματισμού για το συμβατικό
αντάλλαγμα, αν το σύνολο ή τμήμα των εσόδων από την εκμετάλλευση του έργου
καταβάλλεται στον ανάδοχο της παραχώρησης ως αμοιβή για την εκτέλεση του έργου.
Είναι δυνατό, ένα μέρος του ανταλλάγματος να είναι εγγυημένο από τον παραχωρούντα
προς τον ανάδοχο. Ωστόσο, αν η αμοιβή του αναδόχου συνίσταται σε ένα σταθερό ποσό,
σε αντάλλαγμα αφενός της εκτέλεσης του έργου, και αφετέρου της διαχείρισής του κατά
την άποψη της Επιτροπής, δεν πρόκειται πλέον για σύμβαση παραχώρησης δημοσίου
έργου, αλλά για σύμβαση δημοσίου έργου, το αντικείμενο της οποίας συμπεριλαμβάνει,
εκτός από την εκτέλεση του έργου, τις απαραίτητες για τη διαχείριση υπηρεσίες. Το
ζήτημα αυτό αναδεικνύεται σε ιδιαίτερης σημασίας ιδίως λόγω των ιδιομορφιών των
παρεχομένων ανταλλαγμάτων σε συμβάσεις που κυρώνονται με ειδικό νόμο και θα
εξετάσουμε πιο κάτω, δεδομένης της ανάγκης διασφάλισης της ανταποδοτικότητας του
έργου προς όφελος των δανειστών.
Βασική διαφορά της σύμβασης παραχώρησης δημοσίου έργου από τη σύμβαση
εκτέλεσης δημοσίου έργου είναι, όπως επισημάνθηκε ήδη, η διαφοροποίηση στο
συμβατικό αντάλλαγμα, αλλά και στους κινδύνους που αναλαμβάνει ο ανάδοχος. Η
78

έννοια της «εκμετάλλευσης» καθίσταται κατ’ αυτό σημαντική. Η σημασία της τελευταίας
αυτής παρατήρησης είναι πρόδηλη τόσο για το στάδιο της δημοπράτησης ενός έργου, όσο
και κατά το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης. Κατά το στάδιο της επιλογής αναδόχου
σύμβασης παραχώρησης δημοσίου έργου, ο ανάδοχος θα πρέπει να κριθεί και
αξιολογηθεί ειδικά για την ικανότητά του να εξεύρει πόρους χρηματοδότησης του έργου,
αλλά και για την ικανότητά του να προβεί σε εκμετάλλευση έργου για συγκεκριμένο
χρόνο. Τις ιδιότητες αυτές δεν οφείλει να έχει ο κατασκευαστής δημοσίου έργου. Την
ειδική τεχνογνωσία ως προς την εκμετάλλευση του έργου θα πρέπει να έχει όμως ο
ανάδοχος της παραχώρησης ώστε να διασφαλίσει την ανταποδοτικότητα του έργου και
την αποπληρωμή του συμβατικού τιμήματος. Το αυτό ισχύει και κατά το στάδιο
εκτέλεσης της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων, οπότε το στοιχείο της
εκμετάλλευσης συνδέεται ευθέως, τόσο με το πρόσωπο του αναδόχου της παραχώρησης
ως συνολική οντότητα, όσο και με τους δανειστές του έργου, οι οποίοι θα πρέπει να
αναλαμβάνουν τους επιχειρηματικούς κινδύνους της καλής ή μη εκμετάλλευσης αυτού,
προβαίνοντας στις αναγκαίες οικονομικές προβλέψεις ενόψει της αποπληρωμής των
δανείων τους.
Η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων είναι δυνατό να διέπεται, τόσο από το
δημόσιο όσο και από το ιδιωτικό δίκαιο, ανάλογα από τους κανόνες που διέπουν τη
σύναψη συμβάσεων κάθε αναθέτουσας αρχής. Κατ’ αυτό η σύμβαση παραχώρησης
δημοσίων έργων δεν είναι απαραίτητα διοικητική σύμβαση. Αντίθετες θεωρητικές
απόψεις βασίζονται στη αδιάκριτη συνταύτιση της έννοιας της σύμβασης παραχώρησης
και της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων η οποία όμως δεν συνάδει ούτε με το
κοινοτικό δίκαιο, ούτε βεβαίως με τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου με βάση το
οργανικό κριτήριο διάκρισης των συμβάσεων εφόσον βεβαίως πληρούνται και οι λοιποί
όροι που θέτει η νομολογία. Όπως ισχύει και για τις κατασκευαστικές συμβάσεις που
διέπονται από ειδικούς νόμους, όπως ο ν. 1955/91 για το Αττικό Μετρό ή εκτελούνται
δυνάμει των διατάξεων του ν. 2229/94, όπως συμβαίνει για τα έργα της Εγνατίας ΑΕ,
διέπον δίκαιο αυτών είναι το ιδιωτικό δίκαιο στο μέτρο που φορείς εκτέλεσής τους είναι
δημόσιες ανώνυμες εταιρίες.
Κατά τα λοιπά ισχύουν για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων οι κανόνες που
διέπουν τις συμβάσεις του Δημοσίου γενικά, είτε αυτές διέπονται από το δημόσιο, είτε
από το ιδιωτικό δίκαιο εφόσον όμως δεν αντίκεινται και συνάδουν με τις ρυθμίσεις του
κοινοτικού δικαίου όπως έχει ενσωματωθεί στο εσωτερικό δίκαιο.
Θα πρέπει μάλιστα να γίνεται δεκτό ότι για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων
ισχύει συνολικά το καθεστώς των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, είτε προβλέπεται
ρητά, είτε προκύπτει από την ερμηνεία της νομολογίας του ΔΕΚ, ανεξάρτητα από την
τυχόν ενσωμάτωσή του στο εθνικό δίκαιο. Η ερμηνεία θα πρέπει να κινείται πάντα στον
άξονα της αυτονομίας του συγκεκριμένου συμβατικού τύπου και μόνον επικουρικά να
εφαρμόζονται οι κανόνες ερμηνείας του εθνικού δικαίου σε περίπτωση που συνάδουν με
το κοινοτικό. Τούτο ιδίως παρουσιάζει ενδιαφέρον το μέτρο που τα εθνικά δίκαια είναι
δυνατό να περιλαμβάνουν συνταγματικούς περιορισμούς για τη θέσπιση συμφωνιών με
ιδιώτες για την κατασκευή έργων με αντάλλαγμα την είσπραξη τελών κάθε είδους, τα
οποία ενδεχομένως να απαγορεύονται να επιβάλλεται από ιδιώτες.

79

2. Οι ΣΔΙΤ
Η δημιουργία υποδομών ευρωπαϊκού χαρακτήρα έλαβε διάφορες ονομασίες ΤΕΝ, PPP
και τύπους στα χρόνια που ακολούθησαν με τους οποίους χαρακτηρίσθηκε, τόσο η
προτεραιότητα της δημιουργίας τους, όσο και το σύστημα που θα μπορούσε να τα
υλοποιήσει. Από το σύνολο των τύπων αυτών καθίσταται σαφές ότι, αφενός το πρόβλημα
επικεντρώθηκε στις προτεραιότητες, αφετέρου στους κανόνες χρηματοδότησής τους. Η
βασική και κύρια όμως ονομασία, αλλά και ουσία, της μεθόδου εκτέλεσης και
δημιουργίας γενικότερα υποδομών στηρίχθηκε στη σύμβαση παραχώρησης δημοσίων
έργων. Σήμερα πολύ συχνά γίνεται λόγος και για τις συμπράξεις ιδιωτικού και δημοσίου
τομέα ή ΣΔΙΤ. Η ιδιωτική χρηματοδότηση και η ανταποδοτικότητα τέθηκε ως
προεξάρχουσα αρχή στην δημιουργία των δικτύων αυτών καθώς και η συμμετοχή των
ιδιωτών στην εκμετάλλευσή τους. Η ιδιωτική όμως διαχείριση των υποδομών βασίσθηκε
σε μια συνολικότερη υιοθέτηση φιλελεύθερων αρχών και κανόνων από την Ευρωπαϊκή
Ένωση στο πλαίσιο της Ενιαίας Αγοράς. Η τεχνολογική πρόοδος θα υλοποιείτο σε έδαφος
φιλελεύθερων κανόνων, όπου όμως πάντα θα είχε θέση η προστασία των θεμελιωδών
δικαιωμάτων και η μέριμνα για το κοινό συμφέρον. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέθεσε
τους όρους για τη χορήγηση κοινοτικής ενίσχυσης στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων
για την ικανοποίηση των παραπάνω αρχών το 1995 στο πλαίσιο του οποίου έκτοτε
χαράσσεται η πολιτική και η χρηματοδότηση της δημιουργίας των ευρωπαϊκών
υποδομών. Μετά και την πρόσφατη τροποποίηση του 1999, το πλαίσιο χρηματοδότησης
της δημιουργίας ευρωπαϊκών υποδομών βασίζεται στη βιωσιμότητα των «σχεδίων», και
στην οικονομική τους αποδοτικότητα, τη συμμετοχή των ιδιωτών στη χρηματοδότησή
τους.
Στη συνέχεια οι κανόνες αυτοί εξειδικεύθηκαν με τη ρύθμιση της σύμβασης
παραχώρησης δημοσίων έργων στην οδηγία 93/37/ΕΟΚ και εν γένει στο πλαίσιο του
καθεστώτος των δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, οπότε και
επιχειρήθηκε μια συνολική εναρμόνιση των νομικών εννοιών στο συγκεκριμένο τομέα. Η
τολμηρότερη προσπάθεια εννοιολογικής εναρμόνισης στάθηκε ο ορισμός της σύμβασης
παραχώρησης δημοσίων έργων, με τον οποίο εκφράσθηκε μια συνισταμένη των νομικών
πολιτισμών των κρατών μελών σε σχέση με τις ανάλογες εννοιολογικές συμβατικές
προσεγγίσεις εκάστου.
3. Η παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας
Υπό το όνομα της «παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας» για τους μελετητές
αντιμετωπίσθηκε μια ευρύτατη κατηγορία δράσεων και σχέσεων η οποία ως κοινό τόπο
θα μπορούσε να πει κανείς ότι είχε την άσκηση δραστηριοτήτων, οι οποίες θεωρούνταν
ως κρατικές από ιδιώτες με αντάλλαγμα. Η παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας είχε συχνή
εφαρμογή πριν τη διεύρυνση της ανάμιξης της Δημόσιας Διοίκησης στην οικονομία με τη
δημιουργία παραγωγικών μονάδων. Από το 19ο αιώνα αναπτύχθηκε ο τύπος αυτός
διοικητικής δράσης σε ευρεία έκταση σε βαθμό που να θεωρείται ότι συνιστά μορφή
ψευδούς καπιταλισμού στον οποίο οι ιδιωτικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν τα οφέλη και
αφήνουν τις ενδεχόμενες οικονομικές απώλειες στη δημόσια εξουσία, εφόσον διαθέτουν
μονοπώλια που θα πρέπει να λειτουργήσουν οπωσδήποτε. Ο δέκατος ένατος αιώνας
θεωρήθηκε ως ο ‘χρυσούς αιών’ της παραδοσιακής σύμβασης παραχώρησης. Σημαντικά
αποτελέσματα αυτών των συμβατικών μορφών άσκησης διοίκησης σε διάφορες έννομες
τάξεις (Γαλλία, Ελλάδα κλπ) υπήρξαν η δημιουργία των βασικών δικτύων συγκοινωνιών,
80

λιμένων, διανομή ηλεκτρικού ρεύματος ή υγραερίου ή διανομή ύδατος. Τέκνο του
οικονομικού φιλελευθερισμού η παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας επιφόρτισε τους
ιδιωτικούς φορείς με τη διαχείριση πόρων και τη δημιουργία των βασικών υποδομών
καθώς και την ανάληψη των επενδυτικών κινδύνων και στη συνέχεια την μεταβίβαση στο
δημόσιο των σχετικών υποδομών μετά το πέρας του χρόνου παραχώρησης. Κατά τον
ενδιάμεσο χρόνο ο ανάδοχος παραχώρησης διασφάλισε την άσκηση της συγκεκριμένης
δραστηριότητας με προοπτική, αφενός την απόσβεση της επένδυσής του, αφετέρου την
επίτευξη κέρδους. Στην περίοδο του μεσοπολέμου η οικονομική αστάθεια κλόνισε
σημαντικά το σύστημα της παραχώρησης ανατρέποντας τους υπολογισμούς, οι οποίοι
απετέλεσαν τη βάση της σύναψης των σχετικών συμβάσεων. Η περίοδος αυτή θεωρείται
η περίοδος παρακμής της σύμβασης παραχώρησης. Οι συμβάσεις αυτές σε μεγάλο βαθμό
προσομοιάζουν με τη σημερινή σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων, αν και
περιλαμβάνουν και την κατηγορία της σύμβασης παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας. Στη
σύγχρονη εποχή η παραδοσιακή σύμβαση παραχώρησης κατέστη συμβατικός τρόπος
δράσης του κράτους ιδίως σε σχέση με την διανομή ύδατος, την παραγωγή και διανομή
ηλεκτρικής ενέργειας και υγραερίου, την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, καθώς και την
ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών. Η σύμβαση παραχώρησης εφαρμόζεται ιδίως σήμερα ως
συμβατικός τύπος σε σχέση με την διαχείριση των πόρων. Παράλληλα άφησε στοιχεία
της ιστορίας της στην σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων, ένα νέο συμβατικό τύπο
που δημιούργησε το κοινοτικό δίκαιο με βάση την ομώνυμη σύμβαση του γαλλικού
δικαίου, όπως θα δούμε πιο κάτω, συνθέτοντας στοιχεία των νομικών συστημάτων των
κρατών μελών. Η κατασκευή και η διαχείριση των έργων υποδομής αποτελεί ιδιαίτερη
κατηγορία δράσεων που μοιράσθηκε το κράτος με τους ιδιώτες. Υπάρχει όμως μια
ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα προηγηθέντα σενάρια ιδιωτικής χρηματοδότησης και
αυτό που φαινόταν ότι στόχευε να προωθήσει ενόψει τη Ενιαίας Αγοράς η Ευρώπη. Η
δημιουργία των διευρωπαϊκών δικτύων δια της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων
θα συντελούσε στην ίδια της την ταυτότητα και την ύπαρξη, αφού τα δίκτυα αυτά δεν
υφίσταντο, ούτε και μπορούσαν να είναι νοητά και αντιληπτά χωρίς την πολιτική
βούληση της ενιαίας Ευρώπης. Εκ του λόγου αυτού και ο κίνδυνος της χρηματοδότησής
τους ήταν συνάμα και πολιτικός κίνδυνος, η δε ανάληψη του κινδύνου αυτού θα ανήγαγε
τον φορέα σε ιστορικό εταίρο της Ευρώπης.
Τη στιγμή που αποφασίσθηκε η είσοδος στο κοινοτικό δίκαιο της «σύμβασης
παραχώρησης» η ανάγκη ορισμού της κρίθηκε απολύτως αναγκαία, δεδομένης της
διαφοροποίησης και των αποχρώσεων της έννοιας της παραχώρησης «σύμβασης
δημόσιας υπηρεσίας» στα κράτη μέλη. Η «δημόσια υπηρεσία» δεν κρίθηκε έννοια η
οποία αποτελεί κοινό νομικό απόκτημα στα κράτη μέλη. Εξίσου διαφοροποιούμενη ήταν
οι τρόποι σύναψης των διαφόρων ειδών «συμβάσεων δημόσιας υπηρεσίας». Το όνομα της
σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων το δίχως άλλο είναι η μετάφραση του γαλλικού
όρου concession des travaux publics, σύμβασης γνωστής και φερώνυμης στο γαλλικό
δίκαιο, επαρκώς δε διακριτής από την σύμβαση παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας,
δηλαδή την concession de service public. Η κοινοτική διάλεκτος υιοθέτησε το
συγκεκριμένο γαλλικό όρο προφανώς διότι ήταν ο συγγενέστερος στην ουσία που
επιθυμούσε να ρυθμίσει και πρόσφερε ένα υφιστάμενο πλέγμα ρυθμίσεων αλλά και
πλήθος επιτυχών εφαρμογών. Με έμφαση στην κατασκευή υποδομών, ο συμβατικός
αυτός τύπος χρησιμοποιήθηκε στο γαλλικό δίκαιο για χρόνια, θεωρείτε μάλιστα ότι κατ’
ουσία προηγήθηκε της σύμβασης παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας ιστορικά .

81

4. Οι πηγές του κοινοτικού δικαίου των συμβάσεων παραχώρησης και
των ΣΔΙΤ
Η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων αυτονομήθηκε πλέον ως συμβατικός τύπος
από τη στιγμή που δόθηκε ο ορισμός της οδηγίας 93/37/ΕΟK και έχει τύχει επεξεργασίας,
τόσο από το ΔΕΚ, όσο και από τα όργανα της ΕΕ. Έπαυσε σταδιακά, όπως διαπιστώθηκε,
να συνιστά πρωτίστως τεχνική καταστρατήγησης των κοινοτικών κανόνων ή και των
εθνικών σε πολλές περιπτώσεις. Ως αυτόνομος συμβατικός τύπος και ανεξάρτητα από τη
σύμβαση παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας εκλήθη να παίξει έναν κρίσιμο ρόλο κατά
την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα στην Ευρώπη μέσα σε καθεστώς οικονομικής
ύφεσης. Η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων ενσωματώθηκε στα κράτη μέλη δια
της ενσωμάτωσης της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ συμφιλιώνοντας το αγγλοσαξονικό σύστημα
με την έννοια της παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας και το ηπειρωτικό με την απόφαση
ότι η διάκριση ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου δεν ήταν τόσο αυτονόητη και ούτε και
απολύτως αναγκαία.
Στο πλαίσιο μιας επίκαιρης αποτύπωσης των πηγών του κοινοτικού δικαίου για τις
συμβάσεις παραχώρησης και τη συνεργασία του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα δεν
μπορεί κανείς παρά να αναφερθεί σε συγκεκριμένα άρθρα της Συνθήκης, στην πρόσφατη
Οδηγία 2204/18/ΕΚ για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων έργων προμηθειών και
υπηρεσιών, στην Οδηγία 89/665/ΕΟΚ περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής
στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων. Επίσης
θα πρέπει κανείς να σταθεί και στην Ερμηνευτική Ανακοίνωση της επιτροπής σχετικά με
τις συμβάσεις παραχώρησης στο κοινοτικό δίκαιο, αλλά και στο Πράσινο Βιβλίο σχετικά
με τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων
Συμβάσεων και των συμβάσεων παραχώρησης. Τέλος αναφορά θα πρέπει να γίνει και
στην νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στις αρχές που
διαμορφώθηκαν από αυτή σχετικά με τις συμβάσεις παραχώρησης.
5. Η ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής
Το 2000 η Επιτροπή εξέδωσε Ερμηνευτική Ανακοίνωση για τις συμβάσεις παραχώρησης
δημοσίων έργων (12.4.2000) σε συνέχεια του Σχεδίου Ερμηνευτικής Ανακοίνωσης της
24/2/1999, η οποία και προώθησε ουσιαστικά τον κριτικό σχολιασμό της έννοιας της
σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων και των διαφόρων συγγενών εννοιών με αυτή.
Το έγγραφο αυτό συνθέτει το συνολικό προβληματισμό του κοινοτικού δικαίου για το
ζήτημα των συμβάσεων παραχώρησης και θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά το πρώτο
σύστημα ερμηνευτικών κανόνων που αφορούν τη σύμβαση παραχώρησης δημοσίων
έργων, ένα είδος σύμβασης που εφηύρε το κοινοτικό δίκαιο συνθέτοντας έννοιες που
κατάγονται από τις χώρες μέλη, αλλά υπηρετώντας αμιγώς κοινοτικές σκοπιμότητες.
Η Ερμηνευτική Ανακοίνωση, ως προς τη νομική της φύση είναι μη δεσμευτικό κείμενο,
ως προς την ουσία δε είναι μια συλλογή διαπιστώσεων της νομολογίας και ένας οδηγός
«για της αποσαφήνιση των κανόνων του παιχνιδιού» όπως αναφέρει και η ίδια. Τούτο θα
πρέπει να εκτιμηθεί δεδομένου ότι η έννοια της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων
δίδει αφορμή για σοβαρές ερμηνευτικές παρερμηνείες και δυσκολίες αλλά πρέπει και να
εφαρμόζεται με συνέπεια σε έργα με αντικείμενο, το οποίο δεν επιτρέπει σοβαρά νομικά
σφάλματα. Η πρωτοτυπία της σύμβασης δεν είναι αδιάφορη με το σκοπό που επιτελεί. Η

82

σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων είναι μια σύμβαση του κοινοτικού δικαίου που
αφορά τα έργα κοινοτικού πρωτίστως ενδιαφέροντος.
Η Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις συμβάσεις παραχώρησης στο
κοινοτικό δίκαιο αποτελεί σήμερα το κυριότερο ερμηνευτικό εργαλείο για τις συμβάσεις
παραχώρησης για τον μελετητή το οποίο επιτρέπει μια σύνοψη των συμπερασμάτων της
νομολογίας του ΔΕΚ. Στο πνεύμα της Ερμηνευτικής αυτής Ανακοίνωσης η νέα οδηγία
Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
της 31ης Μαρτίου 2004 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων
συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, εισήγαγε ένα σύνολο ρυθμίσεων στο
σώμα της.
6. Το Πράσινο Βιβλίο για τις ΣΔΙΤ
Το 2004 είδε το φως της δημοσιότητας το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με τις συμπράξεις
δημοσίου και ιδιωτικού τομέα που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθετώντας τις
απαιτήσεις των καιρών, των τραπεζών και του αγγλοσαξονικού ιδίως συστήματος
αντίληψης των αναπτυξιακών προσπαθειών. Το φαινόμενο της συνεργασίας ιδιωτών και
δημοσίου ήταν γνωστό από χρόνια στα κράτη μέλη της ΕΕ. Το Πράσινο Βιβλίο δίδει
περισσότερες εκδοχές μέσα από τις οποίες θα μπορέσει να επιτευχθεί η συνεργασία αυτή.
Ειδικότερα γίνεται λόγος για συμπράξεις καθαρά συμβατικού χαρακτήρα σε σχέση με τις
δημόσιες συμβάσεις και τις συμβάσεις παραχώρησης και για συμπράξεις θεσμοθετημένου
τύπου σε σχέση με τις συμβάσεις αυτές.
7. Η νομολογία του ΔΕΚ για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων
έργων
Στην διαμόρφωση και οριοθέτηση της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων
καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του ΔΕΚ, το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, όρισε ένα
πλαίσιο κανόνων που διέπει αυτή την κατηγορία των συμβάσεων, αφού προώθησε την
επεξεργασία της εννοιολογικής της διαφοροποίησης από άλλες συμβάσεις και ιδίως την
σύμβαση παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας που είναι γνωστή κυρίως από το γαλλικό
δίκαιο και τις λοιπές μικτές συμβάσεις. Η σημασία του ρόλου του ΔΕΚ έγκειται ιδίως
στην αποτελεσματικότητα της σύνθεσης των πορισμάτων των διαφόρων νομικών
συστημάτων της ΕΕ και της δημιουργίας μιας κοινοτικής σύμβασης παραχώρησης
δημοσίων έργων, κατάλληλης για την οργάνωση και ανάπτυξη του ενιαίου ευρωπαϊκού
χώρου.
Το έργο που άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του 90 η νομολογία C-272/92 της 26ης
Απριλίου του 1994 Επιτροπή κατά Ιταλίας και C- 331/92 της 19ης Απριλίου 1994
Gestion Hotelera Internacional SA κατά Comunidad Autonoma de Canarias κλπ για την
επεξεργασία περίπλοκων συμβατικών τύπων, συνέχισε στο τέλος της δεκαετίας με
ενάργεια, αν και χωρίς να απαιτηθεί να ασχοληθεί μέχρι σήμερα με κάποιο από τα μεγάλα
έργα υποδομής που εκτελούνται στο χώρο της Ενιαίας Αγοράς. Η απόφαση ΔΕΚ της
10/11/1998 C-360/96 Gemeente Arnhem, Gemeente Rheden και BFI Holding BV,
αποφεύγοντας τους θεωρητικούς σκοπέλους που έθεσε η γαλλική πλευρά για να εξαιρέσει
από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ μια σύμβαση αποκομιδής αποβλήτων
χαρακτηρίζοντάς την ως σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας, επανέλαβε το βασικό κριτήριο
των συμβάσεων παραχώρησης είναι αυτό τους είδους της αντιπαροχής και στο μέτρο που
83

δεν υφίστατο άλλου είδους αντάλλαγμα πέραν της αμοιβής του συμβαλλομένου δεν
ετίθετο θέμα εξαίρεσης. Σύντομα όμως με αφορμή την απόφαση C-324/98 της 7ης
Δεκεμβρίου 2000, Telaustria Verlags GmbH, Telefonadress GmbH και Telecom Austria
Ag το ΔΕΚ εκλήθη να αντιμετωπίσει το ζήτημα ευθέως. Μετά την απόφαση του ΔΕΚ
που είχε προηγηθεί C- 108/98 της 9ης Σεπτεμβρίου 1999 RI.SAN. Srl και Commune
Ischia κλπ είχε καταστεί σαφές ότι η ώρα πλησίαζε για να επιληφθεί του ζητήματος της
σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων συνολικά και της σχέσης της με την
παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας. Στην παράγραφο 15 της απόφασης αυτής ανέφερε το
ΔΕΚ ότι ασφαλώς ο ορισμός της έννοιας της παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας,
σύμφωνα με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση σε θέματα δημοσίων συμβάσεων, καθώς
και το ερώτημα αν η εκχώρηση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας
92/50/ΕΟΚ διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο. Επομένως, τέτοια ερωτήματα μπορούν να
αποτελέσουν αντικείμενο προδικαστικής παραπομπής. Με τη διατύπωση αυτή το ΔΕΚ
έκρινε εαυτό αρμόδιο να συνθέσει τις θέσεις των νομικών συστημάτων των χωρών μελών
και να δημιουργήσει τα κριτήρια της νεωτερικής σύμβασης παραχώρησης δημοσίων
έργων κατά το κοινοτικό δίκαιο.
Και οι δύο αυτές αποφάσεις αφορούν σε συμβάσεις περιορισμένου χαρακτήρα και
αντικειμένου. Θα πρέπει συνεπώς να επισημανθεί ότι η νομολογία του ΔΕΚ έχει
διαμορφώσει ένα πλαίσιο κανόνων για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων
χωρίς να έχει επιληφθεί σύνθετου έργου εκτελούμενου δυνάμει σύμβασης παραχώρησης
δημοσίων έργων και με ιδιωτική χρηματοδότηση. Η νομολογία του ΔΕΚ μέχρι πρόσφατα
παρέχει ενδιαφέρον υλικό για την εξέλιξη της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων
του κοινοτικού δικαίου, προσδιορίζοντας τόσο τα πιθανά νέα της πρόσωπα, όσο και τις
βασικές μεθόδους ερμηνείας των κοινοτικών κανόνων.
Σημαντικού ενδιαφέροντος είναι και οι αποφάσεις C-94/99 της 7ης Δεκεμβρίου 2000 και
C-380/1998 της 3ης Οκτωβρίου 2000, στις οποίες υπήρχε διαφορά σχετικά με το αν
κάποιος μπορεί να είναι διαγωνιζόμενος σε σύμβαση παραχώρησης παρά το γεγονός ότι
επιδοτείται από το δημόσιο (πρώτη απόφαση) και αν κάποιος αποτελεί αναθέτουσα αρχή
και κατά συνέπεια εμπίπτει στο ρυθμιστικό πλαίσιο των συμβάσεων παραχώρησης
(δεύτερη απόφαση).
Εξίσου ριζοσπαστικός παραμένει ο ρόλος του ΔΕΚ στην προώθηση των θέσεων και της
θεωρητικής επεξεργασίας σε σχέση με τη σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων όπως
ιδίως καταδεικνύεται στην απόφαση C-399/98 της 12ης Ιουλίου 2001 Ordine degli
Architetti delle Province di Milano e Lodi, Piero De Amicis, Consiglio Nazionale degli
Architetti, Leopoldo Freyrie ειδικότερα ως προς το ζήτημα της αναθέτουσας αρχής και
της ύπαρξης συμβάσεως, άρα και της εφαρμογής επί συγκεκριμένων έργων των
διατάξεων για τις συμβάσεις παραχώρησης. Την πλήρη διασφάλιση της αποτελεσματικής
δικαστικής προστασίας για τις συμβάσεις παραχώρησης ανέδειξε η απόφαση Μακεδονικό
Μετρό, με την οποία έγινε δεκτό ότι η Οδηγία 89/665/ΕΟΚ εφαρμόζεται και επί των
συμβάσεων παραχώρησης.

84

8. Η ρύθμιση της οδηγίας 2004/17 για τις συμβάσεις παραχώρησης
δημοσίων έργων
Οι συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων των οποίων η αξία είναι μεγαλύτερη
από 6.242.000 ευρώ υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες. Οι κανόνες αυτοί δεν
εφαρμόζονται:
·
·
·

στις δημόσιες συμβάσεις έργων που αφορούν τη διάθεση ή την εκμετάλλευση
δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων·
στις δημόσιες συμβάσεις που είναι απόρρητες ή που συνάπτονται δυνάμει
διεθνών κανόνων·
στις δημόσιες συμβάσεις έργων που καλύπτονται από την οδηγία «ειδικοί
τομείς».

Η αναθέτουσα αρχή δημοσιεύει σχετική προκήρυξη. Η ελάχιστη προθεσμία
υποβολής των υποψηφιοτήτων είναι 52 ημέρες από την ημερομηνία της δημοσίευσης,
μείον επτά ημέρες εάν η δημοσίευση είναι ηλεκτρονική.
Ο αντιπρόσωπος τηρεί τους κανόνες των δημόσιων συμβάσεων έργων. Εφαρμόζει
τους κανόνες δημοσιότητας για τις συμβάσεις που συνάπτονται με τρίτους, εκτός από
την περίπτωση διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης
διαγωνισμού.
Οι επιχειρήσεις που συγκροτούν όμιλο προκειμένου να λάβουν την παραχώρηση
καθώς και οι επιχειρήσεις που σχετίζονται με αυτές δεν θεωρούνται τρίτοι. Μια
επιχείρηση σχετίζεται με έναν αντιπρόσωπο όταν υπάρχει μεταξύ των δύο, άμεσα ή
έμμεσα, σχέση κυρίαρχης επιρροής. Η ιδιοκτησία, η χρηματοδοτική συμμετοχή και οι
κανόνες λειτουργίας καθορίζουν αυτή την κυρίαρχη επιρροή.
9. Το εθνικό δίκαιο προσαρμογής: ο Ν. 3389/05
Σε αντίθεση με το γαλλικό δίκαιο, στο ελληνικό δίκαιο ο όρος σύμβαση
παραχώρησης δημοσίων έργων δεν συναντάται πριν το πδ 23/1992. Συντιθέμενη από
λέξεις που φέρουν έντονο νομικό128 και ιστορικό βάρος, η σύμβαση παραχώρησης
δημοσίων έργων, αποτελεί ένα συμβατικό τύπο, ο οποίος είναι δυνατό να εκφράζεται
μέσα από ποικίλα νομικά σχήματα και να συνθέτει διάφορα δίκαια, θεωρίες ή θέσεις.
Ο συγκεκριμένος συμβατικός τύπος κληρονόμησε από τη θεωρία της δημόσιας
υπηρεσίας τον όρο «παραχώρηση» θέτοντας τους νομικούς σε διλήμματα σε σχέση
με το κατά πόσον αποκτά σημαντική επικαιρότητα η έννοια της σύμβασης
παραχώρησης που τόσο αξιοποίησε το παραδοσιακό διοικητικό δίκαιο. Την κρίσιμη
αυτή έννοια συνέθεσε με αυτή των «δημοσίων έργων», ώστε να προσδώσει
συγκεκριμένο χαρακτήρα στο εύρος της.
128

Η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, υπήρξε η
κλασσικότερη έκφραση της σύμβασης παραχώρησης του γαλλικού δικαίου κατά τους
χρόνους της πλήρους ανάπτυξής της δηλαδή κατά το 19ο αιώνα. Μεταξύ των αρμοδιοτήτων
των δημάρχων του 1861 συγκατελέγοντας οι παραχωρήσεις σε εταιρίες, σωματεία ή ιδιώτες
κατασκευής έργων δημοτικού ενδιαφέροντος, ενώ κατά τους κώδικες των Κατασκευαστών
του 1860 αντικείμενο της σύμβασης παραχώρησης είναι η κατασκευή των έργων που

85

Ο όρος στο ελληνικό δίκαιο εισήλθε κατά μετάφραση από την κοινοτική οδηγία κατά
την ενσωμάτωση του κοινοτικού δικαίου. Συνεπώς ο προβληματισμός για την
εισδοχή του νέου όρου θα πρέπει πρωτίστως να προβληματίσει στο επίπεδο του
κοινοτικού δικαίου και δευτερευόντως του εσωτερικού δικαίου στο μέτρο που η
νομοθετική βούληση σχηματισμού του νομικού νεολογισμού εκφράσθηκε σε
κοινοτικό επίπεδο. Το όνομα της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων, έχει
λοιπόν τύχη ανάλογη με τη φύση της σύμβασης καθ’εαυτής. Είναι αμιγώς κοινοτικό.
Η πρώτη αναφορά και ρύθμιση της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων έγινε
στην ελληνική νομοθεσία αρχικά με το πδ 23/1993 «Προσαρμογή της Ελληνικής
νομοθεσίας για τα δημόσια έργα προς τις διατάξεις των οδηγιών 71/304, 71/305,
78/669, 89/440 και 89/665 της ΕΟΚ» που ενσωμάτωσε το κοινοτικό δίκαιο των
δημοσίων συμβάσεων δημοσίων έργων. Σύμφωνα με το πδ 23/1993 συμβάσεις
παραχώρησης δημοσίων έργων είναι συμβάσεις δημοσίων έργων στις οποίες το
σύνολο ή μέρος της αποζημίωσης του αναδόχου για την εκτέλεση των έργων
συνίσταται στο δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου από αυτόν, είτε στο δικαίωμα
αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής129. Ανάδοχος παραχώρησης σύμφωνα με
το ίδιο προεδρικό διάταγμα είναι η επιχείρηση ή οι επιχειρήσεις ή όμιλος
επιχειρήσεων στους οποίους ανατίθεται με σύμβαση παραχώρησης η εκτέλεση του
έργου130. Για την διευκρίνιση της έννοιας είναι κρίσιμο να επισημανθεί ότι το ίδιο
προεδρικό διάταγμα ορίζει ως έργο το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών
εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού που προορίζεται να πληροί αυτό καθαυτό
μια οικονομική ή τεχνική λειτουργία131.
Λίγο καιρό μετά τη δημοσίευση του Πράσινου Βιβλίου είδε το φως ο νέος νόμος
3389/05 (ΦΕΚ Α 232/22-9-2005). Ο νόμος αυτός αποτελεί το προϊόν μιας μεγάλης
προσπάθειας τόνωσης των αναπτυξιακών πρωτοβουλιών στη χώρα. Μετά το
περίφημο νδ 2687/53, το ν. 4171/71 μέχρι και τον πρόσφατο ν. 3299/2004 «Παροχή
κινήτρων ιδιωτικών επενδύσεων», ο νόμος αυτός αποτελεί συγκερασμό της
προγενέστερης νομοθεσίας για τις ιδιωτικοποιήσεις και του «Πράσινου Βιβλίου
σχετικά με τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και το κοινοτικού δικαίου
των δημοσίων συμβάσεων και των συμβάσεων παραχώρησης132» και στοχεύει στην
ανάπτυξη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών με συνεργασία ιδιωτών και δημοσίου.
Προσανατολίζεται στον τομένα εκείνο της οικονομικής δράσης που βρίσκεται σε
αιχμή, δηλαδή τις κατασκευές και τις υπηρεσίες και επιδιώκει αντίθετα με τα
προγενέστερα αναπτυξιακά νομοθετήματα να δημιουργήσει ένα πλαίσιο που να
συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο.
Όπως φαίνεται και από το κείμενο του νόμου ευνοεί τις συμπράξεις ιδιωτών και
δημοσίου δηλαδή τις «έγγραφες συμβάσεις συνεργασίας από επαχθή αιτία» γεγονός
που σημαίνει ότι προσφέρει ένα ευρύτατο πλαίσιο υπαγωγής σ’ αυτόν.
129

άρθρο 3 περ. 1δ του πδ 23/1993.

130

άρθρο 3 περ. 1θ του πδ 23/1993.

131

άρθρο 3 περ. 1γ του πδ 23/1993. Όπως ήδη επισημάνθηκε η έννοια δεν ταυτίζεται με τον
ορισμό του ν. 1418/84.
132

COM 82004/327 Final του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

86

Προϋποθέσεις για την υπαγωγή μιας σύμπραξης στο νόμο αυτό είναι:
(α) να έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων ή και την παροχή υπηρεσιών που
ανήκουν στην αρμοδιότητα των Δημόσιων Φορέων με βάση διάταξη νόμου ή
σύμβαση ή το καταστατικό τους,
(β) να προβλέπουν ότι οι Ιδιωτικοί Φορείς, έναντι ανταλλάγματος που καταβάλλεται
εφάπαξ ή τμηματικά από τους Δημόσιους Φορείς ή τους τελικούς χρήστες των έργων
ή υπηρεσιών αυτών, αναλαμβάνουν ουσιώδες μέρος των κινδύνων που συνδέονται με
τη χρηματοδότηση, την κατασκευή, τη διαθεσιμότητα ή τη ζήτηση του αντικειμένου
της Σύμπραξης και των συναφών κινδύνων όπως, ενδεικτικά, το διαχειριστικό και τον
τεχνικό κίνδυνο,
(γ) να προβλέπουν ότι η χρηματοδότηση, εν όλω ή εν μέρει, της κατασκευής των
έργων ή της παροχής των υπηρεσιών θα γίνει με κεφάλαια και πόρους που
εξασφαλίζουν οι Ιδιωτικοί Φορείς και
(δ) το συνολικό συμβατικό προϋπολογιζόμενο κόστος της υλοποίησης του
αντικειμένου της Σύμπραξης να μην υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων
εκατομμυρίων ευρώ χωρίς συνυπολογισμό του αναλογούντος Φόρου Προστιθέμενης
Αξίας.
Στα πρότυπα των μοντέρων σχημάτων του Τραπεζικού Συστήματος (PFI, BOT,
BOO, PPP κοκ) δίδει κίνητρα στους ιδιώτες και τους χρηματοδότες τους για την
ανάπτυξη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών παρακολουθώντας τα δρώμενα στη χώρα,
όπως διαμορφώθηκαν με τις συμβάσεις παραχώρησης των μεγάλων έργων της
Αττικής Οδού, της ζεύξης Ρίου Αντίρριου κλπ. Τα κίνητρα αυτά είναι μεταξύ άλλων
φορολογικά, ειδικό καθεστώς έκδοσης αδειών, διαιτησία για τις διαφορές που θα
δημιουργηθούν, ειδικό καθεστώς απαλλοτριώσεων κλπ. Παρά το γεγονός ότι δεν
αφορά κεφάλαια εξωτερικού όπως συνέβαινε για τους πρώτους αναπτυξιακούς
νόμους και ισχύει εξίσου για αλλοδαπούς και κοινοτικούς επενδυτές παρέχονται
κίνητρα που με την επιφύλαξη του καθεστώτος των ενισχύσεων του κοινοτικού
δικαίου, προσομοιάζουν με αυτά των παλαιότερων αναπτυξιακών νόμων. Αποτελεί
ένα νόμο πλαίσιο που θα εξειδικεύεται κάθε φορά εφόσον κάποιο έργο ή υπηρεσία
υπαχθεί στο εύρος του και λειτουργεί παράλληλα με άλλα νομοθετήματα που ισχύουν
στη χώρα. Με βάση αυτή την αντίληψη δίδει αδρές κατευθύνσεις για τις διαδικασίες
σύμπραξης (αναθέσεων και διοικητικών διαδικασιών) καθώς και ένα συμβατικό
πλαίσιο για το πιθανό περιεχόμενο μιας σύμβασης ανάλογης φύσεως. Χωρίς να ορίζει
το περιεχόμενο μια σύμβασης συνεργασίας αναφέρεται στα άρθρα που θα πρέπει να
περιλαμβάνει μια τέτοια σύμβαση τα οποία είναι τα ακόλουθα:

(α) Το αντικείμενο της Σύμπραξης, συμπεριλαμβανομένων και των προδιαγραφών
του έργου ή της υπηρεσίας, το καταβλητέο στον Ιδιωτικό Φορέα συμβατικό
αντάλλαγμα και οι διατάξεις βάσει των οποίων θα επιμερίζονται μεταξύ των
συμβαλλομένων τα ανταλλάγματα που τυχόν καταβάλλονται από τους τελικούς
χρήστες για τη χρήση του έργου ή την παροχή της
υπηρεσίας.
(β) Ο τρόπος άσκησης της εποπτείας της εκτέλεσης και λειτουργίας του έργου ή της
παροχής της υπηρεσίας είτε μέσω ανεξάρτητων εταιρειών που ο Δημόσιος και ο
87

Ιδιωτικός Φορέας προσλαμβάνουν από κοινού για το σκοπό αυτόν είτε μέσω των
αρμόδιων υπηρεσιών του Δημοσίου.
(γ) Οι μέθοδοι διασφάλισης της ποιότητας κατά την εκτέλεση και λειτουργία του
έργου ή την παροχή της υπηρεσίας.
(δ) Το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του αντικειμένου της Σύμπραξης, οι προϋποθέσεις
τροποποίησής του, οι ποινικές ρήτρες και τα ανταλλάγματα σε περίπτωση υπέρβασης
ή σύντμησης αντίστοιχα του χρονοδιαγράμματος αυτού, η διάρκεια ισχύος της
Σύμβασης Σύμπραξης, καθώς και οι προϋποθέσεις της παράτασης ή σύντμησης της
διάρκειας αυτής.
(ε) Ο τρόπος με τον οποίο θα παραχωρείται στον Ιδιωτικό Φορέα η χρήση ή η
εκμετάλλευση των παγίων στοιχείων που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση και
λειτουργία του έργου ή την παροχή της υπηρεσίας και τα τυχόν προβλεπόμενα
ανταλλάγματα.
(στ) Ο τρόπος χρηματοδότησης της υλοποίησης του αντικειμένου της Σύμπραξης.
(ζ) Η τυχόν απαιτούμενη εκ μέρους του Δημόσιου Φορέα έγκριση των
χρηματοδοτικών συμβάσεων του Ιδιωτικού Φορέα, καθώς και της διαδικασίας
τροποποίησής τους.
(η) Η κατανομή των κινδύνων μεταξύ των μερών και οι συνέπειες επέλευσης
γεγονότων που συνιστούν ανωτέρα βία.
(θ) Οι ασφαλιστικές καλύψεις του αντικειμένου της Σύμβασης ή του Ιδιωτικού
Φορέα.
(ι) Η προστασία του περιβάλλοντος και των αρχαιοτήτων.
(ια) Η κατοχύρωση δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
(ιβ) Ο τρόπος λειτουργίας, συντήρησης και εκμετάλλευσης του αντικειμένου της
Σύμπραξης.
(ιγ) Το ύψος των ανταλλαγμάτων που καταβάλλονται για τη χρήση του έργου ή της
υπηρεσίας από τους χρήστες, ο τρόπος είσπραξής τους, καθώς και οι λόγοι και τρόποι
αναπροσαρμογής τους.
(ιδ) Ο τρόπος επιμερισμού, μεταξύ του Δημόσιου και του Ιδιωτικού Φορέα, των
ωφελειών που θα προκύψουν, είτε από την τυχόν αναχρηματοδότηση των δανείων
του Ιδιωτικού Φορέα είτε μετά την επίτευξη ενός συγκεκριμένου ποσοστού απόδοσης
των ιδίων κεφαλαίων του.
(ιε) Η έκταση των εγγυήσεων που παρέχει ο Ιδιωτικός Φορέας για την έγκαιρη και
προσήκουσα εκτέλεση, λειτουργία και συντήρηση του έργου ή την προσήκουσα
παροχή της υπηρεσίας.
(ιστ) Η υποκατάσταση του Ιδιωτικού Φορέα ή των δανειστών με απόφαση της
Αναθέτουσας Αρχής και οι περιπτώσεις που αυτή επιτρέπεται, καθώς και κάθε
σχετικό θέμα.
88

(ιζ) Η καταβολή αποζημιώσεων και η εν γένει αποκατάσταση της προκληθείσας
ζημίας στις περιπτώσεις που οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη αθετεί τις
συμβατικές του υποχρεώσεις.
(ιη) Οι λόγοι καταγγελίας κάθε σύμβασης και οι συνέπειές της.
(ιθ) Το εφαρμοστέο δίκαιο.
(κ) Η διαδικασία επίλυσης διαφορών.
(κα) Η σειρά προτεραιότητας των τυχόν προσαρτημάτων ή παραρτημάτων κάθε
σύμβασης.
(κβ) Η εξειδίκευση των ελάχιστων απαιτήσεων λειτουργίας και συντήρησης που
περιλαμβάνεται στα τεύχη δημοπράτησης.
(κγ) Ο καθορισμός των διαδικασιών παράδοσης του έργου στο Δημόσιο μετά τη λήξη
της περιόδου εκμετάλλευσης, οι τυχόν υποχρεώσεις εκπαίδευσης και μεταφοράς
τεχνογνωσίας του Ιδιωτικού Φορέα στο Δημόσιο Φορέα, οι προδιαγραφές του
αντικειμένου κατά την παράδοση και οι εγγυήσεις καθώς και ο χρόνος αυτών μετά
την ανάληψη του έργου ή της υπηρεσίας από το Δημόσιο Φορέα.
(κδ) Οι απαιτήσεις υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων και χρηστών του έργου
ή της υπηρεσίας.
(κε) Η τυχόν διαδικασία επίλυσης διαφορών από Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων που
ορίζουν από κοινού τα συμβαλλόμενα μέρη.
Ο νόμος αυτός συνιστά νομοθέτημα ενσωμάτωσης ορισμένων κοινοτικών διατάξεων
της οδηγίας 2004/18/ΕΚ αν και όχι απόλυτης ή πλήρους. Ενσωματώνει πάντως ικανό
αριθμό διατάξεων για τις ανάγκες των Συνεργασιών / Συμπράξεων Ιδιωτών και
Δημοσίου. Παράλληλα ενσωματώνει τα διδάγματα του Πράσινου Βιβλίου και της
Ερμηνευτικής Ανακοίνωσης της Επιτροπής της ΕΕ με τον τρόπο που τα αντιλήφθηκε
ο εθνικός νομοθέτης. Ιδρύει ένα σύνολο υπηρεσιών που έχουν ως στόχο την
εξειδίκδευση του ελληνικού Δημοσίου σε συγκεκριμένα συμβατικά μορφώματα και
στην ανάπτυξη τεχνογνωσίας επιχειρώντας να δημιουργήσει την πολυπόθητη
συνεργασία των διάφορων δημόσιων υπηρεσιών. Δίδει τέλος ένα σύνολο κινήτρων
στους επενδυτές που είχαν παρασχεθεί και στους παλαιότερους αναπτυξιακούς
νόμους όπως διευκολύνσεις για την έκδοση αδειών, φορολογικά κίνητρα κλπ. Η
εφικτότητα και η αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή θα κρίνουν τις αδυναμίες που
έχουν φαινομενικά από νομική πλευρά.
Μετά την οριστική ενσωμάτωση της οδηγίας 2004/18 με το πδ 60/2007 θα τεθεί αργά
ή γρήγορα σε επίπεδο ερμηνείας η συμβατότητα του νόμου 3389/05 με το κοινοτικό
δίκαιο.

89

10. Η δικαστική προστασία για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων
έργων
Το ζήτημα της προσωρινής προστασίας ήταν αυτό που έδωσε τις αρχικές αφορμές για
την νομολογιακή αντιμετώπιση της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων και
εύλογα. Υπό καθεστώς εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου οι διαγωνιζόμενοι ή οι εν
γένει ενδιαφερόμενοι να λάβουν μέρος σε διαγωνισμούς έργων υποδομής με ιδιωτική
μερική ή ολική χρηματοδότηση θεώρησαν ότι θα ετύγχανε εφαρμογής το καθεστώς
της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ όπως τους είχε υποσχεθεί ο σχεδιαζόμενος ενιαίος
ευρωπαϊκός χώρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διαγωνιζόμενοι σε ανάλογης φύσεως
έργα συνήθως είναι διεθνείς εταιρίες ή πολυεθνικές εταιρίες ειδικευόμενες στο
συγκεκριμένο αντικείμενο. Πολύ περισσότερο από τους κατασκευαστές έργων ή τους
προμηθευτές αγαθών ή υπηρεσιών, οι υποψήφιοι παραχωρησιούχοι φέρουν έντονο το
διεθνικό τους χαρακτήρα και ενδιαφέρονται για την εφαρμογή του κοινοτικού
δικαίου, το οποίο και γνωρίζουν και εμπιστεύονται. Τούτο οφείλεται στο μέγεθος των
κινδύνων που αναλαμβάνουν για την εκτέλεση των συμβατικών τους υποχρεώσεων,
αλλά και στις ιδιαιτερότητες που εν γένει επιφυλάσσουν τα αντικείμενα αυτά. Οι ίδιοι
λόγοι που καθιστούν αναγκαία την διαιτητική επίλυση των διαφορών στο στάδιο
μετά τη σύναψη της σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων, η ανάγκη δηλαδή
εξειδικευμένης γνώσης και αποτελεσματικότητας στην επίλυση περίπλοκων νομικών
ζητημάτων, απαιτούν την ορθολογική αντιμετώπιση των διαγωνιζομένων οι οποίοι
ήδη από το στάδιο της δημοπράτησης εκτίθενται σε σημαντικούς κινδύνους καθώς
οφείλουν συχνά να υποστηρίζουν στην αναθέτουσα αρχή τεχνογνωσία που οι ίδιοι
κατέχουν και να κρίνονται γι’ αυτήν, να παραθέτουν χρηματοοικονομικά προϊόντα,
τεχνικές λύσεις ή σχεδιασμό. Είναι συνεπώς αναγκαίο να υφίσταται κλίμα
εμπιστοσύνης και ασφάλειας αλλά και βεβαιότητα ως προς την αποτελεσματική
δικαστική προστασία των συμμετεχόντων ή εν γένει των ενδιαφερομένων.
Η ελληνική έννομη τάξη «καλωσόρισε» τους συγκεκριμένους ενδιαφερόμενους με
ένα δικονομικό παράδοξο. Εφόσον συμμετέχουν σε ανάλογης φύσης διαγωνισμούς οι
ενδιαφερόμενοι, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίσουν μόνον το ζήτημα της διπλής
δικαιοδοσίας ανάλογα με το είδος της αναθέτουσας αρχής αλλά θα πρέπει να
προβληματισθούν σημαντικά για την αρμοδιότητα των δικαστηρίων και την τηρητέα
σε αυτά δικονομική διαδικασία κατά στάδιο της διαδικασίας. Έτσι αν επιτέλους η
αναθέτουσα αρχή υπάγεται κατά το οργανικό κριτήριο στην δικαιοδοσία των
διοικητικών δικαστηρίων, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ν. 2522/97 θα τους
αφορά μόνον για τις πράξεις που αφορούν τη δημοσιότητα του διαγωνισμού ενώ για
τις λοιπές πράξεις θα πρέπει να προτιμάται η αίτηση αναστολής. Το διαδικαστικό
αυτό παράδοξο λογικά θα πρέπει να ισχύσει και για τα πολιτικά δικαστήρια που θα
επιλαμβάνονται αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων είτε κατά το ν. 2522/97 είτε κατά τη
συνήθη διαδικασία κατά περίπτωση133. Το ζήτημα αυτό όμως δεν έχει ακόμη κριθεί
νομολογιακά. Η ανάγκη συστηματοποίησης όμως του ζητήματος καθιστά αναγκαία
τη διαπίστωση εξαρχής του σχετικού προβλήματος και της επισήμανσης των
συνεπειών του.

133

Συνέπεια αυτού βέβαια για την αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων αφορά ιδίως την
τήρηση της προδικασίας του ν. 2522/97.

90

Το άρθρο 1 του ν. 2522/97 καθορίζοντας το πεδίο εφαρμογής του νόμου αναφέρει
ότι: «Οι διαφορές που αναφύονται κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης
συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών διέπονται από τις διατάξεις
του παρόντος νόμου, εφόσον η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών
93/37/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ ή στις διατάξεις με τις οποίες οι εν λόγω
οδηγίες έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη». Την ανάγκη της
αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας στην παρεχόμενη δικαστική προστασία έχει
επισημάνει έντονα με αφορμή το συγκεκριμένο κανόνα τόσο η θεωρία όσο και η
νομολογία.
Από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου αυτού φαίνεται ότι κάθε διαφορά που
αναφύεται κατά την διαδικασία που προηγείται της σύναψης συμβάσεων υπαγόμενων
στις οδηγίες 93/37/ΕΟΚ 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ ή στις διατάξεις του δικαίου
ενσωμάτωσης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δικαστικής προστασίας που παρέχει
η συγκεκριμένη νομοθεσία. Αρκεί συνεπώς μια σύμβαση να υπάγεται σε κάποιον από
τους ανωτέρω κανόνες. Η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων υπάγεται στο
πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ ως προς συγκεκριμένα της άρθρα και δεν
διέπεται από το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας. Το γεγονός όμως ότι δεν
εφαρμόζεται η οδηγία συνολικά για το συγκεκριμένο τύπο σύμβασης δεν σημαίνει
ότι δεν υπάγεται στην οδηγία η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων. Όπως
αναφέρθηκε ήδη η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων ιδρύεται από τη
συγκεκριμένη οδηγία και διέπεται από το καθεστώς που αυτή ορίζει ειδικά και
διαφοροποιημένα σε σχέση με τις συμβάσεις έργων. Αντίθετα δεν υπάγεται στο εύρος
των λοιπών οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις. Ανάλογα ισχύει και για το ελληνικό
δίκαιο ενσωμάτωσης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά την προσέγγιση που έκανε
με τη νομολογία του απέκλεισε από την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας
τις διαδικασίες που προηγούνται της κατάρτισης για τις συμβάσεις παραχώρησης
δημοσίων έργων περιορίζοντάς την αποκλειστικά στις πράξεις που αφορούν τις
διατυπώσεις δημοσιότητας. Θεώρησε δηλαδή ότι εφόσον ο συγκεκριμένος
συμβατικός τύπος διέπεται εν μέρει από την συγκεκριμένη οδηγία, εν μέρει θα
παρέχεται για τις διαφορές που προηγούνται της σύναψης ανάλογων συμβάσεων και
προσωρινή δικαστική προστασία.
Έναν αρχικό προβληματισμό προκάλεσε η θέση το ΣτΕ στην ΣτΕ ΕΑ 119/1999
σύμφωνα με την οποία η συγκεκριμένη κατηγορία σύμβασης εξαιρείται του
καθεστώτος του ν. 2522/97 καθώς κατά το ΣτΕ, η συγκεκριμένη σύμβαση διέπεται
από τις διατάξεις του πδ 23/1993 (τότε σε ισχύ) και της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ μόνον ως
προς την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητος. Σύμφωνα με τη ΣτΕ ΕΑ
119/1999: «Δεδομένου δε ότι οι ως άνω διατυπώσεις αφορούν εις την πράξιν της
διακηρύξεως του διαγωνισμού, δεν εμπίπτουν εις το πεδίον εφαρμογής της οδηγίας
93/37/ΕΟΚ και, κατά συνεκδοχήν, και της λεγομένης "δικονομικής" οδηγίας
89/665/ΕΟΚ και του νόμου 2522/1997, οι διαφορές που αναφύονται εκ της
αμφισβητήσεως της νομιμότητος των λοιπών, μετά την διακήρυξιν, πράξεων
διενεργείας διαγωνισμού διά την ανάθεσιν παραχωρήσεως δημοσίων έργων. Συνεπώς
η πράξις αποκλεισμού προσφοράς εκ διαγωνισμού παραχωρήσεως δημοσίων έργων
δεν υπόκειται εις το ένδικον βοήθημα της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, κατά τα
οριζόμενα εις το άρθρον 3 του ν. 2522/1997».

91

Ήδη με αφορμή την ΕΑ ΣτΕ 465/2002 το ζήτημα κατέστη ανάγλυφο. Κατά τη
διαδικασία δημοπράτησης του έργου Συνδυασμός Παραχώρησης Αυτοκινητόδρομος
Κορίνθου- Τρίπολης – Καλαμάτας και κλάδος Λεύκτρο Σπάρτη ασκήθηκαν
ασφαλιστικά μέτρα αλλά και αίτηση ακυρώσεως από θιγόμενο συμμετέχοντα στο
διαγωνισμό. Η σύμβαση όπως χαρακτηρίζεται από τη διακήρυξη κρίθηκε ότι
αποτελεί σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων (βλ. και παρ. 3 της απόφασης).
Κατά το ΣτΕ δεν είναι σαφές εάν και οι μικτές συμβάσεις περί αναθέσεως της
μελέτης και εκτελέσεως έργου με παραχώρηση της εκμεταλλεύσεως του στον
ανάδοχο εμπίπτουν ως προς την προσωρινή προστασία στο πεδίο εφαρμογής της
Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ υποκείμενες στο ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ασφαλιστικών
μέτρων του ν. 2522/97 ή στην προσωρινή προστασία του άρθ. 52 του πδ 18/89. Η
αβεβαιότητα αυτή οφείλεται κατά την απόφαση στο γεγονός ότι η οδηγία 93/37/ΕΟΚ
περιλαμβάνει ορισμένες ειδικές ρυθμίσεις εν σχέσει με τις συμβάσεις παραχωρήσεως
δημοσίων έργων. Εφόσον συνεπώς οι συμβάσεις αυτές δεν εμπίπτουν στο σύνολο της
ως άνω οδηγίας είναι, κατά την απόφαση αυτή πάντα, αμφίβολο αν εμπίπτουν και στο
εύρος της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ. Σύμφωνα με την ίδια απόφαση για το ζήτημα αυτό
θα έπρεπε να τεθεί θέμα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ αλλά στην
προκείμενη περίπτωση καθίσταται άνευ σημασίας δεδομένου ότι παραδεκτά
εισάγεται και υπό τις δύο εκδοχές είτε δηλαδή ως αίτηση ασφαλιστικών, είτε ως
αίτηση αναστολής καθώς έχουν τηρηθεί οι διαδικασίες και υπό τις δύο εκδοχές134.
Για καιρό είχε αποκρυσταλλωθεί η νομολογία του ΣτΕ ως προς την παροχή
προσωρινής δικαστικής προστασίας στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων
κατά τις διατάξεις του ν. 2522/97 και σύμφωνα με αυτήν τούτη περιορίζεται στις
διατυπώσεις δημοσιότητας παρακολουθώντας το εύρος εφαρμογής της οδηγίας
93/37/ΕΟΚ στο συγκεκριμένο συμβατικό τύπο. Συνεπώς για τις λοιπές διαφορές θα
έπρεπε να προσφεύγουν οι ενδιαφερόμενοι σε άλλα ένδικα βοηθήματα. Η θέση αυτή
πέραν του γεγονότος ότι δεν ήταν εξαιρετικά πρακτική και σύμφωνη με το σκοπό της
παρεχόμενης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας εφόσον οι ενδιαφερόμενοι θα
όφειλαν με ποινές απαραδέκτου να επιλέγουν κατά περίπτωση τον τρόπο παροχής
προσωρινής δικαστικής προστασίας είναι και αντίθετη στο γράμμα της οδηγίας
93/37/ΕΟΚ, η οποία ναι μεν έχει ειδικές προβλέψεις για τις συμβάσεις παραχώρησης
δημοσίων έργων δεν σημαίνει όμως ότι ο συγκεκριμένος συμβατικός τύπος δεν
υπάγεται στο εύρος της παρά μόνον για τις διατυπώσεις δημοσιότητας.
Η θέση αυτή της νομολογίας του ΣτΕ δημιούργησε σοβαρά ερωτηματικά δεδομένου
ότι δεν φαινόταν να ήταν σύμφωνη ούτε με το γράμμα, ούτε ιδίως με το σκοπό του
κοινοτικού δικαίου και του εσωτερικού δικαίου ενσωμάτωσης των κανόνων αυτού.
Εξάλλου αντίθετη άποψη εξέφρασε και η Επιτροπή της ΕΕ στην Ερμηνευτική
Ανακοίνωση της Επιτροπής στις συμβάσεις παραχώρησης στο κοινοτικό δίκαιο της
12.4.2000 (παρ. 3.2.3, αυτής).

Με την απόφαση του ΔΕΚ της 23ης Ιανουαρίου 2003, C-57/01 Μακεδονικό Μετρό,
κρίθηκε ότι τυγχάνει εφαρμογής η οδηγία 89/665/ΕΟΚ και για τις συμβάσεις

134

Ακολούθησαν οι ΣτΕ ΕΑ 789/2002 και 790/2002

92

παραχώρησης με το σκεπτικό της παρ. 69 και 70 αυτής. Σταδιακά τροποποιήθηκε και
η νομολογία του ΣτΕ.
ΙΑ. Οι συμβάσεις που δεν καλύπτονται από την οδηγία 2004/18
Ωστόσο, οι οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις δεν εφαρμόζονται σε όλες τις
δημόσιες συμβάσεις. Παραμένει ένα ευρύ φάσμα συμβάσεων που δεν καλύπτονται
καθόλου ή µμόνον εν μέρει από τις εν λόγω οδηγίες όπως οι εξής:
- Οι συμβάσεις µε αξία μικρότερη από τα κατώτατα όρια εφαρμογής των οδηγιών
για τις «δημόσιες συμβάσεις»,
- Οι συμβάσεις υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα II Β της οδηγίας
2004/18/ΕΚ και στο παράρτημα XVII Β της οδηγίας 2004/17/ΕΚ και υπερβαίνουν τα
κατώτατα όρια εφαρμογής των οδηγιών αυτών,
- Μια τρίτη ομάδα συμβάσεων που δεν καλύπτεται ή που καλύπτεται εν μέρει από
τις οδηγίες είναι οι συμβάσεις παραχώρησης και ιδίως οι συμβάσεις παραχώρησης
υπηρεσιών. Για τις συμβάσεις αυτές υπάρχει ειδικό πλαίσιο αναφοράς όπως είδαμε
ήδη.
Μέχρι πρότινος δεν υπήρχε ζήτημα υπαγωγής των συμβάσεων αυτών στο κοινοτικό
δίκαιο καθώς τούτη γινόταν μόνον κατά ρητή πρόβλεψη των σχετικών οδηγιών. Για
τις λοιπές τα κράτη μέλη μπορούσαν να εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο και
ενδεχομένως να προβαίνουν σε αναθέσεις κατά την ευχέρεια που αυτό τους παρείχε.
Σήμερα φαίνεται, λόγω και της νομολογιακής επεξεργασίας του ΔΕΚ, η Επιτροπή να
προβαίνει σε καθιέρωση θέσεων που έχουν ως στόχο να κωδικοποιήσουν τα
νομολογιακά πορίσματα της νομολογίας του ΔΕΚ.
Σύμφωνα με την Επιτροπή οι συμβάσεις αυτές δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες για
τις επιχειρήσεις στην εσωτερική αγορά, ιδίως για τις ΜΜΕ και τις νεοσυσταθείσες
εταιρείες. Παράλληλα, επισημαίνει η Επιτροπή στη σχετική Ανακοίνωση, οι ανοικτές
και ανταγωνιστικές μέθοδοι ανάθεσης βοηθούν τις δημόσιες διοικήσεις να ελκύουν
ευρύτερο φάσμα δυνητικών υποψηφίων για τέτοιου είδους συμβάσεις αντλώντας έτσι
οφέλη από προσφορές υψηλότερης αξίας. Η εξασφάλιση της αποτελεσματικότερης
χρήσης του δημοσίου χρήματος έχει ιδιαίτερη σημασία δεδομένων των προβλημάτων
που αντιμετωπίζουν πολλά κράτη µέλη µε τον προϋπολογισμό τους. Δεν πρέπει
επίσης να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι διαφανείς πρακτικές ανάθεσης συμβάσεων
αποτελούν αποδεδειγμένη ασφαλιστική δικλίδα κατά της διαφθοράς και της
ευνοιοκρατίας.
Αυτού του είδους οι συμβάσεις εξακολουθούν σε πολλές περιπτώσεις να ανατίθενται
σε τοπικούς φορείς παροχής υπηρεσιών χωρίς κανένα διαγωνισμό. Το Δικαστήριο
των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επιβεβαίωσε στη νομολογία του ότι οι κανόνες της
συνθήκης ΕΚ για την εσωτερική αγορά εφαρμόζονται και στις συμβάσεις που δεν
εκπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις. Σε
διάφορες περιπτώσεις, τα κράτη µέλη και οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί
συντελεστές ζήτησαν την καθοδήγηση της Επιτροπής σχετικά µε τον τρόπο
εφαρμογής των βασικών αρχών που απορρέουν από τη νομολογία αυτή.
Η συγκεκριμένη ερμηνευτική προσέγγιση φυσικά δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη
στο μέτρο που εκδόθηκε ενώ παράλληλα οι οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις και
93

τους εξαιρούμενους τομείς τροποποιήθηκαν. Το περιεχόμενο της ερμηνευτικής αυτής
ανακοίνωσης θα μπορούσε ως εκ τούτου να ενσωματωθεί στο σώμα των οδηγιών και
να μην παραμείνει στη μορφή αυτή ώστε να αίρεται κάθε ανασφάλεια δικαίου.
Κατά την πάγια νομολογία άλλωστε «η κοινοτική νομοθεσία οφείλει να είναι σαφής
και η εφαρμογή της προβλέψιμη για τους ενδιαφερομένους»135,
«Η αρχή της
ασφάλειας δικαίου απαιτεί … κάθε κοινοτική πράξη η οποία έχει έννομες συνέπειες
να είναι ξεκάθαρη, σαφής και ακριβής και να φθάνει σε γνώση του ενδιαφερομένου
κατά τρόπο που αυτός να μπορεί να γνωρίζει με ασφάλεια τη στιγμή από την οποία
άρχεται η ισχύς του κανόνα»136, «η αρχή της ασφάλειας δικαίου που αποτελεί
μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης …, απαιτεί επί ποινή ακυρότητας κάθε πράξη η
οποία παράγει έννομες συνέπειες να αντλεί την υποχρεωτικότητά της σε ένα κανόνα
του κοινοτικού δικαίου που να αναφέρεται ρητά ως νομική βάση και ο οποίος να
προσδιορίζει τον τύπο τον οποίο πρέπει να έχει η σχετική πράξη»137, « ο
χαρακτήρας της βεβαιότητας και της προβλεψιμότητας του κοινοτικού κανόνα
συνιστά μία επιταγή η οποία επιβάλλεται με ιδιαίτερη ένταση όταν πρόκειται για
διάταξη η οποία επιφέρει οικονομικές συνέπειες»138, «οι αρχές της ασφάλειας
δικαίου και της προστασίας των ιδιωτών απαιτούν στο πλαίσιο των τομέων που
καλύπτονται από το κοινοτικό δίκαιο, οι κανόνες των κρατών μελών και είναι
δομημένοι με τρόπο που να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τα
δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους με τρόπο σαφή και ακριβή αλλά και στα εθνικά
δικαστήρια να βεβαιώνουν την εφαρμογή τους»139.
1. Υποχρέωση συμμόρφωσης με τους κανόνες της Συνθήκης
Οι αναθέτουσες αρχές των κρατών µελών πρέπει να συμμορφώνονται µε τους
κανόνες και τις αρχές της συνθήκης ΕΚ κάθε φορά που συνάπτουν δημόσιες
συμβάσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω συνθήκης.
Στις αρχές αυτές περιλαμβάνονται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων
(άρθρο 28 της συνθήκης ΕΚ), το δικαίωμα εγκατάστασης (άρθρο 43), η ελεύθερη
παροχή υπηρεσιών (άρθρο 49), οι µη διακρίσεις και η ίση μεταχείριση, η διαφάνεια,
η αναλογικότητα και η αµοιβαία αναγνώριση.

135

Σύμφωνα με τη ΔΕΚ Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1987, C- 325/85, Ιρλανδία κατά
Επιτροπής,: «18 Εξάλλου, όπως έχει δεχτεί επανειλημμένα το Δικαστήριο, η κοινοτική
νομοθεσία πρέπει να είναι βεβαία, η δε εφαρμογή της προβλεπτή από τους υποκειμένους σ'
αυτήν . Αυτή η επιταγή της ασφάλειας του δικαίου πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα,
οσάκις πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν οικονομικές επιπτώσεις, ώστε να
μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους
επιβάλλουν». .
136

ΠΕΚ Απόφαση της 22ης Ιανουαρίου 1997, T-115/94, 22 janv. 1997, Opel κατά
Συμβουλίου.
137

ΔΕΚ Απόφαση της 13ης Ιουνίου 1993, C-325/91, Γαλλία κατά Επιτροπής.

138

ΔΕΚ Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1990, C-30/89,Επιτροπή κατά Γαλλίας.

139

ΔΕΚ Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1998, C-257/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας.

94

Το ∆ΕΚ έχει αναπτύξει σειρά βασικών κανόνων για την ανάθεση των δημόσιων
συμβάσεων, οι οποίοι απορρέουν άμεσα από τους κανόνες και τις αρχές της
συνθήκης ΕΚ. Οι αρχές της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων
λόγω ιθαγένειας συνεπάγονται την υποχρέωση διαφάνειας, η οποία, σύμφωνα µε τη
νομολογία του ∆ΕΚ, «συνίσταται στη διασφάλιση, υπέρ όλων των ενδεχοµένων
αναδόχων, προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας που να καθιστά δυνατό το άνοιγμα
της αγοράς υπηρεσιών στον ανταγωνισμό καθώς και τον έλεγχο του αμερόληπτου
χαρακτήρα των διαδικασιών διαγωνισμού»
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται στην ανάθεση των συμβάσεων παραχώρησης
υπηρεσιών, των συμβάσεων µε αξία μικρότερη των κατώτατων ορίων καθώς και των
συμβάσεων υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα II Β της οδηγίας
2004/18/ΕΚ και στο παράρτημα XVII Β της οδηγίας 2004/17/ΕΚ όσον αφορά
ζητήματα που δεν διευθετούνται µε τις εν λόγω οδηγίες . Το ∆ΕΚ δήλωσε ρητά ότι
«αν και ορισμένες συμβάσεις αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής των κοινοτικών
οδηγιών στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων, οι αναθέτοντες φορείς, όταν
τις συνάπτουν, υποχρεούνται, εντούτοις, να τηρούν τους θεμελιώδεις κανόνες της
Συνθήκης»140.
Η Επιτροπή στη σχετική Ανακοίνωση κάνει ρητή μνεία για το συνολικό πλαίσιο που
διέπει τις διαδικασίες αυτές αλλά και το καθεστώς της δικαστικής προστασίας τους.
Ορισμένες δημόσιες συμβάσεις, ανεξάρτητα από το ύψος της αξίας τους, παραμένουν
ωστόσο στην αποκλειστική δικαιοδοσία των κρατών μελών όταν άπτονται
σημαντικών θεμάτων ασφαλείας, όπως ιδίως στην περίπτωση των δημόσιων
συμβάσεων στον τομέα της άμυνας.
2. Υποχρέωση εφαρμογής του εθνικού δικαίου εφόσον η σύμβαση δεν
παρουσιάζει ενδιαφέρον για την εσωτερική αγορά
Εάν η αναθέτουσα αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η υπό εξέταση σύμβαση
παρουσιάζει ενδιαφέρον για την εσωτερική αγορά, πρέπει να την αναθέσει σύμφωνα
µε τους βασικούς κανόνες που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. Όταν η Επιτροπή
ενημερωθεί για πιθανή παραβίαση των βασικών κανόνων ανάθεσης των δημόσιων
συμβάσεων που δεν καλύπτονται από τις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις,
προβαίνει στην αξιολόγηση της σημασίας της εν λόγω σύμβασης για την εσωτερική
αγορά υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων συνθηκών της κάθε υπόθεσης. Διαδικασίες
επί παραβάσει δυνάμει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ κινούνται μόνον στις
υποθέσεις όπου αυτό φαίνεται σκόπιμο, δεδομένης της σοβαρότητας της παράβασης
και του αντικτύπου της στην εσωτερική αγορά.

140

Βλ. ειδικά την Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής της 23ης Ιουνίου 2006 σχετικά
με το κοινοτικό δίκαιο που εφαρμόζεται στο πέρασμα των συμβάσεων που δεν υποβάλλονται
ή υποβάλλονται μερικώς στις οδηγίες «δημόσιες συμβάσεις».(2006/C 179/02)

95

3. Κανόνες που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που
μία σύμβαση παρουσιάζει ενδιαφέρον για την
εσωτερική αγορά
Υποχρέωση τήρησης κανόνων δημοσιότητας
Σύμφωνα µε το ∆ΕΚ, οι αρχές της ίσης μεταχείρισης και των µη διακρίσεων
συνεπάγονται την υποχρέωση διαφάνειας η οποία συνίσταται στην εξασφάλιση,
προς όφελος κάθε πιθανού αναδόχου, επαρκούς βαθμού δημοσιότητας ώστε να
είναι δυνατό το άνοιγμα της αγοράς στον ανταγωνισμό. Η υποχρέωση διαφάνειας
απαιτεί μια επιχείρηση που βρίσκεται σε άλλο κράτος µέλος να έχει πρόσβαση σε
κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά µε τη σύμβαση πριν αυτή ανατεθεί, έτσι ώστε,
εάν το επιθυμεί, να είναι σε θέση να εκφράσει το ενδιαφέρον της για την εν λόγω
σύμβαση.

Μέσα δημοσιότητας
Οι αναθέτουσες αρχές είναι αρμόδιες να αποφασίσουν για το καταλληλότερο μέσο
δημοσιοποίησης των συμβάσεων τους. Η επιλογή τους πρέπει να καθοδηγείται από
την αξιολόγηση της σημασίας που έχει η σύμβαση για την εσωτερική αγορά, και
ιδιαίτερα όσον αφορά το αντικείμενο και την αξία της αλλά και τις συνήθεις
πρακτικές στον σχετικό τομέα.
Όσο πιο μεγάλο είναι το ενδιαφέρον που έχει η σύμβαση για τους πιθανούς
υποψηφίους από άλλα κράτη µέλη, τόσο πιο ευρεία πρέπει να είναι η δημοσιότητα
που πρέπει να της δοθεί. Ειδικότερα, για να είναι επαρκής η διαφάνεια όσον αφορά
τις συμβάσεις υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα II B της οδηγίας
2004/18/ΕΚ και στο παράρτημα XVII B της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, οι οποίες
υπερβαίνουν τα όρια εφαρμογής των οδηγιών αυτών, κατά γενικό κανόνα
απαιτείται η δημοσίευση σε μέσο μεγάλης εμβέλειας.
Τέτοια είναι:
Το διαδίκτυο
Οι Εθνικές επίσημες εφημερίδες ειδικές εθνικές εφημερίδες για τη δημοσίευση
δημόσιων συμβάσεων, εφημερίδες εθνικής ή περιφερειακής εμβέλειας ή
εξειδικευμένες δημοσιεύσεις
Τα τοπικά μέσα δημοσίευσης
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν επίσης τα τοπικά μέσα
δημοσιοποίησης, όπως τοπικές εφημερίδες, δημοτικά ενημερωτικά έντυπα ή ακόμα
και πίνακες ανακοινώσεων. Ωστόσο, αυτά τα μέσα παρέχουν αυστηρά και μόνον
τοπική δημοσιότητα, η οποία ενδέχεται να επαρκεί σε ειδικές περιπτώσεις, όπως σε
πολύ μικρές συμβάσεις για τις οποίες υπάρχει μόνον τοπική αγορά.
-Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης/TED (Tenders Electronic Daily)
Η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι
υποχρεωτική αλλά ενδεχομένως αποτελεί ενδιαφέρουσα εναλλακτική λύση, ιδίως
96

για τις μεγαλύτερες συμβάσεις

Περιεχόμενο της δημοσιοποίησης
Η δημοσιοποίηση μπορεί να περιορίζεται σε σύντομη περιγραφή των ουσιωδών
στοιχείων της προς ανάθεση σύμβασης και της μεθόδου ανάθεσης, παράλληλα µε
πρόσκληση για επαφή µε την αναθέτουσα αρχή. Εάν χρειάζεται, μπορούν να
παρασχεθούν συµπληρωματικές πληροφορίες, είτε µέσω Διαδικτύου είτε κατόπιν
αιτήματος που ο υποψήφιος υποβάλλει στην αναθέτουσα αρχή.
Η προκήρυξη και τα τυχόν συµπληρωµατικά έγγραφα πρέπει να παρέχουν τόσες
πληροφορίες όσες χρειάζεται σε κανονικές συνθήκες μια επιχείρηση από άλλο
κράτος µέλος για να αποφασίσει εάν είναι σκόπιμο να εκδηλώσει το ενδιαφέρον
της για την εν λόγω σύμβαση.

Διαδικασία ανάθεσης
Στην απόφασή του για την υπόθεση Telaustria το ∆ΕΚ δήλωσε ότι η υποχρέωση
για διαφάνεια συνίσταται στην εξασφάλιση, προς όφελος κάθε πιθανού αναδόχου,
επαρκούς βαθμού δημοσιότητας ώστε να επιτρέπεται, αφενός, το άνοιγμα της
αγοράς στον ανταγωνισμό και, αφετέρου, ο έλεγχος του αμερόληπτου χαρακτήρα
των διαδικασιών διαγωνισμού. Η εγγύηση μιας δίκαιης και αμερόληπτης
διαδικασίας απορρέει κατ' ανάγκην από την υποχρέωση της εξασφάλισης
διαφανούς δημοσιοποίησης.
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να λάβουν μέτρα για να περιορίσουν τον αριθμό
των υποψηφίων στο κατάλληλο επίπεδο, µε την προϋπόθεση ότι αυτό γίνεται κατά
τρόπο διαφανή και χωρίς διακρίσεις.
Η τελική απόφαση για την ανάθεση της σύμβασης πρέπει να συμμορφώνεται µε τους
διαδικαστικούς κανόνες που καθορίστηκαν εκ των προτέρων και, να τηρούνται
πλήρως οι αρχές των µη διακρίσεων και της ίσης μεταχείρισης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα
για τις διαδικασίες στις οποίες προβλέπονται διαπραγματεύσεις µε υποψηφίους στο
τελικό στάδιο επιλογής. Οι διαπραγματεύσεις αυτές πρέπει να διοργανώνονται µε
τέτοιον τρόπο ώστε να δίνεται σε όλους τους υποψηφίους πρόσβαση στην ίδια
ποσότητα πληροφοριών και να αποκλείεται η τυχόν αδικαιολόγητη προνομιακή
μεταχείριση ενός υποψηφίου.

Δικαστική προστασία- προσφυγές
Στην απόφαση Telaustria, το ∆ΕΚ τόνισε τη σημασία που έχει ο έλεγχος του
αμερόληπτου χαρακτήρα της διαδικασίας. Χωρίς επαρκή μηχανισμό ελέγχου δεν
µπορεί να εξασφαλιστεί αποτελεσματικά η συμμόρφωση µε τις βασικές αρχές της
δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας. Οι οδηγίες για τις διαδικασίες προσφυγής
(1) καλύπτουν μόνον συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών
για τις δημόσιες συμβάσεις. Όσον αφορά τις συμβάσεις µε αξία µμικρότερη από το
κατώτερο όριο εφαρμογής των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, πρέπει να ληφθεί
υπόψη ότι, δυνάμει της νομολογίας του ∆ΕΚ (4), τα άτομα δικαιούνται ουσιαστική
δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν από την κοινοτική έννομη τάξη.
Το δικαίωμα αυτής της προστασίας αποτελεί µία από τις γενικές αρχές του δικαίου
97

που απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών µελών.
Απουσία σχετικών κοινοτικών διατάξεων, εναπόκειται στο κράτος µέλος να
προβλέψει τους αναγκαίους κανόνες και τις διαδικασίες για την εξασφάλιση
ουσιαστικής δικαστικής προστασίας.
Για να συμμορφώνονται µε αυτή την απαίτηση για ουσιαστική δικαστική προστασία,
τουλάχιστον οι αποφάσεις που έχουν αρνητικές συνέπειες για ένα άτομο που έχει ή
είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για τη σύναψη μιας σύμβασης, όπως π.χ.
οποιαδήποτε απόφαση διαγραφής υποψηφίου ή υποβάλλοντος προσφορά, θα πρέπει
να υπόκεινται σε έλεγχο για πιθανές παραβιάσεις των βασικών αρχών που απορρέουν
από το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο. Για να επιτρέπουν την αποτελεσματική άσκηση
του δικαιώματος των ατόμων για προσφυγή, οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να
αιτιολογούν τις αποφάσεις που αποτελούν αντικείμενο προσφυγής είτε στις ίδιες τις
αποφάσεις ή κατόπιν αιτήματος, ύστερα από την κοινοποίηση της απόφασης.
Σύμφωνα µε τη νομολογία περί δικαστικής προστασίας, τα διαθέσιμα ένδικα μέσα
δεν πρέπει να είναι λιγότερο αποτελεσματικά από εκείνα που ισχύουν για
παρεμφερείς καταγγελίες βάσει εθνικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν
πρέπει να είναι τέτοια ώστε στην πράξη να καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά
δυσχερή την παροχή δικαστικής προστασίας (αρχή της αποτελεσματικότητας).

98

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Ελληνική

Αδαμαντίδου Ε., Η διαδικασία της «διαπραγμάτευσης χωρίς προγενέστερη
προκήρυξη διαγωνισμού» για «τεχνικούς λόγους» ή/και «κατεπείγουσα ανάγκη»,
(Παρατηρήσεις στην C-385/02, 14.09.2004), ΔηΣΚΕ 2/2005, σ. 206 επ.
Αδαμαντίδου Ε., Νομολογιακές εξελίξεις στις κοινοτικές δημόσιες συμβάσεις, ΝοΒ
2002, σελ. 629.
Αθανασοπούλου Χ., Οικονομική ελευθερία και προστασία περιβάλλοντος,
Σύγχρονες προοπτικές σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο (από την GATT στον
ΠΟΕ), Σάκκουλας Θεσσαλονίκη, 2002.
Αναστόπουλου Ι., Οι Δημόσιες Επιχειρήσεις, Αντ. Σάκκουλας, 1987.
Αντωνίου Α., Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας και του Δικαστηρίου
των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την κοινοτική πολιτική βιώσιμης ανάπτυξης και
προστασία περιβάλλοντος, Αντ. Σάκκουλας 1999.
Αντωνίου Α., Ελληνική και κοινοτική νομοθεσία προστασίας περιβάλλοντος έτη
1989- 1994, Αντ. Σάκκουλας 1997 .
Βadura P., Θεμελιώδη προβλήματα οικονομικού συνταγματικού δικαίου, ΝoΒ 1976,
σ. 833 επ.
Βασιλάκη – Μπουγιούκα Κ., Ιωαννίδου – Ανδριώτη Σ. (επιμ) – ΚΕΝΤΡΟ
ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Το κοινοτικό
δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων και οι επιπτώσεις του στο ελληνικό δίκαιο των
δημοσίων έργων, Αντ. Ν. Σάκκουλας 1995.
Βενιέρη Ι., ΣΔΙΤ – Συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Το συμβατικό
πλαίσιο, Νομική Βιβλιοθήκη 2007.
Βερβενιώτη Γ., Εκτέλεση έργων με παραχώρηση της εκμετάλλευσής τους - ΒΟΤ
συμβάσεις, Αντ. Ν. Σάκκουλας..
Βερβενιώτη Γ., Κατασκευές και Διαιτησία, Εκτέλεση Έργων με παραχώρηση της
εκμετάλλευσης - ΒΟΤ συμβάσεις- Αντ. Ν. Σάκκουλας 1993.
Βλαχόπουλου Σ. Όψεις της δικαστικής προστασίας ενώπιον του Συμβουλίου της
Επικρατείας, το παράδειγμα του ν. 2522/1997 για τα δημόσια έργα- Σάκκουλας 1998.
Γεραπετρίτη Γ., Με αφορμή τις αποφάσεις ΣτΕ 3242/2004 και
3243/2004 για τον «βασικό μέτοχο», ΝοΒ 53 (2005) σ. 443.
99

Γεραρή Χ., Η προσωρινή προστασία στα δημόσια έργα, τις προμήθειες και τις
υπηρεσίες, (ν. 2522/97), Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή 1999.
Γέροντα Α., Η προσωρινή δικαστική προστασία στα δημόσια έργα. Υπεροχή του
δημοσίου συμφέροντος ή αποτελεσματική προστασία του πολίτη; ΔιΔικ 1997, σελ.
1101επ.
Γέροντα Α., Ο προληπτικός έλεγχος των δημοσίων συμβάσεων από το Ελεγκτικό
Συνέδριο, σε Διαφάνεια και Αναξαρτησία στον έλεγχο του δημοσίου χρήματος,
Τιμητικός Τόμος για τα 170 χρόνια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Αντ. Ν. Σάκκουλας,
2004 σ. 65 επ.
Γέροντα Α./Λύτρα Σ./Παυλόπουλου Π./Σιούτη Γλ./Φλογαίτη Σ., Διοικητικό
Δίκαιο. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2004.
Γέροντα Α., Δημόσιο Οικονομικό Δίκαιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2002.
Γέροντα Α., Δίκαιο Δημοσίων Έργων, Η διοικητική σύμβαση δημοσίου έργου, Αντ.
Σάκκουλας 2000.
Γεσίου – Φαλτσή Π., Ασφαλιστικά μέτρα στον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο, συνέδριο
«Η επίδραση του κοινοτικού δικαίου στο ελληνικό ιδιωτικό δίκαιο» 1992 και
Ελλ.Δνη 1993, 241 επ.
Γεωργιάδης Απ., Παυλόπυλος Π., Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο
των διοικητικών συμβάσεων (γνωμοδότηση), ΝοΒ 35, 1987, σελ. 701 επ.
Γιαννακόπουλου Κ., Η προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού κατά την εκτέλεση
των διοικητικών συμβάσεων, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2006.
Γιαννακόπουλου Κ., Η αδιαφάνεια που απαιτεί ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός
στο κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, Βιβλιοθήκη Νομικής Θεωρίας και
Πράξεως 36, Αντ. Ν. Σάκκουλας 2003.
Γιανακούρου Γ.- Τροβά Ε., Ολυμπιακοί Αγώνες και Δίκαιο, Αντ. Σάκκουλας, 2001.
Γκασούκα Γ., Αποζημίωση σε διαγωνισμούς δημοσίων έργων, κρατικών
προμηθειών, υπηρεσιών, Σάκκουλας Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2005.
Γκιτσάκης Ι., Η παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας και δημοσίου έργου, Εκδ.
Σάκκουλας, 2006.
Γλαβίνη Π., Τα Δημόσια Έργα στην Κοινότητα, ΕΕΕυρΔ 1:1993, σ. 5780.
Γρηγορίου Γ., Η νομική φύση των συμβάσεων εκτελέσεως δημοσίων έργων που
συνάπτονται από δημόσιες επιχειρήσεις, ΝοΒ 34, 1986, σελ. 1216.

100

Γώγου Κ., Η έννοια του οργανισμού δημοσίου δικαίου στην πρόσφατη νομολογία
του ΔΕΚ για τις δημόσιες συμβάσεις, Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου
1999, σελ. 79-95, και ΔΕΚ της 15/1/1998 C-44/96 Μannesmann Anlagenbau Austria
AG κλπ.
Δαγτόγλου Π., Γενικό Διοικητικό Δίκαιο 5η Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα
Αθήνα Κομοτηνή 2004.
Δαγτόγλου Π., Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο Ι, 2η έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν.
Σάκκουλα Αθήνα Κομοτηνή 1985.
Δεγλερής Π, Δημόσια Έργα προμήθειες και υπηρεσίες στην προσωρινή δικαστική
προστασία του Ν> 2522/1997, Εκδ. Σάκκουλας, 2005.
Δεγλερής Π, Δίκαιο προμηθειών Δημοσίου- Τόμοι I και II., Εκδ. Σάκκουλα 2003.
Δεκλερή Μ,. Το δίκαιο της Βιώσιμης Ανάπτυξης, Αντ. Σάκκουλας, 2000
Δεκλερή Μ., Ο δωδεκάδελτος του περιβάλλοντος, Εγκόλπιο Βιωσίμου Αναπτύξεως,
Νόμος και Φύση, Αντ. Σάκκουλας, 1996.
Δελή Γ., Κοινοτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος, Οι διαστάσεις της προστασίας του
περιβάλλοντος στην κοινοτική έννομη τάξη, Αντ. Σάκκουλας 1998.
Δημητρακόπουλου Ι., Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων έργων,
προμηθειών και υπηρεσιών, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2003.
Ευστρατίου Π.Μ., Κύρωση Περιβαλλοντικών Όρων με νόμο και προστασία του
περιβάλλοντος, ΠερΔικ 4/1999 σ. 524 επ.
Ευστρατίου Π.Μ., Αποτελεσματική εκτέλεση του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου
και αυτονομία τον εθνικού διαδικαστικού και δικονομικού δικαίου, Δ 1998 σελ. 152
επ.
Ευστρατίου Π.Μ., Η ενσωμάτωση της οδηγίας για την εκτίμηση των επιπτώσεων
ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (85/337/ΕΟΚ) στο
ελληνικό δίκαιο, ΔιΔικ, 1998, σ. 561 και επ.
Ευστρατίου Π.Μ., Οι νέες διατάξεις του κώδικα δημοσίου λογιστικού (ν.
2362/1995) για τις διοικητικές συμβάσεις, ΔιΔικ 1997, σ. 553 επ.
Ευστρατίου Π.Μ., Η αρχή της νομιμότητας και διοικητικές συμβάσεις, ΝοΒ 1993, σ.
668 επ.
Ζορμπαλά Μ., Το κοινοτικό καθεστώς της κατάρτισης συμβάσεων δημοσίων
προμηθειών και οι επιπτώσεις του στην ελληνική νομοθεσία, Αντ. Σάκκουλας 1992.
Ζύγουρα Ο., Συνταγματική κατοχύρωση της προσωρινής δικαστικής προστασίας
στις ακυρωτικές διοικητικές διαφορές, ΕλλΔνη 1993, σελ. 1578 επ.

101

Ιωάννου Κ., Εθνικά ένδικα βοηθήματα για παραβάσεις του Κοινοτικού Δικαίου,
ΕΕΕυρΔ, 1994, 1 επ.
Καΐση Α. (επιμ) – ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΣΔΙΤ. Ο ν. 3389/2005 για τις συμπράξεις δημοσίου
και ιδιωτικού τομέα, Αντ. Σάκκουλας, 2006.
Κακούρη Κ., Υπάρχει δικονομική αυτονομία των κρατών μελών ? ΝοΒ 1998, σελ. 3
επ, με εκτενείς παραπομπές.
Κακούρη Κ,. Σχόλια στην απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
της 19ης Ιουνίου 1990, Factortame I, 213/89, ΔιΔικ, 1991, σ. 497 επ.
Καλαβρού Ε., Θεμελιώδη οικονομικά δικαιώματα στο Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο,
1985.
Καναβά Μ., Προσωρινή δικαστική προστασία στο δίκαιο των συμβάσεων δημοσίων
έργων κλπ, Δ 29, 1998, σελ. 1404.
Καράβη Ε., Μεντη Φ., Αστερίου Ε., Νομοθεσία των Δημοσίων Έργων, 5ος τόμος,
συνέχεια από τον 4ο τόμο του έργου του Ντίνου Ρόβλια, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα
Αθήνα Κομοτηνή 2006.
Καράβη Ε., Μεντή Φ., Αστερίου Ε., Δημόσια Έργα, ο νέος νόμος 3263/2004,
Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα Κομοτηνή 2004.
Καράκωστα Γ.- Σιούτη Γλ. (επ), Εισαγωγή στο κοινοτικό δίκαιο περιβάλλοντος,
Αντ. Σάκκουλας 1993.
Καραναστάση Μ., Οι συμπράξεις Δημοσίου – ΟΤΑ – ΝΠΔΔ και των Ανωνύμων
Εταιριών τους με φορείς του ιδιωτικού φορέα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα
Κομοτηνή, 2005.
Καραναστάση Μ., Μειοδοτικό σύστημα ανάθεσης δημοσίων έργων – κατάργηση
του μαθηματικού τύπου (Ν. 3263/2004), Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα
Κομοτηνή, 2005.
Καραναστάση Μ., Έργα Δημόσια – Περιφερειακά – Νομαρχιακά – Δημοτικά –
Κοινοτικά, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα Κομοτηνή, 2003.
Καραναστάση Μ., Έργα. Τρόποι εκτέλεσης, Αθήνα 2000.
Καραναστάση Μ., Οι προμήθειες του Δημοσίου, φορέων δημοσίου τομέα – νπδδκρατικών οργανισμών- επιχειρήσεων- τραπεζών και των οργάνων τοπικής
αυτοδιοικήσεως, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα Κομοτηνή, 1990.
Καρύδη Γ., Ευρωπαϊκό Δίκαιο επιχειρήσεων και ανταγωνισμού, Εκδόσεις Αντ. Ν.
Σάκκουλα 2004.

102

Κανελλόπουλου Π., Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εκδόσεις Αντ. Ν.
Σάκκουλα Αθήνα Κομοτηνή 1999.
Κατσιμάνη Ε., Κοινοτικό δίκαιο δημοσίων συμβάσεων, εκδ. Αντ. Σάκκουλα Αθήνα
– Κομοτηνή 2007.
Κεραμέως Κ., Χριστιανού Β., Δημόσιοι διεθνείς διαγωνισμοί και
διατάξεις δημόσιας τάξεως του κοινοτικού και του εσωτερικού δικαίου
(Γνωμοδότηση), ΕλλΔικ 4/2005, σ. 997.
Κεραμέως Κ., Όροι τροποποιήσεως διοικητικής συμβάσεως κυρωθείσης δια νόμου,
ΕΔΔΔ ,1977, σ. 263 επ.
Κοϊμτζόγλου Ι., Μορφές τις απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης των
διοικητικών συμβάσεων, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη 1997.
Κοντόγιωργα – Θεοχαροπούλου Δ. , Η προσωρινή προστασία στις διοικητικές
διαφορές, σε «Η προσωρινή δικαστική προστασία», σελ. 167 επ.
Κοσμίδη Ν., Η συμβατότητα των μειοδοτικών συστημάτων ανάθεσης δημοσίων έργων με το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού και δημοσίων
συμβάσεων, ΕλλΔνκ 1/2005, σ. 40-50.
Κόρσου Δ., Η σύμβαση του διοικητικού δικαίου, Αντ. Ν. Σάκκουλας 1995.
Κόρσου Δ., Η σύμβασις του διοικητικού δικαίου, 1961.
Κοτσίρη Λ., Εμπορικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εισαγωγή στην Κοινοτική
Έννομη Τάξη –Θεμελιώδεις Ελευθερίες, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη, 2001.
Κουκούλη – Σπηλιωτοπούλου Σ., Δικαστική προστασία και κυρώσεις για τις
παραβάσεις του Κοινοτικού Δικαίου, ΕλλΔνη 1997, σελ. 367 επ.
Κουσούλη Σ., Θεμελιώδη προβλήματα της διαιτησίας, Β. Θεωρία, Αντ. Ν.
Σάκκουλας 1996.
Κουσούλη Σ., Αποτροπή και επίλυση διαφορών στις συμβάσεις κατασκευής, (κατά
τα πρόσφατα παραδείγματα της ελληνικής νομοθεσίας), Εισήγηση σε ημερίδα για την
«Ανώμαλη εξέλιξη της κατασκευαστικής σύμβασης».
Κουτούπα -Ρεγκάκου Ε., Οι νέες κοινοτικές οδηγίες - περιβαλλοντικά και κοινωνικά
κριτήρια ανάθεσης, ΔηΣΚΕ 3/2005, σ. 288 επ.
Κουτούπα -Ρεγκάκου Ε., Η προσωρινή προστασία κατά την διαδικασία ανάθεσης
δημοσίων συμβάσεων μετά τον ν. 2522/97, ΝοΒ 1999, τόμος 47, τεύχος 4, σ. 537 επ.
Κουτούπα – Ρεγκάκου Ε., Δημόσιες Συμβάσεις και Κοινοτικό Δίκαιο, Διαδικασίες
ανάθεσης και έννομη προστασία, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη, 1995.
Κυριακόπουλου Π., Τεχνική νομοθεσία, Σύγχρονη Εκδοτική, Αθήνα 2001.

103

Λαζαράτου Π., Αναστολή εκτελέσεως διοικητικών πράξεων στο δίκαιο των
δημοσίων έργων και προμηθειών, Δ. 1996, σελ.. 687 επ.
Μανιάτη Α., Δίκαιο μελετών δημοσίων έργων και συναφών υπηρεσιών, εκδ. Αντ.
Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2006.
Μανιάτη Α., Δίκαιο Δημοσίων Έργων, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2005.
Μανιάτη Α., Επιστροφή καταβληθείσας αμοιβής αναδόχου ελαττωματικού έργου,
ΑρχΝ Περίοδος Β΄ (ΝΓ΄) 2002, σελ. 623-627.
Μάρδα Δ. /Σπαχή Α., Προμήθειες του Δημοσίου. Το ολοκληρωμένο έργο της
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΕΕΕυρΔ, 1993, σελ 561.
Μαρκόπουλου Ν., Δίκαιο δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, Σάκκουλας, 2004.
Μασουρίδη Ν., Αι συμβάσεις της διοικήσεως ενώπιον του ΣτΕ, ΕΔΔΔ, 1959, σ. 225
επ.
Mattera A., Η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά- Οι κανόνες και η λειτουργία της, Εκδόσεις
Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα Κομοτηνή 1992.
Μενουδάκου Κ., Προσωρινή προστασία στις διαφορές ενώπιον του Σ.τ.Ε –
Νομολογιακές Εξελίξεις, σε "Η προσωρινή Δικαστική προστασία στις διοικητικές
διαφορές", Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος, τ. 22, 1994, σελ. 37 επ.
Μεταξάς Α., Θέματα Ευρωπαϊκού Δικαίου, Νομολογία ΔΕΚ, Πρόλογος Χ.
Χρυσανθάκη, Αντ. Σάκκουλας 2005.
Μηλιώνη Ν., Διαφθορά και Δημόσια Διαχείριση, ΔιΔικ 2003, σ. 273 επ.
Μηλιώνη Ν., Ο Θεσμικός Ρόλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Αντ. Σάκκουλας 2002,
σ. 321 επ.
Moυζουράκη Π., Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου Hornsby c/Grece και οι συνέπειές της για το ελληνικό διοικητικό δίκαιο,
ΔιΔικ, 1999, σελ. 276 επ.
Μουζουράκη Σ., Προσωρινή δικαστική προστασία κατά το στάδιο που προηγείται
της συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων, κρατικών προμηθειών και υπηρεσιών
σύμφωνα με την οδηγία 89/665/ΕΟΚ. Ερμηνευτικά προβλήματα που προκύπτουν από
τον προσφάτως ψηφισθέντα νόμο 2522/1997, ΔιΔικ 1997, 1112.
Μουκίου Χ., Η αρχή της νομιμότητας και οι συμβάσεις του Δημοσίου και των
ΝΠΔΔ, Σχόλιο στην ΣτΕ Ολ 4936/1995. ΔιΔικ 1997, σ. 283 επ.
Μπαρδούτσου Δ., Ζητήματα συνταγματικής τάξης (από τα άρθρα 94 και 95 Σ.) και ο
ρόλος του εφαρμοστέου στις συμβάσεις δικαίου, ΔιΔικ 1997, σ. 545 επ.

104

Μπέη Ε., Έκταση της δικαστικής αναστολής εκτελέσεως της διοικητικής πράξης, Δ
1997, σελ. 1049 επ.
επιμ. Κ. Μπέη, Η δραστικότητα της προσωρινής προστασίας, (συλλογικό έργο)
1995.
Ομπέση Φ., Μελέτη και Κατασκευή Δημοσίων Έργων, Θεσσαλονίκη, Εκδ Ζήση,
1993.
Οικονόμου Α., Διαδικασίες για την αποφυγή και επίλυση διαφορών στα
κατασκευαστικά έργα- Οι σχετικές ρήτρες στις πρόσφατες συμβάσεις για την
κατασκευή του νέου διεθνούς αεροδρομίου της Αθήνας, της Γέφυρας Ρίου Αντιρρίου
και της Λεωφόρου Ελευσίνας- Σταυρού – Σπάτων», στην ημερίδα «Ανώμαλη εξέλιξη
της κατασκευαστικής σύμβασης».
Παπαγιάννη Δ., Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, 2η έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν.
Σάκκουλα Αθήνα Κομοτηνή 1999.
Παπαγιάννη Δ., Η έννοια της «αναθέτουσας αρχής» στις δημόσιες συμβάσεις κατά
το κοινοτικό δίκαιο, ΕλΔνη 40, 1999, σελ. 1676.
Παπαδημητρίου Γ, Η διεθνοποίηση και κοινοτικοποίηση της δικαστικής
προστασίας, ΝοΒ 1996, 569.,
Παπαευαγγέλου Θ., Μαρίνου Κ., Κρανίτη Μ., Μασιλάκη Ο.Μ., Σταματοπούλου
Μ., Μουργιά Ε., Καρύδα Σ., Δημόσια Έργα, Ασφαλιστικά Μέτρα, Αίτηση
Ακυρώσεως, Αίτηση Αναιρέσεως, Συλλογή νομοθεσίας.
Παπαευαγγέλου Θ., Συμπλήρωμα νομοθεσίας δημοσίων έργων, Εκδ. Σάκκουλας,
2006.
Παπανικολαΐδη Δ., Δίκαιον των διοικητικών συμβάσεων, 1966.
Παπαχατζή Γ., Σύστημα του εν Ελλάδι ισχύοντος Διοικητικού Δικαίου, Γ εκδ,
Αθήνα 1960, σ. 237 και 554 επ., όπου με έμφαση αναφέρεται ότι «η διμερής
σύμβασις παραχωρήσεως διέπεται από τους κανόνες του διοικητικού δικαίου, διότι
αποτελεί σύμβασιν διοικητικήν, ουχί δε ενοχικού δικαίου δικαιοπραξίαν».
Παυλόπουλου Π., Η σύμβαση εκτέλεσης
γνωμοδοτήσεις, Σάκκουλας, Αθήνα, 1997.

δημοσίου

έργου,

Άρθρα

και

Παυλόπουλου Π. Τα όρια της προσωρινής δικαστικής προστασίας σε Δικανικοί
διάλογοι ΙΙ, Η δραστικότητα της προσωρινής δικαστικής προστασίας, Έκδοση
Κέντρου Δικανικών Μελετών , 1995 σ. 51 επ.
Παυλόπουλου Π., Οριστική και προσωρινή δικαστική προστασία στο πλαίσιο του
Κοινοτικού Δικαίου, ΤοΣ 1994, σελ. 521 επ.
Παυλόπουλου Π., Εγγυήσεις του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας στο
ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, 1993.
105

Παυλόπουλου Π, Όψεις του δικαιώματος δικαστικής προστασίας υπό το φως του
ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, ΔιΔικ, 1992, σ. 989 επ.
Πετρόγλου Ι., «Τα νέα κριτήρια χορήγησης αναστολής εκτέλεσης από την Επιτροπή
Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας», ΕΔΚΑ 1996, σελ. 593 επ.
Ρέμελη Κ., Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του ΣτΕ (ν. 2522/97). Οι
κοινοτικές καταβολές της προσωρινής προστασίας στα δημόσιας έργα, τις προμήθειες
και τις υπηρεσίες, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη 2000.
Ρίζου Δ., Αι κατά το ευρωπαϊκόν κοινοτικόν δίκαιον συμβάσεις δημοσίου δικαίου,
Αρμενόπουλος 1980, σ. 349 επ.
Ρόβλια Ν., Νομοθεσία των Δημοσίων Έργων, Εκδόσεις Aντ. Ν. Σάκκουλας (τόμοι
4).
Ρόβλια Ν. Μέντη Φ., Τα δημόσια έργα στην κρίση των δικαστηρίων, Νομολογία
100, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2003.
Σαρμά Ι., Η συνταγματική και διοικητική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείς,
Α. Σάκκουλας, 1994.
Σκανδάμη Ν., Το παράδειγμα της Ευρωπαϊκής Διακυβέρνησης. Μεταξύ κυριαρχίας
και αγοράς, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 2006.
Σκανδάμη Ν., Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Θεσμοί και έννομες τάξεις της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, Ι, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα Κομοτηνή 1997.
Σκανδάμη Ν., Το κράτος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Ι., Αντ. Ν. Σάκκουλας 1986.
Σκανδάμη Ν., Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο και ελληνικό δίκαιο προσαρμογής, Ι, Β,
1982, σ. 78 επ.
Σκουρή Β. (επ.): Ερμηνεία Συνθηκών, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα ΑθήναΚομοτηνή 2003.
Σκουρή Β., Νομοθετικές εξελίξεις στο πεδίο της προσωρινής δικαστικής προστασίας
κατά των διοικητικών πράξεων σε, Η προσωρινή δικαστική προστασία στις
διοικητικές διαφορές, 2001, 4η έκδοση, σ. 17 επ.
Σκουρή Β., Η προσωρινή δικαστική προστασία στις διοικητικές διαφορές, 4η
Έκδοση, Αντ. Ν. Σάκκουλας 2001.
Σκουρή Β., Προσανατολισμοί στο Δημόσιο Δίκαιο, ΙΙ, Δημόσιες Συμβάσεις Έργων,
Προμηθειών και υπηρεσιών, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη 2000.
Σκουρή Β., Φραγκάκη Ν., Συνδυασμός ερμηνείας και εφαρμογής ελληνικού και κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες σνμβάσεις υπηρεσιών
(Γνωμοδότηση), ΝοΒ 1998, τόμος 46, τεύχος 2, σ. 168 επ.
106

Σκουρή Β., Διοικητικές συμβάσεις και δημόσια έργα, Πρακτικές εφαρμογές με
αφορμή ζητήματα ελληνικού και ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, Β΄ έκδ.
Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 1997.
Σκουρή Β., Φραγκάκη Ν., Κοινοτική έννοια οργανισμού δημοσίου δικαίου- Η
οδηγία 92/50/ΕΟΚ και η επιλογή διαδικασίας ανάθεσης- Ανάθεση μελετών σε
δημόσιες επιχειρήσεις ΔΕΗ, ΝoΒ 46, σ. 168 επ.
Σκουρή Β., Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Ι, 2η έκδ, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη, 1996.
Σκουρή Β., Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Ι, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη, 2η έκδοση,
1995.
Σκουρή Β, Η δικαστική αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών πράξεων, έκδ. 3.
1994.
Σκουρή Β., Νομοθετικές εξελίξεις στο πεδίο της προσωρινής δικαστικής προστασίας
κατά των διοικητικών πράξεων σε, Η προσωρινή δικαστικής προστασία στις
διοικητικές διαφορές, 1994 σ. 17.
Σκουρή Β., Προϋποθέσεις απ' ευθείας ανάθεσης δημοσίου έργου κατά το
ελληνικό και το ενρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο (Γνωμοδότηση), ΕΕΕυρΔ
1:1993, σ. 37-56.
Σκουρή Β., Τάχου Α., Η προστασία του περιβάλλοντος στη νομολογία του
Συμβουλίου της Επικρατείας, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1988.
Σκουρή Π., Το Μετρό Θεσσαλονίκης, Αρμενόπουλος 2005.
Σκουρή Π. Τροβά Ε., Το Κοινοτικό Δίκαιο των Συμβάσεων Παραχώρησης και των
Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα Ι. Κείμενα εργασίας Ελληνικά
Γράμματα, 2005.
Σκουρή Π, Τροβά Ε, Κούτρα Δ., Oι Συμβάσεις Παραχώρησης και οι Συμπράξεις
Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα ΙΙ. Ο νόμος 3389/2005, Ελληνικά Γράμματα, 2005.
Σκουρή Π., Η προστασία των πολιτιστικών αγαθών στο δίκαιο των δημόσιων
συμβάσεων. Οι ιδιαίτερες νομοθετικές ρυθμίσεις. Η χρηματοδότηση ανασκαφών από
τον κύριο του έργου. Η μεταφορά ακίνητου μνημείου. Σε: Ε. Τροβά (επ.), Η
πολιτιστική κληρονομιά και το δίκαιο, Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίου Δικαίου, Εκδόσεις
Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004.
Σκουρή Π., Ανάπτυξη των περιφερειών και ανατροπή των συνόρων, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Αθήνα Θεσσαλονίκη 2004.
Σολδάτου Δ., Οι προμήθειες του δημοσίου τομέα, Αντ. Ν. Σάκκουλα ΑθήναΚομοτηνή 2004.

107

Σολδάτου Δ., Δημόσια Έργα, Κωδικοποιημένη νομοθεσία δημοσίων έργων και
μελετών, Ερμηνεία- νομολογία, Θεσσαλονίκη 2002.
Σπηλιωτόπουλου Επ., Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 11η έκδοση, Εκδόσεις Αντ.
Ν. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 2005.
Στάγκου Π./Σαχπεκίδου Ε., Δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα Θεσσαλονίκη 2000.
Στάγκου Π., Σαχπεκίδου Ε., Δίκαιο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Θεσσαλονίκη 1994.
Σταθόπουλου M., Oικονομική ελευθερία, οικονομικό σύστημα και Σύνταγμα, TοΣ
1981,σ. 526 επ.
Σταθόπουλου Μ., σε Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, ΙΙ Γενικό Ενοχικό,
Π. Αφοί Σάκκουλα, 1979, σ. 287 επ.
Σταματόλουλου Στ., Γνωμοδότηση σε Νομολογία Δημοσίων Έργων, 2007.
Σταμόπουλου Στ., Δίκαιο Δημοσίων Εργων, Θεωρία Νομολογία Υποδείγματα,
Νομική Βιβλιοθήκη 2000.
Στασινοπούλου Μ., Συμβολή εις την έννοιαν της δημοσίας υπηρεσίας, Επιστημονική
Επετηρίδα Εταιρίας Διοικητικών Μελετών, τ. 2-3, σ. 137.
Στίγκα Θ. (επιμ), Νομοθεσία δημοσίων έργων και προμηθειών. Ενημέρωση μέχρι
και το ν. 2940/2001, Β΄έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη 2002.
Συνοδινού Χ., Δίκαιο ανταγωνισμού και συμβάσεις δημοσίου, Νομική Βιβλιοθήκη
2002.
Συνοδινού Χ., Αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά τη σύναψη συμβάσεων
της διοίκησης, Νομική Βιβλιοθήκη 2001, σ. 57 επ.
Συνοδινού Χ., Δημόσιες Συμβάσεις και Κοινοτικό Δίκαιο, Δ 1999,
τόμος 30, σ. 69 επ.
Συνοδινού Χ., Προσωρινή Δικαστική Προστασία από τα εθνικά δικαστήρια μέχρι
την κατακύρωση συμβάσεων του δημοσίου, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, ΕλλΔ
1998, τόμος 39, σ. 997 επ.
Ταγαρά Χ., Δημοσιοποίηση «προκαταρκτικών» προσφορών και
αποκλίσεις από την προκήρυξη στις κατά την Οδηγία 93/38 διαδικασίες
διαπραγμάτευσης (Γνωμοδότηση), ΔηΣΚΕ 1/2005, σ. 24 επ.
Τάχου Α., Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 8η Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα
Θεσσαλονίκη 2005.
Τάχου Α., Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 6η εκδ, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη, 2000.

108

Τάχου Α., Η περιφρόνηση του Συντάγματος. Η περίπτωση της μη προστασίας του
περιβάλλοντος Νόμος και Φύση 1998, σ. 281 επ.
Τάχου Α., Η έννοια του δημοσίου έργου κατά το ελληνικό και κοινοτικό δίκαιο,
ΕΕΕυρΔ 1994, σ, 453 επ.
Τάχου Α., Παραχώρηση δημοτικής υπηρεσίας (Γνωμοδότηση), ΣΕΣΔ, 1994, σ. 481.
Τάχου Α., Η έννοια του δημοσίου έργου κατά το ελληνικό και κοινοτικό δίκαιο,
ΕΕΕυρΔ, 1994.
Τάχου Α., Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη, 1992.
Τζεβελεκάκη Ι., Συμβάσεις της Διοικήσεως και ακυρωτικές διαφορές, ΝοΒ 37,
(1989), σ. 1153 επ.
Tζεβελεκάκη Ι., Συμβάσεις της Διοικήσεως και ακυρωτικές διαφορές, ΝοΒ 1989, σ.
145 επ.
Τροβά Ε., Σκούρή Π., Το κοινοτικό δίκαιο των συμβάσεων παραχώρησης και των
ΣΔΙΤ, Ι. Κείμενα Εργασίας, Ελληνικά Γράμματα 2005.
Τροβά Ε., Το Ελεγκτικό Συνέδριο και η διασφάλιση της διαφάνειας στις δημόσιες
συμβάσεις, σε Διαφάνεια και Αναξαρτησία στον έλεγχο του δημοσίου χρήματος,
Τιμητικός Τόμος για τα 170 χρόνια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Αντ. Ν. Σάκκουλας,
2004, σ. 955 επ.
Τροβά Ε., Κούτρα Δ., Η κατασκευή του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου και η σύμβαση
παραχώρησης δημοσίων έργων, Σπουδή στη διαλεκτική των πόλων εξουσίας, Αντ.
Σάκκουλας 2001.
Τροβά Ε., Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων και το δίκαιο της
απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου, Αντ. Σάκκουλας, 2000.
Τροβά Ε., Οικονομικό Σύνταγμα και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, σε Τα Εικοσάχρονα του
Συντάγματος 1975, Αντ. Σάκκουλας 1999, σ. 463.
Τροβά Ε., Οικονομικό Σύνταγμα και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, σε ΤοΣύνταγμα
Επιστημονικά Συνέδρια 1, τα Εικοσάχρονα του Συντάγματος, Αντ. Ν. Σάκκουλας,
1998, σ. 463 επ.
Τροβά Ε., και όνομα μεν "Ανώνυμος Εταιρία" κέκληται…: θεσμικές μεταμφιέσεις
και σημειωτικά πειράματα ως άσκηση πολιτικών επιλογών και ιστορικής συνέπειας,
ΔιΔικ 1995, σ.1100 επ.
Τροβά Ε., Η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων στα ελληνικά δικαστήρια, ένας
ξαφνικός και απρόσμενος επισκέπτης, ΔιΔικ 15: 2003, σελ. 603 επ.
Τσαμπάση Α., Η διοικητική σύμβαση, Νομολογία Δημοσίων Έργων τ. 3.

109

Τσαμπάση Α., Η έννοια της διοικητικής συμβάσεως, (Νεώτεροι προβληματισμοί εκ
της νομολογίας), ΝΔΕ, τ. 3, λ. 54/1.
Τσιρινάς Αθ., Αποκρατικοποιήσεις, Εκδ. Σάκκουλας, 2006.
Τσιτσεκλή Α., Αι διοικητικαί συμβάσεις: Διακριτικά γνωρίσματα και συνέπειαι, ΝΔ,
1958, σ. 97 επ.
Τσιτσικλή Α., Νόμοι κυρούντες συμβάσεις και περιεχόμενον συμβάσεως
κυρούμένης δια νόμου ΕΕΝ 1950, σ. 358 επ.
Φαραντούρη Ν., Μειοδοτικό Σύστημα Ανάθεσης Δημοσίων Έργων και Κοινοτικό Αίκαιο, ΕΕΕυρΔ 2:2005, σ. 331-347.
Φλογαϊτη Σ., Η διοικητική σύμβαση, Έννοια και φύση, Αντ. Σάκκουλας, 1991.
Φλογαϊτη Σ., Δημόσια έργα, Νομική φύση της σύμβασης εκτέλεσης δημοσίων
έργων, Δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, Σχόλιο ΝοΒ, 1987, σ. 1633 επ.
Φορτσάκη Θ., Διαιτησία και Διοικητικές Διαφορές, Δίκαιο και Οικονομία,
Σάκκουλας Αθήνα, 1998, σ. 219 επ.
Φουστούκου Α., Διαιτησία, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2000.
Φραγκάκη Ν., Δημόσιες συμβάσεις και κοινοτικό δίκαιο. Η έννοια της αναθέτουσας
αρχής και η άμεση εφαρμογή της οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών,
(92/50/ΕΟΚ) Η εξαίρεση λόγω επείγουσας ανάγκης, ΝοΒ 44, σ. 785 επ.
Φραγκάκη N., Το κοινοτικό δικαιοδοτιικό σύστημα μετά τη Συνθήκη της Νίκαιας,
ΝοΒ 2001, σελ. 1421 κ. επ.
Χασάπη Κ., Το δίκαιο των δημοσίων έργων, Ανάθεση και εκτέλεση, εκδ. Αντ.
Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2003.
Χασάπη Κ., Τα δημόσια έργα, Σημείο αιχμής στη σύγκρουση αρμοδιοτήτων
Πολιτικής και Διοικητικής δικαιοσύνης, ΝoΒ 35, (1987), 1170.
Χασάπη Κ., Δημόσια Έργα- Σύγκρουση αρμοδιοτήτων πολιτικών και διοικητικών
δικαστηρίων στην εκδίκαση των σχετικών διαφορών ουσίας, ΝoΒ 33, (1985) 1344
επ.
Χατζηχαλκιά Ζ., Δημόσια Έργα, Το κοινοτικό καθεστώς στους ανοικτούς στον
ανταγωνισμό τομείς, 1993.
Χειμωνίτη – Τερροβίτη Στ., Συμμετοχή ιδιωτών στα έργα υποδομής και
αυτοχρηματοδότηση, ΚΕΠΕ Αθήνα 2003.
Χριστιανού Β., Κοινοτικό δίκαιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας σε «Η
δραστικότητα της προσωρινής προστασίας», σελ 190 επ.

110

Χριστιανού Β., Η δυναμική των σχέσεων δικαστή και νομοθέτη στην Ευρωπαϊκή
Κοινότητα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα Κομοτηνή 2005.
Χρυσανθάκη Χ., Το δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας: Οι πρόσφατες
εξελίξεις στο πεδίο των διοικητικών συμβάσεων, ΔιΔικ 1996, 273 επ., «Η προσωρινή
δικαστική προστασία στις διοικητικές διαφορές,» (συλλογικό έργο), Εταιρεία
Νομικών Βορείου Ελλάδος, 1994.

Ελληνική Ηλεκτρονική βιβλιογραφία

Ιστοσελίδα ΥΠΕΘΟ για ΣΔΙΤ (http://www.ypetho.gr/sdit.aspx)
http://www.sdit.mnec.gr/el
Επίκεντρα συνέδριο ιστοσελίδα Συμπράξεις Δημοσίου & Ιδιωτικού Τομέα - Μια
Στρατηγική Πρόταση για την Ανάπτυξη
http://www.epikentra.gr/web/index.php?option=com_content&task=view&id=60&Ite
mid=46&lang=el&PHPSESSID=27c105ce89b0a5894a71b22499322b6c

111

Ξένη
Αrrowsmith S., A guide to the Procurement Cases of the Court of Justice, Earlsgate
press, 1992.
Bengoetxea J., The legal reasoning of the European Court of Justice: toward a
European jurisprudence. Oxford: Clarendon Press; Oxford; New York: Oxford
University Press, 1993.
Bettinger Ch., La gestion déléguée des services publics dans le monde, Concession
ou BOT, Berger- Levrault, L’administration nouvelle, Paris 1997.
Βezançon X., Essai sur les contrats de travaux et de services publics, Contribution a
l’histoire administrative de la délégation de mission publique, LGDJ, Paris 1999.
Βrabant A., Les marches publics et prives dans l'UE et Oute- mer.Tome I, II,
Bruylant, Bruxelles. 1992, 1996.
Brenner M., Administrative judicial protection in Europe: General Principles, ERPL
1997, p. 601.
Bresson - Moulenes, Chr. Llorens Fr./ Basex M./ Guisopphe G./ Auby B./ Delvolve
P., La concession de service public face au droit communautaire, Paris, 1992.
Brown, L.N., The Court of Justice of the European Communities. Modern legal
studies. 4th ed./by L. Neville Brown. London: Sweet & Maxwell, 1994.
Brunelli P., Marches publics et Union Europeene. Nouvelles segles communautaires,
ed. Continent Europe 1995.
Chevalier J.M., Ekeland I., Frison – Roche A.M., L’idée de service public est-elle
encore soutenable? PUF Paris 1999.
Colman J., ‘Mumbo jumbo…and other pitfalls:Evaluating PFI/PPP projects’,
National Audit Office PFI / PPP Conference "Bringing about beneficial change,
London, May 2002.
De Laubadère A., L’automobile et le régime de l’ usage des voies publiques, Thèse,
Bordeaux, 1935.
Delvolve P., La question de l’application du droit de la consommation aux services
publics: D.Adm. Octobre 1993 p. 4.
De Quatrebarbes B., Usagers ou clients? Marketing et qualité dans les services
publics. L’ Organisation., 1998, Paris.
Dine J.,Procedure and the European Court. London: Centre of European Law:
Chancery Law Pub., 1991.
112

Economic Planning Advisory Commission (EPAC), ‘Final Report of the Private
Infrastructure Task Force’, Australian Government Publishing Service, Canberra
1995.
Economic Planning Advisory Commission (EPAC), ‘Interim Report of the Private
Infrastructure Task Force’, Australian Government Publishing Service, Canberra
1995.
Fernández Martín J., The EC Public Procurement Rules - A Critical Analysis, by,
Oxford, Clarendon Press, 1996.
Fevrier M., La jurisprudence communnautaire et le contentieux administratif du
sursis a execution, AJDA 1995, p. 867 et s.
Finnerty J,. Project Financing, Asset - based Financial Engineering, John Wiley &
Sons 1996.
Flamme M.A.- Flamme Ph., Enfin l’Europe des marchés publics, AJDA 1989. p.
691 et s.
Faull J., Effect on Trade Between Member States and Community-Member State
Jurisdiction, in: B. Hawk (ed.), Fordham Corporate Law Institute, 1989.
Gardiola C.-de Vaissiere Ph., Project Finance: Indosuez & Euro Disneyland,
Εuromoney 1989.
Gaudemet Y., Les procedures d’ urgence dans le contentieux adminisratif, RFDA,
1988, p. 420 et s.
Goy R, Le tunnel sous la Manche, Annuaire Français de droit international, 1986, p.
740 et s.
Harris, A.C., ‘Financing infrastructure: private profits from public losses’, Audit
Office of NSW, Public Accounts Committee, Parliament of NSW, Conference,
Public/Private infrastructure financing: Still feasible?, Sydney, September 1996.
House of Representatives Standing Committee on Communications Transport
and Microeconomic Reform, ‘Planning not Patching: An Inquiry Into Federal Road
Funding’, The Parliament of the Commonwealth of Australia, Australian Government
Publishing Service, Canberra 1997.
Industry Commission , ‘Competitive Tendering and Contracting by Public Sector
Agencies’, Australian Government Publishing Service, Canberra 1996.
Kinnock Neil, in “Using public-private partnerships to develop transport
infrastructure”, Ομιλία στο Barbican Center, London 24/2/1998 σε
http://europa.eu.int/comm/transport/global/speeches/sp9837.htm.
Koopmans T., European law and the role of the courts. Butterworth lectures; 199192. London: Butterworths, 1993.
113

Koutoupas Rengakos E., The new Greek Legislation transporting the Compliance
Directive, PPLR 1998, CS12 et s.
Kunz D., La construction de l’aéroport d’Athènes pousse les Français a porter plainte
a Bruxelles, Le Monde, 22 αυγούστου 1995.
Lasok, K. P. E. The European Court of Justice, practice and procedure. 2nd ed.
London: Butterworths; St. Paul, Minn.: Butterworth Legal Publishers, Mason
Division, 1994.
Linotte Didier, Un cadre juridique désormais sécurisé pour les contrats de
partenariat, AJDA, n° 1/2005 du 10 janvier 2005.
Llorens F., La réglementation communautaire des marchés publics et le droit des
concessions, RMC, 1989, p. 603 et s.
Llorens F., Une nouvelle application du mandat en droit administrative: la délégation
de maîtrise d’ouvrage public, LPA 27 et 30 juin et 2 juillet 1986.
Louis J.V., The community legal order. The European perspectives series. 2nd,
completely rev. ed. Brussels: Office for Official Publications of the European
Communities; Lanham, MD: UNIPUB [distributor], c1990.
Marcou G., Le tunnel sous la Manche, entre Etat et marches, PUF Lille 1992, σ. 91
επ. (dir. Marcou G., Vickerman R., Luchaire Y.).
Maisl H., Les concessions d’autoroutes, RDP 1973, p. 909.
Michel N., Les marches publics dans la jurisprudence europeene, editions
universitaires Fribourg Suisse 1995.
Millett, T., The Court of First Instance of the European Communities. London:
Butterworths; Austin, Texas: Butterworth Legal Publishers, 1990.
Moderne F., Les concession en matière d’urbanisme, Enc. Dalloz, Collectiv. Locales,
p. 3325- 1 et s.
Monbiot, G., ‘Captive State, The Corporate Takeover of Britain’, Macmillan 2000.
Monera F., Les financements innovants de services et de projets publics, Revue de la
Recherche Juridique – Droit prospectif, PUAM, 2005-1, p.337 & s.
Morand- Devillier J., Eurotunnel : les contrats relatifs a la construction du tunnel
sous la Manche, Les Petits Affiches, 20/9/1995, νο. 113, p. 9 et s.
Papadopoulou O., Vers une protection juridictionnelle commune en Europe (?) La
directive "Recours" 89/665/CEE, ERPL, 1997, p. 927 et s.

114

Rasmussen H., European Community case law : summaries of leading EC court
cases. Copenhagen: Handelshψjskolens Forlag :Distribution, Munksgaards Forlag,
1993.
Raymundie O., Gestion deleguee des services publics, en France et en Europe, Le
Moniteur 1995.
Quiggin, J., ‘Private sector involvement in infrastructure projects’, Australian
Economic Review 1996, 1st quarter, p. 51–64.
Richer L., Définition communautaire de la concession, Droit des services publics
locaux, Moniteur, IV, 110.1.
La Reforme du système juridictionnel communautaire. Etudes europeennes.Bruxelles:
Editions de l'Universite de Bruxelles, 1994, (συλλογικό έργο).
Schermers H. G., Judicial protection in the European Communities. 5th ed.
Deventer, the Netherlands; Boston: Kluwer Law and Taxation Publishers, c1992.
Slynn, Gordon, Sir., Introducing a European legal order. The Hamlyn lectures; 43rd
ser. London: Stevens & Sons/Sweet & Maxwell, 1992.
Spackman, M., ‘Public-private partnerships: lessons from the British approach’,
Economic Systems 2002, 26(3), p. 283–301.
Stimson J., Supplier Selection. West Palm Beach: PT Publications, Inc., 1998.
Strange S., The retreat of the state: the diffusion of Power on the World Economy,
Cambridge University Press, Cambridge, 1998.
Tonkin C., Public Procurement Management Model and Assessment Instrument.
May, 2004.
Usher J. A., European Court practice. 2nd ed. London: Sweet & Maxwell, 1996.
Varkaris C., A History of Supply Services in Canada. Ottawa: Dept. of Supply and
Services, 1989.
Vinter G., Project Finance, Sweet and Μaxwell, 1998.
Transparency International, TI Best Practice Dissemination, Part I, Public
Procurement, Berlin 1997.

115

Ηλεκτρονικές Παραπομπές.
·
·
·
·
·
·
·
·
·
·
·
·
·

PPP Bulletin http://www.pppbulletin.com
The Institute for Public-Private Partnerships, Inc. http://www.ip3.org
Canadian Council for Public-Private Partnerships - Publications http://www.pppcouncil.ca/publications.asp
Canadian Union of Public Employees
United States PPP lobby - National Council for Public-Private Partnerships
http://www.ncppp.org
BBC News article http://news.bbc.co.uk/1/hi/uk/1518523.stm
Industry Canada Website http://strategis.ic.gc.ca/epic/internet/inpuprbdpr.nsf/vwGeneratedInterE/Home
thePFI.net http://www.thepfi.net
C.R.E.A.M. Europe - Public Private Partnerships in the EU Enlargement
http://www.cream-europe.eu
UNISON http://www.unison.org.uk/pfi/
PPP
website
Infrastructure
Finance
http://www.europeanpublicfinance.com
Public Private Finance http://www.publicprivatefinance.com
Irish Government PPP website http://www.ppp.gov.ie

Retrieved from "http://en.wikipedia.org/wiki/Public-private_partnership"
Categories: Wikipedia external links cleanup | Government financ

116

Β. Μέρος

117

ΠΔ 60/2007

Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις
της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ "περί συντονισμού των
διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων,
προμηθειών και υπηρεσιών", όπως τροποποιήθηκε με
την Οδηγία 2005/51/ΕΚ της Επιτροπής και την Οδηγία
2005/75/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2005 (ΦΕΚ Α 64
16.3.2007).

118

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΡΘΡΩΝ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ ΣΚΟΠΟΣ - ΟΡΙΣΜΟΙ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
Αρθρο 1 Σκοπός
Αρθρο 2 Ορισμοί (άρθρο 1 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 3 Αρχές που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων (άρθρο 2 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 4 Οροι σχετικά με τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του
Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (άρθρο 5 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 5 Εκχώρηση ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων: ρήτρα αποφυγής
διακρίσεων (άρθρο 3 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΚΑΤΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ
Αρθρο 6 Ποσά των κατώτατων ορίων των δημοσίων συμβάσεων (άρθρο 7 οδηγίας
2004/18/ΕΚ, άρθρο 2 παρ.1 του Κανονισμού 2083/2005)
Αρθρο 7 Συμβάσεις που επιδοτούνται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% από τις
αναθέτουσες
αρχές (άρθρο 8 οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 2 παρ. 2 του Κανονισμού 2083/2005)
Αρθρο 8 Μέθοδοι υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας των δημοσίων συμβάσεων, των
συμφωνιών - πλαισίων και των δυναμικών συστημάτων αγορών (άρθρο 9 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
Αρθρο 9 Συμβάσεις που συνάπτονται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας,
τωνμεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (άρθρο 12 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 10 Ειδικές εξαιρέσεις στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (άρθρο 13 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 11 Απόρρητες συμβάσεις ή συμβάσεις που απαιτούν ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας
(άρθρο 14 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 12 Συμβάσεις που συνάπτονται δυνάμει διεθνών κανόνων (άρθρο 15 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 13 Ειδικές εξαιρέσεις (άρθρο 16 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 14 Συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών (άρθρο 17 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
119

Αρθρο 15 Συμβάσεις υπηρεσιών που ανατίθενται βάσει αποκλειστικού δικαιώματος
(άρθρο 18 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ
Αρθρο 16 Συμβάσεις στον τομέα της άμυνας (άρθρο 10 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 17 Δημόσιες συμβάσεις και συμφωνίες - πλαίσια που συνάπτονται από τις
κεντρικές αρχές προμηθειών (άρθρο 11 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 18 Συμβάσεις ανατιθέμενες κατ' αποκλειστικότητα (άρθρο 19 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Αρθρο 19 Συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες περιλαμβάνονται στο Παράρτημα II Α
(άρθρο 20 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 20 Συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες περιλαμβάνονται στο Παράρτημα II Β
(άρθρο 21 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 21 Μεικτές συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες περιλαμβάνονται στα παραρτήματα
II Α και II Β (άρθρο 22 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ ΕΙΔΗ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΩΝ - ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Αρθρο 22 Χρήση των ανοικτών, κλειστών και με διαπραγμάτευση διαδικασιών και του
ανταγωνιστικού διαλόγου (άρθρο 28 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 23 Ανταγωνιστικός διάλογος (άρθρο 29 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 24 Διαδικασία με διαπραγμάτευση, με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού
(άρθρο 30 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 25 Διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού
(άρθρο 31 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 26 Συμφωνίες-πλαίσια (άρθρο 32 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 27 Δυναμικά συστήματα αγορών (άρθρο 33 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 28 Χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών (άρθρο 54 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 28Α Συμβάσεις δημοσίων έργων: ειδικοί κανόνες που αφορούν την κατασκευή
κοινωνικών κατοικιών (άρθρο 34 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)

120

ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΩΝ
Αρθρο 29 Προκηρύξεις (άρθρο 35 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 30 Σύνταξη και λεπτομέρειες δημοσίευσης των προκηρύξεων (άρθρο 36
οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 31 Μη υποχρεωτική δημοσίευση (άρθρο 37 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ
Αρθρο 32 Προθεσμία για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής και των
προσφορών (άρθρο 38 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 33 Ανοικτές διαδικασίες: Συγγραφή υποχρεώσεων,
συμπληρωματικές πληροφορίες (άρθρο 39 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)

έγγραφα

και

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΤΩΝ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Αρθρο 34 Προσκλήσεις υποβολής προσφορών, συμμετοχής στον διάλογο ή
διαπραγμάτευσης (άρθρο 40 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 35 Ενημέρωση των υποψηφίων και των προσφερόντων (άρθρο 41 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 36 Κανόνες που εφαρμόζονται στην επικοινωνία των μερών του διαγωνισμού
(άρθρο 42 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 37 Πρακτικά (άρθρο 43 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 38 Εχεμύθεια (άρθρο 6 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΤΜΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ ΔΙΚΑΙΟΥΜΕΝΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
Αρθρο 39 Δικαιούμενοι συμμετοχής (άρθρο 4 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΤΜΗΜΑ ΕΚΤΟ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ
Αρθρο 40 Εναλλακτικές προσφορές (άρθρο 24 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 41 Υπεργολαβίες (άρθρο 25 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ
Αρθρο 42 Ελεγχος της καταλληλότητας, επιλογή των συμμετεχόντων και ανάθεση των
συμβάσεων (άρθρο 44 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)

121

Αρθρο 43 Προσωπική κατάσταση του υποψηφίου ή του προσφέροντος (άρθρο 45
οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 44 Αδεια άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας (άρθρο 46 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 45 Οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια (άρθρο 47 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 46 Τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες (άρθρο 48 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 47 Πρότυπα εξασφάλισης της ποιότητας (άρθρο 49 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 48 Πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης (άρθρο 50 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 49 Συμπληρωματική τεκμηρίωση και πληροφορίες (άρθρο 51 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 50 Επίσημοι κατάλογοι εγκεκριμένων οικονομικών φορέων. Πιστοποίηση από
οργανισμούς δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 52 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΑΝΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Αρθρο 51 Κριτήρια ανάθεσης των συμβάσεων (άρθρο 53 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 52 Ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές (άρθρο 55 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΤΜΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Αρθρο 53 Τεχνικές προδιαγραφές (άρθρο 23 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 54 Οροι εκτέλεσης της σύμβασης (άρθρο 26 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 55 Υποχρεώσεις σχετικά με τη φορολογία, την προστασία του περιβάλλοντος
και τις συνθήκες εργασίας (άρθρο 27 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΤΜΗΜΑ ΟΓΔΟΟ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Αρθρο 56 Στατιστικές υποχρεώσεις (άρθρο 75 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 57 Περιεχόμενο στατιστικής κατάστασης (άρθρο 76 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΤΜΗΜΑ ΕΝΑΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

122

Αρθρο 58 Γενικές διατάξεις (άρθρο 66 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 59 Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 67 οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 2 παρ. 5 του
Κανονισμού 2083/2005)
Αρθρο 60 Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής (άρθρο 68 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 61 Προκηρύξεις (άρθρο 69 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 62 Σύνταξη και λεπτομέρειες δημοσίευσης των προκηρύξεων για τους
διαγωνισμούς μελετών (άρθρο 70 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 63 Μέσα επικοινωνίας (άρθρο 71 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 64 Επιλογή των ανταγωνιζομένων (άρθρο 72 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 65 Σύνθεση της κριτικής επιτροπής (άρθρο 73 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 66 Αποφάσεις της κριτικής επιτροπής (άρθρο 74 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΤΜΗΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ
Αρθρο 67 Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 56 οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 2 παρ. 3 του
Κανονισμού 2083/2005)
Αρθρο 68 Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής (άρθρο 57 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 69 Δημοσίευση της προκήρυξης στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων
(άρθρο 58 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 70 Προθεσμία (άρθρο 59 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 71 Υπεργολαβία (άρθρο 60 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 72 Ανάθεση συμπληρωματικών έργων στον ανάδοχο (άρθρο 61 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
ΠΟΥ ΣΥΝΑΠΤΟΥΝ ΟΙ ΑΝΑΔΟΧΟΙ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΠΟΥ
ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΘΕΤΟΥΣΕΣ ΑΡΧΕΣ
Αρθρο 73 Εφαρμοστέοι κανόνες (άρθρο 62 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)

123

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΟΥ
ΣΥΝΑΠΤΟΥΝ ΟΙ ΑΝΑΔΟΧΟΙ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ
ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΘΕΤΟΥΣΕΣ ΑΡΧΕΣ
Αρθρο 74 Κανόνες δημοσιότητας: κατώτατο όριο και εξαιρέσεις (άρθρο 63 οδηγίας
2004/18/ΕΚ, άρθρο 2 παρ. 4 του Κανονισμού 2083/2005)
Αρθρο 75 Δημοσίευση της προκήρυξης (άρθρο 64 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Αρθρο 76 Προθεσμίες για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής και την παραλαβή
των προσφορών (άρθρο 65 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αρθρο 77
Αρθρο 78
Παραρτήματα Ι έως Χ

124

ΠΔ 60/2007
Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ "περί
συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και
υπηρεσιών", όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2005/51/ΕΚ της Επιτροπής και την
Οδηγία 2005/75/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης
Νοεμβρίου 2005 (ΦΕΚ Α 64 16.3.2007).
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:141
141

Τίθεται για λόγους ιδιαίτερης σημασίας το Προϊμιο της Οδηγίας σε υποσημείωση που
περιλαμβάνει το σύνολο των αιτιολογικών της σκέψεων. Το Προϊμιο σύμφωνα με τη
νομολογία του ΔΕΚ έχει δεσμευτικό περιεχόμενο.
«Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το
άρθρο 47 παράγραφος 2 και τα άρθρα 55 και 95,
την πρόταση της Επιτροπής(1),
τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),
τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(3),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της
Συνθήκης(4), υπό το πρίσμα του κοινού σχεδίου το οποίο ενέκρινε η
επιτροπή συνδιαλλαγής στις 9 Δεκεμβρίου 2003,
Εκτιμώντας τα εξής:
(1) Με την ευκαιρία νέων τροποποιήσεων των οδηγιών 92/50/ΕΟΚ του
Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών
σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών(5), 93/36/EOK του
Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών
για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών(6) και 93/37/EOK του
Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών
για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων(7), που είναι αναγκαίες
προκειμένου να εκπληρωθούν τα αιτήματα απλούστευσης και
εκσυγχρονισμού που διατύπωσαν τόσο οι αναθέτοντες φορείς όσο και οι
οικονομικοί φορείς στο πλαίσιο των απαντήσεών τους στην Πράσινη
Βίβλο που εξέδωσε η Επιτροπή στις 27 Νοεμβρίου 1996, ενδείκνυται,
για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωσή τους σε ενιαίο κείμενο. Η
παρούσα οδηγία βασίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως στη
νομολογία σχετικά με τα κριτήρια ανάθεσης, η οποία διασαφηνίζει τις
δυνατότητες των αναθετουσών αρχών να ικανοποιούν τις ανάγκες του
ενδιαφερομένου κοινού, συμπεριλαμβανομένου του περιβαλλοντικού ή
κοινωνικού τομέα, υπό τον όρο ότι τα κριτήρια αυτά συνδέονται με το
αντικείμενο της σύμβασης, δεν παρέχουν απεριόριστη ελευθερία
επιλογής στην αναθέτουσα αρχή, μνημονεύονται ρητώς και τηρούν τις
θεμελιώδεις αρχές που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 2.
(2) Η ανάθεση των συμβάσεων που συνάπτονται στα κράτη μέλη για
λογαριασμό του κράτους, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης ή

125

περιφερειακής διοίκησης και άλλων οργανισμών δημοσίου δικαίου,
υπόκειται στην τήρηση των αρχών της συνθήκης, ιδίως στην αρχή της
ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, στην αρχή της ελευθερίας
της εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και στις
αρχές που απορρέουν από αυτές, όπως η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η
αρχή της αποφυγής των διακρίσεων, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης,
η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της διαφάνειας. Εντούτοις, για
δημόσιες συμβάσεις που υπερβαίνουν κάποια αξία, είναι σκόπιμο να
εκπονούνται διατάξεις κοινοτικού συντονισμού των εθνικών διαδικασιών
για τη σύναψη αυτών των συμβάσεων, οι οποίες να βασίζονται σε αυτές
τις αρχές προκειμένου να διασφαλίζουν τα αποτελέσματά τους και να
εγγυώνται το άνοιγμα των δημοσίων συμβάσεων στον ανταγωνισμό.
Συνεπώς, αυτές οι διατάξεις συντονισμού θα πρέπει να ερμηνεύονται
σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που αναφέρονται ανωτέρω
καθώς και σύμφωνα με τους άλλους κανόνες της συνθήκης.
(3) Οι εν λόγω διατάξεις συντονισμού θα πρέπει να τηρούν, στο μέτρο
του δυνατού, τις διαδικασίες και τις πρακτικές που ισχύουν σε κάθε
κράτος μέλος.
(4) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε η τυχόν συμμετοχή ενός
οργανισμού δημοσίου δικαίου ως προσφέροντος σε διαδικασία σύναψης
δημόσιας συμβάσεως να μην προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού
έναντι των ιδιωτών που υποβάλλουν προσφορά.
(5) Σύμφωνα με το άρθρο 6 της συνθήκης, οι απαιτήσεις της
περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να εντάσσονται στον καθορισμό και
την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων που αναφέρονται
στο άρθρο 3 αυτής, ιδίως προκειμένου να προωθείται η αειφόρος
ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία διευκρινίζει με ποιο τρόπο οι
αναθέτουσες αρχές μπορούν να συμβάλλουν στην προστασία του
περιβάλλοντος και στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, ενώ
ταυτόχρονα εγγυάται στις αρχές αυτές τη δυνατότητα να επιτυγχάνουν,
για τις συμβάσεις τους, την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής.
(6) Καμία διάταξη της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να απαγορεύει
την επιβολή ή την εφαρμογή μέτρων απαραίτητων για την προστασία της
δημόσιας τάξης και ασφάλειας και των χρηστών ηθών, της υγείας, της
ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή της διατήρησης των φυτών, με
γνώμονα ιδίως την αειφόρο ανάπτυξη, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα
αυτά είναι σύμφωνα προς τη συνθήκη.
(7) Η απόφαση 94/800/EK του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994,
σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των
συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του
Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ' όσον αφορά τα θέματα που
εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της(8), μεταξύ άλλων ενέκρινε τη
συμφωνία σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ, στο
εξής αναφερόμενη ως η "συμφωνία", σκοπός της οποίας είναι η θέσπιση
ενός πολυμερούς πλαισίου ισόρροπων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων
για τις δημόσιες συμβάσεις ενόψει της φιλελευθεροποίησης και της
ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου. Λαμβανομένων υπόψη των
δικαιωμάτων και των δεσμεύσεων που ανέλαβε η Κοινότητα σε διεθνές
επίπεδο με την αποδοχή της συμφωνίας, το καθεστώς που εφαρμόζεται
στους προσφέροντες και στα προϊόντα από τρίτες χώρες που υπέγραψαν
τη συμφωνία είναι εκείνο που ορίζει η συμφωνία. Η εν λόγω συμφωνία
δεν έχει άμεση ισχύ. Θα πρέπει, συνεπώς, οι αναθέτουσες αρχές, που

126

ορίζονται στη συμφωνία και οι οποίες συμμορφώνονται προς την
παρούσα οδηγία και την εφαρμόζουν στους οικονομικούς φορείς τρίτων
χωρών που υπέγραψαν τη συμφωνία, να τηρούν επίσης τη συμφωνία
αυτή. Θα πρέπει ομοίως, οι εν λόγω διατάξεις συντονισμού να εγγυώνται
στους οικονομικούς φορείς της Κοινότητας όρους συμμετοχής στις
δημόσιες συμβάσεις εξίσου ευνοϊκούς με τους όρους που επιφυλάσσουν
στους οικονομικούς φορείς τρίτων χωρών που υπέγραψαν τη συμφωνίa.
(8) Πριν από την έναρξη μιας διαδικασίας σύναψης μιας σύμβασης, οι
αναθέτουσες αρχές μπορούν, μέσω ενός "τεχνικού διαλόγου", να ζητούν
ή να δέχονται συμβουλές που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τον
καθορισμό της συγγραφής υποχρεώσεων, υπό τον όρο όμως ότι οι
συμβουλές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση του
ανταγωνισμού.
(9) Λόγω της πολυμορφίας που παρουσιάζουν οι δημόσιες συμβάσεις
έργων, οι αναθέτουσες αρχές θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν τόσο
χωριστή όσο και κοινή ανάθεση των συμβάσεων για την εκτέλεση και
τον σχεδιασμό των έργων. Η παρούσα οδηγία δεν αποσκοπεί στο να
επιβάλει την κοινή ή χωριστή σύναψη. Η απόφαση όσον αφορά τη
χωριστή ή κοινή σύναψη της σύμβασης πρέπει να λαμβάνεται με
γνώμονα ποιοτικά και οικονομικά κριτήρια τα οποία μπορεί να
προσδιορίζει το εθνικό δίκαιο.
(10) Μια σύμβαση θεωρείται δημόσια σύμβαση έργων μόνο στην
περίπτωση που το αντικείμενό της καλύπτει ειδικά την εκτέλεση των
δραστηριοτήτων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, ακόμα κι αν η
σύμβαση καλύπτει την παροχή και άλλων υπηρεσιών αναγκαίων για την
εκτέλεση των εν λόγω δραστηριοτήτων. Οι δημόσιες συμβάσεις
υπηρεσιών, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών διαχείρισης ακινήτων,
μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να περιλαμβάνουν και την εκτέλεση
εργασιών. Ωστόσο, στο βαθμό που οι εργασίες αυτές είναι
παρεμπίπτουσες ως προς το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, και
αποτελούν ενδεχόμενη συνέπεια ή συμπλήρωμα αυτού του αντικειμένου,
το γεγονός ότι οι εν λόγω εργασίες συμπεριλαμβάνονται στη σύμβαση
δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως
δημόσιας σύμβασης έργων.
(11) Θα πρέπει να προβλεφθούν, αφενός, ένας κοινοτικός ορισμός των
συμφωνιών-πλαίσιο και, αφετέρου, ειδικοί κανόνες για τις συμφωνίεςπλαίσιο που συνάπτονται για συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο
εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Βάσει αυτών των κανόνων, όταν μια
αναθέτουσα αρχή συνάπτει συμφωνία-πλαίσιο σύμφωνα με τις διατάξεις
της παρούσας οδηγίας, η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, τη δημοσιότητα,
τις προθεσμίες και τις προϋποθέσεις υποβολής των προσφορών, μπορεί
να συνάπτει κατά τη διάρκεια της συμφωνίας-πλαίσιο συμβάσεις βάσει
αυτής, είτε εφαρμόζοντας τους όρους που περιλαμβάνονται στη
συμφωνία-πλαίσιο είτε, στην περίπτωση που δεν έχουν καθορισθεί όλοι
οι όροι εκ των προτέρων στη συμφωνία-πλαίσιο, αφού
επαναδιαγωνισθούν τα μέρη της συμφωνίας-πλαίσιο για τους μη
καθορισθέντες όρους. Ο ανωτέρω διαγωνισμός θα πρέπει να είναι
σύμφωνος με ορισμένους κανόνες βάσει των οποίων εξασφαλίζεται η
απαιτούμενη ευελιξία και η τήρηση των γενικών αρχών,
συμπεριλαμβανομένης της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Για τους ίδιους
λόγους, η μέγιστη διάρκεια των συμφωνιών-πλαίσιο θα πρέπει να είναι

127

περιορισμένη και να μην υπερβαίνει τα τέσσερα έτη, εκτός από τις
περιπτώσεις που αυτό δικαιολογείται πλήρως από τις αναθέτουσες αρχές.
(12) Ορισμένες νέες ηλεκτρονικές τεχνικές αγορών παρουσιάζουν
συνεχή ανάπτυξη. Οι τεχνικές αυτές παρέχουν τη δυνατότητα, ιδίως
λόγω της εξοικονόμησης χρόνου και κόστους που συνεπάγεται η χρήση
τους, να διευρύνεται ο ανταγωνισμός και να βελτιώνεται η
αποτελεσματικότητα των δημόσιων παραγγελιών. Οι αναθέτουσες αρχές
μπορούν να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικές τεχνικές αγορών, υπό τον όρο
ότι κατά τη χρήση τους τηρούνται οι κανόνες που θεσπίζει η παρούσα
οδηγία καθώς και η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η αρχή της αποφυγής
των διακρίσεων και η αρχή της διαφάνειας. Εν προκειμένω, η υποβολή
προσφοράς από κάποιον προσφέροντα, ιδίως στις περιπτώσεις νέου
διαγωνισμού για την εφαρμογή συμφωνίας-πλαίσιο ή την υλοποίηση
δυναμικού συστήματος αγορών, μπορεί να λαμβάνει τη μορφή του
ηλεκτρονικού καταλόγου του εν λόγω προσφέροντος, εφόσον αυτός
χρησιμοποιεί τα μέσα επικοινωνίας που επιλέγει η αναθέτουσα αρχή
σύμφωνα με το άρθρο 42.
(13) Λαμβανομένης υπόψη της ταχείας επεκτάσεως των ηλεκτρονικών
συστημάτων αγορών, είναι σκόπιμο να προβλεφθούν στο εξής
ενδεδειγμένοι κανόνες που να επιτρέπουν στις αναθέτουσες αρχές να
αξιοποιούν πλήρως τις δυνατότητες τις οποίες προσφέρουν τα εν λόγω
συστήματα. Με αυτήν την προοπτική, είναι σκόπιμο να προσδιορισθεί
ένα καθ' ολοκληρίαν ηλεκτρονικό δυναμικό σύστημα αγορών για τις
αγορές τρέχουσας χρήσεως, και να καθορισθούν ειδικοί κανόνες για την
εφαρμογή και τη λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος ώστε να
εξασφαλισθεί η ισότιμη μεταχείριση όλων των οικονομικών φορέων οι
οποίοι επιθυμούν να συμμετάσχουν σε αυτό. Κάθε οικονομικός φορέας
θα πρέπει να μπορεί να συμμετέχει σε αυτό το σύστημα, εφόσον
υποβάλλει ενδεικτική προσφορά ευθυγραμμισμένη με τη συγγραφή
υποχρεώσεων και πληροί τα κριτήρια επιλογής. Αυτή η τεχνική αγορών
επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές, με τη δημιουργία καταλόγου των
προσφερόντων οι προσφορές των οποίων έχουν γίνει δεκτές και με τη
δυνατότητα συμμετοχής που παρέχεται σε νέους προσφέροντες, να έχουν
στη διάθεσή τους ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα προσφορών - χάρη στα
χρησιμοποιούμενα ηλεκτρονικά μέσα - και συνεπώς να εξασφαλίζουν
την καλύτερη δυνατή χρησιμοποίηση των δημοσίων πόρων, αυξάνοντας
τον ανταγωνισμό.
(14) Δεδομένου ότι η χρήση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών αποτελεί
τεχνική που φαίνεται να διαδίδεται, στους εν λόγω πλειστηριασμούς θα
πρέπει να δοθεί κοινοτικός ορισμός και να πλαισιωθούν από ειδικούς
κανόνες προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι, κατά τη διενέργειά τους,
τηρούνται πλήρως η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η αρχή της αποφυγής
των διακρίσεων και η αρχή της διαφάνειας. Προς το σκοπό αυτό,
ενδείκνυται να προβλεφθεί ότι οι ηλεκτρονικοί αυτοί πλειστηριασμοί
καλύπτουν μόνον τις συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών για
τις οποίες οι προδιαγραφές μπορούν να προσδιορισθούν με ακριβή
τρόπο. Αυτό μπορεί ιδίως να ισχύει για επαναλαμβανόμενες συμβάσεις
προμηθειών, έργων και υπηρεσιών. Για τον ίδιο σκοπό, πρέπει επίσης να
προβλεφθεί ότι η αντίστοιχη κατάταξη των προσφερόντων θα μπορεί να
καταρτίζεται ανά πάσα στιγμή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Η
χρήση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών επιτρέπει στους αναθέτοντες
φορείς να ζητούν από τους προσφέροντες να υποβάλλουν νέες,

128

χαμηλότερες τιμές, και, όταν η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον
οικονομικώς συμφέρουσα προσφορά, να βελτιώνουν άλλα στοιχεία των
προσφορών πέραν των τιμών. Για να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής
της διαφάνειας, μόνον τα στοιχεία που επιδέχονται αυτόματη αξιολόγηση
με ηλεκτρονικά μέσα, χωρίς παρέμβαση ή/και εκτίμηση του αναθέτοντος
φορέα, μπορεί να αποτελούν αντικείμενο ηλεκτρονικών πλειστηριασμών,
δηλαδή μόνον τα στοιχεία που είναι προσδιορίσιμα ποσοτικώς κατά
τρόπον ώστε να εκφράζονται αριθμητικώς ή ως ποσοστά. Από την άλλη
πλευρά, οι πτυχές εκείνες των προσφορών που συνεπάγονται εκτίμηση
στοιχείων που δεν είναι ποσοτικώς προσδιορίσιμα, δεν θα πρέπει να
αποτελούν αντικείμενο ηλεκτρονικών πλειστηριασμών. Συνεπώς,
ορισμένες συμβάσεις έργων και ορισμένες συμβάσεις υπηρεσιών οι
οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες πνευματικού δημιουργού, όπως ο
σχεδιασμός έργων, δεν θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο
ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.
(15) Στα κράτη μέλη έχουν αναπτυχθεί ορισμένες τεχνικές
συγκεντρωτικών συστημάτων προμηθειών. Διάφορες αναθέτουσες αρχές
είναι επιφορτισμένες με την πραγματοποίηση αγορών ή τη σύναψη
δημόσιων συμβάσεων/συμφωνιών-πλαίσιο που προορίζονται για άλλες
αναθέτουσες αρχές. Οι τεχνικές αυτές παρέχουν τη δυνατότητα, λόγω
του όγκου των αγοραζόμενων ποσοτήτων, να διευρύνεται ο
ανταγωνισμός και να βελτιώνεται η αποτελεσματικότητα των δημόσιων
παραγγελιών. Θα πρέπει, επομένως, να προβλεφθεί ένας κοινοτικός
ορισμός της κεντρικής αρχής προμηθειών με προορισμό τις αναθέτουσες
αρχές. Είναι επίσης σκόπιμο να καθορισθούν οι όροι υπό τους οποίους,
τηρουμένης της αρχής της αποφυγής διακρίσεων και της αρχής της ίσης
μεταχείρισης, οι αναθέτουσες αρχές που αποκτούν έργα, προϊόντα ή/και
υπηρεσίες προσφεύγοντας σε κεντρική αρχή προμηθειών, να μπορεί να
θεωρείται ότι έχουν τηρήσει την παρούσα οδηγία.
(16) Για να ληφθούν υπόψη οι ανομοιότητες που υπάρχουν στα κράτη
μέλη, θα πρέπει να τους παρασχεθεί η ευχέρεια να προβλέπουν ότι οι
αναθέτουσες αρχές δύνανται να προσφεύγουν σε συμφωνίες-πλαίσιο, σε
κεντρικές αρχές προμηθειών, σε δυναμικά συστήματα αγορών, σε
ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και σε ανταγωνιστικό διάλογο, όπως
αυτά ορίζονται και ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία.
(17) Ο πολλαπλασιασμός του αριθμού των κατώτατων ορίων εφαρμογής
των διατάξεων συντονισμού αποτελεί πηγή σύγχυσης για τις
αναθέτουσες αρχές. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της Νομισματικής
Ένωσης, θα πρέπει να καθορισθούν κατώτατα όρια εκφρασμένα σε
ευρώ. Συνεπώς, ενδείκνυται να καθορισθούν τα κατώτατα όρια, σε ευρώ,
ώστε να απλουστευθεί η εφαρμογή των διατάξεων αυτών και,
ταυτόχρονα, να εξασφαλισθεί η τήρηση των κατώτατων ορίων που
προβλέπει η συμφωνία, τα οποία εκφράζονται σε ειδικά τραβηκτικά
δικαιώματα. Με αυτήν την προοπτική, ενδείκνυται επίσης να προβλεφθεί
περιοδική αναθεώρηση των εκφρασμένων σε ευρώ κατώτατων ορίων,
προκειμένου να προσαρμόζονται, εάν απαιτείται, ανάλογα με τις τυχόν
διακυμάνσεις της αξίας του ευρώ σε σχέση με το ειδικό τραβηκτικό
δικαίωμα.
(18) Για την εφαρμογή των κανόνων που προβλέπονται στην παρούσα
οδηγία και για λόγους παρακολούθησης, ο τομέας των υπηρεσιών
προσδιορίζεται καλύτερα εάν υποδιαιρεθεί σε κατηγορίες που
αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες θέσεις μιας κοινής ταξινόμησης και εάν

129

οι κατηγορίες αυτές συγκεντρωθούν σε δύο παραρτήματα ΙΙ Α και ΙΙ Β,
ανάλογα με το καθεστώς στο οποίο υπάγονται. Όσον αφορά τις
υπηρεσίες του παραρτήματος ΙΙ Β, οι εφαρμοστέες διατάξεις της
παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να θίγουν την εφαρμογή των ειδικών
κοινοτικών κανόνων που διέπουν τις υπηρεσίες αυτές.
(19) Όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, η πλήρης
εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να περιορισθεί, για μια
μεταβατική περίοδο, στις συμβάσεις στις οποίες η παρούσα οδηγία
επιτρέπει την αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων αύξησης των
συναλλαγών εκτός των συνόρων. Οι συμβάσεις για τις άλλες υπηρεσίες
θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο, πριν
να αποφασισθεί η πλήρης εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Θα πρέπει,
συνεπώς, να ορισθεί ο μηχανισμός της εν λόγω παρακολούθησης. Ο
μηχανισμός αυτός θα πρέπει, παράλληλα, να επιτρέπει στους
ενδιαφερόμενους να έχουν πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες.
(20) Οι δημόσιες συμβάσεις που συνάπτουν οι αναθέτουσες αρχές στους
τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών
υπηρεσιών και οι οποίες εμπίπτουν στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων
αυτών, καλύπτονται από την οδηγία 2004/17/EK του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, σχετικά με
τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων στους
τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών
υπηρεσιών(9). Ωστόσο, οι συμβάσεις που συνάπτουν οι αναθέτουσες
αρχές στο πλαίσιο δραστηριοτήτων εκμετάλλευσης θαλάσσιων,
παράκτιων ή ποτάμιων μεταφορών, πρέπει να υπάγονται στο πεδίο
εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.
(21) Λόγω της κατάστασης του πραγματικού ανταγωνισμού που
επικρατεί στις αγορές στον τομέα των τηλεπικοινωνιών ως απόρροια της
εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας για την ελευθέρωση του τομέα, θα
πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι
δημόσιες συμβάσεις του τομέα αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι
αποσκοπούν κυρίως στο να παρέχεται η δυνατότητα στις αναθέτουσες
αρχές να ασκούν ορισμένες δραστηριότητες στον τομέα των
τηλεπικοινωνιών. Οι δραστηριότητες αυτές καθορίζονται βάσει των
ορισμών που χρησιμοποιούνται στα άρθρα 1, 2 και 8 της οδηγίας
93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού
των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της
ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών(10) και, συνεπώς, η
παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις που εξαιρέθηκαν από
το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ σύμφωνα το άρθρο 8 της εν
λόγω οδηγίας.
(22) Θα πρέπει να προβλεφθεί διάταξη για περιπτώσεις όπου είναι
δυνατόν να μην εφαρμοσθούν μέτρα για τον συντονισμό διαδικασιών για
λόγους οι οποίοι αφορούν την κρατική ασφάλεια ή κρατικά μυστικά ή
λόγω ειδικών κανόνων για την ανάθεση συμβάσεων, οι οποίοι
απορρέουν από διεθνείς συμφωνίες ή είναι σχετικοί με τη στάθμευση
στρατευμάτων ή εφαρμόζονται ειδικά για διεθνείς οργανισμούς.
(23) Βάσει του άρθρου 163 της συνθήκης, η ενθάρρυνση της έρευνας και
της τεχνολογικής ανάπτυξης συνιστά ένα από τα μέσα ενίσχυσης των
επιστημονικών και τεχνολογικών βάσεων της κοινοτικής βιομηχανίας,
και το άνοιγμα δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών βοηθά στην
πραγματοποίηση του στόχου αυτού. Η συγχρηματοδότηση

130

προγραμμάτων έρευνας δεν θα πρέπει να καλύπτεται από την παρούσα
οδηγία· επομένως, δεν καλύπτονται οι συμβάσεις υπηρεσιών έρευνας και
ανάπτυξης, εκτός από εκείνες οι καρποί των οποίων ανήκουν
αποκλειστικά στην αναθέτουσα αρχή για ιδία χρήση κατά την άσκηση
της ιδίας δραστηριότητας και υπό τον όρο ότι η παροχή υπηρεσιών
αμείβεται εξ ολοκλήρου από την αναθέτουσα αρχή.
(24) Στο πλαίσιο των υπηρεσιών, οι συμβάσεις απόκτησης, μίσθωσης ή
σύστασης άλλων δικαιωμάτων επί ακινήτων παρουσιάζουν ιδιάζοντα
χαρακτηριστικά, τα οποία καθιστούν απρόσφορη την εφαρμογή των
κανόνων σύναψης δημοσίων συμβάσεων.
(25) Η σύναψη των δημόσιων συμβάσεων για ορισμένες
οπτικοακουστικές υπηρεσίες στον τομέα της ραδιοφωνίας θα πρέπει να
μπορεί να λαμβάνει υπόψη προβληματισμούς που έχουν πολιτιστική και
κοινωνική σημασία, οι οποίοι καθιστούν απρόσφορη την εφαρμογή των
κανόνων σύναψης των συμβάσεων. Για τους λόγους αυτούς, πρέπει
συνεπώς, να προβλεφθεί εξαίρεση για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών
που αφορούν την αγορά, την ανάπτυξη, την παραγωγή ή τη
συμπαραγωγή προγραμμάτων έτοιμων προς χρησιμοποίηση και άλλων
προπαρασκευαστικών υπηρεσιών, όπως οι συμβάσεις που αφορούν
σενάρια ή καλλιτεχνικές επιδόσεις αναγκαίες για την παραγωγή του
προγράμματος καθώς και οι συμβάσεις που αφορούν τον χρόνο
μετάδοσης εκπομπών. Ωστόσο, η εξαίρεση αυτή δεν θα πρέπει να
εφαρμόζεται στην προμήθεια του τεχνικού υλικού που είναι αναγκαίο για
την παραγωγή, τη συμπαραγωγή και την εκπομπή αυτών των
προγραμμάτων. Ως εκπομπή θα πρέπει να νοείται η μετάδοση και
διανομή μέσω κάθε είδους ηλεκτρονικού δικτύου.
(26) Οι υπηρεσίες διαιτησίας και συμβιβασμού παρέχονται συνήθως από
οργανισμούς ή πρόσωπα τα οποία ορίζονται ή επιλέγονται έτσι ώστε να
μην είναι δυνατό να υπόκεινται σε κανόνες σύναψης δημόσιων
συμβάσεων.
(27) Κατ' εφαρμογή της συμφωνίας, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες
τις οποίες αφορά η παρούσα οδηγία δεν περιλαμβάνουν τα μέσα
νομισματικής πολιτικής, τις τιμές συναλλάγματος, το δημόσιο χρέος, τη
διαχείριση αποθεματικών και άλλες πολιτικές που αφορούν συναλλαγές
επί τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων, και ιδίως τις συναλλαγές
που έχουν ως στόχο την απόκτηση χρηματικών πόρων ή κεφαλαίων από
τις αναθέτουσες αρχές. Συνεπώς, δεν καλύπτονται οι συμβάσεις που
αφορούν την έκδοση, την αγορά, την πώληση και τη μεταβίβαση τίτλων
ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων. Εξαιρούνται επίσης οι υπηρεσίες
που παρέχονται από κεντρικές τράπεζες.
(28) Η απασχόληση και η εργασία είναι βασικά στοιχεία για τη
διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους και συμβάλλουν στην κοινωνική
ένταξη. Στο πλαίσιο αυτό, τα προγράμματα προστατευόμενων
εργαστηρίων και προστατευόμενης απασχόλησης συμβάλλουν
αποτελεσματικά στην ένταξη ή επανένταξη των ατόμων με αναπηρίες
στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, τα εργαστήρια αυτά ενδέχεται να μην
είναι εις θέση να λαμβάνουν συμβόλαια υπό κανονικές συνθήκες
ανταγωνισμού. Συνεπώς, είναι ενδεδειγμένο να προβλεφθεί ότι τα κράτη
μέλη μπορούν να παραχωρούν κατ' αποκλειστικότητα στα εργαστήρια
αυτά το δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων
συμβάσεων ή να αναθέτουν κατ' αποκλειστικότητα την εκτέλεση
συμβάσεων στο πλαίσιο προγραμμάτων προστατευόμενης απασχόλησης.

131

(29) Οι τεχνικές προδιαγραφές που καθορίζονται από τους αγοραστές
του δημοσίου θα πρέπει να επιτρέπουν το άνοιγμα των δημοσίων
συμβάσεων στον ανταγωνισμό. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να είναι
δυνατή η υποβολή προσφορών που αντικατοπτρίζουν την ποικιλία των
τεχνικών λύσεων. Προς τούτο, αφενός, οι τεχνικές προδιαγραφές πρέπει
να μπορούν να ορίζονται ως προς τις επιδόσεις και τις λειτουργικές
απαιτήσεις και, αφετέρου, σε περίπτωση αναφοράς στο ευρωπαϊκό
πρότυπο ή, ελλείψει αυτού, στο εθνικό πρότυπο, πρέπει να εξετάζονται
από τις αναθέτουσες αρχές προσφορές βασιζόμενες σε άλλες ισοδύναμες
λύσεις. Προκειμένου να αποδεικνύουν την ισοδυναμία, οι προσφέροντες
θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν κάθε αποδεικτικό μέσο. Οι
αναθέτουσες αρχές πρέπει να είναι σε θέση να αιτιολογούν τυχόν
απόφασή τους για τη μη ύπαρξη ισοδυναμίας σε συγκεκριμένη
περίπτωση. Οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να ορίσουν
περιβαλλοντικές ανάγκες μεταξύ των τεχνικών προδιαγραφών δεδομένης
σύμβασης μπορούν να προβλέπουν τα συγκεκριμένα περιβαλλοντικά
χαρακτηριστικά, όπως συγκεκριμένη μέθοδο παραγωγής, και/ή ειδικές
περιβαλλοντικές επιπτώσεις ομάδων προϊόντων ή υπηρεσιών. Μπορούν,
αλλά δεν είναι υποχρεωμένες, να χρησιμοποιούν τις κατάλληλες
προδιαγραφές που καθορίζουν τα οικολογικά σήματα, όπως το
ευρωπαϊκό, το (πολυ) εθνικό ή οποιοδήποτε άλλο οικολογικό σήμα, εάν
οι απαιτήσεις για το σήμα αναπτύσσονται και υιοθετούνται βάσει
επιστημονικής πληροφόρησης μέσω μιας διαδικασίας στην οποία έχουν
δικαίωμα συμμετοχής τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως οι κυβερνητικοί
οργανισμοί, οι καταναλωτές, οι κατασκευαστές, οι διανομείς ή οι
περιβαλλοντικές οργανώσεις, και εάν το σήμα είναι προσιτό και
διαθέσιμο για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι αναθέτουσες αρχές
οφείλουν, οσάκις αυτό είναι εφικτό, να θεσπίζουν τεχνικές προδιαγραφές
προκειμένου να λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια προσβασιμότητας για
άτομα με αναπηρίες ή σχεδιασμό για όλους τους χρήστες. Οι τεχνικές
προδιαγραφές θα πρέπει να αναφέρονται σαφώς ούτως ώστε όλοι οι
προσφέροντες να γνωρίζουν τι καλύπτουν οι απαιτήσεις που θεσπίζουν
οι αναθέτουσες αρχές.
(30) Οι συμπληρωματικές πληροφορίες για τις συμβάσεις πρέπει να
περιλαμβάνονται, όπως συνηθίζεται στα κράτη μέλη, στο τεύχος της
συγγραφής υποχρεώσεων που αφορά κάθε σύμβαση ή σε άλλο
ισοδύναμο έγγραφο.
(31) Οι αναθέτουσες αρχές οι οποίες πραγματοποιούν ιδιαίτερα
πολύπλοκα έργα ενδέχεται, χωρίς να φέρουν καμία ευθύνη οι ίδιες, να
βρεθούν αντικειμενικά σε αδυναμία να ορίσουν τα μέσα που θα
μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους ή να εκτιμήσουν τι
μπορεί να προσφέρει η αγορά από την άποψη τεχνικών λύσεων ή/και
χρηματοδοτικών/νομικών λύσεων. Η κατάσταση αυτή μπορεί ιδίως να
παρουσιασθεί όσον αφορά την εκτέλεση σημαντικών έργων υποδομής
ολοκληρωμένων μεταφορών, την υλοποίηση μεγάλων δικτύων
πληροφορικής και την υλοποίηση έργων που απαιτούν περίπλοκη και
διαρθρωμένη χρηματοδότηση, η χρηματοοικονομική και νομική
οργάνωση της οποίας δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί εκ των προτέρων.
Στον βαθμό που η χρησιμοποίηση ανοικτών ή κλειστών διαδικασιών δεν
επιτρέπει την ανάθεση τέτοιων συμβάσεων, θα πρέπει, ως εκ τούτου, να
προβλεφθεί μια ευέλικτη διαδικασία που να διασφαλίζει τόσο τον
ανταγωνισμό μεταξύ των οικονομικών φορέων όσο και την ανάγκη των
αναθετουσών αρχών να συζητούν με κάθε υποψήφιο όλες τις πτυχές της

132

σύμβασης. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
κατά τρόπο που να περιορίζει ή να νοθεύει τον ανταγωνισμό, ιδίως με
την τροποποίηση βασικών στοιχείων των προσφορών ή με την επιβολή
νέων ουσιωδών στοιχείων στον προσφέροντα που έχει επιλεγεί, ή με την
εμπλοκή οποιουδήποτε άλλου προσφέροντος εκτός εκείνου που έχει
υποβάλλει την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά.
(32) Προκειμένου να ευνοηθεί η πρόσβαση των μικρομεσαίων
επιχειρήσεων στις δημόσιες συμβάσεις, συνιστάται να συμπεριληφθούν
διατάξεις σχετικά με την υπεργολαβία.
(33) Οι όροι εκτέλεσης μιας σύμβασης συνάδουν με την παρούσα
οδηγία, εφόσον δεν εισάγουν άμεσα ή έμμεσα διακρίσεις και
αναγγέλλονται στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή
υποχρεώσεων. Μπορούν, μεταξύ άλλων, να έχουν ως αντικείμενο την
ενθάρρυνση της επιτόπιας επαγγελματικής κατάρτισης, τη
χρησιμοποίηση ατόμων με ιδιαίτερες δυσκολίες ένταξης, την
καταπολέμηση της ανεργίας ή την προστασία του περιβάλλοντος.
Παραδείγματος χάριν, μπορούν να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι
ισχύουσες για την εκτέλεση της σύμβασης υποχρεώσεις πρόσληψης
μακροχρόνια ανέργων ή ανάληψης δραστηριοτήτων κατάρτισης για τους
άνεργους ή τους νέους, ουσιαστικής τήρησης των διατάξεων των
θεμελιωδών συμβάσεων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) στην
περίπτωση κατά την οποία δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, και
πρόσληψης ενός αριθμού ατόμων με ειδικές ανάγκες που υπερβαίνει
εκείνον που επιβάλλει η εθνική νομοθεσία.
(34) Οι νόμοι, οι κανονισμοί και οι συλλογικές συμβάσεις, τόσο σε
εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, που ισχύουν σε θέματα συνθηκών
εργασίας και ασφάλειας στην εργασία, εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση
δημόσιας σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί, καθώς
και η εφαρμογή τους, συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο. Στις
διασυνοριακές περιπτώσεις, όπου οι εργαζόμενοι ενός κράτους μέλους
παρέχουν υπηρεσίες σε ένα άλλο κράτος μέλος για την υλοποίηση μιας
δημόσιας σύμβασης, η οδηγία 96/71/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την
απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών(11), αναφέρει
τις ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται στη χώρα υποδοχής
όσον αφορά αυτούς τους αποσπασμένους εργαζομένους. Εάν το εθνικό
δίκαιο περιέχει διατάξεις προς τον σκοπό αυτόν, η μη τήρηση των εν
λόγω υποχρεώσεων μπορεί να θεωρηθεί σοβαρό παράπτωμα ή παράβαση
της επαγγελματικής δεοντολογίας εκ μέρους του οικείου οικονομικού
φορέα δυνάμενη να επιφέρει τον αποκλεισμό αυτού του οικονομικού
φορέα από τη διαδικασία σύναψης μιας δημόσιας σύμβασης.
(35) Λαμβανομένων υπόψη των νέων τεχνολογιών της πληροφορίας και
των επικοινωνιών καθώς και των απλουστεύσεων που μπορούν να
επιφέρουν στο επίπεδο της δημοσιότητας των συμβάσεων και στην
αποτελεσματικότητα και διαφάνεια των διαδικασιών σύναψης, τα
ηλεκτρονικά μέσα θα πρέπει να εξισώνονται με τα κλασικά μέσα
επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών. Στο μέτρο του δυνατού, το
μέσο και η τεχνολογία που επιλέγονται θα πρέπει να είναι συμβατά με τις
τεχνολογίες που χρησιμοποιούν τα άλλα κράτη μέλη.
(36) Η ανάπτυξη πραγματικού ανταγωνισμού στον τομέα των δημοσίων
συμβάσεων απαιτεί τη δημοσιότητα σε κοινοτικό επίπεδο των σχετικών
προκηρύξεων που συντάσσουν οι αναθέτουσες αρχές των κρατών μελών.

133

Οι πληροφορίες που περιέχονται στις προκηρύξεις αυτές πρέπει να
επιτρέπουν στους οικονομικούς φορείς της Κοινότητας να κρίνουν αν οι
προτεινόμενες συμβάσεις τους ενδιαφέρουν. Για το σκοπό αυτό, θα
πρέπει να λαμβάνουν επαρκώς γνώση του αντικειμένου της προκήρυξης
και των όρων που τη συνοδεύουν. Είναι λοιπόν σημαντικό να
εξασφαλισθεί μεγαλύτερη προβολή των δημοσιευμένων προκηρύξεων με
τα κατάλληλα μέσα, όπως τα τυποποιημένα έγγραφα προκηρύξεων
συμβάσεων και το κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις (Common
Procurement Vocabulary, CPV), το οποίο προβλέπει ο κανονισμός (ΕΚ)
αριθ. 2195/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου(12), καθώς και η ονοματολογία αναφοράς για τις δημόσιες
συμβάσεις. Στις κλειστές διαδικασίες, η δημοσιότητα θα πρέπει να έχει
ιδίως σκοπό να δίδει τη δυνατότητα στους οικονομικούς φορείς των
κρατών μελών να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για τις συμβάσεις
ζητώντας από τις αναθέτουσες αρχές προσκλήσεις προς υποβολή
προσφορών υπό τους απαιτούμενους όρους.
(37) Η οδηγία 1999/93/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με το κοινοτικό
πλαίσιο για ηλεκτρονικές υπογραφές(13) και η οδηγία 2000/31/EK του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000,
για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της
πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά
("οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο")(14), θα πρέπει, στο πλαίσιο της
παρούσας οδηγίας, να εφαρμόζονται στη διαβίβαση πληροφοριών με
ηλεκτρονικά μέσα. Οι διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων και οι
κανόνες που εφαρμόζονται στους διαγωνισμούς στον τομέα των
υπηρεσιών,
απαιτούν
υψηλότερο
επίπεδο
ασφάλειας
και
εμπιστευτικότητας από εκείνο που προβλέπεται στις εν λόγω οδηγίες.
Κατά συνέπεια, οι μηχανισμοί ηλεκτρονικής παραλαβής προσφορών,
αιτήσεων συμμετοχής, καθώς και των μελετών και σχεδίων, θα πρέπει να
πληρούν ειδικές πρόσθετες απαιτήσεις. Προς το σκοπό αυτό, θα πρέπει
να ενθαρρυνθεί κατά το δυνατόν η χρήση ηλεκτρονικών υπογραφών και
ιδίως προηγμένων ηλεκτρονικών υπογραφών. Εξάλλου, η ύπαρξη
συστημάτων εθελοντικής πιστοποίησης θα μπορούσε να αποτελέσει
ευνοϊκό πλαίσιο για τη βελτίωση του επιπέδου των υπηρεσιών
πιστοποίησης των εν λόγω μηχανισμών.
(38) Η χρήση ηλεκτρονικών μέσων εξοικονομεί χρόνο. Κατά συνέπεια,
είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μείωση των ελάχιστων προθεσμιών όταν
χρησιμοποιούνται τα εν λόγω ηλεκτρονικά μέσα, υπό τον όρο, ωστόσο,
ότι οι προθεσμίες συμβιβάζονται με το συγκεκριμένο τρόπο διαβίβασης
που προβλέπεται σε κοινοτικό επίπεδο.
(39) Ο έλεγχος της καταλληλότητας του προσφέροντος, στις ανοικτές
διαδικασίες, και των υποψηφίων, στις κλειστές και στις με
διαπραγμάτευση διαδικασίες μαζί με δημοσίευση προκήρυξης
διαγωνισμού καθώς και στον ανταγωνιστικό διάλογο, και η επιλογή τους
θα πρέπει να γίνονται υπό συνθήκες διαφάνειας. Προς τούτο, είναι
σκόπιμο να αναφέρονται τα κριτήρια, τα οποία δεν θα εισάγουν
διακρίσεις, και τα οποία θα μπορούν να χρησιμοποιούν οι αναθέτουσες
αρχές προκειμένου να επιλέγουν τους ανταγωνιζόμενους καθώς και τα
μέσα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούν οι οικονομικοί φορείς για να
αποδεικνύουν ότι πληρούν τα κριτήρια αυτά. Με αυτό το πνεύμα
διαφάνειας, η αναθέτουσα αρχή θα πρέπει να αναφέρει, κατά την

134

προκήρυξη μίας σύμβασης, τα κριτήρια επιλογής που θα χρησιμοποιήσει
για την επιλογή, καθώς και το επίπεδο ειδικών ικανοτήτων που απαιτεί
ενδεχομένως από τους οικονομικούς φορείς για να τους δεχθεί στη
διαδικασία σύναψης της σύμβασης.
(40) Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να περιορίζει τον αριθμό των
υποψηφίων, στις κλειστές και στις με διαπραγμάτευση διαδικασίες, με
δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, καθώς και στον ανταγωνιστικό
διάλογο. Η μείωση του αριθμού των υποψηφίων θα πρέπει να γίνεται
βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που επισημαίνονται στην προκήρυξη
διαγωνισμού. Τα εν λόγω αντικειμενικά κριτήρια δεν συνεπάγονται κατ'
ανάγκην την πραγματοποίηση στάθμισης. Σχετικά με τα κριτήρια που
αφορούν την προσωπική κατάσταση του οικονομικού φορέα, η ύπαρξη
στην προκήρυξη διαγωνισμού μιας γενικής παραπομπής στις περιπτώσεις
του άρθρου 45 θεωρείται αρκετή.
(41) Στον ανταγωνιστικό διάλογο και στις διαδικασίες διαπραγμάτευσης
με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, λόγω της ευελιξίας που μπορεί
να απαιτείται και των υπερβολικά υψηλών δαπανών που συνδέονται με
αυτές τις μεθόδους σύναψης συμβάσεων, θα πρέπει να επιτρέπεται στις
αναθέτουσες αρχές να προβλέπουν μια διαδικασία σε διαδοχικές φάσεις
ώστε να μειώνεται βαθμιαία, βάσει κριτηρίων ανάθεσης που θα έχουν
επισημανθεί εκ των προτέρων, ο αριθμός προσφορών που θα συνεχίσουν
να συζητούν ή να διαπραγματεύονται. Αυτή η μείωση θα πρέπει να
εξασφαλίζει πραγματικό ανταγωνισμό, εφόσον ο αριθμός των
κατάλληλων λύσεων ή υποψηφίων το επιτρέπει.
(42) Οι κοινοτικοί κανόνες που αφορούν την αμοιβαία αναγνώριση των
διπλωμάτων, των πτυχίων ή των άλλων αποδεικτικών τυπικών
προσόντων εφαρμόζονται όταν πρέπει να αποδεικνύεται η κατοχή
συγκεκριμένων προσόντων προκειμένου να επιτραπεί η συμμετοχή σε
διαδικασία σύναψης σύμβασης ή σε διαγωνισμό μελετών.
(43) Θα πρέπει να αποφεύγεται η ανάθεση δημόσιων συμβάσεων σε
οικονομικούς φορείς που έχουν συμμετάσχει σε εγκληματική οργάνωση
ή που έχουν κριθεί ένοχοι δωροδοκίας ή απάτης εις βάρος των
οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή
νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οσάκις
απαιτείται, οι αναθέτουσες αρχές θα πρέπει να ζητούν από τους
υποψηφίους/τους προσφέροντες τα σχετικά έγγραφα και, εάν έχουν
αμφιβολίες σχετικά με την προσωπική κατάσταση ενός
υποψηφίου/προσφέροντος, μπορούν να ζητούν τη συνεργασία των
αρμόδιων αρχών του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Οι εν λόγω
οικονομικοί φορείς θα πρέπει να αποκλείονται όταν περιέρχεται σε
γνώση της αναθέτουσας αρχής απόφαση σχετική με τα προαναφερθέντα
αδικήματα η οποία έχει εκδοθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και έχει
ισχύ δεδικασμένου. Εάν το εθνικό δίκαιο περιέχει διατάξεις προς τον
σκοπό αυτόν, η μη τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας ή της
νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων όσον αφορά τις παράνομες
συμπράξεις, η οποία έχει διαπιστωθεί με τελεσίδικη απόφαση ή με
απόφαση έχουσα ισοδύναμα αποτελέσματα, μπορεί να θεωρείται ως
αδίκημα το οποίο θίγει την επαγγελματική ακεραιότητα του οικονομικού
φορέα ή ως σοβαρό παράπτωμα.
Η μη τήρηση των εθνικών διατάξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των
οδηγιών 2000/78/ΕΚ(15) και 76/207/ΕΟΚ(16) του Συμβουλίου σχετικά
με την ίση μεταχείριση των εργαζομένων, η οποία έχει διαπιστωθεί με

135

τελεσίδικη απόφαση ή με απόφαση έχουσα ισοδύναμο αποτέλεσμα,
μπορεί να θεωρείται παράβαση επαγγελματικής δεοντολογίας εκ μέρους
του οικονομικού φορέα ή σοβαρό παράπτωμα.
(44) Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η εφαρμογή μέτρων ή συστημάτων
περιβαλλοντικής διαχείρισης κατά την εκτέλεση της δημόσιας σύμβασης
αιτιολογείται από τη φύση των έργων ή/και των υπηρεσιών, είναι δυνατό
να απαιτείται η εφαρμογή τέτοιων μέτρων ή συστημάτων. Τα συστήματα
περιβαλλοντικής διαχείρισης, ανεξαρτήτως της καταγραφής τους
σύμφωνα με τις κοινοτικές πράξεις, όπως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ.
761/2001 (EMAS)(17), μπορούν να καταδεικνύουν την τεχνική
ικανότητα του οικονομικού φορέα να εκτελέσει τη σύμβαση. Εξάλλου, η
περιγραφή, εκ μέρους του οικονομικού φορέα, των μέτρων που
εφαρμόζει ώστε να διασφαλίσει ισοδύναμο επίπεδο προστασίας του
περιβάλλοντος, θα πρέπει να γίνεται δεκτή ως εναλλακτικό αποδεικτικό
μέσο των καταγεγραμμένων συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης.
(45) Η παρούσα οδηγία προβλέπει τη δυνατότητα τα κράτη μέλη να
καταρτίζουν επίσημους καταλόγους εργολάβων, προμηθευτών ή
παρόχων υπηρεσιών ή να καθιερώνουν πιστοποίηση από δημόσιους ή
ιδιωτικούς οργανισμούς καθώς και να περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα
μιας τέτοιας καταγραφής ή πιστοποιητικού στο πλαίσιο σύναψης
δημοσίων συμβάσεων σε άλλο κράτος μέλος. Όσον αφορά τους
επίσημους καταλόγους των εγκεκριμένων οικονομικών φορέων, είναι
σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου σε
περιπτώσεις που ένας οικονομικός φορέας ο οποίος αποτελεί μέρος
ομίλου επικαλείται τις οικονομικές, χρηματοδοτικές ή τεχνικές
δυνατότητες άλλων εταιρειών του ομίλου προκειμένου να στηρίξει την
αίτηση εγγραφής του. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στον
οικονομικό φορέα να αποδεικνύει ότι διαθέτει πράγματι τα μέσα αυτά
καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της εγγραφής. Για τους σκοπούς της
εγγραφής αυτής, ένα κράτος μέλος μπορεί να καθορίζει τα επίπεδα των
απαιτήσεων που πρέπει να πληρούνται· μπορεί, παραδείγματος χάριν,
στην περίπτωση που ο εν λόγω φορέας επικαλείται τις χρηματοδοτικές
δυνατότητες άλλης εταιρείας του ομίλου, να απαιτεί εν ανάγκη την από
κοινού και χωριστά δέσμευση της εταιρείας αυτής.
(46) Η ανάθεση της σύμβασης θα πρέπει να πραγματοποιείται βάσει
αντικειμενικών κριτηρίων που εξασφαλίζουν την τήρηση της αρχής της
διαφάνειας, της αρχής της αποφυγής των διακρίσεων και της αρχής της
ίσης μεταχείρισης και εγγυώνται την αξιολόγηση των προσφορών υπό
συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού. Συνεπώς, ενδείκνυται να γίνεται
δεκτή η εφαρμογή δύο μόνο κριτηρίων ανάθεσης, ήτοι των κριτηρίων
της "χαμηλότερης τιμής" και της "πλέον συμφέρουσας από οικονομική
άποψη προσφοράς".
Προκειμένου να εξασφαλίζεται ο σεβασμός της αρχής της ίσης
μεταχείρισης κατά τη διάρκεια της ανάθεσης των συμβάσεων,
ενδείκνυται να προβλεφθεί η παγιωμένη βάσει νομολογίας υποχρέωση
να διασφαλίζεται η απαραίτητη διαφάνεια ώστε να επιτρέπεται σε κάθε
προσφέροντα να ενημερώνεται σε λογικά πλαίσια για τα κριτήρια και
τους τρόπους που θα εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό της από
οικονομική άποψη πλέον συμφέρουσας προσφοράς. Εναπόκειται,
συνεπώς, στις αναθέτουσες αρχές να αναφέρουν τα κριτήρια ανάθεσης
καθώς και τη σχετική στάθμιση που δίνεται σε καθένα από αυτά τα
κριτήρια, και τούτο εγκαίρως ώστε οι προσφέροντες να την γνωρίζουν

136

για την κατάρτιση των προσφορών τους. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν
να εφαρμόζουν παρέκκλιση από την αναφορά της στάθμισης των
κριτηρίων ανάθεσης σε πλήρως δικαιολογημένες περιπτώσεις, τις οποίες
πρέπει να μπορούν να αιτιολογούν, όταν η στάθμιση αυτή δεν μπορεί να
καταρτισθεί εκ των προτέρων, λόγω ιδίως της πολυπλοκότητας της
σύμβασης. Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να αναφέρουν τη φθίνουσα
σειρά σπουδαιότητας αυτών των κριτηρίων.
Όταν οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν να αναθέσουν τη σύμβαση στην
πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, αξιολογούν τις
προσφορές προκειμένου να προσδιορίσουν εκείνη που παρουσιάζει την
καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής. Για τον σκοπό αυτόν, καθορίζουν τα
οικονομικά και ποιοτικά κριτήρια τα οποία, στο σύνολό τους, πρέπει να
επιτρέπουν τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική
άποψη προσφοράς για την αναθέτουσα αρχή. Ο καθορισμός αυτών των
κριτηρίων είναι συνάρτηση του αντικειμένου της σύμβασης, στο μέτρο
που τα κριτήρια αυτά πρέπει να επιτρέπουν την αξιολόγηση του επιπέδου
επίδοσης που παρουσιάζεται από κάθε προσφορά σε σχέση με το
αντικείμενο της σύμβασης, όπως αυτό ορίζεται στις τεχνικές
προδιαγραφές, καθώς και τη μέτρηση της σχέσης ποιότητας/τιμής κάθε
προσφοράς.
Για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης, τα κριτήρια ανάθεσης θα
πρέπει να επιτρέπουν τη σύγκριση των προσφορών και την αντικειμενική
αξιολόγησή τους. Εάν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, τα οικονομικά
και ποιοτικά κριτήρια ανάθεσης, όπως εκείνα που αφορούν την
ικανοποίηση των περιβαλλοντικών απαιτήσεων, μπορούν να επιτρέπουν
στην αναθέτουσα αρχή να ικανοποιήσει τις ανάγκες του σχετικού
δημόσιου φορέα, όπως αυτές εκφράζονται στις προδιαγραφές της
αγοράς. Με βάση τις ίδιες αυτές προϋποθέσεις, η αναθέτουσα αρχή
μπορεί να χρησιμοποιεί κριτήρια που αποβλέπουν στην ικανοποίηση
κοινωνικών απαιτήσεων που ανταποκρίνονται ιδίως στις οριζόμενες στις
προδιαγραφές της αγοράς ανάγκες κατηγοριών πληθυσμού, οι οποίες
μειονεκτούν ιδιαιτέρως και στις οποίες ανήκουν οι δικαιούχοι/χρήστες
των έργων, προμηθειών και υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο της
σύμβασης.
(47) Στο πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, τα κριτήρια
ανάθεσης δεν πρέπει να θίγουν την εφαρμογή εθνικών διατάξεων που
διέπουν την αμοιβή ορισμένων υπηρεσιών, όπως είναι, παραδείγματος
χάριν, οι αμοιβές αρχιτεκτόνων, μηχανικών ή δικηγόρων και, στο
πλαίσιο των δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, την εφαρμογή εθνικών
διατάξεων που καθορίζουν σταθερή τιμή για σχολικά βιβλία.
(48) Ορισμένες τεχνικές προϋποθέσεις, ιδίως αυτές που αφορούν τις
γνωμοδοτήσεις, τις στατιστικές εκθέσεις καθώς και την ονοματολογία
που χρησιμοποιείται και τους όρους αναφοράς αυτής της ονοματολογίας,
απαιτείται να εγκρίνονται και να τροποποιούνται ανάλογα με την εξέλιξη
των τεχνικών αναγκών. Επίσης, πρέπει να ενημερώνονται οι κατάλογοι
αναθετουσών αρχών που αναφέρονται στα παραρτήματα. Ενδείκνυται,
επομένως, να προβλεφθεί προς τούτο μια ευέλικτη και ταχεία διαδικασία
έκδοσης.
(49) Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα
πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του
Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων

137

1. Τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 1338/1983 "Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου"
(Α' 34), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 6 του
ν. 1440/1984 "Συμμετοχής της Ελλάδας στο Κεφάλαιο, στα Αποθεματικά και στις
προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων", στο κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής
Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα και του Οργανισμού ΕΥΡΑΤΟΜ (Α' 70), όπως
τροποποιήθηκε τελευταία με το άρθρο 48 του ν. 3427/2005 (Α' 312) και τις διατάξεις
του άρθρου 3 του ν. 1338/1983 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν.
1892/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις" (Α' 101).
2. Τις διατάξεις του ν. 2155/1993 "Κύρωση Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό
Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.) μετά των Πρωτοκόλλων, Δηλώσεων, Παραρτημάτων,
Προσαρτημάτων και Πρακτικών αυτής και του Πρωτοκόλλου Προσαρμογής της
Συμφωνίας για τον Ε.Ο.Χ. μετά των Παραρτημάτων, τελικής Πράξης και Πρακτικών
αυτού" (Α 104)
3. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του
π.δ/τος 63/2005 "Κωδικοποίηση της Νομοθεσίας για την κυβέρνηση και τα
κυβερνητικά όργανα (Α' 98).
4. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη εις βάρος
του κρατικού προϋπολογισμού.
5. Την υπ' αριθμ. Δ15/Α/Φ19/4040/24.2.2006 (Β' 249) απόφαση του Πρωθυπουργού
και του Υπουργού Ανάπτυξης περί "Ανάθεσης αρμοδιοτήτων στους Υφυπουργούς
Ανάπτυξης Ιωάννη Παπαθανασίου".
6. Την υπ' αριθμ. 353/2006 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας με
πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης,
Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων'Εργων,
Δικαιοσύνης, Μεταφορών και Επικοινωνιών και του Υφυπουργού Ανάπτυξης,
αποφασίζουμε:
άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην
Επιτροπή(18).
(50) Ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου, της
3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις
προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες(19), θα πρέπει να ισχύει για τον
υπολογισμό των προθεσμιών που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία.
(51) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των
κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο
και εφαρμογής των οδηγιών 92/50/EOK, 93/36/EOK και 93/37/EOK,
που αναφέρονται στο παράρτημα ΧΙ,
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:»

138

139

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ
ΣΚΟΠΟΣ - ΟΡΙΣΜΟΙ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
Αρθρο 1
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η προσαρμογή της ελληνικής
νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών προς τις
διατάξεις της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004 "Περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης
δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών"142, που δημοσιεύθηκε στην
ελληνική γλώσσα στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ
L134/30/4/2004) όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις διατάξεις:
α) της οδηγίας 2005/51/ΕΚ143 της Επιτροπής της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 για την
τροποποίηση του παραρτήματος XX της οδηγίας 2004/17/ΕΚ και του παραρτήματος
VIII της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
περί δημοσίων συμβάσεων (ΕΕ L 257/1/10/2005),
β) της οδηγίας 2005/75/ΕΚ144 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
της 16ης Νοεμβρίου 2005 για την διόρθωση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ "Περί
συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών
και υπηρεσιών" (ΕΕL 323/9.12.2005),
γ) του υπ' αριθμ. 2083/2005 145 Κανονισμού (ΕΚ) της Επιτροπής της 19ης Δεκεμβρίου
2005 περί τροποποίησης των οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά στα κατώτατα όρια εφαρμογής τους
κατά τη διαδικασία συνάψεως συμβάσεων (ΕΕL 333/20.12.2005),
δ) του υπ' αριθμ. 1564/2005146 Κανονισμού (ΕΚ) της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου
2005, για την κατάρτιση τυποποιημένων εντύπων προς δημοσίευση προκηρύξεων και
γνωστοποιήσεων στο πλαίσιο των διαδικασιών δημοσίων συμβάσεων δυνάμει των
οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου (ΕΕL 257/1/10/2005)147.

142

Πριν την έκδοση του Πδ ενσωμάτωσης είχε εκδοθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ η από 18
Ιανουαρίου 2006, Αριθ. Πρωτ. Δ17γ/09/9/ΦΝ 417 Εγκύκλιος με σκοπό την ενημέρωση και
την χάραξη κατευθύνσεων για την εφαρμογή της Οδηγίας 2004/18.
143
http://eurlex.europa.eu/smartapi/cgi/sga_doc?smartapi!celexplus!prod!DocNumber&l
g=el&type_doc=Directive&an_doc=2005&nu_doc=51
144
http://eurlex.europa.eu/smartapi/cgi/sga_doc?smartapi!celexplus!prod!DocNumber&lg=el
&type_doc=Directive&an_doc=2005&nu_doc=75
145
http://eurlex.europa.eu/smartapi/cgi/sga_doc?smartapi!celexplus!prod!DocNumber&lg=el
&type_doc=Regulation&an_doc=2005&nu_doc=2083
146
http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/site/el/consleg/2005/R/02005R1564-20070101-el.pdf
147
Τροποποιήσεις έχουν γίνει στην Οδηγία 2004/18 και με την Οδηγία 2006/97/ΕΚ, EE L
363, 20.12.2006

140

Αρθρο 2
Ορισμοί (άρθρο 1 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Για τους σκοπούς του παρόντος, εφαρμόζονται οι ορισμοί που παρατίθενται στις
παραγράφους 2 έως 14.
2. α) "Δημόσιες συμβάσεις" είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας, οι οποίες
συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων και μιας ή
περισσοτέρων αναθετουσών αρχών και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων,
την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος.
β) "Δημόσιες συμβάσεις έργων" είναι δημόσιες συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο
είτε την εκτέλεση, είτε συγχρόνως τη μελέτη και την εκτέλεση, εργασιών που
αφορούν μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι ή ενός
έργου, είτε ακόμη την πραγματοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, ενός έργου το οποίο
ανταποκρίνεται στις επακριβώς οριζόμενες από την αναθέτουσα αρχή ανάγκες. Ως
"έργο", νοείται το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών
πολιτικού μηχανικού που προορίζεται να πληροί αυτό καθαυτό μια οικονομική ή
τεχνική λειτουργία.
γ) "Δημόσιες συμβάσεις προμηθειών" είναι δημόσιες συμβάσεις, πλην αυτών του
στοιχείου β), οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την αγορά, τη χρηματοδοτική μίσθωση,
τη μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα αγοράς, προϊόντων.
Δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο την προμήθεια προϊόντων και
καλύπτει, παρεμπιπτόντως, εργασίες τοποθέτησης και εγκατάστασης, θεωρείται ως
"δημόσια σύμβαση προμηθειών".
δ) "Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών" είναι δημόσιες συμβάσεις, πλην των δημοσίων
συμβάσεων έργων ή προμηθειών, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την παροχή των
υπηρεσιών που αναφέρονται στο Παράρτημα II.
Δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο ταυτοχρόνως προϊόντα και υπηρεσίες
που αναφέρονται στο Παράρτημα II, θεωρείται ως "δημόσια σύμβαση υπηρεσιών",
εφόσον η αξία των συγκεκριμένων υπηρεσιών υπερβαίνει την αξία των προϊόντων
που περιλαμβάνονται στη σύμβαση.
Δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο υπηρεσίες που αναφέρονται στο
Παράρτημα II και η οποία δεν περιλαμβάνει δραστηριότητες που αναφέρονται στο
Παράρτημα Ι παρά μόνο παρεμπιπτόντως σε σχέση με το κύριο αντικείμενο της
σύμβασης, θεωρείται ως δημόσια σύμβαση υπηρεσιών.
3. "Σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων" είναι μια σύμβαση η οποία παρουσιάζει
τα ίδια χαρακτηριστικά με μια δημόσια σύμβαση έργων, εκτός από το γεγονός ότι το
εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης
του έργου είτε στο δικαίωμα αυτό, σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.
4. "Σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών" είναι μια σύμβαση η οποία παρουσιάζει τα
ίδια χαρακτηριστικά με μια δημόσια σύμβαση υπηρεσιών, εκτός από το γεγονός ότι
το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα
141

εκμετάλλευσης της υπηρεσίας είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με την
καταβολή αμοιβής.
5. "Συμφωνία-πλαίσιο" είναι μια συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ μιας ή
περισσοτέρων αναθετουσών αρχών και ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων, η
οποία αποσκοπεί στον καθορισμό των όρων που διέπουν τις συμβάσεις που πρόκειται
να συναφθούν κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου, ιδίως όσον αφορά στις
τιμές και, ενδεχομένως, τις προβλεπόμενες ποσότητες.
6. "Δυναμικό σύστημα αγορών" είναι μια καθ' ολοκληρίαν ηλεκτρονική διαδικασία
για αγορές τρέχουσας χρήσης, της οποίας τα γενικά διαθέσιμα στην αγορά
χαρακτηριστικά ικανοποιούν τις ανάγκες της αναθέτουσας αρχής και είναι
περιορισμένη χρονικά και ανοικτή καθ' όλη τη διάρκεια της σε κάθε οικονομικό
φορέα, ο οποίος πληροί τα κριτήρια επιλογής και έχει υποβάλει ενδεικτική προσφορά
σύμφωνη προς τη συγγραφή υποχρεώσεων.
7. "Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός" είναι μια επαναληπτική διαδικασία που βασίζεται
σε έναν ηλεκτρονικό μηχανισμό παρουσίασης νέων, μειωμένων τιμών ή/και νέων
αξιών, όσον αφορά ορισμένα στοιχεία των προσφορών και η οποία διεξάγεται έπειτα
από προκαταρκτική πλήρη αξιολόγηση των προσφορών, επιτρέποντας την
ταξινόμηση τους με βάση αυτόματες μεθόδους αξιολόγησης. Συνεπώς, ορισμένες
συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες πνευματικού
δημιουργού, όπως ο σχεδιασμός έργων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο
ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.
8. "Εργολήπτης", "προμηθευτής" και "πάροχος υπηρεσιών" είναι κάθε φυσικό ή
νομικό πρόσωπο ή φορέας του δημοσίου, ή κοινοπραξία αυτών των προσώπων ή/και
οργανισμών, που προσφέρει αντιστοίχως την εκτέλεση εργασιών ή/και έργων, την
προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών στην αγορά.
Ο όρος "οικονομικός φορέας" καλύπτει ταυτόχρονα τις έννοιες "προμηθευτής",
"εργολήπτης" και "πάροχος υπηρεσιών" και χρησιμοποιείται μόνο για λόγους
απλούστευσης του κειμένου.
Ο οικονομικός φορέας που έχει υποβάλει προσφορά αναφέρεται ως "προσφέρων".
Εκείνος που έχει ζητήσει να του αποσταλεί πρόσκληση συμμετοχής σε διαδικασία
κλειστή ή με διαπραγμάτευση ή σε ανταγωνιστικό διάλογο, αναφέρεται ως
"υποψήφιος".
9. "Αναθέτουσες αρχές" είναι το κράτος, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, οι
οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις μίας ή περισσότερων από αυτές τις
αρχές ή ενός ή περισσότερων από αυτούς τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
Ως "οργανισμός δημοσίου δικαίου", νοείται κάθε οργανισμός:
α) ο οποίος έχει συσταθεί με συγκεκριμένο σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού
συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στον βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα.
β) ο οποίος έχει νομική προσωπικότητα, και
142

γ) η δραστηριότητα του οποίου χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το
κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, ή
η διαχείριση του οποίου υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς
αυτούς ή του οποίου περισσότερο από το ήμισυ των μελών του διοικητικού, του
διευθυντικού ή του εποπτικού συμβουλίου, διορίζεται από το κράτος, τις αρχές
τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
Οι οργανισμοί και οι κατηγορίες οργανισμών δημοσίου δικαίου που πληρούν τα
κριτήρια τα οποία απαριθμούνται στο δεύτερο εδάφιο σημεία α), β) και γ)148,
παρατίθενται στο Παράρτημα III. Οι σχετικοί πίνακες μπορούν να εμπλουτίζονται με
την προσθήκη και άλλων οργανισμών ή κατηγοριών οργανισμών δημοσίου
δικαίου149.
10. "Κεντρική αρχή προμηθειών" είναι μια αναθέτουσα αρχή η οποία είτε αποκτά
προϊόντα ή/και υπηρεσίες που προορίζονται για αναθέτουσες αρχές, είτε αναθέτει
δημόσιες συμβάσεις ή συνάπτει συμφωνίες-πλαίσια για έργα, προϊόντα ή υπηρεσίες
που προορίζονται για αναθέτουσες αρχές.
11. α) "Ανοικτές διαδικασίες" είναι οι διαδικασίες, στο πλαίσιο των οποίων κάθε
ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλλει προσφορά.
β) "Κλειστές διαδικασίες" είναι οι διαδικασίες, στις οποίες κάθε οικονομικός φορέας
μπορεί να ζητήσει να συμμετάσχει, αλλά στο πλαίσιο των οποίων μόνον οι
οικονομικοί φορείς που έχουν προσκληθεί από την αναθέτουσα αρχή μπορούν να
υποβάλλουν προσφορά.
γ) "Ανταγωνιστικός διάλογος" είναι η διαδικασία, στην οποία κάθε οικονομικός
φορέας μπορεί να ζητήσει να συμμετάσχει και στην οποία η αναθέτουσα αρχή
διεξάγει διάλογο με τους υποψηφίους που έχουν γίνει δεκτοί στη διαδικασία αυτή,
προκειμένου να βρεθούν μία ή περισσότερες λύσεις που θα μπορούσαν να
ικανοποιήσουν τις ανάγκες της, και βάσει της οποίας ή των οποίων οι υποψήφιοι που
επελέγησαν καλούνται να υποβάλλουν προσφορά.
Για το σκοπό της προσφυγής στη διαδικασία του πρώτου εδαφίου, μια δημόσια
σύμβαση θεωρείται "ιδιαίτερα πολύπλοκη", εφόσον οι αναθέτουσες αρχές δεν είναι
αντικειμενικά σε θέση είτε να καθορίσουν, σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 3,
σημεία β), γ) ή δ), τα τεχνικά μέσα, τα οποία θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις
ανάγκες και τους στόχους τους, είτε/και να προσδιορίσουν τη νομική ή/και τη
χρηματοοικονομική οργάνωση ενός σχεδίου.
δ) "Διαδικασίες με διαπραγμάτευση" είναι οι διαδικασίες, στο πλαίσιο των οποίων οι
αναθέτουσες αρχές διαβουλεύονται με τους οικονομικούς φορείς της επιλογής τους
και διαπραγματεύονται τους όρους της σύμβασης με έναν ή περισσότερους από
αυτούς.

143

ε) "Διαγωνισμοί μελετών" είναι οι διαδικασίες που επιτρέπουν στην αναθέτουσα
αρχή να αποκτήσει, κυρίως στους τομείς της χωροταξίας, της πολεοδομίας, της
αρχιτεκτονικής των έργων πολιτικού μηχανικού ή της επεξεργασίας δεδομένων, μια
μελέτη ή ένα σχέδιο που επιλέγεται από κριτική επιτροπή έπειτα από διαγωνισμό, με
ή χωρίς την απονομή βραβείων.
12. Με τον όρο "γραπτώς", νοείται κάθε σύνολο λέξεων ή αριθμών, το οποίο μπορεί
να διαβιβάζεται, αναπαράγεται και στη συνέχεια γνωστοποιείται. Το σύνολο αυτό
μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες που διαβιβάζονται και αποθηκεύονται με
ηλεκτρονικά μέσα.
13. "Ηλεκτρονικό μέσο", είναι ένα μέσο που χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό εξοπλισμό
επεξεργασίας (συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης) και αποθήκευσης
δεδομένων, τα οποία εκπέμπονται, διακινούνται ή παραλαμβάνονται με ενσύρματη
μετάδοση, με ραδιοκύματα, με οπτικά μέσα ή με άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα.
14. Με το "Κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις", (Common Procurement
Vocabulary - CPV), επισημαίνεται η ονοματολογία αναφοράς που εφαρμόζεται στις
δημόσιες συμβάσεις, η οποία υιοθετήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2195/2002
(ΕΕL 34016.12.2002), ενώ παράλληλα εξασφαλίζεται η αντιστοιχία με τις άλλες
υπάρχουσες ονοματολογίες.
Σε περίπτωση διισταμένων ερμηνειών ως προς το πεδίο εφαρμογής του παρόντος,
λόγω ενδεχόμενων διαφορών μεταξύ της ονοματολογίας CPV και της ονοματολογίας
της NACE που χρησιμοποιείται στο Παράρτημα Ι, ή μεταξύ της ονοματολογίας CPV
και της ονοματολογίας CPC (προσωρινή μορφή) που χρησιμοποιείται στο
Παράρτημα II, υπερισχύει αντίστοιχα η ονοματολογία NACE ή η ονοματολογία CPC.
15. Για τους σκοπούς του άρθρου 10 και του άρθρου 60 σημείο β), νοούνται ως:
α) "Δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο", η δημόσια τηλεπικοινωνιακή υποδομή, μέσω
της οποίας πραγματοποιείται η μεταφορά σημάτων μεταξύ συγκεκριμένων
τερματικών σημείων του δικτύου, με ενσύρματη μετάδοση, με δέσμες ερτζιανών
κυμάτων, με οπτικά μέσα ή με άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα.
β) "Τερματικό σημείο του δικτύου", το σύνολο των φυσικών συνδέσεων και των
τεχνικών προδιαγραφών πρόσβασης που απαρτίζουν το δημόσιο τηλεπικοινωνιακό
δίκτυο και είναι απαραίτητες για την πρόσβαση σε αυτό και τη μέσω αυτού
αποτελεσματική επικοινωνία.
γ) "Δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες", οι τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες την
παροχή των οποίων έχουν αναθέσει ειδικά τα κράτη μέλη, ιδίως σε έναν ή
περισσότερους τηλεπικοινωνιακούς φορείς.
δ) "Τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες", οι υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται, εξ
ολοκλήρου ή εν μέρει, στη διαβίβαση και διακίνηση σημάτων μέσω του δημοσίου
τηλεπικοινωνιακού δικτύου με τη βοήθεια τηλεπικοινωνιακών μεθόδων, με την
εξαίρεση των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών.
Αρθρο 3
144

Αρχές που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων (άρθρο 2 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οι αναθέτουσες αρχές αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς φορείς ισότιμα και χωρίς
διακρίσεις ενεργώντας με διαφάνεια.
Αρθρο 4
Οροι σχετικά με τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου
Οργανισμού Εμπορίου (άρθρο 5 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων από τις αναθέτουσες αρχές εφαρμόζονται
στις σχέσεις με τα λοιπά κράτη μέλη, εξίσου ευνοϊκοί όροι με εκείνους που
παρέχονται στους οικονομικούς φορείς τρίτων χωρών κατ' εφαρμογή της συμφωνίας
περί δημοσίων συμβάσεων, η οποία συνήφθη στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων του
Γύρου της Ουρουγουάης (GATT).
Αρθρο 5
Εκχώρηση ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων: ρήτρα αποφυγής διακρίσεων
(άρθρο 3 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οταν μια αναθέτουσα αρχή εκχωρεί σε φορέα που δεν έχει την ιδιότητα αναθέτουσας
αρχής, ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα για την άσκηση δραστηριότητας δημόσιας
υπηρεσίας, η πράξη εκχώρησης του δικαιώματος αυτού πρέπει να προβλέπει ότι,
κατά τη σύναψη των συμβάσεων προμηθειών με τρίτους στο πλαίσιο της
δραστηριότητας αυτής, ο εν λόγω φορέας οφείλει να τηρεί την αρχή της αποφυγής
διακρίσεων λόγω εθνικότητας.

145

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΚΑΤΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ
Αρθρο 6
Ποσά των κατώτατων ορίων των δημοσίων συμβάσεων (άρθρο 7 οδηγίας 2004/18/ΕΚ,
άρθρο 2 παρ.1 του Κανονισμού 2083/2005)150
1. Το παρόν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και
υπηρεσιών που δεν εξαιρούνται, δυνάμει των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα
άρθρα 16, 17 και 9 έως 15, και των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός φόρου
προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) είναι ίση προς ή ανώτερη από τα ακόλουθα κατώτατα
όρια:
α) 137.000 ευρώ, για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών, εκτός
αυτών που καλύπτονται από την περίπτωση β) στοιχείο iii), που συνάπτονται από τις
αναθέτουσες αρχές οι οποίες είναι κεντρικές κυβερνητικές αρχές του Παραρτήματος
IV. Προκειμένου για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών που συνάπτονται από τις
αναθέτουσες αρχές, οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας, το εν λόγω
κατώτατο όριο ισχύει μόνο για τα οριζόμενα στο Παράρτημα V προϊόντα.
β) 211.000 ευρώ, προκειμένου για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και
υπηρεσιών που συνάπτονται είτε ί) από αναθέτουσες αρχές άλλες από εκείνες που
αναφέρονται στο Παράρτημα IV, είτε ϋ) από τις αναθέτουσες αρχές που αναφέρονται
στο Παράρτημα IV και οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας, όταν οι
συμβάσεις αφορούν προϊόντα τα οποία δεν καλύπτει το Παράρτημα V, είτε iii) από
οποιαδήποτε αναθέτουσα αρχή και έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες της κατηγορίας 8
του Παραρτήματος II Α, υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών της κατηγορίας 5 των οποίων οι
θέσεις στο CPV είναι αντίστοιχες με τους αριθμούς αναφοράς CPC 7524, 7525 και
7526, ή/και υπηρεσίες που αναφέρονται στο Παράρτημα II Β.

150

Τα κατώτατα όρια εφαρμογής της οδηγίας έχουν αναθεωρηθεί. Κάθε δύο έτη η Επιτροπή
επαληθεύει τα κατώτατα όρια. Ο υπολογισμός της αξίας τους βασίζεται στο μέσο όρο της
καθημερινής τιμής του ευρώ, εκφρασμένης σε ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ). Ο εν
λόγω μέσος όρος υπολογίζεται για τους 24 μήνες οι οποίοι λήγουν την 31η Αυγούστου για
πραγματική αναθεώρηση την 1η Ιανουαρίου. Για τα κράτη μέλη που δεν έχουν υιοθετήσει το
ενιαίο νόμισμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιεύει κάθε έτος στην Επίσημη Εφημερίδα τα
ισόποσα των εφαρμοστέων κατώτατων ορίων. Κατ' αρχήν, τα ισόποσα αυτά αναθεωρούνται
κάθε δύο έτη αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2004. βλ.
http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/l22009.htm

146

γ) 5.278.000 ευρώ, για τις δημόσιες συμβάσεις έργων.
Τα ποσά των κατωτάτων ορίων των δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και
υπηρεσιών επανεξετάζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανά διετία και
αναθεωρούνται εάν χρειασθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 77 παρ.2 της
οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
2. Το παρόν εφαρμόζεται επίσης και στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών,
μελετών ή έργων του ν. 3389/2005 "Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα" (Α'
232), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται συμπληρωματικώς, καθ' ό μέρος δεν
αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή
των διατάξεων του ν. 3316/2005 (Α' 42).
Αρθρο 7
Συμβάσεις που επιδοτούνται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% από τις αναθέτουσες
αρχές (άρθρο 8 οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 2 παρ. 2 του Κανονισμού 2083/2005)
Το παρόν εφαρμόζεται κατά τη σύναψη: α) συμβάσεων που επιδοτούνται αμέσως σε
ποσοστό άνω του 50% από τις αναθέτουσες αρχές και των οποίων η εκτιμώμενη αξία
εκτός ΦΠΑ ισούται με ή υπερβαίνει τα 5.278.000 ευρώ, εφόσον αφορούν
δραστηριότητες πολιτικού μηχανικού κατά την έννοια του Παραρτήματος Ι, ή έχουν
σχέση με νοσοκομεία, αθλητικούς εξοπλισμούς, εγκαταστάσεις αναψυχής και
ψυχαγωγίας, σχολικά και πανεπιστημιακά κτίρια και κτίρια διοικητικής χρήσης,
β) συμβάσεων υπηρεσιών που επιδοτούνται άμεσα σε ποσοστό άνω του 50 % από τις
αναθέτουσες αρχές και των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ ισούται με ή
υπερβαίνει τα 211.000 ευρώ, όταν οι συμβάσεις αυτές σχετίζονται με σύμβαση έργων
κατά την έννοια της περίπτωσης α) του παρόντος άρθρου.
Οι αναθέτουσες αρχές που χορηγούν τις επιδοτήσεις αυτές μεριμνούν ώστε να
τηρούνται οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος όταν οι συμβάσεις αυτές
συνάπτονται από έναν ή περισσότερους φορείς διαφορετικούς από αυτές, όπως και
όταν συνάπτονται και από τις ίδιες, αλλά εξ ονόματος και για λογαριασμό των εν
λόγω άλλων φορέων.
Αρθρο 8
Μέθοδοι υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας των δημοσίων συμβάσεων, των
συμφωνιών - πλαισίων και των δυναμικών συστημάτων αγορών (άρθρο 9 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
1. Ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας μιας δημόσιας σύμβασης βασίζεται στο
συνολικό πληρωτέο ποσό, εκτός ΦΠΑ, όπως προσδιορίζεται από την αναθέτουσα
αρχή. Στον υπολογισμό αυτό, λαμβάνεται υπόψη το εκτιμώμενο συνολικό ποσό,
συμπεριλαμβανομένων τόσο του τυχόν προβλεπόμενου δικαιώματος προαιρέσεως
όσο και των τυχόν παρατάσεων της σύμβασης.
Στην περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή προβλέπει βραβεία ή την καταβολή ποσών
στους υποψηφίους ή προσφέροντες, τα ποσά αυτά λαμβάνονται υπόψη κατά τον
υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης.
147

2. Η αποτίμηση πρέπει να ισχύει κατά το χρόνο αποστολής της προκήρυξης
διαγωνισμού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2 ή, στις περιπτώσεις
όπου δεν απαιτείται μια τέτοια προκήρυξη, κατά το χρονικό σημείο έναρξης της
διαδικασίας ανάθεσης της σύμβασης.
3. Κανένα σχέδιο έργου και καμία σύμβαση προμήθειας ή υπηρεσιών δεν επιτρέπεται
να κατατμηθεί, προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος
διατάγματος.
4. Για τις δημόσιες συμβάσεις έργων, κατά τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας
πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το ποσό των έργων καθώς και η συνολική εκτιμώμενη
αξία των αναγκαίων προμηθειών για την εκτέλεση των έργων που τίθενται στη
διάθεση του εργολήπτη από τις αναθέτουσες αρχές.
5. α) Οταν ένα σχεδιαζόμενο έργο ή ένα σχέδιο αγοράς υπηρεσιών μπορεί να
οδηγήσει σε ταυτόχρονη σύναψη χωριστών συμβάσεων κατά τμήματα, λαμβάνεται
υπόψη η συνολική εκτιμώμενη αξία όλων των τμημάτων.
Οταν η συνολική αξία των τμημάτων είναι ίση με ή υπερβαίνει την αξία που
καθορίζεται στο άρθρο 6, το παρόν εφαρμόζεται στη σύναψη κάθε τμήματος.
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να παρεκκλίνουν, προκειμένου για τα τμήματα, των
οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ είναι μικρότερη των ογδόντα χιλιάδων
(80.000) ευρώ για τις υπηρεσίες και του 1.000.000 ευρώ για τα έργα, εφόσον το
συνολικό ποσό των συγκεκριμένων τμημάτων δεν υπερβαίνει το 20 % της συνολικής
αξίας όλων των τμημάτων.
β) Οταν η προμήθεια ομοειδών προϊόντων μπορεί να οδηγήσει σε ταυτόχρονη
σύναψη χωριστών συμβάσεων κατά τμήματα, λαμβάνεται υπόψη η εκτιμώμενη
συνολική αξία αυτών των τμημάτων κατά την εφαρμογή του άρθρου 6 σημεία α) και
γ)Οταν η συνολική αξία των τμημάτων είναι ίση με ή υπερβαίνει την αξία που
καθορίζεται στο άρθρο 6, το παρόν εφαρμόζεται στη σύναψη κάθε τμήματος.
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να παρεκκλίνουν, προκειμένου για τα τμήματα των
οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ είναι μικρότερη των ογδόντα χιλιάδων
(80.000) ευρώ και υπό τον όρο ότι το συνολικό ποσό των συγκεκριμένων τμημάτων
δεν υπερβαίνει το 20 % της συνολικής αξίας όλων των τμημάτων.
6. Προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις προμηθειών που έχουν ως αντικείμενο τη
χρηματοδοτική μίσθωση, τη μίσθωση, ή τη μίσθωση-πώληση προϊόντων, η αξία που
λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης,
προσδιορίζεται ως εξής:
α) Στην περίπτωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εφόσον η διάρκεια τους είναι ίση
ή μικρότερη από δώδεκα (12) μήνες, η συνολική εκτιμώμενη αξία για τη διάρκεια της
σύμβασης ή, εφόσον η διάρκεια της σύμβασης είναι μεγαλύτερη από δώδεκα (12)
μήνες, η συνολική αξία της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της εκτιμώμενης
υπολειπόμενης αξίας.
148

β) Στην περίπτωση συμβάσεων αορίστου χρόνου ή στην περίπτωση που η διάρκεια
τους δεν μπορεί να προσδιορισθεί, η μηνιαία αξία πολλαπλασιαζόμενη επί 48.
7. Όταν πρόκειται για δημόσιες συμβάσεις προμηθειών ή υπηρεσιών που έχουν
περιοδικό χαρακτήρα ή προβλέπεται να ανανεωθούν μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό
διάστημα, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της
σύμβασης:
α) είτε η συνολική πραγματική αξία των διαδοχικών συμβάσεων του ιδίου τύπου,οι
οποίες συνήφθησαν κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο ή οικονομικό έτος,
αναπροσαρμοσμένη, εφόσον τούτο είναι δυνατόν, προκειμένου να ληφθούν υπόψη
ενδεχόμενες μεταβολές ως προς τις ποσότητες ή την αξία τους κατά τους δώδεκα (12)
μήνες που έπονται της αρχικής σύμβασης.
β) είτε η εκτιμώμενη συνολική αξία των διαδοχικών συμβάσεων που συνήφθησαν
κατά το δωδεκάμηνο που έπεται της πρώτης παράδοσης ή κατά τη διάρκεια του
οικονομικού έτους, εφόσον αυτό υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες.
Η επιλογή της μεθόδου για τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας μιας δημόσιας
σύμβασης δεν επιτρέπεται να γίνεται προς το σκοπό αποφυγής της εφαρμογής του
παρόντος.
8. Για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, η αξία που λαμβάνεται ως βάση για τον
υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, είναι, ανάλογα με την περίπτωση,
η εξής:
α) για τα ακόλουθα είδη υπηρεσιών:
i) ασφαλιστικές υπηρεσίες: το καταβλητέο ασφάλιστρο και τυχόν άλλοι τρόποι
αμοιβής,
ii) τραπεζικές και άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες: οι αμοιβές, οι προμήθειες, οι
τόκοι και τυχόν άλλοι τρόποι αμοιβής,
iii) συμβάσεις που περιλαμβάνουν μελέτες: οι αμοιβές, οι καταβλητέες προμήθειες
και τυχόν άλλοι τρόποι αμοιβήςβ) για τις συμβάσεις υπηρεσιών που δεν αναφέρουν συνολική τιμή:
i) στην περίπτωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και εφόσον η διάρκεια τους είναι
ίση ή μικρότερη από 48 μήνες: η συνολική εκτιμώμενη αξία για όλη την αντίστοιχη
διάρκεια,
ii) στην περίπτωση συμβάσεων αορίστου χρόνου ή διάρκειας μεγαλύτερης των
σαράντα οκτώ (48) μηνών: η μηνιαία αξία πολλαπλασιαζόμενη επί 48.
9. Για τις συμφωνίες-πλαίσια και για τα δυναμικά συστήματα αγορών, η αξία που
πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η μέγιστη αξία, υπολογιζόμενη χωρίς ΦΠΑ, του

149

συνόλου των συμβάσεων που προβλέπονται για τη συνολική διάρκεια της
συμφωνίας-πλαισίου ή του δυναμικού συστήματος αγορών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
Αρθρο 9
Συμβάσεις που συνάπτονται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, τωνμεταφορών και
των ταχυδρομικών υπηρεσιών (άρθρο 12 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Το παρόν δεν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις οι οποίες, στο πλαίσιο του
π.δ/τος 59/2007, με το οποίο μεταφέρθηκε η Οδηγία 2004/17/ΕΚ στο ελληνικό
δίκαιο, συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές οι οποίες ασκούν μία ή περισσότερες
από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 4 έως 8 του εν λόγω π.δ/τος και
για τις δραστηριότητες αυτές, ούτε στις δημόσιες συμβάσεις που εξαιρούνται από το
πεδίο εφαρμογής του δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 2 και των άρθρων 19, 21 και
23 του εν λόγω π.δ/τος.
Αρθρο 10
Ειδικές εξαιρέσεις στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (άρθρο 13 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος δημόσιες συμβάσεις που έχουν ως
κύριο αντικείμενο τη διάθεση ή εκμετάλλευση δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων
ή την παροχή στο κοινό μιας ή περισσότερων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
Αρθρο 11
Απόρρητες συμβάσεις ή συμβάσεις που απαιτούν ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας (άρθρο 14
οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις που χαρακτηρίζονται
απόρρητες ή η εκτέλεση των οποίων πρέπει να συνοδεύεται από ιδιαίτερα μέτρα
ασφαλείας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ή όταν το απαιτεί η προστασία των
ουσιωδών συμφερόντων της χώρας.
Αρθρο 12
Συμβάσεις που συνάπτονται δυνάμει διεθνών κανόνων (άρθρο 15 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Το παρόν δεν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις οι οποίες διέπονται από
διαφορετικούς διαδικαστικούς κανόνες και συνάπτονται δυνάμει:
α) διεθνούς συμφωνίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη Ε.Ε., μεταξύ της Ελλάδας και μιας
ή περισσότερων χωρών που δεν είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία
αφορά προμήθειες ή έργα που προορίζονται για την από κοινού εκτέλεση ή
εκμετάλλευση ενός έργου από τα υπογράφοντα κράτη ή υπηρεσίες που προορίζονται

150

για εκτέλεση ή εκμετάλλευση από κοινού ενός σχεδίου από τα υπογράφοντα κράτη.
Η συμφωνία ανακοινώνεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
β) διεθνούς συμφωνίας η σύναψη της οποίας συνδέεται με τη στάθμευση
στρατευμάτων και η οποία αφορά ελληνικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις τρίτης
χώρας.
γ) ειδικής διαδικασίας διεθνούς οργανισμού.
Αρθρο 13
Ειδικές εξαιρέσεις (άρθρο 16 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις
υπηρεσιών, οι οποίες:
α) έχουν ως αντικείμενο την αγορά ή τη μίσθωση, με οποιουσδήποτε
χρηματοδοτικούς όρους, γης, υφισταμένων κτισμάτων ή άλλων ακινήτων ή αφορούν
δικαιώματα επ' αυτών151. Οι συμβάσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών οι οποίες
συνάπτονται ταυτόχρονα, πριν ή μετά τη σύμβαση αγοράς ή μίσθωσης, υπό
οιανδήποτε μορφή, διέπονται από το παρόν διάταγμα,
β) αφορούν την αγορά, ανάπτυξη, παραγωγή ή συμπαραγωγή προγραμμάτων που
προορίζονται για μετάδοση από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς καθώς και
συμβάσεις για τον χρόνο μετάδοσης.
γ) αφορούν υπηρεσίες διαιτησίας και συμβιβασμού,
δ) αφορούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σχετικές με την έκδοση, αγορά, πώληση
και μεταβίβαση τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων, ιδίως με διαδικασίες

151

Οι συμβάσεις που συνάπτει αναθέτουσα αρχή και αφορούν σε ακίνητα

Σύμφωνα με το προοίμιο της Οδηγίας 2004/18 (24) Στο πλαίσιο των υπηρεσιών, οι
συμβάσεις απόκτησης, μίσθωσης ή σύστασης άλλων δικαιωμάτων επί ακινήτων
παρουσιάζουν ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, τα οποία καθιστούν απρόσφορη την εφαρμογή
των κανόνων σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Έτσι οι συμβάσεις που συνάπτει μια
αναθέτουσα αρχή και έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα επί ακινήτων εξαιρούνται από το
πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και του πδ προσαρμογής. Οι συμβάσεις αυτές δε θα πρέπει
να αντιβαίνουν στο κοινοτικό minimum…Δεδομένου ότι οι συμβάσεις αυτές
παρουσιάζουν συχνά στοιχεία απαγορευμένων κρατικών ενισχύσεων (ΔΕΚ αποφάσεις και
αποφάσεις της Επιτροπής) η ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκδόσει την Ανακοίνωση «σχετικά
με στοιχεία κρατικής ενίσχυσης στις πωλήσεις γηπέδων-οικοπέδων και κτιρίων από τις
δημόσιες αρχές (97/C 209/03)». (Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 209 της 10/07/1997 σ. 0003
– 0005). Η Επιτροπή εκπόνησε κατευθυντήριες γραμμές προς τα κράτη μέλη οι οποίες
αναφέρεται ρητά ότι δεν αφορούν μεν τη δημόσια εξαγορά γηπέδων-οικοπέδων και
κτιρίων ούτε την ενοικίαση ή τη χρηματοδοτική μίσθωση των ακινήτων αυτών από τις
δημόσιες αρχές. Ωστόσο οι εν λόγω συναλλαγές ενδέχεται επίσης να περιέχουν στοιχεία
κρατικής ενίσχυσης.

151

προμήθειας χρημάτων ή κεφαλαίων στις αναθέτουσες αρχές καθώς και υπηρεσίες που
παρέχονται από κεντρικές τράπεζες,
ε) αφορούν συμβάσεις εργασίας,
στ) αφορούν υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης, πλην εκείνων το προϊόν των οποίων
ανήκει αποκλειστικά στην αναθέτουσα αρχή για ιδία χρήση κατά την άσκηση της
δραστηριότητας της, εφόσον η αμοιβή για την παροχή της υπηρεσίας καταβάλλεται
εξ ολοκλήρου από την αρχή αυτή.
Άρθρο 14
Συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών (άρθρο 17 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 5, οι διατάξεις του παρόντος δεν
εφαρμόζονται στις συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών, οι οποίες ορίζονται στο
άρθρο 2 παράγραφος 4.
Άρθρο 15
Συμβάσεις υπηρεσιών που ανατίθενται βάσει αποκλειστικού δικαιώματος (άρθρο 18
οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Το παρόν δεν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών που ανατίθενται από
μια αναθέτουσα αρχή σε άλλη αναθέτουσα αρχή ή ένωση αναθετουσών αρχών βάσει
αποκλειστικού δικαιώματος που τους παρέχεται δυνάμει των διατάξεων της κείμενης
νομοθεσίας, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντιβαίνουν στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής
Ενωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ
Άρθρο 16
Συμβάσεις στον τομέα της άμυνας (άρθρο 10 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Το παρόν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτονται από τις
αναθέτουσες αρχές στον τομέα της άμυνας, με την επιφύλαξη του άρθρου 296 της
Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Άρθρο 17
Δημόσιες συμβάσεις και συμφωνίες - πλαίσια που συνάπτονται από τις κεντρικές αρχές
προμηθειών (άρθρο 11 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να εξασφαλίζουν έργα, προμήθειες ή υπηρεσίες
προσφεύγοντας σε κεντρικές αρχές προμηθειών.

152

2. Οι αναθέτουσες αρχές που αποκτούν έργα, προμήθειες ή υπηρεσίες προσφεύγοντας
σε κεντρική αρχή προμηθειών, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2,
παράγραφος 10, θεωρείται ότι έχουν τηρήσει τις διατάξεις του παρόντος, εφόσον
αυτές έχουν τηρηθεί από την κεντρική αρχή προμηθειών.
Αρθρο 18
Συμβάσεις ανατιθέμενες κατ' αποκλειστικότητα (άρθρο 19 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Η εκτέλεση συμβάσεων έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών μπορεί να πραγματοποιείται
στο πλαίσιο προγραμμάτων προστατευμένων θέσεων εργασίας, όταν η πλειοψηφία
των ενδιαφερόμενων εργαζομένων είναι άτομα με ειδικές ανάγκες, τα οποία λόγω της
φύσης ή βαρύτητας των ειδικών αναγκών τους δεν μπορούν να ασκήσουν
επαγγελματική δραστηριότητα υπό κανονικές συνθήκες. Στην περίπτωση αυτή, η
προκήρυξη του διαγωνισμού θα πρέπει να μνημονεύει την παρούσα διάταξη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Αρθρο 19
Συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες περιλαμβάνονται στο Παράρτημα II Α (άρθρο 20
οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οι συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες αναφερόμενες στο
Παράρτημα II Α συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 22 έως 37 και 40 έως 55.
Αρθρο 20
Συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες περιλαμβάνονται στο Παράρτημα II Β (άρθρο 21
οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Η σύναψη των συμβάσεων που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες οι οποίες
περιλαμβάνονται στο Παράρτημα II Β, ρυθμίζεται από το άρθρο 53 και το άρθρο 29,
παράγραφος 4. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
Αρθρο 21
Μεικτές συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες περιλαμβάνονται στα παραρτήματα II Α και II
Β (άρθρο 22 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες αναφερόμενες στο Παράρτημα II
Α και υπηρεσίες αναφερόμενες στο Παράρτημα II Β, συνάπτονται σύμφωνα με τα
άρθρα 22 έως 37 και 40 έως 55, όταν η αξία των υπηρεσιών του Παραρτήματος II Α
υπερβαίνει την αξία των υπηρεσιών του Παραρτήματος II Β. Στις υπόλοιπες
περιπτώσεις, η σύμβαση συνάπτεται σύμφωνα με τα άρθρα 53 και 29 παράγραφος 4.

153

ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ
ΕΙΔΗ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΩΝ - ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Αρθρο 22
Χρήση των ανοικτών, κλειστών και με διαπραγμάτευση διαδικασιών και του
ανταγωνιστικού διαλόγου (άρθρο 28 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οι αναθέτουσες αρχές συνάπτουν τις δημόσιες συμβάσεις προσφεύγοντας στην
ανοικτή διαδικασία ή στην κλειστή διαδικασία. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να
προβαίνουν στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων προμηθειών ή υπηρεσιών με τη χρήση
ανταγωνιστικού διαλόγου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 23. Στις
ειδικές περιπτώσεις και περιστάσεις που προβλέπονται στα άρθρα 24 και 25, μπορούν
να προσφεύγουν στη διαδικασία με διαπραγμάτευση, με ή χωρίς δημοσίευση
προκήρυξης διαγωνισμού.
Αρθρο 23
Ανταγωνιστικός διάλογος (άρθρο 29 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Σε περίπτωση ιδιαίτερα πολύπλοκων συμβάσεων, η αναθέτουσα αρχή, εφόσον
κρίνει ότι η χρησιμοποίηση της ανοικτής ή της κλειστής διαδικασίας δεν επιτρέπει
την ανάθεση της σύμβασης, μπορεί να προσφεύγει στον ανταγωνιστικό διάλογο
σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Η ανάθεση της δημόσιας σύμβασης πραγματοποιείται
αποκλειστικά βάσει του κριτηρίου της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη
προσφοράς.
2. Οι αναθέτουσες αρχές δημοσιεύουν σχετική προκήρυξη διαγωνισμού. Με την
προκήρυξη ή και τα τεύχη του διαγωνισμού γνωστοποιούν τις ανάγκες και τις
απαιτήσεις τους.
3. Οι αναθέτουσες αρχές προβαίνουν, με τους υποψήφιους που επελέγησαν σύμφωνα
με τις διατάξεις των άρθρων 42 έως 50, σε διάλογο, σκοπός του οποίου είναι η
διερεύνηση και ο προσδιορισμός των μέσων που μπορούν να ικανοποιήσουν με τον
καλύτερο τρόπο τις ανάγκες τους. Αντικείμενο του διαλόγου μπορεί να αποτελούν
όλες οι πτυχές της σύμβασης.
Κατά τη διάρκεια του διαλόγου, οι αναθέτουσες αρχές εξασφαλίζουν την ίση
μεταχείριση όλων των προσφερόντων. Ειδικότερα, υποχρεούνται να μην παρέχουν,
κατά τρόπο που δημιουργεί διακρίσεις, πληροφορίες που ενδέχεται να ευνοούν
ορισμένους προσφέροντες σε σχέση με άλλους.
Οι αναθέτουσες αρχές δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν στους λοιπούς
συμμετέχοντες τις προτεινόμενες λύσεις ή άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες που
έχουν διαβιβασθεί από υποψήφιο συμμετέχοντα, χωρίς τη συγκατάθεση του.
4. Στην προκήρυξη ή τα συνοδευτικά τεύχη μπορεί να προβλέπεται ότι η διαδικασία
διεξάγεται σε διαδοχικές φάσεις, ώστε να μειώνεται ο αριθμός των λύσεων που

154

εξετάζονται κατά τις διαδοχικές φάσεις του διαλόγου, κατ' εφαρμογή των κριτηρίων
ανάθεσης.
5. Η αναθέτουσα αρχή διεξάγει το διάλογο έως ότου μπορέσει να προσδιορίσει, μετά
από συγκριτική αξιολόγηση, την ή τις λύσεις, οι οποίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες
της.
6. Αφού κηρύξουν τη λήξη του διαλόγου και ενημερώσουν σχετικά τους
συμμετέχοντες, οι αναθέτουσες αρχές τους καλούν να υποβάλουν την τελική
προσφορά τους, βάσει της ή των λύσεων που προσδιορίσθηκαν κατά τη διάρκεια του
διαλόγου.
Οι προσφορές αυτές πρέπει να περιέχουν όλα τα απαιτούμενα και αναγκαία στοιχεία
για την εκτέλεση των ζητούμενων προμηθειών ή υπηρεσιών.
Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ζητεί τη διευκρίνιση, συμπλήρωση ή προσαρμογή των
προσφορών. Οι διασαφηνίσεις, διευκρινίσεις, προσαρμογές ή συμπληρώσεις δεν
μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την τροποποίηση των βασικών στοιχείων της
προσφοράς ή της πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών, επιφέροντας διακρίσεις ή
στρέβλωση του ανταγωνισμού.
7. Οι αναθέτουσες αρχές αξιολογούν τις προσφορές, όπως τις υπέβαλαν οι
προσφέροντες, βάσει των κριτηρίων ανάθεσης που έχουν καθορισθεί στην
προκήρυξη και στα τεύχη του διαγωνισμού και επιλέγουν την πλέον συμφέρουσα από
οικονομική άποψη προσφορά σύμφωνα με το άρθρο 51.
Εκείνος που έχει κριθεί ότι υπέβαλε την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη
προσφορά, μπορεί να καλείται από την αναθέτουσα αρχή να διευκρινίσει πτυχές της
προσφοράς του ή να επιβεβαιώσει τις δεσμεύσεις που αυτή περιέχει, υπό την
προϋπόθεση ότι δεν τροποποιούνται ουσιώδη στοιχεία της προσφοράς ή της
πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών, με συνέπεια να στρεβλώνεται ο
ανταγωνισμός ή να προκαλούνται διακρίσεις.
8. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να προβλέπουν στην οικεία προκήρυξη απονομή
βραβείων ή καταβολή χρηματικού ποσού στους συμμετέχοντες στο διάλογο.
Αρθρο 24
Διαδικασία με διαπραγμάτευση, με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού (άρθρο 30
οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις προσφεύγοντας
σε διαδικασία με διαπραγμάτευση, αφού προηγηθεί δημοσίευση προκήρυξης
διαγωνισμού, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Σε περίπτωση μη κανονικών προσφορών ή κατάθεσης προσφορών που είναι
απαράδεκτες σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τηρουμένων των οριζομένων στις
διατάξεις των άρθρων 28, 39 έως 52 και 55, έπειτα από ανοικτή ή κλειστή διαδικασία
ή ανταγωνιστικό διάλογο, με την προϋπόθεση ότι οι αρχικοί όροι της σύμβασης δεν
τροποποιούνται ουσιωδώς.
155

Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να μη δημοσιεύουν προκήρυξη διαγωνισμού, εάν στη
διαδικασία με διαπραγμάτευση περιλαμβάνουν όλους τους προσφέροντες που
πληρούν τα κριτήρια των άρθρων 43 έως 50 και οι οποίοι, κατά την ανοικτή ή
κλειστή διαδικασία ή τον προηγηθέντα ανταγωνιστικό διάλογο, υπέβαλαν παραδεκτές
προσφορές.
β) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν πρόκειται για έργα, προμήθειες ή υπηρεσίες των
οποίων η φύση ή διάφοροι αστάθμητοι παράγοντες δεν επιτρέπουν το συνολικό
προκαθορισμό των τιμών.
γ) Στον τομέα των υπηρεσιών, ιδίως κατά την έννοια της κατηγορίας 6 του
Παραρτήματος II Α και για παροχές διανοητικής εργασίας, όπως η σύλληψη έργου,
στο μέτρο που η φύση των προς παροχή εργασιών δεν επιτρέπει τον καθορισμό με
επαρκή ακρίβεια των προδιαγραφών της σύμβασης, ώστε να επιτρέπεται η ανάθεση
της με επιλογή της καλύτερης προσφοράς, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την
ανοικτή ή την κλειστή διαδικασία.
δ) στον τομέα των έργων, για τα έργα που εκτελούνται αποκλειστικά για σκοπούς
έρευνας, δοκιμής ή τελειοποίησης και όχι για να εξασφαλίζουν την αποδοτικότητα ή
την κάλυψη των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης.
2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αναθέτουσες αρχές
διαπραγματεύονται με τους προσφέροντες προκειμένου αυτοί να προσαρμόζουν τις
προσφορές τους στους όρους της προκήρυξης του διαγωνισμού, της συγγραφής
υποχρεώσεων και των λοιπών τευχών του διαγωνισμού και προκειμένου να
επιτευχθεί η καλύτερη προσφορά, σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 1.
3. Κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, οι αναθέτουσες αρχές εξασφαλίζουν την
ίση μεταχείριση όλων των προσφερόντων. Ειδικότερα, δεν παρέχουν, κατά τρόπο που
να δημιουργεί διακρίσεις, πληροφορίες που ευνοούν ορισμένους προσφέροντες σε
σχέση με άλλους.
4. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να προβλέπουν στην προκήρυξη ή στη συγγραφή
υποχρεώσεων ότι η διαδικασία με διαπραγμάτευση διεξάγεται σε διαδοχικές φάσεις
ώστε να μειώνεται ο αριθμός των προς διαπραγμάτευση προσφορών με την εφαρμογή
των προβλεπόμενων κριτηρίων ανάθεσης.
Αρθρο 25
Διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού (άρθρο 31
οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν τις δημόσιες συμβάσεις τους
προσφεύγοντας σε διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς να προηγείται δημοσίευση
σχετικής προκήρυξης, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
1) Προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών:

156

α) εάν, ύστερα από ανοικτή ή κλειστή διαδικασία, δεν υποβλήθηκε καμία προσφορά
ή καμία από τις υποβληθείσες προσφορές δεν κρίνεται κατάλληλη, ή εάν δεν υπάρχει
κανείς υποψήφιος, εφόσον δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς οι αρχικοί όροι της
σύμβασης και με την προϋπόθεση ότι διαβιβάζεται σχετική έκθεση στην Ευρωπαϊκή
Επιτροπή, ύστερα από αίτημα της,
β) εάν, για λόγους τεχνικούς, καλλιτεχνικούς ή σχετικούς με την προστασία
αποκλειστικών δικαιωμάτων, η σύμβαση μπορεί να ανατεθεί μόνο σε συγκεκριμένο
οικονομικό φορέα,
γ) στο μέτρο που είναι απολύτως απαραίτητο, εάν λόγω κατεπείγουσας ανάγκης,
οφειλόμενης σε γεγονότα απρόβλεπτα για τις ενδιαφερόμενες αναθέτουσες αρχές, δεν
είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται για τις ανοικτές, κλειστές
ή με διαπραγμάτευση διαδικασίες με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού που
αναφέρονται στο άρθρο 24. Οι περιστάσεις που επικαλούνται οι αναθέτουσες αρχές
για την αιτιολόγηση της κατεπείγουσας ανάγκης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να
απορρέουν από δική τους ευθύνη.
2) Προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις προμηθειών:
α) όταν τα σχετικά προϊόντα κατασκευάζονται αποκλειστικά για σκοπούς έρευνας,
πειραματισμού, μελέτης ή ανάπτυξης, προκειμένου για ποσότητα που δεν
εξασφαλίζει την εμπορική βιωσιμότητα του προϊόντος ή την απόσβεση των δαπανών
έρευνας και ανάπτυξης.
β) όταν αφορούν συμπληρωματικές παραδόσεις που πραγματοποιούνται από τον
αρχικό προμηθευτή και προορίζονται είτε για τη μερική ανανέωση προμηθειών ή
εγκαταστάσεων τρέχουσας χρήσης είτε για την επέκταση υφιστάμενων προμηθειών ή
εγκαταστάσεων, εφόσον η αλλαγή προμηθευτή θα υποχρέωνε την αναθέτουσα αρχή
να προμηθευτεί υλικό με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά, τα οποία είναι
ασυμβίβαστα ή προκαλούν δυσανάλογες τεχνικές δυσχέρειες ως προς τη χρήση και
συντήρηση. Η διάρκεια των εν λόγω συμβάσεων καθώς και των ανανεώσιμων
συμβάσεων δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, η
συνδρομή των οποίων θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς,
γ) όταν πρόκειται για προμήθειες που είναι εισηγμένες και αγοράζονται σε
χρηματιστήριο βασικών προϊόντων
δ) όταν έχουν ως αντικείμενο προμήθεια ειδών, υπό ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, είτε
από έναν προμηθευτή που έπαυσε οριστικά την εμπορική δραστηριότητα του, είτε
από τον σύνδικο ή τον εκκαθαριστή μιας πτώχευσης ή αναγκαστικής εκκαθάρισης.
3) Προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών:
όταν η σχετική σύμβαση έπεται διαγωνισμού μελετών και πρέπει, σύμφωνα με τους
εφαρμοστέους κανόνες, να ανατεθεί στο νικητή ή σε έναν από τους νικητές του
διαγωνισμού αυτού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όλοι οι νικητές του
διαγωνισμού καλούνται να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις.
4) Προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις έργων και υπηρεσιών:
157

α) όταν αφορούν συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονταν στην
αρχικώς κατακυρωθείσα μελέτη ούτε στην αρχική σύμβαση και τα οποία, λόγω μη
προβλέψιμων περιστάσεων, κατέστησαν αναγκαία για την εκτέλεση των εργασιών ή
της υπηρεσίας, όπως περιγράφεται στην αρχική σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι η
ανάθεση γίνεται στον οικονομικό φορέα που εκτελεί τις υπηρεσίες αυτές ή την
υπηρεσία αυτή, εφόσον τα συμπληρωματικά έργα ή οι υπηρεσίες είτε δεν μπορούν,
από τεχνική ή οικονομική άποψη, να διαχωρισθούν από την αρχική σύμβαση χωρίς
να δημιουργηθούν μείζονα προβλήματα για τις αναθέτουσες αρχές είτε μπορούν να
διαχωρισθούν από την εκτέλεση της αρχικής σύμβασης, πλην όμως είναι απόλυτα
αναγκαία για την ολοκλήρωση της. Το σωρευτικό ποσό των συναπτομένων
συμβάσεων συμπληρωματικών έργων ή υπηρεσιών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το
50% του ποσού της αρχικής σύμβασης
β) όταν έχουν ως αντικείμενο νέα έργα ή υπηρεσίες που συνίστανται στην επανάληψη
παρόμοιων έργων ή υπηρεσιών που ανατέθηκαν στον οικονομικό φορέα ανάδοχο της
αρχικής σύμβασης από τις ίδιες αναθέτουσες αρχές, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά τα
έργα ή οι υπηρεσίες είναι σύμφωνες με μία βασική μελέτη που αποτέλεσε
αντικείμενο αρχικής σύμβασης και η οποία έχει συναφθεί σύμφωνα με την ανοικτή ή
την κλειστή διαδικασία.
Η δυνατότητα προσφυγής στη διαδικασία αυτή πρέπει να επισημαίνεται ήδη κατά την
αρχική προκήρυξη διαγωνισμού, και το συνολικό προβλεπόμενο ποσό για τη
συνέχιση των εργασιών ή υπηρεσιών λαμβάνεται υπόψη από τις αναθέτουσες αρχές
κατά την εφαρμογή του άρθρου 6. Προσφυγή στη διαδικασία αυτή επιτρέπεται μόνο
επί μια τριετία μετά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης.
Αρθρο 26
Συμφωνίες-πλαίσια (άρθρο 32 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες-πλαίσια.
2. Για τη σύναψη μιας συμφωνίας-πλαισίου, οι αναθέτουσες αρχές ακολουθούν τους
διαδικαστικούς κανόνες που ορίζονται στο παρόν διάταγμα σε όλα τα στάδια έως την
ανάθεση των συμβάσεων που βασίζονται στην εν λόγω συμφωνία-πλαίσιο. Η επιλογή
των συμβαλλομένων στη συμφωνία-πλαίσιο γίνεται κατ' εφαρμογή των κριτηρίων
ανάθεσης, τα οποία καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 51.
Οι συμβάσεις που βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο συνάπτονται σύμφωνα με τη
διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 3 και 4. Η διαδικασία αυτή
εφαρμόζεται μόνο μεταξύ των αναθετουσών αρχών και των οικονομικών φορέων που
ήταν εξ αρχής συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας-πλαισίου.
Κατά τη σύναψη των συμβάσεων που βασίζονται στη συμφωνία-πλαίσιο, τα μέρη δεν
μπορούν σε καμία περίπτωση να επιφέρουν ουσιαστικές τροποποιήσεις στους όρους
της συμφωνίας-πλαισίου, ιδίως στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

158

Η διάρκεια μιας συμφωνίας-πλαισίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη,
εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων που δικαιολογούνται ειδικώς, ιδίως λόγω του
αντικειμένου της συμφωνίας-πλαισίου.
Οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να προσφεύγουν στις συμφωνίες-πλαίσια
καταχρηστικά ή κατά τρόπο που να εμποδίζει, περιορίζει ή νοθεύει τον ανταγωνισμό.
3. Οταν συνάπτεται μια συμφωνία-πλαίσιο με ένα μόνο οικονομικό φορέα, οι
συμβάσεις που βασίζονται σ' αυτή τη συμφωνία-πλαίσιο ανατίθενται σύμφωνα με
τους όρους που ορίζονται στη συμφωνία-πλαίσιο. Για τη σύναψη των συμβάσεων
αυτών, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να διαβουλεύονται γραπτώς με τον φορέα,
ζητώντας, εν ανάγκη, να ολοκληρώσει την προσφορά του.
4. Οταν συνάπτεται μια συμφωνία-πλαίσιο με περισσότερους οικονομικούς φορείς,
αυτοί πρέπει να είναι τουλάχιστον τρεις (3), εφόσον υπάρχει επαρκής αριθμός
οικονομικών φορέων που πληρούν τα κριτήρια επιλογής ή/και αποδεκτές προσφορές
που ανταποκρίνονται στα κριτήρια ανάθεσης.
Η ανάθεση των συμβάσεων αυτών, μπορεί να γίνεται:
- είτε με εφαρμογή των όρων που καθορίζονται στη συμφωνία-πλαίσιο χωρίς νέο
διαγωνισμό,
- είτε, όταν δεν έχουν καθορισθεί όλοι οι όροι στη συμφωνία-πλαίσιο, αφού
επαναδιαγωνισθούν τα μέρη βάσει των ιδίων όρων, εν ανάγκη διευκρινίζοντας τους
όρους αυτούς, και, ενδεχομένως, άλλων όρων που επισημαίνονται στη συγγραφή
υποχρεώσεων της συμφωνίας-πλαισίου, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία:
α) Για κάθε σύμβαση που πρόκειται να συναφθεί, οι αναθέτουσες αρχές
διαβουλεύονται γραπτώς με τους οικονομικούς φορείς που είναι ικανοί να
εκτελέσουν το αντικείμενο της σύμβασης.
β) Οι αναθέτουσες αρχές ορίζουν επαρκή προθεσμία για την υποβολή των
προσφορών των σχετικών με κάθε σύμβαση, λαμβανομένων υπόψη παραμέτρων,
όπως η πολυπλοκότητα του αντικειμένου της σύμβασης και ο απαραίτητος χρόνος για
τη διαβίβαση των προσφορών.
γ) Οι προσφορές υποβάλλονται γραπτώς και το περιεχόμενο τους πρέπει να
παραμένει εμπιστευτικό έως την εκπνοή της τασσόμενης προθεσμίας απάντησης.
δ) Η ανάθεση κάθε σύμβασης γίνεται στον προσφέροντα που υπέβαλε την καλύτερη
προσφορά βάσει των κριτηρίων ανάθεσης που έχουν καθορισθεί στη συγγραφή
υποχρεώσεων της συμφωνίας-πλαισίου.
Αρθρο 27
Δυναμικά συστήματα αγορών (άρθρο 33 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να προσφεύγουν σε δυναμικά συστήματα αγορών.

159

2. Κατά την εφαρμογή δυναμικού συστήματος αγορών, οι αναθέτουσες αρχές
ακολουθούν τους κανόνες της ανοικτής διαδικασίας σε όλες τις φάσεις της, μέχρι την
ανάθεση των συμβάσεων στο πλαίσιο αυτού του συστήματος. Στο σύστημα γίνονται
δεκτοί όλοι οι προσφέροντες, οι οποίοι πληρούν τα κριτήρια επιλογής και έχουν
υποβάλει ενδεικτική προσφορά σύμφωνη προς τη συγγραφή υποχρεώσεων και τα
λοιπά τεύχη του διαγωνισμού. Οι ενδεικτικές προσφορές μπορούν να βελτιώνονται
οποιαδήποτε στιγμή, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να συνάδουν προς τη συγγραφή
υποχρεώσεων. Για την εφαρμογή του συστήματος και τη σύναψη των δημοσίων
συμβάσεων στο πλαίσιο του συστήματος, οι αναθέτουσες αρχές χρησιμοποιούν
αποκλειστικώς ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφοι 2 έως 5.
3. Προκειμένου να προβούν στην εφαρμογή του δυναμικού συστήματος αγορών, οι
αναθέτουσες αρχές:
α) Δημοσιεύουν προκήρυξη διαγωνισμού, αναφέροντας ότι πρόκειται για δυναμικό
σύστημα αγορών.
β) Διευκρινίζουν, μεταξύ άλλων, στη συγγραφή υποχρεώσεων τη φύση των
προβλεπόμενων αγορών που αποτελούν αντικείμενο αυτού του συστήματος, καθώς
και όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που αφορούν το σύστημα αγορών, τον
χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό εξοπλισμό και τις τεχνικές διευθετήσεις και
προδιαγραφές της σύνδεσης.
γ) Προσφέρουν ελεύθερη, άμεση και πλήρη πρόσβαση με ηλεκτρονικά μέσα στη
συγγραφή υποχρεώσεων καθώς και σε κάθε άλλο συμπληρωματικό έγγραφο του
διαγωνισμού, ήδη από τη δημοσίευση της προκήρυξης έως τη λήξη του συστήματος.
Στην προκήρυξη μνημονεύεται η ηλεκτρονική διεύθυνση, στην οποία μπορούν να
μελετώνται αυτά τα έγγραφα.
4. Οι αναθέτουσες αρχές παρέχουν, καθ' όλη τη διάρκεια του δυναμικού συστήματος
αγορών, τη δυνατότητα σε κάθε οικονομικό φορέα να υποβάλει ενδεικτική
προσφορά, με σκοπό να γίνει δεκτός στο σύστημα, σύμφωνα με τους όρους που
προβλέπει η παράγραφος 2. Ολοκληρώνουν την αξιολόγηση εντός μέγιστης
προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, που αρχίζει από την υποβολή της ενδεικτικής
προσφοράς. Μπορούν, ωστόσο, να παρατείνουν την περίοδο αξιολόγησης, εφόσον, εν
τω μεταξύ, δεν έχει υπάρξει άλλος διαγωνισμός.
Η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει, το ταχύτερο δυνατόν, τον προσφέροντα ο οποίος
αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, σχετικά με την αποδοχή του στο δυναμικό σύστημα
αγορών ή την απόρριψη της ενδεικτικής προσφοράς του.
5. Κάθε συγκεκριμένη σύμβαση πρέπει να αποτελεί αντικείμενο διαγωνισμού. Πριν
από το διαγωνισμό, οι αναθέτουσες αρχές δημοσιεύουν απλουστευμένη προκήρυξη
διαγωνισμού, με την οποία καλούν όλους τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς
να υποβάλουν ενδεικτική προσφορά, σύμφωνα με την παράγραφο 4, εντός
δεκαπενθήμερης τουλάχιστον προθεσμίας αρχομένης από την ημερομηνία αποστολής
της απλουστευμένης προκήρυξης. Οι αναθέτουσες αρχές προχωρούν στον
διαγωνισμό μόνο μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης όλων των ενδεικτικών
προσφορών που έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα.
160

6. Οι αναθέτουσες αρχές καλούν τους προσφέροντες, που έχουν γίνει δεκτοί στο
σύστημα, να υποβάλουν προσφορά για κάθε συγκεκριμένη σύμβαση που πρόκειται
να συναφθεί στο πλαίσιο του συστήματος. Για το σκοπό αυτό, τάσσουν επαρκή
προθεσμία για την υποβολή των προσφορών.
Οι αναθέτουσες αρχές αναθέτουν τη σύμβαση στον προσφέροντα, ο οποίος υπέβαλε
την καλύτερη προσφορά, σύμφωνα με τα κριτήρια ανάθεσης που επισημαίνονται
στην προκήρυξη διαγωνισμού για την έναρξη εφαρμογής του δυναμικού συστήματος
αγορών. Τα κριτήρια αυτά μπορούν να προσδιορίζονται στην πρόσκληση η οποία
αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.
7. Η διάρκεια ενός δυναμικού συστήματος αγορών δεν μπορεί να υπερβαίνει την
τετραετία, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις ειδικώς αιτιολογημένες.
8. Οι αναθέτουσες αρχές δεν επιτρέπεται να προσφεύγουν στο σύστημα αυτό κατά
τρόπο ο οποίος να εμποδίζει, περιορίζει ή στρεβλώνει τον ανταγωνισμό.
9. Οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς ή οι συμμετέχοντες στο σύστημα δεν
επιβαρύνονται με έξοδα διεκπεραίωσης.
Αρθρο 28
Χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών (άρθρο 54 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι αναθέτουσες
πλειστηριασμούς.

αρχές

μπορούν

να

προσφεύγουν

σε

ηλεκτρονικούς

2. Στις ανοικτές, κλειστές ή με διαπραγμάτευση διαδικασίες, στην περίπτωση που
αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 σημείο α), οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να
αποφασίζουν, πριν από την ανάθεση μιας δημόσιας σύμβασης, τη διεξαγωγή
ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, όταν οι όροι και εν γένει οι προδιαγραφές της
σύμβασης μπορούν να καθορισθούν με ακρίβεια. Με τους ίδιους όρους, ο
ηλεκτρονικός πλειστηριασμός μπορεί να χρησιμοποιείται κατά το νέο διαγωνισμό
μεταξύ των μερών μιας συμφωνίας-πλαισίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 26
παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση, καθώς και κατά τον διαγωνισμό
για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων στο πλαίσιο του δυναμικού συστήματος αγορών
που προβλέπει το άρθρο 27.
3. Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός αφορά είτε μόνον τις τιμές, εφόσον η σύμβαση
ανατίθεται στην κατώτερη τιμή, είτε τις τιμές ή/και τις αξίες των στοιχείων των
προσφορών που επισημαίνονται στη συγγραφή υποχρεώσεων, εφόσον η σύμβαση
ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά.
4. Οταν οι αναθέτουσες αρχές αποφασίζουν να κάνουν χρήση ηλεκτρονικού
πλειστηριασμού, το αναφέρουν στην προκήρυξη διαγωνισμού. Η συγγραφή
υποχρεώσεων περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις εξής πληροφορίες:

161

α) τα στοιχεία, οι αξίες των οποίων αποτελούν αντικείμενο του ηλεκτρονικού
πλειστηριασμού, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία είναι προσδιορίσιμα ποσοτικώς, κατά
τρόπο ώστε να εκφράζονται σε αριθμούς ή ποσοστά,
β) τα ενδεχόμενα όρια των αξιών που μπορούν να υποβάλλονται, όπως αυτά
προκύπτουν από τις προδιαγραφές του αντικειμένου της σύμβασης,
γ) τις πληροφορίες που τίθενται στη διάθεση των προσφερόντων κατά τη διάρκεια
του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού και το χρονικό σημείο κατά το οποίο τίθενται στη
διάθεση τους,
δ) τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη διεξαγωγή του ηλεκτρονικού
πλειστηριασμού,
ε) τους όρους, υπό τους οποίους οι προσφέροντες μπορούν να υποβάλλουν τις
προσφορές τους, ιδίως τις ελάχιστες διαφοροποιήσεις που, ενδεχομένως, απαιτούνται
για την υποβολή προσφορών,
στ) τις κατάλληλες πληροφορίες για το χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό σύστημα, τον
τρόπο και τις τεχνικές προδιαγραφές της σύνδεσης.
5. Προτού προβούν στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, οι αναθέτουσες αρχές
διενεργούν μια πρώτη πλήρη αξιολόγηση των προσφορών σύμφωνα με το επιλεγμένο
κριτήριο ή τα επιλεγμένα κριτήρια ανάθεσης.
Οι προσφέροντες που έχουν υποβάλει παραδεκτές προσφορές καλούνται ταυτόχρονα
με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων να υποβάλουν νέες τιμές ή/και νέες αξίες. Η
πρόσκληση περιέχει όλες τις κατάλληλες πληροφορίες για τη σύνδεση τους σε
ατομική βάση με το χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό σύστημα και προσδιορίζει την
ημερομηνία και την ώρα έναρξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Ο ηλεκτρονικός
πλειστηριασμός μπορεί να διεξάγεται σε διαδοχικές φάσεις. Ο ηλεκτρονικός
πλειστηριασμός δεν είναι δυνατόν να αρχίζει προτού παρέλθουν δύο (2) εργάσιμες
ημέρες από την αποστολή των προσκλήσεων.
6. Οταν γίνεται η ανάθεση με κριτήριο την πλέον συμφέρουσα από οικονομική
άποψη προσφορά, η πρόσκληση συνοδεύεται από το αποτέλεσμα της πλήρους
αξιολόγησης της προσφοράς του οικείου προσφέροντος, η οποία γίνεται σύμφωνα με
τη στάθμιση που προβλέπεται στο άρθρο 51 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο. Στην
πρόσκληση αναφέρεται επίσης ο μαθηματικός τύπος, βάσει του οποίου καθορίζεται
κατά τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, η αυτόματη κατάταξη σε συνάρτηση με τις
νέες υποβαλλόμενες τιμές ή/και τις νέες αξίες. Ο μαθηματικός αυτός τύπος εκφράζει
τη σχετική στάθμιση του κάθε κριτηρίου που έχει επιλεγεί για τον καθορισμό της
πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, όπως η στάθμιση αυτή
αναφέρεται στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων. Προς
τούτο, οι ενδεχόμενες διακυμάνσεις ("ψαλίδες") πρέπει να εκφράζονται εκ των
προτέρων με συγκεκριμένες τιμές.
Στην περίπτωση που επιτρέπονται εναλλακτικές προσφορές, πρέπει να προβλέπεται
χωριστός μαθηματικός τύπος για κάθε εναλλακτική προσφορά.

162

7. Κατά τη διάρκεια κάθε φάσης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οι αναθέτουσες
αρχές γνωστοποιούν συνεχώς και αμέσως σε όλους τους προσφέροντες τις
πληροφορίες εκείνες που τους δίνουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή
την αντίστοιχη κατάταξη τους. Μπορούν επίσης να γνωστοποιούν και άλλες
πληροφορίες σχετικά με άλλες τιμές ή αξίες που υποβάλλονται, υπό τον όρο ότι αυτό
προβλέπεται στη συγγραφή υποχρεώσεων. Μπορούν επίσης, ανά πάσα στιγμή, να
ανακοινώνουν τον αριθμό των συμμετεχόντων σε κάθε φάση του πλειστηριασμού.
Αντιθέτως, δεν επιτρέπεται απολύτως να γνωστοποιούν την ταυτότητα των
προσφερόντων, κατά τη διεξαγωγή των διαφόρων φάσεων του ηλεκτρονικού
πλειστηριασμού.
8. Οι αναθέτουσες αρχές περατώνουν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό σύμφωνα με
έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους:
α) Επισημαίνουν, στην πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό, την ημερομηνία
και την ώρα λήξης της διαδικασίας.
β) Οταν δεν λαμβάνουν πλέον νέες τιμές ή νέες αξίες που να ανταποκρίνονται στις
απαιτήσεις σχετικά με τις ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Στην περίπτωση αυτή, οι
αναθέτουσες αρχές προσδιορίζουν στην πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό,
την προθεσμία που θα τηρήσουν μετά την παραλαβή της τελευταίας υποβολής
προτού περατώσουν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό.
γ) Οταν οι φάσεις του πλειστηριασμού, όπως καθορίζονται στην πρόσκληση
συμμετοχής στον πλειστηριασμό, έχουν όλες πραγματοποιηθεί.
Οταν οι αναθέτουσες αρχές αποφασίζουν να περατώσουν τον ηλεκτρονικό
πλειστηριασμό σύμφωνα με το σημείο γ), ενδεχομένως σε συνδυασμό με το σημείο
β), η πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό προσδιορίζει το χρονοδιάγραμμα
κάθε φάσης του πλειστηριασμού.
9. Μετά την περάτωση του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οι αναθέτουσες αρχές
αναθέτουν τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 51, σε συνάρτηση με τα αποτελέσματα
του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.
10. Οι αναθέτουσες αρχές δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τον ηλεκτρονικό
πλειστηριασμό καταχρηστικά ή κατά τρόπο που να εμποδίζει, να περιορίζει ή να
στρεβλώνει τον ανταγωνισμό ή να τροποποιεί το αντικείμενο της σύμβασης, όπως
αυτό έχει καθορισθεί στην προκήρυξη του διαγωνισμού και προσδιορισθεί στη
συγγραφή υποχρεώσεων.
Αρθρο 28Α
Συμβάσεις δημοσίων έργων: ειδικοί κανόνες που αφορούν την κατασκευή κοινωνικών
κατοικιών (άρθρο 34 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Στην περίπτωση δημοσίων συμβάσεων με αντικείμενο τη μελέτη και την κατασκευή
συγκροτήματος κοινωνικών κατοικιών, για τις οποίες, λόγω της σπουδαιότητας, του
πολύπλοκου της κατασκευής και της προβλεπόμενης διάρκειας των έργων, το σχέδιο
163

πρέπει να καταρτίζεται εξ αρχής σε στενή συνεργασία, στα πλαίσια ομάδας
αποτελούμενης από εκπροσώπους των αναθετουσών αρχών, εμπειρογνώμονες και
τον εργολήπτη που πρόκειται να επιφορτισθεί με την εκτέλεση των έργων, μπορεί να
εφαρμόζεται ειδική διαδικασία ανάθεσης προκειμένου να επιλέγεται ο
καταλληλότερος προς ένταξη στην ομάδα εργολήπτης.
Ειδικότερα, οι αναθέτουσες αρχές περιλαμβάνουν στην προκήρυξη του διαγωνισμού
την κατά το δυνατόν ακριβέστερη περιγραφή των έργων, ώστε οι ενδιαφερόμενοι
εργολήπτες να είναι σε θέση να διαμορφώνουν σαφή ιδέα περί του προς εκτέλεση
έργου. Επιπλέον, οι αναθέτουσες αρχές αναφέρουν στην εν λόγω προκήρυξη,
σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 43 έως 50 κριτήρια ποιοτικής επιλογής, τους
προσωπικούς, τεχνικούς, οικονομικούς και χρηματοοικονομικούς όρους τους οποίους
πρέπει να πληρούν οι υποψήφιοι. Οταν προσφεύγουν στη διαδικασία αυτή, οι
αναθέτουσες αρχές εφαρμόζουν τα άρθρα 3, 29, 30, 32, 33,
35, 36, 37 και 43 έως 50.

164

ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΩΝ152
Αρθρο 29
Προκηρύξεις (άρθρο 35 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι αναθέτουσες αρχές γνωστοποιούν μέσω προκαταρκτικής προκήρυξης, η οποία
δημοσιεύεται από την Επιτροπή ή από τις ίδιες, στο "προφίλ αγοραστή", που
αναφέρεται στο Παράρτημα VIII, σημείο 2, στοιχείο β):
α) όταν πρόκειται για προμήθειες, την εκτιμώμενη συνολική αξία των συμβάσεων ή
των συμφωνιών-πλαισίων, ανά ομάδες προϊόντων, τις οποίες προτίθενται να
συνάψουν κατά τους δώδεκα (12) επόμενους μήνες, εφόσον το συνολικό εκτιμώμενο
ποσό, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 6 και 8, ισούται με ή υπερβαίνει τα 750.000
ευρώ. Οι ομάδες των προϊόντων καθορίζονται από τις αναθέτουσες αρχές με
παραπομπή στην ονοματολογία CPV,
β) όταν πρόκειται για υπηρεσίες, την εκτιμώμενη συνολική αξία των συμβάσεων ή
των συμφωνιων-πλαισιων, για καθεμία από τις απαριθμούμενες στο Παράρτημα II Α
κατηγορίες υπηρεσιών, τις οποίες προτίθενται να συνάψουν κατά τους δώδεκα (12)
επόμενους μήνες, εφόσον το εν λόγω εκτιμώμενο συνολικό ποσό, λαμβανομένων
υπόψη των άρθρων 6 και 8, ισούται με ή υπερβαίνει τα 750.000 ευρώ.
152

Για τη διευκόλυνση της καταχώρισης προσκλήσεων για υποβολή προσφορών στην
Επίσημη Εφημερίδα έγινε προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος
ταξινόμησης για την περιγραφή του αντικειμένου των δημόσιων συμβάσεων. Προς την
κατεύθυνση αυτή εκδόθηκαν ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2195/2002 του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 2000 περί κοινού λεξιλογίου για τις
δημόσιες συμβάσεις (CPV) [Επίσημη Εφημερίδα L 340, 16.12.2002] ο οποίος τροποποιήθηκε
από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2151/2003 της Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 2003
[Επίσημη Εφημερίδα L 329, 17.12.2003]. Η βάση δεδομένων TED εξασφαλίζει τη
δημοσίευση των προκηρύξεων των δημόσιων συμβάσεων που υπόκεινται στις ευρωπαϊκές
οδηγίες στην Επίσημη Εφημερίδα, σειρά S. Από τις 20 Δεκεμβρίου 2003, η βάση TED
χρησιμοποιεί τους κωδικούς που θεσπίζουν οι ανωτέρω αναφερόμενοι Κανονισμοί. Οι
κωδικοί αυτοί θα καταστούν υποχρεωτικοί με την υιοθέτηση της αναθεώρησης των
ευρωπαϊκών
οδηγιών.
Για
τη
δημοσίευση
των
προκηρύξεων
βλ.
και
http://ted.europa.eu/?&time=http://ted.europa.eu/Exec?Template=TED/homepage.htm
&DataFlow=hRead.dfl&hpt=ALL&StatLang=EL

165

γ) όταν πρόκειται για έργα, τα βασικά χαρακτηριστικά των συμβάσεων ή των
συμφωνιών-πλαισίων τις οποίες προτίθενται να συνάψουν, τα εκτιμώμενα ποσά των
οποίων ισούνται με ή υπερβαίνουν το κατώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 6,
λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 8.
Οι προκηρύξεις που αναφέρονται στα σημεία α) και β) αποστέλλονται στην
Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή δημοσιεύονται στο "προφίλ αγοραστή", το ταχύτερο δυνατόν
μετά την έναρξη του οικονομικού έτους.
Η προκήρυξη που αναφέρεται στο σημείο γ) αποστέλλεται στην Επιτροπή ή
δημοσιεύεται στο "προφίλ αγοραστή", το ταχύτερο δυνατόν, μετά από τη λήψη
απόφασης περί εγκρίσεως του προγράμματος στο οποίο εντάσσονται οι συμβάσεις
έργων ή οι συμφωνίες -πλαίσια τις οποίες οι αναθέτουσες αρχές προτίθενται να
συνάψουν.
Οι αναθέτουσες αρχές που δημοσιεύουν την προκαταρκτική προκήρυξη στο "προφίλ
αγοραστή", αποστέλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με ηλεκτρονικό τρόπο,
σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που προβλέπονται στο
Παράρτημα VIII σημείο 3, ειδοποίηση, με την οποία ανακοινώνουν τη δημοσίευση
προκαταρκτικής προκήρυξης στο "προφίλ αγοραστή" Η δημοσίευση των
προκηρύξεων που αναφέρονται στα σημεία α), β) και γ) είναι υποχρεωτική μόνο στις
περιπτώσεις που οι αναθέτουσες αρχές ασκούν το δικαίωμα τους να μειώσουν τις
προθεσμίες για την παραλαβή των προσφορών σύμφωνα με το άρθρο 32,
παράγραφος 4.
Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες διαπραγμάτευσης χωρίς
προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού. 2. Οι αναθέτουσες αρχές που
επιθυμούν να συνάψουν δημόσια σύμβαση ή συμφωνία-πλαίσιο, προσφεύγοντας σε
διαδικασία ανοικτή, κλειστή ή, υπό τους προβλεπόμενους στο άρθρο 24 όρους, σε
διαδικασία διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, ή, υπό τους
προβλεπόμενους στο άρθρο 23 όρους, σε ανταγωνιστικό διάλογο, γνωστοποιούν την
πρόθεση τους με την έκδοση προκήρυξης διαγωνισμού.
3. Οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να εφαρμόσουν δυναμικό σύστημα αγορών,
γνωστοποιούν την πρόθεση τους με την έκδοση προκήρυξης διαγωνισμού. Επίσης, οι
αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να συνάψουν δημόσια σύμβαση βάσει δυναμικού
συστήματος αγορών, γνωστοποιούν την πρόθεση τους μέσω απλουστευμένης
προκήρυξης διαγωνισμού.
4. Οι αναθέτουσες αρχές που έχουν συνάψει μια δημόσια σύμβαση ή συμφωνίαπλαίσιο, αποστέλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την προκήρυξη με τα
αποτελέσματα της διαδικασίας σύναψης το αργότερο σαράντα οκτώ (48) ημέρες μετά
τη σύναψη της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαισίου. Στην περίπτωση συμφωνιώνπλαισίων που έχουν συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 26, οι αναθέτουσες αρχές
απαλλάσσονται από την αποστολή προκήρυξης με τα αποτελέσματα της σύναψης
κάθε σύμβασης που βασίζεται στη συμφωνία-πλαίσιο. Οι αναθέτουσες αρχές
αποστέλλουν προκήρυξη με τα αποτελέσματα της σύναψης των συμβάσεων που
βασίζονται σε δυναμικό σύστημα αγορών, το αργότερο σαράντα οκτώ (48) ημέρες
μετά τη σύναψη κάθε σύμβασης.
166

Μπορούν, ωστόσο, να συγκεντρώνουν τις προκηρύξεις αυτές σε τριμηνιαία βάση. Σε
αυτή την περίπτωση, αποστέλλουν τις εν λόγω συγκεντρωμένες προκηρύξεις το
αργότερο σαράντα οκτώ (48) ημέρες μετά τη λήξη εκάστου τριμήνου.
Στην περίπτωση των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών που απαριθμούνται στο
Παράρτημα II Β, οι αναθέτουσες αρχές διευκρινίζουν στην προκήρυξη εάν
επιτρέπουν τη δημοσίευση τους. Για τις συμβάσεις αυτές, η Επιτροπή καταρτίζει,
σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 της
Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, τους κανόνες για τη σύνταξη στατιστικών εκθέσεων με βάση
τις προκηρύξεις αυτές καθώς και για τη δημοσίευση των εκθέσεων αυτών.
Ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης ή της συμφωνίαςπλαισίου μπορούν να μην δημοσιεύονται, όταν η γνωστοποίηση τους μπορεί να
εμποδίσει την εφαρμογή των κείμενων διατάξεων, είναι αντίθετη προς το δημόσιο
συμφέρον, ή μπορεί να βλάψει τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα δημοσίων ή
ιδιωτικών οικονομικών φορέων ή τις συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ αυτών.
Αρθρο 30
Σύνταξη και λεπτομέρειες δημοσίευσης των προκηρύξεων (άρθρο 36 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
1. Οι προκηρύξεις περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα
VII Α καθώς και κάθε πρόσθετη πληροφορία που κρίνεται χρήσιμη από την
αναθέτουσα αρχή, χρησιμοποιώντας τα τυποποιημένα έντυπα που εγκρίνονται από
την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 77 παράγραφος
2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, διαδικασία.
2. Οι προκηρύξεις που αποστέλλονται από τις αναθέτουσες αρχές στην Ευρωπαϊκή
Επιτροπή, διαβιβάζονται είτε με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται
στο Παράρτημα VIII σημείο 3, είτε με άλλα μέσα. Στην περίπτωση της
επισπευδόμενης διαδικασίας που περιγράφεται στο άρθρο 32 παράγραφος 8, οι
προκηρύξεις πρέπει να αποστέλλονται με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα,
σύμφωνα με όσα μνημονεύονται στο Παράρτημα VIII σημείο 3.
Οι προκηρύξεις δημοσιεύονται σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά δημοσίευσης
που αναφέρονται στο Παράρτημα VIII σημείο 1, στοιχεία α) και β).
3. Οι προκηρύξεις που καταρτίζονται και αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, στη
μορφή και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες διαβίβασης του παραρτήματος VIII σημείο
3, δημοσιεύονται το πολύ πέντε ημέρες μετά την αποστολή τους.
Οταν οι προκηρύξεις δεν αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, στη μορφή και
σύμφωνα με τις λεπτομέρειες διαβίβασης του παραρτήματος VIII σημείο 3,
δημοσιεύονται το αργότερο 12 ημέρες μετά την αποστολή τους ή, στην περίπτωση
της επισπευδόμενης διαδικασίας του άρθρου 32 παράγραφος 8, το αργότερο πέντε
ημέρες μετά την αποστολή τους.
4. Οι προκηρύξεις διαγωνισμού δημοσιεύονται αναλυτικά στην ελληνική γλώσσα.
Αυθεντικό θεωρείται μόνο το κείμενο που δημοσιεύεται στη γλώσσα αυτή. Περίληψη
167

των σημαντικότερων στοιχείων κάθε προκήρυξης δημοσιεύεται και στις λοιπές
επίσημες γλώσσες. Τα έξοδα δημοσίευσης των προκηρύξεων αυτών από την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβαρύνουν την Κοινότητα.
5. Οι προκηρύξεις και το περιεχόμενο τους δεν μπορούν να δημοσιεύονται σε εθνικό
επίπεδο πριν από την ημερομηνία της αποστολής τους στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι
προκηρύξεις που δημοσιεύονται σε εθνικό επίπεδο δεν πρέπει να περιλαμβάνουν
πληροφορίες διαφορετικές από εκείνες που περιέχονται στις προκηρύξεις που
αποστέλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή δημοσιεύονται στο "προφίλ αγοραστή"
σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, πρέπει δε να αναφέρουν την
ημερομηνία αποστολής της σχετικής ειδοποίησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή της
δημοσίευσης στο "προφίλ αγοραστή". Οι προκαταρκτικές προκηρύξεις δεν
δημοσιεύονται στο "προφίλ αγοραστή" πριν από την αποστολή στην Ευρωπαϊκή
Επιτροπή της ειδοποίησης με την οποία ανακοινώνεται η δημοσίευση τους με τη
μορφή αυτή, πρέπει δε να αναφέρουν την ημερομηνία της αποστολής.
6. Το περιεχόμενο των προκηρύξεων που δεν αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα,
περιορίζεται σε περίπου εξακόσιες πενήντα (650) λέξεις.
7. Οι αναθέτουσες αρχές οφείλουν να αποδεικνύουν την ημερομηνία αποστολής των
προκηρύξεων.
8. Η Επιτροπή χορηγεί στην αναθέτουσα αρχή βεβαίωση της δημοσίευσης των
πληροφοριών που της διαβίβασε, αναφέροντας την ημερομηνία της εν λόγω
δημοσίευσης. Η βεβαίωση αυτή συνιστά απόδειξη της πραγματοποίησης της
δημοσίευσης.
Αρθρο 31
Μη υποχρεωτική δημοσίευση (άρθρο 37 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να δημοσιεύουν σύμφωνα με το άρθρο 30
προκηρύξεις για δημόσιες συμβάσεις, οι οποίες δεν υπόκεινται στην υποχρεωτική
δημοσίευση που προβλέπεται στις διατάξεις του παρόντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ
Αρθρο 32
Προθεσμία για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής και των προσφορών (άρθρο
38 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Κατά τον καθορισμό των προθεσμιών παραλαβής των προσφορών και των
αιτήσεων συμμετοχής, οι αναθέτουσες αρχές λαμβάνουν υπόψη, ιδίως, το πολύπλοκο
της σύμβασης και τον χρόνο που απαιτείται για την προετοιμασία των προσφορών, με
την επιφύλαξη των ελάχιστων προθεσμιών που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

168

2. Στις ανοικτές διαδικασίες, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών
ανέρχεται σε πενήντα δύο (52) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της
προκήρυξης διαγωνισμού.
3. Στις κλειστές διαδικασίες, στις οριζόμενες στο άρθρο 24 διαδικασίες με
διαπραγμάτευση με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού και στον ανταγωνιστικό
διάλογο:
α) η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής ανέρχεται σε τριάντα
επτά (37) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης του διαγωνισμού,
β) στις κλειστές διαδικασίες, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών
ανέρχεται σε σαράντα (40) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης.
4. Στις περιπτώσεις όπου οι αναθέτουσες αρχές έχουν δημοσιεύσει προκαταρκτική
προκήρυξη, η ελάχιστη προθεσμία για την παραλαβή των προσφορών που
αναφέρεται στην παράγραφο 2 και στην παράγραφο 3 εδάφιο β), μπορεί, κατά γενικό
κανόνα, να περιορίζεται σε τριάντα έξι (36) ημέρες, αλλά δεν είναι σε καμία
περίπτωση μικρότερη των είκοσι δύο (22) ημερών.
Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης
διαγωνισμού, προκειμένου για ανοικτή διαδικασία, και από την ημερομηνία
αποστολής της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, προκειμένου για κλειστή
διαδικασία. Η βραχύτερη προθεσμία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να
τάσσεται, υπό την προϋπόθεση ότι η προκαταρκτική προκήρυξη έχει περιλάβει όλες
τις πληροφορίες, οι οποίες απαιτούνται στην προκήρυξη διαγωνισμού που
περιλαμβάνεται στο Παράρτημα VII Α, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι
διαθέσιμες κατά τη δημοσίευση της προκήρυξης, και η προκαταρκτική προκήρυξη
έχει αποσταλεί προς δημοσίευση μεταξύ ενός ελάχιστου διαστήματος πενήντα δύο
(52) ημερών έως ενός μέγιστου διαστήματος δώδεκα (12) μηνών πριν από την
ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης διαγωνισμού.
5. Οταν οι προκηρύξεις καταρτίζονται και αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα
σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που προβλέπονται στο
Παράρτημα VIII σημείο 3, οι προθεσμίες παραλαβής των προσφορών που ορίζονται
στις παραγράφους 2 και 4, για τις ανοικτές διαδικασίες, και η προθεσμία παραλαβής
των αιτήσεων συμμετοχής που ορίζεται στην παράγραφο 3 εδάφιο α), για τις κλειστές
και με διαπραγμάτευση διαδικασίες και τον ανταγωνιστικό διάλογο, μπορούν να
συντμηθούν κατά επτά (7) ημέρες.
6. Σύντμηση κατά πέντε (5) ημέρες των προθεσμιών παραλαβής των προσφορών που
ορίζονται στην παράγραφο 2 και στην παράγραφο 3 εδάφιο β), είναι δυνατή όταν η
αναθέτουσα αρχή παρέχει, με ηλεκτρονικό μέσο και από την ημερομηνία
δημοσίευσης της προκήρυξης, σύμφωνα με το Παράρτημα VIII, ελεύθερη, άμεση και
πλήρη πρόσβαση στη συγγραφή υποχρεώσεων και στα λοιπά τεύχη του διαγωνισμού,
προσδιορίζοντας στο κείμενο της προκήρυξης την ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία
διατίθεται η εν λόγω τεκμηρίωση. Η σύντμηση αυτή μπορεί να ορίζεται επιπλέον της
μείωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 5.

169

7. Οταν, για οποιοδήποτε λόγο, η συγγραφή υποχρεώσεων και τα συμπληρωματικά
τεύχη, έγγραφα ή πληροφορίες δεν παρασχέθηκαν εντός των προθεσμιών που
ορίζονται στα άρθρα 33 και 34, μολονότι ζητήθηκαν εμπρόθεσμα, ή όταν οι
προσφορές μπορούν να συνταχθούν μόνον έπειτα από επιτόπια επίσκεψη ή εξέταση
εγγράφων προσαρτημένων στη συγγραφή υποχρεώσεων, οι προθεσμίες παραλαβής
των προσφορών παρατείνονται, ώστε όλοι οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς να
μπορούν να λαμβάνουν γνώση όλων των αναγκαίων πληροφοριών για τη διατύπωση
των προσφορών.
8. Στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση με δημοσίευση
προκήρυξης διαγωνισμού, που αναφέρονται στο άρθρο 24, όταν επείγοντες λόγοι
καθιστούν αδύνατη την τήρηση των ελάχιστων προθεσμιών που προβλέπονται στο
παρόν άρθρο, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να ορίζουν:
α) προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής, η οποία δεν μπορεί να είναι
μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία αποστολής της
προκήρυξης διαγωνισμού, ή των δέκα (10) ημερών, εάν η προκήρυξη απεστάλη με
ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που
προβλέπονται στο Παράρτημα VIII σημείο 3
β) και στην περίπτωση των κλειστών διαδικασιών, η τασσόμενη προθεσμία
παραλαβής των προσφορών δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα (10) ημερών από
την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης υποβολής προσφορών.
Αρθρο 33
Ανοικτές διαδικασίες: Συγγραφή υποχρεώσεων, έγγραφα και συμπληρωματικές
πληροφορίες (άρθρο 39 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Στις ανοικτές διαδικασίες, όταν οι αναθέτουσες αρχές δεν παρέχουν, με
ηλεκτρονικό μέσο σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 6, ελεύθερη, άμεση και
πλήρη πρόσβαση στη συγγραφή υποχρεώσεων, τα τεύχη του διαγωνισμού και εν
γένει σε όλα τα συμπληρωματικά έγγραφα, οι συγγραφές υποχρεώσεων και τα
συμπληρωματικά έγγραφα αποστέλλονται στους οικονομικούς φορείς εντός έξι (6)
ημερών από την παραλαβή της σχετικής αίτησης χορήγησης τους, εφόσον η αίτηση
έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα πριν από την ημερομηνία υποβολής των προσφορών.
2. Οι συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τη συγγραφή υποχρεώσεων και τα
συμπληρωματικά έγγραφα γνωστοποιούνται από τις αναθέτουσες αρχές ή τις
αρμόδιες υπηρεσίες το αργότερο έξι (6) ημέρες πριν από την εκπνοή της προθεσμίας
που έχει ορισθεί για την παραλαβή των προσφορών, εφόσον έχουν ζητηθεί
εμπρόθεσμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Αρθρο 34

170

Προσκλήσεις υποβολής προσφορών, συμμετοχής στον διάλογο ή διαπραγμάτευσης
(άρθρο 40 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Στις κλειστές διαδικασίες, στον ανταγωνιστικό διάλογο και στις διαδικασίες
διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, κατά την έννοια του
άρθρου 24, οι αναθέτουσες αρχές προσκαλούν ταυτοχρόνως και γραπτώς τους
επιλεγέντες υποψηφίους να υποβάλουν τις προσφορές τους ή να συμμετάσχουν σε
διαπραγμάτευση ή, στην περίπτωση ανταγωνιστικού διαλόγου, στον διάλογο.
2. Η πρόσκληση προς τους υποψηφίους αυτούς περιλαμβάνει είτε ένα αντίτυπο της
συγγραφής υποχρεώσεων ή του περιγραφικού εγγράφου και όλων των
συμπληρωματικών εγγράφων είτε αναφορά στον τρόπο πρόσβασης στη συγγραφή
υποχρεώσεων και στα άλλα έγγραφα που αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση, όταν
τίθενται σε άμεση διάθεση με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με το άρθρο 32
παράγραφος 6.
3. Οταν η συγγραφή υποχρεώσεων, το περιγραφικό έγγραφο ή/και τα
συμπληρωματικά έγγραφα βρίσκονται στη διάθεση φορέα διαφορετικού από την
αναθέτουσα αρχή, στην πρόσκληση διευκρινίζεται η διεύθυνση της υπηρεσίας, από
την οποία μπορούν να ζητούνται τα εν λόγω έγγραφα και, η ημερομηνία λήξης της
προθεσμίας υποβολής της αίτησης αυτής καθώς και το ύψος και ο τρόπος πληρωμής
του ποσού που πρέπει να καταβληθεί για την απόκτηση των εν λόγω εγγράφων. Οι
αρμόδιες υπηρεσίες αποστέλλουν τα έγγραφα αυτά στους οικονομικούς φορείς
αμελλητί μετά την παραλαβή της αίτησης τους.
4. Οι συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τη συγγραφή υποχρεώσεων, το
περιγραφικό έγγραφο και τα συμπληρωματικά έγγραφα γνωστοποιούνται από τις
αναθέτουσες αρχές ή τις αρμόδιες υπηρεσίες το αργότερο έξι (6) ημέρες πριν από την
εκπνοή της προθεσμίας που έχει ορισθεί για την παραλαβή των προσφορών, εφόσον
έχουν ζητηθεί εμπρόθεσμα. Σε περίπτωση επισπευδόμενης κλειστής ή με
διαπραγμάτευση διαδικασίας, η προθεσμία αυτή ανέρχεται σε τέσσερις (4) ημέρες.
5. Επιπλέον, η πρόσκληση υποβολής προσφοράς, συμμετοχής στον διάλογο ή σε
διαπραγμάτευση, περιέχει τουλάχιστον:
α) παραπομπή στη δημοσιευμένη προκήρυξη του διαγωνισμού,
β) την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας παραλαβής των προσφορών, τη διεύθυνση
στην οποία πρέπει να διαβιβάζονται και τη γλώσσα ή τις γλώσσες, στις οποίες πρέπει
να συντάσσονται.
γ) στην περίπτωση του ανταγωνιστικού διαλόγου, την ημερομηνία που έχει
καθορισθεί και τη διεύθυνση για την έναρξη της φάσης των διαβουλεύσεων, καθώς
και τη γλώσσα ή τις γλώσσες που θα χρησιμοποιηθούν,
δ) ένδειξη των εγγράφων που πρέπει ενδεχομένως να επισυνάπτονται, είτε για την
τεκμηρίωση δηλώσεων που πρέπει να είναι επαληθεύσιμες και στις οποίες ο
υποψήφιος προβαίνει σύμφωνα με το άρθρο 42, είτε για τη συμπλήρωση των
πληροφοριών που προβλέπονται στο ίδιο άρθρο, υπό τους ίδιους όρους με τους
προβλεπόμενους στα άρθρα 45 και 46, και
171

ε) τη στάθμιση των κριτηρίων ανάθεσης της σύμβασης ή, εφόσον συντρέχει λόγος, τη
φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας αυτών των κριτηρίων, εάν δεν περιλαμβάνονται στην
προκήρυξη διαγωνισμού, στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στο περιγραφικό έγγραφο.
Στην περίπτωση συμβάσεων που συνάπτονται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου
23, οι πληροφορίες που προβλέπονται στο σημείο β) της παρούσας παραγράφου δεν
περιλαμβάνονται στην πρόσκληση συμμετοχής στον διάλογο, αλλά επισημαίνονται
στην πρόσκληση υποβολής προσφοράς.
Αρθρο 35
Ενημέρωση των υποψηφίων και των προσφερόντων (άρθρο 41 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι αναθέτουσες αρχές ενημερώνουν, το συντομότερο δυνατό, τους υποψήφιους και
τους προσφέροντες για τις αποφάσεις που ελήφθησαν σχετικά με τη σύναψη
συμφωνίας-πλαισίου, την ανάθεση σύμβασης, ή την αποδοχή σε ένα δυναμικό
σύστημα αγορών, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για τους οποίους αποφάσισαν
να μην συνάψουν συμφωνία-πλαίσιο, να μην αναθέσουν σύμβαση για την οποία
υπήρξε διαγωνισμός και να αρχίσουν νέα διαδικασία ή να θέσουν σε εφαρμογή
δυναμικό σύστημα αγορών. Οι αναθέτουσες αρχές παρέχουν τις πληροφορίες αυτές
γραπτώς, κατόπιν αιτήσεως.
2. Κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου μέρους, οι αναθέτοντες φορείς
γνωστοποιούν το συντομότερο δυνατό
α) σε κάθε απορριφθέντα υποψήφιο τους λόγους απόρριψης της υποψηφιότητας του,
β) σε κάθε απορριφθέντα προσφέροντα, τους λόγους για την απόρριψη της
προσφοράς του. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφοι 4 και
5, αιτιολογούν και τις αποφάσεις τους περί μη ισοδυναμίας ή περί μη ανταπόκρισης
των προμηθειών ή των υπηρεσιών στις απαιτήσεις περί απόδοσης ή λειτουργίας και
γ) σε κάθε προσφέροντα που έχει υποβάλει παραδεκτή προσφορά, τα χαρακτηριστικά
και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς καθώς και το όνομα του
αναδόχου ή των συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία-πλαίσιο.
Η προθεσμία γνωστοποίησης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τις 15
ημέρες από την παραλαβή γραπτής αίτησης.
3. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να μην γνωστοποιήσουν ορισμένες πληροφορίες
σχετικά με την ανάθεση των συμβάσεων, τη σύναψη συμφωνιών-πλαισίων ή την
αποδοχή σε ένα δυναμικό σύστημα αγορών, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εάν
η γνωστοποίηση των εν λόγω πληροφοριών μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή των
κείμενων διατάξεων, είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον, ή μπορεί να βλάψει
τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα δημοσίων ή ιδιωτικών οικονομικών φορέων ή τις
συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ αυτών.
Αρθρο 36

172

Κανόνες που εφαρμόζονται στην επικοινωνία των μερών του διαγωνισμού (άρθρο 42
οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι μορφές επικοινωνίας καθώς και η ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρονται
στο παρόν μπορούν, κατ' επιλογή της αναθέτουσας αρχής, να πραγματοποιούνται με
επιστολή, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5,
το τηλέφωνο στις περιπτώσεις και υπό τους όρους που ορίζονται στην παράγραφο 6,
ή με συνδυασμό των μέσων αυτών.
2. Το επιλεγόμενο μέσο επικοινωνίας πρέπει να είναι γενικά προσιτό και, επομένως,
να μην περιορίζει την πρόσβαση των οικονομικών φορέων στη διαδικασία ανάθεσης.
3. Η επικοινωνία, η ανταλλαγή και η αποθήκευση πληροφοριών πραγματοποιούνται
κατά τρόπο που να διασφαλίζει αφενός την ακεραιότητα των δεδομένων και το
απόρρητο των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής και αφετέρου τη λήψη
γνώσης του περιεχομένου των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής από τις
αναθέτουσες αρχές, μόνο μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης προθεσμίας για την
υποβολή τους.
4. Η τεχνολογία που χρησιμοποιείται για τις επικοινωνίες με ηλεκτρονικά μέσα,
πρέπει να μην δημιουργεί διακρίσεις, να είναι γενικώς προσιτή στο κοινό και
συμβατή με τις τεχνολογίες των πληροφοριών και των επικοινωνιών, που
χρησιμοποιούνται γενικά.
5. Οι ακόλουθοι κανόνες εφαρμόζονται για τη διαβίβαση και τους μηχανισμούς
ηλεκτρονικής παραλαβής προσφορών και αιτήσεων συμμετοχής:
α) Οι πληροφορίες σχετικά με τις προδιαγραφές που πρέπει να πληρούνται για την
ηλεκτρονική υποβολή προσφορών και αιτήσεων συμμετοχής, συμπεριλαμβανομένης
της κρυπτογράφησης, πρέπει να είναι προσιτές στα ενδιαφερόμενα μέρη. Επιπλέον, οι
μηχανισμοί ηλεκτρονικής παραλαβής των προσφορών και αιτήσεων συμμετοχής
πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του Παραρτήματος Χ.
β) Οι ηλεκτρονικές προσφορές πρέπει να συνοδεύονται από ηλεκτρονική υπογραφή,
σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 παρ.1 της Οδηγίας 1999/93/ΕΚ, όπως έχει
ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 150/2001 (Α' 125).
γ) Επιτρέπεται η καθιέρωση συστήματος εθελοντικής πιστοποίησης προς το σκοπό
της βελτίωσης του επιπέδου των υπηρεσιών πιστοποίησης των εν λόγω μηχανισμών.
δ) Οι προσφέροντες ή οι υποψήφιοι οφείλουν να υποβάλουν τα έγγραφα,
πιστοποιητικά, βεβαιώσεις ή δηλώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 43 έως 48 και στο
άρθρο 50, εφόσον δεν είναι διαθέσιμα σε ηλεκτρονική μορφή, πριν από τη λήξη της
προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή των προσφορών ή των αιτήσεων
συμμετοχής.
6. Οι ακόλουθοι κανόνες εφαρμόζονται για την υποβολή των αιτήσεων συμμετοχής:
α) Οι αιτήσεις συμμετοχής στις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων
μπορούν να υποβάλλονται γραπτά ή τηλεφωνικά.

173

β) Οταν οι αιτήσεις συμμετοχής υποβάλλονται τηλεφωνικά, πρέπει να αποστέλλεται
γραπτή επιβεβαίωση πριν από τη λήξη της προθεσμίας που έχει ορισθεί για την
παραλαβή τους.
γ) Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να ζητούν οι αιτήσεις συμμετοχής που
υποβάλλονται με τηλεομοιοτυπία να επιβεβαιώνονται, σύμφωνα με όσα ορίζονται
στο άρθρο 10 παρ.2, 3 και 4 του ν. 2690/1999 "Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής
Διαδικασίας και άλλες διατάξεις" (Α'45) ή με ηλεκτρονικά μέσα, στις περιπτώσεις
που αυτό είναι αναγκαίο ως νόμιμη απόδειξη. Στην περίπτωση αυτή, ο σχετικός όρος,
καθώς και η προθεσμία για την αποστολή της επιβεβαίωσης, πρέπει να
επισημαίνονται από την αναθέτουσα αρχή στην προκήρυξη διαγωνισμού.
Αρθρο 37
Πρακτικά (άρθρο 43 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Για κάθε σύμβαση, κάθε συμφωνία-πλαίσιο και κάθε υλοποίηση δυναμικού
συστήματος αγορών, οι αναθέτουσες αρχές συντάσσουν πρακτικό, το οποίο
περιλαμβάνει τουλάχιστον:
α) την επωνυμία και τη διεύθυνση της αναθέτουσας αρχής, το αντικείμενο και την
αξία της σύμβασης, της συμφωνίας-πλαισίου ή του δυναμικού συστήματος αγορών,
β) το όνομα των επιλεγέντων υποψηφίων ή προσφερόντων και την αιτιολόγηση της
επιλογής τους,
γ) το όνομα των αποκλεισθέντων υποψηφίων ή προσφερόντων και τους λόγους της
απόρριψης τους,
δ) τους λόγους της απόρριψης των προσφορών που κρίθηκαν ασυνήθιστα χαμηλές,
ε) την επωνυμία του αναδόχου και την αιτιολόγηση της επιλογής της προσφοράς του
καθώς και, εφόσον είναι γνωστό, το τμήμα της σύμβασης ή της συμφωνίας πλαισίου
που ο ανάδοχος προτίθεται να αναθέσει υπό μορφή υπεργολαβίας σε τρίτους,
στ) όσον αφορά στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, τις οριζόμενες στα άρθρα 24
και 25 περιστάσεις, οι οποίες δικαιολογούν την προσφυγή στις διαδικασίες αυτές,
ζ) όσον αφορά στον ανταγωνιστικό διάλογο, τις οριζόμενες στο άρθρο 23
περιστάσεις, οι οποίες δικαιολογούν την προσφυγή στη διαδικασία αυτή,
η) εφόσον συντρέχει περίπτωση, τους λόγους για τους οποίους η αναθέτουσα αρχή
ματαίωσε την πρόθεση της να συνάψει σύμβαση ή συμφωνία-πλαίσιο ή να
υλοποιήσει ένα δυναμικό σύστημα αγορών.
Οι αναθέτουσες αρχές λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την τεκμηρίωση της
διεξαγωγής των διαδικασιών ανάθεσης που διεξάγονται με ηλεκτρονικά μέσα.
Το πρακτικό, ή τουλάχιστον τα κύρια στοιχεία του, γνωστοποιούνται στην
Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως της.
174

Αρθρο 38
Εχεμύθεια (άρθρο 6 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος, ιδίως εκείνων που αφορούν τις
υποχρεώσεις σχετικά με τη δημοσιοποίηση των συναπτομένων συμβάσεων και την
ενημέρωση των υποψηφίων και των προσφερόντων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 29
παρ.4, στο άρθρο 35, καθώς και τις διατάξεις της λοιπής κείμενης νομοθεσίας, η
αναθέτουσα αρχή, δεν αποκαλύπτει πληροφορίες που της έχουν διαβιβάσει
οικονομικοί φορείς και τις οποίες έχουν χαρακτηρίσει ως εμπιστευτικές. Οι
πληροφορίες αυτές αφορούν, ιδίως, τα τεχνικά ή εμπορικά απόρρητα και τις
εμπιστευτικές πτυχές των προσφορών.

175

ΤΜΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
ΔΙΚΑΙΟΥΜΕΝΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
Αρθρο 39
Δικαιούμενοι συμμετοχής (άρθρο 4 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1.Οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες οι οποίοι, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους
μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, έχουν δικαίωμα να διενεργούν τη
συγκεκριμένη παροχή, δεν επιτρέπεται να αποκλείονται με την αιτιολογία ότι θα
έπρεπε να είναι είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα κατά την ελληνική νομοθεσία.
Επιτρέπεται ωστόσο στην περίπτωση δημοσίων συμβάσεων έργων και υπηρεσιών
καθώς και των δημοσίων συμβάσεων προμηθειών που καλύπτουν, επιπλέον, εργασίες
ή/και υπηρεσίες τοποθέτησης και εγκατάστασης, να ζητείται από τα νομικά πρόσωπα
να μνημονεύουν, στην προσφορά ή στην αίτηση συμμετοχής τους, τα ονόματα και τα
επαγγελματικά προσόντα των προσώπων που επιφορτίζονται με την εκτέλεση της
συγκεκριμένης παροχής.
2. Οι κοινοπραξίες οικονομικών φορέων μπορούν να υποβάλουν προσφορά ή να
εμφανίζονται ως υποψήφιοι. Για την υποβολή μιας προσφοράς ή μιας αίτησης
συμμετοχής, οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να απαιτούν να έχουν οι
κοινοπραξίες οικονομικών φορέων συγκεκριμένη νομική μορφή. Η επιλεγείσα
κοινοπραξία είναι δυνατόν να υποχρεωθεί να περιβληθεί συγκεκριμένη νομική
μορφή, εάν της ανατεθεί η σύμβαση, στο μέτρο που η περιβολή αυτής της νομικής
μορφής είναι αναγκαία για την ορθή εκτέλεση της σύμβασης.

176

ΤΜΗΜΑ ΕΚΤΟ
ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ
Αρθρο 40
Εναλλακτικές προσφορές (άρθρο 24 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οταν η ανάθεση γίνεται με βάση το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας από
οικονομική άποψη προσφοράς, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στους
προσφέροντες να υποβάλλουν εναλλακτικές προσφορές.
2. Οι αναθέτουσες αρχές καθορίζουν στην προκήρυξη διαγωνισμού εάν επιτρέπουν
τις εναλλακτικές προσφορές. Αν δεν υπάρχει σχετική ρητή μνεία, οι εναλλακτικές
προσφορές δεν επιτρέπονται.
3. Οι αναθέτουσες αρχές που επιτρέπουν τις εναλλακτικές προσφορές ορίζουν στη
συγγραφή υποχρεώσεων τις ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι
εναλλακτικές προσφορές καθώς και τον τρόπο υποβολής των προσφορών αυτών.
4. Οι αναθέτουσες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους μόνον τις εναλλακτικές προσφορές
που ανταποκρίνονται στις ελάχιστες προϋποθέσεις που έχουν ορίσει.
Στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων προμηθειών ή
υπηρεσιών, οι αναθέτουσες αρχές που έχουν αποδεχθεί εναλλακτικές προσφορές δεν
μπορούν να απορρίπτουν μια εναλλακτική προσφορά μόνο για το λόγο ότι, εάν
επιλεγεί, θα οδηγήσει, αντίστοιχα, είτε στη σύναψη σύμβασης υπηρεσιών και όχι
δημόσιας σύμβασης προμηθειών, είτε στη σύναψη σύμβασης προμηθειών και όχι
δημόσιας σύμβασης υπηρεσιών.
Αρθρο 41
Υπεργολαβίες (άρθρο 25 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Στην προκήρυξη ή/και συγγραφή υποχρεώσεων, η αναθέτουσα αρχή ζητεί από τον
προσφέροντα να αναφέρει στην προσφορά του το τμήμα της σύμβασης που
προτίθεται να αναθέσει υπό μορφή υπεργολαβίας σε τρίτους καθώς και τους
υπεργολάβους που προτείνει. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν αίρεται η ευθύνη του
κυρίου οικονομικού φορέα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ
Αρθρο 42

177

Ελεγχος της καταλληλότητας, επιλογή των συμμετεχόντων και ανάθεση των συμβάσεων
(άρθρο 44 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι συμβάσεις ανατίθενται βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στα άρθρα 51
και 52, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 40, αφού οι αναθέτουσες
αρχές ελέγξουν την καταλληλότητα των οικονομικών φορέων που δεν έχουν
αποκλεισθεί σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44. Ο έλεγχος της καταλληλότητας
πραγματοποιείται από τις αναθέτουσες αρχές σύμφωνα με τα κριτήρια της
οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας και των επαγγελματικών και
τεχνικών γνώσεων ή ικανοτήτων που αναφέρονται στα άρθρα 45 έως 50, και, εφόσον
συντρέχει περίπτωση, με τα κριτήρια και τους κανόνες που αναφέρονται στην
παράγραφο 3.
2. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να ζητούν το ελάχιστο επίπεδο οικονομικής και
χρηματοοικονομικής επάρκειας και τεχνικών ή και επαγγελματικών ικανοτήτων,
σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 46, τα οποία πρέπει να καλύπτουν οι υποψήφιοι και οι
προσφέροντες.
Η έκταση των πληροφοριών που αναφέρονται στα άρθρα 45 και 46 καθώς και το
ελάχιστο επίπεδο ικανοτήτων που απαιτείται για τη συγκεκριμένη σύμβαση, πρέπει
να είναι συνδεδεμένα και ανάλογα προς το αντικείμενο της. Τα ελάχιστα αυτά
επίπεδα μνημονεύονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού.
3. Στις κλειστές διαδικασίες, στις διαδικασίες διαπραγμάτευσης με δημοσίευση
προκήρυξης διαγωνισμού και στον ανταγωνιστικό διάλογο, οι αναθέτουσες αρχές
μπορούν να περιορίζουν τον αριθμό των υποψηφίων οι οποίοι προσκαλούνται για να
υποβάλουν προσφορά, να διαπραγματευθούν ή να συμμετάσχουν στο διάλογο, υπό
τον όρο ότι υπάρχει ικανός αριθμός κατάλληλων υποψηφίων. Οι αναθέτουσες αρχές
προσδιορίζουν, με την προκήρυξη του διαγωνισμού, αντικειμενικά και χωρίς
διακρίσεις κριτήρια ή κανόνες που προτίθενται να εφαρμόσουν, τον ελάχιστο αριθμό
και, ενδεχομένως, τον μέγιστο αριθμό υποψηφίων που καλούνται.
Στην κλειστή διαδικασία, ο ελάχιστος αριθμός είναι πέντε (5). Στη διαδικασία
διαπραγμάτευσης κατόπιν δημοσίευσης προκήρυξης και ανταγωνιστικού διαλόγου, ο
ελάχιστος αριθμός είναι τρεις (3). Εν πάση περιπτώσει, ο αριθμός υποψηφίων που
καλούνται πρέπει να είναι επαρκής ώστε να εξασφαλίζει πραγματικό ανταγωνισμό.
Οι αναθέτουσες αρχές καλούν αριθμό υποψηφίων τουλάχιστον ίσο προς τον ελάχιστο
αριθμό υποψηφίων που έχει καθορισθεί εκ των προτέρων. Στην περίπτωση που ο
αριθμός των υποψηφίων που ικανοποιούν τα κριτήρια επιλογής και τα ελάχιστα
επίπεδα είναι μικρότερος από το ελάχιστο όριο, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να
συνεχίζει τη διαδικασία, καλώντας τον υποψήφιο ή τους υποψήφιους που πληρούν τα
απαιτούμενα επίπεδα ικανοτήτων. Η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να περιλαμβάνει
στη διαδικασία αυτή άλλους οικονομικούς φορείς που δεν υπέβαλαν αίτηση
συμμετοχής ή υποψήφιους που δεν πληρούν τα απαιτούμενα επίπεδα ικανοτήτων.
178

4. Οταν οι αναθέτουσες αρχές κάνουν χρήση της δυνατότητας περιορισμού του
αριθμού των προς συζήτηση λύσεων ή των προς διαπραγμάτευση προσφορών, η
οποία προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 4, και στο άρθρο 24, παράγραφος 4,
πραγματοποιούν αυτόν τον περιορισμό με την εφαρμογή των κριτηρίων ανάθεσης
που αναφέρονται στην προκήρυξη διαγωνισμού, στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στο
περιγραφικό έγγραφο. Στην τελική φάση, ο αριθμός αυτός πρέπει να επιτρέπει τη
διασφάλιση πραγματικού ανταγωνισμού, εφόσον υπάρχει επαρκής αριθμός
κατάλληλων προσφορών ή υποψηφίων.
Αρθρο 43
Προσωπική κατάσταση του υποψηφίου ή του προσφέροντος (άρθρο 45 οδηγίας
2004/18/ΕΚ)
1. Αποκλείεται από τη συμμετοχή σε δημόσια σύμβαση, ο υποψήφιος ή προσφερων,
εις βάρος του οποίου υπάρχει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, γνωστή στην
αναθέτουσα αρχή, για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους.
α) συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2
παράγραφος 1 της κοινής δράσης της 98/773/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 351 της
29.1.1998, σελ. 1).
β) δωροδοκία, όπως αυτή ορίζεται αντίστοιχα στο άρθρο 3 της πράξης του
Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 1997 (ΕΕ C 195 της 25.6.1997, σελ. 1) και στο άρθρο 3
παράγραφος 1 της κοινής δράσης 98/742/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου (ΕΕ L 358 της
31.12.1998, σελ. 2).
γ) απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 1 της σύμβασης σχετικά με την προστασία των
οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ C 316 της 27.11.1995,
σελ. 48).
δ) νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως ορίζεται στο άρθρο 1
της οδηγίας 91/308/ ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, για την πρόληψη
χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων
από παράνομες δραστηριότητες (ΕΕ L166 της 28.6.1991, σελ. 77 Οδηγίας η οποία
τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου, ΕΕ L 344 της 28.12.2001, σελ. 76) η οποία ενσωματώθηκε με το ν.
2331/1995 (Α' 173) και τροποποιήθηκε με το ν. 3424/2005 (Α' 305).
Οι αναθέτουσες αρχές ζητούν από τους υποψηφίους ή τους προσφέροντες να
υποβάλλουν τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 3. Επίσης μπορούν,
εφόσον αμφιβάλλουν ως προς την προσωπική κατάσταση των εν λόγω
υποψηφίων/προσφερόντων, να απευθύνονται στις αρμόδιες αρχές για να λάβουν τις
πληροφορίες που θεωρούν απαραίτητες για την προσωπική κατάσταση των
υποψηφίων ή των προσφερόντων. Οταν οι πληροφορίες αφορούν έναν υποψήφιο ή
προσφέροντα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να
ζητεί τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών. Τα αιτήματα αυτά αφορούν, σύμφωνα με
τη νομοθεσία του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο υποψήφιος ή ο
προσφερων, τα νομικά ή/και φυσικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως,
179

των διευθυντών επιχείρησης, ή οποιουδήποτε προσώπου έχει εξουσία εκπροσώπησης,
λήψης αποφάσεων ή ελέγχου του υποψηφίου ή του προσφέροντος.
2. Κάθε οικονομικός φορέας μπορεί να αποκλείεται από τη συμμετοχή στη σύμβαση,
όταν:
α) Τελεί υπό πτώχευση, εκκαθάριση, παύση εργασιών, αναγκαστική διαχείριση ή
πτωχευτικό συμβιβασμό, αναστολή εργασιών ή τελεί σε ανάλογη κατάσταση που
προβλέπεται από τις διατάξεις της χώρας εγκατάστασης του.
β) Εχει κινηθεί σε βάρος του διαδικασία κήρυξης σε πτώχευση, εκκαθάρισης,
αναγκαστικής διαχείρισης, πτωχευτικού συμβιβασμού ή οποιαδήποτε άλλη παρόμοια
διαδικασία προβλεπόμενη από τις διατάξεις της χώρας εγκατάστασης του.
γ) Εχει καταδικασθεί βάσει δικαστικής απόφασης που έχει ισχύ δεδικασμένου,
σύμφωνα με τις διατάξεις της χώρας όπου εκδόθηκε η απόφαση, και η οποία
διαπιστώνει αδίκημα σχετικό με την επαγγελματική διαγωγή του.
δ) Εχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα συναφές με το αντικείμενο του
διαγωνισμού ή σε σχέση με την επαγγελματική του ιδιότητα που αποδεδειγμένως
διαπιστώθηκε με οποιοδήποτε μέσο διαθέτει η αναθέτουσα αρχή.
ε) Δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά στην καταβολή των
εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις τόσο της χώρας
εγκατάστασης του όσο και του ελληνικού δικαίου.
στ) Δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά στην πληρωμή των φόρων
και τελών, σύμφωνα με τις διατάξεις τόσο της χώρας εγκατάστασης του όσο και του
ελληνικού δικαίου.
ζ) Είναι ένοχος σοβαρών ψευδών δηλώσεων κατά την παροχή των πληροφοριών που
απαιτούνται κατ' εφαρμογή του παρόντος ή όταν δεν έχει παράσχει τις πληροφορίες
αυτές.
3. Οι αναθέτουσες αρχές δέχονται ως επαρκή απόδειξη του ότι ο οικονομικός φορέας
δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην
παράγραφο 2 σημεία α), β), γ), ε) και στ):
α) για την παράγραφο 1 και την παράγραφο 2 σημεία α), β) και γ), την προσκόμιση
αποσπάσματος ποινικού μητρώου ή, ελλείψει αυτού, ισοδύναμου εγγράφου καθώς
και κάθε άλλου εγγράφου που εκδίδεται από την αρμόδια δικαστική ή διοικητική
αρχή της χώρας καταγωγής ή προέλευσης του προσώπου αυτού, από το οποίο
προκύπτει ότι πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις.
β) για την παράγραφο 2 σημεία ε) ή στ), πιστοποιητικό εκδιδόμενο από την αρμόδια
αρχή του οικείου κράτους μέλους.
Σε περίπτωση που το οικείο κράτος δεν εκδίδει έγγραφο ή πιστοποιητικό, ή που αυτό
δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην
παράγραφο 2 σημεία α), β) ή γ), αυτό μπορεί να αντικαθίσταται από ένορκη
180

βεβαίωση του ενδιαφερόμενου ή, στα κράτη μέλη όπου δεν προβλέπεται η ένορκη
βεβαίωση, από υπεύθυνη δήλωση ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής,
συμβολαιογράφου ή αρμόδιου επαγγελματικού οργανισμού του κράτους καταγωγής ή
προέλευσης.
Αρθρο 44
Αδεια άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας (άρθρο 46 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Είναι δυνατόν να ζητείται από κάθε οικονομικό φορέα που επιθυμεί να συμμετάσχει
σε δημόσια σύμβαση να αποδεικνύει την εγγραφή του σε επαγγελματικό ή εμπορικό
μητρώο ή να προσκομίζει ανάλογη ένορκη βεβαίωση ή πιστοποιητικό, όπως
προσδιορίζονται στο Παράρτημα IX Α για τις δημόσιες συμβάσεις έργων, στο
Παράρτημα IX Β για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και στο Παράρτημα IX Γ
για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, και σύμφωνα με τους προβλεπόμενους όρους
στο κράτος μέλος εγκατάστασης του. Ειδικώς, προκειμένου για τις διαδικασίες
σύναψης των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, όταν οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες πρέπει να διαθέτουν ειδική έγκριση ή να είναι μέλη συγκεκριμένου
οργανισμού για να είναι σε θέση να παράσχουν τη σχετική υπηρεσία στη χώρα
καταγωγής τους, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να τους ζητάει να αποδείξουν ότι
διαθέτουν την έγκριση αυτή ή ότι είναι μέλη του εν λόγω οργανισμού.
Αρθρο 45
Οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια (άρθρο 47 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Η οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια του οικονομικού φορέα
αποδεικνύεται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα δικαιολογητικά:
α) Κατάλληλες τραπεζικές βεβαιώσεις ή πιστοποιητικό ασφαλιστικής κάλυψης
επαγγελματικών κινδύνων.
β) Ισολογισμούς ή αποσπάσματα ισολογισμών, στην περίπτωση που η δημοσίευση
των ισολογισμών απαιτείται από τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος
ο οικονομικός φορέας.
γ) Δήλωση περί του συνολικού ύψους του κύκλου εργασιών και, ενδεχομένως, το
κύκλου εργασιών στον τομέα δραστηριοτήτων που αποτελεί το αντικείμενο της
σύμβασης, για τις τρεις (3) τελευταίες οικονομικές χρήσεις κατ' ανώτατο όριο, σε
συνάρτηση προς την ημερομηνία δημιουργίας του οικονομικού φορέα ή την έναρξη
των δραστηριοτήτων του, εφόσον είναι διαθέσιμες οι πληροφορίες για τον εν λόγω
κύκλο εργασιών.
2.'Ενας οικονομικός φορέας μπορεί, εφόσον παραστεί ανάγκη και για συγκεκριμένη
σύμβαση, να στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων φορέων, ασχέτως της νομικής
φύσης των δεσμών του με αυτές. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει στην
αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει στη διάθεση του τους αναγκαίους πόρους,
παραδείγματος χάριν, με την προσκόμιση της σχετικής δέσμευσης των φορέων
αυτών. Τα ειδικότερα αποδεικτικά έγγραφα ορίζονται με την προκήρυξη του
διαγωνισμού.
181

3. Υπό τις ίδιες συνθήκες, μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων από τις
αναφερόμενες στο άρθρο 39 μπορεί να στηρίζεται στις δυνατότητες των μετεχόντων
στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.
4. Οι αναθέτουσες αρχές υποδεικνύουν, στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στην
πρόσκληση υποβολής προσφορών, ποιο ή ποια από τα αναφερόμενα στην παράγραφο
1 δικαιολογητικά επέλεξαν καθώς και ποια άλλα δικαιολογητικά πρέπει να
προσκομισθούν.
5. Αν ο οικονομικός φορέας, για σοβαρό λόγο, δεν είναι σε θέση να προσκομίσει τα
δικαιολογητικά που ζητεί η αναθέτουσα αρχή, μπορεί να αποδεικνύει την οικονομική
και χρηματοοικονομική του επάρκεια με οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, το οποίο η
αναθέτουσα αρχή κρίνει αιτιολογημένα ως πρόσφορο.
Αρθρο 46
Τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες (άρθρο 48 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες των οικονομικών φορέων
αξιολογούνται και ελέγχονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3.
2. Οι τεχνικές ικανότητες των οικονομικών φορέων αποδεικνύονται με έναν ή
περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους, ανάλογα με τη φύση, την ποσότητα ή
τη σπουδαιότητα και τη χρήση των έργων, των προμηθειών, ή των υπηρεσιών:
α) ί) υποβολή καταλόγου των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί κατά την προηγούμενη
πενταετία, συνοδευόμενο από πιστοποιητικά ορθής εκτέλεσης των σημαντικότερων
εργασιών. Τα πιστοποιητικά αυτά αναφέρουν το ποσό, τον χρόνο και τον τόπο
εκτέλεσης των εργασιών και προσδιορίζουν εάν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με
τους κανόνες της τέχνης και εάν περατώθηκαν κανονικά. Η αρμόδια αρχή μπορεί να
διαβιβάζει τα πιστοποιητικά αυτά απευθείας στην αναθέτουσα αρχή,
α) ii) υποβολή καταλόγου των κυριότερων παραδόσεων ή υπηρεσιών που
πραγματοποιήθηκαν κατά την προηγούμενη τριετία, με αναφορά του αντίστοιχου
ποσού, της ημερομηνίας και του δημόσιου ή ιδιωτικού παραλήπτη. Οι παραδόσεις και
οι παροχές υπηρεσιών αποδεικνύονται εάν μεν ο αποδέκτης είναι αναθέτουσα αρχή,
με πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί ή θεωρηθεί από την αρμόδια αρχή, εάν δε (ο
αποδέκτης) είναι ιδιωτικός φορέας, με βεβαίωση του αγοραστή ή, εφόσον τούτο δεν
είναι δυνατόν, με απλή δήλωση του οικονομικού φορέα
β) αναφορά του τεχνικού προσωπικού ή των τεχνικών υπηρεσιών, είτε ανήκουν
απευθείας στην επιχείρηση του οικονομικού φορέα είτε όχι, ιδίως των υπευθύνων για
τον έλεγχο της ποιότητας και, όταν πρόκειται για δημόσιες συμβάσεις έργων, εκείνων
που θα έχει στη διάθεση του ο εργολήπτης για την εκτέλεση του έργου
γ) περιγραφή του τεχνικού εξοπλισμού, των μέτρων που λαμβάνει ο προμηθευτής ή ο
πάροχος υπηρεσιών για την εξασφάλιση της ποιότητας και του εξοπλισμού μελέτης
και έρευνας της επιχείρησης του

182

δ) εάν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που παρέχονται είναι σύνθετα ή, κατ' εξαίρεση,
πρέπει να ανταποκρίνονται σε κάποιον ιδιαίτερο σκοπό, απαιτείται έλεγχος
διενεργούμενος από την αναθέτουσα αρχή ή, εξ ονόματος της, από αρμόδιο επίσημο
οργανισμό της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ο προμηθευτής ή ο πάροχος
υπηρεσιών, με την επιφύλαξη της συναίνεσης του οργανισμού αυτού. Ο έλεγχος
αυτός αφορά το παραγωγικό δυναμικό του προμηθευτή ή τις τεχνικές ικανότητες του
παρόχου υπηρεσιών και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, τα μέσα μελέτης και έρευνας που
αυτός διαθέτει καθώς και τα μέτρα που λαμβάνει για τον έλεγχο της ποιότητας
ε) αναφορά τίτλων σπουδών και επαγγελματικών προσόντων του παρόχου υπηρεσιών
ή/και των διευθυντικών στελεχών της επιχείρησης, ιδίως δε του ή των υπευθύνων για
την παροχή των υπηρεσιών, ή την εκτέλεση των εργασιών
στ) προκειμένου για τις δημόσιες συμβάσεις έργων και υπηρεσιών και μόνο στις
ενδεδειγμένες περιπτώσεις, αναφορά των μέτρων περιβαλλοντικής διαχείρισης που
μπορεί να εφαρμόζει ο οικονομικός φορέας κατά την εκτέλεση της σύμβασης
ζ) δήλωση σχετικά με το μέσο ετήσιο εργατοϋπαλληλικό δυναμικό του παρόχου
υπηρεσιών ή του εργολήπτη και τον αριθμό των στελεχών της επιχείρησης κατά την
τελευταία τριετία
η) δήλωση σχετικά με τα μηχανήματα, τις εγκαταστάσεις και τον τεχνικό εξοπλισμό
που διαθέτει ο πάροχος υπηρεσιών ή ο εργολήπτης για την εκτέλεση της σύμβασης
θ) αναφορά του τμήματος της σύμβασης, το οποίο ο πάροχος υπηρεσιών προτίθεται,
ενδεχομένως, να αναθέσει σε τρίτους υπό μορφή υπεργολαβίας
ι) όσον αφορά στα προϊόντα που παρέχονται:
i) δείγματα, περιγραφή ή/και φωτογραφίες, η αυθεντικότητα των οποίων πρέπει να
μπορεί να βεβαιώνεται κατόπιν αιτήσεως της αναθέτουσας αρχής,
ii) πιστοποιητικά εκδιδόμενα από επίσημα ινστιτούτα ή επίσημες υπηρεσίες ελέγχου
της ποιότητας, που έχουν σχετική αρμοδιότητα, με τα οποία βεβαιώνεται η
καταλληλότητα των προϊόντων, επαληθευόμενη με παραπομπές σε ορισμένες
προδιαγραφές ή πρότυπα.
3. Ενας οικονομικός φορέας μπορεί, εφόσον παραστεί ανάγκη και για μια
συγκεκριμένη σύμβαση, να στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων φορέων, ασχέτως της
νομικής φύσης των δεσμών του με αυτούς. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να
αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι, για την εκτέλεση της σύμβασης, θα έχει στη
διάθεση του τους αναγκαίους πόρους, παραδείγματος χάριν με την προσκόμιση της
δέσμευσης των φορέων αυτών να θέσουν στη διάθεση του οικονομικού φορέα τους
αναγκαίους πόρους.
4. Υπό τις ίδιες συνθήκες, μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων από τις
αναφερόμενες στο άρθρο 39, μπορεί να στηρίζεται στις δυνατότητες των μετεχόντων
στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.

183

5. Στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων που έχουν ως
αντικείμενο προμήθειες, για τις οποίες απαιτούνται εργασίες τοποθέτησης ή
εγκατάστασης, ή την παροχή υπηρεσιών ή και την εκτέλεση έργων, η ικανότητα των
οικονομικών φορέων να παράσχουν αυτή την υπηρεσία ή να εκτελέσουν την
εγκατάσταση μπορεί να αξιολογείται ιδίως βάσει της τεχνογνωσίας, της
αποτελεσματικότητας, της πείρας και της αξιοπιστίας τους.
6. Η αναθέτουσα αρχή διευκρινίζει στην προκήρυξη ή στην πρόσκληση υποβολής
προσφορών ποια δικαιολογητικά από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 πρέπει να
προσκομισθούν.
Αρθρο 47
Πρότυπα εξασφάλισης της ποιότητας (άρθρο 49 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οι αναθέτουσες αρχές, όταν απαιτούν την προσκόμιση πιστοποιητικών που
εκδίδονται από ανεξάρτητους οργανισμούς, και τα οποία βεβαιώνουν την τήρηση εκ
μέρους του οικονομικού φορέα ορισμένων προτύπων εξασφάλισης της ποιότητας,
πρέπει να παραπέμπουν σε συστήματα εξασφάλισης της ποιότητας που βασίζονται
στη σχετική σειρά ευρωπαϊκών προτύπων και πιστοποιούνται από οργανισμούς που
εφαρμόζουν τη σειρά ευρωπαϊκών προτύπων για την πιστοποίηση. Οι αναθέτουσες
αρχές αναγνωρίζουν τα ισοδύναμα πιστοποιητικά από οργανισμούς εδρεύοντες σε
άλλα κράτη μέλη. Επίσης, οι αναθέτουσες αρχές αποδέχονται και άλλα αποδεικτικά
στοιχεία για ισοδύναμα μέτρα εξασφάλισης της ποιότητας, τα οποία προσκομίζονται
από τους οικονομικούς φορείς.
Αρθρο 48
Πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης (άρθρο 50 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οταν οι αναθέτουσες αρχές, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 46
παράγραφος 2 σημείο στ), ζητούν την υποβολή πιστοποιητικών εκδιδόμενων από
ανεξάρτητους οργανισμούς, με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο οικονομικός φορέας
συμμορφώνεται με συγκεκριμένα πρότυπα όσον αφορά στην περιβαλλοντική
διαχείριση, παραπέμπουν στο κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και
ελέγχου [EMAS Κανονισμός 761/2001 (ΕΕ L 114)] ή σε πρότυπα περιβαλλοντικής
διαχείρισης που βασίζονται σε αντίστοιχα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα
πιστοποιούμενα από όργανα λειτουργούντα βάσει του κοινοτικού δικαίου, ή στις
αντίστοιχες ευρωπαϊκές ή διεθνείς προδιαγραφές όσον αφορά στην πιστοποίηση. Οι
αναθέτουσες αρχές αναγνωρίζουν τα ισοδύναμα πιστοποιητικά από οργανισμούς
εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. Επίσης, αποδέχονται και άλλα ισοδύναμα
αποδεικτικά στοιχεία για μέτρα περιβαλλοντικής διαχείρισης, τα οποία
προσκομίζονται από τους οικονομικούς φορείς.
Αρθρο 49
Συμπληρωματική τεκμηρίωση και πληροφορίες (άρθρο 51 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)

184

Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να καλεί τους οικονομικούς φορείς να συμπληρώνουν ή
να διευκρινίζουν τα πιστοποιητικά και έγγραφα που υπέβαλαν κατ' εφαρμογή των
άρθρων 43 έως 48.
Αρθρο 50
Επίσημοι κατάλογοι εγκεκριμένων οικονομικών φορέων. Πιστοποίηση
οργανισμούς δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 52 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)

από

1. Οι προϋποθέσεις εγγραφής στους επίσημους καταλόγους εγκεκριμένων
εργοληπτών, προμηθευτών ή παροχών υπηρεσιών πρέπει να είναι προσαρμοσμένες
στα άρθρα 43 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 σημεία α) έως δ) και ζ), 44, 45
παράγραφοι 1, 4 και 5, 46 παράγραφοι 1, 2, 5 και 6, 47 και 48.
Αιτήσεις εγγραφής μπορούν να υποβάλουν και οικονομικοί φορείς που ανήκουν σε
όμιλο και επικαλούνται πόρους που τους διαθέτουν άλλες επιχειρήσεις του ομίλου.
Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να αποδεικνύουν στην αρχή που συντάσσει τον
επίσημο κατάλογο ότι διαθέτουν αυτούς τους πόρους καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος
του πιστοποιητικού που πιστοποιεί την εγγραφή τους στον επίσημο κατάλογο και ότι
συνεχίζουν να πληρούν κατά το ίδιο διάστημα τις απαιτήσεις ποιοτικής επιλογής που
προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος για την εγγραφή τους. Με προεδρικά
διατάγματα που εκδίδονται από τους αρμόδιους Υπουργούς ρυθμίζονται οι
λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.
2. Οι οικονομικοί φορείς που είναι εγγεγραμμένοι σε επίσημους καταλόγους ή
διαθέτουν πιστοποιητικό μπορούν, για την εκάστοτε σύμβαση, να προσκομίζουν στις
αναθέτουσες αρχές πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή ή το
πιστοποιητικό που εκδίδεται από τον αρμόδιο οργανισμό πιστοποίησης. Στα
πιστοποιητικά αυτά μνημονεύονται τα δικαιολογητικά, βάσει των οποίων έγινε η
εγγραφή στον κατάλογο / η πιστοποίηση καθώς και η σχετική κατάταξη.
3. Η εγγραφή στους επίσημους καταλόγους, πιστοποιούμενη από τους αρμόδιους
οργανισμούς, ή το πιστοποιητικό που εκδίδεται από τον οργανισμό πιστοποίησης
συνιστά, για τις αναθέτουσες αρχές των άλλων κρατών μελών, τεκμήριο
καταλληλότητας μόνο σε σχέση με τα οριζόμενα στα άρθρα 43 παράγραφος 1 και
παράγραφος 2 σημεία α) έως δ) και ζ), 44, 45 παράγραφος 1 σημεία β) και γ), και 46
παράγραφος 2 σημεία α) ί), β), γ), ε), ζ) και η) για τους εργολήπτες, παράγραφος 2
σημεία α) ii), β), γ), δ) και ι) για τους προμηθευτές και παράγραφος 2 σημεία α) ii)
και γ) έως θ) για τους παρόχους υπηρεσιών.
4. Οι πληροφορίες που συνάγονται από την εγγραφή σε επίσημους καταλόγους ή από
την πιστοποίηση δεν είναι δυνατόν να τίθενται υπό αμφισβήτηση χωρίς αιτιολόγηση.
Οσον αφορά στην καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και των φόρων και
τελών, είναι δυνατόν να ζητείται, για την εκάστοτε σύμβαση, πρόσθετο
πιστοποιητικό από κάθε οικονομικό φορέα. Οι αναθέτουσες αρχές των άλλων κρατών
μελών εφαρμόζουν την παράγραφο 3 και το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου
μόνον προς όφελος των οικονομικών φορέων που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος
μέλος, το οποίο έχει καταρτίσει τον επίσημο κατάλογο.

185

5. Για την εγγραφή των οικονομικών φορέων άλλων κρατών μελών σε επίσημο
κατάλογο ή για την πιστοποίηση τους από τους οργανισμούς που αναφέρονται στην
παράγραφο 1, δεν είναι δυνατόν να ζητούνται άλλες αποδείξεις και δηλώσεις εκτός
από εκείνες που ζητούνται από τους οικονομικούς φορείς που έχουν την ιθαγένεια
του οικείου κράτους και, εν πάση περιπτώσει, όχι άλλες από τις προβλεπόμενες στα
άρθρα 43 έως 48.
Εντούτοις, η εν λόγω εγγραφή ή πιστοποίηση δεν μπορεί να επιβάλλεται στους
οικονομικούς φορείς των άλλων κρατών μελών για τη συμμετοχή τους σε δημόσια
σύμβαση. Οι αναθέτουσες αρχές αναγνωρίζουν τα ισοδύναμα πιστοποιητικά από
οργανισμούς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. Οι αναθέτουσες αρχές
αποδέχονται επίσης και άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.
6. Οι οικονομικοί φορείς μπορούν να ζητούν, ανά πάσα στιγμή, την εγγραφή τους
στον επίσημο κατάλογο ή την έκδοση του πιστοποιητικού, πρέπει να ενημερώνονται
δε σε σύντομο χρονικό διάστημα για την απόφαση της αρχής που συντάσσει τον
κατάλογο ή του αρμόδιου οργανισμού πιστοποίησης.
7. Οι οργανισμοί πιστοποίησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, είναι
οργανισμοί που ανταποκρίνονται στα ευρωπαϊκά πρότυπα για την πιστοποίηση.
8. Στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) και στο Μητρώο Εργοληπτικών
Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ) μπορούν να εγγραφούν άτομα ή εργοληπτικές επιχειρήσεις
αντίστοιχα των άλλων κρατών μελών με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που
προβλέπονται στα άρθρα 43 έως 46 του παρόντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
ΑΝΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Αρθρο 51
Κριτήρια ανάθεσης των συμβάσεων (άρθρο 53 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Με την επιφύλαξη των κείμενων διατάξεων περί ελάχιστων ορίων αμοιβής
ορισμένων υπηρεσιών, τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές
αναθέτουν τις δημόσιες συμβάσεις, είναι είτε:
α) όταν η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη
προσφορά κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής, κριτήρια συνδεόμενα με το
αντικείμενο της συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης, ιδίως η ποιότητα, η τιμή, η
τεχνική αξία, τα αισθητικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά, τα περιβαλλοντικά
χαρακτηριστικά, το κόστος λειτουργίας, η αποδοτικότητα, η εξυπηρέτηση μετά την
πώληση και η τεχνική συνδρομή, η ημερομηνία παράδοσης και η προθεσμία
παράδοσης ή εκτέλεσης, είτε
β) αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή.
2. Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου, στην
προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 σημείο α) περίπτωση, η αναθέτουσα αρχή
186

προβλέπει στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, ή στο
περιγραφικό έγγραφο στην περίπτωση του ανταγωνιστικού διαλόγου, τη βαρύτητα
(σχετική στάθμιση) που προσδίδει σε καθένα από τα επιλεγέντα κριτήρια για τον
προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς. Η
στάθμιση αυτή μπορεί να εκφράζεται με τον καθορισμό μιας διακύμανσης
("ψαλίδας") με κατάλληλο εύρος. Οταν, κατά τη γνώμη της αναθέτουσας αρχής, δεν
είναι δυνατή η στάθμιση για λόγους που μπορούν να αποδειχθούν, η αναθέτουσα
αρχή καθορίζει, στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, ή στο
περιγραφικό έγγραφο, στην περίπτωση του ανταγωνιστικού διαλόγου, τη φθίνουσα
σειρά σπουδαιότητας των κριτηρίων αυτών.
Αρθρο 52
Ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές (άρθρο 55 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Εάν, για δεδομένη σύμβαση, οι προσφορές φαίνονται ασυνήθιστα χαμηλές σε
σχέση με το αντικείμενο της, η αναθέτουσα αρχή, πριν να απορρίψει τις προσφορές
αυτές, ζητεί γραπτώς τις διευκρινίσεις για τη σύνθεση της προσφοράς τις οποίες
τυχόν κρίνει σκόπιμες.
Οι διευκρινίσεις αυτές μπορούν να αφορούν ιδίως:
α) τον οικονομικό χαρακτήρα της μεθόδου κατασκευής των προϊόντων ή της παροχής
των υπηρεσιών,
β) τις επιλεγείσες τεχνικές λύσεις ή/και τις εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες που
διαθέτει ο προσφέρων για την εκτέλεση των έργων, την προμήθεια των προϊόντων ή
την παροχή των υπηρεσιών,
γ) την πρωτοτυπία του έργου, των προμηθειών ή των υπηρεσιών, που προτείνει ο
προσφέρων,
δ) την τήρηση των διατάξεων περί προστασίας της εργασίας και των συνθηκών
εργασίας που ισχύουν στον τόπο εκτέλεσης της παροχής και
ε) την ενδεχόμενη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης στον προσφέροντα.
2. Η αναθέτουσα αρχή ελέγχει, σε συνεννόηση με τον προσφέροντα, τη σύνθεση της
προσφοράς βάσει των παρασχεθέντων δικαιολογητικών.
3. Εφόσον η αναθέτουσα αρχή διαπιστώνει ότι μια προσφορά είναι ασυνήθιστα
χαμηλή λόγω χορήγησης κρατικής ενίσχυσης στον προσφέροντα, η προσφορά μπορεί
να απορρίπτεται αποκλειστικά για αυτόν τον λόγο με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση
μόνο μετά από διαβούλευση, και εφόσον ο προσφέρων δεν είναι σε θέση να
αποδείξει, εντός επαρκούς προθεσμίας την οποία τάσσει η αναθέτουσα αρχή, ότι η εν
λόγω ενίσχυση χορηγήθηκε σε νόμιμα πλαίσια. Οταν η αναθέτουσα αρχή απορρίπτει
μια προσφορά υπό τις συνθήκες αυτές, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
σχετικά.

187

ΤΜΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ
ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Αρθρο 53
Τεχνικές προδιαγραφές (άρθρο 23 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι τεχνικές προδιαγραφές, όπως ορίζονται στο σημείο 1) του Παραρτήματος VI,
αναφέρονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού, στη συγγραφή υποχρεώσεων καθώς
και στα συμβατικά τεύχη ή τα λοιπά συμπληρωματικά έγγραφα. Οταν αυτό είναι
δυνατό, οι τεχνικές προδιαγραφές θα πρέπει να ορίζονται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται
προσβασιμότητα των ατόμων με ειδικές ανάγκες.
2. Οι τεχνικές προδιαγραφές εξασφαλίζουν ισότιμη πρόσβαση στους προσφέροντες
και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αδικαιολόγητων εμποδίων στον
ανταγωνισμό.
3. Με την επιφύλαξη των κείμενων διατάξεων που δεν αντιβαίνουν στο κοινοτικό
δίκαιο, οι τεχνικές προδιαγραφές πρέπει να διατυπώνονται:
α) είτε με παραπομπή στις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται στο Παράρτημα VI
και, κατά σειρά προτίμησης, στα εθνικά πρότυπα που αποτελούν μεταφορά
ευρωπαϊκών προτύπων, στις ευρωπαϊκές τεχνικές εγκρίσεις, στις κοινές τεχνικές
προδιαγραφές, στα διεθνή πρότυπα, σε άλλα τεχνικά συστήματα αναφοράς που
εκπονούνται από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης, ή, όταν αυτά δεν
υπάρχουν, στα εθνικά πρότυπα, στις εθνικές τεχνικές εγκρίσεις, ή στις εθνικές
τεχνικές προδιαγραφές στον τομέα της χρησιμοποίησης των προϊόντων. Κάθε
παραπομπή συνοδεύεται από τη μνεία "ή ισοδύναμο",
β) είτε με αναφορά σε επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις, οι οποίες μπορεί να
περιλαμβάνουν περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά. Πρέπει ωστόσο να είναι αρκετά
ακριβείς ώστε να επιτρέπουν στους προσφέροντες να προσδιορίζουν το αντικείμενο
της σύμβασης και στις αναθέτουσες αρχές να αναθέτουν τη σύμβαση,
γ) είτε με αναφορά στις επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις που αναφέρονται στο
στοιχείο β), παραπέμποντας, ως τεκμήριο της συμβατότητας προς τις εν λόγω
επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις, στις προδιαγραφές που αναφέρονται στο
στοιχείο α),
δ) είτε με παραπομπή στις προδιαγραφές που αναφέρονται στο στοιχείο α) για
ορισμένα χαρακτηριστικά και με παραπομπή στις επιδόσεις ή τις λειτουργικές
απαιτήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β) για ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά.
4. Οταν οι αναθέτουσες αρχές κάνουν χρήση της δυνατότητας παραπομπής στις
προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 3, στοιχείο α), δεν μπορούν να
απορρίπτουν προσφορά με την αιτιολογία ότι τα προσφερόμενα προϊόντα και
υπηρεσίες δεν πληρούν τις προδιαγραφές στις οποίες έχουν παραπέμψει, εφόσον ο
προσφέρων αποδεικνύει στην προσφορά του, με κάθε ενδεδειγμένο μέσο και με
188

τρόπο που ικανοποιεί την αναθέτουσα αρχή, ότι οι λύσεις που προτείνει πληρούν,
κατά ισοδύναμο τρόπο, τις τεχνικές προδιαγραφές. Τεχνικός φάκελος του
κατασκευαστή ή έκθεση δοκιμών από αναγνωρισμένο οργανισμό μπορεί να συνιστά
ενδεδειγμένο μέσο.
5. Οταν οι αναθέτουσες αρχές κάνουν χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην
παράγραφο 3 να προβλέπουν απαιτήσεις επιδόσεων ή λειτουργικών απαιτήσεων, δεν
μπορούν να απορρίπτουν προσφορά έργων, προϊόντων ή υπηρεσιών, που πληροί ένα
εθνικό πρότυπο το οποίο αποτελεί μεταφορά ευρωπαϊκού προτύπου, μία ευρωπαϊκή
τεχνική έγκριση, μία κοινή τεχνική προδιαγραφή, ένα διεθνές πρότυπο ή ένα τεχνικό
πλαίσιο αναφοράς που έχει εκπονηθεί από ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης,
εφόσον οι εν λόγω προδιαγραφές καλύπτουν τις επιδόσεις ή τις λειτουργικές
απαιτήσεις που έχουν ορίσει.
Ο προσφέρων υποχρεούται να αποδεικνύει στην προσφορά του, κατά τρόπον
ικανοποιητικό για την αναθέτουσα αρχή και με κάθε ενδεδειγμένο μέσο, ότι το έργο,
το προϊόν ή η υπηρεσία που πληροί το πρότυπο ανταποκρίνεται στις λειτουργικές
επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις που ορίζει η αναθέτουσα αρχή. Τεχνικός
φάκελος του κατασκευαστή ή έκθεση δοκιμών από αναγνωρισμένο οργανισμό μπορεί
να συνιστά ενδεδειγμένο μέσο.
6. Οταν οι αναθέτουσες αρχές ορίζουν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά με όρους
επιδόσεων ή λειτουργικών απαιτήσεων, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3
στοιχείο β), μπορούν να χρησιμοποιούν τις λεπτομερείς προδιαγραφές ή, εφόσον
χρειάζεται, τμήματα των λεπτομερών προδιαγραφών, όπως καθορίζονται από τα
ευρωπαϊκά, (πολυ)εθνικά οικολογικά σήματα ή από οποιοδήποτε άλλο οικολογικό
σήμα, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ενδεδειγμένες για τον καθορισμό των
χαρακτηριστικών των προμηθειών ή των υπηρεσιών, που αποτελούν το αντικείμενο
της σύμβασης, οι απαιτήσεις του σήματος διαμορφώνονται βάσει επιστημονικών
στοιχείων, τα οικολογικά σήματα υιοθετούνται με διαδικασία, στην οποία έχουν
δικαίωμα συμμετοχής όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως οι κυβερνητικοί οργανισμοί,
οι καταναλωτές, οι κατασκευαστές, οι διανομείς και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις
και είναι προσιτά σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να προβλέπουν ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που
φέρουν το οικολογικό σήμα τεκμαίρεται ότι πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές που
ορίζει η συγγραφή υποχρεώσεων. Πρέπει όμως να αποδέχονται και οποιοδήποτε άλλο
κατάλληλο αποδεικτικό μέσο, όπως τον τεχνικό φάκελο του κατασκευαστή ή την
έκθεση δοκιμών από αναγνωρισμένο οργανισμό.
7. "Αναγνωρισμένοι οργανισμοί" κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, είναι τα
εργαστήρια δοκιμών, τα εργαστήρια βαθμονόμησης, οι οργανισμοί ελέγχου και οι
οργανισμοί πιστοποίησης που ανταποκρίνονται στα ισχύοντα ευρωπαϊκά πρότυπα. Οι
αναθέτουσες αρχές αποδέχονται τα πιστοποιητικά των αναγνωρισμένων οργανισμών
που έχουν συσταθεί σε άλλα κράτη μέλη.
8. Οι τεχνικές προδιαγραφές, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται από το αντικείμενο της
σύμβασης, δεν μπορούν να κάνουν μνεία συγκεκριμένης κατασκευής ή προέλευσης ή
ιδιαίτερων μεθόδων κατασκευής ούτε να κάνουν αναφορά σε σήμα, δίπλωμα
ευρεσιτεχνίας ή τύπο καθώς και σε συγκεκριμένη καταγωγή ή παραγωγή, που θα είχε
189

ως αποτέλεσμα να ευνοούνται ή να αποκλείονται ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένα
προϊόντα. Η εν λόγω μνεία ή παραπομπή επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, όταν δεν είναι
δυνατόν να γίνεται αρκούντως ακριβής και κατανοητή περιγραφή του αντικειμένου
της σύμβασης κατ' εφαρμογή των παραγράφων 3 και 4. Η μνεία ή η παραπομπή αυτή
πρέπει να συνοδεύονται από τους όρους "ή ισοδύναμο".
Αρθρο 54
Οροι εκτέλεσης της σύμβασης (άρθρο 26 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιβάλλουν ειδικούς όρους σχετικά με την
εκτέλεση της σύμβασης, με την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτοί είναι συμβατοί με το
κοινοτικό δίκαιο και προβλέπονται στην προκήρυξη ή στη συγγραφή υποχρεώσεων.
Οι όροι που επιβάλλονται σχετικά μπορούν να αφορούν ιδίως κοινωνικές και
περιβαλλοντικές παραμέτρους.
Αρθρο 55
Υποχρεώσεις σχετικά με τη φορολογία, την προστασία του περιβάλλοντος και τις
συνθήκες εργασίας (άρθρο 27 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Η αναθέτουσα αρχή αναφέρει στη συγγραφή υποχρεώσεων τον οργανισμό ή τους
οργανισμούς από τους οποίους οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες μπορούν να
λαμβάνουν τις κατάλληλες πληροφορίες για τις υποχρεώσεις σχετικά με τη
φορολογία, την προστασία του περιβάλλοντος και τις ισχύουσες διατάξεις περί
προστασίας και συνθηκών εργασίας, οι οποίες εφαρμόζονται στις παρεχόμενες
υπηρεσίες κατά την εκτέλεση της σύμβασης.
2. Η αναθέτουσα αρχή που παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην
παράγραφο 1, ζητά από τους προσφέροντες ή από τους υποψήφιους σε διαδικασία
σύναψης συμβάσεων να αναφέρουν ότι έλαβαν υπόψη, κατά την κατάρτιση της
προσφοράς τους, τις υποχρεώσεις σχετικά με τις διατάξεις περί προστασίας και
συνθηκών εργασίας που ισχύουν στον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεσθεί η
σύμβαση.
Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 52, σχετικά με τον έλεγχο των ασυνήθιστα
χαμηλών προσφορών, δεν θίγεται.

190

ΤΜΗΜΑ ΟΓΔΟΟ
ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Αρθρο 56
Στατιστικές υποχρεώσεις (άρθρο 75 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εκτίμηση των αποτελεσμάτων της εφαρμογής
του παρόντος, το Υπουργείο Ανάπτυξης και το Υπουργείο Οικονομίας και
Οικονομικών διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το αργότερο μέχρι τις 31
Οκτωβρίου κάθε έτους, χωριστή στατιστική κατάσταση, καταρτισμένη σύμφωνα με
το άρθρο 57, σχετικά με τις συμβάσεις δημοσίων προμηθειών και υπηρεσιών,
αντίστοιχα, που έχουν συνάψει οι αναθέτουσες αρχές κατά το προηγούμενο έτος.
Την ίδια υποχρέωση τηρεί και η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εργων του
Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων'Εργων σχετικά με τις
δημόσιες συμβάσεις έργων. Οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να αποστέλλουν τις
σχετικές καταστάσεις των έργων, υπηρεσιών και προμηθειών που ανέθεσαν κατά το
προηγούμενο έτος, μέχρι την 31η Ιουλίου κάθε έτους, στα αντίστοιχα Υπουργεία.
Αρθρο 57
Περιεχόμενο στατιστικής κατάστασης (άρθρο 76 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Για κάθε αναθέτουσα αρχή που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV, η στατιστική
κατάσταση περιλαμβάνει:
α) τον αριθμό και την αξία των καλυπτόμενων από το παρόν συμβάσεων
πουσυνήφθησαν,
β) τον αριθμό και τη συνολική αξία των συμβάσεων που συνήφθησαν δυνάμει
παρεκκλίσεων από τη Συμφωνία.
Στο μέτρο του δυνατού, τα στοιχεία που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, σημείο
α), κατανέμονται ανάλογα με:
α) τις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων που χρησιμοποιήθηκαν.
β) και, για καθεμία από τις διαδικασίες αυτές, τα έργα που περιέχονται στο
Παράρτημα Ι, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που περιέχονται στο Παράρτημα II και
προσδιορίζονται ανά κατηγορία της ονοματολογίας CPV.
γ) την ιθαγένεια του οικονομικού φορέα στον οποίον ανατέθηκε η σύμβαση.
Στην περίπτωση που οι συμβάσεις συνήφθησαν μέσω διαδικασίας με
διαπραγμάτευση, τα στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σημείο α),
κατανέμονται επιπλέον ανάλογα με τις οριζόμενες στα άρθρα 24 και 25 περιστάσεις
και διευκρινίζουν τον αριθμό και την αξία των συμβάσεων που ανατέθηκαν ανά
κράτος μέλος και τρίτη χώρα προέλευσης των αναδόχων.
191

2. Για κάθε κατηγορία αναθετουσών αρχών, πλην εκείνων που περιλαμβάνονται στο
Παράρτημα IV, η στατιστική κατάσταση προσδιορίζει τουλάχιστον: α) τον αριθμό
και την αξία των δημοσίων συμβάσεων που συνήφθησαν, κατανεμημένων σύμφωνα
με την παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, και β) τη συνολική αξία των συμβάσεων που
συνήφθησαν δυνάμει των παρεκκλίσεων από τη Συμφωνία.
3. Η στατιστική κατάσταση προσδιορίζει κάθε άλλη πληροφορία που απαιτείται
βάσει της Συμφωνίας.
Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο προσδιορίζονται σύμφωνα με
την διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 77, παράγραφος 2 της Οδηγίας
2004/18/ΕΚ.

192

ΤΜΗΜΑ ΕΝΑΤΟ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Αρθρο 58
Γενικές διατάξεις (άρθρο 66 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι κανόνες σχετικά με τη διοργάνωση ενός διαγωνισμού μελετών θεσπίζονται
σύμφωνα με τα άρθρα 58 έως 66 του παρόντος και τίθενται στη διάθεση όλων όσων
ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό μελετών.
2. Το δικαίωμα συμμετοχής στους διαγωνισμούς μελετών δεν περιορίζεται:
α) στην ελληνική επικράτεια ή σε τμήμα της ελληνικής επικράτειας.
β) από την ιδιότητα των συμμετεχόντων ως φυσικών ή νομικών προσώπων.
Αρθρο 59
Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 67 οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 2 παρ. 5 του Κανονισμού
2083/2005)
1. Οι διαγωνισμοί μελετών οργανώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος
Τμήματος:
α) από τις αναθέτουσες αρχές που είναι κεντρικές κυβερνητικές αρχές, οι οποίες
περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV, με βάση ένα κατώτατο όριο που ισούται με ή
υπερβαίνει το ποσό των 137.000 ευρώ,
β) από τις αναθέτουσες αρχές, πλην εκείνων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα
IV, με βάση ένα κατώτατο όριο που ισούται με ή υπερβαίνει το ποσό των 211.000
ευρώ,
γ) από όλες τις αναθέτουσες αρχές, με βάση ένα κατώτατο όριο που ισούται με ή
υπερβαίνει το ποσό των 211.000 ευρώ, όταν οι διαγωνισμοί μελετών αφορούν
υπηρεσίες της κατηγορίας 8 του Παραρτήματος II Α, υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών της
κατηγορίας 5 των οποίων οι θέσεις στο CPV είναι ισοδύναμες με τους αριθμούς
αναφοράς CPC 7524, 7525 και 7526, και/ή υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο
Παράρτημα II Β.
2. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται, με την επιφύλαξη όσων
ορίζονται στο Ν. 3316/2005 (Α' 42) "Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων
εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις"
α) στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνονται στο πλαίσιο διαδικασίας
σύναψης δημόσιας σύμβασης υπηρεσιών,
β) στους διαγωνισμούς μελετών με βραβεία συμμετοχής ή/και καταβολή χρηματικού
ποσού στους συμμετέχοντες.
193

Στις περιπτώσεις του σημείου α), ως κατώτατο όριο νοείται η εκτιμώμενη αξία εκτός
ΦΠΑ της δημόσιας σύμβάσης υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ενδεχόμενων
βραβείων συμμετοχής ή/και πληρωμής χρηματικού ποσού στους συμμετέχοντες.
Στις περιπτώσεις του σημείου β), ως κατώτατο όριο νοείται το συνολικό ύψος των εν
λόγω βραβείων και ποσών, συμπεριλαμβανομένης της εκτιμώμενης αξίας εκτός ΦΠΑ
της δημόσιας σύμβασης υπηρεσιών που μπορεί να ανατεθεί αργότερα δυνάμει του
άρθρου 25 παράγραφος 3, εφόσον η αναθέτουσα αρχή δεν έχει αποκλείσει μια
τέτοιου είδους ανάθεση στην προκήρυξη διαγωνισμού μελετών.
Αρθρο 60
Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής (άρθρο 68 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Το παρόν Τμήμα δεν εφαρμόζεται:
α) στους διαγωνισμούς μελετών στον τομέα των υπηρεσιών κατά την έννοια του
π.δ/τος 59/07, που διοργανώνονται από αναθέτουσες αρχές οι οποίες ασκούν μια ή
περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 4 έως 8 του εν
λόγω π.δ/τος, και έχουν σκοπό τη συνέχιση των δραστηριοτήτων αυτών ούτε στους
διαγωνισμούς μελετών που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω π.δ/τος.
β) στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνονται υπό τις ίδιες συνθήκες με
εκείνες που προβλέπονται στα άρθρα 10,11 και 12 του παρόντος για τις δημόσιες
συμβάσεις υπηρεσιών.
Αρθρο 61
Προκηρύξεις (άρθρο 69 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να διοργανώσουν ένα διαγωνισμό μελετών,
γνωστοποιούν την πρόθεση τους αυτή μέσω σχετικής προκήρυξης.
2. Οι αναθέτουσες αρχές που έχουν διοργανώσει ένα διαγωνισμό μελετών
αποστέλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημερωτική έκθεση με τα αποτελέσματα
του διαγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 30 και πρέπει να είναι σε θέση να
αποδεικνύουν την ημερομηνία αποστολής.
Εάν η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή των κείμενων
διατάξεων, να είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον ή μπορεί να βλάψει τα
νόμιμα εμπορικά συμφέροντα δημοσίων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων ή τον θεμιτό
ανταγωνισμό μεταξύ των παροχών υπηρεσιών, οι πληροφορίες σχετικά με την
κατακύρωση του διαγωνισμού μελετών, είναι δυνατόν να μη δημοσιεύονται.
3. Το άρθρο 31 που αφορά τη δημοσίευση των προκηρύξεων διαγωνισμού
εφαρμόζεται και για τους διαγωνισμούς μελετών.
Αρθρο 62

194

Σύνταξη και λεπτομέρειες δημοσίευσης των προκηρύξεων για τους διαγωνισμούς
μελετών (άρθρο 70 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι προκηρύξεις και οι ενημερωτικές εκθέσεις του άρθρου 61 περιλαμβάνουν τις
πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα VII Δ, χρησιμοποιώντας τα
τυποποιημένα έντυπα που εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με τη
διαδικασία του άρθρου 77 παράγραφος 2, της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
2. Οι ενημερωτικές αυτές εκθέσεις δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 30
παράγραφοι 2 έως 8.
Αρθρο 63
Μέσα επικοινωνίας (άρθρο 71 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Το άρθρο 36 παράγραφοι 1,2 και 4 εφαρμόζεται για όλες τις μορφές επικοινωνίας
σχετικά με τους διαγωνισμούς μελετών.
2. Οι κοινοποιήσεις, οι ανταλλαγές και η αποθήκευση πληροφοριών
πραγματοποιούνται κατά τρόπο που να εξασφαλίζει ότι δεν θίγεται η ακεραιότητα και
η εμπιστευτικότητα του συνόλου των πληροφοριών που διαβιβάζονται από τους
συμμετέχοντες σε διαγωνισμούς μελετών και ότι η κριτική επιτροπή λαμβάνει γνώση
του περιεχομένου των μελετών και σχεδίων μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας
που προβλέπεται για την υποβολή τους.
3. Για τα συστήματα ηλεκτρονικής παραλαβής των μελετών και σχεδίων
εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α) Οι πληροφορίες σχετικά με τις αναγκαίες προδιαγραφές για την παρουσίαση των
μελετών και σχεδίων με ηλεκτρονικό τρόπο, καθώς και την κρυπτογράφηση, πρέπει
να τίθενται στη διάθεση των ενδιαφερομένων μερών. Επιπλέον, τα συστήματα
ηλεκτρονικής παραλαβής των μελετών και σχεδίων πρέπει να συνάδουν με τις
απαιτήσεις του Παραρτήματος Χ.
β) Το Ελληνικό Κράτος μπορεί να καθιερώνει μηχανισμούς εκούσιας πιστοποίησης
με σκοπό τη βελτίωση του επιπέδου της υπηρεσίας πιστοποίησης που παρέχεται για
τα συστήματα αυτά.
Αρθρο 64
Επιλογή των ανταγωνιζομένων (άρθρο 72 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οταν οι διαγωνισμοί μελετών συγκεντρώνουν περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων,
οι αναθέτουσες αρχές θεσπίζουν σαφή και αντικειμενικά κριτήρια επιλογής. Σε όλες
τις περιπτώσεις, ο αριθμός των υποψηφίων που καλούνται να συμμετάσχουν στους
διαγωνισμούς μελετών λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης πραγματικού
ανταγωνισμού.
Αρθρο 65

195

Σύνθεση της κριτικής επιτροπής (άρθρο 73 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Η κριτική επιτροπή απαρτίζεται αποκλειστικά από φυσικά πρόσωπα μη συνδεόμενα
με τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό μελετών. Οταν απαιτείται από τους
συμμετέχοντες στο διαγωνισμό να διαθέτουν ένα συγκεκριμένο επαγγελματικό
προσόν, το ένα τρίτο (1/3) των μελών της κριτικής επιτροπής τουλάχιστον πρέπει να
διαθέτει το προσόν αυτό ή άλλο ισοδύναμο προσόν.
Αρθρο 66
Αποφάσεις της κριτικής επιτροπής (άρθρο 74 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Η κριτική επιτροπή είναι αδέσμευτη κατά τη λήψη αποφάσεως ή κατά τη
διατύπωση της γνώμης της.
2. Η επιτροπή εξετάζει τις μελέτες και τα σχέδια που υποβάλλουν οι υποψήφιοι με
τρόπο ανώνυμο και βασιζόμενη αποκλειστικά στα κριτήρια που προβλέπονται στην
προκήρυξη του διαγωνισμού μελετών.
3. Η επιτροπή καταχωρίζει, σε πρακτικό, που υπογράφεται από τα μέλη της, τις
επιλογές στις οποίες προβαίνει, ανάλογα με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα
κάθε μελέτης καθώς και τις παρατηρήσεις της ως προς τα σημεία που χρήζουν
αποσαφήνισης.
4. Η ανωνυμία τηρείται μέχρι τη γνωμοδότηση από την κριτική επιτροπή.
5. Οι υποψήφιοι μπορούν να καλούνται, ενδεχομένως, να απαντήσουν στις ερωτήσεις
τις οποίες έχει καταχωρίσει στο πρακτικό της η κριτική επιτροπή, προς διευκρίνιση
οποιουδήποτε στοιχείου της μελέτης. Στην περίπτωση αυτή τηρούνται πλήρη
πρακτικά, όπου καταχωρίζονται όσα διημείφθησαν μεταξύ των μελών της κριτικής
επιτροπής και των υποψηφίων.

196

ΤΜΗΜΑ ΔΕΚΑΤΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ
ΕΡΓΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ
Αρθρο 67
Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 56 οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 2 παρ. 3 του Κανονισμού
2083/2005)
Το παρόν Κεφάλαιο εφαρμόζεται σε όλες τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων
έργων που συνάπτονται από τις αναθέτουσες αρχές, όταν η αξία των συμβάσεων
αυτών ισούται με ή υπερβαίνει το ποσό των 5.278.000 ευρώ. Η αξία αυτή
υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για τις συμβάσεις δημοσίων
έργων που ορίζονται στο άρθρο 8.
Αρθρο 68
Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής (άρθρο 57 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων, οι
οποίες:
α) εμπίπτουν στις δημόσιες συμβάσεις έργων στις περιπτώσεις των άρθρων 10,11 και
12 του παρόντος.
β) ανατίθενται από τις αναθέτουσες αρχές κατά την άσκηση μιας ή περισσοτέρων από
τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 4 έως 8 του Π. Δ/τος 59/07, όταν οι
παραχωρήσεις αυτές γίνονται για την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων.
Αρθρο 69
Δημοσίευση της προκήρυξης στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων (άρθρο 58
οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να προσφύγουν σε σύμβαση παραχώρησης
δημοσίων έργων, γνωστοποιούν την πρόθεση τους αυτή με σχετική προκήρυξη.
2. Οι προκηρύξεις για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων περιλαμβάνουν
τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα VII Γ και, ενδεχομένως, κάθε άλλη
πληροφορία που κρίνεται αναγκαία από την αναθέτουσα αρχή, χρησιμοποιώντας τα
τυποποιημένα έντυπα που εγκρίνει η Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του
άρθρου ΤΙ παράγραφος 2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ.

197

3. Το άρθρο 31 που αφορά την προαιρετική δημοσίευση των προκηρύξεων
εφαρμόζεται επίσης και για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων.
Αρθρο 70
Προθεσμία (άρθρο 59 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Στην περίπτωση που οι αναθέτουσες αρχές προσφεύγουν στη διαδικασία
παραχώρησης δημοσίων έργων, η προθεσμία για την υποβολή των υποψηφιοτήτων
για τη σύμβαση παραχώρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 52 ημερών από την
ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης, εκτός από την περίπτωση που αναφέρεται
στο άρθρο 32 παράγραφος 5.
Εφαρμόζεται επίσης το άρθρο 32 παράγραφος 7.
Αρθρο 71
Υπεργολαβία (άρθρο 60 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Η αναθέτουσα αρχή μπορεί:
α) είτε να επιβάλει στον ανάδοχο σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων να
αναθέσει σε τρίτους συμβάσεις που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 30% της
συνολικής αξίας των έργων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης
παραχώρησης έργων, προβλέποντας ταυτόχρονα ότι οι υποψήφιοι θα έχουν το
δικαίωμα να αυξήσουν το εν λόγω ποσοστό1 το ελάχιστο αυτό ποσοστό πρέπει να
αναφέρεται στη σύμβαση παραχώρησης έργου.
β) είτε να καλεί τους υποψηφίους αναδόχους σύμβασης παραχώρησης να υποδείξουν
οι ίδιοι με τις προσφορές τους, εφόσον επιθυμούν, το ποσοστό της συνολικής αξίας
του έργου το οποίο αποτελεί αντικείμενο παραχώρησης και που προτίθενται να
αναθέσουν σε τρίτους.
Αρθρο 72
Ανάθεση συμπληρωματικών έργων στον ανάδοχο (άρθρο 61 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται στις συμπληρωματικές εργασίες που δεν
περιλαμβάνονταν στο αρχικά προβλεπόμενο σχέδιο της παραχώρησης ούτε στην
αρχική σύμβαση και οι οποίες, λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, κατέστησαν
αναγκαίες για την εκτέλεση του έργου, όπως περιγράφεται στην αρχική σύμβαση, το
οποίο η αναθέτουσα αρχή έχει αναθέσει στον ανάδοχο, υπό την προϋπόθεση ότι η
ανάθεση γίνεται στον οικονομικό φορέα που εκτελεί το έργο αυτό:
- όταν αυτές οι συμπληρωματικές εργασίες δεν μπορούν, από τεχνική ή οικονομική
άποψη, να διαχωρισθούν από την αρχική σύμβαση χωρίς να δημιουργηθούν μείζονα
προβλήματα για τις αναθέτουσες αρχές, ή
- όταν αυτές οι εργασίες, μολονότι μπορούν να διαχωρισθούν από την εκτέλεση της
αρχικής σύμβασης, είναι απόλυτα αναγκαίες για την ολοκλήρωση της.
198

Το συνολικό ποσό των συναπτόμενων συμβάσεων συμπληρωματικών εργασιών δεν
πρέπει να υπερβαίνει το 50% του ποσού του αρχικού έργου που αποτελεί το
αντικείμενο της παραχώρησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΥΝΑΠΤΟΥΝ
ΟΙ ΑΝΑΔΟΧΟΙ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ
ΑΝΑΘΕΤΟΥΣΕΣ ΑΡΧΕΣ
Αρθρο 73
Εφαρμοστέοι κανόνες (άρθρο 62 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Οταν ο ανάδοχος σύμβασης παραχώρησης είναι ο ίδιος αναθέτουσα αρχή κατά την
έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 9, υποχρεούται, για τα έργα τα οποία θα
εκτελεσθούν από τρίτους, να τηρεί τις διατάξεις που προβλέπει το παρόν διάταγμα,
όσον αφορά στη σύναψη των συμβάσεων δημοσίων έργων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΥΝΑΠΤΟΥΝ
ΟΙ ΑΝΑΔΟΧΟΙ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ
ΑΝΑΘΕΤΟΥΣΕΣ ΑΡΧΕΣ
Αρθρο 74
Κανόνες δημοσιότητας: κατώτατο όριο και εξαιρέσεις (άρθρο 63 οδηγίας 2004/18/ΕΚ,
άρθρο 2 παρ. 4 του Κανονισμού 2083/2005)
1. Οι ανάδοχοι σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων που δεν είναι αναθέτουσες
αρχές υποχρεούνται να εφαρμόζουν τους κανόνες δημοσιότητας που ορίζονται στο
επόμενο άρθρο, κατά τη σύναψη των συμβάσεων έργων με τρίτους, όταν η αξία
αυτών των συμβάσεων ανέρχεται σε ποσό ίσο με ή μεγαλύτερο των 5.278.000 ευρώ.
Εφόσον πάντως μια σύμβαση έργων πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής των
περιπτώσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 25, δεν απαιτείται δημοσιότητα.
Η αξία των συμβάσεων υπολογίζεται σύμφωνα με τους εφαρμοζόμενους για τις
δημόσιες συμβάσεις έργων κανόνες που καθορίζονται στο άρθρο 8.
2. Δεν θεωρούνται τρίτοι οι επιχειρήσεις οι οποίες συνιστούν κοινοπραξία για να
αναλάβουν τη σύμβαση παραχώρησης, ούτε οι επιχειρήσεις που συνδέονται με τις
επιχειρήσεις αυτές.

199

Ως "συνδεδεμένη επιχείρηση", νοείται κάθε επιχείρηση στην οποία ο ανάδοχος
σύμβασης παραχώρησης μπορεί να ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, κυρίαρχη επιρροή, ή
κάθε επιχείρηση η οποία μπορεί να ασκεί κυρίαρχη επιρροή στον ανάδοχο σύμβασης
παραχώρησης ή η οποία, όπως και ο ανάδοχος σύμβασης παραχώρησης, υπόκειται
στην κυρίαρχη επιρροή μιας άλλης επιχείρησης λόγω ιδιοκτησιακού καθεστώτος,
χρηματοδοτικής συμμετοχής ή των κανόνων που τη διέπουν. Η κυρίαρχη επιρροή
τεκμαίρεται όταν μια επιχείρηση έναντι μιας άλλης επιχείρησης, άμεσα ή έμμεσα:
α) κατέχει το μεγαλύτερο μέρος του καταβεβλημένου κεφαλαίου της επιχείρησης,
ή
β) διαθέτει την πλειονότητα των ψήφων οι οποίες αντιστοιχούν στους τίτλους που
έχει εκδώσει η επιχείρηση, ή
γ) μπορεί να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του οργάνου διοίκησης,
διεύθυνσης ή εποπτείας της επιχείρησης.
Ο εξαντλητικός κατάλογος των εν λόγω επιχειρήσεων επισυνάπτεται στην αίτηση
υποψηφιότητας για τη σύμβαση παραχώρησης. Ο κατάλογος αυτός ενημερώνεται σε
συνάρτηση με τις μεταγενέστερες μεταβολές που σημειώνονται στους δεσμούς που
υπάρχουν μεταξύ των επιχειρήσεων.
Αρθρο 75
Δημοσίευση της προκήρυξης (άρθρο 64 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
1. Οι ανάδοχοι σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων που δεν είναι αναθέτουσες
αρχές και οι οποίοι επιθυμούν να συνάψουν σύμβαση έργων με τρίτους,
γνωστοποιούν την πρόθεση τους μέσω προκήρυξης.
2. Οι προκηρύξεις περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα
VII Γ και, ενδεχομένως, κάθε άλλο πληροφοριακό στοιχείο που κρίνεται αναγκαίο
από τον ανάδοχο σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων, χρησιμοποιώντας τα
τυποποιημένα έντυπα που εγκρίνει η Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του
άρθρου 77 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
3. Η προκήρυξη δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 έως 8.
4. Το άρθρο 31 που αφορά την εκούσια δημοσίευση των προκηρύξεων εφαρμόζεται
επίσης.
Αρθρο 76
Προθεσμίες για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής και την παραλαβή των
προσφορών (άρθρο 65 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Στις συμβάσεις έργων που συνάπτονται από τους αναδόχους σύμβασης παραχώρησης
δημοσίων έργων, οι οποίοι δεν είναι αναθέτουσες αρχές, οι ανάδοχοι παραχώρησης
ορίζουν την προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής, η οποία δεν μπορεί να
200

είναι μικρότερη των 37 ημερών από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης
διαγωνισμού ή της πρόσκλησης για την υποβολή των προσφορών.
Εφαρμόζεται το άρθρο 32 παράγραφοι 5, 6 και 7.
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αρθρο 77
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος:
1. Διατηρείται σε ισχύ ο ν. 3316/2005 (Α' 42)153.
2. Καταργείται:
α) Το π.δ. 370/1995 (Α' 199).
β) Το π.δ. 346/1998 (Α' 230) εκτός από τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ.1 και του
άρθρου 36 που διατηρούνται σε ισχύ.
γ) Το π.δ. 18/2000 (Α' 15).
δ) Το π.δ. 105/2000 (Α' 100).
ε) Το π.δ. 334/2000 (Α' 279) εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2, κατά το
μέρος που αφορούν στην προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις
της οδηγίας 71/304 της 26ης Ιουλίου 1971, οι οποίες διατηρούνται σε ισχύ.
στ) Το π.δ. 336/2002 (Α' 281).
ζ) Το π.δ. 101/2003 (Α'95).
η) Το π.δ. 104/2004 (Α'71), καθώς και κάθε γενική ή ειδική διάταξη που είναι
αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος ή ρυθμίζει τα θέματα αυτά με άλλον τρόπο.
3. Με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ρυθμίζεται κάθε
θέμα που αναφέρεται σε διαδικαστικές λεπτομέρειες, αναγκαίες για την εφαρμογή
των διατάξεων του παρόντος.
Αρθρο 78
Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος τα Παραρτήματα Ι
έως Χ, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

153

ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘ. 3316 (ΦΕΚ Α΄ 42/22.2.2005), Με το νόμο αυτό ρυθμίζονται κατά
βάσιν τα σχετικά με την Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών
και παροχής συναφών υπηρεσιών.

201

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ
2 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΣΤΟΙΧΕΙΟ β) (1)
NACE (I)
Τίτλος ΣΤ
Τμήμα

Ομάδα

Κατασκευές
Τάξη

45

Περιγραφή
Κατασκευές

45.1

ΚΩΔΙΚΟΣ
CPV
Σημειώσεις

Το τμήμα αυτό περιλαμβάνει:
νέες κατασκευές, αποκατάσταση καν
συνήθεις
επισκευές

Προετοιμασία εργοταξίου

45000000

45100000

45.11

Κατεδάφιση κτιρίων
και εκτέλεση
χωματουργικών
εργασιών

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
— αποξήλωση ή κατεδάφιση κτιρίων
και
άλλων κατασκευών
— εκκαθάριση εργοταξίων
— χωματουργικά έργα: εκσκαφές,
επιχωματώσεις, επιπέδωση και ισοπέδωση
εργοταξίων,
εκσκαφή τάφρων, αφαίρεση βράχων,
ανατινάξεις
κλ..η.
— προπαρασκευή εργοταξίων ορυχείων:
— αφαίρεση υπερφορτίσεων και λοιπές
εργασίες διαμόρφωσης και προετοιμασίας
γηπέδων και χώρων εκμετάλλευσης
ορυχείων
Η τάξη αυτή περιλαμβάνει επίσης: —
αποστράγγιση εργοταξίων
— αποστράγγιση αγροτικών ή δασικών
εκτάσεων

45.12

Δοκιμαστικές γεωτρήσεις Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
— δοκιμαστικές διατρήσεις και
γεωτρήσεις
καθώς και πυρηνοληψία για κατασκευαστικούς, γεωφυσικούς, γεωλογικούς ή
συναφείς
σκοπούς
Η τάξη αυτή δεν περιλαμβάνει:
-- γεώτρηση φρεατίων άντλησης
πετρελαίου ή
φυσικού αερίου, βλέπε 11.20
— γεώτρηση φρεατίων ύδατος, βλέπε

45 Μ 0000

45120000

45.25 —
διάνοιξη φρεατίων, βλέπε 45.25
— αναζήτηση κοιτασμάτων πετρελαίου
και
φυσικού αερίου, γεωφυσική, γεωλογική
και
σεισμική έρευνα, βλέπε 74,20
45.2

(1)

Κατασκευή πλήρων κτιρίων και τεχνικών έργων
ή μερών τους- έργα
πολιτικού μηχανικού

45200000

Σε περίπτωση διιστάμενων ερμηνειών μεταξύ CPV και NACE, εφαρμόζεται η ονοματολογία NACE

202

NACE (I)
Τίτλος ΣΤ
Τμήμα

Ομάδα

Κατασκευές
Τάξη
45.21

Περιγραφή
Κατασκευή κτιρίων και
τεχνικών έργων
πολιτικού μηχανικού

ΚΩΔΙΚΟΣ CPV
Σημειώσεις

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:

45210000

κατασκευή κάθε τύπου κτιρίων
κατασκευή τεχνικών έργων πολιτικού
μηχανικού:
γεφυρών (περιλαμβανομένων και των γεφυρών
για υπερυψωμένους αυτοκινητόδρομους),
κοιλαδογεφυρών, σηράγγων και υπογείων
διαβάσεων
αγωγών και γραμμών επικοινωνιών και παροχής
ηλεκτρικού ρεύματος για αστικά κέντρα·
βοηθητικών αστικών έργων
συναρμολόγηση και ανέγερση
προκατασκευασμένων κατασκευών στο
εργοτάξιο
Η τάξη αυτή δεν περιλαμβάνει:
Υπηρεσίες συναφείς με την άντληση πετρελαίου
και φυσικού αερίου, βλέπε 11.20
ανέγερση πλήρων προκατασκευασμένων
κατασκευών από τμήματα ιδίας κατασκευής που
δεν είναι από σκυρόδεμα, βλέπε τμήματα 20, 26
και 28
κατασκευαστικά έργα (εκτός από κτίρια)
σταδίων, κολυμβητηρίων, γυμναστηρίων,
γηπέδων τένις, γηπέδων γκολφ και λοιπών
αθλητικών εγκαταστάσεων, βλέπε 45.23,
εγκαταστάσεις παροχών σε κτίρια, βλέπε 45.3
αποπεράτωση κτιρίων, βλέπε 45.4
δραστηριότητες αρχιτέκτονος και πολιτικού
μηχανικού, βλέπε 74.20
διαχείριση κατασκευαστικών έργων, βλέπε
74.20

45.22

Κατασκευή στεγών και
δομικών σκελετών
κτιρίων

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
κατασκευή στεγών τοποθέτηση επικαλύψεων
στεγών στεγάνωση

45220000

203

45.23

Κατασκευή
αυτοκινητοδρόμων,
οδών, αεροδρομίων και
αθλητικών
εγκαταστάσεων

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
45230000
κατασκευή αυτοκινητοδρόμων, οδών αστικού
και υπεραστικού δικτύου, άλλων αμαξιτών οδών
και πεζοδρόμων
κατασκευή σιδηροδρομικών έργων
κατασκευή διαδρόμων αεροδρομίων
κατασκευαστικά έργα (εκτός από κτίρια) σταδίων, κολυμβητηρίων, γυμναστηρίων, γηπέδων
τένις, γηπέδων γκολφ και λοιπών αθλητικών
εγκαταστάσεων
διαγράμμιση οδικών επιφανειών και χώρων
στάθμευσης αυτοκίνητων
Η τάξη αυτή δεν περιλαμβάνει:
προκαταρκτικά
45.11

NACE(l)
Κατασκευές

Τίτλος ΣΤ
Τμήμα

Ομάδα

45.3

χωματουργικά

έργα,

βλέπε

Κωδικός CPV

Τάξη

Περιγραφή

45.24

Κατασκευή
υδραυλικών και
λιμενικών έργων

45.25

Εκτέλεση λοιπών κατα- Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
45250000
σκευαστικών εργασιών
κατασκευαστικές δραστηριότητες που
ειδικής φύσης
εξειδικεύονται σε τομέα κοινό σε διάφορα
είδη κατασκευών και απαιτούν ειδικευμένο
προσωπικό ή εξοπλισμό:
κατασκευή θεμελιώσεων,
περιλαμβανομένης και της έμπηξης
πασσάλων
γεώτρηση και κατασκευή φρεατίων ύδατος,
εκσκαφή φρεάτων
ανέγερση μη ιδιοκατασκευασμένων
χαλύβδινων στοιχείων
κάμψη χάλυβα οπτοπλινθοδομή και
λιθοδομή
ανέγερση και αποξήλωση ικριωμάτων και
εξεδρών εργασίας, περιλαμβανομένης της
εκμίσθωσης ικριωμάτων και εξεδρών
εργασίας ανέγερση καπνοδόχων και
βιομηχανικών κλιβάνων
Η τάξη αυτή δεν περιλαμβάνει: εκμίσθωση
ικριωμάτων χωρίς την ανέγερση και την
αποξήλωσή τους, βλέπε 71.32

Εγκαταστάσεις
παροχών σε κτίρια

Σημειώσεις
Η τάξη αυτή περιλαμβάνει: κατασκευή;
45240000
υδάτινων οδών, λιμενικών και ποτάμιων
έργων, λιμένων σκαφών αναψυχής
(μαρίνες). κλεισιάδων κλ.η.
φραγμάτων και αναχωμάτων βυθοκορήαεις
υποβρύχια έργα

45300000

204

45.31

Καλωδιώσεις και ηλεκτρολογικές
εγκαταστάσεις

NACE(I)
Κατασκευές

Τίτλος ΣΤ
Τμήμα

Ομάδα

45310000
Η τάξη αυτή περιλαμβάνει: εγκατάσταση
σε κτίρια και άλλες κατασκευές:
ηλεκτρικών καλωδιώσεων και εξαρτημάτων
συστημάτων τηλεπικοινωνίας ηλεκτρικών
εγκαταστάσεων θέρμανσης οικιακών
κεραιών και σηματοληπτών συστημάτων
συναγερμού πυρκαγιάς συστημάτων
αντιδιαρρηκτικού συναγερμού
ανελκυστήρων και κυλιομένων κλιμάκων
αλεξικέραυνων κλ.η.

Τάξη
45.32

Περιγραφή
Μονώσεις

Κωδικός CPV

Σημειώσεις
Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
45320000
εργασίες θερμομόνωσης, ηχομόνωσης ή μόνωσης κατά των δονήσεων σε κτίρια ή άλλα
κατασκευαστικά έργα
Η τάξη αυτή δεν περιλαμβάνει:
στεγανοποίηση, βλέπε 45.22

45.33

Υδραυλικές
εγκαταστάσεις

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει: εγκατάσταση σε

45330000

Κτίρια και άλλες κατασκευές: υδραυλικού
εξοπλισμού και ειδών υγιεινής
εγκαταστάσεων φυσικού αερίου
εξοπλισμού και αγωγών θέρμανσης, εξαερισμού, ψύξης ή κλιματισμού και
συστημάτων καταιονισμού (σπρίνκλερ)
Η τάξη αυτή δεν περιλαμβάνει:
εγκατάσταση και επισκευή ηλεκτρικών
εγκαταστάσεων θέρμανσης, βλέπε 45.31

45.34

45.4

Λοιπές εγκαταστάσεις
παροχών σε κτίρια

Αποπεράτωση κτιρίων

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
εγκατάσταση συστημάτων φωτισμού και
σηματοδότησης οδών, σιδηροδρόμων,
αεροδρομίων και λιμένων
εγκατάσταση σε κτίρια ή άλλες
κατασκευές εξαρτημάτων και μονίμων
προσαρτημάτων που δεν κατατάσσονται
αλλού

45340000

45400000

205

45.41

Επιχρίσεις κονιαμάτων

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
επίχριση σε κτίρια ή άλλες κατασκευές
εσωτερικών και εξωτερικών
γυψοκονιαμάτων ή
γυψομαρμαροκονιαμάτων (στόκου),
περιλαμβανομένων και των λεπτών πήχεων
που χρησιμοποιούνται ως βάση για το
κονίαμα

45410000

45.42

Λεπτοξυλουργικές
Εργασίες

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
τοποθέτηση μη ιδιοκατασκευασμένων
θυρών, παραθύρων, πλαισίων για θύρες και
παράθυρα, εξοπλισμένων κουζινών,
κλιμακοστασίων, εξοπλισμού
καταστημάτων και συναφών ειδών, από
ξύλο ή άλλα υλικά
εσωτερικά τελειώματα όπως οροφές,
ξύλινες επενδύσεις τοίχων, κινητά
χωρίσματα κλ.η.
Η τάξη αυτή δεν περιλαμβάνει:
διάστρωση παρκέτων και άλλων
ξύλινων επενδύσεων δαπέδων, βλέπε 45.43

45420000

NACE(1)
Κατασκευές

Τίτλος ΣΤ
Τμήμα

Ομάδα

Τάξη

Περιγραφή

Κωδικός CΡV

Σημειώσεις

45.43

Επενδύσεις δαπέδων και
τοίχων

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
45430000
διάστρωση, πλακόστρωση, ανάρτηση ή
τοποθέτηση σε κτίρια και άλλες
κατασκευές:
επενδύσεις τοίχων ή τοποθέτηση
κεραμικών, τσιμεντένιων ή λιθολαξευτών
πλακιδίων τοίχου ή δαπέδου
παρκέτων και άλλων ξύλινων επενδύσεων
δαπέδων
ταπήτων και επενδύσεων δαπέδων από
λινοτάπητες, περιλαμβανομένων αυτών από
ελαστικό ή πλαστικές ύλες επενδύσεων
δαπέδων η τοίχων από μωσαϊκό, μάρμαρο,
γρανίτη ή σχιστόλιθο
χάρτινων ταπετσαριών τοίχου

45.44

Χρωματισμοί και
τοποθέτηση
υαλοπινάκων

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει:
Εσωτερικούς και εξωτερικούς
χρωματισμούς
κτιρίων
χρωματισμούς έργων πολιτικού μηχανικού

45440000

τοποθέτηση υαλοπινάκων, καθρεπτών κλ.η.
Η τάξη αυτή δεν περιλαμβάνει: τοποθέτηση
παραθύρων, βλέπε 45.42

206

45.45

Λοιπές εργασίες αποπεράτωοης κτιρίων

Η τάξη αυτή περιλαμβάνει: εγκατάσταση
45450000
ιδιωτικών κολυμβητηρίων
ατμοκαθαρισμό, καθαρισμό με αμμορριπή
και συναφείς δραστηριότητες για τις
εξωτερικές επιφάνειες κτιρίων
λοιπές εργασίες αποπεράτωσης κτιρίων και
τελειωμάτων π. δ. κ. α
Η τάξη αυτή δεν περιλαμβάνει:
εσωτερικό καθαρισμό κτιρίων και λοιπών
κατασκευών, βλέπε 74.70

Εκμίσθωση
εξοπλισμού κατασκευών
ή κατεδαφίσεων, μαζί με
τo χειριστή

45.5

45.50

Εκμίσθωση
εξοπλισμού κατασκευών
ή κατεδαφίσεων, μαζί με
το χειριστή

45500000

Η ταξί] αυτή δεν περιλαμβάνει:
εκμίσθωση μηχανημάτων και εξοπλισμού
κατασκευών και κατεδαφίσεων χωρίς
χειριστή, βλέπε 71.32

(1) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 303 7/90 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1990, για τη στατιστική
ονοματολογία των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΕ L, 293 της 24.10.199O)·
κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 761/93 της Επιτροπής της 24ης Μαρτίου
1993 (ΕΕ L 83 της 3.4.1993, σ. 1).

207

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 2 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2
ΣΤΟΙΧΕΙΟ δ)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 11 Α
Κατηγορίες

Ονομασία των υπηρεσιών

Αριθμοί αναφοράς
CPC (1)
6112,6122,633,
886

Αριθμοί αναφοράς CPV
Από 50100000 έως 50982000 (εκτός
50310000 έως 50324200 και 50116510-9,
50190000-3, 50229000-6, 50243000-0)

1

Υπηρεσίες συντήρησης και
επισκευών

2

Υπηρεσίες χερσαίων
μεταφορών (2),
συμπεριλαμβανομένων των
υπηρεσιών
θωρακισμένων οχημάτων και
των υπηρεσιών ταχείας
αποστολής εγγράφων ή
μικροδεμάτων, εξαιρούμενης
της μεταφοράς
ταχυδρομείου αλληλογραφίας

Από 60112000-6 έως 60129300-1 (εκτός
60121000 έως 60121600,60122200-1,
60122230-0), και από 64120000-3 έως
64121200-2

3

Υπηρεσίες εναέριων
μεταφορών: μεταφορά
επιβατών και εμπορευμάτων.
εξαιρούμενης της μεταφοράς
ταχυδρομείου

Από 62100000-3 έως 62300000-5 (εκτός
62121000-6,62221000-7)

4

Χερσαία (2) και αεροπορική
μεταφορά ταχυδρομείου

60122200-1,60122230-0
62121000-6, 62221000-7

5

Τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες

Από 64200000-8 έως 64228200-2,
723(8000-7, και από 7253Ο00Ο-9 έως
72532000-3

6

Χρηματοοικονομικές
ex 81, 812, 814
υπηρεσίες: α)
υπηρεσίες ασφαλίσεων
β) τραπεζικές και επενδυτικές
υπηρεσίες (3)

Από 66100000-1 έως 66430000-3 και από
67110000-1 έως 67262000-1 (3)

7

Υπηρεσίες πληροφορικής
και συναφείς υπηρεσίες

84

Από 50300000-8 έως 50324200-4, από
72100000-6 έως 72591000-4 (εκτός
72318000-7 και από 72530000-9 έως
72532000-3)

8

Υπηρεσίες έρευνας και
ανάπτυξης(4)

85

Από 73000000-2 έως 73300000-5 (εκτός
73200000-4, 73210000-7, 7322000-0)

9

Υπηρεσίες λογιστικής
λογιστικού ελέγχου και
τήρησης λογιστικών βιβλίων

862

Από 74121000-3 έως 74121250-0

10

Υπηρεσίες έρευνας αγοράς
και

864

Από 74130000-9 έως 74133000-0, και
74423100-1, 744231(0-4

11

Υπηρεσίες παροχής
συμβουλών σε θέματα
διαχείρισης (5) και συναφείς
υπηρεσίες

865, 866

Από 73200000-4 έως 73220000-0, Από
74140000-2 έως 74150000-5 (εκτός
74142200-8), και 74420000-9, 74421000-6,
74423000-0, 74423200-2, 74423210-5,
74871000-5,93620000-0

(1) Σε περίπτωση διιστάμενων ερμηνειών μεταξύ CPV και CPC, εφαρμόζεται η ονοματολογία CPC

Κατηγορίες

Ονομασία των υπηρεσιών

Αριθμοί αναφοράς
CPC (1)

Αριθμοί αναφοράς CPV

208

(1)
(2)
(3)

(4)
(5)

12

Υπηρεσίες αρχιτέκτονα,
υπηρεσίες μηχανικού και
ολοκληρωμένες υπηρεσίες
μηχανικού· υπηρεσίες
πολεοδομικού σχεδιασμού
και αρχιτεκτονικής τοπίου·
συναφείς υπηρεσίες
παροχής επιστημονικών και
τεχνικών συμβουλών·
υπηρεσίες τεχνικών δοκιμών
και αναλύσεων

867

Από 74200000-1 έως 74276400-8, και
από74310000-5 έως 74323100-0, και
74874000-6

13

Διαφημιστικές υπηρεσίες

871

Από 74400000-3 έως 74422000-3 (εκτός
74420000-9 και 74421000-6)

14

Υπηρεσίες καθαρισμού κτιρίων 874, 82201 έως
82206
και υπηρεσίες διαχείρισης
ακινήτων

Από 70300000-4 έως 70340000-6, και από
74710000-9 έως 74760000-4

15

Υπηρεσίες εκδόσεων και
εκτυπώσεων έναντι αμοιβής ή
βάσει σύμβασης

88442

Από 78000000-7 έως 78400000-1

16

Υπηρεσίες αποκομιδής
απορριμμάτων: υπηρεσία
αποχέτευσης και συναφείς
υπηρεσίες

94

Από 90100000-8 έως 90320000-6, και
50190000-3, 50229000-6, 50243000-0

Ονοματολογία CPC (προσωρινή μορφή), που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας
92/50/ΕΟΚ
Με εξαίρεση τις υπηρεσίες σιδηροδρομικών μεταφορών που καλύπτονται από την κατηγορία 18.
Με εξαίρεση τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που αφορούν την έκδοση, την αγορά, την πώληση και τη μεταβίβαση
τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων καθώς και τις υπηρεσίες που παρέχουν οι κεντρικές τράπεζες.
Εξαιρούνται επίσης οι υπηρεσίες που συνίστανται στην απόκτηση ή τη μίσθωση, με οποιουσδήποτε χρηματοδοτικούς
όρους, οικοπέδων, υφισταμένων κτισμάτων ή άλλων ακινήτων ή που αφορούν σύσταση δικαιωμάτων επ’ αυτών· ωστόσο,
οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που παρέχονται παράλληλα, προηγουμένως ή κατόπιν της σύμβασης αγοράς ή
μίσθωσης, υπό οιαδήποτε μορφή, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.
Με εξαίρεση τις συμβάσεις υπηρεσιών έρευνας και ανάπτυξης, εκτός εκείνων τα αποτελέσματα των οποίων ανήκουν
αποκλειστικά στην αναθέτουσα αρχή για ιδία χρήση κατά την άσκηση της δραστηριότητάς της, εφόσον η παροχή της
υπηρεσίας αμείβεται εξ ολοκλήρου από την αναθέτουσα αρχή.
Με εξαίρεση τις υπηρεσίες διαιτησίας και συμβιβασμό.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ Β
Κατηγορίες

Ονομασία υπηρεσιών

Αριθμοί αναφοράς CPC

Αριθμοί αναφοράς CPV

17

Υπηρεσίες ξενοδοχείων
και εστιατορίων

64

Από 55000000-0 έως 55524000-9, και από
93400000-2 έως 93411000-2

18

Υπηρεσίες σιδηροδρομικών
μεταφορών

711

60111000-9, και από 60121000-2 έως
60121600-8

19

Υπηρεσίες υδάτινων μεταφορών 72

Από 61000000-5 έως 61530000-9, και από
63370000-3 έως 63372000-7

20

Βοηθητικές και
επικουρικές υπηρεσίες
μεταφορών

62400000-6, 62440000-8, 62441000-5,
62450000-1, από 63000000-9 έως
63600000-5 (εκτός 63370000-3, 633710000, 63372000-7), και 74322000-2,936100007

74

209

21

Νομικές Υπηρεσίες

861

Από 74110000-3 έως 74114000-1

22

Υπηρεσίες τοποθέτησης
και προμήθειας προσωπικού
(1)

872

Από 74500000-4 έως 74540000-6 (εκτός
74511000-4), και από 95000000-2 έως
95140000-5

23

Υπηρεσίες ερευνών και
873 (εκτός 87304}
ασφαλείας, εξαιρουμένων των
υπηρεσιών θωρακισμένων
οχημάτων

Από 74600000-5 έως 74620000-1

24

Υπηρεσίες εκπαίδευσης
και επαγγελματικής
κατάρτισης

92

Από 80100000-5 έως 80430000-7

25

Κοινωνικές και
υγειονομικές υπηρεσίες

93

74511000-4, και Από 85000000-9 έως
85323000-9 (εκτός 85321000-5 και
85322000-2)

26

ψυχαγωγικές, πολιτιστικές
και αθλητικές υπηρεσίες (1)

96

Από 74875000-3 έως 74875200-5, και από
92000000-1 έως 92622000-7 (εκτός
92230000-2)

27

Λοιπές υπηρεσίες (1) (2)

(1) Με εξαίρεση τις συμβάσεις εργασίας,
(2) Με εξαίρεση τις συμβάσεις αγοράς, ανάπτυξης, παραγωγής ή συμπαραγωγής υλικού προγραμμάτων από
ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς και τις συμβάσεις χρόνου μετάδοσης.

210

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ
ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 2 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 9
ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΔΑΦΙΟ
Ι. ΣΤΟ ΒΕΛΓΙΟ
Οργανισμοί
Α
- Agence federate pour I'Accueil des demandeurs d'Asile-Federaal Agentschap voor
Opvang van Asielzoekers
- Agence federate pour la Securite de la Chaine alimentaire – Federaal Agentschap
voor de Veiligheid van de Voedselketen
- Agence federate de Controle nucleaire - Federaal Agentschap voor nucleaire
Controle
- Agence wallonne a I'Exportation
- Agence wallonne des Telecommunications
- Agence wallonne pour Integration des Personnes handicapees
- Aquafin
- Arbeitsambt der Deutschsprachigen Gemeinschaft
- Archives generates du Royaume et Archives de I'Etat dans les Provinces - Algemeen
Rijksarchief en Rijksarchief in de Provincien Astrid
- Banque nationale de Belgique - Nationale Bank van Belgie
- Belgisches Rundfunk- und Fernsehzentrum der Deutschsprachigen Gemeinschaft
- Berlaymont 2000
- Bibliotheque royale Albert ler - Koninklijke Bilbliotheek
Albert I
- Bruxelles-Proprete - Agence regionale pour la Proprete
- Net-Brussel - Gewestelijke Agentschap voor Netheid

211

- Bureau d'lntervention et de Restitution beige - Belgisch Interventie – en
Restitutiebureau
- Bureau federal du Plan - Federaal Planbureau
- Caisse auxiliaire de Paiement des Allocations de Chomage - Hulpkas voor
Werkloosheidsuitkeringen
- Caisse auxiliaire d'Assurance Maladie-lnvalidite - Hulpkas voor Ziekte - en
Invaliditeitsverzekeringen
- Caisse de Secours et de Prevoyance en Faveur des Marins - Hulp – en Voorzorgskas
voor Zeevarenden
- Caisse de Soins de Sante de la Societe Nationale des Chemins de Fer Beiges
- Kas der geneeskundige Verzorging van de Nationale Maatschappij der Belgische
Spoorwegen
- Caisse nationale des Calamites - Nationale Kas voor Rampenschade
- Caisse speciale de Compensation pour Allocations familiales en Faveur des
Travailleurs occupes dans les Entreprises de Batellerie – Bijzondere Verrekenkas voor
Gezinsvergoedingen ten Bate van de Arbeiders der Ondernemingen voor
Binnenscheepvaart.
- Caisse speciale de Compensation pour Allocations familiales en Faveur des
Travailleurs occupes dans les Entreprises de Chargement, Dechargement et
Manutention de Marchandises dans les Ports, Debarcaderes, Entrepots et Stations
(συνήθως αναφερόμενη ως "Caisse speciale de Compensation pour Allocations
familiales des Regions maritimes")
- Bijzondere Verrekenkas voor Gezinsvergoedingen ten Bate van de Arbeiders
gebezigd door Ladings - en Lossing - sondernemingen en door de Stuwadoors in de
Havens, Losplaatsen,
Stapelplaatsen en Stations (συνήθως αναφερόμενη ως
"Bijzondere Compensatiekas voor Kindertoeslagen van de Zeevaartgewesten")
- Centre d'Etude de I'Energie nucleaire - Studiecentrum voor Kernenergie
- Centre de recherches agronomiques de Gembloux
- Centre hospitalier de Mons
- Centre hospitalier de Tournai
- Centre hospitalier universitaire de Liege
- Centre informatique pour la Region de Bruxelles-Capitale - Centrum voor
Informatica voor het Brusselse Gewest
- Centre pour I'Egalite des Chances et la Lutte contre le Racisme - Centrum
212

voor Gelijkheid van Kansen en voor Racismebestrij ding
- Centre regional d'Aide aux Communes
- Centrum voor Bevolkings- en Gezinsstudien
- Centrum voor landbouwkundig Onderzoek te Gent
- Comite de Controle de I'Electricite et du Gaz -Controlecomite voor Elekticiteit en
Gas
- Comite national de I'Energie - Nationaal Comite voor de Energie
- Commissariat general aux Relations Internationales
- Commissariaat-Generaal voor de Bevordering van de lichamelijke Ontwikkeling, de
Sport en de Openluchtrecreatie
- Commissariat general pour les Relations Internationales de la Communaute
frangaise de Belgique
- Conseil central de I'Economie - Centrale Raad voor het Bedrijfsleven
- Conseil economique et social de la Region wallonne
- Conseil national du Travail - Nationale Arbeidsraad
- Conseil superieur de la Justice - Hoge Raad voor de Justitie
- Conseil superieur des Independents et des petites et moyennes Entreprises
- Hoge Raad voor Zelfstandigen en de kleine en middelgrote Ondernemingen
- Conseil superieur des Classes moyennes
- Cooperation technique beige - Belgische technische Cooperatie
D
- Dienstelle der Deutschprachigen Gemeinschaft fur Personen mit einer Behinderung
- Dienst voor de Scheepvaart
- Dienst voor Infrastructuurwerken van het gesubsidieerd Onderwijs
- Domus Flandria Ε
- Entreprise publique des Technologies nouvelles de I'lnformation et de la
Communication de la Communaute

213

-Export Vlaanderen
F
- Financieringsfonds voor Schuldafbouw en Eenmalige Investeringsuitgaven
- Financieringsinstrument voor de Vlaamse Visserij- en Aquicultuursector
- Fonds bijzondere Jeugdbijstand
- Fonds communautaire de Garantie des Batiments scolaires
- Fonds culurele Infrastructuur
- Fonds de Participation
- Fonds de Vieillissement - Zilverfonds
- Fonds d'Aide medicale urgente - Fonds voor dringende geneeskundige Hulp
- Fonds de Construction d'lnstitutions hospitalieres et medico-sociales de la
Communautefrangaise
- Fonds de Pension pour les Pensions de Retraite du Personnel statutaire de Belgacom
- Pensioenfonds voor de Rustpensioenen van het statutair Personeel van Belgacom
- Fonds des Accidents du Travail - Fonds voor Arbeidsongevallen
- Fonds des Maladies professionnelles - Fonds voor Beroepsziekten
- Fonds d'lndemnisation des Travailleurs licencies en Cas de Fermeture d'Entreprises Fonds tot Vergoeding van de in geval van Sluiting van Ondernemingen ontslagen
Werknemers
- Fonds du Logement des Families nombreuses de la Region de Bruxelles- Capitale Woningfonds van de grote Gezinnen van het Brusselse hoofdstedelijk Gewest
- Fonds du Logement des Families nombreuses de Wallonie
- Fonds Film in Vlaanderen
- Fonds national de Garantie des Batiments scolaires -Nationaal Warborgfonds voor
Schoolgebouwen
- Fonds national de Garantie pour la Reparation des Degats houillers - Nationaal
Waarborgfonds inzake Kolenmij-nenschade
- Fonds piscicole de Wallonie

214

- Fonds pour le Financement des Prets a des Etats etrangers - Fonds voor Financiering
van de Leningen aan Vreemde Staten
- Fonds pour la Remuneration des Mousses - Fonds voor Scheepsjongens
- Fonds regional bruxellois de Refinancementdes Tresoreries communales - Brussels
gewestelijk Herfinancierings-fonds van de gemeentelijke Thesaurieen
- Fonds voor flankerend economisch Beleid
- Fonds wallon d'Avances pour la Reparation des Dommages provoques par des
Pompages et des Prises d'Eau souterraine
G
- Garantiefonds der Deutschsprachigen Gemeinschaft fur Schulbauten
- Grindfonds
Η
- Herplaatsingfonds
- Het Gemeenschapsonderwijs
- Hulpfonds tot financieel Herstel van de Gemeenten
I
- Institut beige de Normalisation - Belgisch Instituut voor Normalisatie
- Institut beige des Services postaux et des Telecommunications –Belgisch Instituut
voor Postdiensten en Telecom-municatie
- Institut bruxellois francophone pour la Formation professionnelle
- Institut bruxellois pour la Gestion de I'Environnement
- Brussels Instituut voor Milieubeheer
- Institut d'Aeronomie spatiale - Instituut voor Ruimte -aeronomie
- Institut de Formation permanente pour les Classes moyennes et les petites et
moyennes Entreprises
- Institut des Comptes nationaux - Instituut voor de nationale Rekeningen
- Institut d'Expertise veterinaire - Instituut voor veterinaire Keuring
- Institut du Patrimoine wallon
215

- Institut fur Aus-und Weiterbildung im Mittelstand und in kleinen und mittleren
Unternehmen
- Institut geographique nationale - Nationaal geografisch Instituut
- Institution pour le Developpement de la Gazeification souterraine - Instelling voor
de Ontwikkeling van -ondergrondse Vergassing- Institution royale de Messine - Koninklijke Gesticht van Mesen
- Institutions universitaires de droit public relevant de la Communaute flamande
- Universitaire instellingen van publiek recht afangende van de Vlaamse
Gemeenschap (Πανεπιστημιακά ιδρύματα
δημοσίου δικαίου υπαγόμενα στη
Φλαμανδική Κοινότητα)
- Institutions universitaires de droit public relevant de la Communaute frangaise Universitaire instellingen van publiek recht afhangende van de Franse Gemeenschap
(Πανεπιστημιακά ιδρύματα δημόσιου δικαίου υπαγόμενα στη
Γαλλόφωνη Κοινότητα)
- Institut national d'Assurance Maladie-lnvalidite -Rijksinstituut voor Ziekte - en
Invaliditeitsverzekering
- Institut national d'Assurances sociales pour Travailleurs independents Rijksinstituut voor de sociale Verzekeringen der Zelfstandigen
- Institut national des Industries extractives - Nationaal Instituut voor de
Extractiebedrijven
- Institut national de Recherche sur les Conditions de Travail Onderzoeksinstituut voor Arbeidsomstandigheden

Nationaal

- Institut national des Invalides de Guerre, anciens Combattants et Victimes de Guerre
- Nationaal Instituut voor Oorlogsinvaliden, Oudstrijders en Oorlogsslachtoffers
- Institut national des Radioelements - Nationaal Instituut voor Radio- Elementen
- Institut national pour la Criminalistique et la Criminologie – Nationaal Instituut voor
Criminalistiek en Criminologie
- Institut pour I'Amelioration des Conditions de Travail -Instituut voor Verbetering
van de Arbeidsvoorwaarden
- Institut royal beige des Sciences naturelles - Koninklijk Belgisch Instituut voor
Natuurwetenschappen
- Institut royal du Patrimoine culturel Kunstpatrimonium

Koninklijk Instituut

voor het

216

- Institut royal meteorologique de Belgique - Koninklijk meteorologisch Instituut van
Belgie
- Institut scientifique de Service public en Region wallonne
- Institut scientifique de la Sante publique - Louis Paste-Wetenschappelijk Instituut
Volksgezondheid - Louis Pasteur
- Instituut voor de Aanmoediging van Innovatie door Wetenschap en Technologie in
Vlaanderen
- Instituut voor Bosbouw en Wildbeheer
- Instituut voor het archeologisch Patrimonium
- Investeringsdienst voor de Vlaamse autonome Hogescholen
- Investeringsfonds voor Grond- en Woonbeleid voor Vlaams-Brabant
J
- Jardin botanique national de Belgique - Nationale Plantentuin van Belgie
k
- Kind en Gezin
- Koninklijk Museum voor schone Kunsten te Antwerpen
L
- Loterie nationale - Nationale Loterij
Μ
- Memorial national du Fort de Breendonk - Nationaal Gedenkteken van het Fort van
Breendonk
- Musee royal de I'Afrique centrale - Koninklijk Museum voor Midden-Afrika
- Musees royaux d'Art et d'Histoire - Koninklijke Musea voor Kunst en Geschiedenis
- Musees royaux des Beaux-Arts de Belgique - Koninklijke Musea voor schone
Kunsten van Belgie
Ο
- Observatoire royal de Belgique - Koninklijke Sterrenwacht van Belgie

217

- Office central d'Action sociale et culturelle du Ministere de la Defense - Centrale
Dienst voor sociale en culturele Actie van het Ministerie van Defensie
- Office communautaire et regional de la Formation professionnelle et de I'Emploi
- Office de Controle des Assurances - Controledienst voor de Verzekeringen
- Office de Controle des Mutualites et des Unions nationales de Mutualites Controledienst voor de Ziekenfondsen en de Landsbonden van Ziekenfondsen
- Office de la Naissance et de I'Enfance
- Office de Promotion du Tourisme
- Office de Securite sociale d'Outre-Mer - Dienst voor de overzeese sociale Zekerheid
- Office for foreign Investors in Wallonie
- Office national d'Allocations familiales pour Travailleurs salaries - Rijksdienst voor
Kinderbijslag voor Werknemers
- Office national de I'Emploi - Rijksdienst voor Arbeidsvoorziening
- Office national de Securite sociale - Rijksdienst voor sociale Zekerheid
- Office national de Securite sociale des Administrations provinciales et locales Rijksdienst voor sociale Zekerheid van de provinciale en plaatselijke
Overheidsdiensten
- Office national des Pensions - Rijksdienst voor Pensioenen
- Office national des Vacances annuelles - Rijksdienst voor jaarlijkse Vakantie
- Office national du Ducroire - Nationale Delcrederedienst
- Office regional bruxellois de I'Emploi - Brusselse gewestelijke Dienst voor
Arbeidsbemiddeling
- Office regional de Promotion de I'Agriculture et de I'Horticulture
- Office regional pour le Financement des Investissements communaux
- Office wallon de la Formation professionnelle et de I'Emploi
- Openbaar psychiatrisch Ziekenhuis-Geel
- Openbaar psychiatrisch Ziekenhuis-Rekem
- Openbare Afvalstoffenmaatschappij voor het Vlaams Gewest

218

- Orchestre national de Belgique - Nationaal Orkest van Belgie
- Organisme national des Dechets radioactifs et des Matieres fissiles - Nationale
Instelling voor radioactief Afval en Splijtstoffen
Ρ
- Palais des Beaux-Arts - Paleis voor schone Kunsten
- Participatiemaatschappij Vlaanderen
- Pool des Marins de la Marine marchande - Pool van de Zeelieden der Koopvaardij
R
- Radio et Television beige de la Communautefrangaise
- Regie des Batiments - Regie der Gebouwen
- Reproductiefonds voor de Vlaamse Musea
S
- Service d'lncendie et d'Aide medicale urgente de la Region de Bruxelles- Capitale Brusselse hoofdstedelijk Dienst voor Brandweer en dringende medische Hulp
- Societe beige d'lnvestissement pour les pays en developpement – Belgische
Investeringsmaatschappij voor Ontwink-kelingslanden
- Societe d'Assainissement et de Renovation des Sites industriels dans I'Ouest du
Brabant wallon
- Societe de Garantie regionale
- Sociaal economische Raad voor Vlaanderen
- Societe du Logement de la Region bruxelloise et societes agreees - Brusselse
Gewestelijke Huisvestingsmaatschappij en erkende maatschappijen
- Societe publique d'Aide a la Qualite de I'Environnement
- Societe publique d'Administration des Batiments scolaires bruxellois
- Societe publique d'Administration des Batiments scolaires du Brabant
wallon
- Societe publique d'Administration des Batiments scolaires du Hainaut
- Societe publique d'Administration des Batiments scolaires de Namur

219

- Societe publique d'Administration des Batiments scolaires de Liege
- Societe publique d'Administration des Batiments scolaires du Luxembourg
- Societe publique de Gestion de I'Eau
- Societe wallonne du Logement et societes agreees
- Sofibail
- Sofibru
- Sofico
Τ
- Theatre national
- Theatre royal de la Monnaie - De Koninklijke Muntschouwburg
- Toerisme Vlaanderen
- Tunnel Liefkenshoek
U
- Universitair Ziekenhuis Gent
V
- Vlaams Commissariaat voor de Media
- Vlaamse Dienst voor Arbeidsbemiddeling en Beroepsopleiding
- Vlaams Egalisatie Rente Fonds
- Vlaamse Hogescholenraad
- Vlaamse Huisvestingsmaatschappij en erkende maatschappijen
- Vlaamse Instelling voor technologisch Onderzoek
- Vlaamse interuniversitaire Raad
- Vlaamse Landmaatschappij
- Vlaamse Milieuholding
- Vlaamse Milieumaatschappij

220

- Vlaamse Onderwijsraad
- Vlaamse Opera
- Vlaamse Radio - en Televisieomroep
- Vlaamse Reguleringsinstantie voor de Elektriciteit - en Gasmarkt
- Vlaamse Stichting voor Verkeerskunde
- Vlaams Fonds voor de Lastendelging
- Vlaams Fonds voor de Letteren
- Vlaams Fonds voor de sociale Integratie van Personen met een Handicap
- Vlaams Informatiecentrum over Land - en Tuinbouw
- Vlaams Infrastructuurfonds voor Persoonsgebonden Aangelegenheden
- Vlaams Instituut voor de Bevordering van het wetenschappelijk- en
technologisch Onderzoek in de Industrie
- Vlaams Instituut voor Gezondheidspromotie
- Vlaams Instituut voor het Zelfstandig ondernemen
- Vlaams Landbouwinvesteringsfonds
- Vlaams Promotiecentrum voor Agro - en Visserijmarketing
- Vlaams Zorgfonds
- Vlaams Woningsfonds voor de grote Gezinnen
II - ΣΤΗ ΔΑΝΙΑ
Οργανισμοί
Danmarks Radio
Det landsdaskkende TV2
Danmarks Nationalbank
Sund og Baelt Holding A/S
Α/S Storebaslt
Α/S (c)resund
221

(c)resundskonsortiet
(c)restadsselskabet l/S
Byfornyelsesselskabet Kobenhavn
Hovedstadsomradets Sygehusfasllesskab
Statens og Kommunernes Indkobsservice
Post Danmark
Arbejdsmarkedets Tillasgspension
Arbejdsmarkedets Feriefond
Lonmodtagernes Dyrtidsfond
Naviair
Κατηγορίες
- De Almene Boligorganisationer (οργανισμοί εργατικής κατοικίας),
- Lokale kirkelige myndigheder (τοπικές εκκλησιαστικές διοικήσεις),
- Andre forvaltningssubjekter (άλλες διοικητικές οντότητες).
III

- ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

1. Κατηγορίες
Οι φορείς, ιδρύματα και οργανισμοί δημοσίου δικαίου που έχουν συσταθεί από το
κράτος ή τα ομόσπονδα κρατίδια (Lander) ή τις τοπικές αρχές, ιδίως στους
ακόλουθους τομείς:
1.1. Φορείς
- Wissenschaftliche Hochschulen und verfasste Studentenschaften (επιστημονικές
ανώτατες σχολές και αναγνωρισμένες φοιτητικές οργανώσεις),
berufsstandige
Vereinigungen
(Rechtsanwalts-,
Notar-,Steuerberater-,
Wirtschaftspriifer-, Architekten-, Arzte- und Apothekerkamnnern) [επαγγελματικές
ενώσεις (σύλλογοι δικηγόρων, συμβολαιογράφων, φοροτεχνικών, ελεγκτών,
αρχιτεκτόνων, ιατρών και φαρμακοποιών)],
- Wirtschaftsvereinigungen (Landwirtschafts-, Handwerks-, Industrie- und
Handelskammern, Handwerksinnungen, Handwerkerschaften) [ενώσεις οικονομικού

222

χαρακτήρα (γεωργικά επιμελητήρια, επαγγελματικά επιμελητήρια, εμπορικά και
βιομηχανικά επιμελητήρια, βιοτεχνικές επαγγελματικές ενώσεις, βιοτεχνικοί
συνεταιρισμοί)],
- Sozialversicherungen (Krankenkassen, Unfall- und R entenversicherungstrager)
[κοινωνικές ασφαλίσεις (ταμεία υγείας, ασφαλιστικοί φορείς ατυχημάτων, ταμεία
συντάξεων)],
- kassenarztliche Vereinigungen (ενώσεις ιατρών ασφαλιστικών ταμείων),
- Genossenschaften und Verbande (συνεταιρισμοί και σύνδεσμοι).
1.2. Ιδρύματα και οργανισμοί
Τα νομικά πρόσωπα με μη βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα, που υπόκεινται σε
κρατικό έλεγχο και ασκούν δραστηριότητες, προς το γενικό συμφέρον, ιδίως στους
ακόλουθους τομείς:
- Rechtsfahige Bundesanstalten (ομοσπονδιακά ιδρύματα με νομική προσωπικότητα),
- Versorgungsanstalten und Studentenwerke (ταμεία προνοίας, κέντρα φοιτητικής και
σχολικής μέριμνας),
- Kultur-, Wohlfahrts- und Hilfsstiftungen (ιδρύματα πολιτιστικά, αρωγής και
αλληλεγγύης).
2. Νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου
Οι οντότητες με μη βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα, που υπόκεινται σε κρατικό
έλεγχο και ασκούν δραστηριότητες προς το γενικό συμφέρον, συμπεριλαμβανομένων
των Kommunale Versorgungsunternehmen (δημοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων),
ιδίως στους ακόλουθους τομείς:
Gesundheitswesen
(Krankenhauser,
Kurmittelbetriebe,medizinische
Forschungseinrichtungen,
Untersuchungs-und
Tierkorperbeseitigungsanstalten)
[υγειονομικοί φορείς (νοσοκομεία, θεραπευτικά κέντρα, κέντρα ιατρικής έρευνας,
κέντρα κτηνιατρικού ελέγχου)],
- Kultur (offentliche Buhnen, Orchester, Museen, Bibliotheken, Archive, zoologische
und botanische Garten) [πολιτιστικό τομέα (κρατικές σκηνές, ορχήστρες, μουσεία,
βιβλιοθήκες, αρχεία, ζωολογικοί και βοτανικοί κήποι)],
- Soziales (Kindergarten, Kindertagesheime, Erholungseinrichtungen, Kinder- und
Jugendheime,
Freizeiteinrichtungen,
Gemeinschaftsund
Biirgerhauser,
Frauenhaeuser,
Altersheime,
Obdachlosenunterkunfte)
[κοινωνικό
τομέα
(νηπιαγωγεία, παιδικοί σταθμοί, αναρρωτήρια, άσυλα παιδιών και νεολαίας, κέντρα
αναψυχής, δημοτικές και κοινοτικές κατοικίες, οίκοι γυναικών,
γηροκομεία, καταλύματα αστέγων)],

223

- Sport (Schwimmbader, Sportanlagen und -einrichtungen) [αθλητικό τομέα
(κολυμβητήρια, αθλητικές εγκαταστάσεις)],
- Sicherheit (Feuerwehren, Rettungsdienste) [ασφάλεια (πυροσβεστική υπηρεσία,
πρώτες βοήθειες)],
- Bildung (Umschulungs-, Aus-, Fort- und Weiterbildung seinrichtungen,
Volkshochschulen) [εκπαίδευση (κέντρα μετεκπαίδευσης, κατάρτισης, επιμόρφωσης,
εξειδίκευσης, λαϊκά πανεπιστήμια)],
- Wissenschaft, Forschung und Entwicklung (GroBforsch ungseinrichtungen,
wissenschaftliche Gesellschaften und Vereine, Wissenschaftsforderung) [επιστήμη,
έρευνα και ανάπτυξη (ερευνητικά κέντρα, επιστημονικές εταιρείες και ενώσεις,
κέντρα προαγωγής της επιστήμης)],
- Entsorgung (StraBenreinigung, Abfall - und Abwasserbeseitigung) [καθαριότητα
(υπηρεσίες οδοκαθαριστών, απορριμμάτων και αποχετεύσεων),
- Bauwesen und Wohnungswirtschaft (Stadtplanung, Stadtentwicklung,
Wohnungsunternehmen soweit im Allgemeininteresse tatig, Wohnraumvermittlung)
[οικοδομή και κατοικία (σχέδιο πόλεων, πολεοδομία, στεγαστικές επιχειρήσεις
εφόσον ενεργούν προς το κοινό συμφέρον, γραφεία εξεύρεσης κατοικίας)],
- Wirtschaft (Wirtschaftsforderungsgesellschaften) [οικονομία (εταιρίες προώθησης
της οικονομίας)],
- Friedhofs- und Bestattungswesen (υπηρεσίες νεκροταφείων και ταφής),
- Zusammenarbeit mit den Entwicklungslandern (Finanzierung, technische
Zusammenarbeit,Entwicklungshilfe, Ausbildung) [συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες
χώρες (χρηματοδότηση, τεχνική συνεργασία, αναπτυξιακή βοήθεια, κατάρτιση)].
IV. - ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Κατηγορίες
α) Οι δημόσιες επιχειρήσεις και δημόσιοι φορείς
β) Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται
τακτικά, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά το 50 %
τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού των ή των οποίων το εταιρικό κεφάλαιο
ανήκει κατά 51 % τουλάχιστον στο κράτος
γ) Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν σε νομικά πρόσωπα δημόσιου
δικαίου,
σε
φορείς
τοπικής
αυτοδιοίκησης
οποιασδήποτε
βαθμίδας,
συμπεριλαμβανομένης της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος
(ΚΕΔΚΕ), σε τοπικές ενώσεις δήμων και κοινοτήτων, καθώς και σε δημόσιες
επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς, και σε υπό το στοιχείο β) νομικά πρόσωπα, ή
επιχορηγούνται τακτικά από αυτά, κατά το 50 % τουλάχιστον του
ετήσιουπροϋπολογισμού των, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις ή με το καταστατικό
224

τους, ή τα προαναφερόμενα νομικά πρόσωπα που κατέχουν τουλάχιστον το 51 % του
εταιρικού κεφαλαίου αυτών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
V. - ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ
Κατηγορίες
- Οργανισμοί και φορείς δημοσίου δικαίου που διέπονται από το νόμο - "Ley de
Contratos de las Administraciones Publicas", - πλην εκείνων που αποτελούν μέρος
της - Administracion General del Estado (γενικής διοίκησης του κράτους).
- Οργανισμοί και φορείς δημοσίου δικαίου που διέπονται από το νόμο - "Ley de
Contratos de las Administraciones Publicas", - πλην εκείνων που αποτελούν μέρος
της - Administracion de las Comunidades Autonomas (διοίκησης των "αυτόνομων
κοινοτήτων").
- Οργανισμοί και φορείς δημοσίου δικαίου που διέπονται από το νόμο - "Ley de
Contratos de las Administraciones Publicas", - πλην εκείνων που αποτελούν μέρος
των - Corporaciones Locales (φορέων τοπικής αυτοδιοίκησης).
- Entidades Gestoras y los Servicios Comunes de la Seguridad Social (διαχειριστικοί
φορείς και κοινές υπηρεσίες των Κοινωνικών Ασφαλίσεων).
VI.

ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

Οργανισμοί
- College de France
- Conservatoire national des arts et metiers
- Observatoire de Paris
- Institut national d'histoire de I'art (INHA)
- Centre national de la recherche scientifique (CNRS)
- Institut national de la recherche agronomique (INRA)
- Institut national de la sante et de la recherche medicale (INSERM)
- Institut de recherche pour le developpement (IRD)
- Agence nationale pour I'emploi (ANPE)
- Caisse nationale des allocations familiales (CNAF)
- Caisse nationale d'assurance maladie des travailleurs salaries (CNAMTS)
- Caisse nationale d'assurance vieillesse des travailleurs salaries (CNAVTS)
225

- Compagnies et etablissements consulages: chambres de commerce et d'industrie
(CCI), chambres des metiers et chambres d'agriculture (εμποροβιομηχανικά,
επαγγελματικά και γεωργικά επιμελητήρια)
- Office national des anciens combattants et victimes de guerre (ONAC)
Κατηγορίες
1. Εθνικά δημόσια ιδρύματα:
- Agences de I'eau (φορείς υδάτων)
- Ecoles d'architecture (αρχιτεκτονικές σχολές)
- Universites (πανεπιστήμια)
- Institute universitaires de formation des maftres (IUFM,- παιδαγωγικές ακαδημίες)
2. Δημόσια ιδρύματα διοικητικού χαρακτήρα σε περιφερειακό, νομαρχιακό ή τοπικό
επίπεδο
- colleges (γυμνάσια/λύκεια)
- lycees (πλήρη γυμνάσια/λύκεια)
- etablissements publics hospitaliers (δημόσια νοσοκομεία)
- offices publics d'habitations a loyer modere (OPHLM,- οργανισμοί λαϊκής
κατοικίας)
3. Ενώσεις φορέων τοπικής αυτοδιοίκησης
- δημόσιοι φορείς διαδημοτικής συνεργασίας
- διανομαρχιακοί και διαπεριφερειακοί φορείς
VII.

ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Οργανισμοί
Enterprise Ireland [Μάρκετινγκ, τεχνολογία και ανάπτυξη επιχειρήσεων]
Forfas [Πολιτική και συμβουλές για επιχειρήσεις, εμπόριο, τεχνολογία και
καινοτομία]
Industrial Development Authority
Enterprise Ireland
FAS [Κατάρτιση για τη βιομηχανία και την απασχόληση]
226

Health and Safety Authority
Bord Failte Eireann [Τουριστική ανάπτυξη]
CERT [Κατάρτιση σε τουριστικά επαγγέλματα]
Irish Sports Council
National Roads Authority
Udaras na Gaeltachta [Αρχή για τις ιρλανδόφωνες περιοχές]
Teagasc [Γεωργική έρευνα, κατάρτιση και ανάπτυξη]
An Bord Bia [Προαγωγή της βιομηχανίας τροφίμων]
An Bord Glas [Προαγωγή της βιομηχανίας κηπευτικών]
Irish Horseracing Authority
Bord na gCon [Υποστήριξη και ανάπτυξη κυνοδρομιών]
Marine Institute
Bord lascaigh Mhara [Ανάπτυξη αλιείας]
Equality Authority
Legal Aid Board
Κατηγορίες
Regional Health Boards (Περιφερειακά νοσοκομειακά κέντρα)
Hospitals and similar institutions of a public character (Νοσοκομεία και παρόμοια
ιδρύματα δημόσιου χαρακτήρα)
Vocational Education Committees (Επιτροπές τεχνικής -επαγγελματικής
εκπαίδευσης)
Colleges and educational institutions of a public character (Κολλέγια και
εκπαιδευτικά ιδρύματα δημόσιου χαρακτήρα)
Central and Regional Fisheries Boards (Κεντρικά και περιφερειακά συμβούλια
αλιείας)
Regional Tourism Organisations (Περιφερειακοί οργανισμοί τουρισμού)

227

National Regulatory and Appeals bodies (Εθνικοί οργανισμοί ρυθμίσεων και
προσφυγών, π.χ. στους τομείς των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας, του χωροταξικού
σχεδιασμού, κλπ. ...)
Οργανισμοί που έχουν συσταθεί για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων ή την
ικανοποίηση διάφορων αναγκών δημόσιων τομέων, [π.χ. Healthcare Materials
Management Board, Health Sector Employers Agency, Local Government Computer
Services Board, Environmental Protection Agency, National Safety Council, Institute
of Public Administration, Economic and Social Research Institute, National Standards
Authority κλπ.] (Οργανισμοί που έχουν συσταθεί για να εκτελούν ειδικά καθήκοντα ή
να πληρούν τις ανάγκες δημόσιων τομέων, - Local Government Computer Services
Board, Environmental Proteaction Agency, National Safety Council, Institute of
Public Administration, Economic and Social Research Institute, National Standards
Authority etc.)
Αλλοι δημόσιοι φορείς που εμπίπτουν στον ορισμό του "οργανισμού δημόσιου
δικαίου" κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 7 της παρούσας οδηγίας. (Οι
άλλοι δημόσιοι οργανισμοί που αντιστοιχούν στον ορισμό του οργανισμού δημοσίου
δικαίου που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 7 της παρούσας οδηγίας).
VIII. ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ
Οργανισμοί
Societa "Stretto di Messina"
Ente autonomo mostra d'oltremare e del lavoro italiano nel mondo
Ente nazionale per I'aviazione civile - ENAC
Ente nazionale per I'assistenza al volo - ENAV ANAS.S.p.A.
Κατηγορίες
- Enti portuali e aeroportuali (λιμενικές και αερολιμενικές αρχές),
- Consorzi per le opere idrauliche (όμιλοι επιχειρήσεων για υδραυλικά έργα),
- Universita statali, gli istituti universitari statali, i consorzi per I lavori interessanti le
universita (κρατικά πανεπιστήμια, κρατικά πανεπιστημιακά ινστιτούτα, όμιλοι
επιχειρήσεων για τις εργασίες χωροθέτησης των πανεπιστημίων),
- Instituzioni pubbliche di assistenza e di beneficenza (δημόσια φιλανθρωπικά
ιδρύματα)
- Istituti superiori scientific! e culturali, gli osservatori astronomici, astrofisici,
geofisici ο vulcanologici (ανώτατα επιστημονικά και πολιτιστικά ινστιτούτα,
αστεροσκοπεία, κέντρα αστροφυσικής, γεωφυσικής ή ηφαιστειολογίας),
- Enti di ricerca e sperimentazione (ερευνητικοί οργανισμοί),
228

- Enti che gestiscono forme obbligatorie di previdenza e di assistenza (φορείς που
διαχειρίζονται υποχρεωτικά συστήματα κοινωνικής πρόνοιας),
- Consorzi di bonifica (όμιλοι επιχειρήσεων εγγείων βελτιώσεων),
- Enti di sviluppo o di irrigazione (οργανισμοί ανάπτυξης ή ύδρευσης),
- Consorzi per le aree industrial! (όμιλοι επιχειρήσεων για τις βιομηχανικές ζώνες),
- Comunita montane (ενώσεις τοπικών αρχών ορεινών περιοχών),
- Enti preposti a servizi di pubblico interesse (οργανισμοί κοινής
ωφελείας),
- Enti pubblici preposti ad attivita di spettacolo, sportive, turistiche e del tempo libera
(δημόσιοι οργανισμοί των οποίων οι δραστηριότητες αφορούν τα θεάματα, τα σπορ,
τον τουρισμό και τον ψυχαγωγία),
- Enti culturali e di promozione artistica (πολιτιστικοί οργανισμοί και οργανισμοί
προαγωγής των τεχνών).
IX. ΣΤΟ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ
Κατηγορίες
- Etablissements publics de I'Etat places sous la surveillance d'un member du
gouvernement (δημόσια ιδρύματα του κράτους που εποπτεύονται από μέλος της
κυβέρνησης).
- Etablissements publics places sous la surveillance des communes (δημόσια
ιδρύματα που εποπτεύονται από δήμους και κοινότητες).
Syndicate de communes crees en vertu de la loi du 23 fevrier 2001 concernant les
syndicate de communes (ενώσεις δήμων και κοινοτήτων που συστάθηκαν δυνάμει
του νόμου της 23ης Φεβρουαρίου 2001 περί - syndicate de communes).
Χ. ΣΤΙΣ ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ
Οργανισμοί
Ministerie van Binnenlandse Zaken en Koninkrijksrelaties (Υπουργείο Εσωτερικών
και Σχέσεων του Βασιλείου)
- NederlandslnstituutvoorBrandweerenrampenbestrijding
Institute for Firemen and Combatting calamities)

(NIBRA)

(Netherlands

- Nederlands Bureau Brandweer Examens (NBBE) (Netherlands Burerau for Exams
of Firemen)

229

- Landelijk Selectie- en Opleidingsinstituut Politie (LSOP) (National Institute for
Selection and Education of Policemen)
- 25 afzonderlijke politieregio's (25 individual police regions)
- Stichting ICTU (ICTU Foundation)
Ministerie van Economische Zaken (Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας)
- Stichting Syntens (Syntens)
- Van Swinden Laboratorium B.V. (NMi van Swinden Laboratory)
- Nederlands Meetinstituut B.V. (Nmi Institute for Metrology and Technology)
- Nederlands Instituut voor Vliegtuigontwikkeling en Ruimtevaart (NIVR)
(Netherlands Agency for Aerospace Programmes)
- Stichting Toerisme Recreatie Nederland (TRN) (Netherlands Board of Tourism)
- Samenwerkingsverband Noord Nederland (SNN) (Cooperative Body of the
provincial governments of the Northern Netherlands)
- Gelderse Ontwikkelingsmaatschappij (GOM) (Gelderland Development Company)
- Overijsselse Ontwikkelingsmaatschappij (OOM) (OOM International Business
Development)
- LIOF (Limburg Investment Development Company LIOF)
- Noordelijke Ontwikkelingsmaatschappij (NOM) (NOM Investment Development)
- Brabantse Ontwikkelingsmaatschappij (BOM) (Noord Brabant Development
Agency)
- Onafhankelijke Post en Telecommunicatie Autoriteit (Independent Post and
Telecommunication Authority) Ministerie van Financien (Υπουργείο Οικονομικών)
- De Nederlandse Bank N.V. (Κεντρική Τράπεζα των Κάτω Χωρών)
- Autoriteit Financiele Markten (Εποπτική αρχή των χρηματαγορών των Κάτω
Χωρών)
- Pensioen- & Verzekeringskamer (Εποπτική αρχή συντάξεων και ασφαλειών των
Κάτω Χωρών)
Ministerie van Justitie (Υπουργείο Δικαιοσύνης)
- Stichting Reclassering Nederland (SRN)

230

- Stichting VEDIVO
- Voogdij- en gezinsvoogdij instellingen (Ιδρύματα κηδεμονίας και αντιλήψεως)
- Stichting Halt Nederland (SHN)
- Particuliere Internaten (Ιδιωτικά οικοτροφεία)
- Particuliere Jeugdinrichtingen (Αναμορφωτήριο ανηλίκων)
- Schadefonds Geweldsmisdrijven
- Centraal orgaan Opvang Asielzoekers
- Landelijk Bureau Inning Onderhoudsbijdragen (LBIO)
- Landelijke organisaties slachtofferhulp (Εθνικές οργανώσεις αρωγής θυμάτων)
- College Bescherming Persoongegevens
- Stichting Studiecentrum Rechtspleging (SSR)
- Raden voor de Rechtsbijstand
- Stichting Rechtsbijstand Asiel
- Stichtingen Rechtsbijstand
- Landelijk Bureau Racisme bestrijding (LBR)
- Clara Wichman Instituut
- Tolkencentra (Κέντρα διερμηνείας) Ministerie van Landbouw, Natuurbeheer en
Visserij (Υπουργείο Γεωργίας, Διαχείρισης της Φύσης και Αλιείας)
- Bureau Beheer Landbouwgronden
- Faunafonds
- Staatsbosbeheer
- Stichting Voorlichtingsbureau voor de Voeding
- Universiteit Wageningen
- Stichting DLO
- (Hoofd) productschappen

231

Ministerie van Onderwijs, Cultuur en Wetenschappen (Υπουργείο Παιδείας,
Πολιτισμού και Επιστημών)
Α. Γενική περιγραφή
- τα δημόσια ή χρηματοδοτούμενα από το δημόσιο ταμείο ειδικά πρωτοβάθμια
σχολεία, κατά την έννοια του νόμου Wet op het primair onderwijs
- τα δημόσια ή χρηματοδοτούμενα από το δημόσιο ταμείο σχολεία ειδικής
εκπαίδευσης, συνεχιζόμενης ειδικής εκπαίδευσης, και τα ιδρύματα ειδικής
εκπαίδευσης και συνεχιζόμενης ειδικής εκπαίδευσης, κατά την έννοια του νόμου Wet
op de expertisecentra
- τα δημόσια ή χρηματοδοτούμενα από το δημόσιο ταμείο ειδικά σχολεία ή ιδρύματα
συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, κατά την έννοια του νόμου Wet op het Voortgezet
Onderwijs
- τα δημόσια ή χρηματοδοτούμενα από το δημόσιο ταμείο ειδικά ιδρύματα, κατά την
έννοια του νόμου Wet Educatie en Beroepsonderwijs
- τα δημόσια ή χρηματοδοτούμενα από το δημόσιο ταμείο ειδικά σχολεία, κατά την
έννοια του νόμου Experimentenwet Onderwijs
- τα χρηματοδοτούμενα πανεπιστήμια και ΑΕΙ, το Open Universiteit, και τα
πανεπιστημιακά νοσοκομεία, περί των οποίων ο νόμος Wet op het hoger onderwijs en
wetenschappelijk onderzoek, καθώς και τα ιδρύματα διεθνούς παιδείας, εφόσον
χρηματοδοτούνται κατά περισσότερο από 50 % από το κράτος Wetenschappelijk
Onderzoek
- υπηρεσίες πλαισίωσης σχολείων κατά την έννοια του νόμου Wet op het primair
onderwijs ή του νόμου Wet op de expertisecentra
- τα εθνικά παιδαγωγικά κέντρα, κατά την έννοια του νόμου Wet subsidising
landelijke onderwijsondersteunende activiteiten
- τα ραδιοτηλεοπτικά σωματεία, κατά την έννοια του νόμου Mediawet
- τα κληροδοτήματα ("fondsen") κατά την έννοια του νόμου Wet op het Specifiek
Cultuurbeleid
- τα εθνικά όργανα επαγγελματικής εκπαίδευσης
- τα ιδρύματα ("stichtingen") κατά την έννοια του νόμου Wet Verzelfstandiging
Rijksmuseale Diensten
- τα λοιπά μουσεία, που χρηματοδοτούνται κατά περισσότερο από 50 % από το
ΥΠΠΕ
- οι λοιπές οργανώσεις και φορείς στον τομέα της παιδείας, του πολιτισμού και των
επιστημών, που χρηματοδοτούνται κατά περισσότερο από 50 % από το ΥΠΠΕ
232

Β. Ονομαστική απαρίθμηση
- Informatie Beheer Groep
- Stichting Participatiefonds voor het Onderwijs
- Stichting Uitvoering Kinderopvangregelingen/Kintent
- Stichting voor Vluchteling-Studenten UAF
- Koninklijke Nederlandse Academie van Wetenschappen Nederlandse organisatie
voor Internationale samenwerking in het hoger onderwijs (Nuffic)
- Stichting Nederlands Interdisciplinair Demografisch Instituut
-Nederlandse Organisatie voor Wetenschappelijk Onderzoek
Nederlandse

Organisatie

voor

toegepast-natuurwetenschappelijk onderzoek

- College van Beroep voor het hoger Onderwijs
- Vereniging van openbare bibliotheken NBLC
- Koninklijke Bibliotheek
- Stichting Muziek Centrum van de Omroep
- Stichting Ether Reclame
- Stichting Radio Nederland Wereldomroep
- Nederlandse Programma Stichting
- Nederlandse Omroep Stichting
- Commissariaat voor de Media
- Stichting Stimuleringsfonds Nederlandse Culturele Omroepproducties
- Stichting Lezen
- Dienst Omroepbijdragen
- Centrum voor innovatie en opleidingen
- Bedrijfsfonds voor de Pers
- Centrum voor innovatie van opleidingen

233

- Instituut voor Toetsontwikkeling (Cito)
- Instituut voor Leerplanontwikkeling
- Landelijk Dienstverlenend Centrum voor Studie- en Beroepskeuzevoorlichting- Max Goote Kenniscentrum voor Beroepsonderwijs en Volwasseneneducatie
- Stichting Vervangingsfonds en Bedrijfsgezondheidszorg voor het Onderwijs
- BVE-Raad
- Colo, Vereniging kenniscentra beroepsonderwijs bedri-jfsleven
- Stichting kwaliteitscentrum examinering beroepsonderwijs
- Vereniging Jongerenorganisatie Beroepsonderwijs
- Combo, Stichting Combinatie Onderwijsorganisatie
- Stichting Financiering Struktur