ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ

M A U R IC E C O R N F O R T H

THEORY
OF

KNOWLEDGE

Μ Ω Ρ ΙΣ Κ Ο Ρ Ν Φ Ο Ρ Θ

ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ

Μετάφραση
ΠΕΡΙΚΛΗ ΡΟΔΑΚΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΖΩΟΔ. ΠΗΓΗΣ 10
ΑΘΗΝΑΙ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Μέρο ς

πρώ το

Ή φύση καί ή προέλευση της νόησης
Σ ε λ.
1.
2.
8
4.

Ν οΰς καί σώμα
Ό νοϋς σαν προϊόν κα ί αντανάκλαση τή ς ύλης
Κ οινω νική έργασία καί ή κοινω νική σκέψη
Σκέψ η, γλώσσα καί λογική
Μέρος

r

13
81
49
63

δεύτερο

Ή άνάπτυξη των Ιδεών
5.
6.
7.
8.
9.

Ά φ η ρ η μ ένες (θέες
’Ιδεολογία
'Ιδεολογικές πλάνες
’Ε πιστήμη
‘Ε πιστήμη καί Σοσιαλισμός
Μέρος

79
92
110
128
157
τρ ί το

’Αλήθβια χαΐ έλευθερία
10. ’Α λήθεια
11. 01 ρ ίζες τή ς γνώσης
12. Ή αύξηση τή ς γνώσης
13. ’Α ναγκαιότητα καί έλευ θερία
14. Ή πραγματοποίηση τή ς έλευ θερία ς

185
203
223
246
265

Σ υμπλήρω μα
Φιλοσοφία γιά τούς σοσιαλιστές
1.
2.

.Π ρ όλογος
Διαλεκτική
Υ λ ισ μ ό ς

2ς6
289
329

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ή Γνωσιολογία άσχολεϊται μέ τά προβλήματα των
Ιδεών, μέ τήν προέλευσή/τους, μέ τόν τρόπο πού άντανακλούν τήν πραγματικότητα, μέ τόν τρόπο πού
έτπβεβαιώνονται ίκαί Αναπτύσσονται καί μέ τό ρόλο
τους στήν κοινωνική ζωή. Όλα αύτά τά προβλήματα
Αποτελοϋν σημαντικό τμήμα τής φιλοσοφίας.
Στήν άστική φιλοσοφία ή Γνωσιολογία ΑποτελεΤ
τό κύριο μέρος της, μέ τήν έννοια ότι ύπάρχει πρίν
άπό όποιαδήποτε φιλοσοφική σκέψη καί πρίν νά Απο­
κτήσουμε μιά όποιαδήποτε έμπειρία τοΟ κόσμου πού
μας περιβάλλει. Ή άστική φιλοσοφία καταπιάνεται μέ
τό θέμα αύτό πολύ άφηρημένα. Σάν βάση παίρνει τήν
«καθαυτό» ύπαρξη του νοϋ τοΰ ξεχωριστού Ατόμου καί
6έν Αναζητούν τό πώς γεννιέται καί Αναπτύσσεται ή
γνώση. Επειδή όμως τά ξεχωριστά άτομα καί Ακόμα
πιό πολύ ό νους τοΟ καθενός δέν ύπάρχουν στό κενό,
ό τρόπος αύτός έρευνας όδηγεί σέ άναπάντητα έρωτήματα καί γΓ αύτό κατά ένα μέρος είναι στείρος.
’Αντίθετα ό Μαρξισμός ύποστηρίζει ότι πρέπει νά
έξετάζουμε τό θέμα πιό συγκεκριμένα. Νά άναζητάμε
τόν άντικειμενικό τρόπο πού ξεττηδδνε, πού άναπτύσσονται, καί πού έπιβββαιώνονται στίς συγκεκριμένες συν­
θήκες τής πραγματικής άνθρώπινης ζωής, μέσα στήν ύλική ζωή τής κοινωνίας, οΐ ’Ιδέες.

10
Τό έργο αύτό άσχολεϊται βέ τό πώς πραγματικά
δημιουργεΐται ή άνβρώπινη συνείδηση καί πώς άναπτύσσεται. Προσπαθεί νά δώσει αύτή τή διαδικασία
βήμα πρός βήμα, άπό τό ξεπήδημά της, σάν άπλό
έξαρτημέυο άνακλαστικό, πού είναι ό βασικός τρόπος μέ
τόν όποϊο οΐ ζωικοί όργανισμοί έρχονται σέ σχέση μέ
τόν έξωτερικό κόσμο, μέχρι τή διαμόρφωση τής άνθρώπινης γνώσης καί τής άνθρώπινης έλευθερίας.

Μ ΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η ΦΥΣΗ Κ Α Ι Η
Π ΡΟ ΕΛ ΕΥΣΗ ΤΗ Σ ΝΟΗΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΠΡΩΤΟ

ΝΟΤΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑ
ΥΛΗ ΚΑΙ Ν Ο ΥΣ

J^jlv ai πλατειά διαδομένο βτι ίσο καί άν είναι στενά δε­
μένος ό νους μέ τό σώμα, άποτελεϊ κάτι τό ξεχωριστό
καί τό άνεξάρτητο άπό τό σώμα. Μέ βάση αύτή τήν άντίληψη 6 νους «έμψυχώνει» τό σώμα καί τό κάνει Ικανό νά
κινεί τά μέλη του, νά δέχεται τούς έρεθισμούς του έξωτερικοϋ κόσμου καί νά έπενεργεΐ σ’ αύτόν. Ή ύπαρξή του
6μως δέν έξαρταται άπό τό σώμα. "Ετσι, ένώ σ’ βρισμένες
δραστηριότητες ό νους χρησιμοποιεί τό σώμα σέ άλλες του
δραστηριότητες δέν τό χρησιμοποιεί. Π.χ. ό νους χρησιμο­
ποιεί τό σώμα στίς αισθησιακές του δραστηριότητες, άλλά
στίς «καθαρότερες» διανοητικές καί πνευματικές δραστη­
ριότητες δέν τό χρησιμοποιεί.
*Η άντίληψη αύτή είναι πολύ παλιά. "Έτσι, μερικοί
πρωτόγονοι λαοί πίστευαν δτι ή ψυχή είναι μιά λεπτή άεριώδης ούσία—αύτό σήμαινε στήν άρχή ή έννοια «πνεύμα»—
πού κατοικεί στό σώμα, άλλά πού μπορεΐ καί νά φύγει άπ’
αύτό καί νά συνεχίσει μιά αυθύπαρκτη ύπαρξη. Μέ βάση
τό συλλογισμό αύτό ή ψυχή έγκαταλείπει τό σώμα κατά
τήν διάρκεια του βπνου καί ξαναμπαίνει σ’ αύτό άπό τό

14

στόμα. Καμμιά φορά στό κοοώ σώμα μπορεΐ νά τρυπώσει
χαΐ μιά κακή ψυχή, όπότε καί τό «κατακτάει». *0 έπιληπτικός ή έκεϊνος πού σεληνιάζεται ύποφέρει άπό κάποιο
δαιμονικό πνεϋμα, πού ϊχει τρυπώσει στό σώμα του. Άπό
τήν πρωτόγονη αύτή άντίληψη γιά τήν ψυχή ξεπήδησε ή άτίληψη γιά τήν έπιβίωση της ψυχής καί μετά τό θάνατο
του σώματος καί τό ίτι ή ψυχή προϋπήρχε της γέννησης
τοΰ σώματος.
01 Ίδεαλιστικές φιλοσοφικές θεωρίες γιά τό νοΰ, σέ
τελευταία άνάλυση, είναι ούσιαστικά λεπτοδουλεμένες καί
σέ όρθολογιστική τάξη βαλμένες οΐ προλήψεις αυτές.
’Ανάμεσα στίς τέτοιες λεπτοδουλεμένες καί όρθολογικά
βαλμένες θεωρίες, είναι καί αύτή πού ύποστηρίζει 6τι 6 νοΰς
καί τό σώμα είναι δυό διαφορετικές ούσίες : ή πνευματική
καί ή ύλική ούσία. Ή ύλική ουσία, δηλαδή τό σώμα, ίχει
διαστάσεις, βάρος καί κινείται στό χώρο. *Η πνευματική
ούσία ή νους, είναι οί σκέψεις οΐ γνώσεις, τά αισθήματα καί
οί έπιθυμίες. Ή άποψη αύτή ύποστηρίζεται καί σήμερα
πολύ πλατειά. ’Εξακολουθούν νά πιστεύουν βτι ιδιότητες 6πως ή σκέψη, τό αίσθημα κλπ., διαφέρουν τόσο πολύ
άπό τΙς Ιδιότητες της ύλης, ώστε ίσο στενά καί άν είναι δε­
μένα ή σκέψη καί τά αισθήματα μέ τήν βπαρξη καί τήν
κατάσταση τοϋ σώματος, άνήκουν σέ κάποια άϋλη ούσία,
τό νοϋ, πού είναι κάτι διαφορετικό άπό τό σώμα.
01 Ιδεαλιστές φιλόσοφοι, πού Θεωρούν βτι 6 νοΰς είναι
κάτι διαφορετικό άπό τό σώμα, υποστηρίζουν ίτι οί σκέ­
ψεις, τά αισθήματα κλπ. δέν είναι προϊόντα κάποιας υλι­
κής διαδικασίας. Ά ν σκεφτόμαστε, ύποστηρίζουν, άν αι­
σθανόμαστε καί άν ένεργοΰμε διανοητικά, ή συμπεριφορά
μας αύτή δέν πρέπει νά έξηγηθεΐ άπό τΙς συνθήκες της υλι­
κής μας ύπαρξης, άλλά άπό τήν άνεξάρτητη λειτουργία τοϋ
νοϋ μας. Παραδέχονται ίτι ό νοΰς χρησιμοποιεί τά ίργανα
του σώματος. Ή διανοητική μας ίμως συμπεριφορά, καθο­
ρίζεται άπό τό γεγονός 6τι τό σώμα έμψυχώνεται, ένημ3-

15
ρώνεται καί έλέγχεται άπό μιά άϋλη άρχή, ή μιά πνευμα­
τική ύπαρξη, τό νοϋ.
Οί ίδεαλιστικές αύτές θεωρίες πού είναι πολύ διαδομέ­
νες, καταπολεμήθηκαν άπό πολύ παλιά άπό τΙς αντίθετες,
τΙς ύλιστικές άπόψεις. Ό ύλισμός βχι μόνο δέν χωρίζει τό
σώμα άπό τό νοϋ, άλλά υποστηρίζει δτι δλες οί διανοητι­
κές έργασίες, είναι άμεσα δεμένες μέ τά ιδιαίτερα σωματι­
κά δργανα καί δέν μπορούν νά ύπάρξουν χωρίς αύτά. "Ολες
οί συνειδησιακές καί διανοητικές δραστηριότητες τοϋ αν­
θρώπου, έχουν τήν άφετηρία τους σέ ύλικές ουσίες. "Ετσι
σ’ άντίθεση μέ τήν άποψη δτι οί τέτοιες δραστηριότητες
είναι άποκλειστικά δημιουργήματα τοϋ νοϋ, ό ύλισμός ύποστηρίζει δτι δ ίδιος ό νοΰς είναι προϊόν—τό άνώτερο προ­
ϊόν—της δλης.
Ό σύγχρονος υλισμός, έξοπλισμένος μέ τά συμπερά­
σματα των έπιστημονικών έρευνών στίς μορφές της όργανικής ζωής καί μέ τή θεωρία της έξέλιξης, είναι σέ θέση
νά δώση άποφασιστική άπάντηση στήν ίδεαλιστική αντίλη­
ψη γιά τό νοϋ. *0 νοΰς είναι προϊόν της έξελικτικά άναπτυσσόμβνης ζωής. Οί ζωντανοί όργανισμοί πού έχουν φτάσει σ’ Ινα κάποιο έπίπεδο άνάπτυξης τοϋ νευρικοϋ τους συ­
στήματος, δπως όρισμένα ζώα, μποροϋν νά άναπτύξουν
καί μία κάποια μορφή συνείδησης. Καί στήν πορεία της
έξέλιξης, ή συνείδηση αύτή έφτασε κάποτε στό στάδιο της
σκέψης καί της δραστηριότητας τοϋ άνθρώπινου μυαλοϋ.
Οί διανοητικές έργασίες, άπό τίς κατώτερες μέχρι τίς πιό
άνώτερες είναι λειτουργίες τοΰ σώματος, λειτουργίες της
υλης. Ό νοΰς είναι παράγωγο της ΰλης, σέ ένα άνώτερο
έπίπεδο όργάνωσής της.
"Οταν δεχθούμε αύτό, τότε ή άποψη δτι ό νοΰς καί ή
ψυχή είναι κάτι ξέχωρο άπό τό σώμα, πού μποροΰν νά τό
αποχωριστούν καί νά ζήσουν μιά άνεξάρτητη ύπαρξη, έξαφανίζεται. Νοΰς χωρίς σώμα είναι παραλογισμός. Ό νους
δέν μπορεΐ νά ύπάρξει έξω καί χωριστά άπό τό σώμα.

16
Όταν λέμε ίτι 6 νοΰς δέν υπάρχει σαν ξεχωριστό καί
άνεξάρτητο άπό τό σώμα, δέν λέμε δτι δέν ύπάρχει διανο­
ητική έργασία ή δτι ό νοΰς τοϋ άνθρώπου είναι μύθος. Α ­
σφαλώς ό νοΰς, ή συνείδηση, ή σκέψη, τό αίσθημα κλπ.
είναι μια τιραγματιχότητα. Ό ύλισμός δέν άρνεΐται τήν
πραγματικότητα τοϋ νοϋ. Εκείνο πού άρνεΐται ό ύλισμός,
είναι βτι ύπάρχει κάτι άνεξάρτητο άπό τό σώμα, πού λέγε­
ται νοΰς. Ό νοϋς δέν είναι κάποιο πράγμα ή κάποια ούσία
άνεξάρτητη άπό τό σώμα.
Ή άποψη αύτή μπορεΐ νά φωτισθη μέ ένα παράδειγ­
μα παρμένο άπό τήν καθημερινή μας όμιλία, δταν κάνουμε
λόγο γιά «τό νοϋ». Οΐ άστοί φιλόσοφοι καί Θεολόγοι έπενόησαν τήν άποψη βτι ό νοϋς ύπάρχει άφ’ έαυτοΰ, ίτι έχει
δικά του γνωρίσματα καί ιδιότητες άνεξάρτητες άπό τό
σώμα. Μά τίποτα άπ’ 6λα αύτά δέν Ισχύει στήν πρακτική
ζωή, βταν μιλάμε για τό νοϋ (Χ).
01 "Αγγλοι βταν συζητούν μπορούν νά ρωτήσουν :
«What’e in your mind?» (Τί έχετε στό νοϋ σας ή στό
μυαλό σας). Καί μέ τήν έρώτηση αύτοί έννοοϋν : «Τί σκε­
φτόσαστε ;». Καί πιό γενικά είναι μιά παραλλαγή της γενι­
κής έρώτησης. «Τί κάνετε ;» («Wha* are yi<u doing?»),
Ή έρώτηση αύτή δέν σημαίνει καθόλου δτι υπάρχει κά­
ποιο πράγμα άνεξάρτητο άπό τό σώμα πού λέγεται «νοΰς».
Μιά άνάλογη σημασία έχουν καί οί φράσεις : «Έχετε
θαυμάσιο νοΰ («you have a first-rate tnind») ή «Έχετε
βρώμικο νοΰ» (you have a dirty mind), ή βτι έπρεπε νά
διορθώσετε τό νοΰ σας (you ought to improve your
mind»)2. "Ολες αύτές οΐ φράσεις άναφέρονται σέ κάτι πού
1. Σ τή ν ά γγλική γλώσσα μέ τή ν έννοια mind έννοοΰν τό
νοΰ, τό π νεύ μ α , τή νόηση. Κ αί τό π α ρ ά δειγμ α στη ρ ίζετα ι α ­
κριβώ ς στήν (βιο μ ο ρ φ ία 'τώ ν ά γγλικώ ν (σ.τ.μ.).
2. Κ αί έβώ στη ρ ίζετα ι στήν έννοια τή ς λέξης mind πού
στά ά γγλικά προσφ έρει θ α υ μ ά σιο περιεχόμενο γιά νά α να πτύξει
τ ις σκέψεις του ό συγγραφέας (σ.τ.μ.).

17
κάνετε. Καί άν πεθάνετε ή δεχθείτε έναν τραυματισμό στό
μυαλό ή σέ άλλο καίριο σημείο καί έπέλθη διαταραχή τοϋ
μυαλοϋ, τότε οΐ παρατηρήσεις αύτές δέν Ισχύουν. Κι’ αύ­
τό, γιατί οΐ δραστηριότητες στίς όποιες άναφέρονται δέν
μπορούν νά γίνονται, άφοΰ τό βργανο πού τΙς έκανε έχει
καταστραφεΐ.
Κάθε Ανθρωπος είναι προικισμένος μέ νοϋ, πού ύπάρ*
χει έφ’ βσον ό άνθρωπος σκέφτεται, αίσθάνεται κλπ. Μά
ίλα αύτά είναι δραστηριότητες καί λειτουργίες τοΰ άνθρώπου, ένός ύλικοϋ βντος, ένός ένοργάνου σώματος καί έξαρτώνται άπό τά άντίστοιχα σωματικά βργανα. 01 δραστηρι­
ότητες αύτές ξεπηδαν καί άναπτύσσονται σ’ ένα δοσμένο
σώμα, πού έχει μιά δική του όργάνωση καί ζεΐ σέ καθορι­
σμένες συνθήκες ζωής. Όταν καταστρέψουμε τό σώμα ή
τά ϊργανά του, καταστρέφουμε καί αύτές τΙς δραστηριότη­
τες. Όλες οί διανοητικές λειτουργίες καί δραστηριότητες
πού λέγεται δτι είναι προϊόντα τοϋ νοΰ, σάν κάτι ξεχωρι­
στό άπό τήν δλη, είναι λειτουργίες ή δραστηριότητες ένός
ζωντανοϋ ύλικοϋ όργανισμοΰ. Ό νοΰς είναι προϊόν ένός ύλικοΰ όργανισμοΰ.
Η Σ Υ Ν Ε ΙΔ Η Σ Η Κ Α Ι Τ Ο Ν Ε Υ Ρ ΙΚ Ο Σ Υ Σ Τ Η Μ Α

Δέν είναι Ικανό νά σκέφτεται καί νά αίσθάνεται κάθε
σώμα, άλλά μόνο τά όργανικά καί ζωντανά σώματα. Καί
άκόμη δέν έκδηλώνονται σέ κάθε ζωντανό σώμα βλες έκεΐνες οί δραστηριότητες πού έχουν σχέση μέ τήν άνάπτυξη
τοΰ νοΰ. Ή έμφάνιση τοΰ νοΰ είναι ένα γεγονός πού είναι
δεμένο μέ τήν άνάπτυξη ένός κεντρικοΰ νευρικοΰ συστήμα­
τος στά ζώα.
Όταν τά ζωντανά σώματα έχουν άναπτυγμένο τό νευ­
ρικό τους σύστημα καί βταν άπό τό κεντρικό νευρικό σύ­
στημα έχει «ιαπτυχθεΐ τό μοαλό, τότε προβάλλουν καί οί
στοιχειώδεις λειτουργίες τοΰ νοΰ, ή συγκέντρωση τών αί2

18
σθήσεων. Καί μέ τήν πάρα πέρα. άνάπτυξη τοϋ έγκεφάλου
—τοΰ φλοιοΰ καί των άνωτέρων κέντρων πού συναντάμε
στόν άνθρωπο—έμφανίζονται καί οΐ άνώτερες λειτουργίες
της νόησης καί ή λειτουργία της. σκέψης. Τό μυαλό (ό έγκέφαλος) γίνεται τό βργανο της σκέψης. Ή σκέψη είναι
μιά λειτουργία πού κάνει τό μυαλό.
Ελάχιστοι άνθρωποι σήμερα άμφισβητοΰν τά καλά θε­
μελιωμένα αύτά γεγονότα. Παρ’ βλα αύτά υπάρχουν θεω­
ρίες καί πίστεις πλατειά διαδομένες, πού ύποστηρίζουν τά
άντίθετα. Καί τέτοιες πίστεις π.χ. είναι έκεΐνες πού πι­
στεύουν στή μετά θάνατο ζωή τής ψυχής. ΑύτοΙ πού τά πι­
στεύουν λένε άκόμα πώς στή μελλοντική μας, μετά θάνατο
ζωή πολλά πράγματα θά μας γίνουν πιό καθαρά απ’ δτι
στήν έπίγεια ζωή. Μ’ άλλα λόγια πιστεύουν ίτι ό νοϋς μας
δέν μπορεΐ νά φτάσει στήν πλήρη του άνάπτυξη, παρά μό­
νο μετά τόν θάνατο. Πιστεύουν 8τι γιά νά φτάσουν οί σκέ­
ψεις μας στήν τελειότητα πρέπει νά άναπτύσσονται μακρυά
άπό τό μυαλό. Καί δτι θά φτάσουν σέ πλήρη τελειότητα, 6ταν δέν θά ύπάρχει μυαλό γιά νά σκεφτόμαστε.
Ό Λένιν υποστήριζε βτι γιά νά φτάσουμε σέ «άνάλυση
καί έξήγηση» μιας διαδικασίας τοΰ νοΰ, γιά νά καταλάβου­
με τή φύση της καί τήν προέλευσή της, θά πρέπει νά «κά­
νουμε άμεση μελέτη τοϋ ύλικοϋ ύποστρώματος τών διανοη­
τικών φαινομένων, δηλαδή της διαδικασίας τοΰ νευρικοΰ
συστήματος». (Ποιοι είναι οΐ φίλοι τον Λαον κλπ. Μέρος /).
ΤΙς βάσεις αύτης της μελέτης τη< έβαλε ή σύγχρονη φυ­
σιολογία Ή πιό σημαντική έργασία στόν τομέα αύτό είναι
τό έργο τοΰ Ρώσου φυσιολόγου Ίβάν Παυλώφ.
Ο Ρ Γ Α Ν ΙΣ Μ Ο Σ

Κ Α Ι Π Ε Ρ ΙΒ Α Λ Λ Ο Ν

Πρίν άπό τόν Παυλώφ πίστευαν πώς τό νευρικό σύ­
στημα γενικά έκτελοϋσε τήν πρωταρχική λειτουργία τοϋ
συνδυασμοϋ τών πράξεων τών διαφόρων μερών τοΰ δργανι-

19
σμοΰ. Ό Σέρ Τσάρλς Τσέριγκτον άποκαλοΰσε τή διαδικα­
σία αύτή «πλήρη δραστηριότητα τοϋ κεντρικού νευρικού
συστήματος. Αντίθετα δ Παυλώφ έπέμεινε στήν άνάγκη
νά έρευνηθη £νας δεύτερος τεράστιος τομέας της φυσιολο­
γίας τοΰ νευρικού συστήματος». *0 Παυλώφ θεωρούσε το
νευρικό σύστημα σαν «2να σύστημα πού κατά πρώτο λό­
γο άποκαθιστα επαφή καί σχέσεις, 6χι ανάμεσα στά διάφο­
ρα ίργανα τοΰ σώματος, δπως πίστευαν μέχρι τότε, άλλά
άνάμεσα στόν δργανισμό σάν σύνολο καί στό περιβάλλον
του».
Ή βασική λειτουργία τοΰ κεντρικού νευρικού συστήμα­
τος, δέν είναι απλώς νά ρυθμίζει τή λειτουργία τών διαφό­
ρων μερών τοΰ όργανισμού μεταξύ τους, άλλά νά ρυθμίζει
τή λειτουργία ολοκλήρου τοΰ όργανισμοΰ, στίς σχέσεις του
μέ τό περιβάλλον.
Μέ τή λειτουργία τοΰ νευρικού συστήματος τό ζώο
στήν πορεία της δραστηριότητάς του δημιουργεί πολύπλο­
κες σχέσεις μέ τό περιβάλλον του, χάρη στίς όποιες κα­
τορθώνει νά ζεΐ μέσα σ’ αύτό τό περιβάλλον, νά συγκεν­
τρώνει πληροφορίες καί νά άντιδρα κάτω άπό καθορισμέ­
νες συνθήκες καί μέ καθορισμένο τρόπο. "Ετσι τό ζώο δέ­
νεται μέ τό περιβάλλον του κατά τέτοιο τρόπο, πού εϊναι
ενήμερο τοΰ τί συμβαίνει γύρω του, αντιδράει άνάλογα μέ
τήν περίσταση καί επενεργεί καί αύτό μέ τή σειρά του στό
περιβάλλον του. Γιά νά κάνει 6λα αύτά, τό ζώο χρησιμο­
ποιεί τά ίργανα τών αίσθήσεων, τά άκρα του καί τό 6ργανο πού έλέγχει ίλη τή διαδικασία αύτή : τό μυαλό (εγκέ­
φαλο).
Τό άπλούστερο είδος άνακλαστίκοΰ, άς πούμε ενας έρεθισμός πού δέχεται τό βργανο αίσθήσεως καί προκαλεΐ μιά
μυϊκή άπάντηση, άποτελεΐ μιά σχέση ή μιά σύνδεση τοΰ
ζώου μέ τό περιβάλλον. Ό κάθε συγκεκριμένος έρεθισμός,
προκαλεΐ καί μιά άνάλογη άπάντηση. Αύτό δμως καθορίζει
καί τή δημιουργία ένεργητικών σχέσεων τοΰ ζώου μέ τό

20
περιβάλλον. Ό Παυλώφ άπέδειξε βτι ή δημιουργία ένεργητιχών σχέσεων άνάμεσα στό ζώο καί στό περιβάλλον του,
άρχίζει άπό καθορισμένες καί σταθερές συνδέσεις τοϋ ζώου
μέ τόν έζωτερικό κόσμο πού λέγονται μή έξαρτημένα Ανα­
κλαστικά καί άναπτύσσονται μέ τή δημιουργία προσωρι­
νών καί ποικίλων σχέσεων, πού λέγονται έξαρτημένα αν­
τανακλαστικά.
Γιά νά μελετήσει τήν άνάπτυξη τών άνακλαστικών, 6
Παυλώφ χρησιμοποίησε ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο :
βτι οϊ σιελογόνοι άδένες τών ζώων βγάζουν σάλιο μόλις
προετοιμάζονται νά πάρουν τήν τροφή τους. “Ετσι βταν πα­
ρουσιάσουν σ’ ένα σκύλο τροφή, βγάζει άμέσως σάλιο. Αύ­
τό είναι ένα άπλό μή έξαρτημένο άνακλαστικό. "Οταν ό
σκύλος βρίσκεται μπροστά σέ φαγητό τρέχουν τά σάλια
του. Ό Παυλώφ σέ συνέχεια άνακάλυψε πώς άν χτυπάμε
ένα κουδούνι τήν ώρα πού θά παρουσιάζουμί στό σκύλο
τήν τροφή, ύστερα άπό λίγο καιρό, ό ήχος μόνον τοΰ κουδουνιοϋ είναι άρκετός γιά νά τρέξουν τά σάλια του, έστω
καί άν δέν τοΰ προσφέρουμε τροφή. Αύτό τό όνόμασε έξαρ­
τημένο άνακλαστικό. Μέ βάση καθορισμένες συνθήκες,
δηλαδή μέ τό συνδυασμό της τροφής μέ τό κουδούνι, πού
έπαναλήφθηκε πολλές φορές, ό σκύλος άρχισε νά άντιδρα
μόνο μέ τό άκουσμα τοΰ κουδουνιοΰ καί άς μήν τοϋ δίνε­
ται τροφή. Μέ άλλα λόγια, ό σκύλος συνήθισε νά συνδυάζει
τήν τροφή μέ τό κουδούνι καί περιμένει τροφή μόλις άκού σει τό κουδούνι Γι* αύτό καί προετοιμάζεται γιά τήν τρο­
φή του καί άς μήν τήν λάβει.
’Ενώ τά μή έξαρτημένα άνακλαστικά είναι ένα μέρος
της κληρονομικότητος τών ζώων, πού άναπτύχθηκαν στήν
πορεία τής έξέλιξης τών είδών, τά έξαρτημένα άνακ! -τι·
κά έμφανίζονται στήν πορεία τής ζωής τών ξεχωριστών
άτόμων. Καί άπό τή στιγμή πού θά δημιουργηθοΰν μποροΰν νά άλλοιωθοΰν ή νά καταστραφοΰν. Έτσι, άφοΰ περάσει άρκετό διάστημα πού θά χτυπάει τό κουδούνι χωρίς

21
νά δίνεται καί ή τροφή, ό σκύλος θά πάψει νά άντιδράει
στό κουδούνι. Μπορεΐ άκόμα νά συνηθίσει 6 σκύλος νά άντιδράει δχι σέ κάθε ήχο κουδουνιού, άλλά σέ όρισμένο μόνο
χτύπημα κ.λ.π.
Ό μηχανισμός τών ανακλαστικών βρίσκεται στόν έγκέφαλο, στό σημείο άκριβώς πού ένώνονται τά κέντρα τών
αισθήσεων καί της κινήσεως. Τά κέντρα τών αισθήσεων δια­
φέρουν άπό τά κέντρα κίνησης. Ό ρόλος τών πρώτων είναι
νά δέχονται μηνύματα καί τών δεύτερων νά στέλνουν. Καί
είναι συνδεμένα κατά τέτοιο τρόπο, πού βταν ένα μήνυμα
φτάνει άπό τό αισθητήριο δργανο στό αντίστοιχο κέντρο,
τό μήνυμα αύτό μεταβιβάζεται αμέσως στό άνάλογο κέν­
τρο κίνησης καί κείνο μέ τη σειρά του στέλνει μήνυμα
στούς μϋς, στούς άδένες κ.λ.π. Καί έτσι σέ ένα δοσμένο έρεθισμό έχουμε καί μιά άνάλογη άπάντηση.
Λοιπόν ένα μή έζαρτημένο άνακλαστικό στηρίζεται σέ
μιά καθορισμένη καί σταθερή σύνδεση πού ύπάρχει άνάμεσα
στά κέντρα τών αισθήσεων καί της κινήσεως τοϋ έγκεφάλου. Καί τά έξαρτημένα άνακλαστικά στηρίζονται σέ προ­
σωρινές, ποικίλες καί έξαρτημένες σχέσεις πού δημιουργοΰνται άνάμεσα στά κέντρα τών αισθήσεων καί τών κινήσεων,
μέσα στήν πορεία της ζωής τοΰ ζώου.
Τέτοιες σχέσεις άνάμεσα στά κέντρα τών αισθήσεων καί
της κινήσεως μέσα στόν έγκέφαλο τών ζώων, άποτελοΰν
καί σχέσεις άνάμεσα στό ζώο καί στόν έξωτερικό κόσμο.
Γιατί ό ρόλος τών σχέσεων αύτών μέσα στόν έγκέφαλο τών
ζώων, «ΐναι νά συνδέσουν τό ζώο μέ τόν έξωτερικό κόσμο,
δηλαδή μέ τό περιβάλλον μέσα στό όποιον ζεΐ.
Έτσι ή μή έξαρτημένη σχέση τροφή—σάλιο μέσα στόν
έγκέφαλο τοΰ σκύλου, συνδέει τό σκύλο μέτό περιβάλλον
του κατά τέτοιο τρόπο, πού ίταν του προσφέρεται τροφή
νά προετοιμάζεται γιά νά τή φάει καί νά τή χωνέψει. Καί
ή έξαρτημένη σχέση κουδούνι—σάλιο, μέσα στόν έγκέφα­
λο τοΰ σκύλου συνδέει τό σκύλο μέ τό περιβάλλον του, κα­

22
τά τρόπο πούίταν χτυπάει τό κουδούνι, πού ό σκύλος έχει
μάθει νά τό συνδυάζει μέ την τροφή καί πάλι ό σκύλος
έτοιμάζεται γιά νά φάει.
"Ολα τά ζώα ζοϋν μόνο μέ τις σχέσεις μέ τόν εξωτερι­
κό κόσμο τοϋ περιβάλλοντος, δηλαδή μέ τις εξωτερικές τους
σχέσεις πού δημιουργοϋνται μέσω των έσωτερικών σχέσεων,
μέσα στον ίδιο τους τον εγκέφαλο. Ό Παυλώφ έδειξε 6τι
οΐ σχέσεις αύτές τοϋ ζώου μέ τόν εξωτερικό κόσμο διαμορ­
φώνονται μέ τήν άνάπτυξη των έξαρτημένων σχέσεων άπό
τις μή εξαρτημένες, δηλαδή μέ την άνάπτυξη των έξαρτημέ­
νων άνακλαστικών άπό τά μή έξαρτημένα άνακλαστικά.
Συνοψίζοντας 6λα αυτά λέμε : Ή μή έξαρτημένη σχέ­
ση, είναι μιά σχετικά σταθερή σχέση άνάμεσα στό ζώο και
στό περιβάλλον του. Έτσι άν π.χ. περάσει ξαφνικά κάτι
μπροστά στά μάτια του, θά τά κλείσει. Αύτό είναι μιά μή
έξαρτημένη σχέση, πού υπάρχει γιά νά προφυλάσσει τά μά­
τια. Ανεξάρτητα λοιπόν άπό τις συνθήκες πού ζεϊ τό ζώο,
συνδέεται μέ τόν εξωτερικό κόσμο μέσω τέτοιων άνακλα­
στικών. Γεννιέται μέ τέτοια άνακλαστικά πού άναπτύσσονται στήν πορεία άνάπτυξης καί έξέλιξης των είδών.
Άπό τήν άλλη πλευρά, μιά έξαρτημένη σχέση είναι μιά
προσωρινή σχέση, μέ παραλλαγές άνάμεσα στό ζώο καί στό
περιβάλλον του, πού τήν άποκτάει τό ξεχωριστό ζώο στήν
πορεία της άτομικής του ζωής καί πού μπορεΐ νά έξαφανισθεΐ. "Ενας σκύλος μπορεΐ π.χ. νά παίρνει τήν τροφή του
σέ μιά συγκεκριμένη θέση. Αύτή είναι μιά συνήθεια πού
τήν άπόκτησε στήν πορεία της ζωής του. ’Έχει έξαρτήσει
τή λήψη της τροφής μέ τό συγκεκριμένο μέρος πού βρί­
σκεται ή τροφή καί συνήθησε νά τή ζητάει μόνο έδώ. Ά ν
οί συνθήκες ζωής τοϋ σκύλου άλλάξουν, τότε καί ή έξαρ­
τημένη αύτή σχέση μπορεΐ νά άλλάξει. Ό σκύλος μπορεΐ
νά συνηθίσει νά άναζητάει καί άλλοΰ τήν τροφή του.
Ό Παυλώφ άπόδειξε οτι τό νευρικό σύστημα στά άνώ*
τερα ζώα παίζει τό ρόλο της άποκαταστάσεως προσωρινών

23
καί ποικιλόμορφων σχέσεων, άνάμεσα στό ζώο καί. στό
περιβάλλον του, δηλαδή προσαρμόζει τΙς αντιδράσεις τοϋ
ζώου στίς διάφοορες συνθήκες τοϋ περιβάλλοντος. Καί άκόμη μέ τή δική του δράση πάνω στο περιβάλλον του, προ­
σαρμόζει τό περιβάλλον στις Απαιτήσεις τοϋ ζώου.
Αυτή ή λειτουργία γίνεται στό μυαλό και γι’ αυτό ό
Παυλώφ άποκάλεσε τόν έγκέφαλο «τό δργανο των πιό πο­
λύπλοκων σχέσεων τοϋ ζώου μέ τό έξωτερικό περιβάλλον»
Δ Ρ Α Σ Τ Η Ρ ΙΟ Τ Η Τ Α ΚΑΙ Σ Υ Ν Ε ΙΔ Η Σ Η .

Α ΙΣ Θ Η Σ Ε ΙΣ

Ό Παυλώφ έπέμεινε δτι ή διανοητική δραστηριότητα
είναι το ίδιο μέ τήν ανώτερη νευρική δραστηριότητα καί
6τι ή διάφορες δψεις της διανοητικής ζωής, μποροΰν να έξηγηθοϋν μέ τάς δεδομένα της έρευνας της άνώτερης νευ­
ρικής δραστηριότητος : «'Η δυαδικότητα άνάμεσα στό
σώμα καί στήν ψυχή σαν χωριστά πράγματα, έξακολουθεϊ
νά είναι πλατειά διαδομένη», έγραφε, «διά τόν έπιστήμονα
δμως μιά τέτοια διαφοροποίηση είναι άδύνατη».
' Η διανοητική δραστηριότητα, εϊναι δραστηριότητα τοϋ
έγκεφάλου. Καί άν ό έγκέφαλος είναι τό δργανο των πιό
πολύπλοκων σχέσεων τοϋ ζώου μέ τό έξωτερικό κόσμο,
τότε πρέπει νά θεωρούμε καί τή πνευματική δραστηριότη­
τα, σάν μέρος τής δραστηριότητας πού συνδέει τό ζώο μέ
τόν έξωτερικό κόσμο. Άποτελεΐ τή βάση τών έξαρτημένων
άνακλαστικών.
;Η διανοητική ζωή αρχίζει τή στιγμή πού τά πράγμα­
τα άρχίζουν νά παίρνουν κάποιο νόημα γιά τό ζώο. Καί
αύτό συμβαίνει, όταν σάν αποτέλεσμα τής διαμόρφωσης τών
έξαρτημένων άνακλαστικών, συσχετίζει τό ένα πράγμα μέ
τό άλλο. "Ενα πράγμα άποκτα νόημα γιά τό ζώο δταν τό
ζώο έχει μάθει νά συνδέει τήν παρουσία του μέ κάποιο δλλο. Π.χ. δνας σκύλος μαθαίνει νά συνδέει έναν είδικό έρεθισμό της βσφρησης, μέ τήν ιδιαίτερη παρουσία μιας εί-

24
δικής τροφής ή ένός σκύλου ή καί τοϋ άφετικοΰ του κλπ.
Κάθε λεπτό δέχεται τεράστιο άριθμό έρεθισμών άπό τά έξωτερικά καί έσωτερικά του αίσθητήρια ίργανα καί μα­
θαίνει νά συνδέει τούς διάφορους έρεθισμούς μέ διάφορα
πράγματα. "Έτσι οί διάφοροι έρεθισμο'ι δέν μένουν γιά τό
ζώο άπλοί έρεθισμοί οί όποιοι άπαιτοϋν καί έχουν αύτόματα μιά συγκεκριμένη άπάντηση, άλλά γίνονται γιά τό
ζώο ένα σύστημα σημάτων τοϋ έξωτερικοϋ κόσμου καί
τών σχέσεων του μ’ αύτό τόν έξωτερικό κόσμο, στό ό­
ποιο σύστημα άπαιτεΐται μιά όλόκληρη καί ποικίλη σειρά
άπαντήσεων.
'Ετσι τό ζώο άποκτα ένεργητική γνώση τών πραγμά­
των. *Η γνώση τών πραγμάτων είναι ούσιαστικά ένεργη­
τική καί οχι παθητική κατάσταση. Ή γνώση ένός πράγ­
ματος δέν είναι μόνον ή άντίληψή του μέ μιά άπό τίς αίσθήσεις, άλλά καί ή άπάντηση σ’ αύτό.
Γνώση πρίν άπ’ βλα σημαίνει βτι τό ζώο μέ τά αισθη­
τήριά του βργανα διακρίνει όρισμένα γνωρίσματα τοΰ πε­
ριβάλλοντος του μέσα στό όποιο βρίσκεται, σ’ άντιδιαστολή μέ τό γενικό περιβάλλον καί πού άντιστοιχοΰν στά
συγκεκριμένα πράγματα. Π.χ. τό ζώο ξεχωρίζει τήν τρο­
φή του μέ τήν βσφρηση, τήν άφή καί τήν δράση καί τήν
τρώει.
Γνώση ένός πράγματος σέ συνέχεια σημαίνει βτι τό
ζώο ξεκαθαρίζει όρισμένα γνωρίσματα τοΰ πράγματος, μέ
τήν έννοια βτι τά συνδέει μέ άλλα πράγματα. Π.χ. μερικά
πράγματα γίνονται γιά τό ζώο σήματα παρουσίας της τρο­
φής του ή δτι πλησιάζει κάποιος κίνδυνος κλπ. καί τό
ζώο άπαντά ανάλογα.
Έτσι ή ένεργητική γνώση τών πραγμάτων πού ξε πη­
δάει μέ τήν διαμόρφωση τών έξαρτημένων άνακλαστικών,
σημαίνει βτι τό ζώο μαθαίνει νά συνδέει τούς έρεθισμούς
πού δέχεται, μέ άλλα πράγματα πσύ δέν πέφτουν άμεσα

25
στήν άντίληψή του. Καί μέ τόν τρόπο αύτό δημιουργεί τήν
έννοια της προσδοκίας καί συγκεντρώνει πείρα.
Ό σχηματισμός λοιπόν των έζαρτημένων Ανακλαστικών
δημιουργεί καί τή διαφορά άνάμεσα στήν ύποκειμενικότητα
καί στήν αντικειμενικότητα. 'Η διαφορά αύτή πού έχει γί­
νει καί θέμα πολλών θεωριών καί μυστικισμοϋ άπό μέρους
των φιλοσόφων, έχει μιά φυσική έξήγηση. ' Η διαφορά Ανά­
μεσα στό υποκειμενικό καί στό άντικειμενικό, έμφανίζεται άπό τή στιγμή πού τό ζώο Αρχίζει νά ξεχωρίζει τά
πράγματα. Καί άπλούστατα είναι ή διαφορά άνάμεσα στό
σύνολο των ύλικών συνθηκών πού ύπάρχουν καί τών πλευ­
ρών του πού πέφτουν στήν Αντίληψη τοϋ ζώου καί στήν
έννοια πού τούς άποδίδει.
Έτσι ή ύποκειμενικότητα σάν αντίθεση πρός τήν Αντι­
κειμενικότητα, τό διανοητικό σάν Αντίθετο μέ τό φυσικό, ή
ολοκληρωτική γνώση σάν Αντίθετη μέ κείνο πού πέφτει στήν
Αντίληψη τοϋ ζώου προέρχονται Από τήν Ανάπνυξη της Ανώ­
τερης νευρικής δραστηριότητας τοϋ ζώου, στήν πορεία τής
διαμόρφωσης τών έζαρτημένων Ανακλαστικών τών 6λο καί
πιό πολύπλοκων σχέσεων πού δημιουργεί τό ζώο μέ τό
έξωτερικό περιβάλλον.
Τό ύπσκειμενικό διαφέρει Από τό Αντικειμενικό, έπειδή
α) τό ζώο πληροφορείται μόνο για μερικές βψεις, γιά μερι­
κές πλευρές τοϋ περιβάλλοντος καί 6χι γιά τό σύνολο καί
β) ή Αντίληψη πού μπορεΐ νά σχηματίσει γιά τό πράγμα
μπορεΐ νά είναι καί λαθεμένη : δηλαδή υποκειμενικά μπο ροΰν νά δοθούν σχέσεις σέ πράγματα πού νά μήν Ανταποκρίνονται στήν πραγματικότητα.
Καί ή Αντικειμενικότητα ύπάρχει πριν άπό τήν ύποκειμενικότητα έπειδή α) ή ύπαρξη τοϋ πράγματος είναι προϋ­
πόθεση γιά νά πέσει στήν άντίληψή μας, ένώ ή δική μας
γνώση τοϋ πράγματος, δέν είναι προϋπόθεση γιά τήν ύπαρ­
ξή του. Καί β) γιατί τά πράγματα προϋπάρχουν πολύ πριν

26
νά τά γνωρίσουμε έμεΐς ή νά πέσουν στήν αντίληψη ενός
όργάνου ζωντανού όργανισμοϋ.
'Η Συνείδηση, λοιπόν, ξεπηδάει μέσα άπό τη δραστη­
ριότητα τοϋ νευρικοϋ συστήματος—μέσα άπό τή δραστηριό­
τητα τής δημιουργίας τών πολύπλοκων και πο'.κίλων σχέ­
σεων τοϋ ζώου μέ τόν έξωτερικό κόσμο. Καί βταν μέσα στη
διαμόρφωση τών έξαρτημένων άνακλαστικών, οΐ έρεθισμοί
πού λαμβάνει ένα ζώο άπό τό έξωτερικό περιβάλλον, αρχί­
ζουν νά γίνονται γι* αύτό σήματα και συνηθίζει νά άναγνωρίζει τά τέτοια σήματα καί άνάλογα νά καθορίζει τή συμπε­
ριφορά του, τότε έμφανίζεται μιά καινούρια ποιότητα στή
νευρική διαδικασία τοϋ ζώου πού λέγεται συνείδηση.
Ή συνείδηση δέν είναι κάτι τό μυστήριο, πού ύπάρχει
παράλληλα καί πλάϊ στή διαδικασία της ύλικής ζωής τοϋ
έγκεφαλου. Περισσότερο είναι μιά καινούρια ποιότητα πού
ξεχωρίζει άπό τήν διαδικασία τής ζωής. *Η διαδικασία λει­
τουργίας τοϋ έγκεφάλου γίνεται συνειδητή διαδικασία, πού
είναι άποτέλεσμα τής λειτουργίας τοϋ έγκεφάλου τοϋ «όργάνου τών πιό πολύπλοκων σχέσεων τοϋ ζώου μέ τόν έξω­
τερικό κόσμο». 'Η συνείδηση είναι μιά Ιδιαίτερη ποιότητα
τών σχέσεων τοϋ ζώου μέ τόν έξωτερικό κόσμο, πού πραγ­
ματοποιείται μέ τή διαδικασία ζωής τοϋ έγκεφάλου. Καί
καταλήγει σέ σύνολο σχέσεων, μέ τό όποιο τό ζώον πλη­
ροφορείται γιά τόν έξωτερικό κόσμο μέ τούς έρεθισμούς
πού^ φτάνουν στά διάφορα κέντρα τοϋ έγκεφάλου καί τό
συσχετισμό τους πού πραγματοποιείται μέσα στόν έγκέφα­
λο. Στό μέτρο πού τό ζώο ζεΐ σέ τέτοιες σχέσεις μέ τό
περιβάλλον του, έχει συνείδηση καί ή ύπαρξή του εϊναι συ­
νειδητή ύπαρξη.
* Η πιό στοιχειώδης μορφή συνείδησης τών ζώων εϊναι ή
αισθητηριακή συνείδηση ή οί αισθήσεις. Ή συνείδηση αΰτή
ξεπηδάει τή στιγμή πού στήν πορεία τής διαμόρφωσης
τών έξαρτημένων άνακλαστικών, οί διάφοροι έρεθισμοί πού
φτάνουν στά αισθητήρια δργανα άποκτοϋν κάποια σημασία

27
καί γίνονται σήματα γιά τό ζώο. Μιά έπιφανειακή παρα­
τήρηση θά έλεγε δτι είναι απλές βελτιώσεις τών .αίσθητηρίων όργάνων, μέ τά όποια τό ζώο άπαντα κατά συγκεκρινο τρόπο. Ή λειτουργία τοϋ έγκεφάλου ή καλύτερα ένα μέ­
ρος της λειτουργίας αύτής, έχει γίνει συνειδητή λειτουργία,
κατά τήν όποία οί έρεθισμοί στά αισθητήρια βργανα γίνον­
ται αισθήσεις.
Η Α Ν Α Π Τ Υ Ξ Η Τ Η Σ Α Ν Ω Τ Ε Ρ Η Σ Δ ΙΑ Ν Ο Η Τ ΙΚ Η Σ
Δ Ρ Α Σ Τ Η Ρ ΙΟ Τ Η Τ Α Σ Τ Ο Υ Α Ν Θ ΡΩ Π Ο Υ

Ή άνώτερη διανοητική δραστηριότητα τοΰ άνθρώπου,
ό λόγος καί ή σκέψη, δέν χωρίζεται μέ άγεφύρωτο κενό
άπό τήν αΙσθητηριακή συνείδηση, πού είναι μιά κοινή διαδι­
κασία στόν Ανθρωπο καί στά άλλα ζώα. 'Αντίθετα μάλιστα
ή άνώτερη αύτή διανοητική δραστηριότητα τοΰ άνθρώπου
είναι μία έξελικτική άνάπτυξη της διάρθρωσης καί λειτουρ­
γίας τοΰ άνθρωπίνου έγκεφάλου, σάν δργανο τών σχέσεων
τοϋ ζώου μέ τόν έξωτερικό κόσμο.
Ό Παυλώφ έγραφε :
«"Οταν ή άνάπτυξη τοΰ ζωϊκοΰ κόσμου έφτασε στό στά­
διο τοΰ άνθρώπου έγινε μιά σημαντική προσθήκη στό μη­
χανισμό τής άνώτ&ρης νευρικής δραστηριότητας». Ή προ­
σθήκη αύτή είναι ό λόγος καί ή διαδικασία τής σκέψης. Καί
οί Ιδέες είναι αχώριστες άπό τό λόγο. Είναι γνωστό οτι ό
λόγος, ή ομιλία, έχει τήν ύλική της βάση σέ όρισμένα κέν­
τρα τοΰ έγκεφάλου. Ή έξέλιξη καί ή τελειοποίηση στή
λειτουργία τους αύτή, άποτελοΰν αύτό τό «πρόσθετο στό
μηχανισμό της άνώτερης δραστηριότητας τοΰ έγκεφάλου»
γιά τό όποιο μιλάει ό Παυλώφ καί πού άποτελεί καί τό
ιδιαίτερο τοΰ άνθρώπου. "Αν πάθει ζημιά ή καταστραφεϊ
αύτό τό μέρος τοΰ έγκεφάλου, χάνεται δχι μόνο ή ικανό"
τητα της ομιλίας, άλλά καί της σκέψης.
Ό λόγος (ή όμίλία) αναπτύσσεται σάν βργανο επικοι­
νωνίας άνάμεσα στά ξεχωριστά άτομα μιας κοινωνίας. Χω­

28
ρίς αύτό, ήταν αδύνατη ή κοινωνική τους ζωή καί ή έπιβίωση τοϋ είδους. *Η χρίση τοϋ λόγου, ή Ικανότητα νά μι­
λάει κανένας καί νά Αντιλαμβάνεται 6τι τοϋ λένε, έχει τΙς
ρίζες του στή δραστηριότητα τών αισθήσεων τοϋ Ανθρώ­
που, πού είναι κοινό μέ τά άλλα ζώα. Είναι φανερό 6τι
έγινε μιά προσθήκη στήν αισθητηριακή δραστηριότητα, πού
γεννήθηκε άπό τις ξεχωριστές συνθήκες τοϋ άνθρώπινου
τρόπου κοινωνικής ζωής. Καί στηρίχτηκε στό πλάτεμα τής
διάρθρωσης καί τών λειτουργιών του άνθρώπινου έγκεφά­
λου.
Πολλά ζώα έχουν άναπτύξει τά μέσα έπικοινωνίας μέ
τά ίλλα £τομα τοϋ είδους τους γιά καταστάσεις πού έπληροφορήθηκαν άπό τΙς αισθήσεις τους. ‘Έτσι, τά πουλιά
έχουν ένα είδικόν προειδοποιητικό λάλημα, γιά τόν κίνδυ­
νο. Σέ μερικές περιπτώσεις ύπάρχουν πιό πολύπλοκες έπικοινωνίες. "Έτσι μιά μέλισσα &ταν γυρνάει στήν κυψέλη της
κάνει έναν ειδικό χορό, μέ τόν όποιο ειδοποιεί τΙς άλλες,
νά τρέξουν πρός μιά καθορισμένη κατεύθυνση, ίπου ή Ιδια
είχε βρει νέκταρ. Καί ό άνθρωπος μέ τήν όμιλία μπορεΐ νά
άνακοινώσει στούς άλλους τά Ιδιαίτερα περιστατικά πού
έπεσαν στήν άντίληψή του μέ τις αίσθήσεις του. Μά ή όμι­
λία μάς δίνει τή δυνατότητα νά κάνουμε καί κάτι πέρα
άπό αύτό. Γιατί ή όμιλία δέν είναι κραυγές ή χειρονομίες,
άλλά συνδυασμός λέξεων.
Mi τΙς αισθήσεις του τό ζώο άναγνωρίζει τά άντικείμενα καί τά χαρακτηριστικά τους πού πέφτουν στίς αίσθήσεις του καί έτσι, άνάλογα μέ τΙς περιστάσεις άπαντα.
Δημιουργώντας έξαρτημένες σχέσεις μέ τά πράγματα, τό
ζώο έχει μάθει κι’ ίλας νά έπενεργεΐ σ’ αύτά καί νά ξεχω­
ρίζει τά κοινά γνωρίσματα στά διάφορα πράγματα, δηλαδή
νά άναγνωρίζει τά ίδια είδη κα'ι τις Ιδιες Ιδιότητες σέ δια­
φορετικές περιστάσεις. Στόν άνθρώπινο λόγο κατά κύ­
ριο λόγο ύπάρχουν οΐ λέξεις γιά τά διάφορα εϊδη καί τΙς
διαφορετικές Ιδιότητες τών άντικειμένων, πού τις ξεχωρί­

29
ζουμε μέ τις αισθήσεις μας. Έτσι, συνδυάζοντας αύτές τις
λέξεις, μπορούμε νά μιλάμε, αν θέλουμε, γιά διάφορα πράγ­
ματα καί τις διαφορετικές τους Ιδιότητες, γιά τό πώς μπο­
ρεΐ νά άλλάξουν, γιά τό παρελθόν καί γιά τό μέλλον τών
πραγμάτων καί δχι μόνο γι,ά τό παρόν, γιά πράγματα σέ
μακρυνές άποστάσεις τοϋ διαστήματος καί τέλος βχι μόνο
γιά κείνο πού υπάρχει πραγματικά, άλλά καί γιά τό πιθα­
νό ή φανταστικό.
Ό λόγος έκτελεΐ μιά άφηρημένη καί γενικευμένη λει­
τουργία, σχετικά μέ τά βσα πληροφορούμαστε άπό τις αισ­
θήσεις μας. Έτσι δίνεται ή δυνατότητα νά Ανακοινώνουνται σχέδια καί Ιδέες καί βλη άνώτερη δραστηριότητα της
σκέψης. Γιά νά υπάρχους Ιδέες πρέπει νά ύπΑρχουν οί λέ­
ξεις καί ό λόγος. Καί αύτό μάς κάνει ικανούς νά δημιουρ­
γήσουμε πολύ εύρύτερες σχέσεις μέ τόν γύρω μας κόσμο
καί πολύ διαφορετικές σχέσεις μεταξύ τών συνανθρώπων
μας, άπ’ ίτι είναι οί σχέσεις μεταξύ τών ζώων. Τά Ανθρώπινα βντα πού έπικοινωνοϋν μεταξύ τους μέ τήν όμιλία,
τοποθετούν τό έαυτό τους σέ νέα καί περισσότερο πολύ­
πλοκη σχέση μέ τόν κόσμο πού τά περιβάλλει καί μεταξύ
τους, σέ σχέση μέ τά ζώα πού περιορίζονται στις σχέσεις
πού δημιουργούν μέ τις αισθήσεις τους μόνο. Τό κέντρο
αύτών τών σχέσεων είναι ό έγκέφαλος. Καί ή άφαίρεση, ή
γενίκευση, ή σχεδιοποίηση καί ή δραστηριότητα σκέψης
του άνθρώπινου έγκεφάλου, είναι ή δραστηριότητα της Ανά­
πτυξης τών σχέσεων αύτών
Είναι φανερό βτι χωρίς τήν αισθητηριακή συνείδηση, πού
οί Ανθρωποι έχουν κοινή μέ τά ζώα, δέν είναι δυνατό νά
ύπάρξει αύτή ή Αναπτυγμένη μορφή της αίσθητικής δραστη­
ριότητας τοϋ Ανθρώπου. Ταυτόχρονα καί ή αΙσθητηριακή
συνείδηση τοϋ Ανθρώπου βελτιώνεται μέ τό λόγο. 01 πλη­
ροφορίες πού δεχόμαστε άπό τόν έξωτερικό κόσμο καθορί­
ζονται καί κατευθύνονται Από τις Ιδέες μας. "Ετσι, βχι μόνο
έχουμε τήν αίσθηση της βράσης, της Ακοής, της Αφής κλπ.

30
στίς όποιες καί άπαντάμε, άλλά τίς αισθήσεις αύτές τίς
ένσωματώνουμε μέσα στήν έννοια των πραγμάτων για τά
όποια έχουμε Ιδέες καί γνωρίζουμε τά όνόματά τους. Αύτό
φαίνεται π.χ. άπό τό γεγονός βτι στά παιδιά ή όνοματολογία τών πραγμάτων είναι ένα άπαραίτητο στοιχείο της έκπαιδεύσεως τών αίσθήσεών τους. “Η καί άπό τό γεγονός
δτι οΐ Ανθρωποι πού παθαίνουν μιά βλάβη στόν έγκέφαλο
καί δέν θυμοϋνται τήν όνομασία τών πραγμάτων, μπερδεύον­
ται καί στίς άντιδράσεις άπέναντί τους.
Συνοψίζοντας 6λα αύτά μπορούμε νά ποΰμε πώς 6χι
μονάχα οί αισθήσεις μας άλλά καί οΐ σκέψεις μας καί οί
Ιδέες μας καθώς καί δλη ή άνώτερη διανοητική καί πνευ­
ματική δραστηριύτητα τοϋ άνθρώπου έχει τήν προέλευσή
της στήν ύλική διαδικασία πού παρατηρεΐται μέσα στό άνθρώπινο σώμα, έξαρταται άπό τά δργανα τοϋ άνθρωπίνου
σώματος πού άσκοΰν αύτή τή λειτουργία καί μεγαλώνουν
στήν άλληλεπίδραση τοϋ άνθρώπινου όργανισμοϋ καί τοΰ
περιβάλοντος, φυσικού καί κοινωνικού. Καί ή διαδικασία αύ­
τή γίνεται μέσω της δραστηριότητας της άνώτερης νευρικής
λειτουργίας τοΰ έγκεφάλου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΔΕΥΤΕΡΟ

Ο ΝΟΤΣ ΣΑΝ Π Ρ Ο ΪΌ Ν
ΚΑΙ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΤΗΣ ΤΑΗΣ
Η Δ ΙΑ Ν Ο Η Τ ΙΚ Η ΔΙΑ Δ ΙΚ Α Σ ΙΑ Ε ΙΝ Α Ι Δ ΙΑ ΔΙΚ Α Σ ΙΑ
ΤΟΥ Ε Γ Κ Ε Φ Α Λ Ο Υ Π Ο Υ Σ Υ Σ Χ Ε Τ ΙΖ Ε Ι Τ Ο Ν Ο Ρ Γ Α Ν ΙΣ Μ Ο
ΜΕ Τ Ο Π Ε Ρ ΙΒ Α Λ Λ Ο Ν Τ Ο Υ

^^]τό κεφάλαιο αύτο θά προσπαθήσουμε νά συνοψίσουμε
τά κυριώτερα συμπεράσματα γύρω άπό τό θέμα τών σχέ­
σεων της ύλης καί τοϋ νοϋ, στά όποια κατέληξε ό Μαρξι­
σμός καί τά όποια έπιβεβαιώθηκαν άπό τήν έπιστημονική
έρευνα. Καί θά τά άντιπαραθέσωμεν στις άπόψεις τών Ιδε­
αλιστών.
'Η διανοητική λειτουργία είναι λειτουργία της πάρα
πολύ έξελιγμένης ίλης καί ειδικά τοϋ έγκεφάλου. Ή δια­
νοητική διαδικασία είναι διαδικασία τοϋ έγκεφάλου, διαδι­
κασία ένός ύλικοϋ όργάνου τοϋ σώματος.
Τά βασικά γνωρίσματα τής διανοητικής διαδικασίας εΤναι 6τι δι’ αύτοϋ καί μέσω αύτοϋ τό ζώον οίκοδομεϊ συνε­
χώς τις πολύπλοκες καί ποικίλες σχέσεις του μέ τό περι­
βάλλον του. Όταν άντιλαμβανόμαστέ τά διάφορα άντικείμενα συνδέουμε τόν έαυτό μας μέ τό έξωτερικό άντικείμενο, μέσω τής άντιληπτικής διαδικασίας τοϋ έγκεφάλου. Καί
ίταν σκεφτόμαστε τά διάφορα πράγματα συνδέουμε τόν

32
έαυτό μας μέ τόν έξωτερικό κόσμο μέσω τής δραστηριότη­
τας σκέψης, τοϋ έγκεφάλου.
Ό ’Ιδεαλισμός γενικά πού πιστεύει ίτι ή συνείδηση
άνήκει σέ κάποιο νοΰ, πού ύπάρχει άνεξάρτητα άπό τήν
ύλη, στηρίζεται στή μέθοδο έσωτερικής ένόρασης γιά νά
έξηγήσει πολλά πού έχουν σχέση μέ τήν συνείδηση. Εί­
ναι ή μέθοδος της θεώρησης της συνείδησης τοΰ κάθε άτόμου χωριστά, ή όποία προσπαθεί μέ τόν τρόπο αύτό νά
περιγράψει καί νά άναλύσει ίτι ύπάρχει σ’ αυτήν.
Τό άποκορύφωμα της χρησιμοποίησης της μεθόδου της
έσωτερικής ένόρασης στή σύγχρονη ψυχολογία, είναι ή ψυ
χανάλυση. Ή ψυχανάλυση έχει άναπτύξει μιά είδική τεχνι­
κή έλεγχόμενης έσωτερικής έξέτασης, πού έπιτυγχάνεται
μέ τή συνεργασία τοΰ πάσχοντος καί τοΰ ψυχαναλυτή. Βά­
ζοντας τόν άρρωστο νά λέει ίτι τοΰ έρχεται στό νοΰ ή τά
ίνειρά του κλπ., ό ψυχαναλυτής Ισχυρίζεται ίτι ανακαλύ­
πτει κάτω άπό τή συνείδηση, ένα όλόκληρο βασίλειο ύποσυνείδητου. Καί έτσι δημιουργήθηκε μιά πολύ καλοδουλεμένη θεωρία τών διαφόρων μερών τής νόησης, τών σχέσεών τους καί τών λειτουργιών τους, τών συνειδητών καί
υποσυνειδήτων : τό έγώ, τό id καί τό ύπέρ - έγώ.
Αύτά ίλα δέν είναι τίποτα άλλο άπό μιά έπέκταση τής
μεθόδου πού χρησιμαποιοΰν ίλοι οΐ ιδεαλιστές φιλόσοφοι
καί ψυχολόγοι, ίταν προσπαθούν νά άναλύσουν τά συστα­
τικά μέρη τοΰ άνθρώπινου νοΰ, νά τά ταξινομήσουν, νά τά
συσχετίσουν καί νά έρευνήσουν τήν άνάπτυξή τους. Όλοι
αύτοί έξέτασαν πάντα τή συνείδηση σά νά ήταν ένας ξεχω­
ριστός κόσμος, αύθύπαρκτος καί άποσπασμένος άπό τόν
έξωτερικό ύλικό κόσμο.
'Υιοθετώντας μιά τέτοια μέθοδο, πολλοί Ίδιαλιστές
φιλόσοφοι ίχουν καταλήξει στό συμπέρασμα ίτι οΐ άντιλήψεις καί οί Ιδέες πού άποτελοϋν καί τό περιεχόμενον της
συνείδησης, είναι κάτι τό ξεχωριστό πού έχει διανοητική
δπαρξη άνεξάρτητη άπό τήν ύλική ίπαρξη τών διαφόρων

33
Αντικειμένων πού ύπάρχουν πέρα άπό τή συνείδησή μας.
Γιά τούς ’Ιδεαλιστές αυτούς φιλοσόφους 6,τι υπάρχει
στήν συνειδησιακή μας ζωή δέν ϊχει καμμιά σχέση μέ τά
ύλικά Αντικείμενα. Γνωρίζουμε μόνον τΙς Ιδέες τών πραγμά­
των καί καθόλου τά «καθεαυτά πράγματα» Έτσι 6 Ά γ ­
γλος φιλόσοφος Τζών Λόκ έγραφε στό ίργον του « 4οκίμιο γιά τήν Ανθρώπινη νόηση» «Ό νοϋς σ’ ίλες του τΙς
σκέψεις καί τούς συλλογισμούς δέν έχει κανένα άμεσο Αν­
τικείμενο έκτός άπό τΙς ίδιες του τΙς Ιδέες, τΙς όποιες
μόνο αύτός συλλαμβάνει ή μπορεϊ νά συλλάβει».
■Έτσι οί Ιδεαλιστές συμπεραίνουν 6τι μόνο ό θεός
γνωρίζει ποιές είναι οί Ιδιότητες τών πραγμάτων «αύτων
καθ’ έαυτών», γιατί θεωρούν τις αίσθήσεις μας καί τις
Ιδέες μας σάν ένα είδος τείχους μέσα στή συνείδησή μας,
πού την Αποκόβουν άπό τό έξωτερικό κόσμο. Μερικοί κά­
νουν ίνα παρα πέρα άκόμα βήμα καί ύποστηρίζουν 6τι δέν
υπάρχει λόγος νά πιστεύομε ότι ό έξωτερικός κόσμος, τά
υλικά πράγματα, υπάρχουν. Δέν ύπάρχει τίποτα Αλλο έ ­
ξω άπό τό νοϋ μας άπό τις άντιλήψεις καί τις ’Ιδέες τής
συνείδησης. Ό Τζώρτζ ΜπερκλέΟ στό έργο του «Αρχές τής
’Ανθρώπινης Γνώσης» έγραφε : «Άν ύπήρχαν έξωτερικά
πράγματα θά ήταν άδύνατο νά τά γνωρίσουμε. Καί Αν δέν
ύπήρχαν θά είχαμε τούς ίδιους άκριβώς λόγους νά πιστεύ­
ουμε ότι ύπάρχουν, δπως Ακριβώς τώρα ».
"Ομως ύπάρχει καί μιά άλλη μέθοδος γιά νά έρευνήσουμε τή συνείδησή μας. 'Τπάρχει ή έπιστημονική μέθοδος πού
έξετάζει τούς ζωντανούς όργανισμούς πού έχουν συνείδηση
στις ένεργητικές τους σχέσεις μέ τό περιβάλλον τους. *Η
μέθοδος αΰτή δέν έξετάζει τή συνείδηση σάν κάτι τό ξε­
χωριστό, πού άπαιτεΐ έσωτερική θεώρηση Καί γι’ αύτό ή
συνείδηση δέν έξετάζεται σάν κάτι πού ύπάρχει πέρα άπό
τή διαδικασία τής ζωής τών ζωντανών όργανισμών πού έ­
χουν συνείδηση, Αλλά άντίθετα μελετάει τή συνειδησιακή
δραστηριότητα. "Οπως χαρακτηριστικά καί λιγόλογα έγ3

34

γραφαν ό Μάρξ καί ό Ένγκελς στή « Γερμανική 'Ιδεολο­
γία η : «Ή συνείδηση είναι πάντα μια συνειδισιακή ύπαρ­
ξη».
Όπως είπαμε ή ούσία της συνειδησιακής δραστηριότη­
τας είναι νά οίκοδομεϊ τις πολύπλοκες καί ποικίλες ένεργητικές σχέσεις άνάμεσα στό συνειδητό όργανισμό καί στό
περιβάλλον του. Καί ή λειτουργία αύτή γίνεται μέ τό μυα­
λό: Κατά συνέπεια ή συνειδησιακή διαδικασία είναι ή δια­
δικασία πού μάς συσχετίζει μέ τόν έξωτερικό κόσμο. Πέρα
άπό τόν τρόπο πού άντιλαμβανόμαστε τά έξωτερικά πρά­
ματα, οΐ αισθήσεις μας καί οί Ιδέες μας είναι τά ίργανα μέ
τά όποια τά αντιλαμβανόμαστε.
«Οί αίσθήσεις είναι οί Αμεσοι σύνδεσμοι τής συνείδησης
καί τοϋ έξωτερικοΰ κόσμου», έγραφε ό Λένιν. « Ό σοφισμός
τών Ιδεαλιστών φιλοσόφων βρίσκεται στόν τρόπο πού άντιμετωπίζουν τΙς αίσθήσεις, ύποστηρίζοντες ίτι δέν άποτελοϋν σύνδεσμο άνάμεσα στή συνείδηση καί στόν έξωτερικό
κόσμο, αλλά ένα φράγμα, ένα τείχος, πού χωρίζει τή συ­
νείδηση άπό τόν έξωτερικό κόσμο». {'Υλισμός χαΐ Ιμπειριοχριτιχισμός κεφ. πρώτο).
Ό Μαρξισμός μελετώντας μέ έπιστημονικό τρόπο τή
συνείδηση, άρνεΐται τήν Ιδεαλιστική άποψη πού λέτι 6τι
δταν άντιλαμβανόμαστε, αίσθανόμαστε ή σκεφτόμαστε γ ί­
νονται δνό χωριστές διαδικασίες : ή ύλική τοϋ έγκεφάλου καί
ή διανοητική τής συνείδησης. Καί ύποστηρίζει 6τι γίνεται
μιά μόνο διαδικασία καί συγκεκριμένα ή ύλική διαδικασία
πού πραγματοποιείται στόν έγκέφαλο. Ή διανοητική δια­
δικασία είναι άπλώς μιά 6ψη τής διαδικασίας τής λειτουρ­
γίας τοϋ έγκεφάλου, σάν τοϋ όργάνου τών πιό πολυπλόκων
σχέσεων μέ τόν έξωτερικό κόσμο.
Καί γι’ αύτό ό Μάρξ ϊγραφε ίτι ή σκέψη είναι ή δια­
δικασία ζωής τοϋ άνθρώπινου έγκεφάλου (Κεφάλαιο προ­
λόγου στή Β' ίκδοση).

35
II Σ Υ Ν Ε ΙΔ Η Σ Η Ε ΙΝ Α Ι Π Ρ Ο Ί Ό Ν
Τ Η Σ Ε Ξ Ε Λ ΙΞ Η Σ Τ Η Σ
ΥΛΗΣ

01 Ιδεαλιστές πιστεύουν ίτι φαινόμενα βπως οΐ Αντιλή­
ψεις, τά αισθήματα καί οί σκέψεις, δέν μπορούν τά δημιουργηθοΰν άπό τή λειτουργία ένός ύλικοϋ συστήματος. Ό
Ιδεαλισμός πιστεύει δτι τό Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της
συνείδησης πού κάνει νά ξεχωρίζει καί τήν δλη διανοητική
διαδικασία, δέν μπορεΐ νά έξηγηθεΐ σάν κάτι πού προέρ­
χεται άπό κάποιο άπίθανο συνδυασμό τών ύλικών συνθη­
κών, άλλά είναι Ιδιότητα πού δέν έχει καμμιά άπολύτως
σχέση μέ τίς Ιδιότητες τών ύλικών συστημάτων. Καί ό
ιδεαλισμός βγάζει τό συμπέρασμα δτι μιά τέτοια Ιδιότητα
πρέπει νά άνήκει σέ κάτι μή ύλικό καί συγκεκριμένα στό
νοΰ.
"Ολα όμως τά δσα γνωρίζουμε δείχνουν δτι ή συνείδη­
ση είναι προϊόν άνάπτυξης της ύλης καί συγκεκριμένα τών
ζωντανών σωμάτων πού έχουν ένα κεντρικό νευρικό σύστη­
μα καί δτι οΐ άντιλήψεις, τά αίσθήματα καί οΐ σκέψεις,
στήν πραγματικότητα είναι τά άνώτερα προϊόντα της ύλης.
«Άν βάλουμε τό έρώτημα: Τί,είναι λοιπόν ή σκέψη καί
ή συνείδηση καί άπό πού προέρχονται», έγραφε ό "Ενγκελς
στό Ά ν τι—Ντΰοιγκ μέρος Α κεφάλαιο 3, «είναι φανερό δτι
εϊναι προϊόντα τοΰ άνθρώπινου έγκέφαλου, καί δτι καί ό
ίδιος ό άνθρωπος είναι προϊόν της φύσης, πού άναπτύχθηκε
μέσα καί παράλληλα μέ τό περιβάλλον του».
«Ό ύλικός καί αισθησιακά άντιληπτός κόσμος στόν
όποιο άνήκουμε, είναι ή μόνη πραγματικότητα.» "Εγραφε ό
Ένγκελς στό Λουδοβίκο Φόγιερμπαχ κεφάλαιο 2. «Όσο
ύπεραισθησιακές καί Αν φαίνονται ή συνείδηση καί ή σκέψη,
είναι προϊόντα ένός όργάνου τοϋ σώματος, τοϋ έγκέφαλου*
' Η ύλη δέν είναι προϊόν τοΰ νοΰ, άλλά άντίθετα ό νοΰς. εΐ ναι, άπλά, τό άνώιερο προϊόν της ύλης».
Όταν τά ζώα άνάπτυξαν ένα νευρικό σύστημα καί άρ­
χισαν νά δημιουργοΰν ένίργητικές σχέσεις μέ τό περιβάλλον

36

τους μέ έξαρτημένες σχέσεις, τότε ή διαδικασία τών νεύρων
Ιγινε συνειδητή διαδικασία, διαδικασία αίσθήσεων, καί στόν
άνθρωπο καί σκέψη. 'Ετσι οΐ αίσθήσεις καί ή σκέψη «Ιναι
εΐΐικά προϊόντα τής νευρικής διαδικασίας.
«01 αίσθήσεις», Εγραφε 6 Λένιν στόν ' Υλισμό καί Έ μπειριοκριτιχισμό, κεφάλ. 1 «είναι μιά άπό τΙς Ιδιότητες της
δλής σέ κίνηση».
«Ή 6λη, έπενεργώντας πάνω στά αίσθητήριά μας 6ργανα, προκαλεΐ t I c αίσθήσεις», συνεχίζει. « 0 1 αίσθήσεις
έξαρτοϋνται άπό τόν έγκέφαλο, άπό τά νεϋρα, άπό τή σπον­
δυλική στήλη κ.λ.π. δηλαδή άπό τήν βλη πού είναι Οργα­
νωμένη κατά ένα καθορισμένο τρόπο.... 01 αίσθήσεις, ή
σκέψη καί ή συνείδηση είναι τό ύπέρτατο προϊόν της βλης,
πού είναι όργανωμένη κατά Ιδιαίτερο τρόπο».
Η Σ Υ Ν Ε ΙΛ Η Σ Η Ε ΙΝ Α Ι Α Ν Τ Α Ν Α ­
Κ Λ Α Σ Η ΤΟ Υ

Υ Λ ΙΚ Ο Υ ΚΟΣΜΟΥ

Πολλοί Ιδεαλιστές πού πιστεύουν πώς ύ νοϋς ύπάρχει
άνεξάρτητα άπό τό σώμα καί ότι οί άντιλήψεις καί οί σκέ­
ψεις δέν μπορεϊ νά είναι προϊόντα μιας ύλικής διαδικασίας,
λένε πώς οί άντιλήψεις καί οί σκέψεις είναι δημιουργήματα
της νόησης πού άπασχολοΰν τή συνείδησή μας, άνεξάρτητα
άπό τήν ύπαρξη έξωτερικών, υλικών πραγμάτων.
Ό Μαρξισμός άντίθετα υποστηρίζει ίτι οί άντιλήψεις
καί οΐ σκέψεις δέν είναι τίποτα άλλο άπό άντανακλάσεις τών
ύλικών πραγμάτων. *Η διαδικασία τής συνείδησης, είναι
διαδικασία πού άντανακλάει τήν έξωτερική υλική πραγμα­
τικότητα. Τίποτα δέν μπορεϊ νά γεννηθεί στή συνείδηση,
πού νά μήν είναι άντανάκλαση τοϋ ύλικοΰ κόσμου.
Ό Μάρξ στόν πρόλογο τής Β έκδοσης τοϋ Κεφαλαίον
έγραφε ίτι «Τό ίδεατό είναι άπλώς ή άντανάκλαση τοϋ
ύλικοϋ κόσμου στόν άνθρώπινο νοΰ πού μετασχηματίζεται
σέ μορφές σκέψεων.»

37

Καί υποστηρίζει ίτι στή διαδικασία σκέψς καί στη
συνείδηση γενικά, γίνεται μιά άντανάκλαση των διαφορών
πλευρών καί 6ψεων τοϋ ΰλικοϋ κόσμου, σέ μιά Ιδιαίτερη υλι­
κή διαδικασία ζωής τοϋ έγκεφάλου. Στή συνείδησή μας, τά
διάφορα μέρη ή βψεις τοϋ ύλικοϋ κόσμον» μετασχηματίζονται
σέ μορφές συνείδηση;, άντιλήψεις καί σκέψεις. Καί αυτές
άναπαράγονται στή δραστηριότητα ζωής τοϋ έγκεφάλου σέ
μορφές πού ταιριάζουν σ’ αύτή τή δραστηρ ιότητα.
"Ετσι π.χ. οί Ιδ'ότητες τών διαφόρων σωμάτων πού άπορροφοϋν καί άντανακλοϋν φώς στή αισθητηριακή δραστη­
ριότητα τοϋ έγκεφάλου, άναπαράγονται μέ τήν μορφή τών
αισθήσεων χρώματος Καί άκόμη οί σχέσεις καί τά κοινά
γνωρίσματα τών διαφόρων πραγμάτων στή διαδικασία σκέ­
ψης τοϋ έγκεφάλου άναπαράγονται μέ τήν μορφή τών έννοιών.
Μά τΐ άκριβώς έννοϋμε μέ τήν έννοια ((άντανάκλαση»,
6τιν ύποστηρίζουμε 6τι ή συνείδηση είναι άντανάκλαση τ ή ς
ύλικής πραγματικότητας ; Γιά νά δοθή άπάντηση σ’ αύτό
θά δώσουμε τά τέσσερα γνωρίσματα τής διαδικασίας άντανάκλασης, τά όποια πρέπει νά προσέξουμε ιδιαίτερα.
ΤΟ Ι1 Ρ Ω Γ Λ Ρ Χ ΐί£ θ Ε ΙΝ Α Ι H Υ Λ ΙΚ Η Π Ρ Α Γ Μ Α Τ Ι
Κ Ο ΊΊ ΙΤ Α ΚΑΙ Η N O H T IK H Τ Η Σ Α Ν ΤΑ Ν Α Κ Λ Α ­
Σ Η Ε ΙΝ Α Ι Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Ο Γ Ε Ν Η Σ Ή
Π Α ΡΑ ΓΩ ΓΟ Σ

Ή διαδικασία ά-τανάχλασης άπαιτεϊ συσχετισμό άνά­
μεσα σέ δυό διαφορετικές διαδικασίες, έτσι πού τά γνωρί­
σματα τής μιας διαδικασίας νά άναπαράγονται σ’ άντίστοιχα γνωρίσματα τής δεύτερης διαδικασίας. Ή πρώτη δια­
δικασία είναι ή πρωταρχική καί ή άντανάκλασή της, στή
δεύτερη διαδικασία, είναι δευτερογενής ή παράγωγος. *Η
πρώτη διαδικασία γίνεται άνεξάρτητα άπό τή δεύτερη, ενώ
άντίθετα, ή άντανάκλαση τών γνωρισμάτων τής πρώτης
διαδικασίας θά γίνη μόνο έφ’ δσον ύπάρχουν αύτά τά γνω
ρίσματα, γιά νά γίνει ή άντανάκλαση τους.

Αύτό τό βασικό γνώρισμα μιας διαδικασίας αντανάκλα­
σης φωτίζεται ιδιαίτερα μέ τό παράδειγμα της άντανάκλασης στόν καθρέφτη. Φυσικά, θά πρέπει νά τονίσουμε OTt
ή ένεργητική άντανάκλαση τής εξωτερικής πραγματικότη­
τας στή συνείδηση, διαφέρει ριζικά άπό τήν παθητική άν­
τανάκλαση πού γίνεται στόν καθρέφτη.
"Ετσι ή ύπαρξη καί τά γνωρίσματα τών άντικειμένων
πού τοποθετούνται μπροστά στόν καθρέφτη γιά νά γίνει ή
άντανάκλαση τους, δέν έξαρτώνται άπό την άντανάκλαση
τους. 'Αντίθετα ίμως ή άντανάκλαση στόν καθρέφτη έξαρταται άπό τό τί θά βάλουμε μπροστά στόν καθρέφτη. Καί ό
καθρέφτης δέν άντανακλα τίποτα άλλο πέρα άπό τά γνωρί­
σματα πού έχουν τά πράγματα πού βάλαμε μπροστά του.
"Ετσι τό άντικείμενο είναι τό πρωταρχικό καί ή άν ανά­
κλασή του δευτερογενές καί παράγωγο.
Κατά τόν ίδιο τρόπο καί ή ύπαρξη τών ύλικών άντικειμένων δέν έξαρταται άπό τό άν έχουμε ή δχι συνείδηση
γι’ αύτά. ’Αντίθετα όμως δέν μπορεΐ νά υπάρξει τίποτα
στη συνείδησή μας, πού νά μήν είναι κατά τόν ένα ή τόν
άλλο τρόπο άντανάκλαση αύτοϋ πού ύπάρχει στόν ύλικό
κόσμο.
'Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τών άντικειμένων πού δέν άναπαραγάγονται στίς αισθήσεις μας·
Μά δέν ύπάρχει αίσθηση πού νά μήν άνταποκρίνεται κατά
τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο σέ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά
τών πραγμάτων. 'Υπάρχουν πολλές σχέσεις τών πραγμά­
των καί κοινά χαρακτηριστικά πού δέν άναπαράγονται στίς
έννοιες ή άντιλήψεις μας. Μά δέν μπορούμε νά σχηματί­
σουμε έννοια στό νοϋ μας πού νά μήν άναπαράγει κατά τόν
ένα ή τόν άλλο τρόπο, έστω καί κατά φανταστικόν τρόπο
(δπως σ’ έναν άνώμαλο καθρέφτη), μερικά γνωρίσματα καί
μερικές σχέσεις τών πραγμάτων.
’Ασφαλώς πολλές έννοιες δίνουν φαινομενικά τήν έντύπωση δτι δέν εϊναι άντανάκλαση τής ύλικής πραγματικό­

39
τητας, έπειδή άκριβώς δταν σχηματισθεΐ μιά έννοια μπο­
ρεΐ νά κάνει έλεύθερους ή φανταστικούς συνδυασμούς κάθε
κατηγορίας. Π.χ. δλοι μας γνωρίζουμε δτι οί γοργόνες δέν
είναι άντανάκλαση κανενός ύπαρκτοΰ ζώου, άλλά πλάστηκαν
άπό συνδυασμό Ιδεών πραγματικών ζώων καί συγκεκριμέ­
να γυναίκας καί ψαριοϋ. Κατά τόν ΐδιο τρόπο οί υλιστές
μπορούν νά υποστηρίξουν ότι δέν αντιστοιχεί σέ καμμιά
πραγματικότητα ή άντίληψη της τριαδικότητας τοϋ Θεοΰ,
μέ άπειρη δύναμη καί άπειρη γνώση, άλλά είναι διάφορες
έννοιες άνθρώπων, δυνίμεων, γνώσεων καί τοΰ άπειρου, πού
δλα αύτά έχουν περάσει τη συνείδηση σάν άντανάκλαση
συγκεκριμένων άντικειμένων τής υλικής πραγματικότητας.
"Οταν λοιπόν λέμε δτι ή ύλική πραγματικότητα άντανακλαται στή συνείδηση έννοοϋμε δτι τά γνωρίσματα της
ύλικης πραγματικότητας άναπαράγονται σ’ αύτήν δεύτερο ·
γενώς ή σάν παράγωγα.
«'Η συνείδηση μας είναι ;<·όνο μιά εικόνα τοϋ έξωτερικοϋ κόσμου* έγραφε ό Αένιν στον ' Υλισμό και ’ Επμειριοχοιτικισμό κεφάλαιο 1, «καί αύτό άποδείχνεται μέ τό
οτι δέν μπορεΐ νά υπάρξει εικόνα, χωρίς τό πράγμα πού
θά άπεικονίσουμε καί δτι τό πράγμα πού θά άπεικονίσουμε
υπάρχει άνεξάρτητα άπό τήν εΙκόνα του».
Η

Υ Λ ΙΚ Η

I I P ιΓ Μ Λ Τ ΙΚ Ο Γ Η Τ Α

Α Ν ΤΑ Ν Α Κ Λ Α Τ Α Ι

Σ Τ Η Σ Υ Ν Ε ΙΔ Η Σ Η Σ Ε Μ Ο ΡΦ Ε Σ ΓΙΟΥ

Κ Α Θ Ο Ρ ΙΖ Ο Ν ­

Τ Α Ι Α Π Ο Τ Η Δ Ρ Α Σ Τ Η Ρ ΙΟ Τ Η Τ Α Τ Ο Υ Ε ΓΚ Ε Φ Α Λ Ο Υ

’Εκείνο πού υπάρχει μέ μιά μορφή στήν πρωταρχική
διαδικασία, άναπαράγεται σέ μιά άλλη μορφή κατά τή δευ­
τερογενή διαδικασία της άντανάκλασης. "Οτι ύπάρχει άνε­
ξάρτητο σέ μιά μορφή άναπαράγεται, δπως θά λέγαμε, σέ
μιά άλλη μορφή, στή διαδικασία άντανάκλασης. Ή διαδικα­
σία αντανάκλασης λοιπόν είναι μιά διαδικασία μεταφοράς ή
μετασχηματισμού άπό τή μιά μορφή σέ άλλη. Καί ή μορφή

40
Αντανάκλασης έξαρτάται Ασφαλώς άπό τη φύση τής διαδι­
κασίας Αντανάκλασης.
Γι’ αύτό δταν λέμε 6τι ή ύλική πραγματικότητα Αντα­
νακλάται στή συνείδηση έννοοϋμε βτι Αντανακλώνται όρισμένα χαρακτηριστικά αύτής τής πραγματικότητας, σέ μιά
άλλη ύλική διαδικασία καί συγκεκριμένα στή διαδικασία
ζωής του έγκεφάλου, σέ Ιδιαίτερες πιά μορφές καί συγκε­
κριμένα στίς μορφές τών έννοιών καί τών σκέψεων.
01 μορφές αύτές δημιουργοϋνται μέσα στήν δλη διαδι­
κασία λειτουργίας τοϋ έγκεφάλου. Ή ύλική πραγματικό­
τητα άναπαράγεται ή Αντανακλάται, στή συνείδηση μέ δημιουργημένες ήδη μορφές πού προσαρμόζονται στίς πρακτι­
κές Απαιτήσεις ζωής τών συνειδητών όργανισμών.
Π.χ. τά αισθήματα μας είναι ή ΑντανΑκλαση, στή συσυνειδησιακή διαδικασία τοϋ έγκεφΑλου μας, τών γνο>ρι·
μΑτων τών ύλικών πραγμάτων. Τά γνωρίσματα βμως αύτά
δέν είναι αύτά καθ’ έαυτά αισθήματα, Αλλά μιά Αντανά­
κλαση σέ μορφή αισθημάτων. Καί τά αίσθήματά μας εί­
ναι ή μορφή μέ τήν όποια συνειδητοποιήθηκαν καί έδόθη
ή Ανάλογη Αντίδραση
'Οταν π.χ. βλέπουμε χρώματα δέν βλέπουμε πραγματα πού ύπήρχαν μόνο στή μνήμη μας, 6πως έπιμένουν με­
ρικοί φιλόσοφοι, Αλλά βλέπουμε πράγματα πού ύπάρχουν
Ανεξάρτητα Από μάς καί έξω Από τό νοϋ μας καί τών ό­
ποιων οί Ιδιότητες Αντανακλώνται στίς αισθήσεις τοϋ χρώ­
ματος. 01 ιδιότητες πού ύπάρχουν στά Αντικειμενικά πρά­
γματα, 6πως Απορρόφηση ή ΑντανΑκλαση τοϋ φωτός, Αντα­
νακλώνται στήν Αντιληπτική μας συνείδηση, μέ τή μορφή
τών αίσθημΑτων τοϋ χρώματος,
’'Έτσι ό Λένιν σ’ ένα κεφΑλαιο πού Αναφέραμε πιό πά­
νω έγραφε: «Ά ν τό χρώμα είναι ένα αίσθημα πού έξαρ
τάται Από τήν Αμφιβληστροειδή χιτώνα τοϋ όφθαλμοϋ (6πως
ύποστηρίζουν οΐ φυσικές έπιστήμες), τότε οί Ακτίνες τοϋ
φωτός πού πέφταν στόν Αμφιβληστροειδή χιτώνα παρά­

41

γουν το αίσθημα τοϋ χρώματος. Αύτό σημαίνει ίτι έξω
άπό μάς καί άνεξάρτητα άπό μάς καί άπό τό νοϋ μας ύπάρχει μιά υλική κίνηση... ή όποια έπενεργώντας πάνω στόν
άμφιβληστροειδή χιτώνα δημιουργεί στόν Ανθρωπο τό αί­
σθημα τοϋ είδικοϋ χρώματος. Αύτό άκριβως μάς λένε οί
φυσικές έπιστήμες. Καί έξηγουν τά αίσθήματα των διαφό­
ρων χρωμάτων μέ τά διάφορα μήκη κύματος τοϋ φωτός,
πού ύπάρχουν πέρα άπό τόν άμφιβληστροειδή χιτώνα τοϋ
άνθρώπου, πέρα καί άνεξάρτητα καί άπό τόν ϊδιο τόν άν­
θρωπο.
Ά πό τήν άλλη πλευρά ή σκέψη, δημιουργεί μιά περισ­
σότερο άφηρημένη καί γενικευμένη άντανάκλαση της πραγ­
ματικότητας άπ’ ίτι ή αισθητηριακή άντίληψη. Μά κατά
ποιόν τρόπο άντανακλάται στή σκέψη μας ή πραγματικό­
τητα; Αντανακλάται μέ τή μορφή τών προτάσεων. Ή
σκέψη έκφράζεται μέ προτάσεις στίς όποιες π.χ. ένα υπο­
κείμενο συνδυάζεται μέ ένα κατηγορούμενο. Δέν υπάρχει
ίμως ή υλική λέξη της μορφής τοϋ συνδυασμοϋ τοϋ υπο­
κειμένου μέ τό άντικείμενο. Ό συνδυασμός αυτός είναι
προϊόν τοϋ λόγου, της δραστηριότητας σκέψης τοϋ έγκε­
φάλου. Καί μέσω τοϋ λόγου άντανακλάται ή πραγματικό­
τητα σέ σκέψεις. Καί αύτός εϊναι ό τρόπος πού ό ύλικός
κόσμος «μεταφέρεται σέ μορφές σκέψης».
Ά ς ποϋμε ίτι κυττάζουμε ένα άντικείμενο, ένα κόκκι­
νο μολύβι. Όταν σκεπτόμαστε αύτό τό πράγμα, έκφράζου
με τά συμπεράσματά μας μέ προτάσεις σάν κι’ αύτή :
«Αύτό τό μολύβι είναι κόκκινο». Ή πρόταση αύτή χωρί­
ζεται σέ ύποκείμενο καί κατηγορούμενο πού συνδυάστηκαν
σέ μιά καί τήν αύτή πρόταση. Όμως τό άντικείμενο δέν
χωρίζεται έτσι σχή συγκεκριμένη πραγματικότητα. Τό κόκ­
κινο μολύβι δέν χωρίζεται σέ δυό μέρη ίπως γίνεται μέ τό
υποκείμενο, τό μολύβι καί τό κατηγορούμενο κόκκινο. Κι’
ίμως είναι φανερό πώς ίταν λέμε : «Αύτό τό μολύβι εϊναι
κόκκινο» ή πρόταση δέν άντανακλά τήν άντικειμενική

42
πραγματικότητα του μολυβιοϋ. Μέ τήν πρόταση αύτή ή
έννοια τοϋ μολυβιοϋ, μεταφέρθηκε όρθά σέ μορφή σκέψης».
Η Α Ν Τ Α Ν Α Κ Λ Α Σ Η Τ Η Σ Υ Λ ΙΚ Η Σ Π Ρ Α Γ Μ Α Τ ΙΚ Ο ­
Τ Η Τ Α Σ Σ Τ Η Σ Υ Ν Ε ΙΔ Η Σ Η Π Ρ Α Γ Μ Α Τ Ο Π Ο ΙΕ ΙΤ Α Ι
ΜΕ Τ Η Δ Η Μ ΙΟ Υ ΡΓ ΙΑ Ε Ν Ε Ρ Γ Η Τ ΙΚ Ω Ν Σ Χ Ε Σ Ε Ω Ν
ΤΟ Υ ΖΩ Ν Τ Α Ν Ο Υ Ο ΡΓ Α Ν ΙΣΜ Ο Υ ΚΑΙ Τ Ο Υ Π Ε Ρ ΙΒ Α Λ Λ Ο Ν Τ Ο Σ ΓΟΥ

*Η αντανάκλαση είναι πάντα προϊόν τών σχέσεων καί
της άλληλοεπίδρασης στή διαδικασία πού πραγματοποιεί­
ται ή άντανάκλαση καί στήν πρωταρχική διαδικασία πού
άντανακλάται. Πηγή της εϊναι ή πρωταρχική διαδικα­
σία.
'Ετσι ή διαδικασία ζωής τοϋ έγκεφάλου άναπαράγει ή
άντανακλα στά παράγωγά του—στίς έννοιες καί σκέψεις—
τήν υλική πραγματικότητα πού τόν περιβάλλίΐ πού είναι
καί πηγή βλων τών έννοιών καί τών σκέψεων. Καί ή άν­
τανάκλαση αύτή πραγματοποιείται καί είναι άποτέλεσμα
τής άλληλοεπίδρασης τοϋ συνειδητοϋ Οργανισμοί καί τοϋ
περιβάλλοντος. Ή άλληλοεπίδραση αύτή ρυθμίζεται άπό
τόν έγκέφαλο, πού εϊναι τό ίργανο τών πιό πολύπλοκων
σχέσεων τοϋ ζώου μέ τό περιβάλλον του. Ό έγκέφαλος
βρίσκεται σέ διαρκή δραστηριότητα στόν τομέα τής διαδι­
κασίας άντανάκλασης καί δημιουργεί μιά συνεχή άντανά­
κλαση τώ j έξωτερικών άντικειμένων στή συνείδηση.
Ά π ’ αύτό βγαίνει σά συμπέρασμα 6τι ό τρόπος πού 6
υλικός κόσμος άντανακλάται στή συνείδηση καθορίζεται
άπό τις ένεργητικές σχέσεις άνάμεσα στό ζωντανό καί συ­
νειδητό όργανισμό καί στό περιβάλλον του, άπό τις είδικές
περιστάσεις, άπό τήν έσωτερική κατάσταση τοϋ ζώου, κα­
θώς καί άπό τις έξωτερικές του σχέσεις.
"Οταν πάρουμε αύτό ύπόψη μας γίνεται φανερό 8τι στή
διαδικασία άντανάκλασης τής έξωτερικής πραγματικότη­
τας στή συνείδησή μας, τό άντανακλώμενο άντικείμενο

43
μπορεΐ νά αλλοιωθεί σημαντικά στήν άντανάκλαση. Κι’ αύ­
τό γιατί ή άντανάκλαση δέν είναι μιά άμεση, σά σέ καθρέ­
φτη, Αναπαράσταση τοϋ αντικειμένου, άλλα προϊίν μιας πο­
λύπλοκης διαδικασίας Αλληλοεπιδράσεων κατά τήν όποια ό
έγκέφαλος βρίσκεται σέ διαρκή δραστηριότητα.
Αύτό σημαίνει, γιά όσους γνωρ'ζουν καλά τά πράγματα,
οτι οί Αντιλήψεις πού έχουμε γι’ αύτά συχνά είναι λαθε­
μένες. Μποροΰ/ νά μην άναπαριστοΰν σωστά τά αντικεί­
μενα καί πολλές φορές (6πως στίς περιπτώσεις ψευδαισθή­
σεων καί παραισθήσεων) μας όδηγοΰν στή σκέψη ότι τά
Αντικείμενα πού ΑναπαριστΑνονται δέν είναι καθόλ'υ Αντι­
κειμενικά.
Πολλοί φιλόσοφο: Απέκρουσαν τ?,ν υλιστική Αποψη 6τι
ή συνείδηση Αντανακλάει τήν έξωτερική πραγματικότητα.
Καί Ινα Από τά έπιχειρήματα πού προβάλουν γιά νά άποκρούσουν τήν υλιστική άποψη βασίζεται απλά στό χαρα­
κτήρα τών Αντιλήψεών μας.
«Ά ς πάρουμε γιά παράδειγμα μά δεκάρα» (V) / ένε.
«Πιτεύεται πώς τό ύλικό άντικείμενο δεκάρα έχει καθορι­
σμένο σχήμα καί μέγεθος καί τϊ υλικό αύτό άντικείμενο
Αντανακλάται στή συνείδησή μας μόλις τό κυττάξουμε ;
ΓΙολύ καλά. Μά Αν κυττάζεις τή δεκάρα άπό πιο μακρυά
φαίνε αι πιό μικρή, ένώ άν τή ξέρετε κοντά στά μίτια
σας φαίνεται Ακόμα πιό μεγΑλη. “Αν
τοποθετήσουμε
Από μιά μεριά φαίνεται στρογγυλή, ένώ άν τήν τοποθετή­
σουμε διαφορετικά φαίνεται έλλειψοειδής. “Ετσι ή άντίλη­
ψή μας γιά τή δεκάρα Αλλάζει κατά πολλούς τρόπους, ένώ
τό ύλικό άντικείμενο παραμένει τό ϊδιο. Καί τότε πώς λέ­
με 6τι οί άντιλήψεις μας άντανακλοΰν τήν Αντικειμενική
πραγματικότητα, ένώ οί Αντιλήψεις μας άλλΑζουν τή στιγ­
μή πού τό Αντικείμενο παραμένει τό ίδιο ;»
Τό έρώτημα αύτό πού μπαίνει σάν άνοιπάντητο έπιχεί1· Σ τό εγγλ έζικ ο κείμενο γίν ε τα ι λόγος γιά π έννα σ .τ.μ .

44

ρημα ένάντια στή θεωρία τής άντανάκλασης μπορεΐ νά
άνατραπεΐ πολύ εύκολα. 01 φιλόσοφοι πού βάζουν τέτοια
θέματα ξεχνούν δτι ή άντανάκλαση είναι μιά ένεργητική
διαδικασία, πού καθορίζεται άπό τις πραγματικές σχέσειί
τοϋ όργανισμού μέ τό περιβάλλον του.
"Ετσι δταν κυττάζουμε τό ίδιο πραγμα άπό διαφορετι­
κές άποστάσεις, ή άπό διαφορετικές γωνιές, τότε άσφαλώς
θά είναι καί διαφορετική ή άντανάκλαση στις άντιλήψεις
μας καί γι’ αύτό τό σχήμα της καί τό μέγεθός της φαίνον­
ται διαφορετικά. Τό ίδιο συμβαίνει καί βταν κυττάξουμε τό
ίδιο άντικείμενο μέσα άπό διάφορα διαφανή μέσα. "Ετσι
τό ίδιο ραβδί φαίνεται σπασμένο μέσα στό νερό. Επίσης ή
άντανάκλαση άναγκαστικά άλλοιώνεται άπό τήν άντικειμενική κατάσταση στήν όποία βρίσκονται τά δργανα αίσθησης
κείνη τή στιγμή. Κλείσε λίγο τό μάτι σου καί θά φτάση
ή στιγμή πού θά σοΰ φαίνονται 6λα διπλά. Πάγωσε τό ένα
σου χέρι καί ζέστανε πολύ τό άλλο καί ύστερα βούτηξέ
τα καί τά δυό σέ ζεστό νερό. Τότε στό ένα χέρι τό νερό
θά σοϋ φαίνεται κρύο καί στό άλλο πολύ ζεστό. Τέλος άφοϋ
ή άντίληψη είναι δραστηριότητα τοϋ έγκεφάλου δέν είναι
καθόλου έκπληκτικό τό δτι τά άντικείμενα πού άντανακλάστηκαν γιά μιά στιγμή στόν έγκέφαλο μ’ αύτή τή δραστη­
ριότητα, μπορούν νά δώσουν άντανακλάσεις τών ίδιων άντικειμένων κάτω άπ’ ορισμένες περιστάσεις χωρίς νά εί­
ναι μπροστά μας, όπως στίς περιπτώσεις τών όνεί.
ρων, τών παραισθήσεων καί δλων τών μορφών αύταπάτης.

’Ακόμη πιό εύκολη είναι ή λαθεμένη άναπαράσταση στή
σκέψη μ®? τών ιδιοτήτων τών πραγμάτων. Μποροϋν άκόμα
νά τούς άποδοθοΰν καί Ιδιότητες πού δέν τις έχουν ή καί
νά φανταστούμε πράγματα πού δέν υπάρχουν καθόλου. Μέ
τή σκέψη μπορούμε νά διορθώσουμε λάθη καί πλάνες πού
συμβαίνουν στήν άντίληψη. Μά μπορούμε άκόμα καί νά
δημιουργήσουμε νέες καί άκόμα μεγαλύτερες πλάνες.

4Γ>
Η Α Ν ΤΑ Ν Α Κ Λ ΑΣΗ Τ Η Σ
Ι1 Ρ Α Γ Μ Λ Τ ΙΚ 0 Τ Η Τ Λ Σ
Σ Τ Η Σ Υ Ν Ε ΙΔ Η Σ Η Ε ΙΝ Α Ι Ε Ν Ε Ρ Γ Ο Σ Π Α Ρ Α Γ Ο Ν Τ Α Σ
Σ Τ Η Ν Κ Α Θ Ο Δ Η Γ Η Σ Η Τ Η Σ Π Ρ Α Κ Τ ΙΚ Η Σ ΓΙΑ Τ ΙΙΝ
Α Λ Λ Α ΓΗ Τ Η Σ Π Ρ Α Γ Μ Α Τ ΙΚ Ο Τ Η Τ Α Σ

Τό γεγονός 8η ή άντανάκλαση στή συνείδηση είνα·
προϊόν τής δραστηριότητας της ζωής, τής δρραστηριότητας
τοϋ όργανισμοΰ στή σχέση του μέ τό περιβάλλον, σημα(νει
ίτι ή συνείδηση τοϋ Ανθρώπου καί σάν άντίληψη καί σάν
σκέψη, καθορίζεται σταθερά άπό τήν πείρα καί τήν κοινω­
νική της δραστηριότητα. Ό ,τι άντιλαμβάνονται καί ό,τι σκέ­
πτονται οί άνθρωποι, δέν προέρχεται άπό μιά άμεση διαδι­
κασία άναπαραγωγής τής έζωτερικής πραγματικότητας, σέ
αντιλήψεις καί σκέψεις, άλλά καθορίζεται άπό τήν πείρα
τους, άπό τόν τρόπο ζωής τους καί άπό τις κοινωνικές
τους σχέσεις.
'Ετσι είναι σ’ βλους γνωστό 8τι ή διαφορετική πείρα
τών άνθρώπων καί οί διαφορετικοί τρόποι ζωής καθορίζουν
τις διαφορές στήν άντίληψη πού έχουν γιά τά διάφορα
πράγματα. 01 άντιλήψεις ενός είδικευμένου μηχανικού, 8ταν έξετάζει μιά πολύπλοκη μηχανή δέν είναι οΐ ίδιες μέ
τις άντιλήψεις ένός ανθρώπου πού δέν είναι έξοικειωμένος
μέ τις μηχανές αύτές, ένώ τά αισθητήριά τους δργανα δέ­
χονται τούς ίδιους σχεδόν έρεθισμούς άπό αύτήν. Ή άν­
τίληψη ένός γεωργού βταν κυττάζει μιά έκταση γής δέν
είναι ή ίδια μέ τήν άντίληψη ένός άνθρώπου, τής πόλης·
Κι’ ένας καλλιτέχνης θά σχηματίση μιά πολύ διαφορετική
άκόμη είκόνα.
’Ακόμη μεγαλύτερες είναι οί διαφορές πού έμφανίζονται
στίς άντιλήψεις καί στίς σκέψεις τών άνθρώπων διαφορετικών
τάξεων, διαφορετικής πείρας καί διαφορετικής άνατροφής.
Στά άνθρώπινα 8ντα 8μως, οί Ιδέες γιά τά πράγματα
άσκοϋν έπίσης έπίδραση στίς ίδιες τής άντιλήψεις τους. Τό
γεγονός βτι ύπάρχουν περιπτώσεις πού άντιλαμβανόμαστε
τά πράγματα άπό τις Ιδέες μας, έπηρεάζει τήν άντίληψή

46

μας. Καί αύτό άποδείχνεται άπό τά παραδείγματα πού άναφέραμε. Ά ν ένας ειδικευμένος μηχανικός, βλέπει περισ­
σότερα άπό έναν άλλο πού δέν είναι έξοικειωμένος μέ τί<
μηχανές, είναι γιατί 6 πρώτος έχει περισσότερες ιδέες γι
αυτήν τήν μηχανή άπό τούς άλλους άνθρώπους. Τό ίδιο
συμβαίνει καί μέ τόν καλλιτέχνη πού βλέπει πιό πολλά άπό
τούς άλλους, ή μέ τούς διάφορους καλλιτέχνες, πού ό καθέ­
νας τους βλέπει πιό είδικές πλευρές άπό τούς άλλους, άνά'
λογα μέ τις ιδέες πού έχει. Αύτό φαίνεται άκόμα πιό χα­
ρακτηριστικά στούς τρόπους πού οί ζωγράφοι μέ διαφορε­
τική νοοτροπία ζωγραφίζουν τά πορτραΐτρα τών άνθρώπων.
*Η άντανάκλαση τοϋ περιβάλοντος καί ή δημιουργία
σχέσεων μέ τ* περιβάλλον μας μέσα στή συνείδησή μας εί­
ναι ένας άπό τούς πολύ άποφασιστικούς παράγοντες στή
δραστηριότητά μας, γιά τήν άλλαγή τοϋ περιβάλλοντός μας.
Τό γεγονός ίτι ή συνείδησή μας είναι άντανάκλαση, δέν ση­
μαίνει ότι είναι παθητικός παράγοντας στή ζωή. Ή συνεί"
δηση κατά κύριο λόγο είναι προϊόν τής δραστηριότητα^
ζωής. Καί κατά δεύτερο λόγο είναι προϊόν πού παίζει ση­
μαντικό ρόλο στήν καθοδήγηση αύτης τής δραστηριότητας
της όποίας είναι τό προϊόν. Μέ τή συνείδηση ή ζωή δημι­
ούργησε τό όργανο καθοδήγησης της ζωής πρός καθορι­
σμένους σκοπούς.
Καί πραγματικά μπορούμε νά ποϋμε ίτι τά πάντα στήν
πορεία τής έξέλιξης τών ζώντων όργανισμών τά δημιούρ­
γησε ή συνείδηση.
Ή βπαρξη της συνείδησης είναι ή δραστηριότητα ζωής
πού κατευθύνεται άπό τήν άντανάκλαση τών έξωτερικών
συνθηκών ζωής στόν έγκέφαλο. Ή άντανάκλαση αύτή κατά
κύριο λόγο είναι προϊόν τών ένεργητικών σχέσεων τοϋ ζων­
τανού όργανισμοϋ μέ τό περιβάλλον του. Καί μέ τή σειρά
της, ένεργητικά καθορίζει τήν πάρα πέρα άνάπτυξη τών
σχέσεων έκείνων πού, μέσω της πρακτικής τών άνθρώπων*
άλλάζουν τό περιβάλλον. Ή συνείδηση τοϋ άνθρώπου είναι

47
προϊόν της πρακτικής του, πού παίζει σημαντικό ρόλο στήν
καθοδήγηση τής πρακτικής.
Τέλος έξετάζοντας τόν ένεργητικό ρόλο τής συνείδησης
μπορούμε νά ποϋμε, δτι ή άντανάκλαση τοϋ ύλικοϋ κόσμου
στή συνείδηση δέν σημαίνει καθόλου βτι παίρνει μόνο τή
μορφή τών άντιλήψεων καί τών σκέψεων. Στή δραστηριότητά της, ή συνειδητή ύπαρξη τοΰ άνθρώπου νοιώθει έπίσης συγκινήσεις.
Σύμφωνα μέ πολλούς ιδεαλιστές καί οί συγκινήσεις εί­
ναι άπόρροια τής έσωτερικής πνευματικής του ύπαρξης.
"Ομως γιά τούς ύλιστές καί οί συγκινήσεις είναι τρόπος
άντανάκλασης τής ύλικής πραγματικότητας στή συνείδηση
τοΰ άνθρώπου. Άντανακλοΰν τήν ένεργητική συσχέτιση τοΰ
άνθρώπου μέ τό περιβάλλον του. Καί έπειδή έπενεργεΐ καί
έπιδρα πάνω στά πράγματα μέ τή δραστηριότητα καί έπει
δή παίρνει μιά καθορισμένη στάση άπέναντι στά πράγματα
κ«ί στή δυνατή άλλαγή τους, ό άνθρωπος συγκινεΐται καί
σπρώχνεται πρός αύτή τή δραστηριότητα άπό τίς συγκινή­
σεις. Στή συνειδητή του ύπαρξη δ άνθρωπος 6χι μόνο λ'. μβάνει γνώση τών πραγμάτων μέ τήν άντίληψη καί τή σκέ­
ψη, άλλά αισθάνεται καί τήν ένεργητική του συσχέτιση μέ
τά πράγματα συγκινησιακά.
*Η συγκινησιακή συνείδηση, λοιπόν, είναι ένα άναγκαΐο
τμήμα της ζωής. Ό άνθρωπος έρχεται σέ έπαφή μέ τήν
πραγματικότητα πού τόν περιβάλει μέ τό νά τόν άντιλαμβάνεται καί νά σχηματίζει ιδέες γι’ αύτόν. Οί σχέσεις αύτές
δλοκληρώνονται μέ τίς συγκινήσεις πού νοιώθει γι’ αύτόν
τόν έξωτερικό νόσμο. Ταυτόχρονα δμως οί συγκινήσεις πρέ­
πει νά κατευθύνονται καί νά καθοδηγοΰνται άπό τίς άντιλήψεις καί τίς Ιδέες.
Η Υ Λ Η ΚΑΙ Τ Ο Α Ν Α Κ Λ Α ΣΤ ΙΚ Ο Τ Ι ΙΣ

Συμπέρασμα :
Δέν ύπάρχει συνείδηση χωριστά άπό ένα ζωντανό έγκέ-

48
φαλο. Πηγή κάθε συνείδησης καί κάθε άλλου πού μπαίνει
στή συνείδηση εΐναι ό ύλικός κόσμος. Στή συνείδηση γίνε­
ται άντανάκλαση «ον ύλικοΰ κόσμου στή διαδικασία ζωής
τοϋ έγκεφάλου. Κ αί. ή Αντανάκλασή του άποτελεϊ τό πε­
ριεχόμενο τής συνείδησης.
Κατά συνέκαα δέν ύπάρχουν δυό χωριστές καί Ανεξάρ­
τητες ή μία Από τήν Αλλη σφαίρες ύπαρξης : βλη καί πνευ­
ματικός κόσμος. Δέν ύπάρχουν δύο κόσμοι, ό υλικός καί ό
πνευματικός. Υπάρχει μόνο ό υλικός κόσμος καί ή υλική
διαδικασία ζωής.
«' Η αντίθεση ύλη καί πνεύματος έχει πλήρη ίννοια μό νο στά βρια ένός πολύ περιορισμένου πεδίου», (γράφε ό Λένιν στόν ‘ Υλισμό καί ’Βμπειριοχριτιχισμό του, κεφάλαιο 3,
«μόνο στά πλαίσια τοϋ ποιό άπό τά δυό είναι πρωταρχικό
καί ποιό δευτερεϋον. Πέρα άπ’ αύτά τά βρια ό σχετικός
χαρακτήρας αύτής τής άντίθεσης είναι άναμφίβολος».
Στήν πορεία τής υλικής Ανάπτυξης ξεπηδάει ή υλική
διαδικασία άντανάκλασης σά μιά ιδιαίτερη ύλική διαδικα­
σία, στή διαδικασία ζωής τοϋ έγκεφάλου. Καί βταν κά­
νουμε διάκριση άνάμεσα στό υλικό καί διανοητικό, στήν
ΰλη καί στό νοϋ, ή διάκριση Αφορά, άπλά, ύλικά πράγματα,
κινήσεις στό χώρο καί χρόνο άπό τις άντανακλάσεις τους
στήν υλική διαδικασία τής ζωής τοϋ έγκεφάλου.
* Η διαδικασία πού γεννάει τήν άντανάκλαση καί ή δια­
δικασία πού πραγματοποιείται ή άντανάκλαση είναι δυό
ύλικές διαδικασίες. ‘Η άντανάκλαση 6μως δέν είναι ύλική
άλλα διανοητική διαδικασία, δηλαδή όχι ύλική Αλλά άντα­
νάκλαση τής ύλης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΤΡΙΤΟ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
Ο Α Ν Θ Ρ Ω Π ΙΝ Ο Σ Ε Γ Κ Ε Φ Α Λ Ο Σ
Κ Α Ι Τ Ι Κ Λ ΙΝ Ο Υ Μ Ε Μ ’ Α Υ ΤΟΝ

Ό άνθρώπινος Εγκέφαλος, πού είναι χαΐ τό μοναδικό
βργανο Ικανό νά δημιουργεί γενικές Ιδέες άντιληπτικής συ­
νείδησης καί σκέψης, είναι προϊόν μιας μακρόχρονης έξέλι­
ξης τών μορφών ζωής. Είναι τό κατακόρυφο μιας έξελικτικής διαδικασίας στό μέγεθος καί στή διάρθωση τοϋ έγκε­
φάλου. Περισσότερο χαρακτηριστικά τονίζουμε, βτι ό. φλοι­
ός τοΰ έγκεφάλου τοϋ άνθρώπου είναι πιό μεγάλος άπό έκεΐνον τών άλλων ζώων. "Ενα μεγάλο μέρος τοϋ φλοιοϋ τοϋ
έγκεφάλου έχει σχέση μέ τόν έλεγχο τών χεριών τών πο­
διών καί τών όργάνων όμιλίας.
Είναι άλήθεια βτι σήμερα βρισκόμαστε στήν άρχή τής
έπιστημονικής γνώσης γιά τό πώς δουλεύει ό έγκέφαλος.
Είναι βμως άρκετά τά ίσα γνωρίζουμε, διά νά βεβαιώσου­
με μέ σιγουριά βτι ό έγκέφαλος είναι βργανο τής σκέψης,
βτι οί σκέψεις δημιουργοϋνται στόν έγκέφαλο καί βτι γιά
νά γίνει Ικανός νά σκέπτεται ό έγκέφαλος χρειάστηκε μιά
κάποια έξέλιξη στό μέγεθος του καί στή διάρθρωση του.
Ή βιολογική έξέλιξη τοϋ έγκεφάλου σέ βργανο Ικανό
νά σκέπτεται, συντελέστηκε στό προανθρώπινο στάδιο τής
4

50
έξέλιξης τοϋ άνθρώπου καί εΙδικά στό στάδιο κατά τό
όποιο τά πιθηκοειδή ζώα έξελίχθηκαν σέ άνθρώπους. Τό
άποφασιστικό βήμα στήν έξέλιξη τοϋ άνθρώπου έλαβε χώ­
ρα, δταν καθιερώνεται ή δρθια στάση άπο τά πιθηκοειδή αυ­
τά ζώα. Γιατί ή στάση αύτή τούς έλευθέρωσε τά χέρ'.α,
μέ τά όποια γίνεται δλη ή παραγωγική δραστηριότητα τοϋ
άνθρώπου. Μέ τη χρησιμοποίηση του:, τά μπροστινά άκρα
μεταμορφώνονται σέ χέρια άνθρώπου. Καί μαζί μ’ αύτό
άναπτύσεται καί ό έγκέφαλος, πού έλέγχει τά χέρια καί
μεταβάλλεται στόν εγκέφαλο τοϋ άνθρώπου.
Ό πρώτος άνθρωπος είχε κι’ 6λας τόν ίδιο έγκέφαλο
μέ μας, δπως άκριβώς είχε τά ίδια χέρια, τά ίδια δόντια,
τό ίδιο στομάχι κλπ. Τά σωματικά μας δργανα καί μαζί
καί ό έγκέφαλος δέν διαφέρουν άπό τά άντίστοιχα τοϋ πρω­
τόγονου άνθρώπου, μέ τή διαφορά 6μως δτι έμεϊς μάθαμε
νά κάνουμε πολλά πράγματα μ’ αύτά, πού δέν μπορούσε
νά τά κάνει ό πρωτόγονος άνθρωπος.
"Οταν πραγματοποιήθηκε ή βιολογική έξέλιξη στόν άνθρώπινο έγκέφαλο καί στά χέρια, ό άνθρωπος άρχισε άπό
μόνος του πιά μιά καινούρια έξέλιξη. Ή έξέλιξη τοϋ άν­
θρώπου δέν είναι βιολογική πιά. Ή έξέλιξη αύτή περι­
λαμβάνει τήν κοινωνική του όργάνωση, τήν τεχνική του,
τόν πολιτισμό του, τή γνώση του καί τή συνειδητή κυρι­
αρχία του, τόσο πάνω στόν έαυτό του, ίσο καί στόν έξω­
τερικό του φυσικό κόσμο.
■Έτσι σχετικά μέ τόν έγκέφαλο, ίτι έχει άναπτυχθεΐ
άπό τότε πού παρουσιάστηκε ό πρώτος άνθρωπος, δέν είναι
ό έγκέφαλος, άλλά ή χρησιμοποίησή του, καί άνάπτυξη τών
Ικανότητων πού άπόκτησε. Ό άνθρωπος άνάπτυξε τις ύλικές του δραστηριότητες, τις άντιλήψεις του καί τις σκέψεις
του. Καί στήν πορεία της όλοκλήρωσης αύτης της διαδι­
κασίας, ό άνθρωπος διαοκώς έπαναστατικοποιοϋσε τις Ιδιες
τις συνθήκες ζωής του καί αύξαινε τις Ικανότητές του καί
τις δυνάμεις του.

51
\ Ι Ι Ο Τ ΙΣ Α Ν Τ ΙΛ Η Ψ Ε ΙΣ Σ Τ ΙΣ ΙΔ Ε Ε Σ

' Η σκέψη ξεπηδάει μόνο άπό τις άντιλήψεις πού παίρ­
νουμε άπό τις αισθήσεις καί γι’ αύτό οί άντιλήψεις αύτές
προηγούνται. Γιά νά σκεφτοϋμε γιά τόν κόσμο πρέπει νά
τόν άντιληφθοϋμε πρώτα μέ τίς αίσθήσεις μας. Δέν μποίοϋμε νά σχηματίσουμε ίδέα πού νά μή βασίζεται καί νά
ιήν προωθείται άπό άντίληψη. Καί γενικά καμμιά Ιδέα
ίέν σχηματίζεται χωρίς άντιλήψεις μέσω τών αισθήσεων,
τού άποτελοϋν καί τό άναγκαΐο υλικό πάνω στό όποιο θά
γίνει ή διαδικασία σκέψης.
'
"Ενας άνθρωπος πού άπό τά παιδικά του χρόναι είναι
τεριορισμένος σ’ ένα στενό χώρο, μπορεΐ, νά έχει τόν Ιδιο
:γκέφαλο, άλλά θά κάνει πολύ λίγες σκέψεις καί οί Ιδέες
του καί ή τάξη τών Ιδεών του, θά είναι πολύ περιορισμέ^·
νη. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τόν πρωτόγονο άνθρωπο. 01
Ιδέες του είναι πολύ περιορισμένες σέ σχέση μέ τόν πολιτι­
σμένο άνθρωπο, παρ’ 6λο πού ό έγκέφαλος τοϋ πρωτόγο­
νου άνθρώπου δέν είναι κατώτερος άπό έκεΐνον τοΰ πολι­
τισμένου,
Οί Ιδέες μας άναπτύσσονται μέ τήν αύξηση τών άντιλήψεών μας πού κι’ αύτές αύξάνουν μέ τήν αύξηση τής
δραστηριότητάς μας καί τών κοινωνικών έπαφών.
Ή σκέψη λοιπόν άναπτύσσεται άπό τήν άντίληψη. Καί
ή άνάπτυξή της, πραγματοποιείται μόνον μέσω τών ένεργητικών σχέσεων μέ τόν έξωτερικό κόσμο, πού οί άνθρω­
ποι τις άποκαθιστοΰν στήν πορεία τής πρακτικής τους
κοινωνικής δραστηριότητας. Κι’ ή ίδια ή άντίληψη δέν εί­
ναι μιά παθητική λήψη έντυπώσεων άπό τά άντικείμενα
τοϋ έξωτερικοΰ κόσμου. Ή άνάπτυξη τής αίσθησης σέ άν­
τίληψη, είναι προϊόν τής ανάπτυξης ένεργητικών σχέσεων
μέ τόν έξωτερικό κόσμο. Καί οσο πιό -πολύπλοκες καί ποι­
κίλες είναι οί ένεργητικές σχέσεις τοΰ όργανισμοϋ πρός τό
περιβάλλον, τόσο πιό πολύπλοκο θά είναι καί τό περιε­

52
χόμενο των άντιλήψεων πού θά άποκτήσουμε άπό τό περι­
βάλλον.
«Ό πραγματικός διανοητικός πλούτος τοϋ άτόμου έξαρταται όλοκληρωτικά άπό τόν πλοϋτο τών πραγματικών
του σχέσεων μέ τόν έξω κόσμο», έγραφε ό Μάρξ στόν
Ένγκελς (Γερμανική Ιδεολογία Μέρος I Τμήμα 2).
Ή άντίληψη τοϋ άνθρώπου έχει πολύ ευρύτερο ορίζοντα
άπό τήν άντίληψη ένός όποιουδήποτε άλλου ζώου. Κι’ αύ­
τό, γιατί ό άνθρωπος έχει μεγαλύτερη καί εύρύτερη δρα­
στηριότητα καί άντίστοιχα ένδιαφέροντα Στήν άνάπτυξη
αύτης της δραστηριότητας καί αύτών τών ένδιαφερόντων
του, πραγματοποιεί καί μιά άντίστοιχη άνάπτυξη τών αΐσθήσεών του. Κι’ άκριβώς έπειδή ό άνθρωπος άνάπτυξε τή
δραστηριότητά του καί τΙς άντιλήψεις του, έγινε ικανός νά
σκέπτεται καί νά άναπτύσσει τΙς Ιδέες του. Καί οΐ Ιδέες του
μέ τή σειρά τους έπενέργησαν γιά τήν πάρα πέρα άνά­
πτυξη τών δραστηριοτήτων των καί τών άντιλήψεών του.
«Ό άητός βλέπει πολύ μακρύτερα άπό τόν άνθρωπο,
άλλά τό άνθρώπινο μάτι βλέπει πάρα πολύ περισσότερα
στά διάφορα πράγματα, άπ’ ίτι τό μάτι τοϋ άητοϋ» έγραφε
ό Ένγκελς. «Ό σκύλος έχει πολύ πιό όξυμένη δσφρηση
άπό τόν άνθρωπο, μά δέν μπορεΐ νά ξεχωρίσει έκατοντάδες
άποχρώσεις μυρουδιάς, πού γιά τόν άνθρωπο άποτελοϋν τά
είδικά γνωρίσματα διαφόρων ξεχωριστών πραγμάτων. Καί
ή αίσθηση της άφής, πού έλάχιστα είναι άναπτυγμένη στόν
πίθηκο, άναπτύσσεται σιγά σιγά μέ τήν άνάπτυξη τοϋ ϊδιου
τοϋ χεριοϋ τοϋ άνθρώπου στήν πορεία της έργασίας». ( Ό
ρόλος τής έργασίας στήν μετάβαση άπό πίθηκο στόν άν­
θρωπο),
Ή βάση της άνώτερης άντιληπτικής Ικανότητας τοϋ
άνθρώπου καί τής εύρύτερης τάξης τών άντιλήψεών τ<.,,
έπιτεύχθηκε άπό τούς πανάρχαιους προγόνους του, 6ταν
πρώτοστάθηκαν βρθιοι, 8ταν άρχισαν νά έρευνοϋν τό γύρω
περιβάλλον τους, βταν άρχισαν νά χρησιμοποιοϋν τά χέρια

53
τους καί όταν έπαψαν νά κρέμονται άπό τά κλαριά των
δέντρων, γιά νά έξασφαλίσουν τήν τροφή τους, βταν άρχι­
σαν νά φτιάχνουν τά πρώτα τους έργαλεϊα καί βργανα.
"Οσο αύξάνει ή δραστηριότητα τοϋ άνθρώπου τόσο αυ­
ξάνει καί ό πλοΰτος τών σχέσεών του μέ τόν κόσμο πού
τόν περιβάλλει. Ό άνθρωπος πραγματοποιεί μιά 6λο καί
υψηλότερη άντιληπτική Ικανότητα καί έναν 6λο καί πιό ευ­
ρύτερο όρίζοντα άντιλήψεων. Καί τότε έμφανίζεται ό λόγος
πού σημαδεύει τό πέρασμα άπό τις συγκεκριμένες άντιλή.
ψεις πού παίρνουμε άμεσα άπό τις αίσθήσεις στίς άφηρημένες άντιλήψεις, στίς γενικές ιδέες. *Η άλληλεπίδραση στήν
πορεία της άνθρώπινης δραστηριότητας τών ίδεών του, στίς
αίσθήσεις του, δδηγεϊ σέ μιά πάρα πέρα άνάπτυξη τών άντιλήψεών του. Καί αύτό πάλι μέ τή σειρά του οδηγεί σέ
μιά πάρα πέρα άνάπτυξη τών Ιδεών του.
Ή Ικανότητα τοϋ άνθρώπινου έγκέφαλου νά άντιλαμβάνεται καί σέ συνέχεια νά σκέφτεται πραγματοποιείται
καί άναπτύσσεται στήν πορεία της άνθρώπινης δραστηριό­
τητας.
Η

ΕΡΓΑΣΙΑ

'Q άνθρωπος ζεϊ μέσα στήν κοινωνία καί δρα μαζί μέ
τούς συνανθρώπους του. 'Ο όλος τρόπος ζωής του είναι
κοινωνικός. Γι’ αύτό όπως άκριβώς στήν κοινωνική δραστηριόριότητα εύρύνει τις άντιλήψεις του, έτσι καί μέσα σ’
αύτή τήν ϊδια τους δραστηριότητα, ξεκινώντας άπό τις άντιλήψεις του αύτές, άρχίζει νά διαμορφώνει τις ίδέες του)
νά σκέπτεται καί νά τις άναπτύσσει πάρα πέρα.
'Η βάση της κοινωνικής δραστηριότητας τοΰ άνθρωπου
είναι ή έργασία. Μέ τήν έργασία καί διά της εργασίας ό
άνθρωπος πρωτοευρύνει τις άντιλήψεις του καί άρχίζει νά
χρησιμοποιεί τό μυαλό του γιά νά σκέφτεται, νά σχηματί­
ζει ίδέες καί νά τις άνακοινώνει νά αναπτύσσει τή σκέψη
καί τή γλώσσα.

54
Λοιπόν στήν έργασία θά πρέπει νά αναζητήσουμε τήν
πηγή καί τήν προέλευση της σκέψης καί τής γλώσσας.
«Ή εργασία.... εΐν*ι ό πρωταρχικός βασικός δρος
κάθε άνθρώπινης ύπαρξης» έγραφε ό Ένγκελς στό δοκί­
μιό του γιά τό Ρόλο τής εργασίας στή μετάβαση άπό τόν
πίθηκο στόν άνθρωπο· «καί μάλιστα σέ τέτοια έκταση που
θά μπορούσαμε νά ποϋμε οτι ή έργασία δημιούργησε τόν
ίδιο τόν άνθρωπο».
"Οπως έδειξε ό Ένγκελς, στήν έξέλιξη τοϋ άνθρώπου
τό πρώτο άποφασιστικό βήμα σημειώθηκε δταν καθιερώ­
θηκε ή δρθια στάση του. Αύτή ή στάση λευτέρωσε τά χέ­
ρια του. Καί δταν οΐ άνθρωποι άρχισαν νά φτιάχνουν τά
πρώτα έργαλεϊα καί δργανα μέ τά χέρια τους γιά νά τά
χρησιμοποιήσουν νά άλλάξουν τά έξωτερικά άντικείμενα
καί νά παράγουν τά μέσα της ύπαρξής τους, τότε άκριβώς
αρχίζει καί ή πραγματική ύπαρξη τοΰ άνθρώπου καί ή αν­
θρώπινη κοινωνία.
«Τό πρωταρχικό κίνητρο δλης της άνθρώπινης ιστορίας
άσφαλώς είναι ή ύπαρξη τών ξεχωριστών ζωντανών άνθρώπων», έγραφε ό Μάρξ καί ό Ένγκελς. Έτσι τό πρωταρχι­
κό που χρειάζεται στήν ανθρώπινη ιστορία είναι ό φυσικός
όργανισμός αύτών τών ξεχωριστών άνθρώπων καί οί σχέ­
σεις πού δημιουργούν μέ τήν υπόλοιπη φύση». Μά δταν
διαμορφωθούν 6λα αύτά πρέπει νά μπει έμπρός καί τό τί
πρέπει νά κάνουν, νά καθοριστεί ή δραστηριότητά τους καί
ό τρόπος ζωής τους. Οί άνθρωποι. . άρχίζουν νά ξεχωρί­
ζουν άπό τά ζώα στό μέτρο πού μποροΰν νά παράγουν τά
μέσα ύπαρξής τους, ένα στάδιο πού καθορίζεται άπό φυ­
σική τους δργάνωση. Παράγοντας τά μέσα ύπαρξή τους
οί άνθρωποι παράγουν έμμεσα τήν πραγματική ύλική τους
ζωή». (Γερμανική 'Ιδεολογία, Μέρος I Κεφ I).
Στήν διαδικασία παραγωγής τών μέσων ύπαρξης καί
έμμεσα στή διαδικασία παραγωγής της πραγματικής υλι­
κής τους ζωής, οί άνθρωποι άρχίζουν μέσα στά πλαίσια τών

55

φυσικών τους όργανισμών, νά ένεργοϋν σάν άνθρωποι, νά
άναπτύσσουν τήν κοινωνική τους όργάνωση καί νά «δη­
μιουργούν τήν ίδια τους τήν ιστορία». Καί κάνοντας αύτό
άρχίζουν νά διαμορφώνουν ιδέες νά σκέπτονται καί νά
μιλάν.
Τ Α Ξ Ε Χ Ω Ρ ΙΣ Τ Α Γ Ν Ω Ρ ΙΣ Μ Α Τ Α
Τ Η Σ Α Ν Θ Ρ Ω ΙΙΙΝ Η Σ Ε Ρ Γ Α Σ ΙΑ Σ

Ποια είναι τά ξεχωριστά γνωρίσματα τής άνθρώπινης
έργασίας, σέ σχέση μέ τόν τρόπο πού έξασφαλίζουν τά άλ­
λα ζώα τά μέσα ζωής τους ;
1)
Πρώτα πρώτα οί άνθρωποι κατασκευάζουν τά φυ­
σικά αντικείμενα, μέ σκοπό νά χρησιμοποιήσουν τίς ίδιότητές τους γιά νά έπιτύχουν συγκεκριμένους σκοπούς πού
θέλουν.
«"Ενα έργαλεΐο» έγραφε ό Μάρξ (Κεφάλαιο τομ. Α'
κεφάλαιο 7 μέρος 1) «είναι ένα πραγμα ή ένας συνδυασμός
πραγμάτων πού χρησιμοποιεί ό έργαζόμενος μεταξύ αύτοϋ
καί τοϋ άντικειμένου έπεξεργασίας καί πού χρησιμεύει σάν
οδηγός στή δραστηριότητά του. Ό άνθρωπος χρησιμο­
ποιεί τίς μηχανικές, φυσικές καί χημικές Ιδιότητες όρισμέ ■
νων στοιχείων γιά νά κάνει άλλες ούσίες ικανές νά ύπηρετήσουν τούς σκοπούς τους».
Αντίθετα τό ζώο συγκεντρώνει καί χρησιμοποιεί τά
διάφορα άντικείμενα άλλα δέν τά αλλοιώνει καί δέν χρησι­
μοποιεί τις διάφορες Ιδιότητες τους γιά νά παράγει τά μέ­
σα ζωής του καί νά πραγματοποιεί άλλαγές σέ μεγάλη έκ­
ταση στό περιβάλλον -ου, άνάλογα με τίς άνάγκες του.
Τό έργαλεΐο άπαιτεΐ ειδική άνθρώπινη δραστηριότητα,
τή μ-ταμορφωτική άντίδραση τοϋ άνθρώπου πάνω στή φύ­
ση, τήν παραγωγή,» έγραφε ό Ένγκελς. «Καί τά ζώα, μέ
τήν πολύ στενή έννοια, έχουν έργαλεΐα, άλλά μόνο σάν άκρα
του σώματος τους: τό μερμίγκι, ή μέλισσα, ό κάστορας.

56
Καί τά ζώα έπίσης παράγουν : άλλα ή παραγωγική τους δρα­
στηριότητα, σέ σχέση μέ κείνη τών άνθρώπων, εϊναι άσήμαντη γιά τη γύρω φύση. Ό άνθρωπος μόνο κατάφερε νά
βάλει τη σφραγίδα τοϋ στή φύση, δχι μόνο μεταφέροντας τό
φυτικό και ζωικό κόσμο, άπό τό ένα σημείο της γης στό άλλο,
άλλά άκόμη άλλάζοντας τήν δψη καί τό κλίμα τοϋ μέρους
πού κατοικεί καί άκόμη άλλάζονταζ καί τά ίδια τά ζώα
καί τά φυτά. Καί οί συνέπειες της δραστήριότητάς του
μποροϋν νά έξαφανιστοΰν μόνο μέ τή γενική έξαφάνιση
όλόκληρης της γήινης σφαίρας». (Διαλεχτική τής Φύσης.
Εισαγωγή).
«Τά ζώα άλλάζουν τήν έξωτερική φύση μέ τή δραστηριότητά τους, δπως καί ό άνθρωπος, άλλά δχι στήν ίδια
έκταση», έγραφε πάρα πέρα ό "Ενγκελς. «...Μά άν τά ζώα
έπενεργοϋν μέ βραδύ ρυθμό στό περιβάλλον τους, τό κά­
νουν χωρίς σκοπό καί τυχαία. “Οσο ό άνθρωπος άποσπαται
άπό τήν κατάσταση τοϋ ζώου, τόσο ή δράση του πάνω στή
φύση παίρνει συνειδητό χαρακτήρα, γίνεται σχεδιασμένη
δράση, πού κατευθύνεται ■πρός καθορισμένο άπό τά πριν
σκοπό.,.
»Μέ λίγα λόγια τό ζώο άπλώς χρησιμοποιεί τήν έςωτερική φύση καί κάνει άλλαγές σ’ αύτήν μόνο μέ τήν πα­
ρουσία του. Ό άνθρωπος μέ τις άλλαγές πού κάνει υπηρε­
τεί τό σκοπό του, κοριαρχεΐ στή φύση». (Ό ρόλος τής
’Εργασίας στή μετάβαση άπό τόν πίθηκο στόν 'Άνθρωπο).
Λοιπδν, μέ τήν έργασία ό άνθρωπος κυριαρχεί πάνω
στή φύση, κατασκευάζει έργαλεϊα πού τά χρησιμοποιεί γιά
νά έξυπηρετήσει τό σκοπό του. «Στή διαδικασία της έργασίας», έγραφε ό Μάρξ, «ή δραστηριότητα τόΰ άνθρώπου μέ
τή βοήθεια τών έργαλείων έργασίας πραγματοποιεί άλλα­
γές καθορισμένες άπό τά πρίν, πάνω στό ύλικό πού άσκεϊ
τήν έργασία του». (Κεφάλαιο τομ. Α κεφάλαιο 7 τμήμα 1).
Καί μέσα σ’ αύτή τή διαδικασία κυριαρχίας καί άλλαγών
στή φύση, ό άνθρωπος άλλάζει τόν έαυτό του καί άνα-

57
πτύσσει τά ξεχωριστά άνθρώπινά του γνωρίσματα.
2)
Τό δεύτερο διακριτικό γνώρισμα της άνθρώπινης
έργασίας προέρχεται άπό τό πρώτο και στηρίζεται στό συ­
νειδητό καί συλλογικό της χαρακτήρα.
Κάνοντας έργαλεϊα καί χρησιμοποιώντας τα καί αναγ­
κάζοντας τά φυσικά άντικείμενα καί τίς φυσικές δυνάμεις
νά υπηρετήσουν τό σκοπό του, ό άνθρωπος έχει συνείδηση
τών σκοπών του καί έχει μιά Ιδέα τοϋ άποτελέσματος πού
θέλει νά φέρει Καί οί άνθρωποι δουλεύουν συλλογικά, μέ
βάση συνειδητά σχέδια καί πλάνα, γιά νά φέρουν σέ πέρας
τό σκοπό πού έχουν καταστρώσει.
Τό άντίθετο συμβαίνει στά ζώα. Καί έκεϊ, όπως π.χ.
οί μέλισσες δημιουργοΰντο^ κοινωνίες καί κάνουν κατα­
σκευές, άλλά τίς κάνουν κατά αύτόματο τρόπο, με τό έν­
στικτο. Τά άνθρώπινά οικοδομήματα δμως γίνονται |ΐέ
συνει* , τά πλάνα.
«Ά ς πάρουμε γιά παράδειγμα μιά έργασία πού έχει
πολύ κοινά γνωρίσματα μέ τήν έργασία τοΰ άνθρώπου»
έγραφε ό Μάρξ. «Ή άράχνη κάνει μιά έργασία πού μοιά­
ζει μέ τοϋ ύφαντουργοΰ καί οί μέλισσες κατασκευάζουν οίκοδομήματα στίς κυψέλες τους πού μοιάζουν μέ κείνα τών
άρχιτεκτόνων. Εκείνο πού κάνει νά ξεχωρίζει καί τό χει­
ρότερο άρχιτεκτονικό σχέδιο άπό τό λαμπρότερο κατασκεύα­
σμα τών μελισσών, είναι 6τι τό άρχιτεκτονικό σχέδιο πρίν
νά μπει σέ πράξη, τό έχει συλλάβει ό αρχιτέκτονας στή
φαντασία του. Στό τέλος κάθε έργασιακης διαδικασίας, έ­
χουμε ένα άποτέλεσμα, πού ύπηρχε κι’ δλας στή φαντασία
τοΰ έργαζόμενου άπό τήν άρχή (Κεφάλαιο τόμ. Α' κεφά­
λαιο 7 τμήμα 1).
Ε Ι’Γ Α Σ ΙΛ —Λ Ο Γ Ο Σ —Σ Κ Ε Ί Ή

Τά διακριτικά γνωρίσματα της έργασίας πού άναφέραμε
—οτι ή έργασία χρησιμοποιεί έργαλεϊα καί δργανα γιά νά

58
γίνουν οίάλλαγές σέ φυσικά άντικείμενα' 6τι οΐ άνθρωπο1
γιά νά πετύχουν τά άποτελέσματα πού θέλουν καί τά όποια
συνειδητά έχουν συλλάβει άπό πρίν, ένεργοϋν συλλογικά—
έξηγοϋν γιατί ή έργασία ύποχρεωτικά κάνει άναγκαϊο τό
λόγο καί τή σκέψη καί δέν μπορεΐ τά άναπτυχθεΐ, χωρίς τό
λόγο καί τή σκ έψη.
«Ή κυριαρχία πάνω στή φύση, πού άρχίζει μέ τήν
άνάπτυξη τοϋ χεριοΰ, μέ τήν έργασία, φαρδαίνει τόν όρί"
ζοντα τοϋ άνθρώπου σέ κάθε νέο της στάδιο. Ό άνθρωπος
συνεχώς άνακαλύπτει καινούριες, άγνωστες μέχρι τότε ίδι,
ότητες, τών φυσικών αντικειμένων». (Ό ρόλος τής έργα~
σίας κ.λ.π.)
Μέ τά λόγια αύτά ό "Ένγκελς άπόδειξε δτι ή έργασία
άκόμη καί στήν πρωτόγονή της μορφή, στή μορφή της κα­
τασκευής καί χρησιμοποίησης τών πρωτόγονων έργαλείων
γιά κυνήγι καί ψάρεμα, δίνει τήν ικανότητα στόν άνθρωπο
νά βλέπει τά πράγματα μέ καινούριο ένδιαφέρον, πλαταί.
νει τίς άντιλήψεις του, ((φαρδαίνει τόν όρίζοντά του», τοϋ
δίνει τήν δυνατότητα, μέσα άπό τήν πρακτική δραστηριό­
τητα καί μέ τή βοήθεια τών αίσθήσεών του, νά άντιλαμβάνεται 6λο καί περισσότερες Ιδιότητες ιτών φυσικών άντικειμένων. Καί πραγματικά άπό τήν άρχή-άρχή της έργασίας
μέχρι σήμερα οί διαδοχικές γενιές τών άνθρώπων μέσα άπό
τή διαρκώς προωθούμενη κυριαρχία τους, πάνω στή φύση,
κατάφεραν νά μάθουν όλο καί περισσότερα γιά τίς ιδιότη­
τες τών φυσικών άντικειμένων. Κάθε πάρα πέρα στάδιο
στήν κυριαρχία της φύσης, σημαίνει καί πλάταιμα τών άντιλήψεων τοϋ άνθρώπου, καινούριες άνακαλύψεις, φαρδύ­
τερους όρίζοντες.
«Άπό τήν άλλη μεριά» συνεχίζει ό Ένγκελς, «ή άνά­
πτυξη τής έργασίας, φέρνει τά μέλη τής κοινωνίας 6λο καί
πιό κοντά μεταξύ τους, πολλαπλασιάζοντας τίς περιπτώ­
σεις τής άμοιβαίας συνεργασίας καί της Ινιαίας δραστηριό­
τητας, κάνοντας όλοφάνερα τά πλεονεκτήματα τής ένιαίας

59
δραστηριότητας σέ κάθε ξεχωριστό άτομο. Μέ λίγα. λόγια
οΐ άνθρωποι δημιουργώντας φτάνουν στό σημείο πού θέλουν
χάτι νά 7ΐονν σέ έναν άλλο».
Αύτό τό κάτι πού πρέπει νά ποϋν σ’ έναν άλλο, κατά
πρώτο λόγο εϊναι οΐ Ιδιότητες τών άντικειμένων πού μπο­
ρούν νά χρησιμοποιηθούν άπό τόν άνθρωπο, οί σκοποί πού
πρέπει νά έπιτελεστοϋν καί τά άποτελέσματα πού άναμένονται άπό τόν άνθρώπινη συνεργασία. Καί άκριβώς αύτό
εϊναι έκεϊνο πού μπορεϊ μόνο νά είπωθη, πού μπορεϊ μόνο
νά έκφραστεΐ μέ τόν έναρθρο λόγο καί δχι μέ άναρθρες φω ·
νές καί σωματικές κινήσεις, δπως κάνουν τά ζώα.
«Τό έλάχιστο πού πρέπει νά άνακοινώσουν στά άλλα
ζώα, άκόμα καί τά πιό έξελιγμένα ζώα μπορούν νά τό έκφράσουν χωρίς τόν έναρθρο λόγο» λέει ό Ένγκελς.
Τά ζώα άνακοινώνουν στά άλλα τήν παρουσία ένός ιδι­
αιτέρου άντικειμένου, δπως οί μέλισσες μέ τις σωματικές
τους κινήσεις, πού λέγονται χορός, μέ τόν όποιο υποδεί­
χνουν τό μέρος πού υπάρχει νέκταρ καί τήν κατεύθυνσή
του, ή γιά νά ξεσηκώσουν τά άλλα γιά μιά συγκεκριμένη
δραστηριότητα, δπως γίνεται μέ τούς έπί κεφαλής τών άγελών. Μά αύτό είναι δλο καί όλο. 'Αν ό τρόπος ζωής τους
ήταν τέτοιος, πού νά χρειάζονται νά άνακοινώνουν μεταξύ
τους καί γνώσεις καί τις ιδιότητες τών φυσικών άντικειμένων, γιά τό πώς θά χρησιμοποιηθούν καί τούς σκοπούς ποΰ
άποβλέπουν μέ τις διάφορες μορφές συλλογικής δραστηριό­
τητας, τότε αύτές οί σωματικές κινήσεις καί οί άναρθρες
κραυγές δέν θά έπαρκοΰσαν. Γιατί θά έπρεπε νά άνακοινώ
νουν δχι τό ιδιαίτερο, άλλά τό γενικό. Τά ζώα δμως δέν
έχουν τέτοια άνάγκη. Οί άνθρωποι δμως νοιώθουν αύτή
τήν άνάγκη καί στήν πιό στοιχειώδη μορφή κοινωνικής έρ.
γασίας. Πάνω στή διαδικασία αύτή, νοιώθουν άμεσα τήν
άνάγκη νά άνακοινώσουν κάτι στόν άλλο, δπως έδειξε ό
Ένγκελς. Καί γι’ αύτό άνάπτυξαν τά μέσα γιά νά τό έκφράσουν.

«Ή άνάγκη οδηγεί στή δημιουργία τών όργάνων» «τυνεχίζει δ ’Ένγκελς. «Ό ύποανάπτυκτος λάρυγκας τοϋ πιθη­
κοειδούς, άργά, άλλά σταθερά, μεταμορφώνεται μέ τή βαθ­
μιαία αύξανόμενη παλμική κίνηση καί τδ στόμα σιγά σιγά
μαθαίνει νά προφέρει τή μιά έναρθρη λέξη μετά τήν άλλη.
*Η σύγκριση μέ τά ζώα, δικαιώνει τήν έξήγηση δτι ή προέ­
λευση της γλώσσας βρίσκεται στή διαδικασία έργασίας καί
δτι ή έξήγηση αύτή εϊναι ή μοναδικά σωστή.»
Οί άνθρωποι νοιώθουν τήν άνάγκη νά άνακοινώνουν δ
ένας στδν άλλο γνώσεις γιά τίς ιδιότητες τών άντικειμένων
καί σέ τί μποροϋν νά χρησιμεύσουν αύτές οί Ιδιότητες. Καί
στδ σημείο αύτδ δ Ένγκελς περιγράφει πώς έγινε ή έξέ­
λιξη τοΰ λάρυγγα καί τοΰ στόματος, γιά νά γίνουν ικανά
νά άρθρώνουν λέξεις καί φράσεις, μέ τίς όποιες θά γίνον­
ται οί άπαραίτητες ανακοινώσεις.
I Λ Ε Ε -

Ό λόγος σημειώνει τδ πέρασμα άπό τήν αίσθηση στήν
’Ιδέα.
*Η γλώσσα έχει λέξεις γιά τίς ποιότητες καί τίς σχέ­
σεις τών άντικειμένων, πού πέφτουν στήν άντίληψή μας,
μέσα άπδ τίς αισθήσεις μας καί στήν πορεία της πρακτικής
μας ζωής. Καί έτσι, ενώ έμεΐς συλλαμβάνουμε μόνο δτι
ττέφτει στήν άντίληψή μας, άνάλογα μέ τήν έντύπωση πού
κάνει στά αισθητήριά μας δργανα, μποροΰμε νά μιλάμε καί
νά σκεφτόμαστε γιά τά άντικείμενα πού πέσαν στήν άντί­
ληψή μας, οχι μόνο μέ βάση τίς δοσμένες σχέσεις καί τίς
δοσμένες ιδιότητες, άλλά καί μέ διαφορετικές σχέσεις καί
τίς αλλαγές πού μποροϋν νά πάθουν. "Ετσι μποροΰμε νά μι­
λάμε καί νά σκεφτόμαστε γιά τδ τί μποροΰμε νά κάνουμε
μέ τά διάφορα άντικείμενα καί πώς μποροΰμε νά άλλάξουμε τις ίδιότητές τους γιά συγκεκριμένους σκοπούς.
’Εδώ άκριβώς βρίσκεται καί ή δύναμη της σκέψης.

61

Μπορούμε νά σκεφτόμαστε τί μπορούμε νά κάνουμε μέ τά
διάφορα πράγματα, τίς αλλαγές πού μπορούμε νά έπιφέρουμε καί μπορούμε νά έπεξεργαστοϋμε τά μέσα, μέ τά όποια
θά πραγματοποιήσουμε αύτές τίς αλλαγές. Σκεπτόμενοι, έπεξεργαζόμαστε τήν πείρα στό μυαλό μας, ίπως άκριβώς
θά γίνει στήν πραγματικότητα : άναπαριστάνουμε τό τί
μπορούμε νά κάνουμε, τί μπορεΐ νά συμβεΐ καί ποιές άλλαγές θά πρέπει νά πραγματοποιήσουμε μέ τή σειρά. Καί τά
συμπεράσματα της πείρας μας μέσα στή σκέψη μας μπαί­
νουν στή δοκιμασία τής πρακτικής. Αύτή είναι ή καθαρή
ούσία της διαδικασίας της σκέψης, ίπως βγαίνει άπό τή
διαδικασία της έργασίας.
’Εδώ θά πρέπει νά σημειώσουμε ίτι οί ιδέες δέν είναι
τό ϊδιο μέ τίς εικόνες. Ή ιδέα ή ή έννοια π.χ. τοϋ χρώ­
ματος ή τοϋ σχήματος δέν είναι ή ϊδια μέ τήν εικόνα τοϋ
χρώματος ή τοϋ σχήματος πού μποροΰμε νά σχηματίσουμε
στή φαντασία μας. Οί παλιότεροι έμπειριστές φιλόσοφοι
(Μπέρκλεϋ καί Χιούμ) συνήθως μπέρδευαν τίς Ιδέες μέ τίς
εικόνες. "Ομως συμβαίνει τό άντίθετο. Είναι δυό διαφορε­
τικά πράγματα. 01 εικόνες είναι άπλώς μιά συνέχεια της
αίσθησης. Οί Ιδέες ίμα^ σημειώνουν τήν άνάπτυξη τοϋ λό­
γου, έκφράζουν μιά άφαίρεση άπό τήν πραγματικότητα καί
έπιτρέπουν τό σχηματισμό γενικεύσεων.
Δέν ύπάρχει άμφιβολία ίτι τά άνώτερα ζώα μπορο S'
ίπως καί ό άνθρωπος, νά σχηματίζουν αισθητικές εικόνες
τών άντικειμένων. Π.χ. μιά άλεποΰ μπορεΐ θαυμάσια νά
ίχει στό μυαλό της τήν εικόνα τής πορείας αναζήτησης κυ­
νηγήματος, σκοτώματος καί φαγώματος τοϋ κουνελιοΰ καί
σέ συνέχεια νά βάζει σέ πρακτική αύτή τήν εικόνα. Μπορεΐ
—καί τό κάνει—νά έπιδείξει τρομερή πονηριά καί προνοη­
τικότατα στήν έκτέλεση τοϋ σκοποϋ αύτοϋ. Μά ό άν­
θρωπος, πού χρησιμοποιεί άκόμα καί τά πιό άπλά έργαλεΐα στήν παραγωγή, χρησιμοποιεί μέθοδες πού κανένα
άλλο ζδο δέν μπορεΐ νά χρησιμοποιήσει. Κατασκευάζοντας

62
καί χρησιμοποιώντας καί τό πιό απλό έργαλεΐο παραγω­
γής ό άνθρωπος πρέπει δχι μόνο νά έχει στό νοϋ του τήν
εικόνα τών πραγμάτων, άλλά καί νά έχει διαμορφώσει ίδέες
γιά τις ιδιότητες τών πραγμάτων πού μπορούν νά χρησι­
μοποιηθούν γιά τήν πραγματοποίηση τών σκοπών πού έπι ·
θυμεϊ.
\Γ αύτό τόν τρόπο βλέπουμε γιατί ή σκέψη εϊναι άνώτερη μορφή συνείδησης άπό τήν άντίληψη τών αισθήσεων.
Ή άντίληψη τών αισθήσεων άναπαράγει τά πράγματα, 6πως έμφανίζονται στή δράση τους, στά αισθητήριά μας δργανα. Ά π ό τήν άλλη πλευρά τώρα, δταν σχηματίζουμε
Ιδέες συλλαμβάνουμε τά πράγματα στά ούσιαστικά τους χα­
ρακτηριστικά πέρα άπό τις Ιδιομορφίες ύπαρξης καί τοϋ
τρόπου έμφάνισης τους. Καί έτσι μποροϋμε νά άναπαραστήσουμε στή σκέψη μας τί άλλοιώσεις μπορεϊ νά πάθη τό
πραγμα σέ διάφορες περιστάσεις, πώς άλληλοεπιδροΰν, οί
διάφορες δυνάμεις πού ένυπάρχουν σ’ αύτό, οί σχέσεις του
μέ τά άλλα άντικείμενα καί οί νόμοι άλλαγης καί κίνησης.
Είναι φανερό λοιπόν δτι έχει γίνει ένα τρομερό άλμα
στήν άνάπτυξη της συνείδησης δταν διαμορφώνονται οί
[δέες. Αύτό τό άλμα στήν άνθρώπινη συνείδηση είναι άπλώς
ή ιδεατή πλευρά στό άλμα άπό τόν ζωώδης τρόπο ζωής
στόν άνθρώπινο, πού σημειώνεται τή στιγμή πού ό άνθρω­
πος άρχίζει νά φτιάχνει καί νά χρησιμοποιεί έργαλεϊα.
Τή στιγμή πού ό άνθρωπος δέν μαζεύει, δέν τακτοποιεί·
καί δέν χρησιμοποιεί άπλώς τά φυσικά άντικείμενα, 6πως
κάνουν τά ζώα, άλλά κυριαρχεί πάνω στή φύση, στίς ίδέες
του δέν καταγράφει άπλώς τήν παρουσία τών πραγμάτων*
δπως γίνεται στήν άντίληψη, άλλά άνακαλύπτει τις σχέσεις
πού ύπάρχουν άνάμεσα στά πράγματα καί τις αίτιες πού
κρύβονται πίσω άπ’ αύτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΤΕΤΑΡΤΟ

ΣΚΕΨΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΗ
ΓΛ Ω Σ Σ \ Κ ΑΙ Σ Κ Ε Ψ Η

Τ*

δύναμη νά άναπαραστήσουν τά πράγματα βχι μέ τίς
ιδιότητες καί Γΐς σχέσεις πού παρουσιάζονται άμεσα στίς
αισθήσεις, άλλά μέ ιδιότητες καί σχέσεις πραγμάτων σέ
άφηρημένη μορφή τών ξεχωριστών πραγμάτων, τήν έχουν
οί ιδέες. Ή δύναμη αύτή παράγει τό λόγο. Ή άνάπτυξη
τοϋ τρόπου σκέψης καί ή δύναμη της σκέψης είναι αχώ­
ριστα καί έξαρτοϋνται άπό τήν άνάπτυξη καί τή δύναμη
τοϋ λόγου.
Ό λόγος, βπως είπαμε ξεπηδάει μέσα άπό τήν κοινω­
νική δραστηριότητα τοΰ άνθρώπου σάν παράγωγο καί βρ­
γανο κατά πρώτο καί κύριο λόγο της κοινωνικής έργασίας.
Ά π ό τό ξεκίνημά του ό λόγος χρησιμεύει σάν μέσο τής
κοινωνικής επικοινωνίας. "Οπως τό καταλαβαίνουμε λοιπόν
ό λόγος δέν μποροΰσε νά άναπτυχθη σάν προσωπικό καί
ιδιαίτερο άπόχτημα τών ξεχωριστών άτόμων πού τό καθέ­
να τόν χρησιμοποιεί γιά δικό του σκοπό, πέρα άπό τίς
σχέσεις του μέ τά άλλα άτομα. Αντίθετα ό λόγος ξεπηδάει έπειδή άπό τήν άρχή της κοινωνικής δραστηριότατος
οί άνθρωποι ένοιωσαν τήν άνάγκη νά άνακοινώσουν στούς
άλλους γενικές ιδέες καί συμπεράσματα γιά νά τελειοποιή­

64
σουν τά μέσα καί οί μέθοδες κατασκευής τους.
*0 λόγος, λοιπόν, προβάλλει μέ τή διαμόρφωση μιάς
γλώσσας, κοινής σέ μιά κοινωνική όμάδα. Οί άνθρωποι αύτοί τή γνωρίζουν καί τήν κατανοούν καί μπορούν νά τή
χρησιμοποιούν δλοι γιά νά άνακοινώνουν τή σκέψη τους
μεταξύ τους. Κοινή περιοχή, κοινή οίκονομική δραστηριό­
τητα καί κοινή παράδοσης συμβαδίζουν μέ τήν κοινή γλώσ­
σα. Καί αύτό δείχνει ότι ή κοινή γλώσσα άποτελεΐ Ινα άπό
τά ξεχωριστά γνωρίσματα τών λαών καί τών ’Εθνών.
Ή γλώσσα έχει διό βασικά χαρακτηριστικά : τό λεξι­
λόγιο, καί τή διάταξη, δηλαδή έχει έναν άριθμό λέξεων οί
όποιες άπό τήν πολλή χρήση έχουν γίνει χτήμα καί χρησι­
μοποιούνται άπό μιά κοινωνική όμάδα καί έχει καί όρισμένους κανόνες συνδυασμοϋ τών λέξεων, μέ βάση τούς όποίους
μπορούν νά έκφραστοϋν τά ίσα έχουν νά άνακοινωθοϋν,
Ό τα ν οί άνθρωποι άρχισαν νά κατασκευάζουν έργαλεΐα
γιά κοινωνική παραγωγή, άρχισαν έπίσης καί νά μιλοΰν
καί νά άναπτύσσουν μιά γλώσσα- καί μέ τόν τρόπο αύτό
άρχισαν νά σχηματίζουν Ιδέες γιά τόν κόσμο πού τούς πε­
ριβάλλει. Οί ρίζες της γλώσσας βρίσκονται στή διαδικασία
τής κοινωνικής έργασίας» Καί ή προέλευσή της έξηγεΐ τά
ούσιαστικά καί στοιχειώδη γνωρίσματα τής γλώσσας σάν
ίργανο έπικοινωνίας καί άνταλλαγής σκέψεων.
Ό μ ω ς ή γλώσσα πού έχει νήν καταγωγή της στήν πα­
ραγωγική δραστηριότητα τοϋ άνθρώπου, υπηρετεί τό σύ­
νολο τής άνθρώπινης κοινωνικής συναλαγής καί δραστηριό­
τητας, πού άναπτύσβται παραπέρα μέ τήν παραγωγή καί
πάνω στή βάση τής παραγωγής. Σέ κάθε τΐ πού οί άνθρω­
ποι δημιουργοΰν συλλογικά, χρησιμοποιοϋν τή γλώσσα. Καί
ίλες τους οΐ σκέψεις, τά σχέδια καί οί έμπνεύσεις, ίλες τους
οί Ιδέες γιά τόν κόσμο καί γιά τούς συνανθρώπους τους,
ξεπηδοϋν μόνον έπειδή ύπάρχει ή γλώσσα μέ τήν όποία
μποροϋν νά τίς έκφράσουν καί νά νά τίς άνακοινώσουν.

65
Μ Π Ο Ρ Ε I Ν Α Υ Π Α Ρ Ξ Ε Ι Σ Κ Ε Ψ Η Χ Ω Ρ ΙΣ Γ Λ Ω Σ Σ Α ;

Ή μελέτη της φύσης—ή ύλική βάση, ή λειτουργία καί
οί νόμοι έξέλιξης—τής σκέψης καί τής γλώσσας, όδηγεϊ
στό συμπέρασμα δτι ή διαμόρφωση τών Ιδεών και ή άνταλλαγή Ιδεών είναι άδύνατος χωρίς τή γλώσσα. Και άκόμα 6τι οΐ ίδέες διαμορφώνονται καί άναπτύσονται μέ τή
γλώσσα.
Οί ίδέες σχηματίζονται καί παίρνουν μορφή μόνο μέ τή
βοήθεια τών λέξεων καί τοϋ συνδυασμοΰ τους. Μέ τή βοή­
θεια τών λέξεων καί τοϋ συνδυασμοΰ τών λέξεων σέ προτά­
σεις άναπαράγεται ή πραγματικότητα σέ σκέψεις. Οί σκέ­
ψεις γίνονται συγκεκριμένες στό μέτρο πού, δπως έγραφε ό
Στάλιν στό έργο του τό «Γλωσσικό ζήτημα καί ό Μαρξι­
σμός» , «καταγράφονται καί καθορίζονται μέ λέξεις καί οί λέ­
ξεις συνδυαστοϋν σέ προτάσεις». 01 ίδέες χωρίς τή γλώσσα
εϊναι σάν νά μήν ύπάρχουν, σάν πνεύματα χωρίς σώμα.
Μήπως δμως αύτό σημαίνει δτι ή σκέψη είναι νά λέε
λέξεις καί δτι ή διαδικασία σκέψης εϊναι μιά διαδικασία
«μιλήματος μέ τόν έαυτό μας» ; Γιατί πρώτα-πρώτα μπο­
ρούμε νά λέμε λέξεις καί προτάσεις χωρίς νόημα Καί ύστε­
ρα δταν ό άνθρωπος μάθει νά χρησιμοποιεί τή γλώσσα,
πολλές διαδικασίες σκέψης μποροΰν νά γίνουν χωρίς νά ψυθυριστεΐ οΰτε μία λέξη ή καλύτερα νά γίνουν παράμερα, νά
τις κάνει ένας ξεχωριστός άνθρωπος. Στήν περίπτωση αύτή
οί λέξεις καί οί προτάσεις θά χρησίμευαν μόνον δταν θά
άνακοινώνονταν αυτές οί σκέψεις.
Π.χ. είναι πολύ γνωστό δτι άν ύπάρχουν άνθρωποι πού
έχουν συζητήσει πολλές φορές τό ίδιο Θέμ4, λίγες λέξεις
είναι αρκετές νά τούς κάνει νά καταλάβουν ένα πολύπλοκο
σημείο, πού θά χρειαζόνταν πάρα πολλές λέξεις νά τό άνακοινώσουν έξω άπ’ αύτούς. Κι’ αύτό γίνεται γιατί έχουν
δοθη προηγούμενα, στή συζήτησή τους, έξηγήσεις καί μέ
&

λίγες λέξεις έπαναφέρουν στή μνήμη τους όλες αύτές τΙς
έξηγήσεις.
Τό ΐδιο άκριβώς γίνεται καί μέ τή διαδικασία σκέψης
στόν έγκέφαλο ένός καί τοϋ αύτοΰ άνθρώπου. Ό ένας μπο.
ρεΐ νά καταλήξει σέ συμπεράσματα, χωρίς νά παρέμβουν
πολύπλοκες διαδιακασίες έσωτερικής όμιλίας μέ λέξεις. Ό
άνθρωπος αύταπαταται άν νομίζει δτι έχει Ιδέες γιά κά­
ποιο πραγμα πού δέν μπορεΐ νά τίς έκφράσει ή γλώσσα
του.
Ασφαλώς, μ’ αύτό δέν θέλουμε νά ποΰμε δτι δέν ύπάρχει διαφορά άνάμεσα σέ μιά Ιδέα καί μερικές λέξεις ή φρά-.
σεις. Μ’ αύτό πού είπαμε θέλουμε νά τονίσουμε βτι οί Ιδέες
υπάρχουν μόνο αν πάρουν σάρκα καί όστα σέ ορισμένες λέ­
ξεις ή φράσσεις πού χρησιμοποιούνται γιά νά έκφράσουν
τίς Ιδέες. Οί Ιδέες δέν έχουν χωριστή καί άποσπασμένη
άπό τό σώμα αύτοόπαρξη, δηλαδή δέν έχουν ύπαρξη πέρα
άπό τή μορφή έκφρασής τους.
Π.χ. ή αγγλική λέξη «red» (κόκκινος) καί ή αντίστοι­
χη γαλλική «rouge» έκφράζουν καί οί δυό τήν ίδια Ιδέα
ένός χρώματος. Αύτό σημαίνει δτι ή ίδέα δέν ταυτίζεται μέ
μιά συγκεκριμένη λέξη. Ό μ ω ς ή ίδέα τοϋ χρώματος δέν
υπάρχει έξω άπό τίς λέξεις πού τήν έκφράζουν, βπως κα}
τό χρώμα δέν μπορεΐ νά υπάρξει άνεξάρτητα άπό τά έγ­
χρωμα άντικείμενα. Τό βτι οί δυό αύτές λέξεις έκφράζουν
τήν ίδια έννοια σημαίνει δτι έχουν τήν ίδια σημασία στίς
άντίστοιχΐς γλώσσες, δηλαδή οί δυό λέξεις παίζουν τόν ίδιο
ρόλο στήν Επεξεργασία τών σχέσεων πού άναπτύσσονται
μέσω της γΛώσσας, άνάμεσα στόν άνθρωπο καί στό έξωτε­
ρικό του περιβάλλον. ' Η δραστηριότητα σκέψης τοϋ έγκεφά­
λου «Ιναι ή επεξεργασία τών σχέσεων μέ τόν έξωτερικό κό.
σμο. Καί αύ~£ γίνεται δχι πρίν άπό τή γλώσσα, 6χι χωρίς
τή γλώσσα, έλ>Λ άκριβώς καί μόνο μέ τή γλώσσα.

67
01 Γ Λ Ω Σ Σ ΙΚ Ε Σ Σ Υ Μ Β Α Τ ΙΚ Ο Τ Η Τ Ε Σ Κ Α Ι Τ Ι ΕΚ Φ Ρ Α Ζ Ο Υ Ν

"Ενα άπό τά χαρακτηριστικά τής γλώσσας είναι δ αυ­
θαίρετος καί συμβατικός χαρακτήρας της. "Ενας ιδιαί­
τερος ήχος χρησιμοποιείται γιά κάποιον Ιδιαίτερο σκο­
πό στή γλώσσα. Ό μ ω ς μπορούσαν νά χρησιμοποιηθούν καί
άλλοι ήχοι έκτός άπό αυτόν. Καί αύτό γίνεται στίς άλλες
γλώσσες.
*Η άνακάλυψη δτι οί λέξεις εΤναΛ κατ’ αύτόν τόν τρόπο
αύθαίρετα ή συμβατικά σημεία, στάθηκε μιά μεγάλη άνα­
κάλυψη της έπιστήμης, δπως μπορεϊ νά τό καταλάβει δ
καθένας. Κι αύτό γιατί συνήθως πίστευαν καί έξακολουθοϋν νά πιστεύουν άκόμη μερικοί, δτι ή κάθε ξεχωριστή
λέξη είναι κατά κάποιον μυστηριώδη τρόπο «ή δρθή λέξη»
γιά ένα συγκεκριμένο άντικείμενο καί δτι οί λέξεις συνδέον­
ται μέ τά πράγματα μέ κάποιο έσωτερικό δεσμό καί δχι
άπό τή συμβατικότητα τής γλώσσας.
Ή άρχαία άντίληψη γιά κάποια μυστικό δεσμό άνάμεσα
στίς λέξεις καί στά πράγματα συνδέθηκαν μέ τή μαγεία κα^
τή Θρησκεία. Έ τ σ ι κατάληξαν νά πιστεύουν δτι κάθε Αν­
θρωπος είχε ένα δνομα, πού ήταν αποκλειστικά δικό του
καί δτι δέν μπορούσε νά τοϋ ταιριάσει άλλο δνομα. Αύτό
λοιπόν «τό πραγματικό του δνομα» τό τηρούσαν μυστικό
γιατί πίστευαν πώς άν τό γνώριζαν οί έχθροί του, μποροϋ'
σαν νά καταραστοΰν τό δνομά του καί νά τοϋ κάνουν ζη­
μιά. Κατά τόν ΐδιο τρόπο πίστευαν δτι καί τά όνόματα
τών θεών είχαν σχέση μέ τις ίδιότητές τους. Καί γι’
αύτό πίστευαν δτι υπήρχαν καί άλλες λέξεις πίσω άπό τά
δνόματά τους. "Ετσι υπάρχει μιά παλιά παροιμία (τήν δποία παραθέτουν δ Κ. Κ. Όγκντεν καί I. Α. Ρίτσαρντς
στό έργο τους "Εννοια τής "Εννοιας) πού λέει : « Ό θεός
είναι πραγματικά Θεός». 'Η παροιμία αύτή έκφράζει τήν
ιδέα δτι ύπάρχει κάτι πραγματικά θεϊκό, στό όποιο άναφέ.
ρεται ή λέξη Θεός.

Μά δέν είναι μόνο τό λεξιλόγιο μιας γλώσσας συμβατι­
κό. Συμβατικοί είναι καί οί γραμματικοί της καί οί συντα­
κτικοί της κανόνες. Ή κάθε γλώσσα έχει τούς δικούς της
κανόνες. 01 κανόνες της Κινέζικης γλώσσας π χ. είναι έντετελώς διαφορετικοί άπό τούς κανόνες τών Εύρωπαϊκών
γλωσσών. 01 κανόνες της Εγγλέζικης γλώσσας διαφέρουν
άπό τούς κανόνες τών Λατινικών καί Σλαβονικών γλωσσών.
Καί οί κανόνες τών γλωσσών έκείνων πού συνηθίζουνε νά
λέμε «πρωτόγονες» είναι έπίσης έντελώς διαφορετικοί. Κι*
6μως ίλες οί γλώσσες μπορούν νά έκφράζουν τά ϊδια νοή­
ματα καί μπορεΐ κάθε νόημα της μιας νά μεταφραστεί στην
άλλη γλώσσα. Αύτό σημαίνει 6τι βχι μόνο τό λεξιλόγιο
άλλά καί γραμματικοί κανόνες είναι συμβατικοί. Καί είναι
συμβατικοί μέ τήν έννοια δτι αύτοί οί ξεχωριστοί ήχοι κα£
κανόνες χρησιμοποιούνται άπό τούς διαφόρους λαούς γιά
Ιστορικούς λόγους. 01 ϊδιες Ιδέες μπορούσαν νά έκφραστοΰν
μέ άλλους ήχους καί άλλους κανόνες. Καί χρησιμοποιούν­
ται μέ βάση τήν ιστορική διαμόρφωση τών λαών. Μά α­
σφαλώς δέν είναι συμβιβαστικές μέ τήν έννοια ίτ ι άπό τή
στιγμή πού ένας λαός πήρε τήν άπόφαση νά έκφράζεται
έτσι, ή γλώσσα παραμένει σταθερή. Γενικά μιλώντας, οί
γλωσσικές συμβατικότητες διαμορφώνονται σέ μιά άσυνε'δητη διαδικασία μέσα στή ζωή τών λαών. Μόνο 6ταν φτά·
σαν σ’ δνα όρισμένο βαθμό διαμόρφωσης καταγράφηκαν σέ
λεξικά καί γραμματικές. Καί έτσι οί λαοί άρχισαν συνειδητά
καί έσκεμένα νά καταγράφουν καί νά καθορίζουν τις συμ­
βατικότητες της γλώσσας τους.
Μά ένώ, δπως εϊπαμε καί τό λεξιλόγιο καί ή γραμμα­
τική της γλώσσας είναι συμβατικότητες, έν τούτοις δλες οί
λέξεις πού έχει μιά γλώσσα μέ τήν έννοια τών άντικ.. ' ·
νων πού καθορίζονται μέ τό λεξιλόγιό της, δέν είναι συμ.
βατικότητες, άλλά καθορίζεται άπό τις άντικειμενικές συν­
θήκες καί τίς άπαιτήσεις πού χρησιμοποιεί αύτή τή γλώσσα*
“Ετσι άνεξάρτητα άπό ποιόν ήχο χρησιμοποιούν γιά ένα

σκοπό, ή γλώσσα πρέπει νά έχει λέξεις γιά 6λα τά πράγ­
ματα, γιά ίλες τίς ίδιότητές τους, γιά όλες τις σχέσεις
τους κ.λ.π. πού έχουν μεγάλη πρακτική σημασία γιά τή
ζωή τοϋ λαοϋ. Γενικά 6σο πιό άνεβασμένο είναι τό στάδιο
παραγωγής τόσο μεγαλύτερη είναι ή άνάγκη γιά Ινα στόκ
βασικών λέξεων τής γλώσσας.
Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τίς σχέσεις καί τό συσχετι­
σμό τών πραγμάτων καί τοϋ άνθρώπου πού έκφράζονται
μέ τούς συνδυασμούς τών λέξεων σέ φράσεις, σύμφωνα μέ
τούς κανόνες της γραμματικής καί του συντακτικοϋ. Καί
αύτές δέν είναι συμβατικότητες, άλλά καθορίζονται άπό
τό τί πρέπει νά έκφράσουν στίς προτάσεις τους.
Π.χ. όποιαδήποτε καί άν είναι ή γραμματική μιας
γλώσσας πρέπει νά έχει τίς άπαραίτητες συμβατικότητες
γιά νά μπορεΐ νά έκφράσει τή δράση τοϋ ένός πράγματος
στό άλλο, τίς σχέσεις πού ύπάρχουν άνάμεσα στό πράγμα
καί στίς διάφορες ή άλλασσόμενες Ιδιότητες του κ.λ.π. 01
διαφορετικές γλώσσες χρησιμοποιοϋν διαφορετικές συμβατι­
κότητες γιά νά έκφράσουν προτάσεις, άλλά αύτές οί συμ­
βατικότητες πρέπει νά ίκανοποιοϋν τίς ίδιες άπαιτήσεις
πού ξεπηδοΰν άπό 6,τι πρέπει νά έκφραστεΐ, πού είναι κοι­
νό σ’ ίλες τίς γλώσσες.
■Έτσι άπό τή στιγμή πού οί λαοί καθορίζουν τίς συμ­
βατικότητες τους τόσο στό λεξιλόγιο ίσο καί στή'γραμ­
ματική, οί συμβατικότητες αύτές έκφράζουν άντικειμενικές
άπαιτήσεις κοινές στήν κάθε γλώσσα καί μπορούν πάντα
νά Ικανοποιούν τίς ίδιες άπαιτήσεις.
Γ Λ Ω ΣΣ Α Κ Α Ι Λ Ο Γ ΙΚ Η

Όποιαδήποτε σκέψη καί νά κάνουμε καί όποιαδήποτε
γλώσσα καί αν· χρησιμοποιήσουμε -ρέπει νά ικανοποιούν­
ται οί βασικές άπαιτήσεις της άντανάκλασης της πραγμα­
τικότητας στή σκέψη. 01 άπαιτήσεις αύτές δημιουργοϋν

.70
τούς νόμους σκέψης, τίς άρχές της λογικής. Γιατί οι σκέ­
ψεις είναι άντανάκλαση τοϋ πραγματικού κόσμου καί κα­
τά τή διαδικασία τής άντανάκλασης, βπως είπε ό Μάρξ, ό
υλικός κόσμος μετασχηματίζεται στη μορφή τών σκέψεων.
*Η διαδικασία αύτή άντανάκλασης και μετασχηματισμού
έχει τούς δικούς της νόμους, τούς νόμους τήςσκέψης, τΙς
άρχές τη; λογικής.
01 νόμοι τής σκέψης κατά κύριο λόγο άπαιτοϋν τίς λο­
γικές άρνές γιά την συγκρότηση προτάσεων μέ νόημα.
’Υπάρχουν άπλές καί σύνθετες προτάσεις. Ή κατασκευή
τών απλών προτάσεων άπαιτοϋν τη λογική συγκρότηση
πού νά περιέχει την κατάφαση, τήν άρνηση, τή σχέση κλπ.
Καί οί σύνθετες προτάσεις σχηματίζονται με τό συνδυα­
σμό άπλών προτάσεων μέ λογικούς συνδυασμούς πού τούς
έκφράζουμε μέ τις λέξεις «καί» «ή» «έάν» κλπ. Έ τ σ ι έ­
χουμε τίς φράσεις. «Αύτό είναι κόκκινο», «Αύτό δέν είναι
κόκκινο», «Αύτό άρχίζει νά κοκκινίζει, Αύτό είναι πιό κόκ­
κινο άπό έκεΐνο». Ό λες αύτές οί προτάσεις είναι άπλές
Μαι οί προτάσεις: Αύτό είναι κόκκινο καί κείνο πράσινο»^
«ή αύτό είναι κόκκινο ή έγώ στραβώθηκα καί δέν μπο­
ρώ νά ξεχωρίσω τά χρώματα» καί «άν αύτό είναι κόκκινο
τότε θά πρέπει σέ λίγο νά πρασινίσει» είναι σύνθετες προ­
τάσεις. Ή συγκρότηση όλων αύτών τών προτάσεων απαι­
τεί τίς καθορισμένες λογικές άρχές πού διέπουν τή συ­
γκρότηση κάθε πρότασης μέ νόημα.
Οί νόμοι τής σκέψης άπό τήν άλλη πλευρά άπαιτοϋν τις
άρχές τής λογικής πού καθορίζουν ποιές προτάσεις προηγοΰνται καί ποιές έπονται γιά νά έχει συνοχή τό νόημα. Αύ­
τές τίς άρχές χρησιμοποιούμε όταν μιλάμε καί 8ταν άναπτύσουμε έπιχειρήματα.
" Ε τσ ι: «αν κάθε Α είναι Β καί κάθε Β είναι Γ τότε
καί κάθε Α είναι Γ»· Αύτή είναι μιά γενική άρχή τήςλαγικής πού μας λέει δτι ή τρίτη πρόταση πρέπει νά ακολου­
θήσει τίς δυό προηγούμενες. Ή άρχή αύτή πρωτοδιατυπώ-

71
θηκε άπό τόν ’Αριστοτέλη πού τήν άποκάλεσε «πρώτη βάση
τοϋ συλλογισμοϋ» (Τά ένΐ τρίτον ίσα καί πρός άλληλα Ισα
σ. τ. μ.)
’Ασφαλώς δμως μιά τέτοια άρχή δέν μας δίνει έγγύηση γιά τήν αλήθεια τών προτάσεων. ’Αφορά μόνον τή λο­
γική σχέση τών προτάσεων μεταξύ τους καί δχι τήν άλήθεια τοϋ περιεχομένου τους. Μας λέει δμως δτι Sv διαπι­
στώσουμε δτι οί δύο πρώτες προτάσεις είναι άληθηνές, τό­
τε δέν πρέπει νά έρευνήσουμε άν καί ή τρίτη είναι σωστή,
γιατί ή άλήθεια της. βγαίνει άπό τής δύο πρώτες. Μά άν
οί δύο πρώτες προτάσεις δέν είναι άληθινές τότε ή τρίτη
πρόταση άν. καί ακολουθεί τις δυό πρώτες, μπορεϊ νά είναι
ή νά μήν είναι αληθινή. 'Η λογική άπό μόνη της δέν μάς
λέει τίποτα γιά τήν άλήθεια τών προτάσεων. *Η άλήθεια
τους θά πρέπει νά άποκαλυφθεΐ καί έπαληθευθεϊ μόνον μέ
τήν έμπειρική έρευνα.
Έ να άλλο παράδειγμα άρχής της λογικής είναι ή άρχή
τής μή άντίφασης πού καλύτερα μπορεϊ νά είπωθεϊ καί άρ­
χή της ταυτότητας. Ή άρχή αύτή λέει δτι μιά πρόταση
δέν μπορεϊ νά ταυτίζεται μέ τήν άρνηση της. 'Η άρνηση
του Α είναι τό Β. «Κατά συνέπεια» τό Α δέν μπορεϊ νά
είναι Β». Καί άν πείτε δτι τό «Α είναι Β καί τό Α δέν
είναι Β* τότε τό ένα μέρος τής πρότασης σας άναιρεΐ τό
άλλο καί δέν λέει τίποτα ("ο^ως στα μαθηματικά τό σύν
καί τό πλήν έξουδετερώνονται). Στήν περίπτωση αύτή τά
δσα λέει δέν έχουν συνοχή ή άντιφάσκουν μεταξύ τους.
’Αξίζει νά σημειώνουμε δτι άπό τότε πού 6 ’Αριστοτέ­
λης πρωτοδιατύπωσε τήν άρχή της μή άντίφασης, δημιουργήθηκαν ένα σωρό συγχύσεις σχετικά μέ τό θέμα της λογι­
κής. Έ τ σ ι οί σχολαστικοί φιλόσοφοι παρουσίασαν αύτή τήν
άρχή σάν νόμο πού καθορίζει πώς τό κατηγορούμενο, συν­
δέεται μέ τό υποκείμενο^. Ό νόμος αύτός θέλει νά πει
δτι τό ΐδιο κατηγορούμενο δέν μπορεϊ νά άνήκει καί νά
μήν άνήκει σχό Ϊδιο ύποκείμενο. Καί ό νόμος αύτός άκολου-

72
θήθηκε άπό έναν τρίτο πού λέγεται νόμος «άποκλεισμοϋ
τοΰ τρίτου» πού λέει βτι ένα κατηγορούμενο θά πρέπει ή
νά άνήκει ή νά μήν άνήκει στό ύποκείμενο. Αύτό σημαί­
νει δτι μποροΰμε κάθε φορά νά λέμε καθαρά καί ξάστε­
ρα άν τό A είναι ίδιο μέ τό Β ή άν τό Α δέν είναι τό ΐδιο
μέ τό Β. Τό ένα πρέπει νά είναι άληθινό καί άλλο δχι.
’Αλλά δέν είναι δύσκολο νά καταλάβει κανένας, δτι ένας
σόσο σαφής χωρισμός δέν μπορεΐ πάντα νά γίνει. Καί έτσι
ό νόμος αύτός δέν είναι απόλυτος. ’Από τή στιγμή πού τά
πράγματα ύπάρχουν μόνο σέ άλληλοεξάρτηση καί κίνηση, τό
κάθε πράγμα μπορεΐ νά δείχνει ένα του χαρκτηριστικό μόνο
σέ μιά όρισμένη θέση καί σχέση καί 6χι σέ άλλη. Έ τ σ ι δέν
μπορεΐς νά πεις μέ σιγουριά άν έχει ή δχι αύτό τό χαρα­
κτηριστικό. Καί εϊναι τό ίδιο σωστό δτι άν ένα πράγμα
βρίσκεται στή διαδικασία τής αλλαγής, είναι αδύνατο νά
βεβαιώσουμε μέ σιγουριά ή νά άρνηθοΰμε δτι έχει όρισμένα
σταθερά χαρακτηριστικά.
Οί περισσότερο χοντροκομένες καί δχι ορθές διατυπώ­
σεις τών άρχών λογικής έχουν γίνει άπό τούς φιλοσόφους
μέ περισσότερο μεταφυσική καί λιγότερο διαλεκτική σκέψη.
Ή διαλεκτική μάς διδάσκει τό πώς θά διορθώσουμε τέτοια
λάθη. Μ’ αύτό δέν θέλουμε νά ποΰμε δτι ή διαλεκτική είναι
αντίθετος ή δτι άρνεΐται τις άρχές της λογικής. 'θ σκοπός
της διαλεκτικής μεθόδου είναι νά μάς κάνει ικανούς νά έκφράζουμε λογικά καί μέ συνέπεια τά πράγματα στήν άλληλοεξάρτησή τους καί στήν κίνησή τους.
"Ας πάρουμε τό έξης παράδειγμα: "Ενας άνθρωπος
πρέπει νά είναι «φαλακρός ή νά μήν είναι καθόλου ;» Μέ
βάση τή σκέψη τών σχολαστικών καί μεταφυσικών φιλοσό­
φων καί μέ τή μή άκριβή διατύπωση τών άρχών της λογι­
κής πρέπει νά ύπάρχει ένα ναι ή ένα δχι. Καμμιά άλλη πε­
ρίπτωση δέν είναι άνεκτή. Στήν περίπτωση αύτή θά όδηγηθοϋμε σέ μιά δχι όρθή άπάντηση: «Είναι φαλακρός ή
δέν είναι ;» Μήτε τό ναι μήτε τό 6χι εϊναι σωστή άπάν-

73
τηση. Στήν έρώτηση αύτή θά πρέπει νά δοθη μιά άπάντηση
πού νά λέει περίπου : «Είναι κατά τό ένα μέρος φαλακρός»
ή 6τι «γίνεται φαλακρός».
01 άνθρωποι μέ τΙς μεταφυσικές άντιλήψεις προσπα­
θούν νά έκφράσουν τΙς άλλαγές τών πραγμάτων μέ σταθε­
ρές κατηγορίες πού τούς όδηγοϋν στό νά βλέπουν τά πράγ­
ματα χωριστά τό ένα άπό τά άλλο. Καί τό άποτέλεσμα αυ­
τής τους τής θέσης είναι νά όδηγοϋνται σέ άσυνέπεια. Κι’
δπως δταν ένα άμάξι πλαταγίζει λέμε δτι κάτι δέν πάει
καλά στή μηχανή του, έτσι καί δταν ένα πρόσωπο άντιφάσκει πρός τόν έαυτό του, λέμε δτι κάποιο λάθος ύπάρχει στίς Ιδέες του. ' Η διαλεκτική μάς κάνει Ικανούς νά βά­
λουμε σέ τάξη τις ίδέες μας, νά άποφεύγουμε τΙς άντιφάσεις της λογικής καί νά έχουμε άπόλυτη συνέπεια στά λό­
για μας. *Η διαλεκτική λοιπόν σέβεται πάντα τις άρχές της
λογικής της μή άντίφασης καί τής ταυτότητας, ένώ ή με­
ταφυσική οδηγεί στήν παραβίαση αύτών τών άρχών.
Οί άρχές τής λογικής είναι νόμος της σκέψης καί δχι
τής άντικειμενικής πραγματικότητας. Δέν είναι νόμος τών
υλικών διαδικασιών, άλλά νόμος τής άντανάκλασης τών ύλικών διαδικασιών. Καί έπειδή εϊναι άπαιτήσεις της άντα­
νάκλασης της πραγματικότητας στή σκέψη, πού ξεπηδοϋν
άπό τή πραγματική φύση τών μορφών τής άντανάκλασης,
δπως αύτή έξελίχθηκε στήν πορεία της άνθρώπινης πρακτι­
κής δραστηριότητας, οί νόμοι τής λογικής απαιτούν νά βρί­
σκουν άνταπόκριση στήν έπεξεργασία καί στήν έκφραση
τών άπόψεων. Ά ν οί σκέψεις μας παραβιάζουν τούς νόμους
της λογικής, τότε οί σκέψεις μας είναι άσυνεπεΐς καί βρί­
σκονται σέ έσωτερική άντίφαση.
Αύτό άφορα έκεϊνο πού πολλές φορές τό λέμε «φυσιο­
λογικό» χαρακτήρα τών νόμων της λογικής καί τόν «λογικό»
τους χαρακτήρα σ’ άντίθεση μέ τή φυσική άναγκαιότητα.
Οί σκέψεις μας μπορεϊ νά μήν εϊναι λογικές, άλλά πρέπει
Οπωσδήποτε νά ίκανοποιοϋν τις άπαιτήσεις τής άντανάκλα-

74
σης τής πραγματικότητας. Κι’ αύτό γιατί οί νόμοι τής λο­
γικής άποτελοϋν κανόνα γιά τή σκέψη. Και οί νόμοι τής
λογικής ξεπηδοϋν άπό τήν πραγματική φύση τής σκέψης
καί έντελώς άνεξάρτητα άπό τό άντικειμενικό πράγμα τήσκέψης. Κι’ αύτό γιατί οΐ νόμοι τής λογικής έχουν αύτος
αποδεικτικό καί άξιωματικό χαρακτήρα, πού τούς ξεχωρί"
ζει άπό τούς φυσικούς νόμους πού πρέπει νά άνακαλυφθοϋν
μέ έμπειρική έρευνα τής έξωτερικής πραγματικότητας.
Έ τ σ ι βλες οί άπόψεις πού έπεξεργάζονται στήν κοινω,
νία, Αποτάσσονται ίλες στούς ίδιους νόμους τής σκέψης*
στίς ίδιες άρχές τής λογικής. "Οπως άκριβώς ή ίδια γλώσ­
σα χρησιμοποιείται γιά νά έκφράσουμε διάφορες άπόψεις,
έτσι καί οΐ διάφορες άπόψεις χρησιμοποιούν τούς ίδιους νό­
μους σκέψεις, τήν Ιδια λογική.
Γι* αύτό καί οί καινούργιες άπόψεις δέν δημιουργοϋν
καί κοινούργια λογική καί άκόμα περισσότερο δέν δημιουρ­
γούν καινούργια γλώσσα. Αντίθετα, οί άρχές τής λογικής
είναι στήν πραγματική διαδικασία τής σκέψης καί τής έκ­
φρασής της στή γλώσσα καί δέν άλλάζουν μέ τίς άλλαγές
τών άπόψεων.
’Ασφαλώς πολλοί άνθρωποι άγνοοϋν τή λογική δταν έπεξεργάζονται τάς άπόψεις τους. Τόσο τό χειρότερο γιά τίς
άπόψεις τους. Αύτό δέν σημαίνει δτι δημιούργησαν ή δημι­
ουργούν καινούργια λογική, άλλά δτι δέν κατάφεραν νά εί­
ναι λογικοί.
“Αν οί νόμοι τής σκέψης άλλαζαν καί γίνονταν διαφορε­
τικοί στούς διάφορους λαούς, δέν θά ύπήρχε πεδίο συζήτη­
σης, άντιγνωμίας, ή έπιχειρηματολογίας καί καμμιά έξέλιξη
τής σκέψης δέν θά ήταν δυνατή. 'Οποιοσδήποτε σκέπτετα1
οτι οί νόμοι τής σκέψης άλλάζουν, δτι οΐ διάφορες εποχές
έχουν διαφορετικές λογικές, άρνοϋνται τή δυνατότητα σκέ­
ψης, σάν άντανάκλαση τής άντικειμενικής πραγματικότη­
τας. *Η λογική γεννιέται μέσα άπό τις γενικές άπαιτήσεις
τής άντανάκλασης τής πραγματικότητας στή σκέψη καί βχι

75
άπό τά Ιδιαίτερα ένδιαφέροντα, πού οΐ Ιδιαίτερες διαδικα­
σίες σκέψης μποροΰν νά ύπηρετοΰν άπό καιρό σέ καιρό.
Γ ι’ αύτό καί βταν, π.χ. είναι σοσιαλιστής συζητάει μέ
έναν υπερασπιστή τοΰ καπιταλισμού καί οΐ δύο έπικαλοΰνται καί προσπαθούν νά στηρίξουν τά έπιχειρήματά τους στίς
Ιδιες άρχές λογικής, βπως άκριβώς μιλοϋν καί τήν Ιδια
γλώσσα. Ό π ω ς τό «δύο σύν δύο κάνουν τέσσερα» Ισχύει
στούς λογαριασμούς καί μιας καπιταλιστικής καί μιας σο­
σιαλιστικής έπιχείρησης, «άν βλα τά Α είναι ίσα μέ βλα τά
τό Β, τότε καί τό Sva Α είναι ίσο μέ τό ένα Β» Ισχύει
καί γιά τόν υπερασπιστή τοϋ σοσιαλισμού καί γιά τόν ύπερασπιστή τοϋ καπιταλισμού. Ό τα ν διαβάσει κανείς τά κα­
τορθώματα τών Χριστιανών 'Ιεραποστόλων στούς πρωτό­
γονους λαούς, θά καταλάβει βτι καί τά δύο μέρη στή
συζήτηση έπικαλοΰνται τούς ίδιους νόμους τής λογικής,
4ν καί θά πρέπει νά όμολογήσουμε, βτι είναι συνήθως οΐ
πρωτόγονοι λαοί περισσότερο λογικοί άπό τούς *Ιεραπό*
στολους.
Τά δσα είπαμε μέχρι τώρα γιά τή λογική δέν έφαρμόζονται στίς φιλοσοφικές άπόψεις έκείνων πού έγραψαν
βιβλία γιά τή λογική. 01 φιλοσοφικές άπόψεις έκείνων πού
θέλουν γιά ταμπέλλα τους τή «Λογική», συνήθως είναι άπόψεις τών ξεχωριστών τάξεων καί τών διαφόρων έποχων.
Έ τ σ ι καταλήγουμε στό συμπέρασμα βτι ή γλώσσα
άναπτύσσεται σάν μέσο έκφρασης καί ανακοινώσεων τών
σκέψεων μεταξύ τών άνθρώπων πού ζοΰν κοινωνική ζωή.
Ξεπήδησε καί Αναπτύχθηκε στήν πορεία τής παραγωγικής
τους δραστηριότητας. 01 σκέψεις τών άνθρώπων πού έκφράζονται μέ τή γλώσσα ύποτάσσονται στή λογική, στούς
νόμους τής σκέψης σάν άντανάκλαση τής υλικής πραγματι­
κότητας. Ταυτόχρονα οί κοινωνικές άπόψεις, πού έκφράζονται, μέ τή γλώσσα καί έπεξεργάζονται μέ τή βοήθεια
τής λογικής, άναπτύσσονται πάνω στή βάση τών οικονο­
μικών σχέσεων τών άνθρώπων καί στά συμφέροντα τών
κοινωνικών τάξεων.

Μ ΕΡΟΣ

ΔΕΥΤΕΡΟ

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΠΕΜΠΤΟ

ΑΦΗΡΗΜΕΝΕΣ ΙΔΕΕΣ
Η

ΔΙΑ Μ Ο ΡΦ Ω Σ Η

ΤΩ Ν

ΑΦΗΡΗΜ ΕΝΩ Ν

ΙΔΕΩΝ

Ε ν ώ οί σκέψεις καί οι Ιδέες, δπως καί ή γλώσσα, έχουν
•τήν προέλευσή τους στήν έργασία, οΐ άνθρωποι άναπτύσσουν τις σκέψεις τους καί τις Ιδέες τους μέσα στό σύνολο
τής κοινωνικής τους δραστηριότητας.
Ό Μάρξ καί ό Ένγκελς, γράφοντας γιά τήν άνάπτυξη
τών Ιδεών ή της άνθρώπινης συνείδησης—γιατί ή Ιδιομορ­
φία της άνθρώπινη συνείδησης είναι ίτ ι ό άνθρωπος έχει
συνείδηση τών πραγμάτων βχι μόνο μέ τή άντίληψη πού
άποκτα μέ τις αίσθήσεις, άλλά καί μέ τις Ιδέες έδειξαν
δτι ή άνθρώπινη συνείδηση ξεπηδάει καί άναπτύσσεται
«μόνο μέσα άπό τήν άναγκαιότητα της έπικοινωνίας μέ
τούς άλλους άνθρώπους... Κατά συνέπεια ή συνείδηση άπό
τήν άρχή της είναι κοινωνικό προϊόν καί θά παραμένη τέ­
τοια-6σο θά ύπάρχουν άνθρωποι» (Γερμανική Ιδεολογία
Μέρος Α Κεφάλ. I).
01 Ιδέες δέν είναι προϊόντα μιας καθαρά διανοητικής
διαδικασίας, οδτε είναι άπλές αύτόματες άπαντήσεις σέ
έρεθισμούς πού φτάνουν άπό τά έξωτερικά άντικείμενα.
Είναι προϊόντα τοϋ άνθρώπινου έγκεφάλου μέσα στήν πο­
ρεία της άνθρώπινης κοινωνικής δραστηριότητας. ’Αντανα­
κλούν τις σχέσεις τών άνθρώπων μέ τούς συνανθρώπους
τους καί μέ τόν έξωτερικό κόσμο καί τις πραγματικές συν­
θήκες ύπαρξης τών άνθρώπων.
Ό Μάρξ καί ό Ένγκελς, προχωρώντας, άπόδειξαν δτι

80
«ή συνείδηση στήν άρχή ήταν άπλή καί άφοροΰσε τις άμε­
σες αντιλήψεις τοϋ περιβάλλοντος, πού έφταναν μέ τις αι­
σθήσεις καί συνείδηση τών περιορισμένων σχέσεων τοϋ
άτόμου μέ τά άλλα άτομα καί πράγματα,... Αύτή ή άρχική
συνείδηση, προσθέτουν, άντιστοιχεΐ στήν κοινωνική ζωή
αύτης της περιόδου. Πιό άπλά είναι ή συνείδηση τής άγέλης».
01 πρώτες καί οΐ πιό στοιχειώδεις Ιδέες είναι Ιδέες
πού προέρχονται άμεσα άπό τήν πρακτική έπικοινωνία μέ
τούς άλλους άνθρώπους καί τά περιβάλλοντα άντικείμενα.
Διαμορφώνονται, δίνοντας ονόματα στά κοινά χαρακτηρι­
στικά τών πραγμάτων πού γίνονται άντιληπτά άπό τις αι­
σθήσεις. Ά π ό τήν άρχή, δπως τόνισε 6 Μάρξ «ή παρα­
γωγή Ιδεών» ξεπηδάει άπό τήν ύλική δραστηριότητα καί
τήν ύλική έπικοινωνία τών άνθρώπων». Καί άπ’ αύτή τή
δραστηριότητα καί τήν ύλική έπικοινωνία στήν πιό στοιχειώδικη μορφή τους *χει κι’ δλας δημιουργηθεΐ ένα πλέγ­
μα στοιχειωδών ιδεών γιά τά έζωτερικά άντικείμενα, γιά
τόν έαυτύ του ό καθένας καί γιά τό σύνολο τών άνθρώ­
πων : ιδέες γιά τό είδος καί τις Ιδιότητες τών άντικειμένων, τίς ποικίλες σχέσεις τους καί τή χρησιμότητά τους γιά
τόν άνθρωπο.
Στίς Ιδέες αύτές, περισσότερο ή λιγώτερο άντανακλοΰνται τά πιό χτυπητά γνωρίσματα τών άντικειμένων
καί της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως άκριβώς γίνον­
ται άντιληπτά άπό τίς αισθήσεις. Οί ιδέες αύτές άποτελοΰν τή βάση, τόν στοιχειώδη έξοπλισμό της άνθρώπινης
σκέψης καί έπικοινωνίας. Εκφράζονται μέ λέξεις πού κα­
θορίζουν τά συγγενικά άντικείμενα, τίς Ιδιότητες, τίς σχέσ*ις τών άντικειμένων καί τήν καθημερινή τους δραστηριό­
τητα.
Ό λ ο ι μας κατέχουμε πλούσιο έξοπλισμό τέτοιων Ιδε­
ών. 'Η κατοχή αύτών τών ιδεών άντιπροσωπεύει μιά ση­
μαντική κοινωνική έπίτευξη, μά τίς παίρνουμε έντελώς φυ­

81
σιολογικά, τις χρησιμοποιούμε σέ κάθε περίσταση καί τ ις
μαθαίνει τό κάθε παιδί σέ πολύ μικρή ήλικίχ. Αύτές είναι
ot Ιδέες μας γιά τά πράγματα τοϋ άμεσου περιβάλλοντος,
τά όποια βρίσκονται μπροστά μας σέ κάθε μας βήμα, ίπ ω ί
οι άντρες καί οί γυναίκες, τά τραπέζια, οί καρέκλες, τά αύ.
τοκίνητα, τά δέντρα, τά λουλούδια, τά σκυλιά, οί γάτες
κ.λ.π. Καί άκόμα οί πιό χαρακτηριστικές ιδιότητες τών
πραγμάτων, ίπω ς τό κόκκινο, τό μπλέ, τό σκληρό, τό μα_
λακό, τό μεγάλο, τό μικρό κ.λ.π. “Η τέλος, οι πιό κοινές
δραστηριότητες καί σχέσεις, 6πως τό τρέξιμο, τό περπάτη μα, τά πέσιμο, τό άνω, τό κάτω κ.λ.π. Τό στόκ τών στοι­
χειωδών ιδεών μας σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερο άπό ίτ ι
ήταν στόν πρωτόγονο άνθρωπο, άκριβώς γιατί κάνουμε πο­
λύ περισσότερα πράγματα καί δημιουργοϋμε περισσότερες
σχέσεις. Παρ’ βλα αύτά, ή συνείδηση πού μένει σέ τέτοιες
στοιχειώδεις Ιδέες παραμένει, βπως έδειξε ό Μάρζ καί ό
Έ νγκελς «συνείδηση πού άφορα τό άμεσα αισθητό περι­
βάλλον καί συνείδηση τών περιορισμένων σχέσεων μέ τούς
άλλους άνθρώπους καί τά πράγματα».
Τό γνώρισμα τών. τέτοιων στοιχειωδών ιδεών είναι 6τι
έχουν ίνα συγκεκριμένο, αισθητικό περιεχόμενο, γιατί σ’
αύτές άντιστοιχοϋν πράγματα πού γίνονται άμεσα άντιληπτά άπό τις αισθήσεις. Ή άνάπτυξη τής κοινωνικής έπικοινωνίας, δμως, οδηγεί στή διαμόρφωση τών Ιδεών, πού
τό άντικείμενο, πού τούς άντιστοιχεΐ δέν γίνεται άμεσα άντιληπτό άπό τις αισθήσεις.
Μποροΰμε νά σχηματίσουμε ιδέες στίς όποιες νά μήν
άντιστοιχεΐ κάποιο άντικείμενο πού νά πέφτει άμεσχ στίς
αισθήσεις μ α ς ; ’Ασφαλώς ναι. Καί ούτό γίνεται. Π .χ . οι
άνθρωποι είναι άντικείμενα πού πέφτουν άμεσα στίς αίσθή ·
σες μας καί οί ίδιότητές τους, ψηλός, κοντός, λεπτός, χον­
τρός κ.λ.π. πέφτουν κι’ αύτές άμεσα στίς αισθήσεις μας.
Μά έμεΐς μποροΰμε νά φανταστοΰμε καί άνθρώπους μέ πο­
λύ διαφορετικά χαρακτηριστικά άπό κείνα πού πέφτουν

6

82
άμεσα στίς αισθήσεις μας. Ά ν δοϋμε έναν πολύ χοντρό άν­
θρωπο καί ποϋμε : «αύτός εϊναι ένας παραφουσκωμένος κα­
πιταλιστής», τότε τό πάχος του άντιστοιχεΐ στή λέξη πα­
ραφουσκωμένος, άλλά καμμιά του ιδιότητα δέν άντιστοιχεΐ
στήν έννοια τοϋ «καπιταλιστή». "Ομως οί Ιδέες τοϋ «καπι­
ταλιστή* καί τοϋ «καπιταλισμού» εϊναι διαμορφωμένες καί
καθιερωμένες ίδέες. Στήν πραγματικότητα, καθημερινώς»
®τήν τρέχουσα όμιλία μας καί άκόμα καί στά Θεωρητικά
έργα, χρησιμοποιοΰμε πλήθος ιδεών αύτής της κατηγορίας.
Π.χ. κάθε εϊδος πολιτικής, κοινωνικής, ήθικής, νομικής,
έπιστημονικής, αισθητικής καί φιλοσοφικής ιδέας είναι αυ­
τής τής μορφής.
Γιά νά καταλάβουμε πώς ξεπροβάλλουν αύτές οι ίδέες
καί τό ρόλο τους στή διαδικασία σκέψης, στήν όποια ό κό­
σμος άντανακλάται μέ τή μορφή τών ιδεών, θά πρέπει νά
μή ξεχνάμε δτι οί ίδέες ύλοποιοΰνται μέ τις λέξεις. Γιά νά
έχουμε μιά ιδέα θά έπρεπε νά χρησιμοποιήσουμε ορισμένες
λέξεις. Οί διαφορετικές ίδέες έκφράζονται μέ διαφορετική
χρησιμοποίηση τών λέξεων. Ά ν λοιπόν ένας π ε ι : « Ό χον­
τρός άνθρωπος τρέχει», χρησιμοποιεί τις λέξεις κατά τέ­
τοιο τρόπο πού νά δώσει τήν άμεσα άντιληπτή κίνηση (τρέ­
ξιμο) ένός άμεσα άντιληπτοΰ άντικειμένου (τοϋ χοντροΰ
άνθρώπου). Καί εϊναι πολύ εύκολο νά έξηγήσουμε τί ση­
μαίνει αύτό. "Ενας άλλος δμως δείχνει έναν χοντρό καί έναν
άλλο πού τρέχει καί λέει «Νομίζω δτι ένας άνθρωπος σάν
κι* αύτόν έτρεχε>. "Ενας άλλος πάλι λέει: «'Ο καπιταλιστή?
έκμεταλλεύεται τούς έργάτες». Ό άνθρωπος πού μιλάε1
άναφέρεται σέ έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. "Ενας άλλος
βμως τήν ίδια στιγμή κάνει μιά γενίκευση τών καπιταλι­
στών καί κάνει ένα συσχετισμό, πού δ συσχετισμός αύτός
δέν πέφτει άμεσα στήν παρατήρηση, άλλά γιά νά γίνει,
άπαιτεΐ καλοδουλεμένους δρους, παρμένους άπό άλλες σχέ­
σεις. Κάποιος άλλος βμως μπορεϊ νά χρησιμοποιήσει τις
χέξεις «καπιταλιστής» καί «έκμετάλλευση» μέ τόν Ϊδιο

83
τρόπο πού χρησιμοποίησαν καί τίς λέξεις «χοντρός» καί
«τρέξιμο». Καί τότε χρειάζεται μιά πολύπλοκος έξήγηση
άλλου είδους — μ’ άλλα λόγια θά χρειαστεί ή έξήγηση
πού έδωσε ό Μάρξ, ή όποία τοϋ ίπιασε πολλές σελίδες τοϋ
Κεφαλαίου. Ή Ιδέα της καπιταλιστικής έκμετάλλευσης
προέρχεται άπό μιά γενίκευση καί βχι άπό μιά άμεση σύγ­
κριση διαφόρων άντικειμένων πού πέφτουν άμεσα στίς αι­
σθήσεις, άλλά άπό σκέψεις πίνω σέ μιά πολύπλοκη δια­
δικασία καί σχέσεις, πού άπαιτοϋν αύτοϋ τοϋ είδους τά άντικείμενα.
Οί Ιδέες μας λοιπόν δέν περιορίζονται μόνο στήν άντα­
νάκλαση τών κοινών γνωρισμάτων τών έξωτερικών άντικειμένων πού πέφτουν στίς αισθήσεις μας. Οί Ιδέες πάντα
διαμορφώνονται σύμφωνα μέ τίς άνάγκες της κοινωνικής
έπικοινωνίας. Καί μέ τήν άνάπτυξη της παραγωγής καί
κατά συνέπεια καί μ έ. τήν άνάπτυξη τών παραγωγικών καί
τών κοινωνικών σχέτ εων καί γενικά τής κοινωνικής δρα­
στηριότητας, οι Ιδέες άναπ τύσσονται πέρα άπό τό στάδιο
τής συνείδησης τών κοινών γνωρισμάτων τών άντικειμένων
πού γίνονται άντιληπτά μέσω τώ ν αισθήσεων. 01 άνθρωποι
σχηματίζουν γενικές άντιλήψεις καί άπόψεις γιά τόν κόσμο
καί τήν κοινωνική τους ζωή. "Οταν σχηματισθοϋν αύτές ο^
Ιδέες καί έκφραστοϋν σέ λέξεις, οί λέξεις αύτές θά χρησι­
μοποιηθούν σάν προϊόν τών ένεργητικών σχέσεων τοϋ άν­
θρώπου μέ τόν έξωτερικό κό σμο ή μέ τούς άλλους άνθρώπους καί θά ύπηρετοϋν τήν άνάπτυξη της κοινωνικής έπικοινωνίας, πού είναι βασισμένη σ’ αύτές τις σχέσεις. Μά
δέν θά ύπάρχουν τά άντίστοιχα άντικείμενα πού νά μπορούν
νά γίνουν άμεσα άντιληπτά άπό τις αισθήσεις μας.
Σ ’ αύτές τίς ιδέες κατά κοινήν άποδοχήν δίνεται ό 8ρος
«άφηρημένες ιδέες».
0 1 Π Η Γ Ε Σ T Q N Λ Φ Η Ρ Η Μ Ε Ν Ω Ν ΙΔΕΩΝ

"Ολες χωρίς έξαίρεση οί άφηρημένες Ιδέες ϊχουν τήν

84
προέλευσή τους στήν πείρα τοϋ άντικειμενικοΰ ύλικοϋ κό­
σμου καί στίς πρακτικές σχέσεις τών άνθρώπων μέ τά άντικβίμενα καί τούς συνανθρώπους τους. Γιατί έκεΐνο πού όδηγεΐ στή διαμόρφωση τών άφηρημένων ιδεών εϊναι ή συγκε­
κριμένη πείρα τών άνθρώπων, ποΰ προέρχεται άπό τήν έπικοινωνία μέ τούς άλλους άνθρώπους καί τή φύση. Οί ιδέες
αύτές ύπηρετοϋν τή συνέχιση καί τήν παραπέρα άνάπτυξη
αύτής της κοινωνίας. Καί άντανακλοΰν καθορισμένες σχέ­
σεις πού ύπάρχουν άντικειμενικά μεταξύ τών πραγμάτων,
μεταξύ τών άνθρώπων καί μεταξύ τών άνθρώπων καί πραγ­
μάτων, πού στή συνείδηση τών άνθρώπων έκφράζονται μέ
τή μορφή τών ιδεών.
Μιά σημαντική πηγή της άνάπτυξης τών άφηρη
μένων Ιδεών εϊναι ή άνάπτυξη τών κοινωνικών σχέσεω
μεταξύ τών άνθρώπων. "Ετσι στήν πρωτόγονη κοινωνία πού
ήταν όργανωμένη κατά γένη — μέ τό πολύπλοκο σύστημα
γιά τό ποιός ποιά θά νυμφευθή, ποιός άνήκει σ’ αύτό κα'ποιός σέ κείνο τό γένος καί γενικά μέ τό ποιός μπορεΐ
καί τί μπορεΐ νά κάνει—δημιουργεί Ινα όλόκληρο σύστη­
μα ιδεών γύρω άπό τις κοινωνικές σχέσεις, πού είναι ταυ*
τόχρονα προϊόντα αυτών τών κοινωνικών σχέσεων καί τών
ρυθμιστικών κανόνων. ’Αργότερα προβάλλουν οί ιδέες τή^
κοινωνικής κατάστασης, τής άρχηγίας κ.λ.π. Καί άκόμα
άργότερα, μέ τήν έμφάνιση τής Ιδιοκτησίας, ξεπηδοΰν οΐ
ιδέες πού είναι συνδεδεμένες μέ τίς σχέσεις Ιδιοκτησίας.
"Οταν μερικοί άνθρωποι π.χ. έκαναν κατοχή τής γή,
άμέσως σχηματίστηκαν οί ιδέες Ιδιοκτησίας τής γής καί
τών άντιστοίχων υποχρεώσεων, δικαιωμάτων καί προνο­
μίων. Οί ιδέες αύτές σχετικά μέ τήν ιδιοκτησία εϊναι άφηρημένες Ιδέες, στίς όποιες δέν άντιστοιχοϋν άντικείμενα, πού
γίνονται άμεσα άντιληπτά άπό τής αισθήσεις μας.
Ή ίδέα 6μως ένός καλλιεργημένου χωραφιοΰ, εϊναι
ή ίδέα μιας πραγματικότητος πού περνάει άπό τίς αισθή­
σεις μας. ’Αλλά ή ίδέα τής ίδιοχτησίας αύτοϋ τοΰ χωρα

φιοϋ είναι άφηρημένη, στήν όποια δέν άντιστοιχεΐ £μεσχ
αισθητό άντικείμενο. Τό ίδιο μπορούμε νά ποϋμε καί γιά
τήν παραγωγή αύτοϋ τοϋ συγκεκριμένου χωραφιού. Είναι
μιά συγκεκριμένη καί αισθητά αντιληπτή πραγματικότητα,
άφοΰ τήν παραγωγή του μποροΰμε νά τή φαμε π.χ. "Ομως
τό δικαίωμα τοΰ ιδιοκτήτη νά ιδιοποιείται τήν παραγω­
γή, δέν είναι συγκεκριμένο καί αισθητά άντιληπτό πραγμα,
άλλά άφηρημένη ιδέα.
Οί άφηρημένες αυτές ιδέες δμως είναι ή άντανάκλαση
στό χώρο τών ιδεών κάτι πραγματικού καί αντικειμενικού:
τών παραγωγικών σχέσεων ποϋ έδημιουργήθηκαν σ’ ένα
καθορισμένο στάδιο καί έξέλιξις τής κοινωνικής παραγω­
γής·
Οί άφηρημένες ίδέες διαμορφώνονται σάν συνέπεια τής
έξέλιξης τής άνθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας καί
τών άλλων του δραστηριοτήτων, πού έχουν σχέση μέ τήν
έξωτερική φύση. Τέτοια είναι ή πηγή τών ιδεών πού έχουν
σχέση μέ τήν αιτία καί τό άποτέλεσμα καθώς καί 6λων
τών ίδεων πού έχουν σχέση μέ τούς λογαριασμούς καί μέ
τό μέτρημα, δπως οί άριθμοί, ή έκταση καί ό χρόνος.
Πολύ σημαντικά επηρέασαν τήν άνάπτυξη τών άνθρώπινων ιδεών ή σχετική άγνοια καί ή άδυναμία του στήν
άσκηση τής κοινωνικής του δραστηριότητα;. ’Αλλά άπό δώ
ξεκινάει καί ή άνάπτυξη κάθε είδους μυστικιστικής καί άπατηλής άφηρημένης ιδέας.
Στό πρώτο στάδιο τής άνθρώπινης κοινωνίας, οί άνθρω­
ποι άρχισαν νά σκέπτονται γιά τις αιτίες ποϋ βρίσκονται
κάτω άπό τά πράγματα καί έπενεργοΰν στίς διάφορες δια­
δικασίες, τις όποιες διαδικασίες γνωρίζουν καί άπό τις ό­
ποιες έξαρταται ή ύπαρξη τους. Έ τ σ ι π.χ. οί άνθρωποι
βλέπουν τά σπαρτά νά μεγαλώνουν ή τά ζωντανά νά πολλαπλασιάζωνται καί άκόμα μαθαίνουν τι πρέπει νά κάνουν
αύτοί γιά νά προωθήσουν αύτή τή διαδικασία. Μά οί άν­

θρωποι της έποχης αυτής δέν βλέπουν καί δέν μπορούν νά
γνωρίζουν τίς αιτίες πού βρίσκονται κάτω άπό τά πράγ­
ματα καί πού έπενεργοΰν σ’ αύτές τής διαδικασίες πάνω
στίς όποιες είχαν ένα έλάχιστο μόνον έλεγχο. Έ τ σ ι άρχι­
σαν νά πλάθουν τίς ίδέες τών αόρατων δυνάμεων. Πολλοί
πρωτόγονοι λαοί πιστεύουν ίτ ι μιά μυστική δύναμη κατοι­
κεί μέσα στόν άνθρωπο, στά ζώα καί στά πράγματα, πού
θεωρούν ίτ ι δέν γίνεται άντιληπτή άπό της αισθήσεις μας)
ή δποία παρ’ δλά αύτά διεισδύει στά πράγματα καί ελέγ­
χει ίλα τά αίσθητά αύτά κείμενα. Έ τ σ ι μιά φυλή Ε ρ υ ­
θροδέρμων της Β. ’Αμερικής άποκαλεΐ αύτή τή δύναμη
Β α κ άν τ α (W akanda) καί ένας άπό τούς γεροντότερους
τη: φυλής, προσπαθώντας τά έξηγήσει τήν Ιδέα αύτή σ’
έναν άνθρωπολόγο πού είχε έπισκεφθη τή φυλή του τοϋ εί­
πε : «Γιατί άνθρώπινο μάτι δέν είδε τή Β α κ ά ν τ α».
’Από τόν τύπο αύτών τών Ιδεών — τήν Ιδέα τών αοράτων
δυνάμεων — άναπτύσσονται οί άφηρημένες Ιδέες τής θρη­
σκείας καί τής θεολογίας.
Δ ΙΑ Χ Ω Ρ ΙΣ Μ Ο Σ Τ Η Σ Λ ΙΛ Ν Ο Η Τ ΙΚ Ι1 Σ
Α Π Ο Τ Η X E IP O N A K T IK H Ε Ρ Γ Α Σ ΙΑ

Οί άφηρημένες ιδέες δπως εΐδαμε στά λίγα παραδείγμα πού άναφέραμε, σχηματίζονται σά συνέπεια τής διαδι­
κασίας τής κοινωνικής έξέλιξης. Ό Μάξ καί ό Ένγκελς
συνδέουν τήν άνάπτυξη τών άφηρημένων ιδεών μέ τή βα­
σική κοινωνική διαδικασία τοϋ καταμερισμού τής έργασίας.
*Η διαμόρφωση δλων τών άφηρημένων Ιδεών— όποιουδήποτε τύπου καί όποιασδήποτε προέλευσης—προϋποθέ­
τουν μιά κάποια άνάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων τοϋ
άνθρώπου καί τών κοινωνικών του σχέσεων. Κατά συνέπεια
προϋποθέτει έναν κάποιο καταμερισμό τής έργασίας. Αύτός
ό καταμερισμός έργασίας αρχίζει μέ τόν καταμερισ μό μέσα
στήν ενιαία παραγωγική όμάδα ή «άγέλη» πού χωρίζεται
σέ ξεχωριστά άτομα — παραγωγούς, τά όποια ξεχωρίζουν

87
δχι μόνο σάν ξεχωριστοί παραγωγοί, άλλά καί μέ ξεχωρι­
στά κοινωνικά λειτουργήματα καί θέσεις, μέ ξεχωριστή άτομικότητα. Αύτό δημιουργεί δραστηριότητα, σχέσεις καί
πείρα, άπό τά όποια σχηματίζονται καί οί άφηρημένες ίδέες.
Καί αύτό ταυτόχρονα φέρνει τό τέλος στό στάδιο τής «άγελαίας» συνείδησης καί επιτρέπει τήν άνάπτυξη τής άτομικής σκέψης.
Μέ τή διαμόρφωση τών άφηρημένων ιδεών εμφανίζε­
ται καί ό χωρισμός τής διανοητικής άπό τή χειρονακτική
έργασία. Σημειώνει τήν καθαρή έναρξη τής διανοητικής έργασίας, σάν κάτι ξέχωρο άπό τήν χειρονακτική. Καί μαζί
κάνουν τήν έμφάνισή τους οί «σοφοί, οί γεροντότεροι καί
οί ήγέτες» κάθε είδους, πού είναι οί είδικοί στίς ίδέες, οί
όποιοι μπορούν νά τις έπεξεργαστοϋν καί νά τις αναπτύ­
ξουν. Αύτή ή έξειδίκευση στίς ίδέες άναπτύσσεται σάν άπαραίτητο γνώρισμα τής κοινωνικής ζωής. Γιχτί χωρίς τις ί­
δέες ό καταμερισμός τής εργασίας, οί ποικίλες παραγωγι­
κές διαδικασίες πού πηγάζουν άπ’ αύτό τόν καταμερισμό
καί οί άντίστοιχες κοινωνικές σχέσεις δέν μπορούν νά δια­
τηρηθούν καί νά άναπτυχθοϋν. Καί γι’ αύτό ό Μάρξ καί ό
Έ νγκελς έγραφαν στή Γ ε ρ μ α ν ι κ ή
ιδεολογία
« Ό καταμερισμός τής έργασίας γίνεται πραγματικότητα άπό
τή στιγμή πού έμφανίζεται ό καταμερισμός σέ διανοητική
καί χειρονακτική έργασία».
Γενικά ή διαμόρφωση τών άφηρημένων ιδεών άντιστοιχεΐ στής νέες κοινωνικές άνάγκες πού δημιουργοϋντα. Ταυ­
τόχρονα ή άνάπτυξη τών ίδεών γίνεται μιά είδική μορφή
κοινωνικής δραστηριότητας, ένα είδικό τμήμα τοϋ καταμε­
ρισμού της έργασίας Έ τ σ ι ό χωρισμός τής πνευματικής
άπό τή χειρονακτική έργασία όδηγεΐ σέ πάρα πέρα συνέ­
πειες.
Ά π ό τή στιγμή πού σχηματίζεται μιά άφηρημένη ιδέα
καί ύλοποεϊται σέ λέξεις, ύπάρχει ή πιθανότητα αύτές οί λέ­
ξεις νά καθιερωθούν γιά ειδικά πράγματα πού ύπάρχουν πέρα

άπό τά άντικείμενα τοΰ ύλικοϋ κόσμου, τά όποια άντανακλωνται στίς άντιλήψεις διά των αισθήσεων. Καί 6σο ή πι­
θανότητα αύτή είναι δυνατόν νά πραγματοποιηθεί, τόσο ή
χρησιμοποίηση τών άφηρημένων Ιδεών γίνεται μιά ειδική
κοινωνική δραστηριότητα, ανεξάρτητη άπό τη χειρονακτική έργασία.
Είναι φανϊρό βτι σ ’ 6λχ αύτά μπερδεύονται οί ιδέες γιά
άόρατες δυνάμεις γιά υπερφυσικά δντα κλπ. Οί άνθρωποι
πού χρησιμοποιοΰν τις Ιδέες αύτές, πιστεύουν βτι πίσω άπό
τίς Ιδέες αύτές υπάρχουν κάποια μυστηριώδη δντα καί δυ­
νάμεις, πού ή ύπαρξη τους εϊναι πέρα καί άνεξάρτητ/j άπό
τήν ύπαρξη τοΰ ύλικοϋ κόσμου πού γίνεται αντιληπτός άπό
τΙς αίσθήσεις. Καί μέ βάση αύτά οί θεολόγοι, οί παπάδες
καί οι λογής θεωρητικοί πού είδικεύονται σ’ αύτές τις
Ιδέες, έπεξεργάζονται τις πιό λεπτοδουλεμένες θεωρίες.
Τέτοιες αυταπάτες μποροΰν νά δημιουργηθοΰν καί γύρω
άπό δλες τής άφηρημένες Ιδέες. "Ετσι οί άφηρημένες ιδέες
είναι οί Ιδέες έκείνες, στίς όποιες δέν άντιστοιχεΐ άμεσα
άντικείμενο πού γίνεται αντιληπτό μέ τίς αισθήσεις. "Ομως
άνάφέρονται σέ πράγματα αντιληπτά. Γιά νά έξηγήσουμε
μιά τέτοια ίδέα, γιά νά ποΰμε τί σημαίνει ή λέξη πού εκ­
φράζει αύτήν τήν Ιδέα, εϊναι άνάγκη νά άναφερθοΰμε σέ
καθορισμένα άντιληπτά πράγματα καί διαδικασίες, καθώς
καί στίς σχέσεις πού άναφέρονται οί τέτοιες ιδέες. Ά πό
τήν άλλη πλευρά πάλι είναι δυνατό νά λησμονηθή ή συγ­
κεκριμένη πραγματικότητα πού άντανακλαται στίς Ιδέες
καί νά χειριζόμαστε τίς Ιδέες σά νά ανήκουν σέ κάποιο ξε­
χωριστό άφηρημένο βασίλειο, πού άποκαλύπτίται στό νοΰ,
άλλά εϊναι άνεξάρτητο άπό τόν υλικό κόσμο τής πείρας καί
τής πρακτικής.
Ή «άπασχόληση τοΰ νοϋ μέ 2να Ιδιαίτερο πραγμα καί
ό σχηματισμός μιας γενικής ιδέας γι’ αύτό» έγραφε ό Λένιν στίς Φιλοσοφικές τον Σημειώσεις, «δέν εϊναι μία άπλή
καί άμεση πράξη, μιά άντανάκλαση σ’ εναν άψυχο καθρέ­

φτη, άλλα μιά πολύπλοκη, διπλή καί μέ ζίκ-ζάκ, πράξη
πού μπορεΐ νά έπιτρέψει στή φαντασία νά ξεφύγει Ολοκλη­
ρωτικά άπό τήν πραγματικότητα. Και άκόμα περισσότερο
περικλείνει τή δυνατότητα νά μεταμορφωθούν οί άφηρημέ­
νες Ιδέες, άνεπαίσθητα καί χωρίς νά τό καταλάβουμε σέ
κάτι έντελώς φανταστικό, σέ φαντασία, πού στήν πορεία
τοϋ χρόνου γίνεται θεός. 'Οπωσδήποτε καί οί πιό άπλές
γενικεύσεις καί οί πιό στοιχειώδεις γενικές ίδέες άποτελοΰν
τμήματα τής φαντασίας».
Ό σ ο προχωρεί ή «άπομάκρυνση» τών άφηρημένων
Ιδεών άπό τήν πραγματικότητα, τόσο χωρίζεται καί ή δια ■
νοητική έργασία άπό τή χειρονακτική, τόσο χωρίζεται ή
θεωρητική δραστηριότητα, άπό τήν πρακτική δραστηριό­
τητα.
Μέ τήν άνάπτυξη τών άφηρημένων Εδεών λοιπόν ή σκέ­
ψη δέν εϊναι πιά δεμένη μέ τά χαρακτηριστικά τών πραγ­
μάτων καί τούς δεσμούς τών πραγμάτων καί τών άντικειμένων πού πέφτουν άμεσα στήν άντίληψή μας μέ τίς αΐσθήσεις μας κατά τή διάρκεια τής πρακτικής μας δραστη­
ριότητας. Καί άκριβώς έπειδή ή σκέψη γίνεται τό ίδιαίτερο πεδίο τής διανοητικής έργασίας σ’ άντίθεση πρός τή
χειρονακτική, 8λο καί πιό πολύ ξεκόβει άπό τήν πρακτική
δράση καί άπό τήν πείρα τής καθημερινής ζωής. Γίνεται
έλεύθερη γιά νά έπεξεργαστεϊ κάθε είδος γενικών άντιλήψεων καί άπόψεων γιά τόν κόσμο καί τήν κοινωνία. ’Εκεί­
νο πού σκεφτόμαστε ξεχωρίζει άπό έκεΐνο πού συλλαμβά­
νουμε μέ τΙς αίσθήσεις ή άποκτοΰμε άπό την πείρα.
«Ά π ό τή στιγμή αύτή καί πέρα», γράφουν οί Μάρξ
καί "Ενγκελς στή Γερμανική Ιδεολογία «ή συνείδηση μπο­
ρεΐ νά καυχιέται δτι είναι κάτι διαφορετικό άπό τή συνεί­
δηση τής ύπάρχουσας πρακτικής καί δτι στήν πραγματικό­
τητα συλλαμβάνει κάτι πού δέν πέφτει άμεσα στίς αισθή­
σεις. Ά π ό δώ καί πέρα ή συνείδηση βρίσκεται σέ θέση νά
χειραφετηθεί άπό τόν κόσμο καί νά προχωρήσει στή δημι­

90
ουργία μιας «καθαρής θεωρίας, θεολογίας, φιλοσοφίας, ήθικής κ.λ.π.»
Μ Α Θ Α ΙΝ Ο Ν Τ Α Σ Π Ω Σ ΝΑ Σ Κ Ε Φ Τ Ο Μ Α Σ Τ Ε

Έ νας βρος γιά τήν άνάπτυξη τών άφηρημένων Ιδεών,
είναι ό χωρισμός τής διανοητικής άπό τή χειρονακτική έρ­
γασία. Καί περικλείνει μέσα του, άντιφατικές δυνατότητες.
Ά πό τή μιά μεριά μας έπιτρέπει νά άποκτήσουμε βαθύτερη
γνώση γιά τΙς άντικειμενικές σχέσεις τών πραγμάτων καί
τών συνθηκών τής άνθρώπινης ύπαρξης, άπό ίτ ι είχαμε μέ
τήν άμεση άντίληψη τών αισθήσεων. Καί άπό τήν άλλη δί­
νει τήν δυνατότητα νά δημιουργηθοϋν κάθε είδους φαντα­
σιώσεις καί αύταπάτες.
Κατά συνέπεια δλη τή διαδικασία τής πνευματικής .έξέλιξης τής κοινωνίας παρουσιάζει άντιφατικές βψεις. Ά πό
τή μιά μεριά έδώ ύπάρχει ή άναμφισβήτητη άνάπτυξη τής
καθαρής γνώσης, μέ άλλα λόγια τών καθαρών Ιδεών, πού
έχει έπαληθευθεΐ ή άντιστοιχία τους μέ τήν πραγματικότητα
καί πού άφοροϋν τή φύση, τήν κοινωνία καί τις σχέσεις
τών άνθρώπων μέ τή φύση. Ά π ό τήν άλλη πάντα αύξάνει
ή διαμόρφωση άπατηλών ιδεών. "Οσο άναπτύσσεται ή κοι­
νωνία τόσο οί άνθρωποι πληθαίνουν στό μυαλό τους τις
πλάνες γύρω άπό τόν έαυτό τους καί τόν κόσμο πού κα­
τοικούν. Κάθε έποχή προσθέτει κάτι καινούργια στό σύνολο
τής άνθρώπινης γνώσης. Καί ταυτόχρονα κάθε έποχή δη­
μιουργεί τις χαρακτηριστικές της πλάνες πού περιβάλλουν,
διεισδύουν καί χρωματίζουν όλόκληρη τήν πνευματική δη­
μιουργία τής έποχής.
Καί έδώ άκριβώς βρίσκονται οί ρίζες* τής αντίθεσης καί
τής πλάνης τών υλιστικών καί Ιδεαλιστικών τάσεων πού
διαποτίζουν όλόκληρη τήν έξέλιξη τής σκέψης.
Ή άντίθεση τών ύλιστικών καί ιδεαλιστικών τάσεων
είναι ή βασική άντίθεση πού ξεπηδάει άπό τήν ίδια τή φύση

91
της σκέψης, άπό τή στιγμή πού άναπτύχθηκε στό έπίπεδο
τών άφηρημένων Ιδεών. Ξεπηδάει μέ τό χωρισμό της πνευ­
ματικής άπό τήν χειρονακτική έργεσία. 'Ό ταν πρωτάρχιζε1
«νά χειραφετείται άπό τόν κόσμο» ή διανοητική έργασία*
σά μιά θεωρητική δραστηριότητα καί «νά γίνεται κάτι άλλο
πέρα άπό τήν πρακτική ύπαρξη» τότε αυτόματα ξεπηδοϋν
δυό άντιθετικοί δρόμοι σκέψης: ή προσπάθεια νά κατανοηθοΰν τά πράγματα στίς πραγματικές τους σχέσεις καί νά
έξηγηθεΐ τό τι συμβαίνει στόν υλικό κόσμο μέ βάση τόν
ίδιο τόν υλικό κόσμο, πού είναι ό ύλισμός καί ό άλλος εί­
ναι τό λοξοδρόμημα στό βασίλειο της καθαρής σκέψης, όπότε θά δεις τόν ύλικό κόσμο,, τόν κόσμο τών αισθήσεων,
έξαρτημένον άπό τή σκέψη, προϊόν τοϋ νοϋ· καί αύτό είναι ό
Ιδεαλισμός. Μέ άλλα λόγια οί δυό άπόψεις χωρίζονται στό
άν θεωροϋν πρωταρχικό τό 6ν ή τή σκέψη.
Κάτω άπ’ αύτό τό πρίσμα ή πάλη της ύλιστικής τάσης
στή σκέψη ένάντια στήν ίδεαλιστική τάση είναι μιά πάλη
πού κρατάει αιώνες καί αιώνες στήν άνθρώπινη Ιστορία,
άπό τά πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα καί θά συνεχισθεΐ
στό μέλλον, πού έχει σκοπό νά όδηγήσει τή σκέψη στόν
άντικειμενικό καί όρθό τρόπο, έκεΐ πού ή σκέψη θά άντανακλά τίς πραγματικές συνθήκες ύπαρξης τοΰ άνθρώπου καί
θά βοηθάει τήν άνθρώπινη πρόοδο. Εϊναι ή πάλη γιά τήν
κατάκτηση της γνώσης καί γιά τή μόρφωση ένάντια, στήν
άμάθεια καί στίς προλήψεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΕΚΤΟ

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Η Δ ΙΑ Μ Ο ΡΦ Ω Σ Η Τ Ω Ν ΙΔ Ε Ο Λ Ο Γ ΙΩ Ν

πορεία άνάπτυξης τής κοινωνίας οΐ άφηρημένες
Ιδέες χρησιμοποιούνται γιά τόν σχηματισμό, περισσότερο ή
λιγώτερο συστηματικών θεωριών, δογμάτων καί απόψεων
γιά τά πράγματα. 01 γενικές άπόψεις, &τρόπος σκέψης καί
τά συστήματα τών άφηρημένων Ιδεών, διαμορφώνονται είτε
σάν γενικές άπόψεις τής κοινωνίας, είτε σάν άπόψεις ένός
τμήματος τής κοινωνίας.
Σημαντικές διαφορές ύπάρχουν άνάμεσα στίς άπόψεις
τών διαφόρων κοινωνιών καί τών διαφόρων σταδίων κοινω­
νικής άνάπτυξης. Κάθε στάδιο ίχει τΙς χαρακτηριστικές
του κοινωνικές άπόψεις γιά τήν πολιτική, τήν ήθική, τό δί­
καιο, τήν Ιδιοκτησία, τή θρησκεία, τή φιλοσοφία κ.λ.π.
Καί αύτές οΐ άπόψεις διεισδύουν σ’ βλους τούς τομείς τής
κοινωνικής σκέψης καί διαμορφώνουν καί έπηρεάζουν τήν
άνάπτυξη τών ίδεών στά ξεχωριστά Ατομα.
Μέ τήν άνάπτυξη τής άτομικης ιδιοκτησίας καί τοϋ
κράτους, π.χ. διαρκώς σχηματίζονται Ιδέες γιά τά νομικά
καί πολιτικά «δικαιώματα». Μά στά διάφορα στάδια τής
έξέλιξης τής Ιδιοκτησίας, οί άπόψεις γύρω άπό τά δικαιώ­
ματα, οί θεωρίες πού άναπτύσσονται καί τά δόγματα πού
διαμορφώνονται ποικίλουν σημαντικά. Στή δουλοκτητική
κοινωνία, οί δοϋλοι δέν είχαν κανένα δικαίωμα. Στή φεου­
δαρχική κοινωνία βλοι οί άνθρωποι είχαν δικαιώματα, μά ό
χαρακτήρας τών δικαιωμάτων του, έξαρτοΰνταν άπό τή συγ­
κεκριμένη θέση του άτόμου στή φαιουδαρχική τάξη πραγ­
μάτων. “Ετσι τά δικαιώματα ένός δουλοπάροικου δέν μπο­
ρούσαν ούτε νά συγκριθοϋν μέ τά δικαιώματα τοϋ γαιοκτή­

93
μονα άφέντη. Μέ τήν έμφάνιση τοϋ καπιταλισμού άρχίζει
νά διαμορφώνεται ή θεωρία τών «δικαιωμάτων τοϋ άνθρώπου», ή Αποψη δτι κάθε Ανθρωπος, σάν απλά άνθρώπινο 6ν,
κατέχει όρισμένα άναπαλλοτρίωτα δικαιώματα, πού είναι
τά ίδια γιά δλους τούς άνθρώπους. Καί γιά νά δοθή 6 όρθός όρισμός αύτών τών δικαιωμάτων καί τό άπό ποϋ προ­
έρχονται διατυπώθηκαν πάρα πολλά έπιχειρήματα καί θέ­
σεις.
Καί άπό τή στιγμή πού άρχίζει ή κοινωνική παραγωγή
διαμορφώνονται καί οι ίδέες γιά τό αίτιατό στή φύση. Στά
διάφορα δμως στάδια της κοινωνίας, οί άπόψεις γιά τό αίτιατό στή φύση ποικίλουν σημαντικά. Ή πιό πρωτόγονη
θεωρία είναι ό άνιμισμός, πού θεωρεί δτι 6λα τά πράγματα
είναι ζωντανά καί έχουν συνείδηση. ’Αργότερα ό άνιμισμός
παραμερίστηκε. Καί τότε θεωρήθηκε δτι βλα τά πράγματα
έχουν τΙς ειδικές τους μορφές ή άρχές πού καθορίζουν καί
τή φύση τους καί τή θέση τους στήν Ιεραρχία τών δντων,
καθώς καί τούς είδικούς τρόπους δράσης πάνω στά άλλα
πράγματα καί τήν έπίδραση τών άλλων σ’ αύτά. Ή άποψη
αύτή τής αίτιότητας άναπτύχθηκε σ’ δλη της τήν Ικταση
στό μεσαίωνα. ’Αργότερα άναπτύχθηκαν οί άπόψεις τής μη
χανιστικής αΐτιότητος, πού σημαδεύουν καί τήν έναρξη τών
συγχρόνων φυσικών έπιστημών. Μέ βάση τΙς άπόψεις αύτές, οι κινήσεις δλων τών σωμάτων διέπονται άπό ενα σύ­
νολο νόμων. Καί δτι συμβεΐ στόν κόσμο καθορίζονται άπό
τΙς έξωτερικές άλληλοεπιδράσεις τών σωμάτων πού παίρ­
νουν μέρος σ’ αύτό τό περιστατικό, σύμφωνα μέ τούς φυ­
σικούς αυτούς νόμους.
Οΐ τέτοιες άπόψεις, άλλοτε περισσότερο καί άλλοτε λιγότερο συστηματοποιημένες, πού άναπτύσσονται άπό καθο­
ρισμένες κοινωνικές όμάδες, σέ καθορισμένα στάδια τής
κοινωνικής άνάπτυξης καί πού ποικίλουν άνάλογα μέ τήν
κοινωνική τους προέλευση, λέγονται ’Ιδεολογίες. Καί ή άνά­
πτυξη αύτών τών άπόψεων λέγεται ’Ιδεολογική ανάπτυξη

94
Η Υ Λ ΙΚ Η Β Α Σ Η Τ Η Σ ΙΔ Ε Ο Λ Ο Γ ΙΚ Η Σ Α Ν Α Π Τ Υ Ξ Η Σ

01 Ιδεολογίες είναι ουσιαστικά περισσότερο κοινωνικό
καί λιγώτερο άτομικό προϊόν. ’Εκείνος πού άσχολεϊται μέ
τήν έξέλιξη τών ιδεολογιών, άσχολεϊται μέ τήν κοινωνική
έξέλιξη τών Ιδεών. Ό τα ν άσχολεϊται κανένας μ* αύτό, δέν
τόν ένδιαφέρει τό πώς διαμορφώνονται οΐ ιδέες στό μυαλό
τοΰ ατόμου, άλλά τό πώς διαμορφώνονται τά διάφορα ρεύ­
ματα ιδεών σάν χαρακτηριστικά μιας συνολικής φάσης της
κοινωνικής έξέλιξης.
Ασφαλώς τά άτομα, σάν ίτομα καί άνάλογα μέ τίς
ίκανότητές τους καί μέ τΙς περιστάσεις, συντελούν στή δια­
μόρφωση τών Ιδεολογιών. Καί άπό τήν λλλη πάντα, οί ιδε­
ολογίες πού κυριαρχοΰν, πού ξεπηδοΰν μέσα σέ μιά κοινω­
νία, άποτελοΰν πάντοτε τό υπόβαθρο καί βασικό 8ρο γιά
την άνάπτυξη τών γνωμών καί τών άπόψεων κάθε ξεχωριστοΰ κοινωνικού άτόμου. Τά άτομα, στή διαμόρφωση τών
γνωμών καί ιδεών τους, έπηρεάζονται πάντα άπό τις ιδεο­
λογίες αύτές, τίς έκφράζουν καί είναι τά φερέφωνά τους.
Στήν πορεία τής κοινωνικής άνάπτυξης έχουμε άλλαγές καί έξελίξεις τών (δεολογιών. Μιά Ιδεολογία μπορεΐ νά
μεταφυτευθεΐ καί άλλοΰ. Καί μέσα στήν Ιδια τήν κοινωνία
διαφορετικές καί άντίπαλες Ιδεολογίες έπιδραν ή μιά πάνω
στήν άλλη. Ο*1 ιδεολογίες 6μως δέν άναπτύσσονται άνεξάρτητα καί άπό μόνες τους. Δέν ύπάρχει «Ιστορία τής σκέ­
ψης» άνεξάρτητη άπό τήν άνάπτυξη τών ύλικών συνθηκών
τής ζωήί.
Μιά ιδεολογία, είναι πάντα Ιδεολογία καθορισμένων άν­
θρώπων πού ζοΰν σέ καθορισμένες συνθήκες πού ή ζωή
τους έξαρταται άπό τό συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής πού
έχουν καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις, πού κάνουν συγκε­
κριμένα πράγματα, μέ καθορισμένες έπιθυμίες καί σκοπούς.
Καί οΐ Ιδεολογίες τους δέν δ'αμορφώνονται άνεξάρτητα άπό
τή διαδικασία τής ύλικής τους ζωής.

95
«Μέ βάση τούς πραγματικούς καί ένεργητικούς ανθρώ­
πους», έγραφαν 6 Μάρξ καί 6 Ένγκελς, «καί τήν πραγμα­
τική διαδικασία ζωής τους, άποδείξαμε ίτ ι ή άνάπτυξη τών
Ιδεολογιών αντανακλά καί άπηχεΐ τήν Ιδια τή διαδικασία
ζωής. Καί τά πλάσματα τής φαντασίας πού διαμορφώνον­
ται στό μυαλό τοϋ άνθρώπου, είναι άναγκαστικά μιά προέ­
κταση τής ύλικής διαδικασίας ζωής τους, πού μπορεΐ νά
έπαληθευθεΐ έμπειρικά καί νά συνδυαστεί μέ ύλικά κίνητρα*
Ή ήθική, ή θρησκεία, ή μεταφυσική καί ίλα τά άλλα
μέρη τής Ιδεολογίας, καθώς καί οί άντίστοιχες μορφές συ­
νείδησης δέν είναι καθόλου άνεξάρτητα καί αύθύπαρκτα.
Δέν έχουν δική τους Ιστορία καί δική τους έξέλιξη. Οί άν­
θρωποι άναπτύσσοντας, τήν ύλική τους παραγωγή καί τήν
ύλική τους έπικοινωνία, άλλάζουν μέσα στήν πορεία τής
πραγματικής τους ύπαρξης τή σκέψη τους καί τά προϊόντα
τής σκέψης τους». ( Γερμανική 'Ιδεολογία Μέρος Α' κεφ. 1).
Εκείνο πού δημιουργεί τούς ίρους γιά τό σχηματισμό
τών άφηρημένων Ιδεών καί τήν κοινωνική άνάγκη γιά τήν
^ξέλιξη αύτών τών Ιδεών σέ ιδεολογία, είναι ή άνάπτυξη
της παραγωγής καί τών παραγωγικών σχέσεων πού έρ­
χονται σά συνέπεια αύτής της άνάπτυξης, καθώς καί ή έπικοινωνία τών άνθρώπων πού στηρίζεται σ’ αύτές τΙς τε­
λευταίες. 01 ιδεολογίες δέν άναπτύσονται σά συνέπεια τής
έσωτερικής λειτουργίας τοϋ έγκεφάλου άνεξάρτητα άπό τήν
ύλική ζωή τής κοινωνίας, άλλά σά συνέπεια τής ύλικής
ζωής τής κοινωνίας, πού καθορίζει καί τή διανοητική παρα­
γωγή.
Γ’ αύτό στήν ταξική κοινωνία οί Ιδεολογίες έχουν ταξι­
κό χαρακτήρα. Οί διάφορες άπόψεις διαμορφώνονται πάν ω
στή βάση τών διαφορετικών θέσεων πού κατέχουν οί διά­
φορες τάξεις στήν κοινωνική παραγωγή, στή διαφορά τών
σχέσεων τους μέ τά μέσα παραγωγής, στό διαφορετικό τους
ρόλο στήν κοινωνική όργάνωση τής έργασίας στή διαφορε­
τική τους συμμετοχή στό κοινωνικό πλοΰτο καί στά διαφ

ρετικά τους ύλικά συμφέροντα. Έ τ σ ι οΐ διάφορες ΐδιολογίες
Αναπτύσσονται στήν υπηρεσία τών διαφορετικών ταξικών
συμφερόντων.
Η Α Ν ΤΑ ΝΑΚΛΑΣΗ Τ Η Σ
Π ΡΑ Γ
Μ Α 'Γ ΙΚ Ο Τ Η Τ Λ Σ Σ Τ ΙΣ ΙΔ Ε Ο Λ Ο Γ ΙΕ Σ

Λοιπόν ή έξέλιξη τών ιδεολογιών καθορίζεται άπό την
ύλική άνάπτυξη της κοινωνίας άπό τήν άνάπτυξη της πα­
ραγωγής, τών παραγωγικών σχέσεων, τών τάξεων κα'·
της ταξικής πάλης.
‘Ετσι οί αίτίεή πού προκαλοϋν τήν έμφάνιση καί τήν
άνάπτυξη τών διαφόρων ιδεολογιών, σέ τελευταία άνάλυση,
θά πρέπει νά άναζητηθοΰν ίχ ι μέσα στή σφαίρα τών Ιδιων
ίδιολογιών, άλλά μέσα στή σφαίρα τών υλικών συνθηκών
τής ζωής. Γιά νά καταλάβουμε π.χ. πώς οί άστικές ίδέες
γιά τά δικαιώματα του άνθρώπου έπιβλήθηκαν στίς φεου­
δαρχικές ιδέες γιά τόν άνθρωπο, είναι άνάγκη νά μελετή­
σουμε τις άλλαγές πού έλαβαν χώρα στόν τρόπο παραγω­
γής της ύλικής ζωής, γιατί αυτές οι άλλαγές έφεραν τήν
άντίφατη άνάμεσα στίς φεουδαρχικές Εδεές γιά δικαιώματα
τοϋ φεουδαρχικοΰ κόσμου καί στά πραγματικά δικαιώματα
πού ή άναγνώρησή τους όδηγεΐ στόν άστικό τρόπο παρα­
γωγής καί κάνουν άναγκαία μιά άλλαγή στήν Ιδέα τών δι­
καιωμάτων γιά νά άντιστοιχοϋν στήν πραγματικότητα. Κά­
τι παρόμοιο συμβαίνει καί στή σφαίρα τών ιδεών γιά τή
φύση Οι ΐδιες οί άλλαγές πού έπέρχονται στόν τρόπο πα­
ραγωγής, άπαιτεΐ καινούργια κατεύθηνση στήν άνάπτυξη
τών ιδεών γύρω άπό τή φύση Καί γενικά ή φεουδαρχική
ιδεολογία άντικαταστάθηκε άπό τήν άστική, γιατί στήν ύ­
λική ζωή τής κοινωνίας, οί φεουδαρχικές κοινωνικές σχέσεις
άντικαταστάθηκαν άπό τις άστικές σχέσεις.
Ταυτόχρονα, δμως, ή άνάπτυξη τών ιδεολογιών, σάν ά­
νάπτυξη μιας άφηρημένης σκέψης, έχει τά ιδιαιτέρά της

97
χαρακτηριστικά καί τούς δικούς της έσωτερικούς νόμους.
Ή κατεύθυνσή της καθορίζεται άπό τήν άνάπτυξη της υλι­
κής ζωής τής κοινωνίας· καί κάθε ιδεολογία, άναπτύσεται
πάνω στή βάση καθορισμένων υλικών ένδιαφερόντων. Μά
δέν πρέπει νά μας μείνει καμμιά άμφιβολία ίτ ι ή Ιδεολογία
πρέπει πάντα νά Ικανοποιεί όρισμένες διανοητικές άπαιτήσεις καί δτι αύτές οί άπαιτήσεις μπαίνουν άκατάπαυστα
καί τίς συναντάμε σ’ δλα τήν πορεία τής έξέλιξης τών ιδε­
ολογιών.
01 ίδιολογίες άναπτύσσονται γιά νά υπηρετήσουν καθο­
ρισμένα ταξικά συμφέροντα. Είναι διαν .ητικά βργανα, δια­
νοητικά βπλα, πού σφυρηλατοϋνται άπό καθορισμένες τάζεις
καί πού άνταποκρίνονται στήν ύλική θέση καί στίς υλικές
άπαιτήσεις, αύτών τών τάσεων, έπειδή δμως είναι διανοητι­
κά βργανα καί διανοητικά βπλα γιά νά μπορέσουν νά παί­
ξουν τό ρόλο τους θά πρέπει νά ικανοποιούν διανοητικές άπριτήσεις θά πρέπει νά διαμορφώνονται ίπω ς ίλες οί Ιδέες,
ίπω ς άκριβώς καί τά ύλικά έργαλεΐα καί ίπλα ύπακούουν
στούς κανόνες έπεξεργασίας τους, δηλαδή στούς κανόνες έπεξεργασίας τών μετάλλων.
Καί ποιές είναι οι έσωτερικές διανοητικές άπαιτήσεις
πού άπαιτοϋν τήν άνάπτυξη τής Ιδεολογίας; 01 Ιδεολογίες
αναπτύσσονται σάν άντανάκλαση τοϋ πραγματικοϋ ύλικοΰ
κόσμου στή μορφή τών άφηρημένων ιδεών. Κάθε Ιδεολο­
γία είναι μιά προσπάθεια τών άνθρώπων νά κατανοήσουν
καί νά έξηγήσουν τόν πραγματικό κόσμο μέσα στόν όποιο
ζοϋν ή μερικές ίψεις αύτοϋ, καθώς καί τήν {δια τους τή
ζώή, γιά νά μπορέσουν νά τά χρησιμοποιήσουν μέσα στίς
καθορισμένες συνθήκες πού ζοϋν. Γι’ αύτό θά πρέπει νά
προσπαθοϋν πάντα νά άναπτύσσουν τήν Ιδεολογίαν τους
σάν ίνα σύστημα δεμένο μέ τις ιδέες πού άντ αποκρίνον­
ται στά πράγματα, έτσι πού νά δημιουργούν μιά πείρα
καί νά τήν έπιβεβαιώνουν. Αύτό άπαιτεΐ, τά διανοητικά προ­
βλήματα νά Ικανοποιοϋνται άπό τίς Ιδεολογίες. Καί ή ίκα7

98
νοποίηση τους είναι ένας νόμος πού Ισχύει πάντα καί έπηρεάζει τήν άνάπτυξη τών ιδεολογιών.
01 Ιδεολογίες θά πρέπει νά είναι τέτοιες πού κατά πρώ­
το λόγο θά πρέπει νά ικανοποιούν τίς γενικές άπαιτήσεις
της άντανάκλασης τί,ς πραγματικότητας σέ ιδέες, δηλαδή
νά ίκα/οποιοϋν τούς νόμους της λογικής. Καί σέ συνέχεια
θά πρέπει νά ικανοποιούν τις Ιδιαίτερες άπαιτήσεις της άν­
τανάκλασης της μερικής πραγματικότητας, δηλαδή θά πρέ­
πει νά άνταποκρίνονται στά γεγονότα, έτσι π'.ύ οί άνθρωποι
νά άποκτοϋν έμπειρία καί νά τά έπιβεβαιώνουν.
Κατά συνέπεια οι Ιδεολογίες άναπτύσσονται πάνω στή
Βάση τής δοσμένης κοινωνικής διάρθρωσης, γιά νά ύπηρετήσουν τά συμφέροντα τής μιας ή τής άλλης τάξης. Καί
στήν άνάπτυξη τών (δεολογιών γίνεται πάντα προσπάθεια
νά γίνουν οι άναπτυσσόμενες άπόψεις αύτοδύναμες καί λο­
γικές καί ικανές νά καλύψουν καί νά δώσουν κάποια συγ­
κεκριμένη έξήγηση τών κυριοτέρων γεγονότων πού ξεπηδοΰν μέσα άπό τήν πείρα τής κοινωνίας στ& δοσμένο στά­
διο άνάπτυξης.
Αύτό δημιουργεί συνεχείς άντιφάσεις στήν άνάπτυξη
τών Ιδεολογιών. Γιατί άπό τή μιά μεριά οί άπόψεις πού άναπτύσσονται άπό τούς έκπροσώπους τών διαφόρων Ti ξεων
πρέπει νά συμβαδίζουν λογικά, συνειδητά καί άσυνείδητα
μέ τά γεγονότα. Καί άπό τήν άλλη τά γεγονότα καί οί ά"
παιτήσεις τής λογικής όδηγοϋν σέ συμπεράσματα πού δέν
συμφων.ϋν μέ τις άπόψεις πού πρέπει νά ύποστηριχθοϋν.
01 τέτοιες άντιφάσεις δημιουργούν μιά συνεχή διαδικασία
έπεξεργασίας τών (δεολογιών, μέσα στήν προσπάθεια τών
έκπροσώπων τών ιδεολογιών νά βρουν μιά λύση άνάμεσα
στίς άντιφάσεις αύτές.
Κ ΡΙΤ ΙΚ Η ΤΩΝ ΙΔΕΟ Λ Ο ΓΙΩ Ν

’Ανεξάρτητα άπό τό περιεχόμενο τών (δεών ή άνάπτυ­
ξη τών Ιδεών, έκφράζει τήν προσπάθεια νά έπαληθευθοΰν

νά αποκτήσουν συνοχή, γιά νά παριυσιαστοϋν λογικά καί νά
προιαρμόζονται στά δεδομένα τής πείρας. Καί ή προσπά­
θεια αύτή παίζει τό σημαντικότερο ρόλο στή λεπτομερεια­
κή έπεξεργασία τών (δεολογιών. Καί πραγματικά δσο πιό
συγκεκριμένα έξετάζουμε τήν άνάπτυξη τών ξεχωριστών
Ιδεολογιών - δηλαδή ίσο περισσότερο λεπτομερειακά μελε­
τάμε τ/,ν άνάπτυξή τους, οσο λιγώτερη σημασία δίνουμε στα
γενικότερα χαρακτηριστικά τους -τόσο περισσότερο άναγκαϊο είναι νά λάβουμε ύπ’ 6ψη μας τις διανοητικές πλευ­
ρές της έξέλιξης τών ιδεολογιών. Γιατί ή προσπάθεια νά κά­
νουμε τις ίδέες νά άνταποκρίνονται οτή φορτική παρουσία
τών γεγονότων, νά έξαφανίσουμε τις αντιφάσεις καί νά πα­
ρουσιάσουμε μιά συγκεκριμένη καί μέ 6λα τά στοιχεία της
περίπτωση, έπηρεάζει σέ μεγάλο βαθμό τ/,ν πραγματική
έξέλιξη τών Ιδεών. Καί στήν πορεία αύτής της έξέλιξης α­
ναπόφευκτα ή έκφραση τών οικονομικών σχέσεων καί τών
ταξικών συμφερόντων, στό δοσμένο αύτό πεδίο ιδεών, γ ί­
νονται δλο καί πιό λίγο φανερές, 6λο καί πιό λίγο άμεσες,
περισσότερο θολές καί άφηρημένες.
Έ τσ ι ό Ένγκελς έγραφε γιά τήν έξέλιξη τής νομικής
Ιδεολογίας:
Οί νόμοι πρέπει δχι μόνο νά άνταποκρίνονται στή
γενική οικονομική κατάσταση καί νά εϊναι ή έκφρασή
της, άλλά νά είναι καί έσωτερικά συμφυής έκφραση πού
νά μήν έκμηδενίζεται άπό τις έσωτερικές της άντιφάσεις. Καί γιά νά έπιτελεσθεΐ αύτό, ή πιστή άντανάκλαση
τών οίκονομικών συνθηκών διαρκώς παθαίνει αλλοιώσεις...
Έ τ σ ι σέ μεγάλη Ικταση «ή πορεία τής έξέλιξης τών νό­
μων, άπαιτεϊ κατά πρώτο λόγο μιά προσπάθεια άπομάκρυνσης τών άντιφάσεων πού ξεπηδαν στήν άμεση μεταφο­
ρά τών οίκονομικών σχέσεων σέ νομικές άρχές καί σέ συ­
νέχεια στήν άποκατάσταση ένός αρμονικού συστήματος νό­
μων. Καί τότε δμως μέσα άπό τά άλλεπάλληλα ρήγματα
πού γίνονται σ’ αύτό τό σύστημα άπό τήν έπίδραση καί

100
τήν πίεση τής παραπέρα οικονομικής ανάπτυξης δημιουργοϋνται παραπέρα άντιφάσεις» (Γράμμα στόν Σμίντ, 27
’Οκτωβρίου 1890).
Ή ίδια διαδικασία πραγματοποιείται καί σ’ δλες τίς
σφαίρες Ιδεολογίας : στή φιλοσοφία, στη θεολογία στήν η­
θική στίς
γύρω άπό τη φύση κλπ.
Οί ιδεολογίες είναι Ιδιαίτερα τρωτές καί άνοικτές σέ
κριτική γιά τίς πολλές έσωτερικές τους άντιφάσεις καί γιατί
δέν άντιστοιχοϋν στήν άντικειμενική πείρα. ’Εκείνοι πού,
σάν Ιδεολογικοί έκπρόσωποι μιας δοσμένης τάξης, έπεξερ
γάζοντας γενικές ιδεολογικές άπόψεις, άπό λόγους καθαρά
τεχνικής έπεξεργασίας, όδηγοϋνται συνήθως στή δημιουρ­
γία πολυπλόκων καί μπερδεμένων ιδεολογικών κατασκευα­
σμάτων. Καί τότε, δπως παρατηρεί ό ’'Ενγκελς, ή διάρθρω­
ση τής ιδεολογίας δέν έξυπηρετεΐ τά δοσμένα ένδιαφέροντα
στίς καινούριες συνθήκες. Καί ξαναρχίζει ή ίδια διαδικα­
σία. Αύτό δημιουργεί π.χ. στή φιλοσοφία, τόν πολλαπλα­
σιασμό :ών συστημάτων.
*Αν συνεχισθεΐ αύτή ή διαδικασία κριτικής στήν έξέλιλη τής Ιδεολογίας μιας τάξης τελικά θά πάρει μιά 6λο καί
πιό διαφορετική καί πιό σκληρή μορφή, δταν μέ βάση τούς
καινούριους παράγον ες τής υλικής ζωής τής κοινωνίας, άρ­
χίζουν νά διαμορφώνονται καινούργιοι άντιφατικοί παρά­
γοντες, πού έκφράζουν τά συμφέροντα διαφόρων τάξεων.
Οί τέτοιες καινούργιες άπόψεις ξεπηδάν μόνον δταν τις κά­
νει άναγκαΐες ή ΐδια ή ύλική ζωή. Μά άπό τή πρώτη κι’
δλας στιγμή πού θά ξεπηδήσουν, μέ τίς καινούριες τους θέ­
σεις, έπιτίθονται ένάντια στίς πολλαπλές άδυναμίες τών ήδη
καθιερωμένων άπόψεων. Χρησιμοποιούν τή λογική καί έπικαλοΰνται τά γεγονότα σάν π.νίοχυρο διανοητικό δπλο γιά
νά έκμηδενίσουν καί νά συντρίψουν τις παλιές άπόψεις.
Οί Ιστορικοί τών Ιδεών πέφτουν πολλές φορές ίξω προ­
σπαθώντας νά έξηγήσουν τήν έξέλιξη τών ιδεολογιών άποκλειστικά σάν θέσεις καί Ικανοποίηση πνευματικών άπαι·

101
τήσεων.. "Οπως άπέδειξεν ό Μάρξ καί ό “Ενγκελς δέν μπο­
ρούμε νά ποϋμε τίποτα άν δέν μπορέσουμε κατ’ άρχήν νά
έξηγήσουμε γιατί καί πώς έξεπήδησαν οί καινούργεις άπόψεις σέ μιά συγκεκριμένη στιγμή καί γιατί οί Ιδέες αύτές
είναι αύτης καί βχι έκείνης της μορφής καί άν δέν έξβτάσουμε τήν πραγματική ύλική ζωή τής κοινωνίας. Μά είναι
τό ΐδιο άδύνατο νά χαράξουμε τήν έξέλιξη τών Ιδεολογιών
χωρίς νά λάβουμε ύπ’ δψη τίς διανοητικές άπαιτήσεις.
Καί άσφαλώς ό Μαρξισμός ποτέ δέν λέει δτι δέν πρέπει νά
τό λάβουμε καί αύτό ύπ’ δψη σοβαρά.
’Εδώ βρίσκεται καί ή αντίθετη πλάνη στήν όποία πέ­
φτουν ορισμένοι κοινωνιολόγοι καί είδικά έκεΐνοι πού απο­
δέχονται τό δόγμα τοϋ οίκονομικοϋ ντετερνιμισμοΰ, πού δέ­
χονται τήν οίκονομική δραστηριότητα σάν τό μοναδικό συν­
τελεστή πού καθορίζει τό σύνολο της κοινωνικής άνάπτυ­
ξης σ’ δλους τούς τομείς. Δέν παραδέχονται οτι στίς Ιδεο­
λογίες γίνεται μιά διαδικασία άντανάκλασης τοϋ πραγματικοϋ κόσμου στίς ιδέες τοϋ άνθρώπου θεωρούν τήν ιδεολο­
γία άποκλειστικά καί μόνο, σάν έξέλιξη τών Ιδεών πού έκφράζουν καί ύπηρετοϋν διάφορα ύλικά καί οικονομικά συμ­
φέροντα. Ή θέσις αύτή τούς οδηγεί σέ ένα άπό τά δυό
συμπεράσματα: Ά π ό τή μιά μεριά καταλήγουν στό συμπέ­
ρασμα δτι άφοϋ οί Ιδέες εΐνχι άπλα πρακτικά δργανα πού
ύπηρετοϋν διάφορα υλικά σ ::.φέροντα, δέν ύπάρχει Ιδέα, ά·
κόμα καί οί δικές τους, πού νά άντανακλοϋν όρθά τήν πρα­
γματικότητα. Καί έτσι καί κάθε Ιδεολογία, άκόμα καί ή
δική τους είναι μιά αύταπάτη όπως καί κάθε άλλη. Καί
άπό τήν άλλη πάντα, όδηγοϋνται σέ σημείο νά κάνουν έξαίρεση τοϋ έαυτοϋ τους καί τών Ιδεών τους καί νά θεωροϋν τούς έαυτούς του ξεχωριστούς ανθρώπους, πού άπό
κάποιο διανοητικό θαϋμα, έχουν άποσπασθεΐ άπό κάθε τα­
ξική άποψη καί μποροϋν νά άντικρύζουν τόν υπόλοιπο κό­
σμο άπό τόν γυάλινο πύργο τής πλήρους καί άπόλυτης «άν-

102
τικειμενικότητας*. Καί στίς δυό περιπτώσεις όδηγοϋνται σέ
αύτοαντιφάσεις.
Παρ’ βλα αύτά υπήρχε καί ύπάρχει πάντοτε βάση γιά
νά κάνει κανένας κριτική τών ιδεολογιών πάνω στή βάση
της λογικής καί τής πείρας, δηλαδή μιά κριτική σύγκριση
μέ τήν πραγματικότητα. Καί αύτή ή κριτική γίνεται συνε­
χής μέσα στήν πορεία έξέλιξης αύτών τών ίδιων τών
Ιδεολογιών. Καί δέν γίνεται άπό άνθρώπους πού άποσποϋν
τόν έαυτό τους άπό τήν κοινωνική ζωή, γιατί τέτοιοι άν­
θρωποι δέν ύπάρχουν. Άλλά γίνεται μέσα στήν πορεία της
μακρόχρονης έξέλιξης της πρακτικής δραστηριότητας τοϋ
άνθρώπου : της παραγωγής, τής επιστήμης καί τής ταξικής
πάλης.
"Ετσι στήν έξέλιξη τών Ιδεολογιών γίνεται μιά άνάλογη έξέλιξη τής πιστής καί συνεποϋς άντανάκλασης τοΰ
πραγματικού κόσμου στίς ιδέες τών άνθρώπων, γιατί ή συ­
νεχής διαδικασία τής σύγκρισης μέ τά γεγονότα καί ή προ­
σπάθεια γιά συνέπεια, παρά τήν κακή πνευματική πρόθεση
τήν ειδική ύπεράσπιση, τήν έπινόηση, τή φαντασία καί τήν
άσυνέπεια πού τήν άκολουθεϊ σέ κάθε της στάδιο, συνεχώς
παρέχει θετικά άποτελέσματα. Καί αύτά τά άποτελέσματα
έπιβεβαιώνονται, σταθεροποιούνται καί προωθούνται μέσα
στήν έξέλιξη της πρακτικής δραστηριότητας τοΰ άνθρώπου.
Α Λ Η Θ Ε ΙΑ ΚΑΙ Π Λ Α Ν Η Σ Τ Ι 2 ΙΔ Ε Ο Λ Ο ΓΙΑ Σ

"Ολες οί ιδέες εϊναι άντανάκλαση τής άντικειμενικής υ­
λικής πραγματικότητας πού εϊναι καί ή πρώτη τους πηγή.
Μά όπως έχουμε πει, πλάϊ στήν πιστή άντανάκλαση τής
πραγματικότητας σέ ιδέες πού μετατρέπονται σέ ιδεολογία,
γίνεται καί άνάπτυξη /άθε είδους πλάνης, έκτροπης καί φαν­
ταστικής άντανάκλασης της πραγματικότητας.
Ή άντίθεση καί ή άλληλοδιείσδυση της άληθείας καί
τής πλάνης στήν ιδεολογική έξέλιξη εκφράζει τό γεγονός

103
βτι ή άντανάκλαση της πραγματικότητας σέ Ιδέες πραγμα­
τοποιείται κατά διαφορετικούς τρόπους σέ διαφορετικές δια­
δικασίες και άπό διαφορετικούς δρόμους.
Ό ένας τρόπος πού σχηματίζονται καί τελοιοποιοϋνται
οί ιδέες μας γιά τά πράγματα, είναι ή διαδικασία άλληλοε­
πίδρασης μας μέ τά πράγματα, πού θεμελιώνεται καί έπαληθεύεται μέ τήν πρακτική πείρα καί άναπτύσσεται πάρα πέ­
ρα μέ τήν έπιστημονική έρευνα της πραγματικής διαδικασίας
τών πραγματικών ιδιοτήτων τών πραγμάτων τής κίνησής
τους καί τών άμοιβαίων τους σχέσεων. Στό μέτρο πού σχη­
ματίζονται οί ίδέες αυτές γιά τά πράγματα μέ τόν τρόπο
πού είπαμε, οί ίδέες καί τά συμπεράσματα γιά τά πράγμα­
τα πού ένσωματώνονται στις ιδεολογίες είναι λίγο-πολύ άληθινές, δηλαδή λίγο πολύ άντανακλοΰν τήν πραγματικότη­
τα καί άντιστοιχοΰν σ' αύτήν.
Μά δέν είναι αύτός μόνο ό τρόπος πού σχηματίζονται
οι ίδέες. Σχηματίζονται έπίσης καί μέ έμμεσο τρόπο. Καί
οί ίδέες πού σχηματίζονται κατά έμμεσο τρόπο έπηρεάζουν
βαθειά τις ιδεολογίες.
Ή έμμεση διαδικασία πού εισέρχεται στή διαμόρφωση
τών ίδ3ολογιών περιλαμβάνει τρία κύρια στάδια. Κατά τό
πρώτο στάδιο οί άφηρημένες ίδέες σχηματίζονται πάνω στή
βάση τών διαφόρων κοινωνικών σχέσεων καί τής πείρας
τών άνθρώπων. Στό ίεύτερο στάδιο οί άφηρημένες αύτές
ιδέες άποσπώνται άπό τήν πραγματική πείρα καί τις πρα­
γματικές σχέσεις άπό τις όποιες πηγάζουν. Κατά τό τρίτο
στάδιο τά ιδιαίτερα συμπεράσματα καί οι γενικές ίδέες γιά
δλα τά είδη τών πραγμάτων, επεξεργάζονται μέ τή βοή­
θεια τών άφηρημένων ιδεών.
Π.χ. δταν ή κοινωνία χωρίστηκε σέ τάξεις καί διαμορ­
φώθηκε μιά κυρίαρχη τάξη, τότε πάνω στή βάση τών κα­
θορισμένων κοινωνικών σχέσεων καί τής κοινωνικής πεί­
ρας καί δραστηριότητας σχηματίζεται ή ιδέα γιά τή σχέση
άνάμεσα στόν κυρίαρχο καί στόν κυριαρχούμενο καί γιά τή

104
δύναμη καί τά προνόμια τοϋ κυρίαρχου. Στό έπόμενο στά­
διο ή καθιερωμένη ιδέα άποσπαται άπό τήν πραγματική πεί­
ρα καί άπό τίς σχέσεις, άπό τις όποιες πρωτοξεπήδησε καί
θεωρείται ίτ ι έκφράζει μιά γενική άλήθεια γιά τό σύμπαν.
Προχωρώντας παραπέρα, ή ιδέα αύτή μάς όδηγεΐ στό θεό
καί στή σκέψη νά έρμηνεύσουμε τόν κόσμο σά δημιούργη­
μα τοϋ Θεοΰ.
Ό τα ν σχηματίζονται οΐ Ιδέες γιά τά πράγματα καί γί­
νεται ή έπεξεργασία τους μέ τόν τρόπο πού είπαμε, σημαίνει
6τι άντικρύζουμε τά πράγματα μέ μερικές περισσότερο ή
λιγότερο προκαθορισμένες αντιλήψεις γ·.’ αυτά, πού υπάρχουν
κι* δλας στή μνήμη μας. Και πραγματικά οΐ τέτοιες προ­
καθορισμένες αντιλήψεις είναι τόσο αυστηρά καθορισμένες
στό νοϋ μας, άπό τήν προπαίδευση καί τίς συνήθειες πού
ποτέ δέν άναρωτιώμαστε άν είναι αληθινές, άλλά τίς δεχό­
μαστε σάν άξιώματα σάν φυσιολογικό καί ολοφάνερο τρόπο
σκέψης. Καί τότε σχηματίζουμε τίς γενικές μας ιδέες καί
τά ιδιαίτερα συμπεράσματα γιά τά πράγματα, βχι άμ:σα
καί σάν άποτέλεσμα τής κριτικής ερευνάς καί τής πρακτι­
κής έπαλήθευσης τών συμπερασμάτων, άλλά ανεξάρτητα
άπό τήν πρακτική, χωρίς κριτική καί χωρίς έρευνα.
Ό τα ν οί ιδέες γιά τά διάφορα πράγματα σχηματίζον­
ται μέ τόν τρόπο αύτό, τότε κατά κανόνα παύουν νά είναι
άληθινές και περικλείνουν λίγο πολύ πλάνη. Δέν άντανακλοϋν σωστά τήν πραγγατικότητα καί δέν άντιστοιχοϋν σ’
αύτή, άλλά άντίθετα μας δίνουν μιά βχι σωστή, άπατηλή.
φανταστική ή διαστρεμένη εικόνα τής πραγματικότητας.
Οί πλάνες βμως πάντοτε στηρίζονται στήν πραγματι­
κότητα. Δέν είναι καθαρά επινοήσεις του νοϋ, άλλά ξεπηδαν, βπως είδαμε σέ μιά διαδικασία διαμόρφωσης τών ι­
δεών άπό μιά συγκεκριμένη πηγή καί ύστερα ξεφεύγει (δη
λαδή απλώνεται πέρα άπό τή σφαίρα της πηγής πού τίς
γέννησε άρχικά) καί χρησιμοποιώντας αύτές σάν προκαθο­
ρισμένες άντιλήψεις τίς συνδυάζει μέ πολλά καί διάφορα

105
συνθετικά, Αντικαθιστώντας έτσι τήν κριτική διαμόρφωση
καί τήν έπαλήθευση τών Ιδεών στήν αντικειμενική πρακτικτική καί πείρα.
Κάθε πλάνη έχει τΙς πηγές της στήν πραγματικότητα
’Αντανακλά καθορισμένες συνθήκες τής υλικής ζωής, ξεπηδάει άπό καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις, πείρα καί δρα­
στηριότητα. Καί γι’ αύτό πολλές πλάνες έπιζοϋν τόσο πολύ·
Δέν είναι άπλώς ζήτημα θεωρητικής τοποθετήσεως άτόμων μέ πλανημένες ίδέες, άλλά είναι ζήτημα τών υπαρχόν­
των κοινωνικών σχέσεων πού δημιουργοϋν αδιάκοπα μερι­
κές πλάνες καί αυτές οΐ πλάνες ύπηρετοϋν καθορισμένα ύλικά συμφέροντα.
01 πλάνες παίρνουν δυό βασικές μορφές.
Στήν πρώτη μορφή έχουμε πλάνες πού ξεπηδοΰν άπό
τά άντικειμενικά πράγματα, πού είναι ή μή σωστή κατανόη­
ση τής πραγματικής διαδικασίας καί τών σχέσεων πού άφο ·
ροϋν τήν πείρα καί τήν πρακτική. ’Έ τσι π.χ. έχουμε τήν
πλάνη ίτ ι όρισμένες κοινωνικές σχέσεις καί θεσμοί εϊναι
σύμφυτες τής άνθρώπινης φύσης ή θεσπίστηκαν άπό τό
Λ,ογικό.
Στή δεύτερη μορφή οί πλάνες έξελίσσονται σέ παράξενη
μυθολογία καί φαντασία, σέ έπινόηση φανταστικών πρα­
γμάτων. Έ τ σ ι οί άνθρωποι 6χι μόνο δέν κατανοούν σωστά
τή φύση καί τήν κοινωνία, πού καί οι δυό ύπάρχουν πρα­
γματικά, άλλά σχηματίζουν καί τις ίδέες τοΰ παράδεισου
καί τής κόλασης, τοϋ κόσμου τών πνευμάτων κλπ., πού δέν
ύπάρχουν. Επινοούν κάθε είδους φανταστικά πράγματα,
δπως θεούς, νεράιδες καί δαίμονες.
'Ύστερα άπ’ δλα αύτά θά πρέπει νά τονίσουμε δτι ή
πλάνη δέν μπορεϊ νά έξισωθή μέ τό λάθος. ’Ασφαλώς ή
πλάνη είναι λάθος, άλλά ένα ειδικό είδος λάθους.
*Ας ύποθέσσυμε π.χ. δτι κάποιος λέει δτι τό 132 μάς
κάνει 166. Τότε έδώ έχουμε ένα πραγματικό λάθος, ένα

106
λάθος πολλαπλασιασμού ίφοϋ τό σωστό είναι 169 καί βχι
166.
“Ας ποϋμε βμως τώρα βτι ένας άλλος μας λέει:
Τό 13 είναι γρουσούζικος άριθμός. Αύτό δέν εϊναι λά­
θος πολλαπλασιασμού, πού μπορεΐ νά τό κάνουν οΐ άνθρω­
ποι, πού γνώριζαν καλά καί έχουν σωστές ιδέες γιά τούς
άριθμούς.
Τό ϊδιο μποροΰμε νά ποΰμε και στήν περίπτωση πού
κάποιος ισχυρίζεται 6τι τό Βρεταννικό Σύνταγμα τό είσηγήθη στό Κοινοβούλιο ό Κρόμβελ. Ή άποψη αύτή εϊναι
λάθος πού προέρχεται άπό τήν δχι επαρκή μελέτη τής Συν­
ταγματικής Ιστορίας τής ’Αγγλίας. Μά ας ύποθέσουμε δτι
κάποιος υποστηρίζει βτι τό άγγλικό Σύνταγμα εϊναι μοναδική έκδήλωση της μεγαλοφυΐας τής ’Αγγλοσαξωνικής
φυλής ή βτι εϊναι δώρο τοΰ Θεοΰ στό Βρετανικό λαό, οΐ
θέσεις αύτές εϊναι έπίσης λαθεμένες, άλλά βχι άπλά λάθη
σέ Ιστορικά θέματα. *Η πλάνη αύτή ξεπηδάει άπό τήν έφαρμογή στίς κοινωνικές υποθέσεις ζητήματα προκαθορι­
σμένων ίδεών γιά τό φυλετικό καί γιά τό Θεό.
01 αυταπάτες αύτές άποτελοΰν ένα ειδικό εϊδος πλάνης
πού ξεπηδάει άπό έναν έντελώς καθορισμένο τρόπο παρανοήσεως τών πραγμάτων μέ τή μορφή τών προκαθορισμέ­
νων ίδεών.
Ε Π ΙΣ Τ Η Μ Ο Ν ΙΚ Η Κ Α Ι Α Π Α Τ Η Λ Η ΙΔ Ε Ο Λ Ο Γ ΙΑ

Καί οι δυό διαδικασίες σχηματισμού, τών άφηρημένιν
ίδεών—δηλαδή καί οί δυό διαδικασίες σχηματισμοΰ περισ­
σότερο ή λιγώτερο άληθινών ιδεών, κατά κριτικό τρόπο
μέσω τής πρακτικής πείρας καί τής άλληλεπίδρασης μέ τά
πράγματα καί τή διαδικασία σχηματισμοΰ περισσότερο ή
λιγότερο άπατηλών ιδεών σάν προαντίληψη πού χρησιμο­
ποιούνται στή διαμόρφωση τών ίδεών—χρησιμοποιούνται
στή διαμόρφωση τών πραγματικών ιδεολογιών. Κατά τόν

107
ΐδιο χρόνο πού γίνεται αύτό μιά άπό τίς δυό διαδικασίες
πρέπε ινά κυριαρχήσει στή διαμόρφωση τών Ιδιαίτερων
ίδ:ολογιών. "Ετσι στή μιά περίπτωση κυριαρχεί τό έπιστημονικό και στήν άλλη τό άπατηλό (ή πλάνη) καί τό μή
έπιστημονικό.
Κάθε ιδεολογία στήν ταξική κοινωνία άναπτύσσεται
άπό τούς πνευματικούς έκπροσώπους τών καθορισμένων τά­
ξεων, άντιστοιχεΐ στήν πραγματική θέση τής τάξης καί ύ.
πηρετεΐ τΙς άπαιτήσεις τών καθορισμένων τάξεων στήν
ταξική τους πάλη. Μέ βάση αύτό θά δοΰμε πώς άναπόφευκτα οί δυό διαδικασίες, άλληλοεπιδροϋν καί άλληλοδιεισδύουν ή μιά στήν άλλη στή διαμόρφωση τών ταξικών Ι­
δεολογιών.
Ά π ό τή μιά μεριά, ίσο τά συμφέροντα μιας τάξης άπαιτοϋν άληθινή κατανόηση τής πραγματικότητας, βασισμέ­
νη στήν κριτική έρευνα κάθε είδους, ή ιδεολογία της πε­
ριέχει τό έπιστημονικό στοιχείο π.χ. τό ταξικό συμφέρον
τής καπιταλιστικής τάξης ασφαλώς άπαιτεϊ νά γίνουν ση­
μαντικές έρευνες γιά νά άποκαλυφθοϋν οί πραγματικοί νό­
μοι πού κυβερνοϋν τις διάφορες διαδικασίες τών φυσικών
φαινομένων. Γι’ αύτό οί άνακαλύψεις παίζουν μεγάλο ρόλο
στήν άστική Ιδεολογία. Τά ίδια τά ταξικά συμφέροντα τής
αστικής τάξης έπίσης άπαιτοϋν νά γίνουν μερικές κοινωνι­
κές έρευνες. Καί έτσι καί άπό τήν πηγή αύτή μπαίνουν
στήν άστική Ιδεολογία όρισμένα έπιστημονικά στοιχεία.
Ά π ό τήν άλλη πλευρά τώρα, στό μέτρο πού τά συμφέ­
ροντα μιας τάξης καί ή θέση πού κατέχει στήν κοινωνική
παραγωγή, γένναν όρισμένες προκαθορισμένες άντιλήψεις
καί πλάνες πού ύπηρετοϋν τήν τάξη στήν ταξική της πάλη
καί κάνουν τήν ιδεολογία της άπατηλή. Έ τ σ ι π.χ. άν πά­
ρουμε τήν άστική ιδεολογία θά βροϋμε πολλά στοιχεία, πού
άπλώς μπάζουν σ’ αύτήν τίς πλάνες τής άστικής τάξης
καί τις ιδιαίτερες άπόψεις τής άστικής κοινωνίας.
Πραγματικά ή άστική ιδεολογία σχηματίζεται μέ τήν

108
έξέλιξη καί τών δύο διαδικασιών. Καί αύτό γεννάει τΙς αν­
τιφάσεις στήν έξέλιξή της, άφοΰ οί άντιθέσεις τών δύο αύ­
τών διαδικασιών έρχονται συνεχώς σέ άντιφάσεις. Καί ή
λυση αύτών τών άντιφάσεων φαίνεται στήν έξέλιξη τής ι­
δεολογίας. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τις Ιδεολογίες τών άλ­
λων τάξεων. Στήν άστική βμως ιδεολογία τό έπιστημονικό
στοιχείο εϊναι πολύ πιό δυνατό καί γι' αύτό οί άντιφάσεις
γίνονται πιό έντονες.
Ετσι στήν άστική φιλοσοφία γίνεται συνεχής προσπά®εια γιά νά συμφιλιωθοΰν οί επιστημονικές άνακαλύψεις μ£
τις προκαθορισμένες άστικές άντιλήψεις. Καί ή άντίφαση
αύτή, στήν άστική ιδεολογία, έκφράζεται περισσότερο κα­
θαρά στήν άντίφαση άνάμεσα στή σχετική εικόνα τοϋ κό­
σμου πού παρουσιάζουν έπιστημονικές άνακαλύψεις *αί στίς
θρησκευτικές άπόψεις, πού άποτελοϋν ενα σημαντικό μέρος
τών προκαθορισμένων ιδεολογικών αντιλήψεων. 01 φιλόσο­
φοί της, διαρκώς άναζητοΰν τρόπους καί μέσα γιά νά λύ­
νουν αύτή τήν άντίφαση. Γιά μιά στ-.γμή τή λύνουν κατά
τρόπον πού νά τούς ικανοποιεί, άλλά άμέσως μετά ξεπηδάει καί πάλι σ’ ενα άλλο σημείο πιό έντονη.
Επίσ ης στήν άστική έπιστήμη οί άνακαλύψεις έρμηνεύονται πάντα—μέ βάση τις προκαθορισμένες τους άντιλήψεις. Αύτό τό βλέπουμε σήμερα πολύ καθαρά στήν έξέλι­
ξη της φυσιχής δπου τήν άνακάλυψη τών φυσικών κβάντα
τήν έρμηνεύουν σάν άπόδειξη δτι τά πράγματα δέν μπορούν
νά έπιβεβαιωθοϋν καί βτι ή πραγματική τους φύση μας μέ­
νει άγνωστη. Αύτό άπλούστατα σημαίνει βτι εφαρμόζουν
στή φυσική τις προκαταλήψεις της άστικής Ιδεολογίας πού
τις γεννάει ή γενική κρίση τοϋ καπιταλισμού. ’Από τήν
άλλη πλευρά πάλι όρισμένες προκαταλήψεις, τουλάχιστον
στίς παλιές τους μορφές, άντικαταστοΰνται άπό άλλες, έπειδή έρχονται σ’ άντίφαση μέ τις προωθημένες γνώσεις γιά
τή φύση. Αυτό π.χ. συνέβη μέ τά θρησκευτικά δόγματα
πού μέσα στήν προσπάθεια τους νά συμφιλιώσουν τήν θρη­

109
σκεία μέ τήν έπιστήμη, τά τροποποίησαν πολλές φορές, π.χ.
τά σχετικά μέ τόν Ά δάμ καί τήν Εΰα. Καί αύτό έγινε σάν
παραχώρηση σιή θεωρία της έξέλιξης.
Εξετάζοντας τά τέτοια παραδείγματα, βλέπουμε βτι ή
άντίθεση καί ή άλληλοδιείσδυση τών έπιστημονικών στοι­
χείων καί τών πλανών στίς Ιδεολογίες δέν γίνεται εύκολα
κατανοητή, βπως δίνεται μέ τίς Ιδέες γύρω άπό ένα πραγμα
βπου τό έπιστημονικό ξεχωρίζει εύκολα άπό τήν πλάνη.
Γεγονός πάντως είναι βτι τά έπιστημονικά στοιχεία καί οί
πλάνες εϊναι άντίθετα καί ταυτόχρονα είσδύουν τό ένα στό
άλλο, στή διαμόρφωση τών Ιδεών γιά ένα καί τό αύτό πράγμα.
“Ετσι π.χ. ή άστική ιδεολογία εϊναι ένα άντιφατικό σύ­
νολο άληθειών καί πλανών, στό όποιο πάντα ύπάρχουν καί
έπιμένουν οί πλάνες. Μποροΰμε νά ποΰμε βτι τά έπιστημονικά στοιχεία εϊναι πιό Ισχυρά στίς αστικές θεωρίες γιά
τις διαδικασίες τών φυσικών φαινομένων, ένώ οι πλάνες εί­
ναι ισχυρότερες στίς άστικές σπουδές γιά τή διαδικασία
τών κοινωνικών φαινομένων. Καί τά δυό βμως στοιχεία συ­
νυπάρχουν σέ βλα τά μέρη καί σέ βλα τά πεδία τής άστικής ιδεολογίας, άλλά τά στοιχεία της πλάνης εϊναι τά πιό
χαρακτηριστικά γνωρίσματα τής ιδεολογίας. Εκείνο πού
κάνει τήν άστική Ιδεολογία νά εϊναι Ιδιαίτερα άστική είναι
δ χαρακτήρας τών πλανών της.
Τό ϊδιο μποροΰμε νά ποΰμε καί γιά τίς Ιδεολογίες
τοΰ παρελθόντος. Καί ταυτόχρονα μποροΰμε νά ύποστηρίξουμε καί ύποστηρίζουμε μέ σιγουριά βτι ή Σοσιαλιστική
ή ή Μαρξιστική Ιδεολογία εϊναι κατ’ έξοχήν έπιστημονική
Ιδεολογία. Καί άπ’ αύτή τήν άποψη διαφέρει ριζικά άπό
κάθε άλλη Ιδεολογία. Κι’ αύτό γιατί ή πάλη γιά τό γκρέ­
μισμα τοϋ καπιταλισμού ναι μαζί μ’ αύτόν της έκμετάλλευσης άνθρώπου άπό άνθρωπον, τήν όποία ύπηρετεϊ ή Ι­
δεολογία αύτή, άπαιτεΐ πάνω άπ’ βλα, άληθινή κατανόηση
τής πραγματικότητας καί έρχεται σέ άντίθεση μέ βλες τις
πλάνες τών κοινωνιών πού εϊναι βασισμένες στήν έκμετάλλευση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΕΒΔΟΜΟ

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΛΑΝΕΣ
Η Α Ν Τ Α Ν Α Κ Λ Α Σ Η ΤΩΝ Π Α Ρ Α Γ Ω Γ Ι­
ΚΩΝ Σ Χ Ε Σ Ε Ω Ν Σ Τ ΙΙΝ ΙΔ Ε Ο Λ Ο Γ ΙΑ .

Σ τ δ κεφάλαιο αύτό θα έξετάσουμε τήν άνάπτυξη τών
Ιδεολογικών προκαταλήψεων ή πλανών καί στά δυό έπόμενα κεφάλαια θά άσχοληθοϋμε μέ τήν άνάπτυξη τών έπιστημονικών Ιδεών.
'Τπάρχουν πέντε κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα
στήν άνάπτυξη τών Ιδεολογικών πλανών σέ μιά ταξική κοι­
νωνία, πού μπορούν νά βρεθούν σ’ 8λες τΙς Ιδεολογίες μέ­
χρι καί τήν άστική.
1)
Τό πρώτο χαρακτηριστικό της Ιδεολογικής πλάνης
είναι δτι πάντα γεννιέται σάν άντανάκλαση τών Ιδιαιτέρων
καί Ιστορικά καθιερωμένων παραγωγικών σχέσεων. Ή
προέλευσή του είναι οΐ παραγωγικές σχέσεις.
Ή άνάπτυξη τών Ιδεολογικών πλανών φαίνεται νά προκαλεΐται άπό τΙς άφηρημένες Ιδέες καί τΙς γενικές θεωρίες
πού διαμορφώνονται στό μυαλό τών άνθρώπων καί οί ό­
ποιες φαινομενικά άναπτύσσονται καί έλέγχονται άπλά άπό
τή διαδικασία σκέψης. Μά πώς δημιουργοϋνται στά μυαλά
τών άνθρώπων αύτές οί Ιδέες ; Ποιά είναι ή προέλευσή τους ί
*Αν δέν πρέπει νά πιστέψουμε δτι οί Ιδέες αύτές σχηματί­
ζονται αυθόρμητα στό νοϋ τ^»ϋ άνθρώπου ή δτι ό άνθρωπος
γεννιέται μέ τέτοιες «έμφυτες Ιδέες», τότε θά πρέπει νά ύποθέσουμε δτι πρέπει νά βρεθεί μιά πηγή της άντικειμενικής πραγματικότητας ίξω άπό τόν άνθρώπινο νοϋ, γιά βλες
τίς Ιδέες, περιλαμβανομένων καί τών πιό άφηρημένων Ιδεών

I ll
καί τών πλανών, μια πηγή άπό τήν όποια προέρχονται καί
τήν όποία άντανακλοϋν.
Ή συνείδηση είναι καθαρή άντανάκλαση τής υλικής βπαρξης. Κατ’ άρχήν λοιπόν υπάρχει ή ΰλη, τό άντικειμενικό
δν καί σέ συνέχεια υπάρχει ή συνείδηση, ή άντανάκλαση της
δλης. Ό άνθρώπινος νοϋς δέν έχει δικές του έσωτερικές πη­
γές, άπό τίς όποιες νά μποροϋν νά άναπτυχθοΰν οΐ ιδέες.
Κάθε ίδέα, κάθε στοιχείο τής Ιδεολογίας προέρχεται άπό
κάποια άντικειμενική πραγματικότητα άπό κάποια πραγμα­
τική πλευρά τοΰ ύλικοϋ κόσμου, τήν όποία άντανακλα.
Ή πηγή τών πλανών στήν ιδεολογία είναι πάντοτε ή
πραγματική οικονομική διάρθρωση τής κοινωνίας. Στό μέ­
τρο πού ζοϋν, οί άνθρωποι σκέφτονται. ’Ανάλογα μέ τις
σχέσεις πού έρχονται μεταξύ τους στήν παραγωγή τών μέ­
σων ζωής, δημιουργούν καί τίς κοινωνικές ιδέες καί τίς
κοινωνικές θεωρίες.
"Ετσι π.χ. οι πραγματικές σχέσεις τών φεουδαρχών
γαιοκτημόνων καί τών δουλοπαροίκων πού διαμορφώνονται
στόν φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής, είναι έκεΐνες πού άντανακλούνται στίς φεουδαρχικές ιδέες γιά τήν Ιδιοκτησία
τής γής καί στή φεουδαρχική ιδεολογία γενικώτερα. Παρό­
μοια καί στήν καπιταλιστική ιδεολογία άντανακλοΰνται ο[
καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Καί στήν πρωτόγονη
ιδεολογία τοΰ πρωτόγονου κομμουνισμού, άντανακλοΰνται οΐ
πολύ άπλές παραγωγικές σχέσεις πού δημιουργοΰνται μέσα
στή φυλή, οί σχέσεις άμοιβαιότητας τοΰ άτόμου μέ τή
φυλή.
"Ετσι καθώς ή κοινωνία έξελίσσεται οί ιδέες πού άντανακλοΰν τις ιδιαίτερες σχέσεις μέσα στήν κοινωνία, δουλεύον­
ται στή μορφή συστημάτων καί θεωριών πού άφοροΰν τήν
πολιτική, τό κοινωνικό δίκαιο, τίς ύποχρεώσεις, τούς νόμου^
κλπ. "Ολες αύτές οι ιδεολογίες έχουν τήν πηγή τους στί^
κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις καί σέ τελευταία άνάλυση
άποτελοΰν τήν ιδεολογική άντανάκλαση αύτών τών σχέσεων

112
Τό Ϊδιο Ισχύει κ-.ί για τις Ιδέες ήθικής. Ά ν ύπάρχουν
Ιδέες γιά τό άπόλυτα καλό καί κακό, δίκαιο καί Αδικο, άμετή καί κακία,, οί ίδέες αυτές C ·*ι άντανάκλαση δχι μιας
άντικειμενικής ιδιότητας τών προσώπων καί τών πράξεων,
άλλά εϊναι άντανάκλαση τών κοινωνικών σχέσεων, στίς ό­
ποιες έρχονται οί Ανθρωποι διά μέσου τών όποιων πραγμα­
τοποιείται ή προσωπική τους δραστηριότητα. Καί γ ι’ αύτό
δέν πρέπει νά θεωρεί κανένας πώς. οί ήθικές κρίσεις Αλλά­
ζουν μαζί μέ τις βασικές άλλαγές πού έπέρχονται στίς κοι­
νωνικές σχέσεις. Καί γι* αύτό ύπάρχει ένα Αντικειμενικό
κριτήριο γιά νά ποϋμε δτι μιά ήθική εϊναι Ανώτερη άπό
τήν Αλλη. Κι* αύτό τό κριτήριο είναι 6τι άντανακλίει καί
ύπη:ετεΐ ένα άνώτερο κοινωνικό σύστημα.
Τό Ϊδιο ισχύει καί γιά τις ίδεολογίες τοϋ όπερφυσικοΰ»
δηλαδή τών θρησκευτικών ιδεολογιών. Ό ύπεφυσικός κό­
σμος πού έχουν έπινοήσει οί άνθρωποι στίς ίδέες τους, σέ
τελευταία άνάλυση, ποτέ Βέν ήταν τίποτα Αλλο άπό μιά άν­
τανάκλαση τοϋ πραγματικού κόσμου,της κοινωνίας, τών κοι­
νωνικών σχέσεων μέσα στίς όποιες ζοϋν οί άνθρωποι τήν
γήϊνη ζωή τους. Ό ύπερφυσικός κόσμος ύπηρετεΐ πάντοτε
φρουρός στή βασική διάρθρωση της κοινωνίας. *Η φυλετική
θρησκεία στέκεται φρουρός της φυλής καί προστατεύει τις
φυλετικές σχέσεις καί δπως άκριβώς καί οι ίδέες τοϋ χρι­
στιανισμού σήμερα προσαρμόστηκαν, έτσι πού νά φαίνεται
δτι οί ούρανοί στέκουν φρουροί της άστικής τάξης στήν
κοινωνία. Ό ύπερφυσικός κόσμος πού φρουρεί καί δικαιώ­
νει τή\ κοινωνική τάξη είναι δημιουργημένος κατ’ εικόνα
τής κοινωνικής τάξης.
Αύτά είναι τά παραδείγματα γιά τόν τρόπο πού σχη­
ματίζονται οι διάφορες ιδεολογικές πλάνες μέ τή μορφή
τών άφηρημένων ιδεών, πού ή πηγή τους βρίσκεται στήν
έξέλιξη τών κοινωνικών σχέσεων καί πιό συγκεκριμένα τών
παραγωγικών σχέσεων. *Η άντικειμενική πραγματικότητα
πού άντανακλάται έτσι στις ιδέες, δέν είναι τίποτα Αλλο

113
άπό τήν ύπαρξη των πολύπλοκων κοινωνικών σχέσεων πού
ζεπηδαν* άπό τήν παραγωγή τών ύλικών μέσων ζωής.
Ο Α Υ ΘΟΡΜ ΗΤΟΣ Χ Α ΡΑ Κ ΤΗ ΡΑΣ
ΤΩΝ
ΙΔ Ε Ο Λ Ο ΓΙΚ Ω Ν
ΠΛΑΝΩΝ

2)
Τό δεύτερο γνώρισμα τών Ιδεολογικών πλανών είνα1
ί τ ι παρ’ βλο πού ή πηγή τους βρίσκεται στό πολύπλοκο
τών πραγματικών κοινωνικών σχέσεων, ούτε συνειδητά
προέρχονται άπό τήν πηγή αύτή, οδτε καί προωθούνται
σάν άνάλυση της ύπαρξης τών κοινωνικών σχέσεων.
01 Ιδέες πού χρησιμοποιούν οί άνθρωποι μπορεΐ νά άντανακλοϋν τίς κοινωνικές τους σχέσεις, άλλά οΐ Ιδεολογι­
κές τους πλάνες δ έν δημιουργοϋνται άπό τή συνειδητή άντα­
νάκλαση τών κοινωνικών τους σχέσεων, οδτε καί διαμορ*
φώνουν, μέ έπιστημονικό τρόπο, άκριβή καί συστηματικά
εΙκόνα της κοινωνικής διάρθρωσης πού ύπάρχει.
Π.χ. οί Ιδέες της πολιτικής οικονομίας πού άναπτύχθηκαν άπό τό Μάρξ στό Κεφάλαιο, προέρχονται άπό μιά
συνειδητή έπιστημονική έρευνα τώ ν πραγματικών παραγω­
γικών σχέσεων πού υπήρχαν. Καί γι’ αύτό τό λόγο δέν έ­
χουν τό χαρακτήρα τής πλάνης, άλλά τής έπιστημονικότητας. Ά π ό τήν άλλη πλευρά ή Ιδεολ ογική πλάνη ξεπηδάε
σάν μιά άσυνείδητη καί χωρίς πρόθεση άντανάκλαση μιας
κοινωνικής διάρθρωσης πού ύπάρχει καί έκφράζεται σέ γε­
νικές Ιδέες γιά τόν κόσμο. 'Έ χει άσυνείδητο, αυθόρμητο
χαρακτήρα. Καί γι’ αύτό δταν θέλουμε νά άνακαλύψουμε
τά ουσιαστικότερα γνωρίσματα μιας Ιδεολογικής πλάνης,
δέν θά τά άνακαλύψου με στίς λογικές μορφές μέ τις όποιες
παρουσιάζουν οί άνθρωποι τις Ιδ έες τους, άλλά περισσότερο
στίς παράλογες ύπ οθέσεις, στίς προκαταλήψεις πού έχουν
γίνει άποδεκτές καί βρίσκονται κάτω άπό λογικά έπιχειρήματα.
Π.χ στήν Ιδεολογία τής μεσαιωνικής καθολικής Έ κ 8

114
κλησίας, όλόκληρος ό κόσμος, ούρανός καί γή, έθεωρεΐτο
σάν μιά Ιεραρχία στήν όποία τά κατώτερα μέλη υποχρεω­
τικά υποτάσσονταν στά άνώτερα. Στή δημιουργία τής Ιδεο­
λογίας αυτής δέν υπήρχε πρόθεση νά δώσουν τήν εικόνα
τής φεουδαρχικής τάξης πραγμάτων. 'Η συνειδητή πρόθεση
ήταν νά δώσουν μιά εικόνα τής άναγκαιότητας γιά μιά τά­
ξη πραγμάτων βλου τοϋ κόσμου. Καί βμως ή ιδεολογία αύ­
τή ήταν μιά άντανάκλαση τών κοινωνικών σχέσεων τοΰ
φεουδαρχικοϋ κόσμου πού υπήρχαν καί οί όποιες άναπαράχθηκαν στίς Ιδέες τών άνθρώπων αυθόρμητα, χωρίς σκο­
πό καί άσυνείδητα. Οί γενικές ιδέες πού χρησιμοποιήθηκαν ήσαν άντανάκλαση τών πραγματικών κοινωνικών σχέ­
σεων. Άλλά ή άναπαραγωγή τους δέν ίγινε συνειδητά, σάν άν­
τανάκλαση, άλλά ξεπήδησαν άσυνείδητα καί αύθόρμητα στό
νοϋ τών άνθρώπων. Οί ιδέες αύτές καθιερώθηκαν σάν προ­
λήψεις πού χρησιμοποιήθηκαν γιά νά έρμηνεύσουν καί νά έπεξεργαστοϋν θεωρίες γιά κάθε τί πού ένδιαφέρει τούς άν­
θρώπους, είτε αύτό άφοροϋσε τή φύση, είτε τήν κοινωνία,
είτε τό φανταστικό βασίλειο τών ουρανών.
Ό αύθόρμητο; καί άσυνείδητος χαρακτήρας τής ιδεολο­
γικής άντανάκλασης τών παραγωγικών σχέσεων, όφείλεται
στόν αύθόρμητο καί άσυνείδητο χαρακτήρα αύτών τών ίδιων
τών παραγωγικών σχέσεων.
Οί παραγωγικές σχέσεις τών άνθρώπων, έγραφε ό Μάρξ,
«ϊναι «ανεξάρτητες καί πέρα άπό τή θέλησή τους». Αύτό
είναι τό μυστικό γιά νά καταλάβουμε τήν άπατηλή ιδεολο­
γική άντανάκλαση αύτών τών σχέσεων σέ άφηρημένες ιδέες
γιά τόν κόσμο καί τήν κοινωνία. Οι δοσμένες παραγωγι­
κές σχέσεις δέν δημιουργοϋνται έσκεμμένα, άλλά είναι Α­
παραίτητες στό δοσμένο χρόνο καί στό δοσμένο στάδιο έ­
ξέλιξης. Καί άκριβώς έπειδή οι άνθρωποι ποτέ δέν άποφάσισαν νά τίς δημιουργήσουν, δέν έχουν συνείδηση βτι
είναι ένα μεταβατικό στάδιο πού καθιερώθηκε σέ μιά δο­
σμένη χρονική στιγμή, κάτω άπό καθορισμένες περιστά­

115
σεις καί πού άνταποκρίνεται σέ καθορισμένες, άλλά έντελώς προσωρινές ιστορικές άνάγκες τής κοινωνίας. “Ετσι
μάλλον έμφανίζονται σάν μέρος τής άναγκαιότητας τών
πραγμάτων. Τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τών κοινωνι­
κών σχέσεων τών άνθρώπων καί τών σχέσεών τους μέ τή
φύση, πού στην πραγματικότητα είναι τό Ιστορικά καθορι·
σμένο άποτέλεσμα ένός καθορισμένου τρόπου παραγω­
γής, άντανακλοϋνται σέ άφηρημένες ίδέες, στή μορφή τών
προλήψεων καί τών πλανών γιά τή φύση τοϋ ανθρώπου
καί τής κοινωνίας, δπως οί ίδέες γιά τό Θεό καί τή θ εία
Πρόνοια, γιά τό δίκαιο καί τή δικαιοσύνη, γιά τά αιώνια
καί άναγκαϊα χαρακτηριστικά γνωρίσματα βλων τών πραγ­
μάτων, τήν έσχάτη φύση τής πραγματικότητας κλπ.
Η Π Λ Λ Ν ΙΙ Τ Ι ΙΣ Κ Α θ Α Ρ Ι ΙΣ Σ Κ Ε Ψ Η Σ

3)
Τό τρίτο γνώρισμα τών ιδεολογικών πλανών εϊναι
δτι ακριβώς, χάρη στόν αυθόρμητό τους χαρακτήρα, οι άν­
θρωποι δέν μποροΰν νά καταλάβουν τήν πραγματική τους
προέλευση καί καταλήγουν νά πιστεύουν, δτι τΙς δημιουρ­
γούν οί ΐδιοι μέσα στή διαδικασία της σκέψης μέ καθαρή
καί άδέσμευτη λειτουργία τοϋ μυαλοΰ.
Ή ιδεολογία1 στήν πραγματικότητα είναι μιά διαδικα­

1. Ό Μάρξ και ό Έ ν γ χ ε λ ς συχνά χρησιμοποιούν τόν δρο
• Ιδεολογία» δ τα ν θέλουν νά άνα φ ερ θο ΰ ν αποκ λειστικ ά στή δ ια
δικασ ία τή ς Ιδεολογικής πλ ά νη ς, δηλαδή τόν χρησιμοποιούν μέ
περιορισμένη έννοια . Ό τ α ν δ δρος χ ρ η σ ιμ ο πο ιείτα ι μέ τή ν π ε ­
ριορισμένη του έννοια, α πο κ λείετα ι στήν Ιδεολογική δια δικ α σία
5 έπιστημονικός τρόπος σκέψης. Ό όρος *Ιδε ο λ ο γία · όμως
χ ρη σ ιμ ο π ο ιείτα ι μέ πολύ ευρύτερη έννοια. “ Ε τσ ι σήμερα μ πο ­
ρούμε νά μιλάμε γιά « ’Ε πιστη μ ονική σοσιαλιστική Ιδεολογία»
κ α ί νά λέμε πώ ς ό μαρξισμός ε ίνα ι μ ιά Ιδεολογία. Σ τό έργο

116
σία πού πραγματοποιείται άπό τούς συνειδητά σκεπτόμενους, άλλά μέ λαθεμένη συνείδηση, έγραφε 6 Ένγκελς σ’
ίνα γράμμα του στό Μέρινγκ στίς 14 Ιουλίου 1893. «Τά
πραγματικά κίνητρα πού τά* ύποχρεώνουν νά παραμένει ά­
γνωστος στόν έαυτό του, δέν μπορεΐ νά είναι σέ καμμιά πε­
ρίπτωση ή Ιδεολογική διαδικασία. Καί γ ι’ αύτό φαντάζεται
ψεύτικα ή συγκεκριμένα κίνητρα. Έπειδή γίνεται μιά δια­
δικασία σκέψης, παράγει καί τή μορφή καί τό περιεχόμε­
νο άπό τήν καθαρή σκέψη είτε τήν προσωπική του είτε
καί τών προγόνων του. Εργάζεται μέ περισσότερο ύλικό
σκέψης, πού τό δέχεται χωρίς νά τό έξετάσει, σάν προϊόν
της σκέψης καί δέν κάνει μιά πάρα πέρα έρευνα γιά νά
βρει τίς διαδικασίες πού έχουν γίνει άνεξάρτητα άπό τή
σκέψη».
Καί ξανά, ό Ένγκελς γράφει δτι οί ιδεολογίες — δηλα­
δή ή έπεξεργασίά τών Ιδεολογικών πλανών—«είναι μιά
άπασχόληση μέ tIc σκέψεις σάν άνεξάρτητες ένότητες πού
άναπτύσσονται άνεξάρτητα καί ύπακοϋν σέ είδικούς νόμους.
Τό ίτ ι οΐ συνθήκες ύλικής ζωής τών άνθρώπων έκείνων
πού στά μυαλά τους γίνοντχι αύτές οί διαδικασίες σκέψης,
σέ τελευταία άνάλυση, είναι έκείνη πού καθορίζει τήν πο­
ρεία αύτης τή; διαδικασίας, παραμένει γιά τά πρόσωπα
αύτά άγνωστη άναγκχιότητα, γιατί διαφορετικά θά έπρεπε
νά ξοφλήσουν μέ τις Ιδεολογίες». (Λουδοβίκος Φόγιερμπαχ
κεφάλαιο 4).

αύτό ό όρος «ιδεολογία* χρη σιμ οποιείτα ι μέ τή ν ευρύτατη έννοια.
Χ ρη σιμ οποιείτα ι γιά νά έπισημάνει τή χ α ρ α χτη ρ ισ τιχή Αποψη ή
θεω ρία μ ιά ; περιόδου ή μια ς τά ίη ς , μέσα στήν όποια μ πορεΐ
νά έννπάρχουν χαΐ τά άληΟινά η έπιστημονικό σ το ιχείο καί ή
Λποία μέ τή ν Ανοδο τοΰ έπα να στα τιχο ϋ , έργα τιχο ΰ κα ί σοσ.α...
στιχοΰ κινήματος γίνε τα ι κα τά κύριο λόγο έπιστη μ ονιχή χ α ί άποσ πάτ·ιι άπό τούς λαθεμένους τρόπους σκέψης τώ ν παλιότερω ν
Ιδεολογιών.

117
ΙΔ Ε Ο Λ Ο Γ ΙΚ Η Α Ν Τ ΙΣ Τ Ρ Ο Φ Η

4)
Τό τέταρτο γνώρισμα τών ιδεολογικών πλανών ε ί­
ναι δτι σ’ αύτές λαμβάνει χώρα μιά διαδικασία Αντίστρο­
φης, κατά την όποία οί πραγματικές κοινωνικές σχέσεις
παρουσιάζονται σάν πραγματοποίηση άφηρημένων Ιδεών.
Στη διαδικασία τής ιδεολογικής πλάνης, τά προϊόντα
τών άφηρημένων σκέψεων χρησιμοποιούνται σά νά ήσαν α­
νεξάρτητα άπό τίς υλικές παραγωγικές σχέσεις, τίς όποιες,
στήν πραγματικότητα, άντανακλοΰν. Καί άκολουθώντας
αύτό τό συλλογισμό καταλήγουμε σέ άνατροπή τών πρα­
γμάτων καί φέρνουμε τήν πραγματικότητα δεύτερη. Καί
τώρα πηγή τών άφηρημένων ίδεών θεωρείται ό νοϋς κα>
6χι ή ύλική πραγματικότητα τών κοινωνικών σχέσεων. Καί
καταλήγουμε στή σκέψη οτι ή ύπαρξη καί αύτών τών σχέ­
σεων άκόμα προέρχεται άπό τίς άφαιρέσεις τοϋ νοϋ.
Σύμφωνα μέ τοϋτο τόν άντιστραμένο τρόπο θεώρησης
τών πραγμάτων, οί άνθρωποι δημιουργοϋν τίς κοινωνικές
τους σχέσεις ύπακούοντας στίς άφηρημένες τους ίδέες καί
βχι μέ άλλο τρόπο.
Ά ς πάρουμε γιά παράδειγμα τίς άφηρημένες άντιλήψεις γιά τό δίκαιο καί τή δικαιοσύνη πού άποτελεΐ ενα ση­
μαντικό μέρος κάθε ιδεολογίας. Τό άφηρημένο δίκαιο
καί ή δικαιοσύνη παριστάνονται σάν άνεξάρτητα άπό τίς
πραγματικές κοινωνικές σχέσεις καί οί σχέσεις αύτές Ανα­
παριστάνονται σάν έκφραση καί πραγματοποίηση
ίσως
μέ άτελή τρόπο—ένός άφηρημένου δικαίου καί μιας άφη.
ρημένης δικαιοσύνης. Σύμφωνα μ’ αύτό τόν άντιστραμένο
τρόπο θεώρησης τών πραγμάτων, οί άφηρημένες ιδέες τοΰ
δικαίου καί τής δικαιοσύνης φαίνεται νά καθορίζουν τις
πραγματικές σχέσεις τών άνθρώπων ένώ στήν πραγματικό­
τητα οί Αντικειμενικές σχέσεις τών άνθρώπων καθορίζουν
τίς ίδέες τους γιά τό δίκαιο καί τή δικαιοσύνη Παρόμοια
καί τό κοινωνικό σύστημα φαίνεται νά δικαιώνεται μέ τό

118
κατά πόσο άντιστοιχεΐ στίς άφηρημένες ίδέες τοϋ δίκαιου
και της δικαιοσύνης, ένώ στήν πραγματικότητα οi ιδέες
τοϋ δίκαιου καί τής δικαιοσύνη^, δικαιώνονται μέ τό κατά
πόσο υπηρετούν τήν ύλική πρόοδο τής κοινωνίας.
«01 οικονομικές, οί πολιτικές καί ot άλλες Αντανακλά­
σεις, είναι δπως καί οί άντίστοιχες της άντικειμενικής πρα­
γματικότητας στά μάτια τοϋ ανθρώπου», έγραφε ό “Ενγκελς.
«Περνάνε μέσα άπό συγκεντρωτικό φακό καί γι’ αύτό φαί­
νονται άντιστραμένες, μέ στήριγμα τό κεφάλι καί 6χι τά
πόδια. Μόνο τό νευρικό σύστημα μπορεϊ νά τΙς έπαναφέρει
στήν δρθια στάση τους... Αύτή ή άντιστροφή... άποτελεΐ ε­
κείνο πού λέμε ιδεολογική άντίληψη ^ . (Γ οάμμα στό Σμίθ
27 ’Οκτωβρίου 1890.
Καί πάρα πέρα ό Μάρξ καί ό “Εγκελς έγραφαν :
«'Αν σ’ 6λες τΙς ιδεολογίες οί άνθρωποι καί οί περιστά­
σεις τους παρουσιάζονται άντιστραμένα, δπως σέ φωτογρα­
φική μηχανή, τό φαινόμενο αύτό ξεπηδάει μέσα άπό τήν
πορεία της ιστορικής «ζωής», δπως άκριβώς γίνεται
καί ή Αντιστροφή τών Αντικειμένων της φυσικής ζωής
στόν άμφιβληστροειδή χιτώνα τοΰ οφθαλμού». (Γερμανική
'Ιδεολογία, μέρος I, κεφάλαιο 1).
’Αποτέλεσμα τής ιδεολογικής αύτής άντιστροφής εϊναι
τό γεγονός δτι σέ κάθε έποχή οί άνθρωποι πιστεύουν δτι
οι θεσμοί καί οί δημόσιες δραστηριότητες εϊναι έκφραση
τών άφηρημένων τους ιδεών—τής θρησκείας τους, τής φι­
λοσοφίας τους τών πολιτικών τους άρχών κλπ. "Ετσι οί
δουλοκτήτες τής άρχαίας Ρώμης πίστευαν δτι άκολουθοΰν
τΙς δημοκρατικές άρχές, δπως άκριβώς κάνουν δτι πι­
στεύουν στίς δημοκρατικές άρχές καί οί σύγχρονοι καπιτα­
λιστές (καί μάλιστα θέλουν νά κάνουν καί τούς άλλους νά
1. Ύπ»νΟ>'μί'ςουμε δ τι στά κείμενα τώνΜ άρξ και "Ε νγκελς ό
όρος «Ιδεολογία» χρη σιμ οποιείτα ι μέ τήν έννοια τής λαθεμ ένης
Ιδεολογίας.

119
τό πιστέψουν. 01 πολεμιστές τοϋ Μεσαίωνα πίστευαν μέ
πεποίθηση ίτ ι άγωνίζονται γιά τίς Θρησκευτικές άρχές, 6πως άκριβώς καί οί σημερινοί πολεμιστές πιστεύουν δτι πο­
λεμούν γιά τίς έθνικές καί πολιτικές τους άρχές.
Μέ βάση αύτό τόν τρόπο θεώρησης τών πραγμάτων
έγραφε ό Μάρξ «κάθε άρχή έχει τόν αιώνα της που έκδηλώνεται. 'Η άρχή τοΰ άλάνθαστου έκφράζεται τόν 11ο
αιώνα, 6πως άκριβώς καί οί άρχές τής άτομικότητας
έκφράζονται στό 18ο αιώνα... κατά συνέπεια, φαίνεται πώς
οι αιώνες άνήκουν στίς άρχές καί δχι οι άρχές στούς αιώ­
νες». Μέ άλλα λόγια (σύμφωνα πάντα μέ τήν άρχή αύτή)
οί άρχές δημιουργοΰν τήν ιστορία καί δχι ή Ιστορία τις
άρχές. ('Αθλιότητα τής Φιλοσοφίας, κεφάλαιο 2, τμήμα 1
παρατήρηση 5η).
Κάθε έποχή λοιπόν δημιουργεί τις χαρακτηριστικές της
πλάνες πού έκφράζονται στίς κυρίαρχές της Ιδεολογικές
πλάνες σχετικά μέ τίς κινητήριες δυνάμεις καί στήν ούσία
τών θεσμών καί τών δραστηριοτήτων.
«Π.χ., έγραφαν ό Μάρξ καί ό “Ένγκελς, μιά έποχή
φαντάζεται δτι κινείται άπό καθαρά πολιτικά ή θρησκευ­
τικά έλατήρια, ένώ ή θρησκεία καί ή πολιτική είναι μόνο
μορφές τών πραγματικών κινήτρων...» Αύτό άκριβώς άπο­
τελεΐ τήν «πλάνη τής εποχής». Μέσα σ’ αύτή τήν πλάνη ή
ίδέα καί ή άντίληψη αύτών τών έξαρτημένων άνθρώπων ά­
πό τήν άντικειμενική τους πραγματική δραστηριότητα με­
ταβάλλεται σέ μοναδική ένεργητική δύναμη πού έλέγχει καί
καθορίζει τήν πρακτική τους». ('/·/ Γερμανική Ιδεολογία
μέρος I κεφάλαιο 1).
Στίς Ιδεολογικές πλάνες τά προϊόντα τοϋ νοϋ παριστά ·
νονται κυριαρχικά καί άσκοΰν μεγάλη έπιρροή στίς άνθρώπινες υποθέσεις. Καί μέ βάση αύτό έπίσης τά προϊόντα τοΰ
νοΰ είναι άπλώς άντιστραμένα φάσματα τών πραγματικών
συνθηκών ύπαρξης, ένώ στήν άνθρώπινη φαντασία παίρνουν
τή μορφή μιας καθαρής καί άνεξάρτητης Οπαρζης. Καί μ’ αύ-

120
τό τόν τρόπο δημιουργοϋνται αύτά πού ό Μάρξ άποκαλοϋσ* «τό τυλιγμένο μέσα στήν καταχνιά τμήμα τοϋ θρησκευτικοϋ κόσμου. Σ ’ αύτό τόν κόσμο τά προϊόντα τοϋ άνθρώπινου μυαλοϋ έμφανίζονται σάν άνεξάρτητα βντα πού έχουν
δική τους ζωή, τά όποια έρχονται σέ σχέσεις τόσο μεταξύ
τους, ίσο καί μέ τούς άνθρώπους». ( Κεφάλαιο τόμος I κε­
φάλαιο I τμήμα 4)
Καί έτσι ένώ οΐ άνθρωποι φαντάζονται βτι ίλη ή κοι­
νωνική τους ζωή καί οί θεσμοί τους στηρίζονται στήν ιδε­
ολογία τους καί κινοΰνται άπ’ αύτήν, ταυτόχρονα ή ίδεο·
λογία τους δημιουργεί ένα φανταστικό κόσμο δυνάμεων ά.
νώτερο άπό τις δικές τους καί τις φυσικές δυνάμεις, άνέξάρτητο τόσο άπό τούς άνθρώπους ίσο καί άπό τή φύση,
στίς όποιες ο', άνθρωποι παρουσιάζονται νά είναι έξαρτημένοι, άπό τίς όποιες φαίνεται νά έξαρταται ή τύχη τους
καί τών όποίων ζητάνε τή βοήθεια στίς έπιχειρήσεις τους.
« Ό θρησκευτικός κόσμος», βπως γράφει ό Μάρξ στό
Κεφάλαιο (τόμος I κεφάλαιο I τμήμα 4), «δέν είναι τίποτα
άλλο άπό «μιά άντανάκλαση τοϋ πραγματικοΰ κόσμου·.
Στήν πολύ πρωτόγονη κοινωνική όργάνωση οΐ άνθρωποι
είναι σχεδόν άνυπεράσπ στο', άπέναντι στίς φυσικές δυνά­
μεις. Ενώθηκαν μεταξύ τους γιά νά μπορέσουν νά έξασφαλίσουν τή ζωή τους καί θά έξαφανίζονταν άν δέν υπήρχε
μιά σ «ιχειώ δη; κοινωνική συνοχή καί συνεργασία. Αύτό τό
γεγονός άντανακλαται στή σκέψη τών άνθρώπων μέ τή μορ­
φή τής π^',νης τής μαγείας. 01 άνθρωποι φαίνεται νά κ α ­
τέχουν μιά είδική δύναμη καί άρετή, σάν μέλη τής φυλής,
τους ή τοϋ γένους. Καί ή δύναμη αύτή παίρνει τή μορφή
μιας ειδικής μαγικής δύναμης στή φαντασία τους. Καί έπινοοΰντα-. διάφορες διαδικασίες άσκησής της. Καί άργότερα
μέ τόν καταμερισμό τής έργασίας, άρχισαν νά πιστεύουν
δτι τή δύναμη αύτή τήν κατέχουν ξεχωριστά άτομα μόνο
καί 6χι δλόκληρος ό λαός. Ταυτόχρονα άρχισαν νά πιστεύ­
ουν βτι τά φυσικά άντικείμενα, οί φυσικές δυνάμεις, έχουν

121
ψυχή, πού άργότερα προσωττοποιήθηκε.'Έ τσι ίλ η ή έπικοινω ν(α μεταξύ τώ ν άνθρώπων καί τοϋ άνθρώπου μέ τή φύση
παριστάνονται σά νά έξαρτώ νται άπό τή δραστηριότητα
τώ ν άοράτων καί μυστηριώδικων δυνάμεων.
Ή άνάπνυξη καί ή διακλάδωση τώ ν θρησκευτικών ίδε­
ών προχωρούν βήμα πρός βήμα μέ τήν έξέλιξη τής κοινω­
νικής ζω ής τώ ν άνθρώπων καί τών άντανακλάσεων.
«Ο ί πρω τόγονες θρησκευτικές έννοιες πού στή βάση
τους είναι κοινές σ’ ίλ ε ς τίς άνθρώπινες όμάδες πού έχουν
συγγένεια αίματος», έγραφε ό Έ ν γ κ ε λ ς, «άναπτύσσονται,
μετά τό χωρισμό της όμάδας, κα τά ιδιαίτερο τρόπο σέ
κάθε λαό, άνάλογα μέ τίς συνθήκες ζω ής πού τούς λ α χ α ί­
νουν σάν κλήρος». Λ ουδοβίκος Φ ό γιερ μ ηα χ κεφάλαιο 4 ).
Σ έ κάθε καινούργια φάση τής κοινωνικής έξέλιξης δέν
δημιουργοΰνται καινούργιες ιδεολογίες καί καινούργιες θρη­
σκείες. ’Α ντίθετα κάθε ιδεολογία, στήν έξέλιξη της, χρησι­
μοποιεί τό άπό παράδοση ύλικό πού παίρνεται άπό τίς π α λιότερες ιδεολογίες καί ένσωματώνει μέσα της ύλικά δα­
νεισμένα άπό άλλες ιδεολογίες. Τ ό ϊδιο γίνεται καί μέ τή
θρησκεία. Κ αί έτσι μποροΰμε καί σήμερα άκόμα στά δ ό γ ­
ματα της προτεσταντικής χριστιανικής θρησκείας νά δια­
κρίνουμε σ τοιχεία πού έχουν παρθεϊ άπό τήν πρω τόγονη
φυλετική μαγεία, άλλοιωμένα καί προσαρμοσμένα σ τις νέες
άπαιτήσεις.
« ’Α πό τή σ τιγμή πού θά σ χη μ ατισ τεί καί μετά, ή θρη
σκεία», συνεχίζει ό Έ ν γ κ ε λ ς, «περιέχει πάντα παραδοσιακά
υλικά. Ό π ω ς καί σ’ ίλ ε ς τις άλλες ιδεολογίες, ή παράδοση
εϊναι μιά μεγάλη συντηρητική δύναμη. Ο ί άλλαγές πού ύφίσ ταταί τό ύλικό αύτό προέρχονται άπό τίς ταξικές σχέσεις,
δηλαδή προέρχονται άπό τις οικονομικές σχέσεις τών άν­
θρώπων πού έπιφέρουν αύτές τίς άλλαγές».
Α ύτό τό χαρακτηριστικό γνώ ρισμα ίλ ώ ν τών ιδεολογι­
κών πλανών—οι όποιες, έπειδή άσχολοϋνται μέ τίς σκέψεις
σΛν άνεξάρτητες ένότητες καί συνεχώς άναπτύσσουν τίς ιδέες

122
άπό άλλες Ιδέες—διαρκώς καλύπτουν τό γεγονός ί τ ι κάθε
Ιδεολογία καί κάθε στοιχείο ιδεολογίας δέν είναι τίποτα
άλλο άπό μια άντανάκλαση της ύλικής κοινωνικής ΰπαρξης
καί τήν κάνει νά φαίνεται αύτό πού ύποθέτουν δτι είναι,
δηλαδή μιά άνεξάρτητη κίνηση ιδεών.
*
Η φύση τώ ν Ιδεολογιών δέν γίνεται φανερή επιφανεια­
κά, άλλά έρχεται στό φώς μόνο σάν άποτέλεσμα τής βαθειας έπιστημονικής άνακάλυψης τοϋ Μάρξ, δτι «ό τρόπος
πα ραγω γή ς τής ύλικής ζω ής καθορίζει τήν κοινωνική, πο­
λιτική καί διανοητική γενικά ζω ή». (Κ ριτικ ή τή ς Π ο λ ιτι­
κή ς ΟΙκονομίας Πρόλογος).
"Οσο οί άνθρωποι δέν είναι κύριοι τή ς κοινωνικής τους
όργάνωσης, 6σο οί πρα γμ ατικές τους κοινωνικές σχέσεις
άντανακλοΰνται άντίστροφα σ τίς ιδεολογίες τους, πράγμα
πού άντί νά κάνει π ιό κατανοητές τις κοινωνικές' σχέσεις
τις μυστικοποιεΐ, τούς καλύπτει τόν πραγμ ατικό χαρακτήρα
καί μαζί μ ’ αύτό καλύπτει τήν πρα γμ ατική προέλευση καί
τούς νόμους τής κοινωνικής δραστηριότητας τώ ν άνθρώ­
πω ν, πίσω άπό 2να πέπλο θρησκευτικών, πολιτικών, νο­
μικών, καλλιτεχνικών καί φιλοσοφικών πλανών.
ΙΔ Ε Ο Λ Ο Γ ΙΑ Κ Α Ι T A S IK O Σ Υ Μ Φ Ε ΡΟ Ν

5)
Τ ό πέμ π το γνώ ρισμα τών Ιδεολογικών πλανών είναι
ί τ ι στήν ταξική κοινωνία άποτελοΰν ένα σύστημα κάλυψης
πού ξεκινάει άπό ταξικά κριτήρια, Ινας τρόπος άπόκρυψης
τών πρα γμ ατικώ ν κοινωνικών σχέσεων πρός δφελος μιας
καθορισμένης τάξης.
Ή πλάνη πάντα άντανακλά τις πρα γμ ατικές κοινωνι­
κές σχέσεις κατά τρόπο πού νά τις καλύπτει.
Π .χ . στίς θρησκευτικές Ιδεολογίες τοϋ Μεσαίωνα μέ
τήν άντίληψή τους γ ιά ούράνια Ιεραρχία, πού άντανακλα
τή φεουδαρχική τάξη πραγμάτω ν, ή έννοια τή ς έκμετάλ

123
λευσης τοϋ δουλοπάροικου άπό τόν άφέντη του, κα λύπτεται
σάν όποταγή τοϋ δουλοπάροικου στό φυσικό του άνώτερο,
κάτω άπό τήν κυριαρχία τοϋ Θεοϋ. Κ αί παρόμοια τό κα
θαρό γεγονός δτι ό φεουδάρχης-άφέντης ιδ ιοποιείται τό
προϊόν τής έργασίας τοϋ δουλοπάροικου, καμουφλάρεται μέ
τις άφηρημένες φςουδαρχικές ίδέες τή ς Ιδιοκτησίας, τώ ν
καθηκόντων, τώ ν δικαιω μάτω ν καί τώ ν ύποχρεώσεων.
Κ αί άργότερα, τό καθαρό γεγονός, δτι ό καπιταλιστής
ιδιοποιείται τήν άξία πού παράγει ή άπλήρωτη έργασία τοϋ
έργάτη, καμουφλάρεται μές τις κα πιταλισ τικές ίδέες ιδιο­
κτησίας, συμβάσεων καί ισότητας δικαιω μάτω ν. Κ αί αύτό
τό καμουφλάζ όλοκληρώνεται μέ τήν κα πιταλισ τική μορφή
τής θρησκείας. Κ ι’ αύτό γ ίν ετ α ι,γ ια τί, ένώ ή άστική ιδεολο­
γ ία συνήθως παίρνει μή θρήσκευτικές καί άντιθρησκευτικές μορφές, πά ντα άφηνει κ*νά γ ιά τή θρησκεία καί σ υνε­
χ ώ ς ξαναγυρ,νάει σ’ αύτήν, ένώ σέ περίοδες κρίσης, δταν
τό σύστημα κλονίζεται σοβαρά, προω θείται πά ντα ή θρη­
σκευτική Ιδεολογία κα ί περνάει στήν έπίθεση.
« Γ ιά μιά κοινωνία πού βασίζεται στήν π α ρ α γω γή άγαθών», έγραφε ό Μάρξ, «δπου οί πα ραγω γοί γενικ ά έρ χ ο ν ­
τα ι σέ κοινωνικές σχέσεις μεταξύ τους, προκειμένου νά με­
ταβάλουν τά προϊόντα τους σέ άγαθά ζω ής κα ί άξίες. καί
δπου ή ιδιαίτερη άτομική έργασία άνάγεται σέ ένα στάνταρ
ομογενούς άνθρώπινης έργασίας, ό χριστιανισμός, μέ τήν
επεξεργασία τοϋ άφηρημένου άνθρώπου καί πιό είδικά στήν
άστική του έξέλιξη ό προτεσταντισμός, ό ντεϊσμός κλ π., ε ί­
ναι ο ίπ ιό κατάλληλες μορφές θρησκείας». ( Κ εφάλαιο, τόμ. 1
κεφάλαιο 1 τμ ή μ α 4).
Ό λό κλ ηρ η ή άστική ιδεολογία, άπό τή θρησκεία της
μ έχρι τήν πολιτική οικονομία καμουφλάρουν τό γεγονός τή ς
καπιταλ ισ τικ ής έκμετάλλευσης.
Τό καμουφλάζ καί ή άπ ατηλότητα πού είναι σ ύμφυτα σέ
κάθε πλάνη, έχουν πάντα κοινωνικό κίνητρο, μέ άλλα λόγια,

124
όπηρετεΐ καθορισμένους κοινωνικούς σκοπούς καί καθορι­
σ μένα κοινωνικά συμφέροντα"
Σ τ ίς πρω τόγονες κοινωνίες, πρίν άπό τήν έμφάνιση τών
τάξεων ή θρησκεία ύπηρετεΐ τό δυνάμωμα καί τήν σταθερο­
ποίηση, τών δεσμών άλληλεγγύης άνάμεσα στά μέλη τής
φυλής, άπό τούς όποιους έξαρταται ή έπιβίω σή τους. Καί
κάτω άπό όρισμένους δρους, ίτα ν οί άνθρωποι βρίσκονταν
σέ πλήρη άμάθεια, σχετικά μέ τίς φυσικές δυνάμεις πού
τούς περιβάλλουν, ή μ αγεία τούς έδινε τήν πεποίθηση 6Tt
μπορούν νά έλέγξουν αύτές τις δυνάμεις. Ή πρω τόγονη
Ιδεολογία, κατά συνέπεια, έχει γ ιά κίνητρο τήν αύτοσυντήρηση όλόκληρης τής φυλής καί τό συμφέρον δλων τών άν­
θρώπων, νά διαφυλάξουν τήν κοινωνική όργάνωση καί νά
νοιώθουν Ισχυρότεροι καί περισσότερο άσφαλισμένοι σ’ αυ­
τήν.
"Οταν ή κοινωνία χω ρίζεται σέ άνταγωνιστικές τάξεις
κα ί 6ταν κατά συνέπεια ή ιστορία έγινε Ιστορία τής ταξικής
πάλης, τότε τό ταξικό συμφέρον έγινε τό κυριότερο κίνη­
τρο τής Ιδεολογίας. Κάθε ιδεολογία γίνεται Ιδεολογία μιας
τάξης πού έκφράζει, άνεξάρτητα μέ τό συγκεκριμένο τρό­
πο, τις συνθήκες δπαρξης μιας'καθορισμένης τάξης καί ύ­
πη ρετεΐ αύτή τήν τάξη, στήν πάλη τη ς ένάντια στίς άλλες
τάξεις. Σ έ κάθε έποχή κυρίαρχη είναι ή Ιδεολογία τής κυ­
ρίαρχης τάξης. Καί δταν άπ ειλεΐτα ι αύτή ή Ιδεολογία, είναι
ένα σημάδι τοϋ γεγονότος 8τι οί ύπάρχουσες ταξικές σ χέ ­
σεις άπειλοΰνται άπό μιά άλλη τάξη.
Τό καμουφλάρισμα καί ή άπατηλότητα τής ταξικής ιδε­
ολογίας, πού κινείται άπό το ταξικό συμφέρον, δέν θά - ρ έ ­
π ει νά έρμηνευτεΐ σάν έσκεμμένη καί συνειδητή έξαπάτηση.
Ά ν σκεφτοϋμε δτι οί πνευματικοί έκπρόσωποι μιας
τάξης έσκεμμένα δημιουργοϋν λαθεμένες Ιδέες μέ τόν ενσυ­
νείδητο σκοπό νά άποκρύψουν άπό τό λαό τήν άλήθεια πού
γνωρίζουν γ ιά τό χαρακτήρα τώ ν κοινωνικών σχέσεων, θά
π ε ι δτι πιστεύουμε πώ ς αυτοί οι διανοητές γνωρίζουν τόν

125
πρα γμ ατικό χαρακτήρα τώ ν κοινωνικών σχέσεων. Ή ούσία
βμως τώ ν ιδεολογικών πλανών είναι β τι προέρχονται άπό
τή λαθεμένη συνείδηση τώ ν κοινωνικών σχέσεων. Ή ιδεο­
λογική μυστικοποίηση αύτών τώ ν σχέσεο>ν παίρνει τή θέση
μιας όρθής καί έπιστημονικής άντίληψης. Κ αί ή λαθεμένη
συνείδηση ξεκινάει, 6πω ς είπα μ ε, βχι άπό έσκεμμένη, άλλά
μάλλον άπό αύθόρμητη καί άσυνείδητη διαδικασία. Δέν ε ί­
ναι έσκεμμένο λάθος, άλλά πλάνη. Ε ίναι μιά άπατηλή καί
ταυτόχρονα καί αύτοαπατηλή ίδέα
Ε κ ε ίν ο ι λοιπόν πού θά θελήσουν νά έρμηνεύσουν τΙς
ιδεολογικές πλάνες άπ λώ ς σάν έσκεμμένα λάθη, άφήνουν νά
τούς ξεφ ύγει ή πρ α γμ ατική φύση αύτοϋ πού ό Μάρξ άποκαλεΐ «/αθεμένη συνείδηση», γ ια τ ί αύτό προϋποθέτει 8tc
ή τάξη , τή ς όποίας τά συμφέροντα ύπηρετοϋνται άπό τήν
Ιδεολογία, στήν ούσία κα τέχει τήν πρ α γμ ατική συνείδηση
τής βπαρξής της, πού θά π ε ι β τι γνω ρίζει π ώ ς δέν μ π ο­
ρεΐ νά ύπάρχει γ ιά πά ντα έκμεταλλεύτρια τάξη. 'Η έξήγη­
ση τώ ν γεγονότω ν, σάν έσκεμμένο σχέδιο γ ιά νά ρίξουν
σ τάχτη στά μά τια τοΰ κόσμου, πρός έξυπηρέτηση τώ ν συμ­
φερόντων μιας τάξης, είναι παράλογος έκχυδαΐσμός του
Μ αρξισμού. Κ αί δέν έξη γεΐ τό π ώ ς δήμιουργοΰνται οί Ιδεο­
λογίες.
’Α σφαλώς οί έκφραστές καί οί ίδεολόγοι τώ ν κυρίαρ­
χω ν τάξεω ν, κάνουν συνεχή κα ί συνειδητή προσπάθεια
έξαπάτησης τοΰ λαοϋ. Κ αί π ίσ ω άπό τό σύστημα τής
έσκεμμένης έξαπάτησης βρίσκεται πά ντοτε ένα σύστημα
αύτοεξαπάτησης.
Σ τήν περ ίπ τω σ η αύτή ταιριάζει τό παράδειγμα τοϋ Πλά­
τω να πού εϊναι ό χαρακτηριστικότερος έκπρόσωπός της Ιδεο­
λογικής άντίδρασης στόν άρχαΐο έλληνικό κόσμο. Στήν
Π ολιτεία του, συμβουλεύει 8τι γ ιά νά νρατήσουν τό λαό σέ
υπο ταγή οί κυβερνώντες θά πρ έπ ει νά διαδώσουν ίν α εύγενικό ψέμμα, β πω ς τό άποκαλεΐ Π αρ’ βλο πού θά γ ν ω ­
ρίζουν β τι δέν είναι σωστό, πρ έπ ει νά διακηρύξουν βτι

126
κυβερνήτες καί κυβερνόμενοι «Ιναι δυό διαφορετικά εϊδη
άνθρώπων. Ο ί κυβερνώντες είναι χρυσοί άνθρωποι καί οί
κυβερνόμενοι μπρούτζινοι καί σιδερένιοι. Ταυτόχρονα ό
Π λάτωνας υποστήριξε βτι τό καλύτερο κοινωνικό σύστημα
είναι τό άριστοκρατικό καί ί τ ι κάθε άπομάκρυνση ά π ’ αύτό
σημαίνει άναρχία καί έκφυλισμός. "Ο μως βλα αύτά τά π ί ­
στευε. ΤΗ ταν μιά άπό τΙς πλάνες της τάξης του καί άποτελοϋσε τή βάση της θεώρησής του. Ά π ό τήν άποψη τών
άριστοκρατών δουλοκτητών, ή Ιδεολογία πού έπεξεργάστηκε ό Π λάτωνας καί πού κουράστηκε πολύ γ ιά νά τή δια­
μορφώσει, ήταν πολύ φυσικό νά λέει ψ έμματα καί τά τέ ­
τοια ψέμματα ήσαν ευγενικά.
Τ ό ΐδιο συμβαίνει καί μέ τούς Ιδεολόγους δλων τών κυ­
ρίαρχων τάξεων. Ή έξυπνη λαθεμένη συνείδηση άπ α ιτεΐ
έσκεμμένη έξαπάτηση, έτσι πού καί τά δυό γίνονται άναγκα ϊα καί άξεχώριστα. Α ύτό συμβαίνει ιδιαίτερα στήν κ α π ι­
ταλιστική κοινωνία, δπου τά πάντα, καί οί ίδέες άκόμα, άγοράζονται καί πωλοϋνται. ’Εκείνοι πού έχουν ίδέες γιά
πούλημα τΙς θεωρούν έμπορεύματα καί τΙς πουλοϋν γ ιά παραδάκι, μέ τήν πεποίθηση δτι δέν είναι άληθινές.
Ό ταξικός χαρακτήρας τών (δεολογιών έχει άναγνωριστεΐ άπό παλιά. "Οταν μιά καινούργια τάξη άνέρχεται καί
διαμορφώνει μιά Ιδεολογία, άντίθετη άπό τήν Ιδεολογία
τών κυρίαρχων τάξεων, άναγνωρίζουν γενικά δτι ή παλιά
Ιδεολογία έκφράζει τά συμφέροντα τώ ν πολιτικώ ν τους αν­
τιπάλων. Καί γ ι’ αύτό έπιτίθενται ένάντια σ’ αύτή τήν 1δ3ολογία σάν ένα σύστημα θελημένων πλανών, πού έχουν γιά
κίνητρο τό ταξικό συμφέρον. Κ αί άπό τήν άλλη πλευρά»
προωθούν τή δική τ>υς Ιδεολογία, σάν ένα σύστημα άληθειών, πού άνταποκρίνονται σ τίς σταθερές άνάγκες όλόκληρης τής κοινωνίας.
«Κάθε καινούργια τάξη πού καταλαμβάνει τή θέση τής
προκατόχου της κυριάρχου τάξεω ς», έγραφαν ό Μάρξ καί ό
Έ ν γ κ ε λ ς, «άπλούστατα προσπαθεί νά πραγματοποιήσει

127
τούς δικούς της σκοπούς, νά παρουσιάσει τά συμφέροντά
της σάν κοινά συμφέροντα δλου τοϋ λαοΰ καί νά τά έξιδανικεύσει. Θ ά παρουσιάσει τίς Ιδέες της γενικευμένες καί σάν
τις μοναδικές λογικές καί μέ παγκόσμιο κΰρος. Ή τάξη
πού κάνει μιά έπανάσταση, άπό τήν άρχή-άρχή παρουσιά­
ζεται, άπλώ ς καί μόνο έπειδή άντιτίθεται σέ μιά άλλη τά ξη ,
β χι σάν τάξη άλλά σάν έκπρόσωπος όλοκλήρου της κοινω ­
νίας. ( Γερμανική ’Ιδεο λο γία, Μέρος I τμήμ α 1 ) .
Μ ιά νεοδημιουργημένη λοιπόν Ιδεολογία, γενικά ξεκι­
νάει μέ μιά βαθειά ώθηση πρός τήν έξέλιξη, σάν ενα π α γ ­
κόσμιο σύστημα Ιδεών, πού άνοίγει καινούργιους όρίζοντες,
πού άντισ τοιχεΐ σ τίς βαθύτερες κοινωνικές άνάγκες πού φ αί­
νεται νά στηρίζεται β χι στά συμφέροντα μιας τάξης, άλλά βτι
άνταποκρίνεται στίς έπιθυμίες όλόκληρου τοϋλαοϋ. Σ τήν π ο ­
ρεία βμως καί καθώς οΐ νέες κυρίαρχες καί έκμεταλλεύτριες
τάξεις πνίγονται μέσα στίς ίδιες τους τις άντιφάσεις, ή ί·
δεολογία τους χάνει τήν έπαναστατική .της όρμή καί γ ίν ε ­
τα ι συντηρητική. ’Α ρχίζει ή παρακμή τη ς κα ί ή άποσύνθεσή της, ώσπου τελικά θά καταλήξει σέ ένα σύστημα τα ­
ξικών έξαπατήσεων* καί οί έκπρόσωποί της έκφυλίζονται,
άπό πρω τότυπους διανοητές σέ άπλούς μισθωτούς προπαγανδιστές τώ ν κυρίαρχων τάξεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΟΓΔΟΟ

ΕΠΙΣΤΗΜΗ
01 ΙΔΕΕΣ Τ Η Σ ΔΙΑ ΔΙΚ ΑΣΙΑΣ Π Α Ρ Α Γ Ω Γ Η Σ

I V W μ ί τήν άνάπτυξη τη ς πλάνης, τή ς άντιστραμένης
άντανάκλασης στή συνείδηση τώ ν παρ αγω γικώ ν σχέσεων,
προχω ράει καί ή άνάπτυξη τώ ν άληθινών Ιδεών γ ιά τά υλι­
κά άντικείμενα πού περιβάλλουν τούς άνθρώπους καί μέ τά
ό ποια έρχονται σέ σχέσεις κατά τή διαδικασία τή ς πα ρ α­
γ ω γ ή ς, στήν ίδ ια τή διαδικασία π α ρ αγω γή ς κα ί σ τίς ίδιαίτερές τους δραστηριότητες καί στίς κοινωνικές τους σχέσεις.
Γ ια τί ή άνάπτυξη τή ς πα ρ α γω γή ς κα ί τώ ν κοινωνικών
έπαφώ ν πού δημιουργοϋνται άπό τήν ϊδ ια τήν πα ραγω γή
ά π α ιτε ΐ καί δημ ιουργεί στόν έργαζόμενο σ’ αύτήν, άληθινές
Ιδέες γ ιά τά πρ ά γμ ατα, τίς άμοιβαϊες σχέσεις τους καί τΙς
κινήσεις τους, καθώς καί γ ιά τίς διάφορες άνθρώπινες δρα­
στηριότητες καί σχέσεις. Ά ν οΐ δνθρωποι δέν άναπτύσσουν τέτοιες άληθινές ίδέες, δέν μπορούν νά προωθήσουν
μέ έπιτυχία τήν πα ρ αγω γή ή νά ρυθμίσουν τις κοινωνικές
ύποθέσεις. Κ αί ίσ ο περισσότερο ποικίλες καί ισχυρές είναι
οί πα ραγω γικές τους δυνάμεις κα ί ίσ ο ποικίλες καί πολύ­
πλοκες είναι οί κοινωνικές τους δραστηριότητες, τόσο π ε ­
ρισσότερο έχουν άνάγκη νά άνακαλύψουν τή φύση καί τόν
έαυτό τους, γ ιά νά μπορέσουν νά φέρουν μέ έ πιτυχία σέ
πέρας τά διάφορα σχέδιά τους.
Σ τή ν έξέλιξή τη ς τή ς Ιδεολογίας, όπω ς άπέδειξαν ό
Μ άρξ καί ό "Ε νγκελς, «ή συνείδηση μπορεΐ πρ α γμ ατικά νά
καυχηθεΐ ί τ ι είναι κά τι άλλο άπό μιά συνείδηση τής ύπάρχουσας πρακτικής». Μά ένώ ή συνείδηση ά π ο σ π ϊτα ι άπό
τήν ύπάρχουσα πρα κτική , ίσ ο άναπτύσσεται ή πρακτική

129
έξελίσσεται καί ή συνείδηση τή ς ύπάρχουσας πρακτικής.
Ή πρα γμ ατική άνάπτυξη τή ς πα ραγω γή ς, τή ς κατανομής
τής έργασίας καί τώ ν παραγω γικώ ν σχέσεων ποΰ όδηγεΐ
στά πλανερά πετά γμ ατα μιας άντιστραμένης Ιδεολογίας,
όδηγεΐ έπίσης σέ αδξηση τών άληθινών Ιδεών τών άνθρώ­
πω ν, γ ιά τΙς πρα γμ ατικές το υ ; συνθήκες ζωής.
01 τέτοιες Αληθινές ιδέες δέν ξεπηδανε, άπό μόίες τους.
Διαμορφώνονται κοπιαστικά καί δουλεύονται καί έπαληθεύοντα ι στήν πρακτική Κ αί έκφράζονται στις πάρα πολλές άτακαλνψεις πού κάνουν οΐ άνθρωποι στήν πορεία τής κ ο ι­
νωνικής τους πρακτικής.
*Η πρώ τη πη γή τών άνθρώπινων άνακαλύψεων είναι ή
πρακτική τή ς κοινωνικής παραγω γής.
Ε ίδαμε κι’ βλας βτι ένα άπό τά χαρακτηριτττικά τής
κοινωνικής διαδικασίας πα ραγω γή ς εϊναι βτι οΐ άνθρωποι
έχουν μιά Εδέα έκνίνου πού πρόκειται νά παράγουν. Δ έ '
μπορεϊ καί δέν εϊναι δυνατό νά ύπάρξει πα ραγω γή μέ τήν
άνθρώπινη Ιννοια, μήτε άκόμα καί ή πιό πρω τόγονη τής
συλλογής καρπών καί τοϋ κυνηγιοΰ, χω ρ ίς αύτή τήν συνεί­
δηση. Κ αί έτσι στήν πα ραγω γή , οί άνθρωποι άναγκαστικά
σχηματίζουν τΙς Ιδέες τους γ ιά τά άντικείμενα μέ τά όποια
έρχονται σέ έπαφή καί σχέσεις, μέ τά ύλικά καί τήν τεχνική
πού χρησιμοποιούν καί άνακαλύπτουν τΙς ιδιότητες τώ ν
Αντικειμένων καί τώ ν ύλικών καθώς καί τό τ ί μποροϋν νά
κάνουν μ’ αύτά.
«01 π ρω ταρχικοί παράγοντες τη ς διαδικασίας έργασίας»,
έγραφε 6 Μάρξ (Κ εφ άλαιο Τόμος Α '. Κ εφαλ. 7 Τ μ ήμ α 1)
«εϊναι ol 1) ή προσωπική δραστηριότητα τοϋ άνθρώπου,
δηλαδή ή Ιδια του ή έργασία* 2 ) τό άντικείμενο έργασίας
καί 3) τά έργχλεϊα». Κ αί κανένας άπό τούς παράγοντες
αύτούς δέν μπορεϊ νά μ π ει σέ κίνηση, χω ρίς τΙς άντίστοιχες ίδέες καί άνακαλύψεις. Μέ τήν Ανάπτυξη τής π α ρ α γω ­
γ ή ς καί τήν κατανομή τής έργασίας, οί μορφές έργασίας
ποικίλλουν, τό πεδίο τη ς έπεκτείνεται καί τά έργαλεϊα βελ­
9

130
τιώ νονται. Κ αί αύτό σημαίνει δτι οί Ιδέες τώ ν άνθρώπων
πλαταίνουν άντίστοιχα καί β τι κάνουν καινούριες άνακαλύψεις.
*0 πρω τόγονος άνθρωπος π .χ ., πού έξέφραζε τΙς κοι­
νωνικές τους σχέσεις καί τίς σχέσεις τους μέ τή φύση, μέ
τήν Ιδεολογία της μαγείας, είχ ε κιόλας άκ ριβεΐ; καί ορθές
ιδέες γ ιά τά διάφορα είδη τώ ν ζώ ων πού κυνηγούσε, γιά
τΙς συνήθειές τους κα ί τίς ίδιότητές τους, 6πω ς φαίνεται
στά διάφορά ευρήματα της έποχής έκείνης καθώς καί στίς
γνώ σεις πού έπιδεικνύει σ τίς εικόνες πού βρέθηκαν στά
σπήλαια. Μέ τήν άνάπτυξη της γεω ρ γίας καί τών τεχνών
γίνονται καινούριες άνακαλύψεις διαμορφώνονται καινού­
ριες Ιδέες γ ιά τά φυσικά αντικείμενα καί τίς ίδιότητές
τους· καί οί άρχές πού ισχύουν στίς διαδικασίες της έργα σίας πλάτυναν πολύ. Κ αί σήμερα, στήν καπιταλισ τική ' κοι
νωνία στά ινστιτούτα καί στά πα νεπιστήμ ια πού εϊναι ζ υ ­
μω μένα μέ κάθε είδος θρησκευτικές, πολιτικές καί φιλο­
σοφικές πλάνες, ύπάρχουν μεγάλα καί αύξανόμενα άποθέματν όρθών κα ί συστηματικών γνώσεων γ ιά τή φύση καί
τούς "νόμους της, πού ό άνθρωπος, χρησιμοποιώ ντας της,
προω θεί τήν κυριαρχία του πάνω στή φύση. "Ολα αύτά ε ί ­
ναι ό καρπός χιλιάδω ν χρόνων άνθρώπινης ζω ής καί ιδιαι­
τέρα τής δυναμικής προόδου πού έπιτεύ χθηχε στήν κ α π ι­
ταλιστική έ π ο χ ή .
Έ τ σ ι, άν καί οί πλάνες τών άνθρώπων έχουν τήν π ρ ω ­
ταρ χικ ή τους πη γή σ τίς πα ραγω γικές σχέσεις, οί άνθρω­
π ο ι κάνουν συνεχώς καινούριες άνακαλύψεις, πού σέ τε ­
λευταία άνάλυση προέρχονται άπό τήν Ιδια τή διαδικασία
πα ρ α γω γή ς. Μέ τίς άνακαλύψεις αύτές αναπτύσσονται οι
άφηρημένες ίδέις πού άντανακλοϋν διάφορα γνω ρίσμ ατα καί
ιδιότητες τώ ν πρα γμ άτω ν καί τή ς διαδικασίας παραγω γής,
χ ω ρ ίς ιδεολογικές προκαταλήψεις, άντιστροφές καί καμου­
φλαρίσματα.
01 τέτοι*ς ιδέες γ ιά τή φύση καί τήν τεχνική άποτε-

131
λοϋν πρ α γμ ατικά , μιά σημαντική πλευρά τώ ν Ιδιων τώ ν
πα ραγω γικώ ν δυνάμεων. Ο ί πα ραγω γικές δυνάμεις π ε ρ ι­
λαμβάνουν καί τούς άνθρώπους μέ τήν πα ραγω γική τους
πείρα καί τήν Ικανότητά τους. *Η πα ραγω γική πείρα
τώ ν άνθρώπων καί ή Ικανότητά τους καταγράφεται, γ ε ­
νικεύεται καί συστηματοποιείται σ τίς Ιδέες τους. Καί έξοπλισμένοι μ ’ αύτές τις ίδέες χρησιμοποιούν τά έργαλεϊα
πα ραγω γή ς καί τά βελτιώνουν. Κ αί πάρα πέρα, ή αύξηση
τώ ν γνώσεων γύρω άπό τή διαδικασία πα ραγω γή ς, τά
ύλικά καί τά έργαλεϊα, τώ ν άρχών τής τεχνολογίας καί
τή ς φύσης γενικότερα, εϊναι άπαραίτητος ίρ ος γ ιά τή
συνέχιση τής πα ραγω γή ς σ’ ίν α δοσμένο έπίπεδο. Σ έ εύνοϊκές περιστάσεις, συντελεί σέ καινούρια προώθηση τή ς
πα ραγω γή ς καί έτσι γίνεται ένας άπό τούς παράγον­
τες πού κάνουν άναγκαΐες, στήν κατάλληλη σ τιγμή, τΙς έπαναστατικές άλλαγές στίς πα ραγω γικές σχέσεις γ ιά νά
έρθουν σέ άντισ τοιχία μέ τΙς παρ αγω γικές δυνάμεις.
Η Α Ν Α Π Τ Υ Ξ Η ΤΩ Ν ΦΥΣΙΚΩΝ Ε Π ΙΣ Τ Η Μ Ω Ν

Ο Ι φυσικές έπιστήμες ξεπηδάν άπό τΙς ίδέες ή τίς γνώ ­
σεις πού συσσωρεύονται στή διαδικασία παραγω γής.
« Ά π ό τήν άρχή άρχή», έγραφε ό Έ ν γ κ ε λ ς στή Ιιαλεχ τ ιχ η τή ς Φ ύσης», ή προέλευση καί ή άνάπτυξη τώ ν έπισ τημών καθορίστηκε άπό τήν παραγω γή».
Σ ’ 6λη τήν άρχαιότητα, παρατηρεί, ή καθαρά έπιστημονική έρευνα περιορίζεται στήν άστρονομία, στά μαθημα­
τικ ά καί στή μηχανική. Γ ια τί «ή άστρονομία... καί μόνο
γ ιά τόν καθορισμό τώ ν έποχών, ήταν άπόλυτα άπαραίτητη
στούς ποιμενικούς καί γεωργικούς λαούς. Μά ή άστρονο­
μία μπορεΐ νά άναπτυχθεΐ μόνο μέ τήν άνάπτυξη τώ ν μα­
θηματικώ ν. Κ αί αύτό έγινε. Π αραπέρα σημειώνεται μία
νέα πρόοδος στή γεω ρ γία σ’ όρισμένες περιοχές τής γής
(στήν Α ίγ υ π το π . χ . έχουμε άνάπτυξη τοϋ άρδευτικοϋ

συστήματος). Μέ τή δημιουργία τών πόλεων άρχισαν οΐ
μεγάλες οίκοδομικές έπιχειρήσεις καί ή άνάπτυξη της μη­
χανικής καί τών τεχνών. Σ έ λίγο παρουσιάστηκαν οΐ άνάγκες τή ς ναυσιπλοίας καί τώ ν πολέμων. Κ αί τότε π ιά χρεια­
ζόταν ή βοήθεια τώ ν μαθηματικών, πού μέ τή βοήθειά
τους προω θείται παραπέρα ή έξέλιξη». ’Α ργότερα μέ τή
άνάπτυξη τώ ν πα ραγω γικώ ν δυνάμεων, πού όδηγοϋν καί
παίρνουν τεράστια άνάπτυξη στό καπιταλιστικό σύστημα,
ξεπηδάνε ή μιά μετά τήν άλλη καινούργιες έπιστήμες, 6π ω ς ή φυσική, ή χημεία, ή βιολογία, ή γεω λογία κλπ.
«■Άν... οί έπιστήμες άναπτύσσονται ξαφνικά, μέ άπίστευτες δυνάμεις καί μέ ταχύ τητα θαύματος, γ ιά άλλη μιά φο­
ρά τονίζουμε δτι καί αύτό τό θαϋμα τό όφείλουμε στήν π α ­
ρ αγωγή».
’Αφοΰ ή άνάπτυξη τώ ν έπιστημώ ν καθορίζεται άπό τήν
πα ραγω γή , ό ϊδιος λόγος είναι πού χαρακτηρίζει κα( τόν
άνισόμερο ρυθμό άνάπτυξης τώ ν έπιστημώ ν στήν Ιστορία
καί άκόμα καί τό μονόπλευρο πολλές φορές χαρακτήρα
αύτής τής άνάπτυξης. Σ ’ αύτό άκόμα συντελεί ό πολύμορ­
φος χαρακτήρας τής πα ραγω γή ς καί ή σχετική έμφαση πού
δίνεται στίς διάφορες διαδικασίες πα ραγω γή ς. "Ε τσι π .χ .
ή χημ εία δέν ε ίχ ε αναπτυχθεί έπαρκώς μέχρι τή σύγχρονη
έποχή, ένώ ή μηχανική καί μερικές βιολογικές έπιστήμες
πού έχουν σχέση μέ τήν άγροτική οικονομία παραμελήθηκαν στό σύγχρονο μονοπωλιακό καπιταλισμό καί άντίθετα
έπιταχύνθηκαν τρομερά δλες οί έπιστήμες πού έχουν σχέση
μέ τήν πολεμική πα ραγω γή .
Ο Ι Ε Π ΙΣ Τ Η Μ Ε Σ ΣΑ Ν Ε Ξ η ΙΔΙΚ ΕΥ Μ Ε Ν Ο Σ Τ Ο ­
Μ Ε Α Σ Ξ Ε Χ Ω Ρ ΙΣ Τ Ο Σ Α Π Ο

ΤΗΝ

Π Α ΡΑ ΓΩ ΓΗ

01 έπισ τήμες είναι ούσιαστικά ένας έξειδικευμέν<£ τ ο ­
μέας δραστηριότητας μέ τίς δικές τους είδικές θεωρίες καί
τεχνική. *Η έμφάνιση τώ ν έπιστημώ ν συμπέφτει μέ τή»

άρχή της ειδικής έρευνας τώ ν Ιδιοτήτων των διαφόρων φυ­
σικών άντικειμένων καί διαδικασιών, πού ξεχω ρίζει άπό
τή διαδικασία παραγω γής καί πού είναι άποτέλεσμα τοΰ
καταμερισμού της έργασίας. Δηλαδή δταν άρχίζει μιά ει­
δική έπεξεργασία, μιά γενίκευση καί συστηματοποίηση τών
ίδεών, σέ συνδυασμό μ’ αύτή τή έρευνα.
Μόνο κάτω άπό τέτοιες συνθήκες μποροΰμε νά μιλάμε
γιά έπιστημες. Έ τ σ ι δέν μποροΰμε νά δώσουμε στά σοβα­
ρά τόν τίτλο της « Ε π ισ τή μ η ς» στίς γνώ σεις πού είχαν οί
πρωτόγονες φυλές, 8σο έκτεταμένες καί όρθές καί άν ήσαν,
γύρω άπό τά διάφορα είδη τών ζώων κ α ΐτώ ν φυτών ή γ ύ ­
ρω από τίς Ιδιότητες τών διαφόρων ύλικών ή τή διαδοχή
τώ ν έποχών. 01 γνώ σεις αύτές άνέρχονται στό έπίπεδο της
έπιστήμης, μόνο βταν βλα αύτά γίνονται άντικείμενα μιας
ειδικής έρευνας, ξεχωριστής άπό τήν ίμ ε σ η πα ραγω γή καί
κατά κύριο λόγο ξεχωριστής άπό τό κυνήγι, τήν κατασκευή
τώ ν έργαλείων, τήν κηπουρική κλπ. Κ αί κατά συνέπεια δταν
οι άνακαλύψεις γύρω ά π ’ αύτά τά πρά γμ ατα γενικεύονται
καί συστηματοποιούνται σάν ένα ξεχωριστό σύνολο γνώ ­
σεων.
Μπορούμε νά ξεχωρίσουμε τρία ιδιαιτέρα χαρακτη­
ριστικά τών επιστημώ ν πού σ ιγά-σιγά ξεχωρίζουνε τήν
έπιστημονική θεωρία, άπό τή γνώση τών φυσικών άν « κ ε ι­
μένων καί τών διαδικασιών, πού είναι σύμφυτα στήν ίδια
τή διαδικασία παραγω γής καί άποτελοΰν τήν ιδιαίτερη συ­
νείδηση τοΰ παραγω γού, σχετικά μέ τήν έργασία του, τά ύλικά καί τά έργαλεϊα τ',υ.
1)
Ή έπιστήμη άσχολεϊται μέ τή σ υ σ τη μ α τική π ε ρ ι­
γρ αφ ή καί ταξινόμηση τώ ν φυσικών άντικειμένων καί διαδ κασιών. Τ έτοια έργασία είναι η χαρτογράφηση τών ούρανίων σωμάτω ν καί ή σχετική φαινομενική τους κίνηση,
πού έγινε άπό τούς πρωτοπόρους της άστρονομικής έπ ι­
στήμης, π .χ . τούς άρχαίους Α ιγυπτίους) ή οι διάφορες
ιστορίες, πού συγκεντρώθηκαν άπό τούς πρώτους μ ε ­

134
λετητές τη ς ζω ντανής φύσης, δπ ω ς π .χ . άπό τόν Α ρ ισ το ­
τέλη, τοϋ οποίου τά έργα σ χετικά μέ τη ζω ολογία περι­
λαμβάνουν συστηματική περιγραφή καί ταξινόμησ/j τώ ν πιό
γνω στώ ν (καθώς καί μερικών φανταστικώ ν) ζώ ων καί μιά
προσπάθεια διατύπω σης νόμων πού συσχετίζουν τις διάφο­
ρες Ιδιότητες τ ών διαφόρων ζώων.
2 ) 0 1 έπισ τημες βασισμένες σέ τέτο ια περιγραφή καί
ταξινόμηση τώ ν φυσικών άντικειμένω ν καί τώ ν κινήσεών
το υ ;, προχωρούν, μέ τήν άφαίρεση, ο τή διατύπωση τώ ν
άρχώ ν κα ί τώ ν νόμω ν πού έκίηλώ νονται καί κυβερνοΰν
τις ιδιότητες καί τις κινήσεις τών φυσικών άντικ*ιμένων.
Μέ τέτοιες άφαιρέσεις π . χ. προέκυψαν έννοιες δπ ω ς μάζα,
φορά κλ π., στή μηχανική· ή οί άντιλήψεις τώ ν άριθμών
κα ί τώ ν γεω μετρικώ ν σχη μάτω ν στά μαθηματικά.
3) Χ ρησιμοποιώ ντας αύτές τις έννοιες, οί έπιστημες
προχωρούν στή διατύπω ση υποθέσεων. Ο ί τέτοιες ύποθέσεις έχουν σκοπό νά έξη γή σο υν τις Ιδιότητες, τις άμοιβαϊες σχέσεις κα ί τις κινήσεις πού παρατηρήθηκαν στά άντικείμενα πού έρευνοϋνται καί μέ τόν τρόπο αύτό νά προβλεφθονν οί παραπέρα ΐδιότητές τους, οί άμοιβαΐες τους
σχέσεις καί οί κινήσεις· έχουν σκοπό νά έτοιμάσουν μιά
συστηματική Θεωρία τώ ν φαινομένων τήν όποία νά κά ­
νουν κατανοητή στόν άνθρωπο, γιά νά μπορέσει νά τή
χρησιμοποιήσει.
Κ ατά συνέπεια, ένώ ή επισ τήμη έχει τ ις ρίζες της
στήν πα ραγω γή καί εφαρμόζεται στήν πα ραγω γή , ταυ τό­
χρονα άναπτύσσεται σάν έξειδικευμένη δραστηριότητα ξε­
χω ρ ισ τή άπό τήν πα ραγω γή .
Ε ν ν ο ε ίτ α ι δτι έκεϊνοι πού τήν άναπτύσσουν συνήθως
δέν γνωρίζουν ή άγνοοϋν έντελώς τις σχέσεις τη ς μέ τήν
π ιρ α γ ω γ ή . Σ χ ετικ ά μέ τή συν*ίδηση πού έχουν γ ιά τή
δραστηριότητά του?, μπορούν νά κάνουν τις έρευνες τους,
άπό περιέργεια, Αποκλειστικά γ ιά απόκτηση γνώσεων,
άπό άγάπ η πρός τον άνθρωπο, καί άπό τήν έπιθυμία του

135
νά μορφώσει τό λαό ή επειδή τούς άρεσε, έπειδήτούς π λ η ­
ρώνουν, έπειδή θέλουν νά άποκτήσουν φήμη, έπειδή θέλουν
νά άποδείξουν στούς άντιπάλους τους δτι έχουν άδικο κλπ.
Π ολλά καί διαφορετικά κίνητρα μπορούν νά έπενεργήσουν
στήν προώθηση μιας έπιστημονικής
ρ γασίας' κα ί άσφαλώς αύτά τά κίνητρα μπορούν καί έπηρεάζουν τό χα ρ α ­
κτήρα καί τό άποτέλεσμά τη ς.
Ά π ό τή σ τιγμ ή πού μιά έπισ τήμη θά κάνει όρισμένες
άνακαλύψεις, συχνά αύτές οί ίδιες ot άνακαλύψεις όδηγοΰν
σέ άλλες καί τά συμπεράσματα, οί γενικεύσεις κα ί ή συστηματοποίηση τώ ν Ιδεών πού θά προκύψουν. προχωρούν
μέ μιά δική τους λογική. άνεξάρτητα άπό τά ιδιαιτέρα
πρακτικά προβλήματα, πού συνοδεύονται μ τήν π α ρ α γω γή .
Γ ιά τό λόγο αύτό, σημαντικά έπιστημονικά προβλή­
ματα ξεκαθαρίζονται πριν νά μπορούν σ τίς πρα κτικ ές άνάγκες καί άκόμα πριν νά γίνει μιά όποιαδήποτε πρα κτική
τους έφαρμογή. Π .χ . τά συμπεράσματα γ ιά τήν δπαρξη
τών ήλέκτρομαγνητικών κυμάτω ν είχαν έπαληθευτεΐ πριν
άπό όποιαδήποτε πρακτική τους έφαρμογή στή ρ αδιοφω ­
νία. ' Η διάσπαση τοϋ άτόμου ε ίχ ε άνακαλυφθεΐ πολλά χρ ό ­
νια πριν νά έ π ιχ ειρ η θ ϊΐ μιά όποιαδήποτε διάσπαση τοϋ ά­
τόμου. ‘Έ τ σ ι ή έπιστημονική προώθηση τείνει διαρκώ ς νά
άποκτήσει μιά δική τη ς άνεξάρτητη φορά, πέρα άπό τήν
πρακτική τη ς έφαρμογή. Κ αί κά τι άκόμα περισσότερο,
δταν αύτή ή έφαρμογή τους γίνει τεχνικά δυνατή, συχνά
άναστέλεται γ ιά πολιτικούς καί οικονομικούς λόγους.
Ο ί έπισ τήμες, σάν τό θεωρητικό μέρος τή ς πα ρ αγω γή ς,
ξεχωρίζουν άπό τήν πρακτική τή ς πα ρ αγω γή ς τόσο στή
συγκρότησή τους όσο καί στήν ιδιαίτερη δραστηριότητα καί
στή συνειδητότητα αύτών πού τήν άσκοΰν. Ταυτόχρονα ό
χαρακτήρας τώ ν έπιστημώ ν καί τό έπίπεδό τους, έξαρταται
άπό τό άντίστοιχο τή ς πα ραγω γή ς. Τ ά προβλήματά τους σέ
τελευταία άνάλυση ξεπηδάνε μέσα άπό τήν πα ρ αγω γή καί
τά σ υμπεράσματά τους ξαναγυρνανε στήν πα ραγω γή . Ή

136
άνάπτυξη τώ ν έπιστημώ ν έξαρταται πάντοτ* άπό τήν άνάτττυξη της πα ραγω γή ς καί σέ συνέχεια οΐ έπισ τήμες προω ­
θούν τήν παραγω γή. Ό ξεχωρισμός της έπιστήμης άπό την
παραγω γή δέν σημαίνει σπάσιμο των δεσμών, άλλά άκό­
μ α πιό στενό δεσμό μαζί της.
Κ ι’ άν τύχες ό δεσμός αύτός νά χαλάσει ή ίδια ή έπιστήμη θά μ π ει στη σ τασιμότητα καί σέ συνέχεια στήν
παρακμή. Γενικά οΐ περίοδες κατά τις όποιες δίνεται μιά
καινούρια ώθηση σ τίς έπιστήμες, συνήθως είναι περίοδες
πού σημειώνεται νέχ άνάπτυξη τής τεχνικής τής πα ρ αγω ­
γής. Κ αί οί πρω τοπόροι αύτης τής περιόδου, πού άνοίγουν
νέους δρόμους στήν έπιστήμη, συνήθως είναι στενά συνδε­
μένοι στά πρα κτικά τους συμφέροντα μέ τήν καινούρια
πα ραγω γική διαδικασία. Τ ό τε άκολουθεΐ μιά διαδικασία έπιστημονικής έπεξεργασίας κα ί άνάπτυξης τώ ν νέων ίδεών
καί άνακαλύψεων. ' Η διαδικασία αύτή 6μως δέν μπορεΐ νά
συνεχιστεί γ ιά πολύ, άν δέν καταλήξει σέ τεχνική έφαρμογή
αύτών τών άνακαλύψεων κα ί δέν άποκτήσει τά κίνητρα πού
δίνουν τά προβλήματα πού ξετιηδανε άπό τήν έφαρμογή
τους.
Ε Ι ΙΙ Σ Τ Η Μ Ι Ι

Κ Α Ι Τ Α ΞΙ!

Ά π ό τά δσα είπα με βγαίνει δτι ή εμφάνιση τώ ν έπιστημών εϊναι άποτέλεσμα τοϋ καταμερισμού τής έργασίας.
Ο ι έπιστήμες άναπτύσσονται σάν προϊόντα τής διανοητικής
έργασίας, δταν ξεχω ρίζει άπό τή χειρονακτική, σάν Ιδιαί­
τερο πεδίο θεωρητικής δραστηριότητας, χω ριστά άπό τήν
έργασία παραγω γής. Α π ’ αύτό βγαίνει δτι ή άνάπτυξη τών
έπιστημώ ν εϊναι στενά δεμένη μέ τήν άνάπτυξη τών τ ά ­
ξεων. Σ τ ίς διάφορες έποχές οί διάφορες τάξεις βοήθησαν
στήν άνάδειξη τών έπιστημώ ν καί κατά συνέπεια έπηρέασαν τήν άνάπτυξή της, μέ σκοπό νά ταιριάσει στίς ταξικές
τους άπαιτήσεις καί επέβαλαν στίς έπισ τημες μερικά γ νω ­
ρίσματα τής ταξικής τους Ιδεολογίας

137
Ά π ό τόν καταμερισμό τή ς έργασίας ζεπηδανε ή Ατομι­
κή Ιδιοκτησία κα ί οί έκμεταλλεύτριες τάζεις. Κ αί μαζί μ*
αύτό Ιχουμ ε τόν καταμερισμό άνάμεσα στή μάζα τώ ν π α ­
ραγω γώ ν, πού άσχολοϋνται πέρα γ ιά πέρα μέ τήν παρα­
γ ω γ ικ ή έργασία καί στήν προνομιούχα καί άργόσχολη μειο­
ψηφία, πού πήρ* στά χέρ ια τη ς τή γενική διεύθυνση τής
κοινωνίας. Ή άνάπτυξη τώ ν επιστημώ ν, σάν κλάδος τής
διανοητικής έργασίας, έζαρτιόταν άπό τήν ύπαρξη μιας τέ ­
τοιος μειοψηφίας, άπαλλαγμένης άπό τή χειρονακτική έρ­
γασία τής πα ρ αγω γή ς καί Ικανής νά άναλάβει μιά τέτοια
διανοητική έργασία.
'Ε τ σ ι ή τάξη πού σέ μιά δοσμένη περίοδο πήρε στά
χέρια τη ς τή γενική διεύθυνση τή ς κοινωνίας καί φυσικά
καί τοϋ κράτους καί τή ς θρησκείας κλπ., πήρε στά χέρια
τη ς καί τίς έπισ τημες κα ί άσκησε έπιρροή έλέγχου στήν
άνάπτυξη της.
Ο ί έπιστημες αναπτύσσονται ουσιαστικά σάν μέρος τών
μέσων πού άπαιτοΰνται γ ιά τή γενική διεύθυνση τώ ν κ ο ι­
νωνικών ύποθέσεων, άλλά καί σάν ξεχω ριστός τομέας δρα­
στηριότητας. "Έτσι οι έπισ τή μ ες άναπτύσσονται σάν μέσα
ή δργανα στά χέρια τώ ν διαφόρων τάξεων, πού ύπηρετοΰν
τις άπαιτήσ εις τους μέ 1) τήν προώθηση καί έπέκταση
τή ς πα ρ α γω γή ς- καί 2) μέ τό βτι τούς δίνουν τή δυνατό­
τη τα διεύθυνσης καί έλέγχου γενικά τώ ν κοινωνικών ύπο­
θέσεων. 01 τάξεις αύτές προωθούν άλλά καί καθυστερούν
τήν άνάπτυξη τώ ν έπισ τημώ ν, στά μέτρα πού τά συμφέροντά τους άπαιτοΰν τήν άνακάλυψη καινούριων π ρ α γ ­
μάτων καί τό ξεπέρασμα τής άμάθειας ή τήν έπινόηση
ψεύτικων θεωριών.
Έ τ σ ι τό άπλω μ α τή ; έπισ τήμη ς καί επίσης τά
σ’ αύτό τό άπλω μ α καθαρίζονται άπό τά συμφέροντα,
κ ι’ αύτά ξεπηδανε μέσα άπό τίς συνθήκες ζω ής τώ ν
φόρων τάξεων σ τίς διάφορες έποχές.
Σ τή δουλοκτητική καί στή φεουδαρχική κοινω νία

δρια
πού
δ ια ­
π .χ ’

138
ol συνθήκες ζω ής τών κυρίαρχων τάξεων, πού είναι δεμέ­
νες μέ τήν δπαρξη ένός σ υγκριτικά χαμηλού έπιπέδου άνά­
πτυξης κ α Γ τής γεω ρ γίας καί τώ ν τεχνών, βάζουν Ινα πολύ
περιορισμένο ένδιαφέρον στν.ν άνάπτυξη τώ ν έπιστημώ ν.
Μά άπό τή σ τιγμή πού έμφ ανίζεται ή άστική τάξη, τά
συμφέροντά τη ς άπαιτοϋν τεράστιο άπλω μ α τώ ν έπισ τημονικών έργασιών, πού άπό τήν άρχή είναι δεμένο μέ τή
βιοτεχνία καί τή βιο μ η χα νία . άλλά πού καθορίζεται κα ί άπό
τίς κοινωνικές σχέσεις τώ ν ά ν θρ ώ π ω ν τελικά δμω ς κρίνετα ι άπό τήν έπαταστα τική της πάλη.
01 σύγχρονες έπισ τήμες είναι δημιουργία τής άστικής
τάξη ς, είναι Ινα άπό τά πιό χαρακτηριστικά προϊόντα τής
άστικής κοινωνίας, είναι τά μέσα γιά τήν κατανόηση καί
τόν ίλ ε γχ ο τώ ν διαφόρων διαδικασιών τή ς φύσης καί τή ς
κοινωνίας, πού δημιουργοΰνται μέσα στίς συνθήκες ά νάπτυ ­
ξης τοϋ καπιταλισμού.

Η Τ Α Ξ ΙΚ ΙΙ ΙΔ Ε Ο Λ Ο ΓΙΑ Σ Τ Η Ν Ε Π ΙΣ Τ Μ Μ Η

• Τ ό γεγονός ί τ ι μιά Ιδιαίτερη τάξη παίρνει ήγετική θέ­
ση στήν γενική άνάπτυξη τώ ν έπισ τημώ ν, βάζει καί κα θο­
ρισμένους ίρους καί δρια στήν άνάπτυξη τώ ν έπιστημονικών Ιδεών.
Π άνω στή βάση τώ ν υλικών δρων ζω ής μιας τάξης, δια­
μορφώνονται προκαταλήψεις πού καθορίζουν καί τό χα ρ α ­
κτήρα τής ταξικής ιδεολογίας. Αύτές οί προκαταλήψεις χρη­
σιμοποιούνται καί έφαρμόζονται μέ τόν ένα ή τόν άλλο τρό­
πο άπό τούς πνευματικούς έκπροσώπους τής τάξης, σέ κάθε
σφαίρα Ιδεολογικής δραστηριότητας. Έ τ σ ι χρησιμοποιούνται
καί έφαρμόζονται καί στίς έπιστημονικές έργασίες, διειβδύ·
ουν σ’ αύτές, έπιβάλλονται στή θεωρία τώ ν έπιστημώ ν
καί, μέ τόν τρόπο αύτό, έπηρεάζουν καί χρω ματίζουν όλόκληρη τήν άνάπτυξη τώ ν έπισ τημώ ν σέ κάθε σ υγκεκρ ιμ έ­
νη περίοδο.

Σ τ ή δουλοκτητική κοινωνία π .χ . άναπτύχθηκε ή Ιδέα βτι
βλα στόν κόσμο άποτελοΰν μιά Ιεραρχία, πού αρχίζει άπό
τό θ ε ό , κατεβαίνει τή βαθμίδα τώ ν πνευμάτων καί φθάνει
σ τίς βαθμίδες τώ ν άνθρώπων, τώ ν ζώ ων, τώ ν φυτών, τώ ν
μετάλλων κλπ. Ή ίδέα αύτή πήρε τή μεγαλύτερή τη ς άν­
θιση στά χρόνια το ΰ φεουδαρχισμοΰ. Σύμφω να μέ τήν ίδέα
αύτή, τά πά ντα υπάρχουν γ ιά ένα σκοπό, πού άντισ τοιχεΐ
στή θέση πού κατέχουν μέσα στό σύστημα’ καί αύτή ή θέ­
ση τους καθορίζει καί τίς βασικές τους Ιδιότητες, τίς κινή­
σεις τους καί τίς άλλαγές τους. 'Η μορφή αύτή άντίληψης κυριάρχησε καί στήν ’Ε πιστήμ η. Κάθε θεωρία σ χετι­
κά μέ τόν άνθρωπο κα ί τή φύση θά έπρεπε νά βολευθή μέ­
σα σ’ αύτά τά πλαίσ ια καί νά προσαρμοστεί.
II .χ . πίστευαν β τι οί ούρανοί, πέρα άπό τόν κύκλο τοΰ
φεγγαριοΰ, ήταν άνώτερου βαθμοΰ κα ί άνήκαν σέ βντα α ­
νώτερου βαθμοΰ άπό έκεΐνα πού ζοϋσαν κά τω στή γή.
■Έτσι ή κίνηση τώ ν ούρανών, τήν όποία ύπόθεταν ύποχρεω τικά κυκλική, γ ια τ ί αύτήν τήν κίνηση τήν θεωρούσαν τήν
τελειότερη ά π ’ βλες, πίστευαν π ώ ς ύπάκουε σέ δια φ ο ρ ετι­
κούς νόμους άπό τήν κίνηση τώ ν γήινων πλασμάτω ν. Τ ά
γήινα σώ ματα, κα τά φυσικό τρόπο, έτειναν νά πέσουν πρός
τό κέντρο, πρ ά γμ α πού γ ιά τήν γ ή έχει τήν έννοια τής
βαρύτητας. Ό νόμος αύτός δέν ίσ χυε γ ιά τούς ούρανούς.
Ο ι Ιδέες αύτές έκφράζονται στό σύστημα τοΰ Πτολεμαίου,
βπου κέντρον τοΰ σύμπαντος ήταν ή γή καί γύρω τη ς, γ ύ ­
ριζαν ό ήλιος κα ί τά άστρα. Ό Κοπέρνικος έβαλε κέντρο
τοΰ σύμπαντος τόν ήλιο καί έκανε τή γή έναν πλανήτη του.
Ή θεωρία αύτή έφερε έριστικό ρήγμα μέ τίς παλιότερες άντιλήψεις καί άνοιξε τό δρόμο γ ιά τή θεωρία τή ς βα. ρύτητας καί τούς νόμους τη ς κίνησης τοΰ Νεύτονα, πού
υπόταξε τίς κινήσεις βλων τώ ν σωμάτω ν τοΰ σύμπαντος σ’
ένα πα γκόσμιο σ χή μα μηχανικής αΐτιότητας.
*Η άστική ίδιολογία γενικά καί ή άστική έπιστήμη
ιδιαίτερα, χτύπησαν καί σέ μεγάλο βαθμό άπαλλάχτηκαν

140
άπό τις παλιές παραδοσιακές άντιλήψεις. 'Η έπίθεση αύτή
ξεκίνησε καί Αναπτύχθηκε πάνω στή βάση τη ς Ανάπτυξης
τώ ν Αστικών κοινωνικών σχέσεων. Τ ή Θέση τώ ν παλιώ ν Αν­
τιλήψεων τήν πήραν οί καινούριες, χαρακτηριστικά Αστικές
Αντιλήψεις, πού στηρίζονται στή βάση της ποιοτικής ταυ­
τότητας δλων τώ ν υλικών σωμάτω ν και τής μηχανικής α ι­
τιότητας. Ταυτόχρονα βμως καί πέρα άπό τίς πολύ ριζο­
σπαστικές Αντιλήψεις, ή Αστική ιδεολογία, δέν Απόρριψε
πέρα γ ιά πέρα τήν Ιδέα τοϋ Θεοϋ καί τοϋ πνεύματος. Μά
στή θέση τής ένιαίας εράρχισης τώ ν πάντω ν, μέ τά υλικά
βντα στή βάση τής κλίμακας καί τά πνευματικά βντα ή τό
θ ε ό στήν κορυφή της, ή Αστική Ιδεολογία εισ άγει τόν κα­
ταμερισμό τοϋ σύμπαντος σέ δυό έντελώς διαφορέτικες
σφαίρες' τώ ν υλικών βντων άπό τή μιά πού ύποτάσσονται
σέ αυστηρά καθορισμένους αίτιοκρατικούς (ντετερμρνιστικούς) νόμους καί στό Θεό καί τόν κόσμο τώ ν πνευμάτων
άπό τήν άλλη.
Μέ τόν ίν α ή τόν άλλο τρόπο οι τέτοιες Αστικές Αντι­
λήψεις πέρασαν μέσα σ’ βλο τό θεωρητικό κατασκεύασμα
τής σύγχρονης έπιστήμη ς, βπω ς Ακριβώς καί οί δουλοκτη­
τικ ές καί φεουδαρχικές Αντιλήψεις είχαν περάσει στήν Αρ­
χα ία καί στή μεσαιωνική έπιστήμη. Μέ τή διαφορά βμως
βτι ένώ οί άρχαΐες άντιλήψεις ήταν άντίθετες πρός τήν έξερεύνηση τή ς φύσης μέ τήν πειραματική μέθοδο, οί νέες
άντιλήψεις εύνοοϋσαν καί άπαιτοΰσαν αύτή τήν ϊρευνα.
ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ

ΚΑΙ

ΠΡΟ Κ Α ΤΑ Λ Η Ψ Η

’Α κριβώ ς έξ αιτίας τής ταξικής Ιδεολογικής επιρροής
στήν έπιστημονική θεωρία δημιουργεΐται μιά διάκριση ά ­
νάμεσα στίς άνακαλύψεις πού κάνει ή έπισ τήμη καί στή
προκατάληψη πού παίρνει καί χρησιμοποιεί ή έπιστήμη.
Ή άνακάλυψη επέρχεται δταν, χάρη σ τίς σχετικές έ­
ρευνες, γίνεται γνωστό ένα είδος γ ιά τά πρ ά γμ α τα πού ύ-

141
πάρχουν, γ ιά τις Ιδιότητές τους, γ ιά τίς άμοιβαΐες τους
σχέσ εις κα ί γ ιά τούς νόμους τους. ΟΙ ανακαλύψεις 6μως θά
πρ έπ ει πά ντα νά έκφράζονται σέ προτάσεις μέ τή βοήθεια
καθορισμένων έννοιών. Κ αί οί προτάσεις αύτές συνήθως
γίνονται γ ιά νά άποτελέσουν μέρος τη ς γενικότερης θεωplac. ‘Ό τ α ν λοιπόν έζετάζουμε τό σύνολο τω ν Ιδεών καί
θεωριών γύρω άπό τήν έπισ τήμη μια ς έποχής, βρίσκουμε
δτι άπό τή μιά μεριά περ ιέχει τή διατύπω ση σέ προτά­
σεις τώ ν πρα γμ ατικώ ν ανακαλύψεων fcal άπό τήν άλλη τίς
γενικές προκαταλήψεις, μέ βάση τ ίς όποιες διατυπώνονται
καί πλέκονται μαζί, σέ μιά γενική θεωρία, οί άνακαλύψεις.
Α ύτή ή διάκριση άνάμεσα στήν άνακάλυψη καί στήν
προκατάληψη πού ένυπάρχει πά ντα στήν έπιστήμη, συχνά
δημιουργεί μιάν άντίφαση άνάμεσα στήν άνακάλυψη καί
στήν προκατάληψη. Κ α ί ή άντίφαση αύτή δρα στήν δλη ά ­
νάπτυξη τώ ν έπιστημώ ν.
Ή άντίφαση αύτή στήν ούσία εΐνα^ άντίφαση άνάμεσα
στό περιεχόμενο καί στή μορφή στήν έπισ τήμη — μιά άν­
τίφαση άνάμεσα στό πρα γμ ατικό περιεχόμενο τώ ν έπισ τημονικών άνακαλύψεων κα ί τώ ν θεωρητικών μορφών μέ τίς
ό ποιες έκφράζονται κα ί γενικεύονται. Κ αί ή άντίφαση αύ­
τή μ πορεΐ νά λυθη ή θετικά ή άρνητικά. Θ ?τικά σημαίνει
ol καινούργιες άνακαλύψεις νά βοηθήσουν στήν έκμηδένιση
τώ ν παλιώ ν προκαταλήψεων κα ί νά όδηγήσουν σέ καινούρ­
γιους τρόπους κατανόησης τω ν πρα γμ άτω ν. Κ αί άρνητικά
σημαίνει νά μείνουν ol πα λιές προκαταλήψεις, πού θά έμποδίσουν τήν πάρα πέρ α πρόοδο σέ καινούργιες άνακαλύψείζ.
Π .χ . στήν αύγή τώ ν σύγχρονων φυσικών έπιστημώ ν
ol πα λιές προκαταλήψεις έμπόδιζαν τήν προώθηση κα ι­
νούργιων άνακαλύψεων, δπ ω ς π χ . οί παλιές άντίληψες, βτι
ol κινήσεις τώ ν ούρανίων σ ωμάτω ν ήσαν έντελώς δια­
φορετικές άπό τις κινήσεις τώ ν έπίγειω ν, έμπόδιζε τήν

<42
πρόοδο τη ς άστρονομίας καί τη ς μηχανικής. 01 καινούργιες
Ανακαλύψεις βμως στήν άστρονομία κα ί τήν μηχανική, βοή ·
θησαν νά γκρεμιστούν οι παλιές προκαταλήψεις καί νά άνο ιχτεϊ ό δρόμος γιά καινούρια κοσμοθεωρία.
Σ τ ίς σύγχρονες άστικές φυσικές έπισ τημες δημιουργήθηκε μιά.άντίφαση άνάμεσα σ τίς έπιστημονικές Ανακαλύ­
ψεις καί στήν καθιερωμένη άστική μηχανικομεταφυσική
μέθοδο έρμηνεία τους.
Ό "Ενγκελς άπόδειξε ί τ ι τό σύνολο τώ ν έπιστημονικών άνακαλύψεων τών σύγχρονων φυσικών έπισ τημώ ν άπο ·
δείχνει ί τ ι «όπω σδήποτε ή φύση λειτουργεί διαλεκτικά καί
ί χ ι μεταφυσικά... Ό μ ω ς οί φυσικοί έπιστήμονες πού έμα­
θαν νά σκέπτονται διαλεκτικά είναι πολύ λίγοι. Κ αί ή
σύγκρουση άνάμεσα στά άποτελέσματα τώ ν άνακαλύψεων
καί στούς προκαθορισμένους τρόπους σκέψης, έξη γεϊ τήν
άτέλειωτη σύγχυση πού βασιλεύει σ τίς θεωρητικές φυσικές
έπιστημες». (Ο υτοπικός και ’ Ε πιστημο τικός Σ οσιαλισμ ός,
κεφαλ. 3 ).
Ά π ό τή μια μεριά ή άντίφαση αύτή &8ηγεϊ σέ «άτέλειωτη σύγχυση» στήν έπισ τή μη πού έμποδίζει τήν πρό­
οδο της έπιστήμης. Σ τή βιολογία π .χ . έπεβλήθηκαν έξαιρετικ ά αύστηρές μηχανιστικές Ιδέες γ ιά τΙς ζωντανές διαδι­
κασίες καί ίτα ν ίφ τασαν σέ δυσκολίες, κατέφυγαν σ τίς μυ­
στικιστικές Ιδέες γ ιά τΙς ζω ικές δυνάμεις πού ίτ σ ι καάτληξαν σέ μιά στείρα άντιμα χία άνάμεσα στή «μηχανιστική
θεωρία» καί στό «βιταλισμό». Ε π ίσ η ς ίτ α ν οΐ σύγχρονες
άνακαλύψεις στή φυσική άνάτρεψαν τύ καθιερωμένο σχήμα
τή ς μηχανιστικής α ιτιότητας, υποστήριξαν ί τ ι είχε έκμηδενισ τεϊ όλόκληρο τό σύστημα αιτιότητας καί ί τ ι δέ μπορούσαμε
νά δώσουμε καμμιά εικόνα σ τίς βασικές φυσικές διαδικασίες.
Ά π ο τήν άλλη πλευρά τώρα, ή συσσώρευση τώ ν καινού­
ριων άνακαλύψεων όδήγηαε σέ καινούριους τρόπους, σκέ­
ψης καί στήν άνάγκη νά άντικατασταθεϊ ή άστική ιδεολο­
γ ία άπό τό διαλεκτικό ύλισμό. Μέ βάση ίλ α αύτά ό Λένιν

143
έβγαλε τό έξης συμπέρασμα άπό τήν έξέλιξη τη ς φυσικής :
«*Η πρόοδος τής σύγχρονης φυσικής δημιούργησε τό δια­
λεκτικό ύλισμό». ( ' Υ λισμός και έμ π ειρ ίο κ ρ π ικ ισ μ ό ς κεφαλ5 τμ ή μ α 8).
Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΚ ΕΣ

Ε Π ΙΣ Τ Η Μ Ε Σ

Μέχρι τώ ρα μιλήσαμε γ ιά τις φυσικές έπισ τημες μόνο.
Υ π ά ρ χο υ ν δμω ς καί οί κοινωνικές έπισ τήμες.
Ή άταπ τυξη τώ ν φυσικών επισ τημώ ν πού κάνουν £
ρευνες στίς Ιδιότητες καί στούς νόμους τώ ν φυσικών φ αι­
νομένων, σέ τελευταία άνάλυση καθορίζεται άπό τήν πα ραγω γή. Ά π ό τήν άλλη πλευρά οί κοινωνικές έπιστήμ*ς πού
κάνουν έρευνες σ τίς ιδιότητες καί στούς νόμους τώ ν κοινω τικω ν φαινομένων καθορίζονται άπό τήν ταξική πάλη.
01 κοινωνικές έπισ τήμες έχουν τήν ρίζα τους στήν πείρα
πού άπόκτησαν οι διάφορες τάξεις στήν πορεία τής τ α ξ ι­
κή ς τους πάλης
ό ί έπισ τήμες πά ντοτε ξεπήδοΰν άπό μιά άνάγκη. Ε ί ­
ναι γνω στό βτι οί άνάγκες τής πα ρ α γω γή ς προωθούν
τ ίς φυσικές έπισ τήμες καί οί έρευνες τους γίνονται πρός βφελος τή ς τάξη ς έκείνης πού διευθύνει τή ν πα ραγω γή .
Κ αί άπό τήν Αλλη πλευρά οί άνάγκες τή ς γενικής διεύθυν­
σης καί τοϋ έλέγχου τώ ν κοινωνικών ύποθέσεων προωθούν
τ ίς Κοινωνικές έπιστήμες. Κ αί ή έρεύνά τους γ ίνεται πρός
βφελος εϊτ* τώ ν τάξεων πού έχουν τή γενική διεύθυνση
κα ί τόν Ιλ εγχο τώ ν κοινωνικών ύποθέσεων, είτε τώ ν τ ά ­
ξεων πβύ Αγωνίζονται γ ιά νά τά κατακτήσουν.
Ή Κρευνα τώ ν κοινωνικών φαινομένων πήρε σημαντική
άνάπτυξη σ τίς πβρίοδες τίς δουλοκτιτικής. τή ς φεουδαρχικής
κα ί τή ς κα πιταλισ τικής κοινωνίας. ’Ιδιαίτερες έρευνες μέχρι
τώ ρ α έχουν γίνει γ ιά τής διάφορες μορφές κοι ωνίας καί
κυβερνήσεων, γ ιά τούς διάφορους νόμους πού κυββρνοϋν τίς
κοινωνίες κα ί πρέπει νά τούς γνωρίζουν οί κυβερνήσεις,
καθώ ς έπίσης καί ή έρευνα τώ ν Ιστορικών πού μδς δίνει

144
τή συνέχεια τώ ν διαφόρων δημοσίων συμβάντων στήν Ιστο­
ρία τώ ν διαφόρων κοινωνικών όμάδων.
Μά μέχρι τήν έμφάνιση τής σύγχρονης έργατικής τά ­
ξης, τΙς έραινες αύτές τΙς έκαναν έκπρόσωπος τώ ν έκμεταλευτριών τάξεων. Κ αί γ ι’ αύτό ol πρ ώ τες έννοιες καί τά
πρώ τα συμπεράσματα γ ιά τόν άνθρωπο καί τήν κοινωνία
δόθηκαν άπό τίς έκμεταλλεύτριες τάξεις τά όποια καί ένσωματώθηκαν στίς κοινωνικές έπισ τήμες. Αύτ^ άκριβώς
ϊδω σε στίς κοινωνικές έπιστήμες έντελώς διαφορετικό χ α ­
ρακτήρα άπό έκεϊνον τών φυσικών έπιστημώ ν. Μιά πού
τίς κοινωνικές έπιστήμες τις άνάπτυξαν οί έκπρόσωποι τών
έκμεταλλευτριών τάξεων καί μιά πού ot έπιστήμες αύτές
άσχολοϋνται μέ τούς άνθρώπους καί τις άμοιβαΐες τους
σχέσεις, χωρίστηκαν έντελώς άπό τίς φυσικές έπιστήμες
πού άσχολοϋνται μέ τήν έξωτερική φύση καί τή δράση τοϋ
άνθρώπου πάνω σ’ αύτήν. Γ ι’ αύτό καί στάθηκε άδύνατο
νά δημιουργηθεΐ ή βάση άληθινών κοινωνικών έπιστημώ ν,
στό μέτρο πού οί Ιδιες αύτές τάξεις τό έκανορ» σ τίς φυσι­
κές έπιστήμες, πο ύ είχαν νά κάνουν μέ τήν έξωτερική
φύση.
Τέσσερα είναι τά κυριότερα γνω ρίσματα τώ ν κοινωνι­
κών έπιστημώ ν πού τις κάνει νά ξεχωρίζουν άπό τ ίς φυσι­
κές έπιστήμες.
1)
Τ ά ταξικά συμφέροντα άπαγορεύουν μιά σχετική
έρευνα καί-άνακαλύψεις σ τίς κοινωνικές έπιστήμες, σέ ση­
μείο πού δέν μποροΰν νά τό κάνουν σ τίς φυσικές έπισ τή­
μες. Τ ό γεγονός 6τι ol κοινωνικές έπιστήμες άναπτύχθηκαν
άπό τίς έκμεταλλεύτριες τάξεις, μέ σκοπό νά τίς χρησιμο­
ποιήσουν στήν ταξική τους πάλη, βάζει άξεπέραστα έμπόδια στίς κοινωνικές έπιστήμες, προκειμένου γιά ανακαλύ­
ψεις. Καί αύτό θά Ισχύει γ ιά δσο οί κοινωνικές έπιστήμες
θά βρίσκονται στά χέρια αύτών τώ ν τάξεων.
Ε ίναι άλήθεια δτι καί στίς σχετικές μέ τή φύση άνακαλύψεις άντιστάθηκαν, γ ιά ένα διάστημα, οί έκπρόσωποι

145
τώ ν κυρίαρχων τάξεων γ ιά νά έξυπηρετήσουν τούς ιδεολο­
γικούς τους σκοπούς. Κ αί ά π ’ αύτή τήν άποψη 6 δρόμος
τώ ν φυσικών επιστημώ ν δέν ήταν καθόλου εύκολος. Γιά
παράδειγμα άναφέρουμε τό Γαλιλαίο ή καί πρόσφατα τό
Δαρβίνο καί άκόμα κ αί τό Μιτσούριν. ’Αναπόφευκτα βμως
στό τέλος, τά ίδια τά γεγονότα τούς υποχρέωσαν νά δε­
χθούν τίς άνακαλύψεις, νά τίς Αφομοιώσουν καί νά τις χρ η ­
σιμοποιήσουν. Καί οί Ιδεολογίες υποχρεώθηκαν νά προ­
σαρμοστούν καί οί ίδιες στά δεδομένα τών καινούριων
Ανακαλύψεων. ’Α ντίθετα βμω ς στό κοινωνικό πεδίο ή Αν­
τίσταση ήταν Ακόμα πιό μεγάλη. Μιά έκμεταλλεύτρια
τάξη δέν μπορούσε νά Αναγνωρίσει γεγονότα καί νόμους
γ ιά τήν κοινωνία, πού θά Αποκάλυπταν τήν πραγματική
φύση τοϋ έκμεταλλευτικοΰ της συστήματος ή νόμους πού
θά έκαναν χναπόφευκτη τήν έξαφάνιση αύτοϋ τσϋ συστή­
ματος.
2)
’Ενώ οί έκμεταλλεύτριες τάξεις Ανάπτυξαν τίς φυσι­
κές έπιστήμες σάν δργανο τή ς συλλογικής κυριαρχίας τών
Ανθρώπων πάνω στή φύση, δέν ΑνΑπτυξαν Αντίστοιχα καί
τίς κοινωνικές έπιστήμε£ σάν δργανα τής συλλογικής κυ­
ριαρχίας τών άνθρώπων πάνω στήν κοινωνική τους όργάνωση. Ο ί έκμεταλλεύτριες τάξεις Ανάπτυξαν τίς κοινωνικές έ­
πιστήμες μόνο σάν δργανα πού θά τούς βοηθούσαν νά έξασφαλίσουν καί νά διατηρήσουν τήν ταξική τους κυριαρχία.
Έ γ ιν α ν πολλές έρευνες γιά τήν κοινωνία καί βγήκαν
θεω ρητικά καί πρακτικά συμπεράσματα, μά σ’ άντίθεση μέ
6,τ ι έγινε στίς φυσικές έπιστήμες, τά συμπεράσματα αύτά,
ποτέ δέν έδωσαν τή δυνατότητα στούς Ανθρώπους νά έξασφαλίσουν ενα παρόμοιο έλεγχο πάνω στά Αποτελέσματα
τής δραστηριότητάς τους, έτσι πού νά μπορέσουν νά κ α ­
τευθύνουν καί νά σχεδιάσουν τις συλλογικές τους προσπά­
θειες γ ιά τήν πραγματοποίηση καθορισμένων σκοπών.
Ο ί έκμεταλλεύτριες τάξεις ένδιαφέρονταν νά Αναπτύ­
ξουν τά μέσα παραγω γής, πού ήσαν ταυτόχρονα καί τά μέ­
10

146
σα πού οί άνθρωποι έξασφάλιζαν καί αβξαιναν τήν κυριαρ­
χ ία τους πά νω στή φύση. Κ αί γι* αύτό, μέ τήν κηδεμονία
αύτών τών τάξεων, οί φυσικές έπισ τήμες μπόρεσαν 6λο καί
πιό πολύ νά πραγματοποιούν τήν κυριαρχία τώ ν άνθρώπων
πά νω στή φύση. Τήν ίδ ια βμως περίοδο, ή άνάπτυξη τής
ά τομ ικής ιδιοκτησίας καί τή ς έκμετάλλευσης, ύπόταξε τούς
άνθρώπους στά άποτελέσματα τώ ν ίδιω ν τους τώ ν κοινω­
νικών σχέσεων, πού βρίσκονται πίσ ω άπό τό συνειδητό
τους έλεγχο πάνω στήν κοινωνία. Κ αί αύτό θά συνεχίζεται
8σο θά συνεχίζεται καί ή έκμετάλλευση. Κ αί γ ι’ αύτό ή
ίδ ια ή Ιστορική πορεία πού δημιουργεί γ ιά τις έκμεταλλεύτριες τάξεις τή δυνατότητα νά άναπτύξουν τις φυσικές
έπισ τήμες, πού βοηθούν τούς άνθρώπους νά πρα γμ ατοποι­
ήσουν τήν κυριαρχία τους πά νω στή φύση, τούς άφαιροϋν
κάθε δυνατότητα νά άναπτύξουν τίς κοινωνικές έπιστήμες,
πού θά βοηθούσαν τούς άνθρώπους νά πραγματοποιήσουν
τήν κυριαρχία τους πά νω στήν ίδ ια τήν κοινωνική τους όργάνω ση.
3)
Έ ν ώ οί έκμεταλλεύτριες τάξεις είχαν τή δυνατότη­
τα νά άναπτύσσουν 8λο κα ί περισσότερο τήν έπιστημονική
έρευνα, βχι μόνο στά έπιφανειακά φυσικά φαινόμενα, άλλά
κα ί σ τίς βαθύτερες αιτίες τους κα ί στούς νόμους τους, οί
κοινωνικές τους έπισ τήμες πο τέ δέν στάθηκαν ικανές νά
διεισδύσουν σ τίς βασικές αιτίες καί στούς νόμους κίνησης
τή ς κοινωνίας.
Ο ί βασικές αιτίες κα ί οί νόμοι κίνησης τή ς κοινωνίας
βρίσκονται στή σφαίρα τώ ν πα ραγω γικώ ν σχέσεων, τής
Ιδιοκτησίας καί τώ ν ταξικώ ν σχέσεων. Μά ήταν άδύνατο
νά πρ α γμ ατοπο ιηθεί μιά έπιστημονική έρευνα σ’ αύτούς
τούς το μ είς, χω ρ ίς τελικά νά άποκαλύψει τήν άλήθεια γ ιά
τή βάση τής προνομιακής θέσης πού κατέχουν οΐ έκμεταλλεύτριες τάξεις, τήν άντιφ ατικότητα κα ί τή μεταβατική
φύση τοϋ έκμεταλλευτικοϋ συστήματος, τά όποια οί τάξεις
αύτές Ιχουν ζω τικά συμφέροντα νά τά άποκρύψουν καί νά

147
τά καμουφλάρουν. Ά κ ό μ α καί 6ταν κατά τή διάρκεια της
προοδευτικής τους φάσης, οί κοινώνικές έπισ τήμες μιας
έκμεταλλεύτριας τάξη ς, προχωρούν σέ μιά βαθύτερη άνάλυση τής οικονομικής βάσης τή ς κοινωνίας (δπω ς έγινε
μέ τήν άστική τάξη στήν πρώ τη φάση τοϋ βιομηχανικοΰ
καπιταλισμού), άμέσως μετά, ή τάξη αύτή πισω δρομεί κ ι’
άπό τίς ίδιες τίς έπιτεύξεις, άναστρέφονται οί κοινωνικές
της έρευνες καί γίνονται έπιφανειακές καί περιγραφικές καί
μπερδεύονται μέ λαθεμένες Ιδέες. Τ ελικά οΐ κοινωνιολόγοι
τώ ν έκμεταλλευτριών τάξεων ποτέ δέν μπορούν νά ταξινο­
μήσουν, νά άναλύσουν καί νά έξηγήσουν όρθά τά φαινό­
μενα πού ερευνούν. Κ αί διαρκώς θά μπάζουν άπατηλά κ ί­
νητρα καί λαθεμένες έξηγήσεις γιά τά κοινωνικά φαινόμενα.
4)
Σ τ ά χέρια τών έκμεταλλευτριών τάξεων, οί κοινωνι­
κές έπιστήμες παράμειναν, πολύ περισσότερο άπό τίς φυσι­
κές έπιστήμες, δέσμιες τής ταξικής ιδεολογίας. Σ τ ίς φυσι­
κές έπισ τήμες οί ταξικές ιδεολογικές προκαταλήψεις συχνά
έμπόδισαν, άλλά τελικά δέν μπόρεσαν νά άνακόψουν, τό
δρόμο τή ς έπισ τήμης νά άνακαλύψει, πολλούς άπό τούς άντικειμενικούς νόμους καί τίς βαθύτερες άλληλοεπιδράσεις
τώ ν φαινομένων πού έρευνοΰσαν. Α ν τίθ ε τα σ τίς κοινωνικές
έπιστήμες, ή γενική θεωρία τής κοινωνίας κατά κύριο λόγο
καθορίζεται άπό τίς ταξικές προκαταλήψεις.
Έ π ε ιδ ή τά ταξικά συμφέροντα δέν έπιτρέπουν ορισμέ­
νες έρευνες καί άνακαλύψεις* έπειδή οί τάξεις πού άσκοϋν
τις κοινωνικές έπισ τή μ ες δέν μποροΰν νά τ ίς άναπτύξουν
σάν δργανο ένάντια στήν κυριαρχία τώ ν άνθρώπων πάνω
στίς κοινωνικές τους όργανώσεις καί νά ύποτάξουν τά συμπεράσματά τους στή δοκιμασία τής κοινωνικής πρ α κτι­
κής· έπειδή οί κοινωνικές έπιστήμες γ ιά τούς άστούς δέν π ρ έ­
πε ι νά άσχοληθοϋν μέ τήν έρευνα τώ ν βασικών αίτίων καί
νόμων κίνησης τή ς κοινωνίας, βγαίνει δτι ol γενικές έννοιες
γ ιά τήν κοινωνία, πού χρησιμοποιούνται άπό τίς κοινωνι­
κές έπιστήμες, δέν είναι άπόρροια άπό έπιστημονική έρευνα,

148
άλλά έχουν τό χαρακτήρα άπατηλής συνείδησης καί ταξικής
ιδεολογικής πλάνης. Κ ατά συνέπεια οί έρευνες κα ί τά συ­
μπεράσματα τώ ν κοινωνικών έπιστημώ ν, στά χέρια τώ ν
έκμεταλλευτριών τάξεων, άπό τήν άρχή έχουν ένα σ κ ο π ό :
νά έπεξεργαστοϋν άπλές ταξικές προκαταλήψεις ή νά τ α ­
ξινομήσουν καί νά έρμηνεύσουν τά κοινωνικά φαινόμενα
κα τά τρόπο πού νά ένισχύουν τις μέχρι τότε ταξικές π λ ά ­
νες γ ιά τήν κοινωνία κα ί νά δίνουν έπιχειρήμ ατα πολιτικής
έκμετάλλευσης.
Γ ιά 6λους αύτούς τούς λόγους, λοιπόν, οί κοινωνικές
έπισ τήμες στά χέρια τώ ν έκπροσώπων τώ ν έκμετα λλευτρι­
ών τάξεων δέν πέτυχαν καί πο τέ δέ μπορούν νά πετύχουν
τά ίδια έπιστημονικά άποτελέσματα πού πέτυχαν οί φυσι­
κές έπισ τήμες. Κ αί διαρκώς τείνουν νά έκφυλιστοϋν σέ άπλούς άπ ολογητές τώ ν κυρίαρχων τάξεων.
Ο Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΚ Ο Σ ΡΟ Λ Ο Σ ΤΩΝ Ε Π ΙΣ Τ Η Μ Ω Ν

Σ ’ αύτό τό κεφάλαιο θά δώσουμε μερικά συμπεράσμα­
τα γ ιά τή φύση τής έπισ τήμη ς καί γ ιά τό ρόλο πού πα ίζει
στήν κοινωνική ζω ή, στήν οικονομική καί πολιτιστική άνά­
πτυξη. Κ αί στο έπόμενο κεφάλαιο θά κα ταπιαστούμε μ ’
όρισμένα γενικά γνω ρίσματα τής ιστορικής άνάπτυξης τής
έπισ τήμη ς καί τοϋ ρόλου πού πρόκειται νά πα ίξει στό μέλ­
λον, στήν οικοδόμηση τή ς σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Ή διάκριση άνάμεσα στήν έπιστημονική καί άπατηλή
συνείδηση έξαρταται άπό τις διαφορετικές μέθοδες διαμόρ­
φωσης τώ ν Ιδεών γ ιά τά πρά γμ ατα. Κ αί ή διαμόρφωση γ ί ­
νεται μέ δυό τρόπους : άπό τή μιά μεριά οί ίδέες αύτές
διαμορφώνονται πάνω στή βάση τής πρα κτικ ής άμοιβαίας
έπενέργειας μέ τά πρ ά γμ ατα j t a i άναπτύσσονται μέ τή συ­
σ τηματική έρευνα καί τή συνεχή επαλήθευση στήν π^ —
κή κα ί άπό τήν άλλη, ή διαμόρφωση άρχίζει καί προχω ρεί
μέ βάση τίς προκαταλήψεις.

149
Α υτοί ol δυό τρόποι συνείδησης δέν Αποκλείουν ό ένας
τόν άλλο έντελώς. Ε ίναι αντίθετοι άλλά ό ένας διεισδύει στόν
άλλο. Ε ίναι αντιθετικές τάσεις στή λειτουργία τη ς συνο­
λικής Ανάπτυξη? τη ς κοινωνικής συνείδησης, πού διεισδύουν
ή μιά <m)v άλ> /), σέ κάθε στάδιο καί πού μαζί καθορίζουν
τήν πρ α γμ ατική διαμόρφωση των ιδεών σ χετικά μέ τή φύ­
ση καί τήν κοινωνία καί σ χετικά μέ τίς ειδικές πλευρές
τή ς φύσης καί τής κοινωνίας. Κ ι’ αύτό μέ τή σειρά του
δημιουργεί συνεχείς άντιφάσεις σ’ αυτές τις ίδέες. Ό π ω ς
εΐδαμε ό επιστημονικός τρόπος συνείδησης, σ ιγά -σ ιγά γίνε τα ι κυριαρχικός στή διαμόρφωση τών ιδεών γ ιά τή φύση,
ένώ ό Απατηλός τρόπος συνείδησης παραμένει κυριαρχικός
στή διαμόρφωση τώ ν ιδεών γ ιά τήν κοινωνία.
*Η έπιστημονική έρευνα κα ί ol άνακαλύψεις είναι δεμ έ­
να μέ τήν κοινωνική πρακτική, μέ τήν πρα κτικ ή τή ς π α ­
ραγω γής καί μέ τήν πρακτική τή ς ταξικής πάλης. Μέ λ ί ­
γ α λόγια, ξεπηδάει πάντοτε καί καθορίζεται άπό τΙς ά παιτήσ εις τής πρακτικής. Κ αί άνταποκοινόμενη σ τίς Απαι­
τήσεις τής πρ α κτικ ή ς, συνεισφέρει σοβαρά στήν ίδ ια τήν
πρακτική.
'Η έπιστημονική έρευνα καί ή Ανακάλυψη παίζουν άπα
ραίτητο ρόλο στήν Ανάπτυξη τώ ν πα ραγω γικώ ν δυνάμεων.
Καί ίσ ο άνώτερη είναι ή άνάπτυξη τώ ν πα ραγω γικώ ν δ υ ­
νάμεων, τόσο μεγαλύτερος καί Περισσότερο Αναγκαίος είναι
ό ρόλος πού παίζουν οί έπιστήμες στήν Ανάπτυξή τους. Π .χ .
ή έπισ τήμη δέν έπαιζε κανένα ρόλο στίς πα ρ αγω γικές δυ ­
νάμεις τή ς Λ ίθινης ’Ε ποχής. "Ά ρχισε νά π α ίζει κάποιο ρόλο,
μέ τήν άνάπτυξη τής γεω ργίας, τή ς μεταλλοτεχνικής καί
τώ ν δημοσίων έργων. Π αίζει σημαντικότερο ρόλο σ τίς κ α ­
τοπινές πα ραγω γικές δυνάμεις, άφοϋ ή νεότερη τεχνολογία
ήταν άδύνατη χω ρίς τήν έπιστήμη. Κ αί πα ίζει καθοδηγητικό ρόλο, άπό τή σ τιγμή πού ή έπιστημονική έρευνα άνοίγει
τό δρόμο τή ς πρω τοπόρας τεχνολογικής άνάπτυξης καί

150
όδηγεΐ κα τ’ ευθείαν στίς μεγάλες τεχνολογικές Ε π α ν α ­
στάσεις.
Ή επιστήμη , βοηθώντας κατά τέτοιο τρόπο στήν άνά­
πτυξη τώ ν παραγω γικώ ν δυνάμεων, γίνεται έπανασ τατική
δύναμη τή ς κοινωνίας. Κ ι’ αύτό, γ ια τί γίνεται πρ ω ταρχικός
παράγοντας στήν άνάπτυξη έκείνων τών πα ραγω γικώ ν δυ­
νάμεων, πού τίς φέρνουν σέ σύγκρουση μέ τίς υπάρχου·
σες παραγω γικές σχέσεις καί κάνουν έτσι άναγκαία μιά
άλλαγή σ’ όλόκληρη τήν οικονομική διάρθρωση τής κοινω ­
νίας. Αύτό γίνεται φανερό σήμερα π .χ . μέ τήν άνάπτυξη
τώ ν φυσικών έπιστημώ ν. "Ε τσι ή πα ρ αγω γή άτομικής ένέργειας, είναι ένας άπό τούς παράγοντες πού κάνει έπειγόντω ς άναγκαία τήν άντικατάσταση τοϋ καπιταλισμού μέ
τό σοσιαλισμό, γ ια τί μιά τέτοια πα ραγω γή μπορεΐ νά γίνει
άποδοτική μόνον 6ταν μ π ει στήν υπηρεσία τής κοινωνίας.
Τ αυτόχρονα ή έπιστήμη π α ίζει ένα ρόλο καί στήν ταξική
πάλη. Ο ί φυσικές έπιστήμες παίζουν αύτό τό ρόλο έμμεσα
καί δευτερεύοντα, ένώ οί κοινωνικές έπιστήμες άμεσα καί
πρω ταρχικά.
'Ο πρω ταρχικός κοινωνικός ρόλος τών φυσικών έπ ισ τη ­
μών είναι δτι βοηθοΰν τήν παραγω γή . ’Α πό αύτόν άκρι­
βώς τό ρόλο βγαίνει καί 6 δευτερότερος τους στήν ταξική
πάλη. Μ ιά όρισμένη πρόοδος στήν έπιστήμη καί στήν τεχνο­
λογία υπηρετεί τά συμφέροντα μιας τάξης, είτε στήν πάλη
τη ς γιά νά κατακτήσει τήν έξουσία, είτε στή σταθεροποί­
ηση τής έξουσίας της, Αν τήν κα τέχει. "Ε τσι π .χ . ή σ ύγ­
χρονη έπιστήμη καί τεχνολογία, στά πρώ τα της βήματα,
ύπηρέτησε τήν άνερχόμενη άστική τάξη μέ δυό τρόπους :
πρ ώ τα τής έδωσε τή δυνατότητα νά αύξάνει τά πλούτη
τη ς καί μέ τόν τρόπο αύτό νά δυναμώνει τήν κοινωνική
τη ς θέση· καί δεύτερα ιδεολογικά, βοηθώντας την στήν πάλη
τη ς ένάντια στή φεουδαρχική ιδεολογία. Κ αί όταν ή άστική
τάξη κατάλαβε τήν έξουσία, ή έπιστήμη καί ή τεχνολογία
τήν βοήθησαν πάρα πολύ νά σταθεροποιήσει τό καθεστώς

151
της. Σήμερα καί οί δυό ύπηρετοΰν τό καθεστώς τοϋ μονο­
πω λιακού καπιταλισμού. Τ αυτόχρονα βμως περνάει καί
στα χέρια τή ς έργατικής τάξης καί της ύπόθεσης τοΰ
σοσιαλισμού. Κ αί στίς χώρες πού οίκοδομεΐται ό σοσιαλιλισμός άναπτύχθηκε σέ κυριαρχική δύναμη τής οικοδόμη­
σής του. Μά καί πέρα άπό τΙς χώ ρες αύτές, ή έπισ τήμη καί
ή τεχνολογία εϊναι άπό τά βασικότερα ίπ λ α τή ς σοσιαλι­
στικής Ιδεολογίας.
Ά π ό τήν άλλη πλευρά, κάθε είδους κοινωνική έρευνα,
υπηρετεί άμεσα τήν ταξική πάλη. Κ αί οι απαιτήσεις τής
ταξικής πάλης παρέχουν τό βασικότερο κίνητρο σέ μιά τέ ­
τοια έρευνα. Σ τή ν περίπτω σ η τώ ν έκμεταλλευτριών τάξεω ν,
ίπ ω ς είπαμε, οί ταξικές ίδιολογικές πλάνες έπαιξαν σημαν­
τικότερο ρόλο άπό 6,τ ι σ τίς φυσικές έπ ισ τή μ ες.'Η σ υγκρι­
τική μελέτη τών διαφόρων κοινωνικών μορφών καί κυβερνή­
σεων, ή περιγραφή καί ή ταξινόμηση τώ ν διαφόρων μορφών
κοινωνικής δραστηριότητας καί ή έρευνα γιά τήν καλύτερη
λύση τών διαφόρων μορφών οικονομικής δραστηριότητας, ε ί­
ναι βασική άπασχόλησή τών διαφόρων κυρίαρχων καί έκμεταλλβυτριών τάξεων. "Ολα αύτά τά χρησιμοποιούν γ ιά νά
σχεδιάζουν καί νά κατευθύνουν τις δραστηριότητές τους,
τόσο γ ιά νά καταλάβουν τήν έξουσία καί νά τή σταθερο­
ποιήσουν, βσο καί γ ια νά έπεξεργαστοϋν τ ις άπόψεις τους
στήν ιδεολογική τους πάλη μέ τις άλλες τάξεις. Σ τήν τ α ­
ξική πάλη τής έργατικής τάξη ς, στήν πάλη γιά τό σοσια­
λισμό, γ ιά πρώ τη φορά οί κοινωνικές έπισ τήμες άναπτύσσονται σάν βασικό μέσο γ ιά τήν άνακάλυψη τοΰ π ώ ς θά
μετασχηματισθεΐ ή κοινωνία. Κ αί γ ιά πρώ τη φορά μέ­
σα στήν προσπάθεια αύτή παίρνει έπιστημονική μορφή ά
νάλογη μέ έκείνη τώ ν φυσικών έπιστημώ ν.
*0 κύριος καί πιό ούσιαστικός κοινωνικός ρόλος τής
έπιστήμης, λοιπόν, θά πρέπει νά άναζητη θεΐ στή συνεισφο­
ρά της στήν άνάπτυξη τής κοινωνικής πρακτικής. Κάνον­
τα ς έπιστημονική έρευνα, γ ιά νά φθάσουν σέ γενικά συμ­

152
περάσματα μέ βάση τίς άνακαλύψεις πού θά γίνουν, ol άν­
θρωποι γίνονται Ικανοί νά πλατύνουν καί νά Αναπτύξουν τίς
παρ αγω γικές τους δυνάμεις καί νά ρυθμίζουν ^ήν κοινωνική
τους έπικοινωνία, τις Ατομικές καί κοινωνικές τους δρα­
στηριότητες, γ ιά νά φέρουν σέ άντισ τοιχία τό* έπίπεδο τών
π α ραγω γικώ ν δυνάμεων μέ τό χαρακτήρα τώ ν πα ραγω γικώ ν
σχέσεων. "Ε τσι ή άνάπτυξη της έπισ τήμη ς είναι ούσιαστικό
μέσο γ ιά τήν τελειοποίηση τής άνθρώπινης ζω ής, βοηθάει
γ ιά νά αυξηθεί ή κυριαρχία τοϋ ανθρώπου πά νω στή φύση,
νά αυξήσει τά πλούτη του, τούς σκοπούς καί τή δύναμη
τώ ν δραστηριοτήτων του καί τήν ικανότητά του νά χειρ ί­
ζετα ι τά ζ η τή μ α τά του κ α ινά ικανο π ο ιεί τίς άπαιτήσεις του.
’Α π ’ αύτά πού είπα μ ε μπαίνει Ινα ζήτη μα, πού π ρ ώ ­
το ι τό διατύπωσαν οί μαρξιστές: ή έπισ τήμη Αναπτύσσεται
σάν τμ ή μ α τή ς ταξικής ιδεο λ ο γίας καί καθορίζεται άπό τίς
οίκονομικές σχέσεις τή ς κοινωνίας ; Ε ίναι σωστό λοιπόν νά
ά ντιπαραθέτουμε τήν «άστική έπιστήμη» στή «σοσιαλιστι­
κή έπιστήμη » σάν Αντίθετες ιδεολογίες πού ύπηρετοϋν Αντί­
πα λες τάξεις καί άντίπαλα συστήματα;
Ά π ό τή μιά μεριά, άφοϋ οι ταξικές προκαταλήψεις
μπαίνουν στήν έπισ τή μη , εϊναι φανερό ί τ ι στήν άντικειμενική πρα κτική, οί θεωρίες πού άφοροΰν τούς ξεχωριστούς
το μείς τή ς έπισ τήμη ς περιέχο υν καί Απόψεις πού ξεπηδοϋν
καί Αναπτύσσονται σάν μέρος τή ς ταξικής Ιδεολογίας. Ο ί
τέτοιες προκαταλήψεις έμφ ανίζονται άκριβώ ς σάν προϊόντα
μιας δοσμένης βάσης Ιδιοκτησίας καί ταξικώ ν σχέσεω ν, ύ­
πηρετοϋν τή σταθεροποίηση κα ί τή ν άνάπτυξη αύτών τώ ν
σχέσεων καί έξαφανίζονται μόλις έξαφανιστοΰν αύτές οί
σχέσεις. Δέν εϊναι δυνατό νά κατανοήσουμε τήν ίστορία
τή ς έπισ τήμη ς ή τόν ιδιαίτερο χαρακτήρα καί τίς άντιφάσεις τη ς, σ’ ένα συγκεκριμένο στάδιό τη ς, χ ω ρίς νά λάβουμε
ύ π’ ίψ η τό γεγονός ί τ ι άναπτύσσεται άπό καθορισμένες τά
ξεις, πού οί ταξικές τους προκαταλήψεις παίζουν ένεργητικό

153
ρόλο στήν ανάπτυξή τη ς καί τώ ν όποίων τά οΐχονομικά
συμφέροντα μπορούν νά προωθήσουν τή μιά τη ς κατεύθυν­
ση καί νά έμποδίσουν τήν άνάπτυξη της άλλης. Μέ τήν
έννοια αύτή είναι σωστό νά άντιπαραθέσουμε τήν «άσ τική
έπισ τήμη » καί τή «σοσιαλιστική έπισ τήμη », άφοϋ ή άνά­
πτυξη τώ ν έπιστημονικών έργασιών καθορίζεται κατά δια­
φορετικό τρόπο στήν άστική άπό τή σοσιαλιστική κοινωνία.
Ά π ό τήν άλλη πλευρά βμως, τό περιεχόμενο τώ ν έ π ι·
στημονικών άνακαλύψεων, δέν καθορίζεται άπό τό ταξικό
συμφέρον ή άπό κα μμιά οικονομική βάση. 01 άνακαλύψεις
αύτές συνδέονται άμεσα μέ τήν άνάγκη τής π α ρ αγω γή ς καί
τής κοινωνικής έπικοινωνίας, πού ά π α ιτ ε ΐή πα ραγω γή , άντανακλοΰν άντικειμενικά γεγονότα καί νόμους, ύπηρετοϋν
τήν κοινωνία γενικά καί ισχύουν σ’ όποιαδήποτε κοινωνική
βάση. Ή άνακάλυψη είναι άνακάλυψη, όπουδήποτε καί νά
γίνει.
Ά ς πάρουμε γ ιά συγκεκριμένο πα ράδειγμα τά φυσικά
κβάντα, 6 π ω ; έχουν άναπτυχθεΐ σήμερα στήν άστική κοινω­
νία. 01 άνακαλύψεις πού άφοροϋν τούς νόμους κίνησης τής
ύλης σέ μικρότερο τοϋ άτόμου έπίπεδο, άντανακλοϋν αύτούς τούς νόμους κίνησης, πού έπιβεβαιώ νονται πειρ α μ α τι­
κά καί κατά συνέπεια δέν καθορίζονται άπό Ιδεολογικές
προκαταλήψεις τώ ν ιδιαιτέρων τάξεων πού ξεχωρίζουν
άπό τίς οικονομικές σχέσεις καί τά οικονομικά συμφέροντα.
Κ αί αύτό εξηγεί τό γ ια τί οί επιστήμονες τώ ν κα πιταλ ισ τι­
κών καί τώ ν σοσιαλιστικών κρατών μποροϋν νά πάρουν άπό
κοινοΰ μέρος σέ μιά έπιστημονική συνδιάσκεψη, νά σ υγκρί­
νουν τά συμπεράσματα πού έχουν καταλήξει καί νά βοηθή­
σει ό 2νας τόν άλλο στήν πάρα πέρα έπιστημονική πρόοδο,
εννοείται τόσο, δσο τούς έπιτρέπουν ol κανόνες άσφάλειας
τώ ν κυβερνήσεών τους. Μά ή θεωρία δτι όλα αύτά συμβαί­
νουν χω ρίς λόγο (δτι δέν ύπάρχει αιτιότητα, σ.τ.μ.) πού δημιουργήθηκε γύρω ά π ’ αύτές τίς άνακαλύψεις, ή όποία δέν
μπορεΐ νά επιβεβαιω θεί άπό κ α μμιά εμπειρία, είναι χαρ ακ τη­

154
ριστικό προϊόν τή< Αστικής ιδεολογίας. Έ τ σ ι τό ούσιαστικό
περικχόμενο τή ς άνακάλυψης τώ ν κβάντα δέν Αναπτύχθηκε
σέ ταξική Ιδεολογία, άλλα μερικά προσωρινά γνω ρίσματα
της γενικής του Θεωρητικής τοποθέτησης έπηρεάστηκαν άπό
τήν ταξική ιδεολογία.
Ή έπιστήμη λοιπόν Αναπτύσσεται σάν ταξική ιδεο­
λογία, οΐ οίκονομικές καί ταξικές σχέσεις τής κοινωνίας
καθορίζουν τήν άνάπτυξη της έπισ τήμη ς καί οΐ ιδεολογι­
κές προκαταλήψεις τών καθορισμένων τάξεων περνούν στήν
έπιστήμη καί έπηρεάζουν τήν Ανάπτυξή της. Καί επηρεά­
ζουν τήν Ανάπτυξή τη ς είτε θετικά, εϊτε Αρνητικά, βοηθών­
τας τίς έπιστημονικές Ανακαλύψεις ή έμποδίζοντάς τες,
στό μέτρο πού γενικά ή οικονομική βάση της ιδιοκτησίας καί
τώ ν ταξικώ ν σχέσεων εύνοοΰν ή δέν εύνοοϋν τήν πάρα πέρα
άνάπτυξη της έπισ τήμη ς. Μ ά οί έπιστημονικές Ανακαλύψεις
καί ή προώθηση τής θεωρίας τής έπιστήμης δέν αντανα­
κλούν τίς προκαταλήψεις κα ί τά συμφέροντα καμμιάς τάξης,
Αλλά άμεσα άντανακλοϋν τήν πορεία τοϋ Αντικειμενικού
κόσμου. Κ αί αύτό έξασφαλίζεται μέ τήν προοδευτική έφαρ­
μογή τώ ν έπιστημονικών μεθόδων πού είναι μέθοδες πρ α­
κ τικής, δοκιμασμένες καί δ χ ι μέθοδες γ ιά νά πλέξουν θεωρίες
πού νά ταιριάζουν στά συμφέροντα άτόμων ή όμάδων.
Κ αί παραπέρα άκόμα, ;Ζναι φανερό δτι ή έπιστήμη
πα ίζει σημαντικότατο ρόλο στην ιδεολογική άνάπτυξης τής
κοινωνίας.
01 έπιστημονικά διαμορφωμένες άντιλήψεις καί οί έ­
πιστημονικές Ανακαλύψεις περνούν στίς ιδεολογίες καί έτσι
ή έπισ τήμη πα ίζει σοβαρό καί αύξανόμενο ρόλο στή διχμόρφωση τώ ν ιδεολογιών, οί όπο ιες σ’ όρισμένα τους του
λάχιστον γνω ρίσματα γίνονται περισσότερο Αληθινές παρά
λαθεμένες. "Οσο πιό πολύ έχει Α ναπτυχθεί ή έπιστήμη,
τόσο πιό μεγαλύτερο ρόλο πα ίζει στή διαμόρφωση τώ ν Ι­
δεολογιών.
Π .χ. ή ίδέα τής έξέλιξης τώ ν ειδών μέ τή φυσική έπι-

155
λογή, ή έ,νοια τοϋ κυττάρου σά βασική μονάδα Ανάπτυ­
ξης τής ζω ής, ή έννοια τοϋ άτόμου καί ή άντίληψη ί τ ι ή Τή
είναι μέρος τοϋ ήλιακοΰ συστήματος πού άποτελεϊ μια νησί­
δα τοϋ Γαλαξία, είναι ίλ ε ς έπιστημονικές έννοιες, οί όποιες
άποτελοϋν μέρος τώ ν άπόψεων γ ιά τή φύση, πού έχουν γίνει
δεκτές στήν άστική κοινωνία καί κατά συνέπεια άποτελοϋν
μέρος τής άστικής Ιδεολογίας. Γενικά ή άστική Ιδεολογία
6χι μόνο διεισδύει στήν έπιστήμη , έπιβάλλοντας τίς προκα­
ταλήψεις, άλλά ταυτόχρονα έπηρεάζεται καί αύτή άπό τήν
έπιστήμη της, τή σ τιγμή άκριβώ ς πού γυρεύει νά «έρμηνεύσει» καί νά έξηγήσει τίς έπιστημονικές άνακαλύψεις.
Μά πάνω ά π ’ όλα ή έπιστήμη πα ίζει τό ρόλο ένός δπλου
κριτικής στήν άνάπτυξη τώ ν ιδεολογιών. Οί καινούριες έ π ι­
στημονικές έννοιες καί άνακαλύψεις έρχονται σέ σύγκρουση
μέ τήν ύπάρχουσα Ιδεολογία καί κλονίζουν τις προκατα
λήψεις. Έ τ σ ι ένώ οί καινούριες τάξεις άνέρχονται καί άπειλοϋν νά σαρώσουν τίς παλιές κυρίαρχες τάξεις καί οί
καινούριες Ιδέες άντιπαρατίθενται στίς παλιές ίδέες, ή έπι­
στημονική έρευνα καί τά συμπεράσματα πού βγαίνουν ά π’
αύτή γίνονται έπαναστατικό δπλο κριτικής.
Γ ι’ αύτό πάνω ά π ’ δλα ή έπισ τήμη πα ίζει προοδευτι­
κό καί Απελευθερωτικό ρόλο στήν κοινωνική έξέλιξη. Ο ί άνακαλύψεις της, δίνουν τή δυνατότητα στούς άνθρώπους νά
έξασφαλίσουν συλλογική δύναμη γ ιά νά ίκανοποιοϋν τίς άπ αιτήσ εις τους καί χρησιμοποιοϋνται σάν μέσο διαφωτισμοϋ,
πού διαλύει τά σύννεφα τής πλάνης καί τής προκατάληψης
καί έφοδιάζει τούς άνθρώπους μέ τή γνώση τή ς φύσης καί
τοϋ έαυτοϋ τους.
Ο ί ξέχωρες τάξεις καί τά ξέχωρα έθνη, πού διευθύ­
νονται άπό καθορισμένες τάξεις, έχουν κάνει τίς ξεχω ριστές
συνεισφορές τους στήν άνάπτυξη τή ς έπιστήμης, βάζοντας
προσωπικά πάνω της τά ΐδιαίτςρ'ά τους χαρακτηριστικά καί
τούς περιορισμούς τους. Κ αί συχνά, άφοϋ προωθήσουν άρκετά
τίς έπιστημονικές άνακαλύψεις οί ξεχωριστές τάξεις ή τά

156
ίθνη , πισωδρομούν, μπερδεύουν τή θεωρία της μέ τίς δικές
τους πλάνες καί διαστρέφουν τή χρησιμότητά της. Μά π α ­
ρά τά έμπόδια καί τά πισω δρομήματα πού κάνει, βταν ή
προω θητική δύναμη τή ς ξεχω ριστής τάξη ς ή τοϋ έθνους
σ ταματήσ ει, τίς έπιτεΰξεις τής έπισ τήμη ς τίς παίρνει μιά
άλλη τάξη καί τΙς προω θεί πιό πέρα. "Ε τσ ι στήν ιστορία
τή ς έπισ τήμη ς άναπτύχθηκε καί άναπτύσσεται μία κληρο­
νομιά άνθρώπινης γνώ σης καί δύναμης. Α ύτή είναι κοινή
κληρονομιά τή ς ανθρωπότητας πού προορίζεται νά χρησι­
μοποιηθεί γ ιά τή χειραφέτηση δλων τώ ν άνθρώπων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΕΝΑΤΟ

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ
Ο Ι Ε Π ΙΤ Ε Υ Ξ Ε ΙΣ Τ Η Σ Θ Ε Τ ΙΚ Η Σ Ε Π ΙΣ Τ Η Μ Η Σ

Π ρ ι ν άπό τή νεότερη κα πιταλισ τική περίοδο ol έπισ τη μες άναπτύσσονταν κα τά κύριο λόγο σέ πολύ σ τοιχειώ δικο ?
περιγραφικό καί ταξινομικό έπίπ εδο. 01 έπιστημονικές ά νακαλύψεις, ίσ ο σημαντικές κ ι’ Αν ήσαν σ’ όρισμένα πεδία,
έγιναν βαθμιαία. Σ τήν άρχή άφοροϋσαν τις Ιδιότητες τώ ν ξε­
χω ριστώ ν άντικειμένω ν κα ί τούς ιδιαίτερους νόμους καί έν­
νοιες. Δέν είχαν άκόμα φτάσει στούς βαθύτερους κα ί γενι­
κότερους νόμους, οΰτε προσπάθησαν νά δώσουν μιά γ ενι­
κότερη εικόνα ίώ ν άμοιβαίων σχέσεων στή φύση. Κ αί μιά
πού τά έπιστημονικά έργα άσχολοΰνταν κατά κύριο λόγο
μέ τήν περιγραφή καί τήν ταξινόμηση, ή άφαίρεση κα ί ή
γενίκευση τώ ν έπισ τημώ ν, πού άποτελοϋν δυό άλλες βασι­
κές πλευρές τοϋ έργου τη ς έπισ τήμη ς, ύ ποχρεω τικά έ­
μεναν κατά κύριο λόγο ύποθέσεις καί σκέψεις. Κ αί γ ι’ αύ­
τό ή γενική θεωρία τη ς φύσης Αναπτυσσόταν σάν μέρος τη ς
φιλοσοφίας καί τη ς θεολογίας κα ι περιλάβαινε βλες τ ίς φ ι­
λοσοφικές καί θεολογικές πλάνες τοϋ καιροϋ.
"Ενα άπό τά γνω ρίσμ ατα της έπισ τήμη ς έκείνου τοϋ
καιροϋ είναι δτι χρησιμοποιούσε όρισμένες εξαιρετικά π ρ ω ­
τόγονες Αντιλήψεις γ ιά τή φύση. 01 άλχημισ τές π .χ . συγ­
κέντρωσαν σημαντικές γνώ σεις γ ιά τΙς χημικ ές ούσίες καί
τις ένώσεις τους. Κ αί δμω ς ή γενική τους θεωρία γ ιά τή
χημεία ήταν έξαιρετικά πρω τόγονη, μέ τήν έννοια δ τ ι χρη-

158
σιμοποιοϋσε Ιδέες πού διασώθηκαν άπό τήν πρω τόγονη κοινωνία. Τ έτοια Ιδέα π .χ . ήταν τό ί τ ι πίστευα ν π ώ ς οί χημικές
ούσίες ήσαν ζωντανές ύπάρξεις, άποτελούμενες άπό υλη καί
πνεϋμα πού κατείχαν άκόμα κα ί σεξουαλικές Ιδιότητες.
’Ε πίσης στή δουλοκτητική καί φεουδαρχική κοινωνία έγιναν σημαντικές άστρονομικές παρατηρήσεις, άλλά οί κοσαογονικές Θεωρίες γιά τή δημιουργία τοϋ σύμπαντος παράμειναν κάτω άπό τήν έπίδραση τώ ν πρω τόγονων κοσμογονικών
ίδεών.
*0 Έ ν γ κ ε λ ς σ’ ίν α γρ άμμα του στό Σ μ ίν τ (C.
S c h m id t) στίς 27 ’Ο κτωβρίου 1890 τοΰ έδειξε ότι υ πάρ­
χ ει « ίνα προϊστορικό στόκ άπό άνοησίες ϊπ ο ^ Θά λέγαμε
σήμερα» πού σύρθηκαν ώς έδώ (κα) πού κατά κάποιο τρόπο
έξακολουθοΰν άκόμα νά σέρνονται μαζί μας) γύρω άπό τή
γενική άντίληψη τοΰ άνθρώπου γιά τή φύση.
«Α ύτές οί ποικίλες λαθεμένες άντιλήψεις γιά τή φ ύ ­
ση», έγραφε, «...στήν πλειοψηφία τους στηρίζονταν σέ
μιά άρνητική οικονομική βάση. Ή πολύ χαμηλή οικονομι­
κή άνάπτυξη της προϊστορικής περιόδου συμπληρωνόταν
καί κατά ένα μέρος καθοριζόταν, άπό τίς λαθεμένες άντιλήψεις γ ιά τή φύση. Κ αί άκόμα, παρ’ ίλ ο πού ή οικονομική
αναγκαιότητα στάθηκε ή κύρια προω θητική δύναμη στήν
πρόοδο τή ς γνώ σης γ ιά τή φύση, θά ήταν ύπερβολικός σχο­
λαστικισμός, άν ψάχναμε νά βροΰμε οικονομικές αίτιες σ ’
ίλ ες τίς πρω τόγονες άνοησίες. Ή Ιστορία τής έπιστήμης
εϊναι ή ιστορία τοΰ βαθμιαίου ξεκαθαρίσματος αύτών τώ ν
άνοησιών, ή τής Αντικατάστασής τους μέ νέες άλλά λιγότερο παράλογες».
Κ ατά συνέπεια ή Ιδεολογία τών κυρίαρχων τάξεων έπέβαλλε στή γενική θεωρία τή ς έπισ τήμη ς ίν α κάποιο φιλο­
σοφικό καί θεολογικό χαρακτήρα. Κ αί ταυτόχρονα, τό σ χε­
τικ ά χαμηλό έπίπεδο οικονομικής άνάπτυξης συνετέλεσε
ώ στε πολλές πρωτόγονες καί άνόητες άντιλήψεις, νά πάρουν
θέση σ τίς θεωρίες γ ιά τά διάφορα ξεχωριστά πράγματα.

159
01 παράγοντες αύτοί έμπόδισαν τήν άνάπτυξη τη ς έπισ τή ­
μης. ’Ενέργησαν σάν άρνητικοί παράγοντες πού έπρεπε νά
σαρωθούν πρίν νά γίνει δυνατή ή άνάπτυξη τής σύγχρονης
έπισ τήμη ς κα ί τή ς παραγω γής.
01 σύγχρονες φυσικές έπισ τήμες άναπτύχθηκαν στήν
περίοδο πού έσπαζε ή δύναμη τή ς φεουδαρχικής Αριστοκρα­
τίας καί σχηματίζονταν τά σύγχρονα Ε ύρω παϊκά άστικά
Έ θ ν η . «01 φυσικές έπισ τήμες άναπτύχθηκαν μέσα στή γ ε ­
νική έπανάσταση καί ήσαν οί ίδιες έπαναστατικές», έγραφε
6 Έ ν γ κ ε λ ς στή « Δ ιαλεκτική τή ς Φ ύσης». Κ αί οί ίδιες τ α ξ ι­
κές δυνάμεις πού προωθούσαν τήν έπανάσταση, προώθησαν
καί τΙς έπιστήμες. *Η έπιστήμη παρουσιάστηκε σά μιά
τεράστια δύναμη φωτισμού πού έσπασε τήν άμάθεια τοϋ
παρελθόντος καί τις προκαταλήψεις. Π ροκάλεσε τΙς παλιές
αύθεντίες μέ γνώ σεις βασισμένες στήν παρατήρηση καί
στήν πείρα. 01 άνθρωποι πού έβαλαν τά θεμέλια τώ ν φυσι­
κών έπιστημώ ν διάφεραν άπύ τούς καλαμαράδες καί τούς
σχολαστικούς καλόγερους τοϋ φεουδαρχικοϋ μεσαίωνα. ’Ή ­
σαν άνθρωποι πού ένδιαφέρονταν γ ιά τήν άνάπτυξη τή ς βι­
οτεχνίας καί τοϋ έμπορίου, της νέας τεχνικής, τών ταξιδιώ ν
καί τώ ν άνακαλύψεων. Σ τ ά χέρια τους ol έπιστημονικές
άνακαλύψεις έγιναν δργανα βελτίωσης τώ ν συνθηκών ζω ής
τοϋ άνθρώπου.
*Η έμφάνιση τώ ν καινούριων έπιστημώ ν ήταν ή συνέ­
πεια μιας νέας άνάπτυξης τή ς βιοτεχνίας καί βιομηχανίας.
«Μ ετά τις σταυροφορίες άναπτύσσεται τεράσ τια ή βιο­
τεχνία καί έρχονται στύ φώς πολλές καινούριες μηχανικές
(βφανση, ώρολογοποιία, άλεση), χη μ ικ ές (βαφή, μεταλλουρ­
γ ία , οινοπνευματοποιία) κα ί φυσικές (φακοί) έπιτεύξεις.
Καί αύτά δχι μόνο έδωσαν τεράστιο ύλικύ γιά πα ρατήρη­
ση, άλλά ταυτόχρονα έδωσαν καί έντελώς καινούρια μέσα
πειραματισμοϋ κλπ. πού δέν ύπήρχαν προηγούμενα, πού έπέτρεπαν τήν κατασκευή καινούριων όργάνων. Καί μπορούμε
νά ποϋμε ότι τώ ρα μόλις καί γ ιά πρώ τη φορά δημιουργεϊταί

160
μιά πρ α γμ α τικά συστηματική έμπειρική έπιστήμη». ( Έ ν ­
γκελς Δ ια λ εκτική τή ς Φ ύσ η ς).
Σ τ ή σύγχρονη άνάπτυξη τώ ν φυσικών έπισ τημώ ν πού
έγκαινιάστηκε κατά τόν τρόπο πού είπα μ ε, οί έπισ τημονι­
κές άφ α’ρέσεις κ α ί υποθέσεις έπαψαν νά είναι άπλές σκέ­
ψεις καί υποθέσεις καί άρχισαν νά καθιερώνονται σάν έπαληθευμένες έπιστημονικές άλ ήθειες.'Η έπιστημονική θεωρία
άρχισε νά άποβάλει τ ις πρω τόγονες άνοησίες μέ τις φιλο­
σοφικές κα ί θεολογικές άπόψεις. Κ αί κείνο πού στήριξε
τούς νέους έπιστήμονες τοϋ καιροϋ έκείνου ήταν ό καινού­
ριος τους έξοπλισμός πού τούς έπέτρεπε νά κάνουν άκριβεϊς
παρατηρήσεις καί νά έλέγχουν τήν πείρα καί τό γεγονός
δτι ol έπιστημονικές θεωρίες άρχισαν νά έπαληθεύονται βχι
μόνο μέ τις έπιστημονικές παρατηρήσεις καί τήν έπ ισ τη ­
μονική πείρα, άλλά καί στήν πρα κτική τη ς κοινωνικής π α ­
ραγω γής. Ή νέα ε π ιτ υ χ ία τών φυσικών έπισ τημώ ν λοιπόν,
στηρίζεται στήν προώθηση τή ς τεχνολογίας στήν κοινωνική
πα ρ αγω γή καί στήν κοινωνική χρησιμοποίηση τή ς έπ ισ τή ­
μης σάν πα ρ αγω γικής δύναμης.
Ά π ό τό ξεκίνημά τους, ol σύγχρονες αστικές φυσικές
έπισ τήμες σημείωσαν μεγάλες έπιτυχίες.
1) Π έτυχαν τή διαδοχική άνάπτυξη τώ ν χω ριστώ ν κλά­
δων τώ ν φυσικών έπιστημώ ν, δηλαδή τήν έξέλιξη τώ ν δια­
φόρων έπιστημώ ν τή μιά μετά τήν άλλη κα ί τή διαφορο­
ποίηση τή ς μιας άπό τις άλλες. Σ ’ αύτή τήν πορεία οί έ π ι­
τυ χίες πού σημειώνονταν στόν ένα τομέα, δημιουργούσαν
τή δυνατότητα γ ιά έναρξη έπιστημονικής έρευνας σέ,.άλλο
πεδίο. Σ ’ όλόκληρη αύτή τήν πορεία όλοκληρώνεται ή άνά
πτύξη τώ ν παρ αγω γικώ ν δυνάμεων τή ς κα πιταλισ τικής κ ο ι­
νωνίας, πού άπό τή μεριά τους, μέσα στήν πορεία αύτή,
παρουσίαζαν καινούρια προβλήματα γ ιά λύση στήν έπισ τή­
μη καί τη ς έδιναν τά μέσα γ ιά νά τά πετύχει.
2 ) Σ ’ 8λα τά διαδοχικά έπιστημονικά πε^ία σημειώ θη­
καν σοβαρές έπιτυχίες άνάλυσης, δηλαδή άνάλυση τώ ν φυ-

161
ικών φαινομένων στά μέρη τους ή στά σ το ιχεία τους,
άπόδειξη τώ ν Ιδιοτήτων τους τών άμοιβαίων σχέσεων τ ο υ ς ,'
τώ ν νόμων κ ίνη τη ς τώ ν μερών καθώς καί τώ ν νόμων κίνη ­
σης τοϋ συνόλου. Μά ένώ γίνονταν αύτή ή άνάλυση τή ς
φύσης, γίνονταν καί ή διαδικασία γενίκβυσης, πού άπόδ ειχνε τό π ώ ς καί oi διαφορετικές Ιδιότητες καί κινήσεις
τώ ν πρ α γμ ά τω ν εϊναι δλα συνέπειες πολύ γενικών καί
πα γκόσμιας έφαρμογής νόμων.
3)
Μ ιά τρίτη έ π ιτυ χ ία τώ ν σύγχρονων φυσικών έπισ τη ­
μών εϊναι ή άνακάλυψη τών νόμων άλλαγής καί έξέλιξης
στή φύση. '
Σ τό άρχικό στάδιο τώ ν σύγχρονων φυσικών έπισ τημώ ν
κυριαρχούσε ή άποψη δτι παρά τις άναλλοίωτες άλλαγές κ α ί
Αλληλοεπιδράσεις, ή φύση στά βασικά τη ς γνω ρίσμ ατα π α ­
ραμένει άκριβώς ή ίδια. «ΟΙ πλανήτες κα ί οΐ δορυφόροι τους
άπό τή σ τιγμ ή πού μπήκαν σέ κίνηση άπό τή μυστηριώδη
πρ ώ τη ώθηση, γυρίζουν καί θά γυρίζουν πά ντα στήν προ­
καθορισμένη τους έλλειπτική τροχιά στήν αΙω νιότη τα... Τ ά
άστέρια μένουν καθηλω μένα κα ί άκίνητα σ τίς θέσεις το υ ς...
'Η γ ή εξακολουθεί νά παραμένει πά ντα ή ϊδ ια ... 01 πέντε
ήπειροι πού υπάρχουν σήμερα, ύπήρχαν π ά ντα ... Τ ά διά­
φορα εΐδη τώ ν φυτών καί τώ ν ζώ ω ν παραμένουν άμετάβλητα άπό τή σ τιγ μ ή πού πρω τοδημιουργήθηκαν... "Ολες οι
άλλαγές καί κάθε έξέλιξη στή φύση είναι άμελητέες κ α τα ­
στάσεις (·Έ νγκελς, ά ια λ ε χ τιχ ύ τή ς Φ ύσης, είσαγω γή). 01 δια­
δοχικές δμ ω ς έπιστημονικές Ανακαλύψεις, στήν Αστρονομία
κα ί στήν κοσμογονία στήν φυσική, στή χημεία, στή γ ε ω ­
λογία καί σ τίς βιολογικές έπισ τημες γκρέμισαν όλόκληρη
τήν εΙκόνα τής Α μεταβλητότητας στή φύση. Ά π ο δ ε ίχτη κ ε
δτι στή φύση δλα Αλλάζουν καί εξελίσσονται. Κ αί τό συμ­
πέρασμα αύτό έρχεται δχ ι σά μιά γενική θεώρηση — 2πω ς
εϊχ ε γίνει π .χ . στήν ’Α ρχαία Ε λ λ η ν ικ ή Φ ιλοσοφία — άλλά
σάν άποτέλεσμα τής λεπτομερειακής έρευνας, τή ς άνάλυσης

11

162
τώ ν διαφόρων φυσικών διαδικασιών καί της άνάλυσης τών
νόμων τους καί τώ ν αμοιβαίων τους σχέσεων.
4)
Τ ελικά άπό τίς άνακαλύψεις τώ ν φυσικών έπισ τη­
μών άναπτύχθηκε β αθμιαία μιά γνώ ση γύρω άπό τή φύση
πού ήταν ταυτόχρονα καί γενική καί λεπτομερειακή' γενική
γ ια τί αγκαλιάζει τίς βασικές διαδικασίες πού λαμβάνουν
χώ ρ α στή φύση καί τίς άμοιβα ΐες τους σχέσεις καί λε­
πτομερειακή μέ τήν έννοια δτι άγκαλιάζει καί τούς Ιδιαί­
τερους νόμους καί τίς Ιδιαίτερες άμοιβαΐες σχέσεις τών
πραγμάτω ν. Κ αί ή γνώση αύτή πού αύξανόταν διαρκώς
έδωσε τή δυνατότητα στίς φυσικές έπιστήμες νά δώσουν
μιά είκόνα τώ ν φυσικών διαδικασιών βασισμένη καί δοκι­
μασμένη στήν έρευνα αύτών τώ ν ίδιων τώ ν διαδικασιών.
«Φ τάσαμε στό σ η μ είο ' , έγραφε ό Έ ν γ κ ε λ ς, «δπου
μπορούμε νά δώσουμε σάν ένα σύνολο τίς άμοιβάΐες σ χέ­
σεις άνάμεσα στίς διάφορες διαδικασίες πού γίνονται στή
φύση, δχι μόνο στίς Ιδιαίτερες σφαίρες, άλλά καί τίς άμοιβαΐες σχέσεις αύτών τώ ν Ιδιαίτερων σφαιρών καί έτσι νά
μπορούμε νά δώσουμε σέ μιά κατά προσέγγιση σχηματική
μορφή μιά κατανοητή άποψη τών άμοιβαίων σχέσεων στή
φύση, μέ βάση τά ίδ ια τά γεγονότα πού μάς τά δίνει ε μ ­
πειρικά ή ίδια ή έπιστήμη». (Λουδοβίκος Φ όγιερ μπα χ κε­
φάλαιο 2).
Τ ό άποτέλεσμα 6λων αύτών είναι βτι ή έπιστημονική
γνώ ση τής φύσης σ ιγά-σιγά ξεριζώ νει τή φιλοσοφική θεώ­
ρηση τή ς φύσης. Ή είκόνα πούδωσαν τόσο οί Ιδιαίτερες
διαδικασίες βσο καί οί γενικές άμοιβαΐες τους σχέσεις, βα­
σίστηκαν καί δοκιμάστηκαν στή λεπτομερειακή έρευνα καί
δέν κατάληξαν σ’ αυτά μέ φιλοσοφικές άφαιρέσεις >αί φαν­
τασ τικ ές υποθέσεις.
"Άλλοτε, β πω ς έγραφε ό “Ενγκελς, πετύχαιναν «κατα­
νοητή άποψη» γιά τή φύση «μόνο βάζοντας στή θέση τών
πρα γμ ατικώ ν άλλά άγνώστων άκόμα άμοιβαίων σχέσεων
Ιδεατές καί φ ανταστικές σχέσεις· στή θέση τών γεγονότων

163
πού άγνοοΰσαν έβαζαν μυθεύματα τη ς φαντασίας κ α ί γ ε φύρωναν τά πρ α γμ ατικά κενά μέ φαντασιώσεις». Μά άπό
τή σ τιγμή πού οί έπιστημονικές έρευνες άνακάλυψαν τά γ ε ­
γονότα πού λεΐπαν, τά παλιά παραγεμίσμα τα ήσαν «βχι μό­
νο άχρηστα άλλά καί καθαρή πισωδρόμηση». (Λουδοβίκος
Φ ό γιερ μπα χ, κεφάλαιο 2).
’Ασφαλώς παράμειναν άκόμα καί πολλά κενά καί πα ρ’
όλο πού τά κενά αύτά γεμίζουν σιγά - σιγά, κενά πά ντα θά
μένουν. Κ αί πρ α γμ ατικά ένώ γ εμίζεις το ένα κενό άνακαλύπ τεις ένα καινούριο, πού μέχρι τότε δέν τό είχες ύποψιασθεϊ.
Ά κ ό μ α καί στά τέλη τοϋ περασμένου αίώνα, ή έπιστήμη
άνακάλυψε πολλά, πού γκρέμισαν τίς παλιές φιλοσοφικές
άντιλήψεις γ ιά τή φύση. Κ αί γίνη κε πιά φανερό οτι ή έλ­
λειψη γνώσεων μπορεΐ νά ξεπερασθεΐ μόνο μέ τήν προώ ­
θηση της έπιστημονικής γνώ σης κα ί μέ τίπ ο τα άλλο.
Τ Α Ο ΡΙΛ Τ Η 1 ' Α ΣΤ ΙΚ Η Σ Ε Π ΙΣ Τ Η Μ Η Σ

01 έπισ τήμες, βοηθώντας στήν άνάπτυξη τη ς βιομη­
χανίας κα ί τοϋ έμπορίου, έπαιξαν άπαραίτητο ρόλο στήν
έγκατάσταση καί άνάπτυξη τοϋ καπιταλισ τικού τρόπου
π α ραγω γή ς. Μά ή έγκατάσταση τοΰ καπιταλιστικού τρόπου
έβαλε όρισμένα 5ρια στήν πάρα πέρα άνάπτυξη τήςέπισ τήμης.
Τ ό μεγάλο έπ ί ευγμα τοϋ καπιταλισμού είναι ί τ ι με­
ταμόρφω σε τήν άτομική καί μικρή κλίμακας πα ρ αγω γή σέ
μεγάλης κλίμακας κοινωνική πα ρ αγω γή πού εΐνχι σέ θέση
νά χαλιναγω γήσει τίς φυσικές δυνάμεις κ α ί νά χρησιμοποιή­
σει τά μεγάλα σύγχρονα μηχανικά μέσα π α ρ αγω γή ς. *Η
αύξηση τή ς κοινωνικής πα ρ αγω γή ς — κα ί κατά κύριο λό­
γ ο τή ς βιομηχανικής πα ρ αγω γή ς άφοΰ ή γ εω ρ γία μένει σ χε­
τικ ά πολύ π ίσ ω — έφερε καί ένίσχυσε μιά χω ρ ίς προηγού­
μενο αύξηση τή ς έπιστήμη ς. Σ τό ένα μετά τό άλλο, σ’ ίλ α
τά πεδία γίνονται άνακαλύψεις, δημιουργοΰνται καινούριες
έπισ τήμες καί άναπτύσσονται γρήγορα, ή φύση άποκαλύ-

164
π τει τά μυστικά τη ς στόν άνθρωπο καί άποκαθίστανται
ol άρχές γιά τήν όρθότερη κατανόηση τώ ν νόμων καί τών
άμοιβαίων σχέσεων πού ύπάρχουν μέσα στίς φυσικές δια­
δικασίες.
Ή παραγω γή βμως, κατευθύνεται πρός καθορισμένους
καπιταλιστικούς σκοπούς. Τό κεφάλαιο άσκεΐ τόν έλεγχο
καί κατευθύνει τή λειτουργία της κοινωνικής παραγω γής.
Ή συνεργασία πού εϊναι τό ούσιαστικό γνώ ρισμα τής κ ο ι­
νω νικές παραγω γής, δέν γίνεται άπό τούς ίδιους τούς έργαζόμενους, άλλά άπό τό κεφάλαιο πού χρησιμοποιεί καί
έκμεταλλεύεται τούς έργαζόμενους. «Δέν συνεργάζονται
άπό δική τους πρωτοβουλία, άλλά τούς βάζει σ’ αύτήν τό
κ ε φ ά λ α ν .... Τ ό κατευθυντήριο κίνητρο, τό τέλος καί 6
σκοπός τής καπιταλιστικής πα ραγω γή ς είναι νά βγάλει τό
μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό ύπεραξίας καί κατά συνέπεια
νά έκμεταλλευτεΐ στό μέγιστο δυνατό βαθμό τήν έργατική
δύναμη. (Μάρξ Κεφάλαιο Τόμος I, κεφάλαιο 13).
Ό Μάρξ θεωρούσε τήν έπιστήμη ένα ξεχωριστό άλλά
άναγκαΐο στοιχείο τής πα ραγω γικής διαδικασίας στή σ ύγ­
χρονη κοινωνία. Ή κοινωνική έργασία, έγραφε {Κεφάλαιο
Τόμος II I κεφάλαιο 5 τμήμ α 5), άπ α ιτεϊ δυό είδών έργασία.
Π ρώ τα πρώ τα τήν έπιστημονική γνώση τών υλικών καί
τώ ν διαδικασιών, πού συνήθως καταλήγουν σέ έπινοήσεις
καί άνακαλύψεις, πού βελτιώνουν τά έργαλεϊα παραγω γής
κα ί δημιουργούν καινούρια. "Ολο αύτό τό λέμε γενική έργα­
σία. Κ αί ύστερα ύπάρχει ή ίδια ή συλλογική δουλειά τών
συνεργαζομένων πού χρησιμοποιεί τά έργαλεϊα παραγ'-'νής.
Σ τήν καπιταλιστική πα ραγω γή κ αί τά δυό αύτά είδη ep
γ ασίας είναι ξεχω ριστά, άλλά ύπηρετοϋν τό κεφάλαιο. 'Η
συλλογική αύτή έργασία εϊναι ή πη γή τής ύπεραξίας καί
6 έργαζόμενος εϊναι άπλώς ένα χέρι πού δουλεύει, κάτω
άπό τήν καθοδήγηση τοϋ καπιταλιστή ή τώ ν έκπροσώπων
του, πρός ίφ ελος τοϋ καπιταλιστή. *Η πρόοδος στήν τ ε ­
χνική τής πα ραγω γή ς γίνεται καί έφαρμόζεται ί χ ι γ ιά νά

165
έλαφρώσουν τό μόχθο τοΰ άνθρώπου ή γ ια νά βοηθήσουν
στήν παραπέρα Ικανοποίηση τώ ν άναγκών τοΰ άνθρώπου,
άλλά μόνο στό μέτρο πού θά αυξάνουν τά κέρδη. Καί γι*
αύτό ή έπιστήμη, ή θεωρία τη ς πα ραγω γή ς, δέν άναπτύσσεται πλάι στήν κοινωνική έργασία καί σάν ίργανό της,
άλλά πλάϊ καί σάν δργανο τοϋ /εφαλαίου πού έκμεταλλεύεται τήν έργατική δύναμη καί κατευθύνει τήν παρα­
γ ω γ ή πρός τό καπιταλιστικό κέρδος.
« Ό έργαζόμενος έρχεται άντιμέτω πος μέ τό διανοητι­
κό δυναμικό τής ύλικής διαδικασίας τής παραγω γής σάν
ιδιοκτησία ένός άλλου καί σάν κυρίαρχη δύναμη», ϊγραφε
ό Μάρξ. « Ή σύγχρονη βιομηχανία... έκανε τήν έπιστήμη
πα ραγω γική δύναμη, ξεχωριστή άπό τήν έργασία κα ί τήν
άνάγκασε νά περάσει στήν υπηρεσία τοϋ κεφαλαίου». ( Κε­
φάλαιο Τόμος [ κεφάλαιο 14 τμήμ α 5 ).
Στήν άρχή ή έπιστήμη μπόρεσε νά προχω ρήσει μέ
γιγαντιαΐα βήματα, μέσα στά δρια τώ ν κα πιταλισ τικώ ν
τχέσεων. Γ ιατί τό κ ε φ ά λ α ιο είχε άνάγκη νά διεισδύσει στά
μυστικά τώ ν φυσικών διαδικασιών πού χρησιμοποιούσε
στήν προσπάθειά του νά βγάλει κέρδη. Κ αί έπειδή άκριβώς
κατάλαβε τή ζω τική σημασία τή ς έπιστήμης, ένθάρρυνε
τήν έρευνα άκόμα καί σέ τομείς πού δέν θά είχαν άμεση
έφαρμογή. Ο ΐ έπιστήμο^ες θεωρούσαν τόν έαυτό τους έλεύθερο κα ί χω ρ ίς καμμιά δέσμευση. Νόμιζαν δτι ήσαν αύτοί
οί ΐδιοι πού κατεύθυναν τις έρευνές τους πρός τό καλό ολό­
κληρης τή ς άνθρωπότητας ή γ ιά νά ικανοποιήσουν τή δ ί­
ψα τής γνώ σης τους καί ό τι ή κοινωνία ήταν έτοιμη νά
τούς τιμήσει καί νά τούς άνταμείψει γιά τίς άνακαλύψεις
τους αύτές καί πώ ς, δταν θά τούς δινόταν ή εύκαιρία, θά
έμπαιναν σέ πρακτική χρήση. Σ ’ άντίθεση μ’ δλα αύτά
ή πρα γμ ατικότητα τής άστικής έλευθερίας στήν έπιστήμη
είναι δτι ή έπισ τήμη δουλεύει πάντα γιά τό κεφάλαιο πού
σ τηρίζεται στίς άνακαλύψεις της, στίς έφευρέσεις της καί
σ τίς θεωρίες της, γ ιά νά πραγματοποιήσει στήν πα ραγω γή

έκεΐνες τις βελτιώσεις, πού θά αύξήσουν το κ α π ιτα λ ισ τι­
κό κέρδος.
Μέ τήν έξέλιξη τοϋ κεφαλαίου στή σύγχρονη μονοπω­
λιακή του μορφή 6μως, συντελεΐται ή άμεση καί άνοικτή
ύ ποταγή τη ς έπιστήμης στό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Αύτό
πετυχαίνεται μέ τή βοήθεια τή ς ίδιας της προόδου τη ς έπ ι­
σ τήμης πού δημιούργησε μεγάλες άπαιτήσ εις σέ χρ ήματα ,
έτσι πού νά έξαρταται άπόλυτα άπό τή χρηματοδότηση ά ­
μεσα άπό τά μονοπώλια ή έμμεσα άπό τό κράτος. 'Ο χ ι
μόνο οί έρευνες, οί έφευρέσεις καί οΐ ανακαλύψεις τώ ν έπιστημόνων πέρασαν στήν υπηρεσία τοΰ κεφαλαίου, άλλά τ ε ­
λικά καί οί ϊδιοι οί έπιστήμονες προσω πικά έχασαν την
πα λιά τους άνεξαρτησία καί έγιναν υπάλληλοι ή πράκτορες
τώ ν μονοπωλίων ή τοΰ κράτους πού κ ι’ αύτό έχει υποτα­
χ θ ε ί στά μονοπώλια καί ή δουλειά τους έχει μ π ει σέ κα ­
νονική πειθαρχία. Ά π ο τέλ ε σ μ α δλων αύτών είναι ή άπο
διοργάνωση τη ς έπιστημονικής έργασίας, ή όποία μπορεΐ
νά πρ ο ω θείται μόνο στούς το μ είς πού συμφέρει στά μονο­
πώ λια κ α ί πληρώνουν. Κ ι’ δλα αύτά θά καταλήξουν στό
τέλος σέ μιά διαστροφή κατά κύριο λόγο καί μέ αύξανόμενο ρυθμό γ ιά στρατιωτικούς σκοπούς, μεγαλώνοντας τή μ υ ­
σ τικότητα καί τήν «ασφάλεια τώ ν μυστικώ ν», τήν Αστυνο­
μική κα ί σ τρατιω τική έπιτήρηση, τίς δοκιμασίες γ ιά « π ι­
στότητα» στό καθεστώ ς καί γ ιά ιδεολογική όρθοδοξία.
Καί κατάληξαν νά κάνουν τήν έπιστήμη νά φαίνεται βχι
σάν πη γή δύναμης και έλπίδας της άνθρωπότητας, άλλά
σάν ά π ίίλ ή .
Ή ύποταγή τη ς έπιστήμης στό κεφάλαιο καί ειδικά
στό μονοπωλιακό κεφάλαιο, άντανακλαται καί στή θεωρία
τη ς έπισ τήμη ς. Κ ατά τή θεωρητική άποψη της ά σ τικ ' ς
τάξης ή έπισ τήμη , δπ ω ς ήταν φυσικό, περικλείνει μιά έπικίνδυνη ιδεολογική τάση. Καί αύτό είναι ή ύλιστική τά ­
ση τώ ν συμπερασμάτων της πού έξηγεΐ τά πά ντα μέ τήν
πείρα τώ ν άνθρώπων άπό τόν υλιστικό κόσμο καί μόνο.

167
Ο ί αστοί άπό τήν άρχή κατάλαβαν, δτι ό επιστημονικός
υλισμός μπορεϊ νά γίνει κοινωνικός άνατροπέας άν άρχίσει
νά βάλει σέ έπιστημονική κριτική- τά θεμέλια της κοινω ­
νίας καί τά προνόμια τή ς κυρίαρχης τάξης καί άν δείξουν
πώ ς ό έξοπλισμένος μέ τήν έπισ τήμη λαός μ πορεϊ νά κερ­
δίσει τή χειραφέτησή του. Γ ι’ αύτό κα ί άπό πολύ καιρό οί
διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες προσπαθούν νά μπερδευτοϋν
μέ τήν έπισ τήμη , μέ σκοπό νά βγάλουν άπό μέσα της τίς
ριζοσπαστικές υλικές τη ς τάσεις καί πάνω ά π ’ δλα γ υ ­
ρεύοντας νά έπιβάλουν όρια πάνω στή δυνατή της άνάπτυ­
ξη καί έφαρμογή.
"Ε τσι προσπάθησαν νά καθιερώσουν τήν άποψη, δτι οί
έπιστήμες θά πρέπει νά άσχολοϋνται μόνο μ ’ ορισμένες
πλευρές τών δυνάμεων τή ς φύσης κα ί καθόλου μέ τίς πνευ­
ματικές δυνάμεις. ’Ακόμα θέλησαν νά έπιβάλουν τήν άπ ο­
ψη 6τι ή έπιστήμη δέν μ π ο ρ εϊ νά διεισδύσει σ τίς πρ α γμ α
τικές δυνάμεις πού έπενεργοϋν στή φ ύση’ μπορούν μόνο νά
άσχοληθοϋν μ’ όρισμένες τους πλευρές. Κ αί δτι τελικά ό άν­
θρωπος μπορεϊ νά καταγράφ ει καί νά συσχετίζει τά αίσθήματά μας πού δημιουργοϋνται στό νοϋ μας, ένώ ό π ρ α γμ α ­
τικός έξωτερικός κόσμος παραμένει άγνω στος κα ί μυστη­
ριώδης. Ο ί τέτοιες άπόψεις γ ιά τήν έπισ τήμη καί μέσα
στήν έπισ τή μη , πού είναι πολύ διαδομένες στόν κ α π ιτα λ ι­
στικό κόσμο, σήμερα άρχισαν νά άναπτύσσονται άπό τό δέ­
κατο Εβδομο αιώνα (π .χ . μέ τό έργο τοϋ M a le b ra n c e Δ ιά ­
λο γο ι περ'ι Μ εταφ υσικ ής και θ ρ η σ κ εία ς 1688).
Έ τ σ ι συνανταμε έξοχους έπιστήμονες πού υποστηρί­
ζουν δτι ή έπισ τή μ η μπ ορεϊ νά ζ ε ΐ σέ άρμονία μέ κάθε ε ί­
δους « Π ίσ τεις» , έκτός άπό τήν π ίσ τη στήν άνθρωπότητα
δτι δέν εϊναι δυνατό νά γνωρίσουμε τό νάντικειμ ενικό κόσμο"
δ τι οί σκοποί τή ς προόδου, πού εϊναι βασισμένη στήν έ π ι­
στημονική γνώ ση, εϊναι άπατηλή. Μά ταυτόχρονα δέν μπορεϊ νά άνακοπεΐ ή πρόοδος τώ ν έπιστημονικώ ν άνακαλύψεων.
Σ υ νεχίζεται νά γίνονται καινούριες μεγάλες άνακαλύψεις

πού βασίζονται στή νεότερη τεχνική της σύγχρονης κ ο ι­
νωνίας. Μ ά ol Ιδιοι ol έπιστήμονες άποκτανε 6λο καί περ ισ ­
σότερο συγκεκριμένη γνώ ση τώ ν περιορισμών πού έβαζαν
στήν πρακτική τους άσκηση τά συμφέροντα τώ ν μονοπω­
λίων κα ί στό θεωρητικό τομέα οί άντεπιστημονικές τους
Ιδέες. Πολλοί άρχισαν νά άναζητοϋν διέξοδο. 'Α λ λο ι τή διέ­
ξοδο αύτή τήν άναζητοϋν σέ έναν άναρχισμό ή μπερδεμένο
άτομικισμό. 'Α λλοι προσχωροΰν στο κίνημα τη ς έργατικής
τάξη ς, γ ιά μιά καινούρια κοινωνική τάξη όπου ή έπισ τήμη
θά άναπτύσσεται άνεμπόδιστα πρός έξυπηρέτηση τώ ν σ υμ ­
φερόντων δλόκληρης τη ς κοινωνίας.
Β Π ΙΣ Τ Η Μ Η Γ ΙΑ Τ Ο ΛΑΟ

Στόν καπιταλισμό ή καθοδήγηση της κοινωνικής πα ρα­
γ ω γ ή ς είναι ένα λειτούργημα τοΰ κεφαλαίου, πού σκοπός
του είναι τό κα πιταλισ τικό κέρδος. Ά π ό τήν άλλη πλευρά
στό σοσιαλισμό ή καθοδήγηση τής κοινωνικής πα ραγω γή ς
είναι λειτούργημα τής Ιδιας τής κοινωνικής έργασίας, τής
όποίας σκοπός είναι ή Ικανοποίηση τών ύλικών καί πολι­
τισ τικώ ν άναγκών τής κοινωνίας. Κ αί τό καθήκον τής δ η ­
μιουργίας μιας θεωρίας τής πα ραγω γή ς, θά πρέπει πάντα
νά βρίσκεται στά ΐδ ια χέρ ια πού βρίσκεται καί ή διεύ­
θυνση τής πρακτικής της άσκησης. Σ ίό ν καπιταλισμό ή
έπισ τήμη χω ρ ίζεται άπό τήν έργασία κα ί άναγκάζεται νά
περάσει στήν υπηρεσία τοΰ κεφαλαίου πού έκμεταλλεύεται
τήν έργασία. Σ τό σοσιαλισμό 6μως ή έπισ τήμη ένώνεται
μέ τήν έργασία. *Η σοσιαλιστική έπιστήμη είναι τό έπιστη
μονικό τμήμ α τής κοινωνικής έργασίας· δηλαδή είναι τό
τμ ή μ α έκεΐνο πού κάνει τίς έρευνες, τίς εφευρέσεις κα ί τό
άναγκαΐο θεωρητικό έργο πού θά χρησιμεύσουν στήν έπέκταση καί στήν τελειοποίηση τής σοσιαλιστικής π α ρ α γω ­
γής γ ιά τήν ικανοποίηση τώ ν σταθερά άνερχόμενων ύλι­
κών καί πολιτιστικώ ν άπαιτήσεων τής κοινωνίας.

Ά πο σ είο ντας τόν έλεγχο τώ ν μονοπωλίων κα ί περνών.
τας στήν έξυπηρέτηση τη ς κοινωνίας, ή όλόπλευρη άνάπτυ­
ξη τώ ν έπιστημώ ν στό σοσιαλισμό γίνεται Αντικείμενο σχεδιοποίησης. Αύτό Ασφαλώς 8έν θέλει νά π ε ι δτι ίλ ε ς οΐ
ανακαλύψεις πού γίνονται, σχεδιάζονται έκ τώ ν προτέρων,
Αφοϋ κανένας δέν γνω ρίζει τ ί πρόκειται νά Ανακαλύψει μέ­
χρ ι τή σ τιγμή πού θά γίνει ή Ανακάλυψη. Σημαίνει Απλώς
ί τ ι ή κατανομή τώ ν πη γώ ν καί ή κατεύθυνση τώ ν έρευνών
σχεδιοποιοϋνται. Τ ά σχέδια αύτά είναι βραχύχρονα καί μα­
κρόχρονα. Τήν ίδια στιγμή ή έπισ τήμη κα ταπιάνεται μέ
τή λύση τών άμεσων πρακτικώ ν προβλημάτω ν καί Αναλαμ­
βάνει καί βασικές έρευνες πού ύπαγορεύονται άπό τίς Απαι­
τήσεις της θεωρητικής προόδου κα ί πού ύπόσχονται Απο­
τελέσ ματα πολύ καλύτερα Από κείνα τη ς τρέχουσας πρα­
κτικής.
'Έ να ς καινούριος τύπος έπιστήμονα προβάλλει, πού έχει
στρατολογηθεΐ άπό τά σπλάχνα τοϋ έργαζόμενου λαοΰ. Κ αί
ή έπισ τήμη Από ύπόθεση ένός στενοϋ κοινωνικού κύκλου
πού είχ ε συνδεθεί άμεσα μέ τ>ύς έκμεταλλευτές, γίνεται
τώ ρα κοινό κτήμα 6λων καί ένδιαφέρει δλους. Αύτό καί
μόνο Απελευθερώνει τεράστιες δυνάμεις γ ιά τήν έ π ισ τη μ ο ­
νική έργασία κα ί γ ιά τή χρησιμοποίηση τώ ν Α ποτελεσμά­
τω ν καί όδηγεΐ σέ τεράστια έπιτάχυνση καί έπέκταση της
έπιστήμης.
Τ αυτόχρονα οί Ιδεολογικές προκαταλήψεις τελικά Απο­
βάλλονται. Ή θεωρία τη ς έπισ τήμη ς Αναπτύσσεται παράλ­
ληλα μέ τις Ανακαλύψεις πΑνω στή βάση τη ς σοσιαλιστι-)
κής πρακτικής, σάν όδηγός γ ιά παραπέρα Ανακαλύψεις κα
πρα κτική έφαρμογή μέ τήν έλεύθερη συζήτηση κα ί τή ν
κριτική.
Π αλιότερα καί πρίν άπό τήν άνάπτυξη τώ ν χ ω ριστών
έπισ τημώ ν, ή έπισ τήμη δέν ξεχώ ρ ιζε εύκολα άπό τή φ ι­
λοσοφία. "Ενας Από τούς σταθμούς της Ιστορίας τή ς φιλο.
-ο φ ία ς κα ί τη ς έπισ τήμη ς εϊναι ό χω ρισμός τώ ν έπιστη-

170
μών άπό τή φιλοσοφία. Ό τ χ ν οί έπισ τήμες άποσπ άστηκ αν
άπό τή φιλοσοφία, οί γενικές Ί δ έ ε ς γ ιά τή φύση άρχισαν
νά στηρίζονται στήν έπισ τημο νικ ή έρευνα της φύσης. Π αρ’
6λα αύτά βμως, δπω ς είδα με, οί φιλοσοφικές ίδέες συνέχι­
σαν νά διεισδύουν σ τίς έπισ τήμες καί νά έπηρεάζουν τά πιό
άφηρημένα μέρη τής έπισ τημονικ ής θεωρίας. Ή χειραφέτηση τή ς έπισ τήμη ς άπό τίς φιλοσοφικές προκαταλήψεις^
όλοκληρώνεται μόνο μ έ τήν άνάπτυξη τής έπισ τήμη ς «τό
σοσιαλιστικό καθεστώ ς. Κ αί τό τε ή φιλοσοφία παύει νά
ύπάρχει στήν παλιότερή τη ς μορφή σάν κοσμοθεωρία Ανε­
ξάρτητη άπό τ ίς έπισ τήμες πού έπέβαλε τίς άπόψεις της
σ τίς έπισ τήμες. ’Α ντίθετα, άναπτύσ σεται σάν συνοψίζοντας
τίς άρετές πού έχουν σχέση μέ τήν ίδια τήν έπισ τημονική
σκέψη—τίς άρχές τής λογικής κα ί τή ς διαλεκτικής—καί κα ­
τά συνέπεια σάν θεωρητικό δργανο καί όδηγός στά έπισ τημονικά έργα.
Σχολιάζοντας τίς σχέσεις έπισ τήμης καί φιλοσοφίας ό
Έ ν γ κ ε λ ς έγραφε στή ίια λ ε χ τιχ ή τή ς Φ ύσης.
« Ό έπιστήμονας τώ ν φυσικών έπισ τημ ώ ν πιστεύει
δτι έχει Α παλλαγεί άπό τή φιλοσοφία, άγνοώντας την ή
καί κατηγορώ ντας την. Κ ι’ δμω ς δέν μπορεϊ νά κάνει οδτε
βήμα χω ρ ίς σκέψεις. Καί γ ιά νά κάνει σκέψεις πρέπει νά
γ νω ρ ίζει τούς ορισμούς τής σκέψης. Κ αί παίρνουν αύτές
τίς κα τηγορίες χω ρίς νά τό σκεφθοϋν καθόλου άπό τήν
κοινή συνείδηση τώ ν λεγομένων μορφωμένων Ανθρώπων...
Έ τ σ ι κ ι’ αυτοί δέν βρίσκονται λιγότερο Από τούς άλλους
δέσμιοι τή ς φιλοσοφίας. Κ αί κείνη πού τούς έπιτίθονταν ε ί­
ναι οί περισσότΓρο δούλοι τώ ν χειρότερων κατάλοιπω ν τών
χειρότερων φιλ< τοφιών. Ο ί έπιστήμονες τώ ν φυσικών έ π ι­
στημών έπέτρεψ ;ν στή φιλοσοφία νά παρατείνει τήν ψευτοόπαρξή της, δίνοντάς τη ς τή δυνατότητα νά άποβάλλει τήν
πα λιά τη ς μεταφυσική. Μόνο δταν οί φυσικές κα ί Ιστορικές
έπισ τή μες υιοθέτησαν τή διαλεκτική, ό,τι άχρηστο... καί ό,τι

171
έπιφανειακό υπήρχε στή φιλοσοφία έξαφανίστηκε γ ιά νά
άφήσει τή θέση του σ τίς {θετικές έπιστήμες.
Μόνο στό σοσιαλισμό μπορεΐ νά πραγμ ατοποιηθεί μιά
πλήρης καί άληθινή κατάσταση, βπου θά λείπει τό συμφέ­
ρον, πού άποτελεΐ ουσιαστική προϋπόθεση γιά τήν π λ ή ­
ρη άνάπτυξη της έπισ τήμη ς.
'Η διαδικασία της έπιστημονικής έρευνας ά π α ιτε ΐ τά
συμπεράσματα νά βγαίνουν μόνο πάνω στή βάση τη ς πλ ή­
ρους έρευνας καί μόνο χω ρ ίς νά λαμβάνεται ύπ’ 6ψη άν
αύτό θά συμφέρει τόν ένα ή τόν άλλο ή αύτή ή έκείνη τή
σχολή σκέψης καί πίστης. Κ αί αύτό μέ τή σειρά του ά π α ιτ ε ΐ τό κάθε συμπέρασμα νά μπαίνει κά τω άπό τήν κ ρ ιη κ ή
της πάρα πέρα έρευνας.
Α ύτό τό άναγκαΐο χαρακτηριστικό της έπιστημονικής
έργασίας τονίστηκε έπανειλημμένα άπό τό Μάρξ. Έ τ σ ι
π .χ . άντιπαραθέτοντας τήν άποψη τοϋ Ρικάρντο στήν π ο ­
λιτική οικονομία καί κείνη τοϋ Μάλθους στό έργο του
Θεωρία τή ς ' Υ περαξίας μιλάει γ ιά «τήν έλλειψη κάθε ε ί­
δους συμφέροντος» στό Ρικάρντο, γ ιά τήν έπιστημονική του
τ ιμ ’.ότητα « γ ιά τήν έπιστημονική του άμεροληψία» πού
χω ρ ίς προκαθορισμένο σκοπό «έρχεται σέ πολλά σημεία σ’
αντίθεση μέ τήν άστική τάξη καί σ’ άλλα σ’ άντίθεση μέ
τό προλεταριάτο καί τήν αριστοκρατία». Ά π ό τήν άλλη
πλευρά ό Μάλθους διέπραξε άμάρτημα «ένάντια στήν έπ ι­
στήμη» επειδή υιοθέτησε τίς άπόψεις πού ύποστήριξε
πρός βφελος καί γ ιά άπολογία τών κυρίαρχων τάξεων. « Ή
ικανότητα σκέψης τοΰ Μάλθους, β γάζει... μόνο τά συμπε­
ράσματα έκεΐνα πού είναι αποδεκτά καί χρήσιμα άπό τήν
άριστοκρατία πού είναι ενάντια στήν άστική τάξη καί οί
δυό μαζί ένάντια στό προλεταριάτο». Προσπάθησε νά «βο­
λέψει τήν έπισ τήμη σέ μιά άποψη πού δέν βγαίνει άπό τήν
ίδια τήν έπισ τήμη ... άλλά δανεισμένη άπ’ έξω ή όποία έξυπηρετεΐ συμφέροντα ξένα πρός τήν έπιστήμη».
Σ έ μιά κοινωνία πού είναι βασισμένη στήν έκμετάλ-

172
λευση είναι αδύνατο νά μήν υπάρχουν εμπόδια γ ιά μιά
έρευνα πού δέν θά έπηρεασθεΐ άπό Ιδιαίτερα συμφέροντα.
Γ ίνεται άρχή τώ ν έρευνών μά θά φτάσουν σ’ ένα σημείο,
δπότε θά άρχίσει ή 8λο καί μεγαλύτερη πίεση, γ ιά νά π ε ί­
σει πολλούς έπιστήμονες νά βγάλουν τά συμπεράσματά τους
σύμφωνα μέ τίς διάφορες ιδεολογικές καί πολιτικές Απαι­
τήσεις τώ ν κυρίαρχων τάξεων ή νά σταματήσουν πρόωρα
τήν έρευνά τους. Μόνο δταν κα ταργη θεΐ ή έκμετάλλευση
άνθρώπου άπό άνθρωπο κα ί ή έρευνα θά κατευθύνεται σ υν­
ειδητά στό νά κάνει τή ζω ή πιό πλούσια γ ιά τόν καθένα,
θά πέσουν καί δλα τά φράγματα τώ ν Ιδιαίτερων συμφε­
ρόντων. Γ ια τ ί τότε τό πρ α γμ ατικό κίνητρο πού θά ώ θεΐ τήν
ρευνα, πού θά εϊναι τό κοινό συμφέρον γ ιά νά αποκτήσου­
με περισσότερες γνώ σεις σάν μέσα γ ιά τή ζω ή, θά άπαιτ ε ΐ νά μήν ύπάρχει κανένα έμπόδιο γ ιά νά φτάσει μέχρι
τέλους ή έρευνα.
’Ασφαλώς οί παλιές συνήθειες πού θέλουν τήν έρευνα
νά γ ίνεται πρός δφελος μια ς ξεχω ριστής όμάδας ή πού Απα­
γόρευαν νά βγουν όρισμένα συμπεράσματα, δέν πρόκειται
νά έξαλειφθοϋν εδκολα. Ά π ό τήν Αλλη μεριά πά λι, ή άνά­
πτυξη τοϋ σοσιαλισμού, ά π α ιτε ΐ άπό τήν έπισ τήμη νά μεί­
νει είλικρινά μακρυά άπό τά συμφέροντα καί νά κάνει τίς
έρευνές τη ς Ανεξάρτητα άπό τό άν συμφέρει σέ τοϋτον ή
σέ κείνον ή άν πιστεύουν αύτό ή έκεϊνο Αύτό τό τόνισε
πολύ χαρακτηριστικά ό Σ τάλιν : «“Ε χει άναγνω ρισθεΐ γ ε ­
νικά δτι κα μ μ ιά έπισ τή μη δέν μ πορεΐ νά άναδειχθεΐ καί
νά άνθίσει, χω ρίς σύγκρουση γνω μώ ν καί χω ρ ίς έλευθερία
κριτικής». ( 'Ο Μ αρξισμός και τό / 'λωσσιχο Ζ ή τη μ α ). « Ή
έπισ τήμη λέγεται έπισ τήμη έπειδή άκριβώ ς δέν αναγνω ­
ρίζει φ ετίχ , έπειδή άκριβώ ς δέν φοβάται νά σηκώσει τά
χέρια τη ς ένάντια στό ξεπερασμένο καί παρακμασμένο κα[
έπειδή δίνει Ιδιαίτερα προσοχή στή φωνή της έμπειρίας καί
της πρακτικής». (Λ ό γο ς το υ στήν Λ ’ i ίανενω σιαχή Σ υν­
διάσκεψ η f * Σ τα χ α ν ο β ιτώ ν ).

173
Γενικά ό σοσιαλισμός Απελευθερώνει τήν έπισ τήμη άπό
όλα τά εμπόδια κα ί τά όρια πού είχαν βάλει στήν άνάπτυξή
της. "Ο πω ς άκριβώ ς ή σοσιαλιστική Ιδιοκτησία τώ ν μέσων
π α ρ αγω γή ς άποσείει τά δεσμά πού έπέβαλε στήν πα ρ αγω γή
ή άτομική ιδιοκτησία καί ή άτομική ιδιοποίηση κα ί δίνει
τή δυνατότητα μιας άπεριόριστης άνάπτυξης τή ς πα ρ α γω ­
γή ς πρός Ικανοποίηση τώ ν άναγκών τοϋ ανθρώπου, έτσ ι ά ­
ποσείει κα ί τά δεσμά πού είχαν έπιβάλει στήν έπιστήμη.
Ο ί μέθοδες επιστημονικής έρευνας δέν διαφέρουν στό σο­
σιαλισμό καί στόν καπιταλισ μό. Ο ί μέθοδες αύτές, πού
τελειοποιούνται σ υγά-σιγά στήν πορεία τώ ν διαδοχικών
σταθμών οικονομικής άνάπτυξης δέν είναι προϊόντα ένός Ι­
διαίτερου συστήματος. "Ο μως οί πολιτικοί, οίκονομικοΐ καί
ιδεολογικοί παράγοντες πού έμπόδιζαν τή γενική του< ά ­
νάπτυξη άπομακρύνονται.
«Μ έ τήν έναρξη τοϋ σοσιαλισμοΰ, έγραφε ό "Ενγκελς
στή Δ ια λ ε κ τικ ή τή ς Φ ύσης, άρ χίζει μιά καινούρια έποχή
στήν ιστορία, στήν δποία όλόκληρη ή άνθρωπότητα καί
μαζί τη ς καί ίλ ε ς τη ς οί δραστηριότητες καί ειδικά ol φυ­
σικές έπισ τήμες, θά γνωρίσουν τέτο ια άνοδο πού κάθε προ­
ηγούμενο θά έπισκιασθεΐ».
Ο Ι Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΚ Ε Σ Ε Π ΙΣ Τ Η Μ Ε Σ

Ή άστική έπισ τήμη μπόρεσε νά διεισδύσει βαθειά
στούς νόμους τώ ν φυσικών διαδικασιών, έπειδή ή άστική
τά ξη έπρεπε νά τούς γνω ρίσει γ ιά νά τούς χρησιμοποιή σει πρός ίφ ελος δικό τη ς. Ο ί άστοί π .χ . δέν χρειάζονταν
μυθικές ιστορίες γ ιά τόν ήλεκτρισμό, άλλά γνώση τώ ν
πρα γμ ατικώ ν νόμων (παρ’ ίλ ο πού ή ιδεολογία τους εξα­
κολουθεί νά τούς κάνει νά πιστεύουν πολλές παραμυθένιες
Ιστορίες). Σ χ ε τικ ά μέ τούς νόμους τή ς κοινωνίας δμω ς, οί
άστοί, έπειδή ήθελαν οί μάζες νά πιστεύουν σέ υπερφυσικά
καί άπίθανα πρ ά γμ ατα, είχαν κάθε συμφέρον νά μή γίνουν
ποτέ γνω στοί. Γ ια τί ή γνώ ση τώ ν νόμων αύτών τούς ό&η

174
. γ ε ϊ κα τ’ ευθείαν στήν πτώ σ η όλόκληρου τοΰ συστήματος.
^ Π αρά τά έπιτεύ γματα βμως τών φυσικών έπιστημώ ν
στήν καπιταλισ τική κοινωνία, τό μεγαλύτερο έμπόδιο στήν
άνάπτυξη τών έπιστημώ ν στάθηκε ό διαχωρισμός τώ ν φυ­
σικών καί κοινωνικών έπιστημώ ν. Δέν υπήρχε ένιαία έ π ι­
στήμη. Ά ν τ ι γ ι’ αύτό ύπήρχαν φυσικές έπισ τήμες, χω ρίς
κοινωνικές τέτοιες. Κ αί γ ι’ αύτό δέν υπήρχε και ή έ π ι­
στημονική γνώ ση γ ιά τήν άνάδειξη καί τήν έφαρμογή τών
έπιστημώ ν στήν υπηρεσία τή ς άνθρωπότητας.
Ή τοποθέτηση τών κοινωνικών έπιστημώ ν σέ σταθερή
βάση, ή άνακάλυψη τώ ν βασικών νόμων έξέλιξης τή ς κοι­
νωνίας, άρχίζει μόνο μέ τήν έναρξη τή ς πάλης γ ιά νό σο σιαλισμό καί συνεχίζει τήν άνάπτυξή της, παράλληλα μέ
τήν πάλη α ύ τή, μέχρι καί τό χτίσ ιμο τής σοσιαλιστικής
κοινωνίας.
01 κοινωνικές έπιστήμες άναπτύσσονται παράλληλα
μέ τήν άνάπτυξη τής έπιστημονικής θεωρίας πού καθοδη­
γ ε ί τήν έργατική τάξη στήν πάλη της γ ιά τό σοσιαλισμό.
Ε μ φ α ν ίζε τα ι καί άναπτύσσέται σάν θεωρητική βάση τών
κοινωνικών άντιλήψεών τής έργατικής τάξης.
Ο ί άστικές κοινωνικές έπιστήμες Ιφτασαν στό κατακόρυφό τους μέ τά ίρ γα 'τ ώ ν Βρεταννών έρευνητών "Άνταμ
Σ μ ίθ καί Ν τέΐβιντ Ρικάρντο, τών όποιων οί έρευνες, γύρω
άπό τόν τρόπο παραγω γής καί κατανομής τώ ν άγαθών
στήν άνθρώπινη κοινωνία όδήγησαν στή δημιουργία τής
έπιστήμης τή ς Π ολιτικής Οίκονομίας, πού είναι ή έπιστήμη
τώ ν οίκονομικών νόμων τή ς κοινωνίας. 01 έρευνες αύτές
ίγιναν γ ιά νά ύπηρετήσουν τίς άνάγκες διεύθυνσης τής άνερχόμενης καπιταλιστικής οίκονομίας. Μά ol 8pqi άνάπτυξης
τής καπιταλιστικής κυριαρχίας καί τής καπιταλιστικής έκμετάλλευσης έμποδίζει μια παραπέρα συνέχιση τής έπισ τημο­
νικής έρευνας άπό τούς άστούς έρευνητές.Μά δέν μπορούσαν
να τό κάνουν 8πω ς «πόδειξε ό Μ άρξ, γ ια τί δέ μπορούσαν νά
άποκαλύψουν μέ τήν άνακάλυψη τών νόμων τής υπεραξίας,

175
τό μυστικό τής καπιταλιστικής έκμετάλλευσης.
Κ ατά συνέπεια ή άστική οικονομική έπιστήμη καί γ ε ­
νικότερα ol άστικές κοινωνικές έπιστήμες περιορίστηκαν
στή συγκέντρωση πολλών περιστατικών καί σχετικών μέ
αύτά γεγονότων. Ε π ίσ η ς συγκέντρωσαν τεράστιο υλικό
πρακτικών γνώσεων γ ιά τό π ώ ς λειτουργεί τό κα πιταλι­
στικό σύστημα. Μά άπόφυγαν έπίμονα νά κάνουν έρευνα,
γύρω άπό τις πρα γμ ατικές πα ραγω γικές σχέσεις, στίς
όποιες βασίζονταν αύτά τά γεγονότα καί άπό αύτά καί μόνο
μπορούσαν νά γίνουν κατανοητά καί νά άποφευχθοϋν ol έπιφανειακές καί λαθεμένες έξηγήσεις.
’Ε κείνο πού ε ίπ ε ό Μάρξ γιά τή «χυδαία» άστική οικο­
νομική έπιστήμη, μπορεϊ νά ειπω θεί καί γενικότερα γιά
τίς άστικές κοινωνικές έπιστήμες. « ’Εξετάζουν μόνο έπιφανειακά... ζητοϋν εύλογοφανεϊς έξηγήσεις γ ιά τά πιό δύσκο­
λα φαινόμενα, προκειμένου νά χρησιμοποιηθούν άπό τήν
άστική τάξη καί άπό κ εΐ καί πέρα περιορίζονται σέ σχο­
λαστική ταξινόμηση καί διακηρύσσουν γ ιά αιώνιες άλήθειετ
τις τριμένες κοινωνικές ίδέες .πού έχει διατυπώσει ή άστική
τάξη γ ιά κοσμοθεωρία της, ότι δηλαδή ό κόσμος τους είναι
ή καλύτερη μορφή κόσμου». ( Κεφάλαιο τομ. Α ' κεφ. 1 τμ ή 4 υποσημείωση). Καί μέ τέτοιες έπιστήμες, δέν υπήρχε
π ιά θέμα άν αύτή ή έκείνη ή θεωρία ήταν άληθινή, άλλά
άν συνέφερε ή δχι στό κεφάλαιο, άν ήταν σκόπιμη ή βχι,
άν ήταν ή 8χι έπικίνδυνη. Σ τή θέση τών χωρίς Ιδιαίτερο
συμφέρον έρευνητών είχαν δημιουργηθεΐ πληρωνόμενοι ύπερασπιστές· στή θέση τής γνήσιας έπιστημονικής έρευνας
τοποθετήθηκε ή κακώς έννοούμενη συνείδηση καί ό δα ίμο­
νας τών άπολογητών ( Κ εφάλαιο πρόλογος στή Β ' έκδτση'.
Έ τ σ ι λοιπόν οί έρευνες τώ ν άστών συγκέντρωσαν πολυ­
άριθμα γεγονότα καί όρισμένους ξεκομμένους καί έπιφανειακούς νόμους τών κοινωνικών έπιστημώ ν. Μ’ άλλα λόγια δέν
ύπήρξαν καί δέν ύπάρχουν άστικές κοινωνικές έπιστήμες πού
νά άγκαλιάζουν τούς βασικούς νόμους. Καί μόνο ή Μαρξι­

176
σ τική σοσιαλιστική έπισ τήμη μπ ορεΐ νά τό κάνει. *Η ανα­
κάλυψη τώ ν νόμων της κοινωνικής έξέλιξης άπό τό Μάρξ,
έγινε δυνατή μόνο γ ια τ ί πήρε θέση ένάντια στήν κ α πιτα λ ι­
σ τική κοινωνία, Αναγνώρισε τόν έπαναστατικό ρόλο τή ς έρ­
γ α τικ ή ς τάξη ς κα ί τήν άναγκαιότητα· τή ς Αντικατάστασης
τοϋ κα πιταλισμοΰ άπό τό σοσιαλισμό. Μ έ τις άνακαλύψεις
του αύτές άποκατάστησε τή βάση τώ ν κοινωνικών έπ ισ τη ­
μών δπ ω ς ό Γαλιλαίος καί ό Ν εύτονας άποκατάστησαν τίς
βάσεις τώ ν φυσικών έπισ τημώ ν καί ό Σβάν (S ch w a n n ) καί
ό Δαρβίνος τις βάσεις τώ ν βιολογικών έπιστημώ ν.
Τ Ο Τ Ε Λ Ο Σ Τ Η Σ Π Α Λ Α ΙΑ Σ ΙΔ Ε Ο Λ Ο ΓΙΑ Σ

Έ π ε ιδ ή τό σοσιαλιστικό κίνημα Αναπτύσσει τίς έ π ι­
στημονικές άντιλήψεις γ ιά τήν κοινωνία, τίς κοινωνικές
σ χέσεις κα ί τούς νόμους τή ς κοινωνικής Ανάπτυξης, θά π ε ι
δ τι άντιτίθεται καί Αρχίζει νά καταστρέφει τ ίς ιδεολογικές
πλάνες.
Τ ό σοσιαλιστικό κίνημα άντιπαραθέτει σ τίς Ιδεολογικές
προκαταλήψεις τώ ν κυρίαρχων τάξεω ν τ ις έπιστημονικές
ίδέες. Μέ άλλα λό για στήν πάλη γ ιά τό σοσιαλισμό οί έ π ι­
στημονικές ιδέες ξερριζώνουν τίς πα λιές πλάνες. Ό σκο­
π ό ς τή ς κοινωνίας χω ρ ίς έκμετάλλευση περικλείνει μέσα
του κα ί τήν πάλη γ ιά τό ξερρίζω μα τώ ν ιδεολογικών π λ α ­
νών κάθε εΐδους καί τήν Αντικατάστασή τους μέ τήν έ π ι­
στήμη. Δηλαδή τή δημιουργία μιας πα γκόσμιας έπισ τημονικής Ιδεολογίας.
’Α ντί νά καλλιεργεί τήν ΑνΑπτυξη μιας ψευτοσυνείδησης
ή πάλη γ ιά τό σοσιαλισμό ά π α ιτε ΐ τή δυνατότητα νά συλ­
λαμβάνεις τά π ρ ά γμ α τα δπω ς είναι καί 6 χι μέ φ ανταστικές
έννο ιες Ή πάλη γ ιά τό σοσιαλιασμό Αντί νά χρησιμοποιεί
Ιδέες πλάνης γ ιά νά καλύψει τις πρ α γμ ατικές κοινωνικές
σχέσεις καί τά πρ α γμ ατικά κοινωνικά κίνητρα πού εξυπη­
ρετούν τήν έκμετάλλευση τη ς μιας τάξη ς άπό τήν άλλη,

177
ά π α ιτεΐ πρα γμ ατικές ιδέες πού θά βάλουν τέλος σέ κάθε
εκμετάλλευση καί θά ικανοποιήσουν τΙς άνάγκες δλόκληρης της κοινωνίας.
Στήν πάλη πού μέσα στόν καπιταλισμό, τό κόμμα της
έργατικής τάξης πρέπει νά άγω νίζεται γ ιά τό ξερρίζωμα
τη ς κα πιταλισ τικής Ιδεολογίας άπό τίς γραμμές τη ς καί
άπό τόν έργαζόμενο λαό, νά σ τηρίζει δλη του τήν πολιτική
τή μαζική δουλειά καί τήν προπαγάνδα στήν έπισ τημονική
θεωρία κ χ ί νά εκπαιδεύσει, όλόκληρο τό κίνημα μ ’ αύτήν.
Σ ’ αύτή τή θέση μέ τΙς ιδέες τώ ν έκμεταλλευτριώ ν τάξεων
οι κοινωνικές άπόψεις τής έργατ ικής τάξη ς πού υ πηρετεί τήν
ταξική της πάλη δέν είναι δυνατό νά έμφανισθεΐ καί νά άναπτυ χθεΐ αυθόρμητα σάν τ α ξ κ ή Ιδεολογία, άλλά έμφανίζετα ι καί άναπτύσσεται σάν έπισ τήμη .
Κ αί δταν ή έργατική τάξη κατακτήσει τήν έξουσία καί
άρχίσει νά χ τ ίζ ε ι τή σοσιαλιστική κοινωνία, τότε μπαίνει
τό καθήκον γ ιά τή ριζική έκκαθάριση ίλ ώ ν τώ ν υ πολειμμά­
τω ν τή ς παλιάς ιδεολογίας άπό 6λα τά τμ ή μ α τα τή ς κ ο ι­
νωνικής ζω ής. Κ αί ή κοινωνία ολόκληρη μπορεΐ νά προ­
χωρήσει, άπό τις ιδεολογικές λαθεμένες έννοιες, στήν έπ ι·
στημονική κοσμοθεωρία.
Κ αί ή πρόοδος αύτή είναι άναγκαία καί δυ Λ τή έπειδή
οΐ ίδεολόγοι τής παλιάς κοινωνίας, πού είναι βασισμένη
στήν έκμετάλλευση μέ τήν ψεύτικη συνείδηση κ αί μυστικοποίηση, κάνουν τή βάση τους δταν δη μ ιουργεΐτα ι ή σοσια­
λισ τική κοινωνία.
Στό σοσιαλισμό ή ιδιοκτησία τώ ν μέσων πα ραγω γή ς
είναι δημόσια ή συνεταιριστική ιδιοκτησία καί ή πα ραγω
γ ή ρυθμίζεται καί σ χεδιάζεται συνειδητά. Κ αί τότε ποιές
Εδέες μπορούν νά χρησιμοποιηθούν στή σοσιαλιστική οίκον ο μ ία ; 'Α σ φ αλώ ς μόνο οί έπιστημονικές Ιδέες πού άναπτύσσονται μέ τήν έ-έκ τα σ η τής έπιστημονικής κατανόη­
σης τοϋ άνθρώπου καί τώ ν βρων ζω ής τους. Κ αί μόνο αύ­
τές οί ιδέες μποροΰν νά στηρίξουν καί νά άναπτύξουν πάρα
12

178
πέρα τή σοσιαλιστική οΙκονομική βάση. Καί στό σ κοπό αύ­
τό δέν μπορούν νά χρησιμοποιηθούν Ιδέες πού θά έξαπατοϋ ν
τό λαό. Ή έπ ιτυχ ία του ά π α ιτε ΐ γνώ ση τώ ν νόμ ω ν τ η ί
φύσης κα ί τη ς κοινωνίας καί μιά κοινωνική συνείδηση πού
νά είναι ένήμερη τέτοιω ν γνώσεων.
Γ ι’ αύτό 6σο θά υπάρχουν άλλες μορφές συνείδησης στή
σοσιαλιστική κοινωνία, θά είναι ύπολείμματα τώ ν παλιών
συνθηκών ζω ή ς καί θά εϊναι βλαβερές γ ιά τήν σταθεροποίη­
ση και άνάπτυξη τοϋ σοσιαλιστικού σ υσ τήματος. Κ αι γ ι’
αύτό θά πρ έπ ει νά καταπολεμούνται ένεργητικά καί θά
πρ έπ ει σ ιγά -σ ιγά νά έξαφανίζονται μποστά στή νέα έπ ι­
στημονική σοσιαλιστική συνείδηση.
01 πλάνες πού διαρκούν περισσότερο εϊναι έκεΐνες της
θρησκείας—πού άλλωστε εϊναι καί οί άρχαιότερες. “Ό σ ο
οΐ μεγάλες μάζες τοΰ λαού θά παραμένουν σχετικά
ά μαθεΐς, θά παραμένει πά ντα κάποια βάση γ ιά θρησκευ­
τικ ές πλάνες. Κ αί άκόμα μιά θρησ κευτική μορφή μπορεΐ
νά ισ χύει κα ί στό σοσιαλισμό καί νά π α ίζει Ινα βοηθητικό
θετικό ρόλο στήν οίκοδόμηση τού σοσιαλισμού, δπ ω ς ε ί­
δαμε στήν περ ίπ τω σ η τώ ν θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων
πού ίγ ιν α ν σ τίς σοσιαλιστικές χώρες.
«*Η θρησκεία, άντανάκλαση τοΰ πρα γμ ατικού κόσμου
μπορεΐ, τελικά νά έξαφανισθεΐ», έγραφε ό Μ άρ ξ, «δταν οΐ
πρα κτικές σχέσεις τής καθημερινής ζω ής τώ ν άνθρώπων,
τούς προσφέρουν άπόλυτα κατανοη τές κα ί λογικές σχέσεις
μ έ τούς συνανθρώπους τους καί τή φύση».
« *Η διαδικασία ζω ής τη ς κοινωνίας, πού εϊναι βασι­
σμένη στή διαδικασία τη ς ύλικης πα ρ αγω γή ς, δέν άποβάλλει
τό μυστικισ τικό τη ς πέπλο μέχρι τή σ τιγ μ ή πού θά γίνει
πα ρ αγω γή πού ασ κείται άπό έλεύθερα συνεταιρισμένους άν­
θρώπους κα ί θά ρυθμίζεται συνειδητά ά π ’ αύτούς μέ βάση
καθορισμένα πλάνα». ( Κ εφάλαιο τό μ . Δ ' κεφ. 1 τμ ή μ α 1).
Ό τ α ν ή διαδικασία γ ίνεται πρ α γμ α τικά άπό τούς έλεύ­
θερ α συνεταιρισμένους ανθρώπους μέ βάση σχέδια καί

179
δταν κα τά συνέπεια οί άνθρωποι έρχονται σέ έντελώς κα­
τανοητές καί λογικές σχέσεις μέ τούς συνανθρώπους τους
καί μέ τή φύση, τό τε άκριβώ ς δέν υπάρχει βάση γ ιά κα μμιά πλάνη γύρω άπό τίς συνθήκες ζω ής τοϋ άνθρώπου, γ ιά
κανένα μυστικισμό καί τελικά ή άνθρώπινη συνείδηση θά
άποβάλει κάθε μυστικισμό καί πλάνη.
01 Ε ΙΙ1Σ Τ Η Μ 0 Ν 1 Κ Κ Σ Β Α Σ Ε ΙΣ Τ Π Σ
Κ Ο Μ Μ Ο Υ Ν ΙΣΤ ΙΚ Η Σ Σ Υ Ν Ε 1Λ ΙΙΣ Η Σ

*
Η νέα κομμουνιστική συνείδηση πού όλοκληρώνεται σέ
γενική μορφή συνείδησης μέσα στή κομμουνιστική κοινωνία
είναι ή συνείδηση ένός νέου κομμουνιστικού λαοϋ - του έργαζόμενου λαοϋ πού πο τέ δέν γνώ ρισε τήν έκμετάλλευση
κα ί πού είναι κύριος τής χώ ρας του, πού ζ ε ϊ συνεταιρικά
καί άπηλλαγμένος ά π ό τόν άτομικισμό τοϋ ιδιοκτήτη. Ή
συνηδεισιακή ύπαρξη αύτοϋ τοϋ τύπου άνθρώπου α π α ιτεί
νά μήν ύπάρχουν ιδεολογικές πλάνες. ’Α ντίθετα ά π α ιτε ΐ κ α­
θαρή καί άνέφελη συνείδηση πού διαρκώς πλουτίζεται καί
άναπτύσσεται μέ βάση τήν έλεύθερη έρευνα, τή συζήτηση
καί τήν κρ ιτική .
Α ύτό προϋποθέτει γνώ ση της κοινωνίας καί τώ ν νόμων
τη ς κπ> τό π ώ ς πρέπ ει νά χρησιμοποιούνται οί νόμοι π ρ ό '
δφελος τη ς κοινωνίας καί γνώ ση της φύσης καί τό πώ ς
πρέπει νά ύπηρετεΐ τόν άνθρωπο. Κ αί τά δυό άποτελοϋ\
μέρη μιας ένιαίας άνάπτυξης τή ς έπιστημονικής γνώ σης.
Σ τήν κομμουνιστική κοινωνία ol φυσικές ^αί κοινω νι­
κές έπισ τημες δέν εϊναι κά τι ξεχωριστό. «Μ όνο άν ή έ π ι­
σ τήμη ξεκινάει άπό τή φύση εϊναι πρ α γμ ατική έ π ισ τή μ η »,
έγραφε ό Μ άρξ « ... Ή ίδ ια ή ιστορία της άνθρωπότητας
είναι μέρος τη ς φυσικής ιστορίας καί τή ς έξέλιξης άπό τή
φύση στόν άνθρωπο. ’Αργότερα οί φυσικές έπισ τήμες
θά περιλαμβάνανν καί τις έπισ τήμες γύρω άπό τόν άν­
θρωπο, δπ ω ς άκριβώ ς καί οί έπισ τήμες γύρω άπό τόν

180
άνθρωπο θά περιλαμβάνουν καί τίς φυσικές έπιστήμες. Θά
υπάρχει μιά ένιαία έπιστήμη». (Οιχονομιχοφιλοσοφιχά χει­
ρόγραφα).
Σ ’ αύτή την «ένιαία έπιστήμη» ό Μάρξ έβλεπε τόν
«άνθρωπο» ή τήν κοινωνία νά γίνονται «άντικείμενα της
ύλικής συνείδησης», δηλαδή δτι ή κοινωνία και ό άνθρωπος
θά χάσουν τόν παλιό του «άπατηλό ιδεολογικό χαρακτήρα
καί θά γίνουν έπιστημονικές, όπως καί τά σχετικά μέ τή φύ­
ση. Καί παρόμοια οί άνάγκες τοϋ «άνθρώπου σάν άνθρω­
πος» γίνονται πραγματικές άνάγκες. Δηλαδή στήν πλανε­
μένη ιδέα τών «άνώτερων άναγκών τού άνθρώπου», πού
στήν πραγματικότητα έκφράζει τήν Ιδεολογία τών έκμεταλ­
λευτριών τάξεων πού καταπνίγουν τήν Ικανοποίηση τών
πραγματικών άναγκών τοϋ άνθρώπου, θά βασίζονται σ:ίς
πραγματικές του άνάγκες. Οί πραγματικές άνάγκες, πού
άναπτύσσονται πάνω στή βάση τής φυσικής ζωής τής κοι­
νωνίας άπαιτεΐ πολύ περισσότερα άπό τίς στοιχειώδεις φυ­
σικές άνάγκες τοϋ άνθρώπου. Καί μέσα σ’ αύτά τά περισ­
σότερα έμφανίζονται οί πολιτιστικές άνάγκες καί ή άνάγκη
τής γνώσης καί τής συναδέλφωσης μέ τούς άλλους άνθρώ­
πους.
Τό βασικό γνώρισμα τοΰ «άνθρώπου σάν άνθρώπου»,
τοϋ άνθρώπου πού ξεχωρίζει άπό τά ζώα, είναι ή δημιουρ­
γία καί ή 'κανοποίηση τών άναγκών του μέ βάση τήν κοι­
νωνική κυριαρχία πάνω στί( φύση. Σέ μιά κοινωνία βασι­
σμένη στήν εκμετάλλευση, οί μάζες τοϋ λαοϋ παράγου\
πρός όφελος τών άλλων καί όχι τοϋ έαυτοϋ τους· μόνο οΐ
κατώτατες φυσικές ή ζωώδεις άνάγκες ίκανοποιοϋνται.
"Ετσι στερούνται πραγματικής άνθρωπιστικής ζωής καί κα­
τά συνέπεια οί «άνώτερες άνάγκες τους» θεωρείται κύ · τ.
πνευματική ζωή, χωριστή άπό τήν ύλική ζωή. Στήν κομ­
μουνιστική κοινωνία, όταν καταργεΐται ή έκμετάλλευση άν­
θρώπου άπό άνθρωπο, όλες ol άπαιτήσεις τοϋ άνθρώπου,
*'
·'“’ ‘Ή/ευοατικές, θεωρούνται ότι πηγάζουν άπό τή

181
συλλογική κυριαρχία πάνω στ}) φύση καί Ικανοποιούνται
μέ τή συνεχή έπκκταση καί τελειοποίηση της κοινωνικής
παραγωγής.
Σάν άποτέλεσμα τής άνάπτυξης τοΰ σοσιαλισμοΰ λοι­
πόν, ή έπιστήμη άρχίζει νά παίζει καθοριστικό ρόλο στή
διαμόρφωση μιας γενική; κοσμοθεωρίας τών άνθρώπων.
Τότε oi άνθρωποι είναι πραγματικά έλεύθεροι νά οίκοδομήσουν τή γνώση καί τον έλεγχο δλων τών βψεων τής ■ ζωής
τους γιά νά πραγματοποιήσουν μιά εύτυχισμένη καί πλήρη
άπό κάθε άποψη ζωή.

ΜΕΡΟΣ

Α Λ Η Θ Ε ΙΑ

ΚΑΙ

ΤΡΙΤΟ

Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ ΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΔΕΚΑΤΟ

Η Α Λ Η Θ Ε ΙΑ
Α Π Ο Λ Υ Τ Η ΚΑΙ Μ Ε Ρ ΙΚ Η Α Λ Η Θ Ε ΙΑ

Εΐδαμε βτι στήν άνάπτυξη τών Ιδεών μας έμφανίζεται
κάθε είδος πλάνης, άλλά έπίσης καί άλήθειες. Τί εϊναι δμως
ή άλήθεια; *Η άντιστοιχία άνάμεσα στήν Ιδέα καί στήν
Αντικειμενική πραγματικότητα.
Τέτοια άντιστοιχία άνάμεσα στήν άντικειμενική πραγ­
ματικότητα καί στίς ίδέες άποκατασταίνεται σιγά - σιγά,
Μά καί τότε άκόμα ή άντιστοιχία εϊναι συχνά μερική καί
ατελής. Γιατί μιά ιδέα δέν μπορεϊ νά άντιστοιχεΐ σ* όλες
της τις δψεις στό άντικείμενο, άλλά μόνο μερικά' καί άκό­
μα υπάρχουν πάρα πολλά στό αντικείμενο πού δέν άναπαπαράγονται στήν Ιδέα καθόλου καί γ ι’ αύτό ή άντιστοιχία
τής Ιδέαζ πρός τό άντικείμενο εϊναι άτελής. Στίς περιπτώ­
σεις αύτές δέν μπορούμε νά ποϋμε δτι οί ίδέες μας εϊναι
λαθεμένες, άλλά βτι δέν εϊναι άπόλυτα- πλήρεις καί άπό
βλες τις άπόψεις—άληθινές. Ή άλήθεια κατά συνέπεια δέν
εϊναι μιά Ιδιότητα πού μπορεϊ νά κατέχει ή δχι μιά Ιδέα ή
μιά πρόταση. Μπορεϊ νά άνήκει σέ μιά ιδέα μέχρι 6να βα­
θμό, μέσα σ’ ορισμένα δρια καί άπ’ βρισμένες άπόψεις.
’Ασφαλώς δέν ύπάρχει άμφιβολία δτι πολλές προτάσεις
εϊναι πραγματικά άπόλυτα άληθινές. Εϊναι τόσο καλά συγ-

186
κρατημένες γιά μάς, πού μποροΰμε με έμπιστοσύνη νά τό
βεβαιώσουμε.
Αύτό π.χ. Ισχύει σέ πολλές άφηγήσεις γεγονότων. Τά
γεγονότα αύτά είναι συγκεκριμένες περιπτώσεις καί κατά
συνέπεια οι προτάσεις πού σχηματίζουμε γιά νά τά άφηγηθοΰμε είναι άπόλυτα άληθινές καί μπορεΐ νά είναι άληθινές γιά πάντα χωρίς καμμιά παραλλαγή. Ό Γουλιέλμος
ό Καταχτητής εισέβαλε πραγματικά τό 1066 στήν Άγγλία_
■Έτσι ή πρόταση πού μας έκφράζει αύτό τό γεγονός 8lvat
άπόλυτα άληθινή.
Άπόλυτα άληθινές είναι καί μερικές γενικές προτάσεις
*0 Λένιν άναφέρει δυό τέτοιες προτάσεις στόν ' Υλισμό καί
’ Εμπειριοκριτισμό : 01 άνθρωποι δέν μποροΰν νά ζήσουν
χωρίς νά φανε καί ό πλατωνικός έρωτας δέν γεννάει παι­
διά. Αύτές οί δυό γενικές προτάσεις άντιστοιχοΰν σέ γεγο­
νότα καί ή άντιστοιχία τους είναι άπόλυτη. Καί ύπάρχουν
πάρα πολλές τέτοιες γενικές προτάσεις πού ό τίτλος τους,
σάν άπόλυτα άληθινές, ποτέ δέν μπορεΐ νά άμφισβητηθεΐ.
Μά ύπάρχουν καί πάρα πολλές άλλες προτάσεις πού δέν
μπορεΐ νά ειπωθούν άπόλυτα άληθινές. Γιατί γενικά οΐ
προτάσεις μας δέν είναι περιορισμένες μέσα στά πλαίσια
τοϋ «άληθινοϋ» καί τής γενικής διατύπωσης συγκεκριμένων
γεγονότων. Πολλές άπό τις προτάσεις μας, είτε άναφέρονται σέ Ιδιαίτερα γεγονότα, εϊτε σέ γενικά συμπεράσματα,
μπορεΐ τά είναι άληθινές άπό μιά άποψη, άλλά ίχ ι άπόλυ­
τα άληθινές, μέ τήν έννοια μιας άπόλυτης άντιστοιχίας άνά­
μεσα στήν πρόταση καί στήν πραγματικότητα. Αντίθετα
έχουν άνάγκη διόρθωσης, βελτίωσης, έναθεώρησης στό φως
τής καινούριας πείρας καί τής καινούριας γνώσης. Μά άπ*
αύτά δέν μπορεΐ νά είπωθεΐ ί τ ι είναι άναληθεΐς* είναι κατά
ίνα μέρος, σχετικά καί κατά προσέγγιση, άληθινές.
Τό χαρακτηριστικό τής άλήθειας — ίτ ι γενικά είναι
μερική καί ίχ ι άπόλυτη, κατά προσέγγιση καί ί χ ι άκριβής, προσωρινή καί ίχ ι τελική — εϊναι πέρα γιά πέρα

187
γνωστό στήν έπιστήμη. 01 νόμοι πού καθιερώνει ή έπιστή­
μη αντανακλούν άσφαλώς αντικειμενικές διαδικασίες. ’Αν­
τιστοιχούν στήν πραγματική κίνηση καί στίς άμοιβαΐες
σχέσεις τών πραγμάτων στόν έξωτερικό κόσμο. Μά λίγοι
άπό τούς νόμους πού άποκατάστησε ή έπιστήμη είναι άπόλυτα άληθινοί.
Π. χ. ol νόμοι τής κλασσικής μηχανικής πού διατυπώ­
νουν τήν άρχή τής μηχανικής άλληλοεπίδρασης τών σωμά­
των, πού χρησιμοποιούνται μέ έμπιστοσύνη συνεχώς σέ κά­
θε είδος μηχανικού σχεδίου σήμερα, γνωρίζουμε 6τι δέν
άντιστοιχοϋν τήν κίνηση τής ύλης σέ υποατομική κλίμα­
κα. Μέ άλλα λόγια δέν είναι άπόλυτα άληθινή. Μάδέν μπο­
ρούμε νά ποΰμε, έξ αιτίας αύτοϋ, δτι ή κλασσική μηχανι­
κή είναι λαθεμένη. Ή κβαντομηχανική μας παρέχει μιά
καλύτερη προσέγγιση άπό τήν κλασσική, γιατί οι νόμοι της
δχι μόνο άντιστοιχοϋν στήν κίνηση τής υλης σέ ύποατο μική κλίμακα, άλλά περιλαμβάνει καί τούς νόμους τής
κλασσικής μηχανικής μέσα σ’ όρισμένα πλαίσια. Μά καί
ίτσι, κανένας έπιστήμονας δέν μπορεΐ νά ίσχυρισθεΐ, ίτ ι ή
κβαντομηχανική είναι άπόλυτα άληθινή. Γενικά ή έπιστή­
μη δέν ένδιαφέρεται άπόλυτα γιά τήν άλήθεια. Καί πραγμα­
τικά άπό τή στιγμή πού μιά πρόταση έπιβαιώνεται σάν άπόλυτη άλήθεια, ύπάρχει ένα τέλος γιά κάθε πάρα πέρα έ­
ρευνα. Έ φ ’ δσον βρήκαμε τήν άπόλυτη άλήθεια δέν ύπάρ.
χει χώρος γιά πάρα πέρα έρευνα. Ό ισχυρισμός 6τι έπι
τεύχθηκε ή άπόλυτη άλήθεια είναι άρνητική γιά τήν έπι­
στήμη, άφοϋ ένας τέτοιος Ισχυρισμός θά μας έμποδίσει γιά
νά κάνουμε μιά πάρα πέρα έρευνα, γιά προώθηση τών γνώσεών μας καί μετάβαση άπό τή λιγότερο κατά προσέγ­
γιση άλήθεια στήν περισσότερο κατά προσέγγιση· μέ άλλα
λόγια θά μας έμποδίσει οτήν πάρα πέρα προώθηση τής
έπιστήμης.
«Κατά συνέπεια τά πραγματικά έπιστημονικά έργα κα'
τά κανόνα άποφεύγουν τις τέτοιες δογματικές καί ήθικές

188
έκφράσεις, δπως πλάνη καί. Αλήθειχ», έγραφε ό Ένγκελς
«ένώ τΙς τέτοιες έκφράσεις τίς συναντάμε πάντοτε σέ έρ
γα... δπου δ κούφιος βερμπαλισμός προσπαθεί νά μας έπιβληθεΐ σάν τό άνώτερο Αποτέλεσμα, μιας Ανώτερης σκέ­
ψης». {’Αντί - Ντνρινγκ Μέρος I κεφάλαιο 9).
Α Λ Η Θ Ε ΙΑ ΚΑΙ Π Λ Α Ν Η

’Αναγνωρίζοντας δτι, έκτος άπό όρισμένες μόνο προ­
τάσεις πού Αφορούν Αναμφισβήτητα γεγονότα ή Αλήθεια
κάθε πρότασης είναι μερική, κατά προσέγγιση, καί προσω­
ρινή μόνο, τότε θά πρέπει πάντα νά είμαστε έτοιμοι νά τή
διορθώνουμε στό φώς της νέας έμπειρίας.
Καί κάτι Ακόμα περισσότερο. "Οταν κάνει τήν έμφάνισή της ή καινούρια έμπειρία, πού μας καλεΐ νά διορθώσουμε
μιά πρόταση, τότε ή έπιμονή μας στήν παλιά μας άποψη ση­
μαίνει δτι στίς καινούριες συνθήκες μεταπηδήσαμε άπό τήν
Αλήθεια στό λάθος.
"Ετσι λόγου χάρη οί νόμοι της κλασσικής μηχανικής
έξακολουθοΰν καί σήμερα νά είναι Αληθινοί γιά πολλές πε
ριπτώσεις μηχανικής καί τίποτα δέν μας έμποδίζει νά τίς
δεχθούμε σάν Αληθινές καί δχι νά τίς άπορρίψουμε. Ό μ ω ς
ή έμπειρία μας έδειξε δτι δέν μπορούν νά ίσχύσουν χωρίς
τροποποίηση σ’ βλες τίς περιπτώσεις κίνησης της ύλης. 'Αν
έπιμείνουμε λοιπόν δτι οί νόμοι τοϋ Νεύτωνα ισχύουν γιά
δλες τής μορφές κίνησης της ΰλης τότε έπιμένουμε σέ κάτι
πού δέν -ϊναι Αληθινό.
Μιά κατά προσέγγιση καί μερική Αλήθεια, πού εϊνα
πραγματικά σωστή μέσα σ’ όρισμένα δρια, μπορεϊ νά γίνει ά_
ναλήθεια (μή Αλήθεια), Αν έφαρμοσθεΐ πέρα Απ’ αύτά τά δρια.
’Ακόμα ό Μάρξ καί ό Ένγκελς είπαν δτι δταν θά έγκαθιδρυθεΐ ή σοσιαλιστική κοινωνία, τότε τό κράτος σιγά .
σιγά θά έξαφανισθεΐ. Αύτό ήταν καί είναι σωστό άλλά δχι
χωρίς βρισμένους δρους.

189
Ό Μάρξ καί ό "Ενγκελς δεν άναφέρουν αύτούς τούς 6ρους γιατί δέν είχαν τή σχετική πείρα. Ή πείρα βμως της
οικοδόμησης τοϋ σοσιαλισμού σέ μια μόνο χώρα, στή Σο­
βιετική "Ενωση, έδειξε βτι βσο θά έξακολουθοΰν νά συνυπάρ χουν σοσιαλισμός και καπιταλισμός, τό κράτος θά έξακολουθεΐ νά ύπάρχει στή σοσιαλιστική χώρα. Μόνον δταν ό
σοσιαλισμός έγκαθιδρυθεΐ σ’ ολόκληρο τόν κόσμο θά έξαφανισθεΐ σιγά-σιγά καί τό κράτος. Αύτό σημαίνει τό νά ύποστηρίζει κανένας σήμερα χωρίς κανένα βρο. ότι βταν έγκαθιδρυθεΐ ό σοσιαλισμός τό κράτος άρχίζει νά έξαφανίζεται
είναι μιά έπιμονή σέ ένα λάθος. Καί επιμένουμε πιά βχι
άπλώς σ’ ένα λάθος, άλλά σέ κάτι τρομερά βλαβερό γιά τήν
ύπαρξη τών σοσιαλιστικών χωρών. Γιατί μιά τέτοια άποψη
Οά οδηγούσε σέ παραμέληση τών κρατικών δυνάμεων, σέ
άδυνάτισμα τοΰ σοσιαλιστικού κράτους πράγμα πού θά έ­
δινε τή δυνατότητα στούς καπιταλιστές νά έπέμβουν καί νά
άνατρέψουν τό σοσιαλιστικό σύστημα.
Αύτό δείχνει, δπα>ς έλεγε ό ‘Ενγκελς στό ’ Λντί- Χτύρινγκ
ότι «άλήθεια καί πλάνη δπως καί κάθε έννοια μέ τό άντίθετό της, έχουν άπόλυτη Ισχύ μόνο σέ πολύ περιορισμένο
πεδίο... Μόλις προσπαθήσουμε νά εφαρμόσουμε τήν άντίθε­
ση, άνάμεσα στήν άλήθεια καί στήν πλάνη έξω άπ’ αύτό
τό στενό πεδίο... τότε καί οΐ δυό πόλοι τής άντίθεσης με­
ταβάλλονται στά άντίθετά τους, ή άλήθεια γίνεται πλάνη
καί ή πλάνη άλήθεια».
Κι’ δπως άκριβώς οΐ άλήθειες είναι κατά τό μεγαλύτε­
ρο τους μέρος άλήθειες κατά προσέγγιση καί έχουν τή δυ­
νατότητα νά μεταβληθοΰν σέ άναλήθειες, έτσι καί πολλές
πλάνες δέν είναι άπόλυτα λαθεμένες άλλά περιέχουν καί
σπέρματα άλήθειας.
"Ο,τι λέγεται άπό τούς άνθρώπους λέγεται μέ βάση
τήν πείρα καί τίς Ιδέες σχετικά μ’ αύτή. Αύτό σημαίνει βτι
καί δταν μάς λένε μία έντελώς λαθεμένη περίπτωση, αύτή

190
ή λαθεμένη πρόταση άντανακλα, έστω καί λαθεμένα, κάτι
τό πραγματικό.
Λόγου χάρη ol πουριτανοί στήν ’Αγγλική ’Επανάσταση
έλεγαν δτι ήσαν οι έκλεκτοί τοϋ Θεοϋ. Καί σ’ αύτό άκόμα
ύπηρχε ένα σπέρμα άλήθειας καί συγκεκριμένα ή άλήθεια
ήταν δτι αυτοί ήσαν πραγματικά, ή άνερχόμενη προοδευτι­
κή κοινωνική δύναμη πού είχε τό καθήκον να άνατρέψει τίς
παρακμασμένες δυνάμεις τής παλιάς κοινωνίας. Ή άντίλη­
ψή τους δτι ήσαν ol «έκλεκτοί τοΰ θεοϋ» ήταν λαθεμένη.
Μά αύτός ήταν μόνο ό τρόπος πού έξέφραζαν κάτι άντικε1'
μενικό.
Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ μερικές άπόψεις στήν έπιστή­
μη καί στή φιλοσοφία, τΙς όποιες δέν τροποποιήσαμε άλλά
άπορρίψαμε σάν πλάνες. Καί αύτές οι άπόψεις έκρυβαν μιάν
άλήθεια πού πήρε, σ’ αύτές τις άπόψεις, διαστρεμένη καί
λαθεμένη έκφραση.
'Γενικά οί πλάνες πού είναι πέρα γιά πέρα πλάνες καί
τίποτα άλλο—δηλαδή πού είναι πλάνες οί όποιες δέν περιέ­
χουν κανένα στοιχείο άλήθειας, δέν έχουν μεγάλη σημασία
καί άνατρέπονται πιό εύκολα άπό πλάνες πού έχουν μιά βάση
άλήθειας. Οί πρώτες άπορρίπτονται μόλις άντιπαρατεθοΰν πρός τήν πραγματικότητα, μέ τήν όποία θά άντιφάσκουν ή θά πρέπει πάντως νά φανοΰν σά άπλή άνοησία. Οί πλάνες της δεύτερης μορφής μποροΰν νά άσκήσουν
πολύ μεγαλύτερη έπιρροή καί γ ι’ αύτό είναι έπικίνδυνες.
Καί ή άναίρεση αύτών τών πλανών δέν μπορεΐ νά γίνει μέ
μιά άπλή άπόρριψή τους ή μέ παραμέρισμά τους. Θά πρέ­
πει νά δείξεις πώς έχει διαστραφεΐ μέσα σ’ αύτές τίς άπόψεις ή άλήθεια καί νά άποκαταστήσεις αύτή τήν άλήθεια
άπαλλαγμένη άπό τή διαστροφή της.
*Η παρατήρηση αύτή φωτίζει αύτό πού γράφει ό Λένιν στά Φιλοσοφικά τον Τετράδια.
« Ό φιλοσοφικός Ιδεαλισμός γιά τόν ώμό απλοϊκό καί
μεταφυσικό ύλισμό είναι μόνο μια άνοησία. ’Αντίθετα

191
δμως γιά τό διαδεκτικό υλισμό είναι μιά μονόπλευρη, υπερ­
βολική... άνάπτυξη ένός γνωρίσματος ή μιας πλευράς ή
δψης της γνώσης σέ μιά άπόλυτη, άποσπασμένη άπό τήν
υλη καί τή φύση άποθέωση. Ό ιδεαλισμός είναι κληρικανισμός. Αύτό είναι άλήθεια. Μά ό φιλοσοφικός Ιδεαλι­
σμός είναι... ένα μονοπάτι πρός τόν κληριχανισμό μέσα
άπό τή σκιά τής άπειρα πολύπλοκης γνώσης... τοϋ άνθρώ­
που... Δέν είναι άβάσιμος. ’Αναμφισβήτητα εϊναι ένα στεί­
ρο λουλούδι, άλλά είναι ένα στείρο λουλούδι πού άναπτύσσεται πάνω στό ζωντανό δέντρο της... άνθρώπινης γνώσης».
Πρέπει λοιπόν, νά άναγνωρίσουμε δτι όρισμένες λαθεμένες
άπόψεις, συμπεριλαμβανομένων καί τών Ιδεαλιστικών, στόν
καιρό τους μπορεϊ νά συνεισφέρουν στήν άλήθεια—άφοϋ στά­
θηκαν Ισως ol μόνοι τρόποι μέ τούς όποιους Θά μποροΰσαν
νά πρωτοεμφανιστοΰν όρισμένες άλήθειες. Μά αύτό δέν σημαΙν*ι καθόλου δτι πρέπει νά κάνουμε καί τήν έλάχιστη
χρήση λαθεμένων άπόψεων, άπό τή στιγμή πού έχει άποκαλυφθεΐ τό λαθεμένο τους περιεχόμενο. Οί ιδεαλιστές π.χ.
συνεισέφεραν στή φιλοσοφία. Μά αύτό δέν σημαίνει καθό­
λου δτι μποροϋμε νά χρησιμοποιήσουμε, έστω καί στό έλάχιστο, τόν ιδεαλισμό σήμερα κάτω άπό τίς σημερινές συν­
θήκες, δταν οί άλήθειες πού έξεφράστηκαν άπό τόν ιδεαλι­
σμό μποροϋν νά έκφραστοΰν καλύτερα χωρίς αύτόν καί
δταν μπορούμε νά άποκαλύψουμε τήν ούσιαστική διαστροφή
καί τήν πλάνη πού περιέχεται στόν ιδεαλισμό.
Η Σ Χ Ε Τ ΙΚ Ο Τ Η Τ Α Τ Η Σ Α Λ Η Θ Ε ΙΑ Σ

Εϊδαμε λοιπόν δτι τό πλεΐστον της άλήθειας εϊναι, κατά
προσέγγιση, μερική καί άτελής καί δτι μέσα στήν άλήθεια
υπάρχει πλάνη καί στήν πλάνη άλήθεια. "Ετσι σέ κάθε θέμα
ύπάρχει ένα μέτρο άλήθειας, άλλά δχι ή άπόλυτη άλήθεια.
Τό μέτρο της αλήθειας γιά τό κάθε τι πού μποροϋμε νά πετύχουμε σέ συγκεκριμένη έποχή καί τό πώ ς—δηλαδή μέ

192
ποιούς δρους καί μέ πόση άκρίβεια—τό έκφράζουμε έξαρταται άπό τά μέσα πού στήν κατοχή μας έκείνη τήν έπο­
χή για νά άνακαλύπτουμε καί νά έκφράζουμε τήν αλήθεια.
' Η άλήθεια είναι πάντα σχετική μέ τά μέσα πού διαθέ­
τουμε γιά νά τήν προσεγγίσουμε. Μποροΰμε νά έκφράσουμε τήν άλήθεια γιά τά πράγματα μόνο μέ δρους της δικιας μας εμπειρίας καί μέ λειτουργίες πού γνωρίζουμε γύ­
ρω άπ’ αύτά τά ζητήματα.
Ταυτόχρονα όμως άναφέρεται στόν άντικειμενικό ύλικό
κόσμο καί άποτελεΐ μιά 6λο καί περισσότερο πιστή άντα­
νάκλαση τών πραγματικών Ιδιοτήτων καί νόμων κίνησης
τών άντικειμενικών πραγμάτων καί διαδικασιών.
“Ετσι, ένώ ή μορφή έκφρασης τής άλήθειας καί τά κα­
τά προσέγγιση δρια τής άντικειμενικής πραγματικότητας
έξαρτώνται άπό μας, τό περιεχόμενό της αύτό, στό όποιο
άναφέρεται ή άντικειμενική πραγματικότητα στήν όποία
άντιστοιχεΐ, δέν έξαρταται άπό μας.
Μ* αύτή τήν έννοια ένυπάρχουν ταυτόχρονα τά στοιχεία
τής σχετικότητας καί τοΰ άπόλυτου τής υποκειμενικότητας
καί τής άντικειμενικότητας σέ κάθε άλήθεια. Ή άλήθεια
είναι σχετική στό μέτρο πού έκφράζεται μέ δρους πού έξαρτώνται άπό τίς Ιδιαίτερες περιστάσεις, πείρα καί μέσα πού
χρησιμοποιούνται γιά νά προσεγγίσουν τήν άλήθεια οί άν­
θρωποι πού τήν διατυπώνουν. Καί εϊναι άπόλυτη στό μέτρο
πού έκφράζεται καί άναπαράγεται σ’ αύτούς τούς δρους ή
άντικειμενική πραγματικότητα πού ύπάρχει άνεξάρτητα
άπό τή γνώση τών άνθρώπων.
Ά ν τονισθεΐ Ιδιαίτερα ή πλευρά τής σχετικότητας, τότε
έχουμε σάν άποτέλεσμα τόν άντικειμενικό Ιδεαλισμό καί τό
σχετικισμό (ρελατιβισμό), γιά τόν όποιο ή άλήθεια άναφέρεται άποκλειστικά στήν παρατήρησή μας καί στήν έπενέργειά μας καί 6χΙ σ^όν άντικειμενικό κόσμο, ή φύση τοΰ
όποίου, λένε, μας είναι άγνωστη καί άνεξήγητη. Ό σέρ
Άρθουρ Έντινγκτον π,χ. παρατηρεί δτι οΐ γνώσεις μας γιά

193
τό άτομο, πού κατά κύριο λόγο προέρχονται άπλ τίς πα­
ρατηρήσεις μας στίς ένδείξεις πού διαβάσαμε καί στίς φω­
τεινές άκτίνες στήν δθόνη, άφοϋ αύτές ήσαν οΐ ένδείξεις πού
ίδειζαν τά βργανα πού χρησιμοποιήσαμε γιά νά έξερευνή ·
σουμε τόν κόσμο τοϋ άτόμου. Κι αύτές μάς πείθουν ίτ ι δέν
γνωρίζουμε τίποτα άλλο γιά τήν ύπαρξη τοΰ άτόμου στόν
αντικειμενικό κόσμο, έκτός άπό τούς σχετικούς δείκτες καί
τίς άλλες ένδείξεις» ( Ή φύση τον φυσικοϋ κόσμον κεφά­
λαιο 12).
Καί άντίθετα, άν τονισθεΐ μόνο ή άλλη πλευρά, ή πλευρά
τοϋ άπόλυτου καί της άντικειμενικότητας, τότε καταλή­
γουμε στό δογματισμό. 'Ε τσι, λόγου χάρη, οί πρώτοι φυσι­
κοί πίστευαν ίτ ι οί θεωρίες τους γιά τή φύση άντανακλοΰσαν τήν άντικειμενική ύλική πραγματικότητα. Καί ύποστή ρίζαν δτι ό κόσμος είχε συγκροτηθεί άπό μικρά σκληρά
μόρια, πού μοιάζουν μέ μικροσκοπικές μπιλίτσες καί δτι
πέρα άπ’ αύτά δέν ύπηρχε άλλη ύλική πραγματικότητα.
Είναι φανερό δτι πρέπει νά λαμβάνονται ύπ’ 8ψει ταυ­
τόχρονα καί τά δυό καί, δ π ή άλήθεια είναι άντανάκλαση
της άντικειμχνικής πραγματικότητας καί δτι αύτή ή άντα­
νάκλαση ταυτόχρονα καθορίζεται καί περιορίζεται άπό τίς
διάφορες περιστάσεις μέσα στίς όποιες πραγματοποιεί­
ται.
«Γιά τό διαλεκτικό ύλισμό» έγραφε ό Λένιν, «δέν ύπάρ­
χουν άξεπέραστα δρια άνάμεσα στήν πραγματικότητα καί
στήν άπόλυτη άλήθεια... *0 διαλεκτικός ύλισμός τοΰ Μάρξ
καί τοΰ Ένγκελς, περικλείνει καί σχετικισμό, άλλά δέν κα­
ταλήγει στό σχετικισμό. Καί αύτό σημαίνει δτι άναγνωρίζει τή σχετικότητα κάθε μας γνώσης δχι μέ τήν έννοια
της άρνησης τής άντικειμενικής άλήθειας, άλλά μέ τήν έν­
νοια της ιστορικά καθορισμένης φύσης τών κατά προσέγ­
γιση όρίων της γνώσης μας σχετικά μέ τήν άλήθεια».
(* Υλισμός και ' Εμπειριοχριτιχισμός κεφάλαιο 2).
Στό έρώτημα: «Υπάρχει άντικειμενική πραγματικότη­
13

194
τα ;» Ό Λένιν, άπόδειξε 6τι θά πρέπει νά ξεχωρίσουμε
τά ζητήματα, τά όποια δέν πρέπει νά μπερδεύουμε.
«1) 'Υπάρχει κάτι πού λέγεται άντικειμενική άλήθεια
πού τό περιεχόμενο της νά βρίσκεται στίς ίδέες τών άν­
θρώπων πού νά μήν έξαρταται άπό τίποτα οΰτε άπό τό άν.
θρώπινο 8ν, οΰτε άπό τήν άνθρωπότητα ;
»2) Καί άν ύπάρχει μπορούν οί άνθρώπινες ίδέες πού
έκφράζουν τήν άντικειμενική άλήθεια νά τήν έκφράσουν σέ
μιά δοσμένη στιγμή σάν σύνολο χωρίς δρους, άπόλυτα ή
μόνο σχετικά καί κατά προσέγγιση ; »
*Η άπάντηση στά έρωτήματα αύτά είναι καθαρή :
1) Οί άνθρώπινες ίδέες μπορούν νά έχουν ένα περιεχό­
μενο πού νά μήν έξαρταται ρΰτε άπό τά ξεχωριστά άτομα
οΰτε άπό όλόκληρη τήν άνθρωπότητα γενικά, άφοΰ ol ίδέες
αύτές άναπαράγουν τήν άντικειμενική πραγματικότητα πού
ύπάρχει άνεξάρτητα άπό τίς προσωπικές μας ίδέες γι’ αύ1
τήν.
2) Αύτές οί ίδέες δέν άναπαράγουν τήν άντικειμενική
πραγματικότητα στήν όλότητά της καί στήν πληρότητά
της, άλλά μόνο καπά προσέγγιση καί σχετικά μέ τά μέσα
πού χρησιμοποίησαν οί άνθρωποι γιά νά άνακαλύψουν κα
νά έκφράσουν αύτή(τήν άλήθεια.
’Από τή στιγμή πού ή άλήθεια είναι άντιστοιχία της ι­
δέας μας μέ τήν άν*ηκειμενική πραγματικότητα, είναι φα­
νερό δτι έχουμε να κάνουμε μέ τις δυό πλευρές πού σχετί­
ζονται μ’ αύτό : μέ τό υποκειμενικό καί τό άντικειμενικό.
’Από τή μιά μεριά υπάρχει ή άντικειμενική πραγματικότη*
τα, πού μέ κανένα τρόπο δέν έξαρταται άπό τήν Ιδέα μας
γ* αύτήν. Καί άπό τήν άλλη οί ίδέες διαμορφώνονται μέ­
σα στή διαδικασία της άνθρώπινης δραστηριότητας καί
κατά συνέπεια Καθορίζονται άπό τή φύση, της δραστηριό­
τητας πού παράγονται. Πώς, μέ ποιά μορφή καί μέ ποιά
προσέγγιση έκφράζεται ή πραγματηκότητα στίς ίδέες μαςι
έξαρταται άπό μάς καί άπό τή δραστηριότητά μας, δηλα­

195
δή άπό ύποκειμενικούς παράγοντες.Άλλά έκεΐνο πού έκφρά*
ζεται στίς Ιδέες μας καί τό περιεχόμενά του, δέν έξαρτϊ αι
άπό κανέναν ύποκειμενικό παράγοντα, άλλά άποτιλεΐ, βπως
τόνιζε 6 Λένιν στό Ιδιο κεφάλαιο, «ίνα μέτρο πού ύπάρχει
αντικειμενικά ή ίνα μοντέλο, πού ύπάρχει άνεξάρτητα άπό
τήν άνθρωπό τητα, πρός τό όποιο πλησιάζει ή σχετική μας
γνώση».
Σ Χ Ε Τ ΙΚ Η ΚΑΙ Α Π Ο Λ Υ Τ Η Α Λ Η Θ Ε ΙΑ :.
Α ΙΤ ΙΟ Τ Η Τ Α ,

ΧΩΡΟΣ

ΚΑΙ

Χ ΡΟ Ν Ο Σ .

«Έ να παράδειγμα γιά τό πώς ή άπόλυτη άλήθεια έκφράζεται μέ τή σχετική, μάς δίνει ή άντίληψη γιά τήν αιτιό­
τητα, τό χώρο καί τό χρόνο.
01 Ιδέες μας γιά τήν αιτιότητα στή φύση, δημιουργήθηκαν σάν άποτέλεσμα της πείρας πού άποκτάμε, δταν μελε­
τάμε τά φυσικά αύτά άντικείμενα. Ά πό τήν πείρα γνωρίζουμε
ότι μποροΰμε νά έπιφέρουμε άλλαγές στή φύση κατά έναν
όρισμένο τρόπο. Καί μέ βάση αύτό μποροΰμε νά διατυπώ­
σουμε ίδέες γιά τΙς σχέσεις καί τούς νόμους αΐτιότητας.
’Έ τσι ό τρόπος πού μάς γίνεται γνωστή ή αίτιότητα καί οΐ
σχέσεις αίτιότητας, πού τήν έκφράζουμε άπό καιρό σέ καιρό
καθορίζονται ύποκειμενικά.Μέ τήν άνάπτυξη της παραγωγής
καί τών κοινωνικών σχέσεων καί δραστηριοτήτων, ή έννοια
της αίτιότητας ίχει τροποποιηθεί καί άλλάξει : Ανιμισμός
τελική αίτία, μηχανιστική άλληλοεπίδραση καί διαλεκτική
άλληλεπίδραση εϊναι όρισμένος. σταθμός στήν άνάπτυξη της
Ιδέας της αιτιότητας.
Μά ένώ οΐ ίδέες μας γιά τήν αίτιότητα, ξεπηδάνε άπό
τήν πείρα μας καί έξαρτώνται άπό τό χαρακτήρα αύτης της
πείρας, ή ύπαρξη της αίτιότητας στή φύση εϊναι άντικειμενικό γεγονός, έντελώς άνεξάρτητο άπό μάς καί άπό τήν πεί­
ρα μας. Αύτό πού πρωτόδωσε τήν ίδέα της αίτιότητας εϊνα1
δτι έμεΐς σάν άτομα (ύποκειμενικός παράγοντας) άποκτή-

196
σαμε πείρα έπιφέροντας άλλαγή μέ τήν ϊδια μας τή δύναμη
στά έξωτερικά άντικείμενα, καθώς καί άπό τή δύναμη αύ­
τών τών πραγμάτων νά έπιδροϋν πάνω μας, πού είναι καί
τό πρώτο πού μας έδωσε τήν Ιδέα της αιτιότητας. Καί ή
Ιδέα αύτή δουλεύτηκε καί έπεξεργάστηκε μέσα στήν πορεία
άνάπτυξης τής κοινωνικής ζωής. *Η πραγματικότητα δμως
πού άντιστοιχεΐ σ’ αύτή τήν Ιδέα καί πού άναπαράγεται
μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό άκριβείας στήν ιδέα μας γιά
τΙς σχέσεις αιτιότητας, είναι άντικειμενική πραγματικότητα
άνεξάρτητη άπό μας καί άνεξάρτητη άπό κάθε σχέση ά ­
νάμεσα στό ύποκείμενο καί στό άντικείμενο.
Ό Ιδεαλισμός τονίζει μόνο τήν ύποκειμενική πλευρά της
αιτιότητας. Οί Ιδεαλιστές φιλόσοφοι ύποστήριξαν βτι ή αι­
τιότητα έπινοήθηκε γιάνά δώσει μιά όρθολογική τάξη στήν
πείρα μας, δτι λαθεμένα άποδίδεται στόν έξωτερικό κόσμο
πού υπάρχει άνεξάρτητα άπό τήν έμπειρία μας. Σ ’ άντίθεση
δμως μέ τόν ιδεαλισμό «ή άναγνώριση τών άντικειμενικών
νόμων στή φύση, καθώς καί τό βτι οι νόμοι αύτοI άντανακλοϋνται μέ κατά προσέγγιση πιστότατα στόν άνθρώπινο
νοϋ, εϊναι υλισμός». (Λένιν Υ λισ μ ό ς και Έμπειριοχριτιχισμός κεφάλαιο 3).
Τό ΐδιο συμβαίνει καί μέ τΙς άντιλήψεις μας γιά τό χώ ­
ρο καί τό χρό'Ό. Ξεκινώντας άπό τίς άντιλήψεις πού έχουμε
γιά τό πέρασμα τοϋ χρόνου καί άπό τις άντιλήψεις μας γιά
τά γνωρίσματα τοϋ χώρου τών άντικειμένων καί τών σχέ*
σεών τους, καθώς έπίσης καί άπό τήν άνακάλυψη τών με­
θόδων έκφρασης τών Ιδιοτήτων τοϋ χώρου καί τοϋ χρόνου
καί τις σχέσεις τών πραγμάτων μέ τά σχετικά μέτρα, οί
γενικές μας άντιλήψεις γιά τόν χώρο καί τό χρόνο, άναπτύσσονται καί πλατύνουν συνεχώς. Οί άντιλήψεις γιά τό
χώρο καί τό χρόνο έχουν πάντα σχέση μέ τήν άνθρώπι..,
έμπειρία. Αντίθετα μάλιστα «οί βασικές μορφές 6λων τών
δντων εϊναι 6 χώρος καί 6 χρόνος. ("Ενγκελς Άντ'ι Ν τύριγχ Μέρος 1 Κεφάλαιο 5) Καί άνθρώπινες άντιλήψεις γιά

197
τό χώρο καί τό χρόνο είναι μια κατά προσέγγιση άντανά­
κλαση τών πραγματικών σχέσεων χώρου καί χρόνου.
« Ό υλισμός, άναγνωρίζοντας τήν ύπαρξη τής άντικβιμενικής πραγματικότητας, δηλαδή της ύλης σέ κίνηση
πού ύπάρχει άνεξάρτητα άπό τό νοϋ μας, θά πρέπει άναναπόφευκτα νά άναγνωρίσουμε καί τήν άντικειμενική
πραγματικότητα τοΰ χώρου καί τοΰ χρόνου», έγραφε
ό Λένιν. «... 01 άλλαγές πού ύφίστανται οί άνθρώπινες άντιλήψεις γιά τό χώρο καί τό χρόνο δέν άναιροΰν τή >
άντικειμενική πραγματικότητα τοΰ χώρου καί τοΰ χρό­
νου, δπως άκριβώς δέν άναιροΰν τήν άντικειμενική πραγμα­
τικότητα τοΰ έξωτερικοΰ κόσμου, οί άλλαγές πού έπέρχονται στήν έπιστημονική γνώση γιά τή διάρθρωση καί τις μορ­
φές της ύλης σέ κίνηση... Έξαρταται άπό τή βοήθεια τών
όργάνων αίσθήσεως μέ τά όποια ό άνθρωπος άντιλαμβάνεται τό χώρο καί άπό τό πώς, μέσα στήν πορεία της μα­
κρόχρονης Ιστορικής έξέλιξης, προέκυψαν οί άφηρημένες Ι­
δέες γιά τό χρόνο άπό αύτές τις άντιλήψεις. Καί είναι έν­
τελώς διαφορετικό πράγμα ή ύπαρξη μιας άντικειμενικής
πραγματικότητας άνεξάρτητη άπό τόν κάθε άνθρωπο, ή όποία
άντιστοιχεΐ σ’ αύτές τις άντιλήψεις καί έννοιες τών άνθρώ­
πων... Ή πείρα μας καί οί άντιλήψεις μας προσαρμόζουν
αύτές δλο καί περιστότερο πρός τήν άντικειμενική πραγμα­
τικότητα τοΰ χώρου καί τοϋ χρόνου καί τήν άντανακλοΰν
δλο καί πιό όρθά καί πιό βαθειά.» (' Υλισμός και Έ μ π ειριοκριτιχισμός Κεφάλαιο 3).
Η Π Ρ Ο Ο Δ Ο Σ Τ Η Σ Α Λ Η Θ Ε ΙΑ Σ

Ποιές είναι οι δυνατότητες τοΰ άνθρώπινου νοϋ νά προ­
σεγγίσει μιά πραγματική άλήθεια ;
Ή πλήρης καί άπόλυτη άλήθεια— ή όλοκληρωμένη καί
άποκλειστική γιά τό κάθε πράγμα άλήθεια—είναι κάτι πού
ποτέ δέν τό φτάσαμε. "Ομως είναι κάτι πρός τό όποιο
πάντα θά πλησιάζουμε.

198
Προχωρούμε πάντα πρός τήν πλήρη κατανοητή άλή·
θεια, πού περιλαμβάνει βχι μόνο τά Ιδιαίτερα περιστατικά,
άλλά καί τούς γενικότερους νόμους καί τις άμοιβαΐες σχέ­
σεις μέ τή βοήθεια μιάς σειράς έπΐ μέρους προσωρινής καί
κατά προσέγγιση άλήθειες. Ή άλήθεια πού μπορεΐ νά δια­
τυπωθεί άπό ένα άτομο ή καί άπό όλόκληρη τήν άνθρωπότητα, σέ μιά συγκεκριμένη στιγμή εϊναι πάντα άτελής, κα­
τά προσέγγιση καί ύπόκειται σέ διόρθωση. "Ομως τά άτο­
μα διδάσκουν τό ένα τό άλλο μέ τις έπιτεύξεις τους καί μέ
τά σφάλματά τους. Τό ίδιο Ισχύει καί μέ τις διαδοχικές
γενιές τής κοινωνίας. Καί γι’ αύτό τό σύνολο τών άτελών,
τών κατά προσέγγιση, τών μερικών καί προσωρινών άληθειών, διαρκώς καί πάντα πλησιάζει, άλλά ποτέ δέν φτάνει
τό στόχο τής πλήρους κατανοητής, τελικής καί άπόλυτης
αλήθειας.
Ό κόσμος πού άναπαράγεται στίς Ιδέες μας καί στίς
προτάσεις μας, ύπάρχει πραγματικά. Καί οί ίδέες μιας αύ­
τές είναι άληθινές στό μέτρο πού άντιστοιχοϋν σ’ αύτόν
καί τόν άναπαράγουν &ρθά. Καί αύτή τήν άλήθεια τή δοκι­
μάζουμε στήν 7τείρα καί στήν πρακτική. Ή άντιστοιχία
δέν είναι ποτέ πλήρης, άκριβής καί άπόλυτη. Διαρκώς βμως
πλησιάζει, άν κ^ί διαρκώς θά άπέχει άπό τά άπόλυτα βρια
τής άλήθειας κ&1 τής γνώσης, συνεχώς βμως προωθείται,
στό μέτρο πού οΐ άνθρωποι τελειοποιούν τά έργαλεϊα πα­
ραγωγής καί τά μέσα πού άποκτοϋν γνώσεις.
■Έτσι ό Ένγκελς έγραφε ('Αντί Ν τνριγχ Μέρος 1 κε­
φάλαιο 3).
«Ή άντίληψη βτι βλα τά φυσικά φαινόμενα βρίσκονται
σέ συστηματικές αμοιβαίες σχέσεις, σπρώχνει τήν έπιστήμη
νά άποδείξει αύτές τίς συστηματικές άμοιβαΐες σχέσεις πέ­
ρα γιά πέρα καί στίς γενικότητες καί στίς λεπτομέρειες.
’Αλλά ή πλήρης, ή συστηματική καί πέρα γιά πέρα έπι­
στημονική έξήγηση τών σχέσεων αύτών καί ή διατύπωση
σέ σκέψεις μιάς άκριβοϋς εικόνας τοϋ παγκόσμιου συστήμα­

199
τος, μέσα στό όποιο ζοϋμε μας rival άδύνβτη χαΐ θά παραμείνει γιά πάντα άδύνατη.
»Ά ν σέ μιά δοσμένη στιγμή της έξέλιξης της άνθρωπότητας φτάναμε σέ ένα τέτοιο ύλικό καί όριστικό σύστημα
τών άμοιβαίων σχέσεων μέσα στόν κόσμο—στό φυσικό, δι­
ανοητικό καί Ιστορικό—άν φτάναμε στήν πληρότητα, αύτό
θά σήμαινε δτι ή άνθρώπινη γνώση θά έφτανε στά βριά
της...Ή άνθρωπότητα έτσι βρίσκεται μπροστά σ’ έναάδιέξοδο : άπό τή μιά μεριά άναζητάει τήν πλήρη γνώση τοϋ
παγκόσμιου συστήματος σ’ δλες του τΙς σχέσεις καί άπό
τήν άλλη, έξ αΙτίας άκριβώς της φύσης τοϋ άνθρώπου καί
τοϋ παγκόσμιου συστήματος, αύτό τό καθήκον, δέν πρό­
κειται νά έκπληρωθεϊ πέρα γιά πέρα. Ή άντίφαση αύ­
τή δέν βρίσκεται μόνο στή φύση αύτών τών δύο παραγόν­
των τοϋ κόσμου καί τοϋ άνθρώπου. Είναι καί ό κύριος μο­
χλός κάθε διανοητικής προόδου καί βρίσκει τή λύση της
συνεχώς καί μέρα μέ τήν ήμέρα στήν ατέλειωτη προοδευ­
τική έξέλιξη της άνθρωπότητας.
«Κάθε διανοητική είκόνα τοϋ παγκόσμιου συστήματος
είναι καί παραμένει περιορισμένη άντικειμενικά άπό τά Ιστο­
ρικά στάδια καί υποκειμενικά άπό τή φυσική καί διανοη­
τική συγκρότηση έκείνχον πού τΙς κάνουν».
Κι’ δμως μέ τήν άτέλειωτη προοδευτική έξέλιξη αύτών
τών περιορισμένων διανοητικών είκόνων τοϋ άντικειμενικοϋ κόσμου, ή άνθρωπότητα συνεχώς πετυχαίνει τήν δλο
καί πληρέστερη άλήθεια, τήν δλο καί πιό κατανοητή γνώση.
«Είναι κυρίαρχη ή άνθρώπινη σκέψη ;» ρωτάει ό Έ ν ­
γκελς. Καί μ’ αύτό έννοεϊ: Μποροϋμε νά πετύχουμε τήν
πλήρη άλήθεια γιά τό κάθε τ ί γύρω μας ; Μποροϋμε νά πε­
τύχουμε μια κατανοητή καί πλήρη πέρα γιά πέρα γνώση ;
»ΠρΙν νά άπαντήσουμε ναΐ ή 6χι θά πρέπει νά ρωτή­
σουμε : Τί είναι άνθρώπινη σκέψη ; Εϊναι ή σκέψη τοϋ άν­
θρώπου Ατομο ; “Οχι. 'Υπάρχει δμως μόνο σάν άτομικές
σκέψεις πολλών δισεκκατομμυρίων άνθρώπων πού έζησαν

200
ζοϋν καί θά ζήσουν στό μέλλον... Μέ άλλα λόγια ή κυριαρ­
χία τής σκέψης πραγματοποιείται μέ μιά σειρά άπό σκόρ­
πια άνθρώπινα βντα πού δέν είναι καθόλου κυρίαρχα
στή σκέψη. Ή σκέψη πού άπαιτεΐ νά γνωρίσει άπεριόριστα
τήν άλήθεια, πραγματοποιείται μέ μιά σειρά πλάνες. Ούτε
τό ένα, οδτε τό άλλο δέν μπορούν νά πραγματοποιηθούν
έξω άπό τήν άτέλειωτη αιωνιότητα της άνθρώπινης ύπαρξης.
«Καί έδώ βρίσκουμε τήν ίδια άντίφαση πού είχαμε
βρει καί πιό πάνω, δηλαδή άντίφαση άνάμεσα στό χαρα­
κτήρα της άνθρώπινης σκέψης, πού ύποχρεωτικά θεωρείται
σάν άπόλυτη καί της πραγματικότητάς της, πού είναι έξατομικευμένη σέ ξεχωριστά άτομα, μέ τήν έξαιρετικά περιο­
ρισμένη σκέψη. Είναι μία άντίφαση πού μπορεΐ νά λυθεί
μόνο μέσα στήν άπειρη πρόοδο, πού σημαίνει γιά μάς του­
λάχιστο, άπό πρακτική άποψη, τήν άτέλειωτη διαδοχή άνθρώπινων γενεών. Μ’ αύτή τήν έννοια ή άνθρώπινη σκέψη
είναι τόσο κυρίαρχη, 6σο καί μή κυρίαρχη, καί ή Ικανότη­
τά της νά άποκτήσει τή γνώση είναι και άπεριόριστη και
περιορισμένη. Είναι κυρίαρχη καί άπεριόριστη στή διάθεσή
της, στόν προορισμό της, στίς δυνατότητές- της καί στόν
ιστορικό της σκοπό. Καί δέν είναι κυρίαρχη, άλλά περιορι­
σμένη στήν άτομικιστική της έκφραση καί στήν πραγμα­
τοποίηση της στίς ιδιαίτερες στιγμές» (Έ νγκελς ’Αντί
Ντύριγκ. μέρος 1 κεφάλ. 9).
Ή υλιστική θεωρία γιά τήν άλήθεια μας δείχνει πώς
πρέπει ν’ άποφεύγουμε τό δογματισμό, πού βάζει γενικές
άρχές, πού πιστεύει πώς έφτασε σέ άναλλοίωτες καί τελικές
άλήθειες, πού άρνεΐται νά έξετάσει τΙς βάσεις της, νά τΙς
άλλάζει ή νά τίς διορθώνει ή καί άν χρειαστεί νά τίς άπορρίψει ίλες μαζί στό φως της νέας πείρας καί τών νέων πε­
ριστάσεων.
Καί ταυτόχρονα μας δείχνει πώς νά άποφεύγουμε τό
στενό έμπειρισμό, πού περιορίζεται στή συλλογή καί
στήν ταξινόμηση γεγονότων καί πού δέν ένδιαφέρεται νά

201
άνακαλύψει τούς νόμους κίνησης καί τΙς άμοιβαΐες σχέσεις
πού βρίσκονται κάτω άπ’ αύτά ή έκδηλώνονται σ’ αύτά
τά γεγονότα καί πού δείχνει σκεπτικισμό γιά κάθε τολμη­
ρή γενίκευση καί θεωρία. Κι ό έμπειρισμός σάν τό δογμα­
τισμό δέν μπορεΐ νά δει πέρα άπό τά δρια τής πείρας τής
δοσμένης στιγμής.
Οί στάσεις πού είναι κοινές, τόσο στή φιλοσοφία, 6σο
καί στήν έπιστήμη, άντιμετωπίζονται καί μέσα στό έργατικό κίνημα. Στό έργατικό κίνημα ό δογματικός σημαίνει
νά μαθαίνεις μερικές άρχές απέξω καί νά σκέφτεσαι δτι
κάθε καινούριο πρόβλημα πρέπει νά λυθεί μέ άπλή έπανάληψη αύτών τών θέσεων. Σάν άποτέλεσμα δλων αύτών, οΐ
άνθρωποι δέν μπορούν νά άφομοιώσουν τά μαθήματα τής
έμπειρίας καί άποδείχνονται ανίκανοι πέρα γιά πέρα νά
προωθήσουν νέα πολιτική, πού νά άνταποκρίνεται σέ νέα
κατάσταση. Ό έμπειρισμός άπό τήν άλλη πλευρά εϊναι ή
τάση νά συγκεντρώνεται κανένας στίς μικρές λεπτομέρειες
τών καθημερινών «πρακτικών» προβλημάτων, νά άφοσιώνεται μόνο σ’ αύτά καί νά θεωρεί δλα τ’ άλλα προβλήματα
άσήμαντα, πού ένδιαφέρουν μόνο τούς «διανοουμένους» καί
βχι τούς έργαζόμενους πρακτικά. Σάν άποτέλεσμα αύτών
δλων, οί άνθρωποι δέν μπορούν νά άφομοιώσουν τά μαθή­
ματα τής πείρας καί άποδείχνονται άνίκανοι πέρα γιά πέρα
νά προωθήσουν νέα πολιτική. "Έτσι καί ό δογματισμός καί
6 έμπειρισμός όδηγοϋν στό ϊδιο άποτέλεσμα καί εϊναι σ
θέση νά προκαλέσουν μεγάλη ζημιά στό έργατικό κίνημα,
έμποδίζοντάς το νά βρει τό σωστό δρόμο, πού όδηγεΐ
στήν έπιτυχία τοϋ σοσιαλισμού.
Ό Μαρξισμός εϊναι ταυτόχρονα κριτικός καί έπαναστατικός.
Εϊναι κριτικός έπειδή εϊναι ένάντια στά δόγματα, έπειδή έπιμένει στή συνεχή δοκιμή καί έπαναδοκιμή δλων τών
ίδεών καί κάθε πολιτικής στήν έπαναστατική πρακτική, έπειδή άναγνωρίζει δτι ή άλήθεια άλλάζει, δτι έκεΐνο πού εϊναΐ-

202
άληθινό σήμερα, μπορεΐ νά φανεί λαθεμένο αβριο ή πού μπο­
ρεΐ νά διορθωθεί καί νά έλεχθεΤ αΰριο σέ νέα άλήθεια.
Μά δέν είναι άρκετό νά είναι άπλως κριτικός. Μιά ά­
πλή κριτική στάση, είναι μόνον Αρνηση καί μπορεΐ νά όδηγήσει σέ παράλυση τής δράσης.
Ό Μαρξισμός είναι έπίσης έπαναστατικός. Καί είναι
έπαναστατικός, έπειδή δέν κριτικάρει μόνο, άλλά προχωρεί
πάρα πέρα, προχωρεί στήν άντικατάσταση τοΰ παλιοϋ άπό
τό νέο. Είναι σταθερός στίς άπόψεις του, σίγουρος γιά τήν
άλήθεια καί τό δίκιο τών άρχών, πιστός στήν όρθότητα των
άρχών του, σά βάση για τή μελλοντική πρόοδο, καί έπαληθεύει τΙς έπαναστατικές του Ιδέες στήν έπαναστατική πρα­
κτική.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΕΝΤΕΚΑΤΟ

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
Πετυχαίνοντας άληθινές Ιδέες γιά τά πράγματα, κερδί­
ζουμε γνώσεις καί τίς έπεκτείνουμε. Μά τί εϊναι γνώση;
Καί άν άκόμα κάνουμε τίς ίδέες μας νά άντιστοιχοΰν
στά πράγματα δέν έχουμε γνώση. Γιά νά άποκτήσουμε
γνώση, θά πρέπει νά άντικαταστήσουμε τήν άμάθεια ή τίς
μή άληθινές Ιδέες μέ άληθινές. Έ τ σ ι τήν αδξηση τών γνώ­
σεων μας, θά έπρεπε νά τή ζητήσουμε στήν αδξηση τών
άληθινών Ιδεών μέσα στό σύνολο τών Ιδεών πού έχουμε
καί ol όποιες εϊναι άληθινές κατά ένα μέρος καί κατά τό
άλλο μή άληθινές.
Ό μ ω ς ή άπλή έξίσωση της γνώσης μέ τήν άλήθεια
δέν είναι σωστή γνώση. Γιατί έδώ ξεπηδάει ή έρώτηση:
Πώς μποροϋμε νά είμαστε σίγουροι 6τι οί άληθινές μας Ι­
δέες πραγματικά είναι άληθινές ; Μέ τό νά πιστεύουμε δτι
κάτι είναι άληθινό δέν σημαίνει βτι τό γνωρίζουμε.
Μερικοί άστρονόμοι π. χ. λένε, βτι στόν "Αρη ύπάρχει
ζωή. Ίσ ω ς νά ύπάρχει. Στήν περίπτωση αύτή λένε τήν
άλήθεια. Ό μ ω ς σήμερα δέν ξέρουμε άκόμα άν ύπάρχει
ή βχι ζωή, γιατί δέν έχουμε άκόμη συγκεντρώσει έπαρκή
άποδεικτικά στοιχεία. Τό πρόβλημα θά λυθεί μόνο δταν θά

204
φτάσουν διαστημόπλοια στόν “Αρη. ’Από τήν άλλη πάντα,
δταν οΐ άστρονόμοι λένε δτι ο Ά ρης είναι πλανήτης, έκ­
φράζουν μιά πραγματικότητα. Γιατί στήν περίπτωση αυτή
τά δσα λένε, στηρίζονται σέ συγκεκριμένες μέθοδες έρευνας.
Ε πίσης οί άρχαΐοι 'Ελληνες φιλόσοφοι έλεγαν βτι τά
μόρια άποτελοϋνται άπό άτομα. Σήμερα γνωρίζουμε 6tl
αύτό είναι σωστό. Αύτοί δμως δέν τό ήξεραν/Ηταν απλώς
μιά εύτυχισμένη ύπόθεση γιά τή φύση της δλης, ένώ έμεϊς
τήν έρευνήσαμε συστηματικά και βασίζουμε τΙς ίδέες μας
στήν τέτοια έρευνα* καί έτσι μποροΰμε νά έπαληθεύσουμε
καί νά δοκιμάσουμε τήν άλήθεια αύτών τών ξεχωριστών Ι­
δεών. Ά π ό τήν άλλη πλευρά, καί σήμερα άκόμα ύπάρχουν
πολλά πράγματα πού δέν γνωρίζουμε περισσότερα άπό τούς
άρχαίους "Ελληνες. Γύρω άπ’ αύτά τά πράγματα, κάνουμε άπλές σκέψεις, δπως έκαναν καί αύτοί. Καί γιά μας, δπως
καί γιά κείνους, μπαίνει ζήτημα νά άνακαλύψουμε πόσο
κοντά στήν άλήθεια βρίσκονται οί σκέψεις μας.
Άποκταμε λοιπόν γνώσεις μόνο στό μέτρο πού άναπτύσουμε τίς Ιδέες μας, κατά τρόπο πού ή άνταπόκριση
τους μέ τήν πραγματικότητα νά έχει δοκιμασθεΐ καί άποδειχθεΐ.
*Η άνάπτυξη της γνώσης λοιπόν εϊναι ή άνάπτυξη μιας
είδικής ποιότητας μέσα στό σύνολο άνάπτυξης τών ίδεών
μας, τών θεωριών μας καί τών άπόψεών μας, γιά τά πρά­
γματα. Πολλές ίδέες, θεωρίες καί άπόψεις γιά τά πράγμα­
τα διαμορφώθηκαν μέ συστηματικό καί λογικό τρόπο, άλλά
είναι καθαρά υποθετικές, έστω καί άν είναι άληθινές. Τίς
περισσότερες δμως φορές είναι καθαρά άπατηλές. Μά στήν
πορεία άνάπτυξης τών ίδεών συμβαίνει νά έχουμε άνάπτυ­
ξη καί τής γνώσης πού είναι καί ή άνάπτυξη τών ίδεών,
πού δχι μόνο άνταποκρίνονται στήν πραγματικότητα, άλλά
ή αντιστοιχία τους είναι δοκιμασμένη καί άποδειγμένη.
Κατά συνέπεια ή γνώση μας είναι τό σύνολο τών άντιλήψεών μας, τών άπόψεων καί τών συλλογισμών μας, πού

205
έχουν καθιερωθεί καί δοκιμασθεΐ σάν όρθή άντανάκλαση, στό
μέτρο τοΰ δυνατοϋ, της άντικειμενικής πραγματικότητας.
Ο Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΚ Ο Σ Χ Α Ρ Α Κ Τ Η Ρ Α Σ Τ Η Σ Γ Ν Ω Σ Η Σ

Ουσιαστικά ή γνώση είναι κοινωνικό προϊόν. ΟΙκοδομεΐται κοινωνικά, σάν προϊόν της κοινωνικής δραστηριότη­
τας τοΰ άνθρώπου.
Μερικοί φιλόσοφοι δημιουργοΰν τόσο στόν έαυτό τους
ίσο καί στους άναγνώστες τους σύγχυση, προσπαθώντας νά
τούς άποδείξουν βτι ή γνώση αυξάνεται στό μυαλό τών ξε­
χωριστών άτόμων καί βτι οί ρίζες της βρίσκονται στήν άτομική πείρα. Στήν προσπάθειά τους αύτή βάζουν στόν έαυτό
τους Ινα άλυτο πρόβλημα, άφοΰ δέν είναι αύτό καί δέν μπο­
ρεΐ νά οίκοδομηθεΐ Ιτσι ή γνώση. "Ενα άτομο πού ένεργεΐ
μόνο του, ξεκομένα άπό τούς άλλους άνθρώπους, πού στη­
ρίζεται στόν έαυτό του, δέν είναι δυνατό νά άποκτήσει παρά
έλάχιστη γνώση. Μά καί αύτό τό έλάχιστο γνώσης θά είναι
μόνο γιά ξεχωριστά γεγονότα.
"Ετσι μερικοί άπ’ αυτούς τούς φιλοσόφους άκολουθοΰν έντελώς δική τους πορεία στά λογικά τους συμπερά­
σματα, 6ταν ύποστηρίζουν 6τι ό άνθρωπος δέν μπορεΐ νά
κάνει τίποτα άλλο πέρα άπό τή δική του στιγμιαία ύπαρξη·
καί άσφαλώς γι’ αυτούς δέν ύπάρχει ούτε καί ό υλικός κό­
σμος καί άλλοι άνθρωποι. Μά άποδείχνονται άκόμη περισ­
σότερο παράλογοι ίτάν τά δημοσιεύουν αύτά τους τά συμ­
περάσματα, γιατί μέ βάση τά συμπεράσματά τους δέν θά
πρέπει νά πιστεύουν βτι ύπάρχει κάποιος άλλος, ικανός νά
τά διαβάζει.
Άσφαλώς τή γνώση τήν οικοδομούν τά άτομα, 6πως
άκριβώς καί κάθε τι πού δημιουργούν οί άνθρωποι είναι δη­
μιούργημα τών άτόμων. Άλλά δημιουργοϋνται άπό άτο­
μα πού ένεργοΰν συλλογικά, πού έξαρταται τό Ινα άπό τό
άλλο καί πού άνακοινώνει τό Ινα στά άλλα τήν πείρα του

206
καί τΙς Ιδέες του. Πολλά άτομα στήν κοινωνία μπορούν νά
κάνουν 6,τι δέν θά μπορούσαν νά τό κάνουν σάν ξεχωριστά
άτομα. Έ ν α άπό αύτά τά πράγματα είναι ή οικοδόμηση
της γνώσης. Κάθε άτομο άποκτα άρκετή γνώση άπό τήν ά­
τομική τους πείρα. Μά αύτή τή γνώση δέν ήταν δυνατό νά
τήν άποκτήσει ξέχωρα άπό τά άλλα άτομα της κοινωνίας.
Καί δέν θά μποροΟσε νά κάνη τίποτα, άν δέν μάθαινε άπό
τούς άλλους τΙς γνώσεις πού έχουν άποχτήσει. Τό μέσο
γιά τό σχηματισμό καί τήν έκφραση τών ίδεών, δηλα­
δή ή γλώσσα, χωρίς τήν όποία δέν ήταν δυνατό νά διαμορ­
φωθούν ίδέες, είναι ένα κοινωνικό προϊόν καί ύπάρχει μόνον
σάν κοινό χτήμα δλοκλήρου της κοινωνίας. Μερικά άτομα
συνεισφέρουν πάρα πολλά στήν οίκοδόμηση τών νέων γνώ­
σεων, ένώ άλλα δέν προσφέρουν τίποτα. Μά άκόμα καί τά
πρώτα άτομα δέν θά μπορούσαν νά κάνουν τέτοια συνεισ­
φορά, άν δέν ήσαν μέλη μιας Ιδιαίτερης κοινωνίας, άν δέν
είχαν έρθει σέ έπικοινωνία μέ τούς άλλους άνθρώπους, άν
δέν είχαν μάθει τά ίσ α τούς δίδαξε ή κοινωνία τους, άν
δέν είχαν στή διάθεσή τους τά τεράστια ύλικά καί διανοη­
τικά μέσα γιά τήν κατάχτηση της γνώσης, πού ή κοινωνία
τούς έθεσε στή διάθεσή τους.
Κατά συνέπεια ή γνώση άποκτιέται καί οίκοδομεΐται
μόνο μέσα στήν κοινωνία καί ol ρίζες της βρίσκονται στήν
κοινωνική δραστηριότητα τοϋ άνθρώπου. Οίκοδομεΐται μέ
τήν άνταλλαγή της πείρας καί τών ίδεών, άνάμεσα στά μέ­
λη της κοινωνίας, στήν πορεία τών διαφόρων μορφών κοι­
νωνικής δραστηριότητας καί άλλάζει καί δοκιμάζεται μέσα
στήν ϊδια διαδικασία.
’Αποτέλεσμα ίλων αύτών εϊναι ίτ ι τό σύνολο της κοι­
νωνικής γνώσης — δηλαδή της συσσωρευμένης γνώσης—
πού είναι στή διάθεση όλόκληρης της κοινωνίας, είναι συ­
νήθως άσύγκριτα πιό μεγάλη άπό τΙς γνώσεις πού κατέ­
χουν τά άτομα. Πολλοί άνθρωποι καί πολλές γενιές οίκοδομοϋν πολύ περισσότερη γνώση άπ* ίτ ι μπορεϊ ν’ άπο-

207
κτήσει ίνα άτομο. *Η γνώση αύτή συσσωρεύεται άπό τήν
κοινωνία καί κατανέμεται κατά πρώτο λόγο στίς μνήμες
τών πολλών άνθρώπων καί κατά δεύτερο λόγο καταγράφε­
ται διαρκώς στά γραφτά. Καί άπό αύτή τήν άποψη τά βι­
βλία καί τά κατάστιχα κάθε «ϊδους, διαφυλάσσουν, σά φυσι­
κή άποθήκη, τίς γνώσεις πού άπόχτησε ή κοινωνία. Λόγου
χάρη, κανένας δέν γνωρίζει βλους τούς άριθμούς τηλεφώνου
τοϋ Λονδίνου. Μά ή γνώση τους είναι στή διάθεση της
κοινωνίας καί μπορεΐ να/τούς χρησιμοποιήσει ό καθένας μέ
τούς τηλεφωνικούς κατ^Λόγους. Ε πίσης κανένας δέν μπορεΐ
νά γνωρίζει 6λες τίς άνακαλύψεις τών έπιστημών, άλλά τό
σύνολο αύτών τών γνώσεων εϊναι προσιτέ στήν κοινωνία,
ύπάρχει ή όργάνωση (άν καί πρέπει νά βελτιωθεί) πού
μπορεΐ νά τΙς χρησιμοποιεί. Μέ λίγα λόγια, στήν κοινωνία
ύπάρχει συσσωρευμένη κοινωνική γνώση στήν όποία συνει­
σφέρουν, άλλά καί άπό τήν όποία άντλοϋν τά άτομα.
Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΚ Η Π Ρ Α Κ Τ ΙΚ Η ΚΑΙ Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΚ Η Γ Ν Ω Σ Η

Ό λες οΐ άνθρώπινες σχέσεις παρουσιάζονται καί άναπτύσσονται μέ βάση τίς παραγωγικές σχέσεις. Καί ή άνάπτυξη της γνώσης λοιπόν, πού εϊναι προϊόν της άνθρώπινης
συλλογικότητας έξαρταται σέ τελευταία άνάλυση άπό τήν
άνάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής. 01 άνθρωποι πρω­
τάρχισαν νά διαμορφώνουν ίδέες μέσα στή διαδικασία της
παραγωγής. Καί ή άνάπτυξη της σκέψης καί της γνώσης
άρχίζει μέσα στήν παραγωγική δραστηριότητα τοϋ άνθρώ­
που καί μέ κανένα τρόπο δέν εϊναι δυνατό νά άποσπασθεΐ
άπ’ αύτήν.
Στήν πορεία τής Ιστορίας, ή γνώση κερδίζει καί στα­
θεροποιείται βήμα πρός βήμα. Καί αύτό γίνεται στό μέτρο
πού ό άνθρωπος προσπαθεί νά άναπτύξη τΙς παραγωγικές
του δυνάμεις καί νά τροποποιεί τΙς παραγωγικές του σχέσεις
ίτσι ώστε, νά άντιστοιχοΰν στήν άνάπτυξη τών παραγωγι­

208
κών δυνάμεων. Καί τά δύο αύτά άπαιτοϋν προσπάθεια γιά
καινούριες γνώσεις καί ξεπέρασμα τόσο της άγνοιας, βσ0
καί τών λαθεμένων ιδεών πού έμποδίζουν τήν ύλική τους
πρόοδο.
Τό σύνολο τής γνώσης καί τά χαρακτηριστικά της, σέ
κάθε στάδιο κοινωνικής άνάπτυξης έξαρτώνται πάντα άπό
τή σχετική άνάπτυξη της παραγωγής. Γιατί 6,τι κι* άν άνεκάλυψαν ol άνθρωποι γιά τή φύση καί τήν κοινωνία, έξαρτάται άπό τήν πρακτική τους έπικοινωνία μέ τή φύση καί
μεταξύ τών άνθρώπών, άναφέρεται στά πρακτικά προβλή­
ματα πού βάζει αύτή ή έπικοινωνία καί δοκιμάζεται στήν
πρακτική λύση αύτών τών προβλημάτων. Πάνω στή βάση
αύτή γίνεται ή έπεξεργασία τών διαφόρων κατηγοριών σκέ­
ψης, τρόπων άναφορας καί μεθόδων έρευνα μέ βάση τά
όποια χτίζεται τό οίκοδόμημα τής γνώσης.
Μά ένώ ή άνάπτυξη της γνώσης έξαρταται, σέ τελευ­
ταία άνάλυση άπό τήν άνάπτυξη της παραγωγής, δέν έξαρταται μόνο άπό τήν άνάπτυξη της παραγωγής, άλλά στήν
άνάπτυξη της παρεμβαίνουν διάφορες μορφές κοινωνικής
δραστηριότητας καί σχέσεων πού πηγάζουν άπό τήν Ιδια
τήν παραγωγή. *Η οίκοδόμηση της γνώσης έξαρταται άπό
τήν ύλική παραγωγική δραστηριότητα. Καί άκόμα στήν
ταξική κοινωνία έξαρταται άπό τΙς τάξεις καί τήν ταξική
πάλη. Τό καθήκον της διαφύλαξης καί τοϋ πλατέματος τοϋ
σύνολου τής γνώσης, κατά κύριο λόγο, πέφτει στούς έκπροσώπους καθορισμένων τάξεων. Καί ol γνώσεις γιά τή φύση
καί τήν κοινωνία κερδίζονται, σάν άποτέλεσμα της δραστη­
ριότητας καί τής πάλης—οικονομικής, πολιτικής, έπιστη­
μονικής καί καλλιτεχνικής—τών διαφόρων τάξεων στίς δι­
άφορες Ιστορικές πέρίοδες.

209
Θ Ε Ω Ρ ΙΑ Κ Α Ι Π Ρ Α Κ Τ ΙΚ Η Σ Τ Η Ν
Ο ΙΚ Ο Δ Ο Μ Η Σ Η Τ Η Σ Γ Ν Ω Σ Η Σ

Γενικά, ή άπόκτηση της γνώσης στήν κοινωνία εϊναι
κάτι πού ξεπηδα άπό τό σύνολο τής πρακτικής δραστη­
ριότητας τών μελών τής κοινωνίας καί άπό τΙς σχέσεις τους
μέ τήν έξωτερική φύση καί τούς άλλους συνανθρώπους τους.
Πέρα άπ’ αύτές τΙς πρακτικές δραστηριότητες καί άπ’ αύ­
τές τίς ένεργητικές σχέσεις μεταξύ τών άνθρώπων δέν είναι
δυνατό νά άποκτήσουμε γνώσεις γιά τίποτα, γιατί δέν ύπάρ­
χουν οί βάσεις νά διαμορφωθούν ίδέες πού νά άνταποκρίνονται στήν άντικειμενική πραγματικότητα καί πού ή άνταπόκρισή τους νά μπορεϊ νά έπαληθευθεΐ.
Γι’ αύτό ό Λένιν έγραφε : « Ή θέση μας άπέναντι στη
ζωή καί στήν πρακτική πρέπει νά είναι τό πρώτο καί τό
βασικό στή γνωσιολογία. ('Υλισμός και Έ μπειριοχριτικισμός κεφάλαιο 2).
Μά τί άκριβώς έννοοΰμε μέ τόν ίρο «πρακτική» καί
«πρακτική δραστηριότητα;»
1) ΠρΙν άπ’ 6λα πρακτική είναι ή κίνηση τών όργάνων τοϋ άνθρώπινου σώματος, πού φέρνουν άλλαγές στόν
κόσμο πού μας περιβάλλει.
2) Ό μ ω ς δέν είναι κάθε κίνηση καί κάθε πράξη πρα­
κτική ή πρακτική δραστηριότητα. Λόγου χάρη δέν μπορού­
με νά πούμε δτι οί πράξεις τών ποικίλων άπλών άνακλα­
στικών είναι παραδείγματα πρακτικής. Οΰτε μποροϋμε νά
δώσουμε τόν τίτλο τής πρακτικής δραστηριότητας στίς
πράξεις ένός νυχτοβάτη. Στό ούσιαστικό της περιεχόμενο
ή πρακτική δραστηριότητα, είναι συνειδητή, δηλαδή γίνεται
έσκεμένα μέ α) μιά κάποια Ιδέα γιά τό τελικό άποτέλεσμα
ή τό σκοπό πού θέλουμε νά πετύχουμε καί β) μέ μιά κάποια συνειδητότητα τών συνθηκών δράσης καί τών Ιδιοτή­
των τοϋ άντικειμένου δράσης καθώς καί τών μέσων πού
θά χρησιμοποιηθούν γιά νά έπιτευχθεϊ ό σκοπός αύτός.
14

210
3)
'Η πρακτική είναι κοινωνική. Άσφαλώς υπάρ­
χει ατομική πρακτική — δηλαδή οί πρακτικές δραστη­
ριότητες πού άσκεΐ ένα ξεχωριστό άτομο -- καί κοινωνική
πρακτική, δηλαδή δραστηριότητες πού δέν μπορούν νά γ ί­
νουν άπό Ινα άτομο, άλλά άπό πολλά άτομα μαζύ. Άλλά
καμμιά συνειδητή πρακτική δραστηριότητα δέν μπορεΐ νά
γίνει £ξω άπό τήν κοινωνική ζωή τοΰ άνθρώπου καί τις άτομικές συνθήκες πού καθορίζει ή κοινωνία.
Στήν κοινωνία οί άνθρωποι άναπτύσσουν πολλά μέσα
στήν πρακτική τους δραστηριότητα. Ό λόγος μέ τόν όποιο
έπικοινωνοϋμε μέ τούς άλλους, είναι Ινα άπ’ αύτά τά μέσα.
Έπειδή Ινα μεγάλο καί σημαντικό μέρος της πρακτικής
μας δραστηριότητας διεξάγεται μέ τό λόγο, είναι καί Ινα
άπό τά σημαντικότερα αύτά μέσα.
Τά πάρα πάνω τρία σημεία καθορίζουν τό τί άκριβώς
έννοοΰμε μέ τόν 6ρο «πρακτική».
Ή γνώση λοιπόν προέρχεται άπό τήν πρακτική, ξεπρο­
βάλλει μέ τήν άνάπτυξη τών Ιδεών, πού κάτω άπό διάφο­
ρες συνθήκες άντιστοιχοϋν σέ ύποκείμενα καί μέσα της πρα­
κτικής μας δραστηριότητας. Ή πρακτική χρειάζεται τέ­
τοιες ιδέες πού άναπτύσσονται σέ άρμονία μέ τήν άνάπτυξη
τής πρακτικής. Ή γνώση άποκταται στό μέτρο πού ή πρα­
κτική δημιουργεί τήν άπαίτηση γιά άληθινές ιδέες, γιά τά
διάφορα πράγματα καί παρέχει τά μέσα καί τίς εύκαιρίες
γιά έπεξεργασία τους καί έπαλήθευσή τους.
Σέ κάθε περίσταση έκεϊνο πού σπρώχνει τούς άνθρώ­
πους στήν άνάπτυξη καί στήν τελειοποίηση τής γνώσης εί­
ναι ή πρακτική, οί άπαιτήσεις τής άνάπτυξης της ύλικής
παραγωγικής δραστηριότητας καί δχι λιγώτερο καί οι άπαιτήσεις τών διαφόρων τάξεων, πού ιίς σπρώχνει ή ϊδια ή
άνάγκη νά άποκτησουν βαθύτερη γνώση γιά τις διάφορες
βψεις τής φύσης καί τής κοινωνίας μέ σκοπό νά προωθή­
σουν τά δικά τους πρακτικά συμφέροντα.
Έ τ σ ι στό μέτρο πού οι άνθρωποι βελτιώνουν τά μέσα

211
παραγωγής, τήν τεχνική της παραγωγής τους, τήν πρακτική
τους ικανότητα νά κυριαρχήσουν πάνω στή φύση, προω­
θούν καί τ ή γνώση τους γιά τή φύση. Γιατί οί άλλαγές
σ τ ή ν παραγωγή θέτουν προβλήματα γιά γνώση καί ταυτό­
χρονα δίνουν τά μέσα της λύσης τους. Έτσ,ι άνοίγονται νέα
πεδία γνώσης κα} πετυχαίνοντας νέοι καί περισσότεροι μα­
κρόπνοοι στόχοι. Κι αύτά μέ τή σειρά τους συντελούν στήν
πάρα πέρα τεχνική πρόοδο, έπικυρώνονται στήν πράξη καί
άναπτύσσονται πάρα πέρα στήν πρακτική τους έφαρμογή.
Ή τάξη τών καπιταλιστών γ.ά νά προωθήσει τήν ά­
νάπτυξη της σύγχρονης βιομηχανίας έδωσε βαθειά ώθηση
στό βάθαιμα τών γνώσεων γιά τή φύση καί ιδιαίτερα στίς
φυσικές καί χημικές διαδικασίες. Μέ τή σειρά της ή έργατική τάξη ίταν κερδίζει καί οΐκοδομεΐ τό σοσιαλισμό, άπαιτεϊ καί δημιουργεί τίς προϋποθέσεις γιά μιά παραπέρα προ­
ώθηση τών γνώσεων γιά τή φύση.
Κι’ οΐ άνθρωποι ίσο προσπαθούν νά βελτιώσουν τίς
συνθήκες ζωής τους καί πετυχαίνουν νά δημιουργήσουν νέες
καί ανώτερες κοινωνικές σχέσεις στή θέση τών παλιών καί
ξεπερασμένων, προωθούν καί τις γνώσεις τους γύρω άπό
τούς έαυτούς τους καί τήν κοινωνία.
Ή γνώση τών νόμων γιά τ)ς κοινωνικές άλλαγές πού
βρίσκονται ένσωματωμένες στόν έπιστημονικό σοσιαλισμό,
μπορεΐ νά γίνει καί πραγματικότητα μόνο ίταν, μέ τήν άνά­
πτυξη της έργατικής τάξης, ή πάλη γιά τό σοσιαλισμό γ ί­
νει πρακτικό ζήτημα. Γενικά σέ κάθε ιστορική έποχή ή έκ­
ταση τών γνώσεων γύρω άπ’ τήν κοινωνία καί τούς νόμους
της, άνταποκρίνεται πάντοτε στά πρακτικά κοινωνικά κα­
θήκοντα της έποχής. Έ τ σ ι ό καπιταλισμός μέ τήν άνά­
πτυξη της παγκόσμιας άγορας καί σέ συνέχεια μέ τό χω­
ρισμό τοϋ κόσμου άνάμεσα στίς Ιμπεριαλιστικές δυνάμεις
προωθεί τή μελέτη της παγκόσμιας ιστορίας καί τήν κοι­
νωνία. στά διάφορα στάδια άνάπτυξής τους, πραγμα πού
έχει σάν άποτέλεσμα νά πλατύνει πολύ ή ιστορική καί

212
κοινωνική έρευνα. Προχωρώντας πάρα πέρα όδηγεΐ στή\
άνάγκη για άληθινή έπιστημονική γνώση τής κοινωνίας, πού
νά διεισδύει στίς βασικές κοινωνικές σχέσεις καί στούς νό­
μους κοινωνικής άνάπτυξης.
Ά π ό τήν άλλη μεριά οί άνθρωποι δέν μπορούν νά άποκτήσουν γνώση γιά πράγματα πού ή πρακτική τους δέν τά
ίκανε άναγκαία ή δέν τούς έδωσε τήν εύκ:.ιρία νά τά έρευνήσουν. Λόγου χάρη, δταν οί άνθρωποι ζοϋσαν άκόμα σέ μι­
κρές τοπικές κοινότητες καί χρησιμοποιούσαν τά πρωτό­
γονα έργαλεΐα παραγωγής, δέν μπορούσαν νά άναπτύξουν
τίς γνώσεις τους γύρω άπό τή γεωγραφία, τά μαθηματικά,
τήν άστρονομία ή τή μηχανική. Γνώριζαν πολύ λίγα πράγ­
ματα, ένώ είχαν τις ιδέες γιά πολλά πράγματα, γιά τά Αποϊα
γνώριζαν έλάχιστα. Πριν άπό τόν καπιταλισμό καί τήν έμφάνιση της έργατικής τάξης οί άνθρωποι δέν μπόρεσαν νά
άποκτήσουν μεγάλες γνώσεις γιά τούς νόμους άνάπτυξης
τής κοινωνίας. Είχαν πάρα πολλές ιδέες γύρω άπ’ αύτά τά
ζητήματα καί άκόμα καί τήν Ιδέα τοϋ σοσιαλισμού άλλά
είχαν έλάχιστη γνώση.
Ή γνώση πού ξεπηδάει άπό τήν πρακτική έπαληθεύεται στήν πρακτική. Γιατί ή άντιστοιχία τών ιδεών μας γιά
τις συνθήκες, τά άντικείμενα καί τά μέσα της πρακτικής
δραστηριότητας μέ τήν άντικειμενική πραγματικότητα, πού
άνεξάρτητα άπό τίς Ιδέες μας δοκιμάζεται, καί σέ τελευ­
ταία άνάλυση μπορεΐ νά δοκιμασθεΐ μόνο άπό τά άποτελέσματα ΐής πρακτικής δραστηριότητας πού καθοδηγείται άπ’
αύτές τις Ιδέες.
Κάθε μας πράξη γίνεται μέ κάποια προσδοκία, πού στη­
ρίζεται στίς ιδέες. Ή μοναδική δοκιμασία άντιστοιχίας
τών Ιδεών μας στήν πραγματικότητα βρίσκεται στήν έκπλήρωση ή στή μή έκπλήρωση τών προσδοκιών μας. ~*»ύ
βασίζονται σ’ αύτές τίς ιδέες.
Ά ν άπό τήν άλλη πλευρά έχουμε ίδέες πού δέν έχουν
σχέση μέ τις προσδοκίες τών άποτελεσμάτων τής πρακτι­

213
κής καί ol όποιες κατά συνέπεια δέν μπορούν νά δοκιμασθοϋν μέ τήν έκπλήρωση ή μή τών προσδοκιών, τότε δέν
ύπάρχει τρόπος νά άποδείξουμε τήν άντιστοιχία ή μή αύ­
τών τών Ιδεών μέ τήν πραγματικότητα. Μέ άλλα λόγια δέν
μπορούν νά άποτελοϋν μέρος της γνώσης, άλλά είναι αύταπάτες ή δημιουργήματα της φαντασίας.
Ό Μάρξ έγραφε σχετικά. «Τό ζήτημα τοϋ ίν ή άντικειμενική άλήθεια μπορεϊ νά γίνει κτήμα τής άνθρώπινης
σκέψης, δέν είναι ζήτημα θεωρίας άλλά πρακτικής. Ό άν­
θρωπος πρέπει νά άποδείξει τήν άλήθεια στήν πρακτική,
δηλαδή τήν πραγματικότητα καί τή δύναμη αύτής τής
πλ*υρας τής σκέψης. Οί συζητήσεις γύρω άπό τήν πρα­
γματικότητα ή τή μή πραγματικότητα [δηλαδή γύρω άπό
τήν άντιστοιχία ή μή μέ τήν πραγματικότητα — Μ. Κορνφόρθ) τής σκέψης, πού είναι άπομονωμένη άπό τήν πρακτι­
κή 3Ϊναι ένα καθαρά σχολαστικό ζήτημα» (θέσεις πάνω
στό Α. Φόγιερμπάχ).
Λοιπόν, άποκταμε γνώσεις μέ τήν έπεξεργασία Ιδεών,
πού κι’ αύτή προβάλει μέσα άπό τά προβλήματα πρακτι­
κής, ή όποια καί άποτελεϊ τή δοκιμασία τής γνώσης σέ
κάθε της βήμα. Μέ άλλα λόγια καθιερώνεται σά γνώση
κάτι πού άνταποκρίνεται στήν έκπλήρωση ή μή έκπλήρωση
τών προσδοκιών μας στήν πρακτική.
Κατά συνέπεια ή γνώση στήν άνάπτυξή της συνεχώς
περνάει άπό ένα κύκλο τριών φάσεων.
1) 'Η πρακτική, ή άνάπτυξη τής παραγωγής καί τών
κοινωνικών σχέσεων, έβαναν προβλήματα γιά θεωρητική
λύση.
2) Ή έπεξεργασία τών θεωριών αύτών ξεπηδάει άπό
αύτά τά προβλήματα πού στηρίζονται στή ν πείρα πού άπο­
κταμε καί άπό τή λογική μορφοποίηση αύτών τών θεωριών.
3) ’Εφαρμογή, αύτών τών θεωριών στήν κοινωνική
πρακτική, πού δοκιμάζονται, έπαληθεύονται καί διορθώνον­
ται μέσα στή δοκιμασία χρησιμοποίησής τους.

214
Αύτό εϊναι μιά άτέλειωτη διαδικασία. Όποιαδήποτε κι* αν
οϊναι γνώση μας, οί καινούριες άπαιτήσεις τής πρακτικής
δδηγοΰν σέ νέα επέκταση τών γνώσεών μας. Και πάρα πέρα
άκόμη, ή ύπάρχουσα γνώση θά πρέπει πάντα νά ταιριάζει
μέ τά διδάγματα καί τίς άπαιτήσεις της πρακτικής. “Ετσι
καθώς κερδίζεται ή νέα γ/ώση, οΐ παλιές θεωρίες άναπλάθονται καί ή ύπάρχουσα γνώση διορθώνεται καί βαθαίνει.
Η Λ ΙΣ Θ Η Τ ΙΙΡ ΙΑ Α Ν Τ ΙΛ Η Ψ Η Α Ρ Χ Η ΚΑ ΘΕ Γ Ν Ω Σ Η Σ

Στήν δλη διαδικασία τής άπόκτησης καί τής οικοδόμη­
σης τής γνώσης, σέ τί πρέπει νά στηριζόμαστε γιά τήν
άπόκτηση πληροφοριών γιά τά πράγματα καί γιά τη δοκι­
μασία τής έκπλήρωσης ή μή τών προσδοκιών μας ; Μόνο
στίς αισθήσεις μας.
Πολλοί φιλόσοφοι, χωρίζοντας τή γνώση άπό τήν πρα­
κτική, ύποστηρίζουν δτι ή γνώση οίκοδομεΐται μέ διαδικα­
σία τής «καθαρής σκέψης». Οί αισθήσεις, λένε, δέν εϊναι
σίγουρες καί δέν μπορούν νά άποτελέσουν πηγή γνώσης.
Γιά νά άποκτήσουμε γνώσεις, συνεχίζουν, θά πρέπει νά άγνοήσουμε τά δοσμένα τών αισθήσεων καί νά στηριχθοΰμε
μόνο στά διανοητικά.
*Η ανθρώπινη γνώση πού εϊναι ικανή νά ευρύνεται έπ’
άπειρον, εϊναι πάντα έργο τοϋ άνθρώπινου μυαλοϋ. Τό μυα­
λό εϊναι τό δργανο τών πιό πολύπλοκων σχέσεων τοϋ άν­
θρώπου μέ τό έξωτερικό περιβάλλον. Μά γιά τήν έπεξεργασία αύτών τών σχέσεων, έξαρτώμαστε κατά πρώτο λόγο
άπό τίς πληροφορίες, πού δεχόμαστε άπό τόν έξωτερικό κό­
σμο μέ τίς αίσθήσει: μας, σάν άποτέλεσμα τής άλληλοεπίδρασής μας μέ τά άντικείμενα τοΰ έξωτερικοΰ κόσμου. 'Η
άρχή κάθε μας γνώσης λοιπόν, δέν μπορεΐ νά εϊναι τίποτα
άλλο άπό τίς αισθητήριες άντιλήψεις πού άποκτοϋμε στήν
πορεία τής ζωικής μας δραστηριότητας. 01 γνώσεις δέν
μποροΰν νά οικοδομή θοϋν διαφορετικά, παρά μόνο πάνω στή

215
βάση τών πληροφοριών πού άποκτοΰμε μέ τή δραστηριό­
τητα τών αίσθήσεών μας, μέ τίς αίσθητήριές μας αντιλή­
ψεις, πού έχουν τήν προέλευσή τους στόν άντικειμενικό ύλι­
κό κόσμο.
‘Η ύλιστική αύτή άποψη γιά τή γνωσεολογία έκφράζεται καθαρά στό γνωστό όρισμό τοϋ Λένιν γιά τήν υλη, πού
είναι «ή αντικειμενική πραγματικότητα, πού δίνεται στόν
άνθρωπο διά μέσου τών αίσθήσεών του, πού άνταναχλαται
τΙς αισθήσεις του, ένώ υπάρχει άνεξάρτητα άπ’ αύτές»
('Υλισμός και Έ μπειριρχρπιχισμός κεφάλ. 2). Αύτό ση­
μαίνει βτι ό ύλικός κόσμος είναι ό κόσμος πού γίνεται άντιληπτός άπό τίς αισθήσεις μας. "Ο,τι γνωρίζουμε γιά τόν
ύλικό κόσμο προέρχεται άπό τή λειτουργία τών αίσθήσεών
μας. Κάθε μορφή γνώσης, πού δείχνει νά μήν προέρχεται
άπ’ αύτό τόν κόσμο, πού είναι φαντασίωση καί γνώση πέρα
άπό κάθε άντικειμενική πραγματικότητα, άπρόσητη στίς
αισθήσεις μας, δέν είναι πραγματική, άλλά φανταστική.
Μπορεΐ νά μάς ποΰν βτι αύτό είναι δογματισμός. Κι
βμως δέν είναι έτσι. Τό άντίθετο άκριβώς συμβαίνει. "Οσο
άπομακρυνόμαστε άπό τή βασική υλιστική θέση, άπομακρυνόμαστε καί άπό κάθε άληθοφανή γνώση καί φτάνουμε
στό βασίλειο τοϋ καθαροΰ διανοητικού ξεστρατίσματος.
Ά π ό τή στιγμή πού θά έπιτρέψουμε στόν έαυτό μας νά
έπινοεΐ «πραγματικότητες», πού δέν μποροΰν νά άποκαλυφθοϋν άπό τΙς ίδιες μας τις αίσθήσεις, βρισκόμαστε άρκετά
μακρυά στά σύννεφα. Θά άρχίσουμε καί μεΐς νά ρωτάμε
σάν τούς σχολαστικούς τοΰ μεσαίωνα. «Πόσοι άγγελοι
μποροΰν νά σταθοΰν στή μύτη μιας καρφίτσας;» Δέν ύπάρχει καμμιά δυνατότητα νά διαπιστώσουμε καί νά έπιβεβαιώσουμε ή βχι τήν άπάντηση στήν έρώτηση αύτή. Γι’ αύτό
τά τέτοια θέματα καί οί τέτοιες σκέψεις δέν έχουν καμμιά
σχέση μέ τή γνώση, άλλά είναι άπλοι τρόποι γιά νά άποκοιμίζουν τό λαό.
Καί πραγματικά κερδίζουμε τή γνώση μόνο μέ τήν ά­

216
σκηση τών αίσθήσεων στήν πορεία της πραγματικής δρα
στηριότητας. Κι’ αύτό, δέν είναι δόγμα, άλλα κάτι τό ούσιαστικό. Είναι σάν αύτό πού λέμε βτι δέν μποροΰμε νά ζήβουμε χωρίς νά φαμε. 'Οταν ύποσχόμαστ* στούς άνθρώ7ΐους «ύπεραισθητή» καί «υπερφυσική» γνώση, εϊναι σά
νά τούς ύποσχόμαστε αιώνια ζωή, χωρίς νά τούς δίνουμε
τίποτα νά φάνε. Καί βλα αύτά τά λένε οΐ μορφωμένοι καί
ot Θρησκόληπτοι.' Η ύλιστική γνωσιολογία είναι άσπίδα καί
βπλο ένάντια σ’ αύτές τίς αύταπάτες.
Πρέπει λοιπόν αποφασιστικά νά άπορρίψουμε βλες τίς
«άρχές» καί τά δόγματα πού ισχυρίζονται ότι είναι άνεξάρτητα άπό τήν πείρα, άνεξάρτητα άπο τή λειτουργία
τών αισθήσεων καί πού στηρίζονται είτε στήν εσωτερική
έκφραση, είτε στή δύναμη κάποιας αύθεντίας. Δέν θά πρέ­
πει νά έμπιστευόμαστε έκείνους πού γυρεύουν νά μας έπιβάλουν τίς άπόψεις τους, επειδή ισχυρίζονται ότι κατέχουν
κάποιο ιδιαίτερο διανοητικό δώρο ή έχουν μυηθεΐ σέ κάποιο
μυστήριο ή έπειδή έχουν τή δύναμη κάποιας αύθ*ντίας. Θά
πρέπει νά είμαστε σκεπτικιστές καί νά μή δεχόμαστε τί­
ποτα άπό οπουδήποτε καί άν προέρχεται, άν δέν μπορεΐ νά
έπαληθευθεΐ καί νά δικαιωθεί στήν πρακτική ή άπό τήν
πείρα τών αίσθήσεων μας. Δέν μποροΰμε νά γνωρίζουμε
τήν ύπαρξη ή τίς ιδιότητες ένός όποιουδήποτε πράγματος,
παρά μόνο στό μέτρο πού ή ύπαρξή του καί ot ίδιότητές
του μπορούν νά άποκαλυφθοΰν μέ τόν ενα ή τόν άλλο τρό­
πο, έμμεσα ή άμεσα, μέ τίς αισθήσεις μας.
Η Α Ξ ΙΟ Π ΙΣ Τ ΙΑ ΤΩΝ Α ΙΣ Θ Η ΣΕ Ω Ν

Μποροΰμε νά έμπιστευθοΰμε στίς αισθήσεις μ α ς; Πώς
γνωρίζουμε ότι οί αίσθήσεις μας δέν μάς δίνουν ψεύτικες
ειδήσεις όπως συμβαίνει μερικές φορές στά παραληρήματα
καί στά βνειρα ; Καί άκόμα γενικότερα, πώς ξέρουμε βτι
τό κάθε τί πού υπάρχει άντιστοιχεΐ στίς άντιλήψεις μας ;

217
Γιά νά άπαντήσουμε σ’ αύτά τά (ρωτήματα θά πρέπει
νά έχουμε στο νοΰ μας βτι άποκτοϋμε καί οικοδομούμε τις
άντιλήψεις μας γιά τά αντικείμενα μόνο στήν πορεία τής
πρακτικής δραστηριότητας. Οί πληροφορίες πού παίρνουμε
άπό τΙς αίσθήσεις δέν είναι άπόλυτα άκριβεΐς. ΤΙς όρθές
πληροφορίες τΙς παίρνουμε άπό την πρακτική ζωή, μέ τη
συνειδητή πρακτική άλληλοεπίδραση μέ τά άντικείμενα τοϋ
έξωτερικοϋ κόσμου.
"Οταν γεννιέται ένα μωρό αρχίζει τή ζωή του, μέ ένα
σωρό μπερδεμένες έντυπώσεις γιά τόν έαυτό του καί γιά
τόν εξωτερικό κόσμο. ’Αρχίζει νά χρησιμοποιεί τις αισθή­
σεις του καί νά παίρνει πληροφορίες γιά τά αντικείμενα
τοϋ έξωτερικοϋ κόσμου, δταν αύτά τά αντικείμενα πέφτουν
στήν άντίληψη του, δταν άρχίζει νά σκέφτεται τΐ μπορεϊ
νά κάνει μ’ αύτά, δταν τά έρευνα, δταν πειραματίζεται
καί τά δοκιμάζει μέ έναν όποιοδήποτε τρόπο.
Ό π ω ς κάθε μέλος τοϋ άνθρώπινου είδους άρχίζει νά
άποκτά πληροφορίες γιά τόν έξωτερικό κόσμο μέ τόν τρό­
πο πού είπαμε, έτσι άποκταται καί οίκοδομεΐται καί ή
γνώση γιά τόν κόσμο. 01 πρώτες μας μπερδεμένες έντυπώσεις γιά κάτι πού δέν μας είναι οικείο, άσφαλώς δέν εί­
ναι αξιόπιστες καί δέν μποροϋν νά θεωρηθοϋν σάν όρθές
πληροφορίες γιά τά πράγματα αύτά. Καί χρησιμοποιούμε
τίς αισθήσεις μας γιά νά πετύχουμε πληροφορίες γύρω άπ’
αύτά τά πράγματα μέ τήν έρευνα. Καί συνεχώς δοκιμά­
ζουμε τήν άξιοπιστία τών άντιλήψεών μας στήν πορεία τής
πρακτικής χρησιμοποίησής τους.
Πέρα άπό τέτοια πρακτική χρησιμοποίηση τών άντικειμένων τοϋ έξωτερικοϋ κόσμου, δέν έχουμε τρόπο νά ποϋμε
1ν ol άντιλήψεις μας άντιστοιχοΰν στά άντικείμενα ή άν
ένα άντικείμενο άντιστοιχεΐ ή 6χι στίς άντιλήψεις μας. Μά
δταν ενεργούμε μέ τίς άντιλήψεις μας καί όταν χρησιμο­
ποιούμε τά πράγματα, άνάλογα μέ τίς ΐδιότητές τους, τά
αντιλαμβανόμαστε καλύτερα καί τά δοκιμάζουμε, άν άντι-

218
στοιχοϋν καί πόσο στίς άντιλήψεις μας καί άν ot άντιλήψεις μας βρίσκονται σέ αρμονία μέ τήν άντικειμ*νική πραγ­
ματικότητα πού ύπάρχει πέρα άπό μάς.
"Ενας φιλόσοφος πού είναι κλεισμένος στό γραφείο του
καί προσπαθεί νά οίκοδομήσει γνώσεις μέ βάση τις έσωτερικές πηγές του νοϋ του, θά άντιμετωπίσει πολλές δυσκο­
λίες. Θά άμφιβάλλει άν ή ίδια ή μελέτη, τά βιβλία του, ή
καρέκλα στήν όποία κάθεται καί τό Ιδιο του τό σώμα,
υπάρχουν πραγματικά ή άν είναι ένα είδος δνείρου καί αύταπάτης τοϋ νοϋ. Μά έξω άπό τή μελέτη του, έξω άπό τήν
άκαδημαϊκή συζήτηση τών φιλοσόφων, δέν ύπάρχει καμμιά
δυσκολία.
«'Η άνθρώπινη δραστηριότητα έλυσε τή δυσκολία πού
ύπήρχε πολύ πριν νά τό εφεύρει ή άνθρώπινη δραστηριότη­
τα», έγραφε ό *Ένγκελς. « Ή άπόδειξη τοϋ γλυκοϋ είναι
νά τό φάει κανένας. Ά πό τή στιγμή πού χρησιμοποιούμε
αύτά τά άντικείμενα άνάλογα μέ τίς Ιδιότητες πού διαπι­
στώνουμε σ’ αύτά, βάνουμε σ’ άλάθευτη δοκιμασία τήν
όρθότητα ή μή τών αισθητηριακών μαζ άντιλήψεών. Ά ν ol
άντιλήψεις μας αύτές είναι λαθεμένες, τότε οί έκτιμήσεις
μας, καί ή προσπάθεια χρησιμοποιήσεώς τους θά άποδειχθοΰν λαθεμένες καί θά άποτύχει. Μά άν έπιτύχουμε στήν
έκπλήρωση τών σκοπών μας, άν βροΰμε δτι τά άντικείμενα
συμφωνούν μέ τίς Ιδέες μας γι’ αύτά καί άνταποκρίνονται στό
σκοπό πού θελήσαμε νά τά χρησιμοποιήσουμε, τότε έχουμε
μιά θετική άπάντηση, τότε σημαίνει βτι οί άντιλήψεις μας
πού είχαμε γι’ αύτά καί τίς ΐδιότητές τους άντιστοιχοΰν
άνάλογα μέ την πραγματικότητα πού ύπάρχει πέρα άπό
μάς... Ό σ ο θά φροντίζουμε νά άσκούμε καί νά χρησιμοποι­
ούμε κατά τόν τρόπο αύτό τις αισθήσεις μας καί νά δρουμε
μέσα στά δρια πού καθορίζονται άπό τις ίδιες μας τις άντιλήψεις, πού σχη ματίζονται καί χρησιμοποιούνται μέ τόν
τρόπο αύτό, τόσο θά άνακαλύπτουμε βτι τά άποτελέσματα
της δράσης μας άποδείχνουν την άντιστοιχία τών άντιλή.

219
ψεών μας μέ τήν άντικειμενική φύση τών πραγμάτων πού
έχουμε άντιληφθεΐ». (Ουτοπικός και ^Επιστημονικός Σο­
σιαλισμός Εισαγωγή).
Ό υλικός κόσμος ύπάρχει καί έμεΐς άποτελοΰμε μέρος
αύτοϋ τοΰ κόσμου. Μέ τΙς αισθήσεις μας μαθαίνουμε τά
πράγματα πού ύπάρχουν πέρα άπό μάς, καθώς καί γιά τήν
κατάσταση τοΰ δικοϋ μας σώματος. Έ τσ ι δέν υπάρχει άλ­
λος τρόπος νά γνωρίσουμε τόν κόσμο—δηλαδή νά κερδί­
σουμε γνώση—έξω άπό τή λειτουργία τών αισθήσεων μας.
Καί οί αισθήσεις μας δέν είναι τέτοιες πού νά μας εξαπα­
τούν συνεχώς. Ά ν συνέβαινε τό άντίθετο τότε δέν θά ήταν
δυνατό νά ζήσουμε.
«Τά προϊόντα τοϋ άνθρώπινου μυαλοΰ», έγραφε ό Έ ν γ ­
κελς, «σέ τελευταία άνάλυση, είναι προϊόντα της φύσης, δέν
έρχονται σ’ άντίφαση μέ τήν ύπόλοιπη φύση καί άντιστοιχοΰν σ’ αύτή». (Ά ν τι - Ντνρινγκ μέρος I Κεφαλ. 3). Κατά
συνέπεια οΐ αισθήσεις μας είναι συγκροτημένες κατά τέτοιο
τρόπο, πού νά μας παρέχουν άντιλήψεις πού νά συμφωνοΰν
μέ τήν πραγματικότητα, πού ύπάρχει πέρα άπό μάς. Οί άντιλήψεις αύτές πού άποτελοΰν καί τή βάση κάθε γνώσης
κερδίζονται στή διαδικασία της πρακτικής δραστηριότητας
καί ή άντιστοιχία τους μέ τήν πραγματικότητα δοκιμάζεται
στήν πρακτική δραστηριότητα.
Έ τ σ ι κάθε μας γνώση—δηλαδή τό σύνολο τών άντιλήψεων μας πού είχαν καθιερωθεί καί στό μέτρο πού είχαν
άποδειχθεΐ όρθές άντανακλάσεις τής άντικειμενικής πραγμα­
τικότητας—καθιερώνεται πάνω στή βάση τών άντιλήψεών
πού κερδίζουμε στήν πρακτική μας δραστηριότητα καί ή
δρθότητα τους άποδείχνεται μέσα στήν ίδια δραστηριότητα.
Η Ε Π Ε Κ Τ Α ΣΗ , Η ΜΗ Π Λ Η ΡΟ ΤΗ ΤΑ
ΚΑΙ

Η

Κ Ρ ΙΤ ΙΚ Η

ΤΗΣ

ΓΝΩΣΗΣ

Μερικοί φιλόσοφοι έχουν πιστέψει δτι σκοπός τής γνώ ­

220
σης είναι νά φτάσει σέ ένα πλήρες καί όλοκληρωμένο σύ­
στημα πού νά περιλαμβάνει κάθε τι πού ύπάρχει καί μπο­
ρεΐ νά γίνει γνωστό. Καί άκόμα λίγοι άπ’ αύτούς πιστεύουν
βτι είχαν κι δλας φτάσει σ’ ένα τέτοιο σκοπό—δπως λέει
στό Master of Balliol ό καθηγητής Β. Jowett :
ΒρΙσχονμ' έδώ χαι λέγουμαι Τζόουετ
Γνώση καμμιά που νά μήν ξέρω δέν ύπάρχει
Σέ τοΰτο τό Κολλέγιο είμαι διευθυντής
Κι' δτι δέν ξέρω έγώ δέν είναι γνώση
Κι’ βμως μήτε στό σύνολο, μήτε καί στούς διάφορους
τομείς της άνθρώπινης γνώσης μποροΰμε νά φτάσουμε στήν
ολοκλήρωση, στό τέλος καί στήν πληρότητα. 'Η γνώση 8ιαρκώς αύξάνει καί έξελύσσεται. Καί πραγματικά, άν έξετάσουμε τά πράγματα καλά, εϊναι φανερό δτι ή γνώση
μας 6λη ξεπηδάει καί δοκιμάζεται μέσα στήν πρακτική
καί πηγάζει άπό τίς αισθητήριες αντιλήψεις, πού τίς άποκταμε μέσα στήν πρακτική δραστηριότητα. Ποτέ δέν μπο­
ροΰμε νά τά κάνουμε δλα 6σα μποροΰν νά γίνουν, ούτε μπο­
ρούμε νά έρευνήσουμε κάθε πλευρά τών πραγμάτων πού υ ­
πήρξαν, ύπάρχουν καί θά ύπάρχουν. Πάντα θά ύπάρχει κά­
τι άκόμα νά γίνει, κάτι άκόμα νά έρευνηθεΐ καί κατά συνέ­
πεια κάτι άκόμα νά μάθουμε.
Έ τ σ ι ή γνώση διαρκώς έπεκτείνεται ή τουλάχιστο εϊναι
ικανή γιά επέκταση. Κατά συνέπεια εϊναι διαρκώς άτελής.
Καί ύπάρχουν δύο δψεις αύτής της έπέκτασης καί της μή
τελειότητας της γνώσης.
*Η πρώτη άποψη εϊναι ποσοτική. Ή καινούρια γνώση
προστίθεται πάντα στήν παλιά καί έτσι πλουτίζεται ή γνώ­
ση. Καί ή έπέκταση αύτή έχει, δπως θά λέγαμε, δυό δια­
στάσεις : πλάτος καί βάθος της γνώσης. ’Αρχίζουμε νά μα­
θαίνουμε γιά νέα πράγματα πού δέν τά γνωρίζαμε άκόμα.
Καί άκόμα μαθαίνουμε περισσότερα γιά τά πράγματα πού

221
κάτι γνωρίζουμε άπό πρίν. Κατ’ αύτό τόν τρόπο μποροϋμε
πάντα νά μαθαίνουμε περισσότερα μά ποτέ βλα.
Λόγου χάρη, στή σύγχρονη φυσιχή μάθαμε γιά τά «βα­
σικά μόρια» τήν δπαρξη τών όποίων δέν γνωρίζαμε μέχρι
τώρα. ’Ανακαλύπτοντας αύτά και τΙς ίδιότητές τους, αύξήσαμε καί βαθύναμε τή γνώση μας γιά τό Ατομο καί τή
διάρθρωσή του, γιά τό όποιο κάτι γνωρίζαμε άπό πρίν. Μά
έπειδή κατ' αύτόν τόν τρόπο αύζαίνουμε καί βαθαίνουμε
τή φυσική μας γνώση, δέν μποροϋμε νά συμπεράνουμε βτι
ίχουμε Ολοκληρωμένη γνώση. ’Αντίθετα εκείνο πού μπο­
ροϋμε νά συμπεράνουμε είναι βτι έχουμε περισσότερες φυ­
σικές γνώσεις άπό τούς προγόνους μας καί ol άπόγονοί
μας, ξεκινώντας άπό τΙς δικές μας γνώσεις, θά έχουν άκό­
μη περισσότερες.
Ή δεύτερη βψη είναι ποιοτική. Ό τα ν μαθαίνουμε πε­
ρισσότερα, ή προσθήκη αύτοϋ τοϋ περισσότερου σ’ αύτό πού
γνωρίζαμε κι’ βλας, δέν σημαίνει βτι Ολοκληρώσαμε τή φυ­
σική μας γνώση. ’Αντίθετα μάλιστα ή γνώση καινούριων
πραγμάτων πού ξέραμε κι’ βλας, ρίχνει, βπως θά λέγαμε, νέο
φώς στά βσα γνωρίζαμε. Σάν άποτέλεσμα αύτοϋ, θά έχου­
με καινούρια πράγματα γιά έρευνα καί καινούριες σημα­
σίες, γιά βτι γνωρίζαμε κι’ βλας. Καί ταυτόχρονα θά άνακαλύψουμε, μέ τό φώς της νέας γνώσης, βτι μερικές άπό τΙς
παλιότερες γνώσεις ήσαν λαθεμένες καί γι’ αύτό πρέπει νά
άναθεωρηθοϋν καί νά άνασχηματισθοϋν κατά διαφόρους τρό­
πους.
Λόγου χάρη, οί νέες άνακαλύψεις στή φυσική, πού κατάληξαν στήν κβαντομηχανική, ρίχνουν καινούριο φώς στίς
παλιότερες άνακαλύψεις της φυσικής, πού είχαν διαμορφώ­
σει τή μηχανική φυσική. ’Αποτέλεσμα τών άνακαλύψεων
αύτών εϊναι δτι οί παλιές γνώσεις θά πρέπει νά άναθεωρηθοϋν καί νά άναπλαστοϋν ποικιλοτρόπα. Καί ταυτόχρονα
διαπιστώνεται βτι πολλά άπό τά συμπεράσματα της παλιας
μηχανικής ήσαν λαθεμένα. ’Επίσης βταν Αρχισε ή οίκοδόμηση

222
τοϋ σοσιαλισμού σέ μιά χώρα, τή Σοβιετική 'Ένωση καί
άποκτήθηκαν καινούριες γνώσεις για τή φύση καί τή λει­
τουργία τοΰ σοσιαλιστικού κράτους, παρουσιάστηκε ή άάνάγκη νά άναθεωρηθούν καί νά άναπλαστοΰν μερικές άπό
τίς παλιότερες άντιλήψεις τών μαρξιστών γιά τό σοσιαλι­
στικό κράτος. Καί ταυτόχρονα άποδείχτηκε δτι μερικά άπό
τά συμπεράσματα, πού είχαν βγει μέ βάση τΙς παλιές θέ­
σεις άποδείχτηκαν λαθεμένα.
"Ολα αύτά δέν σημαίνουν ίτ ι οί παλιές γνώσεις άποίεικνύονται λαθεμένες καί δτι κατά συνέπεια δέν ύπάρχει
πραγματική γνώση. Ό λ α αύτά σημαίνουν δτι ή άτέλεια
τής παλιας γνώσης, μας όδηγεΐ στήν άνάγκη νά τίς άναπλάσουμε κριτικά, κάτω άπό τό φώς τών καινούριων γνώ­
σεων. Τό ΐδιο πρέπει νά ισχύει, βέβαια, καί γιά τήν ίδια τή
νέα γνώση, δταν θά φτάσει νά γίνει παλιά.
Ή γνώση αύξάνει σέ μιά διαδικασία βχι μόνο προσθή­
κης, άλλά καί μέ τήν τελειοποίηση καί τή διόρθωση τών
γνώσεων πού ύπήρχαν μέχρι τώρα. Σέ κανένα τομέα ή
γνώση δέν εΖνζι ποτέ τέλεια, πλήρης καί όλοκληρωτική.
Κατά συνέπεια όποιαδήποτε γνώση καί άν καθιερωθεί θά
πρέπει νά θεωρηθεί μόνο σάν μιά άπαρχή γιά παραπέρα
προώθηση της γνώσης—βπως άκριβώς καί δτι νά επιτευ­
χθεί, στήν πρακτική δέν θά πρέπει νά θεωρηθεί σάν τελική
έπίτευξη, άλλά σάν άπαρχή γιά παραπέρα έπιτεύξεις. Αύτό
σημαίνει δτι θά πρέπει νά είμαστε Ιτοιμοι νά άναγνωρίσουμε δτι κάθε γνώση είναι πάντα περιορισμένη, άτελής,
έλλειματική. Καί γι’ αύτό άπαιτεΐ οχι μόνο συμπλήρωση,
άλλά καί κριτική γιά νά προωθηθεί καί νά όδηγηθεΐ σέ νέες
κατακτήσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΑΤΞΗΣΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
Α Π Ο Τ Η Ν Α ΓΝ Ο ΙΑ Σ Τ Η Γ Ν Ω Σ Η

I- 1 απόκτηση καί ή οικοδόμηση τής γνώσης άπό την
ΐδια της τή φύση είναι πάντα μια διαδικασία περάσματος
άπό τήν άμάθεια στή γνώση καί άπό τή μή γνώση τών
πραγμάτων στή γνώση τους. Είτε πάρουμε γιά παράδειγμα γενικά τή γνώση, είτε τή γνώση ένός Ιδιαίτερου πράγ­
ματος, πάντα έχουμε τήν περίπτωση δτι στήν άρχή δέν ξέ­
ρουμε τίποτα καί σέ συνέχεια, άποκταμε γνώση.
Έ τ σ ι σέ ένα άρθρο του στήν εγκυκλοπαίδεια, γιά τό
Κάρλ Μάρξ, ό Λένιν έγραφε δτι ή γνωσιολογία πρέπει νά
μελετήσει τό πέρασμα άπό τή μή γνώση σΓή γνώση «Δέν
πρέπει νά θεωρούμε τή γνώση σάν κάτι έτοιμοπαοάδοτο»,
έγραφε σέ άλλο του έργο, « . . . άλλά πρέπει νά καθορί­
σουμε τό πώς ξεπηδάει ή γνώση άπό τήν άγνοια, τό πώς
ή άτελής καί ή μή άκριβής γνώση γίνεται πλήρης καί πε­
ρισσότερο άκριβής» (' Υλισμός και ’ Ιίμπειριοκηιτικισμός κε­
φάλαιο 2).
Ά π ό τήν άλλη μεριά, πολλοί φιλόσοφοι, θεωρούν γιά
άξίωμα τό δτι ή γνώση προέρχεται άπό παλιότερη γνώση.
Κατά συνέπεια πρέπει νά προϋποθέσουμε δτι ύπάρχουν σί­
γουρα βασικές άρχές, άπό τις όποιες πηγάζει κάθε γνώση.

224
Καί αύτό τούς όδηγεΐ σέ δυό άντίθετα, άλλά τό ίδιο λαθε­
μένα συμπεράσματα. Ά π ό τή μιά μεριά έπινοοϋν διάφορες
άρχές, τίς όποιες θεωρούν σίγουρες, καί τότε ύπο στηρίζουν
ίτ ι γνωρίζουν καί ίτ ι Ιχουν έπαληθεύσει κάθε πρόταση πού
πηγάζει άπό αύτές τΙς άρχές. Καί άπό τήν άλλη πλευρά
άρνοΰνται μεγάλο μέρος της πραγματικής γνώσης, γιατί
δέν βγαίνει άπό αύτές τίς άρχές. “Ετσι π.χ. ol φιλόσοφοι
αύτοί, βγάζουν κάθε εϊδους συμπεράσματα γιά τό Θεό καί
γιά τήν τελική φύση της πραγματικότητας άπό τΙς πρώτες
άρχές. Καί άπό τήν άλλη πλευρά, άπορρίπτουν τό σύνολο
της γνώσης γιά τόν ύλικό κόσμο, μέ τήν (w ota δτι ή γνώ­
ση αύτή δέν μπορεΐ νά δικαιολογήσει αύτές πού Ιχουν άποφασίσει νά τίς δεχθούν σάν άπόλυτα σίγουρες καί αύταπόδεικτες.
Ή πραγματική άρχή της γνώσης δέν είναι ή γνώση,
άλλά ή άγνοια καί βχι ή βεβαιότητα, άλλά ή άβεβαιότητα. Πάντοτε οικοδομούμε τή γνώση άπό μιά προηγούμενη
κατάσταση Ιλειψης γνώσης. Έ τ σ ι ή προσπάθεια νά οίκοδομηθοϋν συστήματα γνώσεων άπό αύταπόδεικτες άρχές,
δείχνει δτι δέν κατανοούμε τό δλο πρόβλημα οίκοδόμησης της γνώσης καί πάντα θά ματαιοπονούμε.
Πώς λοιπόν οίκοδομεΐται ή γνώση άπό τήν άγνοια ;
Αύτό γίνεται άποκλειστικά καί μόνο μέσα άπό τήν άλληλοεπίδραση τών αίσθήσεών καί τών πραγμάτων. Οίκοδομεΐται άπό τόν άνθρώπινο έγκέφαλο, ό όποιος, δπωί έπανειλημμένα Ιχουμε π εΐ( είναι τό δργανο τών πιό πολύπλοκων
σχέσεων τοΰ άνθρώπου μέ τόν έξωτερικό κόσμο. Ά π ό τις
αίσθητηριακές άντιλήψεις γιά τά πράγματα, πού προέρχον
ται άπό τις ποικίλες ένεργητικές σχέσεις μ’ αύτά, άρχίζουμε νά μαθαίνουμε γι’ αύτά πού προηγούμενα δέν ξέρα­
με τίποτα. Καί δσο πιό ποικίλες είναι οί σχέσεις μας
μέ τά πράγματα, τόσο πιό πολλά μαθαίνουμε γ·’ αύτά.
Έ τ σ ι ή γνώση είναι προϊόν τών συνειδητών ένεργητικών
σχέσεων πού δημιουργούμε μέ τά πράγματα. Ή μετάβαση

225
άπό τήν έλλειψη γνώσης στή γνώση, πετυχαίνεται μέ τήν
άνθρώπινη δραστηριότητα, που περνάει άπό τήν έλλειψη
σχέσεων μέ τά πράγματα στή δημιουργία σχέσεων μ’ αύτά.
Λόγου χάρη, δέν.γνωρίζαμε τίς πηγές τοϋ Νείλου. Γιά
νά τίς μάθουμε έπρεπε νά παμε έκϊΐ. Δέν γνωρίζαμε τή
σύνθεση τοϋ άτόμου. Γιά νά τή μάθ υμε κάναμε τά σχε­
τικά πειράματα. Δέν γνωρίζαμε τίς άποστάσεις τών ά­
στρων. Γιά νά τΙς μάθουμε έπινοήσαμε διάφορα δργανα μέ­
τρησής τους. Δέν γνωρίζαμε τούς νόμους έξέλιξης της άνΟρώπινης κοινωνίας. Καί τούς μάθαμε μέ τή συνειδητή
προσπάθεια νά τού; χρησιμοποιήσουμε, γιά τή δημιουργία
μιας καινούργιας βαθμίδας κοινωνικής έξέλιξης.
Α ΝΤ ΙΛ ΗΨΕΙ Σ

ΚΛΙ

ΚΡΙ ΣΕΙ Σ

Ό πρώτος δρος γιά τήν οικοδόμηση της γνώσης είναι
οί αντιλήψεις—δηλαδή ol παρατηρήσεις στίς διάφορες σχέ­
σεις μέ τά πράγματα. Στην άρχή δέν ύπάρχουν παρατη­
ρήσεις σχετικά μέ ένα πράγμα ή μιά διαδικασία' καί ύστε­
ρα πετυχαίνουμε τέτοιες παρατηρήσεις. Αύτό εϊναι τό πρώτο
βήμα. Χωρίς νά γίνει αύτό, θά ύπηρχ3 μόνο άγνοια καί δχι
γνώση, είτ: πλήρη άγνοια είτε μερική, δπως γίνεται συ­
νήθως, άγνοια καμουφλαρισμένη μέ άπατηλές ή ψεύτικες θε­
ωρίες γιά τά πράγματα
Ό δεύτερος δρος εϊναι δτι, δημιουργώντας ένεργητικές
σχέσεις μέ τά πράγματα καί κάνοντας παρατηρήσεις γι’
αύτά, προχωρούμε στή διατύπωση κρίσεων ή προτάσεων
γι’ αύτά, γιά τίς Ιδιότητές τους καί γιά τις σχέσεις τους,
μποροϋμε νά χρησιμοποιήσουμε τούς νόμους της σκέψης,
δηλαδή τούς νόμους της. λογικής γιά τήν άντανάκλαση της
άντικειμενικής πραγματικότητας σέ ίδέες—γιά νά έκφράσουμε —σέ ίδέες, σέ κρίσεις καί προτάσεις τά άποτελέσματα
τών παρατηρήσεων.
Ή οίκοδόμηση της γνώσης απαιτεί πάντα τό πέρασμα
15

226
άπό τίς άντιλήψεις τών αίσθήσεων στίς ίδέες. "Ολα τά άνώτερα ζώα έχουν αίσθήσεις καί άπο τίς αισθήσεις τους άποκτοϋν συγκεκριμένες πληροφορίες γιά τά πράγματα, καί
μαθαίνουν νά τις κάνουν πιό άξιόπιστες καί νά τίς χρήσιμο ποιοϋν στή δραστηριότητα της ζώής τους. Μά μόνο δ άν­
θρωπος μπορεΐ νά μεταβάλει τις αίσθήσεις σέ γνώση κα^
νά τις έκφράσει σάν Ιδέες χαί προτάσεις.
’Εδώ χρησιμοποιούμε τον δρο «γνώση» με τήν καθο­
ρισμένη έννοια της άνθρώπινης γνώσης. 'Η αίσθηση πού,
π.χ. έχει Ινας σκύλος καί βρίσκει τό δρόμο τοϋ σπιτιοΰ του,
είναι πολύ διαφορετική άπό τήν άντίστοιχη του άνθρώπου,
γιατί τοΰ άνθρώπου ή αίσθηση μπορεΐ νά έκφραστεΐ μέ
Ιδέες καί προτάσεις πού μποροϋν νά άνακοινωθοΰν. 01
ίδέες καί ot προτάσεις άνακοινώνονται, γίνονται χτήμα τών
άλλων καί συζητοΰνται άπό τούς άνθρώπους στήν κοινωνι­
κή τους ζωή. Καί άκριβώς ή έκφραση τών πληροφοριών
αύτών σέ ίδέες καί προτάσεις πού άνακοινώνονται, είναι τό
ούσιαστικό γνώρισμα της άνθρώπινης γνώσης. 01 άνθρω­
ποι άποκτοϋν καί κατέχουν γνώση στό μέτρο πού περνούν
άπό τις αισθήσεις πού είναι Ιδιαίτερο γνώρισμα τών ξεχω­
ριστών άτόμων καί είναι κοινό καί μετά ζώα, στίς ίδέες,
στίς κρίσεις, στίς προτάσεις πού άνακοινώνονται στά μέλη
της κοινωνίας καί είναι Ιδιαίτερο γνώρισμα τοϋ άνθρώπου.
Ή άντίληψη αύτή καθαυτή, λοιπόν είναι ό άπαραίτητος δρος της γνώσης, άλλά ή ίδέα δέν είναι άκόμα γνώ ­
ση. Ή γνώση πού κατέχει ένας άνθρωπος γιά τά πράγμα­
τα πετυχαίνεται μέ τό πέρασμα άπό τήν αίσθηση στήν
κρίση, πού στηρίζεται στίς αίσθήσεις.
Έ τ σ ι ή γνώση οίκοδομεΐται πάντα μέσα σέ ένα συν*χή κύκλο ποιοτικά διαφορετικών δραστηριοτήτων, πού σά
σύνολο συγκροτοΰν τή γενική διαδικασία γνώσης, δταν δημιουργοϋνται ένεργητικές σχέσεις μέ τά πράγματα τοΰ πε"
ριβάλλοντος. Ά π ό τις σχέσεις αύτές πετυχαίνουμε άντιλήψεις καί παρατηρήσεις· άπό τίς παρατηρήσεις αύτές διατυ­

227
πώνουμε κρίσεις· χρησιμοποιούμε αύτές τις κρίσεις για νά
κατευθύνουμε τΙς παραπέρα ένεργητικές σχέσεις μέ τά
πράγματα, πράγμα πού μάς 6δη ;εϊ σέ παραπέρα παρατη­
ρήσεις, σέ παραπέρα κρίσεις κ.ο.κ.
Λ Π Ο Τ Ι Σ Ε Π ΙΦ Α Ν Ε ΙΑ Κ Ε Σ Σ Τ ΙΣ
Π ΙΟ

ΒΑ Θ Υ ΤΕΡΕΣ

Κ Ρ ΙΣ Ε ΙΣ

01 άντιλήψεις τών αισθήσεων μας, άναπαράγουν τά
πράγματα, δπως εμφανίζονται άμεσα, μέσα άπό τή δραστηριότητά τους στά αισθητήρια μας δργανα. Οί αίσθήσεις μάς
δίνουν μόνο μερικότερες πληροφορίες γιά μερικότερα πράγ­
ματα, πού καθορίζονται άπό τίς ιδιαίτερες περιστάσεις, κά­
τω άπό τις όποιες γίνονται αντιληπτά άπό μάς.
01 άνθρωποι, έκφράζοντας τις πληροφορίες πού παίρ­
νουν άπό τις αίσθήσεις σέ προτάσεις, φτάνουν σέ κρίσεις,
έκφράζουν συμπεράσματα άπό τις συγκρίσεις καί ένώνουν
σέ πρόταση πολλά Ιδιαίτερα δοσμένα τών άντιλήψεών τους
αύτών. «Τό πρώτο βήμα στή διαδικασία της γνώσης», έ­
γραφε ό Μάο-Τσέ-Τούνγκ στό δοκίμιό του Σχετικά μέ tjW
Πρακτική, δπου συγκεντρώνει τά βασικά γνωρίσματα της
ύλιστικής γνωσιολογίας, «είναι ή έπαφή μέ τά πράγματα
του έξωτερικοϋ κόσμου. Αύτό άνήκει στό στάδιο της αίσθητήριας—άντίληψης. Τό δεύτερο στάδιο εϊναι μιά σύνθεση
τών δοσμένων της άντίληψης κάνοντας μιά έπανατοποθέτηση καί Αναδιάρθρωσή τους. Αύτό άνήκει στό στάδιο τών
έννοιών, τών κρίσεων καί τών συμπερασμάτων.
Λόγου χάρη, άπό τις πολλές άντιλήψεις τών πολλών
μελών της κοινωνίας, φτάνουμε σέ τέτοια συμπεράσματα
(καί δλα αύτά άποτελοϋν στοιχεία της κοινωνικής γνώσης),
βπως : «ό σκύλος γαυγίζει», «οί αγελάδες δίνουν γάλα»,
«τό νερό παγώνει στόν κρύο καιρό» κλπ. 01 τέτοιες κρί­
σεις, δπως λέει ό Μάο, «είναι μιά σύνθεση τών δοσμένων
αίσθητηρίων άντιλήψεών».

228
Γιά νά σχηματίσουμε τέτοιες κρίσεις γιά τά πράγματα
χρειάζεται βχι μόνο άπλή παρατήρηση άπό μεμονωμένο
άτομο, άλλά μιά σειρά παρατηρήσεις
πολλών άνθρώ
πων. Καί βσο πιό ποικίλες είναι οί παρατηρήσεις, ίσο
πιό ποικίλες είναι οί περιστάσεις καί τό πρίσμα μέ τό
όποιο γίνονται οι παρατηρήσεις, βσο πιό ποικίλες είναι οί
άλλαγές καί οί σχέσεις μέ τά πράγματα πλΰ παρατηρούμε
τόσο πιό κατανοητά καί πιστά μποροΰν οί κρίσεις μας νά
άντανακλοΰν τις άντικειμενικές ιδιότητες,
σχέσεις καί μορφές κίνησης τοΰ άντικειμένου.
Αύτή καθαυτή ή παρατήρηση είναι μιά δραστηριότητα,
άφοΰ συνειδητά θά πρέπει νά δημιουργήσουμε σχέσεις μέ
κάθε τι, πάνω στό όποιο θά κάνουμε παρατηρήσεις καί ά­
κόμα νά δημιουργήσουμε ποικίλες σχέσεις — πού αφοροΰν
τις διάφορες πλευρές τοΰ πράγματος, τις διάφορες άλλαγές
κλπ.—αν πρέπει νά έμβαθύνουμε άκόμα πιό πολύ τήν πα ­
ρατήρηση. Άλλά καί ή παρατήρηση αύτή καθαυτή περνάει
άπό τό στάδιο πού λέμε παθητική παρατήρηση, στό στάδιο
τής ένεργητικής. Τό δεύτερο αύτό στάδιο έχει πρωταρχική
σημασία γιά τήν οικοδόμηση τής πληρέστερης γνώσης τών
πραγμάτων.
Ή ϊδια ή παρατήρηση δέν άλλάζει τό άντικείμενο πού
παρατηρεΐτοΛ. Ά πό τήν άποψη αύτή είναι παθητική. "Ενας
πού παρατηρεί πουλιά π.χ. άποκτάει γνώση γιά τά που
λιά, άλλά δέν κάνει καμμιά παρέμβαση στά πουλιά. Ά ντ ί­
θετα μάλιστα, προσέχει νά μή γίνει άντιπλητός.' II ένεργητική παρατήρηση άρχίζει άπό τή στιγμή πού έμεϊς μέ τήν
δραστηριότητά μας έπιφέρουμε άλλαγές στά πράγματα καί
παρατηρούμε τά άποτελέσματα τών σχέσεων καί τήν άλλα*
γή πού έμεΐς οί ίδιοι πετυχαίνουμε μέ τόν έλεγχό μας.
Μιά άπό τις πιό σημαντικές μέθοδες ένεργητικής πα­
ρατήρησης τών πραγμάτων π. χ., είναι τό μέτρημα
ς.
*Η διαδικασία τοϋ μετρήματος, όποιοδήποτε καί άν είναι τό
μέτρημα, άπαιτεΐ νά κάνει κανένας σύγκριση τοΰ πράγμα­

τος μέ τά άλλα πράγματα καί νά σημειώσει τά άποτελέ­
σματα. Ά λλη μέθοδος ένεργητικής παρατήρησης εϊναι π.χ.
νά διασπάσει κανένας ένα πράγμα στά μέρη του ή στά στοι­
χεία πού τό συγκροτοΰν καί ύστερα νά ξανασυνθέσει ή νά
έπιφέρει άλλαγές στίς ίδιότητές του μέ τήν παρέμβαση άλ­
λων πραγμάτων. Γενικά μέ τήν έπεξεργασία τών μεθόδων
ένεργητικής παρατήρησης πού νά ταιριάζουν στά διάφορα
πράγματα, προσπαθούμε vc άποκτήσουμε γνώση καί πετυ­
χαίνουμε σημαντικές παρατηρήσεις, πού μας δδηγοϋν σέ
συμπεράσματα γιά τίς ίδιότητές τους, γιά τις σχέσεις τους
γιά τις κινήσεις τους, γιά τούς νόμους τής κίνησης τους, γιά
τίς αίτίες καί τά άποτελέσματα, γιά τή σύστασή τους κλπ.
"Οταν άποκτήσουμε, μέ τήν παθητική καί τήν ένεργητική παρατήρηση καί μέ τήν έκφρασή τους σέ κρίση, ένα
κάποιο ποσό γνώσης, πού εκφράζεται σέ κρίσεις, μπορού­
με νά χρησιμοποιήσουμε αύτή τή γνώση, γιά νά άποκτή­
σουμε πάρα πέρα γνώση. Γιατί αύτό μας άνοίγει νέα πε­
δία καί μέθοδες έρευνας γιά νά δημιουργήσουμε καινούριες
σχέσεις μέ τά πράγματα, 'Η γνώση πού δημιουργεΐται σέ
μιά στιγμή, χρησιμοποιείται γιά νά καθοδηγούνται οί πάρα
πέρα παρατηρήσεις. Εννοείται δτι ή γνώση πού ^ημιουργεΐται, δοκιμάζεται καί διορθώνεται καί έτσι συνεχίζεται ή
παραπέρα οικοδόμηση τής γνώσης.
Ή διαδικασία τοϋ περάσματος άπό την παρατήρηση
στήν κρίση καί κατά συνέπεια άπό τό πέρασμα τής ίλο κα^
περισσότερο ένεργητικής καί περιεκτικής παρατήρησης, στήν
δλο καί περισσότερο περιεκτική κρίση, μάς οδηγεί, κατά
πρώτο λόγο στή διόρθωση τών άμεσων συμπερασμάτων
πού βασίζονται στήν ανεπαρκή παρατήρηση.
'Η τοέχουσα πείρα μάς έχει κι’ δλας διδάξει δτι υπάρ­
χει διαφορά άνάμεσα στήν πρώτη έμφάνιση, στην αισθητή­
ρια άντίληψη καί τήν πραγματικότητά τους. Γιατί πολλές
φορές, τά πράγματα στό τέλος παρουσιάζονται διαφορε­
τικά, άπ’ δτι παρουσιάστηκαν στήν άρχή- στήν πρώτη του

230
άντίκρυση καί αυτί» δείχνεται στήν πρακτική άπό τήν μή
πραγματοποίηση τών προσδοκιών πού είχαμε γ ι’ αύτό.
Στή διαδικασία οίκοδόμησης της γνώσης, περνάμε διαρκώς
άπό τά συμπεράσματα πού εκφράζουν μόνο τίς φαινομενι­
κές Ιδιότητες, σχέσεις καί κινήσεις τών πραγμάτων, στά
συμπεράσματα πού προσεγγίζουν δλο καί πιό πολύ στά
πράγματα πού ύπάρχουν πραγματικά.
Αόγου χάρη, δταν κυττάζοντας τόν ήλιο, μας φαίνεται
σχετικά μικρός. Καί γιά πολύ καιρό οί . άνθρωποι πίστευαν
πραγματικά πώς ό ήλιος ήταν μικρός. Σήμερα όμως δλοι
ξέρουμε πώς ό ήλιος είναι πολύ μεγάλος. ’ Επίσης ό ήλιος
φαίνεται δτι κινείται γύρω άπό τή γη. Κι’ δμως μάθαμε
δτι δέν κινείται ό ήλιος, άλλά ή γη γύρω στόν ήλιο.
Κατά δεύτερο λόγο, στή διαδικασία διαμόρφωσης περισ­
σότερο περιεκτικών κρίσεων γιά τά πράγματα, περνάμε άπό
τή μερικότερη (άποσπασματική) γνώση τών ξεχωριστών
πραγμάτων, γιά τις ιδιαίτερες ιδιότητες, σχέσεις καί κινή­
σεις, στήν περισσότερο συμπαγή γνώση τών νόμων ύπαρξής
της, άλλαγών καί αμοιβαίων σχέσεων.
Ή πρώτη γνώση πού είναι βασισμένη στίς παρατηρή­
σεις γιά τά πράγματα, είναι ή γνώση πολλών περιστατικών
γι* αύτά τά πράγματα, άλλά δχι καί γνώση τών νόμων
ύπαρξής τους καί τών άμοιβαίων σχέσεων άνάμεσά τους,
πού έκδηλώνονται, κατά κάποιο καθορισμένο τρόπο στά πε­
ριστατικά αύτά. Γι* αύτό ταυτόχρονα, καθώς διορθώνουμε
τά συμπεράσματα, πού είναι βασισμένα στί,ν πρώτη έπιφανειακή έμφάνιση τών πραγμάτων καί σχηματίζουμε κρίσεις
γιά τίς πραγματικές τους ιδιότητες, σχέσεις καί κινήσεις,
πού δημιουργούν τήν επιφανειακή τους έμφάνιση, σχηματί­
ζουμε καί κρίσεις γιά τούς γενικούς νόμους καί τίς αμοι­
βαίες σχέσεις πού έκδηλώνονται στίς ιδιαίτερες Ιδιότητες,
κινήσεις καί σχέσεις τών πραγμάτων, πού γίνονται φανερά
στήν πρώτη παρατήρηση.
Λόγου χάρη, δταν καθορίζουμε τά βασικά σημεία

231
για τό ήλιακό σύστημα—βτι οί πλανήτες καί άνάμεσά τους
ή γη κινούνται γύρω άπό τόν ήλιο—καθορίζουμε καί τούς
νόμους πού παρουσιάζονται στό σύστημα, πού μέ τή λει­
τουργία τους ύπάρχει καί θά έξακολουθήσει νά υπάρχει.
Ε πίσης δταν μάθαμε άπό τήν κοινή πείρα, δτι τό νερό
μεταβάλλεται σέ πάγο, δταν 6 καιρός παγώσει άρκετά, καθ­
ορίσαμε—μέ βάση τή σύνθεση, τίς" παρεμβάσεις καί τΙς πα­
ρατηρήσεις τών είδικών - τούς λόγους αύτοϋ τοϋ φαινομέ­
νου καί συγκεκριμένα βτι όφείλεται στήν άνακατάταξη τών
μορίων, πού προκαλεΐται άπό τήν άλλαγή της κίνησής
τους, βταν ή θερμοκρασία κατέρχεται.
Έ τ σ ι στή διαδικασία τοϋ περάσματος άπό τήν παρα­
τήρηση στήν κρίση, περνάμε ταυτόχρονα μέ έπιτυχία άπό
τήν έπιφανειακή στήν πιό βαθειά κρίση, άπό τήν κρίση πού
μας έκθέτει τό τί άκριβώς είχαμε παρατηρήσει, στήν κρί­
ση πού προχωράει παραπέρα και βγάζει συμπεράσματα
γιά τή σύνθεση καί τήν έσωτερική όργάνωση τών πραγμά­
των, γιά τΙς αιτίες καί τά άποτελέσματα, γιά τΙς άμοιβαΐες έπιδράσεις καί άμοιβαΐες σχέσεις, γιά τΙς κινήσεις
καί τούς νόμους τών άμοιβαίων κινήσεων καί σχέσεων.
Αύτό είναι μιά ποιοτική άλλαγή στό περιεχόμενο τών
κρίσεων. Είναι ένα πέρασμα άπό τΙς κρίσεις έπιφανειακοΰ περιεχομένου, σέ κρίσεις δλο καί πιό βαθειοΰ περιεχο­
μένου’ άπό τΙς κρίσεις μέ βρους στοιχειωδών ίδεών, στίς
όποιες άντιστοιχοΰν άντικείμενα πού γίνονται άμεσα άντιληπτά άπό τΙς αίσθήσεις μας, σέ κρίσεις μέ άφηρημένες
Ιδέες πού δίνουν τΙς αίτιες, τούς λόγους, τΙς έξηγήσεις, τά
άποτελέσματα καί τούς νόμους τών πραγμάτων πού παρα­
τηρούμε.
Α Π Ο Τ 1ΙΝ Ε Π ΙΨ Λ Ν Ε ΙΑ Κ 1 Ι Σ Τ Η Β Α Θ Υ Τ Ε Ρ Η Γ Ν Ω Σ Η

Μποροϋμε νά συμπεράνουμε δτι ή γνώση γενικά πραγ­
ματοποιείται μόνο μέ τό πέρασ;.·.α άπό τήν αίσθητήρια άντί-

232
ληψη στή κρίση" καί κατά συνέπεια ή διαδικασία άνάπτυξης
της γνώσης, πού εκφράζεται σέ κρίσεις, τοϋ βαθαίματος καί
πλαταίματός της, περνάει μέσα άπό δυο ποιοτικά διαφο­
ρετικά στάδια: πρώτα έχουμε τήν έπιφανειακή καί μερική
γνώση τών πραγμάτων : πού προέρχεται άμεσα άπο τίς αίσθήσβις· καί δεύτερα γνώση τών βασικών τους ιδιοτήτων,
τών άμοιβαίων τους σχέσεων καί τών νόμων πού τάδιέπουν
Στό πρώτο στάδιο οί κρίσεις έκφράζουν άπλώς αύτό
πού ό Μάο Τσέ Τούνγκ άποκαλεΐ «χωριστές δψεις τών
πραγμάτων καί έξωτερικές σχέσεις άνάμεσα σ’ αύτά τά
πράγματα». Στό δεύτερο στάδιο φθάνουμε στήν κρίση πού
δπως λέει ό ΐδιος ό Μάο δέν άντιπροσωπεύει πλέον τή
φαινομενικότητα τών πραγμάτων, τίς χωριστές τους δψεις
καί τίς έξωτερικές τους σχέσεις, άλλά άγκαλιάζει τήν ού.
σία τους τήν ολότητά τους καί τίς εσωτερικές τους σχέ­
σεις».
Τό πέρασμα άπό τό πρώτο στάδιο στό δεύτερο άπαιτεΐ
κατά πρώτο λόγο ένεργητική παρατήρηση. Χωρίς τήν ένερ­
γητική παρατήρηση καί τά δοσμένα της, λείπει ή βαθύτερη
καί ή περιεκτικότερη κρίση. Άλλά καί όποιαδήποτε κρίση
καί άν κάνουμε Οά είναι φανταστική ή άπατηλή.
Κατά δεύτερο λέγο τό πέρασμα στό δεύτερο στάδιο
απαιτεί μιά διαδικασία σκέψης, πού νά ξεπηδάει άπό τήν
παρατήρηση — μιά διαδικασία κοσκινίσματος καί σύγκρισης
τών παρατηρήσεων, τών γενικεύσεων καί της διαμόρφωσης
άφηρημένων ιδεών, τής προβολής λογικών έπιχειρημάτων
καί τής διατύπωσης συμπερασμάτων άπό τίς τέτοιες γενι­
κεύσεις καί άφαιρέσεις- καί όταν φτάσουμε σέ συμπεράσμα­
τα, θά πρέπει καί πάλι νά δοκιμαστούν στήν ένεργητική πα­
ρατήρησή, γιά νά βεβαιωθούμε ότι συμφωνοΰν μέ τήν πρα­
κτική καί δτι ή γενικευμένη άφαίρεση έφτασβ μέ τή σκέ­
ψη, νά έκφράσει τά συγκεκριμένα γεγονότα στήν άντίληψη.
Τό πέρασμα λοιπόν άπό τό πρώτο στάδιο στό δεύτερο, άπαι-

233
τεΐ τό πέρασμα άπό τίς κρίσεις πού έκφράζουν άμεσα τά
δοσμένα της άντίληψης, στις κρίσεις πού προέρχονται άπό
τά δοσμένα της άντίληψης μέσα άπό μιά διαδικασία άφαίρεσης και γενίκευσης.
Τό πέρασμα άπό τήν κρίση δτι ό ήλιος είναι ζεστός,
στήν κρίση βτι ή θερμοκρασία στήν έπιφάνεια τοϋ ήλιου
φτάνει στίς 6.000 έκατοντάβαθμους θερμοκρασία π.χ., ση­
μαδεύει Ινα τέτοιο πέρασμα της γνώσης άπό τό πρώτο στό
δεύτερο στάδιο. *Η κρίση ίτ ι ό ήλιος είναι ζεστός έκφράζει κατά ενα τρόπο τό πώς ό ήλιος πέφτει άμεσα στίς άντιλήψεις μας. Ή κρίση δμως γιά τό ΰψος της θερμοκρα­
σίας τοΰ ήλιου άπαιτεΐ πρώτο νά σχηματισθεΐ ή άφηρημένη ίδέα της θερμοκρασίας καί δεύτερο μέ τή βοήθεια αύτής της ιδέας καταλήξαμε στό συμπέρασμα γιά τήν άκριβή
θερμοκρασία τοϋ ήλιου, μέ μιά επιμελημένη διαδικασία ένεργητικών παρατηρήσεων καί συμπερασμάτων, πού στηρίζον­
ται πάνω σ’ αύτή τήν ίδέα. Έ τσ ι περνάμε άπό μιά ίδέα
πού έκφράζει άπλώς ορισμένες παρατηρήσεις γιά τόν ήλιο,
σέ μιά δεύτερη, πού έκφοάζει τήν εσωτερική του κατάσταση.
’Επίσης άς ύποθέσουμε δτι έξετάζουμε τήν κρατική δργάνωση μιας χώρας, π.χ. της Μεγάλης Βρεταννίας. Οί
πρώτες μας παρατηρήσεις θά άφοροϋν τά ιδιαίτερα περιστα­
τικά, δπως πρωτεύουσά της είναι τό Λονδίνο, οί νόμοι γ ί­
νονται άπό τή Βουλή τών Λόρδων καί τή Βουλή τών Κοι­
νοτήτων, βτι τούς νόμους υπογράφει ή Βασίλισσα, δτι ε­
φαρμόζονται άπό τήν αστυνομία κλπ.Πολλοί,στίς έρευνες γιά
τό δημοκρατικό χαρακτήρα τοΰ Βρεττανικοΰ Κοινοβουλίου,
ποτέ δέν προχωροΰν πέρα άπό μιά συνοπτική κρί>;η αύτών
τών παρατηρήσεων, δηλαδή δέν προχωροΰν πέρα άπό τό
πρώτο στάδιο τής γνώσης. Ά ν όμως ή έρευνα προχωρήσει
παραπέρα, καί αύτό τό κράτος έξετασΟεΐ στήν ιστορική του
έξέλιξη καί πάνω στή βάση της συνολικής εξέλιξης, τής οίκονομικής διάρθρωσης τής κοινωνίας καί άν βγοΰν άπό τήν
έρευνα αύτή τά λογικά συμπεράσματα τότε θά φτάσουμε

234
στό συμπέρασμα δτι τό βρεταννικό κοινοβουλευτικό κράτος
είναι δργανο της κυρίαρχης άστικής τάξης. Αύτό σημαίνει
δτι προωθήσαμε τή γνώση στό δεύτερο στάδιο, πού περι­
λαμβάνει δχι μόνο γεγονότα άπλής παρατήρησης γύρω άπό
αύτό, άλλά καί τήν πραγματική του φύση.
Στό έργο του γιά τή γνωσιολογία ( Σχετικά με τήν πρα.
κτική), ό Μάο Τσέ Τούνγκ έγραφε οτι στό πρώτο στάδιο
ή γνώση περιορίζεται «στίς χωριστές όψεις τών πραγμά­
των, στήν έπιφάνεια καί στίς εξωτερικές σχέσεις τών πραγ­
μάτων», ένώ στό δεύτερο στάδιο «σημειώνει μεγάλο άλμα
πρός τά μπρός, γιά νά άγκαλ'.άσει τήν ολότητα, τήν ούσία
καί τις έσωτερικές σχέσεις, τών πραγμάτων, άποκαλύπτει
τις έσωτερικές άντιφάσεις τοϋ κόσμου πού μας περιβάλλει
καί γι’ αύτό γίνεται ικανή νά συλλάβει τήν έξέλιξη τοϋ
κόσμου πού μας περιβάλλει στήν ολότητά του καί στίς έ­
σωτερικές του σχέσεις άνάμεσα σ’ δλες τίς δψεις του».
Πολλοί φιλόσοφοι (καί είδικά εκείνοι πού άνήκουν στίς
λεγόμενες σχολές τών «έμπειριστών καί Θετικιστών») άρνοΰνται δτι ή γνώση άναπτύσσεται μέσα άπό δύο στάδια.
Κατά τήν άποψή τους, στήν άρχή άποκταμε τά διάφορα
«δοσμένν. των αισθήσεων» καί υστέρα τά συγκρίνουμε κ«1
τά συσχετίζουμε, γιά νά διατυπώσουμε σέ κρίσεις ή προτά­
σεις πού θά συνοψίζουν τίς παρατηρήσεις μας. Γι’ αύτούς
λοιπόν, αύτή είναι ή δλη διαδικασία τής γνώσης. *Έτσι γι’
αύτούς πάντα, ή γνώση περιορίζεται στίς ξεχωριστές δψεις
τών πραγμάτων στίς έπιφάνειες καί στίς έξωτερικές τους
σχέσεις» καί είναι αύταπάτη νά πιστεύουμε δτι μπορεϊ νά
υπάρξει βαθύτερη γνώση τών πραγμάτων—της πραγματικό­
τητάς τους σάν άντίθεστ] πρός τήν φαινομενοτικότητα τών
ούσιαστικών ιδιοτήτων τους, τών άμοιβαίων τους σχέσεων
καί τών νόμων τους.
Σ ’ άντίθεση μ’ αυτήν τήν εμπειρική ή θετικιστική φιλοσοφί/, ό Μαρξισμός υποστηρίζει δτι ή άνάπτυξη της
γνώσης προχωράει άπό ενα κατώτερο σ’ άνώτερο στάδιο.

235
Πρώτα - πρώτα, παίρνοντας πληροφορίες άπό τΙς αίσθήσεις
μας, περνάμε άπό τήν αίσθηση στήν κρίση. Καί δστερα μέ
τήν άνάπτυξη της γνώσης μας, πού έκφράζεται μέ ιδέες καί
κρίσεις, περνάμε άπό τήν έπιφανειακή γνώση τών έπιφανειακών πραγμάτων καί τών έξωτερικών τους σχέσεων στή
βαθύτερη γνώση, στά ούσιαστικά χαρακτηριστικά καί στίς
έσωτερικές σχέσεις.
Φ Α ΙΝ Ο Μ Ε Ν ΙΚ Ο Τ Η Τ Α Κ Λ Ι Π Ρ Α Γ Μ Α Τ ΙΚ Ο Τ Η Τ Α

Περνώντας άπό τΙς στοιχειώδεις στίς άφηρημένες ιδέες
άπό τις έπιφανειακές στίς βαθύτερες κρίσεις, γίνεται καί
τό πέρασμα άπό τή φαινομενικότητα τών πραγμάτων στήν
πραγματικότητά του;. Εξετάζοντας βαθύτερα τή γνώση,
πρέπει πάντα νά κάνουμε μιά διάκριση άνάμεσα στή φαινο­
μενικότητα καί στήν πραγματικότητα, άνάμεσα στά ξεχω­
ριστά φαινόμενα πού πέφτουν άμεσα στήν άντίληψή μας,
καί στίς διαδικασίες, πού κρύβονται κάτω άπ’ αύτά, στίς
άμοιβαΐες σχέσεις καί στούς νόμους, πού έκδηλώνονται έπιφανειακά καί σέ κείνους π °ύ βρίσκονται κάτω άπό τά
πράγματα. 'Η προσπάθεια νά γνωρίσουμε τά πράγματα,
είναι πάντα ή προώθηση άπό τή φαινομενικότητα στήν
πραγματικότητα καί κατά συνέπεια εϊναι ή προσπάθεια νά
γνωρίσουμε άκόμη περισσότερο τήν πραγματική κίνηση καί
τίς άμοιβαΐες σχέσεις τών πραγμάτων πού εκδηλώνονται
στήν Ιδιαίτερή τους δπαρξη καί στόν τρόπο πού έμφανίζον
ται (φαινομενικότητά τους).
‘Ο Μάρξ τόνιζε δτι τό καθήκον τής έπιστήμης εϊναι
πάντα νά προχωράει άπό τήν άμεση γνώση τής φαινομενι­
κότητας, στήν άνακάλυψη τής πραγματικότητας, τών εσω­
τερικών σχέσεων καί τών νόμων πού βρίσκονται κάτω άπό
τή φαινομενικότητα, γιά νά φτάσουμε τελικά σέ μιά πε
ρισσότερο κατανοητή γνώση τής φαινομενικότητας.
Ή ίρευνα έγραφε «πρέπει νά άφομοιώνεται υλικά, στις
λεπτομέρειές τους, νά άναλύει τις διαφορετικές μορφές της

236
έξέλιξης, νά αποκαλύπτει τίς έσωτερικές τους σχέσεις.
Μόνο υστέρα άπό μιά τέτοια έργασία μπορεΐ νά δοθεί ή
πραγματική κίνησή τους καί νά περιγράφει έπακριβώς.
Καί άν αύτό γίνει μέ έπιτυχία... ή ζωή τοϋ ύλικοΰ πού έξετάζουμε αντανακλάται ιδανικά σά σέ καθρέφτη» ( Κεφάλαιο
Πρόλογος στή Β' έκδοση).
Μέ τόν τρόπο αύτό ό Μάρξ τονίζει δτι ή γνώση τοϋ
πραγματικού χαρακτήρα καί τών νόμων κάθε ύλικοΰ πού
έξετάζεται, πρέπει πάντα νά προέρχεται άπό λεπτομερεια­
κή ανάλυση δλων τών γεγονότων πού συγκροτοϋ* τό
πράγμα καί άκόμα θά πρέπει νά τά έξηγήσουμε καί νά δεί­
ξουμε τίς έσωτερικές τους σχέσεις καί την πραγματική
τους κίνηση.
Τό ΐδιο τό έργο τοϋ Μάρξ στίς κοινωνικές έπιστήμες,
εϊναι Ινα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έ τ σ ι στό Κεφάλαιο
ό Μάρξ άπόδειξε δτι ένώ οί «χυδαίοι οικονομολόγοι» άσχολοΰνται μόνο μέ τά επιφανειακά φαινόμενα της καπιταλι­
στικής οίκονομίας, ή έπιστημονική πολιτική οικονομία προ­
σπαθεί νά άνακαλύψει τίς πραγματικές παραγωγικές σχέ­
σεις πού βρίσκονται κάτω άπό τά φαινόμενα καί πάνω σ’
αύτή τή βάση έξηγεΐ καί τά φαινόμενα. Ά ν ή διαδικασία
πού βρίσκεται πίσω άπό τά φαινόμενα ήταν φανερή στήν
έπιφάνεια μέ μία έπιφανειακή παρατήρηση, δέν θά ύπηρχε
άνάγκη γιά βαθύτερη έρευνα. Μά ή πραγματικότητα ποτέ
δέν βρίσκεται στήν έπιφάνεια καί αποκαλύπτεται μόνο μέ
έπίμονη έπιστημονική έρευνα.
« Ό τρόπος σκέψης τών χυδαίων οίκονομολόγων», έγρα­
φε ό Μάρξ, «προέρχεται άπό τό γεγονός δτι πάντοτε παίρ­
νουν μόνο τίς άμεσες μορφές μέ τίς όποιες παρουσιάζονται
ol σχέσεις καί άντανακλοϋνται στό μυαλό καί βχι τίς έσω­
τερικές τους σχέσεις. Ά ν οί δεύτερες έπεφταν άμεσα στήν
άντίληψή μας τότε τί χρειάζονταν οί έπιστήμονες ;» Καί
έξηγώντας τή δική του μέθοδο έπιστημονικής άνάλυσης της
καπιταλιστικής οίκονομίας, έδειξε δτι «φτάσαμε στίς μορ­
φές τών φαινομένων πού χρησιμεύουν σάν άφετηρία γιά

237
τούς χυδαίους : ή πρόσοδος προέρχεται άπό τή γη, τό κέρ­
δος άπό τό κεφάλαιο καί οί μισθοί άπό τήν έργασία. Μά
άπό τή δική μας σκοπιά, τά πράγματα θεωροϋνται διαφορε­
τικά. ’Εξηγήσαμε τή φαινομενική κίνηση (Γράμματα στόν
“Ενγκελς 27 Ίούνη 1867 καί 30 ’Απρίλη 1858).
Ά πό αύτό, μέ τήν ευκαιρία, βγαίνει δτι ή θετικιστική
φιλοσοφία πού περιορίζει τή γνώση άλοκληρωτικά στήν έπιφανειακή έξέταση τών φαινομένων, βρίσκεται σέ πλήρη
αντιστοιχία μέ τούς «χυδαίους οίκονομολόγους», πού κριτι­
κάριζε ό Μάρξ, καί ίλος τους ό τρόπος σκέψης συμφωνεί
μαζί τους. Καί πραγματικά ή φιλοσοφία αύτή είναι ή πιό
ταιριαστή γιά τούς άπολογητές τοϋ καπιταλισμοϋ, πού ή
όλη τους κοσμοθεωρία στηρίζεται στή μή έρευνα κάτω
άπό τήνέπιφάνεια της κοινωνικής ζωής.
Στό ζωντανό παράδειγμα τής σπουδαιότητας πού έχει
τό νά κρίνουμε τά πράγαατα δχι άπό τά έπιφανειακά τους
φαινόμενα, άλλα μέ βάοη τίς έσωτερικές τους σχέσεις μπο ροϋμε νά πάρουμε τό πρόβλημα τών μισθών. Ά ν κρίνουμε
μόνο έπιφανειακά τότε ό μισθός είναι άπλούστατα ή πλη­
ρωμή τής έργασίας. "Ενας άνθρωπος δουλεύει τόσες ώρες
καί πληρώνεται τόσα χρήματα τήν ώρα. Μ’ αύτό τόν τρόπο
κρίσης δέν ύπάρχει διαφορά άνάμεσα στό μισθό τής καπι­
ταλιστικής κοι ινίας καί στό μισθό τής σοσιαλιστικής κοι­
νωνίας. Εΐτε ό άνθρωπος δουλεύει σέ καπιταλιστικό, είτε
σέ σοσιαλιστικό εργοστάσιο, έργάζεται τόσες ώρες καί παίρνη τόσα λεπτά. Τί διαφορά υπάρχει ; Ή διαφορά είναι δτι
ή έξωτερική μορφή τοϋ μισθοϋ εκφράζει διαφορετικές κοι­
νωνικές σχέσεις. Στήν καπιταλιστική κοινωνία ό μισθός εί­
ναι ή άξία τής έργατικής δύναμης τοΰ έργαζόμενου, τήν
όποία είχε πουλήσε: στόν καπιταλιστή. Στή σοσιαλιστική
κοινωνία ό μισθός δέν εϊναι πιά ή τιμή, τής έργατικής δύ­
ναμης, άφοΰ τά έργοστάσια άνήκουν στούς έργαζομένους
καί δέν εϊναι δυνατό νά ποΰμε δτι πουλοΰν τήν έργοέτική
τους δύναμη στόν έαυτό τους. ’Εκεί ό μισθός είναι ή άνα-

λογία πού άντιστοιχεΐ στόν έργαζόμενο άπό τΙς άξΙες πού
παράγει σύμφωνα μέ τήν έργασία πού προσέφερε. Έ τ σ ι
ένώ στήν καπιταλιστική κοινωνία οί έργαζόμενοι μπορούν
νά διατηρούν ή νά αύξάνουν τά μεροκάματά τους μόνο μέ
τήν πάλη τους ενάντια στήν τάξη τών καπιταλιστών καί μέ
τήν άπειλή της άπεργίας, στή σοσιαλιστική κοινωνία ή αδ­
ξηση τοϋ βιοτικού έπιπέδου τών έργαζομένων πετυχαίν3ται
μέ τήν αδξηση της παραγωγής. Μέ άλλα λόγια, οί νόμοι
πού καθορίζουν τούς μισθούς στή σοσιαλιστική κοινωνία
είναι έντελώς διαφορετικοί άπό τούς άντίστοιχους τής κα­
πιταλιστικής κοινωνίας. Μά γιά νά καταλάβουμε τή διαφο­
ρά τους πρέπει νά προχωρήσουμε πέρα άπό τή φαινομενι­
κότητα τών πραγμάτων καί νά άναζητήσουμε τίς έσωτερι­
κές σχέσεις πού καθορίζουν τά φαινόμενα.
Ε Π Α Ν Α Σ Τ Α Τ ΙΚ Η Θ Ε Ω Ρ ΙΑ Κ ΑΙ
Ε Π Α Ν Α Σ Τ Α Τ ΙΚ Η

Π Ρ Α Κ Τ ΙΚ Η

Γιά νά περάσουμε άπό τήν έπιφανειακή στή βαθύτερη
κρίση γιά τά πράγματα καί άπό τή φαινομενικότητά τους
στήν πραγματικότητά τους, δπως :ίπαμε, σημαίνει τό πέ·
ρασμα άπό τό Ινα στάδιο γνώσης τών πραγμάτων στό άλλο.
Μιά_τέτοια ποιοτική, άλλαγή στή γνώση (Ιναι κατά κανόνα
έπαναστατική άλλαγή. Είναι έπαναστατιχή, γιατί ή γνώση
αύτή φέρνει έπαναστατική άλλαγή σέ δ,τι χάνουμε μ’ αύτό.
"Οταν ή πρακτική κατευθύνεται μόνο άπό 6σα γνωρί­
ζουμε άπό τά έξωτερικά φαινόμενα τών πραγμάτων, τότε
μάς λείπει ή δύναμη της γνώσης, γιά νά έπιφέρουμε βαθύ­
τερες άλλαγές σ’ αύτά τά πράγματα ή γιά νά τή χρησιμο­
ποιήσουμε γιά μακρόπνοους σκοπούς.
"Οταν γνωρίζουμε τά πράγματα μόνο άπό τή φαινομενικότητά τους, στήν πρακτική θά πρέπει νά περιμένουμε
αύτό πού θά συμβεΐ, θά πρέπει μάλλον νά προσαρμοστούμε
στά πράγματα—συχνά άσχημα καί μέσα σέ έκπλήξεις, πι-

239
σωπατώντας καί γνωρίζοντας άτυχίες—καί βχι νά κυριαρχοϋμε σ’ αύτά ή νά τά προσαρμόζουμε στό σκοπό μας.
Καί όταν αρχίζουμε νά συλλαμβάνουμε τήν πραγματι­
κότητα πού καθορίζει τή φαινομενικότητα, τότε μπορούμε
νά χρησιμοποιήσουμε τά πράγματα μέ περισσότερη άποτελεσματικότητα, νά έπιφέρουμε βαθύτερες άλλαγές καί νά
χρησιμοποιήσουμε τΙς άλλαγές αύτές πρός έξυπηρέτηση
τών δικών μας σκοπών.
Έ τ σ ι π.χ. πρίν άπό τή σύγχρονη εποχή, οΐ άνθρωποι εί­
χαν έπιφανειακή μόνο γνώση γιά τίς χημικές διαδικασίες καί
γι* αύτό δέν μπορούσαν νά χρησιμοποιήσουν μέ επιτυχία
αύτές τΙς διαδικασίες στήν παραγωγή. Ή σύγχρονη δμως
χημεία μας έδωσε τή δυνατότητα νά διασπάμε τΙς διάφορες
ύλες καί νά τις άνασυνθέτουμε. Έ τ σ ι πολλές νέες ύλες δημιουργοϋνται μέ τή σύνθεση, μέ ιδιότητες τέτοιες πού νά
έξυπηρετοϋν τό σκοπό μας. Μπορούμε νά διασπούμε τά
άτομα, νά μετατρέπουμε τό ένα στοιχείο σέ άλλα καί νά
χρησιμοποιούμε τήν ενέργεια πού έκλύεται στή διαδικασία
διάσπασης κριΐ τέλος νά δημιουργούμε καί έντελώς καινού­
ρια στοιχεία, βπως τό πλουτώνιο.
Οί ούτοπιστές σοσιαλιστές και τό παλιό εργατικό κίνη­
μα δέν μπορούσε νά άλλάξει ριζικά τήν κοινωνία. *Η μαρ­
ξιστική βμως θεωρία πού διεισδύει στήν πραγματικότητα
της κοινωνικής διαδικασίας, έκανε τό έργατικό κίνημα άπό­
λυτα Ικανό νά μεταμορφώσει τήν κοινωνία σ’ ορισμένες
χώρες καί νά άρχίσει τήν οικοδόμηση τοΰ σοσιαλισμού.
"Οταν έξετάζουμε τή γνώση της φύσης καί αήν κοινωνία,
άπ’ όποιαδήποτε γνώση γιά τή φύση καί τήν κοινωνία, άπ’
όποιαδήποτε γνώση καί άν ξεκινήσουμε γιά νά φτάσουμε
στή γνώση της πραγματικότητας καί βχι της έπιφάνειας
έχουμε σημειώσει μιά έπαναστατική άνάπτυξη, μιά επανά­
σταση στίς πράξβις τών άνθρώπων.
Ή τέτοια βαθχιά προώθηση της γνώσης—είτε είναι ά­
μεσα καί συνειδητά συνδεδεμένη μέ τήν παραγωγή είτε

240
ίχι, άπό κείνους πού έπαιξαν σημαντικό θεωρητικό ρόλο
στήν πραγματοποίησή της — σέ τελευταία άνάλυση είναι
προϊόντα της έπαναστατικής προσπάθειας της κοινωνικής
πρακτικής. Καί δέν μπορεΐ νά υπάρξει έπαναστατική πρα
κτική, χωρίς γνώση, γιατί χωρίς γνώση δέν μπορεΐ νά
υπάρξει κατεύθυνση, δέν μπορεΐ νά έπιτευχθή σκοπός. Κάθε
άλμα πρός τά μπρός στή γνώση, είναι δρος γιά τήν πραγ­
ματοποίηση μιας έπαναστατικής πρακτικής.
Καί δέν εϊναι δυνατό νά άνεβάσουμε τό έπίπεδο τής
γνώσης ξεχωριστά καί άνεξάρτητα άπό τήν προώθηση
μιάς άντίστοιχης πρακτικής, δπως άκριβώς καί ή πρακτι­
κή βυθίζεται στό σκοτάδι, χωρίς τήν αναγκαία γνώση.
Χωριστά άπό τήν άντίστοιχη πρακτική δέν ύπάρχει πρω­
τότυπη γνώση, άλλά μόνο εικασία καί διαλογισμός. Κάθε
πρωτότυπη γνώση ξεπηδάει άπό τήν πρακτική καί σέ συ­
νέχεια δοκιμάζεται μέσα στήν πρακτική, αν καί αύτό δέν
σημαίνει δτι οί θεωρητικές άφαιρέσεις άπό μιάν άνακάλυψη
δέν μπορούν νά προωθηθούν πέρα άπό τά άποτελέσματα
πού μπορεΐ νά έχουν στήν πρακτική. Δέν υπάρχει άλλος
τρόπος γιά νά άνακαλύψουμε τούς νόμους τοϋ πραγματικοΰ
κόσμου, άπό τή δοκιμασία τους στήν πρακτική, σέ συσχε­
τισμό μέ τά πραγματικά άντικείμενα καί τις διαδικασίες
καί στήν προσπάθεια νά τά έλέγξουμε καί νά κυριαρχή­
σουμε πάνω σ’ αύτά, σχηματίζοντας άντιλήψεις πάνω στή
βάση της άποκτημένης πείρας καί δστερα δοκιμάζοντας τά
θεωρητικά συμπεράσματα γιά άλλη μιά φορά στήν ζωντα­
νή παραγωγή.
ΤΑ Π Ρ Α Γ Μ Α Τ Α ΑΥΤΑ ΚΑΘΑΥΤΑ

’Απ’ αύτή τήν άνάλυση γιά τήν αύξηση τής γνώσης
βγαίνει δτι σέ κάθε στάδιό της εϊναι ή αΰξηση τής πιστής
άντανάκλασης στήν άνθρώπινη συνείδηση τοΰ άντικειμενικοϋ κόσμου.

241
Πολλοί φιλόσοφοι υποστηρίζουν βτι ή γνώση μας εί­
ναι περιορισμένη στή φχινομενικότητα τών πραγμάτων,
δπως παρουσιάζονται στη συνείδησή μας καί δτι τά πράγ­
ματα «αύτά καθαυτά», βπως πραγματικά είναι καί άνε­
ξάρτητα άπό τό πώς έμφανίζονται σέ μας, δέν είναι δυνατό
νά γίνουν γνωστά. Σύμφωνα μέ τίς άπόψεις αύτών τών φι­
λοσόφων, ύπάρχει ένα άξεπέραστο χάσμα άνάμεσα στά δο­
σμένα τών αισθήσεων, μας πού φτάνουν στη συνείδηση μας
άπό τή μιά μεριά καί στά πράγματα πού ύπάρχουν, άνε*
ξάρτητα άπό τή συνδείησή μας. Καί πολλοί δχι μόνο άρνοΰνται βτι μποροϋμε νά γνωρίσουμε τά πράγματα «αύτά κα­
θαυτά», άλλά υποστηρίζουν καί δτι δέν ύπάρχουν καθόλου
τέτοια πράγματα.
Καί δμως στίς κρίσεις μας πού στηρίζονται άμεσα στίς
άντιλήψεις μας, άποκταμε γνώσεις γιά τά πράγματα «αύτά
καθεαυτά»—στήν άρχή βχι πλήρη καί βαθειά γνώση, άλλά
όπωσδήποτε γνώση τών ξεχωριστών πλευρών καί τών
εξωτερικών σχέσεων τών πραγμάτων. Άποκταμε τή γνώ­
ση άκριβώς μέ τά δοσμένα τών αισθήσεων. Καί δταν, μέ
τήν παραπέρα έρευνα καί τήν κρίση, φτάνουμε στά συμπε·
ράσματα γιά τις σχέσεις τών πραγμάτων γιά τις Ιδιότητες
τους, γιά τίς διαδικασίες στίς όποιες μπαίνουν καί γιά τούς
νόμους της κίνησής τους, τότε κερδίζουμε βαθύτερη γνώ­
ση γιά τά πραγματικά πράγματα, πού ύπάρχουν άνεξάρ­
τητα άπό τή συνείδησή μας γι’ αύτά καί -ά όποια πριν
τά γνωρίζαμε μόνο επιφανειακά.
Κατά συνέπεια δέν ύπάρχει χάσμα άνάμεσα στά πράγ­
ματα αύτά καθαυτά καί στή φαινομενικότητά τους, στά
φαινόμενα τους. Γνωρίζουμε τά πράγματα άκριβώς άπό
τή φαινομενικότητά τους. Καΐ βσο περισσότερο μελετάμε
-ή φοινομενικότητά τους, τόσο πιό πολλά άνακαλύπτουμε
1 . . τά πράγματα. Δέν ύπάρχει χάσμα άνάμεσα στή φαινο­
μενικότητα τών πραγμάτων καί στήν πραγματικότητά
τους, άφοϋ ή φαινομενικότητα τους είναι μιά έκδήλωση της
16

242
πραγματικότητας. Καί δέν γνωρίζουμε την πραγματικό­
τητα χωριστά άπό τή φαινομενικότητά της, άλλά μέσα άπό
αύτή. « Ά ν κανένας γνωρίζει όλες τΙς ιδιότητες ένος πράγμα­
τος», έγραφε ό Έ νγκελς στην είσαγωγή του στόν Ουτοπικό
και 'Επιστημονικό Σοσιαλισμό, «γνωρίζει καί τό ΐδιο τό
πραγμα. Καί τίς πραγματικές Ιδιότητες καί σχέσεις τών
πραγμάτων τίς γνωρίζουμε μόνον μέσα στή πρακτική καί
καί στή μελέτη. Ανακαλύπτοντας τό τί μπορούμε νά κά­
νουμε μέ τά διάφορα πράγματα καί μελετώντας τίς διάφο­
ρες φαινομενικότητες τών διαφόρων δψεων κάτω άπό δια­
φορετικούς δρους, κερδίζουμε δλο καί πιό πολύ γνώση, γιά
τά καθαυτά πράγματα.
Έ τ σ ι κάθε μάς γνώση, είναι γνώση γιά τά πραγματι­
κά πράγματα, πού άσφαλώς ύπάρχουν άνεξάρτητα άπό τή
φαινομενικότητά τους, πού πέφτει στήν άντίληψή μας· « Ό
ύλιστής βεβαιώνει τήν ύπαρξη τών καθαυτό πραγμάτων καί
τή δυνατότητα νά γίνουν γνωστά», έγραφε ό Λένιν στόν'Υλι­
σμό καί Έμπειριοκριτικισμ6, κεφάλαιο 2. Στήν άρχή γνωρί­
ζουμε τά πράγματα επιφανειακά καί σέ συνέχεια 6λο καί πιό
βαθύτερα καί πλατύτερα μέ τίς άντιλήψεις μας μέ τή σκέψη,
ένεργώντας μέ τά δοσμένα τών αισθήσεων μας. Δέν ύπάρχει
καί δέν μπορεΐ νά ύπάρξει διαφορά στό πράγμα πού μπορεΐ
νά μάς γίνει γνωστό καί στό καθαυτό πραγμα. ' Η μόνη
διαφορά πού ύπάρχει ·Τναι άνάμεσα σέ κείνο πού είναι
γνωστό <αί σέ κείνο πού δέν είναι γνωστό, σέ κείνο πού τό
γνωρίζουμε μόνο έπιφανειακά καί άπό όρισμένες βψεις καί
σέ κείνο πού τό γνωρίζουμε περισσότερο- όλοκληρωμένα.
Τ Ο Ξ Ε ΙΙΕ Ρ Λ Σ Μ Λ ΤΩΝ Ο Ρ ΙΩ Ν Τ Ι ΙΣ Γ Ν Ω ΪΗ Σ

Υπάρχουν λοιπόν βρια στήν άνθρώπινη γνώ σ η;
Σ ’ ένα Ιδιαίτερο στάδιο της άνθρωπότητος ή γνώση όρθώνεται ένάντια στά δρια πού μπαίνουν άπό τόν άναγκαστικά
περιορισμένο χαρακτήρα της πείρας πού άποκτα ό άνθρω­
πος καί άπό τά ύπάρχοντα μέσα άπόκτησης της γνώσης.

243
*Η ανθρωπότητα βμως προοδεύει μέ τό ξεπέρασμα αύ­
τών τών όρίων. Ή καινούρια πείρα γκρεμίζει τά δρια τής
παλιάς. 'Η νέα τεχνική τά νέα μέσα άπόκτησης τής γνώ­
σης, γκρεμίζουν τά δρια τής παλιάς τεχνικής καί τών παλι­
ών μέσων άπόκτησης τής γνώσης.
Σέ λίγο θά παρουσιαστούν νέα δρια. Μά δέν ύπάρχει
λόγος νά πιστεύουμε βτι αύτά τά νέα δρια είναι άπόλυτα
καί τελικά. Σέ κάθε στάδιο υπάρχουν άνθρωποι,πού πιστεύ­
ουν δτι τά δρια είναι άξεπέραστα καί γι’ αύτό δέν έρευνοϋν
πάρα πέρα* μά άργά ή γρήγορα θά έρθουν άλλοι άνθρωποι
πού θά γκρεμίσουν αύτά τά δρια καί θαρραλέα θά προχω­
ρήσουν πρός νέα δρια, πέρα άπ’ αύτά πού υπήρχαν.
Κατά συνέπεια ή γνώση είναι περιορισμένη, καί προο­
δεύει ξεπερνώντας τά ύπάρχοντα δρια.
"Ετσι γιά τούς άνθρώπους τής φεουδαρχικής κοινωνίας
ήταν άδύνατο νά γνωρίζουν κάτι σχετικό μέ τή σοσιαλισ­
τική κοινωνία καί τούς νόμους της, ήταν άδύνατο νά δια­
τυπώσουν τήν άλήθεια γιά τό σοσιαλισμό καί για τό μετα­
βατικό στάδιο άπό τό σοσιαλισμόν στόν κομμουνισμό. Αύτό
ϊγινε δυνατό μόνο μέ τήν άνάπτυξη της καπιταλιστικής
κοινωνίας. Μόνο τότε βρέθηκαν τά μέσα γιά τή διαμόρφω­
ση μιας έπιστημονικής άντίληψης γιά τό σοσιαλισμό. Πα­
ρόμοια μας είναι άδύνατον σήμερα νά γνωρίσουμε πώς μιά
πλήρης κομμουνιστική κοινωνία, άφοΰ έγκαθιδρυθεΐ, θά
άναπτυχθεΐ πάρα πέρα. Μά σέ μιά δοσμένη Ιστορική στιγ­
μή, οΐ άνθρωποι θά μπορούσαν νά έπιβεβαιώσουνν τήν άλήθεια αύτή γιά τήν πάρα πέρα άνάπτυξη τής κοινωνίας καί
τούς νόμους της.
Άκόμα, ήταν άδύνατο νά άποκτήσουν οί άνθρωποι γνώ­
σεις γιά τό άτομο καί τή διάρθρωσή του πρίν νά κατακτη­
θεί ή σύγχρονη ήλεκτρονική τεχνική. Σήμερα μέ τήν τεχνική
αύτή, ξεπεράσαμε αύτό πού κάποτε θεωρούσαν άξεπέραστα
δρια κάθε δυνατής γνώσης. Ό μ ω ς καί ό τεχνική αύτή βά­
ζει τά δικά της βρια στή γνώση : Ετσι σήμερα μερικοί έπι-

244
στήμονες υποστηρίζουν δτι είναι αδύνατο νά μάθουμε κάτι
πάρα πέρα για τίς διαδικασ ες πού γίνονται μέσα στά άτο­
μα, άπό ίτ ι μας έπιτρέπει ή σύγχρονη θεωρία τών κβάντα.
Μά τό νά όποστηρίξουμε δτι τά δρια αύτά εϊναι γιά άλλη
μιά φορά αξεπέραστα, είναι δογματισμός καί κοντόφθαλμη
άποψη, δπως καί όλες τοϋ παρελθόντος, πού έβαζαν ol άλλες
τεχνικές. «Ένώ χτές, τό βάθος της γνώσης, δέν πήγαινε
πέρα άπό τό άτομο καί σήμερα δέν πάει πέρα άπό τό ήλεκτρόνιο», έγραφε ό Λένιν, «.... ό διαλεκτικός ύλισμός υπο­
στηρίζει δτι ύ χαρακτήρας δλων τών Ακρογωνιαίων λίθων
της γνώσης γιά τή φύση πού κερδίθηκαν μέ τήν πρόοδο τής
έπιστήμης, εϊναι προσωρινός, σχετικός καί κατά προσέγ­
γιση. Καί τό ήλεκτρόνιο Οά ξεπεραστεϊ, δπως ξεπεράστηκε
καί τό άτομο...... ( ' Υλισμός και ' Ι'μπειριοκριτικισμός,
κεφάλαιο 5).
Σέ κάθε στάδιο καί σέ κάθε περίσταση ή γνώση, είναι
άτελής καί προσωρινή, ύπό δρους καί περιορισμένη άπό τις
ιστορικές περιστάσεις κάτω άπό τίς όποιες άποκτιέται·
άπό τά μέσα καί τις μέθοδες πού χρησιμοποιούνται γιά τήν
άπόκτησή της, καθώς καί άπό τίς ιστορικά καθορισμένες
έννοιες καί κατηγορίες, πού χρησιμοποιούνται γιά τή δια­
τύπωση τών ίδεών καί τών συμπερασμάτων.
’Αλλά ή άνάπτυξη τής γνώσης, πού τό κάθε της στά­
διο έχει έξαρτημένο χαρακτήρα, είναι άνάπτυξη της γνώ­
σης γιά τόν πραγματικό ύλικό κόσμο, γιά τήν άνακάλυψη
τών άμοιβαίων σχέσεων καί τών νόμων κινήσης, στίς πραγ­
ματικές υλικές διαδικασίες, μέσα στίς όποιες συμπεριλαμβάνονται καί τά σχετικά μέ τήν άνθρώπινη κοινωνία καί
τήν άνθρώπινη συνείδηση. Γίνεται μια προοδευτική άνά­
πτυξη τής γνώσης, κατά τήν όποία τά δρια της γνώσης
πλαταίνουν άπό στάδιο σέ στάδιο καί ή άντιστοιχία .
ίδεών καί τών θεωριών μέ τήν άντικειμενική πραγματικό­
τητα αυξάνει, άπό στάδιο σέ στάδιο. Επίσης άπό στάδιο

245
σέ στάδιο, το προσωρινό καί τό υποθετικό παραχωρεί τή
θέση που στό σίγουρο ναΐ έπαληθεμένο.
Ή πρόοδος της γνώσης ξεπερνά διαρκώς τά έμπόδια
πού βάζουν τά υπάρχοντα ίρια της ύπάρχουσας γνώσης καί
πρακτικής. Μά ένώ ή πρόοδος τής γνώσης άντιμετωπίζει
πάντα έμπόδια γιά την πάρα πέρα πρόοδό της, ή γνώση
προοδεύει βρίσκοντας τρόπους νά τά ξεπερνάει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΛΕΤΘΕΡΙΑ
Α Ν Α Γ Κ Α ΙΟ Τ Η Τ Α

Κ Α Ι Τ Υ Χ Α ΙΟ

Ο™* ή γνώση προχωρεί

στό στάδιο της γνώσης τών
νόμων της κίνησης καί τών άμοιβαίων σχέσεων, πού καθο­
ρίζουν τή φαινομενικότητα τών πραγμάτων, τότε άρχίζουμε
νά καταλαβαίνουμε τήν πλευρά της αναγκαιότητας, πού
άνήκει ταυτόχρονα καί στά φαινόμενα της κοινωνίας καί
της φύσης.
Λέμε άναγκαϊο έκεϊνο πού άπό τήν ϊδια τή φύση τών
πραγμάτων δέν μπορούσε νά γίνει διαφορετικά. "Οταν ή
πραγματική διαδικασία, πού καθορίζει τόν τρόπο ύπαρξης
ένός πράγματος είναι τέτοια, πού υποχρεωτικά έπιβάλει τήν
παρουσία όρισμένων καί δχι άλλων χαρακτηριστικών ή ή
άναπτυξή τους γίνεται κατά ορισμένο καί βχι άλλο τρόπο,
τότε αύτά τά χαρακτηριστικά καί αύτός ό τρόπος έξέλιξης
είναι άναγκαΐα.
Γενικά στό μέτρο πού κερδίζουμε γνώση, άπό τΙς εσω­
τερικές σχέσεις καί νόμους έζέλιξης τών πραγμάτων, γινό­
μαστε ικανοί 6χι μόνον νά ποΰμε πώς εϊναι τά γεγονότα,
άλλά καί νά τά έξηγήσουμε, νά κατανοήσουμε γιατί γί
νονται, νά κατακτήσουμε τήν άναγκαιοτητά τους.

247
Στίς φυσικές Έπιστήμες π.χ, οί άνακαλύψεις τοΰ Νεύτωνα γύρω άπό τίς άρχές της μηχανικής, άποκάλυψαν τήν
αναγκαιότητα πολλών φαινομένων στή φύση, Έ τ σ ι, άνά­
μεσα σέ πολλά άλλα πράγματα, οί άρχές τοϋ Νεύτωνα έ­
δειξαν τήν άναγκαιότητα μερικών χαρακτηριστικών τοΰ ήλιακοΰ συστήματος, τοΰ οποίου μέρος είναι ή γή. Π.χ. είναι
γεγονός ότι οί πλανήτες κινοΰνται γύρω άπό τόν ήλιο σέ
έλλειπτική τροχιά· Τό γεγονός αύτό τό άνακάλυψε ό Κέπλερ. Τήν άναγκαιότητα δμως, τοΰ νόμου τοϋ Κέπλερ για
τήν κίνηση τών πλανητών, τήν άπόδειξε ό Νεύτωνας, τοΰ
όποίου ή άνάλυση τής μηχανικής τοΰ ήλιακοΰ συστήματος
Ιδειξε δτι άπό τήν ΐδια τή φύση τών δυνάμεων πού δρουν
σ’ Ενα τέτοιο σύστημα, οί πλανήτες είναι υποχρεωτικό νά
κινοΰνται σέ έλλειπτική τροχιά καί δχι σέ κυκλική ή άλ­
λου είδους τροχειά. Έ τ σ ι τό γενικό αύτό χαρακτηριστικό
τοΰ ήλιακοΰ συστήματος δέν ε:ναι τυχαίο. Είναι μιά άναγ.
καία συνέπεια τής φύσης ένός τέτοιου συστήματος, είναι
συνέπεια τών έσωτερικών σχέσεων καί νόμων έξελίξης του.
Ά ς πάρουμε τώρα ένα παράδειγμα άπό τήν κοινωνική
ζωή. Είναι γεγονός δτι στή Μεγάλη Βρεταννία ή άστυνομία έπεμβαίνει πάντα στις διαφορές πού παρουσιάζονται
στά έργοστάσια μέ τό μέρος τών έργοδοτών. Ά ν τό έξετάσσυμε μόνο έπιφανειακά, αύτό είναι άπλώς ένα γεγονόε.
Καί δμως δέν είναι τυχαίο. Έ φ ’ δσον έχουμε έρευνήσει τή
μορφή τοΰ συγχρόνου Βρεταννικοΰ Κράτους καί τό έχουμε
χαρακτηρίσει καπιταλιστικό, τότε μπορούμε νά καταλά­
βουμε γιατί τό γεγονός δτι ή άστύνομία βοηθάει τούς έργοδότΐς δέν είναι τυχαίο γεγονός, άλλά ή άναγκαστική συ­
νέπεια τοΰ καπιταλιστικοΰ καθεστώτος.
Ά ν δμως πετύχουμε τήν κατανόηση ορισμένων δψεων
τών πραγμάτων καί όρισμένων τύπων γεγονότων, δέν ση­
μαίνει δτι δλα τά πράγματα είναι άναγκαία καί δτι δέν
άφίνουμε, περιθώρια στό τυχαίο. Έντελώς τό άντίθετο
συμβαίνει. Πολλά γεγονότα έχουν τυχαίο χαρακτήρα. Ή

248
άναγνώριση της άναγκαιότητας στά πράγματα είναι Αχώ­
ριστη άπό τήν ταυτόχρονη άναγνώριση τοϋ τυχαίου.
"Ετσι ή άστυνομία στά καπιταλιστικά κράτη, άναγκαστικά υπηρετεί τήν καπιταλιστική τάξη. Δέν είναι υποχρε­
ωτικό βμως νά φοροϋν μπλέ στολές. Μποροϋν νά έξυπηρετήσουν θαυμάσια τούς καπιταλιστές καί μέ στολές άλλου
χρώματος. “Ετσι τό γεγονός βτι ol βρεταννοί άστυνομικοΐ
φοροϋν μπλέ στολές, εϊναι ένα τυχαίο γίγονός πού όφείλεται σέ τυχαίες περιστάσεις.
Επίσης, ένώ εϊναι άναγκαΐο γνώρισμα τοϋ ήλιακοΰ συ­
στήματος τό βτι ή γή κινείται γύρω άπό τόν ήλιο σέ έλλει·
πτική τροχειά, δέν εϊναι άναγκαΐο τό βτι ή γή έχει αύτό
τό μέγεθος. Τό συγκεκριμένο της μέγεθος όφείλεται σέ τυ­
χαίες συμπτώσεις.
Εξετάζοντας τά πράγματα έπιφανειακά, βλα φαίνονται
τυχαία Έ τ σ ι βμως έξετάζουμε μόνο τΙς έξωτερικές τους
σχέσεις καί τά έξωτερικά συμβάντα. "Οσο δέν έχουμε συλλάβει άκόμα τούς νόμους της άλλαγης καί τών άμοιβαίων
σχέσεων πού κυβερνοϋν καί έκδηλώνονται στά πράγματα,
τότε άντικρύζουμε, βλα βσα βλέπουμε καί τά κατανοού­
με άπλώς σάν γεγονότα πού μποροΰσαν νά είχαν γίνει καί
έντελώς διαφορετικά. «Κάθε τι μπορεϊ νά ήταν έτσι καί
άλλοιώς καί κάθε άλλο μπορεϊ νά παραμείνει τό Ιδιο».

(L. Wittgenstein, Tractactue Logico - Philosophies,
1, 21) : Αύτό εϊναι τό συμπέρασμα ένός έπιφανειακοϋ
τρόπου άντίκρυσης τών πραγμάτων.
Μιά βαθύτερη βμως έρευνα άποκαλύπτει βτι «ένώ στήν
έπιφάνεια φαίνονται τυχαία, στήν πραγματικότητα κυβερνοΰνται άπό έσωτερικούς νόμους, πού δέν φαίνονται, τούς
όποίους πρέπει νά άνακαλύψουμε». (“Ενγκελς, Λουδοβίκος
Φόγιερμπχχ, κεφάλαιο 4).
*Η άνακάλυψή τους βμως δέν έξαφανίζει τήν άντίληψη
τοϋ τυχαίου. ’Αντίθετα μάλιστα αύτό άποκαλύπτει βτι τά
άναγκαΐα γνωρίσματα τών πραγμάτων έκδηλώνονται μέσα

249
άπό μιά σειρά τυχαίων γεγονότων καί ίτ ι τά τυχαία γε­
γονότα, άπό τήν άλλη πλευρά κυβερνοΰνται πάντοτε άπό
τήν Ιστορική άναγκαιότητα.
Έ τσ ι, εϊναι ιστορική άναγκαιότητα δτι μέ τήν έξέλιξη,
ή καπιταλιστική κοινωνία θά άντικατασταθεΐ άπό τή σο­
σιαλιστική. Ό μ ω ς πότε καί πώς θά γίνει ή έπανάσταση
προϋποθέτει μιά σειρά τυχαία περιστατικά. Μά καί ή πο­
ρεία άνάπτυξης αύτών τών περιστάσεων διέπεται άπό τήν
άναγκαιότητα.
Κάτι παρόμοιο γίνεται καί στή φύση. Ή έξέλιξη τής
βλης ακολουθεί άναγκαστιν.ά ένα κάποιο μονοπάτι. Ό μ ω ς
άκριβώς πότε καί πώς σ’ ένα ιδιαίτερο ύλικό σύστημα
θά πραγματοποιηθούν τά διάφορα στάδια ή άν πραγματο­
ποιηθεί μέσα άπό ιδιαίτερα περιστατικά, έξαρταται άπό
τυχαίες περιστάσεις.
Έ τ σ ι άσχολούμενοι μέ τίς άμοιβαΐες σχέσεις τοϋ τυ­
χαίου καί τής άναγκαιότητα; στή φύση, ό Ένγκελς έγρα­
φε, 6τι τό ήλιακό σύστημα δημιουργήθηκε σέ μιά φυσική
πορεία μεταμορφώσεων τής κίνησης πού εϊναι έμφυτη στήν
υλη σέ κίνηση, καί τών συνθηκών πού άναπαράγονται άπό
τήν ύλη, έστω καί μέσα σέ έκατομμύρια έκατομμυρίων
χρόνια, περισσότερο ή λιγότερο τυχαία, άλλά μέσα στήν
άναγκαιότητα πού εϊναι σύμφυτη στό τυχαίο». Καί έξηγεΐ
τήν έμφάνιση τής συνείδησης σάν τήν άνώτατη μορφή τής
δλης σέ κίνηση κατά τόν ϊδιο τρόπο: «Ά πό τήν ϊδια της
τή φύση ή ύλη θά προωθήσει τήν έξέλιξη σέ σκεπτόμενα
βντα. Καί αύτό θά συμβεΐ άναγκαστικά δταν δημιουργηθοϋν οί κατάλληλες συνθήκες (βχι άναγκαστικά ταυτόση­
μες σέ κάθε τόπο καί χρόνο) (Λιαλεχτιχή τής Φύσης).
Ό Ένγκελς λοιπόν συμπεραίνει πώς, «β,τι θεωρείται
άναγκαΐο, εϊναι σύνθετο άπό παράξενα τυχαία περιστατι­
κά καί τό λεγόμενο τυχαίο εϊναι ή μορφή πίσω άπό τήν
όποία κρύβεται ή άναγκαιότητα».
Ά ν ή άναγκαιότητα εϊναι κάτι πού άπό τή φύση τά»

250
περιστάσεων δέν μπορούσε νά γίνει διαφορετικά, τό τυχαίο
είναι κείνο πού μπορούσε νά γίνει καί διαφορετικά. Κα^
ol δυό πλευρές ύπάρχουν στό κάθε τι. Γενικά βρίσκονται
πάνω σ’ 6λα τά χαρακτηριστικά των γεγονότων καί πάνω
στό χαρακτήρα τοϋ άποτελέσματος πού είναι άναγκαΐο. Ά π ό τήν άλλη μεριά, τή λεπτομέρεια, τά Ιδιαίτε­
ρα γνωρίσματα τών ξεχωριστών γεγονότων καί κατά συ­
νέπεια τά λεπτομερειακά, τά ιδιαίτερα γνωρίσματα τοΰ άπο­
τελέσματος δέν είναι άναγκαία, άλλά τυχαία. Μ’ αύτή τήν
έννοια ή «άναγκαιότητα είναι σύνθετη άπό τυχαία περι­
στατικά». Καί άκριβώς μ’ αύτά τά έπί μέρους τυχαία πε­
ριστατικά έκδηλώνεται ή συναφής μέ τά πράγματα άναγ­
καιότητα. Καί ένώ τά έπί μέρους αύτά περιστατικά είναι
τυχαία, ταυτόχρονα διαμορφώνουν καί καθορίζουν τό άναγκαϊο.
Α Ν Α Γ Κ Α ΙΟ Τ Η Τ Α , Τ Υ Χ Α ΙΑ Π Ε Ρ ΙΣ Τ Α Τ ΙΚ Α Κ ΑΙ Σ Υ Μ Π Τ Ω Σ Η

Ή άνακάλυψη της άναγκαιότητας στή φύση καί στήν
κοινωνία είναι συνδεμένη μέ τήν άνακάλυψη τών αιτιών καί
τών νόμων πού διέπουν τίς σχέσεις αιτιότητας καί άποτε­
λέσματος. Τό άναγκαϊο είναι άναγκαΐο έξ αιτίας της λει­
τουργίας τών αιτιών. Ά ν υπήρξαν πράγματα πού έμφανίστηκαν χωρίς αιτίες, άν υπήρξαν συμβάντα πού έλαβαν
χώρα έντελώς τυχαία καί χωρίς νά ρυθμίζονται άπό νόμους
αιτιότητας, τότε δέν είναι δυνατό νά άνακαλύψουμε άναγ.
καιότητα σ’ αύτά τά πράγματα ή συμβάντα.
Ά ν ένα χαρακτηριστικό είναι άναγκαστικό χαρακτηρι­
στικό όρισμένων συμβάντων καί άν ένα κάποιο άποτέλεσμα
είναι ή άναγκαία κατάληξη, θά πεξ 6τι υπάρχει συνέπεια
μέ τή φύση της διαδικασίας αιτιότητας πού λειτουργεί σ’
αύτά.
Λόγου χάρη, άν ό καπιταλισμός θά άντικατασταθεΐ άναγκαστικά άπό τό σοσιαλισμό, θά γίνει γιατί οί αιτίες

251
της μετάβασης άπό τόν καπιταλισμό στό σοσιαλισμό, γεν­
νιούνται μέσα στό καπιταλιστικό σύστημα. Ά ν γνωρίσουμε
βαθειά τή φύση τοϋ καπιτάλισμοΰ, τότε θά γνωρίσουμε βτι
οΐ τέτοιες αιτίες ύπάρχουν καί δέν μπορεΐ νά μήν ύπάρ­
χουν καί δτι θά έξακολουθήσουν νά λειτουργοΰν σ’ ένα τέ­
τοιο σύστημα.
Ταυτόχρονα ή γνώση τών αιτιών μάς κάνει ικανούς νά
κατανοήσουμε καί τά τυχαία χαρακτηριστικά τών πραγμάΈ τ σ ι οΐ αίτιες πού θά φέρουν τό σοσιαλισμό έμφανίζονται καί λειτουργοΰν μέσα στόν καπιταλισμό. Και άκόμα
τό πέρασμα στό σοσιαλισμό εϊναι άναγκαΐο. "Ομως τά έπΐ
μέρους γνωρίσματα αύτών τών αίτιών είναι τυχαία. Δέν
ύπάρχει άναγκαιότητα γ ι’ αύτά. Ακόμη είναι άναγκαΐο ή
έργατική τάξη ν’ αύξάνει τά μέλη της καί τίς όργανώσεις
της, 6σο θά άναπτύσσεται ό καπιταλισμός. Αύτό γίνεται
ύποχρεωτικά καί είναι μιά άπό τΙς αίτίες πού ό καπιτα­
λισμός γεννάει τό σοσιαλισμό. Μά ένώ ή συνεχής άνάπτυξη
τοΰ καπιταλισμού άναγκαστικά άπαιτεΐ τήν παρουσία δλο
καί περισσότερων έργατών καί δτι οΐ έργάτες αύτοί θά όργανωθοΰν καί θά άνατρέψουν τό σύστημα, αύτό δέν σημαί­
νει δτι άναγκαστικά, άς ποΰμε, ό Τζών ή ό ΣμΙΘ θά πανε
σ* αύτή τήν όργάνωση καί θά παίξουν σημαντικό ρόλο σάν
ήγέτες τοΰ κινήματος. 'Υποχρεωτικά θά βρεθούν οί ήγέτες,
άλλά τό άν ίνας συγκεκριμένος άνθρωπος, γυιός τοΰ τάδε
καί της τάδε θά γίνει ήγέτης, έξαρταται άπό πολλούς τυ­
χαίους παράγοντες. Αύτοί βμως οί τυχαίοι παράγοντες, σά
σύνολο καί μέσα σέ μακρόχρονη πορεία, δημιουργοΰν τις
συνθήκες γιά νά προβάλει ένας τέτοιος ήγέτης.
Έ τ σ ι ή λειτουργία της αιτιότητας μάς άποκαλύπτει
βτι στόν κόσμο ύπάρχει καί ή άναγκαιότητα καί τό τυ­
χαίο καί βτι τό άναγκαΐο έκδηλώνεται μέσα άπό τά τυ­
χαία περιστατικά.
Α π ’ «ΰτό βγαίνει οτι εϊναι λάθος νά ύποστηρίζουμε

252
ίτ ι βταν προσδιορίζεται μιά αιτία ένός πράγματος, θά πει
6τι τό πράγμα αύτό είναι άναγκαΐο. Καί είναι τό Ιδιο λά­
θος νά υποστηρίζουμε πώς τό τυχαίο έρχεται χωρίς αΙτία.
Ό λ α τά συμβάντα έχουν τίς αΙτίες τους· τό αύτό Ισχύει καί
γιά τά τυχαία καί γιά τά άναγκαστικά. Μέ τήν Ιρευνα τών
άπώτερων αίτιων, δέν άποδείχνουμε τήν άναγκαιότητα, για­
τί καί τό τυχαίο έρχεται μέσα άπό μιά άλυσίδα συμβάντων.
Ά ν κάτι, είναι άναγκαΐο δέν είναι έξ αίτίας είδικών νόμων,
άλλά έξ αίτίας τών γενικών νόμων.
Γιά νά συλλάβουμε την έσωτερική σχέση τοϋ τυχαίου
περιστατικού καί της άναγκαιότητας στά συμβάντα, θά
πρέπει νά προωθήσουμε τή γνώση άπό τίς έξωτερικές σχέ­
σεις τών πραγμάτων στίς έσωτερικές, άπό τή φαινομενικό­
τητα στήν πραγματικότητα άπό τήν έπίφανειακή παρατή­
ρηση καί τόν έπιφανειακό συσχετισμό τών πραγμάτων,
στή βαθύτερή τους έρευνα, στήν πραγματικά διαλεκτική
τους έξέλιξη. Καί τότε διαπιστώνουμε δτι ol άναγκαΐες
συνέπειες τών άμοιβαίων σχέσεων τών πραγμάτων, Εκδη­
λώνονται μέσα άπό μιά σειρά τυχαίων περιστατικών καί
δτι τά τυχαία αύτά περιστατικά διέπονται καί καθορίζον­
ται άπό έσωτερική άναγκαιότητα καί συντελούν στήν έκ­
βαση ένός Αναγκαίου άποτελέσματοί.
Α Ν Α Γ Κ Α ΙΟ Τ Η Τ Α Κ Α Ι Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ ΙΑ
ΣΤΗ Ν

Α Ν Θ Ρ Ω Π ΙΝ Η

Π Ρ Α Κ Τ ΙΚ Η

Μέχρι τώρα έξετάσαμε τήν έσωτερική σχέση τής άνα­
γκαιότητας καί τού τυχαίου περιστατικού καί τό πώς ξεπηδοϋν καί τά δυό άπό τήν γενική λειτουργία της αιτιότη­
τας στή φύση καί στήν κοινωνία. Τώρα θά έξετάσουμ* τή
μεταφορά αύτών τών συαπερασμάτων στήν πρακτική ζωή.
Ό τα ν άσκοϋμε τήν πρακτική δραστηριότητα, έχουμε
σχετική έλευθερία σ’ αύτό ποϋ κάνουμε ή δτι κάνουμε είναι
καθορισμένο άπό τήν άναγκαιότητα καί άνεξάρτητα άπό τή

253
θέλησή μας ; Σ ’ αύτό τό έρώτημα θά πρέπει νά άπαντήσουμε τώρα. 'Οταν σκεφτόμαστε τήν άναγκαιότητα καί τό
τυχαίο, γενικά σχηματίζουμε τήν άντίληψη βτι ή
παρουσία τοϋ ένός άποκλείει τό άλλο. Τό ϊδιο περίπου γ ί­
νεται καί μέ τήν άναγκαιότητα καί έλευθερία. Συνήθως
φτόμαστε πώς βπου ύπάρχει ή άναγκαιότητα, δέν έχει θέ­
ση ή έλευθερία καί άντίθετα, βπου ένεργοϋμε έλεύθερα έ­
χουμε ξεφύγει άπό τήν άναγκαιότητα.
Ά ν οί Ιδέες αυτές ήταν σωστές, τότε ή άνθρώπινη έλευθερία είναι άπάτη. Κάθε άνθρώπινη δραστηριότητα, βπως
καί κάθε τι άλλο στόν κόσμο, διέπεται, άπό κάθε άποψη,
άπό τούς νόμους της αιτιότητας. 'Η λειτουργία της αίτιότητας γεννάει τά άναγκαία χαρακτηριστικά τών βσων συμ­
βαίνουν καί καθορίζουν τό άναγκαϊο άποτέλεσμα. Καί αύτό
άκριβώς Ισχύει καί στήν άνθρώπινη δραστηριότητα, βπως
καί σέ κάθε άλλη περίσταση. Έ τ σ ι οί άνθρωποι δέν μπο­
ροΰν νά άπαλλαγοΰν άπό τήν άναγκαιότητα πού ισχύει στή
φύση καί στήν κοινωνία. Μά εϊναι λάθος νά άντιπαραθέσουμε τήν άναγκαιότητα στήν έλευθερία σάν κάτι πού τό
ένα άποκλείει τό άλλο. Άντίθετα μάλιστα ή άναγκαιότητα
γεννάει τήν έλευθερία καί είναι ή προϋπόθεσή της.
Ή λειτουργία τών φυσικών καί κοινωνικών νόμων καί
ol άναγκαΐες τους συνέπειες είναι άνεξάρτητα άπό τή θέλη­
σή μας καί τή συνείδησή μας. Έ τ σ ι γιά βτι σκεφτόμαστε
ή έπιθυμοΰμε ή αποφασίζουμε, οί πράξεις μας καθορίζον­
ται πάντα μέ βάση τούς νόμους της φύσης γενικά καί της
ιδιαίτερης μας φύσης Ιδιαίτερα* καί τά άποτελέσματά τους
ύπαγορβύονται άπό τήν άναγκαιότητα.
Ό άνθρωπος είναι ένα μέρος της φύσης καί «ή φυσική
άναγκαιότητα εϊναι τό πρωταρχικό, έν< ή άνθρώπινη θέ­
ληση καί σκέψη είναι τό δευτερεΰον. Αύ \ τό δεύτερο πρέ­
πει υποχρεωτικά καί άναπόφευκτα νά προσαρμοστεί στό
πρώτο». (Λένιν: Υ λισ μ ό ς καί Έμπειριοχριτιχισμός, κεφ.
3, τμήμα 6).

254
"Ομως τό χαρακτηριστικό της άνθρώπινης πρακτικής,
πού τόν ξεχωρίζει καί άπό τή συμπεριφορά τών ζώων, εί­
ναι ίτ ι οΐ άνθρωποι στήν κοινωνική τους πρακτική άποκτανε τή γνώση της άναγκαιότητας καί κατά πρώτο λόγο
τή γνώση της άναγκαιότητας στή φύση καί ένεργοϋν μέ
βάση αύτή τή γνώση γιά νά πετύχουν θελημένους σκο­
πούς, γιά νά πραγματοποιήσουν τά σχέδιά τους.
Αύτό άρχίζει μέ τήν ϊδια τή διαδικασία παραγωγής,
στήν όποία δ άνθρωπος «βάζει σέ κίνηση τίς φυσικές δυνά­
μεις τοϋ κορμιοϋ του, γιά νά πετύχει άπό τή φύση παρα­
γωγή πού νά ταιριάζει μέ τίς έπιθυμίες του» καί Ιτσι «νά
πραγματοποιήσει ένα δικό του σκοπό». (Μ άρξ: Κεφάλαιο,
τόμος I, κεφ. 7. τμήμα 1).
Κατά συνέπεια οΐ άνθρωποι δέν είναι υποχρεωμένοι, σάν
τά ζώα, νά προσαρμόσουν τή συμπεριφορά τους σέ καθορι­
σμένα πλαίσια. Οΐ άνθρωποι δέν προσαρμόζονται άπλώς»
δπως τά ζώα, στό πέριβάλλον τους. Δίνουν στόν έαυτό τους
τήν ίλευθερία νά άναζητήσουν καί νά πραγματοποιήσουν
σκοπό πού οί ίδιοι συνέλαβαν καί θέλουν νά φέρουν σέ πέ­
ρας. Καί κάνοντας αύτό, άλλάζουν καί τούς έαυτούς τους»
άλλάζουν τήν ίδια τους τή φύση.
Μά ή κυριαρχία πάνω στή φύση, πού κ άν*ι τόν άνθρωπο
νά ξεχωρίζει άπό τά ζώα, δέν άπαιτεΐ καμμιά άνεξαρτησία
τοϋ άνθρώπου άπό τούς νόμους της φύσης καί τή φυσική
άναγκαιότητα- ’Αντίθετα', έκεΐνο πού τόν ένδιαφέρει δέν εί­
ναι ή κατάργηση τών αντικειμενικών κοινωνικών νόμων·
άλλά ή γνώση καί ή συνειδητή χρησιμοποίηση αύτών τών
νόμων. Δέν τόν ένδιαφέρει τό τέλος της άναγκαιότητας
στήν κοινωνία, άλλά ή άναγνώρησή της καί ή καθοδήγηση
τής κο νωνικής του δραστηριότητας σέ άρμανία μέ τήν ά­
ναγκαιότητα αύτή πού αναγνωρίζει.
Κατά συνέπεια, οί άνθρωποι ποτέ καί άπό καμμιά άποψη
δέν είναι άνεξάρτητοι άπό τούς φυσικούς ή κοινωνικούς νό
μους καί τίς συνέπειές τους. ’Απ’ αύτό βγαίνει 6τι δσο δέν

255
θά γνωρίζουν αυτούς τούς νόμους καί τις συνέπειές τους,
είναι δέσμιοι καί στερούνται της έλευθερίας τους. 01 νόμοι
αύτοί μέ τίς άναγκαΐες τους συνέπειες, παρουσιάζονται σάν
ξένες, πέρα άπό τόν άνθρωπο δυνάμεις, μέ απροσδόκητα ή
καταστροφικά άποτελέσματα, πού μπαίνουν φραγμός στά
άνθρώπινα σχέδια. Μά βταν οί άνθρωποι άποκτήσουν γνώ­
σεις γύρω άπ’ αύτούς τούς νόμους καί τις άναγκαΐες τους
συνέπειες, μπορούν νά μάθουν νά τούς χρησιμοποιούν πρός
Ιδιο βφελος.
’Ελευθερία δέν θά πει νά κόψει κανένας τούς δεσμούς
του μέ τή λειτουργία της αιτιότητας, άλλά νά την κατανο­
ήσει. Δέν σημαίνει άπαλλαγή άπό τήν άναγκαιότητα, άλλά
γνώση αύτής.
Δέν ύπάρχει, λοιπόν, τίποτα τό άσυμβίβαστο άνάμεσα
στήν ύπαρξη της άναγκαιότητας καί στήν ανθρώπινη έλευθερία. ,’Αντίθετα, δπως είπαμε, ή άναγκαιότητα, γεννάει
τήν έλευθερία. Καί πιό συγκεκριμένα, δταν οί άνθρωποι άποκτοϋν τή γνώση της άναγκαιότητας, μπορούν νά τήν
άναγνωρίζουν καί μπορούν νά πάρουν άπόφαση μέ βάση
τήν πραγματική κατανόηση αύτουνοϋ πού θά κάνουν.
Καί άκόμη πάρα πέρα, δπως άναφέρχμε καί πιό πάνω
ή ύπαρξη της άναγκαιότητας εϊναι προϋπόθεση της έλευθε­
ρίας τοϋ άνθρώπου και δχι άρνησή της.
Τί θά γινόταν άν δέν λειτουργούσαν οί νόμοι της αιτι­
ότητας στή φύση καί στήν κοινωνία, άν δέν ύπηρχε ή άντικειμενική άναγκαιότητα πού ρυθμίζει τήν πορεία τών
δσων συμβαίνουν; ’Ασφαλώς τίποτα. Δέν θά μπορού­
σαμε νά άποφασίσουμε ή νά άναλάβουμε έστω καί τήν έλάχιστη πράξη, γιατί δέν θά μπορούσαμε μέ κανένα τρόπο
νά γνωρίζουμε ή νά έλέγξοΰμε τά άποτελέσματα πού θέ­
λαμε άπό αύτή τήν πράξη Δέν θά είχαμε οΰτε τήν έλευ­
θερία νά φτιάξουμε ένα τσάι π.χ., γιατί δέν θά ξέραμε άν
θά βράσει ή βχι τό νερό, βταν θά τό βάζαμε στήν τσαγιέ­
ρα, οΰτε καί τί άποτέλεσμα θά είχαμε. Καί άκόμη λιγό-

256
τερο δέν θά μπορούσαμε νά κάνουμε καμμιά πολύπλοκη κοι­
νωνική δραστηριότητα, γιατί όλα θά ήσαν χάος. Στήν ούσία
δέν θά υπήρχαμε οδτε μεΐ·,.
Μόνο έπειδή τά πράγματα ύπόκεινται στούς νόμους,
έπειδή ισχύει ή άναγκαιότητα στή φύση καί στήν κοινω­
νία, είμαστε ικανοί νά παίρνουμε συγκεκριμένες άποφάσεις
καί νά πετυχαίνουμε τά άποτελέσματα πού θέλουμε. Αύτός
είναι ό δρος της άνθρώπινης έλευθεοίας. Καί ή έλευθερία
πραγματοποιείται στό μέτρο τών γνώσεων πού έχουμε καί
κατά συνέπεια στήν ικανότητά μας νά παίρνουμε άποφάσεις μέ βάση τΙς γνώσεις μας αύτές καί νά πετυχαίνουμε
τά άνάλογα άποτελέσματα.
"Οταν γνωρίζουμε τούς νόμους πού διέπουν τά πράγ­
ματα, ΐότε μπορούμε νά δρουμε σύμφωνα μέ τούς νόμους
αύτούς, κατά τρόπο πού δέν θά μπορούσαμε νά τό κάνου­
με, χωρίς αύτή τή γνώση. Λόγου χάρη ol άνθρωποι πολ­
λές φορές όνειρεύονταν νά πετάξουν, άλλά τούς έμπόδιζαν
ol φυσικοί νόμοι. "Οταν άνακαλύφτηκαν ol νόμοι πού διέ­
πουν τό πέταγμα, τότε μπορέσαμε νά κατασκευάσουμε τά
μέσα γιά νά πετάξουμε. Σέ πολλές παρόμοιες περιπτώσεις,
ή γνώση τών νόμων πού προηγούμενα μάς έβαζαν έμπόδια
καί δρια στήν δράση μας, μετά τήν άνακάλυψή τους, μας
έκανε ικανούς νά γκρεμίσουμε αύτά τά βρια.
Η

ΓΝ Ω ΣΗ

Σ Α Ν Μ Ε ΣΟ

ΤΗΣ

Α Ν Θ Ρ Ω Π ΙΝ Η Σ Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ ΙΑ Σ

Άφοϋ οί πράξεις μας καθορίζονται άπό διάφορες αΐτίες, μήπως βρισκόμαστε κάτω άπό τόν έλεγχο μιας άξεπέραστης άναγκαιότητας ;
Είναι άλήθεια 8τι καί μεϊς ol ΐδιοι είμαστε προϊόντα
καθορισμένων συνθηκών καί βτι μπορούσαμε νά είμαστε
διαφορετικοί 2ν οΐ συνθήκες ήσαν διαφορετικές. Καί άκόμα
βτι ένεργοϋμε σύμφωνα μέ τήν άναγκαιότητα τών Ιδιαί-

257
τερών μας περιστάσεων καί της ίδιας μας της φύσης,
Μά αύτό δέν έρχεται σέ καμμιά άντίθεση μέ τή δυνατό­
τητα νά είμαστε έλεύθεροι καί νά ένεργοϋμε έλεύθερα.
"Οτι καί άν κάνουμε υπάρχει κάποια αΙτία πού γίνεται.
“Αν αύτή ή αΙτία είναι μιά όποιαδήποτε έξωτερική δύναμη
πού έπενεργεΐ πάνω μας κατά τόν α ή τόν β τρόπο καί
πού μάς δημιουργεί κάτι χωρίς τήν παρέμβαση της δικιας
μας θέλησης, τότε άσφαλώς δέν είμαστε έλεύθεροι, άλλά
έξαναγκασμένοι νά κάνουμε αύτό ή έκεΐνο. "Οταν βρίσκου­
με σ’ ένα πλήθος καί κάποιος μέ σπρώχνει, έτσι πού καί
γώ ύποχρεώνουμαι νά σπρώξω ανάλογα έναν άλλο, τότε έγώ
δέν ένεργω έλεύθερα. Πρόβλημα έλευθερίας μπαίνει μόνο
βταν κάνουμε κάτι μέ τή θέλησή μας, δηλαδή βταν ή αΐτία αύτοϋ πού κάνουμε είναι ζήτημα δικό μας, της θέλη­
σής μας. Μά πώς καθορίζεται ή θέλησή μας ; *Αν καθο­
ρίζετε άπό διάφορες έξωτερικές δυνάμεις πού έπενεργοΰν
καί διαμορφώνουν τή θέλησή μας, έτσι πού τά άποτελέσμα­
τα νά μήν είναι καθαρά δικά μας, της θέλησής μας»
τότε στερούμαστε έλευθερίας' τότε άπλώς έχουμε τήν αύταπάτη βτι ένεργοϋμε έλεύθερα, άλλά είναι μόνο αύταπάτη.
Καί τέλος, άν ή θέλησή μας καθορίζεται άπό τήν γνώση,
πού έχουμε γιά τΙς περιστάσεις της πράξης μας καί γιά τό
τί πρέπει νά κάνουμε, προκειμένου νά πραγματοποιήσουμε
τό σκοπό μας πού τόν έχουμε κάνει δική μας ύπόθεση,
τότε βχι μόνο νοιώθουμε έλεύθεροι, άλλά καί είμαστε πραγ­
ματικά έλεύθεροι.
Μιά τέτοια ιδιότητα έλεύθερης ένέργειας δέν είναι σύμ­
φυτη μέ τή θέλησή μας, άλλά δημιουργεϊται. Ή έμφάνισή της καί ή έκτασή της, έξαρτώνται άπό καθορισμένες
αίτίες, πού μπαίνουν σέ λειτουργία μέσα στήν κοινωνική
ζωή.
Σάν άποτέλεσμα της λειτουργίας τών νόμων της δικής
μας έξέλιξης, σάν άποτέλεσμα τής ίδιας της άναγκαιότητας της φύσης, άποκταμε συνεχώς γνώσεις για τά έξωτερι-

258
κά πράγματα καί γιά τήν ίδια μας τή φύση καί τΙς άπαιτήσεις πού ύπάρχουν καί ύστερα ένεργοϋμε, μέ βάση αύτή
τή γνώση. Άνάλογα μέ τίς γνώσεις πού άποκτοϋμε, έκεΐνο
πού κάνουμε προέρχεται άπό τή δική μας τή συνείδηση καί
βασίζεται πάνω στή γνώση τών απαιτήσεων μας καί τοϋ
πώς θά τό πραγματοποιήσουμε. Μέ τόν τρόπο αύτό εί­
μαστε ελεύθεροι. Τί άλλου είδους έλευθερία μποροϋμε νά
περιμένουμε ή νά έπιθυμοΰμε ;
Αύτό, μέ τήν εύκαιρία, είναι ένα σημείο πού στήν ούσία του έχει ξεκαθαρισθεΐ άπό πολύ παλιά, άπό τό μεγάλο
υλιστή φιλόσοφο Σπινόζα, βταν άπόδειχνε βτι οί άνθρώπι­
νες πράξεις, σάν βλα τά άλλα πράγματα, καθορίζονται άπό
αίτιες a priori. Καί άκόμα βτι βλοι οί άνθρωποι είναι έλεύθεροι, βχι βταν κάνουνε πράξεις χωρίς αιτίες, άλλά βταν ol
πράξεις τους καθορίζονται άπό τή γνώση τους σχετικά μέ τίς
άπαιτήσεις τους καί άπό τόν τρόπο πραγματοποίησής τους.
«Έλευθερία δέν σημαίνει τό βνειρο της άνεξαρτησίας
άπό τούς φυσικούς νόμους» έγραφε ό Ένγκελς», άλλά έ­
λευθερία θά πει γνώση αύτών τών νόμων καί μέσα στίς
δυνατότητες πού δίνουν νά τούς χρησιμοποιήσουμε πρός
καθορισμένους σκοπούς. Καί αύτό Ισχύει τόσο στούς
νόμους τής εξωτερικής φύσης, βσο καί στούς νόμους πού
διέπουν τό σώμα καί τή διανοητική ζωή τών ίδιων τών
άνθρώπων, πού είναι δυό κατηγορίες νόμων πού μποροϋν νά ύπάρχουν χωριστά ό ένας άπό τόν άλλο, μόνο
στή σκέ<|τη καί βχι στήν πραγματικότητα. Κατά συνέπεια
έλευθερία θέλησης δέν είναι τίποτα άλλο έξω άπό τήν Ικα­
νότητα νά παίρνουμε άποφάσεις μέ βάση τή γνώση τοϋ θέ­
ματος πού μάς άπασχολεΐ... Έλευθερία λοιπόν, σημαίνει νά
έλέγχουμε τόν έαυτό μας καί τήν έξωτερική φύση, πράγ­
μα πού στηρίζεται στή γνώση τής φυσικής άναγκαιότη­
τας». (Άττι-Ν τύριψγχ, μέρος I κεφ. II).
Ή άνθρώπινη γνώση λοιπόν, είναι ένα ουσιαστικό μέ­
σο γιά τήν άνθρώπινη έλευθερία. Μά ένώ ή γνώση έξχρ-

259
τάται άπό τήν προοπτική, ή ανάπτυξή τής γνώσης μ*ταμορφώνει έπίσης καί τήν πρακτική. Τό δτι ή πρακτική βα­
σίζεται στή γνώση είναι ένα άλλο πράγμα άπό τή πρα­
κτική πού δέν βασίζεται στή γνώση. Γιατί δσο καλύτερα
γνωρίζουμε τΙς ιδιότητες τών πραγμάτων, τόσο περισσότε­
ρο μπορούμε πρακτικά νά κυριαρχήσουμε πάνω σ’ αύτά, νά
τά κάνουμε δικά μας, νά τά ύποτάξουμε, άντί νά ύποταχτοϋμε έμεϊς σ’ αύτά. 'Η άνάπτυξη τής γνώσης, πούεΖναι
προϊόν της προσπάθειας τοϋ άνθρώπου νά κυριαρχήσει πά­
νω στή φύση καί νά όργανώσει τήν ίδια του τήν κοινωνι­
κή ζωή, συντελεί βαθμιαία στήν πραγματοποίηση αύτης
της κυριαρχίας καί στήν οικοδόμηση άνώτερων μορφών κοι­
νωνικής όργάνωσης, στήν πραγματοποίηση της δυνατότη­
τας μιάς πλήρους καί έλ-ύθερης ζωής γιά δλοΟς.
Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ ΙΑ Κ Α Ι Τ Υ Χ Α ΙΟ ΣΥΜ ΒΑΝ

Μέχρι τώρα έξετάσαμε τό δεσμό πού ύπάρχει άνάμεσα
στή φύση καί στήν κοινωνία, άνάμεσα στήν άναγκαιότητα
καί στό τυχαίο συμβάν. Καί είδαμε δτι ή άναγκαιότητα
έκφράζεται μέσα άπό μιά σειρά τυχαίων συμβάντων. Γιά
νά ένεργοΰμε έλεύθερα μέ βάση τή γνώση, σημαίνει δτι
έμεΐς, σάν βντα πού ένεργοϋν συνειδητά, μπορούμε νά άσχήσουμε πρακτικό έλεγχο πάνω στά τυχαία αύτά περιστατι­
κά, έτσι πού νά έξαφανίσουμε τό τυχαίο στόν καθορισμό
τών άποτελεσμάτων της δραστηριότητάς μας καί νά κά­
νουμε αύτά τά άποτελέσματα νά άνταποκρίνονται πλήρως
στούς σκοπούς μας. Μέ άλλα λόγια ή άσκηση της έλευθερίας πράξης, σημαίνει δτι, γιά νά φέρουμε τή δραστηριότητά μας σ’ ένα καθορισμένο καί κατκυθυνόμενο σκοπό,
πρέπει, στηριζόμενοι πάνω στή γνώση τών νόμων τοϋ θέ­
ματος πάνω στό όποιο ένεργοΰμε, νά άσκήσουμε πάνω του
τέτοιον έλεγχο, πού ή δράση τοϋ τυχαίου νά έξαφανιστεΐ,
προκειμένου νά πετύχουμ* τό καθορισμένο άποτέλεσμα.

260
"Έτσι ένώ ή πραγματοποίηση της άνθρώπινης έλευθε­
ρίας στήν πράξη δέν σημαίνει, μέ κανένα τρόπο, άπαλλαγή
άπό τήν άναγκαιότητα, κατά κάποιο τρόπο σημαίνει άπαλ­
λαγή άπό τό τυχαίο ή έξαφάνισή του.
Γιά νά πραγματοποιήσουμε κάτι πού θέλουμε, δέν θά
πρέπει νά άφήσουμε νά μπει, κατά όποιοδήποτε τρόπο, τό
τυχαίο, προκειμένου νά μάς δώσει έπιτυχία σέ κείνο πού
άναλαμβάνουμε. Ά ν κάνουμε αύτό, τότε ή έπιτυχία είναι
κάτι συμπτωματικό. Ά ν έχουμε έπιτυχία, όφείλεται στήν
τύχη καί βχι στήν κρίση μας. 01 περιστάσεις καί βχι ή
έσκεμμένη δίκιά μας δραστηριότητα μάς όδήγησαν στήν έ­
πιτυχία. Άλλά οί περιστάσεις δέν είναι πάντα σίγουρο
βτι θά μάς είναι ευνοϊκές.
Έ τ σ ι στίς όργανωμένες π.χ. συγκεντρώσεις ξεχνάμε
πολλές φορές, νά καθορίσουμε τή θέση τοϋ καθενός. Τό άφήνουμε στήν τύχη καί έτσι ό καθένας δέν ξέρει τί νά κάνει.
Πολλές φορές μπορεΐ νά μείνουν οΐ συγκεντρώσεις χωρίς
όμιλητή. Εϊναι φυσικό βτι έκεΐνος πού άναλαμβάνει νά
όργανώσει κάτι, θά πρέπει νά λάβει ύπ’ βψη του βλους
τούς παράγοντες πού συντελοΰν στήν έπιτυχία τοΰ σκοπού
καί τίποτα νά μήν μείνει στήν τύχη του.
Τά στοιχειώδη χαρακτηριστικά της έλεύθερης δράσης*
δηλαδή γνώση τής άναγκαιότητας καί έξαφάνισή τοΰ τυ­
χαίου, φωτίζονται καθαρά στή διαδικασία έργασίας πού εί­
ναι ή βασική διαδικασία της άνθρώπινης δραστηριότητας.
Στή διαδικασία έργασίας ό άνθρωπος, χρησιμοποιώντας
τά έργαλεϊα, έπενεργεΐ έπΐ τοϋ άντικειμένου της έργασίας»
γιά νά έπιφέρει καθορισμένες άλλαγές σ’ αύτό. Γιά νά τό
πετύχει αύτό, θά πρέπει νά γνωρίζει μέ άκρίβεια τά άναγκαΐα χαρακτηριστικά τοΰ άντικειμένου έργασίας καί
πρέπει νά έξαφανίσει τά άποτελέσματα τοΰ τυχαίου στό
άντικείμενο αύτό.
Ό σ ο ευρύτερο καί μεγαλύτερης προοπτικής είναι τό
θέμα πού άναλαμβάνει νά φέρει σέ πέρας ό άνθρωπος μέ

261
τήν έργασία του, τόσο πιό πολύ θά πρέπει νά έξαφανιστοϋν
οί παράγοντες τοϋ τυχαίου σ’ αύτό.
Αύτό έχει μεγαλύτερη άκόμα σημασία στίς μηχανικές
έργασίες. Γιά νά κτίσουν π .χ. £να γεφύρι, ol μηχανικοί βα­
σίζουν τά σχέδιά τοας στή γνώση τών βασικών νόμων της
φύσης τοϋ μέρους καί τών ύλικών πού χρησιμοποιούν καί
λαμβάνουν ύπ’ δψη τούς διάφορους τυχαίους παράγοντες,
πού μπορούν νά παρέμβουν σ’ αύτό τό ζήτημα. "Ενα πα­
ράδειγμα άποτυχίας, άπό τό γεγονός 6 η δέν άντιμετώπισαν αύτό τό τυχαίο, δίνεται στά έργα πού έγιναν στίς άνατολικές άκτές της ’Αγγλίας, πρίν κάμποσα χρόνια, γι’ τήν
προστασία της χώρας άπό τή θάλασσα. 01 ύπεύθυνοι αύ­
τών τών έργων ξέχασαν νά υπολογίσουν τή δυνατότητα ένός
έξαιρετικά μεγάλου παλιρροιακοΰ κύματος, έξ αίτίας τών
άνατολικών άνέμων. Κι’ βταν αύτό συνέβηκε, ή θάλασσα
είσόρμησε πάνω άπό τά άναχώματα. Μά άν οί μηχανικοί
αύτοϋ τοϋ έργου είχαν λάβει ύπ’ 6ψη τους τό ένδεχόμενο
τοϋ τυχαίου αύτοϋ περιστατικού, μποροϋσαν νά τό είχαν
άντιμετωπίσει.
Τ Ο Σ Τ Ο ΙΧ Ε ΙΟ

ΤΟΥ ΣΥ Ν Ε ΙΛ Η Τ Ο Υ Ε Λ Ε Γ Χ Ο Υ

’Εξετάζοντας αύτά τά παραδείγματα, μπορούμε νά βγά­
λουμε πάρα πέρα συμπεράσματα γιά τΙς άμοιβαΐες σχέ­
σεις πού ύπάρχουν άνάμεσα στήν άναγκαιότητα, στό τυ­
χαίο καί στήν άνθρώπινη έλευθερία.
"Οταν λέμε, δτι ή έλευθερία τείνει στήν έξαφάνιση τοϋ
τυχαίου,, δέν σημαίνει άσφαλώς δτι, μέ τήν άσκηση της
έλευθερίας έξαφανίζουμε τό τυχαίο καί τούς δεσμούς του μέ
τήν άναγκαιότητα. Ή δράση τού τυχαίου καί ό δεσμός
του μέ τήν άναγκαιότητα, εϊναι ένα αντικειμενικό γεγονός
καί γενικό γνώρισμα τών δσων συμβαίνουν τόσο στή φύση,
δσο καί στήν κοινωνία, πού πρέπει νά τό λάβουμε ύπ’ 6ψη
μας καί, μέ βάση αύτό, νά προσαρμόσουμε τίς πράξεις μας.

262
'Υπάρχει Ανεξάρτητα άπό μας καί δέν μποροΰμε νά τό άποφύγουμε ή νά τό αλλοιώσουμε. ’Εκείνο πού πρέπει νά κά­
νουμε, γιά νά πετύχουμε τήν έλευθερία στίς πράξεις μας
είναι νά φέρουμε, μέ τή γνώση τής αναγκαιότητας τή συν.
ολική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων καί τών τυχαίων
πού είναι σύμφυτα μ’ αύτό, κάτω άπό τόν έλεγχό μας καί
νά τά κατευθύνουμε πρός Ινα θελημένο άπό μας σκοπό.
Έ τσ ι, έξαφάνισή τοΰ τυχαίου σημαίνει νά τό ελέγχουμε καί
νά κατευθύνουμε τή δράση του σέ άποτέλεσμα πού δέν εί­
ναι τυχαίο. Καί αύτό πετυχαίνεται α) άσκώντας άμεσο
Ελεγχο πάνχ στούς τ υχαίους παράγοντες· καί β) μέ διορα­
τικότητα καί μέ τά άναγκαϊα μέτρα νά άποκόψουμε τά α­
ποτελέσματα έκείνου πού μένει πέρα άπό τόν έλεγχό μας.
Καί γι’ αύτό Ινα σοσιαλισ τικό οικονομικό πλάνο π.χ. πε­
ριέχει πάντα καί «ρεζέρβα».
Μία άποψη τής όξ υδέρκειας, σέ· σχέση μέ τό τυχαίο,
έκφράζεται στή φράση «κορώνα κερδίζω, γράμματα χά­
νεις.». “Αν μιά τέτοια κατάσταση έξασφαλιστεΐ, τότε έξασφαλίζεται καί τό κέρδος. Ά ν τό άποτέλεσμα έξαρταται
άπό τό τυχαίο τοΰ στριψίματος τοϋ νομίσματος, τότε εϊναι
άνεξάρτητο άπό τή θέλησή μας. Άλλά άν έξασφαλιστεΐ οτι
δ,τι κι’ άν έρθει θά κερδίσουμε, τότε έκεΐνο πού καθορίζε1
τό άποτέλεσμα εϊναι ή θέλησή μας. Ά ν οί άνθρωποι βά­
ζουν στοιχήματα, δέν μπορεΐ νά έχουν τό άποτέλεσμα μέ
βάση τΙς φυσικές σχέσεις.
Μιά Αλλη ίψη τής έξαφάνισης τοΰ τυχαίου δίνεται μέ
τό στρίψιμο ένός νομίσματος πλαστοΰ, πού κι’ άπ’ τΙς δυό
μεριές έχει κορώνα.
Είδαμε δτι ή άναγκαιότητα πραγματοποιείται μέσα άπό
μιά σειρά τυχαία περιστατικά καί άκόμα δτι τά τυχαία
περιστατικά διέπονται άπό μιά έσωτερική άναγκαιότητα,
"Οταν κατανοήσουμε σωστά αύτό τό πραγμα στήν πρα­
κτική κι’ δταν έξοπλιστοΰμε μέ τή γνώση τών νόμων τοΰ
άντικειμένου της δραστηριότητά μας, τότε έχουμε τή δυνα­

263
τότητα νά μελετήσουμε καί νά έλέγξουμε τούς τυχαίους
παράγοντες πού είναι σύμφυτοι σ’ αύτό τή θέμα, έτσι πού
νά τούς κατευθύνουμε σ’ Ινα αναγκαίο αποτέλεσμα πού θά
ταιριάζει στίς προθέσεις μας.
Αύτό πάρα πέρα άπαιτεΐ ή γνώση μας νά μήν είναι
άπλώς γνώση τών άναπόφευκτων, άλλά καί τών πιθανών,
Σέ σχέση μέ μιά δοσμένη διαδικασία π.χ., θά πρέπει νά
ξέρουμε, βχι μόνο τά γενικά άποτελέσματα πού άπορρέουν
άπό αύτή τήν «ίτία, έτσι πού κάθε φορά πού παρουσιάζεται
νά μπορούμε νά εξασφαλίσουμε καί τό άντιστοίχο άποτέλεσμα* άλλά πρέπει νά ξέρουμε τις διάφορες πιθανές αί­
τιες πού θά μποϋν σέ λειτουργία καί τά διάφορα άποτε­
λέσματα πού θά άκολουθήσουν. Αύτό μας κάνει ικανούς νά
κρίνουμε τόν καλύτερο τρόπο πού θά ένεργήσουμε, γιά νά
έλέγξουμε τή συνολική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων
καί τών τυχαίων γνωρισμάτων.
Ή κρίση μας γύρω άπό τήν πιθανότητα, έκφράζει τήν
προσδοκία μας γιά τήν έκταση τοΰ τυχαίου. Σύμφωνα μέ βρι­
σμένες θεωρίες, ή πιθανότητα είναι καθαρά υποκειμενική, μέ
τήν έννοια δτι ή έκφραση μιας πιθανότητας δέν είναι τίποτα
άλλο άπό μιά ύποκειμενική αβεβαιότητα ή έλλειψη γνώσης.
’Αντίθετα 6μως, ή ίδέα τής πιθανότητας άντανακλά μιά άντικειμενική πραγματικότητα, —ή καλύτερα μιά 6ψη της άντικειμενικής πραγματικότητας —δηλαδή τή λειτουργία τών
τυχαίων αίτιων, σέ μιά συνολική σειρά συμβάντων ή σ’ ένα
σύνολο περιστάσεων. Κι’ αύτό είναι άκριβώς μιά άντικει·
μενική πραγματικότητα, δπως καί ή λειτουργία μιάς μο­
ναδικής αιτίας σέ μιά συγκεκριμένη περίσταση, πού δέν ε ί­
ναι άντικείμενο πιθανότητας.
Στό μέτρο πού γνωρίζουμε τις σύμφυτες στο άντικείμ«ιό μας πιθανότητες καί στό μέτρο πού μπορούμε νά έχου
με μιά όρθή κρίση πιθανότητας, είμαστε Ικανοί καλύτερα
νά μελετάμε δλους τούς παράγοντες πού έπενεργοϋν στό σύ­
νολο της διαίδικασίας, συμπεριλαμβανομένων καί τών τυ·

264
χαίων παραγόντων, κι’ έτσι μποροϋμε νά κατευθύνουμε τό
σύνολο της διαδικασίας πρός καθορισμένους σκοπούς.
Καί τώρα άς τά συνοψίσουμε :
’Ελευθερία σημαίνει νά έλέγχουμε τούς έαυτούς μας
καί τήν Εξωτερική φύση. Καί ό Ελεγχος αύτός στηρίζεται
πάνω στή γνώση της άναγκαιότητας. Ή τέτοια γνώση άπαιτεΐ έπίσης νά γνωρίζουμε, βτι καί τυχαίοι παράγοντες
μπαίνουν μέσα στή διαδικασία πού μας ένδιαφέρει καί πού
ή λειτουργία τους έχει γιά χαρακτηριστικό τήν πιθανότητα
καί γι’ αύτό μποροϋμε : α) νά έλέγχουμε τή λειτουργία τοϋ
τυχαίου' καί β) νά παίρνουμε όλα τά μέτρα, στό μέτρο πού
μποροϋμε νά τά έλέγξουμε, πρός μιά κατεύθυνση, έτσι πού
τό αποτέλεσμα νά κατευθύνεται πρός τόν Επιθυμούμενο
σκοπό.
«Τό τυχαίο εϊναι μόνο ό ένας πόλος τής σχέσης, ένώ ό
άλλος της πόλος καλείται άναγκαιότητα», έγραφε ό ’Έ ν γ­
κελς. «.... Ό σ ο περισσότερο μιά κοινωνική δραστηριότητα,
μιά σειρά άπό κοινωνικές διαδικασίες, γίνονται πιό δύσκο­
λες γιά τό συνειδητό έλεγχο τοϋ άνθρώπου, όσο ξε­
φεύγουν άπό τόν έλεγχό του, καί όσο τοϋ φαίνονται καθαρά
τυχαία περιστατικά, τόσο πιό σίγουρα τά τυχαία αύτά τοϋ
φαίνονται σάν ξεχωριστοί νόμοι καί τούς θεωρεί σάν φυ­
σική άναγκαιότητα». ( Ή Καταγωγή τής οικογένειας κλπ.
κεφάλ. 9).
Ό τα ν τά συμβάντα πού μας ενδιαφέρουν πραγματο­
ποιούνται χωρίς τό συνειδητό μα< έλεγχο πάνω σ’ αύτά,
τότε τό άποτέλεσμα καθορίζεται άπό τή φυσική άναγκαιό­
τητα πού πραγματοποιείται μέσα άπό μιά σειρά τυχαία πε­
ριστατικά· ’Αλλά στό μέτρο πού πραγματοποιούμε τό συ­
νειδητό έλεγχο πάνω στά γεγονότα, είμαστε μεϊς πού συ­
νειδητά καθορίζουμε τήν πορεία τους, Ενεργώντας μέ βάση
τή γνώση τών νόμων αύτών τών περιστατικών καί τών πα­
ραγόντων πού Επηρεάζουν τό άποτέλεσμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ
ΤΗΣ ΕΛΕΤΘΕΡΙΑΣ
Η Α Π Ο Κ Τ Η Σ Η Τ Η Σ Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ ΙΑ Σ

Πολλές άπό τίς θεωρητικές δυσκολίες ποΰ Αντιμετωπί­
ζουν οΐ άνθρωποι, ίταν σκέφτονται τδ πρόβλημα της έλευ­
θερίας, προέρχονται άπό τήν ίδέα ίτ ι ή έλευθερία εϊναι μια
ϊμφυτη Ιδιότητα της θέλησης. Ή έλευθερία ίμως, δέν εί­
ναι έμφυτη Ιδιότητα της θέλησης, οδτε εϊναι ένα κάποιο
εϊδος δώρου ή χαρίσματος πού τό έδωσε δ θεός ή ή φύση
στόν άνθρωπο. Εϊναι κάτι πού κερδίζεται βαθμιαία, λίγολίγο, δημιουργεΐται καί πραγματοποιείται στήν πορεία τών
αΙώνων της άνθρώπινης κοινωνικής δραστηριότητας.
Ό Ζάν Ζάκ Ρουσσώ άρχίζει τό βιβλίο του Κοινωνικό
Συμβόλαιο μέ τΙς περίφημες λέξεις «δ άνθρωπος έγεννήθη
έλεύθερος». Ά λλά οΐ άνθρωποι δέν γεννιούνται έλεύθεροι.
Αντίθετα γεννιούνται χωρίς κανένα ίχνος έλευθερίας. Γεν­
νιούνται δέσμιοι, σάν κάθε πλάσμα καθορισμένο άπό περι­
στάσεις άν*ξάρτητες άπό τή θέλησή τους. Άλλα χάρη στήν
κοινωνική του ζωή καί στούς νόμους έξέλιξής του, δ άν­
θρωπος σιγά - σιγά άναπτύσει μέσα στήν κοινωνική πρα­

266
κτική έκεΐνες τίς ιδιότητες πού τόν κάνουν έλεύθερο. Κα'ι
αύτό πραγματοποιείται μέσα στήν πάλη μέ τήν έξωτερι­
κή φύση, στήν κοινωνική και στήν ταξική πάλη καί άκόμα
καί στήν άτομική πάλη. Δημιουργεί γιά τόν έαυτό του καί
κερδίζει γιά τόν έαυτό του τήν έλευθερία πού κατέχει καί
δέν μπορεΐ νά κατέχει τίποτα περισσότερο άπ’ 6,τι δημι­
ουργεί καί κερδίζει.
‘Η έλευθερία δέν είναι έμφυτη ιδιότητα, ούτε είναι κά­
τι σάν τό «ή βλο ή τίποτα». Οί μεταφυσικοί υποστηρίζουν
βτι ή είμαστε άπόλυτα ελεύθεροι ή 6χι. Αύτοί άρνοϋνται 6τι μπορούμε νά είμαστε, άπό μιά άποψη έλεύθεροι καί άπό
μιά άλλη βχι καί δτι μπορεΐ νά είμαστε άλλοτε περισσό­
τερο καί άλλοτε λιγότερο έλεύθεροι.
*0 μαρξισμός, παίρνοντας θέση άνάμεσα στις άπόψεις
τοϋ βολουνταρισμοΰ, πού υποστηρίζει ότι ή θέληση δέν κα­
θορίζεται μέ τίποτα καί τοϋ ντετερμινισμοϋ ,πού όποστηρίζει
δτι ή θέληση καθορίζεται, τάσσεται μέ τήν πλευρά τοΰ
ντετερμινισμοϋ, άφοΰ κάθε πράξη τής θέλησης ίχει τήν αΐτία της. Ά λλά στό σημαντικό ζήτημα δέν εϊναι τό άν κάθε
μας πράξη είναι καθορισμένη - άπό τή στιγμή πού δέν ύπάρχει αμφιβολία πάνω σ’ αύτο - άλλά τό πώς καί άπό τί
καθορίζεται - άπό εξωτερικές αιτίες ή άπό τή δική μας
γνώση τών άναγκών μας καί τοϋ τρόπου νά τις ικανοποιή­
σουμε. "Οταν μπαίνει τό ζήτημα αύτό, τότε εϊναι φανερό
δτι ή έλευθερία εϊναι υπόθεση διαβάθμησης. Γινόμαστε έλευθεροι μόνο στό μέτρο πού μποροϋμε νά πραγματοποιή­
σουμε τή συνειδητή μας άπόφαση, πού βασίζεται πάνω στή
γνώση τοΰ πράγματος πού καθορίζει τό άποτέλεσμα πού
θέλουμε νά πετύχουμε. Άλλά μιά τέτοια έλευθερία πολύ
σπάνια μπορεΐ νά εϊναι άπόλυτη. "Οσο περισσότερο ή άπόφασή μας, πού βασίζεται πάνω στή γνώση, εϊναι έκείνη
πού καθορίζει τίς πράξεις μας καί τό άποτέλεσμά τους κι’
6σο λιγότερο καθορίζονται γιά μάς, άπό άλλους παράγον­

267
τες, τόσο μεγαλύτερος είναι 6 βαθμός τής έλευθερίας στήν
πράξη πού έχουμε πετύχει.
Η Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ ΙΑ Τ Ο Υ
Η

Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ ΙΑ

Α ΤΟΜ ΟΥ Κ ΑΙ

ΣΤΗΝ

Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΑ

'Η έλευθερία είναι κάτι πού πραγματοποιείται άπό τό
άτομο. Δέν εϊναι ή άνθρωπότητα γενικά ή ή κοινωνία έλεύ*
θερη, άλλά τά άτομα.
Κατά πρώτο λόγο, τό άτομο πραγματοποιεί τήν έλευ.
θερία μόνο μέσω της κοινωνίας. Τό μέσο τής έλευθερίας
εϊναι ή γ ώση, καί ή γνώση εϊναι κοινωνική. Ή έλευθερία
τοϋ άτόμου, έξαρταται άπό τίς άπαιτήσει; τής κοινωνίας
στήν όποία άνήκει, άπό τήν έκπαίδευση καί τή βοήθεια
πού τοϋ παρέχει ή κοινωνία καί έπίσης άπό τήν έκταση
τής συνεργασίας μέ τά άλλα άτομα μέσα στήν κοινωνία κα^
τή βοήθεια πού μπορεϊ νά πάρει άπ’ αύτά.
Κατά δεύτερο λόγο λοιπόν, τό άτομο φτάνει σ’ αύτό τό
βαθμό έλευ θερίας, πού τοϋ επιτρέπει ή κοινωνία στήν οποί­
α άνήκει. Ό σκοπός της έλευθερίας έξαρταται άπό τις άπαιτήσεις τής κοινωνίας του. ’Εξαρταται δμως έπίσης καί
άπό τό βαθμό πού θ* τοϋ έπιτρέψει νά συμμεριστεί καί νά
χρησιμοποιήσει αύτές τίς απαιτήσεις. Τό δυναμικό τής έλευΟερίας του εϊναι τόσο μεγάλο, δτο καί ή ύπάρχουσ* κοι­
νωνική γνώση μέ τά μεσα πού άνακχλ ύπτει γιά νά τή χρη"
σιμοποιήσει. Ταυτόχρονα ή πραγματική άπόλαυση αύτηζ
τής έλευθερίας περιορίζεται άπό τά δρια πού τοϋ βάζει ή
κοινωνία στίς προσωπικές του άπαιτήσεις καί στίς προ­
σωπικές του πράξεις.
Ή έλευθερία τών άτόμων λοιπόν, έξαρταται άπό τίς
σχετικές άπαιτήσεις τής κοινωνίας καί άπό τίς εύκαιρίες
πού παρέχει ή κοινωνία στά άτομα γιά νά χρησιμοποιή­
σουν αύτές τίς άπαιτήσεις. Έ φ ’ δσον εϊναι έτσι τά πρά­
γματα, τά άτομα παλεύουν άπό κοινοΰ δλα μαζί καί τό

καθένα ένάντια στό άλλο — γιά ένα μεγαλύτερο βαθμό
έλευθερίας Καί έτσι άνεβάζουν τό βαθμό έλευθερίας πού
κατέχουν βλα τά άτομα, τόν όποιο πραγματοποιούν τά
Ιδια μέσα στήν κοινωνία.
’Απ’ αύτό βγαίνει λοιπόν, βτι ένα άτομο Αναπτύσσεται
σάν έλεύθερος παράγοντας μέσα στήν πορεία τής ζωής του,
άνάλογα μέ τήν εκπαίδευση, τά κίνητρα καί τίς εύκαιρίες πού τοϋ παρέχει ή κοινωνία. Καί παρόμοια οί άνρωποι μέσα στήν κοινωνία άναπτύσσουν τήν άνθρώπινη
έλευθερία στήν πορεία τής κοινωνικής έξέλιξης. *Η άνθρωπότητα προχωράει σιγά - σιγά στό δρόμο της βλο καί με­
γαλύτερης έλευθερίας πράξης. Αύτό είναι πράγματι ένα
μέτρο, ένα κριτήριο, της κοινωνικής προόδου.
Η Π Α Λ Η ΓΙΑ Τ Η Ν Ε Α Ε Υ Θ Ε ΡΙΑ

Στις πρωτόγονες κοινωνίες ή άνθρώπινη έλευθερία πε­
ριορίζεται πολύ άπό τήν έλλειψη κυριαρχία; πάνω στή φύ­
ση. Οί άνθρωποι βρίσκονται στό έλεος τής έξωτερικής φύ­
σης καί ot συνθήκες ^Αγριότητας καθορίζονται σέ μεγάλο
βαθμό άπό τίς έξωτερικές συνθήκες, κάπως άνάλογα μέ
τήν περίπτωση τών ζώων.
"Οσο άναπτύσσεται ό πολιτισμός τόσο άναπτύσσεται κ»ί ή
κυριαρχία τοΰ άνθρώπου πάνω στή φύση. Καί έτσι ή έλευθε·
ρία τοΰ άτόμου, άπό τήν άποψη αύτή, γίνεται 8λο καί πιό λίγο
περιορισμένη, δλο καί περισσότερο πλατειά. Μά ξεπηδάει έ­
νας καινούργιος περιορισμός. Στίς πολιτισμένες κοινωνίες,
ή άνθρώπινη έλευθερία περιορίζεται άπό τίς κοινωνικές πε­
ριστάσεις καί ιδιαίτερα άπό τήν καταπίεση τής μιας τάξης
πάνω στήν άλλη. Έ τσ ι, δσο ή έλευθερία, πού έχει σχέση μέ
τήν κυριαρχία τοΰ άνθρώπου πάνω στή φύση, αύξάνει, τόσο
περιορίζεται άπό τήν ταξική καταπίεση. Αύτό σημαίνει, δτι
οΐ άνθρωποι εκμεταλλεύονται καί βασανίζονται, καί ταυτό­
χρονα δέν μποροΰν νά χρησιμοποιήσουν τίς εύκαιρίες πού

τούς παρέχει ή γνώση καί ή δύναμη πού ύπάρχει μέσα
στήν κοινωνία.
Ά ν cl άνθρωποι πρέπει νά είναι ελεύθεροι., τότε δέν θά
πρέπει νά νοιώθουν καμμιά καταπίεση ή περιορισμό στίς
οίκονομιχές, ή σ’ δποιεσδήποτε άλλες τους, δραστηριότητες
5) νά έξαναγκάζονται νά δουλεύουν, νά ενεργούν καί' νά
σκέφτονται άντίθετα άπό τά συμφέροντά τους, σέ βάρος
τών βασικών τους άπαιτήσεων, άπό έξωτερική "ίεση καί
πρός ίφελος τών άλλων. Καί δέν θά πρέπει νά χάνουν τήν
εύκαιρία χρησιμοποίησης δλων τών δυνατοτήτων πού τούς
παρέχει ή κοινωνία γιά Ικανοποίηση τών άπαιτήσεών τους·
Οί τέτοιες συνθήκες εϊναι άρνηση της ελευθερίας τοϋ άτό­
μου. Τό δτι κυριάρχησαν στήν κοινωνία όφείλονται στή
διαίρεση της κοινωνίας σέ έκμεταλλεύτριες καί εκμεταλ­
λευόμενες τάξεις.
Οί μεταφυσικοί φιλόσοφοι έχουν διαχωρίσει, μέ πολλή
προσοχή, τό πρόβλημα της λεγομένης ελευθερίας της θέλη­
σης, άπό τό πρόβλημα τής οίκονομικής καί πολιτικής έλευθερίας· καί αύτός δ χωρισμός τούς βοήθησε νά δημιουργή­
σουν αυταπάτες στό λαό γύρω άπ’ αύτό τό θέμα. Στήν
πραγματικότητα αύτό τό θέμα δέν χωρίζεται, άλλά εϊναι
δύο βψεις ένός καί τοϋ αύτοϋ ζητήματος: τής πάλης τών άν­
θρώπων γιά έλευθερία. Σέ μιά κοινωνία, στήν οποία μιά
τάξη έκμεταλλεύεται τήν άλλη, τό κύριο μέρος της πάλης
γιά έλευθερία, είναι ή πάλη νά γκρεμίσουν τίς ύπάρχουσες
μορφές έκμετάλλευσης καί καταπίεσης. Καί μόνο σ’ αύτή
τήν πάλη οί άνθρωποι ένεργοΰν έλεύθερα, έλευθερώνουν
τούς έαυτούς τους καί πλαταίνου* τά δρια της άνθρώπινης
έλευθερίας. Έ νας παθητικός δοϋλος εϊναι άπλώς δοΰλος.
Άλλά ένας έξεγερμένος δοϋλος ένεργεΐ σάν έλεύθερος άν­
θρωπος, έστω κι’ άν φοράει άκόμα τίς άλυσσίδες του. Μέ
τόν τρόπο αύτό οί άνθρωποι εϊναι πιονιέροι τής άνθρώπινης
έλευθερίας.
Ά π ’ αύτό βγαίνει δτι σέ μιά ταξική κοινωνία, ή έλευ-

270
θερία καί ή κατάχτησή της έχουν ταξικό υπόβαθρο. Καί ή
έννοια τής αντίληψης τής έλευθερίας έχει, γ ι’ αύτό τό λό­
γο, ταξική σημασία. Κατά πρώτο λόγο ή έλευθερία πού
κερδίζεται καί πραγματοποιείται σ’ ένα στάδιο, καθώς έπίσης καί ή έλλειψη τής έλευθερίας, είναι πάντα ή έλευθερία
ή ή έλλειψη τής έλευθερίας μιας καθορισμένης τάξης. Κατά
δεύτερο λόγο ή έλευθερία ή ή έλλειψη τής έλευθερίας μιάς
καθορισμένης τάξης διαφέρει κατά συγκεκριμένο τρόπο
άπό τήν έλευθερία ή τήν έλλειψη έλευθερίας μιας άλλης
τάξης. Κατά συνέπεια οί διάφορες τάξεις έχουν καί διαφο­
ρετικές Ιδέες γιά τό τί είναι ή έλευθερία.
' Η άνθρώπινη έλευθερία προωθείται σταθερά μέ τήν τα­
ξική πάλη· καί οί διάφορες τάξεις, παλεύοντας νά πραγματο­
ποιήσουν τούς δικούς τους σκοπούς καί νά γίνουν έλεύθερες
νά συνεχίσουν τούς σκοπούς τους αύτούς, προωθούν τήν
έλευθερία τών λαών γενικά άπό τό ένα στάδιο στό άλλο.
Κάθε στάδιο πραγματοποιείται σάν άποτέλεσμα τής πάλης
ένάντια τούς περιορισμούς τής έλευθερίας, πού βάζει ένα
καθορισμένο σύστημα ταξικής διακυβέρνησης καί σέ συνέ­
χεια δημιουργεί τούς δικούς της περιορισμούς της έλευθερίας.
Έ τ σ ι π.χ. τό φεουδαρχικό σύστημα καί ή δουλοπαροι­
κία τέλειωσαν σάν άποτέλεσμα της πάλης πού έκαμε ή
άστική τάξη ένάντια στούς φεουδαρχικούς περιορισμούς.
Αύτή ή πάλη ήταν Ινα βήμα πρός τά μπρός στήν άνθρώ­
πινη έλευθερία. Έφερε μαζί της καινούριες μορφές έκμετάλλευσης καί καταπίεσης, άλλά ταυτόχρονα έφερε καί και­
νούρια πρόοδο, τήν άπόκτηση εύρύτερων πολιτικών δικαιω­
μάτων καί έλευθεριών, καινούριες καί πιό δυνατές Οργανώ­
σεις, προώθηση τής γνώσης καί τοΰ πολιτισμού. Ταυτόχρο­
να, στήν πρακτική αύτό σημαίνει διαφορετικά πράγματα γιά
τίς δυό κύριες τάζεις τή; καπιταλιστικής κοινωνίας. Ή
καπιταλιστική τάξη ένδιαφέραται νά κρατήσει τήν κυριαρ­
χία της καί νά αύξήβη τά κέρδη της. Ά π ό τήν άλλη πλευ­

271
ρά ή έργατική τάξη άγωνίζεται νά άπαλλαγεϊ άπό τήν κα­
πιταλιστική κυριαρχία, καί καπιταλιστική έκμετάλλευση καί
χρησιμοποιεί τήν έλευθερία, πού έχει κιόλας κερδίσει, μέ
σκοπό νά κατακτήσει εναν ανώτερο βαθμό έλευθερίας.
Παρόμοια καί οί περιορισμοί τής έλευθερίας δημιουρ­
γούν διαφορετική πείρα στίς διάφορες τάξεις. Κάθε σύστη­
μα έκμετάλλευσης έπιβάλλει καί καθορισμένες μορφές κ α ­
ταπίεσης καί καταναγκασμού στούς έκμεταλλευόμενους. Καί
ή έργατική τάξη σήμερα π.χ. έχει πικρή πείρα αύτών τών
μορφών. Ταυτόχρονα κάθε κυρίαρχη τάξη, πού πιστεύει
πώς έχει πραγματοποιήσει τή δική της έλευθερία μέ τήν
έκμετάλλευση τών άλλων, βρίσκει πρακτικά δτι ή έλευθε­
ρία τη; είναι σέ μεγάλο βαθμό άπατηλή. 'Η άστική τάξη
λ.χ. βρήκε πώ ; έχει ύποταχθεϊ καί ή ίδια στούς νόμους
τού ίδιου της τοϋ συστήματος καί πρέπει άδιάκοπα νά συγ­
κεντρώνει κεφάλαιο, νά συναγωνίζεται τούς άλλους καί νά
παλεύει άτέλειωτα ένάντια στούς άλλους.
Μιά φτωχή οικογένεια σήμερα, πού προβληματίζετα1
ποϋ πρέπει νά άσκήσει τήν έλεύθερη θέληση της γιά νά
πληρώσει τό νοίκι ή γιά νά άγοράσει λίγα τρόφιμα, νομί­
ζει ίτ ι ό πλούσιο; καπιταλιστή; είναι πολύ πιό έλεύθερος
άπ’ αύτή. Δέν μπορεϊ νά καταλάβει ίτ ι ό σημερινός άνθρω­
πος γενικά είναι υποταγμένος στήν έπιχείρησή του, δέχε­
ται τήν πίεσή της, τις αναστατώσεις της καί τΙς στενοχώ­
ριες της. Ά ν θά μπορούσε κάποιος άπό ανθρωπισμό νά τόν
απαλλάξει άπό αύτές τίς φροντίδες, νά τοϋ πάρει τήν έπ»χείρηση καί νά τοϋ δώσει τήν έλευθερία μιας τίμιας δου­
λειάς, θά τού ίκανε μεγάλο καλό. Τά μέλη τών διαφόρων
έκμεταλλευτριών τάξεων, πολλές φορές, πιστεύουν δτι τά
πλούτη καί ή δύναμη μπορούν νά τούς δώσουν τήν πλήρη
έλευθερία. Μά άκόμα καί οί φιλόσοφοι τών έκμεταλλευ
τριών τάξεων έδειξαν, καλυμμένα βέβαια άλλ’ άρκετά άληθι^α, δ4ι τά πλούτη καί ή δύναμη υποτάσσουν τούς κατό­
χους τί>υς, &πως αύτοί υποτάσσουν τούς άλλους.

272
ΑΠΟ

ΤΗ Ν

Ε Λ Λ Ε ΙΨ Η

ΤΗΣ

Ε

Λ Ε Υ Θ Ε Ρ ΙΑ Σ Σ Τ Η Ν Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ ΙΑ

*Η πάλη γιά τήν έλευθερία σημαίνει, κατά βάση, πάλη
τοϋ άνθρώπου γιά νά γίνει Ικανός νά Ικανοποιεί τίς άπαιτήσεις του, υλικές καί πολιτιστικές. Γιά τήν πάλη αύτή
άπαιτεΐται γνώση αύτών τών άπαιτήσεων καί τοΰ τρόπου
πού θά τις ικανοποιήσει. Επίσης άπαιτεΐται ή δύναμη μέ
τήν δποία θά πραγματοποιήσει αύτή τήν ικανοποίηση.
"Οταν στή σοσιαλιστική κοινωνία οι άνθρωποι, πού Ιχουν
κι’ δλας έπεκτείνει τήν κυριαρχία τους πάνω στή φύση,
βάζουν τις κοινωνικές τους δργανώσεις ύπό τόν συνειδητό
τους έλεγχο μέ τή δύναμη της κοινωνικής ιδιοκτησίας τών
μέσων παραγωγής, πραγματοποιοΰν ένα άποφασιστικό βή­
μα πρός τά μπρόο στήν πραγματοποίηση της άνθρώπινης
έλευθερίας. Στή σοσιαλιστική κοινωνία, βπου δέν υπάρχει
έκμετάλλευση άνθρώπου άπό άνθρωπο καί βπου τά μέσα
παραγωγής είναι κοινή ιδιοκτησία καί χρησιμοπιοοΰνται
γιά τήν ικανοποίηση τών άπαιτήσεων βλων τών άτόμων, ol
άνθρωποι άρχίζουν νά παλεύουν λιγό*τερο γιά τήν έλευθε­
ρία άπό δ,τι νά τήν άπολαμβάνουν καί νά μαθαίνουν πως
θά άναπτύξουν τήν άσκησή της πέρα γιά πέρα. Καί δταν
στήν κομμουνιστική καινωνία οί άνθρωποι τελικά θά άποβάλουν δλα τά ίχνη της ύποταγής τοϋ άνθρώπου στά μέσα
παραγωγής καί στά προϊόντα, τότε θά έχουν φτάσει στόν
άνώτερο βαθμό έλευθερίας πού μποροΰν νά φανταστούν. Τό­
τε, δπως λέει ό "Ενγκελς, «γιά πρώτη φορά δ άνθρωπος,
κατά κάποια έννοια, Θά ξεκόψει όριστικά άπό τά άλλα ζώα
καί Θά άναδυθεΐ άπό τίς άπλές συνθήκες ύπαρξης τών ζώων
στίς πραγματικά άνθρώπινες... Είναι ή άνοδος τοΰ άνθρώ­
που άπό τό βασίλειο της άναγκαιότητας στό βασίλειο της
έλευθερίας». (Ουτοπικός καί έπιστημοψιχός σοσιαλισμός,
κεφ. 3).
Μποροΰμε νά λέμε, δτι ol άνθρωποι βγήκαν άπό τίς

273
συνθήκες ύπαρξης τών ζώων, άλλά άρχισαν νά δημιουργούν
τίς συνθήκες της ελευθερίας, δταν πρωτάρχισαν τήν κοινω­
νική παραγωγή—δηλαδή δταν άρχισαν νά χρησιμοποιούν
έργαλεϊα καί δργανα γιά νά άλλάξουν τά πράγματα, σύμφω­
να μέ τούς άντικειμενικούς νόμους της φύσης, μέ τή συ­
νειδητή πρόθεση νά πραγματοποιήσουν τις δικές τους άπαιτήσεις.
Στήν παραγωγή οί άνθρωποι έρχονται μεταξύ τους σέ
σχέσεις, τις παραγωγικές σχέσεις. Καί μέσα στήν πορεία
τών αιώνων πάλης γιά νά Ικανοποιήσουν τίς δλο καί αύξανόμενε; άπαιτήσεις τους, προωθούν συνεχώς τις γνώσεις
τους καί, κατά συνέπεια, τόν έλεγχό τους, πάνω στίς ύποθέσεις τους καί τήν έξωτερική φύση. Ή πάλη αύτή προω­
θείται μέ μιά σειρά σταθμούς, πού στόν καθένα οι Ανθρω­
ποι άλλαξαν τις παραγωγικές τους σχέσεις γιά νά Αντιστοι­
χούν μέ τήν άνάπτυξη τών παραγωγικών τους δυνάμεων
καί στόν καθένα τους οί διάφορες τάξεις πλάτ:.ιναν τήν Ι­
δια τους τήν σφαίρα έλεύθερης δραστηριότητας μέ άντιστάθισμα τις καινούργιες μορφές κυριαρχίας τής μιας τάξης
πάνω στήν άλλη καί τίς καινούργιες μορφές υποταγής στούε
άντικειμενικούς νόμους της ϊδιας τους της κοινωνικής όργάνωσης. "Οταν ή ταξική πάλη τών έκμεταλλευομένων τά­
ξεων γιά τή χειραφέτησή τους, θά χειραφετήσει τελικά καί
όλόκληρη τήν κοινωνία άπό κάθε έκμετάλλευση καί καταπί­
εση θά δημιουργήσει συνθήκες στίς όποιες οί άνθρωποι θά
βάλουν κάτω άπό τό συνειδητό τους έλεγχο τίς κοινωνικές
τους όργανώσεις καί θά τις κάνουν ύπόθεση δική τους.
Τότε έπίσης ή διαδικασία έργασίας μέ τήν όποία οί
άνθρωποι άρχισαν τήν πορεία πρός τήν έλευθερία, άλλά
πού έγινε μία διαδικασία ύποδούλωσης, θά γίνει τό συνει­
δητό μέσο μέ τό όποΐο θά πραγματοποιήσουν τήν Ικανοποί­
ηση δλων τών Αναγκών τους. Καί μέ τόν περιορισμό τών
ωρών έργασίας ό καθένας θά γίνει Ικανός έλεύθερα νά άναπτύσει καί νά άπολαμβάνει δλες του τις ικανότητες.
18

274
Μέ τόν τρόπο αύτό καί μέσα σέ μιά πορεία, πού όλόκληρη διέπεται άπό νόμους χαΐ πού καθορίζεται σέ κάθε
της βήμα άπό τή λειτουργία τών άντικειμενικών νόμων,
οί άνθρωποι σιγά - σιγά άναδύονται άπό τήν κατάστασι της
έλλειψης ελευθερίας, ίταν 6,τι έκαναν καθορίζονταν βχι άπό
τη συνειδητή τους θέληση άλλά άπό τις περιστάσεις, καί
σιγά - σιγά κέρδιζαν τήν έλευθερία, φτάνοντας τέλος σέ μιά
κατάσταση όπότε άτομικά καί συλλογικά θά μπορέσουν
συνειδητά νά καθορίζουν τήν τύχη τους πάνω στή βάση
της γνώσης τών άναγκών τους καί τοϋ συνειδητοΰ τους έλέγχου πάνω στίς συνθήκες πού θά ίκανοποιοΰν τις άπαιτήσεις τους.
ΗΘΙΚΗ

Οί σταθμοί έξέλιζης πρός τήν έλευθερία είναι άμεσα
δεμένοι μέ τήν έξέλιξη τής ήθικής. Καί πραγματικά ή ά­
νάπτυξη της ήθικής είναι μιά πλευρά ή μιά βψη της έξέλιξης τής έλευθερίας καί τά διάφορα στάδια έξέλιξης τών
ηθικών Ιδεών είναι ταυτόχρονα καί στάδια έξέλιξης πρός
τήν άνθρώπινη έλευθερία.
Πολλοί φιλόσοφοι πού άσχολοϋνται μέ τήν ήθική τονί­
ζουν, βτι ή ήθική είναι έκφραση της έλευθερίας καί βτι ή
ήθική ζωή έχει νόημα μόνο στό μέτρο πού οί άνθρωποι
ένεργοϋν έλεύθερα. Καί άσφαλώς άν βλες μας ol πράξεις
καθορίζονταν άπλά, άπό έξωτερικές αιτίες, τότε δέν ύπηρχε
λόγος νά τίς λέμε όρθές1ή άδικες ή νά λέμε βτι έχουμε ύποχρέωση νά κάνουμε αύτό τό πραγμα καί βχι έκεΐνο, άφοΰ
δέν θά μπορούσαμε νά κάνουμε τό αντίθετο. Στό σημείο
αύτό οί φιλόσοφοι έχουν δίκιο, θ ά πρέπει βμως, νά κά­
νουμε τήν παρατήρηση βτι ή έλευθερία είναι κάτι πού Ανα­
πτύσσεται κοινωνικά πάνω στή βάση της δραστηριότητας
τών καθορισμένων τάξεων καί βτι τό ίδιο Ισχύει καί γιά
τήν ήθική.

275
*Η άνθρώπινη ήθική δέν είναι έκφραση κάποιου αΙώνιου
ήθικοΰ νόμου πού θεσπίστηκε άπό τούς ούρανούς καί άποκαλύφτηκε στούς άνθρώπους, οΰτε είναι κάτι, δπως φαντά­
ζονταν δ Κάντ, έκφραση μιας προστακτικής κατηγορίας πού
είναι σύμφυτη μέ τήν άνθρώπινη θέληση. Είναι ένα φυσικό
προϊόν τής κοινωνικής όργάνωσης τοϋ άνθρώπου, άφοϋ ol
άνθρωποι ζοΰν μέσα στήν κοινωνία, άναπτύσσουν ύποχρεωτικά ίναν ήθικό κώδικα γιά νά ρυθμίζουν τίς άμοιβαϊες σχέ­
σεις καί δραστηριότητές τους μέσα στήν κοινωνία. Σέ σχέ­
ση μέ τά άτομα παίρνει τή φαινομενικότητα, βτι έπιβάλλεται έξωτερικά άπό μιά ήθική δύναμη, άκριβώς χάρη στόν
ρυθμιστικό κοινωνικό της χαρακτήρα. Παίρνει τόν ειδικό χα­
ρακτήρα μιας «ήθικής» δύναμης : δέν είναι τής έκλογής μας
νά ένεργοϋμε όρθά, άλλά «όφείλουμε» νά ένεργοΰμε έτσι.
Ή ήθική άποτελεϊται άπό μερικές άρχές συμπεριφοράς
καί λέει βτι μερικά πράγματα πρέπει νά γίνονται καί μερι­
κά άλλα νά μή γίνονται, άνεξάρτητα άν τά άτομα θέλουν ή
βχι νά τά κάνουν ή άν πραγματικά τα κάνουν ή βχι. Τό
σύνολο τών ήθικών έννοιών βπως «καλός», «κακός», «δ φί­
λος» κλπ. καταχωροΰνται στή γενική ήθική, πού δέν έξαρτάται άπό τις είδικές έπιθυμίες, τις παρορμήσεις καί τίς
πράξεις τών άτόμων. Καί αύτοί οί κανόνες καταγράφονται
καί πρέπει άναγκαστικά νά καταγραφοΰν, άκριβώς γιατί τό
άπαιτεΐ ή κοινωνική άναγκαιότητα ρύθμισης τής άτομιχής
συμπεριφοράς.
’Ασφαλώς είναι σωστό νά ύπάρχουν τέτοιες άρχές καί
νά τηρούνται. Γενικά μιλώντας, κάθε κοινωνία άναπτύσσει
διάφορες μορφές διδασκαλίας καί πειθοϋζ τών άνθρώπων
νά κάνουν έκεϊνο πού πρέπει, καθορίζοντας έπαίνους ή μομ­
φές, άνταμοιβές ή τιμωρίες—τιμωρίες βμως, πού κατά κύριο
λόγο έπιφυλάσσονται στίς πράξεις πού στρέφονται ένάντια
στήν άσφάλεια τής ζωής ή τής Ιδιοκτησίας. Στις κοινωνίες
βμως, πού υπάρχει ταξικός άνταγωνισμός καί βπου ol άν­
θρωποι κερδίζουν δ ένας σέ βάρος τοϋ άλλου καί συναγωνί­

276
ζονται μεταξύ τους, ένα μεγάλο μέρος τών ηθικών άρχών
παίρνει τή μορφή τοϋ κηρύγματος πού γίνεται γιά τούς
άλλους, άλλά πού οί ίδιοι προσπαθούν νά τά άποφύγουν.
Ή ήθική έδώ είναι αχώριστη άπ’ τήν ύποκρισία. Τελικά,
βταν οΐ ήθικές άρχές, βχι μόνο άποφεύγονται άλλά καί άμφισβητοϋνται ή άγνοοϋνται τελείως καί βταν οΐ διάφορες
αύτές άρχές άδυνατίζουν καί ταλαντεύονται, είναι ένα ση­
μάδι βτι τό κοινωνικό σύστημα γκρεμίζεται καί αλλάζει·
Τό σύνολο της κοινωνικής έπικοινωνίας καθορίζεται κα^
βασίζεται πάνω στίς παραγωγικές σχέσεις τής κοινωνίας*
Καί έτσι ή ήθική σάν ρυθμιστής της κοινωνικής έπικοινωνίας, σέ κάθε κοινωνία, είναι τό προϊόν τών παραγωγικών
σχέσεων. ΤΙς άντανακλα καί άλλάζει μαζί μ’ αύτές' καί κά­
θε κοινωνική τάξη άνα^τύσσει τίς δικές της ήθικές ίδέες
πού άντιστοιχοΰν στίς Ιδιαίτερες ταξικές της θέσεις,
«ΟΙ άνθρωποι συνειδητά ή άσυνείδητα παράγουν τΙς
ήθικές τους ίδέες άπό τίς πρακτικές τους σχέσεις, στίς
όποιες είναι βασισμένη ή ταξική τους θέση», έγραφε ό
■Ένγκελς, «άπό τΙς οικονομικές σχέσεις μέ βάση τΙς όποιες
γίνεται ή παραγωγή καί ή άνταλλαγή... "Ολες οΐ προηγού­
μενες ήθικές θεωρίες, σέ τελευταία άνάλυση, είναι προϊόν­
τα τοΰ οίκονομικοϋ έπιπέδου, στό όποιο έχει φτάσει ή κοι­
νωνία στή συγκεκριμένη αύτή έποχή». (’Αντι-Ντνριγχ, μέ­
ρος I κεφ. 9).
Άφοϋ είναι έτσι, είναι φυσικό οΐ ήθικές ίδέες νά δια­
φέρουν κατά πολύ άνάμεσα στά διάφορα κοινωνικά συστή­
ματα καί στίς διάφορες τάξεις. Ταυτόχρονα, θά πρέπει νά
βροϋμε, καί πράγματι βρίσκουμε, βτι ύπάρχουν όπωσδήποτε πολλά κοινά μεταξύ τους. Γιατί τά διάφορα κοινωνι­
κά συστήματα καί οί τάξεις άντιπροσωπεύουν» διάφορα
στάδια τής ίδιας Ιστορικής έξέλιξης καί κατά συνέπεια
έχουν ?να κοινό ιστορικό ύπόβαθρο καί μόνο γιά τό λόγο
αύτό έχουν άναγκαστικά πολλά κοινά σημεία. Καί άκόμα
πάρα πέρα. Σέ παρόμοια ή σέ κατά προσέγγιση παρόμοια

277
στάδια οικονομικής άνάπτυξης, οί ήθικές θεωρίες πρέπει
άναγκαστικά, περισσότερο ή λιγότερο, νά μοιάζουν». Λ.χ.
«άπό τή στιγμή πού ή άτομική Ιδιοκτησία άναπτύσσεται
στά κινητά άντικείμενα σέ όλες τις κοινωνίες πού ύπάρχει
αύτή ή Ιδιοκτησία θά πρέπει νά ύπάρχει κι* αύτός ό κοι­
νός ήθικός νόμος : Ού κλέψης». (Ένγκελς, ' Α ντι- Ντνριγκ
μέρος I κεφ. 9).
Ή ήθική μιας κοινωνικής ομάδας είναι ή Ικφραση τής
συγκεκριμένης φύσης τής έλευθερίας της καί τών άντιλήψεών της γιά τήν έλευθερία—πού έχει τή βάση της στή
θέση πού κατέχει στήν κοινωνική παραγωγή καί στίς σχέ­
σεις της μέ τά μέσα παραγωγής. "Οσο μιά όμάδα θά πα­
ραμένει κάτω άπ’ τήν έπιρροή μιας άλλης όμάδας, θά δέχε­
ται καί τΙς ήθικές ίδέες αύτής τής όμάδας—συχνά σέ βά­
ρος της καί πρός όφελος τής άλλης, άφοΰ έξακολουθεΐ νά
δέχεται τήν υποταγή της. Μά στό μέτρο πού θά άποκτήσει
συνείδηση καί θά άρχίσει νά παλεύει γιά τούς δικούς της
σκοπούς, στό μέτρο πού θ’ άρχίσει νά παίζει ένεργητικό
καί βχι άπλώς παθητικό ρόλο στή διαδικασία της κοινωνι­
κής άλλαγής, άρχίζει νά προβάλλει τή δική της έλευθερία,
άναπτύσσει καί τή δική της ήθική.
Γιατί ή έλευθερία έχει άμεση σχέση μέ τήν ήθική ;
Γιατί ή έλευθερία στήν πράξη είναι τό άκριβώς άντίθετο
τής παρόρμησης καί τής εξωτερικής παρώθησης. Ό σ ο οί
άνθρωποι ένεργοΰν ένστικτώδικα μέ βάση τήν έξωτερική
παρώθηση, είναι άκριβώς τό αντίθετο τοΰ έλεύθερου. Είναι
περιορισμένοι άπό τό τυχαίο ή τίς έξωτερικές αιτίες. 01
άνθρωποι ένεργοΰν έλεύθερα όταν οί ίδιοι, έσκεμένα καί μέ*
γνώση, καθορίζουν τήν πορεία τής πράξης τους, άφοΰ στήν
πραγματοποίηση καί στήν άσκηση τής έλευθερίας τους οί
άνθρωποι δημιουργούν τίς άρχές τής πράξης πού άποτελοϋν
καί τις ήθικές τους ίδέες. Έ τ σ ι ή ήθική τους άντιστοιχεΐ
στούς όρους καί στούς σκοπούς τής πάλης τους πού καθο­
ρίζεται άπό τίς πραγματικές συνθήκες τής ύλικής ζωής.

278
Ταυτόχρονα δημιουργούν θεσμούς καί κοινωνικές άρχές πού,
άπ’ αύτή τήν άποψη, χρησιμεύουν σάν έξωτερικές δυνάμεις
καί σάν άρχές ύπεράσπισης τής ήθικής, κ ιΐ τ3ΰ είδους καί
τοϋ βαθμοϋ τήί έλευθερίας στήν πράξη, πού έχουν πετύχει ή
πού προσπαθοΰν νά πετύχουν.
Ή σύγχρονη έργατική τάξη π.χ. Εχει δημιουργήσει καί
δημιουργεί τή δική της ήθική, πού παίρνει Ιδιαίτερη ϊκφραση σέ θεσμούς, ίπω ς οι όργανώσεις τοϋ έργατικοϋ κι­
νήματος καί τό Κομμουνιστικό Κόμμα - μιά ήθική άμοιβαιότητας καί άλληλοβοήθειας πού βάζει τήν κοινή πάλη
πρίν άπό τήν Ιδιαίτερη πάλη καί τά άτομικά συμφέροντα.
Ή άστική ήθική διαφέρει άπ’ αύτή κατά πολλούς τρόπους.
Σέ πολλούς έργαζόμενους, πού μένουν κάτω άπό τήν έπιρροή τής άστικής ήθικής - ή καί κάτω άπό τήν έλλειψη ήθι­
κής πού ύπάρχει σήμερα στήν άστική τάξη,—σημαίνει βτι
παραμένουν σχετικά παθητικοί δοϋλοι τοϋ καπιταλιστικού
συστήματος, παρ’ δλο πού πιστεύουν καί βεβαιώνουν 6τι
Εχουν άνεξαρτησία σκέψης καί συμπεριφοράς.
Έ τ σ ι, άν ένας έργάτης πιέζεται νά πάρει μέρος σέ μιά
πάλη τοϋ σωματείου του καί άπαντάει ίτ ι δέν θά πάρει
μέρος, έπειδή ίλοι θά τόν προσέχουν, αύτό σημαίνει ί τ ι
βρίσκεται κάτω άπό τήν έπιρροή τής άτομικιστικής άστι­
κής ήθικής, τήν όποία έχει δεχθεί άπό τήν καπιταλιστική
προπαγάνδα. Αύτό επίσης σημαίνει, ίτ ι δέν έχει μάθει
άκόμα νά κυττάζει τά συμφέροντά του, γιατί ή ίδέα πού
έχουν άναπτύξει οί καπιταλιστές ίτ ι ό καθένας πρέπει νά
κυττάζει τή δουλίτσα του, εϊναι άντίθετη άπό τά συμφέ­
ροντα άλληλοβοήθειας τών έργαζομένων.
Στήν ταξική κοινωνία ή ήθική ήταν καί είναι πάντοτε
άναγκαστικά ταξική. ’Εκφράζει άκριβώς τίς άπαιτήσεις,
τήν κοινωνική συνείδηση, καί τά μέτρα καί τό εϊδος τής
έλευθερίας τών διαφόρων τάξεων* καί ίταν μιά τάξη γκρε­
μίζεται, ή ήθική της φεύγει μαζί της καί παραχωρεί τή θέ­
ση της σέ μιάν άλλη ήθική. Μποροϋμε νά ποϋμε, ίτ ι ή

279
ήθική εϊναι άνώτερη, βταν υπηρετεί τήν πρόοδο της κοινω­
νίας σ’ ίναν πάρα πέρα βαθμό άνάπτυξης τής ύλικης προό­
δου καί της κοινωνίας. Τά δυό αύτά πράγματα είναι άχώριστα, άφοϋ ή πάλη γιά τήν 8λο καί περισσότερη έλευθερία
τών άνθρώπων πραγματοποιεί καί τήν ύλική τους πρόοδο.
Παλεύοντας γιά τήν ύλική πρόοδο πραγματοποιούν καί με­
γαλύτερη έλευθερία. Ό πληρέστερος τρόπος ζωής, εϊναι ό
στόχος κάθε έλεύθερης καί ένεργητικής ζωής, καί αύτό
μόνο παρέχει τά άντικειμενικά κριτήρια γιά νά κρίνουμε
άν ή ήθική είναι άνώτερη.
Σήμερα, καμμιά ήθική δέν είναι άνώτερη άπό τήν ήθι
κή τής έργατικής τάξης. ’Εάν έκεΐνοι, πού μέμφονται τήν
παρακμή τής ήθικής στήν καπιταλιστική κοινωνία, θέλουν
νά βρουν παραδείγματα ήθικών άρχών, θά πρέπει νά τά
άναζητήσουν έκεϊ. Μά δέν τό κάνουν, έπειδή ντρέπονται
καί φοβούνται.
« Ή ήθική μας εϊναι ύποταγμένη στά συμφέροντα τ.'ς
ταξικής πάλης τοϋ προλεταριάτου. *Η ήθική μας πηγάζει
άπό τό συμφέρον τής ταξικής πάλης τοΰ προλεταριάτου»,
έγραφε ό Λένιν. «... ήθική εϊναι ί,τ ι ύπηρετεΐ τήν κατα­
στροφή τής παλιας έκμεταλλευτικής κοινωνίας καί ένώνει
ίλους τούς μοχθοΰντες γύρω άπό τό προλεταριάτο, πού otκοδομεΐ μιά καινούρια κομμουνιστική κοινωνία. Κομμουνι­
στική ήθική είναι ή ήθική πού ύπηρετεΐ τήν πάλη πού ένώνει τούς μοχθοΰντες...». ( Τά καθήκοντα τών Οργανώσεων
τών νέων).
"Οταν ό ταξικός άνταγωνισμός θά καταργηθεΐ στή σο­
σιαλιστική καί στήν κομμουνιστική κοινωνία, τότε ή ήθική
γίνεται άνθρώπινη καί 6χι ταξική ήθική.
«Μιά πού ή κοινωνία κινείται, μέ τόν ταξικό ανταγω­
νισμό, ή ήθική εϊναι πάντα ταξική ήθική», έγραφε ό
Ένγκελς. «Είτε δικαιώνει τήν κυριαρχία καί τά συμφέ­
ροντα τών κυρίαρχων τάξεων, είτε στό μέτρο πού οι καταπιεζόμενές τάξεις άποκτάνε άρκετή δύναμη, άντιπροσω-

280
πεύει τήν έξέγερση ένάντια στήν κυριαρχία καί τά μελλον­
τικά συμφέροντα τών καταπιεζομένων. Αύτό συνολικά ση­
μαίνει μιά πρόοδ^ στήν ήθική... καί γι’ αύτό κανένας δέν
μπορεΐ νά έχει άμφιβολία. Μά δέν ξεπεράσαμε άκόμα τήν
ταξική ήθική. Μιά πραγματική άνθρώπινη ήθική, πού θά
σβύσει τόν ταξικό άνταγωνισμό καί δλα τά συνεπακόλουθά
του στή σκέψη, γίνεται δυνατή μόνο στό βαθμό πού ή κοι­
νωνία δχι μόνο θά άπόβαλε τόν ταξικό άνταγωνισμό, άλλά
καί θά τόν άπάλειφε άπό τήν πρακτική ζωή». (’Αντι-Ν τνριγκ μέρος I κεφ. 9).
Μιά τέτοια ήθική έκφράζει τΙς άρχές τής έλεύθερης
δράσης σέ «μιά συνεργασία βπου ή έλεύθερη έξέλιξη τοϋ
καθενός είναι βρος γιά τήν έλεύθερη έξέλιξη' ίλών», (Μάρξ
καί ‘Ένγκελς, Μανιφέστο τοϋ Κομμουνιστικού Κόμματος,
Κεφ. 2). Καί ή ήθική αύτή προέρχεται άπό τή γνώση τών
άνθρώπινων άπαιτήσεων καί τοΰ τρόπου τής ικανοποίησής
τους. Μέσα στίς συνθήκες, ίπου οί άνθρωποι έσκεμμένα
καί συνειδητά άσκοΰν έλεγχο πάνω στά μέσα ικανοποίησης
τών άπαιτήσεων τους, είναι ή έκφραση τής έλευθερίας τους
καί ή καθοδηγητική άρχή τής έλεύθερης δραστηριότητάς
τους. *Η ήθική τής πάλης γιά τήν Έλευθερία τής έργατικής τάξης, πού δέν άπορρίπτει άλλά ένσωματώνει ίλα τά
θετικά καί τά σταθερά τοΰ παρελθόντος σέ ένα σύνολο ήθι­
κής έξέλιξης τής άνθρωπότητας, προετοιμάζει τό δρόμο
καί βάζει τις βάσεις αυτής τής ήθικής.
Παρ’ ίλο πού ή άνθρώπινη ήθική δέν υπάρχει άκόμα,
μποροΰμε νά μαντέψουμε, κατά προσέγγιση, όρισμένα της
χαρακτηριστικά. Δέν είναι δογματική, άλλά έπιστημονική
καί αύτοκριτική. Δέν ένθαρρύνει τΙς αύτοδικίες καί τήν
ήθική έκκληση, άλλά είναι ήρεμη καί λογική. Γι* αύτό ή
άνήθικη συμπεριφορά εϊναι άπλώς άντικοινωνική συμπερι­
φορά, πού όφείλεται στήν άδυναμία καί στήν έλλειψη έκπαίδευσης καί άποβλέπει, ίχ ι στό νά τιμωρήσει, άλλά νά
άναμορφώσει καί νά έκπαιδεύσει. Εϊναι, άπ* ίλες τίς άπό-

281
ψέις, άνθρώπινη καί έκτιμάει περρισσότερο άπό βλα τήν
έλεύθερη άνάπτυξη χαΐ τήν ευτυχία τοϋ άτόμου.
Σά συμπέρασμα, νά ποϋμε βτι μποροϋμε νά άντιτάξουμε στή φιλοσοφία, πού διδάσκει βτι ή ήθική θεσπί­
στηκε στούς ούρανούς, τή φιλοσοφία πού σήμερα δέν
τήν συναντάμε στούς άστικούς κύκλους πού λέει βτι ή κρί­
ση μας, γιά τό καλό καί τό κακό, είναι άπλές έκφράσεις
συγκινησιακών στάσεων καί δέν έχουν βάση στήν πραγμα­
τικότητα. ’Εάν ol σοσιαλιστές έρωτηθοΰν, γιατί θεωροϋν
αύτό καλό καί κείνο κακό, δέν πρόκειται νά άρχίσουν κη­
ρύγματα οΰτε νά σηκώσουν τούς ώμους. *Η σοσιαλιστική
ήθική στηρίζεται στήν έκτίμηση τών πραγματικών συνθη­
κών καί τών πραγματικών άπαιτήσεων τής άντικειμενικής
έλευθερίας πού άγωνίζεται γιά τόν άνθρωπισμό.

Η Φ ΙΛ Ο Σ Ο Φ ΙΑ
Γ ΙΑ Τ Ο Υ Σ Σ Ο Σ Ι Α Λ ΙΣ Τ Έ Σ
Ι ΕΥΜΠΛΗΡϋΜ Α)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
I υπόθεση τοϋ σοσιαλισμού, δέν είναι πια μιά άπλή άφηρημένη άρχή δικαιοσύνης, οδτε ίνα ουτοπικό σχήμα γιά
μιά Ιδεατή κοινωνία. Ή υπόθεση τοϋ σοσιαλισμού μπορεΐ
νά έξεταστεΐ άντικειμενικά, μέ βάση τή σημερινή άνάπτυξη
της κοινωνίας καί μέ τό πως μποροΰμε καλύτερα νά προ·
σαρμοστοΰν οΐ όργανώσεις στίς σύγχρονες παραγωγικές μέ­
θοδες, γιά τήν πληρέστερη Ικανοποίηση τών άναγκών τοΰ
άνθρώπου.
Ή νίκη τοΰ σοσιαλισμοϋ καί ή οικοδόμησή του άπαιτοΰν έπιστημονική γνώση της κοινωνίας καί τών νόμων
έξέλιξής της. Ταυτόχρονα ή σοσιαλιστική οίκοδόμηση άπαιτεΐ τήν πάρα πέρα έπιστημονική γνώση τών φυσικών ύλι­
κών καί τών φυσικών δυνάμεων, καί τών νόμων τους, άπό
τά όποια έξαρταται όλόκληρη ή σύγχρονη βιομηχανία. Ε ί­
ναι άνάγκη νά κατανοήσουμε τούς νόμους, καί της φύσης
καί της κοινωνίας, γιά νά είμαστε σέ θέση νά σχεδιάσουμε
μέ πληρότητα τήν παραγωγή.
’Ασφαλώς οΐ διευθυντές τών καπιταλιστικών έπιχειρή
σεων θέλουν κι’ αυτοί τΙς έπιστημονικές γνώσεις, γιά νά
έξυπηρετήσουν καλύτερα τούς δικούς τους σκοπούς. Καί
γι’ αύτό έχουν κι’ ίλας κατακτήσει άρκετές έπιστημονικές
γνώσεις. Χρειάζονται π.χ. δυνάμεις γιά νά κινήσουν τίς μη­
χανές τους καί γι* αύτό πληρώνουν έπιστήμονες νά κάνουν
έρευνες, σχετικά μέ τό πώς θά παράγουν ήλεκτρενέργεια μ>

τό κάρβουνο καί τό νερό, μέ τήν πυρηνική καί τή θερμοπυ­
ρηνική ένέργεια. Ό τα ν βμως φτάνουν στά ζητήματα της
κοινωνίας, ol καπιταλιστές, [δέν είναι σέ θέση, οδτε μπο­
ρούν νά έφαρμόσουν τίς έπιστημονικές μέθοδες. Γιατί άν
θελήσουν νά προχωρήσουν τόσο βαθειά θ’ Αποδείξουν, ότι
τό καπιταλιστικό σύστημα εΖναι γεμάτο άντιφάσεις καί θά
δείξουν τόν τρόπο πού θά καταργηθεϊ.
Έπειδή 6 σοσιαλισμός σημαίνει σχεδιασμένη παραγωγή
γιά τήν Ικανοποίηση τών άνθρώπινων άναγκών, είναι πολύ
σημαντικό γιά τούς σοσιαλιστές, νά κατανοήσουν τήν κοι­
νωνική πρόοδο, 8πως καί τίς φυσικές διαδικασίες. Ό έπιστημονικός τρόπος άντίληψης, πού ό καπιταλισμός τόν περικλείνει σέ όρισμένα όρια μόνο, γιά τό σοσιαλισμό πρέπει
νά γίνει παγκόσμια ύπόθεση. Έ τ σ ι ή πάλη γιά τό σοσια­
λισμό καί τήν οικοδόμησή του, άπαιτεΐ τήν άνάπτυξη, βχι
μόνο τών ειδικών έπιστημών, άλλά καί μιας έπιστημονικής
φιλοσοφίας—δηλ. τήν έπεξεργασία καί τή γενική έφαρμογή ένός έπιστημονικοϋ τρόπου σκέψης.
Σ ’ αύτό τό μικρό δοκίμιο, δίνονται μερικές γενικές άπόψεις, γιά δυό τίς βασικές ίψεις της έπιστημονικής σκέψης :
τοϋ ύλισμοϋ καί της διαλεκτικής μεθόδου.
Μέ τή «διαλεκτική μέθοδο» έννοοϋμε τήν μέθοδο έρευ­
νας, πού ζητάει νά μελετήσει τά πράγματα στήν κίνησή
τους καί στήν άλλαγή τους καί στίς Αμοιβαίες σχέσεις
τους καί έπιδράσεις. Δέν εϊναι δυνατό νά βγάλουμε συμπε­
ράσματα γιά τά πράγματα, Αν δέν λάβουμε ύπ’ ίψη τίς άλ­
λαγές τους καί τήν άμοιβαία Αλληλεπίδραση τους μέ τ ’
άλλα πράγματα. Βασίζεται πάνω στήν άρχή βτι, έάν με­
λετήσουμε τά πράγματα άπλώς, σάν καθορισμένα σέ μιά
σταθερή κατάσταση χωρίς |νά μελετήσουμε τό πώς ίφτασαν σ’ αύτή τήν κατάσταση καί τό πώς θά φύγουν άπ’
αύτήν, έάν έξετάσουμε τά πράγματα αύτά καθαυτά καί
άνεξάρτητα άπό τ’ Αλλα πράγματα, είναι μιά χωρίς νόημα
άφαίρεση, πούθά μάς όδηγήσει θαυμάσια βέ Αστοχα συμ-

' 287
περάσματα. Ή τέτοια άφαίρεση λέγεται «μεταφυσική» dU
φαίρεση καί ή διαλεκτική είναι άκριβώς ή άντίθετη έννοια
της μεταφυσικής.
Μέ τόν ίρο «ύλισμός» δίνεται ή άποψη, πού γυρεύει νά
έξηγήσει τό κάθε τ( μέσα στόν ύλικό κόσμο, συμπεριλαμβα­
νομένων καί ίλών των φαινομένων της άνθρώπινης ζωής,
μέ βάση τόν Ιδιο τόν ύλικό κόσμο. ’Απ’ αύτή την άποψη
είναι άντίθετος πρός ίλες τίς άλλες θεωρίες, πού έξετάζουν
τόν ύλικό κόσμο σάν έξάρτημα τοϋ ίδεατοΰ, τής νόησης ή
τοΰ πνεύματος. 01 τέτοιες θεωρίες χαρακτηρίζονται Ιδεαλιστικές, καί έτσι ό υλισμός είναι άντίθετος τοΰ Ιδεαλισμοΰ.
Σ ’ άντίθεση μέ τόν Ιδεαλισμό, ό ύλισμός θεωρεί κάθε δια­
νοητικό ή πνευματικό φαινόμενο, προϊόν της κίνησης της
ίλης, έξάρτημα τών υλικών συνθηκών καί πιστεύει ίτ ι εί­
ναι άδόνατο νά ύπάρξει κάτι άνεξάρτητα άπό τήν ΰλη.
01 θεμελιωτές τοΰ έπιστημονικοΰ σοσιαλισμού, Μάρξ
καί Ένγκελς, έδωκαν στή φιλοσοφία τους τό ίνομα «Δια­
λεκτικός Υλισμός», έπειδή αύτό πού ύποστήριζαν ήταν μιά
ύλιστική άποψη όλόκληρου τοΰ κόσμου καί μιά γενική έφαρ­
μογή της διαλεκτικής μεθόδου. Έβαλαν τή θεωρία τοΰ σοσιαλισμοΰ σ’ έπιστημονική βάση, εφαρμόζοντας αύτή τή
φιλοσοφία στήν έρευνα τών νόμων κίνησης τής κοινωνίας.
Έ κ ε ϊ έδειξαν ίτ ι οί άνθρώπινες δραστηριότητες ξεπηδάνε
άπό τίς ύλικές συνθήκες άνθρώπινης ζωής καί οί άνθρώπι­
νες σκέψεις είναι άντανάκλασή τους. Έ τσ ι, δέν άφησαν χώ­
ρο γιά (δεαλιστικές σκέψεις καί μεταφυσικές άφαιρέσεις,
πού έξακολουθούσαν νά είναι ol άπασχολήσεις τών φιλο
σόφων τοϋ καπιταλισμού. "Εδειξαν ίτ ι ό έπιστημονικός σο­
σιαλισμός είναι άφίλιωτος μέ όποιαδήποτε μορφή Ιδεαλι­
σμού ή μεταφυσικής;
Μερικοί άναρωτιοΰνται γιατί Θά έπρεπε ένα σοσιαλιστι­
κό κόμμα ν* άσχολεΐται μέ τή φιλοσοφία. Είτε είχε είτε
δέν είχε φιλοσοφία Θά μποροΰσε νά κάνει τή δουλειά του·
Έ πειδή ίμ ω ς πρέπει νά κατανοήσει σωστά τή δουλειά τοο

καί ίλα ίσα προέρχονται άπ’ αύτή, τό κάθε σοσιαλιστικό
κόμμα χρειάζεται όπωσδήποτε μιά φιλοσοφία, τή δική του
έπιστημονική φιλοσοφία, πού είναι άντίθετη πρός τή φιλο­
σοφία τοΰ καπιταλισμού. Τό πόσο σοβαρά παίρνει τή φι­
λοσοφία καί τό πόσο σκληρά ίγωνίζεται νά διαεδώι καί
ν* άναπτύξει τή φιλοσοφία του, δείχνει τή μαχητικότητά
του καί τήν πολιτική του ώριμότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Μ · * ρεαλιστική καί έπιστημονική Θεωρία ξεκινάει άπό
τήν άναγνώριση, βτι ό κόσμος είναι μιά σκηνή συνεχούς άμοιβαΐας άλληλοεπίδρασης καί άλλαγών, βπου τό κάθε τί
έπιδράει στ’ άλλα πράγματα καί ύφίσταται άλλαγές. Καί
γι* αύτό, γιά νά καταλάβουμε ένα όποιοδήποτε πράγμα, θά
πρέπει νά τό συλλάβουμε στίς άμοιβαΐες σχέσεις του καί
άλλαγές του. Μποροΰμε λοιπόν, κατά πρώτο λόγο, νά δια­
τυπώσουμε ορισμένες γενικές άρχές ή κανόνες, πού θά μας
όδηγήσουν στήν κατανόηση τών πραγμάτων μέσα στίς άμοιβαΐες τους σχέσεις καί άλλαγές ; 01 τέτοιοι κανόνες θά
πρέπει νά όνομαστοΰν «άρχές της διαλεκτικής» . Θά πρέπει
λοιπόν, νά μάθουμε νά τούς χρησιμοποιούμε, νά τούς έφαρμόζουμε δηλαδή στή λύση όρισμένων προβλημάτων πού μάς
ένδιαφέρουν.
Τ Α Π ΡΑ Γ Μ Α Τ Α Κ Α Ι 0 1 Α Λ Λ Α ΓΕ Σ Τ Ο Υ Σ

'Οτιδήποττ καί νά κάνουμε θά βρεθοϋμ* μπερδεμένοι
μέ τά πράγματα καί τΙς διαδικασίες τους.
"Ας πάρουμε ένα πολύ άπλό παράδειγμα : έγινε μιά συ­
νάντηση καί κάποιος κάνει έκθεση τών βσων έγιναν. Πώς ά­
κριβώς θά τό περιγράφει; «ΤΗσαν παρόντες ό ΣμΙΘ, ό Τζών
19

290
καί ό Μπρόουν. Καθόσανε στίς καρέκλες, γύρω άπό ένα τρα­
πέζι, καί συζητούσαν τι θά κάμουν». Σ ’ αύτή τήν περιγραφή
άναφερόμαστε τόσο στά πράγματα βσο καί στίς διαδικασίες.
Ό Σμίθ, ό Τζών, ό Μπρόουν, το τραπέζι καί ol καρέκλες εί­
ναι τά «πράγματα» καί τό δτι καθόσανε καί συζητοΰσαν εί­
ναι οί διαδικασίες. Μπορεϊ νά ειπωθεί, δτι οί δυό βασικές
κατηγορίες σκέψης χρησιμοποιούνται σ’ αύτή τήν περιγρα­
φή : Καί μποροϋμε νά ποΰμε, δτι όποιαδήποτε περίπτωση
κι άν περιγράψουμε, θά πέσουμε πάντα στό ϊδιο περίπου
λογικό σχήμα. "Οταν άναφερόμαστε σέ κάποια περίπτωση^
σέ κάποιο σύνολο γεγονότων, θά πρέπει ν’ άναφέρουμε τά
πράγματα πού βρίσκονταν έκεΐ καί τίς διαδικασίες πού έ­
λαβαν χώρα.
'Η άρχή της διαλεκτικής είναι νά καταλάβουμε, βτι τά
πράγματα καί οί διαδικασίες τους συνδέονται άναγκαστικά
μεταξύ τους.
Εϊναι πολύ εύκολο νά δοϋμε τις διαδικασίες πού άναπτύσσονται μέσα στά πράγματα. Ά ν θελήσει κανένας νά
περιγράψει κάποια διαδικασία, θά πρέπει ν’ άναφερθεϊ ο­
πωσδήποτε στά πράγματα. Λ. χ. μιά συζήτηση, εϊναι συ­
ζήτηση άνάμεσα σ’ άνθρώπους. Μιά διαδικασία καύσης, εϊναι διαδικασία καύσης όρισμένων ύλικών κλπ. Ά ν θέλετε
νά κάμετε περιγραφή μιας διαδικασίας, π. χ. τοϋ φυσίματος
τοϋ άέρα, Οά πρέπει νά πείτε βτι ή διαδικασία αύτή εϊναι
κίνηση τών μορίων τοϋ άέρα. Έπίσης ή ήλεκτρική διαδικα­
σία άπαιτεΐ τήν κίνηση τών ήλεκτρονίων.
Αύτό θά μας όδηγήσει στό συμπέρασμα, βτι τά «πράγ­
ματα» εϊναι «περισσότερο βασικά», παρά «οί διαδικασίες»,
έπειδή δταν μιλάμε γιά διαδικασίες, μιλάμε άπλώς γιά κά­
τι πού συμβαίνει στά πράγματα. Κι’ αύτό πράγματι εϊναι
ένα συμπέρασμα πού τό έχουν βγάλει πολλοί φιλόσοφοι,
βπως ό Μπέρτραντ Ράσσελ, βταν έγραφε βτι ό κόσμος
άποτελεΐται «άπό πράγματα μέ τις ίδιότητές τους καί τίς
σχέσεις τους». Μά τό συμπέρασμα αύτό δέν εϊναι σωστό,

291
έπειδή αφήνει Ιξω μιά άλλη πλευρά της εικόνας, τόν τρό­
πο πού τά ϊδια τά πράγματα συγκροτούν τις διαδικασίες
τονς.
Ά ς πάρουμε γιά παράδειγμα ένα πρόσωπο. 'Τπάρχουν
οί διαδικασίες ζωής πού διαπερνάνε τό σώμα : ή κυ­
κλοφορία τοϋ αίματος, ή πέψη, οί διάφορες νευρικές δια­
δικασίες και ή άσταμάτητη διαδικασία τοΰ μεταβολισμού.
Καί μέ βάση τίς συνθήκες πού ύπάρχουν, ύπάρχουν καί ot
άνάλογες διαδικασίες. Ά ν άλλάξουμε τις συνθήκες άλλά­
ζουν κι’ οί διαδικασίες. Ά ν οί συνθήκες άλλάζουν άρκετά,
τότε πεθαίνει καί παύει νά υπάρχει. Ά ν μπορέσει κανείς
νά δώσει μιά πλήρη περιγραφή δλων αύτών τών διαδικα­
σιών ζωής, συμπεριλαμβανομένων καί τών άμοιβαίων σχέ­
σεων καί έπιδράσεών τους, καθώς καί τ’ άποτελέσματά
τους στόν έξωτερικό κόσμο, τότε μόνο μπορουμί γά ποΰμε
δτι δόθηκε μιά πλήρης περιγραφή αύτοΰ τοΰ άτόμου. Τό
σώμα δέν μπορεΐ νάύπάρξει πέρα άπό τό σύνολο τών δια­
δικασιών, πού γίνονται μέσα του.
Οί ίδιες άπόψεις μποροΰν νά εφαρμοστούν καί γιά κά­
θε πραγμα. Δέν μπορεΐ νά υπάρξει τίποτα «τελικό» γύρω
άπό ένα πραγμα. Ή ύπαρξή του εϊναι μιά συνέχεια διαδι­
κασιών. "Οπως έλεγε ό "Ενγκελς, «ό κόσμος δέν μπορεΐ
νά κατανοηθεΐ σάν ένα πολύπλοκο, διαμορφωμένο μιά γιά
πάντα, σύνολο πραγμάτων, άλλά σάν ένα πολύπλοκο σύνο­
λο διαδικασιών, μέσα στό όποιο τά πράγματα πού φαινο­
μενικά φαίνονται σταθερά... δροΰν μέσα σέ μιά αδιάκοπη
πορεία άλλαγών, έμφανίσεων στή ζωή καί έξρφανίσεων».
(Λουδοβίκος Φόγιερμπαχ, κεφ. 4).
"Ενα μεγάλο μέρος τών έπιστημονικών εργασιών είναι
μιά προσπάθεια ν’ άνακαλυφτοΰν οί διαδικασίες πού συγ­
κροτούν τά διάφορα πράγματα. Στό μέτρο πού θά μπορέ­
σουμε ν’ άνακαλύψουμε πώς τά πράγματα μπαίνουν μέσα
στίς διαδικασίες, θά άνακαλύψουμε καί τίς ίδιότητές touc
καί τό τί θά μποροΰσε νά συμβεΐ σέ διαφορετικές περι­

292
στάσεις, πώς συμπεριφέρονται καί πώς άντιδροΰν καί άλ­
λάζουν,
’Επειδή άκριβώς τά πράγματα άποτελοϋν διαδικασίες,
δέν -'ύπάρχει άναλλοίωτο, άφθαρτο ή άπόλυτα σταθερό
πραγμα. "Ολα τά πράγματα γεννιούνται, άλλάζουν καί
έξαφανίζονται. Ή σταθερότητα είναι άπλώς ζήτημα βαθ­
μού. Σκεφτόμαστε, π.χ. ίτ ι ένα κερί πού καίγεται έχει
τόση αστάθεια καί ύλική άβεβαιότητα, πού δέν είναι δυνα­
τό νά τό κατατάξουμε στά στερεά. Λμώνει, έξαφανίζεται
γρήγορα, όπως καί πολλά άλλα πράγματα μποροΰν νά έξαφανισθοϋν τό ίδιο γρήγορα. Ά π ό τήν άλλη πλευρά ένα
τραπέζι, μιά καρέκλα ή ένα άνθρώπινο σώμα, είναι περισ­
σότερο σταθερά καί περισσότερο στερεό. Κι* δμως οι ποι­
ητές συγκρίνουν τή ζωή μέ μιά φλόγα κεριοΰ. Κι’ αύτό δέν
είναι μιά άπλή ποιητική μεταφορά, άλλά μιά σωστή φιλο­
σοφική θέση. Μιά φλόγα άποτελεϊ μιά κάποια διαδικασία.
Κάτι άνάλογο συμβαίνει καί μέ τό σώμα, δσο κι’ άν συγ­
κριτικά εϊναι σταθερό καί ουσιαστικό. Ή άλήθεια αύτή
έχει άνακαλυφθεΐ άπό τά πρώτα στάδια της ιστορίας της
φιλοσοφίας, δταν ό έλληνας φιλόσοφος 'Ηράκλειτος έγραφε
μέ γλαφυρότητα : « Ό κόσμος ΰπηρξε, ύπάρχει καί θά
ύπάρχει γιά πάντα, σά μιά αΙώνια φωτιά, πού άνάβει καί
σβήνει μέσα σ’ όρισμένα μέτρα».
"Ετσι, είτε ή άλλαγή εϊνα^ φανερή είτε βχι (καί πολλά
πράγματα είναι πολύ σταθερά προκειμένου γιά πρακτικούς
σκοπούς), ^ή ύπαρξη τών πραγμάτων είναι πάντα γεμάτη
άπό άλλαγές· εμφανίζονται καί ύφίστανται πάρα πολλές
άλλαγές καί τελικά ψαύουν νά ύπάρχουν. Αύτή ή αλήθεια
έπιβεβαιώνεται άδιάκοΛα άπό τήν έπιστήμη. Άλλοτε οί
άνθρωποι σκέφτονταν, 8τι ένώ 8λα στή γή παρακμάζουν,
ή ίδια ή γή καί ό ήλιος καί τ’ άστέρια εϊναι σταθερά κα>·
καθορισμένα. Ά λλά1ύστερα άπ’ 6σα έχουμε μάθει μέχρι
τώρα γιά τίς κοσμικές διαδικασίες, άποδείχνουν τό άντίθετο συμπέρασμα. Σήμερα είναι γνωστό, δπως εϊπαν καί φι­

λόσοφοι σάν τον 'Ηράκλειτο, καί ποιητές, σάν τόν Σαίξπηρ«... ό ίδιος δ μεγάλος κόσμος, ή γή καί δλα δσα ύπάρ­
χουν πάνω της θά έξαφανιστοΰν
Ιίαρόμοια καί οί έπιστήμονες κάποτε μιλούσαν γιά τά «βασικά μόρια», άπό τά
όποια άποτελεϊται δλο τό υλικό σύστημα, πού ήσαν αιώ ­
νια καί άφθαρτα. Σήμερα δμως, κι’ αύτά, έχει αποδειχτεί
δτι έμφανίζονται καί εξαφανίζονται σάν ολα τ’ άλλα.
’Απ’ αύτό βγαίνει δτι, δ,τι καί νά μελετήσουμε θά,
πρέπει νά βροϋμε πώς έμφανίστηκε, πώς άλλαξε καί πώς
Οά φτάσει σ’ ένα τέλος.
Ο Ι ΙΔ ΙΟ Τ Η Τ Ε Σ Τ Ω Ν Π ΡΑ Γ Μ Α Τ Ω Ν Ε ΙΝ Α Ι
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜ Α
ΤΩΝ
Δ ΙΑ Δ ΙΚ Α Σ ΙΩ Ν

’Απ’ δσα είπαμε, βγαίνει έπίσης δτι, θά πρέπει νά εί­
μαστε πολύ προσεχτικοί, δταν κάνουμε ταξινόμηση τών
πραγμάτων δηλ. 5ταν τά χωρίζουμε σέ διάφορα εϊδη καί
λέμε : αύτό τό είδος χαρακτηρίζεται άπ’ αύτές τίς ιδιότη­
τες καί έκεΐνο άπό κείνες, καί δτι αύτά τά πράγματα άνήκουν σ’ αύτό κι’ δχι στ’ άλλο είδος. Ή ταξινόμη>τη αύτή
μάς είναι συχνά ωφέλιμη, άλλά πολλές φορές μάς όδηγεΐ
καί σέ λαθεμένα συμπεράσματα, γιατί άπ’ τή στιγμή πού
τά πράγματα συγκροτοϋν διαδικασίες, μπορεϊ ,νά συμβεΐ,
καί συχνά συμβαίνει, πράγματα νά εμφανίζονται, καί νά
άλλάζουν κατά τρόπο πού νά μήν ισχύει αύτή ή αύστηρή
ταξινόμηση.
Λ.χ. συνήθιζαν νά λένε άλλοτε, δτι πριν νά δημιουργή­
σει τόν κόσμο ό Θεός, είχε στό νοϋ του τις έννοιες κάθε
είδους ζωντανοϋ πράγματος πού έπρόκειτο νά δημιουργή­
σει. Καί ύστερα τά έδημιούργησε τό καθένα κατά είδος,
άνάλογα μέ τήν άντίληψη του. Έ τ σ ι τά ζωντανά πράγμαήσαν ή ζώα ή φυτά. ’Ανάμεσα στά ζώα ξεχωρίζουν τά
θηλαστικά, πού γεννάνε ζωντανά τά μωρά τους καί τά
θηλάζουν, κι’ αύτό τά ξεχωρίζει άπό κείνα πού γεννάνε
αύγά κλπ. κλπ. ’Αλλά μιά τέτοια ταξινόμηση, παρ’ δλο

294
πού γενικά Ισχύει, δέν μπορεΐ νά έφαρμοστεΐ σέ κάθε πε­
ρίπτωση. 'Υπάρχουν μερικά σπάνια θηλαστικά πού γεννάνε
αύγά. Επίσης ύπάρχουν όργανισμοί πού αύτογονιμοποιοϋνται: φυτά καί ζώα κλπ. κλπ. Αύτό γίνεται γιατί τά
ζωντανά είδη δέν είναι καθορισμένα μιά γιά πάντα καί αι­
ώνια. Τά ζωντανά πράγματα είναι προϊόντα μιάς διαδικακασίας έξέλιξης καί, κατά συνέπεια, τά προϊόντα της δια­
δικασίας ζωής μπορούν καί νά διασπαστοΰν, δηλ. νά ξεφύγουν άπό ίνα σύστημα ταξινόμησης, πού έμεΐς προσπα­
θήσαμε νά έπιβάλουμε στή φύση.
Πολλά παραδείγματα μπορεΐ νά μάς φωτίσουν τήν άρ­
χή, δτι πρέπει νά μελετάμε τά πράγματα στήν κίνησή
τους καί στήν άλλαγή τους, προσέχοντας Ιδιαίτερα τή δι­
αδικασία, μέσ’ άπ’ τήν όποία έμφανίστηκαν, καί δχι έξετάζοντάς τα σάν κάτι σταθερό καί μιά γιά πάντα δοσμέ­
νο, πού άντιστοιχεΐ σέ άναλλοίωτα πρότυπα.
Τά διάφορα ύλικά π.χ. έχουν διάφορες Ιδιότητες. 01
ίδιότητές τους δμως, μπορεΐ νά τροποποιηθούν καί ν’ άλλάξουν άν γνωρίζουμε άρκετά γιά τίς φυσικές καί χημικές
διαδικασίες, άπό τις όποιες άποτελεΐται τό ύλικό τους καί
άπό τίς όποιες έξαρτώνται οί ίδιότητές τους. Σέ τέτοιες
άλλαγές μποροΰμε νά συμπεριλάβουμε, δχι μόνο τίς σχετι­
κά έπιφανειακές, δπως δταν βάφουμε τό άτσάλι πού ή
έλαστικότητά του καί ή σκληρότητά του έξαρτώνται άπό
τό βαθμό βαψίματος, άλλά καί τις βασικές, πού μποροΰν
νά χαρακτηριστούν σάν άλλαγές της «φύσης» τών πραγ­
μάτων, δπως τά ενεργά ραδιο-ΐσότοπα παοάγονται άπό μή
ραδιενεργά στοιχεία ή δταν ενα στοιχείο μεταμορφώνεται
σέ άλλο. Οί άνθρωποι, πολλές φορές, λένε πώς έχουν όρι*
σμένα άναλλοίωτα χαρακτηριστικά, πού έχουν δοθεί στήν
«άνθρώπινη φύση». ’Ακόμα ότι οί ικανότητες καί ό τρόπος
συμπεριφοράς τοΰ άνθρώπου είναι άναλλοίωτα σταθβροποι
η μένα. Είναι κοινή πλάνη τό νά θέλουμε νά βάλουμε ταμπέλλες στούς άνθρώπους καί ύστερα vi σκεφτόμαστε δτι

295
αύτές ol ταμπέλλες εϊναι αμετάβλητα δρια, μέσα στά όποια
πρέπει οί άνθρωποι νά βουλευτοΰν καί ν’ άναπτυχθοϋν. Π.χ.
πολλά παιδιά άγγλων δοκιμάζονται σέ διανοητικά τέστ
καί άποδείχνονται άνίκανα γιά άνώτερη έκπαίδευση* κι
δμως στην πορε(α άποδείχνονται έξαιρετικά έξυπνα καί
περνάνε στίς έξετάσεις του; στά πανεπιστήμια, μόνο καί
μόνο έπειδή ol καθηγητές κατάφεραν νά τους δημιουργή
σουν ένδιαφέρον στά μαθήματα τους. Στήν πολιτική τώρα,
τό νά βάλουμε μιά ταμπέλλα τοϋ «δεξιοϋ», τοΰ «μεταρρυθ­
μιστή», τοΰ «άριστεροΰ» κλπ. καί νά φανταζόμαστε δτι
αύτό καθορίζει καί τόν τρόπο άντίδρασης στίς διάφορες
περιστάσεις, σημαίνει πώς ξεχνάμε δτι, ό κάθε ένας άπ’
αυτούς τούς άνθρώπους δέχεται πολλές έπιδράσεις, πού
είναι Ικανές νά τοΰ άλλάξουν τή στάση του κατά διάφο­
ρους τρόπους. Έ νας καλός διαφωτιστής ή όργανωτής ποτέ
δέν βλέπει τούς άνθρώπους άναλλοίωτους. ’Αντίθετα ή δου­
λειά του εϊναι νά κατανοεί καί νά βοηθάει τή διαδικασία
άλλαγής σ’ αύτά τά πρόσωπα.
Αύτά καί πολλά άλλχ παραδείγματα δείχνουν δτι, οί
Ιδιότητες τών πραγμάτων εϊναι, ούσιαστικά, άποτελέσμα­
τα τών διαδικασιών, πού συγκροτοΰν αύτά τά πράγματα ή
μέσα στίς όποιες μπαίνουν κι’ αύτά. Παρόμοια, τά εϊδη
ή ol νότιοι τών πραγμάτων εϊναι άποτελέσματα διαδικασι­
ών, ol όποιες δημιουργοΰν αύτά τά είδη ή τούς τύπους.
Γιά νά κατανοήσουμε τά πράγματα καί τις ίδιότητές τους,
θά πρέπει νά τά συλλάβουμε σάν άποτελέσματα αύτών τών
διαδικασιών. Τότε μόνο μποροΰμε νά κατανοήσουμε τή
δυνατότητα της ποικιλίας καί τής άλλαγής.
Σέ πολλές περιπτώσεις οί σχετικές διαδικασίες εϊναι
τέτοιες πού τά πράγματα περνάνε άπό διάφορες φάσεις
άνάπτυξης. Αύτό Ισχύει π,χ. στούς ζωντανούς όργανισμούς.
Ε πίσης Ισχύει καί στήν κοινωνία. Στίς περιπτώσεις αύτές
εϊναι φανερό δτι γιά νά μάθουμε δσο τό δυνατό περισσότε­
ρα, γύρω άπό τίς φάσεις άνάπτυξης, μέσα άπό τίς όποιες

περνάνε τά πράγματα, γιά τό χαρακτήρα τους, γιά τό πώς
μπορούν καί τό πώς πράγματι νά άλλάζουν, έξαρταται άπό
τήν Ιδιαίτερη φάση στήν όποία έχουν φτάσει.
■Έτσι έχει παρατηρηθεί, βτι ol Ικανότητες τών άνθρώ­
πων καί 6 χαρακτήρας τους δέν είναι άναλλοίωτα. ’Ακόμα
περισσότερο γνωρίζουμε, βτι αύτά τά γνωρίσματα άλλά­
ζουν πιό εύκολα στούς νέους άπό ί,τ ι στούς μεγάλους. 01
Ρώσοι πειραματιστές, πού δούλεψαν γιά νά έπιφέρουν άλ­
λαγές στήν κληρονομικότητα τών φυτών, διαπίστωσαν βτι
ή έπιτυχία έξαρταται άπό τό πόσο θά κατανοήσει κανένα;
τις φάσεις άνάπτυξης τοϋ όργανισμοΰ τοϋ φυτοΰ καί έπιτυγχάνονται μέ τήν άνάλογη έπίδραση στό φυτό στή δο­
σμένη φάση.
Στήν κοινωνική ζωή θά πρέπει πάντα νά μελετάμε πώς
άναπτύσσεται ένας Ιδιαίτερος κοινωνικός όργανισμός. Ό
καπιταλισμός της Μ. Βρεταννίας π.χ,, μπήκε στήν μονο­
πωλιακή του φάση. Εκείνοι πού έπεξεργάζονται τή σο­
σιαλιστική πολιτική στή Μ. Βρεταννία πρέπει νά λαμβά­
νουν ύπ’ δψη τους τίς είδικές κοινωνικές σχέσεις καί τις
κοινωνικές διαδικασίες, πού έχουν προβάλλλει σ’ αύτή τή
φάση της άνάπτυξης τής Μ. Βρεταννίας. ’Αντίθετα στήν
Ιν δ ία είναι άνάγκη νά λάβουν ύπ’ 6ψη τους τήν ύπάρχου*
σα κοινωνική κατάσταση, δπως άναπτύχθηκε άπό τήν προ­
ηγούμενη άποικιακή έξάρτηση καί τήν πάλη γιά άνεξαρτησία. Έ κ εϊ 6 χαρακτήρας τοϋ καπιταλισμοϋ, οί κοινωνι­
κές σχέσεις καί οί κοινωνικές διαδικασίες, καθώς καί ol
δυνατότητες τών μελλοντικών άλλαγών καί έξελίξεων,
είναι τό ιδιαίτερο προϊόν αύτής της Ιδιαίτερης φάσης της
κοινωνικής άνάπτυξης.
01 Π Ε Ρ ΙΣ Τ Α Σ Ε ΙΣ ΔΗ Μ ΙΟ Υ ΡΓΟ Υ Ν Δ ΙΑ Φ Ο Ρ ΕΣ

Προχωρώντας πάρα πέρα βλέπουμε, δτι ol ιδιότητες
τών πραγμάτων, πού είναι άποτελέσματα τών διαδικασιών,
μέσα στίς όποιες διαμορφώνονται τά πράγματα, έχουν μια

297
άλλη πολύ σημαντική συνέπεια. Τά συμπεράσματά μας γιά
τά πράγματα, δπως οί ιδιότητες πού θά πρέπει νά έχουν,
τό πως μπορούμε νά περιμένουμε τήν άλλαγή, τί άποτελέ­
σματα μποροΰμε νά περιμένουμε ίταν ίσχύσουν άλλοι βροι,
θά πρέπει νά βασίζονται στό ίτ ι λαμβάνουμε ύπ’ δψη τό
σύνολο τών περιστάσεων, μέσα στίς όποιες γεννήθηκαν καί
ύπάρχουν αύτά τά πράγματα, γιατί ή διαδικασία, μέσα άπ’
τήν όποία διαμορφώνονται καί άπό τήν όποία έξαρτώνται
οΐ Ιδιότητες τών πραγμάτων, λειτουργοΰν διαφορετικά σέ
διαφορετικές συνθήκες. Έ τ σ ι δ,τι βρήκαμε ότι είναι αλη­
θινό γιά ένα πραγμα ή γιά μιά τάξη πραγμάτων, κάτω
άπό όρισμένες συνθήκες, μπορεΐ νά μήν είναι αληθινό σ’
άλλες συνθήκες.
Λ.χ. τά σώματα στήν έπιφάνεια τής γής συνήθως ύπάρ­
χουν μέσα σέ καθορισμένα πλαίσια θερμοκρασίας. ’Αλλά
σέ συνθήκες, άς ποΰμε, πολύ χαμηλής ή πολύ ψηλή; θερ­
μοκρασίας, λαμβάνουν χώρα άλλες διαδικασίες. ’Επίσης
είναι γνωστό, δτι σέ διάφορες περιστάσεις της ζωής τών
άνθρώπων έκδηλώνονται διάφορα χαρακτηριστικά. Έ τ σ ι άν
βάλουμε κάτω άπό συνθήκες μεγάλης πίεσης ή κινδύνου
πολλούς άνθρώπους, έκδηλώνονται χαρακτηριστικά (καλά
καί κακά) πού ποτέ δέν πίστεψαν ότι τά είχαν. Εϊναι λο­
γικό νά περιμένει κανένας, δτι στό σοσιαλισμό οί άνθρωποι
θ’ άρχίσουν νά χάνουν όρισμένες διανοητικές συνήθειες καί
τρόπους συμπεριφοράς πού δημιουργήθηκαν μέσα στίς συν­
θήκες τοΰ καπιταλισμού, καί ότι θά έμφανιστεΐ ένας «και­
νούριος άνθρωπος», γιατί, όπως άκριβώς σέ διαφορετικές
συνθήκες, οί διαδικασίες πού καθορίζουν τίς ιδιότητες καί
άντιδράσεις τών σωμάτων διαφέρουν, έτσι καί στίς διαφο­
ρετικές κοινωνικές συνθήκες οί διαδικασίες πού καθορίζουν
τό χαρακτήρα καί τή συμπεριφορά τών άνθρώπων διαφέ­
ρουν. Γι’ αύτό καί οί άνόητοι έκεΐνοι τοΰ έργατικοΰ κινή­
ματος πού ύποστηρίζουν δτι στό σοσιαλισμό δέν θά δείξουν
ένδιαφέρον οί έργάτες, θά έπρεπε νά σκεφτοΰν καλά, δτι

δταν ol έργαζόμενοι βρεθούν σέ συνθήκες, πού θά μποροΰν
ν’ άναπτύξουν τή δημιουργική τους πρωτοβουλία, θά άλλάξουν. *0 σοσιαλισμός μπορεΐ νά δημιουργηθεΐ μόνο μέ τή
δημιουργική αύτή πρωτοβουλία τών μαζών.
Γιά νά ύπάρχει πραγματικά ένα είδος πραγμάτων, άπαιτεΐ συνθήκες πού νά επιτρέπουν τήν έμφάνιση αύτοΰ ή
έκείνου τοϋ είδους. Π .χ. οί ζωντανοί όργανισμοί έμφανίζονται ίπου ή θερμοκρασία είναι τέτοια πού έπιτρέπει τίς πο­
λύπλοκες χημικές άντιδράσεις πού άποτελοΰν τή ζωή.
Γιά νά καταλάβουμε τή ζωή, θά πρέπει νά καταλάβουμε
ότι τά ζωντανά πράγματα άποτελοΰνται άπό διαδικασίες,
πού μπορεΐ νά λάβουν χώρα κάτω άπό ορισμένες συνθήκες.
Παρόμοια καί μιά σοσιαλιστική κοινωνία δέν μπορεΐ νά
έμφανιστεΐ κάτω άπό όποιεσδήποτε συνθήκες, άλλά κάτω
άπό συγκεκριμένες.
Μά οι συνθήκες πού άπαιτοΰνται γά τήν έμφάνιση ένός
πράγματος, γενικά δέν είναι τόσο περιορισμένες· γι’ αύτό
έπιτρέπουν τήν παρουσία μεγάλης ποικιλίας άπό κάθε εί­
δος. "Ετσι, 6πως είπαμε, οί Ιδιότητες τών πραγμάτων, ol
άντιδράσεις καί ό είδικός τρόπος έξέλιξης ποικίλουν άνάλογα μέ τήν ποικιλία αύτήν τών συνθηκών. 01 θεμελιωτές
τοΰ Μαρξισμοΰ έδειξαν μέ τόν τρόπο αύτό, πώς ό καπι­
ταλισμός δημιουργεί τίς κατάλληλες συνθήκες γιά τό σο­
σιαλισμό. Τά χαρακτηριστικά όμως, τοΰ σοσιαλιστικοΰ κρά­
τους πρέπει νά έξαρτώνται άπό τίς ειδικές Ιστορικές περι­
στάσεις. Καί ή πολιτική τους πρέπει νά προσαρμόζεται
σ’ αύτές τις περιστάσεις. Είναι έντελώς άπίθανο νά Καθο­
ρίσει κανένας τήν πολιτική' τών σοσιαλιστικών χωρών, πέ­
ρα άπό τις ειδικές συνθήκες, μέσα στίς όποιες λειτουργεί
τό σοσιαλιστικό κράτος, 6πως άκριβώς είναι άδύνατο και
στούς ήγήτες ένός τέτοιου σοσιαλιστικοΰ ^«ρά^ο^ς νά τό
όδηγήσουν σέ έπιτυχία, άν στηρίξουν τήν πολίτική του μό­
νο στίς «γενικές άρχές» τοΰ σοσιαλισμοΰ καί άν δέν λά­
βουν ύπ’ οψη τους τις ειδικές συνθήκες, μέσα στίς όποιες
δρ£ ή δοσμένη σοσιαλιστική χώρα.

0 1 Ι Δ ΙΟ Τ Η Τ Ε Σ Ε Ξ Α Ρ Τ Ω Ν Τ Α Ι Α Π Ο
Τ Ι Σ Σ Χ Ε Σ Ε ΙΣ Π Ο Υ Υ Π Α Ρ Χ Ο Υ Ν

"Οταν μιλάμε γιά τίς «ιδιότητες» ή τά «χαρακτηριστι­
κά» ένός πράγματος, θά πρέπει νά φέρουμε στή μνήμη
μας ότι αύτές ol Ιδιότητες ή τά χαρακτηριστικά, πάντοτε
έκφράζουν τις σχέσεις άνάμεσα στό πράγμα πού τίς «έχει»
καί στά άλλα πράγματα. Τό γεγονός δτι ένα πραγμα έχει
«ένα κάποιο χαρακτηριστικό ή Ιδιότητα» σημαίνει βτι λαμ­
βάνουν χώραν όρισμένες διαδικασίες καί άκόμα δτι αύτές
οί διαδικασίες, πού γίνονται σ' ένα εύρύτερο περιβάλλον,
είναι διαδικασίες άλληλοεπίδρασης μέ τά άλλα πράγματα.
Λόγου χάρη, τό χρώμα ένός πράγματος είναι άποτέλε­
σμα του τρόπου πού αντανακλά τό φώς (και πέφτει στά
μάτια τοϋ άνθρώπου προκαλώντας την αίσθηση τοϋ χρώ­
ματος). "Οταν λοιπόν, λέμε ίτ ι ένα πραγμα έχει ένα χρώ­
μα, άναφερόμαστε στή διαδικασία πού γίνεται ίταν αύτό
τό πραγμα έρχεται σέ σχέσεις μέ τίς πήγες τοϋ φωτός. Καί
γ ι’ αύτό άλλωστε, δπως είναι γνωστό, ό χρωματισμός τών
πραγμάτων διαφέρει άνάλογα μέ τό φωτισμό. Ή ιδιότητα
τοϋ βάρους, έπίσης, εκφράζει μιά σχέση, ένα άποτέλεσμα
τοϋ σώματος μέ άλλα σώματα. Καί άκόμα, ίπω ς είναι πιά
γνωστό, τό βάρος ένός σώματος ποικίλει, άνάλογα μέ το
έπίπεδο βαρύτητος στό όποιο βρίσκεται. Έ τ σ ι ένας άν­
θρωπος άν θά πάει στό φεγγάρι θά ζυγίζει λιγότερο άπ’
ί,τ ι στή γή και δέν θά έχει καθόλου βάρος στό διάστημα.
"Οταν ol φυσικοί καθορίζουν τή« μάζα» ένός σώματος,
διατυπώνουν ένα γενικό νόμο γιά τή σχέση αύτοϋ τοϋ σώ­
ματος μέ τά άλλα, πραγμα πού καθορίζει καί τό πώς θά
συμπεριφέρεται σέ άλλο περιβάλλον.
*Η ΐδια ή λέξη άλλωστε «ιδιότητα» έχει άπό τήν άρχή
της κοινωνική σημασία. Μιά ιδιότητα τοϋ άνθρώπου είναι
κάτι δικό του. Μέ τήν έννοια αύτή, μιλώντας γιά «ιδιότη­
τες» δέν άναφερόμαστε σέ έναν ξεχωριστό άνθρωπο πού

300
κατέχει αύτή τήν Ιδιότητα, άλλα στή σχέση του μέ τούς
άλλους άνθρώπους στήν κοινωνία. Τό βτι ένας Ιδιοκτήτης
γης π.χ. κατέχβι γη, σημαίνει βτι βρίσκεται σέ κάποιες
πολύπλοκες κοινωνικές σχέσεις μέ τούς άλλους άνθρώπους.
Ά ν αύτές οΐ κοινωνικές σχέσεις άλλάζουν—άν π.χ. έθνικοποιηθεΐ ή γη—τότε παύει νά είναι Ιδιοκτήτης γης. Τά ίσα
λέμε γι' αύτόν καί γιά τό άντικείμενο πού κατέχει, στήν
πραγματικότητα είναι μιά άναφορά στΙς σχέσεις του μέ
τούς άλλους άνθρώπους πού έξαρταται άπό τό σύνολο τών
διαδικασιών οί όποιες Ισχύουν μέσα στήν κοινωνία πού ζοϋν
Άφοϋ λοιπόν οΐ Ιδιότητες τών πραγμάτων είναι οΐ σχέ­
σεις του μέ τά άλλα πράγματα, καταλαβαίνουμε· πόσο λα­
θεμένες είναι οΐ άπόψες τά ξεχωριστά πράγματα, πού
είναι «αύτά πού είναι» καί πού κατέχουν όρισμένες ίνιότητες
άνεξάρτητα άπό τΙς σχέσεις του μέ τά άλλα. Αύτό Ισχύει
καί γιά τόν τρόπο πού σκεφτόμαστε, πολλές φορές, τά
πράγματα, ίταν τά άντικρύζουμε άφηρημένα καί άνεξάρτη­
τα, άπό τίς περιστάσεις - άπό τίς συνθήκες έμφάνισης,
καί έξηφάνισης άπό τις σχέσεεις τους καί τίς άμοιβαΐες
έ^ιδράσεις τους στά άλλα πράγμάτα. Ό τέτοιος τρόπος
σκέψης καί θεώρησης είναι «μεταφυσικός»· -Αντίθετα, δι­
αλεκτικά σημαίνει δτι πάντα θά πρέπει νά λαμβάνουμε ύπ’
δψη τις διαδικασίες πού συγκροτοϋν τά πράγματα καί τό
σύνολο τών περιστάσεων, μέσα στίς όποιες λαμβάνουν

Χώρα,
ΤΟ

Π ΡΟ Β Λ Η Μ Α Κ Α ΤΑ Ν Ο Η ΣΗ Σ

Π Ρ Α Γ Μ Α Τ Ο Σ Α Π ’ Ο Λ Ε Σ Τ ΙΣ

ΕΝΟΣ

Α Π Ο Ψ Ε ΙΣ

Γιά νά σχηματίσουμε μιά συνολική άντίληψη γιά τό πρα­
γμα, θά πρέπει νά λάβουμε ύπ* δψη τίς πολλές καί ποικί­
λες «πλευρές» καί «δψεις» πού παρουσιάζει ή ύπαρξή του.
Ή πραγματική φύση ένός πράγματος - ό γενικός τους
χαρακτήρας, οί ίδιότητές του, οί χαρακτηριστικές του άντι-

301
δράσεις - έξαρτώνται άπό τίς διαδιχοσίες, μέσα στίς όποιες
έμφανίζονται xocl άπό τις σχέσεις καί τίς περιστάσεις, μέ­
σα στίς όποιες λειτουργούν αύτές ol διαδικασίες. Γι’ αύτό
γιά νά κατανοήσοί'ΐιε Ινα πραγμα θά πρέπει νά βρούμε βσο
τό δυνατό περισσότι οα γιά τίς διαδικασίες καί |τίς σχέσεις
άπό τις όποιες έξαρτΰνται. Έ τ σ ι ένώ άρχίζουμε τήν κα­
τανόηση τοϋ πράγματος λαμβάνοντας ύπ’ βψη μόνον τά έξωτερικά γνωρίσματα πού πέφτουν άμεσα στήν άντίληψη
μας, θά χρειαστεί νά προωθήσουμε πιό βαθειά τήν Ερευνά
μας, γιά νά γνωρίσουμε τις διαδικασίες καί τίς σχέσεις πού
δημηουργοϋν τά έξωτερικά γνωρίσματα πού πέφτουν άμεσα
στήν άντίληψή μας.
Ύστερα άπ* αύτά, τό πρόβλημα θεώρησης ένός πρά­
γματος άπό βλες τίς άπόψεις, μάς παρουσιάζεται μέ δυό
σειρές σχετικών δψεων (τοΰ πράγματος), πού πρέπει νά συ­
σχετίζονται μαζί. Ά π ό τή μιά μεριά είναι τά γνωρίσματα
ένός πράγματος καί οί σχέσεις του μέ τά άλλα πράγματα,
πού πέφτουν άμεσα καί άπό πρώτη ματιά στήν άντίληψή
μας, μέ τά όποια ξεχωρίζει τό πραγμα άπό τά άλλα* καί
άπό τήν άλλη ύπάρχουν ol διαδικασίες πού συγκροτοϋν τό
πράγμα καί τό σύστημα τών άμοιβαΊων έπιδράσεων αύτών
τών διαδικασιών μέ τίς άλλες, τοϋ κόσμου πού τό περιβάλ­
λουν, άπό τίς όποιες έξαρτώνται τά χαρακτηριστικά της
πρώτης σειράς καί εκδηλώνονται.
Ά ς υποθέσουμε π.χ. βτι πηγαίνετε νά καλλιεργήσετε
καί νά σπείρετε Ενα χωράφι καί άκόμα 3ς ύποθέσουμε βτι
Εχετε στό δισάκι σας πολλά είδη σπόρων, πού διαφέρουν
άπό τό σχήμα, τό μέγεθος καί τό χρώμα. 'Ό ταν σπέρνει
κανένας τό χωράφι του βμως, πρέπει νά λαμβάνει ύπ’ βψη
καί τις διαφορές στις διαδιαδικασίες ζωής μέσα στούς σπό
ρους, άποτέλεσμα τών όποιων εΐ,ναι ό Ενας νά δώσει πρά­
σινα μπιζέλια, άς ποϋμε, ό άλλος μαρούλια κ.λ.π. Τό άπο­
τέλεσμα της σποράς λοιπόν, έξαρταται άπό τήν ικανότητά
μας νά συνδυάσουμε έκεΐνες τις πλευρές τών σπόρων, πού

302
μας πέφτουν άμεσα στήν άντίληψη, με τίς άλλες τίς «κρυμ­
μένες» ή τις βαθύτερές τους ίψε;ς άπό τις όποιες έξαρτών ■
ται οί πρώτες.
Πραγματικά σ' ίλη μας τήν πρακτική ζωή, συνεχώς
στό μυαλό μας πραγματοποιούνται τέτοιοι συσχετισμοί, των
διαφόρων ίψεων τών πραγμάτων καί μέ βάση τό συσχετι­
σμό αύτό ένεργοϋμε. Καί ή επιτυχία σχεδόν όλων οσων
κάνουμε, άπό τήν απλή εργασία σποράς ένός κήπου μέχρι
τήν οικοδόμηση τών σταθμών άτομικής ενεργεί ας καί τής
άποστολής πυραύλων στό διάστημα, έξαρταται απ’ αύτή τή
σειρά συλλογισμών.
Γενικά, ίσο πιό βαθειά μποροϋμε νά μποΰμε μέσα στά
μυστικά τών κρυμμένων διαδικασιών καί σχέσεων καί νά
τις συσχετίσουμε μέ τά έπιφανειακά γνωρίσματα τών πραγ­
μάτων, τόσο περισσότερο άναλυτική καί μέ περισσότερη α­
κρίβεια γίνεται ή δύναμη δράσης μας ah σχέση μ’ αύτά τά
πράγματα. Αύτή είναι ή άνάλυση καί ή σύνθεση, πού άπαιτεΐται καί πού ποτέ δέν έξαντλεΐται. Γιατί ίσο βαθύτερες
ίψεις τών πραγμάτων άποκαλυφτοΰν, μέ τή σειρά τους, αύ­
τές οί ΐδιες ol ίψεις θά μάς άποκαλύψουν περισσότερα και­
νούρια πράγματα, τά πράγματα εκείνα πού εκδηλώνονται
στίς νεοαποκαλυπτόμενες διαδικασίες. “Έ τσι ή ίδια έρευνα
μπορεϊ νά έπαναλαμβάνεται σέ ίλο καί βαθύτερα έπίπεδα.
Τό πόσο άναλυτικά καί βαθειά θά προχωρήσουμε στή
συσχέτιση τών διαφόρων ίψεων, έξαρταται άπό καθαρές
πρακτικές θεωρήσεις, άπό τούς πρακτικούς σκοπούς πού
άναζητοΰνται καί τά μέσα ανάλυσης πού έχουμε στή διά­
θεσή μας. Α.χ. γιά νά καλλιεργήσουμε έναν κήπο, δέν χρει­
άζεται νά φτάσουμε σέ λεπτομερειακή άνάλυση τών λεπτο­
μερειών ζωής τών σπόρων. Μά άν ό κηπουρός ένδιαφέρεται νά έλέγξει τήν παραγωγή τών διαφόρων φυτών, τότε
ίλο καί περισσότερο θά πρέπει νά μπαίνει στίς έσωτερικές
διαδικασίες γενετικής τών φυτών, προκειμένου νά πετύχει
κάτι καλύτερο. Καί άπό τό πόσο βαθειά θά φτάσει αύτή τήν

303
ίρευνα έξαρταται άπό την τεχνική πειραματική πού έχει στή
διάθεσή του. Λ.χ. δέν ήταν εύκολο νά Ανακαλύψει κανένας
τίποτα γύρω άπό τήν άνάπτυξη τοϋ κυττάρου τών φυτών,
άν δέν είχε στή διάθεσή του ένα μικροσκόπιο. “Ετσι μέχρι
πού νά έπινοηθεΐ τό μικροσκόπιο κανένας δέν μπορούσε νά
έχει γνώση γιά τΙς διαδικασίες ζωής τών κυττάρων.
Ή γενική άρχή ίτι, γιά νά κατανοήσουμε όρθότερα καί
πληρέστερα τά πράγματα, θά πρέπει τά κατανοήσουμε τό
συσχετισμό τών διαφόρων όψεων, έφαομόζεται σέ ποικίλες
περιπτώσεις. Έ δώ θά έξετάσουμε τρεις εφαρμογές πού έ ­
χουν Ιδιαίτερο ένδιαφέρον, καί συγκεκριμένα έκεΐνες πού
άφοροΰν τό συσχετισμό της φαινομενικότητας μέ τήν πραγ­
ματικότητα, της μορφής καί τής ουσίας καί των εξωτερι­
κών καί έσωτερικών αιτίων.
Φ Α ΙΝ Ο Μ Ε Ν ΙΚ Ο Τ Η Τ Α ΚΑΙ ΙΙΡ Α Γ .Μ Α Τ ΙΚ Ο ΪΊΙΤ Α

Κάθε πραγμα παρουσιάζεται μέ όρισμένα άποτελέσματα
πάνω στά άλλα πράγματα καί αναγνωρίζεται άπ’ αύτά τά
άποτελέσματα. Αύτά τά άποτελέσματα, άπό τά όποια άνα
γνωρίζεται τό πραγμα, λέγονται φαινομενιχότητά τον. Καί
γ ι’ αύτό θά πρέπει πάντα νά διακρίνουμε καί νά συσχετί­
ζουμε τή φαινομενικότητα καί τήν πραγματικότητα ένός
πράγματος. Δηλαδή τά χαρακτηριστικά πού έκδηλώνονται
άπέναντι στ’ άλλα πράγματα άπό τή μιά πλευρά καί στίς
διαδικασίες πού συγκροτούν τό πραγμα καί παρουσιάζουν
αύτά τ’ άποτελέσματα, άπό τήν άλλη.
Είναι άρκετά φανερό ότι ένα πραγμα, πού δέν παρουσι­
άζει άποτελέσματα πάνω σ’ άλλα πράγματα, δέν είναι δυ­
νατό νά γίνει γνωστό ή ν' άναγνωρισθεΐ. Καί πράγματι θά
ήταν παράλογο νά μιλάμε γιά ένα τέτοιο «πραγμα». Γι’
αύτό ή διάκριση καί ή σχέση άνάμεσα στήν φαινομενικό­
τητα καί στήν πραγματικότητα Ισχύει γιά βλα, χωρίς καμμιά έξαίρεση, τά πράγματα. Σέ τελευταία άνάλυση τά πράγ­

304
ματα πού μας είναι γνωστά γίνονται γνωστά μέ τ ’ άποτε­
λέσματα πού έχουν πάνω σέ μας, στις αισθήσεις μας. Τά
γνωρίζουμε μέ τή φαινομενικότητα τοϋ φωτός καί τοϋ χρώ­
ματος, της σκληρότητας ή τής μαλακότητας, τοϋ ήχου, της
γεύσης ή της βσφρησης.
Παλιότερα πίστευαν, ότι ή φαινομενικότητα είναι άπατηλή. Πρέπει νά κρίνουμε τά πράγματα, πρίν άπ’ βλα, άπό
τή φαινομενικότητα τους, δπως μας παρουσιάζονται. Μά άν
θέλουμε νά τά κατανοήσουμε πληρέστερα καί βχι νά έξα~
πατηθοϋμε άπό τή φαινομενικότητα, Θά πρέπει διαρκώς νά
βρίσκουμε τρόπους καί μέσα πού 'Θά μας όδηγήσουν στή
γνώση της πραγματικότητας, ή όποια γεννάει τή φαινομε­
νικότητα καί τό συσχετισμό άνάμεσα στά δυό.
Λ.χ. ή περιστροφή της γης γύρω άπό τόν ήλιο δίνει τή
φαινομενικότητα δτι ό ήλιος ταξιδεύει άσταμάτητα άπό τήν
ανατολή στή δύση, στόν ουρανό. Ή φαινομενικότητα αύτή
πρέπει νά ξεχωριστεϊ καί νά συσχετιστεί μέ τήν πραγμα­
τικότητα, δηλαδή μέ τήν πραγματική κίνηση της γης. Τό
Ιδιο συμβαίνει καί μέ τή διαδικασία της καπιταλιστικής πα­
ραγωγής, δπου ό έργάτης πουλάει τήν έργατική του δύνα­
μη καί παράγει ύπεραξία γιά τόν καπιταλιστή· καί τό φαι­
νόμενο αύτό παρουσιάζεται σάν προσφορά ύπηρεσιών πρός
τόν καπιταλιστή, γιά τήν όποια παίρνει ώς άνταμοιβή τό
μισθό του, πού κοθορίζεται άπό τήν προσφορά έργασίας*Η
φαινομενικότητα τής συναλλαγής άνάμεσα στούς δυό έταίρους τής παραγωγής, θά πρέπει νά ξεχωρίσει καί νά συσχετισθεΐ μέ τήν πραγματικότητα τής εκμετάλλευσης τοϋ έργάτη άπό τόν καπιταλιστή, άπό τό γεγονός βτι ό έργάτης
έξαναγκάζεται νά έργάζεται καί νά παράγει ύπεραξία στόν
καπιταλιστή, γιατί διαφορετικά Θά πεθάνει άπό τήν πείνα.
' Η άπατηλότητα τής φαινομενικότητας καί ή άνάγκη νά
προσπαθοΰμε πάντα νά τήν ξεχωρίζουμε καί νά τήν συσχε­
τίζουμε μέ τήν πραγματικότητα πού βρίσκεται κάτω άπ’
αυτήν, γίνεται άπό τή μιά μεριά μέ βάση τό βτι ή Ιδια ή

305
πραγματικότητα μπορεΐ νά δώσει διαφορετικές φαινομενι­
κότητες καί άπό τήν ίλλη παρόμοιες φαινομενικότητες μπο­
ρούν νά δημιουργηθοϋν άπό πολύ διαφορετικές πραγματι­
κότητες.
Είναι γνωστό βτι τό Ιδιο πράγμα παρουσιάζεται πολύ
διαφορετικό βταν άντικρύζεται άπό διαφορετικό πρίσμα. Κι’
αύτό γίνεται γιατί οί έκδηλώσεις του διαφέρουν άν άλογα μέ
τις περιστάσεις καί τή θέση στήν όποια λαμβάνει χώρα τό
γεγονός. Λ.χ. τό νερό στήν ίδια θερμοκρασία φαίνεται ζε­
στότερο ή πιό παγωμένο, άνάλογα μέ τήν κατάσταση τοϋ
χεριοΰ πού βυθίζεται σ’ αύτό. Τό ϊδιο γίνεται καί μέ τ ’ άποτίλέσματα πού έχουν τά άπομεινάρια τοΰ καπιταλισμού
δταν έμφανίζεται ό σοσιαλισμός, σάν έντελώς άντίθετο κα­
θεστώς άπό τόν καπιταλισμό. Στήν πραγματικότητα ή έκμετάλλευση άνθρώπου άπό άνθρωπο καταργεΐται καί δημιουργοϋνται οι συνθήκες γιά τήν Ικανοποίηση τών άναγκών
δλων. Καί ή προσωρινή καταπίεση μιάς μικρής μειοψηφίας
είναι άναγκαΐο μέτρο γιά νά μήν έπανέλθει ό καπιταλισμός.
'Α π’ τήν άλλη πλευρά, γιά νά έπαναλάβουμε ένα άπό τά
παραδείγματα πού άναφέραμε, ή φαινομενικότητα τής κίνη­
σης τοϋ ήλιου στόν ούρανό μοιάζει πολύ μέ τήν κίνηση έ­
νός σώματος, βπως τοΰ φεγγαριοΰ, πού κινείται πραγμα­
τικά γύρω άπό τή γή. Ό μ ω ς τό Αμεσο συμπέρασμα πού
μποροϋμε νά βγάλουμε άπό μιά τέτοια φαινομενικότητα,
δηλ. βτι ό ήλιος κινείται πραγματικά γύρω άπό τή γή, εϊναι
λαθεμένο. *Η φαινομενικότητα όφείλεται στήν κίνηση της
γης. ’Επίσης καί οί μισθοί τόσο στό καπιταλιστικό βσο καί
στό σοσιαλιαστικό σύστημα πληρώνονται γιά τήν έργασία.
Ή πληρωμή λοιπόν τών ήμερών έργασίας δίνει μιά φαινο­
μενικότητα· δηλ. βτι οί έργάτες πληρώνονται Ινα μισθό πού
ποικίλει άνάλογα μέ τήν κατάσταση καί τήν ικανότητά
τους. Ό μ ω ς, ή κοινωνική πραγματικότητα εϊναι διαφορε­
τική. Στή μιά περίπτωση ό μισθός πληρώνεται γιά τήν έργατική δύναμη καί στήν άλλη δέν πληρώνετα/ή έργατική
90

300
δύναμη άλλά ό έργαζόμενος παίρνει ένα μερίδιο άπ’ την
κοινωνική παραγωγή.
Τά παραδείγματα αύτά δείχνουν βτι, γιά νά έχουμε
μιά πληρέστερη κατανόηση τών πραγμάτων, εϊναι άνάγκη
νά κατανοήσουμε, στήν κάθε περίπτωση, τό συσχετισμό
της φαινομενικότητας με τήν πραγματικότητα.
Μ Ο ΡΦ Η ΚΑΙ Π Ε Ρ ΙΕ Χ Ο Μ Ε Ν Ο

Κάθε πραγμα άποτελεΐται άπό διαδικασίες ποΰ εϊναι
διαδικασίες τών πραγμάτων. Αύτές άποτελοϋν τις συστα­
τικές διαδικασίες, τά συστατικά μέρη, τά υλικά στοιχεία
τοϋ πράγματος μέ μιά λέξη τήν ουσία του, καί τό πράγ­
μα πέρα άπό τήν ούσία του, άποτελεΐται καί άπό έναν
κάποιο τρόπο όργάνωσης, έσωτερικών σχέσεων καί άμοιβαίας έπίδρασης τών στοιχείων πού τό άποτελοϋν. Καί αύ­
τό τό λέμε μορφή. Έ τ σ ι για νά καταλάβουμε ένα πραγμα
όρθά, θά πρέπει, κατά δεύτερο λόγο, νά ξεχωρίσουμε καί
νά συσχετίσουμε τή μορφή του μέ τό περιεχόμενό του. Ή
μορφή του έξαρταται άπό τόν ειδικό χαρακτήρα ποΰ παίρ­
νει τό περιεχόμενό του καί άπό τις ειδικές περιστάσεις ποΰ
γένησαν αύτό τό πραγμα.
Τό περιεχόμενο ένός πράγματος βρίσκεται ούσιαστικά
σέ κίνηση καί άλλχγή. "Οταν μιλάμε γιά τό περιεχόμενο
ένός πράγματος, άναφερόμαστε στίς διαδικασίες δράσης καί
άλληλοεπίδρασης πού συγκροτούν τό πράγμα. "Ετσι ή πα­
λιά άντίληψη, βτι τό περιεχόμενο είναι κάτι άναλλοίωτο καί
άμετάβλητο—Ινα είδος σταθερού υποστρώματος τών πραγ­
μάτων—εϊναι μιά τυπική μεταφυσική άντίληψη, πού δέν
ίχει καμμιά θέση στό διαλεκτικό τρόπο σκέψης, βπως δέν
έχει καμμιά θέση καί αύτό τό «περιεχόμενο» μέσα στόν
πραγματικό κόσμο. Τό ίδιο καί ή μορφή ούσιαστικά είναι
μορφή κίνησης.
Π.χ. ένα σώμα άποτελεΐται άπό μόρια. Οί διαδικα­

307
σίες τών μορίων άποτελοϋν τό περιεχόμενό του. *0 τρόπος
πού έπενεργοΰν μεταξύ τους τά μόρια καθορίζει τό άν αύτό
τό σώμα είναι σταθερό ή υγρό ή άέριο' δηλ. τή μορφή πού
παίρνει τό σώμα. "Ετσι τό σταθερό, τό ύγρό καί τό άέριο
είναι τρεις μορφές κίνησης, δηλαδή τρόποι άλληλοεπίδρασης στή διαδικασία τών μορίων. Κάθε είδος περιεχομένου
ύπάρχει μέ τή μιά ή τήν άλλη μορφή, άνάλογα μέ τις πε­
ριστάσεις καί εϊναι Ικανό νά άλλάζει άπό τή μιά μορφή
στήν άλλη. Επίσης μιά κοινωνία άποτελεϊται άπό τό σύνο­
λο τών άτόμων μαζύ μέ ίλες τις δραστηριότητές τους καί
άλληλοεπιδράσεις τους, πού άποτελοϋν τό περιεχόμενον της
κοινωνίας. Τό γεγονός δτι δλα αύτά τά άτομα μαζύ συγκροτοϋν μιά κοινωνία, σημαίνει βτι δλοι μαζύ έρχονται σέ
ποικιλία κοινωνικών σχέσεων καί δραστηριοτήτων Ιδιαίτε­
ρα στή κοινωνική παραγωγή, καί κάνοντας αύτό δημιουρ­
γούν τίς παραγωγικές σχέσεις. Σέ διαφορετικά στάδια έξέ­
λιξης της κοινωνικής παραγωγής, δημιουργοΰνται καί διαδιαφορετικές οικονομικές μορφέτ : πρωτόγονος κομμουνι­
σμός, δουλοκτησία, φεουδαρχισμός, καπιταλισμός, σοσια­
λισμός. Αύτές οί κοινωνικοοικονομικές μορφές στήν ούσία,
εϊναι μορφές κοινωνικής παραγωγής ή τρόποι παραγωγής,
δηλαδή μορφές διαδικασιών της κοινωνικής παραγωγής,
άπό τις όποιες συγκροτείται κάθε κοινωνία. ’Απ’ τήν άλλη
πλευρά ή μορφή μπορεΐ νά έμφανισθεΐ σάν ένας περιορισμός
στήν κίνηση τοΰ περιεχομένου καί μαζύ σάν μορφή άνά­
πτυξης τής κίνησης τοΰ περιεχομενου. Ό καπιταλιστικός
τρόπος παραγωγής, π.χ., είναι μία μορφή άνάπτυξης τής
κοινωνικής παραγωγής καί ταυτόχρονα καί σέ αύξανόμενο
βαθμό, δσο προχωράει ό καιρός επιβάλλει περιορισμούς στήν
ϊδιχ τήν κοινωνική παραγωγή.
Κρίνοντας μέ βάση τις φαινομενικότητες, οί μορφές τών
πραγμάτων, πάντοτε γίνονται άντιληπτές πριν άπό τό πε­
ριεχόμενο. Είναι εύκολο ν* αναγνωρίσουμε δτι ύπάρχουν
πράγματα μέ διαφορετικές μορφές. Άλλά τό νά βροΰμε

oDfe

ποιός είναι ό χαρακτήρας τοϋ περιεχομένου πού παίρνει
αύτή ή έκείνη τή μορφή, πώς έμφανίζεται ή μορφή μέσα
άπ* τις διαδικασίες πού διαμορφώνεται, καί πώς ή μορφή
έπηρεάζει τήν άνάπτυξη αύτών τών διαδικασιών, άπαιτεΐ
μιά πάρα πέρα ίρευνα. Γιατί γιά νά πετύχουμε μιά περισ­
σότερο συγκεκριμένη κατανόηση τών πραγμάτων στίς άλ­
λαγές τους καί στις άμοιβαΐες τους έπιδράσεις, εϊναι άναγ­
καΐο νά λάβουμε ύπ’ 8ψη μας τό συσχετισμό τών μορφών
καί τοϋ περιεχομένου.
Κι’ αύτό γίνεται ?λο κα> περισσότερο σημαντικό, γιατί
τό ΐδιο περιεχόμενο μπορεϊ πολλές φορές νά δώση διαφορε­
τικές μορφές ή ή ίδια ή καί παρόμοια μορφή μπορεϊ νά
παρουσιασθεΐ άπό διαφορετικά περιεχόμενα. "Ετσι, άν δέν
κατανοήσουμε αύτές τίς περιπτώσεις συσχετισμοΰ μορφής
καί περιεχομένου, θά όδηγηθοΰμε υποχρεωτικά, στήν πρα­
κτική, σέ λαθεμένα συμπεράσματα.
“Αν κάποιος έξετάσει π. χ. τίς διάφορες μορφές κρά­
τους θά πρέπει νά δεχθεί δτι 6λες οί μορφές αύτές είναι
μορφές τής διαδικασίας κυριαρχίας μιας κάποιας τάξης ή
μιας συμμαχίας τάξεων. Ή μορφή τοϋ κράτους εϊναι ή
μορφή μέ τήν όποία πραγματοποιείται αύτή ή κυριαρχία.
Ή κυριαρχία τής έργατικής τάξης καί τών συμμάχων της
διαφέρει ούσιαστικά άπό τήν κυριαρχία τής καπιταλιστικής
τάξης. ’Αλλά άνάλογα μέ τίς περιστάσεις πού θά έμφανισθεΐ τό κράτος, μέ τό όποιο ή έργατική τάξη θά άσκήσει
τήν έξουσία της, ποικίλει πολύ. Στή Ρωσία στά 1917 ξεπήδησε τό Σοβιετικό κράτος. Σέ άλλες χώρες βμως, δπου
ή έργατική τάξη πήρε τήν έξουσία, άναπτύχθηκαν διαφο­
ρετικές μορφές κράτους. Έπίσης στίς χώρ«ς τής κοιν<. ·λευτικής δημοκρατίας, δπως στή Μ.Β., δέν εϊναι ύποχρεωτικό μέ τήν έπικράτηση τοϋ σοσιαλισμού νά έξαφανιστοΰν
οί κοινοβουλευτικές μορφές κυβέρνησης. Στήν περίπτωση
αύτή ή κυριαρχία τής έργατικής τάξης μπορεϊ νά πραγμα­
τοποιηθεί μέ κοινοβουλευτικές μορφές, πού είχανε έγκαθι-

309
δρυθεΐ κατά τή διάρκεια τής κυριαρχίας της καπιταλιστι­
κής τάξης.
Καί στή φύση καί στήν κοινωνία ύπάρχει μιά συνέχεια
μορφής, ένώ τό περιεχόμενο άλλάζει ριζικά. Ά π ό τήν άλλη
πλευρά ύπάρχει μιά συνέχεια περιεχομένου κάτω άπό δια­
φορετικές μορφές. Στή μιά περίπτωση θά πρέπει νά κατα­
νοήσουμε πώς ένα πραγμα μέ τήν ίδια μορφή γίνεται δια­
φορετικό, έπειδή άλλάζει τό περιεχόμενό του, καί πώς αύτό
μέ τή σειρά του οδηγεί σέ μιά σειρά άλλαγές στή μορφή.
Αύτό π. χ. ισχύει στήν περίπτωση πού άναφέραμε προη­
γούμενα της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης της Μεγάλης
Βρεταννίας. Καί άπό τήν άλλη πλευρά θά πρέπ3ΐ νά κατα­
νοήσουμε τό πώς ένα πραγμα παραμένει ούσιαστικά τό ϊδιο,
ένώ άλλάζει ή μορφή του, καί πώς αύτό μέ τή σειρά του
δδηγεΐ σέ άλλαγές στόν τρόπο πού λειτουργεί τό πραγμα.
Τό γεγονός δτι ή οικονομία τής Νιγηρίας βρίσκεται ύπό
τόν έλεγχο τής Γιουνάϊτεντ Άφρικα Κόμπανυ δέν έχει άλλάξβι μέ τήν άλλαγή άπ’ τήν άποικιακή κυβέρνηση στήν
άνεξαρτησία μέσα στά πλαίσια της κοινοπολιτείας. Ή άλ­
λαγή αύτή μπορούσε νά γίνει εύκολότερα, έάν έκδίωκαν
έντελώς τήν Ιμπεριαλιστική κυριαρχία, ένώ τώρα ή κυριαρ­
χία αύτή μπορεΐ νά συνεχίσει τήν ύπαρξή, της μέ καινούρια
μορφή.
Τά παραδείγματα αύτά μάς δείχνουν πόσο σημαντικό
είναι νά προσέχουμε, δχι μόνο τή μορφή, άλλά καί τό πε­
ριεχόμενο καί τις σχέσεις μυ^φής καί περιεχομένου.
Ε Ξ Ω Τ Ε Ρ ΙΚ Ε Σ ΚΑΙ Ε Σ Ω Τ Ε Ρ ΙΚ Ε Σ Α ΙΤ ΙΕ Σ
Ό πραγματικός. χαρακτήρας ένός πράγματος σέ μιά
δοσμένη στιγμή καί οι άλλαγές πού περνάει, είναι τό άπο­
τέλεσμα ένός συνδυασμοϋ έξωτεριχών και έσωτερικών αί­
τιων. ’Από τή μιά μεριά ύπάρχουν τά άποτελέσματα τών
διαδικασιών πού συγκροτούν τά πράγματα* καί άπό τήν

310
άλλη ύπάρχουν τά άποτελέσματα άλλων διαδικασιών καί
άλλων πραγμάτων πού έπενεργοΰν πάνω σ’ αύτά. Γι’ αύτό
καί μιά όρθή κατανόηση τών πραγμάτων στίς άλλαγές τους
καί στις άμοιβαΐες τους σχέσεις άπαιτεΐ νά συσχετίσει κα­
νένας τις έξωτερικές καί έσωτερικές αιτίες.
"Ενα φυτό π.χ., άναπτύσσει τά Ιδιαιτέρά του χαρακτη­
ριστικά, σάν αποτέλεσμα τών διαδικασιών αλλαγής ύλικών
μέ τό περιβάλλον του, πού άποτελεΐ τό ειδικό τρόπο ζωής
του. Ταυτόχρονα ό χαρακτήρας τοΰ περιβάλλοντος καί τών
όσων συμβαίνουν σ’ αύτό επενεργεί στήν άνάπτυξή του.
Δέν θά μπορέσει κανένας νά καταλάβει τήν άνάπτυξη καί
τήν έξέλιξη τών όργανισμών, έξω άπό μιά τέτοια συσχέτιση έξωτερικών καί έσωτερικών αιτίων. Τό ίδιο ίσχύει καί
στήν έξέλιξη της κοινωνίας. Ή Ρωσική επανάσταση π.χ.
θά πρέπει νά εξηγηθεί σάν άποτέλεσμα της εσωτερικής έξέ­
λιξης τής ρωσικής κοινωνίας. Πραγματοποιήθηκε δμως σάν
άποτέλεσμα τών δσων συνέβαιναν, δταν ή Ρωσία μπήκε
στόν Α' παγκόσμιο πόλεμο. ’Επίσης, ή μετέπειτα άνάπτυ­
ξη τοΰ σοσιαλισμού στή Ρωσία διαρκώς τροποποιούνταν
άπό τήν άνάγκη άμυνας ενάντια στήν έξωτερική διείσδυση
καί έπίθεση.
Κρίνοντας μέ βάση τήν φαινομενικότητα, ή δράση τών
έξωτερικών αιτιών γίνεται άντιληπτή πριν άπό τή δράση
τών έσωτερικών αίτιων. Είναι πιό εύκολο νά άναγνωρίσει
κανένας ίτ ι ένα πραγμα ένεργεΐ πάνω σ’ ένα άλλο καί νά
καταγράψουμε τά άποτελέσματα αύτης της δράσης. ’Αλλά
άν θελήσουμε νά δοΰμε τίς έσωτερικές διαδικασίες τοϋ
πράγματος πού έπενεργοΰν στόν καθορισμό αύτης τους της
θέσης, άπαιτεΐ μιά πάρα πέρα έρευνα.
Οί έσωτερικές αιτίες υπάρχουν πάντα καί αύτό βάζει
όρια καί καθορίζει τίς δυνατότητες έξέλιξης ένός πράγμα­
τος. Τά μικρά πουλιά π.χ. βγαίνουν άπό τ’ αύγό καί αύτό
γίνεται σάν άποτέλεσμα τών έσωτερικών διαδικασιών τοΰ
ζύγοΰ. Τά κοτόπουλα γεννιούνται άπό τά αύγά τής κότας,

311
τά παπάκια άπό της πάπιας καί ή διαφορά τους όφείλεται
στίς έσωτερικές διαφορές τών αύγών. Ό μ ω ς κανένα κοτό­
πουλο καί κανένα παπάκι δέν βγαίνει άπό ένα αύγό, χωρίς
τήν έπίδραση τών έσωτερικών αίτιών, δηλ. χωρίς νά έπιδράσει ή θερμοκρασία πού τή δίνει ή μάννα τών πουλιών,
δταν κάθεται πάνω στά αύγά ή ή έκκολαπτική μηχανή. Ά ν
άντίθετα δέν δώσουμε τήν άναγκαία θερμοκρασία στό αύγό,
καί δεχτεί άλλες έξωτερικές έπιδράσεις, τό αύγό θά χαλά­
σει. Τό ίδιο καί 6 σοσιαλισμός, δέν μπορεϊ νά πραγματο
ποιηθεί σέ ένα σημείο άν δέν ύπάρχουν οί έσωτερικές αι­
τίες πού γεννάνε τό σοσιαλισμό. Μά οί αίτίες αύτές μόνο
δέν φέρνουν τό άποτέλεσμα τοϋ σοσιαλισμοϋ. Καί έδώ ol
διαδικασίες είναι άνάλογες μέ τίς χημικές άντιδράσεις πού
άπαιτοΰνται γιά νά δράσει ένας καταλύτης. Ή σοσιαλιστι­
κή θεωρία καί ή ήγεσία πού έφαρμόζει αύτή τή θεωρία εί­
ναι ό καταλύτης πού άπαιτεΐται.
Στίς περιπτώσεις αύτές, βτι φαίνεται άπό πρώτη μ α­
τιά, έπιφανειακά, είναι δτι ή ζέστη έπενεργεΐ στά αύγά
γιά νά βγοϋν νά πουλιά καί βτι ή έπαναστατική θεωρία καί
ή Ικανή ήγεσία φέρνουν τήν σοσιαλιστική έπανάσταση. Με­
ρικοί άνθρωποι πού δέν βλέπουν πέρα άπό τίς έξωτερικές αι­
τίες, φαντάζονται πώς ή άνάπτυξη τοϋ σοσιαλιστικοϋ κι­
νήματος όφείλεται έξ όλοκλήρου στήν δραστηριότητα τών
«προπαγανδιστών», πραγμα πού μοιάζει μέ τό άν θά λέ
γαμε βτι τά πουλιά δημιουργοϋνται άπό τή ζέστη, ξεχνών­
τας βτι άν βάλουμε μιά πέτρα σέ μιά έκκολαπτική μηχανή
δέν πρόκειται νά βγάλει πουλιά. Είναι έντελώς λαθεμένο νά
υποθέτουμε βτι μιά δοσμένη αΙτία προκαλεΐ πάντα ένα δο­
σμένο άποτέλεσμα. Τό άποτέλεσμα έξαρταται άπό τό πώς
ένεργεϊ αύτή ή αίτία. Είναι έπίσης λαθεμένο νά υποθέσου­
με, βτι ένα δοσμένο πραγμα μέ τήν έπενέργεια έσωτερικών
αίτιών, μπορεϊ πάντα νά έξελίσσεται κατά ένα δοσμένο
τρόπο. Ό τρόπος έξαρταται άπό τίς έξωτερικές αίτίες πού

312
έπενεργοϋν πάνω του, ποΰ έπηρεάζουν τήν εξέλιξή του καί
πού τό προωθούν ή τό καθυστερούν.
Στήν πρακτική, γιά να μάθουμε ποιά είναι τά πιθανά
άποτελέσματα καί πώς νά τά πετυχαίνουμε, εϊναι πάντα
άναγκαΐο νά προσέχουμε τό συσχετισμό τών έξωτερικών
καί τών έσωτερικών αίτιων.
Ο Ι Α Δ Υ Ν Α Μ ΙΕ Σ ΜΙΑΣ ·Μ Ο Ν Ο ΙΙΛ Ε Υ Ρ Η Σ · Π Ρ Ο Σ Ε Γ Γ ΙΣ Η Σ

Ά ν κάποιος εξέταζε μόνο τήν πραγματικότητα τών
πραγμάτων, μόνο τό περιεχόμενό τους, μόνο τις έσωτερικές
τους αίτίες, τότε δέν θά μπορούσε νά πετύχει πρακτικά
κατανοητά άποτελέσματα. Γιατί στήν προσπάθεια νά κανανοήσουμε τά πράγματα, κατά πρακτικό τρόπο, θά πρέπει
νά λάβουμε ύπ’ δψη καί τή φαινομενικότητα τους, τή μου·
φή τους καί τΙς έξωτερικές αίτιες. Εϊναι τυπικό λάθος μ ε­
ρικών φιλοσοφικών σκέψεων (καί άπό αύτή τήν άποψη
ιστορικά ή πιό χαρακτηριστική είναι τοϋ Λάϊμπνιτς), νά
προσπαθοΰν νά πετύχουν διείσδυση στήν πραγματικότητα,
πέρα άπό τή φαινομενικότητα, νά καθορίσουν τό περιεχό­
μενο πέρα άπ’ τή μορφή καί νά κρατήσουν τΙς έσωτερικές
αίτιες σέ κατάσταση δράσης πέρα άπό τΙς έξωτερικές.
Γιατί, γενικά, μποροΰμε νά πετύχουμε μιά κατανόηση της
πραγματικότητας, άνάλογα μέ τό πώς έμφανίζεται, μπο­
ρούμε νά κατανοήσουμε τό περιεχόμενο, έξετάζοντάς το μέ
βάση τό ποιά μορφή παίρνει καί μέ βάση τίς έσωτερικές
αίτίες, έξετάζοντάς καί τό πώς ένεργοϋν άνάλογα καί οι
έξωτερικές.
Μιά πιό κοινή πλάνη δμως, σήμερα, είναι τό δτι λαμ­
βάνουμε ύπ’ 6ψη μόνο τις έξωτερικές αίτίες, μόοο τις μορ­
φές, μόνο τή φαινομενικότητα. Τό Έργατικό Κόμμα της
Α γγλίας π.χ. καταστρώνει πολιτική γιά άνοδο ή πτώση
τών δασμών. Αγοράζει μετοχές σέ καπιταλιστικές έπιχειρήσεις κλπ. χωρίς νά λαμβάνει ύπ’ δψη τις έσωτερικές αί-

313
τίες πού δροΰνε στό καπιταλιστικό σύστημα καί άπό τις
όποιες προέρχονται τά άποτελέσματα αύτης της πολιτικής.
01 πολιτικοί τους δηλώνουν τή άφοσίωσή τους σ’ βλες τΙς
μορφές τής κοινοβουλευτικής διαδικασίας, άλλά ξεχνάνε δτι
πρέπει ν’ άντικαταστήσουν τόν καπιταλισμό μέ τήν έργατική έξουσία. Καί ol θεωρητικοί τους μιλάνε γιά τιμές, γιά
μισθούς, γιά κέρδη, γιά ρυθμούς έπενδύσεως καί έπίπεδο
απασχόλησης, άλλά δέν κάνουν κανένα λόγο γιά τόν καπι­
ταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αύτό πραγματικά είναι μιά
άπό τίς χαρακτηριστικές άδυναμίες, πού περιέχονται σέ με­
γάλη έκταση στίς σύγχρονες ψευδοεπιστημονικές συζητή­
σεις γιά τις κοινωνικές ύποθέσεις. 01 έσωτερικές αιτίες τών
κοινωνικών αλλαγών, ή ούσία τών κοινωνικών μορφών, ή
πραγματικότητα πού βρίσκεται κάτω άπό τή φαινομενικότητα, παραβλέπονται ή καλύπτονται. "Ο,τι απομένει εϊναι
μιά άδιάκοπη έρευνα καί συζήτηση τών φαινομένων τών
μορφών καί τών έξωτερικών αίτιων. Τά άποτελέσματα αύ­
τών ή αύτής τής πολιτικής εϊναι, βτι συζητούν χωρίς νά
λαμβάνουν ύπ’ βψη τίς έσωτερικές διαδικασίες τής κοινω­
νίας, πάνω στίς όποιες δρά ή πολιτική. Οί κοινωνικές μορ­
φές καί οί κοινωνικοί θεσμοί έξετάζονται χωρίς νά λαμβάνεται ύπ’ βψη τό περιεχόμενο τοϋ όποίου εϊναι μορφές. Καί
ή έπιφανειακή φαινομενικότητα τών κοινωνικών διαδικα­
σιών άναλύεται λεπτομερειακά χωρίς νά λαμβάνονται ΰπ’
βψη οι διαδικασίες πού γεννάνε αύτές τις φαινομενικότητες,
Ό τρόπος αύτός, εϊναι ένας μονόπλευρος καί έπιφανειακός τρόπος θεώρησης τών πραγμάτων, χρήσιμος γιά μιά
έκμεταλλεύτρια τάξη, γιά τά ζητήματα πού τήν ένίιαφέρουν, γιατί δέν άποκαλύπτει την πραγματικότητα πού βρί­
σκεται κάτω άπό τή φαινομενικότητα, άλλά την καλύπτει. Ε ί­
ναι συμφέρον της νά άνεβάσει σέ έπίπεδο γενικής θεωρητικής
γνώσης καί έπιστημονική; μεθόδου καί τό πραγματοποιεί
μέ τή σύγχρονη θεωρία τοϋ θετικισμοΰ. Τό σύνολο αύτής

314

της φιλοσοφίας εϊναι ένας περιορισμός της γνώσης στίς έ­
ξωτερικές αιτίες, στίς μορφές καί στή φαινομενικότητα,
Ή διαλεκτική άπό τήν άλλη πλευρά, άπαιτεϊ έρευνα
τών άμοιβαίων σχέσεων των έξωτερικών καί έσωτερικών
αίτιών, μορφής καί περιεχομένου, φαινομενικότητας καί
πραγματικότητας, όπως άκριβώς θά τό κάνει κάθε έπιστη­
μονική έρευνα.
Π Ο ΙΟ Τ Η Τ Α Κ Α Ι Π Ο Σ Ο Τ 1 ΙΤ Λ : Η Α Δ ΙΑ Σ Π Α Σ Τ Η
Σ Υ Ν Δ Ε Σ Η

Π Ο ΙΟ Τ Η ΤΑ Σ

ΚΑΙ

Π ΟΣΟ ΤΗ ΤΑ Σ

Ό το ν έξετάζουμε όλοκληρωτικά ένα θέμα σημαίνει, δτι
θά βροϋμε βλα του τά χαρακτηριστικά, τούς νόμους άλλαγης
τους πού προέρχονται άπό τΙς διαδικασίες πού τό συγκροτοΰν, τΙς μορφές όργάνωσης του, τών σχέσεών τους καί
τών άμοιβαίων έπιδράσεών τους μέ τ ’ άλλα πράγματα. "Ο­
ταν γίνεται ένα τέτοιο είδος ϊρευνας θά πρέπτι νά περιλάβει καί τίς ποιοτικές καί ποσοτικές δψεις τοϋ πράγματος.
Πολλά πράγματα έχουν πάντα καί ποιοτικούς καί πο­
σοτικούς προσδιορισμούς. Γενικά κάνουμε ποιοτικό προσδι­
ορισμό, δταν λέμε «τί είδος» καί ποσοακό προσδιορισμό,
δταν λέμε «πόση ή πόσο».
Ή ποιότητα άναγνωρίζεται μέ τήν άμεση παρατήρηση
τών πραγμάτων καί άπό τά άμεσα ή άπωθημένα άποτελέ­
σματα, στά άλλα πράγματα καί άπό τή σύγκριση τών άπο·
τελεσμάτων αύτών τών παρατηρήσεων Ή ποιότητα βε­
βαιώνεται μέ τόν ύπολογισμό καί τό μέτρημα. "Ενα απλό
παράδειγμα : "Ας ποϋμε δτι έχουμε κάμποσα χρωματιστά
μάρμαρα διαφόρων μεγεθών. Άντικρύζοντας αύτά τά άντικείμενα τά ξεχωρίζουμε σάν μάρμαρα καί άναγνωρίζουμε τά
διάφορα χρώματά τους. Λέμε «αύτό* εϊναι κόκκινο μάρ·
μαρο», «αύτό είναι μπλέ» κλπ. 'Ε τσ ι κάνουμε μιά ποιο­
τική περιγραφή τους. 'Αν τά ύπολογίζουμε καί ποϋμε
«ύπάρχουν δέκα μάρμαρα» καί Sv τά μετρήσουμε και ποϋ-

315
με «υπάρχουν τόσο μεγάλα καί τόσο βαρεία μάρμαρα» κά­
νουμε ποσοτική περιγραφή.
Επιφανειακά καί άπό πρώτη ματιά, μποροΰμε νά κα­
ταλήξουμε στό συμπέρασμα, ί τ ι ό ποιοτικός καί ό ποσότικός προσδιορισμός είναι άνεξάρτητοι ό ένας άπό τόν άλλο.
Στό παράδειγμα ποΰ άναφέραμε πιό πάνω, φαίνεται νά μήν
υπάρχει άμεσος δεσμός άνάμεσα στήν ποιότητα καί τήν
ποσότητα. 'Ε τσ ι ένα μάρμαρο μπορεΐ νά είναι μπλέ ή κόκ­
κινο, μεγάλο ή μικρό, χωρίς νά υπάρχει καμμιά σχέση άνά­
μεσα στό μέγεθος καί στό χρώμα. Ό μ ω ς άν προχωρήσου­
με πιό βαθύτερα τήν έρευνά μας, θά βροΰμε ίτ ι ύπάρχει
πράγματι σχέση άνάμεσα στήν ποιότητα καί τήν ποσότητα.
Κατά πρώτο λόγο, ή ποιότητα καί ή ποσότητα έξαρτώνται κατά τέτοιο τρόπο, πού δέν μποροΰμε νά καθορί­
σουμε μιά ποιότητα χωρίς ποσότητα ή ποσότητα χωρίς
ποιότητα. Λ.χ., άν περιγράφουμε ένα κόκκινο μάρμαρο,
περιγράφουμε κάτι πού έχει καί ένα δρισμένο μέγεθος. Καί
ή ποιότητα ένός μαρμάρου άπαιτεΐ ύποχρεωτικά κάποια
ίρια στό μέγεθος το υ : άν π.χ. ποΰμε, ίτ ι Ινα μάρμα­
ρο είναι μεγάλο σάν μιά μπίλια, στήν ούσία δέν μπο­
ροΰμε νά τό άποκαλέσουμε μάρμαρο- κι’ άκόμα χειρό­
τερο δέν μποροΰμε νά άποκαλέσουμε μάρμαρο κάτι πού θά
θέλαμε μικροσκόπιο γιά νά τό δοΰμε. ’Επίσης ίταν θέλου­
με νά καθορίσουμε τό χρώμα, κόκκινο άς ποΰμε, θά χρεια­
στεί καί ένας ποσοτικός προσδιορισμός, άν θέλουμε νά εί­
μαστε άκριβεϊς. Τό κόχκινο χρώμΛθά’ είναι βαθύτερο ή άνοικτότερο κλπ. Ό λ ες αύτές οί διαβαθμίσεις τοϋ χρώματο(
προϋποθέτουν καί ένα ποσοτικό στοιχείο. Ταυτόχρονα κα­
νένας ποσοτικός προσδιορισμός δέν μπορεΐ νά Ιχει νόημα
άν δέν έχει καί κάποια ποιοτική είδίκευση. Δέν ύπάρχει
λςιπόν έννοια, ίταν θά ποϋμε πόσα πράγματα ύπάρχουι
έδώ ή πόσο μεγάλα είναι, άν δέν ποΰμε καί τί είδος εϊνα
αύτά τά πράγματα γιά τά όποια μιλάμε.
Κατά δεύτερο λόγο, τό άποτέλεσμα μιας όποιασδήποτι

316
διαδικασίας δράσης ή αλληλεπίδρασης ποικίλει, άνάλογα
μέ τις ποιοτικές βψεις της σχετικής διαδικασίας. Π.χ. άν
κάτι εϊναι πολύ βαρύ καί κινείται γρήγορα στήν πορεία
του, θά συναντήσει άλλες καταστάσεις, διαφορετικές άπό
κείνες πού θά συναντούσε ένα έλαφρότερο πράγμα στήν κί­
νησή του ή Ινα σώμα πού κινιόταν μέ μικρότερη ταχύτη
τα. Ό π ω ς έχουμε κι’ βλας δει, ό συνολικός χαρακτήρας
καί ol Ιδιότητες κάθε πράγματος εϊναι άποτέλεσμα τών
διαδικασιών πού τό συγκροτοϋν καί τών διαδικασιών αλ­
ληλοεπίδρασης μέ τά άλλα πράγματα. Ά π ’ αυτό βγαίνει,
βτι Ινα πραγμα μέ ένα κάποιο χαρακτήρα καί μέ κάποιες
ιδιότητες, μπορεΐ νά υπάρχει μόνο βσο οί ποσοτικές βψεις
καί σχέσεις αύτών τών διαδικασιών εϊναι τέτοιες πού νά
συγκροτοϋν ένα πραγμα αύτοϋ τοΰ χαρακτήρα καί μέ αύ­
τές τις Ιδιότητες. Ά ν , σάν άποτέλεσμα τών ποιοτικών αλ­
λαγών, τό ποσοτικό Ισοζύγιο ή ή άναλογία άνάμεσα στίς
διαδικασίες αλλάζει, τότε άλλάζουν καί οί Ιδιότητες, καθώς
έπίσης καί βλος ό χαρακτήρας τοϋ πράγματος.
Π.χ. ένα στερεό σώμα ύπάρχει βταν ύπάρχει μιά δυ­
ναμική σχέση ατομικών διαδικασιών τέτοιων πού συγκρατοΰν τά άτομα τοΰ σώματος καί τό διατηροΰν σταθερό στό
καθορισμένο πρότυπο. Ά ν , σάν άποτέλεσμα, άς ποϋμε,
αύξησης της έσωτερικής κίνησης τών άτόμων πού συγκρο­
τοϋν αύτό τό πρότυπο, άλλίζει ή σχέση τών άτομικών δι­
αδικασιών, τότε τό σώμα διαλύεται καί παύει νά εϊναι
σταθερό. Επίσης στά χημικά μόρια τά στοιχεία συνδυά­
ζονται σέ μιά κάποια άναλογία. Ά ν αύτή ή άναλογία άλλάζει, τότε ή χημική Ιδιότητα τών μορίων, πού προήλθε
άπ’ αύτή, διαφέρει. Αύτό συμβαίνει καί στά μόρια όργανικής σύστασης μέ τήν προβθήκη ή άφαίρεση άτόμων άνθρακος, όπότε έπέρχονται καί χημικές άλλαγές.
Γιά νά καταλάβουμε λοιπόν, τις ποιοτικές βψεις ένός
πράγματος—φυσικά βχι άπλώς νά άναγνωρίσουμε τά πράγ­
ματα μέ ξεχωριστές ιδιότητες, άλλά νά κατανοήσουμε τό

317
πώς δημιουργήθηκαν καί τό πώς Αλλάζουν εϊναι πάντα
άνάγκη νά κατανοήσουμε βτι, κάθε ποιότητα 3Ϊναι προϊόν,
έξαρταται, έχει τή βάση της, σέ κάποιο ποιοτικό Ισοζύγιο
ή άναλογία τών συστατικών διαδικασιών τοϋ πράγματος
καί τών σχέσεων του μέ τά άλλα πράγματα.
"Ολες ol έπιστημες άποσκοποΰν σέ τέτοια κατανόηση,
καί γι’ αύτό κάθε έπιστημονική έρευνα άπαιτεϊ νά έρευνηθοΰν οί ποσότητες, οι άναλογίες καί τά μέτρα.
ΟΙ

Π Ο Σ Ο Τ ΙΚ Ε Σ

ΑΛ Λ Α ΓΕΣ

ΦΕΡ­

Ν Ο Υ Ν ΚΑΙ Π Ο ΙΟ Τ ΙΚ Ε Σ Α Λ Λ Α Γ Ε Σ

’Απ’ βλα αύτά βγαίνεί καθαρά, ότι οί ποσοτικές άλλα­
γές μέσα σέ κάθε πραγμα ή πού άφορανε κάθε πραγμα
πρέπει πάντα, βταν συνεχιστοϋν πέρα άπό όρισμένα βρια,
νά φέρουν καί άλλαγές στήν ποιότητα τοϋ πράγματος. Μιά
καινούρια ποιότητα ξεπηδάει, βταν έπέλθ'υν ποσοτικές άλ­
λαγές, σέ σημιΐο πού νά άλλάξει τό ποσοτικό ισοζύγιο,
πάνω στό όποιο, στηριζόταν ή παλιά ποιότητα.
Σ ’ αύτό τό σημείο ή συνέχιση της καθαρής ποσοτικής
άλλαγής διακόπτεται άπότομα, άπό τήν έμφάνιση μιας νέας
ποιότητας πού δέν ύπηρχβ πρίν' καί τότε καινούριοι νόμοι
άλλαγής έμφανίζονται, καινούριες αίτίες δροΰν καί καινού­
ρια άποτελέσματα παράγονται. Ή έμφάνιση μιας καινού­
ριας ποιότητας γίνεται πάντοτε σχετικά άπότομα —λαμβά­
νει χώρα τό λεγόμενο «ποιοτικό άλμα». "Οταν π.χ. ζεσταί­
νουμε τό νερό, θά φτάσουμε σ’ ένα σημείο πού άπότομα θ’
άρχίσει νά βράζει. Τό βρέφος άφοΰ μεγαλώσει άρκετά μέσα
στή διαδικασία τής μήτρας, ξαφνικά γεννιέται’ καί στήν
κοινωνία, βταν ή ταξική πάλη όξυνθεΐ σ’ ένα κάποιο βαθμό,
κι’ βταν οί έπαναστατικές ίδέες άπλωθοΰν πολύ στίς μάζες,
τότε ξαφνικά έμφανίζεται ή έπαναστατική άλλαγή.
Ή Ολοκλήρωση μιας ποιοτικής άλλαγής καί ή άντικατάσταση τής παλιάς ποιότητας άπό τόν καινούρια, γίνεται

318
τότε γρήγορα καί άπότομα, άπαλά ή βίαια ή καί έκκρηκτικά άκόμα, άνάλογα μέ τίς ειδικές συνθήκες.
"Οπως «ϊπε ό Στάλιν στό έργο του « Μαρξισμός και
τό γλωσσικό πρόβλημα», σ’ όρισμένες περιπτώσεις οΐ συν­
θήκες, κατά τίς όποιες έμφανίζεται μιά καινούρια ποιότητα,
είναι τέτο'.ες ποΰ άμέσως καί όλοκληρωμένα αντικαθίστα­
ται καί καταστρέφεται τό παλιό, ίπω ς συμβαίνει π.χ. σέ
πολλές χημικές άντιδράσεις ή σέ μιά κοινωνική έπανάσταση, ίταν μιά υποταγμένη πριν τάξη γίνεται άρκετά δυνατή,
ώστε μ’ ένα κτύπημα νά καταλάβει καί τήν πολιτική έξουσία. Σ ’ άλλες 6μως, περιπτώσεις, οί άλλαγές έπέρχονται
«μέ τή βαθμιαία συσσώρευση τών στοιχείων της καινού­
ριας ποιότητας καί, κατά συνέπεια, μέ τή βαθμιαία έξαφάνιση τών στοιχείων τής παλιάς ποιότητας».
'Οποιοσδήποτε 6μως κι’ άν είναι ό τρόπος πού όλοκληρώνεται μιά ποιοτική άλλαγή, γιά νά καταλάβουμε σωστά
τό πώς έπέρχεται—καί κατά συνέπεια νά γίνουμε ικανοί νά
έλέγξουμε αύτή τήν άλλαγή — θά πρέπει νά λάβουμε ύπ’
8ψη μας τόσο τίς ποσοτικές 6σο καί τίς ποιοτικές βψεις
τοϋ πράγματος καί τήν άμοιβαία σχέση αύτών τών δυό 8ψεων. Θά πρέπει νά κατανοήσουμε τις ποιότητες μέ βάση
τις ποσοτικές τους σχέσεις καί έτσι νά καταλάβουμε τό
πώς έπέρχονται οι ποιοτικές άλλαγές μέ βάση τις ποσοτι­
κές άλλαγές.
Π.χ. γιά νά ύπάρχουν τά πράγματα ένός κάποιου εί­
δους, άπαιτοϋνται πάντοτε όρισμένες ποσοτικές συσσωρεύ­
σεις μέσα στό περιβάλλον του γιά τήν ύπαρξή τους. "Ετσι,
γιά νά έμφανιστοϋν οι ζωντανοί όργανισμοί θά έπρεπε νά
ύπάρχουν άρκετά έλεύθερα άτομα άνθρακος στό περιβάλλον,
γιά νά έλθουν σέ πολύπλοκες χημικές άντιδράσεις, άπό τίς·
όποιες θά δημιουργηθοΰν τά ζωντανά κύτταρα. Γιά νά δημιουργηθεΐ ή καπιταλιστική κοινωνία άπαιτοϋνται : άρκετή
πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου καί άρκετά έλεύθερα
έργατικά χέρια γιά νά δουλέψουν στίς καπιταλιστικές έπι-

319
χειρήσεις. Γιά νά πβράσουμε άπό τό σοσιαλισμό στόν κομ­
μουνισμό, θά πρέπει νά άναπτυχθεΐ πολύ ή παραγωγή, γιά
νά δοθεί έτσι ή δυνατότητα νά ίσχύσει ή άρχή «στόν κα­
θένα άνάλογα μέ τις άνάγκες του».
Ε πίσ ης κάθε έπιχείρηση σχεδίου ή άνοικοδόμησης, άπαιτεΐ γνώση τών ποσοτικών σχέσεων με βάση τίς όποιες
θά έπιτευχθοϋν οΐ έπιθυμούμενες ποιότητες. Έ νας σχεδια­
στής άεροπλάνου θά πρέπει νά λάβει ύπ* δψη του τό ύψος
καί τήν ταχύτητα, μέσα στά όποια θά κινείται τό άεροπλάνο’ ό πολιτικάς μηχανικός, πού κατασκευάζει μιά γέ­
φυρα, θά πρέπει νά λογαριάσει τό μέγιστο βάρυς πού μπο­
ρεΐ νά σηκώσει’ ό σοσιαλιστής πού έπεξεργάζεται τά σοσια­
λιστικά πλάνα, θά πρέπει στή δουλειά του νά λαμβάνει ΰπ’
δψη του καί τήν παραγωγή μέσων παραγωγής καί νά τήν
άναπτύσσει άνάλογα μέ τήν έκταση πού πρέπει νά πάρει ή
παραγωγή είδών κατανάλωσης.
Γιά νά πετύχουμε μιά ποιοτική άλλαγή πού θέλουμε,
θά πρέπει πάντα νά ξέρουμε ποιές ποσοτικές άλλαγές χρειά­
ζονται γι* αύτό τό σκοπό. Οί μεταλλουργοί πρέπει νά ρυθ­
μίζουν άνάλογα τή θερμοκρασία τών φούρνων τους. Οί χη ­
μικοί—μηχανικοί πρέπει νά συνδυάζουν τίς χημικές τους
διαδικασίες καί άναλογίες. Καί δποιος θέλει νά πετύχει μιά
κοινωνική άλλαγή θά πρέπει νά οίκοδομεΐ καί νά δυναμώ­
νει τις όργανώσεις γ ι’ αύτό τό σκοπό, καθώς καί 8λα 6σα
άπαιτοϋνται γιά τήν ποσοτική άλλαγή, θά πρέπει νά οίκο­
δομεΐ καί νά δυναμώνει τίς όργανώσεις γι’ αύτό τό σκοπό,
καθώς καί ίλα δσα άπαιτοϋνται γιά τήν ποσοτική αύξηση
της δραστηριότητας, πού έχει σχέση μέ τις άλλαγές πού
πρέπει νά έπιφέρει.
Α Ν ΤΙΦ ΑΣΗ : Ο Ι Ε Σ Ω Τ Ε Ρ ΙΚ Ε Σ Α Ν Τ ΙΦ Α ­
Σ Ε ΙΣ ΚΑΙ Ο Ι Α Ν Τ ΙΦ Α Τ ΙΚ Ε Σ Σ Χ Ε Σ Ε ΙΣ

Τά πράγματα μέ τά όποια άπασχολούμεθα κάθε μέρα,
δπως ή γή, τό φεγγάρι, τ’ άστέρια, τά σώματα πού βρί­

320
σκονται πάνω στή γή, τά φυτά, τά ζώα, οί άνθρωποι καί
οί κοινωνίες, είναι βλα συστήματα διαδικασιών, πού άλληλοπλέκονται γιά νά διατηρήσουν ένα κάποιο χαρακτηριστι­
κό τρόπο αμοιβαίας άλληλοεπίδρασης μέ τ* άλλα πράγμα­
τα, γιά μιά καθορισμένη χρονική περίοδο. Ή συνεχής δπαρξη ένός συστήματος καί ή διατήρησή του σάν σύστημα,
έξαρταται α) άπό τή διατήρηση μιας κάποιας πλοκής σχέ­
σεων άνάμεσα στά μέρη του καί μιας κάποιας όργάνωσης
καί ποσοτικού Ισοζυγίου διαδικασιών πού τό άποτελοϋν,
καί β) άπό τή δυνατότητα νά συνεχίζει νά βρίσκει στό πε­
ριβάλλον του τίς προϋποθέσεις πού άπαιτοΰνται. Ό σ ο αύ­
τές οί συνθήκες έκπληρώνονται, τό σύστημα έξακολουθεΐ
νά ύπάρχει χωρίς νά ύφίσταται βασικές άλλαγές ή νά κα
ταστρέφεται καί νά παύει νά ύπάρχει.
"Οταν υπάρχουν διαδικασίες μέσα σ’ ένα σύστημα, τέ­
τοιες πού ή συνέχισή τους πέρα άπό ένα κάποιο σημείο,
μπορεϊ νά έρθουν σέ άντίφαση μέ τίς έσωτερικές σχέσεις,
άπό τΙς όποιες έξαρταται τό σύστημα, τότε τό σύστημα,
μποροϋμε νά ποϋμε, βτι περιέχει μιά έσωτερική άντίφαση.
Π.χ. ή συνέχιση της ύπαρξης ένός σώματος έξαρταται άπό
τίς δυνάμεις έλξης, άνάμεσα στά μόρια, πού άντισταθμίζουν τήν τάση τών μορίων νά απομακρυνθούν, ή όποία όφείλεται οτήν έσωτερική τους κίνηση. “Αν ή έσωτερική κίνηση
αύξηθεΐ πέρα άπό ένα όρισμένο βριο, τότε τό Ισοζύγιο άνατρέπεται, καί μαζί του ol έσωτερικές ποσοτικές σχέσεις,
πάνω στίς όποιες στηρίζεται ή ύπαρξη τοϋ σώματος, "Ετσι
ένα σώμα εϊναι ένα σύστημα πού περιέχει μιά έσωτερική
άντίφαση, δηλαδή άποτελεϊ μιά «ένότητα άντιθέτων». Τό
ϊδιο συμβαίνει κι’ βταν ένα σύστημα ύπάρχει μέσα σ’ ένα
περιβάλλον, πού περιέχει διαδικασίες συνέχισης, μέσα στίς
όποιες μποροϋν νά έρχονται σ’ άντίφαση ol άπαιτήσεις γιά
τή συνέχιση της ύπαρξης τοϋ συστήματος σ’ αύτό τό π ε­
ριβάλλον. Τότε λέμε, βτι έχουμε μιά άντίφαση άνάμεσα στό
σύστημα καί τό περιβάλλον.

321
ΤΙ άπαιτοΰν οΐ τέτοιες άντιφάσεις ; ’Απαιτούν, ή ή
διαδικασία πού γεννάει αύτή τήν άντίφαση νά συνεχίσει,
όπότε το σύστημα άργά ή γρήγορα θά ύποστ:ΐ μιά κάποια
βασική άλλαγή ή θά πάψει νά ύπάρχει ή διαφορετικά οί
έσωτερικές σχέσεις τοϋ συστήματος διατηρούνται, οπότε ή
συνέχιση της διαδικασίας έμποδίζεται ή άναστέλλεται.
Ή παρουσία μιας άντίφασης, λοιπόν, άπαιτεΐ Ινα κά­
ποιο είδος έντασης ή τάσης, ένα κάποιο είδος σύγκρουσης
ή πάλης, άπό τήν έκβαση της όποίας έξαρταται άν τό σύ­
στημα, πού ύφίσταται αύτή τήν πάλη, θά συνεχίσει νά
ύπάρχει ή θά ύποστεΐ κάποια βασική άλλαγή ή θά καταστραφεΐ. Μέσα στό σύστημα πού μάς ένδιαφέρει καί μέσα
στις σχέσεις του κα'ι τις άμοιβαΐες επιδράσεις μέ τό περι­
βάλλον του, ύπάρχει κάτι πού πιέζει γιά άλλαγή καί κάτι
πού άνθίσταται σ’ αύτή τήν άλλαγή, κάτι καινούριο γεν­
νιέται καί κάτι παλιό άνθίσταται ένάντιά του.
Η Π Λ Γ Κ Ο Σ Μ ΙΟ Τ Π Τ Α Γ Η Σ Α Ν Τ ΙΦ Α Σ Η Σ

Κάθε σύστημα πρέπει πάντοτε νά περιέχει αντιφάσεις,
γιατί ίσο ή ύπαρξή του έξαρταται άπό τή διατήρηση κά­
ποιων έσωτερικών σχέσεων άνάμεσα στις διαδικασίες καί
στίς σχέσεις του μέ τό περιβάλλον του, ύπάρχουν πάντοτε
διαδικασίες πού ή δραστηριότητά τους, πέρα άπό ένα ορι­
σμένο σημείο, μπορεΐ νάρθει σέ άντίφαση μέ τΙς συνθήκες
διατήρησης τοϋ συστήματος. Μποροΰν νά άναστείλουν αύ­
τή τήν έπίδραση γιά άρκετό καιρό κα'ι νά διατηρηθεί άρκε­
τά σταθερό τό 6λο σύστημα, γιά μεγάλη χρονική περίοδο.
'Οπωσδήποτε πάντως, κάθε σύστημα είναι μιά αντιφατική
ένότητα καί περιμένει μόνο τόν κατάλληλο χρόνο, γιά νά
έκδηλωθεΐ, δταν οΐ περιστάσεις θά κάμουν τις λανθάνουσες
άντιφάσεις ένεργητικό παράγοντα. Κι’ δπως ό Χέγκελ συ­
νήθιζε νά λέει, δλα τά πράγματα περιέχουν άντιφάσεις καί
γι’ αύτό είναι καταδικασμένα <^τήν άπώλεια.
21

322
Άκόμα τά πράγματα, πού άπ’ βλες τις άπόψεις φαί­
νονται σταθερά καί άφθαρτα, άν κάποιος θελήσει νά τά
έξετάσει περισσότερο, θά βρει δτι διαψεύδουν αύτή τή
φαινομενικότητά τους. Π.χ. άς πάρουμε Ινα άντικείμενο σταθερό, Ινα γρανίτινο βράχο στήν κορυφή ένός λό­
φου : άπό κάθε άποψη φαίνεται σταθερό πραγμα πού
δέν παθαίνει άλλαγές- έμεΐς όμως, ξέρουμε ίτ ι αυτός
ό βράχος δεν ύπηρχε πάντα έκεΐ καί ούτε πρόκειται νά
παραμείνει έκεΐ παντοτεινά. Αρχικά έμφανίστηκε μέσα σέ
κάποια γεωλογική αναστάτωση. Μέσα σ’ αύτό τό γρανίτη
γίνονται διαδικασίες άποσύνθεσης καί σιγά - σιγά θά τόν
φθείρουν μέ τή χημική καί μηχανική έπίδραση πάνω του οΐ
δυνάμεις τοϋ περιβάλλοντος. Έ τ σ ι καί άν άκόμα δέν θά
παρέμβει άνθρώπινη ή φυσική δύναμη γιά νά τόν μετακι­
νήσει, οί δυνάμεις πού δροϋνε μέσα του άποσυνθετικά καί
ή έπίδραση τοϋ περιβάλλοντος πάνω του, θά τόν άλλάξουν
καί τελικά θά τόν έξαφανίσουν.
Τό παράδειγμα αύτό φωτίζει" μιά πολύ γενική άρχή
παγκόσμιας ίσχής, δηλαδή δτι γιά νά κατανοήσουμε Ινα
πραγμα πέρα γιά πέρα, θά πρέπει νά μάθουμε πώς καί
άπό ποιές άντιφάσεις έμφανίστηκε καί ποιές είναι ol άντιφάσεις της ύπαρξής του : έσωτερικές άντιφάσεις καί άντιφάσεις στις σχέσεις του μέ τ’ άλλα πράγματα.
0 1 ΕΙΛΙΚ ΕΣ Α Ν Τ ΙΦ Α Σ Ε ΙΣ ΤΩΝ
ΞΕ Χ Ω ΡΙΣΤ Ω Ν

Π ΡΑ ΓΜ Α Τ Ω Ν

Οί είδικές άντιφάσεις πού χαρακτηρίζουν Ινα πραγμα
καί ό τρόπος πού δροϋνε, έξαρταται άπό τΙς συνθήκες πού
Ικαμαν άναγκαία τήν έμφάνιση τοϋ πράγματος καί άναπτύχθη/.αν μέσα στό πράγμα στήν πορεία τής Ιστορίας
του. Οί βασικές άλλαγές, πού μπορεΐ νά ύποστεΐ Ινα πράγ­
μα, καί ό τρόπος μέ τόν όποιο κάποτε θά πάψει νά υπάρ­
χει καί, κατά συνέπεια, ό χαρακτηριστικός τρόπος ύπαρ­

323
ξης καί άμοιβαίας του έπίδρασης στά άλλα πράγματα, κα­
θώς καί τ’ άποτελέσματα πού έχουν πάνω σ’ αύτό ol διά­
φορες άντιφάσεις καί οί διάφοροι παράγοντες πού επενερ­
γούν σ’ αύτό, καθορίζονται 3λα άπό τήν ειδική φύση τών
άντιφάσεών του
Σ ’ δλα τά σώματα υπάρχουν διαδικασίες συνοχής, δη­
λαδή συστατικοί παράγοντες, πού ένώνουν αύτές τίς δια­
δικασίες καί τό σώμα διατηρεί τήν ταυτότητά του, σάν
ενα σώμα ένός εΐδικοΰ είδους. Ύπάρχουν δμως, καί δια­
δικασίες αποσύνθεσης. Οί τελευταίες πηγάζουν άπό τίς άντιφάσεις, σΗς όποιες βρίσκεται τό σώμα άπό τόν καιρό
πού πρωτοεμφανίζεται' καί θά πρέπει νά λαμβάνονται ύπ’
δψη, δταν εξετάζουμε τί θά ύποστεΐ αύτό τό σώμα άπό
τήν έξωτερική επίδραση^ πώς θά άλλάξει, πώς θά διατη­
ρηθεί σταθερό καί πώς κάποτε θά μεταμορφωθεί ή θά άποσυντεθεΐ.
' Η γνωστή διαδικασία χρησιμοποίησις της θερμότητας
στό νερό, γιά νά τό κάνουμε νά βράσει, έξαρταται άπό τό
άποτέλεσμα πού θά έχει ή θερμότητα στήν αΰξηση της κί­
νησης τών μορίων : ή θερμότητα αύξάνει τήν τάση τών
ξεχωριστών μορίων νά άποσπαστοϋν άπό τήν κύρια μάζα
καί τότε άρχίζει νά βράζει τό νερό, πραγμα πού σημαίνει
δτι ή τάση αύτή έγινε κυρίαρχη. Ά ν άρχίσει νά βράζει τό
νερό, άμέσως θά άρχίσει νά έξαφανίζεται καί νά μεταβάλ­
λεται σέ άτμό. 'Οπωσδήποτε αύτό γίνεται μέσω τής έξάτμισης. Κάθε ύγρό σώμα βρίσκεται σέ μιά διαρκή διαδικα­
σία έξάτμησης καί θά έξαφανιστεΐ μέ τόν καιρό, άν δέν
άναπληρωθεΐ άπό έξωτερική πηγή. Κάθε ενας μπορεϊ νά
περιγράφει αύτή τή διαδικασία, χωρίς νά ξέρει τίποτα γιά
τις άντιφάσεις πού περιέχει ή πραγματική δπαρξη τοϋ
νεροΰ. Άλλά γιά νά τό κατανοήσουμε σωστά, γιά νά κα­
τανοήσουμε πώς καί γιατί συμβαίνει, δηλαδή γιά νά βροϋμε
τήν ούσία καί βχι μόνο νά περιγράφουμε τή φαινομενικό­
τητα, θά πρέπει νά έρευνήσουμε αύτές τΙς άντιφάσείς. Οί

324
τέτοιες άντιφάσεις - πού δπως εϊπ* ό Λένιν, εϊναι σύμφυ­
τες μέ τά πράγματα άπό τήν έμφάνισή τους καί στήν ούσία
τους - έρευνοϋνται καί άποκαλύπτονται σέ κάθε έπιστημο­
νική έρευνα, ανεξάρτητα άπό τό άν χρησιμοποιούν ή δχι
στήν έρευνά τους, οί έπιστήμονες, τόν βρο «άντίφαση».
Σέ σύγκριση μέ τή σχετική σταθερότητα πολλών μή
όργανικών άντικειμένων, οΐ ζωντανοί Οργανισμοί, πού σή­
μερα βρίσκονται στήν έπιφάνεια τής γης καί οΐ κοινωνίες,
πού τά άνθρωποειδή ζώα δημιούργησαν, εϊναι εξαιρετικά
άσταθεϊς. Τά ζωντανά σώματα καί οι κοινωνίες έχουν τίς
δικές τους ειδικές άντιφάσεις, τίς όποιες πρέπει νά κατα­
νοήσουμε, γιά νά κατανοήσουμε τή ζωή καί τήν κοινωνία,
καί έτσι νά διατυπώσουμε καί νά πραγματοποιήσουμε τίς
προθέσεις μας σέ σχέση μέ τήν κοινωνία καί τή ζωή.
Κάθε ζωντανός Οργανισμός ζεΐ κάνοντας συνεχή άνταλλαγή υλικών μέ τό περιβάλλον του, άπ’ δπου πετυχαίνει
τίς άπαιτήσεις ζωής καί συνεχώς προσαρμόζεται μέ τις
συνθήκες αύτοϋ τοΰ περιβάλλοντος. Ή ζωή του εϊναι μιά
άντιφατική ένότητα οικοδόμησης καί καταστροφής ύλικών
καί ή σχέση του μέ τό περιβάλλον, μέσα στό όποιο ζεΐ
παίρνοντας διαρκώς άπ’ αύτό τά άναγκαΐα γιά τή ζωή, εϊναι μιά συνεχής προσπάθεια προσαρμογής, κατά τέτοιο
τρόπο πού νά παίρνει αύτό πού χρειάζεται καί νά άποφεύγει έκεϊνο πού τό βλάπτει. Ή ζωή καί ό θάνατος τών Ορ­
γανισμών, ή υγεία ή ή άρρώστεια τους, οι άλλαγές, οί ποι­
κιλίες καί ή έξέλιξη τους, μπορούν νά κατανοηθοΰν μόνο
μέσα στά πλαίσια αύτών τών άντιφάσεων, πού εϊναι σύμ­
φυτες μέ τή φύση τους.
Τά άνθρώπινά δντα εϊναι ζώα, τά όποια, άφοϋ ανάπτυ­
ξαν τά χέρια καί τό μυαλό τους, έμαθαν νά κατασκευάζουν
βργανα καί έργαλεϊα, πού τά βοηθάει στήν άπόκτηση τών
δσων χρειάζονται καί γιά νά άλλάζουν το περιβάλλον τους,
έτσι πού νά μπορούν νά παίρνουν δ,τι τούς χρειάζεται. Οί
άνθρωποι εργάζονται άπό κοινοΰ· καί κάνοντας αύτό σχη­

325
ματίζουν διάφορες κοινωνικές όργανώσεις καί άναπτύσσουν
τό λόγο γιά νά έξυπηρετοΰν τήν κοινωνική έπικοινωνία.
Μέ τί) σχηματισμό τών κοινωνιών έμφανίζονται καινούριες
κοινωνικές αντιφάσεις : άντιφάσεις άνάμεσα στό χαρακτήρα
της διαδικασίας της παραγωγής καί τών κοινωνικών σχέ­
σεων, μέσα στίς όποιες πραγματοποιείται, άντιφάσεις άνά­
μεσα στά συμφέροντα τών διαφόρων κοινωνικών όμάδων
καί τάξεων, άντιφάσεις άνάμεσα σέ μιά κοινωνία καί στίς
άλλες πού συνυπάρχουν, άντιφάσεις άνάμεσα στίς ιδέες καί
τούς σκοπούς, τούς όποίους άποδέχοντΛι τά διάφορα κοι­
νωνικά στρώματα. Ή ιστορία τών άνθρωπίνων κοινωνιών
είναι ιστορία άνάπτυξης καί έπεξεργασίας τέτοιων άντιφάσεων.
Η Α Π Ο Κ Α Λ Υ Ψ Η ΤΩΝ Α Ν Τ ΙΦ Α Σ Ε Ω Ν

"Οταν άρχίζουμε νά έρευνοϋμε τις διαδικασίες πού άπο
τελοϋν τήν ύπαρξη ένός πράγματος καί τίς διαδικασίες της
άμοιβαίας έπίδρασης μέ τ ’ άλλα πράγματα, τότε ή έρευνα
αποκαλύπτει τίς ειδικές άντιφάσεις πού περιέχονται μέσα
σ’ αύτές τΙς διαδικασίες. ’Αποκαλύπτεται ή μεταβλητότητα
καί ή άστάθεια τοϋ πράγματος καί άποκαλύπτεται, βχι σάν
κάτι σταθερό στή σημερινή του κατάσταση δπαρξης σέ
σχέση μέ τ’ άλλα πράγματα, άλλά σάν κάτι πού έμφανίζεται, πού περνάει μέσα ά~ό πολλές άλλαγές καί κάποτε
παύει νά υπάρχει παραχωρώντας τή θέση του σ’ άλλα πράγ­
ματα.
Εκείνοι πού έξετάζουν τά πράγματα σάν διαρκή, στα­
θερά καί αναλλοίωτα, τό κάνουν έπειδή δέν κατόρθωσαν ή
δέ θέλησαν νά κάμουν μιά πλήρη έρευνα γι’ αύτά. "Άν τό
κάνουν θ’ άνακαλύψουν τίς άντιφατικότητες πού περιέχονται σ’ αύτά.
Π.χ. πολλοί άπ’ τούς άρχαίους "Ελληνες θεωρούσαν
τόν ήλιο καί τ’ άστέρια άναλλοίωτα, άφθαρτα, πού στριφο

326
γύριζαν στίς καθορισμένες τους τροχιές αιώνια. Ό ’Αρι­
στοτέλης ϊλεγε πραγματικά, βτι κάτω άπό τό φεγγάρι δλα
άλλάζουν, άλλά πέρα άπό τήν τροχιά τοϋ φεγγαριοΰ τά
πάντα μένουν άναλλοίωτα. Άκόμα καί δταν ή έπιστήμη
άρχισε νά άνακαλύπτει κάτι περισσότερο γιά τή φύση τών
άστρων καί τίς κινήσεις τους, έγινε φανερό, δτι καί αύτά
άναπτύσσονται καί παρακμάζουν παρ’ δλο πού ή ζωή τους
είναι πολύ μεγάλη, σέ σύγκριση μέ τή δίκιά μας σύντομη
ζωή, καί είναι τό καθένα χωριστά καί στό σύνολό τους φθαρ­
τά, παθαίνουν βαθμιαίες καί άπότομες ή βίαιες άλλαγές.
Τό ΐδιο συμβαίνει καί μέ κάθε κοινωνικό σύστημα, άπό
τόν καιρό της δουλοκτητικής κοινωνίας, δταν οί κυρίαρχες
τάξεις πρωτάρχισαν νά κάνουν θεωρίες γιά τήν πολιτική,
τήν οίκονομία καί τούς κοινωνικούς θεσμούς. Οί θεωρητικοί
άπολογητές της παρουσίασαν δλ’ αύτά σάν σταθερά καί δτι
τό σύστημα, παρ’ όλες τίς βελτιώσεις πού μπορεϊ νά πάθει,
θά έμενε γιά πάντα τό ΐδιο. Τό ϊδιο συμβαίνει καί μέ κάθε
κοινωνικό σύστημα* δλα τους δμως περικλείνουν τίς άντιφάσεις τους καί τίς δυνάμεις πού θά τά οδηγήσουν στήν
καταστροφή.
Οί σοσιαλιστές θά πρέπει πριν άπ’ δλα νά καταλάβουν
τίς άντιθέσεις τοϋ καπιαλισμοϋ, γιά νά επισπεύσουν τά άπο­
τελέσματα αύτών τών άντιφάσεων γιά τήν έπίτευξη της σο­
σιαλιστικής κοινωνίας.
θ ά πρέπει λοιπόν, νά άναλυθοϋν πλατειά οί άντιφάσεις
τής καπιταλιστικής κοινωνίας, γιά νά γίνει κατανοητό τί
πρέπει νά τονωθεί καί :ί νά έλαττωθεϊ ή τί πρέπει νά ξεπεραστεΐ, γιά νά φτάσου *ε πιό γρήγορα στό σοσιαλισμό.
Τό βασικό είναι νά κατανοηθεΐ τό πώς ή καπιταλιστική
άτομική Ιδιοποίηση τοϋ κοινωνικού προϊόντος τής παραγω­
γής στέκεται έμπόδιο στήν άνάπτυξη τής κοινωνικής πα­
ραγωγής, κατά σχεδιασμένο τρόπο πού θά μπει στήν υπη­
ρεσία δλων καί γίνεται πρός δφελος δλων. Αύτό τό έμπό­
διο θά πρέπει νά άνατραπεΐ" κι’ αύτό σημαίνει νά ξεπερα-

327
στοΰν ol πολιτικές δυνάμεις πού τό συγκρατοΰν, ol δυνά­
μεις της καπιταλιστικής τάξης, πού έκφράζονται σάν στή­
ριγμα τοΰ κρατικού μηχανισμοϋ. *Η κυριαρχία τοϋ κεφα­
λαίου πάνω στήν κοινωνία πρέπει νά άντικατασταθεΐ άπό
τήν κυριαρχία της έργασίας, γιά νά μπορέσουμε νά φέρου­
με σέ πέρας αύτή τήν κοινωνική μεταμόρφωση.
Αύτά είναι τά συμπεράσματα, πού βγάζει ό έπιστημονικός σοσιαλισμός άπό τήν έξέταση τών ειδικών άντιφάσεω*
της καπιταλιστικής κοινωνίας. *0 πολιτικός οπορτουνισμός
της σημερινής δεξιάς παράταξης τοΰ έργατικοϋ κινήματος
προτιμάει νά παραβλέπει τήν βπαρξη αύτών τών άντιφάσεων. 01 άγγλοι Φαβιανοί χρησιμοποιοΰσαν τόν 6ρο «τό
άναπόφευκτο τοϋ βαθμιαίου», γιά νά έκφράσουν δτι ό σο­
σιαλισμός δέ μποροΰσε νά είσαχθεΐ μέ ένα άπότομο καί
ολοκληρωτικό τρόπο, άλλά μόνο μέσα άπό σειρά σταθμών.
Ή πραγματική άπαίτηση δμως, είναι 6τι πρέπει γρήγορα
καί ολοκληρωμένα νά οίκοδομηθεΐ ή σοσιαλιστική κοινω­
νία, ή όποία άσφαλώς είναι μιά διαδικασία πού άπαιτεΐ
χρόνο καί περνάει μέσα άπό μιά σειρά στάδια. Ή πραγμα­
τική έκβαση έχει σχέση μέ τίς άντιφάσεις πού πρέπει νά
λυθοΰν, μέ τά εμπόδια πού πρέπει νά ξεπεραστοΰν πρίν
αρχίσει αύτή ή διαδικασία καί αύτό άκριβώς είναι έκεΐνο
πού θέλουν ν’ άποφύγουν οί Φαβιανοί.
01 σοσιαλιστές πρέπει νά καταλάβουν άκόμα τίς αντι­
φάσεις πού ξεπηδάνε μέσα στή σοσιαλιστική κοινωνία, μέ
σκοπό νά βροΰνε πάντα τόν τρόπο καί τά μέσα νά τίς ξε­
περνάνε γιά νά φτάνουν σέ μιά πληρέιτερη ικανοποίηση
τών άνθρώπινων άναγκών καί στήν πραγματοποίηση τών
άνθρώπινων δυνατοτήτων.
Γράφοντας γιά τή διαλεκτική καί τήν έφαρμογή της
στή μελέτη τής κοινωνίας, ό Λένιν έλεγε : «Είναι άνάγκη
νά θεωροΰμε τήν κοινωνική έξέλιξη σάν μιά ίστορικοφυσική
διαδικασία έξέλιξης... Έκεΐνο πού ό Μάρξ καί ό Ένγκελς
άποκαλοΰσαν διαλεκτική μέθοδο, δέν είναι τίποτα άλλο άπό

328
τήν έπιστημονική μέθοδο στήν κοινωνιολογία...» (lloiol εί­
ναι οΐ φίλοι τοϋ Ααοϋ, μέρος I).
01 ίδιες κατηγορίες έπιστημονικής άνάλυσης, πού χρη­
σιμοποιούνται στήν προοδευτική άποκάλυψη τών άντιφάσβων πού περιέχονται σ’ βλα τά προϊόντα της φύσης καί
στήν κατανόηση τών νόμων άλλαγης άμοιβαίας έπίδρασης
καί έξέλιξης στή φύση, έφαρμόζονται άπό τόν έπιστημονική
σοσιαλισμό, γιά τήν κατανόηση της κοινωνίας. Ή έπιστή­
μη πάντοτε άπο βλέπει στήν άνακάλυψη τών άντιφάσεων,
πού ένυπάρχουν σ’ 8λα τά προϊόντα της φύσης καί άσφαλώς καί στήν κοινωνία, γιατί ή κοινωνία είναι κι’ αύτή
προϊόν έξέλιξης της άνόργανης, σέ ζωντανή ΰλη, καί της
ζωντανής στό σώμα του άνθρώπου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΤΛΙΣΜΟΣ

Γ * νά σχηματίσουμε τίς Ιδέες μας γιά τά πράγματα καί
γιά νά έπεξ εργαστούμε θεωρίες γιά τό πώς είναι συγκρο­
τημένα καί γιά τό ποιοί είναι ol νόμοι της άμοιβαίας τους
έπίδρασης καί τών άλλαγών, θά πρέπει, 8σο τό δυνατό, νά
συλλάβουμε τήν άλήθεια γιά τόν κόσμο. Μά πώς θά μπο­
ρέσουμε νά είμαστε σύγουροι 6τι βρισκόμαστε στά ίχνη
μιας ρεαλιστικής άντίληψης τών πραγμάτων κι’ ίτ ι δέν otκοδομοϋμε μιάν άπλή άπατηλή είκόνα γιά τόν κόσμο ;
'Τπάρχουν άρχές ή κανόνες που μπορούν νά μας βοηθήσουν
σ’ αύτή τήν προσπάθεια ; Τό έρώτημα αύτό μας όδηγεΐ
άπό τή διαλεκτική στά βασικά γνωρίσματα τοϋ ύλισμοϋ.
Θ Ε Ω Ρ ΙΑ Κ ΑΙ Π ΡΑ Κ Τ ΙΚ Η : Π Α Ρ Α Τ Η Ρ Η Σ Η Κ Α Ι Π Ρ Α Ξ Η

Οί ίδέες μας, γιά νά είναι ρεαλιστικές, θά πρέπει νά
στηρίζονται σέ 8,τι έχουμε ανακαλύψει γιά τά πράγματα
καί 8χι σέ υποθέσεις, συλλογισμούς ή σέ προκαταλήψεις.
Ά λλά πώς μποροϋμε νά άνακαλύψουμε τά πράγματα ;
Ή άρχή της άπάντησης σ’ αύτό τό σημαντικό έρώτημα
είναι, 8τι ή άνακάλυψη τών πραγμάτων γίνεται μέσω τών
αίσθήσεών μας. Ά ν πρέπει νά βροϋμε κάτι, άς ποϋμε, τί

3 30
βρίσκεται στήν άπέναντι πλευρά τοϋ λόφου, θά πρέπει ν’
άνεβοΰμε στήν κορυφή τοϋ λόφου καί νά κυττάξουμε. Ά ν
θελήσουμε νά μάθουμε τΐ είναι ένα βιβλίο, θά πρέπει κά­
ποιος νά τό άνοίξει καί νά τό διαβάσει. Κάθε μας γνώση
γιά τά πράγματα πρέπει νά στηρίζεται στίς άντιλήψεις πού
έχουμε άπό τις αισθήσεις μας, στήν άλήθεια τών αίσθήσεών μας, στήν παρατήρηση. Ά ν δέν μπορεΐ κανείς νά δει»
νά άκούσει, νά όσφρανθεΐ, νά γευθεΐ ή νά άποκτήσει άντιλήψεις μέ τήν άφή, δέν ύπάρχε·. δυνατότητα νά άνακαλύψει κάτι πού γίνεται γύρω μας. Μπορεΐ νά εϊναι ζων­
τανός, άλλά ή ζωή του θά εϊναι σάν έκείνη τών φυτών.
"Ομως, ένώ κάθε μας γνώση πρέπει νά στηρίζεται στήν
παρατήρηση καί δέν εϊναι δυνατό ν’ άνακαλύψουμε τίποτα
γιά τά πράγματα χωρίς νά τά παρατηρήσουμε, δέν μπο­
ροΰμε νά ποΰμε δτι εϊναι άδύνατο ν’ άνακαλύψουμε κάτι
άπλώς καί μόνο μέ τήν παρατήρηση· γιατί ένας άπλός πα­
θητικός παρατηρητής στήν πραγματικότητα θ’ άνακαλύψει
πολύ λίγα. Φανταστείτε π.χ. δτι ύπάρχει ένα άπόλυτα μο­
ναχικό άτομο, πού γιά δλη του τή ζωή δέν έκανε τίποτα
άλλο άπό τό νά στέκεται στό παράθυρο καί νά σημειώνει
δ,τι βλέπει, θ ά μπορούσε νά βλέπει διάφορα πράγματα,
άλλά δέν θά μποροΰσε ν’ άνακαλύψει πολλά γιά τά πράγμα­
τα αύτά. Μπορούσε π.χ. νά παρατηρήσει 6τι πράγματα
ένός κάποιου είδους ήσαν σκορπισμένα πέρα στά χωράφια'
δέν θά μποροΰσε δμως, ν’ άνακαλύψει δτι αύτά ήσαν που­
λιά. Πώς θά μποροΰσε λοιπόν, ν’ άνακαλύψει κάτι περισσό­
τερα άπ’ αύτά πού βλέπει ; Θά έπρεπε νά ξεκινήσει ό
ίδιος νά πάει στά χωράφια καί κεΐ νά κάνει πρακτική
έρευνα. Θά έπρεπε ν’ άρχίσει κι’ αύτός μιά ένεργητική ζωή
σάν δλους τούς άνθρώπους. "Οσο θά κάθεται άπλώς στό
παράθυρό του, οι μόνες γνώσεις πού θά έχει Οά εϊναι σάν
κι’ αύτή : «Εϊδα ένα κάποιο σχήμα» ή «άκουσα ενα κά­
ποιο ήχο». Ή γνώση του περιορίζεται άπλώς καί μόνο στό
γεγονός της παρατήρησής του.

331
Μιά όλόκληρη σχολή φιλοσόφων, πού Ιδρύθηκε τό 18ο
αιώνα άπό τόν Τζώρτζ ΜπέρκλεΟ τοΰ κολλεγίου Τρίνιτυ
στό Δουβλίνο, στήριξε τή φιλοσοφία της στή φανταστική
άρχή, 6τι είναι παθητικοί παρατηρητές. Έ τσ ι κατάληξαν
στό συμπέρασμα δτι ή γνώση κάθε άνθρώπου περιορίζεται
στίς προσωπικές του έντυπώσεις κι’ δτι δέν είναι δυνατό
κανένας, νά βεβαιώνει κάτι πέρα άπό τις άντιλήψει τών
προσωπικών του αισθήσεων. Τό συμπέρασμα αύτό βγαίνει
άπό τήν ίδια τους τή θέση. Τό λάθος, σ’ αύτή τή φιλοσο­
φία, δέν εί