τα δεντρα της ελλαδας

Στην Ελλάδα, λόγω του πολύμορφου ανάγλυφου
(οροσειρές, βουνά, οροπέδια, πεδιάδες κ.λπ.) έχουμε
μεγάλη ποικιλία φυτών, δηλαδή πλούσια χλωρίδα.

Ταυτόχρονα το ανάγλυφο αυτό δημιουργεί διαφορετικά
υψόμετρα σε όσες περιοχές του τόπου μας
παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στις βροχοπτώσεις και
στη θερμοκρασία. Αυτές οι διαφορετικές τοπικές
συνθήκες συμβάλλουν στη μικρή ή μεγάλη ανάπτυξη των
φυτών της περιοχής.

Η οροσειρά της Πίνδου παίζει καθοριστικό ρόλο στη βλάστηση στην κεντρική Ελλάδα

Δηλαδή δημιουργούν πλούσια ή φτωχή βλάστηση στην
περιοχή.Όπως αναφέραμε, το διαφορετικό ανάγλυφο
διαμορφώνει ειδικές τοπικές συνθήκες, οι οποίες
καθορίζουν το είδος της βλάστησης που μπορεί να
αναπτυχθεί σε μια περιοχή.

Τα διαφορετικά είδη βλάστησης, τα οποία παρατηρούνται
στη χώρα μας, σχηματίζουν τις εξής ζώνες βλάστησης:
Η μεσογειακή ζώνη βλάστησης (μακία)

Η ζώνη αυτή εκτείνεται κατά μήκος των ακτών της
Ελλάδας και στα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου
Πελάγους.
Στις περιοχές αυτές υπάρχουν φρύγανα (αγκαθωτοί
ημίθαμνοι), θυμάρι, χαλέπι, πουρνάρια κ.λπ. και το
υψόμετρο φθάνει περίπου μέχρι 600 μ.

Η μακία

Παραμεσογειακή ζώνη βλάστησης
Ως συνέχεια της προηγούμενης ζώνης συναντάμε την
παραμεσογειακή ζώνη, στην οποία κυριαρχούν τα
φυλλοβόλα πλατύφυλλα δάση. Η ζώνη αυτή εκτείνεται
στις περιοχές που έχουν υψόμετρο από 600 μ. έως 1200
μ.

Παραμεσογειακή ζώνη βλάστησης

Ζώνη ψυχρόβιων κωνοφόρων
Η ζώνη αυτή βρίσκεται στα υψηλά όρη της Βόρειας
Ελλάδας σε υψόμετρο μεγαλύτερο από 800 μ. και
αποτελείται από ψυχρόβια κωνοφόρα δέντρα. Εδώ
συναντάμε δάση της δασικής πεύκης, της ερυθρελάτης
και της λευκής ελάτης.

Ζώνη ψυχρόβιων κωνοφόρων

Ζώνη δασών οξυάς – ελάτης και κωνοφόρων
(ορεινή,
υπαλπική)
Η ζώνη αυτή εκτείνεται στις ορεινές περιοχές τις Στερεάς

Ελλάδας, της Πελοποννήσου, καθώς και της κεντρικής και
βόρειας Ελλάδας. Σ' αυτήν συναντάμε κυρίως την
καστανιά, την ελάτη και την οξιά, οι οποίες σχηματίζουν
μικτά ή απλά δάση. Το υψόμετρο εδώ ανέρχεται έως 1.700
— 1.800 μ.

Ορεινή, υπαλπική ζώνη βλάστησης

Ζώνη υψηλών ορέων (αλπική)
Τη συναντάμε στα υψηλά όρη της χώρας μας και σε
υψόμετρα από 1.700 έως 2.900 μ. Αποτελείται από ποώδη
κυρίως βλάστηση, με διάσπαρτους μικρούς θάμνους,
όπως η ξεραγκαθιά και πολλά είδη από πανέμορφα
αγριολούλουδα.

Αλπική ζώνη βλάστησης

Αγριελιά Olea europaea, sylvestris
Ανήκει στην οικογένεια Oleaceae και είναι αειθαλής αγκαθωτός θάμνος. Έχει
φύλλα αντίθετα, δερματώδη, με σκούρα άνω και γκρίζα κάτω επιφάνεια. Τα άνθη
είναι μικρά, λευκά, με συμπέταλη τετράλοβη στεφάνη και διατάσσονται σε
πλευρικές ομάδες. Ο καρπός (δρύπη) είναι ωοειδής ή σφαιρικός, αρχικά πράσινος,
αργότερα μαύρος. Η ελιά είναι η καλλιεργούμενη ποικιλία (var. Europaea) του
ιδίου είδους.
Η αγριελιά είναι ένα από τα κυρίαρχα φυτά των μεσογειακών θαμνώνων. Είναι
μεσογειακό φυτό, διαδεδομένο στις παράκτιες περιοχές της Ελλάδας.
Στη Μάνη ονομάζεται αγιριολαία. Συνηθησμένες είναι οι φράσεις «εγίνη ή τον
έκαμε αγιριολαία», δηλαδή έξω φρενών.

Ακακία. Είδος φυτού της οικογένειας των Μιμοσιδών, που περιλαμβάνει θάμνους ή τροπικά και
υποτροπικά δένδρα, με χαρακτηριστικά είδη στην Αυστραλιανή και Αφρικανική σαβάνα. Από τις
ακακίες παίρνουμε ξύλο, αραβικό κόμμι και τανίνη. Αρκετές καλλιεργούνται για διακοσμητικούς
λόγους.

Αμυγδαλιά
Καρποφόρο δέντρο της οικογένειας των ροδιδών (δικότυλο). Προέρχεται από την
Μικρά Ασία και θεωρείται τυπικό μεσογειακό δέντρο και διαδόθηκε στις χώρες της
Μεσογείου από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους.
Τα άνθη της είναι εντυπωσιακά, άσπρα με ευχάριστη οσμή και με πέταλα ελαφρά
ρόδινα. Τα πέταλά της έχουν μικρό μίσκο και σχήμα λόγχης. Το εξωκάρπιο του
καρπού της είναι γκριζοπράσινο σκεπασμένο με λεπτό χνούδι και περιέχει ένα ή
δύο σπέρματα κλεισμένα σε ξυλώδες κέλυφος με πολλές μικρές τρύπες. Τα
σπέρματα είναι άσπρα και έχουν γεύση γλυκειά ή πικρή ανάλογα με την ποικιλία.
Τα γλυκά αμύγδαλα χρησιμοποιούνται σαν ξηροί καρποί, στην ζαχα

Ήμερη βελανιδιά
Δέντρο (Quercus robur = Quercus pedunculata) της οικογένειας των
Κυπελλοφόρων. Ο φλοιός του είναι πλούσιος σε τανίνη, ουσία που χρησιμοποιείται
στη βυρσοδεψία. Είναι ένα από τα πιο γνωστά φυλλόδεντρα, με ξύλο άριστης
ποιότητας. Το πολύτιμο ξύλο της αποτελεί ένα από τα καλύτερα υλικά για την
επιπλοποιία και τον οικοδομικό τομέα.
Ήταν το ιερό δέντρο των αρχαίων Ελλήνων. Τα κλαδιά του θρόιζαν στους
χρησμούς στο Μαντείο της Δωδώνης. Σε ώρες ανάγκης οι καρποί της χρησίμευαν
ακόμη και για τροφή. Τα «κύπελλα» των βελανιδιών της για εκατοντάδες χρόνια
ήταν το απαραίτητο υλικό για την επεξεργασία των δερμάτων.
H «ήμερη βελανιδιά» φυτρώνει σε χαμηλά σημεία γιατί δεν αντέχει τις παγωνιές Σήμερα βρίσκεται
«υπό διωγμό» και υλοτομείται ανελέητα, αφού τα άλλοτε πολύτιμα βελανίδια της δεν έχουν καμία
αξία.
Κεφαλληνιακή Ελάτη: Κωνοφόρο δέντρο ευρύτατα διαδεδομένο στις εύκρατες
και ψυχρές χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Β. Αμερικής.
Το πιο γνωστό και διαδεδομένο έλατο στην Ελλάδα είναι η ελάτη η κεφαλληνιακή.
Είναι ελληνικό είδος, ενδημικό της χώρας και μοναδικό στον κόσμο. Φτάνει σε
ύψος τα 20 μ. και φύεται σ’ όλα τα ελληνικά βουνά, σε ύψος 800 έως 1.800 μ.
Φύεται σε γόνιμα βαθιά εδάφη από 800-1800μ. πάνω από τη θάλασσα και σε κλίμα
σχετικά γλυκό. Ανθίζει Μάιο με Ιούνιο, έχει ύψος 15-25μ., είναι ευθύκορμη με
διακλαδώσεις και σχήμα πυραμιδοειδή.
Είναι κομψότατο δέντρο που φυτεύεται ως καλλωπιστικό σε πάρκα και
δεντροστοιχίες. Η ρητίνη του, γνωστή ως ελατόπισσα, χρησιμοποιείται από την
πρακτική ιατρική ως φάρμακο. Το ξύλο του διατηρείται πάρα πολύ και το μεταχειρίζονται συχνά σε
οικοδομικές και ναυπηγικές κατασκευές.
Στις μέρες μας το γνωρίζουμε σαν το ιδανικότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το έλατο ονομαζόταν
από τους αρχαίους Έλληνες Πίτυς όπως και το πεύκο, και ήταν το ιερό δέντρο του θεού Πάνα.
Αυτός είχε κάποτε ερωτευθεί την νύμφη Πίτυ που άρεσε και στον Βοριά. Η Πίτυς προτίμησε τον

Πάνα που έκανε λιγότερο θόρυβο, κι ο Βοριάς για να την εκδικηθεί την φύσηξε και την γκρέμισε
κάτω από ένα βράχο. Εκεί την βρήκε ξεψυχισμένη ο Πάνας και την μεταμόρφωσε στο ιερό του
δέντρο έλατο. Από τότε η νύμφη έκλαιγε κάθε φορά που φυσούσε ο βοριάς και τα δάκρυά της είναι
οι σταγόνες ρετσινιού που στάζουν κάθε φθινόπωρο από τα κουκουνάρια του έλατου.
Στο Ταΰγετο το τελευταίο έλατο προς τη δυτική πλευρά βρίσκεται σε ύψος 1802μ. Βρίσκεται στη
βάση ενός μεγάλου βράχου, αφού αγαπά τη σκιά και για να φυτρώσει χρειάζεται τη σκιά μεγάλων
δέντρων. Aν ένα ελατοδάσος καεί και απογυμνωθεί, είναι πολύ δύσκολο να ξαναγίνει σε γυμνές
πλαγιές που τις «χτυπά» ο καυτός ήλιος, όπως τις ψηλές κορφές του Ταϋγέτου. Τα τελευταία εκατό
χρόνια τα ελατοδάση της κεφαλληνιακής ελάτης στην Ελλάδα, έχουν υποστεί μεγάλη
κακομεταχείριση, λόγω της βόσκησης, των πυρκαγιών και της μεγάλης ξηρασίας που παρατηρείται
τα τελευταία χρόνια. Τα ελατοδάση της Νοτίου Ελλάδος αποτελούν ειδικό τύπο βιοτόπων, γι' αυτό
θα έπρεπε να προστατεύονται.
Άλλα γνωστά είδη του είναι δύο: η ελάτη η κτενοειδής και η πικέα η υψικάρηνη. Η ελάτη η
κτενοειδής έχει ύψος 40-50 μ., σκουροπράσινη κόμη και διακλαδίζεται οριζόντια. Τα φύλλα της
είναι κοντά και σκληρά, διατεταγμένα σε δύο σειρές στα πλευρά των κλαδιών. Η ξυλεία της είναι
μαλακή και πολύ ανθεκτική. Στην Ελλάδα φύεται στη βόρεια Μακεδονία. Η πικέα η υψικάρηνη έχει
ψηλό κορμό και βαρύ ξύλο. Τα φύλλα της είναι κοντά και λεία, οι κώνοι κρεμαστοί και η κόμη
σκουροπράσινη. Στην Ελλάδα φύεται στη Ροδόπη σε υψόμετρο 2.500 μ. Το ξύλο της
χρησιμοποιείται στην κατασκευή παιχνιδιών και μουσικών οργάνων.

Ελιά
Το πολύτιμο είδος υπάρχει σε άγρια ποικιλία στις παραμεσογειακές περιοχές. H
μακραίωνη παρουσία της καλλιεργούμενης ποικιλίας στον ίδιο χώρο έχει
δημιουργήσει ένα πολύτιμο περιβάλλον στο οποίο έχουν προσαρμοστεί
εκατοντάδες οργανισμοί. Eίναι δέντρο που δίνει καρπούς έως τα βαθιά «γεράματα»
και ως εκ τούτου στους γέρικους κορμούς με τα αλλόκοτα σχήματα αναζητούν
καταφύγιο ένα σωρό οργανισμοί που τρυπώνουν στις αναρίθμητες σχισμές. Πουλιά, όπως οι
παπαδίτσες γεννούν στις κουφάλες ή αναζητούν τροφή στον κορμό, όπως οι Δενδροβάτες. Tο
χειμώνα κυρίως, ένα μέρος της παραγωγής τους κλέβουν οι τσίχλες, τα ψαρόνια και άλλα πουλιά

Ευκάλυπτος Eucalyptus
Γένος των φυτών των μυρτοειδών. Καλλωπιστικά δέντρα, μεγάλων διαστάσεων,
καταγόμενα από την Αυστραλία που ήρθαν στην Ευρώπη στις αρχές του 19ου
αιώνα. Στην Ελλάδα το πρώτο δένδρο φυτεύτηκε στο βοτανικό κήπο Αθηνών το
1864 και στη συνέχεια διαδόθηκε σε όλο το κράτος λόγω των εξυγιαντικών του
ιδιοτήτων.
Τα άνθη του είναι λευκά, αρωματισμένα.Τα φύλλα των καινούριων κλαδιών είναι
πράσινα ωχρά και των παλιών κλαδιών γκριζο-πράσινα. Χρησιμοποιούνται για την
παρασκευή αφεψήματος με αντιπυρετικές ιδιότητες αλλά και για αρωματικά

λουτρά. Η χρήση του, είτε ως αφεψήματος, είτε ως αιθέριου ελαίου, είναι κυρίως αντισηπτική,
μικροβιοκτόνα, απολυμαντική και βοηθητική για το αναπνευστικό σύστημα.

Αγριόκεδρο Juniperus communis
Ανήκει στην οικογένεια Cupressaceae και είναι αειθαλής δίοικος
θάμνος ή μικρό δέντρο ύψους μέχρι 12 μ. με πυραμιδοειδή κόμη
που φτάνει ως το έδαφος. Τα φύλλα του είναι μυτερές βελόνες και
εκφύονται ανά τρία, σε σπονδύλους. Έχει άνθη μικρά με
καφεκόκκινους καρπούς και φυτρώνει σε άγονα εδάφη, σε μέσα
και μεγάλα υψόμετρα.
Εκτός Ελλάδας τα δέντρα είναι αειθαλή, μεγάλων διαστάσεων,
διαδεδομένα κυρίως στη Συρία, στα Ιμαλάια, στον Άτλαντα και
στην Κύπρο. Xρησιμοποιούνται κυρίως ως διακοσμητικά φυτά ο
κέδρος του Λιβάνου και ο κέδρος του Άτλαντα. Από το ξύλο του
βγαίνει ένα είδος λαδιού με φαρμακευτικές ιδιότητες για τις δερματοπάθειες.

Κουτσουπιά Cersis siliquastrum
Ανήκει στην οικογένεια Leguminosae (Caesalpiniaceae) και είναι θάμνος ή μικρό
δέντρο ύψους μέχρι 10 μ. Έχει φύλλα εναλλασσόμενα, κυκλικά - νεφροειδή, με
μακρύ μίσχο. Τα άνθη εκφύονται σε ομάδες κατευθείαν από τα κλαδιά ή και το
βλαστό. Έχουν ροδόχρωμη, ζυγόμορφή, ψυχόμορφη στεφάνη. Ο καρπός
(χέδρωπας) είναι κοκκινοκαστανός, πεπιεσμένος. Βρίσκεται σε θαμνώνες, σε
χαμηλά και μέσα υψόμετρα. Είναι είδος της Α Μεσογείου, το οποίο εξαπλώνεται σε ολόκληρη την
ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά του Β Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους. Καλλιεργείται ως
καλλωπιστικό

Μαυρόπευκο. Η Μαύρη πεύκη αναδύεται σε συστάδες μέσα στα δάση
του Ταϋγέτου, ανάμεσα στη Κεφαλληνιακή ελάτη και στα πεύκα,
συμφιλιωμένο με τις παραξενιές των κυρίαρχων πετρωμάτων της
ορεινής περιοχής. Κάποια δένδρα ξεπερνούν τα 30 μέτρα ύψος και η
διάμετρός τους το 1 και το 1,5 μέτρο.
Πεύκο. Κοινή ονομασία των κωνοφόρων δέντρων που ανήκουν στο
γένος “Pinus”. Εμφανίστηκε κατά τη Λινθρακοφόρο και υπάρχουν 90
περίπου είδη. Είναι δέντρα ψηλά, αειθαλή. Από το ξύλο τους παράγεται
ρητίνη από την απόσταξη της οποίας εξάγεται τερεβινθίνη και σαν
υπόλειμμα κολοφώνιο. Από την απόσταξη του ξύλου εξάγεται κατράμι. Το ξύλο του
μαυρόπευκου βαρύ και ανθεκτικό είναι κατάλληλο για πολλές χρήσεις, κυρίως στην
οικοδομική, την επιπλοποιία και την κατασκευή στύλων.
Το δέντρο (Pinus mugo) της οικογενείας των Πευκιδών, συναντάται στις ορεινές ζώνες
από τα 1200 έως τα 2700 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Είναι το πιο μικρό
από τα ευρωπαϊκά πεύκα.

Χρυσόξυλο (ρους ο κότινος - Cotinus coggygria)
Ανήκει στην οικογένεια των Ανακαρδιωδών (Anacardiaceae) και
είναι φυλλοβόλος θάμνος, ύψους 2-3 μ. Το ξύλο του είναι
χρυσοπράσινο εσωτερικά. Έχει φύλλα εναλλασσόμενα, ωοειδή ως
αντωοειδή, μήκους έως 8 εκ., με μακρύ μίσχο (2-4 εκ.). Σε νεαρή
ηλικία και το φθινόπωρο, πριν πέσουν, έχουν βαθυκόκκινο
χρώμα. Τα άνθη είναι μικρά, με λευκή στεφάνη και διατάσσονται
σε όρθιες φόβες μήκους 15-20 εκ. Απαντάται σε θαμνώνες χαμηλών και μέσων
υψομέτρων. Είναι είδος της Κ και Ν Ευρώπης και της Δ Ασίας, κοινό στην Ελλάδα.
Στη Μάνη το βρήκαμε στο φαράγγι του Βυρού, πάνω από τους παλιούς
νερόμυλους προς τη πλευρά του Εξωχωρίου, στη Μηλιά, στη Κελεφά, στο Λυγερέα
κλπ

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful