PACO IGNACIO

*'

η Η Η Ι Ι

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΟΛΗ ΥΠΟ ΒΡΟΧΗ

"Τ Α \
Του ίδιου στις Εκδόσεις « "Αγρα »

PACO IGNACIO ΤΑΙΒΟ II

Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ
Μετάφραση Κικής Καψαμπέλη
1996

Η ΖΩΗ Η ΙΔΙΑ
Μετάφραση Κικής Καψαμπέλη
1997

ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΤΟΥ ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ
Μετάφραση "Εφης Γιαννόπουλου

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΟΛΗ
ΥΠΟ ΒΡΟΧΗ

1999

ΧΩΡΙΣ ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ
Μετάφραση "Εφης Γιαννόπουλου
2000

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΙΣΠΑΝΙΚΑ ( ΜΕΞΙΚΟ )

ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΑΙ ΣΑΝ ΣΚΙΕΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ
Μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου
2005

ΑΝΗΣΥΧΟΙ ΝΕΚΡΟΙ
(ΚΙ Ο,ΤΙ ΛΕΙΠΕΙ, ΛΕΙΠΕΙ)
[γραμμένο μέ τον ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΤΗ ΜΑΡΚΟΣ]
Μετάφραση Βασιλικής Κνήτου-Κρίτωνα
'Ηλιόπουλου
Συνέκδοση με τις 'Εκδόσεις Κέδρος
2005

j

ΒιΚΕΛΑ1 h

! ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΜΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΕΡΙΑ
Μετάφραση Κρίτωνα 'Ηλιόπουλου
2006

\\2£&m

Ετοιμάζεται
ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

Κάθε εξέγερση θα σε κάνει πιο μοναχικό.
CÉSAR DÂVILA ANDRADE

Τίτλος πρωτοτύπου : REGRESO A LA MISMA CIL'DAD
Y BAJO LA LLUVIA
ISBN 978-960-325-688-5
©

Paco Ignacio Taibo II, 1989
για την ελληνική έκδοση

©

2007, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ Α.Ε.
Φωκιανοΰ 7 - Στάδιο, 116 35 'Αθήνα
Τηλ. 210.7011.461 - FAX 210.7018.649
http ://www. agra.gr, e-mail : info@agra.gr

Για τον συνάδελφο Ρότζερ Σάιμον ή Ροχέλιο
Σιμόν, πού συμπεριλάμβανε τους Λαίηκερς με­
ταξύ των γνωστών θρησκειών και έβαλε τον
Μόζες Ούάιν στο δρόμο μου.
Για τον συνάδελφο Άντρέου Μαρτίν, πού φαίνε­
ται πώς απολαμβάνει τη ζωή δπως κι έγώ.
Για τον συνάδελφο Πέρες Βαλέρο, πού άπ'δ,τι
φαίνεται υποφέρει δπως κι έγώ.
Για τον συνάδελφο Ντικ Λόκτε, πού δάνεισε το
δνομά του σ'ενα πρόσωπο.
Για τους συναδέλφους Ρδς Τόμας και Τζο
Γκόρς, πού θα εμφανιστούν ώς ιδιοκτήτες πορ­
νείου στην Τιχουάνα σε ένα προσεχές μυθιστό­
ρημα.
Σέ δλους αυτούς, τους φίλους μου, αφιερώνω
τοϋτο το μυθιστόρημα σέ αντάλλαγμα για τα δι­
κά τους μυθιστορήματα, με τήν ευγνωμοσύνη
του αναγνώστη.

[

9

ΣΗΜΕΙΩΣΗ TOT ΣΤΓΓΡΑΦΕΑ

Μή με ρωτήσετε πότε και πώς ξαναζωντάνεψε δ "Εκτορ Μπελασκοαράν Σάυν. Λεν ξέρω την απάντηση. Θυμάμαι 'ότι στην
τελευταία σελίδα τον Χωρίς αίσιο τέλος 1 ή βροχή έπεφτε επά­
νω στο γαζωμένο από τις σφαίρες πτώμα του.
Ή εμφάνιση του, ωστόσο, σε τούτες τις σελίδες είναι κά­
τι μαγικό. Μάλλον είναι λευκή μαγεία, σίγουρα όμως είναι πα­
ράλογη και δεν σέβεται καθόλου το επάγγελμα όσων γράφουν
αστυνομικές
σειρές.
Δεν φταίω μονάχα εγώ για τή μαγεία. Προέρχεται από
τις πολιτιστικές παραδόσεις μιας χώρας με πάμπολλες
επι­
στροφές στην ιστορία της. 'Εδώ επέστρεψε ο Βαμπίρ, εδώ
επέστρεψε ό "Αγιος (στην κινηματογραφική
τον
εκδοχή),
βγήκε μέχρι και ο Δεμέτριο Βαγιέχο από τή φυλακή, επέ­
στρεψε και δ Μπενίτο Χονάρες από το Πάσο δελ Νόρτε.. ?

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Όλες οί υποσημειώσεις είναι του μεταφραστή.

1. Μτφρ. "Εφης Γιαννόπουλου, 'Άγρα, 2000.
2. Demetrio Vallejo (1910-1985): Συνδικαλιστής των σιδηροδρο­
μικών, ηγήθηκε των μεγάλων απεργιών. Ό Benito Juarez ( 18061872 ), πού καταγόταν από 'ιθαγενείς, έγινε Πρόεδρος του Μεξικού
και συγκρούστηκε με τήν αποικιοκρατία. Εξορίστηκε στο Πάσο
δέλ Νόρτε ( σήμερα Σιουδάδ Χουάρες ) δταν γαλλικά στρατεύματα
εισέβαλαν στο Μεξικό τό 1862 για να επιβάλουν τον Μαξιμιλιανο
ώς αυτοκράτορα. Επέστρεψε νικητής το 1867.
[

ιι

]

Συγκεκριμένα, ετούτη ή επιστροφή τον Μπελασκοαραν ξε­
κίνησε πριν άπα δύο χρόνια στην πόλη Σακατέκας σε μια διάλεξη. Το κοινό απαίτησε να γίνει ψηφοφορία για να ξαναγυρί­
σει στη ζωή δ ντετέκτιβ. "Εγινε, και ή απόφαση ήταν σχεδόν
ομόφωνη (παρά μία ψήφο). Το γεγονός έμελλε να επαναληφθεί
από τότε αρκετές φορές, με διάφορα ακροατήρια, σε διάφορες
πόλεις. Οι ψηφοφορίες συνοδεύτηκαν από αρκετές επιστολές.
Φαινόταν πώς δ ήρωας δεν είχε το τέλος πού θα άρεσε στους
αναγνώστες του και δ συγγραφέας σκέφτηκε δτι είχε ακόμα να
αφηγηθεί κι άλλες ιστορίες από το θρύλο Μπελασκοαραν. Κι
έτσι γεννήθηκε τούτο το μυθιστόρημα, πού εάν έχει κάποια
αξία, οφείλεται στο δτι γράφτηκε με ακόμα περισσότερους δι­
σταγμούς από τους παραπάνω. "Ας θεωρηθούν λοιπόν oi ανα­
γνώστες από το Σακατέκας, πού ήρθαν σ εκείνη τή διάλεξη,
εξίσου υπεύθυνοι μ' εμένα για τήν επιστροφή τον "Εκτορ.
Δεν εχω καλύτερη
εξήγηση.
"Οπως πάντα είναι υποχρεωτικό να πούμε δτι ή παρούσα
ιστορία ανήκει απολύτως στο χώρο τής μυθοπλασίας,
μολονό­
τι ή χώρα εξακολουθεί να είναι ή ϊδια και ν' ανήκει στο χώρο
τής εκπληκτικής
πραγματικότητας.
Πρέπει να προσθέσουμε δτι για τις ανάγκες τής αφήγησης,
οί πραγματικοί χρόνοι έχουν ελαφρώς τροποποιηθεί. 'Ενώθηκαν
οι φοιτητικές κινητοποιήσεις
τον '87 με τήν κορύφωση τής
προεκλογικής εκστρατείας του Κάρδενας τό '88, σ έναν φαντα­
στικό χρόνο πού θα μπορούσε να τοποθετηθεί στα τέλη τοϋ '87.
ΠΙΤΠ
Πόλη τοΰ Μεξικού, 1987-88-89

1.
Ή μοναδική

βιάση είναι τής καρδιάς
SILVIO RODRIGUEZ

« Πόσες φορές έχεις πεθάνει έσύ ; »
(( Μ μ μ μ » εΐπε ή κοπέλα μέ τήν αλογοουρά και κού­
νησε αρνητικά το κεφάλι της.
« Έ γ ώ πολλές».
Ή κοπέλα πέρασε πάλι το δείκτη τοϋ χεριού της άπο
τις ούλες πού σχημάτιζαν σχέδια στο στήθος του. Ό "Ε­
κτορ τής τράβηξε απαλά τό χέρι και περπάτησε γυμνός
ως το παράθυρο. Ή τ α ν μια πολύ κρύα νύχτα. Τ α τσι­
γάρα Δελικάδος μέ φίλτρο ήταν στο πρεβάζι. Πλησίασε
σ ' ε ν α τσιγάρο τ ή φλόγα τοΰ αναπτήρα και κοίταξε τ ι ς
πράσινες λάμψεις των φαναριών πού περνούσαν μέσα
άπο τα δέντρα.
« Ό χ ι , οχι οί ουλές. Δεν εννοώ αυτό. Λ έ ω να κοιμη­
θείς, να πέσεις για ύπνο και να πεθάνεις πάλι. Ε κ α τ ό ,
διακόσιες φορές μέσα σ ' ε ν α χρόνο. Να είσαι βέβαιος δτι
μέ τον π ρ ώ τ ο ύπνο θα πεθάνεις άλλη μια φορά... Α υ τ ό
εννοώ. Ή αναθεματισμένη π ρ ώ τ η σ τ ι γ μ ή τοΰ ύπνου δεν
είναι ύπνος, εΐναι Ινας ακόμα θάνατος».
« Πεθαίνεις μόνο μία φορά».
« Α υ τ ό θα τό έχει π ε ι ό Τ ζ έ η μ ς Μπόντ. Πεθαίνεις
[

13

]

πολλές φορές. Γαμώτο, ξέρω τί σου λέω... Μερικές φο­
ρές θα ήθελα να μπορώ να κοιμηθώ με ανοιχτά τα μά­
τια, για να μην πεθάνω. *Αν κοιμάσαι μέ ανοιχτά τα μά­
τια, ποτέ δέν θα μπορέσεις να πεθάνεις ».
(( Οι νεκροί μένουν μέ τα μάτια ανοιχτά » είπε ή κο­
πέλα υστέρα άπο μια παύση, γυρνώντας του την πλάτη.
Είχε στρογγυλά πισινά που έλαμπαν σαν το πράσινο
τών απέναντι δέντρων.
« Αυτοί οι νεκροί πεθαίνουν μόνο μία φορά. Ό χ ι . Ε ­
γώ εννοώ να πεθαίνεις πολλές φορές. Δύο ή τρεις φορές
την εβδομάδα, τουλάχιστον ».
« Πώς είναι ό δικός σου θάνατος ; »
Ό Έ κ τ ο ρ έμεινε συλλογισμένος. Όταν ξαναμίλησε, ή
κοπέλα μέ την αλογοουρά δέν μπορούσε νά δει το πρό­
σωπο του, άκουγε μόνο την παράξενα βραχνή φωνή μέ
τήν οποία αφηγούνταν τήν Ιστορία του.
«Δέν μπορείς ν'ανασάνεις. Νιώθεις φωτιά στο στο­
μάχι. Δέν μπορείς να κουνήσεις τά δάχτυλα του χεριού.
Το πρόσωπο σου είναι μέσα στή λάσπη καί τα χείλια
σου γεμάτα βρομόνερα. Τά κάνεις στο παντελόνι σου
χωρίς νά μπορείς νά συγκρατηθείς. Το αΐμα τρέχει άπο
τή μύτη σου κι ανακατεύεται μέ τά λασπόνερα... Βρέ­
χει ».
« Τώρα ; »
(( "Οχι. Όταν πεθαίνεις ».
Ή κοπέλα έμεινε σιωπηλή για λίγο καί ήθελε νά κοι­
τάξει άλλου. Όμως υπήρχε μονάχα το φώς που έμπαι[

ΐ4

]

νε άπο το παράθυρο καί φώτιζε τις ουλές στο στήθος
του "Εκτορ.
« Ο ι νεκροί δέν διηγούνται Ιστορίες».
(( "Ετσι νομίζεις εσύ » είπε ό "Εκτορ δίχως νά τήν
κοιτάξει.
« Ο ι νεκροί δέν κάνουν έρωτα».
« Γνωρίζω κι Ινα σωρό ζωντανούς πού δέν κάνουν.
Τήν έχουν πατήσει, τους έχουν σέ δίαιτα».
Ό "Εκτορ απομακρύνθηκε άπο το παράθυρο καί πέ­
ρασε μπροστά άπο το κρεβάτι. Ή κοπέλα γύρισε πάλι
για νά τον δει καί ή αλογοουρά της στάθηκε ανάμεσα
στα στήθη της.
(( Θέλεις Ινα αναψυκτικό ; » ρώτησε ό "Εκτορ πηγαί­
νοντας στο διάδρομο προς τήν κουζίνα. Το κρύο δια­
πέρασε το κορμί του ανεβαίνοντας άπο τις πατούσες
του.
« Μπορείς νά φτιάξεις Ιναν καφέ χωρίς καφεΐνη ; »
« Πολλά ζητάς».
« Για Ιναν τύπο πού έχει πεθάνει τόσες φορές, Ινας
καφές χωρίς καφείνη ΐσον πίπες ».
(( "Α, οχι, μήν τά μπερδεύουμε. "Ενας καφές χωρίς κα­
φείνη είναι καφές χωρίς καφεΐνη καί ο'ι πίπες είναι πί­
πες. Ό καφές χωρίς καφεΐνη είναι σίγουρα πιο περίπλο­
κο πράγμα ».
Ό "Εκτορ γύρισε μέ μια κόκα κόλα στο Ινα χέρι κι
Ινα λεμόνι κομμένο στή μέση πού 'ισορροπούσε στά δά­
χτυλα τοΰ άλλου χεριού. Πήγε πάλι στο παράθυρο.
[

ΐ5

]

« Βρέχει » εΐπε ένώ έστυβε το λεμόνι, και κουνούσε
ελαφρώς το ποτήρι για ν' ανακατευτεί.
(( Πότε θα πεθάνεις ; »
<( Τώρα οχι » είπε κι έκανε στην μπάντα για νά μην
τον πετύχει κατακέφαλα το Ή ανθρώπινη
κατάσταση
του Μαλρώ, πού του πέταξε ή κοπέλα.
Ό "Εκτορ χαμογέλασε.
«Κάλυψε τη γύμνια σου, κυρία, θα σε παγώσει το
αγιάζι ».
"Ανοιξε το παράθυρο. Πράγματι, ένας παγωμένος αέ­
ρας έφερνε τη βροχή μέσα στο δωμάτιο. Μια μεγάλη
σταγόνα τον πέτυχε στή μύτη και γλίστρησε πάνω στο
μουστάκι του. "Ανοιξε το στόμα και τήν κατάπιε.
« 'Ορίστε, λοιπόν » είπε το κορίτσι με τήν αλογοου­
ρά, χαμογελώντας. « Οι νεκροί δεν μπορούν να γευτούν
τή βροχή ».
«"Ισως έχεις δίκιο. Αρκεί να κρατήσεις τα μάτια
σου ανοιχτά και νά πείσεις τον Γιαπωνέζο πού έχω
έδώ μέσα »" έδειξε το κεφάλι του με το δείκτη τοΰ χε­
ριού του, κάνοντας το διεθνές σινιάλο της αυτοκτο­
νίας.
« Στο κεφάλι σου έχεις τον Κουασιμόδο. Και δλη τήν
ώρα χτυπάει τις καμπάνες της Νοτρ Ντάμ ».
« Και πηδάει τον Γιαπωνέζο συγκάτοικο του στην
ταράτσα... Αλήθεια σοΰ λέω, μάλλον θα είναι ό Για­
πωνέζος πού ελέγχει τον ήχο και μοΰ φροντίζει τα
τρανζίστορ ».
[

ι6

]

« Ποτέ δεν έπρεπε νά ερωτευτώ Ιναν Μεξικάνο ντετέκτιβ ».
(( Ποτέ δεν έπρεπε νά ερωτευτείς έναν νεκρό ».
Ή κοπέλα άρχισε άξαφνα νά κλαίει. Σκεπάστηκε ως
το σαγόνι για νά προστατευτεί άπό το κρύο και άπό τον
μονόφθαλμο, αδύνατο και μουστακαλή ντετέκτιβ πού
εΐχε μπροστά της, ό όποιος έκανε Ινα μορφασμό πού θα
ήθελε νά είναι χαμόγελο αγάπης, δμως τοΰ βγήκε ή
γκριμάτσα ενός τύπου πού δεν μπορεί νά κλάψει και
κρυώνει.

"Ηταν μόλις μία εβδομάδα πού είχε γυρίσει στο γρα­
φείο, δπου ξανάβρισκε τα παλιά έπιπλα και τους πα­
λιούς συντρόφους. Τ Ηταν βέβαιος δτι ο'ι παλιές συνήθει­
ες είχαν τελειώσει. Α ν δεν άλλαξε τήν ταμπέλα της
πόρτας, δπου έγραφε « Μπελασκοαράν Σάυν-Ντετέ­
κτιβ », ήταν γιατί ό Έ λ Γκάλλο ( ό Κόκορας ), και ό Κάρ­
λος Βάργας, οί συνένοικοί του στο γραφείο, απείλησαν
ν'ανοίξουν ενα γραφείο ιδιωτικών ντετέκτιβ, άμεσως μό­
λις εκείνος αποσυρόταν. Αυτό τον συγκράτησε. Δεν μπο­
ρούσε ν'αναλάβει τήν ευθύνη για τον εαυτό του, πόσο
μάλλον γιά τους άλλους. 'Επί εφτά ήμερες .περνούσε τήν
είσοδο τοΰ κτιρίου, καθόταν στό παλιό του γραφείο, ξεσκό­
νιζε λίγο λίγο, διάβαζε εφημερίδες πού είχαν κυκλοφο­
ρήσει πριν άπό δύο χρόνια και άναβε ενα κερί στή μαμά
τοΰ Σίγκμουντ Φρόυντ, παρακαλώντας νά μή χτυπήσει
[

17

]

κανένας τήν πόρτα για να του προσφέρει δουλειά. ~Ηταν
μια εβδομάδα γεμάτη παράνοια και φοβίες. 'Αγωνίες δί­
χως λόγο, που έρχονταν σαν τροπικές καταιγίδες και
του γέμιζαν τα χέρια ιδρώτα, του μούδιαζαν τή ράχη,
του τρυπούσαν τα μηνίγγια. Φοβίες τρομερές, σαν πη­
γάδια ανελκυστήρα σε ΰψος πενήντα ορόφων με μονα­
δικό πάτο τήν τρέλα. Φοβίες εναλλασσόμενες. Φοβίες
δταν πήγαινε στην τουαλέτα, διασχίζοντας τόν μακρύ
διάδρομο εξω άπό το γραφείο, δταν γυρνούσε τήν πλά­
τη στην πόρτα τής εισόδου, όταν άναβε το φως στο πα­
ράθυρο με το κορμί αντίκρυ στις σκιές του δρόμου, όταν
απαντούσε στο τηλέφωνο και κουβέντιαζε με μια άγνω­
στη φωνή που τοΰ μιλούσε στον ενικό.
Γι αυτό, ύστερα άπό εφτά ήμερες τρόμου πού τοΰ θύ­
μιζαν τήν παιδική ηλικία άλλων, αφού ή δική του ήταν
ήρεμη και τρυφερή σαν να μεγάλωσε σε πουπουλένια
φωλιά σπουργίτη, όταν χτύπησε το τηλέφωνο αναζήτη­
σε με το βλέμμα του κάποιον άπό τους συγκατοίκους
του, παρόλο πού δεν ήταν κανένας εκεί. Κοίταξε τα ημε­
ρολόγια με τις τροφαντές καμπαρετζοΰδες και τις ξαν­
θιές στις διαφημίσεις μπίρας. Όμως οί κοπέλες άπό τις
αφίσες τοΰ τοίχου αρνήθηκαν νά τον βοηθήσουν και νά
σηκώσουν το τηλέφωνο. Δεν εΐχαν καμία διάθεση νά
οπισθοδρομήσουν και νά αφήσουν τήν εικόνα τής δόξας
στο ημερολόγιο τοίχου για νά επιστρέψουν στή δουλειά
γραφείου άπ Οπου ξέφυγαν.
« Όρίστε ; »
ι8

« Τόν κύριο Μπελασκοαράν, παρακαλώ ».
«Δεν εΐναι έδώ» είπε ό Έκτο ρ. «Δεν έρχεται πιά».
« Ευχαριστώ » είπε ή φωνή με μια παράξενη προφο­
ρά, σέρνοντας κάπως το σίγμα. Τ Ηταν γυναικεία φωνή.
Φωνή σερβιτόρας σε εστιατόριο πολυτελείας πού απαγ­
γέλλει άψογα το μενού. "Αραγε ήταν Μεξικάνα ; Ή μή­
πως Βολιβιανή ; Περουβιανή ;
(( Παρακαλώ » πρόσθεσε ό "Εκτορ κι έκλεισε άπαλα
τό ακουστικό.
"Υστερα άπό ενα τέταρτο τής ώρας, τό τηλέφωνο ξα­
ναχτύπησε.
Ό "Εκτορ χαμογέλασε.
(( Λέγετε ; »
(( Θά ήθελα νά μιλήσω μαζί σας. Είστε ό κύριος πού
μοΰ απάντησε πρωτύτερα, έτσι δεν είναι ; »
« Ό κύριος πού σας απάντησε πρωτύτερα δεν εΐναι
εδώ» είπε ό "Εκτορ. «Μόλις έφυγε. "Εχει αποσυρθεί. Πή­
γε στή γωνία για αναψυκτικό ».
(( Και με τί ασχολείται τώρα ; » ρώτησε ή γυναίκα με
Ινα γελάκι.
«Με τόν βουδισμό. Διαλογισμός Ζέν. Πειραματική
ανάλυση προβλημάτων τής περιβαλλοντικής μόλυνσης ».
« Ευχαριστώ » είπε ή φωνή.
(( Παρακαλώ » είπε ο "Εκτορ.
Έκλεισε πάλι και πήγε ως τό χρηματοκιβώτιο, οπού
φύλαγαν τά αναψυκτικά και τα πυροβόλα όπλα. Άπό πυ­
ροβόλα, δεν υπήρχε τίποτα. "Ενας σουγιάς με ελατήριο,
[

ΐ9

]

δύο κόκα κόλες βαθιάς παλαίωσης, μία συλλογή με πορνό
φωτογραφίες, φωτογραφικά ντοκουμέντα άπο μια παλιά υ­
πόθεση που ό Χιλμπέρτο, ό υδραυλικός, τις φύλαγε σαν ά­
για λείψανα. Πήρε το σουγιά και τον έριξε στην τσέπη του.
*Αν χρειαζόταν νά περάσει άπο ανιχνευτή μετάλλων,
ή μηχανή θά τρελαινόταν άπο τή χαρά της. Έκτος άπο
το σουγιά, θά χτυπούσε για το καρφί πού εΐχε στο μη­
ριαίο οστό και δεν θά το έβγαζε πια ποτέ, για ένα σαρανταπεντάρι αυτόματο στή θήκη της πλάτης και για
ένα κοντόκανο τριανταοχτάρι στην τσέπη του παντελο­
νιού του. « Ό άνθρωπος άπο χάλυβα » σκέφτηκε. Φο­
ρητό μεταλλουργείο.
Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε.
« Μπορούμε νά μιλήσουμε άπο κοντά ; » ρώτησε ή
γυναίκα με προφορά... Περουβιάνικη ; Βολιβιάνικη ; Χιλιάνικη; Μεξικάνικη;
« Γνωριζόμαστε ; »
« Έ γ ώ σας γνωρίζω λίγο».
« Τί μάρκα σουτιέν χρησιμοποιείτε ; »
« Γιατί ; »
«Τίποτα, έτσι. Για νά δω αν γνωριζόμαστε» είπε ό
Έκτορ παίζοντας με το σουγιά. «Μάλλον οχι, δμως».
Έκλεισε πάλι το τηλέφωνο και έφυγε άπο το γρα­
φείο άφοΰ φόρεσε το μαύρο μπουφάν. Το τηλέφωνο
άρχισε νά χτυπάει πάλι δταν έβγαινε άπο τήν πόρτα.

Τώρα, δσο ποτέ, διέθετε τήν παράλογη ικανότητα νά
νιώθει έκτος τόπου, οπουδήποτε. Ήταν κάτι καινούρ­
γιο. Νά είσαι αιώνιος παρατηρητής, νά βρίσκεσαι διαρ­
κώς εξω. Όταν δεν είσαι ιδιοκτήτης τους, απολαμβάνεις
τή θέα των τοπίων με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια. Εΐσαι
ξένος με το πανόραμα, αδυνατείς νά αγγίξεις το έδαφος,
νά αισθανθείς το απαλό αεράκι. Ή αίσθηση της αποξέ­
νωσης ήταν μόνιμη. Μια σκιά πού βάδιζε σε τοπία άλ­
λων ανθρώπων, ηθοποιός σε δανεική σκηνή και σέ λάθος
παράσταση, πρωταγωνιστής καουμπόικης ταινίας σε
ιταλική κωμωδία. Το κενό μπορούσε νά παρουσιαστεί
οποιαδήποτε στιγμή και νά δυναμώσει ή φυσιολογική
αίσθηση δτι βρισκόταν εκτός τόπου. Μπορούσε νά τοΰ
συμβεί εξίσου στο σαλόνι τοΰ θεάτρου των Καλών Τε­
χνών στο διάλειμμα της όπερας, δπως και σ' ενα δείπνο
των αποφοίτων της Prepa Uno 1 της περιόδου '65-'67 ή
σέ μιά έκθεση στρωμάτων στα καταστήματα Βάσκες, ή
στην ούρα για τορτίγιες. Τά αντικείμενα βρίσκονταν
εκεί, αυτός βρισκόταν έκεΐ, δμως δεν τοΰ άνηκε τίποτα.
Κάποιος, κάποια στιγμή, θά ερχόταν νά τοΰ ζητήσει το
εισιτήριο, τήν άδεια εισόδου, το διαβατήριο ή τήν κάρ­
τα έκπτωσης κι αυτός δεν θά είχε.
Το συναίσθημα πώς είναι λαθρεπιβάτης στή ζωή τοΰ
προξενούσε ιδιαίτερη αγωνία στα ασανσέρ και στά σοΰπερ
μάρκετ. Ό Έκτορ δεν μπορούσε νά εξηγήσει το γιατί,
1. Prepa Popular, λαϊκό πανεπιστήμιο.

[

20 ]

[

21

όμως έτσι ήταν ή πραγματικότητα. Ένιωθε δτι άπό τή
μια στιγμή στην άλλη το ασανσέρ θα σταματήσει στον
τρίτο Οροφο και θα του ζητήσουν ευγενικά να κατέβει. *Η
οι αστυνομικοί τοϋ σούπερ μάρκετ θα του απαγόρευαν να
περάσει άπο το ταμείο με το καροτσάκι του, γιατί ήταν
άκυρα τα χαρτονομίσματα πού είχε για να πληρώσει.
Ωστόσο ή εμμονή του δέν έδειχνε εξωτερικά συμ­
πτώματα, δεν του παραμόρφωνε το πρόσωπο, ούτε τοϋ
κοκκίνιζε τα μάτια. Ό ταχυδρόμος, με το κίτρινο κράνος
του κι ενα σωρό φακέλους στα χέρια, και ή καθαρίστρια
με τον κουβά, δέν τοϋ έ'δωσαν τήν παραμικρή σημασία.
Δέν τοϋ έριξαν οϋτε καν μια δεύτερη ματιά. "Ισως να τον
έ'βλεπαν ακριβώς δπως τους έ'βλεπε κι αυτός και να μήν
τους παραξένευε. Όλοι είμαστε ενα τσοΰρμο αμετανόη­
τοι λεπροί, δλοι είμαστε 'Αλαιν Ντελόν πού προσπαθούμε
να μιμηθοΰμε ανεπιτυχώς τον Χόρχε Νεγρέτε. '
Κατέβηκε στον έκτο και προσπέρασε το γραφείο της
εισόδου πηγαίνοντας κατευθείαν στο ταμείο. Ή ταμίας
άργησε να τοϋ δώσει σημασία γιατί εΐχε πρόβλημα με
το καλτσόν της πού εΐχε μπλέξει στο συρτάρι. Ό Έ κ τ ο ρ
άναψε ενα τσιγάρο και χάζευε τους χειρισμούς της μέ το
καλτσόν και το συρτάρι.
(( "Αι » είπε τελικά όταν τα μάτια της συνάντησαν το
βλέμμα του ντετέκτιβ. « Θέλετε τήν επιταγή σας; »
1. Ό Χόρχε Νεγρέτε ήταν διάσημος ηθοποιός καΐ τραγουδιστής
απο το Γουαναχουάτο τοϋ Μεξικού στή δεκαετία τοϋ '50.
[

22

]

Ό "Εκτορ κούνησε καταφατικά το κεφάλι, αφήνοντας
να διαφανεί ένα υπόλοιπο χαμόγελου. Ή κοπέλα κατά­
φερε τελικά νά ξεμπλέξει, βρήκε τήν επιταγή της ασφα­
λιστικής εταιρείας σ'ενα τεράστιο ντοσιέ και γύρισε πί­
σω στή θυρίδα της, πασχίζοντας νά κρύψει το κατε­
στραμμένο καλτσόν της μέ ενα βάδισμα λιγάκι παρτσακλό. Ό "Εκτορ υπέγραψε τα έντυπα, πήρε τήν επιταγή
και βγήκε χωρίς νά ξανακοιτάξει τήν κοπέλα.
Περιπλανήθηκε ανάμεσα στά μαγαζάκια της Ίνσουρχέντες, πέρασε μέ κουρασμένο τρέξιμο τήν πλατει­
ούλα τοϋ μετρό και μπήκε στή λεωφόρο Τσαπουλτεπέκ
απολαμβάνοντας μέ το υγιές του μάτι τις προσφορές
της πόλης. Ή αθλιότητα έκανε λυσσώδη επίθεση, δπως
πάντα πριν άπο τά Χριστούγεννα. Ή υποαπασχόληση
ξεχείλιζε. Μια πλημμυρίδα Μεξικάνων, πού κυνηγούσαν
πενταροδεκάρες μέ θλιμμένα και πυρετώδη μάτια, εφορ­
μούσαν παντοΰ. Τά χέρια πού ζητούσαν ελεημοσύνη
ήταν περισσότερο ζαρωμένα, περισσότερο τρεμάμενα
άπ'δ,τι συνήθως. Πώς νά σταθείς αλληλέγγυος σέ δλα
αυτά, αναρωτήθηκε ό "Εκτορ. Πώς νά συνυπάρξεις μέ
δλα αυτά χωρίς νά σαπίσεις άπο τή θλίψη, αναρωτήθη­
κε ξανά. Κάποτε, ή Έλίσα τοϋ είχε διαβάσει φωναχτά
ενα κείμενο τοϋ Κορτάσαρ για το σταθμό τοϋ τρένου
στο Νέο Δελχί. "Ενιωθε πάλι τήν αίσθηση πού τοϋ εί­
χε προξενήσει τότε το κείμενο, δτι δέν μπορείς νά ζή­
σεις σέ ορισμένες σκοτεινές ζώνες αύτοϋ τοϋ κόσμου δί­
χως νά γίνεις λίγο κυνικός και κάμποσο κάθαρμα. Ό
[

23

Κορτάσαρ είχε δίκιο. Για να μιλήσουμε τη γλώσσα της
δεκαετίας τοϋ '50, δεν υπήρχε ειρηνική συνύπαρξη με το
κομμάτι της κοινωνίας που γινόταν θρύψαλα, μ'εκείνη
τήν άλλη σου πλευρά πού κατακρημνιζόταν. « Για έναν
μονόφθαλμο θα έπρεπε νά είναι πιο εύκολο. 'Αρκούσε να
κλείσει το ενα του μάτι » σκέφτηκε και δεν τόλμησε
ούτε καν να χαμογελάσει με το καλαμπούρι του.
Πέρασε άπό τήν Τσαπουλτεπέκ αναζητώντας λίγη
ανακούφιση. Τή βρήκε σε ενα κιόσκι με λουκάνικα και
σε ενα ταξιδιωτικό γραφείο, δύο σημεία πού τον έφερ­
ναν σε στενή επαφή με τήν κοινωνία της κατανάλωσης.
Όταν έφτασε στο σπίτι τοϋ αδερφού του, μια πολυκα­
τοικία με σαραβαλιασμένη πρόσοψη στην οδό Σιναλόα,
είχε δρεξη για λουκάνικα και για ενα ταξίδι δεκατεσσά­
ρων ήμερων στή Μανίλα.
Ή πόρτα τοϋ διαμερίσματος C ήταν ανοιχτή. Ό
"Εκτορ αντέδρασε ακαριαία στο απρόοπτο βάζοντας τό
χέρι στο πιστόλι, πάνω στην καρδιά του. Ή φωνή τοϋ
Κάρλος άπό τήν κουζίνα τον καθησύχασε.
(( "Ελα, ρε βλάκα. Ή πόρτα είναι ανοιχτή γιατί μό­
λις βγήκε ή Μαρίνα. Πάει στο σούπερ μάρκετ για ανα­
ψυκτικά ».
Ό Κάρλος, αχτένιστος και με τό φανελάκι, διόρθωνε
έντυπα στο τραπέζι της κουζίνας. Ό Βιβάλντι στο πι­
κάπ τελείωνε. "Υστερα άπό μερικά τριξίματα, μια ρώ­
σικη χορωδία άρχισε νά τραγουδά τή Διεθνή.
(( Είναι τό σινιάλο για τήν ώρα του βερμούτ » είπε ό
[

24

]

Κάρλος και σηκώθηκε όρθιος τινάζοντας ψίχουλα ψω­
μιού άπό τό τζήν παντελόνι του. « Πώς πάει ή νέα σου
συνάντηση με τή ζωή ; »
« "Ετσι κι έτσι » αποκρίθηκε ό "Εκτορ, διόλου πρόθυ­
μος νά δώσει εξηγήσεις.
« Πάρ'το ψύχραιμα».
« Προσπαθώ ».
Ό Κάρλος έβαλε ενα βερμούτ με πάγο, βγάζοντας τό
μπουκάλι και τα παγάκια άπό το ψυγείο. Ούτε πού δια­
νοήθηκε νά προσφέρει ενα στον αδερφό του.
« Δέν φαίνεσαι καλά. Δείχνεις σαν νά χρειάζεσαι
επειγόντως ενα ποτήρι γάλα ».
Ό "Εκτορ πήρε τό πιο καλό του ύφος αδιαφορίας.
"Οχι άγχος. "Οχι μελόδραμα. Τίποτα εντελώς.
« Και ό μικρός μου ανιψιός ; ))
(( Βγήκε με τή μαμά του, δεν του αρέσει ό Βιβάλντι »
αποκρίθηκε ό Κάρλος. Κάθισε πάλι και λοξοκοίταζε τον
"Εκτορ.
(( Κι έσύ τί άλλο κάνεις έκτος άπό τις διορθώσεις στα
βιβλία; » ρώτησε ό "Εκτορ.
« Θα σοΰ πω μόνο με τόν δρο νά μήν πεις τίποτα στή
Μαρίνα ».
« 'Ορκίζομαι ».
« Όρκίσου στην Παρθένο της Γουαδελούπης 1 και
στό αρκουδάκι Μπίμπο μαζί ».
1. Ή προστάτιδα αγία των Μεξικάνων.
[

25

]

α 'Εντάξει ».
« Κάνω Ιδεολογικό πόλεμο ».
« Εναντίον τίνος ; »
« Μιας συμμορίας εφήβων. Είναι κάτι πιτσιρικάδες
τής γειτονιάς πού γράφουν στους τοίχους με σπρέυ».
« Τί γράφουν ; » ρώτησε ό Έκτορ Ολο περιέργεια.
« Μαλακίες » είπε ο Κάρλος ανάβοντας πάλι τσιγά­
ρο. « " Σεξ πανκ, άγρια σύνορα ", διάφορα ακατανόητα
πράγματα, αριθμούς, μυστηριώδεις κώδικες. Μόνο και
μόνο για να ορίσουν τήν περιοχή τους. Σαν τα κατουρά
των σκύλων. 'Από εκεί πού κατούρησα και δώθε είναι ό
δικός μου χώρος, κάνεις δεν χώνεται ».
(( Κι εσύ τί κάνεις ; »
« 'Εγώ γράφω πάνω στα δικά τους. Βγαίνω τή νύ­
χτα με το σπρέυ και γράφω. Έχουμε πόλεμο ».
« Κι έσύ τί γράφεις ; »
« " ΟΊ punkies είναι φλώροι, Ζήτω ό Έμβέρ Χότζα ! "
ή " Ό Τσε ζει, εΐναι φάντασμα πού επιστρέφει, προσοχή
μαλάκες, μένει στή συνοικία Έσκαντόν ! " ή " Οί σεξ
punkies είναι φλούφληδες " ή " Σκυλί πού πέφτει στο
νερό, κλότσα το μέχρι να πνιγεί". Μερικά μοΰ βγαίνουν
πολύ μεγάλα, δεν είναι αποτελεσματικά, δμως σκέψου
πόσον καιρό είχα νά γράψω συνθήματα στους τοίχους.
Ό καταπιεσμένος Ντά Βίντσι μέσα μου έ'χει ξεσαλώσει.
Τους εχω ξεσκίσει. Φυσικά πρόκειται για επαγγελμα­
τικό πόλεμο, ή τεχνική μου είναι συντριπτική. 0 ά μου
μάθουν τώρα αυτά τα κωλόπαιδα εμένα να γράφω συν[

26

]

θήματα; Το πιο πετυχημένο μου είναι: "κυβέρνηση =
punkies χωρίς αθλητικά παπούτσια ", και το δεύτερο πιο
πετυχημένο, πού το απόλαυσε πολύ ό τύπος άπό το βαφεΐο-καθαριστήριο τής γωνίας, ήταν "Βάψε μου μπλε
Ινα αυγό και θα σ'τό αγοράσει ή Conasupo". 1 'Αλλά
δέν μου βγήκε καλό το λογότυπο τής Conasupo ».
Ό "Εκτορ παρατήρησε προσεκτικά τον Κάρλος, τον
αδερφό του.
«'Ηρέμησε, δέν τρελάθηκα. Α π λ ώ ς τό κάνω για νά
κρατιέμαι σε φόρμα μέχρι να βρώ μια καινούργια τρύ­
πα να χωθώ ξανά στην πάλη των τάξεων. 'Εξάλλου,
μερικές φορές συμφωνώ με τους punkies και φτιάχνου­
με μια αρμονική ομοφωνία. Τις προάλλες έγραφα Ινα
πού έλεγε : " Α ν τό PRI 2 θέλει νά κυβερνήσει, γιατί δέν
προσπαθεί νά κερδίσει πρώτα τις εκλογές ; " και ήρθαν
αμέσως οί μάγκες και άντι νά τό σβήσουν, έγραψαν
άπό κάτω : " Ώραϊο ! " με κάτι γράμματα δυο μέτρα
υψος ».
« Και που είναι αυτό τό σύνθημα ; »
1. Compafiia National de Subsistenscias Populares : Κρατικός
οργανισμός υποστήριξης τής αγροτικής παραγωγής που καταργή­
θηκε τή δεκαετία τοΰ '90, μέ τα νεοφιλελεύθερα μέτρα κατά τοϋ
κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία.
2. PRI, « Κόμμα τής Θεσμικής 'Επανάστασης » : Είναι το κόμ­
μα πού κυβερνούσε για περισσότερα άπό εβδομήντα συναπτά χρό­
νια στο Μεξικό τοϋ εικοστού α'ιώνα. Κατηγορήθηκε κατ' επανάλη­
ψη για εκλογική νοθεία.
[

27

]

« Έδώ δίπλα, δυο δρόμους πιο πέρα. Θέλεις να το
δεις ; »
Ό Έκτορ συμφώνησε. Ή μέρα του έδειχνε να βελ­
τιώνεται.

Ό ντετέκτιβ Μπελασκοαράν Σάυν πίστευε ακλόνητα δτι
δεν μπορείς να κάνεις φίλους μετά τα τριάντα. Τοποθε­
τούσε το αδιαπέραστο όριο για να χτιστούν και να δε­
θούν συναισθήματα, μ'εκείνο το ακατάλυτο πράγμα πού
είναι ή φιλία, ακριβώς Ινα λεπτό μετά τη συμπλήρωση
τών τριάντα ετών. Θεωρούσε δτι υπάρχει Ινα είδος συν­
αισθηματικής σκλήρυνσης πού εμποδίζει τους ανθρώ­
πους νά διακινδυνεύσουν στο ριψοκίνδυνο παιχνίδι τών
παθών της φιλίας. Ότι μετά τα τριάντα κανένας δέν κό­
βει τις φλέβες του για να ανακατέψει το αίμα του μέ
κάποιου άλλου. Ωστόσο, ό "Εκτορ εΐχε χάσει τους κα­
λύτερους φίλους του, της προ τών τριάντα εποχής, και
του είχαν απομείνει οί κατοπινοί. Υπήρχε μια εξήγηση,
μέ την ατσάλινη λογική τοΰ ντετέκτιβ. Ό Έκτορ άρχι­
σε να γίνεται άλλος μετά τα τριάντα, κι αυτός ό άλλος
ήταν πού έκανε τις νέες φιλίες. Ήταν οί τρεις του γεί­
τονες στο γραφείο, Ινας δημοσιογράφος τοΰ ραδιοφώ­
νου, μια κοντούλα γιατρίνα, τά αδέρφια του, δύο παλαι­
στές, ό Μάγος, ό σπιτονοικοκύρης του... Ό Έκτορ γνώ­
ριζε επίσης, αν μπορεί νά θεωρηθεί γνώση ή απόλυτη
βεβαιότητα πού αποκτάς δταν σκέφτεσαι συνεχώς το
[

28

]

ίδιο πράγμα και πού οί γριές στά χωριά την αποκαλούν
μανία, δτι μετά τα τριάντα Ινας άντρας δεν μπορεί νά γί­
νει φίλος μέ μια γυναίκα. Παρεμποδίζει τή σχέση τους
άφθονο απερίσκεπτο σέξ, πολύς άκαιρος ρομαντισμός, πολ­
λά φαντάσματα κάτω άπό τις φούστες και τα παντελόνια.
Όλα αυτά δέν αφήνουν τή φιλία νά λειτουργήσει. Ωστόσο,
προς μεγάλη του έκπληξη, δταν άνοιξε ή πόρτα τοϋ γρα­
φείου, ό Έκτορ διαισθάνθηκε δτι ή γυναίκα εκείνη θα μπο­
ρούσε νά γίνει μία άπό τις καλύτερες φίλες της ζωής του,
εάν είχαν γνωριστεί στά παιδικά τους χρόνια. Αύτη η πα­
ράλογη βεβαιότητα, τόσο άσύμφωνη μέ τή σοφία πού εΐχε
αποκτήσει στή ζωή, τον έκανε νά σαστίσει λίγο.
Ή γυναίκα τον κοίταξε και ύστερα έσκασε Ινα χα­
μόγελο. Ό Έκτορ τήν παρατηρούσε μέ ύφος άνθρωπου
πού χαζεύει τή βιτρίνα κατεψυγμένων κρεάτων ενός πο­
λυτελούς σούπερ μάρκετ. Εκείνη γύρισε νά δει μήπως
είναι κάποιος πίσω της και γι'αυτόν προοριζόταν το
βλέμμα θαυμασμού και έκπληξης τοΰ ντετέκτιβ. Δέν
υπήρχε κανένας. Πέρασε μέσα κι έκλεισε πίσω της τήν
πόρτα, προσεκτικά, μήν τυχόν το σκάσει το φάντασμα.
Ήταν μιά γυναίκα γύρω στά τριάντα, μέ κατάμαυρα
μαλλιά πού τα άφηνε λυτά. Τά μάτια της άστραφταν
και ή μύτη της ήταν ανασηκωμένη. Είχε παχιά χείλη,
μιά ουλή στο λαιμό της τρία μέ τέσσερα εκατοστά, φαρ­
διά λεκάνη και μεγάλα προτεταμένα στήθη. Ήταν ντυ­
μένη λές και δέν είχαν περάσει τά τελευταία δέκα χρό­
νια. "Ασπρη μπλούζα, μαύρη μακριά ινδική φούστα,
[

29

]

μπότες κι ενα χάλαρο φουλάρι πού δεν προσπαθούσε να
καλύψει τήν ουλή. Χαμογελούσε, συνέχεια χαμογελούσε.
(( Ό "Εκτορ ; »
« Β γ ή κ ε ν'αγοράσει αναψυκτικά. Άλλα μπορείς να

τα πεις δλα σ'έμενα».
(( Και ποιος είσαι έσύ ; »
« Ή γραμματέας του ».
(( Μα τί τρέχει έδώ ; » ρώτησε και έψαξε κάτι μέσα
στο γιγάντιο ταγάρι πού κρεμόταν στον ώμο της.
Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. Ό Έκτο ρ κρύωνε. Ή ­
ταν Δεκέμβρης μήνας και ή θερμοκρασία έπεφτε το
απόγευμα. Άλλα μή λέμε υπερβολές. Το κρύο πού ένιω­
θε ό "Εκτορ ήταν στο αίμα του, υποψιαζόταν ό ντετέκτιβ. 'Οφειλόταν στα στραβοκολλημένα κόκαλα, ήταν ή
συνέχεια των ονείρων. Παρ'δλα αυτά περπάτησε, αναγ­
κάστηκε να στρέψει τήν πλάτη στη γυναίκα και σ αυτό
πού κουβαλούσε στην τσάντα της, και πήγε στο παρά­
θυρο για να το κλείσει.
(( Γιά να δούμε, είναι ή δεν είναι ; » ρώτησε εκείνη
ενώ έ'βγαλε μια φωτογραφία και τήν ακούμπησε στο
γραφείο. Ό "Εκτορ γύρισε πίσω, τράβηξε Ινα τσιγάρο
και το άναψε. Πήρε τή φωτογραφία και τή μελέτησε.
Αυτός στα δεξιά ήταν ό Μεντιόλα, ό δημοσιογράφος.
Αριστερά ήταν ό ϊδιος, ό άλλος του εαυτός πριν άπό δύο
χρόνια. Ήταν στην πόρτα της παλιάς 'Αρένα Ρεβολουσιόν, στο τέλος ένος αγώνα ελεύθερης πάλης, ανακατε­
μένοι με το πλήθος πού έβγαινε. Τα πρόσωπα τους ήταν
[

30

]

σκυθρωπά, αγριεμένα, λες και αυτοί πάλεψαν και έχα­
σαν, λες και τους έκαναν κιμά τα μούτρα και άπό πάνω
τους έριξαν δυο άεροπλανικές κλοτσιές στα αχαμνά. Δεν
θυμόταν ούτε τή στιγμή ούτε τον φωτογράφο. Θυμόταν
δμως τα πρόσωπα. Ή τ α ν ό Μεντιόλα και ό "Εκτορ
Μπελασκοαράν Σάυν, ό άλλος. Ό παλιός.
Έβαλε τή φωτογραφία πάνω στο γραφείο. Ή γυναί­
κα πλησίασε, κοίταξε το εικονιζόμενο πρόσωπο και
μετά το συνέκρινε μ'αυτό πού είχε μπροστά της.
• (( Είστε 'ίδιοι, βλέπω. Αυτός στή φωτογραφία είναι
λίγο καλύτερος. Εσείς είστε πιο γερασμένος, καμπούρης,
λιγνός, αλλήθωρος, μουστακαλής, με το ενα μάτι πού σας
απομένει κουρασμένο, σάν γυάλινο, με μπράτσα σαν σύρ­
ματα. Κι δμως, μ'άρέσετε περισσότερο, παρ'δλη τή σα­
βούρα. Φαίνεστε περισσότερο άγριος, περισσότερο κά­
θαρμα. .. »
« Διαθέτετε, βλέπω, μια γαμημένη παρατηρητικότη­
τα. .. Δηλαδή τήν έβαψα ».
« Αλήθεια ; » έκανε μια παύση γιά να κοιτάξει γύρω
το δωμάτιο. « Να καθίσω ; »
(( Μπορώ να πώ οχι ; . . . Θα εχω τήν ευτυχία να μά­
θω το δνομά σας ; »
« Τή δυστυχία να λέτε. Αλίσια με λένε. Ή αδερφή
μου έλεγε πώς εΐναι δνομα κομμώτριας ».
. ((Και φοράτε φακούς, έχετε το μεσαίο δάχτυλο τοΰ
ποδιού μεγαλύτερο άπό τα άλλα και το ενα σας στήθος
στραβοκοιτάζει ».
[

]

« Μωρέ μπράβο, φοβερή περιγραφή... Χρειάζομαι
έναν ντετέκτιβ ».
(( Στις κίτρινες σελίδες του τηλεφωνικού καταλόγου

υπάρχουν πολλές αγγελίες».
« Έ γ ώ θέλω αυτόν» είπε δείχνοντας τόν'Έκτορ.
« Έ χ ε ι αποσυρθεί. Τόν απέσυραν».
«Και δέν δέχεται τίποτα; Οΰτε εύκολα πράγματα;
Να προσέχει πάρτυ δεκαπεντάχρονων κορασίδων1, να
κάνει τόν σωματοφύλακα σέ κάποιον πούστη τραγουδι­
στή, να βρίσκει γάτους που το έσκασαν κι άλλα παρό­
μοια. ..»
<( Οΰτε καν αυτά. Ό τύπος δέν ενδιαφέρεται ούτε για
ζωάκια οΰτε για δεκαπεντάχρονες οΰτε για τόν ΐδιο του
τόν εαυτό. Είναι φώς φανάρι, 'Αλίσια».
(( Μπορώ ωστόσο να σου μιλήσω ; »
Ό Έκτορ σηκώθηκε Ορθιος, πήγε ως το χρηματοκι­
βώτιο, έδωσε Ινα σκαμπίλι στα μεριά της Γκρέης Ρενατ
στο πόστερ και έβγαλε μία πέπσι.
« "Αχ, το αγαπημένο μου αναψυκτικό » είπε ή 'Αλί­
σια.
Ό "Εκτορ τήν κοίταξε επίμονα. Να κεράσει μια πέπ­
σι ήταν αμάρτημα πού δέν το διέπραττε ποτέ μέ τήν πε­
λατεία του οΰτε τόν παλιό καιρό. Τώρα, απλώς, δέν
1. Στο Μεξικό ή συμπλήρωση των δεκαπέντε χρόνων σηματο­
δοτεί τήν ένταξη στον κόσμο των ενηλίκων και γιορτάζεται ιδιαί­
τερα.
[

32

]

υπήρχε πελατεία. Ή γυναίκα του χαμογελούσε. "Εβγα­
λε Ινα δεύτερο μπουκάλι άπό τό χρηματοκιβώτιο, τα
πήγε και τα δύο στο γραφείο και τα ακούμπησε πλάι
στή φωτογραφία. Ό Έκτορ της φωτογραφίας τόν κοι­
τούσε συνοφρυωμένος. Έβαλε τό μπουκάλι επάνω στή
φάτσα του τύπου στή φωτογραφία, ώστε ν'αποφύγει
παρεμβολές άπό τό παρελθόν. Τράβηξε τό πιστόλι άπό
τή θήκη στή μασχάλη του και μέ τό στόχαστρο έπιασε
ν'ανοίξει τά αναψυκτικά.
. «Δέν νομίζω δτι μοϋ απομένει πια οΰτε απλή πε­
ριέργεια » είπε.
« Να πάρει, μοϋ τό είπαν δτι θα μέ στείλεις στον διά­
ολο, άλλα έγώ εχω τρομερή αυτοπεποίθηση, αδερφέ
μου. Τρομερή».
<( Α ς πιούμε τήν πέπσι και μετά θα φύγουμε ».

« Να πάμε που ; »
« Ό καθένας στο δρόμο του. 'Εντάξει ; »
« Όχι. Καθόλου εντάξει. Έ χ ω μια 'ιστορία να σου διηγη­
θώ. Φρίκη, δέν είναι αστείο. Σου έφερα μια παλιά φωτογρα­
φία, σοϋ χαμογελάω δλη τήν ώρα ώσπου πόνεσαν τα σα­
γόνια μου και πάγωσαν τά χείλια μου κι έσύ... Τίποτα ; »
(( Τίποτα » είπε ό "Εκτορ, Ινώ ή τάπα τοΰ μπουκα­
λιού τινάχτηκε στον αέρα.
Χτύπησε τό τηλέφωνο.
(( Έκτορ ; Έδώ Μεντιόλα ».
« Μόλις είδα μια φωτογραφία σου, κολλητέ. Γιατί
τις χαρίζεις έδώ κι έκει; »
[

33

(( Ή 'Αλίσια είναι εκεί; »
« Έ τ σ ι νομίζω».
(( Πές της ναί, αδερφάκι. Κάνε της τή χάρη. Είναι
άνθρωπος εμπιστοσύνης ».
(( Βγήκα για φαγητό » είπε ό "Εκτορ και το έκλεισε.
"Υστερα σηκώθηκε όρθιος. Ταλαντεύτηκε. Πήρε το μπου­
κάλι του και πήγε προς την πόρτα.
(( Σας παρακαλώ να κλείσετε μόλις πιείτε το αναψυ­
κτικό σας » είπε στη γυναίκα.
Βγήκε έξω ενώ συλλογιζόταν πώς ήταν απλώς ό φό­
βος να ξαναπαίξει το ρόλο ένας ήρωα πού δεν τον ανα­
γνώριζε πια ώς δικό του και είχε την κακή συνήθεια νά
δολοφονείται. 'Επιπλέον βαριόταν αφάνταστα νά κάνει
τον έξυπνο.

Μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του, μερικοί έφηβοι
της γειτονιάς έκαναν πατίνια. Ό Μάγος τους παρατη­
ρούσε με θαυμασμό άπό την πόρτα τοΰ καταστήματος
ηλεκτρονικών ειδών. Σκοτείνιαζε. Ό "Εκτορ ανέβασε το
φερμουάρ τοΰ μπουφάν του. Κρύωνε. Τον πονούσε ό
αγκώνας και ό καρπός τοΰ δεξιού χεριού. 'Αρθρίτιδα;
Έμφραγμα; Ή λέπρα της Πόλης τοΰ Μεξικού; Κατέ­
ληξε πώς ήταν κάτι πιο απλό, μια ένδειξη οτι ήθελε να
φάει διπλή μερίδα κοτόσουπας με μπούτι, σε μεγάλο
πιάτο.
« Ή ρ θ ε ή κοπέλα σου και σοΰ άφησε ένα καλάθι.
[ 34

Σ'τό'βαλα στην είσοδο» εΐπε ό Μάγος, δίχως νά κοι­
τάζει τους πιτσιρικάδες με τα πατίνια πού έκαναν οχτά­
ρια στην άσφαλτο φορώντας βρόμικα μπουφάν μέ χρώ­
ματα έλεκτρίκ. Ήταν τα μπουφάν τών φτωχών, κληρο­
νομιά άπό μεγαλύτερα αδέρφια.
(( Τί θα έλεγες, Μάγε, αν μάθαινα νά επισκευάζω τη­
λεοράσεις; » τον ρώτησε ο "Εκτορ.
(( Κάτι πρέπει νά ξέρεις άπό ηλεκτρονικά. Αυτό δεν
σπούδασες ; 'Αλλά αν θες τή γνώμη μου, είναι λίγο αργά.
Στην ηλικία σου δεν έχεις πια στο κατσαβίδι τή σβελ­
τάδα μπαλαρίνας πού απαιτεί το επάγγελμα αυτό ».
« Τ ο ϊδιο σκεφτόμουν κι εγώ, όπως σέ έβλεπα».
Ό Μάγος πήρε τό βλέμμα του άπό τα παιδιά μέ τά
πατίνια και κοίταξε τον "Εκτορ.
« Άλλαξε μοΰτρα, αδερφέ μου ! Είσαι αηδία ! » είπε
και γύρισε πάλι προς τά παιδιά. Ήταν ένας πού άφηνε
στο έδαφος ένα χάρτινο κουτί, ύστερα απομακρυνόταν,
έπαιρνε φόρα, έγερνε τό σώμα του και χτυπούσε τό
χαρτόκουτο μέ τά μακριά μαλλιά του. Έσκυβε, πηδούσε
και μετά επανερχόταν στην κατακόρυφη θέση.
« Έσύ πιστεύεις ότι στην ηλικία μου θα μπορούσα
νά γίνω καλός ντετέκτιβ ; » ρώτησε ό Μάγος μέ στόχο
νά αιφνιδιάσει τον "Εκτορ.
«"Οχι » αποκρίθηκε ό "Εκτορ, ανάβοντας Ινα τσιγά­
ρο και ρουφώντας βαθιά τον καπνό. « Δεν έχεις τή σβελ­
τάδα νά τραβήξεις τό πιστόλι δίχως νά μπλέξει στο βρα­
κί σου και νά σοΰ κάνει κιμά τά μπαλάκια ».
[

35

« Καλά το έλεγα έγώ. Άπο τότε πού πέθανε δ Φράν­
κο, ή ζωή δεν προσφέρει πια νέες συγκινήσεις. Ευτυχώς
που σ'έ'χω νοικάρη και κάπου κάπου έρχονται μερικοί τύ­
ποι και σου κάνουν θρύψαλα τα τζάμια με τα πιστόλια ».
Ό Έκτορ χτύπησε τον Μάγο στην πλάτη και μπήκε
στο κτίριο. Στο πρώτο σκαλοπάτι υπήρχαν δύο γράμμα­
τα. Το Ινα ήταν διαφήμιση τής πιστωτικής κάρτας Άμέρικαν 'Εξπρές και το παράτησε εκεί. Το άλλο ήταν ο λο­
γαριασμός τής τράπεζας και τον άνοιξε καθώς ανέβαινε
τις σκάλες. Όπως έβλεπε, υπολογίζοντας και τον πλη­
θωρισμό, είχε χρήματα που του αρκούσαν για έναν χρόνο,
δίχως να ζητήσει άπο τήν Έλίσα τίποτε άπο αυτά πού
κληρονόμησαν άπο τον πατέρα τους. Το ήξερε, όμως κοί­
ταξε τους αριθμούς προσεκτικά ώστε να μπορεί να τους
επαναλάβει μέχρι δεκάρας, δταν κάποιος θα ξανάρθει να
του προσφέρει δουλειά.
Το καλάθι βρισκόταν στή μέση τοΰ χαλιού τής σά­
λας. Ήταν Ινα χτυπητό κόκκινο χάλι σ' Ινα σαλόνι δί­
χως έπιπλα. Ήταν Ινα καλάθι για τα ψώνια, πού περι­
είχε δύο κιτρινωπά παπάκια, οχι περισσότερο άπο οχτώ
εκατοστά ΰψος, κι Ινα γράμμα. Τά παπάκια είχαν τρε­
λαθεί νά λένε συνέχεια κουά, κουά, κουά, και ό φάκελος
έγραφε απλώς Ινα « για σένα ».
Δέχτηκα τη δουλειά φωτογράφου στο Πουέρτο Βαγιάρτα. Δύο εβδομάδες. "Οταν θα γυρίσω ελπίζω να σου έχει
περάσει η μαυρίλα. Οι κύριοι αυτοί πού σου αφήνω ονο[

36

μάζονται 'Οκτάβιο Πάς και Χουάν Χοσε Άρέολα. Φιλιά.
Τρώνε σποράκια και ξερό ψωμί, και συνέχεια πίνουν νε­
ρό. *Αν σον χέσουν το πουκάμισο, μπορείς νά προσευχη­
θείς να ξανανοίξει το καθαριστήριο Φρανσέσκα. Έγώ.
Ό "Εκτορ παρατήρησε τά μικροσκοπικά παπάκια. Ή ­
ταν κιτρινιάρικα και είχαν ηλίθιο ύφος. Τοΰ θύμιζαν Ινα
κουνέλι πού το έλεγαν Ραντανπλάν και άλλοτε κυκλοφο­
ρούσε στο διαμέρισμα. Το κορίτσι με τήν αλογοουρά πί­
στευε δτι ό Έκτορ γινόταν επικίνδυνος δταν έμενε μό­
νος και κάθε φορά πού έφευγε προσπαθούσε νά τοΰ
αφήσει κάτι ώς αντάλλαγμα: μια φωτογραφία, δύο πα­
πάκια, μια πολύωρη κασέτα μ'Ινα μόνο τραγούδι, Ινα
κουνέλι, μια γεμιστή γαλοπούλα κι Ινα ηλεκτρικό μα­
χαίρι γιά νά τήν κόψει, τά άπαντα τοΰ Ντάσιελ Χάμμετ
σε δώδεκα τόμους.
"Ετσι γινόταν πάντα.
Παρατήρησε τις βόλτες πού έκαναν τά παπάκια στο
χαλί, πήγε στο πικάπ κι έβαλε τον τελευταίο δίσκο τοΰ
Σίλβιο Ροδρίγκες.
Πλευρά Α, τρίτο τραγούδι. Βγήκε στο παράθυρο, οι
πιτσιρικάδες με τά πατίνια είχαν φύγει. Ό θόρυβος τών
αλυσίδων στα ρολά τοΰ θύμισε δτι ό Μάγος έκλεινε το
μαγαζί.
Πρέπει ν αγαπάς τήν ώρα πού ποτέ δεν λάμπει. Κι οχι,
μην αφήνεις να περνάει ό καιρός, μόνο ή αγάπη κυοφορεί το
θαϋμα. Μόνο δ έρωτας μπορεί ν ανάψει τους νεκρούς.
[

37 ]

Έπί έναν μήνα έβαζε συνέχεια το ί'διο τραγούδι. Πε­
ριέργως δεν είχε μάθει τα λόγια, παρόλο πού το απο­
λάμβανε αφάνταστα κάθε φορά. Ό μ ω ς ό έρωτας δεν
άναβε τίποτα. Δεν φώτιζε παρά μονάχα μερικές ώρες,
μερικά λεπτά και πάντοτε στή μοναξιά των δύο ατό­
μων. Δέκα τετραγωνικά μέτρα το πολύ έπιανε το περι­
στασιακό φως. Ξαναπήγε στο παράθυρο προσπαθώντας
να μην πατήσει τα παπάκια πού τριγυρνούσαν έδώ κι
εκεί πάνω στο χαλί. Τα φώτα του δήμου άναψαν λες και
κάποια επιθυμία έγινε μαγική εντολή.
Τελικά δεν ήταν τόσο σοβαρό, δέν ήταν δα και τρα­
γωδία. Ό Έκτο ρ ήταν απλώς Ινας τύπος γεμάτος ούλες
πού φοβόταν. Και ό φόβος δέν είναι άσχημος, κάνει κα­
λή παρέα, εξίσου λογική όπως ό έρωτας ή το κρύο. Κρύο.
Πήγε στο δωμάτιο και γύρισε μ'Ινα μαϋρο μάλλινο γι­
λέκο. Σταμάτησε στην κουζίνα και γέμισε ενα πιατάκι
με νερό για τα παπάκια. Τα κοίταξε πού έ'πιναν. Τα σι­
χαμένα, έμπαιναν κι έβγαιναν στο πιάτο, έχεζαν εκεί
μέσα, μετά έπιναν και πλατσούριζαν. Το νερό άρχισε νά
θολώνει και το χάλι γύρω άπό το πιάτο γέμισε λεκέδες.
Ή τ α ν Ινα καλό χαλί. Κόκκινο. Έδώ είχε λεκέδες άπό
κρασί, πιο πέρα άπό σούπα άπό χελιδονοφωλιές, πιο πέ­
ρα άπο τήν μπαταρία ενός Φολκσβάγκεν και άπό ξένο
αίμα. Πήγε πάλι στο πικάπ και ξανάβαλε τή βελόνα
έκεϊ πού άρχιζε το τρίτο κομμάτι. Το Ινα παπάκι είχε
ανακαλύψει τή χαρά τών καταδύσεων. Στηριζόταν στην
άκρη του πιάτου και πηδούσε στο χαλί. "Υστερα τρα[

38

]

μπαλιζόταν λίγο. Αυτός μάλλον είναι ό XX. Ό "Εκτορ
προσπάθησε νά τον ξεχωρίσει άπό τον άλλον. Είχε έναν
καφέ σημάδι στο φτερό. Ό Ο.Π. είχε πονηρό βλέμμα κι
έναν κύκλο μέ άσπρα πούπουλα στο κρανίο. Τώρα θά
χτυπήσει το τηλέφωνο, σκέφτηκε ο "Εκτορ. Πρέπει ν'
αγαπάς μέχρι τρέλας τήν άμμο που πατάς. Μόνο ο έρω­
τας φωτίζει αυτό που διαρκεί, ακούστηκε στα ηχεία τοΰ
πικάπ. Τώρα θα χτυπήσει το τηλέφωνο και μετράω ενα,
δυο... κάί... τρία. Δέν ακούστηκε τίποτα δμως και ό
."Εκτορ ξαναπήγε στην κουζίνα νά φτιάξει μια ομελέτα
μέ πατάτες και λουκάνικα του Μιτσοακάν, σύμφωνα μέ
τήν παλιά συνταγή'τοΰ γερο-Μπελασκοαράν. Ό Ο.Π.
και ό Χ.Χ. θά τρελαίνονταν για ομελέτα με πατάτες. Σέ
αντίθετη περίπτωση, θά άρχιζαν μια ατέλειωτη ήμερα
δίαιτας.

Ή πόλη πού έχεις εσύ δέν είναι αυτή πού έχουν οί άλλοι.
Ή δικιά σου πόλη, ή πόλη του καθενός, έχει τις κολόνες
φωτισμού στο λάθος σημείο και είναι γεμάτη σκιές έκεϊ
πού δέν θά έπρεπε νά υπάρχουν. Στην πόλη σου, ο εφη­
μεριδοπώλης κρεμάει τήν Ουαοίοηβε ' πλάγια και πρέπει
νά κάνεις ακροβατικά για νά ρίξεις μιά ματιά στους τί­
τλους. Στην πόλη σου το κατάστημα της γωνίας κλείνει
οπωσδήποτε στις 7.15, μολονότι όταν τους ρωτήσεις το
1. Καθημερινή αθλητική εφημερίδα.
[

39

1

πρωί τί ώρα θα κλείσουν το βράδυ θα σου πουν στις
οχτώ. Στην πόλη σου το κανάλι 'Εννιά1 δείχνει με πα­
ρεμβολές τήν ώρα πού έχει ταινίες με τον Μπόγκαρτ.
"Ισως ή προσωπική πόλη του καθενός να έχει ομοιότη­
τες με τις άλλες. Ή αθλιότητα, ή ανεργία, ή άδιαντροπιά της εξουσίας που ψεύδεται ηλεκτρονικά, ή τιμή της
βενζίνης, το μαΰρο σύννεφο που ταξιδεύει άπα βορειοδυ­
τικά προς νοτιοδυτικά, ή κακοκεφιά των γειτόνων τοϋ
πέμπτου, ή στάνταρ γεύση των χάμπουργκερ στα φαστφουντάδικα, ή ακαριαία αντίδραση της καθαρίστριας
δταν μια λάμπα κινείται απρόβλεπτα και αναγγέλλει το•
σεισμό. Όλα αυτά δμως είναι διακόσμηση. Ζούμε σέ
διαφορετικές πόλεις, που είναι κατασκευασμένες με
υλικά τις καταχρήσεις εξουσίας και το φόβο, τή δια­
φθορά και τή διαρκή απειλή της ζούγκλας πού, κρυμμέ­
νη στα πρόσωπα του συστήματος, ξεπροβάλλει κάθε τό­
σο για να μας υπενθυμίζει δτι είμαστε εύθραυστοι, δτι
είμαστε μόνοι, δτι μια μέρα θα γίνουμε λίπασμα για τα
ραδίκια. Ή δτι μια μέρα δλα πρέπει να παιχτούν κορόνα-γράμματα, στυλ ούέστερν, ή να κριθούν σέ μια μο­
νομαχία στην κεντρική λεωφόρο : αυτοί ή έμεϊς.
Μέσα σ'αύτή τή μοναξιά, ή ιδιωτική σου πόλη πλά­
θει αλληλεγγύη. Είναι κάποια αδύναμα φράγματα άπό
οδοντογλυφίδες πού μερικές φορές ανθίστανται στην
ορμητική πλημμύρα. Είναι το χαμόγελο των ιδιοκτητών

τοΰ χρωματοπωλείου, το μάτι πού σου κλείνει συνένοχα
στο λεωφορείο ό τύπος πού τυχαία διαβάζει το ίδιο μυθι­
στόρημα μ'εσένα, ή ικανοποίηση τών επιβατών πού πα­
ρακολουθούν το ανθρωποφάγο φιλί αποχαιρετισμού δύο
φοιτητών της Φιλοσοφικής1 πού φιλιούνται λες και αύριο
δεν θα έχουν πάλι μαζί μάθημα, ή λές και δέν θα γίνει πια
κανένα μάθημα. Το άγριο βλέμμα δλων δταν ό μπάτσος
της γωνίας δίνει κλήση σ'εναν μοτοσυκλετιστή. Και μέ­
σα στή δική σου τήν πόλη δημιουργούνται άλλες μικρότε­
ρες πόλεις, χωριά, σχεδόν ατομικά αγροκτήματα πού κά­
θε τόσο έ'ρχονται σέ επαφή μέ τήν πόλη τών άλλων.
« Σέ ποια πόλη έζησα εγώ τον τελευταίο χρόνο ; » α­
ναρωτιόταν ό "Εκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, αποσυρθείς
επαγγελματίας ντετέκτιβ. « Μέ ποιόν έζησα; Μέ ποιόν
άλλον έζησα αυτούς τους δώδεκα μήνες ; » Δέν θυμόταν
καλά. Πολλές εικόνες νοσοκομείου. Λίγες διακοπές σέ
ένα σπίτι στα βουνά της Πουέμπλα, ανάμεσα στα πεύ­
κα. "Ενας γιατρός πού τόνιζε τις ευεργετικές ιδιότητες
τοΰ δάσους για τή θεραπεία τών πνευμόνων. "Ενας λο­
γαριασμός πού οφείλε για τέσσερα λίτρα πλάσμα αίμα­
τος. Ένας αγώνας τών Πούμα στο Στάδιο της Πανε­
πιστημιούπολης μέ τον Κάρλος Βάργας, τον Κόκορα
και τον Χιλμπέρτο, συντροφιά στις μπίρες και στην
κερκίδα. Μια δουλειά ανακατασκευής ενός υδραγωγείου

1. Τηλεοπτικός σταθμός μέ πολιτιστικό πρόγραμμα.

σχολή τών κοινωνικών επιστημών.

1. CCH ( Colegio de Ciencias y Humanidades): Πανεπιστημιακή

[

40

]

[

]

σ'Ινα χωρίο τής πολιτείας του Κερέταρο. Δύο μυθιστο­
ρήματα τοϋ Ζάν-Φρανσουά Βιλάρ και ή όψιμη ανακά­
λυψη των κοινωνικών μυθιστορημάτων τοϋ Πίο Μπαρόχα. Μια τυχαία και 'ιδρωμένη σχέση με μια κοκκινο­
μάλλα φοιτήτρια βιοχημείας πού διήρκεσε έξι νύχτες.
"Ενας ολόκληρος χρόνος. Λίγα πράγματα είχε για να
δικαιολογήσει έναν χρόνο. Και στή χώρα είχαν συμβεί
διάφορα. Είχε την αόριστη εντύπωση πώς ή χώρα ήταν
νευρική. Ή οργή έπαιρνε μορφή, οι Μεξικάνοι γυρ­
νούσαν εδώ κι εκεί τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο και
αυτό προοιωνίζεται συνήθως μεγάλη θύελλα, άπ'δσο
συγκρατούσε ή ιστορική μνήμη του "Εκτορ.
Το ασανσέρ ανέβαινε στριγκλίζοντας προς το γρα­
φείο και ό "Εκτορ πάσχιζε μάταια να ξαναβρεί τον τε­
λευταίο χρόνο τής ζωής του. Ή πόρτα άνοιξε πριν την
ώρα της. Ή 'Αλίσια τοϋ χάρισε Ινα υπέροχο χαμόγελο
και μπήκε στο ασανσέρ δίχως ό "Εκτορ να μπορέσει να
την εμποδίσει. Πάτησε το κουμπί τοϋ έκτου ορόφου.
(( Άλίσια. Θυμάσαι ; » του είπε.
« "Οχι, δέν είμαι ή Άλίσια. Είμαι ένας συνταξιούχος
πού πήγαινε στον τρίτο. Τρεις όροφοι επιπλέον δίχως τή
θέληση μου. Νομικώς μπορεί να θεωρηθεί απαγωγή »
είπε και κοίταξε το ταβάνι τοϋ ασανσέρ.
« Γαμώτο ! » είπε ή γυναίκα.
Ό "Εκτορ την κοίταξε.
« Μα τί πρέπει να κάνω για να μοΰ δώσεις επιτέλους
σημασία ; »
[

42

]

Ό "Εκτορ χαμογέλασε.
Ή Άλίσια φορούσε πουλόβερ και μαΰρο υφασμάτινο
παντελόνι. Έπιασε το πουλόβερ άπο τή μέση και το σή­
κωσε αργά ώσπου αποκάλυψε τα στήθη της. Δέν φο­
ρούσε σουτιέν. Ήταν πιο μεγάλα άπ'δ,τι έδειχναν σκε­
πασμένα. Μυτερά, με ρόδινες θηλές πού κοίταζαν προς
τα εςω.
« Πράγματι, το Ινα είναι πιο μεγάλο άπο το άλλο...
Έκτος άπο απαγωγή, έχουμε και απόπειρα βιασμού... »
• Ή γυναίκα έβαλε πάλι το πουλόβερ στή θέση του. Ό
"Εκτορ ένιωσε απαρηγόρητος. Καλά να πάθει αφού δέν
ξέρει νά κρατάει κλειστό το στόμα του. Δέν λένε δτι ή
γλώσσα τρέχει πιο γρήγορα άπο το μυαλό ; Ή πόρτα
τοϋ έκτου ορόφου άνοιξε και ή Άλίσια πάτησε το κουμ­
πί για τον τρίτο, ηττημένη.
(( Εντάξει, παραδίδομαι » είπε ό "Εκτορ. « Σέ ακούω ».

2.
Η Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Α TOT ΛΟΤΚΕ ΜΕΔΙΝΑ
ΟΠΩΣ ΤΗΝ Π Ε Ρ Ι Ε Γ Ρ Α Ψ Ε Η Α Λ Ι Σ Ι Α
( 'Ακριβώς όπως θα τη θυμόταν ο "Εκτορ Μπελασκοαραν )

Αυτός τη σκότωσε, εγώ το ξέρω δτι τη σκότωσε αυτός.
Όμως δέν εΐναι δυνατόν να ήταν αυτός. Δεν βρισκόταν μέ­
σα στο μπάνιο κι εκείνη ήταν κλειδωμένη από μέσα. Δέν
το έκανε με τα χέρια του, δέν πάτησε αύτος τη σκανδάλη.
Τη σκότωσε με άλλο τρόπο και είμαι σίγουρη γι'αυτό.
Γιατί ξέρω δτι αύτος τή σκότωσε. Την έσπρωξε σ'ενα
αναθεματισμένο αδιέξοδο, δπου στο τέλος βρισκόταν το
μπάνιο με την κλειδωμένη άπό μέσα πόρτα και το περί­
στροφο, κι εκείνη ήταν καθισμένη στη λεκάνη της τουαλέ­
τας με τα μυαλά της χυμένα στον τοίχο, ένώ ο'ι γείτονες
χτυπούσαν τήν πόρτα και Ινα κασετόφωνο έπαιζε στο δια­
μέρισμα μουσική του Μανσανέρο. Έτσι έπρεπε να πεθά­
νει, με τη μουσική τοΰ Μανσανέρο. Πάντα άκουγε γλυ­
κερά μπολερό. Ό λ η τή μέρα τον τελευταίο καιρό άκουγε
τέτοια μπολερό, συνέχεια. Το κασετόφωνο κι εκείνη ήταν
πάντοτε μαζί στο σπίτι, ένώ αυτός τήν έσπρωχνε στό διά­
δρομο, άλλοτε με φωνές κι άλλοτε μ'Ινα κουζινομάχαιρο,
και της έλεγε να βγάλει τα ροϋχα της για να τή δουν γυ­
μνοί κάτι φίλοι που είχαν πάει για να φάνε μαζί.
[

45

]

Όταν ήμουν στο Μαϊάμι τον 'Απρίλη, πριν άπό τρία
χρόνια, εκείνη μοϋ έλεγε δτι απομάκρυνε τα δύο κρεβά­
τια στο δωμάτιο, Οσο πιο πολύ μπορούσε. Όμως αυτός
κάθε βράδυ τα έφερνε λιγάκι πιο κοντά. Τότε μοϋ έδειξε
τα εγκαύματα στο χέρι της. Αυτός την έκαψε με το σί­
δερο επειδή αρνιόταν να δοκιμάσει κοκαΐνη. Και με την
κοκαΐνη έφυγε. Ή νεκροψία έλεγε δτι ήταν μαστουρωμένη ως τα μπούνια, ως το μεδούλι. Όμως πώς ήταν
δυνατόν, άφοϋ εκείνη το μόνο που έπινε ήταν πέπσι
λάιτ, γιά να μήν έχει πολύ καφεΐνη. Πώς ήταν δυνατόν
να εΐναι μαστουρωμένη άφοΰ ποτέ δέν έπαιρνε δύο ασπι­
ρίνες μαζί, το πολύ μία, δταν είχε τρομερό πονοκέφαλο.
Αυτός ό πούστης, αυτός ό πουτάνας γιος, το κάθαρμα,
ό γαμημένος. Αυτός μαστούρωνε και γινόταν κόκκινος
άπό τα πολλά σκατά πού ρουφούσε με τή μύτη του, πού
έχωνε στις φλέβες του. Και μετά παρίστανε τον άντρα
αλλά τό πράμα του δεν έκανε οΰτε για κατούρημα. Πώς
πήγε και παντρεύτηκε αυτόν τον τιποτένιο ή ηλίθια ή
Έλένα; Ήταν χαζή ή αδερφή μου, ήταν μια μαλακισμένη. Επειδή ό τύπος ήταν ωραίος. Ήταν ό Λουκε Μεδίνα, μάγκας και ωραίος, και πολύ γόης. Στην αρχή ακό­
μα κι έμενα με έπεισε με τα διάφορα πού έ'λεγε, και έδει­
χνε τους μϋς του μέ τό εφαρμοστό μπλουζάκι, κι έδειχνε
τα παπάρια του μέ τα στενά τζήν, και έδειχνε τα δολά­
ρια και τό κόκκινο σπορ αμάξι πού του είχε κοστίσει
οχτώ χιλιάρικα, έδώ επί τόπου, κοριτσάρα μου, θα τό φέ­
ρω για να τό εγκαινιάσεις, και ή άλλη ηλίθια τσίμπησε,
[ Φ

]

σαλιάριζε μέ τον χρυσό της μιγάδα πού θα τή γλίτωνε
άπό τό όχτάωρο στο γραφείο και θα τήν πήγαινε στο
Χόλλυγουντ. Και τελικά της πρόσφερε δεκάξι ώρες στην
κόλαση και οχτώ ώρες τήν ήμερα στο καθαρτήριο.
Αυτός τή σκότωσε. Τήν έσπρωξε στην τρέλα. Σίγου­
ρα θα της έλεγε : Δέν τολμάς ; Αυτοκτόνησε λοιπόν ! Δέν
έχεις τά κότσια ! Κι εκείνη μου έγραψε ένα γράμμα, δέν
τό έχω πιά, τό πέταξα. Πήγε στον διάολο μουσκεμένο
στα δάκρυα, γεμάτο μύξες άπό τό κλάμα μου δταν τό
διάβαζα. Μοϋ έλεγε πώς μια φορά τήν έβαλε να περπα­
τάει γονατιστή σέ δλο τό σπίτι ενώ τήν απειλούσε μέ τό
πιστόλι. Γιατί τέτοιο κάθαρμα ήταν ό πουτάνας γιος. Τή
μια μέρα τήν πήγαινε σ'ένα εστιατόριο πολυτελείας νά
φάει και νά πιει γαλλικά κρασιά και τήν επόμενη της
έπαιρνε τήν πιστωτική κάρτα γιά νά μήν τή χρησιμο­
ποιεί δσο θά έλειπε αυτός. Τή μιά μέρα έκλαιγε πάνω
της και της έλεγε δτι ποτέ δέν αγάπησε άλλην τόσο πολύ
στή ζωή του και τήν επόμενη τήν πήγαινε σ' ένα μπαρ
και τήν άφηνε στο αφεντικό του, νά τήν πασάρει σέ
οποιονδήποτε τή γούσταρε στο κρεβάτι. Ήταν γουρούνι
ό τύπος. Φίδι φαρμακερό. Ή Έλένα μοϋ είπε δτι τή δη­
λητηρίαζε μέ κατσαριδοκτόνα και μετά μοϋ εϊπε Οχι, της
έβαζε ζάχαρη στα σακουλάκια μέ τά κατσαριδοκτό­
να γιά νά νομίζει δτι τή δηλητηρίαζε. Καλύτερα νά τή
σκότωνε παρά νά τήν κοροϊδεύει έτσι. "Ηθελε νά της
ξεκάνει τό κεφάλι, νά τήν τρελάνει. "Ηθελε νά τήν κά­
νει νά νιώθει απειλή γιά νά μήν τοΰ τό σκάσει. Κι αυτός
47

εξαφανιζόταν για εβδομάδες, δμως κάποιος μιλούσε έκ
μέρους του κάθε μέρα στο τηλέφωνο -πολύ ευγενικός ό
γκρίνγκο- και τή ρωτούσε αν χρειαζόταν κάτι.
Ή Έλένα έφυγε με τον μοναδικό τρόπο που μπορού­
σε να φύγει : τινάζοντας τα μυαλά της στον αέρα. Κι αυ­
τός πρέπει να το φχαριστήθηκε πολύ, γιατί γι'αύτο το
σιχαμένο παρανοϊκό γουρούνι το μόνο που μετρούσε
ήταν ή εξουσία. "Ηθελε να την έχει σκλάβα. Τόσο πολύ
που μια μέρα μπορούσε να τή σκοτώσει για να δείξει
πόσο δική του ήταν, πόσο απόλυτα τήν κατείχε. Ό Λοΰκε Μεδίνα, Ινας καμαρωτός χήρος, πολύ φιγουράτος με
το μαΰρο μεταξωτό κοστούμι, με τα λουστρίνια του και
τό λευκό γιλέκο του, έρχεται τώρα στο Μεξικό.
Θέλω να τόν ξεπαστρέψεις. Για χάρη μου. Έρχεται
στο Μεξικό τήν επόμενη εβδομάδα. Είμαι σίγουρη δτι
θα έρθει με τήν πτήση της Panam τήν Τετάρτη τό βρά­
δυ. Panam από τή Νέα Υόρκη. Δουλεύω σε αεροπορική
εταιρεία και ζήτησα από όλους τους φίλους μου να με
ειδοποιήσουν αν δουν τό όνομα του να εμφανίζεται σε
κάποια οθόνη. Έ χ ε ι κράτηση για να έρθει τήν Τετάρτη
στο Μεξικό και σίγουρα έρχεται για κάποια βρομοδουλειά, εΐναι τό μόνο που ξέρει να κάνει. Έκεϊ στο Μαϊά­
μι δλο με περίεργα πράγματα ασχολιόταν. Ναρκωτικά,
νομίζω. Και με άλλα σκατά, είχε πάρε-δώσε με τή
« σκουληκαρία », τή μαφία των Κουβανών στο Μαϊάμι \
1. Σ τ η Λατινική 'Αμερική, όπως καί στην Κούβα, αποκαλούν gusaΙ

48

]

τους αφέντες της γειτονίας. Σίγουρα τό καθίκι έρχεται
να κάνει κάποια κωλοδουλειά. Έσυ πρέπει να μάθεις τί
είναι καί να τόν καταδώσεις. Νά τόν πιάσουν καί να σα­
πίσει σε μια μεξικάνικη φυλακή για πάντα, για νά πλη­
ρώσει για τήν Έλένα. Κοίταξε. Είναι μια φωτογραφία
του. Κοίταξε τον που χαμογελάει, τό παλιοκάθαρμα.
Κοίτα τον που λέει: έμενα κανένας δεν με πειράζει. Σαρανταπέντε ετών, ήταν μεγαλύτερος άπό τήν αδερφή
μου. 'Αλήθεια, μπορείς; Θα τόν ξεκωλιάσεις; Πές μου
δτι υπάρχει δικαιοσύνη καί πώς θα πεθάνει σε μια με­
ξικάνικη φυλακή, ό πουτάνας γιος. Πές μου δτι...

nos, δηλαδή σκουλήκια, τους Κουβανούς πού έφυγαν άπα τήν Κού­
βα καί αντιπολιτεύονται τήν Κουβανική Επανάσταση του 1959.

3.
01 ουλές μου 'έχουν ρίζες ακόμα και σε άλλα σώ­
ματα, ol πληγές μου κινούνται απο την ντροπή.
ROQUE DALTON

« Κ ι εσείς, κύριε, τί της είπατε;» ρώτησε ό Έκτο ρ.
« Τί σκατά ήθελες να της πώ ; » απάντησε πολύ θυ­
μωμένος ό Γκόμες Λέτρας.
« Ξέρω κι έγώ, κάτι για τήν απλή λογική ».
« Κολοκύθια. Της είπα δτι είναι μαλακία ν' αλλάξεις
ολη τήν εγκατάσταση, άντι απλώς να αλλάξεις τις στρό­
φιγγες του κρύου και του ζεστού ».
« Και τί σας απάντησε ή κυρία ; »
(( Ό τ ι εκείνη άπο μικρή είχε συνηθίσει το ζεστό νερό
να είναι στα δεξιά και το κρύο στ'αριστερά, κι έτσι τό
ήθελε. 'Αντιλαμβάνεστε λοιπόν, κύριε μαλάκα Έκτορ,
με τί γουρούνια έχουμε νά κάνουμε κάθε μέρα ; Πολύ θα
ήθελα να έχω να κάνω με τους δηλητηριαστές σας, τους
βιαστές σας, τους τύπους πού παίρνουν Ινα σαρανταπεντάρι και πυροβολούν. Δεν πιάνουν μπάζα δλοι αυτοί μπρο­
στά στή δολοφονική κλανιάρα γριά στή Λόμας πού μοΰ
τα έσπασε».
Ό Γκόμες Λέτρας θεώρησε λήξασα τήν αφήγηση και
συγκεντρώθηκε στην τανάλια πού βαστούσε κι έφτιαχνε
[

]

τη σύνδεση σ'εναν χαλκοσωλήνα εξι μέτρων, πού διέ­
σχιζε το γραφείο άπ'άκρη σ'άκρη, πηδώντας πάνω σε
τραπέζια και καρέκλες.
Ό "Εκτορ είχε κλέψει δύο φακελάκια ζάχαρη άπό
μια καφετέρια και δοκίμαζε να βελτιώσει την κόκα κό­
λα. Τα έριξε στο ποτήρι μαζί με το χυμό μισού λεμο­
νιού. Το αποτέλεσμα του πειράματος ήταν αμφίβολο
δσον άφορα τη γεύση, δμως βγήκε ένας πηχτός αφρός
πολύ ωραίος. Στο δισκοπωλείο, απέναντι, δλο το πρωί
επέμεναν στον ϊδιο τροπικό δίσκο δεύτερης κατηγορίας,
άπ' αυτούς πού έδιναν έ'μφαση στο ρυθμό και έβαζαν σε
δεύτερη μοίρα τη μελωδία. Άπό στίχους ελάχιστα κα­
ταλάβαινε, μόνο κάτι για μια μιγάδα με πράσινη κορδέ­
λα στα μαλλιά.
Ό Γκόμες Λέτρας χαμογέλασε ένώ χτυπούσε το σω­
λήνα στο ρυθμό τοΰ τροπικού ρυθμού. Λες και ή κακοκεφιά του διαλύθηκε μέσα στο σαματά.
(( Γιατί γελάς ; »
« Σκεφτόμουν δτι αν της κυρίας εκείνης της χώναμε Ινα
σαρανταπεντάρι στον κώλο, μετά δεν θα την έκοφτε και
πολύ σε ποια μεριά εΐναι το ζεστό και σε ποια τό κρύο ».
« ' Λ σ ε καλύτερα να πεθάνουν οι μοχθηρές σου σκέ­
ψεις ».
<( Είδες δτι ακρίβυναν τα αναψυκτικά ; »
« Είναι πια πασίγνωστο δτι σ' αύτη την πόλη δλοι
έχουμε ενα σαρανταπεντάρι στον κώλο ».
« Πιάσε μου εκείνη τήν πένσα».
[

52

« Θα σου δανείσω ενα σαρανταπεντάρι για να δεις πώς
νιώθεις».
« Ξεκουράσου λίγο, πρέπει να είσαι κουρασμένος...
Και μια και τό'φερε ή κουβέντα, πώς αισθάνεσαι;»
« Ξέρω κι εγώ. Θα τό σκεφτώ λίγο » είπε ό "Εκτορ.
Πήγε στό παράθυρο και ήπιε κάμποση άπό τη βελ­
τιωμένη κόκα κόλα του.
«'Άσχημα. Νομίζω δτι νιώθω άσχημα».
«Λοιπόν, είναι ώρα να νιώσεις καλύτερα, έδώ δεν
έχει πολλή δράση ».
« Δεν μοΰ λές, τί γνωρίζεις για τό Λφγανιστάν ; »
« Τίποτα. Ξέρω δτι είναι μια οδός στή συνοικία Έ λ
Ροσάριο. Τί γίνεται εκεί; »
« Ή KGB γυρεύει Μεξικάνους υδραυλικούς ».
« Ή KGB είναι εργοστάσιο αντλιών νερού τής Λεόν,
στό Γουαναχουάτο; »
Ήταν τώρα ή σειρά τοΰ "Εκτορ να χαμογελάσει. Ό
Γκόμες Λέτρας τον κοίταξε ενοχλημένος. Πέρασε στην
αντεπίθεση.
(( Μπορεί να παριστάνεις τον ντετέκτιβ τών φτωχών,
δμως στις διαδηλώσεις δεν πήγες.
« Τών φοιτητών ; »

« Ναί, αυτές ».
« Όπως είπε ό ποντικούλης τοΰ παραμυθιού... »
« Τί είπε ; »
« "Ημουν άρρωστούλης... »

[

53

]

« Κ ι οποίος χέσει στο δίσκο, τον κατουρήσει, πατήσει
μέσα, ρίξει νερά ή φτύσει εκεί μασημένο καλαμπόκι, θα
τον πιάσω άπο το λαιμό και θα τον κόψω κομματάκια »
είπε ο Έκτορ στον Χ.Χ. και τον Ο.Π. δείχνοντας το
εξώφυλλο τοΰ νέου δίσκου του John Coltrane πού είχε
το Stardust. Τά παπιά είπαν μερικά κουά-κουά και εξα­
φανίστηκαν στην κουζίνα κουνώντας την ουρά.
Ό Έκτορ άνοιξε το πικάπ, καθάρισε τη σκόνη της
βελόνας κι έβγαλε άπο τη θήκη του τον Coltrane. Έ ­
βγαλε το μπουφάν και άναψε δλα τά φώτα τοΰ σπιτιοΰ.
Ήταν μιά καινούργια συνήθεια αυτή, την απέκτησε τους
τελευταίους μήνες. Τοΰ άρκοΰσε ή αίσθηση δτι βρισκόταν
στο κέντρο ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου, δπου το φώς
διώχνει τις φοβίες. 'Ακούμπησε τή βελόνα και δυνάμωσε
την ένταση και στα δύο ήχεΐα. "Υστερα μπήκε στο μπά­
νιο και κατούρησε με απόλαυση. Μπροστά του είχε τις
δύο φωτογραφίες που τοΰ είχε δώσει ή 'Αλίσια. Τις είχε
έκεϊ για να τις συνηθίσει, Ολη την εβδομάδα, ώς την άφι­
ξη τοΰ τύπου στο αεροδρόμιο τής Πόλης τοΰ Μεξικοΰ,
ώσπου να δει το αληθινό πρόσωπο τοΰ Λοΰκε Μεδίνα. Προς
το παρόν είχε μόνο τις φωτογραφίες. "Ενας ανοιχτόχρω­
μος μιγάς, πιγούνι ελαφρώς χωρισμένο, στρογγυλή μύ­
τη, μάτια στεγνά, μέτωπο πλατύ. Και το λατινοαμερι­
κάνικο μουστάκι τοΰ Χόλλυγουντ, φτενό, ψαλιδισμένο.
Ό Έκτορ γύρισε προς τον καθρέφτη καθώς τήν τί­
ναζε και παρατήρησε το δικό του μουστάκι, άγριο, ανά­
στατο, σαν τοΰ Βίγια.
[

54

]

"Αρχιζε μιά ιστορία με μουστάκια και ό Έκτορ ήξε­
ρε δτι αΰριο θα ήταν μέρα προπόνησης σε αγώνα δρό­
μου. Θα διάβαζε ενα βιβλίο τοΰ Λάνσφορντ για τή Με­
ραρχία τοΰ Βορρά και τον Πάντσο Βίγια, τον τελευταίο
του πνευματικό οδηγό, θά πήγαινε στην αίθουσα Ε ' τοΰ
αεροδρομίου Μπενίτο Χουάρες και θά διάλεγε τήν κολό­
να πίσω άπο τήν οποία θά παρακολουθούσε. Θά έβρισκε
το κατάστημα αναψυκτικών, τους χώρους στάθμευσης,
τή θέση τοΰ αυτοκινήτου. Πανικός... Μουστάκια.
. Τά πράγματα δούλευαν, σκέφτηκε. Διέσχισε το διά­
δρομο ώς τήν κουζίνα και άφησε το περίστροφο, με τή
θήκη και δλα τά σχετικά, στο ψυγείο, δίπλα στο αυτό­
ματο σαρανταπεντάρι. Λειτουργοΰσε. Όλα πήγαιναν ρο­
λόι : πάπιες, Stardust, φώτα. Όλα τά φάρμακα κατά τής
μοναξιάς πού κατάφερε νά συγκεντρώσει.

Χτυπούσε το κουδούνι. Ήταν ακόμα νύχτα. Γκρίζα νύ­
χτα, μαύρη, λίγο πριν ξημερώσει. Ήταν το κουδούνι
τής κάτω πόρτας. Ό Έκτορ προσπάθησε νά φορέσει
καλά το παντελόνι τής πιτζάμας πού τοΰ είχε πέσει μέ­
σα στους νυχτερινούς εφιάλτες. Ήταν μούσκεμα στον
'ιδρώτα. Πάλι τά ίδια, ίδρωτας, γεύση άπο χώμα στή
γλώσσα, πικρό χώμα. Πάλι τά ΐδια, γαμώτο. Βγήκε
στο παράθυρο κουτσαίνοντας γιατί χτύπησε τά δάχτυλα
τοΰ ποδιοΰ του στή βάση τοΰ νιπτήρα. Ό Κάρλος, ό
αδερφός του, τυλιγμένος σε Ινα άλλο μαΰρο μπουφάν,
[

55

στεκόταν κάτω άπα το φώς της λάμπας. Ό Έ κ τ ο ρ
κρύωσε.
(( Κατέβα » είπε ό Κάρλος.
(( 'Ανέβα έσύ ».
(( Κατέβα και φύγαμε ».
« Ποϋ θά πάμε; »
« Στην Πανεπιστημιούπολη ».
Τελικά αποφάσισε να ξημερώσει όταν πέρασαν τη
Σαν Άντόνιο άπό τη Λεωφόρο 'Επανάστασης, μέσα σε
μια ομίχλη πού ό Έκτορ συμπονετικά την αποκαλούσε
φυσική, δμως ό Κάρλος τη θεωρούσε κατηγορηματικά
τμήμα των βιομηχανικών σκατών. Το μαύρο νέφος της
ρύπανσης πού ταξίδευε άπό τον Βορρά στον Νότο, προ­
τιμούσε τή διαδρομή άπο τον Περιφερειακό δακτύλιο
και τή λεωφόρο 'Επανάστασης. Το έσπρωχναν κακοή­
θεις άνεμοι πού είχαν αποστολή νά διασπείρουν τή μό­
λυνση κι οχι νά αφήσουν νά φανεί καλά το φάντασμα
τοΰ Τζέημς Ντήν, δταν γυρνούσε εδώ γύρω με τή μοτοσυκλέτα.
Ή ομίχλη έ'κανε τις προσόψεις τών κτιρίων και τά
δέντρα νά φαίνονται θαμπά στα εκατό μέτρα, σαν φαν­
τάσματα.
(( "Εχεις πιστόλι μαζί σου ; »
«Δύο. Θέλεις το ενα; Είναι λίγο κρύα, γιατί τή νύ­
χτα τά φύλαξα στο ψυγείο ».
Ό Κάρλος γέλασε. Αρνήθηκε κουνώντας το κεφάλι.
« Με τίποτα. Μπορεί νά φυτέψω καμιά σφαίρα στον
[

56

]

εαυτό μου... Ούτε νά το διανοηθείς νά τά χρησιμοποιή­
σεις ».
(( Καλά, τί μέ πέρασες, για καουμπόυ τοΰ Χόλλυγουντ ;
'Εγώ δεν πυροβολώ εδώ κι έκεϊ» είπε ό Έκτορ και έπει­
τα ρώτησε :
« Μα τί πάμε νά κάνουμε ; »
« Λ έ ν ε δτι θέλουν νά σπάσουν τήν απεργία τών φοι­
τητών».
« Ποιοί ; »
. « Ο ι άπεργοσπάστες, ή Φωνή τον
Πανεπιστημίου1,
τά σκυλιά της Πρυτανείας ».
Ό Έκτορ έμεινε σιωπηλός. Ναί, πρέπει νά έφταιγε
ή ρύπανση τελικά πού δάκρυζε το μοναδικό υγιές μάτι
του. Θά έπρεπε νά νιώθει περήφανος αφού ό Κάρλος
αποφάσισε νά τον πάρει μαζί του. 'Άρα καλύτερα νά το
βουλώσει και νά χαμογελάει. Δεν χρειαζόταν νά ρωτή­
σει αν ήταν ακόμα σε ηλικία για νά υπερασπίζουν μια
φοιτητική απεργία, ή οποία εδώ και δεκαπέντε μέρες
έξέπληττε μια πόλη εξαντλημένη άπό το σεισμό, τήν
οικονομική κρίση και τήν απελπισία. Νά πού τώρα ή
πόλη ξαναζωντάνευε στους δρόμους, δονούμενη, έφηβη,
ξαναγεννημένη και φωνακλού.
Ή κίνηση ήταν αραιή στην είσοδο της Πανεπιστημιού­
πολης και στή λεωφόρο Πανεπιστημίου. Ό Έκτορ ένιω­
σε ενα τσιμπηματάκι νοσταλγίας και δύο τσιμπηματά1. Πανεπιστημιακό έντυπο.
[

57

]

κια φόβου. Στο κάτω κάτω ήταν το πανεπιστήμιο
του... Ήταν δικό του δσο και δλων τών άλλων κατοί­
κων της χώρας. Δέν ήταν ένα συγκρότημα κτιρίων που
άνηκε σ'εναν αυταρχικό πρύτανη με νοοτροπία ιδιοκτή­
τη σοϋπερ μάρκετ. Και στο φινάλε, ήταν μια επιστροφή
εξίσου ωραία δπως κάθε άλλη στή ζωή.
Ό Κάρλος ήταν αμίλητος. 'Οδηγούσε το Φολκσβάγκεν με ψυχρό επαγγελματισμό, μέ το βλέμμα πάντα
μπροστά, μέ τα δύο χέρια στο τιμόνι.
« Έχεις πολύ καιρό να έρθεις στο πανεπιστήμιο ; »
« Καμιά δεκαριά χρόνια. Νομίζω δτι το τελευταίο
που έκανα ήταν μια βόλτα στην κινηματογραφική λέσχη
της Φιλοσοφικής για να ξαναδώ το Όχτώμισι του Φελλίνι. 'Υπερβολικά μεγάλη δόση νοσταλγίας σ'ενα μόνο
" ράουντ". Ή ταινία δέν μου άρεσε δπως άλλοτε. Έφυ­
γα άπό το πανεπιστήμιο σάν φυλακισμένος πού μόλις
απελευθερώθηκε και κρυβόμουν, μήν τυχόν κάποιο φάν­
τασμα μέ αναγνωρίσει ».
« Έ γ ώ ούτε καν αυτό δέν έκανα » εΐπε ό "Εκτορ, ένώ
ένιωθε δτι τα χέρια του άρχισαν να ιδρώνουν. "Ατιμος ό
βιολογικός φόβος, ό σωματικός, πού είναι χωμένος μέ­
σα στα κόκαλα. Μα δέν θα εξαφανιζόταν ποτέ;
Δίπλα στό βενζινάδικο ήταν στημένα τα πρώτα οδο­
φράγματα. Μερικά βαρέλια πετρελαίου καίγονταν παρά­
γοντας μικρά μαύρα σύννεφα. Βρέ τους κερατάδες τους
φοιτητές, δέν ήταν καθόλου οικολόγοι. Είχαν μαζευτεί
γύρω στους πέντε χιλιάδες άπό δαύτους, σ'εκείνη την
[

58

]

είσοδο της Πανεπιστημιούπολης. Δέν φαινόταν αστυνο­
μία στον ορίζοντα. Ό Κάρλος, πού άνηκε στην παλιά
και προσεκτική αριστερά, στή γενιά πού έμαθε νά φυ­
λάγεται άπό τους αόρατους μπάτσους, έ'κανε δυό-τρέϊς
βόλτες στους γύρω δρόμους. Μια κλούβα κρανοφόροι
στα δέκα τετράγωνα και δύο περιπολικά. Τίποτα το
εξαιρετικό. Πάρκαραν μπροστά στό Τεχνικό Βιβλιοπω­
λείο και πήγαν προς τον κόσμο μέ τα πόδια. Μιά παρέα
παιδιά τραγουδούσε γύρω άπό δύο κιθάρες. Δέν ήταν το
Venceremos τών Quilapayun, δέν ήταν τραγούδι του
Atahualpa Yupanqui, ούτε το La nina de Guatemala τοΰ
José Marti 1 και τοΰ Oscar Chavez. 2 Ωστόσο ή νοσταλ­
γία ήταν πάλι εκεί, στό " Let it be " τών Μπήτλς. Αύτη
ή γενιά τοΰ έμοιαζε, σκέφτηκε ό "Εκτορ περιφέροντας
το βλέμμα του σε πόντσο και σέ αξύριστα μάγουλα, σέ
γαλάζια και κίτρινα πουλόβερ, σέ ελαφριά μπουφάν, σέ
φούστες πιο μακριές άπό ποτέ: αύτη ή γενιά ποτέ δέν
έζησε μιά ένδοξη στιγμή. « Προς το παρόν» είπε μέσα
του. Πήγε κοντά σ'ένα βαρέλι νά στεγνώσει τα χέρια
του άπό τον 'ιδρώτα. Δέν μπορούσε νά διώξει το φόβο
του, άλλα θά συντρόφευε τους πέντε χιλιάδες φοιτητές
δείχνοντας τήν πιο γενναία δψη του. Ήταν το μόνο πού
μποροΰσε νά τους δώσει.
1. Κουβανός ποιητής καΐ συγγραφέας ( 1853-1895 ), υπέρμαχος
της ανεξαρτησίας της χώρας του.
2. Στρατευμένος τραγουδιστής τοϋ '70.
[

59

1

Οί κιθαρίστες και ή χορωδία τελείωσαν τό " L e t it
b e " και κάποιος άρχισε να τραγουδάει Ινα ποίημα τοΰ
Μπενεντετι. ΟΊ μπάτσοι πού θα έσπαγαν την απεργία
δεν φάνηκαν ποτέ.

« Ε σ ά ς σας χαμογελάει καθόλου ή ζωή ; » ρώτησε ό
Έκτορ τον Γκόμες Λέτρας λίγες ώρες αργότερα, ένώ ό
υδραυλικός μοχθούσε να τοποθετήσει μια μπανιέρα στο
σπίτι του.
« 'Εμένα ή ζωή μοΰ την παίζει » είπε αδιάφορα ό
υδραυλικός και συγκάτοικος του στο γραφείο.
<( "Εχετε μήπως αντιρρήσεις για την άσκηση της φι­
λοσοφίας ; » τον ρώτησε ό Έκτορ κοιτάζοντας άλλου
ένώ δάκρυζε επειδή ό καπνός τοΰ τσιγάρου τοΰ είχε
μπει στο μάτι.
Ό υδραυλικός τον παρατήρησε προσεκτικά. Εΐχε τις
αμφιβολίες του για τη διανοητική κατάσταση τοΰ ντετέκτιβ, ειδικά τις τελευταίες εβδομάδες. Όταν διαπί­
στωσε δτι τό κλάμα οφειλόταν στον καπνό και μόνο,
ηρέμησε. Ωστόσο δεν ένιωσε τήν υποχρέωση να απαν­
τήσει στην ερώτηση.
(( Πιστεύετε στην τύχη ; » επέμεινε ό Έκτορ, που ρω­
τούσε σχεδόν άπό κεκτημένη ταχύτητα, άφοΰ δέν εΐχε
τίποτα καλύτερο να κάνει.
<( Πιστεύω δτι τήν τύχη τήν έχουν άλλοι ».
[

6ο ]

« Πιστεύετε στην ισότητα τών δύο φύλων ; Είναι ί­
διοι άντρες και γυναίκες ; »
« Εξαρτάται πώς τους παίρνει κανείς ».
ce Έσεΐς μήπως έχετε πάρει κανέναν χριστιανό καμιά
φορά ; »
« Νομίζω δτι μια φορά πού ήμουν τύφλα στο μεθύσι
πήδηξα έναν μορμόνο. Άλλα επειδή έγινε χωρίς να τό
θέλω, δεν μετράει ».
« "Εχετε σχηματίσει γνώμη για τό τί θα ψηφίσετε ; »
«Φυσικά. Τον Κάρδενας».

« Μα ώς τώρα δέν απείχατε άπό τις εκλογές ; »
« Ώ ς τώρα. Τώρα θα γαμήσουμε τό PRI έμεΐς».
α'Εμεΐς; Ποιοί εμείς;»
(( Οί καρδενικοί. Μα ποΰ ζεις έσύ, αφεντικό ; »
Ό "Εκτορ δέν έβρισκε άλλες ερωτήσεις και σκέφτη­
κε δτι δεν άξιζε τον κόπο να απαντήσει. Πήγε καπνίζον­
τας προς τό διάδρομο, αφήνοντας τον Γκόμες Λέτρας να
δουλεύει στην μπανιέρα. Σουρούπωνε.
« Φεύγω. Σαν στο σπίτι σας » φώναξε άπό τήν πόρτα.
Ό Γκόμες Λέτρας έσκυψε για να τον δει να βγαίνει,
με λίγα ψήγματα αμφιβολίας. Παραλίγο να σκοντάψει
πάνω στα παπιά.
« Λ π ό τό πεζοδρόμιο, αφεντικό ! Δέν σε βλέπω στα
καλά σου ! »
Ό Έκτορ κατέβηκε πηδώντας τα σκαλοπάτια ένώ
συλλογιζόταν τήν μπανιέρα του.
Ή τοποθέτηση της μπανιέρας γινόταν δωρεάν χάρη σε
[

]

Ινα στοίχημα. Ό "Εκτορ έλεγε δτι το Πανεπιστήμιο θα
νικούσε στο ποδόσφαιρο την Άτλάντε. Ό υδραυλικός, σε
μια στιγμή αδυναμίας, παρασύρθηκε άπό τις λαϊκίστικες
τάσεις του. Τώρα τοποθετούσε μια μπανιέρα στο σπίτι
τοΰ ντετέκτιβ, δίχως να πληρωθεί, μολονότι κάτι θα εΐχε
βγάλει άπο τήν αγορά των υλικών. Ό "Εκτορ ήθελε μια
μπανιέρα. Και σκασίλα του αν ό υδραυλικός ένιωθε νο­
σταλγία για τή φτωχογειτονιά και στοιχημάτιζε στην
πιο ξεφτίλα ομάδα της πρώτης εθνικής τοΰ μεξικάνικου
ποδοσφαίρου. Άπο τα πιο μακρινά παιδικά του χρόνια, ό
"Εκτορ κρατούσε στο μυαλό του τήν εικόνα της Κλεοπά­
τρας πού μούλιαζε ηδονικά σε μια μπανιέρα και ονειρευ­
όταν νά κάνει κι αυτός μπάνια με αρώματα γαρδένιας.
Όταν ό θάνατος κόβει βόλτες γύρω σου, ή δταν σου κά­
νει επίσκεψη ό φόβος τοΰ θανάτου, χάνονται οι περιορι­
σμοί, εξατμίζεται ή αίσθηση τοΰ γελοίου, γκρεμίζονται
τα φράγματα τής αίδοΰς και τα πιο χαζά ταμπού πεθαί­
νουν, αφήνοντας δλα τα φαντάσματα να βγουν κάτω άπο
το κρεβάτι. « Μπάνιο με γαρδένιες, σαν Αυστραλή που­
τάνα » είπε χαμογελώντας, κοροϊδεύοντας τον εαυτό του.
Το φως τοΰ δειλινοΰ τήν κοπάνησε γρήγορα, δσο ό
Έκτορ κατέβαινε τις σκάλες. Μονάχα νέον και υδράρ­
γυρος φώτιζαν το δρόμο του ως τή στάση τοΰ λεωφο­
ρείου. Ήταν μόνο οχτώ ή ώρα, δμως ό δρόμος ήταν πε­
ρίεργα αδειανός. Κάπου, ενα πικάπ φίσκα στα λαϊκά
« ραντσέρας » ούρλιαζε στο φεγγάρι σαν κογιοτ τής πό­
λης. Ήταν ωραία βραδιά. Κρύος αέρας, πού μπορούσες
[

62

]

να τον γευτείς. Μια αύρα τοΰ νοτιά, άπο τις αιώνιες
αύρες τοΰ χειμώνα τοΰ Άχοΰσκο 1 , δ,τι πρέπει για νά
σοΰ ξυπνήσει το δέρμα και νά ανασηκωθούν ελαφρά οι
τρίχες, δ,τι πρέπει για το κακοξυρισμένο σαγόνι και για
να σοΰ καθαρίσει τά μάτια (το ενα μάτι, το άλλο δεν
καθάριζε με τίποτα, ούτε δταν έπλενε το γυαλί). Ό
"Εκτορ τάχυνε τό βήμα του, δίχως να βγει άπο τή φω­
τισμένη περιοχή, και κάθε τόσο κοίταζε προς τά πίσω.
Σήμερα φοβόταν λιγότερο άπ' δ,τι άλλες νύχτες, δμως ή
συνήθεια κολλάει στον εγκεφαλικό φλοιό, ή τελετουργία
τοΰ φόβου επαναλαμβάνεται και επανέρχεται, πάνω πού
πας νά ξεχάσεις τον τρόμο σου.
Στην πλατειούλα Ίνσουρχέντες μπήκε στο σταθμό
τοΰ μετρό. Τό βαγόνι είχε μερικά άδεια καθίσματα.
Έβγαλε άπο το μπουφάν ενα μυθιστόρημα τοΰ Μάρκ
Μπέμ και βυθίστηκε μέσα του. Βγήκε άπό τις σελίδες
τοΰ βιβλίου ύστερα άπό μισή ντουζίνα σταθμούς, στην
'Ισαβέλλα τήν Καθολική, και κατέβηκε άπο το πορτο­
καλί βαγόνι. Περπάτησε μια ντουζίνα οικοδομικά τε­
τράγωνα μέχρι τό ξενοδοχείο Λούνα. Λίγος κόσμος στο
δρόμο. Ήταν Πέμπτη πριν άπό τήν πληρωμή τοΰ δε­
καπενθήμερου. Ό κόσμος ήταν κλεισμένος στο σπίτι κι
έ'λεγε στην τηλεόραση τον πόνο του για τά οικονομικά
του. Έκανε κρύο.

1. Βουνό στο Νότιο Μεξικό.
[

63

]

Δήλωσε στη ρεσεψιόν τοΰ ξενοδοχείου το όνομα Άρτοΰρο Κάνο, πωλητής, και τοΰ έδωσαν τό δωμάτιο 111.
Επιθεώρησε το μικρό μπάνιο, έπλυνε τα χέρια του,
έ'βγαλε το μπουφάν και τό άφησε νά πέσει στο κρεβάτι.
Ξανάρχισε τό διάβασμα. "Υστερα άπό μισή ώρα κατά­
λαβε δτι τα μάτια του είχαν μείνει ακίνητα στην ίδια
αράδα. Μα τί σκεφτόταν; Τό πιστόλι μέσα στη θήκη
τον πονοΰσε στα παίδια και παρ'ολα αυτά δεν τό έβγα­
ζε. "Εκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να πιστέψει δτι
κοιμόταν. Τα κατάφερε.
Τό φως τον ξύπνησε σιγά σιγά κι αυτή τή φορά δεν
βγήκε άπό εφιάλτη, μόνο άπό ενα γκρίζο σύννεφο όπου
έπαιζαν Σοπέν. Θυμόταν μια γρίπη, ιδιαιτέρως αχάρι­
στη, στα παιδικά του χρόνια και τήν ανακάλυψη του
Σοπέν ως θεραπείας για τον πυρετό. Ήταν ενα πείραμα
της μητέρας του. Δεν τον βοήθησε, όμως άπό τότε ό
Σοπέν ήταν αδιάσπαστα συνδεδεμένος με τριανταεννιά
βαθμούς πυρετό, μυϊκό πόνο και κρύο ιδρώτα.
Δεν αναρωτήθηκε που βρισκόταν. Βρισκόταν σ'ενα
δωμάτιο ξενοδοχείου. Πάλι τα ϊδια έκανε. Δίχως να τό
καταλάβει κρύφτηκε ξανά. Ό Έκτορ μελέτησε σοβαρά,
ενώ σηκωνόταν στο κρεβάτι, τό ενδεχόμενο νά κλειστεί
σε τρελοκομείο, νά αγοράσει τό εισιτήριο για τή δόξα με
έναν ψυχίατρο στό προσκεφάλι του. Τί μαλακία ήταν
αυτή να πηγαίνει να κοιμάται σε ξενοδοχεία με ψεύτικα
ονόματα ; Ποιος ηλίθιος μέσα στό κεφάλι του έπαιζε με
τις φοβίες του ;
[

64

]

Κάποτε διάβασε σ'ενα μυθιστόρημα δτι παρανοϊκός
είναι ό πολίτης της Πόλης τοΰ Μεξικού που έ'χει όξυμμένη αντίληψη της πραγματικότητας και άφθονη κοινή
λογική. Ωραίο τό καλαμπούρι, δμως αυτό πήγαινε πο­
λύ. Όκέυ, εντάξει, να κατουριέσαι δταν βλέπεις εφιάλτη
τό καταλαβαίνω. Νά κλαις στό δρόμο δταν βλέπεις έναν
ζητιάνο ϊσως να ήταν και καλό : μια πιο υγιής αντίδρα­
ση άπό τό να περάσεις δίπλα του σαν νά μήν υπήρχε.
Να κυκλοφορείς με δύο πιστόλια και ενα στιλέτο πάει κι
έρχεται, εντάξει, τσίλικα, περίφημα, μόνο πού ήσουν
κατά ενάμισι κιλό πιο βαρύς. Να κοιτάζεις πίσω άπό
τον ώμο σου ακόμα και στα σινεμά, να νιώθεις βήματα
στό διάδρομο, να αμφιβάλλεις για τήν τιμιότητα τοΰ
γάλατα ή για τήν ταυτότητα τοΰ παιδιοΰ για τό γκάζι,
πάει καλά, σωστό και θεμιτό. Όμως νά κοιμάσαι σε ξε­
νοδοχεία με πλαστό όνομα, νά παίρνεις τηλέφωνο μια
απαίσια θεία σου πού έχεις νά τή δεις πάνω άπό είκοσι
χρόνια γιά νά της πεις μιά δακρύβρεχτη ιστορία, μόνο
και μόνο γιατί είναι δ,τι πιο κοντινό στην εικόνα της
μητέρας πού ξέθαψες στή μνήμη σου, αυτό πήγαινε πο­
λύ. Ήταν χοντρή μαλακία. Και ποιος τοΰ είπε νά χωθεί
στό ξενοδοχείο ; Τί ώρα τό αποφάσισε ;
Ό Έκτορ πέταξε τά ροΰχα πού φορούσε -γιατί μ'αυ­
τά είχε κοιμηθεί- μέ νευρικές κινήσεις. 'Ανάγκασε τον
εαυτό του νά στηθεί μπροστά στον καθρέφτη και κοίτα­
ζε προσεκτικά τό γυμνό του σώμα. Αμέτρητες ούλες
πού είχε συλλέξει τά τελευταία χρόνια τό παραμόρφω[

65

ναν, οί μαύροι κύκλοι γύρω άπα τα μάτια του ήταν φο­
βεροί, το δέρμα του είχε μια γκριζωπή χλομάδα, είχε
φόβο στο γερό του μάτι και μια θλιβερή ουλή εκεί πού
έπρεπε να βρίσκεται το άλλο μάτι. Προσπάθησε να
σκάσει ένα χαμόγελο, ύστερα ενα άλλο, λίγο πιο πλατύ.
Τήν επόμενη μία ώρα, ό Μπελασκοαράν Σάυν, Με­
ξικάνος ντετέκτιβ, δοκίμαζε μπροστά στον καθρέφτη
χιλιάδες πιθανά χαμόγελα. "Υστερα έπλυνε τά μούτρα
του με κρύο νερό, φόρεσε στο μάτι το δερμάτινο μπά­
λωμα πού ήταν ασορτί με το μπουφάν και ντύθηκε.
"Επρεπε νά μάθει νά ζει με τον εαυτό του.

Ή πτήση Ούώσινγκτον-Νέα Ύόρκη-Πόλη τοϋ Μεξικού
της Panam μόλις προσγειώθηκε. Αυτό τοϋ έδινε δεκα­
πέντε λεπτά ^ρόνο ώσπου οί επιβάτες νά περάσουν άπό
τον έλεγχο διαβατηρίων και το τελωνείο. Το αεροδρόμιο
ήταν περιέργως έρημο. "Ισως έφταιγε ή ώρα, ίσως ή μέ­
ρα. Ή ΐσως αυτός, πού μύριζε θάνατο και απομάκρυνε
τά πλήθη. Ή ή πόλη πού τρόμαζε τους τουρίστες μ'αυ­
τά τά γκρεμισμένα άπό το σεισμό κτίρια, πού έκρυβαν
πτώματα, ενώ οί σιλουέτες τους, κυκλωμένες άπο σκονι­
σμένο αέρα και γυμνόστηθους ανώνυμους ήρωες, χόρευ­
αν στις οθόνες της τηλεόρασης εκατό χιλιάδων πόλεων,
προκαλώντας δάκρυα αλληλεγγύης εδώ κι έκεϊ. Ό μ ω ς
τά δάκρυα αλληλεγγύης φέρνουν ελάχιστο τουρισμό και
ή ανάμνηση είναι πρόσφατη, συλλογίστηκε ό "Εκτορ.
[

66

]

'Αναζήτησε γρήγορα ενα μαγαζάκι και κέρασε τον εαυ­
τό του μια κόκα κόλα σε αλουμίνιο, άπ αυτές πού μό­
λις τις πιεις μπορείς νά τις ζουπίσεις, νά τις κάνεις πί­
τα και νά νιώσεις σάν νά είσαι κι έσύ στον παράδεισο
των υπεράνθρωπων τοϋ Χόλλυγουντ. Παρακολούθησε
μερικά πιτσιρίκια πού περίμεναν νά κουβαλήσουν απο­
σκευές και έπαιζαν κουτσό στα γυαλιστερά και λαμπερά
πατώματα.
Ό ηλεκτρονικός πίνακας τον μάγεψε για δύο λεπτά.
Ό,"Εκτορ διαπίστωσε πόσα μέρη έλειπαν άπό τή ζωή
του, υπήρχαν χιλιάδες ταξίδια πού έπρεπε νά κάνει. Και
χιλιάδες επιστροφές στην πόλη των θαυμάτων, στην πό­
λη της φρίκης. Είχε γίνει της μόδας νά λένε τήν Πόλη
τοϋ Μεξικοΰ « το τέρας », όμως το όνομα έκρυβε τον
καλύτερο ορισμό. Αυτός προτιμούσε νά αποκαλεί τήν
πόλη του σπηλιά τών ψεμάτων, σπήλαιο των ανθρωπο­
φάγων, πίστα ταρτάν για νά τρέχεις τά 42 χιλιόμετρα
ολομόναχος, πόλη με πουτάνες σε ποδήλατα ή σε μαΰρα
υπουργικά αυτοκίνητα, νεκροταφείο μέ ομιλούσες τηλε­
οράσεις, πόλη τών ανθρώπων πού κοιτούσαν πίσω άπό
τον ώμο τους διώκτες τους, χωριό κατεχόμενο άπό
επαγγελματίες « άνατιμολογητές » πού αυξάνουν συν­
εχώς τις τιμές, ό παράδεισος τών συνεντεύξεων Τύπου,
γκρεμισμένη πόλη πού σείεται μέσα σέ μια γλυκιά διά­
λυση, πού χύνεται ένώ στά ερείπια της σκαλίζουν οί τυ­
φλοπόντικες τοϋ θεοΰ.
« Ό Τσάντλερ, στο δεκάλογο του για τό αστυνομικό
[

67

μυθιστόρημα, ξέχασε να απαγορεύσει στους ντετέκτιβ
να κάνουν μεταφυσική », συλλογίστηκε ό "Εκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, κουμπουροφόρος αργοναύτης της Πό­
λης του Μεξικού, της πόλης που έγινε ή μεγαλύτερη του
κόσμου εις βάρος δικό της, του μεγαλύτερου νεκροτα­
φείου ονείρων.
Όταν αναγνώρισε τον Λοϋκε Μεδίνα, μια αίσθηση
εξωπραγματικού τον κυρίευσε. Είναι ψέμα δτι αναγνω­
ρίζεις έναν άνθρωπο που τον έχεις δει χιλιάδες φορές σε
φωτογραφία. Ή αυταπάτη Οτι δλα ήταν ενα παιχνίδι
χάθηκε. Ό τύπος ήταν έκεΐ, έσερνε μια μαύρη δερμάτι­
νη βαλίτσα με ρόδες, φορούσε γυαλιά μαϋρα σαν το θά­
νατο, παπούτσια άσπρα λουστρίνια, παντελόνι μαύρο
συνθετικό πού έ'λαμπε στο φώς του νέον της αίθουσας
'Αφίξεων Εξωτερικού του αεροδρομίου. Γαμώτο, είπε ό
"Εκτορ, σαν να μετάνιωσε πού κοίταζε τον Λοΰκε Μεδί­
να, ό όποιος προχωρούσε δίχως να ξέρει οτι αποτελούσε
στόχο τοΰ βλέμματος τοΰ ντετέκτιβ. Παρέκαμψε δύο
αχθοφόρους και δυο ξανθά κοριτσάκια πού αγκάλιαζαν
κλαίγοντας τα μακριά πόδια της μητέρας τους.
Ό Μεδίνα ήταν δπως στην παλιά φωτογραφία του,
λίγο γερασμένος. Το σγουρό μαλλί του είχε ασπρίσει, τα
χείλη του ήταν πιο παχιά καί πεσμένα, ίσως άπό τήν
έ'κφραση κούρασης. Περπατούσε καί τραμπαλιζόταν με
τροπικό ρυθμό πού μάλλον τον έ'μαθε στα μπαρ με τίς
πουτάνες τοΰ Μαϊάμι, μ'Ινα ύφος μάλλον αναιδές στις
άκρες τών χειλιών, με βήματα προσεκτικά για να μήν

ακουμπήσει κανέναν, υπεράνω καί μακριά άπό τον λιγο­
στό κόσμο πού περίμενε για να αρπάξει άπό τον νεο­
φερμένο συγγενή του τά λάφυρα άπό τά καταστήματα
δώρων τοΰ Μανχάτταν.
Ό "Εκτορ δεν ήξερε τί νά κάνει, δεν είχε προβλέψει
τήν αληθινή έξοδο τοΰ Μεδίνα παρ'όλες τίς προηγούμε­
νες καλές του προθέσεις. Δεν είχε πιστέψει ότι τελικά ό
τύπος θά εμφανιζόταν τόσο άνετος καί ωραίος, τόσο
αληθινός, μέσα στή νύχτα της Πόλης τοΰ Μεξικού. Ό
Μεδίνα περπάτησε τραβώντας τή βαλίτσα του προς τήν
πόρτα με τά ταξί. Ό "Εκτορ τον είδε νά περνά σχεδόν
δίπλα του, σχεδόν νά τον αγγίζει. "Υστερα αντέδρασε καί
πήγε τρέχοντας προς το πάρκινγκ τοΰ πύργου. Τά πρώ­
τα βήματα τον έκαναν νά συλλογιστεί. Α ν πήγαινε νά
πάρει τό νοικιασμένο αμάξι θά έχανε το « σκουλήκι ». Έ ­
κανε μεταβολή, τάχυνε τό βήμα του καί βγήκε άπό τήν
ϊδια έξοδο με τον Μεδίνα. Ό Κουβανός στεκόταν στην
ουρά. Ό "Εκτορ μπήκε δύο θέσεις πίσω του, με μια χον­
τρή κυρία πού μιλούσε γερμανικά ανάμεσα τους.
(( Στο ξενοδοχείο Πρεσιδέντε. Πόσο θά μοΰ κοστίσει,
φίλε;» ρώτησε ό Μεδίνα άπό τό παράθυρο.
Ό "Εκτορ χαμογέλασε. Οι ντετέκτιβ, όπως καί οί
τερματοφύλακες, πρέπει νά διαθέτουν ένα 55% τύχη καί
τό υπόλοιπο 45% φυσικό ταλέντο για νά πέσουν στο σω­
στό σημείο.
'Οδηγούσε ήρεμα στή γέφυρα. Ή πόλη ήταν πιο ά­
δεια άπ'ο,τι συνήθως, πιο μοναχική, πιο θλιμμένη.
[

69

]

Μάντευες τα ερείπια, περνώντας το Μόντερεϋ και τη
συνοικία των Ντοκτόρες, στα διακόσια μέτρα. Ό "Εκτορ
συλλογιζόταν τήν απόσταση. "Επρεπε να απομακρυνθεί.
Είχε πλησιάσει δύο φορές τον Μεδίνα. "Ενας μονόφθαλμος είναι εξαιρετικά ορατός, σαν μοντέλο της κόκα κό­
λα σέ διαφήμιση της τηλεόρασης, πάντα σου μένει ή
εντύπωση δτι τον έχεις ξαναδεί κάπου. Του έλειπε μό­
νο το φωσφόριζε πουκάμισο και δύο γκόμενες άγκαζέ.
Έπρεπε νά βγάλει άπό το συρτάρι το γυάλινο μάτι του,
έπρεπε να δείχνει « κανένας », έπρεπε να ντύνεται σαν
κολόνα του ηλεκτρικού, σαν ανώνυμος, σαν διαφήμιση
περασμένης μόδας. Έπρεπε να παρακολουθεί τον Μεδί­
να άπό μακριά αν ήθελε νά τον ξεσκίσει.
Και αυτό ήθελε.

4.
Ή πιο γοητευτική ιδιότητα των πραγμάτων
εΐναι δτι αλλάζουν τόσο γρήγορα
πού εξακολουθείς νά τα θυμάσαι δπως ήταν πριν.
PACO IGNACIO ΤΑΙΒΟ Ι

Ό Έκτορ ήξερε άπό παλαιότερη εμπειρία δτι ή δημι­
ουργική παρακολούθηση ενός τύπου σέ απασχολεί τον δι­
πλάσιο χρόνο άπ' δσον ό τύπος αφιερώνει σέ μετακινή­
σεις. Διότι έσυ πρέπει νά πλησιάσεις αυτό που πιάνει ό
τύπος, πρέπει νά γυρίσεις πίσω νά μάθεις τί νούμερο πα­
πούτσι φοράει ό άντρας που συνάντησε στο καφέ, για
ποιο θέμα μίλησε μέ τήν ξεβαμμένη ξανθιά κι αυτή μέ
ποιόν πλαγιάζει. Πρέπει νά μάθεις πως λέγεται ό σερ­
βιτόρος και τί ποσό έγραφε ό λογαριασμός. *Αν δέν δου­
λέψεις έτσι, δλα γίνονται ταινία του βωβού κινηματο­
γράφου, δλα είναι ακατανόητα, διότι οί πρωταγωνιστές
είναι συνήθως κακοί ηθοποιοί, λιγόλογοι, πάντα ξεφεύ­
γουν άπό το σενάριο, το όποιο άλλωστε είναι δυσνόητο.
Ή θά τα κάνεις δλα αυτά ή θά διαθέτεις τεχνολογία : θά
εκμηδενίσεις τις αποστάσεις μέ τηλεφακούς και ασύρ­
ματα μικρόφωνα που τά χώνεις στον κώλο μιας γάτας
ή στο ντεκολτέ μιας άκροβάτισσας που κουνιέται ανά­
ποδα άπό τή λάμπα της οροφής.
« 'Ορίστε, λύσε τώρα έσυ τήν αντίφαση » σκέφτηκε ό
"Εκτορ. « Νά πλησιάσεις δσο μπορείς ή νά άπομακρυν[

]

θεΐς και μετά να αναγκαστείς να τον ψάχνεις δύο και
τρεις φορές )). Ό Έκτορ ήταν οπαδός του εκλεκτικισμού
και δεν διέθετε άλλη τεχνολογία έκτος άπο την υπομο­
νή του και παπούτσια με λαστιχένιες σόλες που δέν τρί­
ζουν.
Γι'αυτό ή πρώτη μέρα παρακολούθησης ήταν σκέτη
αποτυχία.
Ό Λοϋκε Μεδίνα κινούνταν στην Πόλη του Μεξικού
δίχως πολλές ταλαντεύσεις. Μάλιστα γνώριζε και ορι­
σμένους κώδικες πού τους κατέχουν μόνο οί ντόπιοι και
τους κρύβουν άπο τους τουρίστες. Όπως, λόγου χάρη,
να μην παίρνεις ταξί μπροστά άπο το ξενοδοχείο σου
άλλα να περπατάς δυο τετράγωνα και να σταματάς ενα
που περνάει, το οποίο σίγουρα θά σου πάρει λιγότερα.
Ή νά έχεις τα μεγάλα χαρτονομίσματα τυλιγμένα ανά­
μεσα σε μικρά. Ή δτι τα δημόσια τηλέφωνα δέν χρειά­
ζονται κέρματα, γιατί παρόλο πού οί οδηγίες σοΰ ζητούν
νά βάλεις κέρμα, υστέρα άπο το σεισμό οί τηλεφωνητές
άποσυνέδεσαν το σύστημα πληρωμής, λόγω της έκτα­
κτης ανάγκης, και έ'τσι έ'μεινε. Ό Μεδίνα ταλαντευόταν
ελάχιστα δταν περνούσε απέναντι έναν δρόμο και δέν
έ'κανε περιττές βόλτες. Ό τύπος γνώριζε την Πόλη τοϋ
Μεξικού και μάλιστα είχε ξανάρθει εδώ τον τελευταίο
χρόνο. Δέν κοίταζε μέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον τά απομει­
νάρια των κτιρίων πού γκρέμισε ό σεισμός, δέν τοΰ τρά­
βηξε την προσοχή το άκρως μεξικάνικο επάγγελμα τοΰ
καλλιτέχνη πού καταπίνει φωτιές στά φανάρια, δέν τοΰ
[

72

]

έκαναν εντύπωση οί πωλητές βιβλίων μέ « το μέτωπο
ψηλά», δπως έλεγε το σχετικό σλόγκαν. 1
Ό Μεδίνα, υστέρα άπο μια ευχάριστη μοναχική νύ­
χτα στο ξενοδοχείο ( μάλιστα δείπνησε στο δωμάτιο
του, μια σουίτα στον δέκατο έκτο όροφο ), σπατάλησε τή
μέρα του σ' έναν ακατανόητο χορό στους δρόμους τοΰ
κέντρου της Πόλης τοΰ Μεξικού. Επισκέφτηκε το κο­
σμηματοπωλείο Άουρόρα στην Άλαμέδα, άπ' δπου βγή­
κε δίχως ν'αγοράσει τίποτα. Έκανε έναν μεγάλο περί­
πατο στή Σάν Χουάν δέ Λετράν, μετ'επιστροφής, και
στο τέλος αγόρασε δυο κάρτ ποστάλ άπ'τό ταχυδρο­
μείο. Τις έγραψε επί τόπου, τους έ'βαλε γραμματόσημα
και τις έριξε σ'ενα κουτί (το 'Αεροπορικώς-Εξωτερι­
κό). 'Ανέβηκε στον τελευταίο δροφο τοΰ πύργου Λατινοαμερικάνα και πέρασε μισή ώρα θαυμάζοντας τήν
γκρίζα τεχνητή ομίχλη πού σκέπαζε τήν πόλη στον Βορ­
ρά και στά νοτιοδυτικά. "Υστερα βγήκε ξανά περίπατο,
στή μικροσκοπική κινέζικη συνοικία τής πρωτεύουσας,
το στενό Ντολόρες. Έκέΐ έφαγε σ'ενα εστιατόριο δεύτε­
ρης ποιότητας δπου δέν υπήρχε τίποτα πια πού νά θυ­
μίζει μανδαρίνους, ούτε καν οί σερβιτόροι. Ή γυναίκα
στο διπλανό τραπέζι, μια άχαρη ξανθιά σαρανταπεντάρα, τοΰ έπιασε κουβέντα για λίγο, δμως ό Έκτορ, πού
ήταν τρία τραπέζια πιο μακριά, δέν κατάφερε νά μάθει
1. 'Αναφέρεται σέ δσους πουλούν έντυπα σέ περαστικούς για να
αποφύγουν τή ζητιανιά.
[

73 ]

τίποτα σημαντικό, έκτος άπο το δτι ό Μεδίνα ύστερα
άπο δυο ευγενικά χαμόγελα έπαψε να δείχνει ενδιαφέ­
ρον. Το απόγευμα ό Άμερικανοκουβανός πέρασε δύο
ώρες σ'ενα όποδηματοπωλεϊο για ν'αγοράσει μπότες.
'Αγόρασε τρία ζευγάρια, το ενα άπο δέρμα κροκόδειλου
ήταν πανάκριβο, και εΐπε να του το στείλουν στο ξενο­
δοχείο. "Υστερα κάθισε να διαβάσει τις εφημερίδες του
στην 'Αλαμέδα, με την πλάτη στο μνημείο του Μπενίτο
Χουάρες. Όταν άρχισε να σουρουπώνει γύρισε στο ξε­
νοδοχείο και δεν εμφανίστηκε ξανά.
Ό Μεδίνα είχε περάσει τη μέρα του σαν ένας άγιος
και ό Έκτορ ένιωσε σαν ηλίθιος.
Πολλή αθωότητα για να είναι αληθινή. 'Ή περίμενε
κάποια επαφή ή κάποιος τον βοηθούσε για να τσεκάρει
αν παρακολουθείται. *Αν ήταν το δεύτερο, ό "Εκτορ έγι­
νε αντιληπτός με το παραπάνω. Δεν είχε πάρει καμία
προφύλαξη για να κρυφτεί άπο τον Κουβανό.
Γύρω στις δέκα το βράδυ, ό Μπελασκοαράν έπεσε
στή λιγότερο μαλακή πολυθρόνα του γραφείου του, αυτή
πού δεν τον άφηνε να κοιμηθεί επειδή τα χαλασμένα
ελατήρια του τρυπούσαν τα πισινά. Αποφάσισε δτι δέν
τον γούσταρε καθόλου τον Λοΰκε Μεδίνα, δμως οΰτε και
τον Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν δέν τον πήγαινε πολύ.
Ό Μεδίνα, αν ήταν αλήθεια δσα τοϋ είπε ή Αλίσια,
ήταν ενα κάθαρμα. Όμως ό Έκτορ, ακόμα κι αν ποτέ δέν
είχε ακούσει τήν ιστορία της Αλίσια, θα το είχε καταλά­
βει βλέποντας τον να σουλατσάρει στην πόλη δίχως νά
[

74 ]

τήν αγγίζει και δίχως νά τήν αφήνει νά τον αγγίξει, πα­
ρακολουθώντας τον νά παρατηρεί τα πράγματα δίχως κα­
θόλου τρυφερότητα. Χαμογελούσε υπερβολικά και δέν χά­
ρισε ούτε ένα ευγενικό χαμόγελο στους μοναχικούς πω­
λητές χαρτομάντιλων. Ό Μεδίνα είχε δουλειά, ό Μεδίνα
κάτι περίμενε, ό Μεδίνα σκότωνε τον καιρό του. Και ό
"Εκτορ, πού ήξερε καλά τί σημαίνει θάνατος, ένιωθε προ­
δομένος υστέρα άπο μια μέρα άχρηστης παρακολούθησης.
Α ν υπάρχει μια ορθοδοξία στους ντετέκτιβ, πρέπει
επίσης νά υπάρχει και μιά έτεροδοξία, ενα είδος αίρε­
σης. Γι'αυτό, ό Έκτορ Μπελασκοαράν, ύστερα άπο το
δέκατο τσιγάρο Δελικάδο με φίλτρο, σηκώθηκε άπο τήν
πολυθρόνα μέ τά βγαλμένα ελατήρια και γύρω στις
τρεις τά ξημερώματα βγήκε πάλι στο δρόμο. Σταμάτη­
σε ενα ταξί έξω άπο τήν πόρτα τοϋ γραφείου και τοϋ
είπε νά πάει στο ξενοδοχείο Πρεσιδέντε Τσαπουλτεπέκ.
Δήλωσε όνομα Μανουέλ Λομπαρδέρο, κάτοικος Βαρ­
κελώνης, και πλήρωσε μέ ταξιδιωτικά τσεκ της Άμέρικαν
'Εξπρές, όπισθογραφημένα, πού τά είχε μαζί του και δέν
θυμόταν πώς είχαν βρεθεί στην τσέπη τοϋ μπουφάν του.
"Ισως νά τά έβαλε έκέΐ σέ κάποιο άπο τά παρανοϊκά του
παραληρήματα και νά υπέγραψε μ'αυτό το παράξενο όνο­
μα, πού άπ' δ,τι θυμόταν ήταν κάποιος βοηθός σέ μιά ισπα­
νική αστυνομική ταινία. Ή ζωή ήταν αρκετά παράξενη
και ό "Εκτορ επέμενε νά τή γελοιοποιεί ακόμα περισσότε­
ρο. Ό ρεσεψιονίστας δέχτηκε εύκολα τήν τετριμμένη δι­
καιολογία δτι οί αποσκευές χάθηκαν στο αεροδρόμιο και
[

75 ]

ό Έκτορ οδηγήθηκε σ'ενα δωμάτιο του δέκατου έκτου
ορόφου, τρεις πόρτες πιο πέρα άπο τον Μεδίνα.
Μόλις έμεινε μόνος στο δωμάτιο, ό Έκτορ επιθεώ­
ρησε προσεκτικά το μπάνιο και τη βεράντα, άνοιξε την
τηλεόραση σ'ενα κανάλι που έπαιζε μόνο μουσική και
αποκοιμήθηκε μέ τα ροΰχα του.
Δεν κατάλαβε αν τον ξύπνησε το πιστόλι του πού του
μπηγόταν στα πλευρά, το πρωινό πρόγραμμα του κανα­
λιού 13 -μέ το σλόγκαν πού λέει « Ξημερώνει στο κανάλι
δεκατρία » και κάτι άλλο ( άλλα ό Κάρλος Βάργας το είχε
τροποποιήσει ως έξης: Ξημερώνει στο κανάλι δεκατρία,
νά τή φας και νά'ναι κρύα)- ή το πεπρωμένο. Είχε κοι­
μηθεί μιά-δυό ώρες και ήταν κυριευμένος άπο τήν εντύ­
πωση του εξωπραγματικού πού σοΰ προκαλεί ή κόπωση.
Στο διάδρομο ακούγονταν πνίχτες φωνές. Ό Έκτορ
έ'βγαλε το κεφάλι προσεκτικά έξω και εΐδε έναν άντρα
μέ ματωμένο πρόσωπο να του απλώνει τα χέρια. Ένας
κυνηγημένος αναγνωρίζει το βλέμμα τοΰ φόβου σε άλλα
πρόσωπα. "Ισως γι' αυτό, δίχως νά το σκεφτεί, ό Έκτορ
έδωσε το χέρι του στον άντρα και τον τράβηξε μέσα στο
δωμάτιο του. Μέ το πόδι έκλεισε τήν πόρτα απότομα,
ένώ κοιτούσε συνεχώς μήπως έρχεται κάποιος πίσω άπο
τον τραυματισμένο.
Ό τύπος έ'πεσε στά γόνατα, κοίταξε τον Έκτορ και
μέσα άπο το πέπλο του αίματος πού τοΰ κάλυπτε το αρι­
στερό μάτι και κατέβαινε στο πρόσωπο του ως το σα­
γόνι, προσπάθησε νά χαμογελάσει.
[

76 ]

"Hello, I am Dick" είπε σε αγγλική γλώσσα κάπως
τραυλή.
(( Έ γ ώ οχι » απάντησε ό "Εκτορ πού πάντα ήθελε νά
προσθέσει έναν τέτοιο διάλογο, απολύτως ασυνάρτητο,
σε όλες τις αστυνομικές ταινίες πού είχε δει.
Ό τραυματίας γλίστρησε αργά και σωριάστηκε
καταγής, ένώ μέ το αίμα του λέκιαζε σιγά σιγά το θα­
λασσί χαλί.
Δύο ξερά χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα πίσω
άπο τήν πλάτη τοΰ ντετέκτιβ. Ό Έκτορ γύρισε μηχα­
νικά και άνοιξε πάλι. Μπροστά του βρισκόταν ό Μεδίνα
μέσα σε μιά μεταξωτή πιτζάμα.
« Συγγνώμη, κύριε, Ινας φίλος μου χτύπησε και
είναι πληγωμένος. Δηλαδή, ήταν λίγο στουπί... θέλω
νά πω μεθυσμένος...» είπε ό Μεδίνα ένώ προσπαθούσε
νά μπει μέσα. Τά μάτια του δμως έλεγαν άλλη Ιστο­
ρία.
Ό "Εκτορ στάθηκε ανάμεσα στην πόρτα και στον πε­
σμένο γκρίνγκο, δμως ό Λοΰκε Μεδίνα είχε μπει αρκετά
και τον είδε.
« Τί συνέβη... ; »
(( Στο δωμάτιο αυτό δεν μπήκε κανένας », είπε ό "Ε­
κτορ, « έκτος άπο έναν φίλο μου πού τώρα κοιμάται στο
χαλί ».
« Κάνετε πλάκα... »
Ό "Εκτορ έ'βγαλε το σαρανταπεντάρι, το δπλισε και
το ακούμπησε στο κούτελο τοΰ Κουβανού.
[

77 ]

« 'Επιπλέον ό φίλος μου στεναχωριέται πολύ δταν
του ταράζουν τον ύπνο.
(( Συγγνώμη για τη ενόχληση » είπε ό Μεδίνα οπι­
σθοχωρώντας. "Υστερα κοίταξε καλά τον "Εκτορ σαν να
ήθελε να αποτυπώσει στή μνήμη του το πρόσωπο. Σί­
γουρα υπήρχε πολύ μίσος στα μάτια του, σκέφτηκε ό
"Εκτορ καθώς έκλεινε την πόρτα. Μια ελαφριά ανατρι­
χίλα διέτρεξε τή ράχη του.
Ό γκρίνγκο πήγε να σηκωθεί μα ταλαντεύτηκε και
ξανάπεσε με το κεφάλι πάνω στο χαλί.

Το καλύτερο μέρος για ενα επαγγελματικό ραντεβού : ή
λίμνη Τσαπουλτεπέκ. Το κέντρο τής λίμνης, για τήν
ακρίβεια. Κωπηλατώντας ανάμεσα σε μολυσμένους κύ­
κνους που μοιάζουν δλο και περισσότερο με υπαλλήλους
τής εφορείας στα πρόθυρα τής συνταξιοδότησης. *Αν εί­
ναι δυνατό, προτιμήστε μια μέρα γκρίζα, αν αυτό είναι
αδύνατο, τότε επιλέξτε μια μέρα ηλιόλουστη, όπως ε­
κείνη.
Ό "Εκτορ έ'φυγε άπό το ξενοδοχείο κατεβάζοντας
τον γκρίνγκο στην πλάτη με το ασανσέρ υπηρεσίας,
ανάμεσα σέ βρόμικα σεντόνια πού είχαν συλλέξει κάμ­
ποσο σπέρμα του Σαββατοκύριακου και σέ μικροσκο­
πικά μπουκάλια του μίνι μπαρ, στραγγισμένα ως τήν
τελευταία σταγόνα.
Με τον γκρίνγκο στην πλάτη, παρότι ήταν πέντε το

πρωί, ό Έκτορ δεν θα μπορούσε να βαδίσει στή Ρεφόρμα δίχως να αναγκαστεί, αργά ή γρήγορα, να δώσει εξη­
γήσεις. Συνεπώς τον έ'χωσε σ'ενα ταξί και με τή βοή­
θεια του δραστήριου ταξιτζή ρίχτηκε στην αναζήτηση
εφημερεύοντος φαρμακείου. Ό οδηγός, γεμάτος κατα­
νόηση, συνεισέφερε περισσότερο άπό τον ντετέκτιβ στην
προσπάθεια νά δοθεϊ μία εξήγηση :
« Σίγουρα οι μπάτσοι τον πετσόκοψαν, ε νεαρέ ; Κά­
νουν κατάχρηση εξουσίας ! »
"Οταν έ'φτασαν στο φαρμακείο Γίγας -24 ώρες ανοι­
χτό, ειδικευμένο στον νυχτερινό πονόδοντο, στην ξαφ­
νική γαστρίτιδα, στην απότομη άνοδο ζαχάρου, στο
προληπτικό κουτί ασπιρίνες για νά μή σπάσει το κεφά­
λι σου- ό εφημερεύων υπάλληλος αρνήθηκε νά πλησιά­
σει περισσότερο άπό ενάμισι μέτρο τον γκρίνγκο. Μόνο
υστέρα άπό είκοσι παρακλήσεις δέχτηκε νά πουλήσει
στον ντετέκτιβ επιδέσμους, όξυζενέ και τσιρότο. Ό
Ντίκ άρχισε νά μπλαβίζει. Είχε ενα κόψιμο τέσσερα με
πέντε εκατοστά στο αριστερό μάτι, τά χείλη του ήταν
σχισμένα και είχε μιά μικρή πληγή στο λαιμό. Ό
"Εκτορ τόν κάθισε σ'ενα παγκάκι του πάρκινγκ και
εφάρμοσε τις ιατρικές του γνώσεις που τις είχε απο­
κτήσει βλέποντας εξι-έφτά φορές τήν ίδια ταινία για τή
Φλόρενς Νάιτινγκέηλ, τήν αγγελική νοσοκόμα τοϋ πο­
λέμου τής Κριμαίας.
Όταν ό γκρίνγκο ζήτησε ενα τσιγάρο με ισπανικά
γεμάτα αναποδογυρισμένα ρώ, ό Έκτορ αποφάσισε νά*

- • • " " , κ \ Ρ\
[

•• Ç

]

\ > • Χ Γα*
,'θ3Υ ''
(ΛβΚΤ

.*'.^-

a

^nsp t s i

τον πάει περίπατο στη λίμνη Τσαπουλτεπέκ. Ξημέρω­
νε, μερικά κοκκινωπά σύννεφα έ'κοβαν βόλτες στον
ουρανό. Έκανε μια αλλόκοτη πρωινή ζέστη.
Πριν άπο τις εννιά και μισή δεν μπορούσες νά νοι­
κιάσεις βάρκα, άπ'αυτές που μεσοβδόμαδα τις χρησι­
μοποιούσαν μόνο οι κοπανατζήδες μαθητές τών γυμνα­
σίων. 'Οπότε ό ντετέκτιβ έκανε βόλτα τον γκρίνγκο του
εξω άπο τον Ζωολογικό κήπο και το Μουσείο Μοντέρ­
νας Τέχνης. Τελικά, δταν κάθισαν σε μια βάρκα και ό
'Αμερικάνος άρχισε νά κωπηλατεί, ό "Εκτορ προσπάθη­
σε νά ζητήσει ανταλλάγματα γιά τήν εξυπηρέτηση και
άρχισε τις ερωτήσεις.
(( Και πώς κέρδισες αυτό το παράσημο στα μούτρα, φί­
λε μου ; » είπε ό ντετέκτιβ, ενώ έβαζε το χέρι του στο νερό
και χάζευε τήν αυλάκωση πού δημιουργούσαν τά δάχτυλα
του.
« Ποιος ήσουν έσύ ; »
« Λάθος. Αυτός που γιατρεύει κάνει τις ερωτήσεις »
απάντησε ό "Εκτορ σε αγγλικά εγχειριδίου μηχανολο­
γίας, αρκετά καλύτερα άπο τά ισπανικά του Ντίκ.
« Είμαι δημοσιογράφος » είπε ό γκρίνγκο στα αγγλι­
κά ενώ σταμάτησε νά κάνει κουπί. Έψαξε στην πάνω
τσέπη του μπουφάν τών γιάνκηδων τής Νέας Υόρκης
που φορούσε κι έ'βγαλε μιά ταυτότητα, αρκετά τσαλακω­
μένη, που έλεγε ότι ήταν άπο το περιοδικό Rolling Stone.
Έκτος άπο τις μελανιές και τους επιδέσμους, το
πρόσωπο του είχε λίγη θλίψη, ενα φευγάτο βλέμμα και
[

8ο ]

μιά μυτερή μύτη. Ό "Εκτορ σκέφτηκε δτι μάλλον είχαν
τήν ίδια ηλικία, πάνω-κάτω.
« Και τί δουλειές έκανες με τον Λοΰκε Μεδίνα ; »
« Ποιος είναι ό Λοϋκε Μεδίνα ; »
« Ό Κουβανός που σου έσπασε τά μούτρα ».
« Α , ό Ράμος... "Ηθελα νά του πάρω συνέντευξη».
«Ναί, το βλέπω» είπε ό Έκτορ. "Ενας απειλητικός
κύκνος άρχισε νά ακολουθεί τή διαδρομή που χάραζαν
στο νερό τά δάχτυλα του Μπελασκοαράν. Τράβηξε γρή­
γορα το χέρι του άπό το νερό. Ποτέ δεν ξέρεις τί λογής
μεταλλάξεις μπορεί νά προκαλέσει στους κύκνους το κλί­
μα τής Πόλης του Μεξικού.
(( Και ποιος είναι ό Ράμος ; Μέ τί ασχολείται ; »
(( Και ποιος είσαι έσύ ; Μέ τί ασχολείσαι ; » απάντη­
σε ό γκρίνγκο.
« Διάολε, αυτό είναι πολύ μεγάλη ιστορία » είπε ό
"Εκτορ.
Μιά βάρκα μέ μιά παρέα έφηβων πλησίασε στο ση­
μείο όπου ό δημοσιογράφος και ό ντετέκτιβ είχαν αφή­
σει τή δική τους. Οι κύκνοι πλησίασαν. Ό Έκτορ σκέ­
φτηκε ότι οι μαθητές μάλλον έριχναν ξερόψωμα ή κα­
λαμπόκια στο νερό. Οι κύκνοι τής λίμνης, πολύ διαφο­
ρετικοί άπό τά παπιά που είχε στο σπίτι του, έμοιαζαν
άγριοι, σαρκοφάγοι και θλιμμένοι.
«Αυτό συμβαίνει πάντα όποτε έρχομαι στο Μεξικό.
Όλες οι 'ιστορίες είναι μεγάλες, πολύ μεγάλες, και κα­
νένας δέν έχει χρόνο νά τις διηγηθεί».
[

]

« Υποψιάζομαι βτι και οί 'Αμερικάνοι δημοσιογρά­
φοι δεν έχουν πια αρκετή υπομονή )>.
« *Αν συνεχίσουμε να μιλάμε περί άνεμων και υδάτων
αποφεύγοντας τήν ουσία, το ρεϋμα θα μας παρασύρει ως
τη διώρυγα του Παναμά» είπε ό Ντικ δείχνοντας το
πρώτο χαμόγελο του πρωινοϋ, μέσα στα στραπατσαρι­
σμένα χείλια του. « Χρειάζομαι τουλάχιστον δύο μπίρες
για ν' αποφασίσω αν θ'ανταλλάξω τήν ιστορία μου με
τή δική σου, ή αν θα σοΰ ξεφουρνίσω Ινα κάρο μαλα­
κίες ».
« Κι εγώ θα μπορούσα να πιω δυο κόκα κόλες ένώ
θα αποφασίζω αν θα σε πάω πάλι πίσω στο διάδρομο
δπου σε βρήκα και θα μάθω κάτι βλέποντας τον Κου­
βανό να σοΰ σπάζει πάλι τα μούτρα».
« Καθώς έγώ θα κάνω κουπί, θα μπορούσαμε τουλά­
χιστον να καταλήξουμε σε μια συμφωνία για το πώς
ονομάζεται ό Κουβανός μας ».
«Λούκε Μεδίνα» είπε ό 'Έχτορ.
α Γκάρυ Ράμος » είπε ό Ντίκ.
« Κάτι μου λέει δτι θα τον γνωρίσουμε με περισσό­
τερα ονόματα».
Ό Ντικ άρχισε να κωπηλατεί προς το μέρος πού θά
βρίσκε τις μπίρες. Οί κύκνοι, απογοητευμένοι, έπαψαν
να ακολουθούν τή βάρκα.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ TOT ΛΟΤΚΕ ΜΕΔΙΝΑ-ΓΚΑΡΤ ΡΑΜΟΣ
ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ Ο ΝΤΙΚ
('Ακριβώς όπως θα τή θυμόταν αργότερα
δ Έκτορ Μπελασκοαραν Σάνν )
Τους ανθρώπους που σε ενδιαφέρουν, πάντα τους βρί­
σκεις όταν αναζητάς άλλους. Αυτός είναι ένας άγραφος
κανόνας. ΟΊ καλύτερες ιστορίες αρχίζουν σαν ξέφτια
άπό άλλες που θα μείνουν τελικά λειψές. Έ γ ώ πιστεύω
στις συμπτώσεις, συνεπώς πιστεύω δτι το ένστικτο
αθροίζει τις συμπτώσεις και σου λέει δτι τελικά εκεί
κάτι υπάρχει. Πιστεύω, τέλος, στο πείσμα πού σε οδη­
γεί στις ανακαλύψεις.
Μπορεί αυτός να είναι ό κανόνας υπ'αριθμόν ενα, δμως υπάρχει κι ένας δεύτερος κανόνας πού επίσης ισχύει.
Λέει, αν θυμάμαι καλά, δτι ό τύπος που σ'ενδιαφέρει
είναι αυτός πού δεν βρίσκεται στο μέρος δπου θα έπρε­
πε να βρίσκεται, είναι εκείνος πού δεν κολλάει στή φω­
τογραφία: ό μαύρος σέ μια ομάδα τέννις Νοτιοαφρικανών, ό λουστραδόρος πού πίνει κοκτέηλ με σαμπάνια
στο Παλάς, ό Νεοζηλανδός στρατηγός πού κάνει πεντι­
κιούρ σ'ενα πορνείο της Μαδρίτης, ό Μεξικάνος υπουρ­
γός πού σκάβει για να φυτέψει δέντρα με μια ομάδα
αλληλεγγύης και εθελοντικής εργασίας στή Μανάγκουα,
83

ή ηθοποιός τοΰ Μπρόντγουεϋ που κάθεται στην ούρα
σ'ενα μαγαζάκι για ν'αγοράσει τυρόπιτα στη Λίμα.
Υπάρχει και ένας τρίτος κανόνας. Ό τύπος που σε
ενδιαφέρει εΐναι αυτός που το ονομά του δεν αναφέρεται
ποτέ. Σου λένε δτι δεν έχει σημασία και πάντοτε τον
αγνοούν οί συνηθισμένες πηγές σου.
Ό Γκάρυ Ράμος εκπλήρωνε και τους τρεις κανόνες,
τον έναν μετά τον άλλον. Εμφανίστηκε τυχαία ως κομ­
πάρσος όταν ερευνούσα τη δολοφονία του Οδλοφ Πάλ­
με. Τίποτα το σημαντικό, απλώς μια δευτερεύουσα
αναφορά σ'ενα δελτίο τών σουηδικών ομάδων αλληλεγ­
γύης με την Κεντρική 'Αμερική, που έλεγαν δτι ένας
Κουβανός ρουφιάνος επιχείρησε να παρεισφρήσει ανά­
μεσα τους. Χρησιμοποιούσαν αυτό το όνομα, Γκάρυ Ρά­
μος. Έ γ ώ δεν έδινα δεκάρα για την υπόθεση, προσπα­
θούσα να συνδέσω τή δολοφονία τοϋ 'Ορλάντο Λετελιέρ
με του Πάλμε, ακολουθώντας μια φήμη πού ήρθε περ­
πατώντας αργά άπό ένα περιοδικό της Δυτικής Γερμα­
νίας, δτι ό Τάουνσεντ 1 ήταν ανακατεμένος. Ψάχνοντας
διάφορα χαρτιά βγήκε αυτή ή 'ιστορία. Δεν της έδωσα
την παραμικρή σημασία, δμως ή γραμματέας μου φύ-

1. Ό Michael Townsend, ό Orlando Bosch και ό Guillermo Novo
Sampol ήταν μεταξύ άλλων οί πράκτορες τοϋ Πινοτσέτ πού δολο­
φόνησαν τον 'Ορλάντο Λετελιέρ το 1976, μέ βόμβα πού εξερράγη στο
αυτοκίνητο του, στο Sheridan Circle, στην καρδιά τοϋ οικονομικού
κέντρου της Ούώσινγκτον.
[

]

λαξε στο αρχείο το χαρτί. Εμφανίστηκε πάλι το όνομα
δταν προχωρούσα στην έρευνα και πάλι φαινόταν κάτι
ασήμαντο. Ένα άπό τα «σκουλήκια» της Κούβας πού
συνεργάστηκαν μέ τον άνθρωπο της DINA1 στη δολοφονία
τοΰ Λετελιέρ. Τίποτα το σπουδαίο, το ονομά του ανα­
φερόταν στην ενοικίαση δύο αυτοκινήτων και σε μια με­
σολάβηση. Ένας φίλος μου εϊχε δημοσιεύσει εκείνη τήν
εποχή κάτι για τον Ράμος, έναν πολυλογά πού σε μια συ­
ζήτηση είχε πει δτι δεν εΐχε ανάμειξη στην υπόθεση Λε­
τελιέρ γιατί έπαιζε στην Πρώτη Εθνική μέ τή CIA. Μέ
τέτοιες φράσεις μπορείς να φτιάξεις ενα βιβλίο σαν τον
έκτο τόμο της εγκυκλοπαίδειας Μπριτάνικα. Πάντως,
ήταν ό μοναδικός κρίκος πού συνέδεε τή δολοφονία τοΰ
Πάλμε και τοΰ Λετελιέρ. 'Ή μάλλον ήταν ό ανύπαρκτος
κρίκος. Δεν έβγαζες ούτε 350 λέξεις. Κοίταξα πάλι τό περιοδικάκι τών Σουηδών. Για τήν ακρίβεια έλεγε οτι ό
μάγκας κυκλοφορούσε στή χώρα και προσπαθούσε να χω­
θεί στις επιτροπές αλληλεγγύης, κι δταν τον κατάγγειλαν
εξαφανίστηκε. ΟΊ ημερομηνίες συνέπιπταν μέ τή δολοφο­
νία τοΰ Πάλμε. Έ γ ώ ακολούθησα άλλους δρόμους.
Δύο εβδομάδες αργότερα έδωσα ένα σημείωμα μέ τό
ονομά του στο τμήμα τεκμηρίωσης τοΰ περιοδικού και
μοΰ τό επέστρεψαν μέ δύο αποκόμματα εφημερίδων,
συρραμμένα. Τό 1976 ήταν 'ιδιοκτήτης δύο καταστημάτων
1. Ή διαβόητη μυστική αστυνομία τοΰ δικτάτορα της Χιλής
Άουγκοϋστο Πινοτσέτ.
[

85

]

πώλησης πορνογραφικών περιοδικών στο Μαϊάμι, άπο
αυτά που ξεπλένουν μαϋρο χρήμα της κουβανικής μα­
φίας. Το άλλο απόκομμα εΐχε σχέση με μια ενέργεια της
ομάδας 2506' έλεγε δτι ό Ράμος ήταν Ινας άπο τους
ομιλητές στην εκδήλωση για τήν επέτειο της απόβασης
στον Κόλπο τών Χοίρων. Μοϋ άρεσε ό φίλος, όμως δεν
υπήρχε τίποτα, κανένα κίνητρο για να αρχίσω μια έρευ­
να. Τελικά ρώτησα γιά τον Γκάρυ Ράμος μια φίλη μου,
που μάντευε το μέλλον εξω άπο τήν Ντίσνεϋλαντ, άλλα
μ'έστειλε στον διάολο. Το επάγγελμα της ήταν αφηρη­
μένη επιστήμη, δεν ήταν ή βάση δεδομένων της Ονώσινγκτον Πόστ.
Στο επάγγελμα μας, το μόνο πού μπορείς στ'αλή­
θεια νά εμπιστευτείς είναι ή μνήμη. Τελικά, εξι μήνες
μετά, δταν έστειλα ενα ερωτηματολόγιο στο Τμήμα
Μεταναστών σχετικά με τον άριθμο τών Βιετναμέζων
που ζουν στην Κομητεία του Λος "Αντζελες, πρόσθεσα
κι ενα ερώτημα δπου ζητούσα στοιχεία γιά τον Γκάρυ
Ράμος. Μου έστειλαν μια σελίδα γεμάτη με γραφειο­
κρατική ορολογία. Έλεγαν δτι ό Λουτγάρδο Ράμος Μεδίνα εΐχε αποκτήσει αμερικανική υπηκοότητα το 1965 κι
έγινε Γκάρυ Ράμος. Έδιναν ώς σημείο αναφοράς ενα
φαρμακείο του Μαϊάμι. Το ενδιαφέρον είναι δτι μοϋ
έστειλαν το λάθος αντίγραφο, δπου είχαν σημειώσει στο
τέλος νά σταλεί ενα αντίγραφο σ'ενα γραφείο κάποιας υ­
πηρεσίας με ακατανόητα αρχικά, στο Φδρτ Λόντερντέηλ,
στή Φλόριδα.
[

86

]

'Αργότερα ανακάλυψα, φυσικά, δτι το γραφείο δεν υ­
πήρχε, σύμφωνα με τήν εντελώς αξιόπιστη εταιρεία
Μπέλ.
Έ χ ω έναν φίλο σε κάποια τρύπα της κυβέρνησης Ρέηγκαν πού ενίοτε μοϋ σφυρίζει μερικά « πού κυκλοφο­
ρούν εδώ». Όταν τοΰ ανέφερα τον Γκάρυ Ράμος, μου
είπε δτι δεν είχε ακούσει ποτέ το όνομα αύτδ και με ρώ­
τησε αν ήταν κανένας καινούργιος παίκτης πού πήραν οι
Orioles τής Βαλτιμόρης γιά νά βελτιώσουν το fielding
τους. 'Ωστόσο χαμογέλασε τρία δευτερόλεπτα πάνω άπο
το επιτρεπτό.
Τότε άρχισα νά μελετάω σοβαρά το θέμα.
Μπορούσα ν'αρχίσω ερευνώντας τις διασυνδέσεις
του Ράμος με τή CIA ή νά προσπαθήσω νά μπώ στο γή­
πεδο του. Πήρα ενα αεροπλάνο γιά τή Φλόριδα.
Τρεις φορές πήγα νά κολυμπήσω στο Μαϊάμι. Είναι
σάν νά βουτάς σ'ένα βούρκο ενώ οι άλλοι σε χαζεύουν
νά πνίγεσαι. Κανένας δεν ξέρει τίποτα, υπάρχουν άλλοι
κανόνες, τά δρια τοΰ νόμου και τής τάξης είναι πιο χα­
1
λαρά άπο αυτά πού υπήρχαν στην Ντοτζ Σίτυ στα τέ­
λη τοΰ περασμένου αιώνα. Υπάρχει ένας περιθωριακός
κόσμος πού κουμαντάρει διάφορες πόλεις μέσα στην πό­
λη πού φαίνεται, πόλεις πιο αληθινές άπο τα τουριστικά
φυλλάδια πού μοιράζει ό δήμαρχος στην προεκλογική
του εκστρατεία. 'Εγώ μπορούσα νά διαλέξω άν θα πάω
1. Πόλη στα σύνορα τών ΗΠΑ και τοΰ Μεξικού.
[

87

]

μόνος μου ή θα συνεργαστώ με αυτούς της Miami
Herald, μιας εφημερίδας πού απέκτησε βαρύτητα σε
δλη τη χώρα χτυπώντας συνήθως στα τυφλά, συχνά με
εντυπωσιακά αποτελέσματα. Α ν μοιραζόμουν μαζί τους
αυτά πού είχα για τον Ράμος, μπορούσαν να συμβούν
δύο πράγματα: να νομίσουν δτι δλα ήταν μπούρδες και
δεν άξιζε τον κόπο νά μπλέξουν ή να πιστέψουν δτι
υπήρχε κάτι σημαντικό και νά αρχίσουν νά κολυμπούν
δίπλα μου σαν καρχαρίες. "Υστερα θα μοΰ πετούσαν τα
κοκάλα πού θα περίσσευαν άπό τήν Ιστορία. Ήταν σα­
φέστατο δτι έπρεπε νά βαδίσω μόνος.
"Αρχισα άπό το προφανές. Ό Ράμος δεν υπήρχε στον
τηλεφωνικό κατάλογο. Το φαρμακείο δπου δούλευε το
1965 δεν υπήρχε. Μπορεί να μην υπήρξε ποτέ. Στην
Έ ν ω σ η Πρώην Μαχητών τοΰ Κόλπου των Χοίρων δεν
τον είχαν καταγεγραμμένο. Κάποιος θυμόταν δτι πράγ­
ματι εϊχε μιλήσει σε μια συγκέντρωση, δμως δεν ήταν
μέλος της Ταξιαρχίας. Στα αρχεία τών Κουβανών Ε ξ ό ­
ριστων βρήκα τα γνωστά δεδομένα. Μία γραμματέας
μοΰ χαμογέλασε και έκανε τήν γκριμάτσα κάποιου πού
σνιφάρει κοκαΐνη δταν ανέφερα το όνομα Ράμος. Όταν
τη ρώτησα ευθέως, είπε δτι δεν τον γνώριζε. Α ν κάτι με
ξετρελαίνει αληθινά εΐναι τα φαντάσματα. Ανέβηκα επί­
πεδο. Πήγα στο FBI τής Φλόριδας. Ράμος; Στο περιθώ­
ριο τής υπηρεσίας υπήρχαν κάτι εκκρεμότητες μαζί του,
δμως δεν ανήκε πια σ' αυτούς, ήταν δυο χρόνια πού δεν
κυκλοφορούσε στο Μαϊάμι. Τί πράγματα; Ναρκωτικά,

ψιλοπράγματα. "Ισως στην DEA1 να μοΰ χάριζαν λίγα
άπό τά λάφυρα τους. Μιά κλοπή αυτοκινήτου σ'ενα με­
θύσι. "Εχει σημασία αυτό ; "Α, μπά, δχι. Όλοι οι γονείς
έχουν δυο γιους πού κάποτε το έκαναν ( στή δική μου
περίπτωση, ό πατέρας και ό θείος μου). Τους πείραζε
κυρίως το εμπόριο δπλων. Τί εμπόριο ; Τί δπλα ; Για
ποιόν ; Όπλα, ποια δπλα ; Έμεΐς δεν μιλήσαμε γιά δπλα.
Ό π ω ς ανακάλυψα, ό Κουβανός-φάντασμα κι έγώ εί­
χαμε έναν κοινό γνωστό, τον ιδιοκτήτη μιας γκαλερί τέ­
χνης. Γνώριζε λίγο τον Ράμος. Κάποια φορά συνόδεψε
έναν στρατηγό φίλο του ν'αγοράσει κάτι πίνακες. Έναν
στρατηγό άπό ποΰ ; Απ'αυτές τις χώρες εκεί κάτω. Κολομβιάνος, Βολιβιανός, Σαλβαδοριανός ; Μεξικάνος. Με­
ξικάνος; Ή Περουβιανός, ξέρω κι έγώ, άπ'αυτές τις
χώρες. Οί πίνακες είχαν αξία ; Ό χ ι , καθόλου. "Α, εντά­
ξει.
Μιά γυναίκα πού έζησε μαζί του. Τίποτα. Τίποτα ;
Είχε μαγαζιά πού πουλοΰσαν πορνοπεριοδικά. Τά μα­
γαζιά δέν υπήρχαν πιά, το ενα ήταν τώρα παγωτατζίδικο. Το αμερικάνικο όνειρο, κάθε πορνομάγαζο μπορεί νά
εξελιχτεί σε παγωτατζίδικο. Πάνε δυο μήνες πού έχει
χαθεί άπο τήν πόλη. Μήνες ; Ό χ ι χρόνια ; Μήνες. Μα­
κάρι νά ήταν χρόνια, δέν άξιζε ούτε το χώμα πού πα­
τούσε.
1. Drug Enforcement Administration : Κρατική υπηρεσία τών
ΗΠΑ, αρμόδια για τη δίωξη τοϋ εμπορίου ναρκωτικών.
[

Βρήκα έναν φίλο φίλου που δπως έλεγε ό πρώτος φί­
λος τα ήξερε δλα. Όμως δυσκολευόταν να τα πει. Ήταν
ένας πολύ νεαρός Κινέζος. Μα πώς βρέθηκε στο Μαϊά­
μι ; Ποιος, αυτός ή ό Ράμος; Και οι δύο. Ό Ράμος. Τα
υπόλοιπα ήταν δική του δουλειά. Ό Ράμος ήταν της
CIA. Όλος ό κόσμος το ήξερε. Ήταν άπο τις στρατολο­
γίες του '62. Μα δεν ήρθε το '65 στις ΗΠΑ; "Οχι, ήρθε
το 1962 όταν έφτιαξε τή βάση, την J.M. Wave. "Υστερα
είχε τήν τύχη τών περισσότερων, δταν τους ξεπάστρε­
ψαν γιατί το κουβανικό '62 γέμισε τήν Υπηρεσία με
πράκτορες του Κάστρο. Τήν πλήρωσαν αρκετοί, ή Κού­
βα τους βγήκε ακριβή. Τους διέλυσαν παρόλο που αυτός
συνέχισε να μιλάει. Δεν υπάρχουν σύνορα. 'Αρχίζεις μια
δουλειά με δπλα για τή CIA και καταλήγεις να τα που­
λάς σε Πορτορικανους γκάνγκστερ στο Νιου Τζέρσυ.
Πουλάς ψιλομαλακίες στην DEA, υστέρα τα πουλάς πά­
λι στους Κολομβιανους και τελικά στήνεις επιχείρηση
με παράνομα δέρματα κροκόδειλων γιατί σου προέκυψε
ή δουλειά στην πορεία και έτσι ξεπλένεις λεφτά του
ενός, δίνεις πληροφορίες στον άλλον και κάνεις εμπόριο
με τους υπόλοιπους αφελείς θνητούς. Ποιος εΐσαι ; Για
ποιόν δουλεύεις ; Έρχεται μια στιγμή πού μόνο έσύ ξέ­
ρεις τήν απάντηση. Ούτε καν αυτοί που σε πληρώνουν
δεν είναι σίγουροι για τίποτα. Οι δουλειές με τήν Εται­
ρεία είναι σκοτεινές σαν τις βουλές του Κομφούκιου.
Ήταν ή δεν ήταν της CIA; Εΐσαι εσύ της CIA; Είμαστε
και οι δύο της CIA; Διάολε, αν ήταν έτσι θά μπορούσαν
[

90

]

οι προϊστάμενοι μας στο Λάνγκλεϋ να καταλήξουν σε
μια συμφωνία και να μή χάνουμε άδικα τον καιρό μας.
Και μιας και μιλάμε για χρόνο, πενήντα δολάρια, παρα­
καλώ.
Επέστρεψα στο Λος "Αντζελες μέ τήν απόλυτη βε­
βαιότητα δτι έκανα τζάμπα βόλτες. Συνέχισα τήν έρευ­
να άπό το τηλέφωνο για μία εβδομάδα ακόμα, δίχως να
βγάλω τίποτα. "Αξαφνα, μου τηλεφώνησε Ινας βοηθός
ενός μέλους της Υποεπιτροπής της Γερουσίας για τον
έ'λεγχο της Υπηρεσίας. Κλείσαμε ένα ραντεβού. Βρι­
σκόταν στην Καλιφόρνια αναζητώντας τή γυναίκα τών
ονείρων του. Τή βρήκε; "Οχι, γιατί κατά βάθος ήταν
γκέυ. Λοιπόν; Μου εΐπε δτι έ'χανα τον καιρό μου, δτι ό
Ράμος ήταν ενα ποντικάκι, και δεν ήταν πια ενεργός ε­
δώ και χρόνια. Α ν ήθελα μια ενδιαφέρουσα ιστορία, για­
τί δεν έψαχνα στον κόσμο τών συνταξιούχων. Υπήρχαν
πολλά καθάρματα ελεύθερα. Τους στρατολόγησαν, τους
χρησιμοποίησαν σε μυστικές αποστολές, σέ βρόμικες
δουλειές σέ δλον τον πλανήτη και τώρα δεν ήξεραν τί να
τους κάνουν, ήταν άχρηστοι στα γραφεία. Καμία σχέση
μέ τήν παραδοσιακή πίστη τών γηγενών, καμία σχέση
μέ τον Γκούνγκα Ντίν 1 , ή μέ τους ανιχνευτές Απάτσι
που χρησιμοποιούσε ό Τσάρλτον Ήστον. Δυό ώρες
1. Ποίημα τοϋ Ράντγυαρντ Κίπλινγκ και ομώνυμη ταινία του
1939 μέ πρωταγωνιστή τον Κάρυ Γκράντ. Ό Γκούνγκα Ντιν εΐναι
ό ιθαγενής πιστός υπηρέτης τών 'Άγγλων.
[

]

άφοΰ αποχαιρετιστήκαμε, μου τηλεφώνησε στο περιοδι­
κό, μου ζήτησε απόλυτη εχεμύθεια και μου πρότεινε να
στείλω στον διάολο τον Ράμος και να πιάσω νά ερευνώ
τον Σιντ-Βαλντές-Βάσκο, γιατί ή υπόθεση ήταν κρέας
για χάμπουργκερ του Τέξας. Δέν κατάλαβα την παρο­
μοίωση. Δεν του έδωσα σημασία. Δέν είχα χρήματα.
Βάλθηκα να δουλεύω Ινα ρεπορτάζ για τα προβλήματα
του νερού στον Βορρά και τον Νότο της Καλιφόρνιας,
υστέρα έκανα Ινα άλλο για ναρκωτικά σέ δημοτικά σχο­
λεία τοϋ Λος "Αντζελες, υστέρα μια έρευνα για τις μπίζ­
νες της καθολικής εκκλησίας στο Τέξας και το Νέο Με­
ξικό. Τελικά, δταν επέστρεψα στο σπίτι, Ινα απόγευμα
μέ κακή διάθεση που ό καπνός εΐχε αληθινά απαίσια
γεύση στο στόμα μου, σκέφτηκα να στείλω Ινα χαρτά­
κι στο τμήμα τεκμηρίωσης μέ το όνομα Σιντ-ΒαλντέςΒάσκο. Μου έστειλαν μια φωτογραφία του Ράμος. 'Απί­
θανο. Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στή Ρώμη. Ακόμα κι
αύτοι πού πάνε στή Ρώμη. 'Άρχισαν να φτάνουν χαρτιά
στα χέρια μου. Μία αναφορά στο βιβλίο του Ρόμπινς
για τήν Air America, τήν αεροπορική εταιρεία τής CIA.
Ό Βαλντές-Βάσκο ή ΒΒ είχε οργανώσει αποστολές μέ
δπλα στους τύπους του Σαβίμπι, τους αντάρτες που
υποστήριζαν οι Νοτιοαφρικάνοι στην Ανγκόλα, τήν
UNITA. Κι άλλα χαρτιά, μία αναφορά στην ανάμειξη του
στις σχέσεις DEA και CIA στην υπόθεση τοϋ πολέμου
τής αληθινής μαφίας και τής κολομβιάνικης μαφίας και
έπειτα δλες ο'ι πολιτικές προεκτάσεις του θέματος.
[

9

2

Ήταν ο άνθρωπος που είχε διαπραγματευτεί για λογα­
ριασμό τής CIA μέ τους στρατηγούς των κοκαδολαρίων
τής Βολιβίας, για νά κόψουν μέ τήν Κολομβία.
Ό φίλος μου άπό τή Γερουσία μου μίλησε πάλι πριν
άπό μια εβδομάδα και μοϋ είπε: « Π ό λ η του Μεξικού,
ξενοδοχείο Πρεσιδέντε Τσαπουλτεπέκ, 7 Δεκεμβρίου ».
Κι έτσι έκανα. Πήγα, χτύπησα τήν πόρτα και τοΰ
ζήτησα μια συνέντευξη. Μέ ενδιέφερε ή ιστορία των
Γκούνγκα Ντίν, των ανιχνευτών Άπάτσι, δλων αυτών
πού έκαναν τις βρόμικες δουλειές. "Ηθελα νά μάθω γιά
τους μαέστρους τοϋ ψυχρού πολέμου που ύστερα συντα­
ξιοδοτήθηκαν πρόωρα. Ό τύπος χαμογέλασε και μοϋ
έριξε Ινα ντιρέκτ στο φρύδι. Δέν πρόλαβα νά βγάλω
ούτε το κασετόφωνο.

6.
Είχα ζήσει αρκετά για να μην είμαι βέβαιος για τίποτα.
NICHOLAS GUILD

Ό Μεδίνα-Ράμος-Βαλντές-Βάσκο, φυσικά, είχε εξαφανι­
στεί. Ό "Εκτορ διόλου δεν εκνευρίστηκε. Το περίμενε.
Το απόγευμα, ό Κουβανός είχε μαζέψει τις βαλίτσες του
και είχε πληρώσει το ξενοδοχείο. Και ό Μπελασκοαράν
υπέθετε, μ Ίνα χαμόγελο ανάμεσα στα δόντια του και
σφυρίζοντας Ινα μουσικό κομμάτι ad hoc, δπως λόγου
χάρη το τραγουδάκι των εφτά νάνων της Χιονάτης, δτι
ό τύπος είχε διασχίσει ήδη τις πόρτες του Πρεσιδέντε
Τσαπουλτεπέκ. Αυτά συνέβαιναν μόνο σε πολύ κόπα­
νους ντετέκτιβ. Καλά να πάθει ό "Εκτορ.
Και τώρα πώς στον διάολο θα τον ξαναβρεί; Σε μια
πόλη σαν τήν πρωτεύουσα του Μεξικού, με είκοσι εκα­
τομμύρια απελπισμένους επιζώντες, δλοι είμαστε ψύλλοι
στ'άχυρα. Ό Μεδίνα-Ράμος ακόμα δεν είχε δείξει τίπο­
τα, δεν φανέρωσε επαφές, δεν είχε ερωτευτεί κανέναν, δεν
έδειξε προτίμηση για τάκος με κρέας ή για κάποιο παγ­
κάκι στό πάρκο. Έτσι ήταν αδύνατο να τον ψάξει. 'Α­
πλώς είχε εξατμιστεί σέ μια πόλη πού απολαμβάνει τήν
ανωνυμία. Επειδή τον γνώριζε, ό "Εκτορ καταλάβαινε
πώς ήταν χάσιμο χρόνου νά προσπαθήσει να ακολουθήσει
[

95

]

τα ί'χνη του ρωτώντας τους ταξιτζήδες στην είσοδο του
ξενοδοχείου ή τον πορτιέρη.
Έμενε μια αηδιαστική λύση, που ό "Εκτορ την ανα­
μασούσε αμίλητος μπροστά στο ξένοιαστο βλέμμα τοΰ
'Αμερικάνου δημοσιογράφου, που έδειχνε να διαθέτει
αξιόλογη ικανότητα να τα αντιμετωπίζει δλα ψύχραιμα
ένώ έπινε μπίρες. Ήταν πολύ μαλακισμένη λύση, γιατί
κατά βάθος σήμαινε αντιστροφή τοΰ παιχνιδιού. *Αν
στην Πόλη τοΰ Μεξικού δεν βρίσκεις κάποιον, μπορείς
να φωνάξεις δτι είναι γιος τής ακατονόμαστης μητέρας
του άπό τα μεγάφωνα του σταδίου Αλτέκα και νά το
επαναλάβεις άπό τα ηχεία μιας συναυλίας τοΰ συγκρο­
τήματος Τρί, ύστερα να το περάσεις στα σποτ τοΰ Ρά­
διο Μίλ και τότε, μάλλον, εκείνος θα ψάξει να σε βρει.
Κι αυτό δεν τοΰ άρεσε πολύ τοΰ "Εκτορ. Θα έπρεπε ν'αλ­
λάξει τους ρόλους ξέροντας δτι ό άλλος θα έπαιζε το
παιχνίδι μόνο εάν υπήρχε το μικρό ενδεχόμενο να τον
ενδιαφέρει. Φυσικά τότε θα εΐχε ό άλλος το πλεονέκτη­
μα. Ό "Εκτορ θα έμενε στην αναμονή, στόχος στην
μπούκα τοΰ κανονιοΰ... Ήταν ιδιαίτερα μαύρες οι εμ­
πειρίες του, στο πρόσφατο παρελθόν, για να αποφασίσει
νά το κάνει αυτό δίχως νά διαθέτει δύο σκορπιούς -με­
ταφορικά μιλώντας- νά καλύπτουν τα νώτα του. Απο­
φάσισε νά μιλήσει στον Ντικ εξω άπό τα δόντια. Έ τ ρ ω ­
γαν χάμπουργκερ στο Σάνμπορνς τής Αγουασκαλιέντες,
ένώ χάζευαν χαζοΰλες δεκαπεντάχρονες τής χρυσής νεο­
λαίας.
[

96

]

«Και τον Μεδίνα-Ράμος γιατί τον θέλεις; Στ'αλή­
θεια έχεις σκοπό νά κάνεις ενα ρεπορτάζ για τους συν­
ταξιούχους τής CIA ; »
« Τον θέλω γιατί είμαι σίγουρος δτι υπάρχει μια
αντίφαση ανάμεσα σ'ενα μέρος τής επιτροπής τής Γε­
ρουσίας και τη CIA, και γι'αυτό μ'έσπρωξαν πίσω άπό
τον Ράμος, για νά βγει στή φόρα. Δεν εννοώ λιποταξίες
και τέτοια. 'Υπάρχει κάποια επιχείρηση τώρα στο Με­
ξικό και πρέπει νά είναι αρκετά βρόμικη, αφού οι τύποι
ενδιαφέρονται νά σηκώσω λίγο το πέπλο... Έσύ γιατί
τον θέλεις ; »
« Υποθέτω δτι θά τοΰ άξιζε νά ισιώσει τα πισινά
του σ'ενα τσιμεντένιο παγκάκι μιας μεξικάνικης φυλα­
κής. Μοΰ αρέσει ή θεωρία τής Αλίσια ».
« Διαθέτω κάποια χρήματα τοΰ περιοδικού για τέ­
τοιες δουλειές. Μπορώ να σε προσλάβω για νά τόν
βρεις ; »
« Κι έγώ έ'χω λίγα χρήματα άπό μια κληρονομιά.
Μπορώ νά σε προσλάβω για νά γράψεις ενα άρθρο κι
έτσι νά γίνεις στόχος και νά έρθει αυτός νά σε βρει;»
απάντησε ό "Εκτορ.
Ό ντετέκτιβ και ό δημοσιογράφος αντάλλαξαν χαμό­
γελα.
« Τί στον διάβολο μπορεί νά κάνει στο Μεξικό ; »
«Σχεδόν τά πάντα».
« Ανάμεσα στά χαρτάκια σου, τά αποκόμματα σου,
τις πληροφορίες των φίλων σου, βγήκε κάποια σχέση με
[

97

το Μεξικό, κάποιο όνομα που να τον συνδέει με το Με­
ξικό ; )) ρώτησε ό Έκτορ.
« Τίποτα » αποκρίθηκε ό Ντίκ, ενώ παρατηρούσε τα
φρεσκοσταυρωμένα πόδια μιας κυρίας δύο τραπέζια πιο
πέρα. Ό Έκτορ ακολούθησε το βλέμμα του.
(( Τότε τί σκέφτεσαι να κάνεις ; » ρώτησε ό "Εκτορ
απορρίπτοντας την πιθανότητα να παίξει το στόχο.
(( Τίποτα )) είπε ό Ντίκ και σηκώθηκε για να πάει
προς τα δύο πόδια πού του χαμογελούσαν. « 'Τποθέτω
δτι θα κάνω λίγες διακοπές στο Μεξικό, μία μέ δύο ε­
βδομάδες. Διακοπές αλκοολικού. Μόλις χώρισα - εξαιτίας
της πρώην γυναίκας μου ήμουν μέλος των ανώνυμων
αλκοολικών. Τώρα μπορώ να έχω την απόλαυση να ξα­
ναγίνω δημόσιος αλκοολικός. Κι εσύ;»
« Κι έγώ θα κάνω διακοπές. Διακοπές άνευ αλκοόλ )>
αποκρίθηκε ό Έκτορ.

Όταν άνοιξε τα μάτια του ανακάλυψε πώς ήταν περικυ­
κλωμένος άπό το απόλυτο σκοτάδι, ένα σκοτάδι διαφο­
ρετικό άπό την πηχτή νύχτα στο δωμάτιο του. Δεν
υπήρχε ή ανταύγεια τών φαναριών του δρόμου, ούτε θό­
ρυβος αυτοκινήτων. Όταν κούνησε το χέρι ακούμπησε
στον τοίχο. Πασπατεύοντας μέ τήν άκρη τών ποδιών
του βρήκε αμέσως νέα δρια. Ήταν ενα μικροσκοπικό δω­
μάτιο. Έψαξε το πιστόλι του στή θήκη τής μασχάλης,
άλλα φορούσε μόνο το επάνω μέρος μιας πιτζάμας.

Όταν αισθάνθηκε άοπλος, τον έπιασε αγωνία. "Εσπρω­
ξε απαλά μέ το χέρι του προς τή μοναδική κατεύθυνση
πού τοΰ έμενε να εξερευνήσει. Ή πόρτα άνοιξε. Λίγα
μέτρα πιο πέρα το παράθυρο άφησε νά περάσουν τά
φώτα νέον τοΰ δρόμου. Είχε κοιμηθεί μέσα στην ντου­
λάπα.
« Σκατά και πάλι σκατά » σκέφτηκε. Είχε σκεβρώσει
δλο του το κορμί, τον εΐχε πιάσει φαγούρα στα μπούτια
άπό τήν επαφή τοΰ γυμνοΰ δέρματος μέ το χαλί. Ένα
παπί φάνηκε στην πόρτα και ό "Εκτορ παραλίγο νά το
σκοτώσει πατώντας πάνω του κατά λάθος. Σκόνταψε
στα ϊδια του τά παπούτσια και ουρλιάζοντας, γιατί εΐχε
σακατέψει το μικρό δάχτυλο του άριστεροΰ του ποδιού
όπως χτύπησε στο πάτωμα, πήγε κι έπεσε καρφωτός
στο κρεβάτι.
Αυτό τοΰ έλειπε μόνο, σκέφτηκε, ενώ προσπαθούσε
νά ελέγξει τον πόνο μέ μεθόδους ανώδυνου ψυχοπροφυλακτικοΰ τοκετού. Ένταση-χαλάρωση-ένταση. Μα πό­
τε αποφάσισε νά πέσει νά κοιμηθεί μέσα στην ντουλάπα ;
Ποιος ήταν το άλλο του έγώ πού τοΰ αναστάτωνε τή
ζωή ; Ό πόνος στο δαχτυλάκι τοΰ ποδιοΰ άρχισε νά μει­
ώνεται. Γαμώτο, ευτυχώς πού δεν έσπασε, συλλογίστη­
κε ό "Εκτορ, αρχίζοντας πάλι νά κάνει θετικές σκέψεις.
« Κ ι έξαλλου, μέσα σ'αύτή τήν κωλοντουλάπα δέν
μπορείς νά κοιμηθείς καλά. Πρέπει νά βάλω ενα μαξι­
λάρι έκεΐ μέσα » είπε φωναχτά, ολοκληρωτικά παραδο­
μένος πλέον στο νεοθετικισμό.
[

99

Πήγε στην κουζίνα κι άνοιξε μια κονσέρβα με κα­
βούρι της 'Αλάσκας. "Αρχισε να τρώει με το κουτάλι. Το
ρολόι της κουζίνας έδειχνε τέσσερις και μισή. Στα μισά
τοϋ φαγητού τεντώθηκε και πήγε στο μπάνιο να πάρει
μια πετσέτα για να σκουπίσει τον ιδρώτα του, διότι, δσο
κι αν είχε θετική διάθεση ό ντετέκτιβ, ό ίδρωτας του δεν
έπαυε να κυλάει παγωμένος στή ράχη του και να κατε­
βαίνει στή σπονδυλική του στήλη. Ήταν ό 'ιδρώτας άπα
ενα κάρο ανάμεικτες φοβίες.
Τα παπιά ήταν πάλι παρκαρισμένα μπροστά στην
πόρτα του μπάνιου και έκαναν μικρούς θορύβους. Ό
"Εκτορ τα παρακολούθησε νά πηγαίνουν προς το πιάτο
που είχε μείνει στή μέση τοϋ χαλιού μπροστά στην
είσοδο. Το είχαν αναποδογυρίσει και ήταν γεμάτο κουτσουλιές. Καθάρισε πρόχειρα, χρησιμοποιώντας το πε­
ριοδικό Plural, ενα τεύχος με αφιέρωμα στην ποίηση
της 'Άπω Μογγολίας. "Υστερα τους γέμισε πάλι το πιά­
το με νερό και τους έβαλε σ'ενα φλιτζάνι τριμμένο ψω­
μί. Υπέθεσε, εύστοχα, Οτι τά παπιά δεν ενδιαφέρονταν
διόλου για το καβούρι της Αλάσκας, ωστόσο τους επέ­
τρεψε νά το μυρίσουν και νά το περιφρονήσουν. Ήταν
αρκετά ηλίθια παπιά, οχι όμως τόσο ηλίθια δπως Ινας
παρανοϊκός ντετέκτιβ, γνωστός του, που πλάγιαζε στο
κρεβάτι του και ξυπνούσε μέσα στην ντουλάπα.
Είδε το ξημέρωμα στην ταράτσα τοϋ κτιρίου, παρα­
τηρώντας μερικά περιστέρια πού έτρωγαν ξερές τορτίγιες και τον ήλιο πού έβγαινε ανάμεσα στον πύργο της
[

ιοο

]

Scop και τον πύργο των Μεξικανικών Αερογραμμών. Οι
άνθρωποι δεν είναι πια δπως παλιά, πάντα σου λένε δτι
τό ξημέρωμα δεν είναι πιά δπως παλιά. Ό "Εκτορ απέ­
φυγε μια τόσο μεγάλη κοινοτοπία και απλώς συλλογί­
στηκε δτι κάτι είχε σπάσει ανάμεσα σ' αυτόν και τήν πό­
λη του. Για κάποιον ακατανόητο λόγο, ή πόλη ξέφευγε
μέσα άπό τά χέρια του καθώς τήν κοίταζε. « Δεν γίνεται
νά πεθαίνεις δίχως νά χάνεις πράγματα » σκέφτηκε.
Όταν κατέβαινε τις σκάλες προς τό διαμέρισμα του
είδε τήν Αλίσια που καθόταν μπροστά στην πόρτα του.
(( Νόμιζα δτι δεν ήθελες νά μου ανοίξεις » τοϋ είπε με
τήν ευμετάβλητη προφορά Μεξικάνας πού έχει ανταλλά­
ξει φράσεις στα εξι χιλιάδες μέτρα πάνω άπό τον ωκεα­
νό, πού έχει χάσει φράσεις και έχει βρει καινούργιες σέ
αεροδρόμια και σέ καταστήματα αφορολόγητων ειδών.
«Τον έχασα» είπε ό "Εκτορ ένώ άνοιξε τήν πόρτα
και τήν κάλεσε νά περάσει μ'ενα νεΰμα.
(( Τον ξαναβρήκες » τοϋ είπε χαμογελώντας ή γυναί­
κα. « Φεύγει στις εννιά και μισή με πτήση της Mexicana
για το Ακαπούλκο ».
« Μπορείς νά ταΐζεις τά παπιά ; » ρώτησε ό "Εκτορ
ένώ της πέταγε τά κλειδιά κι άρχιζε νά κατεβαίνει πη­
δώντας τις σκάλες.

Ό "Εκτορ δεν μπορούσε νά τό αποφύγει. Τόν μάγευε ό
κόλπος. Κοιτούσε ξανά και ξανά και πάντοτε έβλεπε
[

ΙΟΙ

τήν καλύτερη παραλία τοΰ κόσμου. Τοϋ άρεσαν ακόμα
και οι ουρανοξύστες των ξενοδοχείων που περικύκλω­
ναν τήν αμμουδιά και τήν έσπρωχναν στή θάλασσα. Ή
Ροκέτα, ενα νησάκι πού έμοιαζε τοποθετημένο έκεΐ για
να πηγαίνουν οι τουρίστες, οι ιστιοπλόοι, τα πολύχρω­
μα αλεξίπτωτα, τα κότερα, οι ανύπαρκτες 'Αμερικάνες
(τώρα ήταν δλες Καναδέζες), ακόμα και τα κύματα
των μικροπωλητών. Ό τσουχτερός ήλιος, ή ζούγκλα
που παραμόνευε στην επόμενη στροφή τοΰ δρόμου, ή
τόσο γαλάζια θάλασσα πού έμοιαζε ψεύτικη, τα δειλινά
της κάρτ ποστάλ ( ή φωτογραφική μυθοπλασία που αν­
τικαθιστά τήν πραγματικότητα ) στο Pie de la Cuesta,
τα κύματα ειδικά φτιαγμένα για νά παλεύεις μαζί τους,
οί θεόρατες καραβίδες στο τηγάνι, ή μουσική των μαρίάτσί 1 στο σαλόνι ενός ξενοδοχείου.
Σκασίλα του πού το Ακαπούλκο ήταν καταδικασμέ­
νο σχεδόν άπ'δλους. Δεν ήταν πια ό παράδεισος τοϋ
Σαββατοκύριακου για τή μεσαία τάξη της πρωτεύου­
σας, πού πνιγόταν άπό τον πληθωρισμό. Οί οικολόγοι
είχαν χεσμένη τήν παραλία και τή θάλασσα, για τήν
οποία έλεγαν περιφρονητικά δτι ήταν τόσο μολυσμένη
πού ακόμα κι Ινας εργάτης πετρελαιοπηγής θα σιχαινό­
ταν νά κολυμπήσει έκεΐ πέρα. Ή χρυσή νεολαία είχε με­
ταναστεύσει στην Καραϊβική, αφήνοντας το Ακαπούλκο
1. Μουσικοί, συνήθως πλανόδιοι, πού παίζουν λαϊκά και παρα­
δοσιακά τραγούδια.
[

102

]

στην μπάντα, μια παλιατσαρία περασμένης μόδας. Ό
διεθνής τουρισμός είχε τραβήξει για τή Βαγιάρτα και το
Μανσανίγιο, κυνηγώντας το φάντασμα της Νύχτας της
Ίγκουάνα. 'Ακόμα και οί κάτοικοι του 'Ακαπούλκο έλε­
γαν δτι δέν ήταν πια δπως παλιά. Μόνο στα μυθιστορή­
ματα τοΰ Κάρλος Φουέντες, με το παραλήρημα τοΰ '50
μεταφερμένο στο παρόν, παρέμενε ζωντανός ό κόλπος
τοΰ Ακαπούλκο. Ό Κάρλος Φουέντες ήταν άπό τους λί­
γους σοβαρούς ανθρώπους πού απέμειναν στή χωρά,
ϊσως γιατί ζοΰσε στο εξωτερικό.
Ά π ό τά βουνά της άναρριχώμενης αθλιότητας ό "Ε­
κτορ παρατηροΰσε τις παραλίες. Παρόλο πού έμενε μο­
νό ή σκιά αύτοΰ πού ήταν άλλοτε, οί ακρογιαλιές εξα­
κολουθούσαν νά δείχνουν τον κόσμο των άλλων, των
απρόσιτων. Ό μ ω ς ό "Εκτορ, αλληλέγγυος πάντα με τις
πόλεις τών άκρων, με τις πόλεις τοΰ τέλους, με τα ερεί­
πια άλλων πού τοΰ θύμιζαν τά δικά του ερείπια, ήταν
ακόμα ερωτευμένος με το 'Ακαπούλκο. Συλλογιζόταν:
σε λίγα χρόνια θά είναι Ινα αρχαιολογικό σημείο και ή
πλέμπα θά κατέβει άπό τά βουνά νά το κυριεύσει. Τότε
θά μοΰ αρέσει ακόμα περισσότερο. Όταν στρατιές με­
λαχρινών πιτσιρικάδων, πιασμένοι άπό το χέρι της δα­
σκάλας τους με πανάρχαια ολόσωμα μπλε μαγιό, θά
πλατσουρίζουν στις παραλίες τών δίδυμων πύργων ή
τοΰ Ρίτζ. Όταν το ξενοδοχείο Πιέρ θά είναι μουσείο τών
γέρων και τών λιγότερο γέρων πειρατών.
Μια παραλία πιο πέρα, ό Έκτορ τά συλλογιζόταν
103

]

δλα αυτά ένώ άφηνε τον ήλιο να τον τσουρουφλίζει και
να του ζεσταίνει τις ουλές. Με τα κιάλια παρακολου­
θούσε εναλλάξ μία Γαλλίδα χοντροκώλα και τον Λοΰκε
Μεδίνα.
Το 'Ακαπούλκο τον τρέλαινε και είχε μόλις δυο μέ­
ρες στην παραλία. Τοΰ τή βάρεσε και τό'ριξε στην πα­
ρατήρηση οπισθίων. Ήταν κατενθουσιασμένος με τους
κώλους. Κάτι τέτοιες στιγμές λυπόταν πού ήταν μονόφθαλμος, γιατί, όπως και να το κάνεις, το Ινα μάτι βλέ­
πει λιγότερα άπ'δ,τι τα δύο. Ό "Εκτορ Μπελασκοαράν,
ντετέκτιβ σε ηλιοθεραπεία, έ'φτιαξε έναν κατάλογο οπι­
σθίων, δημοκρατικότατο, δίχως διακρίσεις και ιεραρ­
χίες. Τους απολάμβανε όλους αδιακρίτως. Τοΰ άρεσαν
εξίσου οι μυτεροί κώλοι τών αδύνατων ξανθιών πού ανέρ­
χονταν προς τα ουράνια, οι στρογγυλοποιημένοι κώλοι
τών Ίαπωνίδων με τα μαύρα μπικίνι πού έπαιζαν ρακέ­
τες λίγα μέτρα άπα τήν αιώρα του, ό μνημειώδης κώλος
της Τζαμαϊκανής μουλάτας πού ξεχείλιζε άπό το μπικί­
νι και προσπαθούσε να ξεφύγει και άπό τις δύο μεριές,
οι τεθωρακισμένοι κώλοι τών καθηγητριών τοΰ Πανεπι­
στημίου τής Νουέβο Λεόν πού γιόρταζαν το διαζύγιο
τους, ό χαμηλός άλλα πλατύς κώλος τής αλλήθωρης
Αυστραλής πού έτρωγε τεράστια στρείδια, ακατάπαυ­
στα. Ήταν κώλοι αστραφτεροί, γεμάτοι ήλιο, πού πάλ­
λονταν σε διάφορους ρυθμούς, πού ανεβοκατέβαιναν,
κωλομέρια πού πήγαιναν πότε έδώ και πότε έκεϊ, πού
υψώνονταν μονομιάς, κοιτοΰσαν κι έκλειναν το μάτι
[

ι°4

]

στον αμερόληπτο παρατηρητή - ό όποιος τους παρατη­
ρούσε σαν ειδήμονας τής μοντέρνας τέχνης, συλλογιζόταν
ό "Εκτορ άπο τήν προνομιακή θέση τοΰ μπανιστηρτζή.
Κι αυτό ήταν εφικτό μόνο και μόνο επειδή ό Μεδίνα
δεν είχε και πολλή δουλειά. Μόνος του, αμίλητος, έκανε
ηλιοθεραπεία ή βρεχόταν αναγκαστικά για νά δροσιστεί,
Ιτρωγε πολύ και κοιμόταν πολλές ώρες το μεσημέρι στο
μπαλκόνι τοΰ ξενοδοχείου του, το όποιο περιεργαζόταν
κάθε τόσο ό "Εκτορ με τά κιάλια του, μέσα άπό το δικό
του δωμάτιο. Ήταν ήρεμος και κάτι περίμενε. Χαμογε­
λούσε καλόβολα στα βλέμματα πού τοΰ έριχνε κάπου
κάπου καμιά άζευγάρωτη γυναίκα. 'Υπέροχος ό Μεδίνα.
Δεν τον κούραζε καθόλου και ό "Εκτορ, αντί νά απελπι­
στεί πού ή ερευνά του δεν οδηγούσε πουθενά, εϊχε αφο­
σιωθεί στή μαγεία τών οπισθίων. Χιλιάδες είχε δει μέσα
σ'εκείνες τις δύο μέρες. "Ισως νά ήρθε ή στιγμή νά διορ­
γανώσει έναν διεθνή διαγωνισμό και νά βαθμολογεί τις
ιδιοκτήτριες. Τόσοι βαθμοί για το σχήμα, τόσοι για τήν
οπτική εντύπωση, τόσοι για το ερωτικό μήνυμα, τόσοι
για τά υπονοούμενα ορισμένων μαγιό, τόσοι για το λά­
γνο κούνημα. Θά μπορούσε νά τους χωρίσει σε κατηγο­
ρίες, κατηγορία μύγας, φτερού και βαρέων βαρών. Ή θά
μπορούσε νά κάνει Ινα all around...
Ό "Εκτορ ήπιε μια γουλιά άπό τήν κόκα κόλα του με
λεμόνι και κατηύθυνε πάλι τά κιάλια του προς τον Με­
δίνα. Ήταν με το πρόσωπο γυρισμένο στή θάλασσα, κα­
θισμένος σε μια σπαστή καρέκλα, με τά μάτια κλειστά,
[

105

]

το πρόσωπο στον ήλιο, τα μάτια κρυμμένα πίσω άπο τα
απαραίτητα μαΰρα γυαλιά. Ό "Εκτορ έκανε 45 μοίρες
στροφή και παρατήρησε τον κώλο μιας λαθρεμπόρου
κολομβιανών ρούχων που έκανε μια στάση στο 'Ακα­
πούλκο, στο επαγγελματικό της ταξίδι άπο τήν Μπαρανκίγια στο Χιούστον. Φορούσε Ινα χρυσάφι τάνγκα
και ό δεξιός γλουτός της ξέφευγε εντελώς άπό το ελά­
χιστο κομμάτι ύφασμα. Ήταν ένας σφαιρικός γλουτός,
δυστυχώς πιο ωχρός άπό τά μπούτια, δυστυχώς με
Ινα μικρό σπυρί, πιθανώς λόγω τοΰ ίδρωτα. Τοΰ έκοψε
δύο βαθμούς, παρόλο πού ή κίνηση του ήταν ειλικρινά

άψογη.
Με λίγη τύχη, ό Μεδίνα θά είχε κάνει το ταξίδι στο
'Ακαπούλκο μόνο και μόνο για να λιαστεί.

« Ό κύριος τοΰ εξακόσια τέσσερα δέχτηκε χθες δύο τη­
λεφωνήματα, τήν πρώτη φορά δεν βρισκόταν στο δωμά­
τιο και τοΰ άφησαν Ινα τηλέφωνο για μια πρόσκληση σε
δείπνο σήμερα » τοΰ εΐπε ό ρεσεψιονίστας τοΰ ξενοδο­
χείου Μάρις. Ό "Εκτορ τοΰ άφησε Ινα είκοσαχίλιαρο
πάνω στον πάγκο.
(( Μοΰ το χαλάτε ; »
Ό ρεσεψιονίστας πήγε στο ταμείο και, γύρισε με δύο
χιλιάρικα κι Ινα διπλωμένο χαρτάκι ανάμεσα τους. Ό
"Εκτορ τον ευχαρίστησε με Ινα χαμόγελο.
Ό ντετέκτιβ πήγε στο ξενοδοχείο του, πού βρισκόταν
[

ιο6

]

στην Ί'δια παραλία. Ήταν μόνο πεντακόσια μέτρα και
στο δρόμο διάβασε το χαρτάκι. Είχε εξι αριθμούς, 11 57
04. "Υστερα άπό λίγα λεπτά, στή μοναξιά τοΰ δωματί­
ου του, πήρε το τηλέφωνο.
« Οικία τοΰ κυρίου Γαρδούνιο, παρακαλώ )> αποκρί­
θηκε μια γυναικεία φωνή.
Ό "Εκτορ τό έκλεισε. Με τή βοήθεια ενός τηλεφωνι­
κού καταλόγου απέκλεισε πέντε Γαρδούνιο και στον
Ικτο εντόπισε τον ίδιο αριθμό τηλεφώνου. Μια διεύθυν­
ση κοντά στό 'Εκθεσιακό Κέντρο ήταν τό λάφυρο του.
"Εκανε μπάνιο για να παρευρεθεί στό δείπνο οπού δεν
ήταν προσκεκλημένος, όταν ακούστηκαν χτυπηματάκια
στην πόρτα τοΰ δωματίου.
Ό "Εκτορ έψαξε τό πιστόλι του στή βαλίτσα. Ε κ ε ί ­
νες τις μέρες δεν είχε τήν ευκαιρία νά τό κουβαλάει επά­
νω του, δεν χωρούσε στό μαγιό. Όπλισε και πλησίασε
τήν πόρτα μ'ενα ελαφρύ τρέμουλο στα πόδια. Ανοιξε
τήν πετούγια.
((Hello, it's me, ό Ντίκ» είπε τό μούτρο τοΰ δημο­
σιογράφου, λιγότερο μελανιασμένο άπ' δ,τι πριν άπό δύο
μέρες.
(( Πέρνα μέσα, φίλε μου » απάντησε ό "Εκτορ πετών­
τας τό πιστόλι πάνω στό κρεβάτι.
« Τον βρήκες ; »
Ό "Εκτορ ενευσε καταφατικά. Ένιωθε υποχρεωμένος
νά ενημερώσει τον δημοσιογράφο δτι ό Μεδίνα δεν έκα­
νε τίποτα τό σπουδαίο και δτι οί εξελίξεις στό Άκα[

ιο7

]

ποΰλκο στο θέμα κώλος εντάσσονταν στην κατηγορία
της πρώτης εθνικής. 'Ωστόσο συγκρατήθηκε και είπε
μόνο:
« 'Απόψε το βράδυ θα πάμε σέ δείπνο, φίλε μου».

Ήταν πέντε άλλα κυκλωμένοι άπό άφθονους παρατρε­
χάμενους, γλείφτες, γραμματείς, σωματοφύλακες. Επρό­
κειτο για μια ανδροκρατική κοινωνία, αρκούντως όπλοφορούσα, αν έκρινες άπό τους όγκους που εϊχαν οι παρα­
τρεχάμενοι κάτω άπο τις μασχάλες τους. Ό Έκτορ προσ­
πάθησε να εντοπίσει με τα κιάλια καθέναν άπο τους σύνδειπνους, να τους διακρίνει. Ήταν ό γέρος με τα κοντά
και άσπρα μαλλιά, κουρεμένα με τήν ψιλή πάνω άπό το
μελαχρινό του πρόσωπο, γεμάτο σημάδια ευλογιάς. Ή ­
ταν ό 'Αμερικανός νεαρός (αγγλικής καταγωγής, σίγου­
ρα ) με το λευκό σπορ κοστούμι σχεδιασμένο άπό τον έξάδελφο-φάντασμα τοΰ Κριστιάν Ντιόρ. Ήταν ό νεαρός με
τήν αιχμηρή μύτη, μελαχρινός, με μαύρα γυαλιά, που σχε­
δόν ποτέ δεν μιλούσε και οι μπράβοι τοϋ συμπεριφέρονταν μέ σεβασμό. Ήταν ό μεσόκοπος άντρας, πού τώρα
ήταν σιωπηλός άλλα εΐχε καβγαδίσει ζωηρά μέ τόν Μεδίνα, λίγο μετά τις συστάσεις, και σίγουρα ήταν ό Γαρδούνιο, ό οικοδεσπότης, γιατί εϊχε υποδεχτεί τους προ­
σκεκλημένους, εΐχε παραγγείλει τα ποτά στους υπηρέτες
και κινούνταν στό χώρο σαν ιδιοκτήτης.
« Α σ ε με να μαντέψω » είπε ό Ντικ παίρνοντας άπό
[

ιο8

τόν Μπελασκοαράν τα κιάλια. 'Ακουμπούσαν σ'ενα
αυτοκίνητο, μισοκρυμμένοι άπό τα δέντρα, σ'ενα ύψωματάκι πίσω άπό το σπίτι, οπού έφτανες άπό ενα δρο­
μάκι δίχως προορισμό, σέ Ινα σημείο πού ήταν ακόμα
υπό κατασκευή. (( Ό γέρος μέ τα άσπρα κοντά μαλλιά
είναι Μεξικάνος έμπορος λευκής σαρκός ».
(( Σφάλλεις, κολλητέ. Είναι καραβάνας ή αξιωματικός
τών πεζοναυτών, πιθανώς συνταξιούχος. Και πράγματι,
είναι Μεξικάνος. Για τόν γκρίνγκο, τί λές ; »
«Τόν λένε Τζερόουμ και είναι αρχηγός των επιχει­
ρήσεων τής CIA στην Κεντρική Αμερική. Συνήθως μέ­
νει στό Σαν Χοσέ τής Κόστα Ρίκα».
Ό "Εκτορ κοίταξε τόν φίλο του μέ μεγαλύτερο σεβα­
σμό άπ'δ,τι συνήθως.
(( Ό νεαρός με τα μαύρα γυαλιά και τή μεγάλη μύτη ; »
(( Είναι Νικαραγουανός ; Κάτι μοΰ θυμίζει το μούτρο
του» εΐπε ό Ντίκ.
« Ναί, είναι Νικαραγουανός. Ζει καιρό στό Μεξικό.
Κοίτα πώς τοΰ αρέσει ή καυτερή σάλτσα. Καπνίζει με­
ξικάνικα τσιγάρα, έχει τρόπους τής μεσαίας τάξης τής
δεκαετίας του '50 και φοράει κοστούμι Ρόμπερτς. "Ι­
1
σως έχεις δίκιο, έτσι είναι οι Κόντρας τής μεσαίας τά­
ξης ».
(( Μπορείς να δεις άπό έδώ τήν ετικέτα ; »
1. Οί Κόντρας ήταν αντάρτες πού πολεμούσαν ενάντια στην Ε ­
πανάσταση τών Σαντινίστας, στή Νικαράγουα, τή δεκαετία τοϋ 80.
[

ι°9

« Ό χ ι , βρε αδερφέ. Το μαντεύω ».
Ό "Εκτορ πήρε πάλι τα κιάλια και προσηλώθηκε
στον Μεδίνα. "Υστερα άπα την πρώτη σύγκρουση μέ τον
οικοδεσπότη είχε μείνει αμίλητος. Παρατηρούσε και
χαμογελούσε εξίσου, λές και δέν είχε καμία σχέση μέ
τους άλλους, ενώ έτρωγε τον άμπακο και έπινε δσο
κρασί του έ'ριχναν στο ποτήρι. Ό Ντίκ εκείνη τη στιγ­
μή απομακρύνθηκε άπό τον ντετέκτιβ και πήγε στο αυ­
τοκίνητο ανοίγοντας δρόμο μέσα στα χόρτα. Γύρισε πί­
σω μέ μια φωτογραφική μηχανή Μινόλτα εξοπλισμένη
μ έναν πελώριο τηλεφακό. "Αρχισε να τραβάει φωτογρα­
φίες τους άντρες που έτρωγαν στή βεράντα, στα εκατό
μέτρα μακριά τους. Ή μυρωδιά τής θάλασσας ερχόταν
παρασυρμένη άπό ένα ελαφρό αεράκι.
(( Θα καταντήσω τελικά άνθρωπος δίχως πάθη. Πριν
άπό μερικά χρόνια, ή περιέργεια θά μέ έσπρωχνε να
συρθώ στον κήπο και να φτάσω κάτω άπο τή βεράντα,
μήπως πιάσω κάτι άπό τή συζήτηση » είπε ό Μπελά σκοαράν στά ισπανικά.
« Μα τί στον διάβολο λές ; » ρώτησε ό Ντίκ, πού δέν
είχε καταλάβει τα λόγια του ντετέκτιβ.
« Λέω για το κλίμα, για τις φυσικές ομορφιές του 'Α­
καπούλκο. Είναι μια παρέα ευγενικοί επενδυτές πού θέ­
λουν νά στήσουν ένα καινούργιο γραφείο ταξιδιών. Είσαι
βέβαιος οτι ό γκρίνγκο είναι τής CIA ; »
« Γνωριζόμαστε » είπε ό Ντίκ, δίχως νά προχωρήσει
στην 'ιστορία.
[

no

]

« Ό αδύνατος πού δλοι τον προσέχουν ; Αυτός μέ τήν
κοφτερή μύτη ; »
(( Δέν γουστάρω καθόλου έτσι δπως χαμογελάει » είπε
ό "Εκτορ.
« Ούτε κι έγώ ».
« Ή ρ θ ε μ'ενα γαλάζιο αμάξι, μία Φορντ. Μέ τρεις
πιστολάδες. Μπορούμε νά τον περιμένουμε πέρα άπό τή
στροφή μέ το άγαλμα τής 'Άρτεμης, στην παραλία ».
« Δέν θά περιμένουμε νά δούμε πού θά καταλήξει το
πράγμα ; »
« Αφού έχουν τελειώσει πια και το επιδόρπιο ».

Ή γυναίκα χόρευε γυμνή επάνω στο τραπέζι. Μερικές φο­
ρές το φύλο της περνούσε πέντε εκατοστά άπό τήν κο­
φτερή μύτη του τύπου πού είχαν παρακολουθήσει. Ή μου­
σική ήταν ένας τροπικός ρυθμός, δμως ή γυναίκα έδώ και
ώρα τον είχε χάσει και χόρευε ποιος ξέρει τί εσωτερικούς
της ρυθμούς, ϊσως αυτούς πού προέρχονταν άπό κακή
χώνεψη. Τό καμπαρέ ήταν ένα δημοκρατικό καταγώγιο
στο κέντρο τής πόλης, δπου δύο ευγενικοί αστυνομικοί
έκαναν σωματική έρευνα στους πελάτες γιά νά τους
αφαιρέσουν τά πιστόλια, και τό σπουδαιότερο θέαμα ήταν
δύο σκυλιά πού έκαναν σεξ στην είσοδο τοΰ μαγαζιού.
Τουλάχιστον, αυτό τό θέαμα τραβούσε περισσότερο τήν
προσοχή τών πελατών παρά τό άλλο πού εκτυλισσόταν
επάνω στο τραπέζι. Οι αστυνομικοί μέ τά γαλάζια είχαν
[

m

]

χαιρετίσει, στρατιωτικά τον άντρα με την κοφτερή μύτη,
που τώρα μετρούσε χαρτονομίσματα, δίχως να τοϋ απο­
σπά τήν προσοχή το φύλο της γυναίκας που πηγαινοερ­
χόταν κοντά στο πρόσωπο του. Τα χαρτονομίσματα δεν
πήγαιναν πετώντας ως το τραπέζι. Κάθε τόσο ένας ντρο­
παλός γορίλας πλησίαζε τον άντρα και τοϋ έδινε μια δε­
σμίδα, σαν να ζητούσε συγγνώμη για τήν ενόχληση και
δίχως να τολμά να καθίσει στο τραπέζι.
« Ποιος είναι ; ))
(( Άπα τους τρόπους του, μάλλον είναι ό αρχηγός της
αστυνομίας » αποκρίθηκε ό Έκτορ νιώθοντας μια ανα­
τριχίλα μακράς διάρκειας στή ράχη.
« Σε τί μπλέξιμο χωθήκαμε ; » ρώτησε ό 'Αμερικανός
δημοσιογράφος κατεβάζοντας μιά διπλή τεκίλα.
«Δεν εχω 'ιδέα, δμως αρχίζει νά παίζει το γερό μου
μάτι ».
<( Δεν νιώθεις καλά ; »
« Καλά είμαι, απλώς φοβάμαι » είπε ό ντετέκτιβ
αποτελειώνοντας τήν πέπσι κόλα του μονορούφι.
Ένας 'ιδρωμένος χοντρός ήρθε στο τραπέζι τους, έβα­
λε τά χέρια ανάμεσα στα άδεια ποτήρια και τους έδειξε
ενα άλμπουμ με φωτογραφίες.
«Διάλεξε, αφεντικό. Είναι ο,τι καλύτερο. Και στο
σπίτι σου, επιπλέον. Έρχονται στό δωμάτιο σου, μαζί
με μπουκάλι. Πεντακάθαρες κι έχουν καπότα, δύο κα­
πότες, άμα λάχει κι είσαι πηδηχταράς. Κάνουν τά πάν­
τα. Τά πάντα, αφεντικό ! »
[

112

]

Ό "Εκτορ πέρασε τις σελίδες του άλμπουμ με πε­
ριέργεια. Θα μπορούσε νά είναι ενα οικογενειακό άλ­
μπουμ με φωτογραφίες άπό τό γάμο και το πάρτυ ενη­
λικίωσης, άπό γλέντια ανύπαντρων πριν άπό τό γάμο
και άπό τις επετείους γάμου της γιαγιάς. Ό μ ω ς τό
άλμπουμ είχε φωτογραφίες θλιμμένων έφηβων κορι­
τσιών, που σε κοίταζαν γυμνές με ΰφος που πάσχιζε νά
δείξει ερωτισμό άλλα μάλλον έμοιαζαν υλικό για βιβλίο
τοϋ Λεβι-Στρώς.
« Έ χ ω και άντρες, σκυλιά, γριές, αγοράκια, γκαστρω­
μένες. Έ χ ω άπ'δλα, δ,τι γουστάρεις, αφεντικό. Ζήτα
δ,τι σοΰ κάνει κέφι ».
Ό Έκτορ έδωσε τό άλμπουμ στον 'Αμερικανό δημο­
σιογράφο και ξέχασε τό θέμα. Ό άντρας με τήν κοφτερή
μύτη τελείωσε τό μέτρημα, έριξε μιά ματιά στό μαγα­
ζί, έκανε ενα νεΰμα και ή μουσική σταμάτησε. "Ενας
σερβιτόρος έδωσε μιά μπουκάλα τεκίλα σ'εναν βοηθό κι
αυτός με τή σειρά του τήν πήγε στό τραπέζι τοϋ αφεν­
τικού. Πίσω άπό μιά σκοινένια κουρτίνα με κρεμασμέ­
να βότσαλα βγήκε ένα τρίο με κιθάρες παίζοντας ενα
μπολερό.
Ή γυναίκα που χόρευε γυμνή κατέβηκε άπό τό τρα­
πέζι. Ό ήχος της κιθάρας ήταν σαν νά έσβησε δλους
τους θορύβους της αίθουσας. Ό χοντρός πήρε τό άλ­
μπουμ με τις φωτογραφίες δίχως νά επιμείνει άλλο. Τό­
τε ό άντρας με τήν κοφτερή μύτη σηκώθηκε όρθιος,
έχωσε τά χαρτονομίσματα στις τσέπες τοϋ παντελονιού
[

ιΐ3

]

του, έκανε νόημα στους κιθαρίστες κι όταν αυτοί άρχισαν
να παίζουν τή μουσική τοΰ « Έμεϊς », τραγούδησε μαζί
τους. Ήταν φάλτσος.

Δεν κάνεις πολλές ερωτήσεις σε μια πόλη δπου δέν έχεις
πολλούς φίλους. Γυροφέρνεις πολύ το κάθε πράγμα, μα­
ζεύεις πολλά μικρά στοιχεία, δέν ανακαλύπτεις μεγάλες
υποθέσεις. "Υστερα άπα δύο μέρες, ενώ έπινε καφέ μέ
παγάκια στή βεράντα τοϋ ξενοδοχείου του και χάζευε το
αναμμένο φώς στο δωμάτιο τοϋ Μεδίνα και τον ουρανό
τοΰ κόλπου τοΰ Ακαπούλκο, που ήταν γεμάτος μέ αστέ­
ρια χορεύτριες, ό ντετέκτιβ είπε στον 'Αμερικανό δημο­
σιογράφο τα πέντε ονόματα που είχε βρει στις περιπλα­
νήσεις δύο ήμερων. Ένώ ό γκρίνγκο, αλήθεια, τις δύο αυ­
τές μέρες είχε εξαφανιστεί. Ήταν λίγα πράγματα, πολύ
λίγα. Οι πέντε τύποι τοΰ δείπνου :
Ό Μεδίνα-Ράμος. Ό εξοχότατος Ρομπέρτο Γαρδούνιο, δικηγόρος πολυεθνικών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων,
που εΐχε χωρίσει δύο μήνες πριν άπό ενα κοριτσάκι της
χρυσής νεολαίας, κόρη τοΰ ιδιοκτήτη ενός εργοστασίου
ρολογιών. Παίκτης βάσκικης πελότας, τοπικός πρωτα­
θλητής, ιδιοκτήτης δύο ντισκοτέκ. Ό αδύνατος και μυ­
ταράς ονομαζόταν Χούλιο Ρέγιες και δέν ήταν διοικητής
άλλα απλώς επικεφαλής τμήματος της αστυνομίας τοϋ
'Ακαπούλκο, λάτρης τής ρομαντικής μουσικής, νικητής
σέ δυό-τρεϊς διαγωνισμούς ερασιτεχνικού τραγουδιού.
[

ιΐ4

]

Δέν ήταν άπό το Γκερέρο, εΐχε γεννηθεί στον Νότο, στην
επαρχία Τσιάπας, κοντά στα σύνορα. "Ελεγαν ότι μια
φορά είχε κόψει τδ κεφάλι ενός άντρα μέ τή ματσέτα τοΰ
ζαχαροκάλαμου. Οι πουτάνες τδν αγαπούσαν, δέν τους
τήν έσπαγε, δέν τις πείραζε, κάποτε ήταν ερωτευμένος
μέ μία πού τό έσκασε για άλλα σύνορα. Έλεγαν δτι για
εκείνη προορίζονταν οί καντάδες του. "Ενας γκρίνγκο τής
CIA που τδν έλεγαν Τζερόουμ. Ένας συνταξιούχος ναύ­
αρχος, ό Χούλιο Πατσέκο, πού τώρα ήταν ιδιοκτήτης
μιας περιοχής όπου καλλιεργούσαν καρύδες για μια βιο­
τεχνία λαδιού στην Κόστα Γκράντε τοΰ Γκερέρο.
« Έ γ ώ πάντα φοβόμουν τδ ποδήλατο » είπε ό Ντίκ
ρουφώντας τδν καφέ του. « Από τό μπουσούλισμα πέ­
ρασα κατευθείαν στδ αυτοκίνητο. Πολύ αμερικάνικο αυ­
τό. Ωστόσο, θά άλλαζα όλες τις Πόντιακ, τις Φορντ και
τις Σεβρολέτ πού έχω οδηγήσει, για μια ωραία βόλτα
μέ ποδήλατο. Νοσταλγείς αυτό πού ποτέ δέν είχες».
Ό 'Έχτορ παρατήρησε τδν δημοσιογράφο. Πότε μέ­
θυσε και μέ τί ;
« Έ χ ω έναν γιδ πού έχω νά τδν δώ έναν χρόνο και
πάντα ήθελα νά τοΰ αγοράσω ένα ποδήλατο, όμως ή μά­
να του δέν μέ αφήνει. Νομίζω ότι έκεΐ οφείλεται ή μα­
νία μου για τό ποδήλατο. 'Επειδή είμαι πατέρας δίχως
γιό. ΟΊ ψυχίατροι δέν καταλαβαίνουν γρύ άπ' όλα αυτά.
Ό δικός μου προσπαθεί νά μέ πείσει νά αδυνατίσω, άντι
νά μέ πείσει νά αγοράσω ποδήλατο, τώρα αμέσως ».
Ό Έκτορ πήγε στδ μπάνιο ακολουθώντας τις κινή[

ιΐ5

]

σεις τοΰ δημοσιογράφου και ανακάλυψε δύο άδεια μπου­
κάλια τζιν στον μπιντέ. Να πάρει, κι άλλος τρελός. Στή
μέση μιας συζήτησης πήγαινε στο μπάνιο κι έπινε τζιν
κατευθείαν άπο το μπουκάλι.
« Και τώρα τα φτιάχνουν με χερούλι σαν κέρατο,
δμως παλιά... » γύρισε να κοιτάξει τον Έκτορ που κρα­
τούσε στα χέρια του τα άδεια μπουκάλια του τζίν. « Πί­
νεις κι εσύ αυτή τή μάρκα ; »
Ό "Εκτορ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
(( Ξέρεις το ανέκδοτο με τον τύπο που πήρε Ινα κο­
ρίτσι άπο το δάσος και το έβαλε να καθίσει στην μπά­
ρα τοΰ ποδηλάτου του; Κι δταν έφτασαν στο χωριό κι
εκείνη τον ευχαρίστησε πού τήν πήρε στην μπάρα του
ποδηλάτου, εκείνος της εΐπε : " Αυτό το ποδήλατο δεν
έχει μπάρα.. .")>
Ό Ντικ δεν περίμενε καν να χαμογελάσει ό ντετέκτιβ, έκανε μεταβολή, σκόνταψε πάνω σ'ενα κρεβάτι
και έψαξε στο ιατρικό του βαλιτσάκι. "Εβγαλε Ινα και­
νούργιο, αστραφτερό μπουκάλι... Το φως στο δωμάτιο
του Μεδίνα έσβησε. Ό Έκτορ πήγε στην πόρτα.
« Θα γυρίσω σ'ενα λεπτό ».
Ή ορχήστρα του ξενοδοχείου πού έπαιζε κοντά στην
πισίνα είχε πιάσει μια ανώνυμη μπόσα νόβα. Περπάτη­
σε στην παραλία πού φωτιζόταν μόνο άπο το φεγγάρι,
προς το γειτονικό ξενοδοχείο. Ανέβηκε τις σκάλες πού
οδηγούσαν στην πισίνα. Κάτω άπο μια στέγη με φοινικόφυλλα έφτιαχναν αστακούς στή σχάρα. Κάποια άλλη
[

ιι6

]

ορχήστρα έπαιζε μια διαφορετική μπόσα νόβα. Ό Έ ­
κτορ έστησε αυτί προσπαθώντας ν'ακούσει τί έπαιζαν
στο ξενοδοχείο του. Ξαφνικά θεωρούσε πολύ σημαντικό
να μάθει άν ήταν το ϊδιο κομμάτι. Δεν κατάφερε να το
ανακαλύψει. Ό Μεδίνα καθόταν στην άκρη τής πισίνας
και βουτούσε τα δάχτυλα των ποδιών του στο νερό, παί­
ζοντας. Ό Έκτορ έμεινε κοντά στή μυρωδιά τών
αστακών πού έβραζαν στο ζουμί τους. Ό Μεδίνα ήταν
θεατρικός τύπος, με τα λευκά λινά κοστούμια του και τα
θαλασσιά του πουκάμισα, τα μαύρα γυαλιά πού φόραγε
ακόμα και τις άσέληνες νύχτες, τα σγουρά του μαλλιά με
τις ασημένιες τούφες, τις ρυθμικές κινήσεις του πού τον
έκαναν νά μοιάζει συνταξιούχος χορευτής ρούμπας.
Πλάκα είχαν δλα αυτά. *Αν ακολουθούσε τις οδηγίες
τής Αλίσια, αύτο πού έπρεπε νά κάνει δλο κι δλο ήταν
νά συστήσει τον Μεδίνα στον φίλο του τον Χούλιο Ρέγιες, τον αρχηγό τοΰ αστυνομικού τμήματος τοΰ Ακα­
πούλκο, και νά τοΰ πει δτι ό Κουβανός είχε χωμένη τή
μύτη του σε βρόμικη υπόθεση. Ά , μπά. Δεν είχε καθό­
λου πλάκα. Σ'αυτή τή χώρα ή μόνη δικαιοσύνη πού
έμεινε είναι ή δικαιοσύνη Απάτσι. Πρώτα έπρεπε νά
μάθει, κι έπειτα νά βρει τους δρόμους άπό τους οποίους
ή Θεία Δίκη θα έβρισκε τον Λοΰκε Μεδίνα και θα τον
τιμωροΰσε πού βασάνιζε μια γυναίκα στην οποία άρεσαν
τα μπολερό τοΰ Αρμάντο Μανσανέρο. Και δλα αυτά
αποφεύγοντας έναν άλλον τύπο πού τοΰ άρεσε νά τρα­
γουδάει μπολερό τοΰ Χοσέ Φελισιάνο σε πορνεία.
[

117

]

"Ενας σερβιτόρος πλησίασε την καρέκλα δπου καθόταν
ό Μεδίνα και πήρε παραγγελία. Λίγο μετά γύρισε με δύο
ποτήρια κοκτέηλ. Ό Έκτορ έκανε τον κύκλο τής πισίνας
άπό την αντίθετη πλευρά αναζητώντας ένα σημείο για
παρατηρητήριο. Το βρήκε σέ κάτι ξαπλώστρες κοντά
στην αποθήκη με τις πετσέτες. Ξάπλωσε σέ μία κι έμει­
νε στο σκοτάδι. Ό Μεδίνα έπαιζε τώρα με το ποτήρι του
κοκτέηλ. Μια γυναίκα με εκθαμβωτικά λευκό βραδινό φό­
ρεμα πέρασε δίπλα του. Το ντεκολτέ τής πλάτης ήταν
αφύσικου μεγέθους, έκλεινε σχεδόν έκεϊ δπου άρχιζαν οι
•γλουτοί. Έριξε μιά ματιά στον Έκτορ που καθόταν στο
σκοτάδι μέ το θαλασσί μαγιό του, το μαϋρο μπλουζάκι
του και το αριστερό μάτι σκεπασμένο μέ το μπάλωμα. Το
βλέμμα παρατάθηκε λίγο και μετατράπηκε σ'ένα χαμό­
γελο ευγενικό, κουρασμένο, συνένοχο. Ή γυναίκα βάδισε
στην άκρη τής πισίνας. Όταν πλησίαζε τον Μεδίνα,
εκείνος σηκώθηκε Ορθιος μέ τα δύο κοκτέηλ στα χέρια. Ή
γυναίκα σταμάτησε κι άρχισε νά κουβεντιάζει μαζί του.
Γνωρίζονταν. Ό "Εκτορ περίμενε δτι ό Κουβανός θά τήν
πολιορκούσε στενά. Τίποτα τέτοιο δέν συνέβη. Ό Μεδίνα
δεν έριξε ούτε μία ματιά στο ντεκολτέ δταν ή γυναίκα γύ­
ρισε νά πάρει μιά καρέκλα για νά καθίσει πλάι του.
'Απλώς έβγαλε ενα μπλοκάκι από τήν τσέπη τοΰ λευκού
σακακιού του και κράτησε σημειώσεις για δσα του έλεγε
ή γυναίκα. Ό Έκτορ ένιωσε μιά καμτσικιά φόβου. Γιατί
ή ξανθιά μέ το ντεκολτέ τής πλάτης του είχε χαμογελάσει ;

7.
Τώρα ξέρουμε
δτι σε τίποτα δεν ωφελεί νά κρύβεσαι,
κάθε καταστροφή
φέρνει το θάνατο στο πιο σίγουρο καταφύγιο.
JOSÉ EMILIO PACHECO

Όταν ξύπνησε, ήταν πλαγιασμένος στο χάλι και ό 'Αμε­
ρικανός δημοσιογράφος τον παρατηρούσε προσεκτικά.
Βαστούσε το μπουκάλι τζιν ( καινούργιο ; ) τρυφερά στην
αγκαλιά του.
« Έ χ ε ι ς εφιάλτες » τον πληροφόρησε ό Ντίκ.
« "Ετσι νομίζω, ποτέ δέν τους θυμάμαι » είπε ό "Ε­
κτορ, που σηκώθηκε και βάδισε μέ δυσκολία προς το μπά­
νιο.
« Ποιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι ; »
« Τ ο " Λ α Μπάμπα", στη νέα εκτέλεση των Λος
Λόμπος. Είναι πολύ καλύτερη άπό τήν αρχική τοΰ Τρίνι Λόπες, αν καί, για νά λέμε τήν αλήθεια, τήν αγαπάω
κι αυτή... »
Ό ντετέκτιβ έχωσε το μούτρο του κάτω άπό τή βρύ­
ση τοΰ νιπτήρα χωρίς νά τολμήσει νά το κοιτάξει πρώ­
τα. Τό νερό ήταν κρύο. Τί διάβολο έκανε στο Ακαπούλ­
κο έχοντας για παρέα έναν μεθυσμένο γκρίνγκο δημο­
σιογράφο ; Γιατί κυνηγούσε έναν Κουβανό « σκουλήκι »
πού ήταν πράκτορας τής CIA; Υπήρχαν άλλες δέκα
[

ιΐ9

]

δυνατότητες, εξίσου ερεθιστικές και ηλίθιες. Να φτιάξει
ενα μαγαζί με πίτες στο κέντρο της Πουέμπλα, να δου­
λέψει εργάτης στις νέες αρχαιολογικές ανασκαφές του Τεοτιουακάν, να γίνει κλακαδόρος στή Συμφωνική 'Ορχή­
στρα της Πολιτείας του Μεξικοϋ και να την ακολουθεί σέ
δλες τις συναυλίες. Θαυμάσια ! Μια μέρα στο Όκάμπο,
την άλλη στή Λέρμα και επιτέλους, στην Τολούκα.
Ό Ντίκ άρχισε να μιλάει με το βλέμμα χαμένο.
(( Ή ζέστη με τρελαίνει. Ό χ ι απότομα άλλα σιγά σι­
γά. Σου ορκίζομαι πώς δταν ήρθα στο 'Ακαπούλκο είχα
τήν πιο σοβαρή πρόθεση νά σοΰ δώσω ενα χεράκι σ'αυ­
τή τήν υπόθεση » είπε κουνώντας το κεφάλι του δεξιά κι
αριστερά, σαν να αρνιόταν. « Όμως δεν ξέρω, είναι κάτι
πάνω άπα τις δυνάμεις μου. 'Αρχίζουν νά μου έρχονται
παράξενες 'ιστορίες στο κεφάλι. Θυμάμαι έναν ξάδερφο
μου πού φρόντιζε τα δελφίνια στο Sea World και με πιά­
νει μια ζήλια... »
« Μα τί κάνουμε εδώ ; » ρώτησε ό Έκτορ.
« Παρακολουθούμε τον Γκάρυ Ράμος μου, τον διά­
σημο Σιντ Βαλντές-Βάσκο ή αλλιώς τον δικό σου Λοΰκε
Μεδίνα, για νά δούμε αν επιτέλους καταλάβουμε τί
σκατά στήνει στο Μεξικό » είπε ό δημοσιογράφος στον
ντετέκτιβ. "Υστερα έπεσε στο κρεβάτι και ρούφηξε μια
γερή δόση τζίν. Ούτε το δικό του κρεβάτι ούτε τοΰ Έ ­
κτορ ήταν ανακατεμένα. Ό ντετέκτιβ είχε κοιμηθεί στο
χαλί, ό δημοσιογράφος είχε περάσει τή νύχτα όρθιος
στή βεράντα ή βγήκε αφότου γύρισε ό Έκτορ.
[

120

«Αυτό σκεφτόμουν» είπε ό ντετέκτιβ ένώ φορούσε
ενα μπλουζάκι μέ το λογότυπο της κόκα κόλα.
« Χρησιμοποιείς μπλουζάκια του ιμπεριαλισμού ; »
ρώτησε ό Ντίκ.
(( Είναι της μεξικάνικης κόκα κόλα, πού φτιάχνεται
άπο τίμιους Μεξικάνους εργάτες σέ εργοστάσια εμφιά­
λωσης πού βρίσκονται στις πιο υγιείς πόλεις της χώρας,
άκρως μεξικάνικες και παραγωγικές, δπως ή Ίγουάλα
και ή Χαλάπα, ή σέ βρομερά προάστια, δπως ή Τλανεπάντλα » απάντησε ό "Εκτορ, ένώ συλλογιζόταν δτι ή
τρέλα μπορεί νά είναι κολλητική.
« Ρέ τον κερατά, αυτός μέ τα δελφίνια ξέρει τί θα πει
ζωή » είπε ό Ντίκ προτού τον πάρει ό ύπνος, και ήταν
θαύμα που ή μπουκάλα μέ το τζίν έμεινε σφιγμένη στο
χέρι του.
Ό Έκτορ πήγε και τοΰ τήν πήρε. "Υστερα βγήκε
στο μπαλκόνι. Ό Μεδίνα ήταν στον κήπο τοΰ ξενοδο­
χείου. Ό "Εκτορ ξαναμπήκε στο δωμάτιο και πήρε τα
κιάλια. Κοιτοΰσε προς το δωμάτιο του; Αποκλείεται.
Ήταν πάνω άπό έκατο μέτρα απόσταση. Ρέ τον αναθε­
ματισμένο Κουβανό, τον γιο τής πιο μεγάλης πόρνης,
μ'αυτά τα μαύρα γυαλιά ποτέ δεν ήξερες τί κοιτούσε.
"Ισως ό Ντίκ νά εΐχε δίκιο, ό τύπος μέ τά δελφίνια
τήν περνούσε ζάχαρη.
Ό "Εκτορ πλησίασε τή μύτη του στο μπουκάλι μέ το
τζίν και το μύρισε προσεκτικά. Ή μυρωδιά του ήταν
γλυκερή. "Ισως μποροΰσε νά το αδειάσει στον καμπινέ
[

121

και να το γεμίσει μετά με ζαχαρόνερο. Ό Ντίκ δεν θα
το έπαιρνε είδηση. Θυμήθηκε μια φράση του φίλου του
τοϋ Ρενέ Καμπρέρα. Τ Ηταν φράσεις που του έρχονταν
έτσι ξαφνικά στή μνήμη. Ό Ρενέ ήταν ό καλύτερος ποι­
ητής της γενιάς τους, δμως βάλθηκε να γίνει επιστήμο­
νας και τώρα ήταν κάπου στην Πολιτεία της Βερακρούς
κι έκανε ανθρωπολογία. Βγήκε άπο το δωμάτιο με τή
φράση να χορεύει μέσα στο κεφάλι του : « Τί τυχεροί πού
είναι οι νάνοι πού βλέπουν τον κόσμο τόσο ωραίο και άπο
κάτω ».
Περίμενε υπομονετικά στο σαλόνι τοϋ διπλανού ξε­
νοδοχείου, παίζοντας με τα φυλλάδια πού πρόσφεραν
εκδρομές μέ το πλοίο της αγάπης. Περίμενε να περάσει
ό Μεδίνα προς το εστιατόριο. Όταν είδε τον Κουβανό
πήρε το ασανσέρ για τον έκτο όροφο. Βρήκε τή γυναί­
κα πού έφτιαχνε τα δωμάτια και τήν πλησίασε χαμογε­
λαστός.
(( Ξέχασα κάτω το κλειδί μου, κυρία. Μπορείτε να
μου ανοίξετε λιγάκι τήν πόρτα του 604 ; »
Ή γυναίκα ούτε πού τον κοίταξε. Ό Έ κ τ ο ρ ένιωσε
πολύ ευτυχής πού υπήρχε ακόμα ή ελάχιστη καλή πίστη
και μπήκε στο δωμάτιο τοϋ Μεδίνα δίχως να κοιτάξει
πίσω του. Το σημειωματάριο πού γύρευε βρισκόταν πά­
νω στο κομοδίνο. Προτού το ξεφυλλίσει, έριξε μια μα­
τιά στο αεροπορικό εισιτήριο πού βρισκόταν μέσα στο
ανοιχτό συρτάρι και σ'ενα σαρανταπεντάρι πού προε­
ξείχε άπο τή μισάνοιχτη βαλίτσα. Ό τύπος είχε πέντε
[

ολόιδια λευκά κοστούμια, τα είδε μόλις άνοιξε τήν ντου­
λάπα. Μάλλον δέν πίστευε στις αρετές των μεξικάνικων
καθαριστηρίων. Το σημειωματάριο ήταν μια μικρή α­
τζέντα πού ήταν εντελώς άδεια, έκτος άπο μία σελίδα
προς το τέλος, οπού ήταν γραμμένοι τρεις αριθμοί. Ό
"Εκτορ τους απομνημόνευσε.
Στο δωμάτιο τοϋ ξενοδοχείου του ό Ντίκ κοιμόταν.
Ό "Εκτορ τον σκούντηξε λίγο και του διάβασε τους

τρεις αριθμούς.
« Τί εΐναι αυτό ; »
« Οί τιμές τοΰ γραμμαρίου τής κοκαΐνης στή χον­
τρική της Νέας Υόρκης, στο Λος "Αντζελες και το Μαϊ­
άμι, πριν άπο μία εβδομάδα » είπε ό Ντίκ χωρίς ν'ανοίξει
καλά καλά τα μάτια του.
«'Αλήθεια; Κόψε τήν πλάκα».
<( Έ τ σ ι νομίζω. Γιά επανάλαβε. Θα μπορούσε επίσης
νά εΐναι οί τιμές τής κάθε αράδας στις αγγελίες τών
New York Times, τής Miami Herald και τών Los Angeles
Times ».
« Εξακόσια τριανταένα, τετρακόσια δεκατρία και
πεντακόσια δεκαοχτώ ».
«Διάολε, μέσα έπεσα. Κοιμισμένος είμαι καλύτερος
άπ' δ,τι ξύπνιος » είπε ό Ντίκ και ξαναβυθίστηκε στον
εφιάλτη πού του διέκοψε ό ντετέκτιβ. Ό Έ κ τ ο ρ τον κοί­
ταξε μέ απόλυτη δυσπιστία.

[

123

]

Ό Μεδίνα συναντήθηκε πάλι με τους δύο συνδαιτυμόνες
εκείνης της βραδιάς σε μια ντισκοτέκ του Γαρδούνιο.
Τ
Ηταν πάνω στην Παραλιακή, φωτισμένη με προβολείς
που έστελναν το μήνυμα « έδώ είμαι » στους ουρανούς,
και μια μουσική πού συγκλόνιζε συθέμελα την περιοχή
σέ ακτίνα χιλίων μέτρων. Παρατηρώντας το είδος των
οχημάτων πού έφταναν ή ήταν παρκαρισμένα πίσω,
ήταν ολοφάνερο δτι ή ντισκοτέκ « Κλεοπάτρα » ήταν της
μόδας. Ό Τζερόουμ, ό Μεδίνα και ό Γαρδούνιο βρίσκον­
ταν σ'ενα τραπέζι γεμάτο μπουκάλες σαμπάνια, μπρο­
στά στην πίστα. Πάρα πολύ σοβαροί, ήταν τα τρία μο­
ναδικά μέλη της κριτικής επιτροπής για τή Μις Μπικί­
νι 'Ακαπούλκο 1988. Ό "Εκτορ σκέφτηκε δτι εάν οφείλε
να καταλάβει κάτι άπ' δλα αυτά, έπρεπε οπωσδήποτε
να διαμαρτυρηθεί γιατί δεν έδωσαν τή σύνοψη τοΰ
έργου. Μα πώς στον διάβολο έκαναν τήν κριτική επι­
τροπή σέ διαγωνισμό ομορφιάς τρεις τύποι πού υποτί­
θεται δτι έκαναν βρόμικες μπίζνες σέ διεθνές επίπεδο ;
Καθώς προχωρούσε ή νύχτα, ό "Εκτορ τους μίσησε
λίγο ακόμα καθώς κατανάλωνε κόκα κόλες σαν απελπι­
σμένος. Ψήφιζαν πάντοτε το λάθος κορίτσι. Στον πρώτο
γύρο απέκλεισαν αυτή πού προτιμούσε, μία μέ μακριά
πόδια. Στή δεύτερη ψηφοφορία άφησαν στην πέμπτη
θέση τήν κοντούλα ξανθιά μέ τα ανορθωμένα στήθη.
' Ηταν τρεις κερατάδες μέ κακό γούστο, τους άρεσαν μό­
νο οι άνορεξικές τοΰ Vogue.
Για λίγη ώρα, ό ντετέκτιβ άφησε στην μπάντα το
[

124

]

διαγωνισμό και τους παρατήρησε προσεκτικά. "Εμοιαζαν
οί καλύτεροι φίλοι τοΰ κόσμου, έδινε άγκωνιές ό ένας
στον άλλον, μιλοΰσαν ψιθυριστά στο αυτί, γέμιζαν τα
ποτήρια τους. Πολύ αγαπημένοι τύποι, λές και βγήκαν
άπό τό χορό αποφοίτησης τοΰ γυμνασίου. Ποΰ πήγαν οί
τρεις μαφιόζοι, τά τρία αχώριστα τέρατα. Όταν ή νική­
τρια σήκωσε τό μπουκέτο μέ τά κόκκινα τριαντάφυλλα
και άφησε τον Γαρδούνιο να τής περάσει μια κορδέλα
πού έγραφε «Μις Μπικίνι '88, Ακαπούλκο», ό "Εκτορ
σκέφτηκε δτι ή κοπελίτσα ούτε πού φανταζόταν ποιοι
ήταν οί κριτές πού τήν εξέλεξαν. Α ν τό ήξερε, αντί να
γυρίζει δείχνοντας τά κάλλη της, θα προτιμούσε να
ασχοληθεί μέ τήν πώληση λαχείων.
Ό ντετέκτιβ αποφάσισε να φύγει άπο τήν ντισκοτέκ
γιατί ένιωθε δτι στή σκηνή, ένώ αγκάλιαζε τή νικήτρια,
ό Γαρδούνιο τον κοίταζε. Έ ξ ω έκανε μια ζέστη πού
κολλούσε πάνω σου και μύριζε άσχημα επειδή μάζευαν
τά σκουπίδια.
Ό Ντικ δεν ήταν στο δωμάτιο τοΰ ξενοδοχείου. Πά­
νω στή λεκάνη τής τουαλέτας βρήκε Ινα καινούργιο
μπουκάλι τζίν, άδειο. Ό "Εκτορ τό σήκωσε για να μπο­
ρέσει νά κατουρήσει. "Υστερα έπεσε στό κρεβάτι κι ά­
νοιξε Ινα καινούργιο μυθιστόρημα επιστημονικής φαν­
τασίας πού είχε αγοράσει άπό τό ξενοδοχείο. Σέ κάποιο
σημείο τής ανάγνωσης αποκοιμήθηκε.
Τήν επόμενη μέρα ξύπνησε κάτω άπό τό κρεβάτι, μέ
τά δύο πιστόλια στα χέρια και τά δάχτυλα γαντζωμένα
[

125

]

στη σκανδάλη. Ευτυχώς ήταν με τήν ασφάλεια. *Αν δεν
εΐχε τήν τύχη αυτή, θα εϊχε ξεπαστρέψει δλες τις κα­
τσαρίδες και τα κουνούπια του δωματίου προτού το με­
τανιώσει. Άφησε για λίγο και τα δυό του χέρια κάτω
άπο το νερό, μία στο κρύο και μία στο ζεστό, για να κυ­
κλοφορήσει πάλι φυσιολογικά το αίμα του.
Χρειαζόταν συμμάχους. Δεν μπορούσε να συνεχίσει
να εκτίθεται, με το προδοτικό του μάτι, στις νύχτες του
Ακαπούλκο. Στο τέλος θα τοΰ έβγαζαν το γερο μάτι πού
του απέμενε και θα το πετούσαν στους καρχαρίες, ή στα
δελφίνια, το ίδιο κάνει, παρόλο πού τα τελευταία τα εκ­
παίδευε ό ξάδερφος τοΰ Ντίκ. Σήκωσε το τηλέφωνο.
Ό Μακάριο Ρεντουέλες, ό σαξοφωνίστας, είχε γεννηθεί
στο Ακαπούλκο. Ό Έκτορ πήρε υπεραστικό στην Πόλη
τοΰ Μεξικοΰ. Όταν βγήκε ό φίλος του στην άλλη άκρη τής
γραμμής, ανακάλυψε δτι δεν ήξερε καλά καλά τί να τον
ρωτήσει. Στο τηλέφωνο ακούγονταν κάθε λογής θόρυβοι.
<( Βρέ, βρέ, ό Μπέλας... Τί έχασες και πήγες να το
βρεις στο Μαργαριτάρι τοΰ Είρηνικοΰ ; . . . Γαμώτο, χά­
λια ακούγεται. Σ ' αυτή τή γαμημένη πόλη, οι αρουραίοι
μιλάνε στο τηλέφωνο ενώ ροκανίζουν τα καλώδια».
« Γνωρίζεις ενα πατριωτάκι σου πού λέγεται Ρομπέρτο Γαρδούνιο ; Είναι δικηγόρος. Ξέρεις κάποιον
άνθρωπο εμπιστοσύνης πού να μπορεί να μοΰ πει τί γί­
νεται στον ντόπιο υπόκοσμο ; »
« Έκεΐ ό υπόκοσμος είναι πολύ υπόκοσμος, κολλητέ.
Γιατί νομίζεις δτι πήρα το σαξόφωνο μου και τήν κο[

126

]

πάνησα γι'άλλες πολιτείες; Αύτη ή κωλοπόλη είναι κα­
ταραμένη, αδερφέ. Δεν βλέπεις δτι είναι σκέτη φιγούρα,
σκέτο χαρτόνι, σκέτη μόστρα για τους τουρίστες. Μόλις
φεύγει το τελευταίο αεροπλάνο ξεστήνουν τα σκηνικά
καί μένουν άδειες οι παραλίες...» είπε ό Μακάριο κι
έπιασε να μοΰ παίζει σαξόφωνο άπο το τηλέφωνο.
(( Τί σοΰ έπαιξα, μαλάκα Μπέλας ; »
« Μια ελεύθερη απόδοση τοΰ Blue Moon η.
« Κέρδισες μιά απάντηση, δικέ μου. Μίλα με τον
Ι'αούλ Μουργία, αυτός μοΰ έλεγε κάτι γιά τον Γαρδού­
νιο. Ή αλήθεια είναι δτι δεν θυμάμαι τίποτα. Μένει στο
Ταμπάσκο, θα τον βρεις στο Μουσείο τής Λά Βέντα.
Ηυμάσαι τον Ραούλ Μουργία ; » είπε ό Μακάριο Ρε­
ντουέλες και έπαιξε άλλο κομμάτι. Ό "Εκτορ τοΰ έδωσε
τριάντα δευτερόλεπτα περιθώριο και έπειτα έκλεισε.
Με τις νότες τοΰ Love for Sale νά χορεύουν στο κε­
φάλι του, ό Έκτορ θυμήθηκε τον Ραούλ Μουργία. Εΐχαν
δουλέψει μαζί πριν άπο δύο χρόνια. Ήταν Ινας ανθρω­
πολόγος πού δούλευε στη διεύθυνση τών μουσείων τοΰ
νοτιοανατολικού Μεξικοΰ και γιά ν'αποφύγει κλοπές
μικρών κομματιών άπο πυραμίδες, γιά νά μήν εξαφανί­
ζονται ειδώλια ιθαγενών, είχε δημιουργήσει μιά ομάδα
κομάντος Μάγιας με μοτοσυκλέτες και καραμπίνες. Ή ­
ταν ή μηχανοκίνητη ταξιαρχία Χασίντο Κάνεκ. 1 Οι
1. Ιστορικά πρόσωπο πού ηγήθηκε μιας εξέγερσης τών ιθαγε­
νών Μάγιας ενάντια στους Ισπανούς κατακτητές το 1761.
[

127

]

κλοπές μειώθηκαν, δμως αυτόν τον σούταραν άπο το
πόστο του γιατί έδιωχνε τους τουρίστες. "Υστερα άπο
μισή ώρα ό Έκτορ τον είχε στο τηλέφωνο. Ή απάντη­
ση τον εξέπληξε.
« Τον Γαρδούνιο ; Ά π ο το 'Ακαπούλκο ; Βέβαια τον
ξέρω. Ό μάγκας είναι ό πιο σημαντικός μεσάζων για
κλεμμένα αρχαία ετούτης της κωλοχώρας. Το κάθαρμα
γνωρίζει δλα τα υπόγεια τοΰ Χιούστον και τοΰ Ντάλας
οπού κρύβονται κομμάτια που χάθηκαν άπο τα μεξικά­
νικα μουσεία. Ξέρεις δτι εΐναι πολύ της μόδας οι εκα­
τομμυριούχοι τοΰ Τέξας να έχουν ενα κομμάτι κλεμμέ­
νο άπο μεξικάνικο μουσείο; Είναι πολύ in. Μια μέρα,
την ώρα του μπάρμπεκιον, λες στους κολλητούς σου,
πού είναι κι αύτοι εξίσου λεφτάδες, δτι θέλεις νά τους
δείξεις κάτι. Τους οδηγείς μέσα άπο διαδρόμους και θω­
ρακισμένες πόρτες, δλα τυλιγμένα σε βαθύ μυστήριο.
Πρέπει να έχεις το κατάλληλο υπόγειο για το μυστικό
μουσείο. Έκεΐ, πάνω στο μαϋρο βελούδο, υπάρχει μια
στήλη των Μάγιας, ή ασημένια κοσμήματα άπο το Τεοτιουακάν. Μέσα σε κορνίζες υπάρχουν τά αποκόμματα
των εφημερίδων πού λένε τήν ιστορία της κλοπής και οι
σελίδες τοΰ καταλόγου τοΰ μουσείου δπου βρισκόταν το
κομμάτι. Έχεις κάτι περισσότερο άπο ενα μουσειακό
κομμάτι, έχεις ενα κλεμ-μέ-νο κομμάτι. Είναι πολύ σίκ.
Σε λίγο θα βγουν στο House and Country. Λοιπόν αύτος
ό Γαρδούνιο οργανώνει τις επιχειρήσεις στο Μεξικό, τις
μεγάλες δουλειές, δχι τά ψιλοπράγματα. Άλλα ποΰ θά
[

128

]

πάει, τώρα θά κερδίσει τις εκλογές ό Κουαουτέμοκ, θά
φτιάξουμε μια αρχαιολογική αστυνομία και θά τον ξε­
σκίσουμε. Θά δεις... "Εχεις κάτι εναντίον του; Θέλεις
νά κάνω μια βολτίτσα άπο έκεΐ ; »
(( "Οχι, προς το παρόν δεν εχω τίποτα. Έγινε κάποια
σημαντική κλοπή τις τελευταίες εβδομάδες ; ))
(( Τίποτε, άπ' δσο ξέρω. Γιατί κι αυτοί οι ηλίθιοι οι
υπάλληλοι το κρύβουν για νά μήν καοΰν. Ό μ ω ς κάτι θα
ήξερα... Ή τελευταία ήταν ή ληστεία στο Μουσείο Αν­
θρωπολογίας πριν άπο τρία χρόνια ».
« Υπάρχει τίποτα πού νά μποροΰν νά κλέψουν κοντά
στο Ακαπούλκο ; »
« Τις παραλίες, φίλε μου. Αυτά τά καθίκια είναι ικα­
νά νά πηγαίνουν κάθε βράδυ μ' ενα κουβαδάκι στην πα­
ραλία ώσπου νά σηκώσουν δλη τήν άμμο » είπε ό Μουργία.
Ό Έκτορ βγήκε στο μπαλκόνι. Άρχαιοκαπηλία ; Ό
Μεδίνα ήταν στή βεράντα κι έ'κανε ηλιοθεραπεία. Μά
ποΰ ήταν μπλεγμένος ό τύπος ; Ό "Εκτορ πήγε νά πάρει
τα κιάλια. Ό Μεδίνα έβγαλε τα μαύρα γυαλιά με μια
αδιάφορη κίνηση. Τώρα ναί, ό Έκτορ ήταν βέβαιος. Ό
Κουβανός τον κοιτοΰσε. Ό ντετέκτιβ οπισθοχώρησε
προς το εσωτερικό τοΰ δωματίου. Ό κλιματισμός το εί­
χε παγώσει, σκέφτηκε. "Τστερα πήγε ως τους διακόπτες
και είδε δτι δεν τον είχε βάλει καθόλου σέ λειτουργία
άπο το πρωί.
Πλάγιασε με το μάτι ορθάνοιχτο και κοίταζε το τα[

129

βάνι τοϋ δωματίου. Τελικά, δεν κοιμάσαι κι άσχημα κά­
τω άπο το κρεβάτι, άλλα δεν θα ήταν κακή ιδέα να
κατεβάσει εκεί δυο μαξιλάρια, τώρα που τα είχε τετρα­
κόσια.

<( Θέλεις να γνωρίσεις άπο κοντά τον Τζερόουμ ; » τον εί­
χε ρωτήσει ό Ντίκ και ό "Εκτορ δεν είχε απαντήσει τίπο­
τα. Ό 'Αμερικάνος δημοσιογράφος αυτό το εξέλαβε ως ναί.
Α ν τότε φαινόταν παλαβομάρα, τώρα ήταν φως φα­
νάρι πώς θα διέπρατταν μεγάλη μαλακία. Για δεύτερη
φορά αποκαλυπτόταν ό ντετέκτιβ. Ή πρώτη φορά ήταν
δταν έχωσε στη μούρη τοϋ Κουβανού το σαρανταπεντάρι για να γλιτώσει τον Ντίκ και ή δεύτερη τώρα, πού
καθόταν δίπλα στην πισίνα του Βίλα Βέρα κι έπινε κό­
κα κόλα με λεμόνι, ενώ ό Ντίκ κοιτούσε τον γκρίνγκο
αμίλητος, μ'ενα διπλό τζιν με πάγο ανάμεσα τους.
« Μεγάλη μου χαρά πού σε βλέπω )) είπε ό Τζερόουμ
σπάζοντας τη σιωπή.
Ό Ντίκ κούνησε το κεφάλι και με ενα νόημα παράγ­
γειλε στο γκαρσόνι άλλο ενα τζίν, παρόλο πού ακόμα
δεν είχε αρχίσει να πίνει το πρώτο. Ό Τζερόουμ δεν μπο­
ρούσε νά συγκεντρώσει κάπου το βλέμμα του, τα μάτια
του πηδούσαν έδώ κι έκεϊ χωρίς νά εστιάζουν. Ή ήταν
πολύ κουρασμένος ή ήταν ως τα μπούνια στην κοκαΐνη.
Φορούσε ενα λευκό κοστούμι και έπαιζε μέ κάτι μαύρα
γυαλιά. Ό "Εκτορ είχε αρχίσει πιά να εκνευρίζεται μέ
[

13°

]

τα μαύρα γυαλιά, λες και ήταν ή τροπική στολή τοϋ
εχθρού.
(( Έ χ ε τ ε κάποια επιχείρηση σε εξέλιξη στο Μεξικό »
δήλωσε μέ βεβαιότητα ό Ντίκ και σαν νά μήν είχε κα­
μία σημασία το θέμα, άρχισε νά πίνει το τζίν του και να
κοιτάζει δυο κοπέλες πού έ'παιζαν άκεφα τέννις, λίγα μέ­
τρα πιο πέρα.
« Μπορεί νά ισχύει αυτό, πάντως έγώ δεν είμαι ό κα­
τάλληλος γιά νά σου πώ. Έ χ ω αποσυρθεί πλέον, ασχο­
λούμαι μέ προσωπικές επιχειρήσεις » εΐπε ό Τζερόουμ.
« Δέν υπάρχουν προσωπικές επιχειρήσεις. Υπάρχουν
οι επιχειρήσεις της Εταιρείας. Και οι δουλειές της Ε ­
ταιρείας, αν θυμάμαι καλά, είναι όλες βρόμικες. 'Εσείς
ο'ι ρεηγκανικοί νομίζετε πώς οτιδήποτε δέν κινείται ή
δέν μιλάει, σε οποιαδήποτε γωνιά τοΰ πλανήτη, είναι
λάφυρο. Α σ ε πού μερικές φορές δέν σέβεστε ούτε αυτόν
τον κανόνα και αρχίζετε το κυνήγι σκλάβων. Είστε μά­
στορες στην τέχνη τοΰ πατριωτισμού σέ συνδυασμό μέ
το διεθνές εμπόριο ».
«Δέν υπάρχει τίποτα χειρότερο άπο έναν δημοσιο­
γράφο πού νομίζει πώς είναι έξυπνος».
<( "Ελα, Τζερόουμ, πές μου τί είναι αυτό πού έχετε
βάλει μπρος στο Μεξικό και έτσι, δταν οί Δημοκρατικοί
αρχίσουν νά σταυρώνουν τά αφεντικά σου, έσύ μπορείς
νά βγεις άπο τή στολή τοΰ Ρωμαίου έκατόνταρχου και
νά πεις δτι δέν γούσταρες την υπόθεση και γι'αυτό
άφηνες νά διαρρεύσει στον Τύπο. Πώς νομίζεις δτι ήρθα
[

ΐ3ΐ

]

εγώ ως έδώ ; Επειδή ένας φίλος σου μοΰ το σφύριξε ».
« Δεν ξέρω πώς βρέθηκες στο 'Ακαπούλκο. Ό μ ω ς
έδώ δεν είναι Λος "Αντζελες. Θα σου έκανα χάρη άν σου
έλεγα να μήν ανακατεύεσαι στις μεξικάνικες υποθέσεις.
Έ δ ώ ό κόσμος είναι πολύ ευαίσθητος».
((Έχετε βάλει μπροστά κάποια επιχείρηση στο Με­
ξικό. Τζερόουμ, μήν είσαι κακός και πές μου κάτι πε­
ρισσότερο άπ'δσα ξέρω».
« Και τί ξέρεις ; »
α Οι πληροφορίες δεν διαρρέουν άπό τους δημοσιο­
γράφους. Σου θυμίζω τους κανόνες. Οι πράκτορες της
CIA δίνουν τήν πληροφορία, οι δημοσιογράφοι τήν παίρ­
νουν και τήν κάνουν σκάνδαλο. "Ετσι δεν είναι ; »
((Αν ξέρεις κάτι πού αξίζει τον κόπο, σου προτείνω
να καθίσεις στο γραφείο σου και νά το γράψεις. Θα
χαρώ πολύ να τό διαβάσω. Μπορεί να μη με πιστεύεις,
Ντίκ, όμως είμαι άπό τους πιο φανατικούς αναγνώστες
σου » είπε ό Τζερόουμ και σηκώθηκε όρθιος.
Ό Έκτορ έχωσε τη μούρη του μέσα στην κόκα κό­
λα. Θα ήθελε να μήν πάρει μυρωδιά κανένας τήν πα­
ρουσία του εκεί.
« Και τί δουλειά κάνεις τώρα, Τζερόουμ ; Θά μοΰ
άρεσε νά τήν περιγράψω με ακρίβεια».
Ό πράκτορας της CIA τους γύρισε τήν πλάτη δίχως
νά κάνει τον κόπο ν'απαντήσει και απομακρύνθηκε.
(( Πάμε νά δούμε τον μπάτσο πού τραγουδάει μπο­
λερό, τον επιχειρηματία πού κάνει άρχαιοκαπηλία και
[

132

]

τόν ναύτη πού συλλέγει καρυδέλαιο » είπε ό Ντίκ, και
ήπιε μονορούφι δσο τζιν είχε το ποτήρι του. "Υστερα
αναστέναξε και κατέβασε και το άλλο ποτήρι, ολόκλη­
ρο. Ό Έκτορ λυπήθηκε πού δεν του άρεσε το τζιν και
ήπιε ντροπαλά τήν κόκα κόλα του. Ό τύπος αυτός ήταν
Οεοπάλαβος. Τόσο παλαβός πού οί τρέλες του "Εκτορ
φαίνονταν πταίσματα. Α ν συνέχιζε νά χορεύει μαζί του
θά τά έχανε δλα, ακόμα και τό στυλ του.

Ό Έκτορ Μπελασκοαράν βούτηξε στή θάλασσα και
άρχισε νά κολυμπάει προς τό πουθενά. Είχε αφήσει τόν
δημοσιογράφο μπροστά στην πιάτσα ταξί του ξενοδο­
χείου. Ό "Έχτορ ήταν αποφασισμένος νά εξαφανιστεί.
Διέθετε άφθονα λογικά επιχειρήματα πού στήριζαν τήν
απόφαση του, συλλογιζόταν καθώς κολυμπούσε προς τό
κέντρο τοΰ κόλπου. 'Ωστόσο, τά κυριότερα επιχειρήμα­
τα ήταν παρορμητικά. Ή μέθοδος Τζένγκις Χάν μπορεί
νά ήταν χρήσιμη άλλοτε. "Ερχεσαι, τους λες δτι είναι
έ"να τσούρμο πουσταράδες και ηλίθιοι, γιατί έσύ ήδη τά
ξέρεις δλα. Και περιμένεις νά αντιδράσουν. Εντούτοις ή
μέθοδος δεν ήταν ιδιαιτέρως πρακτική, έάν ενδιαφερό­
σουν μια στάλα για τήν υγεία σου. Ό Έκτορ σταμάτη­
σε τις απλωτές και γύρισε ανάσκελα. Ένα ταχύπλοο,
πού έσερνε δύο σκιέρ με μπικίνι, πέρασε στά εκατό μέ­
τρα. Τό κύμα πού σήκωσε έκανε τόν Έκτορ νά χάσει
λίγο τήν ισορροπία του. "Υστερα πάλι ή απόλαυση, με
[

133

]

το μάτι κλειστό για να γλιτώσει άπό τον καυτό ήλιο.
Ή τ α ν βλακεία τους να φανερωθούν. Έ τ σ ι ό αντίπαλος
μπαίνει σε κατάσταση συναγερμού, φουντώνει. Τους
πιάνει διάθεση να σοΰ φυτέψουν δυο σφαίρες στή μούρη
και να σοΰ σχίσουν τα πνευμόνια μέ το κουζινομάχαιρο.
Θέλουν να σε δουν εξαφανισμένο μάρτυρα, ανώνυμο
πτώμα, μακαρίτη δίχως κηδεία. Ό Έκτορ άρχισε πάλι
νά κολυμπάει. Στο 'Ακαπούλκο δεν υπήρχαν καρχαρίες
Ιδώ και χρόνια. *Αν συνέχιζε στην ίδια κατεύθυνση, μέ
λίγη επιμονή θα μπορούσε να φτάσει στο Χόνγκ Κόνγκ,
να αλλάξει δνομα, να περιμένει πότε θα καταρρεύσει το
τελευταίο απομεινάρι τής Βρετανικής Αυτοκρατορίας
και να φτιάξει μια τακερία στή σοσιαλιστική Κίνα. Δεν
ήταν τόσο παράλογο δσο φαινόταν μέ τήν πρώτη ματιά.
Συνέχισε να κολυμπά.
Γιά να δούμε. *Ας δοκιμάσουν νά τον ακολουθήσουν
αυτοί οι κερατάδες λαθρέμποροι του κόσμου. Θα τον έ­
βρισκαν μόνο άπό τα ίχνη που άφηνε το κατούρημά του
στον ωκεανό. Επιτάχυνε τις απλωτές του.
Το όλο θέμα ήταν νά έχεις σχέδιο, έναν στόχο. Να δί­
νεις νόημα στο καθετί. Να σφίγγεις τα δόντια. Όταν κο­
λυμπάς δεν πρέπει ν'ανοίγεις το στόμα για να σκεφτείς.
Ξεκουράστηκε λίγο πλέοντας ανάσκελα. Ή παραλία φαι­
νόταν μικροσκοπική. Δέν υπήρχαν βάρκες, ούτε ιστιοφό­
ρα νά τοϋ σπάνε τα νεύρα. Δέν υπήρχε οΰτε καν ενα βαρ­
κάκι τής ακτοφυλακής να τοΰ ζητήσει διαβατήριο γιά τήν
έξοδο άπό το Μεξικό. Δέν ήταν και τόσο βλακώδης τρό[

134

πος γιά νά εξαφανιστεί άπό κάθε ιστορία. Κολύμπησε πά­
λι, τώρα σχεδόν μέ μανία, προς το κέντρο τοϋ ωκεανού.
"Ενα άπό τά εγώ του είπε : « Αυτοκτονείς ; » Το άλλο
αποκρίθηκε : « Και λοιπόν ; Τρέχει τίποτα ; » « Ό χ ι , τί­
ποτα» εϊπαν δλα ταυτοχρόνως. Συνέχισε νά κολυμπάει.
Ι Ιοτέ πια δέν θα αναγκαζόταν νά κοιμηθεί κάτω άπό
κρεβάτια.

"Υστερα άπό δύο ώρες τον ακουμπούσαν στην αμμουδιά
δύο γεροδεμένοι Ακαπουλκιανοί, ναυαγοσώστες τοΰ δή­
μου. Τον είχαν σώσει άπό θαύμα, λίγο προτού πνιγεί.
Ακόμα ήταν τεντωμένος άπό τήν κράμπα ό ένας του
μηρός, και είχε πιει τόσο νερό που οι επόμενες διακό­
σιες κόκα κόλες θα ήταν αλμυρές. Ήταν πολύ κακοδιάΟετος. Αφού ό κερατάς ό Ειρηνικός ωκεανός δέν κατά­
φερε νά τον σκοτώσει, σιγά μήν τά καταφέρουν εκείνοι
οι κόπανοι. Προσπάθησε νά σηκωθεί όρθιος μέ τή βοή­
θεια ενός ναυαγοσώστη.
« Πού στον διάολο ήθελες νά πάς, νεαρέ ; 'Εκεί είναι
ανοιχτός ωκεανός ».
« Στο Χόνγκ Κόνγκ, φίλε μου » απάντησε ό ντετέκτιβ.
(( Τά βλέπεις, δικέ μου, καλά σοΰ έ'λεγα ότι το Χόνγκ
Κόνγκ εΐναι άπό έκεϊ» είπε ό ναυαγοσώστης στον συνά­
δελφο του, δείχνοντας τον ήλιο που έπεφτε στή θάλασ­
σα, λεκιάζοντας το γαλάζιο μέ ενα έντονο πορτοκαλί.
[

135

]

Ό "Εκτορ μπήκε στο ασανσέρ προσπαθώντας να
βγάλει το νερό άπο τα αυτιά του και θυμήθηκε τις τρεις
εκδοχές της διαθήκης του, που τις είχε γραμμένες μέσα
στο μυαλό του.
Όταν άνοιξε τήν πόρτα του δωματίου, κοκάλωσε.
Δύο τύποι πάλευαν μέ τον Ντίκ στο μπαλκόνι. Προσ­
παθούσαν να τον πετάξουν κάτω. Ό ένας του κοπανούσε
το χέρι που βαστούσε τήν κουπαστή μ Ίνα σταχτοδο­
χείο. Δέν τα κατάφερε. Ό Έκτορ έκανε λίγο πίσω αφή­
νοντας τήν πόρτα ανοιχτή. Δέν τον είχαν δει.
« Κάτσε φρόνιμα, ρέ μαλάκα. Άμόλα το χέρι » φώ­
ναζε ό Ινας τύπος. Φορούσε ένα μπλουζάκι μέ χοντρές
γαλάζιες ρίγες, αυτές που έκαναν διάσημες οι Βενετσιά­
νοι γονδολιέρηδες. Ό Ντίκ τοΰ έριξε μια γροθιά πού τον
πέτυχε χαμηλά στην κοιλιά.
Το άλλο μούτρο, Ινας κοντόχοντρος ξανθός, έβγαλε
Ινα στιλέτο.
« Μήν τυχόν τον τρυπήσεις, ρέ κόπανε, πρέπει μόνο
μέ τα χέρια» είπε αυτός μέ το βενετσιάνικο μπλουζάκι.
Ό "Εκτορ έκανε ένα δεύτερο βήμα πίσω. Ή πάλη
έφερνε τον Ντίκ πιο κοντά στο κενό. Ό κοντός έκρυψε
το στιλέτο και έδωσε μια κλοτσιά στο μπούτι τοΰ δη­
μοσιογράφου. Αυτός διπλώθηκε στα δύο και γλίστρησε
κάτω. Ό "Εκτορ πήγε κι άλλο πίσω, εκεί πού δέν τον
έβλεπαν οί φονιάδες. Στήριξε τήν πλάτη του στον τοίχο.
Μέτρησε ως το δέκα. "Υστερα πήρε τήν απόφαση καί
μπήκε στο δωμάτιο βαδίζοντας κανονικά. Πήγε στο κο[

136

]

μοδίνο. Δέν τον πήραν χαμπάρι ώσπου έβγαλε το τριανταοχτάρι καί το όπλισε.
«Πρόσεχε, ό άλλος!» φώναξε ό κοντός.
Ό άποκρυφιστής Βενετσιάνος αφαιρέθηκε για μια
στιγμή καί ό Ντίκ τοΰ έδωσε μια κουτουλιά στο στο­
μάχι. Ό τύπος διπλώθηκε στα δύο, ό Ντίκ τοΰ πήρε
άπο τά χέρια το σταχτοδοχείο καί τον κοπάνησε μ'αυτό
στο σαγόνι. Ό άλλος μάτωσε καί έπεσε κάτω. Ό κοντός
είχε υπνωτιστεί άπο το πιστόλι του "Εκτορ.
« Δέν φαντάζεσαι πόσο κέφι κάνω να σέ σκοτώσω,
μάγκα μου » τοΰ είπε ό ντετέκτιβ.
Ό Ντίκ προσπαθούσε νά συνέλθει στο μπαλκόνι. Δί­
πλα του, ό τύπος μέ το ριγωτό μπλουζάκι προσπαθούσε
νά σταματήσει τήν αιμορραγία κι έπαιρνε βαθιές ανάσες
για νά μή λιποθυμήσει.
« "Αργησες πολύ. Τί στον διάολο έκανες ; » ρώτησε ό
Ντίκ τον ντετέκτιβ.
(( Πήγαινα στο Χόνγκ Κόνγκ, φίλε » είπε ό Έκτορ
προσπαθώντας νά κρύψει δτι έτρεμε το χέρι του. « Ποιος
σας έστειλε; Μετράω ως το τρία καί πυροβολώ. Σκασίλα μου αν μοΰ λερώσετε μέ αίμα το πάπλωμα » είπε
στον κοντό πού είχε χάσει τή μιλιά του.
« Ό αρχηγός Χούλιο Ρέγιες. Ήταν δουλειά, παραγ­
γελία, αδερφέ. 'Εμείς δέν έχουμε σχέση. Οΰτε καν θά
μας πλήρωνε, τοΰ το χρωστούσαμε ».
(( Ά ν τους πετάξουμε, ποΰ θά πέσουν ; » ρώτησε ό Έ ­
κτορ τον Ντίκ. 'Εκείνος κοίταξε κάτω.
[

137

« Ά ν πηδήξουν δυνατά, με λίγη τύχη θα πέσουν στην
πισίνα. *Αν λογαριάσουν λάθος, θα γίνουν πίτα στην
άσφαλτο ».
« Υπάρχει κίνδυνος να πέσουν πάνω σε κάποιον ; »
« "Οχι, δεν περνάει κανένας ».
« 'Εμπρός λοιπόν, εξαρτάται άπα τή φόρα » εΐπε ό
ντετέκτιβ στον κοντό και του κάρφωσε το τριανταοχτάρι στο στομάχι.
« Αυτός δεν ξέρει κολύμπι » εΐπε για τον Βενετσιάνο
τρίτης κατηγορίας πού πλησίασε τον σύντροφο του ανα­
ζητώντας βοήθεια καΐ κρατιόταν άπό τό παντελόνι του.
(( Α ς τό σκεφτόταν νωρίτερα » απάντησε ό Μπελασκοαράν και τον έσπρωξε.
(( Καλύτερα να τον κρατήσεις έσύ » εΐπε ό Ντίκ στα
ισπανικά στον τύπο.
Ό Έκτορ βοήθησε τον ματωμένο άντρα με τό ριγέ
μπλουζάκι να καθίσει στην κουπαστή.
(( Μην ξεχάσετε να πάρετε φόρα » είπε ό Ντίκ, λογα­
ριάζοντας με τό βλέμμα που θα πέσουν και κουνώντας
το κεφάλι σαν να μην τους έδινε πολλές πιθανότητες.
(( Με τό ενα... »
Οι δύο τύποι εξαφανίστηκαν στό πουθενά.
«Υποψιάζομαι ότι θα σπάσουν κάμποσα κόκαλα».
(( Είναι μόνο έξι όροφοι » είπε ό Έκτορ και άρχισε να
τρέμει. Πέταξε τό περίστροφο πάνω στό κρεβάτι και
προσπάθησε να σταματήσει τό τρέμουλο του χεριού του
βαστώντας το με τό άλλο. Δύο χοντρά δάκρυα έτρεξαν
[

138

κι άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα του. Ό Ντίκ προσ­
παθούσε νά δει αν του είχαν σπάσει τά δάχτυλα τοΰ δε­
ξιού χεριού έτσι πού τον κοπανούσαν με τό σταχτοδο­
χείο και δεν αντιλήφθηκε τί συνέβαινε. Όταν κοίταξε
τόν ντετέκτιβ, ανακάλυψε ότι ό "Εκτορ ήταν έτοιμος νά
καταρρεύσει.
« Ξάπλωσε στό κρεβάτι. Πάω νά φέρω ενα μπουκά­
λι τζίν. Νομίζω ότι μοϋ έσπασαν Ινα πλευρό».
(( Τό τζίν δεν μοΰ αρέσει » είπε ό "Εκτορ μέ δάκρυα
στα μάτια.
« 'Εσείς χάνετε, κύριε » αποκρίθηκε ό Ντίκ.

Οι ακροβάτες της κατάδυσης μάλλον δέν σκοτώθηκαν,
γιατί δέν ακούστηκε κανένα σχόλιο στό ξενοδοχείο και
γιατί όταν κατέβηκαν στην πισίνα δέν είδαν κανέναν νά
πλένει τά αίματα στό τσιμέντο. Ή μικρή ορχήστρα έκα­
νε πρόβες και κούρντιζε τά όργανα. Ό Έκτορ αναρωτή­
θηκε μέ ποια μπόσσα νόβα θα άρχιζαν. Τό Κορκοβάδο
θά ήταν τέλειο. Παράγγειλαν δύο αστακούς ψητούς γιά
νά γιορτάσουν την επιβίωση τους.
« Δέν έχει λίγο παράξενη γεύση ό δικός σου ; » ρώ­
τησε ό δημοσιογράφος.
« Ό δικός μου ήταν αυτός πού έφαγες έσύ πρώτον »
απάντησε ό "Εκτορ. "Υστερα άπό μία ώρα βρίσκονταν
στά επείγοντα περιστατικά τοΰ νοσοκομείου τοΰ Ακα­
πούλκο. Ό Ντίκ κινδύνευε νά πεθάνει άπό δηλητηρίαση.
[

139

Ό Έκτορ δεν πρόλαβε να φάει τον αστακό του, το στο­
μάχι του εΐχε κλείσει. "Ηπιε μόνο δύο λίτρα χυμό ανανά
και γι'αυτό ήταν εξ ω και παρακολουθούσε.
Καθώς έκοβε βόλτες εξω άπό τη μονάδα εντατικής
θεραπείας και σε κάθε άνοιγμα τής πόρτας έβλεπε την
ομάδα των γιατρών γύρω άπα το γεμάτο όρους σώμα
του δημοσιογράφου, ό Έκτορ, που δεν πίστευε πια στις
συμπτώσεις, αποφάσισε δτι θ'άρχιζε απεργία πείνας
άπό εκείνη τή στιγμή. Δεν είχε καμία Ορεξη να τον δη­
λητηριάσουν.

8.
— Ή δικαιοσύνη χάνει;
— Ναι, καμιά φορά.
Ο JUSTIN PLAYFAIR ΣΤΗ MILDRED WATSON

(Άπο την ταινία They Must be Giants,!
Ή νοσταλγία περνάει άπό τρεις φάσεις. Ή πρώτη, δπου
οι αναμνήσεις είναι τόσο πρόσφατες, τόσο κοντινές, τό­
σο τρισδιάστατες που μπορείς να τις αποφύγεις με με­
ρικές καλές ντρίμπλες. Μέ μια καλή προσποίηση τις α­
φήνεις πίσω να χτυπιούνται στο παρελθόν. "Υστερα έρ­
χονται οι μέρες δπου ή μνήμη σε πονάει σαν κακός πο­
νοκέφαλος και ο'ι σκηνές ξαναζωντανεύουν και αντηχούν
σαν τύμπανα στο κέντρο του κρανίου. Τέλος, ή νοσταλ­
γία γίνεται αφελής, θλιμμένη, επώδυνα ευγενική. 'Επί­
μονη ωστόσο. Τή φέρνουν οι σταγόνες τής βροχής πού
γλιστρούν σπασμένες στα κρύσταλλα, ό άνεμος πού κου­
νάει τα κλαδιά των δέντρων, μια μοναχική κούνια πού
ταλαντεύεται στο πάρκο, δλοι οι κοινοί τόποι τής μονα­
ξιάς. Ή νοσταλγία όμως, παρόλο πού είναι μαλθακή,
δέν είναι λιγότερο επίμονη, ούτε λιγότερο κακόηθες
καρκίνωμα.
Ό Έκτορ γνώριζε αρκετές νοσταλγίες. Τις κάλεσε
δλες στο κεφάλι του στή διάρκεια τής πτήσης τής επι­
στροφής. Ήρθαν δλες μαζί καλπάζοντας, μόλις το ίερο[ Hi 1

πλάνο άρχισε να πετάει πάνω άπα την Πόλη του Μεξι­
κού. Το μεγάλο θέαμα του απέραντου σχεδίου με τα
χρωματιστά φωτάκια τον συγκίνησε και δύο δάκρυα κύ­
λησαν άπα το γερό του μάτι. Τα αλλόκοτα γεωμετρικά
σχήματα, ό μεγάλος φωτεινός τάπητας, οι πράσινες γραμ­
μές πού χωρίζουν την πόλη, τα αντικείμενα πού μεγα­
λώνουν κατά τήν κάθοδο, οί ουρανοξύστες, τα πάρκα και
τέλος ή ζούγκλα με τις στέγες.
Το μοναδικό πρόβλημα ήταν πώς ή νοσταλγία του έ­
πεφτε στο κενό. Δεν μπορείς να γυρίσεις σε κάτι πού
δεν υπάρχει. Ή πόλη πού ήταν άλλοτε δική του τήν κο­
πάνησε προς το πουθενά, κάποια στιγμή τους τελευταί­
ους μήνες. Δεν μπορείς να γυρίσεις σε κάτι πού δέν
υπάρχει, ωστόσο μπορείς να νοσταλγείς αυτό πού είχες
και το έχασες.
Κατά τα φαινόμενα, ό Έκτορ επέστρεφε στην Πόλη
του Μεξικού για νά βρεθεί πάλι σε ασφαλές έδαφος και
ανακάλυπτε κάτι πού το ήξερε πάντα: δτι το πιο ανα­
σφαλές έ'δαφος πού υπήρχε ήταν έδώ. Οί φόβοι πού τον
συντρόφευαν γεννήθηκαν έδώ, στην Πόλη τοΰ Μεξικού.
Ό Ντικ είχε μείνει στο 'Ακαπούλκο για νά συνέλθει.
Ή τ α ν σ'ενα ξενοδοχείο τοΰ Πουέρτο Μαρκές, μέ ψεύ­
τικο δνομα. Παρίστανε τον τραγουδιστή τής ροκ σέ
έγκλεισμα για θεραπεία άπο αλκοολισμό, παράδοξα πε­
ριτριγυρισμένος άπό μισή ντουζίνα μπουκάλες τζιν και
τον αυστηρό δρκο δτι δέν θα τις έ'πινε δλες τήν πρώτη
μέρα. Ό Έκτορ ένιωθε δτι τον παράτησε. Εΐχε μείνει
[

142

]

εκεί και ό Μεδίνα και ή αλήθεια είναι δτι καθόλου δέν
σκοτίστηκε. 'Αργά ή γρήγορα, ό Μεδίνα θα βοηθούσε
μόνος του στην απόδοση τής δικαιοσύνης και μια μέρα
το ξημέρωμα θα τον έ'βρισκε σέ κάποιο σοκάκι τής συμ­
φοράς, μέ δυο σφαίρες στή ράχη και μια έκφραση
έκπληξης στο πρόσωπο. Στο κάτω κάτω, ούτε αυτός
ήταν αθάνατος. Αντίο, Μεδίνα.
Ψιλόβρεχε. Πήρε Ινα μικρό λεωφορείο. Ή πρωτεύ­
ουσα φαινόταν πίσω άπό τα τζάμια πιο θαμπή άπ'δ,τι
συνήθως. Ό Έκτορ επέστρεφε στην ίδια πόλη πού με­
ρικές φορές τοΰ φαινόταν άλλη. Ή ϊδια πόλη... Όταν το
λεωφορείο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι του, στή συν­
οικία Ρόμα, ή ψιχάλα είχε γίνει μπόρα. Σέ πέντε μέτρα
έγινε μουσκίδι. Στην πόρτα τοΰ διαμερίσματος, ένώ τί­
ναζε το νερό άπό πάνω του σαν σκύλος, βρήκε κολλη­
μένο ενα σημείωμα : « Είναι ανάγκη νά σέ δω. Κάρλος ».
Μπήκε στο σπίτι μόνο για νά πάρει μια καμπαρντίνα. Στην πόρτα τοΰ ψυγείου είδε άλλο σημείωμα : « Τα
παπιά είναι καλά, τα ταίζω κάθε μέρα. Είναι βρομιάρικα. Βρίσκονται κάτω άπό το κρεβάτι σου. Αλίσια».
Ανοιξε τήν πόρτα τής κρεβατοκάμαρας χωρίς νά κά­
νει θόρυβο. Τά παπιά αμέσως τον αντιλήφθηκαν και
έτρεξαν κοντά του μέ αρκετά κουά-κουά. Ό Έκτορ τους
χαμογέλασε. Α ν κοιμούνταν αυτά κάτω άπό το κρεβάτι
του ίσως εκείνος νά κοιμόταν επιτέλους επάνω. Ίσως νά
έ'κοβε τις τόσες παλαβομάρες.
Ξαναβγήκε στή βροχή.
[

143

]

Ό Κάρλος ήταν στην κουζίνα, έπινε καφέ με γάλα
και βουτούσε δυο κουλουράκια στο φλιτζάνι.
Έδωσε στον Έκτορ μια φωτογραφία.
« Ποΰ βρέθηκε αυτή ή φωτογραφία ; » ρώτησε ό ντετέκτιβ.
«Τον γνωρίζεις; Μου είπαν δτι θα τον γνώριζες».
(( Ναί. Τον κοιτάζω μια βδομάδα συνέχεια. Εΐναι πιο
νέος, δμως είναι ό τρίτος άπδ δεξιά προς τ αριστερά, δί­
πλα στον 'Αμερικάνο με το ΜΙ και τον στρατιώτη πού
κουβαλάει τον ασύρματο... Πόσων χρόνων ήταν σ'αύτή
τή φωτογραφία ; »
«Λογάριασε. Είναι του 1967».
<( ΕΊκοσιοχτώ... Και ποΰ είναι ; "Εχω ξαναδεί αυτό
το μέρος, σε άλλες φωτογραφίες, πριν άπό καιρό».
« Είναι ενα χωριουδάκι στή Βολιβία. 'Αναγνωρίζεις
το σχολείο με τή λαμαρινένια στέγη ; Αυτή ή φωτογρα­
φία πρέπει να έκανε το γύρο του κόσμου δυο χιλιάδες
φορές σέ μια βδομάδα. Είναι το σχολείο της Ίγκέρα,
έκεϊ δπου σκότωσαν τον Τ σ έ » .
(( Και τί έκανε έκεϊ ό Μεδίνα ; Τί στολή είναι αυτή
πού φοράει ; 'Εσύ τί όνομα ξέρεις για τον τύπο στή φω­
τογραφία ; "Εχει καμία σχέση μέ το θάνατο του Τσέ ; »
« Ναί. Είχε σχέση μέ το θάνατο του Τσέ. Ή φωτο­
γραφία είναι τραβηγμένη στην Ίγκέρα, στις 9 'Οκτω­
βρίου τοΰ 1967. Φοράει στολή των 'Αμερικανών Ρεψτζερ
πού εκπαίδευαν τον στρατό της Βολιβίας. Ό μ ω ς αυτός
δέν ήταν Ρεψτζερ, ήταν ένας πράκτορας της CIA πού
[

144

είχε πάει στή Βολιβία άπό τον Αύγουστο τοΰ '67, μέ α­
μερικάνικο διαβατήριο. Βλέπεις τί κρέμεται στον ώμο
του ; »
«Ναί, είναι φωτογραφική μηχανή, μ'Ινα φακό. Εί­
ναι εύρυγώνιος ; »
« Ό χ ι , είναι ένας φακός μάκρο. Ή μηχανή, αν προσ­
έξεις, είναι μάρκα Νίκον. Μ'αυτή τή μηχανή φωτογρά­
φισε το ημερολόγιο τοΰ Τσέ. Τραβοΰσε τις φωτογραφίες
στο σπίτι ενός τηλεγραφητή πού τον έ'λεγαν Ίδάλγο,
Οταν ό υπαξιωματικός Τεράν μπήκε στο σχολείο και
έ'ριξε τις δύο ριπές πού σκότωσαν τον Τσέ... Πρωτύτε­
ρα, ό άνθρωπος αυτός είχε ανακρίνει τον Τσέ μόνος του.
Ό Τσέ ήταν πληγωμένος, πεσμένος στο χωμάτινο δά­
πεδο. Ό φίλος σου τον χαστούκισε, ό Τσέ προσπάθησε
να σηκωθεί, δμως ήταν τραυματισμένος στο πόδι. Ό
Κουβανός βγήκε τρέχοντας άπό το δωμάτιο. Τον φοβό­
ταν».
« Πού τή βρήκες τή φωτογραφία; »
(( Μου τήν έ'δωσε ένας φίλος » είπε ό Κάρλος. « "Ενας
κολλητός πού γνωρίζει τον τύπο. Τον έλεγαν Πράδο
στή Βολιβία, άλλα πριν τον έλεγαν Λάσαρο...» -ό Κάρ­
λος κοίταξε κάτι σημειώσεις σ'ενα μικρό χαρτάκι«.. .Μπάριος και ήταν πορτιέρης σ' ενα καμπαρέ της Α ­
βάνας και σπιούνος της αστυνομίας τοΰ Μπατίστα.
"Υστερα έ'γινε ό Γκάρυ Ράμος, Αμερικανός πολίτης και
πράκτορας της CIA. Μοΰ είπαν οτι τώρα λέγεται Λοΰκε
Μεδίνα και εσύ θα ήξερες κάτι γι'αυτόν».
[

145

« Ποιος σου το είπε ; »
« Ένας φίλος φίλου τών Κουβανών. Μου έδωσε τή
φωτογραφία και Ινα μήνυμα ».
« Ποιο είναι το μήνυμα ; »
« Ό τ ι ό τύπος που παρακολουθείς, άφοϋ σκότωσαν
τον Τσέ, μπήκε στο σπίτι και έκοψε τα χέρια του πτώ­
ματος ».
(( Αύτο είναι το μήνυμα ; »
«Αύτο είναι. Ό τύπος που παρακολουθείς, μπήκε
στο σπίτι όπου είχαν πυροβολήσει τον Τσέ και έκοψε τα
χέρια του πτώματος».
Ό "Εκτορ έμεινε σκεφτικός, κοιτάζοντας χωρίς να
βλέπει τον Αοϋκε Μεδίνα που φαινόταν πολύ Ικανοποι­
ημένος στή φωτογραφία.
« Οί Κουβανοί ; »
« ΟΊ Κουβανοί ».
« Τον παρακολουθούν ; »
« Τρέχα γύρευε » είπε ό Κάρλος. « Έ γ ώ απλώς με­
ταφέρω το μήνυμα. Είναι μυστηριώδης ή υπόθεση. Έ ρ ­
χεται Ινας κολλητός που του εχω μεγάλη εμπιστοσύνη
και λέει, δώσε το μήνυμα στον αδερφό σου. Ακούω, τον
ρωτάω άπο που έρχεται και μου λέει : άπα τους Κουβα­
νούς. Σίγουρα; του λέω, κι αυτός μου λέει σιγουρότατα.
Σου αφήνω λοιπόν το σημείωμα και σου δίνω το μήνυ­
μα. Μετά σκέφτηκα δτι μπορώ να σου δώσω Ινα χερά­
κι για να κάνεις με τα κρεμμυδάκια αυτόν τον Γκάρυ
Πράδο ».
[

146

]

Ό "Εκτορ πήρε τή φωτογραφία στα χέρια του και τή
γύρισε από εδώ κι άπο έκεΐ. Ό Αοϋκε Μεδίνα-Γκάρυ
Ράμος-Πράδο-Βάσκο-Αάσαρο Μπάριος χαμογελούσε
στο φακό, τα άσπρα δόντια του έλαμπαν στον ήλιο, τα
μαύρα γυαλιά του ήταν σηκωμένα στο μέτωπο. "Ηταν
λίγο προκλητικός, πολύ μάγκας, λες και κέρδισε το λα­
χείο, έμπορος λευκής σαρκός σε προσωρινή πολεμική
απασχόληση... Πίσω άπο τήν ομάδα μάντευες τους
πράσινους όγκους τών βουνών, πάνω άπο τις στέγες και
τους άθλιους πέτρινους τοίχους τών σπιτιών. Κάπου
έκεΐ θα βρισκόταν και το πτώμα τοΰ Τσέ.
(( Σοΰ είπαν τίποτε άλλο ; Σου είπαν ότι θέλουν να με
συναντήσουν ; »
« "Οχι, μόνο το μήνυμα ».
Ό "Εκτορ πήγε στο ψυγείο του αδερφού του και πήρε
Ινα αναψυκτικό. Όμως το μυαλό του βρισκόταν άλλου,
σε άλλες εποχές...

Τά παπιά είχαν κάνει το θαύμα τους. Ό "Εκτορ κοιμό­
ταν επάνω στο κρεβάτι του. Αύτο ήταν το πρώτο πού
παρατήρησε. "Υστερα χτύπησε το τηλέφωνο.
« Φτάνει στην Πόλη τοΰ Μεξικού με πτήση της Mexicana άπο το Ακαπούλκο, στις δώδεκα τή νύχτα » είπε
ή Αλίσια.
«Ευχαριστώ» απάντησε ό "Εκτορ.
<( Τά παπιά... »
[

147

]

(( Θέλεις να τους μιλήσεις στο τηλέφωνο ; »
« Ό χ ι , απλώς αναρωτιόμουν αν τα βρήκες εντάξει ».
«Ναι, περίφημα».
Έγινε μια σύντομη σιωπή, υστέρα εκείνη έκλεισε.
Ό "Εκτορ έμεινε στο κρεβάτι για να ξυπνήσει εντε­
λώς. Ό Μεδίνα θά τον ακολουθούσε ως το τέλος του κό­
σμου. Ποτέ δέν θα μπορούσε να γλιτώσει άπό έναν τύ­
πο πού κουβαλούσε στις αποσκευές του τα ματωμένα
χέρια του νεκρού Τσε Γκεβάρα. ~Ηταν ώρα να επισκε­
φθεί τον ψυχίατρο.

<( Γιατί δέν τον καθαρίζεις και να τελειώνει ή υπόθεση ; »
« Γιατί, αν τον καθαρίσω, ποτέ δέν θα μάθω για ποιο
λόγο ήρθε στο Μεξικό. Έξαλλου, υποθέτω δτι δέν είμαι
άπό τους τύπους πού σκοτώνουν έτσι τον κόσμο στα
καλά καθούμενα... »
« Έξαλλου, μάλλον κωλώνεις να καθαρίσεις έναν χρι­
στιανό εν ψυχρώ, έτσι δέν εΐναι ; »
« Γυρνάει συνεχώς στο μυαλό μου δτι μπορεί να με
σκοτώσουν εκείνοι πρώτα» απάντησε ό "Εκτορ.
« Αυτό ούτε να τό διανοηθείς. Κάθε φορά σέ γεμί­
ζουν τρύπες ».
« 'Αλήθεια ; Τό ίδιο λέω κι εγώ ».
« Γιατί δέν μ'αφήνεις να τακτοποιήσω λίγο τό κομ­
φούζιο πού έχεις στο κεφάλι σου; Μέχρι κι εγώ τό κα­
ταλαβαίνω ».
[

ι48

]

Ήταν στο καφέ τών Κινέζων, τη συνηθισμένη δευ­
τερεύουσα βάση επιχειρήσεων. Σουρούπωνε. Ό "Εκτορ
δέν είχε ανέβει στο γραφείο. Κάθισε έκεΐ να συλλογιστεί
και συνάντησε τον Χιλμπέρτο. Ό καλύτερος συγκάτοι­
κος γραφείου του κόσμου, ένας τύπος πού κατάφερνε να
κάνει τό αλλόκοτο να φαίνεται φυσιολογικό. Ό Χιλ­
μπέρτο θα φρόντιζε ώστε να μην ξεχάσει κανένας δτι
αύτη ή χώρα ήταν πραγματική, δτι οι ιστορίες πού δια­
σταυρώνονταν στή ζωή ήταν πραγματικές, δτι δλα ήταν
τόσο πραγματικά πού τελικά τό μόνο εξωπραγματικό
ήσουν έσύ ό ίδιος. Διότι ή πραγματικότητα ήταν πραγ­
ματική, παρόλο πού δέν της φαινόταν.
((Έχεις έναν μάγκα της CIA πού τό παίζει φλώρος
στο Ακαπούλκο και τό κάθαρμα έχει κλέψει μέχρι και
κομμάτι πυραμίδας για να το πουλήσει στους γκρίνγκο...
Αυτή τή δουλειά κάνουν τα καθίκια. Κλέβουν τις πυραμί­
δες λίγο λίγο γιατί θέλουν να τις στήσουν στό Σαν Αντόνιο, μου τό εΐπε ή κουνιάδα μου. Μόλις τις πάνε έκεΐ, θα
πουν δτι οί Αζτέκοι πέρασαν πρώτα άπό τις Ηνωμένες
Πολιτείες και μόνο κάτι κωλοαζτέκοι δεύτερης κατηγο­
ρίας κατέληξαν στό Μεξικό. Κάτι παλιοαζτέκοι, τα
φτωχά ξαδέρφια τών Άζτέκων πού έμειναν στις ΗΠΑ και
εΐναι και οί πρώτοι... Κι έσύ τώρα έχεις τον μάγκα αυτόν
και δέν ξέρεις τί να τον κάνεις... » είπε ό Χιλμπέρτο.
Ό Έκτορ ένευσε καταφατικά.
(( Ό τύπος θέλει να μας ξεσκίσει τήν πατρίδα » είπε
ό Χιλμπέρτο.
[

149

]

Ό "Εκτορ ενευσε και πάλι καταφατικά.
«Υπάρχουν όμως κι άλλα θέματα. Γι'αυτό θα τον
απαγάγουμε και.θα του κάνουμε κάτι φοβερό. Θα του
δώσουμε να φάει σκέτες ταμάλες.1 Οΰτε μια μπιρίτσα,
τίποτα. Και δεν θα τον αφήνουμε να χέσει. Σε πέντε μέ­
ρες ό μάγκας θα μας τραγουδήσει μέχρι και πώς λεγό­
ταν ή μανούλα τής γιαγιάκας του έθνικοϋ ήρωα τής κωλοχώρας του, του συνταγματάρχη Ούέλλινγκτον πού πή­
δηξε τους Γάλλους στο Βατερλώ ».
Ό Έκτορ τον κοίταζε σταθερά.
« Ά π ' δ , τ ι βλέπω, δεν ξέρεις τί να κάνεις» είπε ό
Χιλμπέρτο κοιτάζοντας τον Έκτορ πού προσπαθούσε να
χαμογελάσει και δεν του έ'βγαινε.
(( Κάτι τέτοιο » απάντησε ό Έκτορ.
« Καλά το υποψιάστηκα. Πάντως, καλύτερα να μην
ξέρεις τί να κάνεις παρά να τρως καυτό μολύβι, όπως
πριν άπό λίγους μήνες».
(( Σου αφήνω το λογαριασμό » είπε ό "Εκτορ και ση­
κώθηκε όρθιος.
(( Μόνο οί παλιοί ντετέκτιβ ήταν ωραίοι, οί σημερινοί
δεν πιάνουν μπάζα » είπε ό Χιλμπέρτο αντί για χαιρετι­
σμό.
Ό Έκτορ δεν παρεξηγήθηκε. Στο δρόμο σταμάτησε
ενα ταξί και τράβηξε για το αεροδρόμιο. Ό Μεδίνα έ­
μοιαζε σαν ναζιάρα αρραβωνιαστικιά πού δεν σ'αφήνει
1. Φύλλα άπό καλαμποκάλευρο πού τα γεμίζουν με διάφορα υλικά.
[

150

]

να τήν πιάσεις άπό πουθενά. Πάλι ό φόβος παρουσιά­
στηκε στή ζωή τοϋ "Εκτορ. Ένώ το ταξί περνούσε τή
γέφυρα του αυτοκινητόδρομου, ό ντετέκτιβ προσπαθού­
σε να κάνει τα χέρια του να μήν ιδρώνουν, δίχως αποτέ­
λεσμα.

Αυτή τή φορά ο Μεδίνα δεν πήγε άπό το αεροδρόμιο σε
ξενοδοχείο. Πήρε ενα ταξί πού τόν άφησε μπροστά σ ' Ι ­
να ωραίο σπίτι, στή συνοικία Λάς'Άγκιλας. 1 "Ανοιξε τήν
πόρτα μια υπηρέτρια, όμως λίγα μέτρα παρακάτω 6
"Εκτορ, μέσα άπό ενα άλλο ταξί, νόμιζε ότι αναγνώρισε
πίσω άπό τήν υπηρέτρια ενα γνωστό του πρόσωπο.
Ποιος διάολος ήταν αυτός πού διακρινόταν εκεί πίσω ;
Ευτυχώς ό ταξιτζής ήταν λιγόλογος άνθρωπος και δεν
του έπιασε κουβέντα, ένώ εξ ω έπεφτε καταρρακτώδης

βροχή.
(( Βγαίνει ό τύπος, αφεντικό » είπε ό εξυπηρετικός τα­
ξιτζής ξυπνώντας τόν ντετέκτιβ με μια άγκωνιά.
Πράγματι, ό Λοΰκε Μεδίνα πλησίαζε ενα ραδιοταξί
συνοδευόμενος άπό τόν σπιτονοικοκύρη πού τόν σκέπαζε
με μια ομπρέλα. Ό Έκτορ προσπάθησε νά συγκεντρω­
θεί στο άτομο πού ακολουθούσε τόν Κουβανό. Παχου­
λός, με μουστάκι πού οί άκρες του υψώνονταν. Κάποια
1. Συνοικία μέ πολυτελείς κατοικίες στα βόρεια τής Πόλης του
Μεξικού.
[

ΐ5ΐ

]

φορά τον είχε συναντήσει, παραπλεύρως, σε κάποια εξί­
σου κερατένια υπόθεση. Τον έλεγαν Ραμον Βέγα και
ήταν ό ιδιοκτήτης της μοναδικής σημαντικής αλυσίδας
πορνοπεριοδικών της χώρας. Φυσικά, ήταν επίσης κουβανικής καταγωγής.
(( Θα τον παρακολουθήσουμε ; )) ρώτησε ό ταξιτζής
που είχε μπει για τα καλά στο ρόλο.
« Μέχρι το ξενοδοχείο και μετά πάμε για ΰπνο )>
αποκρίθηκε ό Έκτορ και χασμουρήθηκε.

Ό Λοϋκε Μεδίνα δεν λεγόταν Μεδίνα άλλα Γκάρυ Ράμος, ό όποιος με τή σειρά του ήταν Λάσαρο, όταν δού­
λευε πορτιέρης σε καμπαρέ. Προσωρινά ήταν και Πράδο, δταν φορούσε τή στολή των Ρέηντζερ, δίχως αυτό
να τον εμποδίζει να είναι ταυτόχρονα Βαλντές-Βάσκο,
γνωστός ώς Βέ-Βέ, στην περίπλοκη ιστορία του Ντίκ.
Ό μ ω ς ό Μεδίνα που δεν λεγόταν Μεδίνα έστηνε μια
επιχείρηση της CIA στο 'Ακαπούλκο και μελετούσε τήν
τιμή τής δόσης της κοκαΐνης, ήταν κριτής σε διαγωνι­
σμούς ομορφιάς, είχε κόψει τα χέρια τοΰ νεκρού Τσε
Γκεβάρα, έτρωγε πρόγευμα μαζί μ'έναν αρχαιοκάπηλο
και επισκεπτόταν τή νύχτα τον τσάρο τής πορνογρα­
φίας, ό όποιος εξάλλου ήταν πατριώτης του. Συνεργός
του ήταν Ινας υπαρχηγός τής 'Αστυνομίας τοΰ 'Ακα­
πούλκο και ένας συνταξιούχος αξιωματικός τοΰ πολεμι­
κού ναυτικού, φορούσε κοστούμια άπο λευκό λινό, άπο
[

152

]

τα όποια είχε Ιξι στην ντουλάπα του. 'Επιπλέον, ήταν ό
δολοφόνος τής αδερφής τής Άλίσια.
Στο σημείο αυτό τής σύνοψης, ό Έκτορ δεν ήταν
πολύ σίγουρος αν ήθελε νά τοΰ σπάσει και τα δύο πόδια
μέ Ινα μπαστούνι τοΰ μπέηζμπωλ ή νά τοΰ προσφέρει
τή θέση διευθυντή στο σχεδιασμό τής Ίμεβίζιον ή τής
Τελεβίζα, των δύο μεγάλων μεξικάνικων τηλεοπτικών
μονοπωλίων. Τό δίχως άλλο θα έκανε καλή δουλειά.
Κατά πάσα πιθανότητα θά ήταν ό πιο κατάλληλος για
τό χειρισμό τών δημοσίων σχέσεων κάποιου υποψήφιου
γερουσιαστή τοΰ PRI ή θά ήταν άψογος διευθυντής μιας
αλυσίδας σοΰπέρ μάρκετ. Ό ευπροσάρμοστος Μεδίνα, ό
Μεδίνα τών υπονόμων, ό ανεξιχνίαστος Μεδίνα πίσω
άπο τα γαμημένα μαΰρα γυαλιά του.
Ή περιέργεια έ'χει όρια. Α ν κάνεις κατάχρηση εξαν­
τλείται. Οι αμφιβολίες του ήταν πια περισσότερες άπο
τις ερωτήσεις. Δεν είχε όρεξη νά απαντήσει σε τίποτα,
ήθελε μόνο νά ξεχάσει τό σταυρόλεξο -ήταν πολύ περί­
πλοκο τό άτιμο-, νά τό πετάξει στα σκουπίδια και νά
ασχοληθεί μέ τήν αποστολή ανθοδέσμης στή γειτόνισσα
τοΰ έβδομου που μόλις χώρισε, είχε έναν γιο στην κού­
νια και έκλαιγε τις νύχτες μέ αναφιλητά.
Άπα τήν άλλη, οι δυνατότητες τοΰ Έκτορ στην κα­
ταδίωξη είχαν παντελώς εξαντληθεί. Έάν ό Μεδίνα δεν
ήταν εκπαιδευμένος στή σχολή κατασκόπων τής Ντίσνεϋλαντ, θά τον είχε πάρει χαμπάρι. Κι αν συνέχιζε νά
κινείται έ'τσι, σήμαινε απλώς ότι έ'γραφε στα παλιά του
[

153

]

τα παπούτσια τον Έκτορ πού τον παρακολουθούσε. Ό
Μεδίνα πρέπει να είχε μπουχτίσει πια να βλέπει έναν
μονόφθαλμο με καμπαρντίνα πού είχε γίνει ή σκιά του.
Α ν δεν είχε μπουχτίσει ακόμα χειρότερα, γιατί αυτό
σήμαινε δτι ή CIA έστηνε στο Μεξικό μια τόσο μεγάλη
δουλειά, κάτι σαν να κλέψουν το άγαλμα τοϋ θεού Τλάλοκ, ολόκληρο, με τους έντεκα τόνους του. Μάλλον θα
το είχαν συμφωνήσει εκ τών προτέρων με τον Πρόεδρο
της Δημοκρατίας, ένώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
θα ήταν ό τριτεγγυητής της επιχείρησης.
Αυτά σκεφτόταν ό Έκτορ με τάξη, ενάντια στις χα­
οτικές του συνήθειες, ένώ περίμενε τον Μεδίνα ν'ανέβει
σε ενα αεροπλάνο της Mexicana πού θα τον πήγαινε στή
Μορέλια. Ή Άλίσια τον είχε ειδοποιήσει νωρίς το πρωί
και ό Έκτορ, πιο πιστός στή ρουτίνα άπό δημόσιο υ­
πάλληλο πού απειλείται άπό μείωση προσωπικού, πήγε
συνεπής στο ραντεβού. Ούτως ή άλλως, ελάχιστα κοι­
μήθηκε εκείνη τή νύχτα με τα άστραπόβροντα. Του είχε
σφηνωθεί στο μυαλό ή ιδέα πώς ήταν ή νύχτα τοΰ κα­
τακλυσμού και ή πλημμύρα θα κατέστρεφε τήν Πόλη
τοΰ Μεξικού μια για πάντα.
Δεν ήταν τόσο τρομερά τα πράγματα. Μόνο μερικά
πεσμένα σπίτια, διακόσιοι πληγέντες σε μια συνοικία
δπου ξεχείλισε ό υπόνομος και δύο νεκροί πού εγκλωβί­
στηκαν στο αυτοκίνητο τους στην Περιφερειακή.
Ό Μεδίνα ούτε καν έδειχνε βρεγμένος. Ό "Εκτορ
αποφάσισε να τον αφήσει να διασχίσει μονάχος του τη
[

154

χώρα. Μισή ώρα μετά μίλησε με Μορέλια κι έδωσε τα
στοιχεία τοΰ Κουβανού σ' έναν συνταξιούχο ηθοποιό τοΰ
θεάτρου, φίλο του. Τοΰ ζήτησε να παρακολουθήσει τον
Μεδίνα, στο όνομα της τέχνης. Περιέργως ό φίλος του,
ό ηθοποιός, τηλεφώνησε στον Έκτορ το επόμενο πρωί
και τοΰ είπε δτι ο Μεδίνα επέστρεφε στην πρωτεύουσα.
Τοΰ είπε ακόμα δτι το πέρασμα του άπό το Μιτσοακάν
ήταν πολύ σύντομο. Άπό τή Μορέλια ταξίδεψε με αυτο­
κίνητο ως τή θάλασσα, άπό αδιάβατους δρόμους. Είχε
σταματήσει σ'ενα μικρό χωριό ψαράδων κοντά στα σύνο­
ρα με τήν πολιτεία Γκερέρο και ύστερα επέστρεψε. Ό
ηθοποιός δεν είχε παρακολουθήσει τον Μεδίνα, απλώς
περιορίστηκε νά ρωτήσει τον όδηγο τοΰ τουριστικού
ταξί πού πήρε.
«Και κάθισε πολλή ώρα νά κοιτάξει τή θάλασσα,
Μαρσέλο ; » ρώτησε ό "Εκτορ.
«Κάμποση» αποκρίθηκε ό φίλος του άπό το τηλέ­
φωνο. « Ήταν μαζί του και ό αρχηγός της 'Αστυνομίας
της πολιτείας ».
(( Ρε νά πάρει ! » είπε ό ντετέκτιβ μόλις έκλεισε ό φι­
λαράκος του.

9.
01 δρόμοι
θορυβώδεις κι 'έρημοι
είναι ποτάμια της σκιάς
πού βγάζουν στή θάλασσα.
MAPLES ARCE

Τήν επόμενη μέρα έ'βρεχε και ό Έκτορ έχασε πάλι τον
Μεδίνα. Ό Κουβανός μπήκε στο ξενοδοχείο Βερολίνο
άπο τήν κεντρική είσοδο, μετά τήν επιστροφή του άπο
το ταξίδι στο Μιτσοακάν, και ποτέ δέν πήρε δωμάτιο.
Πιθανώς εξαφανίστηκε βγαίνοντας άπό το πάρκινγκ. Το
είχε σκάσει πάλι. Κι αν δέν έ'μπαινε σε αεροπλάνο, οΰτε
ή 'Αλίσια θα τον ξανάβρισκε. Ό Έκτορ παραδέχτηκε
τήν ήττα του και πήγε στο γραφείο του να δει τή βροχή
καθισμένος στην ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα.
Έβρεχε με ιδιαίτερη μανία, ό άνεμος κοπανούσε πά­
νω στο παράθυρο το νερό πού θαρρείς και θα έ'σπαγε τό
κρύσταλλο. Ό δρόμος ήταν άδειος, τα αυτοκίνητα είχαν
παραδοθεί στην ανελέητη επίθεση της μπόρας. Κατά
κάποιο τρόπο ό Έκτορ τό απολάμβανε, ένώ άναβε τό
χιλιοστό τσιγάρο του. Ή βροχή σε κλείνει μέσα στον
εαυτό σου, δημιουργεί μια πυκνή κουρτίνα « ά π ' ε ξ ω » ,
σε καλεί στην υπομονή και στο τζάκι, στή μοναξιά και
τό διάβασμα, στις ευχάριστες αναμνήσεις.
[

157

]

"Υστερα άπ'ολα αυτά, δεν θα ήταν κακό να ξεφορ­
τωθεί τον Λοΰκε Μεδίνα. Πόσες φορές είχε πει τα 'ίδια
τήν τελευταία εβδομάδα; Έψαξε στο χρηματοκιβώτιο
το μυθιστόρημα ενός Γερμανού. Ήταν δύο τόμοι και το
φύλαγε ακριβώς για μια τέτοια μέρα. Το βιβλίο είχε
τίτλο Ό Μάγος και υποσχόταν να αφηγηθεί τήν ιστορία
ενός παράξενου άτομου στή Γερμανία, τήν τελευταία
χρονιά του ναζισμού. Δίπλα στο βιβλίο υπήρχαν δύο πα­
λιά πακέτα τσιγάρα και τέσσερα-πέντε αναψυκτικά, όλα
τοποθετημένα το Ινα δίπλα στο άλλο περιμένοντας μια
μέρα σάν εκείνη. *Αν είχε λίγο συνάχι, ή πρόφαση θα
ήταν τέλεια. Συναχωμένοι ντετέκτιβ βροχερής μέρας,
ενωθείτε. Είχε βιβλίο, τσιγάρα και αναψυκτικό. Μια
κουβέρτα θα ήταν ό,τι έπρεπε.
Ό Έκτο ρ Μπελασκοαραν Σάυν έπεσε στή μεξικάνι­
κη ροζ πολυθρόνα, άνοιξε τήν πρώτη σελίδα του βιβλίου
και βυθίστηκε για τα καλά σε Ιστορίες άλλων. Οι δικές
του δεν χρησίμευαν για πολλά.
Διάβασε περίπου μια ώρα. Έ ξ ω ή βροχή είχε δυνα­
μώσει. Και αν ό Μεδίνα χανόταν γιά πάντα, καλύτερα.
Τί υπέροχο και τέλειο θαΰμα θα ήταν νά εξαφανιστεί ό
Κουβανός άπό τή ζωή του. Διάβασε άλλη μισή ώρα.
Ό ντετέκτιβ κοίταξε προσεκτικά άπό το παράθυρο.
"Υστερα φύλαξε το βιβλίο, τα τσιγάρα και τα αναψυ­
κτικά στο χρηματοκιβώτιο και βγήκε στο δρόμο κουμ­
πώνοντας επιμελώς τήν καμπαρντίνα του, πεισμένος δτι
ήταν ανώφελο νά βραχεί, ότι δεν είχε ιδέα για το που θά
[

158

]

βρει τον Μεδίνα, δτι ήταν ηλίθιο νά γίνει μουσκίδι.
Ό μ ω ς ήταν βέβαιος δτι αν παραιτούνταν, ό Έκτορ
Μπελασκοαραν Σάυν θα γινόταν χίλια κομματάκια και
κανένας δεν θά μπορούσε νά τα ενώσει.
Ή καταιγίδα τον υποδέχτηκε στην πόρτα και ή
βροχή τον χτύπησε καταπρόσωπο.

Ό Ντικ παρουσιάστηκε στην είσοδο του σπιτιού του τά
ξημερώματα, ταλαιπωρημένος άλλα χαμογελαστός. Ό
Έκτορ φταρνίστηκε γιά νά τον υποδεχτεί. Είχε συναχωθεΐ.
« Δεν πρόκειται νά φάω ποτέ πια αστακό στή ζωή
μου, κολλητέ » του είπε στα ισπανικά.
Ό Έκτορ χώθηκε ξανά στο κρεβάτι. Τά παπιά κυ­
κλοφορούσαν ελεύθερα γύρω άπό τά πόδια του δημοσιο­
γράφου που έβγαλε άπό τήν τσέπη Ινα κέηκ και τό έτρι­
ψε πάνω στο χαλί.
« Τον έχασες, έ ; » ρώτησε ό Ντίκ.
Ό "Εκτορ κούνησε καταφατικά τό κεφάλι.
« Ό μ ω ς ένας φύλακας-άγγελός μου τον ξετρύπωσε.
Πριν άπό λίγο τηλεφώνησε ό αδερφός μου και μου είπε
δτι κάτι φιλαράκια του είπαν νά μου πεϊ νά φάω σήμε­
ρα στο Καφέ Παρί ».
« Τί περίεργο, έχουμε φύλακες-άγγέλους » είπε ό
Ντίκ. « 'Εγώ τηλεφώνησα στο περιοδικό και μου είπαν
δτι ό Ράμος βρισκόταν στό ξενοδοχείο Πρινσέσα. Ό
[

159

γνωστός μου στο Στέητ Ντηπάρτμεντ για τήν περίστα­
ση μοΰ είχε αφήσει το μήνυμα».
« Δεν σε ξαφνιάζει που τόσος κόσμος θέλει να παρα­
κολουθήσουμε τον Μεδίνα-Ράμος ; »
« Δεν δίνω δεκάρα αν μέ χρησιμοποιούν. 'Εγώ αυτό
κάνω κάθε μέρα. Θέλω τον Ράμος. Τον θέλω δεμένο και
τυλιγμένο σέ πακέτο μέ φραουλι φιόγκο. Θέλω δυο μπί­
ρες για να κατουρήσω και νά φύγει εντελώς το δηλητή­
ριο ».
« Τ ί ήταν; Τί σου είπαν οί γιατροί;»
« Δέν το βρήκαν. Τί σημασία έχει ; 'Ακόμα κι αν δέν
μάθω ποτέ ποιος μέ δηλητηρίασε, θέλω τον Ράμος πιο
πολύ από πρίν».
Ό "Εκτορ συμφώνησε. Τα παπιά, μέ τον εντελώς δι­
κό τους τρόπο, είπαν κι αυτά ναί.

Ή πόλη ζοϋσε σέ προεκλογικό πυρετό. Σιγά σιγά γέμι­
ζε μέ συνθήματα που προπαγάνδιζαν μια υποψηφιότητα
διαφορετική άπό το PRI και σαφώς αντίπαλη. Κάθε τό­
σο ό "Εκτορ έψαχνε νά βρει σέ κάποιον τοίχο τις απο­
δείξεις δτι ό αδερφός του ό Κάρλος ήταν ανακατεμένος
στην υπόθεση. 'Αρκετά συνθήματα είχαν το στυλ, αν δχι
του Κάρλος, σίγουρα πάντως τών « καλλιτεχνών » της
γενιάς του. « "Οσοι ακόμα τα κάνουν πάνω τους, ας ψη­
φίσουν PRI », « Θα δάνειζες το ποδήλατο σου στον υπο­
ψήφιο του PRI της περιοχής; Τότε γιατί θα τον ψηφίι6ο

σεις ; Ζήτω ό Κουαουτέμοκ ! », « Μέ λίγη πίστη, θα γλι­
τώσουμε επιτέλους άπο αυτά τ'αρπακτικά. Επιτροπή
καρδενικών της 11ης περιφέρειας ». « Ή γειτονιά μας
δέν θα επιτρέψει άλλη έκλογονοθεία. Φτάνει ! »
Μέσα άπο το ταξί ό "Εκτορ χάζευε τους τοίχους που
μιλούσαν. Ό Ντίκ έπιασε το βλέμμα του.
(( "Εχουν καμιά πιθανότητα οί καρδενικοί ; ))
« Ρωτάς λάθος άνθρωπο. 'Εγώ προτού ασχοληθώ μέ
τον Μεδίνα ήμουν σέ άλλον πλανήτη. Συνήθως ό κόσμος
δέν δίνει δεκάρα για τις εκλογές. Στο γραφείο μου δλοι
θα ψηφίσουν τον Κουαουτέμοκ. Ό Κάρλος, ό Χιλμπέρτο και ό μηχανικός Βιγιαρεάλ. Νομίζω δτι κι έγώ το
ίδιο θα κάνω ».
Είχαν περάσει το πρωινό τους σέ μια επιστημονική
διάλεξη μέ τον Μερλιν Γκουτιέρες, ήλεκτροτεχνίτη και
σπιτονοικοκύρη του Μπελασκοαράν. Ό Μερλιν τους νοί­
κιασε μια βαλίτσα μέ ηλεκτρονικά εξαρτήματα. Τους
φλόμωσε στις οδηγίες άλλα ό "Εκτορ πίστευε δτι είχε
καταλάβει τις μισές.
Το ταξί τους άφησε δύο οικοδομικά τετράγωνα άπο
το ξενοδοχείο Πρινσέσα σ'εναν κάθετο δρόμο της Ρεφόρμα. Περίμεναν υπομονετικά τον Μεδίνα νά βγει γιά
φαγητό, κάτι που έγινε γύρω στις δύο και μισή. Μπήκαν
μέ υβριδικό ύφος, μείξη ύφους συνωμότη και υδραυλικού
πού ζητάει δουλειά. Μέ πέντε χιλιάδες πέσος έ'μαθαν
ποιο ήταν τό δωμάτιο του Κουβανού. « Ό κύριος Μένα,
κατάλαβα. Το 207 ». Μέ τριανταπέντε χιλιάδες έκλεισαν
[

ι6ι

]

το διπλανό δωμάτιο. Με άλλες δέκα χιλιάδες, δ υπεύθυ­
νος έπαθε μια ακαριαία κρίση αμνησίας. 'Ακολούθησαν
υδραυλικές εργασίες.
Ό καθρέφτης του μπάνιου επικοινωνούσε με τον κα­
θρέφτη του διπλανού δωματίου. Τον ξεκρέμασαν οπλι­
σμένοι με μεγαλύτερη υπομονή παρά επιδεξιότητα και
τοποθέτησαν ένα μικρόφωνο στη δίοδο του κλιματισμού
προς το δωμάτιο του γείτονα.
« Πιστεύεις δτι θ'ακούσουμε τίποτα; »
« Όταν κάνει μπάνιο, σίγουρα θα τον ακούσουμε να
τραγουδάει ».
Ό Έκτορ άρχισε να φταρνίζεται δυνατά. Ό Ντίκ ά­
νοιξε το βαλιτσάκι του κι έβγαλε μια μπουκάλα τζίν, λες
και είχε τη βεβαιότητα δτι το αλκοόλ εξορκίζει τους ιούς.
« Μας έχουν δει πάμπολλες φορές. Δεν νομίζεις ότι
θά έπρεπε να μεταμφιεστούμε;» ρώτησε τον ντετέκτιβ.
« Μπορώ νά ντυθώ χωριατοπούλα με κόκκινη φού­
στα. Αυτό τό μάτι, δμως, τί θά το κάνω ; » είπε ό "Ε­
κτορ δείχνοντας τό μαύρο μπάλωμα.
Ό ντετέκτιβ και ό δημοσιογράφος κοιτάχτηκαν για
λίγο, κι αν δεν ήταν και οι δύο πολύ κουρασμένοι, ΐσως
νά γελούσαν.
Τό απομεσήμερο ό Μεδίνα-Ράμος έπεσε νά πάρει
έναν υπνάκο. Γύρω στις πεντέμισι χτύπησε τό τηλέφω­
νο. Ό "Εκτορ είχε πάει στο μπάνιο νά κατουρήσει και
έτρεξε προς τά ακουστικά πού ήταν συνδεδεμένα σ'ενα
κασετόφωνο.
[

162

]

(( Όπως θέλεις έσύ, φίλε μου » είπε ό Κουβανός στο
τηλέφωνο. «.. .Κανένα πρόβλημα... Την ίδια ώρα στο
ίδιο μέρος... εντάξει, αδερφέ...»
"Υστερα έκλεισε και σφύριξε για λίγο τό " New York,
New York". Οι βρύσες του νιπτήρα του Κουβανού άνοι­
ξαν. Περίεργοι θόρυβοι. Έπλενε τά δόντια του. Δύο
απαλά χτυπήματα στην πόρτα. Ό Μεδίνα δεν έκλεισε
τή βρύση, δμως βγήκε από τό μπάνιο κι έκλεισε την
πόρτα. Μπερδεμένοι θόρυβοι. Μακριά, μια γυναικεία
φωνή έλεγε κάτι ακατανόητο. Ό Ντίκ μπήκε στο μπά­
νιο και μέ τά φρύδια του ρώτησε τον Μπελασκοαράν αν
συνέβαινε κάτι στο διπλανό δωμάτιο. Ό Έκτορ κούνη­
σε καταφατικά τό κεφάλι και μοιράστηκε τά ακουστικά
μέ τον δημοσιογράφο. 'Επιτέλους, Ινας καθαρός θόρυ­
βος. Ήταν ή πόρτα του μπάνιου πού άνοιγε.
«.. .νά κάνω πολλά πράγματα, μωρό μου » - ή βρύ­
ση τοΰ μπάνιου έκλεισε. « 'Αλλά συνέχεια σκεφτόμουν
εσένα. Ακόμα και στον ύπνο μου».
« Ά χ , τί ψεύτης που είσαι, Ραμόν » ακούστηκε μια
γυναικεία φωνή. « Ραμόν ; » Πότε τή γνώρισε αυτή ;
« Έ γ ώ λέω ψέματα στους τελωνειακούς, γλύκα μου.
Στην πριγκιπέσα μου δεν λέω ποτέ ψέματα».
« Έ χ ε ι λίγο παλαιικό στυλ τό κάθαρμα » ψιθύρισε ό
Ντίκ. Ό "Εκτορ συγκατένευσε.
« Έ λ α , Ραμόν, παράγγειλε κάτι άπό τό μπαρ».
« Έ χ ω εδώ στο μίνι μπαρ, κούκλα. Πές μου τί θέ­
λεις ; »
[

ι63

]

«Μια Πίνα Κολάδα με ρούμι, με τροπική γεύση».
(( Πρόκειται για μεγάλο ψώνιο » εΐπε ό Έκτορ. Ό
Ντίκ συγκατένευσε.
« Δεν ζεσταίνεσαι ; Βγάλε κανένα ροΰχο μέχρι να
βρώ παγάκια».
(( Τί ωραία ή πιτζάμα σου, Ραμόν. Εΐναι μεταξωτή ; »
« Βέβαια, μαλακίες λέμε ; Φυσικά θα είναι μετα­
ξωτή » είπε ό "Εκτορ.
« Έ λ α , αγάπη μου, άσε με να σου ξεκουμπώσω το
μπλουζάκι ».
« "Αχ, άσε, θα το ξεκουμπώσω έγώ, άλλα μή με
κοιτάς έτσι, γύρνα την πλάτη ».
<( Ντροπαλή του βγήκε » σχολίασε ό Ντίκ.
(( Ντροπαλή μου βγήκες » είπε ό Μεδίνα.
« Ναί. Μή με κοιτάς. Έ γ ώ θα σου δίνω πράγματα,
θα τα βλέπεις και θα τα φαντάζεσαι δλα. Ναί ; »
«Καλά θα κάνει να προσέχει, ό Μεδίνα μπορεί να
της κλέψει ακόμα και τα παπούτσια» είπε ό "Εκτορ.
« Δεν φοράς σουτιέν, μωρό μου ; »
«Δεν μου χρειάζεται, λεβέντη μου».
(( Κοίτα πόσο θάρρος πήρε, στην αρχή μιλούσαν στον
πληθυντικό » σχολίασε ό Ντικ με γλωσσολογικό ενδια­
φέρον.
« Ώραΐο κιλοτάκι » είπε ό έκφυλος Μεδίνα.
« Για σένα το φόρεσα. Τώρα βγάλε τήν πιτζάμα σου
χωρίς να γυρίσεις, Ραμόν».
« Και τα παπούτσια, μωρό μου ; »
[

ι64

]

« Θα τα φοράω, γιατί αλλιώς δίπλα σου θα είμαι
πολύ κοντούλα και θέλω να το κάνουμε στα όρθια ».
« Στα δρθια, καρδιά μου ; Έμενα μου αρέσει στο
κρεβάτι ».
« Ρε τον κοπρίτη, δεν θέλει να κουραστεί » σχολίασε
ό Έκτορ.
« Θα μου κάνεις δμως το χατίρι, έτσι ; » είπε εκείνη.
(( 'Αμάν ! Τί σκατά είναι αυτό ! » είπε ό Μεδίνα αλλά­
ζοντας ξαφνικά τόνο.
«Δέν σ'αρέσει;» είπε εκείνη.
« Α ν τ ε χάσου άπό δω! Α ι στον διάολο! Είσαι άν­
τρας ! »
« Α χ , καλέ, Οχι τόσο δσο εσύ».
« Πάρε τή μαλαπέρδα άπό μπροστά μου, γαμώτο ! »
<( Α , μα τί έπαθες, Ραμόν ; »
« Τί έπαθα ; Μα είσαι άντρας, γαμώτο ! »
«Τήν πάτησε ό Μεδίνα» είπε ό Έκτορ.
(( Τήν πάτησε ό Ράμος » είπε ό Ντίκ στα ισπανικά
κουνώντας το κεφάλι με ΰφος θλιμμένο.
. « Και δέν το είχες καταλάβει ; » είπε ή γυναίκα πού
αποδείχτηκε άντρας.
« Βλέπεις, Ντίκ, τί παθαίνεις άν δέν προσέχεις ; » είπε
ό Έκτορ βγάζοντας το ηθικό δίδαγμα τής ιστορίας.
(( Ρε να πάρει ! » είπε ό Μεδίνα.
« Μιας και είμαστε έτσι, δλοι γυμνοί, άς μή χάσου­
με τήν ευκαιρία. Έ γ ώ δέν θά το πώ σε κανέναν » είπε
αύτός/αύτή.
[

ι65

]

« Εντάξει, τί να κάνουμε » είπε ό Μεδίνα. « Ό μ ω ς
έγώ θα σου τή βάλω ».
« 'Εντάξει, τί να κάνουμε » εΐπε αύτή/αύτός.
« Βλέπεις που δλα διορθώνονται ; » είπε ό Ντίκ.
« Ποιος να το φανταζόταν! » είπε ό Έκτορ κι έβγα­
λε τα ακουστικά.

Το ραντεβού δίχως ώρα αποδείχτηκε δτι ήταν στις εννιά
το βράδυ σε κάτι αποθήκες κοντά στην κεντρική λαχα­
ναγορά. Ό Έκτορ έμεινε σε απόσταση ασφαλείας, όμως
είδε τον Μεδίνα να επιθεωρεί δύο μεγάλα φορτηγά μαζί
μ'έναν τύπο με μουστακάκι και σταυρωτό σακάκι. Έ ­
κανε κρύο και ό Έκτορ άφησε το ζευγάρι να κουβεντιά­
ζει στις αποθήκες και πήγε στο σπίτι του να ταΐσει τα
παπιά.
Τα ζώα ήταν ευτυχισμένα και δεν τον εϊχαν πεθυμή­
σει πολύ. Είχαν μάθει ν'ανεβαίνουν στο τραπέζι της
κουζίνας άπο ενα δρόμο που τους έφτιαξε ή Άλίσια με
χαρτόκουτα, με παντόφλες επάνω σε σκαμνιά, με πιάτα
και μανταλάκια για τα ρούχα. Σε λίγο θα μάθαιναν να
χρησιμοποιούν το φούρνο μικροκυμάτων της γειτόνισ­
σας για να φτιάξουν σάντουιτς και το ηλεκτρικό σίδερο
τοΰ Μάγου, για να ζεσταίνουν τα σεντόνια τοΰ κρεβα­
τιού τις χειμωνιάτικες νύχτες. Ό Ο.Π. είχε διάρροια, ό
Χ.Χ. έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση στο πατέ (κάτι πού
επιβεβαίωνε την άποψη τοΰ Έκτορ δτι το μεξικάνικο
[

166

πατέ κατασκευαζόταν με οτιδήποτε άλλο έκτος άπο συ­
κώτι πάπιας. *Η δτι οί πάπιες ήταν κανίβαλοι). Ό Έ ­
κτορ τα παρατήρησε να σουλατσάρουν πάνω στο τραπέ­
ζι της κουζίνας, τους άλλαξε το θολό νερό δπου έπιναν,
κολυμπούσαν και κατουρούσαν, και πήγε να βάλει μπο­
λερό τοΰ Σέσαρ Πορτίγιο δε λα Λούς στο πικάπ.
Στο πάτωμα, δίπλα στο πικάπ, ήταν δύο γράμματα.
"Ισως να τα άφησε εκεί ό Μάγος, ό σπιτονοικοκύρης του
ή ή Άλίσια. Ό Ινας φάκελος είχε σφραγίδα της Βαγιάρτα. Ήταν άπο το κορίτσι με την αλογοουρά. Λα­
κωνική: «Είμαι στο δρόμο. Πώς πάνε τά παπιά; Θα
σοΰ άρεσε ή θάλασσα. Έ γ ώ ».
Ό Έκτορ είχε τις αμφιβολίες του για το θέμα. Έξαλ­
λου, πίστευε δτι ποτέ πια δεν θα προσπαθοΰσε νά πάει
κολυμπώντας στο Χονγκ Κόνγκ, υπήρχαν πιο βολικοί
τρόποι.
Το άλλο γράμμα ήταν ανώνυμο, γραμμένο σε γρα­
φομηχανή. Ήταν μια παλιά γραφομηχανή, με μελανοταινία ξεθωριασμένη άπο τή χρήση και τήν ξηρασία του
χώρου. Δεν ήταν τόσο λιγόλογη δσο ή άπανταχούσα της
κοπέλας.
(( Ό άντρας πού παρακολουθείς είναι ανακατεμένος
στο εμπόριο δπλων με προορισμό τους Κόντρας τής Νι­
καράγουας. Μην αμφιβάλλεις, είναι έγκυρη πληροφορία.
Επειδή δεν γίνεται νά δουλεύει απευθείας, χρησιμοποιεί
Μεξικάνους εμπόρους ναρκωτικών σε μια συνδυασμένη
επιχείρηση. Στα ανταλλάγματα πού τοΰ ζήτησαν για νά
[

ι<?7

Ό Ντίκ τον πληροφόρησε δτι ό Μεδίνα εΐχε περάσει τή
μέρα του στο ξενοδοχείο, απαντώντας σε τηλεφωνήματα
δπου τίποτα δεν ήταν κατανοητό. Ό άλλος/άλλη, πού
προτιμούσε το σεξ στα όρθια, εΐχε εξαφανιστεί τα ξημε­
ρώματα. Ό Ντίκ έδωσε στον ντετέκτιβ μια λίστα μέ
ψώνια πού περιλάμβανε τρία κιβώτια μπίρα τεκάτε 1 , δύο
μπουκάλια τζιν και πολλές εφημερίδες. Α ν μπορούσε να
βρει επαρχιακές, ακόμα καλύτερα. Ό δημοσιογράφος
ένώ έλεγε τή λίστα φταρνίστηκε δυνατά. Μάλλον είχε
κολλήσει το συνάχι.

« Α σ ε ν'ακούσω την κασέτα δυο-τρεΐς φορές, 'ίσως
να βρω μια άκρη στις συζητήσεις αύτοϋ του ηλίθιου.
Έ χ ω την εντύπωση δτι πλησιάζει ή ημερομηνία».
« Κάνε έσυ τον ντετέκτιβ, εγώ θα κάνω τή shopping
lady» είπε ό Έ κ τ ο ρ.
Ή δύσκολη στιγμή ήταν να διασχίσει το διάδρομο.
Ανάμεσα στην πόρτα του δωματίου του και τα ασανσέρ
βρισκόταν το δωμάτιο τοϋ Μεδίνα και πάντα υπήρχε το
ενδεχόμενο να πέσει πάνω στον Κουβανό. Έ τ σ ι ό Έ ­
κτο ρ αναγκάστηκε να έχει το χέρι του στο πιστόλι ένώ
περνούσε μπροστά άπο τήν πόρτα τοϋ Μεδίνα προς τις
σκάλες της σωτηρίας. Κατέβηκε έναν δροφο και πήρε το
ασανσέρ άπο τον πέμπτο για νά βγει στον ήσυχο δρόμο.
Αυτή τή φορά δλα πήγαν καλά. Όταν δμως διέσχι­
ζε τή Ρεφόρμα και έτρεχε ανάμεσα στα αυτοκίνητα,
δπως πάντα, δίχως νά περιμένει το πράσινο, είχε τήν
εντύπωση δτι δύο τύποι μέ κοστούμια ήταν πίσω του,
επαναλαμβάνοντας τή συγκλονιστική εμπειρία. ' Πήδηξε
στο πεζοδρόμιο αποφεύγοντας ενα λεωφορειάκι και κοί­
ταξε πίσω του. Βρίσκονταν δέκα μέτρα πιο πέρα και τον
κοίταζαν και οι δύο. Κοίταζαν αυτόν, δχι τα αυτοκίνη­
τα. Έβγαλε το σαρανταπεντάρι του, το δπλισε και τους
το έδειξε. Τ Ηταν μια υπολογισμένη πράξη τρέλας.
Όποιος τον έβλεπε θά πίστευε δτι έπαιζε μέ το πρόωρο

1. Μπίρα σε κουτί' διατίθεται κατά κανόνα σέ κιβώτια των Ιξι
τεμαχίων.

1. 'Αναφορά σέ προηγούμενο βιβλίο τοϋ Τάιμπο II ( Χωρίς
τέλος, "Αγρα, 2000).

στήσει τή δουλειά στο Μεξικό, περιλαμβάνεται το δτι
ένα μέρος των οπλών θα έμεναν έδώ για να χρησιμεύ­
σουν σέ άλλη υπόθεση, εξίσου ενοχλητική. Περιττό να
ποϋμε δτι πρέπει να προσέχεις πολύ. Να καταστρέψεις
το σημείωμα αυτό. Υπογράφουμε μερικοί φίλοι που
έχουμε τα ϊδια συμφέροντα μ'εσένα στην υπόθεση».
Ό "Εκτορ διάβασε το γράμμα δύο φορές και μετά το
ακούμπησε στη φλόγα τοϋ αναπτήρα, βρίσκοντας ευκαι­
ρία ν'ανάψει κι ενα Δελικάδο. "Αφησε το χαρτί να καεί
στο σταχτοδοχείο. 'Απόλαυσε το τσιγάρο του ενώ στο
πρόσωπο του σχηματίστηκε Ινα χαμόγελο.
Οι φύλακες-άγγελοι δούλευαν υπερωρίες.

[

1.68

]

[

ι69

]

αίσιο

χριστουγεννιάτικο δώρο για τα ανιψάκια του. Κανένας
δέν βγάζει Ινα πιστόλι στή μέση της Ρεφόρμα στην
εποχή μας, έκτος κι αν είναι της ομοσπονδιακής αστυ­
νομίας. Ωστόσο οί δύο κοστουμαρισμένοι έλαβαν το μή­
νυμα. Μπροστά στην κάννη του όπλου οπισθοχώρησαν
άπο έκεΐ που είχαν έρθει, μέ μικρά πηδηματάκια. Μά­
λιστα ή μεγάλη επιτυχία της κίνησης του "Εκτο ρ ήταν
δταν ό ένας άπο τους δύο έ'πεσε πάνω σ'ένα ποδήλατο
μέ ψωμιά και γκρεμοτσακίστηκε μέ σχισμένο το παντε­
λόνι. Ό ντετέκτιβ δέν ενδιαφέρθηκε να μάθει τήν εξέλι­
ξη και τάχυνε το βήμα του.
ΟΊ φόβοι του ήταν μεταφυσικοί, επί της ουσίας με­
ταφυσικοί. Α ν δέν πατούσε τα φυτά, θα έ'φτανε τα 85.
*Αν το φώς τοϋ νέον δέν τον άγγιζε, θά έκανε γιό. Α.ν
κατάφερνε να αποφύγει το χτύπημα τοΰ προφυλακτήρα
εκείνου τοΰ Ντάτσουν, θά ήταν άλλη μια φορά αθάνα­
τος, σκέφτηκε, και πήδηξε μπροστά. Ό αέρας πού προ­
κάλεσε το αυτοκίνητο πέρασε δίπλα άπο τον ντετέκτιβ
μέ εξήντα χιλιόμετρα τήν ώρα. Οΰτε πού τοΰ χάλασε
τήν κόμμωση. Φώς φανάρι, ήταν αθάνατος.
Τουλάχιστον ώς τήν επόμενη φορά.

10.
"Άς φανταστούμε μία μόνο στιγμή:
Οί κοινωνικές τάξεις στο κεφάλι τον Καντίνσκι.
Ή άρνηση της άρνησης μέσα στο κεφάλι τοϋ Ντικ Τρέησν.
ROQUE DALTON

Δέν γίνεται να παραβλέψεις ποιος είναι το θύμα και
ποιος ό θύτης. Ό φόβος τότε δέν έ'χει να κάνει μόνο μέ
τα χειρότερα προαισθήματα για το τί θά απογίνεις στην
πρώτη απροσεξία, άλλα επίσης έχει σχέση μέ το δτι δέν
ξέρεις που βρίσκεσαι και τί θά πουν για σένα οί φίλοι
όταν σέ δουν μακαρίτη. Ό φόβος, λοιπόν, είναι μια μορ­
φή συλλογισμοΰ, ένας τρόπος σκέψης. Χρήσιμος και
ελάχιστα πρακτικός.
Ποιος παρακολουθούσε ποιόν; Λές να έπαιζε μαζί
τους ό Μεδίνα-Ράμος ; Τί νόημα είχαν δλα αυτά ; Οί τύ­
ποι πού προσπάθησαν να τον παρακολουθήσουν, τον πε­
ρίμεναν εξω άπο το ξενοδοχείο ; Τους είχαν άραγε εντο­
πίσει, τους αναγνώρισαν μέ ονόματα, επώνυμα και διευ­
θύνσεις κατοικίας; Μήπως έκαναν πώς τους παρακο­
λουθούσαν στα ψέματα για νά τους δείξουν δτι τους πα­
ρακολουθούν άλλα ό ντετέκτιβ και ό δημοσιογράφος κα­
τάφεραν νά τους μπερδέψουν ; Μπορούσαν νά τους μπερ­
δέψουν ; Ή μήπως, στην πραγματικότητα, οί άλλοι τους
είχαν συνέχεια κάτω άπο το μικροσκόπιο ;
[

171

]

Ό Έκτορ περπάτησε τα τρία τελευταία οικοδομικά
τετράγωνα ως τη γωνία του σπιτιού του, κοιτώντας κά­
θε δύο λεπτά πίσω του. Ένας νευρόπονος άρχισε να τον
χτυπάει στο αριστερό νεφρό. Δεν ήταν νεφρίτιδα, ήταν
απλός και κοινός φόβος.
Το φώς του δωματίου ήταν αναμμένο. Σκασίλα του.
Μπορούσαν να τό κρατήσουν για πάρτη τους, οποίοι κι
αν ήταν. Θα αναλάμβαναν και τα παπιά. Όταν ήταν
έτοιμος να πάει για ύπνο στο σταθμό υπεραστικών λεω­
φορείων, και με λίγη τύχη να πάρει Ινα για τή Σιουδάδ
Χουάρες, ή Άλίσια βγήκε στο παράθυρο. Ό Παρασκευάς φρουρεί τό ερημονήσι, σκέφτηκε ό Ροβινσώνας.
'Ανέβηκε τις σκάλες πιο ήρεμος, μολονότι του απέμενε
μια μικρή αμφιβολία σε μια γωνιά του μυαλού του.
Έβγαλε τό σαρανταπεντάρι και χτύπησε με δαΰτο την
πόρτα τοϋ σπιτιού του.
« Τάιζα τα παπάκια » είπε ή 'Αλίσια χαμογελαστή
δίχως να δώσει σημασία στο πιστόλι.
« Ναί, είδα τί έκανες... 'Αλήθεια, έσυ μάλλον ποτέ
δεν είχες αδερφή... ))
« Π ο υ τό βρήκες πάλι α υ τ ό ; » ρώτησε ή Άλίσια
κοιτώντας τον τρυφερά. Έμοιαζε λες και βγήκε κατευ­
θείαν άπό τή δεκαετία τοΰ '60, δέκα λεπτά μετά τό τέ­
λος μιας συναυλίας της Τζόαν Μπαέζ. Χίππικη εμ­
φάνιση, αν και δίχως υπερβολές. Τα λυτά μαλλιά της
γλιστρούσαν άπό τον έναν ώμο στον άλλο, ενώ πηγαι­
νοερχόταν μέσα στο δωμάτιο. Φορούσε μια ινδιάνικη
[

172

μπλούζα άπό την Όαχάκα καΐ μια άσπρη φούστα πολύ
φαρδιά.
« Νά, έκανα τό λογαριασμό... » Ό "Εκτορ πήγε στην
κουζίνα, άνοιξε τό ψυγείο και διαπίστωσε δτι τοΰ έμε­
ναν λιγότερες άπό έξι κόκα κόλες. Έπρεπε ν'αγοράσει.
«... Άφοΰ με προσέλαβες και ταΐζεις τα παπιά, θα μπο­
ρούσες ν'αγοράσεις και μερικές κόκα κόλες».
« 'Αντί για αμοιβή ; »
« Κάτι τέτοιο » είπε 6 "Εκτορ και ξάπλωσε στο χα­
λί. « Δουλεύεις για τους Νικαραγουανούς ή για τους
'Αμερικάνους ; »
« Έ χ ε ι σημασία; Θ'άλλαζε τίποτα;»
« Μερικές φορές σκέφτομαι δτι χώνομαι σε τέτοιες
ιστορίες άπό περιέργεια. Όταν ξεχνάς πώς άρχισε μια
Ιστορία, πάντα σου μένει ή περιέργεια για τό πώς τε­
λειώνει. Λοιπόν, γι'αυτό ρωτάω. Ά π ό περιέργεια».
« Για τους Νικαραγουανούς... Και είχα πράγματι α­
δερφή. Αυτό που σου είπα για τον Μεδίνα εΐναι αλήθεια.
Αυτός τή σκότωσε ».
« Δούλευε κι αυτή γιά τους Νίκας ; »
Ή Άλίσια δεν απάντησε.
« Πιστεύεις δτι μπορείς να μου βρεϊς μια φωτογρα­
φία άπό εκείνες τοϋ Σαντίνο που χαμογελάει μ'ένα τε­
ράστιο καπέλο, άπ'αυτές πού βάζουν στις αφίσες της ε­
πετείου ;
Πάντα ήθελα μία », είπε ό "Εκτορ και πήγε
στο πικάπ. Ούτε Stardust οΰτε μπολερό. Ή Ένατη τοΰ
Μπετόβεν.
[

173

]

Ή 'Αλίσια πήγαινε προς τήν κρεβατοκάμαρα βγάζον­
τας την μπλούζα της.
« Σκέφτηκες δτι μπορεί να εχω κανένα αφροδίσιο ;
Θα έπρεπε να ρωτήσεις πρώτα» της φώναξε ό Έκτορ.
Ή 'Αλίσια γύρισε στο διάδρομο και του χαμογέλασε.
Ό Έκτορ επιβεβαίωσε δτι τα στήθη της κοίταζαν προς
τα έ'ξω. 'Ανέβασε τήν ένταση δταν ή συμφωνική της Φι­
λαδέλφειας έ'παιξε τις πρώτες νότες και εΐπε αντίο στο
φόβο για λίγες ώρες.

(( Κι αύτη ποια είναι ; » ρώτησε ή κοπέλα με τήν αλογο­
ουρά, δείχνοντας τήν Αλίσια πού κοιμόταν γυμνή και
ξεσκέπαστη δίπλα στον ντετέκτιβ.
Ό "Εκτορ άνοιξε το γερό του μάτι, όσμίστηκε τήν
καταιγίδα και είπε:
« Τή λένε Αλίσια, έτοϋτο το μήνα είναι το αφεντικό
μου, γι'αυτήν δουλεύω». Έτριψε τις τσίμπλες του, ή
ομίχλη άρχισε νά φεύγει.
Ή κοπέλα με τήν αλογοουρά άνοιξε το παράθυρο. Το
φώς τον τύφλωσε εντελώς.
« Δεν κρυώνεις νά κοιμάσαι έτσι ; » ρώτησε τήν Αλί­
σια το κορίτσι μέ τήν αλογοουρά.
Είχε μπει ξαφνικά και κουβαλούσε δύο βαλίτσες πού
τις άφησε δίπλα στο κρεβάτι. Ή μία μαύρη της μπότα
πάτησε το γυμνό πόδι του Έκτορ, που έ'βγαινε άπο τά
σεντόνια.
[

174

]

Ή Αλίσια ξυπνούσε και προσπάθησε νά καλύψει λί­
γο τή γύμνια της. Ένα μυτερό στήθος ξέφευγε άπο το
σεντόνι.
<( Που καταλήγουμε, λοιπόν; Ποια είναι ή κυρία;»
ρώτησε το κορίτσι μέ τήν αλογοουρά.
«Είναι ή μαμά μου» είπε ό Έκτορ.
« Ή πουτάνα ή μάνα σου » διευκρίνισε το κορίτσι μέ
τήν αλογοουρά. Αστραφτερή, μέ τή δροσιά τοΰ πρωινού
στα πρόσωπο της, δίχως ϊχνη του ταξιδιού επάνω της,
χαμογελούσε με κακία.
(( Συγγνώμη αν διέκοψα κάτι » είπε ή Αλίσια ψάχνον­
τας στο κομοδίνο ενα πακέτο τσιγάρα πού δεν βρισκό­
ταν εκεί. « Συγγνώμη, άλλα χθες το βράδυ δταν ήρθα,
δεν ήταν κανένας σ'αύτή τή μεριά του κρεβατιού».
« 'Εντάξει, κοπέλα μου, ήρθαν οί τακτικοί τώρα, οι
αναπληρωματικοί νά φεύγουν άπο το γήπεδο » είπε το
κορίτσι μέ τήν αλογοουρά και άρχισε νά γδύνεται.
Ό "Εκτορ άρχισε νά ψάχνει τά ίδια τσιγάρα πού δεν
ήταν έκεϊ, δίχως νά τολμάει νά κοιτάξει καμία άπο τις
δύο γυναίκες.
« Ή αλήθεια είναι δτι δεν μοΰ αρέσει νά ξυπνάω
έτσι » είπε ή Αλίσια πηδώντας άπο το κρεβάτι. Πήγε
στο μπάνιο μαζεύοντας τά ρούχα της. "Τστερα γύρισε
το κεφάλι. «Καλή τύχη» είπε στον Έκτορ.
« Μπελασκοαράν, αν μου πεις δτι μέ πεθύμησες θά
σοΰ βγάλω τό γερο μάτι μέ μια κλοτσιά» εΐπε στον
Έκτορ το κορίτσι μέ τήν αλογοουρά.
[

175

]

« Σε πεθύμησα » αποκρίθηκε ό Έκτο ρ κοιτώντας ε­
κείνο το κορίτσι μέ την αλογοουρά, πού χαμογελούσε και
ξεκούμπωνε το τελευταίο κουμπί της μπλούζας της σέ
πράσινο φιστικί, δείχνοντας ταυτόχρονα ένα λιλά σου­
τιέν και μια λαμπερή οδοντοστοιχία.
(( "Αντε, πήγαινε πιο πέρα )) εΐπε βγάζοντας τή φού­
στα της.
Ό Έκτορ βρήκε επιτέλους τα τσιγάρα στο πάτωμα
δίπλα στο κρεβάτι, δυστυχώς δμως ήταν τυλιγμένα μέ
το κιλοτάκι της Άλίσια, όπως ανακάλυψε μέ τήν άφή.
Ταπεινά έκανε στην άκρη και περιορίστηκε να καπνίσει.
Προς το παρόν.

(( Τρία πράγματα, έχω τρία πράγματα... » είπε ό Ντίκ.
« Όταν έφυγα χθες, δύο τύποι μέ παρακολούθη­
σαν...» άρχισε να λέει ό Έκτορ, όμως προφανώς τα
τρία πράγματα του Ντίκ ήταν πιο σημαντικά.
«Τρία πράγματα. Πρώτο: θα γίνει μεθαύριο το
πρωί, τήν Παρασκευή. Δεύτερο: ή ανταλλαγή γίνεται
μέ δύο φορτηγά που έρχονται και δύο πού παραλαμβά­
νουν. Υπάρχει ένα τρίτο φορτηγό πού θά πάει κατευ­
θείαν στο 'Ακαπούλκο. Τρίτο : ό Μεδίνα είναι μεσάζων
στην επιχείρηση, δμως πρέπει να βάλει το χρήμα ».
« Τί έχουν τα φορτηγά ; Πού θά καταλήξουν ; Αφού
είναι μεσάζων, γιατί πρέπει να πληρώσει ; » ρώτησε ό "Ε­
κτορ. «Έξαλλου, χθες μέ παρακολούθησαν δύο τύποι».
[

176

« Γ ι ' α ύ τ ο άργησες μία ολόκληρη μέρα; Αποτελείω­
σα δ,τι υπήρχε στο μίνι μπαρ ενώ σέ περίμενα και δεν
μπορώ ν'αφήσω να μοΰ το γεμίσουν. Δέν αφήνω να
μπει ή καμαριέρα στο δωμάτιο γιά νά μή δει τα μικρό­
φωνα. .. Γαμώτο » είπε ό Ντίκ.
« Δέν τους είδα. Σήμερα έκοβα βόλτες γύρω στο ξε­
νοδοχείο και δέν τους είδα. Α ν δμως είχαν σχέση μέ τον
Μεδίνα και μέ αναγνώρισαν, γιατί δέν τον ειδοποίησαν
νά τήν κοπανήσει ; »
. « Ό Μεδίνα έφυγε χθες άπα το ξενοδοχείο, κολλητέ »
είπε ο Ντίκ.
« Πού πήγε ; »
«Δέν εχω ιδέα. Δέν τόλμησα νά τον ρωτήσω. Ή ρ ­
θαν νά τον πάρουν κι έφυγε χωρίς πολλές κουβέντες, χω­
ρίς σχόλια, χωρίς νά πούνε τίποτα. Τοΰ χτύπησαν τήν
πόρτα και είπαν : " Πάμε, Ραμόν " , κι έφυγαν. Δέν γύ­
ρισε δλη τή νύχτα. Νομίζω δτι άφησε το βαλιτσάκι του,
δέν έχει πολλές αποσκευές ».
« Και γιατί δέν τα μάζεψες δλα και νά φύγεις ; »
Ό Ντίκ έμεινε σκεφτικός.
« Νομίζω δτι ήταν τήν ίδια ώρα πού εγώ άδειαζα το
μίνι μπαρ... Έφερες τις μπίρες ; »
«Ναί, άλλα φοβάμαι δτι δέν εΐναι πια κρύες».
« Και τώρα τί κάνουμε ; » ρώτησε ό Ντίκ.
« Υποθέτω δτι έσύ κάθεσαι εδώ και τις πίνεις, ενώ
εγω σκέφτομαι. Και θά σκεφτώ άλλου, αύτο το ξενο­
δοχείο δέν μοΰ αρέσει. Έ λ α νά μέ βρεις στο γραφείο ή
[

177

στο σπίτι μου » εΐπε ό "Εκτορ και τον αποχαιρέτησε.
Δέν πήγε δμως οΰτε στο ένα οΰτε στο άλλο. "Αρχισε
να περπατάει στή Ρεφόρμα προς το Κάστρο του Τσαπουλτεπέκ. "Υστερα άπο δύο ώρες, στηριγμένος στις
πέτρινες επάλξεις του παλιού αποικιακού κάστρου, ενώ
κοίταζε μια πόλη που προσπαθούσε να κρυφτεί μέσα
στην αίθαλομίχλη, συγκέντρωσε μερικές ιδέες:
Ό Μεδίνα εξαφανιζόταν με μεγάλη ευκολία, δμως
επίσης τον έβρισκαν πολύ εύκολα.
Ή επιχείρηση θα γινόταν σ'ενα γκαράζ κοντά στην
Κεντρική Λαχαναγορά. Ήταν το ιδανικό μέρος γιά να
γίνει ή ανταλλαγή τών φορτηγών.
Ή αισθηματική ζωή του ντετέκτιβ Μπελασκοαράν
Σάυν ήταν άκρως μπερδεμένη, ως συνήθως. Ήταν απολύ­
τως ερωτευμένος με ενα κορίτσι πού δέν ήταν πιά τόσο κο­
ρίτσι και επέμενε να χτενίζεται με αλογοουρά, λές και ήθε­
λε να διατηρήσει τη χάρη της εφηβείας. Και το πετύχαινε.
Ό Μεδίνα έκανε εμπόριο δπλων για τους Κόντρας,
αυτά θα αντάλλασσαν στις αποθήκες. Όπλα με κάτι άλ­
λο. Ναρκωτικά προφανώς. Ό Μεδίνα θα πλήρωνε αυ­
τούς με τα ναρκωτικά και θα μοίραζε τα δπλα. Ποϋ θα
πήγαινε το τρίτο φορτηγό ; Τί σχέση εϊχαν οί φίλοι του
στο 'Ακαπούλκο με δλα αυτά;
Ποιοί ήταν οι φύλακες-άγγελοι ; Είχε μια αόριστη
ιδέα μά προτιμούσε να μήν ασχοληθεί πολύ με δαύτη.
ΟΊ φύλακες-άγγελοι βρίσκονταν κάπου εδώ γύρω, υπήρ­
χαν. Πάει και τελείωσε.
[

178

Τα στήθη της Αλίσια και της κοπέλας με τήν αλο­
γοουρά μπλέκονταν στις αναμνήσεις του. Κάτι πού μπο­
ρεί να γινόταν επικίνδυνα σοβαρό. Ό Ντικ τώρα πιά θα
ήταν εντελώς μεθυσμένος. Κι αυτό μπορεί να ήταν επι­
κίνδυνα σοβαρό, οχι δμως τόσο.
Ένας συνταξιούχος ντετέκτιβ εΐναι ένας έξυπνος ντε­
τέκτιβ. Οί ντετέκτιβ ανήκουν στα μυθιστορήματα, δταν
δραπετεύουν άπο αυτά είναι καρικατούρες πού πλα­
νιούνται σαν φαντάσματα στην πόλη, δίχως να ξέρουν τί
νά. κάνουν τά απογεύματα με αεράκι, σαν εκείνο.
Σε δύο εβδομάδες δέν κατάφερε νά μισήσει αρκετά
τον Μεδίνα. Ήταν μια καρικατούρα του κάκου. Γι'αυ­
τή τήν καρικατούρα ακούγονταν τόσο πολλά, δμως πάν­
τα έμενε κάποια απόσταση ανάμεσα στις αφηγήσεις και
το πρόσωπο. Υπήρχαν δύο Μεδίνα: αυτός της ταινίας
πού άρχιζε με τή δολοφονία του Τσε και αργότερα γι­
νόταν ένας τύπος τών βρόμικων παιχνιδιών πού κατα­
λήγει νά δολοφονήσει τή γυναίκα του, και ό άλλος, ό
Μεδίνα στην καρικατούρα πού παρακολουθούσαν δύο
εβδομάδες και πηδιόταν μ'έναν τραβεστί επειδή πιά­
στηκε κόπανος. Δέν τον φοβόταν τόσο πολύ γιά νά τον
μισήσει.
Αυτό τον οδήγησε στο πρόβλημα τοΰ φόβου. Ό φό­
βος έφευγε κι ερχόταν. Ήταν τόσο τρομερά ταραγμένος
πού ό φόβος του έγινε μια συλλογή άπο διάσπαρτες ανα­
λαμπές μέσα στή γενική αίσθηση αδυναμίας.
Ό "Εκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, ντετέκτιβ, ήταν ένας
[

179

ξένος. Ξένος σε κίνηση. Ξένος με όλα, ξένος με δλους,
ξένος για τον εαυτό του. Δεν μπορούσε να αναγνωρίσει
τον εαυτό του, ούτε να τον αγαπήσει. Κι επειδή δεν αγα­
πούσε τον εαυτό του, οΰτε όμως τον μισούσε, δεν τον
φρόντιζε και πολύ. Ήταν απολύτως βέβαιος δτι σ'αύτή
τήν υπόθεση θα τον σκότωναν στο τέλος.
Στη λεωφόρο Ρεφόρμα μια τεράστια διαδήλωση
προχωρούσε προς το κέντρο. Τήν παρατήρησε να ξεδι­
πλώνεται σιγά σιγά. Φοιτητές ; 'Αγρότες πού κατέλαβαν
γη ; Καρδενικοί ; Ό θόρυβος έφτανε ως ψηλά στο κάστρο.
Ή πόλη δεν έφταιγε πού εκείνος ήταν ξένος.
Ό Μεδίνα ήταν ελεεινός, ήταν έμπορος ναρκωτικών,
ήταν ξασπρισμένος μιγάς, δηλαδή ψεύτης μαύρος, ένας
ξεφτίλας, δεν ήταν αληθινός -και συνεπώς σεβαστόςμαΰρος. Βασάνιζε για να ικανοποιείται και δολοφονούσε
γυναίκες. Ήταν ένας πουτάνας γιος πού ήθελε να χαντα­
κώσει τους Νικαραγουανούς. Ά ν μπορούσε να τά θυμηθεί
δλα αυτά ό Έκτορ δταν θα τον έβλεπε τήν επόμενη φο­
ρά, θά τον έκανε να πληρώσει τά σπασμένα, σκέφτηκε.
Ή διαδήλωση μπορεί να γινόταν ενάντια στο PRI, μπορεί
να ήταν μια διαδήλωση υπέρ του Κάρδενας, μπορεί νά
ήταν ενάντια στον Μεδίνα και τους κωλοφίλους του πού
ήθελαν να ξεσκίσουν τους Νίκας. Ό Έκτορ άναψε Ινα
τσιγάρο καλύπτοντας με το χέρι του τη φλόγα για να τήν
προστατέψει άπό τον αέρα και κατέβηκε να συμπαρα­
σταθεί στους διαδηλωτές.

[

ι8ο

]

Ό Ντικ έκοβε αποκόμματα εφημερίδων με ένα ψαλίδι
με μαύρες λαβές πού είχε βγει άπό μια μαγική θήκη.
Μέ μεγάλη ακρίβεια κολλούσε τα αποκόμματα σ'ένα
τετράδιο μέ πορτοκαλί εξώφυλλο. Ό "Εκτορ τον είχε δει
τις τελευταίες μέρες νά επαναλαμβάνει τή διαδικασία
και δεν μπόρεσε νά κρατήσει τήν περιέργεια του.
« Μα τί διάολο κόβεις και κολλάς ; »
(( Διάφορα πού γράφουν οί εφημερίδες. Κάνω συλλο­
γή. 'Αλλιώς κανένας δεν θά μέ πιστέψει οτι ήμουν έδώ ».
(( Τί πράγματα, δηλαδή ; »
« Μεξικάνικες 'ιστορίες. Κοίτα...» Του έδωσε το άλ­
μπουμ μέ τα αποκόμματα.
Ό Έκτορ άρχισε να το ξεφυλλίζει. « Έ χ α σ ε τή μα­
σέλα του μόλις τελείωσε ό γάμος του » ήταν ό τίτλος.
Ά π ό κάτω έλεγε τήν ιστορία ενός τύπου πού μόλις παν­
τρεύτηκε στο Πατσκουάρο μέ μια κυρία μέ το επώνυμο
Χιμένες, έφαγε ενα τούβλο στή μούρη άπο κάποιο
άγνωστο χέρι, ακριβώς στα σκαλιά της εκκλησίας. « "Ε­
πεσε πάνω του ό τοίχος τήν ώρα πού έκανε τήν ανάγκη
του» ήταν ό τίτλος της άλλης 'ιστορίας. Πάνω σ'εναν
κύριο άπό τήν Όαχάκα, ονόματι Άμπαρδία, έπεσε ένας
τοίχος τήν ώρα πού έχεζε μέ απόλαυση και στηριζόταν
στο προδοτικό ντουβάρι. « Ζητείται δεσποινίς ευπαρου­
σίαστη, νά μήν είναι τσούλα », έλεγε μια αγγελία τοϋ ΕΙ
Porvenir του Μόντερεϋ κι έδινε το τηλέφωνο ενός φαρμα­
κείου και το επίθετο Μαρτίνες για πληροφορίες. «Δέν
[

ι8ι

]

έκαναν μήνα του μέλιτος γιατί ό Πρόσπερο δεν εννοεί ν'
αφήσει την κανάτα» ήταν ό τίτλος τοϋ άρθρου μιας
εφημερίδας τοϋ Τσιλπανσίνγκο που έλεγε ότι ό Πρό­
σπερο ήταν τύφλα έντεκα μέρες μετά το γάμο του και
φυσικά με τίποτα δεν μπορεί να εκπληρώσει τα συζυγι­
κά του καθήκοντα. « Ιερέας βίασε σαράντα αγόρια κι
έναν καντηλανάφτη » ήταν ό τίτλος σε άλλο άρθρο. Ή
Alarma δεν εξηγούσε πώς ακριβώς ό καντηλανάφτης
έπεσε θύμα αυτής της μαύρης συνήθειας τών κληρικών.
« Πληγώθηκε στα πισινά δταν έκοβε φραγκόσυκα » έλε­
γε ό τίτλος μιας υπόθεσης πού διαδραματίστηκε στο
Σακατέκας και έξηγοϋσε ότι ό Κάρλος Άγκίρε πυροβο­
λήθηκε σε άσχημο μέρος άπό κυνηγούς, μολονότι δεν
εξηγούσε γιατί στεκόταν με τον πισινό εξω ενώ έκοβε
τα φραγκόσυκα.
Ό Έκτορ έδωσε πίσω το τετράδιο τελετουργικά.
«*Αν τη βγάλουμε καθαρή άπ'αύτή τήν Ιστορία, πά­
λι δεν θα σε πιστέψει κανένας δτι είναι αληθινές ειδή­
σεις ».
Ό Έκτορ κοίταξε το δρόμο άπό το παράθυρο του
γραφείου του. Είχε αρχίσει πάλι να βρέχει.
« Δεν έχεις όρεξη να γράψεις ; »
« Έ χ ω δλη τήν όρεξη τοϋ κόσμου. Βαρέθηκα πια
αυτές τις μεξικάνικες διακοπές. Καλύτερα να μοΰ δώ­
σεις αμέσως μια ιστορία » είπε ό Ντίκ ανοίγοντας μια
μπίρα και κοιτώντας τόν αφρό να ξεχειλίζει.
«Αύριο το βράδυ, σε μια αποθήκη. Πρέπει να βροϋ[

182

]

με ενα μέρος για να τα δοΰμε δλα καθαρά. Ά ν είναι δυ­
νατόν, Ινα μέρος δπου ν'άκοΰμε κι δσα θα πουν».
« Έ γ ώ πάντως εΐμαι έτοιμος. Μπορώ να πάρω μια
μπίρα και νά τήν πίνω στο δρόμο. Γι'αυτό μ'αρέσουν οι
μεξικάνικοι νόμοι, δεν έχουν τίποτα με τους ανθρώπους
που πίνουν μπίρα στο δρόμο ».
(( Αυτό μάς έλειπε ».

Τό κορίτσι με τήν αλογοουρά χτενιζόταν μπροστά στον
καθρέφτη και ό Έκτορ Μπελασκοαράν, ιδιόρρυθμος Με­
ξικανός ντετέκτιβ, sui generis, δεν μπορούσε νά αφήσει
άπό τα μάτια του τη βούρτσα πού ανεβοκατέβαινε δη­
μιουργώντας σχήματα, κάνοντας κύματα πού μετά εξα­
φανίζονταν, κατασκευάζοντας τήν αλογοουρά πού σε λί­
γο θα ανέμιζε περήφανη σαν τό τελευταίο βαγόνι τοϋ
τρένου. Εκείνη διαισθάνθηκε δτι κάτι αφύσικο συνέβαι­
νε και κοίταξε τόν Έκτορ στον καθρέφτη.
(( Μέ αποχαιρετάς ; »
« Είναι ένας προληπτικός αποχαιρετισμός, καλοΰκακοΰ ».
« Ποΰ έχεις μπλέξει αυτή τή φορά; Μέχρι και τα
παπιά κατάλαβαν δτι κάτι παράξενο συμβαίνει ».
(( Τότε γιατί δεν ρωτάς τα παπιά ; »
(( Τά ρώτησα και μοΰ απάντησαν, δμως δεν κατάλα­
βα γρύ... Σε ρώτησα άν μέ αποχαιρετάς διότι, άν είναι
έτσι, μήν πεις τίποτα. Α σ ε με νά φύγω πρώτη. Αυτός
[

ι8 3

]

εΐναι ό ρόλος μου. Έ γ ώ εξαφανίζομαι. Έ γ ώ είμαι και δεν
εϊμαι... Θα μπορούσαμε να παντρευτούμε προτοΰ εξαφα­
νιστώ ».
« Σ'ενδιαφέρει να κληρονομήσεις τή βιβλιοθήκη μου,
τή συλλογή μου με ακτινογραφίες και αναλύσεις αίμα­
τος, το τετράδιο μου με συνταγές μαγειρικής ; »
<( Τους δίσκους του Τσάρλυ Πάρκερ ».
« Σ ' τ ο υ ς χαρίζω άπο τώρα. Βλέπεις; Δεν χρειάζεται
πια να με παντρευτείς. Πάντως, τήν τελευταία φορά
πού αποφασίσαμε νά παντρευτούμε δεν πήγαμε στο δη­
μαρχείο, ούτε ό Ινας ούτε ό άλλος. Οί μάρτυρες αναγ­
κάστηκαν να το γλεντήσουν μόνοι τους ».
(( Είναι τόσο άσχημη ή υπόθεση ; »
« Δεν ξέρω. Ή αλήθεια είναι δτι δεν ξέρω. Μπορώ
να σοΰ αφήσω μια παραγγελία; Α ν τυχόν μου συμβεί
κάτι, μπορείς να πάρεις τή μοτοσυκλέτα σου και να πα­
τήσεις έναν τύπο με το επίθετο Μεδίνα ; "Ισως ό αδερ­
φός μου ό Κάρλος μπορεί να σου πει που θα τον βρεις ».
(( Είναι ό μιγάς στις φωτογραφίες πού είδα ; Αυτές
πού έχεις κρεμασμένες στην κουζίνα ; »

« Ναί ».
Το κορίτσι με τήν αλογοουρά βγήκε άπο το μπάνιο
και πήγε προς το φώς του ήλιου πού έμπαινε άπο το
παράθυρο. Στο δρόμο πήρε και Ινα φλιτζάνι με κρύο
καφέ πού το είχε παρατήσει κάπου.
« Α .ν παντρευτούμε, δεν θα μπορέσω να γίνω κλα­
σική νοικοκυρά. Για παράδειγμα, εσύ θα πρέπει να συν[

ι84

]

εχίσεις νά μαγειρεύεις, και μάλιστα για δύο, ενώ έγώ θα
σοΰ απαγγέλλω ποιήματα του Λόπες Βελάρδε. 'Εξ­
άλλου, πάντα πετάω τα ρούχα στο πάτωμα δταν γδύνο­
μαι. Ξεχνάω πάντα νά αγοράσω γκάζι, νά πληρώσω το
λογαριασμό τοΰ ηλεκτρικού... »
Ό "Εκτορ τήν κοίταζε. Ρέ γαμώτο, πόσο τήν αγα­
πούσε. Ήταν ή ιδανική γυναίκα για δρκο αυτοκτονίας.
Ό κίνδυνος ήταν πώς αν της το πρότεινε, σίγουρα θα
τοΰ έλεγε ναί. "Επρεπε νά είναι στα λογικά τους για νά
παντρευτούν. "Επρεπε να είναι εντελώς τρελοί για νά
ζήσουν μαζί.
Έκαναν βόλτα στην Ίνσουρχέντες χεράκι χεράκι.
Είχαν αρχίσει νά βάζουν χριστουγεννιάτικα στολίδια.
Έπιασε βροχή, πρώτα μερικές ριπές νεροΰ, ύστερα μια
αμείλικτη καταιγίδα. "Εγιναν μούσκεμα. Το συνάχι τοΰ
ντετέκτιβ επέστρεψε. Ό "Εκτορ γινόταν νευρικός, αύτος
ό περίπατος το δειλινό έμοιαζε βγαλμένος άπο μια κι­
νηματογραφική ταινία με κάλο τέλος. Ό φόβος ξανα­
μπήκε στο κορμί του. Τώρα πια φοβόταν νά φοβηθεί.
"Εφαγαν για βραδινό χάμπουργκερ και τηγανητές πατά­
τες σ'εναν πλαστικοποιημένο πάγκο της Ίνσουρχέντες.
Μπήκαν στο Sears και κοίταξαν εξονυχιστικά το τμήμα
τών δίσκων, δίχως νά ψάχνουν κάτι συγκεκριμένο. Ξαφ­
νικά, ό Μπελασκοαράν χάθηκε ένώ εκείνη αγόραζε μια
φωτογραφική μηχανή.
Βάδισε προσπαθώντας νά σβήσει τά ί'χνη του, νά χα­
θεί άπο τή γυναίκα πού τον ακολουθούσε. Ποιος τον πα[

ι85

]

ρακολουθοϋσε ; Μπήκε σ'ένα σινεμά. Α ν ή ταμίας τον
ρωτούσε πώς τον έλεγαν, θα της έλεγε ψεύτικο δνομα.
Είδε τή μισή ταινία, δπως δλοι οί μονόφθαλμοι. Δεν κα­
τάλαβε καλά το θέμα.

Τον ξύπνησε Ινα άπαλο χτύπημα της αεροσυνοδού στο
μπράτσο. Χαμογέλασε σαν χαζός, προσπαθώντας να
εξηγήσει στην κοπέλα με τή στολή τών Μεξικάνικων
'Αερογραμμών ότι ήταν μέρος του ονείρου του. Ό μ ω ς
εκείνη συνέχισε να περπατάει στο διάδρομο. Προσγειώ­
νονταν.
Πώς διάβολο βρέθηκε στο αεροπλάνο ; Πού πήγαινε
το αεροπλάνο; Γιατί δεν μπορούσε να βρίσκεται εκεί;
Πού θα έπρεπε να βρίσκεται εκείνη τή στιγμή ; Α ν το
ταξίδι ήταν για τή Νέα 'Υόρκη, τήν Αβάνα ή τή Μερί­
δα, τότε θα πήγαινε μακριά άπο το απογευματινό ραν­
τεβού της Παρασκευής με τον Ντίκ, δπου θα κατασκό­
πευαν τήν ανταλλαγή τών φορτηγών τού Μεδίνα. "Εψα­
ξε το εισιτήριο στην τσέπη τού μπουφάν. Ή τ α ν στο
δνομα τού Φρανσίσκο Πέρες Αρσε, και ήταν ενα εισι­
τήριο για τήν Τιχουάνα, δίχως επιστροφή.
Προσπάθησε να κοιτάξει άπο το παράθυρο, δμως τον
εμπόδιζε μια γυναίκα μ'ενα παιδί. Πάντως το στομάχι
του έλεγε δτι κατέβαιναν. Τί μέρα ήταν σήμερα ; Ή γυ­
ναίκα με το παίδι πού τού έκλεινε το παράθυρο είχε μια
εφημερίδα στα πόδια της. La Prensa. Παρασκευή. Ό λ η
[

ι86

]

τή μέρα. Και τί ώρα ; Κοίταξε το ρολόι του. 10.30. Το
πρωί, φυσικά, ήταν μέρα. Χτύπησε τα μηνίγγια του.
Ναί, βέβαια, να πάρει ή οργή, ή Τιχουάνα ήταν κάλο
μέρος, δπως και κάθε άλλο, για να στήσεις μια βατραχοκαλλιέργεια, ενα πτηνοτροφείο, μια αλυσίδα σούπερ
μάρκετ, μια εταιρεία διανομής έντυπων, ενα δίκτυο
αιθουσών για πινγκ πονγκ, ενα τρελοκομείο, ενα σπίτι
και μια οικογένεια. Τρία παιδιά, τρεις γιους. Σίγουρα
θα τους έβγαζε Ούγκο, Πάκο και Λουίς. Για να τιμή­
σει τα διάφορα σκατά πού είχε διαβάσει τήν περίοδο πού
πέρασε άπο το πανεπιστήμιο.
Σχεδόν χωρίς να το θέλει κοίταξε πάλι τήν εφημερί­
δα, πού τήν είχε αφήσει πάνω στα γόνατα του. Είχε δει
κάτι καθώς τήν ξεφύλλιζε άθελα του. Παράτησε τήν
εφημερίδα κι έψαξε στην τσέπη τού μπουφάν. Σίγουρα
θά είχε μαζί του ένα μυθιστόρημα. Ό χ ι . Το χέρι του,
άθελα του, πήρε τήν εφημερίδα και γύρισε τις σελίδες.
Νά, έκεΐ ήταν, να πάρει ό διάολος. Υπήρχε ή φωτογρα­
φία τού Ντικ στή σελίδα 17. Φωτογραφία διαβατηρίου
άλλα χαμογελούσε. Δίπλα, μια άλλη. Το πτώμα του.
« Αμερικανός δημοσιογράφος δέχτηκε δεκαεφτά σφαί­
ρες, οί τρεις ήταν θανατηφόρες » έλεγε ό τίτλος τών 72
στιγμών.
Ό Ντικ θά ήθελε πολύ νά κόψει και νά κρατήσει το
απόκομμα. Μάλλον θά τού άρεσε ν' αρχίσει το ρεπορτάζ
μ' Ινα τέτοιο άρθρο. Α ν ό ντετέκτιβ δεν το είχε σκάσει,
Ί'σως νά το έγραφε τώρα κιόλας. Δεν το έσκασε δμως.
[

ι87

Δεν είπε : « Θα την κοπανήσω τώρα, επιστρέφω αμέ­
σως ». Ά ν έγινε έ'τσι δεν το θυμόταν. Μήπως είσαι λι­
γότερο πουτάνας γιος δταν έχεις κακή μνήμη ; Ωστόσο,
είχε πει στον Ντίκ : « Θα τα ποϋμε σε λίγο, γυρίζω αμέ­
σως », και δεν ξαναγύρισε. Ό Έκτορ Μπελασκοαράν
ένιωσε τα χέρια του να τρέμουν. Δεν θα πήγαινε στο ραν­
τεβού. Δεν θα πήγαινε στο ραντεβού μ'έναν νεκρό. Τέ­
τοια ραντεβού δεν αλλάζουν.
Ή φωνή του πιλότου ανακοίνωσε δτι κατέβαιναν στο
αεροδρόμιο της Γουαδαλαχάρα. Οι επιβάτες με προορι­
σμό τήν Τιχουάνα έπρεπε να μείνουν μέσα στο αερο­
πλάνο λιγότερο άπο είκοσι λεπτά.
Μά τήν πίστη του, θα έφτανε οπωσδήποτε. Θα πή­
γαινε τρέχοντας, θα πήγαινε περπατώντας στα γόνατα,
θα πήγαινε με ποδήλατο μέσα στην καταιγίδα, με άλο­
γο ή με γαϊδούρι, θα πήγαινε κλαίγοντας άπο τήν τρο­
μάρα, χεσμένος άπο φόβο. 'Ακόμα κι αν χρειαζόταν να
κάνει αεροπειρατεία με κουτάλι και πιρούνι, θα πήγαι­
νε. Τίποτα δεν θα τον εμπόδιζε. Ήταν αναπόφευκτο.
Μπορεί να πέθαινε άπο φόβο, μπορεί να έτρεμε ολάκε­
ρος, πάντως θα ήταν έκεΐ στο ραντεβού με τον νεκρό του
φίλο.

11.
Πον θα πάς για να μη σε αρπάξει ή νύχτα;
ROLO DIEZ

'Άν είχε προσέξει καλά δταν γύρισε στο σπίτι για να πά­
ρει τον οπλισμό του, θά είχε αντιληφθεί δτι τα παπιά
του έκαναν νοήματα για να τον προειδοποιήσουν. Ό μ ω ς
ό Έκτορ δεν ήταν στις καλύτερες του. Βιαζόταν να πάει
σε Ινα ραντεβού και δταν βιάζεσαι φοράς ανάποδα τη
γραβάτα, ξεχνάς τα εισιτήρια τοΰ θεάτρου, δέν σφυρί­
ζεις τον κατάλληλο σκοπό, βάζεις αλάτι στον καφέ αντί
για ζάχαρη, ερωτεύεσαι τή λάθος γυναίκα, καταβρέχεις
κατά λάθος το παντελόνι σου δταν κατουράς ή βρίσκεις
έναν οπλισμένο τύπο καταμεσής στο σαλόνι σου, που σε
σημαδεύει με τήν καραμπίνα που είναι για νά κυνηγάς

αρκούδες.
<( Θά σε πυροβολήσω μόνο άν είσαι νευρικός » είπε ό
Ρέγιες, ό μπάτσος τοΰ 'Ακαπούλκο που τραγουδούσε
μπολερό. « Έξαλλου, δέν δίνω πεντάρα γιά τήν ιστορία
σου, δέν θέλω νά τήν ακούσω. Κι άν γίνεται, θά αποφύγω
νά σε πυροβολήσω, μόνο και μόνο γιατί γουστάρω τους
δίσκους που έχεις. Πολλούς τους εχω κι έγώ. Έ χ ε ι ς
ωραίους δίσκους... Έ γ ώ απλώς κάνω μια εξυπηρέτηση
σ'εναν κολλητό. Στην πραγματικότητα με πληρώνει
[

ι89

]

μόνο για να πάω Ινα φορτηγά στο 'Ακαπούλκο δίχως να
το δει κανένας, δίχως να το ανοίξει κανένας, οΰτε καν να
το ακουμπήσει κανένας. Μοϋ ζήτησε δμως μια χάρη και
του την κάνω... Γιατί γι'αύτο είναι οί άνθρωποι, για να
κάνουν χάρες... Λοιπόν, και σ' εσένα θα κάνω χάρη. Δεν
θα σε σκοτώσω, μόνο θα σου ζητήσω να κάνεις μετα­
βολή, με το Ινα, με το δύο...»

Τον είχαν δέσει με σύρμα σε μια καρέκλα. Προτού ανοί­
ξει το μάτι του, δοκίμασε την αντοχή του. Όταν άνοιξε
το μάτι του, ό Μεδίνα ήταν εκεί και τον περίμενε.
« Πρόκειται για δουλειά » εΐπε ό Μεδίνα σαν να ζη­
τούσε συγγνώμη, ένώ μελετούσε το θλιμμένο πρόσωπο
τοΰ Μπελασκοαράν. « Ή διαφορά είναι δτι εγώ εΐμαι
επαγγελματίας ένώ έσύ δχι. Τελικά δμως, φίλε μου,
εδώ κάνουμε μπίζνες, δεν έχουμε κακία ».
Παρόλο δμως πού ήταν απλώς μπίζνες, πρώτα
έφτυσε τον ντετέκτιβ και μετά τοΰ έ'ριξε μια σφαλιάρα.
Το κεφάλι τοΰ Έκτορ πήγε και ήρθε. Τον πονούσαν πε­
ρισσότερο οί καρποί παρά το πρόσωπο. Ό Μεδίνα πήρε
φόρα νά τον ξαναχτυπήσει, με ανοιχτή τήν παλάμη, σάν
σε αργή κίνηση. Ό Έκτορ προσπάθησε νά κρύψει το κε­
φάλι του, δμως δεν μπορούσε νά το στείλει κάπου για
διακοπές. Ή σφαλιάρα έπεσε πάνω στο ίδιο μάγουλο.
Τώρα πόνεσε. Πονάει πάντα ή δεύτερη, σκέφτηκε ό
Έκτορ και τοΰ ξέφυγε ενα δάκρυ. Φόβος ή αδυναμία;
[

ΐ9ο

]

Είχε μεγάλη σημασία νά το ξέρει, δεν ήταν απλώς ρη­
τορική τοΰ κώλου. Ό μ ω ς ό Κουβανός δεν τοΰ άφηνε
καιρό νά συλλογιστεί.
« Δηλαδή, άπο πότε, αγόρι μου, Ινας επαγγελματίας
κάνει τόσο σαματά δταν παρακολουθεί κάποιον ; Νομί­
ζεις δτι είμαι βλάκας ; 'Άκου νά μοΰ ρίξουν πίσω μου
Ιναν γκαβό! Αύτο είναι τσίρκο. Κι εγώ νόμιζα δτι εσύ
ήσουνα ό φανερός και κουβαλούσες κάποιον αόρατο. Ό
μόνος αόρατος πού έχεις πίσω σου είναι ό κώλος σου».
Ό "Εκτορ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του τήν
'ίδια στιγμή πού έπεφτε ή τρίτη σφαλιάρα. "Ενιωσε το
δαχτυλίδι τοΰ Κουβανού, πού τοΰ έκανε ενα μικρό κόψι­
μο στο μάγουλο.
« Ξέρεις, πολύ γουστάρω νά ρίχνω σφαλιάρες. Είναι
ηδονή, είναι σάν νά τρως γλυκοπατάτες, δικέ μου. Τόσο
ωραίο πράγμα».
Ό Έκτορ κούνησε και πάλι καταφατικά το κεφάλι του.
Ό Κουβανός πήγε πάλι νά τον χτυπήσει και ό "Εκτορ
έκλεισε το γερό του μάτι. Το χτύπημα δέν ήρθε ποτέ.
Ό Μεδίνα είχε σταματήσει με τά χέρια ανοιχτά. Ξανά­
κανε τήν κίνηση και ό ντετέκτιβ τον κοίταξε.
" Onlyyouuuu..."
τραγούδησε ό Κουβανός με τά χέ­
ρια ανοιχτά, με το χέρι της σφαλιάρας πού δέν έπεσε
ψηλά στον αέρα.
Ό Έκτορ βρήκε τήν ευκαιρία νά κοιτάξει γύρω.
Βρίσκονταν σε μια μεγάλη άδεια αποθήκη. Δύο φαλακροί
γλόμποι φώτιζαν Ινα μέρος πού έμοιαζε με γραφείο,
[

ici

κάπως χωρισμένο άπο τον υπόλοιπο χώρο. Υπήρχαν
δυο καρέκλες, Ινα τραπέζι και μια μπουκάλα με εμφια­
λωμένο νερό. Στη μία καρέκλα ήταν δεμένος ό Έκτο ρ
και στην άλλη είχε ακουμπήσει τη μια δερμάτινη μπό­
τα του ό Κουβανός. Ή μπότα έλαμπε παράξενα κάτω
άπο τή λάμπα.
<( Στούμπο, έλα εδώ » είπε ό Μεδίνα.
Μέσα άπο τα σκοτάδια βγήκε Ινα άτομο πού δικαιο­
λογούσε απόλυτα το παρατσούκλι του, με μια μύτη πού
μόλις έξεΐχε ανάμεσα σέ δύο άγρια μάγουλα και μάτια
χωμένα βαθιά στις κόγχες τους. Έμοιαζε με ανυπερά­
σπιστο λαχειοπώλη.
« Πάρ'τον και καθάρισε τον, μακριά άπο δώ... δπως
τον γκρίνγκο. Και να γυρίσεις γρήγορα, πριν άπο τις
δώδεκα».
Ό "Εκτορ έ'νιωσε να κατουριέται. Ευτυχώς εκείνη τή
μέρα δεν είχε πιει πολλά αναψυκτικά και δεν έκανε με­
γάλη λιμνούλα στο πάτωμα. Ό Μεδίνα έκανε μεταβολή
χωρίς νά τον κοιτάξει και χάθηκε στο σκοτάδι.
« Μαλάκα Κουβανέ ! Σκουλήκι ! » φώναξε ό ντετέκτιβ. « Γύρνα πίσω, ρε καριόλη. Α ν με σκοτώσεις, μου

χρωστάς μια εξήγηση για δλη αυτή τή μαλακία».
« Ού, φίλε μου, είναι πολύ μπερδεμένη δουλειά. Που
νά καταλάβεις. Βαριέμαι πολύ νά σου εξηγήσω, στραβέ».
« 'Αλλάζουμε. Σου λέω ποιος με προσέλαβε για νά σε
παρακολουθήσω. Έλα πίσω, καριόλη ! Πούστη, σκουλή­
κι, ελα νά μου πεις ! »
[

192

]

Ό Μεδίνα βγήκε πάλι μέσα άπο τα σκοτάδια.
«'Αδερφέ μου, στ'αρχίδια μου ποιος σέ προσέλαβε,
για νά σου πώ τήν αλήθεια. Μπορεί νά είναι οποιοσδή­
ποτε. Ό σημερινός ιδιοκτήτης τοΰ Τροπικάνα, ό Μου­
σάτος, ό Θεός ό ΐδιος στους ουρανούς. Μπορεί νά είναι
το αφεντικό μου πού φροντίζει νά μή χάσει τά λεφτά
του, μπορεί νά είναι ή μανούλα μου πού με παρακολου­
θεί άπο τον Παράδεισο και πληρώνει μαλάκες Μεξικά­
νους ντετέκτιβ ή χαζή, αντί νά προσλάβει επαγγελμα­
τίες άπο το Ντητρόιτ ».
(( Θα αλλάξεις δπλα με ναρκωτικά, έτσι δεν είναι ; »
«Κοίτα, θα σου τά πώ γρήγορα και νά το καταλά­
βεις. Κι αν δεν το καταλάβεις, δεν πειράζει, οι μακαρί­
τες δεν χρειάζεται νά είναι και πολύ έξυπνοι. 'Εγώ άπο
τους μεν αγοράζω κοκαΐνη και άπο τους άλλους αγορά­
ζω δπλα με αντάλλαγμα τήν κοκαΐνη ».
(( Και άφοϋ έχεις λεφτά γιατί δεν αγοράζεις κατευ­
θείαν τά δπλα ; » ρώτησε ό "Εκτορ παίρνοντας το καλύ­
τερο ύφος αδιαφορίας, πού σημαίνει, αν μου το πεις, έχει
καλώς, άν δχι, σκασίλα μου.
(( Βλέπεις πόσο ηλίθιος είσαι... Γιατί τά δπλα τά αγο­
ράζουν στις ΗΠΑ και έγώ δεν μπορώ νά αγοράζω διάφο­
ρα έκεϊ. Γι'αυτό υπάρχουν οί διασυνδέσεις, αδερφέ, οι
κολλητοί, τά φιλαράκια. Κι έγώ αγοράζω ναρκωτικά στο
Μεξικό και με δαΰτα αγοράζω δπλα στις ΗΠΑ. Και πο­
λύς κόσμος είναι ευτυχισμένος. Κι δλοι είμαστε φίλοι. "Υ­
στερα τά δπλα τά στέλνω σέ φιλαράκια, πού γι'αυτό με
193

1

πληρώνουν. Και τα όπλα πρέπει να φτάσουν εκεί, στα φι­
λαράκια μου. "Οχι όμως δλα, δικέ μου, μόνο Ινα μέρος.
Τα υπόλοιπα έγώ τα κάνω δώρο σε άλλους φίλους επειδή
μ'αφήνουν να παίζω στο γήπεδο τους. Οι μπάλες είναι
δικές μου, αγόρι μου. Κατάλαβες; Δεν κατάλαβες γρύ;
Είδες που σου το είπα ; Μακαρίτης θα μείνεις το ϊδιο βλά­
κας δπως ήσουν ζωντανός ».
<( Και τί σκατά θά τα κάνουν οι Μεξικάνοι τα δπλα
που τους χαρίζεις; Ό χ ι , περίμενε. Θά τα κατεβάσουν
στο Μιτσοακάν... » Και ό Έκτορ το βούλωσε. Σκεφτό­
ταν δτι θά πέθαινε πιο έξυπνος άπ' δ,τι στή ζωή του. Ό
Μεδίνα έφυγε δίχως να δώσει σημασία στή φάτσα πε­
φωτισμένου αγγέλου που είχε ό ντετέκτιβ.
Ό Στούμπος δεν έχασε τον καιρό του να τον λύσει.
Με δύναμη πού δεν τήν έβλεπες μέ τήν πρώτη ματιά,
φόρτωσε τον ντετέκτιβ μαζί μέ τήν καρέκλα στο πίσω
μέρος ενός μικρού φορτηγού. "Υστερα κάθισε στή θέση
του οδηγού κι έβαλε μπροστά.
Όταν βγήκαν άπό τήν αποθήκη πάνω στο φορτηγά­
κι άρχισαν νά πέφτουν ψιλές σταγόνες βροχής. Ό
Στούμπος βλαστήμησε μέ σιγανή φωνή. Οι υαλοκαθα­
ριστήρες δεν δούλευαν. Ό Έκτορ προσπάθησε νά κρα­
τήσει τήν ισορροπία του πάνω στην καρέκλα. Ήταν κον­
τά στην Κεντρική Λαχαναγορά. "Οταν έ'φτασαν στο δεύ­
τερο φανάρι, ό Στούμπος μάλλον αποφάσισε τήν πορεία
του. Ό "Εκτορ σκεφτόταν δτι δεν τον έκοφτε νά πεθάνει
εδώ ή εκεί, δταν μιά μοτοσυκλέτα σταμάτησε δίπλα στο
[

194

παράθυρο τοΰ οδηγού κι ένα γαντοφορεμένο χέρι κοπά­
νησε τήν κεφάλα τοΰ Στούμπου μέ ενα γαλλικό κλειδί.
Ό Στούμπος σωριάστηκε πάνω στο τιμόνι. Ό Έκτορ
έσκασε στα γέλια.
« Γιατί γελάς, ρέ κόπανε ; » είπε το κορίτσι βγάζον­
τας το κράνος και ανεμίζοντας τήν αλογοουρά της στή
βροχή.
Ό Έκτορ δεν μπόρεσε ν'απαντήσει. Δέν ήξερε.

« Κι εσείς για ποιόν εργάζεστε, νεαρέ Στούμπο ; » ρώ­
τησε ό Έκτορ το άτομο πού ήταν δεμένο μέ σύρματα σε
μια καρέκλα στο πίσω μέρος ενός μικρού φορτηγού.
« Είναι βουβός » είπε το κορίτσι μέ τήν αλογοουρά.
« Πάντως για βουβός κουβαλούσε πάρα πολλά χαρ­
τιά. Γιά κοίτα » είπε ό Έκτορ κι έδειξε στον Στούμπο
αύτο πού πριν άπό λίγο τοΰ έβγαλε άπό τήν τσέπη.
« 'Αστυνομικός της Πολιτείας τοΰ Μιτσοακάν, αυτοπρο­
σώπως. Γιά νά μαντέψω... Έσεΐς μάλλον θά συνοδέψε­
τε το φορτίο μέ τά δπλα γιά τό Μιτσοακάν. Έσεΐς είστε
πού θά ανακαλύψετε τό φορτίο και θά δηλώσετε στον
τύπο δτι οί καρδενικοί κάνουν λαθρεμπόριο δπλων μέ
ποιος ξέρει τί σκοτεινούς σκοπούς. Ή μάλλον δχι. Δέν
θά τό πείτε εσείς, αυτό θά τό πει κάποιος μέ καλύτερη
οψη στις φωτογραφίες. Έσεΐς απλώς θά κουβαλήσετε
τα δπλα στην παραλία κι έκεΐ θά στήσετε μιά σκηνή
αποβίβασης. Οί εφημερίδες θ'αναλάβουν τά υπόλοιπα.
[

195

Μόνο πού έσεΐς, νεαρέ μου, δεν γνωρίζετε κάτι που εγώ
γνωρίζω».
(( Τί ξέρεις ; » ρώτησε ή κοπέλα ενώ ο^-ηγοϋσε πολύ
επαγγελματικά. Καμία φιγούρα.
(( Ό τ ι ετούτος ό Στούμπος ξέρει πολλά και θα μας
τον σκοτώσουν μόλις ξεφορτώσει, ή λίγο μετά. Δεν
μπορούν ν' αφήσουν μάρτυρες στην ιστορία. Για να λει­
τουργήσει σωστά ή προβοκάτσια δέν μπορείς ν'αφήνεις
στούμπους εδώ κι εκεί. Κι υστέρα ν'αρχίσουν να ξερ­
νάνε τήν 'ιστορία, μια μέρα πού θά γίνουν τύφλα στο με­
θύσι σ'ενα ξενοδοχείο του Πουέρτο Βαγιάρτα».
(( Κωλοκατάσταση, να είσαι στούμπος και μουγκός »
είπε το κορίτσι.
« Μπορεί να τον σακάτεψες με το κλειδί πού τοΰ κα­
τέβασες στην κεφάλα ».
(( Τον χτύπησα με το μαλακό » εΐπε εκείνη χαμογε­
λώντας με καμάρι.
« Καλύτερα να με κατεβάσεις στή γωνία, νεαρέ » εί­
πε ό Στούμπος. « Δέν μπορείτε να κάνετε τίποτα. "Ηδη
έχει πάει το χαρτάκι σε μερικούς δημοσιογράφους. 'Α­
κόμα κι αν δέν βρούνε δπλα, θά γίνει νταβαντούρι ενάν­
τια στους καρδενικούς. Θά τους πηδήξουν έτσι κι αλ­
λιώς. Λίγα πιστολάκια, πολύ εύκολα βρίσκονται εδώ.
Αυτά ήταν τα πιο άνετα και ώράία, με το καράβι και τα
σχετικά. "Υστερα ό Κουβανός μας τα ετοίμασε δλα στο
χέρι. Καλύτερα να μέ κατεβάσετε έδώ ».
« Ά , οχι, κύριε. Λάθος. Ξέρετε τί θά σας κάνουμε;
[

196

]

Θά κάνουμε δώρο στις εφημερίδες έναν Στούμπο δεμέ­
νο μέ συρματάκια σε μια καρέκλα. "Ενας Στούμπος
πού θά τους διηγηθεί δλη τήν Ιστορία. Θά δείτε τί
ώραϊα πού είναι ».
« Και δέν υπάρχει τρόπος να το μοντάρουμε διαφο­
ρετικά ; » είπε ό Στούμπος ενώ ή φάτσα του έδειχνε πώς
δέν ήταν βέβαιος δτι τον περίμενε λαμπρό μέλλον.
(( Δηλαδή ; »
« Δηλαδή να σας τα αφήσω δλα γραμμένα χαρτί και
καλαμάρι και να μοΰ δώσετε είκοσιτέσσερις ώρες διο­
ρία να γίνω καπνός. Στο φινάλε, εγώ δέν έχω τίποτα
εναντίον τών καρδενικών. Το αφεντικό μου μάλιστα πή­
γε μέ τον Κάρδενας στην εκστρατεία εναντίον τοΰ Σεντίγιο ».
(( Θά το σκεφτώ σοβαρά. Νομίζω δτι μπορείτε να γί­
νετε πάλι ένας έντιμος άνθρωπος ».
« Έ γ ώ στή θέση σου δέν θά τον πίστευα. Όταν τον
κοπάνησα μέ το κλειδί στο κεφάλι πήρε ύφος πού έδει­
χνε πολύ κακά ένστικτα».
« Πήρε ύφος κόπανου, οπαδού τοΰ PRI. Και εξάλλου,
πήγαινε να μέ σκοτώσει».
« Που το ξέρεις; Αφοΰ ήσουν δεμένος».
(( Τελευταία μαθαίνω πολλά ».

Μια στρατηγική επιχείρηση περιέχει σε ϊσα μέρη μια
δόση σοφίας και μια δόση τρέλας. Ό "Εκτορ δεν ήξε[

197

]

ρε να στήνει τέτοιες δουλειές. Πάντα οι πολεμικές ε­
πιχειρήσεις τοϋ έβγαιναν χάλια, δλες χαώδεις, όλες
εφιαλτικές. Είχαν μονόπλευρη στρατηγική, μονάχα τή
δόση της τρέλας. Τώρα δμως θα προσπαθούσε, γιατί
στο Μεξικό μόνο μέ την καλή πίστη, μόνο με την πα­
ρουσία των καλών άπο τή μια πλευρά της καγκελόπορτας δεν άρκεΐ. Δεν άρκεΐ να διαθέτεις το δίκιο και
την. αγάπη για τήν πατρίδα, δεν φτάνει ή απολύτως
δικαιολογημένη λύσσα, ή δύναμη της χεγκελιανής δια­
λεκτικής κι όλα αυτά τα πράγματα.
Σ'αυτή τήν αναθεματισμένη χώρα δεν φτάνουν φυ­
σικά οί συνταγές του Πάντσο Βίγια του τύπου « να
έ'χεις ενα άλογο και κότσια ». Χρειάζεσαι πίσω σου το
πυροβολικό του στρατηγού Φελίπε "Ανχελες, το ήθος
του Γκιγιέρμο Πριέτο, πού ήταν υπουργός Οικονομικών
και πέθανε εξαθλιωμένος' τήν αίσθηση προσανατολι­
σμού ενός οδηγού της διαδρομής του λεωφορείου 100,
τήν πρωτοτυπία τοϋ κυρίου Κουαουτέμοκ 1 στις 'ιστο­
ρικές φράσεις όταν τού έ'καιγαν τα πόδια, το καλό αστέ­
ρι πού διαρκεί τών αδερφών "Αβιλα, αιώνιων θριαμ­
βευτών στα ακροβατικά τού τσίρκου Άτάιδε, τήν ικανό­
τητα του Έρμενχίλδο Γαλεάνα2 για να μή στραμπουλήξεις το χέρι σου μέ τή ματσέτα, τήν υπομονή τού μι-

κροΰ 'Αγίου Νίνιο Φιδένσιο1 και να είσαι άσσος στο ση­
μάδι σαν Τομοτσιτέκος. 2 Και γι'αυτό δεν άρκεΐ ενα σαρανταπεντάρι κι ενα τριανταοχτάρι πού είχε ό "Εκτορ
μέσα στο ψυγείο. Χρειαζόταν μία καραμπίνα πού είχε
μέσα στην ντουλάπα, ενα χοντρό μπουφάν για τή βρο­
χή, ενα καινούργιο μπάλωμα για το στραβό του μάτι,
μερικές σταγόνες κολλύριο για το γερό μάτι, ενα φρεσκοακονισμένο κουζινομάχαιρο καί, φυσικά, δέν αρκού­
σε το φορτηγάκι πού είχαν κλέψει άπό τόν Στούμπο,
χρειάζονταν άλλα δύο-τρία τουλάχιστον. Ό Έκτορ έλυ­
σε το πρόβλημα τού ιδεολογικού και υλικού οπλοστα­
σίου, δμως κώλωσε στο ζήτημα τών οχημάτων. Ευτυ­
χώς το κορίτσι μέ τήν αλογοουρά είχε κρυφούς πόρους,
μάλλον επειδή κάποτε στη ζωή της είχε έναν πατέρα
εκατομμυριούχο.
« Πάμε στή γωνία καί τα νοικιάζουμε κομπλέ, μαζί
μέ οδηγούς. "Εχεις λεφτά; Γιατί μέ τήν πιστωτική κάρ­
τα δέν σοΰ νοικιάζουν φορτηγάκια ».
<( Ούτε μαριάτσι » είπε ό Μπελασκοαράν καί έδεσε
τόν τελευταίο κόμπο στα νήματα τού πολέμου.

1. Αντίστοιχος άγιος με τήν Sainte Bernadette της Λούρδης.
1. Έ δ ώ εννοεί τον άρχηγο τών Άζτέκων, τόν Κουαουτέμοκ, πού
αντιστάθηκε στην εισβολή τών 'Ισπανών τοϋ Κορτές.
2. Η ρ ω ι κ ή μορφή τοϋ αγώνα για ανεξαρτησία.
[

ΐξ

2. ΟΊ εξεγερμένοι τοϋ Τομοτσίκ, στην Πολιτεία Τσιουαουα,
εναντίον τοϋ Πορφίριο Δίας, έμειναν ονομαστοί γιά το κάλο σημά­
δι τους.
ι99

Υπάρχουν ολόκληροι, μαριάτσι, μισοί μαριάτσι, υπάρ­
χουν μαριάτσι μέ μαϋρες στολές και ασημένια κουμπιά,
μέ κοινές στολές, δίχως καθόλου στολές, μέ κορνέτα, δί­
χως κορνέτα, μέ κορνέτα και σουρντίνα, μέ μπάσο και
μέ κοντραμπάσο, μέ τρία βιολιά, το ενα για διακόσμη­
ση, ή απλώς μόνο μέ δύο. Υπάρχουν μαριάτσι πού πάνε
στις γιορτές, άλλοι πού σέ συνοδεύουν, άλλοι πού είναι
απλώς για φιγούρα. Υπάρχουν μαριάτσι πού έ'χουν αλη­
θινά ή ψεύτικα πιστόλια, πού έχουν δικά τους μεταφο­
ρικά μέσα ή είναι απλώς ταπεινοί πεζικάριοι. Γυροφέρ­
νουν στην ανακαινισμένη πλατεία Γκαριμπάλντι, δπου
εφορμούν στους περαστικούς για να τους υπενθυμίσουν
ότι πάντα στο παρελθόν ήταν καλύτερο το φλερτ, καλύ­
τερο το πήδημα, καλύτερα τα τραγούδια. Πρόσφεραν
μουσική μεγαλοπρέπεια για να συνοδεύσεις τον πιο από­
τομο αποχαιρετισμό σέ έ'ρωτες φευγάτους και απαρνη­
μένους, τήν πιο σκληρή σερενάτα πού θα ξεσηκώσει δλα
τα σκυλιά της γειτονίας, για να κάνεις ξεφτίλα τον μελ­
λοντικό σου πεθερό μέ τσαμπουκά, για να εφαρμόσεις
τήν πιο μελωδική ερωτική περικύκλωση μέ πεπαλαιω­
μένες μεθόδους κάνοντας τήν ανάγκη φιλοτιμία, και τόν
απαραίτητο ρομαντισμό ( άφοΰ τό σύστημα δούλευε μέ
τον Χόρχε Νεγρέτε και τόν Πέδρο Ίνφάντε στα σινεμά,
γιατί νά μή δουλέψει και μ'εσένα; Μήπως είσαι πιο κό­
πανος άπό αυτούς ; ) Όρμουν στα αυτοκίνητα σαν αύτόχειρες λόγω ανεργίας και έ'τσι φαίνονται ίσοι μέ τους
κοινούς θνητούς και εξίσου ταλαιπωρημένοι άπό τό Διε[

200

]

θνές Νομισματικό Ταμείο. Παρόλο πού είναι ντυμένοι
μαριάτσι και όχι σαν αληθινοί Μεξικάνοι, προσφέρονται
για νά χάνεις ενα ταξιδάκι στο παρελθόν μαζί τους, νά
γυρίσεις στον παλιό καλό καιρό, στα παλιά κόλπα που
έπιαναν πάντα, και νά κάνεις τήν επίθεση σου συντροφιά
μ'έναν στρατό τραγουδιστών. 'Ακριβώς αυτό ήταν. Δέν
πρόκειται για ευφημισμούς.
Δέν υπήρχαν μέσες λύσεις, θα έξαπέλυε μια σταυρο­
φορία μέ τους ύμνους τών μαριάτσι. Θα ήταν ένας 'ιερός
πόλεμος, γνήσια μεξικάνικος, γεννημένος άπό τις καλύ­
τερες εθνικές παραδόσεις. Ό π ω ς θα άρεσε στον Ντικ
για νά τόν περιγράψει στο τέλος του ρεπορτάζ.
Ό Έκτο ρ, τό φορτηγάκι του κι άλλα τρία νοικια­
σμένα, κατάφεραν να εξασφαλίσουν μέ τριακόσιες χιλιά­
δες πέσος προκαταβολή (τα μισά μπροστά, αφεντικό,
μή μου πεις υστέρα ότι ή καντάδα δέν έπιασε και πρέ­
πει νά γυρίσουμε πίσω μέ τα πόδια ) τέσσερις ομάδες
μαριάτσι, 26 μουσικούς συνολικά, μέ ασημένιες στολές,
δύο χοντρούς μέ τρομπέτα, τσίφτηδες, όλους μέ αληθινά
πιστόλια άλλα δίχως σφαίρες (εδώ ό Μπελασκοαραν
έπρεπε νά είναι πολύ σαφής), για νά παίξουν μισή ώρα
δπου θά τους έλεγε. Θα είναι έκπληξη, εντάξει ;
Ή αποστολή ξεκίνησε σέ πομπή προς τα ανατολικά
της Πόλης τοΰ Μεξικού. Έ ν ώ τό κορίτσι μέ τήν αλογο­
ουρά οδηγούσε τό κλεμμένο φορτηγάκι, ό Έκτορ, κοιτά­
ζοντας κάθε τόσο τό ρολόι του, λες και ή ώρα τοΰ ραν­
τεβού θά τοΰ ξεγλιστρούσε άπό κάποια ελβετική παγίδα,
[

201

]

εκπαίδευε τους φυσικούς αρχηγούς των τεσσάρων ομά­
δων μαριάτσι, για τη σειρά πού θ'ακολουθήσουν στη
δράση και ποιο ήταν το κατάλληλο ρεπερτόριο. Πρώτα
έπρεπε να τοποθετηθούν σωστά, σε τόξο. "Υστερα εκεί­
νος θ άνοιγε την πόρτα τοΰ γκαράζ και θα έμπαιναν
Ινας ένας. Πρώτο κομμάτι El son de la negra, ύστερα
κατά τό -γούστο της κάθε ομάδας. Και τέλος δλοι μαζί
το La chancla, το « τσόκαρο ». Και δύο φορές το ρεφραιν πού λέει « το τσόκαρο πού πέταξα δεν το ξαναση­
κώνω ».'
Ή βροχή είχε σταματήσει δταν μπήκαν στή γέφυρα
του αυτοκινητόδρομου. Δεν υπήρχαν πολλά αμάξια, ή
κρίση και ή αυτιστική προτροπή « ελα, μπαμπάκα, κλείσου στο σπίτι με τήν τηλεόραση, αυτή θα σοϋ δώσει τή
ζεστασιά πού σοϋ κλέβουν οι άνθρωποι », έτεινε να ξε­
παστρέψει ακόμα και τις νύχτες της Παρασκευής, πού
με τή σειρά τους χαλούσαν το σαββατόβραδο, πού μετά
εξαφάνιζε τή νύχτα τής Κυριακής (σκασίλα μου αν
αύριο είναι Δευτέρα), τις ακόμα καλύτερες απελπισμέ­
νες νύχτες τής Κυριακής, δταν ζούσαμε στ' αλήθεια, δί­
χως να το ξέρουμε.
Όταν έ'φτασαν στο ποτάμι Τσουρουμποΰσκο, τό κο­
ρίτσι με τήν αλογοουρά τον είχε πείσει να κάνει πρόβες
με τους μαριάτσι στο « Arrieros somos » και ό ντετέκτιβ
1. Ή λέξη chancla σημαίνει παντόφλα καί εϊναι μειωτικός χα­
ρακτηρισμός για τή γυναίκα, όπως το « τσόκαρο ».
[

202 ]

Μπελασκοαράν Σάυν ούρλιαζε σαν μανιασμένος τρελός
τους υπέροχους στίχους του Κούκο Σάντσες:
(( Γιατί στο κάτω κάτω ερχόμαστε άπό το τίποτα
καί στο τίποτα, μά τον Θεό, θα καταλήξουμε... »

Τί θα λέγατε εσείς σ'αύτή τήν περίπτωση; Κάθεστε
ήσυχος μέσα σε μιά αποθήκη πού τή νοικιάσατε νομί­
μως, ακριβώς τήν ώρα τής Σταχτοπούτας, στις δώδεκα
τή νύχτα, καί με απόλυτη γαλήνη ξεφορτώνετε δύο φορ­
τηγά με πολυβόλα, όλμους καί χειροβομβίδες καί τά
ανταλλάσσετε με κάτι πολύ καλοφτιαγμένα πακέτα με
κοκαΐνη, με άθικτο τό πλαστικό τους περιτύλιγμα καί
τήν καθαρότητα εγγυημένη άπό τον αρμόδιο χημικό,
πτυχιούχο τοΰ Πανεπιστημίου τής Γουαδαλαχάρα. Όλα
νόμιμα, λοιπόν, δίχως καχυποψίες. Οι μεν άπό το 'Ακα­
πούλκο μετράνε τά χρήματα, οί δε γκρίνγκο ζυγίζουν
τήν κόκα. Τί θά λέγατε λοιπόν τότε, αν εκείνη τή στιγ­
μή ξεφυτρώσουν δέκα χιλιάδες μαριάτσι πού παίζουν τό
Son de la negra κι ένας θεοπάλαβος μονόφθαλμος αρχί­
ζει νά πυροβολεί δεξιά κι αριστερά; Τί θά λέγατε αν
επιπλέον ό μονόφθαλμος φωνάζει ακατανόητα πράγμα­
τα, σχεδόν ουρλιάζει, ένώ πυροβολεί; Καί οί μαριάτσι,
αντί νά πάψουν νά παίζουν, μπουκάρουν μέσα στην απο­
θήκη. ΟΊ πίσω σπρώχνουν τους μπροστινούς, φυσάνε με
μανία τις τρομπέτες, παίζουν τά βιολιά καί ό μονό­
φθαλμος πυροβολεί προς κάθε κατεύθυνση ταυτοχρόνως.
[

203

]

Κα! τότε οι χοντρέμποροι ναρκωτικών του 'Ακαπούλκο
εκνευρίζονται και νομίζουν δτι κάποιος τους έπαιξε δι­
πλό παιχνίδι κι αρχίζουν να πυροβολούν ενάντια στους
'Αμερικάνους με τα μαΰρα. Κι εκείνοι, πού ήταν ήδη
εκνευρισμένοι άπα πριν και τους γαργαλούσε το χέρι ή
σκανδάλη, αρχίζουν επίσης να πυροβολούν, και ό ένας
ρίχνει στον άλλον άντι να ρίχνουν στους μαριάτσι, οι
όποιοι τώρα αντιλαμβάνονται δτι σε κανέναν δεν αρέσει
ή μουσική τους, και τραβάνε τα πιστόλια τους που
οπωσδήποτε είναι αληθινά, και σιγά μην ήταν άδεια με
τόσους μπάσταρδους που κυκλοφορούν την σήμερον
ήμερα, διότι οι μαριάτσι έχουν εκπαιδευτεί συναισθημα­
τικούς στις καλύτερες κινηματογραφικές ταινίες τοΰ
Λουίς Άγκιλάρ, δπου πρώτα πυροβολούν στον αέρα,
μετά ρωτάνε και μετά ρίχνουν στο ψαχνό. Και ό Μεδίνα ένώ το βάζει στα πόδια τρώει μια σφαίρα του μονόφθαλμου κοντά στη σπονδυλική στήλη, και ό Μεδίνα
σκέφτεται πώς είναι δυνατόν να πεθάνει στο Μεξικό,
αυτός πού σε τόσα και τόσα μέρη...
Και τί θα σκεφτόσασταν έσεΐς, εάν μέσα σ'αύτή τήν
αναθεματισμένη κόλαση, ένώ οι πίσω μαριάτσι επιμέ­
νουν να μπουν μέσα παίζοντας μουσική, διότι κύριε γι'
αυτό πληρώνονται, για να παίζουν μουσική, και ό ντετέκτιβ έ'χει μπλέξει σε μια ανταλλαγή πυροβολισμών
μ'αυτούς πού θά έπαιρναν τα φορτηγά με τα δπλα, πού
είναι δύο και έχουν διαβατήριο της 'Ονδούρας παρόλο
πού γεννήθηκαν στή Μανάγκουα, και βλέπετε τότε να
[

204

]

ξεμπουκάρει μιά κοπέλα με κράνος μοτοσυκλετιστή και
να πετάει δύο μπουκάλια βενζίνη πάνω στο φορτηγό
πού γίνεται παρανάλωμα; Τί θά σκεφτόσασταν γιά δλα
αυτά; L•;
Μέσα στή φωτιά, τους πυροβολισμούς, τις φωνές, ό
Έκτορ σκέφτηκε δτι καλύτερα ήταν νά πάρει δρόμο, να
εξαφανιστεί μακριά, διότι σε λίγες μέρες ένα σωρό μπά­
τσοι, ενα σωρό μαφιόζοι τοΰ Μαϊάμι, ενα λεωφορείο μέ
Κόντρας της Νικαράγουας και 27 μουσικοί μαριάτσι ντυ­
μένοι στα μαΰρα μέ ασημένια κουμπιά θά τον έψαχναν.
Έ ξ ω , στο δρόμο, παρ'δλη τή βροχή, οι γείτονες χει­
ροκρότησαν μιά αντλία της πυροσβεστικής. Οι τοίχοι
της αποθήκης καίγονταν. 01 φλόγες ανακατεύονταν μέ
τά φλας τών φωτογράφων. Ποιος φώναξε τους δημοσιο­
γράφους ; Οι φύλακες-άγγελοι δούλευαν υπερωρίες. Ό
"Εκτορ είδε το είδωλο του νά καθρεφτίζεται στο τζάμι ε­
νός αυτοκινήτου. Τί έκανε έκεϊ; Ό πόνος τοΰ φόβου, κον­
τά στή σπονδυλική στήλη, τον παρέλυσε. Το κορίτσι μέ
τήν αλογοουρά τον πήρε άγκαζέ και τον έσφιξε κοντά
της. 'Απομακρύνθηκαν. Ό ντετέκτιβ κούτσαινε. Ακόμα
ακούγονταν πυροβολισμοί.

Το διαμέρισμα του ήταν σιωπηλό, τά πανταχού παρόντα
παπιά κοιμούνταν. Το κορίτσι μέ τήν αλογοουρά μπήκε
στην κουζίνα νά φτιάξει έναν καφέ. Ό Έκτορ γλίστρη­
σε προς το μπάνιο πατώντας στις μύτες τών ποδιών του
[

205

καί κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. 'Αποφάσισε να ξυρι­
στεί. Ένώ ξυριζόταν, στεγνά, με ενα ξυραφάκι μιας
χρήσης, σκέφτηκε : « Ώραϊα. Περίφημα. Κάλο κάνει να
κερδίζεις κάπου κάπου. Να κερδίζεις έστω μερικώς.
Ώραϊα. Νιώθεις πολύ ώραϊα» καί άλλα παρόμοια. Δεν
του χρησίμευσε σε τίποτα. Ό Ντίκ δεν ήταν έκεϊ να πί­
νει τζιν.
Έμενε ακόμα Ινα μικρό χρέος. Κάποια μέρα θα έ­
βρισκε άλλους Μεδίνα στον κόσμο, καθώς θα έστριβε
σε μια γωνία. Κι εκείνη τή μέρα θα τους έδινε δυο κλο­
τσιές στα αχαμνά και θά τους τραγουδούσε το Only
you.
Ένώ ξυριζόταν, ανακάλυψε δτι ή πληγή στο μάγου­
λο του μάτωσε. Δεν ήταν τίποτα σοβαρό, μια γρατσουνιά τρία με τέσσερα εκατοστά. Πώς έγινε; Το δαχτυλί­
δι του Μεδίνα δταν τον χτυπούσε; Ένώ σκούπιζε το
αίμα άπό τήν άκρη τών χειλιών, ό Έκτορ Μπελασκοαράν προσπάθησε να σκάσει Ινα χαμόγελο. Ξημέρωνε.
Το φώς έμπαινε απαλά άπό το παράθυρο τοϋ μπάνιου.
Ά π ό τήν κουζίνα, το κορίτσι με τήν αλογοουρά τοΰ
πρόσφερε έναν καφέ. Ό Έκτορ ζήτησε Ινα κρύο αναψυ­
κτικό με λεμόνι. Εκείνη τοΰ εΐπε ότι είχαν τελειώσει. Ό
Έκτορ της είπε να ψάξει κάτω άπό το νεροχύτη, στή
μυστική κρυψώνα. Στο μέρος για τα εϊδη πρώτης ανάγ­
κης, δπου είχε κρυμμένο άλλο Ινα σαρανταπεντάρι, τή
συλλογή μυθιστορημάτων τοΰ Χεμίνγκουεϋ, ενα εγχει­
ρίδιο πρώτων βοηθειών, μια κονσέρβα με φασολάδα της
[

206

]

Άστούριας 1 καί δύο κόκα κόλες. Άκουσε τα χάχανα της
γυναίκας.
Άνοιξε τό παράθυρο. Νυσταγμένα παιδιά πού έψα­
χναν τις γωνίες περιμένοντας τό σχολικό λεωφορείο. Υ ­
πηρέτριες πού φαίνονταν στά μισά τοϋ δρόμου για τό
γάλα. Μεθυσμένοι πού γυρνοΰσαν σπίτι. Βιομηχανικοί
εργάτες πού άρχιζαν τήν περιπετειώδη διαδρομή μιάμι­
σης ώρας ως τήν αλυσίδα παραγωγής. Έφηβοι θεότρε­
λοι άπό έρωτα, βέβαιοι δτι ούτε κι αυτή τή φορά τους
άγαποΰσαν. Συγγραφείς πού κακοκοιμήθηκαν κι έβγαι­
ναν για περίπατο προτού ξαπλώσουν νά όνειρευτοΰν με
μάτια ανοιχτά τό μυθιστόρημα πού δεν τους έβγαινε.
Μάγοι του τσίρκου πού έκαναν πρόβες νοητά τό ταχυ­
δακτυλουργικό κόλπο πού δεν τους άφηνε νά κοιμηθοΰν.
'Αγρότες ακτήμονες πού έρχονταν άπό πολύ μακριά γιά
νά μισήσουν τους γραφειοκράτες της 'Αγροτικής Μεταρ­
ρύθμισης ένώ θά περίμεναν στις ουρές. Μετανιωμένοι
αύτόχειρες. Μητέρες εγκυμονούσες καί αγουροξυπνημέ­
νες, καθηγητές πού έβγαζαν άπό τό καπέλο μεγαλο­
φυείς αλγεβρικές εξισώσεις. Ασφαλιστές πού δεν πί­
στευαν στις ασφάλειες πού πουλούσαν, θαυματουργοί
οδηγοί τοΰ μετρό, φυσικοί πού δεν μποροΰσαν νά γίνουν
Λεονάρντο ντά Βίντσι, δημοσιογράφοι πού επέστρεφαν
σπίτι τους, λαχειοπώλες πού πουλοΰσαν λαχεία πού πο­
τέ δεν θά τά κέρδιζαν οι 'ίδιοι, εκφωνητές ραδιοσταθμών
1. Σούπα με φασόλια καί λαρδί, σπεσιαλιτέ της Άστούριας.
[

207

]

FM στο δρόμο για τή δουλειά, που ήξεραν ότι άλλη μια
μέρα θα διάβαζαν ψεύτικες ειδήσεις και ονειρεύονταν να
σπρώξουν λαθραία μια μέρα τις πληροφορίες που δέν
τους άφηναν να πουν, περήφανοι γέροι πού ξέχασαν πια
την τέχνη του ύπνου, γλυκές νοσοκόμες, σκυλιά του
δρόμου, αδημοσίευτοι ποιητές, σκηνοθέτες πού ήταν στη
μαύρη λίστα, δημοκρατικοί γραφειοκράτες στα πρόθυρα
της απόλυσης, ντραμίστες της ρόκ, παράφοροι ανα­
γνώστες του 'Αλτουσέρ, κορίτσια πού ανέμιζαν προκλη­
τικά στις εξι τό πρωί τή φρεσκοχτενισμένη κοτσίδα
τους και δέν επέτρεπαν στον εαυτό τους νά νιώσει κύ­
ριος μιας πόλης πού τα λάτρευε, καρδενικοί οικοδόμοι
πού με ζήλο συντηρούσαν τή μαστοριά νά τοποθετούν
δρθιο το τούβλο δίχως ζύγι. 'Όλοι οι κατασκευαστές
διαφορετικών μητροπόλεων, πού δημιουργούσαν Ινα
μέλλον φαινομενικά απραγματοποίητο, στο δρόμο προς
τή ρουτίνα πού απέκρυπτε τό γεγονός Οτι μια μέρα δλοι
αυτοί θα έκαναν τήν πόλη ν'ανθήσει σάν λουλούδι και νά
γίνει άλλη.
Βγήκε άπο το μπάνιο, πήρε τό αναψυκτικό στα χέ­
ρια του και μπήκε στο δωμάτιο γιά νά φτιάξει μια βα­
λίτσα. Θά πήγαινε στο σπίτι τής κοπέλας με τήν αλο­
γοουρά γιά μερικούς μήνες. Τουλάχιστον γιά νά τον χά­
σουν οι μαριάτσι. Θά ήταν τόσο ηλίθιο δσο και νά τήν
παντρευτεί, τόσο ανόητο δσο και νά εΐσαι Μεξικάνος
ντετέκτιβ, τόσο δυνατό δσο ό φόβος. Κι αν τά παρα­
τούσε δλα ; Α ν κρατούσε μόνο τό πυροβολικό του καί

τους δύο τόμους τών 'Αθλίων του Βίκτωρος Ουγκώ, θά
τού'φτάνε. Καί τά παπιά... Πήγε πάλι στο παράθυρο.
Τον τραβούσε τό φως. "Αρχισε βροχή. Μά γιατί στην
Πόλη του Μεξικού δέν έβγαινε ποτέ τό ουράνιο τόξο;
Τού άρεσε ή βροχή πού πάλευε με τό φώς. Άναψε ενα
τσιγάρο.
Ό "Εκτορ Μπελασκοαράν Σάυν επέστρεφε. Μεταξύ
άλλων, επέστρεφε στην παλιά του πόλη. Μια πόλη πού
ήταν ΐδια καί διαφορετική συνάμα. -

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ TOY PACO IGNACIO ΤΑΙΒΟ II « ΣΤΗΝ
ΙΔΙΑ ΠΟΛΗ ΥΠΟ ΒΡΟΧΗ», ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΡΙ
ΤΩΝΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΚΑΙ
ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ «ΦΑΣΜΑ» ΤΟΥ ΠΑΝΑΓ.
ΚΑΠΕΝΗ. ΟΙ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΛΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ
ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ. ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙ
KO ΜΟΝΤΑΖ ΚΑΙ Η ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΕΓΙΝΑΝ ΣΤΟ
ΛΙΘΟΓΡΑΦΕΙΟ « ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ » Α.Ε. ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΡΑ
LATINA 100 ΓΡΑΜ. ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ. Η ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ
ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ
ΠΑΝΤΕΛΗ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕ 2.000 ΑΝΤΙΤΥΠΑ
ΤΟΝ ΜΑΪΟ ΤΟΥ 2007 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚ
ΔΟΣΕΩΝ «ΑΓΡΑ». ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΕ ΚΑΙ
ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΕΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

'Αριθμός έκδοσης
773

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful