Γραμματικ ὴ τ ὴς ὴρ χαίας ὴλ ληνικ ὴς Γλώσσης

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ
Α. Αριθμός των ουσιαστικών
Οι αριθμοί των ουσιαστικών, όπως και των άλλων πτωτικών, είναι τρεις: ο ενικός, ο δυϊκός
και ο πληθυντικός.
Στο δυϊκό (που δεν τον έχει η νέα ελληνική) ήταν εύχρηστα στην αρχαία, και μάλιστα στην
αττική διάλεκτο, κυρίως τα ουσιαστικά που δηλώνουν πράγματα που από τη φύση τους
αποτελούν ζεύγη: τ ὴ ὴφθαλμ ὴ (=οι δύο οφθαλμοί), τ ὴ πόδε (=τα δύο πόδια), τ ὴ χε ὴρε
(=τα δύο χέρια). Επίσης ο δυϊκός συνηθιζόταν για δύο πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που ήταν
γνωστό ότι ήταν δύο (και αναφερόταν μαζί) ή χρησιμοποιούνται κατά δύο ζεύγη: τὴ
ὴδ ελφ ὴ (=οι δύο αδελφοί), τ ὴ Διοσκούρω (=οι δύο Διόσκουροι), τ ὴ βόε (=τα δύο βόδια)
κ.λπ.
Β. Κλίση των ουσιαστικών
1. Ουσιαστικά της α΄ κλίσης (αρσενικά και θηλυκά):

1.1. Πρωτόκλιτα ασυναίρετα ουσιαστικά
Ενικός
Αρσενικό
ον. -

Αρσ-Θηλ. Αρσ-Θηλ.

-ᾱ -ᾱ

-η -αι

-ᾱ

γεν. -ου -ου

-ᾱς ή
ᾱς -ης

-ης -ων

-αιν

δοτ. -ᾱ -ᾱ

-ᾱ -ὴ ή ὴ - ᾱ -αις

-αιν

-ᾱν
ᾱν

-ην -ᾱς

-ᾱ

-ᾱ -ᾱ

-η -αι

-ᾱ

αιτ.

-ης

Θηλυκό

Πληθυντ. Δυϊκός

-ην
ᾱν

κλ. -ᾱ

-η ( ὴ
-ᾱ)

Παραδείγματα:
α) Αρσενικά σε –ας: ὴ νεανίας
β) Αρσενικά σε –ης: ὴ στρατιώτης, ὴ ποιητ ὴς
γ) Θηλυκά σε -ὴ: ὴ πολιτεία, ὴ σφα ὴρα , ὴ στρατι ὴ
δ) Θηλυκά σε – ὴ (γεν. –ης): ὴ τράπεζα, ὴ γλ ὴσσα
ε) Θηλυκά σε –η : ὴ κώμη, ὴ τιμὴ

1.2. Πρωτόκλιτα συνηρημένα ουσιαστικά
Παραδείγματα: ὴ ( ὴρμέας ) ὴρμ ὴς , ὴ (μνάα) μν ὴ, ὴ (συκέα) συκ ὴ
ε+α=η
ε+ου=ου
ε+ὴ=ὴ
ε+αι=αι
ε+ω=ω
α+α=α

α+αι=αι
α+ω=ω
Τα πρωτόκλιτα συνηρημένα ουσιαστικά έχουν και μετά τη συναίρεση τις καταλήξεις των
ασυναίρετων τύπων. Μόνο το εα στον ενικό το συναιρούν σε η : ὴ ὴρμέας -ὴρμὴς, ὴ συκέα –
συκ ὴ κ.λπ., αλλά το ὴς ὴρ μέας - ὴρ μ ὴς , τ ὴς συκέας-συκ ὴς κ.λπ.
2. Ουσιαστικά της β΄ κλίσης (αρσενικά, θηλυκά, ουδέτερα) :

2.1. Δευτερόκλιτα ασυναίρετα ουσιαστικά
Αρσενικό και
θηλυκό

Ουδέτερο

Ενικός Πληθ. Δυϊκός Ενικός Πληθ. Δυϊκός
ον.

-ος

-οι

-ον

-ᾱ

γεν. -ου

-ων

-οιν

-ου

-ων

-οιν

δοτ. -ᾱ

-οιν

-οιν

-ᾱ

-οις

-οιν

αιτ.

-ον

-ους

-ον

-ᾱ

κλητ.

-ε (ος)

-οι

-ον

-ᾱ

Παραδείγματα:
α) Αρσενικά και θηλυκά σε –ος: ὴ ὴνθρω π ος, ὴ ὴγρός , ὴ ν ὴσος , ὴ ὴδ ὴς
β) Ουδέτερα σε –ον: τὴ μυστήριον, τὴ δὴρον

2.2. Δευτερόκλιτα συνηρημένα ουσιαστικά
Παραδείγματα: ὴ ( ὴκ π λοος ) ὴκ π λους , ὴ (πλόος) πλο ὴς , τ ὴ ( ὴστέον ) ὴστο ὴν
ο+ο=ου
ο+ε=ου
ο+ὴ=ὴ
ο+οι=οι
ο+ω=ω
ε+ο=ου
ε+ου=ου
ε+ὴ=ὴ
ε+α=α
ε+ω=ω
ε+οι=οι

2.3. Αττική δεύτερη κλίση
Παραδείγματα: ὴ πρόνεως, ὴ λε ὴς , ὴ ὴλως , τ ὴ ὴνώγεων
Ενικός
αρσ. θηλ.

Πληθυντικός

Δυϊκός

ουδ
ουδ
αρσ-θηλ.
αρσ-θηλ-ουδ.
.
.

ον. -ως -ως

-ων -ᾱ

γεν. -ω

-ᾱν

δοτ. -ᾱ

-ᾱ

-ᾱ -ᾱς

-ᾱς -ᾱν

αιτ. -ων -ω

-ων -ως

-ων

(ν)
κλ. -ως -ως

-ων -ᾱ

3. Ουσιαστικά της γ΄ κλίσης (αρσενικά, θηλυκά, ουδέτερα περιττοσύλλαβα):
(Περιττοσύλλαβα ονομάζονται όσα ουσιαστικά έχουν στη γενική και δοτική ενικού και σε
όλες τις πτώσεις του πληθυντικού μια συλλαβή περισσότερη από την ονομαστική και
κλητική του ενικού)
Αρσενικά και θηλυκά
Ενικός

Ουδέτερα

Πληθυντ.

Δυϊκός Ενικός

Πληθυντ. Δυϊκός

-ες

-

-ᾱ

-ων

-οιν

-ος (ή –
ως)

-ων

-οιν

δοτ. -ᾱ

-σὴ (ν)

-οιν

-ᾱ

-σὴ (ν)

-οιν

αιτ. -ᾱ ή ν

-ᾱς ή –ς (νς)

-

-ᾱ

κλ. -ς ή -

-ες

-

-ᾱ

ον. -ς ή γεν.

-ος (ή –
ως)

Παραδείγματα:
α) Φωνηεντόληκτα:
ὴ ὴρως (θ. ὴρω- ), ὴ Τρ ὴς, ὴ ὴχθ ὴς , ὴ δρ ὴς, ὴ δύναμις, τ ὴ ὴστυ, ὴ βασιλε ὴς, ὴ γρα ὴς, ὴ
ὴχ ὴ
β) Συμφωνόληκτα:
ὴ κόραξ (θ. κόρακ-), ὴ πτέρυξ, ὴ γ ὴψ , ὴ τάπης, ὴ πατρ ὴς , τ ὴ κτ ὴμα , ὴ ὴκτ ὴς , ὴ Τιτ ὴν , ὴ ὴλλη
νέκταρ, τὴ βέλος, τὴ κρέας

ΕΠΙΘΕΤΑ
1. Κλίση των επιθέτων
1. Τα τρικατάληκτα με τρία γένη σχηματίζουν πάντα το θηλυκό κατά την α΄
κλίση ( ὴ δικαία, ὴ καλή) και το αρσενικό και το ουδέτερο, άλλα κατά την β΄
κλίση (ὴ δίκαιος, τὴ δίκαιον, γεν. τοὴ δικαίου) και άλλα κατά την γ΄κλίση (ὴ
ὴπας, τὴ ὴπαν, γεν. τοὴ ὴπαντος)
2. Τα δικατάληκτα με τρία γένη κλίνονται άλλα κατά την β΄ κλίση (ὴ, ὴ
βάρβαρος, τὴ βάρβαρον, γεν. τοὴ βαρβάρου) και άλλα κατά την γ΄ κλίση (ὴ, ὴ
σώφρων, τὴ σὴφρον, γεν. τοὴ σώφρονος)
3. Τα μονοκατάληκτα με δύο γένη κλίνονται τα περισσότερα κατά την γ΄ κλίση:
ὴ, ὴ φυγάς, γεν. φυγάδος - ὴ, ὴ πένης, γεν. πένητος
2. Ανώμαλα επίθετα

πολύς, πολλή, πολύ

μέγας, μεγάλη, μέγα

πρὴος, πραεὴα, πρὴον

σὴς, σὴς, σὴν (ελλειπτικό, έχει μόνο ονομ. και αιτ. ενικού και πληθυντικού)

φροὴδος, φρούδη, φροὴδον (ελλειπτικό, έχει μόνο ονομ. ενικού και
πληθυντικού)

ΜΕΤΟΧΕΣ

1. Μετοχές δευτερόκλιτες : -μένος, -μένη, -μένον (λυόμενος, δηλούμενος,
τιμώμενος κ.λπ.)
2. Μετοχές τριτόκλιτες:








-ας, -ασ ὴ, -ὴν : λύσας, ὴστάς , γράψας κ.λπ.
-είς, -εὴσα, -εν : λυθείς, γραφείς, τιθείς, κ.λπ.
-ούς, -οὴσα, -ον: διδούς, γνούς, κ.λπ.
-ύς, -ὴσα, -ύν : δεικνύς, ὴπολλύς, κ.λπ.
-ων, -ουσα, -ον : λύων, φυγών, ὴν κ.λπ.
-ὴν, -ὴσα, -ὴν : τιμὴν, ὴρὴν, κ. λπ.
-ὴν, -οὴσα, οὴν : δηλὴν, ποιὴν, μενὴν, κ.λπ.
-ώς, -υὴα, -ος : λελυκώς, τεθνηκώς, ειδώς, κ.λπ.
-ώς, -ὴσα , -ώς (ή –ός) : ὴστώς , τεθνεώς, κ. λπ.

ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
1. Προσωπικές: ὴγώ , σύ,- (αυτ ὴς )
2. Δεικτικές: ο ὴτος , α ὴτη , το ὴτο
ὴκεὴνος, ὴκείνη, ὴκεὴνο
ὴδ ε , ὴδε , τόδε
τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε ή τοιοὴτος, τοιαύτη, τοιοὴτο
τηλικόσδε, τηλικήδε, τηλικόνδε ή τηλικοὴτος, τηλικαύτη, τηλικοὴτο
3. Οριστικές/ επαναληπτικές: α ὴτός , α ὴτή , α ὴτ ὴ
4. Κτητικές: ὴμός, ὴμή, ὴμὴν
σός, σή, σὴν
ὴός, ὴή, ὴὴν
ὴμέτερος, ὴμετέρα, ὴμέτερον
ὴμ έτερος, ὴμετέρα, ὴμέτερον
σφέτερος, σφετέρα, σφέτερον
5.Αυτοπαθείς: ὴμαυτοὴ, ὴμαυτής
σεαυτοὴ, σεαυτὴς
ὴμὴν αὴτὴν, ὴμὴν αὴτὴν
ὴαυτοὴ, ὴαυτὴς
ὴαυτὴν (ή σφὴν αὴτὴν), ὴαυτὴν (ή σφὴν αὴτὴν)
6. Αλληλοπαθείς: ὴλλήλων, ὴλλήλοις (-αις), ὴλλήλους (-ας, -α)
7. Ερωτηματικές:τίς, τί,
πότερος, ποτέρα, πότερον (=ποιός από τους δύο)
πόσος, πόση, πόσον
ποὴος, ποία, ποὴον (=τι λογής)
πηλίκος, πηλίκη, πηλίκον (=πόσο μεγάλος / ποιάς ηλικίας)
ποδαπός, ποδαπή, ποδαπόν (=από ποιόν τόπο)
πόστος, πόστη, πόστον (=τι θέση έχει σε αριθμητική σειρά;)
ποσταὴος, ποσταία, ποσταὴον (=σε πόσες μέρες; πβ. τριταὴος)
8. Αόριστες: τὴς, τὴ
ὴ δεὴνα, ὴ δεὴνα, τὴ δεὴνα
ὴνιοι, ὴνιαι, ὴνια (=μερικοί)
9. Επιμεριστικές: πὴς, πὴσα, πὴν
ὴκαστος, ὴκάστη, ὴκαστον
ὴλλος, ὴλλη, ὴλλο
ο ὴδείς , ο ὴδεμία, ο ὴδέν - μηδείς, μηδεμία, μηδ ὴν
ὴμφότεροι, ὴμφότεραι, ὴμφότερα

ὴκάτερος, ὴκατέρα, ὴκάτερον
ὴτερος, ὴτέρα, ὴτερον
οὴδέτερος, οὴδετέρα, οὴδέτερον – μηδέτερος, μηδετέρα, μηδέτερον (=ούτε ο ένας, ούτε
ο άλλος)
ποσός, ποσή, ποσόν (=κάμποσος_
ποιός, ποιά ποιόν (=κάποιας λογὴς, πβ. ποὴος)
ὴλλοδαπός, ὴλλοδαπή, ὴλλοδαπόν
10.Αναφορικές: ὴς, ὴ, ὴ
ὴσπερ, ὴπερ, ὴπερ (=αυτός ακριβώς που)
ὴστις, ὴτις, ὴ,τι
ὴπότερος, ὴποτέρα, ὴπότερον (=όποιος από τους δύο)
ὴσος, ὴση, ὴσον
ὴπόσος, ὴπόση, ὴπόσον
ο ὴος , ο ὴα , ο ὴον (=τέτοιος που)
ὴποὴος, ὴποὴα, ὴποὴον
ὴλίκος, ὴλίκη, ὴλίκον (=όσο μεγάλος)
ὴπηλίκος, ὴπηλίκη, ὴπηλίκον (=όσο μεγάλος)
ὴποδαπός, ὴποδαπή, ὴποδαπόν (=από ποιόν τόπο, σε πλάγια ερώτηση)

ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ
1. Τοπικά : πο ὴ;, π ὴ;, πο ὴ;, ὴπ ου , ὴνθα , ὴνθάδε, ὴκε ὴ, α ὴτο ὴ, ὴνω ,
κάτω, ὴγγύς, ὴσω κ.λπ.
2. Χρονικά: πότε;, ὴτε, τότε, ὴπηνίκα, πηνίκα;, νὴν, πρὴν, ὴπειτα, πάλαι,
α ὴθις , α ὴ, κ.λπ.
3. Τροπικά: π ὴς ;π ὴ;, ο ὴτως , ὴδε , ὴπ ως , ὴς , ὴσ π ερ , ε ὴ, καλ ὴς , κ.λπ.
4. Ποσοτικά:πόσον; ὴσον, μάλα, ὴγαν, λίαν, πάνυ, σφόδρα, ποσάκις, δίς, τρίς,
κ.λπ.
5. Βεβαιωτικά: ναί, μάλιστα, δή (=βέβαια), δ ὴτα (=βέβαια), ὴ (=αλήθεια) κ.λπ.
6. Αρνητικά: οὴ, μή
7. Διστακτικά: ὴρα , μ ὴν (=μήπως), τάχα, ὴσως κ.λπ.

ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ
1. Κύριες προθέσεις (χρησιμοποιούνται και στη σύνταξη και σε σύνθεση με
άλλες λέξεις): εὴς, ὴν, ὴκ (ὴξ), πρό, πρός, σύν, ὴνά, διά, κατά, μετά, παρά,
ὴμφί, ὴντί, ὴπί, περί, ὴπό, ὴπό, ὴπέρ
2. Καταχρηστικές προθέσεις (χρησιμοποιούνται μόνο στη σύνταξη):

μὴ γενική: ὴχρι, μέχρι, ὴνευ, χωρίς, πλήν, ὴνεκα (ὴνεκεν)
μὴ αὴτιατική: ὴς, νή, μά (μὴ τοὴς Θεούς)

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
1. Συμπλεκτικοί: ο ὴτε , μήτε, ο ὴδέ , μηδέ
2. Διαζευκτικοί: ὴ, ὴτ οι , ε ὴτε , ὴάντε , ὴντε , ὴντε
3. Αντιθετικοί ή εναντιωματικοί:μέν, δέ, μέντοι, ὴμως, ὴλλά, ὴτάρ(=όμως),
μήν, καίτοι
4. Παραχωρητικοί: ε ὴ καί, ὴν καί, καί ε ὴ, καί ὴν , κ ὴν , ο ὴδ ὴ ε ὴ, ο ὴδ ὴ
ὴάν, μηδὴ ὴάν, καίπερ
5. Χρονικοί: ὴς-ὴτε, ὴπότε-ὴσάκις, ὴποσάκις-ὴνίκα, ὴπηνίκα-ὴπεί, ὴπειδήὴταν, ὴπόταν, ὴπάν, ὴπειδάν-ὴως, ὴστε, ὴχρι, μέχρι, πρίν.
6. Αιτιολογικοί: γάρ, ὴτι, ὴς, διότι, ὴπεί, ὴπειδή
7. Τελικοί: ὴνα , ὴπ ως , ὴς
8. Συμπερασματικοί: ὴρα, δή, δὴτα, οὴν, τοίνυν, τοιγάρτοι, τοιγαροὴν,
οὴκουν, ὴστε, ὴς

9. Ειδικοί: ὴτι, ὴς
10. Υποθετικοί: εὴ, ὴάν, ὴν, ὴν
11. Ενδοιαστικοί ή διστακτικοί: μή, μή οὴ

ΕΠΙΦΩΝΗΜΑΤΑ
1.
2.
3.
4.
5.

Θαυμαστικά: ὴ! ὴ! βαβαί! παπαὴ!
Γελαστικά: ὴ-ὴ-ὴ!
Θειαστικά (δηλώνουν ενθουσιασμό): εὴοὴ! εὴάν!
Σχετλιαστικά (λύπης, αγανάκτησης): ὴώ! ὴού! οὴαί! οὴμοι! φεὴ! παπαὴ!
Κλητικό : ὴ

ΤΟΝΟΙ & ΠΝΕΥΜΑΤΑ
Α'. Οι τόνοι και ο τονισμός
1. Τόνοι
Σε κάθε λέξη που έχει δύο ή περισσότερες συλλαβές μία από αυτές τονίζεται, δηλ.
προφέρεται πιο δυνατά από τις άλλες. Για να φανερώσουμε στο γραπτό λόγο ποια είναι η
συλλαβή που τονίζεται, γράφουμε πάνω στο φωνήεν ή το δίφθογγο της συλλαβής αυτής
ένα σημάδι που λέγεται τόνος: φέ-ρω, φε-ρό-με-θα, φε-ρο-μέ-νη, φεὴ-γε, ὴ-πό-φευ-γε, ὴγα-θός, ὴ-νήρ.
Οι τόνοι είναι τρεις: η οξεία (΄), η βαρεία (') και η περισπωμένη (~):
2. Ονομασία των λέξεων από τον τόνο τους
Σε κάθε λέξη πάνω στο φωνήεν ή το δίφθογγο της συλλαβής που τονίζεται σημειώνουμε
κάθε φορά. έναν ορισμένο τόνο (πβ. §38 και § 39). Κατά τη θέση που έχει ο τόνος σε μια
λέξη και κατά το είδος του η λέξη αυτή λέγεται:
1) οξύτονη, αν έχει οξεία στη λήγουσα: πατήρ·
2) παροξύτονη, αν έχει οξεία στην παραλήγουσα: μήτηρ·
3) προπαροξύτονη, αν έχει οξεία στην προπαραλήγουσα: λέγομεν·
4) περισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στη λήγουσα: τιμ ὴ·
5) προπερισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στην παραλήγουσα: δὴ-ρον·
6) βαρύτονη, αν δεν τονίζεται στη λήγουσα: ὴνθρωπος, λύω, κελεύω.
3. Τονισμός. Γενικοί κανόνες τονισμού
Ο τονισμός των λέξεων στην αρχαία ελληνική γίνεται κατά τους εξής γενικούς κανόνες:
1) Καμιά λέξη δεν τονίζεται πιο πάνω από την προπαραλήγουσα (όπως και στην
κοινή νέα ελληνική): λέγομεν, ὴλέγομεν, ὴλεγόμεθα, ὴπικίνδυνος, ὴπικινδυνότατος.
2) Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, η προπαραλήγουσα δεν τονίζεται: (ή
βασίλισσα, αλλά) της βασιλίσσης, (άμεσος, αλλά) αμέσως.

3) Η προπαραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία: τιμώ-μεθα, παρήγορος,
πείθομαι.
4) Κάθε βραχύχρονη συλλαβή, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία: νέφος, τόπος,
ᾱγαθός.
5) Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει οξεία εμπρός από
μακρόχρονη λήγουσα: θήκη, κώμη, παιδεύω, κλαίω.
6) Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει περισπωμένη εμπρός από
βραχύχρονη λήγουσα: κὴπος, χὴρος, φεὴγε, κὴμαι.
7) Η θέσει μακρόχρονη συλλαβή ως προς τον τονισμό λογαριάζεται βραχύχρονη:
αὴλαξ, κλὴμαξ, μεὴραξ, τάξις, λύτρον (βλ. § 33, β).
8) Η βαρεία σημειώνεται στη θέση της οξείας μόνο στη λήγουσα, όταν δεν
ακολουθεί στίξη ή λέξη εγκλιτική (βλ. § 43,1 και § 50): ὴ βασιλεὴς τὴν μὴν πρὴς ὴαυτὴν
ὴπ ιβουλήν ο ὴκ ὴσθάνετο...
4. Ειδικοί κανόνες τονισμού

α) Η ασυναίρετη ονομαστική, αιτιατική και κλητική των πτωτικών,
όταν τονίζεται στη λήγουσα, κανονικά παίρνει οξεία:
ὴ ποιητής, τὴν ποιητήν, ὴ ποιητά· οὴ ποιηταί, τοὴς ποιητάς, ὴ ποιηταί· ὴ φωνή, τὴν
φωνήν, ὴ φωνή· αὴ φωναί, ταὴς φωνάς, ὴ φωναί· πατήρ, λιμήν, άνδριάς· καλήν, καλάς,
καλά· αὴτή, αὴτήν, αὴτός· λαβών, ὴδών, λελυκώς, λυθείς.
Εξαιρέσεις: Παίρνουν περισπωμένη αντίθετα με τον κανόνα, αν και δεν προκύπτουν από
συναίρεση:
οι μονοσύλλαβοι τύποι της ονομ., αιτιατ. και κλητ. που έχουν χαρακτήρα ι, υ, (ου, αυ): ὴ
κὴς, τὴν κὴν, ὴ κὴ, τοὴς κὴς - ὴ δρὴς, τὴν δρὴν, ὴ δρὴ, τὴς δρὴς - ὴ βοὴς, τον
βοὴν, ὴ βοὴ, τους βοὴς - ή γραὴς, τὴν γραὴν, ὴ
η αιτιατική πληθ. των ονομ. σε -ὴς (γεν. -ύος), αν τονίζεται στη λήγουσα: τους ὴχθὴς
η ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού των ουδετέρων π ῦρ και ο ὴς
η ονομ. και κλητ. του ενικού του θηλ. ή γλαὴ ξ(= κουκουβάγια» ]
η κλητ. του ενικού των ονομ. σε -εύς: ὴ βασιλεὴ

β) Η μακροκατάληκτη γενική και δοτική των πτωτικών, όταν
τονίζεται στη λήγουσα, παίρνει περισπωμένη:
το ὴ ποιητο ὴ, τ ὴ ποιητ ὴ· τ ὴν ποιητ ὴν , το ὴς ποιητα ὴς - τ ὴς φων ὴς , τ ὴ φων ὴ· τ ὴν φων ὴν , τα ὴς
φωναὴς·
τοὴ ὴγαθοὴ, τὴς αγαθὴς, τὴ άγαθὴ, τὴ αγαθὴ· τὴν αγαθὴν, τοὴς άγαθοὴς, ταὴς
άγαθαὴς κτλ.·
αὴτοὴ, αὴτὴς, αὴτὴ, αὴτὴ· αὴτὴν, αὴτοὴς, αὴταὴς κτλ.
Εξαιρέσεις: Τα αττικόκλιτα ουσιαστικά φυλάγουν σε όλες τις πτώσεις τον ίδιο τόνο που
έχει η ονομαστική του ενικού και στην ίδια συλλαβή: ὴ λε ὴς , το ὴ λε ὴ κτλ., ὴ τα ὴς , το ὴ τα ὴ
κτλ., ὴ πρόνεως, το ὴ πρόνεω κτλ.

γ) Στα πτωτικά (βλ. § 74), όπου τονίζεται η ονομαστική του ενικού
εκεί τονίζονται και οι άλλες πτώσεις του ενικού και του
πληθυντικού, εκτός αν εμποδίζει η λήγουσα:
λέων, λέοντος, λέοντες κτλ. - αλλά: λεόντων (βλ. § 38,» 2)·
αρρην, άρρενος, άρρενες κτλ. - αλλά: αρρένων·
ὴκαστος, ὴκαστον, ὴκαστοι
κτλ. - αλλά: ὴκάστου, ὴκάστων, ὴκάστους
Εξαιρέσεις βλ. § 88, 3 και § 145.
Στα πρωτόκλιτα ουσιαστικά η γενική του πληθ. τονίζεται στηλήγουσα και παίρνει
περισπωμένη:τὴν νεανιὴν, τὴν θαλασσὴν.
Τα μονοσύλλαβα ονόματα της γ΄ κλίσης στη γενική και δοτική όλων των αριθμών
τονίζονται στη λήγουσα: ὴ φλόξ, τὴς φλογός, τὴ φλογί, τὴν φλογὴν, ταὴς φλοξί.
Εξαιρούνται τα μονοσύλλαβα ὴ δ ὴς , ὴ θ(=τσακάλι),
ὴς
το ο ὴς , ὴ πα ὴς , ὴ Τρ
και
ὴςτο φ ὴς που
τονίζονται στη γεν.πληθ. στην παραλήγουσα:τ ὴν δ ὴδων , τ ὴν θώων, τ ὴν ὴτ ων , τ ὴν παίδων,
τὴν Τρώων, τὴν φώτων.

δ) Η λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση, όταν τονίζεται,
κανονικά παίρνει περισπωμένη:
(τιμάω) τιμὴ, (τιμάων) τιμὴν, (έπιμελέες) επιμελεὴςπαίρνει όμως οξεία, αν πριν από τη συναίρεση είχε οξεία η δεύτερη από τις
συλλαβές που συναιρούνται:
( ὴσταώς ) ὴστώς , (κληίς, κλ ὴς ) κλείς.

ε) Στις σύνθετες λέξεις ο τόνος κανονικά ανεβαίνει ως την τελευταία
συλλαβή του πρώτου συνθετικού, αν επιτρέπει η λήγουσα: (σοφός)
πάν-σοφος, (πόλις) ακρόπολις, μεγαλόπολις, (πήχυς) ε ὴκοσά πηχυς·
(έλθέ) ὴπ ελθε , (δός) ὴπ όδος· (φρήν) ό μεγαλόφρων, το
μεγαλόφρον
5. Άτονες λέξεις
Δέκα μονοσύλλαβες λέξεις της αρχαίας ελληνικής δεν παίρνουν τόνο και γι' αυτό
λέγονται άτονες λέξεις. Αυτές είναι
τα άρθρα ὴ, ὴ, οὴ, αὴ·
οι προθέσεις ε ὴς , ὴν , ὴ
(κᾱ ᾱξ)·
τα μόρια ε ὴ, ὴς , ο(ὴ
ᾱ οὴκ ᾱ ο ὴ)
χ
6. Εγκλιτικές λέξεις. Έγκλιση του τόνου
Μερικές μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες λέξεις συμπροφέρονται τόσο στενά με την
προηγούμενη, ώστε ακούονται σαν ν' αποτελούν μαζί της μία λέξη· γι' αυτό ο τόνος τους
κανονικά ή χάνεται ή ανεβαίνει στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης ως οξεία (πβ. τα
νεοελληνικά: ό αδερφός μου, ό δάσκαλός μου).
Οι λέξεις αυτές λέγονται εγκλιτικές λέξεις ή απλώς εγκλιτικά.

α) Συχνότερα εγκλιτικά της αρχαίας ελληνικής είναι:
οι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών μο ὴ, μοί, μέ – σο ὴ, σοί, σέ -ο ὴ, ο ὴ, ὴ
όλες οι πτώσεις ενικού και πληθυντικού της αόριστης αντωνυμίας τ ὴς – τ ὴ
εκτός από τον
τύπο του ουδέτ. πληθ. ῦττα(= τινά = μερικά)
όλοι οι δισύλλαβοι τύποι της οριστικής του ενεστώτα των ρημάτων εὴμί (= είμαι) και φημ ὴ
(= λέγω)
τα επιρρήματα πού, ποί, πόθεν -πώς, πή (ὴ πὴ). ποτὴ
τα μόρια γέ, τέ, τοι, πέρ, πώ, ν ὴν και το πρόσφυμα δ ὴ(διαφορετικό από το σύνδεσμο δὴ)
β) Ο τόνος των εγκλιτικών χάνεται:
σε όλα τα εγκλιτικά (μονοσύλλαβα ή δισύλλαβα), όταν η προηγούμενη λέξη είναι οξύτονη ή
περισπωμένη: ναός τις, καλόν εστί (με οξεία και όχι βαρεία στην προηγούμενη λέξη· βλ. §
38, 8) - τιμώ σε, τιμώ τινας·
μόνο στα μονοσύλλαβα εγκλιτικά, όταν η προηγούμενη λέξη είναι παροξύτονη: γέρων τις,
παιδεύω σε.
γ) Ο τόνος των εγκλιτικών ανεβαίνει στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης (ως
οξεία), όταν η προηγούμενη λέξη είναι προπαροξύτονη ή προπερισπώμενη ή
άτονη ή εγκλιτική:
ὴλαφός τις, ὴλαφοί τινες – κ ὴπ ός τις, κ ὴπ οί τινες- ὴρ ια ὴό ς τε - ὴν τινι τόπ ὴ - ε ὴ τις βούλεται –
εὴ τίς ὴστί μοι φίλος.
δ) Ό τόνος των εγκλιτικών μένει στη θέση του (δηλ. δε γίνεται έγκλιση τόνου):
όταν η προηγούμενη λέξη είναι παροξύτονη και το εγκλιτικό δισύλλαβο: λόγοι τινές,
ανθρώπων τινὴν, φίλοι εὴσίν·
όταν η προηγούμενη λέξη έχει πάθει έκθλιψη ή όταν πριν από το εγκλιτικό υπάρχει στίξη:
καλόν δ' ὴστίν - ὴμηρος , φασί, τυφλ ὴς ὴν·
όταν υπάρχει έμφαση ή αντιδιαστολή: παρὴ σοὴ, πρὴς σέ· ταὴτα σοὴ λέγω, οὴκ
ὴκείνὴ.
Β'. Τα πνεύματα και η χρήση τους
1. Πνεύματα
Κάθε λέξη που αρχίζει από φωνήεν ή δίφθογγο ή από το σύμφωνο ρ παίρνει πάνω σ' αυτό
ένα ιδιαίτερο σημάδι, που λέγεται πνεύμα.
Τα πνεύματα είναι δύο, η ψιλή (') και η δασεία ('): ὴήρ , ε ὴκών -ὴγνός , ε ὴρίσκω· ὴέω .
2. Λέξεις με ψιλή και λέξεις με δασεία

α)Από τις λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν ή δίφθογγο οι
περισσότερες παίρνουν ψιλή.
β) Δασύνονται κανονικά:·

1) Οι λέξεις που αρχίζουν από υ ή από ρ: ὴβρίζω, ὴόδον.
2) Τα άρθρα ὴ, ὴ, αὴ και οι δεικτικές αντωνυμίες ὴδε, ὴδε, οὴδε, αὴδε και οὴτος,
αὴτη.
3) Οι αναφορικές αντωνυμίες και τα αναφορικά επιρρήματα (εκτός από τα ὴνθα, ὴνθεν):
ὴς, ὴ, ὴ κτλ., ὴπου, ὴθεν κτλ.
4) Οι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας ὴμεὴς, ὴμὴν κτλ.,οὴ, οὴ, ὴ, οι αντωνυμίες
ὴτερος, ὴκάτερος, ὴκαστος και οι λέξεις που σχηματίζονται από αυτές (ὴμέτερος,
ὴαυτοὴ, ὴτέρωθεν, ὴκάστοτε κτλ.).
5) Οι σύνδεσμοι ὴως, ὴνίκα, ὴνα, ὴμως, ὴπότε, ὴπως, ὴτε, ὴτι, ὴς, ὴστε.
6) Τα αριθμητικά εὴς, ὴν, ὴξ, ὴπτά, ὴκατόν επίσης τα παράγωγα από αυτά- ὴνδεκα,
ὴξακόσιοι, ὴβδομήκοντα, ὴκατοντάκις κτλ.
7) Οι ακόλουθες λέξεις (και όσες είναι παράγωγες από αυτές ή σύνθετες με α' συνθετικό τις
λέξεις αυτές):
Α.- ὴβρός , ὴγιος , ὴγνός , ὴδης , ὴδρός , ὴθρόος (στην αττική διάλεκτο), α ὴμα , Α ὴμος , α ὴρέω - ὴ,
α ὴ ὴλαί (= η αλυκή), ὴλας , ὴλιάκμων, γεν. -όνος, ὴλίαρτος, ὴλιεύω (μτγν.).
ὴλικαρνασσός, ὴλις (= αρκετά), ὴλίσκομαι-ὴλωσις, ὴλλομαι (=πηδώ), ὴλόννησος,
ὴλουργίς, γεν. -ίδος (μτγν.). ό ὴλς, γεν. του ὴλός (= αλάτι· συχνά σε πληθ. οί ὴλες =
αλάτι, αλυκή), ή ὴλς, γεν. της ὴλός (= θάλασσα), ὴλτήρ, πληθ. ὴλτὴρες, ὴλυσις, ὴ
ὴλως (= αλώνι), ὴμα, ὴμαξα, ὴμαρτάνω, ὴμιλλα, ὴμμα (= δέσιμο, κόμπος- από το
ατττω), ὴνυτω (αλλά και ὴνύ(τ)ω), ὴπαλός, ὴπαξ, ὴπλούς, ὴπτω-ὴπτομαι, ὴρμα,
ὴρμόζω, ὴρμονία, ὴρμός, ὴρπαξ - ὴρπάζω, ὴφή, ὴψίκορος, ὴψίς. γεν. -ὴδος.
Ε.- (ὴβραὴος), το ὴδος (= θρόνος, ναός, άγαλμα), ὴδρα, ὴδώλιον, ὴζομαι (= κάθομαι),
εὴλόμην (αόρ. β' του αὴροὴμαι), εὴμαρται – εὴμαρμένη, εὴργνυμι και εὴργνύω (=
εμποδίζω την έξοδο, κλείνω μέσα· ενώ εὴργω = εμποδίζω την είσοδο, αποκλείω), εὴρκτή,
ὴκάβη, ὴκάς (= μακριά), ὴκάτη, ὴκών, ὴλένη, ὴλικών (γεν. -ὴνος), ή ὴλιξ, ὴλίττω (=
τυλίγω, στρέφω), ὴλκος, ὴλκω (μεταγ. ελκύω), ὴλλάς, ὴλλην, ή ὴλμινς (γεν. -ινθος =
σκουλήκι των εντέρων), το ὴλος, ὴνεκα ή ὴνεκεν, ὴξὴς, ὴξω (μέλλ. του ρ. έ~χω),
ὴορτή, ὴρκος (= φραγμός), ὴρμα, ὴρμηνεύω, ὴρμὴς, ὴρπω, ὴσπέρα, ὴσπερος,
ὴσπόμην (αόρ. β' του ὴπομαι), ὴστιάω-ὴ, ὴταὴρος, ὴτοιμος και ὴτοὴμος, εὴρίσκω,
ὴφθός (= βραστός· για τα μέταλλα = καθαρισμένος με φωτιά, καθαρός), ὴψω (= βράζω),
ὴωλος (= παλιός, όχι πρόσφατος), ὴ ὴως (= πρωί).
Η.- ὴβη , ὴγέομαι –ο ὴμαι , ὴδ ομαι, ὴκιστα, ὴκω , ὴλιξ (= συνομήλικος. σύντροφος), ὴλιαία, ὴλιος ,
ὴλος (= καρφί), ὴμερα, ὴμερος, ὴμι-(αχώριστο μόριο), ὴμισυς, ὴ ὴνία και τα ὴνία (=
χαλινός), ὴπαρ, ὴρα, ὴρακλής, ὴρόδοτος, ὴρως, ὴσίοδος, ὴσυχος, ὴττα, ὴττάομαι
-ὴμαι, ὴττων, ὴφαιστος.
Ι.- ὴδρύω, ὴδρώς, ὴέραξ, ὴερός, ὴημι, ὴκανός, ὴκέτης, ὴκνέομαι –οὴμαι, ὴλάσκομαι,
ὴλαρός, ὴλεως, ὴμάς, ὴμάτιον, ὴμερος (= πόθος), ὴππος, (μεταγεν. ὴπταμαι), ὴστημι,
ὴστός - ὴστίον, ὴστορία, ὴστορέω -ὴ, ὴστωρ (γεν. -ορος =έμπειρος, γνώστης).
Ο.- ὴδός, ὴλκάς (= πλοίο που ρυμουλκείται, φορτηγό), ὴλκή (= έλξη,εισπνοή, βάρος), ὴ
ὴλκός (= μηχάνημα με το οποίο έσερναν τα πλοία, λουρί, χαλινός, τροχιά, αυλάκι), ὴλμος,
ὴλος, ὴρμαθός, ὴρμή, ό ὴρμος, ό ὴρος, το ὴριον, ὴρίζω, ὴράω -ὴ, ὴσιος.
Ω.- ὴρα, ὴραίος, ὴριμος.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful