You are on page 1of 37

ΟΡΚΩΜΟΣΙΕΣ «ΕΝΩΠΙΟΝ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»

Παραθέτουμε απόσπασμα από το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου «Απαγορευμένη
γλώσσα» (εκδόσεις Μαύρη Λίστα), σχετικά με τρεις καταγεγραμμένες ορκωμοσίες
κατοίκων χωριών στην περιοχή της Δυτική Μακεδονίας το 1959, όταν
«υποσχέθηκαν» δημόσια ότι δε θα ξαναμιλήσουν το «τρισκατάρατον σλαβοφανές
ιδίωμα». Αφού περιγράφει αναλυτικά ο συγγραφέας τις συνθήκες κάτω από τις
οποίες έγιναν οι ορκωμοσίες στα χωριά Καρδιά Εορδαίας και Κρύα Νερά Καστοριάς,
αναφέρεται στη συνέχεια σε αντίστοιχη ορκωμοσία στο χωριό Ατραπός της Φλώρινας
(οι δικές μας προσθήκες είναι με διαφορετικό χρώμα γραμμάτων):
Η τελευταία περίπτωση γνωστής ορκωμοσίας σλαβόφωνου χωριού έγινε στο νομό
Φλώρινας, μια βδομάδα ακριβώς ύστερα από την αντίστοιχη τελετή των Κρύων
Νερών. Το γεγονός προαναγγέλλεται στις τοπικές εφημερίδες της 8ης Αυγούστου
(1959): «Αύριον και ώραν 10.30 π.μ. εις το χωρίον Ατραπός θα λάβη χώρα εορτή
κατά την οποίαν οι κάτοικοι του χωρίου παρουσία των αρχών θα ορκισθούν ότι δεν
θα ξαναμιλήσουν, ούτε και εις τας κατ’ ιδίαν συνομιλίας των, το σλαυόφωνον
γλωσσικόν ιδίωμα το οποίον ως γνωστόν οι σλαύοι και ιδιαιτέρως οι βούλγαροι
χρησιμοποιούν ανέκαθεν ως όπλον εις την κατά της χώρας μας προπαγάνδαν των. Η
εορτή προβλέπεται λαμπρότατη, το πρόγραμμα δε αυτής περιλαμβάνει ομιλίας,
απαγγελίας ποιημάτων, εθνικούς χορούς κ.ά.».48 Σύμφωνα με ένα άλλο δημοσίευμα
της ίδιας ημέρας (που εξηγεί κι αυτό ότι «το σλαβοφανές γλωσσικόν ιδίωμα εις τας
χείρας των σλάβων προπαγανδιστών έχει καταστή όπλον στρεφόμενον κατά της
εθνικής συνειδήσεως των Μακεδόνων»), «εις την ωραίαν αυτήν τελετήν
προσεκλήθησαν αι αρχαί και οι κάτοικοι της περιοχής».49 Το γεγονός πιστοποιείται
από την πρόσκληση που μια 22μελής «εκπροσωπούσα τους συγχωριανούς μας
Επιτροπή», με επικεφαλής τον κοινοτάρχη του Ατραπού, απευθύνει την 1η
Αυγούστου προς τις υπόλοιπες κοινότητες του νομού: «Παρακαλούμεν όπως την 9ην
του μηνός Αυγούστου ε.έ., ημέραν Κυριακήν και ώραν 10.30 π.μ. προσέλθετε εις το
χωρίον μας και παραστήτε εις τελετήν υποσχέσεως των συγχωριανών μας, απάντων
γηγενών, ότι θα παύσωμεν να ομιλώμεν το τρισκατάρατον ξενικόν ιδίωμα το οποίον
ουδεμία σχέσιν έχει με την Ελληνικωτάτην καταγωγήν μας και θα ομιλώμεν εφεξής
άπαντες την ένδοξον Ελληνικήν μας γλώσσαν».50 Η προσέλευση ήταν όντως μαζική.
Τις αρχές εκπροσώπησαν ο νομάρχης Φλώρινας Χρ. Δέππας, οι τοπικοί διοικητές του
πεζικού συνταγματάρχης Παπακωνσταντίνου και του πυροβολικού Ντάνης, οι
διοικητές της χωροφυλακής Κανελλόπουλος και της ασφάλειας Καλογερόπουλος, ο
επιθεωρητής δημοτικών σχολείων Δελλαπόρτας, ο διευθυντής γεωργίας Βέρρος, ο
πρόεδρος του επιμελητηρίου Λούστας, ο περιφερειακός έφορος προσκόπων
Τριανταφυλλίδης και ο πρόεδρος του φιλολογικού συλλόγου «Αριστοτέλης»,
Τυρπίνος. Ο λαός της περιφέρειας εκπροσωπήθηκε κι αυτός από τους κοινοτάρχες ή
άλλους αξιωματούχους 100 περίπου κοινοτήτων του νομού.51

Εξίσου τυποποιημένη ήταν κι εδώ η διαδικασία της ορκωμοσίας, με μικρές
καινοτομίες που οφείλονταν στα διαθέσιμα μέσα. Πριν από τον αγιασμό έγινε έπαρση
της σημαίας, υπό τους ήχους στρατιωτικής μπάντας· μίλησε ο πρόεδρος του χωρίου,

Ιωάννης Κόλλης, και στη συνέχεια οι κάτοικοι «με σηκωμένο το δεξί χέρι και με
φωνήν σταθερά» επανέλαβαν τον όρκο που αυτός απάγγελλε: «Υπόσχομαι ενώπιον
του Θεού, των ανθρώπων και των επισήμων αρχών του Κράτους μας, ότι από
σήμερον θα παύσω να ομιλώ το Σλαυϊκόν ιδίωμα που μόνον αφορμήν προς
παρεξήγησιν δίδει εις τους εχθρούς της Χώρας μας τους Βουλγάρους και ότι θα
ομιλώ παντού και πάντοτε την επίσημον γλώσσαν της πατρίδος μου, την Ελληνικήν,
εις την οποίαν είναι γραμμένο και το Ιερόν Ευαγγέλιον του Χριστού μας».52
Ακολούθησε διάλεξη του ντόπιου δασκάλου Κωνσταντίνου Βακάλη, «ενός
πραγματικού εθνικού εργάτου, που δουλεύει με υπερηφάνειαν και θέλησι εις τας
εθνικός επάλξεις, καθοδηγητής και εμψυχωτής κάθε εθνικής εκδηλώσεως», στον
οποίο -σύμφωνα με τα δημοσιεύματα-οφειλόταν και η ιδέα της ορκωμοσίας:
«Απεφασίσαμεν, είπεν ο διδάσκαλος, υπερηφάνως από κοινού με όλους τους
συγχωριανούς μας ανεξαιρέτως, να παύσωμεν ομιλούντες το ξενικόν ιδίωμα το
οποίον ουδεμίαν σχέσιν έχει με την Ελληνικωτάτην καταγωγήν μας και να ομιλώμεν
την ένδοξον Ελληνικήν μας γλώσσαν».53 Ύστερα από μια σειρά διατεταγμένες
ζητωκραυγές υπέρ του Βασιλέως, του Ελληνικού Κράτους και του «αήττητου
Στρατού μας», το σύντομο λογίδριο ενός ακόμη κατοίκου «που με απλά λόγια έδωσε
την έννοια της υποσχέσεως» και απαγγελία ποιήματος από έναν «αγροτόπαιδα», η
σειρά των ομιλητών έκλεισε με το νομάρχη Φλωρίνης, που «συνεχάρη τους
κατοίκους του Ατραπού δια την απόφασίν των». Το τελευταίο μέρος της τελετής
περιλάμβανε κατάθεση στεφάνου στο ηρώο του χωριού, «λαϊκούς εθνικούς χορούς»
και «εθνικά τραγούδια» από τη χορωδία του «Αριστοτέλη» (Πολιτιστικός σύλλογος
που ιδρύθηκε γύρω στα 1930, στα πλαίσια μιας πολιτικής εξελληνισμού μέσω
σωματείων που συντονίζονταν και επιχορηγούνταν από τις αρχές. Ο σύλλογος αυτός
υπάρχει μέχρι και σήμερα).
Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις παραπάνω περιγραφές είναι προφανή. Η
δημόσια ορκωμοσία των σλαβόφωνων κατοίκων ότι θα απαρνηθούν άπαξ και δια
παντός τη μητρική τους γλώσσα συνιστούσε κρατική επιλογή, για τη δε εφαρμογή της
εργάστηκε σύμπας ο τοπικός κρατικός μηχανισμός - από το νομάρχη και την
εκκλησιαστική ιεραρχία μέχρι το στρατό, τα σώματα ασφαλείας και τα κατά περιοχές
«εθνικά σωματεία». Ενθουσιώδης ήταν η υποδοχή της όλης διαδικασίας και από τον
Τύπο, τοπικό ή πανεθνικής εμβέλειας. Η παρακολούθηση της τελετής από
εκπροσώπους των γύρω χωριών επιτρέπει επίσης να θεωρήσουμε ότι αυτή είχε
κυρίως «παραδειγματικό» χαρακτήρα, υποδεικνύοντας εμμέσως πλην σαφώς στο
σύνολο των σλαβόφωνων Μακεδόνων τη στάση που όφειλαν να υιοθετήσουν. Όσο
για τον εθελοντικό χαρακτήρα της ορκωμοσίας, υπάρχει η μαρτυρία των κατοίκων
του Ατραπού, καταγραμμένη πρόσφατα από μια ολλανδή κοινωνική ανθρωπολόγο,
σύμφωνα με την οποία «ήρθε ο στρατός και πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, για να
μαζέψει όλους τους χωρικούς στην κεντρική πλατεία. [...] Ο κόσμος πήρε μέρος στην
τελετή ενάντια στη θέληση του, δίχως όμως την παραμικρή πιθανότητα να
αντισταθεί». Εξορισμένη από το χώρο των δημόσια εκφραζόμενων νοημάτων, που
έχει καταληφθεί ολοκληρωτικά από την εξουσία, η συλλογική μνήμη του πληθυσμού
θα καταφύγει έτσι στο πεδίο των ανεκδότων. Ένα από αυτά θέλει τον πρόεδρο του
χωριού να γυρίζει μετά την ορκωμοσία στο σπίτι του και, αφού εξηγεί λεπτομερειακά
στη γυναίκα του το νόημα της τελετής, να τελειώνει την ενδοοικογενειακή αυτή
διάλεξη με τη συνήθη εντολή: «κλάιμι σέγκα ντα γιάνταμ» («βάλε μου τώρα να
φάω»).54 Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή του ίδιου ανεκδότου, από την Καρδιά
Εορδαίας αυτή τη φορά, οι κάτοικοι που μόλις ορκίστηκαν να μην ξαναμιλήσουν «το

ιδίωμα» αποχαιρετούν τους επισήμους με το σλαβόγλωσσο κατευόδιο «άι σου
σντράβε» («άντε γεια») και εισπράττουν οργισμένες παρατηρήσεις.55

47.Φωνή της Καστοριάς 9/8/59, σ. 4, σχόλιο με τίτλο «Κρύα Νερά».
48."Εις επίσημον τελετήν, οι κάτοικοι του Ατραπού θα ορκισθούν να μη ομιλούν το
σλαυόφωνον ιδίωμα", Έθνος (Φλώρινα) 8/8/59, σ. 1.
49."Εις τον ηρωικόν Ατραπόν, οι κάτοικοι του θα ορκισθούν να ομιλούν μόνον
ελληνικά", Ελληνική Φωνή (Φλώρινα) 8/8/59.
50. ΠΑ, Κοινότης Ατραπού προς τον Πρόεδρον Κοινότητος (διαφόρων χωριών του
νομού), Εν Ατραπώ 1/8/59.
51. Νίκος Στάγκος, «Υποσχόμεθα να ομιλώμεν πάντοτε την ελληνικήν! Ο όρκος των
κατοί κων της Καρδιάς και των Κρύων Νερών επανελήφθη και εις Ατραπόν»,
Ελληνικός Βορράς 11/8/59, σ. 5· «Ωρκίσθησαν να μη χρησιμοποιούν το σλαβικόν
ιδίωμα», Καθημερινή 11/8/59, σ. 7.
52. Ελληνικός Βορράς 11/8/59, σ. 5.
53. Ό.π.
54. Van Boeschoten 1997, σ. 4 & 7.
55.Ηλιο, «Έγκλημα κατά της μητρικής μας γλώσσας», 3ορα 1 (10/1993), σ. 12.
Η Τρομοκρατία του κράτους
Η τρομοκρατία του "Νέου Κράτους" Ίσως δεν είναι πολύ γνωστές οι διώξεις που
υπέστησαν οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της Μακεδονίας, προκειμένου να πάψουν να
μιλούν τη μητρική τους γλώσσα.
Ιδιαίτερα σκληρή περίοδος υπήρξε αυτή της μεταξικής δικτατορίας, όπου στην ουσία
όμως εφαρμόστηκαν μέτρα τα οποία συζητιόντουσαν ήδη από καιρό πριν, όπως
χαρακτηριστικά γράφει ο Τάσος Κωστόπουλος στο βιβλίο του "Απαγορευμένη
Γλώσσα" (εκδόσεις Μαύρη λίστα), στο κεφάλαιο με τίτλο "Η τρομοκρατία του νέου
κράτους".
Από αυτό το κεφάλαιο παραθέτουμε αποσπάσματα όπου με επίσημα στοιχεία
κυρίως, αλλά και προφορικές μαρτυρίες δευτερευόντως καταδεικνύει την κατάσταση
που επικρατούσε τότε.
.Το περιεχόμενο αυτής της στροφής το συνόψισε με τον σαφέστερο τρόπο ο επίσημος
ιστορικός του Μακεδονικού στην Ελλάδα, ο Ευάγγελος Κωφός, όταν ήδη το 1964
έκανε λόγο για "πολιτική αναγκαστικής αφομοίωσης": "Με μια σειρά διοικητικών
μέτρων, απαγορεύθηκε στους Σλαυόφωνους να μιλάνε τη σλαβονική διάλεκτο τους
δημόσια, οι δε εκτοπίσεις στα νησιά γίνονταν χωρίς διάκριση".1

Μια σειρά στοιχεία (…) πιστοποιούν ότι η απαγόρευση υπαγορεύθηκε κεντρικά και
είχε καθολική εφαρμογή σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα. Το κυριότερο είναι η ύπαρξη
σχετικής διαταγής (αρ. 122770/1936) του γενικού διοικητή Μακεδονίας, η οποία
έφερε τον τίτλο "περί αποκαταστάσεως της ενιαίας γλώσσης" και κοινοποιήθηκε σε
όλα τα διορισμένα κοινοτικά και δημοτικά συμβούλια της δικαιοδοσίας του.3
Μολονότι το ακριβές κείμενο της εν λόγω διαταγής δεν έχει ακόμα εντοπιστεί σε
κάποιο κρατικό αρχείο, για το περιεχόμενο της είναι αρκετά εύγλωττες οι αποφάσεις
που έλαβαν οι αποδέκτες αμέσως μετά την παραλαβή της. Τα μέλη του συμβουλίου
"άκουσαν τον πρόεδρο εκθέσαντος εις το συμβούλιον ότι δι' αποφάσεως του κ.
Υπουργού Γενικού Διοικητού Μακεδονίας επετράπη [sic] όπως τα δημοτικά και κοιν.
συμβούλια θα απαγορεύσουν δι' αποφάσεως των την εν τη περιοχή της δικαιοδοσίας
των ομιλίαν διαφόρων ιδιωμάτων παρεφθαρμένων γλωσσών προς αποκατάστασιν της
ενιαίας γλώσσης και του εθνικού ημών γοήτρου", αναφέρεται λ.χ. στα πρακτικά μιας
κοινότητας του Λαγκαδά, μαζί με τη διευκρίνιση ότι ο πρόεδρος της "πρότεινε όπως
απαγορευθή και εν τη δικαιοδοσία της [εν λόγω] κοινότητος οιαδήποτε ομιλία
διαφόρων ιδιωμάτων, ξένων και ημετέρας γλώσσης εις παρεφθαρμένην γλώσσαν".4
Ανάλογες διατυπώσεις συναντάμε και σε διαταγή της Διοικήσεως Χωροφυλακής
Γρεβενών, η οποία εκτός από την 122770 επικαλείται επίσης τους Αναγκαστικούς
Νόμους 117 ("περί μέτρων καταπολεμήσεως του Κομμουνισμού") και 58 ("περί
συστάσεως της Υπηρεσίας Αμύνης του Κράτους"), καθώς και τις "απαραίτητες"
αποφάσεις κοινοτικών συμβουλίων, για να ανακοινώσει ότι στο εξής "υποχρεούνται
άπαντες οι κάτοικοι της πόλεως Γρεβενών ως και των λοιπών Κωμοπόλεων και
Χωρίων της δικαιοδοσίας της καθ' ημάς Διοικήσεως όπως εις τους τόπους
συγκεντρώσεως, αγοράς κ.λπ. κέντρα τούτων ομιλώσιν μόνον την επίσημον γλώσσαν
του Κράτους" και "πάσα παράβασις της παρούσης θέλει καταδιώκεται και τιμωρείται
κατά τας επ' αυτοφώρω διατάξεις, συμφώνως τω άρθρω 697 Ποινικού Νόμου, η δε
εκτέλεσις αυτής ανατίθεται εις τα όργανα της Χωροφυλακής".5
Ένα πρόσθετο στοιχείο είναι η περιοδεία του μεταξικού υπουργού Παιδείας στη
Μακεδονία την άνοιξη του 1937, με σκοπό ακριβώς να εξακριβώσει την
αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του συγκεκριμένου μέτρου από τις κατά τόπους
αρχές.6
Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι από ορισμένους κύκλους -με πρώτη και καλύτερη την
ηγεσία του στρατού- ασκήθηκαν πιέσεις υπέρ μιας ακόμη πιο πανηγυρικής
καταστολής. Τουλάχιστον αυτό προκύπτει από μια απάντηση του Μανιαδάκη προς το
ΓΕΣ, στην οποία ο υφυπουργός Ασφαλείας του μεταξικού καθεστώτος εξηγεί τους
λόγους εξωτερικής πολιτικής για τους οποίους "το ημέτερον Κράτος δεν είναι
δυνατόν να λάβη νομοθετικά μέτρα γενικώς δια την απαγόρευσιν των ξένων
γλωσσών, ιδία εν ταις Νέαις Χώραις" και διευκρινίζει πως "εκτός του ήδη ληφθέντος
μέτρου, της απαγορεύσεως δηλ. δι' αστυνομικών διατάξεων των κατά τόπους αστυν.
αρχών του ομιλείν τας ξένας γλώσσας κατά τας εμπορικάς συναλλαγάς και
συναθροίσεις, ουδέν έτερον μέτρον δύναται να ληφθή επισήμως υπό του Κράτους".7
Πληροφορίες για την πρόοδο της απαγόρευσης αντλούμε και από τον -λογοκριμένοΤύπο της εποχής. Στη Φλώρινα, μια καταχώριση σε τοπική εφημερίδα διακηρύσσει
λακωνικά στα τέλη Νοεμβρίου του 1936 ότι "ο αναληφθείς άγων κατά της

ξενογλωσσίας πρέπει να συνεχισθή εντατικά διότι αποτελεί αυτόχρημα εν εθνικόν
καθήκον. Πρέπει να εννοήσωμεν όλοι ότι εις την Ελλάδα υπάρχουν μόνον Έλληνες
και ότι μία μόνον γλώσσα πρέπει να ακούεται απ' άκρου εις άκρον της χώρας, η
Ελληνική".
Στην Έδεσσα, πάλι, το βάρος για την εισήγηση της απαγόρευσης το αναλαμβάνει,
τυπικά τουλάχιστον, το δημοτικό συμβούλιο της πόλης. Σε "έκκληση" του "προς τον
Λαόν Εδέσσης και Περιχώρων", που δημοσιεύεται στον τοπικό Τύπο στα μέσα
Δεκεμβρίου και υπογράφεται από τον δήμαρχο Γ. Πέτσο, το συμβούλιο ανακοινώνει
πως "συναισθανόμενον ως Τοπική Αρχή το ανάρμοστον και άτοπον της
συνεχιζόμενης χρήσεως ξενικών γλωσσικών ιδιωμάτων τόσον εν ταις συναλλαγαίς
των δημοτών όσον και εν τη ιδιωτική ζωή ενίων εξ αυτών, εν τη συνεδρία αυτού της
2ας τρέχοντος μηνός Δεκεμβρίου εστηλίτευσεν την τακτικήν ταύτην και εξέφρασε
την αποστροφήν και την βδελυγμία του προς τα ξένα γλωσσικά ιδιώματα τα
χρησιμοποιούμενα τόσον υπό του γηγενούς όσον και υπό του προσφυγικού στοιχείου.
Ποιείται δε θερμότατη "έκκλησιν προς τα εθνικά και φιλοπάτριδα αισθήματα των
δημοτών και συνιστά όπως μετά φανατισμού αποφεύγωσι την χρήσιν οιασδήποτε
ξένης γλώσσης, ομιλώσι δε αποκλειστικώς την ελληνικήν τόσον εν ταις συναλλαγαίς
αυτών όσον και κατ' ιδίαν εν τη ιδιωτική ζωή αυτών".9
Η χρονική σύμπτωση αυτής της τελευταίας ανακοίνωσης με την προαναφερθείσα
απόφαση της κοινότητας του Λαγκαδά αφήνει να διαφανεί η πιθανότητα ότι
συντάχθηκε και τούτη κάτω από την πίεση της ίδιας κεντρικής διαταγής (122770). Η
βιαιότητα της απαγόρευσης της σλαβοφωνίας αποτελεί ένα άλλο χαρακτηριστικό της
περιόδου. Σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, οι αρχές του Νέου Κράτους δεν
περιορίστηκαν σε "εκκλήσεις" και "συμβουλές" για την αλλαγή των επικοινωνιακών
πρακτικών του πληθυσμού, αλλά εξαπέλυσαν ένα κύμα κρατικής τρομοκρατίας
ενάντια στους παραβάτες.
"Όποιος συλλαμβανόταν να μιλάει βουλγαρικά, όπως τα ονόμαζαν", θυμάται ένας
δάσκαλος της εποχής, "παραπέμπονταν στο αυτόφωρο και τιμωρούνταν ανάλογα με
την οικονομική αντοχή και την κοινωνική του θέση. Η ποινή ξεκινούσε από την απλή
επίπληξη "να μη μιλάς άλλη φορά τα παλιοβουλγάρικα" ως το βαρύ χρηματικό
πρόστιμο, τη φυλάκιση, τα βασανιστήρια με το περίφημο ρετσινόλαδο, εξορία.. Και
επειδή οι χωροφύλακες έπαιρναν ποσοστά από τα πρόστιμα, εξορμούσαν με ιδιαίτερο
ζήλο να εκπληρώσουν το "εθνικό" αυτό καθήκον".15
Ως νομική βάση των διώξεων χρησιμοποιήθηκε το άρθρο 697 του ισχύοντος τότε
Ποινικού Νόμου (παράβαση τοπικών αστυνομικών διατάξεων), πιθανότατα δε και ο
βενιζελικός νόμος 1322 του 1918, σύμφωνα με τον οποίο "η παραβίασις γενικών
διαταγών του Γενικού Διοικητού, αφορωσών εις ζητήματα ασφαλείας, δημοσίας
τάξεως [κ.λπ.], εάν δεν είνε εξ ετέρας νομίμου διατάξεως τιμωρητέα δια μείζονος
ποινής, συνεπάγεται ποινήν προστίμου μέχρι δραχμών 2.000 ή κρατήσεως μέχρι δύο
μηνών ή και αμφοτέρας τας ποινάς, αναβιβαζομένας εν περιπτώσει υποτροπής μέχρι
του διπλασίου".16
Όπως καθολικό ήταν το μέτρο της απαγόρευσης, εξίσου γενικευμένα ήταν και τα
μέσα της τιμωρίας. Η χαρακτηριστική, λ.χ., ποινή της υποχρεωτικής κατανάλωσης
ρετσινόλαδου, την οποία επέβαλλαν οι χωροφύλακες στους σλαβόφωνους χωρικούς
που "πιάνονταν επ' αυτοφώρω" να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα έτσι, ώστε "να

βγουν τα βουλγαρικά δηλητήρια από μέσα τους", αναφέρεται από διάφορες πηγές ότι
εφαρμόστηκε τόσο στη Φλώρινα ή την Έδεσσα,17 όσο και σε παραδοσιακά
πατριαρχικές κοινότητες του Λαγκαδά.18
Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της κατασταλτικής πολιτικής ήταν η διάρκεια της.
Ενώ η διαταγή της Γενικής Διοίκησης για την απαγόρευση εκδίδεται όπως είδαμε στα
τέλη του 1936, διώξεις για σλαβοφωνία αναφέρονται μέχρι και στα τελευταία χρόνια
της μεταξικής δικτατορίας. "Το 1938 φυλακίστηκα από την αστυνομία 15 μέρες γιατί
τραγουδούσα σλαβομακεδονικά", διαβάζουμε στο βιογραφικό σημείωμα ενός
αντάρτη του ΔΣΕ από το Μοσχοχώρι της Καστοριάς,19 ενώ την επόμενη χρονιά ένας
κάτοικος του Πολυπόταμου της Φλώρινας καλείται να παρουσιαστεί στο δικαστήριο,
κατηγορούμενος ότι "την 12ην Φεβρουαρίου ε.έ. κατελήφθη υπό της χωροφυλακής
συνομιλών μετ' άλλων προσώπων εις γλώσσαν ακατάληπτον".20
Οποιαδήποτε τάση για χαλάρωση της γλωσσικής καταστολής θα συναντήσει
άλλωστε την άμεση αντίδραση αδιάλλακτων εθνικοφρόνων και των υπηρεσιών
ασφαλείας, όπως διαπιστώνουμε από την επιστολή ενός πόντιου γυμναστή απ' τη
Γουμένισσα προς τον ίδιο τον Μεταξά (Μάιος 1939). Ο μεσήλικας εκπαιδευτικός
"αναφέρει ευσεβάστως τον εθνικόν του πόνον δια την αναστολήν των σωτηρίων
μέτρων, τα οποία μόνον από την Εθνικήν Κυβέρνησιν είχον ληφθή -μετά 25ετίαν
ολόκληρον- εναντίον της ξενοφωνίας εις τον παραμεθόριον αυτόν τόπον, την
Παιονίαν", καταγγέλλει ότι όχι μόνο "εις όλας σχεδόν τας κατοικίας των γηγενών
ομιλείται η Βουλγαρική", αλλά "κατόπιν της αναστολής των μέτρων κατά της
ξενοφωνίας, ήρχισαν αναφανδόν να την ομιλούν και εκτός της κατοικίας", για να
καταλήξει στο συμπέρασμα ότι "το δηλητήριον της ξενοφωνίας και του ξενικού
φρονήματος μόνον με τα ανασταλέντα σωτήρια μέτρα της Εθνικής Κυβερνήσεως
είναι δυνατόν να παταχθή".
Η επιστολή του διαβιβάστηκε από τον Εθνικό Κυβερνήτη στον υφυπουργό
Μανιαδάκη, που με τη σειρά του την αποστέλλει στο Υπουργείο Παιδείας, ζητώντας
από τους αρμόδιους "όπως ευαρεστούμενοι λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα".21
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να γίνουν αντιληπτές οι επιπτώσεις αυτών των
μέτρων στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Η προφορική παράδοση της ελληνικής
Μακεδονίας είναι γεμάτη με τραγελαφικές ιστορίες, για χωροφύλακες που
παραμόνευαν κάτω από τα παράθυρα των σπιτιών για να εντοπίσουν -και να
τιμωρήσουν- κρούσματα ενδοοικογενειακής σλαβοφωνίας ή για χωρικούς που
κυνηγήθηκαν επειδή έδωσαν παραγγέλματα στα ζώα τους σε λάθος γλώσσα.22
Μιαν άλλη ιδέα παίρνουμε από ένα δημοσιευμένο υπόμνημα του Σωτηρίου
Γκοτζαμάνη προς τον ίδιο τον Μεταξά, στο οποίο, χωρίς να αμφισβητείται η
"αναγκαιότητα" εξάλειψης της σλαβογλωσσίας, ασκείται μια διακριτική κριτική στην
"υπερβολική" βία που επιστρατεύτηκε στην υπηρεσία αυτού του σκοπού: "Το να
υβρίζωνται γέροντες και γραίαι καθ' οδόν ή να συρωνται εις τα αστυνομικόν τμήμα
διότι αγνοούν την ελληνικήν", γράφει, "είναι σύστημα άδικον, μετατοπίζον την
ευθύνην μιας πραγματικότητος από την ιστορίαν και το Κράτος εις τον ανεύθυνον εν
προκειμένω ιδιώτην".23
Σε κάθε περίπτωση, ο ρόλος των οργάνων της τάξης στην εφαρμογή αυτής της
πολιτικής υπήρξε κάτι παραπάνω από καθοριστικός, όπως εξηγεί σε υπηρεσιακή του

έκθεση ο -ενθουσιώδης, κατά τα άλλα- νομάρχης Κοζάνης. "Λίαν τελεσφόρον μέτρον
κατά της βουλγαρικής γλώσσης", γράφει, "θεωρούμεν την σύστασιν σταθμών
Χωρ/κής εις τας κοινότητας Ερμακιάς και Ολυμπιάδος. Έχομεν υπ' όψει μας την
κοινότητα Εμπορίου, όπου άλλοτε ωμιλείτο εξ ολοκλήρου η βουλγαρική γλώσσα και
συνετηρείτο και Βουλγαρικόν Γυμνάσιον και όπου σήμερον, χάρις εις την παρουσίαν
του χωροφύλακος και την ψυχολογικήν επίδρασιν του Σταθμού Χωρ/κής, έπαυσε να
ομιλήται σχεδόν εξ ολοκλήρου η βουλγαρική γλώσσα".24
Η εκτίμηση του αυτή επιβεβαιώνεται και από άλλες, εντελώς ανεξάρτητες πηγές.
Επισκεπτόμενος λ.χ. τη Δυτική Μακεδονία τον Φεβρουάριο του 1938, ο γενικός
πρόξενος της Βρετανίας στη Θεσσαλονίκη θα καταθέσει κι αυτός τη δική του
μαρτυρία για τα μέσα και τα όρια του όλου εγχειρήματος: "Οι προσπάθειες της
αστυνομίας να καταστείλει τη χρήση της σλαβονικής", αναφέρει, "υπήρξαν
αντικείμενο παρατήρησης στην κωμόπολη Αμύνταιο επί της σιδηροδρομικής
γραμμής Θεσσαλονίκης - Φλώρινας, ένα κέντρο διανομής αυξανόμενης σημασίας στη
Δυτική Μακεδονία. [...] Οι δρόμοι του Αμυνταίου περιπολούνται από ένστολους
αστυνομικούς σε επιφυλακή, για να πιάσουν τον απερίσκεπτο που θα μιλήσει
σλαβονικά ή βλάχικα.
Αυτό το επίπεδο επαγρύπνησης, ωστόσο, δεν μπορεί να διατηρηθεί αλλού και σε
τρία από τα τέσσερα τριγύρω χωριά, όπου δεν υπάρχουν αστυνομικοί, οι άλλες
γλώσσες μιλιούνται ελεύθερα". Εκτιμώντας πως "αυτές οι προσπάθειες έχουν
λιγοστές πιθανότητες επιτυχίας", ο φλεγματικός διπλωμάτης κλείνει παρ' όλα αυτά
την αναφορά του με τη διαπίστωση ότι "το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει
τουλάχιστον μάθει τους ελληνικούς αριθμούς, ούτως ώστε να παζαρεύει στην αγορά
χωρίς το φόβο διακοπής".25
Ένα μέτρο που εφαρμόστηκε ευρύτατα, και όχι μόνο στις σλαβόφωνες περιοχές, ήταν
ο υποχρεωτικός σημαιοστολισμός "κατά τας επισήμους ημέρας και τας τοπικάς και
Εθνικάς εορτάς", γεγονός που κατά τη γνώμη των τότε αρχών "συντελεί ουχί ολίγον
εις την δημιουργίαν της επιδιωκόμενης εθνικιστικής ατμοσφαίρας και καλλιεργεί το
πατριωτικόν αίσθημα εις τας ψυχάς των νέων, ιδία, εφ' ων κυρίως βασίζει τας ελπίδας
του το Νέον Ελληνικόν Κράτος". Καθώς μάλιστα η απλή ανάρτηση σημαιών
θεωρήθηκε μάλλον ανεπαρκής από τους καθοδηγητές αυτής της συντεταγμένης
εθνικής ανάτασης, "εκρίθη σκόπιμος ο υδροχρωματισμός των οικιών δια των Εθνικών
χρωμάτων, των μεν τοιχωμάτων υδροχρωματιζομένων δια λευκού χρώματος, των δε
ξύλινων πλαισίων και λοιπών εξαρτημάτων (παραθύρων, θυρών, κλπ.) δια κυανού
τοιούτου".38
Μεγάλο μέρος της εθνικής προπαγάνδας ανατίθεται βέβαια στην EON, υπό την
καθοδήγηση των κατά τόπους δασκάλων, που ως "απόστολοι του πολιτισμού" και
"όργανα της Πατρίδας" στα χωριά επιφορτίζονται με πολλαπλούς ρόλους - από την
ημιστρατιωτική οργάνωση κι εκπαίδευση της νεολαίας μέχρι την "επιτήρηση" των
κατοίκων.39
Όλα αυτά -να το θυμίσουμε- συμβαίνουν σε μια εποχή που ο σλαβομακεδονικός
πληθυσμός της Βόρειας Ελλάδας υφίσταται, εκτός από την απαγόρευση της μητρικής
του γλώσσας, μια γενικότερη έφοδο των κατασταλτικών μηχανισμών του Νέου
Κράτους. Όλες σχεδόν οι σλαβόφωνες περιοχές της είχαν κηρυχτεί με τον ΑΝ
376/1936 "αμυντικές περιοχές" (Επιτηρούμενη Ζώνη), μέσα στις οποίες κάθε κίνηση

των κατοίκων υπαγόταν σε ένα καθεστώς αυστηρού ελέγχου, με απαγορευμένη
οποιαδήποτε επικοινωνία ανάμεσα στους ίδιους και τους τυχόν διερχόμενους
ξένους,42 δραστική περιστολή της έκδοσης διαβατηρίων με βάση την αξιολόγηση
των "κοινωνικών και Εθνικών φρονημάτων" τους από τις στρατιωτικές αρχές,43
ακόμη και στέρηση του δικαιώματος για αγορά γης σε όσους θεωρούνταν "εθνικώς
υπόπτου διαγωγής" από τη χωροφυλακή.44 (Το τελευταίο μας θυμίζει τον ισχύοντα
νόμο που τροποποιήθηκε για τελευταία φορά το 1990, για την απαγόρευση σύστασης
οποιουδήποτε εμπράγματος δικαιώματος σε ακίνητα στις παραμεθόριες περιοχές,
σύμφωνα με τον οποίο πρέπει δοθεί άδεια από αρμόδια επιτροπή, η οποία αποτελείται
μεταξύ άλλων και από εκπρόσωπο του στρατού και της αστυνομίας, για την άρση
αυτής της απαγόρευσης.
Βέβαια, πρόκειται για μια διαδικασία καθαρά τυπική, που αφορά στον έλεγχο της
ιδιότητας του έλληνα πολίτη). Ταυτόχρονα, οι εκτοπίσεις Σλαβομακεδόνων στα
στρατόπεδα συγκέντρωσης που η μεταξική δικτατορία είχε εγκαθιδρύσει στα νησιά
του Αιγαίου πήραν ένα μαζικό και αδιάκριτο χαρακτήρα, που ξεπερνούσε κατά πολύ
κάθε παλιότερη επίδοση των μηχανισμών ασφαλείας. Η παραμικρή "παρακίνησις
κατοίκων εις απείθειαν προς τας αρχάς", όπως αυτή γινόταν αντιληπτή από τα όργανα
της δικτατορίας, θεωρούνταν ένδειξη αντεθνικής συμπεριφοράς και οδηγούσε στις
αρμόδιες Επιτροπές Στρατιωτικής Ασφαλείας.45
Φαίνεται επίσης πως η δαμόκλειος σπάθη της εκτόπισης με την ταμπέλα του
"βουλγαρίζοντος" λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό ως πηγή προσπορισμού κερδών για
σύμπασα τη στελέχωση των μηχανισμών ασφαλείας. Το πιστοποιεί μεταξύ άλλων και
μια πηγή υπεράνω πάσης υποψίας, όπως είναι το εγκεκριμένο από το ΓΕΣ
προπαγανδιστικό εγχειρίδιο του Δώρου Πεφάνη (1949). "Δυστυχώς", γράφει, "είναι
άπειρα τα παραδείγματα, κατά τα οποία η φράσις "είσθε Βούλγαροι" συνωδεύετο και
από εκμετάλλευσιν. Από τον Νομάρχην Φλωρίνης - Καστοριάς της 4ης Αυγούστου
είχε γίνει πλουτοφόρος επιχείρησις το "ή δίνεις τόσα ή σε στέλλω εξορία ως
Βουλγαροκομμουνιστή". Και δίπλα στο Νομάρχη, ο χωροφύλακας ή ο κατώτερος
υπάλληλος. Και στα δικαστήρια ακόμη η ιδιότης του Σλαβοφώνου ήτο περίπτωσις
επιβαρυντική". 48
Με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου η καταστολή θα γενικευτεί ακόμη
περισσότερο, με αποτέλεσμα τον σωρηδόν εκτοπισμό χιλιάδων "ξενόφωνων"
κατοίκων της μεθορίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν συχνά και οι
οικογένειες φαντάρων που πολεμούσαν -και συχνά διέπρεπαν- στα μέτωπα της
Αλβανίας. Η ψύχωση της εθνικής ανασφάλειας και το μίσος απέναντι στον δυνάμει
"εσωτερικό εχθρό" υπήρξαν τέτοια, που ακόμη κι αυτός ο κατοχικός γενικός
επιθεωρητής νομαρχιών Μακεδονίας, Αθανάσιος Χρυσοχόου, θα κάνει μεταπολεμικά
λόγο για "αψυχολόγητα και εν πολλοίς άδικα μέτρα" τα οποία, βασισμένα σε
"επιπόλαια μόνον έρευνα των κατά τόπους κατωτέρων οργάνων της χωροφυλακής
και αυθαίρετον χαρακτηρισμόν των υπόπτων", παρέσυραν "εις εκτοπισμούς
ακραιφνείς Έλληνας, πατέρας και αδελφούς διακρινομένων εις το μέτωπον πολιτών ή
άλλους φιλήσυχους".49
Ένα ριζοσπαστικότερο σχέδιο του καθεστώτος, για την απομάκρυνση όλων
συλλήβδην των σλαβόφωνων Μακεδόνων από τις παραμεθόριες εστίες τους και τον
εποικισμό της Επιτηρούμενης Ζώνης με ελληνόφωνους πληθυσμούς (κατά προτίμηση
Σαρακατσάνους νομάδες), αν και στα σκαριά, τελικά δεν πρόλαβε να υλοποιηθεί.

(Πρόγραμμα βεβαίως που υλοποιήθηκε αργότερα, στη δεκαετία του '50 στα χωριά
Κρυσταλλοπηγή και Άγιος Γερμανός των Πρεσπών, όταν μετά τον εμφύλιο,
ερημώθηκαν από τους κατοίκους τους, οι οποίοι ανέρχονταν σε κάποιες χιλιάδες και
κατέφυγαν σε ανατολικές χώρες ή και αλλού. Κάποιοι από αυτούς, τους "μη Έλληνες
το γένος", που έχουν απομείνει είναι που ζητάν να τους επιτραπεί να επισκεφτούν τη
γη που γεννήθηκαν). Από την πλευρά των άμεσα ενδιαφερόμενων, οι αντιδράσεις
στην απαγόρευση ποικίλλουν κατά περίπτωση.
Ο Παύλος Κούφης αναφέρει δυο διαφορετικά δείγματα δημόσιας διαμαρτυρίας από
το χωριό του. Στην πρώτη περίπτωση, ευκατάστατος πρώην μετανάστης από την
Αμερική, καταδικασμένος σε πρόστιμο 500 δραχμών επειδή μίλαγε τη μητρική του
γλώσσα, αφήνει στο δικαστήριο χιλιάρικο δηλώνοντας με περηφάνια πως "αύριο θα
ξανάρθει". Στη δεύτερη, ένας παλιός Μακεδονομάχος αφήνει την πίκρα και την οργή
του να ξεσπάσουν αμέσως μετά την τιμωρία του για τον ίδιο λόγο: "Γιατί κύριε
Ειρηνοδίκη; Γιατί; Τι σι έκανα; διαμαρτύρεται με τα σπασμένα ελληνικά του. Σι
σκότωσα τη πατέρα; Κάθεστε δω πέρα και τρώτε σαν τα αρκούδες!".58
Άλλοι πάλι, λιγότερο θαρραλέοι, αντιμετωπίζουν την καινούρια κατάσταση με το
σκωπτικό δίστιχο "Ελλάς, Ελλάς πλήρωσε και μη μιλάς".59 Οι περισσότεροι, τέλος,
φαίνεται πως υπέφεραν περιμένοντας να σημάνουν καλύτερες μέρες κι επιδιδόμενοι
σε έναν ιδιότυπο γλωσσικό "ανταρτοπόλεμο" με τις αρχές. Χαρακτηριστική μπορεί
να θεωρηθεί η ανάμνηση ενός νεαρού μαθητή της εποχής, Αρβανίτη στην καταγωγή,
από ένα γαμήλιο γλέντι σε σλαβόφωνο χωριό της Φλώρινας: "Σαν φάγανε, άρχισαν
τα τραγούδια. Ποια τραγούδια! Τα ελληνικά τα σχολικά. Του Κίτσου η μάνα, ένα
νερό κυρά Βαγγελιώ, σαν πας στην Καλαμάτα. Σαν τέλειωσαν και είπαν και το
Μακεδονία ξακουστή, δεν έμεινε πια παρά ο εθνικός ύμνος, όπως είπε πειραχτικά ο
Παντελής, φίλος των παιδιών. [...]Άρχισε ο χορός.
Εκεί χωρούσαν και οι τοπικοί χοροί. Χόρεψαν οι νέοι και οι κοπέλες μέχρι τα βαθιά
μεσάνυχτα. Τότε δεν άντεξε ο κόσμος. Σπιούνος ανάμεσα τους δεν υπήρχε. Έτσι
άρχισαν χαμηλόφωνα τα σλαβικά γαμήλια τραγούδια. Γάμος δε γίνεται με σχολικά
τραγούδια. Κούνια που τους κούναγε αυτούς που σκέφτηκαν ν' απαγορεύσουν
γλώσσα και τραγούδια!".60 1.Kofos 1964,σ.50. 3.Διβάνη 1995, σ. 116· Karakasidou
1997, σ. 162" Κάραμποτ 1997, σ. 264- ΙΑΥΕ/1937/30, αστυνομική διάταξις αρ.
224/53/2α της ΔΧ Γρεβενών (27/3/37) και "Απαγόρευσις Μακεδονορουμανικής
διαλέκτου (Κουτσοβλάχικα)", συνημμ. σε ρηματική διακοίνωση της ρουμανικής
πρεσβείας Αθηνών προς Ι. Μεταξά, Αθήναι 27/5/37, αρ. 1499, σ. 1-2. 4.Απόφαση
αριθ. 134 του κοινοτικού συμβουλίου Ασσήρου (13/12/1936), παρατίθεται σε
Karakasidou 1997, σ. 162. Ευχαριστώ τη συγγραφέα για την παροχή της (τρόπον τινά
ελληνόγλωσσης) πρωτότυπης διατύπωσης. 5.ΙΑΥΕ/1937/30, ΔΧ Γρεβενών, "Περί
αποκαταστάσεως ενιαίας επισήμου γλώσσης εν ταις αγοραίς και τόποις
συγκεντρώσεων της καθ' ημάς Διοικήσεως", Εν Γρεβενοίς 27/3/37, αρ. 224/53/2α.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διαταγή αφορά σχεδόν αποκλειστικά τα βλάχικα,
μοναδική μειονοτική γλώσσα του νομού' συμφωνά όμως με όλες τις ενδείξεις, η
διατύπωση της απαγόρευσης ήταν λίγο-πολύ κοινή παντού. 6.Κάραμποτ 1997, σ. 264.
7.ΙΑΥΕ/1937/30, Κ. Μανιαδάκης προς Α2 ΓΕΣ, Εν Αθήναις 7/8/37, αρ. 57/12/13/19.
9.Εμπρός (Έδεσσας) 13/12/36, σ. 1. Η "Έκκλησις" φέρει χρονολογία 12/12/36.
15.Κούφης 1990, σ. 55. Βλ. επίσης Γιαγγιώργος 1993, σ. 60. 16.Άρθρο 6 του
Ν.1322/16.4.1918, όπως τροποποιήθηκε από το ν.δ. της 25/7/23, σε Ayy.

Μπουρόπουλος (επιμ.), Ποινικός Κώδιξ, Εν Αθήναις 1937, σ. 372. 17.Danforth 1995,
σ. 72. Anastasia Karakasidou, "Politicising culture: negating ethnic identity in Greek
Macedonia", Journal of Modern Greek Studies (1993), σ. 3· Andrew Rossos, "The
Macedonians of Aegean Macedonia: a British Officer's report, 1944", Slavic & East
European Review 4 (1991), σ. 299· Μάρκος Μέσκος, Μονχαρέμ, Αθήνα 1999, σ. 1278. 18.Jane Cowan, Dance and the body politic in Northern Greece, Πρίνστον 1990, σ.
43. 19."Βιογραφικό σημείωμα Κύρκου Λάμπη", δημοσιεύθηκε από τον Γιώργο
Μαύρο στην 86η συνέχεια της σειράς "Το Αρχείο του Εμφυλίου", Ελενθεροτνηία
26/5/86.
Αξιοσημείωτος είναι ο σχολιασμός της πληροφορίας από το δημοσιογράφοεπιμελητή: "Στον μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού Λάμπη Κύρκο θα πρέπει
κάποιος φωστήρας να του 'χε πει ότι είναι... Σλαβομακεδόνας. Γι' αυτό, ο άνθρωπος
από την πολλή πίστη στο κόμμα το είχε πιστέψει και η συμπεριφορά του ήταν
ανάλογη. Συλλαμβάνεται, έτσι, από την μεταξική δικτατορία επειδή τραγουδούσε...
σλαβομακεδονικά τραγούδια (;) [...] και γενικά φέρεται (;) σαν Σλαβομακεδόνας".
Όλα αυτά τη στιγμή που, σύμφωνα με το ίδιο το βιογραφικό, η ένταξη του
συγκεκριμένου μαχητή στο ΕΑΜ έγινε το 1942 και στο ΚΚΕ το 1943, πέντε
ολόκληρα χρόνια μετά την καταδίκη του! 20.Κλητήριο θέσπισμα με ημερομηνία
24/4/1939, παρατίθεται μεταφρασμένο σε UCM 1985, τ. Β', σ. 72, και Keramidciev
1951, σ. 70 (ελλ. μτφ.).
Η έκφραση "ακατάληπτος γλώσσα" ή "γλώσσα μη καταληπτή εις πάντας" αποτελεί
πάγια διατύπωση των σχετικών εγγράφων. 21.ΙΑΥΕ/1939/13, Αγαθάγγελος
Φωστηρόπουλος προς Ιω. Μεταξά, Γουμένισσα 17/5/39, συνημ. σε Κ. Μανιαδάκης
προς ΥΠΕΠΘ, Εν Αθήναις 13/6/39, αρ. πρωτ. 29/83/8. 22.Για μερικές περιπτώσεις
καταγραφής τέτοιων ανεκδοτολογικών αφηγήσεων, βλ. Γιαγγιώργος 1993, σ. 60·
Danforth 1995, σ. 72' Αχιλλέας Παπαϊωάννου, "Η ιστορία του χωρίου μου
(Καλέβισια-Καλή Βρύση)", αδημοσίευτο δακτυλογράφο (1963-70), σ. 27· Eric Siesby,
The Slav Macedonians in Greece, Κοπεγχάγη 1993, σ. 13· Riki Van Boeschoten, "The
political dimension of switching languages", εισήγηση στο διεθνές συνέδριο "Contact
& Conflict", Βρυξέλλες 28-31/5/97, σ. 6· Κωστόπουλος-Λιθοξόου-Εμπειρίκος 1992,
σ. 23. 23.Σωτηρίου Γκοτζαμάνη, "Υπόμνημα περί μειονοτήτων και αφομοιώσεως
πληθυσμών" (Αθήναι 5/1/39), περιέχεται στο βιβλίο του ίδιου.
Υπομνήματα περί της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικές, περί μειονοτήτων και
αφομοιώσεως πληθυσμών, Αθήναι [1942], σ. 86. 24.ΙΑΥΕ/ 1937/30, έκθεση του
Νομάρχη Κοζάνης, "Επί της εν γένει καταστάσεως του νομού" (Κοζάνη 2/9/37),
περιέχεται σε Ν. Λιανόπουλος προς διάφορες υπηρεσίες, Εν Αθήναις 4/10/37, αρ.
59135. 25.FO 371/22372/R3533, "Salonica Report ? 80 for February 1938", συνημμένο
σε Waterlow to Halifax, Athens 23/3/38, n° 118. 38.Λιθοξόου 1993, σ. 37.
39.Βαφειάδης 1939, σ. 5 & 9-12" Λιθοξόου 1993, ο. 37-8. 42.ΙΑΥΕ/1939/Α/6,
Εγκύκλιοι του 2ου-3ου Γραφείου ΓΕΣ (Κ. Πλάτης) προς Β' & Γ Σ.Σ. και 8η
Μεραρχία, Εν Αθήναις 2/6/39, αρ. πρωτ. 68567/6/39, και 6/10/39, αρ. πρωτ. 405582.
Βλ. επίσης Κάραμποτ 1998, σ. 269-70, και Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε
κρίση, 1922-1974, Αθήνα 1983, σ. 430, που εκτιμά ότι με τη δημιουργία της
Επιτηρούμενης Ζώνης "υπέστησαν, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης
Αυγούστου, πολλαπλές πιέσεις οι εθνικές μειονότητες" των παραμεθόριων νομών.
43.ΙΑΥΕ71939/13, Α/ΓΕΣ Αλ. Παπάγος προς Υπ. Εσωτ., Εν Αθήναις 26/5/39, αρ.
πρωτ. ΑΠ 68155/6/36, και Λ. Μελάς προς Υπ. Εξ., Εν Αθήναις 3/6/39, αρ. πρωτ.

13143/Α/6/9. 44.ΙΑΥΕ/1939/17, Α/ΓΕΣ Αλ. Παπάγος προς Υπ. Γεωργίας, Εν Αθήναις
24/4/39, αρ. πρωτ. ΑΠ 67139/6/33. 45.Διβάνη 1995, σ. 347- Κάραμποτ 1997, σ. 26970- ΙΑΥΕ/1939/17, IX Μεραρχία (Ν. Στάης) προς Β' Σ.Σ., [άνοιξη 1939], αρ. πρωτ.
ΑΠ 3901, και Α/ΓΕΣ Αλ. Παπάγος προς Β' Σ.Σ., Εν Αθήναις 11/4/39, αρ. πρωτ. ΑΠ
67033. 48.Πεφάνης 1949, σ. 117. 49.Αθ. Χρυσοχόου, Η Κατοχή εν Μακεδονία.
Βιβλίον 2ον. Η δράσις της βουλγαρικής προπαγάνδας, τ. Α', 1941-42, Θεσ/νίκη 1950,
σ. 15. Για τις εκτοπίσεις γονέων τη στιγμή που τα παιδιά τους πολεμούσαν στην
Αλβανία, βλ. επίσης Κουφής 1990, σ. 58-9· ΑΦΔ/68/11 & 28· Α. Αιακός, "Η Βόρειος
Ελλάς και αϊ δρώσαι εν αυτή ξέναι προπαγάνδαι", και Κ. Σαμαράς, "Περί της
στάσεως των σλαυοφώνων και βλαχοφώνων της Βορ. Ελλάδος κατά την περίοδον της
Κατοχής". 58.Κούφης 1990, σ. 55-6. 59.Karakasidou 1993, σ. 11.
Ή Διακήρυξη του Κρουσόβου
Σλόμποντα ϊλι σμ'ρτ [Ελευθερία η θάνατος]

Πρόσκληση
προς τον τουρκικό λαό
της Επαναστατικής Περιφερείας Κρουσόβου
Ανωτάτη Διοίκηση των Επαναστατών του Κρουσόβου Ιλιντεν 1903
Αδέρφια, συμπατριώτες και αγαπημένοι γείτονες.
Εμείς, οι αιώνιοι γείτονες σας, φίλοι και γνωστοί από τ' ωραίο Κρούσοβο και τα
πανέμορφα χωριά του, επειδή δεν μπορούσαμε πια να υποφέρουμε την τυραννία των
διψασμένων για αίμα και πεινασμένων για ανθρώπινο κρέας μουρτάτηδων πού έχουν
σκοπό να μας οδηγήσουν στην αλληλοσφαγή και να μας εξωθήσουν στη ζητιανιά και
την αγαπημένη μας και πλούσια γη της Μακεδονίας να μετατρέψουν σε έρημο,
σήμερα σηκώσαμε κεφάλι και, χωρίς διακρίσεις θρησκείας, εθνικότητας, φύλου και
πεποιθήσεων, αποφασίσαμε να προστατευτούμε από τους δικούς σας και δικούς μας
εχθρούς και να κερδίσουμε την ελευθερία.
Ξέρετε πολύ καλά πώς δεν είμαστε κακοί και καταλαβαίνετε πώς απ' τα πολλά
βάσανα βάλαμε το κεφάλι στον τορβά για να ζήσουμε ανθρώπινα η να πεθάνουμε
παλικαρίσια. Επειδή πάππου προς πάππου συμβιώνουμε σε τούτη δω τη γης, σας
έχουμε σαν δικούς μας και θέλουμε ως το τέλος να μείνετε δικοί μας.
Δεν πήραμε τα όπλα εναντίον σας - αυτό θα ήταν ντροπή για μας. Δεν σηκώσαμε τα
όπλα εναντίον του ειρηνικού, εργατικού και τίμιου τούρκικου λαού πού τρέφεται σαν
κι εμάς απ' τον ματωμένο ιδρώτα του - αυτός ο λαός είναι αδέλφια μας και μ' αυτόν
το λαό ζήσαμε και θέλουμε να ζούμε μαζί.
Δεν βγήκαμε να σφάξουμε, να λεηλατήσουμε, να κάψουμε και να κλέψουμε -μας
φτάνουν οι βιαιοπραγίες των αναρίθμητων ντερεμπέηδων πάνω στη φτωχιά και

ματωμένη Μακεδονία μας. Δε βγήκαμε να εκχριστιανίσουμε και να ατιμάσουμε τις
μάνες και τις αδελφές σας, τις γυναίκες και τις κόρες σας: πρέπει να ξέρετε οτι ή
περιουσία σας, ή ζωή σας, ή πίστη και η τιμή σας είναι για μας τόσο σεβαστές όσο
σεβαστές είναι και οι δικές μας.
Απεναντίας, πήραμε τα οπλΑ για να διαφυλάξουμε την περιουσία, την πίστη και την
τιμή σας
Δεν εϊμαστε μουρτάτες [άρνησίθρησκοι], δεν είμαστε ληστές - είμαστε επαναστάτες
πού δώσαμε όρκο να πεθάνουμε για το δίκιο και την ελευθερία. Αγωνιζόμαστε και θα
αγωνιζόμαστε εναντίον των μουρτάτηδων καί των ληστών, εναντίου τών τυράννων
και των παρανόμων, εναντίον των βιαστών της τιμής μας και της πίστης μας και
εναντίον των εκμεταλλευτών του ίδρωτα και του μόχθου μας. Από μας κι από τα
χωριά μας να μη φοβάστε - σε κανέναν σας δεν θα προξενήσουμε ζημιές.
Εμείς, όχι μόνο σας θεωρούμε αδέλφια μας, αλλά και σας συμπονούμε σαν αδέλφια
μας, επειδή καταλαβαίνουμε ότι και σεις είστε σκλάβοι σαν κι εμάς, σκλάβοι της
αυτοκρατορίας και των μπέηδων της, των αφεντάδων και των πασσάδων της, δούλοι
των πλούσιων και ισχυρών, των εκβιαστών και των τυράννων, εκείνων πού
πυρπόλησαν την αυτοκρατορία απ' τις τέσσερις μεριές και μας ανάγκασαν να
ξεσηκωθούμε για το δίκιο, την ελευθερία και για ανθρώπινη ζωή.
Για δίκιο - ελευθερία - ανθρώπινη ζωή σας καλούμε και σας να 'ρθήτε και ν'
αγωνιστούμε μαζί.
Ελάτε κοντά μας, αδέλφια μουσουλμάνοι για να πολεμήσουμε τους εχθρούς σας και
εχθρούς μας. Ελάτε κάτω από την σημαία της "Αυτόνομης Μακεδονίας"! Ή
Μακεδονία είναι ή κοινή μας μάννα και φωνάζει για βοήθεια.
Ελάτε να συντρίψουμε τις αλυσίδες της δουλείας για να γλιτώσουμε από τα
βάσανα και τα μαρτύρια και να στεγνώσουμε τους ποταμούς αίματος και δακρύων.
Ελάτε κοντά μας, αδέλφια να ενώσουμε τις καρδιές και τις ψυχές και να
σωθούμε ώστε να ζήσουμε ειρηνικά, και τα παιδιά και εγγόνια μας να δουλέψουν
ήσυχα και να προκόψουν.
Αγαπημένοι μας γείτονες. Καταλαβαίνουμε ότι εσείς, Τούρκοι και Αλβανοί
Μουσουλμάνοι, νομίζετε πώς ή Αυτοκρατορία είναι δική σας και πώς δεν είστε
δούλοι, επειδή στην οθωμανική σημαία δεν υπάρχει σταυρός αλλά ημισέληνος. Ότι
αυτό είναι λάθος σύντομα θα το νοιώσετε και θα το καταλάβετε. "Αν όμως σας είναι
δυσάρεστο να 'ρθετε μαζί μας και να εκδηλωθείτε εναντίον της Αυτοκρατορικής
τυραννίας, εμείς τ' αδέρφια σας σε πατρίδα και βάσανα δεν θα σας πειράξουμε και
δεν θα σας μισήσουμε.
Εμείς μόνοι μας θα αγωνιστούμε και για μας και για σας, και αν είναι αναγκαίο θα
πεθάνουμε μέχρις ενός κάτω από την σημαία για την δική μας και την δική σας
ελευθερία και για το δικό μας και το δικό σας δίκιο.

«Ελευθερία ή θάνατος» γράφει στα μέτωπα μας και στην ματωμένη σημαία μας.
Σηκώσαμε αυτήν την σημαία και δεν υπάρχει επιστροφή.
"Αν και σεις μας θεωρείτε αδέλφια σας και θέλετε το καλό μας, αν λογαριάζετε πάλι
να ζήσετε μαζί μας όπως έχετε ζήσει μέχρι τώρα, και αν είστε πιστοί και άξιοι γιοι της
μάνας Μακεδονίας, μπορείτε να μας βοηθήσετε μόνον μ' έναν τρόπο - και αυτή είναι
ή μεγάλη βοήθεια: να μην ενωθείτε με τους εχθρούς, να μην έλθετε με όπλα εναντίον
μας και να μην βιαιοπραγήσετε στα χριστιανικά χωριά.
- Ό θεός ας ευλόγηση τον ιερό αγώνα για το δίκιο και την ελευθερία.
- Ζήτω οι αγωνιστές της ελευθερίας και όλα τα τίμια και καλά τέκνα της
Μακεδονίας.
- Ζήτω! Για μια Αυτόνομη Μακεδονία
[Περιοδικό ΖΟΡΑ αρ. τεύχους 8, σελ. 23, Ιούλιος 1995]
Συμπεράσματα της σύσκεψης των Σλαβομακεδόνων στελεχών του ΚΚΕ
(Εγκρίθηκαν βασικά από το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στη συνεδρίαση του της 12ης
Σεπτέμβρη 1951) Το ντοκουμέντο αυτό αναδημοσιεύεται από το περιοδικό "ΝΕΟΣ
ΚΟΣΜΟΣ", τεύχος 10/1951
[Σημείωση:
Πριν μερικούς μήνες έγινε κομματική σύσκεψη 72 σλαβομακεόόνων στελεχών του
ΚΚΕ. Η σύσκεψη συζήτησε το θέμα: "Το κίνημα των σλαβομακεδόνουν από τη
σύμπτυξη του Βίτσι-Γράμμου και δώθε και τα καθήκοντα μας". Και κατέληξε στα
συμπεράσματα που δημοσιεύουμε παρακάτω. Τα συμπεράσματα αυτά εγκρίθηκαν
βασικά από το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. Η σύσκεψη καθόρισε ένα προσωρινό όργανο για
τη δουλειά στους σλαβομακεδόνες, από 21 ταχτικά και 9 αναπληρωματικά μέλη. Το
όργανο αυτό θα κάνει τη σχετική πραχτική και τεχνική προετοιμασία για τη
σύγκληση του συνεδρίου των σλαβομακεδόνων, που θ' αποφασίσει να γίνουν πράξη
οι αποφάσεις της σύσκεψης. Το ίδιο όργανο θ' αναλάβει τη σύνταξη και επεξεργασία
του Καταστατικού και του Προγράμματος της Οργάνωσης "ΗΛΙΝΤΕΝ".
Η κομματική σύσκεψη των 72 σλαβομακεδόνων στελεχών του ΚΚΕ συζήτησε το
θέμα: "Το κίνημα των σλαβομακεδόνων από τη σύμπτυξη του Βίτσι-Γράμμου και
δώθε και τα καθήκοντα μας". Η σύσκεψη αφού εξέτασε και συζήτησε κριτικά την
πορεία του κινήματος των σλαβομακεδόνων στο διάστημα αυτό, κατέληξε στα
παρακάτω συμπεράσματα και καθήκοντα:
Ι" Η σύσκεψη θεωρεί ότι η απόφαση της 6ης ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (Οχτώβρης
1949) που πρότεινε για πολιτική του ΚΚΕ στο σλαβομακεδόνικο: το δικαίωμα της
ισοτιμίας των σλαβομακεδόνων, δηλαδή, της πολιτικής αυτοδιοίκησης (αυτονομίας)
τους, είναι σωστή γιατί εξυπηρετεί σήμερα πλέρια τα γενικά συμφέροντα της
λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης στην Ελλάδα, μα και τα ιδιαίτερα συμφέροντα των
σλαβομακεδόνων.
Η ισοτιμία των σλαβομακεδόνων με τον ελληνικό λαό, που σημαίνει οι
σλαβομακεδόνες νάχουν καθεστώς πολιτικής αυτοδιοίκησης, να ζουν ελεύθεροι και

αφέντες στην πατρική τους γη, ανταποκρίνεται στους μύχιους πόθους και τα
πραγματικά συμφέροντα του σλαβομακεδόνικου λαού.
Δένει αδελφικά-αγωνιστικά τους σλαβομακεδόνες με τους έλληνες. Εξασφαλίζει την
ενότητα πάλης ελλήνων και σλαβομακεδόνων για την απελευθέρωση της Ελλάδας
από την αμερικανοαγγλική κατοχή.
Δημιουργεί κοινό μέτωπο κατά της φασιστικής τιτικής συμμορίας του Βελιγραδίου,
που καταπιέζει πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά τους μακεδόνες της Μακεδονίας του
Βαρδάρη, όπως και η ελληνική μοναρχοφασιστική κυβέρνηση τους σλαβομακεδόνες
της Μακεδονίας του Αιγαίου. Το ύψιστο συμφέρον των ελλήνων και των
σλαβομακεδόνων επιβάλλει την αδελφική ενότητα πάλης ενάντια στους κοινούς
εχθρούς, τους αμερικανο-άγγλσυς κατακτητές, τους μοναρχοφασίστες και τους
τιτικούς διασπαστές συμμορίτες, για την απελευθέρωση της Ελλάδας από την
αμερικάνικη κατοχή και το μοναρχοφασισμό, για τη νίκη της λαϊκής δημοκρατίας
στην Ελλάδα.
Η σύσκεψη υπογραμμίζει την υποχρέωση κάθε σλαβομακεδόνα μέλους του ΚΚΕ μα
και εξωκομματικού, να υπερασπίζεται τις θέσεις αυτές από κάθε εθνικιστική και
σωβινιστική διαστρέβλωση, απ' όπου κι αν εκδηλώνεται.
Η σύσκεψη τονίζει ιδιαίτερα ότι για να στερεωθεί η αδελφική ενότητα πάλης του
ελληνικού και σλαβομακεδόνικου λαού πρέπει να διεξάγεται ένας ανειρήνευτος
ιδεολογικο-πολιτικός αγώνας σε δυο μέτωπα: Ενάντια στον μεγαλοϊδεάτικο
μεγαλοελληνικό σωβινισμό από τη μια και τον τιτικό εθνικιομό που τον φουντώνουν
οι τιτικοί πράχτορες, εκμεταλλευόμενοι τα μεγαλοελλαδίτικα λάθη που κάνουν μέλη
και οπαδοί του ΚΚΕ από την άλλη.
Και ο ένας και ο άλλος υπηρετούν τα αμρικανοαγγλικά ιμπεριαλιστικά σχέδια και
επιδιώξεις, διαιρώντας και διασπώντας τους δυο λαούς.
2. Μέσα στο επαναστατικό κίνημα στους σλαβομακεδόνες υπήρχε μια μακρόχρονη
κρίση στελεχών, κρίση ηγεσίας. Η ηγεσία του σλαβομακεδόνικου κινήματος δε
μπόρεσε να ανέβει και να σταθεί στο ύψος του σλαβομακεδόνικου λαού, που τάδοσε
όλα και έγινε ολοκαύτωμα στον αγώνα για την εθνική και κοινωνική του
αποκατάσταση, για την ανεξαρτησία και την λαϊκή δημοκρατία στην Ελλάδα.
Αυτή η κρίση παρουσιάστηκε με μεγαλύτερη οξύτητα μετά το ξεσκέπασμα του Τίτο
από το Μπολσεβίκικο Κόμμα και το Γραφείο Πληροφοριών των Κομμουνιστικών και
Εργατικών Κομμάτων και ύστερα από τη σύμπτυξη του ΔΣΕ στο Βίτσι-Γράμμο στα
1949. Όταν μια μεγάλη μερίδα από τα σλαβομακεδόνικα στελέχη, που βρίσκονταν
στην ηγεσία του ΝΟΦ και της ΚΟΕΜ, και γενικά του απελευθερωτικού κινήματος,
όπως οι Πάσκαλ Μητρόφσκι, Πάβελ Ρακόφσκι, Μιχαήλ Μάλλιοφ, Βέρα
Νικολόφσκα, Ουρανία Πιρόφσκα Ηλο Διμάκη (Γκότσε) και Μιχάλ Κεραμιτζίεφ και
Σια, αποκαλύφθηκαν πράχτορες του ταξικού εχθρού και ειδικά της τιτικής κλίκας.
Αυτοί πρόδωσαν το απελευθερωτικό κίνημα του σλαβομακεδόνικου λαού και γενικά
το δημοκρατικό κίνημα της Ελλάδας. Γι αυτό και ξεσκεπάστηκαν, χτυπήθηκαν και
διώχτηκαν από τις γραμμές μας.
Η κρίση ηγεσίας οξυνόταν από το γεγονός ότι απ' τα παλιά και πιστά στελέχη έλειψε
η επαναστατική επαγρύπνηση και δραστηριότητα και τα διέκρινε ένας ραγιαδισμός,
αναποφασιστικότητα και παθητικότητα, όχι δραστήρια πάλη ενάντια στην τιτική
κλίκα, φαινόμενο απαράδεχτο για τα στελέχη και μέλη του κόμματος. Τα στελέχη

αυτά έπαθαν ένα μούδιασμα, μια ηττοπάθεια και σύγχιση απέναντι στο βασικό
ζήτημα του ξεσκεπάσματος της τιτικής κλίκας και των πραχτόρων της.
Τη δουλιά για το ξεσκέπασμα της τιτικής κλίκας και των πραχτόρων της, την άφησαν
βασικά στα ελληνικά στελέχη, πράγμα που δυσκόλευε το ξετίναγμα των εχθρών του
σλαβομακεδόνικου λαού. Τα σλαβομακεδόνικα στελέχη, που αναδείχτηκαν με το
όπλο στο χέρι, στη διάρκεια του δεύτερου ένοπλου αγώνα, δεν μπόρεσαν να
αντιμετωπίσουν και να εξουδετερώσουν την υπονομευτική δράση των πραχτόρων
στην ηγεσία του ΝΟΦ, γιατί ήταν βασικά απασχολημένα με τον πόλεμο (όταν οι
άλλοι συνωμοτούσαν και υπονόμευαν) όπου πήραν στο ΔΣΕ με τις ικανότητες και
την παληκαριά τους τη θέση που τους άξιζε.
Και ακόμα γιατί τα σλαβομακεδόνικα στελέχη αυτά του ΔΣΕ, παρά το γεγονός ότι απ'
την πρώτη στιγμή πήραν σωστή και ξεκάθαρη θέση απέναντι στην τιτική συμμορία
και τους πράχτορες στο σλαβομακεδόνικο κίνημα, όμως παρουσίασαν μια
θεωρητικοπολιτική ανεπάρκεια και καθυστέρηση, που στις συνθήκες του πολέμου
ήταν δύσκολο να ξεπεραστούν.
Αυτή η καθυστέρηση είχε σαν συνέπεια ότι τα στελέχη μας αυτά δε μπόρεσαν να
παίξουν πρωτοπόρο ηγετικό ρόλο στο ξεσκέπασμα των πραχτόρων και των σπιούνων.
Σήμερα το μούδιασμα και η σύγχιοη των σλαβο-μακεδόνικων στελεχών, με τη
δουλειά που έκανε το ΚΚΕ και το ξεσκέπασμα της συμμορίας Γκότσε-ΚεραμιτζίεφΠάσκαλ ξεπερνιέται βασικά.
Για το αποτελεσματικό ξεσκέπασμα της κρίσης της ηγεσίας στο σλαβομακεδόνικο
κίνημα, χρειάζεται τολμηρή ανάδειξη, και προώθηση νέων στελεχών πρώτ' απ΄ όλα
από τους μαχητές και αξιωματικούς του ΔΣΕ που διακρίθηκαν στον πόλεμο, που
πολέμησαν αποφασιστικά την τιτική κλίκα και τους πράχτορες της και που σήμερα
διακρίνονται στη μάθηση και στην παραγωγική δουλειά στις χώρες που μας
φιλοξενούν.
3. Η κρίση ηγεσίας στο σλαβομακεδόνικο επαναστατικό απελευθερωτικό κίνημα
βασικά οφείλεται στο γεγονός ότι, σ' ένα μεγάλο ποσοστό, τα ηγετικά μας στελέχη
μέσα στους σλαβομακεδόνες σ' αντίθεση με το λαό, στάθηκαν ουσιαστικά αντίθετα
προς το πραγματικό επαναστατικό και εθνικό συμφέρον του σλαβομακεδόνικου λαού,
που απαιτούσε ενότητα και κοινή πάλη με τον υπόλοιπο λαό της Ελλάδας κάτω από
την καθοδήγηση του ΚΚΕ.
Η διαφθορά και η εξαγορά στον καιρό της τουρκοκρατίας, ο διαμελισμός της
Μακεδονίας σε τρία κομμάτια, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα αντιδραστικά
μοναρχικά καθεστώτα στην Ελλάδα, Γιουγοσλαβία, Βουλγαρία που μοιράστηκαν τη
Μακεδονία και που με τους μακεδονομάχους και τους κομιτατζήδες επιδρούσαν
αποσυνθετικά στο εθνικοεπαναστατικό κίνημα του σλαβομακεδόνικου λαού, ο
ανταγωνισμός, και η διαλυτική επίδραση των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων
στα Βαλκάνια.
Όλα αυτά δημιούργησαν ένα αλώνισμα ιδεολογικό, πολιτικό, και πραχτοριακό μέσα
στο σλαβομακεδόνικο επαναστατικό κίνημα και στη σλαβομακεδόνικη διανόηση που
απ' αυτήν κυρίως έβγαιναν τα ηγετικά, καθοδηγητικά στελέχη του σλαβομακεδόνικου
λαού.
Ακόμα η πολιτική του εξελληνισμού, που εφάρμοσαν οι αστοτσιφλικάδες της
Ελλάδας, η δημιουργία των γραικομάνων και οι άλλες μεγάλοελλαδίτικες
σωβινιστικές εκδηλώσεις, είχαν σα συνέπεια να διαφθείρουν και να χαλούν, να
κάνουν ιδεολογικά-αγωνιστικά ασταθή πολλά σλαβομακεδόνικα στελέχη.

Η αντεπαναστατική δράση της τιτικής συμμορίας και τα λάθη του ΚΚΕ στο εθνικό
ζήτημα, στην περίοδο της χιτλεροφασιστικής κατοχής. μεγάλωσαν την κρίση μέσα
στο απελευθερωτικό σλαβομακεδόνικο κίνημα.
Η κλίκα του Τίτο είχε ανοιχτά αρπαχτικές καταχτητικές βλέψεις σε βάρος της
Μακεδονίας του Αιγαίου. Η προδοτική συμμορία του Τίτο-Κολισέφσκι, με τη
βοήθεια των πραχτόρων της Γκότσε-Κεραμιτζίεφ-Μητρόφσκι μέσα στις γραμμές του
σλαβομακεδόνικου κινήματος, εργάστηκε με όλα τα μέσα για να διαφθείρει πολιτικά
μια σειρά σλαβομακεδόνικα στελέχη.
Οι πράχτορες Μητρόφσκι και Σια απομάκρυναν και απομόνωναν από το
απελευθερωτικό κίνημα των σλαβομακεδόνων κάθε συνειδητό και τίμιο
σλαβομακεδόνικο στέλεχος, καλλιεργούσαν ένα τεχνητό, ψεύτικο, ανύπαρκτο και
διασπαστικό διαχωρισμό σε γκραικομάνους και τάχα "γνήσιους" σλαβομακεδόνες και
στάθηκαν εμπόδιο σε πολλά ικανά στελέχη ν' αναδειχτούν σε ανώτερα κομματικά
στελέχη, ιδιαίτερα στα χρόνια 1945-49, όταν υπήρχαν δυνατότητες για τη δημιουργία
και τη θαρραλέα τους ανάδειξη.
Η υπομονευτική δουλειά της τιτικής κλίκας τρέφονταν από τα λάθη και τις αδυναμίες
του κόμματος μας στην πρώτη κατοχή. Η καθοδήγηση του ΚΚΕ τότε δεν είδε σωστά
το σλαβομακεδόνικο κίνημα, δεν πήρε καθαρή θέση για την εθνική και κοινωνική
απελευθέρωση των σλαβομακεδόνων στην κοινή πάλη με τον ελληνικό λαό, ανάθεσε
τη διαχείριση του σλαβομακεδόνικου κινήματος σε τυχοδιωχτικά και σωβινιστικά
μεγαλοελλαδίτικα στοιχεία και άφηνε ουσιαστικά ανενόχλητους τους τιτικούς
πράχτορες να δρουν αντεπαναστατικά στους σλαβομακεδόνες του Αιγαίου.
Ετσι η υπονομευτική δουλειά της τιτικής κλίκας οδήγησε ως την ένοπλη σύγκρουση
με τους σλαβομακεδόνες και το πέρασμα πολλών σλαβομακεδόνων μαχητών και
αξιωματικών στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Το γεγονός αυτό μεγάλωσε πιο πολύ την
κρίση στο σλαβομακεδόνικο κίνημα.
Στη διάρκεια του δεύτερου ένοπλου αγώνα το ΚΚΕ κέρδισε αποφασιστικά το
σλαβομακεδόνικο λαό της Μακεδονίας του Αιγαίου, με τη σωστή γραμμή και δράση
του. Στα τρία χρόνια πάλης του ΔΣΕ ο σλαβομακεδόνικος λαός δημιούργησε νέους
και αδιάρηχτους δεσμούς αίματος με τον ελληνικό λαό και πραγματοποιήθηκε στερεή
η ενότητα αναμεταξύ τους.
Οι σλαβομακεδόνες έδοσαν πολύ αίμα στον κοινό αδελφικό αγώνα και δημιούργησαν
εκατοντάδες και χιλιάδες από καινούργια σλαβομακεδόνικα στελέχη. Τώρα τα
στελέχη αυτά βρίσκονται στη μεγάλη τους πλειοψηφία σε φιλικές χώρες, όπου
αποχτούν σοσιαλιστική συνείδηση στα εργοστάσια και τα σοβχόζ, ειδικεύονται στην
παραγωγή και διαπαιδαγωγούνται στο πνεύμα του μαρξισμού-λενινισμού.
Ο τρίχρονος ένοπλος αγώνας και η δουλειά που γίνεται τώρα στις χώρες που
φιλοξενούν τους πρόσφυγες μας δημιουργούν τις προϋποθέσεις να ξεπεραστεί
οριστικά η μακρόχρονη κρίση στο σλαβομακεδόνικο απελευθερωτικό κίνημα. Η
κρίση που οι Βαφειάδης-Παρτσαλίδης πήγαν να δημιουργήσουν στο ΚΚΕ επιβράδυνε
και καθυστέρησε τη δουλειά που από το βουνό το ΚΚΕ είχε δραστήρια αρχίσει για το
ξεκαθάρισμα από τον τιτοϊσμό μέσα στο σλαβομακεδόνικο κίνημα μας.
Ιδιαίτερα ο σ. Μ. Παρτσαλίδης παρουσιάστηκε με ανοιχτά σωβινιστικές απόψεις στο
σλαβομακεδόνικο ζήτημα, θεώρησε σα λάθος και χτύπησε τη γραμμή της 5ης
ολομέλειας για την αυτοδιάθεση, πολέμησε και τη γραμμή της 6ης ολομέλειας και

αρνήθηκε το δικαίωμα της πολιτικής αυτοδιοίκησης (αυτονομίας) στους
σλαβομακεδόνες.
Ακόμα ορισμένες ταλαντεύσεις, που παρουσιάστηκαν και στην Κ Ε του ΚΚΕ σχετικά
με τη σωστότητα της γραμμής της 5ης ολομέλειας, επέδρασαν ανασταλτικά στη
δουλειά μας στους σλαβομακεδόνες.
Παρά τις επιτυχίες που είχαμε στην πάλη για το ξεκαθάρισμα των πραχτόρων της
τιτικής συμμορίας, παρουσιάζουμε ακόμα σοβαρές αδυναμίες στους σλαβομακεδόνες
που στη μεγάλη τους πλειοψηφία, όπως στον πόλεμο έτσι και τώρα στην παραγωγή
και τη μόρφωση, συμβαδίζουν αδελφικά με τους έλληνες και συχνά έρχονται με
καλύτερα αποτελέσματα και πρώτοι. Πηγή των αδυναμιών μας είναι ότι το
σλαβομακεδόνικο κομματικό αχτίφ δεν αφομοίωσε τη γραμμή που χάραξε η 6η
ολομέλεια της Κ Ε του ΚΚΕ για το σλαβομακεδόνικο ζήτημα, ότι ένα κομμάτι αυτού
του αχτίφ δεν απαλλάχθηκε ολοκληρωτικά από την τιτική επίδραση. Τις αδυναμίες
των σλαβομακεδόνων κομμουνιστών τις μεγαλώνουν οι μεγαλοελλαδίτικες
σωβινιστικές αντιλήψεις μερικών ελλήνων κομμουνιστών, που αντικειμενικά χύνουν
νερό στο μύλο των τιτικών πραχτόρων.
Δε χτυπήσαμε και δεν ξεσκεπάσαμε ανοιχτά τους τιτικούς πράχτορες, που ακόμα
βρίσκονται στις γραμμές του κινήματος μας. Δεν παλέψαμε με επιμονή και συνέπεια
ενάντια στο σωβινισμό και εθνικισμό.
Δε χτυπάμε ακούραστα και αμείλιχτα τις σωβινιστικές εκδηλώσεις που
παρουσιάστηκαν από σλαβομακεδόνες και έλληνες. Εχουμε παραδείγματα, που
σλαβομακεδόνες δάσκαλοι εμπόδισαν τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα
σλαβομακεδονόπουλα. Ελληνες δάσκαλοι περιόρισαν στο ελάχιστο τις ώρες
διδασκαλίας της μακεδόνικης γλώσσας.
Αλλα στελέχη απαγόρευσαν στους σλαβομακεδόνες να γιορτάσουν την εθνική τους
γιορτή κλπ. Δεν έγινε σοβαρή δουλιά για το δυνάμωμα της ενότητας ελλήνων και
σλαβομακεδόνων.
Αντίθετα, με την αρνητική μας δουλειά, σε ορισμένους τομείς, η ενότητα ανάμεσα
στους έλληνες και σλαβομακεδόνες ένα διάστημα χαλάρωσε. Εχουμε περιπτώσεις,
που σλαβομακεδόνες δε θέλησαν να πάνε στη δουλειά μαζί με τους έλληνες. Αλλα,
που πήγαν μαζί με τους έλληνες εκδήλωσαν τάσεις για να χωρίσουν.
Γινόταν χωρισμός και διαχωρισμός ανάμεσα στα σλαβομακεδονόπουλα και τα
ελληνόπουλα. Τα σλαβομακεδόνικα κομματικά στελέχη δεν είδαν τα ιδιαίτερα
ζητήματα των σλαβομακεδόνων, όπως το ζήτημα των εφημερίδων, της εθνικής
μόρφωσης, του εθνικού πολιτισμού κλπ. και δε δούλεψαν για τη λύση και ανάπτυξη
τους. Δε βοήθησαν στην πολιτική ενημέρωση των σλαβομακεδόνων πολιτικών
προσφύγων στις ΛΔ γύρω από την κατάσταση στην Ελλάδα και τη Μακεδονία του
Βαρδάρη. Δε δούλεψαν, όπως το ζητά το κόμμα, για να διαφωτίσουν τους
σλαβομακεδόνες γύρω από τη σημασία του παγκόσμιου κινήματος των οπαδών της
ειρήνης, γύρω από τη σημασία του εράνου τιμής για τους ήρωες δεσμώτες, που
ανάμεσα τους πάρα πολλοί είναι οι σλαβομακεδόνες.
Δε διαφωτίστηκαν οι καθυστερημένοι από τους σλαβομακεδόνες, που ζουν στις ΛΔ
για να πεισθούν ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση των ΛΔ έχει τεράστια σημασία για το
λαϊκοδημοκρατικό κίνημα της χώρας μας και ότι με την πρωτοπόρα συμμετοχή μας
στην ανοικοδομητική δουλειά στις ΛΔ βοηθάμε και το δικό μας κίνημα. Γενικά η
πολιτική δουλειά στους σλαβομακεδόνες καθυστερεί και εξαιτίας της καθυστέρησης
αυτής είχαμε και αρνητικές εκδηλώσεις.

5· Στις ΛΔ βρίσκονται μερικές χιλιάδες σλαβομακεδονόπουλα, όλα παιδιά λαϊκών
αγωνιστών.
Στα παιδιά αυτά οι λαοί, οι κυβερνήσεις και τ' αδελφά κόμματα των Λαϊκών
Δημοκρατιών, δώσανε όλες τις δυνατότητες να ζήσουν μια πολιτισμένη ζωή, να
μορφωθούν εθνικά, εγκυκλοπαιδικά, τεχνικά και επιστημονικά και τα
σλαβομακεδονόπουλα παρουσιάζουν καλές επιδόσεις και σοβαρή πρόοδο.
Οι δυνατότητες όμως αυτές δεν αξιοποιήθηκαν όσο έπρεπε, γιατί στα παιδιά
επικεφαλής βρέθηκαν από την αρχή πολλοί πράχτορες της τιτικής κλίκας. Μέσα στα
παιδιά είχε δημιουργηθεί μια άσχημη κατάσταση. Τα παιδιά δε διαπαιδαγωγούνταν
στο πνεύμα της ενότητας και αδελφότητας με τα ελληνόπουλα, ενότητας που έχει
δεθεί με το αίμα των πατεράδων τους, των αδελφών τους, των λαών τους, στο πνεύμα
του προλεταριακού διεθνισμού και της αλληλεγγύης.
Σήμερα η κατάσταση στα παιδιά γενικά καλυτέρεψε. Βασικά χτυπήθηκαν πολλές
μεγαλοελλαδίτικες εκδηλώσεις και οι φορείς τους.
Απομακρύνθηκαν οι τιτικοί πράχτορες, τα σωβινιστικά, τα σκάρτα και τα λογήςλογής εχθρικά στοιχεία. Σήμερα τα σλαβρμακεδονόπουλα μορφώνονται και
διαπαιδαγωγούνται μαζί με τα ελληνόπουλα σαν πραγματικά αδέλφια. Μορφώνονται
στη μητρική τους γλώσσα καθώς και στην ελληνική και στη γλώσσα της ΛΔ.
Διαπαιδαγωγούνται στο πνεύμα της αγάπης προς την πατρίδα, τη δημοκρατία, το
σοσιαλισμό, την ειρήνη. Στο πνεύμα της αγάπης προς τους λαούς των Λαϊκών
Δημοκρατιών και τη μεγάλη Σοβιετική Ενωση. Προετοιμάζονται να γίνουν καλοί και
υποδειγματικοί αγωνιστές της λευτεριάς της πατρίδας μας, της νίκης και της
οικοδόμησης της λαϊκής δημοκρατίας στην Ελλάδα.
Η δουλειά όμως στα παιδιά καθυστερεί σημαντικά στα ζητήματα της μακεδόνικης
γλώσσας, της φιλολογίας, του πολιτισμού και της εθνικής σλαβομακεδόνικης
επαναστατικής αγωγής.
Υπάρχουν ακόμα δάσκαλοι τιτικά επηρεασμένοι και άλλα σωβινιστικά εχθρικά
στοιχεία. Χρειάζεται πολύ συστηματική και επίμονη δουλειά ακόμα στα παιδιά,
ιδιαίτερα από τους σλαβομακεδόνες επονίτες, για να γίνουν τα παιδιά έτσι όπως τα
θέλει ο λαός και το κόμμα μας.
Ο. Το ΝΟΦ, που ιδρύθηκε τον Απρίλη του 1945 με τιτική πρωτοβουλία, στάθηκε
βασικά ανίκανο να εκπληρώσει τους πόθους του σλαβομακεδόνικου λαού. Το ΝΟΦ
δημιουργήθηκε από τους Τίτο-Κολισέφσκι, από στοιχεία τιτογενή, τυχοδιωχτικά και
εχθρικά προς το δημοκρατικό κίνημα της Ελλάδας. Ο ιδρυτικός και καθοδηγητικός
του πυρήνας αποτελέστηκε από πράχτορες της τιτικής συμμορίας τύπου Μητρόφσκι,
Κεραμιτζίεφ, Γκότσε, Ρακόφσκι και Σία, με αποκλειστικό σκοπό να εξυπηρετήσει τα
συμφέροντα της τιτικής κλίκας στη Μακεδονία του Αιγαίου, που ήταν η διάσπαση
και το χτύπημα από τα μέσα του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος της χώρας μας, η
εκμετάλλευση του σλαβομακεδόνικου ζητήματος προς όφελος των εθνικιστικών
επιδιώξεων της σπείρας του Βελιγραδίου, η προσάρτηση της Μακεδονίας του
Αιγαίου από τον Τίτο. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι και οι άγγλοι πριν το Δεκέμβρη
του 1944 ευνοούσαν τέτοιο πράγμα, γιατί προτιμούσαν τη Θεσσαλονίκη να την πάρει
ο Τίτο παρά ο ΕΛΑΣ. Ο καθοδηγητικός πυρήνας του ΝΟΦ, από την ίδρυση του ως το
τέλος, έπαιξε προδοτικό και πραχτοριακό ρόλο σε βάρος της λαϊκοδημοκρατικής
επανάστασης στην Ελλάδα γενικά, και του απελευθερωτικού κινήματος των
σλαβομακεδόνων ειδικά, και προς όφελος της κλίκας του Τίτο, του μοναρχρφασισμού
και των αγγλοαμερικάνων ιμπεριαλιστών.

Ετσι το ΝΟΦ από λαϊκοαπελευθερωτική οργάνωση των σλαβομακεδόνων, που
έπρεπε να οδηγήσει το σλαβομακεδόνικο λαό, σε αδελφική ενότητα με τον ελληνικό
λαό στην πάλη για την ανατροπή του μοναρχοφασισμού, το διώξιμο των
αμερικανοάγγλων από την Ελλάδα και τη νίκη της λαϊκής δημοκρατίας, έγινε όργανο
εξυπηρέτησης ξένων εχθρικών συμφερόντων.
Το ΝΟΦ και τα τμήματα του, ΝΟΜΣ-ΑΦΖ, προσπάθησαν να κάνουν το
σλαβομακεδόνικο κίνημα, από εφεδρεία της επανάστασης στην Ελλάδα, εφεδρεία της
αντεπανάστασης. Ο σλαβομακεδόνικος λαός έπαυσε πια να έχει εμπιστοσύνη στην
οργάνωση του ΝΟΦ. Το ΝΟΦ σύμφωνα και με τη θέληση του ίδιου του
σλαβομακεδόνικου λαού πρέπει να διαλυθεί και να ιδρυθεί άλλη
λαϊκοαπελευθερωτική οργάνωση των σλαβομακεδόνων.
· Για να ξεπεραστούν οι σοβαρές αδυναμίες, που υπάρχουν στο σλαβομακεδόνικο
κίνημα, για να ξεπεραστεί το βασικό ζήτημα της κρίσης των στελεχών και για να
προωθηθεί το κίνημα των σλαβομακεδόνων, η σύσκεψη κάνει τις πιο κάτω προτάσεις
στην ΚΕ του ΚΚΕ.
Ο) Στην πρώτη σειρά του κινήματος των σλαβομακεδόνων μπαίνει το ξεπέρασμα της
κρίσης των στελεχών, με την ανάδειξη στην ηγεσία καινούργιων στελεχών. Το
ζήτημα αυτό σήμερα μπορεί να λυθεί θετικά. Στο δεύτερο ένοπλο αγώνα ο
σλαβρμακεδόνικος λαός πήρε μαζικά μέρος. Στον αγώνα αυτόν δημιουργήθηκαν
εκατοντάδες καινούργια σλαβομακεδόνικα στελέχη. Τα στελέχη αυτά σήμερα με τη
δουλειά τους στα εργοστάσια, στα κολχόζ και σοβχόζ, στις φιλόξενες χώρες όπου
ζουν, με την πολύπλευρη μορφωτική δουλειά που γίνεται, ξεκαθάρισαν,
διαμορφώθηκαν και διαμορφώνονται σ' ένα βασικά σταθερό σλαβομακεδόνικο
κομματικό αχτίφ, που δίνει τη βάση για να ξεπεράσουμε την κρίση των στελεχών.
Χρειάζεται να βοηθήσουμε τα στελέχη αυτά, να τα μελετήσουμε και να τα
προωθήσουμε θαρραλέα, σύμφωνα με τις ικανότητες, τη δουλειά τους και την
εμπιστοσύνη που τους δίνει ο λαός τους στην ηγεσία του κινήματος των
σλαβομακεδόνων.
Πρέπει να βοηθηθούν ακόμη τα παλιά στελέχη να ξεπεράσουν τα αρνητικά που
παρουσίασαν και να γίνουν ικανά ν' ανταποκριθούν στα νέα σοβαρά καθήκοντα.
Κριτήρια για την ανάδειξη των καινούργιων στελεχών πρέπει νάνε:
Η συμμετοχή και η απόδοση στον αγώνα, η πάλη τους ενάντια στην τιτική κλίκα και
τους πράχτορές της στις γραμμές μας, η πολεμική τους επίδοση στο ΔΣΕ και η
πρωτοποριακή τους τώρα επίδοση στην παραγωγή και στη μόρφωση. Τα στελέχη μας
στους σλαβομακεδόνες για ν' ανταποκριθούν στην εκπλήρωση των καθηκόντων, που
βάζει η III συνδιάσκεψη του κόμματος μας, πρέπει πρώτ' απ' όλα να αποτινάξουν την
παθητικότητα και τον ραγιαδισμό. Να οξύνουν την επαναστατική επαγρύπνηση. Να
προσέξουν την ανάπτυξη του ιδεολογικού τους επιπέδου, γιατί η κύρια αιτία των
ταλαντεύσεων των σλαβομακεδόνικων στελεχών οφείλεται στο εξαιρετικά χαμηλό
ιδεολογικό τους επίπεδο. Η αφομοίωση της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας μας
γενικά και ειδικά της θεωρίας μας για το έθνος και το εθνικό ζήτημα, της πολιτικής
του ΚΚΕ, αποτελεί το βασικότερο καθήκον των σλαβομακεδόνικων κομματικών
στελεχών.
Τα στελέχη μας ακόμη δεν πρέπει να ξεχνάνε ούτε μα στιγμή ότι ο κίνδυνος από την
τιτική υπονόμευση και διαλυτική, χαφιεδική δουλιά υπάρχει πάντα και ότι πρέπει να
επαγρυπνούμε, και να τον πολεμάμε ακατάπαυστα, ακούραστα, και ανειρήνευτα.

β) Να συνεχιστεί επίμονα και με συνέπεια η δουλειά για το ολοκληρωτικό
ξεκαθάρισμα των γραμμών μας από τα υπολείμματα των τιτικών πραχτόρων και από
κάθε ύποπτο σωβινιστικό και αντικομματικό στοιχείο.
Να ξεσκεπάζουμε τους πράχτορές και τα εχθρικά στοιχεία, ανοιχτά και με
συγκεκριμένα στοιχεία και να καταγγέλλουμε τις αντικομματικές, αντιμακεδονικές
ενέργειες τους μπροστά στις μάζες των σλαβομακεδόνων.
Να είμαστε αδιάλλαχτοι απέναντι τους, να τους χτυπάμε και να τους ξεσκεπάζουμε
ανειρήνευτα, να διώχνουμε από τις γραμμές μας τους προβοκάτορες και χαφιέδες και
να τους κάνουμε πολιτικά, ιδεολογικά οργανωτικά ακίνδυνους για το κόμμα μας και
το σλαβομακεδόνικο λαό. Παράλληλα πρέπει ν' "αποφεύγουμε να δίνουμε τόσο
εύκολα χαρακτηρισμούς για τιτικούς πράχτορές χωρίς κανένα στοιχείο, όπως έγινε
από την Κομματική Επιτροπή της Τσεχοσλοβακίας, όπου ορισμένοι σλαβομακεδόνες
χαρακτηρίστηκαν εντελώς αβασάνιστα τιτικοί πράχτορες.
Επίσης πρέπει να κάνουμε συνεχή και επίμονη διαφωτιστική δουλειά για να
μεταπείσουμε και να κερδίσουμε τους παρασυρμένους σλαβομακεδόνες που είναι
τίμιοι και ειλικρινείς.
Ετσι ξεκαθαρίζει και δυναμώνει το κίνημα. Πρέπει ν' αναπτύξουμε την επαγρύπνηση
σε ανώτερο βαθμό, ώστε να φράξουμε το δρόμο στα εχθρικά στοιχεία που θα
θελήσουν να συνεχίσουν ύπουλα και καμουφλαρισμένα τη διαλυτική τους δουλειά
στις γραμμές μας. Υψιστο καθήκον των σλαβομακεδόνικων στελεχών και μελών και
ολόκληρου του σλαβομακεδόνικου λαού, είναι να φυλάξουν την ενότητα και
μονολιθικότητα μέσα στις γραμμές του κινήματος μας. Να φυλάξουν και να
δυναμώσουν την ενότητα πάλης και την αδελφότητα του σλαβομακεδόνικου με τον
ελληνικό λαό.
Υ) Να δυναμώσει η διαφωτιστική και πολιτική δουλειά στους σλαβομακεδόνες. Με
ομιλίες, μαθήματα και τον τύπο μας να πείσουμε τους σλαβομακεδόνες για την
ορθότητα της θέσης της 6ης ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ πάνω στο
σλαβομακεδονικό ζήτημα.
Με τα ίδια μέσα να πείσουμε και τον τελευταίο τίμιο παρασυρμένο σλαβομακεδόνα
για τον προδοτικό ρόλο της κλίκας του Τίτο, για το ολοκληρωτικό και ξετσίπωτο
πέρασμα της στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Να ενημερώνουμε διαρκώς τους
σλαβομακεδόνες για την κατάσταση στην Ελλάδα, στη Μακεδονία του Βαρδάρη και
στην τιτική Γιουγκοσλαβία.
Να δυναμώσουμε την πάλη ενάντια στις σωβινιστικές εκδηλώσεις, όπου
εξακολουθούν να παρουσιάζονται, τόσο στους έλληνες, άλλο τόσο και στους
σλαβομακεδόνες. Ν' ανοίξουμε παντού σχολές αγράμματων για να μάθουν όλοι οι
σλαβομακεδόνες να μιλάνε, να γράφουν και να διαβάζουν στη μητρική τους γλώσσα.
Να δημιουργήσουμε εκπολιτιστικούς ομίλους για την καλλιέργεια και ανάπτυξη του
εθνικού μακεδόνικου πολιτισμού. Να βελτιωθούν οι μακεδόνικες σελίδες στις
εφημερίδες μας. Να εκδώσουμε περισσότερα βιβλία γύρω από τη μακεδόνικη
φιλολογία.
Για το σκοπό αυτό πρέπει να γίνουν συνταχτικές επιτροπές κατά χώρα και μια για τον
κεντρικό εκδοτικό οργανισμό. Οταν έτσι λύσουμε τα παραπάνω ζητήματα και μια
σειρά άλλα μικρά και μεγάλα, που απασχολούν ιδιαίτερα τους σλαβομακεδόνες στις
ΛΔ, τότε θα κάνουμε ακίνδυνα τα εχθρικά και σωβινιστικά συνθήματα που ρίχνουν οι

τιτικοί πράχτορές και οι έλληνες μεγαλόιδεάτες και θα εξουδετερώσουμε τη
διαλυτική δουλιά που κάνουν.
δ) Για τη θεωρητικοπολιτική κατάρτιση τους τα σλαβομακεδόνικα κομματικά
στελέχη μας πρέπει να περάσουν από πολιτικές κομματικές σχολές και να οργανωθεί
συστηματικά η αυτομόρφωσή τους. Η αρχή πρέπει να γίνει με τη φοίτηση στην
κεντρική κομματική σχολή 50 σλαβομακεδόνικων κομματικών στελεχών, που θα
προετοιμαστούν πραχτικά και θεωρητικά για τις ανάγκες του κινήματος, για την
καθοδηγητική δουλειά μέσα στους μακεδόνες πρόσφυγες.
Ε) Τα σλαβομακεδόνικα κομματικά στελέχη, με το προσωπικό τους παράδειγμα
πάντοτε, να βοηθήσουν τους σλαβομακεδόνες στις ΛΔ που δουλεύουν στα
εργοστάσια και τα σοβχόζ να καταχτήσουν την τεχνική, να διακριθούν στη δουλειά
και να βγουν ουντάρνικοι και σταχανοφικοί Να βοηθήσουν για να μπουν όλοι οι
σλαβομακεδόνες στα συνδικάτα και να συμμετέχουν ενεργά στη συνδικαλιστική ζωή
των εργοστασίων τους, γιατί αυτό θα βοηθήσει στην ανάπτυξη της εργατικής τους
συνείδησης και της σοσιαλιστικής και διεθνιστικής τους διαπαιδαγώγησης.
στ) Να ξεσηκώσουμε τους σλαβομακεδόνες στις ΛΔ στην καμπάνια για τον έρανο
τιμής. Γιατί χιλιάδες είναι οι σλαβομακεδόνες λαϊκοί αγωνιστές και πατριώτες, που
σαπίζουν στα Μακρονήσια και τις φυλακές μαζί με τους έλληνες πατριώτες, και
έχουμε κάθε υποχρέωση να ενισχύσουμε τόσο αυτούς όσο και τις οικογένειες τους.
ζ) Να προσέξουμε περισσότερο τη δουλειά στα σλαβομακεδονόπουλα στις ΛΔ. Οι
ΛΔ βοηθούν ολόπλευρα τα παιδιά μας. Εξασφάλισαν όλα τα μέσα για μια
πολιτισμένη ζωή και μια πολύπλευρη μόρφωση τους. Από τη δική μας όμως πλευρά
χρειάζονται ακόμη πολλά να γίνουν.
Για την ανάπτυξη και στερέωση της ενότητας ανάμεσα στα Σλαβομακεδονόπουλα και
τα ελληνόπουλα πρέπει να συνεχιστεί ακούραστη η πάλη ενάντια στα υπολείμματα
από τα τιτικά και σωβινιστικά στοιχεία. Παράλληλα ν' αναπτυχθεί η πολιτική δουλιά
στα παιδιά. Για το σκοπό αυτό η σύσκεψη προτείνει να φοιτήσουν σε πολιτική σχολή
νέοι σλαβομακεδόνες.
Η αγωνιστική διαπαιδαγώγηση των παιδιών πρέπει να βασιστεί στην πολιτική, που
χάραξε το κόμμα μας με το γράμμα του σ. Ζαχαριάδη προς τα εργαζόμενα παιδιά του
σταθμού "Παπαρήγα". Ιδιαίτερα θα πρέπει να προσέξουμε τη διεθνιστική
διαπαιδαγώγηση στα ελληνόπουλα και σλαβομακεδονόπουλα. Επίσης τα
σλαβομακεδονόπουλα θα πρέπει μαζί με τη μητρική τους γλώσσα να μαθαίνουν και
την ελληνική γλώσσα, γιατί αυτό είναι απαραίτητο για ν' αγωνιστούν μαζί με τα
ελληνόπουλα για τη νίκη της ΛΔ στην Ελλάδα.
Στον τομέα της εθνικής μακεδόνικης μόρφωσης και της επαναστατικής μακεδόνικης
αγωγής καθυστερούμε πολύ. Η σοβαρή αυτή καθυστέρηση οφείλεται και στην
έλλειψη βιβλίων και μορφωμένων δασκάλων. Την καθυστέρηση αυτή σ' ένα βαθμό
μπορούμε να την ξεπεράσουμε:
1) Με τη δημιουργία ενός εκδοτικού μηχανισμού από μορφωμένους σλαβομακεδόνες,
που θ' αναλάβουν την έκδοση των απαραίτητων μακεδόνικων βιβλίων. Ο μηχανισμός
αυτός είναι απαραίτητος και οι δυνατότητες για να δημιουργηθεί υπάρχουν σήμερα.
2) Να γίνει φροντιστήριο δασκάλων τόσο από τους υπάρχοντες δάσκαλους, ύστερα
από σχετική επιλογή, όσο και από μεγάλα παιδιά, που θα τελειώσουν το βασικό
σχολειό. Το φροντιστήριο αυτό να λειτουργήσει σε μια ΛΔ, όπου να συγκεντρωθούν

οι δάσκαλοι απ' όλες τις ΛΔ. Σ' αυτό να ζητήσουμε τη βοήθεια φιλόλογων απ' τις
αδελφές χώρες που έχουν σλαβική γλώσσα.
3) Να ζητήσουμε τη βοή θεια ειδικών σλάβων γλωσσολόγων για τη μελέτη και
ανάπτυξη της σλαβομακεδόνικης γλώοσας
4) Ενα μέρος από τους υπάρχοντες δάσκαλους και παιδιά που θα τελειώσουν το
βασικό σχολειό να πετύχουμε να σταλούν στις σλαβικές ΛΔ για να φοιτήσουν σε
διδασκαλεία, απ' όπου μέσα σε 23 χρόνια περίπου θα βγουν μορφωμένοι δάσκαλοι.
5) Για το μέλλον να έχουμε σαν προοπτική να στείλουμε ένα αριθμό παιδιών και
δασκάλων με υποτροφίες σε ανώτερες σχολές σε σλαβικές ΛΔ για να σπουδάσουν
ειδικά φιλολογία και γλωσολογία.
Π) Η σύσκεψη, παίρνοντας υπόψη ότι ορισμένα σλαβομακεδόνικα στελέχη
βαρύνονται με αντικομματικές και άλλες πράξεις που έκαναν στο παρελθόν και ότι
έγιναν κέντρο αντικομματικών εκδηλώσεων και ταυτόχρονα θεωρούν τον εαυτό τους
σαν παραγνωρισμένες φυσιογνωμίες, τους καλεί να συνέλθουν και να διορθωθούν.
Το κόμμα θα τους βοήθησα, εφόσον θα δείξουν στην πράξη ότι ειλικρινά
αναγνωρίζουν τα λάθη τους και παλεύουν για να διορθωθούν.
Θ) Υστερα από τη διαπίστωση ότι το ΝΟΦ και τα τμήματα του ΑΦΖ-ΝΟΜΣ
χρεοκόπησαν στη συνείδηση του σλαβομακεδόνικου λαού και του θυμίζουν τη
προδοσία του ηγετικού του πυρήνα, η σύσκεψη προτείνει να συγκληθεί συνέδριο του
ΝΟΦ, όπου να μπει το ζήτημα για την αυτοδιάλυση του ΝΟΦ και για την ίδρυση νέας
σλαβομακεδόνικης απελευθερωτικής οργάνωσης.
Η σύσκεψη κάνει την πρόταση, η καινούργια εθνική λαϊκοαπελευθερωτική οργάνωση
των σλαβομακεδόνων να ονομαστεί Νατσιονάλα Οσλομποτί-τελνα
Σλαβομακεντόντσκα Οργκανιζάτσια "ΗΛΙ-ΝΤΕΝ" (Εθνική Απελευθερωτική
Σλαβομακεδόνικη Οργάνωση "Ηλιντεν""). Βασικός σκοπός της θα είναι η οργάνωση
και καθοδήγηση των αγώνων του σλαβομακεδόνικου λαού ενάντια στους
μοναρχοφασίστες και τους αγγλοαμερικάνους καταχτητές. Τους αγώνες του
σλαβομακεδόνικου λαού, που τους έκαμε και τους συνεχίζει χέρι με χέρι με τον
ελληνικό λαό από το ίδιο χαράκωμα και τα ίδια ταμπούρια, η οργάνωση "ΗΛΙΝΤΕΝ"
θα τους αναπτύξει παραπέρα, μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας και την
εγκαθίδρυση της ΛΔ, μέχρι την πλέρια εθνική και κοινωνική αποκατάσταση του
σλαβομακεδόνικου λαού. Οι σλαβομακεδόνες με βάθρο την αδιάρηχτη ενότητα του
ελληνικού και σλαβομακεδόνικου λαού, που σφυρηλατήθηκε μέσα σε πολύχρονους
σκληρούς και αιματηρούς αγώνες, θα συνεχίσουν τους αγώνες τους μέσα στις
γραμμές της οργάνωσης "ΗΛΙΝΤΕΝ" σε αδελφική ενότητα με τους εργαζόμενους και
ολόκληρο το λαό της Ελλάδας κάτω από την καθοδήγηση του ΚΚΕ.
Οι νέοι σλαβομακεδόνες και σλαβομακεδονοπούλες θα συνεχίσουν τον αγώνα μαζί
με τους έλληνες νέους και νέες σας γραμμές της ΕΠΟΝ.
Οι σλαβομακεδόνισσες γυναίκες θα παλαίψουν χέρι με χέρι με τις ελληνίδες γυναίκες.
Ι) Η σύσκεψη προτείνει τη διάλυση της ΚΟΕΜ. Οι σλαβομακεδόνες κομμουνιστές,
μέλη του ΚΚΕ, θα ανήκουν στις κομματικές οργανώσεις της περιφέρειας τους. Το
κόμμα πρέπει να καταλήξει για τη μορφή και τον χαρακτήρα των οργανώσεων του
στις περιοχές της Ελλάδας, που κατοικούνται από σλαβομακεδόνες.
ΙΟ) Οι σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες στις ΛΔ θα οργανωθούν στις Λαϊκές
Εστίες, που είναι οργανώσεις για όλους τους πολιτικούς πρόσφυγες από την Ελλάδα.

Σκοπός των Λαϊκών Εστιών είναι η ολόπλευρη ανάπτυξη των προσφύγων μας. Με
την πολιτική, μορφωτική, εκπολιτιστική κλπ. δουλειά που θα κάνουν, να κρατούν
τους πρόσφυγες ενωμένους, ενήμερους της πάλης του λαού μας, με ακμαίο το
αγωνιστικό τους φρόνημα, έτοιμους πάντα να παλέψουν για τη λευτεριά και
ανεξαρτησία της πατρίδας μας, για την υπεράσπιση της ειρήνης. Μέσα στις Λαϊκές
Εστίες θα υπάρχουν τα τμήματα και οι λέσχες "ΗΛΙΝΤΕΝ" για τους
σλαβομακεδόνες, που σκοπό θάχουν την εθνική, μορφωτική, πολιτική, εκπολιτιστική
δουλιά στους σλαβομακεδόνες.
Ιβ) Ενα από τα βασικά καθήκοντα της οργάνωσης "ΗΛΙΝΤΕΝ" θα είναι η αδιάκοπη
και αδιάλλαχτη πάλη ενάντια στην τιτική κλίκα, που δημαγωγεί πάνω στα δικαιώματα
των σλαβομακεδόνων. Να ξεσκεπάζει και έγκαιρα να καταγγείλει στο
σλαβομακεδόνικο λαό κάθε αντιλαϊκή προδοτική χαφιεδική ενέργεια της κλίκας του
Τίτο γύρω από το σλαβομακεδονικό ζήτημα. Να διαφωτίζει το σλαβομακεδόνικο λαό,
ότι όλος ο θόρυβος που έκανε και κάνει η κλίκα του Τίτο γύρω από τα διακαιώματα
των σλαβομακεδόνων, δεν γίνεται για τα συμφέροντα του σλαβομακεδόνικου λαού.
αλλά για τα συμφέροντα της ίδιας της κλίκας, των μοναρχο-φασιστών συνεργατών
της και των αγγλοαμερικάνων αφεντικών της.
Οτι η κλίκα του Τίτο πρόδωσε τα συμφέροντα του σλαβομακεδόνικου λαού της
Μακεδονίας του Βαρδάρη, όπως και όλων των λαών της Γιουγκοσλαβίας. Χτύπησε
πισώπλατα το δημοκρατικό κίνημα της χώρας μας. Οτι συνέχεια από το 1943 και δω
προδίνει τα συμφέροντα των σλαβομακεδόνων της Μακεδονίας του Αιγαίου και
χαντακώνει το σλαβομακεδόνικο Ζήτημα, όπως πρόδωσε και πούλησε στους
ιμπεριαλιστές μαζί με τους γιουγκοσλάβικους λαούς και τους μακεδόνες του
Βαρδάρη.
Η φασιστική κλίκα του Τίτο βοήθησε με όλα τα μέσα τους μοναρχοφασίστες να
νικήσουν το ΔΣΕ, για να μη μπορέσουν να απελευθερωθούν οι έλληνες και οι
σλαβομακεδόνες. Αυτό το αναγνωρίζουν σήμερα ανοιχτά α μοναρχοφασίστες και α
ιμπεριαλιστές.
Σήμερα η κλίκα του Τίτο, ύστερα από την παράδοση των παιδιών μας στους
μοναρχοφασίστες που συνεχίζεται και που τα χρησιμοποιεί σαν αντάλλαγμα στα
παζαρέματα που κάνει με τη μοναρχοφασιστική κυβέρνηση της Αθήνας, σταμάτησε
τη δημαγωγία της πάνω στο σλαβομακεδόνικο ζήτημα, γιατί έτσι τη διάταξαν οι
αγγλοαμερικάνοι και γιατί ικανοποίησε ορισμένες απ' τις αρπαχτικές της ορέξεις
πάνω στη Μακεδονία του Αιγαίου, με την παραχώρηση λεύτερης ζώνης πάνω στο
λιμάνι της Θεσσαλονίκης, την αποκατάσταση των συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης,Γευγελής κλπ. Θα την επαναλάβει όταν κρίνει κατάλληλο τον καιρό και όταν της το
συστήσουν τ' αφεντικά της, οι αμερικανοάγγλοι ιμπεριαλιστές.
Η Οργάνωση "ΗΛΙΝΤΕΝ" πρέπει να θεωρεί ότι ο αγώνας των μακεδόνων του
Βαρδάρη και των σλαβομακεδόνων του Αιγαίου ενάντια στον Τίτο, τον
μοναρχοφασισμό και τους ιμπεριαλιστές είναι κοινός και αδερφικός. Ενα από τα
κύρια και πρωταρχικά καθήκοντα της οργάνωσης "ΗΛΙΝΤΕΝ", θα είναι η οργάνωση
και καθοδήγηση του αγώνα του σλαβομακεδόνικου λαού για την ειρήνη και ενάντια
στους εμπρηστές του πολέμου. Ενάντια στις προετοιμασίες τους να κάνουν την
Ελλάδα ορμητήριο για το άναμμα του νέου πολέμου ενάντια στις ΛΔ και τη
Σοβιετική Ενωση και σε πρώτη γραμμή κατά της Αλβανίας και της Βουλγαρίας. Οι
σλαβομακεδόνες μέσα στις γραμμές της οργάνωσης "ΗΛΙΝΤΕΝ", κάτω από την
καθοδήγηση του ΚΚΕ, μαζί με τους έλληνες πατριώτες θα παλέψουν στον κοινό

αγώνα για την υπεράσπιση της ειρήνης και θα χαλάσουν τα σχέδια των
αμερικανοάγγλων και των μοναρχοφασιστών εμπρηστών του πολέμου. Θα
μετατρέψουν τον πόλεμο αυτό σε τάφο τους.
Η σύσκεψη καλεί τους κομμουνιστές σλαβομακεδόνες να δουλέψουν με επιμονή και
ενθουσιασμό για την πραγματοποίηση των καθηκόντων αυτών.
ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΕΣ
Θα ξεφύγουμε σήμερα από τα συνηθισμένα. Θα μιλήσουμε για ένα θέμα που
«προοδευτικοί» και «δημοκράτες», αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι να
ασχοληθούν μαζί του. Για την καταπίεση από το Eλληνικό κράτος των
Σλαβομακεδόνων μιλάμε.
Iσως κάποιοι να αγνοούν και την ύπαρξή τους. Oποιος όμως συζήτησε έστω και λίγο
μαζί τους, ήπιε ποντς (βρασμένο τσίπουρο με ζάχαρη) στα καφενεία τους, τους
καμάρωσε να χορεύουν Πουστσένο (λεβέντικος ορχηστικός χορός) θα κατάλαβε τι
μαράζι κρύβουν στα σωθικά τους.
Oι ντόπιοι της Φλώρινας μαρτύρησαν της μάνας τους το γάλα τις τελευταίες
δεκαετίες. Φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, βασανίστηκαν, στερήθηκαν την ελληνική
ιθαγένεια. Θεωρήθηκαν από το κράτος και τις κυβερνήσεις του «εσωτερικός εχθρός».
Aκόμα και τα ελληνικά τα μάθανε με «την βίτσα του δασκάλου και τη μαγκούρα του
χωροφύλακα», όπως μας έλεγε ένας ντόπιος απ την Kάτω Yδρούσα (Nτόλνο Kόντορι
στην γλώσσα τους).
Mήπως όμως τα πράγματα είναι καλύτερα σήμερα; Δυστυχώς ίδια γεύση. Oποιον
μειονοτικό έχει φακελώσει με τον χαρακτηρισμό «σλαβοσυνείδητος» και τους έχει
φακελώσει σχεδόν όλους- ο Σωτηρόπουλος, δεν πρόκειται να δει στον ήλιο μοίρα.
Mέχρι πριν λίγα χρόνια ούτε άδεια κυνηγιού δεν μπορούσαν να πάρουν. Σήμερα,
ανεξάρτητα από τα προσόντα τους, αποκλείεται να διορισθούν στο δημόσιο και
γενικά αντιμετωπίζονται σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Tι εστί Xαράλαμπος Σωτηρόπουλος; Tο τομάρι αυτό ήταν στέλεχος της KYΠ από το
1956. Aκλόνητος στην θέση του από όλους τους κυβερνητικούς θιάσους που μας
κυβέρνησαν από τότε. Yπηρέτησε πιστά τις κυβερνήσεις EPE, Eνωση Kέντρου,
αποστασία, χούντα, Nέα Δημοκρατία, ΠAΣOK. Πάντα την ίδια πολιτική. O τύπος
αυτός πήρε σύνταξη το 1986. Eνα τέτοιο κελεπούρι όμως θα τα άφηναν
αναξιοποίητο; Tι διάολο κράτος έχουμε. Bρέθηκε λοιπόν ο στομαχόφρονας σαν
σύμβουλος του υπουργείου εξωτερικών (1990-1993) δίπλα σε ένα άλλο μπουμπούκι
τον Σαμαρά.
Oταν πριν μερικά χρόνια ο «αλητήριος πολιτικός εμποράκος» (κατά τον
χαρακτηρισμό συναδέλφου του) Γιώργος Λιάνης βρέθηκε, για να πάρει καμιά ψήφο,
στο πανηγύρι του προφήτη Hλία στο χωριό Mελίτη (Bοσταράνι για τους ντόπιους)
τον παρακολουθούσαν κατ' εντολή του Σωτηρόπουλου οι Kυπατζήζες. Oταν ο
πολικάντης έκανε το «λάθος» να χορέψει μαζί με τους ντόπιους το τραγούδι «Eλενο
Mόμε» (Kόρη Eλένη) τον κινηματογράφησαν και έδωσαν την κασέτα στο TELE
CITY. Oχι με το αζημίωτο φανταζόμαστε. Hθελαν να παρουσιάσουν το Λιάνη και
μέσω αυτού το ΠAΣOK σαν «ενδοτικό». Για τέτοιο φρούτο μιλάμε. Aκόμα και τώρα,

που έχει γίνει ένα χούφταλο, το όνομα του προκαλεί τρόμο στους ντόπιους κατοίκους
της Φλώρινας.
Φυσικά στο πογκρόμ που έχει ξεσπάσει εναντίον των Σλαβομακεδόνων δεν θα
μπορούσε να λείψει το παπαδαριό. O σκοταδιστής πρώην δεσπότης της Φλώρινας
Kαντιώτης δίνει ρέστα σε αυτό. Mέχρι και ραδιοφωνικό σταθμό έχει φτιάξει με την
ονομασία «Iερός Xρυσόστομος» και κάθε μέρα χύνει ποτάμια δηλητήριο ενάντια
στους ντόπιους. Nα φανταστείτε ότι γκρέμισε μέχρι εκκλησίες γιατί οι «άγιοι» στις
εικόνες γράφονταν στην τοπική διάλεκτο.
Aν κάνει κανείς μια βόλτα στα μεγαλύτερα χωριά που ζουν οι Σλαβομακεδόνες,
Aκρίτας (Mπούφι), Aλωνα (Aρμένσκο), Mελίτη (Bοσταράνι), κ.λ.π. θα δει το
μεγαλύτερο ντέρτι που τους βασανίζει. Tόσα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου
πολέμου κι ακόμα δεν τους επιτρέπουν να 'ρθουν σε επαφή με τους συγγενείς τους
πολιτικούς πρόσφυγες που βρέθηκαν καταδιωκόμενοι σε άλλες χώρες. O νόμος (N.
106841/29-12-82) το λέει ξεκάθαρα: «επιτρέπεται ο επαναπατρισμός μόνο των
Eλλήνων το γένος πολιτικών προσφύγων». M αυτόν τον τρόπο απαγορεύεται ακόμα
σε χιλιάδες παλιούς κατοίκους των περιοχών και η απλή επίσκεψη στην Eλλάδα. H
μισαλλοδοξία σ' όλο της το μεγαλείο.
Δηλαδή κατά την λογική τους κάποιοι είναι Eλληνες ανταμ παπαντάμ κάποιοι άλλοι
μπασταρδεμένοι Eλληνες και πάει λέγοντας. Kαι εμείς τους λέμε: άει στο διάολο
λεχρίτες.
Αποσπάσματα από αλληλογραφία και σημειώσεις του Ίωνα Δραγούμη, από την
περίοδο που εργαζόταν στο προξενείο του Μοναστηρίου (Μπίτολα), το 1903, όταν
έλαβε χώρα η εξέγερση του Ήλιντεν
(Από το βιβλίο «Τα τετράδια του Ηλιντεν», εκδόσεις Πετσίβα)
Μοναστήρι 27 Φεβρουαρίου [1903]
Οι συμμορίες και τα Κομιτάτα είναι χωμένα παντού και δεν έχουν σκοπό να
υπακούσουν στους Ρώσους και στις Δυνάμεις πού συμβουλεύουν ησυχία. Εργάζονται
μάλιστα ενεργητικώτερα από πριν (…) και λέγουν (…) ότι αυτοί δεν ζητούν να
κάμουν την Μακεδονία Βουλγαρική αλλά να την κάμουν αυτόνομον κράτος («η
Μακεδονία εις τους Μακεδόνας»). Πρέπει να προσπαθούμε να διατηρούμε την
επιρροή μας και η θέσις μας είναι πολύ δύσκολη. Οι βούλγαροι υπόσχονται ελευθερία
και ‘μείς συμβουλεύουμε αγάπη δια τους Τούρκους.
[Φεβρουάριος 1903]
Οι σλαβόφωνοι ορθόδοξοι είναι σχεδόν όλοι σύμφωνοι να σηκωθούν όταν σηκωθούν
και οι σλαβόφωνοι σχισματικοί πού υπακούουν στα βουλγαρικά Κομιτάτα και στις
βουλγαρικές συμμορίες, και όσοι από τους δικούς μας σλαβόφωνους δεν το αποφάσισαν ακόμη να σηκωθούν συμπαθούν και αυτοί το κίνημα και είναι πρόθυμοι να
κάνουν ό,τι κάνουν οι σχισματικοί, όχι πώς θέλουν να γίνη ο τόπος τους Βουλγαρία.
Δεν συλλογίζονται ως εκεί.

Τα Κομιτάτα τους έδειξαν πιθανή την εικόνα της ελευθερίας. Στα ορθόδοξα χωριά τα
Κομιτάτα και οι συμμορίες λέγουν: «Ή Μακεδονία εις τους Μακεδόνας», δεν τα
αναγκάζουν από την πρώτη στιγμή να γίνουν σχισματικά, ούτε να καταργήσουν τα
ελληνικά τους σχολεία και να τα κάμουν βουλγαρικά. Δεν ζητούν βουλγαρισμόν
αυτοί, αυτοί ζητούν αυτονομία και για να τα πείσουν ακόμη περισσότερο πως λέγουν
αλήθεια τα διαβεβαιώνουν πώς και ή Ελλάς είναι σύμφωνη με την Βουλγαρία και με
τους άλλους και υποστηρίζει την επανάστασιν.
Άμα τα προσηλυτίσουν με την ιδέα της ελευθερίας και με την υπόσχεση της βοήθειας
της Ρωσίας (ή ίσως και της Αυστρίας) τότε, υστέρα από κάμποσον καιρό προσπαθούν
να τα κάνουν και σχισματικά (…)
Λοιπόν οι περισσότεροι Μακεδόνες θα σηκωθούν.(…)
Τί τους μέλλει ο Ελληνισμός, και μεις θα μείνωμε με τους λιγωτέρους μέσα στην
γυμνότητα μας.
Καί οι Ρώσοι θα πουν πώς όλοι όσοι σηκώθηκαν θέλουν τους Βουλγάρους (ενώ αυτοί
οι κακόμοιροι ούτε Βουλγαρία] θέλουν ούτε Έλλάδα], μόνο την ελευθερία τους
ζητούν, αυτή τους μαγνήτισε καί τους φανάτισε).
29.05.1903
Όλα τα μεγάλα κράτη έχουν τις απόψεις τους καιι προωθούν τις δικές τους μικρές
υποθέσεις στη Μακεδονία. Και η Ελλάδα φαίνεται προορισμένη να δουλεύει για τον
εαυτό της, με τις δίκες της δυνάμεις μονό. Τουλάχιστον να ήξερε να οουλεύη. "Εχει
τεράστιες δυνάμεις σ' αυτή τη χώρα και τίς αμελεί, περιορίζοντας τον εαυτό της σε
ρόλο σπιούνου και αστυνομίας των Τούρκων.
Βλάπτει τα ίδια τα συμφέροντα της όταν συνδέεται υπερβολικά με τους Τούρκους.
26 Ιουνίου 1903
Επειδή οι βουλγαρόφωνοι χωρικοί δεν αγαπούν τους τούρκους ούτε είναι δυνατόν να
τους αγαπήσουν καί επειδή ένεκα τούτου συμπαθούν κάπως καί το κίνημα των
βουλγάρων εν αύτώ βλέποντες μόνον ταχυτέραν άπελευθέρωσιν από του ζυγού, είναι
δυνατόν να χάνωμεν την συμπάθειαν των χωρικών αν άπο-κηρύττωμεν
κατηγορηματικώς πάσαν έργασίαν γινομένην προπαρασκευαστικός προς έξέγερσιν
κατά των τούρκων. Δεν πρέπει να γινώμεθα οι χωροφύλακες των Τούρκων. (…)
Επίσης δεν πρέπει να προβαίνωμεν ημείς φανερά καί αδιακρίτως εις δολοφονίας
σχισματικών. Πρέπει να έξαφανίζωνται οι επικίνδυνοι καί μόνον καί τοϋτο να γίνεται
όσον το δυνατόν πλέον κρυφίως.
25 Ιουλίου 1903
Έχομεν Σλαυϊκήν επανάστασιν εν Μακεδονία.

Τούτο αρκεί ίνα έννοήση ο πονών καί γινώσκων. Άπαντες οι σλαυόφωνοι πληθυσμοί
ηκολούθησαν το Κομιτάτον, ορθόδοξοι και σχισματικοί, και οι πλείστοι εκουσίως.
Καταλαμβάνονται υπό των επαναστατών αι κωμοπόλεις και τα χωρία τα
κατοικούμενα υπό βλαχοφώνων και αλβανοφώνων, Κρούσοβον, Πισοδέριον, Νέβεσκα κτλ.
Μανθάνω ταύτην την στιγμήν ότι κατελήφθη και η Κλεισούρα.
- Δεν είμαι βέβαιος αν συμφέρη πλέον ν’ αντιδρώμεν εις το Κίνημα.
- Οι Τούρκοι ανικανώτατοι, δεν βοηθούν ημάς.
Απόσπασμα από συνέντευξη με μέλος του Κομιτάτου τον Κάρεφ, από την εφημερίδα
«Ακρόπολη, 08 Μαϊου 1903. (Υπάρχει προκατάληψη βεβαίως εκ μέρους αυτού που
υποβάλει τις ερωτήσεις, όμως δείχνει μέχρι ενός σημείου τον τρόπο που σκέφτονταν
οι εξεγερμένοι Μακεδόνες).
- Είσαι Μακεδών; του λέγω.
- Μάλιστα.
- Και κατά συνέπεια Έλλην.
- Αυτό δεν το ξέρω, μου απαντά, εγώ είμαι Μακεδών.
- Κατ' ευθείαν απόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου; του λέγω ειρωνευόμενος.
- Μάλιστα.
- Και ο Μέγας Αλέξανδρος τι ήτο παρακαλώ;
- Δεν ξέρω, η Ιστορία όμως λέγει ότι ήτο Έλλην.
- Τότε και συ, ως απόγονος εκείνου είσαι Έλλην.
Δεν μου απήντησε
- Τότε, λοιπόν, τον ερωτώ και πάλιν, δια τι αφού είσθε Έλληνες θέλετε να
ελευθερωθήτε δια της Βουλγαρίας;
- Βουλγαρίαν ποίαν εννοείς, το Κομιτάτον;
- Μάλιστα.
- Σου απαντώ λοιπόν ότι το Κομιτάτον δεν είναι Βουλγαρικόν και δεύτερον
ότι φαινόμεθα κλίνοντες προς την Βουλγαρίαν διότι μόνον αυτή φαίνεται πρόθυμος
εις το να μας βοηθήση και η Ελλάς εάν έκαμνε το ίδιο θα την δεχώμεθα με όλη μας
την καρδιά.
- Βλέπετε και εξετάζετε μόνον κατ' επιφάνειαν την Βουλγαρικήν προστασίαν,
η Βουλγαρία δεν θέλει να σας ελευθέρωση από την Τουρκικήν, αλλά να σας υπαγάγη
εις την Βουλγαρικήν δουλείαν.

- Χμ! 'Εάν σκέπτεται ή Βουλγαρία να μας κάμη επαρχίαν της κακά έκαμε τον
λογαριασμόν της, άλλως τε ημείς δεν κοιτάζωμεν τι διαννοείται η Βουλγαρία, εις
τούτο μόνον προσέχομεν: «Ό σκοπός μας εκπληρούται;» Αποκτώμεν την ελευ-θερίαν
μας; Αυτό μόνον, αδιαφορούμεν δε εάν μας ελευθέρωση η Ελλάς ή η Βουλγαρία, το
μόνον το όποιον έχει να ωφεληθή η κάθε μία από αυτάς είναι αν θα αποκτήση την
ευγνωμοσύνην μας.
- Καλά, και άμα ελευθερωθήτε τι θέλετε να γίνετε, αυτονομία;
- Μάλιστα, όπως εις την Ελβετίαν εις την οποίαν τρεις διάφοροι φυλαί ζώσι
εν άκρα σύμπνοια και αγάπη.
- Ναι, αλλά ξέρετε ότι κατ' αυτόν τον τρόπον εξυπηρετούνται τα συμφέροντα
της πανσλαυϊστικής Εταιρείας της οποίας παράρτημα είναι το Κομιτάτον;
- Πώς τα έξυπηρετούμεν;
- Μα καθώς ωμολόγησες ανωτέρω η Μακεδονία είναι χώρα ελληνική, εάν δε
κάθε ελληνική χώρα θέληση ν' αποτελέση αυτόνομον πολιτείαν τότε επέρχεται η
εξασθένησις της Ελλάδος, πράγμα το όποιον επιδιώκει η Πανσλαυϊστική Εταιρεία.
- Γιατί το επιδιώκει;
- Δια να μας σκλαβώση μια μέρα και μας και σας και θέλει να μας εύρη αδυνάτους,
για να το επιτύχη ευχερέστερον.
Ό Κάρεφ εφάνη σκεπτόμενος προς στιγμήν. Εγώ έσπευσα να διακόψω την ησυχίαν.
- Γιατί δεν θέλετε να ενωθήτε με την Ελλάδα;
- Γιατί εάν μας πάρη ή Μώρα (Ελλάς) θα γίνη ένα μεγάλο κράτος και κατά
συνέπειαν μοναρχία. Εν τοιαύτη δε περιπτώσει θα προκύψουν πολλά κακά,
πρώτον ή μοναρχία και τα ταύτης παρεπόμενα και δεύτερον ή Ελλάς θα μας βάλη να
πολεμήσωμε με την Βουλγαρίαν πράγμα το όποιον δεν θέλομεν.
- Σεϊς τί θέλετε;
Μου έδειξε το καπέλλο του.
- Θέλομεν ρεπούμπλικα.
- Δημοκρατίαν καί φιλίαν με την Βουλγαρίαν;
-

Όχι με την Βουλγαρίαν μόνον, αλλά καί με οποίον μας βοηθήσει να
έλευθερωθώμεν

Στο βιβλίο του «Μακεντόντσετο - Το οδοιπορικό μιας πικρίας» (εκδόσεις
Πλέθρον), ο Πέτρος Βότσης, περιγράφει τα παιδικά του βιώματα στο χωριό

«Σέτινα» (Σκοπός Φλώρινας), όπου γεννήθηκε το 1943. Μέσα από την αθωότητα, τον
αυθορμητισμό και το ρομαντισμό της ηλικίας των πέντε χρόνων, ένα Μακεδονόπουλο
περιγράφει τη ζεστασιά του σπιτιού του, τη ζωή του χωριού, τα έθιμα, τα γιορτινά
τραπέζια, τις αγροτικές δουλειές. Όλα αυτά τα σκιάζει η απουσία του πατέρα του, που
είχε βρεθεί στην εξορία, ενώ όταν γύρισε οι Γερμανοί τον έκλεισαν σε στρατόπεδο
συγκέντρωσης στη Θεσσαλονίκη, και αφού έφυγαν οι Γερμανοί, οι Έλληνες τον
έβαλαν φυλακή για Βούλγαρο. Ακόμη περισσότερο, τα σκιάζουν οι εχθροπραξίες
μεταξύ ανταρτών και μοναρχοφασιστών, η αγωνία για τους δικούς του ανθρώπους
που πολεμούσαν στο πλευρό των παρτιζάνων….
________________________________________________________________
Ξυπνάω καθώς μ’ αρπάζει η μάμο μου, με παίρνει στην αγκαλιά της κι αρχίζει να
κατεβαίνει τις σκάλες. Έξω γίνεται κοσμοχαλασιά. Πυροβολισμοί, τα βόδια
μουκανίζουν, τ’ άλογα χλιμιντρίζουν στους σταύλους, τα σκυλιά ουρλιάζουν και δεν
ξέρουν πού να κρυφτούν, οι κότες κακαρίζουν φοβισμένες, τρέχουν και πετούν
έντρομες, κλάματα παιδιών από παντού και φωνές μεγάλων, γεμάτες απόγνωση. «Κε
νε οτέμπατ» (θα μας σκοτώσουν), ακούγεται από παντού, «μπρ’γκου ζα γκρανίτσατα»
(γρήγορα για τα σύνορα), ακούς από κάθε μεριά.
Η μάμο μου με κρατάει στην αγκαλιά της, δίπλα ο Κόλτσες και η Καρίκλα. Η μάμο
μου τρέμει, το νοιώθω καθώς μ’ έχει στην αγκαλιά της. Ανηφορίζουμε για το
γκούμνο (χωράφι) μας. Όλοι οι άνθρωποι είναι τρομαγμένοι, επικρατεί πανικός. Οι
πιο ψύχραιμοι λένε να μη φοβόμαστε.
-Νέμα ντα νι φ'ρλατ. Κιόρι σε; Νε πούλατ ντέτσα ι ζένι; (Δεν θα μας ρίξουν.
Στραβομάρα έχουν; Δε βλέπουν παιδιά και γυναίκες;)
Άλλοι απαντούσαν ότι στις περασμένες επιχειρήσεις σκοτώθηκαν συγχωριανοί μας
και μην ξεχνάμε το βλήμα που έπεσε δίπλα μας στην αχερώνα του Βίτκα.
-Να γκρανίτσατα, να γκρανίτσατα (στα σύνορα, στα σύνορα), λέγαν πολλοί κάθε
τόσο.
Κάθε φορά που γινότανε επιχείρηση από το στρατό, οι περισσότεροι συγχωριανοί μας
πήγαιναν στα σύνορα και γυρνούσαν στα σπίτια τους, όταν τέλειωνε η επιχείρηση.
Φτάνουμε στο γκούμνο μας και κρυβόμαστε πίσω από την αχερώνα και στη βόρεια
μεριά, αφού ο στρατός έκανε την επιχείρηση από τα νότια. Τα κουρσούμια (βόλια)
σφυρίζουν γύρω μας.
-Τ’ ακούτε τα κουρσούμια, που σφυρίζουν; λέει ο Κόλτσες.
-Κουρσούμια είναι; Κι εγώ νόμιζα ότι είναι πουλάκια λέει η μάμο μας.
Μερικοί παρτιζάνοι περνάνε δίπλα μας. Κάνουν μερικά βήματα τρέχοντας και μετά
ξαπλώνουν, κι αυτό το κάνουν συνέχεια μέχρι που χάνονται.

Είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό. Ο ήλιος μόλις που έχει βγει, αλλά το κρύο δαγκώνει.
Νιώθω τον αέρα να μπαίνει από παντού στο σώμα μου λες και ήμουνα γυμνός, ενώ
φοράω την κοσούλα (πουκαμίσα) μου.
Σε λίγο αρχίζω να τρέμω από το κρύο. Η μάμο λέει της Καρίκλας να πάει πίσω στο
σπίτι για να φέρει κάτι να φορέσω «ότι κε ζαμρ'ζνε ντέτετο» (γιατί θα ξεπαγιάσει το
παιδί). Ο Κόλτσες φεύγει με κάποιους άλλους που περνάνε από κοντά μας,
κατευθύνονται προς τα γκρομπίστσα (τα νεκροταφεία) κι από ‘κει στην Κριβα-Βόντα,
μια χαράδρα που οδηγεί στην γκρανίτσα (σύνορα).
Η μάμο κι εγώ είμαστε πίσω από την αχερώνα και περιμένουμε. Η μάμο μου με
σκεπάζει όπως μπορεί με τα ρούχα της, για να μην κρυώνω και κάθε τόσο μου
χουχουλιάζει τα χέρια και τα τρίβει, ενώ με την ποδιά της έχει τυλίξει τα παγωμένα
ποδάρια μου.
Περιμένουμε, αλλά την Καρίκλα δεν τη βλέπουμε πουθενά. Σε κάποια στιγμή, που
κάπως έχουν ησυχάσει τα πράγματα, ξεκινάει η μάμο μου να γυρίσουμε στο σπίτι.
Ντουβάρι-ντουβάρι, πίσω από τα σπίτια και τους μαντρότοιχους σχεδόν σκυμμένη για
να φυλάγεται με μένα στην αγκαλιά της, φτάνουμε στο σπίτι μας.
Στο σπίτι μας βρίσκουμε την μπαμπα-Ντιμάνα, που μας ρωτάει.
-Ότι σε ρασπρτσκάτε τσέλι, μπρε ντούσκο; (Γιατί σκορπίσατε όλοι, βρε ψυχούλα
μου;).
-Νε ράζμπρα, μαρί Ντιμάνο, σο στάνβα νάντρου; (Δεν κατάλαβες, μωρή Ντιμάνα, τι
γίνεται έξω;) λέει η μάμο μου.
-Τάκα, τσέκατ οτ βας ντα γκι νατότσατ νοζόιτε! (Σωστά, περιμένουν πάνω σας ν’
ακονίσουν τα μαχαίρια τους!) απαντάει ειρωνικά η μπαμπα-Ντιμάνα και συνεχίζει,
«νίκοϊ νε γκα σμίσλι στόκατα; Ντέκα γκι οσταβίτε σ 'τι ι ιζμπεγκάτε;» (κανένας δεν
σκέφτηκε το βίος μας; Πού τ' αφήσατε όλα και φύγατε;)
-Σο ντα τι ρέτσα μαρί Ντιμάνο! (Τι να σου πω μωρή Ντιμάνο!) λέει η μάμο μου και
σταματάει.
Όταν παύει ο διάλογος, η μάμο μου πηγαίνει και ψάχνει ρούχα για να με ντύσει κι
εγώ ζητάω να φάω.
Δεν έχει περάσει πολλή ώρα αφότου γυρίσαμε σπίτι και σχεδόν έχουν ησυχάσει τα
πάντα. Η μάμο στρώνει το σοφρά και καθόμαστε για φαγητό. Το βλέμμα όλων μας
είναι στραμμένο προς την πόρτα. Κάθε τόσο που ακούμε βήματα όλοι μαζί λέμε
«νάστε σε, γκρέντατ» (οι δικοί μας είναι, έρχονται), αλλά δικούς μας δε βλέπουμε.
«Κε ντόιντατ, νε σε μόζε ντα νε ντόιντατ, σέκουι πατ τάκα στάνβα» (Θα ‘ρθουν, δεν
μπορεί να μην έρθουν, αφού κάθε φορά έτσι γίνεται), λέει η μάμο. Η μπαμπαΝτιμάνα δε λέει τίποτα, όμως κάθε τόσο ξεφυσάει.
Η μέρα πέρασε κι ήρθε η άλλη μέρα. Αρχίσανε τα πρόβατα. Τι θα γίνει με τα ζώα.
-Θα ψοφήσουν, αν μείνουν και σήμερα μέσα, λέει η μπαμπα-Ντιμάνα.

-Πρέπει να βρούμε βοσκό, λέει η μάμο.
-Να συνεννοηθούμε με το Νάτσε, απαντάει η μπαμπα-Ντιμάνα.
Μάθαμε πως κλείσαν τα σύνορα και πως όλοι όσοι μπήκαν μέσα στη Σερβία, δεν
μπορούν να ξαναγυρίσουν.
-Ένας σέρβος στρατιώτης κόντεψε να σκοτώσει την κόρη μου, τη Λεύκα. Της
κόλλησε την κάνη του όπλου στα στήθη, γιατί ήθελε να επιστρέψει, λέει η μπαμπαΝτάλα.
Τώρα πια είμαι ο άντρας του σπιτιού κι έχω ευθύνες. Άρχισα να σκέφτομαι το ρόλο
μου πολύ σοβαρά. Δεν θα χρησιμοποιώ πια το μπαλτίτσε (τσεκουράκι), αλλά τον
μπαλτά (το τσεκούρι). Είμαι ο άντρας! Ο άντρας, ο αφέντης! Πρέπει όμως να μην
τεμπελιάζω, πρέπει κάτι να κάνω. Αποφασίζω να κόψω ξύλα. Βουτάω τον μπαλτά και
να ‘μαι έξω. Με βλέπει ο μπαϊτσε-Νάτσες (θείος Νάτσες).
-Σο πράις, μπρε Πέτρε, τάμο; (Τι κάνεις, βρε Πέτρο, εκεί;)
-Σο ντα πράα, μπρε μπαϊτσε-Νάτσε, ίμαμ ντβε σκαπάνι ζένι σο τρέμπα ντα γκι ράνα.
(Τι να κάνω, βρε μπαϊτσε-Νάτσε, έχω δυο ανήμπορες γυναίκες που πρέπει να τις
ταίζω).
Ο μπαϊτσε-Νάτσες λύνεται στα γέλια και μου κακοφαίνεται, γιατί εγώ περίμενα να με
επαινέσει κι αυτός γελάει. Μπαίνει μάλιστα μέσα στο σπίτι κι αρχίζει να λέει της
μάμος μου και της μπαμπα-Ντιμάνας τι του είχα πει.
(…)
Το βράδυ, όταν γυρίζει η μάμο από τα πρόβατα και καθόμαστε να φάμε, το σπίτι μου
φαίνεται άδειο και ξένο. Όμως θα γυρίσουν κι ας λένε οι άλλοι ότι δεν τους αφήνουν.
Θα το σκάσουν. Θα ‘ρθουν κρυφά. Ο Κόλτσες ξέρει να κρύβεται και θα τους
ξεγελάσει.
Το σπίτι μας είναι αλλιώτικο χωρίς κόσμο. Δεν έχει αλλάξει όμως μόνο το σπίτι μας,
άλλαξε όλο το χωριό, λείπει ο κoσμος. Τα παιδιά είναι ελάχιστα. Δεν παίζουμε πια.
Με ποιον να παίξω; Κάπου-κάπου κατεβαίνει στην αυλή μας ένα παιδί, το λένε Λάζο
κι έρχεται με την αδελφή του. Το σπίτι τους είναι κάτω από την αχερώνα μας. Φοράνε
κάτι μποτάκια δερμάτινα, γυαλιστερά και δε μοιάζουν σε τίποτα με τα πιντσίνα
(τσαρουχάκια) μου.
Η μάμο πήρε το κόκκινο μάλλινο φουστάνι της Σάντας, το ξήλωσε, το έκοψε και μου
έραψε το πρώτο μου παντελόνι σαν αυτό που φοράνε μερικοί άντρες στο χωριό κι
όλοι οι παρτιζάνοι. Οι γέροι κι αρκετοί άντρες φοράνε κοσούλα και κιουρντία
(σιγκούνι) από πάνω, γιατί δεν είναι με τη μόδα. Δε μ' αρέσει όμως το παντελόνι,
γιατί γρατσουνάει τα μπούτια μου από μέσα, σχεδόν με γδέρνει, αφού είναι πολύ
σκληρό.

Με τον Λάζο και την αδελφή του παίζουμε τους βοσκούς. Τα πρόβατα μας όμως δεν
είναι πέτρες, αλλά κουτάκια τενεκεδένια, γυαλιστερά που αφήνουν οι παρτιζάνοι.
(…)
Οι μεγάλοι μας κάνουν συνέχεια παρατηρήσεις για τα κουτάκια. Λένε ότι γυαλίζουν
και τα βλέπουν τα’ αεροπλάνα, γι’ αυτό κι εμείς μόλις τελειώνουμε τα μαζεύουμε και
τα κρύβουμε.
Το χωριό όλο και πιο πολύ μοιάζει κοιμισμένο κι αυτό συμβαίνει τις ώρες της
ημέρας. Δεν έχει τη ζωντάνια που είχε. Όλοι οι άνθρωποι φαίνονται φοβισμένοι, είναι
σκυθρωποί και δεν γελάνε πια. Όλα είναι αλλιώτικα.

Ώσπου εισέβαλε ο εθνικός στρατός, στο μέχρι τότε ανταρτοκρατούμενο χωριό του….

Σήμερα πάλι έχει πόλεμο η μέρα με τη νύχτα. Δεν έχει καλά-καλά ξημερώσει κι
ακούγονται πυροβολισμοί, ενώ και βλήματα πέφτουν. Δεν προλαβαίνουμε να πάμε
στο κριάλο (κρυψώνα, καταφύγιο). Έχουμε στριμωχτεί στο ζέμνικ (ισόγειο) μας και
καρτεράμε να δούμε τι θα γίνει σήμερα.
Δεν κρατάει πολύ η επιχείρηση, γιατί φαίνεται ότι οι λίγοι παρτιζάνοι έφυγαν από το
χωριό κι έτσι μπήκε πάλι ο στρατός.
Ησυχάζουν τα πράγματα! Δεν ακούμε τίποτα! Δεν τολμάμε όμως να ξεμυτίσουμε.
Έχει αρχίσει κι εμένα να περνάει ο φόβος μου. Στην αρχή όλα αυτά τα έβλεπα και
λίγο σαν παιχνίδι. Από τότε όμως που φύγαν οι δικοί μας, από τότε που άρχισαν να
μπαίνουν μέσα στο χωριό στρατός και μάυδες, φώλιασε ο φόβος μέσα μου. Συνήθως
τρέχω να φυλαχτώ στην αγκαλιά της μάμος μου, που κι αυτή όμως τρέμει. Έτσι ζούμε
συνέχεια τις τελευταίες μέρες. Δεν έχω δει άνθρωπο να χαμογελάει.
Ξαφνικά ακούμε δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. Σα να χτυπάει κάποιος μ’ ένα
χοντρό ξύλο πάνω στην εξώπορτα, ακούγονται από μέσα τα χτυπήματα. Οι ανάσες
όλων κόβονται. Η μπαμπα-Ντιμάνα πηγαίνει προς την πόρτα και βγάζει το σούρμε
(την αμπάρα), σηκώνει την κλάπα (το μάνταλο) και η πόρτα ανοίγει. Στρατιώτες με
όπλα γυρισμένα κατά πάνω μας και μάυδες από πίσω, με τα όπλα περασμένα στον
ώμο. Η μάμο μου αμέσως μ' αρπάζει στην αγκαλιά της. Ένας από τους στρατιώτες
που στέκονται παραπίσω και φοράει αλλιώτικο καπέλο, πλησιάζει στην πόρτα.
Βγάζει ένα πιστόλι από τη θήκη και μας λέει κάτι μάλλον στα γκρ'τσκι (ελληνικά).
Βγαίνουμε έξω. «Βόι σο πίστσολο τρέμπα ντάε ζάμπιτ»(Αυτός με το πιστόλι πρέπει
να είναι αξιωματικός) λέει η μπαμπα-Ντιμάνα. Ο ζάμπιτ αρχίζει να φωνάζει, ίδιος η
Τραϊάνκα του Κλίκα, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα απ' αυτά που λέει. Σε λίγο έρχονται
κι άλλοι μάυδες, γνωστές φάτσες από τις άλλες επιθέσεις.

Ο ζάμπιτ, που είναι ψηλός, αδύνατος και κατακόκκινος, αρχίζει πάλι να φωνάζει και
να λέει τα δικά του, τα ακαταλαβίστικα γκρ'τσκι, ενώ ένας από τους μάυδες λέει της
μάμος μου:
-Τρέμπα ντα μπέγκατε οτ σέλοτο, ότι γκι ράνετε παρτιζάνιτε (Πρέπει να φύγετε από
το χωριό, γιατί ταΐζετε τους παρτιζάνους).
-Κακ ντα μπέγκαμε ι ντέκα ντα όντιμε; Σο κε στάνε κούκιατα ι ντέκα κε σε οστάβε
στόκατα; (Πώς να φύγουμε και πού να πάμε; Τι θα γίνει το σπίτι και πού θα
παραμείνει το βίος μας;)
Ο μάυς μετέφερε στον κατακόκκινο πιστολά τα όσα είπε η μάμο μου. Τότε αυτός
ξαναβγάζει το πιστόλι και το ακουμπάει στο κεφάλι της μάμος μου. Εγώ γυρνάω το
κεφάλι μου να μη βλέπω το πιστόλι και ενώ θέλω να κλάψω, φοβάμαι. Ο πιστολάς
φωνάζει και ο μάυς μας μεταφέρει τι λέει:
-Ντα μπέγκατε, ότι κε βε οτέπα (Να φύγετε, γιατί θα σας σκοτώσει). Η μάμο μου
επέμενε.
-Έχουμε τετρακόσια πρόβατα, γελάδια κι άλλα ζώα. Έχουμε τα πράγματα του
σπιτιού, το σπίτι κι όλα αυτά τι θα γίνουν; Μια περιουσία ολόκληρη, μαζεμένη με
στερήσεις ναι κινδύνους. Δεν μπορούμε να τα’ αφήσουμε από τη μια στιγμή στην
άλλη. Δεν είμαστε παρά δυο ανήμπορες γυναίκες κι αυτό το άρρωστο παιδί.
Ο μάυς ξαναμίλησε στον πιστολά κι αυτός ξανά θυμωμένος είπε τα δικά του στο μάυ.
Ο μάυς μετέφερε.
-Τα πράγματα θα φορτωθούν σε κάρα και θα τα πάρετε μαζί σας. Όσο για τα ζώα, αν
μπορείτε πάρτε τα. θα πάτε στην Οφτσάρανη (Μελίτη Φλώρινας) κι εκεί θα σας
φροντίσουμε εμείς, εκτός αν έχετε συγγενείς.
Στο μεταξύ οι μάυδες αρχίζουν το πλιάτσικο, εκεί μπροστά στα μάτια όλων.
Μπαίνουν στο σπίτι και βγαίνουν άλλοι με τσουβάλια γεμάτα, άλλοι με μπακιρικά,
άλλοι με σπιτικά εργαλεία όπως ροδάνι, γάστρα, σκαμνάκια, ζυγαριές κι ό,τι
έβρισκαν μπροστά τους. Μερικοί κυνηγούν και τις κότες, ενώ άλλοι προσπαθούν να
πιάσουν τα γελάδια που βγαίνουν ξεκαπίστρωτα από το στάβλο. Όλοι αυτοί οι
άνθρωποι γύρω από τους στρατιώτες, δηλαδή οι μάυδες, έχουν κάτι παράξενο. Είναι
όλοι τους λιγδιασμένοι, αξύριστοι μ’ ένα πρόσωπο που ‘δείχνε να χαμογελάει, αλλά
δεν ήταν χαμόγελο. Κοίταζαν απ’ εδώ κι από ‘κει σαν να έψαχναν κάτι.
Σε λίγο ήρθαν και τα κάρα για να φορτώσουμε ό,τι είχαν αφήσει οι μάυδες. Ανάμεσα
τους ήταν κι ένας συγγενής μας, κούμες μας (αυτός που έχεις στεφανώσει), ο Πίδος.
Τον είχαμε στεφανώσει και του είχαμε βαφτίσει τα παιδιά. Η μάμο μου τον έλεγε
«κούμε» και αυτός την μάμο μου «νούνκε» (κουμπάρα).0 κούμες είπε της μάμος ότι
έχουν επιτάξει πολλούς από την Οφτσάρανη κι ότι το έχουν αποφασίσει από καιρό ν’
αδειάσουν το χωριό μας.
Άρχισαν να φορτώνουν κι εγώ τότε διαμαρτυρήθηκα στη μάμο μου, γιατί είπε στον
πιστολά ότι ήμουν άρρωστος, ενώ δεν είμαι.

Όταν φορτώθηκαν τα πράγματα, η μάμο μου μ’ ανέβασε στο κάρο, με σκέπασε με μια
κόκκινη βελέντζα και πήγε στην μπαμπα-Ντιμάνα, που θα έμενε για να φυλάξει το
σπίτι.
-Ι σέγκα, Ντιμάνο, τρέμπα ντα σε ραζντέλεμε. Κάο σο νι σφίρατ κε ίγκραμε. Νε
μόζιμε νίστσο ντρούγκο να πράιμε. Νε γκο βίντε τόι ζάμπιτο ίστο κούτσε. Πίστσολο
γκο ιζβάντι ντα με οτέπα. Ντα σε ναντέβαμε ντέκα μπρ’γκου κε σφρ'σε τσέλα βάα
κατάρα ι ντα σε ζαμέσαμε πακ. (Και τώρα, Ντιμάνα, πρέπει ν’ αποχωριστούμε. Όπως
μας παίξουν [τα όργανα], έτσι θα χορέψουμε. Δεν τον είδες εκείνον τον αξιωματικό,
ίδιος σκυλί. Το πιστόλι έβγαλε να με σκοτώσει. Ας ελπίζουμε ότι γρήγορα θα
τελειώσει αυτή η κατάρα και θα σμίξουμε πάλι). Φιλήθηκαν και με δακρυσμένα
μάτια αποχωρίστηκαν.
Η μπαμπα-Ντιμάνα έλεγαν ότι ήταν γενναία, αφού είχε πολεμήσει και εναντίον των
Τούρκων, στο Ίλιντεν. Λένε πως την είχαν δει ζωσμένη με κουμπούρια, φουσεκλίκια
και ντουφέκι. Το ‘λεγε η καρδούλα της, γιατί, όταν φώναζε ο πιστολάς, αυτή ατάραχη
τον κοίταζε κι ούτε που κουνήθηκε το χείλι της από φόβο, μόνο είπε:
-Κόγκα τάμο σο καπετάνκιτε γκι ομπεσβάα άρμιτε, γκιούπτσιτε γκι ομπέσβατ
ταπάνιτε, σο ντα τσέκας. Βρεμέτο σε μένα (Όταν εκεί που οι καπετάνιοι κρεμούσαν τ
άρματα, οι γύφτοι κρεμάνε τα νταούλια, τι να περιμένεις. Οι καιροί αλλάξανε).
Όταν βγαίνουμε από το χωριό, εκεί στο σχολείο είναι ξαπλωμένος ένας τραυματίας
και κάθε τόσο φωνάζει «Ώωχ»,
«Ώωχ». Δεν ξέρω αν είναι παρτιζάνος ή μάυς, γιατί στρατιώτης δεν είναι, αλλιώτικα
είναι ντυμένοι οι στρατιώτες.
Φαίνεται πως πάμε για την Οφτσάρανη, γιατί τα μέρη εδώ δεν τα ξέρω.
-Έτσι μας ξεσπίτωσαν και το ‘13. Τότε είχαν πιαστεί οι Βούλγαροι με τους Σέρβους.
Στο Ρόγκας οι Βούλγαροι, στη Βίσιμα οι Σέρβοι κι εμείς πάλι στη μέση. Εγώ ήμουν
τότε μικρό παιδί, μόλις που τα θυμάμαι. Να, σαν τον Πέτσκα. Φορτώσαμε και τότε το
βίος μας στα κάρα κι ήρθαμε στα χωριά του κάμπου. Όταν γυρίσαμε όλα ρημαδιό.
Αυτά έλεγε η μάμο μου στον κούμε καθώς κατηφορίζαμε.
Το κάρο το σέρνουν δυο αγελάδες κι ας είναι πιο ψηλό και πιο μεγάλο από τα δικά
μας κάρα. Στο χωριό μας πάντα ζεύουμε βόδια και ποτέ αγελάδες. Μόνο μερικοί πολύ
φτωχοί ζεύουν αγελάδες.
Το κάρο το οδηγεί ο κούμες, δηλαδή περπατάει δίπλα στις αγελάδες και με ένα όστεν
(μια βουκέντρα) που κρατάει στο ένα χέρι, κάθε τόσο κεντρίζει τις αγελάδες για να
περπατήσουν.
Φτάνουμε στο σπίτι του κούμε μας, που θα είμαστε γκόστι (φιλοξενούμενοι). Τα’
άλλα κάρα δεν ήρθαν στο σπίτι του κούμε μας, όπως μας είχαν πει. Ο κούμες πήγε να
τ’ αναζητήσει κι όχι μόνο δεν βρήκε άκρη -αν και ήξερε ποιοι ήταν αυτοί που είχαν
φορτώσει- αλλά του δώσανε κι ένα γερό ξύλο από πάνω.

Έτσι ερήμωσε το χωριό, έμεινε μόνος ο Πέτσκας με τη μάμο του και βρέθηκαν στην
Οφτσάρανη. Εκεί πρέπει να πάει σχολείο για να μάθει γκρ’τσκι, γιατί πώς θα βρούνε
τον τάτκο του (πατέρα), που βρίσκεται στη Σαλονίκη, αφού ούτε ο ίδιος, ούτε και η
μάμο του ξέρουν γκρ’τσκι;

Όταν τελειώνουμε το φαγητό, η ντασκαλίτσα πηγαίνει μπροστά απ’ όλα τα παιδιά κι
αρχίζει κάτι να λέει. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Σίγουρα θα ‘ναι γκρ'τσκι, σκέφτηκα,
γιατί δε μοιάζουν μ’ εκείνα του Μπαρδάκα. Πιο πολύ μου θυμίζουν την Τραϊάνκα και
τον ζάμπιτ.
Η ντασκαλίτσα πηγαίνει μπροστά από κάθε παιδί, κάτι λέει στο καθένα, αυτό
απαντάει, κι ακούγεται ένα όνομα.
Προσέχω ότι τα ίδια λόγια λέει η ντασκαλίτσα, με τα ίδια λόγια απαντάνε τα παιδιά,
μόνο το όνομα που λένε είναι διαφορετικό. Τ’ ακούω πολλές φορές και καταλαβαίνω
ότι ρωτάει «Κακ τε βίκατ;» (Πώς σε λένε;)· και το παιδί απαντάει «Μένε με βίκατ»
(Εμένα με λένε) και λέει τ’ όνομα του. Ώσπου να ‘ρθει η σειρά μου το έχω ακούσει
τόσες φορές που το μαθαίνω.
Η ντασκαλίτσα πηγαίνει πρώτα μπροστά στην Πασίκα και τη ρωτάει:
-Πώς σε λένε;
-Εμένα με λένε Ασπασία, απαντάει η Πασίκα. Σκέφτομαι να τη διορθώσω ότι τη λένε
«Πασίκα», αλλά δεν προλαβαίνω γιατί η ντασκαλίτσα βρίσκεται μπροστά μου και με
ρωτάει:
-Πώς σε λένε;
-Εμένα με λένε Πέτρε, απαντάω εγώ, Η ντασκαλίτσα στραβώνει τα μούτρα της και
μου λέει.
-Πέτρο, Πέτρο.
Περιμένω να φύγει. Όμως αυτή ξαναλέει το ίδιο πράγμα.
-Πώς σε λένε;
Τότε σκέφομαι ότι εδώ πρέπει να τ’ αλλάξουμε λίγο τα ονόματα μας και γι’ αυτό μου
είπε «Πέτρο», «Πέτρο» και η «Πασίκα» έγινε «Ασπασία».
Η ντασκαλίτσα στέκεται μπροστά μου και ξανά τα ίδια.
-Πώς σε λένε;
-Εμένα με λένε Πέτρο.

-Μπράβο, μου λέει και προχωράει στον διπλανό μου.
Σε μια στιγμή ακούγεται ένα καμπανάκι κι όλα τα παιδιά σηκώνονται κι αρχίζουν να
βγαίνουν στην αυλή. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Δεν πηγαίνω μαζί με την Πασίκα, γιατί
παίζουν, λέει, χωριστά τα παιδιά από τα κορίτσια.
Μαζί μ’ άλλα παιδιά στρώσαμε παιχνίδι μιλώντας μακεδόνικα και τότε εμφανίζεται
ένας μεγάλος άντρας με μια πρ'τσκα (βέργα) στο χέρι. «Ντάσκαλο! «Ντάσκαλο!» (Ο
δάσκαλος! Ο δάσκαλος!), είπαν τα παιδιά. Άρχισε και μας χτυπούσε με τη βέργα,
γιατί —είπαν τ' άλλα παιδιά— μιλούσαμε τα δικά μας. Τ' άλλα παιδιά κάτι λέγανε
στα γκρ'τσκι στο ντάσκαλ, που τους ανάγκαζε ν' ανοίξουν τις παλάμες τους και στη
συνέχεια τους κοπανούσε. Όταν ήρθε η σειρά μου να με χτυπήσει, του είπα τα μόνα
γκρ'τσκι που ήξερα «εμένα με λένε Πέτρο», αλλά αυτό δε με έσωσε. Μου τις
σβούριζε κανονικά. Τα χέρια μου πονάνε πολύ και δεν ξέρω πού να τα βάλω. Πότε τα
βάζω κάτω από τις μασχάλες, πότε στις τσέπες μου και κάθε τόσο τα χουχουλιάζω.
Δεν κλαίω, όχι γιατί δε μου ‘ρχεται το κλάμα, αλλά γιατί κανένας από τους άλλους
δεν κλαίει και αν κλάψω μόνο εγώ θα με κοροϊδεύουν. Πλησιάζω τον πιο μεγάλο και
τον ρωτάω.
-Τάκα μάβατ σέκοϊπατ να σκόιλετο; (Έτσι χτυπάνε κάθε φορά στο σχολείο;) Αυτός
όμως κοιτάζει καλά-καλά γύρω και λέει:
-Μ'τσι, ότι και νε τούρατ πακ (Σώπα, γιατί θα μας τις ξαναρίξουν).
Όταν γυρίζω από το σχολείο, πάλι έχουμε ιστορίες με τη μάμο μου, γιατί της λέω ότι
εδώ δέρνουν οι μεγάλοι και δε θα πάω σχολείο. Η μάμο μου λέει:
-Σε δέρνουν για να μάθεις πίσμο (γράμματα) και γκρ'τσκι. Τα παιδιά μόνο με ξύλο
μαθαίνουν.
-Όταν μ’ έδειρε, εγώ είχα μάθει γκρ'τσκι και του τα είπα. Γιατί αυτός μ’ έδειρε πάλι;
Το πρόσωπο της μάμος μου φωτίστηκε και με ρώτησε:
-Κάζιμι μπρε σίνκο σο γκρ'τσκι ναούτσι; (Πέσμου βρε γιόκα μου, τι ελληνικά
έμαθες;)
-Εμένα με λένε Πέτρο. Ι ντα ζνάς γκρ'τσκι ίμετο μίε Πέτρο ι νε Πέτρε. (Και να ξέρεις,
ελληνικά το όνομα μου είναι Πέτρο κι όχι Πέτρε).
Καταχάρηκε η μάμο μου και μου λέει.
-Είδες που άρχισες να μαθαίνεις;
-Ναι, αλλά αυτά τα έμαθα χωρίς ξύλο. Αφού έμαθα τα γκρ'τσκι μ’ έδειρε εκείνος ο
ντάσκαλ, κι ύστερα δε μ’ αρέσουν τα γκρ'τσκι, γιατί αλλάζουν τα ονόματα. Η μάμο
μου επιμένει.

-Πρέπει να μάθεις. Όποια γλώσσα κι αν ξέρεις είναι χρήσιμο πράγμα. Ο τάτκος σου
συνηθίζει να λέει ότι όσες γλώσσες ξέρεις, τόσες φορές είσαι άνθρωπος.
Η Οφτσάρανη δε μ' αρέσει, γιατί συνέχεια συναντάω αυτούς τους μάυδες που
άρπαζαν από το σπίτι μας, και πολλούς απ’ αυτούς που έρχονταν κάθε φορά που
γίνονταν οι επιχειρήσεις του εθνικού στρατού στη Σέτινα.

Μετά από λίγο καιρό, φεύγουν για τη Σαλονίκη, τη μεγάλη πόλη με τα πολλά σπίτια,
τους παράξενους ανθρώπους και τη θάλασσα, που μέχρι τότε δεν μπορούσε ο
Πέτσκας να καταλάβει τι είναι…