GEORGES

ΑΤΟΣ
r l j ~'-Mii

Λ

' / > ' ΟΙ Λ\\
ΑΓΡΑ : ΣΕΙΡΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Α. CONAN DOYLE: Σέρλοκ Χόλμς - Το Σήμα των Τεσσάρων
MAURICE LEBLANC: Αρσέν Λουπέν εναντίον Χέρλοκ Σόλμς / Ή Κούφια Βελόνα
RAYMOND CHANDLER: 'Αντίο, γλυκιά μου / Τό ψηλό παράθυρο
G. Κ. CHESTEHTON, Α. CHRISTIE, D. SAYERS κ.ά.: Ό πλωτός ναύαρχος
ERIC AMBLER: Ή μάσκα τοϋ Δημήτριου / Βρόμικη ιστορία
ROBERT VAN GULIK: Δολοφόνοι και ποιητές - Δικαστής ΤΙ
OLIVER BANKS: Ή μανία με τον Καραβάτζο / Ό χαμένος πίνακας του Ρέμπραντ
MARTIN PAGE : Ό άνθρωπος πού έκλεψε τήν Τζοκόντα
SEISHI ΥοκΙΜΙΖΟ: Τό τσεκούρι, τό κότο και τό χρυσάνθεμο
SEICHO MATSUMOTO : Τόκιο Εξπρές
Α ν θ ο λ ο γ ί α Αγγλικού Α ς τ τ ν ο μ ι κ ο ϊ Δ ι η γ ή μ α τ ο ς ( 2 τόμοι)
W.R. BURNETT: Τό τέλος της διαδρομής / Αντίο, Σικάγο
JEROME CHARYN : Ή άγρια Μαίριλυν / Ό Γαλανομάτης / Ή αγωγή τοϋ Πάτρικ Σίλβερ /
Ό μυστικός 'Ισαάκ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ: Τό χαμένο παιχνίδι / Τό φάντασμα του Μετρό / Αστυνομικές
ιστορίες για πέντε δεκαετίες / Τα εγκλήματα στην Πανσιόν α Απόλλων » / Αοβοτομή /
Τα πολλά πρόσωπα τοΰ αστυνομικού μυθιστορήματος / Είσαι ό Παπαδόπουλος!
PACOIGNACIO Ταιβο II: Ή σκιά της σκιάς / Ή ζωή ή ίδια / Τό ποδήλατο τοΰ Λεονάρντο /
Χωρίς αίσιο τέλος / Και σαν σκιές επιστρέφουμε / Με τέσσερα χέρια / Στην ίδια πό­
λη υπό βροχή / Μερικά σύννεφα /Ερωτευμένα φαντάσματα / "Ονειρα συνόρων

GEORGES SlMENON

Ο ΓΑΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΚΑΡΩΦ

Υ π ο δ ι ο ι κ η τ ή ς Μ ά ρ κ ο ς - PACO IGNACIO Ταιβο Π : Α ν ή σ υ χ ο ι νεκροί

JAMES ELLROY : Ή Μαύρη Ντάλια / Τό μεγάλο πουθενά / Λευκή Τζαζ / Λ. Α. Εμπιστευτικό /
Εγκλήματα κατά συρροήν / Αμερικανικό Ταμπλόιντ /Αμερικανικό ταξίδι θανάτου /
Ό Νυχτερινός Ταξιδιώτης - Because the Night
JEAN-PATRICK MANCHETTE : Ή πρηνής θέση του σκοπευτή / Τό μελαγχολικό κομμάτι της
Δυτικής Ακτής / Ή πριγκίπισσα τοϋ αίματος / Μοιραία
P. HlGHSMITH: Τό εγχειρίδιο τοΰ κτηνώδους φόνου γιά ζωόφιλους /Ό Ρίπλεϋ σε βαθιά νερά /
Τό γυάλινο κελί / Τά δύο πρόσωπα τοϋ Ιανουαρίου / Γάτες / Ό Ρίπλεϋ κάτω απ' τό
χώμα / Τό αγόρι πού άκολουθοϋσε τον Ρίπλεϋ / Τό παιχνίδι τοΰ Ρίπλεϋ / Ό ταλαντούχος
κύριος Ρίπλεϋ
TONINO BENAQU1STA: Ή κωμωδία των αποτυχημένων / Τά δόντια τής αυγής
CHESTER HlMES: Χαμός στο Χάρλεμ / Μπαμπάκι στο Χάρλεμ
GEORGES SlMENON: Ό Μαιγκρέ στή Νέα Υόρκη / 45° ύπό σκιάν / Τό μπλε δωμάτιο / Ό κί­
τρινος σκύλος / Ό άνθρωπος πού έβλεπε τά τρένα νά περνοΰν / Ό τρελός τοΰ Μπερζεράκ / Κόκκινα φώτα / Ό Μαιγκρέ και τό ακέφαλο πτώμα / Τρία δωμάτια στο
Μανχάτταν / Οί αρραβώνες τοΰ κυρίουΤρ / Ό ανθρωπάκος από τό Αρχάγγελσκ
Π ΑΝ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ: Τό έβένινο λαούτο / Ό χάλκινος οφθαλμός/Μέδουσα από σμάλτο
DANIELA COMASTRIMONTANARI: Φόνοι στην Πομπηία / Σατουρνάλια / Προσοχή σκύλος!
RAVI SIIANKAR ETTETH : Τ ό χ ρ ώ μ α τοϋ πένθους

DONALD WESTLAKE: Αντιός, Σεχραζάντ
ELMORE LEONARD : Τ ι σ ο μ ί ν γ κ ο μ π λ ο υ ζ

γβΜ

BIKE h A I A
»T!KH ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αρίβμός• βίβλιαμ εισαγωγής
•••••^••••-'i-z^.^;;ji^.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

Έργα του Ζώρζ Σιμενόν στις Εκδόσεις "Αγρα :

Ο ΜΑΙΓΚΡΕ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, Δεκέμβριος 2002
45° Ϊ Π Ο ΣΚΙΑΝ, Ιούνιος 2003
ΤΟ ΜΠΛΕ ΔΩΜΑΤΙΟ, Δεκέμβριος 2003
Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΣΚΐΛΟΣ, 'Ιούνιος 2004
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΤ ΕΒΛΕΠΕ ΤΑ ΤΡΕΝΑ ΝΑ ΠΕΡΝΟΥΝ, Δεκέμβριος 2004
Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ, Ιούνιος 2005
ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΩΤΑ, Φεβρουάριος 2006
Ο ΜΑΙΓΚΡΕ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΕΦΑΛΟ ΠΤΩΜΑ, Νοέμβριος 2006
ΤΡΙΑ ΔΩΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΜΑΝΧΑΤΤΑΝ, Νοέμβριος 2007
ΟΙ ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ IP, 'Ιούλιος 2008
Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΣΚ, Μάιος 2009
"Ολα

σε μετάφραση

Άργνρως

Μακάρωφ

ISBN 978-960-325-900-8
Τ ί τ λ ο ς π ρ ω τ ο τ ύ π ο υ : LE CHAT
© 1967, Georges Simenon Limited, a Chorion company
All rights reserved
και για την ελληνική

έκδοση

© 2010, Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Α Γ Ρ Α Α.Ε.
Ζωοδόχου Π η γ ή ς 99, 114 73 'Αθήνα
Τ η λ . 210.7011.461 -FAX 210.7018.649
http ://www.agra.gr, e-mail: info@agra.gr

1.

Α

ΦΗΣΕ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ πού ξεδιπλώθηκε πρώτα στά
. γόνατα του καί μετά γλιστρώντας αργά προσγειώθη­

κε στο γυαλισμένο παρκέ. Θά νόμιζε κάνεις δτι εΐχε απο­
κοιμηθεί αν δεν σχηματιζόταν, πότε πότε, μια αδιόρατη σχι­
σμή ανάμεσα στά βλέφαρα του.
Ή γυναίκα του άραγε το νόμιζε; Έ π λ ε κ ε , καθισμένη στή
χαμηλή της πολυθρόνα, στην άλλη μεριά ά π ' τ ό τζάκι. Ποτέ
δεν έδειχνε δτι τον παρατηρεί, δμως εκείνος γνώριζε, εδώ
και πολύ καιρό, δτι δεν της ξέφευγε τίποτε απολύτως, ούτε
κάν ή πιο ανεπαίσθητη κίνηση ή σύσπαση.
'Απέναντι, ό ατσαλένιος κάδος κατέβηκε με φόρα ψηλά
από το γερανό και έπεσε κατακόρυφα στο έδαφος, δίπλα
στην μπετονιέρα, με τον εκκωφαντικό θόρυβο τών σιδερι­
κών. Σε κάθε γδούπο, το σπίτι ταρακουνιόταν και κάθε φορά
ή γυναίκα αναπηδούσε, φέρνοντας το χέρι στο στήθος, σάμ­
πως καί ό θόρυβος, πού ήταν πλέον καθημερινός, νά έφτα­
νε βαθιά στά σπλάχνα της.
Παρατηρούσαν ό Ινας τον άλλον. Δεν ήταν απαραίτητο
νά κοιτάζονται κατάματα. Έ δ ώ και χρόνια παρατηρούσαν
ό ένας τον άλλον μ ' αυτόν τον τρόπο, ύπουλα, καραδοκώντας
Ή αφίσα της ταινίας του Pierre Granier-Deferre
με τον Jean Gabin καΐ την Simone Signoret, 1971.

καί εκλεπτύνοντας συνεχώς τίς μεθόδους τοΰ παιχνιδιού.
Ε κ ε ί ν ο ς χαμογέλασε. Το ρολόι, από μαύρο μάρμαρο με
[ 9

μπρούντζινες διακοσμήσεις, έδειχνε πέντε παρά πέντε και θα

και ό κάδος με το τελευταίο φορτίο μπετόν ανυψωνόταν

έλεγες δτι μετρούσε τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Στην πραγ­

προς τά καλούπια τοϋ πρώτου ορόφου.

ματικότητα τα μετρούσε κι εκείνος μηχανικά, περιμένον­

Παρά ένα. Πέντε. Ό δείκτης τρεμόπαιξε διστακτικά στο

τας ώσπου ό μεγάλος δείκτης να έρθει κάθετα. Τότε, ή φα­

ωχρό καντράν και ακούστηκαν ο'ι πέντε χτύποι με μεγάλες

σαρία της μπετονιέρας και του γερανού σταματούσαν από­

παύσεις ανάμεσα τους, σάμπως μέσα στο σπίτι όλα έπρεπε

τομα. Οι άντρες, με μουσαμαδιές και με πρόσωπα και χέ­

νά κινούνται αργά.

ρια μουσκεμένα α π ' τ η βροχή, ακινητοποιούνταν για μια

Ή Μαργκερίτ αναστέναξε και αφουγκράστηκε γιά ώρα

σ τ ι γ μ ή , πριν κατευθυνθούν προς την ξύλινη παράγκα πού

τήν ξαφνική σιωπή πού επικράτησε εξω και θά διαρκούσε

είχαν στήσει σε μια γωνιά του εργοταξίου.

μέχρι το επόμενο πρωί.

Ή τ α ν Νοέμβριος. "Ηδη από τις τέσσερις το απόγευμα,
εργάζονταν με το φώς προβολέων πού κι αυτοί δεν θ'αρ­

Ό Έ μ ί λ Μπουέν σκεφτόταν. Με αδιόρατο χαμόγελο κοι­
τούσε τίς φλόγες άπό τή σχισμή τών βλεφάρων του.

γούσαν να σβήσουν, το σκοτάδι και ή σιωπή θά έπεφταν

Έ ν α κούτσουρο, το πάνω, δεν ήταν παρά ένας μαυρι­

ακαριαία, και ή αδιέξοδη πάροδος δεν θά φωτιζόταν παρά

δερός σκελετός άπ'δπου ανέβαιναν λωρίδες καπνού. Τά δυο

μόνο άπό τον μοναδικό φανοστάτη.

άλλα ήταν ακόμη κόκκινα άλλα τά τριξίματα τους προα-

Τά πόδια τοΰ Έ μ ί λ Μπουέν είχαν βαρύνει άπό τή ζέ­

νήγγελλαν ότι κι αυτά δεν θ'αργούσαν νά σβήσουν.

στη. Ό τ α ν μισάνοιγε τά μάτια έβλεπε τις φλόγες, άλλες

Ή Μαργκερίτ αναρωτήθηκε αν θά σηκωνόταν εκείνος νά

κίτρινες, άλλες γαλαζωπές στην απαρχή τους, νά ξεπηδούν

πάρει κούτσουρα άπό το καλάθι γιά νά τά αντικαταστήσει.

άπό τά κούτσουρα της φωτιάς. Το τζάκι ήταν άπό μαύ­

Τ

Ηταν κι οί δυό τους συνηθισμένοι στή θαλπωρή τοΰ τζα­

ρο μάρμαρο, όπως και το ρολόι και τά κηροπήγια με τους

κιού καί τήν απολάμβαναν σε σημείο πού το δέρμα τοΰ προ­

τέσσερις βραχίονες πού βρίσκονταν αριστερά και δεξιά

σώπου τους ετσουζε, καί αναγκάζονταν νά τραβήξουν τίς

του.

πολυθρόνες τους πίσω.

Μες στο σπίτι, έκτος άπό την κίνηση των χεριών της

Το χαμόγελο του έγινε πιο πλατύ. Δεν προοριζόταν γιά

Μαργκερίτ και τοϋ ανεπαίσθητου μεταλλικού ήχου άπό τις

εκείνη. Ούτε γιά τή φωτιά. 'Απλώς γιά μια ίδέα πού τοΰ πέ­

βελόνες τοΰ πλεξίματος, ολα ήταν σιωπηλά, ακίνητα, Οπως

ρασε άπό το μυαλό.

σε μια φωτογραφία ή σ'έναν πίνακα ζωγραφικής.

Δεν βιαζόταν νά τήν κάνει πράξη. Εΐχαν χρόνο καί ό ένας

Πέντε παρά τρία. Παρά δύο. 'Αργά και κουρασμένα, κά­

καί ό άλλος, όλον το χρόνο μέχρι τήν ήμερα πού ό Ινας

ποιοι εργάτες άρχισαν νά κατευθύνονται προς τήν παράγ­

άπ'τούς δύο θά πέθαινε. Πώς νά ξέρουν ποιος θά έφευγε

κα γιά ν'αλλάξουν, δμως ό γερανός λειτουργούσε ακόμη

πρώτος; Σίγουρα το σκεφτόταν καί ή Μαργκερίτ. Το σκε-

[ ίο ]

[ ιι 1

φτόντουσαν καί οι δύο εδώ και πολλά χρόνια, πολλές φορές

γάτη πού κατευθυνόταν άπό τήν πάροδο προς τον κεντρικό

τήν ήμερα. Είχε γίνει ή ουσιαστική τους έγνοια.

δρόμο.

Κατέληξε να αναστενάξει μέ τή σειρά του, τό δεξί του

Κατέληξε νά γράψει, μέ χοντροκομμένα γράμματα:

χέρι άφησε τδ μπράτσο της δερμάτινης πολυθρόνας και ψη­

Ο ΓΑΤΟΣ

λαφώντας βρήκε τήν τσέπη τής ρόμπας του. "Εβγαλε ένα
μικρό σημειωματάριο πού έπαιζε σημαντικό ρόλο στή ζωή

Μετά παρέμεινε ξανά γιά ένα διάστημα ακίνητος καί

του σπιτιού. Τα μακρόστενα φύλλα ήταν διάτρητα, πράγ­

άφοΰ εσχισε πρώτα μιά λωρίδα άπό τό φύλλο έβαλε πάλι

μα πού τοΰ επέτρεπε να κόβει λωρίδες χαρτιού τριών πόν­

στην τσέπη του τό σημειωματάριο.

των.
Εΐχε κόκκινο κάλυμμα. "Ενα λεπτό μολυβάκι ήταν πε­
ρασμένο από ένα δερμάτινο θηλύκι.
"Αραγε ή Μαργκερίτ ανατρίχιασε; Μήπως αναρωτήθη­
κε ποιο θα ήταν αυτή τή φορά τό μήνυμα;

Τέλος, τή δίπλωσε πολλές φορές, όπως κάνουν τά παι­
διά Οταν θέλουν νά πετάξουν κάποιο χαρτί μέ τή βοήθεια
ενός λάστιχου. Εκείνος δέν εΐχε ανάγκη άπό λαστιχάκι. Εΐ­
χε αποκτήσει στο παιχνίδι αυτό μιά εκπληκτική, σχεδόν
μακιαβελλική, δεξιοτεχνία.

Βεβαίως τό εΐχε πια συνηθίσει, δμως ποτέ δέν ήξερε τί

Τό διπλωμένο χαρτάκι έμπαινε μεταξύ αντίχειρα καί μέ­

λέξεις θα τής έγραφε, καί εκείνος επίτηδες παρέμενε γιά

σου. Ό αντίχειρας δίπλωνε σάν έπικρουστήρας όπλου καί

αρκετή ώρα ακίνητος, μέ τό μολύβι στο χέρι, σάν νά συλ­

μέ ενα ξαφνικό τίναγμα έστελνε τό σημείωμα στην ποδιά

λογιζόταν.

τής Μαργκερίτ.

Δέν εΐχε τίποτα τό ιδιαίτερο νά τής ανακοινώσει. "Ηθε­
λε απλώς νά τήν αναστατώσει, νά τής κόψει τήν ανάσα, ακρι­
βώς τ ή σ τ ι γ μ ή πού σταματώντας ή φασαρία του εργοταξί­
ου εκείνη ένιωθε μιά κάποια ανακούφιση.
Πέρασαν πολλές ιδέες από τό μυαλό τοΰ άντρα, πού τις

Δέν άστοχοΰσε σχεδόν ποτέ, καί κάθε φορά τό πανηγύ­
ριζε μέσα του.
"Ηξερε οτι ή Μαργκερίτ θά έκανε πώς τάχα δέν είδε τί­
ποτε, θα συνέχιζε τό πλέξιμο, κουνώντας τά χείλη σάν νά
προσευχόταν, ενώ μετρούσε σιωπηλά τις θηλιές.

απέρριψε τή μία μετά τήν άλλη. Ό ρυθμός από τις βελόνες

'Ορισμένες φορές περίμενε νά βγει εκείνος άπό τό δω­

τοΰ πλεξίματος δέν ήταν πλέον ό ίδιος. Εΐχε καταφέρει νά

μάτιο, ή νά τής γυρίσει τήν πλάτη γιά νά βάλει κούτσουρα

τήν ανησυχήσει, νά τής κεντρίσει εν πάση περιπτώσει τήν

στή φωτιά.

περιέργεια.
Τό απολάμβανε και άφησε τήν απόλαυση του νά κρατή­
σει άλλα πέντε λεπτά" ακούστηκαν τά βήματα κάποιου ερ­

"Αλλες φορές πάλι, υστέρα άπό λίγα λεπτά φαινομενικής
αδιαφορίας, άφηνε τό δεξί της χέρι νά γλιστρήσει στην πο­
διά καί άρπαζε τό σημείωμα.
[ 13 ]

Οι πράξεις τους ήταν πάντα λίγο πολύ οι ίδιες, υπήρχαν

Δεν αντέδρασε, παρέμεινε ανέκφραστη. Υπήρξαν ση­

δμως κάποιες παραλλαγές. Σήμερα, για παράδειγμα, εκεί­

μειώματα μακροσκελέστερα, πιο αναπάντεχα, πιο δραμα­

νη περίμενε να σταματήσουν δλοι οί θόρυβοι του εργοταξί­

τικά, κάποια πού αποτελούσαν στ'αλήθεια αίνιγμα.

ου, και να κυριαρχήσει απόλυτη σιωπή στο βάθος της πα­

Αυτό το σημείωμα ήταν άπό τά πλέον κοινότοπα, αυτό
πού επαναλαμβανόταν συχνότερα, δταν ό Έ μ ί λ Μπουέν δέν

ρόδου δπου έμεναν.
Κάνοντας πώς είχε τελειώσει, ακούμπησε το πλεκτό σ
ενα σκαμνάκι, μισόκλεισε τα μάτια, και φαινόταν έτοιμη ν α­
ποκοιμηθεί ά π ' τ ή ζέστη του τζακιού.
Πολύ αργότερα, έ'κανε πώς είδε το διπλωμένο χαρτί πά­
νω στην ποδιά και το πήρε ανάμεσα στα ρυτιδιασμένα της

έβρισκε άλλη κακία νά γράψει.
Πέταξε το χαρτί στο τζάκι άπ'δπου ξεπήδησε μιά λε­
πτή φλογίτσα πού έ'σβησε αμέσως. Με τά χέρια σταυρωμέ­
να στην κοιλιά, παρέμεινε ακίνητη, έτσι ώστε δέν υπήρχε
άλλη πνοή ζωής στο σαλόνι έκτος άπό εκείνη τής φωτιάς.
Ό λεπτοδείκτης τρεμόπαιξε, ακούστηκε ένας μοναδικός

δάχτυλα.
Θα έλεγες μάλιστα δτι ετοιμάστηκε να το πετάξει στή
φωτιά και δτι δίστασε, δμως εκείνος ήξερε δτι κι αυτό απο­
τελούσε τμήμα τής καθημερινής κωμωδίας. Δεν τον ξεγε­

κτύπος. Σάν νά ήταν το σύνθημα, ή Μαργκερίτ, μικροκα­
μωμένη και λεπτοκαμωμένη, σηκώθηκε.
Το μάλλινο φόρεμα της ήταν απαλό ρόζ, σάν τά ρόδινα
μάγουλα της, και ή καρώ ποδιά, μπλε παστέλ. 'Ανάμεσα στά

λούσε πλέον.
Κάποια παιδιά, γιά μια περίοδο πού διαρκεί άλλοτε λι­
γότερο και άλλοτε περισσότερο, επαναλαμβάνουν κάθε μέ­
ρα, τήν ϊδια ώρα, το ϊδιο παιχνίδι, χωρίς νά χάνουν την πει­
στικότητα τους. Κάνουν σαν νά μήν έχει συμβεί τίποτα.
Ή διαφορά ήταν δτι ό Έ μ ί λ Μπουέν ήταν έβδομηντα-

λευκά μαλλιά της διακρίνονταν ακόμη κάποιες ξανθές αν­
ταύγειες.
Τά χαρακτηριστικά της, με τά χρόνια, είχαν γίνει αιχ­
μηρά. Γιά τους τρίτους, πού δέν τή γνώριζαν, εξέφραζαν
πραότητα, μελαγχολία, καρτερικότητα.

τριών χρόνων και ή Μαργκερίτ έβδομηνταενός. Μια άλλη

— Μιά τόσο αξιέπαινη γ υ ν α ί κ α ! . . .

επίσης ήταν δτι το παιχνίδι τους διαρκούσε τέσσερα χρόνια

Ο Έ μ ί λ Μπουέν είχε πάψει νά καγχάζει σαρκαστικά.

και δτι δεν φαίνονταν νά το βαριούνται.

Δέν βρισκόντουσαν πλέον στο σημείο, ούτε ό ένας ούτε ό

Μες στην αποπνικτική ατμόσφαιρα και στην ησυχία τοΰ

άλλος, νά εκδηλώνουν τόσο θεαματικά τήν ψυχική τους κα­

σαλονιού, ή γυναίκα ξεδίπλωσε τελικά το χαρτί, διάβασε

τάσταση. Έ ν α τρεμούλιασμα, ενα σφίξιμο στις άκρες των

χωρίς νά βάλει τά γυαλιά της τις δυο λέξεις πού είχε γρά­

χειλιών, μιά φευγαλέα λάμψη τής κόρης τοΰ ματιού τους αρ­

ψει ό σύζυγος τ η ς :

κούσε.
Ο ΓΑΤΟΣ
14

Κοίταξε γύρω της, σάν νά δίσταζε γιά το τί θά έκανε.
15

'Εκείνος τό μάντεψε, όπως στο παιχνίδι της ντάμας προ­
βλέπει κάνεις το πιόνι πού θα μετακινήσει ό αντίπαλος.
Δεν γελάστηκε. 'Εκείνη κατευθύνθηκε προς το κλουβί,
ενα μεγάλο κλουβί στηριγμένο σε πόδι λευκό και μπλε, με
επιχρυσωμένο συρμάτινο πλέγμα.
"Ενας παπαγάλος με πολύχρωμα φτερά στεκόταν ακί­
νητος, με τα μάτια στυλωμένα στο κενό, και έπαιρνε αρκετή
ώρα για να ανακαλύψει κανείς δτι τα μάτια ήταν γυάλι­
να και δτι τό πουλί, πάνω στην κούρνια, ήταν βαλσαμω­
μένο.
Παρ' όλα αυτά εκείνη τό κοίταξε με τρυφερότητα σαν να
ήταν ζωντανό και απλώνοντας τό χέρι γλίστρησε ένα δά­
χτυλο ανάμεσα στο πλέγμα.
Τα χείλη της κινήθηκαν, όπως προηγουμένως πού με­
τρούσαν τις θηλιές του πλεκτού. Μιλούσε στο πουλί. Θα πε­
ρίμενε κάνεις ότι σχεδόν θα τό τάιζε.
Είχε γράψει:
Ο ΓΑΤΟΣ
Τοΰ απαντούσε βουβά:
Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ
Ή κλασική απάντηση. Κατηγορούσε τή γυναίκα του Οτι
είχε δηλητηριάσει τό γάτο του, τον δικό του γάτο, πού τον
είχε αγαπήσει προτού ακόμη τή γνωρίσει.
Κάθε φορά πού ήταν καθισμένος μπροστά στή φωτιά,
χαυνωμένος άπό τά κύματα της ζέστης πού τοΰ έστελναν τά
κούτσουρα, τοΰ ερχόταν νά απλώσει λίγο τό χέρι γιά νά χαϊι6

δέψει τό απαλό τρίχωμα τοΰ ζώου με τις μαύρες ραβδώσεις,
πού παλιά, μόλις τον έβλεπε νά κάθεται, ερχόταν και κουλουριαζόταν στά γόνατα του.
—Ένας κοινός κεραμιδόγατος, ισχυριζόταν εκείνη, τον
καιρό πού ακόμη μιλιόντουσαν, και πάντα σχεδόν ήταν ό λό­
γος γιά νά αρχίσει έναν καβγά.
Μπορεί ό γάτος νά μήν ήταν ράτσας, όμως δεν ήταν ούτε
κεραμιδόγατος. Τό σώμα του, πιο μακρύ και πιο ευλύγιστο,
ελισσόταν ανάμεσα σε τοίχους και έπιπλα σάν τίγρη.
Τό κεφάλι του ήταν μικρότερο, πιο τριγωνικό άπό τις
κατοικίδιες γάτες και είχε βλέμμα διαπεραστικό και μυ­
στηριώδες.
Ό Έμιλ Μπουέν ισχυριζόταν ότι ήταν ένας αγριόγατος
πού είχε χαθεί μέσα στο Παρίσι. Τον εΐχε βρει, πολύ μικρό,
στο βάθος ενός εργοταξίου, τήν εποχή πού δούλευε ακόμη
γιά τήν 'Οδοποιία τών Παρισίων. Ήταν χήρος, ζούσε μό­
νος. Ό γάτος έγινε ό σύντροφος του. Τότε υπήρχαν ακόμη
σπίτια στην απέναντι πλευρά της παρόδου, έκεΐ πού τώρα
χτιζόταν ή τεράστια πολυκατοικία.
Όταν είχε διασχίσει τό δρόμο γιά νά παντρευτεί τή
Μαργκερίτ, ό γάτος τον είχε ακολουθήσει.
Ο ΓΑΤΟΣ
Ό γάτος τον όποιο βρήκε ένα πρωί στην πιο σκοτεινή
γωνιά τοΰ υπογείου.
Ό γάτος πού δηλητηριάστηκε τρώγοντας τό πατέ πού
τοΰ είχε ετοιμάσει ή Μαργκερίτ.
Τό ζώο πού ουδέποτε συνήθισε τή Μαργκερίτ. 'Επί τέσ17 ]

σέρα χρόνια, δταν ζοΰσαν στο απέναντι σ π ί τ ι , δεν είχε δε­
χ τ ε ί τροφή παρά μόνο από τα χέρια του Μπουέν.

Ό γάτος και ό παπαγάλος, εξίσου καχύποπτοι ό ένας
προς τον άλλον, παρατηρούνταν μόνο άπό μακριά, πάντα με

Δυό-τρεΐς φορές τή μέρα, έπειτα από Ινα απλό πλατά-

κάποιον σεβασμό. "Οταν ό γάτος, στά γόνατα τοΰ κυρίου

γ ι σ μ α της γλώσσας πού χρησίμευε για σινιάλο, ακολου­

του, άρχιζε νά γουργουρίζει, ό παπαγάλος παρέμενε ακίνη­

θούσε τον κύριο του, σαν εκπαιδευμένος σκύλος, κατά μήκος

τος παρατηρώντας τον με τά μεγάλα ολοστρόγγυλα μάτια

τ ω ν πεζοδρομίων τής παρόδου.

του, σάμπως αυτός ό ρυθμικός και μονότονος ήχος νά τοΰ

Αυτόν το γάτο ό Έ μ ι λ ήταν ό μόνος άνθρωπος πού τον

προκαλούσε σύγχυση.

εΐχε χαϊδέψει, μέχρι τήν ημέρα πού είχαν μ π ε ι και οί δυό

"Αραγε ό γάτος είχε αντιληφθεί αυτή τήν υπεροχή πού

τους σ ένα καινούργιο σπίτι δπου βασίλευαν άγνωστες

εΐχε απέναντι στο πουλί; Δεν τό παρακολουθούσε με μιά

οσμές.

γλυκιά ικανοποίηση μέ τά μισόκλειστα μάτια του;

— Είναι λίγο άγριος, όμως θά σε συνηθίσει...
Ουδέποτε τή συνήθισε. Καχύποπτος, δεν πλησίαζε ποτέ

Ε κ ε ί ν ο ς δεν βρισκόταν σε κλουβί. Μοιραζόταν τή γλυ­
κιά θαλπωρή μέ τον κύριο του πού τον προστάτευε.

τ η Μαργκερίτ, ούτε το κλουβί του παπαγάλου, ένα μεγάλο

"Εφτανε κάποια σ τ ι γ μ ή δπου ό παπαγάλος, απαυδισμέ­

πουλί με φανταχτερά χρώματα πού δεν μιλούσε, αλλά δταν

νος άπό τό νά μελετάει ενα άλυτο πρόβλημα, νευρίαζε, θύ­

θύμωνε το κρώξιμό του ήταν φριχτό.

μωνε. Φούντωνε τά φτερά του, τέντωνε τό λαιμό του, σάν

Ό γάτος σου...

νά μην είχε γύρω του συρματόπλεγμα και νά ήταν έτοιμος

Ό παπαγάλος σ ο υ . . .

νά επιτεθεί στον εχθρό, και στο σπίτι αντηχούσαν τά δια­

Ή Μαργκερίτ ήταν συμπαθητική, σχεδόν ευχάριστη.

περαστικά του κρωξίματα.

Μπορούσες νά τή φανταστείς νεαρή και σβέλτη, άπό τότε

Τότε επενέβαινε ή Μαργκερίτ:

ήδη ντυμένη με απαλά χρώματα, φορώντας ψάθινο καπέλο,

— " Ι σ ω ς θά ήταν καλύτερα νά μας αφήσεις γιά λ ί γ ο . . .

να κάνει ποιητικούς περιπάτους, μ ' ε ν α παρασόλι στο χέρι,

<( Μας » εννοούσε εκείνη και τό ζωντανό της. Και ό γά­

στην όχθη ενός ποταμού.

τος ανατρίχιαζε, ξέροντας δτι θά τον έπαιρναν νά τον πάνε

Υ π ή ρ χ ε έξαλλου στην τραπεζαρία μιά φωτογραφία πού
τήν έδειχνε έτσι.

στην π α γ ω μ έ ν η τραπεζαρία δπου ό Μπουέν θά καθόταν σε
μιαν άλλη πολυθρόνα.

Ε ί χ ε παραμείνει το ϊδιο λεπτή. Μόνο οί γάμπες της είχαν

Ή Μαργκερίτ άνοιγε τό κλουβί και μιλούσε μέ τρυφερή

λίγο πρηστεί. Διατηρούσε πάντα το ίδιο εξαιρετικά γλυκερό

φωνή, δπως θά μιλούσε κανείς σ'εναν εραστή ή σ'εναν γιό.

χαμόγελο απέναντι στή ζ ω ή δπως παλιά απέναντι στο φακό

Δέν εΐχε ανάγκη ν ' α π λ ώ σ ε ι τό χέρι της. Πήγαινε και ξανα-

τοΰ φωτογράφου.

καθόταν στή θέση της. Ό παπαγάλος κοιτούσε τήν κλειστή
[ ι8 ]

[ 19 ]

πόρτα τοϋ σαλονιού, περίμενε να βεβαιωθεί δτι δεν διέτρε­
χε κανένα κίνδυνο, και δτι οι δύο ξένοι, ό άντρας και τό ζων­
τανό του, δεν βρίσκονταν εκεί για να τον απειλήσουν ή να
τον κοροϊδέψουν.
Τότε, μ'Ινα μεγάλο σάλτο, γιατί δεν πετούσε, βρισκό­
ταν πάνω στην πλάτη ένδς καθίσματος. Με δυο ή τρία πη­
δήματα έφτανε στην κυρία του και καθόταν στον ώμο της.
Εκείνη εξακολουθούσε να πλέκει. Τό παιχνίδισμα από
τις γυαλιστερές βελόνες τον μάγευε. Όταν βαριόταν, έτρι­
βε τό τεράστιο ράμφος του στο μάγουλο της γυναίκας, και
μετά πίσω άπ'τό αυτί, πού ή επιδερμίδα ήταν πιο τρυφερή.
Ο ΓΑΤΟΣ ΣΟΤ
Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ ΣΟΤ
Τα λεπτά κυλούσαν, ό Έμίλ στην τραπεζαρία, ή Μαργκερίτ στο σαλόνι, μέχρι πού τό ρολόι από μάρμαρο έδει­
χνε δτι ήταν ώρα νά ετοιμάσει τό δείπνο.
Εκείνη την εποχή, ήταν πάντα ή Μαργκερίτ πού μαγεί­
ρευε και γιά τους δυό τους.
Ό Έμίλ, άπό τήν αρχή, φρόντιζε νά ετοιμάζει ό ίδιος
την τροφή γιά τό γάτο. Κάποια εβδομάδα πού ήταν γριπωμένος και εΐχε μείνει τρεις μέρες στο κρεβάτι, εκείνη βρήκε
τήν ευκαιρία και αγόρασε πλεμόνι άπό τον χασάπη, τό έκο­
ψε κομματάκια, τό έ'βρασε, τό ανακάτεψε με ρύζι και λα­
χανικά.
— Ιο έφαγε;
— Ό χ ι αμέσως... κόμπιασε εκείνη.

— Τελικά, τό έ'φαγε;
— Ναί...
Τ
Ηταν σχεδόν σίγουρος δτι τοϋ έλεγε ψέματα. Τήν επο­
μένη, εΐχε ανεβάσει τριανταεννιά πυρετό και του είπε τό ίδιο
πράγμα. Τή μεθεπομένη, δσο εκείνη έκανε τα ψώνια στην
όδό Σαίν Ζάκ, εΐχε κατέβει με τή ρόμπα και εΐχε βρει κά­
τω άπό τό νεροχύτη άθικτο τό πατέ τής προηγουμένης.
Ό γάτος, πού τον εΐχε ακολουθήσει, τον εΐχε κοιτάξει
μ'Ινα βλέμμα γεμάτο παράπονο. Ό Έμίλ ανακάτωσε πάλι
τήν τροφή, έσπρωξε τό πιάτο προς τό ζωντανό, πού πάλι
βμως έμεινε στην αρχή αναποφάσιστο.
Όταν επέστρεψε ή Μαργκερίτ, βρήκε τό πιάτο άδειο. Ό
γάτος δεν ήταν στο ισόγειο, άλλα στο δωμάτιο τοϋ πρώτου
ορόφου και κοιμόταν στά πόδια τοϋ κυρίου του.
Έκεϊ κοιμόταν κάθε βράδυ.
— Εΐναι ανθυγιεινό, εΐχε διαμαρτυρηθεί εκείνη τον πρώ­
το καιρό.
— Κοιμάται μαζί μου εδώ και πολλά χρόνια και δεν με
αρρώστησε.
— Τό ροχαλητό του μ'εμποδίζει νά κοιμηθώ.
— Δεν ροχαλίζει. Γουργουρίζει.Όμως τό συνηθίζεις.Ε­
γώ τό συνήθισα μιά χαρά.
Εκείνη εΐχε έν μέρει δίκιο. Αυτός ό γάτος δέν γουργούριζε ακριβώς όπως δλες οι γάτες επρόκειτο μάλλον γιά ρο­
χαλητό και μάλιστα άνθρωπου πού τά εΐχε πιει.
Τώρα, όρθια δίπλα στο κλουβί, κοίταζε έντονα τον βαλ­
σαμωμένο παπαγάλο κινώντας πάντα τά χείλη, σάν νά του
σιγοψιθύριζε τρυφερές κουβέντες.
[ 21

Ό Έ μ ί λ , πού της είχε μισογυρισμένη την πλάτη, δεν
χρειαζόταν να τη βλέπει.

τους και διακρίνονταν τά ζευγάρια, οι οικογένειες τήν ώρα
τοΰ φαγητού, ένας φαλακρός άντρας πού διάβαζε καθισμέ­

Το γνώριζε κι αυτό τό θέατρο όπως γνώριζε κάθε θέα­

νος στην πολυθρόνα του, κάτω άπό έναν πίνακα με ξεθωρια­

τρο της Μαργκερίτ. Χαμογελούσε αμυδρά, με τό βλέμμα πάν­

σμένη χρυσή κορνίζα, ενα παιδάκι, σκυμμένο στά τετράδια

τα καρφωμένο στα κούτσουρα πού έσβηναν. Τέλος, σηκώ­

του νά σαλιώνει τό μολύβι, μιά γυναίκα πού καθάριζε λα­

θηκε για να πάρει άλλα δύο και να τα βάλει στο τζάκι, 'ισορ­

χανικά για τήν επομένη.

ροπώντας τα με τή βοήθεια της μασιάς.

Ό λ α ήταν γαλήνια, απαλά, ήσυχα. Στην πραγματικό­
τητα, τό σιντριβάνι ακουγόταν μόνο δταν έπεφτε κάνεις γιά
ύπνο και έσβηνε τό φώς.

Ά π ' έ ξ ω δεν ακουγόταν πλέον κανένας θόρυβος έκτος από

Τό σπίτι των Μπουέν, πού τό αποκαλούσαν ακόμη σπί­

τον ήχο της βροχής και τον πίδακα του σιντριβανιοϋ μέσα

τι των Ντουάζ, ήταν τό τελευταίο της σειράς, δίπλα στον

σ τ ή μαρμάρινη γούρνα. Ή πάροδος εΐχε επτά μονοκατοικίες,

τοίχο πού σχημάτιζε τό αδιέξοδο. Σ τ ή βάση αυτού τοΰ τοί­

κολλημένες ή μια με τήν άλλη, ακριβώς ολόιδιες μεταξύ

χου, ορθωνόταν ένα άγαλμα, ένας μπρούντζινος έρωτιδεύς

τους, με μιά κεντρική είσοδο, δυο παράθυρα στα αριστερά,

πού κρατούσε ένα ψάρι. Ά π ό τό στόμα τοΰ ψαριοΰ ξεπη­

πού ήταν τοΰ σαλονιού, και ένα στα δεξιά, της τραπεζαρίας,

δούσε ένας λεπτός πίδακας νεροΰ και έπεφτε σέ ένα μαρ­

πίσω από τήν οποία βρισκόταν ή κουζίνα. Τα δωμάτια ήταν

μάρινο κοχύλι.

στον πρώτο όροφο.

Ή Μαργκεριτ είχε ξαναπάρει τή θέση της μπροστά στή

Πανομοιότυπα σπίτια ορθώνονταν δυο χρόνια νωρίτερα

φωτιά. 'Αλλά δεν έπλεκε. Φορώντας τά γυαλιά της με τον

στην απέναντι μεριά τοΰ δρόμου και εΐχαν τά ζυγά νούμε­

ασημένιο σκελετό, ξεφύλλιζε τήν εφημερίδα πού εΐχε μαζέ­

ρα. Ή τεράστια σιδερένια μπάλα των μηχανημάτων κατε­

ψει άπό τό πάτωμα δίπλα άπ'τήν πολυθρόνα τοΰ συζύγου

δαφίσεων τά είχε συνθλίψει σαν νά 'ταν χάρτινα παιχνίδια και

της.

τώρα ενα εργοτάξιο γεμάτο άπό γερανούς, σιδηροδοκούς,

Οί μαΰροι δείκτες τοΰ ρολογιού προχωροΰσαν αργά, τρε­

θραυστήρες, σανίδες και χειραμάξια συνέθεταν τό δλο τοπίο.

μοπαίζοντας διστακτικά δταν έφταναν στις ώρες και στά

Τρεις άπό τους κατοίκους του δρόμου είχαν αυτοκίνητο.

μισάωρα.

'Ακόμη και με κλειστά τά παντζούρια, αν κάποιος έβγαινε

Ό Έ μ ί λ δεν διάβαζε, ούτε κοίταζε κάτι, παρέμενε με μι­

τό βράδυ, ακουγόταν. Και άπό έξω, μπορούσε κάνεις νά δει

σόκλειστα μάτια, ίσως νά σκεφτόταν, ίσως νά λαγοκοιμό-

σέ ποιο δωμάτιο κάθονταν οι νοικοκυραίοι.

ταν, αλλάζοντας πότε πότε τή στάση τών ποδιών του πού

Ε λ ά χ ι σ τ ο ι άπό τους ενοίκους έκλειναν τις κουρτίνες

βάραιναν με τή ζέστη.
[ 23 ]

Μόνο δταν χτύπησε εφτά σηκώθηκε αργά καί, χωρίς νά
κοιτάξει οΰτε τη γυναίκα του οΰτε το βαλσαμωμένο πουλί,
κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ό διάδρομος δέν ήταν φωτισμένος. Στ'αριστερά ήταν ή
εξώπορτα με το γραμματοκιβώτιο στή μέση, στά δεξιά ή
σκάλα πού οδηγούσε στον όροφο. Γύρισε το διακόπτη κλεί­
νοντας πίσω του την πόρτα καί άνοιξε την πόρτα της τρα­
πεζαρίας οπού ό αέρας ήταν παγωμένος.
Υπήρχε εγκατάσταση καλοριφέρ σε δλο τό σπίτι δμως
δέν τό άναβαν παρά στά πολύ μεγάλα κρύα. Έξαλλου κα­
νείς δέν χρησιμοποιούσε πλέον τήν τραπεζαρία. Οι σύζυγοι
έτρωγαν στην κουζίνα, δπου ή θερμάστρα του αερίου αρ­
κούσε γιά νά τή ζεστάνει.
Προσεκτικά καί μεθοδικά ό Μπουέν έσβησε τό φως τοΰ
διαδρόμου, έκλεισε τήν πόρτα, κατευθύνθηκε προς τήν κου­
ζίνα καί δταν άναψε εκεί τό φως έσβησε της τραπεζαρίας.
Εϊχε υιοθετήσει τά μέτρα οικονομίας της γυναίκας του
και είχε έναν επιπλέον λόγο πού συμπεριφερόταν μ'αυτόν
τον τρόπο.
"Ηξερε από τή στιγμή πού σηκώθηκε δτι ή Μαργκερίτ
θά είχε αρχίσει νά ανυπομονεί στην πολυθρόνα της. Δέν ήθε­
λε νά τον ακολουθεί άπό κοντά. Περίμενε λίγο. "Οταν θά ση­
κωνόταν με τή σειρά της, αναστενάζοντας, δπως γιά κάθε
χρονικό στάδιο της ημέρας, θά έπρεπε νά σβήσει τά φώτα
τοΰ σαλονιού, ν'ανάψει τοΰ διαδρόμου, νά τά ξανασβήσει,
νά ξανακλείσει δλες τις πόρτες πίσω της.
Αυτές οί κινήσεις γιά τον καθέναν ήταν τελετουργικές καί
αποκτούσαν μιά λίγο-πολύ μυστηριακή σημασία.

Ό Έμίλ Μπουέν, μές στην κουζίνα, έβγαλε ένα κλειδί
άπό τήν τσέπη του πριν ξεκλειδώσει τό δεξί ντουλάπι, γιατί
υπήρχαν δυο ντουλάπια. Τό αριστερό, τό παλιότερο, απο
αυστραλέζικο πεΰκο, βρισκόταν ήδη εκεί άπό τήν εποχή τοΰ
πατέρα της Μαργκερίτ.
Τό δεξί, τό λευκοβαμμένο, τοΰ Μπουέν, ήταν αγορα­
σμένο άπό τά φτηνομάγαζα τοΰ μπουλβάρ Μπαρμπές.
"Εβγαλε μιά μπριζόλα, ένα κρεμμύδι, τρία βρασμένα σικορέ πού είχαν περισσέψει άπ'τό μεσημέρι καί τά είχε βάXei σ' ένα μπώλ. Πήρε επίσης ένα μισογεμάτο μπουκάλι κόκ­
κινο κρασί, σερβιρίστηκε σ' ένα ποτήρι πριν ασχοληθεί με τό
βούτυρο του, τό λάδι του, τό ξίδι του.
"Αναψε τό αέριο, έβαλε στο τηγάνι ένα κομμάτι βούτυ­
ρο νά λειώνει, έκοψε τό κρεμμύδι σέ φέτες, τό έριξε στο τη­
γάνι καί δταν άρχισε νά ροδίζει έβαλε καί τήν μπριζόλα.
'Εμφανίστηκε ή Μαργκερίτ στο άνοιγμα της πόρτας, κά­
νοντας δτι δέν τον βλέπει, δτι άγνοοΰσε τήν παρουσία του
έκεΐ, δτι άγνοοΰσε ακόμη καί τή μυρωδιά τοΰ κρεμμυδιοΰ
πού τήν αρρώσταινε.
Καί εκείνη, με ένα κλειδί πού πήρε άπό τή ζώνη της, ξε­
κλείδωσε τό δικό της ντουλάπι.
Ή κουζίνα δέν ήταν μεγάλη. Τό τραπέζι έπιανε ένα με­
γάλο τμήμα της. "Επρεπε νά μετακινούνται μέ προσοχή γιά
νά αποφεύγονται. Είχαν τόσο πολύ συνηθίσει σ'αύτό πού
σχεδόν δέν αγγίζονταν.
Δέν χρησιμοποιούσαν τραπεζομάντιλα δπως παλιά, αρ­
κούνταν στον καρώ μουσαμά πού κάλυπτε τό τραπέζι της κου­
ζίνας.

[ 24 ]

[ 25 ]

Ή Μαργκερίτ επίσης εΐχε το μπουκάλι της. Ό μ ω ς δεν
περιείχε κρασί, άλλα Ινα τονωτικό πού ήταν της μόδας στην
αρχή του αιώνα και της το έδινε ό πατέρας της μεσημέρι
βράδυ δταν, νεαρή κοπέλα, έ'πασχε άπό αναιμία.

'Ορισμένες φορές, γιά νά τήν εξοργίσει, μαγείρευε αρκε­
τά πολύπλοκα φαγητά πού του έπαιρναν μία και δύο ώρες
προετοιμασία. Μες στο μυαλό του αυτό εΐχε κάποιο νόημα.
Αποδείκνυε δτι δεν έχανε καθόλου τήν δρεξή του, δτι παρέ­

Ή ετικέτα, παλιομοδίτικου στυλ, απεικόνιζε κάτι φύλ­
λα πού δύσκολα τα αναγνώριζε κανείς και κάτι περίπλοκα
γράμματα πού έγραφαν: Τονωτικό των "Αλπεων.

μενε λαίμαργος, και δτι δεν τον κούραζε καθόλου πού φρόν­

Γέμιζε άπ'αύτό ένα ποτήρι του λικέρ και βουτούσε τα
χείλη της με λαιμαργία.

άναγούλιαζε τή γυναίκα του.

Μόλις ψήθηκε ή μπριζόλα και ζεστάθηκαν τα σικορέ, τα
έβαλε δλα σ'ενα πιάτο και κάθισε στην μια άκρη του τρα­
πεζιού, έ'χοντας μπροστά το μπουκάλι του, τό ψωμί του, τ ή
σαλάτα του, τό τυρί του και τό βούτυρο του.

τό πόσο λιτοδίαιτη ήταν, αρκούνταν σέ μιά φέτα ζαμπόν ή

Φαινομενικά αδιάφορη σ'αύτά πού έτρωγε εκείνος, έ­
στρωσε νά φάει στην άλλη άκρη του τραπεζιού: μιά φέτα
ζαμπόν, δυο βραστές πατάτες πού τις εΐχε τυλίξει σε αλου­
μινόχαρτο πριν τις βάλει στο ψυγείο και δυο λεπτές φέτες

ψωμί.

τιζε ό Ί'διος γιά τήν τροφή του.
Κάποια πρωινά έφερνε εντόσθια, πού και μόνο ή θέα τους
Τό βράδυ, άπό πλευράς της, σάμπως νά ήθελε νά τονίσει
κρύο μοσχάρι, ένα κομματάκι τυρί, και ορισμένες φορές σέ
μιά-δυό πατάτες πού της είχαν περισσέψει άπ'τό μεσημέρι.
Αυτό εΐχε επίσης κάποια εξήγηση. "Ισως περισσότερες.
Καταρχάς νά γίνει απόλυτα σαφές δτι εκείνος ξόδευε πολύ
περισσότερα χρήματα άπ' δ,τι εκείνη γιά τρόφιμα. Κατόπιν
βτι αρνούνταν νά χρησιμοποιήσει τό τηγάνι ύστερα άπό κεΐνον. "Οταν ήταν απαραίτητο, περίμενε μέχρι νά τό πλύνει,
Ιστω κι αν καθυστερούσε τό φαγητό της.

Είχε καθυστερήσει σέ σχέση μέ τον άντρα της. Τύχαινε
ό ένας άπ'τούς δυο νά κάθεται νά φάει ενώ ό άλλος εΐχε ήδη
τελειώσει. Ήταν άνευ σημασίας, αφού ό ένας αγνοούσε τον
άλλον.

Μασούσαν αργά, εκείνη μέ κινήσεις πού μόλις διακρίνον­
ταν, σάν ποντίκι, εκείνος αντιθέτως εκδηλώνοντας μέ θορυ­
βώδη τρόπο τήν δρεξη και τήν απόλαυση του.
— Βλέπεις! Ή παρουσία σου ούτε κατά διάνοια πού μ'εν­

Έ τ ρ ω γ α ν σιωπηλοί, δπως σιωπηλά έκαναν τά πάντα.
Ό Μπουέν ήταν σίγουρος πώς ή γυναίκα του σκεφτόταν:
— ' Ο ρ ί σ τ ε πού τρώει πάλι κρέας δυο φορές τήν ημέρα!
Και τό κάνει επίτηδες νά τσιγαρίζει τά κρεμμύδια...

λείωνες. .. Ό μ ω ς , εΐμαι πολύ ευτυχισμένος και δεν χάνω τήν

Ήταν αλήθεια, εν μέρει. Τοΰ άρεσαν τά κρεμμύδια, δχι
όμως απαραίτητα δτι τά ήθελε και κάθε μέρα.

γνώριζαν ό ένας τον άλλον πάρα πολύ καλά και μάντευαν

[ 26 ]

οχλεί. .. Πίστευες δτι θά μέ τιμωρούσες, δτι θά μέ αποτε­
δρεξή μ ο υ . . .
'Εξυπακούεται δτι ο'ι διάλογοι τους ήταν βουβοί, δμως
κάθε λέξη ή κάθε πρόθεση.
[ 27

— Είσαι χυδαίος άνθρωπος... Τρως βρόμικα και χλαπακιάζεις κρεμμύδια όπως ό λαουτζίκος... Έγώ είχα πάντα δρεξη πουλιού... Έτσι με φώναζε ό πατέρας μου... Πουλάκι
του... Και ό πρώτος μου σύζυγος, πού ήταν και ποιητής εκτός
από μουσικός, με αποκαλούσε εύθραυστο περιστέρι του...
Γέλασε. Ό χ ι εξωτερικά, άπό μέσα της. Παρ'δλα αυτά
την ένιωσε δτι γέλασε.
—Εκείνος, ό φουκαριάρης, πέθανε... 'Εκείνος ήταν ό
εύθραυστος...
Το βλέμμα της μόλις πού γλίστρησε πάνω στον δεύτε­
ρο σύζυγο της και σκλήρυνε.
— Και συ πού νομίζεις δτι εΐσαι δυνατός, θα φύγεις πριν
άπό μένα...
— Θα είχα φύγει έδώ και πολύ καιρό αν είχα άφεθεϊ να με
κάνεις δ,τι θέλεις... Θυμάσαι το μπουκάλι στο υπόγειο;...
Γέλασε με τή σειρά του, άπό μέσα του. Παρόλο πού ήταν
μόνοι τους μέσα στο βουβό σπίτι και είχαν καταδικάσει
τους εαυτούς τους σε απόλυτη σιωπή, άντάλλασαν βίαιες

ατάκες.
— Περίμενε λίγο... Θα σε κάνω νά σιχαθείς το φαγητό
σου...
Έβγαλε το σημειωματάριο άπό την τσέπη του, έ'γραψε
τρεις λέξεις, έσχισε τή λωρίδα του χαρτιού και το πέταξε
επιδέξια μες στο πιάτο της γυναίκας του.
'Ανέκφραστη, ξεδίπλωσε τό σημείωμα.
Προσοχή στο βούτυρο.
Ήταν ανώτερο των δυνάμεων της: κοκάλωσε. Ποτέ δεν
[ 28 ]

ιπόρεσε νά συνηθίσει εντελώς αυτό τό άστεϊο. "Ηξερε δτι
ΓΟ βούτυρο δεν ήταν δηλητηριασμένο, εφόσον τό κλείδωνε
Ττό ντουλάπι της, και ας μαλάκωνε σε σημείο πού όρισμένις φορές νά λειώνει.
Παρ' δλα αυτά δίστασε νά συνεχίσει νά τρώει, και τό κα­
τάφερε μόνο με πολύ μεγάλο κόπο.
Θά έπαιρνε την εκδίκηση της γι' αυτό αργότερα. 'Ακόμη
?έν ήξερε με ποιόν τρόπο. Είχε χρόνο νά τό σκεφτεί. Ούτε
ένας ούτε ό άλλος δεν είχαν τίποτα απολύτως νά κάνουν.
— Ξεχνάς δτι είμαι γυναίκα και δτι μιά γυναίκα έχει πάν­
τα τήν τελευταία λέξη, δπως ακριβώς μιά γυναίκα ζει τρία
ϊως πέντε χρόνια περισσότερο άπ'τόν άντρα... Άρκεϊ νά με­
τρήσεις τις χήρες... Κατά πόσο είναι περισσότερες άπό τους
(ήρους;...
Εκείνος υπήρξε χήρος παλιά, δμως ήταν άπό ατύχημα,
5έν μετρούσε. Τή γυναίκα του τήν πάτησε ένα λεωφορείο
ττό μπουλβάρ Σαι ν Μισέλ. Δεν σκοτώθηκε επί τόπου. Έζητε άλλα δυο χρόνια, ανάπηρη. 'Εκείνος τότε εργαζόταν ά<όμη. Δεν είχε πάρει σύνταξη. "Οταν επέστρεφε τό βράδυ τή
ρρόντιζε, και ασχολιόταν με τό νοικοκυριό.
— Σε εκδικήθηκε γιά τά καλά εκείνη, έτσι;
"Ενα κενό. Σιωπή. Ή βροχή στην αυλή.
—'Αναρωτιέμαι ορισμένες φορές μήπως τελικά κουράττηκες και τήν ξεφορτώθηκες... Με δλα τά φάρμακα πού
ΐπαιρνε, ήταν εύκολο... Δεν ήταν καχύποπτη, ούτε φινε­
τσάτη δπως έγώ... Ήταν ένα κορίτσι άπ'τό πουθενά, με
(οντροκομμένα κόκκινα χέρια, πού είχε αρμέξει αγελάδες
ττά νιάτα της...
[ 29 ]

Ή ΜαργκερΙτ δεν την είχε γνωρίσει, το ζευγάρι ζούσε
στο Σαρεντόν. Εκείνος της εΐχε αναφέρει για τα κόκκινα
χέρια, με τρυφερότητα όμως, την εποχή πού ακόμη μιλιόν-

βκαλίζει τά κουμπιά τής τηλεόρασης. Στο πρώτο κανάλι
IJTKV ή ώ ρ α τ ώ ν ε ι δ ή σ ε ω ν .

Ι 'όρισε τήν πολυθρόνα του προς τή συσκευή. Τά κούτσου­
ρα στό τζάκι είχαν σχεδόν καεί, όμως δεν χρειαζόταν νά συν­

τουσαν.
— Μοΰ φαίνεται τόσο περίεργο νά βλέπω τα χέρια σου
τόσο λευκά, με τόσο λεπτές αρθρώσεις, το δέρμα σχεδόν

τηρήσει τή φωτιά γιατί μιά γλυκιά ζέστη εΐχε απλωθεί στό
δωμάτιο.

διάφανο... Ή πρώτη μου γυναίκα ήταν κορίτσι της υπαί­

Ε κ ε ί ν η έπλυνε τά δικά της πιάτα. Τήν άκουγε πού πη­

θρου, γεροφτιαγμένη, με στιβαρά κόκκινα χοντρά χέρια...

γαινοερχόταν. Τ Ηρθε στό σαλόνι, όμως δεν έστρεψε αμέσως

' Εβγαλε άπό τήν τσέπη του ένα πακέτο 'ιταλικά πουράκια, χοντροφτιαγμένα, πολύ μαϋρα, πολύ δυνατά, αυτά πού
τά ονομάζουν φερετρόκαρφα.
"Αναψε ενα, ξεφύσηξε τον στυφό καπνό, και χρησιμο­
ποίησε το σπίρτο γιά οδοντογλυφίδα.
— Καλά νά πάθεις, γριούλα μου... Γιά νά μάθεις νά εί­

τήν πολυθρόνα της προς τήν τηλεόραση. Οι ειδήσεις δεν τήν
ενδιέφεραν.
— Δεν είναι παρά βρόμικη πολιτική, ατυχήματα και θη­
ριωδίες. .. έλεγε παλαιότερα.
Ξαναπήρε το αιώνιο πλεκτό της. Κατόπιν, όταν άνήγγϊΐλαν ένα φεστιβάλ τραγουδιού, μετακίνησε τήν πολυθρό­
να, λίγο στην αρχή, μετά ακόμη λίγο, και ακόμη λίγο. Δεν

σαι τόσο μή μου άπτου...
— Περίμενε... Δεν θά χάσεις τ ί π ο τ α . . .
"Αδειασε το ποτήρι του, το μπουκάλι τέλειωσε, ύστερα
άπό κάποια σ τ ι γ μ ή ακινησίας, σηκώθηκε βαριά, κατευθύν­

ήθελε νά δείξει ότι τής άρεσαν αυτές οί σαχλαμάρες. Παρ'
8λα αυτά τύχαινε νά σκουπίσει τή μύτη της κατά τή διάρ­
κεια κάποιου αισθηματικού ή δραματικού έργου.

θηκε προς το νεροχύτη και άφησε νά τρέξει το ζεστό νερό.

'Ο Μπουέν σηκώθηκε γιά νά πάει νά πάρει το σκουπι-

Ό σ ο εκείνη τέλειωνε το φαγητό της με μικροσκοπι­

δοντενεκέ κάτω άπό τή σκάλα και νά τον βγάλει στην άκρη

κές μπουκιές, έπλυνε τά πιάτα του, καθάρισε το τηγάνι

«ϊτό πεζοδρόμιο. Ή βροχή ήταν παγωμένη, ή πάροδος έρη­

πρώτα με ενα χαρτί, μετά με ένα πανί, τύλιξε προσεκτικά

μη, με τά εφτά σπίτια στη σειρά, ελάχιστα άπ τά παράθυ­

σε μια εφημερίδα το λίπος και το κόκαλο της μπριζόλας

ρα φωτισμένα, τά τρία αυτοκίνητα πού περίμεναν τήν επο­

και π ή γ ε και τά έριξε στον σκουπιδοντενεκέ κάτω άπό τ ή

μένη το πρωί και αυτό το απαίσιο γιαπί απ' Οπου είχαν άρ-

σκάλα. Α φ ο ύ φρόντισε φυσικά νά κλειδώσει το ντουλάπι

νίσει νά ορθώνονται τοίχοι δίπλα στις τεράστιες λάκκου-

του.
Έ τ σ ι πέρασε άλλο ενα τμήμα τής ημέρας, και ό Μπουέν

Το ψάρι του σιντριβανιοϋ συνέχιζε νά ξερνάει τον πίδα­

ξεκίνησε το τελευταίο. Ξαναγύρισε στο σαλόνι κι άρχισε νά

κα του νερού πού έπεφτε σε μιά γούρνα σε σχήμα κοχυλιοΰ

3^

3'

και άπό τον μπρούντζινο ερωτιδέα κυλούσαν οι σταγόνες της

Δέν τόλμησε να σηκωθεί αμέσως. Παρά τήν περιέργεια
υ, ()ά περίμενε δση περισσότερη ώρα μπορούσε.

βροχής σαν ρυάκι.
Κλείδωσε την πόρτα πίσω του και έβαλε το σύρτη. Με­

1

Κκείνη βρήκε τον τρόπο για να τον κάνει να τό άποφα-

τά, δπως κάθε βράδυ, κατέβασε τα παντζούρια της τραπεζα­

$1πιι. 'Αρκέστηκε να σηκωθεί και να γυρίσει τό κουμπί τής

ρίας, στο τέλος του σαλονιού δπου ή τηλεόραση ήταν πάντα

Τηλεόρασης στο δεύτερο κανάλι. Εκείνος δέν ανεχόταν νά

αναμμένη.

Τ1»0 επιβάλλουν άλλο πρόγραμμα άπό εκείνο πού είχε επι­

Διαχεόταν Ινα γαλαζοασημί ήμίφως μες στο δωμάτιο,
δμως ήταν αρκετό για να ανακαλύψει έν ριπή οφθαλμού δτι
ή γυναίκα του είχε Ινα θερμόμετρο στο στόμα.
Το εΐχε βρει! Τ Ηταν ή μικρή της εκδίκηση, ή απάντηση
της στην 'ιστορία με το βούτυρο. Φαντάστηκε δτι θα τον συγ­
κινούσε κάνοντας τον να πιστέψει δτι είναι άρρωστη.
Παλιά μιλούσε για το στήθος της, τις βρογχίτιδες της,
και με την παραμικρότερη ψύχρα κουκουλωνόταν με το σά­

λέξει.
"Κτσι, με τό πού επέστρεψε στή θέση της, σηκώθηκε με
τή σειρά του, άλλαξε κανάλι και περνώντας δήθεν τυχαία
πήρε τό σημείωμα.
ΠελιδνόςΙ

Γέλασε. Γέλασε επίτηδες. Γέλασε ψεύτικα,

•)( μέ τήν καρδιά του, γιατί ήταν αλήθεια δτι τό χρώμα του
δέν ήταν καλό. Τό διαπίστωνε κάθε πρωί ενώ ξυριζόταν.
Στην αρχή τό απέδιδε στο φωτισμό τοΰ μπάνιου με τά
θαμπά πλακάκια. Κοιτάχτηκε άλλου. Βέβαια, είχε αδυνα­

λι της.
— Μπορείς να ψοφήσεις, γριούλα μ ο υ . . .

τίσει. Γερνώντας, εΐναι καλύτερα ν'αδυνατίζεις ά π ' τ ό νά

Δεν το σκέφτηκε μόνο. Τής το έγραψε σ ' Ινα χαρτάκι και

Παχαίνεις. Είχε διαβάσει σε μιαν εφημερίδα δτι ο'ι ασφαλι­

το έστειλε στην ποδιά της τή σ τ ι γ μ ή πού δεν το περίμενε.

στικές εταιρείες επιβάλλουν μεγαλύτερα ασφάλιστρα στους

Το διάβασε, έβγαλε το θερμόμετρο άπό το στόμα της, κοί­

παχεϊς άπ' δ,τι στους λιπόσαρκους.

ταξε τον σύζυγο της με οΐκτο και μετά, παίρνοντας άπό τήν
τ σ έ π η της Ινα κομμάτι χαρτί, έγραψε με τ ή σειρά της:

"Ομως, δέν μπορούσε νά συνηθίσει τον εαυτό του έτσι
ϋ>πως είχε καταντήσει. Ήταν ψηλός. Παλιά ήταν μεγαλό­
σωμος, παχύς, γεροδεμένος.

Είσαι

ήδη

πελιδνός.

Στά εργοτάξια φορούσε τεράστιες μπότες και χειμώνα
Καλοκαίρι Ινα μαύρο δερμάτινο σακάκι. Έ τ ρ ω γ ε και έπινε

Δεν τοΰ τό πέταξε, άλλα το ακούμπησε στο τραπέζι. Ε ­

οτιδήποτε χωρίς νά ασχολείται με τό στομάχι του. Γιά περισ­

κείνος έπρεπε να ενοχληθεί. Ε κ ε ί ν η δεν προμηθεύτηκε ση­

σότερο άπό πενήντα χρόνια ουδέποτε τοΰ εΐχε περάσει ή

μειωματάρια με διάτρητα φύλλα. 'Οποιοδήποτε κομματάκι

(οία νά ζυγιστεί.

χαρτί, έστω και άπό μια εφημερίδα, τής αρκούσε.
[ 32 ]

Τώρα αισθανόταν αδύνατος μες στά ρούχα πού έπλεαν
[ 33

πάνω του και καμιά φορά ένιωθε έναν πόνο, άλλοτε στό Ινα

>U της συζύγου, τοϋ Φρεντερίκ Σαρμουά. 'Από τή φωτο­

πόδι ή στό γόνατο, άλλοτε στό στήθος ή στον αυχένα.

γραφία έδειχνε δτι ήταν Ινας άντρας λεπτός, αριστοκρατί­

Ήταν έβδομηντατριών χρόνων, όμως εκτός από το δτι

α ς , μέ ύφος ποιητή, με μουστάκι και μυτερό γενάκι. Ήταν

είχε αδυνατίσει, αρνιόταν νά θεωρήσει τον εαυτό του γέρο.

Β ΐ Ο βιολί στην Ό π ε ρ α και κατά τή διάρκεια της ημέρας

Ή Μαργκερίτ θεωρούσε άραγε τον εαυτό της γερασμέ­

live μαθήματα σε κάποιους μαθητές.

νο ; Όταν ό Μπουέν ξεντυνόταν, του έριχνε περιφρονητικές

Σέ λιγότερο από μία εβδομάδα ό Μπουέν είχε άπαντή-

ματιές, χωρίς ν'αντιλαμβάνεται οτι ήταν σε χειρότερη κα­

Ttt α'αύτη τήν πρόκληση τοποθετώντας τή φωτογραφία της

τάσταση απ'εκείνον.

Τϊρώτης του γυναίκας στό πάνω μέρος τοϋ κρεβατιού του.

Αυτό ήταν άλλο Ινα από τά παιχνίδια τους! Θά το έπαι­

"ΙΊτσι ό καθένας τους περιφρονούσε τον άλλον, δπως άλ-

ζαν πολύ αργότερα, γύρω στις δέκα, όταν θά ανέβαιναν νά

ληλοπεριφρονοΰνταν δταν ξεντύνονταν. Θά μπορούσαν νά

κοιμηθούν. Υπήρχαν τρία δωμάτια στον πάνω όροφο. Τή

αποτραβηχτούν σε κάποιο άλλο δωμάτιο, δμως δεν ήθελαν

νύχτα του γάμου τους πολύ φυσικά είχαν κοιμηθεί στό ϊδιο

νά αλλάξουν τίποτε από τις συνήθειες τών πρώτων χρόνων.

δωμάτιο, αυτό πού ήταν ή κρεβατοκάμαρη τών γονιών της

'() Μπουέν ξεντυνόταν πάντα σχεδόν πρώτος, πολύ συν-

και ή δική της με τον πρώτο της σύζυγο.

ϊσταλμένα. Ό μ ω ς έφτανε κάποια σ τ ι γ μ ή πού έδειχνε τό γυ­

Είχε κρατήσει το παλιό κρεβάτι τους από καρυδιά, το

μνό του στέρνο, δπου τά πλευρά του διακρίνονταν πιά Ινα

πουπουλένιο στρώμα και το τεράστιο πάπλωμα. Ό Μπουέν

Ινα, και τις τριχωτές γάμπες και τους μηρούς του, πού οι

εΐχε προσπαθήσει νά τό συνηθίσει. "Υστερα από λίγες μέρες

μύίς τους εϊχαν χαλαρώσει.

εγκατέλειψε τήν προσπάθεια, και επιπλέον ή γυναίκα του
αρνιόταν νά κοιμούνται με ανοιχτό παράθυρο.

"Ι Ιξερε δτι τον κατασκόπευε, ευχαριστημένη πού τον ε1

βλίπε νά χαλάει σιγά σιγά, δμως λίγο αργότερα έφτανε ή

Δεν έφτασε στό σημείο νά αλλάξει δωμάτιο, άλλα έφερε

<Μΐρά του νά ρίχνει κλεφτές ματιές στό αδύνατο και ανύ­

τό κρεβάτι του και τό εγκατέστησε δίπλα στης γυναίκας του.

παρκτο στήθος, στά οπίσθια της πού κρέμονταν και στους

Ή ταπετσαρία του τοίχου είχε μικρά λουλουδάκια. Στην
αρχή υπήρχαν στον τοίχο δύο φωτογραφίες σε μεγέθυνση

πρησμένους αστραγάλους τής γυναίκας του.
j •— Πολύ όμορφη είσαι, κορίτσι μ ο υ ! . . .

μέσα σε οβάλ κάδρα, του πατέρα της Μαργκερίτ, του Σε-

•— Κι εσύ; Νομίζεις δτι είσαι ω ρ α ί ο ς ; . . .

μπαστιέν Ντουάζ, και της μητέρας της πού εΐχε πεθάνει

'Ιίξακολουθοΰσαν νά μή μιλιούνται. Άναμετριόντουσαν

φθισική όταν ή Μαργκεριτ ήταν ακόμη μωρό.

§ΐο>πηλά. Ό καθένας μέ τή σειρά πήγαινε και έπλενε τά δόν-

'Αργότερα, δταν σταμάτησαν νά μιλιούνται, ή Μαργκερίτ

[ίΐα του, γιατί τό μπάνιο ήταν ό μοναδικός χώρος τοΰ σπι­

είχε κρεμάσει δίπλα στοΰ πατέρα της τό πορτρέτο του πρώ-

τιού πού δεν βρίσκονταν ποτέ μαζί. Κάθε φορά πού ό Ινας

34

[ 35

απ τους δυο πήγαινε μέσα ακουγόταν ό γνώριμος θόρυβος
του σύρτη.
Ό Μπουέν έπεφτε βαριά στο κρεβάτι, έσβηνε το πορ­
τατίφ στο κομοδίνο του. Ή γυναίκα του γλιστρούσε στα
σκεπάσματα της πιο απαλά και εκείνος ήξερε 8τι παρέμε­
νε με τα μάτια ανοιχτά για αρκετή ώρα μέχρι νά τήν πάρει
ό ΰπνος.
'Εκείνος αποκοιμιόταν σχεδόν αμέσως. "Αλλο ένα τμήμα
της ημέρας, το τελευταίο, καταναλώθηκε. Αύριο θά ήταν
μιά άλλη μέρα, ολόιδια σχεδόν.
Ήταν ωραία πού κοιμόταν. Κυρίως δταν έβλεπε όνειρα
οπού δεν είχε ηλικία, και δεν ήταν γέρος. Τύχαινε νά δει το­
πία δπως τα είχε δει παλιότερα, τοπία ολοζώντανα, με ζωη­
ρά χρώματα, όμορφη μυρωδιά. Καμιά φορά επίσης έ'τρεχε,
μέχρι πού του κοβόταν ή ανάσα, αναζητώντας μιά πηγή πού
άκουγε το κελάρυσμά της.
Ποτέ δεν ονειρευόταν τή Μαργκερίτ, τή δέ πρώτη του
γυναίκα σπανίως, και δταν τύχαινε, τήν έ'βλεπε δπως ήταν
λίγο πριν από το γάμο τους.
Ά ρ α γ ε ή Μαργκερίτ ονειρευόταν; Τον πρώτο της άντρα;
Τον πατέρα της; Τήν εποχή πού φορούσε ψάθινα πλατύγυ­
ρα καπέλα και έ'κανε περίπατο στις όχθες τοϋ Μάρνη κρα­
τώντας ανοιχτό το παρασόλι;
Και τί τον ένοιαζε; Δεν πάει νά ονειρευόταν τόν πρώτο
της άντρα τόν μουσικό και τά παιδικά της χρόνια αν της
έκανε κέφι.
Έ τ σ ι κι αλλιώς του ήταν αδιάφορο.

ι—"ι ΥΠΝΗΣΕ ΣΤΙΣ ΕΞΙ, δπως κάθε μέρα, δπως είχε συνηΙ _ Ι θίσει σε δλη του τή ζωή χωρίς ποτέ νά χρειαστεί ξυ­
πνητήρι. Και ό πατέρας του επίσης ξυπνούσε νωρίς. Ήταν
οικοδόμος, τήν εποχή πού ακόμη δεν χρησιμοποιούσαν γε­
ρανούς γιά νά χτίσουν πολυκατοικίες και τους τοίχους τους
ανόρθωναν τούβλο τούβλο δσο ψήλωναν τις σκαλωσιές.
Ζούσαν στο Σαρεντόν, σ'ενα μικρό μονώροφο σπιτάκι,
ακριβώς πίσω άπό τό ρουφράχτη πού συνδέει το κανάλι του
Μάρνη με τόν Σηκουάνα. Οι γείτονες νόμιζαν δτι ό πατέ­
ρας του είχε γκρίζα μαλλιά επειδή πάντα ήταν σκονισμένα
άπό τό γύψο ή τους σοβάδες.
Στο σπιτάκι δεν υπήρχε μπάνιο. Πλένονταν στην αυλή,
δίπλα στην τρόμπα, γυμνοί ά π ' τ ή μέση και πάνω, χειμώνα
καλοκαίρι, και μία φορά τήν εβδομάδα, τό Σάββατο, πή­
γαιναν στά δημόσια λουτρά.
Και ό Μπουέν ήταν επίσης οικοδόμος. Μαθητευόμενος,
άπό δεκατεσσάρων χρόνων, στην αρχή ή δουλειά του ήταν
νά πηγαίνει ν'αγοράζει χύμα κρασί γιά δλο τό συνεργείο.
Πήγαινε στο νυχτερινό σχολείο. Κοιμόταν πολύ λίγο.
Ή τ α ν ήδη παντρεμένος δταν πέρασε τις εξετάσεις γιά εργο­
δηγός, και μετά, πολύ αργότερα, γιά επιθεωρητής έργων
στο τμήμα οδοποιίας.
[ 37 1

Ή πρώτη του γυναίκα λεγότανΆνζέλ, Άνζέλ Ντελίζ. Κα­
ταγόταν άπό Ινα χωρίο κοντά στη Χάβρη και στά δεκάξι της
οι γονείς της την είχαν στείλει στο Παρίσι, δπως είχαν κά­
νει και με τις τέσσερις άλλες αδελφές της. Στην αρχή εργά­
στηκε ως υπηρέτρια, μετά πωλήτρια σ' ενα άλλαντοπωλεΐο.

Τό κρεβάτι γιά εκείνον ήταν κάπως δπως ή μπανιέρα.
Το βράδυ αισθανόταν καλά και βυθιζόταν στον ύπνο. Ό μ ω ς
άπό τις Ιξι τό πρωί, και συχνά τό καλοκαίρι ακόμη πιο νω­
ρίς, ένιωθε τήν ανάγκη νά μπει στην ενεργό ζωή. Είχε προσ­
παθήσει, γιά νά τήν ευχαριστήσει, νά χουζουρέψει μέσα στά

' Ηταν αλήθεια οτι είχε αρμέξει αγελάδες και δτι είχε χον­
τρά κόκκινα χέρια.

σκεπάσματα, άλλα τον έπιανε μιά δυσφορία στο στήθος.

Είχαν νοικιάσει Ινα σπίτι κοντά στο ρουφράχτη, στο Και
ντε Σαρεντόν. Ε κ ε ί ν η την εποχή ό Μπουέν εξακολουθούσε
νά περνάει κάθε πρωί άπό το πατρικό του σπίτι πριν πάει
στή δουλειά.

σε τήν πόρτα φροντίζοντας νά βάλει τό σύρτη. Έ κ α ν ε ντους,

Ούτε στο Και ντε Σαρεντόν είχαν μπάνιο. Εξακολούθη­
σε νά πηγαίνει στά δημόσια λουτρά πού οι διάδρομοι τους
ήταν γεμάτοι ατμούς και μυρωδιά ανθρώπων.
— Γιατί δεν χρησιμοποιείς τήν μπανιέρα;
Είχαν δυσκολευτεί νά συνηθίσουν νά μιλούν στον ενικό
μεταξύ τους, εκείνος και ή Μαργκερίτ. Ήταν εξήντα πέντε
χρόνων δταν ξαναπαντρεύτηκε, εκείνη έξηντατριών. Συμπεριφέρονταν αδέξια μεταξύ τους, ήταν πιο συνεσταλμένοι
κι άπό νεαρά πρωτοερωτευμένα ζευγάρια.
Υ π ή ρ ξ α ν πράγματι ερωτευμένοι;
— Προτιμώ το ντους...

Σηκώθηκε αθόρυβα, κατέφυγε στο μπάνιο, δπου έκλει­
ξυρίστηκε, έβαλε Ινα πολύ φαρδύ, παλιό, κοτλέ παντελόνι,
φανελένιο πουκάμισο, και κατέβηκε με τις παντόφλες γιά
νά μήν κάνει θόρυβο.
' Ηταν πεπεισμένος δτι ήταν ξύπνια, δτι έκανε επίτηδες
πώς-κοιμόταν και δτι τον κατασκόπευε άφουγκραζόμενη τον
κάθε ήχο.
Κάτω, έφτιαξε Ινα μεγάλο μπώλ καφέ. 'Αφού βεβαιώ­
θηκε δτι είχε τό κλειδί του στην τσέπη, κατευθύνθηκε στην
εξώπορτα και βγήκε στο δρόμο.
Αυτή τήν εποχή ήταν ακόμη σκοτάδι και ό μοναδικός
φανοστάτης έστελνε ενα κιτρινωπό φώς πάνω στά σπίτια
και στά εργοτάξια.
Χρόνια ολόκληρα ό γάτος του τον ακολουθούσε με σχε­
δόν επίσημο βηματισμό, σάμπως και αυτός ό περίπατος

"Οταν ήταν ξαπλωμένος στο ζεστό νερό αγχωνόταν. Έ ν ι ω ­
θε νά βαραίνει αφύσικα. Προτιμούσε νά σαπουνίζεται κάτω
ά π ' τ ό ντους, καΐ μετά ν'αφήνει το κρύο νερό νά τρέχει γιά
πολλή ώρα πάνω στο γυμνό σώμα του.

στους έρημους δρόμους νά ήταν γιά εκείνον μιά σημαντική

— Θά εξακολουθήσεις νά σηκώνεσαι τόσο νωρίς ενώ δεν
έχεις νά κάνεις τίποτε απολύτως δλη τήν ήμερα;

τελευταία χρόνια της ζωής της γυναίκας του, δταν άπό τό

[ 3«

πράξη, κάτι σαν σιωπηλή ιεροτελεστία και γιά τους δυό
τους.
Στο Και ντε Σαρεντόν δ Μπουέν δεν είχε γάτα. Τά δυό
δυστύχημα έμεινε κατάκοιτη, δεν είχε χρόνο νά κάνει περι39

πάτους. Φρόντιζε τό νοικοκυριό, τακτοποιούσε, έπλενε,
έτριβε, ετοίμαζε τό πρωινό της Άνζέλ.
Πριν άπό τό ατύχημα, περπατούσε τουλάχιστον μισή
ώρα στις Οχθες τοϋ καναλιού, χαζεύοντας τά αραγμένα ποταμοκάικα, τά βαρέλια πού προορίζονταν γιά τους μεγαλέμ­
πορους κρασιών, τά ρυμουλκά πού έσερναν τρεΐς-τέσσερις
μαοϋνες φορτωμένες άμμο άπό τήν περιοχή του Κορμπέιγ.
Τώρα έκανε πάντοτε τον ίδιο γύρο. Ή πάροδος συνδεό­
ταν με τήν όδό Ντε λά Σαντέ, στά μισά της απόστασης με­
ταξύ τών φυλακών και τοϋ νοσοκομείου Κοσέν. Πιο πέρα,
ήταν τό φρενοκομείο απ' όπου περνούσε γιά νά πάρει τήν όδό
Φωμπούρ Σαιν Ζάκ.
Στή γωνία της όδοΰ Τόμπ Ίσουάρ και της πλατείας Σαίν
Ζάκ έβλεπε τήν εκκλησία Σαίν Ντομινίκ, όπου πήγαινε ή
Μαργκερίτ τις Κυριακές. Τό καλοκαίρι τύχαινε νά πάει και
καθημερινές.
Γιά ενα μεγάλο χρονικό διάστημα μεταλάβαινε κάθε μέ­
ρα. Τότε, ήταν πολύ φίλη με τον ιερέα και τον βοηθούσε νά
στολίζει τά προσκυνητάρια και νά τακτοποιεί τά λουλούδια
μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
Τί συνέβη μεταξύ τους; Ποια ήταν ή αιτία τοΰ τσακω­
μού τους; Πάντως εκείνη σταμάτησε νά τον βλέπει και νά
ασχολείται με τις αγαθοεργίες της ενορίας, και αρκέστηκε,
αντί γιά τό προσωπικό της στασίδι όπου προσευχόταν, νά
πηγαίνει νά κάθεται σε μιά ψάθινη καρέκλα σ'ενα σκοτεινό
σημείο της εκκλησίας.
Ό Μπουέν δεν είχε μπεϊπαρά μία φορά, άπό περιέργεια,
έκτος άπ'τή φορά πού παντρεύτηκε φυσικά. Ήταν βαπτι[ 40

σμένος. Είχε κάνει και τήν πρώτη του μετάληψη. 'Αλλά άπό
τήν οικογένεια του κανείς δεν πήγαινε στην εκκλησία, πράγ­
μα πού δεν τον εμπόδισε νά κάνει στους γονείς του θρησκευ­
τική κηδεία.
Είχε μόνο μία αδελφή πού αρχικά πήρε κακό δρόμο. Γιά
πολλά χρόνια δεν εΐχαν καμία εϊδησή της. 'Αγνοούσαν αν
ζούσε ή αν πέθανε. Μετά, μιά ωραία πρωία, ενα γράμμα πού
είχε περάσει άπό πολλές διευθύνσεις, και είχε σημειώσεις
άπό διάφορους ταχυδρόμους, έφτασε στον Έμίλ. Ή αδελφή
του τοΰ ανήγγελλε ότι ήταν παντρεμένη μ' έναν μυλωνά στην
περιοχή της Τουρ, ότι είχε δυο παιδιά, Ινα μεγάλο σπίτι
στις Οχθες τοΰ Λίγηρα και ενα μεγάλο αμερικανικό αυτο­
κίνητο.
Δεν τήν ξαναεΐδε ποτέ. Της είχε γράψει ότι ήταν χήρος
και ότι πλησίαζε στην ηλικία πού θά έπαιρνε σύνταξη.
"Εστριψε δεξιά στο μπουλβάρ Πόρ Ρουαγιάλ, και μετά
πάλι δεξιά στην όδό Ντε λά Σαντέ πού τήν βρήκε πάλι έρη­
μη όπως όταν ξεκίνησε.
Κατά τή διάρκεια ενός δεκαπεντάλεπτου περιπάτου είχε
περάσει μπροστά άπό ενα νοσοκομείο, μιά φυλακή, ενα φρε­
νοκομείο, μιά σχολή νοσοκόμων, μιά εκκλησία και ενα τμή­
μα της πυροσβεστικής. Δεν ήταν σάν περίληψη της ανθρώ­
πινης ύπαρξης; "Ελειπε μόνο τό νεκροταφείο, πού κι αυτό
δεν ήταν και πολύ μακριά.
Όταν επέστρεψε, ένας άπό τους γείτονες, ό Βικτόρ Μακρί, με εύθυτενή κορμοστασιά, βγήκε άπό τό νούμερο 3 και
έβαλε μπρος τό αυτοκίνητο του. Τό αυτοκίνητο έβγαλε στην
αρχή πολλούς καπνούς μέχρι ή μηχανή νά βρει σιγά σιγά τό
41

ρυθμό της και ό Μακρί πήρε την κατεύθυνση προς το με­
γάλο ξενοδοχείο της δεξιάς όχθης στο όποιο ήταν θυρωρός.

Ό πατέρας του, πριν φύγει για τή δουλειά, έτρωγε ενα
πιάτο σούπα, ενα μπιφτέκι ή κάτι μαγειρευτό, γεγονός πού

Ή ΜαργκερΙτ και εκείνος γνώριζαν όλους τους κατοί­
κους της παρόδου. Ή Μαργκερίτ ήταν ή ιδιοκτήτρια της
σειράς των σπιτιών πού απόμειναν, άφοΰ ό πατέρας της είχε
πουλήσει λίγα χρόνια πριν πεθάνει τήν απέναντι σειρά, εκεί
δπου τώρα χτιζόταν ή μεγάλη οικοδομή.

δέν τον εμπόδιζε νά παίρνει μες στο δισάκκι του κάτι γιά

Ό Έ μ ί λ Μπουέν έβγαλε το κλειδί από τήν τσέπη του.
Είχαν περάσει τρία χρόνια, όμως ό γάτος εξακολουθούσε να
του λείπει και σχεδόν κάθε πρωί κοντοστεκόταν σαν να ήθε­
λε ν αφήσει το ζώο να περάσει πρώτο, όπως το συνήθιζε
παλιά.

πάρα πολύ ακριβά. Καί σίγουρα ή μητέρα του δέν θά τά

"Ακουσε βήματα στον πρώτο δροφο, το νερό πού έτρεχε
στην μπανιέρα. Μπορούσε ν'ανοίξει τα παντζούρια. Σε λί­
γ η ώρα το σκοτάδι δέν θα ήταν τόσο πυκνό, το άεριόφως θα
γινόταν πιο ωχρό καί, αφού πρώτα θ'ανοιγόκλειναν εξώ­
πορτες, θα ακούγονταν βήματα να κατευθύνονται προς τήν
οδό Ντε λα Σαντέ.

τιά πριν φύγουν γιά τή δουλειά.

Ή μοναξιά αυτής της ώρας δέν τον βάραινε, ούτε ή ερη­
μιά γύρω του. Ήταν συνηθισμένος δλη του τή ζωή νά κά­
νει τις ϊδιες ώρες τις ίδιες κινήσεις.

φορος στις μυρωδιές. Καί τους δρόμους δέν τους έβλεπε μέ

Κάποιες κινήσεις, κάποια ωράρια είχαν αλλάξει. Είχε
γνωρίσει διαφορετικές φάσεις, άλλα ή καθεμία από αυτές
ήταν σημαδεμένη από έναν καθορισμένο ρυθμό πού απέ­
φευγε νά τον αλλάξει.
Τώρα, όπως καί όταν ετοιμαζόταν νά πάει σέ κάποιο
εργοτάξιο, ήταν ή ώρα του κόκκινου κρασιού, τού ψωμιού
καί τού σαλαμιοϋ.
[ 42

νά κολατσίσει.
Ή μητέρα του ήταν κοντή καί αρκετά παχιά. Τή θυμό­
ταν κυρίως νά βάζει μπουγάδα καί μετά ν'απλώνει στην
αυλή. Τότε δέν υπήρχαν πλυντήρια. Ή αν υπήρχαν θά ήταν
εμπιστευόταν γιατί δυσπιστούσε σέ οτιδήποτε ηλεκτρικό.
Έ β α ζ ε τά ροϋχα σέ μιά γανωμένη σκάφη νά βράσουν καί
έπρεπε νά αρχίσει τήν μπουγάδα νωρίς το πρωί γιατί χρεια­
ζόταν άντρα καί γιο γιά νά τραβήξουν τ ή σκάφη από τή φω­
Υ π ή ρ χ α ν οί μέρες τού σιδερώματος, τά βράδια πού ήταν
αφιερωμένα στο μαντάρισμα, το απόγευμα τού γυαλίσμα­
τος τών μπρούντζων, έτσι ή εβδομάδα ήταν μιά συνέχεια
άπό διαφορετικές εικόνες καί μυρωδιές.
Ό λ ω ς περιέργως, με τά χρόνια, είχε γίνει σχεδόν αδιά­
το ϊδιο μάτι όπως παλιά, πού αποτελούσαν ενα θέαμα πού
μεταβαλλόταν συνεχώς καί δέν το βαριόταν ούτε στιγμή.
Τότε είχε τήν εντύπωση, όταν βυθιζόταν μέσα στο πλή­
θος, δτι αποτελούσε τμήμα ενός συνόλου, ότι συμμετείχε σέ
μία συμφωνία της οποίας ή κάθε νότα, ό κάθε χρωματισμός,
ή κάθε ζεστή ή κρύα πνοή τον μάγευαν.
Δέν θά μπορούσε νά πει πότε επήλθε ή αλλαγή. Σίγουρα
σιγά σιγά, όσο γερνούσε χωρίς νά το αντιλαμβάνεται. Για­
τί ποτέ δέν είχε αντιληφθεί ότι γερνούσε. Δέν ένιωθε γέρος.
[ 43 1

Πραγματικά ξαφνιαζόταν δταν σκεφτόταν την ηλικία του.
Δεν είχε γίνει οΰτε πιο φρόνιμος οΰτε πιο αδιάφορος.
Διατηρούσε ακόμη κάποια παιδιαρίσματα, σκέψεις, κινή­
σεις, μανίες του παιδιού πού υπήρξε κάποτε.
Στην πλατεία Σαίν Ζακ είχε αγοράσει την πρωινή εφη­
μερίδα, στην οποία έριξε μια ματιά τρώγοντας. Ή Μαργκερίτ περνούσε πολλή ώρα επάνω, κάνοντας τήν τουαλέτα
της. Όταν ακόμη μιλούσαν, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, τής
εΐχε τονίσει δτι ήταν επικίνδυνο νά κάνει μπάνιο σ'εναν
χώρο κλειδωμένο με σύρτη, γιατί θά μπορούσε νά νιώσει
κάποια αδιαθεσία και δεν θά το αντιλαμβανόταν κανείς.
'Εκείνος απέκτησε τη συνήθεια, ακόμη και κατά τή χρο­
νική περίοδο πού κήρυξαν τόν πόλεμο μεταξύ τους, νά στή­
νει αυτί δταν εκείνη βρισκόταν στην μπανιέρα. Και ήταν
αρκετά εύκολο γιατί το μπάνιο ήταν πάνω από τήν κουζί­
να. Ή αποχέτευση περνούσε από κει, στά δεξιά του ενός
ντουλαπιού, και τά νερά ακούγονταν δυνατά κάθε φορά πού
άδειαζε ή μπανιέρα.
"Ηπιε δυο ποτήρια κρασί, άπό Ινα χοντρό ποτήρι χωρίς
πόδι, σάν αυτά πού έχουν στην επαρχία. Θά έπινε ένα τρί­
το αργότερα, στο μέσον τοΰ πρωινού, δταν θά επέστρεφε άπό
τά ψώνια.
Το ρολόι έδειχνε εφτά και τέταρτο. Το πρωί εΐχε τήν εν­
τύπωση, δτι το τίκ-τάκ του ήταν πιο δυνατό απ'δ,τι τήν
υπόλοιπη μέρα. 'Επίσης είχε παρατηρήσει δτι ακουγόταν
πιο γρήγορο άπό εκείνο τοΰ σαλονιού, και αναρωτιόταν πώς
ήταν δυνατόν, εφόσον τά δύο ρολόγια έδειχναν τήν ϊδια ώρα.
'Άναψε το πρώτο του ιταλικό πουράκι, κατέβηκε στο ύ[ 44

πόγειο το όποιο φωτιζόταν άπό έναν λαμπτήρα χαμηλής
'ισχύος πού ήταν βιδωμένος στο ταβάνι. 'Επί ένα τέταρτο
έκοβε ξύλα, γιατί ήταν πιο οικονομικό νά αγοράζουν μεγά­
λα στρογγυλά κούτσουρα άπ'δ,τι κομματιασμένα στις δια­
στάσεις του τζακιού.
Γέμισε το καλάθι, το ανέβασε στο σαλόνι και μιά άλλη
δουλειά πού έκανε με μεθοδικότητα ήταν ν'άνάψει τή φω­
τιά ακούγοντας συγχρόνως τις ειδήσεις άπό ένα τρανζίστορ.
Στην πραγματικότητα οι ειδήσεις αυτές δεν τόν ενδιέ­
φεραν. ' Ηταν μιά συνήθεια ή οποία σημάδευε κάποια στιγ­
μή τής ημέρας. "Ακουσε τή Μαργκερίτ πού μπήκε στην τρα­
πεζαρία, μετά στην κουζίνα. Στο δρόμο ή βροχή έπεφτε μέ­
σα άπό μιά γαλακτερή ομίχλη.
Δεν υπήρχε ανάγκη επιτήρησης, εφόσον τά τρόφιμα του
ήταν κλειδωμένα στο ντουλάπι του. 'Ετοίμασε και εκείνη τόν
καφέ της, ντεκαφεϊνέ, γιατί ήταν πεπεισμένη δτι έπασχε άπό
καρδιά.
'Ή μήπως ήταν ένα άλλοθι, ένα πρόσχημα γιά νά παρα­
πονιέται ή νά παίρνει αυτό το φιλάσθενο ύφος;
Τόν έπινε τόν καφέ της με γάλα, τρώγοντας τρεις ή τέσ­
σερις φρυγανιές με βούτυρο και έτσι δεν είχε τίποτα νά πλύ­
νει.
Ή φωτιά εΐχε αρχίσει νά δυναμώνει στο σαλόνι. Παρό­
λο πού ή μέρα ήταν ακόμη άστατη και μουντή, ό Έμίλ έσβη­
σε τά φώτα, ανέβηκε στον δροφο δπου εΐχε ακόμη νά στρώ­
σει το κρεβάτι του. Το φρόντισε ιδιαίτερα, χωρίς ν'αφήσει
καμιά ζαρωματιά ούτε στά σεντόνια ούτε στις κουβέρτες ή
στο σκέπασμα.
[ 45

Ή Μαργκερίτ εΐχε το χρόνο ν'άνεβεϊ με τη σειρά της.
Δεν χαιρετήθηκαν, δεν αντάλλαξαν οΰτε ενα βλέμμα. Ό κα­
θένας τους συνέχισε τ η δουλειά του ρίχνοντας στον άλλον
φευγαλέες ματιές δταν νόμιζε δτι δεν γινόταν αντιληπτός.

σικές φράσεις στο βιολί και ό δάσκαλος νά τους συνοδεύει

Είχε γεράσει. Βέβαια, δταν τή γνώρισε δεν ήταν πια νέα
άλλα μια γυναίκα κάποιας ηλικίας, λίγο λεπτεπίλεπτη,
πράγμα πού ενίσχυε τον αρχοντικό της αέρα.

γκερίτ, ή οποία έπαιζε επίσης μέχρι το θάνατο τοΰ συζύ­

Το πρόσωπο της εΐχε ενα δροσερό ροδαλό χρώμα, σαν
κουφέτου, πλαισιωμένο από λευκά μεταξένια μαλλιά, και
μιαν έκφραση τρυφερή και καλοσυνάτη.
Οι μαγαζάτορες της όδοΰ Σαίν Ζάκ τή λάτρευαν και τ ή
σέβονταν. Δεν άνηκε στον κόσμο τους, άλλα σ'εναν κόσμο
χωριστό. Στη γειτονιά δπου ό πατέρας της εΐχε χτίσει πα­
λιά τά σπίτια της παρόδου, πού εΐχε και το δνομά του, ήταν
κατά κάποιον τρόπο άριστοκράτισσα.
Περισσότερο άπό τριάντα χρόνια εΐχε ζήσει μ'έναν άν­
τρα εξίσου διακεκριμένο δπως εκείνη, έναν μουσικό, έναν
καλλιτέχνη, πρώτο βιολί στην Ό π ε ρ α , πού το βράδυ τον
έβλεπαν να περνάει με φράκο κάτω άπό τή μαύρη κάπα και
με ημίψηλο, το όποιο κράτησε το συνήθειο νά το φοράει γιά
πολύ καιρό.

στο πιάνο.
Το πιάνο βρισκόταν ακόμη στή γωνία του σαλονιού, γε­
μάτο άπό φωτογραφίες και εύθραυστα μπιμπελό. Ή Μαρ­
γου της, με το πού επέστρεψε άπό τήν κηδεία του, αποφά­
σισε νά μήν ξαναπαίξει ποτέ πιά μουσική.
Ό Μπουέν στην αρχή εΐχε επιμείνει. Ε κ ε ί ν η απαντούσε
ήρεμα άλλα πεισματικά:
— Ό χ ι , Έ μ ί λ . . . Ήταν το πιάνο του. Είναι πάντα κάτι
άπό τή ζωή τ ο υ . . .
Μια φορά είχε σηκώσει το καπάκι και άφησε τά δάχτυ­
λα του νά τρέξουν πάνω στά πλήκτρα άπό ελεφαντόδοντο'
εκείνη κατέβηκε φουριόζα τή σκάλα, αγανακτισμένη, αδυ­
νατώντας νά καταλάβει πώς μπόρεσε νά έχει τόσο θράσος.
Στά μάτια της το πιάνο αποτελούσε κομμάτι τοΰ συζύ­
γου της. Ήταν ένα ιερό κειμήλιο, δπως το βιολί πού ήταν
κλειδωμένο σ'ένα ντουλάπι. Βέβαια, τώρα ένας άλλος άν­
τρας μοιραζόταν το δωμάτιο στο όποιο ό Φρεντερίκ Σαρμουά είχε μείνει πάνω άπό τριάντα χρόνια μαζί της. Πλε­
νόταν στο ίδιο μπάνιο. Στην αρχή είχαν προσπαθήσει νά

Κι εκείνος εΐχε το ίδιο μειλίχιο και αμυδρό χαμόγελο,
αυτή τή συνεσταλμένη και ταυτόχρονα λιγουλάκι συγκαταβατική ευγένεια.

έχουν τις ίδιες στενές σχέσεις.

— Εΐναι τόσο καλός δάσκαλος... Φέτος πάλι, Ινας άπό
τους μαθητές του πήρε το πρώτο βραβείο στο Ώδεΐο...

αδέξια φάνταζαν γελοίες, σάν παρωδία.

Ό μ ω ς δέν τά κατάφεραν. Φοβισμένοι και οί δύο, είχαν
τήν εντύπωση δτι στην ηλικία τους οί κινήσεις πού έκαναν
Ποιος ξέρει; Γιά τή Μαργκερίτ ίσως νά ήταν ιεροσυλία.

Ε κ ε ί ν η τήν εποχή, μες στην πάροδο, επί ώρες ολόκλη­
ρες άκουγες τους μαθητές νά επαναλαμβάνουν τις Ί'διες μου-

τικά σφιγμένα. Ήταν αποφασισμένη νά τό υπομείνει. Έφό-

[ 46 ]

47

Θυμόταν πώς κρατούσε τά μάτια κλειστά, τά χείλη ερμη­

σον είχαν παντρευτεί, ό καινούργιος σύζυγος της εΐχε τό δι­
καίωμα νά απολαύσει τό κορμί της.

δαιμονικό.

Ό μ ω ς αυτό τό κορμί παρέμεινε ακίνητο, σε θέση άμυ­
νας.

έντονα, σάν νά προσπαθούσε νά καταλάβει τί ήρθε να κάνει

— Γιατί δεν συνεχίζεις άφοΰ τό θέλεις;
— Και σύ;
— Δ ε ν ξέρω.
Παλιά, ίσως νά τό είχε θελήσει. Τό βράδυ πού κοιμό­
ταν, ϊσως ορισμένες φορές νά ονειρευόταν τις απολαύσεις
πού εΐχε γνωρίσει κάποτε. Τη σ τ ι γ μ ή πού μπόρεσε νά τΙς
έχει, δλο της τό εΐναι επαναστάτησε.
— Θά συνηθίσουμε ό ένας τον άλλον...
Εΐχαν προσπαθήσει αρκετές φορές.
— Νόμιζα πώς μ'άγαποϋσες...
— Σε συμπαθώ... Συγχώρεσε μ ε . . .
— Τί σ'εμποδίζει;
— Συγχώρεσε μ ε . . . Δεν φταίω έ γ ώ . . . επαναλάμβανε,
και δάκρυα τρεμόπαιζαν στις άκρες των βλεφαρίδων της.

Ό σ ο γιά τό γάτο, τής ένέπνεε έναν τρόμο σχεδόν δεισι'Από την πρώτη κιόλας μέρα, τό ζωντανό τήν κοίταξε
σ τ η ζ ω ή τους, σ τ η ζ ω ή εκείνου και του κυρίου του.
Τύχαινε νά τήν ακολουθεί σε δλο τό σπίτι και στις σκά­
λες, σάν νά ήθελε νά βεβαιωθεί δτι δεν αποτελούσε κίνδυνο,
και τά χρυσαφιά γεμάτα μυστήριο μάτια του, έμοιαζαν πάν­
τα νά απορούν.
Κοιμόταν στο κρεβάτι του Μπουέν, κολλημένος στά πό­
δια του δπου γιά νά αποκοιμηθεί περίμενε μέχρις δτου αυτό
τό άγνωστο ον, πού κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι, παρα­
μείνει εντελώς ακίνητο.
'Εκείνη τήν εποχή μόνο ή Μαργκερίτ ασχολιόταν με τό
νοικοκυριό.
— Δεν θά πάς νά κάνεις τον περίπατο σου;
Δεν τής άρεσε νά τον βλέπει νά περιφέρεται στο σπίτι
δσο καθάριζε. 'Εκείνος έβαζε τήν τραγιάσκα του και περ­

Τά πράγματα άντι νά εξομαλυνθούν πήγαν προς τό χει­
ρότερο. Με τό πού πλησίαζε τό κρεβάτι από καρυδιά έβλε­
π ε τό σώμα τής Μαργκερίτ νά τσιτώνεται, τά μάτια της νά
σκληραίνουν, νά εκφράζουν μίσος σχεδόν.

πατούσε στους δρόμους, καμιά φορά πήγαινε πολύ μακριά,

Ήταν τό αρσενικό, τό κτήνος πού δεν σκέφτεται παρά
τις προσωπικές του απολαύσεις. Εΐχε ήδη υποστεί τό βαρύ
του περπάτημα, τον τρόπο πού περιφερόταν μες στο σπίτι
όπου κάποτε βασίλευαν ή διακριτικότητα και ή λεπτότητα.
Ή τ α ν αδύνατο νά συνηθίσει τά πούρα του, τά όποια στην
αρχή έβγαινε και τά κάπνιζε στην εξώπορτα.

ματούσε νά πιει ενα ποτήρι κόκκινο κρασί σε κάποιο μπι-

μέχρι τις δχθες, και τις ακολουθούσε με ρυθμικό βήμα, ώσ­
που νά φτάσει στην παλιά του γειτονιά.
Δεν ήταν ούτε ευτυχισμένος ούτε δυστυχισμένος. Στα­
στρό, δπως παλιά, τήν ώρα τής παύσης, δταν επιτηρούσε
κάποιο εργοτάξιο.
Ή διαφορά εΐναι δτι τότε περιτριγυριζόταν άπό ανθρώ­
πους σάν τον ίδιο, γεμάτους σκόνη και λάσπη. Μιλούσαν δυ­
νατά, γελούσαν, τσούγκριζαν τά ποτήρια.
49

—"Αλλο Ινα ποτηράκι για όλους, Ά λ ί ς , κερνάω ε γ ώ . . .
Εΐχε δουλέψει για πολύ καιρό στο κέντρο της πόλης, ό­
ταν έγινε ή σύνδεση του μπουλβάρ Ώσμάν με τα μεγάλα βουλεβάρτα. 'Επίσης συμμετείχε στη μετατροπή των εξωτερι­
κών βουλεβάρτων και στην κατεδάφιση των παλαιών τειχών.
Παντού ξετρύπωναν κάποιο μικρό συμπαθητικό καφε­
νείο δπου οι άντρες συναντιόντουσαν αρκετές φορές τήν η­
μέρα. Συχνά έτρωγαν εκεί, βγάζοντας τα τρόφιμα α π ' τ ο δισάκκι τους. Ή πρώτη του γυναίκα, ή Άνζέλ, έβρισκε αύτη
τ η ζωή απόλυτα φυσική. Δεν εΐχαν παιδιά και δεν έψαξαν
νά μάθουν ποιος ήταν ό υπεύθυνος.
Ή Άνζέλ δέν ήταν άριστοκράτισσα. Τ Ηταν πάντα εύθυ­
μη, μέ μιά θορυβώδη ευθυμία. Τρελαινόταν γιά τον κινημα­
τογράφο. Πήγαινε μόνη της το απόγευμα και συχνά το βρά­
δυ τοϋ ζητούσε νά τή συνοδέψει γιά νά δει Ινα άλλο έργο.
Τά σαββατόβραδα πήγαιναν γιά χορό.
Τις Κυριακές τό καλοκαίρι, έ'παιρναν το τρένο γιά κά­
ποια κοντινή εξοχή, έτρωγαν εξω, συναντούσαν κι άλλα συμ­
παθητικά ζευγάρια και γλεντούσαν μαζί.
Ζεσταίνονταν. "Ιδρωναν. Έκαναν μπάνιο στο ποτάμι. Ή
Ά ν ζ έ λ δέν ήξερε κολύμπι και πλατσούριζε κοντά στην δχθη.
"Οταν επέστρεφαν, εΐχαν μιά παράξενη γεύση στο στό­
μα, τή γεύση άπ'τά τηγανητά πού εΐχαν φάει, άπό ξερά φύλ­
λα, άπό τήν άμμο τοΰ ποταμού. Τό κεφάλι τους γύριζε ελα­
φρά, γιατί έπιναν αρκετά. Έ ν ι ω θ ε τό χέρι της γυναίκας του
αγκιστρωμένο στο μπράτσο του, νά βαραίνει δσο πλησία­
ζαν στο σπίτι.
— Εΐμαι ψόφια...

Τον διασκέδαζε νά τή νιώθει μεθυσμένη.
— ' Ε σ έ ν α τά πόδια σου δέν σ'εγκαταλείπουν;

-Όχι...
— Πάω στοίχημα οτι θά θέλεις νά κάνεις έ ρ ω τ α . . .
— Γιατί ο χ ι ; . . .
— Κι έ γ ώ θέλω, άλλα αναρωτιέμαι αν θά ε χ ω τή δύνα­
μη. .. Τόσο τό χειρότερο γιά σένα αν αποκοιμηθώ...
Τίποτα δέν ήταν σημαντικό. Τίποτα δέν ήταν σοβαρό,
πόσο μάλλον δραματικό. Τύχαινε τό φαγητό νά μήν είναι
Ιτοιμο, τό κρεβάτι νά μήν εΐναι στρωμένο.
— Νά φανταστείς δτι κοιμόμουν σχεδόν δλη μέρα... Φταις
κι εσύ γ ι ' α ύ τ ό . . . Ά ν δέν μέ πασπάτευες μέχρι τις δύο τό
πρωί...
Ή Μαργκεριτ θά τήν έβρισκε χυδαία τήν Άνζέλ. "Οντως
ήταν, άλλα μέ μιά χυδαιότητα όμορφη και υγιή πού έμοια­
ζε μέ τή δική του.
— Πές, μ ' έχεις απατήσει;
— Μου έχει σ υ μ β ε ί . .
— Σοΰ συμβαίνει ακόμη;
— Πότε πότε, δταν δοθεί ή ευκαιρία... Πάντα υπάρχουν
μικρούλες πού τριγυρνούν γύρω ά π ' τ ά γ ι α π ι ά . . .
— Δέν ντρέπεσαι νά τις εκμεταλλεύεσαι;
-Όχι.
—Αισθάνεσαι τό ίδιο δπως μαζί μου;
— Ό χ ι ακριβώς.
— Γιατί;
— Γιατί σ ' ά γ α π ώ . . . Μέ τις άλλες εΐναι σαν νά πίνεις
μιά μ π ί ρ α . . .

[ 5ΐ

— Ά ν ήξεραν τί σκέφτεσαι γι'αυτές...
—Δεν τις νοιάζει... Τυχαίνει να τις περνάμε ό ένας στον
άλλον...
Ποιος ξέρει; "Ισως και ή Άνζέλ να τον απατούσε; Προ­
τιμούσε νά μην το σκέφτεται, δμως δεν απέκλειε αύτη τήν
πιθανότητα. Είχε τα απογεύματα της ελεύθερα. Κατέβαινε
στο κέντρο, χάζευε τα καταστήματα, οχι για νά κάνει ψώ­
νια, γιατί δεν είχε χρήματα, άλλα γιατί της άρεσε. 'Οποια­
δήποτε αφίσα τοΰ σινεμά τήν έβαζε σε πειρασμό νά δει το
έργο, και πήγαινε καί καθόταν μες στο σκοτάδι.
Κανένας άντρας, τότε, δεν εΐχε δοκιμάσει τήν τύχη του;
Ό χ ι μόνο γέροι, πού γι'αυτούς είναι Ινα εΐδος αρρώστιας,
αλλά νέοι πού μπορεί νά είχαν ρεπό.
—Έσύ, με απάτησες ποτέ;
— Γιατί ρωτάς;
— Γιατί μόλις μου έκανες τήν ίδια ερώτηση.
— Φαντάζεσαι δτι θά σου δώσω τήν ίδια απάντηση; Δεν
ζηλεύεις;
— Μπορεί ναί... Μπορεί καί οχι...
— Καί σε τί θά μ'ωφελούσε; Μου φτάνεις έσύ, δχι;
Αυτό δεν ήταν απάντηση. Τοΰ έτυχε νά τή σκεφτεί σμί­
γοντας τά φρύδια, δμως δεν μπορεί νά πει κανείς οτι τον
ανησύχησε.
Μπορεί ναί, μπορεί καί οχι. Ούτως ή άλλως ήταν μιά
καλή κοπέλα πού έβαζε τά δυνατά της νά τον κάνει ευτυχι­
σμένο.
Καί ήταν. Δεν εΐχε όρεξη ν'αλλάξει. Τοΰ άρεσε ή ζωή
του. Αργότερα, 'ίσως ν'αγόραζε Ινα αυτοκίνητο γιά νά πη[ 52

γαίνει βόλτα με τήν Ανζέλ τις Κυριακές αντί νά παίρνουν
το τρένο ή το λεωφορείο.
Δεν προέβλεψε δτι, ενα φθινοπωρινό απόγευμα, τή γυ­
ναίκα του θά τή χτυπούσε λεωφορείο στο μπουλβάρ Σαίν
Μισέλ, πόσο μάλλον δτι τή στιγμή πού θά έπαιρνε τή σύν­
ταξη του, στα έξηνταπέντε του, θά παντρευόταν μιά γυναί­
κα σχεδόν συνομήλικη του.

Στις δέκα τέλειωσε με τά καθήκοντα τοΰ νοικοκυριού πού
είχε αναλάβει. Δεν τοΰ το είχε ζητήσει εκείνη. Ό ϊδιος, τήν
επομένη της ημέρας πού είχαν σταματήσει νά μιλιούνται,
εΐχε αποφασίσει δτι δεν ήθελε νά της οφείλει τίποτα. Ό θυ­
μός τους τότε ακόμη ήταν φρέσκος. Τύχαινε ό καθένας μό­
νος του νά μιλά χαμηλόφωνα. Ό καθένας τους ένιωθε θύμα
καί θεωρούσε τον άλλον τέρας.
Με μανία σχεδόν, είχε καθαρίσει το σαλόνι, τήν τραπε­
ζαρία ακόμη καί τήν κουζίνα δπου σφουγγάρισε τά πλακά­
κια, γονατιστός, με νερό καί σαπούνι, δπως εΐχε δει παλιά
νά κάνει ή μητέρα του.
Επειδή υπήρχε μόνο μία ηλεκτρική σκούπα, έπρεπε νά
περιμένει νά σταματήσει ό θόρυβος της στο υπνοδωμάτιο,
φέουδο της Μαργκερίτ, γιά νά πάει νά τήν πάρει. Το δίκαιο
θά ήταν νά τοΰ τήν κατέβαζε ως τά μισά της σκάλας.
Μία φορά τήν εβδομάδα περνούσε κερί στο παρκέ τοΰ σα­
λονιού, οχι τόσο γιά νά ευχαριστήσει τή γριά αλλά επειδή
τοΰ άρεσε ή μυρωδιά της παρκετίνης.
"Υστερα ξεκινούσε το μικρό τους παιχνίδι. Μόλις εΐχε
53

αρχίσει. Ή λέξη παιχνίδι δεν τοϋ άρεσε. Οΰτε της Μαργκερίτ θα έπρεπε να της αρέσει. Ό μ ω ς πώς με τό μυαλό
της θα ονόμαζε τήν παρτίδα πού παιζόταν κάθε πρωί;

νά τά άφησε νά περάσουν οντάς έτοιμη, με τήν ομπρέλα στο

Ή λέξη παιχνίδι προϋποθέτει κάποια χαρά πού δεν τήν
αισθανόταν ούτε ό ένας ούτε ό άλλος, παρά μόνο άπό και­
ρού εις καιρόν, χωριστά, και ακόμη και τότε φρόντιζαν νά
τήν κρύψουν.

Καί εκείνος είχε ένα, παρόμοιο σχεδόν. Όταν ή εξώπορ­

χέρι, περιμένοντας στο δωμάτιο, αποφάσισε επιτέλους νά
κατέβει καί νά πάρει τό δίχτυ της άπό τήν κουζίνα.
τα έκλεισε πίσω άπό τή γυναίκα του, κατευθύνθηκε με τή
σειρά του προς τήν έξοδο.
Τήν είδε στο πεζοδρόμιο, μικροκαμωμένη κι αδύνατη, νά

'Ιδωμένα άπό άλλη οπτική γωνία, τα καμώματα τους
ήταν περισσότερο τραγικά ή γελοία, παρά κωμικά.

περπατάει άγαρμπα με τά πρησμένα πόδια της προσπαθών­

Σήμερα τό πρωί ή Μαργκερίτ δεν είχε ξεχάσει τό θέα­
τρο πού άρχισε τήν προηγουμένη με τό θερμόμετρο. Τό είχε
πάλι στο στόμα της δταν εκείνος ανέβηκε νά πάρει τή σκού­
πα. Τά μαλλιά της, δπως κάθε πρωί, ήταν καλυμμένα με
Ινα γαλάζιο μαντίλι. Είχε πράγματι άσχημη δψη; Μήπως
ήταν τό φώς αυτής της βροχερής καί μουντής ημέρας; Έ ξ ω
ό αέρας ήταν σάν κιτρινωπός.

πρέλα νά κουνιέται πέρα-δώθε πάνω ά π ' τ ό κεφάλι της.

Κι αν αρρώσταινε στ'αλήθεια; Παρ'δλα τά παράπονα
της ποτέ δεν είχε αρρωστήσει. Οΰτε κι εκείνος ήταν ποτέ
πραγματικά άρρωστος καί φαίνονταν δτι προορίζονταν νά
ζήσουν καί οί δύο μέχρι τά βαθιά γεράματα.

λευκές μπλούζες τό διέσχιζαν βιαστικά.

Ή Μαργκερίτ στον πρώτο δροφο, εκείνος στο ισόγειο,
περίμεναν τώρα νά δουν ποιος θά έφευγε πρώτος. Είχε ήδη
βάλει τό αδιάβροχο του πού είχε τό χρώμα τής λάσπης, καί
τις γαλότσες. Τήν τραγιάσκα τήν κρατούσε στο χέρι.
Θα πρέπει καί εκείνη νά ήταν έτοιμη. Τήν προηγουμέ­
νη είχε χάσει τήν υπομονή του καί είχε φύγει σηκώνοντας
τους ώμους.
Σήμερα, έπειτα άπό δέκα λεπτά αναμονής, πού θά πρέπει
54

τας νά αποφύγει τις λακκούβες με τό νερό, καί τή μώβ ομ­
Ή Μαργκερίτ ήξερε δτι τήν ακολουθούσε. Κάποιες μέ­
ρες τον ακολουθούσε εκείνη, οχι σε μεγάλη απόσταση, γιατί
ό Έ μ ί λ φρόντιζε νά μήν περπατάει πάρα πολύ γρήγορα.
"Εστριψε δεξιά προς τό μπουλβάρ Πόρ Ρουαγιάλ, διέ­
σχισε τό δρόμο απέναντι άπό τό νοσοκομείο Κ ο σ έ ν στο προ­
αύλιο ήταν παρκαρισμένα ασθενοφόρα, καί γιατρουδάκια με
Λ ί γ ο αργότερα, με τριάντα μέτρα απόσταση μεταξύ
τους, έφτασαν στην οδό Σαίν Ζάκ, δπου τά μαγαζιά ήταν
γεμάτα νοικοκυρές.
— Θά μπει άραγε στο παντοπωλείο; αναρωτήθηκε εκεί­
νος.
Τό παντοπωλείο Ρόσσι ήταν Ινα ιταλικό μαγαζί, μακρύ
καί σκοτεινό, τίγκα στά τρόφιμα, δπου κυρίως έβρισκες μα­
γειρεμένα όρντέβρ, μικρές αγκινάρες σε λάδι, ψαράκια τη­
γανητά μέσα σε πικάντικη σάλτσα, μαριναρισμένα χταποδάκια, δχι πιο μεγάλα άπό τά δάχτυλα του χεριού, γιά τά
όποια ό Έ μ ί λ τρελαινόταν.
[ 55

Του χρειαζόταν ζάχαρη και καφές. "Οταν μπήκε, ή Μαργκερίτ έβλεπε τα ράφια και εΐχε παραγγείλει μακαρόνια, και
στη συνέχεια τρία κουτιά σαρδέλες στο λάδι.
Έκανε πώς δεν ήξερε δτι ήταν κι εκείνος εκεί. 'Αγνοούσε
ό ένας τον άλλον δημοσίως, δπως και στο σπίτι, και οι μαγαζάτορες της γειτονιάς είχαν πια συνηθίσει να τους βλέ­
πουν να μπαίνουν έτσι στα καταστήματα τους, ό Ινας ακο­
λουθούμενος από τον άλλον, χωρίς ν'ανταλλάσσουν μια λέ­
ξη ή Ινα βλέμμα.
Ό καθένας γιά πάρτη του. Παρ'όλα αυτά άλληλοκατασκοπεύονταν και αν ό Ινας παράγγελνε κάτι ακριβό ή πρω­
τότυπο ό άλλος δεν παρέλειπε να ζητήσει κάτι εκλεκτότερο.
— Έ χ ε τ ε κανελόνια;
— Μαγειρεμένα σήμερα το πρωί.
— Βάλτε μου τέσσερα.
Ήταν μακρόστενα, με γενναιόδωρη γέμιση. 'Εκείνη θα
πρέπει να άνασκίρτησε.
— Θά μου δώσετε τρεις φέτες χοιρομέρι Πάρμας, είπε
με τη σειρά της. Ό χ ι πολύ χοντρές. Έ χ ω τόσο λίγη Ορεξη!
Κάτω από το παλτό φορούσε σάλι, σαν κάποιος πού δεν
αισθάνεται καλά και φοβάται μην κρυώσει. Έτσι έ'δειχνε πο­
λύ πιο γερασμένη, πιο σπασμένη.
— Δεν είστε καλά, κυρία Μπουέν;
Ό κόσμος δίσταζε πάντα νά χρησιμοποιεί αυτό το όνο­
μα. Οι παλιοί αρχικά τήν είχαν γνωρίσει ως δεσποινίς Ντουάζ. Αυτό το Ονομα είχε κάποια αϊγλη στά μάτια τους, γιατί
πουλούσαν Μπισκότα Ντουάζ, Πτί Μπέρ Ντουάζ, Γαλλικές
Άρτολιχουδιές της ίδιας μάρκας.
[ 56

Τήν μπισκοτοποιία τήν εΐχε 'ιδρύσει ό παππούς της Μαργκερίτ, και στην όδό Γκλασιέρ δέσποζε πάντα ή ψηλή κα­
μινάδα τοΰ εργοστασίου με το όνομα στή μέση, βαμμένο με
άσπρη μπογιά.
'Ακόμη κι έδώ στο μαγαζί, ανάμεσα στά μεταλλικά κου­
τιά με το γυάλινο καπάκι πού περιείχαν γλυκίσματα, υπήρ­
χαν αρκετά με το Ονομα Ντουάζ ακολουθούμενο, γεγονός
είναι, άπό τό: Β. Σαλνάβ, διάδοχος.
Επιπλέον, γιά περισσότερα άπό τριάντα χρόνια, τή φώ­
ναζαν κυρία Σαρμουά και δεν είχαν συνηθίσει τό τωρινό της
επώνυμο.
Τήν εξυπηρετούσε ή κυρία Ρόσσι.
— Κάτι άλλο, κυρία μου;
— Περιμένετε νά κοιτάξω τή λίστα μου... "Εχετε πάν­
τα τά ϊδια σοκολατάκια δπως τήν τελευταία φορά;...
— Γεμιστά με φουντούκι;
— Ναί... Θά μοΰ βάλετε Ινα τέταρτο... Τρώω Ινα πό­
τε πότε... Έτσι, διαρκούν...
Άπό πλευράς του, δεν ξέχασε τή ζάχαρη και τον καφέ.
Ζήτησε επιπλέον νά του βάλουν και Ινα τέταρτο σαλάμι και
Ινα τέταρτο μορταδέλα. Σε αντίθεση με τή γυναίκα του, δεν
ένιωθε τήν ανάγκη νά δώσει εξηγήσεις.
Ή Μαργκεριτ έβγαλε χρήματα άπό τό πορτοφολάκι της.
— Τί σας οφείλω;...
'Εκείνος καθυστέρησε χαζεύοντας τά ράφια, γιά νά πλη­
σιάσει στο ταμείο μόνο τή στιγμή πού εκείνη θά έφευγε.
Λίγο πιο πέρα ήταν τό κρεοπωλείο. Είχε ουρά. Ό Ραούλ
Πρού έκοβε τό κρέας αστειευόμενος με τις πελάτισσες του.
57

Ό Έμίλ περίμενε να σταθούν δυο γυναίκες πίσω άπό τη
Μαργκερίτ και μπήκε κι ό ίδιος με τη σειρά του.
"Αραγε τί έλεγαν πίσω άπό την πλάτη τους δταν έφευ­
γαν ; ' Ηταν αδιανόητο, για τον Πρού τουλάχιστον, να μήν
κάνει κανένα σχόλιο.
— Τους είδατε αυτούς τους δυο μουρλούς;... Είναι αν­
τρόγυνο και κάθε πρωί καταφθάνουν ό Ινας πίσω άπό τον
άλλον κάνοντας δτι δεν γνωρίζονται, ψωνίζοντας ό καθένας
για πάρτη του... 'Αναρωτιέμαι τί κάνουν δλη τή μέρα στο
σπίτι τους... Και δμως, εκείνη ήταν αξιοπρεπής... Ό πρώ­
τος της άντρας έπαιζε βιολί στην Όπερα κι έδινε μαθήμα­
τα. ..
— Σειρά σας, κυρία Μπουέν... Συναχωμένη;...
— Νομίζω δτι εΐναι ή απαρχή μιας βρογχίτιδας...
— Ό χ ι αστεία... Δεν εΐναι πράγματα αυτά γιά την ηλι­
κία σας... Τί να σας δώσω σήμερα;
— Μπορείτε νά μου κόψετε μιά μικρή μπριζόλα, πολύ
λεπτή;... Ξέρετε...
Εκείνος ήξερε. Σε όλους ανέφερε γιά την δρεξη πουλιού
πού είχε, σάμπως γιά νά αποφύγει νά τήν κατηγορήσουν γιά
τσιγκουνιά.
— Θά αφαιρέσετε τό πάχος;
—Δεν θά μείνει πολύ πράγμα...
— Γιά μένα είναι αρκετό...
Θά πρέπει νά τή λυπόντουσαν, νά έριχναν δλα τά σφάλ­
ματα σ'εκείνον. Όταν τήν εΐχε παντρευτεί είχε ακόμη τό
σουλούπι ενός μεγαλόσωμου άντρα, γιατί δεν ήταν πολύς και­
ρός πού είχε αρχίσει νά ζαρώνει. Κάπνιζε τά χοντροφτιαγ-

μένα και δυνατά πουράκια του. Τύχαινε νά φτύνει κάτω
φλέγματα και τον έβλεπαν νά τά κοπανάει στά διάφορα μπιστρό. Σίγουρα ό πρώτος σύζυγος της Μαργκερίτ δεν θά συμ­
περιφερόταν μ'αυτόν τον τρόπο!
"Αραγε ορισμένοι δεν θά 'ισχυρίζονταν δτι τήν είχε παραμυθιάσει και τήν εΐχε παντρευτεί γιά τά λεφτά της;
Τ
Ηταν λάθος. Είχε σχεδόν τά ίδια χρήματα με εκείνη.
Δεν μπορούσε νά ξέρει ακριβώς, γιατί εκείνη ήταν ιδιαίτε­
ρα διακριτική σ'αύτά τά θέματα. Είχαν παντρευτεί με τό
καθεστώς τής περιουσιακής αυτοτέλειας, άλλα ή Μαργκερίτ
δεν φαινόταν νά έχει άμεσους ή έμμεσους συγγενείς.
'Εκείνος, έκτος άπό τις οικονομίες του, είχε τή σύνταξη
του και αν τύχαινε νά πεθάνει πρώτος, εκείνη ήλπιζε δτι θά
έπαιρνε τή μισή σύνταξη γιά τό υπόλοιπο τής ζωής της.
Ποιος άπό τους δυο λοιπόν είχε συμφέρον;
Και οι δύο; Κανείς;
— Έ χ ε τ ε καλά μοσχαρίσια νεφράκια;
'Εκείνη είχε φύγει, ανοίγοντας τή μώβ ομπρέλα στο κα­
τώφλι τής πόρτας και κατευθύνθηκε προς τό γαλακτοπω­
λείο.
Όταν έφτασε με τή σειρά του στο γαλακτοπωλείο εκεί­
νη πλήρωνε στο ταμείο. "Ετσι δεν είδε τί είχε αγοράσει.
"Εμαθε μόνο δτι τής κόστισε δύο φράγκα και σαρανταπέντε
σαντίμ.
—Ένα τέταρτο μύνστερ...
Ένα τυρί πού μύριζε έντονα και πού εκείνη σιχαινόταν.
— Μιά ντουζίνα αυγά...
Θά αγόραζε και ένα τέταρτο μανιτάρια και τό βράδυ,

58

[ 59

πριν το τυρί, θα έτρωγε μια πλούσια ομελέτα, ελαφρά τη­
γανισμένη, δπως του άρεσε. Εκείνη θα αηδίαζε. "Ισως
και νά σηκωνόταν άπο τό τραπέζι, όπως έκανε ορισμέ­
νες φορές, κυρίως δταν τον έβλεπε νά ξετυλίγει τό μύνστερ.
Στεκόταν μπροστά στον πάγκο τοϋ μανάβη και αγόρα­
ζε πατάτες. Τρελαινόταν γιά πατάτες, ζεστές ή κρύες, και
τις έτρωγε σχεδόν με κάθε της γεύμα.
— Θά μου δώσετε μανιτάρια... 125 γραμμάρια...
Δεν Ιδωσε εξηγήσεις, δπως θά έκανε εκείνη:
— Εΐναι γιά μια ομελέτα...
— Τίποτε άλλο, κύριε Μπουέν;
Χρειαζόταν κι εκείνος πατάτες, πού τις έ'βαλε κάτω κά­
τω στο δίχτυ γιά νά μήν πατηθούν τά υπόλοιπα.
— Λίγα κρεμμύδια... Κόκκινα κατά προτίμηση
— Νά σας βάλω ενα τέταρτο; Διατηρούνται πολύ κα­
λά. ..
— Ξέρω... Μαϊντανό... Ένα κιλό μήλα... Ό χ ι άπ'αυ­
τά. .. Προτιμώ απ'τ'άλλα δίπλα, λίγο ζαρωμένα...
Θά πρέπει νά έλεγαν δτι παρέμενε καλοφαγάς και δτι
εξακολουθούσε νά τρώει τον αγλέουρα ενώ ή κακόμοιρη ή
γυναίκα του περνούσε μέ τίποτα, τρώγοντας ψίχουλα μετά
βίας.
Δεν είχε ανάγκη από τίποτε άλλο. Είδε τή γυναίκα του
νά μπαίνει στο φαρμακείο πού ήταν βαμμένο πράσινο και
τον φαρμακοποιό νά της δείχνει διάφορα κουτιά και σωλη­
νάρια μέ χάπια, φάρμακα γιά τό συνάχι δίχως άλλο. 'Εκεί­
νη ρωτούσε, δίσταζε, τελικά διάλεξε παστίλιες. Δεν πήρε
[ 6ο ]

μόνο αυτό. 'Αγόρασε επίσης ενα κουτί πού εκείνος τό ανα­
γνώρισε εξωτερικά κι από μακριά. ΤΗταν κομπρέσες γιά σιναπισμούς.
Τήν ϊδια μέρα τό βράδυ πριν κοιμηθεί, θά έβαζε μία στο
στήθος της, και μετά σχεδόν θά στραμπουλιόταν γιά νά βά­
λει και άλλη μία στην πλάτη."Ήταν δύσκολο. Κάθε φορά τή
λυπόταν, συγκρατιόταν νά μήν απλώσει τό χέρι νά τή βοη­
θήσει, δμως ήξερε δτι εκείνη θά θεωρούσε τή χειρονομία
προσβολή.
Στή συνέχεια, δταν πιά οί δύο κομπρέσες θά άρχιζαν νά
ενεργούν, θά πηγαινοερχόταν νευρικά μεταξύ μπάνιου και
δωματίου μέχρις δτου τό τσούξιμο νά γινόταν αφόρητο.
Τ
Ηταν ικανή νά τις κρατήσει πολλή ώρα. Θά έλεγες δτι
ήταν μιά τιμωρία πού επέβαλλε στο εαυτό της, και δταν
αφαιρούσε τις κομπρέσες τό δέρμα της ήταν κατακόκκινο
σαν ανοιχτή πληγή.
Τέλειωσε υστέρα άπ'αύτό;"Οχΐ' πήγε επίσης ν'ανταλ­
λάξει ένα βιβλίο στο παλαιοβιβλιοπωλείο, δπου αφήνοντας
αυτό πού είχε διαβάσει και πενήντα σεντίμ έπαιρνε Ινα άλ­
λο. Διάλεγε πάντοτε μυθιστορήματα των αρχών τοΰ αιώνα,
θλιβερές ιστορίες πού ύπέθαλπαν τή μελαγχολία της.
Όταν εκείνη δεν βρισκόταν στο σαλόνι, διέτρεχε καμία
φορά μερικές σειρές. 'Υπήρχε πάντα ενα θύμα υπερήφανο
και γενναίο στο όποιο συνέβαιναν δλες οί δυστυχίες τοΰ κό­
σμου άλλα παρ' δλα αυτά κρατούσε πάντα τό κεφάλι ψηλά.
Κακόμοιρη γυναίκα...
"Εκανε συχνά αυτή τή σκέψη. Του συνέβαινε νά θεωρεί
τόν εαυτό του άγροΐκο, δμως τότε ξανάρχιζε νά μηρυκάζει

τις αναμνήσεις των τριών τελευταίων χρόνων και κατέλη­

ψεύτικο. Μέχρι τότε τήν έβρισκε κάπως πολύπλοκη, συχνά

γ ε νά γράφει σ'ενα σημείωμα:

νά τήν πιάνουν έμμονες ιδέες, ορισμένες ελαφρώς ανόη­

Ό

γάτος.

τες, άλλα ποτέ δεν τοϋ πέρασε ή ιδέα δτι μπορεί νά ήταν
κακιά.
Στο γάτο και μόνο στο γάτο ξεσπούσε δλη της ή δυσ­

Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία δτι εκείνη εΐχε βάλει το πον-

τροπία. Κάθε φορά πού τήν άγγιζε ό γάτος, εκείνη πηδούσε

τικοφάρμακο στο πατέ του ζώου. Εκμεταλλεύτηκε το δτι

στο πλάι βγάζοντας μιά κραυγή. Ύπερέβαλε. Ήταν σίγου­

εκείνος βρισκόταν στο κρεβάτι γριπωμένος.

ρος δτι έπαιζε θέατρο. Ά π ό τις πρώτες εβδομάδες τοϋ γά­

Το βράδυ, εΐχε απορήσει πού δεν είδε το γάτο ν'ανεβαί­
νει στο κρεβάτι.

μου τους τοϋ εΐχε κάνει κάποιους υπαινιγμούς δτι θά μπο­
ρούσε νά ξεφορτωθεί τό ζώο, δίνοντας το σ'εναν φίλο, γιά

— Δεν τον είδες;

παράδειγμα.

— Καθόλου άπό τ'απόγευμα.

— Ό λ η μου τ η ζωή, τις φοβόμουν τις γ ά τ ε ς . . . Θά μπο­

— Τον έβγαλες έ ξ ω ;

ρούσα 'ίσως νά συνηθίσω ένα σκυλί... Παλιά με τόν πατέρα

—"Ανοιξα τήν πόρτα γύρω στις πέντε, δταν το ζήτησε.

μου είχαμε Ινα, πού μ'ακολουθούσε δταν ήμουν μικρή και

— Δεν έμεινες έξω μαζί του;

με προστάτευε... Οι γάτες είναι προδότρες... Ποτέ δεν ξέ­

Ή τ α ν καταχείμωνο. Τό λιθόστρωτο τής παρόδου ήταν

ρεις τί έχουν στο μυαλό τ ο υ ς . . .

χιονισμένο. 'Απέναντι, οι εργασίες κατεδάφισης δεν είχαν
αρχίσει ακόμη και υπήρχε άντικρυστά ή άλλη σειρά των σπι­
τιών δπως τήν εποχή πού τά είχε χτίσει ό Σεμπαστιέν
Ντουάζ.

— Ό Ζοζέφ δεν εΐναι έ τ σ ι . . .
Γιατί εΐχε ονομάσει Ζοζέφ τό ζώο πού είχε βρει ενα βρά­
δυ επιστρέφοντας σπίτι του.
Αυτό σκανδάλιζε τ η Μαργκερίτ.

— Α π ό εκείνη τήν ώρα δεν γρατζούνισε τήν πόρτα;
— Δεν άκουσα τίποτα.

— Δέν νομίζω πώς είναι πρέπον νά δίνεις σ'ενα ζώο τό

όνομα ενός αγίου.

'Εκείνος εΐχε ήδη βγάλει τά πόδια του ά π ' τ ά σκεπά­
σματα.

— Εΐναι πολύ αργά γιά νά τό ξεβαφτίσω...
— Πώς μπορείς νά λες αύτη τή λ έ ξ η ; . . . Λές και βαφτί­

— Θέλεις νά πάω νά δώ;
— Σκοπεύεις νά βγεις παρά τόν πυρετό σου;

ζουμε τά ζ ώ α ! . . .
"
Γ ιατι' οχι;
Αυτή ήταν ή πρώτη τους προστριβή. Υπήρξαν και άλ­

Τοϋ φάνηκε δτι ή φωνή τής γυναίκας του εΐχε κάτι τό

λες, πάντα σέ σχέση με τόν Ζοζέφ, ό όποιος τους άκουγε

— Θά πάω ό 'ίδιος.

Ι 6ί Ι

63

τις αναμνήσεις των τριών τελευταίων χρόνων και κατέλη­

ψεύτικο. Μέχρι τότε τήν έβρισκε κάπως πολύπλοκη, συχνά

γ ε νά γράφει σ'ένα σημείωμα:

νά τήν πιάνουν έμμονες ιδέες, ορισμένες ελαφρώς ανόη­

Ό

γάτος.

τες, αλλά ποτέ δεν τοϋ πέρασε ή ιδέα Οτι μπορεί νά ήταν
κακιά.
Στο γάτο και μόνο στο γάτο ξεσπούσε όλη της ή δυσ­

Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι εκείνη εΐχε βάλει το πον-

τροπία. Κάθε φορά πού τήν άγγιζε ό γάτος, εκείνη πηδούσε

τικοφάρμακο στο πατέ του ζώου. Εκμεταλλεύτηκε το ότι

στο πλάι βγάζοντας μιά κραυγή. 'Ύπερέβαλε. Ήταν σίγου­

εκείνος βρισκόταν στο κρεβάτι γριπωμένος.

ρος ότι έπαιζε θέατρο. Ά π ό τις πρώτες εβδομάδες τοϋ γά­

Τ ο βράδυ, εΐχε απορήσει πού δεν είδε το γάτο ν'ανεβαί­
νει στο κρεβάτι.

μου τους τοϋ εΐχε κάνει κάποιους υπαινιγμούς Οτι θά μπο­
ρούσε νά ξεφορτωθεί το ζώο, δίνοντας το σ' έναν φίλο, γιά

— Δεν τον είδες;

παράδειγμα.

— Καθόλου άπό τ'απόγευμα.

— Ό λ η μου τή ζωή, τις φοβόμουν τις γ ά τ ε ς . . . Θά μπο­

— Τον έβγαλες έ ξ ω ;

ρούσα ίσως νά συνηθίσω ένα σκυλί... Παλιά με τόν πατέρα

—"Ανοιξα την πόρτα γύρω στις πέντε, Οταν το ζήτησε.

μου είχαμε ένα, πού μ'ακολουθούσε όταν ήμουν μικρή και

— Δεν έμεινες εξω μαζί του;

μέ προστάτευε... Οί γάτες είναι προδότρες... Ποτέ δεν ξέ­

Ή τ α ν καταχείμωνο. Το λιθόστρωτο της παρόδου ήταν

ρεις τί έχουν στο μυαλό τ ο υ ς . . .

χιονισμένο. 'Απέναντι, οί εργασίες κατεδάφισης δεν είχαν

— Ό Ζοζέφ δεν είναι έ τ σ ι . . .

αρχίσει ακόμη και υπήρχε άντικρυστά ή άλλη σειρά των σπι­

Γιατί είχε ονομάσει Ζοζέφ το ζώο πού εΐχε βρει ένα βρά­

τιών όπως την εποχή πού τά είχε χτίσει ό Σεμπαστιέν
Ντουάζ.
— Α π ό εκείνη την ώρα δεν γρατζούνισε την πόρτα;
— Δεν άκουσα τίποτα.
'Εκείνος είχε ήδη βγάλει τά πόδια του ά π ' τ ά σκεπά­
σματα.

δυ επιστρέφοντας σπίτι του.
Αυτό σκανδάλιζε τή Μαργκερίτ.
— Δεν νομίζω πώς είναι πρέπον νά δίνεις σ'ένα ζώο τό
Ονομα ενός αγίου.
— Εΐναι πολύ αργά γιά νά τό ξεβαφτίσω...
— Πώς μπορείς νά λες αυτή τή λ έ ξ η ; . . . Λ έ ς και βαφτί­

— Θέλεις νά πάω νά δώ;
— Σκοπεύεις νά βγεις παρά τόν πυρετό σου;

ζουμε τά ζ ώ α ! . . .
— Γιατί Οχι;
Αυτή ήταν ή πρώτη τους προστριβή. Υ π ή ρ ξ α ν και άλ­

Τοϋ φάνηκε Οτι ή φωνή τής γυναίκας του εΐχε κάτι το

λες, πάντα σέ σχέση μέ τόν Ζοζέφ, ό όποιος τους άκουγε

— Θά πάω ό ίδιος.

[ 6» ]

[ 63

σάμπως να καταλάβαινε δτι ήταν το θέμα της συζήτησης
τους.
— Δεν είναι καν ράτσας...
— Οΰτε κι ε γ ώ . . .
Το έλεγε για να την τσιγκλήσει. Ήταν μέρος του χαρα­
κτήρα του, τών συνήθειων του. Στην οικοδομή πετούσαν με­
ταξύ τους άσχημες κουβέντες, δμως αυτό δεν τους εμπόδι­
ζε, δταν ακουγόταν ή σειρήνα, να πάνε να τσουγκρίσουν τα
ποτήρια.
Με την Άνζέλ, επίσης, ήταν αθυρόστομος, και μερικές
φορές το παράκανε.
— Έ λ α εδώ, ξεροκέφαλη...
— Γιατί με λές ξεροκέφαλη;
— Γιατί εΐσαι σαν δλες τις γυναίκες. Βλέποντας σε, θα
ορκιζόταν κάνεις δτι σκοτώνεσαι να μ'ευχαριστήσεις, κι οτι
για σένα μόνο έγώ μετράω. Στην πραγματικότητα μουλαρώνεις και κάνεις του κεφαλιού σου...
— Δεν είναι αλήθεια. Πάντα σ ' υ π α κ ο ύ ω . . .

προστυχόλογα. Τέτοιες λέξεις την έκαναν ν'ανατριχιάζει
και κλεινόταν αυτόματα σε μια άποδοκιμαστική βουβα­
μάρα.
Τότε πήγαινε ακόμη και μεταλάβαινε κάθε πρωί και τύ­
χαινε τα απογεύματα νά πάει και νά γονατίσει γιά πολλή
ώρα μες στο ήμίφως της εκκλησίας δίπλα στο εξομολογη­
τήριο.
— Λοιπόν, πήγες νά προσευχηθείς;
— Προσευχήθηκα γιά σένα, Έ μ ί λ . . .
Δεν θύμωνε μαζί της γ ι ' αυτό. Με τον εαυτό του τά έβα­
ζε πού την εΐχε παντρευτεί, γιατί δεν ήταν ό άντρας πού θα
μπορούσε νά τήν κάνει ευτυχισμένη.
Πώς έγινε και του ήρθε αύτη ή 'ιδέα; 'Από τότε το είχε
σκεφτεί πάρα πολύ συχνά. Ποιος άπ'τούς δύο, εκείνος ή ε­
κείνη, εΐχε κάνει το πρώτο βήμα;
Ε κ ε ί ν ο ς έμενε απέναντι, στο σημείο πού σήμερα ανορ­
θώνεται ό γερανός. Εΐχε υπενοικιάσει Ινα δωμάτιο του πρώ­
του ορόφου άπο ενα ζευγάρι, γιά το όποιο το σπίτι ήταν με­

— Κατά μία έννοια, σίγουρα. "Οταν έ'χεις όρεξη να κά­
νεις κάτι, με κάνεις να πιστέψω δτι εΐμαι έ γ ώ πού το θέ­
λω. .. Μα ναί, πονηρούλα μου... Σε ξέρω, ά ν τ ε ! . . . Εΐσαι
πουτάνα σαν τις άλλες...
— Δεν ντρέπεσαι;
— Καθόλου...

γάλο και το ενοίκιο υψηλό.

Κατέληγαν να ξεσπάσουν κι οί δυο σε γέλια και πολύ συ­
χνά να κυλιστούν στο κρεβάτι.

απ' δπου άκουγε το νερό του σιντριβανιοΰ. Τά βράδια, δταν

*Αν εΐχε εγκαταλείψει το Και ντε Σαρεντόν ήταν εν μέ­
ρει γιά τον ϊδιο λόγο. Αισθανόταν χαμένος στο διαμέρισμα
πού εΐχε μοιραστεί μέ τ η γυναίκα του. Πολύ συχνά έτρωγε
στο εστιατόριο. Του αρκούσε ενα μεγάλο δωμάτιο και μιά
τουαλέτα. Ή πολυθρόνα του ήταν δίπλα στο παράθυρο,
δεν έβγαινε, έβλεπε τηλεόραση.

Με τ η Μαργκερίτ ήταν διαφορετικά. Δεν υπήρχε περί­
π τ ω σ η νά κυλιστούν στο κρεβάτι, οΰτε να χρησιμοποιήσουν

Ροσερώ δπου πήγαινε και έπαιζε χαρτιά. Και ώς προς τήν

64

[ 65

Εΐχε κάνει φίλους στο καφενείο της πλατείας Ντανφέρ-

ανάγκη της γυναίκας υπήρχε πάντα ή Νέλλη, έστω κι αν δεν
ήταν πολύ άνετα. Δεν έδινε και πολλή σημασία. Του ήταν
αρκετή Οσο για να του διώξει τήν έγνοια.
Το πρωί έβλεπε τήν κυριούλα απέναντι, πού έβγαινε να
κάνει τα ψώνια της και τήν έβρισκε αριστοκρατική. Έ μ ο ι α ­
ζε μ'εκείνες τις γυναίκες σε παλιά ημερολόγια από τις ό­
ποιες είχε πάρει το γλυκό και παραιτημένο χαμόγελο.
"Ηξερε ότι ή Μαργκερΐτ ήταν ή ιδιοκτήτρια των άντικρυνών σπιτιών, αυτό ήταν όλο. Ά ν και δεν ήξερε το όνομα
της, εντούτοις δεν εΐχε κάνει τό συσχετισμό με τα Πτί Μπέρ
Ντουάζ πού έτρωγε Οταν ήταν μικρός.
'Επέστρεφαν, εκείνη με τή ομπρέλα της και τό δίχτυ της
πού σκάλωνε καμιά φορά σε κάποιον περαστικό, εκείνος με
τό πουράκι του στο στόμα, τό πρόσωπο μουσκεμένο από τό

ψιλόβροχο.
Θα ξαναβρίσκονταν ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους, ό
καθένας με τις σκέψεις του, ό καθένας με τα πακετάκια του,
περιμένοντας τήν ώρα για νά ετοιμάσουν τό φαγητό τους.
Στην πλατεία Σαίν Ζάκ σταμάτησε, και αφήνοντας τη
νά προχωρήσει, μπήκε σ ένα μπιστρό γιά νά πιει ενα πο­
τήρι κόκκινο κρασί.

3.

Ε

ΙΧΕ ΚΑΤΕΒΕΙ, με τή μάλλινη ρόμπα πάνω από τις πυ­
τζάμες και τά πόδια γυμνά μες στις παντόφλες. Είχε

ψάξει παντού, στο σαλόνι, στην τραπεζαρία, στην κουζίνα,

και τον είχε πιάσει πονοκέφαλος, εξαιτίας τοΰ πυρετού, όταν
έσκυβε νά κοιτάξει κάτω ά π ' τ ά έπιπλα.
Πού και πού σφύριζε τό απαλό εκείνο σφύριγμα πού ό
γάτος είχε συνηθίσει και έφτανε νά φωνάζει ήπια με φωνή
πού τή διαπερνούσε ή αγωνία:
— Ζοζέφ... Ζοζέφ...
Μετά φόρεσε τις γαλότσες του, και πάνω από τή ρόμπα
τό πρώτο ρούχο πού βρήκε μπροστά του στην κρεμάστρα,
τό παλιό του μαύρο πέτσινο σακάκι. Λ ί γ ο τον ένοιαζε τό γε­
λοίο.
— Έ μ ί λ ! . . . φώναξε ή γυναίκα του ά π ' τ ό κεφαλόσκαλο.
Μή βγαίνεις... Θά αρρωστήσεις . . .

Ή σερβιτόρα στον πάγκο, ήταν τό ίδιο ηλικιωμένη με
τή Μαργκερίτ, μ'έναν σφιχτό κότσο στην χορυφτ] τοΰ κε­
φαλιού, και μεγάλα στήθια πού κρέμονταν βαριά πάνω στή
χοντρή κοιλιά της.

δι, με τό παγωμένο χιόνι, και δυό-τρεϊς φορές παραλίγο νά γλι­

— Θά λεγες Οτι τό πάει γιά χιόνι, είπε κοιτάζοντας εξω
τήν ομίχλη.

παρακολουθούσε με τό πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι, και

Παρ' όλα αυτά διέτρεξε όλη τήν πάροδο, μες στο σκοτά­
στρήσει και νά πέσει φαρδύς πλατύς στο πεζοδρόμιο. 'Από τό
φωτισμένο παράθυρο τοΰ δεύτερου σπιτιού ενα αγοράκι τον
τή μύτη πλακουτσωμένη, και γύρισε νά φωνάξει τή μητέρα
του πού διακρινόταν απ'τήν ανοιχτή πόρτα τής κουζίνας.
[ 67 ]

Ή αμφίεση του τρόμαζε τά παιδιά! Περπάτησε μέχρι
τήν οδό Ντε λα Σαντέ. Ό γάτος, όταν τον άφηνε να βγει μό­
νος για τήν ανάγκη του, δεν ξεπερνούσε ποτέ τή νοητή
γ ρ α μ μ ή πού χώριζε τήν πάροδο ά π ' τ ό δρόμο.

Τον βρήκε, στο βάθος βάθος, πλάι στον υγρό τοίχο, πί­
σω άπό μιά στοίβα προσανάμματα. Το ζώο ήταν κοκαλωμένο, τά μάτια του ανοιχτά ακίνητα, το σώμα διπλωμένο.
Φαινόταν πολύ πιο αδύνατο απ' όσο όταν ήταν ζωντανό. Σ τ ή
μουσούδα είχε ξεραμένο σάλιο και πάνω στο χωμάτινο δά­

— Ζοζέφ!...
Του ερχόταν να κλάψει. Ποτέ δέν είχε πιστέψει δτι ή α­
πουσία του γάτου θα μπορούσε να τον συγκινήσει, να τον δια­
λύσει σέ τέτοιο σημείο.

πεδο φαίνονταν πρασινωποί λεκέδες άπό εμετό.

Στην πάροδο ζούσαν δυο σκυλιά, ενα καφέ μπασσέ πού
το εΐχε μια κυρία μόνη και ένα λουλού Πομμερανίας πού συν­
ήθως το κρατούσε ενα κοριτσάκι δώδεκα-δεκατριών χρόνων
άπό το λουρί.

σώμα τοΰ είχε προκαλέσει μιά περίεργη αίσθηση κατά μή­

Ουδέποτε είχε διαδραματιστεί κάποια σκηνή μεταξύ
αυτών και του Ζοζέφ. Ό γάτος δταν τά συναντούσε κοίτα­
ζε αλλού, άκατάδεκτα, στην ανάγκη κατέβαινε άπό το πε­
ζοδρόμιο γιά νά τ'αφήσει να περάσουν.

εργοτάξιο, άλλα κάθε φορά είχε κρατήσει τήν ψυχραιμία του.

Ε ί χ ε αφήσει τήν πόρτα μισάνοιχτη. Τήν έσπρωξε, έβγα­
λε το πέτσινο σακάκι και τις γαλότσες και ανέβηκε στο δω­
μάτιο. Τή στιγμή πού ετοιμάστηκε νά ξαναπέσει στο κρε­
βάτι, μέ το βλέμμα σκληρό, τά χαρακτηριστικά παγωμένα,
σκέφτηκε το υπόγειο και κατέβηκε πάλι.
— Κατέβηκες νά φέρεις ξύλα; τή ρώτησε.
— " Ε π ρ ε π ε νά βάλω ξύλα στο τζάκι...
Δέν τήν κατηγορούσε, δχι ακόμα, αλλά είχε αρχίσει νά
τήν υποψιάζεται. Στο υπόγειο άναψε τον άθλιο λαμπτήρα
της οροφής και άρχισε νά ψάχνει ανάμεσα στά παλιά κασόνια, στά μπουκάλια και στά κούτσουρα.
— Ζοζέφ ! . . .

Ό Έ μ ι λ τον πήρε στά χέρια του και προσπάθησε μάταια
νά τοΰ κλείσει τά μάτια. Ή επαφή μέ το σχεδόν παγωμένο
κος της ραχοκοκαλιάς.
Δέν ήταν οξύθυμος. Σπάνια τοΰ είχε τύχει νά αρπαχτεί
μέ κάποιον, κυρίως μέσα σέ καφενεία, μία φορά μόνο σέ ένα
Σήμερα το πρόσωπο του είχε πάρει μιά κακιά έκφραση.
Μέ το ζώο στά χέρια, κοίταξε γύρω του σάν νά έψαχνε κά­
τι. Και πράγματι το βρήκε.
Ή πάροδος ήταν γεμάτη ποντίκια. Καμιά φορά τά έβλε­
παν άπό το παράθυρο τοΰ πρώτου πατώματος νά τριγυρ­
νούν γύρω άπό τους σκουπιδοντενεκέδες, και ή Μαργκερίτ
τά φοβόταν πολύ.
— Νομίζεις ότι έχουμε κι έμέϊς στο υπόγειο;
— Είναι πιθανό.
—*Αν ήμουν σίγουρη, δέν θά τολμοΰσα νά ξανακατεβώ...
Ό Έ μ ί λ είχε αγοράσει ένα προϊόν μέ βάση το αρσενικό
πού πουλιέται στά μαγαζιά μέ κηπευτικά. Πότε πότε τά βρά­
δια τό έβαζε πάνω σέ φέτες ψωμί πού τις τοποθετούσε στις
γωνίες τοΰ υπογείου.
Δέν είχε βρει παρά μόνο ένα και μοναδικό ψόφιο ποντί-

68

κι, τεράστιο βέβαια, σχεδόν στο μέγεθος του Ζοζέφ. "Ισως
άλλα να πήγαν και να ψόφησαν πιο μακριά.
Τό μεταλλικό φιαλίδιο μέ το ποντικοφάρμακο τό είχε
τοποθετήσει σ'ενα ράφι δπου έβαζαν διάφορα πράγματα
πού δεν εΐχαν θέση κάπου άλλου.
'Απίθωσε για μια σ τ ι γ μ ή τό γάτο, άναψε ένα σπίρτο, είδε
τό παλιό κυκλικό αποτύπωμα πού είχε αφήσει τό φιαλίδιο
πάνω στο σκονισμένο ξύλο. Φαινόταν κι άλλο ενα αποτύ­
πωμα.
Ξαναπήρε στα χέρια τό ψόφιο ζώο, ανέβηκε αργά, τόσο
αργά καί τόσο βαριά πού ή Μαργκερίτ στο ισόγειο θά πρέ­
πει νά αισθάνθηκε την απειλή.
Προτίμησε νά καταφύγει στον πρώτο όροφο, αλλά καθώς
εκείνος της έκλεινε τό δρόμο κατέφυγε στο σαλόνι. Όταν
προσπάθησε νά κλειδώσει την πόρτα, ό Έ μ ί λ έβαλε τό πό­
δι, τήν έσπρωξε, πλησίασε τη Μαργκερίτ τό ίδιο αργά και
μέ τό αριστερό χέρι τήν άρπαξε άπ'τά μαλλιά.
Ταυτόχρονα, μέ τό δεξί, πλησίασε τό άψυχο σώμα τοϋ
Ζοζέφ στο τρομαγμένο της πρόσωπο.
— Κοίτα, σκρόφα!... Κοίτα τον κ α λ ά ! . . .
Τρέμοντας ολόκληρη, μέ τά μάτια πεταγμένα από τις
κόγχες, τσύριζε, ζητώντας βοήθεια. Ήταν έκτος εαυτού, εί­
χ ε άλλοφρονήσει.
— Έ μ ί λ ! . . . Έ μ ί λ ! . . . Προς Θεού, σύνελθε... Μέ τρομά­
ζεις. ..
Ε κ ε ί ν ο ς εξακολούθησε νά τρίβει τό τρίχωμα τοϋ γάτου
στο πρόσωπο της μέχρι πού εκείνη έπεσε στά γόνατα στο
π ά τ ω μ α και μετά μπρούμυτα, σάν ν ά ' χ ε λιποθυμήσει.
[ 70 ]

— Ξέρω πολύ καλά δτι παίζεις θέατρο... Ό , τ ι κάνεις
είναι θέατρο, παλιοβρόμα!... 'Αναρωτιέμαι τί μέ κρατάει
καί δέν φέρνω τό δηλητήριο νά στο χύσω μέ τό ζόρι στο λα­
ρύγγι σου...
Άνέπνεε βαριά. Τό κεφάλι του γύριζε. Θά πρέπει νά
ήταν κατακόκκινος, τρομακτικός.
Ε κ ε ί ν η δέν κουνήθηκε. Κι εκείνος, γιά νά ξεσπάσει τά
νεύρα του, σάρωσε μέ μιά κίνηση δλα τά μπιμπελό, δλες τις
φωτογραφίες πού ήταν παρατεταγμένες στο πιάνο.
Μετά, χωρίς νά ρίξει ούτε ενα βλέμμα στή γυναίκα του,
ανέβηκε τά σκαλιά, κουβαλώντας πάντα τό γάτο και τον α­
κούμπησε προσεκτικά πάνω στο κομοδίνο.
Ό πυρετός του θά πρέπει νά είχε άνεβεϊ. Τόν έπιασαν
ίλιγγοι. Ξάπλωσε, έσβησε τό φως και έμεινε ακίνητος, μέ
τά μάτια ανοιχτά.
Στην αρχή τίποτα δέν κινιόταν μές στο σπίτι. Γιά πε­
ρισσότερο άπό ενα τέταρτο της ώρας επικράτησε σιωπή.
Μετά ακούστηκαν αόριστοι ήχοι, τριξίματα, μιά πόρτα πού
άνοιξε προσεκτικά, μιά δεύτερη.
Ή Μαργκερίτ είχε διασχίσει τήν τραπεζαρία γιά νά πάει
στην κουζίνα, σίγουρα γιατί θά ένιωσε τήν ανάγκη νά πιει
μιά γουλιά ά π ' τ ό περίφημο τονωτικό της. 'Αργότερα θά έ­
βρισκε τό ποτήρι πλάι στο νεροχύτη.
Της πήρε περίπου μία ώρα πριν τολμήσει ν'ανέβει και
παρέμεινε γιά αρκετή ώρα μέ τό αυτί κολλημένο στην πόρ­
τα τοϋ δωματίου. Μπήκε τελικά, κοντοστάθηκε, ξάπλωσε
στο κρεβάτι της χωρίς νά ξεντυθεϊ.
• Δέν είχαν κοιμηθεί καθόλου, ούτε ό Ινας ούτε ό άλλος.
[ 71 ]

Ό Έ μ ί λ άνέπνεε μέ δυσκολία. Κάποιες στιγμές τον έπαιρ­
νε ό ΰπνος και κάθε φορά ξυπνούσε μέ εφιάλτες πού μάταια
είχε προσπαθήσει νά τους θυμηθεί αργότερα.
Στις έξι άνοιξε γιά καλά τά μάτια του, το κεφάλι του πή­
γαινε νά σπάσει. Σκέφτηκε νά μείνει στο κρεβάτι. Είχε 'ιδρώ­
σει πολύ και ή πυτζάμα και το μαξιλάρι του ήταν μούσκεμα.
Ή γυναίκα του κοιμόταν. Ήταν ανίκανη νά μείνει ξάγρυ­
πνη μέχρι τέλους και το κορμί της ήταν το ΐδιο διπλωμένο
δπως του γάτου στο υπόγειο.
Έ ν ι ω θ ε άδειος, ανίκανος νά σκεφτεί. Φόρεσε μηχανικά
τ ή ρόμπα του, άρπαξε το γάτο απ' τά δυδ πόδια, σάν νά 'ταν
λαγός, και κατέβηκε τις σκάλες.
Ό Ζοζέφ δεν ήταν πλέον ό σύντροφος του, κάποιο ζων­
τανό πού εΐχε μοιραστεί μιά περίοδο της ζωής του και είχε
ανταλλάξει άπειρες ματιές μαζί του. Δεν ήταν παρά ένα ψο­
φίμι, ένα άψυχο πράγμα, πού είχε αρχίσει νά μυρίζει.
Στάθηκε στο διάδρομο, τελικά άνοιξε τήν εξώπορτα, έ­
κανε τρία βήματα προς το σκουπιδοντενεκέ. Οι σκουπιδιάρηδες δεν είχαν περάσει ακόμη. Σηκώνοντας το καπάκι, α­
κούμπησε πάνω στά σκουπίδια το σώμα πού είχε χάσει τήν
ακαμψία του.

πού ήταν ήδη ανοιγμένο. Ήταν, δπως συνήθως, ένα κόκκι­
νο ανωτέρας ποιότητος. "Ηπιε δυο ποτήρια, έπανωτα, με
τους αγκώνες ακουμπισμένους στο τραπέζι. 'Ακόμη αργούσε
νά ξημερώσει. Ή τ α ν Δεκέμβριος, και τήν προηγουμένη το
βράδυ ό ουρανός ήταν βαρύς, γεμάτος σύννεφα πού προμη­
νούσαν χιόνι.
Στην αρχή σκέφτηκε νά φύγει. 'Αλλά νά πάει που; Νά
βρει ένα επιπλωμένο δωμάτιο σ'ένα μικρό ξενοδοχείο μέ­
χρι νά βρει κάποιο άλλο κατάλυμα; Σ ' α ύ τ η τήν περίπτω­
ση θά έπρεπε νά πάρει τά έπιπλα του, νά τά βάλει προς το
παρόν σε κάποια αποθήκη.
Α π ό το πρώτο του νοικοκυριό είχε κρατήσει το κρεβά­
τι, τή δική του πολυθρόνα πού ήταν στο σαλόνι, τήν τηλε­
όραση καθώς καί, εκεί πάνω, ένα γραφειάκι πού τοϋ τό είχε
αγοράσει ή Α ν ζ έ λ . Ή τ α ν τό χριστουγεννιάτικο δώρο της,
μόλις έναν χρόνο πριν από τό ατύχημα. Πάλι πλησίαζαν
Χριστούγεννα.
Δέν θά δεχόταν δώρο από τή Μαργκερίτ, ή οποία συνή­
θως τοϋ αγόραζε παντόφλες ή πουκάμισα ή κάλτσες. Οΰτε
κι εκείνος θά τής έκανε.

Μετά έπλυνε τά χέρια στην κουζίνα και έφτιαξε έναν κα­
φέ.

Μεταξύ τους δλα τέλειωσαν. Μόλις είχε αποκαλυφθεί
δπως ήταν, δπως πολλές φορές είχε υποπτευτεί δτι ήταν
πραγματικά, κάτω από τους γλυκερούς της τρόπους.

Δεν αμφέβαλλε καθόλου γιά τήν ένοχη της Μαργκερίτ.
Δέν αποδεικνυόταν από τή φοβισμένη συμπεριφορά πού είχε
δταν εκείνος κατέβηκε στο υπόγειο;

"Ηπιε ένα τρίτο ποτήρι. Δέν είχε δρεξη νά ξαναβρεθεί ε­
κεί πάνω μαζί της. Α ς κοιμόταν δσο ήθελε. Α ς έβγαζε δλη
της τήν κακία. Δέν θά τής ξαναμιλούσε ποτέ πιά.

"Ηπιε λίγες γουλιές άπ'τόν καφέ, πού τοϋ έφεραν άναγούλα. Σηκώθηκε, άνοιξε το ντουλάπι, πήρε ένα μπουκάλι

Ή τ α ν γέροι και οι δύο, έστω κι αν στην καθημερινή ζωή
τους δέν τό αντιλαμβανόντουσαν. Σ έ μερικά χρόνια θά πέ-

72

[ 73 ]

θαιναν. Είναι δυνατόν, εξαιτίας ενός γάτου πού τόν περι­

κατά τήν οποία τά ακίνητα θεωρούνταν ή πιό ασφαλής επέν­

μάζεψε Ινα βράδυ ά π ' τ ό δρόμο...

δυση και έβλεπε κάνεις ολόκληρους δρόμους νά ξεφυτρώ­

Δέν έπρεπε να λυγίσει. Γιατί δεν ήταν μόνο ό Ζοζέφ το
πρόβλημα. Μέσω του ζώου τό πλήγμα προοριζόταν γιά ε­

νουν λίγο-πολύ παντού στο Παρίσι και στά πέριξ.
'Αργότερα, ό Σεμπαστιέν τοποθέτησε τό σιντριβάνι και
ή μπλε πινακίδα με τά άσπρα γράμματα « Πάροδος-Άδιέ-

κείνον.
Μόλις μπήκε σ'αύτό τό σπίτι, γιά τήν ακρίβεια με τό

ξοδο » αντικαταστάθηκε άπό νέα πινακίδα πού ανήγγελλε

πού παντρεύτηκαν, είχε καταλάβει δτι ή Μαργκερίτ ήταν

δπως και στά επιστολόχαρτα ή στά επισκεπτήρια: Πλατεία

αποφασισμένη νά μήν υπάρξει απολύτως καμία αλλαγή.

Σεμπαστιέν Ντουάζ.

Κάποτε, ένας παππούς Ντουάζ, με τό όνομα Άρτύρ, πού

Ό γερο-Άρτύρ πέθανε. Ή γυναίκα τοΰ Σεμπαστιέν πέ­

είχε φαβορίτες και φορούσε ρεντιγκότα και ψηλό κολάρο,

θανε. Μες στο σπίτι δέν είχε μείνει παρά ενα κορίτσι, ή

όπως στις φωτογραφίες στο λεύκωμα, είχε ιδρύσει στην οδό

Μαργκερίτ, πού ό πατέρας του τό πήγαινε περιπάτους στά

Ντε λά Γκλασιέρ τήν Μπισκοτοποιία Ντουάζ, ή οποία σιγά

'Ηλύσια Πεδία και στο δάσος τής Βουλόνης, ντυμένο με κεν­

σιγά εξελίχθηκε σε ανθηρή επιχείρηση.

τητά φορέματα και δαντέλες.

Ε ί χ ε μόνο έναν γιό, τόν Σεμπαστιέν, και μία κόρη τήν

Υ π ή ρ χ ε μιά φωτογραφία των δυονών τους σε ενα νοι­

Ελεονόρα, ή κιτρινισμένη φωτογραφία τής οποίας υπήρχε

κιασμένο λαντώ. Ό Σεμπαστιέν δέν αφιέρωνε δλο του τό

επίσης μες στο δερμάτινο μπλε λεύκωμα, με τις μπρούν­

χρόνο στην μπισκοτοποία, δπως είχε κάνει ό Άρτύρ. Σύ­

τζινες γωνίες, και μ' ένα διακοσμητικό λουλούδι άπό σμαλ-

χναζε σε λέσχες, περνούσε ευχαρίστως τά απογεύματα του

τωμένο σύρμα στο εξώφυλλο.

στον ιππόδρομο, με τά κιάλια κρεμασμένα στο λαιμό, φορών­

Ή 'Ελεονόρα πέθανε στά δεκατρία της άπό φυματίωση,
όπως άπό φυματίωση πέθανε αργότερα και ή μητέρα τής

τας γκρίζο μπομπέ καπέλο.
Ή Μαργκερίτ είχε μιά γκουβερνάντα, τή δεσποινίδα Πικέ. Στο σπίτι υπήρχε επίσης μαγείρισσα, καί μιά καθαρί­

Μαργκερίτ.
Ό τ α ν παντρεύτηκε ό Σεμπαστιέν, είχε ήδη κοιλίτσα,

στρια τις περισσότερες ημέρες τής εβδομάδας.

πλησίαζε τά σαράντα, φορούσε κι εκείνος ρεντιγκότα, και εί­

Έ ν α ς νεαρός ερχόταν καί έδινε μαθήματα πιάνου στην

χ ε διπλή καδένα ρολογιού άπό τήν οποία κρεμόντουσαν διά­

κοπελίτσα, ό Φρεντερίκ Σαρμουά, τόν όποιο τελικά παντρεύ­

φορα μπρελόκ.

τηκε.

Σιγά σιγά δημιουργήθηκε ένας τρόπος σκέψης Ντουάζ,

Ό λ ο αυτό σχημάτισε ένα σύνολο και τό σπίτι έδειχνε τε­

μιά ατμόσφαιρα Ντουάζ, κάποια ιδιαίτερα οικογενειακά έ­

λικά δτι ήταν προστατευμένο άπό οποιαδήποτε έξωθεν επί­

θιμα. Οί κατοικίες στην πάροδο είχαν χτιστεί σε μιά εποχή

θεση.

74

[ 75

Ό μ ω ς , στην οδό Ντε λα Γκλασιέρ εργαζόταν κάποιος
Βικτόρ Σαλνάβ, πού είχε ξεκινήσει ως λογιστής τοϋ γεροΆρτύρ, και δταν εκείνος πέθανε, πήρε μια σημαντική προ­
α γ ω γ ή και πολύ σύντομα έβαλε στή θέση του τον γιό του
Ραούλ.
Τ ί ακριβώς είχε συμβεί; Ή Μαργκερίτ παρέμεινε αό­
ριστη και περιοριζόταν απλώς σε νύξεις πάνω σ'αύτά τα
γεγονότα. Ό Έ μ ι λ με πολλή μεγάλη δυσκολία τήν εΐχε κά­
νει να ομολογήσει οτι δυο γυναίκες μες στην οικογένεια
είχαν πεθάνει άπό φυματίωση. Όταν τή ρώτησε αν ό πα­
τέρας της ήταν τζογαδόρος, εκείνη εΐχε απαντήσει με αθώο
υφός:
— Γιατί να ήταν τζογαδόρος;
Οι Ντουάζ, και νεκροί ακόμη, έπρεπε να παραμείνουν
άσπιλοι. Ό λ ε ς οι οικογενειακές ιστορίες είχαν τα απαλά
χρώματα της άκουαρέλλας. Ό λ α ήταν αγνά και εύθραυστα,
όπως το ποιητικό προφίλ τοΰ βιολιστή.
Παρ' δλα αυτά ό Σεμπαστιέν Ντουάζ βρέθηκε μιά μέρα
αντιμέτωπος μέ τήν πτώχευση, άλλη μιά απεχθής λέξη ό­
πως ή λέξη φυματίωση.

Πολύ συχνά δεν τον είχε κάνει νά νιώσει τήν άβυσσο
πού τους χώριζε και πού τίποτε δεν μπορούσε νά τή γεφυ­
ρώσει ;
Τον είχε παντρευτεί άπό φόβο μή μείνει μόνη, χωρίς νά
έχει κάποιον νά τή φροντίσει, σε περίπτωση ανάγκης, γιατί
χρειαζόταν έναν άντρα μές στό σπίτι, έστω μόνο και μόνο
γιά νά κόβει και ν' ανεβάζει τά ξύλα ή νά βγάζει έξω το σκουπιδοντενεκέ.
Μπορεί επίσης ή γριά δσο γερνούσε νά είχε αναστατω­
θεί άπό τήν επαφή του αρσενικού πού ερχόταν σχεδόν κα­
θημερινά νά πιει Ινα τσάι μαζί της;
Αυτό πάντως δεν πέτυχε. Είχε κοκαλώσει άπό τήν πρώ­
τη σωματική επαφή και τά δυο κρεβάτια αποτελούσαν σύμ­
βολο τής αποτυχημένης ένωσης τους.
Ουσιαστικά δεν ήταν παρά ένα παρείσακτος, και στό βά­
θος του μυαλού της θά έπρεπε νά τον κατηγορεί δτι είχε εισ­
βάλει στό σπίτι της ξεγελώντας τη.
Λ έ ς και δεν τον είχε φωνάξει εκείνη!
Στεκόταν στό παράθυρο του, ένα αυγουστιάτικο πρωινό
πού έκανε ζέστη. Μέ τήν'Ανζέλ είχε τύχει νά κάνει διακοπές

Γιά νά αποφευχθεί το σκάνδαλο, ή ανεξίτηλη κηλίδωση
τοΰ ονόματος, είχε προτιμήσει νά δώσει τή διαχείριση τής
επιχείρησης στους Σαλνάβ, πατέρα και υιό, έτσι τώρα ό Ραουλ Σαλνάβ, πού ό πατέρας του πέθανε εν τ ω μεταξύ, βα­
σίλευε στην οδό Ντε λά Γκλασιέρ και στό Και ντ' Ίβρύ όπου
είχε χτίσει καινούργιες εγκαταστάσεις. /

και νά πάνε στή θάλασσα ή στην εξοχή. Ά π ό τότε πού χή­

Τί λοιπόν ήρθε νά κάνει μές στό σπίτι ό γιος του χ τ ί σ τ η
άπό το Σαρεντόν, αυτός ό άξεστος εργοδηγός;

ματα.

ρεψε σπάνια έφευγε άπό το Παρίσι. Τί θά μπορούσε να κά­
νει ολομόναχος μακριά άπό το σπίτι του;
Ή Μαργκερίτ, αντίκρυ, άνοιξε ξαφνικά τήν εξώπορτα
μέ μιά δραματική κίνηση. Ήταν δέκα ή ώρα. Σέ δλη τήν πά­
ροδο, στά παράθυρα αερίζονταν κουβέρτες, σεντόνια, στρώ­
Κοιτάζοντας απεγνωσμένα γύρω της, έψαχνε κάποιον
[ 77 ]

πού θα μπορούσε ν'απευθυνθεί, και μάντευες δτι τά εΐχε χα­
μένα.
— Κ ύ ρ ι ε ! . . . τοΰ φώναξε από το πεζοδρόμιο.
'Εκείνος είχε σηκωθεί.
— Δεν θα μπορούσατε νά κατεβείτε ; . . . Πρέπει να κά­
νετε γρήγορα, γιατί θά πλημμυρίσει δλο το σ π ί τ ι . . .
Είχε κατέβει δπως ήταν, χωρίς σακάκι, είχε διασχίσει
το δρόμο.

— Μήν κουράζεστε, σας παρακαλώ... Ντρέπομαι πού
σας φώναξα... Κάποιον πού ούτε καν γ ν ω ρ ί ζ ω ! . . .
— Έ λοιπόν, τώρα με γνωρίζετε...
— Α φ ή σ τ ε με νά τό τελειώσω έ γ ώ . . . Δεν είναι αντρική
δουλειά...
— Για νά βραχείτε κι έ σ ε ϊ ς ; . . .
Δούλευε σβέλτα, χωρίς βιασύνη, σάν άνθρωπος πού εΐχε
κερδίσει τά προς τό ζήν μέ τά χέρια του.
— " Ε χ ε τ ε μια καθαρή πετσέτα;

— Τί συμβαίνει;
— Μια διαρροή στό μπάνιο... Δεν μπορώ νά καταλάβω...
'Ανέβηκε τις σκάλες αυτού τοΰ άγνωστου σπιτιού πού
ήταν δμως πανομοιότυπο με αυτό άπ' δπου είχε βγει. Είχε
σπάσει Ινας σωλήνας στό μπάνιο, άπ δπου τιναζόταν σάν
γκέυζερ ένας πίδακας καυτού νερού.

Τά ξανάβαλε δλα στή θέση τους, και δταν τελείωσε, θά
νόμιζε κανείς δτι δεν εΐχε συμβεί τίποτε απολύτως.
— Ό σωλήνας είναι παλιός, σε κακή κατάσταση. Θά
πρέπει νά χρονολογείται άπό τότε πού χτίστηκε τό σπίτι,
και δεν ήταν χ θ ε ς . . .

— Δεν έχετε εργαλεία, ενα μεγάλο γαλλικό κλειδί;

Μήπως τήν είχε προσβάλει;

— Δεν νομίζω... " Ο χ ι . . . Ποτέ δεν ασχολήθηκα μ'αυτά

— Δεν τό ήξερα. Τί πρέπει νά κάνω;

τά πράγματα... Υ π ή ρ χ α ν εργαλεία στό υπόγειο, άλλα είχαν
σκουριάσει και τά πέταξα...
— ' Ε π ι σ τ ρ έ φ ω αμέσως...
'Από το σπίτι του πήρε δ,τι χρειαζόταν.
— Πού είναι τό ρολόι;
Μ

— Κάτω από τή σκάλα... ( )εέ μου!/... Θά καταστραφεί
τό ταβάνι...
Πέντε λεπτά αργότερα τό νερό σταμάτησε νά τρέχει.
— Δώστε μου έναν κουβά, Ινα σφουγγαρόπανο...
Τό ζεστό νερό είχε ανέβει αρκετούς πόντους μες στό

— Θά μπορούσα νά τον κολλήσω, δμως δεν θά κρατήσει
πολύ καιρό... Καλύτερα νά τον αλλάξετε μέχρι τον κεντρικό
α γ ω γ ό . . . Σταθείτε... Τρία... Τριάμισι μέτρα... Έ χ ε τ ε υ­
δραυλικό ;
— Δεν θυμάμαι νά είχα χρειαστεί, πάντως σίγουρα οχι
αφότου πέθανε ό σύζυγος μ ο υ . . . Πριν δεν καταγινόμουν μ '
αυτά τά πράγματα...
"Εδειχνε τόσο αδύναμη, τόσο χαμένη, μόνη μες σ'αύτό
τό σπίτι, και της είχε προτείνει:
— Θέλετε νά τό αναλάβω;

μπάνιο και παρά τΙς διαμαρτυρίες της γυναίκας τό είχε

— Είστε υδραυλικός;

σφουγγαρίσει μέχρι σταγόνας.

— Ό χ ι ακριβώς... Κάτι καταφέρνω...

Η

7

[ 79 ]

φέρει ένα φλόγιστρο γιά τή συγκόλληση, τήν εργαλειοθήκη
του, και δούλεψε γιά μία ώρα περίπου.
— Είναι τόσο ευγενικό εκ μέρους σας!... Μιά γυναίκα
μόνη αισθάνεται αδέξια και εντελώς χαμένη μέ το πού τής
συμβαίνει κάτι...
— Α ν τύχει και υπάρξει κάποια άλλη διαρροή, ή οτιδή­
ποτε άλλο, μή διστάσετε νά μέ φωνάξετε...
— Τί σας οφείλω;
"Εβγαλε άπό τήν τσέπη του τήν απόδειξη γιά το σωλή­
να πού κόστισε δεκαπέντε φράγκα και κάτι ψιλά.
— Και ή δική σας εργασία;
— Δέν θά μέ πληρώσετε γι'αυτό. Είμαι πολύ ευχαρι­
στημένος πού μπόρεσα νά σας εξυπηρετήσω...
— Θά πιείτε ένα ακόμη ποτήρι;
— Γιά νά σας μιλήσω ειλικρινά, δέν πίνω παρά μόνο
κρασί...
— Κι εγώ πού δέν εχω καθόλου στο σπίτι!... Ακού­
στε. .. 'Ελάτε σήμερα τ'απόγευμα και θά προμηθευτώ ένα
καλό κρασί...
—Χύμα κόκκινο αρκεί... Δέν έχω συνηθίσει τά εμφια­
λωμένα. ..
Ό ήλιος έλαμπε. Στο κατώφλι τής πόρτας και οί δυο χα­
μογελούσαν.

— Θα κοστίσει πολλά;
— Ή τιμή από τριάμισι μέτρα σωλήνα...
Κατέβηκαν τή σκάλα ό ένας μετά τον άλλον.
— Τί θα μπορούσα να σας προσφέρω;... Θα πίνατε ενα
ποτήρι;...
'Εκείνη τήν ημέρα είχε κάνει τή γνωριμία τοΰ περίφη­
μου τονωτικοί).
— Δεν σας αρέσει;
— Δεν είναι κακό...
—Όταν ήμουν κοπέλα, μου το έδιναν για τήν αναιμία...
Ένα ποτηράκι πριν από το φαγητό... Ποτέ δεν ήμουν αρ­
κετά γερή...
Αυτό τόν είχε διασκεδάσει. Επέστρεψε σπίτι του γιά
ν'αλλάξει, ύστερα από ένα μαγαζί σιδερικών είχε αγοράσει
ένα κομμάτι σωλήνα. "Οταν χτύπησε το κουδούνι τής εξώ­
πορτας, εκείνη είχε εκμεταλλευτεί αυτό το χρονικό διάστη­
μα γιά νά φορέσει ένα φόρεμα σκούρο ροζ και νά χτενίσει
τα μαλλιά της.
—Επιστρέψατε κιόλας!... Είστε σίγουρος δτι δέν κά­
νω κατάχρηση;... Δέν έχετε άλλες υποχρεώσεις;...
— Δέν έχω τίποτα νά κάνω όλη τή μέρα...
— Εΐναι αλήθεια δτι σας βλέπω συχνά νά κάθεστε δίπλα
στο παράθυρο σας... Ζείτε κι εσείς μόνος;
—'Από τότε πού χήρεψα...
— Δέν εργάζεστε;... Παλαιότερα, φεύγατε πολύ νωρίς
και επιστρέφατε μόνο το βράδυ...
—'Εδώ και έξι μήνες, έχω βγει στή σύνταξη...
Δέν τόλμησε νά τόν ρωτήσει τί έκανε παλαιότερα. Είχε

Δέν του άρεσε νά τά θυμάται δλα αυτά.
Καθόταν εκεί, σε άθλια κατάσταση, μέ τή ρόμπα, μέ τά
πόδια γυμνά στις παντόφλες. Ή κουζίνα δέν είχε θέρμανση.

[ Κο ]

[ 8ι ]

Ή μύτη του έτρεχε και αναγκαζόταν κάθε τόσο να τή σκου­
πίζει.

Ποτέ δεν είχαν προφέρει τή λέξη αγάπη. Δεν ήταν τής
ηλικίας τους. Ήταν αγάπη αυτό πού είχε αισθανθεί γιά τήν

Πήγε στο σαλόνι και πήρε ένα άπό τα ιταλικά πουράκια

Άνζέλ, τήν π ρ ώ τ η του γυναίκα, και παρά τά νάζια της ή

αλλά δ καπνός είχε άσχημη γεύση. Έ δ ώ και τρεις μέρες,

Μαργκερίτ είχε πράγματι αγαπήσει τον πρώτο της σύζυ-

πού ήταν κρεβατωμένος, δεν είχε καπνίσει. Δεν είχε φάει

γ°;

σχεδόν τίποτα.

Ήταν δύσκολο νά το πεϊ τώρα, ποιος πρώτος έβαλε με

Ε ί χ ε πιει μερικά φλιτζάνια ζεστή λεμονάδα με ζάχαρη

το νοΰ του τήν άπό κοινού συμβίωση τους.

και μέλι, πού του έφερνε ή Μαργκερίτ. Του είχε φτιάξει και

Δεν τους χώριζε παρά το πλάτος τής παρόδου. Οΰτε

κρέμα. Ήταν δυσαρεστημένη γιατί είχε αρνηθεί τις κομπρέ­

εκείνη οΰτε εκείνος ήταν εξοικειωμένοι με τή μακρόχρονη

σες γιά σιναπισμό πού θα τής άρεσε νά του βάλει καυτές

μοναξιά. 'Αντίθετα, ήταν συνηθισμένοι νά αποτελούν τό ήμι­

στο στήθος και στην πλάτη.

συ ενός ζεύγους.

Και τώρα ;"Ακουσε πάνω α π ' τ ο κεφάλι του τή βρύση πού

Ήταν μόνος στο δωμάτιο του, πάνω άπό τό νεαρό ζευ­

άνοιξε, και συμπέρανε ότι εκείνη σηκώθηκε και έπλενε τά

γάρι πού μόλις εΐχε αποκτήσει μωρό. 'Εκείνη δεν ήταν λι­

δόντια της. Θά πρέπει νά ήταν φοβισμένη. 'Αναρωτήθηκε

γότερο μόνη μέσα σ'ενα σπίτι δπου ένιωθε λίγο χαμένη, λί­

αν δταν ντυνόταν, θά τολμούσε νά κατέβει.

γο φοβισμένη.

Πόσα ποτήρια εΐχε πιει. Το μπουκάλι ήταν άδειο. Ση­

Ό τ α ν πήγε νά τ ή δεϊ, τ'απόγευμα, έδειξε γλυκιά, βολι­

κώθηκε γιά νά πάρει ένα άλλο άπό το ντουλάπι, γιατί τότε

κή. "Ισως νά είχε μιλήσει λίγο περισσότερο γιά τις μεγαλο­

υπήρχε ενα μόνο ντουλάπι και γιά τους δύο.

πρεπείς μέρες τής οικογένειας και τά αρχοντικά παιδικά της

Συνήθως έπινε με μέτρο και οί φορές πού εΐχε μεθύσει
μετριόνταν στά δάχτυλα.

χρόνια.
Φαινόταν, παρ'δλα αυτά, ν'αντιμετωπίζει τους ανθρώ­

'Εκείνο το πρωί τοΰ είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι, πρέ­

πους με διασκεδαστική καλοσύνη, με εξαίρεση τά δύο οντά

πει νά ήταν κατακόκκινος. Τοΰ φαινόταν δτι είχε συμβεί κά­

τά όποια στο μυαλό της φάνταζαν δπως οί κακοί στά μελο­

τι το πολύ σημαντικό, δεν μπορούσε δμως ακόμη νά υπο­

δράματα, τους Σαλνάβ, πατέρα και υιό.

λογίσει δλες τις συνέπειες του.

Είχαν πλουτίσει μέ τήν περιουσία πού θά έπρεπε νά πε­

'Από τή στιγμή πού ή Μαργκερίτ είχε δηλητηριάσει το

ριέλθει σ'εκείνη. Ό Ραούλ Σαλνάβ έμενε σε ένα τεράστιο

γάτο του δλα ήταν ψέμα, Οπως το είχε υποπτευτεί χωρίς

διαμέρισμα στο μπουλβάρ Ρασπάιγ καί είχε χτίσει μιά πο­

ποτέ νά θελήσει νά το πιστέψει. Ξανάφερε στο μυαλό του

λυτελή βίλα στις όχθες τοΰ Σηκουάνα στην άκρη τοΰ δά­

εικόνες, θυμήθηκε κάποιες κουβέντες, κάποιες ματιές.

σους τοΰ Φονταινμπλώ.

82

«3

Τα μπισκότα Ντουάζ! Τα λεφτά των Ντουάζ! Ή τιμιό­

Ό Μπουέν εΐχε μιά σύνταξη. Μιά μέρα εΐχε πει στή ρύ­

τητα τών Ντουάζ πού τους εΐχε ωθήσει νά πουλήσουν τή μιά

μη τοΰ λόγου, δτι ή χήρα του, σε περίπτωση πού ξαναπαν-

σειρά από τά σπίτια της πλατείας πού είχε το δνομά τους!

τρευόταν, θά συνέχιζε νά παίρνει τή μισή σύνταξη του.

'Από εκείνη την εποχή ακόμη γινόταν λόγος γιά την κα­

Ε κ ε ί ν η ποτέ δεν ανέφερε τί εΐχε. Ή μιά πλευρά της πα­

τεδάφιση τους και τήν ανέγερση πολυκατοικιών και είχαν

ρόδου εξακολουθούσε νά της ανήκει. Μιά φορά το τρίμηνο

κάνει κρούσεις στη Μαργκερίτ.
—Αρνήθηκα, φυσικά. Θά προτιμούσα νά στερηθώ καί

το ψωμί...

οι ενοικιαστές έρχονταν καί της πλήρωναν το ενοίκιο. Ό κα­
θένας έμπαινε με τή σειρά στο σαλόνι. Ό Μπουέν αγνοούσε
πόσα της έδιναν δπως αγνοούσε και τί έκανε ή γυναίκα του

Θά έπρεπε από τότε νά προσέξει. Τήν άκουγε χαμογε­
λαστός. Τον ρώτησε ελάχιστα πράγματα γιά τον ίδιο κι αυτό
θά έπρεπε νά του εΐχε βάλει ψύλλους στ'αυτιά.

τά χρήματα.
Τά κατέθετε στην τράπεζα; Εΐχε κάποιον νά ασχολείται
με τις επενδύσεις της; 'Αναφερόταν μόνο στά έξοδα πού προ­

Ουσιαστικά το μοναδικό ζωντανό δν πού τήν ενδιέφερε

έκυπταν από τις ανακαινίσεις πού έπρεπε νά γίνουν άπό ε­

ήταν ό εαυτός της, με τήν ακολουθία τών νεκρών της πού

κείνη, σε στέγες πού έσταζαν, σέ χαλασμένες πόρτες καί πα­

εξακολουθούσαν νά τήν περιβάλλουν σάν προστατευτικό φω­

ράθυρα.

τοστέφανο.

— Θά έλεγε κανείς δτι τους δίνει ιδιαίτερη ευχαρίστηση

Τώρα το είχε καταλάβει. Δεν ήθελε υπηρέτρια, ούτε κα­

νά προκαλούν δσο το δυνατόν περισσότερες φθορές... Σέ τε­

θαρίστρια, γιατί με τίποτα δεν θά υπέφερε ένα άτομο του

λική ανάλυση, τά ενοίκια δεν αρκούν γιά τή συντήρηση τών

'ιδίου φύλου μες στο σπίτι της.

ακινήτων...

Ό μ ω ς εΐχε ανάγκη από βοήθεια. Θά μπορούσε νά εΐχε

Δεν ένιωθε καμία τρυφερότητα γιά εκείνον, τό απέδειξε

ανάγκη. Αρκούσε μιά αρρώστια, ένα κάταγμα. Δεν εΐχε πιά

δταν έμεινε άκαμπτη καί παγερή στο αγκάλιασμα του. Γιά

ούτε τηλέφωνο γιά νά καλέσει βοήθεια, γιατί το εΐχε κόψει.

εκείνη ήταν ένα είδος υπηρέτη.

— Κανείς δεν έχει λόγο νά μοΰ τηλεφωνήσει. Θά πη­

Μήπως ύπερέβαλλε ;"Ισως. Εΐχε κάθε δικαίωμα νά υπερ­

δούσα α π ' τ ο φόβο κάθε φορά πού θά έπαιρνε κάποιος από

βάλλει υστέρα απ'αυτό πού τοΰ έκανε. Εΐχε επίσης τό δι­

λάθος...

καίωμα νά πίνει. Καθώς και νά καπνίζει τά πούρα του.

Εΐχε υποπτευτεί τήν τσιγκουνιά της. Τώρα ήταν σίγου­

Τί συνέβαινε δταν άναβε ένα μες στο σαλόνι, μετά τό

ρος ότι ήταν τσιγκούνα καί δτι αυτό έπαιξε ρόλο στο γάμο

βραδινό φαγητό, μπροστά στην τηλεόραση; Σηκωνόταν κι

τους: Εΐχε στή διάθεση της νυχθημερόν κάποιον πού δεν

άνοιγε διάπλατα τό παράθυρο καί τυλιγόταν με τό πιο χον­

χρειαζόταν νά τον πληρώνει.

τρό σάλι της, πράγμα πού δεν τήν εμπόδιζε νά τουρτουρί-

S4

§5

ζει άπ τό κρύο για να τοϋ δείξει δτι κινδύνευε ν'αρπάξει
πνευμονία εξαιτίας του.
Κι αυτό δεν ήταν παρά μία λεπτομέρεια. Υ π ή ρ χ α ν εκα­
τοντάδες παρόμοιες. Χιλιάδες. Γιά παράδειγμα, μετά τό
γάμο, της είχε προτείνει νά μοιράζονται τά έξοδα τοϋ νοι­
κοκυριού. Είχε σκεφτεί νά τής δίνει κάθε μήνα ενα ποσόν
πού θά όριζαν άπό κοινού.
Εντούτοις εκείνη, μόλις επέστρεφε άπό την αγορά, έφερ­
νε δλες τις αποδείξεις άπό τά μαγαζιά και τις τακτοποιούσε
με τους λογαριασμούς τής ύδρευσης, τοΰ ηλεκτρικού, των
βοθροκαθαριστών και των απορριμμάτων.
Ε ί χ ε μείνει έκπληκτος όταν την πρώτη φορά, στο τέλος
τοΰ μήνα, τού είχε π ε ι :
—"Εκανα τους λογαριασμούς μ α ς . . .
Φορώντας τά γυαλιά της, είχε απαιτήσει νά κοιτάξουν
μαζί αν ήταν σωστοί οι λογαριασμοί των προμηθευτών τους,
τοΰ πλυντηρίου και τά λοιπά.
— Ξανάκανε την πρόσθεση... Μά ναί, ε π ι μ έ ν ω . . .
Ε ί χ ε διαιρέσει τό άθροισμα διά δύο.
— Θά κάνουμε τό ίδιο πράγμα κάθε μήνα... "Ετσι θά α­
ποφευχθεί οποιαδήποτε συζήτηση...
Πήγε και έφερε τά χρήματα άπό τό δωμάτιο. Τά φυ 7
λοϋσε στο συρτάρι τοΰ κομοδίνου του. Δεν εΐχε κλειδί και
ούτε τον ένοιαζε.
Ή τ α ν αγάπη ό τρόπος αυτός πού ενεργούσε μαζί του;
Ή τ α ν τρυφερότητα, εμπιστοσύνη;
*Αν τύχαινε νά πάνε σινεμά, ό καθένας πλήρωνε τό εισι­
τήριο του.
Ι 86

— Εΐναι πιο σ ω σ τ ό . . .
Τον παρακολουθούσε καθώς έτρωγε, παίρνοντας ενα αη­
διασμένο ύφος δταν, γιά παράδειγμα, εκείνος χρησιμοποι­
ούσε ενα σπίρτο αντί γιά οδοντογλυφίδα. Με λέξεις φαινο­
μενικά αθώες, με πεισματικές ματιές υπογράμμιζε καθέναν
άπό τους κακούς του τρόπους.
Ό λ α επάνω του τη σκανδάλιζαν. "Οχι μόνο ό γάτος πού
κοιμόταν κάθε βράδυ στά πόδια του.
— Ό πρώτος μου σύζυγος είχε τόσο λεία επιδερμίδα, σάν
γυναίκας..., είχε παρατηρήσει μιά μέρα πού εκείνος περι­
φερόταν μές στο δωμάτιο ημίγυμνος.
Μ'αυτό ήθελε νά πει δτι οί μαύρες και σκληρές τρίχες
του τήν απωθούσαν.
— Ά π ό τήν αρχή με μισούσε.
Ό π ω ς μισούσε τους Σαλνάβ. "Ισως άπό ανάγκη νά μισεί
κάποιον. "Ισως γιά νά γεμίζει τις άδειες μέρες της.
Τήν ένιωθε πάντα νά τον ακολουθεί, νά τον κατασκο­
πεύει.
— Μπά! "Ηπιες κάτι άλλο αντί γιά κρασί, σήμερα...
Και δεν ξεγελιόταν. Είχε συναντήσει έναν παλιό φίλο και
είχαν πιει δυό-τρία απεριτίφ.
"Ηξερε τά πάντα. "Ηθελε νά ξέρει τά πάντα. Σκεφτόταν
πολύ προτού κάνει οποιαδήποτε ερώτηση φαινομενικά αθώα.
Στην πραγματικότητα καμία δεν ήταν αθώα. 'Ορισμένες α­
φορούσαν γεγονότα πού είχαν συμβεί πριν άπό πολλούς μή­
νες και τά θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια.
Συνέκρινε τις απαντήσεις με τις άλλες πού είχε δώσει.
— Γιά φαντάσου ! 'Εσύ είχες π ε ι . . .
»7

'Ορισμένες φορές νόμιζε δτι ήταν ακόμη στο σχολείο,

— Γιατί;...

μπροστά στη δασκάλα πού προσπαθούσε επίμονα να τον

— Δεν καταλαβαίνεις;...

πιάσει να κάνει κάτι κακό και δεν έμενε ικανοποιημένη πα­

-Όχι...

ρά μόνο όταν τον έκανε τελικά νά κοκκινίσει πριν ομολογή­
σει.

— Νά βλέπεις νά επιστρέφει στο σπίτι ένας άντρας πού
μόλις βρομίστηκε στην κοιλιά μιας άλλης γυναίκας, μιας γυ­

— Εΐναι αλήθεια δτι ή πρώτη σου γυναίκα δεν ζ ή λ ε υ ε ; . . .

ναίκας πού μόλις γνώρισε και ή οποία μπορεί νά τοΰ κόλ­

—'Αλήθεια είναι...

λησε κάποια κακιά αρρώστια... Νά πλαγιάζεις στο ίδιο δω­

—"Αρα, δεν σ ' α γ α π ο ύ σ ε . . .

μάτιο μαζί του, νά μοιράζεσαι τό μπάνιο...

— Νομίζω πώς μ ' α γ α π ο ύ σ ε . . . Ταιριάζαμε π ο λ ύ . . .

Δεν έβρισκε τίποτα νά της απαντήσει και την κοιτούσε
μ ' ε ν α βλέμμα πού θά πρέπει νά ήταν ηλίθιο.
— Έ γ ώ δεν θά τό επέτρεπα αυτό... Θά τοΰ έλεγα: « Ι ­
δού ή εξώπορτα, αγαπητέ μ ο υ . . . »
Ό π ω ς ακριβώς σ'εναν υπηρέτη!

—"Ησουν ευτυχισμένος μαζί τ η ς ; . . .
— Δεν ένιωθα δυστυχισμένος...
Ή Ανζέλ δεν έκανε ερωτήσεις. Στο σπιτικό τους δεν
υπήρχαν κανόνες. Δεν έτρωγαν απαραιτήτως μιαν ορισμέ­
νη ώρα. Α ν το φαγητό δεν ήταν έτοιμο, πήγαιναν στο εστια­
τόριο.
Ούτε ωράρια επίσης, και οι σπάνιοι καβγάδες τους απο­
τελούσαν ως επί το πλείστον μέρος κάποιου παιχνιδιού.
— Το εκμεταλλευόσουν αυτό;
— Τί πράγμα;
— Το ότι δεν ζήλευε...
— Μοΰ εΐχε τ ύ χ ε ι . . .

"Αραγε ή Μαργκεριτ τον παρακολουθούσε στο δρόμο
όταν έβγαινε τά απογεύματα; Την εΐχε υποπτευτεί. Τοΰ εΐχε
τύχει νά στραφεί ξαφνικά και νά κοιτάξει πίσω του. Δυο
φορές, σε διάστημα πολλών μηνών εΐναι αλήθεια, την εΐχε
δει' την πρώτη φορά εκείνη μπήκε σ' ενα μαγαζί και τή δεύ­
τερη έκανε απότομα στροφή και απομακρύνθηκε. Δέν της
ζήτησε καμία εξήγηση δταν γύρισε στο σπίτι.
Προτιμούσε νά μή σκέφτεται δλα αυτά τά πράγματα πού
ήταν λίγο-πολύ δυσάρεστα γιά νά μή χάσει τό κέφι του.

— Και τ ώ ρ α ; . . .
— Δεν μοΰ έχει τύχει ακόμη...
Είπε ψέματα. Ε κ ε ί ν η τό ένιωσε, γιατί εΐχε κεραίες.
— Ό μ ω ς ελπίζεις δτι θα σού τ ύ χ ε ι ; . . .
— Δεν ελπίζω τίποτα... Δεν προβλέπω τό μέλλον...
— Ή πρώτη σου γυναίκα δεν είχε ιδιαίτερη περηφά­
νια. ..
ΚΚ

Τόσο τό χειρότερο γιά εκείνη αν εΐχε αρχίσει σιγά σιγά
νά τον αντιπαθεί. Κανόνιζε νά γεμίζει τήν ημέρα του με μι­
κροχαρές και εΐχε πάντα τον Ζοζέφ πιστό σύντροφο, τον Ζοζέφ πού κάποιες φορές έμοιαζε νά τον κατηγορεί επειδή
άλλαξαν σπίτι και τοΰ επέβαλε μιά ξένη παρουσία, πού τον
πρόδωσε με λίγα λόγια.
[ 89

"Αραγε δταν έλειπε τολμούσε εκείνη να δείρει το ζων­
τανό ; Δεν το πολυπίστευε γιατί ήξερε δτι το φοβόταν πο­
λύ. *Αν το είχε κάνει, σίγουρα θα εΐχε νιώσει ανακούφιση.
Α λ λ ά έκανε κάτι καλύτερο. Τον σκότωσε. Και δεν ήταν

εργοστασίου με δλο τό προσωπικό των Ντουάζ σε αλλε­
πάλληλες σειρές γύρω άπό τον Σεμπαστιέν.
Ό γερο-Ντουάζ, ό Αρτύρ, στην πολυθρόνα του. Ό ί'διος
στο γραφείο του. Ή αδελφή του, μέ κόμμωση σάν της αυτο­

μόνο με τον Ζοζέφ πού τά είχε βάλει έτσι, ήταν με τον ίδιο,

κράτειρας Ευγενίας. Α λ λ ο ι Ντουάζ, κυρίως ηλικιωμένοι, κά­

με τον Έ μ ί λ , του οποίου ούτε ή παρουσία ούτε και ή μυ­

ποια μωρά, ξαπλωμένα πάνω σε τομάρια αρκούδας, μετά ή

ρωδιά της άρεσαν περισσότερο από τοϋ ζώου.

Μαργκερίτ πού τή φωτογράφισε ό άρραβωνιαστικός της,

Χρόνια περίμενε τήν ευκαιρία. Δεν είχε την υπομονή νά

σε κάποια όχθη, μέ τό πλατύγυρο καπέλο της και παρασόλι.

περιμένει άλλο ενα, ΐσως δυο χρόνια το πολύ, νά πεθάνει ό

Τό λεύκωμα δέσποζε πάντα πάνω στο πιάνο, σάν θησαυρός.

γάτος από φυσικό θάνατο.

Ό Μπουέν δέν εΐχε έκεϊ πρόσβαση. Ουδέποτε τού εΐχε

Ό Μπουέν εΐχε πιει, δμως αισθανόταν το μυαλό του κα­
θαρό, και ήταν πεπεισμένος δτι έβλεπε τά πράγματα πιο

ζητήσει μιά φωτογραφία του. Τήν ημέρα τοϋ γάμου τους
δέν πρότεινε κάν νά περάσουν άπό τον φωτογράφο.

ξεκάθαρα, πιο αντικειμενικά άπό ποτέ άλλοτε.
Ήταν ενα παλιοθήλυκο. Δεν εΐχε παρά νά κοιτάξει κα­
νείς στις φωτογραφίες τό σουλούπι τοϋ πρώτου της συζύ­

Μέσα σε δλα αυτά, ενα μοναδικό σκυλί, μέ περιποιημέ­
νο τρίχωμα, ένα σκυλί ράτσας, τό ίδιο αρχοντικό μέ τον βιο­
λιστή σύζυγο.

γου, του περίφημου πρώτου βιολιού της Ό π ε ρ α ς , γιά νά κα­

"Οχι άλλα ζώα. Δέν υπήρχε θέση γιά ζώα, έκτος άπό τον

ταλάβει δτι ήταν ένας μαλθακός πού εΐχε αφήσει νά τον

παπαγάλο τον όποιο αγόρασε ή Μαργκερίτ λίγες εβδομά­

αποκοιμίσουν γιά περισσότερο άπό τριάντα χρόνια.

δες μετά τό θάνατο τού Σαρμουά, γιά νά τον αντικαταστή­

Ό σ ο γιά τον πατέρα της, αυτόν τον χοντρό ξεκούτη τον

σει.

στολισμένο με τά μπρελόκ, εΐχε αρκετές αμαρτίες πού έπρε­

Έναν παπαγάλο πού δέν μιλούσε. Δέν ήταν καλύτερα;

π ε νά του συγχωρεθούν, έτσι δταν επέστρεφε σπίτι, επέ­

"Αραγε ό Σαρμουά μιλούσε; Έ δ ι ν ε μαθήματα βιολιού. Τό

τρεπε τά πάντα στην κόρη του.

βράδυ, φορώντας φράκο, πήγαινε νά πάρει τό μετρό Νταν-

Παλιοθήλυκο ήδη άπό τήν εποχή πού έκανε περίπατο
στο δάσος της Βουλόνης με τό λαντώ. Παλιοθήλυκο τήν

φέρ-Ροσερώ γιά νά πάει στην Ό π ε ρ α , δπου έ'μπαινε μέ πε­
ρηφάνια άπό τήν είσοδο των καλλιτεχνών...

ημέρα τού γάμου της με τον Φρεντερίκ Σαρμουά. Γιατί εξυ­

— Πού νά πάρει... πού νά πάρει...

πακούεται δτι υπήρχε και φωτογραφία τού γάμου της. Α π ό

Ό Έ μ ί λ ήταν εξοργισμένος. Έ ν ι ω θ ε δυστυχισμένος. Τον

φωτογραφίες τίποτε άλλο, τό λεύκωμα ξεχείλιζε. Α π ο ψ η

εΐχε αγγίξει στο πιο ευαίσθητο σημείο και δέν έβρισκε έναν

τοϋ εργοστασίου μπισκοτοποιίας άπό τό δρόμο. Ή αυλή τού

τρόπο νά της τό ανταποδώσει.

[ 90 ]

Τ ή μισούσε. Τήν περιφρονούσε.
— Έ ν α σκουπίδι, νά τι είναι.
Του έλειπε ή Άνζέλ, ήθελε νά κλάψει πάνω στην Άνζέλ,
νά της μιλήσει, νά βρει παρηγοριά κοντά της.
Ή Άνζέλ ήταν γυναίκα, πραγματική, θηλυκό, πού δεν
είχε βγει από άναγουλιαστικά μπισκότα. 'Ακόμη και τα
μπισκότα Ντουάζ του έφερναν κακές αναμνήσεις, κυρίως
εκείνα πού τά ονόμαζαν Γαλλικές Άρτολιχουδιές. Λέξεις φαν­
τασμένες και πομπώδεις πού περιέγραφαν απόλυτα τή νοο­
τροπία της οικογένειας.
Στην πραγματικότητα, στην όδό Ντέ λά Γκλασιέρ έφτιαχναν φτηνιάρικα πράγματα, απ αυτά τά ζαχαρωτά πού
δέν αγοράζει κάνεις για τον εαυτό του αλλά τά δίνει στά παι­
διά δταν πάει επίσκεψη και δέν ξέρει τί άλλο νά τους προσ­
φέρει.

Ζούσε μόνη. Σ τ η γειτονιά τή θεωρούσαν τρελή και έλε­
γαν δτι κάποτε υπήρξε ηθοποιός. Ήταν ή μόνη πού μακιγιαριζόταν κι εκείνος τή φοβόταν εξαιτίας τών ματιών της
πού ήταν κατάμαυρα ά π ' τ ό καρβουνάκι.
— Παλιοσκρόφα...
Δέν ήταν μεθυσμένος. 'Εκείνη δέν τολμούσε νά κατέβει.
Πότε πότε άκουγε σιγανά βήματα πάνω ά π ' τ ό κεφάλι του.
"Υπουλα βήματα. Ό λ α επάνω της ήταν ύπουλα.
— Έ μ ί λ , θέλεις νά β γ ε ι ς ; . . . Είναι ή ώρα νά βγάλω
ά π ' τ ό κλουβί τον Κ ο κ ό . . .
Γιατί φυσικά ό παπαγάλος λεγόταν Κοκό. Ήταν ηλίθιος.
Ήταν κακός. Ούτε κι εκείνος συγχωρούσε τον Μπουέν πού
είχε κυριεύσει τό σπίτι, και σάν νά μην έφτανε αυτό είχε
φέρει μέσα ένα περίεργο ζώο.
Ό Έ μ ι λ μηρύκαζε τις μνησικακίες του. Τό κρασί τον
βοηθούσε. Ό π ω ς τροφοδοτεί κανείς τή θερμάστρα, έβρισκε

Οί Γαλλικές Άρτολιχουδιές φτιάχνονταν από μιαν άθλια
ζύμη. Είχες τήν εντύπωση δτι μασούσες άμμο. Ήταν κα­
λυμμένες μέ μιά στρώση ζάχαρη σέ διάφορα χρώματα και
επάνω της, από το ίδιο υλικό, ήταν ζωγραφισμένα λουλού­
δια ή άραβουργήματα.

αποφασισμένος νά της δείξει ποιος ήταν.

Μιά ηλικιωμένη γειτόνισσα είχε τή μανία νά τον φωνά­
ζει από τό παράθυρο της, Οταν εκείνος ήταν τεσσάρων ή πέν­
τε χρόνων και έπαιζε στο δρόμο.

ξει ά π ' τ ό πρωί. Τό χιόνι είχε αρχίσει νά λειώνει. Υ π ή ρ χ ε

— Έ λ α εδώ, μικρέ... "Εχω κάτι γιά σένα...
Πήγαινε κι έφερνε τό κουτί μέ τά μπισκότα Ντουάζ, τό
άνοιγε σάν νά ήταν κοσμηματοθήκη, καΐ περιμένοντας δτι
εκείνος θά θαμπωνόταν, τοϋ έλεγε:

συνεχώς παράπονα επί παραπόνων, και ξαφνικά σηκώθηκε
Είχε άραγε έναν συγκεκριμένο σκοπό δταν μπήκε στο
σαλόνι μέ βήμα αβέβαιο;
Ξεκίνησε ανοίγοντας τό παντζούρι πού δέν τό είχε αγγί­
λίγο σέ κάποια σημεία και στά δύο πεζοδρόμια. Έ ν α ς μι­
κρός προσπαθούσε νά κάνει τσουλήθρα και ό Μπουέν ξαφ­
νιάστηκε κάπως ανακαλύπτοντας δτι έξω ή ζωή συνεχιζό­
ταν δπως κάθε μέρα.
Έ ν α ς βοθροκαθαριστής, όρθιος δίπλα σέ μιά στρογγυλή
τρύπα, χτυπούσε τά χέρια του νά ζεσταθούν. 'Αντιλήφθηκε

— Διάλεξε ενα...
Ι 99 Ι

93

τον Μπουέν πίσω άπό τις κουρτίνες, και θα πρέπει νά τον
ζήλεψε, λες και δεν θα έφτανε κι αυτός μια μέρα στα έξηνταπέντε του και στη σύνταξη. Και λοιπόν; Πώς θα καταν­
τούσε ;
Θα κατέβαινε επιτέλους ή Μαργκερίτ; Θα πρέπει νά
είχε ακούσει το θόρυβο τοϋ παντζουριοΰ. Τη φαντάστηκε με
το αυτί κολλημένο στην πόρτα τοϋ δωματίου. Δεν είχε κα­
μία εμπιστοσύνη σε τίποτα, και κυρίως σ'εκείνον.

Πέντε...
Κατά κάποιον τρόπο ήταν σάν νά ξερίζωνε έτσι τά φτερά
τών Ντουάζ.
Έξι...
Τραβούσε μικρότερα, ελαφρύτερα, με τή χούφτα. Αίμα
κυλοΰσε ά π ' τ ά χέρια του κι άπ'τήν ουρά του πουλιοΰ.
Σταμάτησε επιτέλους, εξουθενωμένος, έκλεισε απότομα
τό κλουβί και σκύβοντας μάζεψε τά φτερά ά π ' τ ό πάτωμα.
Ένιωθε αηδιασμένος και απαυδισμένος. Τό μοναδικό πράγ­

Ό παπαγάλος, μες στο κλουβί του, έβγαλε ένα άπό ε­
κείνα τα διαπεραστικά κρωξίματα και ό Μπουέν γύρισε και
τον κοίταξε με μάτι σκληρό, κακό.

μα πού επιθυμούσε ήταν νά επιστρέψει στο κρεβάτι του και

Ή τ α ν καιρός νά γίνει κι αυτός κακός με τ ή σειρά του.
Ε κ ε ί ν η πού μιλούσε πάντα γιά δικαιοσύνη θά έπρεπε οπωσ­
δήποτε νά τό περιμένει.

ένα είδος ανθοδέσμης. Μέσα σ'ένα βάζο, πάνω στο πιάνο,

Καρφώνοντας τό βλέμμα του στο ζώο πού επίσης τον
κοιτούσε έντονα, έκανε δυο βήματα προς τό κλουβί. Τό άνοι­
ξε, άπλωσε προσεκτικά τό χέρι. Τά φτερά άνοιξαν. Κατά­
φερε ν'αρπάξει ενα, ένώ ενα τσίμπημα με τό ράμφος τοϋ
μάτωσε τό δάχτυλο.
Ήταν αδύνατον νά βγάλει με τό ζόρι τό ζώο άπό τό
στενό άνοιγμα. Μπορούσε νά τό πνίξει. Τό είχε πιάσει απ'
τό λαιμό, δμως δεν ήταν αυτό πού ήθελε. Βάζοντας και τό
άλλο χέρι στο κλουβί, ξερίζωσε ενα φτερό ά π ' τ ή ν ουρά, τό
μακρύτερο, ενα εκθαμβωτικό κόκκινο. Έ π ρ ε π ε νά τραβάει
με μεγάλη δύναμη. Δεν είχε σκεφτεί ότι αυτά τά φτερά πρέ­
πει νά ήταν πάρα πολύ βαθιά ριζωμένα μες στη σάρκα. Ξε­
ρίζωσε δύο, τρία, τέσσερα...
— Θά δεις εσύ, γριά...
[ 94 ]

νά κοιμηθεί.
Κοίταξε στο χέρι του τά πολύχρωμα φτερά πού έφτιαχναν
υπήρχε ανέκαθεν ένα μπουκέτο αμάραντα.
Τό έβγαλε γιά νά βάλει στή θέση του τά φτερά, και δεν
μπόρεσε νά συγκρατήσει ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο.
Καθώς πέρασε δίπλα άπό τήν εξώπορτα, τή μισάνοιξε,
και πέταξε τά αμάραντα πάνω στο λειωμένο χιόνι, οπού
σκόρπισαν.
Συναντήθηκαν στή σκάλα, εκείνος κι εκείνη. Πρέπει νά
είδε τό αίμα πού κυλοΰσε άπ'τό χέρι του και κατευθύνθηκε
βιαστικά προς τό σαλόνι. Δέν έβγαλε παρά μία μόνο κραυ­
γή. Ε κ ε ί ν ο ς είχε φτάσει στο κεφαλόσκαλο. Στράφηκε, άλλα
ακόμη κι όταν άκουσε έναν μαλακό γδούπο δέν τοΰ πέρασε
κάν ή ιδέα νά ξανακατέβει.

Δ

ΕΝ ΗΤΑΝ ΣΦΑΛΜΑ ΔΙΚΟ ΤΟΥ' ή ΜαργκερΙτ αυτό το
ήξερε τόσο καλά ώστε δταν εκείνος έστελνε επιδέξια

στην ποδιά της ένα σημείωμα υπενθυμίζοντας της το θάνα­
το του γάτου, εκείνη δεν τολμοϋσζ
Ό

ν'απαντήσει:

παπαγάλος.

Έ ν ι ω θ ε άρρωστος, να έχει πυρετό. Ε ξ α ι τ ί α ς της συγκί­
νησης εΐχε πιει περισσότερο απ' δσο ήταν φρόνιμο, ζώντας
το τελευταίο μισάωρο μέσα σε μια εφιαλτική ομίχλη.
Έ μ ε ι ν ε λίγο ακόμη όρθιος, παραπατώντας, μπροστά στην
ανοιχτή πόρτα του υπνοδωματίου. Το κρεβάτι της γυναίκας
του ήταν ήδη στρωμένο. Το δωμάτιο τακτοποιημένο, το δι­
κό του κρεβάτι έτοιμο νά τον υποδεχτεί, με κολλαριστά σεν­
τόνια, καθαρή μαξιλαροθήκη.
Δεν ήταν κι αυτός ένας τρόπος γιά νά του δείχνει δτι
ήταν ή τέλεια γυναίκα, δτι γνώριζε τα καθήκοντα της, δτι
εκείνος εΐχε δλο το άδικο και εκείνη ήταν το θύμα;
'Απόδειξη δτι, παρά τους κακούς του τρόπους, τον πε­
ριποιόταν και ανησυχούσε γιά τήν υγεία του, την προηγου­
μένη του πρότεινε νά τοΰ βάλει κομπρέσες γιά σιναπισμό,
και του είχε αλλάξει τά σεντόνια του κρεβατιού του, παρότι
δεν ήταν ή μέρα πού συνήθως το έκανε.
97

"Αραγε ήταν ακόμη πεσμένη στο πάτωμα τοϋ σαλονιού,
λιπόθυμη ή κάνοντας τή λιπόθυμη; "Ηλπιζε δτι εκείνος θα
ανησυχούσε, δτι θα ξανακατέβαινε, δτι θα ταραζόταν, θα της
ζητούσε συγγνώμη, ίσως θα καλούσε τον γιατρό.
Ό Έ μ ί λ άμφιταλαντεύτηκε και τελικά, με ανέκφραστο

κέφαλο τοΰ μεθυσιοΰ. Νά βήχει, νά φυσάει τή μύτη του, νά
ιδρώνει στο κρεβάτι του χωρίς κανείς νά τον λυπάται.
Κανείς δεν μπορούσε νά πει δτι ζητούσε οίκτο. Δεν του
άρεσε νά τον λυπούνται. ~Ηταν άντρας και τά έβγαζε πάντα
πέρα μόνος τ ο υ . . .

πρόσωπο, κατευθύνθηκε στο κρεβάτι του, αφήνοντας παρ' δλα

' Ηταν απολύτως αληθές;

αυτά τήν πόρτα ανοιχτή.

Έ λ ε γ ε ψέματα, αποδιώχνοντας κάποιες σκέψεις ακόμη

Έ μ ε ι ν ε ξύπνιος. Ό πυρετός τον έφερε πολλά χρόνια πί­

ασχημάτιστες, πού αν γίνονταν συγκεκριμένες κινδύνευαν νά

σω, δταν παιδί είχε στηθάγχη ή γερό συνάχι. Οι αισθήσεις

είναι δυσάρεστες. Εξακολούθησε νά στήνει αυτί. 'Αναρω­

του, οι σκέψεις του, άλλοτε θολές άλλοτε διαυγείς, οι εικό­

τήθηκε πάλι αν θά'πρεπε νά σηκωθεί και νά κατέβει.

νες, πού έμοιαζαν νά βγαίνουν από όνειρο, δεν είχαν κάτι το
παιδιάστικο, και άλλωστε κάτω, μόλις προ ολίγου δεν είχε
συμπεριφερθεί σάν παιδί πού ήθελε νά ξεσπάσει;
Το ξέσπασμα τον ανακούφισε προς στιγμήν. Τον ανα­

— Τό καταλαβαίνεις, γριούλα μου, δτι αυτή τή φορά δέν
θά περάσει τό δικό σου;
Τ

Ηταν αστείο. 'Ορισμένες φορές μπέρδευε τή Μαργκερίτ

με τή μητέρα του.

κούφισε δμως στ αλήθεια; Δεν είχε χρειαστεί νά καταβά-

Στο ισόγειο ακούστηκε ή Μαργκερίτ νά κινείται. "Ακου­

λει προσπάθεια γιά νά πραγματοποιήσει τή διαβολική ιδέα

γ ε τον παραμικρότερο κρότο, τό παραμικρότερο θρόισμα υ­

πού τοΰ είχε έρθει ξαφνικά στο νοΰ;

φάσματος. Θά πρέπει νά σηκώθηκε αργά, έχοντας κι εκεί­

Ντρεπόταν. Κι ας μήν το ομολογούσε. Κυρίως δεν ήθε­

νη τό αυτί τεντωμένο. Θά στάθηκε δρθια και σίγουρα τό

λε νά νιώθει ενοχές απέναντι της. Αυτό πού ευχόταν, δπως

βλέμμα της θά πήγε στο κλουβί και στο πουλί μέ τήν ξε­

δταν ήταν μικρός, ήταν μια γερή αρρώστια, μιά πραγμα­

πουπουλιασμένη ουρά, γιατί ακούγονταν τά αναφιλητά της.

τ ι κ ή αρρώστια, πού θά έβαζε σέ κίνδυνο τή ζ ω ή του και θά

Μέσα στά αναφιλητά ψέλλιζε λέξεις πού εκείνος δέν μπο­

ανάγκαζε τον γιατρό νά τον επισκέπτεται δυό-τρεϊς φορές

ρούσε νά τις διακρίνει, και μετά κατευθύνθηκε προς τό διά­

καθημερινά και νά σκύβει πάνω α π ' τ ο κρεβάτι του.

δρομο.

Ή Μαργκερίτ παρ' δλα αυτά θά φοβόταν. Θά ταλαντευό­

Δεξιά βρισκόταν ένα πορτμαντώ από μπαμπού πού πρέ­

ταν ανάμεσα σέ αντιφατικά συναισθήματα και θά κατέληγε

πει νά ήταν έκεϊ από τήν εποχή του Σεμπαστιέν Ντουάζ.

νά αναγνωρίσει τά σφάλματα της, νά ντρέπεται εκείνη και

Έ κ ε ΐ κρεμόταν τό πέτσινο σακάκι και ένα παλιό πράσινο

δχι αυτός.

παλτό τής Μαργκερίτ.

Δεν θ αρρώσταινε. Θά έπρεπε νά αρκεστεί στον πονοI 98

Πρέπει νά τό φόρεσε, καθώς και τις γαλότσες της. ΤΙ
[ 99

εξώπορτα άνοιξε, ξαναέκλεισε και στο πεζοδρόμιο ακού­

γιά τις όποιες υπέφερε εκ τών προτέρων, έστω κι αν δεν θά

στηκε ό ξερός ήχος τών βημάτων της.

τής συνέβαιναν ποτέ. Ή τσιγκουνιά της, γιά παράδειγμα,

"Ετρεξε στο παράθυρο και τήν είδε να περπατάει βια­

προερχόταν άπό έναν αρρωστημένο φόβο γιά τό μέλλον, άπό

στικά προς τήν όδό Ντε λά Σαντέ. Στα χέρια της δεν κρα­

τήν ανάμνηση του χρεοκοπημένου πατέρα της, άπό τήν μπι-

τούσε τίποτα. Καταλάβαινες δτι ήταν αναστατωμένη και αν

σκοτοποιία πού πέρασε σε ξένα χέρια.

και δεν χειρονομούσε, σίγουρα θα συνέχιζε να ψελλίζει τόν
δραματικό της μονόλογο.
Που πήγαινε; Προς στιγμήν αναρωτήθηκε μήπως πή­

Μπορεί νά αρρώσταινε, νά έμενε ξαφνικά κατάκοιτη και
ανήμπορη γιά πάντα. Ά π ό σήμερα δεν μπορούσε πιά νά υπο­
λογίζει ότι θά τ ή φρόντιζε αυτός. Θά χρειαζόταν μιά νοσο­

γαινε στο αστυνομικό τμήμα να καταγγείλει τήν πράξη του,

κόμα. Θά ήταν σε θέση νά τήν πληρώνει χρόνος μπαίνει χρό­

όμως επιστρέφοντας στο κρεβάτι δεν άργησε να αποκοιμη­

νος βγαίνει; -

θεί.

Ή λέξη νοσοκομείο τήν τρόμαζε. Τήν έ'πιανε πανικός και

Εξακολουθούσε να έχει συνείδηση τής κατάστασης. Εί­

μόνο με τή σκέψη νά βρεθεί έκεϊ, στο έλεος τοΰ καθενός,

χ ε συμβεί κάτι πολύ σοβαρό. Ό λ ο το υπόλοιπο τής ζωής

σ'ενα άγνωστο κρεβάτι κάτω άπό τα περίεργα βλέμματα

του κινδύνευε να αλλάξει εξαιτίας τοΰ συμβάντος. Τί ακρι­

οκτώ ή δέκα ασθενών.

βώς θα συνέβαινε τίποτα δεν τοΰ επέτρεπε να το προβλέ­
ψει.

Είχε ανάγκη άπό χρήματα, αν μή τι άλλο, γιά νά πλη­
ρώνει τήν παραμονή της σε μιά ιδιωτική κλινική.

Τόσο το χειρότερο! Τόσο το καλύτερο! Κάποια μέρα να
έπρεπε να ξεσπάσει. 'Αρκετά είχε ανεχτεί τις ύπουλες επι­
θέσεις τής γριάς.
Γιατί αν και εκείνος δεν ένιωθε γέρος, εκείνη τήν έβλε­
π ε γριά. 'Ακόμη πιο γριά ά π ' τ ή μητέρα του, εφόσον εκείνη
όταν πέθανε ήταν πενηνταοκτώ χρόνων.
Ε κ ε ί ν η θά έβρισκε τόν τρόπο νά έχει τήν τελευταία λέ­
ξη. Ποιος ξέρει αν δεν τής μπήκε ή ιδέα νά πάει νά βρει έναν
δικηγόρο;
Πέρασε μισή ώρα και κάθε φορά πού άκουγε κάποιον Q6ρυβο στην πάροδο αναπηδούσε.
Ό λ η της τή ζωή ή Μαργκερίτ είχε προβλέψει ατυχίες

Τό σκεφτόταν ήδη άπό τήν εποχή τοΰ Φρεντερικ Σαρμουά, μπορεί και άπό τότε πού ζοΰσε ό πατέρας της.
Φοβόταν τά πάντα, τους κεραυνούς και τους άνεμους, και
πάνω απ' όλα τή μιζέρια πού άπό παλιά είχε μοχθήσει γιά
νά τήν αποφύγει.
— Α υ τ ή θά με θάψει...
Έ κ α ν ε συχνά αυτή τή σκέψη. Τής τό είχε πει. Μιά φο­
ρά εκείνη μουρμούρισε:
— Τό ε λ π ί ζ ω . . .
Μετά πρόσθεσε ήρεμα:
— Είναι λιγότερο οδυνηρό γιά τ ή γυναίκα νά μένει μό­
νη άπ ό,τι ό άντρας... Οι άντρες είναι ανίκανοι νά φροντί[ ιοί ]

σουν τον εαυτό τους... Είναι πιο ευαίσθητοι άπδ μ α ς . . .

γνώρισε τά βήματα της γριάς στο πάτωμα τοΰ δωματίου

Έ τ σ ι , για οποιοδήποτε θέμα κατέληγε να έχει δίκιο. 'Α­

και ακούστηκε ό θόρυβος ενός πιατικού πάνω στο μάρμαρο

πόδειξη δτι ενώ εκείνη περπατούσε γενναία μες στο κρύο

του κομοδίνου.

και στο χιόνι για να πάει ένας Θεός ξέρει ποϋ, εκείνος πα­

Δεν άνοιξε τά μάτια του. Τά βήματα απομακρύνθηκαν

ρέμενε κουλουριασμένος μες στο κρεβάτι του, να βαρυγ-

Κατέβηκαν τή σκάλα. 'Εξακολουθούσε νά μένει ακίνητος και

γομα, αηδιασμένος με τον ΐδιο του τον εαυτό.

ένιωθε τις σταγόνες τοΰ ιδρώτα ν'αναβλύζουν αργά άπό το

'Ακούστηκαν βήματα... Βήματα δύο ανθρώπων... Κά­
ποια ήταν αντρικά... Ό ήχος της κλειδαριάς...

μετωπό του. Τό έκανε παιχνίδι. Προσπάθησε νά μαντέψει
σε ποιο σημείο ακριβώς θά ξεπηδούσε ή επόμενη σταγόνα,

— Περάστε, γιατρέ...

άλλοτε σ'εναν κρόταφο, άλλοτε στή μέση τού μετώπου, και

Δεν καταλάβαινε γιατί έφερε γιατρό, έκτος κι αν δεν

αραιά και πού στά πτερύγια της μύτης.

επρόκειτο για εκείνη, άλλα για εκείνον. Κι αν εΐχε πάει να

Ανοίγοντας τά βλέφαρα, εΐδε τήν κούπα πού άχνιζε ακό­

βρει έναν φρενολόγο, με την κρυφή σκέψη να τον κλείσει μέ­

μη. Δεν πεινούσε. Αρνιόταν νά αγγίξει τήν τροφή πού του

σα;

έφερε εκείνη άπό καθήκον ή άπό οίκτο.
Μπήκαν στο σαλόνι κλείνοντας πίσω τους την πόρτα και

δ Μπουέν δεν άκουγε παρά ενα μουρμουρητό. Αυτό διήρκε­

Ποιος ξέρει αν δεν είχε τήν πρόθεση νά τον ξεκάνει όπως
είχε ξεκάνει τό γ ά τ ο ;

σε πολλή ώρα. Μάταια προσπαθούσε νά καταλάβει. Σ τ ο κά­

Ή τ α ν ή πρώτη φορά πού έκανε αύτη τή σκέψη, ακόμη

τ ω κάτω ό άντρας πού ή Μαργκεριτ αποκάλεσε γιατρό μπο­

συγκεχυμένη, χωρίς νά τήν πολυπιστεύει. Ή τ α ν εξαιτίας

ρεί νά ήταν κτηνίατρος.

τοΰ πυρετού και της επίδρασης τού κρασιού.

Και ήταν Οντως. Εΐχε φέρει κτηνίατρο γιά νά φροντίσει

— Θά ήταν τόσο βολικό... Θά κληρονομούσε τή σύν­

τον παπαγάλο. Δεν γελάστηκε. Τελικά ή πόρτα του σαλο­

ταξη χωρίς νά χρειαστεί νά μ'ανέχεται γιά καιρό μες στο

νιού άνοιξε, μετά ή εξώπορτα, και δταν έτρεξε βιαστικά

σπίτι...

προς το παράθυρο είδε τον άντρα άπό πίσω, ό όποιος κου­

Έ δ ώ υπήρχε μιά αντίφαση πού προτίμησε νά τήν αγνοή­

βαλούσε το κλουβί σκεπασμένο με τ ή χνουδωτή κουβέρτα

σει. Α ν τον είχε παντρευτεί γιά νά μήν είναι μόνη και γιά

πού τοϋ έριχνε άπό πάνω ή Μαργκεριτ κάθε βράδυ.

νά εξασφαλίσει μιά δωρεάν βοήθεια σε περίπτωση ανάγκης,

Έ π ε σ ε πάλι στο κρεβάτι, περίμενε λίγο και τέλος απο­

δεν είχε συμφέρον νά τον χάσει.
Ό μ ω ς αναλογιζόταν άραγε αυτό πού έκανε; Δεν εΐχε ψη­

κοιμήθηκε.
Πολύ αργότερα άκουσε κάποιους γνώριμους θορύβους,
αλλά σάν νά ήταν πολύ μακριά, σ'εναν άλλον κόσμο. Άνα[ 102 ]

θεί μες στο ίδιο της τό μίσος ; Έ ν α μίσος πού δεν χρονολο­
γούνταν άπό σήμερα τό πρωί, πού δεν είχε νά κάνει μέ τον
.03

παπαγάλο άλλα ξεκινούσε από πολύ παλιά, Ίσως ήταν ανόη­

της. Ό Έ μ ί λ προσπάθησε νά βγει άπό τήν υπνηλία του, στη­

το και να αναφερθεί: άλλα μπορεί να υπήρχε πριν ακόμη τον

ρίχτηκε στον αγκώνα και ανασηκώθηκε, άρπαξε τήν κούπα

γνωρίσει.

με τή χορτόσουπα πού ήταν ακόμη χλιαρή.

Θυμήθηκε το παγωμένο και σκληρό της βλέμμα δταν,
άφοΰ δίστασε για αρκετή ώρα, πλάγιασε επάνω της για να

Καχύποπτα, τή μύρισε, έβρεξε τά χείλη του, βρήκε δτι
τό υγρό είχε γεύση ασυνήθιστη.

της κάνει έρωτα. Τή σ τ ι γ μ ή πού με αρκετή δυσκολία μπήκε

Μήπως με τή σειρά του έπαιζε θέατρο ; Ά ν είχε τήν πρό­

μέσα της, το κορμί της κοκάλωσε ξαφνικά, σαν ενστικτω­

θεση νά τον δηλητηριάσει, δεν θά τό έκανε τόσο σύντομα,

δώς να απωθούσε το αρσενικό.

αμέσως μετά τό θάνατο τοΰ γάτου, ούτε μετά τό συμβάν με

Για περίπου ενα λεπτό είχε ελπίσει δτι θά χαλάρωνε,
όμως δεν συνέβη τίποτα, το αντίθετο μάλιστα, εκείνος τρα­
βήχτηκε ντροπιασμένος, ψελλίζοντας κάποια συγγνώμη.
— Γιατί; τον είχε ρωτήσει με άχρωμη φωνή.
— Γιατί ζητώ συγγνώμη;
— Γιατί δεν συνεχίζεις και δεν ικανοποιείσαι; Σε παν­
τρεύτηκα. Είναι καθήκον μου να υποστώ κι αυτό επίσης.

τον παπαγάλο.
Παρ' δλα αυτά σηκώθηκε και ξυπόλυτος πήγε και έχυ­
σε τή σούπα μες στην τουαλέτα, τρώγοντας μόνο τή φρυ­
γανιά πού ήταν στο πιάτο.
Δεν πεινούσε. Δέν εΐχε ξυριστεί, ούτε είχε πλυθεί και
ένιωθε νά ζέχνει.
Τ

Ηταν ένα άθλιο απόγευμα, απ' εκείνα πού κανείς αργό­

Αυτό το « επίσης » του είχε έρθει άπειρες φορές στο νοΰ.

τερα τά σβήνει άπό τή μνήμη του. Κοιμήθηκε και ξύπνησε

Τί ακριβώς σήμαινε; Τί άλλο είχε υποστεί εξαιτίας της χρι­

πάρα πολλές φορές, και κάποια σ τ ι γ μ ή είχε σκοτεινιάσει και

στιανικής υποταγής της; Τά πούρα του; Τους άξεστους τρό­

τό φανάρι τοΰ άεριόφωτος στην πάροδο είχε ανάψει.

πους του; Το γεγονός δτι μοιράζονταν τό ϊδιο δωμάτιο;

Έ σ τ η σ ε αυτί, δέν άκουσε τίποτα. Πάνω άπό ένα τέταρ­

Στον όροφο υπήρχαν δύο άδεια δωμάτια, τό ενα χρησί­

το έμεινε έτσι παραμονεύοντας, και τότε συνειδητοποίησε

μευε για αποθήκη, τό άλλο πού είχε παλιά ως κορίτσι, τό

τή μοναξιά του. Αισθανόταν δτι ή Μαργκερίτ δέν βρισκό­

κρατούσε ϊδιο κι απαράλλαχτο, με τό καθετί στή θέση του,

ταν στο σπίτι. Τ Ηταν μόνος και εγκαταλελειμμένος και τον

και σίγουρα θά τό θεωρούσε σάν τά άγια τών αγίων.

κυρίευσε μιά ανησυχία.

Τοΰ τό είχε δείξει μόνο μία φορά, άπό τό κατώφλι της

Τελικά αποφάσισε νά κατέβει, στις μύτες τών ποδιών.

πόρτας, χωρίς νά κάνει βήμα μέσα, και ή πόρτα του παρέ­

Στο σαλόνι τό φώς δέν ήταν αναμμένο, ούτε ή φωτιά στο

μενε πάντα κλειδωμένη, Ίσως νά τήν άνοιγε δταν έλειπε

τζάκι. Έ κ α ν ε πολύ κρύο. Ή απουσία τοΰ κλουβιού δημι­

εκείνος, τουλάχιστον έτσι υπέθετε.
Ε κ ε ί ν η ήταν στην κουζίνα. Έ τ ρ ω γ ε , παρ' δλη τή θλίψη
ι ο 4

ούργησε ενα κενό και τό σαλόνι έδειχνε μεγαλύτερο, το πιά­
νο δυσανάλογα μεγάλο.
[ 105 ]

Και στην τραπεζαρία τα φώτα ήταν σβηστά όπως και
στην κουζίνα, αλλά δλα ήταν καθαρά και τακτοποιημένα.

"Αραγε ό Κοκό θά ψοφούσε; Δεν τό ευχόταν, αν και τον
τρόμαζε ή σκέψη των μελλοντικών τέτ-ά-τέτ τους μες στο

"Ηπιε άλλο ένα ποτήρι κρασί, για νά την προκαλέσει και
δχι γιατί το ήθελε. Τό κρασί του φάνηκε ξινό. Μετά ξανανέβηκε πολύ γρήγορα, άπό φόβο μήπως κι ή γυναίκα του
τον τσακώσει στο ισόγειο.

σαλόνι παρουσία τοΰ ζώου με τήν ουρά μαδημένη.

Ουδέποτε είχε ανησυχήσει τόσο γιά τά καμώματα της
Μαργκεριτ δσο τώρα πού αποκτούσαν τεράστια σημασία.

και μάτια τόσο παγωμένα δπως τότε πού πλάγιασε, ό αφε­

Γιά άλλη μιά φορά αποκοιμήθηκε, δμως τήν άκουσε δταν
επέστρεψε. Γνώριζαν και οι δυό τους τόσο καλά τους θορύ­
βους του σπιτιού, τήν παραμικρότερη κίνηση του αέρα!
Δεν άναψε φωτιά μες στο σαλόνι."Ισως νά μήν είχε άλλα
κομμένα κούτσουρα στο υπόγειο γιατί τρεις μέρες πού ήταν
άρρωστος τό απόθεμα θά είχε τελειώσει.

Ε κ μ ε τ α λ λ ε ύ τ η κ ε τήν απουσία της γυναίκας του γιά νά
κατέβει και νά φάει ψωμί. Τό απόγευμα, πού ένιωθε χειρό­
τερα, τήν εΐδε θολά μπροστά του, με ανέκφραστο πρόσωπο,
λής, επάνω της.
— ' Ε π ι θ υ μ ε ί ς νά καλέσω γιατρό;
Έ γ ν ε ψ ε αρνητικά.
— Δεν έχεις ανάγκη άπό τ ί π ο τ ε ;
Πάλι τό ϊδιονεΰμα. Δεν έπαιζε θέατρο. Βρισκόταν πά­
ρα πολύ μακριά της, σ'εναν κόσμο ασυνάρτητο.
'Εκείνη βγήκε πάλι στις πέντε και τότε κατέβηκε άλλη

Κάθισε στην κουζίνα. 'Αργότερα, ανέβηκε, στάθηκε
δρθια μπροστά του, κοιτάζοντας τον στο φως πού έριχνε ό
λαμπτήρας της σκάλας.

μιά φορά γιά νά φάει κάτι. Τά πόδια του ήταν αδύναμα. Τό

Ε κ ε ί ν ο ς έκανε πώς κοιμόταν. Φεύγοντας εκείνη, πήρε τό
πιάτο και τήν κούπα. Λ ί γ ο μετά, εκείνος χρειάστηκε νά πάει
στην τουαλέτα και γιά νά μήν φανερώσει τις κινήσεις του,
δίστασε νά τραβήξει τό καζανάκι.

τιά με τό κεφάλι.

'Αποκοιμήθηκε ξανά. Κι εκείνη ήρθε νά κοιμηθεί, γιατί
δταν ξύπνησε κάποια στιγμή μες στή νύχτα, τήν άκουσε πού
άνέπνεε κανονικά.

νά πάει ν'αγοράσει κάτι άλλο.

Ό λ η ή επόμενη ημέρα πέρασε με τον ίδιο τρόπο. 'Εκεί­
νη βγήκε δύο φορές, τήν πρώτη γιά νά πάει στην αγορά, τήν
δεύτερη, πιθανόν, γιά νά πάει στον κτηνίατρο, δπως πάει
κανείς νά επισκεφτεί έναν άρρωστο στο νοσοκομείο.

γονταν καμπάνες.

ιο6

κεφάλι του γύριζε. Κρατιόταν άπό τήν κουπαστή της σκά­
λας σάν νά ήταν βαριά άρρωστος και φοβόταν μήν κάνει βου­
Βρήκε μιά φέτα ζαμπόν μες στο ψυγείο πού τήν άρπα­
ξε και τήν έφαγε με τά χέρια, μετά Ινα κομμάτι τυρί.' Ηταν
τό δείπνο τής Μαργκερίτ, δμως εκείνη είχε τή δυνατότητα
Τήν επομένη, λόγω τής ησυχίας, κατάλαβε δτι ήταν Κυ­
ριακή. Τά πάντα ήταν ακίνητα, και μόνο άπό μακριά ακού­
'Εκείνη είχε πάει στην εκκλησία. Δεν ένιωθε πιά άρρωστος.
Έ ν ι ω θ ε πολύ πεινασμένος. Κυρίως ένιωθε τήν ανάγκη νά
βγάλει άπό πάνω του τήν οσμή του ιδρώτα και νά ξυριστεί.
[ ι°7 1

Ήταν πιο αδύναμος απ' δσο νόμιζε, εντούτοις λούστηκε.

σματα τοΰ αέρα μες στο σπίτι, πώς επιδρούσε στή Μαρ­

Τα χέρια του έτρεμαν περνώντας το ξυράφι στα μαγουλά

γκερίτ ή παραμικρότερη αλλαγή έκεϊ μέσα, δπου είχε πε­

του. Καταβρόχθισε δυο αυγά. Για να τα φτιάξει έπρεπε να

ράσει τά έβδομηνταένα χρόνια της ζωής της ;

χρησιμοποιήσει τηγάνι ή κάποιο κατσαρολικό πού μετά δεν
είχε το κουράγιο να το πλύνει.
Τί θα συνέβαινε μεταξύ της Μαργκερίτ και του 'ίδιου τ ώ ­
ρα που δεν υπήρχε λόγος να παραμείνει στο κρεβάτι;
Φορώντας καθαρή πυτζάμα και τ η ρόμπα του, κατέβη­
κε στο υπόγειο, έκοψε ξύλα, τα μετέφερε στο σαλόνι δπου
άναψε το τζάκι. Για να αναγγείλει στη γυναίκα του δτι ήταν

Μπήκε στην τραπεζαρία δπου ποτέ δεν κάθισαν νά φάνε
οί δυό τους, παλιά δμως συγκεντρωνόταν μιά οικογένεια γύ­
ρω άπό το οβάλ τραπέζι, κάτω άπό τον πολυέλαιο τοΰ πε­
τρελαίου ό όποιος στή συνέχεια λειτουργούσε με φωταέριο
και κατόπιν με ηλεκτρικό.
Βρέθηκε στην κουζίνα. Δέν έμεινε εκεί πολλή ώρα, άλλα
είχε ανοίξει το ψυγείο, άρα ήξερε δτι εϊχε φάει δύο αυγά.

στο πόδι, άνοιξε τα παντζούρια. Αυτό θα της ήταν προει­

Ανέβηκε επάνω, μπήκε στο παιδικό της δωμάτιο. 'Εκεί­

δοποίηση πού θα της έ'δινε το χρόνο νά αποφασίσει τί στά­

νος ανυπομονούσε, θύμωνε μαζί της πού τον κρατούσε σε

ση θα κρατούσε μπαίνοντας στο σπίτι.

αγωνία. Μήπως το έκανε επίτηδες, γιά νά τον τιμωρήσει;

Ε κ ε ί ν η θα έπρεπε νά αποφασίσει και δχι εκείνος. Το

Το δωμάτιο ήταν διακοσμημένο μέ μιά λουλουδάτη τα­

σπίτι της ανήκε. Τά περισσότερα έπιπλα ήταν δικά της. Πά­

πετσαρία. Σε μιά γωνιά βρισκόταν ενα γραφειάκι που έκλει­

ρα πολλά βρίσκονταν στην ϊδια θέση από τότε πού γεννή­

νε μέ ρολό, δπου πριν άπό πενηνταπέντε χρόνια θά πρέπει

θηκε. Ό Φρεντερικ Σαρμουά, παρ' δλο πού είχαν ζήσει μαζί

νά εκμυστηρευόταν σ'ένα τετράδιο τις σκέψεις της και τα

πάνω άπό τριάντα χρόνια, δεν ήταν παρά ένας περαστικός

κοριτσίστικα συναισθήματα της.

πού άφησε πίσω του ελάχιστα ίχνη, κάποιες φωτογραφίες
και Ινα βιολί κλειδωμένο σ'ενα ντουλάπι.
Ό Μπουέν θά μπορούσε νά φύγει δσο απουσίαζε ή Μαρ­

*Αν τήν είχε γνωρίσει τ ό τ ε . . . Ό μ ω ς τότε εκείνος δέν ή­
ταν παρά ένας μαθητευόμενος χτίστης μέ άξεστους τρόπους
τον όποιο εκείνη δέν θά καταδεχόταν κάν νά κοιτάξει.

γκερίτ, παίρνοντας μαζί τά υπάρχοντα του. Έ ν α απλό χει-

Ακούστηκε ό θόρυβος μιας πόρτας αυτοκινήτου πού

ραμάξι αρκούσε. Το είχε σκεφτεί. Θά το ξανασκεφτόταν

έκλεισε, τοΰ μηχανικού πού έ'βαλε μπρος τον κινητήρα και

δταν θά είχε περισσότερες δυνάμεις.

ξαναμπήκε στο σπίτι γιά νά ειδοποιήσει τήν υπόλοιπη οικο­

Ήταν αγχωμένος. Τά λεπτά, τά δευτερόλεπτα κυλούσαν

γένεια. Αυτή τήν εποχή δέν πήγαιναν στην εξοχή. Σίγουρα

αργά. 'Ακούστηκε το κλειδί στην κλειδαριά και διστακτικά

θά περνούσαν τήν Κυριακή τους σε κάποιον άπό τους γονείς

το γνωστό ξεκλείδωμα.Άν ό ίδιος μέσα σε λίγα χρόνια είχε

ή σ'έναν αδελφό, μιά αδελφή, σε κάποιο προάστιο ή κάπου

συνηθίσει τόσο στους θορύβους, στις μυρωδιές, στά θροΐ-

αλλού.

[ ιο8 ]

[ 109 ]

Κάθε άνθρωπος ζει μέσα σ'έναν κύκλο λίγο-πολύ πε­
ριορισμένο. Ό κύκλος τους, της Μαργκεριτ και ό δικός του,
περιοριζόταν στους τοίχους του σπιτιού καί μες στο χώρο
αυτόν τριγυρνούσαν μοναχά οί δυό τους.
Ποτέ δεν είχε αύτη την εντύπωση με την Άνζέλ, ϊσως
γιατί σχεδόν ποτέ δέν έμεναν κλεισμένοι στο σπίτι, παρά
μόνο γιά να φάνε, να κάνουν έρωτα ή νά κοιμηθούν.

νά τον παντρευτεί καί μιά ωραία πρωία βρέθηκαν νά είναι
αντρόγυνο.
Έ ν α γέρικο αντρόγυνο μαραμένο. "Αραγε ό κόσμος πού
τους έβλεπε, οί γείτονες, οί μαγαζάτορες δέν τους έβρισκε
άξιολύπητους ή γελοίους;
Πολύ δέ περισσότερο, τί θά σκέφτονταν αν τους έβλε­
παν καί τους δύο μές στο σ π ί τ ι ;

Παρ' όλα αυτά, δέν είχαν πολλούς φίλους. Ό μ ω ς έβγαι­

Μιά πόρτα έκλεισε. 'Ακούστηκαν βήματα. Μιά άλλη

ναν, πήγαιναν οπουδήποτε, ανακατεύονταν μέ το πλήθος

πόρτα. Τήν περίμενε νά κατεβεί τή σκάλα. Ε κ ε ί ν η έφτασε

δπου δέν ένιωθαν καθόλου απομονωμένοι.

στο διάδρομο καί κοντοστάθηκε.

Όταν ό Μπουέν έ'μενε απέναντι, όπου δέν είχε παρά ένα

Τελικά, αλύγιστη, ανέκφραστη μπήκε στο σαλόνι. Στά­

δωμάτιο και μια τουαλέτα, ένιωθε άραγε μόνος; Δέν το σκε­

θηκε απέναντι του. Τά βλέμματα τους διασταυρώθηκαν, χω­

φτόταν. Δέν ήταν ούτε θλιμμένος ούτε μελαγχολικός, καί

ρίς θέρμη, χωρίς πιθανό σημείο επαφής. Ά π λ ω σ ε τό χέρι

ουδέποτε είχε αύτη τήν αίσθηση τοϋ άγχους ότι κινιόταν μέ­

της πού έτρεμε καί μέ τά αδύνατα δάχτυλα της τοΰ έδωσε

σα στο κενό.

ένα κομμάτι χαρτί.

Έ δ ώ , ορισμένες φορές, αναρωτιόταν αν τά αντικείμενα,

'Εκείνος έμεινε λίγο χωρίς νά τό διαβάσει, τέλος χαμή­

τά έπιπλα, τά μπιμπελό ήταν πραγματικά. Ό λ α ήταν στη

λωσε τά μάτια ενώ εκείνη κατευθύνθηκε καί κάθισε στην πο­

θέση τους, ασάλευτα, συνεχώς, εσαεί.

λυθρόνα της αφού πρώτα πήρε τό πλεκτό από τήν καρέκλα.

Ό τ α ν ή Μαργκεριτ έβλεπε τηλεόραση, τήν παρατη­
ρούσε, καί τό προφίλ της έδειχνε εξίσου παγωμένο, σε ση­
μείο πού έφτανε νά απορεί όταν τήν άκουγε νά αναπνέει.
Ε κ ε ί ν η τό είχε θελήσει, εξαιτίας τοΰ φόβου αυτής της
ακινησίας, αυτής τής σιωπής. Τότε πού κάθισαν οί δυό τους
μές στην κουζίνα γιά νά πιουν ένα ποτήρι από τό άναγουλιαστικό λικέρ της, αντιλήφθηκε ξαφνικά δτι υπήρξε κά­
ποια αλλαγή, ότι μιά ανάσα ζωής μπήκε στο σπιτικό της.
Γιά νά παραμείνει ό άντρας, γιά νά μπορούν νά είναι μαζί

Τό σκέφτηκα

καλά. "Οντας καθολική

ται νά σκεφτώ τό διαζύγιο.
πρέπει νά ζήσουμε

νά σας απευθύνω

νά πράξετε

τό λόγο και

τό αυτό άπό πλευράς

και
τίπο­
παρα­

σας.

Είχε υπογράψει μέ τά καλλιγραφικά γράμματα πού είχε
μάθει στις καλόγριες: Μαργκεριτ
Μπουέν.
Τό παιχνίδι μόλις είχε αρχίσει.

οί δυό τους χωρίς νά διαπράττουν αμάρτημα, υποχρεώθηκε
[ 110 ]

επιτρέπε­

κάτω άπό τήν ίδια στέγη. 'Ωστόσο

τα δέν μέ υποχρεώνει
καλώ επίμονα

δέν μου

Ό Θεός μας έκανε αντρόγυνο

[ in

]

Τήν επομένη, για πρώτη φορά άπό τότε πού ζοΰσε στο σπί­
τι, έστρωσε το κρεβάτι του, τη σ τ ι γ μ ή πού εκείνη έστρωνε
το δικό της.

Τ ι ς δυο προηγούμενες μέρες εΐχε βγει πιο αργά. Μήπως
αυτό σήμαινε δτι σήμερα εΐχε πάει κάπου άλλου;
'Ανησυχούσε χωρίς λόγο" ανέβηκε στον πρώτο όροφο, ά­

Δεν το έκανε γιά νά τήν ξεγελάσει. Εΐχε γίνει καλά. Το
μυαλό του ήταν διαυγές. 'Εφόσον δεν μιλιόντουσαν, εφόσον
δεν υπήρχε κανένας δεσμός μεταξύ τους, εκτός άπό μιά υπο­
γραφή σε κάποιο ληξιαρχείο και στο γραφείο κάποιου ναοϋ,
ήταν φυσικό νά μή δέχεται τίποτε άπό κείνην.

νοιξε τήν ντουλάπα και διαπίστωσε δτι δεν εΐχε φορέσει το

' Ηταν ι'σως παιδιάστικο, δμως επέμενε πάνω σ ' αυτό, και
δταν τήν είδε νά ετοιμάζεται νά βγει γιά νά κάνει τά ψώ­
νια, έγραψε σ'ένα χαρτί:

μαντέψει.

Θα φάω εξ ω.

μάλλινο παλτό της άλλα το αστρακάν πού συνήθως το φο­
ρούσε τις Κυριακές.
Ή τ α ν αδύνατο νά τή ρωτήσει δταν θά επέστρεφε, θά έ­
πρεπε νά αρκεστεί νά τήν κατασκοπεύσει, νά προσπαθήσει νά
'Άραγε ό παπαγάλος εΐχε ψοφήσει;
Ή τ α ν θυμωμένος μέ τον εαυτό του, αν και εΐχε αποφα­
σίσει νά μήν το ομολογήσει ποτέ. Ε κ ε ί ν η θύμωσε μέ τον
εαυτό της πού εΐχε δηλητηριάσει το γάτο του;

Συμπεριφερόταν με απόλυτη συνέπεια, βγάζοντας τ η

Ξανάναψε τή φωτιά στο τζάκι, και διάβαζε τήν εφημε­

άπό τον κόπο νά μαγειρεύει γιά δύο, αφού αποφάσισε νά μ ή

ρίδα του δταν επέστρεψε εκείνη' πρώτα ανέβηκε στον όρο­

φάει ξανά φαγητό άπό τά χέρια της.

φο καΐ κατόπιν κατέβηκε στην κουζίνα. Στο σαλόνι εμφα­

Έ φ α γ ε σ'ενα εστιατόριο τής γειτονιάς, δεν μίλησε σε
κανέναν και απέφυγε νά πάει στο καφενείο τής πλατείας
Ντανφέρ-Ροσερώ οπού μπορεί νά συναντούσε γνωστούς.

νίστηκε στιγμιαία γιά νά πάρει το πλεκτό της.
Ά ρ α γ ε θά πήγαινε νά καθίσει στην τραπεζαρία ή στην
κουζίνα, δπου δεν ήταν αρκετά ζεστά;

Χωρίς νά το ομολογεί, βιαζόταν νά επιστρέψει, νά μά­

Ά δ ε ι ε ς ώρες, άχρωμες, χωρίς σκιές ούτε φώτα, μόνο μέ

θει τί έκανε εκείνη. Όταν ξαναβρέθηκε στο σπίτι τής πλα­

σκέψεις γιά τις όποιες κάνεις δέν είναι υπερήφανος, και ερω­

τείας Σεμπαστιέν Ντουάζ, δεν υπήρχε κάνεις και δεν ήξερε

τήματα μάταια, αν δχι γελοία.

τί νά κάνει. Έ ν ι ω σ ε αποπροσανατολισμένος. Παλιά, ποτέ
δεν αναρωτιόταν με τί ν'ασχοληθεί.
Ήταν τρεις το απόγευμα. "Ανοιξε το ψυγείο γιά νά προσ­

— Ποιος ξέρει αν δέν προσπαθήσει νά μέ δηλητηριά­
σει;
Και μετά ξαφνικά αναρωτιόταν:

παθήσει νά καταλάβει τί εΐχε φάει εκείνη, δπου βρήκε τά

— Ά ν πέθαινε εκείνη, θά λυπόμουν;

υπόλοιπα άπό ενα πατέ, δυο πατάτες τυλιγμένες ή καθεμία

" Ο χ ι ! Δέν θά λυπόταν. Οΰτε θά ήταν δυστυχισμένος. "Ι­

χωριστά και σ'ενα πιατάκι πράσινα φασολάκια.
[ 112

σως νά τοΰ έλειπε. Δέν τοΰ άρεσε νά βλέπει τους άνθρώ[ 113

πους να πεθαίνουν. Ό χ ι επειδή τους αγαπούσε, άλλα επειδή
ό θάνατος τον τρόμαζε.

Τό κεφαλόσκαλο πού κατέβαινες ήταν άπό γαλάζια πέ­
τρα. Τ ό δάπεδο, στρωμένο με τετράγωνες κόκκινες πλάκες,

Στην ηλικία τους, πόσες πιθανότητες είχαν, και ό ένας
και ό άλλος, να ζήσουν πολλά χρόνια ακόμη;

τό σκέπαζαν πριονίδια.

"Οταν κοιμόταν ανάσκελα, τύχαινε να σταυρώσει τα χ έ ­
ρια πάνω στην κοιλιά του και αν τύχαινε να τό αντιληφθεί
πριν αποκοιμηθεί βαθιά, άλλαζε γρήγορα στάση, γιατί αυτή
είναι ή στάση πού δίνουν στους νεκρούς πριν τους περάσουν
τό ροζάριο ανάμεσα στά δάχτυλα.

κουζίνας με τό τούλινο κουρτινάκι.

Πού θά τοποθετούσαν τό φέρετρο για τήν αγρυπνία; Στο
δωμάτιο; Στο σαλόνι; Ό λ α αυτά τά φανταζόταν με τήν παραμικρότερη λεπτομέρεια, ακόμη και τό φέρετρο πού θά μύ­
ριζε φρεσκοπριονισμένο ξύλο.

γειτονιάς, μαγαζάτορες, τεχνίτες πού εκτιμούσαν τά κρα­

Δεν ήθελε νά πεθάνει πρώτος. Ό μ ω ς δεν ήθελε ούτε εκεί­
νη νά πεθάνει. "Επρεπε νά σκεφτεί άλλα πράγματα. Προτί­
μησε νά βγει, νά περπατήσει στους δρόμους, παρ' δλο τό κρύο
και τό βοριά. Γιατί τό χιόνι τό διαδέχτηκε ένας βορινός άνε­
μος πού έδιωχνε με ταχύτητα τά σύννεφα απ'τον ουρανό.

κα, ήταν νά κατέβει τήν καταπακτή, πίσω άπό τον πάγκο, και

Δεν τόλμησε νά πάει νά πιει τό ποτήρι τό κρασί στην
κουζίνα όπου καθόταν ή Μαργκερίτ. Δεν ήταν μακριά απ'
της Νέλλης. 'Αποφάσισε νά περάσει νά τή δει, χωρίς συγκε­
κριμένες προθέσεις. Δεν ήταν σάν τις άλλες φορές.

ραζαν.

Πάει πολύς καιρός, πάνω από δέκα χρόνια, σχεδόν δε­
καπέντε, πού γνώριζε τή Νέλλη. Σύχναζε στο μικρό μ π ι στρό της στην οδό Ντε Φεγιαντίν άπό τήν εποχή ακόμη πού
ζούσε ό άντρας της, ό Τεό, όπως τον φώναζε δλος ό κόσμος.
Πάνω άπό τή στενή και σκοτεινή πρόσοψη υπήρχε μιά καφεκίτρινη ταμπέλα: Au Petit Sancerre.
114 ]

Ό πάγκος ήταν στο βάθος, πλάι στην τζαμόπορτα της
Ά π ό τότε ακόμη, καθ'δλη τή διάρκεια της ημέρας συν­
αντούσες κυρίως τακτικούς θαμώνες, νωρίς τό πρωί, τους
εργάτες, πού έπιναν τον καφέ τους ή τό ποτηράκι τό λευκό
κρασί πριν πάνε στην οικοδομή, μετά τους μικροαστούς της
σιά του Λίγηρα και τό κέφι του Τεό.
Τό χρώμα του ήταν τό ίδιο έντονο κόκκινο δπως οι πλάκες
τοΰ δαπέδου. Ή πιο σημαντική του δουλειά, γύρω στις δέ­
νά πάει στο υπόγειο γιά νά γεμίσει τά μπουκάλια με κρασί.
'Εκείνη τήν ώρα ερχόταν νά τον αντικαταστήσει ή γυ­
ναίκα του και στεκόταν πάνω άπό τήν καταπακτή.
— " Ε τ σ ι , είσαι σίγουρη δτι δεν θά σοϋ ξεφύγει, τήν πεί­
Ή Νέλλη ήταν μιά κοπέλα χυμώδης, είκοσι χρόνια νεό­
τερη άπό τον Τεό. "Ηδη, άπό εκείνα τά χρόνια, ό Μπουέν δεν
ήταν ό μοναδικός πού εκμεταλλευόταν τό ταμπεραμέντο της.
Τ

Ηταν πάντα πρόθυμη νά κάνει έρωτα με τήν ίδια φυσι­

κότητα πού οι πελάτες έπιναν τό κρασί τους. Μιά μέρα πού
ό Έ μ ί λ τή ρώτησε αν δεν φοράει ποτέ κυλόττα, απάντησε
κοροϊδευτικά αλλά ειλικρινά:
— Καί νά ρισκάρω νά χάσω τήν ευκαιρία!
Είναι αλήθεια πώς ή συνεχής παρουσία τοΰ Τεό, τό γε[ H5

γονός δτι τό μπιστρό ήταν ανοιχτό σε όλους και ή ίδια ή διά­
ταξη του χώρου καθιστούσαν τις ερωτικές περιπτύξεις δύσ­
κολες και συνοπτικές.
Νωρίς τό πρωί,"γύρω στις οκτώ, ήταν ακόμη εύκολο,
γιατί ό Τεό συνήθιζε εκείνη τήν ώρα να κάνει τα ψώνια του
σ τ ή γειτονιά. Άρκοΰσε Ινα βλέμμα στή Νέλλη, πού ακουμ­
πούσε βαριεστημένη μέ τους αγκώνες της στον πάγκο, για
να καταλάβει. 'Απαντούσε μέ τό βλέμμα και εκείνη. Ήταν
ναι ή όχι. Σχεδόν πάντα ναί.
"Υστερα άπό λίγο κατευθυνόταν στην κουζίνα όπου ό
Μπουέν τήν ακολουθούσε. Μέ τήν πόρτα κλειστή, μπορού­
σες να δεις μέσα άπό τήν τούλινη κουρτίνα αν έμπαινε κά­
ποιος στο μπιστρό, ενώ οι ίδιοι παρέμεναν αόρατοι.
Έ π ρ ε π ε να σταθεί όρθιος σε μια συγκεκριμένη θέση. Σή­
κωνε τό φόρεμα της μέ μια κίνηση τόσο φυσική πού δέν
έμοιαζε καθόλου άσεμνη, και προέτεινε τα λευκά και τροφαντά της οπίσθια.
Ά ρ α γ ε ίκανοποιόταν κι εκείνη στ'αλήθεια ή έκανε πώς
δήθεν; Συχνά είχε αναρωτηθεί άλλα δέν κατάφερε νά δώσει
απάντηση. Ήταν πιθανόν, άφοΰ ήταν πάντα έτοιμη νά τον
δεχτεί, νά μήν είχε ποτέ γνωρίσει τήν τέλεια ικανοποίηση.
Μέ τήν άφιξη ενός πελάτη, ή τοΰ Τεό, ή αποχώρηση
ήταν εύκολη. Άρκοΰσε νά φύγει κάνεις άπό τή δεύτερη πόρ­
τα, πού επικοινωνούσε μέ τό διάδρομο της οικοδομής και νά
β γει στο δρόμο.
Σίγουρα εΐχε γεράσει άπό τήν πρώτη φορά πού είχε τολ­
μήσει νά τή φλερτάρει, όμως είχε γεράσει και εκείνος συγ­
χρόνως κι έτσι δέν τό κατάλαβε.
[ ιι6 ]

— Έ ν α ποτήρι Σανσέρ...
— Μεγάλο;
Ή Νέλλη είχε εμφανιστεί, μέ μπλε παντόφλες, άπό τό
βάθος της κουζίνας όπου εΐχε βάλει μιά κατσαρόλα στή φω­
τιά. Πέρασε τό χέρι μ έ σ ' ά π ' τ ά μαλλιά της πού πάντα έπε­
φταν μπροστά.
— Σέ νόμιζα πεθαμένο...
Δέν ήταν ή κατάλληλη ώρα γιά ν'ακούσει αυτή τή λέ­
ξη, καθώς ζούσε μέ τήν ιδέα τοΰ θανάτου, πρώτα τοΰ Ζοζέφ, ίσως του παπαγάλου, και ποιος ξέρει, ίσως τοΰ δικού
του μία των ημερών.
— Είναι αλήθεια ότι ξαναπαντρεύτηκες;
Τά χείλη της κατακόκκινα, σαρκώδη μισάνοιξαν και ά­
φησαν νά φανούν τά δόντια της πού διατηρούνταν Ομορφα,
τό βλέμμα της ήταν υγρό. 'Ακουμπισμένη στον πάγκο, στη­
ρίζοντας τό πιγούνι στά χέρια, πρόσφερε στά μάτια τοΰ
Μπουέν τ ή θέα της απαρχής άπό τά άσπρα στήθια της.
Ά π ό τότε πού τή γνώριζε ήταν ντυμένη στά μαύρα, θά
έ'λεγες μέ τό ίδιο φόρεμα, όλα αυτά τά χρόνια.
— Α λ ή θ ε ι α είναι...
— Φαίνεται πώς καλοπαντρεύτηκες, μέ μιά πλούσια γυ­
ναίκα, πού της ανήκει ένας ολόκληρος δρόμος...
Δέν τοΰ άρεσε αυτή ή συζήτηση και άδειασε μεμιάς τό
ποτήρι του.
— Βάλε μου άλλο ενα... Έ σ ύ δέν θά πιεις τ ί π ο τ α ; . . .
—"Ενα λευκό μέ φραγκοστάφυλο...
Δέν ήξεραν πολύ και τί νά πουν. 'Εκείνος αναρωτιόταν
αν θά τοΰ κάνει τό συνηθισμένο σινιάλο.
[ 117 ]

— Εΐναι ή ηλικιωμένη αδύνατη κυρία με τα μώβ, πού

—'Αδυνάτισες...

συνόδευες δταν σας συνάντησα στην όδό Σαίν Ζακ το φθι­

— Λ ί γ ο , ναί...

νόπωρο •

— Δέν είσαι κ α λ ά ; . . .

β

Θα πρέπει να ήταν μια όμορφη ηλιόλουστη ήμερα, γιατί
το μώβ ταγιέρ της Μαργκερίτ ήταν αρκετά λεπτό και το
φορούσε συνήθως μ'ενα άσπρο καπέλο.
— Ή ζωή κυλάει, ε ! . . . Κρίμα πού δεν σε βλέπουμε πιο
συχνά... Βγήκες στή σύνταξη;

— Μόλις πέρασα μιά γ ρ ί π η . . .
— Σ κ ο τ ο ύ ρ ε ς ; . . . Δέν τά πάτε καλά μέ τή γυναίκα
σου;...
— Πώς, βέβαια...
Τον κοίταξε σάν νά διάβαζε μέσα του. Καί ό γάτος του
τον κοίταζε μέ τον ϊδιο τρόπο.

— Πάει καιρός...
— Έ δ ώ , εΐναι ήσυχα... Οί παλιοί εξαφανίζονται σιγά
σ ι γ ά . . . ΟΊ νέοι δεν εκτιμούν ιδιαίτερα μαγαζιά σάν αυτό...
Τους φαίνεται παλιομοδίτικο και δεν έχουν κι άδικο... Είναι
μέρες πού αναρωτιέμαι αν δεν θά 'πρεπε νά βάλω λουκέτο
και νά πάω νά τελειώσω τις μέρες μου στην ε ξ ο χ ή . . .
Πόσων χρόνων νά 'ταν; Ά π ' δσο μπορούσε νά υπολογίσει,
θά πλησίαζε τά τριάντα δταν τήν εΐχε ακολουθήσει γιά πρώ­

— Μήν το σκέφτεσαι άλλο, ά ν τ ε ! . . . τοΰ πέταξε σάν συμ­
πέρασμα σέ εκμυστηρεύσεις πού ούτε κάν της εΐχε κάνει.
'Ανασηκώθηκε καί έδωσε το σινιάλο μέ μιά ματιά, μιά
ανεπαίσθητη κίνηση τοΰ κεφαλιού της.
Δέν τόλμησε νά πει δχι. Μπαίνοντας στο μπιστρό, δέν
θά πρεπε νά περιμένει δτι θά συνέβαινε; Μήπως γ ι ' α υ τ ό
δέν εΐχε έρθει; Δέν αποτελούσε Ινα είδος δοκιμής;

τ η φορά στην κουζίνα. Ό Τεό εΐχε πεθάνει από εμβολή πριν

Τήν ακολούθησε. Τον κοίταξε χαμογελώντας.

από εφτά χρόνια. "Αρα σήμερα θά πρέπει νά ήταν γύρω στά

— Παραδέξου δτι δίστασες... Προς στιγμήν νόμισα δτι

σαρανταπέντε και το πρόσωπο της παρέμενε τσιτωμένο.
"Οταν έμεινε χήρα, τίποτα δεν άλλαξε στή συμπεριφορά της.

θά αρνιόσουν... Δέν φαινόσουν νά ήθελες νά ξεδώσεις... Γιά
νά δούμε αν είσαι πάντα ό 'ίδιος...

Ηταν ελεύθερη. Δεν εΐχε πλέον νά δίνει λογαριασμό σε

Αυτό τή διασκέδαζε. "Ισως αυτό νά ήταν δλο το μυστι­

κανέναν. Εντούτοις, ουδέποτε τον εΐχε καλέσει ν ανέβει στο

κό της. 'Αν δεχόταν τόσο εύκολα τά χάδια τών άντρων, αν

δωμάτιο της. Δεν τήν εΐχε δει ποτέ ολόγυμνη και οί συνευ­

τους προκαλούσε μ ' α υ τ ή τήν ήρεμη ξεδιαντροπιά, πιθανόν

Τ

ρέσεις τους παρέμειναν πάντα στο όρθιο.
Ά ν η κ ε σέ δλον τον κόσμο, δπως περίπου και μια κοπέ­
λα ελευθερίων ηθών. Ό μ ω ς ένιωθε τήν ανάγκη νά διατηρεί
τή δική της γωνιά, τον δικό της χώρο οπού σέ κανέναν δεν

νά ήταν λιγότερο από σεξουαλική ανάγκη καί περισσότερο
γιατί διασκέδαζε μαζί τους.
— Ώ ρ α ϊ α ! . . . Τώρα είναι καλύτερα...
Εΐχε φοβηθεί δτι δέν θά τά κατάφερνε καί νά πού ξανα­
βρέθηκε μέσα σέ μιά γνώριμη κοιλότητα, δπως τότε πού

επιτρεπόταν ή είσοδος.
[ ιι8 ]

[ ιΐ9 ]

ήταν δεκαπέντε χρόνια νεότερος, δπως τήν εποχή της Άνζέλ,

—'Ικανοποιήθηκες;...

δπως πριν παντρευτεί τ ή Μαργκερίτ.

— Ευχαριστώ.

Του πέρασε άπ'τό μυαλό μια παιδιάστικη σκέψη. Θα τοϋ
άρεσε να εμφανιζόταν ή γυναίκα του και νά τον έβλεπε έτσι
όπως ήταν αότή τή σ τ ι γ μ ή . . . 'Εκείνη σκεφτόταν το μώβ τα­
γιέρ πού μόλις πριν εΐχαν αναφέρει, το ανέκφραστο πρόσω­
πο πού εΐχε τήν προηγουμένη κι εκείνο το πρωί.
'Από δω το σπίτι της πλατείας Σεμπαστιέν Ντουάζ φάν­
ταζε εξωπραγματικό. Ή Μαργκερίτ επίσης, καθώς καί οί
Ντουάζ των οποίων ήταν απόγονος, ό άντρας μέ τήν καδέ­
να καί ό 'ιδρυτής της μπισκοτοποιίας, ό σύζυγος μέ το βιολί
πού έφευγε μέ το φράκο γιά τήν Ό π ε ρ α , το μισοσκόταδο
πού βασίλευε στα δωμάτια, ή θλιβερή φωτιά στο τζάκι καί
τά βράδια πού κυλούσαν σιωπηλά, μες στο σκοτάδι, μπρο­
στά στην τηλεόραση.
Θά ήθελε νά διαρκούσε περισσότερο καί νά παραμείνει
σ ' α ύ τ ή τή διάθεση.
— Προσέχεις τήν πόρτα; τον ρώτησε λαχανιασμένη.
Γιατί εκείνος έπρεπε νά σιγουρεύεται, μέσα ά π ' τ ή ν
κουρτίνα, ότι δεν μπήκε κανείς.
— Ναί...
Σταμάτησε νά κινείται καί περίμενε λίγο γιά νά ξανα­
βρεί το ρυθμό της ανάσας του, ενώ ή Νέλλη άφησε το φό­
ρεμα της νά ξαναπέσει.
Είχε τελειώσει. Δεν έμεινε παρά μιά κουζίνα λίγο πιο
φωτεινή άπ'τοΰ σπιτιού τους, καί μιά μυρωδιά άπό πράσα
ανάμεικτη μέ οσμή ιδρώτα άπό μασχάλες καί αναθυμιάσεις
κρασιού πού είχαν εμποτίσει δλο το χώρο.
[ 120

]

Το είπε ειλικρινά. Θά ήθελε νά της εκφράσει τήν ευγνω­
μοσύνη του. Τοΰ είχε δώσει τόσες φορές ηδονή, χωρίς νά ζη­
τήσει τίποτα, χωρίς νά περιμένει κανένα αντάλλαγμα.
'Ορισμένοι πού τήν εΐχαν εκμεταλλευτεί δπως εκείνος,
σίγουρα, μόλις βρίσκονταν μέ φίλους θά μιλούσαν γ ι ' α υ τ ή
σαν νά ήταν πουτάνα.
Ό Έ μ ί λ έτρεφε γιά εκείνη ενα συναίσθημα γεμάτο τρυ­
φερότητα καί ευγνωμοσύνη. Θά τοΰ άρεσε νά της μιλούσε γιά
πολλή ώρα, ν'ανέβαινε στο δωμάτιο της, νά μοιραστεί το
πραγματικό της περιβάλλον. "Οταν χήρεψε, τήν είχε σκεφτεί
στά σοβαρά, πολλές φορές, γιατί καί ό Τεό είχε ήδη πεθάνει.
Βέβαια, τον ενοχλούσε δτι είχαν περάσει ά π ' τ ή ν κουζί­
να τόσο πολλοί άντρες δπως εκείνος. Υποψιαζόταν δτι ποτέ
δεν θά γινόταν π ι σ τ ή σύζυγος. Ό μ ω ς ή Ά ν ζ έ λ τοΰ εΐχε πα­
ραμείνει π ι σ τ ή ; Το άγνοοΰσε, προτιμούσε νά μή βάζει αυτό
το ερώτημα.
Αυτό πού πάντα τοΰ άρεσε στή Νέλλη ήταν ή αλήθεια της.
"Ηξερε πολύ καλά τί ήθελε νά πει μ'αυτό. Τοΰ άρεσε. Τώ­
ρα τό μετάνιωνε πού άφησε νά περάσει τόσος πολύς καιρός
χωρίς νά έρθει νά τή δει.
Ί σ ω ς αν σύχναζε στο ΠετΙ Σανσέρ νά μήν είχε αφήσει
νά τον τυλίξουν.
Γιατί αυτό έπαθε. Τον τύλιξαν καί 'έχασε κάθε επαφή μέ
τόν υπόλοιπο κόσμο. Συναντούσε ανθρώπους στο δρόμο
όμως δέν τους έβλεπε. Δέν γνώριζε πλέον τί ακριβώς ήταν
μιά γυναίκα, ενα παιδί, τό γέλιο ή τό κλάμα.
[

121

Ζοϋσε.σ'έναν κόσμο σκιών, ευδιάκριτων άλλα δίχως
υπόσταση. "Ηξερε τα παραμικρότερα λουλούδια της ταπε­
τσαρίας του σαλονιού, τους λεκέδες πού υπήρχαν από την
εποχή τοϋ Σαρμουά, τις φωτογραφίες, ποιο άπ'τά σκαλο­
πάτια έτριζε και τα σκασίματα τής μπογιάς στην κουπα­
στή της σκάλας.
Γνώριζε ποιο ήταν το φως όλες τις ώρες τής μέρας, όλες
τις εποχές τοϋ χρόνου, και το πρόσωπο τής Μαργκερίτ, τή
λεπτή σιλουέτα της, τα ακόμη πιο λεπτά της χείλη, τήν κα­
τάλευκη και ευαίσθητη επιδερμίδα τοϋ στήθους της Οταν
γδυνόταν το βράδυ.
Ήταν μια ψύχωση. Είχε αφήσει να τον κλείσουν μέσα
και τώρα βρέθηκε να είναι φυλακισμένος ισόβια. Δεν έπρε­
πε να κάψει το σημείωμα της. Το κείμενο τα έξηγοΰσε όλα.
Τον θεωρούσε κτήμα της και έν ονόματι τής θρησκείας δεν
τοϋ επέτρεπε να ξαναβρεί τήν ελευθερία του.
— Τί σκέφτεσαι;...
Προσπάθησε νά χαμογελάσει.
— Τίποτα το συγκεκριμένο...
— Κι όμως, δεν είσαι απ'εκείνους πού είναι λυπημένοι
μετά τον έ'ρωτα.
Ήταν ευγενικό εκ μέρους της πού τοϋ το είπε.
— Πολλοί άντρες ντρέπονται και δεν τολμοΰν ούτε νά σε
κοιτάξουν μετά... 'Άραγε υπάρχουν και γυναίκες πού είναι
έ'τσι;..
Παρολίγο νά τής πει ότι γνώριζε μία, τουλάχιστον, και
ότι αυτή ή συγκεκριμένη ντρεπόταν πριν ακόμη αρχίσει.
Βασικά, ή Νέλλη είχε δίκιο. "Εψαξε μες στο μυαλό του.
[ 122

—"Ισως οί γυναίκες νά είμαστε πιο ρεαλίστριες, τοϋ είπε.
Μπήκαν δυο πελάτες, κλειδαράδες ή τυπογράφοι αν
έκρινε κάνεις άπ'τις φόρμες τους.
— Δυο ποτηράκια λευκό...
Χαιρέτησαν με ένα νεύμα, κοίταξαν φευγαλέα τόνΈμίλ,
μετά συνέχισαν τή συζήτηση τους.
— . . . Τότε τοΰ είπα, κοιτάζοντας τον στά ϊσια, έτσι
όπως σε βλέπω: «'Εφόσον είναι έτσι, δεν έχετε παρά νά το
διορθώσετε μόνος σας...» Αυτό μας έλειπε! Το φαντάζε­
σαι ; . . . Είκοσι φράγκα γιά μιά δουλειά πού θά μοΰ έτρωγε
πάνω από τρεις ώρες;...
Ή Νέλλη τοΰ έκλεισε το μάτι και απλώνοντας το χέρι
της γύρισε το διακόπτη τοΰ ήλεκτρικοΰ γιατί είχε σκοτει­
νιάσει.
— Στην υγειά σου, Ζυστέν.
— Στην υγειά σου.
Θά πρέπει νά ήταν γύρω στά εξήντα. Δεν ήξεραν ακό­
μη πόσο γρήγορα θά γερνοΰσαν.
— Τί σοΰ χρωστάω;
— Τρία Σανσέρ κι ενα λευκό με φραγκοστάφυλο... Γιά
σένα τρία φράγκα κι ογδόντα... 'Εξάλλου ίδια τιμή είναι γιά
όλους...
Ξαναβρέθηκε στο δρόμο, στον αέρα, στά φώτα, στις βι­
τρίνες, στις μυρωδιές των μαγαζιών. Ξαναβρέθηκε ανάμε­
σα σε άντρες, σε γυναίκες, σε παιδιά πού τά έσερναν απ'το
χέρι, και μωρά στά καρότσια. Πάντα υπήρχαν. Και πάντα
θά υπάρχουν. Ή ζωή κυλοΰσε γύρω του, όμως δεν είχε τήν
αίσθηση ότι εκείνος κυλοΰσε μαζί της.
[ 123 ]

Εΐχε αποξενωθεί. Ή Μαργκεριτ είχε αποξενωθεί πριν
άπό κεΐνον, και ποιος ξέρει, μπορεί ανέκαθεν νά ήταν απο­
ξενωμένη.

5.

Το μικρό καλοντυμένο κοριτσάκι, πού τόσες φορές έβλε­
π ε στη φωτογραφία, δεν βρισκόταν ήδη άπό τότε εξω άπό
τον κόσμο;
Κοιτάζοντας τ η φωτογραφία, σου ερχόταν νά το ταρα­
κουνήσεις, νά τό ξυπνήσεις, νά τοϋ π ε ι ς :
>—"Ανοιξε τά μ ά τ ι α ! . . .
"Ανοιξε τά μάτια και τις αισθήσεις! Α γ γ ι ξ ε ! Τά δέντρα,

Ε

ΠΙ ΠΕΝΤΕ ΜΕΡΕΣ έτρωγε εξω, χωρίς νά τό απολαμ­
βάνει. Σηκωνόταν στις έξι τό πρωί, κλειδωνόταν στην

τουαλέτα, κατέβαινε, ετοίμαζε ενα φλιτζάνι καφέ ή μπορεί
και νά έπινε κατευθείαν τό ποτήρι τό κόκκινο κρασί.

τά ζώα, οί άνθρωποι... Έ χ ε ι ήλιο... Πέφτει μιά ψιλή και

Μες στη σιωπή και στο κενό του ισογείου έφερνε σέ πέ­

ευεργετική βροχή... Θά χιονίσει, χιονίζει... Νά πού άρχι­

ρας τις δουλειές τοΰ σπιτιού πού του αναλογούσαν. Ή δου­

σε νά φυσάει...

λειά του ήταν πολύ επιμελημένη σάν νά φοβόταν παρατη­

Κρυώνεις... Ζεσταίνεσαι... Ζ ε ι ς . . . Ανασαίνεις...

ρήσεις ή μομφές. Τοΰ είχε γίνει μανία και τό πιάνο ουδέ­

Περπατούσε μηχανικά, με κατεβασμένο τό κεφάλι, χ ω ­

ποτε γυάλιζε τόσο πολύ.

ρίς νά χρειάζεται νά προσέχει τό δρόμο, σάν γέρικο άλογο
πού επιστρέφει στο σταϋλο.
Έ σ τ ρ ι ψ ε στην πάροδο. Βασίλευε σιωπή. Λιγοστά ήταν

Ή τελευταία του δουλειά ήταν νά κατέβει στο υπόγειο,
νά κόψει ξύλα, νά γεμίσει και ν'ανεβάσει ένα πανέρι και
ν'ανάψει τή φωτιά στο σαλόνι.

τά παράθυρα πού φωτίζονταν μ ' ενα θλιβερό κιτρινωπό φώς.

Ή Μαργκεριτ κατέβαινε γύρω στις οκτώμισι ντυμένη.

"Ενα σπίτι, μετά ενα δεύτερο, δλα ίδια. Τό τελευταίο. Τό

Χωρίς νά δείχνει δτι εΐχε συναίσθηση των πηγαινέλα ενός

σιντριβάνι στον τοίχο στο βάθος και τό μικρό ολόγυμνο αν­

άντρα γύρω της, ετοίμαζε τό πρωινό της μετά' βάζοντας τό

θρωπάκι πού βαστούσε ενα ψάρι άπό τό στόμα τοϋ οποίου

καθημερινό πράσινο παλτό κατευθυνόταν προς την οδό Σαίν

εκτοξευόταν ένας πίδακας νερό...

Ζάκ.

Έ β γ α λ ε τό κλειδί άπ'τήν τσέπη και πριν ανοίξει την

Τύχαινε νά τήν παρακολουθήσει άπό μακριά, ακόμη κι

πόρτα φύσηξε τή μύτη του στο μαντίλι, και με την ευκαι­

αν δεν εΐχε κάτι ν'αγοράσει, μιά πού δεν εΐχε τίποτε άλλο

ρία πού τό κρατούσε σφούγγισε τά υγρά του μάγουλα.

νά κάνει. Όταν εκείνη επέστρεφε, τακτοποιούσε τά ψώνια
της στο ψυγείο και στο ντουλάπι, ανέβαινε νά φρεσκαριστεΐ
και νά βάλει τό γούνινο παλτό της.
[ 125

Δυό φορές την ήμερα, πρωί απόγευμα, πήγαινε έτσι

σχεδόν έ'ρημη, και πέρασε μπροστά από τή φυλακή. Οί δια­

σ' ένα μυστηριώδες ραντεβού, προφανώς μέ τον κτηνίατρο

βάτες ήταν ελάχιστοι και τά βήματα τους αντηχούσαν από

πού φρόντιζε τον παπαγάλο.

μακριά.

Ό Μπουέν δεν γνώριζε ούτε το δνομα ούτε τη διεύθυν­
ση του, ήξερε μόνο, από τότε πού τον διέκρινε ά π ' τ ό παρά­

Έ σ τ ρ ι ψ ε στην όδό Νταρώ, εξίσου έρημη, γιά νά φτάσει
τελικά κοντά στο σιδηρόδρομο, στην όδό Σαίν Γκοτάρ.

θυρο δταν είχε πάρει το κλουβί σκεπασμένο μέ την κουβέρ­

Δέν γύρισε νά δει άν τήν ακολουθούσε. Προχωρούσε αρ­

τα, δτι ήταν Ινας μικρόσωμος κουτσός άντρας και δτι φο­

κετά γρήγορα γιά άτομο της ηλικίας της. Σταμάτησε μπρο­

ρούσε ένα φθαρμένο παλτό.

στά σ'ένα παράξενο κτίσμα, ένα παλιό αγρόκτημα, δπως
ΐσως

φαινόταν, μέ εσωτερική αυλή πίσω άπό τό κιγκλίδωμα, στά

γιατί το ήθελε πάρα πολύ. Φοβόταν τον τρόπο μέ τον όποιον

δεξιά ένα σπίτι ρουστίκ, και στά άλλα σημεία χαμόσπιτα

σκεφτόταν τή Νέλλη και αναλογιζόταν τον κίνδυνο.

σάν σταϋλοι.

Δεν είχε τολμήσει να ξαναπάει στο ΠετΙ Σανσέρ,

Στο μπιστρό της δέν εΐχε ανάγκη να προσέχει. Χαλά­

"Οταν διέσχισε τήν πλακόστρωτη αυλή, ακούστηκαν γα­

ρωνε. Τα προβλήματα της πλατείας Σεμπαστιέν Ντουάζ

βγίσματα σ κ ύ λ ω ν κατευθύνθηκε προς τά σκαλιά μιας με­

εξαφανίζονταν, έχαναν τή σημασία τους ή φάνταζαν κάπως

γάλης εισόδου δπου χτύπησε τό κουδούνι και περίμενε

γελοία.

ν'ανοίξει ή πόρτα.

'Άν αφηνόταν, θα κατέληγε να συνηθίσει να τήν αράζει
εκεί, λίγο άβουλος, πίνοντας τα ποτηράκια του και προσφέ­
ροντας στον εαυτό του ηδονή μέ τήν Νέλλη, δποτε του έκα­
νε κέφι.

"Οταν εκείνη μπήκε στο σπίτι, ό Μπουέν πλησίασε τό
κιγκλίδωμα, και διάβασε σε μιά μεταλλική πινακίδα:
'Ιατρός
Κτηνιατρική

Δέν εΐχε κανένα σχέδιο. Τίποτε ακόμη μές στο σπίτι δέν
ήταν οριστικό. Ό καθένας τους πήγαινε κι ερχόταν, ψάχνον­
τας να βρει τή θέση του, το ρυθμό του, να κάνει το πρό­
γραμμα του, κατά κάποιο τρόπο δπως σε μιά ορχήστρα οί
μουσικοί κουρδίζουν και συγχρονίζουν τά δργανά τους.
Τήν τέταρτη ή τήν πέμπτη ήμερα -δέν τις μετρούσε πλέ­
ον— ακολούθησε τή γυναίκα του από μακριά δταν πήγε στο
απογευματινό της ραντεβού. Εΐχε ήδη σκοτεινιάσει.
Ή ΜαργκερΙτ κατέβηκε τήν όδό Ντε λά Σαντέ, πού ήταν
[ 126 ]

Περεν
Κλινική

Σίγουρα ερχόταν έδώ δπως πάει νά δει κανείς έναν
ασθενή στο νοσοκομείο και οί επισκέψεις αποδείκνυαν δτι ό
παπαγάλος δέν είχε ψοφήσει.
Μετάνιωνε γιά τήν πράξη του παρότι εκείνη του είχε δη­
λητηριάσει τό γάτο. Θά ήθελε νά της τό πει, δμως ήταν πιά
πολύ αργά. 'Εξάλλου ούτε και ήθελε νά της δώσει τήν ικα­
νοποίηση νά τον δει νά ταπεινώνεται μπροστά της.
Μετάνιωσε άραγε κι εκείνη γι'αυτό πού είχε κάνει; Ό χ ι .
127

Δεν ήταν ά π ' τ ί ς γυναίκες πού έδειχναν μεταμέλεια. Ε ί χ ε
πάντοτε δίκιο. Ή τ α ν σίγουρη για τον εαυτό της. 'Ακολου­
θούσε τον ίσιο δρόμο, άρκοϋσε να δεις τδ αγέρωχο υφός της
δταν, τις Κυριακές κυρίως, επέστρεφε από την εκκλησία.
Τα ροϋχα της διέχεαν μια μυρωδιά λιβανιοΰ. Θά έλεγες ότι
τά μάτια της ήταν πιο ανοιχτόχρωμα, πιο καθαρά, σαν νά
είχε άντικρύσει τη μακαριότητα των ουρανών και της αιώ­
νιας ζωής.
Ε κ ε ί ν ο ς σιχαινόταν τις Κυριακές, τήν έλλειψη κάθε θο­
ρύβου, τά κατεβασμένα ρολά τών μαγαζιών, τους ανθρώ­
πους πού τριγυρνούσαν στους δρόμους μ ή έχοντας τίποτα
νά κάνουν. Δεν περπατούσαν Οπως τις καθημερινές. Δεν πή­
γαιναν πουθενά, ή αν είχαν κάποιον προορισμό δεν βιάζον­
ταν.
Και εκείνοι βαριόνταν, δεν αισθάνονταν άνετα μες στα
καλά τους ρούχα, ανησυχούσαν μήπως λερωθούν τά παιδιά
τους. Όταν ήταν μικρός, σχεδόν κάθε Κυριακή ξεσπούσαν
καβγάδες μεταξύ τών γονιών του, πού ήταν παρ' δλα αυτά
κάλοι άνθρωποι, μαθημένοι νά σκύβουν το κεφάλι και νά δέ­
χονται τή ζωή όπως τους ερχόταν.
—"Αντε νά κάνεις μιά βόλτα...
Πήγαινε κατά μήκος τοΰ καναλιού ή του Σηκουάνα. Τοΰ
έδιναν κανένα ψιλό γιά ν'αγοράσει παγωτό το καλοκαίρι, ή
λίγες καραμέλες το χειμώνα, και διάλεγε καραμέλες μέ γεύ­
ση λεμονιού πού αργούσαν νά λειώσουν.
'Ακόμη και πάνω στις μαοΰνες, οι οικογένειες έδειχναν
σάν μαρμαρωμένες και αργά το απόγευμα ήταν σίγουρο ότι
θά συναντούσε μεθυσμένους.
128

Α ύ τ η τήν Κυριακή βρήκε το συνηθισμένο εστιατόριο του
κλειστό και χρειάστηκε νά πάει μέχρι τή λεωφόρο Ζενεράλ
Λεκλέρ γιά νά γευματίσει. 'Αργότερα πέρασε μπροστά
απ' το ΠετΙ Σανσερ πού τά ρολά του ήταν επίσης κατεβα­
σμένα.
Τί έκανε ή Νέλλη τις Κυριακές; Σίγουρα δεν πήγαινε
στην εκκλησία. Θά πρέπει νά έμενε μέχρι αργά στο κρεβά­
τι, νά τριγύριζε στο δωμάτιο της, στην κουζίνα, μες στο
σκοτεινό μπιστρό όπου κάνεις δεν θά ερχόταν νά τήν ενο­
χλήσει.
Το απόγευμα, μήπως πήγαινε σινεμά; Ποτέ δεν τήν είχε
δει στο δρόμο. Τήν ήξερε μόνο μέ το μαύρο φόρεμα της και
μέ παντόφλες.
Ή Μαργκερίτ δεν πήγε στον γιατρό Περέν, πού έκλεινε
το 'ιατρείο του επίσης τις Κυριακές. Δέν βγήκε ούτε το από­
γευμα και έμειναν και οι δύο στο σαλόνι, βλέποντας τηλεό­
ραση πού έδειχνε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Κάποια τρα­
γούδια. Κινούμενα σχέδια. Μετά Ινα ούέστερν.
Χαράμιζαν το χρόνο. Ε κ ε ί ν η έπλεκε. Δυό-τρεΐς φορές
του φάνηκε ότι το πρόσωπο της μαλάκωσε, ότι τ ή σ τ ι γ μ ή
πού ανασήκωνε το κεφάλι της ήταν έτοιμη νά τοΰ απευθύ­
νει το λόγο.
Τή λυπήθηκε λίγο. Αφού ήταν ανίκανη νά κάνει τό πρώ­
το βήμα, μπήκε στον πειρασμό νά τό κάνει εκείνος. Α ν ο ι ξ ε
τό στόμα του νά της πει, γιά παράδειγμα:
— Συμπεριφερόμαστε σάν παιδιά...
"Οχι. Δέν θά δεχόταν ποτέ έναν τέτοιο ορισμό γιά τή συμ
περιφορά τους.
[

129

—"Ακου, Μαργκερίτ, αν προσπαθούσαμε νά ξεχάσουμε ;
Ούτε αυτό. Ε κ ε ί ν η δέν ξεχνούσε τίποτα. Βασιζόμενη
πάντα σε ημερομηνίες, θυμόταν δλες τις απογοητεύσεις, ό­
λες τις προσβολές, δλες τις θλίψεις πού είχε υποστεί άπό
την πιο τρυφερή παιδική ηλικία.

— Γιατί δέν έρχεστε πάλι αύριο νά πιούμε έναν καφέ;
Μές στην κουζίνα. Μόνο ύστερα άπό δύο εβδομάδες τον
πέρασε στο σαλόνι.
Οι φωτογραφίες τον είχαν εντυπωσιάσει, ιδίως εκείνη μέ
το λαντώ και τά άλογα, και εκείνη δπου περπατούσε στην

Είχε ανάγκη νά νιώθει δυστυχισμένη, νά γίνεται θύμα της
ανθρώπινης κακίας, και νά τή συγχωρεί με μισή καρδιά.
— Κακόμοιρη γυναίκα...

δχθη τοΰ ποταμού φορώντας ένα πλατύγυρο ψάθινο καπέλο.
Τοΰ ήρθαν κατά κύματα στο νοΰ εικόνες της παιδικής
του ηλικίας, δταν έβλεπε μιά κομψή κυρία ν'ανασηκώνει το

Δικό του ήταν το λάθος. Δέν έπρεπε νά τήν παντρευτεί.

φόρεμα της γιά ν'ανέβει σέ μιά άμαξα ή δταν στο δάσος τής

Τί τον εΐχε σπρώξει νά πηγαίνει τά απογεύματα στο σπίτι

Βουλόνης -δέν είχε πάει παρά δυό-τρεϊς φορές γιατί ήταν

δπου του πρόσφερε Ινα φλιτζάνι καφέ και αργότερα ένα πο­

μακριά άπό το σπίτι του- του προκαλούσαν θαυμασμό οι γυ­

τήρι κρασί;

ναίκες πού 'ίππευαν.

Μήπως εΐχε εντυπωσιαστεί άπό το γεγονός δτι ήταν ή
ιδιοκτήτρια των μισών ακινήτων στην πάροδο, ή κόρη του
Σεμπαστιέν Ντουάζ, ένα πλάσμα ευαίσθητο μέσα στά κομ­
ψά, παλιομοδίτικα ανοιχτόχρωμα φορέματα της ;
Δέν εΐχε σκεφτεί το χρήμα. "Οχι αυτό καθεαυτό. Το χρή­
μα ωστόσο υπήρχε στο φόντο της σειράς των ακινήτων πού
ανήκαν στή Μαργκερίτ και το ανθρωπάκι μέ το ψάρι έπαιρ­
νε συμβολικές διαστάσεις.

— Ό πατέρας σας είχε άλογα;
— θ ά μπορούσε. Προτιμούσε νά νοικιάζει το λαντώ μέ
τήν ημέρα. Έκανα μαθήματα ιππασίας σ'ένα Ίππευτήριο.
Τά άλογα κυρίως τον έκαναν νά ονειρεύεται.
— Μόνο σέ ίππευτήριο;
— Μέ τον δάσκαλο κάναμε περιπάτους στο δάσος.
Στην αρχή τής άρεσε νά διηγείται 'ιστορίες, πηδώντας
άπό μία περίοδο τής ζωής της σέ άλλη.

Ό Μπουέν εΐχε εισχωρήσει, κατά τύχη σχεδόν, σ'έναν
κόσμο πού μόνο άπό μακριά τον εΐχε άντικρύσει, και στον
όποιο δέν τοϋ εΐχε περάσει ποτέ ή 'ιδέα δτι θά γινόταν απο­
δεκτός κάποια μέρα.

— Δυο φορές τήν εβδομάδα ό σύζυγος μου μέ έπαιρνε
στην Ό π ε ρ α , δπου είχα τή δική μου θέση...
Εΐχε κρατήσει τή βραδινή τουαλέτα, άπό μεταξωτό Λ ί μπερτυ ύφασμα κεντημένο μέ πέρλες, πού τή φορούσε γ ι '

Εΐχε γίνει πραγματικά αποδεκτός; Εΐχε

σταματήσει

μιαν απλή διαρροή νερού. Ή γυναίκα του πρόσφερε ένα πο­
τηράκι λικέρ, δπως σ' έναν εργάτη πού τελειώνει μιά δου­
λειά μές στο σπίτι.

αυτές τις περιστάσεις, και τά γάντια άπό άσπρο λεπτό δέρ­
μα πού έφταναν πιο ψηλά άπ'τόν αγκώνα.
— Μήν έρχεστε αύριο... Λ ή γ ε ι τό τρίμηνο, θά παρελά­
σουν οι ενοικιαστές μ ο υ . . .

ι3ο

13'

Για να της φέρουν τα χρήματα τους. Τί μπορεί να αντι­
προσώπευαν τα εφτά σπίτια πού είχε ακόμη στην κατοχή

πόλα, τόσο απόμακρη, τόσο πολύ ευάλωτη, πού θέλησε νά
τήν προστατεύσει.

της ; Δεν είχε ιδέα- δμως, το δτι δεχόταν έτσι, μες στο υπερ­

Κατά βάθος, ήταν κάπως σάν νά είχε παντρευτεί τις φω­

βολικά ζεστό σαλόνι, τους ανθρώπους πού της έφερναν το

τογραφίες, το πιάνο μέ τήν ουρά πού γυάλιζε στο μισοσκό­

ενοίκιο τους, ανέβαζε το γόητρο της στα μάτια του.

ταδο, τά έπιπλα ρυθμού Ά μ π ι ρ και Λουί-Φιλίπ, το σιντρι­

*Αν ήθελε, θά μπορούσε νά μήν κάνει ή ϊδια τις δουλειές
τοϋ σπιτιού. Ε κ ε ί ν η τοϋ το εΐχε πει.

βάνι τής πλατείας και τήν ψηλή καμινάδα τής όδοϋ Ντέ λά
Γκλασιέρ.

— Θά βαριόμουν νά μήν κάνω τίποτα και αν βαρεθώ

Θά έπρεπε νά αρνηθεί. Υ π ή ρ ξ ε πολύ αφελής, πολύ βρα-

θ' αρρωστήσω, θά γίνω σάν δλες αυτές τις γυναίκες της ηλι­

δύνους γιά νά μήν αντιληφθεί δτι τήν εΐχε κάνει δυστυχι­

κίας μου πού δεν σκέφτονται παρά τις μικροαδιαθεσίες

σμένη.

τους...

— Μήπως νά πηγαίναμε σινεμά;

Μ ' Ι ν α νεύμα διατύπωσε τήν αντίρρηση του.

Γιατί εΐχε προσπαθήσει νά τήν ψυχαγωγήσει.

— Ναί, ν α ί ! . . . Ξέρω τί λ έ ω . . . Δεν ξεχνώ τήν ημερο­

— Τί παίζει;

μηνία γεννήσεως μ ο υ . . . 'Αλλά εχω ορκιστεί νά μήν παρα­

— " Ε ν α ούέστερν...

πονιέμαι π ο τ έ . . . "Οταν κάνεις αρχίζει νά παραχαϊδεύεται

—'Απεχθάνομαι τους καβγάδες και τά πιστολίδια...

τότε είναι πού γερνάει...

Κάποιες φορές τήν πήγε νά φάνε στο εστιατόριο. Κοί­

Και με τήν Ανζέλ εΐχε τύχει νά κάνουν περίπατο τις Κυ­
ριακές κατά μήκος τοϋ Μάρνη, κοντά στο Λανύ. Σπρωχνόν-

ταζε γύρω της μέ καχυποψία, σκούπιζε τά μαχαιροπίρου­
να, μύριζε τά πιάτα πριν φάει.

τουσαν στ'αστεία, και δταν δέν υπήρχε κάνεις κυλιόντου-

— Εΐναι μαγειρεμένα μέ μαργαρίνη.

σαν με χαρά ό Ινας πάνω στον άλλον, μές στά ψηλά χορτά­

Ή άλλοτε:

ρια. Θυμόταν τή μυρωδιά τής Άνζέλ, το γέλιο της, γιατί
συχνά έ'βαζε τά γέλια δταν έκαναν έρωτα.

— Το γκαρσόν θά έπρεπε νά πλένει τά χέρια του πριν
σερβίρει...

— Έ σ ύ δέν το βρίσκεις αστείο αυτό ; . . . Δέν ξέρω ποιος

Ζοΰσε στον δικό της κόσμο, έναν κόσμο αόρατο, πού τον

ανακάλυψε αυτό το πράγμα, δμως τοΰ αξίζει Ινας ανδριάν­

χρωμάτιζε δπως ήθελε εκείνη. Και νά πού έπρεπε νά υπο­

τας. ..

στεί Ιναν άντρα, πέρα γιά πέρα αληθινό, θορυβώδη, μέ βα­

Το σάλιο τους, δταν φιλιόντουσαν γιά πολλή ώρα, τις
Κυριακές είχε τή γεύση τής έξοχης.
Ή Μαργκερίτ στή φωτογραφία φαινόταν τόσο όνειρο132

ριά περπατησιά, πού κάπνιζε άσχημα ποΰρα και άνέδιδε
οσμή ζωώδη.
Και το αποκορύφωμα, εΐχε εισαγάγει σ'εναν χώρο τόσο
ι>33

επιμελώς προστατευμένο ένα ζώο πού γλιστρούσε κατά μή­

κιωμένο, υπέγραφαν τήν άδεια ταφής, χωρίς νά τήν πολυε-

κος τών επίπλων, δπως ένα αγρίμι τρίβεται στα κάγκελα

ξετάζουν.

τοΰ κλουβιού, πού κάρφωνε το βλέμμα του επάνω της, και

Δεν φοβόταν ακόμη, δμως είχε αρχίσει νά γίνεται κα­

πού δεν δεχόταν κανένα χάδι παρά μόνο από τον κύριο του,

χύποπτος. Είχε ακόμη μία δικαιολογία γιά νά μην τρώει τά
φαγητά της γυναίκας του: ή απόφαση του νά μην της οφεί­

τον θεό του.
Γιατί για τον Ζοζέφ, ό Έ μ ι λ Μπουέν ήταν θεός και αυτό

λει πλέον τίποτα, και νά μοιράζεται τις δουλειές του σπιτιού.
'Εφόσον έστρωνε το κρεβάτι του, έκοβε ξύλα, άναβε το

την εξόργιζε.
Ό Μπουέν δεν είχε κάνει καμία θυσία για χάρη της, δεν

τζάκι, παρκετάριζε τά πατώματα και ξεσκόνιζε, γιατί νά

είχε προσπαθήσει να ενσωματωθεί στο δικό της περιβάλ­

μη μαγείρευε κιόλας, αποφεύγοντας έτσι νά πηγαίνει δύο

λον.

φορές τήν ημέρα στο εστιατόριο;

Είχαν ζήσει έτσι στη γωνιά τους εκνευρίζοντας ό Ινας
τον άλλον με τις κινήσεις του ή τις φωνές του.
Μήπως κατέληξαν να νιώθουν έτσι μια κρυφή ευχαρί­
στηση ; Τα παιδιά παίζουν μικροπολέμους. Γι αυτούς, τώ­
ρα, ήταν ό μεγάλος πόλεμος, ακόμη πιο συναρπαστικός.
Ό καθένας τους σκεφτόταν το θάνατο τοΰ συντρόφου

Με τον ίδιο τρόπο πού δεν μοιραζόταν το κρεβάτι του
με τ ή Μαργκερίτ, δεν ήθελε νά ανακατώνει και το φαγητό
του με το δικό της και φυσικά του άρεσε νά τήν ξαφνιάζει,
και κυρίως νά τή νευριάζει.
"Ετσι τή Δευτέρα το απόγευμα, πήγε στο μπουλβάρ
Μπαρμπές.

του, κι ό καθένας τους, περισσότερο ή λιγότερο, ομολογη­

— Δεν έχετε κανένα πού νά έχει κλειδαριά;

μένα τον ευχόταν, ευχόταν νά πεθάνει πρώτα ό άλλος.

Έ ν α ντουλάπι κουζίνας με δυο πόρτες, λευκό γυαλιστε­

Ή Μαργκεριτ είχε ήδη ξεκάνει τον πιο σίγουρο εχθρό
της, το γάτο πού με την παρουσία του και μόνο αψηφούσε
δλη τ ή γενεαλογία τών Ντουάζ και τις ευαισθησίες τους.
Γιατί, μιά μέρα, νά μην ξέκανε και τον σύζυγο της με

ρό, φτηνό, άπό ντόπιο πεύκο.
— Με κάτι παραπάνω, μπορούμε νά βάλουμε κλειδα­
ριά. ..
— Καλή κλειδαριά, επέμενε εκείνος, δχι άπ'αυτές πού
ανοίγουν με φουρκέτα...

τον ίδιο τρόπο;
Ό Έ μ ι λ είχε διαβάσει κάπου δτι τους περισσότερους φό­

Το έπιπλο τοΰ το παρέδωσαν Πέμπτη πρωί. Ε κ ε ί ν η τήν

νους με δηλητήριο τους είχαν διαπράξει γυναίκες. Το ϊδιο

ημέρα ή Μαργκεριτ δεν είχε φύγει γιά τήν επίσκεψη στον

άρθρο ανέφερε επίσης δτι σίγουρα γίνονταν δέκα φορές πε­

παπαγάλο και ένα μεγάλο μέρος της νύχτας τό είχε περά­

ρισσότεροι άπ'δσοι ανακαλύπτονταν, γιατί οι οικογενεια­

σει κλαίγοντας. Ήταν νευρική, με κατακόκκινα μάτια και

κοί γιατροί, όταν επρόκειτο γιά κάποιον άρρωστο ή ήλι-

πρησμένα μάγουλα.

134

135

Κοίταξε κατάπληκτη το τεράστιο κίτρινο φορτηγό της
μεταφορικής εταιρείας, με τα μεγάλα μαύρα γράμματα στα
πλαϊνά, πού είχε αναγκαστεί να κάνει πολλές μανούβρες για
να μπορέσει να μπει στην πάροδο.
Παρακολούθησε τους αχθοφόρους πού μετέφεραν το έπι­
πλο στην κουζίνα και ρώτησαν:

μόνο, άπό φήμες, δτι οί ένοικοι είχαν πάρει τις εξώσεις. Κά­
ποιοι μιλούσαν γιά τήν ανέγερση μιας σχολής νοσοκόμων,
άλλοι γιά γραφεία, γιά ένα σύγχρονο πάρκινγκ, γιά πολυ­
τελή διαμερίσματα...
Ήταν ή υπόθεση τών καταραμένων Σαλνάβ πού είχαν
αποσπάσει τή μισή πάροδο άπό έναν Σεμπαστιέν Ντουάζ
ιδιαίτερα εύκολόπιστο. Μέ τά χρήματα τοΰ οικοπέδου θά

— Πού το βάζουμε;
'Απευθύνθηκαν σ'εκείνη, ή οποία χωρίς να καταδεχτεί
ν'απαντήσει βγήκε άπό το δωμάτιο.
— Έ δ ώ . . . Δεξιά ά π ' τ ό νεροχύτη...

επέκτειναν κι άλλο τις καινούργιες εγκαταστάσεις τής μπισκοτοποιίας στο Ίβρύ.
Πέρασε ένας μήνας. Ή Μαργκερίτ πήρε ένα γράμμα πού

— Δεν νομίζετε δτι είναι πολύ φαρδύ;

τήν αναστάτωσε. Ντύθηκε βιαστικά, και έφυγε μέ μικρά

Χ ώ ρ ε σ ε ακριβώς στο σημείο πού τους υπέδειξε ό Έ μ ί λ .

άλλα γρήγορα βήματα. Καθώς δέν ήταν ακόμη ντυμένος γιά

Ε κ ε ί ν η τήν ήμερα πήγε και έκανε πολλά ψώνια, επέ­
στρεψε με πολλές κονσέρβες, μπουκάλια λάδι και ξίδι, και
διαφόρων ειδών πακέτα.

νά βγει, δέν μπόρεσε νά τήν παρακολουθήσει.

Τ ο μεσημέρι, ενώ ή γυναίκα του βρισκόταν επάνω, ετοί­
μασε τό φαγητό του, μια τεράστια μπριζόλα, πατάτες τη­
γανητές και μπιζέλια.

ένιωθαν άσχημα δταν βρισκόταν ό καθένας μόνος μές στο

"Οταν κατέβηκε εκείνη, τον βρήκε νά τρώει και με τή σει­
ρά της ετοίμασε τό φαγητό της.
Ή κουζίνα έβλεπε σέ μια εσωτερική αυλή, δυο μέτρα
φάρδος, και σ' έναν γκρίζο τοίχο χωρίς κανένα άνοιγμα. Κα­
θώς απέφευγαν νά κοιτάζει ό ένας τον άλλον τήν ώρα πού
έτρωγαν, αυτή ήταν ή μόνη θέα πού προσφερόταν στά μά­
τια τους. Οι θόρυβοι τής πόλης δέν έφταναν ως εκεί, τό μό­
νο πού ακουγόταν μερικές φορές ήταν τό μακρινό βουητό
κάποιου αεροπλάνου πού πετούσε ψηλά.
'Απέναντι, οί εργασίες δέν είχαν αρχίσει ακόμη. "Ηξεραν
ι;)6

Περίμενε. Ό σ ο χρόνο περνούσαν κατασκοπεύοντας ό Ι­
νας τον άλλον, άλλον τόσο περνούσαν περιμένοντας, γιατί
σπίτι. Ή έξοδος του άλλου ήταν λίγο σάν απειλή, ιδίως αν
τύχαινε νά γίνει σέ απρόβλεπτη ώρα.
Που πήγε ή Μαργκερίτ;
Που πήγαινε ό Μπουέν ολο και πιο συχνά γύρω στις τέσ­
σερις τό απόγευμα;
Τους τύχαινε νά παρακολουθεί ό ένας τον άλλον χωρίς νά
κρύβονται, μέ ύφος εντελώς αθώο.
Ή επιστροφή τής Μαργκερίτ, εκείνη τή μέρα, ήταν ένα
γεγονός εξίσου απρόσμενο δπως ή εισβολή του φορτηγού
μεταφορών στην πάροδο. Γιά πρώτη φορά άπό τότε πού τή
γνώριζε επέστρεψε μέ ταξί. Ό οδηγός εγκατέλειψε τή θέ­
ση του γιά νά τή βοηθήσει νά βγάλουν τό κλουβί, πού θά
Ι

137

πρέπει να δυσκολεύτηκαν πολύ να το χωρέσουν στο αμάξι,
το κλουβί τοϋ Κοκό, φυσικά.
Τους παρακολουθούσε από το παράθυρο του σαλονιού.
Ε κ ε ί ν η επέμεινε να κουβαλήσει ή ίδια το κλουβί, ακολου­
θούμενη άπό τον οδηγό, και τό ακούμπησε προσεκτικά στο

Κατόπιν κατευθύνθηκε σ'ενα τραπεζάκι οπού υπήρχαν
χαρτιά και ένα μολύβι.Έγραψε λίγες λέξεις, άφησε τό χαρ­
τί στο πιάνο και προχώρησε στο διάδρομο όπου έβγαλε τό
καπέλο και τό παλτό της.
Ό Έ μ ί λ διάβασε:

πεζοδρόμιο, δσο για νά βγάλει τό κλειδί άπ'τήν τσάντα της

"Αν τον αγγίξεις,

και ν'ανοίξει την πόρτα.

θα καλέσω τήν

αστυνομία.

Πλήρωσε την κούρσα λέγοντας κάτι πού ό Μπουέν δεν ά­

Δεν επέστρεψε αμέσως στο σαλόνι, δίνοντας του τό χρό­

κουσε, πήρε πάλι τό κλουβί πού ήταν σκεπασμένο με τήν κου-

νο νά χωνέψει τήν προειδοποίηση. Όταν γύρισε γιά νά κα­

βερτούλα και λίγες στιγμές μετά, χωρίς νά ρίξει ούτε μια μα­

θίσει στην πολυθρόνα της, κοντά στον παπαγάλο, εκείνος

τιά στον άντρα της, τό τοποθέτησε στή συνηθισμένη του θέση.

ήταν καθισμένος στην άλλη μεριά του τζακιού.

Ε κ ε ί ν ο ς παρέμεινε ακίνητος δίπλα στο παράθυρο, έκ­

Έ γ ρ α ψ ε με τή σειρά του, στο σημειωματάριο, δίπλωσε

πληκτος, ανήσυχος. Τήν εΐδε νά τραβάει τό σκέπασμα και νά

πολλές φορές τό χαρτάκι, τό έ'βαλε μεταξύ τού αντίχειρα και

κοιτάζει με τρυφερότητα τον παπαγάλο πού στεκόταν όρ­

τοΰ μέσου και με μιά σύντομη κίνηση τό εκσφενδόνισε μές

θιος στην κούνια τοΰ κλουβιού.

στην ποδιά της γυναίκας του.

Είχε δλα του τά φτερά, τήν ουρά πιο γυαλιστερή από

'Εκείνη τή φορά αστόχησε.

ποτέ άλλοτε. Τά γουρλωμένα μάτια του κοίταζαν επίμονα

Στή συνέχεια θά γινόταν πιο επιδέξιος. Τό σημείωμα

ολόισια και ό Μπουέν ένιωσε ενοχλημένος σάμπως νά άντί-

χτύπησε στο γόνατο της Μαργκερίτ και έπεσε στο πάτω­

κρυσε κάποιο άσεμνο θέαμα. Υ π ο π τ ε ύ τ η κ ε κάτι τό αφύσι­

μα. Έ κ α ν ε πώς δεν τό είδε, πώς δέν τό ένιωσε. Παρέμειναν

κο. Τό πουλί δεν κουνιόταν καθόλου, ούτε και ή Μαργκε-

γιά πολλή ώρα ακίνητοι σάν μετέωροι. Ε κ ε ί ν η γύρισε πολ­

ρίτ, ή οποία προσευχόταν όπως προσεύχεται κανείς δταν

λές φορές νά δει τον παπαγάλο.

αγρυπνεί έναν προσφιλή νεκρό.
Τέλος ή αλήθεια αποκαλύφθηκε. Τό πουλί ήταν πράγμα­
τι ψόφιο. Τό είχαν βαλσαμώσει ξαναβάζοντας του τά φτερά,

Τελικά, άφησε τό κουβάρι νά πέσει και μαζεύοντας το
έπιασε τό σημείωμα πού έγραφε, γιά πρώτη φορά, τις δυο
λέξεις:

και τά μάτια ήταν γυάλινα.

Ό

"Ύστερα άπό ώρα, ή Μαργκερίτ στράφηκε προς τό μέ­
ρος του και τον κοίταξε κατάματα με σκληρό βλέμμα, γεμά­

γάτος.

Είχαν πατσίσει.

το πρόκληση.
ι38

139

Ή μνήμη του δέν ήταν ή ϊδια δπως παλιά. Θυμόταν παρά

τά κομμάτια τών επίπλων πού ήταν τυλιγμένα σέ πανιά και

πολύ καλά διάφορα γεγονότα, έναν τόπο απ' δπου εΐχε πε­

ανακάλυπτε έτσι κάτι άπό τό γούστο ή τήν προσωπική ζωή

ράσει μέ ήλιο ή με βροχή, λόγια πού αντάλλαξε μέ τους μα-

τών ανθρώπων πού απλώς τους εΐχε συναντήσει στο στενό.

γαζάτορες της γειτονιάς, τον τεράστιο αστακό πού εΐχε αγο­

Τον κατέπληξε ή γραφομηχανή ενός απόστρατου αξιωμα­

ράσει γιά νά εντυπωσιάσει τ η Μαργκερίτ, τό μεταφορικό

τικού και ό τεράστιος πίνακας, μέ χρυσή κορνίζα, πού απει­

όχημα γιά τήν πρώτη μετακόμιση άπό την πάροδο, δυο σπί­

κόνιζε μιά ναυμαχία άπό τήν εποχή τών κουρσάρων.
Και ή Μαργκερίτ επίσης παρακολουθούσε άπό τον πρώ­

τια πιο πέρα.
Θυμόταν τά κείμενα των σημειωμάτων του, αυτά πού

το δροφο. 'Αλλά μέ κλειστό παράθυρο και πίσω άπό τήν κουρ­

άφηνε ή γυναίκα του, μέ μιά περιφρονητική γκριμάτσα, πά­

τίνα, χωρίς νά εμφανίζεται. Έ δ ε ι χ ν ε νά υποφέρει, έ'τρω-

νω στο πιάνο ή στο κομοδίνο.

γ ε λιγότερο άπό ποτέ άλλοτε και ήταν σάν νά γέρασε από­

Ή μνήμη τον εγκατέλειπε κυρίως στή σειρά των γεγο­
νότων και των ημερομηνιών. Είχε τήν τάση δλα νά τά συμ­

τομα.
Τής τύχαινε νά μήν μείνει άπεριποίητη, ενώ μέχρι τώ­

πυκνώνει, ενώ εΐχαν ήδη περάσει δυό χρόνια. Γιά νά καθο­

ρα ενα διακριτικό μακιγιάζ έδινε κάποια λάμψη στην επι­

ρίσει τό χρόνο υποχρεωνόταν νά καταφεύγει στις εποχές,

δερμίδα της. Ξαφνιάστηκε δταν σχεδόν ά π ' τ ή μιά μέρα στην

στά ρούχα πού φορούσαν εκείνος και ή Μαργκερίτ.

άλλη τήν είδε μαραμένη και άχρωμη.

Ή πρώτη μετακόμιση, γιά παράδειγμα, έγινε τό πρώτο

Δέν έμπαινε ποτέ στο σαλόνι, χωρίς νά σταματήσει λί­

δεκαπενθήμερο του Μαρτίου, ενός Μαρτίου ιδιαίτερα λαμ­

γες στιγμές μπροστά στο κλουβί τοΰ παπαγάλου, και τά

περού γιατί οί εφημερίδες ανέφεραν στατιστικές και δημο­

χείλη της ανοιγόκλειναν δπως δταν προσεύχεται κανείς στην

σίευσαν φωτογραφίες μέ καστανιές πού εΐχαν ανθίσει.

εκκλησία.

Όταν δλα τά παράθυρα ήταν ανοιχτά ή πάροδος φαινό­

Ό Μπουέν δέν μπορούσε νά συνηθίσει αυτή τή σιωπηλή

ταν λιγότερο καταθλιπτική, λιγότερο σιωπηλή. Τη διέτρε­

παρουσία. Ψόφιος ό παπαγάλος ήταν πολύ πιο φορτικός άπ'

χε μιά ανάσα ζωής, αντηχούσαν οί φωνές άπ'τό Ινα σπίτι

δ,τι ζωντανός. Μέ τήν ακινησία, τό πουλί εΐχε αποκτήσει

στο άλλο, ενα παιδάκι πού έπαιζε στο δρόμο και τό φώνα­

μιά μυστηριώδη και απειλητική έκφραση, ϊδια μ ' εκείνη ορι­

ζε ή μητέρα του, ένας δίσκος στο γραμμόφωνο, φωνές άπό

σμένων αφρικανικών αγαλματιδίων πού εΐχε δει κάποτε στή

ραδιόφωνα και στο βάθος βάθος ό απόηχος των αυτοκινή­

βιτρίνα ενός εμπόρου έργων τέχνης.

των της οδού Ντέ λά Σαντέ, και ορισμένες φορές άπό πιο
μακριά, ά π ' τ ή διασταύρωση μέ τήν όδό Σαίν Ζάκ.
'Ακουμπισμένος μέ τους αγκώνες στο παράθυρο, χάζευε
Ι 140 |

Τά βράδια δέν υπήρχε πλέον λόγος νά σκεπάζεται τό
κλουβί μέ τήν κουβερτούλα.
Δέν μπορούσε μέ βεβαιότητα νά προσδιορίσει τήν ακριβή
[

ΐ4ΐ

]

εποχή της κυρίας Μαρτέν. Ήταν κατά τ η διάρκεια τών δια­
δοχικών μετακομίσεων τών ενοίκων τών άντικρυνών σπι­
τιών ; "Εβλεπε κάνεις τότε, ασυνήθιστα πηγαινέλα στην πά­

τρεις μέρες γιά νά καταφύγουν καί πάλι στα σημειώματα.
'Εκείνη δχι. Υ π ή ρ χ ε ή ίδια ακαμψία στο πρόσωπο και
στο βλέμμα της δπως καί στό σώμα τοΰ παπαγάλου.
Τή λυπόταν. Αυτή ή ένταση, σε τελική ανάλυση, θά πρέ­

ροδο.
Κατέφθαναν άνθρωποι μέσα σ'αυτοκίνητα, με έναν χαρ­

πει νά ήταν επώδυνη καί φοβόταν δτι θά τή λύγιζε.

τοφύλακα υπό μάλης, πηγαινοέρχονταν, συμβουλεύονταν σχέ­

— Σιγά νά μή λυγίσει! απαντούσε αμέσως στον εαυτό

δια, κοντοστέκονταν, προχωρούσαν, χειρονομούσαν μιλών­

του. Μιά γυναίκα σάν αυτή δεν πρόκειται νά λυγίσει ποτέ.

τας.

Ό χ ι δσο ζει. Αυτό πού θέλει είναι το τομάρι σου καί ξέρει

'Επρόκειτο γιά αρχιτέκτονες και γιά εργολάβους με τους
τεχνίτες τους."Επειτα από λίγο ή Μαργκεριτ έκλεινε τα πα­
ράθυρα και απομακρυνόταν γιά νά μήν τους βλέπει.
Ό Έ μ ί λ ορισμένες φορές ήλπιζε δτι ή Μαργκεριτ θα

δτι τελικά θά το έχει. Καί μέχρι νά το καταφέρει είναι ικανή
ν'αντιμετωπίσει δλες τις αντιξοότητες...
Ή τ α ν καλοκαίρι. Κοντά στον Αύγουστο, γιατί ό κρεο­
πώλης καί ό 'Ιταλός παντοπώλης ήταν σε διακοπές καί

υποχωρούσε, θα άλλαζε στάση, θα στρεφόταν προς το μέ­

έ'πρεπε νά απομακρυνθούν άπό τή γειτονιά γιά νά βρουν μα­

ρος με ανθρώπινο πρόσωπο και τρυφερό υφός και θά τοΰ μι­

γαζιά ανοιχτά. Παντού υπήρχαν ταμπέλες πάνω στά κατε­

λούσε. *Ας τοΰ έλεγε οτιδήποτε. Γιά παράδειγμα, πολύ

βασμένα ρολά τών καταστημάτων καί χρειάστηκε ν'αλλά­

άπλα:

ξουν τρεις φορές καθαριστήριο.

— Εΐναι ώρα νά φάμε...
Ό π ω ς έξαλλου σε δλα τά σπίτια, παντού δπου ζουν άν­

Ό Μπουέν είχε αποκτήσει τό συνήθειο ν'ακολουθεί τ ή
γυναίκα του δταν έ'κανε τά ψώνια της, παρ'δλο πού ακόμη
δεν είχε γίνει καθημερινή υποχρέωση. 'Ορισμένες μέρες έ­

θρωποι μαζί.
Θά είχε ξεχάσει το γάτο. "Ισως. "Ισως οχι γιά πολύ και­

φευγε πρώτος• άλλες φορές έβγαινε αργότερα, γύρω στις

ρό, προπαντός τώρα πού είχε ανακαλύψει και άλλες αφορ­

ένδεκα, ώστε στό δρόμο τής επιστροφής νά πιει τό απερι­

μές γιά παράπονα.

τίφ του.

Κατά βάθος, αυτό πού δεν ομολογούσε στον εαυτό του,

Έ π ι ν ε περισσότερο άπό πρίν, πάντοτε κόκκινο κρασί.

είναι δτι τή φοβόταν. Ε κ ε ί ν η είχε μεγαλύτερη συνοχή στις

Μετά τό φαγητό τοΰ έ'φερνε υπνηλία καί τοΰ άρεσε αυτή ή

σκέψεις της, περισσότερη ενεργητικότητα, περισσότερη αυ­

χαύνωση πού τον έ'κανε νά βλέπει όνειρα πού ήταν περισ­

τοσυγκράτηση.

σότερο κοντά στην πραγματικότητα άπ'δσο τά όνειρα τοΰ

'Εκείνος, εν ανάγκη θά είχε ξαναγύριζε στον προηγού­
μενο τρόπο ζωής τους, έστω κι άν τσακώνονταν ύστερα άπό
[ 142

νυχτερινού ύπνου. Μιά ανάκατη πραγματικότητα. Φωνές,
στάσεις ελαφρά παραμορφωμένες.
[ 143

Παρέμενε καθισμένος στην πολυθρόνα του, με λίγο βαρύ

Τά,πόδια της πρήστηκαν. Μετά ή κοιλιά της έ'γινε τε­

κεφάλι τα μάτια μισόκλειστα. Για κάποιο χρονικό διάστη­

ράστια. Είχαν πειραχτεί τά νεφρά. Έ κ α ν ε ουραιμία. Ε κ ε ί ­

μα εξακολουθούσε να διακρίνει τα γυαλιστερά πόδια τοΰ

νη τό αγνοούσε και τύχαινε τήν ώρα πού τήν έπλενε νά κοι­

πιάνου, πού κατέληγαν σέ πόδια λιονταριού. Ή εικόνα θό­

τάζεται και νά λέει:

λωνε ανεπαίσθητα, τ η θέση της έπαιρνε Ινα δέντρο στο δά­
σος τοΰ Φονταινμπλώ, και νόμιζε πώς άκουγε τ η βραχνή,
λαϊκή άλλα τόσο ζωντανή φωνή της Άνζέλ.
"Οταν τήν είχαν φέρει στο σπίτι άπο το νοσοκομείο, μετά

— Γιά κοίτα! Θ ά ' λ ε γ ε κανείς δτι είμαι έ'γκυος...
Έ ν α απόγευμα, μιά Παρασκευή 17 Μαίου, επιτηρούσε
Ινα εργοτάξιο κοντά στην Πόρτ ντε λά Σαπέλ. Ό άρχιεργάτης, ό Χοντρολεόν, ήταν παλιός φίλος.

το ατύχημα της, και της είχε αγοράσει μια σαιζ-λόνγκ,

— Θά πιεις Ινα ποτήρι;

γιατί δεν έκανε παρά ελάχιστα βήματα με τις πατερίτσες,

— Ή γυναίκα μου με περιμένει... Ξέρεις δτι είναι κα­

ό γιατρός τοΰ είχε πει δτι θα παρέμενε ανάπηρη, δμως σί­
γουρα θά ζοΰσε.

τάκοιτη. ..
— Στο φτερό ! . . .

Έναν χρόνο αργότερα, Ινα ασθενοφόρο τ η μετέφερε και

Δεν έμεινε στο καφενείο πάνω από πέντε λεπτά. "Οταν

πάλι στο νοσοκομείο δπου ολόκληρους μήνες τήν επισκε­

επέστρεψε σπίτι, ή μαντάμ Μπλανκέ, με μάτια κατακόκκι­

πτόταν τρεις φορές τήν εβδομάδα, σέ έναν θάλαμο δπου κι

να, σηκώθηκε απότομα από τήν καρέκλα της. Τον κοίταξε

άλλοι σύζυγοι κάθονταν δπως κι εκείνος πλάι στά κρεβάτια

έντονα, σάν νά φοβόταν κάποια βίαιη αντίδραση άπό πλευ­

και μιλούσαν χαμηλόφωνα.

ράς του.

— Τά καταφέρνεις; Πονάς πολύ;

— Δεν τήν άφησα ούτε στιγμή, σας ορκίζομαι...

Ε κ ε ί ν η έδειχνε χαρούμενη.

Ή Ά ν ζ έ λ ήταν νεκρή. Ή γριά της είχε κλείσει τά μάτια.

— " Ε χ ω μιά καλή φίλη, εκείνη τ η μικρή κοκκινομάλλα,
δυο κρεβάτια πιο πέρα. Τή λένε Λιλή. Ήταν πωλήτρια στις
Γκαλερί Λ α φ α γ ι έ τ . . .

Με μάτια κλειστά έδειχνε τό ίδιο αινιγματική δπως τώρα
και ό παπαγάλος της Μαργκερίτ.
— Πότε συνέβη;

"Εξι μήνες αργότερα τοΰ τήν έφεραν πίσω, στο σπίτι, χ ω ­
ρίς νά τοΰ κρύψουν δτι ή κατάσταση της είχε επιδεινωθεί, άλ­
λα δεν μπορούσαν νά κάνουν τίποτε άλλο για εκείνη. Τήν παρα­

— Έ δ ώ και μισή ώρα...
Είχε πιάσει τό χέρι της πού ήταν ακόμη μαλακό άλλα
δεν μπόρεσε νά τό φιλήσει.

κολουθούσε Ινας συνοικιακός γιατρός. Μιά ηλικιωμένη κα­

Ή μητέρα του δέν είχε καν μαντάμ Μπλανκέ πλάι της τήν

θαρίστρια, ή μαντάμ Μπλανκέ, περνούσε τό μεγαλύτερο μέ­

ώρα πού έφυγε. Ήταν ολομόναχη. Ε κ ε ί ν ο ς εΐχε ήδη παν­

ρος της ημέρας μαζί της και της ετοίμαζε τό φαγητό της.

τρευτεί. Γιά κάποιες εβδομάδες ή μητέρα του δέν ένιωθε

Η•Ι

Γ 145

καλά, δμως εξακολουθούσε να σηκώνεται και να ασχολείται

— Πλάκα μοΰ κ ά ν ε ι ς ; . . .

με τό νοικοκυριό της.

—'Αλήθεια λ έ ω . . .

Περνούσε να τ η δει κάθε βράδυ, της πήγαινε γλυκά ή
φρούτα. Την είχε βρει στο πάτωμα, μες στην κουζίνα, με
ανοιχτά τα μάτια.

— Στάσου... Μέ πονάς...
Μιά μακρά σιωπή. Ε κ ε ί ν ο ς ανάσαινε γρήγορα. 'Εκείνη,
κατεβάζοντας τό φόρεμα της, συνέχισε τ ή συζήτηση έκεϊ

Τοΰ είχε τύχει να φοβηθεί, μήπως επιστρέφοντας σπίτι,
έβρισκε τή Μαργκερίτ νεκρή, μέσα σε κάποιο δωμάτιο.
Δεν υπήρχε καμμία απολύτως ομοιότητα μεταξύ των
τριών γυναικών, μεταξύ τής μητέρας του καί τής Άνζέλ, με­

πού τήν είχαν διακόψει:
— Θες νά πεις δτι ζείτε οί δυό σας μες στο ίδιο σπίτι
χωρίς νά ανταλλάσσετε κουβέντα;...
— Στ'ορκίζομαι...

ταξύ εκείνων τών δύο καί τής Μαργκερίτ, καί δμως μέσα

— Καί δταν πρέπει κάτι νά πείτε;

στή χαύνωσή του οί τρεις γυναίκες μπερδεύονταν. Κυρίως

— Γράφουμε σημειώματα...

οί φωνές τους, οί λέξεις, οί φράσεις πού έλεγαν. "Ισως να

— Για παράδειγμα: Έ χ ω όρεξη νά κάνω έρωτα...

υπήρχε κάποια καχυποψία στο βλέμμα;

— Δεν έχουμε κάνει π ο τ έ . . .

Ποιος ξέρει, μπορεί τό κοινό σημείο να μη βρισκόταν
σ'εκείνες, άλλα στον ίδιο, Ινα αίσθημα φόβου, δπως δταν

— Δεν σε εμπνέει; Ή μήπως εκείνη δεν θ έ λ η σ ε ; . . .
— Καί τα δύο... Δεν ξ έ ρ ω . . .

ήταν παιδί πού είχε πάντα κάτι νά προσάψει στον εαυτό του'

Ε ί χ ε νιώσει τήν ανάγκη νά μιλήσει καί αμέσως θύμωσε

κάποια αμηχανία, τήν αίσθηση δτι υπολειπόταν, δτι δεν έ­

μέ τον εαυτό του, σάμπως μιλώντας στή Νέλλη γιά τή Μαρ­

κανε δλα δσα έπρεπε, δτι ήταν άξιος τιμωρίας.

γκερίτ νά ήταν σφάλμα, νά ήταν έλλειψη διακριτικότητας.

Δεν εΐχε καμία σημασία αν ήταν 'Ιούνιος, Ιούλιος ή Αύ­

Στεκόταν στον πάγκο, μ'ενα ποτήρι Σανσέρ στο χέρι

γουστος. Ήταν πάντως ή εποχή πού ή Μαργκερίτ ήταν πά­

δταν στράφηκε προς τον ηλιόλουστο δρόμο καί είδε τή γυ­

ρα πολύ νευρική καί δεν έμενε λεπτό στή θέση της.

ναίκα του στο πεζοδρόμιο, μαζί μέ μία άλλη γυναίκα, κα­

Είχαν περάσει δυό-τρεϊς μέρες καί δεν τήν είχε ακολου­

μιά δεκαριά χρόνια νεότερη της, τήν οποία είχε ήδη δια­

θήσει στην αγορά. Εΐχε επιθυμήσει τή Νέλλη. Τελικά, πή­

κρίνει καί στην αγορά. Βάδιζαν καί οί δύο αργά, σάν νά ήθε­

γε νά τή δει, καί δπως συνήθως έκανε τή βουβή ερώτηση,

λαν ή συζήτηση τους νά κρατήσει περισσότερο.

τοΰ δόθηκε τό σινιάλο, καί τήν ακολούθησε στην κουζίνα.
— Θά έλεγε κανείς δτι ξαναβρίσκεις τις παλιές σου συν­
ήθειες. .. Ή γυναίκα σου δεν ζ η λ ε ύ ε ι ; . . .
— Δεν μιλιόμαστε.

Μήπως καί ή Μαργκερίτ άπό πλευράς της μιλούσε γιά
εκείνον;
'Ακριβώς τή σ τ ι γ μ ή πού προσπερνούσε τό μπιστρό έ­
στρεψε τό κεφάλι της. Πρέπει νά τον είδε, παρά τό μισοσκό-

146

[ 147 ]

ταδο πού επικρατούσε στο εσωτερικό. Έ β λ ε π ε τα πάντα,
μάντευε τα πάντα, κυρίως δταν επρόκειτο για κεΐνον, ακό­
μ η δε περισσότερο δταν επρόκειτο για κάτι πού ήθελε να
της το κρατήσει κρυφό.
— Αυτή εΐναι;
— Ναί.
— Ποια ά π ' τ ί ς δύο;
— Ή πιο ηλικιωμένη. Αυτή πού φορά το ροζ φόρεμα...
— Πάντα έτσι ντύνεται;
— Δεν φορά παρά μόνο ανοιχτόχρωμα, λίγο παλιομοδί­
τικα. ..
— Σε είδε...
— Κι εγώ αυτή τήν εντύπωση έ χ ω . . .
— Σ ' ενοχλεί αυτό;
-Οχι._
— Δεν είμαι και τόσο σίγουρη... Φοβάσαι να ξανάρθεις;
— Τί να φοβηθώ;
— Αύριο λοιπόν;
— Σίγουρα...

— Δεν σας ενοχλώ;
Ή Μαργκερίτ ήξερε πώς ό Έ μ ί λ βρισκόταν στο σαλόνι,
φορώντας μόνο πουκάμισο, και διάβαζε ενα περιοδικό. Παρ
δλα αυτά πέρασε έκεϊ τήν επισκέπτρια. "Εκανε πώς αναση­
κώνεται γιά νά τή χαιρετήσει. Ή κυρία Μαρτέν δίστασε, έ­
κανε νά δώσει το χέρι της, δμως ή φωνή τής Μαργκερίτ τήν
καλούσε ήδη στην άλλη πλευρά τοΰ σαλονιού.
— Καθίστε έδώ, σας παρακαλώ... Είναι ή πιο άνετη πο­
λυθρόνα, αυτή πού προτιμούσε ή μητέρα μου, δπως μοΰ έλε­
γαν. .. Τή γνώρισα πολύ λ ί γ ο ! . . . Θα πάρετε ενα φλιτζάνι
τ σ ά ι ; . . . "Οχι α μ έ σ ω ς ; . . .
Ή κυρία Μαρτέν τον κοίταξε περίεργα και ένιωσε αμή­
χανος. Ό μ ω ς θά ήταν σάν νά έχανε έδαφος αν έφευγε από
το δωμάτιο και παρέμεινε στή θέση του, κάνοντας πώς δια­
βάζει.
— Δεν δέχομαι επισκέψεις, ξέρετε... Είμαι σχεδόν πάν­
τα μόνη. Είστε ά π ' τ ά ελάχιστους ανθρώπους πού με επι­
σκέπτονται. ..
Παρακολουθώντας το βλέμμα τής κυρίας Μαρτέν, πρόσ­
θεσε:

— Στην υγειά σου...
Ό μ ω ς τήν επομένη δεν πήγε στης Νέλλης. Συνέβη κάτι
μες στο σπίτι στο τέρμα της παρόδου. Γύρω στις τέσσερις
χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας, πράγμα σπάνιο. Χωρίς
να βιάζεται ή Μαργκερίτ, ή οποία φαίνεται δτι περίμενε
αύτδ το χτύπημα του κουδουνιού, πήγε ν'ανοίξει.
— Πώς είστε, κυρία Μ α ρ τ έ ν ; . . .

— Μή δίνετε σημασία... Τον παντρεύτηκα από λύπη­
ση. .. Ή τ α ν χήρος... Φαινόταν δυστυχισμένος... Έ μ ε ν ε α­
κριβώς απέναντι, σ'ενα άπό τά σπίτια πού θά κατεδαφί­
σουν. .. Τον έβλεπα πού περνούσε μέρες ολόκληρες στο πα­
ράθυρο τ ο υ . . .

Ή τ α ν πολύ μελαχρινή, γεροδεμένη, με ανδρικές πλάτες
και έντονη τριχοφυΐα στο πάνω χείλος.

)) Μιά μέρα, τον κάλεσα νά πιούμε ένα φλιτζάνι καφέ
και ή συμπεριφορά του μοΰ έκανε αρκετά καλή εντύπωση...
Σήμερα διαπιστώνω δτι ή συμπεριφορά του ήταν ψεύτικη

L48

[ 149 1

καί την υπαγόρευε ό φόβος... Γιατί ουδέποτε γνώρισα άν­

ζιά τής όδοϋ Σαίν Ζάκ καί θά τον κοιτούσαν με αποδοκι­

θρωπο τόσο ψεύτικο δσο αυτός...

μασία ανάμεικτη μέ οίκτο.

» Σε τελευταία ανάλυση, Ίσως να μην είναι λάθος τ ο υ . . .
Πολύ αργά ανακάλυψα δτι δεν είναι σάν τους άλλους...
» Ό τ α ν μου μιλούσε ήταν γιά νά ξεστομίσει χυδαιότη­
τες καί τον παρακάλεσα νά σωπάσει...

— Ξέρετε τί έκανε τήν επομένη;
— Τήν επομένη από τ ί ;
— Πού ψόφησε ό γ ά τ ο ς . . . Βλέπετε τον παπαγάλο μου...
— Ναί... Ώραΐο πουλί... Μ ι λ ά ε ι ; . . .
— Είναι ψόφιο...

— Δεν σας μιλάει πιά;
'Ακριβώς δπως ή Νέλλη, προηγουμένως! Μόνο πού ή
Μαργκερίτ αποδείχθηκε πολύ σκληρότερη, πολύ πιο κακΙντρεχής απ' δσο εκείνος στο μαγαζί της Νέλλης.
— ' Ε δ ώ καί πολλούς μήνες...

— Κι ε γ ώ απόρησα πού έμενε τόσην ώρα ακίνητο...
— r H r a v το πιο έξυπνο, το πιο τρυφερό ζωντανό πάνω
στή Γ η . . . Ό άνθρωπος αυτός το ζήλευε... Ό παπαγάλος δέν
τον αγαπούσε καθόλου... "Ετσι, κατά τή διάρκεια κάποιας

— Ούτε λέξη;

κρίσης, δέν μπορώ νά το πώ διαφορετικά, μιας πραγματικής

— Ούτε λ έ ξ η . . . Μερικές φορές μου πέτα ένα σημείωμα

κρίσης τυφλού θυμού, του ξερίζωσε τά φτερά τής ούρας καί

σάν μπαλάκι καί δέν το διαβάζω κάν...

γιά νά μέ ειρωνευτεί τά έβαλε σ'ενα ανθοδοχείο...
Ή κυρία Μαρτέν εξέφρασε τήν αποδοκιμασία της μ ' έ ­

— Γιατί;
— Γιατί ξέρω έκ τών προτέρων δτι πρόκειται γιά βρι­
σιές. .. 'Απόδειξη δτι δέν στέκεται στά συγκαλά του είναι
δτι δταν ψόφησε ό γάτος του, Ινας γερασμένος κεραμιδόγατος πού δέν ξέρω πού τον περιμάζεψε, με κατηγό­

να νεύμα τοΰ κεφαλιού, παρακολουθώντας τον Μπουέν στά
κρυφά.
— " Ε χ ε ι ήρεμο ύφος... μουρμούρισε σάν νά ήθελε νά τον
καλοπιάσει.

ρησε δτι τον δηλητηρίασα... Έ μ ε ν α πού ανέχτηκα χ ω ­

— " Ε τ σ ι φαίνεται... Καλύτερα νά μήν τον βλέπατε θυ­

ρίς νά βγάλω άχνα τήν παρουσία του μες στο σπίτι, τή νύ­

μωμένο. .. Ά ν δέν είχε ξεσπάσει τή λύσσα του πάνω στον

χτα στην κρεβατοκάμαρή μ α ς . . . Κοιμόταν στο κρεβάτι

Κοκό, σίγουρα θά ήμουν έγώ το θύμα τ ο υ . . .

του κυρίου του καί μ ' ε μ π ό δ ι ζ ε νά κοιμηθώ με το ροχαλη­

— Δέν φοβάστε;
— Ξέρετε, στην ηλικία μ ο υ . . .

τό τ ο υ . . .
Κοίταξε σκληρά τον σύζυγο της, με μιά σπίθα θριάμβου

'Από μέσα της ή Μαργκερίτ πανηγύριζε καί ό Μπουέν

στά μάτια. Είχε ανακαλύψει έναν καινούργιο τρόπο νά πά­

τήν υποπτεύτηκε δτι είχε προετοιμάσει έδώ καί πολύ και­

ρει τήν εκδίκηση της. Αύριο, μεθαύριο, αυτή ή κυρία Mosp-

ρό αυτή τή σκηνή. Δέν θέλησε νά φύγει. Θά ήταν λιποτα­

τέν θά πήγαινε νά επαναλάβει τήν ιστορία σε δλα τα μαγα-

ξία.

[ 150 ]

J51

— Θα με συνοδέψετε στην κουζίνα ; Να συνεχίσουμε την
κουβέντα μας δσο ετοιμάζω το τσάι;
Ή κυρία Μαρτέν δεν είχε καμία όρεξη να μείνει μόνη με
τόν άντρα πού μόλις της περιέγραψαν και βιάστηκε ν'ακο­
λουθήσει τη Μαργκερίτ. Ό Έ μ ι λ άκουγε άπό μακριά τις δυο
γυναίκες να μιλοϋν χαμηλόφωνα και αναρωτιόταν τί άλλο
θα μπορούσε να επινοήσει ή γριά.

φεϊο του, άπό οίκτο, έναν άνθρωπο πού δεν άξιζε τίποτα,
κάποιον ονόματι Σαλνάβ...
» Ή γυναίκα του ήταν άρρωστη, ό γιος του δεν ήθελε να
σπουδάσει, ό ίδιος παραπονιόταν γιά τήν υγεία τ ο υ . . . 'Εν
ολίγοις, το γνωστό παραμύθι...
» Τοΰ έδωσε μιά σημαντική θέση... Μετά, όταν ό γιος
του ενηλικιώθηκε, τόν περιμάζεψε κι αυτόν με τ η σειρά

Στο έξης οτιδήποτε και αν πάθαινε ή γυναίκα του εκεί­
νον θά θεωρούσαν ένοχο. Μια γυναίκα τόσο εκλεπτυσμένη,
τόσο τρυφερή, τόσο αριστοκρατική! Μια γυναίκα πού ζούσε
στο ίδιο σπίτι άπό την ημέρα πού γεννήθηκε και της οποί­
ας ό πρώτος σύζυγος έχαιρε της εκτίμησης όλων!

του...

Ά π ό πού τόν είχε μαζέψει αυτόν τόν άξεστο; Δεν έχουν
δίκιο όταν λένε Οτι κάνεις πρέπει να μένει στην κοινωνική
του τάξη;

σε στά χέρια των Σαλνάβ...

Ά π ό πού ξεφύτρωσε, στ'αλήθεια; Τόν ήξερε κανείς;
Γνώριζε κανείς το παρελθόν του;
Οι δυο γυναίκες επέστρεψαν, ή Μαργκερίτ κουβαλώντας
τόν ασημένιο δίσκο πού δεν χρησιμοποιούσε ποτέ.
— Δυο κομμάτια ζάχαρη;
— Ναι παρακαλώ...

» Ά ν θέλετε τό πιστεύετε, όμως δεκαπέντε χρόνια μετά
ό πατέρας μου βρέθηκε έξω άπ'τήν πόρτα της δικής του
επιχείρησης...
» Και τό μισό της πλατείας πού θά κατεδαφίσουν πέρα­
» Τήν πούλησαν... Θά κατεδαφίσουν τά σ π ί τ ι α . . . Σ τ ή
θέση τους, θά χτίσουν ενα κτίριο κι έ γ ώ δεν ξέρω πόσων
ορόφων και δεν θά βλέπουμε ούτε τόν ήλιο... Και νά είμα­
στε κι ευχαριστημένοι, όπως τονίζουν ορισμένοι, πού δεν θά
κάνουν πάρκινγκ με τό πρατήριο καυσίμων ακριβώς απέναν­
τι άπό τά παράθυρα μου...
» ' Ε γ ώ , αρνήθηκα τις προσφορές πού μοϋ έγιναν... Ά ν
εΐχα ενδώσει, ή πλατεία πού έχει τό όνομα του πατέρα μου

— Έ ν α γ λ υ κ ά κ ι ; . . . Αυτά είναι με αμύγδαλο... Είναι
εξαιρετικά...
— Και ό πατέρας σας δεν έφτιαχνε γ λ υ κ ά ; . . . Μοϋ φαί­
νεται. ..
— Την μπισκοτοποιία Ντουάζ, έχετε δίκιο... Είναι ολό­
κληρη 'ιστορία.. . Ά λ λ η μιά ιστορία πού κατέληξε άσχημα...
Σχεδόν για τους ίδιους λόγους... Είχε περιμαζέψει στο γρα[ >5*

θά χανόταν...
» Πάρτε άλλο ενα γ λ υ κ ό . . .
Ό σ ο εκείνη μιλούσε με ενα είδος πυρετού, ή κυρία Μαρ­
τέν έριχνε φευγαλέες ματιές, άλλοτε στον Έ μ ί λ Μπουέν
άλλοτε στον παπαγάλο.
Έ ν ι ω θ ε έντονα ότι υπήρχε κάτι αφύσικο στην ατμό­
σφαιρα αυτού τοΰ σπιτιού.
[ 153

Πότε πότε κοίταζε και τ η Μαργκερίτ, έτσι δπως μόνο
οι γυναίκες ξέρουν να κοιτάζονται μεταξύ τους.
Και τότε άραγε δεν θα αναρωτιόταν ποιος άπ'τούς δύο,
εκείνος ή εκείνη, εΐχε το μυαλό πειραγμένο; Ή μήπως και

οι δύο;

Κ

ΡΑΤΗΣΕ ΓΕΡΑ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΕΡΕΣ, τέσσερις μέρες χαο­
τικές, με την αίσθηση δτι προσπαθούσαν νά λυγίσουν

τΙς αντιστάσεις του. Ήταν μια συνωμοσία για νά τον φέ­
ρουν στά άκρα.
Ποτέ δλα αυτά τά χρόνια πού ζούσαν μαζί ή Μαργκερίτ
δέν θά εΐχε βάλει μες στο σπίτι μιά γυναίκα τόσο χυδαία
δσο ή κυρία Μαρτέν. Τώρα την έβλεπε σάν την αληθινή μά­
γισσα της γειτονιάς, μέ βλέμμα σκοτεινό, χείλη και μάγου­
λα κατακόκκινα άπό το υπερβολικό μακιγιάζ, μες στο ασου­
λούπωτο σκούρο φόρεμα κάτω α π ' τ ο όποιο διαγραφόταν ό
κορσές.
Κάθε φορά έφτανε μέ το πού έδειχνε το ρολόι τέσσερις,
δπως τήν πρώτη μέρα. Πρώτα άκουγόντουσαν τά βήματα
της στο πεζοδρόμιο. Κατόπιν περνούσε μπροστά α π ' τ ο πρώ­
το παράθυρο, γιά λίγο χανόταν και μετά εμφανιζόταν πάλι
στό δεύτερο.
Τήν επόμενη σ τ ι γ μ ή αντηχούσε το χτύπημα τοΰ κου­
δουνιού. Ό Έ μ ί λ δεν κουνιόταν ά π ' τ ή θέση του. 'Αρνιόταν
νά τους παραχωρήσει το πεδίο, αντιλαμβανόμενος δτι αν
υποχωρούσε έστω και μιά σπιθαμή θά έ'χανε σιγά σιγά τον
ζωτικό του χώρο.
Ή επινόηση της Μαργκερίτ ήταν διαβολική, δεν εΐχε
[ 155 ]

παρά νά την κοιτάξει γιά να βεβαιωθεί δτι ήταν απόλυτα
ικανοποιημένη.

Τίς μισούσε και τις δύο. Γιατί τόλμησε επιτέλους νά πα­
ραδεχτεί δτι μισούσε τή γυναίκα του. Εΐχε φέρει βοήθεια

'Εκείνη πήγαινε ν'ανοίξει.

άπό έξω. Ή μάχη ήταν πλέον άνιση. Ποιος ξέρει αν δεν θά

— Πολύ ευγενικό πού ήρθατε...

μάζευε α π ' τ ο δρόμο κι άλλες κυρίες Μαρτέν ώστε νά περι­

— Μου εΐναι τόσο πολύ ευχάριστο νά συζητώ μαζί
σας ! . . . Δεν συναντά κανείς συχνά ανθρώπους της δικής σας
ποιότητας... Τί ζέστη και σ ή μ ε ρ α ! . . . Στο σπίτι σας έχετε
δροσιά... Στο διαμέρισμα μου σκας, και δλη τή μέρα πρέ­
πει νά υφίσταμαι και το ραδιόφωνο των γειτόνων...
» Και νά είχαν τουλάχιστον εκλεπτυσμένο γούστο... Ά λ ­
λα π ο ύ ! . . . Δεν ακούν παρά ανόητα τραγουδάκια...
— Περάστε, αγαπητή μου... Ετοίμασα τ σ ά ι . . .
Μιά ματιά στον Μπουέν, πού καθόταν πάντα στην πο­
λυθρόνα του με πουκάμισο. Πεισματικά. Εΐχε κάθε δικαί­
ωμα νά βρίσκεται εκεί, ντυμένος δπως του άρεσε. Δεν επι­
σκέπτονταν εκείνον. Τον αγνοούσαν. Ή μάλλον τον μετα­
χειρίζονταν λίγο-πολύ σάν κατοικίδιο, σάν τον βαλσαμω­
μένο παπαγάλο μες στο κλουβί.
— Ε λ π ί ζ ω νά περάσατε ήσυχη ν ύ χ τ α ; . . .
— Ξέρετε, στην ηλικία μου, δεν κοιμάται κανείς π ο λ ύ . . .
Μέ το πού πέφτεις στο κρεβάτι σου έρχονται στο μυαλό δλες
οί σκοτούρες...

στοιχίζεται άπό ενα κοπάδι μέγαιρες ;
Ό Έ μ ί λ έπινε πάρα πολύ. Και δχι πιά γιά τίς λίγες στιγ­
μές τής απολαυστικής υπνηλίας. Εΐχε ανάγκη δλες τίς ώ­
ρες άπό ενα ή δύο ποτήρια κρασί γιά νά οπλίζεται μέ θάρ­
ρος.
Ή γυναίκα του τον εΐχε υπό επιτήρηση. Δεν πάει νά
κλείδωνε το κρασί στο ντουλάπι και νά έβαζε το κλειδί στην
τσέπη, εκείνη ήξερε πολύ καλά πόσα μπουκάλια έφερνε το
πρωί δπως και δεν αγνοούσε το λόγο τών δλο και συχνότε­
ρων επισκέψεων του στην κουζίνα.
Ποιος ξέρει κι αν δεν τον περιέγραφε ήδη σάν μέθυσο,
σέ δποιον ήθελε νά τήν ακούσει; Ή κυρία Μαρτέν θά τής
χρησίμευε γιά μάρτυρας. Λ ε ς ή Μαργκερίτ, μή έχοντας κα­
ταφέρει νά τον σκοτώσει μέ δηλητήριο και μή τολμώντας
νά το κάνει μέ πιο άμεσο τρόπο, νά εΐχε βάλει κατά νοΰ τον
εγκλεισμό του σέ ίδρυμα;
Φοβόταν. 'Ακόμη κι δταν δεν μιλούσαν γιά εκείνον, πα­
ρέμενε στο δεύτερο πλάνο τών συζητήσεων τους πού συνο­

Ψ έ μ α ! Σπάνια ξυπνούσε πρίν ξημερώσει.
Μιά ματιά τής μάγισσας προς τον Έ μ ί λ .

δεύονταν άπό αναστεναγμούς και εύγλωττες ματιές.

— Δεν είχατε τίποτα καινούργια προβλήματα;

κυρία μου, δτι ή ζωή σας υπήρξε εύκολη...

— Πάντα ή ϊδια κατάσταση... Το εχω συνηθίσει... Ά ν
δεν είχα γερά νεύρα, θά ήμουν πεθαμένη εδώ και καιρό ή θά
βρισκόμουν σε κάποιο ψυχιατρείο...
[ 156 ]

— Δεν θά μπορούσε κανείς νά πει, καημένη και τόσο άξια
— Ποτέ μου δέν παραπονέθηκα.. /Αν ήταν θέλημα Θεού...
— Ευτυχώς πού έχετε π ί σ τ η . . . Πάντα λέω δτι άπό τή
σ τ ι γ μ ή πού έχει κανείς τή θρησκεία...
[ 157

— Λυπάμαι τους ανθρώπους πού δεν πιστεύουν σε τί­

πάγκο. Δέν ήταν γνωστός ακόμη και τόν παρατηρούσαν.
— Δέν είστε της γειτονίας, ε ; . . .

ποτα. ..
Τα μάτια τας καρφώθηκαν πάνω στον Έ μ ί λ Μπουέν.
— Δεν υποβιβάζουν οι ίδιοι τόν εαυτό τους στο επίπεδο

— Πώς...
— Καλά μοΰ φάνηκε δτι κάπου είχα ξαναδεί τή φάτσα
σας...

των ζ ώ ω ν ; . . .
— Και να ήταν μόνο αυτό! Τα ζώα δεν έχουν τήν ευθύ­

— Μένω στην πλατεία Σεμπαστιέν Ντουάζ...
'Ένιωσε τήν ανάγκη να δικαιολογήσει τήν παρουσία του,

νη των πράξεων τους...
Το τσάι. Ό ασημένιος δίσκος. Τα γλυκά. Μια φορά πήγε

λές και περνούσε εισαγωγικές εξετάσεις. 'Αντίθετα άπό τό

και πήρε από τήν κουζίνα το μπουκάλι με το κόκκινο κρασί

μαγαζί τής Νέλλης, εδώ οί πελάτες μπαινόβγαιναν συνέ­

και Ινα ποτήρι και βάλθηκε να πίνει μπροστά τους.

χεια, άνθρωποι παράξενοι, οί όποιοι πολλές φορές μιλούσαν

Ήταν λάθος κίνηση. Δεν έπρεπε να τήν επαναλάβει. Το
ένστικτο του τόν προειδοποίησε δτι αυτή ή κίνηση δεν θα

χαμηλόφωνα στή γωνία, φώναζαν τό αφεντικό και τοΰ ψι­
θύριζαν σ τ ' αυτί.
— Δέν είστε ό σύζυγος τής μουρλής γριάς;

τοϋ έβγαινε σε καλό.
Ε ί χ ε αποκτήσει το συνήθειο, πολλές φορές τήν ημέρα,
να βγαίνει εξω και να πίνει σέ μια μικρή ταβέρνα, απέναντι

"Εγνεψε καταφατικά, σάν νά μήν μπορούσε ό χαρακτη­
ρισμός ν'άφορα άλλην έκτος ά π ' τ ή Μαργκερίτ.

άπό τις φυλακές, δπου μαγείρευαν και έστελναν φαγητό

— Γιατί δέν πούλησε;

στους κρατούμενους πού είχαν λεφτά.

— Νά πουλήσει τ ί ;

"Ακουγες το αφεντικό να δίνει παραγγελίες όπως:
— Δυο χοιρινές μπριζόλες για τόν Σ τ ρ ι μ μ έ ν ο . . . Μέ
μπόλικες πατάτες και σαλάτα...

— Τά σπίτια της, τί άλλο... Είχε ακουστεί δτι θα κα­
τεδάφιζαν δλες τις μονοκατοικίες στην πάροδο και θά έφτια­
χναν ενα τεράστιο μέγαρο... Τής πρόσφεραν ολόκληρη πε­

— Έ ν α ν κόκορα κρασάτο για τόν Συμβολαιογράφο...

ριουσία γιά τά παλιόσπιτά της και εξαιτίας τής ξεροκεφα-

Ό λ ο ι σχεδόν οι κρατούμενοι είχαν ενα παρατσούκλι. Σέ

λιάς της χρειάστηκε ν'αλλάξουν τά σχέδια...

κανέναν δέν προκαλούσε έκπληξη τό γεγονός δτι ζούσαν πί­
σω α π ' τ α σίδερα, ανάμεσα σέ τέσσερις τοίχους.
— Τόν Ματάκια τόν κράτησαν στο αναρρωτήριο;...
— Βγήκε χ θ ε ς . . . Ό γιατρός ανακάλυψε δτι ήταν τόσο

Ξαναπήγε στή Νέλλη, δέν τής πρότεινε νά περάσουν στην
κουζίνα. 'Εκείνη κατάλαβε αμέσως δτι ό Έ μ ί λ έ'νιωθε κατά­
θλιψη.
— Δέν είσαι καλά;
— Κάνουν δ,τι μπορούν γιά νά μοΰ τή φέρουν... Α υ τ ή ή

άρρωστος δσο κι ε γ ώ . . .
Ό Έ μ ί λ έπινε τό ποτήρι του ακουμπισμένος στον
[ 158 ]

κυρία Μαρτέν είναι μ ι ά . . . μ ι ά . . .
159

— Μια μελαχρινή αρκετά γεμάτη, πού βάφει τα μάτια
της μέ κάρβουνο;
— Ναί...
— ' Ε κ ε ί ν η πού ήταν τις προάλλες μέ τή γυναίκα σ ο υ ; . . .
Μέχρι πριν από δυο χρόνια έκανε τή χαρτορίχτρα... Δέν
ξέρω τί συνέβη, άλλα απασχόλησε τήν αστυνομία... Τώρα
δέν κάνει τ ί π ο τ α . . . Φαίνεται πώς έχει βάλει λεφτά στην
μπάντα...
— Δέν μπορώ νά τις υποφέρω άλλο...
— Γιατί κάθεσαι μαζί τους;
— Γιατί αν έβγαινα ά π ' τ ό δωμάτιο θά το θεωρούσαν
θρίαμβο...
— " Ε χ ε ι ς πλάκα... 'Ορισμένες φορές θά έπαιρνε δρκο κά­
νεις δτι το διασκεδάζεις... Είσαι σίγουρος δτι δέν σου λεί­
πει ή γυναίκα σ ο υ ; . . .

συναντούσε δήθεν τυχαία και στο ιταλικό παντοπωλείο ή
στο κρεοπωλείο δπου περίμεναν μαζί στην ουρά.
Το πρωί τής πέμπτης ημέρας δέν άντεχε πιά, και δταν
μπήκε στης Νέλλης, εκείνη κατάλαβε δτι δέν είχε πάει γιά
νά πιει μόνο ενα-δυό ποτήρια κρασί ή νά περάσει λ ί γ η ώρα
στην κουζίνα.
— Θά έλεγε κανείς, φιλαράκο μου, δτι ή κατάσταση δέν
πάει καλά... Τί σου έκαναν αυτή τή φ ο ρ ά ; . . .
— Πρέπει νά σου μ ι λ ή σ ω . . .
'Αμήχανος, δέν τολμούσε νά μπει στο θέμα.
, —Καταλαβαίνεις, ένας άντρας έχει παρ'δλα αυτά τήν
αξιοπρέπεια τ ο υ . . .
'Εκείνη γέλασε άπό μέσα της. "Ηξερε καλύτερα τους άν­
τρες απ' εκείνον και γνώριζε εκ πείρας δτι δταν μιλούν γιά τήν
αξιοπρέπεια τους σημαίνει δτι τά πράγματα πάνε στραβά.
— Βάλε μου νά π ι ώ . . .

— Τή μ ι σ ώ . . .
—"Αντε, πιες το κρασί σου και προσπάθησε νά σκεφτείς
άλλα πράγματα, τή φύση, τά πουλάκια...
— Μιλάω σοβαρά...
— Κι ε γ ώ . . .
'Επιπλέον υπήρχε και το θέμα της μυρωδιάς: ή κυρία
Μαρτέν έβαζε σε ποσότητα ένα φτηνό άρωμα και είχε μυ­
ρίσει και το σαλόνι. Ή Μαργκερίτ, πού δέν υπέφερε τά αρώ­
ματα, δέν έλεγε τίποτα, πράγμα πού φανέρωνε δτι μεταξύ
τους υπήρχε κάποια συνεννόηση.
Τύχαινε ακόμη τώρα νά παρακολουθεί τή γυναίκα του

— Εΐναι το τέταρτο π ο τ ή ρ ι ; . . .
— Κι εσύ τά ϊ δ ι α ; . . .
— Γιατί το λες αυτό;
— Γιατί ή γυναίκα μου κρατάει λογαριασμό πόσα πί­
νω. .. Μέ παρακολουθεί ά π ' τ ό πρωί ως το βράδυ... Είναι
χειρότερα άπ' δ,τι αν ήμουν μωρό πού μπουσουλάει... "Οταν
γυρίζω σπίτι, το κανονίζει έτσι ώστε νά περάσει δίπλα μου
γιά νά μέ οσφριστεϊ... Το μπάνιο είναι ό μόνος χώρος πού
μπορώ νά κ λ ε ι σ τ ώ . . .
— Κακομοίρη μου Έ μ ί λ ! . . .

πλέον νά βλέπει τήν κυρία Μαρτέν τά απογεύματα, άλλα τή

Δέν έπαιρνε τίποτα τραγικά. Γιά κείνην δλες οί συζυ­
γικές 'ιστορίες έμοιαζαν μεταξύ τους.

[ ι6ο Ι

ι6ι

δταν πήγαινε γιά ψώνια. Τής Μαργκερίτ δέν τής αρκούσε

— Λ ο ι π ό ν . . . έλεγες για την αξιοπρέπεια σου...

— Γιά πόσο καιρό;

— Πόσα δωμάτια έ'χει επάνω;

— Δεν ξ έ ρ ω . . . "Ισως γιά πάντα...

Έ σ μ ι ξ ε τα φρύδια της, γιατί δεν περίμενε αύτη την ερώ­
τηση.
— Δύο. Γ ι α τ ί ; . . .
Συνέχισε, ντροπιασμένος, χαμηλόφωνα:

— Σε ταλαιπωρεί τόσο πολύ ή γριά σ ο υ ; . . .
'Εκείνη σκεφτόταν.
— Πόσα θά ήσουν διατεθειμένος νά πληρώνεις;
— Λ ί γ ο μ'ένδιαφέρει στο σημείο πού βρίσκομαι.. . Έ χ ω

— Είμαι γέρος άνθρωπος, το ξ έ ρ ω . . . Δεν σοΰ προτείνω
να ζήσω μαζί σου σαν...

μιά καλή σύνταξη ά π ' τ ό δήμο... Έ χ ω οικονομίες...

— Σαν δυο εραστές, ώ ρ α ϊ α ! . . . Και πρωτίστως μάθε,
αγόρι μου, δτι ποτέ μου δεν μπόρεσα να κοιμηθώ μέ άν­
τρα. .. Είναι θέμα επιδερμίδας, μυρωδιάς... Να κάνω έρω­
τα στο άψε σβήσε, σύμφωνοι... Ά λ λ α να ιδρώνουμε πλάι
πλάι, νά χτυπάω πάνω σ ' ενα χέρι ή σ ' ενα πόδι έκεϊ πού δεν
το περιμένω, δ χ ι ! . . . Είχα προσπαθήσει στην αρχή μέ τον
Τ ε ό . . . Ήταν ό σύζυγος μου... 'Εξαιτίας του μαγαζιού πή­
γαμε στο δημαρχείο και παντρευτήκαμε...

πελάτες δεν πολυαρέσει αυτό, καταλαβαίνεις...

» Έ λοιπόν! "Υστερα από λίγες μέρες τον παρακάλεσα
ν αγοράσει ενα δεύτερο κρεβάτι... Κοιμόταν στο πίσω δω­
μάτιο. .. Παρόλο πού αγαπιόμασταν...
—"Ηξερε δτι τον απατούσες;
— Τί θέλεις νά πεις;

— Δεν θά σέρνεσαι δλη τή μέρα μες στο μ α γ α ζ ί ; . . . Στους
— Καταλαβαίνω... Θά κάνω δ,τι θέλεις...
— Και αν έρχονται φ ί λ ο ι ; . . .
'Εκείνος κοίταξε προς τήν πόρτα τής κουζίνας.
— Δικό σου θέμα...
— Δεν θά ζ η λ ε ύ ε ι ς ; . . .
— Γιατί νά ζηλεύω;
— Δεν είναι τόσο ευγενικό αυτό που λ ε ς . . .
— Α λ ή θ ε ι α είναι...
— Δ ώ σ ε μου λίγο χρόνο νά το σ κ ε φ τ ώ . . .
— Πόσο χ ρ ό ν ο ; . . .
— Α ς πούμε ως αύριο το πρωί πού θά περάσεις...
— Δεν μπορεΐ νά γίνει σ ή μ ε ρ α ; . . .

— Τ ί π ο τ α . . . Σου ζητώ σ υ γ γ ν ώ μ η . . . Αυτό πού θα ήθε­
λα ήταν νά ήμουν ενα είδος οίκότροφου... Θά π λ η ρ ώ ν ω . . .
Έ σ ύ θά καθορίσεις το ποσό... Δεν θά σ ' ε ν ο χ λ ώ . . . Δεν είμαι
φορτικός...
— Θά πρέπει νά σου μαγειρεύω;
— " Ι σ ω ς . . . Θά το προτιμούσα... 'Αλλά αν πρέπει θά
τρώω εξω...
102

— Μέχρις αυτού του σημείου;
Δεν απάντησε, δμως φαινόταν δτι είχε φτάσει στα όρια
των δυνάμεων του και το βλέμμα του ήταν ικετευτικό.
— Καλώς ! Πέρνα σ'ένα μισάωρο...
— Τί σοΰ χ ρ ω σ τ ά ω ; . . .
— Ά ς αρχίσουμε τώρα αμέσως νά γράφουμε στο τε­
φτέρι. ..
163

Ό π ω ς για τους πελάτες πού έγραφε τί της χρωστούσαν
σ ' Ι ν α τετράδιο.

ρολόι του, τέλος ξαναμπήκε στο σκοτεινό και δροσερό κα­
φενείο.

— Τί ώρα σηκώνεσαι;

Έ ν α ς πελάτης στεκόταν στον πάγκο, ένας εργάτης μέ

— Στις έ ξ ι . . . Μπορώ να σηκωθώ οποιαδήποτε ώ ρ α . . .

φόρμα πιτσιλισμένη μέ γύψους. Τό πρόσωπο του ήταν επί­

Θα φέρνω μέσα τους σκουπιδοντενεκέδες, θ' ανοίγω τα παν­

σης γεμάτο γύψους, και ιδιαίτερα τά φρύδια καί οί βλεφα­

τζούρια, θα σκουπίζω τό μαγαζί... Έ χ ω συνηθίσει...

ρίδες, πράγμα πού τον έκανε νά μοιάζει πιερρότος.

— Πήγαινε να κάνεις έναν περίπατο λ ί γ η ώρα...
Υπάκουσε, αγχωμένος τόσο δσο ποτέ άλλοτε. Στα μά­

Φοβήθηκε μήν τους ενοχλήσει. Δεν ήταν ή ώρα νά δυσ­
αρεστεί τή Νέλλη. Κοντοστάθηκε, ήταν έτοιμος νά ξαναφύ­

τια του ήταν ή μοναδική σανίδα σωτηρίας. Στης Νέλλης, δεν

γει, άλλα εκείνη του έδωσε νά καταλάβει ότι δεν ήταν πε­

θα σκεφτόταν άλλο τ η Μαργκερίτ, οΰτε τήν κυρία Μαρτέν

λάτης γιά τήν κουζίνα.

οΰτε τις απειλές εναντίον του.
Ή Νέλλη του έδειχνε κατανόηση. Έ δ ε ι χ ν ε κατανόηση με
δλον τον κόσμο. Ήταν χωρίς προκαταλήψεις και έβλεπε μό­
νο τήν καλή πλευρά τών ανθρώπων και τών γεγονότων.

— Τί θά π ι ε ι ς ; . . .
— Έ ν α μικρό ποτήρι λευκό, ως συνήθως...
— Μικρό ή μ ε γ ά λ ο ; . . .
— Μεγάλο...

Τά δωμάτια βρισκόντουσαν στον ημιώροφο, και τά πα­

Έ ν α ψέμα, μ'άλλα λόγια. Ήταν έβδομηνταενός χρόνων

ράθυρα τους φαίνονταν ημικυκλικά άπό τό απέναντι πεζο­

και δεν εΐχε νά δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Γιατί ζήτη­

δρόμιο. Ήταν χαμηλοτάβανα και σίγουρα άπό έκεΐ θα

σε μικρό εφόσον ήξερε δτι θά του σέρβιρε μεγάλο;

άκουγόντουσαν όλοι οι θόρυβοι του μαγαζιού και της κου­
ζίνας.

— Έ χ ο υ μ ε άλλη μιά εβδομάδα δουλειά εδώ στή γειτο­
νιά. .. συνέχισε νά λέει ό άντρας πού έμοιαζε μέ πιερρότο.

Αυτό δεν ήταν τό ιδανικό καταφύγιο; Ήταν περίπου

Δεν είναι άσχημα... Είμαστε τρεις καί συνεννοούμαστε μιά

δπως μέ τήν Άνζέλ. Κανείς δεν θα τον κατασκόπευε. Θά

χαρά... Μπορώ νά αγοράσω ένα μπουκάλι νά τό πάω στους

έβγαινε δποτε ήθελε, χωρίς να γυρίζει να βλέπει αν τον πα­

άλλους;...

ρακολουθούν.

— Ά π ' τ ό ίδιο;

Οί δυο μέγαιρες δεν θά μπορούσαν πια νά τον κακολο­
γούν παρουσία του, νά καταγράφουν τις αντιδράσεις του για
νά τό χρησιμοποιήσουν μιά μέρα εναντίον του.
Έ κ α ν ε τό γύρο του τετραγώνου, πρώτα προς τή μία κα­
τεύθυνση, μετά προς τήν αντίθετη, κοιτάζοντας συχνά τό
ι(>4

Ή Νέλλη κατέβηκε στο υπόγειο ανοίγοντας τήν κατα­
πακτή γιά νά πάρει κρασί.
Ό Τεό πέρασε όμορφη ζωή, έστω κι αν τέλειωσε άσχη­
μα, γιατί πέθανε νέος, έξηνταδύο ή έξηντατριών χρόνων.
— Ευχαριστώ, κυρία μ ο υ . . .
165

Ό γυψάς δεν μπόρεσε να μην αφήσει το βλέμμα του να
σταθεί για λίγο πάνω στο πλουσιοπάροχο στήθος. *Αν έμε­

— Δεν έχει άλλους συγγενείς... Δεν παίρνει ποτέ γράμ­
ματα, παρά μόνο διαφημιστικά φυλλάδια...

νε άλλη μία εβδομάδα στή γειτονιά, σίγουρα θα εκμεταλ­

— Πώς ήταν το ύφος τ ο υ ; . . .

λευόταν την κατάσταση. Ήταν κατάξανθος, το πολύ τριαν­

— Σάν νά με αγνοούσε...

τάρης, με γελαστά μάτια.

— Εΐμαι σίγουρη δτι θά επιστρέψει...
— Νομίζετε;...

— Λοιπόν;...
—*Ας δοκιμάσουμε...

— Δεν τον ακολουθήσατε;...

— Πότε θα μπορούσα να έ ρ θ ω ; . . .

'Εκείνη τή στιγμή, θά πρέπει νά κοκκίνισε, γιατί πράγ­

— Ό π ο τ ε θέλεις... Δεν εχω παρά νά ετοιμάσω το κρε­
βάτι. .. Λ π ό τότε πού πέθανε ό Τεό, κάνεις δεν έχει κοιμη­

ματι τον είχε ακολουθήσει. Τής τήν έ'φερε γιά τά καλά, απο­
δεικνύοντας έτσι δτι εΐχε ξαναβρεί τήν ισορροπία του.
• Ή βαλίτσα ήταν βαριά. Τήν εΐχε σύρει μέχρι τήν πλα­

θεί ε κ ε ί . . .
Δεν ζήτησε νά μάθει πόσο θά τον χρέωνε.
— Θά φέρω τη βαλίτσα μου αμέσως μετά το μεσημε­

τεία Σαίν Ζάκ, δπου υπήρχε πιάτσα ταξί.
Ή Μαργκερίτ δεν κρυβόταν, περπατούσε δέκα μέτρα πί­
σω του, κι δταν εκείνος στρεφόταν μπορούσε νά διαβάσει

ριανό. ..
— ' Ε λ π ί ζ ω δτι δεν θά κάνεις ολόκληρη μετακόμιση ; . . .

τήν απόγνωση στο πρόσωπο της.

Έ ν ι ω θ ε τόσο ανακουφισμένος πού περπατώντας στο

— Θά δεις εσύ γριούλα μ ο υ . . .

δρόμο τοϋ ερχόταν νά σφυρίξει. Ήταν σάν λύτρωση και ανα­
ρωτιόταν πώς δεν είχε σκεφτεί πιο νωρίς τ η Νέλλη.
Μπαίνοντας στο σπίτι, τά μάτια του γυάλιζαν πονηρά.

Μες στή βιασύνη της δεν προέβλεψε νά πάρει μαζί της
τσάντα. Δεν είχε λοιπόν χρήματα πάνω της. 'Εκείνος ανέ­
βηκε στο πρώτο ταξί και φώναξε στον οδηγό:

Ή ΜαργκερΙτ θά δοκίμαζε την έκπληξη της ζωής της. Το

— Γκάρ ντε λ' " Ε σ τ . . .

θύμα της τής ξέφευγε. Θά ξαναβρισκόταν ολομόναχη, χωρίς

Ό σταθμός απ'δπου το 1914 είχε φύγει γιά το μέτωπο.

κανέναν για νά τον κατασκοπεύει, και ό Έ μ ι λ προσπάθησε

Παρέμεινε έκεϊ, στην άκρη τοΰ πεζοδρομίου, ντυμένη

νά μαντέψει τη συζήτηση πού θά είχαν οί δυο γυναίκες το

στά μώβ, χωρίς νά πιστεύει στά μάτια της. "Οταν το ταξί

απόγευμα πίνοντας το τσάι τους.

έφτασε στο Λιοντάρι τοΰ Μπελφόρ, ό Έ μ ι λ έσκυψε στον

— Τά πήρε δλα; θά ρωτούσε αυτή ή οχιά ή κυρία Μαρτέν.
— Ό χ ι . Μόνο μιά μεγάλη βαλίτσα...
— Μπορεί νά πήγε τ α ξ ί δ ι ; . . . Κάποιος συγγενής ν' αρρώ­
στησε ή νά πέθανε στην επαρχία...
166

οδηγό.
— Συνεχίστε γιά λίγο, οπουδήποτε... Θά σας π ώ μετά
πού νά π ά τ ε . . .
— Και στή Γκάρ ντε λ ' " Ε σ τ ;
[ ι67 ]

—"Αλλαξα γ ν ώ μ η . . .

πρακτική και προσγειωμένη γυναίκα. "Ηξερε τους άντρες.

— Ό , τ ι πείτε, έσεΐς πληρώνετε...

Α ν τα έβρισκε μαζί τους είναι γιατί δεν τους ζητούσε πε­

Τελικά, μουρμούρισε, υπολογίζοντας δτι ή Μαργκερίτ

ρισσότερα απ'αυτά πού μπορούν νά δώσουν.

θα είχε επιστρέψει σπίτι της έν τ ω μεταξύ:
— Σ τ η γωνία της όδοϋ Ντε Φεγιαντίν...
— Ποια γωνία;

— Καλή δρεξη...
— Κ α ι συ...
Τής χαμογέλασε μέ ευγνωμοσύνη και απομακρύνθηκε

—'Οποιαδήποτε...

ξανανιωμένος.

Ό ήλιος έπεφτε κατακόρυφα, ζεστός, λαμπερός. Το Πα­
ρίσι μοσχοβολούσε. 'Εδώ και χρόνια είχε να αναπνεύσει ό­
πως σήμερα τις μυρωδιές τής πόλης.
Ωραία φάρσα δεν τής σκάρωσε; Θα καταλάβαινε επιτέ­
λους δτι δεν ήταν ενα κατοικίδιο ζώο πού το αγοράζεις για
να το εκπαιδεύσεις δπως σ'αρέσει.
Τώρα έτρωγε μοναχή στο τραπέζι, μοναχή στην κουζί­
να, μόνη μες στο σπίτι, με υφός ανθρώπου πού δεν πεινάει,
πού δεν έχει ποτέ δρεξη.

Καθ' δλη τή διάρκεια τής ζωής του, συχνά χωρίς νά το αν­
τιλαμβάνεται, είχε δημιουργήσει διαδοχικές συνήθειες, ενα
λίγο-πολύ αυστηρό ημερήσιο πρόγραμμα.
Αυτό διαρκούσε εβδομάδες, μήνες ή χρόνια, και κάποια
στιγμή, χωρίς φαινομενική αιτία, το αντικαθιστούσε μέ έναν
διαφορετικό ρυθμό, άλλους κανόνες, άλλα ωράρια ή καινούρ­
γιες μανίες.
Υ π ή ρ ξ ε ή εποχή πού ζούσε μέ τους γονείς του, αρχικά
ανύπαντρος, μετά νιόπαντρος μέ τήν Ανζέλ. Ή ζωή δταν

Μια αγνή ψυχή, υπεράνω ταπεινών ενστίκτων!

ήταν τέσσερις δέν ήταν πάντα εύκολη, γιατί ή μητέρα του

— Ή ρ θ ε ς κ ι ό λ α ς ; . . . Είχες π ε ι . . .

δύσκολα υπέφερε τήν παρουσία τής νύφης. Ό σ ο γιά τον πα­

Ή Νέλλη έτρωγε, μοναχή επίσης, δμως με μεγάλη δρε-

τέρα του, από υποταγή ή φρόνηση απέφευγε νά επεμβαίνει.
Ή μητέρα του, ιδίως, ήταν πολύ αυστηρή μέ τήν ώρα

ξη•
— Α φ ή ν ω τή βαλίτσα μου και φ ε ύ γ ω . . . Δεν είχα τήν
υπομονή να περιμένω και να φάω για άλλη μια φορά απέ­
ναντι τ η ς . . . Θα πάω στο εστιατόριο...
Δίστασε να τοϋ προτείνει να μοιραστεί το γεύμα της πού
φαινόταν νοστιμότατο, λουκάνικα Τουλούζης με κόκκινο
λάχανο, φουσκωμένα, ζουμερά, πού άνέδιδαν μια ελαφριά
μυρωδιά σκόρδου.
Προτίμησε νά μή δημιουργήσει προηγούμενο. Ή τ α ν
Ι ιί>« |

τοϋ φαγητού και δταν μαγείρευε δέν ήθελε νά έχει κανέναν
γύρω της.
— Πήγαινε νά κάνεις μιά βόλτα... Στην ηλικία σου τώ­
ρα. .. Το προτιμώ ά π ' τ ό νά σ ' έ χ ω μες στα πόδια μ ο υ . . .
Ώ ς έκ τούτου, μέ τήν Ανζέλ περνούσαν πολλές ώρες εξω.
Περπατούσαν. Οι όχθες από το Σαρεντόν μέχρι το Πόν Νέφ
τους ήταν πολύ οικείες, και τύχαινε νά τριγυρνούν έκεΐ μέ­
χρι αργά το βράδυ.
[ ι&9 1

"Οταν νοίκιασαν δικό τους διαμέρισμα, πάνω άπό Ινα
καφενείο, έτρωγαν συχνά πυκνά στο εστιατόριο, εϊτε επειδή
ή Ά ν ζ έ λ είχε κοιμηθεί πολύ εϊτε επειδή είχαν όρεξη νά φάνε
κάτι ιδιαίτερο. Τους άρεσε ν'ανακαλύπτουν συμπαθητικά
φθηνά ταβερνάκια δπου οί καθημερινοί πελάτες είχαν ό κα­
θένας την πετσέτα του.

Ή Μαργκερίτ...
Τώρα γιά μιά ακόμη φορά ήταν Ινας καινούργιος κόσμος
μές στον όποιο ζητούσε νά ενσωματωθεί, προσέχοντας τή
συμπεριφορά και τις κινήσεις του.
Τό δωμάτιο τής Νέλλης έβλεπε στο δρόμο, τό δικό του
δχι. Ά π ό τό παράθυρο του δέν φαινόταν παρά μόνο ενα άλλο

Υ π ή ρ ξ ε ή περίοδος τής Μελανί, Ινα εστιατόριο στην
'Αγορά τών Κρασιών, ή περίοδος του ΙΤερ Σάρλ, στην οδό
Σαίν Λουί-έν-'Ίλ, κι άλλων ακόμη, πού ή καθεμά τους είχε
διαφορετικές μυρωδιές κι αλλιώτικα χρώματα.

παράθυρο μέ τζάμια τόσο λερωμένα πού δέν μπορούσες κάν

Το ϊδιο συνέβαινε τις Κυριακές. Κάποια άνοιξη είχε αγο­
ράσει μιά μοτοσυκλέτα και πήγαιναν στο δάσος του Φονταινμπλώ, άλλα δταν παρατρίχα γλίτωσαν άπό ενα τροχαίο
ή Ά ν ζ έ λ φοβήθηκε και ό Έ μ ι λ πούλησε τή μηχανή.

χτυπήματα, και νά περιμένει τό διάλειμμα μέ ανακούφιση.

Έ π ί δύο χρόνια έπαιρναν τακτικά τό τρένο γιά το Λανύ
και είχαν μάθει δλες τις πιθανές γωνιές τής περιοχής.

νά μαντέψεις τί υπήρχε πίσω. Κάπου, άπό Ινα αθέατο εργα­
στήριο, ακουγόταν Ινα σφυρί πού χτυπούσε πάνω σέ μέταλ­
λο μέ έναν αργό, τακτικό ρυθμό. Τοΰ τύχαινε νά μετράει τά
Δέν παραπονιόταν. Ήταν ευτυχισμένος πού κατάφερε
καί ξέφυγε άπό τήν ατμόσφαιρα τής παρόδου.
— Πώς περνάς τις ημέρες σ ο υ ; . . .
— Κάνω περιπάτους, διαβάζω...
— Ά ν δέν βλέπεις πολλά πράγματα ά π ' τ ό παράθυρο

Χόρεψαν πολλές φορές στά υπαίθρια καφενεία του. Ψάρευε
μέ πετονιά και ή γυναίκα του προσπαθούσε νά τον μιμηθεί.

σου, μπορείς νά εγκατασταθείς στο δωμάτιο μου, δίπλα στο

Μετά ήταν ή περίοδος του νοσοκομείου, δπου έφτανε πιο
νωρίς γιά τό επισκεπτήριο, καθόταν πάντα στο ίδιο παγκά­
κι, έριχνε μιά ματιά στην απογευματινή εφημερίδα, και δυσ­
ανασχετούσε αν άκουγε τό κουδούνι τοΰ επισκεπτηρίου πριν
ακόμα προλάβει νά διαβάσει τους τίτλους.

ποΰρα σου...

Ή χηρεία του, ή μοναχική ζωή του στην πάροδο, τά μυ­
θιστορήματα πού κυριολεκτικά καταβρόχθιζε καθισμένος
δίπλα στο παράθυρο, τά κλάματα του μωρού άπό τον κάτω
δροφο, οί παρτίδες τής μπιλότας τά απογεύματα, στο κα­
φενείο του Ντανφέρ-Ροσερώ...
Ι 17° Ι

παράθυρο, υπό τον δρο δτι εκεί δέν θά καπνίζεις τά βρομοΜέ κείνη δέν θύμωσε δπως είχε θυμώσει μέ τή Μαρ­
γκερίτ.
— Τό μόνο πού θέλω είναι νά σέ βοηθάω...
— Θά δούμε...
Ά π ό τήν έκφραση της μάντευε κανείς δτι δέν χαιρόταν
καί τόσο πολύ πού είχε αποδεχτεί τήν παρουσία του.
— Τελικά... είσαι περίεργος άνθρωπος...
Είχε αγοράσει πέντε-Ιξι μεταχειρισμένα βιβλία, ολόκλη­
ρο απόθεμα.
[ 171 1

Για πρώτη φορά ξαναπήγε στο καφενείο τής πλατείας
Ντανφέρ-Ροσερώ. Ό ιδιοκτήτης τον αναγνώρισε.

ένα α τ ύ χ η μ α ; . . . Βλέπετε πού θυμάμαι τους πελάτες μ ο υ . . .
Τό ονομά τους μοΰ ξεφεύγει καμιά φορά, άλλα θυμάμαι πρό­

— Γιά φαντάσου!... Έ σ ε ϊ ς ! . . . "Ησαστε άρρωστος;

σωπα και φυσιογνωμίες... Μένετε πάντα έδώ στή γειτο­

Τον κοίταξε με συμπόνια, σάν ό Μπουέν νά είχε κακή

νιά;...

οψη. Είναι αλήθεια δτι τον τελευταίο καιρό είχε αδυνατίσει

— Κοντά στην πλατεία Σαίν Ζ ά κ . . .
— Δεν είστε εσείς πού... Τώρα θυμήθηκα!... Παντρευ­

πολύ.
Αυτό φαινόταν κυρίως στο λαιμό. Ό γιακάς των που­
καμίσων του έχασκε, τονίζοντας το μήλο του Α δ ά μ πού
προεξείχε, και τά προγούλια πού κρέμονταν ά π ' τ ί ς δυο με­

τήκατε τήν ιδιοκτήτρια μιας ολόκληρης πλατείας...
— Μόνο τής μιας σειράς των σ π ι τ ι ώ ν . . . τον διόρθωσε.
— Παρ' δλα αυτά δεν είναι και τόσο ευκαταφρόνητη πε­
ριουσία. .. Χτίζουν μιά καινούργια οικοδομή απέναντι σας,

ριές.
Κοίταξε προς τό τραπέζι δίπλα στο παράθυρο οπού οί
φίλοι του συνήθιζαν νά παίζουν χαρτιά.
— Ψ ά χ ν ε τ ε τους π α λ ι ο ύ ς ; . . . Ό ψηλός ό Ντεζιρέ πέθα­

έτσι δεν είναι;
— Ό χ ι ακόμη... Δεν άρχισαν οί εργασίες... Κάποιοι
ενοικιαστές δεν θά μετακομίσουν παρά τον επόμενο μήνα...

νε εδώ κι έναν χρόνο, ό Συνταγματάρχης, δπως τον φωνά­

— Ψ ά χ ν ε τ ε παρέα γιά καμιά π α ρ τ ί δ α ; . . .

ζαμε, παρόλο πού δεν ήταν παρά μόνο άρχιλοχίας...

— Δεν μου κάνει πολύ κ έ φ ι . . .
Δεν γνώριζε τους χαρτοπαΐχτες πού είχαν πάρει τή θέ­

— Τί έπαθε;
— Μιά αδιαθεσία, στή μέση του δρόμου... Ό κοντόχον­

ση των παλιών. Ήταν πολύ νεότεροι.

τρος. .. Σταθείτε νά δείτε... Έ χ ω τ'ονομά του στην άκρη

— Παίζουν μ π ρ ι τ ζ . . . Θά είναι έδώ ώς τις οκτώ τό βρά­

τής γ λ ώ σ σ α ς . . . Λ ο υ α ρ ώ ; . . . Βουαρόν;... 'Εκείνος πού είχε

δυ. .. Οί παίχτες τής μπιλότας θά καταφθάσουν γύρω στις

τό χαρτοπωλείο στην Πόρτ ντ' Όρλεάν... Δεν έχει σημα­

τέσσερις...

σία. .. 'Επέστρεψε στο χωριό του, στην Ντορντόν, δπου έχει

'Επέστρεψε στην οδό Ντε Φεγιαντίν κάνοντας μιά μεγά­

συγγενείς... Οί άλλοι δεν ξέρω τί απέγιναν... Πάνε έρχον­

λη παράκαμψη γιά νά διασχίσει τό πάρκο Μονσουρί. Παρολίγο νά περάσει από τήν οδό Ντε λά Σαντέ, γιά νά άντι-

ται. .. Τί θά π ι ε ί τ ε ; . . .
— Έ ν α κόκκινο Μπορντώ...

κρύσει άπό μακριά τό σπίτι στο βάθος τής παρόδου, δμως

— Ζ ο ζ έ φ ! . . . Έ ν α κόκκινο Μπορντώ... Κι ε σ ε ί ς ; . . .

ήταν γελοία ιδέα και τήν εγκατέλειψε.

Ευχαριστημένος;... Τά πράγματα πάνε δπως τά θ έ λ ε τ ε ; . . .
— Δεν εχω παράπονο...
— Ή γυναίκα σας πέθανε, έ'τσι δεν ε ί ν α ι ; . . . "Υστερα από
[ 172

Μπήκε άπό τό διάδρομο τών υπόλοιπων ενοίκων, μισά­
νοιξε τήν πόρτα τής κουζίνας και φώναξε:
—Ανεβαίνω...
173

τ

Ηταν διακριτικός. Μόλις εΐχε φτάσει και φοβόταν μή

γίνει κουραστικός με τήν παρουσία του, έδειχνε Οτι ζούσε
στις μύτες τών ποδιών. Διάβασε, βγήκε κάποια σ τ ι γ μ ή για
να καπνίσει ενα πουράκι, ξανανέβηκε και χάζευε τους πε­
ραστικούς στο δρόμο.
Του άρεσε ή μυρωδιά του δωματίου τής Νέλλης, μιά μυ­
ρωδιά αρκετά έντονη, πού τοϋ θύμιζε τις σύντομες στιγμές
πού εΐχε περάσει μαζί της στην κουζίνα.
Γύρω στις επτά ξανακατέβηκε γιά νά φάει. Ε κ ε ί ν η στε­
κόταν πίσω απ'τον πάγκο, απέναντι σε πέντε-έξι πελάτες.
"Εφαγε διαβάζοντας τήν εφημερίδα του, φαντάστηκε τή
Μαργκερίτ μες στην κουζίνα της ολομόναχη, έκτος κι αν
είχε καλέσει τήν κυρία Μαρτέν.
Θά το διασκέδαζε πολύ νά μπορούσε νά εΐχε κρυφτεί σε
μιά γωνιά το απόγευμα, ακριβώς στις τέσσερις, δταν θά είχε
καταφθάσει ή κυρία Μαρτέν.
— Καλά ξεκουμπίδια!... θά είχε αναστενάξει ή Μαρ­
γκερίτ.
— Έ γ ώ βρίσκω τον τρόπο πού συμπεριφέρθηκε αισχρό,
ύστερα απ' όλα δσα κάνατε γιά κεΐνον... Όταν σκέφτομαι δτι
τον περιμαζέψατε δπως περιμαζεύει κάνεις μιά γάτα άπ
τό δρόμο...
Α ν είχε πει ή κυρία Μαρτέν κάτι τέτοιο, θά έκανε με­
γάλο σφάλμα, γιατί ήταν προτιμότερο νά μή μιλά γιά γά­
τες μες στο σπίτι. Μπορεί νά είχε μιλήσει γιά σκύλο;
— Δεν φοβάστε, μήπως στην κατάσταση πού βρίσκε­
ται. ..
— Νά φοβηθώ μήπως τ ί ;
174

— ϋ ε ρ ω έ γ ώ . . . Έ ν α ς άντρας πού δεν είναι στά καλά
του...
"Αραγε ή γυναίκα του τον άκουσε δταν ζήτησε από τόν
οδηγό νά τόν πάει στην Γκάρ ντε λ' " Ε σ τ ; *Αν ναί, θά ανα­
ρωτιόταν πού θα μπορούσε νά έχει πάει. Δεν ήξερε κανέναν
προς ανατολάς, ούτε σε κοντινές επαρχίες ούτε σε πιο απο­
μακρυσμένες πόλεις. Όταν ξέσπασε ό Πρώτος Παγκόσμιος
πόλεμος πήρε τό τρένο από αυτόν τό σταθμό γιά νά πάει
στο μέτωπο. Αργότερα, με τήν Ανζέλ δεν πήγαν ποτέ πιο
μακριά άπό τό Λανύ.
Όταν επέστρεψε, ή Νέλλη έτρωγε σε μιαν άκρη τοϋ τρα­
πεζιού.
— Έ φ α γ ε ς καλά;
— Μια μπριζόλα μέ πατάτες τηγανητές...
— Τρελαίνομαι γιά τηγανητές πατάτες αλλά δέν κάνω
ποτέ γιατί μυρίζει τηγανίλα και δέν αρέσει αυτό στους πε­
λάτες. .. Τυχαίνει νά πάω νά φάω καμιά Κυριακή, δταν
αποφασίζω νά βγώ ά π ' τ ό σ π ί τ ι . . .
— Τις άλλες φορές τί κ ά ν ε ι ς ; . . .
— Κοιμάμαι... Α κ ο ύ ω ραδιόφωνο... Δέν διαβάζω πο­
λύ, γιατί τά βιβλία δέν μέ ξετρελαίνουν... Πάντα ή ϊδια
'ιστορία και δέν υπάρχει τίποτα τό αληθινό σ ' α ύ τ ά . . .
— Τί ώρα κλείνεις;
—"Οταν θέλω νά κοιμηθώ... Τά βράδια δέν έρχεται
σχεδόν κανείς... Έ ν α ς πελάτης αραιά και π ο ύ . . . Γιά ενα
ποτηράκι στο φτερό... Κι αυτό καλό είναι, ά π ' τ ή σ τ ι γ μ ή
πού δέν έ χ ω και τίποτα νά κάνω...
αφήνω...
[ 175 ]

— Γιατί;
— Φοβάμαι μήν σ ' ε ν ο χ λ ώ . . . Σοϋ το υποσχέθηκα...
— Κ α τ ά βάθος είσαι ντροπαλός... Ποτέ δεν θα τό

'Ανέβηκαν γύρω στις δέκα. Τά παντζούρια τά είχε κλεί­
σει εκείνος.
λε-

γ α . . . Δεν τριγύρισες κατά τη μεριά της όδοΰ Ντε λά Σαντέ, κατά τ ύ χ η ;

— Κ α ι εσύ κοιμόσουν νωρίς;
— Ν α ί . . . 'Εκτός αν εΐχε κάποιο ενδιαφέρον πρόγραμμα
στην τηλεόραση...

— Ποτέ των ποτών! Γιατί νά πήγαινα προς τά κει;

— Έ γ ώ δεν εχω τηλεόραση... Είναι πολύ ακριβές...

— Ξέρω γ ώ ; . . . "Ισως γιά νά διακρίνεις τ η γυναίκα σου

Αποφάσισε νά της αγοράσει μία τήν επομένη. Θά ήταν

από μακριά, γιά νά δεις πώς τό πήρε... Θέλεις νά σοϋ πώ κά­

ευχάριστο τά βράδια νά κοιτάζει τις εκπομπές στο πλάι της.

τ ι ; . . . "Εχετε τόσο ανάγκη ό ένας απ' τον άλλον δσο και δυο

Χωρίς νά τό αντιλαμβάνεται, ξαναδημιουργούσε ήδη έναν

νιόπαντροι... Μη διαμαρτύρεσαι... Θά δεις... Δεν σοϋ δίνω

μικρό κόσμο αρκετά παρόμοιο μ'εκείνον πού μόλις είχε εγ­

πάνω άπό δεκαπέντε μέρες και θά βρίσκεσαι σπίτι της...

καταλείψει.

— Θά προτιμούσα... Δεν ξ έ ρ ω . . . 'Οτιδήποτε...
— Ά ς ποΰμε ότι κάνω λάθος... Λοιπόν! Ό σ ο πλένω τά
πιάτα μου μπορείς νά βγάλεις τους σκουπιδοντενεκέδες στο

— Δέν ε χ ω μπανιέρα, μόνο ντους... 'Εδώ είναι ή πόρ­
τα. .. Τό καλοκαίρι δέν έχει ζεστό νερό... Είναι γεγονός ότι
κανείς δέν έχει ανάγκη άπό ζεστό νερό...

πεζοδρόμιο. Θά τους βρεις στην αυλή, στο βάθος του δια­

"Εβγαλε τό φόρεμα της περνώντας το άπό τό κεφάλι. Ή

δρόμου. Αυτούς πού έχουν έναν κόκκινο κύκλο. Κάθε ένοικος

ενδιάμεση πόρτα ήταν ανοιχτή. 'Εκείνος έβγαλε τό σακάκι,

-

έχει τό χρώμα του, ή τά αρχικά του αν δεν ήταν έτσι θά χα­
νόμασταν και θά φορτωνόμασταν τά σκουπίδια τών άλλων...

τή γραβάτα, περίμενε, δίσταζε πριν ξεντυθεΐ εντελώς.
— Τί έκανες τό απόγευμα;

Ε κ ε ί ν η διάβαζε εφημερίδα και δύο φορές τή διέκοψαν

— " Η π ι α Ινα ποτήρι στην πλατεία Ντανφέρ-Ροσερώ...

δυο διαφορετικοί πελάτες• και τις δύο φορές εκείνος απο­

Σ ' ενα καφενείο, όπου γιά μεγάλο διάστημα έπαιζα κάθε μέ­

μακρύνθηκε, στην περίπτωση πού εκείνη θά χρειαζόταν τήν

ρα χαρτιά... Ή παρέα έχει σκορπίσει... Τους καινούργιους

κουζίνα.

δέν τους ξ έ ρ ω . . .

— Δεν μου λές, τέλειωσες μέ τό μπές-βγές σάν ανθρω­
πάκι σέ ελβετικό βαρόμετρο;... Τί φαντάζεσαι;... Ό τ ι
προσφέρω τον κώλο μου δώρο σ όλους τους π ε λ ά τ ε ς ; . . .

— Και μετά;
— Πήγα στο πάρκο Μονσουρί και κάθισα σ ' έ ν α παγκά­
κι.. .

'Εντάξει! Δεν είσαι ό μοναδικός, και θά υπάρξουν και άλ­

—Κοιτάζοντας τά παιδιά νά παίζουν;

λοι. .. Ό μ ω ς , καθώς τό κάνω γιά τή δική μου ευχαρίστη­

Αστειεύτηκε εκείνη.

ση, έχω τό δικαίωμα νά διαλέγω...

— . . . 'Ή πετώντας ψωμί στά πουλάκια;

(

i7f' Ι

[ 177 ]

— Γιατί γελάς;
— Τ ί π ο τ α . . . Ή ζωή είναι κ ω μ ι κ ή . . . Έ σ ύ δεν τ η βρί­
σκεις κ ω μ ι κ ή ; . . . Ν ά ! Αύτη τ η σ τ ι γ μ ή προσπαθείς να γ ί ­
νεις δσο πιό διακριτικός γίνεται για νά μήν κλείσω τήν πόρ­
τα πριν γδυθώ εντελώς... Γνωρίζεις τα οπίσθια μου, δμως
δεν μ ' έ χ ε ι ς δει ποτέ τσίτσιδη... Παραδέξου το !
— Ν α ί . . . Το είχα σκεφτεί πολλές φορές τά βράδια...
— Προσπαθώντας ν'αποκοιμηθείς μές στο δωμάτιο της
γριάς γυναίκας σ ο υ ! . . . Καλώς, αν κάνεις κέφι, εγκαινιά­
ζουμε τή διαμονή σου εδώ κάνοντας έ ρ ω τ α . . . Ό χ ι στο κρε­
βάτι μου, ούτε στο δωμάτιο μου... Στο δικό σου...
"Οταν έμεινε γυμνή, δσην ώρα τακτοποιούσε τά ρούχα
της, πηγαινοερχόταν χωρίς αμηχανία.
— Λοιπόν;
— Ναί... μουρμούρισε εκείνος.
— Θα μείνεις έτσι;
Φορούσε ακόμη το παντελόνι και το πουκάμισο.
— Προτιμώ...
Δεν τολμούσε νά γδυθεί περισσότερο. Τ ο πρόσωπο του,
ενδεχομένως, θά μπορούσε νά τήν ξεγελάσει, δμως το αδυ­
νατισμένο σώμα του ήταν δπως ενός γέρου και φοβόταν ένα
βλέμμα γεμάτο οΐκτο, ένα βλέμμα περιπαιχτικό.
— Πώς θέλεις νά σταθώ ;
Παρότι υπήρχε κρεβάτι, κατέληξαν νά τό κάνουν δπως
ακριβώς και στην κουζίνα, πίσω άπό τήν πόρτα.

βήχτηκε στο δωμάτιο της δπου τήν άκουσε πού πλάγιασε
στο κρεβάτι.
Ή επόμενη μέρα κύλησε περίπου ίδια, μέ τή διαφορά δτι
τό βράδυ ή τηλεόραση ήταν ήδη εγκατεστημένη στην κου­
ζίνα. 'Αντί γιά ευχαριστίες, δταν έφεραν τή συσκευή ή Νέλλη τοΰ πέταξε:
— Έ σ ύ , δεν είσαι καθόλου κουτός...
— Γιατί;
— Τ ί π ο τ α . . . Θά βοηθήσει νά περνούν τά βράδια... Βλέ­
πατε τηλεόραση, ή γριά σου κι έσύ;
— Ναί...
— Και μέ τήν άλλη;
— Τότε ακόμη δέν είχαμε...
Τήν Κυριακή έμεινε στο κρεβάτι μέχρι τις έντεκα τό
πρωί και δταν άνοιξε τήν πόρτα της φαινόταν ακόμη αγου­
ροξυπνημένη.
— Δέν βγήκες;
— Περίμενα νά σηκωθείς γιά νά σέ καλέσω γιά φαγη­
τό σ ' έ ν α καλό εστιατόριο, δπου θέλεις, στο Παρίσι ή και

έκτος...
— Είσαι τόσο πλούσιος;
— Θά μ'ευχαριστούσε ιδιαίτερα... Θά μπορέσεις νά φας
τηγανητές πατάτες...

— Ώ ρ α ϊ α ! Τώρα κλείνω τήν πόρτα μου και κοιμάμαι.
Καληνύχτα...

— Τ ί θά 'λεγες στο Σαίν Κλου; Παλιά υπήρχε ένα είδος
υπαίθριας ταβέρνας στις δχθες τοΰ ποταμού, μέ αληθινές
πέργολες. Είχα πάει μέ τον Τ ε ό . . . Αναρωτιέμαι αν υπάρ­
χει ακόμη...

Γελώντας, τοΰ έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και άποτρα-

Πήραν τό μετρό. Τήν έβλεπε γιά πρώτη φορά έξω, μ ' ένα

178

[ 179 ]

βαμβακερό φόρεμα και άσπρα παπούτσια. Έψαξαν για τήν

ράς και εκείνος τής διηγήθηκε τήν ιστορία. 'Ανέβηκαν μόνο

ταβέρνα κατά μήκος τοϋ Σηκουάνα, τελικά τ ή βρήκαν και

δταν πήγε έντεκα και χωρίστηκαν αμέσως.

χρειάστηκε νά περιμένουν μία ώρα γιά ν αδειάσει τραπέζι.

— Βιάζομαι νά χωθώ στο κρεβάτι μ ο υ . . . Στοιχηματί­

— Ξέρεις πόσο χρονών ήμουν τήν πρώτη φορά πού ήρθα;

ζω δτι έπαθα ηλίαση... Πολύ σπάνια μοϋ τυχαίνει νά

— Είκοσι;

βγώ...

— Δ ε κ α ο χ τ ώ . . . "Ημουν πουτάνα, στο μπουλβάρ Σε-

Τή Δευτέρα το πρωί τής έκανε τήν έκπληξη νά σκου­

μπαστοπόλ... Ό Τεό με είχε ψαρέψει δπως θά είχε ψαρέ­

πίσει το μαγαζί, νά τακτοποιήσει τήν κουζίνα και νά ετοι­

ψει οποιαδήποτε άλλη... "Ημαστε τρεις φίλες στην ίδια γ ω ­

μάσει καφέ πριν κατέβει εκείνη. Συμπεριφερόταν λίγο

νία και μές στο σκοτάδι είχε διαλέξει τυχαία...

σάν σκυλί πού βρήκε ενα νέο αφεντικό και προσπαθεί νά τοϋ

» Μετά, δεν έφυγε αμέσως... "Αρχισε νά μου κάνει ερω­
τήσεις. .. Δεν μ'άρεσε καθόλου αυτό...
)) Ό κόσμος είναι γεμάτος από τύπους πού πληρώνουν
ενα κορίτσι μόνο γιά νά τους διηγηθεί τή ζωή του και άλλους
πού δεν σταματάνε νά μυξοκλαΐνε γιά τις ατυχίες τους...
)> Ξαναήρθε, μου πρότεινε νά φάμε οί δυό μας και μ ' έ φ ε ­
ρε εδώ, με ταξί παρακαλώ!...
» Ούτε πού το υποψιαζόμουν δτι τρεις μήνες αργότερα

αρέσει.
Φοβόταν μήπως τον πετάξουν στο δρόμο και υποψιαζό­
ταν δτι οί ενθουσιασμοί τής Νέλλης δεν διαρκούσαν πολύ.
Τον ανεχόταν, έ'βρισκε τήν κατάσταση διασκεδαστική.
Γιά πόσο καιρό; Γινόταν πολύ διακριτικός, τής έκανε μικροεξυπηρετήσεις, βιαζόταν νά εξαφανιστεί δταν δεν τον
χρειαζόταν.
Ξαναπήγε στο πάρκο Μονσουρί δπου όντως χάζεψε τά

θά ήμουν παντρεμένη μαζί του... Δεν είναι αστείο ; Σήμε­

παιδάκια πού έπαιζαν. Ό ίδιος δεν είχε δικά του. Τους φί­

ρα ξαναβρίσκομαι στο ίδιο μέρος μαζί σου π ο ύ . . .

λους του, ή μάλλον τους γνωστούς του τους συναντούσε στο

Δεν συνέχισε. Θά ήθελε νά μάθει τί ετοιμαζόταν νά τοϋ
πει, δμως δεν τόλμησε νά τή ρωτήσει.
Όταν επέστρεψαν, άφοΰ πριν είχαν περπατήσει κατά μή­

καφενείο, σπάνια σπίτι τους, και τότε ήταν συνήθως βράδυ
πού τά παιδιά τους κοιμόντουσαν.
Τά κοίταζε με έκπληξη, σάμπως με το πού πέρασε τά

κος τοϋ Σηκουάνα και είχαν χαζέψει τις μαοΰνες, τοϋ είχε πει:

εβδομήντα νά ανακάλυψε τή νιότη. Αυτό πού τον εξέπληξε

— ' Ε ν τ ά ξ ε ι ! Γιά μιά φορά μπορείς νά φας εδώ μαζί

περισσότερο ήταν τά βρομόλογα πού πετούσαν το ενα στο

μ ο υ . . . Τήν Κυριακή το βράδυ αρκούμαι σε ζαμπόν και τυ-

άλλο μπροστά στις αδιάφορες μανάδες τους.

?<••••
Είδαν τηλεόραση. Ή Νέλλη δεν καταλάβαινε τήν υπό­

τρία του δέν είχε τολμήσει νά πει στή μητέρα του δτι είχε

θεση, γιατί δεν είχε δει τά προηγούμενα επεισόδια τής σει-

μάθει άπό συμμαθητές του πώς γεννιούνται τά μωρά.

Συνέβαινε το ίδιο και στή δική του εποχή; Στά δεκα­

Ι 181

— Μην καμπουριάζεις... Μη βάζεις το δάχτυλο στή μύ­
τη σ ο υ . . . Τρώγε καθαρά... Που σύρθηκες πάλι και μάζε­
ψες δλη τη λ ά σ π η ; . . . Σκούπισε τά πόδια σ ο υ . . .
*Αν είχε κάνει παιδιά, σήμερα θα ήταν παντρεμένα, θα
εΐχαν κι εκείνα δικά τους παιδιά...
Ό Μπουέν θα ήταν περισσότερο ευτυχισμένος; Ήταν
δυστυχισμένος; "Υπήρξε ποτέ στή ζωή του σ τ ' αλήθεια δυσ­
τυχισμένος ;
Στην πλατεία Σεμπαστιέν Ντουάζ; Φυσικά. Υ π ή ρ ξ ε αυ­
τή ή περίοδος. Έ τ ρ ω γ ε τις σάρκες του, κυρίως ύστερα από
την 'ιστορία με το γάτο. Ή γυναίκα του τον μισούσε. Κι
εκείνος τή μισούσε. Μια μέρα πού έφερνε ασταμάτητα το
χέρι της στο στήθος, σάμπως ή καρδιά της νά σταματούσε
νά χτυπάει, της είχε γράψει σ'ενα σημείωμα:
./Va πας νά

ψοφήσεις.

Τ ο σκεφτόταν σ τ ' αλήθεια; Πάντως ήταν μιά απάντηση
στίς δικές της κακίες. Τής Μαργκεριτ οι κακίες ήταν πολύ
πιο ύπουλες α π ' τ ι ς δικές του, κατάφερνε πάντα μ'έναν δια­
βολικό τρόπο νά τοΰ φορτώνει δλο το άδικο.
Ή τ α ν πλέον δεδομένο μιά γιά πάντα δτι εκείνος ήταν το
τέρας, κι εκείνη το αθώο θύμα...
Ποιος ό λόγος νά τά σκέφτεται τώρα; Τής είχε ξεφύγει.
Ή τ α ν ελεύθερος. Του άρεσε το μικρό καφενείο με τά κόκ­
κινα πλακάκια, ή κουζίνα πού μοσχοβολούσε φαγητό, τά δύο
δωμάτια, ή θέση δίπλα στο ημικυκλικό παράθυρο, ή οποία
κατά τή διάρκεια τής ημέρας ήταν ήδη δική του. Ήταν
ευχάριστο νά βλέπει τή Νέλλη ν' ανοίγει τήν πόρτα το πρωί,
182

αγουροξυπνημένη ακόμη, μες στο τσαλακωμένο νυχτικό
της, και το βράδυ, νά τήν αφήνει ανοιχτή δσην ώρα ξεντυνόταν.
Μπορώ ν'αγοράσω ενα μπουκάλι κόκκινο Μπορ­
ν τ ό ) ; . . . Τυχαίνει καμιά φορά, επάνω, νά θέλω νά π ι ώ ενα
ποτηράκι και δεν θέλω νά σ ' ε ν ο χ λ ώ . . .
— Σφραγισμένο, ενα φράγκο το π ο τ ή ρ ι ; . . .
— Σύμφωνοι...
— Θά πάω αργότερα νά φέρω ενα α π ' τ ο υπόγειο...
'Ορίστε! Ή ζωή του οργανωνόταν. Είχε βρει μιά και­
νούργια γωνιά.

Α

ΥΤΟ ΔΙΗΡΚΕΣΕ ΛΙΓΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ άπό μία έβδομά. δα, δέκα μέρες για τήν ακρίβεια, συμπεριλαμβανομέ­

νων των δύο Κυριακών, τοΰ Σαι ν Κλου και της Κυριακής
με τήν καταιγίδα πού τήν πέρασαν τριγυρνώντας άσκοπα
στό ισόγειο και στον ημιώροφο για να καταλήξουν άδειοι
και μουτρωμένοι μπροστά στην τηλεόραση.
'Αργότερα, σίγουρα θα δυσκολευόταν να παραδεχτεί δτι
ή ζ ω ή του με τή Νέλλη υπήρξε τόσο σύντομη, γιατί ή Νέλλη, μες στό μυαλό του, θα προσετίθετο στις γυναίκες με τις
όποιες είχε συμβιώσει πολύ καιρό, τή μητέρα του, τήν Ά ν ζέλ, τή Μαργκερίτ.
Και θα κατέληγε, κι εκείνη επίσης, να τήν μπερδεύει με
τις άλλες.
~Ηταν δύσκολο να το εξηγήσει. Θυμόταν λέξεις, χειρο­
νομίες, προτάσεις, κυρίως βλέμματα, επιπλέον τήν αντίδρα­
ση του σ'αύτά τά βλέμματα, δμως δεν ήξερε πλέον αν ήταν
μιά ασυνείδητη ανάμνηση άπό τή μιά ή τήν άλλη ζωή πού
εΐχε ζήσει.
Έ ν α πρωί, γύρω στις δέκα, διάβαζε τήν εφημερίδα του
δίπλα στό παράθυρο τοΰ ημιώροφου.
Διάβαζε περισσότερες εφημερίδες άπ'δσες πρίν, γιατί
δεν είχε το κουράγιο να αρχίσει ενα μεγάλο μυθιστόρημα.
ι85

Με κάθε καινούργιο βιβλίο, έπρεπε να διατρέξει αρκετές σε­
λίδες για να εξοικειωθεί με τους ήρωες, να αναγνωρίζει τα
ονόματα, και πολύ συχνά υποχρεωνόταν νά διαβάσει ξανά
προηγούμενα κεφάλαια.

Μήπως γελιόταν ή πράγματι τά χείλη τής Μαργκερίτ
ανοιγόκλειναν σάμπως νά προσευχόταν;
Ενοχλημένος, αμήχανος, έκανε προσπάθεια ώστε νά μή
σηκωθεί, νά μήν κινηθεί, νά στρέψει αλλού τό βλέμμα. Οί

Ε ί χ ε περισσότερες άδειες ώρες απ' δ,τι στην πάροδο Σε-

περαστικοί στο στενό πεζοδρόμιο τήν άγγιζαν, τή σκουν­

μπαστιέν Ντουάζ, γιατί εΐχε επιβάλει στον εαυτό του νά μην

τούσαν στο πέρασμα τους. 'Εκείνη σάν υπνωτισμένη, παρέ­

ενοχλεί τ η Νέλλη κατά τ η διάρκεια της ημέρας, τις ώρες

μενε ακίνητη.

πού μπορεί νά είχε πελάτες. Περπατούσε πολύ. Αυτό δμως
δεν αρκούσε γιά νά γεμίζει τις μέρες. Εξακολούθησε νά πη­

Μετά, αργά, παρά τή θέληση της, μέ κουρασμένο βήμα,
κατευθύνθηκε προς τή γωνία τής οδού Σαίν Ζάκ.

γαίνει και νά κάθεται σ'ενα παγκάκι στο πάρκο Μονσουρί,

Ό Έ μ ί λ παρέμεινε έτσι πάνω από ένα τέταρτο, μπρο­

έτρωγε μεσημεριανό και βραδινό έξω, έκτος από δυο φορές

στά στην εφημερίδα, δμως χωρίς νά τή διαβάζει. Κατέβη­

πού τοΰ ζήτησε ή ϊδια ή Νέλλη νά φάνε μαζί.
Ε κ ε ί ν ο τό πρωί, σήκωσε τά μάτια του και τήν είδε στο
απέναντι πεζοδρόμιο.

κε. Ή Νέλλη, πίσω άπ'τόν πάγκο, σέρβιρε τον κλειδαρά πού
είχε μαγαζί στο τέλος τοΰ δρόμου.
— Έ ν α λευκό...

Ή τ α ν πράγματι ή Μαργκερίτ, ακίνητη, με τό δίχτυ στο
χέρι, και τον κοιτούσε με μιά πονεμένη έκφραση, πού ουδέ­
ποτε είχε ξαναδεί στο πρόσωπο της.
Τά έχασε τόσο πού παρολίγο νά μιλήσει, σάμπως νά μην
υπήρχε μεταξύ τους ή απόσταση του δρόμου και τοΰ ορό­
φου. Τό παράθυρο ήταν ανοιχτό. Υψώνοντας τ η φωνή θά
τον είχε ακούσει.

Τον κοίταξε περίεργα, τον σέρβιρε μέ μιά μηχανική κί­
νηση, συνέχισε τήν πρόταση τ η ς :
— . . . ά π ' τ ή σ τ ι γ μ ή πού είχαμε μία, θά έχουμε κι άλ­
λες. .. Ό καιρός χάλασε και θά περάσουν μέρες γιά νά επα­
νέλθει. ..
Τελικά κατάλαβε δτι μιλούσε γιά τις καταιγίδες. Είχε
περάσει μία, τήν προηγούμενη νύχτα, ή τρίτη μέσα σέ τέσ­

Ποτέ δέν τήν είχε φανταστεί έτσι. Ή ακαμψία της, ή αυ­

σερις μέρες.

τοπεποίθηση της είχαν εξαφανιστεί. Δέν ήταν πλέον ή πα­

— Τό μόνο πού θέλω, μουρμούρισε ό κλειδαράς, είναι νά

λιά δεσποινίς Ντουάζ πού αναζητούσε απλώς τό βλέμμα

έχει ωραίο καιρό τήν Κυριακή... Υποσχέθηκα στά μικρά

του, άλλα ήταν μιά τυχαία γυναίκα, γερασμένη, κουρασμέ­

δτι θά τά πάω στο δάσος κ α ι . . .

νη, φοβισμένη, ϊσως άρρωστη.
Ε ί χ ε γεράσει κι άλλο και φορούσε ατημέλητα ένα παλιό
φόρεμα πού δέν τής πήγαινε καθόλου.
[ ι86 ]

"Εφυγε σκουπίζοντας τό στόμα του. Ή Νέλλη και ό
Μπουέν κοιτάχτηκαν στά μάτια.
— Λοιπόν; τον ρώτησε.
[ 187 ]

— Τί λοιπόν;

αφιερωμένες πού βλέπει κανείς στις εκκλησίες, νά κατα­

— Δεν θα με κάνεις να πιστέψω δτι δεν την είδες;

βροχθίζουν με τά μάτια το άγαλμα της Παναγίας.
Ή Νέλλη αυτή τή φορά δεν τοΰ μίλησε, δμως δεν ήταν

— Την εΐδα, βεβαίως...
— Τί έ'νιωσες;

το ίδιο φυσική μαζί του δπως τις άλλες μέρες. Έ μ ο ι α ζ ε νά

— Τίποτα... Γ ι α τ ί ; . . .

σκέφτεται:
— Έ σ ύ , αγόρι μου, περνάς μεγάλο ζόρι...

Κι εκείνη ισχυρίστηκε δτι διάβαζε μέσα του. Και θύμω­

Ή τ α ν αλήθεια. Εΐχε μπλέξει. Νόμιζε πώς βρήκε τή λύ­

σε μαζί της. Τον ενοχλούσε πού ανακάλυπτε δτι ήταν κι

τρωση και τώρα ανακάλυπτε δτι δεν ήταν παρά ψευδαίσθη­

αύτη σάν τις άλλες.

ση.

Δεν κατέβηκε για νά εξομολογηθεί. Δεν ήξερε γιατί είχε

Ξαναήρθε τρίτη φορά, τέταρτη, έδειχνε ολο και περισ­

κατέβει. Σίγουρα οχι γιά νά κρυφτεί πίσω ά π ' τ ά φουστά­

σότερο γιά λύπηση, νόμιζες δτι άπό τήν εξάντληση θά σω­

νια της μάνας του.

ριαζόταν στο πεζοδρόμιο.

Παρολίγο νά μουρμουρίσει:

"Ενα απόγευμα, μες στο δρόμο, στράφηκε μηχανικά και

— Γέρασε τρομακτικά πολύ...

αντιλήφθηκε οτι περπατούσε πίσω του, καμιά τριανταριά

Δεν μίλησε γιατί εκείνη θά συμπέραινε δτι ένιωσε οίκτο

μέτρα.

γιά τ ή Μαργκερίτ. Γιά πρώτη φορά δεν αισθανόταν άνετα

Ή τ α ν ή ώρα γιά το πάρκο Μονσουρί. Δεν άλλαξε τίπο­

με τή Νέλλη και άρχισε νά τήν αμφισβητεί.

τε άπό τις συνήθειες του, ούτε άπό τή διαδρομή. Προχω­

— Πού πάς;
— Νά περπατήσω...

ρούσε με μεγάλα βήματα, δπως πάντα. "Ακουγε τα μικρό­

Ό χ ι γιά νά συναντήσει τή Μαργκερίτ. Πήρε τήν αντί­

τερα βήματα τής γυναίκας πίσω του, νά γίνονται πιο βια­
στικά και γιά μιά σ τ ι γ μ ή χαμήλωσε το ρυθμό του αναλογι­

θετη κατεύθυνση, προσπαθούσε νά μήν τή σκέφτεται.

ζόμενος δτι εκείνη θά πρέπει νά εΐχε λαχανιάσει.

Ή τ α ν μιά δυσάρεστη ήμερα. Πέρασε πολύ περισσότερες
ώρες άπ'δ,τι τις άλλες μέρες δίπλα στο παράθυρο. 'Εντού­

Ή τ α ν φανερό οτι υπέφερε. Ό τ ι τής έλειπε. Δέν ξανα-

τοις π ή γ ε στο πάρκο Μονσουρί δπου κάθισε ελάχιστα λε­

βρήκε τήν ισορροπία της μες στο άδειο σπίτι και ή παρου­

πτά στο παγκάκι του.

σία της πίσω του ήταν μιά ομολογία, μιά προσευχή.

Το περίμενε. Τήν επομένη, τήν ίδια ώρα, τήν ξαναεΐδε

Ε κ ε ί ν ο ς προσπαθούσε νά μείνει ατάραχος. Κάθισε στο

στην ίδια θέση, σχεδόν στην ϊδια στάση, με τά μάτια σηκω­

παγκάκι του, ενώ εκείνη έμεινε όρθια σ τ ή στροφή μιας

μένα, και υπήρχε κάτι το άξιολύπητο πάνω σ ' α ύ τ ή τή μικρο­

αλέας.
— Πήγες έκεϊ;

σκοπική και εύθραυστη γριά γυναίκα πού θύμιζε αυτές τις
188

Ι

Ι ι «9 Ι

Τον ρώτησε ή Νέλλη μόλις επέστρεψε στην όδό Φεγιαντίν. Πώς μπόρεσε να μαντέψει 8τι ή Μαργκερίτ τον είχε
ακολουθήσει, και δτι μπήκε στον πειρασμό να . . .
-'Όχι...^
^
— Ξέρεις, Έ μ ί λ , δεν θα πρέπει να ενοχλείσαι για μένα...
Θα το καταλάβω...
Θύμωσε μαζί της γ ι ' α υ τ ή τήν κουβέντα της. Ό λ η του
τή ζ ω ή τον ενοχλούσε να τον κρίνουν, και ακόμη περισσό­
τερο να ακούει τους άλλους να προβλέπουν τί θά έκανε, ενώ
και ό ίδιος ακόμη το αγνοούσε και το πάλευε μέσα του.
Δεν ήθελε να επιστρέψει στην πλατεία Σεμπαστιέν
Ντουάζ. Ήταν ευτυχισμένος εδώ. Είχε τις συνήθειες του,
τις μανίες του.
Μόνο πού δεν ένιωθε πια τήν ίδια αίσθηση λύτρωσης
δπως τις πρώτες ημέρες.
Εΐχε σχεδόν καταφέρει να ξεχάσει τή Μαργκερίτ. Ό μ ω ς ,
νά πού τοϋ επιβαλλόταν ή ίδια, συνεσταλμένα, με μία τα­
πείνωση πού ουδέποτε εΐχε υποψιαστεί επάνω της.

νά φαίνεται δτι δίστασε, προς τήν όδό Ντε λά Σαντέ και πέ­
ρασε μπροστά άπό τήν πάροδο, είδε το φώς του φανοστατη, άκουσε τον πίδακα στο σιντριβάνι. Ά π ό μακριά δεν μπο­
ρούσε νά καταλάβει αν κάποιο ά π ' τ ά παράθυρα τοΰ τελευ­
ταίου σπιτιού ήταν φωτισμένο.
Ή Νέλλη δεν τοϋ έκανε καμία ερώτηση. Εΐχε ήδη ξα­
πλώσει δταν επέστρεψε εκείνος. Ξανάκλεισε τήν πόρτα τοΰ
δωματίου της μουρμουρίζοντας σιγανά, στην περίπτωση
πού θά είχε αποκοιμηθεί:
— Καληνύχτα...
— Καληνύχτα...
Πέρασε άσχημη νύχτα. Ξύπνησε πέντε φορές, με το πρό­
σχημα δτι ήθελε νά κατουρήσει, κάθε φορά ξανακοιμόταν
με πολύ κόπο γιά νά βουλιάξει σε δαιδαλώδη όνειρα, πού
δεν μπορούσε νά τά θυμηθεί δταν ξύπνησε.
Τ ο μόνο πού ήξερε είναι δτι μέσα του το παίδευε. 'Αντι­
στεκόταν. Τί ήταν αυτό στο όποιο αντιστεκόταν λυσσαλέα
δεν ήταν σε θέση νά το προσδιορίσει, αλλά είχε άπαυδήσει

Μήπως ή κυρία Μαρτέν τήν εΐχε συμβουλέψει νά φερθεί
έ'τσι; "Αραγε οί δυο γυναίκες συναντιόντουσαν ακόμη κάθε
απόγευμα και μιλούσαν γιά κεΐνον;

νά βλέπει δλο τον κόσμο νά συμμαχεί εναντίον του, και αυ­

"Εθετε ερωτήματα όπως αυτό, και πολλά άλλα, χάνοντας
έτσι τήν ηρεμία του.
— Βγαίνεις;...

καθάρισε και σφουγγάρισε τήν κουζίνα, έβαλε μέσα τους

— Έ χ ω ανάγκη άπό αέρα... Ή ημέρα ήταν αποπνικτι­
κή. ..

μνή κάτω α π ' τ ο μαύρο φόρεμα, δεν βρήκε τίποτα νά της

τός νά είναι ολομόναχος.
Στις εξι σηκώθηκε κουρασμένος, σκούπισε τά πριονίδια,
σκουπιδοντενεκέδες. "Ηπιε κόκκινο κρασί απ το μπουκάλι
και δταν κατέβηκε ή Νέλλη, με παντόφλες και σχεδόν γυ­

πει.

Ε κ ε ί ν ο το βράδυ, δταν σκοτείνιασε, κατευθύνθηκε σχε­

Ή Μαργκερίτ, δπως τό περίμενε, ήρθε και στάθηκε,

δόν αμέσως, με μιά πολύ μικρή παράκαμψη τόση δση γιά

στην ίδια θέση, με τήν ίδια στάση, με τήν ίδια ερώτηση στο

Ι9<>

βλέμμα, πού το κάρφωνε τόσο έντονα επάνω του ώστε αργό­

λεωφορείο, βρέθηκε στο μπουλβάρ Σαίν Μισέλ και κατευ­

τερα νά μην μπορεί νά απαλλαγεί απ'αυτό.

θύνθηκε προς τις όχθες τοϋ Σηκουάνα. Περπάτησε γιά ώρα,

Τα μάτια της ήταν γαλάζια δμως, δταν ήταν ταραγμέ­
νη, γίνονταν σκούρα γκρίζα και το πρόσωπο της έχανε κά­
θε λάμψη και έπαιρνε Ινα άσχημο κιτρινιάρικο χρώμα.
Θά έλεγε κανείς δτι εΐχε σβήσει, δτι δεν αγωνιζόταν

πέρασε τις αποθήκες τοϋ Μπερσύ χωρίς νά χαζέψει, δπως
παλιά, τις μαοΰνες πού ξεφόρτωναν.
Μετά βίας έριξε μιά ματιά στο παλιό του σπίτι. Ό σ ο
γιά τό σπίτι τών γονιών του, της παιδικής του ηλικίας, πί­
σω ά π ' τ ό ρουφράχτη τοϋ Σαρεντόν, τό είχαν κατεδαφίσει

πλέον.
Εκείνος προσπαθούσε νά μείνει ασυγκίνητος, άλλα δέν
τά κατάφερνε εντελώς. Το μεσημέρι δέν πεινούσε και άφη­

εδώ και πολύ καιρό γιά νά χτίσουν στή θέση του εργατικές
κατοικίες.

σε στο πιάτο του το μισό φαΐ. Και δμως εΐχε πάει στο α­

Ή τ α ν πολύ κουρασμένος γιά νά επιστρέψει μέ τά πόδια

γαπημένο του εστιατόριο και παρήγγειλε μοσχάρι μαγει­

στην οδό ντέ Φεγιαντίν. Περίμενε τό λεωφορείο κακόκεφος,
εκνευρισμένος. Μες στά ρουθούνια του εΐχε τή μυρωδιά τής

ρευτό.
— Δέν ήταν κ α λ ό ; . . . ρώτησε ανήσυχος ό εστιάτορας.

σκόνης και τον χτυπούσαν τά παπούτσια. Εΐχε πολλά χρό­

— Πώς, άλλα δέν πεινάω.

νια νά περπατήσει τόσο πολύ.

— Είναι ή ζ έ σ τ η . . . Δέν φαίνεστε νά υποφέρετε τή ζέ­

Παρολίγο νά μ π ε ι από τό διάδρομο, τελικά έσπρωξε τήν
πόρτα τοϋ καφενείου. Ή Νέλλη δέν ήταν πίσω άπό τον πάγ­

στη. ..
Και τον κοίταξε προσεκτικά, σάμπως νά ήθελε νά εν­
τοπίσει στο πρόσωπο του σημάδια ένας θεός ξέρει ποιας

αρρώστιας.

κο. Διέκρινε μιά σκιά νά κινείται στην κουζίνα πίσω ά π ' τ ό
κουρτινάκι.
Δέν ζήλεψε. Ε κ ε ί ν η ήρθε και τον βρήκε στρώνοντας τήν

Δέν μπορούσαν νά τον αφήσουν ήσυχο; Δέν εΐχε νά δώ­

κάτω μεριά τοϋ φορέματος της και λίγες στιγμές αργότερα

σει λογαριασμό σέ κανέναν ενώ δλοι τους έπαιρναν τό δι­

Ινας άντρας πέρασε ά π ' τ ό πεζοδρόμιο, μέ τό πρόσωπο επι­

καίωμα νά τον παρατηρούν και νά τον κρίνουν.

δεικτικά στραμμένο προς τήν αντίθετη πλευρά.

Την έκρινε αυτός τή Νέλλη; Εΐχε κρίνει ποτέ του τήν
Άνζέλ, τή μητέρα του, τή Μαργκερίτ;
Κατέληξε νά νευριάσει, νά τις βάλει δλες στο ϊδιο σακί,
νά τις θεωρεί εχθρούς. *Αν οι άντρες άρχιζαν κι αυτοί μέ τή

— Ή ρ θ ε εκείνη...
Ε κ ε ί ν ο ς δέν μίλησε. Δέν είχε τίποτα νά πει.
— Φαινόταν χαμένη...
Ε π ε ι δ ή δέν εΐχε κάνει τον συνηθισμένο του περίπατο στο
πάρκο Μονσουρί. Μήπως νόμισε δτι έπεσε άρρωστος;

σειρά τους...
Δέν επέστρεψε, ανέβηκε μ Ί ν α σάλτο σ ' ε ν α περαστικό
[ 192 ]

— Α υ τ ή τή φορά διέσχισε τό δρόμο...
[ 193 ]

— Μπήκε μ έ σ α ; . . .

μέ τή Νέλλη. Έ κ α ν ε τις πρωινές δουλειές μηχανικά και δταν

— Ό χ ι . . . Παραλίγο... Έ π ι α σ ε το χερούλι... Μέ κοί­
ταξε σάν να μέ φωτογράφιζε, μετά αποφάσισε νά φ ύ γ ε ι . . .
Δέν ρώτησε:
— Πώς ήταν;

κατέβηκε εκείνη, απέφευγαν νά κοιταχτούν.
Ή Μαργκερίτ ήταν εκεί στο ραντεβού τών δέκα. Και
εκείνη δέν τον κοίταξε κατάματα. Τα μάτια της απέφευγαν
νά κοιτάξουν κάπου συγκεκριμένα, σάν νά ήθελε νά κρύψει

'Αντιλαμβανόταν τήν προσπάθεια πού θα είχε καταβάλει
ή Μαργκερίτ γιά νά διασχίσει το δρόμο και νά πλησιάσει το
μ π ι σ τ ρ ό . . . Παραλίγο νά μ π ε ϊ . . . Θά ήταν υποχρεωμένη νά
μιλήσει στή Νέλλη... Τί θά της έ λ ε γ ε ; . . . Θά τολμούσε νά
τή ρωτήσει γιά κεΐνον;... Θά τήν Ικέτευε νά της τον επι­
στρέψει ; . . .
— Καλά θά έκανες νά αποφασίσεις...
— Τ ί πράγμα;
'Ανασήκωσε τους ώμους, όπως θά έ'κανε μ ' Ι ν α παιδάκι
πού κάνει χαζές ερωτήσεις.

Ινα μυστικό πού οι άλλοι ήθελαν νά της αποσπάσουν.
Τελικά απομακρύνθηκε. Τότε μόνο τήν παρακολούθησε
μέ το βλέμμα ώσπου χάθηκε στή γωνία.
Κάτω υπήρχαν πελάτες. Ακούγονταν οι χαρούμενες φω­
νές τών εργατών πού έκαναν διάλειμμα και κερνούσαν ο κα­
θένας μέ τή σειρά του. Και εκείνος είχε κάνει τά διαλείμ­
ματα του δταν επέβλεπε εργοτάξια, και συνόδευε έναν επι­
στάτη ή έναν εργολάβο σε κάποιο μπαρ γιά νά πιούνε Ινα
ποτήρι.
Στάθηκε όρθιος μπροστά στο κρεβάτι τής Νέλλης, Ινα

— Παίζετε κι οι δυό σας τή γάτα μέ το ποντίκι...

μπρούντζινο κρεβάτι σάν εκείνα πού είχαν δταν ήταν μικρός.

— Δέν καταλαβαίνω τί θέλεις νά π ε ι ς . . .

Μπήκε στο δωμάτιο του, άνοιξε τήν ντουλάπα δπου είχε Ινα

— Καταλαβαίνεις πάρα πολύ καλά όπως και ξέρεις πώς
θά τ ε λ ε ι ώ σ ε ι . . .
— Πώς;...

μπουκάλι Μπορντώ κόκκινο το όποιο είχε γεμίσει ό ίδιος
από το βαρέλι τοΰ υπογείου.
Ό π ω ς ό Τ ε ό . . . Ό Τεό πού είχε πεθάνει... Ό θάνατος

Για άλλη μιά φορά ανασήκωσε τους ώμους.

τον άρπαξε απότομα τή σ τ ι γ μ ή πού δέν το περίμενε καθό­

— Ό ρ ί σ τ ε ! Πιες...

λου, δπως είχε αρπάξει τή μητέρα τ ο υ . . .

Μπροστά στην τηλεόραση μετά βίας αντάλλαξαν μιά
λέξη. Σάμπως ό καθένας νά καθόταν μόνος του μπροστά
στην οθόνη. 'Ανέβηκαν και καληνυχτίστηκαν στο κεφαλόσκαλο.
Κοιμήθηκε καλύτερα, ακόμη αγχωμένος, αλλά λιγότερο
ανήσυχος άπ'τήν προηγούμενη νύχτα. Τώρα είχε θυμώσει
I'M

Θά μπορούσε νά συμβεί και στον 'ίδιο... Μπορούσε νά
συμβεί άπό λεπτό σε λεπτό στή Μαργκερίτ, πού είχε φτά­
σει σπίτι της και βρισκόταν ολομόναχη στην κουζίνα τ η ς . . .
Ποιος θά ανακάλυπτε το π τ ώ μ α ; . . . "Ύστερα άπό πόσο
καιρό;...
Αντιδρούσε, προσπαθούσε νά μή λυγίσει. Ή Νέλλη είχε
[ 195

δίκιο. "Ηξερε κατά βάθος πώς θα τέλειωναν δλα. Λοιπόν,

— Υ π ο θ έ τ ω πώς θέλεις τό λογαριασμό σου;

γιατί να μήν τέλειωνε από τώρα;

Δεν ήταν θυμωμένη. Τοΰ μιλούσε όπως συνήθως. Έ ψ α ­

Κ ά τ ω εκείνη γελούσε με το χοντρό αστείο κάποιου πε­

χνε τή σελίδα του στο τεφτέρι.

λάτη, όμως ήταν σίγουρος ότι αφουγκραζόταν τα βήματα

— Δεν θά σοΰ χρεώσω τό δωμάτιο...

του στο πάτωμα του ημιώροφου.

—'Επιμένω...

Ή βαλίτσα ήταν πάνω από τήν ντουλάπα. Σηκώθηκε
στις μύτες των ποδιών για να τή φτάσει, ξεκρέμασε τά

— Δεν ξέρω πόσο μπορεί νά κοστίζει ούτε και πόσες μέ­
ρες έμεινες...

ροϋχα του, έ'κανε μια στοίβα τά εσώρουχα και τά παπού­

—"Εντεκα...

τσια του, όλα μαζί.

"Εδειξε έκπληξη πού τις είχε υπολογίσει.

Τόσο το χειρότερο για το τί μπορεί νά έλεγε, γιά τον τρό­
πο πού μπορεί νά τον κοιτούσε. Είχε κουραστεί νά είναι ό
στόχος τών άλλων. Δικαίωμα του νά ζήσει Οπως ήθελε, νά
ακολουθήσει το έ'νστικτό του.
Κοίταξε στον καθρέφτη και είδε τον εαυτό του γερα­
σμένο.

— Ό π ω ς θέλεις.. .'Ας τό βάλουμε τρία φράγκα τήν ήμε­
ρα. ..
— Είναι πολύ λ ί γ ο . . . Τουλάχιστον π έ ν τ ε . . .
— Δεν θά μαλώσουμε τ ώ ρ α . . . Πενηνταδύο φράγκα τά
ποτά...
— Σύν δύο γεύματα...

Ποιος ό λόγος νά καταλάβει; 'Αρκετά είχε σκεφτεί τις τε­
λευταίες μέρες, σε σημείο πού τον είχε πιάσει πονοκέφαλος.

— Τότε θά έπρεπε νά αφαιρέσω γιά τό γεύμα στο Σαίν
Κ λ ο υ . . . "Ησουν καλεσμένος μ ο υ . . .

Κατέβηκε τή σκάλα αργά, με τή βαλίτσα στο χέρι. Θά

Ό κοκκινομάλλης γυψάς περίμενε χωρίς νά πολυκατα-

μπορούσε νά φύγει χωρίς νά γίνει αντιληπτός, νά βγει κα­

λαβαίνει τί συνέβαινε. Ό Μπουέν έβγαλε Ινα χαρτονόμισμα

τευθείαν στο πεζοδρόμιο και νά στρίψει αριστερά.

από τό πορτοφόλι του.

Της χρωστούσε λεφτά. Δεν είχε πληρώσει το δωμάτιο,

— Δεν έχεις ψ ι λ ά ; . . .

ούτε τά μπουκάλια πού είχε αδειάσει, και τά ποτήρια πού

—Όχι αρκετά—

είχε πιει στον πάγκο.

Δεν υπήρχαν ούτε στο συρτάρι τοΰ ταμείου.

Οί εργάτες είχαν φύγει. Ό μόνος πού είχε απομείνει στον

— Θά πάω νά χ α λ ά σ ω . . .

πάγκο ήταν ό γυψάς με τό κεφάλι πιερρότου. Ε ί χ ε γίνει τα­

Βγήκε, διέσχισε τό ηλιόλουστο κομμάτι τοΰ δρόμου, α­

κτικός θαμώνας."Αραγε είχε περάσει άπ' τήν άλλη μεριά της

κούστηκε τό κουδουνάκι τής πόρτας τοΰ ζαχαροπλαστείου.

πόρτας, στην κουζίνα;

— ' Ο ρ ί σ τ ε ! . . . Νομίζω ότι είναι σ ω σ τ ά . . . Θά πιεις Ινα

Ή Νέλλη τον κοίταξε χωρίς νά δείξει έκπληξη.
[ 196 ]

ποτηράκι λ ε υ κ ό ; . . .
197

Δεν μπορούσε να της το αρνηθεί. Σέρβιρε και για την

Ή Μαργκερίτ τό πήρε, χωρίς κι εκείνη νά πει τίποτα,
με ανήσυχο βλέμμα. Έ β γ α λ ε τά γυαλιά άπ'τήν τσέπη τής

— Κερνά τό μαγαζί... την ειρωνεύτηκε.

ποδιάς της. Τό διάβασε, καί αφήνοντας τήν πόρτα ανοιχτή,

"Ηπιε τό ποτήρι του μονοκοπανιά και μουρμούρισε έναν

κατευθύνθηκε στο σαλόνι.

αμήχανο αποχαιρετισμό. Βγήκε χωρίς να γυρίσει να κοιτά­

Ε κ ε ί ν ο ς διέσχισε τό κατώφλι, ξαναβρίσκοντας τήν ίδια

ξει πίσω, νιώθοντας τα βλέμματα τής Νέλλης καί του πε­

γνώριμη μυρωδιά, όπως καί τον αέρα τοΰ σπιτιού. Μες στο

λάτη της καρφωμένα στην πλάτη του. Σε λίγο θα έκαναν

σαλόνι είδε τό κλουβί, τό ταριχευμένο πουλί.

έρωτα πίσω άπ τήν πόρτα καί στή σκέψη αύτη ένιωσε στην

Ή Μαργκερίτ έγραφε, σκυμμένη πάνω στο πιάνο.

καρδιά του τό κεντρί τής ζήλιας.

Τό σημείωμα του ήταν μία μόνο ερώτηση:

Ξαναβρήκε τή γνωστή διαδρομή, πού τήν ακολουθούσε
χρόνια ολόκληρα. Στο προαύλιο του νοσοκομείου Πεάν γυ­

Ή κυρία

Μαρτέν;

ναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι έκαναν ουρά μπροστά στά εξω­

Ταυτόχρονα ήταν ένας δρος γιά τήν παράδοση του. Δεν

τερικά ιατρεία. Πιο πέρα, μπροστά στή φυλακή, ήταν στα­

επέστρεφε με τήν ουρά κάτω ά π ' τ ά σκέλια. Δεν ζητιάνευε

ματημένη μιά κλούβα.

τήν άδεια νά ξαναπάρει τή θέση του στο σπίτι.

Έ σ τ ρ ι ψ ε αριστερά στην πάροδο. Ά π ' τ ή μιά μεριά τά

Μπήκε στον πειρασμό ν'ανέβει αμέσως επάνω καί ν ' α ­

σπίτια ήταν άδεια, τά παντζούρια κατεβασμένα στο ισόγειο,

δειάσει τή βαλίτσα του, δμως προτίμησε νά περιμένει. Ή

τά παράθυρα του ορόφου χωρίς κουρτίνες.

Μαργκερίτ δεν του έδωσε τό σημείωμα δταν σταμάτησε νά

Ή γραμμή πού χώριζε τή σκιά από τό φως ήταν ακρι­

γράφει. Τό άφησε πάνω στο πιάνο. Καθισμένη στην πολυ­
θρόνα της εΐχε ξαναπιάσει τό πλεκτό, σάμπως γιά νά του

βώς στή μέση του δρόμου.
Δεν χρησιμοποίησε τό κλειδί πού τό είχε κρατήσει χωρίς
νά τό θέλει. Χτύπησε τό κουδούνι, ακουμπώντας τή βαλί­
τσα στο πεζοδρόμιο. Έ σ τ η σ ε αυτί, απορώντας γιά τήν ησυ­
χία πού επικρατούσε στο εσωτερικό, καί αναπήδησε δταν ή
πόρτα μισάνοιξε καί διέκρινε τό μισό ενός προσώπου.

δώσει νά καταλάβει δτι τίποτα δεν είχε αλλάξει.
Προχώρησε, διστακτικός, άπλωσε τό χέρι.
Τήν πέταξα

εξω τή

μέγαιρα.

Περίμενε λ ί γ η ώρα ώσπου νά σηκώσει τά μάτια της

Ε ί χ ε προετοιμάσει ένα σημείωμα πού δεν τής τό πέτα­

προς εκείνον γιά νά δεϊ αν ήταν 'ικανοποιημένος μετά, σάν

ξε με τον γνωστό τρόπο, μεταξύ του μέσου καί τοΰ αντί­

νά μήν είχε συμβεί τίποτε αυτές τις δεκαπέντε ήμερες, ξα­

χειρα. 'Απλώς, δταν άνοιξε εντελώς ή πόρτα, άπλωσε τό χέ­

νάρχισε νά πλέκει ανοιγοκλείνοντας τά χείλη.

ρι καί τής τό έδωσε.
u)8

[ 199 ]

"Αρχιζε μιά δύσκολη περίοδος. Τήν επομένη, Ινα φορ­
Τήν επόμενη άνοιξη άρχισαν τα έργα. Στην αρχή έβλεπαν,
για πολλές μέρες, αυτοκίνητα να σταματούν απέναντι,
μπροστά απ τά άδεια σπίτια και άγνωστους ανθρώπους νά
πηγαινοέρχονται. Μερικές φορές είχαν μαζί τους εργάτες
πού τους έ'βλεπες ξαφνικά νά εμφανίζονται πάνω στις στέ­
γες και νά ασχολούνται μέ ακατανόητες εργασίες.

τηγό έφερε στο χώρο τών εργασιών τήν τεράστια σιδερένια

Ή Μαργκερίτ ήταν πολύ νευρική, και δεν περνούσε μι­
σάωρο νά μή σηκωθεί νά ρίξει μια ματιά ά π ' τ ό παράθυρο.

τοίχων ή στά δοκάρια, είχαν ρίξει αγκαλιές αγκαλιές κερα­

Έ ν α πρωί, τήν ώρα πού βγήκαν ό Ινας πίσω άπ'τον
άλλον γιά τά ψώνια τους, συνάντησαν στην οδό Ντέ λά Σαντέ μιά ολόκληρη σειρά από αστυνομικούς πού έκαναν κλοιό.
Ό Μπουέν σκέφτηκε αρχικά πώς είχε αποδράσει κάποιος
κρατούμενος όμως, δταν επέστρεφε ακολουθώντας τ η γυ­
ναίκα του δέκα μέτρα πιο πίσω, κατάλαβε.

μπάλα.
'Επί δύο μήνες γινόταν πανδαιμόνιο. Το πρώτο χτύπη­
μα μέ τ ή σιδερένια μπάλα δόθηκε μιά Δευτέρα. Τ ι ς προη­
γούμενες μέρες, σάν αληθινοί ακροβάτες, οί εργάτες ισορ­
ροπώντας πρώτα πάνω στις στέγες, μετά στις άκρες τών
μίδια, πού πέφτοντας στο πεζοδρόμιο έσπαζαν μέ πάταγο.
"Ηθελε νά τής π ε ι :
— Μή στέκεσαι στο παράθυρο...
Κάθε καινούργιος θόρυβος τήν έκανε ν'αναπηδάει και
είκοσι φορές τήν ημέρα έφερνε το χέρι της στο στήθος σάν
νά υπέφερε από τήν καρδιά της.
Όταν ή σιδερένια μπάλα ανυψώθηκε στον αέρα παρακο­

Έ ν α ς τεράστιος γερανός προσπαθούσε νά μπει μες στην
πάροδο και εΐχε μαζευτεί κόσμος πού παρακολουθούσε το
θέαμα. Ό έλκυστήρας προχωρούσε πάνω στις ερπύστριες,
σταματούσε, έκανε μανούβρες μπρός-πίσω μέ προσοχή ένώ
μιά ολόκληρη ομάδα γύρω έδινε οδηγίες.

λουθούσαν καρφωμένοι και οί δυό τους, ό καθένας σ Ινα πα­

Ή Μαργκερίτ προσπέρασε χωρίς νά καταδεχτεί νά κοι­
τάξει. Ό Έ μ ι λ μπαίνοντας στο σπίτι βρήκε τά ψώνια της
αφημένα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Όταν ανέβηκε τ η
σκάλα διαπίστωσε δτι είχε κλειστεί στο δωμάτιο και τήν
άκουσε νά κλαίει.

διαγράφοντας Ινα τόξο δλο και μεγαλύτερο. Το πιο υψηλό

Χρειάστηκε μιά ολόκληρη μέρα γιά νά φέρουν το γερανό
ακριβώς απέναντι άπο το σπίτι τους και παρολίγο νά ρίξουν
τον μπρούντζινο ερωτιδέα.
[ 200 ]

ράθυρο τής κρεβατοκάμαρας. Κάτω, Ινας άντρας μέ δερμά­
τινο μπουφάν είχε μιά σφυρίχτρα στο στόμα. Μιά ασπρο­
κόκκινη μπάρα απαγόρευε τήν πρόσβαση στην πάροδο.
Ή μπάλα άρχισε νά αιωρείται στο κενό, σάν εκκρεμές,
σημείο τής ταλάντωσης έφτανε σχεδόν στους τοίχους. Το
εύρος τοΰ τόξου αυξανόταν αργά. Τελικά, ή μπάλα χτύπη­
σε και μιά ρωγμή σάν αστροπελέκι εμφανίστηκε από πάνω
μέχρι κάτω στην πρόσοψη τοΰ σπιτιού στον αριθμό 8.
Τ

Ηταν σχεδόν βέβαιος δτι εκείνη τ ή σ τ ι γ μ ή άκουσε τή

Μαργκερίτ νά βγάζει μιά κραυγή, δμως εξαιτίας τοΰ θορύ­
βου δέν ήταν εντελώς σίγουρος.
[ 201

Ή μπάλα διέγραψε ενα τόξο, ξαναχτύπησε και πάλι, και
ένας τοίχος σωριάστηκε στη γ η μέσα σ'ένα σύννεφο σκόνης,
ενώ έμεινε ενα τζάκι κρεμασμένο στον αέρα, κολλημένο σ' δ,τι
απέμενε απο ενα δωμάτιο με κίτρινη ριγέ ταπετσαρία.

Καλά θα κάνεις νά

πλυθείς.

Βρομάς.
Κανένας απ'τους δυο δέν είχε το δικαίωμα νά καταθέ­

Κάθε μέρα απομάκρυναν τα μπάζα. Τα φορτηγά διαδέ­
χονταν το ενα τ'άλλο. Όταν ή Μαργκεριτ και ό Μπουέν επέ­
στρεφαν από την αγορά, ήταν υποχρεωμένοι, με τή σειρά
τους, να λένε ποιοί είναι, γιατί δεν επιτρέπονταν να περνούν
παρά μόνο οι κάτοικοι τής παρόδου.

σει τά δπλα. Είχε γίνει ή ζ ω ή τους. Τους ήταν τόσο φυ­

Στις πέντε ή ώρα, ευτυχώς, δλα ηρεμούσαν, γιά να ξα­
ναρχίσουν το πρωί στις επτά. Τά σανίδια άπό τα πατώμα­
τα κρέμονταν στον αέρα δυό-τρέϊς μέρες. Τά σκαλοπάτια
μιας σκάλας δεν οδηγούσαν πια πουθενά.

νά τή λυπηθεί. Εντούτοις, δέν τής κρατούσε κακία πού τον

Οι εργάτες έκαναν πάντα τις ακροβασίες τους με φόντο
τον ουρανό.

Πάρα πολλές φορές άπό τότε την είχε δει νά κρύβει στά

Τά σπίτια κατεδαφίζονταν το ενα μετά τ ' ά λ λ ο και άφη­
ναν τεράστιες τρύπες σάν ξεριζωμένα δόντια, ενώ ή Μαρ­
γκεριτ παρακολουθούσε πάντα ανατριχιάζοντας.
Πολύ συχνά, κατά τή διάρκεια αυτής τής περιόδου, παρολίγο νά τής μιλήσει, νά τής πει οτιδήποτε, κάποιες κου­
βέντες γιά νά την καθησυχάσει. "Ηξερε δτι τώρα ήταν πολύ
αργά, κι ότι δεν μπορούσαν νά κάνουν πίσω.
Ε κ ε ί ν η γινόταν μάλιστα πολύ επιθετική, κάποια πρωι­
νά πού δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ. Μιά μέρα, στή
βιασύνη του να πάει νά παρακολουθήσει τις εργασίες πού
τελικά τον συνάρπαζαν, δεν είχε κάνει ντους. 'Αργότερα,
μες στην ίδια ημέρα, είχε βρει ενα σημείωμα πάνω στο
πιάνο.
[ 202 ]

σιολογικό, τόσο απαραίτητο ν'ανταλλάσσουν δηλητηριώ­
δη σημειώματα δπως άλλοι ανταλλάσσουν αβρότητες ή
φιλιά.
~Ηταν σίγουρος δτι τή μισούσε, έστω κι αν του τύχαινε
είχε ξαναφέρει στην πάροδο, ξεγελώντας τον, με το νά έρχε­
ται νά δείχνει μιά ψεύτικη απελπισία κάτω άπ'τά παράθυ­
ρα τής οδού Φεγιαντίν.
μουλωχτά ενα χαμόγελο, σίγουρα στιγμές πού σκεφτόταν
τή νίκη της.
Είχε νικήσει μιά γυναίκα νεότερη της, μιά γυναίκα με
την οποία εκείνος σίγουρα έκανε έρωτα.
"Αρα δέν είχε χάσει τίποτα άπό τή δύναμη της, εκείνη,
ή γριά, δπως θά πρέπει νά την αποκαλούσαν οι δυό τους.
Ό γερανός έφυγε, μέ τις ίδιες δυσκολίες δπως ήρθε, αφή­
νοντας πίσω του κομμάτια σπασμένα τούβλα, σοβάδες, πα­
λιά σίδερα και βρομιές κάθε είδους, και τότε, επί έναν μήνα
δέν είδαν κανέναν απολύτως, υπήρξε σιωπή, απόλυτη ηρε­
μία, έκτος α π ' τ ι ς νύχτες πού οι ποντικοί άρχισαν νά τρι­
γυρνούν και νά κάνουν επιδρομές στους σκουπιδοντενεκέδες.
Γεγονός είναι δτι πλέον δέν υπήρχε σχεδόν κανείς στην
σειρά τών μή κατεδαφιστέων σπιτιών. Ό λ ο ς ό κόσμος ήταν
2 03

στην έξοχη, ή στη θάλασσα, ορισμένοι στην'Ισπανία ή στην

μοϋ 5 μετακόμισε ύστερα άπό δύο εβδομάδες. Το σπίτι πα­

'Ιταλία.

ρέμεινε άδειο παρά τήν αγγελία στις εφημερίδες.

'Ακόμη και για κάποιον πού δέν είχε γεννηθεί στην

Οί εργολάβοι θά πρέπει να καθυστέρησαν. Αντί να σχο-

πάροδο και δέν είχε περάσει έκεϊ δλη του τ η ζωή, όπως

λοΰν στις πέντε, ή εργασία συνεχιζόταν μέχρι τις εφτά, κι δταν

Μαργκερίτ, το θέαμα ήταν καταθλιπτικό, και επιπλέον

άρχισε νά σκοτεινιάζει νωρίτερα εγκατέστησαν προβολείς.

ή μυρωδιά, μια απροσδιόριστη, βουβή μυρωδιά, πού θύ­

'Άραγε οφειλόταν σε κακή οργάνωση; Τή μία ήταν μυρ­

μιζε νεκροταφείο δπου μόλις έχουν σκάψει καινούργιους

μηγκοφωλιά σε πλήρη αναστάτωση, καί τήν άλλη πάλι δέν
εμφανιζόταν ψυχή γιά πολλές βδομάδες. Στο καφενείο, δπου

τάφους.
Με τον ερχομό τοϋ Σεπτεμβρίου, ξαναεϊδαν τα φορτηγά

πήγαινε ό Μπουέν γιά νά πιει το συνηθισμένο του ποτήρι,

και ό γερανός άρχισε να λειτουργεί και να φορτώνει τά μπά­

άκουσε νά λένε δτι ή οικοδομική εταιρεία δέν είχε κεφάλαια,

ζα. "Οταν τέλειωσε κι αυτό έμεινε μόνο το θέαμα των υπο­

καί δτι τις εργασίες θά τις αναλάμβανε μιά άλλη εταιρεία

γείων δπου είχαν απομείνει κάποια ράφια και Ινα στραπα­

με τή βοήθεια μιας μεγάλης τράπεζας.
Τί νά πρωτοπιστέψει κανείς; Κυκλοφορούσαν διάφορες

τσαρισμένο βαρέλι.
"Αλλαξαν οί ομάδες, οί κινήσεις, ή προφορά των εργατών.

φήμες. Ό χειμώνας πέρασε, με εναλλαγές άπό τή φασαρία

Ήρθε ή σειρά τών εκσκαφέων και τών κομπρεσέρ, και

στή σιωπή.

τότε ό Μπουέν, επειδή τον ξεκούφαιναν, ξαναβρήκε τήν πα­

Ή Μαργκερίτ σερνόταν σάν κάποιον πού έ'χει δεχτεί ενα

λιά του συνήθεια να περνάει ενα μέρος του απογεύματος στο

μοιραίο χτύπημα. Ήταν δλο καί πιο χλομή και όταν έκανε

πάρκο Μονσουρί. Έπαιρνε μαζί του ενα βιβλίο και καθόταν

τά ψώνια της τύχαινε νά σταματήσει, φέρνοντας το χέρι στο

με τις ώρες σ'ενα παγκάκι, στο παλιό του παγκάκι της επο­

στήθος, μ ' ε ν α βεβιασμένο χαμόγελο στά χείλη, γιά νά ξε­

χής της Νέλλης.

γελάει τους περαστικούς.

Δύο μέρες αργότερα, ή Μαργκερίτ, πού πρέπει να τον

Δέν ήθελε νά τ ή λυπούνται, νά τή ρωτούν γιά τήν υγεία

είχε παρακολουθήσει, κάθισε σ'ενα άλλο παγκάκι, σχεδόν

της. Όταν στεκόταν ακίνητη μ ' αυτόν τον τρόπο, έκανε πώς

απέναντι του, με το αιώνιο πλεκτό στα χέρια.

χάζευε δήθεν μιά βιτρίνα καί μετά συνέχιζε με μικρά βή­

Κάποιοι ένοικοι έρχονταν και χτυπούσαν το κουδούνι καί
τους άκουγε, δταν περνούσαν στο σαλόνι, πού παραπονιόν-

ματα, λιγότερο σταθερά άπό πρίν.
Μήπως ήταν κάποιο θέατρο πού παιζόταν γιά τ ό ν ' Ε μ ί λ ;
Τήν είχε 'ικανή γιά κάτι τέτοιο, γ ι ' α υ τ ό καί ή συγκίνηση του

τουσαν έντονα.
Ε κ ε ί ν η δέν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ή ίδια δέν ήξε­
ρε καν πότε θα τέλειωναν τά έ'ργα και ή οικογένεια τοϋ άριθ[ 204

δέν κρατούσε καί πολλή ώρα.
Σ τ ή γυναίκα τοϋ χασάπη πού τή ρωτούσε:
205

— Δεν αισθάνεστε καλά κυρία Μπουέν; Φαίνεστε λίγο
κουρασμένη...
Είχε απαντήσει:
— Είμαι πολύ καλά... Δώστε μου μιά μικρή μπριζόλα,
εκατό γραμμάρια...
Ή χασάπισσα ήταν άπ'τόν Νότο και στη γλώσσα της
το νά φαίνεται κανείς κουρασμένος σήμαινε δτι ήταν ετοι­
μοθάνατος.
Και ό Μπουέν σκέβρωνε και του τύχαινε νά περπατάει
σχεδόν σαν εκείνη, ν'αναστενάζει, νά αναπηδάει μόλις ενα
μηχάνημα έπαιρνε μπρος.

Π

ΟΣΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΧΕ ΚΥΛΗΣΕΙ άπό εκείνο τό πρωί
πού παρά τή γρίπη είχε σηκωθεί γιά νά κατεβεί στο

υπόγειο και νά βρει τό άκαμπτο κουφάρι του γάτου;
Δεν ήξερε πιά ακριβώς. Οι ημερομηνίες μπερδεύονταν.
'Εξάλλου δεν είχε καμία σημασία. Τρία χρόνια; Δ ύ ο ;

'Απέφευγε τήν οδό Ντε Φεγιαντιν και προσπαθούσε νά

'Υπήρξε ή κυρία Μαρτέν. Δεν τήν ξαναεΐδε παρά μία φο­

μή τ η σκέφτεται πλέον. Και το πιο περίεργο: Αυτή ή μι­

ρά, άπό μακριά, πριν άπό μερικούς μήνες. Χωρίς αμφιβο­

κρής διάρκειας περίοδος της ζωής του του φαινόταν τώρα

λία θά είχε εγκαταλείψει τή γειτονιά ή μπορεί νά έκανε τά

απίστευτη.

ψώνια της αλλού.

Κατέβαλλε προσπάθεια νά πιστέψει δτι τήν είχε ζήσει
πραγματικά, δτι υπήρξε ελεύθερος, οτι το είχε παίξει ιδιο­

Υ π ή ρ ξ ε ή Νέλλη...
'Υπήρξε ή Μαργκεριτ στο απέναντι πεζοδρόμιο...

κτήτης του καφενείου και δτι, τό βράδυ, μιά εύσωμη κοπέ­

'Υπήρξε ή σιδερένια μπάλα πού ταλαντευόταν στον ου­

λα, με σφιχτό ακόμη κορμί, ξεντυνοταν μπροστά του χωρίς

ρανό γιά νά χτυπήσει με μανία τους τοίχους, πού ανάμεσα

νά ντρέπεται.

τους είχαν ζήσει άνθρωποι, και οι τοίχοι κουβαλούσαν ακό­

Δεν είχε παρά νά πει μιά λέξη, νά κάνει μιά κίνηση...
Είχαν φάει μιά Κυριακή στο Σαίν Κλου, σε μιά ταβέρ­
να, σάν ερωτευμένοι, σάν νεαρό ζευγάρι...
Τότε για νά πάρει εκδίκηση, έ'βγαζε τό σημειωματάριο
με τις σελίδες πού κόβονταν σε στενές λωρίδες και έγραφε
με κεφαλαία γράμματα:
Ο ΓΑΤΟΣ.

μη τά ϊχνη τ ο υ ς . . .
Ό εκσκαφέας είχε σκάψει πολύ βαθιά μες στή γή, συν­
άντησε σωλήνες και καλώδια, έσπασε έναν υπόνομο και βρό­
μισε δλη ή γειτονιά έπι τρεις μέρες...
Υ π ή ρ ξ α ν εργάτες με διαφορετικές γλώσσες, Ιταλοί, 'Ι­
σπανοί και στο τέλος Τούρκοι...
'Υπήρξαν αδυσώπητα σημειώματα, άπό τήν πλευρά τής
Μαργκεριτ δπως κι ά π ' τ ή δική του...
[ 207 ]

Υπήρξαν...

Μαργκερίτ μουρμούριζε καθαρά, ανοιγοκλείνοντας τά χεί­

Ζούσε. Σηκωνόταν στις έξι το πρωί, έκανε ντους, ξυρι­

λη, τ η σ τ ι γ μ ή ακριβώς πού δέν τό περίμενε κανείς:

ζόταν, κατέβαινε, έβαζε μέσα τον σκουπιδοντενεκέ, μετά τέ­
λειωνε τις δικές του σπιτικές δουλειές αφού πριν εΐχε πιει
ενα, πιο συχνά δύο ή τρία ποτήρια κρασί.

— Χριστέ και Παναγία...
Και καθώς τήν κοίταζε απορημένος, εκείνη τοΰ εΐχε εξη­
γήσει δτι έτσι κέρδιζε, κάθε φορά, τριακόσιες μέρες συγ­

Παλιά ήταν πού έπινε μόνο ενα.

χώρεσης, δτι θά περνούσε, αν κατάλαβε καλά, τριακόσιες

Μετά τά ξύλα. Δέν έπρεπε νά ξεχνάει νά κόβει ξύλα. Δέν

μέρες λιγότερες στό καθαρτήριο...

έπρεπε τίποτα νά ξεχνάει, έπρεπε νά ακολουθεί κατά γράμ­
μα τ η ρουτίνα...

Θά μπορούσε νά πάει στης Νέλλης... Θά τον εΐχε κοι­
τάξει μ'ενα χαμόγελο γεμάτο συγκατάβαση γιατί εΐχε γε­

Νοέμβριος... Τό'στρώσε το χιόνι... Οί τοίχοι άρχισαν
νά υψώνονται απέναντι, και τά καλούπια δπου έβαζαν σιδηρόβεργες πριν τά γεμίσουν μπετόν...

ράσει κι άλλο... Θά εΐχε ακόμη τήν επιθυμία, τή δύναμη,
νά μ π ε ι μαζί της πίσω άπ'τήν πόρτα της κουζίνας;...
Δύο χ ρ ό ν ι α ; . . . Τρία χ ρ ό ν ι α ; . . .

Ή τ α ν πέντε τό απόγευμα και εϊχε κάνει δλα δσα έπρε­

Στην πραγματικότητα δέν ήξερε πιά. "Ανθρωποι πού πή­

π ε νά κάνει, τά ψώνια του, τό φαΐ του, τό πλύσιμο των πιά­

γαιναν Ινας Θεός ξέρει πού. Τά πηγαινέλα τους δέν εΐχαν

των. Εΐχε πάρει έναν υπνάκο στην πολυθρόνα του, στο σα­

κανένα νόημα, οΰτε αυτές οί φωτισμένες βιτρίνες πού ήταν

λόνι, μέχρι πού σκοτείνιασε και διέκρινε τ η Μαργκερίτ στη

θλιβερές και κανείς δέν τις κοίταζε εξαιτίας του παγωμέ­

θέση τ η ς . . .

νου αέρα...

Ή τ α ν τό ϊδιο ακίνητη δπως ό παπαγάλος... Δέν τον κοι­
τούσε. .. Πήγαινε πολύς καιρός πού δέν κοιταζόντουσαν
πλέον...

Μες στους κινηματογράφους κάθονταν ακίνητοι, σε σει­
ρές, και κοίταζαν εικόνες πού κινούνταν...
'Εκείνος ήταν πού εΐχε κουραστεί. Τό εΐχε προβλέψει. Οί

Περπάτησε πολύ... Εΐχε νιώσει τήν ανάγκη νά αναπνεύ­
σει καθαρό αέρα... Εΐχε πιει στο μιπιστρό... Ποτέ δέν μέθυ­
σε, δμως έπινε, έπινε πάρα πολύ... Έ π ρ ε π ε νά τό ε λ έ γ ξ ε ι . . .
— Οί βρομιάρες...

γυναίκες έχουν μεγαλύτερες αντιστάσεις. Οί στατιστικές
έχουν δίκιο...
Όταν ή Ά ν ζ έ λ . . .
"Οχι, ήταν ή Νέλλη... 'Αλλά μία Νέλλη πού εΐχε τό χα­

Δέν είχε στο νου συγκεκριμένα πρόσωπα... Τό 'λέγε μη­
χανικά. .. Αυτές οί λέξεις του έρχονταν στό μυαλό πότε πό­
τε σάν τροπάριο...

μόγελο της Μαργκερίτ...
Ό λ ε ς , ουσιαστικά, εΐχαν τό ϊδιο χαμόγελο, ενα χαμόγε­
λο πού υπονοούσε δτι τελικά εκείνες θά κέρδιζαν τήν παρ­

Ό τ α ν ακόμη μιλιόντουσαν, στό μακρινό παρελθόν, ή
208

τίδα. ..
[ 2C

. . . με το πλατύγυρο καπέλο και το φόρεμα σε γραμμή

Τον κατέλαβε πανικός, κατέβηκε τή σκάλα, βγήκε χωρίς

« πρινσές », Ινα παρασόλι στό χέρι, στην όχθη ενός ποτα­

νά σκεφτεί νά ξανακλείσει τήν πόρτα καί προχώρησε γρή­

μού. ..

γορα μέχρι τή γωνία τοΰ μπουλβάρ Α ρ α γ κ ό δπου έμενε ό

Ε κ ε ί ν η του είχε πει δτι το φόρεμα ήταν « πρινσές ». Εΐχε
δει πολλά στό δρόμο, πριν από πάρα πάρα πολύ καιρό...
Το νοσοκομείο Κοσέν... Πιο πέρα, στα δεξιά, οι φυλα­

γιατρός Μπουρνιέ. Ό Μπουέν δέν τον εΐχε δει ποτέ. Ό για­
τρός δεν έκανε επισκέψεις στό σπίτι, δμως μιά μέρα πού
εκείνος παρακολουθούσε τή Μαργκερίτ, τήν εΐχε δει πού

κές. .. Μεταξύ των δύο, ή πάροδος πού δεν είχε παρά μιά

μπήκε στην πολυκατοικία καί εΐχε διαβάσει τό όνομα σε μιά

σειρά σπιτιών και οι περαστικοί εκπλήσσονταν πού έβλε­

πινακίδα.

παν από μακριά φωτισμένα παράθυρα...
Δεν υπήρχε κανένα φως στό δικό του σπίτι, τέλος πάν­
των, στό σπίτι τής Μαργκερίτ. "Εβγαλε το κλειδί άπό τήν
τ σ έ π η του. Νευρικά, άνοιξε τήν πόρτα και βρέθηκε στό σκο­
τάδι και στή σ ι ω π ή . . .

Χτύπησε τό κουδούνι, ξαναχτύπησε...
— Τί ε ί ν α ι ; . . . Ό γιατρός δ έ ν . . . .
Μιά μαυριδερή υπηρέτρια, με έντονα ξενική προφορά.
Έ ν α χ ώ λ με μάρμαρα, διακριτικά φωτισμένο.
— Ή γυναίκα μ ο υ . . .

"Αναψε το φως, μπήκε στό σαλόνι. Κανείς. Το πλεκτό

— Σας λέω πώς ό γιατρός...

πάνω στό πάτωμα. Κανείς στην τραπεζαρία ούτε και στην

— Μ ά . . . ή γυναίκα μ ο υ . . .

κουζίνα. Ανέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μάλλον θά

Προσπάθησε νά ξανακλείσει τήν πόρτα δμως, κοιτάζον­

βγήκε επίτηδες, γιά νά τον κάνει νά ανησυχήσει...
— Map...

τας τον, άλλαξε γνώμη.
— Τί έ χ ε τ ε ; . . .

Πήγε νά τή φωνάξει με τ ' ονομά της, ξεχνώντας δτι δεν
μιλιόντουσαν...

— Τίποτα... ή γυν...
"Εκανε λίγα βήματα μπροστά παραπατώντας. Αριστερά

Έ σ π ρ ω ξ ε τήν πόρτα... "Αναψε το φ ω ς . . . Βρισκόταν ε­
κεί, στά πόδια του κρεβατιού, δπως περίμενε δτι θά τήν έβρι­
σκε. ..

υπήρχε ενα καναπεδάκι Λουί XVI με σκούρο ροζ κάλυμμα,
δπως ενα ά π ' τ ά φορέματα τ η ς . . .
Ή ομίχλη ήταν επίσης ρόζ...

Ή εικόνα δεν τον εξέπληξε. Πράγμα περίεργο, εΐχε ξεστρώσει το κρεβάτι, εΐχε βγάλει τό φουστάνι τ η ς . . . Ό θά­
νατος τή βρήκε δταν έμεινε με τό κομπινεζόν...
"Αραγε εΐχε φ ω ν ά ξ ε ι ; . . . Εΐχε προφέρει τό δνομά του μες
στό κενό τοΰ σπιτιού χωρίς αντίλαλο;...
[ 210 ]

Όταν άνοιξε τά μάτια του, στην αρχή δλα ήταν κάτασπρα.
Φαίνεται πώς εΐχε ήλιο. Γυρίζοντας ελαφρά τό κεφάλι, διέ­
κρινε κρεβάτια, πρόσωπα.

— Μην κινείστε...
Προσπάθησε να κοιτάξει προς την άλλη πλευρά, και το
κατάφερε. Μια γκριζομάλλα νοσοκόμα μετρούσε το σφυγ­
μό του, μ'ενα ρολόι στο άλλο χ έ ρ ι . . .
— Σσσς...
Μετρούσε με τις άκρες των χειλιών, σιωπηλά, δπως ή
Μαργκεριτ μετρούσε τις θηλιές του πλεκτού.

Δεν ήξερε. Δεν ένιωθε τίποτα. ' Ηταν λίγο σάν το σώμα
του νά μήν του άνηκε...
Δεν εΐχε ναυτίες, οΰτε έντονους πόνους...
Με το αριστερό χέρι έ'πιασε το στήθος του και απόρησε
πού τά δάχτυλα του άγγιξαν ενα σκληρό επίδεσμο...
— Ε γ χ ε ι ρ ι σ τ ή κ α τ ε επειγόντως χθες τ ή νύχτα... Πάνω
άπ'δλα πρέπει νά μείνετε ακίνητος...

—Ή...

— Ή γυναίκα μ ο υ . . .

— Σσσς...

— Μεριμνήσαμε . . .

— Που...

— Πέθ...
— Ναί...
— Κι εγώ;

— Καθίστε ήσυχος. Μή φοβάστε. Εΐστε στο νοσοκομείο
και σας φροντίζουμε... Ό καθηγητής δεν θ ' α ρ γ ή σ ε ι . . .
Ή λέξη καθηγητής τον μπέρδεψε, τον έκανε να σκεφτεί
το σχολείο. Δεν ήταν πια καλά στα μυαλά του. Το σώμα του
ήταν τόσο μουδιασμένο πού δταν άφησαν το χέρι του στο
κρεβάτι οΰτε πού το ένιωσε...
— Ή γυναίκα μ ο υ . . .
— Ξ έ ρ ω . . . Τα απαραίτητα έγιναν...
Ό καθηγητής... Τά απαραίτητα... Ποια απαραίτη­
τ α ; . . . 'Απαραίτητα σε τ ί ; . . .
— Ό μ ω ς πέθανε... βρήκε τή δύναμη να πει.

Ό γιατρός δεν μπόρεσε νά μή χαμογελάσει.
— Θα ζήσετε, δμως δεν σας κρύβω δτι θά μείνετε πολύ
καιρό ε δ ώ . . . Θά πρέπει νά είστε φρόνιμος...
— Μάλιστα...
Τό υποσχόταν. Πάντα ήταν φρόνιμος. Θά ήταν δσο και­
ρό ήθελαν, δσο καιρό θά τοϋ τό επέτρεπαν...
Τ

Η τ α ν . . . Δυσκολευόταν νά σκεφτεί... Τό χαμόγελο του

γιατρού... Ή τ α ν . . . Έ ψ α χ ν ε τή λ έ ξ η . . . Δεν τήν έβρισκε...
Δεν ήταν πιά τ ί π ο τ α . . . —

Νόμιζε πώς φώναζε άλλα ή φωνή του μετά βίας ακου­
γόταν.
— Σ ω π ά σ τ ε . . . 'Ορίστε... Νά τ ο ς . . .
'Ανακουφισμένη, άφησε τήν καρέκλα της και μίλησε χα­
μηλόφωνα σ'εναν άντρα κάποιας ηλικίας με λευκή ποδιά.
Και οι δύο τον παρατηρούσαν...
— Έ χ ε τ ε τάση γιά εμετό;

Έπαλένγκ,

5 'Οκτωβρίου

1966

Β Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Κ Ο ΣΗΜΕΙΩΜΑ TOT Ζ Ω Ρ Ζ ΣΙΜΕΝΟΝ

Ε

ΠΙΣΗΜΩΣ, Ο ZQPZ ΣΙΜΕΝΟΝ γεννήθηκε την Πέμπτη 12
Φεβρουαρίου 1903' αυτό δήλωσε ό πατέρας του στο ληξιαρ­
χείο της Λιέγης (Βέλγιο ). Στην πραγματικότητα γεννήθηκε δέ­
κα λεπτά μετά τά μεσάνυχτα, την Παρασκευή 13 του μηνός,
αλλά ή μητέρα του δεν ήθελε νά στιγματιστεί το παιδί της άπό
την αποφράδα ημερομηνία. Τριάμισι χρόνια αργότερα ό Ζώρζ
απέκτησε έναν αδελφό, τον Κριστιάν, στον όποιο ή μητέρα του
είχε πάντα ιδιαίτερη αδυναμία.
Ό πατέρας του, ό Ντεζιρέ Σιμενόν, ήταν λογιστής' οι πόροι της
οικογένειας πενιχροί και ή μητέρα του Ανριέτ αναγκαζόταν νά
νοικιάζει δωμάτια σέ αλλοδαπούς φοιτητές. Άπό παιδί, λοιπόν, ό
Σιμενόν εξοικειώνεται με τους ξένους.
Πηγαίνει στο καθολικό σχολείο Σαίντ Αντρέ, όπου συμμετέ­
χει στην εκκλησιαστική χορωδία. Τον συναρπάζουν τά μυθιστο­
ρήματα του Αλέξανδρου Δουμα, του Ντίκενς, του Μπαλζάκ, του
Τζόζεφ Κόνραντ, τοϋ Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον.
Σέ ηλικία δώδεκα ετών έχει τήν πρώτη του ερωτική επαφή
και άπό τότε απομακρύνεται άπό τήν εκκλησία και το σχολείο.
Με τή βοήθεια γνωστών ή μητέρα του τον γράφει στο Κολέγιο
Σαίν Σερβαί τών Ίησουιτών, πού προορίζει τους μαθητές του γιά
τις θετικές επιστήμες. Στα δεκαπέντε του, όμως, ό Σιμενόν
εγκαταλείπει το σχολείο' ισχυρίζεται οτι το έκανε επειδή αρρώ­
στησε ό πατέρας του, αλλά μάλλον δεν άντεχε άλλο τήν αυστηρή
σχολική πειθαρχία. Ψάχνει γιά δουλειά. Είναι το τέλος τοϋ
Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και υπάρχουν θέσεις άπασχόλη[ 215

]

Ή δεκαετία 1923-1933 είναι ή χρυσή εποχή τοϋ Σιμενόν.
Γράφει γύρω στά 200 μυθιστορήματα: «ελαφρά», «συναισθη­
ματικά », « περιπετειώδη ». Αυτά τά λαϊκά ρομάντσα τοϋ αποφέ­
ρουν πολλά χρήματα. Μετακομίζουν με την Τίγκυ σ'ενα πολυτε­
λέστατο διαμέρισμα της Πλάς ντε Βόζ• έχουν μαγείρισσα (τήν
Μπούλ, ή οποία θά τους ακολουθήσει σε όλες τους τις περιπλα­
νήσεις ), σωφέρ, γραμματέα. Συναναστρέφεται ζωγράφους όπως
ό Μωρις Βλαμένκ και ό Πικάσσο, συγγραφείς και ποιητές όπως

ό Αντρέ Ζίντ, ό Μάξ Ζακόμπ, ή Κολέτ. Έπί δύο χρόνια έχει
ερωτικό δεσμό μέ τη διάσημη χορεύτρια Ζοζεφίν Μπεκέρ, τον
όποιο ή Τίγκυ φαίνεται νά αγνοεί.
Το 1927, ό μεγιστάνας τοϋ Τύπου Ευγένιος Μέρλ τοϋ προτεί­
νει έναντι αδρότατης αμοιβής νά μείνει κλεισμένος επτά εικοσι­
τετράωρα μέσα σ'εναν γυάλινο κλωβό και νά γράψει ένα μυθι­
στόρημα υπό τά βλέμματα τών περαστικών. Ό Σιμενόν δέχεται.
Το εγχείρημα δεν πραγματοποιείται γιά λόγους πού παραμένουν
άγνωστοι' το στοίχημα Ομως τροφοδοτεί το θρύλο τοϋ Σιμενόν
και ό Τύπος μιλά πολύ καιρό γιά τό θέμα αυτό.
Το 1928 αγοράζει Ινα ποταμόπλοιο, και μαζί μέ τήν Τίγκυ,
τη μαγείρισσα και τό σκύλο τους έπί εξι μήνες άναπλέει δλους
τους ποταμούς και τά κανάλια της Γαλλίας. Καθ'δλο αυτό τό
διάστημα δεν σταματά στιγμή νά γράφει. Αργότερα παίρνει δί­
πλωμα κυβερνήτη, αγοράζει ενα μεγάλο κότερο, τον ((Όστρογότθο », και μέ τήν Τίγκυ, τη μαγείρισσα και τό σκύλο βάζει
πλώρη γιά τή Βόρεια Θάλασσα. Αργότερα ό Σιμενόν συνήθιζε νά
λέει δτι ό επιθεωρητής Μαιγκρέ γεννήθηκε σ' ένα λιμάνι της 'Ολ­
λανδίας, τό Ντέλφζεϊλ, δπου είχαν σταματήσει γιά νά καλαφατιστεΐ τό σκάφος.
Τέλη τοϋ 1930 ό Σιμενόν έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα
μέ ήρωα τον επιθεωρητή Μαιγκρέ, ό εκδοτικός οΐκος Φαγιάρ
όμως εξακολουθεί νά τοϋ ζήτα λαϊκά ρομάντσα σάν εκείνα πού
έγραφε μέ τό ψευδώνυμο Ζώρζ Σίμ. Τον Φεβρουάριο τοϋ 1931 ό
Σιμενόν καταφέρνει νά λανσάρει και νά επιβάλει τον επιθεωρητή
Μαιγκρέ, διοργανώνοντας σ'ένα καμπαρέ τοϋ Μονπαρνάς τον
περίφημο « Ανθρωποκεντρικό Χορό ». Παρευρέθηκε δλο τό κο­
σμικό Παρίσι' οί καλεσμένοι έπρεπε υποχρεωτικά νά είναι με­
ταμφιεσμένοι σε γκάνγκστερ και σέ γυναίκες ελαφρών ηθών.
Μέσα σέ μία εβδομάδα οί 'Εκδόσεις Φαγιάρ εξασφαλίζουν τήν
επιτυχία της νέας σειράς και ό Σιμενόν εγκαταλείπει γιά πάντα
τά ψευδώνυμα.

2 Ι6

217

σης. To 1919 προσλαμβάνεται ώς βοηθός συντάκτης στην άκρως
συντηρητική και φιλοκληρική εφημερίδα Gazette de Liege. Μα­
θαίνει γραφομηχανή, τρέχει άπό τα αστυνομικά τμήματα στά νο­
σοκομεία και άπό τά δικαστήρια σε κηδείες επωνύμων. Εργάζε­
ται έκεΐ τέσσερα χρόνια και συγκεντρώνει υλικό πού αργότερα το
χρησιμοποιεί στά μυθιστορήματα του.
Το 1921 αρραβωνιάζεται τη Ρεζίν Ρενσόν, πού τη γνώρισε
σ'εναν κύκλο περιθωριακών καλλιτεχνών. Στο τέλος της ίδιας
χρονιάς πεθαίνει ό πατέρας του και ό Σιμενόν καλείται νά εκπλη­
ρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Τελειώνοντας τη θη­
τεία του επιστρέφει στη Λιέγη, δπου αισθάνεται το περιβάλλον
ασφυκτικό. Τον Δεκέμβριο τοϋ 1922 φεύγει και εγκαθίσταται
στο Παρίσι.
Προσλαμβάνεται ώς γραμματέας τοϋ συγγραφέα ΜπινέΒαλμέρ, άλλα στην πραγματικότητα κάνει το παιδί για όλες τις
δουλειές. Συναναστρέφεται μποέμ καλλιτέχνες πού ζουν στη
Μονμάρτρη. Το 1923 επιστρέφει στή Λιέγη και παντρεύεται τη
Ρεζίν (την Τίγκυ, όπως την έλεγε χαϊδευτικά). Επιστρέφουν
μαζί στο Παρίσι και ή ζωή του αλλάζει ριζικά, γιατί ή Τίγκυ τον
προφυλάσσει άπό τις καταχρήσεις.
Εργάζεται ώς γραμματέας τοϋ μαρκησίου Ντε Τρασύ και
σιγά σιγά αρχίζει νά αρθρογραφεί. Δημοσιεύονται σε περιοδικά
νουβέλες του με διάφορα ψευδώνυμα, με επικρατέστερο το

« Ζώρζ Σίμ ».

Εγκαθίσταται σε μια έπαυλη κοντά στή Λά Ροσέλ άλλα
υστέρα άπό λίγο ή ησυχία αρχίζει να τον κουράζει και φεύγει για
ενα ταξίδι στην Αίγυπτο. 'Ακολούθως διασχίζει όλη την αφρικα­
νική ήπειρο, άπό τήν Ανατολή στή Δύση. Ή Αφρική και το ταξί­
δι της επιστροφής με πλοίο αποτέλεσαν έμπνευση πολλών εξω­
τικών μυθιστορημάτων και άρθρων πού δημοσιεύτηκαν στο πε­
ριοδικό Voila. Μετά τήν επιστροφή του αρθρογραφεί και ταξιδεύ­
ει άνά τήν Ευρώπη. Οί αναλύσεις του ωστόσο για τή Γερμανία
και το ναζιστικό καθεστώς είναι αρκετά αμφιλεγόμενες και ή δι­
εύθυνση του περιοδικού αναγκάζεται νά τΙς λογοκρίνει. Πηγαίνει
στην Τουρκία, οπού και παίρνει συνέντευξη άπό τον Τρότσκυ,
εξόριστο τότε στην Πρίγκηπο.
Το 1934 ό Σιμενόν αποφασίζει νά σταματήσει τά μυθιστορή­
ματα μέ τον επιθεωρητή Μαιγκρέ και νά διακόψει τή συνεργασία
του μέ τις Εκδόσεις Φαγιάρ. Υπογράφει συμβόλαιο μέ τον εκδο­
τικό οίκο Γκαλλιμάρ. Είναι πλέον επιτυχημένος συγγραφέας•
μοιράζει το χρόνο του μεταξύ τοϋ διαμερίσματος στο Παρίσι και
της έ'παυλης στή Λά Ροσέλ.
Το 1939 γεννιέται ό γιος του ό Μάρκ. Αρχίζει ό Δεύτερος
Παγκόσμιος πόλεμος. Ό Σιμενόν απομονώνεται στην έ'παυλή
του' εξακολουθεί νά γράφει και νά δημοσιεύει άρθρα και προσπα­
θεί νά μείνει ουδέτερος. Μετά τήν απελευθέρωση κατηγορείται
ότι αρθρογραφούσε σε εφημερίδες πού συνεργάστηκαν μέ τον κα­
τακτητή και ότι πούλησε τά δικαιώματα της σειράς τοϋ επιθεω­
ρητή Μαιγκρέ στην κινηματογραφική εταιρεία Κοντινένταλ, ή
οποία συνδεόταν μέ Γερμανούς παραγωγούς. Το 1945, όταν ολο­
κληρώνεται ή διαδικασία δίωξης τών δωσίλογων, ό Σιμενόν δεν
έχει στο νοϋ του τίποτε άλλο πάρεξ νά εγκαταλείψει τή Γαλλία.
Διακόπτει το συμβόλαιο του μέ τον Γκαλλιμάρ• οί σχέσεις τους
άλλωστε είχαν ψυχρανθεΐ ήδη άπό τήν εποχή της Κατοχής. Υπο­
γράφει συμβόλαιο μέ τον νεοσύστατο εκδοτικό οίκο Πρές ντέ λά

Σιτέ.
[ 218 ]

Τον 'Οκτώβριο τοϋ 1945 εγκαθίσταται οικογενειακώς σ ένα
χωριό τοϋ Κεμπέκ, στον Καναδά. Ή Ντενίζ Κιμέ προσλαμβά­
νεται ώς γραμματέας και σύντομα γίνεται ερωμένη του. Αρχίζει
μιά περιπλάνηση γιά τήν οικογένεια Σιμενόν, πού συνοδεύεται
πάντα άπό τή μαγείρισσα και τήν Ντενίζ Κιμέ, άνά τις Ηνωμέ­
νες Πολιτείες. Τό 1949 εγκαθίσταται στην Αριζόνα και ξαναρχί­
ζει νά γράφει μυθιστορήματα μέ ήρωα τον επιθεωρητή Μαιγκρέ,
όπως και τό Ό Μαιγκρέ στη Νέα Υόρκη. Τά μυθιστορήματα του
μεταφράζονται και εκδίδονται άνά τον κόσμο και γνωρίζουν τε­
ράστια επιτυχία. Ή Ντενίζ Κιμέ μένει έγκυος και ό Σιμενόν
άποκτα τον δεύτερο γιό του, τον Τζών, τό 1949. Ή Τίγκυ συγκατατίθεται τελικά νά χωρίσουν τό διαζύγιο τους εκδίδεται στον
Ρήνο τό 1950. Ωστόσο όταν ό Σιμενόν μέ τήν Ντενίζ, τον Τζών
και τή μαγείρισσα μετακομίζουν στή Λέηκβιλ τοϋ Κονέτικατ,
επιμένει νά μετακομίσουν ή Τίγκυ μέ τον Μάρκ και νά έγκατασταθοΰν στο διπλανό χωριό.
Τό 1952 αποφασίζει νά κάνει ενα ταξίδι στην Ευρώπη. Παν­
τού γίνεται δεκτός μέ μεγάλες τιμές. Πηγαίνει στή Λιέγη και
επισκέπτεται τή μητέρα του, ή οποία ποτέ δεν επιδοκίμασε τή
διαγωγή τοϋ πρωτότοκου γιου της.
Τό 1953 γεννιέται ή κόρη του Μαρί-Ζό. Τό 1955 αποφασίζει
νά επιστρέψει οριστικά στην Ευρώπη. 'Εγκαθίσταται στο Μουζέν, στον Νότο τής Γαλλίας. 'Εξακολουθεί νά γράφει αλλά αντιμε­
τωπίζει σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού, όπως επίσης και ή Ντε­
νίζ, συχνά γίνεται βίαιος, ή δε Ντενίζ φτάνει στο σημείο νά τού
προμηθεύει γυναίκες. "Ύστερα άπό δύο χρόνια αποφασίζει να
εγκαταλείψει οριστικά τή Γαλλία και εγκαθίσταται στην 'Ελβε­
τία, στον πύργο Ντ' Έσαντέν, εξω άπό τή Λωζάννη. Γράφει πολ­
λά μυθιστορήματα και πολλούς « Μαιγκρέ », πού έχουν πάντα δι­
πλάσιες και τριπλάσιες πωλήσεις σέ σχέση μέ τά άλλα. Τό 1960
ή Ντενίζ γέννα τον Πιέρ, τόν τρίτο γιό τοϋ Σιμενόν. Οί σχέσεις
ωστόσο τοϋ ζεύγους δλο και χειροτερεύουν και επιπλέον ό Σι-

μενόν αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Μετακομίζει
για άλλη μια φορά, στις όχθες της λίμνης Λεμάν, στη Γενεύη, σε
μια αχανή έπαυλη πού διαθέτει πλήρως εξοπλισμένο νοσοκομείο.
Ή μετακόμιση δεν λύνει τά προβλήματα του ζεύγους. Ή Ντενίζ
μπαινοβγαίνει δλο και πιο συχνά σε ψυχιατρικές κλινικές και το
1964 εγκαταλείπει οριστικά τήν έπαυλη. Μια νέα γυναίκα, ή Τε­
ρέζ, πρώην οικονόμος του, θά γίνει ή σύντροφος του μέχρι το τέλος.
Το 1969 ό Σιμενόν πηγαίνει στη Λιέγη νά δει τη μητέρα του,
με την οποία οι σχέσεις του εΐναι πάντα πολύ τεταμένες. Ή μη­
τέρα του πεθαίνει το 1970.
Στις αρχές του 1972 γράφει τον τελευταίο « Μαιγκρέ » και
αποφασίζει δτι θά εΐναι το τελευταίο του μυθιστόρημα. Τήν ίδια
χρονιά αφήνει τήν έπαυλη και μετακομίζει μέ τήν Τερέζ αρχικά
σ' ενα διαμέρισμα και κατόπιν σε μιά μονοκατοικία στή Λωζάννη.
Το 1978 πληροφορείται από τον Μάρκ τήν αυτοκτονία της
Μαρι-Ζό. Ή Ντενίζ του επιρρίπτει ευθύνη γιά τό θάνατο της,
κατηγορώντας τον δτι υπήρξε αυταρχικός και βάναυσος πατέρας.
Προσπαθώντας νά δικαιωθεί στά μάτια των αναγνωστών του, ό
Σιμενόν γράφει τό Je me souviens ou Quand j'etais vieux, τό τε­
λευταίο του βιβλίο, πού κυκλοφόρησε τό 1981.
Τό 1984 χειρουργείται γιά δγκο στον εγκέφαλο. Τό 1987
αρχίζει ή παράλυση των άκρων. Πεθαίνει τή νύχτα της 3ης Σε­
πτεμβρίου 1989. Όπως ζήτησε ό ίδιος στή διαθήκη του, οι τρεις
γιοί του πληροφορήθηκαν τό θάνατο του άπό τις εφημερίδες. -

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ TOY GEORGES SIMENON « Ο ΓΑΤΟΣ»,
ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΓΥΡΟΣ ΜΑΚΑΡΩΦ, ΣΤΟΙΧΕΙΟ
ΘΕΤΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ «ΦΑ
ΣΜΑ » ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΕΝΗ. ΟΙ ΤΥΠΟΓΡΑ
ΦΙΚΕΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΜΠΟΥ
ΜΠΟΥΡΑ. ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΜΟΝΤΑΖ ΚΑΙ Η ΕΚ
ΤΥΠΩΣΗ ΕΓΙΝΑΝ ΣΤΟ ΛΙΘΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΔΙΟ
ΝΥΣΗ ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕ ΧΑΡΤΙ

PALATINA

100 ΓΡΑΜΜΑΡΙΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΔΕ
ΘΗΚΕ ΣΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ
ΠΑΝΤΕΛΗ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕ 2.000 ΑΝΤΙΤΥΠΑ
ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ ΤΟΥ 2010 ΠΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΑΓΡΑ. ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΕ ΚΑΙ
ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ Α. ΠΕΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

'Αριθμός έκδοσης
995