Το Χιακόν λεξιλόγιον

Στα πλαίσια της Διαθεματικής Προσέγγισης της Διδασκαλίας του μαθήματος
της Γλώσσας αλλά και της διατήρησης στοιχείων της τοπικής διαλέκτου, σας
παρουσιάζουμε το Χιακό Λεξιλόγιο:














(Β)ουλήματα: προφέρεται άνευ του αρχικού β. «Ουλήματα ‘ναι» εννοούσιν
ότι ο ήλιος πλησιάζει να δύσει.
(Ε)ματώ: βρίσκω τον στόχο, χτυπώ τον στόχο(με όπλο, με πέτρα
κ.τ.λ.).φρ. «Ε μ’ εμάτησες».
Αγαλώ: περιμένω. Συγγενεύει η λέξις αυτή μετά του συνήθους
επιρρήματος, αγάλια αγάλια.
Αγγειάρα: μέγας πίθος ή αγγείον μετά του επιτακτικού άρα. Εν τοιούτοις
αγγείοις φυλάττουσιν οι χωρικοί έλαιον, οίνον κτλ.
Άγναφος: επ’ ανθρώπων και ζώων μη ειθισμένων εις κόπον. Η λέξις είναι
εκ μεταφοράς των εν βυρσοδεψείω δερμάτων, των μη εισέτι
στερεοποιηθέντων, και επομένως ακαταλλήλων εις εργασίαν. Την αυτήν
σχεδόν σημασίαν έχει καο το αγύμναστος.
Αζήγρι και συνηθέστερο αζήγρια τα: λεπτά, ξερά χόρτα, που
παραμένουν στο χωράφι μετά τον θερισμό και είναι περιττά και ενοχλητικά.
Αθεώρατα: υπερμεγέθη. Εν Χίω, αθεώρατα καλούνται πάντα τα πανύψηλα
και υπερμεγέθη κτίρια.
Ακαμάτεμα: ώρα αναπαύσεως κυρίως μετά μεσημβρίαν. Πολλάκις, η ώρα
αναπαύσεως των εργατών εν ημέρα εργασίμω. Εκ του ρήματος
ακαματεύω, είμαι οκνός.
Ακαμάτης: τεμπέλης.
Ακανεί: φθάνει, έρχεται. Τούτο κατά τον Κοραήν εχυδαϊσθη από το ρήμα
ικανέω, το οποίον και ικανεύω λέγεται.
Αλάτσερος: ολόκληρος, ακέραιος, πολύ μεγάλος.
Αμάδα: Λεπτή πλατιά πέτρα (εν. μία αμά).
Αμάδιν: ομαδόν και ομαδήν, όλοι ομού δια μιας.
Αναβρακάτος: τολμηρός, αυθάδης, ανδρείος. Η λέξη παράγεται από του
άνω και βρακία.
Αναγκαίο: καμπινές.
Ανάνταλλος: άσχημος, ακανόνιστος, ακαλλώπιστος. Νομίζω ότι
συγγενεύει μετά της συνήθους φράσεως αλλ’ αντ’ άλλων.
Αναπινάδα: καλούσι την μαστίχη, η οποία βρεχομένη μιγνύεται μετά του
χώματος και δυσκόλως καθαρίζεται.

προαγγέλλει σφοδρόν άνεμον. Βερβελίζω: κουράζομαι. Αποβολιάρικον: ούτω καλείται η μαστίχη η ατάκτως συλλεγομένη. βραχνάς. Ατζακάς: ο αγγειοπλάστης. Βήσαλον: Εν τοις βορείοις χωρίοις της Χίου. Εικάζω ότι είναι σύνθετον από την προθ. Αυτός έχει βλάμα στο κεφάλι. Αποσήδι(ν): ελαφρά υπολείμματα που βγαίνουν στην επιφάνεια όταν κοσκινίζουν σιτηρά. «η δουλειά ήταν λίη τσαι τελειώσαμεν απωρού» Αρτάνα: τόπος όπου φυτεύουν άνθη και εύοσμα φυτά. Αποκουρίδια: Φρύγανα. Τα δίνουν στα ζώα για τροφή. Απωρού: Επιρρ.(τα ‘παιξα). καλούνται οτέ μεν ασλάνια οτέ δε ασελάνια. Πολλάκις ούτω καλούσι πάσαν ωραίαν εξοχικήν θέσιν. Φρ. το γνωστό παρασιτικό έντομο. κλαδιά. κοινότερον κουρεύματα. Ασκέρι: πολύς κόσμος μαζεμένος χρησιμοποιείται και ο πληθ. Ανήψητος: αυτός που δεν έχει μάθει να κάνει κάτι. φαινομένην ενίοτε περί την δύσιν αυτού. Βεγγέρα: το ξενύχτι. που προκαλεί ζωηρή δυσφορία στον ύπνο. Βένιας: Λωλός. όσο και σε δέντρο στην εξοχή και στο σκαρβέλι του σαμαριού κατά τη μεταφορά του . Αποζούρι: μικροκαμωμένο. Ατσίβικας: το τσιβίκι. . αποκόμματα. Από πολλούς θεωρείται πρόσωπο. Βεζούντα: κατσαρόλα. Τα βερβέλισα.ασκέρια. Άξαμος: μέτρο για τα παπούτσια. τόσο μέσα στο σπίτι. Ορθή γραφή. από την οποία κρεμάζεται ο τουρβάς κυρίως. πχ. από και κουρίδια. Βίτσα: λεπτή βέργα. και αι τιμαί των πωλουμένων και αγοραζομένων κτημάτων. Το σημείον τούτο κατά τους εν Χίω γεωργούς. τας πλίνθους και τα τοιαύτα. βήσαλα καλούσι τα κεράμια. Βλαττί: παιδική αρρώστια.• • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • Ανεμόχαλον: καλούσιν την περί τον ήλιον στεφάνην. που δεν αντέχει τη δουλειά. Άτσαλος εν Χίω καλείται ο ρυπαρός και ακάθαρτος. γνωστή ως ιλαρά. ήτοι το μικρόκοκκον μετά του μεγαλοκόκκου. Αφάκι: καλούσιν την συνοικία. Άτσαλος: Σιτάρι ήτοι σίτος ακάθαρτος μετά χώματος και λιθαρίων μεμιγμένος. κακός δαίμονας. που εκδηλώνεται με εξανθήματα και κόκκινες κηλίδες. ένθα κατοικούσιν οι πλουσιώτεροι και επισημότεροι πολίται.Πχ. Βαστάι(ν): λεπτή υφασμάτινη ταινία.Βλάψιμο) π. Το τσιμπούρι. ατροφικό.χ. Βαρυχνάς: νυχτερινός εφιάλτης. Βλάμα: χαζομάρα (συν. Είμαι εδώ με το ασκέρι μου. Ασλάνια: εν τοις καταστοίχης της Βολισσού τα μνημονευόμενα προικώα χρήματα. αρσλάνια. πριν να βραδιάσει.

άρα έχω κακή ψυχική κατασταση. Γωνά-Εδωνά: εδώ. Γλυγούδια: τα παρ’ ημίν συνήθως καλούμενα γλυγούδια εκαλούντο νώγαλα και νωγαλεύματα. κλαδιά και ξύλα. Δονά: εδώ. Φρ. το οποίο βάζουν στο στόμα των βοδιών όταν αλωνίζουν ή των φορτηγών ζώων όταν μεταφέρουν στάχυα. Λέγουσι και «έτσι του ‘δόξε». οι βουρβουλάτσοι. κάτοπτρα και γυναικών κοσμήματα. ηδύσματα. ‘ητοι όταν θελήσω. Διπούζα: μικρο σχοινί. έτσι του εφάνη.λ. Γλυτσάρης: ο συνήθως ευέξαπτος. Φρ. είναι η λέξις εδωνά. «όταν μου διόξει». αλλά τα τιμαλφή οικιακά πράγματα. γαυρίασμα του ηλίου. ήτοι κοχλιάρια και πινακίδια αργυρά και επίχρυσα. Βουρβούλακας: βρικόλακας. ελεύθερο και να μην απομακρυνθεί πολύ. Διώμα(ν): περηφάνεια. Υποκορ. Παρά τοις χωρικοίς της Χίου. Γιάντα(ερωτηματική λέξη): γιατί.λ. Βουτσουβιά: κάλαθος οικιακός εντός του οποίου θέτουσιν αι οικοδέσποιναι. Η λέξις αύτη κοινή εν τω χωρίω των Ολύμπων και σημαίνουσα το εδώ. Διαλιστήρα: η χτένα. με το οποίο δένουν δύο ομόπλευρα πόδια ζώου(αίγας. μετοχή του ρήματος βρουχίζομαι. Γιουρούκης: αυτός που δεν συμβιβάζεται. που διατηρεί στην κατοχή και την δικαιοδοσία του για συντήρηση ή γενικότερα. εγωισμός. λαυρίζει. «Είντα σου κάμα(μ)ε. Μια γούλα που έχει.γουλαρμιστός )πχ. Γαυρίζει: καίει.π. εριστικός. Γούλα: η όρεξη(επιθ. όταν αποφασίσω. εξασφάλιση του ο ηλικιωμένος άνθρωπος αφότου μοιράσει στα παιδιά του την περιουσία του.) με πιάσαν.• • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • Βόστομα: κατασκεύασμα όμοιο με μικρό τσουκάλι ή μεγάλο πήλινο κύπελλο γιαουρτιού. Γιάντα α φύεις. Γεροντοβόσκι: μικρό τμήμα της περιουσίας του. μας. μουλαριού. συνήθης εν όλη τη Χίω. Γλυτσά: μόνο στον πληθυντικό και στη φράση: τα γλυτσά μου(σου. Βρουχισμένος: παραπονεμένος. δενδρύλλια. Διόξει: φρ. Δεκατίζω: μουντζώνω. για να εμποδίζονται να τρώνε τα στάχυα και το περιεχόμενο σε αυτά σιτάρι. . Η σημερινή εν Χίω σημασία του ρήματος τούτου πιθανόν προέρχεται εκ της υπερβολικής καύσεως του ηλίου .) ώστε να μπορούν να το αφήσουν λυτό. τσατσάρα.τ. ποικίλα φιλεύματα δια τα τέκνα. Πληθ. κ. γλυγούδια καλούνται ουχί τα νωγαλεύματα. Διφούρκι: εργαλείο σιδηρούν κατά του οποίου ρίπτουσιν εις την κάμινον της ασβέστου. του. ποδοπέδη.ήτοι έπαρσις. Γαβάθα: η πήλινη βαθιά λεκάνη. φάντασμα. ευερέθιστος.» Γιαπράι(ν): το ντολμαδάκι. ευέξαπτη διάθεση. σας κ. πέδικλο. Δενδρούλλια: δέντρα. «Αφ’ το δίωμα της εν μιλεί καενού».

Τα σπίθκια μας ετζίζουνε». Οι σχίνοι κεντούνται από μεσούντος Ιουλίου μέχρι Σεπτεμβρίου. κλέβω μικροαντικείμενα ή μικρήν ποσότητα προϊόντων. Εωνά: εδώ. Εδέτσι. Ζοχάδα: θυμός. «τις αποκριές α’ χο(μ)εν τρείς ζύες μες΄στο λιβάδιν». Η αλαβέτα: ο ανελκυστήρας. φοβούμενοι μη τελείως μαρανθώσι. μπορώ.»Εγόρασα έναν χωράφι δυο ζευγιές». Η κόξα: η μέση. Δρύμματα: Ελλ. Ζευγ(κ)ιά: έκταση γης.καθιστώ (προσωρινά) ανάπηρον. Το ίδιο μου κάνει. αδιαφορώ. εξήταζε. Ζύα: ομάδα οργανοπαιχτών. αδύναμον. 2. τον συνήντησα. «Μη μ’ατζίζεις. Δύναμαι. εφάπτομαι με κάοιον ή με κάτι. τον είδον. Εξεκεράπισε η καρδιά μου:ήτοι απέσπασέ τι εκ καρδίας μου. ευπείθεια εις τους νόμους. σημασία ομοία του υδροχοεί. δέρνω πάρα πολύ 2. Αρχ. Ενετζέλευγε: εζήτει τι. διότι οι συντυγχάνοντες πολλάκις λαλούσι προς αλλήλους. σ’ αυτό το μέρος. Εξεστελλιώθηκα: εσάστησα.Προφέρεται ενίοτε και εντζέλουε. τον απήντησα. ηπόρησα. Η λόπαση: λιποθυμία από τη ζέστη. «Εδέτσι μαθαίνουν γράμματα. Ετζίζω και (σπάνια) Ατζίζω: 1. «Έμπανα βρέξει.. η ραχοκοκαλιά. Εέτσι και Εεδέτσι: έτσι ακριβώς. Η λαζέτα: κανονικό. Εσύντύχα τον: Εκ του ρήματος συντυγχάνω. Έμπανα: η λέξη αυτή μαρτυρεί αδιαφορίαν: ας γίνει . ησυχία. Η γούρνα: ο νεροχύτης. Δροστατεί: ορθ. Εμβασά. Η κούφα: το κοφίνι. Φρ.Ύδωρ εκχυνόμενον εκ του τοίχου ή εξ’ άλλου μέρους. δεν με ενδιαφέρει. Δύνομαι: έχω δυνάμεις.εμπασά: το δικαίωμα του χωρικού να εισέρχεται εις το χωράφι του δια ξένου κτήματος. Εικάζω ότι η λέξις αύτη είναι Ελληνική ευταξία. καλή τάξις. Ενίοτε τον ελάλησα. όταν σε πρωτοείδα. Η κόρδα : δοκάρι στη μέση του σπιτιού. . σημαίνουσα τας έξ πρώτας ημέρας του Αυγούστου.• • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • Δρα(γ)άτης: ο αγροφύλακας. Φρ. Σημειώνω την λέξιν τάυτην γνωστήν παρ’ ημίν. προξενώ οξύ πόνο. εδωδά. όση κανονικά οργώνεται σε μια μέρα. δρύπτω. Ευτασά: τάξις. Η ζουλαγριά: η ζηλιάρα. εφοβήθην. αλλά δεν κεντώσι τους σχίνους. Φρ.». Φρ. Ζαβλακώνω και Ζεβλακώνω: 1. ίνα προσθέσω ότι όχι μόνον δεν πλύνουσι τα φορέματα έν Χίω τας ημέρας ταύτας. Υδροστατεί.Κελαρώνω είναι ρήμα εκ του κελαρίου. ίσιο μαχαίρι.».

πάντοτε μαύρο. ντουλάπι δίχως πόρτα μέσα στον τοίχο.μοιρώνω). γυναικείο ένδυμα. Το φορούν οι γυναίκες που πενθούν. Η προστέλα: η ποδιά. Τις λένε και θρουπολιές στο πυργί. ώστε να καταλήγουν σε κυκλικό άνοιγμα αρκετά μικρότερο από πιάτο.Ούτω καλούνται τα καλλιεργούμενα χωράφια και τα καρποφόρα δένδρα. Χρειάζεται για να βάζουν σε αυτό φρέσκο τυρί. Λέγεται και καλαθούνια. Η πιάτσα: η πλατεία στην Καλαμωτή. Θεριά: θυρίδα. Κακνί: μεταφορικά. Καμιζόριν είχε και ηανδρική Πυργούσικη φορεσιά.• • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • Η ματζαούρα: εκεί που τρώνε τα ζώα(συνήθως η φάτνη). ώστε να στεγνώνει το περιεχόμενο χωρίς να κινδυνεύει να το επισκεφτούν μύγιες ή άλλα ανεπιθύμητα όντα. κυρίως καπνά αλλα και λάχανα. Κανεύω: στοχέυω (συν. Οι θρούπες δεν είναι λείες. ξύλο μακρόστενο και πλατύ που στα δ’υο του άκρα έχει κρίκους. Καλαθαριά: καλαμένιο σκέυος. Η μπούφα: η βρώμα. Θρούπα: ελιά( καρπός). Καμμύζω ή Καμμύω: κλείνω άθελα και ασυναίσθητα κατά διαστήματα το ένα από τα δύο μάτια. ο αδύνατος πχ. . το ίδιο πάντοτε. ιδιότυπο καλάθι. Η μπουσουλέτα: ο κουμπαράς. συνήθως ευρισκόμενη μετά της χέρσα . Κάγκαβο: η σιδερένια στρόφιγγα. που ωρίμασε πάνω στο δέντρο και έπεσε ώριμος στο έδαφος. Η πατάσα: η πλατεία στο πυργί. μασκαράς. να το κρεμάζουν σε ευάερο σημείο. Κακοσορτιές: οι αναποδιές. χωρίς να είναι ανάγκη να παραμείνουν σε άλμη ή σε ξύδι επί κάποιο χρονικό διάστημα. Καρκαλούσα: ανεξαρτήτως φύλου μεταμφιεσμένος την περίοδο της Αποκριάς. ντοματιές . Θράψα: γεωργικό εργαλείο. είναι πολύ εύγεστες και έτοιμες για φάγωμα. Η μεγιαούρα: το φάντασμα. με κυκλική βάση και πλάγια συγκλίνοντα. σπάνια γυναίκες. Ίντα και είντα: τι? Κατά τον Κοραήν το είντα εγεννήθη από το «τι εν το» ή «τι εν τα». Αδύνατος σαν κακνί. Η σίκλα: ο κουβάς. στην οποία στηρίζονται οι πόρτες και τα παράθυρα. με το οποίο φυτέυουν διάφορα μικρά φυτά. Συνήθως ήταν άντρες. Καμιζόρι(ν): μικρό. Κάκαρο(ν): το πετρώδες και άγονο πλαγιοχώραφο. που χρησιμεύουν για να τη συνδέουν με σκοινί με τον ζυγό σε μικρή απόσταση από τα οπίσθια των βοδιών. πιπεριές και κηπουρικά γενικώς. Ήμερα: Λέξις αγροτική. Ινταντούο: τι είναι αυτό. που καλύπτει μόνον τον αυχένα και τα δύο χέρια. Καζίτσι: μικρό γεωργικό εργαλείο.

. αγόρι που προσελήφθηκε ως υπηρέτης για να εκτελεί εύκολες γεωργικές εργασίες. ήτοι μέγα άρτου κομμάτιον.-τα καρναβάλια). δειλιάζω. όταν έχτιζαν κατοικία. αλλά και την ταραχήν προερχομένην από γέλωτα υπερβολικόν. Κόμπωμα: διάφορα είδη φαγητών. αρλούμπα. βρέξιμο ως το κόκαλο. Καρόνω: Ελλ. παραιτώ. Ελλ. όχι φυσιολογικά ή από ασθένεια Κάτα: η γάτα. σύνολο ρούχων τοποθετημένων με περισσότερην ή λιγότερην τάξη το ένα πάνω στο άλλο και προρριζομένων για μεταφορά προς πλύση ή πλυμένων και καθαρών και προοριζομένων για σιδέρωμα. πάχους δύο περίπου ιντσών. επιφέρω κάρον (σκότοσιν καρηβαρίαν). εντός των οποίων εισήρχετο ο πάσχων. ως πάντα άνθρωπον εν καταχνία ευρισκόμενον. Τουρ. Καταχνιάρης. κυλινδρική. με το οποίο κοπανίζουν τα ρούχα σε κάποιο στάδιο του πλυσίματος. «Έχομεν λίγο κόμπωμα να φάμενε. Από το κάτης(γάτος). ζαλίζω. την τοποθετούσαν στο μέσο και κάθετα προς δύο . Καρύκι: μακρύ ξύλον των αλιέων. Κιλίμ. υποκορ.». παιδί. Καυτσί(ν): μούσκεμα. θεραπεύεται δια της εντριβής χονδρών τρίχινων υφασμάτων κυρίως μαλλίνων σάκκων . Καρώνω: 1. Καταλιμπάνω: Η λέξις αύτη η Ελληνικώτατη παρέμεινεν εν Χίω άνευ της ελαχίστης αλλοιώσεως. που. ζόφος.καρόω. αχλύς. Η Χιακή λέξη αύτη σημαίνει όχι μόνον την κάρωσιν εκ ψύχους. διαβροχή. «Του έδωκε ένα καρτέρι ψωμί». Καταχνιάζεται εκ του καταχνιά σημαίνει τον σκοτιζόμενον. Κατήνα: η τρύπα από την οποία βάζουμε το κλειδί στην κλειδαριά. φοβούμαι πολύ. Φρ.»Εν προσέχεις τσαι μ’ έκαμες κατσίν». Καρτέρι: εκ του ιταλικού quartiere. δια του οποίου αλιεύουσι μικρά ιχθύδια. ομίχλη. Κόρδα:1. Κίλικας: χονδρόν τρίχινο ύφασμα. Όθεντο Χιακόν καρτέρι. Κοπανίδα: ξύλινο αντικείμενο. καταλείπω. Κοραχανία: σαχλαμάρα. Εισέτοι εν πολλαίς μέρεσι της Χίου και άλλαις χώραις. το καταμίτωμα).• • • • • • • • • • • • • • • • • • • Καρκαλούσης:ο καρνάβαλος(οι καρκαλούσοι. Καρπισερά :χωράφια και δένδρα πολλούς καρπούς παράγοντα. Επί της άρκας δένουσι δίκτυον. καρίδας και τα όμοια. Φρ. Σαν βρεγμένη γάτα. η νόσος καλουμένη κίλικας το πάλαι κνιδή. το καλούμενον εν τίσι μέρεσι της Χίου κιλίμιον. σιδερένια βέργα.2. τείνω προς ύπνον. και του quarto τεταρτον. κατσί>γατί. ζοφερός. Καταχνιάζομαι: νυστάζω. ζοφώδης. Καταχνιά. Καταλιμπάνω. αφήνω. και ακολούθως δώρο γενναίον. ανοησία. Κατουμάδα: μπόγος. κόμμα μέγα. Πιθανόν εκ του καρπίζω. ήτοι το τέταρτον. Κοπέλι: άτομο μικρής ηλικίας. Καταμιτώνω: κουτσομπολέυω( ουσ. Quartiere εκαλείτο ο τρίμηνος μισθός. πεθαίνω από το κρύο κυρίως ή από άλλες κακουχίες. Περίεργος είναι η σημασία της λέξεως ταύτης.

ένθα καλλιεργούνται τα εσπεροειδή δένδρα. Λιμπάς: σχοινίον εκ χόρτων. Λάμπος: τα καθαρά ρέοντα ή λιμνάζοντα ύδατα. Λιμασμένος: πεινασμένος. Λυμπίζομαι: μου αρέσει. Μανίζω. Κούρταλο: ξερό πχ.• • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • παράλληλους τοίχου. το πρόσωπο σου. Μαργώνω: παγώνω πχ. Μανίζω: νευριάζω. Κοφεύγω: αποφεύγω να κάνω κάτι πχ. σπυρί μικρού καρπού 2. κυρίως εν τω κάμπω. Μελάγγη: μέλαινα γη. που ψήνεται στο τηγάνι και παρασκευάζεται με αλεύρι. εκ του ρήματος Λάμπω. φρ. ραντίζω. σε ύψος περί τα τρία μέτρα. Κουντουφλώ: σκοντάφτω. κτλ. κόκκος. Εκ της Ελλ. Κουκούμι(ν): μέρος υπήνεμο. νερό και λάδι. κουλέ. σπυρί. Κρουσουμιά: η λιποθυμία. δύο έως πέντε ετών. Κουτσουγιά: μεταφορικά το λίγο. εξάνθημα. κρατούν τους κάδους ή τοις σίκλας του μαγγανοπηγάδου. πύργος. το χαρούπι. Κουντουρίδι: ο καρπός της κουντουριδιάς. Κουντουριδια: το δένδρο που παράγει κουντουρίδια. το ξυλοκέρατο. πάντισε το. ραίνω. οργίζομαι. συνήθως για να κρεμάζουν διάφορα αντικείμενα και κυρίως ντοματάκια σε μάτσες ή άλλα φαγώσιμα τα οποία έπρεπε να αερίζονται. τρέχω. Κούλοθρο(ν): το μικρό παιδί. της χαρουπιάς. μάργωσαν τα χέρια μου. Κούκουδο(ν):1. εσχημάτισαν οι χίοι το ρήμα τούτο. Μεζάς: οικία εν τη οποία συνεδρίαζαν οι πάλαι δημογέροντες του νησιού. θυμώνω(ουσ. μάνισμα) Μαντατεύω: προδίδω. Κούφακας: ο βάτραχος. παράλληλος ετέρας άλλης καλουμένης Απλωταριά ή Απλωταρέα. Ελλ.μανία. φτηνό και θρεπτικό φαγητό. Κρεμός: ογκώδης λίθος. θαυμάζω κάτι. Λαντουρίζω-Λαντουρώ: Φρ. είτε διά φωνής είτε διά μάστιγος. «λάλε από δω» φύγε απ΄εδώ. Κούλα: λέξις τουρκική. κυρίως βρύων περιπλεγμένον.χορδή μουσικού οργάνου. Κουρκούτη: πρόχειρο. «λαντούρισε το». Τα ψωμιά κουρταλιάσανε. αλλού το λένε αλευριά. προσκρούει το πόδι μου σε ανωμαλία του δρόμου. .2. Μελάγγαιος και μελάγγειος. Μαχμουρλής: ο αγουροξυπνημένος. ήτοι παροτρύνω το υποζύγιον ίνα προοδεύση. Λαλώ: φεύγω. η ξυλοκερατιά. βρέξε το φόρεμα. Ελλ. Εντός της χώρας σώζεται οδός καλουμένη Εγκρεμός. που δεν το χτυπά ο άνεμος και επομένως λιγότερο ψυχρό. Να μην κοφεύγετε. του οποίου η γη είναι μέλαινα. Το ρήμα πιλαλώ και επιλαλώ είναι το ρήμα λαλώ μετά της προθέσεως επί.Μάνισμα: θυμώνω.

bajata. Ο μουζαλιάς: ο κακομοίρης Ο μουζεφίρης: ο ψεύτης. Mon sieur κτλ. Ο παρής: ο νονός. Μπούρμπουλας: πήλινο σταμνί με ένα χέρι. συνώνμον του λαπαρός. Ο ανεφακάς: το πρόστιμο. Εκ του ιταλ. εδώ έχομεν το Ελλ. Ο κούκος: ο σκούφος. Ξεθερμώ: πλένω τα πιάτα. ΠΜπρίλα είναι το νερό. σκώπτω. Εν Χίω συχνά λέγεται περί ανθρώπων εξερχομένων της ευθείας οδού. Ο αταγιάντιστος: αυτός που δεν υποφέρεται (ταγιαντώ. κτήμα. Μπαγιάρω: περιγελώ. Ο μακαράς: το καρούλι.• • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • Μισσές: ούτω καλούσι τον ιατρόν οι κατοικούντες την χώραν Καστρινοί. πανηγυρίζω την εορτήν του Βάκχου.κοινώς σημαίνει ύδωρ χυνόμενων έξω του υδραγωγείου ή των σωλήνων της κρήνης. Ο αποξετάρης: οαπέξω. Γαλλ. Μο(υ)χτερόν ή και μοχτερόν: ο χοίρος. σημαίνουσαν το κενόνω και ακολούθως μαλακύνω ή ισχαίνω. Ο φουκλάρος: το φουγάρο(κυρίως καμινάδα). το καπέλο. Από το λαγαρός. Βακχιάζω. και εκδοτών εις κραιπάλην και ετέρας ασωτείας. είμαι ή φέρομαι ως ενθουσιασμένος. Ξενερίζω: εκνερίζω. Μούρκι και μούλκι: Ούτω καλούσι οι Χίοι τας εξοχικάς επαύλεις των εν τη Χώρα κατοικούντων. ιδιοκτησία. λέξην ιατρικήν. Ο μαστραπάς: η κανάτα. συνώνυμον του Βακχέυω. Ξεβακκιάζω: τελειώνω υπόθεσιν τινα ξεμπερδέυω. Ξεροχαμνιέμαι: χασμουριέμαι. . αντέχω). καθ’ όλην την κυριαρχίαν των γενουησίων. Νεσύρω: παίρνω νερό από το πηγάδι. λαχτένδον και γουρουνάκι. Μοιρώνω : στοχεύω. από το Λαπάσσω. Η λέξις είναι Αραβική. Ξελαγαρίζω: ορθ. Αν δεν απατώμαι. Ο μπουγάς: το αρσενικό βόδι. Μπρίλα: κάτι το καθαρό πχ. Εκλαγαρίζω. Ο κύρμιλης: ο ποντικός. μόχτηρον. Ο μπεζεβέγκης: αυτός που προσπαθεί να ξεγελάσει τον άλλον. Ιταλ. λέξεως παραγομένης εκ του Μon signore . Μπόξι: κατσαρόλι με ένα χέρι. καθαρίζω. κυριαρχία βασίλειον. μίλκ και μούλκ. μουκτερόν. Ο χανικολός: το μεγάλο κοφίνι. των γενουησίων Messer. απάτη. Ο Κοραής αναφέρει τα ποικίλα του ζώου τούτου ονόματα. κοινοτάτης εις πάντα τα έγγραφα ταφορώντα εις τα της χώρας. ήτοι ο κατ’ εξοχήν κύριος. Baja. δόλος.

κοινώς σακολέβα. Σημαντικά: καθαρά Ελληνικά(συνήθως Αθηναίικα)πχ. Situla εξηγούμενη κάδος. Πούετι: πουθενά (η πουέτα). Πιτούμι: μούσκεμα. μετ . το αυτό και το ψαχνός. Ούργιος: χαζός. σχισμάδα από το Ελλ. το όφελος από την καλλιέργεια των αγρών. Παρτικουλέρνω: υποστηρίζω. Πάχνα Πάχνα: πάχνα πάχνα φύγε μη σε δει κανείς. μετ. Οφτός: ψητός πχ. Παγκέτα: καρέκλα. Σπάσιμον.πηξάρι: ούτω καλούσι τους κλάδους εκκοπτομένουςαπό τους σχίνους και εμπηγομένους εις την γην δια νέαν των σχίνων φυτείαν. Πρόρρος: καλείται ο μούστος. δηλαδή. Σικλιά-Σίκλα-Σικλί: οι κάδοι οι πληρούμενοι ύδατος και εκχύνοντες αυτό εν τη ναυκούλα. Πελεκίζω: τρώω. Ρήσσω. Πακιαρίζομαι: ασχολούμαι με τα πάντα. provenda. οδύρεται. Ρέομαι: μου αρέσει κάτι πχ. Ποκορδίζομαι: τεντώνομαι μετά τον ύπνο. τροφή των ζώων κυρ των βοών. συναναστρέφομαι. Σίκλα είναι η Λατ. ρούχο.Οφτά ψάρια. Πούλουδο: λουλούδι. Σαχλός: καλείται ο εφθαρμένος καρπός των καρυδίων. μπόγος ή μπήγος. Σαγίον: φόρεμα. ήτοι μετά προσοχής ή φόβου φύγε. Πυξάρι. Φρ. δια του οποίου αντλείται ύδωρ. «σαν σαχλό καρύδι είσαι». Πέρπυρα: τα γνωστά Βυζαντινά νομίσματα λαλούμενα υπέρπυρα. Η λέξη είναι ιταλική. Ουριάζει και Ουργιάζει: κλαίει. Ραγοί: μεγάλες σχισμές των αγρών και των βουνών. Μίλα μας σημαντικά. Παλατώνω: καθαρίζω καλά. είδος πλοίου. Ορνιθοσκουτούφλι: αρρώστια των κοτών. κειμένη ενώπιον του τροχού του μαγγάνου. αδύνατος. Προβεντί: κοινότατη λέξη σημαίνουσα την επικαρπίαν. Δεν θα σε ρέουνται οι άνθρωποι. Πάτσικα: καλούνται των επί των δέντρων νοσούντα λεμόνια. Η χιακή σαγίον υποκοριστικό του σάγος ακουόμενη εν τη΄λεξη σαγολαίφα. Ποντίζω: γκρεμίζομαι. ο αυτομάτως εκρέων προ της θλίψεως των σταφυλών. Πουζού:Η τσέπη από το γαλλικό poche. Πατικιές: πέτραι δια τα πατώματα των οικιών. Κατά τον Κοραήν η λέξις είναι σαχνός.αρρώστια των ματιών. ειρωνικά για το καλός. .ο Κοραής παράγει αυτή τη λέξη από το εμπήγω. από το πυρρός το οποίον σημαίνει το φυσικό χρώμα του χρυσού. Οργίδια: ουρές ζώων.• • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • Οι μιρατζούες: οι γύφτισσες.

Το λιβάι: πλατεία(στα Αρμόλια). λεπτοκαμωμένο. Το ξάτο: ταράτσα. Τακίμι: ασορτί.• • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • Σιλιμπουρές: οι αποσκευές. Τρούλα-Τραβάκ: λέξις συνηθέστατη. Το κωλοκούμπι:η καρέκλα. ένθα φύονται πλείονα και καλύτερα χόρτα δια την τροφήν των κτηνών. Φρ. ποτήρια. Στίλβω. όθεν τουρλώνω και τρουλόνω. Σκαλόθρυπα: τρύπες στα σπίτια. Τράφος: Ελλ. λάμπω. Σκάλεθρο: το σίδερο που τρίβουν τον φούρνο. πιάτα. Τσανάτσα: κατσαρόλες. Τα μπασάτια: τα πράγματα(συνήθως οι βαλίτσες). καπνός. Στάνγκα: το σίδερο που κρατάει την πόρτα. Στράνιος: αυτός που δεν συμβιβάζεται(συν. ακτινοβολώ.Η λέξις είναι βυζαντινή. παντού εν χίω φυόμενα. . ποτήρια. Συβαρίζομαι: ενδύομαι καλώς και ευπρεπώς. Το κατσούνι: στριφτό μαχαίρι. «Είναι ένας σκιας που του πρέπει κρέμασμα». υαλίζω. επιθυμούσι να δεικνύονται. Τσάτσα: μήτηρ. τάτα μητηρ. Τσαμούζα: ογκώδες αντικείμενο(χρησιμοποιείται μεταφορικά). ράτσα. ατμός. εξ της βυζαντινής τρούλος. Το κουδούμεντο: το μαγικό. Σκλιβόνω: περιτρίβω το κονίαμα της οικίας ίνα το στιλβώσω. Ταγιαντώ: αντέχω.τάφρος. έπαρσις. ρυπαρός. Το συναγώι: το σόι. Σκορδαψούς: αρρώστια των ματιών των ζώων. Η λέξις αυτή είναι η γνωστή Ελλ. συγγενείς. Το πιτσιθρώνι: μικρό. Τάτας πατήρ. Γιουρούκης). Τούφες: επιδείξεις. «θένε τούφες».τύφος. Το τουρβάι: πάνινο σακουλάκι. δύστροπος. καπνός κενοδοξίας. Το καφαρτί: το δεκατιανό. Σύγχριστος: ακάθαρτος. Λέξις κοινή εν τη χώρα και τοις χωρίοις. φαντασία. γεμίζω αγγείονή κόφινον υπέρ το δέον. κατσαρολικά. μεγαλεία. τα κουζινικά σκεύη. οίησις. Ελλ. τρούλλος θόλος. Φρ. Το πυρομάχι: το τζάκι. πιάτα. Σκιάς: πονηρός. ίνα προφυλάττωμαι από το ψύχος. Σκουλούμπροι: φυτά ακανθώδη νοστιμώτατα.ούτω καλούσι τας άκρας. ή τας γωνιάς των χωραφιών.. Ενδύομαι καλά. Το κάωμα: στο πληθ. Το λαούμι: εσωτερικός διάδρομος σπηλιάς.

Εν τισι μέρεσι της Χίου. μετά τον ενταφιασμόν του νεκρού διανέμουσι εις τους παρευρισκομένους. Ώγου ή Ωγού: επιρ. obsequor. χαβιάρι και έτερα εδέσματα κατάλληλα. σχετλιασμού. σημαίνον ευεργεσίαν περιποίηση. Obsequium. . Φροκαλιά: σκούπα.μεγάλος. εκ του ρημ.• • • • • • • • • Τσουκιά: καρπαζιά (μετ . το ώφου είναι το γενικώτερον ω φευ. Τούτον είναι το καλούμενον ψίκι. υπηρετώ. Φαίνω: πάω και έρχομαι. Τσουνιά: κλωτσιά(συνήθως γαϊδάρου). τα εν ταις φόραις πορτογάλλια εις τα αποθήκας. Ψακί: δηλητήριο. Χλαπουρίζω: τρώω με λαιμαργία. Φοραντζίδια: οι παίδες οι μεταφέροντες. εκ του Λατ. υπηρεσία. τυρόν και εν ημέραις νηστείας. και πολλάκις θαυμασμού. φιλοφρόνησις. ευεργεσία. άρτον. φιλοφρονώ. άρτον. άλλοτε προφέρεται ώχου. Ψίκι: το εν τη βυζαντινή ιστορία πολλάκις αναφερόμενον οψίκιον. λογαριασμός). υπηρεσία. Κατά τον Κοραήν.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful