Οι Οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και

92/13/ΕΟΚ
Κωδικοποίηση μετά τις
τροποποιήσεις της Οδηγίας
2007/66/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
για την τροποποίηση των Οδηγιών
89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ
Παναγιώτης Σκουρής

Δικηγορική εταιρία Σκουρής Τροβά και Συνεργάτες

Τεκμήρια
Αθήνα
Ιανουάριος 2008

1. Εισαγωγή............................................................................... 3
2. Η Πρόταση της Επιτροπής..................................................... 5
3. Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής
Επιτροπής................................................................................ 34
4. Η Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών .............. 48
5. Οι αιτιολογικές σκέψεις της νέας Οδηγίας 2007/66/ΕΚ ...... 53
5. Η Οδηγία 89/665/ΕΟΚ μετά την τροποποίησή της από την
Οδηγία 66/2007/ΕΚ................................................................. 61
6. Η Οδηγία 92/13/ΕΟΚ μετά την τροποποίησή της από την
Οδηγία 66/2007ΕΚ................................................................ 103
7. Μεταφορά της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, αποδέκτες και
έναρξη ισχύος (άρθρα 3-5- Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)................. 143

2

1. Εισαγωγή
Με αφορμή τη δημοσίευση της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ της 11ης Δεκεμβρίου
2007 για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του
Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των
διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης των δημόσιων
συμβάσεων κρίναμε σκόπιμο να προχωρήσουμε σε μία κωδικοποίηση των
λεγόμενων δικονομικών οδηγιών.
Όπως φαίνεται και από τον τίτλο της νέας οδηγίας η μεγάλη βαρύτητα
δίδεται στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των προσφυγών που τούτες
προβλέπουν. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι στο διάλογο και τη
διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους που προηγήθηκε, η κυριότερη
διαπίστωση ήταν ότι οι μηχανισμοί προσφυγής που προέβλεπαν τα κράτη
μέλη εμφάνισαν ορισμένες αδυναμίες.
Στην παρούσα μελέτη παρατίθεται το σύνολο των στοιχείων που
ελήφθησαν υπόψη προκειμένου να εκδοθεί η συγκεκριμένη οδηγία, τα
οποία είναι με τη σειρά παρουσίασής τους η πρόταση οδηγίας της
Επιτροπής, η Γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής
Επιτροπής, η Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών. Στη συνέχεια
ακολουθούν οι αιτιολογικές σκέψεις της νέας οδηγίας. Πιστεύουμε ότι τα
στοιχεία αυτά είναι εξαιρετικά χρήσιμα για να προσεγγίσει κανείς τις
δικονομικές οδηγίες στη νέα τους μορφή, δεδομένου ότι καθιστούν

3

απολύτως σαφείς τους λόγους, για τους οποίους ήταν απαραίτητες οι
συγκεκριμένες αλλαγές.
Αμέσως μετά από τα ανωτέρω παρατίθενται οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και
92/13/ΕΟΚ στη νέα τους πλέον μορφή. Αμέσως μετά τις τροποποιηθείσες
διατάξεις ακολουθεί το άρθρο στην προηγούμενη του μορφή, ώστε να είναι
δυνατή και η συγκριτική προσέγγιση. Στα άρθρα, όπου τροποποιούνται
μόνο ορισμένες παράγραφοι, η μεταβολή επισημαίνεται με έντονα
γράμματα (bold).
Η παρουσίαση ολοκληρώνεται με τις διατάξεις που σχετίζονται με τη
μεταφορά της νέας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο την έναρξη ισχύος και τους
αποδέκτες της.
Ελπίζουμε το παρόν, το οποίο εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθειά μας
να παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο χώρο αυτό, να αποδειχθεί χρήσιμο.
Αθήνα, Ιανουάριος 2008
Παναγιώτης Σκουρής

4

2. Η Πρόταση της Επιτροπής
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
Βρυξέλλες, 4.5.2006
COM(2006) 195 τελικό
2006/0066 (COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του
Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των
διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων

(υποβάλλεται από την Επιτροπή)

{SEC(2006) 557}

5

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1. Πλαίσιο της πρότασης
· Λόγοι υποβολής και στόχοι της πρότασης
Οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ συντονίζουν τις εθνικές διατάξεις που
αφορούν τις διαδικασίες προσφυγής οι οποίες ακολουθούνται σε περίπτωση
παραβίασης των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις. Ωστόσο, επειδή δεν
υπάρχουν συντονισμένοι κανόνες όσον αφορά τις προθεσμίες που εφαρμόζονται
για τις προσφυγές που ασκούνται πριν από τη σύναψη της σύμβασης, στα
περισσότερα κράτη μέλη έχουν διατηρηθεί εθνικοί μηχανισμοί που δεν
επιτρέπουν να εμποδίζεται σε εύθετο χρόνο η υπογραφή των συμβάσεων των
οποίων αμφισβητείται η ανάθεση. Όμως, η υπογραφή της σχετικής σύμβασης
έχει σχεδόν πάντα ως αποτέλεσμα το να καθίστανται αμετάκλητα τα
αποτελέσματα της αμφισβητούμενης απόφασης για ανάθεση. Η κατάσταση αυτή
είναι ακόμη πιο ανησυχητική όταν το ζήτημα είναι να αποτραπούν οι συμβάσεις
που συνάπτονται παράνομα με απευθείας ανάθεση· δηλαδή συμβάσεις που
συνάπτονται παράνομα χωρίς προηγούμενη διαδικασία δημοσιοποίησης και
διαγωνισμού.
Στόχος της πρότασης οδηγίας για τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και
92/13/ΕΟΚ (των οδηγιών προσφυγής) είναι να ενθαρρυνθούν περισσότερο οι
κοινοτικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν προσφορές σε οποιοδήποτε κράτος
μέλος της Ένωσης, παρέχοντάς τους τη διαβεβαίωση ότι θα δύνανται, εφόσον
παραστεί ανάγκη, να ασκούν αποτελεσματικές προσφυγές στην περίπτωση που
θίγονται τα συμφέροντά τους στο πλαίσιο διαδικασιών ανάθεσης δημόσιων
συμβάσεων. Η αυξανόμενη αποτελεσματικότητα προσφυγών που ασκούνται
πριν από τη σύναψη της σύμβασης θα παροτρύνει τις αναθέτουσες αρχές να
εφαρμόζουν καλύτερες διαδικασίες δημοσιοποίησης και διαγωνισμού, προς
όφελος όλων των ενδιαφερομένων.
· Γενικό πλαίσιο
Οι οδηγίες για τις προσφυγές κάνουν διάκριση ανάμεσα στις προσφυγές που
ασκούνται πριν από τη σύναψη της σύμβασης, οι οποίες αποσκοπούν κυρίως στη
διόρθωση, σε εύθετο χρόνο, των παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου όσον
αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, ενώ οι προσφυγές που ασκούνται μετά τη σύναψη
της σύμβασης περιορίζονται γενικά στην καταβολή αποζημιώσεων και τόκων.
Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες προθεσμίες και συγκεκριμένες
πρόνοιες που να επιτρέπουν την αναστολή, σε εύθετο χρόνο, της υπογραφής μιας
σύμβασης της οποίας αμφισβητείται η ανάθεση, η αποτελεσματικότητα των
προσφυγών που ασκούνται πριν από τη σύναψη της σύμβασης διαφέρει
σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Εξάλλου, σε περίπτωση
παράνομης σύναψης μιας σύμβασης με απευθείας ανάθεση, οι θιγόμενες
επιχειρήσεις διαθέτουν στην πράξη μόνο τη δυνατότητα να ασκούν προσφυγές
για αποζημιώσεις και τόκους, οι οποίες όμως δεν επιτρέπουν την διεξαγωγή νέας
διαδικασίας διαγωνισμού όσον αφορά τη σύμβαση που έχει συναφθεί παράνομα.
Εξάλλου, αυτές οι προσφυγές για αποζημιώσεις και τόκους έχουν ελάχιστο
αποτρεπτικό αποτέλεσμα για τις αναθέτουσες αρχές, κυρίως επειδή οι
επιχειρήσεις που θεωρούν ότι θίγονται πρέπει να αποδείξουν ότι είχαν σοβαρές
πιθανότητες να αναλάβουν τη σύμβαση. Έτσι, αν και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
έχει χαρακτηρίσει την παράνομη σύναψη συμβάσεων με απευθείας ανάθεση ως
«την πιο σημαντική παραβίαση του κοινοτικού δικαίου στον τομέα των δημοσίων
συμβάσεων» (Stadt Halle, υπόθεση C-26/03, παράγραφος 37), οι ισχύουσες
6

οδηγίες για τις προσφυγές δεν επιτρέπουν την αποτελεσματική πρόληψη ή τη
διόρθωση των συνεπειών αυτών των παράνομων ενεργειών.
Αν δεν υπάρξουν νομοθετικές ρυθμίσεις σε κοινοτικό επίπεδο, θα διατηρηθούν ή
ακόμη και θα επιδεινωθούν οι πολύ ανόμοιες καταστάσεις, οι οποίες επικρατούν
μεταξύ των κρατών μελών, όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των
προσφυγών που μπορούν να ασκούν οι επιχειρήσεις. Θα συνεχίσουν να
υφίστανται καταστάσεις ανασφάλειας δικαίου και σοβαρές ή επαναλαμβανόμενες
παραβιάσεις των οδηγιών των σχετικών με τις δημόσιες συμβάσεις. |
· Υφιστάμενες διατάξεις στον τομέα που αφορά η πρόταση
Η παρούσα πρόταση οδηγίας τροποποιεί τις δύο οδηγίες σχετικά με τις
προσφυγές στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων: i) την οδηγία 89/665/ΕΟΚ η
οποία εφαρμόζεται κυρίως στις συμβάσεις έργων, παροχής υπηρεσιών και
προμηθειών που συνάπτονται από τις αναθέτουσες αρχές, οι οποίες πλέον
καλύπτονται από την οδηγία 2004/18/EK·ii) την οδηγία 92/13/EOK που
εφαρμόζεται στις συμβάσεις των αναθετόντων φορέων που δραστηριοποιούνται
στους τομείς των υδάτων, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομείων,
που τώρα πλέον καλύπτονται από την οδηγία 2004/17/ΕΚ (προσφυγές στους
λεγόμενους «ειδικούς» τομείς).
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εισαγάγουν συντονισμένους κανόνες που
αποσκοπούν στην αποσαφήνιση και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των
διατάξεων που ισχύουν όσον αφορά τις προσφυγές που ασκούνται πριν από τη
σύναψη της σύμβασης στο πλαίσιο επίσημων διαδικασιών ανάθεσης σύμβασης ή
συμβάσεων που συνάπτονται με απευθείας ανάθεση. Οι άλλες προτεινόμενες
τροποποιήσεις αποσκοπούν, αφενός, στον επαναπροσανατολισμό των
διορθωτικών μέτρων που μπορεί να εφαρμόσει η Επιτροπή σε περιπτώσεις
σοβαρών παραβάσεων και, αφετέρου, στην κατάργηση δύο μηχανισμών
(βεβαίωση των αναθετουσών αρχών και συμβιβασμός) που εφαρμόζονται
αποκλειστικά στους ειδικούς τομείς και που δεν έχουν προσελκύσει το
ενδιαφέρον των αναθετουσών αρχών ή των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.
· Συνεκτικότητα με τις άλλες πολιτικές και τους στόχους της Ένωσης
Ο στόχος της τροποποίησης των οδηγιών για τις προσφυγές είναι, συγκεκριμένα,
η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των προσφυγών των οικονομικών φορέων
στο πλαίσιο των διαδικασιών ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων που πρέπει όχι
μόνο να είναι σύμφωνες με τις συγκεκριμένες διατάξεις των οδηγιών
2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ, αλλά και με τις αρχές της Συνθήκης των
Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όπως οι αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των
εμπορευμάτων, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, της ελευθερίας
εγκατάστασης και οι εξ αυτών προκύπτουσες αρχές, όπως οι αρχές της ίσης
μεταχείρισης, της αμοιβαίας αναγνώρισης, της αναλογικότητας και της
διαφάνειας. Εξ άλλου, ο στόχος αυτός συμβαδίζει πλήρως με το στόχο του
άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
που διακηρύσσει το δικαίωμα, για κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα
δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, να
έχει δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου. Τέλος, η
βελτίωση της αποτελεσματικότητας των εθνικών προσφυγών, ιδίως αυτών που
αφορούν τις παράνομες συνάψεις δημόσιων συμβάσεων με απευθείας ανάθεση,
εγγράφεται επίσης στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής της Ένωσης για την
καταπολέμηση της διαφθοράς (βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής της 28.5.2003,
COM(2003) 317 τελικό). |
2. Διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη και εκτίμηση των επιπτώσεων |
7

· Διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη |
Μέθοδοι διαβούλευσης, κύριοι τομείς-στόχοι και γενικά χαρακτηριστικά των
συνομιλητών
Ζητήθηκε η γνώμη των κρατών μελών στο πλαίσιο της συμβουλευτικής
επιτροπής για τις δημόσιες συμβάσεις.
Διοργανώθηκε δημόσια διαβούλευση, ανοικτή στους οικονομικούς φορείς και
στους εκπροσώπους τους (επαγγελματικές ενώσεις και δικηγόρους) μέσω
ηλεκτρονικών ερωτηματολογίων (Interactive Policy Making) με αποτέλεσμα 138
συνεισφορές. Επίσης, 5 ευρωπαϊκές και εθνικές επαγγελματικές ενώσεις
υπέβαλαν με δική τους πρωτοβουλία γραπτές συνεισφορές.
Πραγματοποιήθηκε άλλη μια διαβούλευση με τους οικονομικούς φορείς μέσω
ενός
ερωτηματολογίου
που
απευθυνόταν
συγκεκριμένα
σε
ένα
αντιπροσωπευτικό δείγμα ευρωπαϊκών επιχειρήσεων (European Business Test
Panel) που είχε ως αποτέλεσμα 543 συνεισφορές.
Ζητήθηκε η γνώμη μη κρατικών εμπειρογνωμόνων που περιλάμβαναν επίσης
εκπροσώπους των οικονομικών φορέων, στο πλαίσιο της συμβουλευτικής
επιτροπής για την πρόσβαση στις δημόσιες συμβάσεις. Ζητήθηκε η γνώμη των
αναθετουσών αρχών μέσω ενός ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου που είχε ως
αποτέλεσμα 16 συνεισφορές.
Σύνοψη των απαντήσεων και τρόπος με τον οποίον ελήφθησαν υπόψη
Από τις διαβουλεύσεις με τους οικονομικούς φορείς και τους εκπροσώπους τους
φαίνεται ότι η λειτουργία των εθνικών διαδικασιών προσφυγής στο πλαίσιο των
ισχυουσών οδηγιών δεν επιτρέπει πάντα την αποτελεσματική διόρθωση της μη
τήρησης των κοινοτικών κανόνων που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις.
Υπάρχει οιονεί συναίνεση μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών σχετικά με την
αναγκαιότητα βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των προσφυγών που
ασκούνται πριν από τη σύναψη της σύμβασης, προβλέποντας μια ανασταλτική
περίοδο τύπου «standstill» μεταξύ της κοινοποίησης της απόφασης ανάθεσης και
της υπογραφής μιας δημόσιας σύμβασης, καθώς και συμπληρωματικών κανόνων
που θα αποβλέπουν στην εξασφάλιση της αποτελεσματικότητάς της. Υπάρχει
επίσης οιονεί συναίνεση σχετικά με τη βαρύτητα των παράνομων πρακτικών
απευθείας ανάθεσης συμβάσεων εκ μέρους ορισμένων αναθετουσών αρχών,
αλλά υπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα στα κράτη μέλη και τους
οικονομικούς φορείς όσον αφορά τις ενδεδειγμένες λύσεις. Μόνο μια μειονότητα
κρατών μελών και οικονομικών φορέων υποστηρίζει προτάσεις που αποσκοπούν
στην επιβολή οικονομικών κυρώσεων ή προκαταρκτικών διοικητικών ελέγχων
στις αναθέτουσες αρχές ή ένα μηχανισμό κοινοποίησης εκ μέρους ανεξάρτητων
αρχών που θα λαμβάνουν τις καταγγελίες των θιγομένων επιχειρήσεων. Η
υποχρέωση τήρησης μιας ανασταλτικής περιόδου που θα συνοδεύεται από την
υποχρέωση διαφάνειας πριν από την υπογραφή μιας σύμβασης με απευθείας
ανάθεση αποτελεί μια πρόταση γενικότερα πιο αποδεκτή για τα ενδιαφερόμενα
μέρη.
Από τις 19 Μαρτίου του 2004 έως τις 7 Μαΐου του 2004 διενεργήθηκε ανοικτή
διαβούλευση μέσω του διαδικτύου. Η Επιτροπή έλαβε 543 απαντήσεις. Τα
αποτελέσματα
διατίθενται
στη
διεύθυνση:
http://europa.eu.int/comm/internal_market/publicprocurement/remedies
· Απόκτηση και χρήση εμπειρογνωμοσύνης
Δεν υπήρξε ανάγκη εξωτερικής εμπειρογνωμοσύνης. |
8

· Ανάλυση των επιπτώσεων
Εξετάστηκαν τρεις κύριες εναλλακτικές επιλογές στο πλαίσιο της αναθεώρησης
των οδηγιών για τις προσφυγές:
(1) Διατήρηση των οδηγιών στη σημερινή τους κατάσταση: η επιλογή αυτή
περιλαμβάνει την παρότρυνση της Επιτροπής να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει
ώστε να αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα ασυμβατότητας με τις οδηγίες για τις
προσφυγές των εθνικών νομοθεσιών ή πρακτικών στον τομέα αυτό. Οι διαφορές
που έχουν ήδη διαπιστωθεί όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη
εξάγουν λειτουργικά συμπεράσματα από τις αρχές που προέρχονται από τη
νομολογία του Δικαστηρίου θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν και τα
προβλήματα του αγώνα δρόμου για την υπογραφή της σύμβασης θα επιλυθούν
κατά ένα μέρος μόνο και με πολύ διαφορετικούς ρυθμούς από το ένα κράτος
μέλος στο άλλο, στερώντας έτσι από τους οικονομικούς φορείς τις εγγυήσεις
σχετικά με την αποτελεσματικότητα προσφυγών που ασκούνται πριν από την
υπογραφή της σύμβασης όπως εφαρμόζονται στα κράτη μέλη («no level playing
field»). Όσον αφορά τις παράνομες υπογραφές συμβάσεων με απευθείας
ανάθεση, η πλειονότητα των κρατών μελών δεν εξετάζει προς το παρόν το
ενδεχόμενο να εφαρμόσει ειδικούς μηχανισμούς προσφυγής. Στην πράξη, οι
δυνητικοί ανάδοχοι θα συνεχίσουν να έχουν στη διάθεσή τους μόνο προσφυγές
για αποζημιώσεις και τόκους. Όμως, οι εγγενείς δυσκολίες αυτού του είδους
προσφυγών, όπως το βάρος της απόδειξης, η διάρκεια και το κόστος των
διαδικασιών, δεν ενθαρρύνουν τους ενδιαφερόμενους να τις χρησιμοποιούν,
δεδομένου ότι σπάνια παράγουν θετικά αποτελέσματα. Εφόσον δεν θα υπάρχει
συντονισμένη προσέγγιση που θα επιτρέπει την άσκηση αποτελεσματικών
προσφυγών κατά αυτής της παράνομης πρακτικής, δεν θα βελτιωθεί η διαφάνεια
και ο ανταγωνισμός στο πλαίσιο των δημόσιων συμβάσεων, πράγμα που θα
στερήσει από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις (περιλαμβανομένων και των πιο
ανταγωνιστικών από αυτές) την ευκαιρία να υποβάλλουν προσφορές για τις
δημόσιες συμβάσεις που εξακολουθούν να ανατίθενται παράνομα με απευθείας
ανάθεση.
(2) Καθιέρωση μιας ανασταλτικής περιόδου τύπου «standstill» μέσω
τροποποίησης των οδηγιών ή μέσω μιας ανακοίνωσης που θα τονίζει τις
υποχρεώσεις των κρατών μελών ως προς το ζήτημα αυτό: Αν και η νομολογία
του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έχει διευκρινίσει την απαίτηση να προβλέπεται
εύλογη ανασταλτική περίοδος, έτσι ώστε οι υποψήφιοι που θεωρούν ότι θίγονται
τα συμφέροντα τους να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν αποτελεσματική
προσφυγή στο στάδιο στο οποίο μπορούν ακόμη να διορθωθούν οι παραβιάσεις,
εξακολουθούν να υπάρχουν αποκλίνουσες προσεγγίσεις μεταξύ των κρατών
μελών όσον αφορά την εμβέλεια και το ακριβές περιεχόμενο της υποχρέωσης
αυτής. Η εξαγωγή λειτουργικών συμπερασμάτων από την εν λόγω υποχρέωση σε
μια οδηγία επιτρέπει να αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα το πρόβλημα του αγώνα
δρόμου για την υπογραφή της σύμβασης στις επίσημες διαδικασίες ανάθεσης και
το πρόβλημα με τις παράνομες απευθείας αναθέσεις, βελτιώνοντας την ασφάλεια
δικαίου των καταστάσεων που καλύπτονται και προβλέποντας εγγυήσεις για την
αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού.
(3) Χορήγηση νέων εξουσιών σε ανεξάρτητες αρχές μέσω τροποποίησης των
οδηγιών ή μέσω μιας ανακοίνωσης που θα ενθαρρύνει τη σύσταση των εν λόγω
αρχών: τα κράτη μέλη θα ορίζουν ανεξάρτητες αρχές που θα έχουν την εξουσία
να κοινοποιούν στις αναθέτουσες αρχές τις πιο σοβαρές παραβιάσεις του
κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις (ιδιαίτερα τις παράνομες
απευθείας αναθέσεις), έτσι ώστε να τις παροτρύνει να διορθώνουν αφ' εαυτών τη
9

διαπιστωθείσα παράβαση. Αυτός ο μηχανισμός κοινοποίησης παρουσιάζει
πλεονεκτήματα για τους υποψηφίους από την άποψη κόστους και ανωνυμίας.
Αντίθετα, η αβεβαιότητα σχετικά με τις διοικητικές δαπάνες που θα απαιτούνται
για τη λειτουργία αυτών των ανεξάρτητων αρχών και η αρνητική θέση που
εξέφρασε η πλειονότητα των αντιπροσωπειών των κρατών μελών στο πλαίσιο
της συμβουλευτικής επιτροπής για τις δημόσιες συμβάσεις οδήγησαν την
Επιτροπή στην απόρριψη της λύσης αυτής και στη θέσπιση ανασταλτικής
περιόδου.
Η Επιτροπή προέβη σε ανάλυση των επιπτώσεων, εγγεγραμμένη στο νομοθετικό
πρόγραμμα και στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής. Η σχετική έκθεση
διατίθεται
στη
διεύθυνση
http://europa.eu.int/comm/internal_market/publicprocurement/remedies
3. ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
· Σύνοψη των προτεινόμενων μέτρων
Όταν μια αναθέτουσα αρχή περατώνει μια επίσημη διαδικασία ανάθεσης
σύμβασης σύμφωνα με τις οδηγίες τις σχετικές με τις δημόσιες συμβάσεις,
πρέπει καταρχήν να αναστέλλει τη σύναψη της σύμβασης μέχρι τη λήξη μιας
ελάχιστης προθεσμίας δέκα ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία
κοινοποίησης της αιτιολογημένης απόφασης για ανάθεση στους οικονομικούς
φορείς που συμμετείχαν στη διαδικασία υποβολής προσφορών.
Όταν μια αναθέτουσα αρχή θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να αναθέσει απευθείας
μια σύμβαση της οποίας το ύψος είναι ανώτερο από τα κατώτατα όρια που
ορίζονται από τις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις, θα πρέπει (εκτός από
περιπτώσεις κατεπείγουσας ανάγκης) να αναστείλει τη σύναψη της σύμβασης
για μια ελάχιστη περίοδο δέκα ημερολογιακών ημερών, αφού πρώτα προβεί στην
κατάλληλη κοινοποίηση με μια απλουστευμένη προκήρυξη ανάθεσης.
Εάν συναφθεί παράνομα μια σύμβαση με την αναθέτουσα αρχή κατά τη διάρκεια
της ανασταλτικής περιόδου, η υπογραφή της σύμβασης θα θεωρείται άκυρη. Οι
συνέπειες της παρανομίας αυτής για τα αποτελέσματα της σύμβασης
καθορίζονται από την αρμόδια αρχή που επεξεργάζεται την προσφυγή, στην
οποία ωστόσο πρέπει να προσφύγει ένας οικονομικός φορέας πριν από τη λήξη
εξάμηνης προθεσμίες παραγραφής έξι μηνών από την πραγματική ημερομηνία
σύναψης της σύμβασης.
Ο διορθωτικός μηχανισμός συγκεντρώνεται στις περιπτώσεις σοβαρών
παραβιάσεων και καταργούνται οι μη χρησιμοποιούμενοι μηχανισμοί βεβαίωσης
και συμβιβασμού.

· Νομική βάση
Άρθρο 95 της συνθήκης ΕΚ.
· Αρχή της επικουρικότητας
Η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται στο βαθμό που η πρόταση δεν αφορά
τομέα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας.
Οι στόχοι της πρότασης δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν σε ικανοποιητικό
βαθμό από τη δράση των κρατών μελών για τους ακόλουθους λόγους.
Παρά τις εξελίξεις της νομολογίας που σημειώθηκαν από το 1999 και τις
μεταγενέστερες ενέργειες ορισμένων κρατών μελών, κυρίως μετά από
10

διαδικασίες επί παραβάσει που κίνησε η Επιτροπή, εξακολουθούν να υπάρχουν
σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την
αποτελεσματικότητα των προσφυγών στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων.
Εξάλλου, η απουσία της εξασφάλισης αποτελεσματικών θεραπειών αποθαρρύνει
τις κοινοτικές επιχειρήσεις από το να υποβάλλουν προσφορές έξω από τη χώρα
προέλευσής τους. Από την εμπειρία των τελευταίων ετών φαίνεται ότι αυτή η
ανασφάλεια δικαίου δεν θα αρθεί με μεμονωμένες και ανόμοιες πράξεις
ορισμένων κρατών μελών.
Οι στόχοι της πρότασης μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα με κοινοτική δράση
για τους ακόλουθους λόγους.
Οι αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας
διαβούλευσης εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής των δύο οδηγιών που
εκδόθηκαν το 1989 και το 1992. Οι βελτιώσεις και οι αποσαφηνίσεις των
ισχυουσών διατάξεων των εν λόγω οδηγιών μπορούν να παράγουν πλήρη
αποτελέσματα μόνο με μια τροποποιητική οδηγία.
Η Ένωση μπορεί καλύτερα να επιτύχει το στόχο της βελτίωσης της
αποτελεσματικότητας των προσφυγών στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων
που καλύπτονται από τις οδηγίες 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ. Στην
πραγματικότητα, οι προκαταρκτικές διαβουλεύσεις έδειξαν ότι ο βαθμός
κινητοποίησης εξακολουθεί να είναι πολύ διαφορετικός από το ένα κράτος μέλος
στο άλλο, όσον αφορά την ανάγκη ενίσχυσης των διατάξεων που επιτρέπουν να
εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των οδηγιών των σχετικών με τις
δημόσιες συμβάσεις. Αν δεν υπάρξει κοινοτική πρωτοβουλία στον τομέα αυτόν,
οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την ορθή εφαρμογή της
κοινοτικής νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις θα διατηρηθούν.
Όσον αφορά το πρόβλημα της παράνομης σύναψης συμβάσεων με απευθείας
ανάθεση, τα περισσότερα κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη εφαρμόσει μια
αποτελεσματική λύση για την καταπολέμηση αυτής της παράνομης τακτικής, αν
και τα περισσότερα αναγνωρίζουν την πραγματικότητα και τη σοβαρότητα του
προβλήματος. Όσον αφορά το πρόβλημα του αγώνα δρόμου για την υπογραφή
της σύμβασης στις επίσημες διαδικασίες ανάθεσης, οι εκπρόσωποι των κρατών
μελών συμφωνούν σχετικά με την ανάγκη να συμπεριληφθεί, σε μια
τροποποιητική οδηγία, ανασταλτική περίοδος με σαφώς καθορισμένο πεδίο και
όρους εφαρμογής. Επιπλέον, είναι απαραίτητη η νομοθετική δράση στο επίπεδο
της Ένωσης προκειμένου να καθιερωθεί ένας σαφής μηχανισμός
αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για τις πιο σοβαρές
παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις.
Τα κράτη μέλη θα εξακολουθήσουν να έχουν την εξουσία να ορίζουν τις
αρμόδιες αρχές για τις διαδικασίες προσφυγής και θα διατηρήσουν τους εθνικούς
διαδικαστικούς κανονισμούς που εφαρμόζονται στις προσφυγές αυτές (σεβασμός
της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών). Η πρόταση οδηγίας
επικεντρώνεται στα δύο σημαντικότερα προβλήματα που είναι κοινά για το
σύνολο των κρατών μελών.
Κατά συνέπεια, η πρόταση συμβαδίζει με την αρχή της επικουρικότητας.
· Αρχή της αναλογικότητας
Η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας για τους ακόλουθους
λόγους.
Η πρόταση οδηγίας περιορίζεται στην εισαγωγή ορισμένων βελτιώσεων ή
αποσαφηνίσεων των υφισταμένων διατάξεων που αφορούν τις προσφυγές που
ασκούνται πριν από τη σύναψη της σύμβασης και μόνο για τις συμβάσεις των
11

οποίων το ύψος υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που ορίζονται από τις οδηγίες
2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ, χωρίς να απαιτεί τροποποίηση των υφισταμένων
διοικητικών ή δικαστικών συστημάτων. Εξάλλου, ο αναλογικός χαρακτήρας της
πρωτοβουλίας της Επιτροπής φαίνεται από το γεγονός ότι προβλέπεται η
μεταγενέστερη σύνταξη ερμηνευτικών εγγράφων για να ρυθμιστούν τα λοιπά
προβλήματα κακής λειτουργίας των εθνικών διαδικασιών προσφυγής που
οφείλονται σε εσφαλμένη ερμηνεία των υφισταμένων διατάξεων από ορισμένα
κράτη μέλη.
Η επιβάρυνση των | Η επιβάρυνση των δημόσιων αρχών περιορίζεται κυρίως στα
οριακά κόστη που συνδέονται με την υποχρέωση αναβολής της υπογραφής της
σύμβασης διάρκειας κατά κανόνα δέκα ημερολογιακών ημερών , και στην
αρχική αύξηση του αριθμού των προσφυγών κατά λίγες εκατοστιαίες μονάδες σε
σχέση με τον αριθμό των δημόσιων συμβάσεων που δημοσιεύονται σε κοινοτικό
επίπεδο. Για την κοινωνία συνολικά το κύριο όφελος της καλύτερης εφαρμογής
του κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις λόγω του αποτρεπτικού
αποτελέσματος των αποτελεσματικών προσφυγών θα ήταν συγκεκριμένα η
μείωση των δημόσιων δαπανών και η βελτίωση της ποιότητας των δημόσιων
υπηρεσιών, και αυτό το συνολικό όφελος θα υπερβαίνει κατά πολύ τα
προαναφερθέντα πρόσθετα κόστη. Εφόσον δεν θα υπάρχει ανάγκη να
δημιουργηθούν νέες διοικητικές δομές, ελαχιστοποιείται επίσης ο οικονομικός
και διοικητικός φόρτος για τις δημόσιες αρχές.
· Επιλογή μέσων
Προτεινόμενο νομοθετικό μέσο: οδηγία. |
Η χρήση άλλων μέσων δεν θα ήταν κατάλληλη για τους ακόλουθους λόγους.
Η εναλλακτική λύση για μια οδηγία που ορίζει το πεδίο και τους όρους
εφαρμογής μιας ανασταλτικής περιόδου τύπου «standstill», θα ήταν η έκδοση
ενός εγγράφου που θα ερμήνευε τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Ωστόσο, αυτή η εναλλακτική λύση απορρίφθηκε γιατί δεν θα μπορούσε να
εγγυηθεί την εφαρμογή, σε όλα τα κράτη μέλη, μιας ανασταλτικής περιόδου που
θα ήταν σαφώς καθορισμένη και ικανοποιητική όσον αφορά τις διάφορες
καταστάσεις που καλύπτονται από τις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις.
Γενικά, οι διαφορές ερμηνείας με τα κράτη μέλη αλλά και μεταξύ των κρατών
μελών όσον αφορά το πεδίο της νομολογίας στην οποία βασίζεται η απαίτηση
τήρησης μιας ανασταλτικής περιόδου, καθώς και σχετικά με τις μεθόδους
εφαρμογής αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων σε
περίπτωση παράβασης αυτής της διάταξης που είναι βασική για την
αποτελεσματικότητα των προσφυγών που υποβάλλονται πριν από τη σύναψη της
σύμβασης δεν θα μπορούσαν να εξαλειφθούν με την έκδοση ενός ερμηνευτικού
εγγράφου από την Επιτροπή.
4. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η πρόταση αυτή δεν έχει καμία δημοσιονομική επίπτωση στον κοινοτικό
προϋπολογισμό.
5. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
· Απλούστευση
Η πρόταση εισάγει μια απλούστευση του νομικού πλαισίου.
Η προτεινόμενη απλούστευση συνίσταται στην κατάργηση των μηχανισμών
βεβαίωσης και συμβιβασμού που είναι εφαρμοστέοι στους ειδικούς τομείς
(οδηγία 92/13/ΕΟΚ) και οι οποίοι δεν έχουν χρησιμοποιηθεί.
·

Επανεξέταση / αναθεώρηση / ρήτρα αυτόματης κατάργησης
12

Η πρόταση περιλαμβάνει ρήτρα επανεξέτασης.
· Πίνακας αντιστοιχίας
Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή το κείμενο των
εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, καθώς και
πίνακα αντιστοιχίας των εν λόγω διατάξεων και της παρούσας οδηγίας.
· Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος
Αυτή η πρόταση αφορά θέμα που καλύπτεται από τη συμφωνία ΕΟΧ και πρέπει,
συνεπώς, να επεκταθεί και στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. |

13

2006/0066 (COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του
Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των
διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων
(κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95,
την πρόταση της Επιτροπής[1],
τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[2],
τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[3],
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης[4],
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον
συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της
εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων
κρατικών προμηθειών και δημόσιων έργων[5], καθώς και η οδηγία 92/13/ΕΟΚ
του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των
νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή
των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι
οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και
των τηλεπικοινωνιών[6] αφορούν τις διαδικασίες προσφυγής σχετικά με
συμβάσεις που συνάπτονται από τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες
φορείς, αντίστοιχα. Οι οδηγίες αυτές αποσκοπούν στο να εξασφαλίσουν την
αποτελεσματική εφαρμογή των οδηγιών 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού
των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων προμηθειών και
υπηρεσιών[7] και 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004 για το συντονισμό των διαδικασιών
σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών
και των ταχυδρομικών υπηρεσιών[8].
(2) Οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη καθώς και η νομολογία του
Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεκάλυψαν ορισμένες αδυναμίες
στους μηχανισμούς προσφυγής που υπάρχουν στα κράτη μέλη. Λόγω των
αδυναμιών αυτών, οι μηχανισμοί που προβλέπονται από τις οδηγίες 89/665/ΕΟΚ
και 92/13/ΕΟΚ δεν επιτρέπουν πάντοτε να εξασφαλίζεται συμμόρφωση με τις
κοινοτικές διατάξεις , ιδίως σε στάδιο στο οποίο μπορούν ακόμη να διορθωθούν
οι παραβιάσεις. Έτσι, οι οικονομικοί φορείς δεν διαθέτουν ακόμη εγγυήσεις
διαφάνειας και αποφυγής των διακρίσεων όπως αυτές που επιδιώκονται με τις εν
λόγω οδηγίες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η κοινότητα ως σύνολο δεν μπορεί να
επωφεληθεί πλήρως από τα θετικά αποτελέσματα του εκσυγχρονισμού και της
απλούστευσης των οδηγιών των σχετικών με τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων,
που έχουν επιτευχθεί με τις οδηγίες 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ. Ενδείκνυται
14

λοιπόν να τροποποιηθούν οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ με την
προσθήκη των απαραίτητων αποσαφηνίσεων που θα επιτρέψουν την επίτευξη
των αποτελεσμάτων που επιδίωκε ο κοινοτικός νομοθέτης.
(3) Στις αδυναμίες που εντοπίστηκαν περιλαμβάνεται συγκεκριμένα η απουσία
μιας περιόδου που θα επιτρέπει την αποτελεσματική προσφυγή μεταξύ της
απόφασης για ανάθεση μιας σύμβασης και της σύναψης της σχετικής σύμβασης,
πράγμα που οδηγεί μερικές φορές σε έναν αγώνα δρόμου για την υπογραφή της
σύμβασης εκ μέρους των αναθετουσών αρχών που επιθυμούν να καταστήσουν
αμετάκλητες τις συνέπειες της αμφισβητούμενης απόφασης για ανάθεση. Για να
αντιμετωπιστεί αυτή η αδυναμία, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για την
αποτελεσματική έννομη προστασία των ενδιαφερομένων υποψηφίων ή
προσφερόντων, πρέπει απαραίτητα να προβλεφθεί μια ελάχιστη ανασταλτική
περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η σύναψη της σχετικής
σύμβασης, ασχέτως του αν αυτό συμβαίνει τη στιγμή της υπογραφής της
σύμβασης ή όχι.
(4) Λαμβάνοντας υπόψη την αναγκαιότητα, που αναγνωρίζεται από το σύνολο
των ενδιαφερομένων μερών, να συνδυάζεται η ταχύτητα των διαδικασιών
σύναψης συμβάσεων και η αποτελεσματικότητα των εθνικών διαδικασιών
προσφυγής, θα πρέπει να συνδυάζεται, αφενός, η υποχρέωση τήρησης μιας
ελάχιστης εύλογης ανασταλτικής περιόδου που θα είναι προσαρμοσμένη στις
χρονικές περιστάσεις και στις λιγότερο ή περισσότερο πολύπλοκες συνθήκες υπό
τις οποίες εφαρμόζονται ορισμένες διαδικασίες και, αφετέρου, η υποχρέωση
διαβίβασης, με τα ταχύτερα διαθέσιμα μέσα επικοινωνίας, των πληροφοριών που
είναι απαραίτητες για οποιονδήποτε επιθυμεί να ασκήσει αποτελεσματική
προσφυγή. Στις πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονται συγκεκριμένα, με τη μορφή
μιας συνοπτικής έκθεσης, οι αιτιολογήσεις όπως προβλέπονται από τις οδηγίες
2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ.
(5) Δεδομένου ότι οι οδηγίες 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ έχουν σκοπό τον
εκσυγχρονισμό και την απλούστευση των διαδικασιών σύναψης δημόσιων
συμβάσεων, θα πρέπει να περιοριστεί η υποχρέωση της ελάχιστης ανασταλτικής
περιόδου στις συνθήκες υπό τις οποίες άλλοι οικονομικοί φορείς, εκτός από τον
ανάδοχο της σύμβασης, θα μπορούν ευλόγως να επικαλεστούν παράβαση των
κοινοτικών διατάξεων που εφαρμόζονται στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων
όσον αφορά τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό.
(6) Η ελάχιστη αυτή ανασταλτική περίοδος δεν θα εφαρμόζεται ούτε σε
περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης κατά την έννοια των οδηγιών 2004/17/ΕΚ
και 2004/18/ΕΚ, ούτε στις συμβάσεις που εξαιρούνται ρητά από τις οδηγίες
αυτές.
(7) Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη την αναγνωρισμένη βαρύτητα της παράνομης
σύναψης συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, και προκειμένου να εξασφαλιστεί η
αποτελεσματική δικαστική προστασία για όλους τους ενδιαφερόμενους, θα
πρέπει να εφαρμόζεται μια ελάχιστη ανασταλτική περίοδος που θα συνοδεύεται
από την υποχρέωση διαφάνειας για την απευθείας ανάθεση συμβάσεων χωρίς
προηγούμενη δημοσίευση ή προκήρυξη διαγωνισμού δυνάμει των παρεκκλίσεων
που περιλαμβάνονται στις οδηγίες 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ, και, σε κάθε
περίπτωση, κάθε φορά που μια αναθέτουσα αρχή συνάπτει με απευθείας
ανάθεση σύμβαση της οποίας το ύψος υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που
ορίζονται από τις εν λόγω οδηγίες, χωρίς προηγούμενη δημοσίευση ή
διαγωνισμό με ένα πρόσωπο που έχει ξεχωριστή νομική προσωπικότητα από
αυτή. Η εφαρμογή αυτής της ανασταλτικής περιόδου που θα συνοδεύεται από
την υποχρέωση διαφάνειας, όπως αυτή προβλέπεται από την απόφαση του
15

Δικαστηρίου στην υπόθεση C-26/03, Stadt Halle[9], θα επιτρέψει την
αποτελεσματική καταπολέμηση της σύναψης παράνομων συμβάσεων με
απευθείας ανάθεση, που αποτελεί την πιο σημαντική παραβίαση, εκ μέρους του
αναθετουσών αρχών, του κοινοτικού δικαίου του σχετικού με τις δημόσιες
συμβάσεις.
(8) Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία πρέπει να καθορίσει την ελάχιστη
ανασταλτική περίοδο που θεωρείται απαραίτητη για την άσκηση
αποτελεσματικής προσφυγής, θα πρέπει να εξασφαλιστεί η συνεκτικότητα των
σχετικών διατάξεων των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ, έτσι ώστε να μη
θίγεται η αποτελεσματικότητα του συνολικού μηχανισμού που αποσκοπεί στο να
καταστήσει δυνατή η άσκηση προσφυγής πριν από την ανάθεση μιας σύμβασης.
(9) Ιδίως όταν ένα κράτος μέλος απαιτεί από το πρόσωπο που προτίθεται να
χρησιμοποιήσει μια διαδικασία προσφυγής να πληροφορεί σχετικά την
αναθέτουσα αρχή, θα πρέπει να μην επιβάλλεται συμπληρωματική ελάχιστη
περίοδος από τη στιγμή της αποστολής των πληροφοριών αυτών στην
αναθέτουσα αρχή ως τη στιγμή κατάθεσης της προσφυγής. Επίσης, όταν ένα
κράτος μέλος απαιτεί από το σχετικό πρόσωπο να ασκήσει πρώτα προσφυγή
στην αναθέτουσα αρχή, θα πρέπει το εν λόγω πρόσωπο να έχει στη διάθεσή του
μια εύλογη ελάχιστη περίοδο ώστε να προσφύγει στην αρχή που είναι αρμόδια
για προσφυγές πριν από τη σύναψη της σύμβασης στην περίπτωση που επιθυμεί
να αμφισβητήσει την απάντηση ή την απουσία απάντησης εκ μέρους της
αναθέτουσας αρχής.
(10) Η άσκηση προσφυγής λίγο πριν από τη λήξη της ελάχιστης ανασταλτικής
περιόδου δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα το να στερεί από την αρχή που είναι
υπεύθυνη για τις διαδικασίες προσφυγής τον ελάχιστο χρόνο που είναι
απαραίτητος για να δράσει, και ιδιαίτερα για να παρατείνει την ανασταλτική
περίοδο για τη σύναψη της σύμβασης. Έτσι, θα πρέπει να προβλέπεται μια
αυτόνομη ελάχιστη ανασταλτική περίοδος που θα ενεργοποιείται από το γεγονός
της προσφυγής στην αρχή που είναι υπεύθυνη για τις διαδικασίες προσφυγής και
η οποία σε κάθε περίπτωση θα επιτρέπει στην εν λόγω αρχή να ενεργεί σε ένα
σύντομο αλλά εύλογο χρονικό διάστημα.
(11) Για τους ίδιους λόγους αποτελεσματικότητας του συνολικού μηχανισμού,
θα πρέπει να προβλέπεται η διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών και η
κατάθεση των σχετικών προσφυγών με τα ταχύτερα μέσα επικοινωνίας που να
μπορούν να διατηρήσουν την αποτελεσματικότητα της ελάχιστης ανασταλτικής
περιόδου και που να μπορούν επίσης να παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία για τις
σχετικές επικοινωνίες. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να προβλέπεται η αποστολή
με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον πρόκειται για μέσα
επικοινωνιών που έχουν τα χαρακτηριστικά αυτά και συνδυάζουν, επιπλέον,
απλό χειρισμό και μικρότερο κόστος για το σύνολο των ενδιαφερομένων
(12) Επίσης, πρέπει να εξασφαλιστεί η συνεκτικότητα μεταξύ των προθεσμιών
προσφυγής κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών που τερματίζουν τη
συμμετοχή ενός προσφέροντος ή ενός υποψηφίου σε μια διαδικασία που
καλύπτεται από τις οδηγίες 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ, αφενός, και των
ανασταλτικών περιόδων, αφετέρου.
(13) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση αποτελεσματικών προθεσμιών
προσφυγής με σκοπό την καταπολέμηση του αγώνα δρόμου για την υπογραφή
συμβάσεων που έχουν ανατεθεί παράνομα και της παράνομης σύναψης
συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει
χαρακτηρίσει την πιο σημαντική παραβίαση του κοινοτικού δικαίου για τις
16

δημόσιες συμβάσεις, εκ μέρους αναθετουσών αρχών, πρέπει να προβλεφθεί μια
αποτελεσματική, ανάλογη και αποτρεπτική κύρωση για όλες τις αναθέτουσες
αρχές που έχουν παραβιάσει τις ελάχιστες ανασταλτικές περιόδους. Υπό τις
συνθήκες αυτές, εφόσον οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ προβλέπουν ότι
τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών
αρχών να μπορούν να παραμεριστούν από τις αρχές που είναι υπεύθυνες για τις
διαδικασίες προσφυγής, πρέπει να προβλεφθεί ότι η σύναψη μιας σύμβασης που
πραγματοποιείται παραβιάζοντας αυτές τις περιόδους πρέπει να θεωρείται
ανενεργή και ότι η αρχή που είναι υπεύθυνη για τις διαδικασίες προσφυγής θα
ορίζει όλες τις συνέπειες για την παράνομη σύμβαση, όπως αυτές που
συνδέονται με την επιστροφή οποιονδήποτε ποσών που έχουν ενδεχομένως
καταβληθεί από την αναθέτουσα αρχή.
(14) Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση της αναλογικότητας των
εφαρμοζόμενων κυρώσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν τη
δυνατότητα στην αρχή που είναι υπεύθυνη για τις διαδικασίες προσφυγής να μην
θέτει υπό αμφισβήτηση τη σύμβαση ή να αναγνωρίζει ορισμένα από τα
αποτελέσματά της διαχρονικά, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από τις εν λόγω
εξαιρετικές περιστάσεις για να ικανοποιηθούν ορισμένες επιτακτικές ανάγκες
που συνδέονται με γενικό συμφέρον μη οικονομικού χαρακτήρα. Εξάλλου, η
αναγκαιότητα να εξασφαλιστεί διαχρονικά η ασφάλεια δικαίου των αποφάσεων
που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές απαιτεί τον καθορισμό μιας εύλογης
ελάχιστης περιόδου παραγραφής των προσφυγών με σκοπό να διαπιστώνεται η
απουσία αποτελέσματος της εν λόγω σύναψης της σύμβασης και η
οριστικοποίηση των συνεπειών.
(15) Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των εθνικών προσφυγών χάρη στην
παρούσα οδηγία αναμένεται ότι θα παροτρύνει τους ενδιαφερόμενους να
χρησιμοποιούν περισσότερο τις δυνατότητες προσφυγής πριν από τη σύναψη της
σύμβασης μέσω διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα
πρέπει να επαναπροσανατολιστεί ο διορθωτικός μηχανισμός στις υποθέσεις
σοβαρών παραβιάσεων των κοινοτικών διατάξεων για τις δημόσιες συμβάσεις,
και να αφήσει την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε να ορίσει για το σχετικό κράτος
μέλος μια εύλογη προθεσμία απάντησης που θα λαμβάνει καλύτερα υπόψη τις εν
λόγω συνθήκες.
(16) Το εθελοντικό σύστημα βεβαίωσης που προβλέπεται από την οδηγία
92/13/ΕΟΚ, με το οποίο οι αναθέτοντες φορείς έχουν τη δυνατότητα να
εξασφαλίσουν ότι διαπιστώνεται η συμμόρφωση των διαδικασιών σύναψης
συμβάσεων που εφαρμόσουν, μέσω τακτικών επιθεωρήσεων, δεν
χρησιμοποιήθηκε ουσιαστικά ποτέ και επομένως δεν μπορεί να επιτύχει το στόχο
της πρόληψης ενός σημαντικού αριθμού παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου
για τις δημόσιες συμβάσεις. Αντίθετα, η υποχρέωση που επιβάλλει στα κράτη
μέλη η οδηγία 92/13/ΕΟΚ να εξασφαλίσουν τη μόνιμη διαθεσιμότητα
διαπιστευμένων οργανισμών για το σκοπό αυτό μπορεί να αντιπροσωπεύει ένα
διοικητικό κόστος συντήρησης που δεν δικαιολογείται πλέον λόγω της απουσίας
πραγματικής ζήτησης εκ μέρους τον αναθετόντων φορέων. Για τους λόγους
αυτούς θα πρέπει επομένως να καταργηθεί αυτό το σύστημα βεβαίωσης.
(17) Επίσης, ο μηχανισμός συμβιβασμού που προβλέπεται από την οδηγία
92/13/ΕΟΚ, δεν προκάλεσε το πραγματικό ενδιαφέρον των οικονομικών
φορέων, τόσο επειδή δεν επιτρέπει αφ' εαυτού να λαμβάνονται προσωρινά
δεσμευτικά μέτρα που θα μπορούν να εμποδίσουν εγκαίρως την παράνομη
σύναψη μιας σύμβασης, όσο και λόγω του χαρακτήρα του που ήταν ελάχιστα
συμβατός με την τήρηση των ιδιαίτερα σύντομων περιόδων προσφυγής με σκοπό
17

προσωρινά μέτρα και ακύρωση των παράνομων αποφάσεων. Εξάλλου, η
δυνητική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού συμβιβασμού εξασθένησε ακόμη
περισσότερο λόγω των δυσκολιών σχετικά με την κατάρτιση ενός πλήρους και
επαρκώς εκτεταμένου καταλόγου ανεξάρτητων φορέων συμβιβασμού για κάθε
κράτος μέλος, που θα ήταν διαθέσιμοι ανά πάσα στιγμή και θα μπορούσαν να
επεξεργαστούν τις αιτήσεις συμβιβασμού σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει επομένως να καταργηθεί ο μηχανισμός αυτός
συμβιβασμού.
(18) Θα πρέπει να διατηρηθεί η υποχρέωση για τα κράτη μέλη να παρέχουν
τακτικά πληροφορίες σχετικά με την λειτουργία των εθνικών διαδικασιών
προσφυγής, ανάλογες με τον επιδιωκόμενο στόχο, με τη σύμπραξη της
Συμβουλευτικής Επιτροπής για τις Δημόσιες Συμβάσεις στον προσδιορισμό της
έκτασης και της φύσης αυτών των πληροφοριών. Πράγματι, μόνο η
διαθεσιμότητα αυτών των πληροφοριών μπορεί να επιτρέψει την ορθή
αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των μεταβολών που εισάγονται στο πλαίσιο της
παρούσας οδηγίας μετά τη λήξη μιας σημαντικής περιόδου εφαρμογής της
οδηγίας αυτής.
(19) Πρέπει ως εκ τούτου να τροποποιηθούν οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και
92/13/ΕΟΚ ανάλογα.
(20) Δεδομένου ότι, για τους προαναφερθέντες λόγους, οι στόχοι της παρούσας
οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται
να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να λάβει
μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που καθιερώνεται στο άρθρο
5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται
στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει αυτό που είναι απαραίτητο
για την επίτευξη των στόχων αυτών, τηρώντας κυρίως την αρχή της
διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών.
(21) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές
που αναγνωρίζονται, ιδίως, από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της
Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, επιδιώκει να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση
του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, η
οποία προβλέπεται από το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 47 του
Χάρτη.

18

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Άρθρο 1 Οδηγία 89/665/ΕΟΚ
Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής:
1) Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:
α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όσον αφορά τις
διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής
της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(*),
οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση
αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, υπό τις
προϋποθέσεις που τίθενται στα άρθρα 2 έως 2 στ της παρούσας οδηγίας, λόγω
του ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την κοινοτική νομοθεσία περί δημοσίων
συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες που ενσωματώνουν την εν λόγω νομοθεσία.
_____________________
(*) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114 »
β) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ότι οι διαδικασίες προσφυγής να είναι
δυνατόν να κινηθούν, σύμφωνα με τους κανόνες που μπορούν να καθορίζουν τα
κράτη μέλη, τουλάχιστον από οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον
να του ανατεθεί συγκεκριμένη δημόσια σύμβαση και το οποίο υπέστη ή
ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση.»
γ) Προστίθενται οι ακόλουθοι παράγραφοι 4 και 5:
«4. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από το πρόσωπο που επιθυμεί να
χρησιμοποιήσει τη διαδικασία προσφυγής να ενημερώνει προηγουμένως την
αναθέτουσα αρχή με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα για την εικαζόμενη
παράβαση και για την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή. Σε αυτήν την
περίπτωση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην επιβληθεί καμία ελάχιστη
προθεσμία μεταξύ της χρονικής στιγμής κατά την οποία αποστέλλεται αυτή η
πληροφορία στην αναθέτουσα αρχή και της χρονικής στιγμής κατά την οποία
ασκείται προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου για τις διαδικασίες προσφυγής
οργάνου.
Ομοίως, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο
να ασκήσει κατ’ αρχάς προσφυγή στην αναθέτουσα αρχή. Σε αυτήν την
περίπτωση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η άσκηση της εν λόγω προσφυγής, με
τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα, να συνεπάγεται την άμεση αναστολή
της δυνατότητας σύναψης της σύμβασης.
Η αυτόματη αναστολή που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο λήγει με την εκπνοή
προθεσμίας που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε εργάσιμες ημέρες, η
οποία αρχίζει να υπολογίζεται από την επομένη της ημέρας κατά την οποία η
αναθέτουσα αρχή απέστειλε την απάντησή της με τηλεομοιοτυπία ή με
ηλεκτρονικά μέσα.
5. Σε περίπτωση προσφυγής σχετικά με τις συνθήκες στις οποίες
πραγματοποιήθηκαν ή δεν πραγματοποιήθηκαν οι αναφερόμενες στην
παράγραφο 4 αποστολές με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, το αρμόδιο
για τις διαδικασίες προσφυγής όργανο, το οποίο είναι ανεξάρτητο από την
αναθέτουσα αρχή, λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη όλα τα εύλογα και συναφή
αποδεικτικά στοιχεία που του διαβιβάζονται από τους οικείους αποστολείς και τα
19

οποία επιβεβαιώνουν τις πραγματοποιηθείσες αποστολές και την παραλαβή τους
από τους παραλήπτες τους.»
2) Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:
α) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4
και στα άρθρα 2α έως 2στ, οι διαδικασίες προσφυγής δεν πρέπει να έχουν
απαραιτήτως αυτόματα ανασταλτικά αποτελέσματα επί των διαδικασιών
σύναψης των συμβάσεων στις οποίες αναφέρονται.»
β) Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:
«3α. Όταν όργανο ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή επιλαμβάνεται
προσφυγής σχετικά με την απόφαση για την ανάθεση σύμβασης ή σχετικά με
απόφαση μεταγενέστερη αυτής, το εν λόγω όργανο ενημερώνει αμέσως την
αναθέτουσα αρχή, με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, για το γεγονός ότι
δεν μπορεί να προβεί στη σύναψη της σύμβασης, για χρονικό διάστημα που
καθορίζεται από το κράτος μέλος στου οποίου τη δικαιοδοσία εμπίπτει το εν
λόγω όργανο. Η εν λόγω προθεσμία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε
εργάσιμες ημέρες, που υπολογίζονται από την επομένη της αποστολής της
σχετικής πληροφορίας. Το όργανο, αφού εξετάσει το σύνολο των συνοδευτικών
εγγράφων της προσφυγής και εφόσον καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν
συντρέχει λόγος παράτασης της προαναφερόμενης προθεσμίας αναστολής,
μπορεί να παύσει ανά πάσα στιγμή την υποχρέωση μη σύναψης της σύμβασης».
γ) Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, εφόσον το αρμόδιο για τις
διαδικασίες προσφυγής όργανο εξετάσει κατά πόσον κρίνεται σκόπιμο να
ληφθούν προσωρινά μέτρα, το εν λόγω όργανο μπορεί να συνυπολογίσει τις
πιθανές συνέπειες αυτών των μέτρων για όλα τα συμφέροντα που ενδέχεται να
ζημιωθούν, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, και να αποφασίσει να μην
επιτρέψει τη λήψη αυτών των μέτρων, εάν οι αρνητικές συνέπειές τους θα
μπορούσαν να εξουδετερώσουν τα οφέλη τους.
Τα κράτη μέλη, κάνοντας χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο πρώτο
εδάφιο, δεν μπορούν να εμποδίσουν την εφαρμογή του άρθρου 2στ, εφόσον η
σύναψη της οικείας σύμβασης έγινε κατά παράβαση του άρθρου 1 παράγραφος
4, του άρθρου 2 παράγραφος 3α, ή ενός εκ των άρθρων 2α έως 2ε, ή κατά
παράβαση ενός συμπληρωματικού προσωρινού μέτρου που ελήφθη από το
αρμόδιο για τις διαδικασίες προσφυγής όργανο και δυνάμει του οποίου
παρατείνεται η αναστολή της υπό εξέταση σύναψης.
Η απόφαση να μη ληφθούν προσωρινά μέτρα δεν επηρεάζει τις λοιπές αξιώσεις
που προβάλλει το πρόσωπο που έχει ζητήσει τη λήψη των εν λόγω μέτρων.»
δ) Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«6. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4
και στα άρθρα 2α έως 2στ, τα αποτελέσματα της άσκησης των εξουσιών που
προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου επί των συμβάσεων που
ακολουθούν την ανάθεση σύμβασης καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.
Επιπροσθέτως, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση πρέπει να
ακυρωθεί προτού χορηγηθεί αποζημίωση, ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει
ότι, μετά τη σύναψη της σύμβασης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το
άρθρο 1 παράγραφος 4, το άρθρο 2 παράγραφος 3, τα άρθρα 2α έως 2στ, οι
εξουσίες του υπεύθυνου για τις διαδικασίες προσφυγής οργάνου περιορίζονται
20

στη χορήγηση αποζημίωσης σε κάθε πρόσωπο που υπέστη ζημία λόγω
παράβασης. »
ε) Στην παράγραφο 8 πρώτο εδάφιο, η φράση «δικαιοδοτικό όργανο κατά την
έννοια του άρθρου 177 της συνθήκης» αντικαθίσταται από τη φράση
«δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 234 της Συνθήκης».
3) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 2α έως 2στ:
«Άρθρο 2α
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παράγραφος 3
πρόσωπα να έχουν στη διάθεσή τους προθεσμίες που εξασφαλίζουν
αποτελεσματικές προσφυγές εναντίον των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις
αναθέτουσες αρχές, με την έγκριση των απαραίτητων διατάξεων που πληρούν τις
ελάχιστες προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του
παρόντος άρθρου και στα άρθρα 2β, 2γ και 2δ.
2. Η σύναψη της σύμβασης που ακολουθεί την απόφαση ανάθεσης μιας
δημόσιας σύμβασης υπαγομένης στην οδηγία 2004/18/ΕΚ δεν μπορεί να
πραγματοποιηθεί πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον δέκα
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της κοινοποίησης της απόφασης
ανάθεσης της σύμβασης στους οικείους προσφέροντες με τηλεομοιοτυπία ή με
ηλεκτρονικό μέσο. Η κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης σε κάθε οικείο
προσφέροντα συνοδεύεται από τη συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων που
αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, εάν συντρέχουν οι «επείγοντες
λόγοι» που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 8 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ,
τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η σύναψη της σύμβασης που
ακολουθεί την απόφαση ανάθεσης μιας δημόσιας σύμβασης δεν μπορεί να
πραγματοποιηθεί πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον επτά
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της κοινοποίησης της απόφασης
ανάθεσης της σύμβασης στους οικείους προσφέροντες με τηλεομοιοτυπία ή με
ηλεκτρονικό μέσο. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται αυτόματα κατά τρεις
ημερολογιακές ημέρες, εφόσον πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 1
παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας γνωστοποιήσει εντός αυτής της
προθεσμίας, με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, στην οικεία αναθέτουσα
αρχή την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή. Η κοινοποίηση της απόφασης
ανάθεσης σε κάθε οικείο προσφέροντα συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των
συναφών λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 2 της οδηγίας
2004/18/ΕΚ.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν το πρώτο εδάφιο εφόσον πρόκειται για
συμβάσεις που βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο κατά την έννοια του άρθρου 1,
παράγραφος 5 της οδηγίαας 2004/18/ΕΚ, ή για συμβάσεις που ανατίθενται στο
πλαίσιο δυναμικών συστημάτων αγορών κατά την έννοια του άρθρου 1,
παράγραφος 6 της εν λόγω οδηγίας.
4. Οι προθεσμίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 δεν εφαρμόζονται
σε περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 31, σημείο
(1), στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
Άρθρο 2β
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι προθεσμίες που αναφέρονται στο
άρθρο 2α παράγραφοι 2 και 3 δεν εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

21

α) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που βασίζονται σε μια συμφωνία-πλαίσιο η
οποία συνάπτεται με έναν μόνο οικονομικό φορέα κατά την έννοια του άρθρου
32 παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ·
β) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που βασίζονται σε μια συμφωνία-πλαίσιο η
οποία συνάπτεται με περισσότερους από έναν οικονομικούς φορείς και εφόσον
οι εν λόγω συμβάσεις συνήφθησαν κατ’ εφαρμογήν των όρων που καθορίζονται
στη συμφωνία-πλαίσιο, χωρίς διαγωνισμό, κατά την έννοια του άρθρου 32
παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ·
γ) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που ανατίθενται στο πλαίσιο ανοικτής
διαδικασίας κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 11, στοιχείο α) της
οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και η αναθέτουσα αρχή έχει λάβει μόνο την προσφορά του
προσφέροντα στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση·
δ) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που ανατίθενται στο πλαίσιο κλειστής
διαδικασίας κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 11, στοιχείο β) της
οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και, εκτός από την περίπτωση οικονομικού φορέα στον
οποίο ανατίθεται η σύμβαση, όλοι οι οικονομικοί φορείς που κλήθηκαν να
υποβάλουν προσφορά έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της
αναθέτουσας αρχής που υπόκειται σε προσφυγή και περατώνει τη συμμετοχή
τους στη διαδικασία με βάση άλλη από τα κριτήρια για την ανάθεση της οικείας
σύμβασης·
ε) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που ανατίθενται στο πλαίσιο διαδικασίας με
διαπραγμάτευση κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 11, στοιχείο δ) της
οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και εφόσον, εκτός από την περίπτωση οικονομικού φορέα
στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση, όλοι οι οικονομικοί φορείς που έλαβαν γνώση
και εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους για την εν λόγω σύμβαση έχουν ήδη
αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της αναθέτουσας αρχής που υπόκειται σε
προσφυγή και περατώνει τη συμμετοχή τους στη διαδικασία με βάση άλλη από
τα κριτήρια για την ανάθεση της οικείας σύμβασης.
Άρθρο 2γ
1. Όταν τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε προσφυγή κατά απόφασης της
αναθέτουσας αρχής που έχει ληφθεί στο πλαίσιο ή σε σχέση με διαδικασία
σύναψης σύμβασης υπαγομένης στην οδηγία 2004/18/ΕΚ πρέπει να έχει ασκηθεί
πριν από την εκπνοή καθορισμένης προθεσμίας, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να
είναι μικρότερη από δέκα ημερολογιακές ημέρες υπολογιζόμενες από την
επομένη της κοινοποίησης αυτής της απόφασης της αναθέτουσας αρχής με
τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο στον οικείο προσφέροντα ή υποψήφιο. Η
κοινοποίηση αυτής της απόφασης της αναθέτουσας αρχής σε κάθε οικείο
προσφέροντα ή υποψήφιο συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των συναφών
λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
2. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο
άρθρο 2β παράγραφος 3 μπορούν να προβλέπουν ότι η προσφυγή που
αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να έχει ασκηθεί
εντός προθεσμίας που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από επτά ημερολογιακές
ημέρες υπολογιζόμενες από την επομένη της κοινοποίησης αυτής της απόφασης
της αναθέτουσας αρχής με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο στον οικείο
προσφέρονται ή υποψήφιο.
Αυτή η προθεσμία παρατείνεται αυτόματα κατά τρεις ημερολογιακές ημέρες,
εφόσον πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 κοινοποιήσει,
εντός αυτής της προθεσμίας, με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό τρόπο, στην
οικεία αναθέτουσα αρχή την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή.
22

Η κοινοποίηση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής σε κάθε οικείο
προσφέροντα ή υποψήφιο συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των συναφών
λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
Άρθρο 2δ
Σε περίπτωση προσφυγής σχετικά με τις συνθήκες στις οποίες
πραγματοποιήθηκαν ή δεν πραγματοποιήθηκαν οι αναφερόμενες στο άρθρο 2α
και 2γ αποστολές με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, το αρμόδιο για τις
διαδικασίες προσφυγής όργανο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη όλα τα εύλογα και
συναφή αποδεικτικά στοιχεία που του διαβιβάζονται από την αναθέτουσα αρχή
για την αποστολή που πραγματοποιήθηκε από την εν λόγω αρχή και για την
παραλαβή αυτής της αποστολής από τον οικείο προσφέροντα ή υποψήφιο.
Άρθρο 2ε
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών για
ασφαλιστικά μέτρα και των διαδικασιών για παραμερισμό των αποφάσεων που
αναφέρονται στο άρθρο 1 και στο άρθρο 2 παράγραφος 1, στοιχεία α) και β),
κατά των συμβάσεων που παρανόμως ανατέθηκαν απευθείας, στις συνθήκες που
αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.
2. Εφόσον η αναθέτουσα αρχή εκτιμά ότι, όσον αφορά το ισχύον κοινοτικό
δίκαιο, δεν δύναται να κινήσει επίσημη διαδικασία η οποία να συνίσταται στη
λήψη μέτρων δημοσιοποίησης και διαγωνισμού πριν από τη σύναψη δημόσιας
σύμβασης της οποίας το ποσό υπερβαίνει το αντίστοιχο κατώτο όριο που
ορίζεται στην οδηγία 2004/18/ΕΚ, αυτή η αναθέτουσα αρχή πρέπει, πριν από τη
σύναψη της υπό εξέταση σύμβασης, να λάβει τα εξής δύο μέτρα:
α) να εκδώσει απόφαση ανάθεσης που δεν θα παράγει κανένα συμβατικό
αποτέλεσμα και δεν θα είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής
κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της παρούσας οδηγίας
β) να δημοσιεύσει προκήρυξη που να εξασφαλίζει έναν επαρκή βαθμό
δημοσιότητας και να περιέχει τουλάχιστον τις πληροφορίες που αναφέρονται στο
παράρτημα της παρούσας οδηγίας.
Η δημοσίευση προκήρυξης σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 4 και το
άρθρο 36 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται
στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου.
3. Η σύναψη της σύμβασης που ακολουθεί την απόφαση ανάθεσης μιας
δημόσιας σύμβασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μπορεί να
πραγματοποιηθεί μόνο κατά την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον δέκα
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία η
προκήρυξη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) άρχισε να αποτελεί
αντικείμενο της απαιτούμενης δημοσιότητας.
4. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν εφαρμόζονται, ούτε σε περίπτωση κατεπείγουσας
ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 31, σημείο (1), στοιχείο γ) της οδηγίας
2004/18/ΕΚ ούτε στις συμβάσεις που αποκλείονται ρητά σύμφωνα με τα άρθρα
12 έως 18 της εν λόγω οδηγίας.
Άρθρο 2στ
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την τήρηση, αφενός, των προθεσμιών που
προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4 και στο άρθρο 2α παράγραφοι 2 και 3
και, αφετέρου, του άρθρου 2ε, με τους όρους που αναφέρονται στις
παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.
2. Η σύναψη σύμβασης που πραγματοποιείται κατά παράβαση των διατάξεων
της παραγράφου 1 θεωρείται ότι δεν παράγει αποτελέσματα.
23

3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, τα κράτη μέλη μπορούν να
προβλέπουν ότι η σύμβαση που συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων της
παραγράφου 1 παράγει, ωστόσο, ορισμένα αποτελέσματα μεταξύ των οικείων
μερών ή έναντι τρίτων λόγω της παρέλευσης μιας προθεσμίας παραγραφής, η
οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από έξι μήνες από την πραγματική
ημερομηνία της σύναψης.
Η παρέκκλιση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί επίσης να εφαρμοστεί
εφόσον, στο πλαίσιο προσφυγής με σκοπό τη διαπίστωση και την άντληση των
συνεπειών από τη σύναψη που πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση των
διατάξεων της παραγράφου 1, ένα όργανο προσφυγής ανεξάρτητο από την
αναθέτουσα αρχή διαπιστώνει ότι η ικανοποίηση ορισμένων επιτακτικών
αναγκών που συνδέονται με το γενικό συμφέρον μη οικονομικού χαρακτήρα
επιβάλλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να μην αμφισβητηθούν ορισμένα
αποτελέσματα της εν λόγω σύμβασης.
4. Τα κράτη μέλη καθορίζουν το καθεστώς κυρώσεων που επιβάλλονται σε
περίπτωση σύναψης σύμβασης κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου
1, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ή
εφόσον μια αναθέτουσα αρχή επικαλέστηκε κατεπείγουσα ανάγκη κατά την
έννοια του άρθρου 31 σημείο (1), στοιχείο (γ) της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, ενώ δεν
πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την εν λόγω διάταξη.
Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι πραγματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.
Τα κράτη μέλη θα κοινοποιήσουν αυτές τις διατάξεις στην Επιτροπή το
αργότερο στις [18 μήνες μετά τη δημοσίευση της παρούσας οδηγίας στην
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] , καθώς και οποιαδήποτε σχετική
μεταγενέστερη τροποποίηση το συντομότερο δυνατόν.»
4) Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:
α) Οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Η Επιτροπή δύναται να επικαλεστεί τη διαδικασία που προβλέπεται στις
παραγράφους 2 έως 5 εφόσον, εάν κρίνει ότι έχει διαπραχθεί σοβαρή παράβαση
των κοινοτικών διατάξεων για τις δημόσιες συμβάσεις στο πλαίσιο μιας
διαδικασίας σύναψης σύμβασης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας
2004/18/ΕΚ.
2. Η Επιτροπή γνωστοποιεί οικείο κράτος μέλος και στην οικεία αναθέτουσα
αρχή τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι συντελέστηκε σοβαρή παράβαση
και ζητεί τη θεραπεία της.
Η Επιτροπή τάσσει οικείο κράτος μέλος εύλογη προθεσμία απάντησης,
λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της κάθε περίπτωσης».
β) Στην παράγραφο 3, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο
κείμενο:
«Εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 προθεσμίας, το οικείο κράτος
μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή:»
5) Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 4
1. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν κάθε χρόνο στην Επιτροπή πληροφορίες για τη
λειτουργία των εθνικών διαδικασίων προσφυγής που κινήθηκαν κατά τη
διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους. Η Επιτροπή καθορίζει, σε
διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή Δημόσιων Συμβάσεων, το
αντικείμενο και τη φύση αυτών των πληροφοριών.
24

2. Πριν από τη πάροδο έξι ετών από [18 μήνες μετά την ημερομηνία
δημοσίευσης της παρούσας οδηγίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης] , η Επιτροπή, σε διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή
Δημόσιων Συμβάσεων, επανεξετάζει την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας
οδηγίας και προτείνει, ενδεχομένως, τις τροποποιήσεις που κρίνονται
αναγκαίες.»
6) Το κείμενο που παρατίθεται στο παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας
προστίθεται ως παράρτημα.
Άρθρο 2 Οδηγία 92/13/ΕΟΚ
Η οδηγία 92/13/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής :
1) Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:
α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε όσον αφορά τις
διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής
της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*),
οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτοντες φορείς να υπόκεινται στην άσκηση
αποτελεσματικών και ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, υπό τις
προϋποθέσεις που τίθενται στα άρθρα 2 έως 2στ της παρούσας οδηγίας, λόγω
του ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν τη κοινοτική νομοθεσία για τη σύναψη
δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες που ενσωματώνουν την εν λόγω
νομοθεσία.
_____________________
(*) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1.»
β) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες προσφυγής να είναι δυνατόν
να κινηθούν σύμφωνα με κανόνες που μπορούν να καθορίζουν τα κράτη μέλη,
τουλάχιστον από οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του
ανατεθεί συγκεκριμένη δημόσια σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να
υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση.»
γ) Προστίθενται οι ακόλουθοι παράγραφοι 4 και 5:
«4. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από το πρόσωπο που επιθυμεί να
χρησιμοποιήσει τη διαδικασία προσφυγής να ενημερώνει προηγουμένως τον
αναθέτοντα φορέα –με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο– για την
εικαζόμενη παράβαση και για την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή. Σε αυτήν
την περίπτωση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην επιβληθεί καμία ελάχιστη
προθεσμία μεταξύ της χρονικής στιγμής κατά την οποία αποστέλλεται αυτή η
πληροφορία στον αναθέτοντα φορέα και της χρονικής στιγμής κατά την οποία
ασκείται προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου για τις διαδικασίες προσφυγής
οργάνου.
Ομοίως, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο
να ασκήσει κατ’ αρχάς προσφυγή στον αναθέτοντα φορέα. Σε αυτήν την
περίπτωση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η άσκηση της εν λόγω προσφυγής, με
τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, να συνεπάγεται την άμεση αναστολή
της δυνατότητας σύναψης της σύμβασης.
Η αυτόματη αναστολή που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο λήγει με την εκπνοή
προθεσμίας που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε ημερολογιακές ημέρες,
η οποία αρχίζει να υπολογίζεται από την επομένη της ημέρας κατά την οποία ο
25

αναθέτων φορέας απέστειλε την απάντησή του με τηλεομοιοτυπία ή με
ηλεκτρονικό μέσο.
5. Σε περίπτωση προσφυγής σχετικά με τις συνθήκες στις οποίες
πραγματοποιήθηκαν ή δεν πραγματοποιήθηκαν οι αναφερόμενες στην
παράγραφο 4 αποστολές με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, το αρμόδιο
για τις διαδικασίες προσφυγής όργανο, το οποίο είναι ανεξάρτητο από τον
αναθέτοντα φορέα, λαμβάνει ιδίως υπόψη όλα τα εύλογα και συναφή
αποδεικτικά στοιχεία που του διαβιβάζονται από τους οικείους αποστολείς και τα
οποία επιβεβαιώνουν τις πραγματοποιηθείσες αποστολές και την παραλαβή τους
από τους παραλήπτες τους.»
2) Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:
α) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4
και στα άρθρα 2α έως 2στ, οι διαδικασίες προσφυγής δεν πρέπει να έχουν
απαραιτήτως αυτόματα ανασταλτικά αποτελέσματα επί των διαδικασιών
σύναψης των συμβάσεων στις οποίες αναφέρονται.»
β) Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:
«3α. Όταν όργανο ανεξάρτητο από τον αναθέτοντα φορέα επιλαμβάνεται
προσφυγής σχετικά με την απόφαση για την ανάθεση σύμβασης ή σχετικά με
απόφαση μεταγενέστερη αυτής, το εν λόγω όργανο ενημερώνει αμέσως την
αναθέτουσα αρχή, με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, για το γεγονός ότι
δεν μπορεί να προβεί στη σύναψη της σύμβασης, για χρονικό διάστημα που
καθορίζεται από το κράτος μέλος στου οποίου τη δικαιοδοσία εμπίπτει το εν
λόγω όργανο. Η εν λόγω προθεσμία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε
εργάσιμες ημέρες, που υπολογίζονται από την επομένη της αποστολής της
σχετικής πληροφορίας. Το όργανο, αφού εξετάσει το σύνολο των συνοδευτικών
εγγράφων της προσφυγής και εφόσον καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν
συντρέχει λόγος παράτασης της προαναφερόμενης προθεσμίας αναστολής,
μπορεί να τερματίσει ανά πάσα στιγμή την υποχρέωση μη σύναψης της
σύμβασης.»
γ) Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν το αρμόδιο για τις
διαδικασίες προσφυγής όργανο εξετάσει κατά πόσον κρίνεται σκόπιμο να
ληφθούν προσωρινά μέτρα, μπορεί να συνυπολογίσει τις πιθανές συνέπειες
αυτών των μέτρων για όλα τα συμφέροντα που ενδέχεται να ζημιωθούν, καθώς
και το δημόσιο συμφέρον, και να αποφασίσει να μην επιτρέψει τη λήψη αυτών
των μέτρων εάν οι αρνητικές συνέπειές τους θα μπορούσαν να εξουδετερώσουν
τα οφέλη τους.
Τα κράτη μέλη, κάνοντας χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο πρώτο
εδάφιο, δεν μπορούν να εμποδίσουν την εφαρμογή του άρθρου 2στ, εφόσον η
σύναψη της οικείας σύμβασης έγινε κατά παράβαση του άρθρου 1 παράγραφος
4, του άρθρου 2 παράγραφος 3α, ή ενός εκ των άρθρων 2α έως 2ε, ή κατά
παράβαση ενός συμπληρωματικού προσωρινού μέτρου που ελήφθη από το
αρμόδιο για τις διαδικασίες προσφυγής όργανο και δυνάμει του οποίου
παρατείνεται η αναστολή της υπό εξέτασης σύναψης.
Η απόφαση να μη ληφθούν προσωρινά μέτρα δεν επηρεάζει τις λοιπές αξιώσεις
του προσώπου που έχει ζητήσει τη λήψη τους.»
δ) Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
26

«6. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4
και στα άρθρα 2α έως 2στ, τα αποτελέσματα της άσκησης των εξουσιών που
προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου επί των συμβάσεων που
ακολουθούν την ανάθεση σύμβασης καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.
Επιπροσθέτως, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση πρέπει να
ακυρωθεί προτού χορηγηθεί αποζημίωση, ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει
ότι, μετά τη σύναψη της οικείας σύμβασης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με
το άρθρο 1 παράγραφος 4, το άρθρο 2 παράγραφος 3, τα άρθρα 2α έως 2στ, οι
εξουσίες του υπεύθυνου για τις διαδικασίες προσφυγής οργάνου περιορίζονται
στη χορήγηση αποζημίωσης σε κάθε πρόσωπο που υπέστη ζημία λόγω
παράβασης.»
ε) Στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο, η φράση «δικαιοδοτικό όργανο κατά την
έννοια του άρθρου 177 της συνθήκης» αντικαθίσταται από τη φράση
«δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 234 της Συνθήκης».
3) Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 2α έως 2στ:
« Άρθρο 2α
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παράγραφος 3
πρόσωπα να έχουν στη διάθεσή τους προθεσμίες που εξασφαλίζουν
αποτελεσματικές προσφυγές κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις
αναθέτουσες αρχές, με την έγκριση των απαραίτητων διατάξεων που πληρούν τις
ελάχιστες προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του
παρόντος άρθρου και στα άρθρα 2β, 2γ και 2δ.
2. Η σύναψη της σύμβασης που ακολουθεί την απόφαση ανάθεσης μιας
δημόσιας σύμβασης υπαγόμενης στην οδηγία 2004/17/ΕΚ δεν μπορεί να
πραγματοποιηθεί πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον δέκα
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της κοινοποίησης της απόφασης
ανάθεσης της σύμβασης στους οικείους προσφέροντες με τηλεομοιοτυπία ή με
ηλεκτρονικό μέσο. Η κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης σε κάθε οικείο
υποψήφιο συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων που
αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται
οι μικρότερες προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 8 της
οδηγίας 2004/17/ΕΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η σύναψη της
σύμβασης που ακολουθεί την απόφαση ανάθεσης μιας δημόσιας σύμβασης δεν
μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον επτά
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της κοινοποίησης της απόφασης
ανάθεσης της σύμβασης στους οικείους προσφέροντες με τηλεομοιοτυπία ή με
ηλεκτρονικό μέσο. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται αυτόματα κατά τρεις
ημερολογιακές ημέρες, εφόσον το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 1
παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας κοινοποιήσει, εντός αυτής της προθεσμίας,
με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, στην οικεία αναθέτουσα αρχή την
πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή. Η κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης σε
κάθε οικείο προσφέροντα συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των συναφών
λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν το πρώτο εδάφιο εφόσον πρόκειται για
συμβάσεις που βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο κατά την έννοια του άρθρου 1,
παράγραφος 4 και του άρθρου 14 παράγραφοι 2 και 3 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ ή
για συμβάσεις που ανατίθενται στο πλαίσιο δυναμικών συστημάτων αγορών
κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 5 και άρθρου 15 της εν λόγω
οδηγίας.
27

4. Οι προθεσμίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 δεν εφαρμόζονται
σε περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 40,
παράγραφος 3, στοιχείο δ) της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.
Άρθρο 2β
1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι προθεσμίες που αναφέρονται
στο άρθρο 2α παράγραφοι 2 και 3 δεν εφαρμόζονται στις ακόλουθες
περιπτώσεις:
α) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που βασίζονται σε μια συμφωνία-πλαίσιο
στην οποία συμμετέχει μόνο ένας οικονομικός φορέας και η οποία συνάπτεται
σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 και το άρθρο 40 παράγραφος 3 στοιχείο
θ) της οδηγίας 2004/17/ΕΚ·
β) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που ανατίθενται στο πλαίσιο ανοικτής
διαδικασίας κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 9 στοιχείο α) της
οδηγίας 2004/17/ΕΚ, και αναθέτων φορέας έχει λάβει μόνο την προσφορά του
υποψηφίου στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση·
γ) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που ανατίθενται στο πλαίσιο κλειστής
διαδικασίας κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 9 στοιχείο β) της οδηγίας
2004/17/ΕΚ, και, εκτός από την περίπτωση του οικονομικού φορέα στον οποίο
ανατίθεται η σύμβαση, όλοι οι οικονομικοί φορείς που κλήθηκαν να υποβάλουν
προσφορά έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης του αναθέτοντος φορέα
που υπόκειται σε προσφυγή και περατώνει τη συμμετοχή τους στη διαδικασία με
βάση άλλη από τα κριτήρια για την ανάθεση της οικείας σύμβασης·
δ) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που ανατίθενται στο πλαίσιο διαδικασίας με
διαπραγμάτευση κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 9 στοιχείο γ) της
οδηγίας 2004/17/ΕΚ, και εφόσον, εκτός από την περίπτωση οικονομικού φορέα
στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση, όλοι οι οικονομικοί φορείς που έλαβαν γνώση
και εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους για την εν λόγω σύμβαση έχουν ήδη
αποτελέσει αντικείμενο απόφασης του αναθέτοντος φορέα που υπόκειται σε
προσφυγή και περατώνει τη συμμετοχή τους στη διαδικασία με βάση άλλη από
τα κριτήρια για την ανάθεση της οικείας σύμβασης.
Άρθρο 2γ
1. Όταν τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε προσφυγή κατά απόφασης της
αναθέτουσας αρχής που έχει ληφθεί στο πλαίσιο ή σε σχέση με διαδικασία
σύναψης σύμβασης υπαγόμενης στην οδηγία 2004/17/ΕΚ πρέπει να έχει ασκηθεί
πριν από την εκπνοή καθορισμένης προθεσμίας, η πρόθεσμία αυτή δεν μπορεί να
είναι μικρότερη από δέκα ημερολογιακές ημέρες υπολογιζόμενες από την
επομένη της κοινοποίησης αυτής της απόφασης της αναθέτουσας αρχής με
τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο στον οικείο προσφέροντα ή υποψήφιο. Η
κοινοποίηση αυτής της απόφασης του αναθέτοντος φορέα σε κάθε οικείο
προσφέροντα ή υποψήφιο συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των συναφών
λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 49, παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.
2. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο
άρθρο 2β παράγραφος 3 μπορούν να προβλέπουν ότι η προσφυγή που
αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να έχει ασκηθεί
εντός προθεσμίας που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από επτά ημερολογιακές
ημέρες από την επομένη της κοινοποίησης αυτής της απόφασης του αναθέτοντος
φορέα με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο στον οικείο προσφέρονται ή
υποψήφιο.

28

Αυτή η προθεσμία παρατείνεται αυτόματα κατά τρεις ημερολογιακές ημέρες,
εφόσον πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 κοινοποιήσει,
εντός αυτής της προθεσμίας, με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, στον
οικείο αναθέτοντα φορέα την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή.
Η κοινοποίηση της απόφασης του αναθέτοντος φορέα σε κάθε οικείο
προσφέροντα ή υποψήφιο συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των συναφών
λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.
Άρθρο 2δ
Σε περίπτωση προσφυγής σχετικά με τις συνθήκες στις οποίες
πραγματοποιήθηκαν ή δεν πραγματοποιήθηκαν οι αναφερόμενες στο άρθρο 2α
και 2γ αποστολές με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, το αρμόδιο για τις
διαδικασίες προσφυγής όργανο λαμβάνει ιδίως υπόψη όλα τα εύλογα και συναφή
αποδεικτικά στοιχεία που του διαβιβάζονται από τον αναθέτοντα φορέα για την
αποστολή που πραγματοποιήθηκε από την εν λόγω αρχή και για την παραλαβή
αυτής της αποστολής από τον οικείο προσφέροντα ή υποψήφιο.
Άρθρο 2ε
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών για
ασφαλιστικά μέτρα και των διαδικασιών για παραμερισμό των αποφάσεων που
αναφέρονται στο άρθρο 1 και στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ)
κατά των συμβάσεων που παρανόμως ανατέθηκαν απευθείας, στις συνθήκες που
αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.
2. Εφόσον ο αναθέτων φορέας εκτιμά ότι, όσον αφορά το ισχύον κοινοτικό
δίκαιο, δύναται να μην κινήσει επίσημη διαδικασία η οποία να συνίσταται στη
λήψη μέτρων δημοσιοποίησης και διαγωνισμού πριν από τη σύναψη δημόσιας
σύμβασης της οποίας το ποσό υπερβαίνει το αντίστοιχο κατώτατο όριο που
προβλέπεται στην οδηγία 2004/17/ΕΚ, ο αναθέτων αυτός φορέας πρέπει, πριν
από τη σύναψη της εν λόγω δημόσιας σύμβασης, να λάβει τα εξής δύο μέτρα:
α) να εκδώσει απόφαση ανάθεσης που να μην παράγει κανένα συμβατικό
αποτέλεσμα και να μην είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής
κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της παρούσας οδηγίας·
β) να δημοσιεύσει προκήρυξη που να εξασφαλίζει έναν επαρκή βαθμό
δημοσιότητας και να περιέχει τουλάχιστον τις πληροφορίες που αναφέρονται στο
παράρτημα της παρούσας οδηγίας.
Η δημοσίευση προκήρυξης σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44 της οδηγίας
2004/17/ΕΚ πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο στοιχείο β) της
παρούσας παραγράφου.
3. Η σύναψη της σύμβασης που ακολουθεί την απόφαση ανάθεσης μιας
δημόσιας σύμβασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μπορεί να
πραγματοποιηθεί μόνο κατά την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον δέκα
ημερολογιακών ημερών υπολογιζόμενων από την επομένη της ημέρας κατά την
οποία η γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) άρχισε να
αποτελεί αντικείμενο της απαιτούμενης δημοσιότητας.
4. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν εφαρμόζονται, ούτε σε περίπτωση κατεπείγουσας
ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 40 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας
2004/17/ΕΚ ούτε στις συμβάσεις που αποκλείονται ρητά σύμφωνα με τα άρθρα
19 έως 26 της εν λόγω οδηγίας.
Άρθρο 2στ
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την τήρηση, αφενός, των προθεσμιών που
προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4 και στο άρθρο 2α παράγραφοι 2 και 3
29

και, αφετέρου, του άρθρου 2ε, με τους όρους που αναφέρονται στις
παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.
2. Η σύναψη σύμβασης που πραγματοποιείται κατά παράβαση των διατάξεων
της παραγράφου 1 θεωρείται δεμ παράγει αποτελέσματα.
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, τα κράτη μέλη μπορούν να
προβλέπουν ότι η σύμβαση που συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων της
παραγράφου 1 παράγει, ωστόσο, ορισμένα αποτελέσματα μεταξύ των οικείων
μερών ή έναντι τρίτων λόγω της παρέλευσης μιας προθεσμίας παραγραφής, η
οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από έξι μήνες από την πραγματική
ημερομηνία της σύναψης.
Η παρέκκλιση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί επίσης να εφαρμοστεί
εφόσον, στο πλαίσιο προσφυγής με σκοπό τη διαπίστωση και την άντληση των
συνεπειών από τη σύναψη που πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση των
διατάξεων της παραγράφου 1, ένα όργανο προσφυγής ανεξάρτητο από τον
αναθέτοντα φορέα διαπιστώνει ότι η ικανοποίηση ορισμένων επιτακτικών
αναγκών που συνδέονται με το γενικό συμφέρον μη οικονομικού χαρακτήρα
επιβάλλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να μην αμφισβητηθούν ορισμένα
αποτελέσματα της εν λόγω σύμβασης.
4. Τα κράτη μέλη καθορίζουν το καθεστώς κυρώσεων που επιβάλλονται σε
περίπτωση σύναψης σύμβασης κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου
1, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ή
εφόσον ενός αναθέτων φορέας επικαλέστηκε την κατεπείγουσα ανάγκη κατά την
έννοια του άρθρου 40 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, ενώ
δεν πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την εν λόγω
διάταξη.
Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι πραγματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.
Τα κράτη μέλη θα κοινοποιήσουν αυτές τις διατάξεις στην Επιτροπή το
αργότερο στις [18 μήνες μετά τη δημοσίευση της παρούσας οδηγίας στην
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] , καθώς και οποιαδήποτε σχετική
μεταγενέστερη τροποποίηση το συντομότερο δυνατόν.»
4) Τα άρθρα 3 έως 7 καταργούνται.
5) Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:
α) Οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Η Επιτροπή μπορεί να επικαλεστεί τις διαδικασίες που προβλέπονται στις
παραγράφους 2 έως 5 εάν κρίνει ότι έχει διαπραχθεί σοβαρή παράβαση των
κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τις συμβάσεις, κατά τη διαδικασία σύναψης
σύμβασης υπαγομένης στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/17/ΕΚ ή όσον
αφορά το άρθρο 27 στοιχείο α) της ίδιας οδηγίας για τους αναθέτοντες φορείς
στους οποίους εφαρμόζεται αυτή η διάταξη.
2. Η Επιτροπή γνωστοποιεί στο κράτος μέλος και στον οικείο αναθέτοντα φορέα
τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι έχει διαπραχθεί σοβαρή παράβαση, και
ζητεί τη θεραπεία της με τα κατάλληλα μέσα.
Η Επιτροπή τάσσει στο οικείο κράτος μέλος εύλογη προθεσμία απάντησης,
λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της κάθε περίπτωσης».
β) Στην παράγραφο 3, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο
κείμενο:
«Εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 προθεσμίας, το οικείο κράτος
μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή:».
30

6) Τα άρθρα 9 έως 11 καταργούνται.
7) Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
« Άρθρο 12
1. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν κάθε χρόνο στην Επιτροπή πληροφορίες για τη
λειτουργία των εθνικών διαδικασίων προσφυγής που κινήθηκαν κατά τη
διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους. Η Επιτροπή καθορίζει, σε
διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή Δημόσιων Συμβάσεων, το
αντικείμενο και τη φύση αυτών των πληροφοριών.
2. Πριν από τη πάροδο έξι ετών από [18 μήνες μετά την ημερομηνία
δημοσίευσης της παρούσας οδηγίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης] , η Επιτροπή, σε διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή
Δημόσιων Συμβάσεων, επανεξετάζει την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας
οδηγίας και προτείνει, ενδεχομένως, τις τροποποιήσεις που κρίνονται
αναγκαίες.»
8) Το κείμενο που παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙ της παρούσας οδηγίας
προστίθεται ως παράρτημα.
Άρθρο 3 Μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο
1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές
διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία
το αργότερο [18 μήνες από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας οδηγίας
στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης]. Ανακοινώνουν αμέσως
στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων, καθώς και πίνακα
αντιστοιχίας μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και των διατάξεων της παρούσας
οδηγίας.
Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές
περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια
αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς
αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών
διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από
την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 4 Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της
στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .
Άρθρο 5 Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες, […]
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος […] […]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στη προκήρυξη που
αναφέρεται στο άρθρο 2ε παράγραφος 2 στοιχείο β)
- ονομασία, διεύθυνση και αρμόδιος(-οι) επαφής της αναθέτουσας αρχής·
- τίτλος που δόθηκε στη σύμβαση από την αναθέτουσα αρχή·

31

- είδος σύμβασης (έργων/προμηθειών/υπηρεσιών) και τόπος εκτέλεσης,
παράδοσης ή παροχής·
- σύντομη περιγραφή της σύμβασης·
- ταξινόμηση CPV (κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις)·
- τελική συνολική αξία της σύμβασης που ανατίθεται·
- ημερομηνία της απόφασης ανάθεσης της σύμβασης·
- αιτιολόγηση της επιλογής να μην κινηθεί επίσημη διαδικασία η οποία να
συνίσταται στη λήψη μέτρων δημοσιοποίησης και διαγωνισμού πριν από τη
σύναψη δημόσιας σύμβασης της οποίας το ποσό υπερβαίνει το αντίστοιχο
κατώφλι που ορίζεται στην οδηγία 2004/18/ΕΚ, όσον αφορά την/τις περίπτωση(ώσεις) που αναφέρεται(-ονται) στο άρθρο 31 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, ή
οποιαδήποτε άλλη αιτιολόγηση που συνάδει με το ισχύον κοινοτικό δίκαιο·
- όνομα και διεύθυνση του οικονομικού φορέα στον οποίον ανατέθηκε η
σύμβαση·
- ακριβής αναφορά του αρμόδιου οργάνου για τις διαδικασίες προσφυγής και τις
προθεσμίες άσκησης προσφυγής·
- υπηρεσία από την οποία μπορούν να λαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με την
άσκηση προσφυγής.»
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στη προκήρυξη που
αναφέρεται στο άρθρο 2ε παράγραφος 2 στοιχείο β)
- ονομασία, διεύθυνση και αρμόδιος(-οι) επαφής του αναθέτοντος φορέα·
- τίτλος που δόθηκε στη σύμβαση από τον αναθέτοντα φορέα·
- είδος σύμβασης (έργων/προμηθειών/υπηρεσιών) και τόπος εκτέλεσης,
παράδοσης ή παροχής·
- σύντομη περιγραφή της σύμβασης·
- ταξινόμηση CPV (κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις)·
- τελική συνολική αξία της σύμβασης που ανατίθεται·
- ημερομηνία της απόφασης ανάθεσης της σύμβασης·
- αιτιολόγηση της επιλογής να μην κινηθεί επίσημη διαδικασία η οποία να
συνίσταται στη λήψη μέτρων δημοσιοποίησης και διαγωνισμού πριν από τη
σύναψη δημόσιας σύμβασης της οποίας το ποσό υπερβαίνει το αντίστοιχο
κατώφλι που ορίζεται στην οδηγία 2004/17/ΕΚ, όσον αφορά την/τις περίπτωση(ώσεις) που αναφέρεται(-ονται) στο άρθρο 40 παράγραφος 3 της οδηγίας
2004/17/ΕΚ, ή οποιαδήποτε άλλη αιτιολόγηση που συνάδει με το ισχύον
κοινοτικό δίκαιο·
- όνομα και διεύθυνση του οικονομικού φορέα στον οποίον ανατέθηκε η
σύμβαση·
- ακριβής αναφορά του αρμόδιου οργάνου για τις διαδικασίες προσφυγής και τις
προθεσμίες άσκησης προσφυγής·
- υπηρεσία από την οποία μπορούν να λαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με την
άσκηση προσφυγής.»[pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic]
[1] ΕΕ C της […], σ. […].
[2] ΕΕ C της […], σ. […].
32

[3] ΕΕ C της […], σ. […].
[4] ΕΕ C της […], σ. […].
[5] ΕΕ L 395 της 30.12.1989, σ. 33. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία
92/50/ΕΟΚ (ΕΕ L 209 της 24.7.1992, σ. 1).
[6] ΕΕ L 76 της 23.3.1992, σ. 14. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την
πράξη προσχώρησης του 2003.
[7] ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με
τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2083/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 333 της 20.12.2005,
σ. 28).
[8] ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον
κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2083/2005.
[9] Συλλογή 2005, σ. I-1, σκέψη 39.

33

3. Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και
Κοινωνικής Επιτροπής
Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με
θέμα Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του
Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των
διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων
COM(2006) 195 τελικό/2 — 2006/0005(COD)
(2007/C 93/04)

34

Στις 29 Ιουνίου 2006 και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως
της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη
γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά
με την ανωτέρω πρόταση
Το ειδικευμένο τμήμα "Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση", στο οποίο
ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη
γνωμοδότησή του στις 14 Νοεμβρίου 2006, με βάση την εισηγητική έκθεση του
κ. van Iersel.
Κατά την 432η σύνοδο ολομέλειάς της τής 17ης και 18ης Ιανουαρίου 2007
(συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική
Επιτροπή υιοθέτησε με 140 ψήφους υπέρ, 14 κατά και 10 αποχές, την ακόλουθη
γνωμοδότηση.

35

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. Εισαγωγή
2. Διαβουλεύσεις και περιεχόμενο
3. Γενικές παρατηρήσεις
4. Ειδικά θέματα
4.1. Διατύπωση
4.2. Ανασταλτικές περίοδοι
4.3. Ακύρωση συμβάσεων
4.4. Βεβαίωση
4.5. Συμβιβασμός και επίλυση διαφορών
4.6. Ανασταλτική περίοδος
5. Τέλη
6. Γλωσσάριο

36

1. Εισαγωγή
1.1 Το 1991 και το 1993 τέθηκαν σε ισχύ δύο οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή
των διαδικασιών προσφυγής στην περίπτωση της "κλασικής "οδηγίας και της
οδηγίας "για τους ειδικούς τομείς", αντίστοιχα, με σκοπό την
αποτελεσματικότερη εφαρμογή των παλαιότερων "κλασικών "οδηγιών και την
καθιέρωση δυνατοτήτων προσφυγής [1].
1.2 Δεδομένου ότι οι οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις αποσκοπούν στη
δημιουργία ανοικτών, δίκαιων και διαφανών συνθηκών προκειμένου να μπορούν
οι επιχειρήσεις να συμμετέχουν επί ίσοις όροις στον ανταγωνισμό σε ολόκληρη
την επικράτεια της ΕΕ, οι υπό εξέταση οδηγίες για τις προσφυγές προβλέπουν
μια σειρά διαδικασιών για τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να καταγγείλουν τυχόν
προσκλήσεις υποβολής προσφορών και αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων που τις
ενδιαφέρουν.
1.3 Οι οδηγίες για τις προσφυγές έχουν τους εξής δύο αλληλένδετους στόχους:
- να προβλεφθεί η δυνατότητα εξαναγκασμού των αναθετουσών αρχών σε
συμμόρφωση προς τις διατάξεις των οδηγιών· και
- να προβλεφθεί η δυνατότητα κάθε υποβάλλων προσφορά να μπορεί να
λαμβάνει μέτρα προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντά του σε περίπτωση
που θεωρήσει ότι κάποια αναθέτουσα αρχή παραβίασε τις διατάξεις των
οδηγιών.
1.4 Κάθε μορφής δράση την οποία δύναται να αναλαμβάνει κατά μιας
αναθέτουσας αρχής οιοσδήποτε υποβάλλων προσφορά κρίνει ότι έχει αδικηθεί
πρέπει αναγκαστικά να αναλαμβάνεται διαμέσου των εθνικών δικαιοδοτικών ή
συναφών οργάνων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του αντίστοιχου κράτους
μέλους. Η Επιτροπή δύναται να λαμβάνει μέτρα μόνον κατά ενός κράτους
μέλους και όχι κατά μιας αναθέτουσας αρχής, και τούτο μόνον εφόσον
υφίστανται στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι ένα κράτος μέλος δεν
ρυθμίζει δεόντως τις αναθέτουσες αρχές του.
1.5 Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε ήδη διευκρινίσει, το
1999, ότι οι διατάξεις αμφοτέρων των οδηγιών σχετικά με τις προσφυγές πρέπει
να επιδιώκουν την ενίσχυση των υφισταμένων ρυθμίσεων με στόχο την
διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των οδηγιών για τις δημόσιες
συμβάσεις, "ειδικότερα σε στάδιο κατά το οποίο είναι ακόμα δυνατή η διόρθωση
των παραβάσεων" [2].
1.6 Οι οδηγίες για την άσκηση αποτελεσματικών προσφυγών αποτελούν
αναπόσπαστο τμήμα της νομοθεσίας περί δημόσιων συμβάσεων και οι
τροποποιήσεις που προβλέπονται από τη Νέα οδηγία αναμένεται να
διασφαλίσουν την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των οδηγιών για τις δημόσιες
συμβάσεις.
1.7 Τον Ιούνιο του 2006, η Επιτροπή πρότεινε μια Νέα οδηγία η οποία
τροποποιεί τις προαναφερθείσες οδηγίες για τις προσφυγές και η οποία
προσδοκάται ότι θα τις βελτιώσει και θα τις καταστήσει αποτελεσματικότερες.
1.8 Οι βασικές προτάσεις που περιλαμβάνονται στη Νέα οδηγία συνίστανται,
αφενός, στην καθιέρωση μιας ανασταλτικής περιόδου "τύπου standstill",
διάρκειας δέκα ημερολογιακών ημερών, μεταξύ της απόφασης ανάθεσης της
σύμβασης και της ολοκλήρωσης της ανάθεσής της, κατά τρόπον ώστε
οποιοσδήποτε τυχόν θεωρεί ότι αδικήθηκε να μπορεί να υποβάλει προσφυγή,
και, αφετέρου, στην κατάργηση των διαδικασιών βεβαίωσης και συμβιβασμού.
2. Διαβουλεύσεις και περιεχόμενο
37

2.1 Τον Μάρτιο του 2003, η Επιτροπή προέβη στην έναρξη διαβουλεύσεων
σχετικά με την εγκυρότητα των οδηγιών για τις προσφυγές, κάνοντας χρήση δύο
ερωτηματολογίων. Η γνώμη των κρατών μελών ζητήθηκε στο πλαίσιο των
εργασιών της συμβουλευτικής επιτροπής για τις δημόσιες συμβάσεις. Εκτός από
τις εν λόγω διαβουλεύσεις, διενεργήθηκαν επίσης έρευνες τόσο μεταξύ των
αναθετουσών αρχών όσο και μέσω ηλεκτρονικών ερωτηματολογίων (Interactive
Policy Making — Διαλογική χάραξη πολιτικών) στο Διαδίκτυο, με τη συμμετοχή
δικηγόρων, επαγγελματικών ενώσεων, ΜΚΟ και επιχειρήσεων.
2.2 Η Νέα οδηγία βασίζεται σε ενδελεχή ανάλυση των επιπτώσεων, η οποία
επισημαίνει δύο μείζονα προβλήματα: την απουσία αποτελεσματικών λύσεων
όσον αφορά την καταπολέμηση του φαινομένου των παράνομων απευθείας
αναθέσεων δημόσιων συμβάσεων και το πρόβλημα του "αγώνα δρόμου" στον
οποίο επιδίδονται οι αναθέτουσες αρχές προκειμένου να συνάψουν δημόσιες
συμβάσεις, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να αφαιρείται από τους
οικονομικούς φορείς η δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης προσφυγών πριν
από την έναρξη ισχύος της σύμβασης [3].
2.3 Η εν λόγω ανάλυση των επιπτώσεων περιλαμβάνει ορισμένες εξαιρετικές
αναλύσεις των απόψεων των ενδιαφερομένων μερών, ενώ αυτή καθ'εαυτή η
ανάλυση των επιπτώσεων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ανοικτής και
διαφανούς κοινοποίησης στοιχείων σε έναν πολύ περίπλοκο τομέα.
2.4 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το αποτέλεσμα που καταδεικνύει την
ύπαρξη ουσιαστικών διαφορών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη
διεκπεραίωση των καταγγελιών, γεγονός το οποίο μπορεί να προκαλέσει
σύγχυση στους υποβάλλοντες προσφορά·
- οι αναθέτουσες αρχές — μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ειδικότερα οι
τοπικές και περιφερειακές αρχές — ήταν απρόθυμες να συμμετάσχουν στις
έρευνες·
- οι μεμονωμένοι οικονομικοί φορείς δεν διέθεταν ακόμη εμπειρία όσον αφορά
τη συμμετοχή στις διαδικασίες και την αναθεώρησή τους στον εν λόγω τομέα·
- αξιοσημείωτη υπήρξε η ανταπόκριση των δικηγορικών γραφείων, των
επαγγελματικών ενώσεων και των ΜΚΟ.
2.5 Το γενικό συμπέρασμα που συνάγεται από τις απαντήσεις είναι ότι πρέπει να
καταπολεμηθεί το φαινόμενο των παράνομων αναθέσεων και να προωθηθεί ο
ανταγωνισμός, ιδίως σε διασυνοριακό επίπεδο.
2.6 Οι επιχειρήσεις συνήθως διστάζουν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις
αναθέτουσες αρχές, ενώ η εμπειρία καταδεικνύει ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν
είναι ακόμη τόσο πρόθυμα να υιοθετήσουν μια νομοθεσία η οποία προωθεί τη
διαφάνεια και το άνοιγμα των αγορών, γεγονός το οποίο επιτείνει την ανάγκη
ανάληψης δράσης σε επίπεδο ΕΕ. Ορισμένα κράτη μέλη, ωστόσο, έχουν
καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για την ορθή εφαρμογή των οδηγιών.
2.7 Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις παρέχουν στους υποβάλλοντες προσφορά
δύο σημαντικές νέες δικλείδες ασφαλείας:
- την κοινοποίηση της πρόθεσης ανάθεσης μιας σύμβασης τουλάχιστον δέκα
ημερολογιακές ημέρες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία ανάθεσης
("ανασταλτική περίοδος")· και
- σε περίπτωση υποβολής διαμαρτυρίας εκ μέρους ενός υποβάλλοντος
προσφορά, την υποχρέωση αναστολής της διαδικασίας για ένα ορισμένο
διάστημα, κατ'αρχήν κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία
καταβάλλονται προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος.
38

2.8 Εντούτοις, προβλέπεται — παραδείγματος χάρη, σε περιπτώσεις έκτακτης
ανάγκης — η δυνατότητα ανάθεσης συμβάσεων χωρίς να απαιτείται η τήρηση
της κανονικής διαδικασίας υποβολής προσφορών. Προβλέπεται, επίσης, η
δυνατότητα παράκαμψης της ανασταλτικής περιόδου σε περιπτώσεις στις οποίες
δεν έχει εμφανώς νόημα. Ωστόσο, η διαδικασία εφαρμογής του ανταγωνιστικού
διαλόγου απαιτεί πάντοτε, λόγω του τρόπου λειτουργίας της, την πρόβλεψη
ανασταλτικής περιόδου. Το ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, στα τελικά στάδιά της
διαδικασίας υποβολής προσφορών να έχει απομείνει ένας μόνον "προτιμώμενος
πλειοδότης" θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ευνοεί την ανάπτυξη φαινομένων
καταχρήσεων και συνεπώς η ύπαρξη ανασταλτικής περιόδου είναι σαφώς
απαραίτητη για την αποφυγή καταστάσεων αυτού του είδους.
3. Γενικές Παρατηρήσεις
3.1 Η ανάλυση των επιπτώσεων αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμη διότι μέσω
αυτής καθίσταται σαφές ότι τα κράτη μέλη και οι αναθέτουσες αρχές έχουν
συχνά διαφορετική άποψη όσον αφορά την ανάγκη ανοίγματος των δημόσιων
αγορών.
3.2 Η Επιτροπή παρέχει πέντε πιθανές λύσεις για την αντιμετώπιση του θέματος
των καταγγελιών: αδράνεια, κατάρτιση ανακοίνωσης ή οδηγίας για την
καθιέρωση ανασταλτικής περιόδου και κατάρτιση ανακοίνωσης ή οδηγίας περί
ανεξάρτητης αρχής [4].
3.3 Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή όσον αφορά τα εξής:
- η αδράνεια δεν αποτελεί βιώσιμη λύση, δεδομένου ότι οι ανεπάρκειες και οι
ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών θα εξακολουθήσουν να
υφίστανται·
- αλλά ούτε και η κατάρτιση ανακοινώσεων θα αποδειχθεί ελκυστική
προσέγγιση, διότι οι ανακοινώσεις δεν έχουν επαρκώς δεσμευτικό χαρακτήρα: οι
μακροχρόνιες παραδόσεις, οι αμοιβαίες σχέσεις και οι εξαρτήσεις στα κράτη
μέλη θα συνεχίσουν να υπερισχύουν.
3.4 Συνεπώς, για την άσκηση πιέσεων προς το δημόσιο τομέα και για τη αύξηση
του επαγγελματισμού αμφοτέρων των πλευρών, πρέπει είτε να συσταθεί μια
ανεξάρτητη αρχή είτε να καθιερωθεί μια ανασταλτική περίοδος που να
εκτείνεται από την απόφαση ανάθεσης μιας σύμβασης έως αυτήν καθ'εαυτήν την
έμπρακτη ανάθεσή της.
3.4.1 Ανεξάρτητες αρχές υφίστανται ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη [5]. Αξίζει να
σημειωθεί ότι η πλειονότητα των ενδιαφερομένων μερών που προέρχονται από
τον ιδιωτικό τομέα τάσσεται υπέρ αυτής της προσέγγισης, παρότι τούτο θα
επέφερε πολλαπλασιασμό των δαπανών και των διοικητικών διαδικασιών.
Ορισμένα κράτη μέλη συνιστούν τον διορισμό εμπειρογνωμόνων στις εν λόγω
αρχές.
3.4.2 Αντιθέτως, η συντριπτική πλειονότητα των κρατών μελών τάσσεται υπέρ
μιας περιορισμένης ανασταλτικής περιόδου η οποία επηρεάζει άμεσα τους
αγοραστές του δημοσίου και τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν καταγγελίες
καθώς κατά τη διάρκειά της η σχετική διαδικασία διακόπτεται.
3.5 Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής όσον αφορά την καθιέρωση
ανασταλτικής περιόδου. Συμφωνεί ότι η υιοθέτηση μιας τέτοιας ρύθμισης σε
επίπεδο ΕΕ κανονικά θα προωθήσει, εάν εφαρμοστεί ορθά, την
αποτελεσματικότητα, τη σαφήνεια και την ασφάλεια του δικαίου, αφενός, και το
άνοιγμα και τη διαφάνεια στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, αφετέρου, με
συνακόλουθο αποτέλεσμα την τόνωση του ανταγωνισμού. Η ανασταλτική
39

περίοδος δεν θα πρέπει, εντούτοις, να θεωρείται απαραίτητα ως η μοναδική
εναλλακτική λύση στη σύσταση ανεξάρτητων αρχών, λύση την οποία τα κράτη
μέλη είναι φυσικά ελεύθερα να υιοθετήσουν.
4. Ειδικά θέματα
4.1 Διατύπωση
4.1.1 Η αρίθμηση της Νέας οδηγίας προκαλεί σύγχυση δεδομένου ότι το τμήμα
που αφορά τους ειδικούς τομείς είναι το Άρθρο 2, ενώ ένα μεγάλο μέρος του
τμήματος που αφορά την "κλασική" οδηγία (στις προηγούμενες σελίδες) και την
οδηγία "για τους ειδικούς τομείς" (στις επόμενες σελίδες) φέρει αρίθμηση
'Άρθρο 2α έως Άρθρο 2στ'. Θα εξυπηρετούσε περισσότερο εάν τα τμήματα που
αφορούν τόσο την "κλασική" οδηγία όσο και την οδηγία "για τους ειδικούς
τομείς" αποτελούσαν ξεχωριστά κεφάλαια. Μόλις τεθούν σε εφαρμογή οι
τροποποιήσεις που προβλέπει η Νέα οδηγία, το ζήτημα αυτό ασφαλώς θα
επιλυθεί, στο μεταξύ ωστόσο θα ήταν χρήσιμο η διατύπωση της πρότασης να
είναι πιο κατανοητή.
4.1.2 Θα ήταν επίσης χρήσιμο να διατίθεντο κωδικοποιημένες εκδόσεις των δύο
οδηγιών.
4.1.3 Υπάρχουν επίσης ορισμένα τυπογραφικά λάθη τα οποία θα διορθωθούν
αναμφίβολα στις επόμενες εκδόσεις του εγγράφου.
4.2 Ανασταλτικές περίοδοι
4.2.1 Η ιδέα των ανασταλτικών περιόδων γίνεται, γενικά, δεκτή με ικανοποίηση.
4.2.2 Η δυνατότητα σύστασης Ανεξάρτητων Αρχών με διαμεσολαβητικό ρόλο
— η οποία είχε την προτίμηση ορισμένων από τους ερωτηθέντες που έλαβαν
μέρος στη διαβούλευση της Επιτροπής — απορρίφθηκε καθώς προτιμήθηκε η
πρόταση της καθιέρωσης ανασταλτικής περιόδου, κυρίως έπειτα από επίμονο
αίτημα των κρατών μελών. Η ιδέα αυτή είχε ήδη συζητηθεί κατά τα αρχικά
στάδια κατάρτισης των οδηγιών, αλλά — παρότι επιφανειακά φαίνεται
ελκυστική — παρουσιάζει τα ίδια μειονεκτήματα με τη διαδικασία
συμβιβασμού, η οποία ως ιδέα είναι παρεμφερής. Εξακολουθεί, ωστόσο, να
υφίσταται ένα πρόβλημα το οποίο εξετάζεται κατωτέρω, στο σημείο που
τιτλοφορείται "Συμβιβασμός και επίλυση διαφορών".
4.2.3 Με εξαίρεση τις περιόδους πέντε ημερών (οι οποίες είναι εργάσιμες
ημέρες), όλες οι άλλες περίοδοι υπολογίζονται σε ημερολογιακές ημέρες,
συμπεριλαμβανομένων και των αναφορών σε περιόδους τριών ημερών, γεγονός
το οποίο προκαλεί, φυσικά, προβλήματα. Το εν λόγω θέμα αναπτύσσεται
διεξοδικότερα παρακάτω, στο σημείο που φέρει τον τίτλο "Ανασταλτική
περίοδος".
4.3 Ακύρωση συμβάσεων
4.3.1 Παρότι στόχος της οδηγίας είναι ο εντοπισμός των ενδεχόμενων
προβλημάτων πριν από την έμπρακτη ανάθεση μιας σύμβασης, προβλέπεται
ωστόσο η δυνατότητα ακύρωσης συμβάσεων που διαφεύγουν της προσοχής και,
ως εκ τούτου, ανατίθενται παράνομα.
4.3.2 Οι πιθανές περιπτώσεις είναι δύο: είτε τα ενδιαφερόμενα μέρη ενεργούν
από συμφώνου έχοντας αμφότερα πλήρη επίγνωση των συνεπειών σε περίπτωση
που η σύμβαση αποδειχθεί παράνομη, είτε ο οικονομικός φορέας είναι αθώος και
δεν γνωρίζει ότι υπάρχει ο κίνδυνος ακύρωσης της σύμβασης.
4.3.3 Στην πρώτη περίπτωση, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος ανησυχίας για τυχόν
απώλειες που θα μπορούσε να υποστεί ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας.
40

4.3.4 Στη δεύτερη περίπτωση, εκφράζεται ανησυχία ότι θα μπορούσε
ενδεχομένως να υποστεί σοβαρή ζημία ένας 'αθώος' οικονομικός φορέας,
δεδομένου ότι προσφυγές σχετικά με την ανάθεση μιας σύμβασης μπορούν, σε
ορισμένες περιπτώσεις, να υποβληθούν έως και έξι μήνες μετά από την έναρξη
ισχύος της εν λόγω σύμβασης. Εάν διαπιστωθεί ότι η αναθέτουσα αρχή
ενήργησε ultra vires (δηλαδή υπερέβη τις αρμοδιότητές της), ο οικονομικός
φορέας ενδέχεται να μην έχει τη δυνατότητα να αξιώσει αποζημίωση για τη
ζημία που τυχόν υπέστη [6]. Μολονότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό να μην συμβεί, η
ΕΟΚΕ φρονεί ωστόσο ότι είναι σκόπιμο ο κίνδυνος αυτός να επισημανθεί.
4.3.5 Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ένας υποβάλλων προσφορά πρέπει να
είναι ικανοποιημένος όταν η αναθέτουσα αρχή έχει τηρήσει την ανασταλτική
περίοδο και έχει δημοσιεύσει τις απαιτούμενες προκηρύξεις σχετικά με την
πρόθεση ανάθεσης της σύμβασης, καθώς και ότι, εάν παρ'όλα αυτά εξακολουθεί
να μην είναι ικανοποιημένος, θα πρέπει τότε να ζητήσει επίσημη επιβεβαίωση εκ
μέρους του αγοραστή. Με βάση τη Νέα οδηγία (άρθρο 2 στ, 2), οι μόνοι λόγοι
που αιτιολογούν την ακύρωση μιας ήδη ανατεθείσας σύμβασης είναι η μη
ενδεδειγμένη κοινοποίηση εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής της πρόθεσής της
να αναθέσει μια σύμβαση ή η μη τήρηση της ανασταλτικής περιόδου εκ μέρους
της εν λόγω αρχής. Το κατά πόσον πληρούνται οι περιορισμένες αυτές
προϋποθέσεις μπορεί, ως φαίνεται, να επαληθευτεί εύκολα, ιδιαίτερα μάλιστα
στην περίπτωση μεγάλων και σημαντικών συμβάσεων. Ωστόσο, τα όρια που
ισχύουν για τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών δεν είναι δυνατόν
να χαρακτηριστούν "μεγάλα και σημαντικά", ακόμη και όταν αφορούν ΜΜΕ,
ενώ οι επιπτώσεις που έχουν οι μη επανορθώσιμες απώλειες — σε περίπτωση
ακύρωσης της σύμβασης — είναι σαφώς "μεγάλες και σημαντικές". Η
επιβάρυνση του υποβάλλοντος προσφορά με τον κίνδυνο λάθους και με τις
σοβαρές συνακόλουθες συνέπειες της, δεν θεωρείται, κατά την άποψη της
ΕΟΚΕ, ισορροπημένη και χρήζει επανεξέτασης· η προειδοποίηση του αγοραστή
(caveat vendor), πράγμα που ενδεχομένως συνεπάγεται σοβαρές επιπτώσεις, δεν
αποτελεί ενδεδειγμένο μηχανισμό για την αποτροπή παράνομων ενεργειών εκ
μέρους των αναθετουσών αρχών. Παρότι η υπόθεση Hazell κατά των
Συμβουλίων του Hammersmith και Fulham πιθανόν να μην είχε τις ίδιες
συνέπειες υπό άλλες συνθήκες ή σε άλλες χώρες, είναι ωστόσο επιθυμητή η
ύπαρξη νομοθεσίας — είτε στο κοινοτικό, είτε στο εθνικό επίπεδο — και είναι
μάλιστα ουσιαστικής σημασίας διότι, με τον τρόπο αυτό, μπορεί να αποφευχθεί
το ενδεχόμενο να εκτεθούν σε κίνδυνο με απρόβλεπτες συνέπειες οι
υποβάλλοντες προσφορά, σε περίπτωση ακύρωσης της σύμβασης.
4.4 Βεβαίωση
4.4.1 Στη νέα οδηγία προτείνεται η κατάργηση του συστήματος βεβαίωσης με το
αιτιολογικό ότι έχει χρησιμοποιηθεί ελάχιστα. Η βεβαίωση είχε συμπεριληφθεί
στην οδηγία για τις προσφυγές που αφορούσε τους "ειδικούς τομείς" ως ένα
είδος ελέγχου, παρεμφερούς προς εκείνον που διενεργείται για τη διασφάλιση
της ποιότητας ή προς ορισμένες πτυχές του σύγχρονου οικονομικού λογιστικού
ελέγχου. Εκείνη την εποχή είχε προταθεί ένας οργανισμός κοινής ωφελείας ο
οποίος λαμβάνει αψεγάδιαστη έκθεση βεβαίωσης να έχει τη δυνατότητα να
παρεκκλίνει από ορισμένες ή από όλες τις λεπτομερείς διατάξεις της οδηγίας,
εφόσον συμμορφώνεται προς τις αρχές της, αλλά η πρόταση αυτή δεν κρίθηκε
αποδεκτή από την Επιτροπή.
4.4.2 Κατά συνέπεια τα κίνητρα που παρασχέθηκαν για τη χρήση βεβαίωσης
ήταν ελάχιστα και η μη χρησιμοποίησή της δεν προκαλεί έκπληξη. Η διαδικασία
αυτή επικρίθηκε επίσης με βάση το σκεπτικό ότι καταδεικνύει τη συμμόρφωση
41

μόνον σε μια δεδομένη χρονική στιγμή και δεν παρέχει καμία διαβεβαίωση ότι η
συμμόρφωση θα συνεχιστεί και στο άμεσο μέλλον. Πρόκειται, στην προκειμένη
περίπτωση, για παρανόηση της διαδικασίας, τη στιγμή που αντίστοιχες
διαδικασίες χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά για τον έλεγχο της ποιότητας και
για τη διενέργεια του σύγχρονου οικονομικού λογιστικού ελέγχου. Εκείνο που
προέχει είναι να εξασφαλιστεί η ύπαρξη ενός συστήματος διαδικασιών οι οποίες,
εφόσον τηρούνται, θα έχουν ως αποτέλεσμα την ικανοποιητική συμμόρφωση
προς την οδηγία και ταυτόχρονα θα εξασφαλίζουν ότι ο αναθέτων φορέας τηρεί,
από την πλευρά του, τις διαδικασίες που προβλέπονται γι'αυτόν. Οι περισσότερες
σημαντικές οργανώσεις λειτουργούν βάσει εσωτερικών διαδικασιών και,
ελλείψει απάτης ή μείζονος εταιρικού προβλήματος, τηρούν τις εν λόγω
διαδικασίες κατά γράμμα. Η βεβαίωση η οποία πιστοποιεί ότι οι διαδικασίες
είναι κατ' αρχήν ικανοποιητικές και όντως τηρούνται, παρέχει επαρκή εχέγγυα
ότι η οργάνωση συμμορφώνεται προς τις εν λόγω διαδικασίες, η αξιοπιστία της
ωστόσο θα πρέπει να ελέγχεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
4.4.3 Μία διαδικασία αποτελεσματικής βεβαίωσης θα μπορούσε να οδηγήσει
στην καθιέρωση ενός μηχανισμού ο οποίος να επιτρέπει στους μεμονωμένους
οργανισμούς κοινής ωφελείας να αποκομίζουν όλα ή τα περισσότερα από τα
οφέλη που παρέχονται δυνάμει του άρθρου 30 [7] της οδηγίας "για τους ειδικούς
τομείς", στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν πληρούνται τα γενικά κριτήρια που
ορίζονται στο εν λόγω άρθρο.
4.4.4 Εάν δεν παρασχεθούν κίνητρα για τη χρησιμοποίησή της, η διαδικασία
αυτή δεν έχει προφανώς νόημα. Εάν όμως αναθεωρηθεί και συμπεριλάβει ένα
σαφές κίνητρο, τότε θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διατήρησής της.
4.5 Συμβιβασμός και επίλυση διαφορών
4.5.1 Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι κυριαρχεί γενικά η άποψη ότι είναι ενδεδειγμένη
η κατάργηση αυτής της ελάχιστα χρησιμοποιούμενης διαδικασίας.
4.5.2 Πολλοί ωστόσο εκτιμούν — γνώμη την οποία η ΕΟΚΕ υποστηρίζει και
στην οποία έχει αναλυτικά αναφερθεί σε μία σειρά γνωμοδοτήσεών της — ότι θα
ήταν επιθυμητό να προβλεφθεί κάποιο είδος εναλλακτικής επίλυσης διαφορών.
Οι υφιστάμενοι μηχανισμοί διαφέρουν σημαντικά από κράτος μέλος σε κράτος
μέλος και σε αυτούς περιλαμβάνονται, τόσο οι σχετικά ανεπίσημοι φορείς με
εύκολη πρόσβαση και χαμηλό κόστος, όσο και η δικαστική διευθέτηση με όλες
τις δαπάνες και την εκτροπή πόρων που αυτή συνεπάγεται. Οι ανεξάρτητες αρχές
είναι προφανώς αποτελεσματικές στα κράτη μέλη που έχουν επιλέξει αυτή τη
λύση, δεν πρόκειται ωστόσο για καθολική πρακτική (βλ. επίσης το σημείο 3.4.1
ανωτέρω και την αντίστοιχη υποσημείωση).
4.5.3 Η εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν
είναι προφανής, εάν ληφθούν υπόψη τα διαφορετικά πολιτιστικά και νομικά
δεδομένα που υφίστανται στα επιμέρους κράτη μέλη.
4.5.4 Η διαδικασία συμβιβασμού δεν υπήρξε δημοφιλής επειδή προφανώς δεν
είναι σε θέση να παραγάγει εκτελεστές αποφάσεις και επειδή, όταν δεν
καταλήγει σε αποτέλεσμα, έχει ήδη καταναλωθεί ο χρόνος που θα μπορούσε να
είχε αξιοποιηθεί για την κατάθεση επίσημης καταγγελίας. Ωστόσο, για τις
εκτελεστές αποφάσεις — σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ των μερών, όπως
στην περίπτωση της διαιτησίας — απαιτείται υποχρεωτικά δικαστική
διευθέτηση. Το παράδοξο αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα στην
επίλυση διαφορών.
4.5.5 Μία περαιτέρω εξέταση των μηχανισμών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών
που χρησιμοποιούνται σε άλλες χώρες ή σε άλλα πλαίσια θα μπορούσε να
42

αποδειχθεί ένα εξαιρετικά χρήσιμο μέσο για την υπερνίκηση των αντιρρήσεων
που έχουν διατυπωθεί για τη διαδικασία συμβιβασμού, πράγμα που κατ'
επέκταση θα διατηρούσε το σχετικό κόστος σε χαμηλό επίπεδο, με αποτέλεσμα
τη βελτίωση της εφαρμογής των οδηγιών.
4.6 Ανασταλτική περίοδος
4.6.1 Οι ανασταλτικές περίοδοι που προβλέπονται στο σχέδιο οδηγίας χρήζουν
περαιτέρω μελέτης.
4.6.2 Πρώτον, οι περισσότερες εξ αυτών (εκτός από τις περιόδους πέντε ημερών)
υπολογίζονται σε ημερολογιακές ημέρες και είναι αρκετά βραχυπρόθεσμες
(τρεις, επτά ή δέκα ημέρες). Σε ορισμένα κράτη μέλη και σε συγκεκριμένες
περιόδους του έτους, δέκα ημερολογιακές ημέρες μπορεί να είναι εξίσου
σύντομες με τρεις εργάσιμες ημέρες και τρεις ημερολογιακές ημέρες ενδέχεται
να μην περιλαμβάνουν καμία εργάσιμη ημέρα, γεγονός το οποίο ασφαλώς δεν
κρίνεται ικανοποιητικό. Το 2006, τουλάχιστον 42 εργάσιμες ημέρες (από τις 260
που αριθμεί κάθε έτος) είναι δημόσιες αργίες σε κάποιο σημείο του ΕΟΧ.
Υπάρχει, επίσης, μια περίοδος δέκα ημερών με δύο μόνον εργάσιμες ημέρες
καθώς επίσης και τρεις περίοδοι με μόνο τρεις εργάσιμες ημέρες.
4.6.2.1 Απαιτείται η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της παραχώρησης εύλογου
χρονικού διαστήματος στους οικονομικούς φορείς για την υποβολή
διαμαρτυρίας, αφενός, και της αποφυγής άσκοπων καθυστερήσεων στην
περίπτωση όλων των συμβάσεων για τις οποίες δεν τίθεται το παραμικρό
πρόβλημα, αφετέρου.
4.6.2.2 Το ιδεώδες θα ήταν να υπολογίζεται η ανασταλτική περίοδος σε
εργάσιμες ημέρες, το γεγονός ωστόσο αυτό δημιουργεί πρόβλημα λόγω των
διαφορετικών δημόσιων αργιών που ισχύουν στα διάφορα κράτη μέλη.
4.6.3 Δεύτερον, όταν μια προσφορά έχει υποβληθεί κατά το δέοντα τρόπο, οι
υποβάλλοντες την προσφορά αναμένουν την κοινοποίηση η οποία, σε κάθε
περίπτωση, αποστέλλεται σε καθέναν από αυτούς προσωπικά· αυτό σημαίνει ότι
κανονικά είναι ελάχιστες οι δυσκολίες που πιθανόν να αντιμετωπίσουν εάν
χρειαστεί να ανταποκριθούν σε αυτήν άμεσα.
4.6.4 Εάν πρόκειται για σύμβαση που ανατίθεται είτε απευθείας, είτε σύμφωνα
με μία εσωτερική διαδικασία σε έναν εξωτερικό φορέα, το πρόβλημα της
ενημέρωσης καθίσταται περισσότερο οξύ.
4.6.5 Οι δυνητικοί υποβάλλοντες προσφορά ενδέχεται να έχουν παντελή άγνοια
του γεγονότος ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο σύναψης σύμβασης και, άρα, να
εξαρτώνται απόλυτα από τη δημόσια κοινοποίηση προκειμένου να ειδοποιηθούν
σχετικά με την ύπαρξή της. Ακόμη και εάν οι δέκα ημερολογιακές ημέρες
περιλαμβάνουν μόνον ένα Σαββατοκύριακο και ανέρχονται, επομένως, σε οκτώ
εργάσιμες ημέρες, ο χρόνος είναι και πάλι εξαιρετικά περιορισμένος για την
ανάληψη δράσης μετά από μία περίοδο στάσης.
4.6.6 Δεδομένου ότι κατά γενική ομολογία οι συμβάσεις με απευθείας ανάθεση
αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των καταχρήσεων, απαιτείται να δοθεί
μεγαλύτερη προσοχή στη διάρκεια της ανασταλτικής περιόδου, καθώς και στην
καθιέρωση ενός μηχανισμού ο οποίος να διασφαλίζει ότι όσοι ενδιαφέρονται να
υποβάλουν προσφορά θα μπορούν να ενημερώνονται για την προτεινόμενη
σύμβαση όσο το δυνατόν ενωρίτερα. Μια εύλογη παράταση της διάρκειας της
ανασταλτικής περιόδου για αυτό το είδος σύμβασης — η οποία δεν θα
εφαρμόζεται στις συμβάσεις για τις οποίες έχει ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία
υποβολής προσφορών — θα ήταν χρήσιμη.
43

4.6.7 Η οδηγία για τις προσφυγές εφαρμόζεται φυσικά μόνον σε συμβάσεις το
ύψος των οποίων υπερβαίνει τα κατώτατα όρια, ωστόσο οι συμβάσεις με ύψος
ελάχιστα χαμηλότερο από τα κατώτερα όρια — οι οποίες κατά συνέπεια
βρίσκονται εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας — ενίοτε 'αναρριχώνται'
κατά τρόπο ώστε το ύψος τους να υπερβεί τα κατώτατα όρια, ορισμένες μάλιστα
φορές κατά πολύ. Πρόκειται, στην προκειμένη περίπτωση, για έναν τομέα όπου
υπερβολικά συχνά παρατηρούνται φαινόμενα καταχρήσεων.
4.6.8 Θα ήταν υπερβολικό να καθιερωθεί η απαίτηση να δημοσιεύονται όλες οι
συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων τόσο εκείνων το ύψος των οποίων
τοποθετείται αρκετά χαμηλότερα από τα κατώτατα όρια, όσο και εκείνων που
συνάπτονται με εσωτερικούς φορείς. Στο συγκεκριμένο σημείο, πρέπει να
αναφερθεί ότι οι εσωτερικές υπηρεσίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της
οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις και, κατά συνέπεια, τίθεται το βασικό
ερώτημα για ποιο λόγο θα πρέπει, στην προκειμένη περίπτωση, να ισχύει η
ανασταλτική περίοδος.
4.6.9 Για τη εξασφάλιση ενός μέσου εύκολης και έγκαιρης προειδοποίησης των
οικονομικών φορέων που πιθανόν να εκδήλωναν ενδιαφέρον για την επικείμενη
ανάθεση μιας σύμβασης το ύψος της οποίας υπερβαίνει τα κατώτατα όρια (ή
υπερβαίνει, ενδεχομένως, μια χαμηλότερη τιμή, παραδείγματος χάρη το 80 %
των κατώτατων ορίων), θα μπορούσε να αποδειχθεί επωφελής η δημιουργία ενός
ειδικού δικτυακού τόπου, φιλοξενούμενου ή χρηματοδοτούμενου από την
Επιτροπή και χρησιμοποιούμενου αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Εάν
αποφασιστεί η δημιουργία ενός τέτοιου δικτυακού τόπου, η χρήση του θα πρέπει
να είναι υποχρεωτική.
4.6.10 Επιπλέον, η ανάπτυξη ενός αυτόματου εργαλείου αναζήτησης προς χρήση
στον εν λόγω δικτυακό τόπο για την ενημέρωση των υποβαλλόντων προσφορά
σχετικά με τις προκηρύξεις που έχουν δημοσιευτεί και ενδέχεται να τους
ενδιαφέρουν, θα συνέβαλε σημαντικά στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας
των προκηρύξεων. Η "αλίευση" πληροφοριών στο Διαδίκτυο κάθε νύχτα και η
αποστολή προειδοποίησης για ο,τιδήποτε θεωρείται ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον,
θα βελτίωνε τις πιθανότητες έγκαιρης ενημέρωσης των υποβαλλόντων προσφορά
σχετικά με την επικείμενη ανάθεση συμβάσεων τις οποίες ενδιαφέρονται να
διεκδικήσουν.
5. Τέλη
5.1 Έχει προταθεί να καταβάλλεται ένα τέλος από οιονδήποτε υποβάλλοντα
προσφορά επιθυμεί να πλειοδοτήσει προκειμένου να αποθαρρυνθούν οι οχληρές
προσφορές και οι διεκδικήσεις τακτικής. Η ΕΟΚΕ δεν είναι υπέρ ενός τέτοιου
μέτρου επειδή, αφενός, η διαδικασία που απαιτείται για την υποβολή μιας
προσφοράς κοστίζει ήδη αρκετά ακριβά και, αφετέρου, επειδή η Αρμόδια για τις
Προσφυγές Αρχή [8] στην οποία υποβάλλεται η σχετική προσφυγή είναι
απολύτως σε θέση να απορρίψει τα επιπόλαια αιτήματα.
5.2 Στις χώρες στις οποίες η Αρμόδια για τις Προσφυγές Αρχή δεν διαθέτει την
εξουσία να απορρίπτει τις επιπόλαιες προσφυγές, η καταβολή ενός τέλους θα
μπορούσε να είναι δικαιολογημένη, το τέλος αυτό ωστόσο θα πρέπει να είναι
εύλογου ύψους ώστε να μην αποθαρρύνονται οι καταγγέλλοντες των οποίων οι
προσφυγές έχουν όντως αντικείμενο, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα το
τέλος αυτό να λειτουργεί ως αμυντικό μέσο για τις αναθέτουσες αρχές που δεν
εφαρμόζουν ορθά τις οδηγίες.
5.3 Παρότι τούτο δεν εμπίπτει απόλυτα στο πεδίο της Νέας οδηγίας, έχει ωστόσο
υποπέσει στην αντίληψη της ΕΟΚΕ ότι ορισμένες αναθέτουσες αρχές έχουν
44

υιοθετήσει την πρακτική να απαιτούν την καταβολή ενός τέλους εκ μέρους όσων
επιθυμούν να υποβάλουν προσφορά. Η ΕΟΚΕ αντιτάσσεται έντονα στην
καθιέρωση ενός τέτοιου μέτρου το οποίο όχι μόνον είναι επιζήμιο για τις ΜΜΕ,
αλλά αποτελεί συγχρόνως και ένα υπερβολικά εύκολο μέσο συγκάλυψης
περιπτώσεων διακριτικής μεταχείρισης, η οποία αντίκειται προς το πνεύμα —
και, ενδεχομένως, προς το γράμμα — των οδηγιών.
6. Γλωσσάριο
"Κλασική" οδηγία Οδηγία 2004/18/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών
σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Ισχύει για
όλες τις δημόσιες αρχές (κεντρικές, περιφερειακές, δημοτικές, κλπ.), εκτός
εκείνων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας "για τους ειδικούς
τομείς" (βλ. παρακάτω).
Οδηγία "για τους ειδικούς τομείς" Οδηγία 2004/17/ΕΚ περί των διαδικασιών
σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών
και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Ισχύει για όλους τους φορείς ανάθεσης στους
εν λόγω τομείς, ανεξάρτητα από το εάν είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί.
Δημόσιες συμβάσεις Συμβάσεις τις οποίες συνάπτουν δημόσιες αρχές (υπάγονται
στην "κλασική" οδηγία) και υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (υπάγονται στην οδηγία
"για τους ειδικούς τομείς").
Οδηγίες "για τις προσφυγές" Το 1991 και το 1993 τέθηκαν σε ισχύ δύο οδηγίες,
οι οποίες τροποποιούνται με την παρούσα πρόταση, σχετικά με την εφαρμογή
των διαδικασιών προσφυγής στην περίπτωση της "κλασικής" [9] οδηγίας και της
οδηγίας "για τους ειδικούς τομείς" [10], αντίστοιχα, με σκοπό την
αποτελεσματικότερη εφαρμογή των παλαιότερων "κλασικών" οδηγιών και την
καθιέρωση δυνατοτήτων προσφυγής [11].
Νέα Οδηγία Τροποποιεί τις οδηγίες για τις προσφυγές και αποτελεί το
αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης.
Οδηγία(ες) Μία ή όλες από τις προαναφερθείσες οδηγίες, ανάλογα με τα
συμφραζόμενα.
Αναθέτουσα αρχή Αναθέτων φορέας ("κλασικός "τομέας) ή αναθέτουσα αρχή
(ειδικός τομέας) που συμμετέχει στις διαδικασίες οι οποίες προβλέπονται από τις
οδηγίες.
Ανεξάρτητη αρχή Ανεξάρτητη αρχή στην οποία υποβάλλονται προσφυγές, όπως
ορίζει το σημείο 2 (3) (βλ. σελίδα 6) της αιτιολογικής έκθεσης της Νέας
Οδηγίας.
Αρμόδια για τις Προσφυγές Αρχή Δικαιοδοτική ή οιονεί δικαιοδοτική αρχή,
"ανεξάρτητη από την αναθέτουσα αρχή "στην οποία εκχωρείται η αρμοδιότητα
να εξετάζει καταγγελίες και η οποία διαθέτει την εξουσία να εκδικάζει τις
σχετικές υποθέσεις.
Βρυξέλλες, 18 Ιανουαρίου 2007
Ο Πρόεδρος
της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
Δημήτρης Δημητριάδης
[1] Βλ. Γλωσσάριο, υποσημείωση 9.

45

[2] Έκθεση αξιολόγησης του αντικτύπου — Προσφυγές στον τομέα των
δημοσίων συμβάσεων, SEC(2006) 557, της 4ης Μαΐου 2006, σελίδα 5: Απόφαση
"Alcatel" (υπόθεση C-81/98), παράγραφος 33.
[3] Έκθεση αξιολόγησης του αντικτύπου — Προσφυγές στον τομέα των
δημοσίων συμβάσεων, SEC(2006) 557, της 4ης Μαΐου 2006.
[4] Βλ. το Γλωσσάριο για τον ορισμό της Ανεξάρτητης Αρχής και την διάκρισή
της από την Αρμόδια για τις Προσφυγές Αρχή, καθώς και για την χρήση των
όρων αυτών στο εν λόγω έγγραφο.
[5] Βλ., για παράδειγμα, την Αρμόδια για τον Ανταγωνισμό Αρχή της Δανίας και
τον Κεντρικό Κυβερνητικό Οργανισμό Δημοσίων Συμβάσεων της Σουηδίας.
[6] Βλέπε την υπόθεση Hazell κατά των Συμβουλίων του Hammersmith και
Fulham (ΗΒ), στη Βουλή των Λόρδων, το 1992, όπου οι τοπικές αρχές
προέβησαν σε ανταλλαγές επιτοκίων (interest rate swaps) με στόχο να μειώσουν
τις δαπάνες τους ή να αποκομίσουν κέρδη προς όφελός τους. Εν προκειμένω, τα
επιτόκια απέβησαν εις βάρος των τοπικών αρχών και οι τράπεζες απαίτησαν τη
διαφορά. Οι τοπικές αρχές, οι οποίες αδυνατούσαν να πληρώσουν, υποστήριξαν
εν συνεχεία ότι οι εν λόγω συμβάσεις υπερέβαιναν τις αρμοδιότητές τους και
συνεπώς ήταν άκυρες. Το δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ των τοπικών αρχών και
οι συμμετέχουσες τράπεζες, οι οποίες ενήργησαν "καλή τη πίστη", υπέστησαν
μια σοβαρή απώλεια.
[7] Το Άρθρο 30 (1) ορίζει ότι "Συμβάσεις που προορίζονται να επιτρέψουν την
άσκηση μιας από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα Άρθρα 3 έως 7
[ορισμός ενός οργανισμού κοινής ωφελείας] δεν υπόκεινται στην παρούσα
οδηγία, εάν, οι εν λόγω δραστηριότητες, στο κράτος μέλος όπου ασκούνται, είναι
άμεσα εκτεθειμένες στον ανταγωνισμό σε αγορές στις οποίες η πρόσβαση δεν
είναι περιορισμένη." Στο υπόλοιπο κείμενο του Άρθρου 30 καθορίζονται
λεπτομερέστερα τα κριτήρια και η διαδικασία που απαιτούνται για την υποβολή
αίτησης απαλλαγής.
[8] Βλ. το Γλωσσάριο για τον ορισμό της Αρμόδιας για τις Προσφυγές Αρχή και
για την διάκρισή της από την Ανεξάρτητη Αρχή, καθώς και για την χρήση των
όρων αυτών στο εν λόγω έγγραφο.
[9] 92/50/ΕΟΚ της 18ης Ιουνίου 1992 (παροχή υπηρεσιών), καθώς και 93/36/
ΕΟΚ (προμήθειες) και 93/36/ ΕΟΚ (έργα), αμφότερες της 14ης Ιουνίου 1993.
[10] 93/38/ΕΟΚ της 14ης Ιουνίου 1993.
[11] 71/305/ΕΟΚ της 26ης Ιουλίου 1971 (έργα) και 77/62/ΕΟΚ της 21ης
Δεκεμβρίου 1976 (προμήθειες). Εκείνη την περίοδο δεν καμία οδηγία δεν
κάλυπτε ακόμη την παροχή υπηρεσιών.
-------------------------------------------------ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
Το ακόλουθο σημείο διαγράφηκε μετά από σχετική τροπολογία που υιοθετήθηκε
από την Ολομέλεια, συγκέντρωσε ωστόσο τουλάχιστον το εν τέταρτο των
ψήφων:
"1.2.1 Καθώς πρόκειται για διαδικασίες ανάθεσης, οι αρχές της εξοικονόμησης
και της αποτελεσματικότητας αποτελούν, αναμφισβήτητα, σημαντικά κριτήρια
για να μπορέσει ακριβώς να εξασφαλιστεί η επιδιωκόμενη διαφάνεια. Δεν πρέπει
ωστόσο να παραβλέπεται το γεγονός ότι οι δημόσιες επενδύσεις αποτελούν,
παράλληλα, ένα από τα μέσα της οικονομικής πολιτικής και ότι, με βάση τους
46

στόχους της στρατηγικής της Λισσαβώνας, κατά τη λήψη αποφάσεων στον
τομέα αυτό πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη και οι πτυχές που άπτονται της
πολιτικής για την απασχόληση, καθώς και οι κοινωνικές και οι περιβαλλοντικές
πτυχές. Κατά συνέπεια, κατά τις διαδικασίες προσφυγής που συνδέονται με την
ανάθεση δημοσίων συμβάσεων πρέπει να αποδίδεται μεγάλη βαρύτητα και στην
εν λόγω αρχή."
Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:
Υπέρ της διαγραφής: 78 Κατά της διαγραφής: 67 Αποχές: 10
--------------------------------------------------

47

4. Η Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών
Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών με θέμα «βελτίωση της
αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης
δημοσίων συμβάσεων»
(2007/C 146/10)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
— υποστηρίζει την πρόταση για την καθιέρωση ανασταλτικής περιόδου δέκα ημερών
ώστε να μην μπορούν οι αναθέτουσες αρχές να συνάπτουν συμβάσεις πριν
ανακοινωθεί η απόφαση ανάθεσης στους ανταγωνιστές. Με τη διαδικασία αυτή
καθίσταται δυνατή η προσφυγή κατά της απόφασης αυτή πριν καταστεί οριστική,
πράγμα που ωφελεί τόσο τις αναθέτουσες αρχές όσο και τους προμηθευτές·
— κρίνει ότι η πρόταση περί αποτροπής της απευθείας ανάθεσης συμβάσεων
είναι υπερβολική και προτιμά το ισχύον σύστημα που προβλέπει
αποζημιώσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι παράνομες
απευθείας αναθέσεις συμβάσεων αποτελούν σοβαρό πρόβλημα, αλλά δεν το
αποδεικνύει αυτό π.χ. με την παράθεση σχετικών στατιστικών. Η ΕΤΠ καλεί
την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παράσχει λεπτομερή στοιχεία σχετικάμε τις
παράνομες αναθέσεις συμβάσεων·
— θεωρεί ότι δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό έχουν εφαρμογή οι οδηγίες περί
προσφυγής όσον αφορά την ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων του
παραρτήματος ΙΙ Β που υπερβαίνουν το κατώτατο όριο. Η ΕΤΠ κρίνει ότι οι
προσφυγές για δημόσιες συμβάσεις που αφορούν υπηρεσίες «Β» πρέπει
οπωσδήποτε να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών για τις
προσφυγές και πρέπει να εναπόκειται αποκλειστικά στα κράτη μέλη να
αποφασίζουν με ποιον τρόπο θα εξασφαλίζεται η νομική ασφάλεια για τους
προμηθευτές των υπηρεσιών «Β». Πολλές από τις υπηρεσίες αυτές, όπως η
ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η κοινωνική πρόνοια, βρίσκονται στον
πυρήνα της δράσης των τοπικών και περιφερειακών αρχών. Οι αρμοδιότητες
της ΕΕ στους τομείς αυτούς είναι πολύ περιορισμένες και δεν πρέπει να
επεκταθούν με έμμεσο τρόπο μέσω των οδηγιών για τις προσφυγές.
Κείμενο αναφοράς
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την
τροποποίηση των οδηγιών
89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της
αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων
COM(2006) 195 τελικό
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για οδηγία του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών
89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της
αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης
δημόσιων συμβάσεων COM(2006) 195 τελικό 2006/0066 (COD),
48

Έχοντας υπόψη την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 4ης Μαΐου 2006, να
ζητήσει από την ΕΤΠ να καταρτίσει γνωμοδότηση για αυτό το θέμα, σύμφωνα με το
άρθρο 265, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής
Κοινότητας,
Έχοντας υπόψη την απόφαση του Προεδρείου της, της 25ης Απριλίου 2006, να
αναθέσει την κατάρτιση αυτής της γνωμοδότησης στην επιτροπή «Οικονομική και
κοινωνική πολιτική»,
Έχοντας υπόψη το σχέδιο γνωμοδότησης (CdR 182/2006 rev. 2) που υιοθετήθηκε
από την επιτροπή «Οικονομική και κοινωνική πολιτική» στις 15 Δεκεμβρίου 2006 με
βάση εισηγητική έκθεση της κ. Catarina Segersten-Larsson (SE/EPP), μέλους του
Περιφερειακού Συμβουλίου του Vδrmland, υιοθέτησε, κατά την 68η σύνοδο
ολομελείας της, της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2007 (συνεδρίαση της 13ης
Φεβρουαρίου), την ακόλουθη γνωμοδότηση.
1. Οι απόψεις της Επιτροπής των Περιφερειών
H Επιτροπή των Περιφερειών
1.1 εκφράζει την ικανοποίησή της για τις νέες οδηγίες περί προσφυγής, επειδή
πιστεύει ότι ένα αποτελεσματικό σύστημα προσφυγής με μεγαλύτερη διαφάνεια θα
έχει ως αποτέλεσμα την καλύτερη προστασία των προμηθευτών, πράγμα που θα
αυξήσει αισίως το ενδιαφέρον τους για την υποβολή προσφορών. Θα αυξηθεί έτσι ο
ανταγωνισμός, προς όφελος τελικά των αναθετουσών αρχών·
1.2 φρονεί ότι η ύπαρξη απλής νομοθεσίας είναι μία από τις σημαντικότερες
προϋποθέσεις για να μειωθεί ο αριθμός των δικαστικών προσφυγών. Οι απλοί
κανόνες εφαρμόζονται ευκολότερα και αφήνουν μικρότερα περιθώρια για
παρανοήσεις. Δυστυχώς, οι νέες οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις δεν
ανταποκρίνονται στον στόχο αυτό. Οι πολύπλοκοι διαδικαστικοί κανόνες που
προβλέπονται στις οδηγίες διευκολύνουν τα σφάλματα των αναθετουσών αρχών. Η
κατάσταση αυτή πλήττει ιδίως τις μικρότερες τοπικές και περιφερειακές αρχές, που
δεν έχουν πρόσβαση σε νομικούς με ειδίκευση στις δημόσιες συμβάσεις. Η ΕΤΠ
επιθυμεί να υπενθυμίσει επίσης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι η ανάθεση
συμβάσεων πραγματοποιείται περισσότερο από τις τοπικές και περιφερειακές αρχές
παρά από το εθνικό επίπεδο·
1.3 θεωρεί ότι οι υπερβολικά αυστηρές κυρώσεις για την παραβίαση των κανόνων
περί δημόσιων συμβάσεων, ιδίως σε συνδυασμό με ένα πολύπλοκο νομοθετικό
πλαίσιο, ενδέχεται να έχουν αρνητικές συνέπειες. Για παράδειγμα, οι αναθέτουσες
αρχές θα μπορούσαν πολύ απλά να μην συνάπτουν πλέον συμβάσεις παροχής
υπηρεσιών με εξωτερικούς φορείς, αλλά να εκτελούν τις εν λόγω υπηρεσίες οι ίδιες.
Μία άλλη συνέπεια θα μπορούσε να είναι η υπερβολική εστίαση στη χαμηλότερη
τιμή. Είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ποια προσφορά πραγματοποιείται στην
χαμηλότερη τιμή, ενώ αντίθετα οι πτυχές που έχουν σχέση με την ποιότητα και με
παρόμοιες παραμέτρους αμφισβητούνται ευκολότερα·
1.4 υποστηρίζει την πρόταση για την καθιέρωση ελάχιστης ανασταλτικής περιόδου
δέκα ημερών ώστε να μην μπορούν οι αναθέτουσες αρχές να συνάπτουν συμβάσεις
πριν ανακοινωθεί η απόφαση ανάθεσης στους ανταγωνιστές. Με τη διαδικασία αυτή
καθίσταται δυνατή η προσφυγή κατά της απόφασης αυτή πριν καταστεί οριστική,
πράγμα που ωφελεί τόσο τις αναθέτουσες αρχές όσο και τους προμηθευτές. Η ΕΤΠ
επικροτεί επίσης την πρόταση να μπορούν τα κράτη μέλη να απαιτούν από όποιον
επιθυμεί να ασκήσει προσφυγή να ενημερώνει την αναθέτουσα αρχή για την
49

εικαζόμενη παραβίαση και για την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή. Η ΕΤΠ
προτρέπει συγχρόνως την Επιτροπή να εξετάσει, μετά την πάροδο ενός έτους, τις
συνέπειες της καθιέρωσης αυτής της δεκαήμερης προθεσμίας, προκειμένου να
εξακριβωθεί κατά πόσο οδηγεί σε αξιοσημείωτη αύξηση των προσφυγών, όπως
συνέβη σε πολλά κράτη μέλη·
1.5 προβλέπει προβλήματα, ωστόσο, όσον αφορά την ισχύ των συμβάσεων που
συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων. Στην πρόταση οδηγίας αναφέρεται ότι
οι συμφωνίες αυτές θεωρούνται άκυρες, όμως η Επιτροπή των Περιφερειών κρίνει
ότι πρέπει να εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν σχετικά, έτσι ώστε να
καταστεί δυνατή η προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας όσον αφορά τις συμβάσεις
και τις αποζημιώσεις·
1.6 αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η καθιέρωση του κανόνα των δέκα
ημερών θα μπορούσε να οδηγήσει στην αρχική αύξηση του αριθμού των προσφυγών
κατά λίγες μόνο ποσοστιαίες μονάδες. Στη Σουηδία π.χ. οι προσφυγές αυξήθηκαν
κατά 150 % μετά την καθιέρωση μιας ανασταλτικής περιόδου παρόμοιας με αυτή που
προτείνεται, ενώ ο αριθμός τους συνέχισε να αυξάνεται και μετά την αρχική αύξηση1
(1)·
1.7 κρίνει ότι η πρόταση περί αποτροπής της απευθείας ανάθεσης συμβάσεων είναι
υπερβολική και προτιμά το ισχύον σύστημα που προβλέπει αποζημιώσεις. Η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι παράνομες απευθείας αναθέσεις συμβάσεων
αποτελούν σοβαρό πρόβλημα, αλλά δεν το αποδεικνύει αυτό με την παράθεση
σχετικών στατιστικών. Η ΕΤΠ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παράσχει
λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις παράνομες αναθέσεις συμβάσεων. Το ηλεκτρονικό
ερωτηματολόγιο στο οποίο γίνεται αναφορά είναι τελείως ακατάλληλο ως βάση για
μια τόσο ριζική μεταβολή. Η υποχρεωτική κοινοποίηση όλων των δημόσιων
συμβάσεων άνω του κατώτατου ορίου, τις οποίες ένας αναθέτων φορέας φρονεί ότι
μπορούν να συναφθούν χωρίς να εφαρμοστεί η επίσημη διαδικασία υποβολής
προσφορών και η σχετική περίοδος αναστολής, αποτελεί μείζονα παρέμβαση στους
αναθέτοντες φορείς. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για συμφωνίες με εσωτερικές
θυγατρικές του αναθέτοντα φορέα (in-house companies) και για ορισμένες συμφωνίες
συνεργασίας μεταξύ δήμων. Η ΕΤΠ έχει επισημάνει σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις
της τα προβλήματα της σύναψης συμβάσεων με εσωτερικές θυγατρικές επιχειρήσεις
και τα προβλήματα που ανακύπτουν στα πλαίσια της συνεργασίας μεταξύ δήμων.
Κατά τη γνώμη της ΕΤΠ, η νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις δεν πρέπει να
καθιστά δυσκολότερες ή αδύνατες τις διαδικασίες αυτές·
1.8 θεωρεί ότι δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό έχουν εφαρμογή οι οδηγίες περί
προσφυγής όσον αφορά την ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων του παραρτήματος ΙΙ
Β (2)2 που υπερβαίνουν το κατώτατο όριο. Η ΕΤΠ κρίνει ότι οι προσφυγές για
δημόσιες συμβάσεις που αφορούν υπηρεσίες «Β» πρέπει οπωσδήποτε να εξαιρεθούν
από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών για τις προσφυγές και πρέπει να εναπόκειται
αποκλειστικά στα κράτη μέλη να αποφασίζουν με ποιον τρόπο θα εξασφαλίζεται η
νομική ασφάλεια για τους προμηθευτές των υπηρεσιών «Β». Πολλές από τις
υπηρεσίες αυτές, όπως η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η κοινωνική πρόνοια,
1

(1) Υπηρεσία Ανάθεσης Δημόσιων Συμβάσεων της Σουηδίας, Ετήσιες εκθέσεις
2003 και 2004
2 (2) Οδηγία 2004/18/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών.

50

βρίσκονται στον πυρήνα της δράσης των τοπικών και περιφερειακών αρχών. Οι
αρμοδιότητες της ΕΕ στους τομείς αυτούς είναι πολύ περιορισμένες και δεν πρέπει να
επεκταθούν με έμμεσο τρόπο μέσω των οδηγιών για τις προσφυγές. Η ΕΤΠ φρονεί
ότι οι νομικές ρυθμίσεις για την ανάθεση συμβάσεων τόσο για υπηρεσίες «Β» όσο
και για υπηρεσίες αξίας κατώτερης του κατωφλίου πρέπει να εμπίπτουν αποκλειστικά
στην αρμοδιότητα των κρατών μελών·
1.9 υποστηρίζει την πρόταση για κατάργηση των μηχανισμών βεβαίωσης και
συντονισμού·
2. Οι συστάσεις της επιτροπής των Περιφερειών
Σύσταση 1
Πρόταση τροποποίησης της Επιτροπής για το άρθρο 1, παράγραφος 3 της
οδηγίας 89/665/ΕΟΚ
Πρόταση τροποποίησης της Επιτροπής για το άρθρο 1, παράγραφος 3 της
οδηγίας 92/13/ΕΟΚ
Κείμενο της Επιτροπής
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ότι οι διαδικασίες προσφυγής να είναι δυνατόν να
κινηθούν, σύμφωνα με τους κανόνες που μπορούν να καθορίζουν τα κράτη μέλη,
τουλάχιστον από οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί
συγκεκριμένη δημόσια σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία
από εικαζόμενη παράβαση.
Τροπολογία της ΕΤΠ
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ότι οι διαδικασίες προσφυγής να είναι δυνατόν να
κινηθούν, σύμφωνα με τους κανόνες που μπορούν να καθορίζουν τα κράτη μέλη,
τουλάχιστον από οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί
συγκεκριμένη δημόσια σύμβαση, πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται για την
ανάθεση της δημόσιας σύμβασης και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία
από εικαζόμενη παράβαση.
Αιτιολογία
Με την προτεινόμενη τροποποίηση επιδιώκεται να διασφαλισθεί ότι πρόσβαση στις
διαδικασίες προσφυγής θα έχουν μόνο οι προμηθευτές που έχουν πράγματι τη
δυνατότητα να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις της αναθέτουσας αρχής.

Σύσταση 2
Πρόταση τροποποίησης της Επιτροπής για το άρθρο 2, παράγραφος 4 της
οδηγίας 89/665/ΕΟΚ
Πρόταση τροποποίησης της Επιτροπής για το άρθρο 2, παράγραφος 4 της
οδηγίας 92/13/ΕΟΚ
51

Κείμενο της Επιτροπής
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, εφόσον το αρμόδιο για τις διαδικασίες
προσφυγής όργανο εξετάσει κατά πόσον κρίνεται σκόπιμο να ληφθούν προσωρινά
μέτρα, το εν λόγω όργανο μπορεί να συνυπολογίσει τις πιθανές συνέπειες αυτών των
μέτρων για όλα τα συμφέροντα που ενδέχεται να ζημιωθούν, καθώς και το δημόσιο
συμφέρον, και να αποφασίσει να μην επιτρέψει τη λήψη αυτών των μέτρων, εάν οι
αρνητικές συνέπειές τους θα μπορούσαν να εξουδετερώσουν τα
οφέλη τους.
Τροπολογία της ΕΤΠ
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, εφόσον το αρμόδιο για τις διαδικασίες
προσφυγής όργανο εξετάσει κατά πόσον κρίνεται σκόπιμο να ληφθούν προσωρινά
μέτρα, το εν λόγω όργανο μπορεί να συνυπολογίσει τις πιθανές συνέπειες αυτών των
μέτρων για όλα τα συμφέροντα που ενδέχεται να ζημιωθούν, ιδίως το δημόσιο
συμφέρον, και να αποφασίσει να μην επιτρέψει τη λήψη αυτών των μέτρων, εάν οι
αρνητικές συνέπειές τους θα μπορούσαν να εξουδετερώσουν τα οφέλη τους.
Αιτιολογία
Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στο δημόσιο συμφέρον.
Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2007.
Ο Πρόεδρος
της Επιτροπής των Περιφερειών
Michel DELEBARRE

52

5. Οι αιτιολογικές σκέψεις της νέας Οδηγίας
2007/66/ΕΚ
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και
ιδίως το άρθρο 95,
την πρόταση της Επιτροπής, τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και
Κοινωνικής Επιτροπής1 (1),
τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών2 (2),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης3 (3),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον
συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της
εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων
κρατικών προμηθειών και δημόσιων έργων4 (4), καθώς και η οδηγία 92/13/ΕΟΚ
του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των
νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή
των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι
οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και
των τηλεπικοινωνιών5 (5) αφορούν τις διαδικασίες προσφυγής σχετικά με
συμβάσεις που συνάπτονται από τις αναθέτουσες αρχές κατά την έννοια του
άρθρου 1 παράγραφος 9, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών
σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών6 (6), και τους
αναθέτοντες φορείς κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί
συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της
ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών7 (7). Οι οδηγίες
89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής
εφαρμογής των οδηγιών 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ.
1

(1) ΕΕ C 93 της 27.4.2007, σ. 16.
(2) ΕΕ C 146 της 30.6.2007, σ. 69.
3
(3) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 21ης Ιουνίου 2007 (δεν έχει
δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου
2007.
4
(4)ΕΕ L 395 της 30.12.1989, σ. 33. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ
(ΕΕ L 209 της 24.7.1992, σ. 1).
5
(5)ΕΕ L 76 της 23.3.1992, σ. 14. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία
με την οδηγία 2006/97/ΕΚ (ΕΕ L 363 της 20.12 2006, σ. 107).
6
(6) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία
2006/97/ΕΚ.
7
(7) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1 Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία
2006/97/ΕΚ.
2

53

(2) Ως εκ τούτου, οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ ισχύουν μόνο για
συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και της
οδηγίας 2004/17/ΕΚ, κατά την ερμηνεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών
Κοινοτήτων, όποια διαγωνιστική διαδικασία ή μέσο προκήρυξης διαγωνισμού και
να χρησιμοποιείται, π.χ. διαγωνισμοί μελετών, συστήματα προσόντων και
συστήματα δυναμικών αγορών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα
κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι διατίθενται αποτελεσματικά και ταχέα ένδικα μέσα
κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών και των αναθετόντων φορέων ως
προς το ζήτημα αν συγκεκριμένη σύμβαση εμπίπτει στο προσωπικό και θεματικό
πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ.
(3) Οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη καθώς και η νομολογία του
Δικαστηρίου απεκάλυψαν ορισμένες αδυναμίες στους μηχανισμούς προσφυγής
που υπάρχουν στα κράτη μέλη. Λόγω των αδυναμιών αυτών, οι μηχανισμοί που
προβλέπουν οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ δεν επιτρέπουν πάντοτε να
εξασφαλίζεται συμμόρφωση με τις κοινοτικές διατάξεις, ιδίως σε στάδιο στο οποίο
μπορούν ακόμη να διορθωθούν οι παραβάσεις. Ως εκ τούτου οι εγγυήσεις της
διαφάνειας και αποφυγής των διακρίσεων που επιδιώκονται με τις εν λόγω οδηγίες
θα πρέπει να ενισχυθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η Κοινότητα ως σύνολο
μπορεί να επωφεληθεί πλήρως από τα θετικά αποτελέσματα του εκσυγχρονισμού
και της απλούστευσης των κανόνων περί δημόσιων συμβάσεων, που έχουν
επιτευχθεί με τις οδηγίες 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ. Ενδείκνυται λοιπόν να
τροποποιηθούν οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ με την προσθήκη των
απαραίτητων αποσαφηνίσεων που θα καταστήσουν δυνατή την επίτευξη των
αποτελεσμάτων που επεδίωκε ο κοινοτικός νομοθέτης.
(4) Στις αδυναμίες που εντοπίστηκαν περιλαμβάνεται συγκεκριμένα η απουσία
προθεσμίας που θα καθιστά δυνατή την αποτελεσματική προσφυγή μεταξύ της
απόφασης για ανάθεση σύμβασης και της σύναψης της σχετικής σύμβασης. Αυτό
μερικές φορές έχει ως αποτέλεσμα οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες
φορείς, που επιθυμούν να καταστήσουν αμετάκλητες τις συνέπειες της
αμφισβητούμενης απόφασης για ανάθεση, να επισπεύδουν την υπογραφή της
σύμβασης. Για να αντιμετωπιστεί η αδυναμία αυτή, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο
για την αποτελεσματική έννομη προστασία των ενδιαφερομένων προσφερόντων,
ήτοι εκείνων που δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά, είναι αναγκαίο να
προβλεφθεί ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία κατά τη διάρκεια της οποίας
αναστέλλεται η σύναψη της σχετικής σύμβασης, ασχέτως του αν η σύναψη γίνεται
τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης ή όχι.
(5) Για τον καθορισμό της διάρκειας της ελάχιστης ανασταλτικής προθεσμίας θα
πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα διάφορα μέσα επικοινωνίας. Αν χρησιμοποιούνται
μέσα ταχείας επικοινωνίας είναι δυνατόν να προβλεφθεί βραχύτερη προθεσμία από
εκείνη που προβλέπεται για άλλα μέσα επικοινωνίας. Η παρούσα οδηγία προβλέπει
μόνο την ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να
προβλέψουν ή να διατηρήσουν προθεσμίες που υπερβαίνουν τις προαναφερθείσες
ελάχιστες προθεσμίες. Τα κράτη μέλη έχουν επίσης την ευχέρεια να αποφασίζουν
ποια προθεσμία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περίπτωση που διάφορα μέσα
επικοινωνίας χρησιμοποιούνται σωρευτικά.
(6) Η ανασταλτική προθεσμία θα πρέπει να παρέχει στους ενδια-φερόμενους
προσφέροντες επαρκή χρόνο προκειμένου να εξετάσουν την απόφαση ανάθεσης και
να αξιολογήσουν αν είναι σκόπιμο να κινήσουν διαδικασία προσφυγής. Κατά την
κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης θα πρέπει να παρέχονται στους
ενδιαφερόμενους προσφέροντες οι σχετικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες για
54

να ασκήσουν αποτελεσματική προσφυγή. Το αυτό ισχύει κατ' αναλογία για τους
υποψήφιους στο βαθμό που η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας δεν έχει
παράσχει εγκαίρως πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της αίτησής τους.
(7) Στις πληροφορίες αυτές περιλαμβάνεται, συγκεκριμένα, συνοπτική έκθεση των
σχετικών λόγων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 41 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και στο
άρθρο 49 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. Δεδομένου ότι η διάρκεια της ανασταλτικής
προθεσμίας ποικίλλει από κράτος σε κράτος, είναι επίσης σημαντικό να
ενημερώνονται οι ενδιαφερόμενοι προσφέροντες και υποψήφιοι σχετικά με την
προθεσμία που όντως έχουν στη διάθεσή τους για να κινήσουν διαδικασία
προσφυγής.
(8) Η ελάχιστη αυτή ανασταλτική προθεσμία δεν πρόκειται να εφαρμόζεται αν η
οδηγία 2004/18/ΕΚ ή η οδηγία 2004/17/ΕΚ δεν απαιτούν προηγούμενη
δημοσίευση της προκήρυξης σύμβασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, ειδικότερα σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες συντρέχουν λόγοι
κατεπείγουσας ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 31 παράγραφος 1 στοιχείο γ)
της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή του άρθρου 40 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας
2004/17/ΕΚ. Στις περιπτώσεις αυτές, αρκεί να προβλέπονται αποτελεσματικές
διαδικασίες προσφυγής μετά τη σύναψη της σύμβασης. Ομοίως, δεν απαιτείται
ανασταλτική προθεσμία, αν μόνος ενδιαφερόμενος προσφέρων είναι εκείνος στον
οποίο ανατίθεται η σύμβαση και δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι. Στην
περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει κανείς άλλος στη διαδικασία ανάθεσης που να
ενδιαφέρεται να παραλάβει τη γνωστοποίηση και να δικαιούται ανασταλτικής
προθεσμίας που καθιστά δυνατή μια αποτελεσματική προσφυγή.
(9) Τέλος, στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο ή
σε δυναμικό σύστημα αγορών, η υποχρεωτική ανασταλτική προθεσμία θα μπορούσε
να επηρεάσει τη βελτιωμένη αποτελεσματικότητα που επιδιώκεται με τις εν λόγω
διαδικασίες υποβολής προσφορών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν επομένως,
αντί για υποχρεωτική ανασταλτική προθεσμία, να προβλέψουν το ανενεργό της
σύμβασης ως αποτελεσματική κύρωση σύμφωνα με το άρθρο 2δ τόσο της οδηγίας
89/665/ΕΟΚ όσο και της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ, για τις παραβάσεις του άρθρου 32
παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση και του άρθρου 33 παράγραφοι
5 και 6 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και του άρθρου 15 παράγραφοι 5 και 6 της
οδηγίας 2004/17/ΕΚ.
(10) Στις περιπτώσεις του άρθρου 40 παράγραφος 3 στοιχείο θ) της οδηγίας
2004/17/ΕΚ, οι συμβάσεις που βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο δεν απαιτούν
προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η ανασταλτική προθεσμία δεν θα πρέπει να
είναι υποχρεωτική.
(11) Όταν κράτος μέλος απαιτεί από το πρόσωπο που προτίθεται να
χρησιμοποιήσει διαδικασία προσφυγής να πληροφορεί την αναθέτουσα αρχή ή τον
αναθέτοντα φορέα για την πρόθεσή του, θα πρέπει να καθίσταται σαφές ότι αυτό
δεν επηρεάζει την ανασταλτική προθεσμία ή οιαδήποτε άλλη προθεσμία άσκησης
προσφυγής. Επίσης, όταν ένα κράτος μέλος απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο να
ασκήσει πρώτα προσφυγή στην αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα, θα
πρέπει το εν λόγω πρόσωπο να έχει στη διάθεσή του εύλογη ελάχιστη προθεσμία
ώστε να προσφύγει στο αρμόδιο όργανο προσφυγής πριν από τη σύναψη της
σύμβασης στην περίπτωση που θα επιθυμούσε να αμφισβητήσει την απάντηση ή
την έλλειψη απάντησης εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος
φορέα.
55

(12) Η άσκηση προσφυγής λίγο πριν από τη λήξη της ελάχιστης ανασταλτικής
προθεσμίας δεν θα πρέπει να στερεί από την αρχή που είναι υπεύθυνη για τις
διαδικασίες προσφυγής τον ελάχιστο χρόνο που χρειάζεται ώστε να δράσει, ιδίως
προ-κειμένου να παρατείνει την ανασταλτική προθεσμία για τη σύναψη της
σύμβασης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέπεται μια αυτόνομη ελάχιστη
ανασταλτική προθεσμία η οποία δεν θα πρέπει να λήγει πριν το όργανο
προσφυγής λάβει απόφαση σχετικά με την προσφυγή. Αυτό δεν θα πρέπει να
εμποδίζει το όργανο προσφυγής να προβεί σε εκ των προτέρων εκτίμηση για το
παραδεκτό της προσφυγής αυτής, ως έχει. Τα κράτη μέλη μπορούν να
προβλέπουν ότι η προθεσμία αυτή λήγει είτε όταν το όργανο προσφυγής λάβει
απόφαση για την εφαρμογή προσωρινών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της
περαιτέρω αναστολής της σύναψης της σύμβασης, ή όταν το όργανο προσφυγής
λάβει απόφαση επί της ουσίας, ιδίως για την προσφυγή ακύρωσης παρανόμων
αποφάσεων.
(13) Προκειμένου να καταπολεμηθεί η παράνομη απευθείας ανάθεση συμβάσεων,
την οποία το Δικαστήριο έχει χαρακτηρίσει ως τη σημαντικότερη παράβαση του
κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις εκ μέρους μιας αναθέτουσας
αρχής ή ενός αναθέτοντος φορέα, θα πρέπει να προβλέπεται αποτελεσματική,
αναλογική και αποτρεπτική κύρωση. Κάθε σύμβαση που προκύπτει από παράνομη
απευθείας ανάθεση θα πρέπει συνεπώς να θεωρείται καταρχήν ανενεργή. Το
ανενεργό δεν θα πρέπει να έχει αυτόματο χαρακτήρα, αλλά να κηρύσσεται από
ανεξάρτητο όργανο προσφυγής ή θα πρέπει να προκύπτει από απόφαση
ανεξαρτήτου οργάνου προσφυγής.
(14) Το ανενεργό αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο για την αποκατάσταση
του ανταγωνισμού και για τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών ευκαιριών για τους
οικονομικούς φορείς που στερήθηκαν παράνομα της ευκαιρίας να συναγωνιστούν.
Οι απευθείας αναθέσεις κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να
περιλαμβάνουν όλες τις αναθέσεις συμβάσεων χωρίς προηγούμενη δημοσίευση της
προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια της
οδηγίας 2004/18/ΕΚ. Αυτό αντιστοιχεί σε διαδικασία χωρίς προηγούμενη
προκήρυξη διαγωνισμού κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.
(15) Η απευθείας ανάθεση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας μπορεί να
δικαιολογείται μεταξύ άλλων από τις εξαιρέσεις των άρθρων 10 έως 18 της
οδηγίας 2004/18/ΕΚ, την εφαρμογή του άρθρου 31, του άρθρου 61 ή του άρθρου
68 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, την ανάθεση σύμβασης παροχής υπηρεσιών σύμφωνα
με το άρθρο 21 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή νόμιμη εσωτερική ανάθεση σύμβασης
κατά την ερμηνεία του Δικαστηρίου.
(16) Το ίδιο ισχύει για συμβάσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις εξαίρεσης ή
ειδικών διευθετήσεων σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, τα άρθρα 18 έως 26,
τα άρθρα 29 και 30 ή το άρθρο 62 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, για υποθέσεις που
αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 40 παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ ή
την ανάθεση σύμβασης παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθρο 32 της
οδηγίας 2004/17/ΕΚ.
(17) Θα πρέπει να παρέχεται διαδικασία προσφυγής τουλάχιστον σε κάθε
πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το
οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση.
(18) Για την πρόληψη σοβαρών παραβάσεων της υποχρεωτικής ανασταλτικής
προθεσμίας και της αυτόματης αναστολής, που αποτελούν προϋποθέσεις
αποτελεσματικής προσφυγής, χρειάζονται αποτελεσματικές κυρώσεις. Οι
56

συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται κατά παραβίαση της ανασταλτικής προθεσμίας ή
της αυτόματης αναστολής θα πρέπει να θεωρούνται επομένως ανενεργές καταρχήν
αν συνδυάζονται με παραβάσεις της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή της οδηγίας
2004/17/ΕΚ εφόσον οι παραβάσεις αυτές επηρέασαν τις πιθανότητες του
προσφέροντος που ασκεί την προσφυγή να του ανατεθεί η σύμβαση.
(19) Στην περίπτωση άλλων παραβάσεων τυπικών απαιτήσεων, τα κράτη μέλη
ενδέχεται να θεωρήσουν ότι η αρχή του ανενεργού δεν είναι κατάλληλη. Στις
περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν την ευελιξία να
προβλέπουν εναλλακτικές κυρώσεις. Οι εναλλακτικές κυρώσεις θα πρέπει να
περιορίζονται μόνο στην επιβολή προστίμων, τα οποία θα πρέπει να καταβάλλονται
σε όργανο ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή ή φορέα, ή στη σύντμηση της
διάρκειας της σύμβασης. Ο προσδιορισμός των λεπτομερειών των εναλλακτικών
κυρώσεων και η θέσπιση των κανόνων εφαρμογής τους επαφίενται στα κράτη
μέλη.
(20) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να αποκλείει την εφαρμογή αυστηρότερων
κυρώσεων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
(21) Ο επιδιωκόμενος στόχος όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες βάσει
των οποίων θεωρείται ανενεργή μια σύμβαση, είναι η παύση της άσκησης και
εκτέλεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων δυνάμει της
σύμβασης. Οι συνέπειες της κήρυξης του ανενεργού των συμβάσεων θα πρέπει να
προσδιορίζονται από το εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, το εθνικό δίκαιο μπορεί, για
παράδειγμα, να προβλέπει την αναδρομική ακύρωση όλων των συμβατικών
υποχρεώσεων (ex tunc) ή, αντιθέτως, να περιορίζει την εμβέλεια της ακύρωσης στις
υποχρεώσεις εκείνες που δεν έχουν εκπληρωθεί ακόμη (ex nunc). Αυτό δεν θα
πρέπει να οδηγεί στην απουσία αποτελεσματικών κυρώσεων, αν οι συμβατικές
υποχρεώσεις έχουν ήδη εκπληρωθεί, είτε εξ ολοκλήρου είτε σχεδόν εξ ολοκλήρου.
Στις περιπτώσεις αυτές τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν και εναλλακτικές
κυρώσεις λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό στον οποίο μια σύμβαση παραμένει σε ισχύ
σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ομοίως, οι συνέπειες όσον αφορά την ενδεχόμενη
ανάκτηση τυχόν καταβληθέντων ποσών, καθώς και άλλες δυνατές μορφές
επανόρθωσης, περιλαμβανομένης της χρηματικής επανόρθωσης όταν η
επανόρθωση σε είδος είναι αδύνατη, πρέπει να καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.
(22) Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναλογικότητα των εφαρμοζόμενων
κυρώσεων, τα κράτη μέλη δύνανται να παρέχουν στο όργανο που είναι υπεύθυνο
για τις διαδικασίες προσφυγής τη δυνατότητα να μη θέτει υπό αμφισβήτηση τη
σύμβαση ή να αναγνωρίζει ορισμένα ή και όλα τα χρονικά της αποτελέσματα,
εφόσον οι εξαιρετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης επιβάλλουν το
σεβασμό ορισμένων επιτακτικών λόγων που συνδέονται με το γενικό συμφέρον. Σε
αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται εναλλακτικές κυρώσεις. Το
ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα όργανο προσφυγής
θα πρέπει να εξετάζει όλες τις σχετικές πτυχές, προκειμένου να διαπιστώσει κατά
πόσον επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος επιβάλλουν τη διατήρηση των
αποτελεσμάτων της σύμβασης.
(23) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η χρήση της διαδικασίας με διαπραγμάτευση χωρίς
δημοσίευση προκήρυξης κατά την έννοια του άρθρου 31 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή
του άρθρου 40 παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ επιτρέπεται αμέσως μετά την
ακύρωση της σύμβασης. Αν, στις περιπτώσεις αυτές, για τεχνικούς ή άλλους
επιτακτικούς λόγους οι υπόλοιπες συμβατικές υποχρεώσεις μπορούν να
εκτελούνται, σε αυτό το στάδιο, μόνο από τον οικονομικό φορέα στον οποίο έχει
57

ανατεθεί η σύμβαση, η εφαρμογή επιτακτικών λόγων θα μπορούσε να είναι
δικαιολογημένη.
(24) Η ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων για τη διατήρηση των αποτελεσμάτων
μιας σύμβασης θεωρείται ως επιτακτικός λόγος αν σε εξαιρετικές περιστάσεις το
ανενεργό θα οδηγούσε σε δυσανάλογες συνέπειες. Ωστόσο, τα οικονομικά
συμφέροντα τα οποία συνδέονται άμεσα με τη σύμβαση δεν θα πρέπει να
συνιστούν επιτακτικούς λόγους.
(25) Επιπλέον, η αναγκαιότητα να εξασφαλιστεί διαχρονικά η ασφάλεια δικαίου
των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς
απαιτεί τον καθορισμό μιας εύλογης ελάχιστης προθεσμίας παραγραφής των
προσφυγών με τις οποίες ζητείται να κηρυχθεί ανενεργή μια σύμβαση.
(26) Για να μη δημιουργηθεί ανασφάλεια δικαίου λόγω του ανενεργού, τα κράτη
μέλη θα πρέπει να προβλέπουν εξαίρεση από οιαδήποτε διαπίστωση ανενεργού
στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας
κρίνει ότι η απευθείας ανάθεση οιασδήποτε σύμβασης χωρίς προηγούμενη
δημοσίευση της προκήρυξης σύμβασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τις οδηγίες 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ και
έχει εφαρμόσει την ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία που επιτρέπει πραγματικές
επανορθώσεις. Η εκούσια δημοσίευση με την οποία αρχίζει η ανασταλτική
προθεσμία δεν συνεπάγεται επέκταση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την
οδηγία 2004/18/ΕΚ ή την οδηγία 2004/17/ΕΚ.
(27) Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία ενισχύει τις εθνικές διαδικασίες προσφυγής,
ιδίως σε περιπτώσεις παράνομης απευθείας ανάθεσης, οι οικονομικοί φορείς θα
πρέπει να ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν τους νέους αυτούς μηχανισμούς. Για
λόγους ασφάλειας δικαίου η εκτελεστότητα του ανενεργού μιας σύμβασης είναι
περιορισμένη χρονικά. Η αποτελεσματικότητα των προθεσμιών αυτών θα πρέπει να
γίνεται σεβαστή.
(28) Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των εθνικών διαδικασιών προσφυγής
αναμένεται ότι θα ενθαρρύνει τους ενδιαφερομένους να χρησιμοποιούν
περισσότερο τις δυνατότητες προσφυγής στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων
πριν από τη σύναψη σύμβασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο διορθωτικός
μηχανισμός θα πρέπει να αναπροσανατολιστεί στις υποθέσεις σοβαρών
παραβάσεων των κοινοτικών διατάξεων για τις δημόσιες συμβάσεις.
(29) Το εκούσιο σύστημα βεβαίωσης που προβλέπει η οδηγία 92/13/ΕΟΚ, με το
οποίο οι αναθέτοντες φορείς έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν ότι
διαπιστώνεται η συμμόρφωση των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων που
εφαρμόζουν, μέσω περιοδικών επιθεωρήσεων, παρέμεινε ουσιαστικά
αχρησιμοποίητο. Επομένως, το σύστημα δεν μπορεί να επιτύχει το στόχο της
πρόληψης σημαντικού αριθμού παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου για τις
δημόσιες συμβάσεις. Αντίθετα, η υποχρέωση των κρατών μελών, σύμφωνα με την
οδηγία 92/13/ΕΟΚ, να εξασφαλίσουν τη μόνιμη διαθεσιμότητα διαπιστευμένων για
το σκοπό αυτό οργανισμών μπορεί να αντιπροσωπεύει διοικητικό κόστος
συντήρησης που δεν δικαιολογείται πλέον, λόγω της έλλειψης πραγματικής
ζήτησης εκ μέρους των συμβαλλόμενων φορέων. Για τους λόγους αυτούς θα
πρέπει να καταργηθεί το σύστημα βεβαίωσης.
(30) Επίσης, ο μηχανισμός συμβιβασμού που προβλέπει η οδηγία 92/13/ΕΟΚ δεν
προκάλεσε το πραγματικό ενδιαφέρον των οικονομικών φορέων. Αυτό συμβαίνει
τόσο επειδή ο μηχανισμός δεν επιτρέπει αφ' εαυτού να λαμβάνονται δεσμευτικά
προσωρινά μέτρα που θα μπορούν να εμποδίσουν εγκαίρως την παράνομη σύναψη
58

μιας σύμβασης, όσο και λόγω της φύσης του που δεν συμβιβάζεται εύκολα με την
τήρηση των ιδιαίτερα σύντομων προθεσμιών για προσφυγές με τις οποίες ζητούνται
προσωρινά μέτρα και ακύρωση των παράνομων αποφάσεων. Εξάλλου, η δυνητική
αποτελεσματικότητα του μηχανισμού συμβιβασμού εξασθένησε ακόμη
περισσότερο λόγω των δυσκολιών σχετικά με την κατάρτιση ενός πλήρους και
επαρκώς εκτεταμένου καταλόγου ανεξάρτητων φορέων συμβιβασμού για κάθε
κράτος μέλος, που θα ήταν διαθέσιμοι ανά πάσα στιγμή και θα μπορούσαν να
επιλαμβάνονται των αιτήσεων συμβιβασμού σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Για τους λόγους αυτούς, ο εν λόγω μηχανισμός συμβιβασμού θα πρέπει να
καταργηθεί.
(31) Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητεί από τα κράτη μέλη να
της παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία εθνικών διαδικασιών
προσφυγής, αναλόγων με τον επιδιωκόμενο στόχο, με τη σύμπραξη της
συμβουλευτικής επιτροπής για τις δημόσιες συμβάσεις κατά τον προσδιορισμό της
έκτασης και της φύσης των πληροφοριών αυτών. Πράγματι, μόνο η διαθεσιμότητα
σχετικών πληροφοριών μπορεί να επιτρέψει την ορθή αξιολόγηση των
αποτελεσμάτων των τροποποιήσεων που εισάγονται στο πλαίσιο της παρούσας
οδηγίας μετά τη λήξη ενός σημαντικού χρονικού διαστήματος εφαρμογής της
οδηγίας αυτής.
(32) Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει την πρόοδο των κρατών μελών και να
υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την
αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας εντός τριών ετών το αργότερο από το
πέρας της προθεσμίας για την εφαρμογή της.
(33) Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και
92/13/ΕΟΚ εγκρίνονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου,
της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών
αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή1 (1).
(34) Δεδομένου ότι, για τους προαναφερθέντες λόγους, οι στόχοι της παρούσας
οδηγίας, δηλαδή η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής
στον τομέα της σύναψης συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των
οδηγιών 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από
τα κράτη μέλη και δύνανται να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η
Κοινότητα δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του
άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου
άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των
στόχων αυτών, τηρουμένης παράλληλα και της αρχής της διαδικαστικής
αυτονομίας των κρατών μελών.
(35) Σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση
της νομοθεσίας2 (2), τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση, και
προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν
την αντιστοιχία των οδηγιών με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να
τους δημοσιοποιούν.
(36) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που
αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία επιδιώκει να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση
1

(1) ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ
(ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).
2
(2)EE C 321 της 31.12.2003, σ. 1
59

του δικαιώματος πραγματικής επανόρθωσης και δίκαιης δίκης, σύμφωνα με το
πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 47 του χάρτη.
(37) Ως εκ τούτου, οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ θα πρέπει να
τροποποιηθούν ανάλογα,

60

5. Η Οδηγία 89/665/ΕΟΚ μετά την τροποποίησή της
από την Οδηγία 66/2007/ΕΚ
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 21ης Δεκεμβρίου 1989 για το συντονισμό
των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της
εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων
κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων ( 89/665/ΕΟΚ)
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το
άρθρο 100 Α,
την πρόταση της Επιτροπής(1 ),
Σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2 ),
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (3 ),
Εκτιμώντας :
ότι οι κοινοτικές οδηγίες στον τομέα των συμβάσεων του δημοσίου, και ιδίως η
οδηγία 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1971 περί συντονισμού των
διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων(4), όπως τροποποιήθηκε
τελευταία από την οδηγία 89/440/ΕΟΚ (5), και η οδηγία 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου
της 21ης Δεκεμβρίου 1976 περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων
κρατικών προμηθειών (6), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία
88/295/ΕΟΚ (7), δεν περιλαμβάνουν ειδικές διατάξεις οι οποίες να εξασφαλίζουν την
αποτελεσματική εφαρμογή τους
ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί, τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, οι
οποίοι στόχο έχουν να εξασφαλίσουν την εν λόγω εφαρμογή, δεν είναι πάντοτε
επαρκείς για τον έλεγχο της τήρησης των κοινοτικών διατάξεων, ιδίως σε ένα στάδιο
στο οποίο οι παραβάσεις επιδέχονται ακόμη διόρθωση
ότι το άνοιγμα των συμβάσεων του δημοσίου στον κοινοτικό ανταγωνισμό απαιτεί
σημαντική αύξηση των εγγυήσεων διαφάνειας και μη διάκρισης, καθώς και ότι, για
να έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα το άνοιγμα αυτό, πρέπει να υπάρχουν ταχέα και
αποτελεσματικά μέσα προσφυγής σε περίπτωση παράβασης, τόσο του κοινοτικού
δικαίου όσον αφορά τις συμβάσεις του δημοσίου, όσο και εθνικών κανόνων που
μεταγράφουν το δίκαιο αυτό

61

ότι η απουσία ή η ανεπάρκεια αποτελεσματικών μέσων προσφυγής, σε ορισμένα
κράτη μέλη, αποτρέπει τις κοινοτικές επιχειρήσεις να δοκιμάσουν την τύχη τους στο
εκάστοτε κράτος της αναθέτουσας αρχής ότι είναι, συνεπώς, σκόπιμο τα εν λόγω
κράτη μέλη να επανορθώσουν αυτή την κατάσταση
ότι, δεδομένης της συντομίας των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων του δημοσίου, οι
αρμόδιες για την προσφυγή αρχές πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένες να λαμβάνουν
προσωρινά μέτρα αναστολής της διαδικασίας σύναψης της συμβάσεως ή της
εκτέλεσης των αποφάσεων που έχουν ενδεχομένως ληφθεί από την αναθέτουσα αρχή
ότι, λόγω της συντομίας των διαδικασιών αυτών, απαιτείται η επείγουσα
αντιμετώπιση των προαναφερομένων παραβάσεων
ότι είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί, σε όλα τα κράτη μέλη, η ύπαρξη κατάλληλων
διαδικασιών με τις οποίες να μπορούν να ακυρώνονται παράνομες αποφάσεις και να
αποζημιώνονται τα πρόσωπα που υπέστησαν ζημία λόγω της παραβάσεως
ότι, όταν οι επιχειρήσεις δεν ασκούν προσφυγή, ορισμένες παραβάσεις θα μπορούν
να επανορθωθούν μόνον εάν λειτουργεί ειδικός μηχανισμός
ότι είναι, συνεπώς, σημαντικό η Επιτροπή, οσάκις θεωρεί ότι κατά τη διαδικασία
σύναψης συμβάσεως του δημοσίου έχει διαπραχθεί σαφής και κατάφωρη παράβαση,
να μπορεί να επισύρει στο γεγονός αυτό την προσοχή των αρμόδιων αρχών του
κράτους μέλους και της αναθέτουσας αρχής ούτως ώστε να λαμβάνονται τα
ενδεδειγμένα μέτρα για την ταχεία επανόρθωση κάθε εικαζομένης παράβασης
ότι η εφαρμογή στην πράξη των διατάξεων της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να
επανεξεταστεί, πριν από τη λήξη τετραετούς περιόδου από τη θέση της σε εφαρμογή,
βάσει πληροφοριών που θα παράσχουν τα κράτη μέλη σχετικά με τη λειτουργία των
εθνικών διαδικασιών προσφυγής,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ :

_________
( 1 ) ΕΕ αριθ . C 230 της 22.^8.^1987, σ . 6 και ΕΕ αριθ . C 15 της 19.1.1989, σ . 8 .
( 2 ) ΕΕ αριθ . C 167 της 27.^6.^1988, σ . 77 και ΕΕ αριθ . C 323 της 27.12. 1989.
( 3 ) ΕΕ αριθ . C 347 της 22.12.1987, σ . 23.
( 4 ) ΕΕ αριθ . L 185 της 16.8.1971, σ . 5.
( 5 ) ΕΕ αριθ . L 210 της 21.7.1989, σ . 1 .
( 6 ) ΕΕ αριθ . L 13 της 15.1.1977, σ. 1 .
( 7 ) ΕΕ αριθ . L 127 της 20.5.1988, σ . 1 .

62

Άρθρο 1 (τροποποίηση με το άρθρο 1 παρ. 1
Οδηγίας 66/2007/ΕΚ):
Πεδίο εφαρμογής και διαθεσιμότητα των
διαδικασιών προσφυγής
1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις
συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται η οδηγία
2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004,
περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης
δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και
υπηρεσιών*(*),

εκτός

εάν

οι

εν

λόγω

συμβάσεις εξαιρούνται κατ' εφαρμογή των
άρθρων 10 έως 18 της ανωτέρω οδηγίας.
Οι συμβάσεις κατά την έννοια της παρούσας
οδηγίας

περιλαμβάνουν

συμβάσεις,

τις

τις

δημόσιες

συμφωνίες-πλαίσιο,

τις

συμβάσεις παραχώρησης δημόσιων έργων και
τα δυναμικά συστήματα αγορών.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα
ώστε,

όσον

αφορά

τις

συμβάσεις

που

εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας
2004/18/ΕΚ, οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι
αναθέτουσες

αρχές

να

υπόκεινται

στην

άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το
δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, υπό τις
προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 2 έως 2στ

*

(*) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως
τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ
του Συμβουλίου (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 107).»
63

της παρούσας οδηγίας, λόγω του ότι οι
αποφάσεις αυτές έχουν ληφθεί κατά παράβαση
της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων
συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων που
μεταφέρουν την εν λόγω νομοθεσία.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην
υφίσταται

καμία

διάκριση

μεταξύ

των

επιχειρήσεων που ισχυρίζονται ότι υπέστη-σαν
ζημία στο πλαίσιο διαδικασίας ανάθεσης
συμβάσεως του δημοσίου, λόγω της διάκρισης
που γίνεται με την παρούσα οδηγία μεταξύ
των εθνικών κανόνων που εφαρμόζουν το
κοινοτικό δίκαιο και των άλλων εθνικών
κανόνων.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι
διαδικασίες προσφυγής να είναι διαθέσιμες,
σύμφωνα με τους κανόνες που είναι δυνατό να
θεσπίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον σε
οιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να
του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το
οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία
από εικαζόμενη παράβαση.
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από το
πρόσωπο που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τη
διαδικασία προσφυγής να ενημερώνει την
αναθέτουσα

αρχή

για

την

εικαζόμενη

παράβαση και για την πρόθεσή του να
ασκήσει προσφυγή, υπό τον όρο ότι αυτό δεν
επηρεάζει

την

ανασταλτική

προθεσμία
64

σύμφωνα με το άρθρο 2α παράγραφος 2 ή
οιαδήποτε

άλλη

προθεσμία

άσκησης

προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 2γ.
5. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από
τον ενδιαφερόμενο να ασκήσει καταρχάς
προσφυγή στην αναθέτουσα αρχή. Στην
περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη μεριμνούν
ώστε η άσκηση της εν λόγω προσφυγής να
συνεπάγεται

την

άμεση

αναστολή

της

δυνατότητας σύναψης της σύμβασης.
Τα κράτη μέλη αποφασίζουν ως προς τα
κατάλληλα

μέσα

επικοινωνίας,

περιλαμβανομένων της τηλεομοιοτυπίας ή των
ηλεκτρονικών

μέσων,

χρησιμοποιούνται

για

που

μπορούν

να

την

άσκηση

της

προσφυγής που προβλέπεται με το πρώτο
εδάφιο
Η αναστολή στην οποία αναφέρεται το πρώτο
εδάφιο δεν λήγει πριν την εκπνοή προθεσμίας
τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από
την επομένη της ημέρας κατά την οποία η
αναθέτουσα αρχή απέστειλε απάντηση με
τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα ή,
εφόσον

χρησιμοποιούνται

άλλα

μέσα

επικοινωνίας, πριν την εκπνοή προθεσμίας
τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από
την επομένη της ημέρας κατά την οποία η
αναθέτουσα αρχή απέστειλε απάντηση ή
τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από
65

την επομένη της ημέρας παραλαβής της
απάντησης.

66

(Προϊσχύουσα μορφή άρθρου):
Άρθρο 1
1 . Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία
μέτρα για να εξασφαλίζεται, όσον αφορά τις
διαδικασίες

συνάψεως

συμβάσεων

του

δημοσίου που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής
των οδηγιών 71/305/ΕΟΚ και 77/62/ΕΟΚ, ότι
οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες
αρχές

υπόκεινται

στην

άσκηση

αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν
ταχύτερων προσφυγών, υπό τις προϋποθέσεις
που προβλέπονται στα παρακάτω άρθρα, και
ιδίως στο άρθρο 2 παράγραφος 7, για το λόγο
ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν είτε το
κοινοτικό δίκαιο περί συμβάσεων του δημοσίου
είτε τους εθνικούς κανόνες που μεταγράφουν το
δίκαιο αυτό.
2.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην
υφίσταται

καμία

διάκριση

μεταξύ

των

επιχειρήσεων που μπορούν να επικαλεσθούν
ζημία στα πλαίσια διαδικασίας ανάθεσης
συμβάσεως του δημοσίου, λόγω της διάκρισης
που γίνεται με την παρούσα οδηγία μεταξύ των
εθνικών

κανόνων

που

μεταγράφουν

το

κοινοτικό δίκαιο και των άλλων εθνικών
κανόνων .
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι
διαδικασίες προσφυγής μπορούν να κινηθούν,
σύμφωνα με προϋποθέσεις που μπορούν να
67

καθορίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον από
οποιοδήποτε
συμφέρον

πρόσωπο

να του

που

ανατεθεί

έχει

ή

είχε

συγκεκριμένη

σύμβαση κρατικών προμηθειών ή δημοσίων
έργων και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να
υποστεί ζημία από μια εικαζόμενη παράβαση .
Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να
απαιτούν από το πρόσωπο που επιθυμεί να
χρησιμοποιήσει

τη

διαδικασία

αυτή

να

ενημερώνει προηγουμένως την αναθέτουσα
αρχή για την εικαζόμενη παράβαση και για την
πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή.

68

Άρθρο 2(Τροποποίηση με το άρθρο 1 παρ. 1
της Οδηγίας 66/2007/ΕΚ).
Απαιτήσεις για τις διαδικασίες προσφυγής
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα
που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες
προσφυγής που ορίζει το άρθρο 1 να
προβλέπουν

τις

αναγκαίες

εξουσίες

προκειμένου:
α) να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν
και με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων,
προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η
εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η
περαιτέρω

ζημία

των

θιγομένων

συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων
που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή
της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης
ή

της

εκτέλεσης

οιασδήποτε

απόφασης

λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές·
β) να ακυρώσουν ή να διασφαλίσουν την
ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και
ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές
και

χρηματοδοτικές

προδιαγραφές

που

εισάγουν δια-κρίσεις και περιλαμβάνονται στα
έγγραφα

με

ενδιαφερόμενοι

τα
να

οποία

καλούνται

συμμετάσχουν

οι
στο

διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή
σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση
με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης
σύμβασης·
69

γ)

να

επιδικάζουν

αποζημίωση

στα

ζημιωθέντα από την παράβαση πρόσωπα.
2. Οι εξουσίες που προβλέπονται με την
παράγραφο 1 και με τα άρθρα 2δ και 2ε
μπορούν να ανατίθενται σε ξεχωριστά όργανα
υπεύθυνα

για

διαφορετικές

πτυχές

των

διαδικασιών προσφυγής.
3. Όταν πρωτοβάθμιο όργανο, ανεξάρτητο από
την αναθέτουσα αρχή, εξετάζει προσφυγή
κατά αποφάσεως σχετικά με την ανάθεση
σύμβασης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η
αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να συνάψει τη
σύμβαση

πριν

αποφασίσει

το

όργανο

προσφυγής την εφαρμογή προσωρινών μέτρων
ή επί της προσφυγής. Η αναστολή δεν λήγει
πριν από την εκπνοή της ανασταλτικής
προθεσμίας του άρθρου 2α παράγραφος 2 και
του άρθρου 2δ παράγραφοι 4 και 5.
4.

Με

εξαίρεση

τις

περιπτώσεις

της

παραγράφου 3 και του άρθρου 1 παράγραφος
5, οι διαδικασίες προσφυγής δεν χρειάζεται
απαραιτήτως να έχουν αυτόματο ανασταλτικό
αποτέλεσμα επί των διαδικασιών σύναψης των
συμβάσεων τις οποίες αφορούν.
5. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι
το αρμόδιο για τις διαδικασίες προσφυγής
όργανο μπορεί να συνυπολογίσει τις πιθανές
συνέπειες των προσωρινών μέτρων για όλα τα
συμφέροντα που ενδέχεται να ζημιωθούν,
70

καθώς και το δημόσιο συμφέρον, και να
αποφασίσει να μην προβεί στη χορήγηση
τέτοιων μέτρων,

αν οι

αρνητικές

τους

συνέπειες είναι περισσότερες από τα οφέλη
τους.
Η απόφαση να μη χορηγηθούν προσωρινά
μέτρα δεν θίγει τις λοιπές αξιώσεις που
προβάλλει το πρόσωπο που έχει ζητήσει τη
χορήγηση των εν λόγω μέτρων.
6. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι,
όταν ζητείται αποζημίωση για το λόγο ότι
απόφαση ελήφθη παρανόμως, πρέπει πρώτα
να ακυρώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση
από αρμόδιο προς τούτο όργανο.
7. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων
2δ έως 2στ, τα αποτελέσματα της άσκησης
των εξουσιών που προβλέπει η παράγραφος 1
του παρόντος άρθρου σε σύμβαση που
συνάπτεται

μετά

την

ανάθεσή

της,

καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.
Επιπλέον, εκτός από την περίπτωση κατά την
οποία μια απόφαση πρέπει να ακυρωθεί
προτού χορηγηθεί αποζημίωση, τα κράτη μέλη
μπορούν να προβλέπουν ότι, αφού συναφθεί
σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος
5, την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου ή τα
άρθρα 2α έως 2 στ, οι εξουσίες του υπεύθυνου
για

τις

διαδικασίες

προσφυγής

οργάνου

71

περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης σε
οιονδήποτε υπέστη ζημία λόγω παράβασης.
8. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να
καθίσταται

δυνατή

η

αποτελεσματική

εκτέλεση των αποφάσεων που λαμβάνουν τα
αρμόδια

για

τις

διαδικασίες

προσφυγής

όργανα.
9. Όταν τα υπεύθυνα για τις διαδικασίες
προσφυγής όργανα δεν είναι δικαστικά, οι
αποφάσεις

τους

πρέπει

πάντα

να

αιτιολογούνται γραπτώς. Στην περίπτωση
αυτή, πρέπει επίσης να θεσπίζονται διατάξεις
που να εγγυώνται την ύπαρξη διαδικασιών με
τις οποίες κάθε μέτρο του οργάνου προσφυγής
που εικάζεται ότι είναι παράνομο, ή κάθε
εικαζόμενη παράλειψή του κατά την άσκηση
των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί, να
μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής
προσφυγής ή προσφυγής ενώπιον άλλου
οργάνου, το οποίο θεωρείται δικαιοδοτικό
κατά την έννοια του άρθρου 234 της συνθήκης
και είναι ανεξάρτητο και από την αναθέτουσα
αρχή και από το όργανο προσφυγής.
Ο διορισμός και η λήξη της θητείας των μελών
του ανεξαρτήτου αυτού οργάνου πρέπει να
υπόκειται στους ίδιους όρους οι οποίοι
εφαρμόζονται στους δικαστές όσον αφορά την
υπεύθυνη για το διορισμό τους αρχή, τη
διάρκεια της θητείας τους, και την ανάκλησή
72

τους.

Τουλάχιστον

ο

πρόεδρος

του

ανεξαρτήτου οργάνου πρέπει να έχει ίδια
νομικά και επαγγελματικά προσόντα με τους
δικαστές. Το ανεξάρτητο όργανο λαμβάνει τις
αποφάσεις του μετά τη διεξαγωγή διαδικασίας
κατ’ αντιμωλίαν, οι δε αποφάσεις αυτές έχουν,
με τα μέσα που καθορίζει κάθε κράτος μέλος,
δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα.

73

Άρθρο 2α (Προσθήκη με το άρθρο 1 παρ. 2 της
Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Ανασταλτική προθεσμία
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα κατά το
άρθρο 1 παράγραφος 3 πρόσωπα να έχουν στη
διάθεσή τους επαρκή χρόνο που εξασφαλίζει
αποτελεσματικές

προσφυγές

κατά

των

αποφάσεων για την ανάθεση σύμβασης που
λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές, με τη
θέσπιση

των

αναγκαίων

διατάξεων που

πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις κατά την
παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το
άρθρο 2γ.
2. Δεν επιτρέπεται να συναφθεί σύμβαση
κατόπιν

αποφάσεως

για

την

ανάθεση

σύμβασης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής
της οδηγίας 2004/18/ΕΚ πριν την εκπνοή
προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών
ημερών από την επομένη της ημερομηνίας
κατά

την

οποία

απεστάλη

ανάθεσης

στους

προσφέροντες

και

χρησιμοποιούνται
ηλεκτρονικά

η

απόφαση

ενδιαφερομένους
υποψήφιους,

εφόσον

τηλεομοιοτυπία
μέσα

ή,

ή

εφόσον

χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας,
πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της
ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η
απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερομένους
74

προσφέροντες και υποψήφιους ή τουλάχιστον
10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη
της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης
ανάθεσης.
Οι

προσφέροντες

θεωρούνται

ως

ενδιαφερόμενοι εφόσον δεν έχουν αποκλεισθεί
ακόμη

οριστικά.

Ο

αποκλεισμός

είναι

οριστικός εφόσον έχει κοινοποιηθεί στους
ενδιαφερομένους

προσφέροντες

και

έχει

θεωρηθεί νόμιμος από ανεξάρτητο όργανο
προσφυγής ή, εάν δεν μπορεί πλέον να
ασκηθεί προσφυγή.
Οι υποψήφιοι θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι
αν η αναθέτουσα αρχή δεν έχει παράσχει
πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της
αίτησής τους πριν από την κοινοποίηση της
απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους
προσφέροντες.
Η κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης σε
όλους τους ενδιαφερομένους προσφέροντες
και υποψήφιους συνοδεύεται από:
— συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων
κατά το άρθρο 41 παράγραφος 2 της οδηγίας
2004/18/ΕΚ, με την επιφύλαξη του άρθρου 41
παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, και

σαφή

δήλωση

της

επακριβούς

ανασταλτικής προθεσμίας που ισχύει
σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις
μεταφοράς της παρούσας παραγράφου.
75

Άρθρο 2β (Προσθήκη με το άρθρο 1 παρ. 2
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Παρεκκλίσεις

από

την

ανασταλτική

προθεσμία
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι
προθεσμίες του άρθρου 2α παράγραφος 2 της
παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται στις
ακόλουθες περιπτώσεις:
α) αν η οδηγία 2004/18/ΕΚ δεν απαιτεί
προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης
στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης·
β) αν ο μόνος ενδιαφερόμενος προσφέρων,
κατά την έννοια του άρθρου 2α παράγραφος 2
της παρούσας οδηγίας, είναι εκείνος στον
οποίο ανατίθεται η σύμβαση και δεν υπάρχουν
ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι·
γ) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που
βασίζονται
προβλέπει
2004/18/ΕΚ

σε
το
και

συμφωνία-πλαίσιο,
άρθρο

32

εφόσον

της

όπως
οδηγίας

πρόκειται

για

συγκεκριμένη σύμβαση η οποία βασίζεται σε
δυναμικό σύστημα αγορών όπως προβλέπει το
άρθρο 33 της εν λόγω οδηγίας.
Σε περίπτωση επίκλησης της παρέκκλισης
αυτής, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η
σύμβαση είναι ανενεργός σύμφωνα με τα

76

άρθρα 2δ και 2στ της παρούσας οδηγίας,
εφόσον:
-συντρέχει
παράγραφος

παράβαση
4

του

δεύτερο

άρθρου

εδάφιο

32

δεύτερη

περίπτωση ή του άρθρου 33 παράγραφος 5 ή 6
της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και
-εκτιμάται ότι η αξία της σύμβασης είναι ίση ή
υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του άρθρου 7
της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.

77

Άρθρο 2γ (Προσθήκη με το άρθρο 1 παρ. 2
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Προθεσμίες άσκησης προσφυγής
Όταν κράτος μέλος προβλέπει ότι κάθε
προσφυγή κατά αποφάσεως της αναθέτουσας
αρχής που έχει ληφθεί στο πλαίσιο ή σε σχέση
με

διαδικασία

ανάθεσης

σύμβασης

υπαγόμενης στην οδηγία 2004/18/ΕΚ πρέπει
να έχει ασκηθεί πριν από την εκπνοή
καθορισμένης προθεσμίας, η προθεσμία αυτή
είναι τουλάχιστον 10 ημερολογιακές ημέρες
από την επομένη της ημερομηνίας κατά την
οποία απεστάλη η απόφαση της αναθέτουσας
αρχής στον προσφέροντα ή υποψήφιο εφόσον
χρησιμοποιούνται
ηλεκτρονικά

τηλεομοιοτυπία
μέσα

ή,

ή

εφόσον

χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας,
τουλάχιστον 15 ημερολογιακές ημέρες από
την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία
απεστάλη η απόφαση της αναθέτουσας αρχής
στον προσφέροντα ή υποψήφιο ή τουλάχιστον
10 ημερολογιακές ημέρες από την επομένη της
ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης της
αναθέτουσας αρχής. Η κοινοποίηση της
απόφασης της αναθέτουσας αρχής σε κάθε
προσφέροντα ή υποψήφιο συνοδεύεται από
συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων. Στην
περίπτωση άσκησης προσφυγής σχετικά με
αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2
78

παράγραφος 1 στοιχείο β) της παρούσας
οδηγίας, που δεν υπόκεινται σε ειδική
κοινοποίηση, η προθεσμία είναι τουλάχιστον
10 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία
δημοσίευσης της οικείας απόφασης.

79

Άρθρο 2δ (Προσθήκη με το άρθρο 1 παρ. 2
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Ανενεργό της σύμβασης
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια
σύμβαση να κηρύσσεται ανενεργή από όργανο
προσφυγής ανεξάρτητο από την αναθέτουσα
αρχή ή το ανενεργό της να προκύπτει από
απόφαση του εν λόγω ανεξάρτητου οργάνου
σε οιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:
α) εφόσον η αναθέτουσα αρχή έχει αναθέσει
σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση
προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής

Ένωσης,

επιτρέπεται

σύμφωνα

χωρίς
με

αυτό
την

να

οδηγία

2004/18/ΕΚ·
β) σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1
παράγραφος 5, του άρθρου 2 παράγραφος 3 ή
του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας
οδηγίας, αν λόγω της παράβασης αυτής ο
προσφέρων

ο

στερήθηκε

της

προσυμβατικών

οποίος

ασκεί

προσφυγή

δυνατότητας

άσκησης

διαδικασιών

προσφυγής,

εφόσον η παράβαση αυτή συνδυάζεται με
παράβαση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, όταν η εν
λόγω παράβαση επηρέασε τις πιθανότητες του
προσφέροντος που ασκεί προσφυγή να του
ανατεθεί η σύμβαση·

80

γ) στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το
άρθρο 2β στοιχείο γ) δεύτερο εδάφιο της
παρούσας οδηγίας, αν τα κράτη μέλη έχουν
επικαλεσθεί
ανασταλτική

την

παρέκκλιση

προθεσμία

για

από

την

συμβάσεις

βασιζόμενες σε συμφωνία-πλαίσιο και σε
δυναμικό σύστημα αγορών.
2. Οι συνέπειες της κήρυξης του ανενεργού
των συμβάσεων προσδιορίζονται από το
εθνικό δίκαιο.
Το εθνικό δίκαιο μπορεί να προβλέπει την
αναδρομική ακύρωση όλων των συμβατικών
υποχρεώσεων ή να περιορίζει την εμβέλεια της
ακύρωσης στις υποχρεώσεις εκείνες που δεν
έχουν εκπληρωθεί ακόμη. Στην τελευταία
περίπτωση, τα κράτη μέλη προ-βλέπουν την
εφαρμογή άλλων κυρώσεων κατά την έννοια
του άρθρου 2ε παράγραφος 2.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι
το ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή
όργανο προσφυγής δεν μπορεί να κηρύξει
ανενεργή μια σύμβαση, παρά το γεγονός ότι η
ανάθεσή της έχει γίνει παράνομα για τους
λόγους που μνημονεύονται στην παράγραφο 1,
αν το όργανο προσφυγής διαπιστώσει, εφόσον
έχει εξετάσει όλες τις σχετικές πτυχές, ότι
επιτακτικοί

λόγοι

γενικού

συμφέροντος

επιβάλλουν τη διατήρηση των αποτελεσμάτων
της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, τα
81

κράτη

μέλη

προβλέπουν

εναλλακτικές

κυρώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2ε
παράγραφος 2, που εφαρμόζονται αντί του
ανενεργού.
Η ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων για τη
διατήρηση

των

αποτελεσμάτων

μιας

σύμβασης θεωρείται ως επιτακτικός λόγος
εφόσον
ανενεργό

σε
θα

εξαιρετικές
οδηγούσε

περιστάσεις
σε

το

δυσανάλογες

συνέπειες.
Ωστόσο, τα οικονομικά συμφέροντα που
συνδέονται άμεσα με την οικεία σύμβαση δεν
συνιστούν
συμφέροντος.

επιτακτικό
Μεταξύ

λόγο
των

γενικού

συμφερόντων

αυτών περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα
έξοδα λόγω καθυστέρησης στην εκτέλεση της
σύμβασης, τα έξοδα λόγω της κίνησης νέας
διαγωνιστικής διαδικασίας, τα έξοδα λόγω
αλλαγής του οικονομικού φορέα ο οποίος
εκτελεί τη σύμβαση και τα έξοδα των νομικών
υποχρεώσεων

λόγω

της

κήρυξης

της

σύμβασης ως ανενεργού
4.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν

ότι η

παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος
άρθρου δεν εφαρμόζεται εφόσον:
η αναθέτουσα αρχή κρίνει ότι η ανάθεση
σύμβασης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση
προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της

82

Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επιτρεπτή σύμφωνα
με την οδηγία 2004/18/ΕΚ,
—η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε στην
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
προκήρυξη όπως προβλέπει το άρθρο 3α της
παρούσας οδηγίας, με την οποία εκφράζει την
πρόθεσή της να συνάψει τη σύμβαση, και
— η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν από τη
λήξη

προθεσμίας

τουλάχιστον

10

ημερολογιακών ημερών από την επομένη της
δημοσίευσης της προκήρυξης αυτής.
5.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν

ότι η

παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος
άρθρου δεν εφαρμόζεται, εφόσον:
— η αναθέτουσα αρχή θεωρεί ότι η ανάθεση
σύμβασης είναι σύμφωνη με το άρθρο 32
παράγραφος

4

δεύτερο

εδάφιο

δεύτερη

περίπτωση ή με το άρθρο 33 παράγραφοι 5 και
6 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ,
— η αναθέτουσα αρχή έχει αποστείλει την
απόφαση ανάθεσης μαζί με συνοπτική έκθεση
των λόγων κατά το άρθρο 2α παράγραφος 2
τέταρτο εδάφιο πρώτη περίπτωση της παρούσας

οδηγίας

στους

ενδιαφερόμενους

προσφέροντες, και
η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν την εκπνοή
προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών
ημερών από την επομένη της ημερομηνίας
83

αποστολής της απόφασης ανάθεσης στους
ενδιαφερόμενους προσφέροντες σε περίπτωση
χρήσης

τηλεομοιοτυπίας

ή

ηλεκτρονικών

μέσων ή, σε περίπτωση χρήσης άλλων μέσων
επικοινωνίας, πριν την εκπνοή προθεσμίας
τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από
την επομένη της ημερομηνίας αποστολής της
απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους
προσφέροντες

ή

τουλάχιστον

10

ημερολογιακών ημερών από την επομένη της
ημερομηνίας

παραλαβής

της

απόφασης

ανάθεσης.

84

Άρθρο 2ε (Προσθήκη με το άρθρο 1 παρ. 2 της
Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Παραβάσεις της παρούσας οδηγίας και
εναλλακτικές κυρώσεις
1. Σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1
παράγραφος 5, του άρθρου 2 παράγραφος 3 ή
του άρθρου 2α παράγραφος 2, η οποία δεν
εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2δ
παράγραφος 1 στοιχείο β), τα κράτη μέλη
προβλέπουν

ότι

η

σύμβαση

καθίσταται

ανενεργή σύμφωνα με το άρθρο 2δ παράγραφοι 1 έως 3, ή εναλλακτικές κυρώσεις. Τα
κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το
ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή όργανο
προσφυγής αποφασίζει, αφού εξετάσει όλες τις
σχετικές πτυχές, αν η σύμβαση πρέπει να
κηρυχθεί ανενεργή ή αν θα πρέπει να
επιβληθούν εναλλακτικές κυρώσεις.
2. Οι εναλλακτικές κυρώσεις πρέπει να είναι
αποτελεσματικές,
αποτρεπτικές.

Οι

αναλογικές
εναλλακτικές

και
κυρώσεις

περιλαμβάνουν:
— την επιβολή προστίμων στην αναθέτουσα
αρχή, ή
— τη σύντμηση της διάρκειας της σύμβασης.
Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν στο
όργανο προσφυγής ευρεία διακριτική ευχέρεια
να συνυπολογίζει

όλους

τους

σχετικούς
85

παράγοντες,
σοβαρότητας

συμπεριλαμβανομένης
της

παράβασης,

της
της

συμπεριφοράς της αναθέτουσας αρχής και,
στις περιπτώσεις του άρθρου 2δ παράγραφος
2, του βαθμού στον οποίο μια σύμβαση
παραμένει σε ισχύ.
Η

παροχή

αποζημίωσης

δεν

αποτελεί

κατάλληλη κύρωση για τους σκοπούς της
παρούσας παραγράφου.

86

Άρθρο 2στ (Προσθήκη με το άρθρο 1 παρ. 2
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Προθεσμίες
1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι
η άσκηση προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο
2δ παράγραφος 1, πρέπει να πραγματοποιείται:
α) πριν από την πάροδο τουλάχιστον 30
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της
ημέρας κατά την οποία:
— η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε απόφαση
ανάθεσης σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 35
παράγραφος 4, και τα άρθρα 36 και 37 της
οδηγίας 2004/18/ΕΚ, εφόσον η δημοσίευση
αυτή περιλαμβάνει αιτιολόγηση της απόφασης
της αναθέτουσας αρχής να αναθέσει τη
σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση
προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή
— η αναθέτουσα αρχή ενημέρωσε τους
ενδιαφερόμενους

προσφέροντες

και

υποψηφίους σχετικά με τη σύναψη της
σύμβασης, εφόσον οι πληροφορίες αυτές
περιλαμβάνουν

συνοπτική

έκθεση

των

συναφών λόγων σύμφωνα με το άρθρο 41
παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, με την
επιφύλαξη του άρθρου 41 παράγραφος 3 της
εν λόγω οδηγίας. Η δυνατότητα αυτή ισχύει

87

και στις περιπτώσεις του άρθρου 2β στοιχείο
γ) της παρούσας οδηγίας·
β) και εν πάση περιπτώσει πριν από την
πάροδο τουλάχιστον 6 μηνών από την επομένη
της ημέρας κατά την οποία συνήφθη η
σύμβαση.
2.

Σε

όλες

τις

άλλες

συμπεριλαμβανομένης
προσφυγής
παράγραφος

σύμφωνα
1,

οι

περιπτώσεις,

της
με

το

προθεσμίες

άσκησης
άρθρο

άσκησης

προσφυγής καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο,
με την επιφύλαξη του άρθρου 2γ.

88

(Προϊσχύουσα μορφή άρθρου):
Άρθρο 2
1.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που
λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες
προσφυγής που ορίζονται στο άρθρο 1 να
προβλέπουν

τις

αναγκαίες

εξουσίες

προκειμένου :
α) να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και
με την επείγουσα διαδικασία, προσωρινά μέτρα
για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή
να

αποτραπεί

η

περαιτέρω

θιγομένων

ζημία

των

συμφερόντων,

συμπεριλαμβανομένων

μέτρων

που

αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή της
διαδικασίας σύναψης της εν λόγω σύμβασης
του δημοσίου ή της εκτέλεσης οποιασδήποτε
απόφασης λαμβάνεται από τις αναθέτουσες
αρχές
β) να ακυρώνουν ή να επιτρέπουν την ακύρωση
των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να
καταργούν

τις

τεχνικές,

οικονομικές

και

χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν
διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με
τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να
συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές
υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο
που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της
συγκεκριμένης σύμβασης
89

γ ) να επιδικάζουν αποζημίωση στα ζημιωθέντα
από την παράβαση πρόσωπα .
2.

Οι

εξουσίες

που

προβλέπονται

στην

παράγραφο 1 μπορούν να ανατίθενται σε
ξεχωριστές αρχές υπεύθυνες για διαφορετικές
πτυχές των διαδικασιών προσφυγής .
3. Οι διαδικασίες προσφυγής δεν πρέπει να
έχουν

απαραιτήτως,

αυτές

καθ'

εαυτές,

αυτόματα ανασταλτικά αποτελέσματα επί των
διαδικασιών σύναψης των συμβάσεων στις
οποίες αναφέρονται .
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι
οι υπεύθυνες αρχές, εξετάζοντας αν πρέπει να
λάβουν

προσωρινά

μέτρα,

μπορούν

να

λαμβάνουν υπόψη τους τις πιθανές συνέπειες
αυτών των μέτρων για όλα τα συμφέροντα που
ενδέχεται να ζημιωθούν, καθώς και το δημόσιο
συμφέρον, και να αποφασίζουν να μην τα
χορηγήσουν εάν οι αρνητικές συνέπειες μπορεί
να είναι σοβαρότερες από την ωφέλειά τους . Η
απόφαση να μην χορηγηθούν προσωρινά μέτρα
δεν θίγει τα άλλα δικαιώματα που διεκδικεί ο
αιτών τα μέτρα αυτά .
5. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι,
οσάκις ζητείται αποζημίωση για το λόγο ότι
απόφαση ελήφθη παρανόμως, πρέπει πρώτα να
ακυρώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση από
μια αρμόδια προς τούτο αρχή .
6. Τα αποτελέσματα της άσκησης των εξουσιών
90

που προβλέπονται στην παράγραφο 1 επί της
συμβάσεως που ακολουθεί την ανάθεση μιας
σύμβασης δημοσίου θα καθορίζονται από το
εθνικό δίκαιο .
Εκτός από την περίπτωση κατά την οποία μια
απόφαση πρέπει να ακυρωθεί προτού χορηγηθεί
αποζημίωση, ένα κράτος μέλος μπορεί επίσης
να προβλέπει ότι, μετά τη σύναψη της σύμβασης
που ακολουθεί την ανάθεση της σύμβασης του
δημοσίου, οι εξουσίες της υπεύθυνης για τις
διαδικασίες προσφυγής αρχής περιορίζονται
στη χορήγηση αποζημίωσης σε κάθε πρόσωπο
που υπέστη ζημία από παράβαση .
7.

Τα κράτη μέλη

μεριμνούν ώστε να

καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική εκτέλεση
των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αρμόδιες
για τις διαδικασίες προσφυγής αρχές .
8. Όταν οι υπεύθυνες για τις διαδικασίες
προσφυγής αρχές δεν είναι δικαστικές, οι
αποφάσεις

τους

πρέπει

πάντοτε

να

αιτιολογούνται γραπτώς. Στην περίπτωση αυτή,
πρέπει επίσης να θεσπίζονται διατάξεις που να
εγγυώνται την ύπαρξη διαδικασιών με τις
οποίες κάθε μέτρο της βασικής αρμόδιας αρχής
που εικάζεται ότι είναι παράνομο ή κάθε
εικαζόμενη παράλειψή της κατά την εκτέλεση
των εξουσιών που της έχουν ανατεθεί, να
μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής
προσφυγής ή προσφυγής ενώπιον άλλης αρχής
91

η οποία θεωρείται δικαιοδοτικό όργανο κατά
την έννοια του άρθρου 177 της συνθήκης και
είναι ανεξάρτητη από την αναθέτουσα αρχή και
τη βασική αρχή .
Ο διορισμός και η λήξη της θητείας των μελών
αυτής της ανεξάρτητης αρχής πρέπει να
υπόκειται στους ίδιους όρους οι οποίοι
εφαρμόζονται στους δικαστές όσον αφορά την
υπεύθυνη για το διορισμό τους αρχή, τη
διάρκεια της θητείας τους, και τη δυνατότητα
ανάκλησής τους. Τουλάχιστον ο πρόεδρος
αυτής της ανεξάρτητης αρχής πρέπει να έχει τα
ίδια νομικά και επαγγελματικά προσόντα με
έναν δικαστή . Η ανεξάρτητη αρχή λαμβάνει τις
αποφάσεις της μετά τη διεξαγωγή διαδικασίας
κατ' αντιμωλία, οι δε αποφάσεις αυτές έχουν, με
τα μέσα που καθορίζει κάθε κράτος μέλος,
δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα .

92

Άρθρο 3 (Τροποποίηση με το άρθρο 1 παρ. 4
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Διορθωτικός μηχανισμός
1. Η Επιτροπή μπορεί να επικαλεσθεί τη
διαδικασία των παραγράφων 2 έως 5 όταν,
πριν από τη σύναψη σύμβασης, κρίνει ότι έχει
διαπραχθεί σοβαρή παράβαση του κοινοτικού
δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις στο
πλαίσιο διαδικασίας σύναψης σύμβασης που
εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας
2004/18/ΕΚ.
2.

Η

Επιτροπή

γνωστοποιεί

στο

ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τους λόγους που
την οδήγησαν να κρίνει ότι έχει διαπραχθεί
σοβαρή

παράβαση

και

να

ζητήσει

τη

διόρθωσή της με τον κατάλληλο τρόπο.
3. Εντός 21 ημερολογιακών ημερών από την
παραλαβή της γνωστοποίησης κατά την
παράγραφο 2, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος
διαβιβάζει στην Επιτροπή:
α) βεβαίωση ότι η παράβαση διορθώθηκε ή
β) αιτιολογημένη απάντηση με την οποία
εξηγεί για ποιο λόγο δεν έγινε καμία
διορθωτική ενέργεια ή
γ) γνωστοποίηση ότι η διαδικασία ανάθεσης
της εν λόγω σύμβασης ανεστάλη, είτε με
πρωτοβουλία της αναθέτουσας αρχής είτε στο
πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών που προ93

βλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο
α).
4. Η διαβιβασθείσα κατά την παράγραφο 3
στοιχείο β) αιτιολογημένη απάντηση, μπορεί,
μεταξύ άλλων, να βασίζεται στο γεγονός ότι,
για την εικαζόμενη παράβαση, έχει ήδη
ασκηθεί δικαστική προσφυγή ή προσφυγή
κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 9.
Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος
ενημερώνει την Επιτροπή για το αποτέλεσμα
των διαδικασιών αυτών, μόλις αυτά γίνουν
γνωστά.
5. Σε περίπτωση που έχει γνωστοποιηθεί
αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης της
σύμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην
παράγραφο 3 στοιχείο γ), το κράτος μέλος
γνωστοποιεί στην Επιτροπή τυχόν άρση της
αναστολής ή την έναρξη νέας διαδικασίας
συνάψεως συμβάσεως που έχει, εν όλω ή εν
μέρει, το ίδιο αντικείμενο. Η νέα αυτή
γνωστοποίηση βεβαιώνει ότι η εικαζόμενη
παράβαση

διορθώθηκε

ή

περιέχει

αιτιολογημένη απάντηση που εξηγεί τον λόγο
για τον οποίο δεν έγινε καμιά διορθωτική
ενέργεια.

94

Άρθρο 3 α (Προσθήκη με το άρθρο 1 παρ. 4
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Περιεχόμενο προκήρυξης για εκούσια εκ
των προτέρων διαφάνεια
Η προκήρυξη κατά το άρθρο 2δ παράγραφος 4
δεύτερη περίπτωση, για τον τύπο της οποίας
αποφασίζει η Επιτροπή σύμφωνα με τη
συμβουλευτική

διαδικασία

στην

οποία

παραπέμπει το άρθρο 3β παράγραφος 2,
περιέχει τις εξής πληροφορίες:
α) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας της
αναθέτουσας αρχής
β) περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης
γ)

αιτιολόγηση

της

απόφασης

της

αναθέτουσας αρχής να αναθέσει τη σύμβαση
χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης
στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης
δ) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του
οικονομικού φορέα υπέρ του οποίου ελήφθη
μια απόφαση ανάθεσης μιας σύμβασης και
ε)

εφόσον

απαιτείται,

οιαδήποτε

άλλη

πληροφορία κρίνει χρήσιμη η αναθέτουσα
αρχή

95

Άρθρο 3β (Προσθήκη με το άρθρο 1 παρ. 4
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Διαδικασία επιτροπής
1.

Η

Επιτροπή

συμβουλευτική

επικουρείται

από

τη

επιτροπή

δημοσίων

συμβάσεων, η οποία συστάθηκε με το άρθρο 1
της απόφασης 71/306/ΕΟΚ του Συμβουλίου,
της 26ης Ιουλίου 1971 *(*), εφεξής καλούμενη
"επιτροπή".
2. Οσάκις γίνεται μνεία της παρούσας
παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7
της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου,
της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των
όρων

άσκησης

αρμοδιοτήτων

που

των

εκτελεστικών

ανατίθενται

στην

Επιτροπή** (**), τηρουμένων των διατάξεων
του άρθρου 8 της απόφασης αυτής.

*

(*) ΕΕ L 185 της 16.8.1971, σ. 15. Απόφαση όπως

τροποποιήθηκε με την απόφαση 77/63/ΕΟΚ (ΕΕ Ε 13
της 15.1.1977, σ. 15).
** (**) ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση
όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ
(ΕΕ Ε 200 της 22.7.2006, σ. 11).»
96

(Προϊσχύουσα μορφή άρθρου):
Άρθρο 3
1 . Η Επιτροπή μπορεί να επικαλείται τη
διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο
εφόσον, πριν από τη σύναψη συμβάσεως,
θεωρήσει ότι, κατά τη διαδικασία σύναψης
συμβάσεως του δημοσίου η οποία εμπίπτει στο
πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 71/305/ΕΟΚ και
77/62/ΕΟΚ,

έχει

διαπραχθεί

κατάφωρη

παράβαση

των

σαφής

και

κοινοτικών

διατάξεων περί συμβάσεων του δημοσίου .
2 . Η Επιτροπή γνωστοποιεί στο οικείο κράτος
μέλος και την οικεία αναθέτουσα αρχή τους
λόγους για τους οποίους πιστεύει ότι έχει
διαπραχθεί σαφής και κατάφωρη παράβαση και
ζητά την επανόρθωσή της .
3 . Μέσα σε 21 ημέρες από την παραλαβή της
γνωστοποίησης
παράγραφο

2,

που
το

αναφέρεται
οικείο

κράτος

στην
μέλος

διαβιβάζει στην Επιτροπή :
α) βεβαίωση ότι η παράβαση επανορθώθηκε ή
β ) αιτιολογημένη απάντηση με την οποία εξηγεί
για ποιο λόγο δεν έγινε καμία επανορθωτική
ενέργεια ή
γ ) γνωστοποίηση ότι η διαδικασία σύναψης της
ενλόγω

παράβασης

ανεστάλη,

είτε

με

πρωτοβουλία της αναθέτουσας αρχής είτε στα
πλαίσια της άσκησης των εξουσιών που
97

προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1
στοιχείο α ).
4 . Η κατά την έννοια της παραγράφου 3
στοιχείο β ) αιτιολογημένη απάντηση μπορεί,
μεταξύ άλλων, να βασίζεται στο γεγονός ότι, για
την εικαζόμενη παράβαση, έχει ήδη ασκηθεί
δικαστική προσφυγή ή προσφυγή κατά την
έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 8 . Στην
περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος ενημερώνει
την

Επιτροπή

για

το

αποτέλεσμα

των

διαδικασιών αυτών, μόλις αυτά γίνουν γνωστά
5 . Σε περίπτωση που έχει γνωστοποιηθεί
αναστολή

της

διαδικασίας

σύμβασης

σύμφωνα

με

σύναψης

τους

της

όρους

της

παραγράφου 3 στοιχείο γ ), το κράτος μέλος
γνωστοποιεί στην Επιτροπή τυχόν άρση της
αναστολής ή την έναρξη νέας διαδικασίας
συνάψεως συμβάσεως που συνδέεται, εν όλω ή
εν μέρει, με την προηγούμενη διαδικασία . Η
νέα αυτή γνωστοποίηση πρέπει να βεβαιώνει
ότι η εικαζόμενη παράβαση επανορθώθηκε ή
να περιέχει μια αιτιολογημένη απάντηση που να
εξηγεί

για

ποιο

λόγο

δεν

έγινε

καμιά

επανορθωτική ενέργεια .

98

Άρθρο 4 (Τροποποίηση με το άρθρο 1 παρ. 5
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Εφαρμογή
1. Η Επιτροπή μπορεί να ζητεί από τα κράτη
μέλη, σε διαβούλευση με τη συμβουλευτική
επιτροπή

δημόσιων

παρέχουν

συμβάσεων,

πληροφορίες

λειτουργία

των

σχετικά

εθνικών

να

της

με

τη

διαδικασιών

προσφυγής.
2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν ανά έτος στην
Επιτροπή το κείμενο όλων των αποφάσεων,
μαζί με την αιτιολογική τους έκθεση, τις
οποίες έλαβαν τα όργανα προσφυγής των,
σύμφωνα με το άρθρο 2δ παράγραφος 3.»
2004/17/ΕΚ, οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι
αναθέτουσες

αρχές

να

υπόκεινται

στην

άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το
δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, υπό τις
προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 2 έως 2στ
της παρούσας οδηγίας, λόγω του ότι οι
αποφάσεις αυτές έχουν ληφθεί κατά παράβαση
της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων
συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων που
μεταφέρουν την εν λόγω νομοθεσία

99

Άρθρο 4α (Προσθήκη με το άρθρο 1 παρ. 6 της
Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Επανεξέταση
Έως τις 20 Δεκεμβρίου 2012 το αργότερο, η
Επιτροπή επανεξετάζει την εφαρμογή της
παρούσας οδηγίας και υποβάλλει έκθεση στο
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο
σχετικά με την αποτελεσματικότητά της, και
ιδίως ως προς την αποτελεσματικότητα των
εναλλακτικών

κυρώσεων

και

των

προθεσμιών.»

100

(Προϊσχύουσα μορφή άρθρου):
Άρθρο 4
1 . Πριν τη λήξη τετραετίας από τη θέση σε
εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή,
σε συνεννόηση με τη συμβουλευτική επιτροπή
για τις συμβάσεις του δημοσίου, επανεξετάζει
την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας
οδηγίας

και

προτείνει,

ενδεχομένως,

τις

τροποποιήσεις που κρίνει αναγκαίες .
2 . Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν κάθε χρόνο στην
Επιτροπή,

πριν

πληροφοριακά
λειτουργία

από
στοιχεία

των

την

σχετικά

εθνικών

Μαρτίου,
με

τη

διαδικασιών

προσφυγής κατά το προηγούμενο έτος . Η
Επιτροπή, σε συνεννόηση με τη συμβουλευτική
επιτροπή για τις συμβάσεις του δημοσίου,
καθορίζει τη φύση αυτών των στοιχείων .

101

Άρθρο 5
Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τα αναγκαία
μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα
οδηγία πριν από τις 21 Δεκεμβρίου 1991 .
Ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των
ουσιαστικών νομοθετικών, κανονιστικών και
διοικητικών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που
θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα
οδηγία .

Άρθρο 6
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη
Βρυξέλλες, 21 Δεκεμβρίου 1989.
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
E . CRESSON
( 1 ) ΕΕ αριθ . C 230 της 22.^8.^1987, σ . 6 και
ΕΕ αριθ . C 15 της 19.1.1989, σ . 8 .
( 2 ) ΕΕ αριθ . C 167 της 27.^6.^1988, σ . 77
και ΕΕ αριθ . C 323 της 27.12. 1989.
( 3 ) ΕΕ αριθ . C 347 της 22.12.1987, σ . 23.
( 4 ) ΕΕ αριθ . L 185 της 16.8.1971, σ . 5.
( 5 ) ΕΕ αριθ . L 210 της 21.7.1989, σ . 1 .
( 6 ) ΕΕ αριθ . L 13 της 15.1.1977, σ. 1 .
( 7 ) ΕΕ αριθ . L 127 της 20.5.1988, σ . 1 .

102

6. Η Οδηγία 92/13/ΕΟΚ μετά την τροποποίησή της
από την Οδηγία 66/2007ΕΚ
ΟΔΗΓΙΑ 92/13/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 για το
συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων
σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης
των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της
ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το
άρθρο 100 Α,
την πρόταση της Επιτροπής(1) ,
Σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο(2) ,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3) ,
Εκτιμώντας:
ότι η οδηγία 90/531/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1990 σχετικά με
τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των
μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών(4) , ορίζει κανόνες για τη σύναψη
συμβάσεων που εξασφαλίζουν στους υποψήφιους προμηθευτές και εργολήπτες ίσες
ευκαιρίες αλλά δεν περιέχει ειδικές διατάξεις που να εγγυώνται την πραγματική
εφαρμογή της
ότι οι σήμερα υφιστάμενοι μηχανισμοί, τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό
επίπεδο, δεν επαρκούν πάντα για τη διασφάλιση της εφαρμογής αυτής
ότι η έλλειψη αποτελεσματικών ένδικων μέσων ή η ανεπάρκεια των υφισταμένων,
αποτρέπει ίσως τις κοινοτικές επιχειρήσεις από την υποβολή προσφορών ότι, για το
λόγο αυτό, το κράτη μέλη πρέπει να επανορθώσουν αυτήν την κατάσταση
ότι η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 για τον
συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της
εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων
κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων(5) περιορίζεται στις διαδικασίες
σύναψης συμβάσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ
του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1971 περί συντονισμού των διαδικασιών για τη
σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων(6) , όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την
οδηγία 90/531/ΕΟΚ και την οδηγία 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης
Δεκεμβρίου 1976 περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων
κρατικών προμηθειών(7) , όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία
90/531/ΕΟΚ
ότι το άνοιγμα των δημοσίων συμβάσεων των εν λόγω τομέων στον κοινοτικό
ανταγωνισμό συνεπάγεται ότι θα θεσπισθούν διατάξεις ώστε να τεθούν στη διάθεση
103

των προμηθευτών και των εργοληπτών κατάλληλες διαδικασίες προσφυγής σε
περίπτωση παράβασης της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας ή των εθνικών
κανόνων εφαρμογής της
ότι απαιτείται να προβλεφθεί σημαντική ενίσχυση των εγγυήσεων για διαφάνεια και
αποφυγή των διακρίσεων και ότι, για να έχει η ενίσχυση αυτή απτά αποτελέσματα,
απαιτούνται αποτελεσματικά και ταχέα ένδικα μέσα
ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη φύση της εννόμου τάξεως ορισμένων
κρατών μελών και, επομένως, να επιτραπεί στα κράτη μέλη να προκρίνουν μεταξύ
διαφόρων ισοδυνάμων ως προς το αποτέλεσμα επιλογών όσον αφορά τις εξουσίες
των αρχών των αρμοδίων για τις προσφυγές
ότι μία από τις επιλογές αυτές περιλαμβάνει την εξουσία αμέσου παρεμβάσεως στις
διαδικασίες σύναψης συμβάσεων των αναθετόντων φορέων, η οποία θα συνίσταται
επί παραδείγματι στην αναστολή αυτών των διαδικασιών ή στην ακύρωση
αποφάσεων ή ρητρών που περιέχονται σε έγγραφα ή δημοσιεύσεις και εισάγουν
διακρίσεις
ότι η άλλη επιλογή προβλέπει την εξουσία άσκησης αποτελεσματικής έμμεσης
πίεσης στους αναθέτοντες φορείς ώστε να επανορθώνουν κάθε παράβαση ή για να
αποτρέπεται η διάπραξη παραβάσεων από αυτούς καθώς και για να προλαμβάνεται
η πρόκληση ζημίας
ότι πρέπει πάντοτε να είναι δυνατή η υποβολή αίτησης αποζημίωσης
ότι, όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση αποζημίωσης για δαπάνες στις οποίες
προέβη για την προετοιμασία προσφοράς ή τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης
συμβάσεως, το εν λόγω πρόσωπο, για να επιτύχει την επιστροφή των εξόδων
αυτών, δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι η σύμβαση θα του ανετίθετο εάν δεν είχε
διαπραχθεί η δεδομένη παράβαση
ότι, είναι σκόπιμο, οι αναθέτοντες φορείς που συμμορφώνονται προς τους κανόνες
περί συνάψεως συμβάσεων να μπορούν να το γνωστοποιούν με κατάλληλους
τρόπους ότι αυτό προϋποθέτει έλεγχο, από ανεξάρτητα πρόσωπα, των διαδικασιών
και των πρακτικών που ακολουθούν αυτοί οι αναθέτοντες φορείς
ότι, για το σκοπό αυτό, ενδείκνυται ένα σύστημα πιστοποίησης, στο οποίο
προβλέπεται μια δήλωση για την ορθή εφαρμογή των κανόνων περί συνάψεως των
συμβάσεων, υπό μορφή ανακοίνωσης που θα δημοσιεύεται στην Επίσημη
Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
ότι οι αναθέτοντες φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν το
σύστημα πιστοποίησης εάν το επιθυμούν ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να τους
προσφέρουν τη δυνατότητα αυτή ότι, για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν
είτε να καθορίζουν αυτά τα ίδια το σύστημα είτε να επιτρέπουν στους αναθέτοντες
φορείς να χρησιμοποιούν ένα σύστημα πιστοποίησης που έχει θεσπίσει άλλο κράτος
μέλος ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέσουν την ευθύνη για την εκτέλεση του
ελέγχου που προβλέπεται από το σύστημα πιστοποίησης σε πρόσωπα, σε
επαγγέλματα ή σε προσωπικό οργανισμών
ότι η απαραίτητη ευελιξία ως προς τη θέσπιση ενός τέτοιου συστήματος
εξασφαλίζεται με τον καθορισμό των ουσιωδών χαρακτηριστικών του από την
παρούσα οδηγία ότι οι ακριβείς μέθοδοι λειτουργίας του πρέπει να καθορίζονται
από τα ευρωπαϊκά πρότυπα στα οποία αναφέρεται η παρούσα οδηγία

104

ότι τα κράτη μέλη ενδέχεται να απαιτείται να καθορίσουν αυτές τις μεθόδους
λειτουργίας πριν από την έκδοση των κανόνων των περιεχομένων στα ευρωπαϊκά
πρότυπα ή ίσως πέρα από αυτούς τους κανόνες
ότι, όταν οι επιχειρήσεις δεν ασκούν προσφυγές, ενδέχεται ορισμένες παραβάσεις
να μην επανορθωθούν αν δεν συσταθεί ειδικός μηχανισμός
ότι, συνεπώς, είναι σημαντικό, όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι, κατά τη διαδικασία
σύναψης συμβάσεως έχει διαπραχθεί προφανής και κατάφωρη παράβαση, να
μπορεί να παρέμβει στις οικείες αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους και στον οικείο
αναθέτοντα φορέα ώστε να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την ταχεία
επανόρθωση αυτής της παράβασης
ότι είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα ενός μηχανισμού συμβιβασμού σε
κοινοτικό επίπεδο ώστε οι διαφορές να επιλύονται φιλικά
ότι η εφαρμογή την πράξη της παρούσας οδηγίας πρέπει να επανεξεταστεί
συγχρόνως με την εφαρμογή της οδηγίας 90/531/ΕΟΚ βάσει πληροφοριών που θα
παράσχουν τα κράτη μέλη σχετικά με τη λειτουργία των εθνικών διαδικασιών
προσφυγής
ότι η παρούσα οδηγία πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή συγχρόνως με την οδηγία
90/531/ΕΟΚ
ότι είναι σκόπιμο να χορηγηθούν κατάλληλες συμπληρωματικές προθεσμίες στο
Βασίλειο της Ισπανίας, στην Ελληνική Δημοκρατία και στην Πορτογαλική
Δημοκρατία για την ενσωμάτωση της παρούσας οδηγίας στο εσωτερικό τους δίκαιο,
λαμβανομένων υπόψη των ημερομηνιών ενάρξεως εφαρμογής της οδηγίας
90/531/ΕΟΚ στις χώρες αυτές,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ :

105

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Προσφυγές σε εθνικό επίπεδο
Άρθρο 1 (Τροποποίηση με το άρθρο 2 παρ.
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Πεδίο εφαρμογής και διαθεσιμότητα των
διαδικασιών προσφυγής
1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις
συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται η οδηγία
2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004,
περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης
συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της
ενέργειας,

των

μεταφορών

και

των

ταχυδρομικών υπηρεσιών* (*), εκτός αν οι εν
λόγω συμβάσεις εξαιρούνται σύμφωνα με το
άρθρο 5 παράγραφος 2, τα άρθρα 18 έως 26,
τα άρθρα 29 και 30 ή το άρθρο 62 της εν λόγω
οδηγίας.
Οι συμβάσεις κατά την έννοια της παρούσας
οδηγίας

περιλαμβάνουν

προμηθειών,

έργων

συμφωνίες-πλαίσιο

και
και

τις

συμβάσεις

υπηρεσιών,
τα

τις

δυναμικά

συστήματα αγορών.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα
ώστε,

όσον

αφορά

τις

συμβάσεις

που

εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας
2004/17/ΕΚ, οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι
*

(*) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1. Οδηγία όπως

τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ
του Συμβουλίου (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 107)
106

αναθέτουσες

αρχές

να

υπόκεινται

στην

άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το
δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, υπό τις
προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 2 έως 2 στ
της παρούσας οδηγίας, λόγω του ότι οι
αποφάσεις αυτές έχουν ληφθεί κατά παράβαση
της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων
συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων που
μεταφέρουν της εν λόγω νομοθεσία.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μη
γίνεται

καμία

διάκριση

μεταξύ

των

επιχειρήσεων που μπορούν να ισχυρισθούν ότι
υπέστησαν ζημία στο πλαίσιο διαδικασίας
σύναψης

σύμβασης

ως

συνέπεια

του

διαχωρισμού που γίνεται με την παρούσα
οδηγία

μεταξύ

των

εθνικών

κανόνων

εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και των
άλλων εθνικών κανόνων.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι
διαδικασίες προσφυγής να είναι διαθέσιμες,
σύμφωνα με τους κανόνες που είναι δυνατόν
να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον από
οιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να
του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το
οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία
από εικαζόμενη παράβαση.
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από το
πρόσωπο που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τη
διαδικασία προσφυγής να ενημερώνει τον
107

αναθέτοντα

φορέα

για

την

εικαζόμενη

παράβαση και για την πρόθεσή του να
ασκήσει προσφυγή, υπό τον όρο ότι αυτό δεν
επηρεάζει

την

ανασταλτική

προθεσμία

σύμφωνα με το άρθρο 2α παράγραφος 2 ή
οιαδήποτε

άλλη

προθεσμία

άσκησης

προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 2γ.
5. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από
τον ενδιαφερόμενο να ασκήσει καταρχάς
προσφυγή στον αναθέτοντα φορέα. Στην
περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη μεριμνούν
ώστε η άσκηση της εν λόγω προσφυγής να
συνεπάγεται

την

άμεση

αναστολή

της

δυνατότητας σύναψης της σύμβασης.
Τα κράτη μέλη αποφασίζουν ως προς τα
κατάλληλα

μέσα

επικοινωνίας,

περιλαμβανομένων της τηλεομοιοτυπίας ή των
ηλεκτρονικών

μέσων,

χρησιμοποιούνται

για

που
την

πρέπει

να

άσκηση

της

προσφυγής κατά το πρώτο εδάφιο.
Η αναστολή στην οποία αναφέρεται το πρώτο
εδάφιο δεν λήγει πριν από την εκπνοή
προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών
ημερών από την επομένη της ημερομηνίας
κατά την οποία ο αναθέτων φορέας απέστειλε
απάντηση
ηλεκτρονικά

με

τηλεομοιοτυπία

ή

μέσα

εφόσον

ή,

με

χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας,
πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον
108

15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη
της ημερομηνίας κατά την οποία ο αναθέτων
φορέας απέστειλε απάντηση, ή τουλάχιστον 10
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της
ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης.

109

(Προϊσχύουσα μορφή άρθρου):
Άρθρο 1
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία
μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι κατά των
αποφάσεων που λαμβάνουν οι αναθέτοντες
φορείς είναι δυνατόν να ασκηθούν προσφυγές,
αποτελεσματικές και, ιδιαιτέρως, με όσο το
δυνατόν ταχύτερες διαδικασίες, υπό τις
προϋποθέσεις που ορίζονται από τα επόμενα
άρθρα, και ιδίως, από το άρθρο 2 παράγραφος
8, λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές
παραβιάζουν είτε την κοινοτική νομοθεσία τη
σχετική με τη σύναψη συμβάσεων είτε τους
εθνικούς κανόνες εφαρμογής της νομοθεσίας
αυτής όσον αφορά:
α) τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων που
εμπίπτουν στο πεδίο της οδηγίας 90/531/ΕΟΚ
και
β) την τήρηση του άρθρου 3 παράγραφος 2
στοιχείο α) της εν λόγω οδηγίας, για τους
αναθέτοντες
φορείς
στους
οποίους
εφαρμόζεται η διάταξη αυτή.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μη γίνεται
καμία διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που
μπορούν να ισχυρισθούν ότι υπέστησαν ζημία
στα πλαίσια διαδικασίας σύναψης σύμβασης,
λόγω του διαχωρισμού που γίνεται με την
παρούσα οδηγία μεταξύ των εθνικών κανόνων
εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και των
άλλων εθνικών κανόνων.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τις
διαδικασίες προσφυγών να είναι δυνατόν να
κινήσει, βάσει αναλυτικών κανόνων που
μπορούν να θεσπίζουν τα κράτη μέλη,
τουλάχιστον κάθε πρόσωπο που έχει ή είχε
συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη
σύμβαση και υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί
βλάβη
από
προβαλλομένη
παράβαση.
Ειδικότερα, τα κράτη μέλη έχουν τη
δυνατότητα να απαιτούν, από τον προτιθέμενο
να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία αυτή, να
ενημερώνει προηγουμένως τον αναθέτοντα
110

φορέα για την προβαλλομένη παράβαση και
για την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή.

111

Άρθρο 2 (Τροποποίηση των παρ. 2 έως 4,της
παρ. 6 και της παρ. 9 με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ
α και β, γ και δ της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Απαιτήσεις για τις διαδικασίες προσφυγής
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα
που λαμβάνουν όσον αφορά τις προσφυγές
που αναφέρονται στο άρθρο 1, να
προβλέπουν τις εξουσίες προκειμένου:
είτε
α) να λαμβάνονται, το συντομότερο και με
διαδικασίες
ασφαλιστικών
μέτρων,
προσωρινά μέτρα για τη θεραπεία της
προβαλλομένης παράβασης ή την αποτροπή
περαιτέρω
ζημίας
των
θιγομένων
συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων
που αναστέλλουν ή εξασφαλίζουν την
αναστολή της διαδικασίας σύναψης της
σύμβασης, ή της εκτέλεσης κάθε απόφασης
που έχει ληφθεί από τον αναθέτοντα φορέα
και
β) να ακυρώνονται οι παράνομες αποφάσεις ή
να εξασφαλίζεται η ακύρωσή τους,
συμπεριλαμβανομένης
της
δυνατότητας
κατάργησης των τεχνικών, οικονομικών ή
χρηματοδοτικών προδιαγραφών που εισάγουν
διακρίσεις και που περιέχονται στην
διακήρυξη της δημοπρασίας, στην ενδεικτική
περιοδική διακήρυξη, στην διακήρυξη
σχετικά με την ύπαρξη συστήματος
προεπιλογής, στην πρόσκληση υποβολής
προσφορών, στη συγγραφή υποχρεώσεων ή
σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση
με την εν λόγω διαδικασία σύναψης της
σύμβασης,
είτε
γ) να λαμβάνονται, το συντομότερο, ει
δυνατόν με διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων
και εάν χρειάζεται με οριστική διαδικασία ως
προς την ουσία, άλλα μέτρα εκτός των
προβλεπομένων στα στοιχεία α) και β), με
στόχο τη θεραπεία της διαπιστωθείσας
112

παράβασης και την αποτροπή ζημίας των
ενεχομένων συμφερόντων ιδίως, να εκδίδεται
εντολή πληρωμής καθορισμένου ποσού στην
περίπτωση κατά την οποία η παράβαση δεν
επανορθώθηκε ή δεν αποτράπηκε.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν σε
αυτή την επιλογή, είτε για το σύνολο των
αναθετόντων φορέων είτε για κατηγορίες
αναθετόντων φορέων οριζόμενες βάσει
αντικειμενικών κριτηρίων, διαφυλάσσοντας
πάντοτε την αποτελεσματικότητα των μέτρων
που θεσπίστηκαν για να αποτραπούν οι ζημίες
των ενεχομένων συμφερόντων
δ)
και,
στις
δύο
προαναφερόμενες
περιπτώσεις, να χορηγείται αποζημίωση στα
βλαπτόμενα από την παράβαση πρόσωπα.
Όταν απαιτείται αποζημίωση διότι μια
απόφαση έχει ληφθεί παράνομα, τα κράτη
μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν το
εσωτερικό τους σύστημα δικαίου το απαιτεί
και διαθέτει αρχές που έχουν την αναγκαία
προς τούτο αρμοδιότητα, η αμφισβητούμενη
απόφαση πρέπει πρώτα να ακυρωθεί ή να
κηρυχθεί παράνομη.
2. Οι εξουσίες που προβλέπουν η
παράγραφος 1 και τα άρθρα 2δ και 2ε είναι
δυνατό να ανατίθενται σε ξεχωριστά
όργανα, υπεύθυνα για διαφορετικές πτυχές
των διαδικασιών προσφυγής. 3. Όταν
πρωτοβάθμιο όργανο, ανεξάρτητο από τον
αναθέτοντα φορέα, εξετάζει προσφυγή
κατά αποφάσεως σχετικά με την ανάθεση
σύμβασης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι
ο αναθέτων φορέας δεν μπορεί να συνάψει
τη σύμβαση πριν το όργανο προσφυγής
αποφασίσει την εφαρμογή προσωρινών
μέτρων ή επί της προσφυγής. Η αναστολή
δεν λήγει πριν από την εκπνοή της
ανασταλτικής προθεσμίας του άρθρου 2α
παράγραφος 2 και του άρθρου 2δ
παράγραφοι 4 και 5.
3. Όταν πρωτοβάθμιο όργανο, ανεξάρτητο
από τον αναθέτοντα φορέα, εξετάζει
113

προσφυγή κατά αποφάσεως σχετικά με την
ανάθεση σύμβασης, τα κράτη μέλη
εξασφαλίζουν ότι ο αναθέτων φορέας δεν
μπορεί να συνάψει τη σύμβαση πριν το
όργανο
προσφυγής
αποφασίσει
την
εφαρμογή προσωρινών μέτρων ή επί της
προσφυγής. Η αναστολή δεν λήγει πριν από
την εκπνοή της ανασταλτικής προθεσμίας
του άρθρου 2α παράγραφος 2 και του
άρθρου 2δ παράγραφοι 4 και 5.
3 α. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις της
παραγράφου 3 και του άρθρου 1
παράγραφος 5, οι διαδικασίες προσφυγής
δεν απαιτείται να έχουν αυτόματο
ανασταλτικό
αποτέλεσμα
επί
των
διαδικασιών ανάθεσης των συμβάσεων τις
οποίες αφορούν.
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν
ότι το αρμόδιο για τις διαδικασίες
προσφυγής όργανο μπορεί να συνυπολογίσει τις πιθανές συνέπειες των
προσωρινών μέτρων για όλα τα συμφέροντα
που ενδέχεται να ζημιωθούν καθώς και το
για δημόσιο συμφέρον και να αποφασίσει να
μην προβεί στη χορήγηση τέτοιων μέτρων,
αν οι αρνητικές τους συνέπειες είναι
περισσότερες από τα οφέλη τους. Η
απόφαση να μη χορηγηθούν προσωρινά
μέτρα δεν θίγει τις λοιπές αξιώσεις που
προβάλλει το πρόσωπο που έχει αιτηθεί τη
χορήγηση τέτοιων μέτρων.»
5. Το ποσό που καταβάλλεται σύμφωνα με
την παράγραφο 1 στοιχείο γ) πρέπει να
καθορίζεται σε αρκετά υψηλό επίπεδο ώστε
να αποτρέπει τον αναθέτοντα φορέα από τη
διάπραξη παράβασης ή την εμμονή σε
παράβαση. Η πληρωμή του ποσού αυτού
μπορεί να εξαρτηθεί από την έκδοση τελικής
απόφασης που να δέχεται ότι η παράβαση
όντως διεπράχθη.
6. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που
προβλέπονται στα άρθρα 2δ έως 2στ, τα
αποτελέσματα της άσκησης των εξουσιών
114

που προβλέπονται με την παράγραφο 1 του
παρόντος άρθρου σε μια σύμβαση που
συνάπτεται μετά την ανάθεσή της
καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.
Επιπλέον, εκτός από την περίπτωση κατά
την οποία απόφαση πρέπει να ακυρωθεί
προτού χορηγηθεί αποζημίωση, τα κράτη
μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, αφού
συναφθεί σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 1
παράγραφος 5, την παράγραφο 3 του
παρόντος άρθρου ή τα άρθρα 2α έως 2στ, οι
εξουσίες του υπεύθυνου για τις διαδικασίες
προσφυγής οργάνου περιορίζονται στην
επιδίκαση αποζημίωσης σε οιονδήποτε
υπέστη ζημία λόγω παράβασης.»
6. Τα αποτελέσματα της άσκησης των
εξουσιών που αναφέρει η παράγραφος 1, επί
της συμβάσεως που συνάπτεται μετά την
κατακύρωση, καθορίζονται από το εθνικό
δίκαιο. Επιπλέον, εκτός από την περίπτωση
κατά την οποία μια απόφαση πρέπει να
ακυρωθεί πριν χορηγηθεί αποζημίωση, ένα
κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι, μετά
τη σύναψη συμβάσεως που ακολουθεί την
κατακύρωση, οι εξουσίες της αρχής της
υπεύθυνης για τις διαδικασίες προσφυγής
περιορίζονται στη χορήγηση αποζημίωσης σε
κάθε πρόσωπο που υπέστη βλάβη λόγω
παράβασης.
7. Όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση
αποζημίωσης για δαπάνες στις οποίες προέβη
για την προετοιμασία της προσφοράς ή τη
συμμετοχή
σε
διαδικασία
σύναψης
συμβάσεως,
το
εν
λόγω
πρόσωπο
υποχρεούται μόνον να αποδείξει την
παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας της
σχετικής με τη σύναψη συμβάσεων ή των
εθνικών κανόνων εφαρμογής της εν λόγω
νομοθεσίας και ότι είχε όντως πιθανότητα να
αναλάβει τη σύμβαση, την οποία πιθανότητα
όμως έχασε, λόγω της παράβασης αυτής.
8. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι
αποφάσεις που λαμβάνουν οι αρχές οι
115

υπεύθυνες για τις διαδικασίες προσφυγής, να
μπορούν να εκτελούνται με αποτελεσματικό
τρόπο.
9. Όταν οι αρχές οι υπεύθυνες για τις
διαδικασίες προσφυγής δεν είναι δικαστικές,
οι αποφάσεις τους πρέπει πάντοτε να
αιτιολογούνται γραπτώς. Επιπλέον, στην
περίπτωση αυτή, πρέπει να θεσπίζονται
διατάξεις που να εξασφαλίζουν διαδικασίες
δυνάμει των οποίων κάθε μέτρο που εικάζεται
ότι είναι παράνομο και που ελήφθη από τη
βασική αρχή, ή κάθε εικαζόμενη παράλειψή
της κατά την εκτέλεση των εξουσιών που της
έχουν ανατεθεί, μπορεί να αποτελέσει
αντικείμενο
δικαστικής
προσφυγής
ή
προσφυγής ενώπιον άλλης αρχής, η οποία
θεωρείται δικαιοδοτικό όργανο κατά την
έννοια του άρθρου 234 της συνθήκης
(δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του
άρθρου 177 της συνθήκης)* και είναι
ανεξάρτητη από τον αναθέτοντα φορέα και
από τη βασική αρχή.
Ο διορισμός και η λήξη της θητείας των
μελών αυτής της ανεξάρτητης αρχής πρέπει
να υπόκεινται στους ίδιους όρους με αυτούς
οι οποίοι ισχύουν για τους δικαστές όσον
αφορά την αρμόδια για το διορισμό τους
αρχή, τη διάρκεια της θητείας τους και τη
δυνατότητα παύσης τους. Ο πρόεδρος
τουλάχιστον της εν λόγω ανεξάρητης αρχής
πρέπει να έχει τις ίδιες νομικές γνώσεις και
επαγγελματικά προσόντα με δικαστή. Η
ανεξάρτητη αρχή λαμβάνει τις αποφάσεις της
μετά τη διεξαγωγή διαδικασίας κατ'
αντιμωλίαν. Οι αποφάσεις αυτές έχουν, με τα
μέσα που καθορίζει κάθε κράτος μέλος,
δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα.

*

Προϊσχύσασα μορφή άρθρου. Τροποποίηση με το
άρθρο 2 παρ. 2 εδ δ της Οδηγίας 2004/66/ΕΚ
116

Προϊσχύουσα μορφή των τροποποιηθεισών
παραγράφων:
2. Οι εξουσίες που αναφέρονται στην
παράγραφο 1 είναι δυνατό να ανατίθενται σε
ξεχωριστές αρχές, υπεύθυνες για διαφορετικές
πλευρές των διαδικασιών προσφυγής.
3. Οι διαδικασίες προσφυγής δεν είναι
απαραίτητο να επιφέρουν, αυτές καθεαυτές,
αυτόματα ανασταλτικά αποτελέσματα στις
διαδικασίες σύναψης συμβάσεων τις οποίες
αφορούν.
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι,
όταν η αρμόδια αρχή εξετάζει το ενδεχόμενο
λήψης προσωρινών μέτρων, μπορεί να
συνεκτιμήσει τις πιθανές συνέπειες των μέτρων
αυτών για όλα τα συμφέροντα που ενδέχεται να
θιγούν, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, και
να αποφασίσει να μην λάβει τα εν λόγω μέτρα
εάν οι αρνητικές συνέπειές τους ενδέχεται να
υπερβούν τις θετικές. Η απόφαση να μη
ληφθούν προσωρινά μέτρα δεν θίγει τα άλλα
δικαιώματα του προσώπου που έχει ζητήσει τη
λήψη τους.

117

Άρθρο 2α(Προσθήκη με το άρθρο 2 παρ. 3 της
Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Ανασταλτική προθεσμία
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα κατά το
άρθρο 1 παράγραφος 3, πρόσωπα να έχουν
στη διάθεσή τους επαρκή χρόνο που να
εξασφαλίζει αποτελεσματικές προσφυγές κατά
των αποφάσεων για την ανάθεση σύμβασης
που λαμβάνουν οι αναθέτοντες φορείς, με τη
θέσπιση των αναγκαίων διατάξεων που
πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις κατά την
παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το
άρθρο 2γ.
2. Δεν επιτρέπεται να συναφθεί σύμβαση
κατόπιν αποφάσεως για την ανάθεση
σύμβασης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής
της οδηγίας 2004/17/ΕΚ πριν από την εκπνοή
προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών
ημερών από την επομένη της ημερομηνίας
κατά την οποία απεστάλη η απόφαση
ανάθεσης
στους
ενδιαφερομένους
προσφέροντες και υποψηφίους, εφόσον χρησιμοποιούνται τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικά
μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα
επικοινωνίας, πριν από την εκπνοή προθεσμίας
τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από
την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία
απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους
ενδιαφερόμενους
προσφέροντες
και
υποψηφίους ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών
ημερών από την επομένη της ημερομηνίας
παραλαβής της απόφασης ανάθεσης.
Οι
προσφέροντες
θεωρούνται
ως
ενδιαφερόμενοι εφόσον δεν έχουν αποκλεισθεί
ακόμη οριστικά. Ο αποκλεισμός είναι
οριστικός εφόσον έχει κοινοποιηθεί στους
ενδιαφερομένους προσφέροντες και έχει
θεωρηθεί νόμιμος από ανεξάρτητο όργανο
προσφυγής ή δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί
προσφυγή.
Οι υποψήφιοι θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι
αν ο αναθέτων φορέας δεν έχει παράσχει
118

πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της
αίτησής τους πριν από την κοινοποίηση της
απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους
προσφέροντες.
Η κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης σε
όλους τους ενδιαφερομένους προσφέροντες
και υποψήφιους συνοδεύεται από
— συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων
κατά το άρθρο 49 παράγραφος 2 της οδηγίας
2004/17/ΕΚ, και

σαφή
δήλωση
της
επακριβούς
ανασταλτικής προθεσμίας που ισχύει σύμφωνα
με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της
παρούσας παραγράφου.

119

Άρθρο 2β (Προσθήκη με το άρθρο 2 παρ. 3
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Παρεκκλίσεις
προθεσμία

από

την

ανασταλτική

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι
προθεσμίες του άρθρου 2α παράγραφος 2 της
παρούσας οδηγίας, δεν εφαρμόζονται στις
ακόλουθες περιπτώσεις:
α) αν η οδηγία 2004/17/ΕΚ δεν απαιτεί
προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης
στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης
β) αν ο μόνος προσφέρων, κατά την έννοια του
άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας
οδηγίας, είναι εκείνος στον οποίο ανατίθεται η
σύμβαση, και δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι
υποψήφιοι
γ) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που
βασίζονται σε δυναμικό σύστημα αγορών,
όπως προβλέπεται από το άρθρο 15 της
οδηγίας 2004/17/ΕΚ.
Σε περίπτωση επίκλησης της παρούσας
παρέκκλισης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι
η σύμβαση κηρύσσεται ανενεργή σύμφωνα με
τα άρθρα 2δ και 2στ της παρούσας οδηγίας,
εφόσον:
συντρέχει παράβαση του άρθρου 15
παράγραφος 5 ή 6 της οδηγίας 2001/17/ΕΚ,
και
εκτιμάται ότι η αξία της σύμβασης ισούται
προς ή υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του
άρθρου 16 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ

120

Άρθρο 2γ (Προσθήκη με το άρθρο 2 παρ. 3
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Προθεσμίες άσκησης προσφυγής
Όταν κράτος μέλος προβλέπει ότι κάθε
προσφυγή κατά αποφάσεως του αναθέτοντος
φορέα που έχει ληφθεί στο πλαίσιο ή σε σχέση
με διαδικασία ανάθεσης σύμβασης που
εμπίπτει στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας
2004/17/ΕΚ πρέπει να έχει ασκηθεί πριν από
την εκπνοή καθορισμένης προθεσμίας, η
προθεσμία αυτή είναι τουλάχιστον 10
ημερολογιακές ημέρες από την επομένη της
ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η
απόφαση του αναθέτοντος φορέα στον
προσφέροντα
ή
υποψήφιο
εφόσον
χρησιμοποιούνται
τηλεομοιοτυπία
ή
ηλεκτρονικά
μέσα
ή,
εφόσον
χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας,
είναι τουλάχιστον 15 ημερολογιακές ημέρες
από την επομένη της ημερομηνίας κατά την
οποία απεστάλη η απόφαση του αναθέτοντος
φορέα στον προσφέροντα ή υποψήφιο ή
τουλάχιστον 10 ημερολογιακές ημέρες από
την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της
απόφασης του αναθέτοντος φορέα. Η
κοινοποίηση της απόφασης του αναθέτοντος
φορέα σε κάθε προσφέροντα ή υποψήφιο
συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των
συναφών λόγων. Στην περίπτωση άσκησης
προσφυγής σχετικά με αποφάσεις στις οποίες
αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο
β) της παρούσας οδηγίας, που δεν υπόκεινται
σε ειδική κοινοποίηση, η προθεσμία είναι
τουλάχιστον 10 ημερολογιακές ημέρες από
την ημερομηνία δημοσίευσης της οικείας
απόφασης.

121

Άρθρο 2δ (Προσθήκη με το άρθρο 2 παρ. 3
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Ανενεργό της σύμβασης
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια
σύμβαση να κηρύσσεται ανενεργή από όργανο
προσφυγής ανεξάρτητο από τον αναθέτοντα
φορέα ή το ανενεργό της να προκύπτει από
απόφαση του εν λόγω ανεξάρτητου οργάνου,
σε οιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:
α) εφόσον ο αναθέτων φορέας έχει αναθέσει
σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση
προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αυτό να
επιτρέπεται σύμφωνα με την οδηγία
2004/17/ΕΚ·
β) σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1
παράγραφος 5, του άρθρου 2 παράγραφος 3 ή
του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας
οδηγίας, αν λόγω της παράβασης αυτής ο
προσφέρων ο οποίος ασκεί προσφυγή
στερήθηκε
της
δυνατότητας
άσκησης
προσυμβατικών διαδικασιών προσφυγής,
εφόσον η παράβαση αυτή συνδυάζεται με
παράβαση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, όταν η εν
λόγω παράβαση επηρέασε τις πιθανότητες του
προσφέροντος που ασκεί προσφυγή να του
ανατεθεί η σύμβαση·
γ) στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το
άρθρο 2β στοιχείο γ) δεύτερο εδάφιο της
παρούσας οδηγίας, αν τα κράτη μέλη έχουν
επικαλεσθεί την παρέκκλιση από την
ανασταλτική προθεσμία για συμβάσεις
βασιζόμενες σε δυναμικό σύστημα αγορών.
2. Οι συνέπειες της κήρυξης του ανενεργού
μιας σύμβασης προσδιορίζονται από το εθνικό
δίκαιο.
Το εθνικό δίκαιο μπορεί να προβλέπει την
αναδρομική ακύρωση όλων των συμβατικών
υποχρεώσεων ή να περιορίζει την εμβέλεια της
ακύρωσης στις υποχρεώσεις εκείνες που δεν
έχουν εκπληρωθεί ακόμη. Στην τελευταία
122

περίπτωση, τα κράτη μέλη προ-βλέπουν την
εφαρμογή άλλων κυρώσεων κατά την έννοια
του άρθρου 2ε παράγραφος 2.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι
το ανεξάρτητο από τον αναθέτοντα φορέα
όργανο προσφυγής δεν μπορεί να κηρύξει
ανενεργή μια σύμβαση, παρά το γεγονός ότι η
ανάθεσή της έχει γίνει παράνομα για τους
λόγους που μνημονεύονται στην παράγραφο 1,
αν το όργανο προσφυγής διαπιστώσει, εφόσον
έχει εξετάσει όλες τις σχετικές πτυχές, ότι
επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος
επιβάλλουν τη διατήρηση των αποτελεσμάτων
της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, τα
κράτη μέλη προβλέπουν εναλλακτικές
κυρώσεις κατά την έννοια του άρθρου 2ε
παράγραφος 2, που εφαρμόζονται αντί του
ανενεργού.
Η ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων για τη
διατήρηση
των
αποτελεσμάτων
μιας
σύμβασης θεωρείται ως επιτακτικός λόγος
εφόσον σε εξαιρετικές περιστάσεις το
ανενεργό θα οδηγούσε σε δυσανάλογες
συνέπειες.
Ωστόσο, τα οικονομικά συμφέροντα που
συνδέονται άμεσα με την οικεία σύμβαση δεν
συνιστούν
επιτακτικό
λόγο
γενικού
συμφέροντος. Μεταξύ των συμφερόντων
αυτών περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα
έξοδα λόγω καθυστέρησης στην εκτέλεση της
σύμβασης, τα έξοδα λόγω της κίνησης νέας
διαγωνιστικής διαδικασίας, τα έξοδα λόγω
αλλαγής του οικονομικού φορέα ο οποίος
εκτελεί τη σύμβαση και τα έξοδα των νομικών
υποχρεώσεων λόγω της κήρυξης της
σύμβασης ως ανενεργού.
4. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η
παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος
άρθρου δεν εφαρμόζεται εφόσον:
— ο αναθέτων φορέας κρίνει ότι η ανάθεση
σύμβασης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση
προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της
123

Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επιτρεπτή σύμφωνα
με την οδηγία 2004/17/ΕΚ,
—ο αναθέτων φορέας δημοσίευσε στην
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
προκήρυξη όπως προβλέπει το άρθρο 3α της
παρούσας οδηγίας, με την οποία εκφράζει την
πρόθεσή του να συνάψει τη σύμβαση, και
— η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν από τη
λήξη
προθεσμίας
τουλάχιστον
10
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της
δημοσίευσης της προκήρυξης αυτής.
5. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η
παράγραφος 1 στοιχείο γ) της παρούσας
οδηγίας, δεν εφαρμόζεται, εφόσον:
— ο αναθέτων φορέας θεωρεί ότι η ανάθεση
σύμβασης είναι σύμφωνη με το άρθρο 15
παράγραφοι 5 και 6 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ,
— ο αναθέτων φορέας έχει αποστείλει την
απόφαση ανάθεσης μαζί με συνοπτική έκθεση
των λόγων κατά το άρθρο 2α παράγραφος 2
τέταρτο εδάφιο πρώτη περίπτωση της παρούσας
οδηγίας
στους
ενδιαφερόμενους
προσφέροντες, και
— η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν από την
εκπνοή
προθεσμίας
τουλάχιστον
10
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της
ημερομηνίας αποστολής της απόφασης
ανάθεσης
στους
ενδιαφερόμενους
προσφέροντες
σε
περίπτωση
χρήσης
τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικών μέσων ή, σε
περίπτωση χρήσης άλλων μέσων επικοινωνίας,
πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον
15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη
της ημερομηνίας αποστολής της απόφασης
ανάθεσης
στους
ενδιαφερομένους
προσφέροντες
ή
τουλάχιστον
10
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της
ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης
ανάθεσης.

124

Άρθρο2ε (Προσθήκη με το άρθρο 2 παρ. 3 της
Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Παραβάσεις της παρούσας οδηγίας και
εναλλακτικές κυρώσεις
1. Σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1
παράγραφος 5, του άρθρου 2 παράγραφος 3, ή
του άρθρου 2α παράγραφος 2, η οποία δεν
εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2δ
παράγραφος 1 στοιχείο β), τα κράτη μέλη
προβλέπουν ότι η σύμβαση καθίσταται
ανενεργή σύμφωνα με το άρθρο 2δ
παράγραφοι 1 έως 3, ή εναλλακτικές
κυρώσεις. Τα κράτη μέλη μπορούν να
προβλέπουν ότι το ανεξάρτητο από τον
αναθέτοντα φορέα όργανο προσφυγής
αποφασίζει, αφού εξετάσει όλες τις σχετικές
πτυχές, αν η σύμβαση θα πρέπει να κηρυχθεί
ανενεργή ή αν θα πρέπει να επιβληθούν
εναλλακτικές κυρώσεις.
2. Οι εναλλακτικές κυρώσεις πρέπει να είναι
αποτελεσματικές,
αναλογικές
και
αποτρεπτικές. Οι εναλλακτικές κυρώσεις
περιλαμβάνουν:
— την επιβολή προστίμων στον αναθέτοντα
φορέα, ή
—τη σύντμηση της διάρκειας της σύμβασης.
Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν στο
όργανο προσφυγής ευρεία διακριτική ευχέρεια
να συνυπολογίζει όλους τους σχετικούς
παράγοντες,
συμπεριλαμβανομένης
της
σοβαρότητας
της
παράβασης,
της
συμπεριφοράς του αναθέτοντος φορέα και,
στις περιπτώσεις του άρθρου 2δ παράγραφος
2, του βαθμού στον οποίο μια σύμβαση
παραμένει σε ισχύ.
Η παροχή αποζημίωσης δεν αποτελεί
κατάλληλη κύρωση για τους σκοπούς της
παρούσας παραγράφου.

125

Άρθρο 2στ(Προσθήκη με το άρθρο 2 παρ. 3
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Προθεσμίες
1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι
η άσκηση προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο
2δ παράγραφος 1, πρέπει να πραγματοποιείται:
α) πριν από την πάροδο τουλάχιστον 30
ημερολογιακών ημερών από την επομένη της
ημέρας κατά την οποία:
ο αναθέτων φορέας δημοσίευσε απόφαση
ανάθεσης σύμβασης σύμφωνα με τα άρθρα 43
και 44 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, εφόσον η
δημοσίευση αυτή περιλαμβάνει αιτιολόγηση
της απόφασης του αναθέτοντος φορέα να
αναθέσει τη σύμβαση χωρίς προηγούμενη
δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη
Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή
ο αναθέτων φορέας ενημέρωσε τους
ενδιαφερόμενους
προσφέροντες
και
υποψηφίους σχετικά με τη σύναψη της
σύμβασης, εφόσον οι πληροφορίες αυτές
περιλαμβάνουν συνοπτική έκθεση των
συναφών λόγων σύμφωνα με το άρθρο 49
παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. Η
δυνατότητα αυτή ισχύει και στις περιπτώσεις
του άρθρου 2β στοιχείο γ) της παρούσας
οδηγίας
β) και εν πάση περιπτώσει πριν από την
πάροδο τουλάχιστον 6 μηνών από την επομένη
της ημέρας κατά την οποία συνήφθη η
σύμβαση.
2. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις,
συμπεριλαμβανομένης
της
άσκησης
προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 2ε
παράγραφος 1, οι προθεσμίες άσκησης
προσφυγής καθορίζονται από το εθνικό
δίκαιο, με την επιφύλαξη του άρθρου 2γ.

126

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Διαπίστωση
Άρθρο 3α (Τροποποίηση των άρθρων 3 έως 7
με το άρθρο 2 παρ 4 της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Περιεχόμενο προκήρυξης για εκούσια εκ
των προτέρων διαφάνεια
Η προκήρυξη που προβλέπει το άρθρο 2δ
παράγραφος 4 δεύτερη περίπτωση, τον τύπο
της οποίας θα αποφασίσει η Επιτροπή
σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία
στην οποία παραπέμπει το άρθρο 3β
παράγραφος 2, θα περιέχει τις εξής
πληροφορίες:
α) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του
αναθέτοντος φορέα
β) περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης
γ) αιτιολόγηση της απόφασης του αναθέτοντος
φορέα να αναθέσει τη σύμβαση χωρίς
προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
δ) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του
οικονομικού φορέα υπέρ του οποίου ελήφθη η
απόφαση ανάθεσης της σύμβασης και,
ε) εφόσον απαιτείται, οιαδήποτε άλλη
πληροφορία κρίνει χρήσιμη ο αναθέτων
φορέας.

127

Άρθρο 3β (Τροποποίηση των άρθρων 3 έως 7
με το άρθρο 2 παρ 4 της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Διαδικασία επιτροπής
1. Η Επιτροπή επικουρείται από τη
συμβουλευτική
επιτροπή
δημοσίων
συμβάσεων, η οποία συστάθηκε με το άρθρο 1
της απόφασης 71/306/ΕΟΚ του Συμβουλίου,
της 26ης Ιουλίου 1971* (*), εφεξής καλούμενη
«επιτροπή».
2. Οσάκις γίνεται μνεία της παρούσας
παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7
της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου,
της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των
όρων
άσκησης
των
εκτελεστικών
αρμοδιοτήτων
που
ανατίθενται
στην
**
Επιτροπή (**), τηρουμένων των διατάξεων
του άρθρου 8 της απόφασης αυτής.

*

(*) ΕΕ L 185 της 16.8.1971, σ. 15. Απόφαση όπως
τροποποιήθηκε με την απόφαση 77/63/ΕΟΚ (ΕΕ L 13
της 15.1.1977, σ. 15)
**
(**) ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως
τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L
200 της 22.7.2006, σ. 11)
128

Προϊσχύουσα μορφή των άρθρων 3-7:
Άρθρο 3
Τα κράτη μέλη δίδουν στους αναθέτοντες
φορείς τη δυνατότητα να προσφεύγουν σε μια
διαπιστωτική διαδικασία συμφώνως προς τα
άρθρα 4 έως 7.
Άρθρο 4
Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να ζητούν
κατά περιόδους να υποβάλλονται σε
διαπίστωση
οι
διαδικασίες
σύναψης
συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο
εφαρμογής της οδηγίας 90/531/ΕΟΚ, καθώς
και η πρακτική εφαρμογή τους, προκειμένου να
τους χορηγείται βεβαίωση ότι, κατά τη στιγμή
αυτή, οι προαναφερόμενες διαδικασίες είναι
σύμφωνες με την κοινοτική νομοθεσία τη
σχετική με τη σύναψη συμβάσεων καθώς και
με τους εθνικούς κανόνες εφαρμογής της
νομοθεσίας αυτής.
Άρθρο 5
1. Τα πρόσωπα που ασκούν τη διαπίστωση
συντάσσουν
γραπτή
έκθεση
με
τα
αποτελέσματα των εργασιών τους, για
λογαριασμό των αναθετόντων φορέων.
Προτού παραδώσουν στον αναθέτοντα φορέα
τη βεβαίωση που προβλέπει το άρθρο 4,
βεβαιώνονται ότι οι παρατυπίες που
ενδεχομένως διαπίστωσαν στις διαδικασίες
σύναψης συμβάσεων και στην πρακτική
εφαρμογή τους επανορθώθηκαν και ότι έχουν
ληφθεί μέτρα ώστε να μην επαναληφθούν.
2. Οι αναθέτοντες φορείς στους οποίους
χορηγήθηκε βεβαίωση μπορούν να περιλάβουν
την ακόλουθη δήλωση στις ανακοινώσεις που
δημοσιεύουν στην Επίσημη Εφημερίδα των
Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δυνάμει των
άρθρων 16 έως 18 της οδηγίας 90/531/ΕΟΚ:
"Στην αναθέτουσα αρχή έχει χορηγηθεί
βεβαίωση, σύμφωνα με την οδηγία του
Συμβουλίου 92/13/ΕΟΚ, με την οποία
βεβαιώνεται ότι, κατά την ................., οι
διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων και η
πρακτική εφαρμογή τους ήσαν σύμφωνες με
129

την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τη σύναψη
συμβάσεων καθώς και με τους εθνικούς
κανόνες εφαρμογής της νομοθεσίας αυτής."
Άρθρο 6
1. Τα πρόσωπα που προβαίνουν σε διαπίστωση
είναι ανεξάρτητα από τις αναθέτουσες αρχές
και οφείλουν να εκπληρώνουν τα καθήκοντά
τους με κάθε αμεροληψία. Παρέχουν τις
κατάλληλες
εγγυήσεις
ως
προς
τα
επαγγελματικά προσόντα και την ειδική
επαγγελματική πείρα σε αυτόν τον τομέα.
2. Τα πρόσωπα, τα επαγγέλματα ή το
προσωπικό των οργανισμών που προβαίνουν
σε διαπίστωση μπορούν να ορίζονται από το
οικείο κράτος μέλος εάν αυτό κρίνει ότι
ανταποκρίνονται
στις
απαιτήσεις
της
παραγράφου 1. Προς το σκοπό αυτόν, το
κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί τα
επαγγελματικά προσόντα που θεωρεί σχετικά
και τα οποία αντιστοιχούν τουλάχιστον σε
επίπεδο πτυχίου ανωτάτης εκπαίδευσης κατά
την έννοια της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ(8) ή να
προβλέπει
ότι
ορισμένες
εξετάσεις
επαγγελματικής ικανότητας που διοργανώνει ή
αναγνωρίζει το κράτος, παρέχουν τις εγγυήσεις
αυτές.
Άρθρο 7
Οι διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 6 πρέπει να
θεωρηθούν ως βασικές απαιτήσεις μέχρις ότου
εκπονηθούν
ευρωπαϊκά
πρότυπα
πιστοποίησης.

130

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Διορθωτικός μηχανισμός
Άρθρο 8 (Τροποποίηση με το άρθρο 2 παρ. 5
της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ)
Διορθωτικός μηχανισμός
1. Η Επιτροπή μπορεί να επικαλεστεί τη
διαδικασία των παραγράφων 2 έως 5, όταν
πριν από τη σύναψη της σύμβασης κρίνει ότι
έχει διαπραχθεί σοβαρή παράβαση του
κοινοτικού δικαίου για τις συμβάσεις στο
πλαίσιο διαδικασίας σύναψης σύμβασης που
εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας
2004/17/ΕΚ ή όσον αφορά το άρθρο 27
στοιχείο α), της ίδιας οδηγίας για τους
αναθέτοντες
φορείς
στους
οποίους
εφαρμόζεται αυτή η διάταξη.
2.
Η
Επιτροπή
γνωστοποιεί
στο
ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τους λόγους που
την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι έχει
διαπραχθεί σοβαρή παράβαση και να ζητεί τη
διόρθωσή της με κατάλληλα μέσα.
3. Εντός 21 ημερολογιακών ημερών από την
παραλαβή της γνωστοποίησης κατά την
παράγραφο 2, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος
διαβιβάζει στην Επιτροπή:
α) επιβεβαίωση ότι η παράβαση διορθώθηκε
β) αιτιολογημένη απάντηση με την οποία
εξηγεί για ποιο λόγο δεν έγινε καμία
διορθωτική ενέργεια ή
γ) γνωστοποίηση ότι η διαδικασία ανάθεσης
της εν λόγω συμβάσεως ανεστάλη είτε με
πρωτοβουλία του αναθέτοντος φορέα, είτε στο
πλαίσιο άσκησης των εξουσιών που προβλέπει
το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α).
4. Η διαβιβασθείσα κατά την παράγραφο 3
στοιχείο β) αιτιολογημένη απάντηση μπορεί,
μεταξύ άλλων, να βασίζεται στο γεγονός ότι,
για την εικαζόμενη παράβαση έχει ήδη
ασκηθεί δικαστική προσφυγή ή προσφυγή
κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 9.
Στην περίπτωση αυτή, το οικείο κράτος μέλος
ενημερώνει
την
Επιτροπή
για
τα
131

αποτελέσματα των διαδικασιών αυτών, μόλις
καταστούν
γνωστά.
Εφόσον
έχει
γνωστοποιηθεί ότι διαδικασία σύναψης
σύμβασης ανεστάλη σύμφωνα με την
παράγραφο 3 στοιχείο γ), το οικείο κράτος
μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή τυχόν άρση
της αναστολής ή έναρξη νέας διαδικασίας
σύναψης σύμβασης που έχει εν όλω ή εν μέρει
το ίδιο αντικείμενο. Η νέα αυτή γνωστοποίηση
βεβαιώνει ότι η εικαζόμενη παράβαση
διορθώθηκε
ή περιέχει αιτιολογημένη
απάντηση που εξηγεί τον λόγο για τον οποίο
δεν έγινε καμία διορθωτική ενέργεια.

132

(Προϊσχύουσα μορφή άρθρου)
Άρθρο 8
1. Η Επιτροπή μπορεί να κινήσει τις
διαδικασίες που προβλέπονται από το παρόν
άρθρο εάν, πριν από τη σύναψη συμβάσεως,
κρίνει ότι, κατά τη διαδικασία σύναψης
συμβάσεως υπαγομένης στο πεδίο εφαρμογής
της οδηγίας 90/531/ΕΟΚ ή όσον αφορά το
άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο α) της ίδιας
οδηγίας για τους αναθέτοντες φορείς στους
οποίους εφαρμόζεται αυτή η διάταξη, έχει
διαπραχθεί σαφής και κατάφωρη παράβαση
των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τις
συμβάσεις.
2. Η Επιτροπή γνωστοποιεί στο κράτος μέλος
και στον οικείο αναθέτοντα φορέα τους λόγους
που την οδήγησαν να συμπεράνει ότι έχει
διαπραχθεί σαφής και κατάφωρη παράβαση,
και ζητά τη διόρθωσή της με τα κατάλληλα
μέσα.
3. Μέσα σε 30 ημέρες από την παραλαβή της
γνωστοποίησης που αναφέρει η παράγραφος 2,
το οικείο κράτος μέλος διαβιβάζει στην
Επιτροπή:
α) βεβαίωση ότι η παράβαση διορθώθηκε ή
β) αιτιολογημένη απάντηση με την οποία
εξηγεί για ποιό λόγο δεν έγινε διόρθωση ή
γ) γνωστοποίηση με την οποία δηλώνεται ότι η
οικεία διαδικασία σύναψης συμβάσεως
ανεστάλη
είτε
με
πρωτοβουλία
του
αναθέτοντος φορέα, είτε στα πλαίσια άσκησης
των εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 2
παράγραφος 1 στοιχείο α).
4. Η κατά την έννοια της παραγράφου 3
στοιχείο β) αιτιολογημένη απάντηση μπορεί,
μεταξύ άλλων, να βασίζεται στο γεγονός ότι,
για την προβαλλόμενη παράβαση έχει ήδη
ασκηθεί δικαστική προσφυγή ή προσφυγή κατά
την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 9. Στην
περίπτωση αυτή, το οικείο κράτος μέλος
πληροφορεί την Επιτροπή για τα αποτελέσματα

133

των διαδικασιών αυτών, μόλις καταστούν
γνωστά.
5. Σε περίπτωση που έχει γνωστοποιηθεί ότι
μια διαδικασία σύναψης σύμβασης ανεστάλη
σύμφωνα με όσα ορίζονται από την
παράγραφο 3 στοιχείο γ), το οικείο κράτος
μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή τυχόν άρση
της αναστολής ή έναρξη νέας διαδικασίας
σύναψης σύμβασης που συνδέεται, εν όλω ή εν
μέρει, με την προηγούμενη διαδικασία. Με τη
νέα αυτή γνωστοποίηση βεβαιώνεται ότι η
προβαλλόμενη παράβαση διορθώθηκε ή
αιτιολογείται και εξηγείται γιατί δεν έγινε
διόρθωση.

134

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Συμβιβασμός
Άρθρο 12(Τροποποίηση των άρθρων 9-12 με
το άρθρο 2 παρ. 6 της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ).
Εφαρμογή της οδηγίας
Η Επιτροπή μπορεί να ζητεί από τα κράτη
μέλη, σε διαβούλευση με την επιτροπή να της
παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη
λειτουργία
των
εθνικών
διαδικασιών
προσφυγής.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν σε ετήσια βάση
στην Επιτροπή το κείμενο όλων των
αποφάσεων, μαζί με την αιτιολογική τους
έκθεση, οι οποίες ελήφθησαν από τα όργανα
προσφυγής των σύμφωνα με το άρθρο 2δ
παράγραφος 3.

135

Άρθρο 12α(Τροποποίηση των άρθρων 9-12 με
το άρθρο 2 παρ. 6 της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ).
Επανεξέταση
Το αργότερο έως τις 20 Δεκεμβρίου 2012, η
Επιτροπή επανεξετάζει την εφαρμογή της
παρούσας οδηγίας και υποβάλλει έκθεση στο
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο
σχετικά με την αποτελεσματικότητά της, και
ιδίως ως προς την αποτελεσματικότητα των
εναλλακτικών
κυρώσεων
και
των
προθεσμιών.»

136

Προϊσχύουσα μορφή των άρθρων 9-12:
Άρθρο 9
1. Κάθε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να
του ανατεθεί μια σύμβαση που εμπίπτει στο
πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 90/531/ΕΟΚ, και
το οποίο κρίνει ότι, στα πλαίσια της
διαδικασίας σύναψης της εν λόγω σύμβασης,
υπέστη ή υπάρχει κίνδυνος να υποστεί βλάβη
λόγω μη τήρησης της κοινοτικής νομοθεσίας
της σχετικής με την σύναψη συμβάσεων ή των
εθνικών κανόνων εφαρμογής της νομοθεσίας
αυτής, μπορεί να ζητήσει την εφαρμογή της
διαδικασίας συμβιβασμού που προβλέπεται
από τα άρθρα 10 και 11.
2. Η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο
1, απευθύνεται εγγράφως στην Επιτροπή ή στις
εθνικές αρχές που απαριθμούνται στο
παράρτημα. Αυτές οι αρχές διαβιβάζουν την
αίτηση στην Επιτροπή, το συντομότερο δυνατό.

137

Άρθρο 10
1. Όταν η Επιτροπή κρίνει, βάσει της αίτησης
που προβλέπεται στο άρθρο 9, ότι η διαφορά
αφορά την ορθότητα εφαρμογής του
κοινοτικού δικαίου, καλεί τον αναθέτοντα
φορέα να δηλώσει εάν προτίθεται να
συμμετάσχει στη διαδικασία συμβιβασμού. Εάν
ο αναθέτων φορέας αρνηθεί να συμμετάσχει,
τότε η Επιτροπή πληροφορεί το πρόσωπο που
υπέβαλε την αίτηση ότι διαδικασία δεν μπορεί
να αρχίσει. Εάν ο αναθέτων φορέας δώσει τη
συγκατάθεσή του, τότε εφαρμόζονται οι
παράγραφοι 2 έως 7.
2. Η Επιτροπή προτείνει, το ταχύτερο δυνατόν,
ένα διαιτητή, από κατάλογο ανεξαρτήτων
προσώπων που έχουν εξουσιοδοτηθεί προς
τούτο. Τον κατάλογο αυτόν καταρτίζει η
Επιτροπή μετά από διαβούλευση με τη
συμβουλευτική επιτροπή δημοσίων συμβάσεων
ή, εάν πρόκειται για τους αναθέτοντες φορείς
οι δραστηριότητες των οποίων ορίζονται από
το άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της
οδηγίας 90/531/ΕΟΚ, μετά από διαβούλευση
με τη συμβουλευτική επιτροπή συμβάσεων του
τομέα τηλεπικοινωνιών.
Κάθε μέρος που συμμετέχει στη διαδικασία
συμβιβασμού δηλώνει εάν δέχεται το διαιτητή
και ορίζει έναν πρόσθετο διαιτητή. Οι
διαιτητές μπορούν να καλέσουν δύο άλλα
άτομα το πολύ, ως εμπειρογνώμονες, για να
τους συμβουλεύονται κατά τις εργασίες τους.
Τα μέρη που συμμετέχουν στην διαδικασία
συμβιβασμού και η Επιτροπή μπορούν να
εξαιρούν τους πραγματογνώμονες που κάλεσαν
οι διαιτητές.
3. Οι διαιτητές δίδουν στο πρόσωπο που
ζήτησε την εφαρμογή της διαδικασίας
συμβιβασμού, στον αναθέτοντα φορέα και σε
όποιο άλλο υποψήφιο ή προσφέροντα που
συμμετέχει στην εν λόγω διαδικασία σύναψης
της σύμβασης, τη δυνατότητα να εκθέσει
εγγράφως ή προφορικώς το ιστορικό της
διαφοράς.
138

4. Οι διαιτητές προσπαθούν να επιτύχουν το
συντομότερο συμφωνία μεταξύ των μερών,
συμφώνως προς το κοινοτικό δίκαιο.
5. Οι διαιτητές ενημερώνουν την Επιτροπή για
τα πορίσματα και για τα αποτελέσματα στα
οποία κατέληξαν.
6. Το πρόσωπο που ζήτησε την εφαρμογή της
διαδικασίας συμβιβασμού και ο αναθέτων
φορέας δικαιούνται, ανά πάσα στιγμή, να
θέσουν τέρμα στη διαδικασία.
7. Το πρόσωπο που ζήτησε την εφαρμογή της
διαδικασίας συμβιβασμού και ο αναθέτων
φορέας φέρουν τα έξοδα της συμμετοχής τους,
εκτός αν τα μέρη αποφασίσουν άλλως.
Επιπροσθέτως, έκαστος φέρει το ήμισυ των
εξόδων
της
διαδικασίας,
μη
συμπεριλομβανομένων των εξόδων των
παρεμβαινόντων μερών.

139

Άρθρο 11
1. Όταν, στα πλαίσια δεδομένης διαδικασίας
για
τη
σύναψη
συμβάσεως,
ένας
ενδιαφερόμενος κατά την έννοια του άρθρου 9,
εκτός από το πρόσωπο που ζήτησε την
εφαρμογή της διαδικασίας συμβιβασμού, έχει
ασκήσει δικαστική προσφυγή ή άλλη προσφυγή
κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, η
αναθέτουσα αρχή ενημερώνει σχετικά τους
διαιτητές. Οι διαιτητές ενημερώνουν τον
ενδιαφερόμενο για το ότι έχει ζητηθεί η
εφαρμογή της διαδικασίας συμβιβασμού και
τον καλούν να δηλώσει εντός τακτής
προθεσμίας εάν συμφωνεί να συμμετάσχει στη
διαδικασία αυτή. Εάν ο ενδιαφερόμενος
αρνηθεί να συμμετάσχει, οι διαιτητές μπορούν
να αποφασίσουν, δια πλειοψηφίας εφόσον
είναι αναγκαίο, να τερματίσουν τη διαδικασία
συμβιβασμού, εάν κρίνουν ότι η συμμετοχή του
προσώπου αυτού είναι απαραίτητη για την
επίλυση της διαφοράς κοινοποιούν στην
Επιτροπή την απόφαση αυτή και την
αιτιολογούν.
2. Τα μέτρα που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή
του παρόντος κεφαλαίου δεν θίγουν:
α) τα μέτρα που ενδέχεται να λάβει η Επιτροπή
ή οποιοδήποτε κράτος μέλος κατ' εφαρμογή
των άρθρων 169 ή 170 της συνθήκης ή κατ'
εφαρμογή του κεφαλαίου 3 της παρούσας
οδηγίας
β) τα δικαιώματα του προσώπου που ζήτησε
την εφαρμογή της διαδικασίας συμβιβασμού,
τα δικαιώματα του αναθέτοντος φορέα ή τα
δικαιώματα οποιουδήποτε άλλου προσώπου.

140

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Τελικές διατάξεις
Άρθρο 12
1. Πριν από τη πάροδο τετραετίας από την
έναρξη της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας,
η Επιτροπή, σε διαβούλευση με τη
συμβουλευτική
επιτροπή
δημοσίων
συμβάσεων, επανεξετάζει την εφαρμογή των
διατάξεων της παρούσας οδηγίας, και ιδίως τη
χρησιμοποίηση των ευρωπαϊκών προτύπων,
και προτείνει, ενδεχομένως, τις τροποποιήσεις
που κρίνονται αναγκαίες.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν κάθε χρόνο,
πριν από την 1η Μαρτίου, στην Επιτροπή,
πληροφορίες για τη λειτουργία των εθνικών
διαδικασιών προσφυγής που κινήθηκαν κατά
τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού
έτους. Η Επιτροπή καθορίζει, σε διαβούλευση
με τη συμβουλευτική επιτροπή δημοσίων
συμβάσεων, τη φύση αυτών των πληροφοριών.
3. Για τα θέματα που αφορούν τους
αναθέτοντες φορείς, οι δραστηριότητες των
οποίων καθορίζονται από το άρθρο 2
παράγραφος 2 στοιχείο δ) της οδηγίας
90/531/ΕΟΚ, η Επιτροπή ζητά επίσης τη
γνώμη
της
συμβουλευτικής
επιτροπής
συμβάσεων του τομέα των τηλεπικοινωνιών.
Άρθρο 13
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία
μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα
οδηγία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993. Το
Βασίλειο της Ισπανιάς λαμβάνει τα μέτρα αυτά
το αργότερο στις 30 Ιουνίου 1995. Η Ελληνική
Δημοκρατία και η Πορτογαλική Δημοκρατία
λαμβάνουν τα μέτρα αυτά το αργότερο στις 30
Ιουνίου 1997. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν
αμέσως την Επιτροπή περί αυτού.
Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα
κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία
ή συνοδεύονται από μια τέτοια αναφορά κατά
την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς
141

διατάξεις της αναφοράς αυτής εκδίδονται από
τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τα μέτρα που
αναφέρονται στην παράγραφο 1 στις ίδιες
ημερομηνίες με αυτές που προβλέπονται από
την οδηγία 90/531/ΕΟΚ.
3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην
Επιτροπή το κείμενο των ουσιαστικών
διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν
στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.
Άρθρο 14
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη
μέλη.
Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 1992.
Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Vitor
MARTINS
(1) ΕΕ αριθ. C 216 της 31. 8. 1990, σ. 8 και
ΕΕ αριθ. C 179 της 10. 7. 1991, σ. 18.
(2) ΕΕ αριθ. C 106 της 22. 4. 1991, σ. 82 και
ΕΕ αριθ. C 39 της 17. 2. 1992.
(3) ΕΕ αριθ. C 60 της 8. 3. 1991. σ. 16.
(4) ΕΕ αριθ. L 297 της 29. 10. 1990, σ. 1.
(5) ΕΕ αριθ. L 395 της 30. 12. 1989, σ. 33.
(6) ΕΕ αριθ. L 185 της 16. 8. 1971, σ. 5.
(7) ΕΕ αριθ. L 13 της 15. 1. 1977, σ. 1.
(8) ΕΕ αριθ. L 19 της 24. 1. 1989, σ. 16.

142

7. Μεταφορά της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο,
αποδέκτες και έναρξη ισχύος (άρθρα 3-5- Οδηγίας
2007/66/ΕΚ).
Άρθρο 3 Οδηγίας 2007/66/ΕΚ
Μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο
1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές,
κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που
είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς
την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 20
Δεκεμβρίου 2009. Κοινοποιούν αμέσως στην
Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών.
Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω
διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην
παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την
παραπομπή

αυτή

κατά

την

επίσημη

δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής
αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην
Επιτροπή το κείμενο των βασικών διατάξεων
εθνικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα
που καλύπτει η παρούσα οδηγία.
Άρθρο 4 Οδηγίας 66/2007/ΕΚ
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την
εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

143

Άρθρο 5 Οδηγίας 2007/66/ΕΚ
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη
μέλη.
Στρασβούργο, 11 Δεκεμβρίου 2007.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
Η.-G.PÖTTΕRING

Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
Μ. LΟΒΟ ΑΝΤUNES

144