EΘΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΝ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΓΕΩΛΟΓΙΑΣ & ΓΕΩΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΓΕΩΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΩΧΗΜΕΙΑΣ

ΤΕΧΝΙΚΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ
ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΧΥΤΑ ΣΤΗ ΘΕΣΗ
«ΜΑΥΡΟ ΒΟΥΝΟ» ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ

Ιούλιος 2010

2

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1Ο

......................................................................................................................................7

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΩΝ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ
ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ .............................................................................................................................7
1. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΩΝ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ
ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ..............................................................................................................................8
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2Ο

...................................................................................................................................14

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΕΔΙΟΥ .................................................................................................................................14
2. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΕΔΙΟΥ..............................................................................................................................15
........................................................................................................................................................................18
........................................................................................................................................................................19
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3Ο...........................................................................................................................................20
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ – ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ............................................................................20
3. ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ – ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ.........................................................................21
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4Ο

...................................................................................................................................22

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ Μ.Π.Ε. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ.............................................................................................................22
4. ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ Μ.Π.Ε. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ.............................................................................................................23
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5Ο

...................................................................................................................................39

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6Ο

...................................................................................................................................45

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7Ο

...................................................................................................................................49

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

...................................................................................................................................53

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

..................................................................................................................................62

3

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το παρόν Τεχνικό Υπόμνημα συντάχθηκε από την ερευνητική ομάδα «Εφαρμοσμένης
Περιβαλλοντικής Γεωχημείας» του τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Εθνικού
και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ύστερα από σχετική ανάθεση εκπροσώπων της
Κοινότητας Σέσι Γραμματικού (επικεφαλής Δ.Σ. Δαμάσκος) και σύμβαση που υπογράφηκε
από τους α) Δρ. Α. Κελεπερτζή (εκπρόσωπος Πανεπιστημίου Αθηνών) και β) Δ. Δαμάσκο
(εκπρόσωπος κατοίκων κοινότητας Γραμματικού). Στόχος του Τεχνικού Υπομνήματος είναι
προσφορά νέων επιστημονικών δεδομένων (γεωλογικών, υδρογεωλογικών, υδρολογικών,
σεισμολογικών, στρωματογραφικών, αρχαιολογικών κτλ) τα οποία:
α) Επανεξετάζουν και ελέγχουν τα δεδομένα που παραθέτει η κατατεθείσα Μ.Π.Ε 1. για την
κατασκευή ΧΥΤΑ στη θέση Μαύρο Βουνό Γραμματικού, βάσει νέων μετρήσεων,
αναλύσεων και επιστημονικών ερευνών
β) επανεξετάζουν και ελέγχουν τα δεδομένα που παραθέτει η ειδική «Γεωλογική και
Υδρογεωλογική Μελέτη»2 που επισυνάπτεται ως παράρτημα της εγκεκριμένης Μ.Π.Ε.
γ) συγκρίνουν τα νέα επιστημονικά δεδομένα με τις απαιτήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας
για την καταλληλότητα της χωροθέτησης ΧΥΤΑ στη θέση Μαύρο Βουνό. Γραμματικού
(Μέτρα και Όροι για την Υγειονομική Ταφή Αποβλήτων – Η.Π. 29407/3508/2001).
Για την εκπόνηση του παρόντος Τεχνικού Υπομνήματος ακολουθήθηκε η εξής μεθοδολογία:

Διενέργεια

επιτόπιων

επισκέψεων

και

μακροσκοπικών

επιστημονικών

παρατηρήσεων της ερευνητικής ομάδας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Διενέργεια ειδικών αναλύσεων και μετρήσεων, τόσο στο πεδίο της περιοχής μελέτης
όσο και εργαστηριακά.

Κριτική ανασκόπηση της κατατεθείσας Μ.Π.Ε. και της κατατεθείσας ειδικής
«Γεωλογικής και Υδρογεωλογικής Μελέτης.

1

Σύγκριση των νέων δεδομένων με τις απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας.

Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (2003) στα πλαίσια του Έργου «Ολοκληρωμένη

Εγκατάσταση Διαχείρισης Αποβλήτων (Ο.Ε.Δ.Α) Βορειοανατολικής Αττικής στη Θέση Μαύρο Βουνό
Γραμματικού. Κ/Ξ ENVIROPLAN Α.Ε – E.Π.Ε.Μ Α.Ε. – Ι. ΦΡΑΝΤΖΉΣ & ΣΥΝ/ΤΕΣ Ε.Π.Ε
2

Γεωλογική – Υδρογεωλογική Μελέτη (2003) στα πλαίσια του Έργου «Ολοκληρωμένη Εγκατάσταση

Διαχείρισης Αποβλήτων (Ο.Ε.Δ.Α) Βορειοανατολικής Αττικής στη Θέση Μαύρο Βουνό Γραμματικού.
Κ/Ξ ENVIROPLAN Α.Ε – E.Π.Ε.Μ Α.Ε. – Ι. ΦΡΑΝΤΖΉΣ & ΣΥΝ/ΤΕΣ Ε.Π.Ε

4

Το παρόν Τεχνικό Υπόμνημα περιλαμβάνει τις παρακάτω ενότητες:
1. Γεωλογικά χαρακτηριστικά περιοχής μελέτης
2. Εργασίες πεδίου
3. Εργαστηριακές αναλύσεις
4. Κριτική ανασκόπηση της εγκεκριμένης Μ.Π.Ε. σύμφωνα με τα νέα δεδομένα
5. Κριτική ανασκόπηση της εγκεκριμένης «Γεωλογικής – Υδρογεωλογικής Μελέτης»
σύμφωνα με τα νέα δεδομένα
6. Συμβατότητα τεχνικών χαρακτηριστικών περιοχής, σύμφωνα με την ισχύουσα Νομοθεσία
για την χωροθέτηση ΧΥΤΑ
7. Συμπεράσματα
8. Φωτογραφική τεκμηρίωση (Παράρτημα Ι)
9. Ακτινογραφήματα δειγμάτων ολικού πετρώματος (Παράρτημα ΙΙ)
Στην ερευνητική ομάδα «Εφαρμοσμένης Περιβαλλοντικής Γεωχημείας» του τμήματος
Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών,
έλαβαν μέρος:
- Δρ. Ακίνδυνος Κελεπερτζής, Καθηγητής Γεωχημείας και Εφαρμοσμένης Γεωχημείας,
Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Ε.Κ.Π.Α
- Δρ. Ευάγγελος Τζιρίτης,

Γεωλόγος – Γεωχημικός

- Ευστράτιος Κελεπερτζής,

MSc Γεωλόγος

5

Για την Ερευνητική Ομάδα:

Δρ. Α. Κελεπερτζής
Καθηγητής Γεωχημείας &
Εφαρμοσμένης Γεωχημείας ΕΚΠΑ

Διδάκτωρ Γεωλογίας Πανεπιστημίου Πατρών

Διδάκτωρ Γεωχημείας Πανεπιστημίου Manchester Αγγλίας

Βραβεία της Ακαδημίας Αθηνών 1979, 1985, 1993, 2004

Κριτής Ελληνικών και Διεθνών Περιοδικών

Δ/ντης εργαστηρίου Οικονομικής Γεωλογίας - Γεωχημείας

Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου

6

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1Ο
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΩΝ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

7

1. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΩΝ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ
1.1 Γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά
Η περιοχή έρευνας χαρακτηρίζεται στο βόρειο και ανατολικό τμήμα της (με εξαίρεση την
πεδινή περιοχή Λοιμικού) από λοφώδες ανάγλυφο με υψόμετρα μέχρι 500 m (Άγιοι
Θεόδωροι). Στην περιοχή γύρω από τον οικισμό του Γραμματικού το ανάγλυφο είναι
ομαλότερο χωρίς μεγάλες υψομετρικές διαφορές. Το βόρειο-βορειοανατολικό τμήμα της
περιοχής έρευνας χαρακτηρίζεται από βαθιά και απότομα ρέματα, που βρίσκονται στο στάδιο
νεότητας (κατά DAVIS) και των οποίων η γένεση συνδέεται με τις διαρρήξεις. Στο βόρειο
τμήμα της περιοχής μελέτης παρατηρείται υδρογραφικό δίκτυο κλιμακωτού τύπου, που
προφανώς έχει διαμορφωθεί από την ρηγματογόνο νεοτεκτονική δραστηριότητα. Τα ρέματα
αυτής της περιοχής καταλήγουν βορειοανατολικά, στο Νότιο Ευβοϊκό κόλπο. Οι λόφοι
Κουκίστρα, Αέρας και Άγιοι Θεόδωροι οριοθετούν την αρχή άλλων ρεμάτων, που τα
κατάντη τους προσανατολίζονται προς το νότιο τμήμα της περιοχής και εντάσσονται σε
ακτινωτού τύπου υδρογραφικά δίκτυα, τα οποία σχετίζονται με το λοφώδες ανάγλυφο της
περιοχής.
1.2 Στρωματογραφία – Πετρολογία
Η περιοχή του Γραμματικού βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της Αττικής. Η ΒΑ Αττική
έχει υπάρξει αντικείμενο μελέτης για πολλούς ερευνητές με στόχο την κατανόηση της
γεωλογίας και τη γεωτεκτονική ένταξη της περιοχής. Τα πετρώματα , που απαντούν στην
περιοχή μελέτης ανήκουν στους παρακάτω σχηματισμούς. Σημειώνεται ότι οι αναφερόμενοι
σχηματισμοί

αποτελούν

(Παπαδέας,,

1987)3

μια

συνθετική

παρακάμπτοντας

ερμηνεία
ορισμένες

απόψεων
σημαντικές

διαφόρων

γεωλόγων

διαφορές

(ηλικίες

σχηματισμών) στις απόψεις των ερευνητών αυτών. Παρατίθεται απλοποιημένος γεωλογικός
χάρτης (Σχήμα 1) που συμπεριλαμβάνει την περιοχή μελέτης.
Γενικότερα οι σχηματισμοί της περιοχής έχουν ως εξής:
Α. Τα Μάρμαρα Γραμματικού. Στη ΒΑ Αττική , στη λίμνη του Μαραθώνα και στη νότια
προέκτασή τους στη δυτική Πεντέλη , εμφανίζονται με πάχος 4 περίπου μέτρων. Στην
ανατολική περιοχή στο Γραμματικό και στην ανατολική πλευρά της Πεντέλης , το πάχος των
3

Παπαδέας Γ. (1987) : Γεωλογική-Τεκτονική εξέλιξη στην Αττική και η Βαρίσκιος μεταλλοφορία

μικτών θειούχων και άλλων ορυκτών στην Ελλάδα. Πρακτ.Ακαδ.Αθηνών,62,429-465. Αθήνα.

8

μαρμάρων κυμαίνεται μεταξύ 100 και 300 μέτρων. Τα Μάρμαρα του Γραμματικού είναι
λεπτοστρωματώδη

έως

μεσοστρωματώδη,

τεφρόλευκα,

αδροκρυσταλλικά,

μέτριας

καρστικότητας και κατά θέσεις , αυτά μεταπίπτουν σε σιπολινομάρμαρα και ασβεστιτικούςμαρμαρυγιακούς σχιστόλιθους. Σύμφωνα με τον Παπαδέα (1991)4, αυτή η αλλαγή
παρατηρείται στα ανώτερα στρώματα του σχηματισμού και τα κυανόλευκα μάρμαρα , που
παρατηρούνται , έχουν πάχος έως 30 μ.
Τα Μάρμαρα του Γραμματικού υπέρκεινται συνήθως οξειδωμένων μεταλλευμάτων. Έτσι τα
κατώτερα στρώματά τους παρουσιάζονται αγκεριτιωμένα και λειμωνιτιωμένα. Γι’αυτό το
λόγο , πολλές φορές στις διαβρωμένες επιφάνειές τους παρατηρείται ένα ερυθρό χρώμα . Τα
προαναφερθέντα οξείδια προέρχονται από διαλύματα , που οφείλονται στη διάβρωση του
υποκείμενου μετατοφφίτη, ο οποίος εντοπίζεται στην τοποθεσία Μπίκιζα - Καλέντζι
ανατολικά της λίμνης του Μαραθώνα , στα ανώτερα στρώματα των σχ/θων Διονύσου. Τα
Μάρμαρα του Γραμματικού έχουν ταυτισθεί από πολλούς μελετητές με τον ορίζοντα του
Ανώτερου Μαρμάρου της περιοχής του Υμηττού. Αυτό όμως δε φαίνεται να είναι
δικαιολογημένο, επειδή δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη στρωματογραφική συσχέτιση
των δύο αυτών οριζόντων .
Β. Οι Σχιστόλιθοι Μαραθώνα - Γραμματικού - Ραμνούντας. Είναι κυρίως μαρμαρυγιακοί
(μοσχοβιτικοί) , ασβεστιτικοί και χλωριτικοί σχιστόλιθοι , με ενστρώσεις λευκών και κυανών
μαρμάρων καθώς και μαρμάρων με χαλαζιακές παρεμβολές και κροκαλοπαγή μικρού πάχους
και παρουσιάζουν μεγάλη διακύμανση στο πάχος τους. Συγκεκριμένα ενώ στην περιοχή της
πόλης του Μαραθώνα το πάχος τους είναι 100 μέτρα περίπου , βαθμιαία προς τα βόρεια , στη
μεταξύ του Γραμματικού και της ακτής του Νότιου Ευβοϊκού περιοχή , το πάχος τους φθάνει
τα 1500 μ. στα κατώτερα στρώματα αυτών των σχιστόλιθων, βόρεια της πόλης του
Μαραθώνα , παρατηρήθηκαν βασικά εκρηξιγενή (ανδεσίτες). Στην περιοχή της Ραμνούντας
παρατηρούνται μοσχοβιτικοί, χλωριτικοί , χαλαζιακοί και ασβεστιτικοί σχιστόλιθοι με μικρές
παρεμβολές σιπολινικών και κλαστικών μαρμάρων .
Γ. Τα Μάρμαρα Μαραθώνα. Έχουν την κύρια ανάπτυξή τους στη μεταξύ της πόλης του
Μαραθώνα και του Κάτω Σουλίου περιοχή, ενώ έχουν πάχος μέχρι 500 μ. Είναι
λεπτοστρωματώδη έως μεσοστρωματώδη λευκά έως κυανότεφρα , μικροκρυσταλλικά , κατά
κανόνα με φακούς ή/και λεπτές διαστρώσεις πυριτολίθων και συχνά με παρεμβολές
δολομιτικών μαρμάρων και σχιστολιθικές ενστρώσεις , σημαντικού μερικές φορές πάχους.
Επίσης συχνά παρατηρήθηκαν παρεμβολές λατυποπαγών μαρμάρων.
4

Παπαδέας Γ. (1991) : Νεότερα πορίσματα στη γεωλογική-τεκτονική εξέλιξη των μεταμορφωμένων

πετρωμάτων της Αττικής και στη Βαρίσκια μεταλλοφορία. Πρακτ.Ακαδ.Αθηνών,66,331-370. Αθήνα.

9

Στα ανώτερα μέλη των Μαρμάρων Μαραθώνα , στην περιοχή Κάτω Σουλίου έχουν
διαπιστωθεί Άνω Κρητιδικά (ή Κάτω Κρητιδικά) απολιθώματα της υπεροικογένειας των
Nerineacea και Ρουδιστές (Παπαδέας, 1987)5. Στη βόρεια παρυφή του Αγίου Δημητρίου
(Μαραθώνα) έχουν διαπιστωθεί , από τον ίδιο ερευνητή, κωνόδοντα , που πιστοποιούν την
τριαδική ηλικία των κατώτερων οριζόντων του σχηματισμού , που περιέχουν και τους
πυριτόλιθους.
Δ. Τα Μάρμαρα Αγίας Μαρίνας. Εμφανίζονται στην περιοχή Αγίας Μαρίνας της Αττικής
ενώ η προς τα πάνω συνέχειά τους διακόπτεται από τη θάλασσα του Ευβοϊκού κόλπου.
Αποτελούν τα ανώτερα μέλη της σχετικά αυτόχθονης Σειράς μεταμορφωμένων σχηματισμών
της ΒΑ κής Αττικής, που είναι η προς την Αττική συνέχιση της Σειράς Αλμυροποτάμου.
Φέρουν σε μερικές θέσεις κακοδιατηρημένες τομές Ρουδιστών. Τα Μάρμαρα Αγίας Μαρίνας
είναι χωρίς σχιστολιθικές ενστρώσεις, μεσοστρωματώδη έως παχυστρωματώδη, τεφρά έως
υπόλευκα και κατά θέσεις λευκά. Το ορατό πάχος τους είναι 1000 μέτρα περίπου και η ηλικία
τους είναι ανωκρητιδική.

5

Παπαδέας Γ. (1987) : Γεωλογική-Τεκτονική εξέλιξη στην Αττική και η Βαρίσκιος μεταλλοφορία

μικτών θειούχων και άλλων ορυκτών στην Ελλάδα. Πρακτ.Ακαδ.Αθηνών,62,429-465. Αθήνα.

10

Σχήμα 1 : Γεωλογικός χάρτης της ευρύτερης περιοχής Γραμματικού (ΠΑΠΑΔΕΑΣ,1986)6

1.3 Υδρογεωλογικά στοιχεία
Οι σχιστολιθικοί σχηματισμοί Μαραθώνα, Γραμματικού, Ραμνούντας χαρακτηρίζονται
γενικά ως αδιαπέραστοι σχηματισμοί κατά το πρωτογενές πορώδες και έως ημιπερατοί κατά
το δευτερογενές πορώδες λόγω τεκτονισμού και αποσάθρωσης. Ο υδρογεωλογικός τους
ρόλος είναι πολύπλευρος και συνίσταται (Μόρφης 1995)7 στη δημιουργία υδροφόρων
οριζόντων μικρής δυναμικότητας, τοπικής σημασίας λόγω ρωγμάτωσης και αποσάθρωσης με
χαρακτηριστικό την υψηλή υδροστατική στάθμη και την περιορισμένη απόδοση των έργων

6

Παπαδέας Γ. (1986) : Η Στρωματογραφία και η ηλικία των μεταμορφωμένων σχηματισμών της ΒΑ

Αττικής. Δελτ.Ελλ.Γεωλ.Εταιρ.,XVIII,59-81, Αθήνα.
7

Μόρφης Α. (1995) : Υδρογεωλογική έρευνα καρστικού υδροφόρου συστήματος ΒΑ Πάρνηθας και

ευρύτερης περιοχής βορείου Αττικής. Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Πατρών

11

υδροληψίας. Σε μεγαλύτερα βάθη πιθανολογούνται αλλεπάλληλες, ενεργές υδραυλικές
ασυνέχειες ΒΔ-ΝΑ, ΒΑ-ΝΔ και Α-Δ διεύθυνσης, η παρουσία των οποίων ενδέχεται να
δημιουργεί συνθήκες διαμόρφωσης ικανοποιητικής υδροφορίας.
Γενικά στην ευρύτερη περιοχή του έργου διαμορφώνονται οι ακόλουθοι καρστικοί
υδροφόροι ορίζοντες ανθρακικών μεταμορφωμένων πετρωμάτων (Μόρφης 1995) :
Α) Ο καρστικός υδροφόρος ορίζοντας των μαρμάρων Μαραθώνα δημιουργείται εντός των
ομωνύμων μαρμάρων και εγκιβωτίζεται στο ανατολικό του όριο από τους υδατοστεγείς
σχιστολίθους του Ραμνούντα και δυτικά από τους υπερκείμενους σχιστολίθους του
Γραμματικού. Οι σχιστόλιθοι οριοθετούν και τα αντίστοιχα όρια της υδρογεωλογικής
λεκάνης της ενότητας αυτής ενώ προς βορρά τα μάρμαρα έρχονται σε άμεση επαφή με τη
θάλασσα προς τα οποία και εκφορτίζεται μικρό μέρος των υπόγειων καρστικών ροών και
νότια μεταξύ μαρμάρων Μαραθώνα και θάλασσας παρεμβάλονται οι σύγχρονες αποθέσεις
του έλους του Σχοινιά προς το οποίο και συντελείται η κύρια εκφόρτιση του υδροφόρου
ορίζοντα μέσω των καρστικών πηγών Κάτω Σουλίου.
Β) Ο καρστικός υδροφόρος των μαρμάρων Γραμματικού παρεμβάλλεται μεταξύ των
σχιστολίθων Μαραθώνα και Διονύσου. Η τροφοδοσία του συντελείται από απευθείας
κατείσδυση των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων και έμμεσα από επιφανειακές απορροές
εντός της υδρολογικής του λεκάνης, μέρος μόνο της οποίας καταλαμβάνεται από τα
μάρμαρα. Η εκφόρτιση του συγκεκριμένου υδροφόρου ορίζοντα πραγματοποιείται απευθείας
στη θάλασσα του Ευβοϊκού.
.
1.4 Τεκτονική
Η περιοχή μελέτης χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη τεκτονικών δομών σε δύο κύριες
κατευθύνσεις. Η κύρια κατεύθυνση έχει διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και ΒΒΔ-ΝΝΑ., ενώ η
δευτερεύουσα που χαρακτηρίζει μικρότερες δομές έχει διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ (Λόζιος, 1993) 8.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περιοχή του Μαυρόβουνου, στην οποία
παρατηρείται ρήγμα διεύθυνσης Β35°Α το οποίο τέμνει τον ομώνυμο λόφο και είναι
περίπου κάθετο προς τα δυο ρήγματα εκ των οποίων το ένα ταυτίζεται με το ρέμα που
αποτελεί υποψήφια θέση Χώρου Υγειονομικής Ταφής Αποριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α). Η
βορειοδυτική προέκταση του προαναφερθέντος ρήγματος (Ρ) εντοπίστηκε στο, παρακείμενο
του Μαυρόβουνου, ρέμα Σουλουνάθρι, όπου εκδηλώνεται και πηγή. Στην κατοικημένη

8

Λόζιος Γ. (1993) : Τεκτονική ανάλυση των μεταμορφωμένων σχηματισμών Βορειοανατολικής

Αττικής. Διδ.Διατρ.Πανεπ.Αθηνών, Αθήνα

12

περιοχή του Γραμματικού παρατηρούνται τα προαναφερθέντα συστήματα ρηγμάτων με
προεξάρχουσα τη διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ (από Γραμματικό προς Βαρνάβα).

13

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2Ο
ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΕΔΙΟΥ

14

2. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΕΔΙΟΥ
Οι εργασίες πεδίου πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο Μαρτίου-Απριλίου 2010, και
περιλάμβαναν:
α) Επιτόπιες επισκέψεις και μακροσκοπικές παρατηρήσεις στην άμεση και ευρύτερη περιοχή
του Έργου. Συγκεκριμένα διερευνήθηκαν τα γεωλογικά, λιθολογικά, στρωματογραφικά
και υδρολογικά χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής.
β) Γεωλογική χαρτογράφηση σε κλίμακα 1:5.000
γ) Μετρήσεις με τη βοήθεια GPS για την ακριβή οριοθέτηση κρίσιμων γεωλογικών
παραμέτρων.
δ) Δειγματοληψίες ολικού πετρώματος, από διάφορα σημεία της περιοχής του Έργου.
Συνολικά συλλέχθηκαν 5 αντιπροσωπευτικά δείγματα (G1 έως G5 – Σχήμα 2).
Τα αποτελέσματα των επιτόπιων επιστημονικών μακροσκοπικών παρατηρήσεων,
χαρτογραφήσεων και ερευνών, έδειξαν τα ακόλουθα νέα δεδομένα για την περιοχή
«Μαύρο Βουνό» Γραμματικού:
Η περιοχή μελέτης δομείται από σχιστολιθικούς σχηματισμούς και μάρμαρα. Σύμφωνα με τα
όσα διαπιστώθηκαν κατά την εκ νέου χαρτογράφηση της περιοχής σε κλίμακα 1:5000
(Σχήμα 2), εν αντιθέσει με τα όσα εσφαλμένα αναφέρονται στην εγκεκριμένη Μ.Π.Ε για τη
χωροθέτηση θέσης ΧΥΤΑ στην περιοχή, στην άμεση περιοχή του Έργου απαντούν 2
ορίζοντες μαρμάρων (Σχήμα 3) και όχι ένας (Σχήμα 4) .
Ακριβέστερα, στην περιοχή εμφανίζεται πλην των υπερκειμένων γεωλογικών σχηματισμών
(Κρητιδικά μάρμαρα) και το υπόβαθρο των σχιστολίθων, το οποίο αποτελείται από Τριαδικά
μάρμαρα. Τα μάρμαρα αυτά αποκαλύπτονται σε αρκετά μέρη στην ευρύτερη περιοχή,
περίπου στο μέσο απόλυτο υψόμετρο των +260m, με ορισμένες εμφανίσεις να φθάνουν μέχρι
και τα +320. Ο συγκεκριμένος σχηματισμός λανθασμένα θεωρείται ότι βρίσκεται πάνω από
τους σχιστολίθους, καθώς αυτό συμβαίνει μόνο για μία μικρή εμφάνιση Κρητιδικών
μαρμάρων βόρεια της θέσης του Έργου (η ακριβής στρωματογραφική στήλη της περιοχής
απεικονίζεται στο Σχήμα 3).
Η παραπάνω γεωλογική διαπίστωση μεταβάλλει σημαντικά το υδρογεωλογικό καθεστώς της
περιοχής, καθώς δεν ισχύουν τα όσα περιγράφονται περί αδιαπέρατου υποβάθρου των
σχιστολίθων. Αντιθέτως, κάτω από τους σχιστόλιθους βρίσκονται τα Τριαδικά μάρμαρα τα
οποία είναι λίαν υδατοπερατα. Επιπλέον, σύμφωνα με τα δεδομένα του χάρτη (Σχήμα 1) το
15

πάχος των σχιστολίθων αναμένεται να είναι μικρό, και σε κάθε περίπτωση μικρότερο από τα
90m που αναφέρονται στην Μ.Π.Ε. Μια προσεχτική παρατήρηση στο λόφο που βρίσκεται
εντός της θέσης του Έργου, δείχνει ότι ενδεχομένως το τοπικό αυτό τοπογραφικό έξαρμα,
ενδεχομένως να αποτελεί μια αναθόλωση η οποία έχει προκληθεί από την ανύψωση του
υποκείμενου μαρμάρου.

16

Σχήμα 2: Γεωλογικός χάρτης της περιοχής μελέτης (κλίμακα 1:5000)

17

Σχήμα 3: Στρωματογραφική κολώνα της περιοχής του Έργου, σύμφωνα με την ερευνητική
ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σχήμα 4: Στρωματογραφική κολώνα της περιοχής του Έργου σύμφωνα με τους
συντάκτες της ΜΠΕ.

18

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3Ο
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ – ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

3. ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ – ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ
Οι εργαστηριακές αναλύσεις και μετρήσεις που διεξήχθησαν περιλάμβαναν τον
προσδιορισμό των ορυκτολογικών συστατικών των σχιστολιθικών σχηματισμών της
περιοχής, με σκοπό να διερευνηθεί ο βαθμός αποσάθρωσης του πετρώματος που είναι άμεσα
συνδεδεμένος i) με την φέρουσα ικανότητα του σχηματισμού, την πιθανότητα καθιζήσεων
και κατολισθήσεων και ii) με την υδατοπερατότητα του, την ευκολία δηλαδή διέλευσης
νερού μέσα από τη μάζα του.
Ο ορυκτολογικός προσδιορισμός πραγματοποιήθηκε με την μέθοδο της «Περιθλασιμετρίας
Ακτίνων Χ» (XRD) και τα αποτελέσματα των σχετικών ακτινογραφημάτων βρίσκονται στο
Παράρτημα ΙΙ.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Από την αξιολόγηση των ορυκτολογικών αναλύσεων προέκυψε ότι οι σχιστολιθικοί
σχηματισμοί είναι ισχυρά εξαλλοιωμένοι κατά θέσεις, όπως διαπιστώνεται και από την
αυξημένη παρουσία αργιλικών ορυκτών, όπως ιλλίτης, κλινόχλωρο και μοντμοριλλονίτης.
Επίσης, η παρουσία ασβεστίτη υποδηλώνει την ύπαρξη ενστρώσεων μαρμάρου. Οι
παραπάνω διαπιστώσεις έχουν ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της αρχικής δομής και
ιδιοτήτων του σχιστολίθου, με αποτέλεσμα:
α) να παρουσιάζει μειωμένη συνοχή
β) σε αρκετές θέσεις να καθίσταται εύθρυπτος
γ) σε αρκετές θέσεις να καθίσταται πρακτικά διαπερατός, λόγω των έντονων εξαλλοιώσεων
και της παρουσίας ενστρώσεων μαρμάρου.
Τα παραπάνω δεδομένα, μεταβάλλουν τα χαρακτηριστικά του σχιστολιθικού σχηματισμού
επηρεάζοντας σαφώς τα γεωλογικά και υδρογεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής. Ως
αποτέλεσμα, οι οποιεσδήποτε εκτιμήσεις των σχετικών εγκεκριμένων μελετών (Μ.Π.Ε
και «ειδική γεωλογική και υδρογεωλογική μελέτη»), που άπτονται της γεωλογίας και
της υδατοπερατότητας των σχηματισμών έχουν βασισθεί σε λανθασμένα δεδομένα.

21

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4Ο
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ Μ.Π.Ε.
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ
ΔΕΔΟΜΕΝΑ

22

4.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

ΤΗΣ

ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ

Μ.Π.Ε.

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
Η κριτική ανασκόπηση της εγκεκριμένης Μ.Π.Ε.9 έχει ως στόχο να αναδείξει τα
επιστημονικά κενά που υπάρχουν και τα οποία οδηγούν σε εσφαλμένα συμπεράσματα και
εκτιμήσεις, σχετικά με την ορθή επιλογή της θέσης για χωροθέτηση ΧΥΤΑ, στην περιοχή
«Μαύρο Βουνό Γραμματικού». Τα εσφαλμένα αυτά συμπεράσματα δημιουργούν μια
στρεβλή εικόνα των ιδιαίτερων περιβαλλοντικών, γεωλογικών, λιθοστρωματογραφικών,
υδρογεωλογικών και υδρολογικών χαρακτηριστικών, με άμεση συνέπεια την λανθασμένη
και επιστημονικά μη αποδεκτή επιλογή της εν λόγω θέσης για χωροθέτηση ΧΥΤΑ.
Παρακάτω παραθέτονται αναλυτικά τα σημεία της Μ.Π.Ε. στα οποία υπάρχουν επιστημονικά
κενά, ασάφειες και λανθασμένες εκτιμήσεις.
Αναλυτικότερα:

Παρατήρηση 1
Σελ 2-210: «Πλεονέκτημα της θέσης αυτής είναι ότι δεν ανήκει σε ζώνες και κριτήρια
αποκλεισμού, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει σημαντικά χωροταξικά, περιβαλλοντικά, γεωλογικά
και λειτουργικά πλεονεκτήματα»
Σχόλια: Όπως θα αναπτυχθεί διεξοδικά παρακάτω, η εν λόγω περιοχή παρουσιάζει
σημαντικά περιβαλλοντικά και γεωλογικά προβλήματα, και ως εκ τούτου δεν συνίσταται για
χωροθέτηση θέσης ΧΥΤΑ.

Παρατήρηση 2
Σελ 2-2: «Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Προκαταρτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και
Αξιολόγησης (Προμελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων), είναι επιτρεπτή η χωροθέτηση και
λειτουργία Ο.Ε.Δ.Α. (Ολοκληρωμένη Εγκατάσταση Διαχείρισης Αποβλήτων και Ολοκληρωμένη

9

Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (2003) στα πλαίσια του Έργου «Ολοκληρωμένη

Εγκατάσταση Διαχείρισης Αποβλήτων (Ο.Ε.Δ.Α) Βορειοανατολικής Αττικής στη Θέση Μαύρο Βουνό
Γραμματικού. Κ/Ξ ENVIROPLAN Α.Ε – E.Π.Ε.Μ Α.Ε. – Ι. ΦΡΑΝΤΖΉΣ & ΣΥΝ/ΤΕΣ Ε.Π.Ε
10

Αναφέρεται στην αρίθμηση της σχετικής Μ.Π.Ε

23

Εγκατάσταση Διάθεσης Απορριμμάτων/Διαχείρισης Απορριμμάτων), στην υπό μελέτη περιοχή
εξαιτίας του ότι:
α) Το οικόπεδο των εγκαταστάσεων δεν εμπίπτει σε περιοχή με τάσεις ανάπτυξης και
χωροταξικά δεν επηρεάζει την γειτονιά του.
β) Δεν επηρεάζονται αρνητικά οι χρήσεις γης στην περιφέρεια ή στην άμεση γειτονιά του
οικοπέδου.
γ) Δεν επηρεάζονται αρνητικά οι τιμές αξίας των τμημάτων γης εντός ή στην εγγύτερη περιοχή
του Έργου.»
Σχόλια: Από τις επιτόπιες παρατηρήσεις, αλλά και από λοιπά δεδομένα (χάρτης χρήσεων γης
της ίδιας μελέτης) προκύπτει ότι κανένας από τους παραπάνω ισχυρισμούς δεν ισχύει, καθώς:
Η ευρύτερη περιοχή παρουσιάζει αναπτυξιακές τάσεις που σχετίζονται με τον τουρισμό,
όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την πληθώρα κατοικιών οι οποίες βρίσκονται ανατολικά
αυτής στην παραθαλάσσια περιοχή Σέσι Γραμματικού, η οποία βρίσκεται μόλις σε απόσταση
1,8 km. Η δε ζώνη των πλησιέστερων εξοχικών κατοικιών ως προς το χώρο του ΧΥΤΑ,
βρίσκεται σε απόσταση 500 μέτρων περίπου.
Οι χρήσεις γης σαφώς και επηρεάζονται αρνητικά, είτε πρόκειται για ήπιες αγροτικές
καλλιέργειες που γειτνιάζουν άμεσα στο χώρο του ΧΥΤΑ (βλέπε «Χάρτη κάλυψης ΒΑ
Αττικής» της σχετικής μελέτης), είτε πρόκειται για περιοχές οι οποίες θα μπορούσαν να
χρησιμοποιηθούν για δόμηση και γειτνιάζουν με την περιοχή.

Παρατήρηση 3
Σελ 2-4: «Η υπό εξέταση περιοχή βρίσκεται σε μικρή μισγάγγεια χωρίς ανάντη λεκάνη
απορροής. Ο κύριος αποδέκτης των επιφανειακών νερών του χώρου είναι το ρέμα περιοδικής
ροής, του οποίου η κύρια και διαμορφωμένη κοίτη βρίσκεται σε απόσταση 300 μέτρων από το
όριο του χώρου και απολήγει στη θαλάσσια περιοχή ΒΑ του χώρου. Επίσης βρίσκεται εκτός
των ορίων της λεκάνης απορροής του Μαραθώνα».
Σχόλια: Οι παραπάνω εκτιμήσεις είναι εσφαλμένες και αναληθείς. Αναλυτικότερα:
Η μισγάγγεια του χειμάρρου περιοδικής ροής δεν είναι μικρή όπως διαπιστώθηκε από τις
εργασίες υπαίθρου (Εικόνες 5, 6, και 7 – Παράρτημα Ι) Ακριβέστερα, από τις
μακροσκοπικές επιστημονικές παρατηρήσεις πεδίου διαπιστώθηκε ότι κατά περιόδους ο

24

χείμαρρος έχει σημαντική ροή, κυρίως σε πλημμυρικές καταστάσεις έντονων
βροχοπτώσεων.
Η φράση «χωρίς ανάντη λεκάνη απορροής» δημιουργεί την λανθασμένη εντύπωση ότι το
δυναμικό του εν λόγω χειμάρρου είναι περιορισμένο και πρακτικά αμελητέο. Η λεκάνη
απορροής του χειμάρρου είναι ικανή να αποστραγγίσει σε πλυμμηρικά επεισόδια
σημαντικές ποσότητες νερού. Το παραπάνω φαινόμενο γίνεται εντονότερο μετά από τις
καταστροφικές πυρκαγιές του 2009 οι οποίες αποψίλωσαν την περιοχή και εξάλειψαν τους
μηχανισμούς φυσικής κατακράτησης του νερού. Επιπλέον, στη λεκάνη απορροής εντός του
χώρου κατασκευής του ΧΥΤΑ, όπως διαπιστώθηκε από τις μακροσκοπικές επιστημονικές
παρατηρήσεις πεδίου αλλά και από τους παλαιότερους τοπογραφικούς χάρτες της περιοχής,
υπήρχαν αρκετά μικρότερα ρέματα τα οποία των οποίων η κοίτη καταστράφηκε εξαιτίας της
διαμόρφωσης του χώρου. Είναι ευθέως αντιληπτό ότι μια τέτοια παρέμβαση είναι δυνατόν να
επιφέρει αλλαγές στο υδρολογικό καθεστώς της στενής περιοχής.
Ο ισχυρισμός που αναγράφεται στην Μ.Π.Ε «η κύρια και διαμορφωμένη κοίτη βρίσκεται σε
απόσταση 300 μέτρων από το όριο του χώρου» είναι εσφαλμένος, όπως διαπιστώθηκε από τις
επιτόπιες μακροσκοπικές παρατηρήσεις, αλλά και από τον ίδιο τον χάρτη (Γεωλογικός –
Υδρογεωλογικός χάρτης εγγύτερης περιοχής Έργου). Η διαμορφωμένη κοίτη του
χειμάρρου περνά μέσα από τον χώρο του Έργου, καθώς διατρέχει σχεδόν όλη την έκταση
του κατά τον εγκάρσιο άξονα, και εξέρχεται από αυτό με κατεύθυνση Β-Ν προς τον Ευβοϊκό
κόλπο.

Παρατήρηση 4
Σελ 2-4: «Το σημαντικότερο σημείο υδροληψίας βρίσκεται σε απόσταση 1,250χλμ από την υπό
εξέταση θέση και είναι η γεώτρηση Γκούριζα, η οποία αποτελεί την κύρια γεώτρηση
υδροδότησης του οικισμού Σέσι. Θεωρούμε όμως ότι η γεώτρηση αυτή ανήκει σε άλλη
υδρογεωλογική ενότητα, οπότε δεν επηρεάζεται από το Έργο. Επίσης, εντός αλλά και γύρω από
την έκταση της Ο.Ε.Δ.Α υπάρχουν μικροπηγές χωρίς ιδιαίτερη σημασία».
Σχόλια: Ο ισχυρισμός που αναγράφεται στην Μ.Π.Ε «Θεωρούμε όμως ότι η γεώτρηση αυτή
ανήκει σε άλλη υδρογεωλογική ενότητα, οπότε δεν επηρεάζεται από το Έργο» είναι εντελώς
αυθαίρετος και δεν στηρίζεται σε καμία επιστημονική τεκμηρίωση. Σε κανένα σημείο
της Μ.Π.Ε. δεν αναφέρονται υδρογεωλογικά δεδομένα που να πιστοποιούν όχι μόνο το
προαναφερόμενο αυθαίρετο συμπέρασμα, αλλά τις γενικές υδρογεωλογικές συνθήκες

25

της ευρύτερης και πιο στενής περιοχής του Έργου. Είναι προφανές, ότι οι επιπτώσεις στο
περιβάλλον της περιοχής θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, εφόσον υφίσταται υδραυλική
επικοινωνία με τον ΧΥΤΑ, γεγονός που με τα παρόντα δεδομένα δεν μπορεί να αποκλειστεί,
όπως αυθαίρετα θεωρείται στη Μ.Π.Ε.
Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι οι σχετικοί χάρτες που επισυνάπτονται στην Μ.Π.Ε,
δηλαδή α) Υδρογεωλογικός Χάρτης Ευρύτερης Περιοχής του Έργου και β) Γεωλογικός –
Υδρογεωλογικός Χάρτης Εγγύτερης Περιοχής Του Έργου, δεν παρέχουν επι της ουσίας
κανένα σημαντικό δεδομένο και μάλλον προκαλούν περισσότερη σύγχυση στον αναγνώστη
παρά παρέχουν κρίσιμες υδρογεωλογικές πληροφορίες. Ακριβέστερα:
Ο χάρτης (α) αναφέρει πεπαλαιoμένα δεδομένα, ελάχιστα από τα οποία θα μπορούσαν να
θεωρηθούν αξιόπιστα, καθώς τα υδρογεωλογικά χαρακτηριστικά μιας περιοχής αποτελούν
μια δυναμική παράμετρο που επηρεάζεται σαφώς και από διάφορες συνθήκες (χρήσεις γης,
κλιματολογικά χαρακτηριστικά, μεταβολές υδατικού ισοζυγίου, μεταβολές υπόγειας
υδραυλικής επικοινωνίας κτλ). Τα δε θεματικά επίπεδα έτσι όπως είναι τοποθετημένα στον
χάρτη, δυσχεραίνουν εξαιρετικά την ανάγνωση πληροφοριών, με αποτέλεσμα επι της ουσίας
να μην εξάγεται κανένα συμπέρασμα. Παραδείγματος χάριν, κρίσιμες πληροφορίες, όπως τα
όρια των υδρολογικών και υδρογεωλογικών λεκανών, οι γενικές συνθήκες υπόγειας ροής σε
όλο το εύρος του χάρτη, είναι από δυσανάγνωστες έως απούσες,.
Ο χάρτης (β) παρόλο που αναφέρεται ως «Γεωλογικός – Υδρογεωλογικός Χάρτης Εγγύτερης
Περιοχής Του Έργου» δεν παρέχει απολύτως καμία υδρογεωλογική πληροφορία, πλην της
θέσης ορισμένων σημείων υδροληψίας, που αποτελούν μια απλή καταγραφή υδροσημείων
και όχι υδρογεωλογική πληροφορία.
Συνεπώς δημιουργείται εύλογα η απορία πως εξήχθησαν συμπεράσματα περί μη επικοινωνίας
της υδρογεωλογικής λεκάνης του Έργου με αυτή των σημαντικών Γεωτρήσεων υδροληψίας
του παρακείμενου οικισμού κτλ.
Επιπλέον, στην Μ.Π.Ε. αναφέρεται η ύπαρξη μικροπηγών, οι οποίες σύμφωνα με τον
μελετητή είναι ήσσονος σημασίας. Το συμπέρασμα αυτό πάλι εξάγεται αυθαίρετα, καθώς
δεν αναφέρεται πουθενά το αίτιο της ελάσσονος σημασίας των πηγών (μικρές παροχές,
χρήσεις νερού, περιοδική ροή κτλ), ούτε ποιες ακριβώς είναι αυτές οι πηγές. Είναι πολύ
σημαντικό να αναφερθεί ότι στα πρακτικά του ΦΕΚ 624Β-69 αναφέρεται ότι οι πηγές
του Μαύρου Βουνού εφοδιάζουν το χωριό της Παραλίας Βαρνάβα, χύνονται κατά
πλειοψηφία στο Ευβoïκό Κόλπο και αντιπροσωπεύουν την διαχωριστική γραμμή με την
λίμνη του Μαραθώνα, την δεξαμενή των Αθηνών. Είναι λοιπόν ευκόλως αντιληπτό, ότι η

26

ενδεχόμενη ρύπανση των εν λόγω πηγών θα είχε πολύ σημαντικές συνέπειες στους
κατοίκους του χωριού Παραλία Βαρνάβα και ενδεχομένως και γενικότερες δυσμενείς
περιβαλλοντικές συνέπειες στα υδατικά αποθέματα της περιοχής.

Παρατήρηση 5
Σελ 2-4: «Σύμφωνα με τον Γεωλογικό Χάρτη του ΙΓΜΕ κλίμακας 1:50.000, φύλλο Κηφισιά, οι
γεωλογικοί σχηματισμοί, οι οποίοι απαντώνται στην περιοχή είναι οι σχιστολιθικοί σχηματισμοί
ΒΑ Αττικής, όπου και παρουσιάζουν μεγάλη εξάπλωση. Είναι κύρια σχιστολιθικοί σχηματισμοί,
ποικίλης ορυκτολογικής σύστασης με ενστρώσεις μαρμάρων. Στην ευρύτερη περιοχή
εμφανίζονται μάρμαρα που καλύπτουν τους γύρω από την υπό εξέταση θέση, ορεινούς όγκους.
Η προαναφερθείσα γεωλογική δομή επιβεβαιώθηκε από την επιτόπια έρευνα».
Σχόλια: Η περιγραφή της γεωλογίας είναι πολύ γενική και σε κάθε περίπτωση ανεπαρκής
για στοιχειοθέτηση των κριτηρίων χωροθέτησης του ΧΥΤΑ. Στην περιγραφή
αναφέρονται οι γενικές γεωλογικές συνθήκες της ευρύτερης περιοχής και μάλιστα σε
κλίμακα μελέτης (1:50.000) όπου είναι αναπόφευκτες οι ομογενοποιήσεις και οι γενικεύσεις.
Σε κανένα σημείο της μελέτης δεν αναφέρονται τα γεωλογικά χαρακτηριστικά της
στενής περιοχής του Έργου, τα οποία θα μπορούσαν να δώσουν κρίσιμες πληροφορίες
για την χωροθέτηση, παρά μόνο στον σχετικό χάρτη «Γεωλογικός – Υδρογεωλογικός
Χάρτης Εγγύτερης Περιοχής Έργου», για τον οποίο και δεν γίνεται κανένας σχολιασμός. Η
γενική βιβλιογραφική περιγραφή των γεωλογικών συνθηκών, σε κλίμακα δυσανάλογη του
Έργου, είναι αδόκιμη και ενδεχομένως οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα.
Ο δε χάρτης του ΙΓΜΕ τον οποίο και επικαλείται η Μ.Π.Ε., κατά τη γνώμη των ερευνητών
του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτόπια έρευνα, περιέχει σφάλμα, τουλάχιστον όσον
αφορά την στενή περιοχή του Έργου, το οποίο οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα ως προς
την αλληλουχία των στρωμάτων. Ακριβέστερα, όπως διαπιστώθηκε από τις παρατηρήσεις
πεδίου και την λεπτομερέστερη γεωλογική χαρτογράφηση η οποία πραγματοποιήθηκε, οι
ανθρακικοί σχηματισμοί που βρίσκονται ανατολικότερα της περιοχής μελέτης (βλέπε χάρτη
ΙΓΜΕ, φύλλο Κηφισιά) και οι οποίο βρίσκονται τοπογραφικά χαμηλότερα από την περιοχή
του ΧΥΤΑ, δεν ανήκουν στους υπερκείμενους των σχιστολίθων σχηματισμούς (μάρμαρα
Ανατολικής Αττικής) αλλά στους υποκείμενους αυτών (μάρμαρα Πεντέλης). Η λανθασμένη
αυτή διαπίστωση υπάρχει και στον «Γεωλογικό – Υδρογεωλογικό Χάρτη Εγγύτερη Περιοχής
Έργου», όπου εξακολουθούν να χαρτογραφούνται λανθασμένα

οι σχηματισμοί. Η

λεπτομέρεια αυτή που λανθασμένα δεν αναφέρεται στην Μ.Π.Ε., οδηγεί στο

27

συμπέρασμα ότι αφενός το πάχος των σχιστολιθικών σχηματισμών είναι μίκρο και
αφετέρου ότι από κάτω από αυτούς βρίσκονται λίαν υδατοπερατα ανθρακικά
πετρώματα, γεγονός που καθιστά το ενδεχόμενο ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα και
του Ευβοϊκού κόλπου που βρίσκεται στα κατάντη σοβαρό.

Παρατήρηση 6
Σελ 2-4: «Η ρηξιγενής ζώνη της περιοχής Ωρωπού – Αγίων Αποστόλων βρίσκεται περί τα
3,5km βορείως της υποψηφίας ΟΕΔΑ «Μαύρο Βουνό». Το νότιο (παράκτιο) τμήμα της
ρηξιγενούς ζώνης εντοπίζεται σε απόσταση περίπου 1700-2000m από τον υποψήφιο ΟΕΔΑ
«Μαύρο Βουνό» (Παπανικολάου et al. (1988), Lekkas (2001)). Παράλληλο ρήγμα σ’ αυτό
βρίσκεται 400m νοτιοδυτικά του χώρου (Παπανικολάου et al. (1988)). Τα ρήγματα επειδή
έχουν την ίδια γεωμετρία με τα υποθαλάσσια ρήγματα του Ευβοϊκού κόλπου θεωρούνται ως
ενεργά ρήγματα, τα οποία πιθανόν να επαναδραστηριοποιηθούν σε ένα μελλοντικό σεισμό, ενώ
μπορεί να φιλοξενούν και κάποια σεισμική εστία».
Σχόλια: Όπως αναφέρεται ρητά και στην ίδια την Μ.Π.Ε., η περιοχή αναμένεται να είναι
σεισμικά ενεργή, δεδομένου ότι περιβάλλεται από συστοιχίες ενεργών ρηγμάτων. Το γεγονός
αυτό από μόνο του καθιστά απαγορευτική την χωροθέτηση ΧΥΤΑ, καθώς μια ενδεχόμενη
σεισμική διάρρηξη θα μπορούσε να προκαλέσει καταστροφή του χώρου του ΧΥΤΑ και κατ’
επέκταση σημαντική οικολογική καταστροφή. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τον
«Γεωλογικό – Υδρογεωλογικό Χάρτη Εγγύτερης Περιοχής Έργου» της Μ.Π.Ε. υπάρχουν
ρήγματα (πιθανά και βέβαια) που διατρέχουν εγκάρσια την ίδια την περιοχή του Έργου,
γεγονός που παραλείπεται να αναφερθεί στο κείμενο της Μ.Π.Ε.
Σε πλήρη αντίφαση με τα προαναφερθέντα, η Μ.Π.Ε. συνεχίζει και αναφέρει ότι «Από
άποψη σεισμικής επικινδυνότητας, η υπό εξέταση θέση ανήκει στην Ανατολική Αττική, η
οποία δεν παρουσιάζει σεισμική δράση. Συγκεκριμένα, εντάσσεται στα όρια των ζωνών Ι και
ΙΙ (ζώνες μικρής και μέτριας σεισμικής επικινδυνότητας). Η παραπάνω θεώρηση οδηγεί σε
εσφαλμένα συμπεράσματα, καθώς ο καταρτισμός των ζωνών σεισμικής επικινδυνότητας
(τροποποίηση αντισεισμικού κανονισμού ΕΑΚ 2000, ΦΕΚ Β’ 1154/12-8-2003) αναφέρεται
σε κλίμακα μελέτης ανάλογη της Ελληνικής Επικράτειας και δεν λαμβάνει υπόψη τις
ενδεχόμενες ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες μιας περιοχής.. Είναι σαφές, ότι δεν μπορεί να
γίνει αξιολόγηση της σεισμικής επικινδυνότητας της περιοχής του Έργου σε μια τέτοια
κλίμακα μελέτης και είναι απαραίτητη η διεξαγωγή «ειδικής μικροζωνικής μελέτης»,
γεγονός που δεν πραγματοποιήθηκε. Άλλωστε, από τους χάρτες και τις παραπομπές που

28

κάνει η Μ.Π.Ε στο κείμενο προκύπτει σαφώς ότι στην περιοχή υπάρχουν ενεργά ρήγματα
τα οποία μπορούν δυνητικά να αποτελέσουν σεισμικές εστίες.

Παρατήρηση 7
Σελ 3-2: «Η υπό εξέταση περιοχή βρίσκεται σε μικρή μισγάγγεια χωρίς ανάντη λεκάνη
απορροής. Ο κύριος αποδέκτης των επιφανειακών νερών του χώρου είναι το ρέμα περιοδικής
ροής, του οποίου η κύρια και διαμορφωμένη κοίτη βρίσκεται σε απόσταση 300 μέτρων από
το όριο του χώρου και απολήγει στη θαλάσσια περιοχή ΒΑ του χώρου. Επίσης βρίσκεται
εκτός των ορίων της λεκάνης απορροής του Μαραθώνα»
Σχόλια: Επαναλαμβάνεται ο λανθασμένος ισχυρισμός περί μικρής μισγάγγειας και
απόστασης της κύριας κοίτης από τον χώρο του ΧΥΤΑ. Ισχύουν όσα αναφέρονται στα
σχόλια της Παρατήρησης 3.

Παρατήρηση 8
Σελ 3-3: «Οι γεωλογικοί σχηματισμοί οι οποίοι αποτελούν το υπόβαθρο του χώρου τελικής
εναπόθεσης είναι κύρια οι σχιστολιθικοί σχηματισμοί της ΒΑ Αττικής, οι οποίοι παρουσιάζουν
ενστρώσεις μαρμάρων. Πρόκειται για σχηματισμούς ημιπερατούς, οι οποίοι προσεγγίζουν τους
πρακτικά στεγανούς. Το πάχος της ακόρεστης ζώνης, δηλαδή το βάθος στο οποίο πιθανά θα
απαντάται ο υδροφόρος ορίζοντας θεωρείται μεγαλύτερο των 90μ., αφού το πάχος του σχετικά
στεγανού σχηματισμού είναι πολύ μεγαλύτερο».
Σχόλια: Η Μ.Π.Ε αναφέρει ορισμένες εκτιμήσεις οι οποίες είναι ανακριβείς και αυθαίρετες,
με αποτέλεσμα να προκύπτουν λανθασμένα συμπεράσματα για την υδρογεωλογική
καταλληλότητα του χώρου του ΧΥΤΑ.
Συγκεκριμένα:

Η Μ.Π.Ε. αναφέρει ότι «Οι γεωλογικοί σχηματισμοί οι οποίοι αποτελούν το υπόβαθρο
του χώρου τελικής εναπόθεσης είναι κύρια οι σχιστολιθικοί σχηματισμοί της ΒΑ
Αττικής, οι οποίοι παρουσιάζουν ενστρώσεις μαρμάρων. Πρόκειται για σχηματισμούς
ημιπερατούς, οι οποίοι προσεγγίζουν τους πρακτικά στεγανούς».

29

Σύμφωνα όμως με τα αποτελέσματα των μακροσκοπικών παρατηρήσεων υπαίθρου,
τα οποία επιβεβαιώθηκαν και από τις ορυκτολογικές αναλύσεις των ληφθέντων
δειγμάτων που διεξήχθησαν, οι ι σχιστόλιθοι είναι στη πλειοψηφία τους αρκετά
διαβρωμένοι και εξαλλοιωμένοι, με αποτέλεσμα να καθίστανται πρακτικά
υδατοπερατοί. Το γεγονός της υδατοπερατότητας των σχιστολιθικών σχηματισμών,
μπορεί να επιβεβαιωθεί και από την ανάγνωση του χάρτη της Μ.Π.Ε. (Γεωλογικός –
Υδρογεωλογικός Χάρτης Εγγύτερης Περιοχής Έργου), όπου καταγράφεται πληθώρα
πηγαδιών εντός των σχιστολιθικών σχηματισμών.
Επιπλέον, οι σχιστολιθικοί σχηματισμοί περιλαμβάνουν και συχνές ενστρώσεις
μαρμάρων, που είναι λίαν υδατοπερατά, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη
ανομοιογένεια στο συγκεκριμένο σχηματισμό (σχιστόλιθοι Αττικής) και να
ενισχύεται η υδατοπέρατότητα του σχηματισμού ως ενός ενιαίου συνόλου
(εξαλλοιωμένοι σχιστόλιθοι με ενστρώσεις μαρμάρων).

Η Μ.Π.Ε. αναφέρει ότι «Το πάχος της ακόρεστης ζώνης, δηλαδή το βάθος στο οποίο
πιθανά θα απαντάται ο υδροφόρος ορίζοντας θεωρείται μεγαλύτερο των 90μ., αφού το
πάχος του σχετικά στεγανού σχηματισμού είναι πολύ μεγαλύτερο».
Πρόκειται για εντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα, αφού δεν αναφέρεται στο
κείμενο της Μ.Π.Ε. υδρογεωλογικά και στρωματογραφικά δεδομένα που να το
αποδεικνύουν. Σύμφωνα με τις επιτόπιες έρευνες της ερευνητικής ομάδας του
Πανεπιστημίου

Αθηνών,

το

πάχος

των

εξαλλοιωμένων

σχιστολιθικών

σχηματισμών στη συγκεκριμένη θέση δεν αναμένεται να είναι μεγάλο, γεγονός
που αποδεικνύεται και από την εμφάνιση του υποκείμενου σχηματισμού (Τριαδικών
μαρμάρων) στην τοπογραφικά χαμηλότερη περιοχή που βρίσκεται ανατολικά,
δυτικά, βόρεια και νότια της θέσης του ΧΥΤΑ. Κατά συνέπεια, οι πρακτικά περατοί
στην πλειοψηφία τους εξαλλοιωμένοι σχιστολιθικοί σχηματισμοί με ενστρώσεις
μαρμάρων που αναφέρονται στην Μ.Π.Ε. έχουν σχετικά μικρό πάχος στο χώρο του
ΧΥΤΑ και ένα λίαν υδατοπερατό υπόβαθρο που αποτελείται από μάρμαρα.
Όλες αυτές οι πολύ σημαντικές παρατηρήσεις δεν αναφέρονται καν στη Μ.Π.Ε.
και συνεπώς δεν αξιολογούνται όπως θα έπρεπε στην τελική επιλογή θέσης,
παρά μόνο γίνονται ορισμένες γενικές αναφορές, βιβλιογραφικής φύσης.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα η περιοχή είναι ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΗ από
υδρογεωλογικής άποψης, ένα πολύ σημαντικό δεδομένο για τον αποκλεισμό της
περιοχής για ΧΥΤΑ.
30

Παρατήρηση 9
Σελ 3-3: «Ακριβώς κάτω από την έκταση της υπό μελέτης Ο.Ε.Δ.Α. δεν αναμένεται η παρουσία
υδροφόρων σχηματισμών. Στη περιοχή υπάρχουν σημεία νερού και οι χρήσεις τους οι οποίες
παρουσιάζονται στον πίνακα που ακολουθεί»
Σχόλια: Πρόκειται για επίσης αυθαίρετο συμπέρασμα που δεν στηρίζεται σε κανένα
δεδομένο, όπως αναπτύχθηκε και στα σχόλια της Παρατήρησης 8. Η ανακρίβεια των όσων
αναφέρονται φαίνεται και από την αντίφαση της παρακάτω πρότασης «Στη περιοχή υπάρχουν
σημεία νερού και οι χρήσεις τους οι οποίες παρουσιάζονται στον πίνακα που ακολουθεί». Πως
είναι δυνατόν να υπάρχουν στην περιοχή σημεία υδροληψίας χωρίς την παρουσία
υδροφόρου στρώματος? Είναι σαφές από τον πίνακα που παρατίθεται ότι στην περιοχή
υπάρχει υδροφορία και πιθανότατα όχι σε ένα ενιαίο υδροφόρο ορίζοντα, αφού οι συχνές
εναλλαγές μαρμάρων και σχιστολίθων δημιουργούν διαφορετικές περατότητες και κατά
συνέπεια εν δυνάμει υδροφόρα στρώματα.
Επιπλέον, οι Γεωτρήσεις που αναφέρονται στον σχετικό πίνακα της Μ.Π.Ε. (Πίνακας 1.3:
σημεία υδροληψίας) δεν αντιστοιχούν, τουλάχιστον ως προς την σήμανση τους στον σχετικό
χάρτη της Μ.Π.Ε. (Γεωλογικός – Υδρογεωλογικός Χάρτης Εγγύτερης Περιοχής Έργου), με
αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση και ανακριβής απεικόνιση δεδομένων. Επίσης, δεν
αναφέρεται κανένα στοιχείο (πλην της απόστασης της γεώτρησης Γκούριζα) σχετικά με
το βάθος των γεωτρήσεων, το βάθος του υδροφόρου και την απόσταση τους από το
Έργο, γεγονός που συνιστά σημαντική παράλειψη.
Συνεπώς, αν λάβει κανείς υπόψη τις παρατηρήσεις 8 και 9, καθώς και τις χρήσεις των
υδρογεωτρήσεων όπως αυτές παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.3 της Μ.Π.Ε. (η
πλειοψηφία τους χρησιμοποιείται για ύδρευση), καθίσταται σαφές ότι η συγκεκριμένη
θέση είναι απαγορευτική για χωροθέτηση ΧΥΤΑ, καθώς αναμένεται να έχει δυσμενείς
συνέπειες στον τοπικό πληθυσμό και γενικότερα στο περιβάλλον.

Παρατήρηση 10
Σελ 4-3: «Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι κατά τη χειμερινή περίοδο, σε περιόδους
βροχών, πολλά ρέματα μεταβάλλονται σε ορμητικούς χειμάρρους παρασύροντας χώματα και

31

πέτρες και πλημμυρίζοντας τις γύρω από αυτούς εκτάσεις, ιδίως στα χαμηλότερα μέρη προς τη
θάλασσα».
Σχόλια: Η ίδια η Μ.Π.Ε. αναιρεί τα όσα έχει προηγουμένως αναφέρει περί μικρής
στερεοπαροχής και δυναμικότητας των χειμάρρων. Είναι προφανές, ότι τουλάχιστον το
κύριο ρέμα (μήκους 2 χιλιομέτρων περίπου) το οποίο διατρέχει όλο το χώρο σχεδόν του
ΧΥΤΑ σε κύρια διεύθυνση Β-Ν έχει σημαντική παροχή σε περιπτώσεις βροχοπτώσεων
και αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης πλημμυρικών επεισοδίων, ιδιαίτερα μετά την
καταστροφή της κοίτης του από τις εργασίες διαμόρφωσης του χώρου του ΧΥΤΑ, και μετά
την αποψίλωση της περιοχής από τις πρόσφατες πυρκαγιές.

Παρατήρηση 11
Σελ 4-34: Στην παράγραφο 4.2.1 της Μ.Π.Ε. (Γεωλογία), υπάρχουν μόνο πολύ γενικές
βιβλιογραφικές αναφορές, χωρίς να δίνονται λεπτομερή στοιχεία για την γεωλογία της στενής
περιοχής μελέτης. Με τον τρόπο αυτό παραλείπονται κρίσιμες πληροφορίες, όπως αυτές
που αναφέρονται στα σχόλια της Παρατήρησης 8, με αποτέλεσμα να εξάγονται
λανθασμένα και ανακριβή αυθαίρετα συμπεράσματα για την συμπεριφορά των
γεωλογικών σχηματισμών.

Παρατήρηση 12
Σελ 4-37: Στην παράγραφο 4.2.2 της Μ.Π.Ε. (Υδρογεωλογία), αναφέρεται ότι «η γενική
υδρογεωλογική συμπεριφορά των γεωλογικών σχηματισμών οι οποίοι δομούν την ευρύτερη
περιοχή παρουσιάζεται στην επισυναπτόμενη γεωλογική – υδρογεωλογική μελέτη».
Σχόλια: Η συνοδή «Γεωλογική – Υδρογεωλογική Μελέτη» δεν παραθέτει τίποτα
περισσότερο από αυτά που ήδη αναφέρονται πολύ περιορισμένα στην Μ.Π.Ε., πλην
ορισμένων ελάχιστων πολύ γενικών βιβλιογραφικών στοιχείων τα οποία είναι και ανακριβή.
Η λεπτομερής επισήμανση των ελλείψεων και επιστημονικών λαθών της «Γεωλογικής –
Υδρογεωλογικής Μελέτη» πραγματοποιείται παρακάτω στο Κεφάλαιο 5.
Η έλλειψη υδρογεωλογικών δεδομένων είναι μια πολύ σοβαρή παράλειψη, που από μόνη
της θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα των κριτηρίων αξιολόγησης για την επιλογή
της θέσης ΧΥΤΑ στην περιοχή «Μαύρο Βουνό».

32

Είναι αδιανόητο και επιστημονικά απαράδεκτο να μην υπάρχουν επι της ουσίας
δεδομένα για ένα τόσο σημαντικό κριτήριο (35% επι του συνόλου των κριτηρίων) για
την χωροθέτηση θέσης ΧΥΤΑ.
Τα πολύ γενικά στοιχεία που αναφέρονται, όπως αναπτύχθηκε και στα σχόλια της
Παρατήρησης 8, είναι ανεπαρκή και ανακριβή.

Παρατήρηση 13
Σελ 4-38: Στην παράγραφο 4.2.4 της Μ.Π.Ε. (Σεισμικότητα), αναφέρεται ότι «Από άποψη
σεισμικής επικινδυνότητας, η υπό εξέταση θέση δεν παρουσιάζει αξιόλογη σεισμική δράση.
Συγκεκριμένα εντάσσεται στα όρια ζωνών Ι και ΙΙ (ζώνες μικρής και μέτριας σεισμικής
επικινδυνότητας)».
Σχόλια: Η εκτίμηση αυτή είναι ανακριβής και θα πρέπει να επαναξιολογηθεί, δεδομένης της
μεγάλης σημασίας ενός τέτοιου Έργου και των συνεπειών στο περιβάλλον που θα έχει μια
τέτοια αστοχία.

Αναλυτικότερα:

Ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός (ΕΑΚ-2000) στον οποίοι αναφέρεται η
Μ.Π.Ε. και ταξινομεί στην σεισμική επικινδυνότητα της περιοχής στις κατηγορίες Ι
και ΙΙ (μέτριας και μικρής σεισμικής επικινδυνότητας), αφενός αναφέρεται σε
εντελώς διαφορετική κλίμακα μελέτης αποτελώντας μια πολύ γενικής και
επιφανειακή προσέγγιση , και αφετέρου έχει εφαρμογή (γεγονός που αναγράφεται
και στην ίδια την Μ.Π.Ε.) σε κτηριακά Έργα και όχι σε Έργα υποδομής όπως π.χ. ο
ΧΥΤΑ.

Η γενικευμένη εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας μιας μικρής περιοχής
είναι παρακινδυνευμένο να γίνεται χωρίς την σύνταξη ειδικής μικροζωνικής
μελέτης, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες κάθε περιοχής. Η
λογική του ΕΑΚ, είναι να δώσει μια πολύ γενική εικόνα της αναμενόμενης σεισμικής
επικινδυνότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μέσα στις ήδη χαρακτηρισμένες από
σεισμική επικινδυνότητα περιοχές δεν αναμένεται να υπάρχουν εξαιρέσεις, λόγω
τοπικών συνθηκών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό του πρόσφατου σεισμού

33

των Αθηνών (1999), ο οποίος εκδηλώθηκε σε μια περιοχή μέτριας σεισμικής
επικινδυνότητας, αλλά όπως δυστυχώς αποδείχθηκε οι επιπτώσεις σε διάφορες
περιοχές των Αθηνών ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, λόγω ακριβώς των ιδιοσυνθηκών
τους.

Σε συνέχεια του προηγούμενου σχολίου, η ίδια η Μ.Π.Ε. αναφέρει στη σχετική
παράγραφο 4.2.3 «Τεκτονική» (σελ 4-38) ότι γενικότερα στην ευρύτερη περιοχή
υπάρχουν ενεργές ρηξιγενείς ζώνες (ρηξιγενής ζώνη Ωρωπού –Μαρκοπούλου – η
νότια απόληξη βρίσκεται 1,7km από το χώρο του ΧΥΤΑ), αλλά και ειδικότερα
ενεργές ρηξιγενείς δομές (ενεργά ρήγματα) διατρέχουν και τον ίδιο τον χώρο του
ΧΥΤΑ, όπως διαφαίνεται και στον σχετικό χάρτη της Μ.Π.Ε (Γεωλογικός –
υδρογεωλογικός χάρτης ευρύτερης περιοχής του Έργου – Σχέδιο 20).

Η μελέτη συνεχίζει και αναφέρει μέσα στο κείμενο ότι «τα ρήγματα που διατρέχουν
το ΧΥΤΑ επειδή έχουν την ίδια γεωμετρία με τα υποθαλάσσια ρήγματα του
Ευβοϊκού θεωρούνται ως ενεργά, τα οποία πιθανόν να επαναδραστηριοποιηθούν
σε ένα μελλοντικό σεισμό, ενώ μπορούν να φιλοξενούν κάποια σεισμική εστία». Το
παραπάνω σχόλιο και ορθή διαπίστωση, θα μπορούσε από μόνο του να αποτελούσε
σημαντικό κριτήριο αποκλεισμού της επιλογής της θέσης αυτής για χωροθέτηση
ΧΥΤΑ, καθώς ένα ενδεχόμενο σεισμικό επεισόδιο, έστω και μικρό, θα μπορούσε
να επιφέρει τεράστια οικολογική καταστροφή για το περιβάλλον της περιοχής,
συμπεριλαμβανομένου και του Ευβοϊκού Κόλπου. Παραδόξως, η Μ.Π.Ε στη
συνέχεια της υποβαθμίζει εντελώς αυτό το γεγονός (!), θεωρώντας ότι ο
χαρακτηρισμός της σεισμικής επικινδυνότητας πρέπει να γίνει από τις πολύ γενικές
θεωρήσεις του ΕΑΚ, και υπονοεί ότι η περιοχή διατρέχει περιορισμένο κίνδυνο (!).

Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω σχολίων, θα πρέπει να αναφερθούν όσα επιγραμματικά
αναφέρονται και στην Παρατήρηση 6:
Όπως αναφέρεται ρητά και στην ίδια την Μ.Π.Ε., η περιοχή αναμένεται να είναι σεισμικά
ενεργή, δεδομένου ότι περιβάλλεται από συστοιχίες ενεργών ρηγμάτων. Το γεγονός αυτό
από μόνο του καθιστά απαγορευτική την χωροθέτηση ΧΥΤΑ, καθώς μια ενδεχόμενη
σεισμική διάρρηξη θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντική οικολογική καταστροφή.
Σε πλήρη αντίφαση με τα προαναφερθέντα, η Μ.Π.Ε. συνεχίζει και αναφέρει ότι «Από
άποψη σεισμικής επικινδυνότητας, η υπό εξέταση θέση ανήκει στην Ανατολική Αττική, η
34

οποία δεν παρουσιάζει σεισμική δράση. Συγκεκριμένα, εντάσσεται στα όρια των ζωνών Ι και
ΙΙ (ζώνες μικρής και μέτριας σεισμικής επικινδυνότητας). Η παραπάνω θεώρηση οδηγεί σε
εσφαλμένα συμπεράσματα, καθώς ο καταρτισμός των ζωνών σεισμικής επικινδυνότητας
αναφέρεται σε κλίμακα μελέτης ανάλογη της Ελληνικής Επικράτειας και δεν λαμβάνει
υπόψη τις ενδεχόμενες ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες μιας περιοχής. Είναι σαφές, ότι δεν
μπορεί να γίνει αξιολόγηση της σεισμικής επικινδυνότητας της περιοχής του Έργου σε
μια τέτοια κλίμακα μελέτης και είναι απαραίτητη η διεξαγωγή «ειδικής μικροζωνικής
μελέτης», γεγονός που δεν πραγματοποιήθηκε. Άλλωστε, από τους χάρτες και τις
παραπομπές που κάνει η Μ.Π.Ε στο κείμενο προκύπτει σαφώς ότι στην περιοχή υπάρχουν
ενεργά ρήγματα τα οποία μπορούν δυνητικά να αποτελέσουν σεισμικές εστίες.

Παρατήρηση 14
Σελ 4-40: Στην παράγραφο 4.2.4 της Μ.Π.Ε. (Σεισμικότητα), αναφέρεται ότι «..το υπόβαθρο
της περιοχής του Έργου κατατάσσεται από άποψη σεισμικής επικινδυνότητας στην κατηγορία Α
(κατά ΕΑΚ 2000)», δηλαδή ότι πρόκειται για υπόβαθρο βραχώδες ή ημιβραχώδες σε
σημαντική έκταση και βάθος, χωρίς να παρουσιάζει έντονη αποσάθρωση.
Σχόλια: Ο παραπάνω ισχυρισμός είναι εσφαλμένος, δεδομένου ότι όπως έχει διεξοδικά
αναπτυχθεί στις προηγούμενες παραγράφους, οι σχιστόλιθοι που αποτελούν το υπόβαθρο της
περιοχής είναι σημαντικά εξαλλοιωμένοι σε δευτερογενή αργιλικά κλαστικά ορυκτά και
πρέπει να καταταγούν στην κατηγορία Β (εντόνως αποσαθρωμένα βραχώδη ή εδάφη που από
μηχανικής άποψης πρέπει να εξομοιωθούν με κοκκώδη).
Η λανθασμένη αυτή εκτίμηση έχει ως αποτέλεσμα να εξάγονται εσφαλμένα
συμπεράσματα τόσο για την σεισμική επικινδυνότητα της περιοχής, όσο και για τις
συνθήκες θεμελίωσης του Έργου, και πρέπει να αναθεωρηθεί.

Παρατήρηση 15
Σελ 4-48: Στην παράγραφο 4.4 της Μ.Π.Ε. (Υφιστάμενη κατάσταση περιβάλλοντος
ευρύτερης περιοχής), αναφέρεται ότι «..η ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Αττικής χωρίζεται
σε 3 μεγάλες υδρολογικές λεκάνες, η μια εκ των οποίων είναι η ιδιαίτερα σημαντική και
ευαίσθητη λεκάνη Μαραθώνα-Σχοινιά».

35

Σχόλια: Σε κανένα σημείο της Μ.Π.Ε (κείμενο ή χάρτης) δεν αναφέρεται σε ποια λεκάνη
εντάσσεται η περιοχή του Έργου, αν υπάρχει υδραυλική επικοινωνία με κάποια άλλη λεκάνη
κτλ. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια πολύ σημαντική παράλειψη, καθώς η σχετική θέση της
λεκάνης του Έργου με τη λεκάνη απορροής του Μαραθώνα είναι ιδιαίτερα σημαντική και
κρίσιμη. Το ίδιο ισχύει και για τις υδρογεωλογικές λεκάνες, για τις οποίες δεν υπάρχει
απολύτως καμιά αναφορά

Παρατήρηση 16
Σελ 4-52: Για την παράγραφο 4.4.4 της Μ.Π.Ε. (Σημεία υδροληψίας) ισχύουν τα σχόλια της
Παρατήρησης 4

Παρατήρηση 17
Σελ 4-52: Για την παράγραφο 4.5.2 της Μ.Π.Ε. (Γεωλογία - Υδρογεωλογία) ισχύουν τα
σχόλια των Παρατηρήσεων 4, 5, 8, 8, 11 και 12

Παρατήρηση 18
Σελ 4-58: Για την παράγραφο 4.5.3 της Μ.Π.Ε. (Τεχνικογεωλογικές συνθήκες Σεισμικότητα) ισχύουν τα σχόλια των Παρατηρήσεων 6, 13 και 14

Παρατήρηση 19
Σελ 4-58: Για την παράγραφο 4.5.4 της Μ.Π.Ε. (Υδρολογία – Χρήσεις νερού) ισχύουν τα
σχόλια των Παρατηρήσεων 3, 4, 7, 9 και 10

Παρατήρηση 20
Σελ 6-1 έως 6-84: Με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί στις προηγούμενες παρατηρήσεις
(εσφαλμένες εκτιμήσεις, επιστημονικά λάθη και παραλείψεις), το Κεφάλαιο 6 της Μ.Π.Ε.
(Εκτίμηση και αξιολόγηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων) εμφανίζει αρκετά σφάλματα,
τόσο σε επιμέρους κομμάτια όσο και στο σύνολο του και πρέπει να επανεκτιμηθεί.

36

Σύμφωνα με τα νέα επιστημονικά δεδομένα (παρατηρήσεις πεδίου, μετρήσεις κτλ), αλλά και
την ενδελεχή επισκόπηση της κατατεθείσας Μ.Π.Ε. και της συνοδής «Γεωλογικής –
Υδρογεωλογικής Μελέτης» , οι επιπτώσεις στο περιβάλλον αναμένεται να είναι αρκετά
σημαντικότερες απ’ ότι εκτιμάται στο κεφάλαιο 6 της Μ.Π.Ε.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά την αξιολόγηση των επιπτώσεων μπορούν να αναφερθούν
συνοπτικά τα εξής:
Σύμφωνα με τα ιδιαίτερα γεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής, η θέση «Μαύρο Βουνό»
δομείται από εξαλλοιωμένους σχιστολιθικούς σχηματισμούς με ενστρώσεις μαρμάρων. Αυτό
πρακτικά σημαίνει ότι ο πρακτικά αδιαπέρατος χαρακτήρας των σχιστολιθικών σχηματισμών
δεν υφίσταται, καθώς ο γεωλογικός σχηματισμός ως σύνολο είναι εύθρυπτος με μειωμένη
συνεκτικότητα και μεγάλη επιδεκτικότητα στην αποσάθρωση, και αφετέρου η παρουσία
ενστρώσεων μαρμάρου που είναι λίαν υδατοπερατά πετρώματα, δημιουργεί οδούς για την
απρόσκοπτη κίνηση του νερού. Επιπλέον, το πάχος του εξαλλοιωμένου σχιστολιθικού
σχηματισμού στο χώρο του ΧΥΤΑ είναι μικρό, πολύ μικρότερο απ’ ότι λανθασμένα
αναφέρεται στην Μ.Π.Ε. Τα παραπάνω γεγονότα, σε συνδυασμό με την ύπαρξη μαρμάρων
(υποκείμενα Τριαδικά μάρμαρα) κάτω από τους σχιστολίθους, δημιουργούν μεγάλη
πιθανότητα ρύπανσης σε περίπτωση διαφυγής ρύπων από τον ΧΥΤΑ, γεγονός που θα
έχει σημαντικές συνέπειες στα υδατικά συστήματα της περιοχής (καρστικοί υδροφόροι
ορίζοντες και Ευβοϊκός Κόλπος) και στο ανθρωπογενές περιβάλλον (ρύπανση και
μόλυνση υδρογεωτρήσεων που χρησιμοποιούνται για ύδρευση και άρδευση).
Η πιθανότητας διαφυγής ρύπων από ένα ΧΥΤΑ δεν είναι μηδαμινή, όπως λανθασμένα
θεωρείται από πολλούς, καθώς η φυσική φθορά σε βάθος χρόνου μπορεί να δημιουργήσει
διαρρήξεις που θα αποτελέσουν σημειακές πηγές ρύπανσης. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος
που οι επιλεγμένες θέσεις των ΧΥΤΑ εδράζονται σε πρακτικά αδιαπέρατο γεωλογικό
υπόβαθρο, γεγονός που δεν υφίσταται στην θέση «Μαύρο Βουνό». Πέραν της φυσικής
φθοράς, θα πρέπει να συνυπολογιστούν και αστάθμητοι παράγοντες που μπορούν να
συντελέσουν στην διαφυγή ρύπων από το ΧΥΤΑ, όπως π.χ. τεχνικές αστοχίες στην
κατασκευή της στεγάνωσης ή σεισμικά επεισόδια που θα προκαλέσουν μικροδιαρρήξεις. Το
τελευταίο, δεν αποτελεί μια ασύμβατη υπόθεση με βάση την σεισμική επικινδυνότητα της
περιοχής, η οποία διατρέχεται από ενεργά ρήγματα και γειτνιάζει σε μικρή απόσταση με
ρηξιγενείς ζώνες (Μαρκοπούλου – Ωρωπού) που θα μπορούσαν, όπως έχει γίνει στο
παρελθόν (1938), να δημιουργήσουν σεισμικά επεισόδια που θα ήταν καταστροφικά για το
ΧΥΤΑ, με ανεξέλεγκτες επιπτώσεις στο περιβάλλον της περιοχής και του Ευβοϊκού κόλπου.

37

Επιπλέον, η καταστροφή της κοίτης του κύριου ρέματος και των δευτερευόντων της λεκάνης
απορροής που βρίσκεται ο ΧΥΤΑ λόγω των εργασιών διαμόρφωσης του χώρου, θα
δημιουργούσε σημαντικές μεταβολές στο υδρολογικό καθεστώς της περιοχής με δυσμενείς
συνέπειες. Συγκεκριμένα, το κύριο ρέμα είναι μεν εποχικό, αλλά κατά καιρούς (σε περιόδους
βροχοπτώσεων) παρουσιάζει σημαντική παροχή, η οποία αναμένεται να είναι αυξημένη σε
σχέση με τα παρελθόντα έτη λόγω των καταστροφικών πυρκαγιών του 2009 που αποψίλωσαν
την περιοχή. Η δε ανάπτυξη της κοίτης του γίνεται μέσα στο κύριο χώρο του ΧΥΤΑ και
μάλιστα θα διακοπεί απότομα από τα συνοδά κτίρια που θα κατασκευαστούν, σύμφωνα με
τον σχεδιασμό. Συνεπώς, η ανάπτυξη πλυμμηρικών φαινομένων μέσα στον χώρο του ΧΥΤΑ
είναι μια πολύ πιθανή διαδικασία με σημαντικές και δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον.
Εν κατακλείδι, οι αθροιστικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις κατά τη διάρκεια
λειτουργίας του ΧΥΤΑ αλλά και μετά την παύση αυτού, όπου επι της ουσίας ο χώρος θα
αποτελεί μια ενεργή ρυπογόνο εστία, αναμένεται να είναι αρνητικές για το φυσικό και
ανθρωπογενές περιβάλλον και μάλιστα ενδέχεται να είναι εξαιρετικά σημαντικές (στην
περίπτωση επίδρασης αστάθμητων παραγόντων) και μη αντιστρεπτές.

38

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5Ο
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ
«ΓΕΩΛΟΓΙΚΗΣ – ΥΔΡΟΓΕΩΛΟΓΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ»
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

39

5.

ΚΡΙΤΙΚΗ

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

ΤΗΣ

ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ

«ΓΕΩΛΟΓΙΚΗΣ – ΥΔΡΟΓΕΩΛΟΓΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ» ΣΥΜΦΩΝΑ
ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Η κριτική ανασκόπηση της εγκεκριμένης «Γεωλογικής – Υδρογεωλογικής Μελέτης».11 έχει
ως στόχο να αναδείξει τα επιστημονικά κενά που υπάρχουν και τα οποία οδηγούν σε
εσφαλμένα συμπεράσματα και εκτιμήσεις, σχετικά με την ορθή επιλογή της θέσης για
χωροθέτηση ΧΥΤΑ, στη περιοχή «Μαύρο Βουνό Γραμματικού». Η «Γεωλογική –
Υδρογεωλογική Μελέτης», αποτελεί Παράρτημα της εγκεκριμένης Μ.Π.Ε. Τα εσφαλμένα
αυτά συμπεράσματα δημιουργούν μια στρεβλή εικόνα των γεωλογικών και υδρογεωλογικών
χαρακτηριστικών, με άμεση συνέπεια την λανθασμένη και επιστημονικά μη αποδεκτή
επιλογή της εν λόγω θέσης για χωροθέτηση ΧΥΤΑ.
Παρακάτω παραθέτονται αναλυτικά τα σημεία της «Γεωλογικής – Υδρογεωλογικής
Μελέτης» στα οποία υπάρχουν επιστημονικά κενά, ασάφειες και λανθασμένες εκτιμήσεις.
Αναλυτικότερα:

Παρατήρηση 1
Σελ 4-912: «Γενική Γεωλογική δομή της ΒΑ Αττικής»
Σχόλια: Στην εγκεκριμένη «Γεωλογική– Υδρογεωλογικής Μελέτη» δεν υπάρχει απολύτως
κανένα στοιχείο για την ιδιαίτερη γεωλογία της περιοχής του Έργου. Τα όσα
αναφέρονται στο συγκεκριμένο κεφάλαιο (κεφάλαιο 2) αποτελούν γενικά βιβλιογραφικά
στοιχεία που αφορούν την ευρύτερη περιοχή της Αττικής, χωρίς καμία ιδιαίτερη σημασία.
Δεδομένης της ιδιαίτερης σημασίας του Έργου και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις που αυτό θα
έχει στο περιβάλλον αλλά και τον άνθρωπο, αποτελεί σοβαρότατη παράλειψη η απουσία των
ειδικών γεωλογικών στοιχείων της περιοχής μελέτης. Η παραπάνω παράλειψη δεν αποτελεί
μόνο μια αντιεπιστημονική προσέγγιση, αλλά επι της ουσία διαμορφώνει στρεβλή εικόνα για
τα ιδιαίτερα γεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής, τα οποία και δεν περιγράφονται.

11

Γεωλογική – Υδρογεωλογική Μελέτη (2003) στα πλαίσια του Έργου «Ολοκληρωμένη Εγκατάσταση

Διαχείρισης Αποβλήτων (Ο.Ε.Δ.Α) Βορειοανατολικής Αττικής στη Θέση Μαύρο Βουνό Γραμματικού.
Κ/Ξ ENVIROPLAN Α.Ε – E.Π.Ε.Μ Α.Ε. – Ι. ΦΡΑΝΤΖΉΣ & ΣΥΝ/ΤΕΣ Ε.Π.Ε
12

Αναφέρεται στην αρίθμηση της σχετικής Μ.Π.Ε

40

Συγκεκριμένα, παραλείπονται να αναφερθούν κρίσιμες πληροφορίες όπως:
α) Οι ακριβείς γεωλογικοί σχηματισμοί που απαντούν στην περιοχή του έργου
β) Στρωματογραφικά δεδομένα (πάχος σχηματισμών στη θέση του Έργου κτλ)
γ) Λιθολογικά χαρακτηριστικά (λεπτομερής λιθολογική περιγραφή των σχηματισμών για τις
ανάγκες του Έργου, βαθμός αποσάθρωσης, βαθμός καρστικοποίησης κτλ).
Συνεπώς, τα δεδομένα που παρέχονται στην «Γεωλογική – Υδρογεωλογικής Μελέτη», η
οποία συντάχθηκε ειδικά για να παρέχει ειδικές πληροφορίες, είναι επι της ουσίας τα ίδια
γενικά συμπεράσματα που αναφέρονται στην Μ.Π.Ε και δεν αποτελούν αξιόπιστο
επιστημονικό δεδομένο. Οι ακριβείς παραλήψεις που υπάρχουν και οι ιδιαίτερες γεωλογικές
πληροφορίες αναπτύσσονται διεξοδικά στο κεφάλαιο 4 της παρούσης.

Παρατήρηση 2
Σελ 10-13: «Τεκτονική, νεοτεκτονική και σεισμικότητα ανατολικής Αττικής»
Σχόλια: Από τη ανάγνωση αυτού του κεφαλαίο και από τα στοιχεία που παραθέτει προκύπτει
σαφώς ότι η περιοχή είναι τεκτονικά ενεργή. Ακριβέστερα ισχύουν τα εξής:
α) Η άμεση περιοχή του Έργου διατρέχεται από ενεργά ρήγματα, τα οποία μάλιστα
παρουσιάζονται και στους σχετικού συνοδούς χάρτες.
β) Σε απόσταση μόλις 1,7 km βρίσκεται η ενεργός ρηξιγενής ζώνη Ωρωπού – Μαρκοπούλου,
η οποία έχει δώσει κατά το παρελθόν σεισμούς, με το τν τελευταίο μεγαλύτερο να
καταγράφεται το 1939
γ) Στη μελέτη αναφέρεται (σελ 13) ότι «…ένα στοιχείο που πρέπει να αναφερθεί για την εν
λόγω περιοχή είναι η σχετικά έντονη γραμμική κατά βάθος διάβρωση στις κοίτες των
χειμάρρων, η οποία είναι αποτέλεσμα έντονων κατακόρυφων κινήσεων κατά το Τεταρτογενές.
Φαίνεται ότι η περιοχή βρίσκεται στο εσωτερικό ενός τεμαχίου το οποίο ανέρχεται». Η
παραπάνω αναφορά είναι σαφής απόδειξη του ότι η άμεση περιοχή του Έργου είναι
τεκτονικά ενεργή και τέτοιες περιοχές αφενός μπορούν να αποτελέσουν σεισμικές εστίες,
αφετέρου μπορούν σε ένα σεισμό να προκαλέσουν περαιτέρω διαρρήξεις, με καταστροφικά
αποτελέσματα π.χ. στη περίπτωση διάρρηξης της μεμβράνης του ΧΥΤΑ.
Παραδόξως, οι συγγραφείς της Μ.Π.Ε, παρόλο που αποδέχονται την τεκτονική
ενεργότητα της περιοχής, δεν αξιολογούν ορθά την σεισμική επικινδυνότητα και

41

παραπέμπουν στο Ελληνικό Αντισεισμικό Κανονισμό (ΕΑΚ , 2000) ο οποίος κάνει
γενικές αναφορές σε κλίμακα μεγέθους ανάλογη της Ελληνικής Επικράτειας.

Παρατήρηση 3
Σελ 18: «Αναγνωριστικοί γεωλογικοί και υδρογεωλογικοί χάρτες»
Σχόλια: Ο χάρτης παρόλο που αναφέρεται ως «Γεωλογικός – Υδρογεωλογικός Χάρτης
Εγγύτερης Περιοχής Του Έργου» δεν παρέχει απολύτως καμία υδρογεωλογική
πληροφορία, πλην της θέσης ορισμένων σημείων υδροληψίας, που αποτελούν μια απλή
καταγραφή υδροσημείων και όχι υδρογεωλογική πληροφορία.

42

Παρατήρηση 4
Σελ 18: «Γενική υδρογεωλογική συμπεριφορά των σχηματισμών»
Σχόλια: Η μελέτη13 την οποία επικαλούνται οι συγγραφείς, προφανώς αναφέρεται γενικά
στους σχηματισμούς που υπάρχουν στην Αττική, χωρίς να αξιολογεί ειδικές περιοχές οι
οποίες έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όπως αναφέρεται και στις παρατηρήσεις του
κεφαλαίου 4 της παρούσης, οι σχιστόλιθοι στη θέση «Μαύρο Βουνό» είναι έντονα
εξαλλοιωμένοι, γεγονός που αλλοιώνει σημαντικά τον αδιαπέρατο τους χαρακτήρα και
πρακτικά του καθίστα ακατάλληλους για τη χωροθέτηση ΧΥΤΑ Το γεγονός της ισχυρής
εξαλλοίωσης, όπως αναφέρεται και στα προηγούμενα κεφάλαια της παρούσης, διαπιστώθηκε
από την ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών, τόσο μακροσκοπικά, όσο και
αναλυτικά μέσω ορυκτολογικών αναλύσεων.

Παρατήρηση 5
Σελ 19-22: «Ευρύτερη περιοχή»
Σχόλια: Τα στοιχεία που παραθέτονται δεν έχουν απολύτως καμία αξία, δεδομένου ότι
αναφέρονται σε γενικές βιβλιογραφικές αναφορές σχηματισμών που στην πλειοψηφία τους
δεν απαντούν στην περιοχή του Έργου.

Παρατήρηση 6
Σελ 22: «Υδρολογικά στοιχεία – Υδρογραφικό δίκτυο»
Σχόλια: Στην παράγραφο 4.3.2 της «Γεωλογικής – Υδρογεωλογικής Μελέτης» αναφέρεται
ότι «…Το όριο της επιφανειακής λεκάνης απορροής η οποία βρίσκεται ανάντη της υπό μελέτη
Ο.Ε.Δ.Α., ουσιαστικά ταυτίζεται με αυτό της υπόγειας, λόγω της σχετικά χαμηλής περατότητας
των γεωλογικών σχηματισμών της περιοχής. Η ανάντη της υπό μελέτη Ο.Ε.Δ.Α επιφανειακή
λεκάνη απορροής ουσιαστικά ταυτίζεται με το άνω όριο της».
Η παραπάνω παράγραφος είναι εντελώς λανθασμένη και ανακριβής. Όπως είναι γνωστό
από της βασικές αρχές της γεωλογίας, η επιφανειακή λεκάνη απορροής δεν μπορεί να
ταυτιστεί με την υπόγεια, καθώς το επιφανειακό ανάγλυφο είναι διαφορετικό από το υπόγειο
ανάγλυφο που διαμορφώνεται από τους αδιαπέρατους σχηματισμούς.
13

Διαχείριση απορριμμάτων ανατολικής Αττικής. Εντοπισμός και αξιολόγηση ΧΥΤΑ (1996).

Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

43

Προφανώς οι συγγραφείς παραβλέπουν τον καρστικό υδροφόρο εντός των υποκείμενων
Τριαδικών μαρμάρων τα οποία υπάρχουν στην περιοχή και αγνοούν της ενδεχόμενη
υδραυλική επικοινωνία με άλλους υδροφόρους και υδροληπτικά Έργα. Η παραπάνω
λανθασμένη εκτίμηση δημιουργεί μια εντελώς στρεβλή εικόνα για τις υδρογεωλογικές
συνθήκες, με άμεσες συνέπειες στην επιλογή της χωροθέτησης της θέσης του ΧΥΤΑ.

Παρατήρηση 7
Σελ 24: «Υδρογεωλογικά χαρακτηριστικά της έκτασης»
Σχόλια: Αναφέρονται τα ίδια εσφαλμένα συμπεράσματα της παραγράφου 4.3.2. Επίσης, το
συμπέρασμα «…δεν αναμένονται σημαντικοί υπόγειοι υδροφόροι σχηματισμοί» είναι
αυθαίρετο καθώς δεν υπάρχουν δεδομένα που να το πιστοποιούν.

Παρατήρηση 8
Σελ 24: «Υπόγειοι υδροφόροι σχηματισμοί και χρήσεις νερού»
Σχόλια: Αναφέρονται τα ίδια εσφαλμένα συμπεράσματα της παραγράφου 4.3.2. Επίσης, το
συμπέρασμα που αναφέρεται στην «Γεωλογική – Υδρογεωλογική Μελέτη» και αναφέρει ότι
«…ακριβώς κάτω από την έκταση της υπό μελέτη Ο.Ε.Δ.Α δεν αναμένεται η παρουσία
υδροφόρων σχηματισμών» είναι ανακριβής, όπως έχει αναπτυχθεί διεξοδικά στις
παρατηρήσεις του κεφαλαίου 4 της παρούσης. Άλλωστε, η ίδια η μελέτη συνεχίζει παρακάτω
και αναφέρει ότι «…στην περιοχή υπάρχουν τα σημεία νερού και οι χρήσεις τους οι οποίες
παρουσιάζονται ως ΠΓ1 και στο σχέδιο Γ-ΒΑ2», συνεπώς δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ένας
αποκομμένος υδροφόρος ορίζοντας, αλλά ένας ενιαίος ευρύτερης έκτασης ο οποίος βρίσκεται
και κάτω από την περιοχή του Έργου σε άγνωστο βάθος.

44

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6Ο
ΣΥΜΒΑΤΌΤΗΤΑ ΤΕΧΝΙΚΏΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΏΝ
ΠΕΡΙΟΧΉΣ, ΣΎΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΧΎΟΥΣΑ
ΝΟΜΟΘΕΣΊΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΩΡΟΘΈΤΗΣΗ ΧΥΤΑ

45

6.

ΣΥΜΒΑΤΌΤΗΤΑ

ΤΕΧΝΙΚΏΝ

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΏΝ

ΠΕΡΙΟΧΉΣ, ΣΎΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΧΎΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΊΑ ΓΙΑ
ΤΗΝ ΧΩΡΟΘΈΤΗΣΗ ΧΥΤΑ

Το παρόν κεφάλαιο επισημαίνει τις παραλείψεις οι οποίες συντελέστηκαν σύμφωνα με την
ισχύουσα νομοθεσία και συγκρίνει τα τεχνικά χαρακτηριστικά της περιοχής με τις απαιτήσεις
που θέτει για την χωροθέτηση ΧΥΤΑ, σύμφωνα με τα νέα αναθεωρημένα δεδομένα που
προέκυψαν από την ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών.
ΦΕΚ 190/Α`/29.9.2009
Για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τη συγκεκριμένη νομοθεσία
(ΦΕΚ 190/Α`/29.9.2009) θα έπρεπε να προβλεφθεί αρχικά από τη ΜΠΕ και από τους
περιβαλλοντικούς όρους του έργου, η καταγραφή των αρχικών περιβαλλοντικών
συνθηκών στα εδάφη και τα υπόγεια νερά της περιοχής του έργου με αντίστοιχες
εδαφογεωχημικές

και

υδρογεωχημικές

μελέτες

ώστε

να

εκτιμηθεί

ενδεχόμενη

περιβαλλοντική υποβάθμισή τους λόγω της λειτουργίας του ΧΥΤΑ στο χώρο του έργου.
Σημειώνεται ότι η ΜΠΕ δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο σχετικά με την ποιότητα του
εδάφους στο χώρο του έργου, καθώς και των ενδεχόμενων περιβαλλοντικών επιπτώσεων στα
εδάφη, απλά περιλαμβάνει μια σειρά βιβλιογραφικών αναφορών γενικού περιεχομένου. Από
παλαιότερες εδαφογεωχημικές έρευνες που έχουν διεξαχθεί στην περιοχή (Κελεπερτζής,
2003)14 αποδεικνύεται ότι η ευρύτερη περιοχή του έργου και της κοινότητας Γραμματικού
χαρακτηρίζεται από κανονικές και ιδιαίτερα χαμηλές συγκεντρώσεις διαβαθμισμένων
περιβαλλοντικά μετάλλων και μεταλλοειδών, ανάλογες με το πετρολογικό υπόβαθρο των
σχιστολίθων Γραμματικού, υποδεικνύοντας μια απολύτως μη ρυπασμένη (καθαρή) περιοχή.
Η λειτουργία ΧΥΤΑ στην επιλεγμένη θέση ενδέχεται να οδηγήσει στην επιβάρυνση των
εδαφών της ευρύτερης περιοχής (ως αλλοίωση του αρχικού γεωχημικού υποβάθρου) κατά
τη φάση λειτουργίας του ΧΥΤΑ.
Ο κύριος μηχανισμός διασποράς της ρύπανσης στα εδάφη της περιοχής θα ειναι οι αιολικές
διεργασίες, οι οποίες δε μπορούν να αποτραπούν κατά το αντιρρυπαντικό σχεδιασμό του
έργου. Η προβλεπόμενη στεγάνωση του ΧΥΤΑ αποβλέπει πρωτίστως στην προστασία των
14

Κελεπερτζής Α. (2003). Υπαίθριες και εργαστηριακές επισημάνσεις σχετικές με την καταλληλότητα

ή μη της θέσης «Μαύρο Βουνό» Γραμματικού ως ΧΥΤΑ. Κρίσεις και σχόλια της μελέτης επιλογής
υποψηφίων ΧΥΤΑ στην ΒΑ Αττική. Τεχνικό Υπόμνημα, Πανεπιστήμιο Αθηνών

46

υπόγειων νερών στην περιοχή του έργου από ενδεχόμενη διαφυγή των στραγγισμάτων και
κατά δεύτερο λόγο στην προστασία του εδάφους / υπεδάφους του έργου. Σημειώνεται πάντως
ότι πρακτικά σε κατασκευαστικό επίπεδο δε μπορεί να αποφευχθεί η αστοχία
στεγάνωσης κατά 100% ενός ΧΥΤΑ λόγω τραυματισμών της γεωμεμβράνης ή αστοχιών
κατά τη συγκόλληση των φύλλων.

47

Η.Π. 29407/3508/2002
Σύμφωνα με τα νέα αναθεωρημένα δεδομένα, αρκετές από τις απαιτήσεις της Η.Π.
29407/3508/2002 σχετικά με την «Μέτρα και Όροι για την Υγειονομική Ταφή
Αποβλήτων» δεν πληρούνται. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα νέα επιστημονικά δεδομένα
που επαναπροσδιορίζουν τα τεχνικά χαρακτηριστικά της περιοχής «Μαύρο Βουνό», δεν
καλύπτονται πολλές από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην Η.Π. 29407/3508/2002
(Παράρτημα Ι – Γενικές απαιτήσεις για όλες τις κατηγορίας ΧΥΤΑ).
Ακριβέστερα, σύμφωνα με το Εδάφιο 1.1 (Απαιτήσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για
τη θέση ΧΥΤΑ), Παράγραφος 1 (Θέση) , Παράρτημα Ι της Η.Π. 29407/3508/2002 δεν
πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α) Από τον κύριο χώρο του ΧΥΤΑ διέρχεται ρέμα σημαντικής περιοδικής ροής.
β) στην περιοχή, όπως καταγράφεται και από τα γειτονικά υδρομαστευτικά έργα υπάρχουν
υπόγεια υδατικά αποθέματα, των οποίων η ποιοτική κατάσταση τίθεται άμεσα σε κίνδυνο
γ) Οι γεωλογικοί σχηματισμοί του υποβάθρου (σχιστόλιθοι) δεν παρέχουν την απαιτούμενη
στεγανότητα, καθώς οι φυσικές διεργασίες του έχουν καταστήσει ημιπερατούς και κατά
τόπους περατούς.
δ) Στην κοντινή περιοχή του Έργου (1,8 km) υπάρχουν παράκτια ύδατα (Ευβοϊκός κόλπος),
τα οποία θέτονται άμεσα σε κίνδυνο από τη λειτουργία του ΧΥΤΑ
ε) Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να στοιχειοθετούν την έλλειψη υδραυλικής
επικοινωνίας της λεκάνης του ΧΥΤΑ, με άλλων παρακειμένων υπολεκανών από τις
οποίες υδρεύονται οικισμοί. Αντιθέτως, η πιθανότητα υδραυλικής επικοινωνίας είναι
αυξημένη με άμεσα αποτελέσματα στην ποιοτική κατάσταση των υδάτων και στην υγεία
του τοπικού πληθυσμού αλλά ενδεχομένως και του ευρύτερου.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω και το όσα θέτει ως απαίτηση το Εδάφιο 1.2
(Παράγραφος 1, Παράρτημα Ι της Η.Π. 29407/3508/2002), με βάση τα χαρακτηριστικά της
περιοχής η θέση «Μαύρο Βουνό» δεν πρέπει να εγκριθεί για τη χωροθέτηση ΧΥΤΑ,
καθώς συνιστά ενδεχόμενο σοβαρό κίνδυνο για το περιβάλλον και τον τοπικό πληθυσμό.

48

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7Ο
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

49

7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν διεξοδικά στις προηγούμενες παραγράφους, η
εγκεκριμένη Μ.Π.Ε. παρουσιάζει πληθώρα ανακριβειών, παραλείψεων και επιστημονικών
σφαλμάτων. Τα επιστημονικά σφάλματα, επηρεάζουν σαφώς την ορθότητα της επιλογής της
θέσης «Μαύρο Βουνό» ως κατάλληλη για τη χωροθέτηση ΧΥΤΑ. Τα σφάλματα τα οποία
καταγράφηκαν αναφέρονται σε κρίσιμες παραμέτρους, όπως τα γεωλογικά, υδρολογικά και
υδρογεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής, αλλά και στις επιμέρους και αθροιστικές
περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η δε προσέγγιση και κατ’ επέκταση εκτίμηση των παραπάνω
κρίσιμων παραμέτρων, έχει πραγματοποιηθεί μέσω γενικών βιβλιογραφικών αναφορών και
αυθαίρετων θεωρήσεων, χωρίς να υπάρχουν τα απαραίτητα επιστημονικά δεδομένα από
πρωτογενείς εργασίες πεδίου, ως θα όφειλαν λόγω της σπουδαιότητας του Έργου.
Η επισυναπτόμενη «Γεωλογική – Υδρογεωλογική Μελέτη» που αποτελεί Παράρτημα της
εγκεκριμένης Μ.Π.Ε., περιέχει επίσης εσφαλμένα και ανακριβή συμπεράσματα που
δημιουργούν μια στρεβλή εικόνα των γεωλογικών και υδρογεωλογικών χαρακτηριστικών, με
άμεση συνέπεια την λανθασμένη και επιστημονικά μη αποδεκτή επιλογή της εν λόγω
θέσης για χωροθέτηση ΧΥΤΑ. Επι της ουσίας δεν προσφέρει σχεδόν κανένα νέο δεδομένο
με τα όσα ελλιπή αναγράφονται στις σχετικές παραγράφους της Μ.Π.Ε. Τα επιστημονικά
σφάλματα, επηρεάζουν σαφώς την ορθότητα της επιλογής της θέσης «Μαύρο Βουνό» ως
κατάλληλη για τη χωροθέτηση ΧΥΤΑ.
Συνεπώς, αναλογιζομένης της σπουδαιότητας του έργου, τόσο η εγκεκριμένη Μ.Π.Ε όσο
και η εγκεκριμένη «Γεωλογική – Υδρογεωλογική Μελέτη» είναι ανεπαρκείς και
εσφαλμένες και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει επαρκώς την
υλοποίηση του εν λόγο Έργου. Δεδομένων των πολύ σοβαρών επιπτώσεων που ενδέχεται
να έχει το Έργο σε άλλα υδρολογικά συστήματα (π.χ. υδρολογικό σύστημα λίμνης
Μαραθώνα, Ευβοϊκός κόλπος) είναι επιτακτική ανάγκη να διενεργηθούν λεπτομερείς
υδρογεωλογικές έρευνες με πρωτογενή δεδομένα, τα οποία και απουσιάζουν παντελώς από
την ΜΠΕ. Αντίθετα, στην ΜΠΕ και στην Ειδική Γεωλογική και «Υδρογεωλογική Μελέτη»
παρουσιάζονται γενικές βιβλιογραφικές αναφορές με μειωμένη αξιοπιστία. Κατ’ επέκταση,
τα γεωλογικά και υδρογεωλογικά κριτήρια στα οποία στηρίζεται η Τεχνική Έκθεση
χωροθέτησης ΧΥΤΑ, για την αξιολόγηση των υποψηφίων θέσεων χωροθέτησης ΧΥΤΑ, θα
πρέπει να επανεξετασθούν και να επαναξιολογηθούν σύμφωνα με τα νέα δεδομένα

50

Για την Ερευνητική Ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δρ. Α. Κελεπερτζής
Καθηγητής Γεωχημείας & Εφαρμοσμένης Γεωχημείας
Δρ. Γεωλόγος – Υδρογεωλόγος
Δρ. Γεωχημικός

51

52

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ

53

Σχήμα 4: Θέσεις λήψης φωτογραφιών

54

Εικόνα 1: Πανοραμική άποψη της θέσης του υποψήφιου ΧΥΤΑ. Διακρίνεται ο
διαμορφωμένος χώρος της λεκάνης απορροής και η θάλασσα σε κοντινή απόσταση

55

Εικόνα 2: Εξαλλοιωμένος σχιστόλιθος

56

Εικόνα 3: Εξαλλοιωμένος σχιστολιθικός σχηματισμός με ενστρώσεις μαρμάρου

57

Εικόνα 4: Αρχαιολογικά ευρήματα (τάφοι) στο κεντρικό χώρο του ΧΥΤΑ

58

Εικόνα 5: Το κύριο ρέμα που διατρέχει το χώρο του ΧΥΤΑ και καταλήγει στον Ευβοϊκό
κόλπο

59

Εικόνα 6: Το κύριο ρέμα που διατρέχει το χώρο του ΧΥΤΑ

60

Εικόνα 7: Το κύριο ρέμα που διατρέχει το χώρο του ΧΥΤΑ και τα υποκείμενα Τριαδικά
μάρμαρα

61

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΟΛΙΚΟΥ
ΠΕΤΡΩΜΑΤΟΣ

62

Σχήμα 5: Ακτινογράφημα δείγματος G1

63

Σχήμα 6: Ακτινογράφημα δείγματος G2

64

Σχήμα 7: Ακτινογράφημα δείγματος G3

65

Σχήμα 8: Ακτινογράφημα δείγματος G4

66

Σχήμα 9: Ακτινογράφημα δείγματος G5

67

68