ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚ Η
(ΚΑΡΜΑ ΝΙΡΒΑΜΗ )

ΟΦΙΣ KΑΙ ΚΡΙΝΟ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜ Α

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
ΑΘΗΝ Α

Ι
2 του Μάη
Έχω πυρετό πάλι σήμερα. Ανατριχίλες διαβαίνουν από το κορμί μου όλο - κάτι τι
σπαράσσει και τεντώνεται στον νου μου, σαν να λύεται απότομα ένα ελατήριο, σαν
να ξετυλίσσεται μ’ όρμή μια αμερωτη σκέψη πίσω από το μέτωπό μου.
Το αρωμα του κορμιού της σκορπιέται ακόμα κι αργοπεθαίνει γύρω μου και μπαίνει
μέσα και μέσα στη σάρκα μου και μετά την ψυχή μου. Κάποιος με σπρώχνει να
τρέξω και να την προφθάσω και να της πώ να γυρίσει πάλι και να καθίσει απάνω στα
γόνατά μου και να μου δώσει πάλι τα χείλη της.
Τα χείλη της τα κόκκινα μου φαίνονται σαν δυο μεγάλες σταλαγματιές αίμα κι όταν
γέρνω απάνω των και τα φιλώ ένας πόθος αγριος κι ένα ένστικτο πρωτογενούς
εποχής ανθρωποφάγων κυλιούνται μεσ’ στις φλέβες μου - κι ανατριχιάζω όλος θαρρώ πώς πιπιλίζω ανθρώπινη σάρκα που στάσσει αίμα.

3 του Μάη
Είμαι κάπως ησυχότερος σήμερα. Δεν θάλθει απόψε. Την ποθώ και τη φοβούμαι.
Είνε παράξενο τί αισθάνομαι γι’ αυτή. Για το ευλύγιστο αυτό σώμα και τα μεγάλα
μάτια και τα κόκκινα, τα αίματωμένα χείλη.
Ένα βράδυ έκάθισα λυπημένος σ’ έναν κήπο έξω από την πόλη. Ένοιωθα πώς
κάποιον έπερίμενεν ή ψυχή μου. Έστρεψα το κεφάλι και την είδα. Γελαστή κι
ώμορφη ερχόταν κάτω από τα δένδρα. Κάποιο χέρι μ’ έσπρωξε. Ω, το θυμούμαι κάποιο χέρι παντοδύναμο μ’ έσπρωξε. Και της σίμωσα και της είπα τ’ όνομά μου όνομα γνωστό καλλιτέχνη και την παρακάλεσα να μ’ αφίσει να την ζωγραφίσω.
Την αγάπησα και μ’ αγάπησε. Το αιώνιο, το μονότονο, το παναρμόνιο τραγούδι! Και
τώρα θέλω νάρχεται και να γέρνει απάνω μου το σώμα αυτό με τα μεγάλα μάτια και
τα αίματωμένα χείλη και να γεμίζει το δωμάτιο μου με το μεθύσι και το φοβέρισμα
της ευτυχίας. Νάρχεται και να παραλύνει τα νεύρά μου όλα, και να χλωμιάζει το
κορμί μου με το εκνευριστικό και θανατηφόρο χάιδεμα των πόθων. Έκεί πού με φιλεί
νοιώθω μέρες ολόκληρες πόνο - σαν καηματιά. - Τρέχουν από τα χείλη της μέσα στα
χείλη μου φαρμακερές γλυκάδες και παραλύουν τη σκέψη μου όλη και όλη μου τη
σάρκα.
Όταν φεύγει και πιάνω να ζωγραφίσω κάτι αλλόκοτες κι εξωτικές γραμμές ξεφεύγουν
από το χέρι μου, κάποιες ακόλαστες ενώσεις λευκοτήτων και σκιών και

παραληρήματα χρωμάτων. Θάλασσες απέραντες κι ασάλευτες, νέφαλα μ’ αλλόκοτο
σχήμα, που τρέχουνε στον ουρανό και κατεβαίνουν στον ορίζοντα και σκοτεινιάζουν
παράξενους, μεγάλους ήλιους πού βασιλεύουν...
5 του Μάη
Μέσα Στην ψυχή μου έπρόβαλες και τόξερα πώς θάλθεις. Και σε περίμενα Σε
περίμενα όπως ή γη τον χειμώνα παγωμένη κι έρημη πονεί και περιμένει. Είσαι Συ η
ανοιξη κι έρχεσαι και προχωρείς αγάλια, αγάλια, μέσα Στην ψυχή μου. Στο διάβα Σου
ανοίγονται κι ανθούν κι εύωδιάζουν οι σκέψεις μου. Κάτω από τα πόδια Σου
φυτρώνει και χαμογέλα το χρώμα της ελπίδας.ή αναπνοή Σου θερμή και
παρηγορήτρα διαβαίνει απάνω από την ψυχή μου και ξυπνούν από τη νάρκη των
ανέρωτων χειμώνων τα όνειρα μου και Σε βλέπουν χωρίς έκπληξη και Σού
χαμογελούν. Τόξεραν πώς θάλθεις. Κάποια πουλιά ανοίγουν μέσα μου τα μάτια των
και ξετινάσσουν τα φτερά. Κι Έσύ χαμογελάς και προχωρείς αγάλια, αγάλια,
βασίλισσα μέσα Στην ψυχή μου.
Αγάλια, αγάλια προχωρείς μέσα Στην ψυχή μου με την περηφάνεια των ρόδων και
τον ίμερο των μεγάλων κισσών και τη σιωπηλήν επίκληση των ντροπαλών
μενεξέδων. Κι ενα φιλί απέραντο ανατριχιάζει κι απλώνεται και τρέμει στο κορμί
μου. Το νοιώθω – είσαι η Ανοιξη Έσύ, ω Εκλεχτή και ω Ευλογημένη, και είμαι εγώ
ή γη, ή μεγάλη και ακόλαστη μητέρα - που ανοίγει τις λαγόνες της και περιμένει.
10 του Μάη
Έλα... κάποια νοσταλγία μυστική λυγίζει την ψυχή μου κι ένας πόθος λευκός
φωληάζει στα μεγάλα μάρμαρα και με σέρνει. Έλα μαζί μου. Θα ξαπλωθούμε κάτω
από τη μαρμαρωμένη αρμονία, θα σμίξομε τα χέρια μας και θάναι κάτω μπροστά μας
η πόλη ή αμαρτωλή και πέρ’ απάνω στα νερά θα βλέπομε πώς μαδιούνται οι
μενεξέδες στο λιόγερμα.
Μαδιούνται οι μενεξέδες στοήλιόγερμα και τα χρώματα γιορτάζουν εκεί κάτω. Ω
Πολυαγαπημένη! λυγίζουν τα γόνατα μου από τον πόθο και στα χείλη μου
γιορτάζουν τα φιλιά. Παντοδύναμη η χαρά της ζωής κυλιέται στα στήθη μου. Και την
ψυχή μου κερνά η Αγάπη με το μυστικό κρασί των ανοίξεων και των
παραληρημάτων.
Ω Πολυαγαπημένη, γιορτάζειή αγάπη μου απόψε κι από τον Κεραμεικό, κύτταξε,
ανεβαίνει κι έρχεται η ιερά πομπή, φαιδρά και θορυβώδης - σαν κύμα που ανεβαίνει
τραγουδώντας και φιλεί ερωτεμένο τους ώμορφους βράχους.
Ω Αγαπημένη και ω θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Είνε τα μεγάλα
Παναθήναια της αγάπης μου. Κ’ είνε τα όνειρα μου ντυμένα στα γιορτάσιμα πού
έξεκίνησαν από το νεκροταφείο κι έδιάβηκαν το Δίπυλο, κι ανεβαίνουν σιγά, σιγά,
τον Βράχο τον ιερό. Κρατούν στα χέρια των ώμορφο και πολύτιμο και τεχνικά
υφαμένο τον Πέπλο τον ιερό. Μέρες και νύχτες έγερναν οι σκέψεις μου, - εργαστίνες
ερωτεμένες, - απάνω του και τον κεντούσαν. Κάτω από τα μάγια του φεγγαριού τη
νύχτα, μέσα στη φλογερήν αγάπη του ήλιου την ημέρα, έγερναν και τον κεντούσαν.

Ω Αγαπημένη καιώ Θεά σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε η Νίκη κάθεται απάνω στο χέρι Σου. διαβαίνουν τα Προπύλαια – κανηφόροι . ω Λαχτάρα της ψυχής μου ! κατέβα από τα μάρμαρα και δώσε μου τα χείλη Σου και δώσε μου το κορμί Σου. Κι έλα να ψάλομε μαζί από τον Βράχο τούτον την ωμορφιά του Απόλλωνα και τον κισσό του Διονύσου και το μέτωπο το ευρύ της Αθηνάς και την αιώνια νηότη της ήβης και τα κόκκινα χείλη της Αφροδίτης τα αιωνίως φιλούμενα και αιωνίως διψασμένα. Καββαλάρηδες τρέχουνε στον ναό Σου οι πόθοι μου. από τα φάσματα των αηδονιών του Κολωνού κι .και Σου κρατούν λουλούδια κόκκινα και άγρια που τα μάζεψαν σωρούς από την ακόλαστη γονιμότητα της καρδιάς μου. Οι ίμεροι των αιώνων χύνονται κάτω από τα κιονόκρανα και οι πόθοι των πεθαμένων γενεών πετιούνται από το χώμα. Τα μαύρά μου προαισθήματα και οι έκφυλοι πόθοι κι οι αγέλαστες σκέψεις όλες σέρνονται δεμένες στον βωμό Σου για να θυσια. Συ είσαι η Ευρυθμία. Έλα. Είνε τα Μεγάλα Παναθήναια της αγάπης μου απόψε. πέρ’ από τα νερά της Σαλαμίνας. αδάμαστες παρθένες. Ω χαμογέλασε. Ξανανειώνουν τα τρίγλυφα και τα διαζώματα κι απλώνεται αποπάνω η στέγη και ξυπνούνε τα κοιμισμένα χρώματα κι έρχονται φαιδρά και πανώρηα τα ξενιτεμένα μας αγάλματα κι ανεβαίνουν τα βάθρα των με σιγαλές κινήσεις των πάλλευκων μεριών μέσα στις μαρμάρινες και τεχνικές γραμμές. Έλα. σαν τα ποτήρια τα Παναθηναϊκά από το άδολο κρασί του ιδανικου και θα λάμψουνε τα μάτια μας από το μεθύσι της ζωής και τα χείλη μας θα γεμίσουνε φιλιά. Ω Αγαπημένη καιώ Θεά. Συ η Αλήθεια και η Ζωή Ανεβαίνει σαν κύμα κι απλώνεται κάτω από τον Παρθενώνα η πομπή η ιερά της αγάπης μου και γονατίζουν οι επιθυμίες μου και μαδούν σιωπηλές στα πόδια Σου όλα τους τα λουλούδια. στο ορφανεμένο αέτωμα και θα γυρίσουν πάλιν οι μαρμαρένιες σκέψεις του Φειδία και η Παρθένα θεά θα γεννάται πάνοπλη και θάναι γύρω οι θεοί και θα χαμογελούν. Συ είσαι η Αλήθεια και ή Νίκη ! Στο μέτωπο Σου χαμογελεί ή Αθανασία κι ανάβει στα χείλη Σου η λαχτάρα της ζωής και κοκκινίζουν απάνω στα μάγουλα Σου όλα τ’ απόκρυφα κι όλα τα ντροπαλά της αγάπης. Έλα να γεμίσομε τις καρδιές μας. ο πόθος της ζωής ολοκόκκινος ανάβει και με κυριαρχεί.σθούν. Συ είσαι η μόνη Θεά. ανεβαίνουν μεγαλόπρεπες τον Βράχο τον ιερόν οι αναμνήσεις οι μεγάλες. Το κορμί Σου Είνε φίλντισι και λαμποκοπά μέσα στη νύχτα. ω Πολυαγαπημένη. ω Ζωή και ω Αγάπη. κι οι επιθυμίες μου.ο υποχθόνιος Θεός που σκορπίζει τ’ αγαθά από τα βάθη της γης. σήκω απάνω στα μάρμαρα και υψώσου Ανέγγιχτη στο βάθος του σηκού και χαμογέλασε η πομπή ανεβαίνει τώρα τα μαρμάρινα σκαλοπάτια κι έρχεται ν’ απλωθή στα πόδια Σου και να Σε προσκυνήσει. Ας μεθύσομε από το ατέλειωτο χαμόγελο του ουρανού μας κι από τις ερωτικές ενώσεις των χρωμάτων της γης μας. Και κάτω στα πόδια Σου σωρειάζεται ο μεγάλος όφις . Οι στήλες ανορθώνονται περήφανες και ζωντανεύει η πάλλευκη ανθιση των μαρμάρων κι έρχονται πάλι στο διάζωμα όλοι οι Θεοί και κηρύσσεται πάλι απάνω στις μετόπες ο πόλεμος των Λαπιθών και των Κενταύρων. από το χώμα του Κεραμεικού. Μέσα στη νέκρα των λευκών μαρμάρων. Κάτω από τα σκιόφωτα του δειλινού.

. νάρδος και κρόκος. κάλαμος και κινάμωμον μετά πάντων ξύλων του Λιβάνου.σαν τους αθανάτους Θεούς απάνω στη ζωφόρο.όλοι οι Αθηναίοι κι όλες οι Ατθίδες .. Μια αίγλη χυνότανε από τα κλειστά Σου μάτια κι ένας φωσφορισμός έγλυφε κι εχάδευε τα μεριά Σου. μέλι και γάλα υπό την γλώσσάν Σου. ο Φειδίας και η Διοτίμα.η μεγάλη. ή άγια. Τι εκαλλιώθησαν μαστοί Σου. στα βάθη του κρεβατιού κι έσμιξα τα χέρια μου απάνω στην κούραση και στη χλωμάδα του κορμιού σου ώ Ιέρεια της Ηδονής και της Αγάπης και ω Δημιουργός των στιγμιαίων Αίωνιοτήτων ! Κι ένοιωσα πως κάποιο μυστήριο ετελείτο μέσα Σου. Ας αρχίσουνε τον χορό και τα τραγούδια και τη λειτουργία του Καλού. Κήπος κεκλεισμένος.. στη Σαλαμίνα απέναντι που βγαίνει μέσα από τη θάλασσα ωσάν πελώριο τρόπαιο και μας χαμογελά.απάνω στα μάρμαρα εδώ..από το μέλι του υμητου μας . ανατριχίλα της αγάπης. 11 .του Μάη Ω το ακίνητο σώμα Σου χυμένο στα λευκά σεντόνια και τ’ απλωτά μαλλιά Σου απάνω στο προσκεφάλι και τα χλωμά Σου χείλη που κάτι θέλαν να πουν και δεν μπορούσαν ! Όλες οι ίνες του κορμιού μου φιλούσαν κι αγαπούσαν μέσα μου. Αποστολαί Σου παράδεισος ροών μετά καρπού ακροδρύων. κήπος κεκλεισμένος. Ας ανοιχτούνε σαν κάλυκες ρόδων και σαν δοχεία αρωμάτων κι ωσάν χείλη προσευχόμενα οι καρδιές μας και ας ευχαριστήσουν τους μεγάλους θεούς γιατί έπλασαν τη ζωή τόσον ώμορφη και τα χείλη Σου τόσο κόκκινα και την αγάπη μου τόσο μεγάλη.. Και ο λαός ο Εκλεχτός των θεών . και οσμή ιματίων Σου ως οσμή Λιβάνου. Έλα. κύπρος μετά νάρδων. Και όλα τα λουλούδια ας ανοιχτούν τριγύρω και όλη η αρμονία και το μουρμουρητό της θάλασσας ας ανεβεί ίσα μ’ εδώ απάνω και όλη η ηρεμία κι η χαρά του Ολύμπου η ξενητεμένη ας γυρίσει πάλιν εδώ και ας χυθή κάτω από το τα κιονόκρανα του Παρθενώνα και από τις εσθήτες των Καρυάτιδων και ας περιπλεχτή στα μέλη τα τορνευτά των Ατθίδων και στο μέτωπο των ανδρών . να ξαπλωθούμε κι εμείς . αδελφή μου νύμφη. τί εκαλλιώθησαν οι μαστοί Σου από οίνου και όσμή ιματίων Σου υπέρ πάντα τα αρώματα . ένοιωσα πως συνέλαβα την αιωνία Χίμαιρα. Συ μόνη μπορείς να παρηγορήσεις και να θανατώσεις την ψυχή μου. αδελφή μου. οι μεγάλοι ιερείς και οι ιέρειες του. Και είπα : Ω ιέρεια. Σ’ εκύταξα κ’ ήσουν χλωμή και ώμορφη και μυστηριώδης. σ’ έσφιξα μ’ όλο τον θρίαμβο των πόθων μου κι εδέθηκα μαζί Σου. Κι έγονάτισα μπροστά Σου εκεί. «Δύο μαστοί Σου ώς δύο νεβροί δίδυμοι δορ κάδος οι νεμόμενοι εν κρίνοις έως αν διαπνεύση η ημέρα και κινηθώσιν αι σκιαί. σφιχτά σφιχτά κι άκουσα τα βλέφαρα Σου να σπαρταρούν και ν’ αγωνιούν κάτω από τα χείλη μου. ο Σωκράτης και ο Αλκιβιάδης. Κι όταν στα βάθη του κρεββατιού εκεί που μας χαμογελούσε κάποιος Θεός. των Πόθων και των Λιποθυμιών. πώς σπαρταρούσε μέσα στην αγκαλιά μου αιχμάλωτη η ευτυχία και η αιωνιότητα των μεγάλων φρικιάσεων. πηγή εσφραγισμένη. σμύρνα Αλώθ μετά πάντων πρώτων . Κηρίον αποστάζουσι χείλη Σου νύμφη. ο Περικλής και η Ασπασία.το ξανθό ωσάν αχτίνες ήλιου πηγμένες.ας ψάλλουν εύθυμοι όλοι μαζί την φαιδράν επωδόν των ιερέων.

.. Και οπτασίες θεών μαρμαρένιες φεγγοβολούν στα βάθη της ψυχής μου .. Νοιώθω μια φλόγα να τρέχει και να χοχλάζει στις φλέβες μου. Και να ξαπλώσω απάνω των όλη μου την αγάπη. Πνεύμα δημιουργίας φυσάει απάν’ από τις σκέψεις μου κι ένας δάκτυλος που στάζει φως εγγίζει το μέτωπο μου. Ω και να γινότανό Πόθος μου όλος ένα φιλί νάλθει μια νύχτα να Σε φιλήσει όλη ! 10 Ιουνίου . Και κάποια Λειτουργία. Εξηγέρθητι βορρά και έρχου νότε και διάπνευσον κήπόν μου και ρευσάτωσαν αρώματά μου. Καταβήτω αδελφιδός μου εις κήπον αυτού και φαγέτω καρπόν ακροδρύων αύτού». Νοιώθω κατεβαίνει μέσα μου ένας Θεός. Υποφέρω.. Και ρόδα και μήλα κι αρώματα να σωριάσω γύρω μου. θα ησυχάσω. να κελαηδούν. τριγύρω στον νου μου. 3 Ιουνίου Έχω πυρετό. βλέπει τη Φρύνη του και χαμογελά.. Μου φαίνεται πώς αν ανοίξω μιαν αρτηρία μου κι αφίσω να τρέξει λίγο αίμα. Σκύβω κι ακούω στα στήθη μου ύμνους και προσευχές και ξεπεταρίσματα φτερών π’ ανοίγουν και καρδιοχτύπια που σαν ήχοι εξωτικής καμπάνας καλούν τις σκέψεις μου στη λειτουργία. Αγγελούδια π’ ακουμπούν το ξανθό κεφάλι απάνω στα χεράκια των και κυττάζουν με μάτια λουλουδιών τους ουρανούς και σωπαίνουν. Κάποιο μυστήριο τελείται μέσα μου. Ένας κισσός όλοπράσινος ακολασταίνει μέσα μου και πλέκεται γύρω. Ένας Ραφαήλ κι ένας Πραξιτέλης λειτουργούνε μέσα μου. 4 Ιουνίου Λουλούδια θέλω να πλέξω στα μαλλιά μου.και ζωντανεύουν όνειρα σαρκών κι έρωτες γεννιούνται και η Κνιδία Αφροδίτη σαν λουλούδι σάρκινο ώμορφήτερων κόσμων ανατέλλει μέσ’ από τα κύματα των πόθων μου ήρεμη και λυσίζωνη – και ο Πραξιτέλης που είνε μέσα μου γονατίζει. Εδώ.μύρων. και κάποιον κόσμο ζητά ν’ αγκαλιάσει. Κάποια σμίλη μυστική νοιώθω λαξεύει μέσα μου κι ένα χέρι θαυματουργό ανεβοκατεβαίνει και θεοποιεί όγκους μαρμάρων πίσω από το μέτωπο μου. Κάποια άνθιση μυστική ρόδων και μενεξέδων τελείται μέσα μου και τα μπουμπούκια ακούω να σκουν και τα μάτια των κλάδων ν’ ανοίγουν και τα πουλιά να κελαηδούν. εδώ στα στήθια. Κι ακούω το πινέλο απαλό και παντοδύναμο να σέρνεται στην καρδιά μου και νοιώθω ν’ απλώνονται απάνω της και να ζωντανεύουν οι μεγάλες ζωγραφιές. Παναγίες με το γλυκό χαμόγελο και τ’ άφθαστα κάλλη.

Γέρνει στα στήθη μου το κεφάλι κι αγκαλιάζει δειλά.έτσι ανοίγει το λουλούδι όταν το ιδεί ο ήλιος. Όταν Σ ε βλέπω κάποιο βάρος λυγίζει τα γόνατα μου. δειλά.Τα μάτια μου δεν χορταίνουννά την θωρούν. Ώμορφη σαν την αμαρτί α κι ωσάν τον Θάνατο ώμορφη. Σαν τον Θεό στη φλεγόμενη βάτο του Χωρήβ.. Ξέρει το λιγερό κορμί Σου το μυστικό που ξέρουν οι κισσοί και περιπλέκονται. Αναλυούμαι όλος σε προσευχή και σ’ έκσταση και τα χείλη χλωμιάζουν από τους ύμνους. 20 Ιουνίου . Είνε θρησκεία ό. 12 Ιουνίου Μπροστά μου σε βλέπω να υψώνεσαι ωσάν λουλούδι εξωτικό κάποιας πανώρηας σάρκινης άνθισης. ω Έλκεσίπεπλος Αγάπη. Η αγάπη Σου σαν ασημένιο χάδι φεγγαριού ντύνει με ηρεμία και με φως την ψυχή μου. Πετιέται από .πάνω Σου και χύνεται από το κορμί Σου όλο ο μυστηριώδης ίμερος των Μαγνητών. να υψώνεσαι σαν φοίνικας θρεμένος από την θερμότητα των επιθυμιών μου. Έρχεσαι αγάλια. Σε βλέπω νάρχεσαι σφιχτοντυμένη στις επιθυμίες μου.ν ‘ ανεβαίνω και να γονατίζω και να σ’ επικαλούμαι. Κι από τα χείλη Σου στάσσει. αγάλια στα μαλλιά της. για να σε ιδώ καλύτερα.. τα γόνατα μου και σωπαίνει. την ώρα που το ξημέρωμα ωσάν αγάπη ροδίζει τις κορφές . κατέβαινε κάτω ποδήρης.ω χαρά των ματιών!. Είσαι ώμορφη. σαν όνειρο που φοβάται Μην ξυπνήσει. Στην αγκαλιά Σου κρύβονται τα μυστήρια των αιωνίων Πόθων και στα μάτια Σου αρμενίζει το αίνιγμα των θαλασσών. Σε βλέπω μπροστά μου. Σε ντύνει από τα λευκά λαιμά Σου και κατεβαίνει στα στήθη Σου και πλέκεται σφιχτά στις λαγόνες Σου κι αιχμαλωτίζει τα μεριά Σου και. ν’ ανεβαίνω κάθε πρωί... Και όταν βαδίζεις και όταν γέρνεις απάνω μου κι όταν ανοίγεις τα χείλη και όταν κλείνεις τα μάτια και όταν παραδίδεσαι είνε άσμα και είνε μουσική το σύμπλεγμα των γραμμών Σου. Κάποια προσευχή πέφτει από τα χείλη μου και πλέκεται αγάλια. το Φαρμάκι των μεγάλων φιλιών. στάσσει. ό Πόθος μου.τι νοιώθω για Σένα και μ’ έρχεται απάνω στα ψηλά βουνά που κουβεντιάζουν μυστικά με τον ουρανό. σιγά. άθελα σμίγουν τα χέρια μου και η ψυχή μου όλη μπροστά Σου ανοίγει . αγάλια. σιγά κι ανάλαφρα. μέσα Στην ερημιά της ζωής μου.και βάνω το χέρι μου μπροστά και κλείνω τα βλέφαρα μου. ΚαΙ της χαϊδεύω απάνω απάνω τα μαλλιά όπως χαϊδεύειή μάννα το παιδί της όταν τ’ αποκοιμίσει. 11 Ιουνίο υ Με την άγιαν αίγλη των θαυμάτων και τον φωτοστέφανο του υπερκόσμου λάμπεις οληνυ χτίς μέσ’ στην καρδιά μου.

ναύτης ναυαγός της αγάπης .και μεταλαβαίνω. ω Αγάπη και ω Θεά..και βλέπω κόσμους αφθαστους και κόσμους περασμένους .και παντού. Είμαι μέσα σ’ ένα ναό της Αστάρτης και θυμιάματα καινε στους βωμούς κι αρώματα φιλούνε το άσεμνο αγαλμα με το πλήθος των μαστών. 21 Ιουνίο υ Όταν ανοίγεις τα μάτια Σου τα μεγάλα και με κυττάζεις. Και σαν θυμίαμα. Όταν ανοίγεις τα μάτια Σου τα μεγάλα και με κυττάζεις.άλλα μαδούν και χάνονται μέσα στη σκοτεινιά.μάτια φέγγουν μερονυχτίς μπροστά μου και μ’ οδηγούν. Ο ήλιος περνά από πάνω μου και σβύνει στα νερά. Κάποιες σύρτεις μυστικές που μαγνητίζουν τα καράβια. Τάστρα ανθούν τη νύχτα στο μυστικό περβόλι... τ’ ουρανού .που όσο γέρνουν και φεύγουνε τόσο και λαχτιαριούται. Όταν γέρνω απάνω Σου.Κρατείς αιχμαλωτισμένο στη σάρκα Σου κι αναδίδεις το μυστικό των παραληρημάτων. ένας μαγνήτης με σέρνει σιμά των. κάποια νερά βαθειά που ζουν κι ανανειώνουν από τα δάκρυα των μαννάδων. σαν να εξατμίζεται ένα κομμάτι από το σώμα Σου και μπαίνει μέσα στο σώμα μου . ένας μαγνήτης μυστικός και κάποια φωνή παναρμόνια μου γλυκοτραγουδεί και μ’ έρχεται να συρθώ Στην αγκαλιά Σου.Τί αρωμα είνε λοιπόν εκείνο που πετιέται μεθυσμένο κι ακόλαστο μέσ’ από το κορμί Σου . Κάποια κύματα που τρών και κομματιάζουν και γκρεμνούν με τραγούδια και με χάδια και με ηδυπαθείς κυρτώσεις τους μεγάλους ερωτεμένους βράχους. με το ίερό πουλί στο χέρι. 22 Ιουνίου Τα μεγάλα Σου τ’ αργοκίνητα. Σε περικυκλώνει και Σε υμνεί .και να πνιγώ Στην υγρά καμπυλότητα των κυμάτων Σου. Και περπατώ Σε αρωματώδη φυτά και χάνομαι Σε αλση κέδρων και κισσών κι ακούω το γογγυτό των ιερών πουλιών της Μεγάλης Θεάς . παντού βλέπουν τα μάτια της ψυχής μου κάτω από τα φυλλώματα. Και μεθούν οι σκέψεις μου και μιλούν δυνατά οι πλειό απόκρυφες επιθυμίες μου. Λάμπουν απάνω στο μονοπάτι της αγάπης και φωτίζουν με το γλυκύ των φως τη στράτα της ζωής. Γέρνω απάνω Σου . με χρυσό διάδημα γύρω στα μαλλιά. βαμένα χείλη. Κάποια νερά βαθειά που χαμογελούν στους δυστυχείς κι αχολογούν σιμά των τα αιώνια. Και καθαρίζεται η ψυχή μου όλη και . τα θανάσιμα τραγούδια της αγάπης. ω Λορελάη των ψυχών ! . μέσα στους θόλους των ναών γύρω στο αγαλμα της Πανδήμου. ιέρειες ηλιοκαμένες κι ώμορφες με εξογκωμένα. να περιμένουν και να χαμογελούν. ανοίγονται μπροστά μου θάλασσες μακρινές κι αλιμένες αχόρταγες για το κορμί του ναύτη. Γλυστρούν οι αχτίνες των μέσα στα μαλλιά μου και σιγοφιλούν το μέτωπο μου και χύνονται μέσα μου σαν χάδια φωτεινά. κι εγώ τεντώνω την ψυχή μου απάνω στο κορμί Σου και σέρνομαι μ’ αγωνία κι ανεκλάλητη χαρά στα μεγάλα μυστήρια των ματιών Σου π’ ανάβονται μπροστά μου και μ’ οδηγούν τη νύχτα.

ούτε μπορούσα μέσα. Κάτω στο διάβα της έχω στρωμένα την ευτυχία μου και τη χαρά και τους κρίνους της αθωότης μου και τα άγια άνθη του λωτού. Κάτω η ευτυχία μου και η χαρά και τα κρίνα ψυχομαχούν. Όταν η ανάμνηση Σου ανατέλλει και ροδίζει την ψυχή μου.κι απάνω της μερονυχτίς λαμποκοπούν και τρέμουν σαν δυο άστρα αβασίλευτα της αγάπης. θ’ αποθάνω μια νύχτα. Κι ανατριχιάζω όλος από αγάπη από φόβο. Ω Εκλεχτή μου ! Αν αποθάνω. στο διάβα Σου για να προσευχηθούν. 30 Ιουνίου Είσαι η μόνη γυναίκα που εγέμισες την ψυχή μου. . τα μεσάνυχτα. Ολόμαυρα τα νέφαλα κρέμονταν αποπάνω μας. Πηγαίναμε κι ερχόμαστε Στην αμμουδιά. Λυπημένα σαν νάσανε γεμάτα δάκρυα. Μου έρχεται να σκύβω και να σκορπώ στο διάβα Σου στέφανα και ρόδα και πολύξερσυς πόθους κι αγάπης μυστικά. Σα ν’ ανέβαινε κάποια απέραντη νύχτα πάνω από τα νερά κάποια. Και το φαρμάκι των πόθων ανάβει το αίμα μου. κοντά στη θάλασσα εκαθίσαμε. Και όλες μου οι αισθήσεις σμίγουν τα χέρια των σιγά. Δεν ήθελα.. Δεν ημπορούσαμε να μείνομε στο ίδιο μέρος. Και τα πατεί και τα φονεύει κι έρχεται αθόρυβη και γελαστή απάνω Στην ψυχή μου. με τα μεγάλα μάτια και το λευκό. 15 Ιουλίου Κάθομαι στο ατελιέ μου μπροστά στις ζωγραφιές που άρχισα και δεν μπορώ να τελειώσω κάθομαι και συλλογούμαι. απέραντη λύπη. σιγά. Νέοι χλωμοί από το ξαγρύπνι επήγαιναν σιγά σιγά λυπημένοι για να διασκεδάσουν. Ήμαστε ανήσυχοι κι οι δυο. Όταν περνάς σιγά. σε βλέπω μέσα από τα δάση των επιθυμιών μου κι από τις οροσειρές των παθών μου.αμίλητοι. Είμαι ξυπνητός κι ονειρεύομαι. Κάπου . το αχάραχτο μέτωπο που δεν το φίλησε και δεν το λέρωσεν η κάμπια της σκέψης. τα ώμορφα.σωπαίνουν τα κύματα των παθών μου και σ’ ένα ουρανό γαλάζιο κι ανέφαλο αναλύεται όλη μου η ψυχή .. Οικογενειάρχες γύριζαν με τις γυναίκες των στα σπίτια των σοβαροί κι αμίλητοι.κάπου ακουγόταν ο θόρυβος κάποιας άμαξας που περνούσε. Έξω. σ’ ένα βράχο. βουβοί. Και βλέπω την Αγάπη μου νάρχεται γελαστή κι αθόρυβη. Διαβαίνεις σαν φώς απάνω από την ψυχή μου. τ’ αργοκίνητα μάτια. το χέρι Σου απάνω στα μαλλιά μου κόσμοι απόκρυφοι ανοίγονται μέσα μου και μια άνθιση μυστική κρίνων και ρόδων και κισσών ανθεί και πλέκεται γύρω στους στοχασμούς μου. σ’ όλες αυτές τις χυδαίες επαφές της ζωής να μιλήσω Σ’ Εκείνη. τα μεγάλα Σου. Κι εμείς πηγαίναμε γρήγορα γρήγορα . Ήταν νύχτα και τα σπίτια αρχιζαν να κοιμούνται. Κι ακούω σαν πυρωμένο σίδερο τα χείλη της να κολλούνται στα μαλλιά μου. σιγά.η θάλασσα απέραντη μπροστά μας. Κάτι βαρύ επλάκωνε τα στήθη μας. μέσ’ από τα φυλλώματα τα πυκνά των πόθων μου να προβαίνεις λιγερή κι αμίλητη και με περίσσια χάρη και τα όνειρα μου στρώνονται και γονατίζουν χαμαί και Σε κυττάζουν. Κάποιο προαίσθημα ίσως. μέσα στην αγκαλιά Σου από την αγάπη κι από τον φόβο! 20 Ιουλίου Ήλθεν απόψε γελαστή και χαρούμενη και με πήρε περίπατο.

κι είδα μια νύχτα απέραντη. σιωπηλή. μια απέραντη λύπη ένοιωσα μέσα μου κάτι τι να γέρνει πληγωμένο κι ώμορφο και ν’ αρχινά να κλαίει. Σαν δυο μενεξέδες ζωντανοί φαινόντανε τα μάτια της μέσα στη νύχτα. Σαν πληγή. βρέθηκε ζωγραφισμένη απάνω στα στήθη της. και γιατί φέρνουν βαρειοφορτωμένα λύπες στην ψυχή μου . ένα μυστήριο και μια χλωμάδα άγνωστης δυστυχίας πλανάται γύρω της και γλύφει το κορμί της. Κι όταν. ω Δύστυχη. Θέλω να ιδώ. Εκείν ηήταν ώμορφη. Σαν ανθος πελώριου κρίνου έγερνε το σώμα της λευκό. παρθενικό κι ανήξερο η γύρις των λουλουδιών ακολάσταινε μέσα στα φύλλα. κάποιος όλεθρος ήταν εκείέκέϊ και παραμόνευεν. εκεί πέρα. 27 Ιουλίου Είμαι ανήσυχος. Θα σκεπάσω με το χέρι μου τα χείλη της να μην τα βλέπω. κανείς δεν θα μας ακούει. κάτω από τα φτερά τα μαύρα. 2 Αύγουστου Όχι.Εγυρίσαμε πίσω αμίλητοι και λυπημένοι. Θάμαστεν οι δυο μονάχοι. Φοβούμαι για την πάλη τη γιγάντια που γίνεται πίσω από το μέτωπο μου. ήταν νύχτα κι ήμαστε μονάχοι κι ανατρίχίασ’ από φόβο κι απ’ αγάπη. Αναστέναζαν τα δένδρα γύρω κι έβλεπα μπροστά μας τα φύλλα των ρόδων να μαδούν.. όχι δεν είδες τίποτε ω Δύστυχη ! τώρα το νοιώθω. σαν μεγάλη σταλαγματιά αίμα. έγυρες τα χείλη κι έγυρες το κορμί Σου στ’ άγρια χάδια των πόθων μου κι όταν χλωμή εκυλίστηκες κάτω στα ξεφυλλισμένα ρόδα. ναι. Κι όταν εγονάτισα μπροστά της κάποια φωνή πληγωμένου κι ετοιμοθάνατου εβγήκε από την καρδιά μου ανέβηκε κι εξέσκισε τα στήθη μου κι έριξε απάνω στα χείλη μου την αιώνια οδύνη των αιωνίων λέξεων: Σ’ αγαπώ. Θα κρύψω το μέτωπο της και τα μαλλιά της και θα σκεπάσω το σώμα της όλο με όλο μου το σώμα και θ’ αφήσω μόνον ανοιχτά τα μάτια της και θα σκύψω και θα ιδώ. τώρα το νοιώθω. Κάτι έσπασε μέσα μου. Φοβούμαι γι’ αυτή. Κάθομαι να εργασθώ και το χέρι μου πέφτει κουρασμένο και τα μάτια μου κλειούν και συλλογούμαι. Ναι. Κι όταν εχωρίσαμε κι έσκυψα στα μάτια της και είδα όλη την αγωνία μου . Θάναι βράδυ και θα σιμώσω το κεφάλι της στο φώς και θα ιδώ. όταν πρωτογονάτισα μπροστά της κάτω στον κήπο.ήρεμη. Κι έγυρα και Σε κύτταξα χλωμή κι ευτυχισμένη στα πεθαμένα ρόδα. στα μυστικά φυλλώματα. Ναι. Κι άπλωσες τα μπράτσα Σου γύρω στον λαιμό μου κι ένοιωσα κάποια δύναμη και κάποια ειμαρμένη να με τραβά δεμένο κι ανίσχυρο κι ευτυχισμένο. Μια φρίκη εχύθηκε στον κήπο κι ο θρήνος των ρόδων ακούστηκε στην καρδιά μου. Τεντώνεται ο νους μου υπέρμετρα και φοβούμαι. Ω. Φοβούμαι να τα βλέπω. Ναι. Τί καράβια είνε λοιπόν εκείνα που πλένε μέσα στις θάλασσες αυτές.. . θύμα του Πόνου και της αγάπης. πρέπει να δοθή ένα τέλος ! Φοβούμαι πως θα τρελλαθώ. απάνω στο πανί και μια παπαρούνα κόκκινη. Εκεί πέρα στο μαύρο μυστήριο των φυλλωμάτων ανορθώθηκε κι ετέντωσε τα μεγάλα φτερά του ο κακός δαίμονας της νύχτας κι από τα χείλη του εβγήκε κι έσπασεν απάνω μας κι εγέμισε τον κήπο συριστικό κι απαίσιο και θανατηφόρο το γέλοιο του. μια κομάρα αιχμαλώτισε το σώμα μου και την ψυχή μου όλη. Τώρα που θάλθει θα λύσω το μυστήριο. πρέπει να δοθή ένα τέλος. Σήμερα το πρωί εκάθισα να εργασθώ κι ένα σκίτσο γυναίκας εβγήκεν από το χέρι μου κι απλώθηκεν.

Τίποτε λογικό δεν μπορώ να συναρμόσω και να δημιουργήσω. ήρεμη .Όταν έτελείωσε το κομμάτι κι αρχισεν η σιωπή κι εμπήκαν πυκνότερες οι σκιές στο δωμάτιο. Τα χείλη της ήσαν κόκκινα. 4 Αυγούστου Ω η μυστική αγωνία και το σπαρτάρισμα του κορμιού Σου απάνω στα σεντόνια ! Είχες την αγωνία των θυμάτων που σέρνονται στον βωμό. Κι όταν το χέρι της εχάϊδεψε το μέτωπο μου η σκέψη μου ησύχασεν.σαν διάφανο νερό που κυλά μέσα στο βελούδο το ειρηνικό της χλόης. Ανοιξε τα χείλη της.είχα. Τί σχέση έχει αυτό μ’ Εκείνη. μα σαν ρόδο μεσανοιγμένο που λες και χαιρετά τον διαβάτη και του χαμογελά. σαν ένα όργανο χώριο από μένα .υποτάχτηκε στο παντοδύναμο κι ολόλευκο χεράκι κι εχαμογέλασεν. Οι γραμμές πάλιν οι εξωτικές και τα χρυσάνθεμα και οι σταγόνες . την είδα να σκύβει αμίλητη κι ευτυχισμένη και να κολλούνται τα χείλη της απάνω στα χείλη μου . Λες κι έβλεπες ρόδο να μιλεί. όχι σαν αίμα. Έσκυψα στα γόνατα της .. Και στα μάτια Σου λιποθυμούσαν τα νερά των αιωνίων πόθων. Κι έτρεξα κι εσκέπασα το σκίτσο το πρωινό να μην το ιδεί..σαν να μην είχα πλεια τίποτε να ελπίσω και να χαρώ .κι όταν εχωρίσαμε κουρασμένοι κι ευτυχείς κι αμίλητοι κι έμεινα μόνος.κι άμα έτελείωσα. Όχι αγάπη μου. τέτοια ηρεμία και τέτοια νέκρα στην αγάπη . Άκουεν Εκείνη κι εχαμογελούσε.ένα ελατήριο που άγγισα και άρχισε να παίζει. Χθες άρχισα να ζωγραφίσω Εκείνη κι εσχεδίασα το κορμί της πεσμένο όπως τώδα προχθές τη νύχτα .της έχαμήλωσα το κεφάλι και της ετραγούδησα την αγάπη μου.των αιμάτων πετιούνται κι οργιάζουν κάτω από το χέρι μου. είδα . ΄Ώμορφη και ντροπαλή και παρηγορήτρα.και το κορμί της όλο ανατρίχιασε κι έγυρε . Τα μάτια της ήσαν μαλακά σαν βελούδο κι απάνω τους εξάπλωσεν η ψυχή μου κι αναπαύθηκε. Αδύνατσν να εργασθώ. ζωγραφίσει ένα πελώριο . μέσα στη νύχτα.σαν δυο παράξενες κι αίματωμένες βδέλλες που πιπιλίζουν τις ψυχές. μια οδύνη απέραντη ανέβηκε μέσα μου . Άκουα κι εγώ κι εζήλευα τέτοιον έρωτα. 10 Αυγούστου Πηγαίνω κι έρχομαι σαν τρελλός μέσα στο ατελιέ μου. Κι ήσαν τα φιλιά μας ανατριχιάσματα προαισθημάτων κι ήσαν ψυχομάχημα χαράς και κατρακυλίσματα αρμονικά όλης μας της ευτυχίας και θρήνος απαρηγόρητος όλων μου των ονείρων.μια ηρεμία σαν προανάκρουσμα απαλό της ευτυχίας του θανάτου εκύλισε μέσα μου. μόνος. έπαψε να ουρλιάζει . Αν ειργάστηκα σήμερα.σαν νάμουνα μόνος. Εσένα συλλογιζόμουν. Δεν μπορούσα να σκεφθώ. Ετραγουδούσεν η καρδιά μου την αγάπη χωρίς ν’ αντιλαμβάνομαι τί λέει. Αγάπη ήρεμη. Μια τρέλλα κι ένα δηλητήριο εχύθηκε στο κορμί μου και την άρπασα κι ένοιωσα την απαλάδα των στηθιών της απάνω στα στήθη μου .3 Αυγούστου Ήλθε. Μια νέκρα .

Να λάβει οίκτο για μας και έλεος για μας τους δύστυχους που αγαπούμε . και κρατεί στο στόμα του ένα ώμορφο.. κυρτώνεται κάτω από τα χείλη μου και με σκεπάζει όλο σε απέραντο βελούδινο χάδι. ενώνω τα χέρια μου από πάνω Σου και προσεύχομαι στη μεγάλη Δύναμη που σκοτώνει. απόψε πάλι. με μύριους ελιγμούς. ω άγρια Απόλαυση ! θερμό και μαλακό το αίμα Σου να τρέχει από τα χέρια μου. αλλά ένας όφις πελώριος που τρέχει κάπου εκεί πέρα. Εκοιμώσουν κ’ ήμουν γερμένος και Σε κύτταζα και χαμογελούσα.ή κανθαρίδα των φιλιών.και να μας στείλει τώρα πούσαι χλωμή κι ακίνητη και κουρασμένη τον Μεγάλο Παρήγορο.. τον αδελφό της Αγάπης.. κι απάνω στα ξέπλεκα μαλλιά Σου να χύνω την ψυχή μου. σαν τις φωνές εκείνες και τις κατάρες π’ ακούω κάποτε τη νύχτα να βγαίνουν από τ’ άστρα που ψυχομαχούν. ω Πεθαμένη μου Αγάπη.Μου έρχεται να Σ’ αρπάσω από τα μαλλιά και να βάλω το χέρι μου απάνω στο εξόγκωμα εκείνο του λαιμού Σου που ανεβοκατεβαίνει και να σφίξω. Κοιμάσαι και χαμογελάς. αγάπη μου. Θάναι από την κούραση και την αγάπη. Στα χείλη Σου κυλιέται κι ανατριχιάζει. σαν να ζητά να πνίξει κάποιο καράβι. μέσα από τα δάχτυλα μου. κάπου αλλού. Και σήμερα βλέπω .κρίνο κομένο και ριμένο άσπλαχνα σ’ ένα παράξενο με μύριους ελιγμούς ποτάμι. Θα εξογκωθούν οι βολβοί των ματιών Σου και θάναι απόλαυση η αγωνία της φωνής Σου . Κάτω από τη νωχρότητα των βλεφάρων Σου και πίσω από τα ματόκλαδά Σου τα μεγάλα σκύβω και διακρίνω τα μάτια Σου μουσκεμένα από την αίγλη και τη νοσταλγία των απολαύσεων. αγάπη μου. Τί έχω . 11 Αυγούστου Ω το θαύμα των σαρκών Σου πανώρηο ριμένο στο κρεββάτι ! Και τα βαρειά Σου βλέφαρα τα φορτωμένα πόθους ! Ω το αστραποβόλημα του κορμιού Σου μέσα στα σκότη ! Θάθελα ρόδα να μαδήσω και κυπαρίσων κλώνους και να σωριάσω λούλουδα και προσευχές και θρήνους και να Σε ρίξω μέσα! Και να σκύβω αιώνια από πάνω Σου. Θα Σε σφίξω με τα δυό μου χέρια απάνω στο εξόγκωμα του λαιμού Σου που ανεβοκατεβαίνει και θα ιδώ πόσο ώμορφα θα κυρτωθή και θα τυλιχτή απάνω μου ο όφις του κορμιού Σου. Γιατί να τρέμει. και ν’ απολαύσω τον Πόνο Σου ω Πολυαγαπημένη. ω Ακόρεστη.δεν είνε ποτάμι. Εκοιμώσουν και Σε κύτταζα κι άναβαν μέσα μου πόθοι παράξενοι. Σε σφίγγω και το κύμα σπαράσσει αιχμαλωτισμένο στην αγκαλιά μου. και να ιδώ τα μάτια Σου πώς θ’ ανοίξουν άξαφνα τρομαγμένα και τί χρώμα θα τους δώσει η φρίκη και να ιδώ τα χείλη Σου τί θα τα κάμεις.. Έτσι που Σε βλέπω τώρα. πελώριο κρίνο. Θα στρυμωχτής εκεί στη γωνιά του κρεββατιού και θα παρακαλέσεις και θα νοιώσω. η φωνή μου δεν τρέμει.. σαν να ζητά να πνίξει και να φύγει.σαν ροχαλητό θανάτου. κουρασμένη και πανώρηα κι ακίνητη. Μα τίποτα. και να πέφτει απάνω στα λευκά σεντόνια και να στάσσει κάτω απ’ τις δαντέλλες. . να Σ’ αρπάξω με τα φτερά των ασμάτων μου και την παντοδυναμία των επιθυμιών μου και να πάμε αλλού. Όχι. Γιατί είμαι χλωμός . κύμα σαρκών που φουρτουνιάζει Στην απόκρυφη καταιγίδα της ηδονής. αγάπη μου. Κοιμάσαι και χαμογελάς. την αιώνια Χαρά και την αιώνια Ηρεμία.. κι απάνω στα στήθη Σου εξογχώνεται κι ανεβοκατεβαίνει ένα κύμα μεγάλο.

Κάποιος μ’ έκοψε τη νύχτα όλη τη δύναμη της νηότης μου. Κι επάλεψα απελπισμένος. Ω Πολυαγαπημένη ! μην κλαις η αγάπη μου είνε άγρια και έκφυλη μα είναι αιώνια. ευτυχισμένοι.. Έπιασε το κεφάλι μου και μ’ έσφιγγε στα στήθη της σιωπηλή και κάτι ψιθύριζαν τα χείλη της. Ένα γέλοιο άγριο εξέσκισε την καρδιά μου.Μην κλαις. Α. από το κλάμα ίσως. μια αγάπη κι ένας οίκτος εγλύστρησαν μέσα μου κι εμαλάκωσαν τα λόγια μου. Είμαι σαν δένδρο που τόδερναν όληνυχτίς οι βροχές κι οι καταιγίδες.το κρασί της αγάπης έμέθυσε την ψυχή μου. Μην κλαις. Ένας οίκτος. Και συλλογούμαι τώρα μ’ αγωνία και μ’ ανατρίχιασμα φόβου. «Ηθελα να ζήσω και μ’ έκαμε γίγαντα ο πόθος της ζωής. 15 Αύγουστου Είμαι χλωμός κι εξαντλημένος και κοίτομαι ακόμα στο κρεββάτι και προσπαθώ να θυμηθώ. μεγάλο ωσάν την αιωνιότητα κι ωσάν τη νύχτα. Δεν είπα τίποτε.. Σα νάβλεπα αηδόνι να μπαίνει σε φωληά γερακιού. Γιατί είσαι χλωμή. Α δύστυχη.δεν ξέρω κι εγώ που. Κάποιος μου σίμωσε τη νύχτα κι είχε τον ανήλεο πόθο του θριάμβου μέσα στα μάτια κι είχε στα χέρια του απάνω τη δύναμη που πέρνει τις ψυχές. ώμορφοι. . τί είπα μέσα μου! Μου έφερε κρίνα μιαν ανθοδέσμη. Το σφίξιμο το δυνατό νοιώθω ακόμα γύρω στο κορμί μου και λαβωματιές θαρρώ εσκόρπισαν απάνω μου τα χέρια του. Τρεμουλιαστή και ώμορφη. Το κρασί της αγάπης .. Ένα άρωμα βαρύ ανέβαινε από τη σάρκα της θερμό και άσεμνο κι έμπαινε στο κορμί μου. Θα ξαπλωθούμεν εκεί οι δυό μας αμίλητοι. Ποιος ήταν λοιπόν αυτόςό Αγγελος πούλθε τη νύχτα στ» όνειρο μου κι εξάπλωσεν απάνω μου τα φτερά του . εκεί όπου αιώνια χαρά ανατέλλει μέσ’ από τ’ ακίνητα κι απόκρυφα νερά. με κοκκινισμένα μάτια. Θα κολλήσω τα χείλη μου απάνω στα χείλη Σου και θάναι αιώνιο το φιλί και θάμαστε ξαπλωμένοι απάνω στο χώμα και οι νύχτες θα περνούν από πάνω μας και τα ρόδα θα μαδούνε και θα πέφτουνε τα φύλλα και το φιλί μας θάναι ασάλευτο. παρακάλεσες τον Θεό για μένα . Εκοιμώσουν κι εσκορπούσα το τραγούδι της αγάπης μου απάνω στα βλέφαρα Σου και στα κλειστά Σου χείλη. Όχι. αγάπη μου. Δεν μπορώ να κινηθώ. Φοβούμαι πως ήταν προσευχή. εμπήκεν απόψε στο δωμάτιο μου. δεν έκλαψες . Ω πόσο μ’ έσφιγγεν ο Αγγελος που δεν είχεν οίκτο και δεν έχει έλεο και λάμπουν μέσα στα μάτια του οι άγριες αναλαμπές των νικών ! Νοιώθω ακόμη απάνω μου. απάνω στα χείλη μου και στα βλέφαρα και στα μαλλιά και στους ώμους μου. νάξερες. Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο άγγελος πούλθε τη νύχτα στ’ όνειρο μου κι εξάπλωσεν απάνω μου τα φτερά του και μούπε να παλέψομε . 12 Αύγουστου .. την αναπνοή του την άγρια και θερμή σαν τις βαθειές αναπνοές των άμμων της ερήμου.

Θέλω να ιδώ τί λένε οι αγγελοι την ώρα που κατεβάζεις τα βλέφαρα φορτωμένα από φιλιά και πώς ναυαγούν και σπούνε τα καράβια στην τρικυμιά την άγρια που σηκώνει στα μάτια Σου η καταιγίδα των επιθυμιών μου. το αίνιγμα της ευτυχίας και το μυστήριο της γαλήνης . Εκεί φωληάζει. Δεν μιλεί.και θα σμίξω τα χέρια μου και θα προσευχηθώ. Θέλω την κοινωνία του κορμιού Σου απόψε.Κι εκεί μόνος με την ψυχή μου την αμέρωτη ν’ αντικρύσω τον ουρανό. Λειτουργός του Αληθινού Θεού θα προσφέρω θυσία απόψε και θάναι ναός το σώμα Σου και ύμνοι τα παραληρήματα μας κι έκσταση θρησκευτική και υπερκόσμια η κομάρα μετά την ηδονή μας.ω απέραντη θάλασσα και Γαλήνη ! Ω Μην κλαις τα μάτια Σου όταν Σε φιλώ. 24 Αυγούστου Ω να Μην αγαπούσα τίποτε. Το άδυτο και το άγιο Βήμα της σάρκας Σου ποθώ. Και όταν εξαντλημένη γύρεις μεσ’ στα λευκά σεντόνια και αποκάμουνε τα μπράτσα Σου να σφίγγουν θάλθω να γονατίσω μπροστά Σου. Ω !να Μην αγαπούσα τίποτε καίνά χόρταινα τη νοσταλγία τη μεγάλη που νοιώθει για την έρημο η ψυχή μου ! . αγάλια μόνο γλυστρά και χάνεται μέσα στην ψυχή Σου . ω Εκλεχτή της ψυχής μου. την ψυχή μου στα χρώματα που οργιάζουν κάθε βράδυ κι ακολασταίνουν κάτω στη δύση. Και θ’ ανοίξω έπειτα τα μάτια Σου και θα διαβάσω μέσα εκεί στα γαλανά των βάθη το μυστήριο που μου κρύβεις.γεμάτοι Θεό .Της είπα να σωπάσει. Στα μάτια Σου πλένε μεγάλα καράβια ξεκινημένα από αλλους κόσμους φορτωμένα με φώς και με λευκά τραγούδια και με κρίνα μυστικά.πέρα Στην έρημο . να μη μισούσα τίποτε και να πήγαινα μακρυά από τους ανθρώπους και κοντά στα θεριά . καο Σε παρακαλώ. Να δυναμώσω τη σκέψη μου με τη θέα της απέραντης ερήμου και να γενώ στοιχείο της καταιγίδας κι ένα φύσημα του σιμούν και να ενωθώ με το αμίλητο πνεύμα της έρημου και να βαφτίσω βάφτισμα φωτιάς. Οι σκέψεις Σου σαν ήμερα κρίνα γέρνουν και συλλογούνται στις ατάραχτες λίμνες των ματιών Σου.καθρεφτίζονται και κρυφομιλούν στα νερά των ματιών Σου. 22 Αύγουστου Γονατίζω μπροστά Σου. το νοιώθω. δεν γελά. Σκύβω απάνω των και κυττάζω. αγάλια. Πού βρίσκονται λοιπόν τόσοι κόσμοι σιγής και γαλήνης που πλένε και χαμογελούν στα μάτια Σου τα μεγάλα . εμάδησα τα κρίνα κι Εζήτησα τα χείλη της. ω Αγία Τράπεζα της ηδονής . Ένας αγγελος λευκοντυμένος στέκεται Στην πλώρη μ’ ανοιγμένα τα φτερά.που χύνεται στις λίμνες το βράδυ όταν αναλύεται το φώς πέρα στη δύση και σκεπάζει τα νερά. Θα μεταλάβω όλων Σου των κινημάτων και όλων Σου των κυρτοτήτων και όλων των μυστηρίων του κορμιού Σου. Δώσε μου από την αχάραχτη γαλήνη που κοιμάται και χαμογελά στο μέτωπό Σου κι από την ηρεμία τη μεγαλόπρεπη των κινημάτων Σου κι από το σεληνόφως που σκορπά ήρεμη και λευκή και βασίλισσα των νυχτών η ψυχή Σου. Παράξενοι ουρανοί χωρίς βροντές και νέφαλα μόνο γεμάτοι φώς κι αρμονία . Σκύβω στα μάτια Σου τ’ αμίλητα και Σε παρακαλώ.

Η θάλασσα θα τραγουδεί ακόμα το πολύτροπο τραγούδι της και τα δένδρα αποπάνω θα ψιθυρίζουν και θα τρέμουν στον αέρα και θ’ ανθούν και θα στενάζουν στα χτυπήματα του |υλοκόπου. Όλα θα κινούνται και θα υποφέρουν και θα φωνάζουν αποπάνω μας και μόνοι εμείς ήσυχοι. ένα ψιθύρισμα φωνών μόλις φθάνει ίσα με μένα.ο ψίθυρος των φιλιών δεν ταράσσει τα κόκκαλά μας εκεί κάτω. . ν’ αγκαλιάσω τη μητέρα γη και να ξεχάσω. Πόσο γελοίοι είμαστε με τα πάθη μας και τα μίση μας και την αγάπη μας ! Όταν καμιά φορά κάθομαι και κυττάζω απέναντι μου πολλούς ανθρώπουςνά περπατούν.. Η σκόνη μας σκορπισμένη χάμου θα θρέψει και θα γενεί στοιχείο του δένδρου και του βράχου και του πουλιού που τραγουδεί και του ρυακιού που κλαίει. Γιατί νάλθεις απόψε που ήμουν τόσο νεκρός . Και ξαπλωμένος κάτω από τους μεγάλους ίσκιους μέσα στο δάσος συλλογούμαι: Πόσο θάναι ωραιότερο να πάψουν όλα αυτά τα πάθη και να υποβαστά ο ένας τον άλλον. Και θα περάσουν αιώνες αμέτρητοι. Η σκέψη μας απαράλλαχτα θα γίνει στοιχείο της σκέψης των άλλων γενεών.. Άρχιζα να νοιώθω βαθειά πώς είμαι κι εγώ ένα μέρος απ’ όλο αυτό το δάσος. γεμάτη σάρκες. και το γέλοιο των κόβεται στη μέση . Γιατί τόσον εγωϊσταί . Και βλέπω τα όντα αυτά να πηγαίνουν και νάρχονται περήφανα με σηκωμένο το κεφάλι ν’ αγαπούν και να μισούν και να θυμώνουν και να γελούν και να τρέχουν βιαστικοί όλοι. Επήγα πέρα στα δάση να ξαπλωθώ κάτω από τους μεγάλους ίσκιους. Ένα βουητό ανάριο. όλοι σ’ ένα απέραντο σιωπηλό κι αχόρταγο λάκκο. ένας κορμός που σκέπτεται και περπατεί και βγάνει κλάδους και ρίχνει φύλλα και πεθαίνει. Γιατί απόψε που εγύριζα τόσον ήσυχος στο ατελιέ μου.. 25 Αυγούστου Μεσάνυχτα Τί ήθελε. στα βάθη των κοιλάδων και η τελευταία μάννα θα γεννήσει το τελευταίο παιδί και ο λυγμός της ανθρωπότης και του κόσμου θ’ αντηχήσει σαν βλαστημιά και ούτε κάν θα ταράξει τα άλλα άστρα που θα κυλούν ήρεμα στους ώμορφους κι όλο χαμόγελο ουρανούς. Τα πάθη δεν φθάνουν κάτω στο χώμα. Και βλέπω να πέφτουν ένας. μια γαλήνη σαββανώνει και τυλίσσει απαλά. απαλά. να την εύρω γελαστή και ώμορφη. Ο ανθρωπος θ’ αγαπά και τα θεριά στα βάθη των δασών θα μαυγγρίζουν από την αγάπη κι από τη πείνα. να του βγάνει κάθε εμπόδιο από τη στράτα και να τον σπρώχνει ήρεμα και σιγά κι ανώδυνα κι ευτυχισμένον στον τάφο. Ένα κύμα του πόταμου που γεννάται και τρέχει πότε με κλάμμα και πότε με τραγούδι κάτω στη θάλασσα για να πεθάνει. με σταυρωμένα χέρια κάτω στην γη θα περιμένομε. Και θάλθουν μέρες που θα τρέμουν οι ανθρωποι από το κρύο και θα στρυμόνονται και θα ζητούν ζωή και ζεστασιά γύρω στον ισημερινό. Εκεί η γαλήνη είνε αιώνια. με χείλη εξογκωμένα από το πλήθος των φιλιών. Γιατί νάμαστεν αιώνιοι . Τα μεγάλα δένδρα αποπάνω μου και τα βουνά απέναντι έπνιγαν το εγώ μου κι εκμηδένιζαν τον πόνο και την χαρά μου. Είμαι ήσυχος. Σαν μερικά έντομα γεννηθήκαμε για να φιλήσομε και να πεθάνομε. να τον παρηγορεί γιατί ζή.πέφτουν σαν τις σταγόνες τη βροχή απάνω στη θάλασσα. την ψυχή μου. ένας. πολύ μακρυά και κυττάζω. ακίνητοι. θαρρώ . ανάριο.25 Αυγούστου πρωί.βρίσκομαι μακρυά.

σιγά.. Ω αγάπη μου! Σ’ αγαπώ και φοβούμαι. Είδα το σώμα Σου να ξεδιαλύνει λευκό μέσα στη νύχτα.απάνω στα χείλη Σου κι απάνω στις ανατριχίλες των . κλειούμε τα παράθυρα και τις πόρτες και σβύνομε το φώς κα κατεβάζομε τις κουρτίνες και μένομε μόνοι ολομόναχοι στα βάθη του κρεββατιού και την κυττάζω μέσα στα μάτια και την αρπώ από τη μέση και την κυττάζω. 26 Αυγούστου Ω Δύστυχη κι ανήξερη αγάπη νάβλεπες τι κρύβω στην καρδιά μου! Έφυγες χθες μεσάνυχτα κι ήσουν ευτυχής και κουρασμένη.τη δίψα της ψυχής μου πλειότερο παρά του κορμιού . Ννα κλείσομε τα παράθυρα γιατί φοβούμαι. θέλεις φιλιά. Και μου φαίνεται περίεργο πώς δεν φωνάζει και δεν καλεί βοήθεια και πώς δεν πεθαίνει από τον τρόμο της απάνω στα σεντόνια. Κι ήμουν απαρηγόρητος κι όταν Σ‘ έχασα μέσα στη νύχτα δεν ξέρω γιατί κατέβηκα στον κήπο κάτω κι εμάδησα όλα τα ρόδα. Θέλειςνά μάθεις γιατί είμαι ωχρός. να χάνονται και τη λευκότητα Σου είδα να σβύνει. Σα νάναι μια φτερούγα ολόμαυρη που ανοίγεται γιγάντια κι απλώνεται απάνω από τα κεφάλια μας. ό. ω Δύστυχη.. Και πώς μπορείς νάσαι ήρεμη και ν’ αγαπάς . Τρελλός ! Με νομίζεις τρελλό. Βλέπεις . όλο Σου το παρελθόν και το παρόν και όλο Σου το μέλλον και να σμίξομε μαζί και να κρυφτώ στο κορμί Σου και να χαθώ και να μη βλέπω. γιατί φοβούμαι. Ω Δύστυχη. αγκαλιασμένοι. γιατί φοβούμαι. Ω κρύψε με και θέρμανέ με και φίλιε με. δεν αισθάνεσαι αποπάνω μας το μεγάλο προαίσθημα του Θανάτου .τι βλέπουν οι τρύπες των ματιών που ολημερίς κι οληνυχτίς κυττάζουν κάτω στο χώμα. Σ’ εκύτταζα απαρηγόρητος όταν έφευγες . 2 Σεπτεμβρίου Πηγαίνομε μαζί. Γιατί είμαι ωχρός .. Τώρα γυρίζω από τους τάφους. Μ’ εννοείς . δώσε μου την ψυχή Σου και δώσε μου τα χείλη Σου να τα φαρμακώσω απόψε. Και τα μέτωπα σαν νάναι κρύσταλλο και βλέπω τον μηχανισμό των σκέψεων και τα ελατήρια όλα και όλη τη φρίκη. ω εκλεχτή μου. Και ήλθα να Σε φιλήσω και να Σε κυριαρχήσω όλη. Έλα. όλη. Έχω καλήτερα μάτια από Σένα. Να μη βλέπω τον μεγάλον ίσκιο που κάθεται αποπάνω μου και σκοτεινιάζει την ψυχή μου. γυρίζομε στο σπίτι μαζί. αγάπη μου.. Θέλω να μου δοθής όλη. ακουσα τα βήματα Σου σιγά. γέρνει μ’ εμπιστοσύνη απάνω μου. αγάπη μου. Όταν Σε σφίγγω και Σου ζητώ το μυστήριο της σάρκας Σου και ζητώ να κορέσω τη δίψα . δεν ένοιωσες λοιπόν ακόμα ποιος είμαι κι όταν μένομε μόνοι. Φοβούμαι τα άστρα που γελούν εκεί πάνω και πεθαίνουν και τα λόγια φοβούμαι που λένε τα δένδρα.Α! θέλεις φιλιά. Η γσ σαν νάναι γυάλινη και βλέπω όλα τα κόκκαλα κιόλους τους νεκρούς με σταυρωμένα χέρια να κοίτονται και να σαπίζουν. Θα Σου πω τα μυστήρια των τάφων και θα Σου δείξω. Είμαι νεκρός. Όχι.ήμουν στο παράθυρο κι εκύτταζα.

Ω γύρισε. Γαλάτεια. σταλαγματιά. Κάποιος κόρος πελώριος Σε περικυκλώνει. κι επικαλούνται τον Θάνατο. Αφότου Σ’εγνώρισα μια μυστική λειτουργία τελείται ολημερίς κι οληνυχτής μεσ’ στην καρδιά μου. Εκεί πάνω έστησα το είδωλο Σου. Ξέρω ένα γιατρικό που γιαίνει κάθε πόνο. τον Πόθο τον Μεγάλο. 10 Σεπτεμβρίου . Στην αιώνια γαλήνη και την αιώνια ωμορφιά . 5 Σεπτεμβρίου Στα βάθη των σκέψεων μου τα πλειό μυστικά κι απόκρυφα φεγγοβολεϊ το άγιο Βήμα της ψυχής μου. Κάτι κλαίει στα φιλιά μας και κάποιο τρίξιμο πεθαμένων κοκκάλων γροικιέται στ’ αγκαλιάσματα μας κι ένα νεκρώσιμο συντροφιάζει τα χτυποκάρδια της αγάπης μας. γύρε από τον στηλοβάτη Σου κι έλα να Σε δηλητηριάσω όλη με τα χείλη μου και να Σου στάξω μέσα σταλαγματιά. στη μαρμαρωμένην ομορφιά του θανάτου πριν το κύμα Σε σκεπάσει όλη. 6 Σεπτεμβρίου Πες της ψυχής Σου να γονατίσει κοντά μου και πές της ν’ ανοίξει μ’ ευλάβεια τα χείλη της και να περιμένει : Το άγιο Δισκοπότηρο της αγάπης κρατεί στα χέρια του ο Άγγελος της Οδύνης και διατρέχει τους κόσμους και μεταλαβαίνει τις ψυχές. Ω Γαλάτεια! Γονατίζουν όλες μου οίσκέψεις κι όλα μου τα όνειρα κι όλες οι ανατριχίλες του κορμιού μου μπροστά στο Είδωλο σου .στα βάθη της ψυχής μου. Κάτι κλαίει μέσα μου. Ω αγάπη μου.που όποιος το πιει δεν διψά πλειά ποτέ του. Και οι σκέψεις μου σαν λαμπάδες ανάβουνε και λυώνουνε στα πόδια Σου. Το πένθος το Μεγάλο και τη Μεγάλη Νοσταλγία του Νιρβάνα όπου τα κάλλη είνε αιώνια και ο ύπνος γλυκύς κι ασάλευτος κι η ηδονή της Νύχτας δεν φαρμακιόνεται από τη πίκρα της αυγής. Τα όνειρα μου εκστατικά γονατίζουν μπροστά Σου και λειτουργούν. Ξεψυχούν οι πόθοι μου στα πόδια Σου κι ανεβαίνει η λαχτάρα όλου μου του κορμιού σαν θυμίαμα γύρω στις λευκότητες Σου. κάτι κλαίει μέσα μου και Σε παρακαλεί να κλείσεις τα μάτια Σου και να Μην ξυπνήσεις πλειά. ω Γαλάτεια ! Να γυρίσεις πάλι στη νεκρήν ακινησία των μαρμάρων. ξέρω ένα αθάνατο νερό . ω Πολυαγαπημένη. Όλα μου τα νεύρα και όλοι μου οι στοχασμοί αφότου Σ’ εγνώρισα έμαθαν να προσεύχονται. ω Πολυαγαπημένη.σαρκών Σου νοιώθω απομέσα Σου ν’ αναβαίνει μέσα μου και να κλαίει ο απέραντος πόθος του Θανάτου.γιατί φοβούμαι. και Σε παρακαλεί όταν είναι ακίνητη και χλωμή πάνω στο κρεββάτύ και κλείνεις τα μάτια Σου για ν’ απολαύσεις πλειότερο. πριν οι ρυτίδες βεβηλώσουν το μέτωπο Σου το αχάραχτο. Κάποιο κύμα οδύνης φουσκώνει κι ανεβαίνει στην καρδιά μου και μουγγρίζει κι απειλεί τριγύρω Σου. Η αγάπη μου Σου πλέκει τον ακάνθινο στέφανο στο κεφάλι και η οδύνη μου απέραντη κι ασάλευτη Σου είνε στηλοβάτης. Και γονατίζω όλος μπροστά στο άγαλμα Σου πού στέκεται και φεγγοβολεί στα άγια των αγίων της ψυχής μου και γονατίζω όλος και προσεύχομαι στους μεγάλους Θεούς.

Λυγίζει από την αγάπη η ψυχή μου. Και παράξενα φτερά. Τάστρα προβαίνουν στον ουρανό και χαμογελούν και οι απλοϊκές ψυχές τα κυττάζουν και με τη παντοδυναμία της προσευχής ανοίγουν τα φτερά των κι εκείνες και βρίσκουν έκεί απάνω στις αχτίδες των φωληές. Πάνω από το βουνό θα προβάλει τώρα το φεγγάρι χλωμό και ήρεμο και σαν μάτι φιλόστοργο κάποιας αγνωστης Μητέρας θ’ αγρυπνεί στον ύπνο των παιδιών της. αλάφρωσε την ψυχή μου από τη πλημμύρα κι από τον πόνο. σιγά. Και η ηρεμία του δειλινού χύνεται απάνω στα δένδρα και φιλεί τους βράχους και γλ. Έλα να μη φιληθούμε απόψε ολόνυχτα . σιγά. Και κάποιες σταλαγματιές. πούχουν στεγνά τα μάτια και γεμάτα δάκρυα την καρδιά.. Σαν ακοίμητο καντύλι μπροστά στην εικόνα του Θεού. Τα δάκρυα σωρειάστηκαν απάνω Στην ψυχή μου χρόνια και χρόνια τώρα.να κλάψομε μόνο. 20 Σεπτεμβρίου Μια φλόγα καίει μέσα μου. απλώνουν τα φτερά των τα πουλιά κι αργοπετούνε στις φωληές. απλώνονται μπροστά μου. Όλα σωπαίνουν. σαν άγριου πουλιού φτερούγες. Πνίγομαι ω Δύστυχη και ω Αγαπημένη ! Έλα κάμεμε να κλάψω απόψε απάνω στο κρεββάτι. Για τα λουλούδια που ανοίγουν και μαραίνονται.και μουγγρίζει γύρω Σου και Σε παρακαλεί. Και η γαλήνη της θάλασσας και των δένδρων η σιγαλιά και τ’ άστρο μπαίνουν μέσα στην καρδιά μου.σαν πλημμύρα . αγάλια. Και συλλογούμαι. για τα μεγάλα μέτωπα και τα μεγάλα φτερά με τις μικρές φωληές. . Η νύχτα μπαίνει μέσα στην καρδιά μου. Ένα δάκρυο της ψυχής μου ανεβαίνει γύρω Σου και Σε παρακαλεί. γλυστρά πίσω από το βουνό και γύρω του σύννεφα χρυσά και κόκκινα πλέκουν την εσπερινή γαλήνη απάνω στα νερά. για τα βουνά πούναι αιώνια για τους Θεούς που έρχονται και πεθαίνουνε στην γη. Κάθομαι στον λόφο και κυττάζω μπροστά μου και συλλογούμαι. Και νοιώθω σιγά. 15 Σεπτεμβρίου Έλα να κλάψομε μαζί.Πηγαίνω κι έρχομαι κάποιον περιμένω. Όλα κοιμούνται κι ονειρεύονται απάνω στη γη. 16 Σεπτεμβρίου Λυγίζει το λουλούδι όταν πολλή δροσούλα του δώσει ο ουρανός. μεγάλα. Κάποιο νύχι ξεσκίζει την καρδιά μου. Ένα κύμα ανεβαίνει μέσα μου . Ο ήλιος σιγά. για τάστρα που κάτι αγωνίζονται να πουν και δεν μπορούνε. Έλα να κλάψομε για κείνους που δεν μπορούν να κλάψουν. Αγάλια. Όλα σωπαίνουν. Δεν κινιέμαι για να μη ξυπνήσω τους κόσμους των εντόμων που κοιμούνται κάτω από τα πόδια μου. μέσα μου να μπαίνει και ν’ απλώνεται η απελπισμένη ευτυχία των πεθαμένων πραμάτων. Τρέχω έξω από την πόλη κι ανεβαίνω στον Λόφο και κυττάζω μπροστά μου και συλλογούμαι.. Και πνίγομαι.υκοκοιμάται απάνω στη θάλασσα και στις κορφές των βουνών.

σαν δάκρυα και σαν αίμα στάσσουν η μια απάνω στην αλλη και λακκουδώνουν την ψυχή μου. που δεν καταδέχεται να σκύψει στον Θεό ! 25 Σεπτεμβρίου Χθες τη νύχτα όταν την κύτταζα γυμνή στο απαλό φώς του καντυλιού ένας πόθος άγριος αιμάτωσε τα στήθη μου.όλες οι πληγές γιατρεύονται και κλείνουνε τη νύχτα. Μην κλαις και μη φοβάσαι ω Πολυαγαπημένη. Όλα τα λευκά μυστήρια των γυμνοτήτων Σου που κοιμούνται και προσμένουν. . να Μην κλάψομε . Θέλω να σπεύσω.μεγάλες. Είνε ο μεγάλος Αετός της Οδύνης και είνε η ακοίμητη φλόγα της Αγάπης. Στην εξόγκωση τη πάλλευκη των στηθιών της . Όλη. Όλα να Σου τα πάρω εγώ. Μου φάνηκε πως την απόλαυσα όλη και δεν έμεινε κανένα πλειά μυστήριο απάνω της να μην το βεβηλώσω. Ραγίζει η καρδιά μου και το αίμα τρέχει μέσα μου. Θέλω να σπεύσω γιατί νοιώθω πώς πεθαίνομεν ολόενα . Μου φάνηκε πώς την απόλαυσα όλη. ίσως και προφθάσω να στραγγίσω τα χείλη Σου και τη σάρκα Σου όλη κι όλες τις ανατριχίλες που παραμονεύουν στα βάθη των λαγόνων Σου. Όχι. Κι ένοιωσα πώς δεν την απόλαυσα όλη. ανάλαφρα. Έχω μέσα μου την ίδια φλόγα που έχει κι Εκείνος και την ίδια ουσία πού έχουνε τα άστρα. Φρενηάζει η αθανασία μέσα μου και η ηδονή της Παντοδυναμίας και το μεγάλο Φιλί πο υ έχουν στις λαγόνες των οι Δημιουργοί των κόσμων. δεν θα πεθάνω πριν να Σ’ απολαύσω όλη. Παντού σε όλες της τις γυμνότητες οι δαγκαματιές των φιλημάτων μου και τα βέβηλα χάδια των χεριών μου και η όφιοειδής γραμμή που τυλίχτηκε λάγνο το σώμα μου. το χέρι Σου απάνω στο μέτωπο μου και φεύγουν τα φτερά και στέκεται το αίμα .. Κανένα φιλί να Μην Σο υ πάρει ο Χάρος. Μην κλαις .ήταν έκεί μέσα κρυμένο και τόνοιωθα να κυκλοφορεί και ν’ ακολασταίνει όλο κόκκινο μέσα στης φλέβες. Ω η γοητεία των αιμάτων ! Κι έχαμογέλασα χθες τη νύχτα. Στράτες αιώνιες που διάβηκεν ο πόθος μου. βουβές..εγώ χαμογελώ στον Πόνο μου και στα χτυπήματα του. πίσω από το δέρμα της απάνω στα βλέφαρα της.να μην καταδεχτούμε ! Κάτι αθάνατο νοιώθω μέσα μου να καίει και να χαμογελά. 26 Σεπτεμβρίου Θέλω να σπεύσω να Σ’ απολαύσω όλη. Ω Αγαπημένη μου.ήταν ρκεί μέσα κρυμένο.μα Κάποιον νοιώθω μέσα μου. Ω ! να πηδά το αίμα και να χύνεται απάνω στα σεντόνια και να σπαρταρά το σώμα της απάνω στο κρεββάτι και ν’ ανοιχτούν περίτρομα τα μάτια και να ριχτούν τα μπράτσα της μ’ ελπίδα και με φόβο γύρω στον λαιμό μου !. Κι έρχεται η νύχτα και περνάς ανάλαφρα. Φθονεί εκεί απάνω ο Θεός και εκδικείται. Άσπαστες αλυσίδες με δένουνε στην γη .μόνον ένα κόκκινο μυστήριο μου έμεινεν ακόμα.

. Και μου φαίνεται . μας σέρνει ανίκητος – του κάκου πιανόμαστε από τα λουλούδια της στράτας για να σταθούμε. έλα πλέξου γύρω μου. Νοιώθω μια ψυχή .και θα συλλάβει και θα γεννοβολήσει ρόδα κόκκινα και παπαρούνες και περιπλοκάδες και κισσούς. σφίξε με ακόμα πλειότερο.δύστυχοι εμείς που αγαπούμε . Τα λουλούδια ξεριζιόνονται κι απομένουν νεκρά στα χέρια μας κι εμείς σερνόμαστε. κάποιος δείχτης ρωλογιού εκεί πάνω προχωρεί. ίσως . 27 Σεπτεμβρίου Σε κυττάζω.να σταματήσομε λίγο. Άγρια θα περνά αποπάνω μας η γύρις των νυχτών. και σπαράσσει τα στήθη μου η απογοήτευση και η πεποίθηση πώς κάτι άλλο ζητώ. Ω πού να φύγω και σε ποιά καμπυλότητα του κορμιού Σου να χωθώ και πώς να Σε σφίξω για να μην πεθάνω – για να μην πεθάνω πριν να Σε απολαύσω όλη. πλέξε γύρω μου σφιχτά την θριαμβευτική λευκότητα του κορμιού Σου. Μη μου κρατείς κανένα μυστήριο της σάρκας Σου κρυμένο. Κάποιος ενεδρεύει Στην κώχη του κρεββατιού. 29 Σεπτεμβρίου Ω. προχωρεί και πλησιάζει η νύχτα. Ένας μαγνήτης από τα βάθη των χωμάτων μας σέρνει. Εμάλαξα κι έλυωσα το κορμί Σου όλο στη φλόγα των επιθυμιών μου και του έδωκα όλες τις καμπυλότητες των ακόλαστων εμπνεύσεων κι όλα τα χάδια των νυχτερινών ορμών και Σ’ έσφιξα. δεν θα προφθάσω να Σ’ απολαύσω όλη ! . Έλα να σπεύσομε. Και Σ’ αφίνω τότε να χωρίσεις από το σώμα μου και είμαι χλωμός κι αγέλαστος και λυπημένος. Κλείσε τα μάτια Σου και δώσε μου το χέρι Σου κι έλα να Σου δείξω όλα τα μονοπάτια τ’ απάτητα της ηδονής που ξέρω. Και θ’ ανεβαίνουν από τους νεφρούς μας τα φιλιά.έλα να σμίξομε τα χείλη μας και τις ψυχές και τα κορμιά μας με το μεγάλο δίχτυ των επιθυμιών μας. Έλα να σπεύσομε. ίσως περάσουνε στιγμές χωρίς να συρθούμαι εκεί κάτω ! Εκεί κάτω στο χώμα που παντοδύναμος μας σέρνει μαγνήτης.Βακχίδα μέσα μου ! Μη φοβάσαι. Ω αγάπη μου. Σκύφτω κι ακούω ενα δρεπάνι μέσα μου να θερίζει χάμαι παράξενα πράματα πού κλαίνε. Και η φωνή ανέβηκε μέσα μου κι ένας λυγμός ετίναξε την καρδιά μου.κάτι γλυστρά κάτω από τα πόδια μας. πώς να Σε κυττάξω και πώς να λυγίσω το κορμί Σου και πώς να σκορπίσω τον πόθο μου απάνω στη λαχτάρα Σου για να συλλάβω την ηδονή τη μεγάλη που πλέει στα μάτια Σου και γλυστρά κάτω από τις λαγόνες Σου και χύνεται αμίλητη κι ανέγγιχτη κάτω από τα μεριά Σου ! Λαχταρώ το κορμί Σου κι όταν το σφίγγω μέσα στην αγκαλιά μου και σπαρταρά και φωνάζει από τον πόνο του άγριου εναγκαλισμού κάποια φωνή ανεβαίνει μέσα μου σαν λυγμός. Κάποιο προαίσθημα σκορπάται στα σεντόνια που μοιάζουν σάββανα. δεν αισθάνεσαι Αγάπη μου. όχι. έλα. και Σ’ εκύτταξα μέσα στα μάτια – και Σε κύτταξα μέσα στα μάτια και είπα : το όνειρο μου είσαι Συ. Ω Πολυαγαπημένη ! Όχι.μου φαίνεται ώ Ακόρεστη και ω Γυναίκα πως αν σκορπίσω την αγάπη μου απάνω στην γη θα γονιμοποιηθή το στείρο χώμα .

λυπημένο. Είσαι μικρή κι αδύνατη και σέρνεσαι τη νύχτα απάνω μου και πίνεις από τα χείλη μου το φαρμάκι που στάσσω των αμέρωτων πόθων. Είσαι μικρή κι αδύνατη και μαζεύεσαι δειλά. 4 Οκτωβρίου Όταν λιποθυμά το στόμα μου απάνω στο κορμί Σου λυπούμαι τα δύστυχά Σου χείλη και τ’ αγνά Σου μάτια και το λευκό Σου μέτωπο και τα στήθη Σου που μόνο αγάπη κλειούν. Είσαι λευκή και πληγώνεις τα μάτια μου ! Και θέλω να Σε σφίξω νύχτες ολόκληρες μέσα στην αγκαλιά μου και τα ξημερώματα να βγεις αγνώριστη κι απελπισμένη με μιαν αγιάτρευτη πληγή στο μέρος της καρδιάς και με τον απέραντο πόθο του θανάτου μέσα στα μεγάλα Σου τα ώμορφα μάτια. Είσαι λευκή και πληγώνεις τα μάτια μου. δειλά. χωρίς ηδονή και χωρίς έκπληξη. αγέλαστο και λυπημένο.. κατέκτησα όλα Σου τα κύτταρα κι όλα τ’ απόκρυφα των γυμνοτήτων Σου.. Θέλω να αιματώσω την καρδιά Σου με το αίμα των πληγωμένων κι απαρηγόρητων ελπίδων και με το σπάραγμα το αγιάτρευτο των απελπισμένων στοχασμών.γιατί νοιώθω πώς τα χείλη μου είνε βέβηλα και δεν είνε πλυμένα από τα τόσα βιβλία που διέβασαν και μοιάζουν κάμπιες που φιλούν και λερώνουν τα φύλλα των κρίνων. Και θέλω να σκύψω ανίλεως και ν’ αφίσω την ψυχή μου να διαβεί απάνω Σου και να χαράξει με ρυτίδες την ψυχή Σου. ω Πολυαγαπημένη.. Τί έλεγαν τα φύλλα κάτω στον κήπο και γιατί εστέναζαν τα δένδρα κι εσμίγανε σαν απελπισμένα χέρια τους κλάδους κι επικαλούντο Κάποιον μέσα στη νύχτα . Σε λυπούμαι όλη γιατί όλη Σε μολύνω . Α Δύστυχη ! Δεν νοιώθεις λοιπόν πως εγώ είμαι ο Μαγνήτης κι από τα βάθη των χωμάτων Σε σέρνω και Σε φονεύω και Σε κυριαρχώ . κάθε βράδυ θα σέρνεσαι Στην αγκαλιά μου. μακρυά από την γιορτή του κορμιού. Την κύτταξα μέσα στα μάτια και χαμογέλασα Ναι. Σ’ έκυρίευσα όλη. ω Δύστυχη και ω Αγαπημένη ! Τα μάτια μου Σε μαγνητίζουν και Σε κυριαρχούν. 5 Όκτωβρίου Στέκω και σε κυττάζω.30 Σεπτεμβρίου Κι αν όλο το σώμα μου παραδοθή κι αν ανατριχιάσει όλο από τα χάδια Σου. Νοιώθω τη δύναμη σε μια νύχτα . μπροστά μου και ζητάς τα φιλιά μου για να ζήσεις.το μέτωπο μου θάναι στεγνό. Και μισώ τη λευκότητα του μετώπου Σου και την αθωότητα την απροσμέτρητη των ματιών Σου..να πλάσω εγώ τη σκέψη Σου και να μολύνω την καρδιά Σου και να χύσω την ψυχή Σου στη διεφθαρμένη μήτρα που εχύθηκεν η ψυχή μου. ήμαστε μόνοι κι από τα μεσόκλειστα παράθυρα φαινότανε κάτω στον ορίζοντα η αιματωμένη αγωνία του ήλιου που πέθαινε. κι αν όλο το σώμα μου βαφτιστή στον ίδρο της ηδονής και των οργίων .. 2 Οκτωβρίου Χθες βράδυ όταν ήλθε γελαστή και μ’ έδωκε το χέρι της κι εκύτταξα τα μάτια της.

Τα σπαρτά ολόχρυσα ηρέμούν και γέρνουν βαρειά τα κεφάλια λες και συλλογούνται.κρίνο με χαμένο το άρωμα και βεβηλωμένο το χνούδι και με σπασμένα φύλλα. 11 Όκτωβρίου Μεσημέρι. 10 Οκτωβρίου Ελύγισαν οι γραμμές του κορμιού Σου στα χάδια μου κι εστείρεψαν τα χείλη Σου στο πιπίλισμα των χειλιών μου. Και τα χείλη Σου σφίγγονται και βασιλεύουν ολάσπροι οι βολβοί των ματιών Σου. Εσφράγισα με το φιλί του πόθου μου όλες τις φόλιασες του κορμιού Σου. Λες τρέμει η γη. ένα δημιούργημα της διαφθοράς της ψυχής μου .. Ξέρω όταν λυγίζεις το κορμί Σου με ποιόν τρόπο σμίγουν και ρυτιδώνονται οι σάρκες Σου και πόσα λακκουδάκια γίνονται στα στήθη Σου και πώς βγαίνει θερμή και βαθειά από μέσα Σου η αναπνοή. Ξέρω τί λένε τα μάτια Σου κάτω από τις μακρυές βλεφαρίδες και τί λέει το σφίξιμο του χεριού Σου και τί φωνάζει η σιωπή Σου μέσα στα σκότη.. ένα τρίξιμο ακούεται παράξενο και μυστικό. Από την ηδονήν ίσως. Όλα. Σ’ ανέλυσα όλη ω Δύστυχη! με το μικροσκόπιο που κρατεί η διεφθαρμένη ψυχή μου. και ιδού – ιδού ο κόρος ανεβαίνει μαζί με την αγάπη. Από το βάδισμα Σου όταν έρχεσαι κι από τη θερμότητα του χεριού Σου όταν χαιρετάς ξέρω πόσα φιλιά θα μου δώσεις και τί λόγια θα μου πεις. ανεβαίνει μαζί με την αγάπη. 6 Οκτωβρίου Ω να στρυμωχθής στην ακρη του κρεββατιού και να ξαπλώσεις απάνω στα σεντόνια και να κλείσω τα παράθυρα και να λύσω τις κουρτίνες και να γέρνω απάνω Σου όλη νύχτα και να Σου πίνω την ψυχή !. Και μέσα στη θερμότητα την απέραντη και την ακινησίαν όλων των πραγμάτων και όλων των εμψύχων και μέσα στα πύρινα φιλιά του ήλιου που σκεπάζουν και γονιμοποιούν τη γη. Το σώμα Σου πέφτει με την ωχρότητα των κρίνων και με τη χάρη της νυμφαίας απάνω στο κρεββάτι. Πύρινοι κατεβαίνουν από τον Ουρανό οι εναγκαλισμοί του Μεγάλου Ερωτεμένου κι ακίνητη η γη γίνεται Μητέρα. Πέρα τα βουνά σωπαίνουν. . όλα τα ξέρω. λες και προμαντεύουν το δρεπάνι. Έγυρες όλη απάνω μου κι εβεβήλωσα όλα τα μυστήρια κι όλες τις ανατριχίλες κι όλους τους κυματισμούς των σαρκών Σου.να Σε διαφθείρω όλη.. Ξέρω τί θές να πεις όταν ανοίγεις το στόμα Σου και ξέρω τί βλέπεις όταν κλείς τα μάτια Σου και τί σκέπτεσαι όταν σιγά και ντροπαλά κοκκινίζουν τα μάγουλα Σου. σαν να περνούσε απάνω του όλη τη νύχτα μια απέραντη καταιγίδα. ίσως από τον πόνο. Και ο κόρος ανεβαίνει. Η γη μεγάλη ξαπλώνεται κι ησυχάζουν τα πουλιά μέσα στα δένδρα κι αναπαύονται τα ζώα κάτω από τους ίσκιους.. Και το δεξί Σου χέρι πλέκεται κουρασμένο και κατάλευκο γύρω στον λαιμό μου. Να γενείς αντίλαλος του πόνου μου. Σ’ ανέλυσα όλη με το μικροσκόπιο που κρατεί ή διεφθαρμένη ψυχή μου.

Μεσημέρι της ευτυχίας μας. 20 Οκτωβρίου Πλέκω απελπισμένος γύρω Σου τα χέρια μου και Σε κυττάζω μέσα στα μάτια. θάμαι ακίνητος μπροστά Σου και θα Σε κυττάζω μέσα στα μάτια να μη μου κρύψεις τίποτε! Να μη μου κρύψεις τίποτε και να μου φτύσεις όλα τ’ άσεμνα λόγια που ξέρεις. Ένα φθινόπωρο βαραίνει την καρδιά μου. Ένας πόθος γλοιώδης σέρνεται μέσα μου και ζητα να μάθει όλα τ’ άσεμνα λόγια που ξέρεις. Κάποιο προαίσθημα βαραίνει τα δένδρα. Να στραγγίσεις από τα χείλη Σου όλο τον βόρβορο που κλείνει μέσα της και ντρέπεται να θυμηθή η μνήμη Σου.Και πέρασε ξάφνου σαν νοσταλγία και σαν φλόγα από τον νού και το κορμί μου το φλογερό κι αξέχαστο. 21 Οκτωβρίου Θάθελα να Σε σύρω μια νύχτα στα βάθη τα πλειό σκοτεινά των δασών νάμαστε μόνοι να μην είνε άστρα αποπάνω μας και να Σε βάλω να μου πεις όλα τ’ άσεμνα λόγια που ξέρεις.σαν τα φύλλα που ριγμένα χάμαι. ω Εκλεχτή μου. Θα Σε σφίξω τότε με τον εναγκαλισμό των ζώων μέσα στη νύχτα των οργασμών. Θέλω να ιδώ να βεβηλώνονται μοναχά των τα χείλη Σου τα ντροπαλά. -όταν έκαιε απάνω στις ψυχές μας ο Μεγάλος ήλιος της αγάπης.ένα κορμί που το διέπλασα εγώ και το διέφθειρα εγώ όργανο σάρκινο της ανίας μου και της βαθειάς κι αγιάτρευτης διαφθοράς του νού . να μη διστάσεις. Κι όταν η ανάμνηση Σου διαβαίνει απάνω Στην ψυχή μου θρηνεί στο διάβα της κάποιο τρίξιμο απελπισμένων ονείρων πού κοίτονται χάμαι και κλαίνε . Θάχομε τα Πριάπεια της αγάπης μας.να Μην κοκκινίσεις καθόλου. Ν’ ανεβούν όλοι Σου οι ακάθαρτοι στοχασμοί κι οι ακόλαστες καμπυλότητες των γραμμών χειροπιαστές και λάγνες Σε λιτανείαν αναιδή μπροστά στο άγαλμα της Ασταρώθ. νάχεις πολύξερο το στόμα και τολμηρό το βλέμμα και άσεμνη τη στάση. III 12 Οκτωβρίου Εφυλλορόησεν η άνοιξη κι έσβυσε το θέρος της αγάπης μας και γέρνουν οι ιτιές κάτω στον ποταμό και γροικούνται οι θρήνοι μέσα στα δάση. Στην γη φωνάζουν από τον πόνο όταν διαβαίνομεν απάνω των και τα πατούμε. Τίποτε άλλο λοιπόν δεν έχεις να μου δώσεις . Τα λόγια που ανεβάζουν τη ντροπή απάνω στα μάγουλα και κηλιδώνουν την ακοή και γυμνώνουν τα μυστήρια των γυμνοτήτων. ένα δημιούργημα του πόνου μου . Ίσως και μπορέσεις να με κάμεις να νοιώσω κάποια καινούργια και άγνωστη ηδονή. Και θα νοιώσω να σπαρταρά στα χέρια μου μέσα κάτι τι δικό μου. Ω Δύστυχη. Την ηδονή της περιφρόνησης και της αηδείας και της βεβήλωσης μιας αγάπης.

κι εγώ πέρασα κάτω από τους κλάδους αμίλητος και κουρασμένος. χωρίς ν’ απλώσω το χέρι μου και να σώσω το δύστυχο θύμα της αγάπης. από τα μεσοκλεισμένα φύλλα του ρκύτταζα να βγαίνει ένα έντομο μικρό και ώμορφοκι άνοιγε με κόπο τα φτερά του λες κι ήσαν φορτωμένα από γύριν ίσως. Και κάτι σηκώνεται μέσα μου σαν περιφρόνηση κι ωσάν ειρωνεία και σαν κύμα και μ’ έρχεται να πατήσω το ψύχουλο αυτό πού ρίχνουν σ’έμενα πο υ πεθαίνω από τη πείνα. αποπάνω των το φεγγάρι αγρυπνεί. θυμήθηκα το δύστυχο έντομο κι είδα την αράχνη εκεί κάπου ν’ απλώνει. Ακούω την ελαφράν αναπνοή που στον ύπνο των κάνουν τα ρόδα. σιγά. Τώδα να βαρειοπετά μεθυσμένο από την απόλαυση μέσα στα δένδρα. όχι. στο άστρο το πρωινό. Και σέρνομαι στο παράθυρο και βλέπω τη νύχτα βουβή ν’ απλώνεται και να με περικυκλώνει. 25 Οκτωβρίου Σήμερα το πρωί κατέβηκα στον κήπο μου ν ‘ αναπνεύσω. Μου φαίνεται πώς αν ξεσκίσω λίγο τη σάρκα Σου και ιδώ λίγο . άρρωστος. ίσως από ηδονή.. ανήσυχος.και δεν έβλεπαν. Ένα κρίνο μονάχο μέσα στις αναδενδράδες εκοιμώ ταν.μου. Ω το σπατάρισμά του μέσα στους ιστούς του θανά του ! Η αράχνη έτρεξε στο θύμα . θα ησυχάσω. Τα δένδρα κοιμούνται. κάτι αλλο ζητώ.ξάφνου δεν ξέρω γιατί. Εκεί κάπου μέσα στα φύλλα η αράχνη εξάπλωνεν όλη νύχτα τα δίχτυα της κι επερίμενεν. εβγήκα κουρασμένος από την αγκαλιά της κι είχα μεθύσει από το φιλί που με κερνούσαν όλη νύχτα τα χείλη της . Σκύβω το κεφάλι μου . τα ξημερώματα. κάτι αλλο. Όλη μέρα ούτε καν πέρασεν από τον νού μου. Τώχα ξεχάσει εντελώς. Κάποιος πόνος εξύπνησε μέσα μου. Ένοιωθα πώς τα μάτια του θάσαν γεμάτα από την ανάμνηση και την νοσταλγία της νύχτας . Σιγά. 29 Οκτωβρίου Ω πόσα νοιώθω που δεν τα νοιώθουν άλλοι! Κάθομαι τώρα μεσάνυχτα και συλλογούμαι. Θα Σε σφίξω όλη γιατί θάσαι όλη δική μου και θα νοιώσω επί τέλους απάνω Σου τον θρίαμβο τον μεγάλο που νοιώθουν οι μεγάλοι Κατακτηταί και οι μεγάλοι Καταστροφείς και οι Δημιουργοί ! 22 Οκτωβρίου Είμαι ανήσυχος. Είμαι. τα χέρια μου καίνε.. κάτι αλλο. ν’ απλώνει το. μεγάλο δίχτυ του θανάτου. Μου φάνηκε ξάφνου πώς Κάποιος από πάνω μου πέταξεν αυτόν τον όγκο των σαρκών κι αυτά τα μάτια και τα κόκκινα χείλη και την απαλάδα της φωνής για να με κοιμίσει .καθώς δίδουν στα μωρά ένα παιχνίδι να μη κλαιν. Όχι. Το λουλούδια ήσαν ξυπνητά και γερμένα από τη δροσούσα έκαναν την αρωματώδη προσευχή των. Κι όταν τη νύχτα. Τώρα μόλις έφυγε κουρασμένη μα και λυπημένη γιατί την έδιωξα. Όταν έσκυψα απάνω της κι έθεσα το μέτωπο μου στη μέση των στηθιώ της κι ένοιωσα κάτι σαν ευτυχία κι ωσάν λησμονιά να γλυστρά μέσα μου και να μερώνει τον πόνο μου ένας θυμός πελώριος με συνετάραξεν όλον.ω μόνο μια σταλαγματιά ! αίμα. Είχε ξενυχτϊσει μέσα στο κρίνο.

αγκαλιασμένο από τη νύχτα κι ακούω τη σιωπή και συλλογούμαι. Τα φτερά της ψυχής μου εκαήκαν στο καμίνι των πόθων. Ο κόσμος όλος δεν μπορεί να παρηγορήσει τη σκέψη μου. να σταυρώσω τα χέρια μου και να περιμένω. 11 Νοεμβρίου Απάνω στο ρόδο της αγάπης σέρνεται το σκουλήκι. Σταλαγματιές αιμάτων σημειώνουν το διάβα μου απάνω στην γη. Εκουράστηκε το σώμα μου κι εθέριεψε το μέτωπο μου και θέλω να ξαπλώσω πλειά στο μεγάλο κρεββάτι. διωγμένος από την Πατρίδα μου. 12 Νοεμβρίου Κάποτε μου φαίνεται δεν είνε φαντασία ό. Ένας αετός κρύβεται μέσα μου και σκίζει την καρδιά μου. αγάλια. Μου φαίνεται πώς είνε υπέρτατη προσπάθεια του νου μου να θυμηθή. Από αλλους κόσμους έρχομαι φορτωμένος με αναμνήσεις και με δάκρυα κι αμέρωτους πόθους. Ίσως κι εκεί απάνω στον άλλο ωκεανό που ταξιδεύουνε και ναυαγούνε τάστρα να βρίσκονται πλειό πέρα βάθη απέραντα όπου η Ζωή κι ο Πόνος δεν επρόβαλαν ποτέ. Τυφλός. Ποιος ξέρει ! Ο ωκεανός στα βάθη του είνε αιώνια ακίνητος και ήσυχος και πεθαμένος. Κι ο κόσμος είνε μεγαλήτερος από Σένα. Ανέγγιχτος κι ολοπάρθενος από τις κακίες του κόσμου τούτου νοιώθω μια ψυχή μέσα μου μερονυχτίς να κλαίει. ασάλευτα βάθη και νεκρά . Και ζητά τη Πατρίδα του.αιώνια γαλανά σάββανα για τις ψυχές των Εκλεχτών και των Μαρτύρων. εγκληματίας πριν να γεννηθώ – εσύρθηκα ίσα με τα γόνατά Σου. Και είνε απέραντο το βασίλειο των πόθων. σαν φαντάσματα με μακρυά αργοκίνητα σάββανα. σκύβοντας από το βάρος της οδύνης όλης μου της γενεάς.τι μερονυχτίς κυττάζουν τα μάτια της ψυχής μου. στα βάθη τα σκοτεινά της μνήμης μου. Από καλύτερους κόσμους έρχεται ή ψυχή μου κι έχω αγιάτρευτη τη νοσταλγία των άστρων.να κλαίει για τα μυστηριώδη εκείνα παράπονα και τις μεσοσβυμένες αναμνήσεις και τις παράξενες σκιές που περνούν και σέρνονται αγάλια. Και ν’ ακούει το κλάψιμο των κόσμων και τον βουβό πόνο των άστρων και το απαρηγόρητο βουητό της θάλασσας. Απόστασα.τα μαλλιά Σου τα ξανθά σκόρπισε στα πόδια μου και σφόγγισε αποπάνω των το αίμα. Κι είνε μικρές για μένα οι χαρές του . ω Εκλεχτή. Κάποιον μεγάλο πόθο μέσα μου νοιώθω για τα ψηλά βουνά και τους μεγάλους ορίζοντας και τον ελεύθερον αέρα απάνω από τα σύννεφα. Ω Αντιγόνη της ψυχής μου . 10 Νοεμβρίου Απόστασα. Και η ψυχή μου είδε πολλά και ετυφλώθη. Εκουράστηκεν η ψυχή μου να περπατεί χάμαι και η καρδιά μου εκουράστηκε να κλαίει. Δώσε μου το χέρι Σου. απέραντο το μονοπάτι των θρήνων. Τ’ είνε λοιπόν εκείνο που ζητώ . χωρίς ραβδί. Αιμάτωσαν τα πόδια μου στο ταξίδι της ζωής. ω Θυγατέρα του πόνου μου και οδήγει με τον τυφλόν.

κλαίω το απελπισμένο και ολόπικρο κλάψιμο των ορφανών κι εξορισμένων. Είνε ψιχαλίδες που πέφτουν απάνω στους αμμους των ερήμων που καίνε.Αδάμ διωγμένος βασιληάς. τα ονειροπολήματα των μενεξέδων κάτω από τα φύλλα. και να χαμογελούν . Συλλογούμαι για τ’ αστρα που χύνονται σαν δάκρυα αοράτου Θεού που κλαίει. Και κυττάζω μερονυχτίς στα βάθη της ψυχής μου που λαμποκοπή αδειανό κι απελπισμένο το άγιο Δισκοπότηρο.. Κι αμίλητος κάθομαι. Μεγάλους κόσμους κι ώμορφους όπου εσύναξε την οδύνη που κάθεται ασάλευτη απάνω στην ψυχή μου. και θυμούμαι κάποιαν άλλη Πατρίδα και κλαίω .παληοί μου γνώριμοι και παληά παλάτια της ψυχής μου. 15 Νοεμβρίου Ω τα δύστυχα αρώματα που σωρειάζονται στην ψυχή και περιμένουν ! Ω η μυστική Αγία Τράπεζα που υψώνεται στο θυσιαστήριο του νου σκεπασμένη με πορφύρα. Όλο μου το σώμα κι οι στοχασμοί μου όλοι κι όλες οι λαχτάρες του κορμιού μου περιμένουν την Κοινωνία τη Μεγάλη. κι είνε τα μάτια Σου ανάβαθα κι από αλλους μικρότερους κόσμους είνε η ψυχή Σου και δεν μπορείς να μου δείξεις τη στράτα την αληθινή. Κι είνε το χέρι Σου αδύνατο και μικρό. Αρχίζω να νοιώθω. ανάρια. Η λαχτάρα μιας μεγάλης Λειτουργιάς κλαίει απαρηγόρητη μέσα μου. σαν ήλιοι. Και η ωραία Πύλη είνε ανοιχτή και το άγιο Δισκοπότηρο είνε αδειανό κι απελπισμένο χρόνια και χρόνια περιμένει το σώμα και το αίμα. Και σμίγω τα χέρια μου και περιμένω. 18 Νοεμβρίου Γέρνεις απάνω μου και τα φιλιά Σου πιπιλίζουν όλο μου το κορμί και όλη μου τη χαρά και σέρνεις απάνω μου τους θησαυρούς τα χάδια που κρύβονται στα χέρια Σου και πλέκεσαι όλη γύρω μου. Συλλογούμαι για τις δύσεις του ήλιου πούναι πάντα ώμορφες και πάντα οι ίδιες κι έχουν τόση μελαγχολία και τόσο αιματόβρεχτο πόνο στο ψυχομάχημά των.κόσμου τούτου κι είνε ειρωνεία για τους πόθους μου η δόξα και δεν μπορεί η αγάπη να γεμίσει την καρδιά μου.. Και φοβούμαι. Κι έγώ ακούω από μακρυά νάρχονται ανάρια. Περπατώ απάνω στο χώμα και βλέπω μπροστά μου θάλασσες μεγάλες από αρμονία και βλέπω καράβια να γλυστρούν και να χάνονται και άστρα βλέπω ν’ ανατέλλουν. Υπνοβάτης του κόσμου τούτου διαβαίνω μ’ολάνοιχτα μάτια και δεν βλέπω. ω Πολυαγαπημένη. και τη νύχτα όταν είμαστε μόνοι δεν μπορείς να με σηκώσεις απάνω στα μπράτσα Σου τα λευκά και να με φέρεις στη Πατρίδα μου. .. Λυγίζει η ψυχή μου από τον πόνο. είμαι ακίνητος και συλλογούμαι. Και το μυστηριώδες βιβλίο με τις εφτά σφραγίδες πούναι κλειστό απάνω της και περιμένει. οι στεναγμοί των κρίνων που μαδιούνται απάνω στα νερά. Και είμαι χλωμός και η ανατριχίλια μαύρων προαισθημάτων λυγίζει τα γόνατα μου. ωσάν τον λάγνο κισσό γύρω στο κυπαρίσσι . Φέρνω μέσα μου παράξενους κόσμους που μερονυχτίς κυττάζω. το κλάψιμο των ρόδων που πληγώνονται από τ’ .. Στο ταξίδι της μέσα στ’ άστρα παραστράτησεν η ψυχή μου.Με φιλείς και μ’ ερωτάς.και είμαι ακίνητος και μηδέ χαίρομαι μηδέ λυπούμαι.

Είμαι πλασμένος για άλλους κόσμους. 18 Νοεμβρίου. ω Δύστυχη. Το αίνιγμα δεν είνε στις Λαγόνες Σου κρυμένο μηδέ στα μεγάλα Σου μάτια.. Μη μου κρατείς στην αγκαλιά Σου δεμένα τα φτερά μου.. 20 Νοεμβρίου Πάνω από την αγάπη κι από τη χαρά της ζωής κι από την επιστήμη κι από τη δόξα και πάνω από τ’αστρα.δύστυχο κρίνο πληγωμένο από τ’ αγκάθια των ρόδων. IV 28 Νοεμβρίου Έπεσα στο κρεββάτι εξαντλημένος από τη ζωή ολόκληρης ημέρας. νοιώθω είνε εκείνο που ζητώ. Νοιώθω το βαθύ εκείνο που νοιώθουν οι εκλεχτές ψυχές των μαρτύρων – τον ωκεανό και την πλημμύρα και το αίνιγμα των μεγάλων ματιών και τα μυστήρια πο υ κρύβονται στα βάθη των ρυτίδων των υψηλών μετώπων. Παράξενη άνθιση αισθήσεων ανοίγεται στην ψυχή μου κι ακούω το βαθύ κι απέραντο κλάψιμο των πραμάτων. Κι ανάμεσα στα βυζιά Σου κρύβεται το απαλό προσκεφάλι όπου κοιμήθηκα μια στιγμή για να ξυπνήσω πάλι. Μη με κρατείς δεμένο. Πάνω από τ’ άστρα ένας μαγνήτης στέκεται και με σέρνει.. Πάνω από την αγάπη κι από τη χαρά της ζωής είνε εκείνο που ζητώ. Ένα κομμάτι κι εγώ των πραμάτων πού κλαίνε σκύφτω και συλλογούμαι...... και με φιλεϊς και γελάς και τραγουδείς την αγάπη και τη χαρά και τη ζωή. Μεσάνυχτα Αισθάνομαι μέσα μου κόσμους ολόκληρους. Και το κορμί μου όλο φρίσσει μαγνητισμένο από τη Μεγάλη Νοσταλγία και τον Μεγάλο Πόθο. Και Σε νοιώθω κρίνο πελώριο να γέρνεις απάνω μου και να θρηνείς . ολάνοιχτα και μοιάζουν πινελλιές κίτρινες και κόκκινες τρανού ζωγράφου. Δεν Σε βλέπω. Είσαι ένας ίσκιος μόνο κι ενα χαμόγελο μόνο στο μεγάλο ταξίδι της ψυχής μου. Νύχτα βαθειά παραμόνευεν έξω από το παράθυρο μου κι έχύθηκε σιωπηλή κι ολόμαυρη τριγύρω ως .. Βαθειά μέσα μου κυριαρχεί και κλαίει η Νοσταλγία μιας αλλης ωμορφήτερης Πατρίδας.. Και μήτε χαίρομαι μήτε λυπούμαι. Κι είνε όλα χρυσάνθεμα τα άνθη της ψυχής μου μεγάλα.. Μη με κρατείς δεμένο. άνθιση κόσμων τερατώδη κι εξωτική.. Τα μάτια Σου είνε οι δυό καθάριες πηγές πούλθαν να πιουν και να ξαποστάσουν μια στιγμή οι σκέψεις μου...αγκάθια μέσα στη νύχτα. Και όλες οι νοσταλγίες των υψηλών μετώπων. Κάποιος από τ’άστρα με σέρνει. Στα μάτια μου κλαίνε όλα τα μυστικά των δύσεων. Γέρνεις απάνω μου. Και τα χέρια Σου είνε μικρά κι αδύνατα και δεν αγκαλιάζουν όλη μου την ψυχή. σατανικά. ω Δύστυχη! και με φιλείς και μ’ αγκαλιάζεις.ή ψυχή μου είνε η αιολική λύρα που την χαδεύει τ’ αναστέναγμα του κόσμου. Γέρνεις απάνω μου.

Τα δάκρυα στειρέψανε κι είμαι βουβός κι ακίνητος κι οι μέρες περνούνε απάνω από τον φεγγίτη και τα παιδιά μου κλαίνε και με περικυκλώνουν. 6 Δεκεβρίου Μια δύση απέραντη απλώνεται μέσα μου. Κι όλα σωπαίνουν στην καρδιά μου τη βαρειά σιωπή που σκεπάζει τις μεγάλες αγωνίες και . Κυττάζω τα όνειρά μου μέσα στα μάτια και σωπαίνω. Ηδονικώτατα η ηρεμία και η Γαλήνη εχύθηκαν στο κορμί μου . Γύρω μου τα πτώματα όμορφα και χλωμά σωρειάζονται μ’ολάνοιχτα μάτια σαν να παραπονούνται ακόμα. Κάτι γιγάντιο ψυχομαχεί μέσα στην καρδιά μου. Ένα ένα πέφτει μπρούμυτα στα πόδια μου πεθαμένο.κάτι σαν ηδυπάθεια έξετυλίχτηκε μέσα μου. Ξάπλωσα το κουρασμένο μου κορμί απάνω στο κρεββάτι..και νοιώθω. μέσα στην καρδιά μου.έσβυσα το φώς.. Και ευτυχής έκλεισα τα μάτια. Το σύμπλεγμα το αιώνιο του Λαοκόοντα. Μέσα στη νύχτα της καρδιάς μου κάποιος πατέρας κλαίει και ζητά τα παιδιά του. Και ήχοι νεκρώσιμοι κάποιας καμπάνας γροικούνται στην ψυχή μου . Αποξημερώματ α . Κι έμεινα μόνος. αγάλια να κλαίει τη μέρα που πεθαίνει 11 Δεκεμβρίου Κάποιο μυστικό κορμί έγυρε μέσα στην καρδιά μου και πεθαίνει. 15 Δεκεμβρίου Κάποτε μ’ έρχεται να ζωγραφίσω την ψυχή μου. 22 Δεκεμβρίου. Κάποιος μ’ έκλεισε μέσα έκεί μαζί με τα όνειρά μου. Τους όφεις της Γνώόσης και τους συσπασμούς του Πόνου. Κι έσυλλογίστηκα τη Μεγάλη Νύχτα του Θανάτου. ένα «Πύργο της Πείνας» πελώριο. είνε σαν την καμπάνα π’ ακούεται το βράδυ στον αέρα αγάλια. εβούτησα το κεφάλι μου στο μαλακό προσκεφάλι κι ευτυχής έκλεισα τα μάτι αήδονικώτατα. Και το στραγγάλισμα το σιγανό κι ατέλειωτο των ονείρων παιδιών μου.τους μεγάλους νεκρούς. Κάποιος ήλιος πεθαίνει μέσα μου. Κι ένα κόκκινο σάββανο συρομαδιέται απάνω στα νερά. Και είμαι τυφλός και τα ζητώ μέσα στη νύχτα της καρδιάς μου. Άκουσα τη πόρτα να καρφώνεται και τα κλειδια να ρίχνονται στον ποταμό. 22 Δεκεμβρίου Μέσα μου νοιώθω.

Κάποιο μικροσκόπιο στέκεται μπροστά στα μάτια της ψυχής μου και μου φαρμακώνει τη ζωή. Όταν γέρνω στο διάφανο νερό που κελαηδεί και τρέχει και σιμώνω τη δίψα μου να σβύσει . έξω κάτω από τα δένδρα και συλλογούμαι.επλάκωνε τα στήθη μου κι είχα ανάγκη να βγω έξω και ν’αναπνεύσω. να τρέξω ίσα με να κουράσω το σώμα μου και να πληγωθούν τα πόδια μου και να εξαντληθώ – για να ξεχάσω. 24 Δεκεμβρίου Ω όταν Σε φανταστώ μέσα στον τάφο. Κάποιος εφιάλτης . Για να μην βλέπω πλειά τα μάτια εκείνα που έχουν τόση αθωότητα και τόση παρθενιά και τόση γαλανή ευτυχία μέσα στα βάθη των. Όταν σιμώνω να μυρισθώ το ρόδο βλέπω τις ίνες του μέσα στα φύλλα του άσκημες και γυμνές και βλέπω χίλια πράματα ζωντανά να σέρνονται απάνω και γλοιώδεις οργανισμούς να κυνηγούνται. άγρια ένστικτα ηδονής και φρίκης σηκώνονται σαν κύματα μέσα στο αίμα μου και μ’ έρχεται να Σ’ αρπάσω και να κολλήσω τα χείλη μου απάνω στα χείλη Σου και να Σε σφίξω . μου δείχνει δυο σκελετούς φρικώδεις ν’ αγκαλιάζονται κι ακούω το τρίξιμο των κοκκάλων των κι ακούω μέσα και μέσα στη ψυχή μου τη κρυάδα και τη φρίκη των τάφων.. Απάνω στα χείλη των ωραίων γυναικών βλέπω τα φιλιά να έρπουν και ν’ ακολασταίνουν και ν’ασχημονούν.για να μην εύρει τίποτε παρά λίγη στάχτη ο χάρος να μας πάρει.μιά σκέψη .το μικροσκόπιο μου δείχνει συμπλέγματα σκωλήκων και μικρόβια αρίφνητα και τέρατα μικρά που κολυμπούν και παίζουν και φιλιούνται κι απλώνουν τους πλοκάμους των κι ενεδρεύουν. Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής και ούκ ήθελε παρακληθήναι ότι ουκ είσί. Και βλέπω πράματα που δεν τα βλέπουν αλλοι. 25 Δεκεμβρίου .να σφιχτουμε μέσα σ’ ένα απέραντο φιλί όλου μας του κορμιού και να ξεψυχήσομε Σε μια κεραυνοβόλον ηδονή τη νύχτα. στους έρημους δρόμους.μ’ όλη τη δύναμη της απελπισίας και της αγάπης. Στα μέτωπα των διακρίνω τις ρυτίδες και μέσα στα μάτια των τα σκοτεινά καταφύγια των νυχτερινών ορμών και των χυδαίων ερώτων. 23 Δεκεμβρίου Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. να γενούμεν ένα κορμί. Και περπατώ και νοιώθω. να λυώσομε μαζί στην ίδια φλόγα του εναγκαλισμού . ω Δύστυχη. θωρώ να πέφτει και να σωρειάζεται η νύχτα μαύρων φτερών. Και μέσα στην ηδονή πού παραλύνει κι εκνευρίζει τα κορμιά μας και μέσα στον αντίλαλο των φιλιών μας και στα βάθη τα ερωτικά του κρεββατιού μας που τόσα μυστικά μας ξέρουν .το μικροσκόπιο ασάλευτο μπροστά στα μάτια της -ψυχής μου. τα μεσάνυχτα. Κι όταν ξεχνούμαι στη χαρά θωρώ την οδύνη την απέραντη και την τύψη νάρχονται και να σκοτεινιάζουν και να κυριαρχούν. Πίσω από τα μάτια Σου. Και περπατώ μέσα στη νύχτα.Φωνή έν Ραμά ηκούσθη θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Στα βάθη των χωρίς να το ξέρουν κρύβεται και κοιμάται κόσμος ολόκληρος που μου παραπονάται. Ήθελα να τρέξω. Οι άλλοι έχουνε γυμνά τα μάτια και δεν βλέπουν τα μυστήρια.

Κι η κανθαρίδα του φιλιού μας να τρέξει μεσ’ στα βαθειά μεσάνυχτα και να ξυπνήσει τους νεφρούς των ζώων στα βάθη των δασών και να τους τρελλάνει με τον οργασμό των νυχτερινών ενώσεων και να διαβεί απάνω από τα λουλούδια και να λύσει τις ζώνες των και να φανούν τα μυστικά των όλα. Έλα να σπεύσομεν αφού θα πεθάνομεν. Κάτι τεντώνεται στον νου μου. Δεν νοιώθεις και Συ κάτω από το φεγγάρι που σαν πελώρια νεκροθήκη σέρνει απάνω στους ουρανούς τον αγιάτρευτο πόνο του. ρόδα. όλο και στενώτερα ή μεγάλη. Φοβούμαι μην τρελλαθώ. τον θησαυρό των χειλιώ μου και να φαρμακώσω την ψυχή Σου όλη με το φαρ μάκι των προαισθήσεών μου... οργιάζει μέσα στην ψυχή μου. Ένας πόνος πελώριος ανεβαίνει στην καρδιά μου κι ανάβουν στα μάτια μου οι φλόγες των ηδονών και των οργίων και στα χείλη μου τρέμει και σπαράσσει από πόνο το . ρόδα να στολίσω την ψυχή μου πριν αποθάνει. ρόδα να στολίσω την ψυχή μου πριν ν’αποθάνει.μέσα στην αιώνια φρίκη και την αιώνια σιωπή! Έλα.. Ρόδα. Θα Σε σφίξω όλη απόψε και θα Σε μαλάξω όλη μέσα στα χέρια μου και θ’αφίσω απάνω στο κορμί Σου τα πύρινα σημάδια του αγιάτρευτου πόθου μου. Ένας πόνος πελώριος ανεβαίνει στην καρδιά μου και θέλω να Σε σφίξω ω Δύστυχη και ω Αγαπημένη ! μ’ όλη τη δύναμη του κορμιού μου . Και νάναι νύχτα ασέληνη και νάμαστε οι δυό μας και να περνά αποπάνω μας βαρύς κι αμίλητος ο πόθος. Κάτω τα λουλούδια ψυχομαχούν και μαραίνονται κι απο πάνω μας πόσα δεν ξεψυχούνε άστρα ! Πόσα δράματα φωτεινά κι απαρηγόρητα δεν πλανώνται απάνω από τα κεφάλια μας .Δώσε μου τα χείλη Σου και δώσε μου τη σάρκα Σου όλη κι όλη τη χάρη των κινημάτων Σου κι όλο το κύμα του κορμιού Σου. Κάτι άγριο σαν τρέλλα και σαν αγάπη. η αμίλητη θάλασσα του Θανάτου . Τα μάτια μου βλέπουν βαθειά. πολύ βαθειά και κλαίνε. Και ο κατακλυσμός ανέβαινε. Εδώ. στο αίμα μου κι Άγριες ανατριχίλες του θανάτου.όπως τη νύχτα μέσα στα δάση σφίγγονται τα θεριά όταν ο οργασμός καίει και δέρνει τους νεφρούς των. Θέλω να πλέξω γύρω Σου το σώμα μου και να στραγγίσω απάνω Σου ω Δύστυχη. δεν νοιώθεις την ανάγκη να σπεύσομε ν’ απολαύσομε και δεν ακούς ν’ ανεβαίνει γύρω μας και να μουγγρίζει και να μας κυκλώνει όλο και στενώτερα. δώσε μου τα χείλη Σου και μη μου αρνείσαι το κορμί Σου. βουβό κι ασάλευτο. όλα πεθαίνουν γύρω μας. απόψε κάτω από τάστρα Άγριοι πόθοι ηδονής σηκώνονται. 31 Δεκεμβρίου Ρόδα. 27 Δεκεμβρίου Ο κατακλυσμός εσκέπαζε τον κόσμο. ανέβαινε. Έλα. Δυό χέρια μιας δύστυχης μάννας που πνιγόταν διακρίνοντο ακόμα έξω από τα νερά να σφίγγουν απελπισμένα ένα παιδάκι για να το σώσουν. αφού οι σκελετοί κοίτονται απαρηγόρητοι κάτω στο χώμα. Και νάναι σαν πυρκαϊά η στερνή αναλαμπή των ερώτων μας και να κοκκινίσουν τα μεσάνυχτα από την ντροπή και τα χείλη μας ν’ ακινητήσουν σ’ ένα φιλί απέραντο. ρόδα..

ω Σουναμίτις της ψυχής μου. Η πίκρα των φιλιών κάθεται απάνω στα χείλη μου και κάποια ναυτίαση ανεβαίνει μέσα μου . Μια Μητρυιά πλανάται απάνω . ρόδα. Μην πλέκεις τα χάδια Σου γύρω στον λαιμό μου και μην κλαις. ας αρχίσω να γελώ. Και δεν ξέρω αν Σε μισώ και θέλω να σε πνίξω ή αν είμαι τρελλός από την αγάπη και θέλω νάμεθα σμιγμένοι οι δύο. Αφού δεν μπορώ να κλάψω. ω Δύστυχη. Δεν φταις εσύ αν η καρδιά Σου δεν παρηγορεί το μέτωπο μου.περήφανη και ντροπαλή για τη γυμνότητα της με το χέρι απάνω στα βυζιά για να τα κρύψει και στις λαγόνες για να μη φαίνονται . Στέκω και Σε κυττάζω μέσα στα μάτια και Σε σφίγγω στην αγκαλιά μου και Σε κυττάζω. στους μυστικούς ναούς των αχτών της Φοινίκης και στα άλση τα απόκρυφα που οργιάζουν τα ένστικτα και περιμένουν οι ιέρειες και ανορθώνονται παντοδύναμες κι αδάμαστες οι σάρκες της Αστάρτης. Μην κλαις.η μεγάλη. Δεν φταις εσύ αν το ναννούρισμα των φιλιών Σου γύρω στα χείλη μου κάθε βράδυ δεν μπορεί να κοιμίσει τον πόνο μου. τους αρμούς μέσα στους αρμούς. Εκουράστηκεν η ψυχή μου κι από τις λευκότητες που της μένουν ακόμη ανεβαίνει ο συσπασμός της αηδείας και της περιφρόνησης. Η ψυχή μου μοιάζει μ’ εκείνους πού τρελλάθηκαν από την λύπη κι αρχίζουν να γελούν. Ας ανεβαίνει η θάλασσα της Ειμαρμένης γύρω μας και ας απλώνεται απάνω από τα κεφάλια μας η μεγάλη Κατάρα. Έπεσεν η ζώνη από το λουλούδι κι εχύθηκε το άρωμα κι εβεβηλώθηκαν οι λευκότητες. Είνε σπασμός το γέλοιο μου και η αγάπη μου. Μην κλαις. η νοσταλγία των λευκοτήτων ανεβαίνει μέσα μου. Είνε η αιώνια απογοήτευση που ακλουθά του ευτυχισμένου πόθου. Και με δαγκάματα μοιάζουν τα φιλιά μου. αγκαλιασμένοι κι ασάλευτοι μέσα στις νύχτες. Μην καταδεχτής να κλάψεις. 3 του Γεννάρη Ω το τραγούδι έφυγε και δεν γυρίζει πλεια πό τ’ άστρα. ρόδα. Κι από κει πετάχτηκε μια μέρα πανώρηα .. Είνε η οδύνη της αγάπης που μ’ εκυριάρχησεν όλον. μοιάζει με τρέλλα και μοιάζει με μίσος και μοιάζει με περιφρόνια. Ρόδα. Αγαπημένη μου.Ω Αγαπημένη μου. Η κάμπια της ηδονής ελέρωσε τα φύλλα. Τα δάκρυα Σου στάσουν απάνω μου και καίνε τη σάρκα μου όλη και όλη μου την ψυχή. Πραξιτέλης της αγάπης θέλω να στήσω στα συντρίμμια της Πανδήμου το άγαλμα της Ουράνιας Αφροδίτης. Ω η αηδεία των φιλιών και των γονίμων λαγόνων ! Από τους μυστηριώδεις βωμούς της Χαλδαίας κι από τ’ ακόλαστα θυσιαστήρια της Συρίας ήλθε μια μέρα στην αμμουδιά της Ελλάδας άχαρι και άσεμνο και με βλακώδες χαμόγελο στα χοντρά του χείλη το ξόανο της θεάς της Γονιμότητας. Αγαπημένη μου.λευκή και παρθένα κι Ελληνίδα η Θεά της Ωμορφιάς.ή φρικώδης ναυτίαση της αγάπης. 2 του Γεννάρη Όχι. . Ω τα κλειστά φύλλα των λουλουδιών που κρύβουν τις γυμνότητες και τ’ ακόλαστο χέρι του ήλιου που τ’ ανοίγει για να τ’ απολαύσει και να τα μαράνει ευθύς! Ω η αιωνία αποκτήνωση και βεβήλωση της αγάπης! Εβεβηλώσαμε τις σκέψεις μας. μην κλαις.γελοίο. Ω Αγαπημένη! Ένας πόθος λευκός θερίζει τα ρόδα και τους κισσούς μέσα μου και για τη σπορά τη μεγάλη των κρίνων φρικιά η ψυχή μου..

Θ’ αποθάνω ακίνητος. Είχε συρθεί ώμορφη και διψασμένη στα χείλη μου.από τη ζωή μας . ούτε προσευχή ούτε παρακάλια θ’ ασκημίσουν τα χείλη μου. τα φτωχά. Την οδήγησα γελαστή κι αμίλητη στο κρεββάτι. Το μουγγρητό της θάλασσας ερχόταν από μακρυά σαν αναστέναγμα πελώριου στήθους. Ο πόνος εθέριεψε κι έκαμε περήφανη την ψυχή μου και σπα μα δεν λυγίζει. Νοιώθω ακόμα το ανατρίχιασμα όλου Σου του κορμιού μέσα στα χέρια μου. Κι έκλαιε και παρακάλιε. Και τώρα μην κλαις. χωρίς σπασμό και χωρίς παρακάλια. Ένοιωθα πώς τα δύστυχα ρόδα. ω τη δύστυχη ! μια κραυγή φρίκης εξέσκισε τα στήθη της. Είχε νυχτώσει πλειά και τα παράθυρα ήσαν κλεισμένα. Τί της εζήτησα και δεν μου έδωκε . θυμάται Εκείνη. Απελπισμένη. 6 του Γεννάρη . Με παρακάλεσε να την ελεήσω και να την αγαπώ μόνο και να μη την βασανίζω. Έτσι το καλάμι λυγίζει στην κρύα αναπνοή της νύχτας. τα μάτια της ανοίχτηκαν κι έμειναν ακίνητα από τον φόβο κι εκύτταζαν απάνω. Όχι..παρακαλούσαν τους Θεούς. Και θ’ απο θάνω ευτυχής γιατί θα Σε σύρω μαζί μου .τα δύστυχα ρόδα μαδούσαν κάτω στον κήπο. Έλα δέσου σφιχτά γύρω μας.. Κάποια φρίκη κρεμόταν απάνω μας. Κάποιος σπασμός φρίκης εκινούσε το απάνω της χείλι κι όλο της το κορμί έτρεμε. Την οδήγησα γελαστή κι αμίλητη στο κρεββάτι και της έκρυψα με τα χείλη μου τα μάτια. Κι όταν ανοιξε τα μάτια κι εκύτταξεν απάνω απέναντι στο κρεββάτι.θα Σε σύρω μαζί μου στον τάφο. Τί μου έκαμε για να την βασανίζω .σαν το γεράκι απάνω στα τρυγόνια – φθονερή κι αμάλαχτη. σιωπηλός. Δεν θυμάσαι. Την εκύτταξα στα μάτια κι έβλεπα όλη την εξέλιξη του φόβου. ω Δύστυχη ! Εγλύστρησε κάτω από το κρεββάτι κι έκρυψε μέσα στα τρέμουλα της χέρια το πρόσωπο της. ω Δύστυχε Κισσέ. γυαλιστερό. Είχα σβύσει τη λάμπα και μόνο ένα μικρό καντύλι έδιωχνε το σκοτάδι τριγύρω. ανεβαίνει. ω Δύστυχη. μέσα σε μαύρο βελούδο είχα βάλει εκεί για στολίδι. Ένα κρανίο κάτασπρο. Δεν θυμάσαι Συ. σαν να γελούσαν. πού δεν μπορούν ν’ αντισταθούν και να παλέψουν . Όλο της το κορμί έτρεμε. έτρεχαν από τα μάτια της. Δεν θυμάσαι Συ. Απέξω ακουγόταν το σφύριγμα του αγέρα μέσα στα δένδρα. ω Δύστυχη και ω Αγαπημένη. Εκεί απάνω γραφήκανε κι εζυγιστήκανε. Τα σαγόνια του ήσαν ανοιχτά. θυμάται Εκείνη. Οι κορφές των δένδρων απέξω ελύγιζαν κι έφώναζαν τα φύλλα. Καθώς τ’ αηδόνι σέρνεται στα μάτια του όφι. Κι όταν έσκυψα να την φιλήσω για να ησυχάσει εσωρειάστηκε στα πόδια μου κι αγκάλιασε τα γόνατα μου και με παρακάλεσε. από τη Μεγάλη Δύναμη που αιώνια φθονεί και αιώνια εκδικείται. Και δάκρυα μεγάλα. Και μέοα στις κώχες των ματιών κάποια μαύρα μυστήρια εκοιμούντο. Έτσι-εσκέφτηκα . σιωπηλά. 5 του Γεννάρη Απόψε την έκαμα ν’ ανατριχιάσει όλη από τη φρίκη. Ήμουν ανήσυχος να ιδώ πώς θα της φανεί η έκπληξης που της ετοίμασα. ή θάλασσα γύρω μου ανεβαίνει. Πόσες φορές Σ’ έφίλησα και πόσες φορές εσπαρτάρησες από ηδονή απάνω στα σεντόνια.

Νοιώθω πράματα που δεν τα νοιώθουν αλλοι. Δεν μ’εννοείς. Και είνε αληθινό και άδολο το γέλοιο των κρανίων. ακόμα δεν Σ’ εδηλητηρίασα όλη. Αφήνιασαν οι πόθοι της ψυχής μου με φέρνουν σε γκρεμνό. 7 του Γεννάρη Φοβούμαι πως θα τρελλαθώ. κι έντομα να πεθαίνουν. ανεβαίνει μέσα μου. Βλέπω τα μυστήρια που βλέπουν οι . Όταν βγαίνω στον κήπο μου το βράδυ ξέρω τί λένε τα ρόδα και τί απαντούν τα γιασεμιά και τί δειλά σκέπτονται κι ονειρεύονται οι μενεξέδες. Όλα τα νοιώθω. Ξέρω τί λένε τα μολυβένια χρώματα των νεφών και τί μυστικά οδύνης είδαν τα μάτια των κοράκων που περνούν και κράζουν αποπάνω μου. Πότε θάλασσες δίπλα μου ασάλευτες και μεγάλες. η γλύκα του αιώνιου φιλιού τρέχει μέσα μου και με παρακαλεί . το νοιώθω όσο μακρυά κι αν Είνε και τρέμω όλος σαν τη βελόνα όταν της σιμώνει ο μαγνήτης. Υπάρχει χαρά στη νύχτα των τάφων και πλήθη αηδόνια κελαηδούν μέσα στα κυκαρίσσα. Όταν έλθεις μια νύχτα γελαστή κι ευτυχισμένη και μ’ αγκαλιάσεις σφιχτά απάνω στους μαστούς Σου και μου πεις: Έλα. Δεν μ’ εννοείς. Κι όταν εκείνη έρχεται. χορδές μυστικές σπούνε στην καρδιά μου κάτι δάκρυα μεγάλα στάσουν και λακκουδώνουν το μυαλό μου. να τρέχω ολοένα. αλλάσσουν τα τοπεία. Φοβούμαι πώς θα τρελλαθώ. Αγάπη μου. Πότε κρεββάτια από άνθη και μυστήρια πλεμένα που χαμογελούν και περιμένουν στις σκοτεινές ανεδενδράδες. Χθες τη νύχτα όταν παρακαλούσες Σε κύτταζα κι ένας πόνος αμίλητος εθέριζε τις ελπίδες μέσα μου. Όταν νοιώσεις τί λέει το αναστέναγμα του γιαλού και οι σπηλιές τη νύχτα και τί αχολογούν τα άστρα εκεί πάνω και γιατί τρέμουνε. όλα. Κι όταν περπατώ ανατριχιάζω όλος γιατί νοιώθω κόσμους να καταστρέφονται Σε κάθε μου βήμα και μερμήγκια να ψυχομαχούν. Δεν μ’ ενόησες ακόμη.και το σώμα και η ψυχή. πότε εκτάσεις χλόης ολοπράσινες με μεγάλες εξωτικές σταλαγματιές αιμάτων . Σταυρώνω τα χέρια μου κι αφίνομαι να τρέχω. Κι όταν μπορέσεις ν’ ακούσεις το κλάψιμο των λουλουδιών και των ψυχών όταν γεννιούνται. Τα άστρα γράφουν εκεί απάνω γράμματα άλλου κόσμου γλώσσας που τα διαβάζω και γίνομαι χλωμός. Είνε το ωραιότερο σύμβολο τού Έρωτα το κρανίο του νεκρού και το λαγνότερο στολίδι για κρεββάτια. Παράξενα σπασίματα γροικούνται μέσα μου.σαν παπαρούνες. Αγαπημένε.τότε θα Σε σφίξω όλη μέσα στην αγκαλιά μου και θα Σε φιλήσω όλη. γιατί θάσαι όλη τότε δική μου . Σκέψεις γεννιούνται μέσα μου που καίνε χωρίς να φωτίζουν κι αυλακώνουν χωρίς να περνούν. πότε δένδρα πανύψηλα που τα σωρειάζει ο κεραυνός. Δεν Σου γεννά λοιπόν τους πόθους τους άγριους ν’ αγκαλιάσεις και να φιλήσεις πριν ν’ αποθάνεις .Δεν μ’ εννοείς. Κι όταν μου πεις γιατί γελούν οι σιαγόνες κάτω στο χώμα και τί πράματα ανατριχιάζουνε και κλαίνε στον αέρα . το νοιώθω. Από τον ανάλαφρο ψίθυρο των φιλιών που γροικιέται μεσ’ στις φωληές τη νύχτα κι από τ’ αναστέναγμα των κρίνων κάτω από το φεγγάρι . Αδιάφορο.τότε θα Σ’ αγκαλιάσω όλη γιατί θάσαι όλη δική μου. ο Πόθος του Θανάτου. Τραγούδια πετιούνται απομέσα μου άγρια και τρελλά και καίνε τα χείλη μου..ίσα με την απέραντη αρμονία που συγκρατεί τα άστρα. Και δεν νοιώθεις πόσοι ίμεροι και πόση κανθαρίδα στάσουν από τα βουβά του μάτια κι από την άσαρκο θέση των χειλιώ και ξαπλώνονται απάνω στα σεντόνια .

Ο αετός του Προμηθέα δεν απέθανε γιατ’ είνε αιώνιος. . Η χαρά και η αγάπη και η πίστη φαντάσματα της νύχτας του νου εσβύσανε στο πρώτο αιματηρό χαμόγελο της αυγής. Ένας Πύργος περήφανος υψώνεται σαν Ακρόπολη στην ψυχή μου. παλεύομεν.κι αίφνης το χώμα ανοίγεται κάτω από τα πόδια μας και πέφτομεν ο ένας απάνω στον άλλον βουβοί. αδιάφορος για όλα και μόνος. μισούμε . Κανένα μονοπάτι δεν φέρνει στον Πύργο. Ζούμε. 10 του Γεννάρη Μεσάνυχτα Κάποτε δεν ξέρω γιατί. Καμιά ελπίδα. πηγαίνουν κι έρχονται και λερώνουν τα χαμηλά μέρη της ψυχής μου. Ο τάφος είνε η αιώνια νύχτα . μεγάλες και ψυχρές κι ακατοίκητες οι αίθουσές του.δύστυχα πλάσματα . Κάτω Στην ψυχή μου ακούω τα πλήθη να φωνάζουν και να επικρίνουν και να περιγελούν. νοιώθω πλειότερο πώς είμαστε γελωτοποιοί αόρατων δυνάμεων. Και νοιώθω είνε καιρός να σπάσομε τα δεσμά μας και να γκρεμίσομε κάτω την αυλαία και να κηρύξομε την οδύνη και τη κατάρα και το ανάθεμα το μεγάλο. χωρίς χαρά και χωρίς πόνο. Χιλιάδες περπατούνε μέσα.το αιώνιο σάπημα των κοκκάλων και των ελπίδων και των σκέψεων. Ω η αγανάκτηση που ανεβαίνει σαν ανάθεμα και σαν λυγμός και σαν πλημμύρα! Ω τα μεγάλα μέτωπα που πεθαίνουν και τα μεγάλα μάτια τα ώμορφα που κλειούν. Κι έγινα χλωμός και ή ψυχή μου αρώστησε και μαραίνεται από την άγια δίψα του θανάτου. 12 του Γεννάρη Όχι! την αηδεία που νοιώθω δεν θα τη νοιώσεις ποτέ. Σαν βόμβος εντόμων φθάνουν στον Πύργο μου οι φωνές και οι επικρίσεις και το γέλοιο των. καμιά γέφυρα δεν τον ενώνει με τον κόσμο. Είνε απομονωμένος κι απροσπέλαστος. αγκαλιάζομε. Στον Πύργο τα πλήθη ποτέ δεν θα μπορέσουν ν’ ανεβούν. Τη ναυτίαση τη μεγάλη που νοιώθω για τα πλήθη. Και μια περιφρόνηση νοιώθω βαθειά για τα μέρη εκείνα της ψυχής μου που εγγίζουν με τον κόσμο. Στον Πύργο κανένα μονοπάτι δεν φέρνει.εκλεχτοί. μα το χαμόγελο που ανθεί σ’ όλα τα μάρμαρα και σ’ όλη τη ζωή των αφελών προγόνων κατήντησε σήμερον αίνιγμα φρικώδες των σιαγόνων στις νεκροκεφαλές του Άμλετ. Ηθοποιοί και παίζομε την κωμωδία της ζωής και τις διασκεδάζομε. Και μέσα στον Πύργο πηγαίνω κ’ έρχομαι αμίλητος. Κάτω η αλλη ψυχή μου απλώνεται με χίλιους δρόμους ελεύθερους κι ορθάνοιχτους στο πλήθος. μόνος. Είνε. 10 του Γεννάρη Ω ας ήταν να μπορούσα ν’ ανέβαζα τον νου μου ίσα με τους πόθους μου και να καλέσω όλη την ανθρωπότητα μια μέρα μπροστά μου και να διδάξω τι νιώθω. κίτρινοι. Και απλώνεται σαν θάλασσα μέσα μου το εγώ μου κι ένα χαμόγελο χαράς ανεβαίνει στον νου μου: η χυδαία επαφή των όχλων δεν θα μολύνει ποτέ τον Πύργο μου και δεν θα λερωθούν ποτέ τα μάρμαρα του από τον βόρβορο των βημάτων του και τα χέρια του και τα μάτια του και οι σκέψεις του δεν θα βεβηλώσουνε ποτέ τα άγια των Αγίων της ψυχής μου. κι απελπισμένοι. χωρίς παράθυρα και χωρίς πόρτες. Και δεν μας μένει πλειά παρα η κούραση και η κατάρα και η εξάντληση του νου και η οδύνη της Αλήθειας.

Χθες έτρεξα σ’ ένα φύλλωμα πυκνό στα βάθη τού δάσους. Θ’ ανάψω τη μικρή λάμπα με το κόκκινο αμπαζούρ για να φωτίσει ρόδινα τα σεντόνια γιατί με τρομάζειή λευκότητα των. Ήμουν ανήσυχος. Εσήκωσα το κεφάλι. ω φρίκη! καλά το μέρος μου ! 20 του Γεννάρη Όχι.δούλος του χεριού που με σπρώχνει. άψυχο. 21 του Γεννάρη Αγάπη μου. μεγάλο που δεν γνωρίζει ύπνο. Και τρέμω όλος.. Σαν νάναι σάββανα. Ήταν εκείνο. Όλος τρέμω. Έλεγα πώς θάλθει ίσα μ’ εδώ και πως θα μπει μεσ’ από τα φύλλα και να σκαλίσει την ψυχή μου. το βλέπω. Είμαι εγώ ο Αγαπημένος Σου. δεν υποφέρω πλειά. χωρίς αχτίνες. Με κυττάζει μέσα και μέσα στην ψυχή. . Σκεπάζομαι από κορφής και κρύβω το πρόσωπό μου. Ένα μάτι. χωρίς θέληση και μ’ απαρηγόρητους πόθους. 16 του Γεννάρη Μου φαίνεται πως κάποιος είνε στον αέρα και με παρατηρεί. . Όπου πάω με σέρνει πίσω του μαγνητισμένον. Μου φαίνεται πώς κάποιος είνε στον αέρα και με παρατηρεί. Μη φοβάσαι πως Είνε σκοτεινά. Να κλείσω τα μάτια μου και ν’ αναπαυθώ. Σκοτάδι απέναντι μου σαν θάλασσα. Εκουράστηκε το κορμί μου και θέλω να ξαπλώσω. Ο ίδρος έτρεχεν αποπάνω μου. Κανείς δεν θα μπορέσει να μπει. σιγά μέσα στα σκότη ανατέλλει ένας ήλιος – παράξενος ήλιος. χωρίς θερμότητα . Και βλέπω. Με κυττάζει και νοιώθω μπαίνει μέσα μου και κάτι μου ξεσκίζει και βλέπει τί γίνεται ατην ψυχή μου και σωπαίνει και δεν ελεεί. Και νοιώθω. Το Μάτι. που δεν γνωρίζει δάκρυα. Μου φαίνεται πως θα τρελλαθώ. Μα νοιώθω εκεί κάπου ενεδρεύει. Και σιγά. μην τρέμεις. Κάτι πεθαίνει ολημέρα μέσα μου και κάποια ίνα σπα.σαν νάμαι κανένα δράμα και κάθεται ψηλά στο θεωρείο και βλέπει. Όλα σωπαίνουν σαν να περιμένουν Κάποιον. Την νύχτα όταν πέσω να κοιμηθώ κάποιο σκοτάδι στην αρχή απλώνεται μπροστά μου. Και διέκρινα τώρα κάποια χαρά στα βάθη του. Έπαιζα. Και μια αγανάκτηση φρενιάζει μέσα μου και δεν θέλω να γίνω παιχνίδι των αόρατων Δυνάμεων εγώ και δεν θα επιτρέψω πλειά στην ψυχή μου να γίνεται περίγελο στο ανήλεο Μάτι. Κι όμως ένοιωθα. Το Μάτι ήταν ακίνητο και μ’ έβλεπε. Θαρρώ πως τ’ ακλουθώ εγώ. Κι ανατρίχιασα. ηχώ σκλάβα παντοδύναμης φωνής. Ένοιωθα κάτι να σέρνεται σιγά κι υπομονετικά με ισόχρονες κινήσεις απάνω στο μέτωπο μου. είμαι νευρόσπαστο που κάποιο χέρι ανέβασε στην σκηνή του κόσμου για να τέρψω αόρατες δυνάμεις . Με παρατηρεί.15 του Γεννάρη Ποια είναι αυτά τα σύννεφα πού σηκώνονται απάνω από τη θάλασσα το ένα κατόπιν στο άλλο και καθίζουν στην καρδιά μου. Και ξυπνώ περίφοβος κι εκεί πάνω στον λευκόν ουρανό του κρεββατιού στην ωρισμένη θέση του κάθεται και με κυττάζει ακίνητο το Μάτι.δίσκος χαλύβδινος και φωτεινός κι απαίσιος. Θα κλειστούμεν οι δυό μας εδώ μέσα. Το μέτωπο μου τ’αυλάκωσε και τόσκαψε το βλέμμα του.

τα λευκά. 25 του Γεννάρη Κάποιος κόσμος εβούλιαξε μέσα μου. ω Αγάπη μου. 26 του Γεννάρη Μεσάνυχτα . Κάτι φτωχά σπιτάκια έμειναν.και χαμογελώ. Στον αέρα κανένα θαλασσοπούλι και στα νεκρωμένα νερά κανένα ψάρι. νοιώθω μια παντοδυναμία απάνω στα χέρια μου . Κάτι μαρμαρένιες στήλες στέκουν ακόμη. σιγά. Οι κήποι μέσα μαδούνε και πουλιά δεν είνε πλειά στους κλάδους να κελαηδούν. Οι στήλες των ανακτόρων έγυραν ραγισμένες. Μα θάσαι πάντα κοντά μου και δεν θα φύγεις. και μόλις διακρίνεται το νερό γύρω της στη πλώρη αμίλητο να σκίζεται. μ’ ένα κέρινο σταυρό στο στόμα . αιώνια. τις μεγάλες ζωγραφιές. Οι καμπάνες δεν χτυπούν πλειά. κι όταν έπλεξε τα χέρια της γύρω στον λαιμό μου κι έπλεξε το σώμα της γύρω στο σώμα μου κι όταν μ’ έδωκε τα χείλη της κι έσκυψα στα μάτια τηςεχαμογέλασα. η δύστυχη. κι όταν τα μεσάνυχτα σηκώνονται όλοι οι νεκροί δεν θα μπορείς να σηκωθής γιατί οι φόληασές Σου θάναι στις φόληασές μου μέσα και κανείς δεν θ’ αντιληφθή την αγάπη και την φρίκη που θα τελούνται εκεί κάτω. Μόνο στη μέση. απάνω στα σεντόνια που μοιάζουν σάββανα. Θάναι φρικώδης ο εναγκαλισμός εκεί κάτω. Ω! όταν συλλογούμαι πως μπορώ να πεθάνω. αδιάφοροι για όλα τάλλα. χώρις κουπιά και χώρις τιμόνι. Χωρίς κανένα κύμα. Και μέσα στη βάρκα μου φάνηκε πως ήμαστε οι δυό μας. πεθαμένοι. Θάμαστεν αγκαλιασμένοι οι δυό. Και κάθε μέρα ένας χτύπος κι ένας αχός γροικιέται Στην καρδιά μου και λέω ακίνητος και ήσυχος κι απελπισμένος : Κάποια μαρμαρένια στήλη πέφτει. Όταν θέλω. 23 του Γεννάρη Θάλασσα απέραντη. Τα μάρμαρα τα μεγάλα. οί αιώνες του κάκου θα περνούν αποπάνω μας και τα μίση των ανθρώπων και ο θόρυβος της ζωής. δεν θ’ ακούμε τίποτε. Λες και την σπρώχνει κανένα αόρανο αποπάνω χέρι.Κι όταν εξάπλωσε το κορμί της. μέση της θάλασσας μια βάρκα με παράξενο σχήμα . Ο ουρανός είνε βαρύς και συννεφιασμένος. Όταν η ψυχή μου κάποτε είνε διάφανη ακόμα σκύβω και κυττάζω στα βάθη της τα μυστικά. σπασμένα σωρειάζονται κάτω από τους θόλους τους ερειπωμένους των ναών.σαν φέρετρο προχωρεί απάνω στα νερά χωρίς πανί. ατάραχτη και βαθειά. μια χαρά άγρια πλημμυρίζει το εγώ μου. μα θάναι αιώνιος.ο ένας δίπλα στον άλλον. το ξέρω. Το κύμα του κορμιού Σου δεν θα ξεφύγει ποτέ από την αγκαλιά μου. ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον αλλο. Σ’ αγκαλιάζω τώρα με πεποίθηση και μ’άγάπη διπλή. αχτή δεν φαίνεται. προχωρεί απάνω στα νερά σιγά. Θα μείνεις πιστή Σε μένα. και τα νερά μπαίνουν μέσα και τρώνε και ξεφτούν τις μεγάλες.

Ποθώ τα φιλιά Σου εγώ και την αγάπη Σου εγώ. ω παράξενα λόγια και την σέρνουν εκεί πέρα. θα βουτήσεις βαθεια στα μάτια μου τα μάτια τα δικά Σου και θα μου χύσεις κοντά κοντά στα χείλη μου όλη Σου την αγάπη ». τ’άστρα πλειό ερωτεμένα. προσπάθησε να κρατήσεις τα δάκρυα Σου. 20 του Φλεβάρη «Τα μάτια Σου δώσε μου. Μην κλαις. δεν το βλέπεις Εσύ. κράτησε τον πόνο Σου κι ακουσε όλη μου την αγάπη. Κάποιον Θεό νοιώθω μέσα μου να τοξεύει τα ονειρά μου. η νύχτα είνε ώμορφη. μά βλέπω εγώ. Μη λές πως είμαι τρελλός. Ξέρω ενα νησί πού ανατέλλει εκεί κάτω. μέσα από το κύμα και μου κάνουν νόημα να πάω και μάτια μεγάλα. Θα πάμε στην ακρη του γιαλού. Έλα τα χείλη μου διψάσανε. συντροφιασμένο με τον ύμνο των φιλιών μας. . σιγά. Και παράξενοι στεναγμοί πληγωνομένων γροικούνται στην ψυχή μου. το φεγγαράκι πλειο ασημένιο. το κορμί μου. Έλα . να τα κλείσω με τα χείλη μου να μην κυττάζόυν απάνω. ώμορφα με κυττάζόυν και με καλούν.Από το λαρύγγι του βγαίνει μια φωνή αγωνίας και τρόμου και ο διαβάτης που περνά νοιώθει ευθύς πώς κάποιος όφις είνε εκεί κάπου. Στηλώνει τα μάτια του απάνω στο πουλί κι αυτό αρχίζει ευθύς να τρέμει σαν να τόπιασαν σπασμοί. Κάθομαι και συλλογούμαι και κλαίω τα πράματα που σέρνονται γοητεμένα κι απαρηγόρητα στον Θάνατο.είμαι εγώ η Αγαπημένη Σου. .. μην αφίσεις την καρδιά Σου να ραγίσει από τον πόνο κι άκουσε: θα χύσω κοντά κοντά στα χείλη Σου όλη μου την αγάπη. το βλέπω εγώ . Το δύστυχο πουλί τρέχει απάνω και κάτω στο κλαδί σαν να ζητά να ξεφύγει. Θ’ αγκαλιάσεις εσύ σιγά. Μα πάντα και σιμώνει πλειότερο ο όφις γύρω στον κορμό του δένδρου έχει ακίνητα τα μάτια του.χέρι στα μενεξεδένια μονοπάτια της αγάπης μας. ω Πολυαγαπημένε! Έλα πάλι σαν άλλοτε να τρέξομε μαζί χέρι . Έλα. μακρυά. τα βλέπεις .Κάθομαι και συλλογούμαι τα δύστυχα πουλιά που σέρνονται γοητεμένα στα μάτια του όφι. Χέρια λευκά προβαίνουν εκεί πέρα. στο νησί το παναρμόνιο. θα καθίσομε σ’ένα βραχάκι απάνω και γυρμένη στην αγκαλιά Σου θα ακούω την αρμονία πού θ’ αφίνει το μουρμουρητό της θάλασσας. Αγαπημένη μου. Κάποιο αίμα σαν ποτάμι τρέχει μέσα μου. Σφιχτοπλέκονται στην ψυχή μου και της τραγουδούν παράξενα. Από κει πέρα φεύγουν και περπατούν απάνω στα κύματα όταν χτυπήσουνε μεσάνυχτα και φτάνουν στην καρδιά μου νότες σιγαλές κι ατέλειωτες ερωτεμένων τραγουδιών που περπατούνε στα νερά κι έρχονται να με βρούνε. Και το πουλί σιμώνει.Ακούμπησε το μάγουλο Σου απάνω στο μάγουλο μου. μη. Δεν βλέπεις Εσύ. σιμώνει ολοένα και τέλος με το κεφάλι μπροστά πέφτει στο στόμα του όφι το ανοιχτό. γύρε απάνω μου.εκεί κάτω που φιλεί ο ουρανός τη θάλασσα. Άφισε το χέρι μου να θέσω στο μέτωπό Σου για να δροσίσω την σκέψη Σου.. Νοιώθω να μπαίνουν μέσα μου και να παρακαλούν.

Και της έγραψα νάλθει εδώ που η αγάπη μας θάναι μεγάλη και ήρεμη σαν τα βουνά τριγύρω. Μια χαρά παράξενη ανεβοκατεβαίνει στα στήθη μου. Και τάστρα θα κυλούν απάνω μας και κόσμοι θα πεθαίνουν και η οδύνη θα κυριαρχεί και θα φονεύει κι εμείς θάμαστεν ακίνητοι. Κι έτρεξα κάτω στον κήπο κι έκοψα όσα λουλούδια βρήκα. Είμαι ήσυχος. Ελπίζει μέσα στα βουνά και στη πρασινάδα να γιάνει η αγάπη μου και τα χείλη μου να μη βλάστημούνε πλεια μόνο να φιλούν. Είμαι ήσυχος.ίσως νάναι πολύ μεγάλη και ξεσκίζει . 25 του Μάρτη Είμαι ήσυχος. ο πόθος της αγάπης θα φουσκώσει τα πανιά. Κλειώ τα παράθυρα και τις πόρτες. η Γαλήνη η μεγάλη θα ξαπλωθή απάνω στο κύμα θα πλέξω το χέρι μου γύρω στον λαιμό Σου. Εντελώς ήσυχος. Η χυδαία επαφή του κόσμου δεν θα μολύνει πλειά την αγάπη μας. Κι έτρεξα στην εξοχική μου έπαυλη μακρυά από τους ανθρώπους. εντελώς ήσυχος.ένα χέρι μ’ έσπρωξε. Και θα κλείσομε τους αιώνες μέσα στις καρδιές μας. Σαν νάναι λυγμός.. Είμαι ήσυχος. Κάτω το πάτωμα εγέμισε. θα ζητήσω τα χείλη Σου και θ’ αποκοιμηθούμε. Θάμαστε μόνοι απάνω στη θάλασσα. βουτημένοι στο παναρμόνιο τραγούδι που θα βγαίνει από το μαγεμένο νησί και τα λευκά χέρια θα σπρώχνουνε τη βάρκα και τα μεγάλα μάτια τα ώμορφα θάναι μπροστά και θα οδηγούν. και η θάλασσά μας θάναι ατάραχτη και φουσκωμένα τα πανιά και τα μεγάλα μάτια μπροστά θα φεγγοβολούν και θα σέρνεται η βάρκα μας αιώνια στο μυστήριο και στην αρμονία. εντελώςήσυχος. Κι έτρεξα γρήγορα . Μια μυρωδιά σκορπάται βαρειά και πλακώνει τα στήθη . αγάλια απάνω στη θάλασσα κι έρχεται να μας πάρει. 2 του Μάρτη Είμαιήσυχος: Είμαι ήσυχος γιατ’ είμαι απελπισμένος. Τα χρυσάνθεμα και τις ξωτικές γραμμές και τους ήλιους π υ βασιλεύουν. ήταν το ίδιο χέρι που μ’ έσπρωξεν όταν πρώτη φορά την είδα. αθώρητο χέρι με σπρώχνει και μια βαρειά φωνή άλλου μιλεί και προστάσσει μέσα μου. Αγαπημένη μου. Και μ’ απήντησε χαρούμενη πως θάλθει. Και θάλθει χαρούμενη. Είμαι μόνος.σαν θάνατος αρωματώδης.. Είπα και μ’ έφεραν κι αλλα λουλούδια. Έλα. Και θ’ ακινητήσει ο χρόνος και δεν θα λερώνει πλεια την αγάπη μας. Το κρεββάτι εχώθησε μέσα στους κρίνους και στα ρόδα.ένα σάββανο απλώθηκε απάνω στην ψυχή μου. Κι όμως νοιώθω είνε χαρά . Κάποιος εμίλησε μεσα μου και υπήκουσα.Μια βάρκα έφυγε.Ένοιωσα.ήσυχος . Ο θόρυβος της ζωής εκεί κάτω στην αχτή δεν θα διακόφτει πλειά τ’ αγκαλιάσματα μας. αγαπημένοι. Έφερα τις ζωγραφιές μου όλες και τις εκρέμασα γύρω στους τοίχους. Και η φωνή ακούστηκε στην ψυχή μου και υπήκουσα.από το νησί και γλυστρά αγάλια. θα ξαπλωθούμε απάνω στη βάρκα.

στερνή ελπίδα. Η θάλασσα από μακρυά τραγουδεί την ηδονή του θανάτου. που Σου ήταν γραφτό να με γνωρίσεις !. Και συλλογούμαι. Στον ουρανό τ’ άστρα βάνουν αρχή ν’ ανοίγουν. μην όλην αυτή την αγάπη κι όλη τη φρίκη και την ελπίδα του θανάτου τα βλέπω μέσα σ’ ένα μεγάλον υπνο και τέλος. κίνηση του κορμιού μου ξυπνώ και γλυτώνω. με μίαν. Και πλέομεν ολοένα λυπημένοι απάνω στα νερά. μακρυνές αναμνήσεις βουλιαγμένων Ατλαντίδων !. χωρίς πόνο. .. Ω δεν είμαι τρελλός! Δεν είμαι τρελλός! Θα πλεχτώ γύρω της και θα της ζητήσω το αιώνιο φιλί.. Και συλλογούμαι. Κάποτε βλέπω στον ύπνο μου όνειρο απαίσιο και μια παράξενη παρηγοριά μ’ έρχεται και λέω: είνε όνειρο. Η θάλασσα ξαπλώνεται ατάραχτη κι απέραντη μπροστά μου..έχω μαζί μου. Πάνω σ’ όλες τις κορφές απλώνεται η ηρεμία και τα φύλλα των δένδρων μιλούν αγάλι αγάλι. σαν φτερούγες κοράκου. Θάλθει. προς την δύση. Ω πόσο πονεί κάτι τι μέσα μου ! Πόσο πονώ μέσα στην καρδιά ! Απελπισμένες σκέψεις σκίζουν τον νου μου σαν αστραπές και στην λάμψη των προφθάνω και διακρίνω αναμνήσεις άλλων κόσμων. τώρα που κάθομαι στον μαδημένο κήπο και Την περιμένω. αποφάσισα με μίαν απότομη κίνηση του κορμιού μου να ξυπνήσω και να γλυτώσω από τ’ όνειρο. τη Μεγάλη Χαρά. Κυττάζω εκεί πέρα στο λευκό μονοπάτι που θα προβάλει Εκείνη γελαστή με το ευλύγιστο σώμα και τα ήρεμα μάτια πού θα καθρεφτίζουν τώρα μέσα των τη πράσινη γαλήνη των αγρών. Ω Δύστυχη ! Δύστυχη ! Μ’ έρχεται να φύγω και να κρυφτώ στα βάθη των δασών και να ξαπλωθώ χάμαι στην γη και ν’ αφίσω τα δάκρυα μου να τρέξουνε. θα κλείσω απότομα τη πόρτα και θα γονατίσω μπροστά της και θα ζητήσω τα χείλη της. Η νύχτα αρχίζει να χύνεται απάνω στα δένδρα. Το μονοπάτι που θα την φέρει. Είμαι ήσυχος.. θάχω κλειστά τα παράθυρα. Συλλογούμαι: τώρα αρχίζει ο ύπνος άραγε ή τώρα τελειώνει. να τρέξουνε για Σένα.. Και δεν μιλούμε γιατί κάποιος λυγμός βαθύς ανεβαίνει και σφίγγει τον λαιμό μας. θα ξαφνιαστεί στη μυρωδιά.. Μου φαίνεται πώς είμαστε μόνοι.. μέσα στη νύχτα. αν η γλύκα του Θανάτου δεν χυνότανε κυρίαρχη μέσα στην ψυχή μου. Μην όλη αυτί η ζωή μου ήταν ένα όνειρο παράξενο. πολύτιμο δηλητήριο που φέρνει την αιώνια χαρά. Η χαρά πλεια πένθιμη τώρα εσταμάτησε στον λαιμό μου. απόψε. Ω Δύστυχη !. νοιώθω δεν θα μπορούσα ν’ αντισταθώ στον πόνο Σου. Το άστρο της αγάπης χαμογελά απάνω στα νερά. Ω το Μεγάλο Ταξίδι! Νοιώθω μια τρελλή χαρά να ορμά μέσα μου και να κλαίει. Κάθομαι στον μαδημένο κήπο και συλλογούμαι.... σε άγνωστη διεύθυνση. Κάθομαι και συλλογούμαι στον μαδημένο κήπο. Αγάπη μου. μοιάζει με όφι που τρέχει μ’ ελιγμούς κι έρχεται και σταματά μπροστά μου.. Και πλέομε περίλυποι.τον λαιμό μου. περίλυποι.απότομη. μακρυνές. Σε μια βαρκούλα με κατάμαυρα πανιά.. Έχω κλείσει τα παράθυρα όλα και τις πόρτες. σε άγνωστη διεύθυνση. με τα μάτια προσηλωμένα εκεί πέρα στα χρυσά κι αιματωμένα σύννεφα που αργοπεθαίνει ο ήλιος. αν δεν μπορεί να μας φέρει στην αιώνια γαλήνη η μυρωδιά των λουλουδιών . εντελώς ήσυχος. ως θελήσω. Σιωπηλοί κατεβαίνουν από τον ουρανό και χύνονται στην δύση μενεξέδες. Μυστηριώδης φλογέρα σέρνει στον ουρανό τα άστρα.

το αγνό της πρόσωπο. Αποπάνω των ήτο κρεμασμένη μια αλλόκοτη εικόνα που έδειχνε τον θλιβερό δρόμο πούχε πάρει τελευταία η σκέψη του δυστυχή και μεγάλου καλλιτέχνη. Και στο στόμα του που έτρεχεν φαρμάκι κρατούσε κι εχάϊδευε κι εδάγκωνε ένα μικρό.Εδώ ετελείωνε το ημερολόγιο της καρδιάς του δυστυχή φίλου μου . Ο υπηρέτης ήλθεν ένα πρωί τρομαγμένος και μου φώναξε να τρέξω στην έπαυλη του φίλου μου. Μια μεγάλη έρημος κι ο ήλιος έβασίλευεν ολοκόκκινος κι αιμάτωνε τον ουρανό. Κι ένας όφις πελώριος ξετυλισσόταν κι έτρεχεν απάνω στην άμμο.παραμόρφωνε το ώμορφο. Φοβερό θέαμα! Εκείνη είχε συρθεί ίσα μέ το παράθυρο για να τ’ανοίξει φαίνεται. ζουλισμένα τα δάχτυλα της ήσαν αίματωμένα . Κι είχε πέσει χλωμή κι εξαντλημένη με τα μάτια μεγαλωμένα από τον τρόμον. Υπόπτευσα δυστύχημα γιατί εγνώριζα τον φίλο μου και την αγάπη του. κάτω από το παράθυρο ήσαν πατημένα.μα εκείνος δεν την αφήκε. ==================================================== .όλα έδειχναν πως επάλεψεν απελπισμένα η δύστυχη ν’ ανοίξει το παράθυρο και ν’ αναπνεύσει . Εκείνος μ’ ένα ήρεμο χαμόγελο είχε ξαπλωθεί χάμαι στο πλάϊ κι είχε ρίξει τα χέρια του μ’ ένα κίνημα ανέκφραστο αγάπης γύρω στον λαιμό της. Εσπάσαμε τη πόρτα του δωματίου και μια πνιχτική μυρωδιά λουλουδιών μας επερίχυσε.Γραμένο άνω κάτω σε σκόρπια φύλλα με νευρικά κι ακανόνιστα γράμματα. Και το λιγερό της σώμα είχε ξαπλωθεί απελπισμένο και νεκρό απάνω στα λουλούδια. κάτασπρο και μαραμένο κρίνο. Τα λουλούδια στα πόδια της.και μίσους . Άνοιξα γρήγορα τα παράθυρα και τις πόρτες.του μεγάλου καλλιτέχνη . Ένας σπασμός φρίκης και φόβου .

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful