Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

1

ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ
***

“ Ψάχνοντας την ομορφιά
στις ψυχές των άλλων
συνάντησα τις μεγάλες αλήθειες
Δεν χρειάστηκε να τις αναζητήσω ”

2

Κάτι από μένα
***
Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή και βαριόμουν να παίξω ή δεν ήθελα πια
να ακούω τα παραμύθια της γιαγιάς μου, εκείνη μ' έπαιρνε απ' το χέρι και
καθόμασταν στο παράθυρο να δούμε τους περαστικούς .
“ Έλα ” μου έλεγε “ Έλα κάθισε δίπλα μου, στο παραθύρι, να δούμε τους
διαβάτες. Ο καθ' ένας τους κουβαλάει μέσα του και μια ιστορία. Θα την
σκεφτούμε και θα την διηγηθεί η μια στην άλλη. Να κάνουμε και σύγκριση, να
δούμε ποια θα είναι η πιο καλή ” Έτσι κι εγώ άλλοτε καθόμουν στα γόνατα
της, άλλοτε πάλι πλάι της, ακουμπούσα τη μύτη μου και το μέτωπό μου στο
τζάμι και ύφαινα κάποια ιστορία.
Το σπίτι που μέναμε ήταν ηλιόλουστο, μονοκατοικία, απ' εκείνα τα
παλιά, κτισμένο από πέτρα. Κάποιοι μας θεωρούσαν τυχερούς που είχαμε
ένα τέτοιο σπίτι, δικό μας, προίκα της μάνας μου. Κόσμημα έλεγαν πως είναι.
Εμένα μου φαινόταν σα γυάλινο, γιατί γύρω-γύρω είχε παράθυρα. Τα πίσω
δωμάτια έβλεπαν σε μια αυλή, ενώ τα άλλα δυο, που ήταν στην πρόσοψη του
σπιτιού, έβλεπαν στον φαρδύ δρόμο με τους πολλούς διαβάτες και τα πολλά
αυτοκίνητα. Το πρωί ο ήλιος έλουζε την αυλή μας και καθώς προχωρούσε
έφτανε απ' τα ανοιχτά παράθυρα ως μέσα στα μπροστινά δωμάτια, και το
απόγεμα καθώς έδυε, εκείνες οι ακτίνες του με το ζεστό χρώμα έφταναν ως
πίσω, περνούσαν μέσα από τα τζάμια, κτυπούσαν στους καθρέπτες του
σαλονιού και όλα έλαμπαν.
Γυάλινο σας λέω! Γυάλινο!!!
Όταν πέθανε η γιαγιά μου θαρρείς πως μαζί της χάθηκαν πολλά πράγματα,
όπως η μεγάλη αγκαλιά της, τα παραμύθια της αλλά κυρίως αυτοί οι κτύποι
της καρδιάς μου καθώς έβλεπα τους διαβάτες του δρόμου, άλλους
κατσουφιασμένους, άλλους γελαστούς και χαρούμενους κι άλλους πάλι να
συζητάν μεταξύ τους με ένταση ή αδιαφορία. Πραγματικά είχε πολύ γούστο
που προσπαθούσα να μαντέψω κάτι απ' την ζωή τους και να το κάνω ιστορία.

3

με τον ήλιο να μπαίνει απρόσκλητος και τόσο γελαστός δε θα το ξεχάσω ποτέ.. “ Δεν είναι συμφέρον να το έχουμε ” είπαν οι γονείς μου και το έδωσαν αντιπαροχή. εκτός απ' τα όνειρά μου. Τα ποιήματα. Αυτή όμως είναι η αλήθεια κι εμείς δεν έχουμε παρά να την δεχτούμε. γιατί εκεί την συναντώ συχνά και πλάθουμε μαζί ιστορίες. Μερικές φορές ακόμα και τώρα που μεγάλωσα κι έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια. οι μικρές ιστορίες. Το σπίτι μας κάποτε κατεδαφίστηκε. αυτές που φανταζόμαστε καθώς κοιτάμε τους περαστικούς κάτω απ' το παράθυρό μου.Η απουσία της γιαγιάς άφησε ένα μεγάλο κενό. Φύγαμε απ' εκείνη την γειτονιά με τον φαρδύ δρόμο κι εγκατασταθήκαμε αλλού. Ίσως να φταίνε οι πολυκατοικίες και οι γκρίζες σκιές τους. τα πεζοτράγουδα είναι οι αλήθειες της ζωής. Καίτη Λιανού -Ιωαννίδου 4 . κάπου θα την συναντήσω. άλλες φορές όμορφη. Εδώ ο ήλιος δεν είναι τόσο λαμπερός και δεν γλιστρά μέσα στο σπίτι μας. αισιόδοξη κι άλλες φορές στενάχωρη. αλλά γιατί στη θύμηση του με βοηθά να μπορώ να γράφω.. Όχι μόνο γιατί το αγάπησα ή. νομίζω πως θα την δω.γιατί εκεί ήμουν αγκαλιά με την γιαγιά μου. Εκείνο το σπίτι με το λαμπερό φως.

. συγγενείς... απέκτησα καινούριος με αγκάλιασαν και τους αγκάλιασα κάποτε χάρηκα και πίστεψα πως κέρδισα μα είχα χάσει κάποτε ένιωσα τον τρόμο μήπως με ανακαλύψουν και τιμωρηθώ κι έτρεξα να γλιτώσω 5 .ΕΙΚΟΝΕΣ ΖΩΗΣ * Έζησα το όνειρο μιας νύχτας τόσο έντονα που νόμιζα πως ήταν η ίδια μου η ζωή κι έζησα το όνειρο μιας επιθυμίας μου τόσο έντονα που νόμιζα πως ήταν το όνειρο μιας νύχτας αμέτρητα κομμάτια μπερδεύονται μέσα στο μυαλό μου τα ένωσα σα να ήταν παζλ μέσα απ' τις εικόνες του είδα τον εαυτόν μου σε δρόμους φαρδείς και μονοπάτια κάθισα κάτω απ' των δένδρων τη σκιά και απ' τον καυτό τον ήλιο κάτω στη θάλασσα τη γαλανή κολύμπησα κι άλλοτε πάλεψα με τα άγρια κύματά της μέχρι δακρύων γέλασα μα κι έκλαψα πικρά με τα δικά μου λάθη έχασα φίλους...

κι ένιωσα και άμετρη χαρά γιατί κατάλαβα πως ζω κι αισθάνομαι τον ουρανό κοιτάζω τα πουλιά που ταξιδεύουν τον καθαρό αέρα αναπνέω έπαψα να φοβάμαι αλλά ματώνω ανεβαίνοντας τις δύσβατες πλαγιές χαίρομαι την αγάπη είμαι ευτυχισμένη αλλά η βία και η δυστυχία με τρομάζουν δρόμοι ανάμεσα σε αγκάθια Τελικά! έμαθα να δέχομαι τον κόσμο όπως είναι με την ασκήμια και την ομορφιά του γιατί απλά έτσι είναι. -- 6 .

Να φωνάξω δυνατά πολύ δυνατά. -- 7 .. τη χαρά θέλω να βγω στους δρόμους στο πλήθος να μπερδευτώ θέλω να τρέξω. αλλά φοβάμαι πως κανείς δε θα μ' ακούσει.. να γλιστρήσω γυμνή να πέσω στα νερά των ποταμών θέλω να κυλιστώ στη χλόη αγριολούλουδα να κόψω τον ουρανό να δω τα χέρια μου ν' ανοίξω. τη λύπη.ΦΩΝΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ * Οι ρίζες των δένδρων βυθίζονται βαθιά στο χώμα λαμποκοπούν τα φύλλα τους στο φως του φεγγαριού τρέμουν στο φύσημα του ανέμου πονάν όταν πέφτουν χάμω και σωριάζονται στη γη ποδοπατιούνται απ' τους περαστικούς ενώ ουρλιαχτά που ακούγονται από μακριά πνίγονται στο σκοτάδι κι εγώ όλα αυτά τα βλέπω ακούω την κάθε ανάσα τον κάθε χτύπο της καρδιάς το κάθε βήμα αισθάνομαι τον πόνο... .

ΑΓΕΡΑΣ ΗΤΑΝ * Της φάνηκε ανεμοστρόβιλος που πέρασε και σάρωσε τα πάντα της φάνηκε κεραυνός που έπεσε κομμάτιασε τα δέντρα άνοιξαν οι ουρανοί χαλάζι. βροχή πλημμύρισε ο κάμπος της φάνηκε καπνός φλόγες έκαψαν το κάθε τι μες στην ψυχή της το πρόσωπό της πίσω απ' τα χέρια της προσπάθησε να κρύψει ο ιδρώτας έσταξε μπλέχτηκε με το άρωμά της ποιος είναι. αγέρας φύσηξε βοριάς κατάπιε τη φωνή της της φάνηκε πως ήρθε σκοτεινιά μαύρισε η θάλασσα τα κύματα κτύπησαν τους βράχους της ακτής της φάνηκε 8 . φώναξε στο χτύπημα της πόρτας απόκριση. καμιά ποιος είναι.

φώναξε. -- 9 . και μες στο μεταξωτό σεντόνι έκρυψε το γυμνό κορμί της.πως ούρλιαξα ν και στάθηκε εκεί Μόνη ν' ακούσει τους κτύπους τους θορύβους της σιωπής τα σήμαντρα μες στην ερημιά ποιος είναι.

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ * Ανεξήγητοι πόθοι ταράσσουν τα σωθικά μου το κορμί μου φλέγεται τα μάτια μου κοκκινίζουν καθώς ατενίζουν το άπειρο οι πέτρες κατρακυλούν τις σκάλες της αβύσσου τίποτε δεν είναι σα πριν τίποτε δεν ανήκει στο χθες σβήνουν τα φώτα σαν τα δέντρα που μένουν γυμνά και τίποτε δεν δηλώνει την ύπαρξη τους κάθομαι στο χώμα και τα κοιτώ τα χέρια μου τρίβουν τις πλάκες των δρόμων η άσφαλτος μυρίζει ζεστή γκρίζες σιλουέτες γλύφουν τους καυτούς τοίχους και ο καπνός μαύρος απλώνεται πάνω απ' τις στέγες τα λουλούδια σέρνονται στη γη τα ροδοπέταλα χαϊδεύουν τις άκρες των λιθόστρωτων δρόμων το νερό της βροχής παρασέρνει τα χρώματα που έπεσαν στη γη κι εγώ βρίσκομαι Κάπου εκεί... -- 10 .βρίσκομαι.

Η ΨΥΧΗ * Πήρα στα χέρια μου τον κόσμο κι αφέθηκα λεύτερη να μπερδευτώ με τ' αστέρια του ουρανού κράτησα τα ρόδα στην αγκαλιά μου και κοίταξα μακριά πέρα απ' εκεί που μπορώ να δω κοίταξα με τα μάτια της ψυχής μου τους άλλους και τότε κατάλαβα πως απ' τα χείλη μου λέξεις δεν μπορούσαν να βγουν και λόγια να ειπωθούν ήταν η καρδιά που μίλαγε και τα μάτια μου δάκρυσαν. -- 11 .

Όταν όμως κάποτε αντικρίσεις την πραγματικότητα που εσύ δεν γνώρισες. “Ευτυχία”. Πιστεύεις πως θα μπορείς να τα βλέπεις όλα έτσι.Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ * Έμαθες από παιδί να ζεις σ' ένα κόσμο όμορφο. Ζουν ακόμα και μετά τον θάνατό μας Έλεγες. Απομυθοποιείς ό. τι φαντάστηκες όμορφο. έρχεται η απογοήτευση. αλήθειες Σ' ένα κόσμο χωρίς δάκρυ. Έπλασες μια κοινωνία όπου όλοι.. Ίσως να είναι πλεονέκτημα να φαντάζεσαι πως όλα γύρω σου είναι ωραία. την ζήλια για αγάπη. γεμάτο αγάπη. -- 12 . Φανταζόσουν πως όλα τα όμορφα πράγματα ζουν και δε χάνονται. Και φτάνεις στο σημείο να διαπιστώσεις πως έκανες ένα τρομερό λάθος. Κι όμως την χρησιμοποιούσες πάντα στην δική σου κοινωνία. Την κακία και την ασκήμια του κόσμου να την βλέπεις για ομορφιά. όσα χρόνια κι αν περάσουν.. Τότε. μικροί και μεγάλοι ήσαν ευτυχισμένοι. μια λέξη που φοβόσουν. και βρεθείς μπροστά της. Πίστεψες.

.. φοβάσαι τρέμεις στο ανεμοβρόχι σε βρήκα ιδρωμένο να πλανιέσαι τη νύχτα στα όνειρά σου να προσπαθείς να βρεις εκείνα τα λευκά άτια που κάποτε στα παραμύθια έζευες κι εσύ σε είδα να περπατάς στα ίδια μονοπάτια το στεφάνι του Μάη να κρατείς σε φαντάστηκα πολεμιστή στην ανηφόρα με ξίφος και ασπίδα αλλά δεν πρόλαβα τα χέρια μου ν' ανοίξω καημός και δάκρυ γέμισε η ψυχή.Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ * Διασχίζεις τα μονοπάτια στην έρημο γλιστράν απ' τα δάκτυλά σου οι χρυσές ακτίνες του ήλιου χρυσόσκονη τυλίγει τα μαλλιά σου κτίζεις στις κορφές τα γυάλινα παλάτια ονειρεύεσαι τις λάμψεις ανεβαίνεις τα σκαλοπάτια με το κόκκινο χαλί μέχρι που χάνεσαι στον γαλάζιο ουρανό δεν πρόλαβες να ζήσεις το τρελό μεθύσι να δεις τη πάλη των γιγάντων δεν σ' άγγιξε το κοφτερό λεπίδι δεν τρύπησε η λόγχη την καρδιά σου και τώρα. -- 13 .

-- 14 .ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ * Δεν υπάρχω κι όμως κάπου είμαι χάνομαι στο σκοτάδι βυθίζομαι στο πέλαγος της σιωπής κι όμως κάπου βρίσκομαι αφήνω πίσω μου τη στεγνή άμμο τις αιχμηρές πέτρες και τα αγκάθια που ματώνουν αφήνω πίσω μου την έρημο τα ξερά ποτάμια. την κιτρινισμένη χλόη κάπου υπάρχω και ανοίγω τα φτερά μου σαν τα πουλιά να ταξιδέψω.

. -- 15 .ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ * Υπάρχουν λέξεις που ηχούν μέσα μου ακούγονται σα τραγούδι.να μπορούσα να σε ξαναδώ για μια φορά μόνο αυτό που νιώθω να σου έλεγα αυτό που χρόνια μπλέκεται στις σκέψεις μου. σα μια όμορφη μουσική που έρχεται από μακριά.. απ' τα πέρατα του κόσμου κυλούν στην ψυχή μου σα τις στάλες βροχής κι άλλες φορές ηχούν σα τύμπανα αλαλάζουν σαν κραυγές σε ώρα μάχης που απεγνωσμένα ζητούν βοήθεια και δε βρίσκουν πουθενά Ω!. στα λόγια μου μπλέκεται μες στην ίδια μου τη ζωή όσο όμορφη κι αν είναι όσο όμορφη κι αν φαντάζει πως είναι σ' αγαπώ.

. Στεκόμουν μπροστά σε μια λίμνη με νούφαρα.ΟΙ ΜΕΛΩΔΙΕΣ * Νομίζω πως ήταν όνειρο.. Να δω την ζωή. Αλλά.. Τα γύρω δένδρα της χάριζαν ένα πράσινο γυαλιστερό χρώμα.δε γινόταν. Και τι περίεργο! Όλα έμοιαζαν να είναι μπλε. μακριά απ' τις αλήθειες. Ένα βιολί ακούστηκε να παίζει νότες ξεκάθαρα γλυκές όμορφες μελωδίες στάθηκα ακίνητη να δω το φως πήρα στην αγκαλιά μου τα λουλούδια κι ένιωσα το κορμί μου να ριγεί τ' αγκάθια κέντησαν τα δάκτυλά μου το αίμα κύλησε στη διψασμένη γη και το βιολί συνέχισε να παίζει νότες ξεκάθαρα πικρές. Τώρα δεν ήθελα να ανοίξω τα μάτια μου. δε γινόταν. μέσα σ' αυτό το όνειρο. Ξαφνιάστηκα. Ήθελα να μείνω για πάντα έτσι. Προσπάθησα ν' ανοίξω τα μάτια μου. έπαιζε βιολί ενώ ασημένιες σταγόνες βροχής έπεφταν και κάλυπταν κάθε αδειανό κομμάτι γης. Δεν είμαι σίγουρη. επάνω σ' ένα χρυσό λόφο μια κοπέλα με λευκό φόρεμα. Αλλά. -- 16 . Από μακριά ακούστηκαν οι πρώτες νότες μιας υπέροχης μελωδίας.. Γύρισα το κεφάλι μου. Να βρεθώ στην πραγματικότητα. σα τις νεράιδες των παραμυθιών.

κλείνεις τα μάτια και ονειρεύεσαι.... βλέπεις τα χρώματα της γης.. δεν ξέρω. δεν ξέρω. αφού είναι σκιά στο πέρασμά σου.ΧΩΡΙΣ ΟΝΕΙΡΑ * Δεν ξέρω πως μπορείς να πεις σ' αγαπώ σ' εκείνον.. δεν ξέρω. κοιτάζεις τ' αστέρια του ουρανού. Κι εσύ. αναπνέεις και δεν το καταλαβαίνεις αντικρίζεις τον ήλιο και είναι θαμπός οι λίμνες παγωμένες τα ποτάμια αδειανά Τα λουλούδια μαραμένα.. -- 17 . τι μπορεί να είναι αυτό που σε κρατά στην ζωή όταν όλα σε κρατούν μακριά. μόνος.. αφού δεν έχεις το δικαίωμα να συναντήσεις ποτέ πως μπορείς να αγγίξεις εκείνον.

ΑΛΗΘΕΙΑ * Σε φαντάστηκα στην άκρη τ' ουρανού εκεί που ο ορίζοντας χάνεται και όλα γίνονται ένα * σε φαντάστηκα στο κέντρο του κόσμου όταν μια δέσμη φωτός ένωσε τις ψυχές μας εκεί που οι Πύλες ενώνουν τα χρώματα του ουρανού και της Γης * σε φαντάστηκα να περπατάς στους δρόμους της αλήθειας εκεί που η σιωπή λέει τα πάντα και το βλέμμα συναντά την αγάπη. -- 18 .

-- 19 . όπως στα Ουράνια υπάρχει ένας τόπος για τους ανθρώπους τους καλούς έτσι και στα έγκατα της γης υπάρχει ένας άλλος τόπος για τους ανθρώπους τους κακούς. Κι έγραψα ένα τραγούδι. Χάρηκα με την ιδέα πως ίσως κάποτε θα μπορούσα να είμαι ευτυχισμένη για πάντα.ΑΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΡΗΝΟΙ * Όταν έμαθα για τον Παράδεισο και για την Κόλαση ήμουν πολύ μικρή. τόσο ο Παράδεισος όσο και η Κόλαση δεν είναι τοποθεσίες. Όταν μεγάλωσα κατάλαβα πως. Μου είπαν πως. αλλά μια συνεχή χαρά και αγάπη ή ένας συνεχής πόνος.. Λουλούδια της χαράς και του πόνου λουλούδια της μεγάλης αγάπης ενωθείτε με τα με τα δάκρυά μου και δημιουργείστε το ομορφότερο άρωμα της Γης να το μυρίσουν οι θεοί να διώξουν ε το χάρο.... Με τρόμαξε η ιδέα πως ίσως κάποτε θα μπορούσα να τυραννιέμαι για πάντα.

στη σκοτεινιά έκλεισα τις κουρτίνες δεν ξέρω αν ήμουν ξύπνια ένιωσα πως κάποιες ακτίνες του ήλιου χάιδευαν το μέτωπό μου τα βλέφαρά μου ανοιγόκλεισαν τα μάτια μου έπαιξαν πέρα-δώθε θολά όλα γύρω μου φάνταξαν κι έσβησαν αργά-αργά και τότε. τα λασπωμένα σοκάκια τα φύλλα των δένδρων γυάλιζαν οι τοίχοι ήσαν υγροί και τα φανάρια των δρόμων τυλιγμένα από πάχνη σκορπούσαν το φως τους το αμυδρό...ένα φως λευκό απλώθηκε παντού κι εγώ ήμουν μέσα εκεί μόνη ανάμεσα σε πανύψηλες σκιές που έγιναν μύριοι άνθρωποι μαζί Ίδιοι και οι ίδιοι ένας κι ο ένας 20 .ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΜΜΟΛΟΦΟΥΣ * Περπάτησα ξυπόλυτη ως το παράθυρό μου κοίταξα έξω.

είσαι το πριν και το μετά 21 . το 'ξερα όμως πως κάποτε θα σε συναντήσω και δεν θα χρειαζόταν να θυμάμαι τα ανέμελα τα χρόνια τα παλιά γιατί εσύ. σβήστηκαν με μιας γιατί τότε έλειπες εσύ. που τάιζα την κούκλα μου κάτω απ' τη μουριά. κι αυτά έφυγαν.χρυσή άμμος στους διαδρόμους της ζωής τριαντάφυλλα και κρίνα σε κάθε μονοπάτι λουλούδια στους αμμόλοφους που μια ολόκληρη ζωή περίμενα να βρω τραγούδια ακούστηκαν απ' τα πέρατα της Γης όμορφες μακρινές μελωδίες σαν τους φθόγγους που χαρίζουν της άρπας οι χορδές ξεκίνησα το όμορφο ταξίδι μου ταξίδι της ψυχής και των ονείρων ταξίδι στις θάλασσες τις μακρινές στους απέραντους ωκεανούς ταξίδι ως τα ουράνια χωρίς δάκρυ χωρίς πληγή που δεν έχει γιάνει καμιά θύμηση των χρόνων των παλιών σβησμένη σαν την κιμωλία που σβήνουν τα παιδιά στον πίνακα τον μαύρο του σχολειού και τα σοκάκια που έπαιζα κρυφτό ή κυνηγητό.

που τα κοχύλια γυαλίζουν γι αυτούς που γεύονται τις ξένες αγκαλιές οι δρόμοι στένεψαν τ' αγκάθια μάτωσαν τα πόδια τα γυμνά χάθηκε ο κόσμος το χρώμα τ' ουρανού έγινε γκρι σιγά-σιγά το σκοτάδι απλώθηκε παντού πέρασε τα βουνά. τις λίμνες..μύρια τα ροδοπέταλα που ραίνουν ε τις νύμφες στις πηγές κρυστάλλινα νερά τις αγκαλιάζουν κι εκείνες κολυμπούν και χαίρονται το ασημί το φως του φεγγαριού γιατί δεν ξέρουν πως το πλοίο ξεκίνησε για μέρη μακρινά εκεί. με το ραβδάκι τους τα χρώματα ακουμπάν που άφησε το Τόξο του ουρανού στην καρποφόρα γη χιλιάδες.. Έκαιγε τα δάση 22 .το τώρα μέσα στην δική μου την καρδιά το παν ωραίες είναι οι στιγμές που σβήνουν τα κεριά και το άρωμα της νύχτας απλώνεται πέρα ως πέρα απ' άκρη σε άκρη χρυσίζουν οι σταγόνες της βροχής καθώς κτυπούν το τζάμι χορεύουν οι νεράιδες. τα ποτάμια η θάλασσα φουρτούνιασε για πρώτη φορά τα δάκρυά της κάλυψαν τους βράχους της σιωπής ξυπόλυτη περπάτησα ως το παράθυρό μου κοίταξα έξω τον δρόμο ο ήλιος ήταν δυνατός.

-- 23 . καμιά ανάσα Η νύχτα τύλιξε γι ακόμα μια φορά τη Γη και το σκοτάδι απλώθηκε παντού πυκνό και άγριο.η γη διψούσε. Τα λουλούδια γονάτισαν κανένα άρωμα.

Όλα τα παλιά αντικείμενα που γεμίζουν την κάθε γωνιά του σπιτιού της. Από τότε ζει απομονωμένη από τον έξω κόσμο. Η νύχτα που κύλησε ήταν πολύ σκοτεινή Χωρίς φεγγάρι. Πέρασες και σαν αγέρας χάθηκες Τα σύννεφα πήραν την μορφή σου Το σκοτάδι και η σιωπή κάλυψαν τη φωνή σου Τα δάκρυα μου κύλησαν Αλλά δεν τα είδες Το 'ξερα Πως κάποτε αυτή η μέρα θα 'ρχόταν Και θα 'ταν σα να μη με συνάντησες ποτέ. Κι εσύ έρχεσαι από μακριά να με ανταμώσεις. Το μόνο που έχει είναι κάτι πεθαμένα δένδρα. Στο βάθος τους συναντά μια λίμνη. Ένα όμως παρελθόν που δεν γνωρίζει. Ξημερώνει Μερικές φορές νομίζω πως το παρελθόν τριγυρνάει.ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΓΙΑ ΒΙΟΛΙ ΚΑΙ ΟΡΧΗΣΤΡΑ * Η Μάρσια μένει σ' ένα σπίτι που περισσότερο μοιάζει με αντικερή παρά με σπίτι. Ή κάθεται μπροστά στους ραγισμένους καθρέπτες και συλλογιέται. Μερικές φορές πιστεύει πως βρίσκεται κάπου αλλού.. Τίποτε δε θύμιζε ζωή 24 . πέρασε ένα μεγάλο σοκ. Πολλές φορές μιλά μόνη της πιστεύοντας πως κάποιος την ακούσει.. πολύ πριν γεννηθεί. άδειο από λουλούδια. κάποιον. Η Μάρσια όταν άρχισε να νιώθει τις πρώτες χαρές της ζωής σαν γυναίκα πια και όχι σαν παιδί. Είναι ένα παλιό οίκημα περιτριγυρισμένο από ένα μεγάλο κήπο. γι αυτήν είναι θύμισες του παρελθόντος.

εκτός από το βουητό που άφηνε ο αγέρας καθώς περνούσε ανάμεσα απ' τα πεθαμένα δέντρα. μίσους. Ξέρω πως κι αυτή η μέρα θα περάσει Χωρίς να ακουστεί κανένα λάλημα πουλιού Χωρίς να ανοίξει τα φτερά του. σαν ατέλειωτο μονοπάτι της ερήμου.. Σε βλέπω παντού Κάθε στιγμή Βοήθησε με να μάθω ποιος είσαι Βοήθησε με να μάθω ποια είμαι Βοήθησε με να θυμηθώ πότε σε είδα για πρώτη φορά. Αν μπορείς δες γύρω σου. Αλλά κι αυτό έμοιαζε με κλάμα Βουβό.. Μπορεί πολύ παλιά Σε μια εποχή που δεν γνωρίζω. Όλα είναι συνδεδεμένα με μια ζωή Που δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ. Το μόνο που υπάρχει πια από σένα Είναι η σκιά σου. Ο χρόνος θα σταθεί. Και θα 'ρθει η νύχτα ξανά Μεγάλη. 25 . που μπλέχτηκαν με μένα. Η πνοή θα σβήσει. μοναξιάς. Αλλά το παρελθόν άλλοτε χάνεται κι άλλοτε επανέρχεται Όπως το γέλιο Που άλλοτε σβήνει κι έρχεται ξανά. Οι ώρες θα πάψουν να υπάρχουν. Ιστορίες ετών Αγάπης. Ιστορίες τρυφερές.

Κοίτα τη λίμνη. Κοίτα πως γυαλίζει! Αυτό το θυμάμαι. -- 26 . κι έτσι μπορέσω να μάθω Την αλήθεια. Ίσως το θυμάσαι κι εσύ.Κοίταξε έξω.

Τα μάτια σου είδα την ώρα που έχανες τις χαρές που ονειρεύτηκες. εκεί που τα άχρωμα λουλούδια δεν σκορπάν κανένα άρωμα και οι πηγές δεν αναβλύζουν καθαρό νερό. Τα μάτια σου είδα που δάκρυσαν την ώρα που αντίκρισες τις λάμψεις του ουρανού μες στο σκοτάδι. Σε είδα όταν ο άνεμος θέλησε να ξεριζώσει τις αγάπες που πίστεψες. Μάντεψες που κρύβεται το ψέμα. Κατάλαβα πως βρήκες τις αλήθειες. εκεί που η διάφανη άμμος σου κάλυψε το κορμί και η αλμύρα της θάλασσας σου έγιανε κάθε πληγή. Σε είδα όταν στάθηκες στην κορφή.ΟΙ ΛΑΜΨΕΙΣ * Σε είδα όταν τον ήλιο και το φεγγάρι αγκάλιασες. Τα μάτια σου είδα που έλαμψαν την ώρα που διάβαινες τους δρόμους με τα μεγάλα φώτα. Μείνε ψηλά 27 .

που χάνονται όλα για πάντα. - 28 .Κρατήσου πριν προλάβει η λασπωμένη βροχή να λερώσει τις πολύχρωμες ανεμώνες και παρασύρει κάθε ομορφιά στα βάθη των ωκεανών εκεί.

Μόνο εγώ σε κράτησα πολύτιμο πετράδι τις νύχτες κάτω απ' το ασημί φεγγάρι Μόνο εγώ έζησα τα όνειρα σου έγιναν μπλε. στις πλατείες. Τα λουλούδια να δουν. Και θα μείνει κρυφό. Αμέτρητος ο κόσμος Ήρθαν για να σε δουν για τελευταία φορά. Ακολουθούν τους κ τύπους της καρδιάς μου Άκου τον κόσμο που χειροκροτεί. μπροστά. μέχρι το τέλος της ζωής σου. το ξέρω πως χάθηκαν κάτω απ' τις πέτρες 29 . Ήρθα κι εγώ για να πιστέψω αυτό που χρόνια άκουγα στους δρόμους.ΧΡΥΣΗ ΠΙΝΕΛΙΑ * Παρέμεινες Ντορέ. Και μετά. Και ίσως μείνεις για πάντα. γαλάζια. σε κάθε γωνιά Ήρθα ν' ακούσω τις φωνές τις ψυχής μου γιατί τόσα χρόνια φοβόμουν να μιλήσω μαζί της Τώρα όμως μπορώ. που μόνο αυτά άγγιξαν το χρυσό πρόσωπό σου. Πρώτη. Γίνεις θρύλος Τη μέρα εκείνη ήρθαν πολλοί. ξεθώριασαν. κι ας κλαίει Τώρα ξέρω πως μπορείς κι εσύ να τις ακούσεις Ξέρω πως μπορείς να δεχτείς το τρεμάμενο μου χέρι να κρατήσει το δικό σου Άκου πως κτυπούν οι καμπάνες. θαμμένο στα βάθη της ψυχής μου. στη μέση του δρόμου Κοίτα το πλήθος Η θάλασσα είναι λίγη για να δροσίσει τα ξαναμμένα πρόσωπά τους Τα σύννεφα μικρά για να σκεπάσουν τον καυτό ήλιο Ντορέ σε ξέρουν όλοι μόνο εγώ γνωρίζω το πραγματικό όνομά σου. Ω! Ναι Ντορέ. Ακολουθεί τον λυγμό του ποταμού Κι εσύ προχωρείς.

-- 30 . Να χρωματίσουμε χρυσό το ασημί φεγγάρι. Δε φταίω εγώ.Δε φταις εσύ. Είναι ο χρόνος που πήρε μαζί του τις χρυσές πινελιές Εχθρός Και καταδίκη να ζήσουμε μαζί. αλλά και χώρια στην τωρινή ζωή μας Κοίταξε με. Τον κόσμο δεν προλαβαίνω. Μεγάλωσα Ντορέ Κουράστηκα και δεν μπορώ να βρω μεριά να ξαποστάσω Το κορμί μου βάρυνε. Περνούν γρήγορα από μπροστά μου. Περίμενε με Το χέρι μου που τρέμει να αγγίξεις Να φύγουμε μαζί. τρέχουν Ντορέ περίμενε με.

τις αγάπες σου. γιατί κάποτε πίστεψες πως οι πύργοι σου θα μείνουν έτσι για πάντα. Κάποτε πίστεψες πως καμιά βροχή δεν θα μπορούσε να τους παρασύρει. την δεχόσουν. και χαίρεσαι γι αυτό. Σου άρεσε να φτιάχνεις πύργους με τη λάσπη και να τους αφήνεις κάτω απ’ τον καυτό ήλιο να ξεραθούν. Κάποτε ήταν όμορφα. πως κλότσησαν κι εσένα. αλλά εσύ μόνος κλότσησες την ζωή και τώρα φοβάσαι πως είναι αργά να την αναζητήσεις. γι αυτό αναζητάς το σκοτάδι. μίλαγες γι αυτήν. μπερδεύεται με το μαύρο καπνό που αφήνουν τα φουγάρα των πλοίων. Και τι υπάρχει πια. Αντίκριζες την αλήθεια. Θέλεις να το αρπάξεις και να μείνεις μαζί του. Θάβεις τις γνώσεις σου. τα ιδανικά σου και κατρακυλάς σαν τις πέτρες που κλότσησαν κάποιοι περαστικοί. Ήταν δικό σου δημιούργημα μικρό ή μεγάλο. Κι αυτό το πιστεύω σου για τον ίδιο σου τον εαυτό θάφτηκε. Τώρα είσαι γυμνός και ντρέπεσαι.ΣΧΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΥΡΓΟΙ * Στέκεσαι ακίνητος και κοιτάς το φως που λίγο-λίγο χάνεται πίσω απ' τις στέγες. γιατί διαπιστώνεις πως κάποτε έκανες λάθος. Έτσι νιώθεις. μίλαγες για ό. τι ένιωθες και δεν φοβόσουν. Για τους άλλους μπορεί να μην ήταν τίποτε. κι όσο πιο πολύ βυθίζεσαι σ’ αυτή τη μαυρίλα τόσο πιο πολύ τη δέχεσαι. -- 31 . Χάνεσαι χορεύοντας με την απέραντη μοναξιά σου. Έπλαθες τα όνειρά σου σα να ήσαν πλαστελίνη κι έδινες τα σχήματα που εσύ ήθελες. Τρέχεις να κρυφτείς πίσω της και μετά από χρόνια βρίσκεσαι μπροστά της και τότε χάνεσαι. για σένα μικρό και για σένα μεγάλο. Ξεγλιστράς απ’ την πραγματικότητα γιατί σε πληγώνει. Κάποτε σου άρεσε να βλέπεις τις ηλιαχτίδες να παίζουν με τις δικές σου προσδοκίες.

-- 32 .ΚΑΠΟΤΕ * Μου είπαν Μην αφήσεις να πληγωθεί η καρδιά σου ποτέ Μου είπαν Κράτα γερά την ομορφιά της Κι εγώ δε ρώτησα γιατί Κι εγώ την κράτησα αυτή την ομορφιά Μέχρι τα βαθιά γεράματά μου Και τότε… λίγο πριν Κατάλαβα πως έχασα Γιατί δεν πρόλαβα Να βαδίσω στο πράσινο λιβάδι Έγινε χώμα και με σκέπασε.

έτοιμο να κατασπαράξει οποιονδήποτε γινόταν εμπόδιο στο δρόμο του. κάποτε ή που ζει ακόμα σε μια άλλη ανθρώπινη ύπαρξη..σα να υπήρξε κάποτε και πέθανε αφού ξεχάστηκε.Ο ΔΑΙΜΩΝ * Έμοιαζε σα να μην υπήρξε ποτέ ή. που ούτε εκείνη δεν γνώριζε. -- 33 . Πιθανόν κάποιος άλλος άνθρωπος που έζησε κάπου. Μέσα της ξεπήδησε ένας άλλος εαυτός.. αλλά συγχρόνως της έδωσαν και μια ασυνήθιστη δύναμη. Τώρα οι φλόγες που ξεκίνησαν απ' τα σωθικά της κι έφτασαν ως το λαρύγγι της την έκαψαν. Μια ύπαρξη σαν άγριο θεριό.

Να σε κάνει να μοιάζεις με λουλούδι Ή με ξερό κλαδί. αγέρι. Ποια δύναμη είναι εκείνη Που μπορεί να σε οδηγήσει στην έρημο. Ποια δύναμη είναι εκείνη Που μπορεί να σε ανεβάσει ψηλά Μέσα στα χρώματα της ίριδας Που γέμισαν τον δακρυσμένο ουρανό. Ή πάνω στα κιτρινισμένα φύλλα του Φθινοπώρου Που κάλυψαν όλους τους δρόμους της μεγάλης μοναξιάς. Αναστατώνεσαι στην ιδέα του θανάτου Το κάθε σου βήμα γίνεται γρήγορο Τρέχεις να προλάβεις το λευκό φως του ονείρου Που σε οδηγεί Και συνεχίζεις να π λάθεις τις μέρες της ζωής σου Αναζητώντας τις χαρές που έχασες Το γέλιο που δεν χάρηκες 34 .Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ * Ποια δύναμη είναι εκείνη Που μπορεί να σε μεταμορφώσει Σε πουλί. Ποια δύναμη είναι εκείνη Που μπορεί να σου βάλλει το χρυσό στέμμα Και να σταθείς ανάμεσα Στ' αστέρια τα ασημί. σύννεφο.

από που.Τις ώρες που έμειναν στάσιμες Όταν οι δείκτες του μεγάλου ρολογιού δε σάλεψαν για να τις δεις Δε γνωρίζεις Πως ήρθες. και που πας Είσαι ένας απλός ταξιδιώτης. -- 35 . Και συνεχίζεις αυτό το ταξίδι χωρίς τέλος της ζωής Στους ατέρμονους δρόμους Των απέραντων ωκεανών του ουρανού Στα ατέλειωτα πελάγη Ενός άγνωστου κόσμου Ταξιδιώτη.

-- 36 .ΣΑΝ ΠΟΗΜΑ * Ακούω πυροτεχνήματα Βλέπω ήχους Ο ουρανός φωτίζεται Πιάσε τα χέρια μου Δείξε μια φορά μόνο Πως υπάρχω για σένα Μετά φύγε στο μισοσκόταδο Γίνε η σκιά που θα χαθεί Σ΄ εκείνο τον μακρύ δρόμο.

ΤΕΛΟΣ 37 . Είμαι κι εγώ ό.Διαβάτη… Δεν είσαι στο όνειρό μου μια κουκκίδα Ούτε στην φαντασία μου μια σταγόνα ωκεανού. τι κι εσύ Ένας διαβάτης Και περιπλανιέμαι στα μονοπάτια Μιας ζωής Δικής μου. Σε βλέπω κάτω απ' το παραθύρι κάθε μέρα που περνάς Παρατηρώ τα δάκρυα σου που θες να κρύψεις και κλαίω κι εγώ Βλέπω τη χαρά ζωγραφισμένη Στα μεγάλα σου μάτια και γελώ Τρέχεις και τρέχω μαζί σου Σταματάς και σταματώ Διαβάτη Δεν παίζω κρυφτό. Απλά.

επίσης κατέχει πτυχίο Ωδικής με τον βαθμό Άριστα.Α’ βραβείο.gr http://lianoukaiti.mail: lianou_ik@yahoo. είναι υψίφωνος και κατέχει δίπλωμα Μονωδίας και Μελοδράματος με τον βαθμό Άριστα. Η Καίτη Λιανού. Ζει μόνιμα στο Γαλάτσι. Έχει γράψει μυθιστορήματα. Από τις εκδόσεις θέσις κυκλοφορεί το βιβλίο της με τίτλο «Η άλλη πλευρά του Παραδείσου». Από το 2005 ασχολείται με την λογοτεχνία. ποιήματα και διηγήματα. e.Αργυρό Μετάλλιο. Σπούδασε μουσική.Ιωαννίδου γεννήθηκε στην Αθήνα αποφοίτησε από την Ελληνογαλλική σχολή Ουρσουλινών Νέου Ψυχικού. Είναι παντρεμένη κι έχει μια κόρη.Βιογραφικό σημείωμα. Τον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται με την ζωγραφική.com _____________ 38 . Η Καίτη Λιανού πιστεύει ότι μέσα μας κρύβουμε έναν άγνωστο κόσμο και ότι κάθε μορφή τέχνης μας βοηθά να τον ανακαλύψουμε και να τον εκφράσουμε.blogspot.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful